Archive for Νοέμβριος 2009

Έλληνες και Ιουδαίοι κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο

Νοέμβριος 29, 2009

Εδώ και καιρό ήθελα να γράψω κάτι για τις σχέσεις Ελληνισμού και Ιουδαϊσμού κατά την αρχαιότητα. Η συνάντηση μεταξύ δύο τόσο σημαντικών πολιτισμών, ο πρώτος φύσει πιο οικουμενικός και «επεκτατικός», ο δεύτερος πιο εσωστρεφής, είναι από μόνη της συναρπαστική και γίνεται ακόμη περισσότερο αν συνυπολογίσουμε ότι αναφερόμαστε σε δύο από τους βασικούς παράγοντες διαμόρφωσης της σύγχρονης δυτικής σκέψης, είτε αυτοτελώς είτε μέσα από τη σύνθεσή τους που επιχείρησε ο Χριστιανισμός. Το θέμα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν λάβουμε υπόψη ότι η αντιμετώπισή του έχει σημαδευτεί από σειρά παρεξηγήσεων και προκαταλήψεων. Πράγματι, ο μέσος άνθρωπος αντιλαμβάνεται συνήθως τις έννοιες ως αντιθετικές και ερμηνεύει τη σχέση Ελληνισμού και Ιουδαϊσμού με όρους αντιπαλότητας. Όχι ότι απουσιάζουν οι αφορμές για μια τέτοια θεώρηση: η παρουσίαση του Αντίοχου Δ΄του Επιφανούς ως προσωποποίηση του σατανά και οι θεωρίες των Γνωστικών, οι οποίοι, στο πλαίσιο της δυϊστικής κοσμοθεωρίας τους, συχνά ταύτιζαν τον Γιαχβέ με τον δημιουργό του ατελούς υλικού κόσμου, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα της αντίληψης που θεωρεί τις δύο έννοιες ασύμβατες μεταξύ τους. Φυσικά, η ιστορική πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη, καθώς καταδεικνύει μια αρκετά παραγωγική σχέση αμφίδρομου (έστω και όχι κατ’ ανάγκη ισοβαρούς) επηρεασμού.

Είχα, λοιπόν, την επιθυμία να γράψω, αλλά δεν θεωρώ τον εαυτό μου αρκετά καλό γνώστη του Ιουδαϊσμού ώστε να γράψω κάτι μόνος μου. Προτίμησα, επομένως, να μεταφέρω ένα από τα αναγνώσματά μου, προσθέτοντας εδώ κι εκεί κάποιες δικές μου σκέψεις. Το ανάγνωσμα αυτό είναι το βιβλίο του Γάλλου ιστορικού Μωρίς Σαρτρ, ειδικού στην Ιστορία της ανατολικής Μεσογείου κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο, το οποίο φέρει τον τίτλο «Histoires Grecques» (εκδόσεις Seuil, collection L’ univers historique, Παρίσι 2006, φέτος εκδόθηκε και ως βιβλίο «τσέπης»). Ξεκινώντας από κάποια πηγή (ένα μύθο, ένα απόσπασμα χρονικού ή αρχαίου ιστορικού συγγράματος, μια επιγραφή, ένα ψήφισμα πόλης ή ακόμη κι από ένα νόμισμα), ο συγγραφέας αναλύει διάφορα θέματα της αρχαίας ελληνικής Ιστορίας, από τα αρχαϊκά χρόνια μέχρι την ύστερη αρχαιότητα (η τελευταία ιστορία έχει θέμα την Υπατία). Τέσσερις από τις 43 ιστορίες του βιβλίου αναφέρονται στις σχέσεις Ελληνισμού και Ιουδαϊσμού. Αφήνω, προς το παρόν, την πρώτη από αυτές (αριθ. 24: «Un onagre pour le roi ou Grecs, Juifs et hellénisme en Transjordanie», σελ. 255-262), μια και έχει χαρακτήρα ας πούμε αναγνωριστικό, για να αναφερθώ συνοπτικά στις δύο επόμενες και κάπως πιο αναλυτικά στην τελευταία.

Η δεύτερη ιστορία (αριθ. 28, «Jason l’ impie ou L’ hellénisme à Jérusalem«, σελ. 293-300), κάνει λόγο για τα γεγονότα που προηγήθηκαν της εξέγερσης των Μακκαβαίων κατά του Σελευκίδη βασιλέα Αντίοχου Δ΄ του Επιφανούς, η οποία θα καταλήξει στην επανίδρυση ανεξάρτητου εβραϊκού κράτους. Τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα αποδεικνύουν ότι η υπόθεση ξεκινά όχι τόσο ως σύγκρουση μεταξύ εθνών ή έστω μεταξύ ενός έθνους και μιας κρατικής οντότητας που ασκεί εξουσία στα εδάφη του, αλλά ως εμφύλια διαμάχη μεταξύ ορθόδοξων και εξελληνισμένων («Ελληνιστών») Εβραίων. 175 π.Χ.: στην Αντιόχεια επικρατεί δυναστική κρίση. Ο Σέλευκος Δ΄ έχει μόλις πεθάνει και τον διαδέχεται ο αδελφός του Αντίοχος και όχι ο νόμιμος διάδοχος, ο γιος του Δημήτριος που βρίσκεται ως όμηρος στη Ρώμη, όπου έχει μόλις αντικαταστήσει τον θείο του. Ο Αρχιερέας Ονίας πηγαίνει στην Αντιόχεια για να δώσει εξηγήσεις, καθώς οι αρχές του Ναού της Ιερουσαλήμ αρνήθηκαν να καταβάλουν τη χρηματική εισφορά που όφειλαν. Την κατάσταση την εκμεταλλεύεται ο αδελφός του αρχιερέα, ο Γιοσουέ, που έχει εξελληνίσει το όνομά του και αναφέρεται πλέον ως Ιάσων. Ζητά από τον Σελευκίδη μονάρχη το αρχιερατικό αξίωμα καθώς και την άδεια να οργανώσει την Ιερουσαλήμ στα πρότυπα ελληνικής πόλεως με την ονομασία Αντιόχεια, κάτι που συνεπάγεται την επίσημη καταγραφή των πολιτών και την ίδρυση και ανέγερση γυμνασίου και εφηβείου. Τί σημαίνουν όλα αυτά; Θα μπορούσε ο Ιάσων να αποδυθεί σε μια τέτοια προσπάθεια, αν δεν είχε βάσιμες ελπίδες ότι θα πετύχει; Προφανώς, όχι. Μάλλον μπορούμε να συμπεράνουμε ότι κατά την εποχή εκείνη ο ελληνικός τρόπος ζωής και σκέψης ασκεί αδιαμφιβήτητη γοητεία και επιρροή σε ένα υπολογίσιμο κομμάτι της εβραϊκής ελίτ. Τούτο δε, μολονότι ο Ιουδαϊσμός ήταν φύσει ανθεκτικότερος στην επίδραση του Ελληνισμού, μια και ο Νόμος δεν καθορίζει μόνο τη θρησκευτική ζωή, αλλά και την καθημερινότητα. Όπως επισημαίνει και ο Μωρίς Σαρτρ: «η βούληση του Ιάσωνα να προβεί σε μεταρρυθμίσεις απορρέει από το μέλημά του να εντάξει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τους εξελληνισμένους (σαν κι εκείνον) συμπατριώτες του  στην κοινωνία της εποχής. Αυτό στο οποίο στοχεύει μοιάζει πολύ με ό,τι συνέβη στη Φοινίκη έναν αιώνα νωρίτερα και συντελείται επίσης στη Μεσοποταμία και στην ενδοχώρα της Ανατολίας. Με άλλα λόγια, ο Ιάσων δεν επιθυμεί κάτι άλλο παρά να είναι μοντέρνος». Παράλληλα, διαπιστώνει ότι ο ελληνικός τρόπος ζωής δεν συνεπάγεται απαραίτητα κάτι που αντιβαίνει στην ιουδαϊκή πίστη. Επομένως, προχωρά στην υλοποίηση των σχεδίων του. Φαίνεται όμως πως δεν έλαβε υπόψη του κάποια δεδομένα, τα οποία επρόκειτο να καταδικάσουν το εγχείρημά του: το σχέδιο έχει ως αποτέλεσμα τη διαίρεση των Εβραίων σε πολίτες δύο κατηγοριών, με τους εξελληνισμένους να βρίσκονται στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας, κι έχει ακόμη ως έμμεση συνέπεια την ενθάρρυνη πρακτικών που τελικώς αντιβαίνουν στον Μωσαϊκό Νόμο. Οι ελληνιστές που συχνάζουν στο γυμνάσιο και ασκούνται γυμνοί θέλουν να μη διαφέρουν σε τίποτα από τους πραγματικούς Έλληνες: συνεπώς προσπαθούν με χειρουργικές επεμβάσεις να καλύψουν τα σημάδια της περιτομής ή αποφεύγουν να κάνουν περιτομή στα παιδιά τους. Η περιτομή, όμως, συμβολίζει την ένωση του Γιαχβέ με τον λαό του. Ο Ιάσων «είχε ανοίξει το κουτί της Πανδώρας». Τα γεγονότα θα τον ξεπεράσουν κι όταν τον διαδεχθούν άλλοι, με μικρότερη έγνοια να τηρήσουν τα προστάγματα της Τορά, όπως ο Μενέλαος (όνομα όχι «αθώο», αν θυμηθούμε τον μύθο που εμφάνιζε την Ιερουσαλήμ σαν αδελφή πόλη της Σπάρτης), η σύγκρουση θα καταστεί αναπόφευκτη και το «ελληνικό πείραμα» της Ιερουσαλήμ θα καταλήξει σε οικτρή αποτυχία. 

Η τρίτη ιστορία (αριθ. 35, «Des martyrs païens à Alexandrie ou Grecs et Juifs à Alexandrie au Ier siècle apr. J.-C.«, σελ. 361-372), αναφέρεται στα γεγονότα του 37 μ.Χ., δηλαδή μόλις έχει ανέβει στον θρόνο του Ρωμαίου αυτοκράτορα ο Καλιγούλας, τα οποία αποτελούν πιθανώς το πρώτο πογκρόμ που έχει καταγράψει η Ιστορία και τα οποία διέσωσε ο εξελληνισμένος Ιουδαίος φιλόσοφος Φίλων ο Αλεξανδρεύς.  Δεν θα σταθούμε σε αναλυτική παράθεση των συμβάντων, τα οποία παρουσιάζουν τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά των πογκρόμ που γνώρισε η Ευρώπη κατά τα μεσαιωνικά και νεότερα χρόνια: οι βιαιοπραγίες περιλάμβαναν αρχικά τον περιορισμό του εβραϊκού πληθυσμού σε ένα τμήμα μιας εκ των συνοικιών («μοιρών») της Αλεξάνδρειας, δηλαδή ουσιαστικά σε ένα γκέτο, λεηλασίες και δολοφονίες. Όσοι έχουν γερό στομάχι μπορούν να διαβάσουν την περιγραφή του Φίλωνος («Εις Φλάκκον», 55 επ., και «Προς Γάΐον», 124 επ.). Θα επισημάνουμε απλώς ότι σε αντίθεση με τα πογκρόμ στη χριστιανική Ευρώπη, οι ταραχές στην Αλεξάνδρεια δεν έχουν ως αιτία (ή αφορμή) τις θρησκευτικές διαφορές, αλλά οφείλονται σε πολιτικά και κοινωνικά αίτια. Θα πούμε ότι η εβραϊκή κοινότητα της Αλεξάνδρειας ήκμασε στα χρόνια των Πτολεμαίων (η περίφημη μετάφραση των Εβδομήκοντα δεν αποτελεί μια έμμεση απόδειξη για αυτό;), προφανέστατα γιατί οι Λαγίδες ακολούθησαν πολιτική αρκετά φιλική προς αυτήν. Άλλωστε, ο στοιχειώδης πολιτικός ρεαλισμός επέβαλλε την πολιτική αυτή έναντι μιας κοινότητας, της οποίας οι δραστηριότητες ήταν χρήσιμες για την οικονομία του κράτους. Με τη ρωμαϊκή κυριαρχία, η κατάσταση των Εβραίων επιδεινώθηκε. Στην Αλεξάνδρεια της εποχής ελάχιστοι επιφανείς πολίτες είχαν αποκτήσει τη ρωμαϊκή ιθαγένεια. Όσον αφορά τους υπόλοιπους κατοίκους, η Ρώμη αναγνώριζε πολιτικά δικαιώματα μόνον στους «Αλεξανδρείς», δηλαδή στους Έλληνες πολίτες της Αλεξάνδρειας. Προσπαθώντας να αποκτήσουν κάποια δικαιώματα, οι Εβραίοι της Αλεξάνδρειας επιχείρησαν να πείσουν τις αρχές ότι και αυτοί ήταν «Αλεξανδρείς», καθώς, όπως ισχυρίζονταν, η κοινότητά τους υπήρχε στην Αλεξάνδρεια από ιδρύσεως της πόλης. Οι ενέργειες αυτές εξαγρίωσαν τον ελληνικό πληθυσμό, γιατί τυχόν επιτυχία της προσπάθειας των Ιουδαίων θα σήμαινε λιγότερη εξουσία και, ιδίως, μικρότερα μερίδια στις διανομές τροφίμων από τις αρχές. Το αποτέλεσμα, δυστυχώς, γνωρίζουμε ποιό ήταν.

Το πιο μεγάλο ενδιαφέρον, όμως, το έχει η τέταρτη ιστορία, γιατί δείχνει τη συνύπαρξη και όχι τη σύγκρουση Ελλήνων και Εβραίων (αριθ. 41, «Uriner devant Aphrodite ou Juifs et Grecs six siècles plus tard«, σελ. 417-425). Η πηγή εν προκειμένω δεν είναι κάποιο ιστορικό σύγγραμα, αλλά ένα απόσπασμα της Μισνά (משנה), δηλαδή του σώματος των ερμηνευτικών σχολίων στον Νόμο (Μισνά Αβοντά Ζαρά 3,4: πρόκειται ακριβώς για το τμήμα της Μισνά που πραγματεύεται το ζήτημα της ειδωλολατρείας). Βρισκόμαστε στην Πτολεμαϊδα της Φοινίκης, τον μετέπειτα Άγιο Ιωάννη της Άκρας στα χρόνια των σταυροφοριών και των φραγκικών κρατών της Συρίας-Παλαιστίνης, τη σημερινή Άκκο στο Ισραήλ, στα τέλη του 1ου αι. μ.Χ.. Ένας Έλληνας, ο Πρόκλος Φιλοσόφου (κατά πάσα πιθανότητα φανταστικό πρόσωπο) βρίσκεται στις θέρμες της Αφροδίτης μαζί με τον Φαρισαίο νομοδιδάσκαλο Γαμαλιήλ Β΄ (Rabban Gamaliel II, רבן גמליאל דיבנה‎), προεδρεύοντα του Σανεντρίν ( סַנְהֶדְרִין‎), δηλαδή του ανώτατου ιουδαϊκού συμβουλίου (η λέξη όπως είναι προφανές ετυμολογείται από την ελληνική «συνέδριον»). Ο Έλληνας ρωτά τον Εβραίο νομοδιδάσκαλο: Αφού γράφει στην Τορά σας «οὐ προσκολληθήσεται ἐν τη̨̃ χειρί σου οὐδέν ἀπό του̃ ἀναθέματος» (Δευτερονόμιον 13,18), εσύ πώς λούζεσαι στις θέρμες της Αφροδίτης; Ο Γαμαλιήλ του αποκρίνεται ότι δεν μπορεί να του απαντήσει στο ερώτημα αυτό μέσα στα λουτρά. Μόλις βγουν από τις θέρμες, του εξηγεί: «Οι θέρμες δεν χτίστηκαν για να αποτελούν ένα στολίδι που θα τιμά τη θεά Αφροδίτη, αλλά το άγαλμα της Αφροδίτης έχει τοποθετηθεί για να διακοσμεί τις θέρμες. Άλλωστε, ακόμα κι αν σε πλήρωναν αδρά για αυτό, δεν θα έμπαινες στον ναό της θεάς γυμνός ούτε θα ουρούσες μπροστά στο άγαλμά της. Εδώ, όμως, το άγαλμα βρίσκεται σχεδόν πάνω από τα ουρητήρια… Στον Νόμο μας είναι γραμμένο ότι οι θεοί των άλλων είναι κάτι το απαγορευμένο για μας όταν λατρεύονται σαν θεοί…».

Το απόσπασμα αποδεικνύει επαρκώς τη διάδραση Ελληνισμού-Ιουδαϊσμού. Ο Έλληνας γνωρίζει αρκετά για την ιουδαϊκή θρησκεία, καθώς έχει αποστηθίσει χωρία της Τορά. Την ίδια στιγμή, ένας επιφανής Ιουδαίος βρίσκεται στα λουτρά (χώρο αναψυχής, κοινωνικών συναναστροφών και πνευματικών αναζητήσεων σύμφωνα με τις ελληνικές αντιλήψεις) και ξεκινά μια φιλοσοφική συζήτηση, συνήθειες απολύτως ελληνικές. Βεβαίως, θέτει κάποια όρια, καθώς αρνείται να συζητήσει μέσα στα λουτρά για θέματα που αφορούν την Τορά. Όταν όμως δίνει απαντήσεις, εισάγει στον εβραϊκό τρόπο σκέψης ιδέες και έννοιες σαφώς νεωτεριστικές, εξέλιξη στην οποία δεν είναι καθόλου αμέτοχη η επίδραση του Ελληνισμού. Για να αναπτύξει τις ιδέες του, ο Γαμαλιήλ χρησιμοποεί ατόφια τη μαιευτική του Σωκράτη, και μέσω αυτής προβαίνει σε μια σημαντική (και καινοτόμο για τον ιουδαϊκό τρόπο σκέψης) διάκριση ανάμεσα στα είδωλα και τις απεικονίσεις που έχουν θρησκευτικό και λατρευτικό σκοπό (και, ως εκ τούτου, είναι απαγορευμένα αντικείμενα για έναν Εβραίο) και σε αυτά που δεν έχουν, είναι διακοσμητικά αντικείμενα ή έργα τέχνης και για τα οποία δεν ισχύει η απαγόρευση του Νόμου. Όπως σημειώνει ο Σαρτρ «σε μια διαπολιτισμική κοινωνία, κάθε ομάδα, χωρίς να απαρνείται την ταυτότητά της, προσπαθεί να απαλλαγεί από τους κανόνες που την απομονώνουν ανώφελα, προκειμένου να διατηρήσει το ουσιώδες». Η αντίδραση είναι απολύτως εύλογη στην εποχή μετά τον Πρώτο Ιουδαϊκό Πόλεμο, την καταστροφή του Ναού και την εκδίωξη από την Ιερουσαλήμ, εποχή κατά την οποία οι Εβραίοι ζουν ως μειονότητα σε πόλεις όπου κυριαρχούν ξένοι. Στο πλαίσιο αυτό, η τήρηση κατά γράμμα κάποιων θρησκευτικών κανόνων καθίσταται στείρα πρακτική. Αν το Ταλμούδ επαινεί τον ραββίνο Ναούμ μπαρ Σιμάι επειδή σ’ όλη του τη ζωή δεν αντίκρισε ούτε μια φορά απεικόνιση ανθρώπινης μορφής, ούτε καν σε νόμισμα, κανείς άνθρωπος που ζει φυσιολογική ζωή δεν θα μπορούσε να τηρήσει πιστά μια τέτοια απαγόρευση. «Μόνο ένας ραββίνος που δεν χρειάζεται να κάνει ο ίδιος τα καθημερινά ψώνια του ή να πληρώσει τους φόρους του».

Εκτός, όμως, από την ανάγκη προσαρμογής στις νέες συνθήκες, η εξέλιξη της ιουδαϊκής σκέψης οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην επίδραση που άσκησε σ’ αυτήν ο ελληνικός τρόπος σκέψης, τόσο πριν όσο και μετά την εξέγερση των Μακκαβαίων (δηλαδή ακόμα και όσο υπήρχε ανεξάρτητο εβραϊκό κράτος).  Οι ελληνικές επιρροές είναι εμφανείς σε πολλούς τομείς. Το πασίγνωστο βιβλίο του Εκκλησιαστή (Κοχελέτ, קהלת ), το οποίο γράφτηκε τον 3ο αι. π.Χ. διαπνέεται από τη φιλοσοφία του στωϊκισμού. Το βιβλίο της Ιουδήθ, με χαρακτήρα καθαρά εθνικιστικό καθώς η ιστορία της σύγκρουσης Εβραίων και Ασσυρίων αποτελεί αλληγορία που υπονοεί τον αγώνα κατά των Σελευκιδών, ακολουθεί ως προς τη δομή και τη μυθοπλασία καθαρά ελληνικά πρότυπα. Ακόμη, είναι πολλά τα παραδείγματα Ιουδαίων που συγγράφουν τα έργα τους στα ελληνικά, από τον Φίλωνα μέχρι τον γνωστό ιστορικό Φλάβιο Ιώσηπο.

Με άλλα λόγια, το διαπολιτισμικό και πολυεθνοτικό περιβάλλον στο οποίο ζουν, αναγκάζει τους Εβραίους να αναζητήσουν τα ουσιώδη στοιχεία της ταυτότητάς του χρησιμοποιώντας σε μεγάλο βαθμό τα πνευματικά μέσα που τους παρέχει ο Ελληνισμός. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τις αναπόφευκτες συγκρούσεις που σημάδεψαν τις σχέσεις Ιουδαϊσμού και Ελληνισμού, έχουμε μπροστά μας ένα καλό παράδειγμα πολιτισμικής διάδρασης που οδήγησε σε εξέλιξη. Θα προτιμούσα ειλικρινά να σταθώ σ’ αυτό.       

Advertisements

Ο Αντίοχος και η Μαγνησία του Σιπύλου – μέρος Β΄

Νοέμβριος 27, 2009

Ο Αντίοχος θα αρχίσει την προσπάθεια επέκτασης στη Δύση το 198 π.Χ. με επιχειρήσεις κατά της Περγάμου: ο στρατηγός Ζεύξις εισβάλλει στα εδάφη του Αττάλου Α΄, κατά παράβαση της συνθήκης που είχε συνάψει ο Αντίοχος με τον Ατταλίδη μονάρχη λίγα χρόνια πριν, όταν δηλαδή ήθελε να εξασφαλίσει τα νώτα του προκειμένου να ανακτήσει την Κοίλη Συρία. Το 197, ο Αντίοχος συμμαχεί με τον Προυσία Α΄, βασιλιά της Βιθυνίας και φυσικό εχθρό των Περγαμηνών. Η είδηση αυτής της συμφωνίας δεν πρέπει να χαροποίησε ιδιαίτερα τον Ευμένη Β΄, που είχε μόλις διαδεχθεί τον πατέρα του στον θρόνο της Περγάμου.

Την ίδια χρονιά, ο Σελευκίδης ηγεμόνας θα επιτεθεί κατά των κτήσεων των Λαγιδών στη Μικρά Ασία και το Αιγαίο και θα επιχειρήσει να καταλάβει εδάφη από τα νοτιοδυτικά μέχρι τα βορειοδυτικά της Μικράς Ασίας και ως τα στενά του Ελλήσποντου: πόλεις όπως τα Πάταρα, η Ξάνθος, ο Κολοφών, η Φώκαια και η Άβυδος θα βρεθούν υπό την κυριαρχία του Αντίοχου. Οι κινήσεις του Σελευκίδη θα προκαλέσουν τελικά την πρώτη διπλωματική αντιπαράθεσή του με τη Ρώμη: δύο ελληνικές πόλεις, η Σμύρνη και η Λάμψακος, θα ζητήσουν από τη Ρώμη να εγγυηθεί την ανεξαρτησία τους έναντι του Αντίοχου. 

Ο «ψυχρός πόλεμος» μεταξύ του Αντίοχου και της Ρώμης:  το 196, μια ρωμαϊκή πρεσβεία υπό τον Λ. Κορνήλιο Λέντουλο θα συναντηθεί με τον Αντίοχο στη Λυσιμάχεια της Θράκης, προτείνοντάς του, μάλιστα, τη ρωμαϊκή διαμεσολάβηση στη διαμάχη Σελευκιδών και Λαγιδών. Ο Αντίοχος βρίσκεται στο απόγειο της δύναμής του κι έχει αρκετή αυτοπεποίθηση ώστε να αποκρούσει την πρόταση της Ρώμης: «όπως δεν ανακατεύομαι στις υποθέσεις της Δύσης, έτσι και η Ρώμη πρέπει να μην ανακατεύεται στις υποθέσεις της Ανατολής. Άλλωστε είμαι εδώ στη Θράκη για να πάρω αυτά που ανήκουν κληρονομικά στο βασίλειό μου: τα εδάφη που κατέκτησε ο πρόγονός μου, ο Σέλευκος, όταν νίκησε τον Λυσίμαχο. Όσο για το αίτημα της Σμύρνης και της Λαμψάκου, αυτό θα μπορούσε να παραπεμφθεί στη διατησία των Ροδίων, αλλά, πάντως, όχι της Ρώμης».   Μολονότι βρισκόμαστε ακόμη σε μια περίοδο που καμία από τις δύο πλευρές δεν επιθυμεί τη σύγκρουση, ο Αντίοχος έχει σίγουρα κερδίσει την πρώτη διπλωματική μάχη.

Το σημαντικό γεγονός του 195 αφορά τον Αννίβα: εξόριστος από την πατρίδα του, ο μεγάλος Καρχηδόνιος στρατιωτικός ηγέτης καταφεύγει στην αυλή της Αντιόχειας. Η αντίδραση της Ρώμης είναι προς τον παρόν συγκρατημένη. Βεβαίως, σχεδόν αντανακλαστικά, η υπερδύναμη θα εκλέξει ως ύπατο τον θριαμβευτή της Ζάμας, τον Σκιπίωνα τον Αφρικανό. Ο Αννίβας, πάντως, θα προσπαθήσει να μη δώσει τροφή στη ρωμαϊκή καχυποψία: θα αποτελέσει, άλλωστε, σαφώς μετριοπαθή σύμβουλο του Αντίοχου. Γενικά, στη Ρώμη φαίνεται να επικρατεί η πολιτική γραμμή του Φλαμινίνου, ο οποίος κρίνει ότι η ειρήνη στην Ελλάδα δεν απειλείται πλέον και ότι ο Αντίοχος δεν αποτελεί ουσιαστικό κίνδυνο. Όταν, το 193, μια πρεσβεία του Σελευκίδη φθάνει στη Ρώμη, ο Φλαμινίνος θέτει τον εξής όρο: είτε ο Αντίοχος θα αποσύρει τα στρατεύματά του από τη Θράκη, οπότε η Ρώμη δεν πρόκειται να αναμιχθεί στα πράγματα της Ασίας, είτε θα παραμείνει στη Θράκη, με συνέπεια η Ρώμη να διατηρεί το δικαίωμα να συνάπτει συμμαχίες και συμφωνίες με τις πόλεις της Ασίας. Οι πρεσβευτές του Αντίοχου, αφού διαμαρτυρηθούν τυπικά, θα ζητήσουν χρόνο ώστε να μεταφέρουν την πρόταση στο βασιλιά τους και αυτός να απαντήσει μετά από ώριμη σκέψη. Πράγματι, λίγους μήνες αργότερα, οι Ρωμαίοι θα στείλουν στην Ασία πρεσβεία υπό τους Σουλπίκιο και Βίλλιο. Οι Ρωμαίοι θα συναντηθούν στην Πέργαμο με τον Ευμένη (ο οποίος θα κάνει ότι μπορεί για να μεγαλοποιήσει τον κίνδυνο που συνιστά ο Αντίοχος), στην Έφεσο με τον Αννίβα και, τέλος, στη Λαοδίκεια με τον ίδιο τον Αντίοχο. Σύντομα, όμως, ο Αντίοχος θα αποχωρήσει από τις συνομιλίες, επικαλούμενος το πένθος λόγω του θανάτου του γιου και διαδόχου του. Οι διαπραγματεύσεις θα συνεχισθούν, χωρίς να καταλήξουν σε αποτέλεσμα.

Την ίδια στιγμή, στην Ελλάδα υπάρχει ένας παράγοντας αστάθειας, η Αιτωλική Συμπολιτεία: δυσαρεστημένοι από τη Ρώμη, καθώς, μολονότι ήταν σύμμαχοί της κατά τον Β΄ Μακεδονικό Πόλεμο, κανένα από τα εδαφικά και πολιτικά αιτήματά τους δεν ικανοποιήθηκε, οι Αιτωλοί πασχίζουν με κάθε μέσο να προκαλέσουν πόλεμο κατά της Ρώμης. Φυσικά, η διεξαγωγή ενός τέτοιου πολέμου απαιτεί ισχυρούς συμμάχους. Έτσι, οι Αιτωλοί θα προσεγγίσουν τη Σπάρτη, τον Φίλιππο της Μακεδονίας και τελικά τον Αντίοχο. Ο τελευταίος δεν θα αποκλείσει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο συμμαχίας. Πεπεισμένοι ότι η βοήθεια του Αντίοχου είναι βέβαιη, οι Αιτωλοί («άνθρωποι που πρώτα ενεργούσαν και μετά σκέφτονταν» κατά τον Ed. Will) θα ξεκινήσουν πολεμικές επιχειρήσεις, καταλαμβάνοντας τη Δημητριάδα. Ο Αντίοχος θα βρεθεί προ διλήμματος: αν θέλει να γίνει κυρίαρχος της Ελλάδας, η ευκαιρία είναι τώρα. Έτσι ο Σελευκίδης ηγεμόνας θα παρασυρθεί από τους νέους συμμάχους του. Εκ των υστέρων μπορούμε να πούμε ότι θα έπρεπε να ακούσει τις συμβουλές του Αννίβα και να μην αναμιχθεί στην ιστορία. Άλλωστε, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη στάση των Αιτωλών ως ένα ισχυρό διπλωματικό όπλο στις διαπραγματεύσεις του με τη Ρώμη. Αντί για αυτό, έμπλεξε σε μια περιπέτεια που επρόκειτο να αποβεί μοιραία.

Ο Αντιοχικός Πόλεμος επί ευρωπαϊκού εδάφους: Οι Αιτωλοί είχαν υποσχεθεί στις ελληνικές πόλεις ότι ο Αντίοχος θα ερχόταν στην Ελλάδα με αμέτρητα στρατεύματα και με πολλούς, πάρα πολλούς πολεμικούς ελέφαντες. Στον Αντίοχο, τώρα, είχαν υποσχεθεί ότι όλοι οι Έλληνες θα έτρεχαν να συνταχθούν με αυτόν. Ο μεν Αντίοχος δεν είχε καμιά επιθυμία να εμπλέξει στη σύγκρουση το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του: όταν το 192 αποβιβάστηκε στη Δημητριάδα, τα στρατεύματά του δεν ξεπερνούσαν σε αριθμό τις 10.000, ενώ οι ελέφαντες ήταν όλοι κι όλοι έξι. Οι δε Έλληνες φάνηκαν απίστευτα διστακτικοί να υποστηρίξουν τον Σελευκίδη: λίγοι συμμάχησαν μαζί του (λ.χ. οι Μεσσήνιοι ή οι Βοιωτοί) κι αυτοί με πολλές επιφυλάξεις.

Ο Αντίοχος κατέλαβε τη Χαλκίδα κι έπειτα ο στρατός του οχύρωσε το πέρασμα των Θερμοπυλών, αναμένοντας τα ρωμαϊκά στρατεύματα που διοικούσε ο ύπατος Ακίλιος Γλάβριος. Η μάχη που δόθηκε στις Θερμοπύλες το 191 θυμίζει ως προς την εξέλιξή της την ιστορική σύγκρουση του 480 π.Χ.: ο στρατός του Αντίοχου απέκρουσε τις ρωμαϊκές επιθέσεις στα στενά, αλλά το μεγαλύτερο μέρος των ρωμαϊκών δυνάμεων παρέκαμψε το πέρασμα και επιτέθηκε στους Αιτωλούς που αποτελούσαν την οπισθοφυλακή του ελληνικού στρατεύματος. Οι Αιτωλοί υπέστησαν συντριβή, ο στρατός του Αντίοχου, περικυκλωμένος πια από τις ρωμαϊκές δυνάμεις, είχε μεγάλες απώλειες κι ο Σελευκίδης αποφάσισε να υποχωρήσει κακήν κακώς και να επιστρέψει στην Ασία. 

Ο Αντιοχικός Πόλεμος στην Ασία: Οι Ρωμαίοι έκριναν ότι θα έπρεπε να αναθέσουν τη διεξαγωγή του πολέμου στον ικανότερο στρατιωτικό ηγέτη που διέθεταν. Επειδή, όμως, ο Σκιπίων ο Αφρικανός είχε ασκήσει το αξίωμα του υπάτου πολύ πρόσφατα και τυχόν επανεκλογή του θα αποτελούσε σκάνδαλο, εκλέχθηκε ως ύπατος ο αδελφός του, ο Λ. Κορνήλιος Σκιπίων. Έχοντας επίγνωση της κατάστασης, ο Λ. Κορνήλιος δήλωσε ευθύς εξαρχής ότι στην εκστρατεία θα τον συνόδευε ο αδελφός του, ο οποίος θα είχε, άλλωστε, και την ουσιαστική διοίκηση του στρατεύματος. Οι Σκιπίωνες και ο στρατός τους έφτασαν στην Ελλάδα την άνοιξη του 190. Ο Αφρικανός έκρινε ότι δεν άξιζε να ασχοληθεί προς το παρόν με τους Αιτωλούς και κινήθηκε προς τα στενά του Ελλησπόντου. Φυσικά, δεν ασχολήθηκε διόλου και με τον Πτολεμαίο, που πρώτος έτρεξε να προτείνει συμμαχία. Οι σύμμαχοι τους οποίους υπολόγιζε πραγματικά η Ρώμη ήταν η Πέργαμος και η Ρόδος.

Οι πολεμικές επιχειρήσεις στην Ασία ξεκίνησαν ευνοϊκά για τον Αντίοχο. Ο γιος του έλαβε εντολή να επιτεθεί κατά της Περγάμου: ο νεαρός Σέλευκος έκανε περίπατο, μέχρι που σκόνταψε στα τείχη της πόλης. Στη θάλασσα, ο Αντίοχος κατάφερε να νικήσει κατά κράτος τους Ροδίους ανοιχτά της Σάμου. Ακολούθησαν πολλές συγκρούσεις σε ξηρά και θάλασσα με αμφίρροπη έκβαση: σε κάποια από αυτές αιχμαλωτίστηκε ο γιος του Σκιπίωνα του Αφρικανού. Η συνέχεια υπήρξε επιτυχέστερη για τη Ρώμη και τους συμμάχους της: τον Αύγουστο του 190, οι Ρόδιοι νίκησαν σε ναυμαχία κοντά στη Σίδη της Παμφυλίας τον στόλο που διοικούσε ο Αννίβας, ενώ τον Σεπτέμβριο η ρωμαϊκή συμμαχία συνέτριψε τον στόλο του Αντίοχου στη Μυόννησο. Ανενόχλητος, ο ρωμαϊκός στρατός πέρασε τα στενά και ενώθηκε με τα στρατεύματα του Ευμένη της Περγάμου. Η κατάσταση γινόταν ανησυχητική για τον Αντίοχο, ο οποίος αποφάσισε να διαπραγματευθεί με τον εχθρό, προτείνοντας να εκκενώσει τη Μικρά Ασία και να πληρώσει στους Ρωμαίος το ήμισι των πολεμικών δαπανών τους. Μόνο που οι Ρωμαίοι βρίσκονταν πια σε θέση ισχύος: αντιπρότειναν την αποχώρηση των δυνάμεων του Αντίοχου ανατολικά της οροσειράς του Ταύρου και την καταβολή του συνόλου των πολεμικών δαπανών τους. Η μόνη επιλογή που είχε ο Αντίοχος ήταν να πολεμήσει.

Η μάχη της Μαγνησίας: Στις αρχές του χειμώνα του 190-189, οι ρωμαϊκές δυνάμεις παρέμειναν στις θέσεις τους. Ο Σκιπίων ο Αφρικανός αρρώστησε, ενώ πρωτίστως τον απασχολούσε η αιχμαλωσία του γιου του, για την απελευθέρωση του οποίου κατέβαλλε διαρκείς προσπάθειες. Όσο ο Σκιπίων ήταν άρρωστος, τη διοίκηση των στρατευμάτων ανέλαβε ο Κν. Δομίτιος Αενοβάρβος (δηλαδή ένας πολύ μακρινός πρόγονος του Νέρωνα), Οι Ρωμαίοι διέθεταν 30.οοο άνδρες, μεταξύ των οποίων τέσσερις εμπειροπόλεμες λεγεώνες. Σε αυτές τις δυνάμεις πρέπει να προστεθεί ο στρατός του Ευμένη της Περγάμου, που ανερχόταν σε περίπου 15 με 20.000. Αν πιστέψουμε τον Τίτο Λίβιο, ο Αντίοχος έστειλε μυστικά απεσταλμένους στον Σκιπίωνα, προτείνοντάς του την απελευθέρωση του αιχμάλωτου γιου του και μαζί ένα τεράστιο χρηματικό ποσό προκειμένου να αποχωρήσει από την Ασία. Ο Σκιπίων αρνήθηκε την πρόταση. Φυσικά, η αξιοπιστία του Τ. Λίβιου ελέγχεται ως προς το θέμα αυτό, καθώς τέτοια πρόταση μάλλον δεν έγινε ποτέ. Σε κάθε περίπτωση, ο Αντίοχος φέρθηκε ιπποτικά, καθώς απελευθέρωσε τον γιο του Σκιπίωνα χωρίς κανένα αντάλλαγμα.

Στην πραγματικότητα, ο Αντίοχος είχε μεγάλη αυτοπεποίθηση: είχε συγκεντρώσει εξαιρετικά μεγάλο στράτευμα, γεγονός που του επέτρεπε την αισιοδοξία ότι θα μπορούσε να πετύχει αποφασιστική νίκη κατά των Ρωμαίων. Ο στρατός του αριθμούσε περισσότερους από 70.000 άνδρες. Η στρατιά ήταν αρκετά ανομοιογενής, αλλά περιλάμβανε εντυπωσιακές δυνάμεις ιππικού, σε μεγάλο βαθμό ιρανικές, δρεπανηφόρα άρματα και 64 ινδικούς ελέφαντες. Ο Σελευκίδης ηγεμών αποφάσισε να επισπεύσει την αναμέτρηση, ενώ ο Σκιπίων ήταν ακόμη άρρωστος (και μολονότι είχε στείλει μήνυμα στον Αντίοχο να μη δώσει μάχη προτού αναρρώσει ο ίδιος και αναλάβει τη διοίκηση των ρωμαϊκών στρατευμάτων). Ως πεδίο μάχης, ο Αντίοχος επέλεξε τη Μαγνησία του Σιπύλου, στην κοιλάδα του Έρμου ποταμού, κάπου 50 χιλιόμετρα βόρεια της Σμύρνης. Ο Αντίοχος έκρινε ότι η μορφολογία του εδάφους τον ευνούσε, καθώς του επέτρεπε να παρατάξει το ιππικό και τα άρματά του και να επιχειρήσει να περικυκλώσει τους Ρωμαίους. Η μάχη που δόθηκε τον Γενάρη του 189 ξεκίνησε με αισιόδοξα μηνύματα για τους Σελευκίδες: επικεφαλής του ιππικού του, ο Αντίοχος επιχείρησε να προκαλέσει ρήγμα στις ρωμαϊκές δυνάμεις και φάνηκε να τα καταφέρνει. Οι Ρωμαίοι ωστόσο ανασυντάχτηκαν, ενώ είχαν και την τύχη να τους συμβουλεύει ο Ευμένης, άριστος γνώστης τόσο του πεδίου της μάχης όσο και των τακτικών και μεθόδων πολέμου που ακολουθούσαν και εφάρμοζαν οι ασιατικές στρατιές. Παράλληλα, οι καιρικές συνθήκες συμμάχησαν με τη Ρώμη: η ομίχλη και η συνεχής βροχή δυσχέραναν αφάνταστα τις κινήσεις του ιππικού και των αρμάτων του Αντίοχου, που αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Η φάλαγγα του Σελευκίδη αμφιταλαντεύτηκε για τον αν θα έπρεπε να υποστηρίξει την επίθεση του ιππικού ή να κρατήσει τις θέσεις της: το αποτέλεσμα ήταν να χάσει τη συνοχή της. Οι Ρωμαίοι εκμεταλλεύθηκαν την ευκαιρία, αντεπετέθηκαν και συνέτριψαν το πεζικό του Αντίοχου. Ο Τ. Λίβιος μιλά για 50.000 νεκρούς μεταξύ των στρατιωτών του Αντίοχου, αριθμός φυσικά υπερβολικός. Αναμφίβολα, όμως, η αναμέτρηση της Μαγνησίας υπήρξε ολέθρια για τον Σελευκίδη βασιλιά.

Η συνθήκη της Απάμειας: Ο Αντίοχος θα μπορούσε να αποσυρθεί στα εδάφη του και να ανασυντάξει τις δυνάμεις του. Σίγουρα θα μπορούσε να συγκεντρώσει ικανά στρατεύματα για να αντιμετωπίσει τους Ρωμαίους και να ανατρέψει υπέρ του την κατάσταση. Αντ’ αυτού, επέδειξε απίστευτα παθητική στάση και δέχτηκε γρήγορα να συνθηκολογήσει. Στους προηγούμενους όρους της Ρώμης (εκκένωση της Θράκης και όλης της Μικράς Ασίας και της Ανατολίας μέχρι τον Ταύρο, πολεμική αποζημίωση που υπολογίστηκε στα 15.000 τάλαντα) προστέθηκε η απαίτηση για την παράδοση είκοσι ομήρων, μεταξύ των οποίων ο γιος του Αντίοχου που έφερε το ίδιο όνομα με τον πατέρα του (ο μελλοντικός Αντίοχος Δ΄) και κάποιοι σύμβουλοι του βασιλιά, του Αννίβα περιλαμβανομένου (τον οποίο πάντως ο Αντίοχος άφησε να διαφύγει). Μετά από μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις, η συνθήκη κυρώθηκε από τους πληρεξούσιους των δύο αντιπάλων στην Απάμεια της Φρυγίας (αρχές του 188). Ο μεγάλος νικητής ήταν η Ρώμη, που πλέον είχε καταστεί αδιαφιλονίκητος κυρίαρχος του ελληνικού κόσμου. Κερδισμένοι φυσικά ήταν και οι σύμμαχοι της Ρώμης: ο Ευμένης της Περγάμου από απλός τοπικός δυνάστης γινόταν κυρίαρχος της Μικράς Ασίας, της Ανατολίας και της Θράκης. Οι Ρόδιοι ανταμείφθηκαν με τη Λυκία και την Καρία. Ωστόσο, η εξουσία της Περγάμου και την Ρόδου ήταν δοτή: συμβαλλόμενα μέρη της συνθήκης ήταν μόνο η Ρώμη και ο Αντίοχος. Ό,τι κατείχε η Ρόδος και η Πέργαμος ήταν δώρο της Ρώμης, το οποίο η υπερδύναμη θα μπορούσε να ανακαλέσει ανά πάσα στιγμή (και πράγματι, στην περίπτωση της Ρόδου αυτό δεν άργησε και τόσο να συμβεί).

Όσο για τον μεγάλο ηττημένο, αυτός δεν επρόκειτο ποτέ ξανά να διεκδικήσει την ηγεμονία της οικουμένης, ούτε να ξαναβρεί τη χαμένη δόξα του. Όχι ότι οι διάδοχοί του δεν θα το προσπαθούσαν. Γρήγορα όμως θα καταλάβαιναν ότι μια προσταγή της υπερδύναμης θα αρκούσε για να σβήσει τις πιο ένδοξες νίκες που κατακτήθηκαν στο πεδίο της μάχης. Ο ίδιος ο Αντίοχος αναγκάστηκε πολύ σύντομα α να πάρει τον δρόμο της Ανατολής. Η είδηση της συντριβής στη Μαγνησία σίγουρα θα αναζωπύρωσε τις αποσχιστικές τάσεις στις Άνω Σατραπείες. Την άνοιξη του 188, ο Αντίοχος βρέθηκε στη Βαβυλώνα για τις γιορτές του βαβυλωνιακού νέου έτους. Έπειτα κατευθύνθηκε προς την Ελυμαϊδα, όπου προσπάθησε να συγκεντρώσει χρήματα (ίσως για μια νέα εκστρατεία στα ανατολικά, ίσως για να μαζέψει το ποσό των πρώτων δόσεων της υπέρογκης πολεμικής αποζημίωσης που έπεπε να καταβάλει στη Ρώμη): ενώ επιχειρούσε να λεηλατήσει ένα ναό έξω από τα Σούσα, δολοφονήθηκε από το εξαγριωμένο πλήθος. Κι έτσι άδοξα γράφτηκε η τελευταία σελίδα του πιο ένδοξου Σελευκίδη, αυτού που με λίγη τύχη παραπάνω (ή με λίγο περισσότερη οξυδέρξκεια) θα μπορούσε να γίνει κυρίαρχος του κόσμου.

Αξίζει να επισημανθεί ότι δύο, τουλάχιστον, καβαφικά ποιήματα αναφέρονται στη Μάχη της Μαγνησίας: πρόκειται για το  ομώνυμο ποίημα (του οποίου, όμως, κεντρικός ήρωας είναι ο Φίλιππος Ε΄, βασιλιάς των Μακεδόνων) και για τον Τεχνουργό κρατήρων.

          

Ο Αντίοχος και η Μαγνησία του Σιπύλου – μέρος Α΄

Νοέμβριος 22, 2009

Η επιστήμη της Ιστορίας έχει προ πολλού ξεπεράσει το στάδιο της απλουστευμένης αφήγησης πολιτικών και πολεμικών γεγονότων. Αναζητεί πρωτίστως τους κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτιστικούς παράγοντες που διαμορφώνουν σταθερές και σηματοδοτούν μεταβολές στην πορεία του χρόνου. Για πολλούς από τους πιο αξιόλογους μελετητές της Ιστορίας το πλέον ενδιαφέρον αντικείμενο είναι αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε Ιστορία νοοτροπιών (Histoire de mentalités). Ωστόσο, η πολιτική ιστορία διατηρεί την αξία της: η σημασία κάποιων γεγονότων είναι τόσο καταλυτική που κανείς δεν μπορεί να την παραγνωρίσει. Από την άποψη αυτή, η πολεμική αναμέτρηση που, τον Γενάρη του 189 π.Χ., έφερε αντιμέτωπες, στη Βορειοδυτική Μικρά Ασία, τις ρωμαϊκές λεγεώνες και τα στρατεύματα του Σελευκίδη βασιλέα Αντίοχου Γ΄αποτελεί την πλέον καθοριστική σύγκρουση των ελληνιστικών χρόνων, καθώς συμβολίζει την επικράτηση της Ρώμης στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου και την παρακμή των ελληνιστικών βασιλείων.

Ρώμη: Η θέση της Ρώμης πριν από τη σύγκρουση που επρόκειτο να αποβεί καθοριστική μπορεί να περιγραφεί αρκετά απλά. Αφού ξεπέρασε την περιπέτεια του Β΄ Καρχηδονιακού Πολέμου, όταν η εκστρατεία του Αννίβα έθεσε σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξή της, η Ρώμη έχει εξασφαλίσει, μετά την επικράτηση στη Ζάμα το 202, τον απόλυτο έλεγχο της Δυτικής Μεσογείου. Συνεπώς, μπορεί να στρέψει την προσοχή της στα ανατολικά. Την ευκαιρία θα της τη δώσει η επεκτατική πολιτική του Φιλίππου Ε΄ της Μακεδονίας.  Το φθινόπωρο του 201, Ρόδιοι και Περγαμηνοί αποστέλλουν πρεσβείες στη Ρώμη για να ζητήσουν την επέμβασή της στην Ελλάδα. Η Σύγκλητος θα δεχθεί το αίτημά τους και θα στείλει στρατεύματα εναντίον του Φιλίππου. Για ποιούς λόγους δέχτηκε η Ρώμη να εμπλακεί στην περιπέτεια του Β΄ Μακεδονικού Πολέμου, όταν η οικονομία και οι πολίτες της είναι εξαντλημένοι μετά τον σχεδόν εικοσαετή Β΄ Καρχηδονιακό Πόλεμο; Όπως εξήγησε ο Edouard Will στο μνημειώδες έργο του «Πολιτική Ιστορία του Ελληνιστικού Κόσμου» («Histoire politique du monde hellénistique«, Presses universitaires de Nancy, 2η έκδ. 1979-1982, επανέκδ. Seuil, 2003, τ. II, σ. 142 επ.) τα αίτια της απόφασης αυτής πρέπει να αναζητηθούν στην ίδια τη Ρώμη: η ανάμειξη στις ελληνικές υποθέσεις υπαγορεύθηκε από τον ρωμαϊκό ιμπεριαλισμό. Αν μέχρι τότε η Ρώμη δεν είχε αναμειχθεί στις υποθέσεις της Ανατολής, αυτό συνέβη γιατί δεν είχε την κατάλληλη ευκαιρία, καθώς ήταν απασχολημένη στη δυτική Μεσόγειο. Τη δεδομένη χρονική στιγμή, όμως, και ελεύθερη από «υποχρεώσεις» είναι και πολλοί αντιμετωπίζουν θετικά το ενδεχόμενο μιας νέας πολεμικής περιπέτειας: όχι μόνον οι πληβείοι που ως λεγεωνάριοι προτιμούν να συνεχίσουν να απολαύουν των πλεονεκτημάτων του στρατιωτικού επαγγέλματος (βλ. μισθοί και … μπόνους με τη μορφή λάφυρων), αλλά και οι πατρίκιοι, μεταξύ των οποίων υπάρχουν πολλοί με φιλοδοξίες για πολιτική εξουσία και πλουτισμό. Για αυτούς ο πόλεμος στην Ελλάδα αποτελεί ευκαιρία καταξίωσης και εκπλήρωσης των προσδοκιών τους. Η επιλογή θα αποδειχθεί ορθή: μετά από δύο χρόνια δυσκολιών, η εκλογή του ιδιοφυούς Φλαμινίνου ως υπάτου και η ανάθεση σ’ αυτόν της αρχηγίας των στρατευμάτων θα έχει ως αποτέλεσμα την αποφασιστική νίκη στις Κυνός Κεφαλές της Θεσσαλίας (Ιούνιος 197) και την επικράτηση επί του Φιλίππου. Η Ρώμη έχει πλέον τον πολιτικό έλεγχο του ελληνικού χώρου και μπορεί να καθορίζει σύμφωνα με τις επιθυμίες της το μέλλον της Ελλάδας. Αυτό που ο Πολύβιος ονόμαζε «συμπλοκή», αναφερόμενος στην αλληλεξάρτηση των εξελίξεων σε Δύση και Ανατολή, αποτελεί πραγματικότητα.

Αντίοχος Γ΄ ο Μέγας: Περισσότερο αξίζει να σταθούμε στην μέχρι τότε πορεία του αντίπαλου της Ρώμης, του Αντίοχου Γ΄. Από όλα τα ελληνιστικά βασίλεια, η μοναρχία των Σελευκιδών ήταν αυτή με τα περισσότερα εγγενή προβλήματα. Κυβερνώντας μια αχανή έκταση (από τα μικρασιατικά παράλια ως τις παρυφές της Ινδίας), με ανομοιογενή πληθυσμιακή σύνθεση και διοικητική οργάνωση, οι Σελευκίδες μονάρχες καλούνταν διαρκώς να αντιμετωπίσουν δυσχέρειες στα δύο άκρα της επικράτειάς τους.

Η άνοδος του Αντίοχου στον θρόνο: Το 226 π.Χ., ανέβηκε στο θρόνο της Αντιόχειας ο Σέλευκος Γ΄ ο Σωτήρ, ο επονομαζόμενος και Κεραυνός, διαδεχόμενος τον πατέρα του, τον Σέλευκο Β΄. Οι μακροχρόνιες δυναστικές έριδες του οίκου των Σελευκιδών είχαν δώσει στους φιλόδοξους Ατταλίδες της Περγάμου την ευκαιρία να αποσπάσουν αρκετά εδάφη στη Μικρά Ασία. Ο Σέλευκος έκρινε ότι είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου για να τα ανακτήσει κι έτσι, το 223, πέρασε την οροσειρά του Ταύρου, επικεφαλής μεγάλου στρατεύματος. Ενώ, όμως, βρισκόταν στη Φρυγία, δολοφονήθηκε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες. Τα στρατεύματα έσπευσαν να ανακηρύξουν επί τόπου ως βασιλέα τον Αχαιό, συγγενή του δολοφονημένου μονάρχη. Ο Αχαιός, δεύτερος εξάδελφος του Σέλευκου Β΄, ήταν περίπου τριάντα ετών και όλοι τον θεωρούσαν ικανό και έμπειρο στρατηγό. Εντούτοις, επέλεξε να αρνηθεί την πρόταση και αναγνώρισε τα δικαιώματα του νόμιμου διαδόχου, δηλαδή του Αντίοχου, αδελφού του Σέλευκου. Πολύ γρήγορα, πιθανότατα ύστερα από πρόταση του Αχαιού, ο οποίος θα πρέπει να ασκούσε επιρροή στον νεαρό μονάρχη (ο Αντίοχος δεν πρέπει να ήταν πάνω από 19 ετών), ορίσθηκαν ο μεν Αχαιός ως γενικός διοικητής των δυτικών σατραπειών (με αποστολή να ανακτήσει από τους Ατταλίδες τα χαμένα μικρασιατικά εδάφη), ο δε Μόλων, ως τότε σατράπης της Μηδίας, γενικός διοικητής των Άνω Σατραπειών, δηλαδή των εδαφών ανατολικά της Βαβυλώνας. Ωστόσο, το ισχυρότερο πρόσωπο στην αυλή της Αντιόχειας ήταν ο «επί των πραγμάτων» (σαν να λέμε πρωθυπουργός) Ερμίας, ο οποίος πρέπει να κατείχε το αξίωμά του ήδη από τα χρόνια του Σέλευκου Β΄. Η βουλιμία του να ελέγξει με απόλυτο τρόπο την εξουσία θα προκαλέσει σειρά από αναταράξεις. Καταρχάς, το καλοκαίρι του 222 θα στασιάσει στα Εκβάτανα ο Μόλων. Ο Αντίοχος, κατόπιν προτροπής του στρατηγού Επιγένη, θα θελήσει να καταπνίξει ο ίδιος την εξέγερση του διοικητή των Άνω Σατραπειών. Ο Ερμίας θα τον αποτρέψει: το σημαντικό είναι η ανάκτηση της Κοίλης Συρίας, της περιοχής που περιλαμβάνει τον Λίβανο, τη νότια Συρία και την Ιουδαία και την οποία κατέχουν από τα χρόνια του Τρίτου Συριακού Πόλεμου οι Λαγίδες της Αλεξάνδρειας. Όσο για τη στάση στη Μηδία, αυτή μπορεί να την αντιμετωπίσει και κάποιος από τους στρατηγούς της Αντιόχειας. Οι προτάσεις του Ερμία θα αποδειχθούν, φυσικά, εντελώς άστοχες: η εκστρατεία του 221 στην Κοίλη Συρία θα αποτύχει οικτρά, όπως ακριβώς κι ο μισθοφόρος στρατηγός Ξενοίτας, τον οποίο θα συντρίψει ο Μόλων στις όχθες του Τίγρη. Η αντίδραση του Ερμία θα είναι η αναμενόμενη από έναν ειδικό στις ραδιουργίες: θα βάλει να δολοφονήσουν τον πολιτικό του αντίπαλο Επιγένη. Αυτό θα βάλει σε υποψίες τον νεαρό Σελευκίδη, ο οποίος, για πρώτη φορά, θα αγνοήσει τις συμβουλές του Ερμία και θα στείλει ενάντια στον σατράπη της Μηδίας ένα φέρελπι νεαρό στρατηγό, τον Ζεύξι. Η πρωτοβουλία θα αποδειχθεί σωτήρια, γιατί το καλοκαίρι του 221 ο Μόλων θα συντριβεί και θα αυτοκτονήσει. Η επιτυχής έκβαση της εκστρατείας θα ενισχύσει την πεποίθηση του Αντίοχου ότι πρέπει να απαλλαγεί από τον Ερμία, του οποίου τελικά θα διατάξει τη δολοφονία.

Κι ενώ όλα έδειχναν ότι έχει αποκατασταθεί η ηρεμία στο εσωτερικό του βασιλείου, το φθινόπωρο του 220 ο Αντίοχος θα πληροφορηθεί τα πιο απροσδόκητα δυσάρεστα νέα. Ο Αχαιός, ο άνθρωπος στον οποίο ο Αντίοχος χρωστούσε τον θρόνο του, εξεγέρθηκε και ανακηρύχθηκε βασιλιάς από τον στρατό στη Λαοδίκεια της Φρυγίας. Η απόφαση του Αχαιού, που είχε αποδείξει την αφοσίωσή του στον νόμιμο διάδοχο, φαίνεται δύσκολο να εξηγηθεί. Η προσωπική φιλοδοξία, την οποία προτείνει ο Πολύβιος, φαίνεται ανεπαρκής ως αιτιολογία. Κατά πάσα πιθανότητα, το αίτιο της στάσης του Αχαιού ήταν ακριβώς η αντιπαλότητά του με τον Ερμία και η πεποίθηση ότι η επιρροή του δεύτερου έθετε σε κίνδυνο την ύπαρξη της αυτοκρατορίας. Όταν ο Αχαιός πληροφορήθηκε τη δολοφονία του Ερμία ήταν πλέον πολύ αργά για να κάνει πίσω. Σε κάθε περίπτωση, καμία από τις δύο πλευρές δεν αντέδρασε άμεσα: ο Αχαιός παρέμεινε στις Σάρδεις για να οργανώσει τις πολεμικές επιχειρήσεις κατά της Περγάμου, ενώ ο Αντίοχος έδωσε προτεραιότητα στην επιχείρηση ανάκτησης της Κοίλης Συρίας.

Τέταρτος Συριακός Πόλεμος: Πράγματι, η συγκυρία φαινόταν ευνοϊκή για μια εκστρατεία κατά των Λαγιδών. Το 221 πέθανε ο Πτολεμαίος Γ΄ Ευεργέτης, και τον διαδέχθηκε ο δεκαεφτάχρονος γιος του, ο Πτολεμαίος Φιλοπάτωρ. Ο νεαρός Λαγίδης, που είχε δάσκαλό του τον Ερατοσθένη, ήταν άπειρος και έδειχνε από νωρίς την προτίμησή του για τις πνευματικές αναζητήσεις και, κυρίως, για τις απολαύσεις της Αλεξάνδρειας. Την ουσιαστική εξουσία ασκούσαν οι αυλικοί Σωσίβιος και Αγαθοκλής. Στην αρχή, η εκστρατεία του Αντίοχου φάνηκε ότι θα είναι επιτυχής: εκμεταλλευόμενος την αδράνεια των Πτολεμαίων και την αποστασία του Θεόδοτου, του Αιτωλού μισθοφόρου στρατηγού ο οποίος διοικούσε την Κοίλη Συρία για λογαριασμό της Αλεξάνδρειας, ανέκτησε τη Σελεύκεια της Πιερίας, το επίνειο της Αντιόχειας που κατείχαν οι Λαγίδες από τα χρόνια του Τρίτου Συριακού Πολέμου. Μπροστά στον κίνδυνο εισβολής, ο Σωσίβιος οργάνωσε την οχύρωση των συνόρων της Αιγύπτου και, με περισσή οξυδέρκεια, παρέσυρε τον Αντίοχο σε διαπραγματεύσεις, οι οποίες διήρκεσαν ακριβώς όσο χρόνο απαιτούσε η οργάνωση επαρκούς και αξιόμαχου στρατεύματος, το οποίο θα περιλάμβανε για πρώτη φορά και Αιγύπτιους «μάχιμους» οπλίτες. Όταν ο Αντίοχος κατάλαβε ότι οι διαπραγματεύσεις αποτελούσαν παγίδα, ήταν πλέον αργά. Στο τέλος της άνοιξης του 217 ο Φιλοπάτωρ ξεκίνησε από την Αλεξάνδρεια με 75.000 άνδρες. Η αποφασιστική μάχη δόθηκε στις 23 Ιουνίου του 217 στη Ράφια, στο νότιο άκρο της Παλαιστίνης. Ο Αντίοχος επιχείρησε να καταδιώξει το ιππικό του Πτολεμαίου, κίνηση που παρέσυρε και τη φάλαγγά του. Καθώς το πεζικό του Αντίοχου άφησε τις θέσεις του και έχασε τη συνοχή του ηττήθηκε κατά κράτος από την «αιγυπτιακή» φάλαγγα. Ο Φιλοπάτωρ είχε σώσει την Αίγυπτο: μετά τη Ράφια ανέκτησε εύκολα την Κοίλη Συρία, χωρίς όμως να επιχειρήσει να εισβάλει στο εσωτερικό του βασιλείου του αντιπάλου του. Ο Αντίοχος, μάλιστα, κατάφερε να κρατήσει τη Σελεύκεια. Άρα, είχε κάποιο κέρδος σε σύγκριση με την προ του πολέμου κατάσταση, πλην όμως είχε αποτύχει όσον αφορά τον κύριο σκοπό του.

Παρά την ήτττα, ο Αντίοχος είχε ετοιμοπόλεμες αρκετές δυνάμεις ώστε να επιχειρήσει να καταστείλει τη στάση του Αχαιού. Για τον σκοπό αυτό, δεν δίστασε να συμμαχήσει με τον μισητό εχθρό, τον Άτταλο Α΄ της Περγάμου. Αφού το 216 πέρασε την οροσειρά του Ταύρου, προέλασε χωρίς να συναντήσει αντίσταση μέχρι τη Λυδία και το 215 κατέλαβε τις Σάρδεις: ο Αχαιός οχυρώθηκε στην ακρόπολη της πόλης, απ΄ όπου αντιστάθηκε για δύο χρόνια, μέχρι τελικά να τον νικήσει ο Αντίοχος και να διατάξει την εκτέλεσή του. Ο Ζεύξις θα αναλάβει πλέον τη γενική διοίκηση των σατραπειών της Μικράς Ασίας και ο Αντίοχος θα συνεχίσει τις προσπάθειές του με νέο στόχο.

Η Ανάβαση του Αντίοχου: Το σχέδιο του Αντίοχου είναι σαφές: θέλει να αποκαταστήσει τα σύνορα του βασιλείου του όπως αυτά είχαν στα χρόνια του Σέλευκου Α΄: δηλαδή εκτός από την Κοίλη Συρία, τη Μικρά Ασία και τη Θράκη πρέπει να ανακτήσει και τα εδάφη που χάθηκαν στα ανατολικά. Πράγματι, η κατάσταση στις Άνω Σατραπείες είναι εξαιρετικά ανησυχητική: πέρα από την πάντα πιστή Βαβυλωνία, οι Σελευκίδες ελέγχουν πλέον μόνο την Ελυμαΐδα και τη Μηδία. Η Παρθία-Υρκανία έχει καταληφθεί από τους νομάδες που θα πάρουν το όνομα Πάρθοι. Η Περσίδα, η Γεδρωσία και η Καρμανία εξεγείρονται συνεχώς και έχουν ξεφύγει από τον έλεγχο της Αντιόχειας. Η Βακτριανή, μαζί με τη Σογδιανή και την Αρία, αποτελεί πια ανεξάρτητο ελληνιστικό βασίλειο, από τα χρόνια του Διόδοτου.

Η «Ανάβαση» του Αντίοχου ξεκινά το 212 π.Χ. με μια εκστρατεία κατά της Αρμενίας: ο Ιρανός μονάρχης της, ο Ξέρξης, δηλώνει υποτέλεια στον Αντίοχο. Ο βασιλιάς παραμένει το διάστημα 211-210 στη Μηδία, προσπαθώντας να συλλέξει τους απαραίτητους πόρους για τη χρηματοδότηση της εκστρατείας. Φτάνει ως το σημείο να υπεξαιρέσει το θησαυρό του ναού της Αναΐτιδος (Αναχίτα) στα Εκβάτανα. Έπειτα, ξεκινά το 209 να αντιμετωπίσει τους Πάρθους. Ο μονάρχης τους, ο Αρσάκης Β΄, θα αναγκαστεί, μετά από μερικές ήττες στα πεδία των μαχών, να συνάψει συνθήκη με τον Αντίοχο, αποδεχόμενος τον όρο να αφήσει ελεύθερη την εμπορική οδό που επιτρέπει την επικοινωνία μεταξύ του δυτικού και του ανατολικού τμήματος της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών. Το 208, ο Σελευκίδης μονάρχης θα επιτεθεί κατά του Ευθύδημου της Βακτριανής, τον οποίο θα πολιορκήσει στην πρωτεύουσά του, τα Βάκτρα. Η πολιορκία θα κρατήσει δύο χρόνια. Ο Αντίοχος δεν θα πετύχει να καταλάβει την ακρόπολη και τελικά θα προτιμήσει να συνάψει συνθήκη με τον ηγεμόνα της Βακτριανής, ο οποίος θα αναγνωρίσει τον Σελευκίδη ως επικυρίαρχό του. Στη συνέχεια, ο Αντίοχος θα προχωρήσει ως τους Παροπαμισάδες και την Αραχωσία, όπου θα αποσπάσει τις δηλώσεις υποτέλειας κάποιων Ινδών βασιλίσκων. Θα επιστρέψει στη βάση του από το Νότο, μέσω των ακτών του Περσικού Κόλπου και της Αραβίας, μαζεύοντας λάφυρα. Μολονότι, επί της ουσίας και σε σχέση με τον αρχικό στόχο, η Ανάβαση του Αντίοχου είχε σχετική μόνο επιτυχία, υπήρξε οικονομικά επικερδής και από άποψη προπαγάνδας εξαιρετικά σημαντική. Όπως αναφέρει και ο Πολύβιος στο τέλος του ενδέκατου βιβλίου του: «Τὸ μὲν οὖν πέρας τῆς εἰς τοὺς ἄνω τόπους στρατείας Ἀντιόχου τοιαύτην ἔλαβε τὴν συντέλειαν, δι᾽ ἧς οὐ μόνον τοὺς ἄνω σατράπας ὑπηκόους ἐποιήσατο τῆς ἰδίας ἀρχῆς, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐπιθαλαττίους πόλεις καὶ τοὺς ἐπὶ τάδε τοῦ Ταύρου δυνάστας, καὶ συλλήβδην ἠσφαλίσατο τὴν βασιλείαν, καταπληξάμενος τῇ τόλμῃ καὶ φιλοπονίᾳ πάντας τοὺς ὑποταττομένους: διὰ γὰρ ταύτης τῆς στρατείας ἄξιος ἐφάνη τῆς βασιλείας οὐ μόνον τοῖς κατὰ τὴν Ἀσίαν, ἀλλὰ καὶ τοῖς κατὰ τὴν Εὐρώπην». Μετά την ολοκλήρωση της Αναβάσεως, ο Αντίοχος παίρνει τον τίτλο «Βασιλεύς Μέγας», και μπορεί να στραφεί στην ανάκτηση της Κοίλης Συρίας.

Πέμπτος Συριακός Πόλεμος και ανάκτηση της Κοίλης Συρίας: Κατά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του, ο Πτολεμαίος Φιλοπάτωρ αδιαφόρησε εντελώς για τις κρατικές υποθέσεις, των οποίων τη διαχείριση είχε αφήσει στο δίδυμο Σωσίβιου-Αγαθοκλή. Το καλοκαίρι του 204 ο Φιλοπάτωρ πεθαίνει σε ηλικία μικρότερη των 35 ετών και τον διαδέχεται ο ανήλικος γιος του, ο Πτολεμαίος Ε΄, ο λεγόμενος και Επιφανής. Κανονικά την αντιβασιλεία πρέπει να την ασκήσει η Αρσινόη, η μητέρα του ανήλικου βασιλιά, πλην όμως θα δολοφονηθεί από τον Αγαθοκλή. Η πολιτική αστάθεια στην Αλεξάνδρεια παρέχει στον Αντίοχο μια εξαιρετική ευκαιρία για να επιτύχει τα επεκτατικά σχέδιά του. Τον χειμώνα του 203-202, θα συνάψει συμμαχία με τον Φίλιππο Ε΄ της Μακεδονίας, με αντικείμενο τη διανομή των κτήσεων του κράτους των Λαγιδών. Έπειτα, θα συγκεντρώσει στρατεύματα και θα εισβάλει στην Κοίλη Συρία. Ο Πέμπτος Συριακός Πόλεμος θα εκπληρώσει όλες τις προσδοκίες του Αντίοχου. Ο στρατός του θα κάνει περίπατο μέχρι τη Γάζα, όπου και θα συγκρουσθεί με τον Αιτωλό Σκόπα, που διοικεί τα πτολεμαϊκά στρατεύματα. Η αντίδραση αυτή απλώς θα καθυστερήσει το μοιραίο για την Αλεξάνδρεια. Δεν πρόκειται να υπάρξει άλλη Ράφια. Στην αποφασιστική αναμέτρηση που θα δοθεί στο Πάνιον το 200 π.Χ., ο Αντίοχος θα πετύχει συντριπτική νίκη. Όλη η Κοίλη Συρία μέχρι και την Ιουδαία θα καταστεί μέρος της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών.

Έχοντας επιτύχει κατά τα δύο τρίτα τους στόχους του, ο Αντίοχος είναι ελεύθερος να στρέψει τις βλέψεις του προς τη Δύση. Πρώτα η Μικρά Ασία, έπειτα η Ευρώπη. Εκείνη τη χρονική στιγμή, δεν είναι δυνατό να υποψιασθεί ότι η προσπάθειά του θα προσκρούσει στην αρτιότερη πολεμική μηχανή που θα γνώριζε η Αρχαιότητα.

Περιηγήσεις στην Αλσατία: Κολμάρ

Νοέμβριος 17, 2009
 
 
478
Colmar – La Petite Venise

Την Αλσατία την ερωτεύτηκα τα χρόνια που ζούσα στο Στρασβούργο. Πέρα από τα φυσικά τοπία της (τα Βόσγια, τις πεδιάδες, τα δάση που φαντάζουν ακόμη πιο όμορφα σε έναν άνθρωπο της Μεσογείου), το πιο εντυπωσιακό ήταν οι πόλεις και τα χωριά της που στα κτίριά τους έφεραν ανάγλυφη την ιστορία αιώνων. Μαζί και η εξαίρετη κουζίνα της, ακόμη και για κάποιον που δεν εκτιμά ιδιαίτερα τις «εμβληματικές» σπεσιαλιτέ της περιοχής, όπως το σουκρούτ, το μπαικόφφ ή το ζαμποννώ, και τα δροσερά κρασιά της από το ρίσλινγκ ως το πινό νουάρ. Η Αλσατία μπορεί να μην είναι ακριβώς Γαλλία (αν και, πέντε χρόνια στο Στρασβούργο, όπου μεγάλο τμήμα του πληθυσμού δεν είναι αλσατικής καταγωγής, ποτέ δεν ένιωσα να ζω κάπου αλλού εκτός από τη Γαλλία. Σπανιότατα άκουγα αλσατικά στο δρόμο και, σχεδόν πάντα, από ανθρώπους μεγάλης ηλικίας. Πολλές φορές, μόνο το ντεκόρ έμοιαζε ακαθόριστα γερμανικό), δεν είναι πάντως και Γερμανία. Έχει τη δική της ταυτότητα: τόσο στους Γάλλους όσο και στους Γερμανούς χαρίζει ένα οικείο περιβάλλον με συγκρατημένες δόσεις εξωτισμού. Οι Γάλλοι, χωρίς να περάσουν σύνορα και χωρίς να χρειάζεται να μιλήσουν μια ξένη γλώσσα, βρίσκονται σε ένα διαφορετικό τόπο που τους προσφέρει μερικά από τα ωραιότερα δείγματα της μεσαιωνικής και αναγεννησιακής γερμανικής αρχιτεκτονικής. Οι Γερμανοί περνούν σύνορα, αλλά έχουν τη δυνατότητα να συνεννοηθούν στη γλώσσα τους και να περιπλανηθούν σε γνώριμο χώρο, συναντώντας όμως την τυπικά γαλλική νοοτροπία ευζωΐας, και, κυρίως, να ξαναβρούν ένα αστικό τοπίο που στη χώρα τους καταστράφηκε για πάντα από τις βόμβες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και οι μεν και οι δε θα βρεθούν σε πόλεις και χωριά που άνετα θα μπορούσαν να αποτελέσουν το σκηνικό για παραμύθια των αδελφών Γκριμμ. Ειδικά για το Στρασβούργο θα μπορούσα να γράψω χιλιάδες κείμενα και πάλι θα είχα τη βεβαιότητα ότι δεν θα κατάφερνα να εκφράσω εύστοχα αυτά που νιώθω μέσα μου. Θα πρέπει νάταν τα φθινοπωρικά βράδια όταν πλησιάζοντας τις όχθες του Ιλλ αντίκριζες τη σιλουέτα του καθεδρικού να προβάλλει μέσα από την ομίχλη. Ή, ίσως, η γλυκιά ραθυμία των καλοκαιρινών απομεσήμερων στα καφέ της Μαρσέ Γκαγιώ ή οι περίπατοι στα κανάλια της Πετίτ Φρανς, εκεί που ο χρόνος πρέπει να σταμάτησε στις αρχές του 17ου αιώνα. Σίγουρα, ήταν η απερίγραπτη ομορφιά του καθεδρικού, αυτού του διαμαντιού της τέχνης που κατά σύμβαση αποκαλούμε «γοτθική».

 

Αφού λοιπόν δεν ταχθήκαμε για τα μεγάλα, ας στραφούμε σε ένα στόχο πιο βατό, αλλά διόλου αμελητέο, τη δεύτερη σε ιστορική σπουδαιότητα πόλη της Αλσατίας, το Κολμάρ.

470
Maison des Têtes

Κολμάρ: Με λίγο περισσότερους από 65.οοο κατοίκους, το Κολμάρ είναι η πρωτεύουσα του γαλλικού νομού του Άνω Ρήνου («Άνω» σύμφωνα με τον ρου του ποταμού, μια και η νότια Αλσατία είναι πιο κοντά στις πηγές του), μολονότι δεν έχει ούτε τον μισό πληθυσμό της Μυλούζ, και για ιστορικούς λόγους έδρα του εφετείου της περιφέρειας της Αλσατίας, μολονότι το Στρασβούργο έχει σχεδόν οχταπλάσιο πληθυσμό. Η πόλη είναι απίστευτα γραφική: το ιστορικό της κέντρο είναι πιο «μαζεμένο» από το αντίστοιχο του Στρασβούργου και μπορεί να το γυρίσει κανείς άνετα με τα πόδια, δεν είναι όμως και μικρό. Διαθέτει μέγαρα του 16ου, του 17ου και του 18ου αιώνα, όπως το εξαίσιο αναγεννησιακό αρχιτεκτόνημα του Maison des Têtes (χτισμένο το 1609 για λογαριασμό του εμπόρου Άντον Μπύργκερ) ή το αρχοντικό Πφίστερ, ίσως το χαρακτηριστικότερο δείγμα αλσατικού μεγάρου (το έχτισε το 1537 ο έμπορος Λουδοβίκος Σέρερ από τη Μπεζανσόν, το σημερινό όνομα οφείλεται σε κάποιον από τους ιδιοκτήτες του σπιτιού κατά τον 19ο αιώνα). Αμέτρητα αλσατικά maisons à colombages (δηλαδή σπίτια με σκελετό από ξύλινα δοκάρια, τα οποία είναι εξωτερικώς ορατά). Σημαντικές γοτθικές εκκλησίες, όπως ο Άγιος Μαρτίνος ή η λιτή εκκλησία των Δομηνικανών. Κάμποσα μπαρόκ οικοδομήματα από τα χρόνια της γαλλικής κυριαρχίας στην Αλσατία και, γύρω από το ιστορικό κέντρο, πολλά δημόσια κτίρια, περισσότερο ή λιγότερο μνημειακού χαρακτήρα, που οφείλονται στους Γερμανούς, μια και χτίστηκαν στο διάστημα 1871-1918, όταν η Αλσατία αποτελούσε τμήμα του γερμανικού Ράιχ. Υπάρχει ακόμη η «Μικρή Βενετία», η οποία θα φανεί απίστευτα μικρή σε όποιον έχει επισκεφτεί τις πολυάριθμες «Βενετίες» του ευρωπαϊκού Βορρά από τη Μπρυζ και το Άμστερνταμ ως τη Στοκχόλμη, δεν παύει, όμως, να είναι αληθινά όμορφη. Και φυσικά πολλά, πάρα πολλά γλυπτά του διασημότερου τέκνου του Κολμάρ, του Αυγούστου Μπαρτολντί, δημιουργού, μεταξύ άλλων, του Αγάλματος της Ελευθερίας στη Νέα Υόρκη. Τέλος, η πόλη διαθέτει ένα από τα σημαντικότερα επαρχιακά μουσεία της Γαλλίας: το Μουσείο Ουντερλίντεν στεγάζεται σε ένα μεσαιωνικό κοινόβιο γυναικών μοναχών που εντάχθηκαν στο τάγμα των Δομηνικανών και ανάμεσα στα εκθέματά του καταλέγονται αρκετοί θησαυροί της μεσαιωνικής και αναγεννησιακής τέχνης της περιοχής του Ρήνου, μεταξύ των οποίων έργα των Μάρτιν Σονγκάουερ, Γιοστ Χάλλερ, Χανς Χόλμπαϊν, Λούκας Κράναχ και Άλμπρεχτ Ντύρερ. Το κύριο έκθεμα του, όμως, είναι το απόλυτο αριστούργημα του ύστερου αλσατικού Μεσαίωνα, το πολύπτυχο του Ίσσενχάιμ, έργο του Ματίας Γκρύνεβαλντ, ενός ζωγράφου για τη ζωή του οποίου αγνοούμε σχεδόν τα πάντα.

IsenheimerAltar

 Λίγη ιστορία: Το Κολμάρ αναφέρεται για πρώτη φορά (με το λατινικό όνομά του Columbarium, σαν να λέμε δηλαδή περιστερώνας) το 832 σε μια δωρεά του Λουδοβίκου, γιου και διαδόχου του Καρλομάγνου. Πρόκειται, συνεπώς, για βασιλική ιδιοκτησία, αλλά δεν ξέρουμε αν ανάγεται στους Μεροβίγγειους Φράγκους βασιλείς ή στα χρόνια του Καρλομάγνου. Η ύπαρξη του βασιλικού κτήματος θα αποτελέσει την αιτία της δημιουργίας οικισμού ο οποίος αναπτύσσεται σταδιακά κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Γύρω στα 1220, ο Γερμανός αυτοκράτορας και βασιλιάς της Σικελίας Φρειδερίκος ο Β΄, του οίκου των Χοχενστάουφεν, θα αναγνωρίσει το Κολμάρ ως ελεύθερη αυτοκρατορική πόλη. Η πόλη οργανώνεται ως αστική ολιγαρχία και γνωρίζει οικονομική ακμή, κυρίως χάρη στο εμπόριο κρασιού. Αντιθέτως προς τα ρωμαϊκά ή τα νεότερα χρόνια, ο Ρήνος κατά τον Μεσαίωνα είναι ένας εμπορικός δρόμος που ενώνει τους λαούς. Η Αλσατία έχει την τύχη να βρίσκεται ακριβώς πάνω στην οδό που συνδέει την Ιταλία με τη Γερμανία, τη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες. Μια απόφαση που εξέδωσε το 1278 στη Βιέννη ο Ροδόλφος των Αψβούργων καταγράφει – με αρκετά ακατάστατο τρόπο – τα διοικητικά και φορολογικά προνόμια της πόλης, τον τρόπο διακυβέρνησής της και τις διατάξεις αστικού και ποινικού δικαίου που ισχύουν στην πόλη και στα εδάφη που κατέχει. Το Κολμάρ διοικείται από συμβούλιο αστών, οι οποίοι απολαύουν διαφόρων προνομίων, όπως της δυνατότητας να κατέχουν φέουδα. Στην προσπάθειά τους να διασφαλίσουν την αυτονομία τους έναντι των διαφόρων φεουδαρχών της περιοχής, αλλά και της μεγάλης τοπικής δύναμης, δηλαδή του Στρασβούργου, δέκα αλσατικές πόλεις (Κολμάρ, Αγκνώ, Βισσεμπούρ, Ροσάιμ, Ομπερναί, Σελεστά, Κάυζερσμπεργκ, Μύνστερ, Τυρκάιμ και Μυλούζ) ιδρύουν το 1354 την αλσατική Δεκάπολη, χαλαρή ομοσπονδία που μας θυμίζει κάπως τις συμπολιτείες των ελληνιστικών χρόνων. Η ένωση εγκρίνεται από τον Γερμανό Αυτοκράτορα Κάρολο τον Δ΄, ο οποίος αναγνωρίζεται ως επικυρίαρχος των πόλεων και ορίζει ως τοποτηρητή του έναν μεγάλο βαΐλο (Landvogt) με έδρα το Αγκνώ. Το Κολμάρ γνωρίζει οικονομική ανάπτυξη και πολιτική ακμή μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα. Αντίθετα με το Στρασβούργο, που γρήγορα θα γίνει προτεσταντικό, το Κολμάρ δεν θα δεχθεί το προτεσταντικό δόγμα παρά μόνο το 1575 και με πολλούς δισταγμούς και επιφυλάξεις.
Ο Τριακονταετής Πόλεμος, πέρα από τις απερίγραπτες καταστροφές που θα προξενήσει, θα αποτελέσει το οριστικό τέλος της αυτόνομης Αλσατίας. Με τις συνθήκες της Βεστφαλίας (μνημείο διπλωματικής ασάφειας) το 1648 το Κολμάρ και τα υπόλοιπα μέλη της Δεκαπόλεως θα παραμείνουν τυπικά «πόλεις της αυτοκρατορίας», πλην όμως το μεγαλύτερο τμήμα της Αλσατίας και μαζί η θέση του μεγάλου βαΐλου της θα περιέλθουν στον Γάλλο βασιλέα. Το Κολμάρ θα παλέψει με κάθε μέσο να περισώσει την αυτονομία του, μάταια, όμως, καθώς με τη συνθήκη του Νεϊμέχεν, το 1679, θα γίνει «γαλλική βασιλική πόλη». Θα ακολουθήσουν δύο αιώνες γαλλικής κυριαρχίας, κατά τη διάρκεια της οποίας οι θρησκευτικές ισορροπίες θα ανατραπούν στην Αλσατία υπέρ των καθολικών (ειδικά το Κολμάρ, πάντως, ποτέ δεν έπαψε να είναι κατά πλειοψηφία καθολικό). Ο γλωσσικός και πολιτιστικός εκγαλλισμός είναι μάλλον σταδιακός και όχι εξαιρετικά βίαιος, καθώς το γαλλικό στέμμα έχει τον πολιτικό ρεαλισμό να αναγνωρίσει τις ιδιαιτερότητες της νέας του κτήσης. Η επόμενη ανατροπή θα έρθει το 1871 με τη γαλλική ήττα στον Γαλλοπρωσικό πόλεμο: η Αλσατία γίνεται γερμανική. Η προσπάθεια εκγερμανισμού είναι πολύ πιο απότομη και προσκρούει στην αντίδραση των Αλσατών, όπως περιγράφει με μάλλον «αθώο» ύφος στα έργα του ο Αλσατός σκιτσογράφος και συγγραφέας Ζαν-Ζακ Βαλτς, γνωστότερος με το ψευδώνυμο Χάνσι. Πάντως, η γερμανική κατοχή θα αφήσει παρακαταθήκη στο Κολμάρ σειρά δημοσίων κτιρίων και σύγχρονες υποδομές. Η ήττα των Γερμανών στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο θα ξανακάνει την Αλσατία γαλλική: ο γαλλικός στρατός θα μπεί θριαμβευτικά στο Κολμάρ στις 18.11.1918. Αυτή τη φορά η αδεξιότητα είναι γαλλική, καθώς η γαλλική κυβέρνηση θα επιχειρήσει να εναρμονίσει άγαρμπα το νομικό καθεστώς της Αλσατίας με αυτό της Γαλλίας, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις, ιδίως όσον αφορά τον σεβασμό της θρησκευτικής ιδιαιτερότητας των Αλσατών. Το έργο της ανατροπής θα ξαναπαιχτεί με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: τον Ιούνιο του 1940 η Αλσατία και το Κολμάρ ξαναγίνονται τμήμα του γερμανικού Ράιχ, μέχρι την απελευθέρωση, στις 2.2.1945. Το Κολμάρ θα ακολουθήσει στην εποχή μας ένα δρόμο σταθερής ανάπτυξης, με αιχμή του δόρατος τον τουρισμό, και θα προσπαθήσει να καλλιεργήσει, μάλλον επιτυχώς, το προφίλ μιας πόλης των τεχνών.    
 
 
   Η Αλσατική ιδιαιτερότητα: Εκτός από ιστορική και γλωσσική είναι και θρησκευτική. Οι περισσότεροι Αλσατοί είναι καθολικοί, υπάρχει όμως μια σημαντική προτεσταντική μειονότητα. Αν στο Κολμάρ η ελίτ είναι καθολική, στο Στρασβούργο ένα μεγάλο τμήμα της είναι προτεσταντικό: πριν σπουδάσουν σε  κάποια από τις γαλλικές Grandes Ecoles και σταδιοδρομήσουν στη γαλλική δημόσια διοίκηση ή στην πολιτική, οι γόνοι της προτεσταντικής καλής κοινωνίας αποφοιτούν οπωσδήποτε από την προτεσταντική θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου (παράδειγμα η σοσιαλίστρια πρώην υπουργός πολιτισμού και πρώην δήμαρχος της πόλης Κατρίν Τρωτμάνν). Επίσης στην Αλσατία δεν ισχύει, όπως στην υπόλοιπη Γαλλία ο απόλυτος διαχωρισμός Κράτους και Εκκλησίας, ο οποίος επιβλήθηκε το 1905, εποχή δηλαδή κατά την οποία η Αλσατία αποτελούσε γερμανικό έδαφος. Στη Αλσατία ισχύει πάντα το κονκορδάτο που συνάφθηκε το 1801 μεταξύ του Ναπολέοντα και του πάπα Πίου του Ζ΄. Οι ιερείς, καθολικοί και προτεστάντες, μισθοδοτούνται από το γαλλικό Δημόσιο, το οποίο καλύπτει και το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού των αντίστοιχων Εκκλησιών.
 
Οι «αστικοί μύθοι» του Κολμάρ: Αστικοί μύθοι όχι με τη σύγχρονη σημασία του όρου, αλλά υπό την έννοια των ιστοριών των οποίων η σημασία μεγεθύνεται (και σε κάποιο βαθμό μεταλλάσσεται) έτσι ώστε να αποτελέσουν συστατικά στοιχεία της ταυτότητας μιας πόλης. Το Κολμάρ έχει δύο τουλάχιστον τέτοιες ιστορίες.
 
1. Ιωάννης Ρέσσελμανν: γιος βυρσοδέψη, ο Ρέσσελμανν ηγείται του δημοτικού συμβουλίου του Κολμάρ και προσπαθεί με κάθε μέσο (κυρίως συμμαχώντας με τους Αψβούργους) να διασφαλίσει την αυτονομία της πόλης, την οποία επιβουλεύεται ο επίσκοπος του Στρασβούργου. Το 1262, οι στρατιώτες του επίσκοπου μπαίνουν με τέχνασμα στην πόλη: ο Ρέσσελμανν μάχεται ηρωϊκά και απωθεί την επίθεση θυσιάζοντας τη ζωή του. Όταν το 1882 ο Μπαρτολντί φιλοτεχνεί για την πόλη του το άγαλμα του Ρέσσελμμαν (βλ. φωτό), του δίνει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του Ηρακλή Παγιεριμχόφφ, δηλαδή του δήμαρχου της πόλης τον οποίο καθαίρεσαν οι Γερμανοί το 1877, επειδή αρνήθηκε να συνεργαστεί μαζί τους.
 
2. Λάζαρος του Σβέντι:  Ο Βαρόνος Λάζαρος του Σβέντι ήταν ευγενής της περιοχής (το κάστρο του βρίσκεται περίπου 10 χιλιόμετρα νότια του Κολμάρ), ο οποίος, στα μέσα του 16ου αιώνα, υπήρξε σύμβουλος και στρατηγός του Μαξιμιλιανού του Β΄ των Αψβούργων. Σύμφωνα με το μύθο, μετά από μια εκστρατεία κατά των Τούρκων στην Ουγγαρία, ο Σβέντι έφερε στην Αλσατία την ποικιλία τόκαϋ. Στην πραγματικότητα, το αλσατικό τοκάϋ δεν είναι παρά πινό γκρι, η καλλιέργεια του οποίου στην περιοχή ανάγεται στους πρώτους αιώνες του Μεσαίωνα, και δεν έχει καμιά σχέση με τη γνωστή ουγγρική ποικιλία σταφυλιών (και κρασιού). Εξάλλου, μετά την προσχώρηση της Ουγγαρίας στην ΕΕ και μια σύντομη μεταβατική περίοδο τα αλσατικά κρασιά που παράγονται από πινό γκρι δεν μπορούν πια να φέρουν την ονομασία «tokay».
 
 
 
Αυτά, τα όχι λίγα, για το Κολμάρ. Για την Αλσατία, όμως, θα επανέλθουμε σύντομα. 
 

ΟΙ ΝΟΡΜΑΝΔΟΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑ – μέρος IV

Νοέμβριος 11, 2009

 Μετά τις απαρχές της νορμανδικής εγκατάστασης στην Κάτω Ιταλία και την εποποιία του Ροβέρτου Γισκάρδου, παρακολουθήσαμε, στο τρίτο μέρος της διήγησης, την ολοκλήρωση της κατάκτησης της Σικελίας και τα πρώτα χρόνια της κυριαρχίας του Ρογήρου του Β΄ μέχρι το χρονικό σημείο της στέψης του στο Παλέρμο ως βασιλιά της Σικελίας, δούκα της Απουλίας και πρίγκιπα της Καπύης. Παρά τη φαινομενική παντοδυναμία του, ο Νορμανδός μονάρχης θα κληθεί πολύ σύντομα να αντιμετωπίσει απίστευτες δυσκολίες. Δύο είναι τα καθοριστικά δεδομένα: πρώτον, η ταραχώδης φύση των Νορμανδών βαρόνων, οι οποίοι περιμένουν την παραμικρή ευκαιρία για να εξεγερθούν, και, δεύτερον, η αστάθεια της διεθνούς πολιτικής σκηνής, λόγω του παπικού σχίσματος μεταξύ Ιννοκέντιου και Ανακλήτου. Ενώ, ο δεύτερος υποστηρίζεται ουσιαστικά μόνον από τον Ρογήρο, ο Ιννοκέντιος καταφέρνει να αποσπάσει τη στήριξη τόσο του Γάλλου βασιλιά όσο και του Γερμανού αυτοκράτορα. Η υπεροχή αυτή του Ιννοκέντιου ενισχύει τις αποσχιστικές τάσεις στο εσωτερικό του βασιλείου του Ρογήρου και σταδιακά θα οδηγήσει σε μια γενικευμένη εξέγερση κατά της εξουσίας του οίκου των Ωτβίλλ.

Κι όμως, η πρώτη σπίθα της φωτιάς έσβησε πολύ γρήγορα. Λίγους μήνες μετά τη στέψη στο Παλέρμο, εξεγέρθηκε κατά του Ρογήρου το Αμάλφι. Ο βασιλιάς αντέδρασε αστραπιαία και οι Αμαλφιτάνοι συνθηκολόγησαν γρήγορα. Έντρομος ο δούκας της Νάπολης Σέργιος ο Ζ΄ έσπευσε να δηλώσει υποτέλεια στον Νορμανδό. Τα δυσκολότερα άρχισαν όταν έγινε γνωστό ότι ο Ιννοκέντιος, υποστηριζόμενος από τον Γερμανό αυτοκράτορα Λοθάριο τον Γ΄, βάδιζε με στρατεύματα κατά της Ρώμης. Ο Ανάκλητος θα ζητήσει βοήθεια από τον Ρογήρο, ο οποίος θα του στείλει ενισχύσεις υπό τον Ραινόλφ της Αλίφε. Το πρόσωπο αξίζει την προσοχή μας, γιατί στα επόμενα χρόνια πρόκειται να ηγηθεί της εξέγερσης. Είναι γαμπρός του Ρογήρου, αλλά οι μεταξύ τους σχέσεις είναι λεπτές: η Ματθίλδη, η αδελφή του Ρογήρου, μόλις έχει εγκαταλείψει τον νόμιμο σύζυγό της παραπονούμενη ότι αυτός την κακομεταχειρίζεται. Παράλληλα, ο Ρογήρος υποπίπτει σε ένα σφάλμα: κατά παράβαση κάθε φεουδαλικού εθίμου κι ενώ ο άρχοντας της Αλίφε βαδίζει προς τη Ρώμη, ο Ρογήρος προσαρτά τα φέουδα του αδελφού του Ραινόλφ, του Ριχάρδου. Η κατάσταση επιδεινώνεται, καθώς οι ταραχές γενικεύονται. Στην Απουλία εξεγείρονται ο Γριμοάλδος του Μπάρι και ο Τανκρέδος του Κονβερσάνο. Κι ενώ αυτούς τους δυο ο Ρογήρος θα τους συντρίψει μάλλον εύκολα την άνοιξη του 1132, η εξέγερση στην Καμπανία θα πάρει πιο επικίνδυνη τροπή. Ο Ραινόλφ θα βρει ένα σπουδαίο σύμμαχο στο πρόσωπο του Ροβέρτου του Β΄ της Καπύης, του άρχοντα που είχε διεκδικήσει παλιότερα μαζί με τον Ρογήρο τη διαδοχή του δουκάτου της Απουλίας. Ροβέρτος και Ραινόλφ συγκεντρώνουν αξιόμαχο στράτευμα και αναγκάζουν τον Ρογήρο να δώσει μάχη στις όχθες του Σάρνου, στις 25 Ιουλίου 1132. Η σύγκρουση είναι αμφίρροπη, αλλά τελικά ο Ρογήρος θα ηττηθεί και θα υποχωρήσει στη Σικελία. Η επικράτηση του συνασπισμού των εξεγερμένων βαρόνων και των υποστηρικτών του Ιννοκέντιου φαίνεται να κερδίζει τη σύγκρουση. Τον Ιούνιο του 1133, ο Ιννοκέντιος θα στέψει με κάθε επισημότητα τον Λοθάριο ως αυτοκράτορα, παρουσία του Ροβέρτου και του άρχοντα της Αλίφε. Κι όμως, ο Ρογήρος θα κατορθώσει να αντεπιτεθεί και να ανατρέψει την κατάσταση: το ίδιο καλοκαίρι, θα αποβιβασθεί στην Καλαβρία με στρατεύματα ως επί το πλείστον αραβικά. Αφού καταστρέψει εκ θεμελίων τη Βενόζα, θα στραφεί κατά της Απουλίας. Υποτάσσει πρώτα τα φέουδα των βαρόνων κι έπειτα τις πόλεις, τη μία μετά την άλλη: Τρόια, Μέλφι, Άσκολι. Την άνοιξη του 1134 θα ολοκληρώσει επιτυχώς την επιχείρηση, ανακτώντας την Καμπανία. Πρώτα ο Ραινόλφ κι έπειτα ο Ροβέρτος της Καπύης θα συνθηκολογήσουν.

Ωστόσο, το έτος 1135 δεν θα αρχίσει καλά για τον Ρογήρο. Πρώτα, θα πεθάνει η σύζυγός του, η Ελβίρα της Καστίλλης. Έπειτα, θα αρρωστήσει σοβαρά ο ίδιος. Οι συνθήκες αυτές προσφέρουν στον Ραινόλφ την ιδανική ευκαιρία για να στασιάσει εκ νέου. Ο Ρογήρος, πάντως, θα προσπαθήσει να θέσει την κατάσταση υπό έλεγχο: θα καταστρέψει την Αβέρσα και θα πολιορκήσει τη Νάπολη. Τα πολύ σοβαρά προβλήματα θα προκληθούν με την παρέμβαση του γερμανικού παράγοντα. Στο τέλος του 1136, ο Λοθάριος συγκεντρώνει ισχυρότατα στρατεύματα και περνά πάλι το Μπρέννερ. Φτάνοντας στην Ιταλία, χωρίζει τον στρατό του σε δύο τμήματα. Το ένα, υπό τον Ερρίκο της Βαυαρίας, ξεκινά να υποτάξει την Τοσκάνη και, έπειτα, να εισβάλει στην Καμπανία και την Καλαβρία. Ο ίδιος ο Λοθάριος θα βαδίσει κατά της Απουλίας. Οι επιχειρήσεις στέφονται από επιτυχία: όλη η νότια Ιταλία παραδίδεται στον αυτοκράτορα. Το Μπάρι τον υποδέχεται ως ελευθερωτή. Όλοι οι εχθροί του Ρογήρου (Ιννοκέντιος, Λοθάριος, Ροβέρτος, Ραινόλφ, Πίζα) ενώνουν τις δυνάμεις τους και καταλαμβάνουν το Σαλέρνο, τη σημαντικότερη ναυτική και στρατιωτική βάση του βασιλιά της Σικελίας. Στις αρχές του φθινοπώρου, ο Λοθάριος αισθάνεται ότι πρέπει να επιστρέψει στη Γερμανία για να ασχοληθεί με τις υποθέσεις της πατρίδας του. Ο Ρογήρος βρίσκει την ευκαιρία να αντεπιτεθεί: ανακαταλαμβάνει την Καμπανία μέχρι το Μπενεβέντο, έπειτα στρέφεται ανατολικά, αλλά οι αντίπαλοί του τον υποχρεώνουν σε μάχη βόρεια της Φότζα. Η σύγκρουση της 30ής Οκτωβρίου 1137 τελειώνει με συντριβή του Ρογήρου. Ο Νορμανδός ηγεμόνας, για δεύτερη φορά μέσα σε πέντε χρόνια, βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού. Κατά τα φαινόμενα, είναι πλέον μια τελειωμένη ιστορία.

Δύο θάνατοι, όμως, θα μεταβάλουν τα δεδομένα. Πρώτος θα πεθάνει ο διεκδικητής του παπικού θρόνου, ο Ανάκλητος ο Β΄. Στις 25 Ιανουαρίου 1138, η χριστιανοσύνη μένει με ένα μόνο πάπα, αυτόν που έχει αφορίσει τον Ρογήρο. Θεωρητικά, η κατάσταση έχει επιδεινωθεί περαιτέρω για τον Σικελό μονάρχη. Στις 30 Απριλίου 1139, όμως, πεθαίνει στην Τρόια και ο άρχοντας της Αλίφε, ο ουσιαστικός ηγέτης του συνασπισμού κατά του Ρογήρου. Ο Νορμανδός ηγεμόνας θα τα παίξει όλα για όλα. Συγκεντρώνει όσες στρατιωτικές δυνάμεις μπορεί και αναθέτει στον πρωτότοκο γιο του, που ονομάζεται κι αυτός Ρογήρος και έχει διορισθεί από τον πατέρα του δούκας της Απουλίας, να ανακαταλάβει το φέουδό του. Ο μικρός Ρογήρος τα καταφέρνει περίφημα. Παράλληλα, ο Ρογήρος ο Β΄ επιδιώκει να δώσει την αποφασιστική μάχη κατά του Ιννοκέντιου και των συμμάχων του. Στις 22 Ιουλίου 1139, συγκρούεται με τα παπικά στρατεύματα στις όχθες του Γκαριλιάνο, κοντά στο Μόντε Κασσίνο. Η μάχη τελειώνει με θρίαμβο του Ρογήρου. Ο Ιννοκέντιος βρίσκεται στο έλεος του Νορμανδού. Τρεις μέρες αργότερα, στο Μινιάνο, θα αναγνωρίσει τον Ρογήρο ως βασιλέα της Σικελίας, δούκα της Απουλίας και πρίγκιπα της Καπύης. Στις 27 Ιουλίου θα εκδοθεί και η σχετική παπική βούλα. Μετά από την εξέλιξη αυτή, όλες οι πόλεις της Κάτω Ιταλίας θα αναγνωρίσουν την κυριαρχία του Ρογήρου. Μόνο το Μπάρι θα προβάλει αντίσταση. Κατόπιν πολιορκίας θα συνθηκολογήσει και θα υποστεί φοβερά αντίποινα.

Αυτή τη φορά ο Ρογήρος ο Β΄ είναι οριστικά και αδιαφιλονίκητα ο ηγεμόνας της Κάτω Ιταλίας. Έχει πλέον τη δυνατότητα να ασχοληθεί με την οργάνωση του βασιλείου του. Το καλοκαίρι του 1140 θα συγκαλέσει τη σύνοδο του Αριάνο, όπου θα μετάσχουν οι άρχοντες, οι αξιωματούχοι και οι νομομαθείς του κράτους με σκοπό να κωδικοποιήσουν και, όπου κρίνεται αναγκαίο, να τροποποιήσουν τους νόμους του νορμανδικού βασιλείου. Οι Ασσίζες του Αριάνο αποτελούν την πληρέστερη, ίσως, κωδικοποίηση νομικών διατάξεων του Μεσαίωνα. Όπως επισημαινόταν «οι νόμοι και οι αποφάσεις του βασιλέως ισχύουν για όλους τους υπηκόους, Λατίνους, Έλληνες, Ιουδαίους και Σαρακηνούς. Ουδόλως θίγονται, όμως, τα υφιστάμενα ήθη κι έθιμα και οι νόμοι των λαών αυτών, εκτός κι αν αντιβαίνουν προδήλως στους νόμους και τις αποφάσεις του βασιλέως». Γενικά, η διοικητική οργάνωση του νορμανδικού βασιλείου φτάνει στα χρόνια αυτά στο υψηλότερο επίπεδο εξέλιξης και πληρότητας. Η γραμματεία των ανακτόρων περιλαμβάνει πλήθος μεταφραστών, δεδομένου ότι οι αποφάσεις και τα διατάγματα εκδίδονται σε πολλές γλώσσες (λατινικά, γαλλικά, ελληνικά, αραβικά, εβραϊκά) αναλόγως των αποδεκτών τους. Το πλέον χαρακτηριστικό διοικητικό όργανο είναι η dohana de secretis, πραγματικό Υπουργείο Οικονομικών και Ελεγκτικό Συνέδριο μαζί. Με όπλα ένα τέλειο κτηματολόγιο και τη λεπτομερέστερη καταγραφή των ανθρώπινων πόρων και των πλουτοπαραγωγικών πηγών του βασιλείου, η dohana μεριμνά για τον ισοβαρή καταμερισμό των φορολογικών βαρών και για την έγκαιρη είσπραξη φόρων, τελών και δασμών και ελέγχει τις δημόσιες δαπάνες.

Παράλληλα, ο Ρογήρος θέτει σε εφαρμογή την επεκτατική εξωτερική πολιτική του. Ο πρώτος στόχος δεν είναι τίποτε λιγότερο από το Βυζάντιο. Επί της αρχής, η συνύπαρξη δύο μοναρχιών που στοχεύουν θεωρητικά στην οικουμενικότητα δεν είναι δυνατή. Έτσι, το 1147, μεγάλος νορμανδικός στόλος με ναύαρχο τον Γεώργιο τον Αντιοχέα σαλπάρει από το Οτράντο: καταλαμβάνει την Κέρκυρα, περιπλέει την Πελοπόννησο και λεηλατεί τις ακτές της Εύβοιας, της Αττικής και της Βοιωτίας. Μετά τη Θήβα, λεηλατείται και η Κόρινθος. Σε επίπεδο εκφοβισμού και συλλογής πλιάτσικου, η ελληνική εκστρατεία συνιστά απόλυτη επιτυχία. Δεν πρόκειται, όμως, να οδηγήσει ούτε σε μόνιμες εδαφικές κτήσεις ούτε, φυσικά, στην ανατροπή της αυτοκρατορίας. Άλλωστε, ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός θα αντιδράσει γρήγορα και τελικά θα αναγκάσει τον στόλο του Γεώργιου σε υποχώρηση.

Πολύ πιο ουσιαστικά και με μεγαλύτερη διάρκεια είναι τα κέρδη που θα αποφέρει η πολιτική επέκτασης στην Ιφρικίγια. Ο Ρογήρος συνάπτει φιλικές σχέσεις με τους Φατιμίδες του Καΐρου και στρέφεται ενάντια στους, διπλωματικά απομονωμένους, Ζιρίδες εμίρηδες. Ήδη από το 1135 η Μαχντία είναι υποτελής στον Νορμανδό ηγεμόνα. Έπειτα, καταλαμβάνεται η νήσος Τζέρμπα, το 1146 η Τρίπολη της Λιβύης και το 1148 το Σφαξ και τα υπόλοιπα εδάφη της σημερινής Τυνησίας και βόρειας Λιβύης. Η κεντρική Μεσόγειος είναι πια, σύμφωνα με τον Γάλλο ιστορικό Πιερ Ωμπέ, «νορμανδική λίμνη». Οι αφρικανικές κτήσεις θα αποτελέσουν βασικό παράγοντα για την ανάπτυξη του εμπορίου στο νορμανδικό βασίλειο.

Πέρα από το εμπόριο και την οικονομία, η ανάπτυξη των γραμμάτων και των τεχνών συνιστά ένα ακόμη χαρακτηριστικό της νορμανδικής Σικελίας και νότιας Ιταλίας στα χρόνια του Ρογήρου του Β΄. H διαπολιτισμικότητα είναι το βασικό γνώρισμα και της πολιτιστικής άνθισης. Αφενός, οι Νορμανδοί εισήγαγαν στη Σικελία τα φραγκικά έπη και το ιπποτικό μυθιστόρημα, από το Τραγούδι του Ρολάνδου ως τον Τριστάνο και την Ιζόλδη. Είναι εντυπωσιακό ότι ακόμη και σήμερα οι ήρωες στο σικελικό θέατρο μαριονετών είναι συχνά ιππότες του Καρλομάγνου. Ταυτόχρονα, παρατηρείται μια έντονη δραστηριότητα συγγραφής χρονικών και ιστορικών κειμένων στη λατινική γλώσσα (δύο από τα σημαντικότερα χρονικά της νορμανδικής Ιταλίας είναι προγενέστερα του Ρογήρου του Β΄, καθόσον γράφτηκαν στα τέλη του 11ου αιώνα: πρόκειται για την Historia sicula του Γοδεφρείδου Μαλατέρρα, που εξιστορεί την κατάκτηση της Σικελίας από τον Ρογήρο τον Α΄, και για τα Gesta Roberti Wiscardi του Γουλιέλμου της Απουλίας,  με θέμα την εποποιία του Ροβέρτου Γισκάρδου. Ένα άλλο έργο, το Liber de regno Siciliae του Ούγου Φαλκάνδου, είναι μεταγενέστερο της βασιλείας του Ρογήρου και αφορά την περίοδο που θα μας απασχολήσει στο επόμενο μέρος). Αφετέρου, ο Ρογήρος, άριστος γνώστης της ελληνικής και της αραβικής, δημιούργησε τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη των γραμμάτων στις δύο αυτές γλώσσες.

Όσον αφορά το ελληνικό στοιχείο, ο Ρογήρος όχι μόνο συνέχισε την πολιτική της μητέρας του για την οικονομική ενίσχυση των ορθόδοξων μονών της Σικελίας και της Καλαβρίας, αλλά ενθάρρυνε στην αυλή και τη δράση διαφόρων Ελλήνων λογίων. Ανάμεσα σε αυτούς, ο θεολόγος Θεοφάνης Κεραμεύς και ο Νείλος Δοξαπατρής, μοναχός από την Καλαβρία, ο οποίος συνέγραψε μια ιστορία των πέντε Πατριαρχείων, με την οποία επιχειρεί να αποδείξει την υπεροχή του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Επίσης, δύο από τις σπουδαιότερες ελληνικές βιβλιοθήκες της εποχής ήταν αυτές των Συρακουσών και της Μεσσήνης.      

Η αραβόφωνη λογοτεχνική παραγωγή εκπροσωπείται από μια σειρά Σικελών ποιητών, όπως ο Ιμπν Ομάρ από τη Μπούτερα ή ο Αμπντ-αρ-ραχμάν από το Τράπανι. Το σημαντικότερο, όμως, αραβόφωνο έργο στα χρόνια του Ρογήρου είναι η γεωγραφία του Αλ Ιντρισί. Γεννημένος το 1100 στη Θέουτα, σπουδασμένος στην Κορδούη και πολυταξιδεμένος, ο Αλ Ιντρισί συνέταξε ένα μεγαλειώδες για τα δεδομένα της εποχής γεωγραφικό πόνημα. Στηριζόμενος στις γνώσεις του αλλά και στις πληροφορίες που συνέλεξε επί σειρά ετών (όλοι οι ναυτικοί των οποίων τα πλοία αγκυροβολούσαν σε λιμάνια του βασιλείου καλούνταν να συμπληρώσουν τα ερωτηματολόγια του Άραβα γεωγράφου), ολοκλήρωσε τον Ιανουάριο του 1154 το «Kitâb Nuzhat al-muchtâq fî ikhtirâq al-âfâq», ευλόγως γνωστότερου ως «al-kitâb al-Rudjari», δηλ. το βιβλίο του Ρογήρου. Ο άτλας συνοδευόταν από επτά χάρτες και ένα επιπεδοσφαίριο. 

Τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Ρογήρου σκιάσθηκαν από τους θανάτους αγαπημένων προσώπων. Το 1152 πέθανε πρώτα ο Γεώργιος ο Αντιοχεύς, λίγο μετά ο πρωτότοκος γιος του βασιλιά, ο δούκας της Απουλίας. Στις 26 Φεβρουαρίου 1154 πέθαινε και ο ίδιος ο μονάρχης που συνδύασε το όνομά του με το απόγειο του νορμανδικού βασιλείου της Σικελίας και Κάτω Ιταλίας. «Rogerius in Christo pius, potens rex et christianorum adjutor», «Ρογέριος ευσεβής εν Χριστώ, ισχυρός Βασιλεύς και προστάτης των χριστιανών», «Mu’adham nâsir al-nasrâniya». Ποτέ δεν θα ξαναγνωρίσει τέτοια ακμή το βασίλειο ούτε οι λαοί του θα ζήσουν ξανά σε τέτοια αρμονία.

Διάδοχος στον σικελικό θρόνο ήταν ο μεγαλύτερος επιζών γιος του Ρογήρου, ο Γουλιέλμος. Ωστόσο, ο Ρογήρος ο Β΄ θα άφηνε και μια άλλη κληρονομιά: όταν πέθανε ο ηγεμόνας, η τρίτη σύζυγός του, η Βεατρίκη, ήταν έγκυος. Η Κωνσταντία, το κορίτσι που θα γενιόταν μετά τον θάνατο του πατέρα της και θα μεγάλωνε σε ένα ορθόδοξο μοναστήρι, επρόκειτο, τριάντα χρόνια αργότερα, να καθορίσει τη μοίρα του νορμανδικού βασιλείου.  

          

ΟΙ ΝΟΡΜΑΝΔΟΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑ – μέρος ΙΙΙ

Νοέμβριος 1, 2009

Ο Ροβέρτος Γισκάρδος άφησε δύο γιους. Ο μεγαλύτερος, ο Βοημούνδος, είχε ήδη αποδείξει την αξία του κατά τη διάρκεια της εκστρατείας κατά του Βυζαντίου. Ήταν όμως γιος της Ωμπρέ, της πρώτης γυναίκας του Ροβέρτου: καθόσον ο γάμος αυτός είχε ακυρωθεί, ο Βοημούνδος δεν είχε, νομικά, δικαίωμα να διαδεχθεί τον πατέρα του. Ο Βοημούνδος θα καταφέρει να γράψει τη δική του ιστορία στο πλαίσιο της Πρώτης Σταυροφορίας, όταν θα γίνει Πρίγκιπας της Αντιόχειας και θα ιδρύσει μια νορμανδική δυναστεία που θα βασιλέψει στη βόρεια Συρία για σχεδόν δύο αιώνες. Προς το παρόν, όμως, πρέπει να αρκεσθεί στην πόλη του Τάραντα που του παραχώρησε ως φέουδο ο πατέρας του. Πράγματι, διάδοχος του Ροβέρτου θα είναι ο γιος που απέκτησε από τον δεύτερο γάμο του, ο Ρογήρος Μπόρσα. Οι πηγές μας μιλούν για έναν ευθυτενή νέο, ενάρετο και ευσεβή, με πολλά χαρίσματα. Τα γεγονότα θα καταδείξουν έναν αδύναμο χαρακτήρα που ποτέ δεν θα μπορέσει να τιθασέψει τους ταραχώδεις Νορμανδούς υποτελείς του. Η αδυναμία του Ρογήρου Μπόρσα θα συμβάλει ώστε το κέντρο βάρους της νορμανδικής εξουσίας να μετατοπιστεί προς τα νότια. Πράγματι, σε κάθε δυσκολία θα ζητήσει τη βοήθεια του θείου του, του κόμη της Σικελίας Ρογήρου. Εκείνος, με τη σειρά του, ποτέ δεν θα αρνηθεί τη βοήθειά του, αλλά με το αζημίωτο: κάθε επέμβαση του «Μεγάλου Κόμη» θα έχει ως συνέπεια και νέες παραχωρήσεις εκ μέρους του ανηψιού.

Στα δικά του εδάφη, τώρα, ο κόμης είχε ως βασικό σκοπό να ολοκληρώσει την κατάκτηση της Σικελίας. Μετά την κατάληψη του Παλέρμου, μεγάλο μέρος του νησιού παρέμενε στα χέρια των μουσουλμάνων. Με μια επίθεση διαρκείας, στην οποία διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο ο νόθος γιος του Ρογήρου, ο Ιορδάνης, ο κόμης κατέλαβε το 1084 τις Συρακούσες, το 1086 την Έννα και τον Ακράγαντα, το 1088 το οχυρό της Μπούτερα, το 1091 το Νότο και, λίγο αργότερα, το αρχιπέλαγος της Μάλτας. Ο Ρογήρος είχε από την αρχή την οξυδέρκεια να ακολουθήσει φιλική πολιτική προς τους μουσουλμάνους και ορθόδοξους υπηκόους του. Κάθε κοινότητα θα την διοικούσαν ομόθρησκοι ή ομόδοξοι άρχοντες. Επιπλέον, ο κόμης επέλεξε να διορίζει ο ίδιος τους λατίνους επισκόπους του νησιού, έτσι ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα καταπίεσης των ντόπιων πληθυσμών, τα οποία θα προκαλούσε ο υπερβάλλων ζήλος των καθολικών επισκόπων. Όλες οι προσπάθειες για να δεχθεί τον διορισμό μόνιμου παπικού λεγάτου στο νησί έπεσαν στο κενό. Αποδεχόμενος την κατάσταση, ο πάπας Ουρβανός ο Β΄υπέγραψε στο Σαλέρνο, στις 5 Ιουλίου 1098, βούλα με την οποία ονόμαζε αποστολικούς λεγάτους τους ηγεμόνες της Σικελίας. Ο Ρογήρος ήταν πλέον κοσμικός και πνευματικός ηγέτης του νησιού.

Στις 22 Ιουνίου 1101, ο κόμης πέθανε στην πρωτεύουσά του, τη Μίλητο της Καλαβρίας. Την αντιβασιλεία την ανέλαβε η τρίτη σύζυγός του, η Αδελαΐδα η Μομφερρατική, η οποία είχε χαρίσει δύο γιους στον κόμη. Ο Σίμων, ο μεγαλύτερος, επρόκειτο να πεθάνει έφηβος το 1105, οπότε διάδοχος θα ήταν ο νεότερος, ο Ρογήρος, που είχε γεννηθεί το 1093. Η Αδελαΐδα, πάντως, πήρε σημαντικές αποφάσεις κατά το χρονικό διάστημα που διοίκησε την Καλαβρία και τη Σικελία. Επέλεξε συμβούλους οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν Έλληνες από την Καλαβρία και την ανατολική Σικελία. Και μετέφερε δύο φορές την πρωτεύουσα του κράτους: πρώτα από τη Μίλητο στη Μεσσήνη και έπειτα στο Παλέρμο. Βεβαίως, συνέχισε την πολιτική ανεξιθρησκείας και ενθάρρυνσης της διαπολιτισμικότητας που είχε ακολουθήσει ο σύζυγός της: οι τίτλοι και τα αξιώματα αντικατόπτριζαν τρεις διαφορετικές παραδόσεις. Πρωτοσπαθάριοι, κατεπάνω, λογοθέτες και πρωτονοτάριοι δίπλα σε εμίρηδες, αλλά και σε μαρισκάλδους, κοντόσταυλους και βαρόνους.

Το 1111, είχε φτάσει η στιγμή να αναλάβει τις τύχες του σικελικού κράτους αυτός που θα αποδεικνυόταν ο σπουδαιότερος μονάρχης του, ο Ρογήρος ο Β΄. Ευθύς εξαρχής, έθεσε δύο μεγάλους στόχους: την κυριαρχία σε ολόκληρη τη νορμανδική Κάτω Ιταλία (ο εξάδελφός του Ρογήρος Μπόρσα πέθανε στις 22 Φεβρουαρίου της χρονιάς εκείνης και τον διαδέχθηκε ο, ακόμη πιο αδύναμος, γιος του Γουλιέλμος) και να κατακτήσει τη μουσουλμανική Βόρεια Αφρική, τα εδάφη που οι Άραβες ονόμαζαν Ιφρικίγια, μεταγράφοντας την παλιά ρωμαϊκή ονομασία της επαρχίας της Αφρικής. Μετά από μια σειρά παρεμβάσεων στις έριδες των Αράβων εμίρηδων της Τυνισίας, ο Ρογήρος αποφάσισε το 1123 να προχωρήσει σε μια σημαντική εκστρατεία κατά του ηγεμόνα της Μαχντία. Επικεφαλής του νορμανδικού στόλου τέθηκαν δύο πρόσωπα που έφεραν τον αραβικό τίτλο του εμίρη και αντιπροσώπευαν το παρόν και το μέλλον του νορμανδικού κράτους της Σικελίας. Ο γηραιότερος, ο εμίρης Χριστόδουλος ήταν είτε Έλληνας είτε εκχριστιανισμένος Άραβας της Σικελίας: τα αραβόφωνα χρονικά τον καταγράφουν, πολύ λογικά, ως Αμπντ-αρ-ραχμάν και δεν είμαστε σίγουροι ποιά εκδοχή αποτελεί μετάφραση της άλλης. Ο δεύτερος ήταν ο Γεώργιος ο Αντιοχεύς: ήταν ελληνόφωνος, από οικογένεια Μελκιτών της Βόρειας Συρίας (δηλαδή χριστιανών της ανατολής που ακολουθούσαν το ορθόδοξο δόγμα και δεν είχαν ασπασθεί τον μονοφυσιτισμό). Η οικογένειά του έπεσε σε δυσμένεια και αναγκάστηκε να φύγει από τη Συρία για να βρεθεί στη σημερινή Τυνισία. Ο Γεώργιος υπηρέτησε για κάποια χρόνια τους Ζιρίδες ηγεμόνες της Μαχντία, για λογαριασμό των οποίων άσκησε διάφορα διοικητικά καθήκοντα και, τελικά, ανέλαβε υπεύθυνος των οικονομικών. Κάποια στιγμή, μεταξύ του 1108 και του 1112, δέχθηκε την πρόταση του εμίρη Χριστόδουλου και βρέθηκε στη Σικελία για να υπηρετήσει τον οίκο των Ωτβίλλ. Ο Γεώργιος θα συνδέσει το όνομά του με την πιο ένδοξη περίοδο της νορμανδικής Σικελίας: το 1131 θα λάβει τον τίτλο του Εμίρη των Εμίρηδων (ammiratus ammiratorum) και θα γίνει πραγματικός πρωθυπουργός και ναύαρχος (όσο κι αν φαίνεται παράξενο η λέξη ammiraglio/ amiral/ admiral προέρχεται από τον εμίρη), το πρόσωπο που θα ασκεί την ουσιαστική εξουσία στο όνομα του ηγεμόνα του. Θα γίνει επίσης κτήτωρ του ναού της Παναγίας του Ναυάρχου (Santa Maria dell’Ammiraglio, γνωστότερης σήμερα ως Μαρτοράνα) στο Παλέρμο, όπου σώζονται υπέροχα ψηφιδωτά στα οποία απεικονίζονται ο Ρογήρος ο Β΄, με όλη τη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, να στέφεται από τον Χριστό και ο ίδιος ο Γεώργιος να προσκυνά την Παναγία. Ας μην προτρέχουμε, όμως: βρισκόμαστε ακόμη στα 1123 και ο Γεώργιος, δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον εμίρη Χριστόδουλο, συμμετέχει σε μια εκστρατεία που πρόκειται να εξελιχθεί σε φιάσκο. Τα νορμανδικά στρατεύματα αποβιβάζονται εν μέσω τρικυμίας, συναντούν έπειτα την ηρωϊκή αντίσταση των μουσουλμάνων υπερασπιστών της πόλης και αναγκάζονται να επιστρέψουν στα πλοία τους και να σαλπάρουν πίσω για τη Σικελία.

Ο Ρογήρος είχε μεγαλύτερη επιτυχία στο ιταλικό διπλωματικό μέτωπο. Εκεί, ο νεαρός και αδύναμος δούκας της Απουλίας Γουλιέλμος βρέθηκε από την αρχή αντιμέτωπος με ανυπέρβλητες δυσκολίες. Δίχως την υποστήριξη του πάπα Πασχάλη του Β΄, ο οποίος πέθανε το 1118, ο δούκας έπρεπε να καταστείλει τη γενικευμένη εξέγερση των Νορμανδών αρχόντων της Κάτω Ιταλίας, την οποία υποδαύλιζε ο Γερμανός αυτοκράτορας Ερρίκος ο Ε΄. Η μόνη λύση που είχε στη διάθεσή του ήταν να ζητήσει τη βοήθεια του Ρογήρου της Σικελίας. Ο Ρογήρος κατέστειλε την εξέγερση, αλλά ζήτησε και τα αντίστοιχα ανταλλάγματα: ο Γουλιέλμος παραιτήθηκε από όλες τις κτήσεις και όλα τα κυριαρχικά δικαιώματα που είχαν στην Καλαβρία και τη Σικελία οι δούκες της Απουλίας από την εποχή του Ροβέρτου Γισκάρδου. Λίγο αργότερα, το 1127, ο Γουλιέλμος πέθανε, άκληρος, στο Σαλέρνο. Ο Ρογήρος μπορούσε πια να διεκδικήσει (νόμιμα) και το δουκάτο της Κάτω Ιταλίας. Σκόνταψε, όμως, στην αδιαλλαξία του πάπα Ονώριου του Β΄: όχι μόνο οι μεταξύ τους διαπραγματεύσεις απέτυχαν, αλλά ο πάπας αποφάσισε να στέψει ως διάδοχο του Γουλιέλμου τον Ροβέρτο τον Β΄, πρίγκιπα της Καπύης. Ο Σικελός ηγεμόνας επιχείρησε να διεκδικήσει τη διαδοχή με τα όπλα: το 1129 ξεκίνησε από τη Μεσσήνη με μεγάλο εκστρατευτικό σώμα, ανάγκασε πρώτα τον πάπα να δεχθεί τις διεκδικήσεις του και στη συνέχεια καθυπόταξε όλη την Απουλία και την Καμπανία. Ο Ρογήρος είχε πετύχει τον στόχο του: επέστρεψε στο Παλέρμο ως ηγεμόνας ολόκληρης της Κάτω Ιταλίας.

Τη νύχτα της 14ης Φεβρουαρίου 1130, όμως, πέθανε κι ο πάπας Ονώριος. Το επόμενο πρωί η χριστιανοσύνη βρέθηκε να έχει δύο πάπες! Οι καρδινάλιοι είχαν χωριστεί σε δύο στρατόπεδα, αναλόγως του ποιά από τις δύο ισχυρές οικογένειες της Ρώμης υποστήριζαν. Η κλίκα των Φραντζιπάνι επέλεξε για πάπα τον καρδινάλιο Γρηγόριο Παπαρέσκι, ο οποίος πήρε το όνομα Ιννοκέντιος ο Β΄. Την ίδια ώρα, η πολυπληθέστερη κλίκα των Πιερλεόνι διάλεγε για πάπα ένα μέλος της, τον καρδινάλιο Πέτρο Πιερλεόνι, ο οποίος έλαβε το όνομα Ανάκλητος ο Β΄. Νομικά, και οι δύο εκλογές ήταν αντικανονικές. Και, φυσικά, οι πρωταγωνιστές της εποχής δεν γνώριζαν ποιόν από τους δύο θα καταγράψει η Ιστορία ως νόμιμο πάπα και ποιόν ως αντιπάπα. Απλούστατα, ο κάθε ηγεμόνας διάλεγε στρατόπεδο αναλόγως των πολιτικών υπολογισμών του. Ο Ρογήρος επέλεξε να υποστηρίξει τον Ανάκλητο, τον οποίο και συνάντησε στο Αβελλίνο τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Ο Ανάκλητος χρωστούσε φυσικά ευγνωμοσύνη στον ισχυρό ηγεμόνα: τον αναγνώρισε με κάθε επισημότητα ως βασιλέα της Σικελίας, της Καλαβρίας και της Απουλίας, καθώς και πρίγκιπα της Καπύης. Την ημέρα των Χριστουγέννων του 1130, ο Ρογήρος στεφόταν στο Παλέρμο βασιλιάς, φέροντας όλα τα σύμβολα της εξουσίας και την ενδυμασία (από τα πορφυρά καμπάγια ως το καμηλαύκι με τους πολύτιμους λίθους) ενός βυζαντινού αυτοκράτορα.

Ο Ρογήρος θα πρέπει να πίστευε ότι βρισκόταν στο απόγειο της ακμής του. Τη δόξα πράγματι θα την κατακτούσε. Αυτό, όμως, που δεν μπορούσε να γνωρίζει ήταν οι δυσκολίες που επρόκειτο να αντιμετωπίσει.


Αρέσει σε %d bloggers: