Archive for Φεβρουαρίου 2010

Μερικά πράγματα που γνωρίζουμε για την Υπατία

Φεβρουαρίου 27, 2010

Τώρα που οι περισσότεροι από εσάς έχετε ήδη δει την τελευταία ταινία του Αμενάμπαρ, τώρα που τα μισά σχεδόν ελληνικά ιστολόγια έχουν αφιερώσει αναρτήσεις στην Υπατία, τώρα που οι αντιμαχόμενες παρατάξεις (ας πούμε αντίπαλοι και φίλοι της Εκκλησίας, μια κι ακόμα δεν έχω ξεκαθαρίσει στο μυαλό μου αν όροι όπως «αντικληρικαλιστής» και  «αντικληρικός» είναι δόκιμοι) διασταύρωσαν τα ξίφη τους και τα πνεύματα έχουν κάπως ηρεμήσει, είναι καιρός να δούμε με ψυχραιμία την ιστορία αυτής της γυναίκας που για πολλούς και διάφορους λόγους έγινε, ίσως διαχρονικά, σύμβολο τόσων ιδεών και ιδεολογιών (τόσο αυτοτελώς όσο και «αντιστικτικά»): σύμβολο του τέλους της Αρχαιότητας όπως την αντιλαμβάνεται ο δυτικός άνθρωπος, σύμβολο της ελευθερίας του πνεύματος απέναντι στον σκοταδισμό, σύμβολο του φεμινισμού ενάντια στην ανδρική καταπίεση, σύμβολο της πίστης στο δωδεκάθεο κατά του χριστιανισμού, σύμβολο των ορθόδοξων χριστιανών της Κωνσταντινούπολης ενάντια στους «μιαρούς» της Αλεξάνδρειας που λίγο αργότερα θα προσχωρήσουν μαζικά στον μονοφυσιτισμό, σύμβολο της σωφροσύνης, του μέτρου και της εγκράτειας, σύμβολο του προτεσταντισμού κατά του καθολικισμού, σύμβολο του Διαφωτισμού ενάντια στην Εκκλησία, σύμβολο του ρομαντισμού και… ποιός ξέρει τι άλλο.

Ι. Από τα γεγονότα στον μύθο

Οι πηγές:

«Ην τις γυνὴ ἐν τῇ Ἀλεξανδρείᾳ͵ τοὔνομα Ὑπατία· αὕτη Θέωνος μὲν τοῦ φιλοσόφου θυγάτηρ ἦν· ἐπὶ τοσοῦτον δὲ προὔβη παιδείας͵ ὡς ὑπερακοντίσαι τοὺς κατ΄ αὐτὴν φιλοσόφους͵ τὴν δὲ Πλατωνικὴν ἀπὸ Πλωτίνου καταγομένην διατριβὴν διαδέξασθαι͵ καὶ πάντα τὰ φιλόσοφα μαθήματα τοῖς βουλομένοις ἐκτίθεσθαι· διὸ καὶ οἱ πανταχόθεν φιλοσοφεῖν βουλόμενοι κατέτρεχον παρ΄ αὐτήν. Διὰ τὴν προσοῦσαν αὐτῇ ἐκ τῆς παιδεύσεως σεμνὴν παρρησίαν καὶ τοῖς ἄρχουσι σωφρόνως εἰς πρόσωπον ἤρχετο· καὶ οὐκ ἦν τις αἰσχύνη ἐν μέσῳ ἀνδρῶν παρεῖναι αὐτήν· πάντες γὰρ δι΄ ὑπερβάλλουσαν σωφροσύνην πλέον αὐτὴν ᾐδοῦντο καὶ κατεπλήττοντο. Κατὰ δὴ ταύτης τότε ὁ φθόνος ὡπλίσατο· ἐπεὶ γὰρ συνετύγχανε συχνότερον τῷ Ὀρέστῃ͵ διαβολὴν τοῦτ΄ ἐκίνησε κατ΄ αὐτῆς παρὰ τῷ τῆς ἐκκλησίας λαῷ͵ ὡς ἄρα εἴη αὕτη ἡ μὴ συγχωροῦσα τὸν Ὀρέστην εἰς φιλίαν τῷ ἐπισκόπῳ συμβῆναι. Καὶ δὴ συμφρονήσαντες ἄνδρες τὸ φρόνημα ἔνθερμοι͵ ὧν ἡγεῖτο Πέτρος τις ἀναγνώστης͵ ἐπιτηροῦσι τὴν ἄνθρωπον ἐπανιοῦσαν ἐπὶ οἰκίαν ποθέν· καὶ ἐκ τοῦ δίφρου ἐκβαλόντες͵ ἐπὶ τὴν ἐκκλησίαν ᾗ ἐπώνυμον Καισάριον συνέλκουσιν͵ ἀποδύσαντές τε τὴν ἐσθῆτα ὀστράκοις ἀνεῖλον· καὶ μεληδὸν διασπάσαντες͵ ἐπὶ τὸν καλούμενον Κιναρῶνα τὰ μέλη συνάραντες πυρὶ κατηνάλωσαν. Τοῦτο οὐ μικρὸν μῶμον Κυρίλλῳ καὶ τῇ Ἀλεξανδρέων ἐκκλησίᾳ εἰργάσατο· ἀλλότριον γὰρ παντελῶς τῶν φρονούντων τὰ Χριστοῦ φόνοι καὶ μάχαι καὶ τὰ τούτοις παραπλήσια. Καὶ ταῦτα πέπρακται τῷ τετάρτῳ ἔτει τῆς Κυρίλλου ἐπισκοπῆς͵ ἐν ὑπατείᾳ Ὁνωρίου τὸ δέκατον͵ καὶ Θεοδοσίου τὸ ἕκτον͵ ἐν μηνὶ Μαρτίῳ͵ νηστειῶν οὐσῶν» (Σωκράτης ο Σχολαστικός «Εκκλησιαστική Ιστορία», βιβλίο Ζ΄, κεφάλαιο 15).

Η ιστορία που μας διηγείται ο Κωνσταντινουπολίτης Σωκράτης ο Σχολαστικός  (ή Ιστορικός, 380- περ. 440), χριστιανός, αλλά υποστηρικτής του Νοβατιανού κι επομένως ιδεολογικός αντίπαλος του Κυρίλλου Αλεξανδρείας, είναι καθ’ όλα συναρπαστική και περιέχει όλα τα στοιχεία που θα δημιουργήσουν ένα πραγματικό μύθο γύρω από το πρόσωπο της Υπατίας. Μια γυναίκα, κόρη φιλοσόφου, διδάσκει στην Αλεξάνδρεια φιλοσοφία ακολουθώντας τον κατά Πλωτίνο νεοπλατωνισμό. Και μόνο το γεγονός ότι πρόκειται για γυναίκα καταδεικνύει το εξαιρετικό της περίπτωσης, λαμβάνοντας υπόψη την άθλια κοινωνική θέση της γυναίκας στην ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα (τα παραδείγματα γυναικών της αρχαιότητας με μόρφωση και προσωπικότητα είναι ελάχιστα και αφορούν κυρίως εταίρες, άντε και κάποιες Σπαρτιάτισσες). Υπόδειγμα μόρφωσης και ηθικής αποκτά πολλούς μαθητές από την καλή κοινωνία της πόλης και ασκεί επιρροή σε πρόσωπα που κατέχουν ανώτατα αξιώματα, μεταξύ των οποίων και στον έπαρχο Ορέστη. Αυτή ακριβώς η σχέση προκαλεί την οργή κύκλων προσκείμενων στον πατριάρχη της Αλεξάνδρειας Κύριλλο. Κάποιοι πιστοί του τελευταίου οδηγούν την Υπατία στο Καισάριο, δηλαδή στο κτίριο που κάποτε ήταν ναός αφιερωμένος στον αυτοκράτορα και πλέον έχει μετατραπεί σε χριστιανική εκκλησία, όπου και τη θανατώνουν με τον πλέον ειδεχθή τρόπο: την κατακρεουργούν με θραύσματα αγγείων («όστρακα»), διαμελίζουν το νεκρό σώμα της και το καίνε (άνοιξη του 415). 

Πέρα από τη μαρτυρία του Σωκράτη, οι διαθέσιμες πηγές περιλαμβάνουν: (1) τον Βίο του Ισιδώρου, που γράφτηκε (μεταξύ του 480 και του 495) από τον μαθητή του, τον Δαμάσκιο τον Δαμασκηνό ή Διάδοχο, τελευταίο σχολάρχη της νεοπλατωνικής σχολής των Αθηνών. Το έργο, που διασώθηκε χάρη στον πατριάρχη Φώτιο, είναι καταρχήν ευνοϊκά διακείμενο προς την Υπατία (ο συγγραφέας του ήταν πιστός του δωδεκάθεου), πλην όμως θέτει υπό αμφισβήτηση τις ικανότητές της ως φιλοσόφου (την χαρακτηρίζει ως «γεωμέτρη») και, όλως παραδόξως, της αποδίδει την ιδιότητα της συζύγου του δασκάλου του, του Ισίδωρου, έστω κι αν, κατά τον Δαμάσκιο, επρόκειτο για «λευκό» γάμο (σε κάθε περίπτωση ο γάμος αυτός θεωρείται απίθανος μια και ο Ισίδωρος γεννήθηκε μάλλον μετά τον θάνατο της Υπατίας ). (2) Το Χρονικό του Ιωάννη, επισκόπου Νικίου, στην Αίγυπτο (τέλος 7ου αιώνα), το οποίο υποστηρίζει σαφώς τον Κύριλλο και επικροτεί τη δολοφονία, χαρακτηρίζοντας την Υπατία μάγισσα, λόγω της ενασχόλησής της με την αστρονομία. Η στάση του Ιωάννη μπορεί να εξηγηθεί από δύο λόγους: πρώτον, γράφει στα χρόνια που η Αίγυπτος είναι πια μουσουλμανική και, επομένως, ως εκπρόσωπος μιας απειλούμενης θρησκευτικής μειονότητας, οπότε είναι δύσκολο να κατακρίνει ενέργειες των πιστών της. Δεύτερον, ακριβώς η επίδραση του ισλαμισμού, που είναι ακόμη πιο σκληρός απέναντι στον πολυθεϊσμό απ’ ό,τι ο χριστιανισμός του ελληνόφωνου κόσμου, επιβάλλει στάση καταδίκης των παγανιστικών ιδεών. (3) το βυζαντινό λεξικό που είναι γνωστό με το όνομα Σούδα  ή Σουΐδα (10ος αι.): οι, σαφώς θετικές για τη φιλόσοφο, αναφορές στην Υπατία πρέπει να είχαν ως βασική πηγή το έργο του Δαμάσκιου. (4) Πρωτίστως, οι (συνολικά 159) επιστολές του μαθητή της Υπατίας Συνέσιου του Κυρηναίου, επτά από τις οποίες απευθύνονται προσωπικά στη φιλόσοφο. Το υλικό αυτό παρέχει ανεκτίμητες πληροφορίες για τη ζωή, τη σκέψη και το έργο της Υπατίας και του κύκλου των μαθητών της.

Ο μύθος της Υπατίας. Βυζάντιο και Αναγέννηση: Για το χριστιανικότατο Βυζάντιο, η εικόνα της Υπατίας (όχι και τόσο παράδοξα, αν λάβουμε υπόψη τις θετικές αναφορές στη Σούδα, αλλά και την περιφρόνηση προς τους μετέπειτα Μονοφυσίτες χριστιανούς της Αλεξάνδρειας) είναι αυτή της γυναίκας που συμβολίζει την ηθική και το μέτρο. Δεν είναι τυχαίο που ο ιστορικός και λόγιος Νικηφόρος Γρηγοράς (1295-1360) χαρακτηρίζει την αυτοκράτειρα Ευδοκία Μακρεμβολίτισσα (σύζυγο του Κωνσταντίνου Ι΄ Δούκα και του Ρωμανού Δ΄ Διογένη) ως «δεύτερη Υπατία», προκειμένου να εξάρει την καλλιέργειά της. Όσο για τη δυτική Αναγέννηση, με το πνεύμα λατρείας προς την ελληνική αρχαιότητα, θα ήταν δύσκολο να ξεχάσει εντελώς την Υπατία. Σύμφωνα με μια ιστορία που δεν είναι δυνατό να εξακριβωθεί, στον διάσημο πίνακα «Η Σχολή των Αθηνών» ο Ραφαήλ απεικόνισε μεταξύ των μεγάλων σοφών της Αρχαιότητας και την Υπατία. Για πολλούς, όμως, το πρόσωπο που αποδίδεται στην Υπατία είναι ο Φραντσέσκο Μαρία ντέλλε Ρόβερε, ανηψιός του πάπα Ιουλίου Β΄ και μετέπειτα δούκας του Ούρμπινο. Η παράδοση λέει ότι όταν ο Ραφαήλ παρουσίασε το έργο του και, εξηγώντας τα εικονιζόμενα πρόσωπα, έκανε λόγο για την Υπατία, κάποιος από τους παριστάμενους καρδινάλιους παρατήρησε ότι καλό θα ήταν να σβηστεί από το έργο ένα πρόσωπο που θα μπορούσε να προκαλέσει δυσάρεστους για την Εκκλησία συνειρμούς. Οπότε κι ο Ραφαήλ «μεταμόρφωσε» την Υπατία σε παπικό ανηψιό! 

Νεότεροι χρόνοι: Ο μύθος της Υπατίας θα γιγαντωθεί, όμως, στους νεότερους χρόνους. Η αφετηρία είναι η έκδοση του βιβλίου του Αγγλοϊρλανδού Τζων Τόλαντ, στο Λονδίνο το 1720. Όπως θα έχετε παρατηρήσει, οι τίτλοι των βιβλίων τη εποχής εκείνης δεν διακρίνονταν για τη συντομία τους, καθώς αποτελούσαν μάλλον περίληψη του περιεχομένου και διακήρυξη της βασικής ιδέας του βιβλίου. Με κίνδυνο να υπερβώ το επιτρεπόμενο όριο λέξεων ανά ανάρτηση, παραθέτω ολόκληρο τον τίτλο του συγγράμματος του Τόλαντ: «Hypatia, or the History of a Most Beautiful, Most Virtuous, Most Learned and in Every Way Accomplished Lady; Who was Torn to Pieces by the Clergy of Alexandria, to Gratify the Pride, Emulation and Cruelty of the Archbishop, Commonly but Undeservedly Titled St. Cyril«. Ο τίτλος καθιστά σαφές το περιεχόμενο, καθώς, με δόσεις λογικής, φανατισμού και ρομαντισμού, ο Τόλαντ παρουσιάζει την Υπατία ως σύμβολο της ελεύθερης σκέψης που αντιμετωπίζει τον χριστιανικό σκοταδισμό. Ο Τόλαντ ανατράφηκε ως καθολικός, ασπάστηκε στη συνέχεια τον προτεσταντισμό και, κατά τις πνευματικές του αναζητήσεις, προσέγγισε τις ιδέες του ντεϊσμού. Απάντηση στις ιδέες του Τόλαντ θα δώσει, σε εντελώς ανάλογο ύφος, το βιβλίο του Τόμας Λιούις «The History of Hypatia, a Most Impudent School Mistress. In Defense of Saint Cyril and the Alexandrian Clergy from the Aspersions of Mr Toland» (Λονδίνο 1721). Ευθύς εξαρχής, λοιπόν, η ιστορία της Υπατίας γίνεται αντικείμενο ιδεολογικών αντιπαραθέσεων που διεξάγονται με όρους οπαδικού φανατισμού.  

Τη σκυτάλη παίρνει στη συνέχεια ο γαλλικός Διαφωτισμός, ο οποίος, του Βολταίρου προεξάρχοντος, παρουσιάζει την Υπατία ως προσωποποίηση της καλλιέργειας, της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας και της ελευθερίας του πνεύματος, σε αντίθεση, φυσικά, με τη στάση της Εκκλησίας. «Ο Λόγος και η Ελευθερία δολοφονήθηκαν από τους κεκαρμένους μπράβους του Κύριλλου, τους οποίους ακολουθούσε όχλος φανατικών» (Βολταίρος «Examen important de Milord Bolingbroke ou le tombeau du fanatisme écrit vers la fin de 1736«, Παρίσι 1738, σ. 185).

Ο θαυμασμός προς την Υπατία θα εκφρασθεί κι από πολλούς λογοτέχνες (ιδίως της ρομαντικής περιόδου), όπως ο Λεκόντ ντε Λιλ (ποίημα Υπατία, σε δύο εκδόσεις, 1847 και 1874, από τις οποίες μόνο η δεύτερη υιοθετεί την αντιεκκλησιαστική επιχειρηματολογία, και θεατρικό δράμα Υπατία και Κύριλλος) και ο Νερβάλ (Nouvelles, I: Les Filles du Feu. Angélique, 1854). Αλλά και κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα και των πρώτων χρόνων του αιώνα μας, τα βιβλία (λογοτεχνικά και ιστορικά) που αναφέρονται στην Υπατία είναι αρκετά: για ένα σχεδόν πλήρη κατάλογο μπορεί κανείς να ανατρέξει στο αφιέρωμα που έκανε στην ταινία του Αμενάμπαρ ο εξαιρετικός ιστότοπος Peplum: images de l’ Antiquité: Cinéma et BD. Για λόγους καθαρά προσωπικών προτιμήσεων, αναφέρουμε το μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο «Μπαουντολίνο«, όπου (στα κεφάλαια 32 έως 35) ο επώνυμος ήρωας συναντά, σε συνθήκες που ξεπερνούν κάθε φαντασία, και ερωτεύεται την «Υπατία» του, σε κλίμα γλυκύτατου ρομαντισμού. 

Η πρόσφατη κινηματογραφική ταινία του Αμενάμπαρ: Ο εξαιρετικά προικισμένος Ισπανοχιλιανός σκηνοθέτης Αλεχάνδρο Αμενάμπαρ (γεννήθηκε στο Σαντιάγο της Χιλής το 1972, αλλά μεγάλωσε στην Ισπανία) επέλεξε ως θέμα της τελευταίας ταινίας του την Υπατία. Η  Άγκορα, που άρχισε να προβάλλεται στις ισπανικές κινηματογραφικές αίθουσες τον Σεπτέμβριο του περασμένου έτους, αποτελεί ήδη μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες του ισπανικού κινηματογράφου. Έχοντας ως πρωταγωνίστρια την ωραιότατη Ρέιτσελ Βάις στον ρόλο της Υπατίας, η ταινία είναι υποψήφια για 13 βραβεία Γκόγια (τα ισπανικά Όσκαρ, ας πούμε). Όπως αποδεικνύεται τόσο από την ίδια ταινία όσο και από τις σχετικές δηλώσεις του δημιουργού της, η Άγκορα διαπνέεται από τη μανιχαϊστική λογική της αντιπαράθεσης της ελευθερίας του πνεύματος με τον θρησκευτικό φανατισμό και σκοταδισμό, ενισχυμένη με δόσεις φεμινισμού. Προφανώς μια τέτοια παρουσίαση είναι πολύ πιο βολική για ένα φιλμ από την αναζήτηση της ιστορικής πιστότητας, η οποία δίνει κατ’ ανάγκη πολύ λιγότερο ελκυστικά αποτελέσματα, δίχως απόλυτα καλούς και απόλυτα κακούς. Δεν δικαιολογεί όμως ούτε τις όποιες δηλώσεις του σκηνοθέτη που διακρίνονται από μια αφελή ανάγνωση της Ιστορίας (στο στυλ το τέλος του πνεύματος και η απαρχή δεκαπέντε αιώνων σκοταδισμού) ούτε την προσπάθεια να αποδειχθεί ότι η ταινία είναι ιστορικά ακριβής. Όσον αφορά το αισθητικό αποτέλεσμα, μπορούμε να πούμε ότι μας φάνηκε αρκετά καλό. Επίσης, η προσπάθεια αναπαράστασης της Αλεξάνδρειας του 4ου-5ου αιώνα δεν μπορεί να θεωρηθεί αποτυχημένη (μολονότι οι συντελεστές του φιλμ ενέδωσαν στον πειρασμό των πολλών καθαρά αιγυπτιακών στοιχείων και παρά ορισμένες επιμέρους αστοχίες όπως ο εξοπλισμός των λεγεωνάριων που παραπέμπει σε εποχές ως τον 2ο αιώνα). Όσον αφορά την αμιγώς καλλιτεχνική αξία της ταινίας, περιοριζόμαστε στην επισήμανση ότι οι κριτικοί δεν της επιφύλαξαν διθυράμβους, χωρίς πάντως και να τη θάψουν. Πέρα από τις κριτικές σχετικά με τα μηνύματα και την «ιδεολογία» της ταινίας (όπου, όπως ήταν φυσικό, δεν θα μπορούσε να υπάρξει ομοφωνία), επισημάνθηκαν αδυναμίες που αφορούν τη δομή της. Αρκετές κριτικές, όλων των τάσεων, μπορεί να βρεί κανείς στο αναλυτικό και κατατοπιστικότατο αφιέρωμα του ιστότοπου Peplum. Για μια ενδιαφέρουσα ελληνική κριτική της ταινίας μπορούμε να συστήσουμε την ανάρτηση στο ιστολόγιο του old-boy. Η προβολή του φιλμ στην Ελλάδα προκάλεσε αρκετό θόρυβο, αν κρίνουμε από τον μεγάλο αριθμό άρθρων σε ιστολόγια (το πλήθος τους συναγωνίζεται τις αναρτήσεις που είχαν θέμα το διαζύγιο της εθνικής τηλεπαρουσιάστριας πρωϊνών εκπομπών). Το θέμα της ταινίας προκάλεσε σειρά σφοδρών αντιπαραθέσεων μεταξύ εγχώριων «αντικληρικαλιστών» και υπερασπιστών της Εκκλησίας. Ενδεικτικά αναφέρουμε, για την πρώτη κατηγορία, τη σχετική ανάρτηση του γνωστού ιστολογίου Ροϊδη Εμμονές και, για τη δεύτερη, το άρθρο που δημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο της Ορθόδοξης Ομάδας Δογματικής Έρευνας. Για περισσότερα δεν έχετε παρά να αναζητήσετε την Υπατία π.χ. στο Γκουγκλ και να εκμεταλλευθείτε τα εκατοντάδες αποτελέσματα που θα δώσει η αναζήτηση.

ΙΙ. Η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας

Ωστόσο, οι ιστορικές πηγές μας επιτρέπουν να διαμορφώσουμε μια πληρέστερη, ακριβέστερη και πιο αντικειμενική εικόνα των γεγονότων που αφορούν την Υπατία απ’ ό,τι όλες οι πολεμικές ή οι λογοτεχνικές αναφορές οι οποίες εν πολλοίς στηρίζονται στον μύθο που δημιουργήθηκε για τη φιλόσοφο της Αρχαιότητας. Ας επιχειρήσουμε να ξεδιαλύνουμε το ζήτημα με οδηγό, για μια φορά ακόμη, το προσφιλέστατο σε μας βιβλίο του Γάλλου ιστορικού Μωρίς Σαρτρ «Histoires Grecques» (collection L’ Univers Historique, εκδόσεις Seuil, Παρίσι 2006, ιστορία αριθ. 43 – και τελευταία του βιβλίου –  «La mort d’ Hypatie ou Rester païen dans un monde chrétien», σελ. 437-447, κείμενο που αποτελεί ελαφρώς τροποποιημένη έκδοση άρθρου το οποίο πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό εκλαΐκευσης της Ιστορίας L’ Histoire, αριθ. 306, Φεβρουάριος 2006, σελ. 72-76). Όπως σημειώνει ο ιστορικός (όπ.π., σελ. 438-439) «η ιστορία της Υπατίας εξέφυγε του πεδίου μελέτης των ιστορικών πριν καν βρεθεί σ’ αυτό, ενώ το ιδεολογικό διακύβευμα που, εδώ και σχεδόν τρεις αιώνες, συνέδεε ο καθένας με το όνομά της συσκότισε κατά κάποιο τρόπο την πραγματικότητα. Εντούτοις, παρά τις αβεβαιότητες που χαρακτηρίζουν τις πηγές, είναι δυνατό να κατανοήσουμε καλύτερα τόσο το ιστορικό πρόσωπο της Υπατίας όσο και τις συνθήκες του θανάτου της. Στοιχείο που ουδόλως αναιρεί το ενδιαφέρον που παρουσιάζει το ιστορικό πρόσωπο και το τραγικό τέλος του, μολονότι πρέπει προφανώς να του αποδώσουμε διαφορετική σημασία από αυτήν που φαντάζονταν οι πρώτοι θαυμαστές του».

– Κόρη επιφανούς λογίου, του φιλοσόφου και μαθηματικού Θέωνος (335-405), ο οποίος θα αποτελέσει και τον πρώτο και κύριο δάσκαλό της, η Υπατία γεννιέται στην Αλεξάνδρεια, κατά πάσα πιθανότητα, το 355. Στις επιστολές του, ο μαθητής της Συνέσιος, απευθύνεται στην Υπατία με εκφράσεις σεβασμού που αρμόζουν σε γυναίκα σαφώς μεγαλύτερης ηλικίας από εκείνον. Επομένως, κατά το χρονικό σημείο της δολοφονίας της, η Υπατία έχει φτάσει στην ηλικία των εξήντα ετών, «στοιχείο που δεν αναιρεί το ειδεχθές του εγκλήματος, αλλά πάντως διαλύει τις ερωτικές φαντασιώσεις που προκαλεί το ξεγύμνωμα της παρθένου» (M. Sartre, όπ.π., σελ. 439). Οπότε, όπως αντιλαμβάνεσθε, ουδεμία σχέσις με την ωραία Ρέιτσελ.

– Στο (σχετικά πρόσφατο) παρελθόν, επικρατούσε η ιδέα ότι το σύνολο του έργου της Υπατίας έχει χαθεί. Σήμερα, αντιθέτως, η κυρίαρχη αντίληψη είναι ότι πρέπει να διασώζεται το μεγαλύτερο μέρος του. Για παράδειγμα, οι εκδόσεις των έργων του Κλαύδιου Πτολεμαίου που έφτασαν ως τις μέρες μας είναι μάλλον αυτές που σχολίασε η Υπατία. Σε τέτοια περίπτωση, φυσικά, είναι δυσχερές να διακριθεί ό,τι ανήκει στην Αλεξανδρινή φιλόσοφο. Είναι, όμως, δυνατό να συναχθούν κάποια συμπεράσματα. Το έργο της Υπατίας δεν είναι ριζοσπαστικό και καινοτόμο. Δεν της πιστώνεται κάποια πρωτότυπη θεωρία (μαθηματική ή φιλοσοφική), ούτε κάποια ανακάλυψη. Το έργο της είναι κυρίως διδακτικό και ερμηνευτικό, αφορά τον σχολιασμό μαθηματικών και αστρονομικών συγγραμμάτων (αφενός του Απολλώνιου από την Πέργη της Παμφυλίας και του Διόφαντου του Αλεξανδρέως, αφετέρου του Κλαύδιου Πτολεμαίου). Ο Συνέσιος της αποδίδει την εφεύρεση του αστρολάβου: δεδομένου ότι σώζονται αστρολάβοι παλαιότεροι κατά ένα τουλάχιστον αιώνα από την εποχή της Υπατίας, κάτι τέτοιο αποκλείεται (ο Αμενάμπαρ, ξεπερνώντας κάθε λογική, εμφανίζει την Υπατία σαν ένα πρώιμο… Γαλιλαίο!). Το φιλοσοφικό της έργο διαπνέεται από τον νεοπλατωνισμό του Πλωτίνου. Φαίνεται ότι είχε σχολιάσει έργα του Πυθαγόρα, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη.

– Η Υπατία είχε δημιουργήσει ένα στενό κύκλο πιστών μαθητών. Μεταξύ αυτών που παρακολούθησαν επί σειρά ετών τα μαθήματά της καταλέγονται ο Συνέσιος, χριστιανός που θα γίνει επίσκοπος της Πτολεμαΐδας της Κυρηναϊκής το 411, ο Ολύμπιος, πλούσιος γαιοκτήμονας από τη Σελεύκεια της Πιερίας στη Συρία, και ο Κύρος ο Πανοπολίτης, μετέπειτα επίσκοπος του Κοτυαίου της Φρυγίας. Εκτός από αυτούς, στις επιστολές του Συνέσιου μνημονεύονται πολλά ακόμη ονόματα της αριστοκρατίας της Αλεξάνδρειας και γενικά της ελληνόφωνης Ανατολής. Διαπιστώνεται ότι οι μαθητές της Υπατίας ήταν στην πλειονότητά τους χριστιανοί, κάτι που καταρίπτει τον μύθο της φανατικής πιστής του δωδεκάθεου.

– Η Υπατία δεν διακρίνεται από θερμή πίστη προς το δωδεκάθεο, σε αντίθεση με πολλούς από τους Αλεξανδρινούς λογίους της εποχής της (ο νεπλατωνικός φιλόσοφος Ολύμπιος ιερουργεί παράλληλα στο Σεράπειο, ο Αμμώνιος είναι ιερέας του Ερμή-Θωθ, ο Ελλάδιος ιερέας του Άμμωνος Διός). Κατά τη διάρκεια των ταραχών που προκάλεσε στην Αλεξάνδρεια το 391-392 ο πατριάρχης Θεόφιλος (θείος του Κύριλλου)., ο οποίος παρακίνησε τον χριστιανικό όχλο να καταστρέψει τους ναούς των ειδωλολατρών, μεταξύ των οποίων το Σεράπειο, οι πιστοί του δωδεκάθεου με επικεφαλής τον Ολύμπιο κινητοποιούνται για να υπερασπίσουν το Σεράπειο (το οποίο στέγαζε και μια σημαντικότατη βιβλιοθήκη. Παρά τα διαδραματιζόμενα στην ταινία του Αμενάμπαρ, η Υπατία δεν φαίνεται να έχει καμία συμμετοχή στα γεγονότα αυτά. «Κανείς αρχαίος συγγραφέας δεν αναφέρει το όνομά της σε σχέση με το επεισόδιο του Σεραπείου, σαν η Υπατία να είχε αποστασιοποιηθεί από την Ιστορία αυτή. Η πλέον πιθανή εξήγηση είναι ότι δεν θεωρούσε πως η καταστροφή ενός ειδωλολατρικού ναού, ακόμη και τόσο σημαντικού, αποτελεί γεγονός ιδιαίτερης σπουδαιότητας. Η φιλοσοφία και οι επιστημονικές γνώσεις της θα πρέπει να της είχαν καταστήσει σαφές ότι οι εκδηλώσεις οποιασδήποτε λατρείας είναι μάταιες» (M. Sartre, όπ.π., σελ. 441).

– Η φιλόσοφος ουδέποτε επέδειξε εχθρότητα προς τους χριστιανικούς κύκλους. Οι μαθητές, οι φίλοι και οι κοινωνικές συναναστροφές της ανήκουν στην αλεξανδρινή ελίτ, η οποία (είτε από ειλικρινή πίστη είτε για λόγους που αφορούν την κοινωνική ανέλιξη και τη σταδιοδρομία) είναι κυρίως χριστιανική. Ενδεικτικές της στάσης αυτής είναι και οι στενές σχέσεις της Υπατίας με τον έπαρχο Ορέστη.

– Οι όποιες θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις της Υπατίας δεν έχουν άμεση σχέση με τη δολοφονία της. Το έγκλημα εντάσεται στο πλαίσιο μιας σφοδρότατης αντιπαράθεσης μεταξύ δύο χριστιανικών πόλων εξουσίας, του έπαρχου Ορέστη και του πατριάρχη Κύριλλου. Ο δεύτερος εκλέγεται πατριάρχης τον Οκτώβριο του 412: η εκλογή του ήταν ιδιαίτερη δύσκολη, καθώς είχε να αντιμετωπίσει έναν ισχυρό συνυποψήφιο, τον Τιμόθεο, αρχιδιάκονο του θείου του. Η δύσκολη εκλογή του Κύριλλου εξηγεί εν μέρει και τον φανατικό ζήλο με τον οποίο επιχειρεί να επιβάλει την εξουσία της εκκλησίας του, ακόμη και σε βάρος της κοσμικής εξουσίας. Εκτοπίζει από την Αλεξάνδρεια τους υποστηρικτές του Νοβατιανού και στη συνέχεια στρέφεται κατά των Ιουδαίων της Αλεξάνδρειας. Κάπου εδώ, ξεκινά και η σύγκρουσή του με τον Ορέστη, κίνητρο του οποίου δεν είναι μόνο η διαφύλαξη της τάξης και η προστασία του εβραϊκού στοιχείου, αλλά και η διασφάλιση της εξουσίας του από τις επιβουλές ενός βουλιμικού σφετεριστή. Ο Κύριλλος απαντά προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερες ταραχές κατά των Ιουδαίων: λεηλατούνται συναγωγές και ολόκληρη η ιουδαϊκή συνοικία. Ο Ορέστης, όπως και ο Κύριλλος, ζητεί την υποστήριξη του αυτοκράτορα, Θεοδόσιου Β΄. Ο αυτοκράτορας περιορίζεται σε συστάσεις για συμφιλίωση.

Ο Ορέστης αρνείται να συνεργαστεί με τον πατριάρχη, οπότε ο δεύτερος, σε επίδειξη δύναμης, φέρνει σαν μπράβους του πεντακόσιους μοναχούς από την έρημο της Νιτρίας. Κατά τη διάρκεια ταραχών, ένας από αυτούς, ο Αμμωνιανός, πετά μια πέτρα και τραυματίζει σοβαρά στο κεφάλι τον έπαρχο. Ο δράστης συλλαμβάνεται και εκτελείται. Ο Κύριλλος μπορεί να προσθέσει στο οπλοστάσιό του ένα μάρτυρα.

Η Υπατία στοχοποιείται λόγω των σχέσεών της με τον έπαρχο και την επιρροή που ασκεί σ’ αυτόν. Για τον Κύριλλο είναι ένα εμπόδιο στην προσπάθεια να επιβάλει την εξουσία του. Δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για το αν ο Κύριλλος πρέπει να θεωρηθεί άμεσος ή έμμεσος ηθικός αυτουργός της δολοφονίας της Υπατίας. Οι δολοφόνοι, πάντως, ήταν βέβαιοι ότι η πράξη τους ήταν προς το συμφέρον του ηγέτη τους. Ο Σωκράτης ο Σχολαστικός κατονομάζει έναν από αυτούς: τον Πέτρο, αναγνώστη, δηλαδή κάποιον με τον κατώτερο ιερατικό βαθμό. Κατά πάσα πιθανότητα, οι δολοφόνοι της Υπατίας προέρχονταν από τις τάξεις των «παραβαλανέων», των 800 που είχαν αποστολή την παροχή βοήθειας στους αρρώστους και φτωχούς χριστιανούς, αλλά λειτουργούσαν συχνά στην πράξη και ως πραιτωριανή φρουρά του πατριάρχη. Σε κάθε περίπτωση «ο φόνος της Υπατίας είναι, κατ’ ουσίαν, συνέπεια σύγκρουσης μεταξύ χριστιανών, μεταξύ κοσμικής και πνευματικής εξουσίας. Η Υπατία πληρώνει το τίμημα της φήμης, της επιρροής, του ηθικού κύρους της, καθώς και το γεγονός ότι υποστήριζε τον περιορισμό της εκκλησιαστικής εξουσίας. Περιθωριακά και μόνο μπορεί οι ειδωλολατρικές πεποιθήσεις της να δικαιολογούσαν τον φόνο για κάποιους από τους αμόρφωτους δολοφόνους της» (M. Sartre, όπ.π., σελ. 444). Βρισκόμαστε, επομένως, πολύ μακριά από τις αντιλήψεις του Τόλαντ και του Βολταίρου.   

– Η δολοφονία της Υπατίας δεν αποτελεί το τέλος της αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Στην Αλεξάνδρεια, ο φιλόσοφος Ιεροκλής ιδρύει μια εκλεκτική νεοπλατωνική σχολή που θα συνεχίσει να λειτουργεί μέχρι την αραβική κατάκτηση (648). Τα μαθηματικά και η αστρονομία θα εξακολουθήσουν να αναπτύσσονται. Άλλοι κύκλοι, όπου ξεχωρίζει ο Ωραπόλλων ο Πρεσβύτερος, θα επιχειρήσουν μια μείξη της αρχαίας ελληνικής θρησκείας και φιλοσοφίας με τις αιγυπτιακές παραδόσεις. Γενικά, η Aλεξάνδρεια γνωρίζει πνευματική άνθηση κατά τον 5ο και 6ο αιώνα (Αμμώνιος, Δαμάσκιος, Ασκληπιός, Ολυμπιόδωρος κ.λπ.). Το ίδιο συμβαίνει και στη Συρία.

Όπως σημειώνει ο Σαρτρ (όπ.π., σελ. 446-447), στους πνευματικούς κύκλους της Αλεξάνδρειας και της ελληνικής Ανατολής δεν υπάρχουν διαχωριστικές γραμμές θρησκευτικού χαρακτήρα. Οι άνθρωποι συνδέονται λόγω της μόρφωσης και της καλλιέργειας, του τρόπου ζωής και της οικονομικής άνεσής τους. Αυτό όμως που ισχύει για την κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας δεν αφορά τις λαϊκές μάζες (κατά πλειονότητα ειδωλολατρικές στην ύπαιθρο, χριστιανικές στις πόλεις). Οι εκκλησιαστικοί ηγέτες είναι εύκολο να υποκύψουν στον πειρασμό να χρησιμοποιήσουν τον λαό (ή μάλλλον το λούμπεν προλεταριάτο των πόλεων) ως στήριγμα για να εδραιώσουν και να επεκτείνουν τις εξουσίες τους.

Όσο για τη δολοφονία της Υπατίας, δεν φαίνεται να είχε κάποιες σημαντικές συνέπειες. Κανείς από τους φίλους της δεν επιχείρησε να την εκδικηθεί: ο έπαρχος Ορέστης επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, οι μαθητές της Υπατίας περιορίσθηκαν απλώς στη διατήρηση της ανάμνησής της. Κανείς δεν ενόχλησε τον Κύριλλο. «Η ιστορία της Υπατίας που ξεχάστηκε γρήγορα, εκτός από το τελευταίο επεισόδιό της, μπορούσε πια να θρέψει τη φαντασία των ποιητών, των φιλοσόφων και των υπέρμαχων της ελευθερίας της σκέψης και της πίστης» (όπ.π., σελ. 447).      

Όπως διαπιστώνεται, τα συμπεράσματα τείνουν πάλι προς το γκρίζο. Τί να γίνει, όμως, που η προσεκτικότερη ανάγνωση των ιστορικών στοιχείων δεν επιβεβαιώνει (σχεδόν) ποτέ τις μανιχαϊστικές (ή τις απλώς φανατικές) ερμηνείες; Δυστυχώς, όμως, αυτό ποτέ δεν αποδείχθηκε αρκετό για να πείσει τους οπαδούς των αντίθετων απόψεων να παραδεχθούν τον σύνθετο χαρακτήρα της πραγματικότητας. Ainsi soit-il…           

Advertisements

Εγκλήματα κατά της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς

Φεβρουαρίου 17, 2010

  

Διακόπτοντας, λίγο πριν την ολοκλήρωσή της, την αφήγηση της νορμανδικής εποποιίας στην Κάτω Ιταλία, σειρά έχει ένα θέμα που μοιραία θα προκαλέσει αντιδράσεις. Ο στόχος δεν είναι άλλος από το να καταρριφθεί ακόμη ένα στερεότυπο, να καταδειχθεί η ανάγκη μιας πιο αντικειμενικής θεώρησης των ιστορικών γεγονότων, μακριά από αγιογραφικές παρουσιάσεις και ιδεοληψίες. Το «πρόβλημα» έγκειται, αφενός, στο ότι στόχος της παρούσας ανάρτησης (που επιλέχτηκε ενδεικτικά, αλλά όχι και τυχαία) είναι η «Αγία Γαλλική Επανάσταση», δηλαδή ένα ιστορικό γεγονός που παρουσιάζεται συνήθως ως η ολοκλήρωση μιας κοινωνικής και πνευματικής διαδικασίας η οποία καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τις αντιλήψεις της εποχής μας και της κληροδότησε μια σειρά από κατακτήσεις. Ένα ιστορικό γεγονός για το οποίο ο μέσος άνθρωπος έχει μια απολύτως θετική εικόνα. Το «πρόβλημα» έγκειται , αφετέρου, στο ότι ο ρόλος του θύματος ανήκει εν προκειμένω στη χριστιανική Εκκλησία. Τον τελευταίο καιρό οι συζητήσεις σχετικά με καταστροφές πολιτιστικών μνημείων αφορούν περιπτώσεις στις οποίες ο χριστιανισμός είχε ρόλο θύτη (όπως ας πούμε στην περίπτωση των, ιστορικά απολύτως εξακριβωμένων, καταστροφών που υπέστησαν τα μνημεία της αθηναϊκής Ακρόπολης κατά τους πρώτους αιώνες μετά την επικράτηση του χριστιανισμού). Να, όμως, που και η χριστιανική Εκκλησία έχει το μερίδιό της ως παθούσα στον μακρύ κατάλογο των καταστροφών μνημείων και έργων τέχνης, καταστροφές τις οποίες προκάλεσε το πνευματικό τέκνο του Διαφωτισμού, η επανάσταση που διακήρυξε τα δικαιώματα του ανθρώπου. 

 Σκηνή 1η – Μπρυζ, Φλάνδρα: Μόλις έχουμε φτάσει στο ξενοδοχείο «Κράουν Πλάζα», στην ιστορική πλατεία Μπουργκ (τη δεύτερη σε σπουδαιότητα πλατεία της πόλης μετά την πολύβουη Μαρκτ). Το είχα διαβάσει και νωρίτερα στους τουριστικούς οδηγούς, αλλά μου το θύμισε η πινακίδα που πληροφορούσε για τις ώρες κατά τις οποίες είναι δυνατό να επισκεφτούν το υπόγειο του ξενοδοχείου όσοι δεν διαμένουν σ’ αυτό. Οι αίθουσες του υπογείου παρουσιάζουν την ιδιαιτερότητα να στεγάζουν ό,τι έχει απομείνει από τον πάλαι ποτέ καθεδρικό της Μπρυζ : ωραιότατες γοτθικές αψίδες, μερικοί πέτρινοι τοίχοι, λίγες τοιχογραφίες. Βγαίνοντας από το ξενοδοχείο μια λιτή πινακίδα πάνω στην πλατεία μας πληροφορεί ότι «εδώ βρισκόταν κάποτε ο καθεδρικός ναός του Αγίου Δονατιανού ο οποίος καταστράφηκε το 1799″. Από ποιόν άραγε; Όσοι σκέφτηκαν κάποια φυσική καταστροφή ας ανοίξουν τα βιβλία Ιστορίας: το 1795, μετά τις νίκες της στα πεδία των μαχών (Ζεμάπ, 1792, και Φλερύς, 1794), η Πρώτη Γαλλική Δημοκρατία προσαρτά τις, μέχρι τότε, αυστριακές Κάτω Χώρες και την Ηγεμονία της Λιέγης. Πάγια πολιτική της επαναστατικής Γαλλίας (σε ιδεολογικό τουλάχιστον επίπεδο, γιατί για το πρακτικό θα τα πούμε στη συνέχεια) είναι η καταστροφή οποιουδήποτε κτιρίου ή αντικειμένου μπορεί να θεωρηθεί θρησκευτικό σύμβολο και δεν επιδέχεται μετατροπή ως προς τη χρήση του. Η πολιτική αυτή θα εφαρμοστεί και στις προσαρτημένες Κάτω Χώρες. Για τη Μπρυζ αυτό θα έχει ως συνέπεια την απώλεια πολλών μνημείων και έργων τέχνης. Και, φυσικά, την απώλεια του καθεδρικού ναού της, ο οποίος θα κατεδαφιστεί από τις γαλλικές δυνάμεις. 

Σκηνή 2η – Λιέγη, Βαλλονία: Στο κέντρο της πόλης της Λιέγης, δίπλα ακριβώς στα ανάκτορα των επισκόπων-ηγεμόνων που διοίκησαν την περιοχή για οχτώ αιώνες, βρίσκεται η αχανής πλατεία Σαιν-Λαμπέρ. Όλα ωραία, αλλά πού ακριβώς βρίσκεται ο καλός Άγιος Λαμβέρτος, επίσκοπος του Μάαστριχτ; Το μαντέψατε! Το 1795, όταν η πόλη είναι πρωτεύουσα του γαλλικού νομού του Ουρτ, οι γαλλικές δυνάμεις, συνεπικουρούμενες από τους Βέλγους ομοϊδεάτες τους και τον ντόπιο όχλο κατεδάφισαν τον μέχρι τότε καθεδρικό ναό της πόλης και δεν άφησαν κολυμπηθρόξυλο. Σήμερα μπορεί να δει κανείς κάποια απομεινάρια του ναού κάτω από την πλατεία. Βέβαια, πρόκειται για ερείπια του αρχικού ναού που χτίστηκε στα τέλη του 10ου αιώνα. Οι δυνάμεις της επανάστασης έκαναν επαγγελματικά τη δουλειά τους: από τον ναό στην τελική μορφή του δεν έμεινε ουσιαστικά τίποτε. Θα αναρωτηθεί κανείς γιατί την πλήρωσε ο ναός, χώρος λατρείας για τους πιστούς και έργο τέχνης για τους υπόλοιπους, και όχι τα ανάκτορα των επισκόπων. Στόχος της επανάστασης δεν θα έπρεπε να είναι η εξουσία του κλήρου; Την εξήγηση τη δώσαμε ήδη: η επανάσταση δεν είχε κανένα πρόβλημα με ένα οικοδόμημα που επιδεχόταν μετατροπή χρήσης. Άλλωστε, αναφερόμαστε σε χώρο άσκησης κοσμικής πρωτίστως εξουσίας, όπου οι δυνάμεις της νέας τάξης είχαν τη δυνατότητα να υποκαταστήσουν την παλιά.  

  

Σκηνή 3η και 4η – Κλυνύ και Σιτώ, Βουργουνδία: Στα χρόνια του Μεσαίωνα, η γαλλική Βουργουνδία αποτελεί το κέντρο του δυτικού μοναχισμού. Το αββαείο του Κλυνύ, στα νότια της περιοχής, γνωρίζει ταχύτατη ανάπτυξη μετά την ίδρυσή του από τον Γουλιέλμο της Ακυιτανίας (910). Αποκτά φήμη ως σύμβολο αυστηρής τήρησης του Κανόνα του Αγίου Βενεδίκτου. Οικονομική ισχύ χάρη στις δωρεές και σε μια επιθετική πολιτική αγορών. Πολιτική δύναμη ελέγχοντας αναρίθμητες μονές και εκλέγοντας πάπες από τις τάξεις του. Τον 12ο αιώνα ολοκληρώνεται στο Κλυνύ η οικοδόμηση του ναού των Αγίων Πέτρου και Παύλου. Ο ναός ήταν ο μεγαλύτερος στη δυτική χριστιανοσύνη μέχρι την ανέγερση της βασιλικής του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη (160ς αιώνας). 

Ο πλούτος και η ισχύς των Βενεδικτίνων του Κλυνύ οδηγούν πολλούς στο συμπέρασμα ότι το μεγάλο αββαίο της Βουργουνδίας έχει παρεκκλίνει από τα μοναστικά ιδεώδη. Το 1098, ο  Ροβέρτος του Μολέμ ιδρύει λίγο πιο βόρεια, στο Σιτώ (κοντά στη Ντιζόν), το αββαείο  που θα ηγηθεί της προσπάθειας επιστροφής στα πλέον αυστηρά πρότυπα μοναχισμού. Στα χρόνια που ηγούμενος είναι ο Άγγλος Στέφανος Χάρντινγκ (1109-1134) το Σιτώ θα αποκτήσει «παραρτήματα» και θα οργανωθεί το τάγμα των Κιστερκιανών μοναχών. Από το Σιτώ θα αναδειχθεί και ο Άγιος Βερνάρδος, μια από τις σημαντικότερες πνευματικές μορφές του δυτικού Μεσαίωνα (όσο κι αν η αυστηρότητα και ο συντηρητισμός του δεν τον καθιστούν σε μας τόσο συμπαθή), ο οποίος θα ιδρύσει τη μονή του Κλερβώ, στη γειτονική Καμπανία. 

Τα δύο αυτά κέντρα μοναστικής μεταρρύθμισης θα έχουν παρόμοια τύχη στα χρόνια της επανάστασης. Το Κλυνύ θα κλείσει το 1791. Θα υποστεί τους πρώτους βανδαλισμούς, ενώ θα αρχίσει και η λεηλασία των θησαυρών του και η καταστροφή των αρχείων του. Το 1793 θα καταστραφεί το νεκροταφείο του αββαείου: οι επιτύμβιες πλάκες των μνημάτων των μοναχών θα πωληθούν σαν οικοδομικά υλικά. Το 1798, τα οικοδομήματα του συγκροτήματος θα πωληθούν από το Δημόσιο σε έναν εργολάβο από τη Μακόν, ο οποίος θα κατεδαφίσει τον ναό των Αγίων Πέτρου και Παύλου, όπως και τα περισσότερα από τα υπόλοιπα κτίρια. Σήμερα δεν σώζεται ούτε το ένα πέμπτο του μοναστικού συγκροτήματος. Χάθηκαν επίσης αμέτρητα έργα τέχνης, χειρόγραφα μεγάλης αξίας, καθώς και αρχεία που περιείχαν ανεκτίμητα στοιχεία που θα συνέβαλαν στην ακριβέστερη γνώση και την καλύτερη κατανόηση της Ιστορίας του Μεσαίωνα. Ο χαρακτηρισμός έγκλημα κατά της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς είναι λίγος  για να αποδώσει αυτό που συνένη στο Κλυνύ. 

Το Σιτώ στάθηκε λίγο πιο τυχερό. Το 1791 πωλήθηκε σε κερδοσκόπους οι οποίοι κατεδάφισαν κτίρια και λεηλάτησαν τους θησαυρούς του (π.χ. τα ξύλινα μέρη του εκκλησιαστικού οργάνου του ναού πουλήθηκαν σαν καυσόξυλα). Η βιβλιοθήκη της μονής (με τουλάχιστον 10.000 χειρόγραφα) κατασχέθηκε από το γαλλικό Δημόσιο: πολλά από τα χειρόγραφα χάθηκαν για πάντα.    

Συμπέρασμα; Δεν είναι στις προθέσεις μας να «δικάσουμε» τη Γαλλική Επανάσταση. Ούτε να αμφισβητήσουμε τη μεγάλη σημασία που έχει ως ιστορικό γεγονός ή την αναντίρρητη συμβολή της στη διαμόρφωση του τρόπου σκέψης και του συστήματος αξιών της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας. Καταδεικνύοντας τα εγκλήματα κατά της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς που διαπράχθηκαν στα χρόνια της επανάστασης, με πραγματική αιτία ή απλό πρόσχημα το γεγονός ότι έργα τέχνης συνδέονταν με τη θρησκευτική λατρεία, υπενθυμίζουμε τα αυτονόητα που έχουμε την τάση να λησμονούμε: (1) ουδείς αναμάρτητος (πόσο μάλλον η Γαλλική Επανάσταση για τη γούνα της οποίας υπάρχουν κι άλλα ράμματα), (2) τα ιστορικά γεγονότα δεν υπακούουν στις απλουστεύσεις και διαψεύδουν πάντα τις, συχνότατα ιδεοληπτικές, θεωρητικές κατασκευές. Η περίοδος της Γαλλικής Επανάστασης που συνοδεύεται από την εικόνα της επικράτησης των ιδεών του Διαφωτισμού και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων βαρύνεται με μερικές από τις χειρότερες πράξεις φανατισμού, βανδαλισμού και καταστροφής πολιτιστικών μνημείων. 

Εύλογα θα αντιτείνει κανείς ότι υποκύπτουμε στον συνήθη πειρασμό να κρίνουμε τα γεγονότα του παρελθόντος με τα κριτήρια της σύγχρονης εποχής. Ο ισχυρισμός είναι εν μέρει βάσιμος: στο τέλος του 18ου αιώνα δεν επικρατούν οι σύγχρονες αντιλήψεις σχετικά με την προστασία των έργων τέχνης και της πνευματικής κληρονομιάς. Ωστόσο, έχουν ήδη αρχίσει να διαμορφώνονται. Το πρόβλημα είναι ότι τα κριτήρια της εποχής εκείνης για το τί αξίζει να προστατευθεί ενέχουν διακρίσεις: η ρωμαϊκή και ελληνική αρχαιότητα (ίσως ακόμα και η αιγυπτιακή) και η εμπνεόμενη από την κλασική αρχαιότητα Αναγέννηση τα πληρούν. Όχι όμως και ο «παρακατιανός» Μεσαίωνας, τα έργα τέχνης του οποίου έχουν στην πλειονότητά τους την ατυχία να συνδέονται λειτουργικά με τη θρησκευτική λατρεία. 

 Τί διαφοροποιεί, όμως, τις πρακτικές της Γαλλικής Επανάστασης από πράξεις θρησκευτικού φανατισμού, όπως η πρόσφατη καταστροφή των ελληνοβουδιστικών αγαλμάτων στο  Μπαμιγιάν του Αφγανιστάν (2001); Η καταστροφή από τους Ταλιμπάν είναι μια τυπική πράξη θρησκευτικού φανατισμού: εξαλείφω αυτό που πιστεύω ότι αντιβαίνει στις φονταμενταλιστικές θρησκευτικές μου αντιλήψεις χωρίς να λάβω υπόψη την εγγενή αξία του ως έργου τέχνης και το γεγονός ότι αποτελεί σημαντικό στοιχείο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Βεβαίως, και στις καταστροφές της επανάστασης ενυπάρχει σε πρώτο επίπεδο το στοιχείο του τυφλού φανατισμού (για κάποιους τουλάχιστον από τους φυσικούς αυτουργούς). Συνδυάζεται όμως με τον χαρακτηριστικό δυτικό ορθολογισμό (για να μη πούμε ότι καθοδηγείται από αυτόν). Το έργο τέχνης που αποτελεί στόχο του επαναστατικού καθεστώτος αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο ενδεχόμενης οικονομικής εκμετάλλευσης και ως πηγή κέρδους: αν μπορεί να χρησιμοποιηθεί θα διατηρηθεί (ανάκτορο των επισκόπων της Λιέγης). Αν όχι, θα επιλεγεί για να καταστραφεί, όχι όμως «άναρχα». Θα αποτελέσει αντικείμενο πλειστηριασμού, έτσι ώστε να φέρει κέρδος στο δημόσιο ταμείο (μονές της Βουργουνδίας). Στη διαδικασία μπορεί να επιτρέψουμε στον όχλο να προβεί σε κάποιες ελεγχόμενες λεηλασίες (όπου θα την πληρώσουν βιβλία και έγγραφα αρχείων). Τα φιλέτα από οικονομική άποψη, πάντως, θα τα διαχειριστεί το κράτος. 

Και μια κι αναφερθήκαμε σε κέρδος και οικονομική εκμετάλλευση, ας συζητήσουμε αντί επιλόγου και την ανιστόρητη άποψη σύμφωνα με την οποία η Γαλλική Επανάσταση έθεσε τέλος στα φεουδαρχικά προνόμια, «απελευθερώνοντας» τους αστούς από την καταπίεση των ευγενών. Καταρχάς, η προσπάθεια να παρουσιαστεί η Γαλλία του τέλους του 18ου αιώνα ως… φεουδαρχική κοινωνία αντιβαίνει στις πλέον στοιχειώδεις αρχές της ιστορικής επιστήμης: πρόκειται για μια καπιταλιστική κοινωνία εν τω γίγνεσθαι (ίσως ένα κλικ πίσω από την Αγγλία, αλλά πάντως κοντά στις τεχνολογικές και οικονομικές εξελίξεις), στο πλαίσιο της οποίας η αστική τάξη έχει ήδη σημαντικό ρόλο (έστω και αν νέμεται την οικονομική και, περισσότερο, την πολιτική εξουσία με παρέα). Όσον αφορά τα περιβόητα δικαιώματα και προνόμια των ευγενών, κληρονομιά του «κακού» φεουδαρχικού Μεσαίωνα, αυτά έχουν σε σημαντικό βαθμό πριν από την επανάσταση μεταβιβαστεί σε αστούς, οι οποίοι μεριμνούν σχολαστικά ώστε να καρπώνονται όλα τα οφέλη που συνεπάγονται, χωρίς να δεσμεύονται από τις υποχρεώσεις που βάρυναν τον άρχοντα του Μεσαίωνα. Εξάλλου, η ακίνητη περιουσία και τα οικονομικά και φορολογικά προνόμια του αββαείου του Κλυνύ πωλήθηκαν σε επιχειρηματίες κατόπιν πλειστηριασμού. Υπό το πρίσμα αυτό, οι πρακτικές της Γαλλικής Επανάστασης δεν μοιάζουν να αποτελούν την εκδίκηση των αστών σε βάρος των πρώην καταπιεστών τους. Είναι μια «ευφυής» επιχειρηματική κίνηση με την οποία κάποιοι αστοί επιχειρηματίες ξεφορτώνονται οριστικά και άκοπα τους πρώην συνεταίρους τους για να υφαρπάξουν το μερίδιό τους!

ΟΙ ΝΟΡΜΑΝΔΟΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑ – μέρος VII: από τη σταυροφορία του Φρειδερίκου έως το τέλος του οίκου των Χοχενστάουφεν

Φεβρουαρίου 13, 2010

Η σύγκρουση μεταξύ του Φρειδερίκου και της Αγίας Έδρας ήταν προδιαγεγραμμένη. Το γεγονός ότι το ίδιο πρόσωπο κατείχε τόσο τα εδάφη της Αυτοκρατορίας όσο και το βασίλειο της Σικελίας, περικυκλώνοντας ουσιαστικά τα παπικά κράτη, αποτελούσε πρόκληση για τη Ρώμη. Η άρνηση του Φρειδερίκου να προχωρήσει σε διαχωρισμό των δύο βασιλείων, όπως είχε υποσχεθεί στον πάπα Ονώριο Γ΄ ήδη από το 1220, και η μνημειώδης απροθυμία του να ξεκινήσει σταυροφορία, παρά τον όρκο που είχε δώσει κατά τη στέψη του στο Άαχεν το 1215, αποτελούσαν σοβαρούς λόγους που θα οδηγούσαν τον Φρειδερίκο σε σύγκρουση με τον πάπα.

Η σταυροφορία του Φρειδερίκου (Στ΄ Σταυροφορία): Μετά τον θάνατο της πρώτης συζύγου του, της Κωνσταντίας της Αραγονίας, ο Φρειδερίκος, κατόπιν προτάσεως του Χέρμανν φον Ζάλτσα, μεγάλου μεγίστρου των Τευτόνων Ιπποτών, νυμφεύθηκε το 1225 την Ισαβέλλα (γνωστότερη ως Γιολάντα), κόρη του βασιλιά της Ιερουσαλήμ Ιωάννη Βριέννιου. Φυσικά, δεν αρκέστηκε στο να γίνει με τον γάμο αυτό διάδοχος του θρόνου της Ιερουσαλήμ, αλλά ανακηρύχθηκε σχεδόν αμέσως βασιλιάς στερώντας το στέμμα από τον πεθερό του. Αν και ο Φρειδερίκος μάλλον δεν διακατεχόταν από θρησκευτικό ζήλο για την προάσπιση των Αγίων Τόπων, εντούτοις το βασίλειο της Ιερουσαλήμ τον ενδιάφερε ιδιαίτερα γιατί συνιστούσε ένα σημαντικό βήμα για την υλοποίηση του σχεδίου του για την ηγεμονία στη Μεσόγειο. Βεβαίως την όποια σταυροφορία θα την έκανε με τον τρόπο του, με τα μέσα που θα επέλεγε και στον χρόνο που εκείνος προτιμούσε. Επιχείρησε λοιπόν να ακολουθήσει τη διπλωματική οδό και να συμμαχήσει με τον Αγιουβίδη σουλτάνο της Αιγύπτου Αλ Καμίλ, στρέφοντάς τον κατά του αδελφού του και εμίρη της Δαμασκού, του Αλ Μουαζάμ. Το σχέδιο του Στάουφεν φαίνεται στην εποχή μας ιδιοφυές, καθώς στόχευε στην άνευ αιματοχυσίας ανάκτηση της Ιερουσαλήμ (που έχει χαθεί για τους χριστιανούς μετά τη συντριβή στο Χαττίν το 1187). Για την εποχή του, όμως, αποτελούσε πρόκληση για την κοινή γνώμη και τα κέντρα εξουσίας στην Ευρώπη, ιδίως δε για την Αγία Έδρα. Εξοργισμένος με την ολιγωρία του Φρειδερίκου που όλο αναβάλλει την αναχώρησή του, ο πάπας Γρηγόριος Θ΄ αφόρισε τον αυτοκράτορα και βασιλέα της Σικελίας στις 29 Σεπτεμβρίου 1227. Όταν τον Ιούνιο του 1228 ο Φρειδερίκος ξεκίνησε επιτέλους από το Μπρίντιζι για την Άκρα, για πρώτη φορά άρχιζε σταυροφορία με επικεφαλής έναν αφορισμένο ηγεμόνα!

Ο Φρειδερίκος στην Κύπρο: Η συνέχεια της Στ΄ Σταυροφορίας είναι γεμάτη παράδοξα, παρεξηγήσεις και «εμφύλιες» διαμάχες. Στον δρόμο του προς τους Άγιους Τόπους, ο Φρειδερίκος σταθμεύει στο φραγκικό βασίλειο της Κύπρου. Η υπέρμετρη φιλοδοξία του, η επιθυμία του να ελέγξει τα πάντα, η αλαζονεία του και η περιφρόνηση που επιδεικνύει προς τους ντόπιους βαρόνους προκαλούν ανοιχτή σύγκρουση. Μεγάλος αντίπαλος του αυτοκράτορα αναδεικνύεται ο αντιβασιλέας της Κύπρου (ο βασιλέας Ερρίκος των Λουζινιάν είναι ανήλικος) Ιωάννης του Ιμπλέν, άρχοντας της Βηρυτού και μεγαλύτερος φεουδάρχης τόσο στο βασίλειο της Ιερουσαλήμ όσο και στην Κύπρο. Αναχωρώντας από την Κύπρο ο Φρειδερίκος αφήνει κληρονομιά μια μακροχρόνια σύρραξη μεταξύ του αυτοκρατορικού πληρεξούσιου Ριχάρδου Φιλαντζέρι και των αρχόντων της Κύπρου υπό την ηγεσία του Ιωάννη του Ιμπλέν [για περισσότερα: Peter Edbury «The Kingdom of Cyprus and the Crusades (1191-1374)«, Cambridge University Press, 1993, σελ. 51 επ.].

Ο Φρειδερίκος στους Άγιους Τόπους: Τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλύτερα στους Άγιους Τόπους: η ίδια φιλόδοξη και υπερφίαλη συμπεριφορά, η εξοργιστική για πολλούς επιμονή στις διαπραγματεύσεις με τους «απίστους», η πλήρης απροθυμία για εμπλοκή σε πολεμικές επιχειρήσεις, η περιφρόνηση προς τους ντόπιους ευγενείς και τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα (εκτός από τους ευνοούμενους του αυτοκράτορα, τους Τεύτονες Ιππότες) οδηγούν τον Φρειδερίκο σε απομόνωση. Παρόλα αυτά ο αυτοκράτορας θα συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις με τον σουλτάνο Αλ Καμίλ και τον Φεβρουάριο του 1229 θα επιτύχει τον σκοπό του: με τη συνθήκη της Γιάφας η Ιερουσαλήμ θα επιστραφεί στους χριστιανούς, έστω και υπό το περίεργο καθεστώς της ελεύθερης και ανοχύρωτης πόλης και υπό τον όρο του σεβασμού των ιερών για τους μουσουλμάνους τόπων, μαζί με κάποιες άλλες πόλεις και ένα «διάδρομο» που καθιστούσε δυνατή την επικοινωνία με τα χριστιανικά εδάφη. Ένα μήνα μετά (18 Μαρτίου 1229), ο Φρειδερίκος στεφόταν βασιλιάς της Ιερουσαλήμ στη βασιλική του Πανάγιου Τάφου: κανείς από τους ευγενείς του φραγκικού βασιλείου της Ιερουσαλήμ και τους αξιωματούχους των στρατιωτικών θρησκευτικών ταγμάτων δεν ήταν παρών (εκτός από τον έμπιστο μεγάλο μάγιστρο των Τευτόνων Ιπποτών). Όχι μόνο τους είχε αποξενώσει η προηγούμενη συμπεριφορά του Φρειδερίκου, αλλά κι από στρατηγική άποψη όλοι πίστευαν ότι η παραχώρηση της Ιερουσαλήμ ήταν δώρο άδωρο: με τους όρους που είχαν επιβάλει οι μουσουλμάνοι η άμυνα της πόλης ήταν αδύνατη (πράγματι η πόλη δεν επρόκειτο να μείνει υπό χριστιανικό έλεγχο για περισσότερα από 15 χρόνια).  

Τελικά, ο Φρειδερίκος θα εγκατελείψει σαν κλέφτης το βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Την Πρωτομαγιά του 1229 θα επιβιβασθεί κρυφά στη γαλέρα του και θα σαλπάρει για την Ευρώπη. Διασχίζοντας τους δρόμους του Άγιου Ιωάννη της Άκρας, θα περάσει από τη συνοικία των σφαγείων και των χασάπικων της πόλης: ο κόσμος που τον έβλεπε τον «αποχαιρέτησε» πετώντας του εντόσθια και σάπια κρέατα. Όχι ακριβώς αυτό που θα ανέμενε ο μονάρχης που κατάφερε να ξαναδώσει τα Ιεροσόλυμα στους χριστιανούς. Επιστρέφοντας, πάντως, στην Ευρώπη, ο αυτοκράτορας βρίσκεται θεωρητικά στο απόγειο της δύναμής του. Εκτός των άλλων, μετά από διαμεσολάβηση του Χέρμανν φον Ζάλτσα, θα συμφιλιωθεί με τον πάπα Γρηγόριο (Αύγουστος 1229), ο οποίος θα άρει τον αφορισμό του.

Η ταραγμένη συνέχεια και το τέλος της βασιλείας του Φρειδερίκου: Η τελευταία εικοσαετία της βασιλείας του Στάουφεν είναι μια διαρκής μάχη σε όλα τα μέτωπα. Η αντιπαλότητα με την Αγία Έδρα φουντώνει ξανά γρήγορα. Ο πάπας υποστηρίζει κάθε αποσχιστική τάση στα εδάφη του Φρειδερίκου, γερμανικά και ιταλικά. Στο αποκορύφωμα της διαμάχης, ο Γρηγόριος αφορίζει ξανά τον Φρειδερίκο το 1239. Ο διάδοχος του Γρηγόριου στον θρόνο του Αγίου Πέτρου, ο Ιννοκέντιος Δ΄ θα φτάσει μέχρι του σημείου να συγκαλέσει σύνοδο στη Λυών (1245) προκειμένου να κηρύξει τον Φρειδερίκο έκπτωτο από τον αυτοκρατορικό θρόνο [βλ. Sylvain Gouguenheim «Regards sur le Moyen Âge», Tallandier, Παρίσι 2009, κεφ. 14 «L’ empereur aux yeux de serpent: Frédéric II Staufen (1194-1250)», σ. 143-151, ειδ. σ. 147-149].

Ο Φρειδερίκος θα έρθει σε ανοιχτή σύγκρουση και με τον πρωτότοκο γιο του, τον Ερρίκο, ο οποίος επιθυμούσε να βασιλέψει τουλάχιστον στη Γερμανία. Ο Ερρίκος θα στασιάσει, με αποτέλεσμα να έρθει αντιμέτωπος με τον πατέρα του στο πεδίο της μάχης (1235-1236). Ο Φρειδερίκος θα επικρατήσει και θα φυλακίσει τον στασιαστή. Ο τραγικός επίλογος της σκληρής διαμάχης πατέρα και γιου θα γραφτεί με την αυτοκτονία του δεύτερου το 1242.

Ο αυτοκράτορας έχει πλέον χάσει τον έλεγχο της Γερμανίας και της βόρειας Ιταλίας. Το 1248 ηττήθηκε κατά κράτος από τους παπικούς κοντά στην Πάρμα. Δεν είχε σκοπό να καταθέσει τα όπλα. Ενώ, όμως, βρισκόταν στη Φότζα και συγκέντρωνε στρατεύματα για να πολεμήσει τον Ιννοκέντιο, προσβλήθηκε από δυσεντερία. Στις 13 Δεκεμβρίου 1250 κι ενώ είχε ήδη κάνει τη διαθήκη του κι είχε περιβληθεί το ένδυμα των κιστερκιανών μοναχών (πράξη καταρχήν παράδοξη για κάποιον που θεωρήθηκε άθεος) πέθανε στο Καστέλ Φιορεντίνο κοντά στη Λούτσερα της Απουλίας.   

Το τέλος του οίκου των Χοχενστάουφεν   – Η σύντομη βασιλεία του Κορράδου των Χοχενστάουφεν: Ο Φρειδερίκος είχε ορίσει ως διάδοχο τον δεύτερο γιο του, τον Κορράδο (Konrad), τον οποίο είχε αποκτήσει το 1228 από την άτυχη Ισαβέλλα της Ιερουσαλήμ. Ο Κορράδος είχε διαδεχθεί τον ετεροθαλή αδελφό του Ερρίκο στον θρόνο του «Βασιλέα των Ρωμαίων» (δηλαδή… της Γερμανίας) κι είχε περάσει ολόκληρη την εφηβεία του και τα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής του στη Γερμανία, όπου και βρισκόταν όταν πέθανε ο πατέρας του. Είχε στο μεταξύ νυμφευθεί την Ελισσάβετ της Βαυαρίας, η οποία επρόκειτο να του χαρίσει δύο χρόνια αργότερα ένα γιο, τον Κορραδίνο. Είναι αλήθεια ότι η γερμανική ανατροφή του Κορράδου προκαλούσε σκεπτικισμό στους Σικελούς και Ιταλούς υπηκόους του. Σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν γραφτό να βασιλέψει ουσιαστικά ποτέ στην Κάτω Ιταλία. Όταν την άνοιξη του 1254 αποφάσισε επιτέλους να μεταβεί στις νότιες κτήσεις του προσβλήθηκε από δυσεντερία και πέθανε κοντά στο Μέλφι της Μπαζιλικάτα σε ηλικία μόλις 26 ετών.

Η φιλόδοξη προσπάθεια του Μανφρέδου: Η αντιβασιλεία περιήλθε νόμιμα στον νεότερο γιο του Φρειδερίκου, τον Μανφρέδο (γενν. 1232). Γιος του αυτοκράτορα και της ερωμένης του, της Μπιάνκα Λάντσια, αλλά αναγνωρισμένος ως νόμιμο τέκνο από τον πατέρα του, ο Μανφρέδος φαίνεται πως είχε κληρονομήσει όλα τα χαρίσματα κι όλα τα ελαττώματα του Φρειδερίκου. Μεγαλωμένος στην Ιταλία, ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στους υπηκόους του (βλ. Pierre Aubé “Les empires normands d’ Orient”, εκδ. Perrin 1991, επανέκδοση στη συλλογή Tempus, Παρίσι 2006, σελ. 285 επ.). Οι πρώτες κιόλας κινήσεις του σε στρατιωτικό και διπλωματικό επίπεδο έδειχναν ότι ήταν ικανός να ισχυροποιήσει εκ νέου τη θέση του βασιλείου. Αντιμετώπισε με επιτυχία όλες τις στρατιωτικές προσπάθειες της Αγίας Έδρας, σύναψε συμμαχίες, κατέβαλε προσπάθειες για να τονώσει το εμπόριο και την οικονομία γενικά. Το 1258, νυμφεύθηκε, σε δεύτερο γάμο, την προφυρογένητη πριγκίπισσα Ελένη, κόρη του δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, ισχυριζόμενος ψευδώς ότι ο δίχρονος Κορραδίνος είχε πεθάνει, ο Μανφρέδος στέφθηκε στο Παλέρμο βασιλιάς της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας. Η κίνηση αυτή έπεισε τον πάπα Αλέξανδρο Δ΄ ότι είχε να κάνει με έναν απόλυτα αποφασισμένο αντίπαλο. Ταυτόχρονα, καθώς επρόκειτο για την πρώτη ενέργεια του Μανφρέδου που αντέβαινε πρόδηλα στη νομιμότητα, παρείχε στον πάπα ένα πρώτης τάξεως πρόσχημα για να προσφέρει τον θρόνο της Σικελίας σε οποιον εθελοντή ήταν πρόθυμος να εξαφανίσει από προσώπου γης την «άτιμη γενιά των Χοχενστάουφεν»

Ο Μανφρέδος συνέχισε τις προσπάθειές του σε διπλωματικό επίπεδο. Το 1260 αρραβώνιασε την κόρη του Κωνσταντία, την οποία είχε αποκτήσει από τον πρώτο γάμο του με τη Βεατρίκη της Σαβοΐας, με τον πρίγκιπα Πέτρο, διάδοχο του θρόνου της Αραγονίας. Το 1261, κατόρθωσε να εκλεγεί μέλος της Συγκλήτου της Ρώμης. Ο πάπας υφίστατο ακόμη μια ταπείνωση και μάλιστα στην ίδια την έδρα του!

Η εμφάνιση του Κάρολου του Ανδεγαυικού: Τον Μάϊο του 1261 πέθανε ο πάπας Αλέξανδρος και τον διαδέχτηκε, με το όνομα Ουρβανός Δ΄, ο ικανότατος Ιάκωβος Πανταλέων από την Τρουά της γαλλικής Καμπανίας. Ο Ουρβανός έθεσε ως βασικό στόχο να φέρει σε πέρας το σχέδιο της εξέλειψης των Χοχενστάουφεν και του σικελικού βασιλείου τους. Βέβαια, ήδη από τα χρόνια της σύγκρουσης με τον Φρειδερίκο οι προκαθήμενοι της Αγίας Έδρας αναζητούσαν εναγωνίως κάποιο μέλος ευρωπαϊκού βασιλικού οίκου που θα ήταν διατεθειμένο να εκδιώξει τους Σουηβούς από τον ιταλικό Νότο. Οι προηγούμενες παπικές επιλογές ήταν μάλλον ατυχείς, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον οχτάχρονο πρίγκιπα Εδμούνδο της Αγγλίας (βλ. Steven Runciman «The Sicilian Vespers – A History of the Mediterranean World in the Later Thirteenth Century«, Cambridge University Press, 1958, επανέκδοση στη σειρά Canto 1992, σελ. 53 επ.). Ο Ουρβανός δεν σκόπευε να επαναλάβει τα ίδια λάθη και διάλεξε σωστά: έστρεψε το βλέμμα του στο πιο φιλόδοξο κτήνος της ιστορίας του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα, τον Κάρολο τον Ανδεγαυικό (Charles_d’ Anjou). Νεότερος αδελφός του βασιλιά  της Γαλλίας Λουδοβίκου Θ΄ (του Αγίου Λουδοβίκου), ο Κάρολος διακατέχεται από τον διακαή πόθο να γίνει κι αυτός βασιλιάς και αναζητεί προσεκτικά την κατάλληλη ευκαιρία. Από τον αδελφό του έλαβε ως φέουδο την πλούσια κομητεία του Ανζού και του Μαιν, ενώ χάρη στον γάμο του με τη Βεατρίκη, κόμισσα της Προβηγκίας και του Φοκαλκιέ γίνεται κύριος της Προβηγκίας (η οποία ως τότε δεν ανήκε στη Γαλλία, καθώς συνδεόταν με χαλαρούς δεσμούς υποτέλειας με την Αυτοκρατορία). Έχει ήδη επιδείξει ιδιαίτερες διοικητικές και στρατιωτικές ικανότητες. Πάνω από όλα, είναι υπέρμετρα φιλόδοξος. Το παπικό σχέδιο είναι η ιδανική ευκαιρία για εκείνον (βλ. Runciman, όπ.π., σελ. 65 επ.) .

Οι διαπραγματεύσεις προχωρούν αρκετά ώστε ο Ουρβανός να στείλει στον Κάρολο ένα σχέδιο συνθήκης (Ιούνιος 1263), με το οποίο καθορίζεται ο τρόπος μεταβίβασης της εξουσίας, καθώς και η πολιτική, στρατιωτική και, κυρίως οικονομική ενίσχυση που θα λάβει ο Κάρολος από την Αγία Έδρα, τόσο κατά τη διάρκεια της προσπάθειας εκδίωξης των Χοχενστάουφεν όσο και κατά τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του στην Κάτω Ιταλία. Σκληρός διαπραγμετευτής, ο Γάλλος θα προσπαθήσει να επιβάλει όλους τους όρους του στον πάπα. Θα χρειστεί περισσότερος από ένας χρόνος για να συναφθεί και να επικυρωθεί η συνθήκη, λίγο πριν πεθάνει ο Ουρβανός τον Οκτώβριο του 1264.

Η σύγκρουση Κάρολου και Μανφρέδου: ο Κάρολος θα ξεκινήσει από τη Μασσαλία για τη Ρώμη την άνοιξη του 1265. Θα εκμεταλλευθεί την παραμονή του στην Αιώνια Πόλη για να συνάψει συμμαχίες με τους Γουέλφους διαφόρων ιταλικών πόλεων και για να συγκεντρώσει το ισχυρότερο δυνατό στράτευμα. Την ημέρα των Θεοφανείων του 1266, ο νέος πάπας Κλήμης Δ΄ (επίσης Γάλλος) θα τον στέψει επίσημα βασιλιά της Σικελίας και της Νάπολης. Τις πρώτες μέρες του Φλεβάρη, ο Κάρολος θα ξεκινήσει με τον στρατό του για να αντιμετωπίσει τον Μανφρέδο. Εκείνη τη χρονιά ο χειμώνας στην Ιταλία ήταν ασυνήθιστα ήπιος, γεγονός που ευνόησε την προέλαση του Κάρολου: αφού διέσχισε τον Γκαριλιάνο κι έπειτα από μερικές αψιμαχίες με δυνάμεις του Μανφρέδου κοντά στο Μόντε Κασσίνο, ο Κάρολος πέρασε στα εδάφη της Απουλίας. Η αποφασιστική μάχη δόθηκε κοντά στο Μπενεβέντο στις 26 Φεβρουαρίου 1266. Αμφίρροπη στην αρχή, η σύγκρουση κατέληξε σε συντριβή των δυνάμεων των Χοχενστάουφεν (αναλυτική περιγραφή σε Runciman, όπ.π., σελ. 92-94). Ο Μανφρέδος ήταν μεταξύ των νεκρών. Το πτώμα του βρέθηκε τρεις μέρες αργότερα. Με μια κίνηση απολύτως ενδεικτική του χαρακτήρα του, ο Κάρολος διέταξε να πετάξουν το νεκρό σώμα του εχθρού του στον σκουπιδότοπο του Μπενεβέντο. Αφού έδωσε στους στρατιώτες του την άδεια για τις απαραίτητες λεηλασίες, ο νέος κύριος της Κάτω Ιταλίας μπήκε πανηγυρικά στη Νάπολη, στις 7 Μαρτίου. Μια εβδομάδα αργότερα έφτανε ανενόχλητος στη Μεσσήνη. Το βασίλειο του Μανφρέδου είχε καταρρεύσει. Η συμπεριφορά του Κάρολου προς την οικογένεια του Μανφρέδου ήταν η αναμενόμενη: η βασίλισσα Ελένη φυλακίστηκε στο Καστέλ ντελλ’  Όβο της Νάπολης (όπου και πέθανε, πέντε χρόνια αργότερα), όπως κι η κόρη της (η οποία έμεινε φυλακισμένη για 18 χρόνια), ενώ οι τρεις γιοι του Μανφρέδου τυφλώθηκαν και φυλακίστηκαν στο Καστέλ ντελ Μόντε, στην Απουλία. Δεν θα βγουν ζωντανοί από τη φυλακή.

 Η ρομαντική και μάταιη προσπάθεια του Κορραδίνου: Μες στην απελπισία τους, οι ευγενείς της Σικελίας συνειδητοποίησαν ότι κάπου στη Γερμανία ζούσε ένας ακόμη Χοχενστάουφεν, ο δεκατετράχρονος πλέον Κορραδίνος. Όπως αποδείχτηκε, ο ενθουσιώδης έφηβος δεν περίμενε άλλο πράγμα από την πρόσκληση να τρέξει σε βοήθεια του βασιλείου του οποίου ήταν νόμιμος διάδοχος. Παρά τις αντίθετες συμβουλές των Γερμανών συγγενών του, ο Κορραδίνος άρχισε αμέσως να συγκεντρώνει στρατεύματα στη Γερμανία. Η απάντηση του πάπα ήταν ο αφορισμός του νεαρού Χοχενστάουφεν. Δεν στάθηκε αρκετός για να ανακόψει τον ενθουσιασμό που προκαλούσε ο Κορραδίνος. Την άνοιξη του 1267, συνοδευόμενος από τον φίλο και συνομήλικό του δούκα Φρειδερίκο της Αυστρίας και με κάμποσες χιλιάδες Γερμανούς στρατιώτες, ο Κορραδίνος έφτανε στη Λομβαρδία. Την ίδια ώρα η Σικελία και η Κάτω Ιταλία εξεγείρονταν. Η Ρώμη και μεγάλο μέρος της βόρειας και κεντρικής Ιταλίας περνούσε στον έλεγχο των αυτοκρατορικών. Ο πάπας εγκατέλειψε την Αιώνια Πόλη και κατέφυγε στο Βιτέρμπο. Ο Κάρολος με τους Ανδεγαυούς του αναγκάστηκε να υποχωρήσει στην Απουλία. Στα τέλη του Ιουλίου του 1268, ο Κορραδίνος εισερχόταν πανηγυρικά στη Ρώμη. Έπειτα, κατευθύνθηκε προς την Απουλία. Ενώ, όμως, προσπαθούσε να διασχίσει τα Αμπρούτσι, ο στρατός του βρέθηκε περικυκλωμένος από τις δυνάμεις του Κάρολου στο Ταλιακότσο. Η μάχη που δόθηκε στις 23 Αυγούστου τελείωσε αρκετά γρήγορα με θρίαμβο του Κάρολου. Ο Κορραδίνος και ο Φρειδερίκος που κατάφεραν να σωθούν από τη σφαγή προσπάθησαν να ξεφύγουν για να διαπιστώσουν ότι όλοι αυτοί που μέχρι πριν λίγες μέρες τους υποστήριζαν δεν είχαν καμια διάθεση να τους προστατέψουν. Οι δύο έφηβοι συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν στο Καστέλ ντελλ’ Όβο. Μετά από παρωδία δίκης, μια επιτροπή εκπροσώπων των πόλεων της Καμπανίας τους καταδίκασε σε θάνατο. Στις 29 Οκτωβρίου 1268, ο Κορραδίνος (ο «τελευταίος των Χοχενστάουφεν και των Ωτβίλλ», κατά τον Πιερ Ωμπέ, όπ.π., σελ. 290-291) και ο Φρειδερίκος της Αυστρίας αποκεφαλίστηκαν στην Πιάτσα ντελ Μερκάτο της Νάπολης. Οι παπικές επιθυμίες είχαν εκπληρωθεί: η γενιά των Στάουφεν είχε σβήσει. 

Κι όμως, η τελευταία πράξη του δράματος δεν είχε παιχτεί ακόμη. Οι Σικελοί είχαν κάθε λόγο να αισθάνονται δυστυχείς με την ηγεμονία του Κάρολου. Για πρώτη φορά είχαν μονάρχη χωρίς δεσμούς αίματος ή έστω αγχιστείας με το νησί. Για πρώτη φορά το Παλέρμο δεν ήταν πρωτεύουσα, καθώς ο νέος βασιλιάς μετέφερε σχεδόν αμέσως την έδρα της αυλής στη Νάπολη. Ο πλούτος της Σικελίας είχε περάσει στα χέρια εμπόρων από την Τοσκάνη, τη Λομβαρδία και την Προβηγκία. Και οι Γάλλοι στρατιώτες του Κάρολου συμπεριφέρονταν σαν πραγματικός στρατός κατοχής. Αργά ή γρήγορα το ποτάμι της οργής θα ξεχείλιζε.               

ΟΙ ΝΟΡΜΑΝΔΟΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑ – μέρος VI: το σικελικό κράτος υπό τους Σουηβούς

Φεβρουαρίου 3, 2010

 

Όταν τον Ιανουάριο του 1189 πέθαινε άκληρος ο βασιλιάς Γουλιέλμος Β΄ ο Καλός τερματιζόταν ουσιαστικά η καθαυτό νορμανδική κυριαρχία στη Σικελία και στην Κάτω Ιταλία. Νόμιμη διάδοχος του θρόνου ήταν η θεία του Γουλιέλμου, η Κωνσταντία των Ωτβίλλ, κόρη του Ρογήρου Β΄ και σύζυγος του Ερρίκου Στ΄, γιου του Γερμανού αυτοκράτορα Φρειδερίκου Βαρβαρόσα. Όπως ήταν λογικό, η προοπτική να βασιλέψει στη Σικελία ένας ξένος, ένας Γερμανός που δεν ήταν διατεθειμένος να καταβάλει την παραμικρή προσπάθεια για να κατανοήσει τις ιδιαιτερότητες του τόπου, γέμιζε με τρόμο τους Νορμανδούς ευγενείς. Έπρεπε να βρεθεί οπωσδήποτε μια εναλλακτική λύση κι αυτή δεν ήταν άλλη από τον τελευταίο άρρενα απόγονο  της γενιάς των Ωτβίλλ, έστω και νόθο, τον Τανκρέδο του Λέτσε. Όπως είδαμε και στο προηγούμενο μέρος, ο Τανκρέδος είχε μια πολυτάραχη σταδιοδρομία: από συνωμότης κατά του Γουλιέλμου Α΄, βρέθηκε στα χρόνια του δεύτερου Γουλιέλμου αρχιστράτηγος και ναύαρχος των δυνάμεων του βασιλείου. Είχε, μάλιστα, ηγηθεί, το 1185, της μεγάλης εκστρατείας κατά του Βυζαντίου, εντυπωσιακής επιχείρησης που είχε ως συνέπεια την άλωση και πρόσκαιρη κατοχή της Θεσσαλονίκης, αλλά δεν απέφερε μόνιμα οφέλη στο νορμανδικό βασίλειο. 

Η σύντομη βασιλεία του Τανκρέδου του Λέτσε: Οι προσπάθειες του καγκελάριου Ματθαίου του Αγέλλο έκαμψαν και τους τελευταίους δισταγμούς όσων ευγενών δεν είχαν λησμονήσει ότι λίγα χρόνια πριν, στην Τρόια, είχαν ορκιστεί ενώπιον του μονάρχη τους να σεβαστούν τα δυναστικά δικαιώματα της Κωνσταντίας. Έτσι, στις αρχές του 1190, στέφθηκε στο Παλέρμο βασιλιάς της Σικελίας και της Νότιας Σικελίας ο Τανκρέδος, ο νόθος γιος του Ρογήρου δούκα της Απουλίας και εγγονός του Μεγάλου Ρογήρου. Η μέχρι τότε σταδιοδρομία του Τανκρέδου αποδείκνυε ότι διέθετε πολιτικά και στρατιωτικά χαρίσματα. Υπήρχαν, όμως, και δύο σοβαρά μειονεκτήματα: πρώτον, ο νέος βασιλιάς δεν βρισκόταν ακριβώς στην πρώτη νιότη του, μια και κατά τον χρόνο στέψης του πρέπει να είχε περάσει τα πενήντα. Έπειτα (και παραβλέποντας την απερίγραπτη, σύμφωνα με τα χρονικά της εποχής, ασχήμια του) για όλους τους παράγοντες της διεθνούς διπλωματικής σκηνής της εποχής δεν ήταν παρά ένας σφετεριστής. Την ίδια άποψη φαίνεται πως είχαν και κάποιοι από τους υπηκόους του, μια και πολύ σύντομα χρειάστηκε να καταστείλει δύο εξεγέρσεις: πρώτα αυτή των ευγενών της Απουλίας κι έπειτα των μουσουλμάνων της Σικελίας.

Οι δύο σταυροφόροι: Λίγους μήνες αργότερα, το φθινόπωρο του 1190, ο Τανκρέδος βρέθηκε αντιμέτωπος με μιαν άλλη απειλή, καθώς έφτασαν στα εδάφη του, καθ’ οδόν για τους Άγιους Τόπους, ο Φίλιππος Αύγουστος της Γαλλίας και ο Ριχάρδος Α΄ ο Λεοντόκαρδος της Αγγλίας. Ο μονάρχης της Αγγλίας αποτελούσε τον μεγαλύτερο κίνδυνο: όχι μόνο τον συνόδευε η φήμη του φιλόδοξου, αδίστακτου και διεκδικητικού χαρακτήρα, αλλά είχε ήδη διατυπώσει επίσημα παράπονα για τη μεταχείριση της οποίας είχε τύχει η Ιωάννα, αδελφή του Ριχάρδου και χήρα του εκλιπόντος βασιλιά της Σικελίας Γουλιέλμου Β΄. Οι στρατιώτες του Ριχάρδου λεηλάτησαν τα εδάφη της Καλαβρίας κι έπειτα πέρασαν τα στενά της Μεσσήνης και κατέλαβαν την ομώνυμη πόλη. Προκειμένου, μάλιστα, να ελέγξει τον, στην πλειονότητά του ελληνικό, πληθυσμό της πόλης, ο βασιλιάς της Αγγλίας διέταξε να χτιστεί ένα ξύλινο φρούριο, το οποίο επιδεικτικά ονόμασε «Mate Griffon». Ο Τανκρέδος χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλες τις διπλωματικές ικανότητές του, αλλά και να ενισχύσει οικονομικά τον Ριχάρδο, έτσι ώστε ο ενοχλητικός φιλοξενούμενος να εγκαταλείψει τη Σικελία και να συνεχίσει τον δρόμο του στο πλαίσιο της Γ΄ Σταυροφορίας (10 Απριλίου 1191, δηλαδή δέκα ημέρες μετά από την αναχώρηση του Φιλίππου Αυγούστου. Όσο για τις κατακτητικές βλέψεις του Ριχάρδου, «την πλήρωσε» σε πρώτη φάση η Κύπρος).

Ο Ερρίκος γίνεται αυτοκράτορας: Ωστόσο, ο Τανκρέδος γνώριζε ότι αργά ή γρήγορα θα έπρεπε να αναμετρηθεί με τον νόμιμο διάδοχο του θρόνου, τον Ερρίκο. Τα γεγονότα επίσπευσαν τη σύγκρουση αυτή. Τον Ιούνιο του 1190 κι ενώ κατευθυνόταν ως σταυροφόρος προς τους Άγιους Τόπους, ο Γερμανός αυτοκράτορας Φρειδερίκος πνίγηκε καθώς επιχειρούσε να διαβεί τον Καλύκαδνο ποταμό στην Κιλικία (Σέλεφ ή, για τους Τούρκους, Γκεκσού). Ο Ερρίκος πλέον όφειλε να εξασφαλίσει την αναγνώρισή του ως νέος αυτοκράτορας, έπρεπε επομένως να διαπραγματευθεί με τον πάπα. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για διττή ανάγκη, μια και το βασίλειο της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας ήταν κι αυτό τύποις υποτελές στην Αγία Έδρα. Η τύχη, πάντως, ευνόησε τα σχέδια του Ερρίκου. Την άνοιξη του 1191 πέθανε ο πάπας Κλήμης Γ΄: ο διάδοχός του, ο Κελεστίνος Γ΄, ήταν ένας γέροντας ογδόντα πέντε ετών που, όπως αναμενόταν, αποδείχθηκε σε διπλωματικό επίπεδο παιχνιδάκι στα χέρια του νεαρού Γερμανού μονάρχη. Γρήγορα δέχτηκε όλες τις διεκδικήσεις του Ερρίκου ο οποίος, στις 15 Απριλίου 1191, στέφθηκε στη βασιλική του Αγίου Πέτρου αυτοκράτορας της Αγίας Γερμανικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Όλο και περισσότεροι ευγενείς της νότιας Ιταλίας εγκατέλειπαν το στρατόπεδο του Τανκρέδου για να συνταχθούν με τον Ερρίκο. Βέβαιος για την τελική επικράτησή του, ο Ερρίκος πολιόρκησε τη Νάπολη, ενώ η Κωνσταντία αποσύρθηκε στο Σαλέρνο, παραδοσιακό τόπο διαμονής των Νορμανδών βασιλέων όταν βρίσκονταν στην Καμπανία.

Η μεγάλη προσπάθεια του Τανκρέδου: Κι όμως, ο ηγεμόνας της Σικελίας δεν είχε πει την τελευταία του λέξη. Η πολιορκία της Νάπολης απέτυχε, καθώς σκόνταψε σε επιδημίες, στρατιωτικές απώλειες και λιποταξίες. Οι Σαλερνιτάνοι, διαπιστώνοντας ότι η κατεύθυνση του ανέμου άλλαζε, αιχμαλώτισαν την Κωνσταντία και την έστειλαν πεσκέσι στον Τανκρέδο. Ο πάπας σκέφτηκε ότι ήταν μια καλή ευκαιρία να γλιτώσει από την ηγεμονία των Γερμανών. Έτσι, την άνοιξη του 1192, ο Τανκρέδος αναγνωριζόταν απο τον πάπα (και το σύνολο των φεουδαρχών) ως νόμιμος βασιλιάς της Σικελίας. Εκτός από τις απαραίτητες ενέργειες για την αμυντική θωράκιση του βασιλείου του, ο Τανκρέδος αποδύθηκε σε διπλωματικό αγώνα για να βρει ισχυρούς συμμάχους. Οι προσπάθειές του να συμμαχήσει με το Βυζάντιο στέφθηκαν με επιτυχία: την άνοιξη του 1193 παντρεύτηκαν στο Μπρίντιζι ο μεγαλύτερος γιος του Τανκρέδου, ο Ρογήρος, και η Ειρήνη, κόρη του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ισαάκιου Άγγελου. Κάπου εκεί, όμως, στέρεψε κι η τύχη του Τανκρέδου. Λίγους μήνες μετά πέθανε ο γιος του. Στις 20 Φεβρουαρίου 1194 πέθαινε στο Παλέρμο κι ο ίδιος ο Τανκρέδος. Άφηνε διάδοχο ένα παιδί, τον γιο του Γουλιέλμο (Γ΄).

Ο Ερρίκος Στ΄, δήμιος της νορμανδικής Σικελίας: Ελλείψει ισχυρού αντιπάλου, τίποτε δεν μπορούσε να σταματήσει την προέλαση του Ερρίκου. Η Νάπολη του άνοιξε τις πύλες της. Το Σαλέρνο τιμωρήθηκε παραδειγματικά για την προδοσία του. Στην ίδια τη Σικελία τα στρατεύματα που διοικούσε ο Μάρκβαρντ του Ανβάιλερ προχωρούσαν χωρίς να συναντήσουν ουσιαστική αντίσταση. Στις 20 Νοεμβρίου 1194, ο Ερρίκος εισερχόταν πανηγυρικά στο Παλέρμο. Με την οικογένεια του Τανκρέδου (τη βασίλισσα Σίβυλλα, τον μικρό Γουλιέλμο και τις τρεις αδελφές του), ο Ερρίκος ξεμπέρδεψε στα γρήγορα: τους υποσχέθηκε ότι θα του αφήσει ελεύθερους κι ότι θα δώσει στον Γουλιέλμο ως φέουδα το πριγκιπάτο του Τάραντα και την κομητεία του Λέτσε. Ανήμερα των Χριστουγέννων, ο Ερρίκος στεφόταν βασιλιάς της Σικελίας. Από δω και πέρα θα όριζε τα πράγματα κατά τις δικές του επιθυμίες και με τον δικό του τρόπο. Την επομένη, μετά από μια γιγαντιαία επιχείρηση, συνέλαβε όλους σχεδόν τους Νορμανδούς ευγενείς που βρισκόταν στη σικελική πρωτεύουσα: αφού τους βασάνισε, άλλους τους κρέμασε, άλλους τους έκαψε ζωντανούς, ενώ τους πιο τυχερούς τους εξόρισε στα οικογενειακά του φέουδα στην Αλσατία και στη σημερινή Βάδη-Βυρτεμβέργη. Ανάμεσα στους εξόριστους ήταν κι ο μικρός Γουλιέλμος (τον οποίο τύφλωσαν) με τη μητέρα του, τις αδελφές του και την Ειρήνη του Βυζαντίου.

Το άλλο σημαντικό γεγονός εκείνων των ημερών συνέβη αρκετά βορειότερα σε μια κωμόπολη κοντά στην Ανκόνα. Υπακούοντας στις εντολές του συζύγου της, η Κωνσταντία πορευόταν προς τα πάτρια εδάφη της με τον αργό ρυθμό που επέβαλλε η προχωρημένη εγκυμοσύνη και η ηλικία της (η τελευταία των Ωτβίλλ ήταν σαράντα ετών). Αισθανόμενη τους πόνους του τοκετού, σταμάτησε με τη συνοδεία της στο Ιέζι όπου στις 24 Δεκεμβρίου έφερε στον κόσμο ένα αγόρι που βαφτίστηκε Φρειδερίκος-Ρογήρος, παίρνοντας τα ονόματα των δύο ένδοξων παπούδων του. Έπειτα, όταν πέρασε ο χειμώνας, η Κωνσταντία κατευθύνθηκε νότια και συνάντησε τον σύζυγό της στο Μπάρι, όπου στέφθηκαν εκ νέου. Εκεί θα πρέπει να αντίκρισε με αναστάτωση τους αιχμαλώτους που πορεύονταν προς την εξορία τους στη Γερμανία. Έπειτα πήγε στο Παλέρμο, όπου και θα διαπίστωσε τί πληγές είχε ήδη προκαλέσει στη γη των προγόνων της η ηγεμονία του συζύγου της. Ο Ερρίκος, πάλι, έφυγε για τη Γερμανία με σκοπό να πετύχει την αναγνώριση του γιου του ως κληρονομικού διαδόχου του στο αυτοκρατορικό αξίωμα. Η επιτυχία του ήταν σχετική: αρκέσθηκε στην εκλογή του μικρού Φρειδερίκου ως «Βασιλέα των Ρωμαίων» (Φρανκφούρτη, 25 Δεκεμβρίου 1196). Όσο απουσίαζε, οι εναπομείναντες Νορμανδοί ευγενείς εξεγέρθηκαν στην Καμπανία και στην Απουλία. Και αυτή η εξέγερση καταπνίγηκε με τρόπο εξίσου αιματηρό. Καθώς μάλιστα υποπτευόταν ότι η Κωνσταντία μάλλον έβλεπε με συμπάθεια τους συμπατριώτες της, την έθεσε σε κατ’ οίκον περιορισμό, υπό την επιτήρηση του Γκωτιέ της Παλιάρα, καγκελάριου του βασιλείου και επισκόπου της Τρόια.

Για τον Ερρίκο το παλιό νορμανδικό βασίλειο της νότιας Ιταλίας ήταν απλώς τμήμα ενός οικουμενικού πολιτικού σχεδίου (δεν είναι τυχαίο ότι από τον Ερρίκο αναγνωρίστηκαν ως βασιλείς ο Αμωρύ των Λουζινιάν, βασιλιάς της Κύπρου, και ο Λέων Β΄ του αρμενικού κράτους της Κιλικίας). Σε καμία περίπτωση δεν είχε ενδοιασμούς να εφαρμόσει τα πιο σκληρά και αυταρχικά μέτρα για να εδραιώσει την εξουσία του, ανατρέποντας ισορροπίες ενός και πλέον αιώνα και διαλύοντας την κοινωνική ειρήνη που είχαν πετύχει οι Νορμανδοί βασιλείς. Σε κάθε περίπτωση, η σταδιοδρομία του τερματίστηκε πρόωρα: τον Αύγουστο του 1197 προσβλήθηκε από ελονοσία. Στις 28 Σεπτεμβρίου πέθανε στον δρόμο προς το Παλέρμο,  σε ηλικία μόλις τριάντα τριών ετών.

Φρειδερίκος Β΄ – Φως του Κόσμου ή Θηρίο της Αποκάλυψης; Στις 17 Μαΐου 1198 στέφθηκε βασιλιάς της Σικελίας ο Φρειδερίκος Β΄ των Χοχενστάουφεν. Αυτός που ο λαός επευφημούσε ως «μεγαλοπρεπή, θριαμβευτή και ανίκητο» ήταν ένα ορφανό από πατέρα τετράχρονο αγόρι του οποίου η μητέρα ήταν ήδη βαριά άρρωστη.

Μια δύσκολη παιδική ηλικία: Μετά τον θάνατο του Ερρίκου, η Κωνσταντία έκανε δύο αποφασιστικές κινήσεις: αφενός πήρε κοντά της τον μικρό Φρειδερίκο (στον οποίο ήθελε να δώσει μια αμιγώς γερμανική εκπαίδευση ο θείος του, ο Φίλιππος της Σουηβίας) έτσι ώστε να ανατραφεί στο Παλέρμο σύμφωνα με τις αρχές της νορμανδικής αυλής της Σικελίας, αφετέρου έδιωξε από την αυλή όλους τους Γερμανούς που αντιμετώπιζαν τη Σικελία σαν κατακτημένη χώρα (όπως ο Μάρκβαρντ του Ανβάιλερ) και τους ντόπιους συνεργάτες τους (όπως ήταν ο Γκωτιέ της Παλιάρα). Μετά τη στέψη του γιου της και έχοντας επίγνωση ότι δεν της έμενε πολύς χρόνος έδωσε και την τελευταία ικμάδα των δυνάμεών της για να εξασφαλίσει το μέλλον του Φρειδερίκου: διαπραγματεύτηκε σκληρά με τον νέο πάπα, τον πολύ γνωστό μας Ιννοκέντιο Γ΄, αναγκάστηκε να θυσιάσει την ανεξαρτησία της Εκκλησίας της Σικελίας και όλα τα εκκλησιαστικά προνόμια που είχαν εξασφαλίσει οι Νορμανδοί ηγεμόνες, αλλά πέτυχε να αναγνωρίσει εκ νέου η Αγία Έδρα το βασίλειο της Σικελίας και τα κληρονομικά δικαιώματα του Φρειδερίκου. Στις 27 Νοεμβρίου 1198, η Κωνσταντία πέθανε στα ανάκτορα του Παλέρμου, κι αν πιστέψουμε τον ποιητή πρέπει να ανταμείφθηκε με την αιώνια ευτυχία του Παραδείσου:

«Quest’ è la luce e la gran Constanza, che del secondo vento di Soave, generò ‘l terzo e l’ ultima possanza» (Δάντης «Θεία Κωμωδία«, «Παράδεισος«, άσμα ΙΙΙ, στίχοι 118-120).

Ο Φρειδερίκος μεγάλωσε σε ένα ψυχρό και ενίοτε εχθρικό περιβάλλον που το αποτελούσαν αυλικοί που προσπαθούσαν να μείνουν πιστοί στις επιθυμίες της μητέρας του και φιλόδοξοι ευγενείς που ενδιαφέρονταν να εδραιώσουν την εξουσία τους, μεταξύ των οποίων και οι ορκισμένοι εχθροί της Κωνσταντίας. Ορφανός από γονείς δεν είχε ποτέ τη στοργή και την αγάπη που χρειάζεται κάθε παιδί. Θα πρέπει να αναγκάστηκε να «ενηλικιωθεί» ψυχικά πολύ γρήγορα για να προστατεύσει τον εαυτό του και το βασιλικό μέλλον του. Όλα αυτά εξηγούν πιθανώς πολλές πλευρές του ενήλικου χαρακτήρα του, από τη φαινομική έλλειψη συναισθημάτων ως την υπεροψία και τη σκληρότητα με την οποία αντιμετώπιζε τους ανθρώπους. Το βέβαιο είναι ότι έλαβε εξαίρετη εκπαίδευση και ότι έμαθε να μιλά όλες τις γλώσσες του βασιλείου: λατινικά, ιταλικά, γαλλικά, προβηγκιανά, ελληνικά και αραβικά. Όλοι οι δάσκαλοί του ήταν από την Ιταλία (ο αρχιεπίσκοπος του Τάραντα Πέτρος, ο Γουλιέλμος Φρανκίσιος, ο Ιωάννης Τραγιέττο, ο Γκωτιέ της Παλιάρα). Ως πατρίδα του ένιωθε μόνο τη Σικελία. Μέχρι την ενηλικίωσή του δεν πρέπει να είχε μάθει ούτε λέξη από τη γλώσσα του πατέρα του.

Η κατάκτηση του γερμανικού αυτοκρατορικού θρόνου: Ωστόσο, ως εκλεγείς βασιλεύς των Ρωμαίων, ο Φρειδερίκος προοριζόταν να γίνει Γερμανός αυτοκράτορας. Μόνο που για το αξίωμα αυτό υπήρχαν ήδη δύο ισχυροί διεκδικητές: ο θείος του, ο Φίλιππος της Σουηβίας και ο Όθων Δ΄ του Μπράουνσβάικ, του οίκου των Βελφ, μεγάλου αντιπάλου και ορκισμένου εχθρού των Χοχενστάουφεν. Η δολοφονία του πρώτου (τον Ιούνιο του 1208) κατέστησε τον δεύτερο αδιαφιλονίκητο φαβορί στον αγώνα για τον αυτοκρατορικό τίτλο. Πράγματι, στις 4 Οκτωβρίου 1209, ο πάπας Ιννοκέντιος έστεφε τον Όθωνα αυτοκράτορα. Ο τίτλος άνοιξε την όρεξη του νέου αυτοκράτορα, ο οποίος άρχισε να αποσπά εδάφη στην Καμπανία και στην Απουλία. Αυτή η επεκτατική πολιτική του Όθωνα ανησύχησε τον ποντίφηκα που, εντελώς φυσικά, στράφηκε στον έφηβο Φρειδερίκο: αφού αφόρισε τον αυτοκράτορα (Νοέμβριος του 1210), ο Ιννοκέντιος, ύστερα από πρόταση του Γάλλου βασιλιά Φιλίππου Αυγούστου, άρχισε να προωθεί την υποψηφιότητα του Φρειδερίκου ως νέου αυτοκράτορα. Τον Σεπτέμβριο του 1211, η δίαιτα της Νυρεμβέργης εξέλεγε τον Φρειδερίκο Β΄ των Χοχενστάουφεν, βασιλιά της Σικελίας, ως «βασιλέα των Ρωμαίων προκειμένου να στεφθεί αυτοκράτωρ στη Ρώμη». Ο δεκαεξάχρονος Φρειδερίκος είχε ήδη παντρευτεί, δυο χρόνια νωρίτερα, την κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερή του Κωνσταντία της Αραγονίας, αδελφή του βασιλιά Πέτρου Β΄, κι είχε μόλις αποκτήσει τον πρώτο του γιο. Τον Μάρτιο του 1212 ξεκίνησε από τη Μεσσήνη κι αφού πέρασε από τη Ρώμη, όπου δεσμεύθηκε επίσημα ενώπιον του ποντίφηκα να μη διεκδικήσει τα εδάφη του δευτέρου, μετέβη στη Γερμανία για να συνάψει τις απαραίτητες για τον σκοπό του συμμαχίες.

Απέμενε, βέβαια, ο φιλόδοξος Όθων. Εδώ τη λύση για τον Φρειδερίκο την έδωσε ο γαλλικός παράγοντας. Πράγματι, στη προσπάθεια να σώσει την εξουσία του, ο Όθων σύναψε συμμαχία με τον βασιλιά της Αγγλίας, τον Ιωάννη τον Ακτήμονα. Αν ο Φίλιππος Αύγουστος της Γαλλίας ήταν έτσι κι αλλιώς εχθρός του οίκου των Βελφ, η συμμαχία με τον ενοχλητικό μονάρχη της Αγγλίας τον υποχρέωνε να κινηθεί στρατιωτικά. Στη μάχη της Μπουβίν (27 Ιουλίου 1214) ο Γάλλος μονάρχης συνέτριβε τον Όθωνα και μαζί τις όποιες αυτοκρατορικές φιλοδοξίες του. Ένα χρόνο μετά, ο Φρειδερίκος στεφόταν συμβολικά στο Άαχεν ως άξιος διάδοχος του Καρλομάγνου. Την ίδια μέρα, λίγο μετά τη στέψη, δήλωνε (μάλλον απερίσκεπτα όπως θα διαπιστώσουμε) την απόφασή του «να πάρει τον σταυρό» και να απελευθερώσει την Ιερουσαλήμ.

Σε αναμονή της στέψης στη Ρώμη, ο Φρειδερίκος παρέμεινε στη Γερμανία για πέντε ακόμη χρόνια, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να εδραιώσει την εξουσία του. Θα επιχειρήσει να διασφαλίσει τα φέουδα της οικογένειάς του στην Αλσατία και στη Σουηβία, τα οποία επιβουλεύονταν οι αντίπαλοί του, θα συγκαλέσει αυτοκρατορικές δίαιτες σε διάφορες γερμανικές πόλεις (Ρατισβόννη, Άουγκσμπουργκ, Αγκνώ) και θα αγωνιστεί για να πείσει τους Γερμανούς εκλέκτορες να αναγνωρίσουν τον γιο του Ερρίκο ως διάδοχό του στον αυτοκρατορικό θρόνο (τον Απρίλιο του 1220 οι Γερμανοί ηγεμόνες θα εκλέξουν τον Ερρίκο ως βασιλιά της Γερμανίας).

Στις 22 Νοεμβρίου 1220. ο διάδοχος του Ιννοκέντιου, πάπας Ονώριος Γ ΄, θα στέψει επιτέλους τον Φρειδερίκο ως Ρωμαίο Αυτοκράτορα. Η στέψη αυτή είχε, πάντως, βαρύ τίμημα για τον Στάουφεν: δεσμεύθηκε στον πάπα να χωρίσει τα εδάφη της αυτοκρατορίας και το βασίλειο της Σικελίας, από το οποίο θα έπρεπε να παραιτηθεί παραδίδοντας το στέμμα στον γιο του. Απλώς θα ασκούσε την αντιβασιλεία μέχρι την ενηλικίωση του Ερρίκου.

Λίγες μέρες μετά κι ύστερα από οχτώ χρόνια απουσίας, ο Φρειδερίκος επέστρεφε στα εδάφη της πατρίδας του. Είχε πλέον τη δυνατότητα να αφοσιωθεί στην αναδιοργάνωση του κράτους αυτού του οποίου τυπικά δεν ήταν παρά αντιβασιλέας.

Μια αντιφατική προσωπικότητα; Ο χαρακτήρας και η δράση του Φρειδερίκου παρουσιάζουν καταρχήν τόσες αντιφάσεις που δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι για την προσωπικότητα και τη διακυβέρνησή του εκφράσθηκαν κατά καιρούς απόψεις διαμετρικά αντίθετες. Υπέρλαμπρο φως που θαμπώνει την οικουμένη ή Αντίχριστος και Θηρίο της Αποκάλυψης; Ευσεβής χριστιανός ή άθεος; Φωτισμένος ή δεσποτικός μονάρχης: Διανοούμενος ή δεισιδαίμων; Ανθρωπιστής ή ωμός και κυνικός; Εραστής όλων των πολιτισμών και φίλος όλων των θρησκειών ή ανηλεής διώκτης των μειονοτήτων; Άνθρωπος που προηγείται της εποχής του ή γνήσια έκφραση των πιο ιδιαίτερων παραδόσεων του Μεσαίωνα; Μήπως όλα αυτά μαζί;

Η οργάνωση του κράτους: Το οργανωτικό του έργο είναι πράγματι αξιοθαύμαστο και δικαιολογεί σε σημαντικό βαθμό τον χαρακτηρισμό που του αποδίδει ο Pierre Aubé («Les empires normands d’ Orient», εκδ. Perrin 1991, επανέκδοση στη συλλογή Tempus, Παρίσι 2006, σ. 272), λέγοντας ότι ο Φρειδερίκος αποτελεί την: «Ένδοξη ολοκλήρωση, την πεμπτουσία της νορμανδικότητας». Το 1231 εκδίδει τα «Διατάγματα του Μέλφι», τον πληρέστερο για την εποχή του κώδικα δημόσιου και ποινικού δικαίου. Ήδη το 1224 ή το 1226 ιδρύει το Πανεπιστήμιο της Νάπολης (το οποίο και σήμερα φέρει το όνομά του), από τη νομική σχολή του οποίου αποφοιτούν όλα τα στελέχη της δημόσιας διοίκησης του βασιλείου.

Το κύριο μέλημα του Φρειδερίκου είναι η εδραίωση της βασιλικής εξουσίας. Για τον σκοπό αυτό θα ελέγξει αυστηρά και θα περιορίσει τη δύναμη των ευγενών, αποδυναμώνοντας μεθοδικά τις φεουδαρχικές δομές και ενισχύοντας αντίστοιχα την κεντρική εξουσία. Με τις Ασσίζες της Καπύης επιτυγχάνει την επιστροφή στο στέμμα των εκτάσεων που είχαν σφετεριστεί οι ευγενείς κατά την προηγούμενη περίοδο πολιτικής αστάθειας, καταγράφει τα προνόμιά τους και καταργεί πολλά από αυτά, τους αναγκάζει να του παραδώσουν τα κάστρα και τα φρούριά τους. Παράλληλα, ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την εμπορική και οικονομική ανάπτυξη του κράτους, μεριμνώντας έτσι ώστε το εμπόριο να βρίσκεται υπό τον αυστηρό έλεγχό του. Οι φορολογικές και τελωνειακές διατάξεις του είναι πληρέστατες: οι αλλοδαποί έμποροι που θέλουν να ασκήσουν δραστηριότητες στα εδάφη του Φρειδερίκου είναι υποχρεωμένοι να χρησιμοποιούν το λιμάνι του Παλέρμου και μόνο, όπου φυσικά καταβάλλουν άμεσα τους προβλεπόμενους δασμούς.

Ο Φρειδερίκος και οι θρησκευτικές μειονότητες: Σε προσωπικό επίπεδο, ο Φρειδερίκος ενδιαφερόταν ιδιαίτερα ως διανοούμενος για την ισλαμική κουλτούρα και θεολογία. Διατηρούσε αλληλογραφία με τους σύγχρονούς του μουσουλμάνους ηγεμόνες και δεν δίσταζε να υποβάλει φιλοσοφικά και θεολογικά ερωτήματα σε Άραβες σοφούς. Μπροστά, όμως στο συμφέρον του κράτους, όπως ο ίδιος το αντιλαμβανόταν, όλα αυτά υποχωρούσαν. Το 1224, θεωρώντας τους μουσουλμάνους της Σικελίας δυνητική απειλή για την ασφάλεια του κράτους, τους εκτόπισε μαζικά στη Λούτσερα της Απουλίας, είκοσι χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Φότζα. Εκεί είχαν τη δυνατότητα να ζουν σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο, σε ένα πραγματικό μουσουλμανικό γκέτο, από το οποίο ο αυτοκράτορας μπορεί να στρατολογεί τις αναγκαίες για τους πολέμους του δυνάμεις. Στις πόλεις και τα χωριά που εγκατέλειψαν παρά τη θέλησή τους οι μουσουλμάνοι, ο Φρειδερίκος εγκατέστησε «Λομβαρδούς» εποίκους από τα αυτοκρατορικά εδάφη της βόρειας και κεντρικής Ιταλίας (μια τέτοια περίπτωση είναι και το γνωστό μας Κορλεόνε). Ανάλογη θα είναι και η τύχη των Εβραίων, οι οποίοι μέχρι τότε ουδέποτε είχαν υποστεί περιορισμούς ή διωγμούς από τους Νορμανδούς μονάρχες. Το 1221 θα αποφασιστεί ότι πλέον θα είναι υποχρεωμένοι να φέρουν γαλάζιους μανδύες με διακριτικό σήμα ένα κίτρινο κύκλο!

Ο Φρειδερίκος και η Ιερά Εξέταση: Επιπλέον, μολονότι η προσωπική του συμπεριφορά καταδείκνυε συχνά περιφρόνηση ή και ασέβεια για τις εκδηλώσεις θρησκευτικής λατρείας (σε σημείο που κάποιοι τον χαρακτήρισαν άθεο), δεν είχε κανένα δισταγμό να φέρει στα εδάφη του βασιλείου του τη νεοσύστατη Ιερά Εξέταση και να συνεργαστεί αρμονικότατα μαζί της. Ακόμη χειρότερα, ο Φρειδερίκος χρησιμοποίησε την Ιερά Εξέταση ως ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό μέσο πίεσης και εξόντωσης των αντιπάλων του.

Ο Φρειδερίκος ως διανοούμενος: Αναμφίβολα ο Φρειδερίκος υπήρξε διανοούμενος και αληθινός εστέτ. Η αυλή του Παλέρμου ήταν πάντα γεμάτη ποιητές (ο ίδιος έγραψε αξιοπρεπείς στίχους σε προβηγκιανό στυλ), σε σημείο που αρκετοί να υποστηρίζουν ότι η ιταλική γλώσσα γεννήθηκε στη Σικελία (πριν «ολοκληρωθεί» στη μεσαιωνική Τοσκάνη). Υπήρξε προστάτης των ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών, πολλοί από τους οποίους έζησαν στην αυλή του: χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο  Μιχαήλ ο Σκώτος, φιλόσοφος, μεταφραστής, γιατρός, αλχημιστής και.. αστρολόγος. Ο Φρειδερίκος υπήρξε φίλος και προστάτης του μεγάλου Ιταλού μαθηματικού Λεονάρδου Φιμπονάτσι από την Πίζα, ο οποίος αφιέρωσε κάμποσα βιβλία του στον αυτοκράτορα. Το μεγάλο προσωπικό πάθος του μονάρχη ήταν η ιερακοτροφία: το σχετικό σύγγραμμά του («De arte venandi cum avibus«) υπήρξε το πληρέστερο βιβλίο σχετικά με την εκπαίδευση των αρπακτικών πτηνών. Είχε ειλικρινές και έντονο ενδιαφέρον για τις επιστήμες. Αυτό δεν τον εμπόδιζε να είναι κυριολεκτικά εξαρτημένος από τις αστρολογικές προβλέψεις, ούτε να προβαίνει σε πειράματα που σήμερα θα εντυπωσίαζαν λόγω του παραλογισμού τους και θα σόκαραν λόγω της βιαιότητας και του απάνθρωπου χαρακτήρα τους. Λένε πως κάποτε έκλεισε σε ένα βαρέλι κάποιον υπηρέτη του και τον άφησε να πεθάνει, προκειμένου να διαπιστωθεί «επιστημονικά» αν με τον θάνατο μπορούσε να αποδράσει η ψυχή! Σύμφωνα πάλι με τον Φραγκισκανό χρονικογράφο Σαλιμπένε της Πάρμας, ανέθεσε την ανατροφή ορφανών σε κωφάλαλες για να διαπιστώσει ποιά γλώσσα θα μιλούσαν τα παιδιά: τη γλώσσα των γονιών τους ή κάποια από τις «πρωταρχικές γλώσσες της ανθρωπότητας», δηλαδή τα ελληνικά ή τα εβραϊκά!

Οι όποιες αντιφατικές πτυχές της προσωπικότητάς του μπορούν να εξηγηθούν από τα ψυχικά τραύματα των δύσκολων παιδικών του χρόνων και την έμφυτη ανασφάλεια που θα πρέπει να έκρυβε μέσα του. Ανασφάλεια που σίγουρα θα επέτεινε η μάλλον μειονεκτική εξωτερική εμφάνιση του Φρειδερίκου: κοντός, φαλακρός και σχεδόν καμπούρης, αποτελούσε το αντίθετο του ιδανικού ιππότη της εποχής. Όπως πολύ γλαφυρά περιέγραψε κάποιος μουσουλμάνος (μάλλον ο Μπαντρ-αλ-ντιν): «κοκκινοτρίχης, ασχημομούρης και καχεκτικός, αν ήταν σκλάβος δεν θα πουλιόταν ούτε για διακόσια ντιρχάμ». Η εμφάνιση αυτή κάλυπτε μια εξαιρετικά φιλήδονη φύση, μια και ο Φρειδερίκος δεν αρκέσθηκε στις τέσσερις νόμιμες συζύγους του (τις οποίες μεταχειρίστηκε ουσιαστικά περισσότερο σαν διπλωματικά ατού, παρά σαν συντρόφους ζωής, με την εξαίρεση ίσως της πρώτης, της Κωνσταντίας της Αραγονίας), αλλά διατηρούσε κι ένα πολυπληθές χαρέμι που σκανδάλιζε τους πιστούς χριστιανούς της εποχής του.

 Συμπέρασμα; Τελικά, η δράση του Φρειδερίκου μπορεί να εξηγηθεί από τον θεμελιώδη στόχο του, που δεν είναι άλλος από την απόλυτη θωράκιση της μοναρχικής εξουσίας. Όλα τα μέσα είναι θεμιτά για τον σκοπό αυτό: τόσο η επιμελής οργάνωση του κράτους όσο και η ωμή βία ή, εναλλακτικά, η «επικοινωνιακή» πολιτική. Με τα Διατάγματα του Μέλφι, ο Φρειδερίκος παρουσιάζεται ως ενσάρκωση του νόμου και του δικαίου [Sylvain Gouguenheim «Regards sur le Moyen Âge», Tallandier, Παρίσι 2009, κεφ. 14 «L’ empereur aux yeux de serpent: Frédéric II Staufen (1194-1250)», σ. 143-151, ειδ. σ. 146 και 149-150, και ιδίως Ernst Kantorowicz «Kaiser Friedrich der Zweite«, εκδ. Cotta, Στουτγάρδη 1927, και γαλλική μετάφραση «L’ empereur Frédéric II«, εκδ. Gallimard, Παρίσι 1987]. Περιβάλλεται από ικανούς νομικούς σαν τον  Πέτρο ντελλα Βίνια, που θα παράσχουν την απαραίτητη νομική θεμελίωση κάθε αξίωσης ή ισχυρισμού του ηγεμόνα. Όσο για τις πνευματικές ανησυχίες του Φρειδερίκου αυτές είναι προσωπική υπόθεση, δεν μεταφράζονται σε κάποιας μορφής ουμανισμό και σε κάθε περίπτωση είναι απολύτως διακριτές από το πρακτέο σε πολιτικό επίπεδο.

Ο Φρειδερίκος, συνεπώς, είναι και εξαιρετικά ικανός και υπέρμετρα φιλόδοξος. Οραματίζεται μια οικουμενική μοναρχία που θα περιλαμβάνει ολόκληρη την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή. Αυτή ακριβώς η φιλοδοξία θα προκαλέσει τη μοιραία σύγκρουση με την Αγία Έδρα και θα φέρει τελικά τον αφανισμό της ίδιας της δυναστείας των Στάουφεν.


Αρέσει σε %d bloggers: