Archive for the ‘Γλωσσικά και Μεταφραστικά’ Category

Κάτι οφείλουμε και στους Αχαιμενίδες

Ιανουαρίου 19, 2010

 

 

Σε αναμονή της ολοκλήρωσης της σειράς για τους Έλληνες της Βακτριανής και λόγω φόρτου εργασίας ένα πιο βιαστικό και ελαφρύ κομμάτι που μπαίνει λίγο και σε χωράφια όπου άλλοι είναι πιο ειδικοί. 

Έλληνες και Πέρσες, μια παρεξηγημένη, περίπλοκη ιστορία: Αν περιοριστούμε στη σχολική θεώρηση της Ιστορίας (η οποία πάντως συνεχίζει να βρίσκει πιστούς και μιμητές και μάλιστα όχι μόνον εντός συνόρων), οι σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και περσικής αυτοκρατορίας χαρακτηρίζονταν από αντιπαλότητα, κορύφωση της οποίας είναι αφενός οι Μηδικοί Πόλεμοι, όπου «οι Έλληνες θα σώσουν τη δημοκρατία και τον δυτικό πολιτισμό από τους Βαρβάρους», και αφετέρου η εκστρατεία και οι κατακτήσεις του Αλεξάνδρου, όταν πια «ο ελληνισμός θα μεταλαμπαδεύσει τα φώτα του πολιτισμού στους άξεστους βαρβάρους της Ανατολής». Βεβαίως, οι αντιλήψεις αυτές είναι εδώ και πολλές δεκαετίες ξεπερασμένες και απολύτως «ανιστορικές». Όχι μόνο παραγνωρίζουν τη σημασία της περσικής αυτοκρατορίας (δηλαδή ενός από τα πλέον σύνθετα, εξελιγμένα και ως εκ τούτου εξαιρετικά ενδιαφέροντα κρατικά μορφώματα) για την Ιστορία της αρχαιότητας, αλλά και την αυτοτελή αξία του αρχαίου περσικού πολιτισμού, άξιου διαδόχου και συνεχιστή των πολιτισμών της Μεσοποταμίας, του Ελάμ και της Μηδίας. Αγνοούν επίσης τον κατ’ ανάγκη σύνθετο χαρακτήρα της σχέσης μεταξύ λαών με διαφορετικό πολιτισμό και κοινωνικές και πολιτικές παραδόσεις και αντιλήψεις, αλλά και την πολιτισμική διάδραση που αναπόφευκτα προκύπτει από τη συνάντησή τους.    

Καταρχάς, πολλοί Έλληνες έζησαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα υπό την κυριαρχία ή την επικυριαρχία των Αχαιμενιδών: οι Ίωνες των μικρασιατικών παραλίων, οι Αιολείς της βορειοδυτικής Μικράς Ασίας, οι Δωριείς της Καρίας κ.λπ. Πολλοί Έλληνες, επομένως, είχαν διαρκείς επαφές και σχέσεις (από αρμονικές έως ταραχώδεις, ανάλογα με την περίοδο και την περιοχή) με την αχαιμενιδική διοίκηση, Έλληνες είχαν αναλάβει μεγάλο μέρος των εμπορικών δραστηριοτήτων εντός και εκτός της αυτοκρατορίας (και βεβαίως οι Αχαιμενίδες ενθάρρυναν τη δράση αυτή μια και αύξανε σημαντικά τα έσοδά τους από φόρους: πού είσαι Δαρείε «κάπηλε» να ανορθώσεις τη σκληρά δοκιμαζόμενη οικονομία του σύγχρονου ελληνικού κράτους!) και σε Έλληνες ανέθεταν συχνά οι Πέρσες βασιλείς διάφορες αποστολές (όπως π.χ. η εξερευνητική αποστολή που ανέθεσε ο Δαρείος ο Μέγας στον Έλληνα ναυτικό από την Καρία Σκύλακα τον Καρυανδέα, ο οποίος αφού ακολούθησε τον ρου του Ινδού ποταμού ξεκινώντας από τις πηγές του στην περιοχή της Γκαντάρα, έπλευσε κατά μήκος των ασιατικών ακτών από τις εκβολές του Ινδού ως την αραβική χερσόνησο και την Ερυθρά Θάλασσα). 

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η επιρροή που άσκησε η περσική αυτοκρατορία στην ελληνική πολιτική σκηνή. Η αυλή του Μεγάλου Βασιλέως ήταν πάντα γεμάτη από Έλληνες πολιτικούς, εξόριστους και μη. Ανάμεσα σ’ αυτούς δεν συναντάμε μόνο τους «συνήθεις υπόπτους», δηλαδή τυράννους κι εκπροσώπους ολιγαρχικών καθεστώτων ελληνικών πόλεων (τους οποίους παραδοσιακά υποστήριζαν οι Πέρσες), όπως ο Ιστιαίος της Μιλήτου κι ο Ιππίας της Αθήνας, αλλά και ξεχωριστές περιπτώσεις σαν τον Σπαρτιάτη βασιλιά Δημάρατο, ο οποίος καθαιρέθηκε από το αξίωμά του όταν το μαντείο των Δελφών (κατά πάσα πιθανότητα αφού δωροδοκήθηκε από τον συμβασιλέα και πολιτικό αντίπαλο του Δημάρατου, τον Κλεομένη) έκρινε ότι δεν ήταν γνήσιο τέκνο του βασιλιά Αρίστωνα, κι ακόμη περισσότερο τον θριαμβευτή της Σαλαμίνας Θεμιστοκλή που μετά τον εξοστρακισμό του κατέφυγε στην αυλή του Αρταξέρξη Α΄ (του επονομαζόμενου και Μακρόχειρα), ο οποίος του ανέθεσε τη διοίκηση των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας. Αυτό που πρέπει κυρίως να επισημανθεί είναι ότι, από τα τέλη του 5ου αιώνα μέχρι και τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., η Περσία είναι ο βασικός ρυθμιστής των ελληνικών πολιτικών εξελίξεων. Η έκβαση του Πελοποννησιακού Πολέμου καθορίσθηκε ουσιαστικά από την περσική παρέμβαση: ο Λύσανδρος χαρίζει τη νίκη στη Σπάρτη γιατί η συμμαχία με τους Πέρσες (με τον σατράπη της Λυδίας Τισσαφέρνη και τον πρίγκιπα Κύρο τον Νεότερο που έχει τοποθετηθεί ως «κάρανος», δηλαδή γενικός διοικητής, των δυτικών σατραπειών) του παρέχει την αναγκαία οικονομική και στρατιωτική ενίσχυση για να καταφέρει το αποφασιστικό πλήγμα στους Αθηναίους. Βεβαίως, από τα μέσα του 4ου αιώνα το εκκρεμές κινείται με αντίθετη φορά: ο Αλέξανδρος κατακτά την περσική αυτοκρατορία κι εμφανίζεται ως διάδοχος των Αχαιμενιδών και συνεχιστής του έργου τους, θέτοντας τελικά σε εφαρμογή πολιτική συνεργασίας της ελληνομακεδονικής και της ιρανικής ελίτ. Για μεγάλο χρονικό διάστημα (έως τα μέσα του 2ου αι. και την παρθική εισβολή στη Μεσοποταμία) οι Σελευκίδες θα αποτελέσουν τους συνεχιστές της αυτοκρατορίας αυτής. 

Σύνθετη, συνεπώς, είναι και η εντύπωση των Ελλήνων για τον πανίσχυρο γείτονα (κάποτε εχθρό και κάποτε σύμμαχο) από την Ανατολή: συνυπάρχουν η περιέργεια, η αντιπαλότητα, το ενδιαφέρον ή ακόμη κι ο θαυμασμός. Μπορούμε να το παρατηρήσουμε στα κείμενα αρκετών αρχαίων συγγραφέων που έδωσαν μια σχετικά αντικειμενική εικόνα της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών: στην Ιστορία του Ηροδότου, στην Κύρου Ανάβαση του Ξενοφώντα ή στην Κύρου Παιδεία του ίδιου συγγραφέα (όπου ο Αθηναίος επιχειρεί μια εξιδανικευμένη και μυθοποιημένη διήγηση της ζωής και του έργου του ιδρυτή της αυτοκρατορίας). Άλλωστε, από τα κείμενα αυτά προέρχεται και το μεγαλύτερο ίσως τμήμα των γνώσεών μας για τους Αχαιμενίδες και την Περσία της Αρχαιότητας (οι ίδιοι οι Πέρσες δεν μας άφησαν «αφηγηματική Ιστορία», μόνο επιγραφές στις οποίες οι Μεγάλοι Βασιλείς προβαίνουν σε διακηρύξεις αρχών και… προπαγάνδας). 

Ακόμη και η πιο συνοπτική παράθεση της ιστορίας της περσικής αυτοκρατορίας θα απαιτούσε πολλές σελίδες. Αρκούμαστε συνεπώς να παραπέμψουμε στο πληρέστερο σύγχρονο σχετικό σύγγραμμα, την «Ιστορία της Περσικής Αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών» του Γάλλου ιστορικού Pierre_Briant («Histoire de l’Empire perse achéménide. De Cyrus à Alexandre», εκδ. Fayard, Παρίσι, 1996 – πάνω από 1200 πυκνογραμμένες σελίδες με οτιδήποτε μπορεί να θέλει κάποιος να μάθει για την Αρχαία Περσία), καθώς και στον εξαιρετικό ιστότοπο achemenet. Για κάτι λιγότερο «βαρύ», το συναρπαστικό ιστορικό μυθιστόρημα του Γκορ Βιντάλ «Δημιουργία» (εκδ. Random House, 1981/ ελληνική έκδοση: ΕΞΑΝΤΑΣ, 1994) είναι μάλλον ό,τι ωραιότερο έχει γράψει δυτικός συγγραφέας για την αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών.  

Περσικά γλωσσικά δάνεια στην ελληνική γλώσσα: Η έντονη και μακροχρόνια σχέση πολιτισμικής (και όχι μόνο) διάδρασης μεταξύ Ελλήνων και Περσών είχε ως αναπόφευκτη συνέπεια και ορισμένα γλωσσικά δάνεια. Αφήνουμε επί του παρόντος το ζήτημα των αδιαμφισβήτητων δανείων της αρχαίας ελληνικής στην αρχαία περσική (θαρρώ πως οι γλωσσολόγοι μιλούν για «παλαιοπερσική γλώσσα», αλλά για λόγους απλότητας ας κρατήσουμε το «αρχαία») για να δούμε βιαστικά ορισμένα από τα γλωσσικά δάνεια της δεύτερης στην πρώτη. Μια κλασσική περίπτωση είναι ο περίφημος «παρασάγγης«, δηλ. το αρχαίο περσικό μέτρο μήκους (ίσο με 30 στάδια, δηλ. περίπου 5.200 μέτρα), που επιβιώνει ακόμη και σήμερα σε εκφράσεις της νέας ελληνικής, όπως το «απέχει παρασάγγες (ή παρασάγγας, επί το αρχαιοπρεπέστερο)», όταν θέλουμε να δείξουμε τη μεγάλη απόσταση ή διαφορά που χωρίζει απόψεις (κυρίως) ή αντικείμενα. 

«καὶ ἐξελαύνει διὰ τῆς Λυδίας σταθμοὺς τρεῖς παρασάγγας εἴκοσι καὶ δύο ἐπὶ τὸν Μαίανδρον ποταμόν» (Ξενοφώντος «Κύρου Ανάβασις«, βιβλίο Α΄, 1.2.5). 

Ακόμη πιο χαρακτηριστική και με ευρεία διάδοση είναι η λέξη «παράδεισος» που προέρχεται από το περσικό «pairi daêza». Σήμερα η λέξη έχει κυρίως τη σημασία του «[νοητού ουράνιου χώρου] στον οποίο, κατά τη χριστιανική παράδοση, εγκαθίστανται ο ψυχές των δικαίων μετά θάνατον… [και της κατάστασης] της ουράνιας ευτυχίας και μακαριότητας των δικαίων, οι οποίοι μετά τη μέλλουσα κρίση θα κληρονομήσουν τη βασιλεία του Θεού… [γενικότερα δε σημαίνει τον τόπο της] μεταθανάτιας ευδαιμονίας σύμφωνα με [διάφορες θρησκείες]» (ΛΝΕΓ). Η σημασιολογική κατεύθυνση αυτή πρέπει να δόθηκε με τη μετάφραση των Εβδομήκοντα, όταν αποδόθηκε ως «παράδεισος» ο κήπος της Εδέμ στον οποίο εγκατέστησε τους Πρωτόπλαστους ο Θεός. Για τους Πέρσες, όμως, η λέξη σήμαινε τον περίκλειστο χώρο που αποτελούσε βασιλικό (ή σατραπικό ως προς τη χρήση) πάρκο, με κήπους, καλλιέργειες δέντρων και άλλων φυτών και εκτάσεις εκτροφής άγριων ζώων, τα οποία μπορούσε να κυνηγήσει ο Μεγάλος Βασιλέας και οι αυλικοί του. 

«εἰς Κελαινάς, τῆς Φρυγίας πόλιν οἰκουμένην, μεγάλην καὶ εὐδαίμονα. ἐνταῦθα Κύρῳ βασίλεια ἦν καὶ παράδεισος μέγας ἀγρίων θηρίων πλήρης, ἃ ἐκεῖνος ἐθήρευεν ἀπὸ ἵππου, ὁπότε γυμνάσαι βούλοιτο ἑαυτόν τε καὶ τοὺς ἵππους. διὰ μέσου δὲ τοῦ παραδείσου ῥεῖ ὁ Μαίανδρος ποταμός·» (Ξενοφώντος «Κύρου Ανάβασις«, βιβλίο Α΄, 1.2.7).     

Μια ωραία ιστορία σχετική με περσικό παράδεισο μας διηγείται μια επιγραφική μαρτυρία που σώθηκε ως τις μέρες μας. Πρόκειται για την πολύ γνωστή Επιστολή του Δαρείου Α΄προς τον Γαδάτα. Ο Γαδάτας (του οποίου το όνομα στα περσικά θα πρέπει να ήταν κάτι σαν «Bagadata») είναι ένας Πέρσης αξιωματούχος (κατά πάσα πιθανότητα όχι σατράπης), του οποίου η περιοχή δικαιοδοσίας περιλαμβάνει εδάφη στη Μικρά Ασία, μεταξύ των οποίων και η πόλη της Μαγνησίας του Μαιάνδρου. Είναι υπεύθυνος και για τον βασιλικό παράδεισο που βρίσκεται έξω από την πόλη και συνορεύει με τις εκτάσεις του τοπικού ιερού του Απόλλωνα. Με την επιστολή του, ο Μεγάλος Βασιλιάς αφενός μεν συγχαίρει τον Γαδάτα για το ότι κατάφερε να καλλιεργήσει στον παράδεισο φυτά από την περιοχή του Ευφράτη, αφετέρου δε τον επιπλήττει διότι δεν σεβάστηκε τη φορολογική ατέλεια της οποίας απολαύει ο ναός του Απόλλωνα.

Περσικά σημασιολογικά δάνεια: Σύμφωνα με τα λεξικά, ο «δορυφόρος» είναι: «1. ΑΣΤΡΟΝ. το ουράνιο σώμα που περιστρέφεται γύρω από πλανήτη… 2. η συσκευή που εκτοξεύεται… στο Διάστημα και κινείται γύρω από την επιφάνεια της Γης… 3. (στην αρχαιότητα) ο οπλισμένος με δόρυ φρουρός σημαντικού προσώπου ΣΥΝ. ακόλουθος, σωματοφύλακας, υπασπιστής 4. (μτφ.) πρόσωπο ή κράτος που εξαρτάται πολιτικώς από άλλο ισχυρότερο…» (ΛΝΕΓ). Γιατί επιλέξαμε στα ελληνικά μια λέξη που αρχικά σήμαινε τον οπλισμένο με δόρυ στρατιώτη για να αποδώσουμε το γαλλικό και αγγλικό «satellite», δηλαδή το ουράνιο σώμα ή τη συσκευή που ακολουθεί σε σταθερή απόσταση την κίνηση πλανήτη και μεταφορικά το πρόσωπο ή το κράτος που εξαρτάται από ισχυρότερο του οποίου ακολουθεί τις επιλογές; Ποιός μπορεί να ήταν ο σωματοφύλακας που ακολουθούσε σε σταθερή απόσταση τον άρχοντά του; Την απάντηση μας τη δίνουν οι παραδόσεις της αυλής των Αχαιμενιδών. Ο Μεγάλος Βασιλεύς δεν φέρει όπλα (τουλάχιστον όσο βρίσκεται στα ανάκτορα ή συμμετέχει σε τελετές), εκτός ίσως από το κοντό ξίφος του, τον ακινάκη. Τα όπλα του τα φέρουν οι πλέον έμπιστοι φίλοι του βασιλέως, ευγενείς που επιλέγονται μεταξύ των «αρίστων των Περσών» και οι οποίοι ακολουθούν τον ηγεμόνα σε σταθερή απόσταση. Σημαντικότερος από αυτούς είναι ο «δορυφόρος», ο οποίος φυσικά βρίσκεται πιο κοντά από κάθε άλλον στον βασιλιά του. Ξέρουμε για παράδειγμα ότι ο Δαρείος Α΄, πριν γίνει βασιλιάς, υπήρξε στην αρχή της σταδιοδρομίας του «φαρετροφόρος» του Κύρου κι έπειτα «δορυφόρος» του Καμβύση: «ἰδὼν δὲ αὐτὸν Δαρεῖος, δορυφόρος τε ἐὼν Καμβύσεω καὶ λόγου οὐδενός κω μεγάλου, ἐπεθύμησε τῆς χλανίδος καὶ αὐτὴν προσελθὼν ὠνέετο» (Ηρόδοτος, βιβλίο Γ΄, «Θάλεια», 3, 139, 2).

Μια περσική επιλογή που επιβίωσε: οι Πέρσες ονόμαζαν όλους τους Έλληνες αδιακρίτως «Yauna», δηλαδή Ίωνες. Η επιλογή τους ήταν καθ’ όλα λογική: οι περισσότεροι Έλληνες υπήκοοι του Μεγάλου Βασιλέως ήταν Ίωνες. Κι άλλωστε οι Ίωνες ήταν, μεταξύ των Ελλήνων, αυτοί που προκαλούσαν τις χειρότερες σκοτούρες στους Αχαιμενίδες (από την άποψη αυτή οι Αιολείς και οι Δωριείς της Καρίας υπήρξαν κατά κανόνα πιστοί υπήκοοι της αυτοκρατορίας). Η περσική ονομασία των Ελλήνων διαδόθηκε  σε όλους τους λαούς που υπήρξαν υποτελείς των Περσών ή είχαν επαφές μ’ αυτούς, αλλά και αργότερα σε πολλούς λαούς που επηρεάστηκαν από τον περσικό πολιτισμό: έτσι από το σανσκριτικό «Yavana» και τις λέξεις στα pali ινδικά «Yona» και «Yonaka», φτάσαμε στα γνωστά μας τουρκικά «Yunan/ Yunanlar» (ο όρος «Yunan» χρησιμοποιείται από πολλές σύχρονες ασιατικές γλώσσες, εκτός των τουρκικών και των λοιπών τουρκικών γλωσσών: περσικά, αραβικά, χίντι κ.λπ.). Ειδικά για τους Τούρκους, η εξήγηση για την επιλογή αυτής της ονομασίας των Ελλήνων είναι απλή: πρόκειται καθαρά για περσική επιρροή. Όταν οι Τούρκοι φτάνουν στη Μικρά Ασία και στον χώρο του Αιγαίου, κατά τον 11ο αι., η ονομασία «Ίωνες» έχει παύσει να χρησιμοποιείται ως εθνικός ή φυλετικός προσδιορισμός. Ο όρος έχει υιοθετηθεί προγενέστερα ως δάνειο. Στη μακρά πορεία από την κοιτίδα τους, τη λεγόμενη στέππα του Ορχόν (παραπόταμος του Σελενγκά, στη σημερινή Μογγολία, στις όχθες του οποίου βρέθηκαν οι πρώτες  επιγραφικές μαρτυρίες στην τουρκική γλώσσα), προς τη Μέση Ανατολή και τη Μεσόγειο ήρθαν καταρχάς σε επαφή με τον περσικό πολιτισμό. Η περσική επιρροή καταδεικνύεται και από τον μεγάλο αριθμό περσικών λέξεων που δανείσθηκε η τουρκική.

Η περσική αποτέλεσε για τους Τούρκους την κατεξοχή γλώσσα του πολιτισμού και της μόρφωσης. Και, βέβαια, ήταν για αιώνες η κύρια γλώσσα της οθωμανικής αυλής. Φαντάζομαι ότι κάπως έτσι εξηγείται και η έκφρασή μας «τα μιλάει φαρσί«, όποτε θέλουμε να δείξουμε ότι κάποιος μιλά άπταιστα μια ξένη γλώσσα. Farsi (ή Parsi) είναι η περσική γλώσσα (Fars ή Pars η Περσία). Η σύγχρονη ελληνική έκφραση είναι τουρκικό κατάλοιπο και παραπέμπει στην εποχή που για ένα Τούρκο (τουλάχιστον για τον μορφωμένο και ανώτερης κοινωνικής τάξης Τούρκο) η άριστη γνώση της περσικής ήταν κάτι το αναγκαίο και φυσικό. Βεβαίως, οι περσικές επιρροές στην ελληνική με ενδιάμεσο την τουρκική επίδραση δεν σταματούν στην έκφραση αυτή: η νέα ελληνική δανείστηκε μέσω της τουρκικής κάμποσες λέξεις με περσικό απώτερο έτυμο (για αυτές, όμως, ας μιλήσουν οι γνώστες του αντικειμένου). Έστω και μ’ αυτόν τον τρόπο, οι ελληνοπερσικές ανταλλαγές αποδεικνύονται πιο διαχρονικές απ’ ό,τι νομίζαμε.           

 

Advertisements

Περάστε κόσμε! Έχω καλό πράγμα από BBC και Καθημερινή!

Οκτώβριος 31, 2009

Καθώς νιώθω να με τριγυρίζει κάποια ίωση, θέτοντας σε κίνδυνο την πενθήμερη εκδρομή που έχω προγραμματίσει για την ερχόμενη εβδομάδα, καταφεύγω στην εύκολη λύση της αναδημοσίευσης. Από αυτή την άποψη, η παρούσα ανάρτηση εντάσσεται στην κατηγορία «Μεγάλες διαδικτυακές επιτυχίες του Ρογήρου» (διπλό CD με … 3-4 κομμάτια σε 7 διαφορετικά remix το καθένα για να γεμίσει ο δίσκος). Το κείμενο που ακολουθεί πρωτοδημοσιεύθηκε στον φιλόξενο χώρο της Λεξιλογίας τον Ιανουάριο (19.1.2009). Λίγες ημέρες μετά, ο Νίκος Σαραντάκος μου έκανε την τιμή να το δημοσιεύσει στον ιστότοπό του (τότε δεν είχε ξεκινήσει ακόμη το δημοφιλέστατο ιστολόγιό του), με τον τίτλο «Όταν το ντοκιμαντέρ χαρίζει άφθονο γέλιο» προσθέτοντας έναν πολύ κατατοπιστικό για το θέμα πρόλογο. Επομένως, οι (λίγοι αλλά εκλεκτοί) αναγνώστες του ιστολογίου μάλλον γνωρίζουν το κείμενο που ακολουθεί και μπορούν να το προσπεράσουν. Δεν υπάρχει άλλωστε λόγος ανησυχίας: οι Νορμανδοί ήδη ετοιμάζονται να φορέσουν θώρακες και κράνη και να ζωστούν τα σπαθιά τους για να σουλατσάρουν από το Μπενεβέντο ως τις Συρακούσες: το αργότερο αύριο θα σας χτυπήσουν την πόρτα για πρωϊνό καφεδάκι…

Στον πρόλογό του, ο Νίκος Σαραντάκος επισημαίνει, μεταξύ άλλων, τα εξής: 

«Θα έλεγε κανείς ότι είναι σπάνιο φαινόμενο να προκαλεί ακράτητα γέλια ένα ντοκιμαντέρ εκλαϊκευμένης επιστήμης, από αυτά τα πολύ καλοφτιαγμένα του BBC. Ένα τέτοιο ντοκιμαντέρ παρουσιάζουμε στο σημερινό σημείωμα. Το κακό είναι ότι ο σκοπός του σκηνοθέτη δεν ήταν να κάνει τους θεατές να γελάσουν –το κωμικό αποτέλεσμα οφείλεται αποκλειστικά στους ελληνικούς υποτίτλους. Έτσι, μόνο Έλληνες θεατές θα γέλασαν και μάλιστα μόνο όσοι έχουν την πετριά –δηλαδή μεταφραστές και άλλοι… ύποπτοι τύποι.

 Σκέφτομαι πάντως ότι αν η μοίρα του υποτιτλιστή γενικά δεν είναι ζηλευτή, ο υποτιτλιστής ντοκιμαντέρ που μοιράζονται σε DVD βρίσκεται στη χειρότερη θέση. Αφενός, επειδή μεταφράζει ντοκιμαντέρ, πρέπει να έχει αρκετές γνώσεις για το αντικείμενο της ταινίας. Ίσως όχι τόσες όσες ο μεταφραστής ενός αντίστοιχου βιβλίου, πάντως αρκετές. Επίσης, επειδή το ντοκιμαντέρ όσο και να ’ναι μεταδίδει γνώσεις, είναι πιο δύσκολο, αν ο μεταφραστής αγνοεί κάτι, να το πνίξει στο φλου αρτιστίκ και στη γενικολογία, όπως ίσως θα μπορούσε να κάνει σε μια ταινία μυθοπλασίας. Αφετέρου, επειδή το ντοκιμαντέρ διανέμεται σε DVD, τα πτερόεντα έπεα έχουν χάσει τα φτερά τους, δηλαδή ο απαιτητικός θεατής μπορεί να επαναλάβει δυο και τρεις φορές ένα στιγμιότυπο όπου η μετάφραση φαίνεται να πάσχει κι έτσι να βεβαιωθεί, ενώ στο σινεμά ή στην τηλεόραση συχνά υπάρχει η πιθανότητα ότι κάτι δεν ακούστηκε καλά κι έτσι ο υποτιτλιστής απαλλάσσεται λόγω αμφιβολιών.

 Όμως τα παραπάνω δεν είναι δικαιολογία για τον κακό υποτιτλισμό. Αφού οι εταιρείες που υποτιτλίζουν ντοκιμαντέρ ξέρουν τις δυσκολίες, ας πληρώσουν λίγο περισσότερο τους υποτιτλιστές τους. Σημειώνω ότι η αμοιβή για υποτίτλους (γενικώς) δεν ξεπερνάει πολύ το 1 ευρώ ανά λεπτό ταινίας! Άλλωστε, ο κύριος στόχος του σημειώματος δεν είναι ο μεταφραστής που έκανε τους υποτίτλους, αλλά η εταιρεία που παρέδωσε ανεπαρκή δουλειά και η εφημερίδα που μοιράζει ένα ελαττωματικό προϊόν».

Και καταλήγει, διορθώνοντας μια δική μου αστοχία, διευκρινίζοντας ότι η «αναφορά στη Στρατιά των Ανύπαρκτων, προς το τέλος του κειμένου, δεν είναι εκατό τα εκατό ακριβής. Πιο ταιριαστό θα ήταν να μιλάμε για Στρατιά των Αγνώριστων, μια και ο «Χάντριαν» των υποτίτλων δεν είναι ανύπαρκτο πρόσωπο, αλλά υπαρκτό (μάλλον καταλάβατε ποιο) που έγινε σχεδόν αγνώριστο από την επέμβαση του υποτιτλιστή. Ήδη τα κέντρα κατάταξης έχουν ανοίξει και σε λίγες μέρες δεν αποκλείεται να κάνει την εμφάνισή της και η Στρατιά των Αγνώριστων!»

Ακολουθεί το πρωτότυπο κείμενο:

«Είπαμε προχθές να παρακολουθήσουμε κάποιο από τα πολλά ντοκιμαντέρ που έχει μοιράσει σε DVD τα τελευταία χρόνια η «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» και διαλέξαμε τη σειρά «Wild Europe» του BBC (παραγωγή 2005-2006, ο τίτλος μεταφράστηκε στα ελληνικά ως «Άγνωστη Ευρώπη»). Τα δύο πρώτα επεισόδια αναφέρονται στη γεωλογική ιστορία της ηπείρου μας, το 3ο και το 4ο στη σχέση ανθρώπου και φυσικού περιβάλλοντος. Το ντοκιμαντέρ ήταν πράγματι εξαιρετικό (τόσο από επιστημονική όσο και από αισθητική άποψη), όχι όμως και η μετάφρασή του (η οποία πιστώνεται ή μάλλον χρεώνεται σε εταιρία), γεγονός όχι και τόσο πρωτότυπο αν λάβουμε υπόψη την ποιότητα των μεταφράσεων στη συγκεκριμένη εφημερίδα. Ακολουθεί ένα απάνθισμα μεταφραστικών καλλιτεχνημάτων από τους ελληνικούς υπότιτλους των δύο τελευταίων επεισοδίων (ομολογώ ότι δεν είχα κουράγιο να ελέγξω αν η μετάφραση είναι πανομοιότυπη και στο ελληνικό σπικάζ, ενώ δεν γνωρίζω αν η σειρά προβλήθηκε στον ΣΚΑΪ και, αν ναι, αν χρησιμοποιήθηκε η επίμαχη μετάφραση).

Α. Συμπαθητικές απροσεξίες

Το ντοκιμαντέρ αναφέρει ότι η πατάτα έφτασε πιθανώς στην Ιρλανδία όταν η θάλασσα ξέβρασε στις ακτές τα κουφάρια πλοίων της ισπανικής αρμάδας, μετά την ήττα των ισπανικών δυνάμεων από τους Άγγλους (και τα στοιχεία της φύσης) το 1588. Και συμπληρώνει ο Άγγλος εκφωνητής ότι η πατάτα είχε φτάσει στην Ισπανία μερικές δεκαετίες νωρίτερα, με τις ανακαλύψεις του Κολόμβου. Ο μεταφραστής κάτι δεν προσέχει στο κείμενό του, κάτι ξεχνά και μας χαρίζει μια νέα θεώρηση της Ιστορίας: «η πατάτα έκανε το ταξίδι από τον Νέο στον Παλαιό Κόσμο μερικές δεκαετίες πριν από τον Κολόμβο» ! Άραγε, ταξίδεψε μόνη της ή την έφερε κάποιος άγνωστος θαλασσοπόρος του οποίου το όνομα η κακούργα Ιστορία ξέχασε να καταγράψει; Ή μήπως το έκαναν οι Βίκινγκς (αν υποθέσουμε ότι η φράση «μερικές δεκαετίες» μπορεί να καλύψει και τρεις ή τέσσερις αιώνες);

Β. Αφού μοιάζουν, είναι ίδια.

Συνεχίζει ο Άγγλος εκφωνητής για τις πατάτες, «πατάτες» σερβίρει κι ο μεταφραστής του. Το ντοκιμαντέρ κάνει λόγο για μύκητες που προσέβαλαν τις καλλιέργειες στα μέσα του 19ου αιώνα, καταστρέφοντάς τες και προκαλώντας λιμό (famine, έλεγε και ξανάλεγε). Στους υπότιτλους βλέπαμε και ξαναβλέπαμε «λοιμός». Θα μου πείτε, από άποψη συνεπειών το ίδιο κάνει: είτε πανούκλα είτε πείνα, ο κίνδυνος είναι να χαζεύεις τα ραδίκια ανάποδα. Οπότε … no problem!

Άλλωστε, λίγο αργότερα και ενώ το ντοκιμαντέρ πραγματεύεται το ζήτημα της βιομηχανικής ρύπανσης από τον 19ο αιώνα και μετά, η λέξη «smog» αποδίδεται απλά και οικονομικά ως «καπνός». Πώς λέμε «οι βλαβερές συνέπειες του καπνού», ένα τέτοιο πράγμα.

Γ. Δημιουργική χρήση της νέας ελληνικής

1) Και τα βουνά έχουν ψυχή – Μας λέει το πρωτότυπο ότι κατά το παρελθόν οι κορυφές των Άλπεων «were feared and avoided». Μετάφραση: «οι κορυφές των Άλπεων φοβούνταν και αποφεύγονταν». Τι να φοβούνταν άραγε οι κακόμοιρες; Τους τουρίστες να υποθέσω;

2) Ενώ τα ποτάμια κάνουν μπίζνες – Το ντοκιμαντέρ κάνει λόγο για την εμπορική κίνηση των ποταμών της Ευρώπης και χαρακτηρίζει τον Ρήνο ως «the busiest river in Europe». Μετάφραση: «ο Ρήνος είναι ο πλέον πολυάσχολος ποταμός της Ευρώπης». Κυλά και γράφει υπομνήματα και αναφορές στον φορητό υπολογιστή του.

3) Η δύναμη του λιμανιού – Το θέμα τώρα είναι η εμπορική κίνηση στα μεγάλα λιμάνια της ηπείρου μας. Εδώ ο μεταφραστής ξεπερνά τον εαυτό του σε δημιουργικότητα: «Ένα λιμάνι σαν κι αυτό μπορεί να πηγαινοφέρνει 3.000 κοντέϊνερ το χρόνο». Λέτε να τα εκσφενδονίζει σαν τον Κινγκ Κονγκ;

Έχουμε ακόμη: «την επανένταξη των καστόρων στη Βιέννη», αφού φαίνεται ότι είχαν εθιστεί σε βαριές εξαρτησιογόνες ουσίες, αλλά ευτυχώς απεξαρτήθηκαν. Τώρα βέβαια το πρωτότυπο μιλούσε για «reintroduction near Vienna», δεν υπάρχει όμως λόγος να ασχολούμαστε με πεζά πράγματα.

Μετά από αυτά, είναι μάλλον πταίσμα να μεταφράζεις ως «καλές συνθήκες διαβιώσεως» το πρωτότυπο «optimal growing conditions», προκειμένου περί θερμοκηπίων και των φυτών που καλλιεργούνται σε αυτά.

Δ. Όχι μόνο η στρατιά… αλλά και η γεωγραφία των ανυπάρκτων

1) Το καλύτερο από όλα είναι ο «ποταμός Ρόνος». Κι εμείς που νομίζαμε ότι ο Rhône λέγεται Ροδανός στα ελληνικά.

2) Πληροφορηθήκαμε επίσης την ύπαρξη της πόλης «Σβάνσα». Αν προσθέσω ότι μιλάμε για «τη Σβάνσα της Ουαλίας», θα καταλάβετε ότι πρόκειται για το Swansea.

3) Τέλος, μια περίπτωση υποψήφια για κατάταξη στη γνωστή «στρατιά των ανυπάρκτων» που στρατολογεί ο sarant. Η μετάφραση του ντοκιμαντέρ μας πληροφορεί ότι «το τείχος του Χάντριαν χώριζε την Αγγλία από τη Σκωτία». Μεγάλε και δοξασμένε Χάντριαν ! Να υποθέσουμε ότι ο μεταφραστής δεν περνά και συχνά από την πύλη του Αδριανού;

Ηθικό δίδαγμα; Ευχαριστούμε ειλικρινά την «Καθημερινή» που μας έχει χαρίσει μια ολόκληρη βιντεοθήκη με εξαιρετικά ντοκιμαντέρ, δεν θα έβλαπτε όμως και λίγη προσοχή στον υποτιτλισμό».

Ο Sylvain Gouguenheim, ο Αριστοτέλης… και τα γαλλικά επώνυμα με γερμανική ή αλσατική ρίζα

Οκτώβριος 9, 2009

Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά (στις 16 Ιουλίου 2009) στο μεταφραστικό και γλωσσικό φόρουμ lexilogia (http://www.lexilogia.gr/forum/showthread.php?t=4111) εισάγοντας νέο νήμα στην κατηγορία «Sharing and bonding».

180px-Folio_195r_-_The_Mass_of_Saint_Michael

Ο Sylvain_Gouguenheim είναι ένας Γάλλος ιστορικός που διδάσκει στην Ecole Normale Supérieure της Λυόν. Ο τομέας επιστημονικής εξειδίκευσής του είναι ο Μεσαίωνας, πιο συγκεκριμένα ο γερμανικός κόσμος στα χρόνια του Μεσαίωνα (http://www.ens-lsh.fr/sgouguen/0/fic…H=LABORATOIRES). Η διδακτορική διατριβή του αφορούσε την ηγουμένη Χίλντεγκαρντ του Μπίνγκεν, ενώ το μέχρι πρόσφατα σημαντικότερο βιβλίο του την ιστορία του Τάγματος των Τευτόνων Ιπποτών (εκδ. Tallandier, Παρίσι 2008).

Την περασμένη χρονιά εξέδωσε ένα βιβλίο που προκάλεσε θόρυβο και ανάγκασε τη γαλλική κοινή γνώμη να ασχοληθεί μαζί του (αν και όχι με τον τρόπο που ήλπιζε ο άτυχος ιστορικός). Το βιβλίο τιτλοφορείται «Aristote_au_Mont-Saint-Michel» (εκδ. Seuil, σειρά L’Univers Historique, Παρίσι 2008), και πιθανότατα είναι ήδη γνωστό σε αρκετούς από σας. Το βασικό επιχείρημα του ιστορικού είναι το εξής: εδώ και πολλά χρόνια (για να μην πούμε από τον Διαφωτισμό και πέρα) η κυρίαρχη άποψη στη Δύση είναι ότι κατά το Μεσαίωνα ο δυτικοευρωπαϊκός κόσμος γνώρισε τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, και ειδικότερα τον Αριστοτέλη, χάρη στις γνώσεις που τους μεταβίβασε ο ισλαμικός κόσμος (με αποφασιστική να θεωρείται η συνδρομή του Ανδαλουσιανού Αβερρόη). Για τον Gouguenheim, αυτό είναι ανακριβές: ποτέ δεν σταμάτησαν οι επαφές Δύσης και Βυζαντίου, ποτέ δεν έπαψαν να υπάρχουν ελληνιστές στη Δύση που μελετούσαν, μετέφραζαν, αλλά και ταξίδευαν στη χριστιανική Ανατολή. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να υπερτιμούμε τη συμβολή κάποιων που ούτε καν γνώριζαν ελληνικά (λέγε με Αβερρόη) κι όμως σχολίαζαν τη φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων. Η άποψη είναι ενδιαφέρουσα (όχι, πάντως, απολύτως πρωτότυπη: ένας άλλος σημαντικός Γάλλος ιστορικός του Μεσαίωνα, ο Jacques Heers, είχε εκφράσει παρόμοιες απόψεις, αν και με πιο συνοπτικό τρόπο). Είναι ενδιαφέρουσα, κυρίως, γιατί μας οδηγεί να αμφισβητήσουμε στερεότυπα (και μου φαίνεται ότι δεν υπάρχει τίποτε δημιουργικότερο από αυτό, όταν γίνεται υπό κάποιους όρους φυσικά).

Εντούτοις, το αποτέλεσμα της κυκλοφορίας του βιβλίου ήταν να προκληθεί σάλος και κατακραυγή που γρήγορα κατέληξε σε «δίκες» προθέσεων και ιδεών του συγγραφέα. Ιστορικοί, άνθρωποι του πνεύματος και άλλοι (ματαιόσπουδοι και μη) κατηγόρησαν τον Gouguenheim ότι: (1) ενθαρρύνει την «απαράδεκτη ισλαμοφοβία», (2) εκφέρει «ανεπίτρεπτες αξιολογικές κρίσεις για το Ισλάμ και τον αραβικό κόσμο», (3) εξετάζει ζητήματα που δεν εμπίπτουν στο στενό επιστημονικό πεδίο του (δηλ. θα έπρεπε να περιοριστεί στο γερμανικό μεσαίωνα και … να το βουλώσει). Μεταξύ των πρωτεργατών της αντι-γκουγκενχαϊμικής εκστρατείας συναντάμε τον πολύ Πιερ Ασσουλίν (που ευφυέστατος και γλυκύτατος και ευρυμαθέστατος είναι, αλλά πάντως εξειδίκευση στις σχέσεις Ισλάμ και Δύσης κατά τον Μεσαίωνα δεν έχει) και τον Αλαίν ντε Λιμπερά (αυτός όμως είναι πιθανώς ο σημαντικότερος Γάλλος ιστορικός της μεσαιωνικής φιλοσοφίας). Το χειρότερο για τον Gouguenheim είναι ότι στην εκστρατεία συμμετείχαν και συνάδελφοι, φοιτητές και διοικητικοί της ίδιας της σχολής του, οι οποίοι συγκέντρωσαν υπογραφές με αίτημα να διενεργηθεί διοικητική έρευνα για την ακρίβεια των μελετών του συγγραφέα και για το πολιτικώς ορθό των απόψεων και προθέσεών του (κι άμα λάχει να τον σουτάρουν κι από την ENS)!!! Ευτυχώς, ο σημαντικότερος εν ζωή Γάλλος ιστορικός του Μεσαίωνα, ο Ζακ Λε Γκοφφ, εξέφρασε την άποψη της στοιχειώδους επιστημονικής λογικής και ηθικής: «η άποψη του Gouguenheim είναι επιστημονικά αμφιλεγόμενη (discutable), αλλά οι επιθέσεις που δέχεται είναι εντελώς απαράδεκτες». Να λοιπόν που στη (μετριοπαθή κατά τα λοιπά Γαλλία) φτάνουμε στο σημείο να δικάζεται η επιστημονική έρευνα και άποψη με κριτήρια «πολιτικής ορθότητας». Τραγικό, αν σκεφθούμε ότι άνθρωποι που (ορθότατα) στηλιτεύουν ως παράδειγμα βαρβαρότητας τα βιβλία που έκαιγε το Γ΄ Ράιχ, δεν διστάζουν να ζητούν την καρατόμηση συναδέλφου τους για λόγους ιδεολογίας…

Φοβούμαι ότι οδηγούμαστε σε πολύ επικίνδυνες ατραπούς: η ποινικοποίηση (ή έστω η οιωνεί ποινικοποίηση) της επιστημονικής έρευνας και άποψης, η καταναγκαστική συμμόρφωση στην προκρούστεια κλίνη του πολιτικώς ορθού προβάλλουν σαν ζοφερές προοπτικές. Σε κάθε περίπτωση μας οδηγούν σε μια πλασματική αναθεώρηση της ιστορίας που δεν είναι καθόλου καλύτερη από το ξεπερασμένο μοντέλο της ιστορίας μέσα από τις αντιλήψεις του εθνικού κράτους του 19ου και 20ού αι. (η ιστορία στην υπηρεσία της εξύψωσης του «εθνικού μεγαλείου). 

ΥΓ: Το επώνυμο του ιστορικού εγείρει ένα μικρό γλωσσικό θέμα. Το βιβλίο κυκλοφόρησε στην Ελλάδα, κι αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι η επιλογή των μεταφραστριών του να αποδώσουν το όνομα του συγγραφέα ως «Σιλβέν Γκουγκενέμ». Προσοχή, δεν λέω ότι είναι λάθος, δεν λέω ότι δεν υπάρχουν, ίσως, Γάλλοι που να το προφέρουν έτσι (υπάρχει, άλλωστε και το προηγούμενο του Ντυρκέμ), αλλά να … τα γαλλικά επώνυμα (και τοπωνύμια) με ρίζα γερμανική/ «γερμανοειδή» (λέγε με και αλσατική) είναι μια ιδιαίτερη και πονεμένη ιστορία. Δεν ξέρω αν ο συγκεκριμένος ιστορικός έχει αλσατική, γερμανική ή γερμανοεβραϊκή καταγωγή, ούτε αν η οικογένειά του έχει εγκατασταθεί στο Παρίσι εδώ και μια, δύο, τρεις γενιές ή δύο αιώνες (το συγγραφικό του έργο και η επιστημονική του εξειδίκευση δείχνουν όμως γερμανική ή αλσατική ρίζα), υποψιάζομαι όμως ότι θα ήταν πιο εύστοχο το όνομά του να μεταγραφεί ως «Συλβαίν Γκούγκενάιμ» (αν σας ενοχλούν οι δύο τόνοι σβήστε τον πρώτο). Γιατί; Γιατί, ας πούμε, όποιος έχει επισκεφθεί την Αλσατία (και, ενδεχομένως, μελετήσει το πώς προφέρονται τα αλσατικά ονόματα και τοπωνύμια από τους Γάλλους, Αλσατούς και μη) έχει διαπιστώσει ότι η προφορά ακολουθεί στοιχειωδώς και κατά προσέγγιση τη γερμανική και πάντως παρεκκλίνει από τους στάνταρ κανόνες της γαλλικής προφοράς. Μπορεί, ο τόνος να μείνει στη λήγουσα (αν και συχνά υπάρχει διπλός τονισμός), αλλά κατά τα λοιπά θα γίνει προσπάθεια να αποδοθεί η αυθεντική προφορά: θα ακουστεί Μπίσαϊμ (κι όχι Μπισέμ), Σούφελβαϊερσάιμ (κι όχι Σουφελβαιρσέμ), Κάϊζερσμπεργκ κ.ο.κ. Ο καλός κύριος π.χ. Steinmetz θα ακουστεί Στάινμέτς (κι όχι Σταινμετς). Και φυσικά, κανείς δεν θα διανοηθεί να μιλήσει (ευτυχώς ούτε και στην Ελλάδα) για τον Αλσατό προπονητή της Άρσεναλ «Αρσέν Βανζέ» ή «Ουανζέ», όταν όλοι ξέρουν ότι το «Wenger» προφέρεται φυσικότατα Βενγκέρ.


Αρέσει σε %d bloggers: