Archive for the ‘Γεωγραφία’ Category

Περιηγήσεις στη Λωρραίνη: Νανσύ

Ιουνίου 1, 2011

Όταν η μεγάλη σου αγάπη είναι το Στρασβούργο, τότε μπορεί να αντιμετωπίζεις το Νανσύ με κάποια υπεροψία. «Πολύ όμορφη η Πλας Στανισλάς, αλλά αυτό είναι όλο». Μια τέτοια εντύπωση είναι εσφαλμένη και άδικη. Βέβαια, σε μια απόλυτη σύγκριση σπουδαιότητας και μνημείων το Νανσύ μπορεί να υστερεί της πρωτεύουσας της Αλσατίας. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να μειώσει την αυτοτελή αξία της πόλης της Λωρραίνης με την τόσο πλούσια Ιστορία. Βρισκόμαστε άλλωστε στη Γαλλία, δηλαδή τη χώρα της Ευρώπης με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση ιστορικών μνημείων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο… αν φυσικά εξαιρέσουμε την Ιταλία.

Η εντύπωση που δίνει το Νανσύ στον επισκέπτη είναι πολύ διαφορετική από αυτήν που αφήνουν οι αλσατικές πόλεις ή ακόμη κι αυτό το γειτονικό Μες, η άλλη μεγάλη πόλη της Λωρραίνης. Πουθενά δεν συναντάς τα σπίτια με εμφανή σκελετό από ξύλινα δοκάρια, όπως στην Αλσατία, αλλά και σε τόσα άλλα μέρη της Γαλλίας, από τη Βουργουνδία και την Καμπανία μέχρι τη Βρετάνη. Τα χρώματα και τα διακοσμητικά στοιχεία των κτιρίων παραπέμπουν περισσότερο στον γαλλικό νότο, ακόμη και στην Ιταλία, ιδίως όταν ο ταξιδιώτης τα ανακαλύπτει κάποια ηλιόλουστη μέρα. Η εξήγηση είναι ίσως προφανής κι έγκειται στο ότι το Νανσύ βρισκόταν πάντα στη γαλλική πλευρά του γλωσσικού, και συνακόλουθα πολιτιστικού συνόρου, μεταξύ των περιοχών εξάπλωσης των λατινογενών και των γερμανικών γλωσσών. Τα «εξωτικά» στοιχεία είναι πολύ λίγα κι ο επισκέπτης δεν έχει καμιά αμφιβολία για το ότι βρίσκεται πάντα εντός των ορίων της γαλλικής επικράτειας. Κι έπειτα, το Νανσύ και η περιοχή του δεν γνώρισαν (τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό) τις δραματικές μεταβολές που σημάδεψαν την Ιστορία της Αλσατίας και της Βόρειας Λωρραίνης: οι αλλαγές κυρίαρχου ήταν λιγότερες σε αριθμό και, κυρίως, πολύ πιο ομαλές.

Ι. Ιστορική αναδρομή

Όπως θα διαπιστώσουμε, ιστορικά το Νανσύ είναι σχετικά «νεαρή» πόλη. Η πρώτη μνεία του τοπωνυμίου (ως Nanceiacum) ανάγεται στα 896, αλλά δεν είναι εξακριβωμένη η ύπαρξη κάποιου οικισμού την εποχή εκείνη. Πίσω απ’ το όνομα κρύβεται η κελτική ρίζα nant-, η οποία πρέπει να έδωσε λέξεις που είχαν τη σημασία «κοιλάδα», «ποταμός» ή «έλος». Λαμβανομένων υπόψη των γεωφυσικών χαρακτηριστικών της θέσης στην οποία χτίστηκε το Νανσύ, καμία από τις τρεις σημασίες δεν φαίνεται άστοχη.

Α. Το ανεξάρτητο Δουκάτο της Λωρραίνης

α. Ο Οίκος της Αλσατίας: Η ιστορία του Νανσύ συνδέεται με την ίδρυση του Δουκάτου της Λωρραίνης στα εδάφη της Άνω Λοθαριγγίας. Από το 1047 το Δουκάτο ανήκει στον Οίκο της Αλσατίας. Πιθανώς το 1061, ο δούκας Γεράρδος της Αλσατίας αποφασίζει να χτίσει ένα κάστρο ανάμεσα σε δύο έλη που σχημάτιζαν οι διακλαδώσεις του ποταμού Μερτ. Όπως είναι φυσικό, το κάστρο θα προσελκύσει πληθυσμό και θα δημιουργηθεί ένας οικισμός που θα αρχίσει να αναπτύσσεται αρκετά γρήγορα, ώστε να εξελιχθεί σε πόλη, έστω και σύμφωνα με τα κριτήρια της εποχής. Η ανάπτυξη αυτή καταδεικνύεται κι από το γεγονός ότι στο πρώτο μισό του 14ου αι. η πόλη οχυρώνεται περιμετρικά με τείχη.

Ο Οίκος τη Αλσατίας θα κρατήσει στα χέρια του τις τύχες της Λωρραίνης για τέσσερις αιώνες. Η δράση των δουκών θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως μάλλον διακριτική. Το κύριο μέλημά τους είναι να διασφαλίσουν τουλάχιστον την εδαφική ακεραιότητα του δουκάτου. Άλλωστε, δεν τους ανήκει καν ολόκληρη η Λωρραίνη: τα εδάφη των τριών επισκοπικών περιφερειών του Μες, της Τουλ και του Βερντέν είναι ανεξάρτητα και διοικούνται από τους εκάστοτε επισκόπους τους (το Μες βέβαια θα εξελιχθεί σχετικά γρήγορα σε εμπορική «δημοκρατία», στα πρότυπα άλλων πόλεων της Γερμανίας ή της Ιταλίας). Και στα βορειοανατολικά εκτείνονται τα εδάφη της πανίσχυρης Γερμανικής Αυτοκρατορίας (το 1218, στο πλαίσιο του πολέμου για τη διαδοχή της Καμπανίας, ο Φρειδερίκος Β΄ των Χοχενστάουφφεν πυρπολεί το Νανσύ). Έτσι, κατά το μεγαλύτερο διάστημα του Μεσαίωνα, οι Δούκες της Λωρραίνης είναι βασσάλοι των Γάλλων βασιλέων, τους οποίους και συνοδεύουν συνήθως στις πολεμικές εκστρατείες τους (συνήθως, αλλά όχι πάντα: στη Μάχη της Μπουβίν, το 1214, ο δούκας Θεοβάλδος Α΄ θα πολεμήσει δίπλα στον Γερμανό αυτοκράτορα Όθωνα Δ΄ εναντίον του Φιλίππου-Αυγούστου της Γαλλίας).

β. Από τον Οίκο του Ανζού στον Οίκο του Βωντεμόν: Το 1431 ο δούκας Κάρολος Β΄ ο Τολμηρός πεθαίνει χωρίς επιζώντες άρρενες απογόνους. Η μεγαλύτερη κόρη του, η Ισαβέλλα, είναι παντρεμένη από το 1420 με τον Ρενέ Α΄ του Ανζού. Το δουκάτο περνά στα χέρια του Οίκου του Ανζού, δηλαδή μιας από τις μεγαλύτερες δυνάμεις της εποχής. Ο Ρενέ εκτός από Δούκας της Λωρραίνης είναι επίσης δούκας του Ανζού και του Μπαρ, κόμης της Προβηγκίας και βασιλιάς της Νάπολης και της Κάτω Ιταλίας, καθώς και τιτουλάριος βασιλιάς της Σικελίας, της Ιερουσαλήμ και της Ουγγαρίας (ουγγρικής μάλλον προέλευσης, ο περίφημος διπλός Σταυρός της Λωρραίνης είναι κληρονομιά ακριβώς της περιόδου της ανδεγαυικής κυριαρχίας: οι Ανδεγαυοί πρέπει να τον υιοθέτησαν ως σύμβολό τους στο διάστημα που βασίλευαν και στην Ουγγαρία)! Για πρώτη φορά η Λωρραίνη διοικείται από έναν ηγεμόνα που δεν εδρεύει στο Νανσύ και για τον οποίο τα εδάφη του στην Ανατολική Γαλλία δεν είναι παρά ένα μικρό τμήμα των συνολικών κτήσεών του. Το γεγονός προκαλεί αντιδράσεις: η διαδοχή αμφισβητείται από τον Αντώνιο του Βωντεμόν, ο οποίος δεν είναι απλώς ο σημαντικότερος βασσάλος των δουκών, αλλά κι ο στενότερος άρρην συγγενής του αποθανόντος δουκός Καρόλου. Η διαμάχη θα ξεπεραστεί μ’ ένα συμβιβασμό. Η Γιολάντα, κόρη του Ρενέ και της Ισαβέλλας θα παντρευτεί τον Φρειδερίκο, γιο του κόμη του Βωντεμόν. Με την εύνοια συγκυριών, ο γάμος αυτός θα προετοιμάσει τη μεταβίβαση του θρόνου της Λωρραίνης στον Οίκο του Βωντεμόν και, κατά κάποιο τρόπο, την επιστροφή του στους απογόνους των αρχικών κυρίαρχων του δουκάτου. Συγκεκριμένα: το 1453 ο Ρενέ θα παραιτηθεί από τον δουκικό θρόνο υπέρ του γιου του, ο οποίος θα διοικήσει τη Λωρραίνη ως Ιωάννης Β΄ μέχρι το θάνατό του, το 1470. Θα τον διαδεχτεί ο γιος του, ο Νικόλαος Α΄, ο οποίος, όμως πεθαίνει νεότατος και ανύπαντρος το 1473 (ψιθυριζόταν ότι είχε δηλητηριαστεί κατόπιν διαταγών του Γάλλου βασιλιά). Έτσι, ως στενότερος άρρην συγγενής κατέλαβε τον θρόνο ο γιος της Γιολάντας και του Φρειδερίκου του Βωντεμόν, ο Ρενέ Β΄. Ο νεαρός δούκας είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής και νεαρής του ηλικίας στην αυλή του συνονόματου παππού του (ο Ρενέ Α΄ έζησε μέχρι το 1480) στο Ανζού και στην Προβηγκία. Επρόκειτο όμως να έρθει αντιμέτωπος με τον μεγαλύτερο κίνδυνο που είχε απειλήσει μέχρι τότε τη Λωρραίνη.

Οι Δούκες της Βουργουνδίας κυριαρχούν σε μια εκτεταμένη επικράτεια από την κοιλάδα του Ροδανού μέχρι τη Βόρεια Θάλασσα. [Κάποια στιγμή θα πρέπει να ασχοληθούμε ειδικά μ’ αυτόν τον ελάσσονα κλάδο των Βαλουά που παραλίγο να χτίσει μια πραγματική αυτοκρατορία και που, σε κάθε περίπτωση, συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία της μεγαλύτερης ίσως αυτοκρατορίας που γνώρισε η Ευρώπη, αυτής των Αψβούργων του 16ου αι.] Μια μόνο ανορθογραφία σκιάζει τη δόξα τους: ανάμεσα στα εδάφη τους στη Βουργουνδία και στις κτήσεις τους στη Φλάνδρα παρεμβάλλεται το ενοχλητικό Δουκάτο της Λωρραίνης. Τολμηρός, παράτολμος ή ριψοκίνδυνος (Téméraire) για τους φίλους του, τρομερός για τους εχθρούς του, ο δούκας Κάρολος βάζει στόχο να εξαφανίσει το πρόβλημα. Οχυρώνει θέσεις εντός της επικράτειας της Λωρραίνης και τον Νοέμβριο του 1475 καταλαμβάνει το Νανσύ. Εξόριστος πλέον, ο Ρενέ συμμαχεί με τους Ελβετούς για να αντιμετωπίσει τον Κάρολο. Η συμμαχία αποφέρει καρπούς: στις δύο μάχες που θα δοθούν σε ελβετικό έδαφος το 1476 (Γκρανσόν και Μορά/ Μύρτεν), ο στρατός του Βουργουνδού θα συντριβεί και το πυροβολικό του θα καταστραφεί ολοσχερώς. Ο Ρενέ μπορεί να επιστρέψει στην πρωτεύουσά του και να την οχυρώσει, γιατί βέβαια ο Κάρολος είναι σκληρό καρύδι και δεν πρόκειται να παραδεχτεί τόσο εύκολα την ήττα του. Πράγματι, τον Οκτώβριο του 1476 ο Κάρολος εμφανίζεται ξανά κάτω από τα τείχη του Νανσύ μ’ ένα στράτευμα που έχει συγκεντρώσει βιαστικά. Ο Βουργουνδός δεν ακούει τους επιτελείς του που φοβούνται τη μεγάλη αριθμητική υπεροχή των αντιπάλων και τον συμβουλεύουν να οπισθοχωρήσει στα εδάφη του στο Λουξεμβούργο για να αναδιοργανώσει το στρατό του. Στην αποφασιστικής σημασίας μάχη που δίνεται στις 5 Ιανουαρίου 1477 νότια της πόλης οι δυνάμεις του Ρενέ και οι Ελβετοί συντρίβουν τον στρατό του Καρόλου ο οποίος βρίσκει τον θάνατο. Το πτώμα του θ’ ανακαλυφτεί δύο μέρες μετά σ’ έναν παγωμένο βάλτο, με το πρόσωπο μισοφαγωμένο από τους λύκους. Θα το μεταφέρουν στο Νανσύ και θα καλέσουν τον προσωπικό γιατρό του, ο οποίος θα αναγνωρίσει το άψυχο σώμα του κυρίου του από τα μακριά του νύχια και τις ουλές που είχαν αφήσει προηγούμενες μάχες.

Μετά τη νίκη επί των Βουργουνδών, η ηγεμονία του Ρενέ (μέχρι το 1508) και του γιου του, του Αντώνιου (1508-1544), σηματοδοτούν μια εποχή μεγάλης ακμής για τη Λωρραίνη και το Νανσύ. Επί Ρενέ αρχίζει η ανέγερση των νέων δουκικών ανακτόρων (που θα ολοκληρωθούν από τον Αντώνιο), ενώ ο ίδιος παραγγέλλει (εκπληρώνοντας τάμα του) την κατασκευή της μονής και της εκκλησίας των Φραγκισκανών στα βόρεια του ανακτόρου.

γ. Μεταξύ Γαλλίας και Αψβούργων: Στη συνέχεια, η τύχη της Λωρραίνης καθορίζεται από την επιλογή συμμαχιών. Μεταξύ των δύο μεγάλων δυνάμεων, της Γαλλίας και της αυτοκρατορίας των Αψβούργων, οι δούκες της Λωρραίνης θα οδηγηθούν τελικά στην αγκαλιά των δεύτερων, ίσως γιατί ο ισχυρός που βρίσκεται πιο κοντά τρομάζει και περισσότερο. Η επιλογή του δούκα Καρόλου Δ΄, ο οποίος ανέρχεται στην εξουσία το 1625, να συνταχθεί ανοιχτά με τους Αψβούργους, ρίχνει τη Λωρραίνη στη δίνη του Τριακονταετούς Πολέμου. Τα πράγματα περιπλέκονται περισσότερο όταν ο Κάρολος έρχεται σε ανοιχτή ρήξη με τον Γάλλο βασιλιά Λουδοβίκο ΙΓ΄ και τον πανίσχυρο καρδινάλιο Ρισελιέ, υποστηρίζοντας τον Γκαστόν της Ορλεάνης, αδελφό του Λουδοβίκου. Οι Γάλλοι καταλαμβάνουν τη Λωρραίνη. Έπειτα τη λεηλατούν οι προτεστάντες Σουηδοί του βασιλιά Γουσταύου-Αδόλφου, για να ξανάρθει η σειρά των Γάλλων. Με τις Συνθήκες της Βεστφαλίας η Γαλλία αποκτά οριστικά τα εδάφη των τριών επισκοπικών περιφερειών της Λωρραίνης, ενώ κατέχει στρατιωτικά τα εδάφη του δουκάτου. Οι δούκες της Λωρραίνης ζουν εξόριστοι μέχρι το 1697, όταν ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ τους επιτρέπει να επιστρέψουν στο Νανσύ.

Φαίνεται παράδοξο, αλλά η Λωρραίνη στην οποία επιστρέφει ο δούκας Λεοπόλδος Α΄ ο Καλός, μολονότι έχει ουσιαστικά καταστεί γαλλικό προτεκτοράτο, βρίσκεται σε πλήρη οικονομική ακμή: ορυχεία, αλυκές, χαρτοποιία, υαλουργία, πορσελάνες και εμπόριο εν γένει αποτελούν τις πηγές πλούτου του Νανσύ. Βοηθούν και η κατά τα φαινόμενα εξομάλυνση των σχέσεων με τη Γαλλία κι η ελπίδα ότι ένας δυναστικός γάμος μεταξύ των οίκων της Γαλλίας και της Λωρραίνης θα μπορούσε να διασφαλίσει την ανεξαρτησία της δεύτερης. Ιδιωτικά μέγαρα χτίζονται στη νέα πόλη του Νανσύ, αδιάψευστη απόδειξη της ευμάρειας ευγενών και αστών. Αρχίζει η ανέγερση του μεγάλου ναού που πρόκειται να γίνει ο καθεδρικός της πόλης. Ο ίδιος ο δούκας συμβάλλει στην ανοικοδόμηση, παρότι, ακολουθώντας την τάση της εποχής που θέλει τους μονάρχες να κατοικούν εκτός της πρωτεύουσάς τους, μεταφέρει την αυλή του στη Λυνεβίλλ. Η πνευματική ζωή γνωρίζει άνθηση χάρη και στο Πανεπιστήμιο των Ιησουιτών στο γειτονικό Ποντ α Μουσσόν.

Όταν το 1729 πεθαίνει ο Λεοπόλδος, ο διάδοχος βρίσκεται για σπουδές στη Βιέννη, στην αυλή των φίλων και προστατών Αψβούργων. Ο Φραγκίσκος Γ΄ ήταν ο τρίτος γιος του Λεοπόλδου, αλλά οι δύο μεγαλύτεροι αδελφοί του είχαν πεθάνει από ευλογιά. Ο νεαρός δούκας επιστρέφει στο Νανσύ με μισή καρδιά. Ήδη ο αυτοκράτορας Κάρολος Στ΄ έχει εκδηλώσει την επιθυμία του να παντρέψει τον Φραγκίσκο με την κόρη του και μέλλουσα αυτοκράτειρα, τη Μαρία-Θηρεσία. Ο νεαρός περνά δύο χρόνια στο Νανσύ κι έπειτα επιστρέφει στη Βιέννη και στην εκλεκτή της καρδιάς του. Την ίδια ώρα η προοπτική του αυτοκρατορικού γάμου έχει θορυβήσει τη γαλλική αυλή. Ένας δούκας της Λωρραίνης που θα γίνει και αυτοκράτορας είναι ό,τι χειρότερο για τα σχέδια της Γαλλίας η οποία έχει σχεδόν προσαρτήσει τη Λωρραίνη. Αρχίζει ένα διπλωματικό παιχνίδι με απρόβλεπτες συνέπειες. Ο γαλλικός θρόνος θα δεχτεί τον γάμο μόνο υπό τον όρο ότι ο Φραγκίσκος θα εγκαταλείψει το Δουκάτο της Λωρραίνης. Πράγματι, ο Φραγκίσκος θα παντρευτεί τη Μαρία-Θηρεσία το 1736 και θα αφήσει το 1737 τα πατρογονικά εδάφη στους Γάλλους με αντάλλαγμα την Τοσκάνη (η συμφωνία θα επικυρωθεί το 1738 με τη Συνθήκη της Βιέννης). Κι ενώ ο μέχρι τότε δούκας θα πορευτεί προς την αυτοκρατορική μοίρα του, ο Γάλλος βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΕ΄ θα θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό του για μια ομαλή προσάρτηση της Λωρραίνης. Έφτασε η ώρα να περάσει στο προσκήνιο ο καλός βασιλιάς Στανισλάς.

Β. Στα χρόνια του καλού βασιλιά Στανισλάς

Γόνος μιας από τις επιφανέστερες οικογένειες της πολωνικής αριστοκρατίας, ο Στανισλάος Λεστσύνσκι εκλέγεται βασιλιάς της Πολωνίας το 1704, σε ηλικία 24 ετών, ουσιαστικά χάρη στην υποστήριξη του Σουηδού βασιλέα Κάρολου ΙΒ΄. Η εποχή είναι πολύ δύσκολη για την πάλαι ποτέ πολωνική υπερδύναμη. Περικυκλωμένη από τις μεγάλες ή ανερχόμενες δυνάμεις της εποχής (Ρωσία, Πρωσία, Αυστρία, Σουηδία), η Πολωνία διάγει τα τελευταία χρόνια της ανεξάρτητης ύπαρξής της. Μετά τη συντριβή του προστάτη του, του Καρόλου, στη μάχη της Πολτάβας (1709), ο Στανισλάος εκθρονίζεται. Ενώ έχει περάσει 15 χρόνια στην εξορία (Βεσαραβία, Ρηνανία-Παλατινάτο, Αλσατία), συναντά απρόσμενα τη μεγάλη ευκαιρία. Από το 1715 και τον θάνατο του προπάππου του, του «Βασιλιά-Ήλιου», μονάρχης της Γαλλίας είναι ο ανήλικος Λουδοβίκος ΙΕ΄ (γενν. το 1710). Ο θείος του και αντιβασιλέας Φίλιππος της Ορλεάνης έχει κανονίσει τον γάμο του Λουδοβίκου με την ινφάντα της Ισπανίας. Όταν το 1723 πεθαίνει ο αντιβασιλέας, η μέλλουσα νύφη είναι μόλις 6 ετών. Ο νέος πρωθυπουργός, ο Λουδοβίκος-Φίλιππος των Βουρβώνων, δεν καλοβλέπει αυτή την προοπτική. Ο νεαρός Λουδοβίκος είναι ένας φιλάσθενος έφηβος. Οι περισσότεροι δεν πιστεύουν ότι θα ζήσει αρκετά ώστε να ενηλικιωθεί. Αν, όμως, ο βασιλιάς πεθάνει πρόωρα, τότε θα τον διαδεχτεί ο δούκας της Ορλεάνης, γιος του νεκρού αντιβασιλέα και μεγάλος αντίπαλος του νυν πρωθυπουργού. Επομένως, πρέπει να βρεθεί γρήγορα μια νύφη για τον Λουδοβίκο: όχι πολύ μεγαλύτερή του, αλλά οπωσδήποτε σε αναπαραγωγική ηλικία και βεβαίως καθολική. Μόνο μια πριγκίπισσα πληροί τις προδιαγραφές αυτές: η κόρη του Στανισλάου Μαρία, την οποία και θα νυμφευθεί ο Λουδοβίκος τον Δεκαπενταύγουστο του 1725, στον Καθεδρικό του Στρασβούργου. Από εξόριστος μονάρχης, ο Στανισλάος προάγεται σε βασιλικό πεθερό. Πιστεύοντας ότι η γαλλική βοήθεια θα αποδειχτεί αρκετή, ο Στανισλάος επιχειρεί να ανακτήσει τον πολωνικό θρόνο: τον Σεπτέμβριο του 1734 επιστρέφει στη Βαρσοβία όπου η Πολωνική Δίαιτα τον επανεκλέγει βασιλέα. Μόνο που η ρωσική αντίδραση είναι άμεση και αποτελεσματική. Μέσα σε λίγες ημέρες ο Στανισλάος εκδιώκεται από την πρωτεύουσά του και καταφεύγει στο Γκντανσκ. Η Γαλλία κρίνει ότι ένας πόλεμος με τους Ρώσους δεν είναι ό,τι το καλύτερο και περιορίζεται να βοηθήσει συμβολικά μόνο τον Στανισλάο. Η επιχείρηση αποτυγχάνει παταγωδώς. Ο Λουδοβίκος, πάντως, δεν ξεχνά τον πεθερό του. Έτσι, το 1737 κι ενώ ο Φραγκίσκος εγκαταλείπει το Νανσύ, ο Λουδοβίκος διορίζει τον Στανισλάο ως ισόβιο δούκα της Λωρραίνης και του Μπαρ. Με τον θάνατο του Πολωνού, η Λωρραίνη θα καταστεί και τυπικά γαλλικό έδαφος.

Είναι βέβαιο ότι ο Λουδοβίκος πιστεύει πως η «μεσοβασιλεία» του εξηντάχρονου πεθερού του δεν πρόκειται να κρατήσει και πολύ. Γερό σκαρί, ο Πολωνός θα διαψεύσει τις προβλέψεις και θα διοικήσει τη Λωρραίνη για σχεδόν τριάντα χρόνια, μέχρι τον θάνατό του το 1766. Βέβαια, η λέξη «διοικήσει» δεν είναι απολύτως ακριβής: στην πράξη, ο Στανισλάος δεν έχει όλες τις εξουσίες στα χέρια του, μια και η Γαλλία έχει στείλει ως κυβερνήτη της Λωρραίνης τον Ιππότη της Γκαλαιζιέρ με αποστολή να προετοιμάσει το ταχύτερο δυνατό τη μετάβαση του δουκάτου σε καθεστώς γαλλικής κυριαρχίας. Παρόλα αυτά, ο Στανισλάος θα κάνει ό,τι μπορεί για να γίνει αγαπητός στους υπηκόους του και για να διασφαλίσει την υστεροφημία του. Αφήνει κληρονομιά το μνημειακό έργο της πλατείας που θα πάρει (πολύ αργότερα) το όνομά του, θεσπίζει την παροχή δωρεάν εκπαίδευσης στους κατοίκους της Λωρραίνης, ιδρύει τη Βασιλική Βιβλιοθήκη και τη Βασιλική Ακαδημία του Νανσύ, καθιερώνει ένα στοιχειώδες σύστημα πρωτοβάθμιας ιατρικής περίθαλψης. Με δύο λόγια, ένας αληθινός φωτισμένος μονάρχης, ο οποίος φιλοξενεί στα ανάκτορα της Λυνεβίλλ όλες τις μεγάλες μορφές του Διαφωτισμού, από τον Βολταίρο ως τον Μοντεσκιέ.

Γ. Υπό γαλλική κυριαρχία

Με τον θάνατο του Στανισλάου το 1766 (σε ηλικία 89 ετών και μάλιστα όχι εξαιτίας κάποιας ασθένειας αλλά λόγω των εγκαυμάτων που υπέστη πέφτοντας στο τζάκι του υπνοδωματίου του στα ανάκτορα της Λυνεβίλλ), η Λωρραίνη και το Νανσύ περνούν οριστικά στη Γαλλία. Τα χρόνια περνούν, κι αν κάποια επανάσταση άλλαξε ριζικά την πόλη αυτή δεν ήταν η Γαλλική, αλλά η Βιομηχανική. Τα ανθρακωρυχεία και η σιδηρουργία μεταβάλλουν τη φυσιογνωμία της πόλης. Το Νανσύ βγαίνει κατά κάποιο τρόπο κερδισμένο κι από την οδυνηρή ήττα της Γαλλίας στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο του 1870-71 και την απώλεια της Αλσατίας και του Μοζέλλα: στην πόλη συρρέουν όχι μόνον απλοί πρόσφυγες από τις χαμένες για τη Γαλλία περιοχές, αλλά κι ένα μεγάλο μέρος της επιχειρηματικής και πνευματικής ελίτ τους. Ο πληθυσμός της πόλης υπερδιπλασιάζεται: από 40.000 κατοίκους το 1850, η πόλη ξεπερνά τις 100.000 με την αυγή του 20ού αι. (ο αριθμός παραμένει μέχρι σήμερα σταθερός… για τον Δήμο του Νανσύ, μια και το ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα αριθμεί γύρω στις 300.000). Παράλληλα, η συνύπαρξη και η αλληλεπίδραση ανήσυχων επιχειρηματικών, πνευματικών και καλλιτεχνικών ελίτ έχει ως αποτέλεσμα την περίφημη Σχολή του Νανσύ, καθιστώντας την πόλη πραγματική πρωτεύουσα της Αρ Νουβώ. Ο πολυτάλαντος Εμίλ Γκαλλέ, ο επιπλοποιός και διακοσμητής Λουί Μαζορέλλ, οι υαλουργοί αδελφοί Ντάουμ κι ο αρχιτέκτονας Λυσιάν Βάισσενμπύργκερ είναι μερικά μόνο από τα ονόματα που πρωταγωνίστησαν στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής αυτής ομάδας.

Οι πόλεμοι θα περάσουν αφήνοντας τα σημάδια τους, αλλά το Νανσύ θα συνεχίσει στον ίδιο ρυθμό, αυτόν της βιομηχανικής πόλης… μέχρι να έρθει η ώρα της παρακμής των ορυχείων και της σιδηρουργίας κι ο επαπειλούμενος οικονομικός μαρασμός. Η πόλη θα αργήσει, αλλά θα αντιδράσει τελικά: αναπτύσσοντας τον τριτογενή τομέα, δίνοντας βάρος στα πανεπιστήμιά της και, φυσικότατα, στον τουρισμό το Νανσύ μπήκε στον νέο αιώνα με περισσότερη αισιοδοξία. Στο Νανσύ μπορεί να βρέχει συχνά, αλλά η εικόνα του δεν είναι γκρίζα!

ΙΙ. Σύντομη περιήγηση

Η υπέροχη Πλας Στανισλάς αποτελεί το κέντρο της πόλης, συνδέοντας την Παλαιά (στα βόρεια) και τη Νέα Πόλη (στα νότια) του Νανσύ. Στα δυτικά και μέχρι τον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης απλώνονται οι νεότερες συνοικίες της που οικοδομήθηκαν κατά τον 19ο αι. και στις αρχές του 20ού: εκεί βρίσκεται το εμπορικό κέντρο, αλλά και διάσπαρτα διάφορα διαμάντια της Αρ Νουβώ.

Α. Η Νέα Πόλη

Η κατ’ όνομα νέα πόλη άρχισε να οικοδομείται στα τέλη του 16ου αι., στα χρόνια του δούκα Καρόλου Γ΄. Μάρτυρας της ανάπτυξης που γνώρισε η πόλη από τα τέλη του 17ου αι., διαθέτει αρκετά δείγματα μπαρόκ αρχιτεκτονικής (όπως τα ιδιωτικά μέγαρα της Πλας ντ’ Αλλιάνς στο ανατολικό άκρο του ιστορικού κέντρου της πόλης), αλλά και νεοκλασσικά οικοδομήματα. Στη Νέα (ή κατ’ άλλους Βασιλική) Πόλη του Νανσύ βρίσκεται και ο ναός του Ευαγγελισμού της Παρθένου, ένα σχετικά λιτό, αλλά κομψό μπαρόκ οικοδόμημα του πρώτου μισού του 18ου αι. Ο ναός έγινε καθεδρικός το 1777 όταν το Νανσύ κατέστη επισκοπική έδρα (με τη μεταφορά της επισκοπής της Τουλ).

Β. Η Πλατεία Στανισλάς

Η Πλατεία Στανισλάς αποτελεί ένα αδιαμφισβήτητο αριστούργημα του μπαρόκ και του ροκοκό, το οποίο ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει πλέον σε όλη τη μεγαλοπρέπειά του (μετά την ανακαίνιση, ή μάλλον αναπαλαίωση, του 2005). Ο Στανισλάος αποφασίζει την κατασκευή της το 1751 θέλοντας να χαρίσει στην πρωτεύουσά του ένα μνημειώδες έργο το οποίο θα είναι αφιερωμένο στη δόξα του γαμπρού του, του Λουδοβίκου ΙΕ΄. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, ονομαζόταν αρχικά Βασιλική Πλατεία, για να πάρει τη σημερινή ονομασία της στα μέσα του 19ου αι. (όταν και τοποθετήθηκε στο μέσον της το άγαλμα του Στανισλάου στη θέση όπου βρισκόταν άγαλμα του Λουδοβίκου, το οποίο είχε φυσικά γκρεμιστεί στα χρόνια της Επανάστασης). Το έργο ολοκληρώθηκε το 1755, υπό την επίβλεψη του ντόπιου αρχιτέκτονα Εμμανυέλ Ερέ. Η πλατεία περιβάλλεται από κτίρια τα οποία είναι όμοια ως προς τα αρχιτεκτονικά και διακοσμητικά στοιχεία τους, αλλά διαφέρουν ως προς το μέγεθος και τον αριθμό των ορόφων (λέγεται ότι το μικρό ύψος των κτιρίων της βόρειας πλευράς οφείλεται τόσο σε λόγους προοπτικής, όσο και για να είναι δυνατή η χρήση πυροβολικού για την άμυνα της πόλης). Το Δημαρχείο του Νανσύ είναι το μεγαλύτερο κτίριο της πλατείας, καθώς καλύπτει ολόκληρη τη νότια πλευρά της. Στην πρόσοψή του μπορεί κανείς να διακρίνει τα εμβλήματα του Στανισλάου: τον ταύρο του οικόσημου των Λεστσύνσκι, τον αετό της Πολωνίας και τον ιππέα της Λιθουανίας. Μεταξύ των κτιρίων της ανατολικής πλευράς, το πρώην μέγαρο του Δημόσιου Ταμείου στεγάζει σήμερα την Όπερα του Νανσύ, ενώ στη δυτική πλευρά η Ιατρική Σχολή είναι εδώ και σχεδόν δύο αιώνες το Μουσείο Καλών Τεχνών της πόλης: πλούσια συλλογή ζωγράφων της Αναγέννησης (Περουτζίνο, Τιντορέτο, Ρούμπενς, Καραβάτζο), Γάλλοι ζωγράφοι του 19ου αι, (ανάμεσά τους η «Μάχη του Νανσύ» του Ντελακρουά), ιμπρεσιονιστές (ένας Μανέ) και έργα μοντέρνας τέχνης (ένας Πικάσο) καταλέγονται μεταξύ των εκθεμάτων του μουσείου. Το αξιοπερίεργο; Στη σκάλα που οδηγεί στον δεύτερο όροφο εκτίθεται συλλογή έργων του Φραντσέσκο Καζανόβα, αδελφού του γνωστού Βενετσιάνου γόη.

Στο βορειοδυτικό και στο βορειοανατολικό άκρο της πλατείας υπάρχουν δύο κρήνες με αγάλματα, του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης αντίστοιχα, που δεν διακοσμούν απλώς την πλατεία, αλλά και κρύβουν τις οχυρώσεις. Κι αμέσως μετά την πλατεία, στα βορειοδυτικά, υπάρχει μια αψίδα θριάμβου, απομίμηση αυτής του Σεπτίμιου Σεβήρου στη Ρώμη, την οποία ανήγειρε ο Στανισλάος για να υμνήσει τη δόξα του γαμπρού του (πάλι). Πέρα όμως από τα κτίρια, αυτό που ολοκληρώνει την ασύγκριτη ομορφιά της Πλατείας Στανισλάς είναι οι πύλες της με τα επίχρυσα κάγκελα, έργο του Ζαν Λαμούρ.

Γ. Η Παλαιά Πόλη

Στα βόρεια της Πλατείας Στανισλάς απλώνεται η Παλαιά Πόλη του Νανσύ. Ωστόσο ο επισκέπτης δεν αντιλαμβάνεται αμέσως την αλλαγή: η Πλατεία της Καρριέρ την οποία βλέπει πρώτη και την οποία χρησιμοποιούσαν στα χρόνια του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης ως χώρο ιππικών επιδείξεων και τουρνουά αναδιαμορφώθηκε πλήρως από τον Ερέ σύμφωνα με την αισθητική του μπαρόκ. Περιβάλλεται από ιδιωτικά μέγαρα του 18ου αι., ενώ στο βόρειο άκρο της δεσπόζει το κτίριο του Κυβερνείου. Το πραγματικό Νανσύ του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης αρχίζει λίγο βορειότερα. Στο νοτιοδυτικό άκρο σχεδόν της παλιάς πόλης, η Πλατεία Σαιν Επρ αποτελούσε την καρδιά της πόλης κατά τον Μεσαίωνα. Εκεί που βρισκόταν ένας ναός ρωμανικού ρυθμού, σήμερα υψώνεται η Βασιλική του Αγίου Εβέρου_(Saint Epvre), επισκόπου της Τουλ. Μην ξεγελαστείτε, πρόκειται για ένα νεογοτθικό κτίσμα της δεκαετίας του 1860. Προσωπικά βρίσκω το οικοδόμημα αρκετά συμπαθητικό, πολλοί όμως το θεωρούν αποτυχημένο συνδυασμό διαφόρων στοιχείων του γοτθικού ρυθμού, χωρίς την αρμονία και την ομορφιά των αυθεντικών μεσαιωνικών κτισμάτων. Σε κάθε περίπτωση, ο ναός χτίστηκε γρήγορα και, μάλλον πρόχειρα. Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα είναι φασκιωμένος με σκαλωσιές για τα απαραίτητα έργα συντήρησης και αναστύλωσης. Στα στενά δρομάκια βόρεια της Πλατείας Σαιν Επρ υπάρχουν εκλεκτά δείγματα της αρχιτεκτονικής του Ύστερου Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, όπως το μέγαρο του μαρισκάλδου της Λωρραίνης Ιωάννη της Ωσσονβίλλ.

Αν, πάντως, υπάρχει κάποιος δρόμος που μπορεί να δώσει μια ζωντανή εικόνα για το πώς ήταν το μεσαιωνικό Νανσύ, αυτός είναι η μακρόστενη Γκραντ Ρυ (αν φυσικά εξαιρέσουμε τα περίπου τριάντα εστιατόρια κάθε είδους και για κάθε βαλάντιο που υπάρχουν στην αριστερά πλευρά του δρόμου). Στον αριθμό 30, βρίσκεται το σπίτι όπου μετέφεραν το πτώμα του Καρόλου της Βουργουνδίας μετά τη Μάχη του Νανσύ το 1477. Μια πλάκα υπενθυμίζει το γεγονός. Ανηφορίζοντας, συναντάμε τα ανάκτορα των Δουκών της Λωρραίνης, όπου συνδυάζονται στοιχεία ύστερου γοτθικού και αναγεννησιακού ρυθμού (λογικό αν θυμηθούμε ότι το ανάκτορο οικοδομήθηκε από τον Ρενέ Β΄ και τον Αντώνιο στα τέλη του 15ου και στις αρχές του 16ου αι.). Αμέσως μετά τα ανάκτορα υπάρχει η Μονή και η Εκκλησία των Φραγκισκανών (αφιερωμένη φυσικά στον Άγιο Φραγκίσκο της Ασσίζης), χτισμένες κατόπιν παραγγελίας του δούκα Ρενέ Β΄. Δείγμα των δεσμών μεταξύ Νανσύ και Αψβούργων, η εκκλησία μέχρι το 1918 δεν ήταν τυπικά γαλλικό έδαφος, αλλά ανήκε στην Αυστρία! Κι αξίζει να σημειωθεί ότι ο καλός κύριος Όττο φον Χάμπσμπουργκ (τα χρόνια του νάχουμε!), ως απόγονος του οίκου παντρεύτηκε το 1951 σ’ αυτήν την εκκλησία (βέβαια, μια και κατά το γαλλικό δίκαιο μόνον ο πολιτικός γάμος είναι έγκυρος, είχε περάσει πρώτα κι από το δημαρχείο του Νανσύ)! Σήμερα τα ανάκτορα, η μονή και η εκκλησία στεγάζουν το Μουσείο Ιστορίας της Λωρραίνης. Μεταξύ των συλλογών του παλατιού, το απόλυτο μαστ είναι η σχεδόν πλήρης σειρά χαλκογραφιών του χαράκτη Ζακ Καλλό με τίτλο «Οι Δυστυχίες του Πολέμου» (εν προκειμένω, του Τριακονταετούς). Στην Εκκλησία των Φραγκισκανών βρίσκονται οι τάφοι των δουκών (π.χ. του Ρενέ Β΄). Αξιοσημείωτο το εντυπωσιακού ρεαλισμού επιτύμβιο ανάγλυφο της συζύγου του Ρενέ, της Φιλίππης του Γκέλντρε (ολλ. Χέλρε).

Στο τέλος της Γκραντ Ρυ υψώνεται η εντυπωσιακή Πύλη της Κραφφ, που είναι σχεδόν ό,τι έχει απομείνει από τις μεσαιωνικές οχυρώσεις και τα τείχη του Νανσύ. Η πύλη κατασκευάστηκε τον 14ο αι., αλλά οι πύργοι της είναι νεότεροι, μια και προστέθηκαν κατά το πρώτο μισό του επόμενου αιώνα.

Μεσαιωνικό, αναγεννησιακό, μπαρόκ, νεοκλασσικό η αρ νουβώ, το ιστορικό κέντρο του Νανσύ διαθέτει μνημεία και αξιοθέατα για όλες τις προτιμήσεις, καταρρίπτοντας τις όποιες φήμες περί μουντής πόλης ή «φτωχού συγγενή». Κι αν όλα αυτά σας είναι αδιάφορα, το Νανσύ είναι η πόλη όπου έδρασε ο περίφημος (ή περιβόητος, c’est selon) Δρ Εμίλ Κουέ (στην πραγματικότητα, απλώς φαρμακοποιός) με τη μέθοδό του της αυθυποβολής, όπως επίσης και η πόλη στην ποδοσφαιρική ομάδα της οποίας έκανε τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα ο Μισέλ Πλατινί.  Και για να κλείσω το κείμενο με τις δικές μου προτιμήσεις, το Νανσύ είναι η πόλη όπου δίδαξε ένας από τους σπουδαιότερους ιστορικούς που ασχολήθηκαν με την ελληνιστική περίοδο, ο Εντουάρ Βιλλ.

Advertisements

Περιηγήσεις στην Αλσατία: Κολμάρ

Νοέμβριος 17, 2009
 
 
478
Colmar – La Petite Venise

Την Αλσατία την ερωτεύτηκα τα χρόνια που ζούσα στο Στρασβούργο. Πέρα από τα φυσικά τοπία της (τα Βόσγια, τις πεδιάδες, τα δάση που φαντάζουν ακόμη πιο όμορφα σε έναν άνθρωπο της Μεσογείου), το πιο εντυπωσιακό ήταν οι πόλεις και τα χωριά της που στα κτίριά τους έφεραν ανάγλυφη την ιστορία αιώνων. Μαζί και η εξαίρετη κουζίνα της, ακόμη και για κάποιον που δεν εκτιμά ιδιαίτερα τις «εμβληματικές» σπεσιαλιτέ της περιοχής, όπως το σουκρούτ, το μπαικόφφ ή το ζαμποννώ, και τα δροσερά κρασιά της από το ρίσλινγκ ως το πινό νουάρ. Η Αλσατία μπορεί να μην είναι ακριβώς Γαλλία (αν και, πέντε χρόνια στο Στρασβούργο, όπου μεγάλο τμήμα του πληθυσμού δεν είναι αλσατικής καταγωγής, ποτέ δεν ένιωσα να ζω κάπου αλλού εκτός από τη Γαλλία. Σπανιότατα άκουγα αλσατικά στο δρόμο και, σχεδόν πάντα, από ανθρώπους μεγάλης ηλικίας. Πολλές φορές, μόνο το ντεκόρ έμοιαζε ακαθόριστα γερμανικό), δεν είναι πάντως και Γερμανία. Έχει τη δική της ταυτότητα: τόσο στους Γάλλους όσο και στους Γερμανούς χαρίζει ένα οικείο περιβάλλον με συγκρατημένες δόσεις εξωτισμού. Οι Γάλλοι, χωρίς να περάσουν σύνορα και χωρίς να χρειάζεται να μιλήσουν μια ξένη γλώσσα, βρίσκονται σε ένα διαφορετικό τόπο που τους προσφέρει μερικά από τα ωραιότερα δείγματα της μεσαιωνικής και αναγεννησιακής γερμανικής αρχιτεκτονικής. Οι Γερμανοί περνούν σύνορα, αλλά έχουν τη δυνατότητα να συνεννοηθούν στη γλώσσα τους και να περιπλανηθούν σε γνώριμο χώρο, συναντώντας όμως την τυπικά γαλλική νοοτροπία ευζωΐας, και, κυρίως, να ξαναβρούν ένα αστικό τοπίο που στη χώρα τους καταστράφηκε για πάντα από τις βόμβες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και οι μεν και οι δε θα βρεθούν σε πόλεις και χωριά που άνετα θα μπορούσαν να αποτελέσουν το σκηνικό για παραμύθια των αδελφών Γκριμμ. Ειδικά για το Στρασβούργο θα μπορούσα να γράψω χιλιάδες κείμενα και πάλι θα είχα τη βεβαιότητα ότι δεν θα κατάφερνα να εκφράσω εύστοχα αυτά που νιώθω μέσα μου. Θα πρέπει νάταν τα φθινοπωρικά βράδια όταν πλησιάζοντας τις όχθες του Ιλλ αντίκριζες τη σιλουέτα του καθεδρικού να προβάλλει μέσα από την ομίχλη. Ή, ίσως, η γλυκιά ραθυμία των καλοκαιρινών απομεσήμερων στα καφέ της Μαρσέ Γκαγιώ ή οι περίπατοι στα κανάλια της Πετίτ Φρανς, εκεί που ο χρόνος πρέπει να σταμάτησε στις αρχές του 17ου αιώνα. Σίγουρα, ήταν η απερίγραπτη ομορφιά του καθεδρικού, αυτού του διαμαντιού της τέχνης που κατά σύμβαση αποκαλούμε «γοτθική».

 

Αφού λοιπόν δεν ταχθήκαμε για τα μεγάλα, ας στραφούμε σε ένα στόχο πιο βατό, αλλά διόλου αμελητέο, τη δεύτερη σε ιστορική σπουδαιότητα πόλη της Αλσατίας, το Κολμάρ.

470
Maison des Têtes

Κολμάρ: Με λίγο περισσότερους από 65.οοο κατοίκους, το Κολμάρ είναι η πρωτεύουσα του γαλλικού νομού του Άνω Ρήνου («Άνω» σύμφωνα με τον ρου του ποταμού, μια και η νότια Αλσατία είναι πιο κοντά στις πηγές του), μολονότι δεν έχει ούτε τον μισό πληθυσμό της Μυλούζ, και για ιστορικούς λόγους έδρα του εφετείου της περιφέρειας της Αλσατίας, μολονότι το Στρασβούργο έχει σχεδόν οχταπλάσιο πληθυσμό. Η πόλη είναι απίστευτα γραφική: το ιστορικό της κέντρο είναι πιο «μαζεμένο» από το αντίστοιχο του Στρασβούργου και μπορεί να το γυρίσει κανείς άνετα με τα πόδια, δεν είναι όμως και μικρό. Διαθέτει μέγαρα του 16ου, του 17ου και του 18ου αιώνα, όπως το εξαίσιο αναγεννησιακό αρχιτεκτόνημα του Maison des Têtes (χτισμένο το 1609 για λογαριασμό του εμπόρου Άντον Μπύργκερ) ή το αρχοντικό Πφίστερ, ίσως το χαρακτηριστικότερο δείγμα αλσατικού μεγάρου (το έχτισε το 1537 ο έμπορος Λουδοβίκος Σέρερ από τη Μπεζανσόν, το σημερινό όνομα οφείλεται σε κάποιον από τους ιδιοκτήτες του σπιτιού κατά τον 19ο αιώνα). Αμέτρητα αλσατικά maisons à colombages (δηλαδή σπίτια με σκελετό από ξύλινα δοκάρια, τα οποία είναι εξωτερικώς ορατά). Σημαντικές γοτθικές εκκλησίες, όπως ο Άγιος Μαρτίνος ή η λιτή εκκλησία των Δομηνικανών. Κάμποσα μπαρόκ οικοδομήματα από τα χρόνια της γαλλικής κυριαρχίας στην Αλσατία και, γύρω από το ιστορικό κέντρο, πολλά δημόσια κτίρια, περισσότερο ή λιγότερο μνημειακού χαρακτήρα, που οφείλονται στους Γερμανούς, μια και χτίστηκαν στο διάστημα 1871-1918, όταν η Αλσατία αποτελούσε τμήμα του γερμανικού Ράιχ. Υπάρχει ακόμη η «Μικρή Βενετία», η οποία θα φανεί απίστευτα μικρή σε όποιον έχει επισκεφτεί τις πολυάριθμες «Βενετίες» του ευρωπαϊκού Βορρά από τη Μπρυζ και το Άμστερνταμ ως τη Στοκχόλμη, δεν παύει, όμως, να είναι αληθινά όμορφη. Και φυσικά πολλά, πάρα πολλά γλυπτά του διασημότερου τέκνου του Κολμάρ, του Αυγούστου Μπαρτολντί, δημιουργού, μεταξύ άλλων, του Αγάλματος της Ελευθερίας στη Νέα Υόρκη. Τέλος, η πόλη διαθέτει ένα από τα σημαντικότερα επαρχιακά μουσεία της Γαλλίας: το Μουσείο Ουντερλίντεν στεγάζεται σε ένα μεσαιωνικό κοινόβιο γυναικών μοναχών που εντάχθηκαν στο τάγμα των Δομηνικανών και ανάμεσα στα εκθέματά του καταλέγονται αρκετοί θησαυροί της μεσαιωνικής και αναγεννησιακής τέχνης της περιοχής του Ρήνου, μεταξύ των οποίων έργα των Μάρτιν Σονγκάουερ, Γιοστ Χάλλερ, Χανς Χόλμπαϊν, Λούκας Κράναχ και Άλμπρεχτ Ντύρερ. Το κύριο έκθεμα του, όμως, είναι το απόλυτο αριστούργημα του ύστερου αλσατικού Μεσαίωνα, το πολύπτυχο του Ίσσενχάιμ, έργο του Ματίας Γκρύνεβαλντ, ενός ζωγράφου για τη ζωή του οποίου αγνοούμε σχεδόν τα πάντα.

IsenheimerAltar

 Λίγη ιστορία: Το Κολμάρ αναφέρεται για πρώτη φορά (με το λατινικό όνομά του Columbarium, σαν να λέμε δηλαδή περιστερώνας) το 832 σε μια δωρεά του Λουδοβίκου, γιου και διαδόχου του Καρλομάγνου. Πρόκειται, συνεπώς, για βασιλική ιδιοκτησία, αλλά δεν ξέρουμε αν ανάγεται στους Μεροβίγγειους Φράγκους βασιλείς ή στα χρόνια του Καρλομάγνου. Η ύπαρξη του βασιλικού κτήματος θα αποτελέσει την αιτία της δημιουργίας οικισμού ο οποίος αναπτύσσεται σταδιακά κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Γύρω στα 1220, ο Γερμανός αυτοκράτορας και βασιλιάς της Σικελίας Φρειδερίκος ο Β΄, του οίκου των Χοχενστάουφεν, θα αναγνωρίσει το Κολμάρ ως ελεύθερη αυτοκρατορική πόλη. Η πόλη οργανώνεται ως αστική ολιγαρχία και γνωρίζει οικονομική ακμή, κυρίως χάρη στο εμπόριο κρασιού. Αντιθέτως προς τα ρωμαϊκά ή τα νεότερα χρόνια, ο Ρήνος κατά τον Μεσαίωνα είναι ένας εμπορικός δρόμος που ενώνει τους λαούς. Η Αλσατία έχει την τύχη να βρίσκεται ακριβώς πάνω στην οδό που συνδέει την Ιταλία με τη Γερμανία, τη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες. Μια απόφαση που εξέδωσε το 1278 στη Βιέννη ο Ροδόλφος των Αψβούργων καταγράφει – με αρκετά ακατάστατο τρόπο – τα διοικητικά και φορολογικά προνόμια της πόλης, τον τρόπο διακυβέρνησής της και τις διατάξεις αστικού και ποινικού δικαίου που ισχύουν στην πόλη και στα εδάφη που κατέχει. Το Κολμάρ διοικείται από συμβούλιο αστών, οι οποίοι απολαύουν διαφόρων προνομίων, όπως της δυνατότητας να κατέχουν φέουδα. Στην προσπάθειά τους να διασφαλίσουν την αυτονομία τους έναντι των διαφόρων φεουδαρχών της περιοχής, αλλά και της μεγάλης τοπικής δύναμης, δηλαδή του Στρασβούργου, δέκα αλσατικές πόλεις (Κολμάρ, Αγκνώ, Βισσεμπούρ, Ροσάιμ, Ομπερναί, Σελεστά, Κάυζερσμπεργκ, Μύνστερ, Τυρκάιμ και Μυλούζ) ιδρύουν το 1354 την αλσατική Δεκάπολη, χαλαρή ομοσπονδία που μας θυμίζει κάπως τις συμπολιτείες των ελληνιστικών χρόνων. Η ένωση εγκρίνεται από τον Γερμανό Αυτοκράτορα Κάρολο τον Δ΄, ο οποίος αναγνωρίζεται ως επικυρίαρχος των πόλεων και ορίζει ως τοποτηρητή του έναν μεγάλο βαΐλο (Landvogt) με έδρα το Αγκνώ. Το Κολμάρ γνωρίζει οικονομική ανάπτυξη και πολιτική ακμή μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα. Αντίθετα με το Στρασβούργο, που γρήγορα θα γίνει προτεσταντικό, το Κολμάρ δεν θα δεχθεί το προτεσταντικό δόγμα παρά μόνο το 1575 και με πολλούς δισταγμούς και επιφυλάξεις.
Ο Τριακονταετής Πόλεμος, πέρα από τις απερίγραπτες καταστροφές που θα προξενήσει, θα αποτελέσει το οριστικό τέλος της αυτόνομης Αλσατίας. Με τις συνθήκες της Βεστφαλίας (μνημείο διπλωματικής ασάφειας) το 1648 το Κολμάρ και τα υπόλοιπα μέλη της Δεκαπόλεως θα παραμείνουν τυπικά «πόλεις της αυτοκρατορίας», πλην όμως το μεγαλύτερο τμήμα της Αλσατίας και μαζί η θέση του μεγάλου βαΐλου της θα περιέλθουν στον Γάλλο βασιλέα. Το Κολμάρ θα παλέψει με κάθε μέσο να περισώσει την αυτονομία του, μάταια, όμως, καθώς με τη συνθήκη του Νεϊμέχεν, το 1679, θα γίνει «γαλλική βασιλική πόλη». Θα ακολουθήσουν δύο αιώνες γαλλικής κυριαρχίας, κατά τη διάρκεια της οποίας οι θρησκευτικές ισορροπίες θα ανατραπούν στην Αλσατία υπέρ των καθολικών (ειδικά το Κολμάρ, πάντως, ποτέ δεν έπαψε να είναι κατά πλειοψηφία καθολικό). Ο γλωσσικός και πολιτιστικός εκγαλλισμός είναι μάλλον σταδιακός και όχι εξαιρετικά βίαιος, καθώς το γαλλικό στέμμα έχει τον πολιτικό ρεαλισμό να αναγνωρίσει τις ιδιαιτερότητες της νέας του κτήσης. Η επόμενη ανατροπή θα έρθει το 1871 με τη γαλλική ήττα στον Γαλλοπρωσικό πόλεμο: η Αλσατία γίνεται γερμανική. Η προσπάθεια εκγερμανισμού είναι πολύ πιο απότομη και προσκρούει στην αντίδραση των Αλσατών, όπως περιγράφει με μάλλον «αθώο» ύφος στα έργα του ο Αλσατός σκιτσογράφος και συγγραφέας Ζαν-Ζακ Βαλτς, γνωστότερος με το ψευδώνυμο Χάνσι. Πάντως, η γερμανική κατοχή θα αφήσει παρακαταθήκη στο Κολμάρ σειρά δημοσίων κτιρίων και σύγχρονες υποδομές. Η ήττα των Γερμανών στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο θα ξανακάνει την Αλσατία γαλλική: ο γαλλικός στρατός θα μπεί θριαμβευτικά στο Κολμάρ στις 18.11.1918. Αυτή τη φορά η αδεξιότητα είναι γαλλική, καθώς η γαλλική κυβέρνηση θα επιχειρήσει να εναρμονίσει άγαρμπα το νομικό καθεστώς της Αλσατίας με αυτό της Γαλλίας, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις, ιδίως όσον αφορά τον σεβασμό της θρησκευτικής ιδιαιτερότητας των Αλσατών. Το έργο της ανατροπής θα ξαναπαιχτεί με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: τον Ιούνιο του 1940 η Αλσατία και το Κολμάρ ξαναγίνονται τμήμα του γερμανικού Ράιχ, μέχρι την απελευθέρωση, στις 2.2.1945. Το Κολμάρ θα ακολουθήσει στην εποχή μας ένα δρόμο σταθερής ανάπτυξης, με αιχμή του δόρατος τον τουρισμό, και θα προσπαθήσει να καλλιεργήσει, μάλλον επιτυχώς, το προφίλ μιας πόλης των τεχνών.    
 
 
   Η Αλσατική ιδιαιτερότητα: Εκτός από ιστορική και γλωσσική είναι και θρησκευτική. Οι περισσότεροι Αλσατοί είναι καθολικοί, υπάρχει όμως μια σημαντική προτεσταντική μειονότητα. Αν στο Κολμάρ η ελίτ είναι καθολική, στο Στρασβούργο ένα μεγάλο τμήμα της είναι προτεσταντικό: πριν σπουδάσουν σε  κάποια από τις γαλλικές Grandes Ecoles και σταδιοδρομήσουν στη γαλλική δημόσια διοίκηση ή στην πολιτική, οι γόνοι της προτεσταντικής καλής κοινωνίας αποφοιτούν οπωσδήποτε από την προτεσταντική θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου (παράδειγμα η σοσιαλίστρια πρώην υπουργός πολιτισμού και πρώην δήμαρχος της πόλης Κατρίν Τρωτμάνν). Επίσης στην Αλσατία δεν ισχύει, όπως στην υπόλοιπη Γαλλία ο απόλυτος διαχωρισμός Κράτους και Εκκλησίας, ο οποίος επιβλήθηκε το 1905, εποχή δηλαδή κατά την οποία η Αλσατία αποτελούσε γερμανικό έδαφος. Στη Αλσατία ισχύει πάντα το κονκορδάτο που συνάφθηκε το 1801 μεταξύ του Ναπολέοντα και του πάπα Πίου του Ζ΄. Οι ιερείς, καθολικοί και προτεστάντες, μισθοδοτούνται από το γαλλικό Δημόσιο, το οποίο καλύπτει και το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού των αντίστοιχων Εκκλησιών.
 
Οι «αστικοί μύθοι» του Κολμάρ: Αστικοί μύθοι όχι με τη σύγχρονη σημασία του όρου, αλλά υπό την έννοια των ιστοριών των οποίων η σημασία μεγεθύνεται (και σε κάποιο βαθμό μεταλλάσσεται) έτσι ώστε να αποτελέσουν συστατικά στοιχεία της ταυτότητας μιας πόλης. Το Κολμάρ έχει δύο τουλάχιστον τέτοιες ιστορίες.
 
1. Ιωάννης Ρέσσελμανν: γιος βυρσοδέψη, ο Ρέσσελμανν ηγείται του δημοτικού συμβουλίου του Κολμάρ και προσπαθεί με κάθε μέσο (κυρίως συμμαχώντας με τους Αψβούργους) να διασφαλίσει την αυτονομία της πόλης, την οποία επιβουλεύεται ο επίσκοπος του Στρασβούργου. Το 1262, οι στρατιώτες του επίσκοπου μπαίνουν με τέχνασμα στην πόλη: ο Ρέσσελμανν μάχεται ηρωϊκά και απωθεί την επίθεση θυσιάζοντας τη ζωή του. Όταν το 1882 ο Μπαρτολντί φιλοτεχνεί για την πόλη του το άγαλμα του Ρέσσελμμαν (βλ. φωτό), του δίνει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του Ηρακλή Παγιεριμχόφφ, δηλαδή του δήμαρχου της πόλης τον οποίο καθαίρεσαν οι Γερμανοί το 1877, επειδή αρνήθηκε να συνεργαστεί μαζί τους.
 
2. Λάζαρος του Σβέντι:  Ο Βαρόνος Λάζαρος του Σβέντι ήταν ευγενής της περιοχής (το κάστρο του βρίσκεται περίπου 10 χιλιόμετρα νότια του Κολμάρ), ο οποίος, στα μέσα του 16ου αιώνα, υπήρξε σύμβουλος και στρατηγός του Μαξιμιλιανού του Β΄ των Αψβούργων. Σύμφωνα με το μύθο, μετά από μια εκστρατεία κατά των Τούρκων στην Ουγγαρία, ο Σβέντι έφερε στην Αλσατία την ποικιλία τόκαϋ. Στην πραγματικότητα, το αλσατικό τοκάϋ δεν είναι παρά πινό γκρι, η καλλιέργεια του οποίου στην περιοχή ανάγεται στους πρώτους αιώνες του Μεσαίωνα, και δεν έχει καμιά σχέση με τη γνωστή ουγγρική ποικιλία σταφυλιών (και κρασιού). Εξάλλου, μετά την προσχώρηση της Ουγγαρίας στην ΕΕ και μια σύντομη μεταβατική περίοδο τα αλσατικά κρασιά που παράγονται από πινό γκρι δεν μπορούν πια να φέρουν την ονομασία «tokay».
 
 
 
Αυτά, τα όχι λίγα, για το Κολμάρ. Για την Αλσατία, όμως, θα επανέλθουμε σύντομα. 
 

Περάστε κόσμε! Έχω καλό πράγμα από BBC και Καθημερινή!

Οκτώβριος 31, 2009

Καθώς νιώθω να με τριγυρίζει κάποια ίωση, θέτοντας σε κίνδυνο την πενθήμερη εκδρομή που έχω προγραμματίσει για την ερχόμενη εβδομάδα, καταφεύγω στην εύκολη λύση της αναδημοσίευσης. Από αυτή την άποψη, η παρούσα ανάρτηση εντάσσεται στην κατηγορία «Μεγάλες διαδικτυακές επιτυχίες του Ρογήρου» (διπλό CD με … 3-4 κομμάτια σε 7 διαφορετικά remix το καθένα για να γεμίσει ο δίσκος). Το κείμενο που ακολουθεί πρωτοδημοσιεύθηκε στον φιλόξενο χώρο της Λεξιλογίας τον Ιανουάριο (19.1.2009). Λίγες ημέρες μετά, ο Νίκος Σαραντάκος μου έκανε την τιμή να το δημοσιεύσει στον ιστότοπό του (τότε δεν είχε ξεκινήσει ακόμη το δημοφιλέστατο ιστολόγιό του), με τον τίτλο «Όταν το ντοκιμαντέρ χαρίζει άφθονο γέλιο» προσθέτοντας έναν πολύ κατατοπιστικό για το θέμα πρόλογο. Επομένως, οι (λίγοι αλλά εκλεκτοί) αναγνώστες του ιστολογίου μάλλον γνωρίζουν το κείμενο που ακολουθεί και μπορούν να το προσπεράσουν. Δεν υπάρχει άλλωστε λόγος ανησυχίας: οι Νορμανδοί ήδη ετοιμάζονται να φορέσουν θώρακες και κράνη και να ζωστούν τα σπαθιά τους για να σουλατσάρουν από το Μπενεβέντο ως τις Συρακούσες: το αργότερο αύριο θα σας χτυπήσουν την πόρτα για πρωϊνό καφεδάκι…

Στον πρόλογό του, ο Νίκος Σαραντάκος επισημαίνει, μεταξύ άλλων, τα εξής: 

«Θα έλεγε κανείς ότι είναι σπάνιο φαινόμενο να προκαλεί ακράτητα γέλια ένα ντοκιμαντέρ εκλαϊκευμένης επιστήμης, από αυτά τα πολύ καλοφτιαγμένα του BBC. Ένα τέτοιο ντοκιμαντέρ παρουσιάζουμε στο σημερινό σημείωμα. Το κακό είναι ότι ο σκοπός του σκηνοθέτη δεν ήταν να κάνει τους θεατές να γελάσουν –το κωμικό αποτέλεσμα οφείλεται αποκλειστικά στους ελληνικούς υποτίτλους. Έτσι, μόνο Έλληνες θεατές θα γέλασαν και μάλιστα μόνο όσοι έχουν την πετριά –δηλαδή μεταφραστές και άλλοι… ύποπτοι τύποι.

 Σκέφτομαι πάντως ότι αν η μοίρα του υποτιτλιστή γενικά δεν είναι ζηλευτή, ο υποτιτλιστής ντοκιμαντέρ που μοιράζονται σε DVD βρίσκεται στη χειρότερη θέση. Αφενός, επειδή μεταφράζει ντοκιμαντέρ, πρέπει να έχει αρκετές γνώσεις για το αντικείμενο της ταινίας. Ίσως όχι τόσες όσες ο μεταφραστής ενός αντίστοιχου βιβλίου, πάντως αρκετές. Επίσης, επειδή το ντοκιμαντέρ όσο και να ’ναι μεταδίδει γνώσεις, είναι πιο δύσκολο, αν ο μεταφραστής αγνοεί κάτι, να το πνίξει στο φλου αρτιστίκ και στη γενικολογία, όπως ίσως θα μπορούσε να κάνει σε μια ταινία μυθοπλασίας. Αφετέρου, επειδή το ντοκιμαντέρ διανέμεται σε DVD, τα πτερόεντα έπεα έχουν χάσει τα φτερά τους, δηλαδή ο απαιτητικός θεατής μπορεί να επαναλάβει δυο και τρεις φορές ένα στιγμιότυπο όπου η μετάφραση φαίνεται να πάσχει κι έτσι να βεβαιωθεί, ενώ στο σινεμά ή στην τηλεόραση συχνά υπάρχει η πιθανότητα ότι κάτι δεν ακούστηκε καλά κι έτσι ο υποτιτλιστής απαλλάσσεται λόγω αμφιβολιών.

 Όμως τα παραπάνω δεν είναι δικαιολογία για τον κακό υποτιτλισμό. Αφού οι εταιρείες που υποτιτλίζουν ντοκιμαντέρ ξέρουν τις δυσκολίες, ας πληρώσουν λίγο περισσότερο τους υποτιτλιστές τους. Σημειώνω ότι η αμοιβή για υποτίτλους (γενικώς) δεν ξεπερνάει πολύ το 1 ευρώ ανά λεπτό ταινίας! Άλλωστε, ο κύριος στόχος του σημειώματος δεν είναι ο μεταφραστής που έκανε τους υποτίτλους, αλλά η εταιρεία που παρέδωσε ανεπαρκή δουλειά και η εφημερίδα που μοιράζει ένα ελαττωματικό προϊόν».

Και καταλήγει, διορθώνοντας μια δική μου αστοχία, διευκρινίζοντας ότι η «αναφορά στη Στρατιά των Ανύπαρκτων, προς το τέλος του κειμένου, δεν είναι εκατό τα εκατό ακριβής. Πιο ταιριαστό θα ήταν να μιλάμε για Στρατιά των Αγνώριστων, μια και ο «Χάντριαν» των υποτίτλων δεν είναι ανύπαρκτο πρόσωπο, αλλά υπαρκτό (μάλλον καταλάβατε ποιο) που έγινε σχεδόν αγνώριστο από την επέμβαση του υποτιτλιστή. Ήδη τα κέντρα κατάταξης έχουν ανοίξει και σε λίγες μέρες δεν αποκλείεται να κάνει την εμφάνισή της και η Στρατιά των Αγνώριστων!»

Ακολουθεί το πρωτότυπο κείμενο:

«Είπαμε προχθές να παρακολουθήσουμε κάποιο από τα πολλά ντοκιμαντέρ που έχει μοιράσει σε DVD τα τελευταία χρόνια η «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» και διαλέξαμε τη σειρά «Wild Europe» του BBC (παραγωγή 2005-2006, ο τίτλος μεταφράστηκε στα ελληνικά ως «Άγνωστη Ευρώπη»). Τα δύο πρώτα επεισόδια αναφέρονται στη γεωλογική ιστορία της ηπείρου μας, το 3ο και το 4ο στη σχέση ανθρώπου και φυσικού περιβάλλοντος. Το ντοκιμαντέρ ήταν πράγματι εξαιρετικό (τόσο από επιστημονική όσο και από αισθητική άποψη), όχι όμως και η μετάφρασή του (η οποία πιστώνεται ή μάλλον χρεώνεται σε εταιρία), γεγονός όχι και τόσο πρωτότυπο αν λάβουμε υπόψη την ποιότητα των μεταφράσεων στη συγκεκριμένη εφημερίδα. Ακολουθεί ένα απάνθισμα μεταφραστικών καλλιτεχνημάτων από τους ελληνικούς υπότιτλους των δύο τελευταίων επεισοδίων (ομολογώ ότι δεν είχα κουράγιο να ελέγξω αν η μετάφραση είναι πανομοιότυπη και στο ελληνικό σπικάζ, ενώ δεν γνωρίζω αν η σειρά προβλήθηκε στον ΣΚΑΪ και, αν ναι, αν χρησιμοποιήθηκε η επίμαχη μετάφραση).

Α. Συμπαθητικές απροσεξίες

Το ντοκιμαντέρ αναφέρει ότι η πατάτα έφτασε πιθανώς στην Ιρλανδία όταν η θάλασσα ξέβρασε στις ακτές τα κουφάρια πλοίων της ισπανικής αρμάδας, μετά την ήττα των ισπανικών δυνάμεων από τους Άγγλους (και τα στοιχεία της φύσης) το 1588. Και συμπληρώνει ο Άγγλος εκφωνητής ότι η πατάτα είχε φτάσει στην Ισπανία μερικές δεκαετίες νωρίτερα, με τις ανακαλύψεις του Κολόμβου. Ο μεταφραστής κάτι δεν προσέχει στο κείμενό του, κάτι ξεχνά και μας χαρίζει μια νέα θεώρηση της Ιστορίας: «η πατάτα έκανε το ταξίδι από τον Νέο στον Παλαιό Κόσμο μερικές δεκαετίες πριν από τον Κολόμβο» ! Άραγε, ταξίδεψε μόνη της ή την έφερε κάποιος άγνωστος θαλασσοπόρος του οποίου το όνομα η κακούργα Ιστορία ξέχασε να καταγράψει; Ή μήπως το έκαναν οι Βίκινγκς (αν υποθέσουμε ότι η φράση «μερικές δεκαετίες» μπορεί να καλύψει και τρεις ή τέσσερις αιώνες);

Β. Αφού μοιάζουν, είναι ίδια.

Συνεχίζει ο Άγγλος εκφωνητής για τις πατάτες, «πατάτες» σερβίρει κι ο μεταφραστής του. Το ντοκιμαντέρ κάνει λόγο για μύκητες που προσέβαλαν τις καλλιέργειες στα μέσα του 19ου αιώνα, καταστρέφοντάς τες και προκαλώντας λιμό (famine, έλεγε και ξανάλεγε). Στους υπότιτλους βλέπαμε και ξαναβλέπαμε «λοιμός». Θα μου πείτε, από άποψη συνεπειών το ίδιο κάνει: είτε πανούκλα είτε πείνα, ο κίνδυνος είναι να χαζεύεις τα ραδίκια ανάποδα. Οπότε … no problem!

Άλλωστε, λίγο αργότερα και ενώ το ντοκιμαντέρ πραγματεύεται το ζήτημα της βιομηχανικής ρύπανσης από τον 19ο αιώνα και μετά, η λέξη «smog» αποδίδεται απλά και οικονομικά ως «καπνός». Πώς λέμε «οι βλαβερές συνέπειες του καπνού», ένα τέτοιο πράγμα.

Γ. Δημιουργική χρήση της νέας ελληνικής

1) Και τα βουνά έχουν ψυχή – Μας λέει το πρωτότυπο ότι κατά το παρελθόν οι κορυφές των Άλπεων «were feared and avoided». Μετάφραση: «οι κορυφές των Άλπεων φοβούνταν και αποφεύγονταν». Τι να φοβούνταν άραγε οι κακόμοιρες; Τους τουρίστες να υποθέσω;

2) Ενώ τα ποτάμια κάνουν μπίζνες – Το ντοκιμαντέρ κάνει λόγο για την εμπορική κίνηση των ποταμών της Ευρώπης και χαρακτηρίζει τον Ρήνο ως «the busiest river in Europe». Μετάφραση: «ο Ρήνος είναι ο πλέον πολυάσχολος ποταμός της Ευρώπης». Κυλά και γράφει υπομνήματα και αναφορές στον φορητό υπολογιστή του.

3) Η δύναμη του λιμανιού – Το θέμα τώρα είναι η εμπορική κίνηση στα μεγάλα λιμάνια της ηπείρου μας. Εδώ ο μεταφραστής ξεπερνά τον εαυτό του σε δημιουργικότητα: «Ένα λιμάνι σαν κι αυτό μπορεί να πηγαινοφέρνει 3.000 κοντέϊνερ το χρόνο». Λέτε να τα εκσφενδονίζει σαν τον Κινγκ Κονγκ;

Έχουμε ακόμη: «την επανένταξη των καστόρων στη Βιέννη», αφού φαίνεται ότι είχαν εθιστεί σε βαριές εξαρτησιογόνες ουσίες, αλλά ευτυχώς απεξαρτήθηκαν. Τώρα βέβαια το πρωτότυπο μιλούσε για «reintroduction near Vienna», δεν υπάρχει όμως λόγος να ασχολούμαστε με πεζά πράγματα.

Μετά από αυτά, είναι μάλλον πταίσμα να μεταφράζεις ως «καλές συνθήκες διαβιώσεως» το πρωτότυπο «optimal growing conditions», προκειμένου περί θερμοκηπίων και των φυτών που καλλιεργούνται σε αυτά.

Δ. Όχι μόνο η στρατιά… αλλά και η γεωγραφία των ανυπάρκτων

1) Το καλύτερο από όλα είναι ο «ποταμός Ρόνος». Κι εμείς που νομίζαμε ότι ο Rhône λέγεται Ροδανός στα ελληνικά.

2) Πληροφορηθήκαμε επίσης την ύπαρξη της πόλης «Σβάνσα». Αν προσθέσω ότι μιλάμε για «τη Σβάνσα της Ουαλίας», θα καταλάβετε ότι πρόκειται για το Swansea.

3) Τέλος, μια περίπτωση υποψήφια για κατάταξη στη γνωστή «στρατιά των ανυπάρκτων» που στρατολογεί ο sarant. Η μετάφραση του ντοκιμαντέρ μας πληροφορεί ότι «το τείχος του Χάντριαν χώριζε την Αγγλία από τη Σκωτία». Μεγάλε και δοξασμένε Χάντριαν ! Να υποθέσουμε ότι ο μεταφραστής δεν περνά και συχνά από την πύλη του Αδριανού;

Ηθικό δίδαγμα; Ευχαριστούμε ειλικρινά την «Καθημερινή» που μας έχει χαρίσει μια ολόκληρη βιντεοθήκη με εξαιρετικά ντοκιμαντέρ, δεν θα έβλαπτε όμως και λίγη προσοχή στον υποτιτλισμό».


Αρέσει σε %d bloggers: