Archive for Μαΐου 2010

Ο τύραννος – μέρος Γ΄: εδραίωση και επέκταση

Μαΐου 31, 2010

    

Στο προηγούμενο επεισόδιο είδαμε πώς ο Διονύσιος, μετά την άδοξη ήττα στη μάχη της Γέλας, κατόρθωσε να αντιμετωπίσει με επιτυχία τη στάση των Συρακούσιων ιππέων και την καρχηδονιακή απειλή, δύο κινδύνους που θα μπορούσαν κάλλιστα να τερματίσουν πολύ γρήγορα τη σταδιοδρομία του ως ηγεμόνα των Συρακουσών. Οι επόμενες κινήσεις του Διονυσίου, μεθοδικές και σταθερές, θα γίνουν με βάση αυτούς τους δύο άξονες πολιτικής: εδραίωση και θωράκιση της εξουσίας του στην πόλη (προστασία από τον εσωτερικό εχθρό) και επέκταση της ηγεμονίας του στις υπόλοιπες πόλεις, με τρόπο που να καταδεικνύει ότι ο βασικός σκοπός του τυράννου είναι η απόκρουση του καρχηδονιακού ιμπεριαλισμού (αντιμετώπιση του εξωτερικού εχθρού). Και στις δύο προσπάθειές του ο Διονύσιος θα συναντήσει σοβαρά εμπόδια. Και στις δύο περιπτώσεις θα κατορθώσει τελικά να επιβάλει την εξουσία του, έστω και με απώλειες ή μετά από πρόσκαιρες ή σχετικές αποτυχίες.         

Ι. Ο Διονύσιος θωρακίζει την εξουσία του στις Συρακούσες και προετοιμάζει τις επεκτατικές κινήσεις του       

Η οχύρωση της Ορτυγίας και οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις: Επιδιώκοντας να προστατευθεί από τον εσωτερικό εχθρό (δηλαδή τους συμπολίτες του, δημοκρατικούς ή ολιγαρχικούς, που θα τολμούσαν να αμφισβητήσουν με οποιονδήποτε τρόπο την εξουσία του ως τυράννου), ο Διονύσιος αποφασίζει να εγκατασταθεί στο νησί της Ορτυγίας (που ανέκαθεν αποτελούσε την καρδιά της πόλης), να χτίσει εκεί το ανάκτορό του και να την οχυρώσει με τείχη, καθιστώντας την απόρθητο φρούριο. Στην Ορτυγία επιτρεπόταν να διαμένουν μόνο οι φίλοι και οι μισθοφόροι-σωματοφύλακες του τυράννου. Ταυτόχρονα, ο Διονύσιος θα προχωρήσει στην υλοποίηση ενός προγράμματος κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, χρησιμοποιώντας κυρίως το χρήμα που προερχόταν από τη δήμευση των περιουσιών των πολιτικών αντιπάλων του. Διανέμει εκτάσεις γης και παραχωρεί πολιτικά δικαιώματα σε πολυάριθμους «νεοπολίτες» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 7), δηλαδή είτε σε μισθοφόρους του είτε σε Συρακούσιους προερχόμενους από τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα (ανάμεσά τους και σε πολλούς άκληρους αγρότες των οποίων το νομικό καθεστώς ήταν παρεμφερές αυτού των ειλώτων της Σπάρτης). Με τις αλλαγές αυτές, ο Διονύσιος εξασφαλίζει την αφοσίωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού: οι ευεργετηθέντες γνωρίζουν καλά το επισφαλές της κατάστασής τους. Οφείλουν τα πάντα στον Διονύσιο: σε περίπτωση καθεστωτικής μεταβολής θα χάσουν με βεβαιότητα τα πολιτικά δικαιώματα και προνόμιά τους (Pierre Carlier “Le IVe siècle grec”, σειρά “Nouvelle Histoire de l’ Antiquité”, vol. 5, Coll. Points, εκδ. Seuil, Παρίσι 1995, σελ. 178).

Η εξέγερση των Συρακουσίων: Αισθανόμενος πλέον ασφαλής, ο τύραννος επιχειρεί το 404-403 π.Χ. να επιβάλλει την ηγεμονία του στις πόλεις των ιθαγενών Σικελών που βρίσκονται στο ανατολικό τμήμα του νησιού, βόρεια των Συρακουσών. Οι υπολογισμοί του αποδεικνύονται εσφαλμένοι, Ενώ πολιορκεί την πόλη των Ερβησίνων, πληροφορείται ότι οι Συρακούσιοι έχουν εξεγερθεί και μάλιστα έχουν έρθει σε συνεννόηση με τους αριστοκράτες ιππείς που έχουν καταφύγει στο φρούριο της Αίτνας προκειμένου να καταλύσουν την τυραννίδα. Ο Διονύσιος επιστρέφει εσπευσμένα στην Ορτυγία. Ακολουθεί ένα πολιτικό συμβούλιο σε εξαιρετικά τεταμένη ατμόσφαιρα, το οποίο μας περιγράφει ο Διόδωρος. Ακόμη και σ’ αυτήν την τόσο κρίσιμη στιγμή, όταν όλα δείχνουν ότι έχει φτάσει το τέλος, ο Διονύσιος αντιδρά τελικά ψύχραιμα και αποφασιστικά. Προφασίζεται ότι θέλει να διαπραγματευτεί με τους στασιαστές για να εξασφαλίσει δήθεν την ασφαλή αποχώρησή του από τις Συρακούσες, ενώ στέλνει τον Φίλιστο να στρατολογήσει μισθοφόρους στην Καμπανία.

«Διονύσιος δὲ τῆς εἰς τὴν χώραν ἐξόδου διακεκλεισμένος καὶ ὑπὸ τῶν μισθοφόρων ἐγκαταλειπόμενος, συνήγαγε τοὺς φίλους βουλευσόμενος περὶ τῶν ἐνεστώτων· οὕτω γὰρ τελέως ἀπήλπιστο τὰ τῆς δυναστείας, ὥστε οὐ ζητεῖν αὐτόν, πῶς καταπολεμήσῃ τοὺς Συρακοσίους, ἀλλὰ ποῖον ὑπομείνας θάνατον μὴ παντελῶς ἄδοξον ποιήσῃ τὴν κατάλυσιν τῆς ἀρχῆς. Ἕλωρις μὲν οὖν, εἷς τῶν φίλων, ὡς δ´ ἔνιοί φασιν, ποιητὸς πατήρ, εἶπεν αὐτῷ, διότι καλὸν ἐντάφιόν ἐστιν τυραννίς· Πολύξενος δὲ κηδεστὴς ἀπεφήνατο δεῖν λαβόντα τὸν ὀξύτατον ἵππον εἰς τὴν τῶν Καρχηδονίων ἐπικράτειαν ἀφιππεῦσαι πρὸς τοὺς Καμπανούς· τούτους γὰρ Ἰμίλκων ἀπελελοίπει φυλακῆς ἕνεκα τῶν κατὰ Σικελίαν τόπων· Φίλιστος δ´ μετὰ ταῦτα τὰς ἱστορίας συνταξάμενος, ἀντειπὼν τῷ Πολυξένῳ, προσήκειν ἔφησεν {δεῖν} οὐκ ἐφ´ ἵππου θέοντος ἐκπηδᾶν ἐκ τῆς τυραννίδος, ἀλλὰ τοῦ σκέλους ἑλκόμενον ἐκπίπτειν. προσσχὼν Διονύσιος ἔκρινε πᾶν ὑπομεῖναι πρότερον τὴν δυναστείαν ἐκλιπεῖν ἑκουσίως. διόπερ ἀποστείλας πρέσβεις πρὸς τοὺς ἀφεστηκότας, τούτους μὲν παρεκάλει δοῦναι τὴν ἐξουσίαν αὐτῷ μετὰ τῶν ἰδίων ἀπελθεῖν ἐκ τῆς πόλεως, πρὸς δὲ τοὺς Καμπανοὺς λάθρᾳ διαπεμψάμενος ὡμολόγησεν αὐτοῖς δώσειν χρήματα ὅσα ἂν αἰτήσωσιν εἰς τὴν πολιορκίαν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 8).

Με τη βοήθεια του μισθοφορικού σώματος, ο Διονύσιος συντρίβει τους εξεγερμένους και αποκαθιστά την εξουσία του στην πόλη. Αυτή τη φορά θα φροντίσει να μην επιδείξει την ίδια σκληρότητα και να περιορίσει τα αντίποινα στο ελάχιστο αναγκαίο. Η σχετική επιείκεια του τυράννου θα βοηθήσει στην εγκαθίδρυση ενός κλίματος ισορροπίας και αποδοχής της εξουσίας του. Οι Συρακούσιοι έχουν καταλάβει ποιός είναι ο ηγεμόνας του και ότι η εκθρόνισή του είναι σχεδόν αδύνατη. Άλλωστε, ο Διονύσιος έχει κατορθώσει στο μεταξύ να συνάψει συμμαχία με την ελληνική υπερδύναμη της εποχής. Η Σπάρτη όχι μόνο αναγνώρισε την εξουσία του, αλλά και υποσχέθηκε να του παράσχει κάθε διευκόλυνση όσον αφορά τη στρατολόγηση μισθοφορικών δυνάμεων. 

Ο Διονύσιος επιβάλλει την ηγεμονία των Συρακουσών στην ανατολική Σικελία: Η όποια κίνηση κατά του εξωτερικού εχθρού προϋποθέτει την αποκατάσταση της ηγεμονίας των Συρακουσών στην ανατολική Σικελία. Ο Διονύσιος στρέφεται πρώτα κατά των πόλεων που ήταν αποικίες των Χαλκιδέων (Διόδωρος, ΙΔ΄, 14 επ.). Εκμεταλλευόμενος την προδοσία, εκπορθεί τη Νάξο και την Κατάνη, τις οποίες ισοπεδώνει και εξανδραποδίζει τους κατοίκους τους. Έπειτα εγκαθιστά Καμπανούς μισθοφόρους στα εδάφη της Κατάνης και Σικελούς στη Νάξο. Μετά από αυτά, οι Λεοντίνοι υποτάσσονται στην εξουσία του. Ο τύραννος εκτοπίζει τους κατοίκους τους στις Συρακούσες, απονέμοντάς τους όμως πολιτικά δικαιώματα. Στη συνέχεια στρέφεται κατά των δύο πόλεων των στενών, τη Μεσσήνη και το Ρήγιο. Οι δύο πόλεις ήταν παραδοσιακά εχθρικές απέναντί του, καθώς τις ανησυχούσαν οι επεκτατικές βλέψεις του Συρακούσιου ηγεμόνα. Το 403 είχαν βοηθήσει τους Συρακούσιους στασιαστές, ενώ στη συνέχεια σύναψαν στρατιωτική συμμαχία για να αντιμετωπίσουν τον Διονύσιο (399). Εντούτοις, η αντίσταση της Μεσσήνης εξουδετερώνεται εύκολα με διπλωματικά μέσα: λέγεται ότι ο Διονύσιος δωροδόκησε πολλούς επιφανείς πολίτες της Μεσσήνης προκειμένου αυτοί να υποστηρίξουν τη συμμαχία με τον τύραννο των Συρακουσίων ως τη μόνη ρεαλιστική πολιτική. Το Ρήγιο απομονώνεται. Ο Διονύσιος είναι βέβαιος ότι θα κάμψει και αυτήν την αντίσταση, χρησιμοποιώντας ένα άλλο διπλωματικό μέσο, τον γάμο.

Οι διπλοί γάμοι του Διονυσίου: Μετά τη φριχτή δολοφονία της Αρετής, ο Διονύσιος είναι χήρος. Ωστόσο, έχει έρθει το πλήρωμα του χρόνου για ένα νέο γάμο: η ίδρυση μιας δυναστείας επιβάλλει την απόκτηση απογόνων. Τί το καλύτερο, όμως, από ένα γάμο που θα συνδυάζει και πολιτικά οφέλη; Ο Διονύσιος προτείνει στους πολίτες του εχθρικού Ρήγιου να του δώσουν ως σύζυγο μια από τις κόρες των αριστοκρατών τους. Οι Ρηγίνοι είναι ξεροκέφαλοι: η Εκκλησία του Δήμου θα απορρίψει την πρόταση. Ή μάλλον, για να είμαστε ακριβείς, θα απαντήσει στον Συρακούσιο ότι μπορεί να του δώσει ως νύφη την κόρη του δημίου της πόλης. Ο τύραννος μπορεί να έχει εξοργιστεί από την προσβολή, αλλά έχει έτοιμη και την εκδίκησή του. Απευθύνει το ίδιο αίτημα στην πόλη των Επιζεφύριων Λοκρών, παραδοσιακών εχθρών των γειτόνων τους του Ρηγίου. Οι Λοκροί θα αποδεχθούν ασμένως την πρόταση του τυράννου και θα του δώσουν ως νύφη τη Δωρίδα, κόρη ενός από τους επιφανέστερους αριστοκράτες της πόλης. Ανάμεσα στις σύμμαχες πλέον πόλεις του Διονυσίου, Μεσσήνη και Λοκρούς, το Ρήγιο μένει εντελώς απομονωμένο γεωγραφικά και πολιτικά.

«πρὸς δὲ Ῥηγίνους ἀπέστειλε πρεσβευτάς, παρακαλῶν ἐπιγαμίαν ποιήσασθαι καὶ δοῦναι τῶν πολιτικῶν παρθένων αὐτῷ μίαν συμβιώσασθαι· ἐπηγγέλλετο δ´ αὐτοῖς πολλὴν τῆς συνοριζούσης χώρας κατακτήσεσθαι, τὴν πόλιν δ´ αὐξήσειν ἐφ´ ὅσον ἂν αὐτὸς ἰσχύῃ. τῆς γὰρ γυναικὸς αὐτοῦ, θυγατρὸς δ´ Ἑρμοκράτους, κατὰ τὴν ἀπόστασιν τῶν ἱππέων ἀνῃρημένης, ἔσπευδε τεκνοποιήσασθαι, διαλαμβάνων τῇ τῶν γεννηθέντων εὐνοίᾳ βεβαιότατα τηρήσειν τὴν δυναστείαν. οὐ μὴν ἀλλ´ ἐν τῷ Ῥηγίῳ συναχθείσης περὶ τούτων ἐκκλησίας, καὶ πολλῶν ῥηθέντων λόγων, ἔδοξε τοῖς Ῥηγίνοις μὴ δέξασθαι τὴν ἐπιγαμίαν. Διονύσιος δ´ ἀποτυχὼν ταύτης τῆς ἐπιβολῆς, περὶ τῶν αὐτῶν ἀπέστειλε τοὺς πρεσβευτὰς πρὸς τὸν δῆμον τῶν Λοκρῶν. ὧν ψηφισαμένων τὴν ἐπιγαμίαν, ἐμνήστευεν ὁ Διονύσιος Δωρίδα τὴν Ξενέτου θυγατέρα, κατ´ ἐκεῖνον τὸν χρόνον ὄντος ἐνδοξοτάτου τῶν πολιτῶν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 44).

Για να δείξει ότι βρίσκεται υπεράνω των νόμων θεών και ανθρώπων, ο Διονύσιος θα νυμφευθεί δύο γυναίκες, Εκτός από τη Δωρίδα, θα διαλέξει ως νύφη και τη Συρακούσια αριστοκράτισσα Αριστομάχη. Σύμφωνα με την παράδοση, οι δύο γάμοι του Διονυσίου τελέσθηκαν ταυτόχρονα. Την ώρα που το πλοίο που μετέφερε τη Δωρίδα αγκυροβολούσε στο λιμάνι των Συρακουσών, ένα τέθριππο που το έσερναν λευκά άλογα έφτανε στο σπίτι της Αριστομάχης για να την οδηγήσει στον τόπο τέλεσης του γάμου. Η τελετή των διπλών γάμων είναι πλήρης συμβολισμών, σφραγίζει κατά κάποιο τρόπο τους δεσμούς του τυράννου με τους Συρακούσιους και με τους Έλληνες της Δύσης.

«ὀλίγαις δ´ ἡμέραις πρὸ τῶν γάμων ἀπέστειλεν εἰς Λοκροὺς πεντήρη πρῶτον νεναυπηγημένην, ἀργυροῖς καὶ χρυσοῖς κατασκευάσμασι κεκοσμημένην· ἐφ´ ἧς διακομίσας τὴν παρθένον εἰς τὰς Συρακούσας εἰσήγαγεν εἰς τὴν ἀκρόπολιν. ἐμνηστεύσατο δὲ καὶ τῶν πολιτικῶν τὴν ἐπισημοτάτην Ἀριστομάχην, ἐφ´ ἣν ἀποστείλας λευκὸν τέθριππον ἤγαγεν εἰς τὴν ἰδίαν οἰκίαν. περὶ δὲ τὸν αὐτὸν χρόνον ἀμφοτέρας γήμας συνεχεῖς ἑστιάσεις ἐποιεῖτο τῶν στρατιωτῶν καὶ τῶν πλείστων πολιτῶν· ἀπετίθετο γὰρ ἤδη τὸ πικρὸν τῆς τυραννίδος, καὶ μεταβαλλόμενος εἰς ἐπιείκειαν φιλανθρωπότερον ἦρχε τῶν ὑποτεταγμένων, οὔτε φονεύων οὔτε φυγάδας ποιῶν, καθάπερ εἰώθει» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 44-45).

Η προετοιμασία του πολέμου κατά των Καρχηδονίων: Ελεύθερος πια για να σχεδιάσει την αντεπίθεσή του κατά των «βαρβάρων», ο Διονύσιος θα επιλέξει να οχυρώσει την πόλη του με τέτοιο τρόπο που να την καταστήσει ουσιαστικά απόρθητη. Για τον σκοπό αυτό, όχι μόνο θα διαθέσει τεράστια χρηματικά ποσά, αλλά θα χρησιμοποιήσει και κάθε δυνατό μέσο για να εξασφαλίσει τη γρήγορη και επιτυχή περάτωση του έργου. Υπόσχεται πλούσια πριμ στους αρχιτέκτονες, εργολάβους και εργάτες που θα καταφέρουν να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν το έργο πριν λήξουν οι προθεσμίες. Η παράδοση του κάθε τμήματος προϋποθέτει τον εξονυχιστικό έλεγχο των αρχών: τυχόν κακοτεχνίες έχουν ως συνέπεια τη θανάτωση του εργολάβου. Ταυτόχρονα, τα εργαστήρια της πόλης δουλεύουν πυρετωδώς για να κατασκευάσουν τις πανοπλίες και τα όπλα των πολεμιστών. Ο Διονύσιος αναθέτει σε μηχανικούς τον σχεδιασμό και την κατασκευή νέων επιθετικών όπλων και πολιορκητικών μηχανών. Σύμφωνα με την παράδοση, οι προετοιμασίες αυτές είχαν ως αποτέλεσμα και την εφεύρεση του καταπέλτη (είτε με τη μορφή του γαστραφέτη, που έμοιαζε περισσότερο με τη βαλλίστρα, είτε με αυτήν του λιθοβόλου, που βρίσκεται πιο κοντά στην αντίληψή μας για τον καταπέλτη): «ὅπλα παμπληθῆ κατεσκευάζετο. καὶ γὰρ τὸ καταπελτικὸν εὑρέθη κατὰ τοῦτον τὸν καιρὸν ἐν Συρακούσαις, ὡς ἂν τῶν κρατίστων τεχνιτῶν πανταχόθεν εἰς ἕνα τόπον συνηγμένων» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 42). Παράλληλα, στο ναύσταθμο των Συρακουσών ναυπηγούνται πολυάριθμα πολεμικά πλοία (τριήρεις και πεντήρεις). Με την ολοκλήρωση αυτών των προετοιμασιών, ο Διονύσιος προχωρά στη στρατολόγηση: οι δυνάμεις του αποτελούνται κατά το ήμισι από Συρακούσιους και Σικελιώτες, ενώ οι υπόλοιποι είναι μισθοφόροι, κυρίως Λακεδαιμόνιοι, προερχόμενοι από τις κατώτερες τάξεις της σπαρτιατικής κοινωνίας (υπομείωνες, δηλαδή πρώην όμοιοι Σπαρτιάτες που έχασαν τα κτήματά τους και μαζί την ιδιότητα του πολίτη, νεοδαμώδεις – απελεύθεροι είλωτες που πολέμησαν στον σπαρτιατικό στρατό – , νόθοι – γιοι Σπαρτιατών ομοίων με γυναίκες από την τάξη των ειλώτων – και μόθακες, δηλαδή παιδιά κατωτέρων ή ειλώτων που για διάφορους λόγους έγιναν δεκτά στο σπαρτιατικό εκπαιδευτικό σύστημα της αγωγής). 

ΙΙ. Ο δεύτερος πόλεμος του Διονυσίου κατά των Καρχηδονίων

Πρώτη περίοδος του πολέμου – από την άλωση της Μοτύης στη νέα πολιορκία των Συρακουσών: Ο Διονύσιος έπραξε οτιδήποτε ήταν δυνατό για να έχει με το μέρος του όλες τις πιθανότητες επιτυχίας στον πόλεμο κατά των Καρχηδονίων. Οχύρωσε τις Συρακούσες, συγκέντρωσε μεγάλο στράτευμα και το εξόπλισε με τα τελειότερα για την εποχή όπλα, σύναψε συμμαχίες με τις άλλες ελληνικές πόλεις της Σικελίας και επέβαλε τον εαυτό του ως ηγέτη μιας πανελλήνιας εκστρατείας κατά των βαρβάρων. Συγκαλεί την Εκκλησία του Δήμου των Συρακουσίων και ζητεί την κήρυξη του πολέμου κατά του εχθρού, μια και η συγκυρία είναι η πλέον ευνοϊκή καθώς ο εχθρός είναι αποδυναμωμένος (φαίνεται πως ακόμη μια επιδημία έχει πλήξει την Καρχηδόνα). Οι Συρακούσιοι εγκρίνουν ενθουσιωδώς το σχέδιο του Διονυσίου. Η πρώτη κίνηση συνίσταται στη δήμευση των περιουσιών των Καρχηδονίων εμπόρων που είναι εγκατεστημένοι στις Συρακούσες και στις άλλες ελληνικές πόλεις και στην κατάσχεση των καρχηδονιακών εμπορικών πλοίων που είχαν την ατυχία να είναι ελλιμενισμένα σε ελληνικά λιμάνια τη συγκεκριμένη στιγμή. Έπειτα ο Διονύσιος, με κάθε επισημότητα, στέλνει πρέσβεις στην Καρχηδόνα για να διακηρύξει ότι θα πολεμήσει τους Καρχηδόνιους αν αυτοί δεν αποσυρθούν από όλες τις ελληνικές πόλεις.

«Διονύσιος δ´ τῶν Συρακοσίων τύραννος, ἐπειδὴ πάντα τὰ πρὸς {τὸν} πόλεμον αὐτῷ κατεσκεύαστο κατὰ τὴν ἰδίαν προαίρεσιν, ἐξέπεμψεν εἰς Καρχηδόνα κήρυκα, δοὺς ἐπιστολὴν πρὸς τὴν γερουσίαν· ἐν ταύτῃ δὲ γεγραμμένον ἦν ὅτι Συρακοσίοις δεδογμένον εἴη πολεμεῖν πρὸς Καρχηδονίους, ἐὰν μὴ τῶν Ἑλληνίδων πόλεων ἐκχωρήσωσιν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 47).

Την άνοιξη του 397, ο Διονύσιος ξεκινά με ένα εντυπωσιακό σε δύναμη στράτευμα  (80.000 πεζοί, 3.000 ιππείς, σχεδόν διακόσια πολεμικά πλοία και πολλά μεταγωγικά) και κινείται προς τα δυτικά. Οι πόλεις των Ελύμων υποτάσσονται στον Διονύσιο. Στη συνέχεια, ο τύραννος κινείται προς τον πρώτο στόχο του, την οχυρωμένη νήσο της Μοτύης, δεύτερη σε σπουδαιότητα καρχηδονιακή αποικία στο νησί. Όπως αναφέρει και ο Διόδωρος (ΙΔ΄, 48), «τῶν δὲ ἄλλων πόλεων πέντε μόνον διέμειναν ἐν τῇ πρὸς Καρχηδονίους φιλίᾳ· αὗται δὲ ἦσαν Ἁλικύαι, Σολοῦς, Αἴγεστα, Πάνορμος, Ἔντελλα». Ο σικελικός στόλος, με ναύαρχο τον Λεπτίνη, αδελφό του Διονυσίου, αποκλείει από θαλάσσης τη Μοτύη, ενώ οι στρατιωτικές δυνάμεις του Διονυσίου βρίσκονται στην ενδοχώρα. Η πόλη προβάλλει μεγαλύτερη αντίσταση από αυτήν που υπολόγιζε ο Διονύσιος, η πολιορκία κρατά περισσότερο χρόνο. Τελικά οι Έλληνες καταλαμβάνουν τη Μοτύη, τη λεηλατούν και την ισοπεδώνουν. Τιμωρεί παραδειγματικά τους Έλληνες που ήταν εγκατεστημένοι στην πόλη και πολέμησαν στο πλευρό των Καρχηδονίων, σταυρώνοντας τους επικεφαλής τους: «Δαϊμένην δὲ καί τινας τῶν Ἑλλήνων συμμαχοῦντας Καρχηδονίοις λαβὼν αἰχμαλώτους ἀνεσταύρωσεν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 53). Διορίζει φρούραρχο των δυνάμεων κατοχής τον στενό φίλο του, τον Βίτωνα, και συνεχίζει την επίθεσή του κατά των καρχηδονιακών θέσεων.

Ωστόσο, ο χρόνος που χάθηκε στην πολιορκία της Μοτύης θα αποβεί μοιραίος για τον Συρακούσιο ηγεμόνα. Ο αρχικός στόχος ήταν να κινηθεί αιφνιδιαστικά ώστε σε ελάχιστο χρόνο να καταλάβει όλες τις καρχηδονιακές βάσεις. Οι Καρχηδόνιοι, όμως, κράτησαν την Πάνορμο, όπου την άνοιξη του 396 αποβιβάζεται ο Ιμίλκων με μεγάλες μισθοφορικές δυνάμεις. Ο παλιός μας γνώριμος αναγκάζει τελικά τον Λεπτίνη να διατάξει υποχώρηση του στόλου. Ανακαταλαμβάνει τη Μοτύη σφαγιάζοντας την ελληνική φρουρά και προχωρεί προς τα ανατολικά. Στο μεταξύ, οι Καρχηδόνιοι στέλνουν και νέες ενισχύσεις: στόλος του οποίου ηγείται ο Μάγων φτάνει στη Σικελία. Μάγων και Ιμίλκων ενώνουν τις δυνάμεις τους και στρέφονται προς τη Μεσσήνη. Ο Διονύσιος παρατάσσει τα στρατεύματά του στην ακτή, ενώ ο Λεπτίνης με τον στόλο επιχειρεί να αντιμετωπίσει τους Καρχηδόνιους στη θάλασσα. Οι Καρχηδόνιοι παρασύρουν τον Λεπτίνη και τον αναγκάζουν να επιτεθεί πριν συγκεντρωθούν όλες οι ελληνικές δυνάμεις, κόβοντας στα δύο τον στόλο των Συρακουσίων. Η ναυμαχία της Μεσσήνης καταλήγει σε πανωλεθρία του ελληνικού στόλου. Ο δρόμος για τις Συρακούσες είναι ανοιχτός. Παρόλες τις προσπάθεις του Διονυσίου, ο χρόνος μοιάζει να έχει γυρίσει εννιά χρόνια νωρίτερα, στην πρώτη πολιορκία των Συρακουσών.

Στις αρχές του καλοκαιριού του 396 οι Καρχηδόνιοι έχουν στρατοπεδεύσει έξω από τα τείχη των Συρακουσών, εκεί που πριν από 19 χρόνια βρισκόταν το αθηναϊκό εκστρατευτικό σώμα. Οι συνθήκες, ωστόσο, έχουν μεταβληθεί. Οι οχυρώσεις της πόλεις είναι εξαιρετικές, τα στρατεύματα εντός των τειχών πολλά και αξιόμαχα. Στο μεταξύ, ο Διονύσιος ζητεί και λαμβάνει ενισχύσεις από τους Κορινθίους και τους Σπαρτιάτες (βλ. Διόδωρο, ΙΔ΄, 62 επ.). Οι πολιορκούμενοι επιχειρούν συνεχείς αντεπιθέσεις που πλήττουν τον στρατό και τον στόλο των Καρχηδονίων. Σε όλες αυτές τις δυσκολίες, πρέπει να προστεθούν και οι επιδημίες που θερίζουν τους πολιορκητές. Γρήγορα ο Ιμίλκων αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές πιθανότητες να καταλάβει τις Συρακούσες κι ότι αν συνεχίσει να πολιορκεί την πόλη κινδυνεύει να έχει την τύχη των Αθηναίων του Νικία. Ο Καρχηδόνιος στρατηγός (πιθανώς μετά από συνεννόηση με τον Διονύσιο), λύνει την πολιορκία και μπαρκάρει για την πατρίδα του μαζί με τους Καρχηδόνιους στρατιώτες και μόνον. Οι πολυάριθμοι μισθοφόροι του, χωρίς καμία ενημέρωση, μένουν έξω από τις Συρακούσες για να διαπιστώσουν κατάπληκτοι ότι πλέον βρίσκονται στο έλεος των μέχρι χθές πολιορκούμενων. Ο Διονύσιος θα στρατολογήσει τους Ίβηρες, ενώ τους υπόλοιπους μισθοφόρους των Καρχηδονίων θα τους πουλήσει για δούλους.   

Δεύτερη περίοδος του πολέμου – από την καρχηδονιακή αντεπίθεση στη συνθήκη ειρήνης του 392: Η ειρήνη (ή μάλλον η ανακωχή του 396) είναι επισφαλής. Καμία από τις δύο εμπλεκόμενες πλευρές δεν έχει παραιτηθεί από την αξίωσή της να κυριαρχήσει στη Σικελία, καμία δεν είναι σε θέση να επιβάλει τις επιθυμίες της στην άλλη. Ο Διονύσιος συναντά δυσχέρειες στην προσπάθειά του να υποτάξει τις πόλεις του νησιού: οι Σικελοί που ιδρύουν το Ταυρομένιο αντιστέκονται στις επεκτατικές βλέψεις του Συρακούσιου ηγεμόνα, ενώ και το Ρήγιο διατηρεί την εχθρική του στάση (Διόδωρος, ΙΔ΄, 87-88). Οι Καρχηδόνιοι από τη μεριά τους είναι αποφασισμένοι να ξεπλύνουν τη ντροπή της άδοξης υποχώρησης του Ιμίλκωνα και το 393 π.Χ. στέλνουν τον Μάγωνα με εκστρατευτικό σώμα να αποβιβαστεί στη Σικελία. Στην αρχή, όλα πηγαίνουν καλά για τους Καρχηδόνιους. Πολλές πόλεις υποτάσσονται στον Καρχηδόνιο στρατηγό, ενώ ο Διονύσιος προτιμά να μην αντιμετωπίσει τον εχθρό σε μάχη εκ παρατάξεως και υποχωρεί στη βάση του (Διόδωρος, ΙΔ΄, 95). Γρήγορα, πάντως, ο Μάγων αντιλαμβάνεται ότι η επιδίωξη να καταλάβει το σύνολο της Σικελίας δεν είναι διόλου ρεαλιστική. Αντιμετωπίζοντας σοβαρά προβλήματα ανεφοδιασμού, παγιδεύεται στη σικελική ενδοχώρα και αναγκάζεται να ζητήσει διαπραγματεύσεις. Το 392 ο Διονύσιος και η Καρχηδόνα συνάπτουν νέα συνθήκη ειρήνης.

«Μάγων δ´ ἐν πολεμίᾳ χώρᾳ στρατοπεδεύων, καὶ τῶν ἀναγκαίων ἐνδεὴς ἀεὶ μᾶλλον γινόμενος, οὐ μετρίως ἠλαττοῦτο· καὶ γὰρ οἱ περὶ τὸν Ἄγυριν τῆς χώρας ἔμπειροι καθεστῶτες ἐν ταῖς ἐνέδραις ἐπλεονέκτουν καὶ τὰς ἀγορὰς τῶν πολεμίων ἀφῃροῦντο. λεγόντων δὲ τῶν Συρακοσίων διὰ μάχης κρίνειν ὡς τάχιστα τὰ πράγματα, Διονύσιος ἠναντιοῦτο λέγων χωρὶς κινδύνων τῷ χρόνῳ καὶ τῇ σπάνει καταφθαρήσεσθαι τοὺς βαρβάρους· ἐφ´ οἷς παροργισθέντες οἱ Συρακόσιοι κατέλιπον τὸν Διονύσιον. δὲ τὸ μὲν πρῶτον εὐλαβούμενος ἐπ´ ἐλευθερίαν ἐκάλει τοὺς οἰκέτας, μετὰ δὲ ταῦτα διαπρεσβευσαμένων τῶν Καρχηδονίων ὑπὲρ εἰρήνης ὑπακούσας ἀναπομπίμους τοῖς κυρίοις ἐποίησε, πρὸς δὲ τοὺς Καρχηδονίους εἰρήνην ἐποιήσατο. ἦσαν δ´ αἱ συνθῆκαι τὰ μὲν ἄλλα παραπλήσιαι ταῖς πρότερον, Σικελοὺς δὲ δεῖν ὑπὸ Διονύσιον τετάχθαι καὶ παραλαβεῖν αὐτὸν τὸ Ταυρομένιον. μετὰ δὲ τὰς συνθήκας Μάγων μὲν ἀπέπλευσε, Διονύσιος δὲ παραλαβὼν τὸ Ταυρομένιον τοὺς μὲν πλείστους τῶν ἐκεῖ Σικελῶν ἐξέβαλεν, τῶν δ´ ἰδίων μισθοφόρων τοὺς ἐπιτηδειοτάτους ἐπιλέξας κατῴκισεν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 96).

Αν πιστέψουμε τον Διόδωρο οι διαφορές από τη συνθήκη ειρήνης του 405 δεν είναι ουσιώδεις. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Διονύσιος έχει κερδίσει πολύ έδαφος: όχι μόνο εντάσσονται στη σφαίρα επιρροής του οι πόλεις των Σικελών, του Ταυρομενίου περιλαμβανομένου, αλλά και οι Καρχηδόνιοι παύουν να είναι οι επικυρίαρχοι ελληνικών πόλεων, ακόμη και του Ακράγαντα ή του Σελινούντα. Ο Διονύσιος είναι πια ο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος ολόκληρης της ελληνικής Σικελίας (Pierre Carlier, όπ.π., σ. 183).       

Advertisements

Ο τύραννος – μέρος Β΄: η άνοδος

Μαΐου 20, 2010

  

Ο Διονύσιος αποδεικνύεται και ικανός και τυχερός. Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ερμοκράτη, όχι μόνο θα κατορθώσει να ξεφύγει, αλλά και να αναρρώσει από τα τραύματά του. Λίγους μήνες αργότερα θα επιστρέψει στη γενέτειρά του. Σύμφωνα με τον νόμο των Συρακουσίων κάποιος που είχε κηρυχθεί σε αφάνεια και είχε θεωρηθεί νεκρός μπορεί να επιστρέψει στην πόλη, καθώς γίνεται δεκτό ότι η σωτηρία του ήταν θέλημα των θεών. Αν μάλιστα τον υιοθετήσει κάποιος Συρακούσιος πολίτης τότε ανακτά τα πολιτικά δικαιώματά του και την περιουσία του. Αυτό θα συμβεί και στην περίπτωση του Διονυσίου, δεδομένου ότι ένας από τους πολιτικούς φίλους του θα δεχτεί να τον υιοθετήσει. Η συνέχεια πρόκειται να είναι εντυπωσιακή.  

Ι. Η νέα καρχηδονιακή εισβολή  

Το 407 π.Χ. οι Συρακούσιοι στέλνουν πρεσβεία στην Καρχηδόνα προκειμένου να διαπραγματευθούν συνθήκη ειρήνης. Οι Καρχηδόνιοι δίνουν ασαφείς απαντήσεις και φαίνονται απρόθυμοι να συνάψουν οποιαδήποτε συνθήκη. Ταυτόχρονα, όπως πληροφορούνται και οι Σικελιώτες πρέσβεις, στρατολογούν στην Αφρική μεγάλες μισθοφορικές δυνάμεις. Είναι πλέον σαφές ότι τα «γεράκια» έχουν επιβάλει την πολιτική τους στην πόλη του Μελκάρτ και της Ταννίτ. Στόχος της Καρχηδόνας είναι η μεγαλύτερη δυνατή επέκταση της σικελικής της επικράτειας, επομένως η υποδούλωση των ελληνικών πόλεων. 

«Συρακόσιοι πέμψαντες εἰς Καρχηδόνα πρέσβεις περί τε τοῦ πολέμου κατεμέμφοντο καὶ τὸ λοιπὸν ἠξίουν παύσασθαι τῆς διαφορᾶς. Οἷς οἱ Καρχηδόνιοι τὰς ἀποκρίσεις ἀμφιβόλους δόντες, ἐν μὲν τῇ Λιβύῃ μεγάλας παρεσκευάζοντο δυνάμεις, ἐπιθυμοῦντες ἁπάσας τὰς ἐν τῇ νήσῳ πόλεις καταδουλώσασθαι» (Διόδωρος ΙΓ΄, 79, 8). 

Η πολιορκία και η πτώση του Ακράγαντα: Ο πρώτος στόχος των Καρχηδονίων είναι μοιραία ο Ακράγας. Μετά την πτώση του Σελινούντα, τα εδάφη του συνορεύουν με την καρχηδονιακή επικράτεια. Το εντυπωσιακό σε αριθμό καρχηδονιακό στράτευμα (ο Τίμαιος μιλά για 120.000 άνδρες, ο Έφορος ο Κυμαίος για 300.000!), αποβιβάζεται στη Σικελία, καταλαμβάνει τον Έρυκα και βαδίζει κατά του Ακράγαντα. Επικεφαλής του βρίσκονται ο γηραιός Αννίβας του Γίσκωνος και ο νεότερος σε ηλικία συγγενής του πρώτου Ιμίλκων (ή Ιμίλκας, ο Διόδωρος χρησιμοποιεί και τις δύο εκδοχές του ονόματος), ο οποίος τελικά θα έχει και την ουσιαστική διοίκηση του στρατεύματος. Όχι αβάσιμα, οι Καρχηδόνιοι πιστεύουν ότι με τόσο μεγάλες δυνάμεις θα πετύχουν να υποτάξουν αναίμακτα την πλουσιότερη πόλη του ελληνικού κόσμου. Οι Ακραγαντίνοι είναι συνηθισμένοι να ζουν μες στην τρυφή κι άλλωστε μεγάλο μέρος του πλούτου τους οφείλεται στις εμπορικές συναλλαγές με τους Καρχηδόνιους. 

«Καὶ πρῶτον μὲν ἀπέστειλαν πρέσβεις πρὸς τοὺς ᾿Ακραγαντίνους, ἀξιοῦντες μάλιστα μὲν συμμαχεῖν αὐτοῖς, εἰ δὲ μή γε, ἡσυχίαν ἔχειν καὶ φίλους εἶναι Καρχηδονίοις ἐν εἰρήνῃ μένοντας· οὐ προσδεξαμένων δὲ τῶν ἐν τῇ πόλει τοὺς λόγους, εὐθὺς τὰ τῆς πολιορκίας ἐνηργεῖτο» (Διόδωρος ΙΓ΄, 85, 2).  

Οι Ακραγαντίνοι, λοιπόν, ούτε σύμμαχοι των Καρχηδονίων δέχθηκαν να γίνουν, ούτε «φίλοι» (κάτι που θα σήμαινε ότι θα δέχονταν τη διέλευση των στρατευμάτων από το έδαφός τους). Αντιθέτως, (με χρήματα που προσέφερε κυρίως ο Τελλίας ένας από τους επιφανέστερους και πλουσιότερους πολίτες) στρατολογούν μισθοφόρους Καμπανούς και Έλληνες, τη διοίκηση των οποίων αναλαμβάνει ο Σπαρτιάτης Δέξιππος. Ζητούν επίσης ενισχύσεις από τις άλλες ελληνικές πόλεις. Αυτή τη φορά οι Συρακούσιοι ανταποκρίνονται άμεσα, όπως και η Γέλα, αλλά και οι λοιποί Σικελιώτες και Ιταλιώτες. Το λαμπρότερο στράτευμα που είχε παρουσιάσει ποτέ ο ελληνισμός της Δύσης τέθηκε υπό τις διαταγές του Συρακούσιου στρατηγού Δαφναίου και προσέτρεξε σε βοήθεια του Ακράγαντα. 

Οι συγκρούσεις ξεκίνησαν με τρόπο που έδειχνε ότι η έκβαση θα ήταν ευνοϊκή για τους Έλληνες. Ωστόσο, πολλά σφάλματα στρατηγικής και η ατολμία των στρατηγών θα καταδικάσουν τελικά τον Ακράγαντα σε αφανισμό. Στην αρχή, ο Δαφναίος εμφανίστηκε με πνεύμα καταδρομέα: χωρίς καν να κάνει τον κόπο να συνεννοηθεί με τους Ακραγαντίνους και να ετοιμάσει μια συντονισμένη επίθεση, αποφάσισε να κινηθεί ευθύς εξαρχής κατά των δυνάμεων του Αννίβα και του Ιμίλκωνα. Πράγματι, οι συμμαχικές δυνάμεις επιτέθηκαν στον καρχηδονιακό στρατό με τέτοια ορμή που φάνηκε ότι θα τον συντρίψουν. Την ώρα όμως που η αποφασιστική νίκη έμοιαζε βέβαιη, ο Δαφναίος συγκράτησε τις δυνάμεις του που ήταν έτοιμες να εφορμήσουν στα στρατόπεδα των εχθρών. Ίσως φοβήθηκε κάποια ενέδρα, σαν κι αυτήν που καταδίκασε τον Διοκλή σε ήττα έξω από τα τείχη της Ιμέρας. Κι έπειτα, η απόφασή του δεν ήταν τόσο αδικαιολόγητη λαμβανομένων υπόψη κάποιων στρατηγικών δεδομένων που έδειχναν ότι οι Έλληνες θα μπορούσαν να νικήσουν και με πιο συντηρητική τακτική. Ο στόλος των Συρακουσίων είχε αποκλείσει τους εισβολείς και δεν επέτρεπε τον ανεφοδιασμό τους από τα καρχηδονιακά πλοία. Είχε φτάσει το καλοκαίρι και οι συνθήκες ήταν ιδανικές για τη μετάδοση ασθενειών: ο λοιμός άρχισε να θερίζει τους στρατιώτες των Καρχηδονίων. Ανάμεσα στα θύματα ήταν κι ο Αννίβας. Η σωτηρία του Ακράγαντα φαινόταν απλώς υπόθεση χρόνου. 

Έπειτα ήρθε το φθινόπωρο και μαζί του τα πρωτοβρόχια που ξέπλυναν τα στρατόπεδα των Καρχηδονίων από τις ακαθαρσίες. Σιγά-σιγά ο λοιμός έφυγε (σε κάθε περίπτωση λέγεται πως ο Ιμίλκων έκανε και μια ανθρωποθυσία για να εξευμενίσει τους θεούς του). Στο εσωτερικό της πολιορκημένης πόλης η δυσαρέσκεια μεγάλωνε για τους στρατηγούς που δεν επιχειρούσαν αντεπίθεση. Οργισμένοι οι πολίτες λιθοβόλησαν τους άτολμους στρατηγούς τους, δίχως δίκη, δίχως καν να ακούσουν την υπεράσπισή τους. Την ίδια ώρα, η Καρχηδόνα έστειλε κι άλλο στόλο σε ενίσχυση: τα πλοία των Συρακουσίων που μετέφεραν εφόδια στους πολιορκημένους έπεσαν σε ενέδρα. Και ξαφνικά, στον Ακράγαντα συνειδητοποίησαν ότι είχαν εφόδια για λίγες μόνο ημέρες. Ο Δέξιππος και ο Δαφναίος προέκριναν ως μόνη λύση την εκκένωση της πόλης, δίχως καν να σκεφτούν να τα παίξουν όλα για όλα, επιχειρώντας αιφνιδιαστική επίθεση κατά του εχθρού. Λίγο μετά την αποχώρηση των, πλέον, προσφύγων που πήραν τον δρόμο για τη Γέλα και τις Συρακούσες, έμπαιναν στην πόλη οι εχθροί, λεηλατώντας τα πλούτη της, καίγοντας σπίτια και ναούς, σφάζοντας τους κατοίκους που δεν πρόλαβαν ή δεν θέλησαν να εγκαταλείψουν τη γενέτειρά τους. Η πόλη που ύμνησε ο Πίνδαρος ως την ωραιότερη ελληνική, ως αυτήν που οι κάτοικοί της έχτιζαν για την αιωνιότητα ενώ γλεντούσαν σαν η κάθε μέρα να ήταν η τελευταία της ζωής τους, είχε πια χαθεί. 

ΙΙ. Ο Διονύσιος ηγέτης των Συρακουσών 

Στρατηγός αυτοκράτωρ: Η πικρή ήττα στον Ακράγαντα είναι βέβαιο ότι προκάλεσε πολλές αντιδράσεις στην πόλη των Συρακουσών. Η ντροπιαστική υποχώρηση του συμμαχικού στρατεύματος εξόργισε πολλούς πολίτες. Οργιάζουν οι φήμες σύμφωνα με τις οποίες ο Δαφναίος, ο Δέξιππος κι οι άλλοι στρατηγοί δωροδοκήθηκαν από τους Καρχηδόνιους για να αποφασίσουν να εγκαταλείψουν τον Ακράγαντα. Ο Διονύσιος, που είχε συμμετάσχει και διακριθεί στις μάχες, κρίνει ότι έχει φτάσει η ώρα του. Από φιλοδοξία, από αγνή φιλοπατρία, ή μάλλον και για τα δύο μαζί. Ενώπιον της Εκκλησίας του Δήμου κατηγορεί τους στρατηγούς της πόλης για εσχάτη προδοσία και προτείνει να καταδικαστούν σε θάνατο χωρίς δίκη. Αναταραχή! Η πρόταση του Διονυσίου είναι παράνομη και το προεδρείο του επιβάλλει βαρύ πρόστιμο και του αφαιρεί τον λόγο. Ο πλούσιος φίλος του Διονυσίου, ο Φίλιστος, καταβάλλει το πρόστιμο κι ο Διονύσιος ξαναπαίρνει τον λόγο. Συνεχίζει τις κατηγορίες. Τα πρόστιμα πέφτουν βροχή κι ο Φίλιστος τα πληρώνει όλα επιτόπου. Ο Διονύσιος συνεχίζει την αγόρευσή του… 

«Οὐ μὴν ἀλλὰ συναχθείσης ἐκκλησίας ἐν Συρακούσαις, καὶ μεγάλων φόβων ἐπικρεμαμένων, οὐθεὶς ἐτόλμα περὶ τοῦ πολέμου συμβουλεύειν. Ἀπορουμένων δὲ πάντων παρελθὼν Διονύσιος ὁ ῾Ερμοκράτους τῶν μὲν στρατηγῶν κατηγόρησεν ὡς προδιδόντων τὰ πράγματα τοῖς Καρχηδονίοις, τὰ δὲ πλήθη παρώξυνε πρὸς τὴν αὐτῶν τιμωρίαν, παρακαλῶν μὴ περιμεῖναι τὸν κατὰ τοὺς νόμους λῆρον, ἀλλ’ ἐκ χειρὸς ἐπιθεῖναι τὴν δίκην. Τῶν δ’ ἀρχόντων ζημιούντων τὸν Διονύσιον κατὰ τοὺς νόμους ὡς θορυβοῦντα, Φίλιστος ὁ τὰς ἱστορίας ὕστερον συγγράψας, οὐσίαν ἔχων μεγάλην, ἐξέτισε τὰ πρόστιμα, καὶ τῷ Διονυσίῳ παρεκελεύετο λέγειν ὅσα προῄρητο. Καὶ προσεπειπόντος ὅτι καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν, ἂν ζημιοῦν θέλωσιν, ἐκτίσει τἀργύριον ὑπὲρ αὐτοῦ, τὸ λοιπὸν θαρρήσας ἀνέσειε τὰ πλήθη, καὶ τὴν ἐκκλησίαν συνταράττων διέβαλλε τοὺς στρατηγούς, ὅτι χρήμασι πεισθέντες ἐγκατέλιπον τὴν τῶν ᾿Ακραγαντίνων σωτηρίαν. Συγκατηγόρησε δὲ καὶ τῶν ἄλλων τῶν ἐπισημοτάτων πολιτῶν, συνιστὰς αὐτοὺς οἰκείους ὄντας ὀλιγαρχίας. Διόπερ συνεβούλευεν αἱρεῖσθαι στρατηγοὺς μὴ τοὺς δυνατωτάτους, ἀλλὰ τοὺς εὐνουστάτους καὶ δημοτικοὺς μᾶλλον» (Διόδωρος ΙΓ΄, 91, 3-5). 

Το τέλος της συνεδρίασης είναι θριαμβευτικό για τον νεαρό. Οι κατηγορούμενοι ως προδότες καταδικάζονται κι ο ίδιος εκλέγεται στρατηγός! Μεθοδικά αρχίζει να υφαίνει τον ιστό που θα του εξασφαλίσει την απόλυτη εξουσία στην πόλη. Επιτυγχάνει να επιστρέψουν στην πόλη οι εξόριστοι φίλοι του που είχαν υποστηρίξει τον Ερμοκράτη. Κατηγορεί για προδότες πλούσιους συμπολίτες του και δημεύει την περιουσία τους, έτσι ώστε με τα χρήματα αυτά να στρατολογήσει πιστούς στον ίδιο μισθοφόρους. Προσάπτει την ίδια κατηγορία και στους συναδέλφους του στρατηγούς και τους αντικαθιστά με φίλους του. Τέλος πείθει τον Δήμο να τον ονομάσει «στρατηγό αυτοκράτορα» παρέχοντάς του πλήρεις εξουσίες, θυμίζοντας διαρκώς ότι ο Γέλων κατήγαγε τη μεγάλη νίκη της Ιμέρας έχοντας μόνος του την αρχιστρατηγεία των ελληνικών δυνάμεων («Καρχηδονίων τὰς τριάκοντα μυριάδας περὶ τὴν ῾Ιμέραν νενικῆσθαι στρατηγοῦντος Γέλωνος αὐτοκράτορος.», Διόδωρος ΙΓ΄, 94, 5). Τέλος, για να κάνει να πάψουν οι φωνές διαμαρτυρίας αυτών που διαβλέπουν τη φιλοδοξία του να καταστεί τύραννος, σκηνοθετεί μια απόπειρα εναντίον του: «Λέγεται δὲ τοῦτο πρᾶξαι τὸν Διονύσιον ἀπομιμούμενον Πεισίστρατον τὸν ᾿Αθηναῖον... Καὶ τότε Διονύσιος τῇ παραπλησίᾳ μηχανῇ τὸ πλῆθος ἐξαπατήσας ἐνήργει τὰ τῆς τυραννίδος» (όπ. π., 95, 5-6). Η πόλη «πείθεται» να του παραχωρήσει σωματοφυλακή, αποτελούμενη αρχικά από 600, έπειτα από 1000 άνδρες. Έπειτα νυμφεύεται την Αρετή, κόρη του Ερμοκράτη, ισχυροποιώντας τους δεσμούς του με την οικογένεια του κάποτε πολιτικού αρχηγού του, μια από τις ευγενέστερες και πλέον δοξασμένες της πόλης. 

Η συνέχεια του καρχηδονιακού πολέμου – Η πολιορκία της Γέλας: Ήταν πρόδηλο ότι οι Καρχηδόνιοι δεν θα σταματούσαν την προέλασή τους τη στιγμή που είχαν εξαιρετικές προοπτικές να επεκτείνουν την επικράτειά τους στο μέγιστο δυνατό. Αφού εδραίωσε τις θέσεις του στα εδάφη του Ακράγαντα, την άνοιξη του 405 ο Ιμίλκων κινήθηκε κατά της Γέλας. Οι καρχηδονιακές δυνάμεις στρατοπέδευσαν κοντά στη θάλασσα, στο δυτικό άκρο της στενής πεδιάδας που βρισκόταν ανάμεσα στον λόφο του Απόλλωνα και τα τείχη της πόλης. Ο Ιμίλκων άρχισε την πολιορκία με μια συμβολική κίνηση. Πάνω στον λόφο που βρισκόταν δίπλα στην ακτή όπου είχαν αποβιβασθεί οι Κρήτες και Ρόδιοι πρώτοι άποικοι της πόλης οι Γελώοι είχαν στήσει ένα πελώριο χάλκινο ανδριάντα του Απόλλωνα Αρχαγέτη, του προστάτη θεού που είχε οδηγήσει τους αποίκους στη νέα πατρίδα τους. Το άγαλμα αυτό το σύλησε ο Ιμίλκων: διέταξε να το κατεβάσουν από το βάθρο του και να τον φορτώσουν σε ένα πλοίο για να μεταφερθεί ως δώρο στη μητρόπολη της Καρχηδόνας, την Τύρο. Από την πλευρά τους, οι Γελώοι οργάνωσαν την αντίστασή τους, επιτυγχάνοντας να αποκρούσουν τις πρώτες επιθέσεις: όλοι οι άνδρες στρατεύθηκαν, ενώ οι γυναίκες, οι έφηβοι και οι γέροντες δούλευαν νυχθημερόν για να επισκευάσουν τις ζημιές που προκαλούσαν στις οχυρώσεις οι επιθέσεις του εχθρού.

Λίγες μέρες αργότερα έφτασε στη Γέλα ο Διονύσιος, ως αρχιστράτηγος του μεγαλύτερου στρατεύματος που είχε ως τότε συγκεντρώσει ο ελληνισμός της Σικελίας. Σύμφωνα με τον Τίμαιο αριθμούσε 30.000 πεζούς και 1.000 ιππείς, ενώ ο Διόδωρος (ΙΓ΄, 109, 2) αναφέρει ότι σύμφωνα με άλλες πηγές έφτανε ή και ξεπερνούσε τους 50.000 άνδρες: το αποτελούσαν 20.000 Συρακούσιοι, 10.000 λοιποί Σικελιώτες, 15.000 Ιταλιώτες και 5.000 μισθοφόροι (πολλοί απ’ αυτούς Λακεδαιμόνιοι). Ο συμμαχικός στρατός στρατοπέδευσε κοντά στη θάλασσα, δίπλα στις εκβολές του Γέλα ποταμού και κοντά στην ανατολική πύλη της πόλης. Ο Διονύσιος είχε καταστρώσει ένα περίπλοκο σχέδιο, το οποίο στη θεωρία έμοιαζε ιδιοφυές, προκειμένου να καταφέρει το αποφασιστικό χτύπημα στους εισβολείς: οι Ιταλιώτες θα επιβιβάζονταν στα πλοία τα οποία θα τους μετέφεραν για να αποβιβασθούν κοντά στο καρχηδονιακό στρατόπεδο, στο σημείο που αυτό ήταν πιο ευάλωτο. Ταυτόχρονα, θα έκαναν επίθεση στο βόρειο άκρο του καρχηδονιακού στρατοπέδου οι Συρακούσιοι με τους άλλους Σικελιώτες, ενώ αμέσως μετά από αυτούς θα επέλαυνε το ελληνικό ιππικό. Την ώρα που ο Ιμίλκων θα προσπαθούσε να αποκρούσει δύο επιθέσεις, θα ερχόταν η σειρά του Διονυσίου: επικεφαλής των επίλεκτων πεζικάριων και των μισθοφόρων, ο Διονύσιος θα έμπαινε στη Γέλα από την ανατολική πύλη, θα διέσχιζε την πόλη κατά μήκος και βγαίνοντας από τη δυτική πύλη θα επιχειρούσε κατά μέτωπον επίθεση εναντίον των Καρχηδονίων. Αμέσως πίσω, θα ακολουθούσαν τα στρατεύματα των Γελώων με σκοπό να αποτελειώσουν τους πολιορκητές. Δυστυχώς για τον Διονύσιο η επιτυχία ενός τόσο σύνθετου σχεδίου εξαρτάται από πάρα πολλούς παράγοντες, αρκετοί από τους οποίους αποδεικνύονται στην πράξη αστάθμητοι. Όταν μετά από είκοσι ημέρες έφτασε η ώρα το σχέδιο να τεθεί σε εφαρμογή, σχεδόν όλα πήγαν στραβά. Οι Ιταλιώτες που θα επιτίθονταν από τη μεριά της θάλασσας, εφόρμησαν νωρίτερα απ’ ό,τι έπρεπε, με αποτέλεσμα να πολεμήσουν μόνοι ενάντια σε πολύ μεγαλύτερες εχθρικές δυνάμεις που τις αποτελούσαν κυρίως Ίβηρες και Καμπανοί μισθοφόροι. Την  ίδια στιγμή, τα φυσικά εμπόδια καθυστέρησαν την επέλαση των Σικελιωτών: το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού χάθηκε και οι Σικελιώτες βρήκαν τα καρχηδονιακά στρατεύματα (ιδίως τους Λίβυους μισθοφόρους, το βαρύ πεζικό του εχθρού) σε θέσεις μάχεις. Όσο για τον Διονύσιο, όταν επιχείρησε να διασχίσει την πόλη, αντί για άδειους δρόμους συνάντησε πλήθος ανθρώπων (πεζών ή σε άμαξες) που προσπαθούσαν να εγκαταλείψουν τη Γέλα. Οι δυνάμεις του Διονυσίου χρειάστηκαν πενταπλάσιο χρόνο από τον κανονικό για να βγούν από τη δυτική πύλη και ουσιαστικά δεν έφτασαν ποτέ στο πεδίο της μάχης. Το αποτέλεσμα ήταν σοβαρές απώλειες και μια οικτρή αποτυχία. Το ίδιο βράδυ ο Διονύσιος συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο στο οποίο αποφασίστηκε η εκκένωση της πόλης. Οι Γελώοι θα έπρεπε να εγκατασταθούν ως πρόσφυγες στις Συρακούσες και στους Λεοντίνους. Υποχωρώντας και κρίνοντας αδύνατη την άμυνα της Καμαρίνας, ο Διονύσιος πρόσταξε τους κατοίκους της να την εγκαταλείψουν κι αυτήν.

Παρά τις καλές προθέσεις και τις αδιαμφισβήτητες στρατηγικές ικανότητές του, ο ηγεμών των Συρακουσίων δεν είχε καταφέρει τίποτε καλύτερο απ’ ό,τι οι στρατηγοί που είχαν διοικήσει το στράτευμα στην Ιμέρα και στον Ακράγαντα και τους οποίους είχε κατηγορήσει για ανίκανους και προδότες. Ο ελληνισμός της Σικελίας βρισκόταν στη χειρότερη κατάσταση της Ιστορίας του. Οι Καρχηδόνιοι δεν θα αργούσαν να φτάσουν στα περίχωρα των Συρακουσών. Κι αν έπεφταν οι Συρακούσες θα έφτανε και το τέλος του ελληνισμού.

ΙΙI. Ανάμεσα σε δύο θανάσιμους κινδύνους

Η συνωμοσία των ιππέων κατά του Διονυσίου: Η αποτυχία και οι συμφορές που την ακολούθησαν ήταν μοιραίο να προκαλέσουν οργή και μίσος κατά του στρατηγού αυτοκράτορα: «Ἐφοἷς ἐξεκάετο τὸ κατὰ τοῦ Διονυσίου μῖσος» (Διόδωρος ΙΓ΄, 112, 1). Πολλοί από τους αριστοκράτες της πόλης που υπηρετούσαν στις τάξεις του ιππικού έκριναν ότι ήταν η κατάλληλη ευκαιρία για να ξεμπερδεύουν μια για πάντα από τον τύραννο. Εγκατέλειψαν το στράτευμα, που υποχωρούσε με βραδύ ρυθμό για να συνοδεύει τους πρόσφυγες, και επέστρεψαν στις Συρακούσες. Λεηλάτησαν το σπίτι του Διονυσίου και συνέλαβαν τη γυναίκα του, την Αρετή, την οποία κακοποίησαν και βίασαν μέχρι θανάτου. Το φριχτό έγκλημα θα καθιστούσε άρρηκτους τους δεσμούς μεταξύ των συνωμοτών και θα κρατούσε για πάντα άσβεστο το μίσος τους για τον τύραννο.

«τὴν μὲν οἰκίαν τοῦ Διονυσίου διήρπασαν γέμουσαν ἀργύρου τε καὶ χρυσοῦ καὶ τῆς ἄλλης πολυτελείας ἁπάσης, τὴν δὲ γυναῖκα συλλαβόντες οὕτω διέθεσαν κακῶς, ὥστε καὶ τὸν τύραννον βαρέως ἐνέχειν τὴν ὀργήν, νομίζοντες τὴν ταύτης τιμωρίαν μεγίστην εἶναι πίστιν τῆς πρὸς ἀλλήλους κοινωνίας κατὰ τὴν ἐπίθεσιν» (Διόδωρος ΙΓ΄, 112,4). 

Ο Διονύσιος πληροφορήθηκε τα τραγικά συμβάντα και αποφάσισε να αντιδράσει άμεσα για να διασώσει τη ζωή και την εξουσία του. Συγκέντρωσε τους πιστότερους σ’ αυτόν στρατιώτες (εξακόσιους πεζούς και εκατό ιππείς) και κάλπασε προς τις Συρακούσες, όπου έφτασε λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Έσπασε τις πύλες και προχώρησε προς τη συνοικία της Αχραδινής, την ώρα που η πόλη κοιμόταν. Η απάντησή του ήταν αμείλικτη: οι συνωμότες (κι όσοι τόλμησαν να προβάλουν αντίσταση) σφαγιάστηκαν ή εκτελέστηκαν μετά τη σύγκρουση. Οι λίγοι που κατάφεραν να ξεφύγουν οχυρώθηκαν σε ένα φρούριο πάνω στην Αίτνα. Ο Διονύσιος είχε τουλάχιστον εξασφαλίσει την εξουσία του. 

Η συνθήκη ειρήνης με την Καρχηδόνα: Ο στρατός του Ιμίλκωνα προχώρησε με μάλλον βραδύ ρυθμό και έφτασε κοντά στις Συρακούσες προς το τέλος του 405. Αντί να οργανώσει την πολιορκία της πόλης, ο Ιμίλκων έστειλε κήρυκα στις Συρακούσες για να προτείνει τη σύναψη συνθήκης ειρήνης. Εκ πρώτης όψεως, η στάση του Καρχηδόνιου στρατηγού έμοιαζε περίεργη: γιατί να σταματήσει όταν είχε τόσες πιθανότητες να υποτάξει όλους τους Σικελιώτες; Ο Διόδωρος (ΙΓ, 114,2) κάνει λόγο για επιδημία λοιμού, η οποία αποδεκάτιζε τους στρατιώτες και τους αξιωματικούς. Όπως, όμως, παρατηρεί ο Πιέρ Καρλιέ, η εξήγηση των μεταδοτικών ασθενειών είναι επαναλαμβανόμενη στους αρχαίους συγγραφείς και για αυτό ύποπτη ή τουλάχιστον ανεπαρκής. Οι Καρχηδόνιοι θα πρέπει να είχαν πληροφορηθεί τις εξελίξεις στο μέτωπο του Πελοποννησιακού Πολέμου: οι Σπαρτιάτες είχαν συντρίψει τον αθηναϊκό στόλο και στρατό στους Αιγός Ποταμούς και είχαν ουσιαστικά κερδίσει τον πόλεμο. Επομένως, ήταν πια ελεύθεροι να βοηθήσουν τους Συρακούσιους συμμάχους τους. Μια σπαρτιατική επέμβαση στη Σικελία θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες για την Καρχηδόνα (“Le IVe siècle grec”, σειρά “Nouvelle Histoire de l’ Antiquité”, vol. 5, Coll. Points, εκδ. Seuil, Παρίσι 1995, σελ. 177). Η ειρήνη ήταν μάλλον η πλέον συμφέρουσα επιλογή για την Καρχηδόνα, που δεν είχε απαραίτητα ανάγκη να συντρίψει τους Έλληνες, ενώ, αντιθέτως, είχε οφέλη να αποκομίσει από τις εμπορικές δραστηριότητές τους. Έτσι, οι όροι που πρότειναν οι Καρχηδόνιοι ήταν πολύ λογικοί.

«Διόπερ ὑπὸ τῶν πραγμάτων ἀναγκαζόμενος ᾿Ιμίλκας ἔπεμψεν εἰς Συρακούσας κήρυκα, παρακαλῶν τοὺς ἡττημένους διαλύσασθαι. Ἀσμένως δὑπακούσαντος τοῦ Διονυσίου τὴν εἰρήνην ἐπὶ τοῖσδε ἔθεντο· Καρχηδονίων εἶναι μετὰ τῶν ἐξ ἀρχῆς ἀποίκων ᾿Ελύμους καὶ Σικανούς· Σελινουντίους δὲ καὶ ᾿Ακραγαντίνους, ἔτι δ‘ ῾Ιμεραίους, πρὸς δὲ τούτοις Γελῴους καὶ Καμαριναίους οἰκεῖν μὲν ἐν ἀτειχίστοις ταῖς πόλεσι, φόρον δὲ τελεῖν τοῖς Καρχηδονίοις· Λεοντίνους δὲ καὶ Μεσσηνίους καὶ Σικελοὺς ἅπαντας αὐτονόμους εἶναι, καὶ Συρακοσίους μὲν ὑπὸ Διονύσιον τετάχθαι, τὰ δὲ αἰχμάλωτα καὶ τὰς ναῦς ἀποδοῦναι τοὺς ἔχοντας τοῖς ἀποβαλοῦσι» (Διόδωρος, ΙΓ΄, 114, 1).

Το νέο στάτους κβο παρουσίαζε αρκετό ενδιαφέρον. Οι νικητές διεύρυναν την επικράτειά τους στο σύνολο της δυτικής Σικελίας, περιλαμβανομένων και των πόλεων των Ελύμων. Επέτρεπαν στους κατοίκους των πόλεων που κυρίευσαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων χρόνων (Σελινούντα, Ιμέρα, Ακράγαντα, Γέλα και Καμαρίνα) να επανεγκατασταθούν, χωρίς όμως να μπορούν να τις οχυρώσουν. Οι ελληνικές πόλεις της ανατολικής Σικελίας κι αυτές των ιθαγενών Σικελών ανακτούσαν την αυτονομία τους έναντι των Συρακουσών. Ο Διονύσιος όμως κέρδιζε αυτό που ήθελε: την αναγνώριση της εξουσίας του στην πόλη. Είχε φτάσει στο χείλος του γκρεμού και είχε καταφέρει να σωθεί ενώ τον απειλούσαν δύο θανάσιμοι κίνδυνοι. Είχε κερδίσει πολύτιμο χρόνο. Αρκετό για μπορέσει να εδραιώσει απόλυτα την εξουσία του στις Συρακούσες, αλλά και για να προετοιμάσει την αντεπίθεση που θα στρεφόταν κατά των Καρχηδονίων.

Ζητείται ελπίδα…

Μαΐου 7, 2010

Όταν πριν από επτά περίπου μήνες ξεκινούσα αυτό το ιστολόγιο ομολογώ ότι φλέρταρα με την ιδέα να το χρησιμοποιήσω ως βήμα έκφρασης των απόψεών μου σχετικά με όλα τα θέματα που με ενδιέφεραν. Έτσι, ανάμεσα στις αρχικές αναρτήσεις του ιστολογίου είχα δημοσιεύσει κι ένα μικρό (και μάλλον κοινότοπο) άρθρο πολιτικού περιεχομένου, το οποίο αντιμετώπιζε το γεγονός της πρόσφατης, τότε, εκλογής της κυβέρνησης με αρκετή αισιοδοξία. Δεν χρειάζεται να πω ότι από τότε πολλά άλλαξαν. Σε καθαρά «ιστολογικό» επίπεδο, γρήγορα αντιλήφθηκα ότι ένα ακόμα ιστολόγιο ποικίλης ύλης δεν είχε ουσιαστικό λόγο ύπαρξης. Κατάλαβα (και σ’ αυτό βοήθησαν πολύ οι φίλοι σχολιαστές και αναγνώστες) ότι το καλύτερο (και για μένα και για εκείνους) που μπορούσα να κάνω ήταν να εστιάσω την προσοχή μου στο αντικείμενο που αγαπούσα περισσότερο, δηλαδή την Ιστορία και μάλιστα αποκλειστικά τις περιόδους που για διάφορους λόγους θεωρούσα συναρπαστικότερες. Έτσι καταλήξαμε σε ένα αμιγώς ιστορικό ιστολόγιο, επιλογή για την οποία δεν μετανιώνω καθόλου.

Για πολλούς και διάφορους λόγους δεν είχα κατορθώσει να ανανεώσω το ιστολόγιο εδώ και πέντε εβδομάδες. Εδώ και κάποιες μέρες είχα έτοιμο ένα κομμάτι (το πρώτο της σειράς) για τον Διονύσιο των Συρακουσών και χθες μπόρεσα να το επεξεργαστώ και να το δημοσιεύσω. Καλώς ή κακώς, δεν είμαι από τους ανθρώπους που πιστεύουν ότι η επικαιρότητα πρέπει να τους υπαγορεύει τους ρυθμούς της ζωής τους. Χτες, όμως, τα πράγματα διέφεραν: οι συγκυρίες το έφεραν ώστε η βαθειά κρίση που ταλανίζει τη χώρα μας να γνωρίσει μια (πρώτη; πρόσκαιρη σε αναμονή άλλων;) δραματική κορύφωση. Και πράγματι ένιωσα ενοχές που συνέχισα μια δραστηριότητα που μου χαρίζει ευχαρίστηση την ίδια ώρα που οι εγκληματικές πράξεις ανθρωποειδών (κτηνωδώς βλακών, ασυγχώρητα φανατικών ή σιχαμένων υπηρετών δόλιων σχεδίων – κρατείστε την εκδοχή ή τις εκδοχές που θεωρείται πιο πιθανή/ πιθανές) έκοβαν το νήμα τεσσάρων ζωών. Όταν ζεις 2.500 χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα αδυνατείς μερικές φορές να νιώσεις έγκαιρα τον σφυγμό των γεγονότων. Κι έτσι ξαφνικά ό,τι συνέβαινε στην Αθήνα έκανε τον Διονύσιο, τον Ρογήρο ή τον Φρειδερίκο να χάσουν την όποια αξία μπορεί να είχαν στο πλαίσιο μιας απλής αφήγησης ιστορικών γεγονότων. Σαν μια μικρή εξιλέωση για την αστοχία, σαν εκπλήρωση ενός χρέους απέναντι στον εαυτό μου, τα αγαπημένα μου πρόσωπα και τους φίλους μου (που βλέπουν με απόγνωση αυτά που συμβαίνουν τώρα στην Ελλάδα και, κυρίως, τα χειρότερα που πρόκειται να έρθουν), είπα κι εγώ να γράψω δυό γραμμές, αναζητώντας μια εξήγηση και, πρωτίστως, μια ελπίδα, ξέροντας ότι πολλοί πιο άξιοι ιστολόγοι τα έχουν ήδη πει καλύτερα.

Ποιός φταίει; Ναι, πρέπει καταρχήν να δεχτώ αυτό που μας λένε, δηλαδή ότι όλοι φταίμε για τη σύγχρονη ελληνική κατάντια. Όταν, όμως, λέμε όλοι πρέπει να εννοήσουμε κάθε φυσικό πρόσωπο που έζησε ή ζει στη χώρα αυτή και κάθε νομικό πρόσωπο που άσκησε ή ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα (άρα και τον μετανάστη που προσαρμόσθηκε στα καθ’ ημάς ήθη, και την «αλλοδαπή» επιχείρηση που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα και τους δανειστές του δημοσίου μας, ανεξαρτήτως ιθαγένειας ή έδρας). Οι απλοί άνθρωποι φταίμε γιατί γίναμε συνένοχοι στην καταστροφή της χώρας μας, με αντάλλαγμα τον διορισμό του παιδιού μας στο δημόσιο και στις επιχειρήσεις του ή την νομιμοποίηση του αυθαιρέτου μας. Φταίμε γιατί οι σχέσεις με τους πολιτικούς μας πήραν τέτοια μορφή που μπροστά τους ωχριούν οι πελατειακές σχέσεις στα χρόνια της Ρώμης. Φταίμε γιατί χτίσαμε όπως και όπου βρίσκαμε, καταστρέφοντας το φυσικό περιβάλλον και σοδομίζοντας κάθε έννοια αισθητικής. Φταίμε γιατί φοροδιαφύγαμε ή γίναμε συνένοχοι και ανεχθήκαμε τη φοροδιαφυγή συμπολιτών μας, ξεχνώντας ότι κάθε ευρώ φόρου που χανόταν, χανόταν και για τα σχολεία των παιδιών μας, τα νοσοκομεία μας ή τους δρόμους στους οποίους οι ίδιοι θα κυκλοφορούσαμε. Φταίμε λοιπόν… Όμως, δεν είναι ίδια η ευθύνη όλων μας. Το πιο μεγάλο μερίδιο ανήκει στους ηγέτες μας, στις πολιτικές, οικονομικές και πνευματικές ελίτ, με δυό λόγια σε όσους καθόρισαν, άμεσα ή έμμεσα,  τους κανόνες του παιχνιδιού. Το να στοχοποιούμε και να ενοχοποιούμε συλλήβδην κοινωνικές ή επαγγελματικές ομάδες δεν βοηθά και πολύ, εκτός κι αν ο σκοπός είναι η δημιουργία μιας κατ’ ευφημισμόν κοινωνίας που θα απαρτίζεται από πειθήνια και υποτακτικά όντα. Να γιατί ο καταναγκασμός σε ομολογίες του τύπου «κι εγώ φταίω για τη χρεωκοπία της χώρας» δεν έχει καμία χρησιμότητα αν στόχος είναι η αναδιάρθρωση της κοινωνίας σε υγιείς βάσεις. Με πολίτες ηττημένους και γεμάτους ενοχές δεν πας πουθενά, εκτός κι αν σκοπός σου είναι να γίνεις ο δικτάτοράς τους.

Το νεοελληνικό κράτος χτίστηκε πάνω σε σαθρά θεμέλια. Εξαρτημένο από ξένες δυνάμεις (στις οποίες χρωστούσαμε εν πολλοίς την ύπαρξη του κράτους μας και εν μέρει την εθνική μας ταυτότητα), έχοντας υιοθετήσει όλες τις παθογένειες τις οθωμανικής διοίκησης (χωρίς να πάρει τίποτε από τα θετικά της), το κράτος μας πορεύτηκε κουτσά στραβά, ελπίζοντας στις ευτυχείς συγκυρίες, στις φωτεινές εξαιρέσεις και στον όποιο πατριωτισμό των πολιτών του. Οι πολιτικοί του συχνά αποδεικνύονταν είτε απλώς ανεπαρκείς είτε μεταπράττες αλλότριων συμφερόντων (και κάποιες φορές και τα δύο). Ακόμη και μετά την μεταπολίτευση τα μοιραία σφάλματα συσσωρεύονταν. Κοινωνική πολιτική με δανεικά, υπερδιόγκωση του δημόσιου τομέα και οργάνωσή του με τρόπο που ούτε τον πολίτη υπηρετούσε ούτε τα ίδια τα συμφέροντα του κράτους (οι υπεράριθμοι υπάλληλοι του Δημοσίου και των ΔΕΚΟ δεν αυτοδιορίζονταν: οι πολιτικοί μας αντιμετώπιζαν το Δημόσιο σαν πάρκινγκ ψηφοφόρων), διασπάθιση των κοινοτικών κονδυλίων και ενισχύσεων. Όμως, οι επιδοτήσεις που μας έδινε απλόχερα η ΕΕ δεν είχαν ως σκοπό ούτε να γεμίσουν τις τσέπες των εκάστοτε εκλεκτών του καθεστώτος ούτε να γίνουν χαρτζηλίκι των μικρομεσαίων ή των αγροτών για να ξοδευτούν σε τζιπούρες και πορνομπάρ. Σκοπούσαν, λ.χ. ως προς του αγρότες να τους ενισχύσουν στη μετάβαση σε καλλιέργεις που κρίνονταν βιώσιμες και σχετικά επικερδείς για το μέλλον ή, απλούστατα, σε άλλα επαγγέλματα. Κι ακόμη στη δημιουργία εκπαιδευτικών και επιχειρηματικών δομών που θα καθιστούσαν την κοινωνία και την οικονομία μας ανταγωνιστική. Καμία ελληνική κυνέρνηση δεν είπε την αλήθεια στους πολίτες ούτε τους οδήγησε σε επιλογές που θα μπορούσαν να αποδειχθούν επωφελείς.

Ειδικά η κυβέρνηση των ετών 2004-2009 κέρδισε με το σπαθί της τον τίτλο της χειρότερης από τη μεταπολίτευση και πέρα. Σαν έτοιμη από καιρό, υιοθέτησε όλες τις κακές συνήθειες της προκατόχου της και τις επιδείνωσε. Αποδείχθηκε ανίκανη ακόμη και να διεκπεραιώσει τις τρέχουσες υποθέσεις. Δανείστηκε ασύστολα τεράστια ποσά. Υπερδιόγκωσε το Δημόσιο, πολλαπλασιάζοντας τους υπαλλήλους του, τους δημόσιους οργανισμούς άνευ αντικειμένου, τα αμειβόμενα ΔΣ και επιτροπές. Κι όλα αυτά χωρίς να υπολογίσουμε την απίστευτη διαφθορά.

Η διάδοχός της γρήγορα διακρίθηκε στους ερασιτεχνισμούς και τις αδεξιότητες. Με «αθωώτητα» ανακάλυψε ξαφνικά τη μαύρη τρύπα των δημοσιονομικών κι έπειτα άρχιζε να διαλαλεί την αδυναμία και τον κίνδυνο χρεωκοπίας urbi et orbi. Με αυτόν τον τρόπο η Ελλάδα αυτοστοχοποιήθηκε, προσελκύοντας τα κάθε λογής αρπακτικά της κερδοσκοπίας. Έπειτα, κι ενώ ζητιάνευε βοήθεια, άρχισε να κάνει διπλωματικά παιχνίδια σχετικά με το ποιός θα ήταν ο καλύτερος σωτήρας κι επικαλέσθηκε το ευαγές ίδρυμα που λέγεται ΔΝΤ, αντί να πιέσει για μια 100% ευρωπαϊκή λύση. Πρέπει να προσέχεις τί εύχεσαι, γιατί μπορεί να σου συμβεί. Ελλείψει στιβαρών ηγετών στην Ευρώπη, το ΔΝΤ μπήκε στο παιχνίδι. Έπειτα το καλέσαμε να κοπιάσει. Άλλο, που δεν ήθελε. Κι, όμως, μπορούσαμε  να καθορίσουμε μόνοι μας σε κάποιο έστω βαθμό τους όρους τους προγράμματος «εξυγίανσης» της οικονομίας και της κοινωνίας μας, αντί να αφήσουμε την υπόθεση αυτή σε ανθρώπους που (λογικότατα) αδιαφορούν για την ευμάρεια και το βιοτικό επίπεδό μας. 

Μπορούν τα μέτρα να μας σώσουν; Τα μέτρα λιτότητας που συμφωνήθηκαν (επιβλήθηκαν;) έχουν συγκεκριμένο χαρακτήρα και μονοσήμαντη κατεύθυνση. Άγριες περικοπές μισθών και συντάξεων, απώλεια εργασιακών κεκτημένων, κατακρεούργηση ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Κι ακόμα, τσεκουράτη διπλή αύξηση του ΦΠΑ και των έμμεσων φόρων. Στο βάθος; Νέες περικοπές και μειώσεις, απώλεια και των τελευταίων εργασιακών και κοινωνικοασφαλιστικών δικαιωμάτων, νέοι φόροι και εισφορές, συρρίκνωση της δημόσιας εκπαίδευσης και του δημόσιου συστήματος υγείας, οριστικό τέλος του κοινωνικού κράτους, Καμία διαρθρωτική αλλαγή που θα χτυπήσει τις πάγιες παθογένειες του νεοελληνικού κράτους. Όπως διαπιστώνουμε, τα μέτρα έχουν σαφείς κερδισμένους, για τη διάσωση των οποίων λειτουργούν (οι ελληνικές τράπεζες, εν γένει η επιχειρηματική ελίτ της χώρας, οι δανειστές της κ.λπ.) και αδιαμφισβήτητα χαμένους (τους μισθωτούς και συνταξιούχους). Πώς είναι δυνατό να τύχουν λαϊκής αποδοχής; Επομένως, είναι ατελέσφορα αν ο στόχος είναι να οδηγηθεί η χώρα σε καλύτερη πορεία. Μου δημιουργείται η εντύπωση ότι για κάποιους η Ελλάδα είναι ένα πολύ ενδιαφέρον πειραματόζωο (ως ευρωπαϊκό κράτος και μέλος της ευρωζώνης είναι πολύ πιο ενδιαφέρον από την Αργεντινή του 2001) στο οποίο μπορούν να δοκιμαστούν οι πιο ακραίες νεοφιλελεύθερες πρακτικές (κι όποιος αντέξει). Το ΔΝΤ είναι από τη φύση του οργανισμός εμφορούμενος από τέτοιες ιδέες. Όσο για την ΕΕ, τόσο σε επίπεδο πολιτικών ηγεσιών όσο και σε θέσεις κλειδιά της γραφειοκρατίας έχουν πληθύνει επικίνδυνα αυτοί που ασπάζονται τις συμπαθείς αυτές αγγλοσαξωνικές ιδέες περί απολύτως ελεύθερης αγοράς, που μπορούν να μας γυρίσουν σε μαύρες σελίδες της ανθρώπινης ιστορίας. Ακόμα. λοιπόν, κι αν τα μέτρα «πετύχουν», αυτό που θα έχει συμβεί θα είναι μια χώρα με καλύτερους αριθμούς ως προς το δημοσιονομικό χρέος και ταυτόχρονα με ανεργία 30% και μεγάλο τμήμα του πληθυσμού της εξαθλιωμένο (ενώ όλο σχεδόν το υπόλοιπο θα έχει απωλέσει κάθε ελπίδα «βελτίωσης» του βιοτικού του επιπέδου). Μπορείτε, ακόμη, να φανταστείτε τί είδους κοινωνικές αναταραχές μπορεί να συνεπάγεται μια τέτοια κατάσταση. Και τώρα σκεφτείτε ότι  πληθαίνουν οι φωνές (βλ. την πρόσφατη αρθρογραφία του Πωλ Κρούγκμαν) που υποστηρίζουν ότι,  κατά πάσα πιθανότητα, ούτε αυτούς τους «νεοφιλελεύθερους» στόχους δεν πρόκειται να πετύχει το πρόγραμμα λιτότητας. Οπότε και αναδιαπραγμάτευση του χρέους θα χρειαστεί (πείτε την απλά στάση πληρωμών ή μάλλον χρεωκοπία) και έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη (οπότε τσιμπάτε με το καλημέρα μια γενναιότατη υποτίμηση που θα διαλύσει την αγοραστική δύναμη του κατοίκου της Ελλάδας). Οπότε; Μπορεί κάτι να μας σώσει;

Ποιοί αποκλείεται να μας σώσουν: Το καταλάβατε: μεταξύ άλλων, οι «μεγαλοδημοσιογράφοι» μας και η κατ’ όνομα «πνευματική» ηγεσία μας. Χρονίως πάσχοντες από ιδεοληπτικές αγκυλώσεις, επιφανειακοί, υπηρέτες συμφερόντων, όλοι διαγκωνίζονται να πλειοδοτήσουν στον ξεπεσμό της ελληνικής κοινωνίας. Πάνω απ’ όλα μ’ εντυπωσιάζει πόσες φωνές πρότειναν εσχάτως ως λύση τη… συνταγματική εκτροπή (την οποία ονομάζουν ευσχήμως αναστολή ισχύος συνταγματικών διατάξεων ή συγκρότηση «κυβέρνησης σοφών» στην οποία θα μετέχουν αιφνιδίως πλουτίσαντες μεγαλοεπιχειρηματίες και γραφικοί απόμαχοι της διπλωματίας και της πολιτικής ζωής). Ο Θεός να μας φυλάει από αυτό που απεργάζονται τα μυαλά τους!

Τί μπορεί να βοηθήσει; Ακόμη και τώρα που είναι πολύ αργά, είναι δυνατό να γίνουν κάποιες σωτήριες κινήσεις. 

– Λύση δεν είναι αφεαυτής η διόρθωση των οικονομικών μεγεθών, αλλά η ανάπτυξη που θα βοηθήσει και τις επιχειρήσεις και τους μισθωτούς.

– Έλεγχος της παραοικονομίας και της φοροδιαφυγής. Η παραοικονομία υπολογίζεται σε μεγέθη που κυμαίνονται μεταξύ του 30% και του 50% της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας. Αν ελεγχθεί έστω και το ένα τέταρτό της, το Δημόσιο θα έχει απίστευτο κέρδος και θα εισπράξει φόρους που δεν έχει ονειρευτεί.

– Κατανομή των βαρών κατά τρόπο δίκαιο και αναλογικό. Άρα, και οι επιχειρήσεις πρέπει να επωμισθούν κάποια φορολογικά βάρη και να μη μείνουν στο απυρόβλητο λόγω ιδεοληψιών περί απολύτως ελεύθερης αγοράς.

– Ορθολογική αναδιάρθρωση του υπερτροφικού δημόσιου τομέα, έτσι ώστε να εξυπηρετεί τον πολίτη και το κρατικό συμφέρον. Σταδιακή κατάργηση άχρηστων οργανισμών και διευθύνσεων (χρειαζόμαστε σε κάτι τις περιβόητες διευθύνσεις «ψυγεία», οι οποίες δεν έχουν ουσιαστικό αντικείμενο και υφίστανται μόνο και μόνο για να «εκτοπίζουν» οι κυβερνήσεις τους εκλεκτούς του αντιπάλου;). Πλήρης κατάργηση των αμειβόμενων επιτροπών του Δημοσίου. Κατάργηση μερικών εκατοντάδων διευθυντικών θέσεων που επανδρώνονται με πολιτικά κριτήρια και κομματικά στελέχη, ενώ η δουλειά θα μπορούσε να γίνει χωρίς επιβάρυνση με το δυναμικό του δημόσιου τομέα (και ξεχάστε τα παραμύθια για τους «μάγους μάνατζερ» που θα έρθουν από τον ιδιωτικό τομέα και θα «απογειώσουν το δημόσιο», γιατί α) η ευδόκιμη θητεία στον ιδιωτικό τομέα δεν εγγυάται και γνώση των ιδιαιτεροτήτων του δημοσίου και β) είδαμε τους μάγους στην πράξη και συνήθως επρόκειτο για κομματικά στελέχη και τίποτε περισσότερο).

– Εξορθολογισμός των δαπανών του Δημοσίου. Μόνο στον χώρο της δημόσιας υγείας, η ορθολογική και σύννομη διενέργεια των προμηθειών υλικού, μηχανημάτων και φαρμάκων θα εξοικονομούσε για το Δημόσιο ποσά που δεν θα τα κέρδισε ακόμη κι αν μείωνε τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων στο μισό (σχετικές οικονομικές μελέτες υπάρχουν, δεν μιλάμε για επιστημονική φαντασία, απλά δεν υπάρχει η βούληση να δυσαρεστήσουμε κάποιους).

– Κι επειδή μόνοι μας, ακόμη και με όλα τα παραπάνω μπορεί να μη τα καταφέρουμε, ας προσευχηθούμε και για μια αλλαγή κατεύθυνσης σε επίπεδο ΕΕ που θα απομακρύνει την Ευρώπη από το ψευδοϊδανικό της χαλαρής ένωσης-αγοράς χωρίς σύνορα, για να την οδηγήσει σε μια ουσιαστική ομοσπονδία που θα την διέπουν οι αρχές του κράτους δικαίου, αυτές που την κατέστησαν υπόδειγμα κοινωνικής και οικονομικής ευημερίας. Δύσκολο, αλλά πάντα μπορούμε να ελπίζουμε. Ας μη λησμονούν οι φίλοι Ευρωπαίοι συνάδελφοι, ότι δεν υπάρχει λόγος να επιχαίρονται με τη δίκαιη τιμωρία των τεμπέληδων και απατεώνων Ελλήνων. Μπορεί τα πειράματα που δοκιμάζονται στην ελληνική κοινωνία να χτυπήσουν σύντομα την πόρτα τους. Και τότε, θα κηδέψουμε όλοι μαζί το κοινωνικό κράτος ως μια εφήμερη κατάκτηση, μια παρένθεση σε μια ιστορία σκληρή κι αμείλικτη με τους ανθρώπους.

– Τέλος, όλοι οφείλουμε να κάνουμε και την αυτοκριτική μας και να αλλάξουμε τους εαυτούς μας, Να συνειδητοποιήσουμε ότι η καταβολή φόρων μπορεί να είναι και προς όφελος όλων μας. Να αποκτήσουμε κι εμείς συλλογική συνείδηση και να φροντίζουμε περισσότερο τα κοινά από τα σπίτια μας. Να ονειρευτούμε ότι η Ελλάδα μπορεί κι αυτή να αποκτήσει συλλογικές υποδομές και κοινωνικές παροχές όπως αυτές που βλέπουμε στην Ευρώπη και τις θαυμάζουμε σαν κάτι εξωγήινο που δεν μπορεί να υπάρξει στη χώρα μας ποτέ. Και να νοιαστούμε λίγο περισσότερο για τον συνάνθρωπο και συμπολίτη μας (μελό, έ… πόση σημασία όμως έχει).

Ορίστε, έγραψα κι εγώ τις κοινότοπες αράδες μου, ξεθύμανα και νιώθω πως έκανα και το καθήκον μου. Κι όμως… Γράφοντάς τες ένιωθα την καρδιά μου να ματώνει.

Υπόσχομαι λοιπόν να επιστρέψω σ’ αυτό που γνωρίζω κι αγαπώ. Να περιδιαβαίνω μοναχά τα ερείπια του Σελινούντα και τα ανάκτορα στις εξοχές του Παλέρμου. Να ατενίζω τον Ώξο στη σκιά ενός κορινθιακού κιονόκρανου. Να διηγούμαι ιστορίες ανθρώπων που έζησαν πριν χίλια ή και δυό χιλιάδες χρόνια. Κι, ίσως, με τις απλές, καθημερινές πράξεις να λέω σιωπηρά μια προσευχή για τη χώρα μου…                       

Ο τύραννος – μέρος Α΄: η Σικελία πριν την άνοδο του Διονυσίου στην εξουσία

Μαΐου 5, 2010

Μετά από διαδικτυακή απουσία (εν μέρει μόνο εκούσια) μεγαλύτερη του ενός μηνός, ας επιστρέψουμε στη γνώριμη γη της Σικελίας κι ας καταδυθούμε μέσα στον χρόνο σχεδόν δεκαπέντε αιώνες για να συναντήσουμε, για πρώτη φορά στο ιστολόγιο αυτό, τον ακμάζοντα ελληνισμό της Δύσης. Οι Σικελιώτες και Ιταλιώτες Έλληνες, πολίτες των πολυάριθμων αποικιών που ιδρύθηκαν, ως επί το πλείστον, κατά την αρχαϊκή περίοδο, έχουν απόλυτη συναίσθηση του ότι ανήκουν στο ελληνικό έθνος και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού κόσμου. Συμβουλεύονται τα μαντεία της μητροπολιτικής Ελλάδας και μετέχουν με ζήλο στους πανελλήνιους αγώνες όπου και διακρίνονται ιδιαίτερα (ειδικά οι αρματοδρομίες φαίνεται να αποτελούν το αγώνισμα στο οποίο επικρατούν κατά σύστημα οι Σικελοί: αρκεί να θυμηθούμε ότι ο περίφημος Ηνίοχος των Δελφών αποτελούσε τμήμα γλυπτού συμπλέγματος που αφιέρωσε στον ναό του Απόλλωνα ο τύραννος της Γέλας Πολύζαλος σε ανάμνηση της νίκης του στα Πύθια). Καλλιτέχνες, γιατροί, φιλόσοφοι, ποιητές και ρήτορες μετακινούνται από την Ελλάδα στη Σικελία ή στην Κάτω Ιταλία (ο Πυθαγόρας εγκαταλείπει τη Σάμο για να εγκατασταθεί στον Κρότωνα, ο Αισχύλος περνά τα τελευταία χρόνια της ζωής του στη Γέλα, όπου πεθαίνει το 456 π.Χ.), ενώ άλλοι διασχίζουν τη Μεσόγειο προς την αντίθετη κατεύθυνση. Όπως, όμως, επισημαίνει ο Γάλλος ιστορικός Πιέρ Καρλιέ ( “Le IVe siècle grec”, σειρά «Nouvelle Histoire de l’ Antiquité«, vol. 5, Coll. Points, εκδ. Seuil, Παρίσι 1995, σελ. 169) «παρά την πολιτιστική και θρησκευτική ενότητα αυτή, οι Έλληνες του Αιγαίου και οι Έλληνες της Δύσης ανήκουν σε διαφορετικές γεωστρατηγικές και πολιτικές ζώνες«. Βεβαίως, όπως συμβαίνει και στην Ανατολή, οι ελληνικές πόλεις της Δύσης πολεμούν πρωτίστως η μία εναντίον της άλλης (θαρρώ πως η πεμπτουσία της ανεξαρτησίας για μια ελληνική πόλη-κράτος συνίσταται στη δυνατότητα να στείλει τους άνδρες της να σφαχτούν με αυτούς της γειτονικής για ένα χέρσο αγρό στα σύνορα των δύο πόλεων). Οι εξωτερικοί εχθροί, όμως, διαφέρουν: αντί των Περσών, οι Έλληνες της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας έχουν ως αντιπάλους τους γειτονικούς ιθαγενείς λαούς (Σικελούς και Σικανούς, Λουκανούς, Σαμνίτες, Καμπανούς και Ετρούσκους) και φυσικά την άλλη μεγάλη αποικιακή και εμπορική δύναμη, την Καρχηδόνα. Έπειτα, οι ιδιαιτερότητες του ελληνισμού της Δύσης, δημιουργούν διαφορετικές εντυπώσεις στη συλλογική συνείδηση: για τους Έλληνες της μητρόπολης οι χώρες της Δύσης είναι μακρινές, πρόκειται για τόπους μυστηριώδεις που συνδέονται με τους αρχαίους μύθους (από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη ως τους Κύκλωπες), για περιοχές με αμύθητο πλούτο (γεωργικό, κτηνοτροφικό και εμπορικό) και παράξενες παραδόσεις (όπου θάβουν στους ναούς με τιμές ήρωα τα άλογα που νίκησαν στις αρματοδρομίες των πανελλήνιων αγώνων), στις οποίες κατοικούν τα, όπως και να το κάνουμε, κάπως διαφορετικά ξαδέρφια τους. Μη λησμονούμε ότι, κατά την παράδοση, οι πιο πολλοί από τους πρώτους αποίκους πήραν ντόπιες γυναίκες: άρα, οι απόγονοί τους ήταν, στα μάτια των συμπατριωτών τους της κυρίως Ελλάδας, κατά κάποιο τρόπο μιξοβάρβαροι. Τα ίδια στοιχεία θα πρέπει να διαμόρφωσαν μια ιδιαίτερη ταυτότητα για τους Έλληνες της Δύσης, οι οποίοι, κατ’ ανάγκη, θα είχαν συναίσθηση ότι βρίσκονταν στα όρια του ελληνισμού, σε άμεση επαφή με τους Βαρβάρους.

Άξιο τέκνο αυτής της γης όπου τα πάντα μοιάζουν μεγεθυμένα, ο ήρωάς μας δεν είναι ακριβώς συμπαθής, πλην όμως δεν στερείται μεγαλείου. Υπέρμετρα φιλόδοξος, μεγαλομανής, βίαιος, αδίστακτος και κυνικός, ο Διονύσιος των Συρακουσών αποτελεί από κάθε άποψη το αρχέτυπο του τυράννου σύμφωνα με τη σύγχρονη σημασία της λέξης. Ταυτόχρονα, όμως, ήταν και εξαιρετικός στρατιωτικός ηγέτης με μεγάλες ικανότητες και θάρρος, οξυδερκής πολιτικός και κοινωνικός αναμορφωτής, άνθρωπος ευρύτατης μόρφωσης και παιδείας και, όπως φαίνεται, ικανός δραματουργός. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να υπενθυμήσουμε πως η λέξη «τύραννος» είναι μια από αυτές που έχουν υποστεί δραματική σημασιολογική δείνωση: με την αρχική της σημασία δήλωνε ύπατο αξίωμα και αποτελούσε τίτλο τιμής, ακριβώς όπως κι οι λέξεις «βασιλεύς», «ηγεμών» και «στρατηγός». Ο Διονύσιος κατορθώνει να προσωποιεί και τις δύο διαμετρικά αντίθετες σημασίες της λέξης. Με τη δράση του σημάδεψε την Ιστορία της ελληνικής Δύσης. Ο μύθος του διάβηκε τους αιώνες, φτάνοντας μέχρι την εποχή μας.

Για τη ζωή και το έργο αυτής της αντιφατικής προσωπικότητας διαθέτουμε έναν πρώτης τάξεως οδηγό, τον Διόδωρο τον Σικελιώτη (βιβλία ΙΓ΄ επ.), δηλαδή έναν ιστορικό που όχι μόνο καταγόταν από τον ίδιο γεωγραφικό χώρο, αλλά και χρησιμοποίησε ως βασική πηγή του τον Φίλιστο, τον αριστοκράτη Συρακούσιο πολιτικό και ιστορικό που υπήρξε στενός φίλος του Διονυσίου. Και για να μη το ξεχάσω: ο Ιταλός ιστορικός, αρχαιολόγος και μυθιστοριογράφος Βαλέριο Μάσσιμο Μανφρέντι έχει γράψει ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα με ήρωα τον Διονύσιο τον Πρεσβύτερο (Il Tiranno, εκδ. Mondadori, 2003). Μολονότι οι περισσότεροι φίλοι της Ιστορίας είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικοί προς το είδος, πρέπει να δεχτούμε ότι πρόκειται για μια γλαφυρή εξιστόρηση της σταδιοδρομίας του Διονυσίου και της Ιστορίας της Σικελίας από έναν κατά τεκμήριο γνώστη της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου. Ακόμη και οι «λαθροχειρίες» του Μανφρέντι όσον αφορά τα ιστορικά γεγονότα είναι λελογισμένες και εξυπηρετούν την πλοκή του βιβλίου (ίσως στο τέλος της σειράς τις επισημάνουμε). Ας ξετυλίξουμε όμως την ιστορία μας.  

Ι.   Ο ελληνισμός της Σικελίας κατά τον 5ο αιώνα

Σικελικές ιδιαιτερότητες:  Οι κοινωνικές αναταραχές και συγκρούσεις δεν αποτελούν φυσικά ιδιαιτερότητα των πόλεων της Μεγάλης Ελλάδας και της Σικελίας. Σε σχέση, όμως, προς τα πράγματα των πόλεων της κυρίως Ελλάδας διαφέρουν τα χαρακτηριστικά των συγκρουόμενων ομάδων: στη Σικελία αντιπαρατίθενται συνήθως οι απόγονοι των αρχικών αποίκων, που αποτελούν την κατ’ εξοχήν αριστοκρατία κάθε πόλης, προς τους απόγονους αυτών που εγκαταστάθηκαν αργότερα στις αποικίες. Έπειτα, η βασική ιδιαιτερότητα της σικελικής Ιστορίας είναι η μεγάλη κινητικότητα από πόλη σε πόλη, τόσο πληθυσμών όσο και ηγετικών ομάδων, φαινόμενο αδιανόητο για τη μητρόπολη. Π.χ., οι Δεινομενίδες, η δυναστεία τυράνννων που κυβερνούσε αρχικά στη Γέλα, μεταφέρουν το κέντρο της εξουσίας τους στις Συρακούσες. Οι μετακινήσεις των ηγεμόνων, το γεγονός ότι αυτοί εξαπλώνουν την κυριαρχία τους σε περισσότερες πόλεις, καθώς και οι συνήθεις λόγοι που οδηγούν τους ανθρώπους στην εσωτερική μετανάστευση, έχουν ως αποτέλεσμα την εκούσια ή αναγκαστική μετακίνηση πληθυσμών. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτοί οι «μετανάστες» έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν πολιτικά δικαιώματα στην πόλη που εγκαθίστανται (και να καταστούν «νεοπολίτες»). Σ’ αυτούς πρέπει να προστεθούν και οι πολυάριθμοι μισθοφόροι τους οποίους προσλαμβάνουν οι τύραννοι των σικελικών πόλεων και οι οποίοι, μετά το τέλος της υπηρεσίας τους, ανταμείβονται με εκτάσεις γης και με το προνόμιο να εγκατασταθούν κι αυτοί ως πολίτες στην πόλη του εργοδότη τους.

Τις σικελικές ιδιαιτερότητες αυτές περιγράφει με ύφος περιφρονητικό ο Αλκιβιάδης (κατά Θουκυδίδη), στην προσπάθειά του να πείσει τους Αθηναίους συμπολίτες του για την αναγκαιότητα της Σικελικής Εκστρατείας. Το εγχείρημα θα είναι εύκολο να επιτύχει (και τα κέρδη πολύ μεγάλα), καθώς:

» καὶ τὸν ἐς τὴν Σικελίαν πλοῦν μὴ μεταγιγνώσκετε ὡς ἐπὶ μεγάλην δύναμιν ἐσόμενον. ὄχλοις τε γὰρ ξυμμείκτοις πολυανδροῦσιν αἱ πόλεις καὶ ῥᾳδίας ἔχουσι τῶν πολιτῶν τὰς μεταβολὰς καὶ ἐπιδοχάς. καὶ οὐδεὶς δι’ αὐτὸ ὡς περὶ οἰκείας πατρίδος οὔτε τὰ περὶ τὸ σῶμα ὅπλοις ἐξήρτυται οὔτε τὰ ἐν τῇ χώρᾳ νομίμοις κατασκευαῖς· ὅτι δὲ ἕκαστος ἢ ἐκ τοῦ λέγων πείθειν οἴεται ἢ στασιάζων ἀπὸ τοῦ κοινοῦ λαβὼν ἄλλην γῆν, μὴ κατορθώσας, οἰκήσειν, ταῦτα ἑτοιμάζεται» (Θουκυδίδης, Στ΄, 17, 2-3). 

Ο «χρυσός αιώνας» της Σικελίας των τυράννων: Υπό την καθοδήγηση δύο δυναστειών τυράννων (Εμμενίδες στον Ακράγαντα και Δεινομενίδες στη Γέλα και, στη συνέχεια, στις Συρακούσες), η Σικελία γνωρίζει μεγάλη ακμή σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο κατά την περίοδο 520-470 π.Χ. Ο Ακράγας των Εμμενιδών είναι η πλουσιότερη ελληνική πόλη (αντικαθιστώντας τη Μίλητο του 6ου αιώνα), ενώ οι Δεινομενίδες καθίστανται οι ισχυρότεροι ηγεμόνες στον ελληνικό κόσμο. Η ισχύς αυτή καταδεικνύεται και από τις περηφανείς νίκες που κατήγαγαν οι Σικελοί τύραννοι κατά των εξωτερικών εχθρών του ελληνισμού: το 480 π.Χ. (κατά την παράδοση, την ίδια μέρα με την ελληνική νίκη στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας) οι δυνάμεις του Δεινομενίδη Γέλωνα, τυράννου της Γέλας και των Συρακουσών, συνασπισμένες με αυτές του Θήρωνα, τυράννου του Ακράγαντα, συντρίβουν τους Καρχηδόνιους του Αμίλκα στην Ιμέρα (τελευταίο προπύργιο του ελληνισμού πριν την καρχηδονιακή «επικράτεια» της Σικελίας) και ανακόπτουν τον καρχηδονιακό επεκτατισμό για εβδομήντα χρόνια. Έξι χρόνια αργότερα, ο Δεινομενίδης Ιέρων διαλύει τον ετρουσκικό στόλο έξω από την Κύμη. Λίγο μετά, οι Δεινομενίδες φτάνουν στο απόγειο της ισχύος τους, αντικαθιστώντας τους Εμμενίδες και στον Ακράγαντα. Το τέλος τους, όμως, θα έρθει απίστευτα γρήγορα: ένα χρόνο μετά τον θάνατο του Ιέρωνα (467), η τυραννία καταλύεται. 

Η εποχή της κρίσης: Τα χρόνια μετά την κατάλυση της τυραννίας αποτελούν περίοδο κρίσης και αστάθειας για το σύνολο των πόλεων. Η απώλεια ισορροπίας αφορά τόσο το εσωτερικό της κάθε πόλης (έντονες κοινωνικές διαμάχες) όσο και τον συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των πόλεων. Ο συμμαχικός άξονας Συρακουσών-Γέλας-Ακράγαντα-Σελινούντα απειλεί την αυτονομία των υπολοίπων πόλεων-κρατών. Οι πόλεις της ανατολικής ακτής (Λεοντίνοι, Νάξος, Μέγαρα, Κατάνη, Μεσσήνη) προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τον επεκτατισμό των Συρακουσών, ενώ η Αίγεστα, στα βορειοδυτικά όρια της ελληνικής επικράτειας, απειλείται από τον συνασπισμό Σελινούντα και Ακράγαντα.   

Η «συμπλοκή» Δύσης και Ανατολής: Παρά τη σχετική γεωπολιτική της αυτοτέλεια, η ελληνική Σικελία θα παρασυρθεί στη δίνη του Πελοποννησιακού Πολέμου. Κατά τη φάση του Αρχιδάμειου Πολέμου, οι Αθηναίοι θα κάνουν ό,τι ήταν δυνατό προκειμένου να αποτρέψουν ενδεχόμενη συμμετοχή των Συρακουσίων στον πόλεμο, ως συμμάχων των Λακεδαιμονίων. Στο πλαίσιο αυτό θα ενισχύσουν με κάθε μέσο τους παραδοσιακούς εχθρούς των Συρακουσών (κυρίως τους Λεοντίνους, αλλά και τις άλλες πόλεις της ανατολικής ακτής του νησιού, οι οποίες βρίσκονται πιο εκτεθειμένες στον επεκτατισμό της γειτονικής υπερδύναμης: 427-424 π.Χ.). Το 415, με πρόσχημα την έκκληση για βοήθεια της Αίγεστας (που απειλείται από τον γειτονικό Σελινούντα, σύμμαχο των Συρακουσών), οι Αθηναίοι, παρασυρμένοι από τη μεγαλομανία του Αλκιβιάδη, επιχειρούν άμεση επέμβαση στο νησί, με στόχο την ολοκληρωτική κατάληψή του. Παρά τον υπέρ τους συσχετισμό δυνάμεων και τις προβλέψεις των, ουδέτερων και μη, παρατηρητών (ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Γύλιππος ξεκινά να βοηθήσει τους Συρακούσιους σχεδόν πεπεισμένος ότι θα φτάσει κατόπιν εορτής και θα αντικρύσει τους Αθηναίους να έχουν καταλάβει την πόλη), η Σικελική Εκστρατεία καταλήγει σε δραματικό φιάσκο για τους Αθηναίους. Βεβαίως, η αθηναϊκή αποτυχία εξηγείται ιδίως από δικά τους σφάλματα: οι εσωτερικές έριδες και αντιπαλότητες φθείρουν τους Αθηναίους πριν καν ξεκινήσουν την εκστρατεία, ενώ οι τραγικές ολιγωρίες και τα φρικτά σφάλματα της στρατιωτικής ηγεσίας τους (και ιδίως του Νικία) έχουν ως μοιραία κατάληξη τη συντριβή (413 π.Χ.). Το κύρος και η αυτοπεποίθηση των Συρακουσίων είναι σαφώς ενισχυμένο από τη μεγάλη και απροσδόκητη επικράτηση. Η δύναμη της πόλης, όμως, έχει σίγουρα πληγεί από την εξαντλητική πολιορκία και τις αιματηρές συγκρούσεις.

Μετά τον θρίαμβο της πόλης του, ο ικανότερος Συρακούσιος στρατηγός, ο Ερμοκράτης, αναχωρεί με τμήμα του στόλου για το Αιγαίο, προκειμένου να βοηθήσει τους συμμάχους Σπαρτιάτες να επικρατήσουν των Αθηναίων. Εν τη απουσία του, ισχυρότερος πολιτικός ηγέτης καθίσταται ο Διοκλής. Υπό την καθοδήγησή του, το πολίτευμα των Συρακουσίων απομακρύνεται από τον παραδοσιακά ολιγαρχικό χαρακτήρα του και «ολισθαίνει» προς τη δημοκρατία των μεγάλων εχθρών (λ.χ. ανάδειξη των αρχόντων με κλήρωση). Μεθοδικά, ο Διοκλής συγκεντρώνει την πολιτική και στρατιωτική εξουσία στην πόλη: κατηγορεί τον μεγάλο του αντίπαλο, τον Ερμοκράτη, ως αμετανόητο ολιγαρχικό που απεργάζεται την κατάλυση της νεοσύστατης δημοκρατίας. Ο Δήμος ψηφίζει να αφαιρεθεί από τον Ερμοκράτη η εξουσία του στρατηγού και τον καταδικάζει σε εξορία.

Γρήγορα, όμως, η αφύπνιση του απειλητικότερου εξωτερικού εχθρού θα αναγκάσει τους Σικελιώτες να εγκαταλείψουν προσωρινά τις εσωτερικές διαμάχες και να στρέψουν την προσοχή τους προς δυσμάς.

ΙΙ.   Οι Σικελιώτες αντιμέτωποι με τον καρχηδονιακό επεκτατισμό

Το τέλος μιας παρατεταμένης περιόδου νηνεμίας: Οι Καρχηδόνιοι είχαν εγκατασταθεί πολύ νωρίς στη Σικελία, θέτοντας υπό τον έλεγχό τους μια περιορισμένης σχετικά έκτασης, αλλά στρατηγικής σημασίας περιοχή, στην οποία ίδρυσαν πόλεις και εμπορικούς σταθμούς (Μοτύη, Λιλύβαιο και φυσικά την Πάνορμο, το μετέπειτα Παλέρμο). Μετά την ήτττα τους στην Ιμέρα, οι Καρχηδόνιοι δεν επιχείρησαν εκ νέου να επέμβουν στρατιωτικά στη Σικελία. Η ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ Καρχηδονίων και Ελλήνων αποδεικνυόταν, άλλωστε, επωφελής και για τις δύο πλευρές. Έλληνες έμποροι είχαν εγκατασταθεί σε μεγάλο αριθμό στις πόλεις και τους εμπορικούς σταθμούς των Καρχηδονίων, ενώ οι Καρχηδόνιοι έμποροι ήταν παρόντες σε όλες τις μεγάλες ελληνικές πόλεις της Σικελίας. Ξαφνικά, το 410 π.Χ., η κατάσταση μεταβάλλεται.

Ύστερα από τη συντριβή των συμμάχων και προστατών της Αθηναίων, η πόλη της Αίγεστας είχε υποχρεωθεί να ικανοποιήσει όλες τις διεκδικήσεις των γειτόνων της Σελινουντίων (413). Τρία χρόνια αργότερα, οι Σελινούντιοι προβάλλουν νέες διεκδικήσεις που ισοδυναμούν ουσιαστικά με πολιτικό και οικονομικό αφανισμό της Αίγεστας, η οποία μέσα στην απόγνωσή της στρέφεται προς τους Καρχηδόνιους, ζητώντας τη στρατιωτική βοήθειά τους. Εκείνοι, προς γενική κατάπληξη, απαντούν θετικά. Τί μεσολάβησε ώστε η Καρχηδόνα να αλλάξει την πολιτική μη επέμβασης στα ελληνικά ζητήματα, την οποία ακολουθούσε πιστά για εβδομήντα περίπου χρόνια; Όπως εξηγεί ο Πιέρ Καρλιέ (όπ.π., σελ. 172-173): «Πιθανότατα, η μεγάλη αθηναϊκή εκστρατεία του 415 προκάλεσε σοβαρές ανησυχίες στην Καρχηδόνα. Οι Καρχηδόνιοι μπορεί να φοβήθηκαν ότι οι Αθηναίοι, εφόσον καταστούν κύριοι της Σικελίας, θα συνεχίσουν την επέκτασή τους προς την Αφρική«. Αυτό μας λέει κι ο Θουκυδίδης, εμφανίζοντας τον Αλκιβιάδη να δηλώνει προς τους Σπαρτιάτες ότι:

«ἐπλεύσαμεν ἐς Σικελίαν πρῶτον μέν, εἰ δυναίμεθα, Σικελιώτας καταστρεψόμενοι, μετὰ δ’ ἐκείνους αὖθις καὶ Ἰταλιώτας, ἔπειτα καὶ τῆς Καρχηδονίων ἀρχῆς καὶ αὐτῶν ἀποπειράσοντες. εἰ δὲ προχωρήσειε ταῦτα ἢ πάντα ἢ καὶ τὰ πλείω, ἤδη τῇ Πελοποννήσῳ ἐμέλλομεν ἐπιχειρήσειν, κομίσαντες ξύμπασαν μὲν τὴν ἐκεῖθεν προσγενομένην δύναμιν τῶν Ἑλλήνων, πολλοὺς δὲ βαρβάρους μισθωσάμενοι καὶ Ἴβηρας καὶ ἄλλους τῶν ἐκεῖ ὁμολογουμένως νῦν βαρβάρων μαχιμωτάτους, τριήρεις τε πρὸς ταῖς ἡμετέραις πολλὰς ναυπηγησάμενοι, ἐχούσης τῆς Ἰταλίας ξύλα ἄφθονα, αἷς τὴν Πελοπόννησον πέριξ πολιορκοῦντες καὶ τῷ πεζῷ ἅμα ἐκ γῆς ἐφορμαῖς τῶν πόλεων τὰς μὲν βίᾳ λαβόντες, τὰς δ’ ἐντειχισάμενοι, ῥᾳδίως ἠλπίζομεν καταπολεμήσειν καὶ μετὰ ταῦτα καὶ τοῦ ξύμπαντος Ἑλληνικοῦ ἄρξειν» (Θουκυδίδης, Στ΄, 90, 2-4).  

Άρα, η καρχηδονιακή παρέμβαση μπορεί να ερμηνευθεί ως προληπτική κίνηση που θα εδραιώσει τις θέσεις της φοινικικής δύναμης, προστατεύοντας τις κτήσεις της από οποιονδήποτε ελληνικό ιμπεριαλισμό. Η στιγμή είναι η πλέον κατάλληλη: αφενός, οι ελληνικές πόλεις που είναι αντίπαλες των Συρακουσίων δεν έχουν πλέον άλλο σύμμαχο, αφετέρου, οι ίδιες οι Συρακούσες έχουν αποδυναμωθεί από την πολιορκία και τις εσωτερικές διαμάχες. Τέλος, είναι προφανές ότι στην ίδια την Καρχηδόνα η αλλαγή στάσης εξηγείται και από την άνοδο στην εξουσία ομάδων που υποστηρίζουν μια πιο επεκτατική και δυναμική πολιτική. Δεν είναι τυχαίο ότι επικεφαλής των καρχηδονιακών δυνάμεων ορίζεται ο Μαγονίδης Αννίβας, γιος του Γίσκωνος και εγγονός του Αμίλκα, δηλαδή του ηττημένου της μάχης της Ιμέρας (βλ. Καρλιέ όπ.π.).

Η εισβολή του Αννίβα στη Σικελία: Αφού το 410 οι Καρχηδόνιοι συνέδραμαν την Αίγεστα στέλνοντας ένα μισθοφορικό σώμα, την άνοιξη του 409 αποβιβάζεται στη βορειοδυτική Σικελία ο Αννίβας, επικεφαλής μεγάλου εκστρατευτικού σώματος (ο Διόδωρος, ΙΓ΄, 54, 5, αναφέρει ότι, σύμφωνα με τον Έφορο τον Κυμαίο, το στράτευμα περιελάμβανε 200.000 πεζικάριους και 4.000 ιππείς), το οποίο απαρτίζουν κυρίως Ίβηρες και Αφρικανοί. Οι Καρχηδόνιοι μεταφέρουν και μεγάλο αριθμό πολιορκητικών μηχανών. Ο Αννίβας κινείται χωρίς καθυστέρηση κατά του Σελινούντα, του οποίου οι κάτοικοι δεν είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τέτοια πολιορκία. Έντρομοι οι Σελινούντιοι, στέλνουν αγγελιαφόρους στις άλλες σικελικές πόλεις και ζητούν ενισχύσεις. Η Γέλα και ο Ακράγας περιμένουν την αντίδραση των Συρακουσίων. Οι Συρακούσιοι χρονοτριβούν, γιατί φοβούνται μήπως οι Καρχηδόνιοι επιχειρήσουν  αιφνιδιαστικά επίθεση στην πόλη τους.

«Οἱ δὲ Σελινούντιοι τῶν ἱππέων τοὺς κρατίστους ἐπιλέξαντες διὰ νυκτὸς εὐθέως ἀπέστειλαν τοὺς μὲν εἰς ᾿Ακράγαντα, τοὺς δ’ εἰς Γέλαν καὶ Συρακούσας, δεόμενοι τὴν ταχίστην βοηθεῖν, ὡς οὐ δυναμένης πλείω χρόνον τῆς πόλεως ὑποστῆναι τῶν πολεμίων τὴν δύναμιν. Οἱ μὲν οὖν ᾿Ακραγαντῖνοι καὶ Γελῷοι περιέμενον τοὺς Συρακοσίους, βουλόμενοι τὴν δύναμιν ἀθρόαν ἄγειν ἐπὶ τοὺς Καρχηδονίους· οἱ δὲ Συρακόσιοι πυθόμενοι τὰ περὶ τὴν πολιορκίαν, πρὸς μὲν Χαλκιδεῖς πόλεμον ἔχοντες διελύσαντο, τὰς δ’ ἀπὸ τῆς χώρας δυνάμεις ἀθροίζοντες, μεγάλην ποιούμενοι παρασκευὴν ἐχρόνιζον, νομίζοντες ἐκπολιορκηθήσεσθαι τὴν πόλιν, ἀλλ’ οὐκ ἀναρπασθήσεσθαι» (Διόδωρος, ΙΓ΄, 56, 1-2).  

Όταν τελικά οι Συρακούσιοι αποφασίζουν να βοηθήσουν τον Σελινούντα είναι πια αργά. Ύστερα από εννέα ημέρες αντίστασης η πόλη πέφτει στα χέρια των Καρχηδονίων: έξι χιλιάδες Σελινούντιοι κατεσφάγησαν και πέντε χιλιάδες υποδουλώθηκαν, ενώ η πόλη καταστράφηκε εκ θεμελίων. Το μόνο που κατάφερε το εκστρατευτικό σώμα των Συρακουσίων ήταν να συνοδέψει μέχρι τον Ακράγαντα τους λίγους Σελινούντιους πρόσφυγες που κατάφεραν να ξεφύγουν. Ο Αννίβας, αφού αρνήθηκε υπεροπτικά την πρόταση των Συρακουσίων να εξαγοράσουν την ελευθερία των αιχμαλώτων, κινήθηκε κατά της Ιμέρας, της πόλης που συμβόλιζε τη νίκη των Ελλήνων κατά των καρχηδονιακών δυνάμεων που διοικούσε ο παππούς του Αννίβα, ο Αμίλκας. Οι κάτοικοι της πόλης αντιστέκονται ηρωϊκά στην καρχηδονιακή πολιορκία. Αυτή τη φορά, οι Συρακούσες αντιδρούν πιο γρήγορα και στέλνουν στρατό και στόλο, αναθέτοντας τη διοίκηση στον Διοκλή. Οι Ιμεραίοι και οι λοιποί Σικελιώτες φαίνεται να αποκρούουν την καρχηδονιακή επίθεση. Ωστόσο, ο Διοκλής, στον οποίο έχει ανατεθεί η αρχιστρατηγία των ελληνικών δυνάμεων, μπορεί να είναι επιδέξιος πολιτικός, αλλά ως στρατηγός στερείται εξίσου θάρρους και οξυδέρκειας. Φοβούμενος παθολογικά μια αιφνιδιαστική καρχηδονιακή επίθεση στις Συρακούσες, αποφασίζει την εκκένωση της πολιορκούμενης Ιμέρας.

«Διόπερ Διοκλῆς ὁ τῶν ἐν ῾Ιμέρᾳ στρατηγὸς συνεβούλευσε τοῖς ναυάρχοις τὴν ταχίστην ἐκπλεῖν εἰς Συρακούσας, ἵνα μὴ συμβῇ κατὰ κράτος ἁλῶναι τὴν πόλιν, ἀπόντων ἐν τῇ μάχῃ τῶν κρατίστων ἀνδρῶν» (Διόδωρος, ΙΓ΄, 61, 3).

Οι ελληνικές δυνάμεις και οι κάτοικοι της πόλης εγκαταλείπουν την Ιμέρα, χωρίς καν να θάψουν τους πεσόντες στις μάχες. Οι Καρχηδόνιοι επιτίθενται και καταλαμβάνουν την πόλη πριν ολοκληρωθεί η εκκένωσή της από τον άμαχο πληθυσμό. Ο Αννίβας αιχμαλωτίζει τρεις χιλιάδες Έλληνες, τους οποίους βασανίζει και εκτελεί ακριβώς στο σημείο που έχασε τη ζωή του ο πρόγονός του.

«τῶν δἀνδρῶν τοὺς ἁλόντας εἰς τρισχιλίους ὄντας παρήγαγεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἐν πρότερον ᾿Αμίλκας πάππος αὐτοῦ ὑπὸ Γέλωνος ἀνῃρέθη, καὶ πάντας αἰκισάμενος κατέσφαξεν» (Διόδωρος, ΙΓ΄, 62, 4).  

Αφού κατέλαβε και κατέστρεψε και την Ιμέρα, έχοντας ξεπλύνει την ντροπή του 480, ο Αννίβας επιστρέφει στην Καρχηδόνα, όπου τον περιμένει θριαμβευτική υποδοχή. Το τέλος των εχθροπραξιών είναι προσωρινό. Οι Καρχηδόνιοι έχουν αποδείξει στους Έλληνες ποιός είναι το αφεντικό στη Σικελία. Δεν πρόκειται να αρκεστούν όμως σ’ αυτό, έχοντας διαπιστώσει ότι η κατάκτηση και του υπόλοιπου νησιού είναι εφικτή.   

Ο Ερμοκράτης αυτόκλητος ηγέτης της πανελλήνιας αντικαρχηδονιακής εκστρατείας: Η φριχτή αποτυχία του Διοκλή και του καθεστώτος του να βοηθήσει ουσιαστικά τις ελληνικές πόλεις της Σικελίας προκάλεσε τη δυσαρέσκεια του λαού στις Συρακούσες. Ο εξόριστος Ερμοκράτης, με νωπές ακόμα τις δάφνες της νίκης στον μεγάλο πατριωτικό αγώνα κατά των Αθηναίων, έκρινε ότι είχε φτάσει η ώρα να κερδίσει και πάλι την εύνοια των συμπολιτών του και την εξουσία στην πόλη του, εμφανιζόμενος (κατά πάσα πιθανότητα με ειλικρίνεια) ως ηγέτης ενός πανελλήνιου αγώνα κατά των Καρχηδονίων. Ο στρατηγός παρουσιάζεται μπροστά στα τείχη της πόλης του, έχοντας στρατολογήσει ένα σώμα 2.000 μισθοφόρων, αλλά οι φίλοι του δεν κατορθώνουν να αρθεί η εναντίον του ποινή της εξορίας. Ο Ερμοκράτης αποφασίζει τότε να αναλάβει μόνος του τον αγώνα κατά της Καρχηδόνας. Με τους φίλους και οπαδούς του, καθώς και με το μισθοφορικό του στράτευμα, ξεκινά για τη δυτική Σικελία. Ξαναχτίζει τα τείχη και τις οχυρώσεις του Σελινούντα, πολιορκεί τις καρχηδονιακές πόλεις της Μοτύης και της Πανόρμου κι έπειτα κατευθύνεται προς την ερειπωμένη Ιμέρα, όπου συλλέγει τα οστά των Συρακουσίων πεσόντων που είχε αφήσει άταφους ο Διοκλής και τα στέλνει στην πατρίδα. Η πράξη του Ερμοκράτη έχει ως αποτέλεσμα ο Δήμος των Συρακουσίων να εξορίσει τον υπεύθυνο της ντροπιαστικής ήττας, τον Διοκλή. Εντούτοις, ούτε και τώρα θα αρθεί η ποινή της εξορίας, γιατί οι Συρακούσιοι υποψιάζονται ότι σκοπός του Ερμοκράτη είναι να καταλύσει τη δημοκρατία και να τους κυβερνήσει ως τύραννος.

«Τῶν οὖν ὀστῶν παρακομισθέντων ἐνέπεσεν εἰς τὰ πλήθη στάσις, τοῦ μὲν Διοκλέους κωλύοντος θάπτειν, τῶν δὲ πολλῶν συγκατατιθεμένων. Τέλος δοἱ Συρακόσιοι ἔθαψάν τε τὰ λείψανα τῶν τετελευτηκότων καὶ πανδημεὶ τὴν ἐκφορὰν ἐτίμησαν. Καὶ μὲν Διοκλῆς ἐφυγαδεύθη, τὸν δ‘ ῾Ερμοκράτην οὐδὣς προσεδέξαντο· ὑπώπτευον γὰρ τὴν τἀνδρὸς τόλμαν, μήποτε τυχὼν ἡγεμονίας ἀναδείξῃ ἑαυτὸν τύραννον» (Διόδωρος, ΙΓ΄, 75, 5). 

Ακόμα κι αν δεν είχε σκοπό να καταλύσει το δημοκρατικό πολίτευμα, η στάση των συμπολιτών του δεν αφήνει άλλη επιλογή στον Ερμοκράτη, παρά να επιχειρήσει να καταλάβει την εξουσία με τη βία. Με τους φίλους και τους μισθοφόρους του καταφέρνει να μπει νύχτα στην πόλη για την καταλάβει πραξικοπηματικά. Οι Συρακούσιοι φαίνεται ότι ήταν ενήμεροι για το εγχείρημα του πρώην στρατηγού τους. Στη μάχη που ακολουθεί, ο Ερμοκράτης και οι οπαδοί του θανατώνονται ή αιχμαλωτίζονται και εκτελούνται στη συνέχεια. Μόνο ένας από τους φίλους του στρατηγού κατορθώνει να διαφύγει από τις Συρακούσες. Το όνομά του είναι Διονύσιος…

«οἱ δὲ Συρακόσιοι τὸ γεγενημένον ἀκούσαντες σὺν τοῖς ὅπλοις ἦλθον εἰς τὴν ἀγοράν, καθἣν μετὰ πολλοῦ πλήθους ἐπιφανέντες τόν τεΕρμοκράτην καὶ τῶν συμπραττόντων αὐτῷ τοὺς πλείστους ἀπέκτειναν. Τοὺς δὲ ἀπὸ τῆς μάχης διασωθέντας μεθιστάντες εἰς κρίσιν φυγῇ κατεδίκαζον· διόπερ τινὲς αὐτῶν πολλοῖς περιπεσόντες τραύμασιν ὡς τετελευτηκότες ὑπὸ τῶν συγγενῶν παρεδόθησαν, ὅπως μὴ τῇ τοῦ πλήθους ὀργῇ παραδοθῶσιν, ὧν ἦν καὶ Διονύσιος μετὰ ταῦτα τῶν Συρακοσίων τυραννήσας» (Διόδωρος, ΙΓ΄, 75, 8-9).  


Αρέσει σε %d bloggers: