Posts Tagged ‘Αλμοάδες’

Ρέκβιεμ για τη Γρανάδα

Φεβρουαρίου 19, 2012

Στις 16 Ιουλίου του σωτηρίου έτους 1212 ή, άλλως, την 13η ημέρα του μηνός Σαφάρ του 609 της Εγίρας, αναμετρήθηκαν στη βόρεια Ανδαλουσία, στους πρόποδες της Σιέρρα Μορένα, οι στρατιές της Χριστιανοσύνης και του Ισλάμ, σ’ ένα τόπο που οι Χριστιανοί ονόμαζαν Λας Νάβας ντε Τολόσα κι οι μουσουλμάνοι Χισν αλ Ικάμπ. Σαν σε αληθινή σταυροφορία, δίχως το όνομα, οι στρατιές όλων των χριστιανικών βασιλείων της Ιβηρικής (Καστίλλης, Λεόν, Αραγονίας και Ναβάρρας) είχαν συνασπιστεί στο όνομα της Ρεκονκίστα, της ανάκτησης εδαφών από τους μουσουλμάνους. Έλεγαν πως η στρατιά τους αριθμούσε ίσως και 200.000 άντρες. Ως τη μέρα εκείνη είχε προελάσει νικηφόρα μέσα στα εδάφη του εχθρού. Απέναντί τους, επικεφαλής ενός εξίσου πολυάριθμου στρατεύματος από Βερβέρους και Ανδαλουσιανούς, βρισκόταν ο τέταρτος Αλμοάδας χαλίφης, ο Μουχάμμαντ αλ Νάσιρ. Από τις τρεις πρωτεύουσές του (Μαρρακές, Ραμπάτ και Σεβίλλη) κυβερνούσε μια αχανή αυτοκρατορία που εκτεινόταν από τη Μαυριτανία μέχρι τον Τάγο και τον Γουαδιάνα, κι από τις ακτές του Ατλαντικού ως τη Λιβύη. Μες στη βεβαιότητα της νιότης είχε κάθε λόγο να πιστέψει τους συμβούλους του που τον διαβεβαίωναν πως είχε έρθει η ώρα να καταφέρει αποφασιστικό πλήγμα στους απίστους και να τους διώξει ως το Τολέδο ή κι ακόμη πιο μακριά. Η μάχη κράτησε ώρες πολλές κι ήταν σκληρή κι αμφίρροπη. Στην αρχή φάνηκε πως η νίκη θα χαμογελούσε στους μαχητές του ισλάμ: το ελαφρύ ιππικό τους είχε σχεδόν κυκλώσει τις δυνάμεις των χριστιανών. Υπήρχε ωστόσο ένας ηλικιωμένος άντρας που ένιωθε ότι αυτή ήταν η μεγαλύτερη και η τελευταία ευκαιρία της ζωής του. Δεν είχε ξεχάσει ότι πριν από δεκαεφτά χρόνια είχε συντριβεί στο Άλαρκος από τον πατέρα του σημερινού του αντιπάλου. Ο Αλφόνσος Η΄ της Καστίλλης συγκέντρωσε τους σιδερόφραχτους ιππότες του και τους οδήγησε σε μια απελπισμένη επέλαση ακριβώς στην καρδιά των γραμμών του εχθρού. Οι δυνάμεις του χαλίφη δεν κατάφεραν να τους αποκρούσουν κι άρχισαν να υποχωρούν. Η νίκη είχε αλλάξει στρατόπεδο. Οριστικά! Όταν έφτασε το σούρουπο οι μισοί από τους μουσουλμάνους πολεμιστές είχαν πέσει στο πεδίο της μάχης ή είχαν αιχμαλωτιστεί από τον εχθρό.

Συντριβή, λοιπόν. Όχι, όμως, απαραίτητα καθοριστική. Θα μπορούσε να ήταν ακόμη ένα επεισόδιο μιας αέναης πάλης. Δεν επρόκειτο να είναι έτσι. Δεν υπήρξε άλλη ευκαιρία για το Ισλάμ της Ιβηρικής. Μολονότι τα αποτελέσματα της σύγκρουσης δεν φάνηκαν την επαύριο της μάχης, η Αλ Ανταλούς με τους πέντε αιώνες ιστορίας και ισλαμικής παράδοσης άρχισε να λιώνει σαν το χιόνι κάτω από τον ήλιο. Αποδυναμωμένο από εσωτερικά προβλήματα, το αλμοαδικό χαλιφάτο άρχισε να αποσυντίθεται. Οι τοπικοί κυβερνήτες, ο ένας μετά τον άλλο άρχισαν να ανεξαρτητοποιούνται. Κάποιοι μάλιστα, προσπαθώντας να εδραιώσουν την εξουσία τους, δεν δίσταζαν να ζητήσουν βοήθεια από τους χριστιανούς μονάρχες. Αναρχία, συγκρούσεις φατριών και ταραχές. Δίχως την προστασία του χαλιφάτου, οι μουσουλμάνοι της Ισπανίας έπρεπε τώρα να στηριχτούν αποκλειστικά στις δικές τους, κατακερματισμένες, δυνάμεις για να υπερασπιστούν τα εδάφη τους. Άνισος αγώνας από κάθε άποψη. Πώς άλλωστε να συσπειρώσεις με όπλο την ιδεολογία του ιερού πολέμου κοινωνίες των οποίων οι ελίτ αποτελούνταν από νομικούς-θεολόγους και γραμματείς; Ακόμη και αξιόλογοι ηγέτες, σαν τον εμίρη της Μούρθια, τον Γιούσουφ ιμπν Χουντ αλ Μουταβακκίλ, αποδείχτηκαν αδύναμοι μπρος στη χριστιανική προέλαση. Το 1231 οι Αραγονέζοι καταλαμβάνουν τη Μαγιόρκα. Το 1236 οι Καστιγιάνοι κατακτούν την ιστορική πρωτεύουσα της Αλ Ανταλούς, την Κορδούη. Ακολουθούν η Βαλένθια (1238) και η Μούρθια (1241), στην οποία η Καστίλλη επιβάλλει αρχικά καθεστώς προτεκτοράτου, πριν την απορροφήσει. Τέλος, το 1248 πέφτει και η Σεβίλλη, η νεότερη πρωτεύουσα της μουσουλμανικής Ισπανίας. Ολόκληρη η Αλ Ανταλούς έχει χαθεί. Ολόκληρη; Όχι ακριβώς. Στο νότιο τμήμα της Ανδαλουσίας ένα εμιράτο πρόκειται να κρατήσει ψηλά τα λάβαρα του Ισλάμ για δυόμιση αιώνες ακόμη. Και κάπου εδώ ξεκινά η όμορφη και μελαγχολική ιστορία της ηγεμονίας του Νασριδών.

Ι.   Το εμιράτο των Νασριδών

Βρισκόμαστε στα 1232, είκοσι χρόνια μετά τη συντριβή στις Λας Νάβας ντε Τολόσα κι ενώ η Ανδαλουσία προσπαθεί απεγνωσμένα να οργανώσει τις δυνάμεις της για να αντισταθεί στον επεκτατισμό των χριστιανικών βασιλείων. Στην Αρχόνα, μια μικρή πόλη κοντά στη Χαέν, περιοχή άμεσα εκτεθειμένη στις χριστιανικές επιθέσεις, ο Μουχάμμαντ ιμπν Νασρ Αλ Άχμαρ ανακηρύσσεται εμίρης. Γρήγορα η εξουσία του επεκτείνεται και στη Χαέν και το 1237 στη Γρανάδα, όπου και μεταφέρει την έδρα του, έχοντας την πεποίθηση ότι η γεωγραφική της θέση είναι ιδανική, καθώς παρέχει τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια. Η αρχή είναι πάντα δύσκολη και για τον Μουχάμμαντ είναι γεμάτη απογοητεύσεις και ταπεινώσεις. Η ιδιαίτερη πατρίδα του, η Αρχόνα, μαζί με τη Χαέν, πέφτει το 1246 στα χέρια των Καστιγιάνων. Ο εμίρης αναγκάζεται να δηλώσει υποτέλεια στον βασιλιά της Καστίλλης, τον Φερδινάνδο Γ΄, και μάλιστα υποχρεώνεται να πολεμήσει τους ομόθρησκούς του βοηθώντας τον Φερδινάνδο να καταλάβει τη Σεβίλλη. Και όμως! Παρά τις δυσκολίες, ο Μουχάμμαντ Α΄ θα κατορθώσει να ανατρέψει την εις βάρος του κατάσταση και να εδραιώσει την εξουσία του στο τελευταίο προπύργιο της μουσουλμανικής Ανδαλουσίας. Αντί η δήλωση υποτέλειας να οδηγήσει το νεοσύστατο εμιράτο στην κυριαρχία των χριστιανών, όπως συνέβη στη Μούρθια, θα δώσει στους Νασρίδες την αναγκαία πίστωση χρόνου για να οργανώσουν ένα βιώσιμο κράτος.

Α. Από την επιβίωση στην ακμή

α. Οι λόγοι της επιβίωσης: Μια σειρά από παράγοντες καθιστούν δυνατή τη σωτηρία της Γρανάδας παρά το καταρχήν εχθρικό περιβάλλον. Φυσικά πλεονεκτήματα: Η γεωγραφική θέση και η μορφολογία του εδάφους του εμιράτου διευκολύνουν την υπεράσπισή του. Τα βόρεια σύνορά του προστατεύονται από ορεινούς όγκους που το καθιστούν πολύ δυσκολότερο στόχο απ’ ό,τι η κοιλάδα του Γουαδαλκιβίρ ή οι πεδιάδες του ισπανικού Λεβάντε (Pierre Guichard «Al Andalus, 711-1492, Une histoire de l’Andalousie arabe», εκδ. Hachette, συλλ. Pluriel, Παρίσι 2000, σελ. 207). Επιπλέον, τα παράλια του εμιράτου επιτρέπουν τόσο την ανάπτυξη του θαλάσσιου εμπορίου, όσο και την ευχερή επικοινωνία με τους ομόθρησκους του Μαγκρέμπ. Προϋποθέσεις οικονομικής ανάπτυξης: Ενισχυμένο από μεγάλο αριθμό προσφύγων που εγκαταλείπουν τις περιοχές της Ανδαλουσίας που κατέκτησαν οι χριστιανοί, το κράτος της Γρανάδας διαθέτει επαρκή πληθυσμό για να εκμεταλλευθεί στον μέγιστο βαθμό όλους τους οικονομικούς πόρους του. Πρέπει άλλωστε να συνυπολογισθεί και το γεγονός ότι αυτοί που μεταναστεύουν σε ανάλογες συνθήκες είναι συνήθως οι ελίτ και το ειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό (οι απλοί αγρότες δεν είχαν άλλη επιλογή από το να παραμείνουν υπό τη διοίκηση των απίστων). Επιπροσθέτως, τα καλά οργανωμένα και με μεγάλη παράδοση λιμάνια της Μάλαγας και της Αλμερίας συμβάλλουν στην άνθηση του εμπορίου. Ευνοϊκές συγκυρίες: Αφενός, τα χριστιανικά βασίλεια δεν έχουν τα μέσα για να απορροφήσουν τόσο γρήγορα τα εδάφη που κατέκτησαν από τους μουσουλμάνους (Guichard, όπ.π.). Χρειάζονται αρκετό χρόνο για να οργανώσουν τις αναγκαίες δομές για την άσκηση εξουσίας και διοίκησης, διαφορετικά διατρέχουν τον κίνδυνο εξέγερσης των υποτελών πληθυσμών (οι οποίες έτσι κι αλλιώς εκδηλώνονται, μια και οι υποσχέσεις σεβασμού της θρησκευτικής ελευθερίας και των περιουσιακών δικαιωμάτων που είχαν δοθεί στους μουσουλμάνους καταπατήθηκαν αρκετά γρήγορα: στην Ανδαλουσία και στη Μούρθια, το 1264, και στη Βαλένθια, το 1248 και το 1275, σημειώνονται μεγάλες εξεγέρσεις των μουδέχαρες, δηλ. των μουσουλμάνων που ζουν υπό χριστιανικό ζυγό). Αφετέρου, η Γρανάδα ευνοείται από τον αδυσώπητο ανταγωνισμό μεταξύ Καστίλλης και Αραγονίας για την πρωτοκαθεδρία στην Ιβηρική. Κανένα από τα δύο βασίλεια δεν θέλει να δει το άλλο να ισχυροποείται αφάνταστα κατακτώντας το εμιράτο των Νασριδών. Διπλωματική επιδεξιότητα: Οι Νασρίδες εκμεταλλεύονται στο έπακρο τις διαφορές μεταξύ των χριστιανών αντιπάλων τους. Παράλληλα, επωφελούνται από τη συμμαχία με τους ισχυρούς Μερινίδες ηγεμόνες της Φες, χωρίς να γίνουν υποχείρια ή υποτελείς τους. Αν οι Μερινίδες, διοργανώνοντας ευρείας κλίμακας επιχειρήσεις ιερού πολέμου στην Ανδαλουσία, διατηρούν αναμφισβήτητα βλέψεις κυριαρχίας επί της Γρανάδας, οι Νασρίδες κατορθώνουν να τους «ξεγελάσουν» με δυναστικούς γάμους και πρόσκαιρες εδαφικές παραχωρήσεις.

β. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά τον 13ο και 14ο αιώνα – Από θέση άμυνας σε θέση κυρίαρχου

1. Η ανατροπή: Αρχικός στόχος των Νασριδών είναι η αναχαίτιση του αντιπάλου. Πρέπει οπωσδήποτε να ελαττωθεί η ασφυκτική πίεση που ασκούν στο εμιράτο η Καστίλλη και η Αραγονία. Κατά το δεύτερο ήμισυ του 13ου αι. ο μονάρχης της Καστίλλης, ο Αλφόνσος Ι΄ ο Σοφός, εισβάλλει τέσσερις φορές στη Γρανάδα, φτάνοντας μέχρι τα περίχωρα της πρωτεύουσας, ενώ το 1309 ο εμίρης Νασρ Α΄ αναγκάζεται να επιβεβαιώσει την υποτέλεια στην Καστίλλη, υποσχόμενος μεγαλύτερο φόρο και στρατιωτική βοήθεια στον χριστιανό επικυρίαρχό του (Guichard, όπ.π., σελ. 211). Οι Νασρίδες υποχωρούν, αλλά δεν παραδίδονται, περιμένοντας την κατάλληλη ευκαιρία. Οργανώνουν τον στρατό τους και τον ενισχύουν, με την άδεια των Μερινιδών, στρατολογώντας μαζικά Βερβέρους πολεμιστές (ιδίως το φημισμένο ελαφρύ ιππικό τους). Τον Ιούνιο του 1319 οι Καστιγιάνοι εισβάλλουν ξανά στη Γρανάδα. Ο εμίρης Ισμαήλ τους συναντά στο Πίνος Πουέντε, 16 χιλιόμετρα έξω από την πρωτεύουσα, επικεφαλής ενός στρατεύματος που αποτελούν Ανδαλουσιανοί μαχητές και Βερβέροι μουτζαχεντίν τους οποίους καθοδηγεί ο Μερινίδης Ουθμάν ιμπν Αμπί Λουλά. Η μάχη που ακολουθεί θα μείνει χαραγμένη στη μνήμη των χριστιανών ως η Καταστροφή της Βέγκα της Γρανάδας. Ο στρατός της Καστίλλης συντρίβεται. Σκοτώνονται και οι δύο αντιβασιλείς, οι πρίγκιπες Πέτρος και Ιωάννης. Πέντε χρόνια αργότερα, ο Ισμαήλ οδηγεί και πάλι τον στρατό του, αυτή τη φορά από θέση επιτιθέμενου: ανακτά σειρά οχυρών θέσων από τους χριστιανούς στα βόρεια και βορειοανατολικά του εμιράτου.

2. Ο έλεγχος των Στενών: Το κράτος της Γρανάδας, μαζί με τους Μερινίδες, τα βασίλεια της Καστίλλης και της Αραγονίας και τη Γένοβα, αποτελεί πλέον έναν από τους βασικούς εμπλεκόμενους στη μεγάλη γεωπολιτική σύγκρουση με έπαθλο τον έλεγχο των Στενών του Γιβραλτάρ (Guichard, όπ.π., σελ. 213-214). Ο έλεγχος αυτός είναι κεφαλαιώδους στρατηγικής και οικονομικής σημασίας. Άλλωστε τα εμπορικά πλοία των χριστιανών, Αραγονέζων-Καταλανών και Ιταλών, προτιμούν όλο και περισσότερο τη διαδρομή μέσω Γιβραλτάρ για να φτάσουν στα λιμάνια της Φλάνδρας και της Αγγλίας. Ήδη από το 1309 οι Νασρίδες παραχωρούν στους Μερινίδες το Αλχεθίρας. Οι δεύτεροι κατορθώνουν το 1333 να πάρουν τα στενά από τους Καστιγιάνους, χάρη στη βοήθεια των Νασριδών και… της Γένοβας (!). Τα πράγματα δεν πρόκειται να μείνουν στάσιμα. Το βασίλειο της Καστίλλης, με τη μεγάλη νίκη του Ρίο Σαλάδο (1340) και την κατάληψη του Αλχεθίρας (1344), ανακτά σχετικά γρήγορα το πλεονέκτημα. Παραδόξως η εξέλιξη αυτή δεν θα έχει ως αποτέλεσμα την ανάσχεση της ορμής των Νασριδών. Η Γρανάδα του δεύτερου μισού του 14ου αι. είναι πλέον μια αυτόνομη πολιτική και στρατιωτική δύναμη της δυτικής Μεσογείου.

3. Το απόγειο: Πράγματι, οι περίοδοι βασιλείας του Γιούσουφ Α΄ (1333-1353) και, κυρίως, του γιου του, του Μουχάμμαντ Ε΄ (1354-1391), αντιστοιχούν στο απόγειο της ισχύος του εμιράτου. Εμπορική και πολιτιστική ακμή, έντονη οικοδομική δραστηριότητα (συμπεριλαμβανομένης και της ανέγερσης των σημαντικότερων κτισμάτων της Αλάμπρας), στρατιωτική υπεροπλία και διπλωματική υπεροχή. Επιπροσθέτως, η εξωτερική συγκυρία είναι εξαιρετικά ευνοϊκή για τη Γρανάδα. Ο εμίρης Μουχάμμαντ διατηρεί φιλικές σχέσεις με τον βασιλιά της Καστίλλης, τον Πέτρο Α΄τον Σκληρό (ό,τι κι αν μπορεί να σημαίνει η φιλία μεταξύ των μοναρχών δύο φύσει και θέσει αντιπάλων κρατών). Κυρίως, επωφελείται από την αντιπαλότητα Καστίλλης και Αραγονίας που κορυφώνεται με την προσωπική διαμάχη του Πέτρου της Καστίλλης με τον συνονόματό του μονάρχη της Αραγονίας, τον Πέτρο Γ΄ τον Τελετουργικό. Η διαμάχη εξελίσσεται σε ένοπλη σύγκρουση. Ο Πόλεμος των Δύο Πέτρων (1356-1361) θα εξαντλήσει και τα δυο χριστιανικά βασίλεια χωρίς να αποφέρει εδαφικά κέρδη σε κανένα. Επιπλέον θα πυροδοτήσει βαθειά δυναστική και εσωτερική κρίση στην Καστίλλη, η οποία θα καταλήξει στη δολοφονία του βασιλιά (1369). Εκμεταλλευόμενος τις συνθήκες αυτές, ο εμίρης Μουχάμμαντ αποσπά από τους Καστιγιάνους το Αλχεθίρας και καταλαμβάνει τη Ρόντα και το Γιβραλτάρ (που είχαν ξαναπάρει πρόσκαιρα οι Μερινίδες). Εξαπλώνει την επιρροή του και στο Μαγκρέμπ, κατακτώντας για ένα διάστημα τη Θέουτα και ελέγχοντας τις δυναστικές εξελίξεις στην αυλή της Φες, επιβάλλοντας τους μονάρχες της αρεσκείας του. Οι Νασρίδες έχουν γίνει κυρίαρχοι του παιχνιδιού. Δυστυχώς για αυτούς, όχι για πολύ.

Β. Η παρακμή και η πτώση

α. Η ραγδαία επιδείνωση των συνθηκών: Με την αυγή του 15ου αιώνα η κατάσταση και η ισορροπία δυνάμεων μεταβάλλεται αμετάκλητα σε βάρος της Γρανάδας. Στο εσωτερικό δυναστικές έριδες και έντονες διαμάχες μεταξύ των κυριότερων φατριών που νέμονται την εξουσία καθιστούν το εμιράτο πιο ευάλωτο. Οικονομικά, το κράτος των Νασριδών αντιμετωπίζει δυσχέρειες: στα λιμάνια της Μάλαγας και της Αλμερίας το εμπόριο περνά στον έλεγχο των Γενουατών. Επιπλέον, το βασίλειο της Καστίλλης αρχίζει να ξεπερνά την εσωτερική κρίση που το ταλάνιζε καθ’ όλο το δεύτερο ήμισυ του 14ου αιώνα και ανακτά την πρωτοβουλία στις στρατιωτικές επιχειρήσεις: αποσπά συνοριακές οχυρές θέσεις από τους Νασρίδες (Θαχάρα: 1407, Αντεκέρα: 1410, Χουέσκαρ: 1434), επιφέροντας ρήγματα στην γραμμή άμυνάς τους, και ροκανίζει σταδιακά την επικράτεια του εμιράτου. Τα εσωτερικά προβλήματα της Καστίλλης και μόνον ήταν αυτά που εμπόδισαν τον κοντόσταβλο Άλβαρο ντε Λούνα (δύο φορές; 1431, 1452) και τον βασιλέα Ερρίκο Δ΄ να αποτελειώσουν πιο γρήγορα τη Γρανάδα (Gabriel Martinez Gros «Sept cents ans d’Espagne musulmane», περιοδικό L’Histoire, αριθ. 364, Μάιος 2011, σελ. 40-47, σελ. 47). Η ένωση των στεμμάτων της Καστίλλης και της Αραγονίας (1479) μοιάζει με το τελευταίο καρφί στο φέρετρο των Νασριδών. Όπως επισημαίνει ο Πιερ Γκισάρ «ο Πόλεμος της Γρανάδας είναι, για την Καστίλλη αρχικά, η καλύτερη διέξοδος από τα σοβαρά κονωνικοπολιτικά προβλήματα που ταλανίζουν το βασίλειο και. στη συνέχεια, μετά την ένωση [των δύο χριστιανικών βασιλείων], το καλύτερο πολιτικό πρόγραμμα που μπορούν να εφαρμόσουν οι Καθολικοί Βασιλείς προκειμένου να εδραιώσουν την ένωση. Υπό αυτές τις εντελώς δυσμενείς εσωτερικές και εξωτερικές περιστάσεις μάλλον προκαλεί έκπληξη η ικανότητα αντίστασης που επιδεικνύει το μικρό εμιράτο των Νασριδών» (όπ.π., σελ. 226).

β. Το χρονικό του τέλους – Ο «κακότυχος»: Τίποτε δεν συμβολίζει με πιο γλαφυρό τρόπο το πεπρωμένο της Γρανάδας από τη ζωή του τελευταίου εμίρη της, του Αμπού Αμπνταλλάχ Μουχάμμαντ (ΙΒ΄), τον οποίο οι χριστιανοί αποκαλούσαν Μποαμπντίλ, ενώ από τους υπηκόους του είχε πάρει το χαρακτηριστικό προσωνύμιο Αζ Ζουγκμπί, δηλαδή «κακότυχος». Η ζωή του Μποαμπντίλ είναι ένα πραγματικό μυθιστόρημα (οι Καστιγιάνοι λογοτέχνες δεν έχασαν άλλωστε την ευκαιρία να εκμεταλλευθούν μια τέτοια ιστορία), στο οποίο πρωταγωνιστικούς ρόλους έχουν ο πατέρας του, ο εμίρης Αμπού Αλ Χασάν Αλί, τον οποίο οι χριστιανοί ονόμαζαν Μουλέι Χασάν ή απλώς Ελ Βιέχο (ο «γέρος»), η μητέρα του Μποαμπντίλ, η Άισα, που συμβολίζει την οικογενειακή και δυναστική σταθερότητα και παράδοση, και ο θείος του, ο  Μουχάμμαντ ιμπν Σαάντ «Αζ Ζαγκάλλ» (ο «Γενναίος»), ο οποίος ενσαρκώνει το ιδανικό του Ιερού Πολέμου κατά των χριστιανών.

1482. Μολονότι δεν έχει υστερήσει στην εκπλήρωση της αποστολής του ως υπερασπιστής του Ισλάμ (όπως αποδεικνύει κι η επιτυχημένη επιδρομή του στη Θαχάρα το 1481), ο εμίρης Χασάν δεν είναι πλέον δημοφιλής, εξαιτίας και του γεροντικού έρωτά του για μια αιχμάλωτη χριστιανή, την Ισαβέλλα ντε Σολίς, την οποία έχει κάνει νόμιμη σύζυγό του, αφού εκείνη ασπάστηκε το ισλάμ και πήρε το όνομα Σοράγια. Ο Μουχάμμαντ-Μποαμπντίλ, με την υποστήριξη της μητέρας του και της ισχυρής φατρίας των Μπανού Σαρράτζ (των Αβενσεράγων της καστιγιάνικης παράδοσης), αναλαμβάνει την εξουσία εκθρονίζοντας τον πατέρα του με πραξικοπηματικό τρόπο. Μαζί με τον θείο του, ο Μποαμπντίλ συνεχίζει τον αγώνα κατά των χριστιανών που προσπαθούν να καταλάβουν τη Μάλαγα. Στη Μάχη της Ασαρκίγια νικά αρχικά τις δυνάμεις της Καστίλλης, αλλά, προσπαθώντας να καταφέρει αποφασιστικό χτύπημα, αιχμαλωτίζεται ένα μήνα αργότερα από τους χριστιανούς (1483). Ο Χασάν ξαναπαίρνει προσωρινά τον θρόνο του, αλλά δεν μπορεί να τον κρατήσει. Τον Μάιο του 1484 πέφτει στα χέρια του βασιλιά Φερδινάνδου η Ρόντα (μαζί με τη Μαρμπέγια). Ο Μουχάμμαντ αζ Ζαγκάλλ εκτοπίζει τον αδελφό του κι αναλαμβάνει την εξουσία. Την ίδια ώρα, ο Φερδινάνδος κι η Ισαβέλλα αποφασίζουν να εκμεταλλευθούν τον αιχμάλωτο Μποαμπντίλ προκειμένου να εξαφανίσουν το εμιράτο των Νασριδών. Τον απελευθερώνουν το 1487 με τον όρο να γίνει υποτελής του βασιλείου της Ισπανίας και να μη βοηθήσει τη Μάλαγα, η οποία αποτελεί τον επόμενο στόχο των Καθολικών Βασιλέων. Παρά την απελπισμένη προσπάθεια του Ζαγκάλλ η Μάλαγα συνθηκολογεί μετά από τετράμηνη πολιορκία. Ο Μποαμπντίλ επιστρέφει στη Γρανάδα ως ηγεμόνας της και αποκηρύσσει τον όρκο υποτέλειας που είχε δώσει στους χριστιανούς μονάρχες. Η προσπάθεια να σώσει την πατρίδα του είναι καταδικασμένη. Από το εμιράτο δεν έχουν πλέον απομείνει παρά η Γρανάδα με τα περίχωρά τους και η δύσβατη περιοχή των Αλπουχάρρας. Οι περισσότεροι σύμβουλοί του έχουν πουληθεί στους Ισπανούς. Μάταια προσπαθεί να ζητήσει εξωτερική βοήθεια: οι ηγεμόνες της Φες και της Τλεμσέν είναι πια ανίσχυροι. Οι μαμελούκοι του Καΐρου δεν έχουν καμιά διάθεση να συγκρουστούν με τους Ισπανούς. Οι μεγάλοι εχθροί τους είναι οι Οθωμανοί που βρίσκονται σε πόλεμο με την Ισπανία. Οπότε…

Στις 26 Απριλίου του 1491 ξεκινά η πολιορκία της Γρανάδας. Είναι η μέρα που η βασίλισσα Ισαβέλλα δίνει τον γνωστό όρκο της να μην ξαναλουστεί κι αλλάξει ρούχα μέχρι η Γρανάδα να γίνει χριστιανική. Η σύγκρουση είναι άνιση. Οι Καθολικοί βασιλείς παρατάσσουν 40.000 πεζικάριους, 10.000 ιππείς και μεγάλες δυνάμεις πυροβολικού. Ο Μποαμπντίλ ηττάται. Τον Νοέμβριο υπογράφει προσωρινή πράξη συνθηκολόγησης που αφήνει στη Γρανάδα δίμηνη προθεσμία. Καμιά βοήθεια δεν φτάνει. Το πρωϊνό της 2ας Ιανουαρίου 1492 ο κακότυχος εμίρης παραδίδει με λυγμούς τα κλειδιά της Αλάμπρας στους χριστιανούς. Είναι η στιγμή που, σύμφωνα με την παράδοση, η Άισα θα επιπλήξει τον γιο της με την περίφημη φράση «Κλάψε τώρα σαν γυναικούλα ό,τι δεν κατάφερες να υπερασπιστείς σαν άντρας». Με την παράδοση της Γρανάδας τερματίζονται οχτώ αιώνες μουσουλμανικής παρουσίας στην Ιβηρική. Στον Μποαμπντίλ δίνεται μια ασήμαντη ηγεμονία στα Αλπουχάρρας. Γη κακοτράχαλη κι άγονη, που είναι αδύνατο να κρατήσουν οι μικρές δυνάμεις που έχουν απομείνει στον τελευταίο εμίρη της Γρανάδας. Ένα χρόνο μετά παίρνει τον δρόμο της εξορίας για το Μαρόκο. Λένε πως όταν επιβιβάστηκε στο πλοίο σήκωσε το σπαθί του και χτύπησε τα κύματα ορκιζόμενος μια μέρα να γυρίσει για να ελευθερώσει την πατρίδα του. Η μέρα αυτή δεν ήρθε ποτέ. Ο Μποαμπντίλ πέθανε εξόριστος στη Φες το 1533. Όσο για τους πρώην υπηκόους του, παρά τους όρους της συνθήκης παράδοσης (βάσει των οποίων οι χριστιανοί βασιλείς υπόσχονταν να σεβαστούν τη θρησκεία και τα δικαιώματα ιδιοκτησίας των μουσουλμάνων), βρέθηκαν γρήγορα (1502) αντιμέτωποι με το πιο σκληρό δίλημμα: να αποκηρύξουν την  πίστη τους, ασπαζόμενοι τον χριστιανισμό, ή να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές εστίες τους και να πάρουν τον δρόμο της προσφυγιάς προς το Μαγκρέμπ. Η Γρανάδα περνούσε σε μικρό χρονικό διάστημα από την εποχή των μουδέχαρες σ’ αυτήν των μορίσκος, των βίαια εκχριστιανισμένων μουσουλμάνων. Ο ζυγός γίνετα ολοένα και επαχθέστερος. Το 1569 οι μορίσκος εξεγείρονται κατά της χριστιανικής εξουσίας. Πολλοί καταφεύγουν στα Αλπουχάρρας και συνεχίζουν από εκεί τον ένοπλο αγώνα. Η τελευταία πράξη του δράματος θα παιχτεί το 1609, όταν με βασιλική διαταγή θα εκτοπιστούν από την Ισπανία όλοι οι εκχριστιανισμένοι μουσουλμάνοι (Gabriel Martinez Gros «Le crime de l’Espagne», L’Histoire, αριθ. 364, Μάιος 2011, σελ. 60-65). Σβήνει και το τελευταίο ίχνος της Γρανάδας των Νασριδών. Το τελευταίο εκτός από την πολιτιστική κληρονομιά του…

ΙΙ. Η πολιτιστική κληρονομιά της Γρανάδας

Το εμιράτο της Γρανάδας κληροδότησε στην ανθρωπότητα την Αλάμπρα. Απόλυτο αριστούργημα του ισλαμικού πολιτισμού, σύμβολο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, η Αλάμπρα γοήτεψε κι εξακολουθεί να γοητεύει, έχοντας σημαδέψει το φαντασιακό του δυτικού ανθρώπου (Β).  Η προσφορά, όμως, στην ανθρωπότητα ενός μνημείου απαράμιλλης ομορφιάς ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι θα προκαλούσε, ίσως ως αντίδραση σε κάτι που μοιάζει τέλειο, μια ιδιαίτερα κριτική θεώρηση της πολιτιστικής συμβολής της Γρανάδας. Δεν αμφισβητείται ότι υπήρξε άνθηση των γραμμάτων και των τεχνών στους δυόμισι αιώνες ζωής του κράτους των Νασριδών: ωστόσο, η Γρανάδα χαρακτηρίζεται με ιδιαίτερη σκληρότητα από πολλούς συγγραφείς ως «προπύργιο θρησκευτικού και πολιτιστικού συντηρητισμού» (βλ. την ανάλυση του Γκισάρ, όπ.π., σελ. 215 επ.). Η παραγωγή είναι μεν πλούσια, η ποιότητά της, όμως, αμφισβητείται (Α).

Α. Γράμματα και τέχνες στο εμιράτο των Νασριδών

α. Ο θρίαμβος του μαλικισμού και της παράδοσης: Ο συντηρητισμός της Γρανάδας κάνει πράγματι αισθητή την παρουσία του στους αδελφούς (αν όχι ταυτόσημους) για τον ισλαμικό κόσμο τομείς της θεολογίας και της νομικής. Σε ό,τι αφορά την ερμηνεία και εξήγηση του ισλαμικού νόμου, ο μαλικισμός κυριαρχεί. Η επιστροφή του διασωθέντος κομματιού της Ανδαλουσίας στο πλέον παραδοσιακό «δόγμα» μπορεί πιθανώς να εξηγηθεί και ως αντίδραση στους Αλμοάδες, που δεν αποδείχθηκαν ικανοί να σώσουν την Αλ Ανταλούς από τη χριστιανική επέκταση, και στο αμφιλεγόμενο δόγμα τους (στα όρια ετερόδοξου και αιρετικού). Ίσως, ακόμη, ο συντηρητισμός και η επιστροφή στις παραδόσεις να αποτελούν φυσικό αντανακλαστικό μιας απειλούμενης εξωτερικά κοινωνίας. Επίσης, σε ένα πιο συγκυριακό επίπεδο, η επικράτηση του Μαλικισμού μπορεί να εξηγηθεί σε κάποιο βαθμό και από τις προσωπικές προτιμήσεις του ιδρυτή της δυναστείας των Νασριδών, του Μουχάμμαντ ιμπν Νασρ.

Ανεξαρτήτως των λόγων που επέβαλαν αυτή τη στροφή στον συντηρητισμό, διαπιστώνεται ότι η επικράτησή του υπήρξε σχεδόν απόλυτη: οτιδήποτε παρεκκλίνει από την παράδοση καταδικάζεται από τη νομικοθρησκευτική ελίτ της Γρανάδας. Τα μυστικιστικά ρεύματα που εξαπλώνονται στον ισλαμικό κόσμο, πρώτα στην Ανατολή κι έπειτα στο Μαγκρέμπ, αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερη δυσπιστία. Μερικοί σούφηδες καταδικάζονται ως αιρετικοί και κάποιοι από αυτούς εκτελούνται. Όσον αφορά, τώρα, το σφρίγος του μαλικισμού καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής του νασριδικού εμιράτου, αυτό αποδεικνύεται κι από το γεγονός ότι στις αρχές του 15ου αι, συγγράφεται στη Γρανάδα μια από τις σπουδαιότερες νομικές-θεολογικές πραγματείες: το Τουχφάτ αλ χουκκάμ του καδή της πρωτεύουσας Αμπού Μπακρ Μουχάμμαντ ιμπν Άσιμ αλ Γκαρνατί (1359-1426).

β. Ιμπν αλ Χατίμπ: Δεν αμφισβητείται ότι στην Γρανάδα καλλιεργούνται γράμματα, τέχνες κι επιστήμες. Η κριτική επικεντρώνεται στο ότι αυτό γίνεται με έναν τρόπο κάπως «αλεξανδρινό»: η πρωτοτυπία κι η ανανέωση αφορούν τους τύπους, όχι την ουσία. Εντούτοις, η κατάσταση αυτή δεν εμποδίζει τη Γρανάδα να αναδείξει μια από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες του ισλαμικού πολιτισμού: τον Λισανεντίν ιμπν αλ Χατίμπ. Γεννημένος στη Λόχα της Ανδαλουσίας το 1313, ο ιμπν Χατίμπ ενσαρκώνει το πρότυπο του μουσουλμάνου homo universalis. Πολιτικός, στέλεχος της δημόσιας διοίκησης, λόγιος, ποιητής και επιστήμονας, ασχολείται κυριολεκτικά με τα πάντα. Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του στην ανακτορική γραμματεία στα χρόνια του εμίρη Γιούσουφ Α΄ και προήχθη σε αρχιγραμματέα. Πολύ γρήγορα έφτασε στο ανώτατο αξίωμα, αυτό του βεζίρη του εμιράτου, θέση από την οποία υπηρέτησε επί σειρά ετών τόσο τον Γιούσουφ, όσο και τον Μουχάμμαντ Ε΄. Κατέχοντας τόση εξουσία ήταν λογικό να αποκτήσει, εκτός από φίλους, και ορκισμένους εχθρούς. Θύμα των μηχανορραφιών τους, έπεσε σε δυσμένεια (οι «καλοθελητές» τον κατηγόρησαν στον εμίρη Μουχάμμαντ ότι ενεργούσε ως πράκτορας των συμφερόντων των Μερινιδών του Μαρόκου) κι αναγκάστηκε να αυτοεξοριστεί στη Φες. Οι εχθροί του δεν τον άφησαν ούτε κι εκεί σε ησυχία: πέτυχαν να συλληφθεί και να καταδικαστεί ως αιρετικός. Πεθαίνει στη Φες το 1374 ή το 1375. Σύμφωνα με μια εκδοχή εκτελέστηκε κατόπιν της καταδίκης του. Άλλοι πάλι διαβεβαιώνουν ότι οι αντίπαλοι του Αλ Χατίμπ έστειλαν στη Φες πληρωμένους δολοφόνους για να τον σκοτώσουν.

Ως λόγιος ο Αλ Χατίμπ ασχολήθηκε με όλους τους τομείς: θεολογία, φιλοσοφία, ποίηση, φιλολογία, ιστορία, γεωγραφία, φυσική και ιατρική. Υπήρξε ο συγγραφέας τόσο πολλών ιατρικών βιβλίων που έχει χαρακτηρισθεί ως ο τελευταίος μεγάλος εγκυκλοπαιδιστής ιατρός του ισλαμικού κόσμου (Anwar G. Cheijne «Historia de España musulmana», εκδ. Cátedra, β΄ έκδοση, Μαδρίτη 1993). Σε πιο πρακτικό επίπεδο, αντιμετώπισε με αρκετή επιτυχία τη μεγάλη επιδημία πανώλης που έπληξε και τη Γρανάδα το 1348, διατάσσοντας τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων για την προστασία της δημόσιας υγείας. Ωστόσο, το σημαντικότερο συγγραφικό έργο του ιμπν Αλ Χατίμπ είναι το ιστορικό. Η «Ιχάτα» του («Αλ Ιχάτα φι τάριχ Γκαρνάτα», δηλ. η «πλήρης πηγή για την Ιστορία της Γρανάδας») εξιστορεί λεπτομερώς την Ιστορία της Γρανάδας όχι με τη μορφή γραμμικής αφήγησης γεγονότων, αλλά μέσω μιας σειράς βιογραφιών των επιφανέστερων προσωπικοτήτων της πόλης. Με το τελευταίο ιστορικό σύγγραμμά του («Αμάλ αλ-αλάαμ»), ο ιμπν Αλ Χατίμπ αφηγείται την πορεία του μουσουλμανικού κόσμου, αυτή τη φορά με χρονολογική σειρά και χωρίζοντας το έργο του σε τρία μέρη (Ανατολή, Μαγκρέμπ, Αλ Ανταλούς).

γ. Η αμφιλεγόμενη μορφή του ιμπν Ζαμράκ: Μαθητής και προστατευόμενος του Αλ Χατίμπ, έπειτα λυσσαλέος αντίπαλος, αλλά και διάδοχός του στο αξίωμα του βεζίρη, ο Αμπού Αμπνταλλάχ Μουχάμμαντ ιμπν Ζαμράκ (1333-1393) χαρακτηρίζεται από πολλούς ειδικούς ως ο μεγαλύτερος ποιητής της Γρανάδας (Rachel Arié «L’Espagne musulmane au temps des Nasrides, 1232-1492», εκδ. de Boccard, Παρίσι 1973). Άλλοι, πάλι, αμφισβητούν την αξία του, εκτιμώντας ότι οι ποιητικές συνθέσεις του δεν είναι παρά αντιγραφές των ποιημάτων του δασκάλου του (Juan Vernet «Ce que la culture doit aux Arabes d’Espagne», Sindbad, Παρίσι 1985). Η πορεία της ζωής του ιμπν Ζαμράκ παρουσιάζει διαβολικές ομοιότητες μ’ αυτήν του ιμπν Αλ Χατίμπ. Όπως κι ο μέντοράς του, υπηρετεί δύο εμίρηδες (Μουχάμμαντ Ε΄ και Γιούσουφ Β΄), φυλακίζεται (μετά από κατηγορίες του γιου του Αλ Χατίμπ) και τελικά πέφτει σε δυσμένεια και δολοφονείται κατόπιν διαταγής του εμίρη Μουχάμμαντ Ζ΄.

Είτε υπήρξε εμπνευσμένος ποιητής είτε απλώς ευφυής αντιγραφέας, ο ιμπν Ζαμράκ κατάφερε να κερδίσει την αιωνιότητα. Τα ποιήματά του, που υμνούν τις γυναίκες, τη φύση και την ομορφιά της γενέτειράς του, είναι χαραγμένα στους τοίχους των ανακτόρων της Αλάμπρας.

Β. Αλάμπρα

Με την εγκατάστασή του στη Γρανάδα (1237), ο πρώτος Νασρίδης εμίρης Μουχάμμαντ ιμπν Νασρ διάλεξε την τοποθεσία της Αλάμπρας, στην κορυφή του λόφου Αλ Σαμπίκα που δεσπόζει πάνω από την πόλη, ως έδρα της εξουσίας της δυναστείας του. Σε μια περίκλειστη έκταση εκατό στρεμμάτων χτίστηκε μια πραγματική πόλη με κατοικίες, εργαστήρια, λουτρά, τεμένη, κοιμητήρια, κήπους, φρούριο κι ανάκτορα. Τα πιο φημισμένα ανάμεσά τους είναι το λεγόμενο Ανάκτορο των Κομάρες, με τον ομώνυμο πύργο και την περίφημη Αίθουσα των Πρεσβευτών, και το Ανάκτορο των Λεόντων με το γνωστό αίθριο στο οποίο οφείλει και την ονομασία του. Το πρώτο χτίστηκε από τον εμίρη Γιούσουφ Α΄ (αν και ολοκληρώθηκε από τον διάδοχό του) και είχε πιο επίσημο χαρακτήρα: η Αίθουσα των Πρεσβευτών ήταν στην πραγματικότητα η αίθουσα του θρόνου των Νασριδών ηγεμόνων. Το δεύτερο το ανήγειρε ο Μουχάμμαντ Β΄ και ήταν ουσιαστικά προορισμένο για την ιδιωτική ζωή του μονάρχη.

α. Μια «οικολογική» κι εκλεπτυσμένη αρχιτεκτονική: Τι είναι όμως αυτό που καθιστά την Αλάμπρα αριστούργημα; Βεβαίως πρόκειται για το μοναδικό ανακτορικό σύμπλεγμα του ισλαμικού κόσμου που διασώζεται σε σχεδόν άριστη κατάσταση. Η συνήθης πρακτική των μουσουλμανικών δυναστειών ήταν να γκρεμίζουν τα οικοδομήματα των προηγούμενων προκειμένου να αναδείξουν το μεγαλείο των δικών τους. Έτσι, η σωτηρία της Αλάμπρας οφείλεται παραδόξως στη χριστιανική κατάκτηση (Guichard, όπ.π., σελ. 220-221)! Οι μονάρχες της Ισπανίας προτίμησαν να αφήσουν άθικτο το έργο των Νασριδών, επιλέγοντας να ανεγείρουν τα δικά τους μνημειακά κτίσματα σε διαφορετικά σημεία του λόφου (π.χ. το σύμπλεγμα – ανάκτορο, εκκλησία και μονή – του Καρόλου Κουίντου). Ωστόσο, η εξωτερική όψη και το μέγεθος των κτιρίων της Αλάμπρας δεν εντυπωσιάζουν αφεαυτών. Οι κατασκευές δεν είναι γιγαντιαίες ούτε περίπλοκες. Η συνολική γοητεία των ανακτόρων των Νασριδών έγκειται στο αρμονικό δέσιμό τους με το φυσικό περιβάλλον. Κάποιοι μιλούν για «οικολογική αρχιτεκτονική που πραγματώνει την τέλεια συμβίωση μεταξύ του εδάφους και των κατασκευών» [Jesús Bermúdez «La Alhambra» σε Rafael López Guzmán (επιμ.) «La Arquitectura del Islam Occidental», εκδ. Legado andalusí, Γρανάδα 1999/ βλ. Guichard, όπ.π., σελ. 221]. Η αρμονική εναλλαγή κλειστών και ανοιχτών χώρων (αίθρια και αυλές, κήποι με συντριβάνια και τεχνητές λίμνες) καταδεικνύει τις σχετικές αντιλήψεις του ισλαμικού κόσμου, βάσει των οποίων επιδιώκεται ο συνδυασμός ανθρώπινου και φυσικού στοιχείου, σε αντίθεση προς τις αντίστοιχες δυτικές (όπου τα κτίσματα είναι ογκώδη και οι κήποι, όπου υπάρχουν, τα περιβάλλουν και είναι χωροθετημένοι με τρόπο που να αναδεικνύει τον ανθρώπινο σχεδιασμό).

Η επιδίωξη αυτή προσομοίωσης του φυσικού περιβάλλοντος  υποδηλώνει υψηλή ποιότητα ζωής, εντύπωση που ενισχύεται από τον πλούσιο εσωτερικό διάκοσμο: οροφές με σταλακτίτες (μουκάρνα), κεραμικά πλακίδια, γεωμετρικές συνθέσεις, αραβουργήματα και άλλες επιγραφές (συνήθως με ποιητικό ή θρησκευτικό περιεχόμενο), ευφυής εκμετάλλευση του φυσικού φωτός με σκοπό την ανάδειξη των διαφόρων διακοσμητικών στοιχείων. Όλα αυτά συνθέτουν ένα περίτεχνο σύνολο, εξαιρετικά πλούσιο χωρίς να φαίνεται υπερβολικό.

β. Η συμβολική λειτουργία: Όλα αυτά δεν έχουν απλώς λειτουργική αποστολή, επιδιώκοντας να κάνουν όσο το δυνατόν πιο ευχάριστη τη διαβίωση του μονάρχη, της οικογένειάς του και των αυλικών. Τα κτίσματα και ο διάκοσμός τους σκοπούν να καταδείξουν με συμβολικό τρόπο το μεγαλείο της κοσμικής και της θείας εξουσίας. Η διακόσμηση της οροφής της Αίθουσας των Πρεσβευτών στον Πύργο των Κομάρες αποτελεί συμβολική απεικόνιση των επτά επάλληλων ουράνιων κόσμων, κατά την ισλαμική παράδοση που βασίζεται στην εξηκοστή έβδομη σουράτα του Κορανίου (Dario Cabanelas Rodríguez «El techo del salón de Comares en la Alhambra. Decoración, policromia, Simbolismo y Etimología», Patronato de la Alhambra, Γρανάδα 1988). Οι επιγραφές στους τοίχους επαναλαμβάνουν αδιάκοπα την εμβληματική φράση των Νασριδών «Λα Γκαλίμπ ιλλά Αλλάχ» («δεν υπάρχει άλλος νικητής εκτός από τον Θεό»). Οι κήποι αποτελούν αλληγορίες που παραπέμπουν στον παράδεισο του Κορανίου. Όπως επισημαίνει η Μαρία Χεσούς Ρουμπιέρα Μάτα, «Το αραβικό ανάκτορο, προκειμένου να αποφύγει τη θεία τιμωρία [δεδομένου ότι η μίμηση του κορανικού παραδείσου αποτελεί βλασφημία], μεταμορφώνεται σε σύμβολο της ισλαμικής [δηλαδή της θεϊκής] εξουσίας» (Maria Jesús Rubiera Mata «Il giardino islamico come metafora del paradiso», σε «Il giardino islamico. Architettura, natura, paesagio» Mondadori Electa, Μιλάνο 1993, σελ. 13 επ./ βλ. και Guichard, όπ.π., σελ. 223-224).

γ. Ο μύθος της Αλάμπρας: Η υψηλή αισθητική των αρχιτεκτονημάτων, το γεγονός ότι πρόκειται για το καλύτερα διατηρημένο μνημείο του ισλαμικού πολιτισμού, αλλά, ταυτόχρονα, και για αυτό με την πιο εύκολη πρόσβαση για τους Δυτικούς, ο εξωτισμός της Ανατολής, η ρομαντική εξιδανίκευση ενός απομονωμένου κράτους που μάχεται για να αποφύγει τη μοίρα του και για να διασώσει έναν πανάρχαιο πολιτισμό και η μυθιστορηματική εξιστόρηση της ζωής των τελευταίων Νασριδών ηγεμόνων στην ισπανική λογοτεχνία του 15ου και 16ου αιώνα συνθέτουν ένα μύθο που εξάπτει τη φαντασία του σύγχρονου ανθρώπου. Ήδη για τους ρομαντικούς συγγραφείς του 19ου αιώνα η Αλάμπρα κι η Γρανάδα ενσαρκώνουν με τον πιο γλαφυρό τρόπο το ανατολίτικο όνειρο: ο Σατωμπριάν στις Περιπέτειες του Τελευταίου Αβενσεράγου (1810, έκδ. 1826), ο Ουγκώ στα Ανατολίτικα με το ομώνυμο ποίημα (1829) και ο Γουώσινγκτον Ίρβινγκ με τους Μύθους της Αλάμπρας (1832) εγκαθιστούν τα παλάτια των Νασριδών στο φαντασιακό της Δύσης. Από κει και πέρα, κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί στη γοητεία της νασριδικής Αλάμπρας. Ούτε και υπάρχει κανείς λόγος, άλλωστε.

Υποκύπτοντας σ’ αυτήν ακριβώς τη γοητεία, ξεκινήσαμε κι εμείς να διηγούμαστε από το τέλος τη συναρπαστική ιστορία της μουσουλμανικής Ανδαλουσίας, μεταθέτοντας στο μέλλον τη συζήτηση για τα ζητήματα που αναπόφευκτα εγείρει. Γιατί, εκτός των άλλων, η Ιστορία της Αλ Ανταλούς αποτελεί το κατεξοχήν πεδίο παρεξηγήσεων και προβολής σύγχρονων ιδεοληψιών. Κάποια άλλη στιγμή ίσως δοθεί η ευκαιρία να δούμε για ποιους λόγους η Αλ Ανταλούς δεν είναι ούτε απόδειξη μιας υποτιθέμενης αδιάλειπτης ισπανικότητας ούτε υπόδειγμα αρμονικής διαπολιτισμικής κοινωνίας σύμφωνα με τις σημερινές αντιλήψεις.

ΥΓ: Το βασικό διάγραμμα και η πλειονότητα των στοιχείων της ανάρτησης οφείλονται στην προμνημονευθείσα εξαιρετική σύνθεση του Πιερ Γκισάρ για την Ιστορία της Αλ Ανταλούς. Ο τίτλος είναι κλεμμένος από την ομώνυμη τηλεοπτική σειρά της TVE (σε συνεργασία με τη RAI), την οποία είχε προβάλει (τουλάχιστον δύο φορές) και η ελληνική κρατική τηλεόραση. Δεν επρόκειτο για κάποιο αριστούργημα, αλλά ήταν αρκετά συμπαθητική ώστε να μην περάσει κι απαρατήρητη.

ΟΙ ΝΟΡΜΑΝΔΟΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑ – μέρος V: οι δύο Γουλιέλμοι

Δεκεμβρίου 4, 2009

Ύστερα από μια μεγάλη παρένθεση, κατά τη διάρκεια της οποίας ταξιδέψαμε πρώτα στο Κολμάρ της Αλσατίας κι έπειτα στα ελληνιστικά χρόνια, πρώτα με την εποποιία του Αντίοχου Γ΄ και στη συνέχεια με το θέμα των σχέσεων Ελλήνων και Ιουδαίων, επιστροφή στην ιστορία των Νορμανδών της Κάτω Ιταλίας, την οποία αφήσαμε στο τέλος της ένδοξης βασιλείας του Ρογήρου Β΄.

Γουλιέλμος Α΄: Στις 4 Απριλίου 1154, ένα μήνα μετά τον θάνατο του Ρογήρου Β΄ και τρία χρόνια αφότου είχε ανακηρυχθεί συμβασιλέας, στέφθηκε βασιλιάς της Σικελίας ο Γουλιέλμος, ο μεγαλύτερος εν ζωή γιος του Ρογήρου και της Ελβίρας της Καστίλλης. 34 ετών, ο νέος βασιλιάς ήταν, όπως μας λένε τα χρονικά της εποχής, όμορφος, ψηλός, όπως οι Νορμανδοί πρόγονοί του, και με καστανά μαλλιά, κληρονομιά της Ισπανίδας μητέρας του. Γενναίος, δυνατός, αλλά και βίαιος. Ευφυής, αλλά και οκνηρός και φιλήδονος, προτιμούσε να παραδίδεται στις απολαύσεις του χαρεμιού του, απογοητεύοντας τη νόμιμη σύζυγό του, τη Μαργαρίτα της Ναβάρρας, και αφήνοντας τις κρατικές υποθέσεις στους έμπιστους συμβούλους τους. Μεταξύ αυτών ο ισχυρότερος ήταν ο Μαίων του Μπάρι, γόνος πλούσιας ελληνικής οικογένειας εμπόρων λαδιού και κύριων προμηθευτών του Δημοσίου. Εξαιρετικά μορφωμένος και ικανός στα διοικητικά, ο Μαίων είχε, ήδη από το 1151, ονομαστεί καγκελάριος από τον Ρογήρο Β΄. Τον Ιούνιο του 1154 ο Γουλιέλμος θα του δώσει τον επίζηλο τίτλο του εμίρη των εμίρηδων.

Η πρώτη εξέγερση των βαρόνων: Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, ο Γουλιέλμος θα συνάψει γρήγορα συνθήκη με τον Ενετό δόγη Δομήνικο Μοροζίνι, παραχωρώντας εμπορικά προνόμια στους Ενετούς. Δεν θα έχει την ίδια επιτυχία στις διαπραγματεύσεις του με τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Μανουήλ Κομνηνό. Ο Μανουήλ θα θεωρήσει πιο συμφέρουσα τη συμμαχία με τον νέο Γερμανό αυτοκράτορα, που δεν είναι άλλος από τον Φρειδερίκο Α΄ των Χοχενστάουφεν, τον επονομαζόμενο Βαρβαρόσα. Όταν στα τέλη του 1154 ο Φρειδερίκος περνά σε ιταλικό έδαφος (τον Ιούνιο του επόμενου έτους θα στεφθεί επίσημα στη Ρώμη αυτοκράτωρ), ο Γουλιέλμος εκστρατεύει προληπτικά και λεηλατεί τα παπικά εδάφη. Η άμεση αντίδραση του Άγγλου πάπα Αδριανού Δ΄ είναι ο αφορισμός του Νορμανδού ηγεμόνα. Η διαμάχη αυτή παρέχει στους βαρόνους της Κάτω Ιταλίας την καλύτερη ευκαιρία για να εξεγερθούν κατά του βασιλιά τους. Αρχηγός των στασιαστών είναι ο Ροβέρτος του Λοριτέλλο, εξάδελφος του Γουλιέλμου (είναι γιος του Ροβέρτου του Κονβερσάνο και μιας από τις αδελφές του Ρογήρου Β΄), ο οποίος υποστήριζε ότι με διαθήκη του ο εκλιπών μονάρχης τον είχε ονομάσει διάδοχό του. Καθώς ο Φρειδερίκος επιλέγει να επιστρέψει στη Γερμανία μετά τη στέψη του, οι βαρόνοι στρέφονται για βοήθεια στον πάπα Αδριανό και στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου, οι οποίοι και θα τους υποστηρίξουν. Ο Μανουήλ μάλιστα θα στείλει και στρατεύματα στην Απουλία. Στα τέλη του 1155, όλη η Κάτω Ιταλία (εκτός από κάποιες πόλεις, όπως η Νάπολη, το Σαλέρνο, το Αμάλφι, η Τρόια και το Μέλφι) έχει εξεγερθεί. Ο Γουλιέλμος, όμως, θα αντιδράσει αποφασιστικά. Τον Μάϊο του 1156 θα συντρίψει τις βυζαντινές δυνάμεις κι έπειτα θα τιμωρήσει με σκληρά αντίποινα τις πόλεις και τους βαρόνους που στασίασαν: θα ισοπεδώσει το Μπάρι και το Μπρίντιζι και θα διατάξει να τυφλώσουν τον Ροβέρτο. Αδύναμος πια, ο πάπας Αδριανός θα συνάψει κονκορδάτο με τον Γουλιέλμο (τον Ιούνιο του 1156 στο Μπενεβέντο), αναγνωρίζοντας την εξουσία του.     

Η ελληνική εκστρατεία: Νιώθοντας πια αρκετά ισχυρός, ο Γουλιέλμος θα επιχειρήσει μια επιθετική κίνηση. Βέβαιος ότι ο Φρειδερίκος δεν πρόκειται να αντιδράσει και έχοντας εξασφαλίσει την ουδετερότητα Ενετών και Γενουατών, θα στείλει, το 1157, 140 γαλέρες κατά του Βυζαντίου, αναθέτοντας την αρχηγία στον Στέφανο του Μπάρι, κατεπάνω της Απουλίας και αδελφό του εμίρη των εμίρηδων. Ο νορμανδικός στόλος θα λεηλατήσει τη Χαλκίδα και τις ακτές της Στερεάς και της  Πελοποννήσου και θα επιστρέψει στη Σικελία. Ο Μανουήλ θα λάβει υπόψη την προειδοποίηση και θα κρίνει πιο συμφέρον να συνάψει συνθήκη ειρήνης. Πρώτα, όμως, θα ταλαιπωρήσει τους Νορμανδούς: σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να φανεί ότι σύρεται από αδυναμία σε συνθηκολόγηση. Ενθαρρύνει μια ακόμη εξέγερση των βαρόνων της Απουλίας και λεηλατεί τις ακτές της, την ίδια ώρα που οι συνομιλίες έχουν ήδη αρχίσει. Τελικά, την άνοιξη του 1158, μετά από μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις στο Παλέρμο και την Ανκόνα, συνάπτεται στην Κωνσταντινούπολη συνθήκη τριακονταετούς ειρήνης.   

Η απώλεια των κτήσεων στην Αφρική: Γρήγορα, ωστόσο, οι αρχικές επιτυχίες θα δώσουν τη θέση τους σε σοβαρούς κινδύνους: η πρώτη εξωτερική απειλή θα έχει ως συνέπεια σημαντικές απώλειες για το νορμανδικό βασίλειο. Στη Βόρειο Αφρική, οι Βερβέροι Αλμοάδες εξαπλώνονται, κατακτώντας την αραβική Ανδαλουσία και το μεγαλύτερο μέρος του Μαγκρέμπ. Όταν το 1159 ο αυτοανακηρυχθείς χαλίφης Αμπντ-αλ-Μουμίν εμφανίζεται στον κόλπο της Τύνιδας έχει σημάνει η ώρα του τέλους των νορμανδικών κτήσεων στην Ιφρικίγια. Μόνο η Μαχντία αντιστέκεται και πολιορκείται. Ο νορμανδικός στόλος θα επιχειρήσει να σπάσει τον αποκλεισμό και να βοηθήσει τους πολιορκημένους, αλλά θα αποτύχει. Η νορμανδική φρουρά θα αναγκαστεί να συνθηκολογήσει και να αποχωρήσει από την πόλη τον Ιανουάριο του 1160.    

Το πραξικόπημα του Παλέρμου: Ακόμη φοβερότερος θα αποδειχθεί ο εσωτερικός κίνδυνος. Ο παντοδύναμος Μαίων έχει προκαλέσει την έχθρα όλων των ισχυρών του βασιλείου. Μια μεγάλη συνωμοσία αρχίζει να οργανώνεται, έχοντας ως αρχικό στόχο των εμίρη των εμίρηδων. Στις 10 Νοεμβρίου 1160, ο Μαίων έχει μόλις επισκεφθεί τον Ούγο, αρχιεπίσκοπο του Παλέρμου (ο οποίος είναι συνεννοημένος με τους συνωμότες): μόλις βγαίνει, οι συνωμότες τον δολοφονούν έξω από τον καθεδρικό της πόλης. Μετά τη δολοφονία του πιο έμπιστου συμβούλου του, ο Γουλιέλμος οφείλει να αντιδράσει. Η μόνη του κίνηση θα είναι να αντικαταστήσει τον δολοφονημένο με τον Ερρίκο Αρίστιππο, αρχιδιάκονο της Κατάνης, σπουδαίο λόγιο (είχε μεταφράσει από τα ελληνικά στα λατινικά τα Μετεωρολογικά του Αριστοτέλη, διαλόγους του Πλάτωνα και τα έργα του Γρηγόριου του Ναζιανζηνού), αλλά πολιτικό δίχως πυγμή. Στο μεταξύ, οι τάξεις των συνωμοτών ενισχύονται: προσχωρούν ο Σίμων, νόθος γιος του Ρογήρου Β΄, από τον οποίο ο Γουλιέλμος είχε αφαιρέσει το φέουδο του Τάραντα, και ο Τανκρέδος του Λέτσε, νόθος γιος του Ρογήρου της Απουλίας (άρα εγγονός του Ρογήρου) και της κόρης του κόμη του Λέτσε. Στις 9 Μαρτίου 1161 εκδηλώνεται ένα αληθινό πραξικόπημα: οι στασιαστές καταλαμβάνουν τα ανάκτορα, φυλακίζουν τη βασιλική οικογένεια, λεηλατούν το παλάτι  και δολοφονούν τους έμπιστους αυλικούς του Γουλιέλμου.

Ο λαός, όμως, αντιδρά και πλήθος συγκεντρώνεται έξω από τα ανάκτορα για να υποστηρίξει τον βασιλιά. Προσπαθώντας να κατευνάσουν τον πληθυσμό του Παλέρμου, οι συνωμότες περιφέρουν στους δρόμους της πόλης τον μικρό Ρογήρο, πρωτότοκο γιο του Γουλιέλμου, υποσχόμενοι να τον στέψουν σύντομα βασιλιά. Ο λαός δεν πείθεται: ένοπλοι πολιορκούν το παλάτι για να απελευθερώσουν τον μονάρχη. Μέσα στον πανικό, ένα βέλος βρίσκει καταλάθος τον Ρογήρο και τον σκοτώνει. Οι στασιαστές αναγκάζονται να ελευθερώσουν τον Γουλιέλμο και να διαπραγματευθούν μαζί του. Ψυχικά συντετριμμένος, άβουλος, ο Γουλιέλμος συγχωρεί. Η αδράνεια του βασιλιά δυναμώνει την εξέγερση. Ξαφνικά, ο Γουλιέλμος ξαναβρίσκει τον εαυτό του και αντιδρά: εκτελεί πολλούς από τους συνωμότες και, με λουτρό αίματος, καταστέλει την εξέγερση στη Σικελία και στην Κάτω Ιταλία. Η εξουσία του έχει αποκατασταθεί, αλλά οι πληγές είναι πάρα πολλές για να ξεχαστούν. Τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Γουλιέλμου θα κυλήσουν δίχως ταραχές. Στις 7 Μαΐου 1166, ο Γουλιέλμος θα πεθάνει από χρόνια δυσεντερία και θα ταφεί στο βασιλικό παρεκκλήσιο των ανακτόρων του Παλέρμου. Στην ιστορία θα μείνει ως ο “Γουλιέλμος ο κακός”. Στην πραγματικότητα ήταν απλώς κακότυχος.

Γουλιέλμος Β΄: Διάδοχος του νεκρού βασιλιά ήταν ο δεκατριάχρονος γιος του, ο Γουλιέλμος. Καθώς ήταν ανήλικος, η μητέρα του, η βασίλισσα Μαργαρίτα, ανέλαβε την αντιβασιλεία. Το κύριο μέλημά της ήταν να διασφαλίσει την ειρήνη στο εσωτερικό του βασιλείου. Αμνήστευσε τους πολιτικούς κρατουμένους και επιχείρησε να σχηματίσει τη δική της ομάδα έμπιστων συμβούλων, μια και ήταν καχύποπτη απέναντι σε αυτούς του συζύγου της, ακόμη και σε όσους είχαν αποδείξει την αφοσίωσή τους στη δυναστεία των Ωτβίλλ (όπως ο νοτάριος Ματθαίος του Αγιέλλο). Ο πρώτος ευνοούμενος της Μαργαρίτας θα είναι ο Πέτρος, ευνούχος μουσουλμανικής καταγωγής, ο οποίος είχε υπηρετήσει τον Γουλιέλμο Α΄ ως αρχιθαλαμηπόλος. Δεν θα μείνει για πολύ στη θέση του ισχυρού άνδρα του καθεστώτος: έχοντας να αντιμετωπίσει την έχθρα του Ματθαίου και του Γκωτιέ Οφαμίλ (παιδαγωγού του ανήλικου βασιλιά) θα φύγει κρυφά από το Παλέρμο και θα αναζητήσει καταφύγιο στους Αλμοάδες της Βόρειας Αφρικής. Η Μαργαρίτα θα στραφεί τότε στην οικογένειά της: θα ζητήσει από τον θείο της, τον αρχιεπίσκοπο της Ρουέν, να της στείλει κάποιον έμπιστο για να του αναθέσει τις τύχες του βασιλείου. Αυτός θα της στείλει έναν νεαρό και άπειρο ευγενή, τον Στέφανο του Περς, ο οποίος θα ονομαστεί αμέσως αρχιεπίσκοπος του Παλέρμου και καγκελάριος. Η έχθρα των άλλων αυλικών προς τον “αλεξιπτωτιστή”, η απειρία του Στέφανου και η επιθυμία του να ελέγξει τα πάντα θα καταδικάσουν γρήγορα το εγχείρημα σε αποτυχία. Ο Στέφανος θα προβεί σε μεταρρύθμιση του καθεστώτος της ανακτορικής καγκελαρίας, καταργώντας όλα τα προνόμια των δημοσίων υπαλλήλων. Άλλες ενέργειές του θα εξοργίσουν τον μουσουλμανικό πληθυσμό. Στο τέλος, το καλοκαίρι του 1168, θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει για πάντα τη Σικελία: θα επιβιβαστεί σε ένα πλοίο και θα αναχωρήσει για τους Άγιους Τόπους. Όλοι οι εχθροί του θα ανταμειφθούν: ο Γκωτιέ Οφαμίλ θα γίνει ο νέος αρχιεπίσκοπος, ο Ματθαίος καγκελάριος, οι υπόλοιποι θα μπουν στο βασιλικό συμβούλιο.

Το 1171, ο Γουλιέλμος Β΄ ενηλικιώνεται και αναλαμβάνει την εξουσία (με κύριους συμβούλους τον Γκωτιέ Οφαμίλ και τον Ματθαίο του Αγιέλλο). Δεν θα αργήσει και η πρώτη πρόταση γάμου, η οποία θα είναι και ιδιαίτερα σημαντική, μια και ο αυτοκράτορας Μανουήλ θα προτείνει τον γάμο του νεαρού Νορμανδού με την κόρη του Μαρία. Ο Γουλιέλμος θα περιμένει στον Τάραντα την μνηστή του, μόνο που το πλοίο που θα μετέφερε την πορφυρογένητη πριγκίπισσα δεν θα φανεί ποτέ, μια και ποτέ δεν ξεκίνησε από την Βασιλεύουσα. Η ταπείνωση αυτή δεν θα ξεχαστεί ποτέ και θα καθορίσει τη μετέπειτα αντιβυζαντινή στάση του. 

Στη συνέχεια, όμως, ο νεαρός Γουλιέλμος θα έχει αρκετές διπλωματικές επιτυχίες, η πρώτη από τις οποίες θα είναι η ειρήνη με τον Γερμανό αυτοκράτορα. Τον Σεπτέμβριο του 1174 ο Φρειδερίκος πέρασε ξανά τις Άλπεις και πολιόρκησε ανεπιτυχώς την Αλεξάνδρεια του Πεδεμοντίου, τη νεοϊδρυθείσα πόλη-σύμβολο της συμμαχίας ανάμεσα στην ένωση των ιταλικών πόλεων και τον πάπα Αλέξανδρο Γ΄. Ο αυτοκράτορας αντιμετώπισε τις ιταλικές και παπικές δυνάμεις στο Λενιάνο της Λομβαρδίας, στις 29 Μαΐου 1176, όπου και συνετρίβη. Τα νέα δεδομένα καθιστούσαν εφικτή τη σύναψη συνθήκης μεταξύ του πάπα και του αυτοκράτορα, κάτι που συνέβη στη μεγάλη διπλωματική διάσκεψη της Βενετίας, τον Ιούλιο του 1176. Στο πλαίσιο της διάσκεψης αυτής, υπογράφηκε συνθήκη ειρήνης και μεταξύ της Αγίας Γερμανικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και του νορμανδικού βασιλείου της Σικελίας και Κάτω Ιταλίας.

Ο Γουλιέλμος, που στις 13 Φεβρουαρίου 1177 νυμφεύθηκε στο Παλέρμο την Ιωάννα της Αγγλίας, κόρη του Ερρίκου Β΄, θα επιτύχει να συνάψει ειρήνη και με τον Αλμοάδα χαλίφη Αμπού Γιουσούφ Γιακούμπ. Ο χαλίφης θα δώσει ως δώρο στον Νορμανδό και δύο λιμάνια στις ακτές της Τυνησίας. Πλέον επικρατεί ειρήνη ανάμεσα στο βασίλειο της Σικελίας και όλους τους παλιούς εχθρούς του, ακόμη και με το Βυζάντιο, εκεί όπου δραματικά γεγονότα συνέβαιναν την ίδια περίοδο.

Η εκστρατεία κατά του Βυζαντίου: Τον Αύγουστο του 1180, πέθανε ο Μανουήλ Κομνηνός, αφήνοντας διάδοχο τον δωδεκάχρονο Αλέξιο. Η άκηση της αντιβασιλείας από τη χήρα του Μανουήλ, τη Μαρία της Αντιοχείας, αποδείχθηκε μάλλον ατυχής. Οι αδεξιότητες της δυτικής αυτοκράτειρας προκάλεσαν την αντίδραση του πληθυσμού, ο οποίος άρχισε τις βιαιοπραγίες κατά των Λατίνων που ζούσαν στη Βασιλεύουσα. Την κατάσταση εκμεταλλεύθηκε ο ο εξάδελφος του Μανουήλ, ο Ανδρόνικος Κομνηνός, ο οποίος σφετερίστηκε την εξουσία. Αφού ανακηρύχθηκε συμβασιλέας, εξολόθρευσε όλους τους πιθανούς αντιπάλους του. Πρώτα δηλητηρίασε την κόρη του Μανουήλ, τη Μαρία, και τον σύζυγό της, τον Ρενιέ τον Μομφερρατικό κι έπειτα έβαλε να πνίξουν με τη χορδή ενός τόξου τον μικρό Αλέξιο.

Την ίδια εποχή, εμφανίστηκε στο Παλέρμο ένας αμφίβολης προέλευσης και ηθικής καλόγερος, ο Σικουντηνός, συνοδευόμενος από έναν έφηβο για τον οποίο ισχυριζόταν ότι ήταν ο νεαρός Αλέξιος. Λίγοι φυσικά ξεγελάστηκαν από μια τόσο χονδροειδή απάτη. Για τον σικελικό θρόνο, όμως, η ιστορία αυτή προσέφερε την τέλεια αφορμή για μια επίθεση κατά του Βυζαντίου. Παρά τις συμβουλές των εμπίστων του, ιδίως του Γκωτιέ Οφαμίλ, ο Γουλιέλμος συγκέντρωσε μια πελώρια αρμάδα και ένα μεγάλο εκστρατευτικό σώμα (αποτελούμενο από 20.000 στρατιώτες), το οποίο, υπό τις διαταγές του Τανκρέδου του Λέτσε και συνοδευόμενο από έναν άλλο Αλέξιο Κομνηνό, τον ανηψιό του Μανουήλ, ξεκίνησε στις 11 Ιουνίου 1185. Στις 24 Ιουνίου καταλήφθηκε το Δυρράχιο. Ο στρατός αποβιβάστηκε, κινήθηκε προς τη Μακεδονία και στις 6 Αυγούστου έφτασε έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης. Ο στόλος, με τον Τανκρέδο, κατέλαβε τα Επτάνησα, περίπλευσε την Πελοπόννησο και στις 15 Αυγούστου μπήκε στον Θερμαϊκό. Η δεύτερη πόλη της αυτοκρατορίας ήταν πια αποκλεισμένη από ξηράς και θαλάσσης. Ο, όχι ιδιαίτερα ικανός, διοικητής της, ο Δαυίδ Κομνηνός, είχε στη διάθεσή του ένα ανομοιογενές στράτευμα από Σέρβους, Αλανούς και Γερμανούς μισθοφόρους. Γρήγορα, η άμυνα της πόλης κάμφθηκε και στις 24 Αυγούστου οι Νορμανδοί κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη εν μέσω σφαγών και λεηλασιών (αναλυτική περιγραφή τους μπορεί να βρει κανείς στο χρονικό του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Ευστάθιου). Αφού παρέμεινε για ένα διάστημα στη Θεσσαλονίκη, ο νορμανδικός στρατός χωρίστηκε σε δύο τμήματα. Το πρώτο κατευθύνθηκε προς τις Σέρρες για να αντιμετωπίσει τα στρατεύματα που είχε στείλει ο Ανδρόνικος. Το δεύτερο βάδισε προς την Κωνσταντινούπολη. Στη Βασιλεύουσα, όμως, η κατάσταση είχε αλλάξει. Τον Σεπτέμβριο, ο Ισαάκιος Άγγελος είχε ανατρέψει τον Ανδρόνικο. Αφού εκτέλεσε τον προκάτοχό του (τον οποίο πρώτα ο όχλος της Πόλης είχε υποβάλει σε φριχτά βασανιστήρια τα οποία μας διηγείται ο Νικήτας Χωνιάτης), ο Ισαάκιος έστειλε κατά των Νορμανδών έναν ικανό και φιλόδοξο στρατηγό, τον Αλέξιο Βρανά. Ο Βρανάς συνέτριψε πρώτα στη Μοσυνούπολη το στράτευμα που βάδιζε κατά της Βασιλεύουσας κι έπειτα κοντά στον Στρυμώνα το κύριο σώμα των Νορμανδών. Πολλοί αιχμαλωτίστηκαν. Όσοι ξέφυγαν γύρισαν κακήν κακώς στη Θεσσαλονίκη και μπάρκαραν για τη Σικελία. Η εκστρατεία του Γουλιέλμου κατά του Βυζαντίου δεν επρόκειτο να φέρει μεγαλύτερα κέρδη και κτήσεις απ’ ό,τι αυτές των προκατόχων του.

Οι γάμοι του Μιλάνου: Στο μεταξύ, στο πλαίσιο της προσέγγισης του Βασιλείου της Σικελίας με τη Γερμανική Αυτοκρατορία, ο Γουλιέλμος και ο Γκωτιέ Οφαμίλ θα κρίνουν σωστό (παρά την αντίθετη γνώμη του Ματθαίου του Αγιέλλο) να σφραγίσουν τη συμμαχία με ένα δυναστικό γάμο. Έτσι θα συμφωνήσουν με τον Φρειδερίκο Βαρβαρόσα τον γάμου του Ερρίκου, γιου του Φρειδερίκου, Βασιλέα των Ρωμαίων και διαδόχου της αυτοκρατορίας, με την Κωνσταντία, την κόρη του Ρογήρου Β΄. Η τριαντάχρονη Νορμανδή πριγκίπισσα θα αφήσει την ορθόδοξη μονή της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος στο Παλέρμο και θα παντρευτεί τον Ερρίκο στο Μιλάνο, στις 27 Ιανουαρίου 1186.

Ο βασιλιάς Γουλιέλμος δεν είχε αποκτήσει παιδιά από τον γάμο του με την Ιωάννα της Αγγλίας. Πλέον, άρχισε να αποδέχεται την ιδέα ότι δεν θα αποκτούσε ποτέ. Ζήτησε, λοιπόν, από τους Νορμανδούς βαρόνους να ορκιστούν ότι θα τηρήσουν το έθιμο και σε περίπτωση που πεθάνει άκληρος θα δεχθούν ως βασίλισσα την τελευταία νόμιμη απόγονο των Ωτβίλλ, τη θεία του Κωνσταντία. Στις 18 Ιανουαρίου 1189, ο καλός βασιλιάς Γουλιέλμος πέθαινε άκληρος στο Παλέρμο, πριν συμπληρώσει το τριακοστό έβδομο έτος της ζωής του.

Ο καλός βασιλιάς: Η ιστορία τον κατέγραψε με το προσωνύμιο “ο καλός”. Ίσως κανένας άλλος μονάρχης της Σικελίας να μην αγαπήθηκε περισσότερο από τον λαό του. Εκατό χρόνια μετά, οι διεκδικητές της Σικελίας δεν θα σταματήσουν να υπόσχονται στους Σικελούς ότι θα τους κυβερνήσουν “όπως στα χρόνια του καλού βασιλιά Γουλιέλμου”. Κι όμως, ο Γουλιέλμος δεν προσέφερε νέες κτήσεις στο βασίλειο. Η βασιλεία του δεν απέτρεψε τις τάσεις αποσύνθεσης της διαπολιτισμικής κοινωνίας της Σικελίας: ο εκλατινισμός προχώρησε κι άλλο, κάνοντας τους μουσουλμάνους να νιώθουν ξένοι στην πατρίδα τους και τους Ορθόδοξους πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Το ελληνικό τμήμα της καγκελαρίας του Παλέρμου εξέδιδε όλο και λιγότερα έγγραφα στα ελληνικά: μέσα σε μια πενταετία από τον θάνατο του Γουλιέλμου Β΄ θα σταματήσει εντελώς τη λειτουργία του. Εντούτοις, ο λαός κράτησε την ανάμνηση της μακρόχρονης περιόδου ειρήνης: την έλλειψη εσωτερικών ταραχών και την ειρήνη με τους εξωτερικούς εχθρούς. Κι ίσως δεν είναι άδικο που ήταν αυτή η υστεροφημία του Γουλιέλμου, μια και χάρισε στην ανθρωπότητα ένα από τα πιο λαμπρά αρχιτεκτονικά στολίδια: τον καθεδρικό του Μονρεάλε, στα περίχωρα του Παλέρμου. Πρόκειται αδιαμφισβήτητα για την πιο ολοκληρωμένη έκφραση του συγκρητισμού της νορμανδικής τέχνης της Σικελίας, συνδυάζοντας τον ρωμανικό ρυθμό με βυζαντινά ψηφιδωτά και αραβικά διακοσμητικά στοιχεία. Και μόνο για το μεγαλειώδες δώρο του Μονρεάλε, ο Γουλιέλμος άξιζε να μείνει στην Ιστορία.

Όσο για το βασίλειο, οι μέρες που το περίμεναν ήταν δύσκολες. Η προοπτική να βασιλέψει ένας ξένος, ένας Γερμανός που αγνοούσε τα πάντα για τις ιδιαιτερότητες της Σικελίας, γέμιζε με τρόμο τους αυλικούς, τους Νορμανδούς φεουδάρχες και τον λαό. Τα γεγονότα θα αποδείξουν ότι η ανησυχία αυτή μόνο αδικαιολόγητη δεν ήταν.     

            


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 140 other followers

%d bloggers like this: