Ιερουσαλήμ-Μαρίενμπουργκ – μέρος IV: το τέλος (;) και η υστεροφημία του Τάγματος

Οστερόντε, Πρωσία, 6 Ιανουαρίου 1453. Παραμονές, σχεδόν, του Δεκατριετούς Πολέμου που θα αποβεί μοιραίος για το κράτος των Τευτόνων. Ο τοπικός Τεύτονας διοικητής συντάσσει επιστολή προς τον Λουδοβίκο του Έρλιχσχάουζεν, μεγάλο μάγιστρο του Τάγματος. Του εκθέτει τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει στη συνεργασία του με τους ντόπιους ευγενείς. Μόλις συναντήθηκε με έναν από αυτούς τους γαιοκτήμονες, τον Πέτρες του Αρβάυντεν, από τον οποίο ζήτησε να παραχωρήσει στο Τάγμα για κάποιες εβδομάδες τους υποτελείς του χωρικούς, προκειμένου να βοηθήσουν σε εργασίες συντήρησης του κάστρου της περιοχής. Ο Πρώσος γαιοκτήμονας αρνείται. Ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος, τον οποίο παραθέτει αυτολεξεί στην επιστολή του ο διοικητής (βλ. Sylvain Gouguennheim “Les Chevaliers Teutoniques”, εκδ. Tallandier, Παρίσι, 2007, σελ. 551-552).

«- Άρχοντα! Κύριε Διοικητά! Κι εγώ είμαι ευγενής, όπως ακριβώς κι εσείς, κι αν παρίσταται ανάγκη μπορώ να το αποδείξω, όπως κάθε ευγενής. Ξέρετε, κύριε, αν δεν είχατε έρθει σ’ αυτήν εδώ τη χώρα δεν θα είχατε γίνει ποτέ άρχοντας…

– Τι είναι όλα αυτά που μου τσαμπουνάς βρε Πέτρες; Άν δεν ήμουν εγώ ο άρχοντάς σου, θα ήταν κάποιος άλλος στη θέση μου. Εσύ, πάντως, Πέτρες θα πρέπει οπωσδήποτε να έχεις έναν άρχοντα πάνω από σένα, γιατί είσαι τόσο ευγενής όσο μπορεί να είναι ευγενής μια αγριόκοτα!».

Το περιστατικό είναι ενδεικτικό του χάσματος ανάμεσα στο Τάγμα και τους υπηκόους του. Όπως ήταν μοιραίο, μετά από δύο και πλέον αιώνες κυριαρχίας των Τευτόνων έχει διαμορφωθεί αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε πρωσικό έθνος, με τις ελίτ του, γερμανικές ή εκγερμανισμένες, γαιοκτημόνων και πλουσίων εμπόρων, οι οποίες διεκδικούν το μερίδιό τους στην άσκηση εξουσίας. Το Τάγμα, όμως, δεν είναι διατεθειμένο να κάνει παραχωρήσεις. Αυτό που οπουδήποτε αλλού θα αποτελούσε φυσική εξέλιξη, δηλαδή η σταδιακή δημιουργία ενός έθνους σύμφωνα με τα πρότυπα των νεότερων χρόνων, έρχεται σε αντίθεση με την ίδια τη φιλοσοφία του κράτους ενός στρατιωτικού θρησκευτικού τάγματος το οποίο αποκλείει από την εξουσία οποιοδήποτε εξωτερικό προς αυτό στοιχείο. Ως εκ της φύσεως του τρόπου επάνδρωσης και λειτουργίας του Τάγματος, τα πρόσωπα που ασκούν εξουσία στην Πρωσία δεν έχουν ρίζες στον τόπο αυτό. Όσο για τους Πρώσους αριστοκράτες, ο μόνος τρόπος να διοικήσουν στην πατρίδα τους είναι να καταταγούν στο Τάγμα, δηλαδή να απεκδυθούν την ταυτότητά τους, χωρίς να είναι βέβαιο ότι το όνειρό τους θα εκπληρωθεί. Όλα αυτά έχουν ως συνέπεια την αποξένωση των Τευτόνων από τις τοπικές ελίτ, η οποία αποτυπώνεται στο παραπάνω περιστατικό μέσω μιας αμοιβαίας αμφισβήτησης της ιδιότητας του ευγενούς. Για τον γαιοκτήμονα, ο διοικητής είναι φορέας μιας δοτής εξουσίας που εκπορεύεται από έναν απρόσωπο οργανισμό. Για αυτό και ο υπαινιγμός («αν δεν είχατε έρθει σ’ αυτήν εδώ τη χώρα δεν θα είχατε γίνει ποτέ άρχοντας«): οι περισσότεροι από τους ιππότες κατάγονταν από οικογένειες μινιστράλιων, κατώτερων ευγενών, συχνά ταπεινής καταγωγής, που προήχθηκαν λόγω προσωπικής αξίας από τον αυτοκράτορα, δεν διέθεταν συνήθως φέουδα και αρκούνταν στην άσκηση καθηκόντων συμβούλου στην αυτοκρατορική ή σε κάποια φεουδαλική αυλή. Όσο για την οργισμένη απάντηση του διοικητή (σε ενικό, ενώ ο γαιοκτήμονας κρατά έστω τα προσχήματα χρησιμοποιώντας πληθυντικό), αποδεικνύει ότι για έναν Τεύτονα Ιππότη ο Πρώσος αριστοκράτης δεν είναι παρά ένας υποτελής που χρωστά την ανέλιξή του αποκλειστικά στο Τάγμα. Η σύγκρουση θα πληρωθεί ακριβά: τρεις μήνες αργότερα, η πρωσική Δίαιτα θα δηλώσει υποτέλεια στον Πολωνό μονάρχη και θα τον καλέσει να καταλάβει τη χώρα. Τη συνέχεια την είδαμε στο τρίτο μέρος της σειράς.

Με άλλα λόγια, η παρακμή και το ουσιαστικό τέλος του Ordensstaat δεν οφείλεται απλά στο ότι το Τάγμα έχασε, παρά την όποια ηρωϊκή αντίσταση, έναν κρίσιμο πόλεμο, αλλά στη διττή αδυναμία προσαρμογής στις εξελίξεις: αφενός, μετά τον προσηλυτισμό και των Λιθουανών στον χριστιανισμό, η Πρωσία είναι ένα κράτος σαν όλα τ’ άλλα. Οι Τεύτονες δεν μπορούν πλέον να καλούν σε σταυροφορίες ή να εμφανίζονται ως προστάτες της πίστης, κατά μείζονα λόγο όταν το ιδανικό των σταυροφοριών έχει ξεθυμάνει. Υποχρεωμένοι να αναζητήσουν συμμαχίες στη διεθνή διπλωματική σκηνή, χωρίς εγγενή επικοινωνιακά πλεονεκτήματα, δεν θα αποδειχθούν αρκετά επιδέξιοι ή τυχεροί. Αφετέρου, η ίδια η φύση ενός Ordensstaat αποδεικνύεται ασύμβατη με το υπό διαμόρφωση εθνικό κράτος. Το κράτος των ιπποτών ήταν καταδικασμένο να χαθεί γιατί η ίδια η εξέλιξη της Ιστορίας το είχε ξεπεράσει. Από την άποψη αυτή, το τέλος της Πρωσίας των Τευτόνων σηματοδοτεί την αλλαγή εποχής, τη μετάβαση από τον Μεσαίωνα (τις δομές και τις αντιλήψεις του οποίου εξέφραζε με απόλυτη επιτυχία) στους νεότερους χρόνους. Ας δούμε πώς ακριβώς γράφτηκε ο επίλογος πρώτα του κράτους κι έπειτα του ίδιου του Τάγματος (Ι), για να εξετάσουμε στη συνέχεια τον τρόπο με τον οποίο εκτιμήθηκε η κληρονομιά των Τευτόνων Ιπποτών στον χώρο δράσης τους (ΙΙ).

Ι. Το τέλος (;)

Όπως είδαμε στο προηγούμενο επεισόδιο, μετά την ταπεινωτική δεύτερη συνθήκη ειρήνης του Τορν το 1466, οι Τεύτονες έχασαν το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών τους, εκτός από την Ανατολική Πρωσία και την Πομεσανία. Διατηρούνται, βέβαια, οι εκτεταμένες κτήσεις του Τάγματος στη Λιβονία, όπου όμως οι Τεύτονες αποτελούν απλώς μία μεταξύ πλειόνων δυνάμεων εξουσίας, καθώς και αυτές στα εδάφη της Γερμανικής Αυτοκρατορίας κι αλλού στην Ευρώπη. Η κατάσταση είναι δυσχερέστατη, συγκρινόμενη με το άμεσο παρελθόν, αλλά όχι απαραίτητα καταδικαστική. Οι ίδιοι θα αναζητήσουν τρόπους επιβίωσης και, ει δυνατόν, ανάκτησης των χαμένων εδαφών. Ιστορικές εξελίξεις και συγκυρίες μάλλον απρόβλεπτες για τον άνθρωπο του τέλους του 15ου αιώνα θα φέρουν το οριστικό τέλος του Ordensstaat (Α). Όχι πάντως και του ίδιου του Τάγματος, το οποίο θα προσπαθήσει να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Σε σχέση με τα περασμένα μεγαλεία, θα μπορούσε να γίνει λόγος για παρακμή, ακόμη και για εκφυλισμό. Μια τέτοια εκτίμηση θα παρέβλεπε τη διαρκή προσπάθεια ενός τάγματος το οποίο, παρά τις τόσες αντιξοότητες, εξακολουθεί να υφίσταται, τυπικά τουλάχιστον, ακόμη και σήμερα (Β).

Α. Το τέλος του Ordensstaat

α. Ο αγώνας για την επιβίωση: Σε ό,τι έχει απομείνει από την Πρωσία το έργο της ανασυγκρότησης είναι δύσκολο. Ο πόλεμος προκάλεσε ανυπολόγιστες καταστροφές. Το 80 % των χωριών έχουν καταστραφεί ή εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους τους (Alain Demurger “Chevaliers du Christ – Les ordres religieux-militaires au Moyen Âge, XIe-XVIe siècle, εκδ. Seuil, Παρίσι, 2002, σελ. 271). Στη Λιβονία, το Τάγμα βρίσκεται σε διαρκή διαμάχη με τους άλλους δύο πόλους εξουσίας, δηλαδή την Εκκλησία και τους αστούς της Ρίγας και των μεγαλύτερων πόλεων. Ωστόσο, οι Τεύτονες αποτελούν σημαντική στρατιωτική δύναμη, ιδίως στη Λιβονία. Σ’ αυτό ακριβώς το στοιχείο στηρίζεται η ουσιαστικότερη ίσως από τις τελευταίες ελπίδες του Τάγματος για επιβίωση.

1. Σε αναζήτηση νέας νομιμοποίησης: Το Τάγμα χρειάζεται νέους αντιπάλους οι οποίοι θα νομιμοποιούν τη δράση του στα μάτια της χριστιανικής Ευρώπης. Πρέπει επομένως να πρόκειται για αλλόθρησκους ή έστω αλλόδοξους εχθρούς. Στη Λιβονία ο προφανής αντίπαλος είναι η όλο και ισχυρότερη ορθόδοξη Ρωσία: ήδη από το 1450 οι Τεύτονες Ιππότες κινητοποιούν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν τη ρωσική απειλή. Προκειμένου να αντιμετωπίσει καλύτερα τον κίνδυνο (αλλά και για να απομακρυνθεί από την πίεση που ασκούν ο αρχιεπίσκοπος και οι αστοί της Ρίγας), ο μάγιστρος της Λιβονίας Ιωάννης Βαλντχάους του Χέερζε μεταφέρει, γύρω στα 1470, την έδρα του στο Φέλλιν (σημερινό Βιλιάντι στην Εσθονία). Ο ηγεμόνας της Μόσχας και του Βλαντίμιρ, ο φιλόδοξος Ιβάν Γ΄ (σύζυγος της Ζωής – Σοφίας για τους Ρώσους – Παλαιολογίνας, η οποία θα φέρει σαν προίκα της τον βυζαντινό δικέφαλο αετό που πρόκειται να γίνει σύμβολο της ρωσικής μοναρχίας) θα απειλήσει σοβαρά τους καθολικούς της Λιβονίας: αφού κατακτήσει το Νόβγκοροντ και τις υπόλοιπες ρωσικές ηγεμονίες, ο Ιβάν στρέφεται προς δυσμάς. Το 1480 πολιορκεί το Φέλλιν, το 1492 κατασκευάζει το οχυρό του Ιβάνγκοροντ, ακριβώς απέναντι από το κάστρο των Τευτόνων στη Νάρβα, δυο χρόνια μετά συλλαμβάνει και φυλακίζει όλους τους Γερμανούς εμπόρους που βρίσκονται στο Νόβγκοροντ. Το καλοκαίρι του 1502, ο Βόλτερ του Πλέττενμπεργκ, μάγιστρος της Λιβονίας, ενισχυμένος με μισθοφορικά στρατεύματα που στρατολόγησε στη Γερμανία και βοηθούμενος από τους Λιθουανούς, κινείται εναντίον του Ρώσου ηγεμόνα. Στην αποφασιστική μάχη που θα δοθεί κοντά στη λίμνη Σμόλινα (13 Σεπτεμβρίου) ο ρωσικός στρατός θα συντριβεί.

Ο ιδανικός, όμως, αντίπαλος από άποψη νομιμοποίησης είναι οι Τούρκοι, που έχοντας κυριαρχήσει σε ολόκληρη τη βαλκανική χερσόνησο επιχειρούν να επεκταθούν προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Το Τάγμα αποφασίζει να συνδράμει τους Πολωνούς και τους Ούγγρους που βρίσκονται πια στην πρώτη γραμμή της σύγκρουσης με τους Οθωμανούς. Έτσι, το 1497 ο μέγας μάγιστρος Ιωάννης του Τίφεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμα του επικυρίαρχού του Πολωνού μονάρχη και προστρέχει να τον βοηθήσει με 4.000 άνδρες στον πόλεμο κατά των Τούρκων. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας και ενώ η στρατιά προχωρούσε κατά μήκος του Δνείστερου θα προσβληθεί από δυσεντερία και θα πεθάνει λίγες εβδομάδες αργότερα.

2. Σε αναζήτηση προστάτη: Το 1498, η συνέλευση του Τάγματος λαμβάνει μια απόφαση που σηματοδοτεί ουσιώδη πολιτική μεταστροφή: για πρώτη φορά εκλέγει για μεγάλο μάγιστρο πρόσωπο εκτός του Τάγματος. Ο εκλεκτός της συνέλευσης είναι ο Φρειδερίκος της Σαξονίας. Θέτοντας επικεφαλής του ένα Γερμανό ηγεμόνα, το Τάγμα αποκτά έναν ήδη ισχυρό αρχηγό με έτοιμες συμμαχίες και εκ των πραγμάτων μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ. Πράγματι, η πρώτη κίνηση του Φρειδερίκου είναι να αρνηθεί να ορκισθεί υποτέλεια στον βασιλέα της Πολωνίας. Ο Φρειδερίκος θέλει να διακηρύξει ότι το Τάγμα είναι ανεξάρτητο και έτσι σκοπεύει να πορευτεί στο μέλλον. Η Πολωνία σε πρώτο χρόνο δεν αντιδρά. Δώδεκα χρόνια αργότερα, το Τάγμα ακολουθεί την ίδια οδό, επιλέγοντας ξανά ένα Γερμανό ηγεμόνα ως μεγάλο μάγιστρο: τον Αλβέρτο του Βρανδεβούργου από τον οίκο των Χοεντσόλλερν. Ούτε ο Αλβέρτος δέχεται να δώσει όρκο υποτέλειας στον Πολωνό μονάρχη, αυτή τη φορά, όμως, οι Πολωνοί αντιδρούν. Η διαμεσολάβηση του αυτοκράτορα Κάρολου Κουίντου αποτυγχάνει, ο Αλβέρτος αρνείται να υποχωρήσει. Πρωσία και Πολωνία ετοιμάζονται για πόλεμο. Μια από τις σημαντικότερες καθολικές μοναρχίες κι ένα καθολικό τάγμα πρόκειται ν’ αλληλοσπαραχθούν την ώρα που η Γερμανία διχάζεται από το κήρυγμα του Λούθηρου. Ο αυτοκράτορας επιβάλλει ανακωχή στους δύο αντιπάλους. Και τότε θα συμβεί το φαινομενικά απροσδόκητο που θα σφραγίσει την ιστορία των Τευτόνων και της Πρωσίας.

β. Η στροφή στον Προτεσταντισμό – 1. Στην Ανατολική Πρωσία: Ο Αλβέρτος αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα: ταξίδεψε στη Βιττεμβέργη και συνάντησε τον Λούθηρο! Επιστρέφοντας στο Κένιγκσμπεργκ δήλωσε την απόφασή του να διαρρήξει τις σχέσεις του με την Αγία Έδρα, ασπαζόμενος το λουθηρανικό κήρυγμα, και να ελευθερωθεί από τους θρησκευτικούς όρκους του. Ειλικρινής πίστη στη διδασκαλία του Λούθηρου ή υπολογισμένη πολιτική απόφαση; Πιθανότατα και τα δύο (ο Αλβέρτος αλληλογραφούσε με τον Λούθηρο από το 1523 τουλάχιστον). Στην πλειονότητά τους, πάντως, οι ιππότες του Τάγματος στην Πρωσία τον ακολούθησαν: το 1523, το Ordensstaat μεταλλασσόταν σε κοσμικό δουκάτο πιστό στη Μεταρρύθμιση (Demurger, όπ.π., σελ. 272) !  Έπειτα, ο Αλβέρτος στράφηκε στην Πολωνία ζητώντας διαπραγματεύσεις: τον Απρίλιο του 1525 υπογράφηκε στην Κρακοβία συνθήκη ειρήνης. Ο Πολωνός βασιλέας Σιγισμούνδος Α΄, αναγνώρισε το δουκάτο της Ανατολικής Πρωσίας. Ο Αλβέρτος ορκίσθηκε υποτέλεια στον θρόνο της Πολωνίας και έλαβε το δουκάτο του ως κληρονομικό φέουδο πλέον. Οι αδελφοί του Τάγματος στη Γερμανία και στη Λιβονία αντέδρασαν στην, κατ’ αυτούς, προδοσία του Αλβέρτου του Βρανδεβούργου, που δεν δίστασε να δηλώσει υποτέλεια στους Πολωνούς με όρους πολύ πιο επαχθείς από αυτούς της δεύτερης συνθήκης του Τορν. Το 1526 εξέλεξαν ως μεγάλο μάγιστρο τον Βάλτερ του Κρόνμπεργκ, έως τότε μάγιστρο της Γερμανίας, και διεκδίκησαν την επιστροφή του Κένιγκσμπεργκ και της υπόλοιπης Ανατολικής Πρωσίας, προσφεύγοντας στο Δικαστήριο της Αυτοκρατορίας (Reichskammergericht). Μολονότι αυτό τους δικαίωσε με την απόφαση που εξέδωσε το 1532, ο Αλβέρτος πρόλαβε να συνάψει συμμαχίες με τους υπόλοιπους προτεστάντες ηγεμόνες και δεν κινδύνεψε ουσιαστικά ποτέ να χάσει το δουκάτο του.

2. Στη Λιβονία: Ο μάγιστρος Πλέττενμπεργκ δεν ακολούθησε το παράδειγμα του Αλβέρτου και παρέμεινε πιστός στη Ρώμη. Καθώς, όμως, η Μεταρρύθμιση κέρδιζε όλο και περισσότερους πιστούς, ακόμη και μεταξύ των ίδιων των ιπποτών, αναγκάστηκε να εκδώσει διάταγμα ανοχής προς τους προτεστάντες. Παρά τις όλο και αυξανόμενες αντιξοότητες, το Τάγμα κατόρθωσε να επιβιώσει στη Λιβονία για άλλα 40 περίπου χρόνια. Το μέλλον, όμως, διαγραφόταν όλο και πιο αβέβαιο μεταξύ της ρωσικής σφύρας και του πολωνικού άκμονος, ιδίως μετά την άνοδο του Ιβάν Δ΄ του Τρομερού στον ρωσικό θρόνο.  Το 1551 ο Ρώσος μονάρχης επέβαλε φόρο υποτέλειας στους Τεύτονες, το 1558 κατέκτησε τη Νάρβα και το Ντόρπατ, το 1561 το Φέλλιν. Ενδιαμέσως, οι Τεύτονες είχαν υποστεί συντριπτική ήττα από τους Ρώσους στο Έργκεμε (2 Αυγούστου 1560). Ταυτόχρονα Δανοί και Σουηδοί αποσπούσαν τμήματα της Εσθονίας. Έτσι, ο μάγιστρος της Λιβονίας Γοττάρδος Κέττλερ αποφάσισε να εφαρμόσει κατά γράμμα τη στρατηγική του Αλβέρτου του Βρανδεβούργου: ασπάσθηκε τον προτεσταντισμό και, στις 28 Νοεμβρίου 1561, σύναψε συνθήκη ειρήνης με την Πολωνία στο Βίλνιους. Ο Κέττλερ παρέδωσε τη Λιβονία στους Πολωνούς, απαρνήθηκε το Τάγμα, δήλωσε υποτέλεια στον Πολωνό μονάρχη και σε αντάλλαγμα έλαβε ως κληρονομικό φέουδο το δουκάτο της Κουρλάνδης. Όπως σημειώνει ο Ντεμυρζέ (όπ.π., σελ. 273) «η καθολικότατη Πολωνία, ορκισμένη εχθρός του καθολικού τάγματος των Τευτόνων κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων του Μεσαίωνα, είχε πλέον υποτελείς δύο προτεστάντες, κληρονόμους και ολετήρες ταυτόχρονα του Τάγματος στη Βαλτική!«

Β. Ζωή χωρίς κράτος – Το Τάγμα στην υπηρεσία της Γερμανικής αυτοκρατορίας

Η απώλεια του κράτους της Ανατολικής Πρωσίας και των κτήσεων της Λιβονίας δεν σήμαινε και το τέλος του Τάγματος των Τευτόνων, το οποίο επέλεξε τη πλέον φυσική λύση για τα συμφέροντά του. Επικέντρωσε το ενδιαφέρον του και συνέδεσε τη μοίρα του με τη Γερμανική Αυτοκρατορία, ιδίως δε με τoν οίκο των Αψβούργων, οι εκπρόσωποι του οποίου σχεδόν μονοπωλούν τον αυτοκρατορικό θώκο ήδη από τα τέλη του 13ου αιώνα.

Η εξέλιξη αυτή έχει προετοιμαστεί σταδιακά, κυρίως από τους μάγιστρους της Γερμανίας. Άλλωστε, από το 1494 ο αυτοκράτορας Μαξιμιλιανός Α΄ ανακηρύσει τον μάγιστρο της Γερμανίας Ανδρέα του Γκρούμπαχ «ηγεμόνα της Αυτοκρατορίας» με εκλεκτορικά δικαιώματα (Reichsfürst), δηλαδή ανώτατο ευγενή με δικαίωμα ψήφου στην αυτοκρατορική Δίαιτα. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Γκούγκενάιμ (όπ.π., σελ. 590), ο μεγάλος μάγιστρος θα λάβει τον ίδιο τίτλο μόλις το 1524. Λαμβανομένης υπόψη της μεταστροφής στον προτεσταντισμό του Αλβέρτου του Βρανδεβούργου την επόμενη χρονιά, το Τάγμα είχε στις τάξεις του δύο εκλέκτορες μόλις για ένα χρόνο, μια και μετά την ανάδειξη του Βάλτερ του Κρόνμπεργκ στο ύπατο αξίωμα ο μεγάλος μάγιστρος είναι ταυτόχρονα και μάγιστρος της Γερμανίας. Βεβαίως, το Τάγμα έπρεπε να επιλέξει και νέα έδρα: ο Κρόνμπεργκ προτίμησε το Μέργκεντχάιμ στη Βυρττεμβέργη, πιο κοντά στους κύριους συγκοινωνιακούς άξονες από τη μέχρι τότε έδρα του μαγίστρου της Γερμανίας, το Μπουργκ Χόρνεκ (στην ίδια περιοχή, αλλά λίγο δυτικότερα).

α. Η περίοδος των στοχαστικών προσαρμογών – Το Τάγμα απέναντι στον προτεσταντισμό: Το πρόβλημα για τους Τεύτονες είναι ότι η μεταφορά της έδρας στη Γερμανία συμπίπτει με μια περίοδο κρίσεων, αναβρασμού και ταραχών. Η θρησκευτική διαμάχη μεταξύ Καθολικής Εκκλησίας και Μεταρρύθμισης ανοίγει τον ασκό του Αιόλου δίνοντας την ευκαιρία δυναμικής διεκδίκησης κοινωνικών και πολιτικών αιτημάτων. Είναι η εποχή της εξέγερσης που έμεινε στην Ιστορία ως ο Πόλεμος των Χωρικών (Bauernkrieg). Η εξέγερση προκαλεί μεγάλες καταστροφές στις κτήσεις των Τευτόνων: μεταξύ άλλων, τον Μάΐο του 1525 λεηλατείται και πυρπολείται το κάστρο του Χόρνεκ. Τα αρχεία του μαγίστρου της Γερμανίας καταστρέφονται. Αν, όμως, οι ταραχές ήταν ένα παροδικό πρόβλημα, το ζήτημα της θρησκευτικής διαμάχης έθετε σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη του καθολικού Τάγματος. Η Μεταρρύθμιση εξαπλωνόταν με ραγδαίους ρυθμούς στη Γερμανία: οι περισσότεροι από τους ιερείς του Τάγματος ασπάστηκαν γρήγορα τον προτεσταντισμό. Αν και η πλειονότητα των ιπποτών παρέμεινε πιστή στη Ρώμη, ωστόσο οι απώλειες ήταν σημαντικές, τόσο σε επίπεδο έμψυχου δυναμικού όσο και από οικονομική άποψη. Όταν σε μια περιφέρεια οι προτεστάντες ξεπερνούσαν τους καθολικούς, το Τάγμα κινδύνευε να τη χάσει. Έπρεπε, επομένως, να βρεθούν ευέλικτες λύσεις που θα επέτρεπαν τη συνύπαρξη διαφορετικών δογμάτων προς το συμφέρον του Τάγματος.

Στα μέσα του 16ου αιώνα, τρεις διοικητικές περιφέρειες των Τευτόνων είχαν περάσει στο στρατόπεδο της Μεταρρρύθμισης (Θουριγγία, Σαξονία, Ουτρέχτη). Η Έσση παρουσίαζε την απίστευτη ιδιατερότητα να είναι τρι-δογματική! Στο αξίωμα του βαΐλου της περιφέρειας εναλλάσσονταν καθολικοί, λουθηρανοί και καλβινιστές ιππότες (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 592). Οι υπόλοιπες περιφέρειες και ο μεγάλος μάγιστρος παρέμεναν στις τάξεις του καθολικισμού. Η ανάγκη να αποτραπεί ο διχασμός ή έστω να μειωθούν οι απώλειες οδήγησε τη γενική συνέλευση των Τευτόνων να αποφασίσει στο Μέργκεντχάιμ το 1557 ότι οι αδελφοί ήταν ελεύθεροι να επιλέξουν δόγμα, δίνοντας όμως όρκο ότι θα σέβονταν την κυριότητα των περιουσιακών στοιχείων του Τάγματος. Το 1575, στην Ερφούρτη, το Τάγμα αποφάσιζε ότι μπορούσε να δέχεται στις τάξεις του προτεστάντες και ως νέους ιππότες. Καταστατικό και κανονισμοί αναθεωρήθηκαν προκειμένου να διασφαλισθεί η μεγαλύτερη δυνατή θρησκευτική ελευθερία των μελών. Ο συνεκτικός κρίκος δεν ήταν πια ο καθολικισμός, αλλά η ένωση των αδελφών του Τάγματος στην τήρηση των τριών όρκων (πενίας, αγνότητας και υπακοής).

Οι Τεύτονες και η Αγία Έδρα: Η ρεαλιστική στάση του Τάγματος στο ζήτημα του προτεσταντισμού το απομάκρυνε μοιραία από την Αγία Έδρα, η οποία έτσι κι αλλιώς δεν έδειχνε εδώ και καιρό το ίδιο ενδιαφέρον για τη διασφάλιση των προνομίων των Τευτόνων (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 596). Το 1494, ο πάπας Ιννοκέντιος Η΄ δεν δίστασε να μεταβιβάσει, χωρίς τη συγκατάθεση του Τάγματος, στον διαβόητο καρδινάλιο (και μετέπειτα πάπα Αλέξανδρο Στ΄) Ροδρίγο Βοργία όλα τα περιουσιακά στοιχεία που είχαν οι Τεύτονες στη Σικελία. Ο Βοργίας, όταν έγινε πάπας, πούλησε την περιουσία αυτή στον αρχιεπίσκοπο της Σαραγόσας. Βεβαίως, το ίδιο το Τάγμα με την αδιαφορία που είχε επιδείξει για τις σικελικές κτήσεις του είχε εμμέσως βοηθήσει την όποια παπική αυθαιρεσία. Κάποτε στρατηγικής σημασίας, ως βάση ανεφοδιασμού των Αγίων Τόπων, η περιφέρεια της Σικελίας είχε από καιρό πέσει σε αφάνεια, όταν το Τάγμα είχε στρέψει το ενδιαφέρον του στη Βαλτική. Τώρα που το κράτος και οι κτήσεις της Βαλτικής χάνονταν και οι ιταλικές κτήσεις αποκτούσαν και πάλι οικονομικό και στρατηγικό ενδιαφέρον για τον αγώνα κατά των Τούρκων ήταν πολύ αργά! Όσες προσπάθειες κι αν έκαναν οι Τεύτονες για την ανάκτηση των περιουσιακών στοιχείων τους στη Νότια Ιταλία (μεσολάβηση των Αψβούργων ή διαφόρων καρδιναλίων) όλες έπεσαν στο κενό.

Χαρακτηριστικό της κατάστασης που επικρατούσε κατά τα τελευταία χρόνια της τευτονικής διοίκησης Σικελίας είναι και το ακόλουθο περιστατικό (Kristjan Toomaspoeg “Histoire des Chevaliers Teutoniques” εκδ. Flammarion, Παρίσι, 2001, σελ. 59): όταν το 1491 επισκέπτονται το διοικητήριο του Παλέρμου οι επιθεωρητές του Τάγματος διαπιστώνουν ότι η πραγματικότητα ξεπερνά τους χειρότερους φόβους τους. Ο Τεύτονας διοικητής στο Παλέρμο είναι ύποπτος για σειρά οικονομικών σκανδάλων, έχει πέντε τουλάχιστον ερωμένες κι αμέτρητα παιδιά, ενώ σπαταλά τα χρήματα του Τάγματος για να ικανοποιήσει το πάθος του για τα ακριβά ενδύματα και για τη χαρτοπαιξία. Ταυτόχρονα, όπως κι ένας ακόμη αδελφός του Τάγματος, κατηγορείται ότι διατηρεί ομοφυλοφυλικές σχέσεις με υπηρέτες. Ο ιερέας που υπηρετεί στην περιφερειακή διοίκηση Σικελίας συζεί με μια γυναίκα. Δύο άλλοι αδελφοί είναι κλεισμένοι στη φυλακή για κλοπή. Κι ο μοναδικός «καλός» Τεύτονας ιππότης της υπηρεσίας δεν μπορεί να αντιδράσει σ’ αυτό το κλίμα σήψης και διαφθοράς, για τον απλό λόγο ότι τον έχει ρημάξει το πιοτό!

Το Τάγμα στάθηκε πιο τυχερό όσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία του στα παπικά κράτη. Επέδειξε άλλωστε πολύ μεγαλύτερο κι έγκαιρο ενδιαφέρον γι’ αυτά, μια και ήταν απαραίτητα (από οικονομική άποψη) προκειμένου να συνεχίσει να έχει διπλωματική εκπροσώπηση στην παπική αυλή. Η μόνιμη αντιπροσωπεία των Τευτόνων στην Αγία Έδρα καθιστά δυνατή την καλύτερη υποστήριξη και διεκδίκηση των αιτημάτων του Τάγματος: διατήρηση των προνομίων που αποκτήθηκαν κατά τον Μεσαίωνα, τυπική και ουσιαστική ισότητα με το άλλο στρατιωτικό θρησκευτικό τάγμα (τους Ιωαννίτες) κ.ο.κ.

β. Οι Τεύτονες και η Αυτοκρατορία: Καθ’ όλη τη διάρκεια του 16ου αιώνα οι σχέσεις του Τάγματος με τον οίκο των Αψβούργων γίνονται όλο και στενότερες. Οι Τεύτονες διευρύνουν τους ορίζοντες της πολιτικής δράσης τους, αλλά χάνουν μέρος της αυτονομίας τους (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 593 επ.). Το 1590 εκλέγεται ως μεγάλος μάγιστρος ο αρχιδούξ Μαξιμιλιανός των Αψβούργων, ο οποίος τροποποιεί τους κανονισμούς του Τάγματος, επιβάλλοντας την υποχρέωση κάθε ιππότη να μετέχει σε πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Τούρκων για τουλάχιστον τρία χρόνια. Μετά τον Μαξιμιλιανό, στο αξίωμα του μεγάλου μαγίστρου ανέρχονται πλέον μόνο μέλη της οικογένειας των Αψβούργων ή των πιστότερων σ’ αυτούς οικογενειών ευγενών (όπως οι Βίττελσμπαχ). Συνήθως, ο μεγάλος μάγιστρος είχε και πλήθος άλλων τίτλων και αξιωμάτων (κοσμικών και εκκκλησιαστικών): ο Λεοπόλδος Γουλιέλμος της Αυστρίας (μεγάλος μάγιστρος από το 1641 έως το 1662) ήταν ταυτόχρονα και αρχιδούξ της Αυστρίας, επίσκοπος-ηγεμόνας του Πασσάου και του Στρασβούργου, αρχιεπίσκοπος Βρέμης και Μαγδεβούργου, ηγούμενος της ιστορικής μονής του Μούρμπαχ, αυτοκρατορικός αρχιστράτηγος και πολλά ακόμη.

Η πολεμική δράση του Τάγματος: Η ουσιαστική νομιμοποίηση της ύπαρξης του Τάγματος δεν έπαψε να είναι ο αγώνας κατά των απίστων. Οι Τεύτονες συμμετέχουν με τις περισσότερες στρατιωτικές δυνάμεις τους στις προσπάθειες των Αψβούργων να συγκρατήσουν την επεκτατική ορμή των Οθωμανών. Αργότερα θα συσταθεί ένα ειδικό σύνταγμα για τα μέλη του Τάγματος, το οποίο θα ονομασθεί Hoch- und Deutschmeister Regiment. Το σύνταγμα αυτό θα πολεμήσει μεταξύ άλλων για την υπεράσπιση της Ουγγαρίας από την τουρκική εισβολή (1696-98) και στην Ολλανδία εναντίον των δυνάμεων του Λουδοβίκου ΙΔ΄.

Το 1809, ο Ναπολέων διαλύει το Τάγμα των Τευτόνων σε όλα τα εδάφη της λεγόμενης «Συνομοσπονδίας του Ρήνου» και διανέμει την περιουσία τους στους διάφορους Γερμανούς ηγεμόνες. Το Τάγμα επιβιώνει μόνο στα εδάφη που εξακολουθούν να ελέγχουν οι Αψβούργοι. Μεταφέρει την έδρα του στη Βιέννη και, βάσει καταστατικού πλέον, επιλέγει τον εκάστοτε μεγάλο μάγιστρο αποκλειστικά μεταξύ των μελών της αυτοκρατορικής οικογένειας.  Το σύνταγμα των Τευτόνων θα παραμείνει στην υπηρεσία των Αψβούργων και της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας μέχρι την κατάλυση της μοναρχίας το 1918. Την επόμενη χρονιά, ο νόμος περί καταργήσεως των τίτλων ευγενείας [Gesetz vom 3. April 1919 über die Aufhebung des Adels, der weltlichen Ritter- und Damenorden und gewisser Titel und Würden (Adelsaufhebungsgesetz)] θα δώσει τυπικό τέλος στην ύπαρξη του Τάγματος. Ωστόσο, θα συνεχίσει να υφίσταται σύνταγμα πεζικού με το όνομα Hoch- und Deutschmeister Regiment. Μάλιστα, οι συνωμότες που ανέτρεψαν και δολοφόνησαν τον καγκελάριο Ντόλλφους φορούσαν τη στολή του συντάγματος αυτού! Μετά την προσάρτηση της Αυστρίας από τη ναζιστική Γερμανία (Anschluß), το σύνταγμα μοιράστηκε σε δύο που ανήκαν στην 44η Μεραρχία Πεζικού της Βέρμαχτ και πολέμησε κυρίως στο ρωσικό μέτωπο. Το ουσιαστικό τέλος του γράφτηκε στο Σταλινγκράντ.

Το ίδιο το Τάγμα των Τευτόνων, μετονομασμένο από το 1929 σε «Γερμανικό Τάγμα», αποκτά τη μορφή αμιγώς εκκλησιαστικής οργάνωσης. Για πρώτη φορά οι μεγάλοι μάγιστροι είναι ιερωμένοι. Μετά το Άνσλους, το ναζιστικό καθεστώς απαγορεύει το Τάγμα και φυλακίζει ή εκτοπίζει τους αξιωματούχους του. Παρ’ όλα αυτά, το πάλαι ποτέ Τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών θα ανασυσταθεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Με έδρα πάντα τη Βιέννη συνεχίζει να υπάρχει ακόμη και σήμερα με αποστολή αποκλειστικά φιλανθρωπική (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 598/ Toomaspoeg, όπ.π., σελ. 161-162).

Κάπως έτσι το Τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών κατόρθωσε να διαβεί τους αιώνες για να φτάσει μέχρι τις μέρες μας. Λιγότερο εντυπωσιακή απ’ ότι στα χρόνια του Μεσαίωνα, η δράση του δεν υπήρξε αμελητέα. Σίγουρα, όμως, δεν έχει καμία σχέση με τον μύθο ή μάλλον τους μύθους του Τάγματος, όπως καλλιεργήθηκαν από δυνάμεις εξουσίας κι ιστορικούς.

ΙΙ. Υστεροφημία: η εικόνα και ο μύθος του Τάγματος μέσα από την ιστοριογραφία

Ποια ακριβώς ανάμνηση άφησε το Τάγμα στις περιοχές δράσης του; Ποια εικόνα του προτίμησαν να δώσουν οι εκάστοτε πολιτικές εξουσίες και η επίσημη ιστοριογραφία; Το εντυπωσιακό είναι ότι σχεδόν πάντα έχουμε να κάνουμε περισσότερο με ένα μύθο που μεταλλάσσεται αναλόγως των εποχών και των συγκυριών, παρά με μια ιστορικά πιστή εικόνα. Η στρατευμένη ιστοριογραφία και η προπαγάνδα κάνουν θαύματα! Ακολουθώντας την εμπεριστατωμένη ανάλυση στην οποία προβαίνει ο Γκούγκενάιμ στη μονογραφία του (όπ.π., σελ. 598-620), διαπιστώνουμε ότι ύστερα από μια εποχή απόρριψης της τευτονικής κληρονομιάς (Α), η ιστορία του Τάγματος χρησιμοποιήθηκε κατά το δοκούν από τον γερμανικό και τον πολωνικό εθνικισμό (Β).

Α. Η απόρριψη

Στην Πρωσία του 17ου αιώνα οι ιστοριογράφοι έρχονταν αντιμέτωποι με αγεφύρωτες αντιφάσεις: η οικειοποίηση της ένδοξης κληρονομιάς των Τευτόνων ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με την ανάγκη να αποκρουσθούν οι εδαφικές διεκδικήσεις του Τάγματος και με το κοινό αίσθημα που θεωρούσε τους Τεύτονες κατακτητές και καταπιεστές από τους οποίους αποκτήθηκε η ελευθερία χάρη στην εξέγερση του 1454. Για κάποιους η λύση συνίστατο σε μια εντελώς  αυθαίρετη διάκριση μεταξύ ενός Τάγματος που αναλαμβάνει τον ρόλο του εκπολιτιστή των ειδωλολατρών και του προστάτη των χριστιανών κατά τον 13ο-14ο αιώνα και ενός δεσποτικού κυρίαρχου του 15ου αιώνα. Άλλοι, πάλι, απέρριπταν συνολικά τους Τεύτονες ως βίαιους και άπληστους εισβολείς.

Η εχθρότητα προς το Τάγμα ήταν εντονότερη στην πολωνοκρατούμενη Δυτική και Κεντρική Πρωσία, παρά στο δουκάτο των Χοεντσόλλερν. Στο Κένιγκσμπεργκ κυβέρνησαν οι απόγονοι του Αλβέρτου μέχρι το 1618, όταν, μέσω γάμου, το δουκάτο πέρασε στα χέρια του μείζονος κλάδου των Χοεντσόλλερν, αυτού των εκλεκτόρων του Βρανδεβούργου. Από εδαφική άποψη το κράτος της Πρωσίας όπως το γνωρίζουμε στη νεότερη Ιστορία είχε ήδη συσταθεί. Το 1701, ο Φρειδερίκος της Πρωσίας απέκτησε τον τίτλο του βασιλέα, χάρη στην υποστήριξη που παρείχε στον αυτοκράτορα Λεοπόλδο Α΄ κατά τον Πόλεμο της Ισπανικής Διαδοχής. Η εξέλιξη αυτή θα επηρεάσει ριζικά τις κρατούσες αντιλήψεις σχετικά με το Τάγμα των Τευτόνων. Η εικόνα του Τάγματος επρόκειτο να σπιλωθεί από μια ιστοριογραφία (α) προτεσταντική, που απέρριπτε χωρίς συζήτηση ένα καθολικό τάγμα το οποίο υπηρετούσε τα παπικά συμφέροντα, (β) επηρεασμένη από τις ιδέες του Διαφωτισμού, εξ ορισμού εχθρικές προς οτιδήποτε μεσαιωνικό, συνδεδεμένο με την Εκκλησία και βεβαρυμένο με μια απροκάλυπτα επεκτατική πολιτική, και (γ) υποχρεωμένη να αγωνιστεί για τη νομιμοποίηση της μοναρχίας των Χοεντσόλλερν. Προτιμήθηκε έτσι να προβληθεί μια εντελώς αντίθετη προς την ιστορική πραγματικότητα ιδέα αδιάρρηκτης συνέχειας του πρωσικού έθνους: οι μεν υπήκοοι των Χοεντσόλλερν παρουσιάζονταν συλλήβδην ως απόγονοι των ιθαγενών Πρώσων, οι δε βασιλείς της Πρωσίας ως απόγονοι ενός μυθικού Πρώσου μονάρχη, ονόματι Βάιντεβουτ! Οι Τεύτονες βρέθηκαν εντελώς αποκλεισμένοι από τον ιδρυτικό μύθο της νεότερης Πρωσίας: κατακτητές χωρίς δικαιώματα (η δωρεά του Φρειδερίκου Β΄ των Χοχενστάουφεν ήταν άκυρη, μια κι ο αυτοκράτορας δεν μπορούσε να δανείσει κάτι που δεν του ανήκε), βίαιοι, ένοχοι σχεδόν γενοκτονίας (οι Πρώσοι συγγραφείς του 18ου αιώνα τους παρομοίαζαν με τους Ισπανούς κονκισταδόρες).

Β. Ο μύθος του Τάγματος στην υπηρεσία των εθνικισμών

α. Η εικόνα των Τευτόνων σύμφωνα με τον γερμανικό εθνικισμό: Τα πράγματα αλλάζουν σταδιακά, καθώς αρχίζουν να επικρατούν εθνικιστικές ιδέες. Ο παγγερμανισμός, οι φιλοδοξίες των Χοεντσόλλερν να διεκδικήσουν ηγεμονικό ρόλο στον ευρύτερο γερμανικό χώρο, η ανάγκη να αποκρουσθούν οι όποιες πολωνικές διεκδικήσεις, οδηγούν σε αποκατάσταση της εικόνας του Τάγματος (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 601 επ.). Ο πρωσικός, καταρχήν, εθνικισμός είχε κάθε λόγο να οικειοποιηθεί την ιστορική κληρονομιά των Τευτόνων, ένδοξων υπερασπιστών της Πρωσίας έναντι των Πολωνών. Η κίνηση βοηθούσε στην προώθηση αλυτρωτικών διεκδικήσεων σε βάρος του εξασθενημένου βασιλείου της Πολωνίας, ιδίως όσον αφορά τη Δυτική Πρωσία όπου οι εθνοτικές/ θρησκευτικές ταραχές μεταξύ προτεσταντών Γερμανών και καθολικών Πολωνών ήταν αρκετά συχνές. Η εκμετάλλευση του τευτονικού μύθου έγινε ακόμη εντονότερη με την εμφάνιση ενός γερμανικού πλέον εθνικισμού: τρία στοιχεία χαρακτήριζαν αυτή τη νέα γερμανική ερμηνεία της Ιστορίας: «βίαιη εχθρότητα έναντι της Πολωνίας, εκγερμανισμός της κληρονομιάς του Τάγματος [η οποία τίθεται στην υπηρεσία των φιλοδοξιών του γερμανικού έθνους κι όχι μόνον της Πρωσίας] και, τέλος, η ανάδειξη του Τάγματος σε πρότυπο, ιδρυτικό μύθο και παράδειγμα για το μέλλον» (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 603). Οι ιδέες αυτές θα χρησιμοποιηθούν ακόμη και ως ιστορικοφανής δικαιολόγηση των διαμελισμών της Πολωνίας (1772, 1793, 1795), χάρη στους οποίους το βασίλειο της Πρωσίας δεν θα ικανοποιήσει απλώς όλες τις εδαφικές διεκδικήσεις του όσον αφορά περιοχές που κάποτε ανήκαν στο Ordensstaat των Τευτόνων, αλλά θα αποκτήσει και εδάφη κατοικούμενα αποκλειστικά από πολωνικούς πληθυσμούς. Ο βασιλιάς της Πρωσίας Φρειδερίκος-Γουλιέλμος Δ΄ (1840-1862) επιχειρεί να επισκευάσει το κάστρο του Μαρίενμπουργκ, ενώ επισκέπτεται το πεδίο της μάχης του Τάννενμπεργκ αποτίοντας φόρο τιμής στους Τεύτονες. Προπαγάνδα και επίσημη ιστορία εκθειάζουν τους Τεύτονες ως «ανάχωμα» κατά των «βάρβαρων» Σλάβων και ως εκπολιτιστές των βαλτικών και σλαβικών λαών. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της τάσης, ο καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και «επίσημος» ιστορικός της πρωσικής μοναρχίας Χάινριχ φον Τράιτσκε (1834-1896): πρόχειρη και όλως επιλεκτική χρήση των πηγών, απροκάλυπτος εθνικισμός και ωμός «δαρβινισμός» (που εμφανίζει την εξολόθρευση των ιθαγενών Προυθηνών σαν ιστορική αναγκαιότητα), διακρίνουν το έργο ενός ιστορικού που διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τις αντιλήψεις των Γερμανών του τέλους του 19ου αιώνα σχετικά με το Τάγμα.

Οι ιδέες αυτές που εμφανίζουν τους Τεύτονες Ιππότες ως αρχέτυπο του Γερμανού πολεμιστή κυριαρχούν όλο και περισσότερο μετά την ένωση της Γερμανίας και το Β΄ Ράιχ. Στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, μετά την ταπεινωτική συνθήκη των Βερσαλλιών, συνδυάζονται με αλυτρωτικές τάσεις και τη δίψα για εκδίκηση: το Τάγμα υμνείται ως «Νέα Σπάρτη» και «πρότυπο της ιδανικής Γερμανίας». Μαζί με άλλα σύμβολα όπως ο Αρμίνιος, η Αγία Γερμανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η Χάνζα, ο Φρειδερίκος Β΄ της Πρωσίας, το κράτος του Μαρίενμπουργκ παρουσιάστηκε ως «η μήτρα μιας νέας Γερμανίας, της οποίας το πεπρωμένο ήταν ν’ αναστηθεί μετά την ταπείνωση του 1919» (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 608). «Ο μύθος που δημιουργήθηκε γύρω από το Ordensstaat κατέστη ένα από τα συστατικά στοιχεία ενός ευρύτερου συνόλου, του μεγάλου γερμανικού μεσιανικού μύθου της δεκαετίας του 1920 και του Γ΄ Ράιχ» (Jean F. Neurohr «Der Mythos vom Dritten Reich. Zur Geschichte des National-Sozialismus» εκδ. Cotta, Στουτγάρδη 1957).

Παραδόξως (;), το ίδιο το Γ΄ Ράιχ δεν έδωσε στον τευτονικό μύθο παρά μια εντελώς επιφανειακή θέση (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 609). Στο «Mein Kampf», ο Χίτλερ περιορίσθηκε σε μερικές αόριστες αναφορές στα ιπποτικά τάγματα, χωρίς να κατονομάζει τους Τεύτονες. Δύο μόνο στελέχη του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος έδειξαν ενδιαφέρον για τον μύθο του Τάγματος. Ο εκ των θεωρητικών του κόμματος Άλφρεντ Ρόσενμπεργκ διακατεχόταν από αληθινό πάθος για την ιστορία των Τευτόνων (πιθανότατα λόγω της καταγωγής του, μια και προερχόταν από τη γερμανική μειονότητα της Εσθονίας), αλλά δεν είχε ποτέ ιδιαίτερη επιρροή στα πολιτικά πράγματα (ο ίδιος ο Χίτλερ χαρακτήριζε τις θεωρίες του Ρόζενμπεργκ ως ασυναρτησίες). Πολύ σημαντικότερος ήταν βέβαια ο ρόλος του Χάινριχ Χίμμλερ ο οποίος χρησιμοποίησε το Τάγμα ως πηγή έμπνευσης και πρότυπο για την εκπαίδευση και οργάνωση των Ες Ες, διοργανώνοντας μεσαιωνικοφανείς τελετές σε κάστρα.

β. Η δαιμονοποίηση των Τευτόνων σύμφωνα με τον πολωνικό εθνικισμό: Όπως είναι λογικό, η εντελώς αντίθετη εικόνα επικράτησε στις πολωνικές αντιλήψεις. Για τους Πολωνούς οι Τεύτονες ήταν ο μισητός προαιώνιος εχθρός, αυτός που με πανουργία, κυνισμό και βία απείλησε την ύπαρξη του έθνους, σύμβολο και προάγγελος των μετέπειτα κατακτητών και καταπιεστών της Πολωνίας. Ο μύθος του απόλυτου δαίμονα πρωτοεμφανίζεται στο έργο του Γιαν Ντλούγκος (1415-1480) και επιστρέφει με μεγαλύτερη ένταση στα κείμενα του Ματθαίου Πραιτώριου (1635-1707), βασιλικού ιστοριογράφου στα χρόνια της ακμής της πολωνικής μοναρχίας («Orbis gothicus«).  Μετά τους διαμελισμούς της Πολωνίας, ο «μαύρος» μύθος του Τάγματος συνδυάζεται με τον αλυτρωτισμό των κατακτημένων Πολωνών: οι Τεύτονες ενσαρκώνουν όλα τα εθνικιστικά στερεότυπα του εχθρού. Δεν είναι τυχαίο ότι δύο από τους μεγαλύτερους λογοτέχνες της Πολωνίας υιοθετούν άνευ όρων την αντίληψη αυτή, σε εποχές βεβαίως που ο πολωνικός εθνικισμός έχει χαρακτήρα απελευθερωτικού πατριωτισμού: πρόκειται για τον Άνταμ Μιτσκιέβιτς με το ποίημά του Κόνραντ Βάλλενροντ (1828) και τον Χένρυκ Σενκιέβιτς, ο οποίος συγγράφει μεταξύ 1897 και 1900 το επικό μυθιστόρημά του για τους Τεύτονες Ιππότες και τη μάχη του Τάννενμπεργκ. Αξίζει να σημειωθεί (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 613) ότι στα πολωνικά υπάρχουν δύο λέξεις με τη σημασία «σταυροφόροι»: Krzyzovy και Krzyżacy. Η πρώτη χρησιμοποιείται συνήθως για τους πολεμιστές στους Αγίους Τόπους. Η δεύτερη έχει αρνητικό σημασιολογικό περιεχόμενο και χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τους Τεύτονες Ιππότες. Αυτήν ακριβώς διάλεξε για τίτλο του μυθιστορήματός του ο Σενκιέβιτς.  Όσο για τους Πολωνούς ιστορικούς του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, κι αυτοί ακολούθησαν τη γραμμή του εθνικισμού.

Ωστόσο, η σύγκρουση των αντιμαχόμενων εθνικισμών είχε κάποιες παράπλευρες θετικές συνέπειες. Στην προσπάθειά τους να αποδείξουν τις θέσεις που θα δικαίωναν την πλευρά που υποστήριζαν, Γερμανοί και Πολωνοί ιστορικοί αναλώθηκαν σ’ έναν αδυσώπητο αγώνα ελέγχου της γνησιότητας των εγγράφων στα οποία στήριζαν δικαιώματα, τίτλους ιδιοκτησίας και προνόμια οι Τεύτονες ή η πολωνική μοναρχία. Σπάνια υπήρξε τόσο κριτική εξέταση των πηγών για ένα θέμα της Ιστορίας του Μεσαίωνα. Έπειτα, ποτέ δεν έλειψαν οι φωνές που αγωνίστηκαν για μια πιο επιστημονική και, ως εκ τούτου, αντικειμενική θεώρηση της Ιστορίας (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 613-617), όπως ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Κένιγκσμπεργκ Γιοχάννες Φόιγκτ (1786-1863) ή οι ιστορικοί του Μεσοπολέμου που δεν έκαναν εκπτώσεις στην αντικειμενικότητα του έργου τους προς όφελος των εθνικισμών.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ιστορία των Τευτόνων υπέφερε και πάλι εξαιτίας των κυρίαρχων πολιτικών αντιλήψεων, κυρίως στη Γερμανία. Στη μεν ΛΔΓ, οι Τεύτονες καταδικάζονταν ως ιμπεριαλιστές, καταπιεστές λαών και… πρώιμοι καπιταλιστές, ενώ στην ΟΔΓ οι ενοχές για το ναζιστικό παρελθόν σε συνδυασμό με το ότι ο μύθος του Τάγματος συνδέθηκε με την εθνικοσοσιαλιστική προπαγάνδα είχε ως αποτέλεσμα την αδιαφορία για το θέμα κι επομένως τη μείωση του σχετικού ερευνητικού έργου. Τις τελευταίες δύο τουλάχιστον δεκαετίες η κατάσταση έχει αλλάξει και στη Γερμανία και στην Πολωνία προς την κατεύθυνση της αντικειμενικής παρουσίασης της Ιστορίας, πλην όμως η διάδοση του επιστημονικού έργου δεν φαίνεται να ξεπερνά τα όρια των κύκλων των ειδικών και ένα περιορισμένο κοινό που ενδιαφέρεται για το θέμα. Η μεγαλύτερη αποτυχία των ιστορικών έγκειται στο ότι δεν έχουν ακόμη πετύχει να διαλύσουν τα στερεότυπα με τα οποία συνδέει το Τάγμα η κοινή γνώμη (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 620). Γιατί τελικά, η εικόνα που έχει για τους Τεύτονες ο σύγχρονος άνθρωπος δεν είναι άλλη από αυτήν της κατά Ειζενστέιν  δαιμονοποίησης…

Θύματα των μύθων και των στερεοτύπων που καλλιέργησαν οι διάφοροι εθνικισμοί και οι ψευδοϊστορικές υπεραπλουστεύσεις, οι Τεύτονες Ιππότες υπήρξαν πρωταγωνιστές μιας από τις πιο συναρπαστικές περιπέτειας της μεσαιωνικής και όχι μόνον Ιστορίας. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστέψουμε ότι τους οδήγησε κάποιο μυστηριώδες πεπρωμένο ή η αίσθηση μιας γερμανικής εθνικής ταυτότητας, ανύπαρκτης εξάλλου κατά τον Μεσαίωνα. Οι Τεύτονες ξεκίνησαν την πορεία τους σαν ένα στρατιωτικό θρησκευτικό τάγμα όπως όλα τ’ άλλα, ταγμένα στην υπεράσπιση των χριστιανικών εδαφών της Ανατολής. Οι συγκυρίες ήταν αυτές που τους έκαναν να στρέψουν βαθμιαία το ενδιαφέρον τους στις ακτές της Βαλτικής. Στην πρόκληση αυτή ανταποκρίθηκαν με απόλυτη επιτυχία. Βεβαίως, ως πολεμιστές και κατακτητές δεν υπήρξαν άγγελοι. Ούτε και δαίμονες, όμως, ή τουλάχιστον όχι πολύ περισσότερο απ’ ό,τι οι αντίπαλοί τους. Το πιο θαυμαστό επίτευγμά τους υπήρξε αναμφίβολα η ίδρυση και η οργάνωση του Ordensstaat της Πρωσίας, του πρώτου και σημαντικότερου κρατικού μορφώματος στο οποίο η εξουσία ταυτίστηκε μ’ ένα θρησκευτικό τάγμα. Το αξιοσημείωτο ήταν ότι παρά την ιδιομορφία του (τη μοναδικότητά του θα λέγαμε καλύτερα) το Ordensstaat πληρούσε απολύτως τις απαιτήσεις της εποχής του και μπορούσε να εμφανιστεί ως ιδανική πραγμάτωση των αντιλήψεων της χριστιανικής Ευρώπης του Μεσαίωνα. Η απώλεια της νομιμοποίησης που του παρείχε το σταυροφορικό έργο του και η τάση προς τη διαμόρφωση εθνικών κρατών επέσπευσαν το τέλος του. Κι άφησαν το πεδίο ελεύθερο για να αναπτυχθεί ο μύθος του Τάγματος.

Advertisements

Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

25 Σχόλια to “Ιερουσαλήμ-Μαρίενμπουργκ – μέρος IV: το τέλος (;) και η υστεροφημία του Τάγματος”

  1. Καίτη Βασιλάκου Says:

    Πέραν των πολλών σημαντικών πληροφοριών που μας έδωσες, Ρογήρε, να σημειώσουμε την αντοχή του Τάγματος στους κλυδωνισμούς της Ιστορίας. Από μια μεσαιωνική οργάνωση πολεμιστών μοναχών (είδους σταυροφόρων) μεταλλάχθηκε κατά καιρούς, πέρασε από τον καθολικισμό στον προτεσταντισμό, κράτησε και τις δύο αυτές υποστάσεις προκειμένου να μη διαλυθεί και κατάφερε να φτάσει ως τις μέρες μας με τη μορφή χριστιανικής φιλανθρωπικής οργάνωσης με έδρα στη Βιέννη. Αν μη τι άλλο, διαθέτει αξιοσημείωτη μακροζωία.

    • rogerios Says:

      Καλημέρα, Καίτη!

      Πράγματι η προσαρμοστικότητα και η μακροζωία του Τάγματος είναι εντυπωσιακές. Από την άλλη, βέβαια, υπάρχει διαφορά ανάμεσα στα μεσαιωνικά μεγαλεία και την πολύ πιο διακριτική ύπαρξη κατά τους Νεότερους Χρόνους. Θα ήταν όμως αδύνατο το Ordensstaat ν’ αποδειχθεί αιώνιο. Οπότε, κι έτσι καλά τα κατάφεραν οι φίλοι μας.

  2. Δύτης των νιπτήρων Says:

    Ρογήρε, εξαιρετικό φινάλε! Άξιζε τον κόπο η αναμονή. Μπράβο και πάλι μπράβο!
    Αυτό το Νόφγκοροντ με ξένισε λίγο, βέβαια. Και, αν έχεις χρόνο και διάθεση: στις τάξεις των εξεγερθέντων στον Πόλεμο των Χωρικών οι περισσότεροι ήταν αστοί, λες. Μου κάνει εντύπωση, με βάση όσα λίγα ξέρω.

    • rogerios Says:

      Φίλε Δύτη μερσί για τα καλά λόγια, μερσί και για τις επισημάνσεις. Και τα δύο σημεία διορθώθηκαν. Στην πρώτη περίπτωση έκανα λάθος όπως φαίνεται γιατί τελικά και το в και το г είναι ηχηρά, Ηχηρό προ ηχηρού διατηρεί την αξία του, οπότε τελικά Νόβγκοροντ.
      Όσον αφορά το δεύτερο παρασύρθηκα σε υπερβολική διατύπωση θέλοντας να δείξω ότι δεν ήταν χωρικοί όλοι όσοι μετείχαν στην εξέγερση. Όπως το έγραψα ήταν λάθος.

      ΥΓ: και φυσικά, ευχαριστώ και για το μπαζζάρισμα!

  3. χαρη Says:

    νάτην λοιπόν η νέα ανάρτηση ηρωικέ Ρογήρε 🙂 οφείλω όμως να ξανάρθω με ησυχία ( – στα σχόλια – κατά Δύτη μεριά – κάτι πήρε το μάτι μου περί εξέγερσης χωρικών και επειδή είναι αγαπημένο θέμα να πετάξω και γω τον αγαπημένο μου συνειρμό περί Μίκαελ Κολχάας και Κλάϊστ…)

    αλλά επανέρχομαι για το ποστ – δεν είναι σχόλιο αυτό, εκδήλωση χαράς προς το πάρόν μόνο, που έχω να (σε) διαβάζω!

    • rogerios Says:

      Χάρη, σ’ ευχαριστώ πολύ! 🙂 [κι ας σου χρωστάω εγώ από αμνημονεύτων καιρών ένα σχόλιο για τον Τζορντάνο Μπρούνο].

      Για δώσε λοιπόν τα φώτα σου για την εξέγερση των χωρικών και για τον Κλάιστ και για τ’ άλλα τα ωραία (άλλωστε, όπως κατάλαβες, εμένα δεν είναι το φόρτε μου κι ένα ταχύρρυθμο σεμινάριο θα μου κάνει καλό)!

      ΥΓ: Φευ, δεν γνωρίζω προβηγγιανά για να μπορώ να νανουρίζω σ’ αυτά…

      • χαρη Says:

        είχα στο μυαλό μου αυτό το βιβλίο τού κλάϊστ για μια εξέγερση («τού ενός»!) που έγινε όμως αργότερα από τις λοιπές «εξεγέρσεις χωρικών κατά τον μεσαίωνα» (μιλάμε για 1500 πλέον…) – για τα υπόλοιπα είσαι ο καταλληλότερος 🙂 – αυτό όμως που μού κάνει εντύπωση είναι ότι και πολλές άλλες εξεγερσεις χωρικών όπως και αυτή τού Κόλχαας (το έργο τού κλάϊστ βασίστηκε σε πραγματική ιστορία ) ξεκίνησαν από εύπορους χωρικούς, αστούς ίσως να τούς λέγαμε σήμερα –

        για τ’ άλλα θα επανέλθω
        (Ρογήρε δε μού χρωστάς τίποτα, μολονότι οποιοδήποτε σχόλιό σου είναι υπέρ το δέον καλοδεχούμενο 🙂 – διότι σκέψου ότι εγώ δεν βρίσκω τον χρόνο που θέλω για να σχολιάσω, ενώ δεν έχω να κάνω και (προβηγκιανά – ξεπροβηγκιανά) νανουρίσματα! 😆 )

  4. rogerios Says:

    Μερσί για τις παραπομπές!

    Κι εγώ έχω την εντύπωση ότι τα όρια εύπορου χωρικού και αστού στις εποχές που συζητάμε είναι κομμάτι δυσδιάκριτα. Άλλωστε, ακόμη πιο ιδιόμορφο είναι και το ζήτημα τι αποτελεί πόλη (ώστε να έχει αστούς) και τι όχι. Συχνά τα κριτήρια είναι νομικά, άρα τυπικά (οπότε ένα με το ζόρι κεφαλοχώρι μπορεί να έχει το καθεστώς πόλης, κάτι μεγαλύτερο σε πληθυσμό όχι κ.λπ.).

    Μερσί και για την κατανόηση 🙂 ! Απλά στεναχωρήθηκα που δεν κατάφερα να αφήσω ουσιαστικό σχόλιο σ’ ένα ποστ που το άξιζε. Αλλά, ναι, δεν είμαστε πάντα κύριοι του χρόνου μας…

    [σόρρυ που η σπαμοπαγίδα καθυστέρησε την εμφάνιση του σχολίου – λόγω συνδέσμων. Τουλάχιστον το αντιλήφθηκα με μικρή σχετικά καθυστέρηση. Κατά τα λοιπά, για να μελετήσω τους… λίνκους και θα περιμένω την επάνοδό σου]

    ΥΓ: Για τον Κόλχαας, είχε γράψει το περασμένο καλοκαίρι και ο φίλτατος Ν. Σαραντάκος: http://sarantakos.wordpress.com/2010/06/06/kohlhaas/

    • χαρη Says:

      ευχαριστώ για το λίνκι προς sarant Ρογήρε 🙂 δεν την είχα πάρει χαμπάρι τη συζήτηση αλλά κατά σύμπτωση στις διακοπές μου (τού ίδιου χρόνου i.e. πέρσι) (άντε ν’ αρχίσω κι εγώ τις αυτοαναφορικότητες 😆 ) είχα βάλει το βιβλίο στα (μόλις! και ελληνιστί!) διαβασμένα εδώ – και αν θέλεις περί κλάιστ περισσότερα έχω κι εδώ
      (περί «ηρώων και τάφων» 😦 )

      αυτό με τις πόλεις είναι πολύ ενδιαφέρον… κι εγώ αναρωτιόμουνα συχνά κατά πόσον ίσχυε πράγματι (κι από την «αρχή» : δλδ ναι ναι από τον μεσαίωνα !) η έννοια τού «αστικού» σε σχέση μόνο με το μέγεθος και τόν πληθυσμό, ή υπεισέρχονταν όντως και άλλοι παράμετροι, όπως τα νομικά κριτήρια που αναφέρεις – και που στη συνέχεια έφτασαν να γίνουν πολιτικά – είσαι ανεξάντλητος και αναντικατάστατος τωόντι! 😀

      (τώρα, για το ποστ θα ξαναματαεπανέλθω, αλλά προς το παρόν θα με ξαναματαπιάσει η παγίδα!)

      • rogerios Says:

        Μερσί και για τους συνδέσμους και για όλα τα ωραία!

        Κάτι πρέπει να κάνω με τη σπαμοπαγίδα, αλλά ο συνδυασμός τεχνολογικού αναλφαβητισμού και τεμπελιάς δεν μου το έχει επιτρέψει ακόμη 🙂 !

        Για τις πόλεις του Μεσαίωνα έχω αρχίσει να πιστεύω ότι το νομικό ήταν τελικά το καθοριστικό στοιχείο. Από την άλλη, χωρίς πλήρη στατιστικά στοιχεία οι συγκρίσεις είναι πάντα δύσκολες και οι γενικεύσεις επικίνδυνες. Υπόσχομαι να επανέλθω στο θέμα, ίσως και με ποστ, αλλά θέλει μπόλικη δουλειά.

        Αναμένω επάνοδο! 🙂

  5. Sun Knight Says:

    Αξιότιμε Ρογήρε,

    ο μύθος του Τάγματος – που έχει τις ρίζες του στην ιστορία του Τάγματος – αποτελεί ακόμη και σήμερα πνευματική τροφή για τους πολεμόχαρους ιδεαλιστές όλων των εθνών. Γιατί οι Μοναχοί Πολεμιστές θα είναι πάντα το αντίπαλο δέος των κυρίαρχων Μοναχών Τραπεζιτών.

    Με εκτίμηση

    • rogerios Says:

      Αξιότιμε Ιππότη,

      ουδόλως διαφωνώ ως προς τη γοητεία που ασκεί ο μύθος του Τάγματος και γενικά ο μύθος των «Μοναχών» Πολεμιστών. Το μόνο (αλλά μάλλον σοβαρό) πρόβλημα έγκειται στο ότι κάποιες φορές η προβολή του ιδανικού των πολεμιστών εξυπηρετεί τελικά τα συμφέροντα… των «Μοναχών Τραπεζιτών» (η χιτλερική Γερμανία αποτελεί ένα προφανές παράδειγμα).

      [Για το ότι προσωπικά θεωρώ συναρπαστική την περιπέτεια των Τευτόνων Ιπποτών φαντάζομαι πως δεν υπάρχουν αμφιβολίες 🙂 .]

      Ομοίως με εκτίμηση

  6. Βασίλειος Says:

    Το μόνο άσχημο πως δεν ανεβάζεις τα ιστορικά του αγνώστου ιστορικώς Μεσαίωνα αρκετά συχνά.

  7. Cadmian Says:

    Εγώ πάλι πιστεύω πως καλύτερα τα άρθρα να ανεβαίνουν λίγα-λίγα, για να προλαβαίνουμε να τα μελετάμε με προσοχή και προσήλωση. Εξάλλου από την επίσημη ιστορία ως την ανεπίσημη μικροϊστορία του μεσαίωνα, το εύρος και η έκταση των αντικειμένων προς εξέταση είναι σχεδόν ατελείωτη, για να μη μιλήσουμε για την ανάλυση που μπορούν να τραβήξουν…

    Τ’ ότι πρόκειται για μία ακόμη εξαιρετική ανάρτηση το είπα; Αν όχι, το λέω τώρα :).

    • rogerios Says:

      Φίλτατε Cadmian, σ’ ευχαριστώ πολύ!

      Προσωπικά, δεν είμαι ικανοποιημένος με την παρούσα συχνότητα ανανέωσης του ιστολογίου, αλλά… Υπό καλύτερες συνθήκες, η εβδομαδιαία ανανέωση θα με ικανοποιούσε σχετικά. Ειδάλλως, θα έπρεπε ν’ αλλάξω ριζικά στιλ γραφής κι οργάνωσης του ιστολογίου, πράγμα που δεν θα επιθυμούσα. Για να δούμε, ίσως τα πράγματα βοηθήσουν λίγο για να επιταχύνω κάπως.

  8. χαρη Says:

    Ρογήρε τώρα που σέ διάβασα επιτέλους με τη δέουσα προσοχή (αν και θα’θελα να ξαναεπανέλθω (βέβαια είναι πάγια αυτή η διάθεση που μού προκαλείς 🙂 ) και επειδή πήγα και σε μερικούς (μόνο! 🙄 ) από τους συνδέσμους σου θέλω, εκτός από το «απολαυστικός» που νιώθω την ανάγκη να σού απευθύνω μονίμως, να σού πω δυο σκέψεις που μού γέννησαν οι πληροφορίες τού ποστ – εν είδει απορίας – : α) από γλωσσική άποψη η λέξη «τεύτονες» είναι η αρχική (ή μια παλιότερη) μορφή τής ίδιας τής λέξης «γερμανός» – στα γερμανικά (deutch – teutsch και tiutsch – αν τα λέω καλά (κάποτε τα’χα ψάξει καλύτερα) – συνεπώς μέσα σ’ όλο αυτο το μπέρδεμα που μάς εξέθεσες για την «ιστοριογραφική περιπέτεια» τού τάγματος, εμένα μού’μεινε η απορία: αποσιωπήθηκε αυτη η γλωσσική συγγένεια λόγω των εθνικισμών και αντι-εθνικισμών που ακολούθησαν, ή δεν ήταν σημαντική και το’χω παρερμηνεύσει (γιατί ουσιαστικά τότε θα επρόκειτο αρχικά για «τάγμα τών γερμανών») ; (παρεμπ. πιστεύω πως το άρθρο σου είναι εξαιρετικά χρήσιμο και για κάτι σημερινές τηλεοπτικο-ιστορικές αψιμαχίες, περί τού πώς και αν κατασκευάζεται η έννοια τού «έθνους» … διεθνώς… κλπ)
    β) πήγα στο λινκ περί «πολέμου χωρικών» τής wiki και μούκανε πολλή εντύπωση που στην βιβλιογραφία τους (αγγλική και γαλλική) δεν βρήκα ίχνος αναφοράς στην μαργαρίτα γιουρσενάρ (που σ’ ένα τουλάχιστον έργο της (τήν «άβυσσο») ασχολείται και περιγράφει και το κίνημα τών αναβαπτιστών με τόν μύντσερ)

    να’σαι πάντα καλά 😀

    • rogerios Says:

      Χάρη, καλησπέρα!

      Δύσκολα μου βάζεις, ενώ εγώ, αφενός, έχω αράξει στις δάφνες του στρωσκανικού τροπαίου μου 😉 (http://news247.gr/ellada/politiki/o_stros-kan_kai_h_kakh_metafrash.803424.html), αφετέρου είμαι μπλεγμένος στα μαθηματικά της Α΄ Δημοτικού. Επιπλέον, δεν ξέρω τι καινούριο θέμα να βάλω, αμφιταλαντευόμενος μεταξύ Εκατονταετούς Πολέμου (θέλει ακόμη τρελό διάβασμα και πολύ προσοχή για να μη χρειστούν κι εκατό επεισόδια! 🙂 ) κι ενός άλλου που έχω τις σημειώσεις σχεδόν έτοιμες, αλλά διαπιστώνω ότι έχω αφήσει στην Αθήνα το βιβλίο του ήρωα (επιπλέον, ζορίζομαι με τη μεταγραφή κάμποσων αραβικών ονομάτων και φοβάμαι ότι Δύτης και Γρηγόρης θα με βγάλουν στη σέντρα 🙂 ).

      Πάμε στα δικά μας.

      Ναι, Τεύτονες και Deutsch έχουν βεβαίως την ίδια ρίζα. Λίγο-πολύ τα θεματάκια που προκύπτουν σχετικά με τον «εθνικό» χαρακτήρα του Τάγματος τα είχα θίξει στο πρώτο μέρος της σειράς, αναφερόμενος στη γέννηση και τις απαρχές της οργάνωσης. Παραθέτω ένα απόσπασμα σχετικά με την επίσημη ονομασία: «Ordo sanctae Mariae teutonicorum (η γαλλική ονομασία θα είναι κάπως πιο φανταχτερή μια και γίνεται λόγος για το Άγιο Ιπποτικό Τάγμα του Νοσοκομείου της Παναγίας του Οίκου των Γερμανών – Saint ordre chevaleresque de l’hôpital de Sainte-Marie de la maison des Allemands -, η γερμανική πολύ πιο λιτή: Deutsche Ritterorden)». Δεν βλέπω κάποια αποσιώπηση. Απλώς, τα στοιχεία αυτά είναι άκρως παρεξηγήσιμα όταν ερμηνεύονται με βάση μεταγενέστερες αντιλήψεις. Ο όποιος «εθνικός» χαρακτήρας του Τάγματος έχει να κάνει με λόγους γλωσσικής και πολιτισμικής ευκολίας και οικειότητας, μια και οι Γερμανοί στην Ανατολή στα τέλη του 12ου αι. είναι κατά πολύ λιγότεροι από Γάλλους και Ιταλούς. Ωστόσο: (1) ποτέ δεν υπήρξε απαγόρευση εισόδου στο Τάγμα για κάποιον μη Γερμανό (ό,τι κι αν σήμαινε αυτός ο όρος). (2) Ποτέ πριν από τους Νεότερους Χρόνους δεν υπάρχει συνείδηση κάποιου ενιαίου γερμανικού έθνους, όπως θα το κατανοούσαμε σήμερα. Είναι τυχαίες άραγε οι φοβερές αντιζηλίες και διαμάχες που αναπτύσσονται μεταξύ Γερμανών αδελφών κατά τον 15ο αι. αναλόγως της καταγωγής τους;

      Φοβάμαι ότι μέσα στη βιασύνη μου τα λέω πολύ πρόχειρα, εντελώς ανοργάνωτα και τελικά δεν εξηγώ τίποτε… Δες λίγο το πρώτο μέρος της σειράς και πες μου…

      Δεν ξέρω γιατί παρέλειψαν να αναφέρουν τη Γιουρσενάρ… Στο λήμμα για τους Αναβαπτιστές την αναφέρουν πάντως.

  9. χαρη Says:

    Μα τι λες τώρα Ρογήρε, τα ξέρω τα στρως/καν/ικά σου, και τα υπερψήφισα κιόλας!!!

    για τα υπόλοιπα, μού βάζεις εσύ τώρα δύσκολα (και τό’χω πει ότι πρέπει να σε διαβάσω ολόκληρον 🙂 πριν ξαναμιλήσω, αλλά προς το παρόν δεν προλαβαίνω…) Όψομαι οψιμως

    πάντως μη με παρεξηγήσεις, δεν ανέφερα τό γλωσσικό για να βάλω κάνα ζήτημα «εθνικό» εκεί που δεν υπήρχε, περισσότερο απορία μου ήτανε – είμαστε απολύτως σύμφωνοι ότι (ολα) τα «εθνικά» (παντού) θα αργούσαν πολύ να εμφανιστούν…

    είναι πάντως απ’ τα ευχάριστα που έχω μπροστά μου το ότι έχω να διαβάζω πολλες αναρτησεις σου 😀

  10. χαρη Says:

    υγ: α, εκατονταετής και ξερό ψωμί (έχω πλήθος ελλείψεις 😉 )

    • rogerios Says:

      Μερσί για όλα!!! 🙂

      [το ξέρω ότι ξέρεις για τα στρωσκανικά ;), αλλά πώς θα ικανοποιήσω κι εγώ τη ματαιοδοξία μου άμα δεν διακηρύσσω urbi et orbi το μεγάλο σουξέ 🙂 ]

      Για τα «εθνικά» ζητήματα είναι προφανές ότι συμφωνούμε, άλλωστε βλέπεις τι συνέβη στην εικόνα του Τάγματος όταν άρχισαν να υπάρχουν εθνικισμοί όπως τους ξέρουμε και… τους «αγαπήσαμε» (λέμε τώρα).

      Εκατονταετής, έ; Για να δούμε

  11. Καπετάν'Ενας Says:

    Ρογήρε,
    με κάποιο καθυστέρηση διάβασα το γκραν φινάλε των άρθρων σου για τους Γερμανούς Σταυροφόρους και μού φάνηκε πιο εντυπωσιακό από τα προηγούμενα. Όλη αυτή πορεία των Τευτόνων μέσα στην Ιστορία μου φάνηκε εκπληκτική. Η δε μεταστροφή στον Προτεσταντισμό πραγματικά μοναδική.

    Εμείς, οι περισσότεροι μη ειδικοί, γνωρίζαμε τους Τεύτονες από τον Αϊζενστάιν. Θυμάμαι, μικρός, στο δημοτικό, με τους φίλους μου, μετά που είδαμε τη ταινία, τους λέγαμε «οι Σταυροφόροι» αλλά, μεγαλώνοντας, όταν έμαθα πιο πολλά , πίστεψα, ότι όχι, οι Σταυροφόροι ήταν στους Αγίους Τόπους, αυτοί που πολέμησε ο Νιέβσκι, ήταν κάτι άλλο. Μόλις τώρα ανακαλύπτω όλη τη διαδρομή των Τευτόνων από την Ιερουσαλήμ μέχρι τη Μάχη στους Πάγους. Και εύγε σου.

    Μία Μεγάλη Παρασκευή ήμουνα στο Παρίσι και επειδή δεν είχε τύχει να κάνω Πάσχα σε Καθολική Εκκλησία, λέv δεν πάμε στη Νότρ Νταμ, να δούμε πως είναι;Εκεί, πρόσεξα, ότι τη συλλογή των χρημάτων την έκαναν κάτι κυριούληδες, που φορούσαν άσπρες μακριές μπέρτες στολισμένες με το κόκκινο σταυρό της Ιερουσαλήμ, αυτόν με τους τέσσερις μικρότερους. Ήταν, μάλιστα τότε, που έβγαζαν στα κανάλια κάθε τόσο τον Μπιν Λάντεν , και μας είχε πρήξει, σαλιμπί και σαλιμπί. Οπότε, είπα, αμάν, ελπίζω ότι δεν ξέρει πως στη Νότρ Νταμ έχει τους αυθεντικούς, γιατί δε μας βλέπω καλά.
    Άραγε αυτοί ανήκαν στο τάγμα, ή απλώς η Εκκλησία έχει οικειοποιηθεί το σταυρό αυτό;

    Πάντως οι Χιτλερικοί και ο Όττο Ραν, μέσα στην «δημιουργική» μεσαιωνολογία τους διέδιδαν, ότι ο σταυρός της Ιερουσαλήμ, ☩, στην πραγματικότητα ήταν δύο σβάστικες , μία δεξιόστροφη και μία αριστερόστροφη, ενωμένες.

    Αυτό που δεν μου είναι πολύ σαφές είναι το κατά πόσο αυτά τα τάγματα των σταυροφόρων ήταν καθαρά μοναχικά, με όρκους αγαμίας, κλπ, και κατά πόσο κοσμικά, ιππότες με οικογένειες κλπ. Για τους Ναΐτες, βεβαίως, υπήρχαν και άλλες φήμες, αλλά φαντάζομαι, ότι αυτές μάλλον έχουν διαδοθεί από το παπικό κατηγορητήριο , που είναι κάθε άλλο παρά αξιόπιστη πηγή.

    • rogerios Says:

      Καπετάνιε, καλησπέρα!

      Να δώσω κι από δω πολλές ευχές για τη λεβέντικη νέα αβατάρα σου και να ευχηθώ να ενεργοποιήσεις και το ιστολόγιο.

      Ως συνήθως είσαι ορμητικός και βάζεις πολλά θέματα στο τραπέζι.
      Καταρχάς, σ’ ευχαριστώ πολύ για τα καλά λόγια που μου δίνουν ιδιαίτερη ικανοποίηση και με κάνουν να αισθάνομαι ότι τελικά δεν γράφω μόνο για τον εαυτό μου 🙂 .

      Το λέω κι εγώ, η εικόνα του σύγχρονου ανθρώπου για τους Τεύτονες είναι αυτή του φιλμ για τον Αλέξανδρο Νιέφσκι. Κι εγώ, μολονότι είχα διαβάσει πέντε πραγματάκια για το Τάγμα, όταν πρωτοείδα, έφηβος, το φιλμ του Έιζενστέιν κατέληξα να πιστεύω αυτά που έβλεπα. Η δύναμη της εικόνας, ιδίως όταν αυτή οφείλεται σε μάγο του είδους. Επειδή, πάντως, είχα το διάολο να αντιμετωπίζω με σχετική συμπάθεια όσους ο υπόλοιπος κόσμος θεωρούσε «κακούς», σχετικά γρήγορα έψαξα το θέμα και κατάλαβα ότι το πράγμα ήταν μια αλληγορία για τα της εποχής της ταινίας κι ότι οι αληθινοί Τεύτονες πρέπει να ήταν κάτι άλλο. Εν πάση περιπτώσει, τα έλεγα και στο πρώτο μέρος, τα περισσότερα θύματα της μάχης στην Πεϊπούς, μεταξύ των ιπποτών, δεν ήταν καν «αυθεντικοί» Τεύτονες, αλλά πρώην Ξιφοφόροι του Τάγματος της Λιβονίας που είχε συγχωνευθεί με αυτό των Τευτόνων.

      Δεν ξέρω τι ακριβώς ήταν οι κυριούληδες που είδες τότε στη Νοτρ Νταμ, αλλά μάλλον σχέση με στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα δεν είχαν. Ο σταυρός της Ιερουσαλήμ μπορεί να ήταν «γενικό» σύμβολο του φραγκικού βασιλείου, δώρο του πάπα Ουρβανού Β΄ (http://en.wikipedia.org/wiki/Jerusalem_cross), αλλά δεν χρησιμοποιήθηκε ως έμβλημα από κανένα από τα σ.θ. τάγματα: όλα χρησιμοποιούσαν μονούς σταυρούς, οι Ναΐτες κόκκινο (σε λευκό μανδύα), οι Ιωαννίτες λευκό (σε μαύρο μανδύα όσον αφορά τη «στολή εξόδου», κόκκινο για τη στολή «εκστρατείας»), οι Τεύτονες μαύρο (σε λευκό μανδύα).

      Την ερμηνεία για τις δύο σβάστικες την έχω διαβάσει κι εγώ, αλλά τι να κάνουμε, έτσι είναι τα σύμβολα (και δη αυτά που χρησιμοποιούνται από… αρχαίων χρόνων). Λίγη θέληση και φαντασία να έχει κανείς και βλέπει ό,τι θέλει.

      Για το τελευταίο και πολύ ενδιαφέρον ερώτημά σου: όλα τα μέλη των σ.θ. ταγμάτων έδιναν όρκο αγνότητας, οπότε οικογένειες κανονικά δεν είχαν (βεβαίως όλα είχαν και «συνεργαζόμενους», «φίλους», «ευεργέτες» κ.λπ. του κάθε Τάγματος που ήταν ευγενείς με οικογένεια και φυσιολογική ζωή, αλλά όλοι αυτοί δεν ήταν κανονικά μέλη του Τάγματος – κάποιοι γίνονταν μέλη στα βαθιά γεράματα ή λίγο πριν τον θάνατό τους, οπότε αποκτούσαν και το προνόμιο να ταφούν στα ειδικά νεκροταφεία των μελών του Τάγματος). Τώρα, το αν οι ιππότες των ταγμάτων είχαν σεξουαλική ζωή, αυτό είναι είναι ένα θέμα που ο καθένας μπορεί να κάνει τις λογικές υποθέσεις του. Προφανώς αρκετοί τηρούσαν τον όρκο αγνότητας, άλλοι όχι (προφανώς περισσότεροι από τους «παραβάτες» των καθαυτό μοναστικών ή των αμιγώς θρησκευτικών ταγμάτων – πολύ λογικό για ανθρώπους που δεν ζούσαν σε τίποτε μοναστήρια, αλλά μέσα στον κόσμο, πολεμούσαν κ.λπ.). Για τους Ναΐτες, νομίζω ότι όλα αυτά είναι περισσότερο συκοφαντίες που έχουν να κάνουν τόσο με τη ζήλεια που προκαλούσε το Τάγμα με τον πλούτο και τη δύναμή του στις μεσαιωνικές κοινωνίες, όσο και με το κατηγορητήριο (το οποίο παρεμπ. δεν ήταν παπικό, αλλά κατασκεύασμα των νομικών του Φίλιππου του Ωραίου). Τα ποσοστά ομοφυλοφιλίας μεταξύ των Ναϊτών δεν πρέπει να απέκλιναν σημαντικά από τον μέσο όρο των κοινωνιών της εποχής. Ά, αν κάτι από τους ίδιους τους Ναΐτες έδωσε τροφή στις φήμες, αυτό πρέπει να ήταν πιθανώς η ύπαρξη ενός παράλληλου τελετουργικού «μύησης»/ εισόδου στο Τάγμα, εκτός του επίσημου, το οποίο πρέπει να είχε και κάποια λανθάνοντα ή μη σεξουαλικά στοιχεία (με τρόπο όχι πολύ διαφορετικό από πράγματα που συμβαίνουν στην εκπαίδευση ειδικών δυνάμεων σύγχρονων στρατών ή σε «τελετές» σαν το μπιζουτάζ των πρωτοετών Γάλλων φοιτητών).

      Αναμένω νεότερα! 🙂

  12. Καπετάν'Ενας Says:

    Σ΄ ευχαριστώ, Ρογήρε, για την απάντηση. Μού είναι αδιανόητο, πάντως,πως ένα μοναστικό τάγμα μπορεί να είναι συχγρόνως και πολεμικό.Είναι αρκετά διαφορετική παράδοση από την ορθόδοξη. Γι΄αυτό άλλωστε, τείνω να πιστεύω ότι στη Δύση ο Χριστιανισμός, πήρε γενικά μια πιο βίαιη μορφή από την Ανατολή. Θυμίζει λίγο τους Ζεν καλόγερους που ενω είναι βουδιστές, πιστεύουν στη θρησκεία της Πραότητας και της απόσυρσης, κάποιοι από αυτούς είναι και οι τέλειοι τοξοβόλοι και σπαθιστές.

    Είδα το λινκ της Βίκης στο οποίο με παρέπεμψες, και ψάχνοντας έπεσα εδώ:

    http://www.cathedraledeparis.com/Adoubements-et-investitures-de-l

    Τελικά ,φαίνεται, οτι, όταν το 1847, οι Γάλλοι ξανασυστήσανε το τάγμα της Ιερουσαλήμ, προφανώς για να ισχυροποιήσουν τον ιμπεριαλισμό τους, φυτέψανε στη Νότρ Ντάμ μερικούς νέους (νεόπλουτους;) ιππότες, υποθέτω, λόγω Ακάνθινου στεφανιού.

    • rogerios Says:

      Μια χαρά το έλυσες το αίνιγμα, Καπετάνιε! 🙂 Η εξήγησή σου, που μπλέκει αποικιοκρατία, νεόπλουτους και ακάνθινο στέφανο μου φαίνεται απολύτως λογική.

      Τώρα για το άλλο: είναι άδικο να συγκρίνεις ορθόδοξους μοναχούς με ιππότες στρατιωτικών θρησκευτικών ταγμάτων (όπως παρατηρείς ποτέ δεν λέω μοναστικών), οι οποίοι ΔΕΝ είναι μοναχοί. Τα σ.θ. τάγματα είναι μια πρωτότυπη κατασκευή της Λατινικής Ευρώπης που επιβάλλεται σχεδόν από πολιτικές ανάγκες (ΟΚ, άρρηκτα δεμένες με θρησκευτικές αντιλήψεις): είναι μια απάντηση στις ανάγκες άμυνας των χριστιανικών κρατών της Συρίας-Παλαιστίνης. Ο θρησκευτικός χαρακτήρας τα καθιστά πιο αποτελεσματικά τόσο ως προς την πειθαρχία κι αφοσίωση των μελών τους (αλλιώς οι πολεμιστές θα έφευγαν κάθε δυο και τρεις να κοιτάξουν τα φέουδα και τα κτήματά τους) όσο και ως προς το επικοινωνιακό μέρος (σημαντικό και για τη στρατολόγηση νέων μελών και για την προσέλκυση δωρεών κ.λπ.). Η θεωρητική θεμελίωση ακολούθησε (δες κυρίως τα γραπτά του Αγ. Βερνάρδου για τους Ναΐτες), αλλά μη νομίζεις ότι ήταν αρεστή σε όλους τους Δυτικούς η διττή αυτή φύση των σ.θ. ταγμάτων (ιδίως στον χώρο της Εκκλησίας). Τεσπα, με όλο το θάρρος, δεν πιστεύω ότι μεταξύ δυτικού κι ανατολικού χριστιανισμού υπάρχει κάποια θεμελιώδης κι εγγενής διαφορά στο θέμα της προσέγγισης της βίας, αλλά ότι οι διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές ανάγκες οδήγησαν ενίοτε σε διαφορετικές απαντήσεις.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: