Ιερουσαλήμ-Μαρίενμπουργκ – μέρος III: η μάχη με τα τρία ονόματα και η παρακμή του Τάγματος

Στα τέλη του 14ου αιώνα οι Τεύτονες Ιππότες βρίσκονται στο απόγειο της δύναμής τους: η επικράτειά τους φτάνει στα όρια της μέγιστης εδαφικής εξάπλωσής της, το κράτος τους στην Πρωσία γνωρίζει τη σημαντικότερη ως τότε οικονομική ανάπτυξη. Ωστόσο οι συνθήκες έχουν αρχίσει να μεταβάλλονται σε βάρος τους. Πολωνοί και Λιθουανοί, δηλαδή οι δύο σημαντικότεροι αντίπαλοι του Τάγματος, ενώνουν τις δυνάμεις τους. Η συμμαχία συνεπάγεται και τον προσηλυτισμό των Λιθουανών στον χριστιανισμό, γεγονός το οποίο στερεί από τους Τεύτονες τη νομιμοποίηση της επεκτατικής δράσης τους. Η μοιραία σύγκρουση δεν θα αργήσει. Η βαριά ήττα που θα υποστούν οι Τεύτονες, χωρίς να είναι αφεαυτής καταδικαστική, θα οδηγήσει το Τάγμα στην παρακμή: ο συνδυασμός εξωτερικής πίεσης και σοβαρών εσωτερικών προβλημάτων θα φέρει νέες ήττες στα πεδία των μαχών και θα καταλήξει στη συρρίκνωση του πρωσικού κράτους. Θα αναζητηθούν απεγνωσμένα λύσεις για την επιβίωση, οι οποίες θα φέρουν, κατ’ ανάγκη, τη μετάλλαξη του Τάγματος.

Ι.   Η μάχη με τα τρία ονόματα: η ήττα των Τευτόνων από τη συμμαχία Πολωνών και Λιθουανών

Α.   Από την ένωση Πολωνίας-Λιθουανίας έως την έναρξη της πολεμικής σύρραξης (1381-1409)

Το 1381 πεθαίνει ο μεγάλος μάγιστρος Βίνριχ του Κνιπρόντε, ο οποίος συνέδεσε το όνομά του με το απόγειο της ισχύος του Τάγματος. Την επόμενη χρονιά, ο νόμιμος διάδοχος του λιθουανικού θρόνου, ο  Γιογκάιλα (Γιαγκέουγο για τους Πολωνούς), εξοντώνει τον σφετεριστή θείο του, τον Κεστούτις, και αποκτά την ουσιαστική εξουσία στη χώρα, εγκαταλείποντας ταυτόχρονα τη μέχρι τότε συμμαχία του με τους Τεύτονες. Η αυτονόμηση αυτή προϋποθέτει την εξεύρεση νέων συμμάχων: ο Γιογκάιλα θα καταλήξει στην Πολωνία, φτάνοντας μέχρι του σημείου της ένωσης των δύο κρατών (α). Μολονότι η εξέλιξη αυτή είναι η χειρότερη δυνατή για τους Τεύτονες, το Τάγμα θα επιχειρήσει να αντιδράσει (β).  

α. Η ένωση Πολωνίας και Λιθουανίας: Από τα μέσα του 14ου αιώνα, η Λιθουανία έχει εξελιχτεί σε ένα από τα ισχυρότερα κράτη της Ευρώπης, εκμεταλλευόμενη και τα κενά εξουσίας που προκάλεσαν στην ευρύτερη περιοχή οι μογγολικές επιδρομές: αρκετές ηγεμονία στη Ρωσία και στην Ουκρανία, Μολδαβοί και Βλάχοι προτιμούν να αναγνωρίσουν την επικυριαρχία των Λιθουανών ηγεμόνων, τα σύνορα του κράτους των οποίων εκτείνονται πλέον από τη Βαλτική μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα. Αρκετά ρεαλιστές, οι Λιθουανοί μονάρχες ακολουθούν πολιτική ανεξιθρησκείας, μια και στους υπηκόους τους καταλέγονται, εκτός από τους ειδωλολάτρες Λιθουανούς, αρκετοί καθολικοί κι ακόμη περισσότεροι ορθόδοξοι χριστιανοί.

Επομένως, στην αναζήτηση συμμάχων κατά των Τευτόνων, ο Γιογκάιλα έχει δύο επιλογές: πρώτον, μπορεί να στραφεί προς τη Ρωσία (άλλωστε η μητέρα του ήταν κόρη του Ρώσου ηγεμόνα του Τβερ), διαλέγοντας τον γάμο με κάποια από τις κόρες του Μεγάλου Ηγεμόνα της Μόσχας. Η λύση αυτή απορρίπτεται σχετικά γρήγορα, γιατί η Λιθουανία θα οδηγηθεί στη σφαίρα επιρροής του ισχυρού μοσχοβίτη ηγεμόνα, του Ντμίτρι Ντανσκόι, ενώ θα πρέπει να αναγνωρίσει και την πρωτοκαθεδρία της ορθόδοξης Ρωσικής Εκκλησίας (βλ. Sylvain Gouguennheim “Les Chevaliers Teutoniques“, εκδ. Tallandier, Παρίσι, 2007, σελ. 445). Η εγγύτητα της εξουσίας αυτής την καθιστά σαφώς ενοχλητική για ένα φιλόδοξο μονάρχη. Σε κάθε περίπτωση, πολύ πιο ενοχλητική απ’ ό,τι είναι η εξουσία της Αβινιόν ή της Ρώμης (βρισκόμαστε στην περίοδο του Μεγάλου Σχίσματος της Καθολικής Εκκλησίας). Έτσι ο Γιογκάιλα επιλέγει τη δεύτερη λύση, αυτή της συμμαχίας με την Πολωνία. Στη χώρα αυτή, με τον θάνατο του Καζιμίρ Γ΄ (1370) σβήνει η δυναστία του Πιαστ και το στέμμα περνά στον ανηψιό του άκληρου μονάρχη, στον ανδεγαυικής καταγωγής βασιλιά της Ουγγαρίας Λουδοβίκο Α΄ τον Μεγάλο. Η εδραίωση της πολωνολιθουανικής συμμαχίας προϋποθέτει τον γάμο του Λιθουανού μεγάλου δούκα με την κόρη του Λουδοβίκου, την Εδβίγη. Υπάρχει ωστόσο ένα εμπόδιο, διόλου ασήμαντο: ο Λουδοβίκος έχει τη μεγάλη φιλοδοξία ν’ ανέλθει στον γερμανικό αυτοκρατορικό θρόνο. Στο πλαίσιο της αναζήτησης συμμάχων και υποστηριχτών, έχει ήδη υποσχεθεί την Εδβίγη στον δούκα της Αυστρίας. Ο γάμος αυτός δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Πολωνίας, για την οποία η Λιθουανία είναι πλέον ο φυσικός σύμμαχος κατά των μισητών Τευτόνων. Ο θάνατος του Λουδοβίκου, τον Σεπτέμβριο του 1382 στην Τρνάβα της Σλοβακίας, καθιστά εφικτή τη συμμαχία με τη Λιθουανία, μέσω του γάμου Εδβίγης και Γιογκάιλα. Η πραγματοποίηση του σχεδίου εξαρτάται από δύο ακόμη προϋποθέσεις: ο Λιθουανός μονάρχης πρέπει να ασπασθεί τον χριστιανισμό, ενώ ο δούκας της Αυστρίας πρέπει να αποζημιωθεί.

Η ένωση θα υλοποιηθεί σε τρεις φάσεις (βλ. (Alain Demurger “Chevaliers du Christ – Les ordres religieux-militaires au Moyen Âge, XIe-XVIe siècle“, εκδ. Seuil, Παρίσι, 2002, σελ. 260): 1. στις 14 Αυγούστου 1384 συνάπτεται σύμφωνο στην Κρέβα της Λιθουανίας (πολ. Κρέβο ή Κρέβνο), βάσει του οποίου αποκαθίσταται η ειρήνη μεταξύ Πολωνίας και Λιθουανίας, ενώ ο Γιογκάιλα δίνει την υπόσχεση να βαπτισθεί χριστιανός και δεσμεύεται να αποζημιώσει την Αυστρία. 2. Στις 15 Φεβουαρίου του 1386 ο Γιογκάιλα βαφτίζεται στον καθεδρικό της Κρακοβίας. Τρεις μέρες μετά παντρεύεται την Εδβίγη και, στις 4 Μαρτίου, στέφεται βασιλιάς της Πολωνίας με το όνομα Λαδισλάος Β΄ (πολ. Βουαντίσουαφ). 3. Την επόμενη χρονιά, ο Λαδισλάος (πλέον) μεταβαίνει στην πρωτεύουσα της Λιθουανίας, το Βίλνιους, κηρύσσει επίσημα τον προσχώρηση του λιθουανικού έθνους στον χριστιανισμό και ενθρονίζει τον πρώτο επίσκοπο Λιθουανίας (έναν Πολωνό Φραγκισκανό). 

Ο εκχριστιανισμός των Λιθουανών αφαιρεί από τους Τεύτονες τη βασική δικαιολόγηση που νομιμοποιούσε τις επιθέσεις εναντίον ενός κράτους που μέχρι τότε ήταν ειδωλολατρικό. Αντιθέτως, πολλοί, ακόμη και στο παπικό περιβάλλον, θεωρούν ότι η χριστιανική Λιθουανία μπορεί πλέον να αποτελέσει τον πιο αξιόπιστο σύμμαχο για την απόκρουση του μογγολικού κινδύνου. Ωστόσο, το Τάγμα διατηρεί τις ελπίδες του, κυρίως επειδή η ένωση Πολωνίας και Λιθουανίας είναι ατελής. Ο Γιογκάιλα/ Λαδισλάος επιλέγει να μην ασκήσει άμεσα την εξουσία στη Λιθουανία, αρκούμενος σε ρόλο επικυρίαρχου, καθώς αναθέτει τη διακυβέρνηση της πατρίδας του στον εξάδελφό του, τον Βυτάουτας (Βίτολντ για Γερμανούς και Πολωνούς). Μεγάλη μορφή πολιτικού ρεαλισμού, ο Βυτάουτας, δεν δίστασε κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του να βαπτιστεί πέντε φορές χριστιανός (τη μια φορά καθολικός, την άλλη ορθόδοξος κ.ο.κ., αναλόγως των εκάστοτε πολιτικών συμφερόντων του, βλ. Gouguennheim, όπ.π., σελ. 447). Μια τέτοια προσωπικότητα ήταν λογικό ότι αργά ή γρήγορα θα επιχειρούσε να διεκδικήσει την αυτονομία, αν όχι την ανεξαρτησία της Λιθουανίας. Αυτήν ακριβώς την τάση επρόκειτο να εκμεταλλευθούν οι Τεύτονες.

β. Η αντίδραση των Τευτόνων στην ένωση της Κρέβα: Το Τάγμα επιχειρεί να προσεταιρισθεί τον μεγάλο δούκα της Λιθουανίας. Τα συμφέροντα των δύο πλευρών συμπίπτουν κατά κάποιο τρόπο: ο Βυτάουτας θέλει να εξασφαλίσει την ηρεμία στο βόρειο μέτωπο, καθώς οι φιλοδοξίες του αφορούν κυρίως την επέκταση της Λιθουανίας προς τα νοτιοανατολικά (Ρωσία, Ουκρανία, παράλια της Μάυρης Θάλασσας). Το 1398 οι Τεύτονες και ο Βυτάουτας συνάπτουν τη συνθήκη του Σαλλινβέρντερ, με την οποία ο δεύτερος παραχωρεί στο Τάγμα τη Σαμογετία! Οι Τεύτονες επιχειρούν αμέσως να κατακτήσουν την περιοχή: το 1406 οι Σαμογέτες υποτάσσονται στους Γερμανούς ιππότες. Οι Τεύτονες είχαν τη δυνατότητα να δικαιολογήσουν την κατάκτησή αυτή με το σύνηθες πρόσχημα της ιεραποστολικής δράσης: οι Σαμογέτες είχαν παραμείνει ειδωλολάτρες. Παράλληλα, το Τάγμα ακολουθεί πολιτική επέκτασης προς όλες τις κατευθύνσεις: αγοράζει το Ντόμπριν από τον Πολωνό φεουδάρχη της περιοχής και το Νώυμαρκτ του Βρανδεβούργου (1402) από τον βασιλιά της Βοημίας και Ουγγαρίας.

Έχουν περάσει περισσότερα από είκοσι χρόνια από την Ένωση της Κρέβα. Θεωρητικά, το Τάγμα των Τευτόνων έχει ενισχύσει τις θέσεις του. Οπωσδήποτε έχει καθυστερήσει με επιδεξιότητα την πολεμική σύγκρουση με τους αντιπάλους του. Ωστόσο, οι πρόσφατες κατακτήσεις αποδεικνύονται εφήμερες: το 1409 οι Πολωνοί ανακτούν με τα όπλα το Ντόμπριν. Την ίδια χρονιά εξεγείρονται μαζικά οι Σαμογέτες. Ο μεγάλος μάγιστρος Ούλριχ του Γιούνγκινγκεν κατηγορεί (όχι άδικα) τον Βυτάουτας ως υποκινητή της εξέγερσης. Ο μάγιστρος προετοιμάζεται για πόλεμο, πιστεύοντας ότι η συμμαχία Πολωνών και Λιθουανών θα διαλυθεί εύκολα υπό την πίεση των γεγονότων. Είναι βέβαιος ότι ο Βυτάουτας δεν πρόκειται να κινηθεί στρατιωτικά κατά των Τευτόνων. Η εκτίμηση αυτή του Γιούνγκινγκεν πρόκειται να αποδειχθεί εσφαλμένη… και μοιραία για το Τάγμα. Στο παιχνίδι λυκοφιλίας ανάμεσα στους Τεύτονες και στον Λιθουανό μεγάλο δούκα, νικητής αναδεικνύεται ο δεύτερος που την κρίσιμη ώρα συντάσσεται με τον εξάδελφό του.

Β.   Από το Τάννενμπεργκ/ Γκρούνβαλντ/ Ζαλγκίρις έως την πρώτη συνθήκη ειρήνης του Τορν (1409-1411)

Ο μεγάλος μάγιστρος επιστρατεύει το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεων του Τάγματος και στρατολογεί μαζικά μισθοφόρους στη Γερμανία. Από τη μεριά τους ο Λαδισλάος και ο Βυτάουτας συγκεντρώνουν μια εντυπωσιακή στρατιά η οποία περιλαμβάνει στις τάξεις της Πολωνούς, Λιθουανούς και Σαμογέτες, Μογγόλους μισθοφόρους, Ρώσους, Ουκρανούς, Μολδαβούς, Βλάχους και Βοημούς! Στις 6 Αυγούστου 1409 το Τάγμα κηρύσσει τον πόλεμο στην Πολωνία και δέκα μέρες αργότερα επιτίθεται στα διεκδικούμενα εδάφη του Ντόμπριν και της Κουγιαβίας. Τον Ιούνιο του 1410 ο Λαδισλάος εισβάλλει στην Πρωσία, περνά τον Βιστούλα και κινείται προς το Οστερόντε με τελικό στόχο την καρδιά του κράτους των Τευτόνων, το ίδιο το Μαρίενμπουργκ. Ο Ούλριχ του Γιούνγκινγκεν επιλέγει να κινηθεί άμεσα, πριν ενωθούν με το στρατό του οι δυνάμεις των Τευτόνων της Λιβονίας, αλλά και ένα σημαντικό τμήμα των Γερμανών μισθοφόρων που βρίσκονταν ακόμη στην Πομερελία. Εκ των υστέρων είναι εύκολο να γίνει λόγος για τραγικό σφάλμα. Ωστόσο ο μεγάλος μάγιστρος θα πρέπει να είχε τους λόγους του για να λάβει μια τόσο σοβαρή απόφαση: πιθανότατα έκρινε ότι έπρεπε να αποφύγει με κάθε τρόπο μια πολιορκία της πρωτεύουσάς του.

α. Η μεγάλη σύγκρουση: Οι δύο στρατοί θα συναντηθούν στη Νότια Πρωσία, στο εσωτερικό του τριγώνου που σχηματίζουν τα χωριά του Τάννενμπεργκ, του Γκρύνφελντε (την ονομασία του οποίου οι Πολωνοί παρέφθειραν για άγνωστους λόγους σε Γκρούνβαλντ) και του Λούντβιχσντορφ. Έτσι, η μάχη που δόθηκε στις 15 Ιουλίου 1410 πήρε διαφορετική ονομασία για κάθε εμπόλεμη πλευρά: Τάννενμπεργκ για τους Γερμανούς, Γκρούνβαλντ για τους Πολωνούς και Ζαλγκίρις (που δεν είναι παρά η μετάφραση της ονομασίας Γκρούνβαλντ στα λιθουανικά) για τους Λιθουανούς. Παρά τα διάφορα χρονικά και αφηγήσεις, δεν έχουμε στη διάθεσή μας ακριβείς υπολογισμούς των δυνάμεων που αντιπαρατέθηκαν, ενώ και οι πληροφορίες μας για την εξέλιξη της μάχης δεν είναι απολύτως σαφείς (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 475/ Kristjan Toomaspoeg “Histoire des Chevaliers Teutoniques” εκδ. Flammarion, Παρίσι, 2001, σελ. 148-149. – Η καλύτερη ανάλυση της μάχης, βασιζόμενη σε κριτική εξέταση των πηγών ανήκει στον Sven Ekdahl, «Die Schlacht bei Tannenberg 1410. Quellenkritische Untersuchungen», Duncker & Humblot, Βερολίνο 1982). Πάντως οι Πολωνοί και Λιθουανοί είχαν σαφές αριθμητικό πλεονέκτημα: οι δυνάμεις τους ανέρχονταν σε 25-30.000 άνδρες, ενώ το στράτευμα των Τευτόνων υπολογίζεται σε περίπου 15.000 πολεμιστές.

Οι δυνάμεις του Λαδισλάου είχαν πάρει θέσεις μέσα σε ένα δάσος: στα δεξιά είχαν παραταχθεί οι Λιθουανοί, μαζί με τους Μογγόλους μισθοφόρους, στο κέντρο και αριστερά οι Πολωνικές δυνάμεις. Ο Γιούνγκινγκεν χώρισε τις δυνάμεις του σε δύο σώματα και στα αριστερά τοποθέτησε το πυροβολικό. Ο ίδιος έλαβε θέση πιο πίσω μαζί με τις εφεδρείες του ιππικού. Αρχικά ο Λαδισλάος επιλέγει να παίξει με τα νεύρα του αντιπάλου, συγκρατώντας το πολωνικό ιππικό. Τελικά, επιτίθενται πρώτοι οι Λιθουανοί μαζί με τους Μογγόλους κι αμέσως το ιππικό των Τευτόνων εφορμά για να τους αποκρούσει, καθιστώντας όμως αδύνατη τη χρήση του πυροβολικού. Οι Τεύτονες φαίνεται να νικούν κατά κράτος το λιθουανικό ιππικό το οποίο υποχωρεί, παρασύροντας στην οπισθοχώρησή του και μεγάλο μέρος του γερμανικού ιππικού που χυμά να κυνηγήσει τον εχθρό. Ακόμη και σήμερα οι ιστορικοί δεν είναι σίγουροι αν η υποχώρηση αυτή ήταν πραγματική (όπως υποστηρίζει ο Πολωνός χρονικογράφος Γιαν Ντλούγκος με σκοπό να πάρουν τη δόξα της νίκης αποκλειστικά οι συμπατριώτες του) ή προμελετημένο τέχνασμα με σκοπό να παγιδέψει τον αντίπαλο. Σε κάθε περίπτωση, βλέποντας τις γραμμές των Τευτόνων να έχουν αδυνατίσει, ο Λαδισλάος δίνει διαταγή στους Πολωνούς να επιτεθούν. Η σύγκρουση παίρνει αρνητική για τους Τεύτονες τροπή που επιδεινώνεται ακόμη περισσότερο όταν ρίχνονται στη μάχη οι Βοημοί μισθοφόροι του Λαδισλάου, στις τάξεις των οποίων μάχεται και ο Γιαν Ζίζκα, μετέπειτα στρατηγός των Ουσσιτών (το προσωνύμιό του, Ζίζκα = μονόφθαλμος, οφείλεται στο γεγονός ότι στη μάχη αυτή έχασε το ένα μάτι του). Προσπαθώντας να σώσει την κατάσταση, ο μεγάλος μάγιστρος επιχειρεί κίνηση αντιπερισπασμού με τις εφεδρείες του ιππικού: στην προσπάθεια αυτή σκοτώνεται, όπως κι οι περισσότεροι από τους αξιωματούχους του Τάγματος. Η συμμαχία Πολωνών και Λιθουανών έχει καταγάγει θριαμβευτική νίκη. Οι απώλειες των Τευτόνων είναι τεράστιες (ίσως 8.000 στρατιώτες κι αξιωματικοί τους έπεσαν στη μάχη). Πανικός επικρατεί στην Πρωσία, καθώς αρκετοί ιππότες προσπαθούν να διαφύγουν στη Γερμανία θεωρώντας σίγουρη την ολοκληρωτική επικράτηση του Λαδισλάου. Το πρωσικό κράτος του Τάγματος απειλείται με αφανισμό.

β. Η αντίσταση του Τάγματος και η σύναψη συνθήκης ειρήνης: Ενώ όλοι αναμένουν παθητικά τη μοιραία καταστροφή, επεμβαίνει αποφασιστικά ο μαρισκάλδος του Τάγματος, ο Ερρίκος του Πλάουεν, ο οποίος και εκλέγεται στο αξίωμα του μεγάλου μαγίστρου. Ο Ερρίκος συγκεντρώνει όλες τις δυνάμεις του Τάγματος και οχυρώνει το Μαρίενμπουργκ. Όταν ο Λαδισλάος φτάνει έξω από τα τείχη της πρωσικής πρωτεύουσας (21 Ιουλίου 1410) συναντά μεγάλη αντίσταση. Παράλληλα, τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις τόσο του Βυτάουτας όσο και μερικών Πολωνών ηγεμόνων που δεν επιθυμούν τη συνέχιση του πολέμου. Τελικά, ο Λαδισλάος αντιλαμβάνεται ότι είναι αδύνατο να εκπορθήσει το Μαρίενμπουργκ και λύει την πολιορκία στις 19 Σεπτεμβρίου 1410. Το θάρρος του Ερρίκου του Πλάουεν έχει σώσει το Τάγμα.

Οι Τεύτονες θα επιχειρήσουν τη μεγάλη αντεπίθεση προσπαθώντας να κερδίσουν έναν πόλεμο που έμοιαζε οριστικά χαμένος μετά τη συντριβή του Τάννενμπεργκ. Τον Οκτώβριο του 1410, ο Τεύτονας διοικητής του Νώυμαρκτ, ο Μιχαήλ Κυχμάιστερ, επικεφαλής στρατεύματος αποτελούμενου από 4.000 Γερμανούς συγκρούεται με τους Πολωνούς του Λαδισλάου. Οι Πολωνοί επικρατούν αποκόπτοντας τις τευτονικές ενισχύσεις από το κύριο σώμα στρατού του Τάγματος. Τους επόμενους μήνες η κατάσταση στα μέτωπα του πολέμου παραμένει στάσιμη. Η ισορροπία δυνάμεων καθιστά ελκυστικότερη προοπτική την παύση των εχθροπραξιών.    

Την 1η Φεβρουαρίου του 1411 οι εμπόλεμοι συνάπτουν συνθήκη ειρήνης στο Τορν (βλ. Gouguennheim, όπ.π., σελ. 479-480). Οι όροι της συνθήκης είναι αρκετά ευνοϊκοί για τους Τεύτονες που διατηρούν σχεδόν όλα τα εδάφη τους: η Πομερελία παραμένει δική τους, ενώ τα εδάφη των Σαμογετών παραχωρούνται προσωρινά μόνο στον Βυτάουτας της Λιθουανίας και στον Λαδισλάο. Από την άποψη αυτή ο μονάρχης της Πολωνίας δεν ανταμείφθηκε όσο θα άξιζε για τον θρίαμβο του Τάννενμπεργκ. Πάντως, οι Τεύτονες υποχρεώνονται να καταβάλουν στον Λαδισλάο μεγάλο χρηματικό ποσό ως πολεμική αποζημίωση (260.000 φιορίνια). Όσο επαχθής κι αν είναι, η αποζημίωση αυτή δεν ισοδυναμεί με οικονομική καταστροφή του Τάγματος (το οποίο, ενδεικτικά, είχε ξοδέψει περίπου 150.000 φιορίνια για την απόκτηση του Νώυμαρκτ).

Ο μεγάλος μάγιστρος είναι πεπεισμένος ότι η επιβίωση του Τάγματος επιβάλλει νέα πολεμική σύγκρουση με την Πολωνία και τη Λιθουανία. Η πλειοψηφία των ιπποτών, αντιθέτως, φοβάται μια νέα αναμέτρηση και προτιμά τη διπλωματική λύση. Ο σωτήρας θα πληρωθεί με το νόμισμα της προδοσίας: τον Αύγουστο του 1413, η συνέλευση των αδελφών του Τάγματος καθαιρεί τον Ερρίκο από το αξίωμα του μεγάλου μαγίστρου και τον αντικαθιστά με τον Μιχαήλ Κυχμάιστερ

ΙΙ. Από την πρώτη στη δεύτερη ειρήνη του Τορν – Εσωτερικά προβλήματα, διπλωματικές και στρατιωτικές ήττες

Μετά τη συνθήκη του Τορν η θέση του Τάγματος είναι βέβαια επισφαλής, η κατάσταση όμως είναι ακόμη αναστρέψιμη. Το μεγάλο πρόβλημα παραμένει η απειλή από την ένωση της Πολωνίας-Λιθουανίας. Οπαδός της διπλωματικής λύσης, ο μεγάλος μάγιστρος Μιχαήλ Κυχμάιστερ επιλέγει την παραπομπή του ζητήματος των διαφορών των Τευτόνων με τους γείτονές τους σε εκκλησιαστική σύνοδο (Α). Παρά τις προσπάθειες, η διπλωματική οδός δεν πρόκειται να επιλύσει οριστικά τις διαφορές αυτές. Τελικά, καθοριστικά για το μέλλον του Ordensstaat θα αποδειχθούν τα εσωτερικά του προβλήματα (Β) τα οποία ουσιαστικά θα προκαλέσουν και την επανέναρξη των εχθροπραξιών με την Πολωνία. Ο νέος πόλεμος θα σφραγίσει την παρακμή του Τάγματος (Γ).

Α.   Η προσπάθεια εξεύρεσης διπλωματικής λύσης – Από τη Σύνοδο της Κωνσταντίας στις συνθήκες του Μέουνο και του Μπρεστ (1414-1435)

α. Η Σύνοδος: η Σύνοδος της Κωνσταντίας συγκλήθηκε το 1414 με πρωτοβουλία του Σιγισμούνδου του Λουξεμβούργου, βασιλιά της Βοημίας και της Ουγγαρίας και Γερμανού αυτοκράτορα (από το 1410), με βασικό σκοπό να δώσει τέλος στο σχίσμα που ταλάνιζε την Καθολική Εκκλησία, εκλέγοντας πάπα κοινής αποδοχής. Ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε με την επιλογή του Ρωμαίου Οντόνε Κολόννα, ο οποίος εξελέγη πάπας με το όνομα Μαρτίνος Ε΄. Παρεμπιπτόντως, η Σύνοδος εξέτασε και το ζήτημα των διαφορών μεταξύ του Τάγματος των Τευτόνων και του βασιλείου της Πολωνίας-Λιθουανίας (βλ. Demurger όπ.π., σελ. 262-263). Οι Τεύτονες προβάλλουν τρεις ισχυρισμούς προς στήριξη των αιτημάτων τους: 1. οι Πολωνοί παραβίασαν τη συνθήκη ειρήνης. 2. ο εκχριστιανισμός των Λιθουανών δεν είναι ούτε πλήρης ούτε ειλικρινής, επομένως οι Πολωνοί έγιναν συνεργοί των «Σαρακηνών». 3. το ιεραποστολικό έργο που έχει ανατεθεί στο Τάγμα επιτάσσει την εξολόθρευση των απίστων που αρνούνται να εκχριστιανιστούν, καθώς και των συνεργών τους.

Οι Πολωνοί θα αναθέσουν την υπεράσπισή τους σ’ έναν εξαίρετο νομικό, τον Παύλο Βλαδίμηρο που δίδασκε στο Πανεπιστήμιο της Κρακοβίας. Ο Παύλος Βλαδίμηρος θα επικαλεσθεί το φυσικό δίκαιο και το δίκαιο των εθνών και των κρατών (σήμερα θα λέγαμε το δημόσιο διεθνές δίκαιο). Τα κράτη, χριστιανικά και μη, είναι δημιουργήματα του Θεού. Ο εκχριστιανισμός ενός λαού απόκειται στη δικαιοδοσία του κυρίαρχου κράτους, εν προκειμένω του Βασιλείου της Πολωνίας και Λιθουανίας. Οι υπόλοιποι χριστιανοί δεν έχουν δικαίωμα να προσηλυτίσουν ένα λαό με τη βία, ούτε μπορούν να επιτεθούν σε ένα κυρίαρχο κράτος. Οι Πολωνοί θα κερδίσουν τις εντυπώσεις χάρη τόσο στην επιδέξια αγόρευση του νομικού τους όσο και στη μαρτυρία της αντιπροσωπείας των Σαμογετών και του πληρεξούσιου του Πολωνού μονάρχη, που θα καταθέσουν για τις βιαιότητες που διέπραξε το Τάγμα κατά τη διάρκεια των επιδρομών του στα εδάφη της Λιθουανίας. Τις όποιες ελπίδες των Τευτόνων θα τις καταστρέψει οριστικά ο νομικός του εκπρόσωπος, ο φανατικός Δομηνικανός Ιωάννης του Φάλκενμπεργκ, ο οποίος θα βαλθεί ν’ αποδείξει ότι οι Πολωνοί είναι αιρετικοί που πρέπει να εξολοθρευτούν μαζί με τους «άπιστους» Λιθουανούς. Ο πάπας θα δικαιώσει φυσικά την Πολωνία.

β. Η διαιτησία του Σιγισμούνδου και οι συνθήκες του Μέουνο και του Μπρεστ: η παπική απόφαση δεν έθεσε τέλος στη διαμάχη. Οι εχθροπραξίες συνεχίζονταν σποραδικά. Έτσι, οι δύο πλευρές στράφηκαν στη διαιτησία του αυτοκράτορα Σιγισμούνδου (για μια ανάλυση των σχέσεων Τευτόνων και Σιγισμούνδου, βλ. Gouguennheim, όπ.π., σελ. 526-528). Ο αυτοκράτορας έκρινε ότι έπρεπε να τηρηθούν οι όροι της συνθήκης ειρήνης του Τορν, με μόνη ουσιαστική τροποποίηση την οριστική παραχώρηση της Σαμογετίας στη Λιθουανία. Ο Λαδισλάος δεν έμεινε ικανοποιημένος με την απόφαση αυτή και επιχείρησε να ανακτήσει την Πομερελία με τα όπλα. Συναντώντας τη σθεναρή αντίσταση των Τευτόνων, αναγκάζεται να συμβιβαστεί. Τον Σεπτέμβριο του 1422 θα υπογράψει με τους Τεύτονες στο Μέουνο (Mełno) συνθήκη «διαρκούς ειρήνης». Επικυρώνεται η οριστική παραχώρηση της Σαμογετίας στη Λιθουανία, ενώ ο πιο «πονηρός» για το Τάγμα όρος έγκειται στο ότι η πρωσική συνέλευση των τάξεων ορίζεται εγγυήτρια της συνθήκης. Η υπακοή των Πρώσων στον μεγάλο μάγιστρο εξαρτάται από την εκ μέρους του τήρηση της συνθήκης (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 481).

Τα ιστορικά γεγονότα δεν θα επιβεβαιώσουν τον τίτλο της συνθήκης του Μέουνο. Οι εχθροπραξίες θα ξαναρχίσουν το 1431 και θα διαρκέσουν τέσσερα χρόνια: δεν πρόκειται ακριβώς για ανοιχτή σύρραξη, αλλά περισσότερο για επιδρομές της μιας πλευράς στα εδάφη της άλλης που συνδυάζονται με διπλωματικά παιχνίδια και δολοπλοκίες. Μετά την εκεχειρία του Δεκεμβρίου του 1433 και τον θάνατο του Λαδισλάου το 1434, οι εμπόλεμοι συνάπτουν συνθήκη στο Μπρεστ της Κουγιαβίας (31 Δεκεμβρίου 1435). Η συνθήκη «αιώνιας ειρήνης» επαναλαμβάνει τους όρους της συνθήκης του Μέουνο με μία προσθήκη: δεν αναγνωρίζεται πλέον δικαίωμα παρέμβασης στον πάπα και στον Γερμανό αυτοκράτορα (Gouguennheim, όπ.π.). Θεωρητικά, το Τάγμα χάνει τη δυνατότητα να ζητήσει τη βοήθεια των παραδοσιακών στηριγμάτων του. Στην πράξη, ούτε ο πάπας ούτε ο αυτοκράτορας βοήθησαν με ουσιαστικό τρόπο τους Τεύτονες στις συγκρούσεις τους με την Πολωνία και τη Λιθουανία. 

Β.   Η εσωτερική κρίση

α. Η κρίση εντός του Τάγματος: η καθαίρεση του Ερρίκου του Πλάουεν από το αξίωμα του μεγάλου μαγίστρου έφερε στην επιφάνεια τη μεγάλη αντιπαράθεση που ταλάνιζε το Τάγμα μεταξύ «σκληροπυρηνικών» (που θεωρούσαν τη στρατιωτική επικράτηση μόνη ουσιαστική λύση για την επιβίωση του κράτους της Πρωσίας) και «ειρηνιστών» (που προτιμούσαν την ειρηνική επίλυση των διαφορών με την Πολωνία και είχαν την υποστήριξη μεγάλου μέρους των Πρωσων φεουδαρχών και μεγαλοαστών). Η διαμάχη αυτή επιδεινωνόταν και λόγω των διαφορών που χώριζαν τις κλίκες που είχαν δημιουργηθεί στο Τάγμα αναλόγως της καταγωγής των Ιπποτών και οι οποίες έφερναν, χοντρικά, αντιμέτωπους Βόρειους και Νότιους Γερμανούς!  Επιπλέον, επανεμφανίζεται με μεγαλύτερη οξύτητα και η χρόνια αντιπαράθεση μεταξύ απολυταρχίας του μεγάλου μαγίστρου και «δημοκρατικότερης» διοίκησης του Τάγματος.

Η κρίση θα κορυφωθεί στα χρόνια του μεγάλου μαγίστρου Παύλου του Ρούσντορφ (1422-1441), του οποίου η απολυταρχική διακυβέρνηση θα οδηγήσει σε σύγκρουση με τον μάγιστρο της Γερμανίας Έμπερχαρντ του Ζάουνσχάιμ. Ο δεύτερος κατηγορεί τον μεγάλο μάγιστρο ότι ενεργεί καθ’ υπέρβαση αρμοδιοτήτων, αδιαφορώντας για τις εκτός Πρωσίας κτήσεις των Τευτόνων. Το 1437 τον καλεί δημόσια να τηρήσει τους νόμους και τα έθιμα του Τάγματος. Ο Ρούσντορφ υποχωρεί, καθώς ο Έμπερχαρντ ζητεί τη διαμεσολάβηση του αυτοκράτορα Σιγισμούνδου. Με τον τρόπο αυτό θα διασώσει τις κτήσεις του Τάγματος στη Σικελία (τις οποίες εποφθαλμιούσε ο Αραγονέζος μονάρχης, ενώ ο Ρούσντορφ διαπραγματευόταν με τον Σιγισμούνδο την ανταλλαγή τους με εδάφη κοντά στη Φρανφούρτη επί του Όντερ, βλ. Toomaspoeg όπ.π., σελ. 153-154). Δύο χρόνια αργότερα, ο μεγάλος μάγιστρος προχωρεί σε νέα αυθαίρετη κίνηση: διορίζει μάγιστρο της Λιβονίας τον Ερρίκο του Νοτλέμπεν από τη Ρηνανία, δηλαδή ένα «Νότιο», ενώ στη συντριπτική τους πλειονότητα οι ιππότες στη Λιβονία κατάγονται από τον γερμανικό Βορρά. Η επιλογή του Ρούσντορφ προκαλεί πραγματικό πραξικόπημα στο εσωτερικό τους Τάγματος: τρεις διοικήσεις στην Ανατολική Πρωσία, μεταξύ των οποίων και αυτή του Κένιγκσμπεργκ, στασιάζουν και ενώνουν τις δυνάμεις τους με τον μάγιστρο της Γερμανίας ζητώντας την αναμόρφωση του τρόπου διοίκησης του Τάγματος (Demurger όπ.π., σελ. 267). Ο μεγάλος μάγιστρος κατορθώνει να διασωθεί διαιρώντας επιδέξια τους αντιπάλους του, προβαίνοντας σε δευτερεύουσας σημασίας παραχωρήσεις και φέρνοντας με το μέρος του τους αστούς των πρωσικών πόλεων (υποσχόμενος φορολογικές ελαφρύνσεις). Η λύση θα αποδειχθεί προσωρινή, μια και η αντιπαράθεση του Τάγματος με τους υπηκόους του είναι τελικά αναπόφευκτη.

β. Η οικονομική κρίση: Μέχρι την ήττα του Τάννενμπεργκ, το Τάγμα δεν είχε επιβάλει φόρο εισοδήματος στην Πρωσία. Τα έσοδα από τις ιδιοκτησίες του και οι εισφορές των διοικήσεών του στην υπόλοιπη Ευρώπη αρκούσαν για να καλυφθούν τα έξοδα για εξοπλισμό και στρατολόγηση μισθοφόρων. Μετά το 1410, όμως, το δημοσιονομικό έλλειμμα του πρωσικού κράτους καθίσταται χρόνιο (Demurger όπ.π., σελ. 266/ Gouguennheim, όπ.π., σελ. 538 επ.). Η υψηλή πολεμική αποζημίωση που έπρεπε να καταβληθεί στους Πολωνούς βάσει της συνθήκης του Τορν δεν αρκεί για να εξηγήσει την εξέλιξη αυτή.

Στην πραγματικότητα οι λόγοι της κρίσης είναι γενικοί και ειδικοί. Αφενός, με διαφορά μισού αιώνα και περισσότερο, η Πρωσία νιώθει τις συνέπειες της μεγάλης πανευρωπαϊκής κρίσης των μέσων του 14ου αι., η οποία οφειλόταν, μεταξύ άλλων, στις κλιματικές μεταβολές (στη «μικρή περίοδο των παγετώνων» που πλήττει την Ευρώπη) και στην επιδημία της βουβωνικής πανώλης. Αφετέρου, ο πόλεμος τους 1410 και οι επαναλαμβανόμενες πολωνικές επιδρομές προκαλούν σοβαρές καταστροφές. Οι κακές σοδειές του 1412, του 1415 και του 1416, καθώς και η επιδημία πανώλης που πλήττει την Πρωσία το 1416 συντελούν στην επιδείνωση της οικονομικής κρίσης.

Η αντιμετώπιση του προβλήματος οδηγεί την Πρωσία σε φαύλο κύκλο. Το Τάγμα χρειάζεται χρήματα για τις πολεμικές δαπάνες από τις οποίες εξαρτάται η επιβίωσή του, αλλά τα χρήματα μπορούν (ίσως) να βρεθούν μόνο αν ληφθούν μέτρα εξαιρετικά επαχθή για τους υπηκόους του. Συγκεκριμένα, η αντίδραση του Τάγματος είναι διττή: επιβολή φορολογίας και μεταβολή του νομικού καθεστώτος. Καταρχάς, το Τάγμα μεταβάλλει το νομικό καθεστώς στο οποίο υπόκεινται οι αγρότες, επιβάλλοντας σε πρώτη φάση διάφορους περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία τους. Στη συνέχεια, η περαιτέρω επιδείνωση του ισχύοντος δικαίου καθιστά τους (μέχρι τότε ελεύθερους) αγρότες ουσιαστικά δουλοπάροικους. Η μεταβολή αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε σύμπτωση συμφερόντων του Τάγματος και των οικονομικά ισχυρών της Πρωσίας (οι οποίοι επωφελούνται από τα μέτρα και ιδίως από τις εξαιρετικά χαμηλές αμοιβές του εργατικού δυναμικού). Ωστόσο το Τάγμα επιδιώκει να επωφεληθεί αποκλειστικά το ίδιο από τα μέτρα του (Demurger όπ.π., σελ. 268): τροποποιεί το κληρονομικό δίκαιο, αποκλείοντας π.χ. τις γυναίκες από την κληρονομική διαδοχή, έτσι ώστε να πολλαπλασιάσει τις περιπτώσεις στις οποίες το Δημόσιο καθίσταται εξ αδιαθέτου κληρονόμος.

Οι συνθήκες αυτές είναι ικανές να μετατρέψουν την οικονομική κρίση σε πολιτική. Εξέλιξη που δεν θα αργήσει να συμβεί.

γ. Η πολιτική κρίση: Το Τάγμα έχει αποκλείσει από κάθε άσκηση εξουσίας όλες τις κοινωνικές τάξεις (γαιοκτήμονες, αστούς, ελεύθερους αγρότες). Με την πολιτική που ακολουθεί στα φορολογικά και νομικά ζητήματα έχει αποξενωθεί εντελώς από το σύνολο των υπηκόων του. Η κρίση του 1437-1440 στο εσωτερικό του Τάγματος δίνει την ευκαιρία στους δυσαρεστημένους να ενώσουν τις δυνάμεις τους. Τον Μάιο του 1440, ευγενείς και εκπρόσωποι 19 πόλεων της Πρωσίας υπογράφουν σύμφωνο πολιτικών διεκδικήσεων και προχωρούν στην ίδρυση ομοσπονδίας (Preußische Bundesvertrag ή Bund). Τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς ο Ρούσντορφ παραιτείται. Ο διάδοχός του στην ηγεσία του Τάγματος, ο Κορράδος του Έρλιχσχάουζεν, προσπαθεί με κάθε μέσο να διαιρέσει τις συνιστώσες της Ομοσπονδίας, Μάταια όμως. Το 1450 συνέρχεται στο Έλμπινγκ η πρωσική Δίαιτα (συνέλευση των τάξεων) και συντάσσει κατάλογο με 61 αιτήματα. Πανικόβλητοι, οι Τεύτονες απευθύνονται στον πάπα ζητώντας τη διάλυση της Ομοσπονδίας. Η κίνηση κάνει το ποτήρι να ξεχειλίσει: το 1454, η Ομοσπονδία περνά στην επαναστατική δράση. Φυλακίζει τον μαρισκάλδο του Τάγματος μαζί με κάμποσους διοικητές. Καταλαμβάνει κάστρα και οχυρά των Τευτόνων. Κυρίως, στις 15 Απριλίου 1454, κατόπιν πρωτοβουλίας της Ομοσπονδίας, η πρωσική Δίαιτα απευθύνεται στον βασιλιά της Πολωνίας, τον Καζιμίρ Δ΄, προσφέροντάς του υποτέλεια με αντάλλαγμα την αναγνώριση πολιτικών προνομίων και ελευθεριών! Η επέμβαση της Πολωνίας δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε νέο πόλεμο με το Τάγμα.

Γ. Από τον Δεκατριετή Πόλεμο στη δεύτερη συνθήκη του Τορν (1454-1466)

α. Ο πόλεμος: Έχοντας κάνει εχθρούς τους ίδιους τους υπηκόους του, αντιμέτωπο με θανάσιμο κίνδυνο, το Τάγμα ξαναβρίσκει την ενότητά του την ύστατη στιγμή. Υπάρχει ίσως σωτηρία, ακόμη και τώρα: οι ιππότες είναι αξιόμαχοι, το δίκτυο των κάστρων και των οχυρών του Τάγματος ισχυρό (Demurger όπ.π., σελ. 270). Το ξεκίνημα του πολέμου δίνει ελπίδες στους Τεύτονες: στις 11 Σεπτεμβρίου 1454 πετυχαίνουν μεγάλη νίκη επί των Πολωνών στο Κόνιτς της Πομερελίας. Λείπουν, όμως, τα χρήματα για να πληρωθούν οι μισθοφόροι, απαραίτητοι όσο ποτέ άλλοτε τώρα που οι υπήκοοι του Τάγματος αρνούνται να εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους στρατιωτικής υπηρεσίας. Ζητώντας την καταβολή των δεδουλευμένων, ο Μοραβός Βερνάρδος του Ζίννενμπεργκ, επικεφαλής των Τσέχων μισθοφόρων που φρουρούν το Μαρίενμπουργκ, συλλαμβάνει και κρατά όμηρο τον μεγάλο μάγιστρο Λουδοβίκο του Έρλιχσχάουζεν. Ο μάγιστρος κατορθώνει να δραπετεύσει και καταφεύγει στο Κένιγκσμπεργκ. Το 1456 ο Καζιμίρ καταλαμβάνει το κάστρο του Μαρίενμπουργκ. Η τευτονική φρουρά της πόλης θα αντισταθεί ηρωικά για τρία ακόμη χρόνια. Έπειτα, οι Τεύτονες υφίστανται αλλεπάλληλες ήττες. Τα κάστρα τους πέφτουν στα χέρια των Πολωνών το ένα μετά το άλλο (Demurger όπ.π., σελ. 271). Ο πόλεμος έχει χαθεί.

β. Η δεύτερη συνθήκη ειρήνης του Τορν: Στις 19 Οκτωβρίου 1466 υπογράφεται στο Τορν νέα συνθήκη ειρήνης μεταξύ Τευτόνων και Πολωνών. Οι όροι της είναι επαχθέστατοι για το Τάγμα. Η Πολωνία αποκτά την Πομερελία με το Ντάντσιχ, την περιοχή του Κουλμ και του Ερμ, το Έλμπινγκ, το Τορν και το Μαρίενμπουργκ, την κοιτίδα δηλαδή του Τάγματος (Demurger όπ.π./ Gouguennheim, όπ.π., σελ. 556-557). Οι Τεύτονες χάνουν τα δύο τρίτα της Πρωσίας (τα πιο πλούσια, εκτός των άλλων), διατηρώντας μόνο το ανατολικό τμήμα της με το Κένιγκσμπεργκ και το Μέμελ, καθώς και την Πομεσανία με το Μαρίενβερντερ, και μάλιστα ως φέουδο που τους παραχωρεί ο Πολωνός μονάρχης, στον οποίο πρέπει να δηλώσει υποτέλεια ο μεγάλος μάγιστρος! 

Αν μετά την πρώτη συνθήκη ειρήνης του Τορν το Τάγμα διατηρούσε ουσιαστικές ελπίδες επιβίωσης, η δεύτερη σηματοδοτεί το τέλος του Ordensstaat. Η ήττα του Τάννενμπεργκ/ Γκρούνβαλντ δεν είχε άμεσα αποτελέσματα, αλλά δημιούργησε τις συνθήκες για την καθοριστική φθορά του Τάγματος. Οι δυνατότητες των Τευτόνων είναι πλέον εξαιρετικά περιορισμένες. Η ανάκτηση των χαμένων εδαφών μοιάζει ανέφικτη. Η Μεγάλη Πολωνία είναι η νέα υπερδύναμη της περιοχής. Βεβαίως το Τάγμα διατηρεί τις εκτεταμένες κτήσεις του στη Λιβονία, καθώς και τις διοικήσεις του στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ίσως πρέπει να επανακαθορίσει τον προορισμό του και να θέσει εαυτόν στην υπηρεσία της χριστιανοσύνης προκειμένου να αποκρουσθεί ο ολοένα και πιο απειλητικός τουρκικός κίνδυνος. Ποιά λύση θα επιλέξει τελικά το Τάγμα; Θα το διαπιστώσουμε στο επόμενο και τελευταίο μέρος της σειράς, όπου και θα επιχειρήσουμε μια συνολική αποτίμηση της δράσης του Τάγματος και του μύθου που κληροδότησε στην Ιστορία.      

Advertisements

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

6 Σχόλια to “Ιερουσαλήμ-Μαρίενμπουργκ – μέρος III: η μάχη με τα τρία ονόματα και η παρακμή του Τάγματος”

  1. Δύτης των νιπτήρων Says:

    Πω-πω! εντυπωσιακή ιστορία, με τεράστιο ενδιαφέρον. Κρατώ τον Παύλο Βλαδίμηρο, που ξέφυγε του Σκίνερ όταν έγραφε την ιστορία της ευρωπαϊκής πολιτικής σκέψης. Μια ερώτηση: το «πυροβολικό» στη μάχη του Τάννενμπεργκ/Γκρούνβαλντ/γουοτέβα, το 1410, τι είδους πυροβολικό ήταν; Κανόνια;

  2. rogerios Says:

    Μερσί Δύτη!

    Ο Παύλος Βλαδίμηρος ήταν μεγάλη γάτα, τεσπα νομικός μεγάλων αξιώσεων και μπροστά από τις αντιλήψεις της εποχής του. Αλλά, έτσι κι αλλιώς το Πανεπιστήμιο της Κρακοβίας είναι στην κορυφή την εποχή που συζητάμε.

    Πυροβολικό: μιλάμε για μπομπάρδες διαφόρων μεγεθών (οι μεγάλες ρίχνουν βλήματα διαμέτρου 12 έως 22 εκατοστών του μέτρου). Γενικά μιλάμε για πυροβόλα-προγόνους των κανονικών κανονιών μάλλον μικρού διαμετρήματος. Για περισσότερα στον Gouguennheim, όπ.π., σελ. 470-472.

  3. Καίτη Βασιλάκου Says:

    Ρογήρε, διάβασα απνευστί το δεύτερο και τρίτο μέρος και περιμένω με ανυπομονησία το τέταρτο, να δούμε τέλος πάντων ποια ήταν η κατάληξη αυτών των Τευτόνων που έκαναν κουμάντο σε ξένα εδάφη και σε αλλόγλωσσους και αλλόφυλους λαούς. Θα μου πεις βέβαια ότι τότε έτσι έκαναν όλοι…

    • rogerios Says:

      Θα το πω, βέβαια. Πώς γίνεται να μην το πω…. Αν και βέβαια για τα χρόνια που συζητούμε (χοντρικά ο 15ος αι.) το αλλόγλωσσο και αλλόφυλο μάλλον δεν ισχύει και τόσο: οι γερμανοί και γερμανόφωνοι αποτελούν σημαντικό τμήμα του πληθυσμού, οι ιθαγενείς (όσοι τέλος πάντων τη γλύτωσαν) έχουν αφομοιωθεί. Και φυσικά, δυό αιώνες μετά την εγκατάσταση, το Τάγμα πρέπει να νιώθει την Πρωσία εντελώς δικό του έδαφος.

      Ά, δεν ξέρω αν έχει τη μεγαλύτερη αξία η κατάληξη… η διαδρομή είναι πάντα το πιο ωραίο κι ίσως το πιο σημαντικό μιας ιστορίας.

  4. mousitsa Says:

    Εξαιρετική και η εικονογράφηση.Μερακλής σε όλα σου Ρογήρε.
    (αθ.αναγνωστόπουλε σου χρωστάω ένα ευχαριστώ για την αποκάλυψη του ιστολογίου,συγγνώμη που δεν στο είπα νωρίτερα).
    Κορυφαία διαχρονική ατάκα,το «ο σωτήρας θα πληρωθεί με το νόμισμα της προδοσίας».

    • rogerios Says:

      Μετά από τόσα καλά λόγια, δεν μπορώ παρά να ανταποδώσω μ’ ένα μεγάλο ευχαριστώ! 🙂 (και να ευχαριστήσω φυσικά κι εγώ με τη σειρά μου τον Αθανάσιο για τη διαφήμιση).

      Να πω την αλήθεια, η ατάκα μου φαίνεται λίγο κλισέ, αλλά τι να γίνει, σε μερικές περιπτώσεις και τα κλισέ μια χαρά εξυπηρετούν ένα κείμενο, οπότε τα χρησιμοποιώ. 😉

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: