Ο τύραννος – μέρος Γ΄: εδραίωση και επέκταση

    

Στο προηγούμενο επεισόδιο είδαμε πώς ο Διονύσιος, μετά την άδοξη ήττα στη μάχη της Γέλας, κατόρθωσε να αντιμετωπίσει με επιτυχία τη στάση των Συρακούσιων ιππέων και την καρχηδονιακή απειλή, δύο κινδύνους που θα μπορούσαν κάλλιστα να τερματίσουν πολύ γρήγορα τη σταδιοδρομία του ως ηγεμόνα των Συρακουσών. Οι επόμενες κινήσεις του Διονυσίου, μεθοδικές και σταθερές, θα γίνουν με βάση αυτούς τους δύο άξονες πολιτικής: εδραίωση και θωράκιση της εξουσίας του στην πόλη (προστασία από τον εσωτερικό εχθρό) και επέκταση της ηγεμονίας του στις υπόλοιπες πόλεις, με τρόπο που να καταδεικνύει ότι ο βασικός σκοπός του τυράννου είναι η απόκρουση του καρχηδονιακού ιμπεριαλισμού (αντιμετώπιση του εξωτερικού εχθρού). Και στις δύο προσπάθειές του ο Διονύσιος θα συναντήσει σοβαρά εμπόδια. Και στις δύο περιπτώσεις θα κατορθώσει τελικά να επιβάλει την εξουσία του, έστω και με απώλειες ή μετά από πρόσκαιρες ή σχετικές αποτυχίες.         

Ι. Ο Διονύσιος θωρακίζει την εξουσία του στις Συρακούσες και προετοιμάζει τις επεκτατικές κινήσεις του       

Η οχύρωση της Ορτυγίας και οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις: Επιδιώκοντας να προστατευθεί από τον εσωτερικό εχθρό (δηλαδή τους συμπολίτες του, δημοκρατικούς ή ολιγαρχικούς, που θα τολμούσαν να αμφισβητήσουν με οποιονδήποτε τρόπο την εξουσία του ως τυράννου), ο Διονύσιος αποφασίζει να εγκατασταθεί στο νησί της Ορτυγίας (που ανέκαθεν αποτελούσε την καρδιά της πόλης), να χτίσει εκεί το ανάκτορό του και να την οχυρώσει με τείχη, καθιστώντας την απόρθητο φρούριο. Στην Ορτυγία επιτρεπόταν να διαμένουν μόνο οι φίλοι και οι μισθοφόροι-σωματοφύλακες του τυράννου. Ταυτόχρονα, ο Διονύσιος θα προχωρήσει στην υλοποίηση ενός προγράμματος κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, χρησιμοποιώντας κυρίως το χρήμα που προερχόταν από τη δήμευση των περιουσιών των πολιτικών αντιπάλων του. Διανέμει εκτάσεις γης και παραχωρεί πολιτικά δικαιώματα σε πολυάριθμους «νεοπολίτες» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 7), δηλαδή είτε σε μισθοφόρους του είτε σε Συρακούσιους προερχόμενους από τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα (ανάμεσά τους και σε πολλούς άκληρους αγρότες των οποίων το νομικό καθεστώς ήταν παρεμφερές αυτού των ειλώτων της Σπάρτης). Με τις αλλαγές αυτές, ο Διονύσιος εξασφαλίζει την αφοσίωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού: οι ευεργετηθέντες γνωρίζουν καλά το επισφαλές της κατάστασής τους. Οφείλουν τα πάντα στον Διονύσιο: σε περίπτωση καθεστωτικής μεταβολής θα χάσουν με βεβαιότητα τα πολιτικά δικαιώματα και προνόμιά τους (Pierre Carlier “Le IVe siècle grec”, σειρά “Nouvelle Histoire de l’ Antiquité”, vol. 5, Coll. Points, εκδ. Seuil, Παρίσι 1995, σελ. 178).

Η εξέγερση των Συρακουσίων: Αισθανόμενος πλέον ασφαλής, ο τύραννος επιχειρεί το 404-403 π.Χ. να επιβάλλει την ηγεμονία του στις πόλεις των ιθαγενών Σικελών που βρίσκονται στο ανατολικό τμήμα του νησιού, βόρεια των Συρακουσών. Οι υπολογισμοί του αποδεικνύονται εσφαλμένοι, Ενώ πολιορκεί την πόλη των Ερβησίνων, πληροφορείται ότι οι Συρακούσιοι έχουν εξεγερθεί και μάλιστα έχουν έρθει σε συνεννόηση με τους αριστοκράτες ιππείς που έχουν καταφύγει στο φρούριο της Αίτνας προκειμένου να καταλύσουν την τυραννίδα. Ο Διονύσιος επιστρέφει εσπευσμένα στην Ορτυγία. Ακολουθεί ένα πολιτικό συμβούλιο σε εξαιρετικά τεταμένη ατμόσφαιρα, το οποίο μας περιγράφει ο Διόδωρος. Ακόμη και σ’ αυτήν την τόσο κρίσιμη στιγμή, όταν όλα δείχνουν ότι έχει φτάσει το τέλος, ο Διονύσιος αντιδρά τελικά ψύχραιμα και αποφασιστικά. Προφασίζεται ότι θέλει να διαπραγματευτεί με τους στασιαστές για να εξασφαλίσει δήθεν την ασφαλή αποχώρησή του από τις Συρακούσες, ενώ στέλνει τον Φίλιστο να στρατολογήσει μισθοφόρους στην Καμπανία.

«Διονύσιος δὲ τῆς εἰς τὴν χώραν ἐξόδου διακεκλεισμένος καὶ ὑπὸ τῶν μισθοφόρων ἐγκαταλειπόμενος, συνήγαγε τοὺς φίλους βουλευσόμενος περὶ τῶν ἐνεστώτων· οὕτω γὰρ τελέως ἀπήλπιστο τὰ τῆς δυναστείας, ὥστε οὐ ζητεῖν αὐτόν, πῶς καταπολεμήσῃ τοὺς Συρακοσίους, ἀλλὰ ποῖον ὑπομείνας θάνατον μὴ παντελῶς ἄδοξον ποιήσῃ τὴν κατάλυσιν τῆς ἀρχῆς. Ἕλωρις μὲν οὖν, εἷς τῶν φίλων, ὡς δ´ ἔνιοί φασιν, ποιητὸς πατήρ, εἶπεν αὐτῷ, διότι καλὸν ἐντάφιόν ἐστιν τυραννίς· Πολύξενος δὲ κηδεστὴς ἀπεφήνατο δεῖν λαβόντα τὸν ὀξύτατον ἵππον εἰς τὴν τῶν Καρχηδονίων ἐπικράτειαν ἀφιππεῦσαι πρὸς τοὺς Καμπανούς· τούτους γὰρ Ἰμίλκων ἀπελελοίπει φυλακῆς ἕνεκα τῶν κατὰ Σικελίαν τόπων· Φίλιστος δ´ μετὰ ταῦτα τὰς ἱστορίας συνταξάμενος, ἀντειπὼν τῷ Πολυξένῳ, προσήκειν ἔφησεν {δεῖν} οὐκ ἐφ´ ἵππου θέοντος ἐκπηδᾶν ἐκ τῆς τυραννίδος, ἀλλὰ τοῦ σκέλους ἑλκόμενον ἐκπίπτειν. προσσχὼν Διονύσιος ἔκρινε πᾶν ὑπομεῖναι πρότερον τὴν δυναστείαν ἐκλιπεῖν ἑκουσίως. διόπερ ἀποστείλας πρέσβεις πρὸς τοὺς ἀφεστηκότας, τούτους μὲν παρεκάλει δοῦναι τὴν ἐξουσίαν αὐτῷ μετὰ τῶν ἰδίων ἀπελθεῖν ἐκ τῆς πόλεως, πρὸς δὲ τοὺς Καμπανοὺς λάθρᾳ διαπεμψάμενος ὡμολόγησεν αὐτοῖς δώσειν χρήματα ὅσα ἂν αἰτήσωσιν εἰς τὴν πολιορκίαν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 8).

Με τη βοήθεια του μισθοφορικού σώματος, ο Διονύσιος συντρίβει τους εξεγερμένους και αποκαθιστά την εξουσία του στην πόλη. Αυτή τη φορά θα φροντίσει να μην επιδείξει την ίδια σκληρότητα και να περιορίσει τα αντίποινα στο ελάχιστο αναγκαίο. Η σχετική επιείκεια του τυράννου θα βοηθήσει στην εγκαθίδρυση ενός κλίματος ισορροπίας και αποδοχής της εξουσίας του. Οι Συρακούσιοι έχουν καταλάβει ποιός είναι ο ηγεμόνας του και ότι η εκθρόνισή του είναι σχεδόν αδύνατη. Άλλωστε, ο Διονύσιος έχει κατορθώσει στο μεταξύ να συνάψει συμμαχία με την ελληνική υπερδύναμη της εποχής. Η Σπάρτη όχι μόνο αναγνώρισε την εξουσία του, αλλά και υποσχέθηκε να του παράσχει κάθε διευκόλυνση όσον αφορά τη στρατολόγηση μισθοφορικών δυνάμεων. 

Ο Διονύσιος επιβάλλει την ηγεμονία των Συρακουσών στην ανατολική Σικελία: Η όποια κίνηση κατά του εξωτερικού εχθρού προϋποθέτει την αποκατάσταση της ηγεμονίας των Συρακουσών στην ανατολική Σικελία. Ο Διονύσιος στρέφεται πρώτα κατά των πόλεων που ήταν αποικίες των Χαλκιδέων (Διόδωρος, ΙΔ΄, 14 επ.). Εκμεταλλευόμενος την προδοσία, εκπορθεί τη Νάξο και την Κατάνη, τις οποίες ισοπεδώνει και εξανδραποδίζει τους κατοίκους τους. Έπειτα εγκαθιστά Καμπανούς μισθοφόρους στα εδάφη της Κατάνης και Σικελούς στη Νάξο. Μετά από αυτά, οι Λεοντίνοι υποτάσσονται στην εξουσία του. Ο τύραννος εκτοπίζει τους κατοίκους τους στις Συρακούσες, απονέμοντάς τους όμως πολιτικά δικαιώματα. Στη συνέχεια στρέφεται κατά των δύο πόλεων των στενών, τη Μεσσήνη και το Ρήγιο. Οι δύο πόλεις ήταν παραδοσιακά εχθρικές απέναντί του, καθώς τις ανησυχούσαν οι επεκτατικές βλέψεις του Συρακούσιου ηγεμόνα. Το 403 είχαν βοηθήσει τους Συρακούσιους στασιαστές, ενώ στη συνέχεια σύναψαν στρατιωτική συμμαχία για να αντιμετωπίσουν τον Διονύσιο (399). Εντούτοις, η αντίσταση της Μεσσήνης εξουδετερώνεται εύκολα με διπλωματικά μέσα: λέγεται ότι ο Διονύσιος δωροδόκησε πολλούς επιφανείς πολίτες της Μεσσήνης προκειμένου αυτοί να υποστηρίξουν τη συμμαχία με τον τύραννο των Συρακουσίων ως τη μόνη ρεαλιστική πολιτική. Το Ρήγιο απομονώνεται. Ο Διονύσιος είναι βέβαιος ότι θα κάμψει και αυτήν την αντίσταση, χρησιμοποιώντας ένα άλλο διπλωματικό μέσο, τον γάμο.

Οι διπλοί γάμοι του Διονυσίου: Μετά τη φριχτή δολοφονία της Αρετής, ο Διονύσιος είναι χήρος. Ωστόσο, έχει έρθει το πλήρωμα του χρόνου για ένα νέο γάμο: η ίδρυση μιας δυναστείας επιβάλλει την απόκτηση απογόνων. Τί το καλύτερο, όμως, από ένα γάμο που θα συνδυάζει και πολιτικά οφέλη; Ο Διονύσιος προτείνει στους πολίτες του εχθρικού Ρήγιου να του δώσουν ως σύζυγο μια από τις κόρες των αριστοκρατών τους. Οι Ρηγίνοι είναι ξεροκέφαλοι: η Εκκλησία του Δήμου θα απορρίψει την πρόταση. Ή μάλλον, για να είμαστε ακριβείς, θα απαντήσει στον Συρακούσιο ότι μπορεί να του δώσει ως νύφη την κόρη του δημίου της πόλης. Ο τύραννος μπορεί να έχει εξοργιστεί από την προσβολή, αλλά έχει έτοιμη και την εκδίκησή του. Απευθύνει το ίδιο αίτημα στην πόλη των Επιζεφύριων Λοκρών, παραδοσιακών εχθρών των γειτόνων τους του Ρηγίου. Οι Λοκροί θα αποδεχθούν ασμένως την πρόταση του τυράννου και θα του δώσουν ως νύφη τη Δωρίδα, κόρη ενός από τους επιφανέστερους αριστοκράτες της πόλης. Ανάμεσα στις σύμμαχες πλέον πόλεις του Διονυσίου, Μεσσήνη και Λοκρούς, το Ρήγιο μένει εντελώς απομονωμένο γεωγραφικά και πολιτικά.

«πρὸς δὲ Ῥηγίνους ἀπέστειλε πρεσβευτάς, παρακαλῶν ἐπιγαμίαν ποιήσασθαι καὶ δοῦναι τῶν πολιτικῶν παρθένων αὐτῷ μίαν συμβιώσασθαι· ἐπηγγέλλετο δ´ αὐτοῖς πολλὴν τῆς συνοριζούσης χώρας κατακτήσεσθαι, τὴν πόλιν δ´ αὐξήσειν ἐφ´ ὅσον ἂν αὐτὸς ἰσχύῃ. τῆς γὰρ γυναικὸς αὐτοῦ, θυγατρὸς δ´ Ἑρμοκράτους, κατὰ τὴν ἀπόστασιν τῶν ἱππέων ἀνῃρημένης, ἔσπευδε τεκνοποιήσασθαι, διαλαμβάνων τῇ τῶν γεννηθέντων εὐνοίᾳ βεβαιότατα τηρήσειν τὴν δυναστείαν. οὐ μὴν ἀλλ´ ἐν τῷ Ῥηγίῳ συναχθείσης περὶ τούτων ἐκκλησίας, καὶ πολλῶν ῥηθέντων λόγων, ἔδοξε τοῖς Ῥηγίνοις μὴ δέξασθαι τὴν ἐπιγαμίαν. Διονύσιος δ´ ἀποτυχὼν ταύτης τῆς ἐπιβολῆς, περὶ τῶν αὐτῶν ἀπέστειλε τοὺς πρεσβευτὰς πρὸς τὸν δῆμον τῶν Λοκρῶν. ὧν ψηφισαμένων τὴν ἐπιγαμίαν, ἐμνήστευεν ὁ Διονύσιος Δωρίδα τὴν Ξενέτου θυγατέρα, κατ´ ἐκεῖνον τὸν χρόνον ὄντος ἐνδοξοτάτου τῶν πολιτῶν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 44).

Για να δείξει ότι βρίσκεται υπεράνω των νόμων θεών και ανθρώπων, ο Διονύσιος θα νυμφευθεί δύο γυναίκες, Εκτός από τη Δωρίδα, θα διαλέξει ως νύφη και τη Συρακούσια αριστοκράτισσα Αριστομάχη. Σύμφωνα με την παράδοση, οι δύο γάμοι του Διονυσίου τελέσθηκαν ταυτόχρονα. Την ώρα που το πλοίο που μετέφερε τη Δωρίδα αγκυροβολούσε στο λιμάνι των Συρακουσών, ένα τέθριππο που το έσερναν λευκά άλογα έφτανε στο σπίτι της Αριστομάχης για να την οδηγήσει στον τόπο τέλεσης του γάμου. Η τελετή των διπλών γάμων είναι πλήρης συμβολισμών, σφραγίζει κατά κάποιο τρόπο τους δεσμούς του τυράννου με τους Συρακούσιους και με τους Έλληνες της Δύσης.

«ὀλίγαις δ´ ἡμέραις πρὸ τῶν γάμων ἀπέστειλεν εἰς Λοκροὺς πεντήρη πρῶτον νεναυπηγημένην, ἀργυροῖς καὶ χρυσοῖς κατασκευάσμασι κεκοσμημένην· ἐφ´ ἧς διακομίσας τὴν παρθένον εἰς τὰς Συρακούσας εἰσήγαγεν εἰς τὴν ἀκρόπολιν. ἐμνηστεύσατο δὲ καὶ τῶν πολιτικῶν τὴν ἐπισημοτάτην Ἀριστομάχην, ἐφ´ ἣν ἀποστείλας λευκὸν τέθριππον ἤγαγεν εἰς τὴν ἰδίαν οἰκίαν. περὶ δὲ τὸν αὐτὸν χρόνον ἀμφοτέρας γήμας συνεχεῖς ἑστιάσεις ἐποιεῖτο τῶν στρατιωτῶν καὶ τῶν πλείστων πολιτῶν· ἀπετίθετο γὰρ ἤδη τὸ πικρὸν τῆς τυραννίδος, καὶ μεταβαλλόμενος εἰς ἐπιείκειαν φιλανθρωπότερον ἦρχε τῶν ὑποτεταγμένων, οὔτε φονεύων οὔτε φυγάδας ποιῶν, καθάπερ εἰώθει» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 44-45).

Η προετοιμασία του πολέμου κατά των Καρχηδονίων: Ελεύθερος πια για να σχεδιάσει την αντεπίθεσή του κατά των «βαρβάρων», ο Διονύσιος θα επιλέξει να οχυρώσει την πόλη του με τέτοιο τρόπο που να την καταστήσει ουσιαστικά απόρθητη. Για τον σκοπό αυτό, όχι μόνο θα διαθέσει τεράστια χρηματικά ποσά, αλλά θα χρησιμοποιήσει και κάθε δυνατό μέσο για να εξασφαλίσει τη γρήγορη και επιτυχή περάτωση του έργου. Υπόσχεται πλούσια πριμ στους αρχιτέκτονες, εργολάβους και εργάτες που θα καταφέρουν να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν το έργο πριν λήξουν οι προθεσμίες. Η παράδοση του κάθε τμήματος προϋποθέτει τον εξονυχιστικό έλεγχο των αρχών: τυχόν κακοτεχνίες έχουν ως συνέπεια τη θανάτωση του εργολάβου. Ταυτόχρονα, τα εργαστήρια της πόλης δουλεύουν πυρετωδώς για να κατασκευάσουν τις πανοπλίες και τα όπλα των πολεμιστών. Ο Διονύσιος αναθέτει σε μηχανικούς τον σχεδιασμό και την κατασκευή νέων επιθετικών όπλων και πολιορκητικών μηχανών. Σύμφωνα με την παράδοση, οι προετοιμασίες αυτές είχαν ως αποτέλεσμα και την εφεύρεση του καταπέλτη (είτε με τη μορφή του γαστραφέτη, που έμοιαζε περισσότερο με τη βαλλίστρα, είτε με αυτήν του λιθοβόλου, που βρίσκεται πιο κοντά στην αντίληψή μας για τον καταπέλτη): «ὅπλα παμπληθῆ κατεσκευάζετο. καὶ γὰρ τὸ καταπελτικὸν εὑρέθη κατὰ τοῦτον τὸν καιρὸν ἐν Συρακούσαις, ὡς ἂν τῶν κρατίστων τεχνιτῶν πανταχόθεν εἰς ἕνα τόπον συνηγμένων» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 42). Παράλληλα, στο ναύσταθμο των Συρακουσών ναυπηγούνται πολυάριθμα πολεμικά πλοία (τριήρεις και πεντήρεις). Με την ολοκλήρωση αυτών των προετοιμασιών, ο Διονύσιος προχωρά στη στρατολόγηση: οι δυνάμεις του αποτελούνται κατά το ήμισι από Συρακούσιους και Σικελιώτες, ενώ οι υπόλοιποι είναι μισθοφόροι, κυρίως Λακεδαιμόνιοι, προερχόμενοι από τις κατώτερες τάξεις της σπαρτιατικής κοινωνίας (υπομείωνες, δηλαδή πρώην όμοιοι Σπαρτιάτες που έχασαν τα κτήματά τους και μαζί την ιδιότητα του πολίτη, νεοδαμώδεις – απελεύθεροι είλωτες που πολέμησαν στον σπαρτιατικό στρατό – , νόθοι – γιοι Σπαρτιατών ομοίων με γυναίκες από την τάξη των ειλώτων – και μόθακες, δηλαδή παιδιά κατωτέρων ή ειλώτων που για διάφορους λόγους έγιναν δεκτά στο σπαρτιατικό εκπαιδευτικό σύστημα της αγωγής). 

ΙΙ. Ο δεύτερος πόλεμος του Διονυσίου κατά των Καρχηδονίων

Πρώτη περίοδος του πολέμου – από την άλωση της Μοτύης στη νέα πολιορκία των Συρακουσών: Ο Διονύσιος έπραξε οτιδήποτε ήταν δυνατό για να έχει με το μέρος του όλες τις πιθανότητες επιτυχίας στον πόλεμο κατά των Καρχηδονίων. Οχύρωσε τις Συρακούσες, συγκέντρωσε μεγάλο στράτευμα και το εξόπλισε με τα τελειότερα για την εποχή όπλα, σύναψε συμμαχίες με τις άλλες ελληνικές πόλεις της Σικελίας και επέβαλε τον εαυτό του ως ηγέτη μιας πανελλήνιας εκστρατείας κατά των βαρβάρων. Συγκαλεί την Εκκλησία του Δήμου των Συρακουσίων και ζητεί την κήρυξη του πολέμου κατά του εχθρού, μια και η συγκυρία είναι η πλέον ευνοϊκή καθώς ο εχθρός είναι αποδυναμωμένος (φαίνεται πως ακόμη μια επιδημία έχει πλήξει την Καρχηδόνα). Οι Συρακούσιοι εγκρίνουν ενθουσιωδώς το σχέδιο του Διονυσίου. Η πρώτη κίνηση συνίσταται στη δήμευση των περιουσιών των Καρχηδονίων εμπόρων που είναι εγκατεστημένοι στις Συρακούσες και στις άλλες ελληνικές πόλεις και στην κατάσχεση των καρχηδονιακών εμπορικών πλοίων που είχαν την ατυχία να είναι ελλιμενισμένα σε ελληνικά λιμάνια τη συγκεκριμένη στιγμή. Έπειτα ο Διονύσιος, με κάθε επισημότητα, στέλνει πρέσβεις στην Καρχηδόνα για να διακηρύξει ότι θα πολεμήσει τους Καρχηδόνιους αν αυτοί δεν αποσυρθούν από όλες τις ελληνικές πόλεις.

«Διονύσιος δ´ τῶν Συρακοσίων τύραννος, ἐπειδὴ πάντα τὰ πρὸς {τὸν} πόλεμον αὐτῷ κατεσκεύαστο κατὰ τὴν ἰδίαν προαίρεσιν, ἐξέπεμψεν εἰς Καρχηδόνα κήρυκα, δοὺς ἐπιστολὴν πρὸς τὴν γερουσίαν· ἐν ταύτῃ δὲ γεγραμμένον ἦν ὅτι Συρακοσίοις δεδογμένον εἴη πολεμεῖν πρὸς Καρχηδονίους, ἐὰν μὴ τῶν Ἑλληνίδων πόλεων ἐκχωρήσωσιν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 47).

Την άνοιξη του 397, ο Διονύσιος ξεκινά με ένα εντυπωσιακό σε δύναμη στράτευμα  (80.000 πεζοί, 3.000 ιππείς, σχεδόν διακόσια πολεμικά πλοία και πολλά μεταγωγικά) και κινείται προς τα δυτικά. Οι πόλεις των Ελύμων υποτάσσονται στον Διονύσιο. Στη συνέχεια, ο τύραννος κινείται προς τον πρώτο στόχο του, την οχυρωμένη νήσο της Μοτύης, δεύτερη σε σπουδαιότητα καρχηδονιακή αποικία στο νησί. Όπως αναφέρει και ο Διόδωρος (ΙΔ΄, 48), «τῶν δὲ ἄλλων πόλεων πέντε μόνον διέμειναν ἐν τῇ πρὸς Καρχηδονίους φιλίᾳ· αὗται δὲ ἦσαν Ἁλικύαι, Σολοῦς, Αἴγεστα, Πάνορμος, Ἔντελλα». Ο σικελικός στόλος, με ναύαρχο τον Λεπτίνη, αδελφό του Διονυσίου, αποκλείει από θαλάσσης τη Μοτύη, ενώ οι στρατιωτικές δυνάμεις του Διονυσίου βρίσκονται στην ενδοχώρα. Η πόλη προβάλλει μεγαλύτερη αντίσταση από αυτήν που υπολόγιζε ο Διονύσιος, η πολιορκία κρατά περισσότερο χρόνο. Τελικά οι Έλληνες καταλαμβάνουν τη Μοτύη, τη λεηλατούν και την ισοπεδώνουν. Τιμωρεί παραδειγματικά τους Έλληνες που ήταν εγκατεστημένοι στην πόλη και πολέμησαν στο πλευρό των Καρχηδονίων, σταυρώνοντας τους επικεφαλής τους: «Δαϊμένην δὲ καί τινας τῶν Ἑλλήνων συμμαχοῦντας Καρχηδονίοις λαβὼν αἰχμαλώτους ἀνεσταύρωσεν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 53). Διορίζει φρούραρχο των δυνάμεων κατοχής τον στενό φίλο του, τον Βίτωνα, και συνεχίζει την επίθεσή του κατά των καρχηδονιακών θέσεων.

Ωστόσο, ο χρόνος που χάθηκε στην πολιορκία της Μοτύης θα αποβεί μοιραίος για τον Συρακούσιο ηγεμόνα. Ο αρχικός στόχος ήταν να κινηθεί αιφνιδιαστικά ώστε σε ελάχιστο χρόνο να καταλάβει όλες τις καρχηδονιακές βάσεις. Οι Καρχηδόνιοι, όμως, κράτησαν την Πάνορμο, όπου την άνοιξη του 396 αποβιβάζεται ο Ιμίλκων με μεγάλες μισθοφορικές δυνάμεις. Ο παλιός μας γνώριμος αναγκάζει τελικά τον Λεπτίνη να διατάξει υποχώρηση του στόλου. Ανακαταλαμβάνει τη Μοτύη σφαγιάζοντας την ελληνική φρουρά και προχωρεί προς τα ανατολικά. Στο μεταξύ, οι Καρχηδόνιοι στέλνουν και νέες ενισχύσεις: στόλος του οποίου ηγείται ο Μάγων φτάνει στη Σικελία. Μάγων και Ιμίλκων ενώνουν τις δυνάμεις τους και στρέφονται προς τη Μεσσήνη. Ο Διονύσιος παρατάσσει τα στρατεύματά του στην ακτή, ενώ ο Λεπτίνης με τον στόλο επιχειρεί να αντιμετωπίσει τους Καρχηδόνιους στη θάλασσα. Οι Καρχηδόνιοι παρασύρουν τον Λεπτίνη και τον αναγκάζουν να επιτεθεί πριν συγκεντρωθούν όλες οι ελληνικές δυνάμεις, κόβοντας στα δύο τον στόλο των Συρακουσίων. Η ναυμαχία της Μεσσήνης καταλήγει σε πανωλεθρία του ελληνικού στόλου. Ο δρόμος για τις Συρακούσες είναι ανοιχτός. Παρόλες τις προσπάθεις του Διονυσίου, ο χρόνος μοιάζει να έχει γυρίσει εννιά χρόνια νωρίτερα, στην πρώτη πολιορκία των Συρακουσών.

Στις αρχές του καλοκαιριού του 396 οι Καρχηδόνιοι έχουν στρατοπεδεύσει έξω από τα τείχη των Συρακουσών, εκεί που πριν από 19 χρόνια βρισκόταν το αθηναϊκό εκστρατευτικό σώμα. Οι συνθήκες, ωστόσο, έχουν μεταβληθεί. Οι οχυρώσεις της πόλεις είναι εξαιρετικές, τα στρατεύματα εντός των τειχών πολλά και αξιόμαχα. Στο μεταξύ, ο Διονύσιος ζητεί και λαμβάνει ενισχύσεις από τους Κορινθίους και τους Σπαρτιάτες (βλ. Διόδωρο, ΙΔ΄, 62 επ.). Οι πολιορκούμενοι επιχειρούν συνεχείς αντεπιθέσεις που πλήττουν τον στρατό και τον στόλο των Καρχηδονίων. Σε όλες αυτές τις δυσκολίες, πρέπει να προστεθούν και οι επιδημίες που θερίζουν τους πολιορκητές. Γρήγορα ο Ιμίλκων αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές πιθανότητες να καταλάβει τις Συρακούσες κι ότι αν συνεχίσει να πολιορκεί την πόλη κινδυνεύει να έχει την τύχη των Αθηναίων του Νικία. Ο Καρχηδόνιος στρατηγός (πιθανώς μετά από συνεννόηση με τον Διονύσιο), λύνει την πολιορκία και μπαρκάρει για την πατρίδα του μαζί με τους Καρχηδόνιους στρατιώτες και μόνον. Οι πολυάριθμοι μισθοφόροι του, χωρίς καμία ενημέρωση, μένουν έξω από τις Συρακούσες για να διαπιστώσουν κατάπληκτοι ότι πλέον βρίσκονται στο έλεος των μέχρι χθές πολιορκούμενων. Ο Διονύσιος θα στρατολογήσει τους Ίβηρες, ενώ τους υπόλοιπους μισθοφόρους των Καρχηδονίων θα τους πουλήσει για δούλους.   

Δεύτερη περίοδος του πολέμου – από την καρχηδονιακή αντεπίθεση στη συνθήκη ειρήνης του 392: Η ειρήνη (ή μάλλον η ανακωχή του 396) είναι επισφαλής. Καμία από τις δύο εμπλεκόμενες πλευρές δεν έχει παραιτηθεί από την αξίωσή της να κυριαρχήσει στη Σικελία, καμία δεν είναι σε θέση να επιβάλει τις επιθυμίες της στην άλλη. Ο Διονύσιος συναντά δυσχέρειες στην προσπάθειά του να υποτάξει τις πόλεις του νησιού: οι Σικελοί που ιδρύουν το Ταυρομένιο αντιστέκονται στις επεκτατικές βλέψεις του Συρακούσιου ηγεμόνα, ενώ και το Ρήγιο διατηρεί την εχθρική του στάση (Διόδωρος, ΙΔ΄, 87-88). Οι Καρχηδόνιοι από τη μεριά τους είναι αποφασισμένοι να ξεπλύνουν τη ντροπή της άδοξης υποχώρησης του Ιμίλκωνα και το 393 π.Χ. στέλνουν τον Μάγωνα με εκστρατευτικό σώμα να αποβιβαστεί στη Σικελία. Στην αρχή, όλα πηγαίνουν καλά για τους Καρχηδόνιους. Πολλές πόλεις υποτάσσονται στον Καρχηδόνιο στρατηγό, ενώ ο Διονύσιος προτιμά να μην αντιμετωπίσει τον εχθρό σε μάχη εκ παρατάξεως και υποχωρεί στη βάση του (Διόδωρος, ΙΔ΄, 95). Γρήγορα, πάντως, ο Μάγων αντιλαμβάνεται ότι η επιδίωξη να καταλάβει το σύνολο της Σικελίας δεν είναι διόλου ρεαλιστική. Αντιμετωπίζοντας σοβαρά προβλήματα ανεφοδιασμού, παγιδεύεται στη σικελική ενδοχώρα και αναγκάζεται να ζητήσει διαπραγματεύσεις. Το 392 ο Διονύσιος και η Καρχηδόνα συνάπτουν νέα συνθήκη ειρήνης.

«Μάγων δ´ ἐν πολεμίᾳ χώρᾳ στρατοπεδεύων, καὶ τῶν ἀναγκαίων ἐνδεὴς ἀεὶ μᾶλλον γινόμενος, οὐ μετρίως ἠλαττοῦτο· καὶ γὰρ οἱ περὶ τὸν Ἄγυριν τῆς χώρας ἔμπειροι καθεστῶτες ἐν ταῖς ἐνέδραις ἐπλεονέκτουν καὶ τὰς ἀγορὰς τῶν πολεμίων ἀφῃροῦντο. λεγόντων δὲ τῶν Συρακοσίων διὰ μάχης κρίνειν ὡς τάχιστα τὰ πράγματα, Διονύσιος ἠναντιοῦτο λέγων χωρὶς κινδύνων τῷ χρόνῳ καὶ τῇ σπάνει καταφθαρήσεσθαι τοὺς βαρβάρους· ἐφ´ οἷς παροργισθέντες οἱ Συρακόσιοι κατέλιπον τὸν Διονύσιον. δὲ τὸ μὲν πρῶτον εὐλαβούμενος ἐπ´ ἐλευθερίαν ἐκάλει τοὺς οἰκέτας, μετὰ δὲ ταῦτα διαπρεσβευσαμένων τῶν Καρχηδονίων ὑπὲρ εἰρήνης ὑπακούσας ἀναπομπίμους τοῖς κυρίοις ἐποίησε, πρὸς δὲ τοὺς Καρχηδονίους εἰρήνην ἐποιήσατο. ἦσαν δ´ αἱ συνθῆκαι τὰ μὲν ἄλλα παραπλήσιαι ταῖς πρότερον, Σικελοὺς δὲ δεῖν ὑπὸ Διονύσιον τετάχθαι καὶ παραλαβεῖν αὐτὸν τὸ Ταυρομένιον. μετὰ δὲ τὰς συνθήκας Μάγων μὲν ἀπέπλευσε, Διονύσιος δὲ παραλαβὼν τὸ Ταυρομένιον τοὺς μὲν πλείστους τῶν ἐκεῖ Σικελῶν ἐξέβαλεν, τῶν δ´ ἰδίων μισθοφόρων τοὺς ἐπιτηδειοτάτους ἐπιλέξας κατῴκισεν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 96).

Αν πιστέψουμε τον Διόδωρο οι διαφορές από τη συνθήκη ειρήνης του 405 δεν είναι ουσιώδεις. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Διονύσιος έχει κερδίσει πολύ έδαφος: όχι μόνο εντάσσονται στη σφαίρα επιρροής του οι πόλεις των Σικελών, του Ταυρομενίου περιλαμβανομένου, αλλά και οι Καρχηδόνιοι παύουν να είναι οι επικυρίαρχοι ελληνικών πόλεων, ακόμη και του Ακράγαντα ή του Σελινούντα. Ο Διονύσιος είναι πια ο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος ολόκληρης της ελληνικής Σικελίας (Pierre Carlier, όπ.π., σ. 183).       

Advertisements

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

11 Σχόλια to “Ο τύραννος – μέρος Γ΄: εδραίωση και επέκταση”

  1. Καίτη Βασιλάκου Says:

    Ρογήρε, έχω στο μυαλό μου μια εικόνα του πληθυσμού της Σικελίας αποτελούμενη από έλληνες, από ντόπιους και από καρχηδόνιους. Όλοι αυτοί σε καιρό ειρήνης πρέπει να συναλλάσσονταν και να παντρεύονταν μεταξύ τους, αλλά και σε καιρό πολέμου κάποιοι προτιμούσαν να υπηρετήσουν διαφορετικά στρατόπεδα. Με άλλα λόγια οι κάτοικοι της Σικελίας αποτελούσαν σύμμεικτο πληθυσμό και οι εκεί έλληνες πρέπει κάπως να διέφεραν από τους έλληνες της μητρόπολης, ίσως στη γλώσσα, ίσως στα έθιμα. Συνείδηση πάντως ελληνική φαίνεται ότι είχαν.

    • rogerios Says:

      Καλημέρα!

      Είναι δύσκολο να δοθούν κατηγορηματικές απαντήσεις στα ζητήματα αυτά. Οι Έλληνες της Δύσης φαίνεται να διαφυλάσσουν σχεδόν ζηλότυπα την ελληνικότητά τους: όσον αφορά τη θρησκεία, τη γλώσσα και τον πολιτισμό, τίποτε δεν τους διακρίνει καταρχήν από τους Έλληνες της μητρόπολης. Ωστόσο, η συναναστροφή με άλλους λαούς και η αίσθηση ότι βρίσκονται στα σύνορα του ελληνισμού, δεν μπορεί παρά να διαμορφώνουν μια ιδιαίτερη ταυτότητα για τους Ιταλιώτες και Σικελιώτες. Σχετίζονται άραγε τα στοιχεία αυτά και με ιδιαιτερότητες πολιτικές (η συχνότητα εμφάνισης τυραννικών καθεστώτων) ή στρατιωτικές (η σκληρότητα που παρατηρείται στους ελληνοκαρχηδονιακούς πολέμους της Σικελίας δεν βρίσκει αντίστοιχα παραδείγματα στις συγκρούσεις της μητρόπολης); Δεν είναι βέβαιο.

      Όσον αφορά τις επιγαμίες με το ιθαγενές στοιχείο, ήταν κατ’ ανάγκη πολύ συχνές στα πρώτα χρόνια του αποικισμού. Στη συνέχεια φαίνεται ότι ήταν πιο σπάνιες.

      Πάντως, οι εμπορικές (και όχι μόνο) σχέσεις μεταξύ των διαφόρων λαών που κατοικούσαν στην αρχαία Σικελία ήταν σαφώς συχνές και έντονες. Οι Καρχηδόνιοι έμποροι είναι παρόντες σε όλες τις μεγάλες ελληνικές πόλεις. Το ίδιο και οι Έλληνες στις φοινικικές αποικίες (βλ. και το παράδειγμα του παρόντος επεισοδίου, όπου τα μέλη της σημαντικής ελληνικής κοινότητας της Μοτύης πολεμούν στο πλευρό των Καρχηδονίων εναντίον του Διονυσίου).

  2. Καίτη Βασιλάκου Says:

    Ρογήρε,
    σ’ ευχαριστώ για τις πληροφορίες. Μήπως κάποτε θα είχες τη διάθεση να ασχοληθείς και με τις πιο προωθημένες στη Δύση ελληνικές αποικίες, τη Νίκαια, τη Μασσαλία και τις υπόλοιπες; Κάτι νομίζω μας έχουν παραδώσει και γι αυτές οι αρχαίοι ιστορικοί.

    • rogerios Says:

      Η διάθεση είναι δεδομένη: κι εμένα με ενδιαφέρει η ιστορία των ελληνικών αποικιών και εμπορικών σταθμών στη σημερινή Γαλλία και Ισπανία. Χρειάζεται, όμως, έρευνα βιβλιογραφίας και χρόνος, οπότε ίσως είναι δύσκολο να υποσχεθώ ότι το θέμα θα αποτελέσει άμεση προτεραιότητα. Ακόμη κι αν αργήσω, όμως, δεν πρόκειται να το ξεχάσω.

  3. Δύτης των νιπτήρων Says:

    Κάθε ποστ της σειράς προκαλεί ανυπομονησία για το επόμενο…
    Ας κανω όμως κι εγώ μια ερώτηση που έπρεπε να τη βάλω στο πρώτο της σειράς: τι ξέρουμε για την οργάνωση των γηγενών λαών της Σικελίας; Σικελοί, Σικανοί, και οι υπόλοιποι, είχαν ξέρω γω πόλεις κράτη, βασίλεια; Ξέρουμε το πολίτευμά τους; Αν επηρεάστηκαν από τις ελληνικές αποικίες και πώς;
    (Ξέρω, ζητάω πολλά αλλά μου άνοιξες την όρεξη)

    • rogerios Says:

      Δύτη, εδώ βάζεις δύσκολες ερωτήσεις και κινδυνεύω να κοπώ στις εξετάσεις. Είναι αλήθεια πάντως ότι οι αρχαίοι συγγραφείς δεν δίνουν τόσο μεγάλη σημασία στα κράτη (;) των ιθαγενών της Σικελίας (Σικελών, Σικανών και Ελύμων): η παρουσία τους είναι κάπως περιθωριακή, εμφανίζονται απλώς στο πλαίσιο της σύγκρουσης των δύο αποικιακών δυνάμεων (Καρχηδονίων και Ελλήνων). Βλέπουμε τους ιθαγενείς να αλλάζουν στρατόπεδο αναλόγως του ποιός είναι ο ισχυρός της στιγμής, αλλά πέρα από τις πρόσκαιρες συμμαχίες τους δεν βλέπουμε πολλά πράγματα σχετικά με την πολιτική και κοινωνική οργάνωσή τους. Ωστόσο, μπορούμε να κάνουμε κάποιες υποθέσεις: μου δημιουργείται η εντύπωση ότι οι περισσότεροι ιθαγενείς της Σικελίας πρέπει να έχουν ξεπεράσει το στάδιο της απλής φυλετικής οργάνωσης και να τείνουν, έστω και ατελώς, προς το πρότυπο της αρχαιοελληνικής πόλης κράτους. Η Αίγεστα ξεκίνησε ως πόλη των Ελύμων: τον 5ο αι. π.Χ. συμπεριφέρεται σαν αμιγώς ελληνική πόλη ως προς την οργάνωσή τους, ο δε πληθυσμός της πρέπει να είναι μικτός με σαφή στοιχεία εξελληνισμού. Μεταγενέστερα, το Ταυρομένιο ξεκινά τη ζωή του ως πόλη των Σικελών και παρουσιάζει μια αντίστοιχη εξέλιξη που το οδηγεί στο πρότυπο της πόλης κράτους και τον εξελληνισμό. Ακόμη, όταν ο Διόδωρος μας λέει ότι ο Διονύσιος πολιορκεί την πόλη των Ερβησίνων (την οποία κατοικούν Σικελοί ιθαγενείς), η διατύπωση σαν να υπαινίσεται ότι πρόκειται για πόλη οργανωμένη στα ελληνικά πρότυπα.
      Όλα αυτά, όμως, δεν παύουν να είναι υποθέσεις. Το ατύχημα είναι ότι οι ιθαγενείς της Σικελίας δεν μας άφησαν πηγές που θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν σε μια καλύτερη κατανόηση της οργάνωσης των κοινωνιών τους. Η Ιστορία γράφτηκε από τους Έλληνες. Υιοθέτησαν πράγματι οι ιθαγενείς το ελληνικό πρότυπο οργάνωσης; Υπέκυψαν στην έλξη ενός πολιτισμού που σίγουρα φάνταζε εντυπωσιακός; Ή μήπως η προσαρμογή είναι έργο των Ελλήνων συγγραφέων που αντιμετώπιζαν τα πάντα βάσει των δικών τους αντιλήψεων; Πολλά ερωτήματα, λίγες απαντήσεις…

      • Cotsos Says:

        Πριν χρόνια μετά την ανάγνωση των Σικελικών του Θουκυδίδη, είχα διαβάσει τη βιογραφία του Τιμολέοντος από τον Πλούταρχο, αλλά για το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα γνώριζα ελάχιστα πράγματα, κυρίως μέσω των… «περιπετειών» του Πλάτωνα. Ώρα να καλύψω το κενό!

        Με αφορμή τη συζήτησή σας ξαναέριξα μια ματιά στις πρώτες παραγράφους του 6ου βιβλίου της «Ξυγγραφής» όπου γίνεται μια ανασκόπηση της σικελικής ιστορίας και εθνογραφίας με λίγο μυθολογικό αλατοπίπερο. Είναι ενδιαφέρον πως ενώ οι Σικελοί κι οι Σικανοί θεωρούνται ιταλικά και ιβηρικά φύλα, για του Ελύμους αναφέρεται ότι κατάγονται από την Τροία (!) και ότι αναμείχθηκαν με Φωκαείς εποίκους. Να υποθέσω ο μύθος προσπαθεί να εξηγήσει τις τάσεις εξελληνισμού τους;
        Κοίταξα επίσης μήπως υπάρχει τίποτα για τις αρχές των Σικελών, αλλά δυστυχώς πέρα από κάποιους μυθικούς βασιλείς, κανένας θεσμός βαρβάρων δεν κατονομάζεται, αν και οι αντιμαχόμενες παρατάξεις στέλνουν συχνά πυκνά πρεσβείες προς το εσωτερικό της νήσου.

  4. Δύτης των νιπτήρων Says:

    Αυτό που φοβόμουν. 😦
    Παρόμοια ερωτήματα είχα πάντα για τους διάφορους λαούς της Μικράς Ασίας: Λύκες, Παφλαγόνες, Καππαδόκες, και τους λοιπούς… (αν εκληφθεί ως έμμεση παραγγελία, σωστά θα εκκληφθεί! 🙂 Αν και φοβάμαι ότι πάλι το ίδιο πρόβλημα θα έχουμε).

    • rogerios Says:

      Κι όμως, στην περίπτωση των μικρασιατικών λαών τα πράγματα είναι πολύ πιο αισιόδοξα. Αφενός, τις τελευταίες δεκαετίες έχουν βάλει τα δυνατά τους οι διάφοροι αχαιμενιδολόγοι (και λοιποί σχετικοί), αφετέρου υπάρχουν επιγραφικές μαρτυρίες σε πολλές από τις επιχώριες γλώσσες της M. Aσίας. Χωρίς να υπάρχουν τρελές ποσότητες υλικού, πάντως έχουμε στη διάθεσή μας αρκετά στοιχεία.

      Η παραγγελία λαμβάνεται υπόψη (αλλά για άμεση εκπλήρωση, μάλλον γιοκ, όπως αντιλαμβάνεστε).

  5. rogerios Says:

    Cotso, έχεις απόλυτο δίκιο. Ο Θουκυδίδης (Στ΄. 2, 1 έως 5) είναι ίσως ο μόνος αρχαίος συγγραφέας που μας δίνει κάποιες λεπτομέρειες για τους τρεις «ιθαγενείς» λαούς της Σικελίας. Βέβαια, όπως επισημαίνεις κι εσύ, οι πληροφορίες του εξαντλούνται στα της καταγωγής τους (δύσκολο να ελεγχθεί η ακρίβειά τους) και σε μια γρήγορη παράθεση των πόλεών τους, χωρίς να αναφέρονται στοιχεία για την πολιτική και κοινωνική οργάνωσή τους.

    Θυμάμαι ότι κάποιοι σύγχρονοι συγγραφείς συνδέουν τους Ίβηρες Σικανούς με την ίδια οικογένεια εθνών από την οποία κατάγονται οι σύγχρονοι Βάσκοι. Επίσης, πολλοί ταυτίζουν τους Σικελούς ή τους Ελύμους με κάποιους από τους Λαούς της Θάλασσας που αναστάτωσαν τη Μεσόγειο προς τα τέλη της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. Διευκρίνιση και παραπομπή το βράδυ, όταν καταφέρω να κοιτάξω τα κιτάπια μου.

    Η ιστορία για επιμειξίες Ελύμων και Φωκαέων μου φαίνεται αρκούντως αληθοφανής. Ο εξελληνισμός της Αίγεστας είναι τόσο πρόδηλος που ευλόγως υποθέτει κάποιος την έντονη παρουσία του ελληνικού στοιχείου. Σημειώνω τέλος (γιατί στο πρώτο επεισόδιο της σειράς για τον Διονύσιο είχε εκφραστεί η απορία για την ορθογράφηση της πόλης αυτής), ότι ο Θουκυδίδης προτιμά τη γραφή Έγεστα, σε αντίθεση προς τον Διόδωρο (που προτίμησα προσωπικά να ακολουθήσω).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: