Η γυναίκα στον Μεσαίωνα

     

Αυτή η ανάρτηση ήταν προγραμματισμένο να δημοσιευθεί στις 8 Μαρτίου, ώστε να συμπέσει με την Ημέρα της Γυναίκας. Φαίνεται όμως ότι οι συγκυρίες συμμάχησαν με την άποψη που θεωρεί κενές περιεχομένου τις γιορτές και επετείους αυτού του τύπου: εκτός από τον φόρτο εργασίας, με τσάκισε και μια αναθεματισμένη ίωση, με συνέπεια το άρθρο να δημοσιεύεται με σημαντική καθυστέρηση.  Ας προχωρήσουμε όμως στο θέμα που θα μας απασχολήσει. Ο μέσος σύγχρονος άνθρωπος είναι σχεδόν πεπεισμένος ότι η θέση της γυναίκας στα χρόνια του Μεσαίωνα πρέπει να ήταν άθλια. Καταπιεσμένες από αυταρχικούς και βίαιους συζύγους, καταπιεσμένες από τους φεουδάρχες, καταπιεσμένες από την Εκκλησία που τις θεωρεί σύμβολα της αμαρτίας και του κακού, όταν δεν τις στέλνει στην πυρά για να τις κάψει σαν μάγισσες, οι γυναίκες του Μεσαίωνα φαίνεται να ζούσαν σε συνθήκες απόλυτης δυστυχίας. Επιβεβαιώνεται η αντίληψη αυτή από τα ιστορικά στοιχεία; Την απάντηση τη μαντέψατε: όχι, καθόλου! Χωρίς να ισχυριζόμαστε ότι η γυναίκα του 21ου αιώνα θα αντάλλασσε ανεπιφύλακτα τη θέση της με αυτήν της μεσαιωνικής γυναίκας, δεν υπάρχει αμφιβολία για το ότι ο Μεσαίωνας υπήρξε πολύ καλύτερος για τις γυναίκες απ’ ό,τι η Αρχαιότητα (ιδίως η ελληνική και ρωμαϊκή) ή οι αιώνες που ακολούθησαν την «εποχή της φεουδαρχίας». Ουσιαστικά, πρέπει να φτάσουμε στον 20ό αιώνα (και μάλιστα στο δεύτερο μισό του) για να διαπιστώσουμε θεαματική βελτίωση.     

Βασικός οδηγός στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε τη θέση της γυναίκας στον Μεσαίωνα είναι το σύντομο σύγγραμμα της Γαλλίδας ιστορικού Ρεζίν Περνού (1909-1998) «Pour en finir avec le Moyen Âge» (εκδ. Seuil, Παρίσι 1979), το οποίο αποτελεί γενικά μια από τις πιο σημαντικές προσπάθειες αντίκρουσης των στερεοτύπων με τα οποία οι νεότερες εποχές αμαύρωσαν την εικόνα του Μεσαίωνα. Το έκτο κεφάλαιο του βιβλίου («La femme sans âme«) είναι αφιερωμένο στη θέση της γυναίκας.     

Ι. Γυναίκες και εξουσία: «Οι γυναίκες δεν ήταν υπόδουλες και υποταγμένες στο πλαίσιο ενός κόσμου ο οποίος εμφανίζεται να κυριαρχείται από τις αντρικές αρετές ιπποτών ή ασκητικών μοναχών; Η εξουσία δεν απέκλειε τις γυναίκες από την κορυφή της κοινωνίας; Η υπόμνηση μερικών ονομάτων αρκεί για να αποδείξει το αντίθετο. Η Αλιενόρ της Ακυιτανίας, η Λευκή της Καστίλλης κι άλλες λιγότερο γνωστές διοίκησαν επικράτειες και κυβέρνησαν υπηκόους» [Sylvain Gouguenheim «Regards sur le Moyen Âge«, Tallandier, Παρίσι 2009, κεφ. 10: «Ces Femmes qui eurent le pouvoir (Xe-XIVe siècles)«, σελ. 103-111, ειδ. σελ. 103]. Πράγματι, δεν είναι λίγα τα παραδείγματα γυναικών που ασκούν τη βασιλική εξουσία όταν ο σύζυγός τους απουσιάζει ή ασθενεί ή αυτών στις οποίες έχει νομίμως ανατεθεί η αντιβασιλεία μέχρι την ενηλικίωση του γιου τους. Άλλες πάλι είναι αρκούντως δυναμικές ώστε να πάρουν την εξουσία στα χέρια τους και χωρίς να συμβαίνει κάτι από τα παραπάνω.    

Αλιενόρ: Η Αλιενόρ της Ακυιτανίας (θα μπορούσαμε να μεταγράψουμε το όνομά της ως Ελεονόρα, αλλά οι Γάλλοι και σήμερα την αποκαλούν με το οξιτανικό της όνομα «Αλιενόρ» κι όχι με τη μορφή που αυτό είχε στη langue d’ oil, δηλαδή Eléonore ή Eléanor) είναι μια από τις δυναμικότερες γυναικείες μορφές του Μεσαίωνα. Κληρονόμος του ισχυρού δουκάτου της Ακυιτανίας, παντρεύεται το 1137 (σε ηλικία 15 ετών) τον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο Ζ΄. Η νεαρή με τα πλούσια ενδιαφέροντα και το εκρηκτικό ταμπεραμέντο βρίσκει σαφώς βαρετό τον μονόχνωτο και ασκητικό σύζυγό της. Η ασυμφωνία χαρακτήρων είναι προφανής: η ρήξη στις σχέσεις των συζύγων καθίσταται οριστική κατά τη διάρκεια της Β΄ Σταυροφορίας (όταν, μεταξύ των άλλων, οι κακές γλώσσες καταλογίζουν στην Αλιενόρ και μια εξωσυζυγική περιπέτεια με τον θείο της και ηγεμόνα της Αντιόχειας, τον Ραϋμόνδο του Πουατιέ). Με την επιστροφή στη Γαλλία, η Αλιενόρ παίρνει την πρωτοβουλία και, το 1152, χωρίζει τον Λουδοβίκο (καθόσον νομικά δεν υφίστατο διαζύγιο, τυπικά επρόκειτο για ακύρωση του γάμου λόγω… μακρινής συγγένειας μεταξύ των συζύγων). Έξι μόλις εβδομάδες μετά την ακύρωση του πρώτου της γάμου παντρεύεται στο Πουατιέ τον Ερρίκο, δούκα της Νορμανδίας και κόμη του Ανζού και του Μαιν, ο οποίος θα γίνει δύο χρόνια αργότερα βασιλιάς της Αγγλίας (ως Ερρίκος Β΄). Ως κυρία της Ακυιτανίας, η Αλιενόρ θα ανατρέψει υπέρ της Αγγλίας την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των δύο βασιλείων. Ως βασίλισσα δεν θα αρκεσθεί στη διοίκηση των προσωπικών κτήσεών της και στην οικονομική διαχείριση της μεγάλης περιουσίας της, ούτε στον ρόλο της προστάτιδας των γραμμάτων και των τεχνών: από το 1160 και μετά είναι ουσιαστικά αυτή που κυβερνά την Αγγλία. Θα φτάσει μέχρι του σημείου να προτρέψει τους γιους της να στασιάσουν κατά του πατέρα τους (1173). Η κίνηση θα στοιχίσει στην Αλιενόρ σχεδόν 15 χρόνια αιχμαλωσίας. Μετά τον θάνατο του συζύγου της (1189), θα επιστρέψει στην πολιτική σκηνή υποστηρίζοντας τον γιο της Ριχάρδο, νέο βασιλιά της Αγγλίας. Μέχρι τον θάνατό της (1204) θα παραμείνει δραστήρια, αναλαμβάνοντας διπλωματικές πρωτοβουλίες και επιχειρώντας να καθορίσει σύμφωνα με τις απόψεις της τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας (για την Αλιενόρ, βλ. Régine Pernoud «Aliénor d’ Aquitaine«, Albin Michel, Παρίσι 1966/ Jean Flori «Aliénor d’ Aquitaine: la reine insoumise«, Payot, Παρίσι 2004).     

Λευκή της Καστίλλης: Εγγονή της Αλιενόρ, η Λευκή της Καστίλλης (βλ. Régine Pernoud «La Reine Blanche«, Albin Michel, Παρίσι 1972/ Gérard Sivéry «Blanche de Castille«, Fayard, Παρίσι 1994) παντρεύεται σε ηλικία 12 ετών τον διάδοχο του γαλλικού θρόνου (τον μετέπειτα Λουδοβίκο Η΄). Μετά τον θάνατο του συζύγου της (1226) θα κυβερνήσει το βασίλειο έως την ενηλικίωση του γιου της (Λουδοβίκου Θ΄). Κατά τη διάρκεια της αντιβασιλείας της θα διαπραγματευθεί (με επιτυχία) τους όρους της Συνθήκης του Μω (1229), με την οποία τερματίζεται η σύγκρουση μεταξύ Γαλλίας και κομητείας της Τουλούζης (που προκλήθηκε λόγω της υποστήριξης των αρχόντων της δεύτερης προς την αίρεση των Καθαρών). Η συνθήκη διασφαλίζει κατά τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα της Γαλλίας, απαλλάσσοντάς την ταυτόχρονα από τον κίνδυνο της συνέχισης μιας επικίνδυνης σύρραξης με απρόβλεπτες συνέπειες. Έχοντας εμπιστοσύνη στις πολιτικές ικανότητες της μητέρας του, ο Λουδοβίκος Θ΄ της αναθέτει την αντιβασιλεία κατά την αναχώρησή του για την Ζ΄ Σταυροφορία (1248). 

Και πολλές ακόμη: Τα δύο πολύ γνωστά παραδείγματα από τη γαλλική μεσαιωνική ιστορία δεν είναι φυσικά τα μόνα. Στα τέλη του 10ου αιώνα, η βυζαντινή πριγκίπισσα Θεοφανώ (ανηψιά του Ιωάννη Α΄ Τσιμισκή) παντρεύτηκε τον Γερμανό αυτοκράτορα Όθωνα Β΄. Η Θεοφανώ, που δεν ήταν ιδιαίτερα συμπαθής σε πολλούς Δυτικούς και πρωτίστως στην πεθερά της, δεν έφερε απλώς στη Δύση τις συνήθειες της βυζαντινής αυλής, καθώς και τα γράμματα και τον πολιτισμό της πατρίδας της: μετά τον θάνατο του άντρα της και ως την ενηλικίωση του γιου της (του Όθωνα Γ΄), κυβέρνησε την αυτοκρατορία. Αναφερόμενη ήδη ως «συναυτοκράτειρα» («coimperatrix») ενώ ζει ο σύζυγός της, υπογράφει αποφάσεις στα χρόνια διακυβέρνησής της φέροντας τον τίτλο «Theophanius gratia divina imperator augustus», σαν να ήταν άντρας (Gouguenheim, όπ.π., σελ. 110). Στον μακρινό βορρά, η βασίλισσα Μαργαρίτα  κατόρθωσε να ενώσει σε ένα βασίλειο, του οποίου ηγήθηκε, τη Σουηδία, τη Δανία και τη Νορβηγία (1397). Στην Ιταλία, η Ματθίλδη της Τοσκάνης (1046-1115) υπήρξε η ισχυρότερη πολιτική προσωπικότητα στην Ιταλία του καιρού της: σε δική της πρωτοβουλία οφείλεται η «συμφιλίωση» μεταξύ του πάπα Γρηγόριου Ζ΄ και του αυτοκράτορα Ερρίκου Δ΄, με την ταπείνωση του δεύτερου στην Κανόσσα (1077). Αλλά και στην ιστορία των Νορμανδών της Κάτω Ιταλίας την οποία αφηγούμαστε συναντήσαμε πολλές δυναμικές γυναικείες μορφές, από την κόμισσα Αδελαΐδα τη Μομφερρατική (σύζυγο του Ρογήρου Α΄), η οποία συνέβαλε ιδιαίτερα στη διαμόρφωση του διαπολιτισμικού χαρακτήρα του νορμανδικού κράτους, έως την Κωνσταντία των Ωτβίλλ, μητέρα του Φρειδερίκου Β΄ των Χοχενστάουφεν. Στα μέρη μας, τέλος, η πριγκίπισσα της Αχαΐας Ισαβέλλα Βιλλαρδουίνη (1263-1312, η πριγκίπισσα Ζαμπέα του Χρονικού του Μορέως και «Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ» του ομώνυμου μυθιστορήματος του Άγγελου Τερζάκη) κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλίσει την επιβίωση της φραγκικής Πελοποννήσου, παρά τους ασφυκτικούς περιορισμούς που της επέβαλλε η Συνθήκη του Βιτέρμπο (την οποία σύναψε, σε στιγμές μεγάλης πολιτικής αδυναμίας, ο πατέρας της Γουλιέλμος Β΄ Βιλλαρδουίνος με τον Κάρολο Α΄ τον Ανδεγαυικό: βάσει της συνθήκης ο ανδεγαυικός οίκος, ως επικυρίαρχος, έπρεπε να εγκρίνει τους γάμους της διαδόχου του πριγκιπάτου). 

Σύμβολα και μέσα της γυναικείας εξουσίας: Όπως διαπιστώνουμε, η άσκηση της εξουσίας από γυναίκες είναι φαινόμενο αρκετά συνηθισμένο στα χρόνια του Μεσαίωνα. Αντιθέτως, στην Αρχαιότητα και στους νεότερους χρόνους (ως τον 20ό αιώνα) έχουμε ελάχιστα παραδείγματα γυναικών με ουσιαστική εξουσία. Ενδεικτικό των μεσαιωνικών αντιλήψεων είναι και το γεγονός ότι στις γυναίκες που είναι φορείς εξουσίας (δυνητικά ή ουσιαστικά) παρέχεται τόσο η συμβολική αναγνώριση του ρόλου αυτού όσο και τα αναγκαία υλικά μέσα. Σε συμβολικό επίπεδο (και το συμβολικό στοιχείο έχει μεγάλη σημασία για τη συγκεκριμένη εποχή) παρατηρείται ότι όλες οι βασίλισσες στέφονται, όπως ακριβώς και οι βασιλείς (Pernoud, όπ.π., σελ. 85). Η τελευταία βασίλισσα της Γαλλίας που στέφθηκε ήταν, το 1610, η Μαρία των Μεδίκων (δεύτερη σύζυγος του Ερρίκου Δ΄ των Βουρβόνων). Εκτός από το στέμμα μπορούμε να αναφέρουμε την προσωπική σφραγίδα της βασίλισσας ή τα νομίσματα που φέρουν το όνομά της (περίπτωση της Ισαβέλλας της Αχαΐας). Σε επίπεδο υλικών μέσων, όλες οι βασίλισσες και οι γυναίκες της ανώτερης αριστοκρατίας έχουν την προσωπική περιουσία τους: εκτός από την περιουσία με την οποία προικίσθηκαν από τις οικογένειές τους έχουν στην κυριότητά τους και τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία τους δωρίζει ο βασιλιάς ή φεουδάρχης σύζυγός τους. Για παράδειγμα, η αυτοκράτειρα Θεοφανώ λαμβάνει από τον Όθωνα εκτάσεις από τη Θουριγγία και τη Σαξονία μέχρι τη βορειοανατολική Ιταλία (βλ. Gouguenheim, όπ.π., σελ. 104-105). 

Αν όμως οι γυναίκες μπορούν να ασκήσουν εξουσία, δεν είναι προαπαιτούμενο να έχουν και πολιτικά δικαιώματα και συμμετοχή στα κοινά;

ΙΙ. Γυναίκες και πολιτικά δικαιώματα: Όπως γνωρίζουμε, στα χρόνια της ελληνικής και ρωμαϊκής Αρχαιότητας η γυναίκα στερείται πλήρως πολιτικών δικαιωμάτων. Στους Νεότερους Χρόνους πρέπει να φτάσουμε στον 20ό αιώνα για να δοθεί στις γυναίκες δικαίωμα ψήφου. Στο Μεσαίωνα βλέπουμε τις γυναίκες να ψηφίζουν στις συνελεύσεις πόλεων και χωριών που καλύπτουν ένα ευρύ τμήμα της δυτικής Ευρώπης. Βεβαίως, στην εποχή αυτή δεν ψηφίζουν τα άτομα, αλλά οι οικογένειες, οι οποίες πράγματι εκπροσωπούνται συνήθως από τον άντρα. Όταν όμως αυτός αδυνατεί να συμμετάσχει στη διαδικασία (απουσία ή ασθένεια) ή έχει πεθάνει, τότε η οικογένεια εκπροσωπείται από τη γυναίκα. Ένα ωραίο σχετικό παράδειγμα μας δίνει η Ιστορία της φραγκικής Πελοποννήσου.    

«Το Παρλαμέντο των Γυναικών»: Το 1259 συγκρούστηκαν στην Πελαγονία (στον δρόμο από την Καστοριά προς το Μοναστήρι) ο Φράγκος ηγεμόνας της Πελοποννήσου Γουλιέλμος Βιλλαρδουίνος και ο αυτοκράτορας της Νίκαιας Μιχαήλ Παλαιολόγος. Προδομένος από τους συμμάχους του, τους δεσπότες της Ηπείρου, ο Βιλλαρδουίνος συνετρίβη και αιχμαλωτίστηκε ο ίδιος, καθώς και οι περισσότεροι από τους υποτελείς του φεουδάρχες και ιππότες. Αναγκασμένος να διαπραγματευθεί με τον Παλαιολόγο, συμφώνησε τελικά να εξαγοράσει την ελευθερία του (και την ελευθερία των υποτελών του), παραχωρώντας στους Βυζαντινούς ορισμένα στρατηγικής σημασίας κάστρα της Πελοποννήσου. Η συμφωνία αυτή έπρεπε να κυρωθεί από την αυλή του πριγκιπάτου. Έτσι, το 1260, συγκεντρώθηκαν στο Νίκλι (κοντά στην Τεγέα) οι ελάχιστοι άνδρες ευγενείς που δεν είχαν αιχμαλωτισθεί στην Πελαγονία και οι εκπρόσωποι όλων των άλλων φέουδων της Πελοποννήσου, εν προκειμένω και κατ’ ανάγκη, οι γυναίκες των αιχμαλώτων ευγενών. Για αυτό τον λόγο άλλωστε η συνέλευση έμεινε γνωστή και ως “παρλαμέντο των γυναικών”. Για την ιστορία, σημειώνουμε ότι βεβαίως οι κυρίες ενέκριναν τη συμφωνία του ηγεμόνα τους, η οποία αργότερα ενσωματώθηκε σε μια από τις συνθήκες του Νυμφαίου, κι έτσι ο Βιλλαρδουίνος και οι σύζυγοι των κυριών επέστρεψαν (έστω και με κομμένα τα φτερά) στην Πελοπόννησο.                                              

“Και μετά ταύτα εμίσσεψαν αμφότεροι οι δύο.
Από την Κόρινθο επέρασαν και ήλθαν εις το Νίκλι·
εκεί ηύρον την πριγκίπισσαν με τες κυράδες όλες
όλης της Πελοπόνεσσος, τον λέγουσιν Μορέαν,
όπου είχαν ποήσει σώρεψιν να επάρουν την βουλή τους
διά τα μαντάτα όπου ήκουσαν των τρίων κάστρων εκείνων,
όπου έδιδεν ο πρίγκηπας του βασιλέως ετότε
δια να έβγη από την φυλακήν εκείνος κι’ ο λαός του
οι άπαντες όλοι του Μωρέως, οι φλαμουριάροι όλοι
και οι καβαλλάροι μετ’ αυτούς που ήσαν εκεί στην Πόλιν.
Δια τούτο ήσαν οι αρχόντισσες εκείνων οι γυναίκες
εκεί με την πριγκήπισσαν στο κάστρο του Αμυκλίου
και εκάμνασιν το παρλαμά και επαίρναν την βουλήν τους
και ουκ είχασιν άλλους τινές άντρες εκεί μετ’ αύτες
μόνον και τον μισίρ Λινάρτ όπου ήταν λογοθέτης
και τον μισίρ Πιέρη ντε Βας τον φρόνιμον εκείνον,
όπου ήτο ο φρονιμώτερος όλου του πριγκηπάτου.
Αυτείνοι οι δύο ευρέθησαν στο παρλαμά εκείνο”.  

Το Χρονικόν του Μορέως«, στίχοι 4390-4407)  

 

ΙΙΙ. Η γυναίκα στις αγροτικές κοινωνίες – Το παράδειγμα του Μονταγιού: Τα ανωτέρω μοιάζουν πολύ ωραία, αλλά θα μπορούσε να αντιταχθεί ότι αφορούν μόνο τα ανώτατα κοινωνικά στρώματα, όπου παραδοσιακά η γυναίκα τυγχάνει καλύτερης μεταχείρισης. Ας δούμε λοιπόν τί συνέβαινε και στο πλαίσιο της οπωσδήποτε συντηρητικής αγροτικής κοινωνίας, εξετάζοντας το πολύ γνωστό παράδειγμα του μικρού οξιτανικού χωριού Μονταγιού (στα γαλλικά Πυρηναία). Ο Ιάκωβος Φουρνιέ, κληρικός εξαιρετικής μόρφωσης παρά την ταπεινή κοινωνική καταγωγή του και ο οποίος εξελέγη το 1334 πάπας με το όνομα Βενέδικτος ΙΒ΄, υπήρξε επίσκοπος της πόλης Παμιέ στη νοτιοδυτική Γαλλία από το 1317 ως το 1326. Με την ιδιότητά του αυτή προήδρευε του τοπικού δικαστηρίου της Ιεράς Εξέτασης, στα όρια της κατά τόπον αρμοδιότητας του οποίου περιλαμβανόταν περιοχές όπου επιβίωνε η αίρεση των Καθαρών (μεταξύ αυτών και το Μονταγιού). Χάρη στην οξυδέρκεια, την εργατικότητα, την προσοχή στη λεπτομέρεια και τη σχολαστική τήρηση της ποινικής δικονομίας (ως και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων θα σώπαινε… εντάξει λέμε και καμιά υπερβολή: οι δίκες της Ιεράς Εξέτασης διεξάγονταν χωρίς την παρουσία δικηγόρου του κατηγορουμένου και δεν ήταν δεκτικές εφέσεως) που χαρακτήριζαν τον Φουρνιέ γνωρίζουμε σήμερα τα πάντα για την καθημερινή ζωή στο Μονταγιού, όσον αφορά περίοδο τριάντα χρόνων. Σχηματίστηκαν 98 δικογραφίες που αφορούσαν 114 άτομα (25 από αυτά ήταν από το Μονταγιού). Από τις υποθέσεις μόνο 5 κατέληξαν στην επιβολή της θανατικής ποινής σε αιρετικούς (4 μέλη της αίρεσης των λεγόμενων «Πτωχών της Λυών» ή «Βωντουά» και ένας καθ’ υποτροπήν Καθαρός). Το αρχείο ιεροεξεταστή του Φουρνιέ (λατινικό χειρόγραφο αριθ. 4080 της βιβλιοθήκης του Βατικανού εκδόθηκε και μεταφράστηκε στα γαλλικά με επιμέλεια του Ζαν Ντυβερνουά (Τουλούζ, 1965, 3 τόμοι). Υπήρξε επίσης το βασικό υλικό για τη μνημειώδη μελέτη του Γάλλου ιστορικού Εμμανυέλ Λε Ρουά Λαντυρί με θέμα την κοινωνία του Μονταγιού («Montaillou, village occitan, de 1294 à 1324«, Gallimard, Παρίσι 1975).

Από τη μελέτη του Λαντυρί (κεφ. XII «Mariage et condition féminine«, σελ. 279 επ.) προκύπτουν τα εξής στοιχεία: πράγματι, η θέση της γυναίκας στη συντηρητική αγροτική κοινωνία του Μονταγιού είναι χειρότερη από αυτήν που διαπιστώθηκε όσον αφορά την αριστοκρατία. Υπάρχει μισογυνισμός στη νοοτροπία των χωρικών, καθώς και αρκετά παραδείγματα ενδοοικογενειακής βίας. Εντούτοις, υπάρχουν σχεδόν ισάριθμες περιπτώσεις γυναικών υποταγμένων στους συζύγους τους και γυναικών που έχουν επιβληθεί κυριολεκτικά σ’ αυτούς. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων υπάρχει ισορροπία στους ρόλους των συζύγων όσον αφορά τη διαχείριση των οικιακών και οικογενειακών θεμάτων. Η μόνη γυναίκα ευγενής που διαμένει κατά διαστήματα στο χωριό, η καστελλάνα Βεατρίκη του Πλανισσόλ (χήρα του καστελλάνου του χωριού, δηλαδή του στρατιωτικού διοικητή-εκπροσώπου του τοπικού φεουδάρχη, εν προκειμένω του κόμη της Φουά) αποδεικνύει ότι η θέση της γυναίκας των ανώτερων τάξεων είναι σαφώς καλύτερη. Η ερωτική ζωή της είναι αρκετά ελεύθερη: οι δύο σημαντικότεροι εραστές της είναι ιερωμένοι! Αν στην περίπτωση του πρώτου, μπορούμε να μιλήσουμε για αποπλάνηση της γυναίκας (ο ιερέας του χωριού Πιερ Κλεργκ είναι κλασσική μορφή Καζανόβα), σ’ αυτή του δεύτερου, ο ρόλος του «κυνηγού» ανήκει σαφώς στη Βεατρίκη (ο Βαρθολομαίος Αμιλιάκ είναι σχεδόν είκοσι χρόνια νεότερός της). Η τολμηρή καστελλάνα κατορθώνει μάλιστα να πείσει τον τελευταίο να μετοικήσουν σε εκκλησιαστική περιφέρεια όπου η συμβίωση ιερωμένου με γυναίκα είναι ανεπίσημα ανεκτή.   

IV. Η θέση της γυναίκας και το δίκαιο: Τίποτε δεν είναι περισσότερο ενδεικτικό της εκάστοτε κοινωνικής κατάστασης από το δίκαιο. Στην Αρχαία Ελλάδα, η γυναίκα ακόμη κι αν έχει κάποια περιουσία δεν έχει ικανότητα προς δικαιοπραξία (Edmond Lévy «La Grèce au Ve siècle, de Clisthène à Socrate«, συλλογή «Nouvelle Histoire de l’ Antiquité«, τ. 2, εκδ. Seuil, σελ. 135 επ., ειδ. σελ. 138/ P. Briant, P. Lévêque, P. Brulé, R. Descat, M.-M. Mactoux «Le Monde Grec aux temps classiques«,  τ. I «Le Ve siècle«, Nouvelle Clio, PUF, Παρίσι 1995, σελ. 252-253). Χαρακτηριστικός της θέσης της γυναίκας είναι ο θεσμός της επίκληρης. Η «επίκληρος» είναι η γυναίκα χωρίς αδελφούς και χωρίς αρσενικά παιδιά που κανονικά θα έπρεπε να κληρονομήσει την οικογενειακή περιουσία: δεν είναι όμως πραγματικά κληρονόμος, καθώς, όπως μαρτυρά και ο όρος, απλώς «μεταφέρει» την περιουσία. Για να μη χαθεί η περιουσία από την ευρύτερη οικογένεια, η επίκληρος είναι υποχρεωμένη να παντρευτεί τον εγγύτερο άρρενα συγγενή της (π.χ. θείο της), τούτο δε ακόμη κι αν είναι παντρεμένη, οπότε υποχρεούται πρώτα να χωρίσει τον ως τότε σύζυγό της (στη Σπάρτη, η αντίστοιχη περίπτωση της πατρούχου ρυθμίζεται πάντως κατά τρόπο που δείχνει κάποιο σεβασμό στη γυναίκα).  Στη Ρώμη το οικογενειακό δίκαιο επιβάλλει τον νόμο του pater familias, ο οποίος έχει εξουσία ζωής και θανάτου επί της συζύγου και των τέκνων του. Η εξουσία αυτή κατέχεται δια βίου, δεν σταματά λ.χ. με την ενηλικίωση των παιδιών (αυτό το στοιχείο είχε προκαλέσει ιδιαίτερα προβλήματα στις περιοχές της αυτοκρατορίας με ελληνικό πληθυσμό: οι Έλληνες που αποκτούσαν την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη ανακάλυπταν και τις παρενέργειες τις εφαρμογής του ρωμαϊκού δικαίου. Η αδυναμία ενηλίκων να διαχειριστούν την περιουσία τους, μια και χρειάζονταν την έγκριση του πατέρα τους, απαίτησε στην πράξη απίστευτα νομικά τεχνάσματα για να ξεπεραστεί!). Στον Μεσαίωνα αντίθετα ο άντρας είναι διαχειριστής και όχι κύριος (Pernoud, όπ.π., σελ. 88). Δεν μπορεί λ.χ. να αποκληρώσει τον γιο του. Επίσης, σε περιπτώσεις γάμου χωρίς τέκνα, τα περιουσιακά στοιχεία καθενός από τους συζύγους κληρονομούνται από τις οικογένειές τους αντιστοίχως: paterna paternis, materna maternis (Pernoud, όπ.π.) 

Η μελέτη των συμβάσεων και ειδικότερα των συμβολαιογραφικών πράξεων της μεσαιωνικής περιόδου είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Σε αντίθεση με τις προγενέστερες και μεταγενέστερες ιστορικές περιόδους, οι γυναίκες του Μεσαίωνα έχουν πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και δική τους περιουσία, την οποία διαχειρίζονται μόνες τους χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε έγκριση του συζύγου, του πατέρα ή του γιου τους. Η διαπίστωση αυτή αφορά όλες τις κοινωνικές τάξεις (βλ. Georges Duby «La Société aux XIe et XIIe siècles dans la région mâconnaise», Éditions de l’École des Hautes Études en Sciences Sociales, Παρίσι 1953, και «L’Histoire continue», Odile Jacob, Παρίσι 1991). Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει και από τη μελέτη των δωρεών προς τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα που έχουν ως σκοπό την υπεράσπιση των Αγίων Τόπων (Ναΐτες και Ιωαννίτες): περίπου το 40 % των δωρεών προέρχεται από γυναίκες (βλ. Alain Demurger «Chevaliers du Christ, les ordres religieux militaires au Moyen Âge», εκδ. Seuil, Παρίσι 2002). Από τα συμβόλαια αποδεικνύεται επίσης ότι οι γυναίκες του Μεσαίωνα ασκούσαν σχεδόν όλα τα επαγγέλματα: τόσο αυτά που απαιτούν μόρφωση (εκπαιδευτικοί, γιατροί, φαρμακοποιοί, εικονογράφοι βιβλίων) όσο και τα τεχνικά, καθώς και κάθε είδους εμπορική και επιχειρηματική δραστηριότητα (Pernoud, όπ.π., σελ. 96-97).  

Φυσικά το συνηθισμένο επιχείρημα αυτών που κατηγορούν τον Μεσαίωνα είναι η επίκληση του λεγόμενου Νόμου των Σάλιων Φράγκων, σύμφωνα με τον οποίο υποτίθεται ότι οι γυναίκες αποκλείονταν από την κληρονομική διαδοχή. Ο Σαλικός Νόμος με αυτή την μορφή δεν είναι παρά ένας ακόμη μύθος, ένα ερμηνευτικό κατασκεύασμα των Γάλλων νομικών των αρχών του 14ου αιώνα, στην προσπάθεια να αποκλειστούν από τον γαλλικό θρόνο κάποια ανεπιθύμητα γυναικεία μέλη της βασιλικής οικογένειας (ή μάλλον οι ανεπιθύμητοι σύζυγοί τους). Στην πραγματικότητα ο Νόμος των Σάλιων Φράγκων απέκλειε τις γυναίκες από την κληρονομική διαδοχή ορισμένων εδαφών, των οποίων η κυριότητα συνδεόταν με κάποιας μορφής υποχρέωση στρατιωτικής υπηρεσίας – εξ ου και η λογική του αποκλεισμού – (βλ. Gouguenheim, όπ.π., σελ. 105-106).

Η επιδείνωση της θέσης της γυναίκας συμπίπτει με την εκ νέου «ανακάλυψη» του ρωμαϊκού δικαίου από τον δυτικό κόσμο (Ιταλία και νομική σχολή του Πανεπιστημίου της Μπολόνιας, Γαλλία και βασιλεία του Φίλιππου του Ωραίου, ο οποίος περιτριγυριζόταν από νομικούς καταγόμενους από τον γαλλικό Νότο και, επομένως, άριστους κατά τεκμήριο γνώστες του ρωμαϊκού δικαίου). Το ρωμαϊκό δίκαιο παρουσιάζει δύο πλεονεκτήματα: είναι σαφώς καταλληλότερο από τα μεσαιωνικά έθιμα για τη ρύθμιση των εμπορικών και επιχειρηματικών εν γένει συναλλαγών και ευνοεί τη συγκέντρωση της εξουσίας και δη της κρατικής (για αυτό και θα το λατρέψουν πάπες και αυτοκράτορες, βλ. Pernoud, όπ.π., σελ. 86-88). Ταυτόχρονα, όμως, είναι εξαιρετικά δυσμενές για τη γυναίκα, που σταδιακά θα βρεθεί σε θέση παρία. Το 1593, εν μέσω της Αναγέννησης, οι γυναίκες θα αποκλειστούν στη Γαλλία από κάθε δημόσιο αξίωμα. Τον 18ο αιώνα θα υποχρεωθούν να παίρνουν το επώνυμο του συζύγου. Το 1804, ο Ναπολεόντειος αστικός κώδικας (άρθρο 1224) καθιστά τις γυναίκες άτομα περιορισμένης (ή μάλλον ανύπαρκτης) δικαιοπρακτικής ικανότητας: «Les personnes privées de droits juridiques sont les mineurs, les femmes mariées, les criminels et les débiles mentaux«. Για οποιαδήποτε συναλλαγή με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερο από αυτό που έχουν… τα ψώνια της λαϊκής, η γυναίκα χρειάζεται πλέον την έγκριση του συζύγου (αφέντη) της. Διαφωτισμός και Γαλλική Επανάσταση προσέφεραν σπουδαίες υπηρεσίες στη γυναίκα!

V. Γυναίκες και Εκκλησία: Υπάρχουν βεβαίως τα γνωστά μισογυνικά στερεότυπα που παρουσιάζουν τη γυναίκα ως προσωποποίηση της αμαρτίας. Υπάρχουν και τα ιστορικά στοιχεία που παρέχουν μια πολύ πιο ισορροπημένη εικόνα. Καταρχάς, η μεσαιωνική Εκκλησία δεν διστάζει να αναθέσει σε γυναίκες θέσεις ευθύνης με πολιτική και οικονομική ισχύ. Οι ηγούμενες των μονών ασκούν εξουσία και διαχειρίζονται πολλές φορές τεράστιες περιουσίες. Και, όσον αφορά την εκτίμηση της Εκκλησίας προς τις γυναικείες ικανότητες ας δούμε ακόμη ένα παράδειγμα που παραθέτει η Περνού (όπ.π., σελ. 93): όταν ο μοναχός Ροβέρτος του Αρμπρισέλ, μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του δυτικού μοναστικού κινήματος, αποφασίζει να οργανώσει το αββαείο του Φοντεβρώ, ιδρύει δύο κοινόβια (ένα ανδρών και ένα γυναικών). Ο άνθρωπος αυτός, αληθινός φεμινιστής, θα αναθέσει τη διοίκηση του αββαείου σε μια ηγουμένη, την μόλις 22 ετών Πετρονίλλα του Σεμιγέ (1115)!

Ανάμεσα στις σημαντικές γυναικείες μορφές της Καθολικής Εκκλησίας του Μεσαίωνα δεν λείπουν και οι δυναμικές προσωπικότητες που δεν θα διστάσουν να αναμετρηθούν με την κοσμική εξουσία υπερασπίζοντας τα πιστεύω τους. Έτσι, η ηγουμένη Χίλντεγκαρντ του Μπίνγκεν θα απευθύνει στον πανίσχυρο αυτοκράτορα Φρειδερίκο Α΄ Βαρβαρόσα επιστολές με ιδιαίτερα θαρραλέο, έως και απειλητικό, περιεχόμενο, προκειμένου να σταματήσει την αντιπαπική, και κατ’ επέκταση αντιεκκλησιαστική, πολιτική του (1168).

Στα μεσαιωνική Ευρώπη Εκκλησία και γράμματα είναι συνήθως αλληλένδετα. Όπως είναι λογικό οι γυναίκες δεν λείπουν από τον τομέα αυτό. Η πρώτη εγκυκλοπαίδεια της μεσαιωνικής Δύσης συγγράφηκε από γυναίκα: πρόκειται για τον «Hortus deliciarum» της Αλσατής ηγουμένης Ερράδης του Λάντσμπεργκ (12ος αι.). Μερικές φορές, οι πνευματικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες των γυναικών της Εκκλησίας εκπλήσσουν: στο αββαείο του Γκάντερσάιμ  στη Σαξονία βρέθηκαν χειρόγραφα του 10ου αιώνα που περιείχαν κωμωδίες σε στίχους με ομοιοκαταληξία, σε μίμηση των κωμωδιών του Τερέντιου (βλ. Pernoud, όπ.π., σελ. 92)!

Γενικά, η θέση της γυναίκας στο πλαίσιο της καθολικής Εκκλησίας είναι ακριβώς αυτή που κατέχει η γυναίκα στην κοινωνία τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο (Pernoud, όπ.π., σελ. 94-95). Έτσι, η επιδείνωση παρατηρείται ταυτόχρονα στην κοινωνία και στην Εκκλησία: το 1298 ο πάπας Βονιφάτιος Η΄ επιβάλλει στις μοναχές αυστηρότερους περιορισμούς απ’ ό,τι στους άνδρες μοναχούς ή μέλη θρησκευτικών ταγμάτων, αποκλείοντάς τις από κάθε επαφή με τον έξω κόσμο. Η απώλεια της «αυτονομίας» θα ολοκληρωθεί στη Γαλλία όταν η διοίκηση της Εκκλησίας θα περάσει στα χέρια της κοσμικής εξουσίας: με το Κονκορδάτο της Μπολόνιας (1516) ο πάπας εκχωρεί στον βασιλιά της Γαλλίας την εξουσία να διορίζει επισκόπους και ηγουμένους. 

 

Και οι… μάγισσες; Καλά όλα αυτά θα μου πείτε, αλλά…να, στον Μεσαίωνα δεν έκαιγαν μάγισσες; Όχι και τόσο, ή μάλλον σχεδόν καθόλου, θα σας απαντήσω. Οι πρώτες δίκες (προσοχή, όχι οι πρώτες καταδίκες σε θάνατο) καταγράφονται στην περιοχή της Τουλούζ τον 14ο αιώνα. Τα πρώτα εγχειρίδια οδηγιών για την καταπολέμηση της μαγείας συγγράφονται μετά το 1480 (οι Γερμανοί Δομηνικανοί μοναχοί Ερρίκος Κράμερ, γνωστότερος ως Ινστιτόρις, και Ιάκωβος Σπρέγγερ δημοσιεύουν το διαβόητο σύγγραμα «Malleus Maleficarum» το 1486-1487, ο Ζαν Μποντέν δημοσιεύει τη «Démonomanie des sorciers» το 1580). Το πραγματικό κυνήγι μαγισσών ανάγεται στα χρόνια της Αναγέννησης κι αργότερα: η διαβόητη δίκη των Μαγισσών του Σάλεμ έγινε το 1698 κι όχι βέβαια κατά τα χρόνια του Μεσαίωνα! Στη Γαλλία, η τελευταία δίκη για μαγεία καταγράφεται στο Μπορντώ το 1718. Όπως βλέπετε δεν υπάρχει καμία μανία κατά των «μαγισσών» στον Μεσαίωνα. Οι άνθρωποι της εποχής αντιμετώπιζαν τη  μαγεία περισσότερο ως εκδήλωση ψυχικής ασθένειας, αντίληψη που μοιάζει αρκετά σύγχρονη.     

Συμπέρασμα: Αυτό πρέπει να το αφήσουμε δικαιωματικά στη Ρεζίν Περνού. Τα ιστορικά στοιχεία αποδεικνύουν ότι ο Μεσαίωνας και αναγνώριζε στη γυναίκα θέση πολύ καλύτερη απ’ ό,τι οι περισσότερες περίοδοι της Ιστορίας και δεχόταν την ιδιαιτερότητα του φύλου της, στοιχείο πολύ σημαντικό όταν στην εποχή μας το πρότυπο που, σχεδόν αποκλειστικά, προσφέρεται στη σύγχρονη γυναίκα είναι αυτό της μίμησης του άντρα. Η Γαλλίδα ιστορικός ευχόταν, με μια δόση υπερβολής, οι διαπιστώσεις αυτές να προκαλέσουν την επιθυμία για μια καλύτερη γνώση του Μεσαίωνα σε όλους αυτούς που «καλόπιστα πιστεύουν ότι η γυναίκα βγαίνει επιτέλους από τον Μεσαίωνα: οι γυναίκες θα πρέπει να κάνουν πολλά για να ξαναβρούν τη θέση που είχαν στα χρόνια της βασίλισσας Αλιενόρ και της βασίλισσας Λευκής» (όπ.π., σελ. 98-99). 

Η παρούσα ανάρτηση ήταν κουραστική ως προς την έκτασή της. Θα ήθελα ωστόσο να προσθέσω ακόμη μια γραμμή. Ας μου επιτραπεί, λοιπόν, να αφιερώσω αυτό το άρθρο, που δεν είναι παρά ταπεινή αντιγραφή σκέψεων και ιδεών τόσων άξιων ιστορικών, στις τρεις γυναίκες της ζωής μου: στην κόρη, στη σύζυγο και στη μητέρα μου.

Advertisements

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

26 Σχόλια to “Η γυναίκα στον Μεσαίωνα”

  1. π2 Says:

    Εξαιρετικά ενδιαφέρον και πάλι, και μάλιστα για μια εποχή που, εγώ τουλάχιστον, δεν ξέρω σχεδόν καθόλου.

    Φοβάμαι μόνο πως θα πρέπει να διαφωνήσω αρκετά στα της αρχαιότητας. Η εικόνα που έχουμε για τη γυναίκα στην αρχαιότητα είναι ακραιφνώς αθηνοκεντρική και στηριγμένη σχεδόν μόνο στις γραμματειακές πηγές (και μάλιστα σε μια κατά γράμμα αποδοχή τους). Άλλες περιοχές του ελληνισμού και οι επιγραφικές πηγές προσφέρουν μια αρκετά διαφορετική εικόνα. Εκτός Αθήνας (με σιγουριά στην Ήπειρο και στη Μακεδονία, ίσως και σε άλλες περιοχές), οι γυναίκες ήταν ίσως νομικά υποδεέστερες, αλλά είχαν νομικό πρόσωπο: μπορεί να μην είχαν δικαίωμα να διαθέσουν ελεύθερα την περιουσία τους από μόνες τους, αλλά αυτό οφείλεται στο ότι η έννοια της περιουσίας ήταν περισσότερο οικογενειακή, παρά ατομική. Ελλείψει οικογένειας, είχαν δικαίωμα δικαιοπραξίας. Αργότερα, το ρωμαϊκό δίκαιο αναγνώριζε στις γυναίκες το δικαίωμα δικαιοπραξίας εάν είχαν τρία παιδιά (ius trium liberorum). Οι βασίλισσες της Μακεδονίας είχαν δικό τους αυλικό περίγυρο (με πολιτική και στρατιωτική δράση), μπορούσαν, σε δύσκολες στιγμές, να αναλάβουν διπλωματικές και πολιτικές πρωτοβουλίες και επιδίωκαν την καλλιέργεια των γραμμάτων. Ένα μεγάλο στρατολογικό διάγραμμα της εποχής του Φιλίππου Ε΄ δείχνει τη μέριμνα των αρχών ώστε η στρατολόγηση να μην εμποδίζει την ομαλή οικονομική λειτουργία των νοικοκυριών: στις σχετικές διατάξεις γίνεται πάντοτε αναφορά στον πατέρα και την μητέρα του επίστρατου, δείγμα πως η γυναίκα όχι μόνο έχει αλλά και αναγνωρίζεται πως έχει αξιοσημείωτο οικονομικό ρόλο στην οικονομική μονάδα του νοικοκυριού. Σε πολλές περιοχές του ύστερου ελληνιστικού κόσμου, οι γυναίκες της αριστοκρατίας κάνουν δωρεές, αναλαμβάνουν δαπανηρά αξιώματα και δημιουργούν κληροδοτήματα από τα οποία επωφελείται το κοινωνικό σύνολο.

    Αλλά ακόμη και η εικόνα που έχουμε για τις Αθηναίες (το γνωστό ρητό του Ισοκράτη ότι η γυναίκα κρύβεται στον γυναικωνίτη και δεν την βλέπει ανθρώπου μάτι), έχει αναγνωριστεί από συγκριτικές έρευνες ως ένα ιδεολογικό μοτίβο, συχνότατο στις προνεωτερικές μεσογειακές κοινωνίες, το οποίο πολύ απέχει από την πραγματικότητα. Οι γυναίκες μια χαρά έβγαιναν από τον γυναικωνίτη, στην αγορά, εξασκώντας συχνά ένα επάγγελμα, με πυκνές επισκέψεις στη γειτονιά (τον κοινωνικό έλεγχο της οποίας είχαν λίγο πολύ στα χέρια τους), συμμετέχοντας σε θρησκευτικές εορτές και πάει λέγοντας. Ασφαλώς ισχύουν οι νομικοί περιορισμοί και η ιδεολογική πίεση που αναφέρεις, αλλά συχνά η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική.

    • rogerios Says:

      Έχεις απόλυτο δίκιο και πολύ σωστά πράττεις παρουσιάζοντας τη σχετικότητα των πραγμάτων και το επισφαλές των γενικεύσεων όσον αφορά την ελληνική Αρχαιότητα. Ατυχώς, σε ένα κείμενο με προφανή στόχο να κάνει ακριβώς το ίδιο, αλλά για τον Μεσαίωνα, η παρουσίαση των στοιχείων για την Αρχαία Ελλάδα γίνεται κατ’ ανάγκη σχηματικά και συνοπτικά (και, ατυχώς πλην όμως σκοπίμως, αθηνοκεντρικά), με τον προφανή κίνδυνο να προκαλέσει άλλες εντυπώσεις από αυτές που θα έπρεπε. Η «ζαβολιά» μου είναι ότι σε κάποιο βαθμό συγκρίνω ιστορικά στοιχεία με ιδεολογήματα (τις αντιλήψεις της εποχής μας σε σχέση με κάποιες ιστορικές περιόδους).
      Πράγματι, υπάρχουν αρκετά παραδείγματα αρχαιοελληνικών κοινωνιών με αρκετά καλύτερη αντιμετώπιση της γυναίκας. Να προσθέσουμε και το πασίγνωστο των δωρικών κοινωνιών και ιδίως της σπαρτιατικής (υπόσχεση για ποστ στις 8-3-2011 με θέμα τις Σπαρτιάτισσες). Νομίζω, όμως, ότι κι εσύ θα παραδεχθείς ότι οι περιορισμοί υπάρχουν (νομικοί και κοινωνικοί) και καθιστούν τη θέση της γυναίκας αρκετά επαχθή. Και, βέβαια, η κατάσταση στη Ρώμη, τουλάχιστον από νομικής απόψεως, είναι πολύ χειρότερη.

  2. Δύτης των νιπτήρων Says:

    Στα δικά μου, τώρα, τα οθωμανικά, μπορεί να πει κανείς ότι η ελευθερία των γυναικών αυξάνεται όσο κατεβαίνει κανείς κοινωνική βαθμίδα. Π.χ. οι φτωχές νοικοκυρές ή εμπόρισσες κυκλοφορούσαν μια χαρά μόνο με μαντίλα, ενώ μια αρχόντισσα που έπρεπε να διαφυλάξει το στάτους της φορούσε ενδεχομένως φερετζέ (μιλάω για τον 16ο-17ο αιώνα, που τους ξέρω καλύτερα). Όσον αφορά την οικονομική ή κοινωνική τους ανεξαρτησία, μια σειρά μελέτες έχουν αναδείξει πρόσφατα γυναίκες να εμφανίζονται δυναμικά σε δικαιοπρακτικά έγγραφα, να δανείζουν, να αγοράζουν ακίνητα κλπ.· ένα πρόβλημα εδώ είναι ότι όταν βασίζεσαι μόνο σε δικαστικά έγγραφα, ενδεχομένως να αγνοείς την εξωδικαστική διαδικασία (π.χ. ο σύζυγος αναγκάζει/πείθει/ζητά από τη σύζυγο να πουλήσει ένα σπίτι από την περιουσία της κλπ.).

    Πολύ ωραία ανάρτηση! Ίσως όμως θα διαφωνήσω στη σύνδεση του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης με την υποβάθμιση της θέσης της γυναίκας. Όπως έγραψες κι εσύ, η διαδικασία αυτή μοιάζει να ξεκίνησε από τον ύστερο Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, και όσο για το Ναπολέοντα, υιοθέτησε το ρωμαϊκό δίκαιο για το οποίο μιλάς. Δεν έχω αυτή τη στιγμή απάντηση, ωστόσο, για το ποια ιστορική διαδικασία πρέπει να κατηγορήσουμε για την υποβάθμιση της γυναίκας μετά τον Ύστερο Μεσαίωνα. Ενδεχομένως έχει να κάνει με την ανάπτυξη του αστικού πολιτισμού, σκέφτομαι για παράδειγμα το έργο του Νόρμπερτ Ελίας. Αυτό όμως σηκώνει κουβέντα στην οποία, αν γίνει, θα συμμετέχω από Δευτέρα μάλλον!

    • rogerios Says:

      Ευχαριστώ Δύτη για τις χρησιμότατες επισημάνσεις όσον αφορά τη θέση της γυναίκας στην οθωμανική περίοδο. Πώς εξηγείται αλήθεια το παράδοξο να είναι σε καλύτερη θέση οι γυναίκες κατώτερων κοινωνικών τάξεων;

      Έχεις δίκιο για την προσοχή που απαιτεί η μελέτη των στοιχείων που μας προσφέρουν τα νομικά έγγραφα (ιδιωτικά, συμβολαιογραφικά, δικαστικές αποφάσεις κ.λπ.). Δεν λένε πάντα όλη την αλήθεια και δεν μας αποκαλύπτουν το παρασκήνιο μιας δικαιοπραξίας. Ωστόσο, είναι ήδη πολύ σημαντικό να έχει η γυναίκα πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα: κάτι μας λέει για την κοινωνία και τις αντιλήψεις της εποχής.

      ΟΚ, η αναφορά στον Διαφωτισμό και τη Γαλλική Επανάσταση είναι λίγο πρόκληση, μπας κι εξεγερθεί κανένας ταλιμπάν του Διαφωτισμού και πάρει φωτιά το ιστολόγιο και τα σχόλιά του. Κι εγώ το αναφέρω ότι η διαδικασία επιδείνωσης ξεκινά τον 14ο αιώνα (για να είμαι ακριβής την τελευταία δεκαετία του 13ου) και επιταχύνεται στους χρόνους της Αναγέννησης. Ολοκληρώνεται πάντως στα τέλη του 18ου-αρχές 19ου αι. Σε κάθε περίπτωση ο Δ. και η Γ.Ε. δεν έκαναν και πολλά για να αναστρέψουν αυτήν την πορεία.
      Ποιός φταίει για την επιδείνωση; Πολλοί παράγοντες, ως συνήθως. Όπως επισημαίνεται στη ανάρτηση, η θέση της γυναίκας είναι «παράπλευρη απώλεια» της εμπορικής και επιχειρηματικής ανάπτυξης και του σχηματισμού κρατών με τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα (και για τις δύο δουλειές το ρωμαϊκό δίκαιο φαίνεται καταλληλότερο). Πρέπει να υπάρχουν, όμως, χίλιοι ακόμη παράγοντες, κοινωνικοί και όχι μόνο, που συνέτειναν στην επιδείνωση. Θα σε περιμένω από Δευτέρα λοιπόν για συνέχιση της συζήτησης.

  3. π2 Says:

    Η καλύτερη θέση των γυναικών των χαμηλότερων στρωμάτων που παρατηρεί ο Δύτης είναι ακριβώς το συμπέρασμα των συγκριτικών μελετών για τις προνεωτερικές μεσογειακές κοινωνίες που έλεγα νωρίτερα. Το ισχυρό ιδεολογικό πρότυπο της σεμνής χαμηλοβλεπούσας γυναίκας, που δεν την βλεπει ανδρικό μάτι και κυκλοφορεί κλεισμένη στους τοίχους του σπιτιού της, ακόμη και όταν όλοι αναγνωρίζουν πως είναι ένα πρότυπο που δεν αντανακλά την πραγματικότητα, ασκεί μεγαλύτερη επίδραση στην καλή κοινωνία, παρά στους μεροκαματιάρηδες, γιατί αποτελεί ένα πρότυπο καθωσπρεπισμού που προσδίδει κοινωνικό κύρος.

  4. Δύτης των νιπτήρων Says:

    Εντάξει, το παράδοξο είναι παράδοξο με σημερινούς όρους. Σε καλύτερη θέση από άποψη «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», ας πούμε, έννοια που δεν είχε νόημα τότε (και την οποία οφείλουμε στο Διαφωτισμό κατά κάποιο τρόπο! για να γίνω κι εγώ προβοκάτορας… 🙂 ). Είναι μια γενικότερη παρατήρηση αυτή, ότι όσο ανεβαίνει κανείς κοινωνικά τόσο πιο περιορισμένος είναι στη συμπεριφορά του από κανόνες και συμβάσεις. Εκτός βέβαια αν φτάσεις στις ανώτατες βαθμίδες, οπότε όλα επιτρέπονται!

    Η τελευταία παράγραφος με καλύπτει κι αυτή απόλυτα!

  5. Δύτης των νιπτήρων Says:

    Ωωωπ, τα μεγάλα πνεύματα συναντήθηκαν…

  6. rogerios Says:

    Σας θαυμάζω αμφοτέρους! Χώρια που οι εξηγήσεις που δίνετε μου φαίνονται πολύ λογικές.

    Δύτη, επισημαίνεις ότι «όσο ανεβαίνει κανείς κοινωνικά τόσο πιο περιορισμένος είναι στη συμπεριφορά του από κανόνες και συμβάσεις. Εκτός βέβαια αν φτάσεις στις ανώτατες βαθμίδες, οπότε όλα επιτρέπονται». Δεν λέω ότι αυτό δεν έχει μεγάλη δόση αλήθειας, αλλά, πάλι πιο σύνθετα δεν είναι τα πράγματα; Καλοί και άγιοι οι περιορισμοί ως προς το φαίνεσθαι, αλλά πολλές φορές καλύπτουν μια αρκετά σημαντική ουσιαστική ελευθερία. Και από την άλλη, μήπως συχνά οι ελευθερίες των κατώτερων κοινωνικών τάξεων αφορούν άτομα «περιθωριοποιημένα» σε σχέση με το κύριο κοινωνικό σώμα (όταν κανείς δεν εντάσεται σε ορισμένες δομές ξεφεύγει οπωσδήποτε κι από τους περιορισμούς ππου τις διακρίνουν);

  7. Δύτης των νιπτήρων Says:

    Σωστό κι αυτό, ω τρίτο μεγάλο πνεύμα! 🙂

  8. γρηγόρης στ. Says:

    Ρογήρε,
    μιας και πρόσφατα διάβαζα για την κυρά της Οξφόρδης, την Αγία Φράιτζγουαϊντ, κι επειδή αναφέρεις από τη μια τις μάγισσες, θα ήθελα να σε ρωτήσω, τι γίνεται από την άλλη πλευρά με την αγιοποίηση γυναικείων μορφών;

  9. rogerios Says:

    Γρηγόρη έχεις δίκιο, εδώ υπάρχει παράλειψή μου, αλλά το κεφάλαιο της αγιοποιήσης γυναικών είναι τεράστιο, έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον, κι αν το άγγιζα η ανάρτηση θα ξεπερνούσε κάθε ανεκτό όριο μεγέθους. Μερικές σκόρπιες παρατηρήσεις:
    – Η λατρεία της Παναγίας είναι βέβαιο ότι βοήθησε ιδιαίτερα ώστε να βελτιωθεί η θέση της γυναίκας στην κοινωνία.
    – Το ίδιο ισχύει και για πολλές Αγίες, αλλά επειδή αναφερόμαστε σε μια εξαιρετικά μεγάλη χρονική περίοδο (από τους μάρτυρες των πρώτων αιώνων του χριστιανισμού μέχρι τις «οραματίστριες» του 12ου-14ου αιώνα) ακόμα και η πιο στοιχειώδης κατηγοριοποίηση απαιτεί πολύ χρόνο και προσπάθεια και κρύβει μεγάλες δυσκολίες.
    – Αν περιοριστούμε στις γυναικείες μορφές του Μεσαίωνα που αγιοποιήθηκαν, είναι όντως ενδιαφέρον (αλλά τελικά λογικό) ότι πολλές από αυτές (Κλάρα του Μονεφάλκο, Αγγελική του Φολίνο) «ακροβατούσαν» κυριολεκτικά μεταξύ άγιότητας/ δογματικής ορθότητας αφενός και αίρεσης/ μαγείας αφετέρου. Όταν όμως μπλέκεις με… μεταφυσικά και υπερφυσικά, μια κλωστή χωρίζει την αγία από την αιρετική ή τη μάγισσα: ουσιαστικά, το ζήτημα είναι τί θα αποφανθεί η εκκλησιαστική ιεραρχία κι αυτό είναι κάτι που εξαρτάται από πολλούς, και μεταβλητούς στον χρόνο, παράγοντες. Αυτή η δυσκολία διάκρισης, πάντως, δεν αφορά μόνο τις αγίες, αλλά και τους αγίους του Μεσαίωνα. Εδώ κοτζάμ Άγιος Φραγκίσκος της Ασσίζης και παραλίγο να την πατήσει, αλλά εδώ που τα λέμε πολύ λεπτά σημεία της διδασκαλίας και της ζωής του τον διέκριναν από τόσα κινήματα που κήρυσσαν το ιδανικό της πενίας και τελικά καταδικάστηκαν ως αιρετικά.

  10. γρηγόρης στ. Says:

    Σ’ ευχαριστώ για την απάντηση. Πράγματι, το θέμα είναι τεράστιο και ειδικά στο τι ορίζεται ως ορθοδοξία / ετεροδοξία, αίρεση, δεισιδαιμονία και πως αντιμετωπίστηκε (σε κάθε εποχή κατ’ επέκταση).

    • rogerios Says:

      Κι εγώ πιστεύω ότι το θέμα αξίζει να εξεταστεί χωριστά (έχει να δώσει υλικό για πολλές αναρτήσεις). Εν προκειμένω προτίμησα να αποφύγω τα θεολογικά και δογματικά ζητήματα και να περιοριστώ σε στοιχεία που αφορούν τη διοικητική δομή και οργάνωση της Εκκλησίας, τη θέση της γυναίκας σ’ αυτήν και τις σχετικές αντιλήψεις της εποχής.

  11. τενια Says:

    καλη αναρτηση.

  12. ΚαπετάνΈνας Says:

    Γειά σου Ρογήρε,
    πολύ καλό το άρθρο, και με συγχωρείς που το ανασύρω, αλλά τώρα το διάβασα.

    Φαντάζομαι ότι έχεις υπ’ όψιν σου το βιβλίο του Όλιβερ Ζάκς, «Ο άνθρωπος που πέρασε τη γυναίκα του για καπέλο», όπου αναφέρει και την Χίλντεγκαρντ του Μπίνγκεν.
    Η Αγία αυτή, εκτός από πολύπλευρο ταλέντο, έγινε διάσημη και για τα οράματά της, για τα οποία ο Ζακς υποστηρίζει ,ότι, αντίθετα από άλλες περιπτώσεις θρησκευτικών οραμάτων, μπορούν οι νευρολόγοι να κάνουν ακριβή διάγνωση. Τα κύματα φωτός και τα «πύρινα μάτια» που γκρεμίζονται σε μαύρους ωκεανούς αναγνωρίζονται σαν συμπτώματα ημικρανιακών παραισθήσεων. Και η διάγνωση έγινε, διότι όλα αυτά, όχι μόνο τα περιέγραψε, αλλά και τα ζωγράφισε. Άραγε, το άκτιστον φώς των ησυχαστών, μήπως έχει κάποια αντίστοιχη αιτία;

  13. ΚαπετάνΈνας Says:

    Eνα άλλο ζήτημα, που προκύπτει από το πολύ ενδιαφέρον άρθρο , είναι αυτή η αντίφαση, ότι η μεν υποτιθέμενη βάρβαρη Δύση επιφύλασσε στις γυναίκες
    μια ελεύθερη θέση στην κοινωνία, οι δε εκλεπτυσμένοι ανατολίτες, Βυζαντινοί και Άραβες, την περιόριζαν στο σπίτι.

    Αν και με εντελώς ερασιτεχνικό ενδιαφέρον σ’αυτά τα θέματα, και με πολύ λίγες γνώσεις της μεσαιωνικής Ιστορίας, επίτρεψέ μου να μοιραστώ μερικές μου σκέψεις.

    Πάντα έβλεπα τις δύο αυτές παραδόσεις να συγκρούονται σε σχέση με τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία.

    Αντίστοιχο φαινόμενο παρατηρούμε στη δημοκρατική Αθήνα , που στα θέματα ισότητας των δύο φύλων ήταν πιο σκληρή από την ολιγαρχική Σπάρτη.

    Υπάρχει μια άποψη ενδιαφέρουσα:

    Υποτίθεται, λοιπόν, ότι η νεολιθική–αγροτική επανάσταση είναι αυτή που έκλεισε τις γυναίκες στα σπίτια.

    Παλιότερα, οι γυναίκες συμμετείχαν σαν τροφοσυλλέκτριες επί ίσοις όροις με τους άνδρες κυνηγούς στους μικρούς νομαδικούς κοινωνικούς παλαιολιθικούς σχηματισμούς . Ενώ, όμως, οι γυναίκες, φαίνεται, ότι πυροδότησαν τη Γεωργική επανάσταση, περνώντας από το μάζεμα των καρπών στη καλλιέργειά τους, τελικά σκλαβώθηκαν, και μάλιστα, ακριβώς επειδή οι γεωργικές δουλειές απαιτούσαν τη μεγάλη συμμετοχή τους.

    Είναι αποδεδειγμένο, τώρα κι από την αρχαιο-γενετική, ότι η νεολιθική επανάσταση ξεκίνησε κάπου κοντά στη Μεσοποταμία το 12.000 π.Χ. Έτσι δεν είναι; Κάποια από τα νεολιθικά φύλα της Ανατολής εποίκησαν την Ελλάδα, γύρω στο 7.500 π.Χ. και έχτισαν τις πρώτες Ευρωπαϊκές πόλεις, το Σέσκλο κλπ.
    Οι Ελληνόφωνοι Αχαιοί ήλθαν πολύ μετά, έδωσαν στους προηγούμενους τη γλώσσα , που την μιλάμε ακόμα, αλλά ουσιαστικά, εκπολιτίστηκαν από τους κατακτημένους.

    Όταν, λοιπόν, ήρθαν οι Δωριείς, το 1200, δηλαδή κοντά 6.500 χρόνια μετά , συγκρούστηκαν δύο παραδόσεις, ως προς τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Η, ας την πούμε κατ’ οικονομίαν, νεολιθική,(ή ίσως αγροτική) όπου δηλαδή η γυναίκα, μετά τόσες χιλιάδες χρόνια πολιτισμού, είχε πια υποταχθεί, και μία άλλη, των νομάδων πολεμιστών , που ακόμα έφερε επάνω της την ελευθερία του δάσους και της στέππας, όπου η γυναίκα δεν είχε φυλακιστεί ακόμα στο σπίτι .

    Εκεί, λοιπόν, που επικράτησαν πλήρως οι Δωριείς, στη Σπάρτη, οι γυναίκες τους διατήρησαν τα παλιά έθιμα και την ελευθερία τους.
    Στην Αθήνα, όμως, φαίνεται, ότι Δωρική καταγωγή είχε μόνο ένα μέρος της αριστοκρατίας. Και όχι μόνο αυτό, αλλά στην Αττική κατέφυγαν πολλοί ντόπιοι από διάφορες περιοχές , κυνηγημένοι από τους Δωριείς. Αυτοί , πάλι, διατήρησαν τα δικά τους «ανατολίτικα» έθιμα, που ήθελαν τη γυναίκα υποδεέστερη και κλειδωμένη.

    Το σχήμα αυτό μου φαίνεται αρκετά πειστικό, κυρίως, αν λάβουμε υπόψη τη σημερινή εικόνα του γυναικείου ζητήματος στη περιοχή μας.
    Ανάμεσα στους Ιρακινούς, τους Τούρκους, τους Άραβες της Μέσης Ανατολής και του Μαγκρέμπ, ακόμα και στους Εβραίους και γενικώς, στους λαούς, που κατάγονται από αρχαίους πολιτισμούς, η γυναίκα θεωρείται κατώτερη ή ότι πρέπει να ζει χώρια από τους άντρες. Ενώ οι γυναίκες της βόρειας Ευρώπης είναι και ήταν και παλιότερα περισσότερο ανεξάρτητες.

    Ο Δυτικός Μεσαίωνας δηλ. στην αρχή,κρατούσε ακόμα τις παραδόσεις της ελεύθερης ζωής, και σιγά σιγά «εκπολιτίστηκε». Κάποιο ρόλο θα έπαιξε και η νέα θρησκεία που ξεκίναγε την ιστορία του κόσμου λέγοντας ,ότι η γυναίκα μόνο και μόνο επειδή υπάρχει, πρέπει να νοιώθει ενοχή (ή μάλλον ντροπή).

    Κάτι αντίστοιχο, νομίζω, συνέβη και και με τη δημοκρατία. Οι μέχρι χτες, (δηλ. πριν από λιγώτερο από χίλια χρόνια), εντελώς βάρβαροι Σκανδιναβοί, είναι πιο εξοικειωμένοι με τις ιδέες της ισότητας, των δικαιωμάτων του ατόμου και του σεβασμού της ομάδας, ακριβώς επειδή οι μνήμες της φυλής κάπου στο συλλογικό τους ασυνείδητο υπάρχουν ακόμα, ενώ σε μας εδώ,
    ( και περισσότερο στην Ανατολή) υπάρχει μία μακρόχρονη ιστορία ( δώδεκα χιλιάδων χρόνων!) πολιτισμού, δηλαδή κράτους, γραφειοκρατίας, αστυνομίας, διαφθοράς, ρουσφετιού.

    * Αν και «εμείς», είμαστε πάντα κάπου ενδιάμεσα. Στο Βυζάντιο, οι θρησκευτικές έριδες Χριστολογικού περιεχομένου, έκρυβαν μέσα τους και ένα άλλο ζήτημα, σχετικό με το ρόλο της γυναίκας στην κοινωνία: Είναι δυνατόν μία γυναίκα να ήταν φορέας του θεϊκού; Και βέβαια, έτσι χάθηκαν οι ανατολικές επαρχίας, που τελικά προσχώρησαν στο Ισλάμ.

    • rogerios Says:

      Καπετάνιε μου, καλησπέρα και μιλ μερσί για όλα, και για τα καλά λόγια και για τα δυο μεστά και εξαιρετικά ενδιαφέροντα σχόλιά σου!

      Τι να σου πω, για την ηγουμένη Μπίνγκεν επιστημονικά μάλλον θα έχει δίκιο ο Ζακς. Κι είναι πολύ πιθανό όλα τα οράματα κι οι θεώσεις κι ο μυστικισμός όλος (χριστιανικός, ιουδαϊκός ή άλλος) να μπορεί να εξηγηθεί με όρους ιατρικής. Ωστόσο δεν ξέρω, μερικές φορές θαρρώ ότι πάμε πολύ μακριά με τις ψυχιατρικές εξηγήσεις, ενώ ίσως οι άνθρωποι λειτουργούν διαφορετικά (είμαι βέβαιος ότι η προτίμησή μου στο Καμπερνέ Σωβινιόν εξηγείται ιατρικώς… κάποιο γονίδιο πρέπει να φταίει 🙂 ).

      Τώρα, για την εξήγηση που δίνεις για τη θέση της γυναίκας… Η θεωρία σου είναι πολύ ενδιαφέρουσα (κι αυτό δεν το λέω για να την ξεπετάξω και να επιστρέψω στα δικά μου). Επίτρεψέ μου, όμως, να κρατήσω λίγη από την εγγενή δυσπιστία μου. Η θεωρία προϋποθέτει πολλά δεδομένα. Για αρκετά δεν είμαστε διόλου σίγουροι (π.χ. φυλετική/ εθνοτική σύνθεση του πληθυσμού των αρχαιοελληνικών πόλεων). Έπειτα, νομίζω ότι η ιστορική πορεία της κοινωνικής εξέλιξης σε επίπεδο αντιλήψεων δεν είναι ποτέ γραμμική (ώστε να πούμε ότι λ.χ. οι Δυτικοί ως βάρβαροι είχαν τη γυναίκα σε υπόληψη κι έπειτα τη χαντάκωσε ο εκπολιτισμός). Εξακολουθώ να πιστεύω ότι ο χριστιανισμός και ειδικά η λατρεία της Παναγίας βοήθησε πολύ τη γυναίκα κοινωνικά (κι ας είχε ως θρησκεία μέσα του και τόσες αντιφατικές απόψεις που παρουσίαζαν τη γυναίκα ως φορέα του κακού). Ίσως ακούγομαι αφελής, αλλά ομολογώ ότι έχω πολύ περισσότερες απορίες για όσα συζητάμε παρά βεβαιότητες. Μου αρέσουν όμως οι εξηγήσεις σου, και περιμένω τα προσεχή σχόλιά σου.

      [ελπίζοντας κιόλας ότι στο μεταξύ θα αξιωθώ να γράψω και κάτι καινούριο. Ως προς αυτό, είμαι συγκρατημένα αισιόδοξος για την προσεχή εβδομάδα].

  14. ΚαπετάνΈνας Says:

    Περιμένοντας το επόμενο άρθρο σου, εγώ προσωπικά δεν θα πλήξω, γιατί διαβάζω τα προηγούμενα, που πραγματικά είναι καταπληκτικά.

    Τώρα, πίσω στο θέμα.Εννοείται, ότι οι γενικεύσεις αυτές είναι πάντα επικίνδυνες. Από την άλλη, είναι ενδιαφέρον να βλέπει κανείς πώς οι μεγάλες κινήσεις της Ιστορίας υπάρχουν κάτω από την επιφάνεια.

    Αναρωτιέμαι, λοιπόν, αν από τη Μαριολατρεία τεκμαίρεται μιά ανώτερη κοινωνική θέση της γυναίκας, ή ακριβώς το αντίθετο. Σήμερα, τα προτεσταντικά έθνη που, από όσο μπορώ να καταλάβω, τοποθετούν σε πρώτο πλάνο τη λατρεία του Χριστού και όχι της Παναγίας, δίνουν περισσότερη εξουσία στη γυναίκα από τους Καθολικούς.Όχι απαραιτήτως στους νόμους ,αλλά στη συνείδηση των πιστών.

    Αντιστοίχως, και η λατρεία της Φατίμα στους Σιίτες, δεν σημαίνει ότι η κοινωνία τους βάζει τη γυναίκα ψηλά. Το αντίθετο.

    Είναι σαν να κρίναμε την αρχαία Αθήνα μόνο από την τραγωδία. Θα νομίζαμε, ότι οι Ατθίδες ήταν όλες Ηλέκτρες και Εκάβες.

    Για τη φυλετική σύνθεση των αρχαίων, πάντως, έχουμε τώρα πια περισσότερα στοιχεία και η θεωρία της εξ ανατολών καταγωγής του μεγαλύτερου ποσοστού του γενετικού υλικού της Ελλάδας και της ευρύτερης περιοχής (αυτό π.χ. που καθορίζεται από τις απλο-ομάδες E1b1b, J1 και j2) είναι γενικώς αποδεκτή. Όπως και της διασποράς της νεολιθικής επανάστασης με κέντρο την Εύφορη Ημισέληνο.

    • rogerios Says:

      Ευχαριστώ, αγαπητέ! 🙂

      Ίσως είναι λίγο άδικο να συγκρίνουμε καθολικούς και προτεστάντες των νεότερων χρόνων για να βγάλουμε συμπεράσματα. Η δικιά μου διαδρομή είναι αυτή της σύγκρισης ρωμαϊκής αρχαιότητας και δυτικού (καθολικού αν θες) Μεσαίωνα. Βλέποντας ότι νομικά και πρακτικά η γυναίκα είναι σε σαφώς καλύτερη θέση στα χρόνια του Μεσαίωνα, πιστεύω ότι κάποιο ρόλο έχει παίξει και η θρησκεία. Δεν υποστηρίζω ότι αυτός είναι ο μόνος λόγος, ούτε καν ότι είναι ο κύριος. Τα πράγματα εξελίσσονται με εξαιρετικά σύνθετους τρόπους.

      Για τη Φάτιμα, θα έλεγα ότι δεν πρόκειται ακριβώς για λατρεία. Για τους Σιίτες που μας ενδιαφέρουν εν προκειμένω δεν είναι κάποια αγία μορφή που αποτελεί αντικείμενο λατρείας, είναι απλώς – για να το πω πρόχειρα – ο φορέας γενετικού υλικού που συνδέει με τον προφήτη.

      Γενικά, τα θέματα φυλετικής καταγωγής δεν είναι η αγάπη μου, γιατί δεν παρακολουθώ με μεγάλη ευχαρίστηση το σχετικό τζέρτζελο που προκαλούν οι αντιμαχόμενες παρατάξεις. Άσε… Να πω, όμως, ότι αυτά που αναφέρεις πιθανώς ενισχύουν τις θεωρίες π.χ. του Ρένφριου βάσει των οποίων πραγματική κοιτίδα των Ινδοευρωπαίων ήταν η Ανατολία.

      A plus, που λένε και στα μέρη μου [και ρίξε μια ματιά και στους Τεύτονες 😉 ]

  15. mes Says:

    Τυχαία βρέθηκα στην παρέα σας και ενθουσιάστηκα από το επίπεδο διαλόγου! Θα με ενδιέφερε να μάθαινα περισσότερα για τη θέση της γυναίκας στην Ελλάδα την εποχή αυτή, και κυρίως κατά την τουρκοκρατία, με την αντιφατική εικόνα της αγωνίστριας από τη μία και της υποταγμένης αγρότισσας από την άλλη….

    • rogerios Says:

      Καλώς όρισες και ευχαριστώ πολύ! Όπως διαπιστώνεις, οι τυχαίες συναντήσεις είναι κάποιες φορές πολύ ευχάριστες. 🙂

      Για το Βυζάντιο, δεν είμαι ειδικός. Έχω την αίσθηση ότι τα παραδείγματα μεγάλων γυναικείων προσωπικοτήτων είναι κατά τι λιγότερα από τη μεσαιωνική Δύση, αλλά όπως είπα πρόκειται για αίσθηση όχι για επιστημονικά τεκμηριωμένη άποψη. Φυσικά οι δυνατές προσωπικότητες πάντα διακρίνονται (Άννα Κομνηνή, Ευδοξία Μακρεμβολίτισσα κ.λπ.).

      Για την τουρκοκρατία, τώρα, οφείλω να ομολογήσω την άγνοιά μου. Ωστόσο, ένας από τους αγαπητούς φίλους και τακτικούς σχολιαστές του ιστολογίου, ως ιστορικός με ειδίκευση στη οθωμανική περίοδο, θα μπορούσε να πει περισσότερα (σόρρυ Δύτη για την αγγαρεία 🙂 ).

  16. μαρια σιδερη Says:

    γεια και απο εμενα!!!διαβασα ολα τα ομορφα που εχετε γραψει (καθως και τα σχολια των υπολοιπων).εστω και καθηστερημενα θελησα να σας συγχαρω

  17. Marlys Says:

    What i don’t realize is in fact how you’re no longer really a lot more smartly-liked than you might be now.
    You’re very intelligent. You already know thus significantly on the subject of this topic, made me in my opinion believe it from a lot of various angles. Its like men and women are not fascinated unless it is one thing to do with Girl gaga! Your individual stuffs excellent. At all times take care of it up!

  18. Φόνος στον Καθεδρικό | Έγκλημα και Τιμωρία/Crime and Punishment/Crime et Châtiment/Delitto e castigo/Преступление и наказание Says:

    […] της Ακυιτανίας (με την οποία έχουμε ασχοληθεί και στο παρελθόν), κληρονόμο εδαφών που αντιστοιχούσαν στο ένα τέταρτο […]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: