Σφακτηρία – 425

 Άνοιξη του 425 π.Χ. Βρισκόμαστε στην καρδιά της πρώτης περιόδου του μεγάλου πολέμου που, λόγω των αθηνοκεντρικών πηγών μας, μάθαμε να αποκαλούμε Πελοποννησιακό. Ο αθηναϊκός στόλος που πλέει ανοιχτά της Πελοποννήσου δεν έχει επακριβώς καθορισμένη αποστολή. Ο τελικός προορισμός των 40 πλοίων είναι η Δύση, αλλά οι Αθηναίοι έχουν τρία ανοιχτά μέτωπα στην πορεία. Στην ελληνική Δύση πρέπει να βοηθήσουν τη συμμαχική πόλη του Ρηγίου, την οποία έχουν ζώσει σαν τανάλια Συρακούσιοι και Λοκροί. Πιο ανατολικά, πρέπει να βοηθήσουν το «δημοκρατικό» καθεστώς της Κέρκυρας, καθώς το νησί το έχει αποκλείσει πελοποννησιακός στόλος, ενώ στις απέναντι ακτές έχουν εγκατασταθεί οι ολιγαρχικοί Κερκυραίοι που είναι έτοιμοι να επιχειρήσουν να ανακτήσουν την εξουσία στην πατρίδα τους. Τέλος, πρέπει να συνεχιστεί η τακτική των επιδρομών στις (λακωνικές και μεσσηνιακές) ακτές της σπαρτιατικής επικράτειας. Σύμφωνα με τις οδηγίες της Εκκλησίας του Δήμου, οι τρεις αρχηγοί της αποστολής (Ευρυμέδων, Σοφοκλής και Δημοσθένης) έχουν το ελεύθερο να αποφασίσουν πώς, με ποιά σειρά ή ποιούς από τους στόχους θα προσπαθήσουν να πετύχουν, καθώς και το αν θα διαιρέσουν τις δυνάμεις τους ή όχι. Από τους τρεις, ο Δημοσθένης είναι ο μόνος που έχει στο μυαλό του ένα σαφές σχέδιο για το πώς θα μπορούσε να καταφέρει αποφασιστικό πλήγμα στον αντίπαλο. Ίσως είναι κι ο μόνος που μπορεί εκείνη τη στιγμή να υποψιαστεί ότι οι Αθηναίοι πρόκειται να εμπλακούν σε μια επιχείρηση που θα σημαδέψει την ιστορία του πολέμου και θα φέρει την πόλη μια ανάσα από την οριστική επικράτηση. 

Ι. Τα γεγονότα  

Το παράτολμο σχέδιο του Δημοσθένη: Η πρώτη στρατιωτική αποστολή που ανατέθηκε στον Δημοσθένη, γιο του Αλκισθένους, ήταν την προηγούμενη χρονιά στην Αιτωλία και στην Ακαρνανία. Στο πλαίσιό της, ο Αθηναίος στρατηγός ήρθε σε επαφή και συνεργάστηκε στενά με τους Μεσσήνιους της Ναυπάκτου. Όπως θυμόμαστε, μετά τον μεγάλο σεισμό του 465 στη Σπάρτη, ξέσπασε η πιο σημαντική εξέγερση ειλώτων της Λακωνίας και της Μεσσηνίας. Οι Μεσσήνιοι οχυρώθηκαν στην Ιθώμη, όπου αντιστάθηκαν επί μακρόν στη σπαρτιατική πολιορκία (οι αρχαίες πηγές δεν είναι σαφείς για το αν η πολιορκία διήρκεσε μέχρι το 460 ή το 456 π.Χ.). Οι Σπαρτιάτες δέχθηκαν τελικά να αφήσουν ελεύθερους τους πολιορκημένους υπό τον όρο ότι αυτοί δεν θα ξαναπατούσαν στην Πελοπόννησο. Η μεγάλη διπλωματική επιτυχία των Αθηναίων ήταν ότι πέτυχαν να εγκαταστήσουν τους πρώην είλωτες στη Ναύπακτο, σε μια εξαιρετικά στρατηγική θέση στο βορειοδυτικό άκρο του Κορινθιακού. Κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, οι Μεσσήνιοι της Ναυπάκτου επρόκειτο να αποτελέσουν ένα σπουδαίο ατού για τους Αθηναίους: γνώριζαν τέλεια την τοπογραφία της Μεσσηνίας και της Λακωνίας, είχαν διασυνδέσεις με συγγενείς και φίλους που παρέμειναν ως είλωτες στα σπαρτιατικά εδάφη, ενώ μιλούσαν τη δωρική διάλεκτο, μεγάλο πλεονέκτημα σε αποστολές αναγνώρισης και κατασκοπείας σε εχθρικό έδαφος (Paul Cartledge «Sparta and Lakonia – A Regional History 1300 to 362 BC«, 2η έκδ., Routledge, Λονδίνο και Νέα Υόρκη, 2002, σελ. 206). Ταυτόχρονα, το άσβεστο μίσος για τους Σπαρτιάτες πρώην δυνάστες τους, καθιστούσε τους Μεσσήνιους αφοσιωμένους και φανατικούς μαχητές, έτοιμους να αναλάβουν επικίνδυνες αποστολές. Ο Δημοσθένης είχε στρατολογήσει αρκετούς από αυτούς και τους είχε μαζί του. Ίσως οι Μεσσήνιοι της Ναυπάκτου να ήταν αυτοί που του έδωσαν την ιδέα για το σχέδιο που ετοιμαζόταν να θέσει σε εφαρμογή: ο Αθηναίος στρατηγός θα πρότεινε στους ομοτίμους του να αποβιβασθούν και να οχυρώσουν το Κορυφάσιο, την ομηρική Πύλο. Η θέση είχε εξαιρετική στρατηγική σημασία και βρισκόταν αρκετά κοντά στην Σπάρτη για να συνιστά απειλή για αυτήν, ταυτόχρονα όμως αρκετά μακριά ώστε οι εισβολείς να προλάβουν να οχυρώσουν καλά τις θέσεις τους πριν φτάσει οποιαδήποτε σπαρτιατική δύναμη. Λένε ότι τις αντιρρήσεις των συναδέλφων του Δημοσθένη, τις έκαμψε ένα τυχαίο γεγονός. Μια τρικυμία έφερε τον αθηναϊκό στόλο τόσο κοντά στις μεσσηνιακές ακτές που η υλοποίηση του σχεδίου του Δημοσθένη έμοιαζε σχεδόν επιβεβλημένη. Πράγματι, οι Αθηναίοι αποβιβάσθηκαν στην Πύλο και, σε λιγότερο από μια εβδομάδα, οχύρωσαν τις πιο σημαντικές θέσεις. Ο Δημοσθένης με μια μικρή δύναμη και πέντε πλοία παρέμεινε εκεί, ενώ ο Σοφοκλής κι ο Ευρυμέδων με το μεγαλύτερο μέρος του στόλου ξεκίνησαν με πρώτο προορισμό την Κέρκυρα.

Η σπαρτιατική αντίδραση: Την ώρα που οι Αθηναίοι καταλάμβαναν την Πύλο, οι Σπαρτιάτες ήταν, ως συνήθως, απασχολημένοι με κάποια θρησκευτική γιορτή. Τα νέα δεν τους ανησύχησαν ιδιαίτερα. Δεν ήταν η πρώτη αθηναϊκή επιδρομή στις ακτές της Πελοποννήσου γενικά και της σπαρτιατικής επικράτειας ειδικότερα. Ποτέ μέχρι τότε οι αθηναϊκές δυνάμεις δεν είχαν παραμείνει για τόσο χρόνο ώστε να χρειαστεί οι Σπαρτιάτες να δώσουν μάχη για να τους εκδιώξουν. Σε κάθε περίπτωση, πήραν τα μέτρα τους: ο βασιλιάς Άγις Β΄ αποφάσισε να διακόψει τη συνηθισμένη ετήσια σπαρτιατική εισβολή στην Αττική και να επιστρέψει στη Σπάρτη. Ο ναύαρχος Θρασυμελίδας άφησε κι αυτός την Κέρκυρα κι αποφάσισε να πλεύσει προς την Πύλο. Ένα σώμα οπλιτών από αυτούς που δεν συμμετείχαν στην εισβολή της Αττικής και το οποίο θα ενίσχυαν στην πορεία δυνάμεις Περιοίκων στάλθηκε άμεσα στην Πύλο. Θορυβημένος, ο Δημοσθένης έστειλε αμέσως δύο πλοία να συναντήσουν το κυρίως σώμα του αθηναϊκού στόλου που έπλεε προς την Κέρκυρα και να ζητήσουν βοήθεια.

Το σχέδιο των Σπαρτιατών ήταν να επιτεθούν άμεσα και να καταλάβουν τις αθηναϊκές οχυρώσεις πριν επιστρέψει ο εχθρικός στόλος. Ήταν βέβαιοι ότι η απόπειρά τους θα επιτύγχανε: οι οχυρώσεις ήταν προχειροφτιαγμένες και η αθηναϊκή δύναμη πολύ μικρή για να προβάλει αντίσταση. Αν πάντως το σχέδιο αυτό αποτύγχανε, τότε οι Σπαρτιάτες με τα πλοία τους θα έκλειναν τις εισόδους στον αθηναϊκό στόλο, ενώ ταυτόχρονα θα τοποθετούσαν στρατεύματα στις ακτές της Πύλου και στο νησί της Σφακτηρίας για να αποτρέψουν τυχόν απόβαση αθηναϊκών δυνάμεων. «Σφεῖς δὲ ἄνευ τε ναυμαχίας καὶ κινδύνου ἐκπολιορκήσειν τὸ χωρίον κατὰ τὸ εἰκός, σίτου τε οὐκ ἐνόντος καὶ δι’ ὀλίγης παρασκευῆς κατειλημμένον» (Θουκυδίδης, Δ΄, 8,8).  Πράγματι, οι δυνάμεις του Δημοσθένη ήταν απελπιστικά μικρές: δεν είχε παρά 90 οπλίτες, οι σαράντα από τους οποίους ήταν ενίσχυση που του εξασφάλισαν οι μεσσηνιακές διασυνδέσεις του, και 600 ελαφρά οπλισμένους άντρες από τα πληρώματα των πλοίων του. Προσπάθησε να πετύχει ό,τι καλύτερο μπορούσε με τα μέσα που διέθετε, ελπίζοντας ότι θα κατάφερνε να αντισταθεί μέχρι να φτάσουν οι ενισχύσεις. Οι περισσότεροι άνδρες παρέμειναν στο οχυρό, ενώ ο Δημοσθένης με 60 οπλίτες ανέλαβε την υπεράσπιση της ακτής.

Ο αθηναϊκός θρίαμβος: Ο Δημοσθένης είχε επιλέξει σωστά τις θέσεις άμυνας και οι στρατιώτες του αντιστάθηκαν με επιτυχία στις σπαρτιατικές επιθέσεις. Μετά από δύο ημέρες συγκρούσεων οι Λακεδαιμόνιοι υποχώρησαν. Το πρωί της τρίτης ημέρας ο αθηναϊκός στόλος έφτανε στην Πύλο με 50 πλοία (στα 35 αρχικά είχαν προστεθεί και 15 από τη Χίο και τη Ναύπακτο). Οι αντίπαλοι συγκρούσθηκαν στο λιμάνι της Πύλου όπου περίμενε ο σπαρτιατικός στόλος. Πολύ γρήγορα η αθηναϊκή ναυτική υπεροχή έκρινε τη ναυμαχία: οι σπαρτιατικές δυνάμεις είχαν συντριβεί. Ακόμη χειρότερα, 420 Λακεδαιμόνιοι οπλίτες (από τους οποίους οι 180 Σπαρτιάτες Όμοιοι) με τον επικεφαλής τους, τον Επιτάδα, έμεναν αποκλεισμένοι και ουσιαστικά αιχμάλωτοι στη Σφακτηρία. Τυχόν απώλεια των οπλιτών αυτών θα ήταν καταστροφική για τη Σπάρτη: επρόκειτο για το ένα δέκατο, τουλάχιστον, της συνολικής στρατιωτικής δύναμής της. Πανικόβλητοι με την επαπειλούμενη καταστροφή, οι Σπαρτιάτες ζήτησαν άμεσα από τους Αθηναίους ανακωχή, έτοιμοι να δεχθούν σχεδόν οποιονδήποτε όρο. Συμφώνησαν να παραδώσουν τα πλοία τους στους Αθηναίους και να στείλουν πρεσβευτές στην Αθήνα με πρόταση για συνθήκη ειρήνης. Οι μόνες υποχρεώσεις των Αθηναίων όσο θα διαρκούσαν οι διαπραγματεύσεις ήταν να μην επιτεθούν στη Σφακτηρία και να επιτρέψουν έναν όλως περιορισμένο ανεφοδιασμό των αποκλεισμένων Σπαρτιατών οπλιτών (Cartledge «Sparta and Lakonia…», όπ.π., σελ. 207/ Edmond Lévy «La Grèce au Ve siècle – de Clisthène à Socrate«, σειρά «Nouvelle Histoire de l’ Antiquité«, vol. 2, Coll. Points-Histoire, εκδ. Seuil, Παρίσι 1995, σελ. 93). Όλοι πλέον έχουν συνειδητοποιήσει ότι χάρη στο παράτολμο σχέδιο του Δημοσθένη η Αθήνα βρίσκεται πολύ κοντά στο να κερδίσει τον πόλεμο. Το ζήτημα είναι, όμως, με ποιούς όρους.  

Η πρόταση ειρήνης: Η σπαρτιατική πρόταση είναι εκ πρώτης όψεως ιδιαίτερα δελεαστική. Αν οι Αθηναίοι επιτρέψουν την αποχώρηση των οπλιτών από τη Σφακτηρία, τότε η Σπάρτη θα συνάψει συνθήκη ειρήνης και συμμαχίας. Όσον αφορά τον όποιο εδαφικό διακανονισμό, οι Σπαρτιάτες προτείνουν τη διατήρηση του στάτους κβο: εκτός της Πύλου, οι δύο αντίπαλοι θα διατηρήσουν τα εδάφη που κατέχουν. Πολλοί Αθηναίοι και οπωσδήποτε ο Νικίας και οι οπαδοί του ήταν έτοιμοι να δεχτούν την πρόταση. Όχι όλοι, όμως: ο Κλέων και οι περισσότεροι δημοκρατικοί, είχαν πολλούς λόγους να είναι επιφυλακτικοί. Η σύναψη ειρήνης με αυτούς τους όρους και τη δεδομένη χρονική στιγμή που η Αθήνα έχει το πάνω χέρι στο μέτωπο του πολέμου θα σήμαινε απλά ότι η Αθήνα επαφίεται στην καλή πίστη των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι με άθικτες τις δυνάμεις τους θα μπορούσαν να ξαναρχίσουν τον πόλεμο όποτε το επιθυμούσαν. Έτσι, ο Κλέων αντιπροτείνει να προβούν οι Σπαρτιάτες σε ορισμένες εδαφικές υποχωρήσεις: οι δυνάμεις τους πρέπει να αποχωρήσουν από τα δύο λιμάνια των Μεγάρων (Νίσαια και Πηγές), από την Τροιζήνα και την Αχαΐα. Ουσιαστικά, η αντιπρόταση του Κλέωνα συνιστά επιστροφή στην κατάσταση των πραγμάτων προ του 445 π.Χ. και τη σύναψη της λεγόμενης Τριακονταετούς Ειρήνης [βλ. Donald Kagan «The Peloponnesian War (Athens and Sparta in Savage Conflict 431-404 BC)«, Harper Perennial, Λονδίνο, 2005, σελ. 147]. Οι Σπαρτιάτες, φυσικά, δεν είναι διατεθειμένοι να προβούν σε τέτοιες παραχωρήσεις. Η πρόταση ειρήνης απορρίπτεται και η ανακωχή τερματίζεται.

Ακολουθούν πυρετώδεις διαβουλεύσεις στην Εκκλησία του Δήμου σχετικά με το ποιός θα αναλάβει την αρχηγία του εκστρατευτικού σώματος που θα σταλεί στην Πύλο, με προφανή στόχο την κατάληψη της Σφακτηρίας (Θουκυδίδης, Δ΄, 27 και 28/ Kagan όπ.π., σελ. 147-150). Τελικά ο Κλέων επιτυγχάνει να επιβάλει τους όρους του και αποδέχεται την αρχηγία. Το στράτευμα που επιλέγει αποτελείται αποκλειστικά από ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες από τη Λήμνο και την Ίμβρο, πελταστές και τοξότες. Με αυτούς και τις δυνάμεις του Δημοσθένη, ο Κλέων υπόσχεται στους Αθηναίους ότι μέσα σε είκοσι μέρες θα καταλάβει τη Σφακτηρία και είτε θα φέρει τους Σπαρτιάτες της Σφακτηρίας αιχμάλωτους στην Αθήνα, είτε θα τους εξολοθρεύσει: «ἐντὸς ἡμερῶν εἴκοσιν ἢ ἄξειν Λακεδαιμονίους ζῶντας ἢ αὐτοῦ ἀποκτενεῖν» (Θουκυδίδης, Δ΄, 28, 4-5).

Η κατάληψη της Σφακτηρίας: Όταν ο Κλέων έφτασε στην Πύλο, ο Δημοσθένης είχε ήδη έτοιμο το σχέδιο επίθεσης. Την επομένη, πριν από την αυγή, αποβίβασε 800 οπλίτες σε δύο σημεία του νησιού. Διαπίστωσε ότι οι περισσότεροι Σπαρτιάτες βρίσκονταν στο κέντρο του νησιού και φύλαγαν τη μοναδική πηγή νερού, ενώ οι υπόλοιποι ήταν κοντά στη βόρεια ακτή, απέναντι από την Πύλο. Το νότιο άκρο της Σφακτηρίας ήταν σχεδόν αφύλαχτο. Μετά το ξημέρωμα αποβιβάστηκαν οι υπόλοιπες αθηναϊκές δυνάμεις: ελαφρύ πεζικό που ανερχόταν σε 2.000 άνδρες, 800 τοξότες και 8.000 ελάχιστα οπλισμένοι κωπηλάτες από τα πλοία. Βάσει του σχεδίου, οι Αθηναίοι κατέλαβαν όλα τα υψώματα του νησιού και με ακόντια, βέλη και πέτρες έφθειραν τη σπαρτιατική δύναμη από απόσταση ασφαλείας. Κάποια στιγμή, ο στρατηγός των Μεσσηνίων που είχε στρατολογήσει ο Δημοσθένης ζήτησε να του δώσουν σε ενίσχυση τοξότες και πεζικάριους: θα ακολουθούσαν ένα δύσβατο μονοπάτι δίπλα από τις απόκρημνες ακτές του νησιού και θα εφορμούσαν στους Σπαρτιάτες από τα νότια περικυκλώνοντάς τους. Το σχέδιο πέτυχε απόλυτα. Περικυκλωμένοι, εξαντλημένοι και πεινασμένοι, οι Σπαρτιάτες δεν είχαν καμία ελπίδα σωτηρίας. Ο Κλέων κι ο Δημοσθένης τους πρότειναν να παραδοθούν. Οι Σπαρτιάτες ζήτησαν ανακωχή για να αποφασίσουν τί θα πράξουν. Έστειλαν αγγελιαφόρο στη Σπάρτη για να πάρουν οδηγίες, κι η απάντηση ήταν διφορούμενη: «Λακεδαιμόνιοι κελεύουσιν ὑμᾶς αὐτοὺς περὶ ὑμῶν αὐτῶν βουλεύεσθαι μηδὲν αἰσχρὸν ποιοῦντας» (Θουκυδίδης, Δ΄, 38, 3). Δεν είμαστε στις Θερμοπύλες. Οι επιζώντες της σπαρτιατικής δύναμης στη Σφακτηρία (292 άνδρες, εκ των οποίων 120 Όμοιοι) φέρθηκαν σαν λογικοί άνθρωποι. Δέχτηκαν να παραδοθούν. Κι ο Κλέων, ό,τι κι αν πιστεύουμε όσοι μάθαμε την Ιστορία μέσα από τα μεροληπτικά μάτια του Θουκυδίδη, είχε αποδειχτεί πρώτος μάγκας. Πριν περάσουν οι είκοσι μέρες που είχε ζητήσει, επέστρεφε στην Αθήνα με τους Σπαρτιάτες αιχμαλώτους αλυσοδεμένους! Όπως γράφει κι ο Αθηναίος ιστορικός » καὶ τοῦ Κλέωνος καίπερ μανιώδης οὖσα ἡ ὑπόσχεσις ἀπέβη· ἐντὸς γὰρ εἴκοσιν ἡμερῶν ἤγαγε τοὺς ἄνδρας, ὥσπερ ὑπέστη» (Δ΄, 39, 3), κι είναι σαν τον βλέπουμε με τα ίδια μας τα μάτια να δαγκώνει τα χείλια του και να στάζει χολή καθώς γράφει τούτες τις αράδες.

Στην Αθήνα, η πόλη έδειξε στον Κλέωνα την ευγνωμοσύνη της με κάθε δυνατό τρόπο, με τίτλους, τιμές και αξιώματα. Ο Δημοσθένης παρέμεινε στην Πύλο και ανέλαβε την καλύτερη οχύρωσή της. Οι Μεσσήνιοι της Ναυπάκτου έστειλαν γρήγορα στρατιωτικό σώμα στην Πύλο και άρχισαν να τη χρησιμοποιούν ως βάση για να εξαπολύουν επιδρομές στα σπαρτιατικά εδάφη και να προσελκύουν είλωτες σε λιποταξία. Κι ολόκληρη η Ελλάδα δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που είχε συμβεί, γιατί κατά την κρατούσα γνώμη ήταν αδύνατο Λακεδαιμόνιοι πολεμιστές να παραδοθούν κι όχι να πέσουν ηρωϊκά στη μάχη: «παρὰ γνώμην τε δὴ μάλιστα τῶν κατὰ τὸν πόλεμον τοῦτο τοῖς Ἕλλησιν ἐγένετο· τοὺς γὰρ Λακεδαιμονίους οὔτε λιμῷ οὔτ’ ἀνάγκῃ οὐδεμιᾷ ἠξίουν τὰ ὅπλα παραδοῦναι, ἀλλὰ ἔχοντας καὶ μαχομένους ὡς ἐδύναντο» (Θουκυδίδης Δ΄, 40, 1). Ό,τι καλύτερο για τους Αθηναίους που δεν είχαν καμία δυσκολία να πείσουν τους συμμάχους τους πως είχε φτάσει η ώρα καταβολής του φόρου. Όσο για τους Σπαρτιάτες, θα έστελναν (μάταια) τη μία μετά την άλλη πρεσβείες στην Αθήνα, προσφέροντας ειρήνη με αντάλλαγμα την απελευθέρωση των ανδρών. Βεβαίως, τους ήταν πια αδύνατο να επαναλάβουν τις τακτικές εισβολές τους στην Αττική: η παραμικρή λανθασμένη κίνηση θα σήμαινε και τη θανάτωση των αιχμαλώτων. Στα τέλη του καλοκαιριού του 425, οι Αθηναίοι είχαν το απόλυτο πλεονέκτημα σε όλα τα μέτωπα. Για έναν λογικό παρατηρητή η επικράτησή τους ήταν θέμα χρόνου. Ωστόσο, η στρατιωτική ιδιοφυΐα του Βρασίδα, ο οποίος μετέφερε το κυρίως θέατρο των πολεμικών επιχειρήσεων στο μέτωπο της Μακεδονίας-Θράκης έμελλε να ανατρέψει την κατάσταση. Κι όταν στη μάχη της Αμφίπολης βρήκαν τον θάνατο κι οι δύο ηγέτες των αντιπάλων, οι περισσότεροι πείστηκαν ότι υπήρχε κατάσταση ισορροπίας, χωρίς καμιά από τις αντιμαχόμενες δυνάμεις να έχει ουσιαστική προοπτική επικράτησης. Κάπως έτσι φτάσαμε στην ειρήνη του 421, ένας από τους όρους της οποίας ήταν κι η απελευθέρωση των Λακεδαιμονίων αιχμαλώτων. Από στρατιωτική και διπλωματική άποψη, ο θρίαμβος της Σφακτηρίας ανήκε στο παρελθόν. Όχι, όμως, και τα διδάγματά του.

ΙΙ. Μερικά διδάγματα από το επεισόδιο της Σφακτηρίας

Α. Η απολύτως επιτυχημένη εφαρμογή μιας νέας στρατηγικής: Κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, οι δύο πλευρές, και πρωτίστως οι Αθηναίοι, θέτουν σε εφαρμογή μια καινοτόμο στρατηγική, αυτήν του επιτειχισμού (ή της επιτειχίσεως). Η μέθοδος συνίσταται στην κατάληψη και οχύρωση μιας στρατηγικής σημασίας θέσης στα εδάφη του εχθρού (νησιού, ακτής ή περάσματος): πρόκειται για μια σφήνα στα πλευρά του αντιπάλου που θα του προκαλέσει διαρκή αιμορραγία (βλ. Cartledge «Sparta and Lakonia…», όπ.π., σελ. 196, 204 επ./ Kagan όπ.π., σελ. 424 επ.). Οι Αθηναίοι την εφήρμοσαν πρώτοι καταλαμβάνοντας τη νήσο Μινώα στα ανοιχτά των Μεγάρων (427 π.Χ.). Η περίπτωση της Πύλου αποτελεί φυσικά την πιο ολοκληρωμένη και καθοριστική περίπτωση υλοποίησης της στρατηγικής του επιτειχισμού. Μετά τη Σφακτηρία προέβησαν και σ’ άλλους επιτειχισμούς, με την οχύρωση των Μεθάνων (425) και την κατάληψη των Κυθήρων από τον Νικία (424). Οι Σπαρτιάτες ακολούθησαν και αυτοί την μέθοδο, όταν για παράδειγμα, κατά την τελευταία φάση του πολέμου, κατέλαβαν το οχυρό της Δεκελείας, περίπου στα μισά της απόστασης μεταξύ της πόλης των Αθηνών και των συνόρων της Αττικής με τη Βοιωτία.

Β. Μαθήματα διπλωματίας και πολιτικής: Τα γεγονότα της Πύλου και της Σφακτηρίας μας προσφέρουν πολύτιμες γνώσεις και συμπεράσματα τόσο για το διπλωματικό παιχνίδι μεταξύ των δύο ελληνικών υπερδυνάμεων όσο και σχετικά με την πολιτική ζωή της Αθήνας και τους συσχετισμούς των πολιτικών δυνάμεων στο εσωτερικό της (σε μικρότερο βαθμό το δεύτερο ισχύει και για τη Σπάρτη). Πέρα από τα προφανή (το διαπραγματευτικό παιχνίδι των δύο εμπολέμων στην προσπάθεια να επιτύχουν την πλέον συμφέρουσα λύση, την εναλλαγή ανάμεσα στη σιγουριά μιας συνθήκης ειρήνης και στην ανάληψη υπολογισμένων κινδύνων που μπορεί να οδηγήσουν σε ολοκληρωτική επικράτηση), δεν μπορούμε παρά να θρηνήσουμε που η μοναδική πηγή μας είναι ο Θουκυδίδης: όσο κι αν μιλάμε για το διαχρονικό πρότυπο ιστορικού, η παθολογική εχθρότητά του προς τον Κλέωνα δυσχεραίνει αφάνταστα την όποια προσπάθεια να ανασκευάσουμε μια στοιχειωδώς αντικειμενική εικόνα της αθηναϊκής πολιτικής σκηνής κατά τη συγκεκριμένη περίοδο (Cartledge «Sparta and Lakonia…», όπ.π., σελ. 207/ Kagan όπ.π., σελ. 144-150, 155). Θα ήταν μεγάλη ασέβεια αν λέγαμε ότι τα ίδια τα γεγονότα αναδεικνύουν ένα σπουδαίο πολιτικό (και δευτερευόντως στρατιωτικό) ηγέτη;

Γ. Η κατάρριψη μύθων και στερεοτύπων περί Σπάρτης: Το πιο εντυπωσιακό, όμως, συμπέρασμα που προκύπτει από τα γεγονότα της Σφακτηρίας είναι η σχετικότητα των πραγμάτων, ή μάλλον, για να είμαστε πιο ακριβείς, η κατάρριψη μερικών μύθων που αφορούν τη σπαρτιατική κοινωνία και τις αρχές της. Ο μύθος των ηρωϊκών Σπαρτιατών πολεμιστών που προτιμούν πάντα τον θάνατο στο πεδίο της μάχης από την ατιμωτική παράδοση κι ο μύθος της πόλης που ακολουθεί πάντα τις θεμελιώδεις ηθικές αρχές της, σε πείσμα του στοιχειώδους πολιτικού ρεαλισμού, αντικρούονται αποφασιστικά από τα γεγονότα: την απελπισμένη προσπάθεια των σπαρτιατικών αρχών να εξασφαλίσουν διπλωματικά την απελευθέρωση των αποκλεισμένων οπλιτών τους και την «ατιμωτική» παράδοση των δεύτερων, παράδοση που δεν εμποδίζει καθόλου τη συνέχιση των διπλωματικών προσπαθειών της πολιτείας για την απελευθέρωση των αιχμαλώτων πια ανδρών.

Η σπαρτιατική πολιτική δεν διακρίνεται «ποιοτικά» από την πολιτική οποιουδήποτε άλλου κράτους: ο υπολογισμός και ο ρεαλισμός επιβάλλουν τις λύσεις, όπως είναι εντελώς φυσικό. Η δύναμη που έχει αποκλειστεί στη Σφακτηρία αποτελεί σημαντικό τμήμα των περιορισμένων αριθμητικά δυνάμεων της Σπάρτης. Τυχόν απώλειά της θα έχει σοβαρές και μακροπρόθεσμες συνέπειες. Γι’ αυτό και η πόλη θα ζητήσει άμεσα ανακωχή από τους Αθηναίους, θα δεχτεί όρους εξαιρετικά επαχθείς και θα προσφέρει ειρήνη στον αντίπαλο. Για τον ίδιο λόγο, και μετά από την αποτυχία των διαπραγματεύσεων, θα πάρει κάθε δυνατό μέτρο στην απελπισμένη προσπάθεια διάσωσης των αποκλεισμένων, υποσχόμενη π.χ. να απελευθερώσει όποιον είλωτα κατόρθωνε να ανεφοδιάσει τους αποκλεισμένους (Θουκυδίδης, Δ΄, 26, 5). Και για τον ίδιο πάντα λόγο, θα «ξεχάσει» την ηθικά κατακριτέα (και κυρίως επικοινωνιακά επιζήμια, βλ. Lévy «La Grèce au Ve siècle…», σελ. 94-95) επιλογή των πολεμιστών της Σφακτηρίας. Όπως σημειώνει και ο Cartledge («Sparta and Lakonia…», όπ.π., σελ. 266-267) η αντίθεση ανάμεσα στη μεταχείριση της οποίας έτυχαν οι επιζώντες των Θερμοπυλών και σ’ αυτήν που επιφυλάχθηκε στους αιχμαλώτους της Σφακτηρίας είναι εντυπωσιακή. Βεβαίως, οι Σπαρτιάτες θεωρούσαν ατιμασμένους τους λιποτάκτες, τους οποίους και αποκαλούσαν «κακούς» (δηλ. δειλούς, βλ. Ξενοφώντος «Λακεδαιμονίων Πολιτεία«, 9, 3-6) ή «τρέσαντες» (Ηρόδοτος, βιβλίο Ζ΄, Πολύμνια, 231, «τρέσας Ἀριστόδημος καλεόμενος«/ για τη λέξη βλ. την πολύ ενδιαφέρουσα σχετική ανάρτηση του Ν. Σαραντάκου). Ωστόσο, ενώ ο λιποτάκτης (;) των Θερμοπυλών Αριστόδημος αντιμετωπίζει την καθολική περιφρόνηση κι απόρριψη των συμπολιτών του (κανείς δεν του απευθύνει τον λόγο ούτε του δίνει φωτιά για να ανάψει τον βωμό στο σπίτι του: «οὔτε οἱ πῦρ οὐδεὶς ἔναυε Σπαρτιητέων οὔτε διελέγετο«, Ηρόδοτος, όπ.π.) κι ο σύντροφός του στην ατιμία Παντίτης οδηγείται από τις συμπεριφορές αυτές στην αυτοκτονία (Ηρόδοτος, βιβλίο Ζ΄, Πολύμνια, 232), η ποινή ατιμίας που επιβάλλεται στους τρέσαντες της Σφακτηρίας είναι πολύ ελαφρύτερη και δεν συνοδεύεται από ανάλογη κοινωνική περιφρόνηση (Edmond Lévy «Sparte – Histoire politique et sociale jusqu’à la conquête romaine«, Coll. Points-Histoire, εκδ. Seuil, Παρίσι 2003, σελ. 48-49). Η ποινή περιλαμβάνει αφαίρεση των δικαιωμάτων να ασκούν αρχή, να πωλούν και να αγοράζουν: «τοὺς δἐκ τῆς νήσου ληφθέντας σφῶν καὶ τὰ ὅπλα παραδόντας, δείσαντες μή τι διὰ τὴν ξυμφορὰν νομίσαντες ἐλασσωθήσεσθαι καὶ ὄντες ἐπίτιμοι νεωτερίσωσιν, ἤδη καὶ ἀρχάς τινας ἔχοντας ἀτίμους ἐποίησαν, ἀτιμίαν δὲ τοιάνδε ὥστε μήτε ἄρχειν μήτε πριαμένους τι πωλοῦντας κυρίους εἶναι» (Θουκυδίδης, Ε΄, 34, 2). Δεν προβλέπεται αποκλεισμός από τη συμμετοχή στις συνελεύσεις του σπαρτιατικού Δάμου. Κυρίως, όμως, ένα μόλις χρόνο αργότερα η ποινή έπαψε να ισχύει και οι μαχητές της Σφακτηρίας αποκαστάθηκαν πλήρως στα πολιτικά δικαιώματά τους «ὕστερον δὲ αὖθις χρόνῳ ἐπίτιμοι ἐγένοντο» (Θουκυδίδης, όπ.π.).

Ίσως δεν είναι τυχαίο, όσον αφορά την επιείκια ως προς τις ποινές και την ταχύτατη αποκατάσταση, και το γεγονός ότι μεταξύ αυτών που παραδόθηκαν στη Σφακτηρία καταλέγονταν και αρκετά μέλη των επιφανέστερων οικογενειών της πόλης, αυτών δηλαδή που ουσιαστικά καθόριζαν τη σπαρτιατική πολιτική (Lévy «Sparte…«, σελ. 248, «La Grèce au Ve siècle…», σελ. 93). Ένα επιχείρημα ακόμα για να διαλυθεί κι ο μύθος της απόλυτης ισότητας μεταξύ των Σπαρτιατών πολιτών. Παρά τον τίτλο των Ομοίων που φέρουν οι πολίτες της, η Σπάρτη χαρακτηρίζεται από σαφείς κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες που αντικατοπτρίζονται και στον τρόπο χάραξης και άσκησης πολιτικής.  

Ωστόσο, αυτές οι «αδυναμίες» καθιστούν τελικά την εικόνα της Σπάρτης και των Σπαρτιατών πολύ πιο ανθρώπινη. Κι ίσως δεν υπάρχει πιο εύγλωττη εξεικόνιση αυτής της πραγματικότητας από το ανέκδοτο που μεταφέρει ο Θουκυδίδης. Συναντώντας έναν από τους Σπαρτιάτες αιχμαλώτους, κάποιος σύμμαχος των Αθηναίων προσπάθησε να τον ντροπιάσει και τον ρώτησε: «ήταν γενναίοι στρατιώτες οι σύντροφοί σας που σκοτώθηκαν στη Σφακτηρία;». Κι ο Λακεδαιμόνιος του απάντησε ότι «το βέλος θα πρέπει να ήταν ανεκτίμητης αξίας αντικείμενο, αν ήξερε να πετυχαίνει μόνο τους γενναίους»!

«καί τινος ἐρομένου ποτὲ ὕστερον τῶν Ἀθηναίων ξυμμάχων δι’ ἀχθηδόνα ἕνα τῶν ἐκ τῆς νήσου αἰχμαλώτων εἰ οἱ τεθνεῶτες αὐτῶν καλοὶ κἀγαθοί, ἀπεκρίνατο αὐτῷ πολλοῦ ἂν ἄξιον εἶναι τὸν ἄτρακτον, λέγων τὸν οἰστόν, εἰ τοὺς ἀγαθοὺς διεγίγνωσκε, δήλωσιν ποιούμενος ὅτι ὁ ἐντυγχάνων τοῖς τε λίθοις καὶ τοξεύμασι διεφθείρετο» (Θουκυδίδης, Δ΄, 40, 2).

Advertisements

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

24 Σχόλια to “Σφακτηρία – 425”

  1. Petefris Says:

    Εύγε και εύγαιος…

  2. Αθ. Αναγνωστόπουλος Says:

    Εξαιρετική και αυτή η ανάρτηση! Μερικές σκέψεις:

    α. Ο Κλέων είχε δίκιο: η επιστροφή στο στάτους κβο άντε δεν ηγγυάτο στους Αθηναίους ότι οι Λακεδαιμόνιοι δεν θα περνούσαν πάλι στην επίθεση. Νίκη σημαίνει κάμψη της βούλησης του αντιπάλου και, όσο εξακολουθεί υπάρχουσα η υλική βάση προς αυτό, δεν μπορεί να υπάρξη (ασφαλής) νίκη.

    β. Αναρωτιέμαι σχετικά με την παράδοση των οπλιτών πόση σημασία μπορεί να είχε ότι είχαν έναντί τους Αθηναίους και όχι βαρβάρους. Θα ήταν ίδιο το στίγμα;

    γ. Πιο εντυπωσιακή βρίσκω όχι την παράδοση καθαυτήν, αλλά την αγωνία της πόλης να τους απελευθερώση. Ασφαλώς και ο αριθμός τους άσκησε επιρροή, αλλά στο κάτω κάτω και στις Θερμοπύλες 300 Όμοιοι ήταν. Δεν νομίζω όμως ότι θα συνθηκολογούσε τότε η Σπάρτη, αν αιχμαλωτίζονταν. Μάλλον θα απαντούσε κάτι σαν αυτό που είπε ο Τζαβέλλας, «αν είναι παιδιά μου, θα καταλάβουν».

    δ. Τελικά, ίσως η αιτία βρίσκεται στις δύο γενιές που είχαν μεσολαβήσει ανάμεσα στις δύο μάχες. 55 χρόνια αλλάζουν πολλά, αλλάζουν αξίες, δημιουργούν ανισότητες, φθείρουν μύθους.

    • rogerios Says:

      Καλημέρα Αθανάσιε! Ευχαριστώ πολύ (και για το buzzάρισμα)!

      Κι εγώ νομίζω (και μαζί και άνθρωποι που έχουν μελετήσει σοβαρά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο) ότι η άποψη του Κλέωνα ήταν πιο ρεαλιστική: οποιαδήποτε ειρήνη βασισμένη σε ισορροπία του τρόμου, ήταν καταδικασμένη να είναι πρόσκαιρη, σχεδόν θνησιγενής. Πόσο κράτησε τελικά αυτή του 421; Οι όροι της συνθήκης ήταν πολύ κοντά σ’ αυτούς που πρότειναν οι Σπαρτιάτες το 425. Πόσο πιο ενδιαφέρον θα ήταν αν είχαμε στη διάθεσή μας και μια άλλη πηγή εκτός του Θουκυδίδη; Γιατί δεν νομίζω ότι αυτή την παθολογική εχθρότητα προς τον Κλέωνα την είχαν όλοι οι Αθηναίοι…

      Δεν είμαι σίγουρος (μα καθόλου) για το αν έπαιξε κάποιο ρόλο το ποιούς είχαν απέναντι οι Σπαρτιάτες πολεμιστές.

      Μάλλον οι Θερμοπύλες είναι η εντελώς ειδική περίπτωση, όπου ίσως η ίδια η πόλη έχει εγκρίνει εκ των προτέρων και το ενδεχόμενο θυσίας των 300. Τώρα γιατί να θυσιαστούν οι 300, ενώ για αυτούς τη Σφακτηρίας προσφέρουμε τα πάντα στον εχθρό, πέρα από το ότι οι αποκλεισμένοι είναι ως επί το πλείστον παιδιά (πολύ) καλών οικογενειών, πρέπει να μέτρησε πολύ το γεγονός ότι τη συγκεκριμένη εποχή το πρόβλημα της ολιγανθρωπίας είναι πολύ οξύτερο απ’ ότι το 480, που σχεδόν δεν γίνεται αντιληπτό. Γενικά για το δημογραφικό της Σπάρτης έχουν γραφτεί τόσο πολλά…

  3. Petefris Says:

    εύγαιος [χώρα]: εύφορη, από το 7ο βιβλίο του Στράβωνα γιά την περιοχή της Κριμαίας, της Θεοδοσίας και του Παντικαπαιου. Δύο αναφορές, σε σχέση με τόπο που καλλιεργούνται δημητριακα(=σιτοφόρος). Σε αντίθεση με την ορεινή ζώνη της περιοχής. Μεταφορικά λοιπόν «εύγε και [συνέχισε την άφθονη και] παραγωγική καλλιέργεια [της δισιπλίνας σου]». Θα μπορούσα να επιλεξω το λέξημα «εύγε και ΕΒΓΑ»(=νά χεις την δαψίλεια και την ευχέρεια των αγαθών μιάς συνοικιακής «έβγας») αλλα είπα να το παίξω σχολαστικός…

    • rogerios Says:

      Μερσώ πολλαπλώς! Το εύγαιος το είχα καταχωνιάσει στο βάθος του μυαλού μου και, μες στη συντηρητικούρα που με διακρίνει ώρες ώρες, δεν θα μπορούσε καν να φανταστώ τέτοια χρήση του. Μου αρέσει βέβαια και το ότι η παραπομπή σου μας οδηγεί στις περιοχές του Ευξείνου Πόντου και δη στις βόρειες ακτές. Το ταξίδι μας αποκτά νέες προοπτικές.

      Κι εγώ προτιμώ τη σχολαστική επιλογή σου ;).

  4. Αθ. Αναγνωστόπουλος Says:

    Χαχα, καλό!

  5. π2 Says:

    Εύγε Ρογήρε, σοφόν το σαφές.

    Για κάποιον μυστήριο λόγο, το επεισόδιο των αιχμαλώτων της Σφακτηρίας το έχω συνδέσει με μια εφηβική παρεξήγηση. Διαβάζοντας στο σχολείο ότι μια από τις μεθόδους ανεφοδιασμού των αιχμαλώτων σπαρτιατών ήταν να πηγαίνουν στο νησί είλωτες φορτωμένοι με αδιάβροχα σακιά που περιείχαν παπαρουνόσπορους ανακατεμένους με μέλι (4.26), και μη γνωρίζοντας τη μαγειρική χρήση του παπαρουνόσπορου, ήμουν, θυμάμαι, απολύτως πεπεισμένος πως η πραγματική αιτία της αντοχής των Σπαρτιατών στην πολιορκία, αλλά και της απροθυμίας τους να πολεμήσουν μέχρι τελευταίας ρανίδος, είχε οπιούχο προέλευση. 🙂

    • rogerios Says:

      Ευχαριστώ πολύ!

      Το σενάριό σου είναι άπαιχτο!!! Εγώ πάλι ήμουν τόσο ψυχρά ρεαλιστής (ή ντουβάρι) που ούτε που είχα προσέξει τη λεπτομέρεια. Γλίτωσα έτσι τους όποιους ψυχεδελικούς συνειρμούς 😉 ! Φοβερό.
      Πάντως έχω την εντύπωση ότι οι μερίδες (κατά το διάστημα της ανακωχής) το κρασάκι τους τουλάχιστον το περιελάμβαναν. Αν και σε μετρημένες ποσότητες.

  6. Δύτης των νιπτήρων Says:

    Ως ευ επανέκαμψας, ω Ρογήρε!

  7. dr7x Says:

    Κλεωνικός, φίλτατε Ρογήρε; (Φυσικά, ευχαριστούμε :-))

    • rogerios Says:

      Κλεωνικός από αντίδραση, αγαπητέ! 🙂
      Με τόσα που του έχει σύρει ο Θουκυδίδης, δεν είναι δυνατόν να μην αναγνωρίσει κανείς ότι επρόκειτο για πολιτικό με μεγάλες ικανότητες (εχμ, σαφώς μεγαλύτερες από αυτές του… Νικία). Πάντως, η στρατηγική ιδιοφυΐα του επεισοδίου είναι σαφώς ο Δημοσθένης (που τελικά τον πήρε στον λαιμό του ο Νικίας με την αναποφασιστικότητά του).

  8. Καίτη Βασιλάκου Says:

    Πολύ ωραία, Ρογήρε, ξαναθυμηθήκαμε τα γεγονότα της Σφακτηρίας. Μήπως η παράδοση των Σπαρτιατών έχει να κάνει και με τη σχετική αλλοτρίωση των καιρών; Ο πόλεμος αυτός είχε πολλή εμπάθεια και λίγα ιδεώδη. Να μας θυμίσεις και τα Κερκυραϊκά κάποια στιγμή.

    • rogerios Says:

      Πολύ λογική μου φαίνεται η εξήγησή σου. Θα προσέθετα απλώς ότι αυτός ο πόλεμος, που διέφερε τόσο από όλους όσους είχαν γνωρίσει μέχρι τότε οι ελληνικές πόλεις κράτη, δεν είχε ιδιαιτερότητα μόνο ως προς το ηθικό σκέλος του. Βλέποντας τα πράγματα υπό το πρίσμα πολιτικού και στρατιωτικού ρεαλισμού και από άποψη ας την πούμε «λογιστική», πάλι ο Πελοποννησιακός Πόλεμος ήταν ξεχωριστή περίπτωση: μια μακροχρόνια σύγκρουση φθοράς του αντιπάλου, η οποία δεν επρόκειτο ποτέ να κριθεί από μία και μόνο μάχη. Λαμβάνοντας υπόψη αυτήν την προοπτική, η Σπάρτη δεν είχε καμία δυνατότητα να θυσιάσει τόσους πολεμιστές χωρίς να διακυβεύσει την ίδια την ύπαρξή της.

  9. Cotsos Says:

    Πωπω, τι μου θύμισες! Μια από τις εφιαλτικότερες εξετάσεις που πέρασα στο Πανεπιστήμιο αφορούσε το Δ’ βιβλίο. Μάλιστα έπρεπε να σχολιάσουμε το χωρίο με τα αδιάβροχα παστέλια παπαρούνας. Κανονική σφαγή: γύρω στα 75 θύματα, σε σύνολο 100 φοιτητών. Βγαίνοντας από τη γραμματεία, γεμάτος ανακούφιση με το ηρωικό 5άρι μου στην τσέπη, πέφτω πάνω στον χασάπη. «Α, γεια σας! Το γραπτό σας ήταν από τα καλύτερα (!!!). Μήπως θέλετε να σας κόψω και να ξαναδώσετε το Σεπτέμβρη για βαθμό;» «Όχι, όχι, δε χρειάζεται», τραύλισα πανικόβλητος και έφυγα τρέχοντας. Κατά πολύ περίεργο τρόπο, όμως, ποτέ δε μίσησα τον Θουκυδίδη – τι έφταιγε κι αυτός…

    Για να κάνω το δικηγόρο του διαβόλου, και ο Θουκ. και ο Αριστοφάνης παραδέχονται γενικά το πολιτικό δαιμόνιο του Κλέωνα, έστω κι αν υπερτονίζουν χαιρέκακα τα δημαγωγικά του χαρίσματα. Στην περίπτωση της Σφακτηρίας, μου φαίνεται ότι αυτό που δικαιολογημένα ενοχλεί είναι το καπέλωμα των στρατιωτικών και ειδικά του Δημοσθένη. Ενώ η νίκη ήταν δική του, τον (ας πούμε αναχρονιστικά) «ρωμαϊκό» θρίαμβο τον έκανε ο Κλέων.

    • rogerios Says:

      Καλώς σε ξαναβρίσκω!

      «Ωραία» ιστορία αυτή των εξετάσεων (εμ βέβαια, όποιος είναι έξω από το χορό, τα βρίσκει όλα χαριτωμένα 🙂 )! Μπορώ να την καταλάβω. Ο Θουκυδίδης προσφέρεται για σφαγές, μαθητών τε και φοιτητών…

      Φαντάζομαι ότι το καπέλωμα του Δημοσθένη από τον Κλέωνα ήταν κάπως «φυσικό». Ο Κλέων ήταν καθαρόαιμος πολιτικός, έτοιμος να εκμεταλλευθεί τις περιστάσεις, ο Δημοσθένης δείχνει να είχε περισσότερο ψυχή στρατιωτικού, το καθήκον πάνω απ’ όλα και τα σχετικά. Δεν ξέρω (πώς άλλωστε;) αν τελικά κράτησε κακία στον Κλέωνα για ό,τι συνέβη, πάντως μέχρι την ολοκλήρωση της επιχείρησης κατάληψης της Σφακτηρίας όλα τα στοιχεία μαρτυρούν αγαστή συνεργασία μεταξύ των δύο.

  10. redkangaroo Says:

    Ωραία εξιστόρηση Ρογήρε! Μια δυο παρατηρήσεις περί Κλέωνος: έχεις απόλυτο δίκιο όταν διαπιστώνεις ότι πρόκειται για ένα πρόσωπο που κουβαλάει μονοσήμαντα αρνητική φόρτιση μας έχει κληροδοτήσει ο Θουκυδίδης (φαίνεται ότι η δική του αποτυχία στην Αμφίπολη τον σημάδεψε τον ιστορικό…). Ωστόσο ο Κλεων χρησιμοποίησε όλα τα «εργαλεία» του δημοκρατικού παιχνιδιού, πήρε την εντολή -δεν την υπέκλεψε με κανέναν τρόπο. Και από την άλλη ο Κλέων «έκανε τη δουλειά» δεν κορόιδεψε κανέναν. Ότι είχε υποσχεθεί ως προς τη Σφακτηρία το έκανε πράξη… δεν είναι και πολλοί διαχρονικά οι πολιτικοί που μπορούν να το πουν αυτό.

    • rogerios Says:

      Ακριβώς έτσι! Δώστε μου 20 μέρες για να το κάνω τους υποσχέθηκε και έκανε τελικά σε λιγότερες ημέρες ό,τι ακριβώς είχε υποσχεθεί. Κι ο Θουκυδίδης το γράφει με πόνο και βάζει και το χολερικό «καίπερ μανιώδης οὖσα ἡ ὑπόσχεσις». Άμα πάθαινε καμιά νίλα το δίδυμο Κλέωνα-Δημοσθένη (δηλαδή η πατρίδα του ιστορικού) θα έκανε πάρτυ; [με κάτι τέτοια είναι που συμπαθώ τον Ξενοφώντα κι ας χάνει σε λογική και μέθοδο]

  11. Γιώργος Λ. Says:

    Γεια σας, έψαξα να ξαναδιαβάσω την ανάρτηση, γιατί αυτή την εποχή διαβάζω στο Θουκυδίδη για το επεισόδιο. Μια σκέψη μόνο για το ανέκδοτο του τέλους. Υποθέτω ότι στην απάντησή του ο Λακεδαιμόνιος σκόπιμα αναφέρεται στο βέλος για να ρίξει με τη σειρά του την μπηχτή ότι οι σύντροφοί του στη Σφακτηρία δεν σκοτώθηκαν σε μάχη σώμα με σώμα και εμμέσως να απαντήσει και για τη γενναιότητα τη δική τους και των επιτιθέμενων. Φαντάζομαι πως οι Σπαρτιάτες δεν θα είχαν σε μεγάλη εκτίμηση τους τοξότες και δεν θα δέχονταν να τους… κοκορευτεί κάποιος που σκότωσε συντρόφους τους μ’ αυτόν τον τρόπο.

    • rogerios Says:

      Αγαπητέ φίλε, καλώς όρισες και ως σχολιαστής στο ιστολόγιο!

      Τα πράγματα έχουν λίγο-πολύ όπως τα λες. Καταρχήν και καταρχάς, ο Σπαρτιάτης αιχμάλωτος δίνει μια έξυπνη, εύστοχη και απολύτως λογική απάντηση στο ταπεινωτικό σχόλιο που του απηύθυναν. Τα βέλη δεν διαλέγουν να σκοτώσουν τους γενναιότερους. Από κει και πέρα, ναι οι Σπαρτιάτες όμοιοι ήταν αποκλειστικά οπλίτες φάλαγγας, όχι τοξότες (για αυτό άλλωστε και στη Σφακτηρία είναι εκτός τόπου και χρόνου, κυριολεκτικά παγιδευμένοι και καταδικασμένοι). Μπορούμε να συμπεράνουμε μια σπαρτιατική περιφρόνηση για τους τοξότες και το ελαφρύ πεζικό; Όχι απαραίτητα. Οι Σπαρτιάτες είναι πραγματιστές κι όχι οι ράμπο του κόμικ και του φιλμ «300». Γνωρίζουν καλά ότι αυτός ο πόλεμος είναι ολοκληρωτικός κι όχι η παραδοσιακή «ιεροτελεστία» της σύγκρουσης ανάμεσα σε δύο αντίπαλες οπλιτικές φάλαγγες. Δεν αγνοούν τη χρησιμότητα των λοιπών όπλων. [και φυσικά, όπως έχει ειπωθεί, ως επαγγελματίες πολεμιστές προσπαθούν όσο γίνεται να αποφύγουν τον πόλεμο 🙂 ]

  12. thanos814 Says:

    καλησπέρα σε όλους τους φίλους του χώρου!
    ξέρω είναι λίγο…καθυστερημένο το σχόλιό μου αν κρίνω από τις ημερομηνίες ανάρτησης (2011!), αλλά μόλις ανακάλυψα το blog αυτό και έχω μείνει εντυπωσιασμένος από το άρθρο!!
    ήθελα μόνο να ρωτήσω το φίλο που το έγραψε, αν ακόμη ασχολείται και γράφει, τι ήταν αυτό που έκανε η στρατιωτική ευφυΐα του Βρασίδα τον επόμενο χρόνο στην Μακεδονία- Θράκη και άλλαξε τις ισορροπίες. έκανε κάποιο στρατήγημα?κέρδισε κάποια αποφασιστική μάχη? προκάλεσε κάποια αποφασιστική μάχη?πως άλλαξε τις ισορροπίες? είμαι πραγματικά περίεργος να μάθω.
    Εκτός και αν το ευφυές της υπόθεσης ήταν η μεταφορά του χώρου των επιχειρήσεων και δεν το κατανόησα εγώ σωστά.
    ελπίζω κάποιος να διαβάσει αυτήν μου την απορία!!
    καλές γιορτές!!

    • rogerios Says:

      Καλώς όρισες, Θάνο! Ευχαριστώ για τα καλά λόγια!

      Ο Βρασίδας είναι προφανώς στρατιωτικός ηγέτης εξίσου προικισμένος με τον φίλο μας τον Κλέωνα. Πέραν των μέσων (υλικών και έμψυχου δυναμικού) που κατάφερε να έχει στη διάθεσή του, επιχειρεί έναν πραγματικά ευφυή αντιπερισπασμό, μεταφέροντας το κέντρο των πολεμικών επιχειρήσεων στην Ανατ. Μακεδονία-Θράκη, χώρο όπου οι Αθηναίοι έχουν κτήσεις και μεγάλα συμφέροντα και γενικώς θεωρούν ότι ανήκει στη σφαίρα επιρροής τους (και είναι για αυτούς κάτι παραπάνω από ζωτικός όσον αφορά την προμήθεια της Αθήνας σε πρώτες ύλες). Φυσικά, δεν αρκεί να επιχειρήσεις κάτι, πρέπει και να πετύχεις, κάτι που συνέβη με τον Βρασίδα. Από την άποψη αυτή, μπορούμε βεβαίως να αναρωτηθούμε ποια θα ήταν η εξέλιξη αν ο γνωστός και μη εξαιρετέος Θουκυδίδης υπεράσπιζε με μεγαλύτερη επιτυχία την Αμφίπολη. Αλλά, ως γνωστόν, η Ιστορία δεν γράφεται με υποθέσεις. 😉

  13. thanos814 Says:

    ώστε ο φίλος είναι ο…ρογεριος (το λέω σωστά??)!!
    άρα ασχολείσαι ακόμη και γράφεις!!
    κάτι τέτοιο φαντάστηκα αλλά να μη λέω ψέματα περάσαν χρόνια από το γυμνάσιο,λύκειο και….ε τα έχω ψιλόξεχάσει λιγο!!!
    θα τσεκάρω και άλλες σου αναρτήσεις!ελπίζω να τις βρω εξίσου ενδιαφέροντες!!
    καλό ξημέρωμα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: