Posts Tagged ‘Ένωση Πολωνίας-Λιθουανίας’

Διά Πυρός και Σιδήρου

Απρίλιος 6, 2012

«Το 1647 ήταν παράξενη χρονιά. Στη γη και στον ουρανό φάνηκαν αλλόκοτα σημάδια, από αυτά που προμηνύουν συμφορές κι ασυνήθιστα γεγονότα. Την άνοιξη, όπως σημειώνουν τα χρονικά της εποχής, σμήνη ακρίδων ξεχύθηκαν από τις Άγριες Στέπες και κατέφαγαν τα σπαρτά και το χορτάρι, κι αυτό το σημάδι ήταν προάγγελος τατάρικων επιδρομών ή ίσως ενός μεγάλου πολέμου. Στις αρχές του καλοκαιριού έγινε μια μεγάλη έκλειψη ηλίου και λίγες ημέρες αργότερα ένας κομήτης εμφανίστηκε στον ουρανό. Στη Βαρσοβία, οι άνθρωποι είδαν στα σύννεφα του ουρανού σχήματα που έμοιζαν με τάφους και με φλογισμένους σταυρούς κι άρχισαν να προσφέρουν ελεημοσύνες και να νηστεύουν, πιστεύοντας ότι συμφορά μεγάλη επρόκειτο να πέσει στη χώρα και ν’ αφανίσει την ανθρωπότητα. Κι έπειτα έφτασε ο χειμώνας κι ήταν τόσο ήπιος που οι γέροντες δεν μπορούσαν να θυμηθούν τίποτε παρόμοιο. Τα ποτάμια στον Νότο δεν πάγωσαν. Φουσκωμένα από τις βροχές κι απ’ τα χιόνια που έλιωναν άρχισαν να ξεχειλίζουν, μετατρέποντας τη στέπα σε απέραντο βούρκο.

Έπειτα από όλα αυτά τα σημάδια και με τη φυσική σειρά των εποχών του χρόνου να έχει αλλάξει, όλα τα μάτια στην Ανατολή στράφηκαν προς τις Άγριες Στέπες, γιατί ο όποιος κίνδυνος θα μπορούσε να φανεί εκεί γρηγορότερα απ’ ό,τι οπουδήποτε αλλού. Κι όμως, στα μέρη αυτά τίποτε το ασυνήθιστο δεν συνέβη εκείνη την παράξενη χρονιά».

Νομίζω πως θυμάμαι πολύ καλά τη σκηνή. Χειμώνας του 1976-77. Είμαι ξαπλωμένος. Ίωση ή κάποια παιδική ασθένεια που θα κόλλησα στο δημοτικό. Ο πατέρας μου γυρίζει στο σπίτι. Κρατά στα χέρια του το λάφυρο που προορίζεται για μένα. Το τελευταίο τεύχος των «Κλασσικών Εικονογραφημένων». Χένρυκ Σενκιέβιτς «Διά Πυρός και Σιδήρου». Το όνομα του συγγραφέα δεν μου είναι άγνωστο. Το προηγούμενο Πάσχα μου είχαν φέρει δώρο το «Κβο Βάντις». Έριξα μια ματιά στο εξώφυλλο και ρώτησα: «για τι ακριβώς μιλά»; «Για τις συγκρούσεις Πολωνών και Κοζάκων», απάντησε ο πατέρας μου, προσθέτοντας, σχεδόν αμέσως, «από τη μεριά των Πολωνών, φυσικά». Μάλιστα! Με κάποιον ασαφή τρόπο γνώριζα ότι η Πολωνία υπήρξε αληθινή υπερδύναμη (θα πρέπει να το είχα δει σε κάποια «Ιστορία των Μεγάλων Μαχών» που είχα διαβάσει: στην εισαγωγή για τη Μάχη της Πολτάβας υπήρχαν αναφορές στο σημαντικό ρόλο που είχε παίξει η Πολωνία). Και γνώριζα για την αντιπαλότητα Κοζάκων και Πολωνών έχοντας ήδη δει την άποψη της άλλης πλευράς: είχα διαβάσει (σε διασκευή για εφήβους ή πάλι στα Κλασσικά Εικονογραφημένα) τον «Ταράς Μπούλμπα» του Γκόγκολ. Άνοιξα το τεύχος: στην πρώτη σελίδα, πάνω από μια εντυπωσιακή συνθετική απεικόνιση γεγονότων ήταν γραμμένα τα παραπάνω λόγια της εισαγωγής του βιβλίου.

Δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο για να με εντυπωσιάσει. Και η υπόθεση ήταν στ’ αλήθεια συναρπαστική. Δεν ήταν πια Μεσαίωνας βέβαια, αλλά πώς θα ήταν δυνατό να μην αντιμετωπίσω σαν ιππότες τους Πολωνούς ουσάρους; Και πώς αλλιώς μπορούσα να ερμηνέψω τον Γιαν Σκρζετούσκι, τη συμπεριφορά του, τον ρομαντικό έρωτά του για την Ελένα, παρά σαν αληθινό ιππότη της εποχής που εγώ αγαπούσα και στην οποία εκείνος, τυπικά, δεν ανήκε;

Μερικά χρόνια αργότερα, κατάφερα στην εφηβεία μου να διαβάσω το κανονικό βιβλίο, στην πρώτη του μετάφραση στα αγγλικά. Κι έπειτα, το βιβλίο έλαμψε διά της απουσίας του από τη βιβλιοθήκη μου. Όποτε το αναζητούσα για να το αγοράσω, σε όποια χώρα κι αν βρισκόμουν, είχα διαλέξει λάθος στιγμή: το βιβλίο ήταν εξαντλημένο. Ας ήταν. Οι πρώτες φράσεις του είχαν χαραχτεί στη μνήμη μου για πάντα. Το 1647 πρέπει να ήταν στ’ αλήθεια πολύ παράξενη χρονιά.

Ι.   Το ιστορικό πλαίσιο του έργου

Στη σειρά των άρθρων για τους Τεύτονες Ιππότες είχαμε τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε παράλληλα την πορεία ανόδου του πολωνικού βασιλείου. Είδαμε την ισχυροποίησή του μετά την Ένωση της Κρέβα με τη Λιθουανία (1384) και την παράδοση του στέμματος στον Λιθουανό Γιογκάιλα/ Γιαγκέουγο που γίνεται βασιλιάς της Πολωνίας με το όνομα Λαδισλάος Β΄. Τον θρίαμβο επί των Τευτόνων στο Τάννενμπεργκ/ Γκρούνβαλντ/ Ζαλγκίρις (1410). Τον περιορισμό της επικράτειας των Γερμανών ιπποτών στο ένα τρίτο της, μετά τον νικηφόρο για τους Πολωνούς Δεκατριετή Πόλεμο και τη δεύτερη συνθήκη ειρήνης του Τορν. Και, τελικά, τη μετατροπή του κάποτε τρομερού Ordensstaat των Τευτόνων σε κοσμικό δουκάτο της Πρωσίας, υποτελές στο πολωνικό στέμμα (1525)!

Στα χρόνια που ακολούθησαν η Ένωση Πολωνίας-Λιθουανίας συνέχισε να ισχυροποιείται και να επεκτείνει τα εδάφη της. Το 1569, με την Ένωση του Λούμπλιν, κατά τη βασιλεία του Σιγισμούνδου Β΄ Αυγούστου, τελευταίου μονάρχη της Γιαγκελλόνιας Δυναστείας, η ένωση των δύο κρατών ολοκληρώνεται (μέχρι τότε η Λιθουανία διατηρούσε σχεδόν απόλυτη αυτονομία). Παράλληλα, αποφασίζεται ότι η μοναρχία δεν θα είναι πλέον κληρονομική, αλλά ότι ο Πολωνός βασιλέας θα εκλέγεται από τη συνέλευση των ευγενών. Με τον τρόπο αυτό, το πολωνικό στέμμα θα περάσει, απροσδόκητα, στον Γάλλο πρίγκιπα Ερρίκο των Βαλουά (1573-1575) και, αργότερα, στον σουηδικό οίκο της Βάζα: ο Σιγισμούνδος Γ΄ (1587-1632) ήταν γιος της Αικατερίνης της Πολωνίας (η εξέλιξη αυτή, όμως, αντί να οδηγήσει στην ένωση των δύο δυνάμεων της Βαλτικής προκάλεσε την αντιπαλότητά τους: το 1599 ο Σιγισμούνδος έχασε τον σουηδικό θρόνο από τους συγγενείς του κι από κει και πέρα οι Πολωνοί μονάρχες βρισκόταν σε διαρκή διαμάχη με τη Σουηδία ως διεκδικητές του θρόνου της).

Α.   Η προοδευτική υπερδύναμη

α. Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βορειοανατολικής Ευρώπης: Κατά τον 17ο αιώνα, η Κοινοπολιτεία Πολωνίας και Λιθουανίας (επίσημη ονομασία: Βασίλειο της Πολωνίας και Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας/ πολ. Królestwo Polskie i Wielkie Księstwo Litewskie/ λιθ. Lenkijos Karalystė ir Lietuvos Didžioji Kunigaikštystė – ανεπίσημη: Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Πολωνίας/ πολ. Najjaśniejsza Rzeczpospolita Polska, λατ. Serenissima Res Publica Poloniae) είναι το μεγαλύτερο σε έκταση κράτος της Ευρώπης (με επικράτεια μεγαλύτερη του 1 εκατομμυρίου τ.χλμ.), ένα από τα μεγαλύτερα σε πληθυσμό (περίπου 11,5 εκατ.) κι ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά και στρατιωτικά, αντιμετωπίζοντας επιτυχώς κάθε επίδοξο αντίπαλο: τα γερμανικά κράτη, τη Σουηδία, την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τα υποτελή σ’ αυτήν ταταρικά χανάτα, ακόμη και τη Ρωσία (το 1610 οι δυνάμεις της φτάνουν μέχρι του σημείου να καταλάβουν τη Μόσχα και να την κρατήσουν για δύο χρόνια). Περιλαμβάνει (λαμβάνοντας υπόψη τα σύνορα των σύγχρονων κρατών) την Πολωνία, τη Λιθουανία, σχεδόν ολόκληρη την Ουκρανία, τη Λευκορωσία, τη Λεττονία, μεγάλο μέρος της Εσθονίας, και εδάφη της Σλοβακίας, της Μολδαβίας και της Ρωσίας. Ο πληθυσμός της είναι εξόχως πολυεθνικός: περιλαμβάνει (με βάση τα στοιχεία του 1618) 4.5 εκατομμύρια Πολωνούς, 3,5 εκατ. Ουκρανούς, 1,5 εκατ. Λευκορώσους (δύο εθνότητες που καταγράφονται αμφότερες στα χρονικά ως Ρουθηνοί), 750.000 Λιθουανούς, 750.000 ιθαγενείς Πρώσους, 500.000 Εβραίους, 500.000 Λιβονούς (Λεττονούς), καθώς και Εσθονούς, Γερμανούς, Κούρους, Σαμογέτες κ.ά. Έντονη είναι η παρουσία Ιταλών, Αρμένιων και Ελλήνων εμπόρων (όπως ο κρητικής καταγωγής Κωνσταντίνος Κορνιακτός, έμπορος από το Μπιαουόμποκ – 1582-1624 – ασχολούμενος κυρίως με εισαγωγές κι εξαγωγές από και προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία).

Κυρίως, όμως, είναι το πιο προοδευτικό ευρωπαϊκό κράτος από άποψη θεσμών: ο βασιλιάς εκλέγεται από τη Συνέλευση των Ευγενών (Σέιμ/ Sejm), των οποίων τις ελευθερίες και τα δικαιώματα υπόσχεται ότι θα σεβαστεί (τα δικαιώματα αυτά είναι και γραπτώς κατοχυρωμένα, βάσει της συνταγματικής συμφωνίας που σύναψαν οι ευγενείς με τον βασιλιά Ερρίκο Γ΄ των Βαλουά, το 1573).  Υπόκειται σε σειρά περιορισμών κατά την άσκηση της εξουσίας του, ενώ είναι υποχρεωμένος να συγκαλεί τη Συνέλευση τουλάχιστον ανά διετία. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο καγκελάριος Γιαν Ζαμόυσκι «ο βασιλιάς βασιλεύει, αλλά δεν κυβερνά (Rex regnat et non gubernat). Επιπλέον, κάθε ευγενής που μετέχει στη Συνέλευση έχει δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) για οποιοδήποτε θέμα κρίνει εκείνος ως ζωτικής σημασίας. Κι αν ο όρος δημοκρατία μοιάζει υπερβολικός για ένα αριστοκρατικό πολίτευμα, ας επισημανθεί ότι οι Πολωνοί ευγενείς (η szlachta) με δικαίωμα συμμετοχής στη Συνέλευση ξεπερνούσαν το 12 % του συνολικού πληθυσμού της Κοινοπολιτείας, φτάνοντας σε κάποιες περιόδους και το 15 % (ενδεικτικά σημειώνεται ότι στη Βρετανία το 1867 δικαίωμα ψήφου είχε μόλις το 3 % του πληθυσμού). Επιπροσθέτως, οι περιοχές απολαύουν μεγάλης αυτονομίας στα θέματα διοίκησης: τόσο οι βοϊβοδίες (που διέθεταν το δικό τους κοινοβούλιο), όσο και οι επαρχίες.

Τέλος, διασφαλίζεται η θρησκευτική ελευθερία, βάσει της λεγόμενης ιδρυτικής πράξης της Συνομοσπονδίας που υπογράφηκε το 1573 στη Βαρσοβία. Ουδέποτε δραστηριοποιήθηκε στα εδάφη της Κοινοπολιτείας η Ιερά Εξέταση. Και ποτέ δεν εξαπλώθηκε ο προτεσταντισμός. Ίσως γιατί η καθολική εκκλησία της Πολωνίας είχε μάθει να συμβιώνει με ορθόδοξους και εβραϊκούς πληθυσμούς. Αυτή η στάση ανεκτικότητας επέτρεψε στην Πολωνία να μην εμπλακεί στους θρησκευτικούς πολέμους που σπαράσσουν τη χριστιανική Ευρώπη του 16ου – 17ου αι. και ιδίως στον Τριακονταετή Πόλεμο. Σ’ αυτό το πλαίσιο ελευθερίας μπορούν να γίνουν ανεκτές ή κατανοητές και ορισμένες γραφικές παραδοξότητες, όπως η βαθύτατα εδραιωμένη πεποίθηση της πολωνικής αριστοκρατίας ότι δεν έχει σλαβική καταγωγή, αλλά ότι πρόγονοί της είναι οι Ιρανοί Σαρμάτες!

Το πολωνολιθουανικό κράτος διαθέτει πραγματικά ισχυρή οικονομία: η χώρα είναι η πρώτη σιτοπαραγωγός στην Ευρώπη (έστω κι αν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής προορίζεται για εσωτερική κατανάλωση). Εξάγει από τα λιμάνια του (κυρίως το Γκντανσκ) ή διά της χερσαίας οδού σιτηρά, ξυλεία και συναφή προϊόντα, αλάτι, καπνά, βαμβάκι και λινά υφάσματα και εισάγει κρασιά και ζύθο, φρούτα, ενδύματα, είδη πολυτελείας, αλιεύματα και βιομηχανικά προϊόντα. Μέχρι τον 17ο αι., το εμπορικό ισοζύγιο παραμένει θετικό.

Πολιτιστικά, η Κοινοπολιτεία γνωρίζει άνθηση. Διαθέτει ένα από τα αρχαιότερα πανεπιστήμια της ηπείρου (αυτό της Κρακοβίας) κι ένα ακόμη σημαντικό ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης στο Βίλνιους. Αναδεικνύει πλήθος επιστημόνων, λογίων και καλλιτεχνών (ξεκινώντας φυσικά με τον Νικόλαο Κοπέρνικο και συνεχίζοντας με τον ιστορικό και χαρτογράφο Μαρτίνο Κρόμερ, τον χημικό Μίχαου Σεντζιβόι, τον μαθηματικό, φυσικό και αστρονόμο Γιαν Μπρόζεκ, τους ιστορικούς Άλμπρυχτ Στανίσουαφ Ρατζίβιου και Γιαν Χρυζόστομ Πάσεκ, τους μουσικούς Γιάτσεκ Ροζύτσκι, Μάρτσιν Μελτσέφσκι και Μικογουάι Ζελένσκι). Η Αναγέννηση φτάνει γρήγορα στην Πολωνία. Ο πολιτικός και ουμανιστής Γιαν Ζαμόυσκι επιχειρεί να ιδρύσει την ιδανική πόλη, καλώντας Ιταλούς αρχιτέκτονες και καλλιτέχνες: το Ζάμοστς μοιάζει σαν ένα κομμάτι της Ιταλίας που κάποια ιστορική παραδοξότητα μεταφύτεψε στην Πολωνία.

β. Εντάσεις κι ανισότητες: Ωστόσο, η ειδυλλιακή αυτή εικόνα κρύβει εντάσεις κι ανισότητες που επιτείνονται με τον χρόνο. Ειδικά στην Ανατολή, το πρότυπο εκμετάλλευσης είναι τα μεγάλα αγροκτήματα που καλλιεργούν δουλοπάροικοι και τα οποία ανήκουν σε μια αριστοκρατία γαιοκτημόνων (π.χ. στις οικογένειες Τσαρτορύσκι, Βισνοβιέτσκι, Ρατζίβιου ή Σαπιέχα) πολωνική ή εκπολωνισμένη (μια και τα μέλη της αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρουθηνοί ως προς την εξ αίματος καταγωγή και Πολωνοί ως προς την Ιθαγένεια). Οι ορθόδοξοι, που αποτελούν την συντριπτική πλειονότητα στον απλό λαό, αισθάνονται πολλαπλά καταπιεσμένοι: πολιτικά, οικονομικά και θρησκευτικά. Η τάση για μια ενιαία εθνική και θρησκευτική ταυτότητα (πολωνική και καθολική) γίνεται αφόρητη για τους Ορθόδοξους που βρίσκονται αντιμέτωποι συχνά με την εκβιαστική επιλογή ανάμεσα στον καθολικισμό και την Ουνία.

Η κατάσταση στην Ανατολή καθίσταται ακόμη πιο περίπλοκη επειδή στην… εξίσωση υπάρχει κι ένας απρόβλεπτος παράγοντας: οι Κοζάκοι (ουκρ.: козаки, ρωσ.: казаки, προφ. και στις δύο περιπτώσεις καζακί, πολ.: kozacy = κοζάτσι). Δεν υπάρχει βεβαιότητα ως προς την προέλευση του ονόματός τους: παλαιοσλαβική με κουμανικό απώτερο έτυμο ή με απευθείας τουρκική προέλευση, η λέξη δηλώνει τον ελεύθερο που ζει νομαδικά. Αυτοί οι ανατολικοσλαβικοί πληθυσμοί (στους οποίους ίσως αναμείχθηκαν και ταταρικά και άλλα τουρκογενή στοιχεία) σχημάτισαν, από τον Ύστερο Μεσαίωνα, αυτόνομες στρατιωτικές κοινότητες στην περιοχή του Δνείπερου και του Δον, προσφέροντας συχνά τις στρατιωτικές υπηρεσίες τους ως μισθοφόροι στις δυνάμεις της περιοχής. Η πιο ονομαστή από τις κοινότητές τους είναι η επικράτεια του Ζαπαρόζε (ρ.)/ Ζαπαρίζια (ουκρ.) (ουκρ.: Запорізька Січ = Ζαπαρίζκα Σιτς/ ρωσ.: Запорожская Сечь = Ζαπαρόζσκαγια Σετς), κέντρο της οποίας είναι μια σειρά από οχυρωμένα νησιά στον Δνείπερο. Στις τάξεις των Κοζάκων ενσωματώνονται διαρκώς φυγάδες δουλοπάροικοι από τις δυο πλευρές των συνόρων (πολωνική και ρωσική) που ξεφεύγουν από τους φεουδάρχες τους για να ζήσουν ελεύθεροι.

Οι κοινότητες των Κοζάκων βρίσκονται εντός της πολωνικής επικράτειας. Τυπικά είναι υπήκοοι του πολωνικού στέμματος. Υπηρετούν στις πολωνικές ένοπλες δυνάμεις είτε περιστασιακά είτε ως τακτικά στρατεύματα, διατηρώντας σχετική αυτονομία. Οι αρχηγοί τους καταλαμβάνουν στρατιωτικά και πολιτικά αξιώματα στο πλαίσιο της πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας. Ωστόσο, από τις αρχές τουλάχιστον του 17ου αι. εμφανίζονται εντάσεις στις σχέσεις μεταξύ Πολωνών και Κοζάκων. Είναι σαφές ότι η Κοινοπολιτεία σκοπεύει να ξοδέψει λιγότερα χρήματα για τη στρατολόγηση Κοζάκων και έχει αποφασίσει να δίνει λιγότερα αξιώματα και εξουσίες στους αρχηγούς τους. Οι πιέσεις για εκπολωνισμό κι απάρνηση της Ορθοδοξίας, τα σχέδια για μετατροπή των αγροτών σε δουλοπάροικους, καθιστούν τις ισορροπίες όλο και πιο εύθραυστες. Η κρίση που σοβεί μοιάζει έτοιμη να εκδηλωθεί.

Β. Η περίοδος των αναταράξεων

Με ειρωνικό τρόπο, ακριβώς τη χρονική στιγμή που τερματίζεται ο Τριακονταετής Πόλεμος από τον οποίο η Πολωνία έχει πετύχει να γλιτώσει, η Κοινοπολιτεία εισέρχεται σε περίοδο έντονων αναταράξεων, η οποία θα σηματοδοτήσει την αμετάκλητη παρακμή της και θα οδηγήσει τελικά, ενάμισι αιώνα αργότερα, στον ολοκληρωτικό αφανισμό του πολωνικού κράτους. Η σπίθα που θα εξελιχτεί σε πυρκαγιά θα προέλθει από την Ανατολή. Κι ο άνθρωπος που θα πυροδοτήσει τις εξελίξεις ονομάζεται Μπαγκντάν Χμελνίτσκι.

α.   Η εξέγερση του Μπαγκντάν Χμελνίτσκι: Ο Μπαγκντάν (δηλ. Θεόδωρος) Χμελνίτσκι (ουκρ. και ρωσ.: Богдан Хмельницький, πολ.: Bohdan Chmielnicki = Μπόχνταν Χμελνίτσκι) γεννιέται το 1595, πιθανώς στο Σουμπότιφ της Ουκρανίας, κοντά στο Τσιγκίριν, παιδί επιφανούς οικογένειας Κοζάκων. Τυγχάνει εξαιρετικής εκπαίδευσης, στο Κολλέγιο των Ιησουητών του Λβούφ/ Λβιβ και σε ορθόδοξα σχολεία του Κιέβου. Αποκτά πολύ καλή γνώση της ευρωπαϊκής Ιστορίας και μαθαίνει αρκετές γλώσσες (πολωνικά, λατινικά, γαλλικά και τουρκικά). Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του (1617) υπηρετεί στα στρατιωτικά σώματα των Κοζάκων για λογαριασμό της Κοινοπολιτείας. Πολεμώντας την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα εδάφη της Μολδαβίας αιχμαλωτίζεται από τους Τούρκους κοντά στο Ιάσιο (1620) και περνά δυο χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Απελευθερώνεται το 1622, όταν ο Πολωνός πρεσβευτής στην Υψηλή Πύλη, ο Κρζύστοφ Ζμπαράσκι καταβάλλει 30.000 τάλερ στους Τούρκους με αντάλλαγμα την απελευθέρωση όλων των Πολωνών στρατιωτικών που είχαν αιχμαλωτιστεί στη Μολδαβία.

Στα επόμενα χρόνια, ο Χμελνίτσκι θα αποδείξει τις αδιαμφισβήτητες πολιτικές και στρατιωτικές του ικανότητες. Χαίρει της εκτίμησης των Κοζάκων συναδέλφων του και της πολωνικής αριστοκρατίας. Κερδίζει τίτλους κι αξιώματα. Όλα μοιάζουν ιδανικά για όλες τις πλευρές, μέχρι που ο Χμελνίτσκι θα έρθει σε σύγκρουση με τον νέο Πολωνό έπαρχο του Τσιγκίριν, τον Ντάνιελ Τσαπλίνσκι. Υπό τις οδηγίες του πανίσχυρου αριστοκράτη Αλεξάντερ Κονιετσπόλσκι, σκληροπυρηνικού οπαδού της πολιτικής του δραστικού περιορισμού των δικαιωμάτων των Κοζάκων, ο Τσαπλίνσκι επιχειρεί να αποσπάσει από τον Χμελνίτσκι το φέουδο του Σουμπότιφ. Ο Χμελνίτσκι προσπάθησε να διευθετήσει το πρόβλημα κάνοντας επανειλημμένα διαβήματα στις αρχές της Βαρσοβίας. Κατόπιν ακροάσεως, ο βασιλιάς Λαδισλάος Δ΄ Βάζα εξέδωσε απόφαση που αναγνώριζε τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του Χμελνίτσκι. Ωστόσο, η πλευρά Κονιετσπόλσκι-Τσαπλίνσκι συνέχισε τις προσπάθειές της και τον Απρίλιο του 1647 εξεδίωξε τον Χμελνίτσκι από το κτήμα του. Ο Κοζάκος ζήτησε νέα ακρόαση από τον βασιλέα. Αυτή τη φορά ο μονάρχης δίστασε να έρθει σε σύγκρουση μ’ έναν από τους ισχυρότερους ευγενείς του. Ο Χμελνίτσκι πείσθηκε ότι χρειάζονταν πιο δραστικές λύσεις. Στράφηκε προς τους Κοζάκους συντρόφους του.

Τα χρονικά της εποχής τονίζουν ως αιτία της εξέγερσης τη διαμάχη του Χμελνίτσκι με τους Πολωνούς ευγενείς. Εντούτοις, όσο ρόλο κι αν πράγματι έπαιξε αυτή η σύγκρουση, είναι δύσκολο να ερμηνεύσουμε ένα γεγονός που άλλαξε την Ιστορία της Ανατολικής Ευρώπης με βάση μια προσωπική βεντέτα. Στην πραγματικότητα, είχαν ωριμάσει οι συνθήκες ώστε οι Κοζάκοι να εκδηλώσουν δυναμικά τη δυσαρέσκειά τους για την πολιτική της πολωνικής αριστοκρατίας. Ύστερα από σειρά επαφών με όλους τους ισχυρούς Κοζάκους παράγοντες, ο Χμελνίτσκι εξελέγη αταμάνος τον Ιανουάριο του 1648 υποσχόμενος να διεκδικήσει δυναμικά τα δικαιώματα των Κοζάκων. Οι διαπραγματεύσεις με τις πολωνικές αρχές δεν κατέληξαν πουθενά. Αναζητώντας συμμάχους για την ένοπλη σύγκρουση που φαινόταν αναπόφευκτη, ο Χμελνίτσκι ήρθε σε διαπραγματεύσεις με τον Τάταρο Χάνο της Κριμαίας, τον Ισλάμ Γ΄ Γκιράυ, ο οποίος του υποσχέθηκε στρατιωτική ενίσχυση και του έστειλε δύναμη ιππικού υπό τον Τουγάυ Μπέη.

Οι Πολωνοί αποφάσισαν να καταπνίξουν την εξέγερση των Κοζάκων το συντομότερο δυνατό. Ο Μικογουάι Ποτότσκι, Μέγας Αταμάνος του Στέμματος (δηλαδή στρατάρχης), έστειλε μια δύναμη 3.000 ανδρών, υπό τη διοίκηση του εικοσιτετράχρονου γιού του Στέφαν, για να αντιμετωπίσει τους Κοζάκους. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στα Ζόφτι Βόντι, στην κεντρική Ουκρανία (ουκρ.: Жовтi Води, ρωσ.: Жёлтые Воды = Ζόλτιγιε Βόντι, πολ.: Żółte Wody = Ζόουτε Βόντυ, κυριολ. κίτρινα νερά), στις 28 Απριλίου 1648. Το βασικό πρόβλημα για τους Πολωνούς ήταν ότι η μισή δύναμή τους αποτελούταν από Κοζάκους οι οποίοι γρήγορα αποσκίρτησαν κι ενώθηκαν με τον στρατό του Χμελνίτσκι. Επιπλέον, οι ενισχύσεις που τους στάλθηκαν ήταν πάλι Κοζάκοι που προσχώρησαν αμέσως μετά την άφιξή τους στους εξεγερμένους. Οι Πολωνοί βρέθηκαν σε θέση δραματικής αριθμητικής αδυναμίας: 1.500 άνδρες έπρεπε να αντιμετωπίσουν 15.000 Κοζάκους και Τάταρους! Χάρη στο πυροβολικό τους και το επίλεκτο ιππικό των Ουσάρων, οι Πολωνοί αντιστάθηκαν για περισσότερες από δύο εβδομάδες. Εξαντλημένοι και με μεγάλες απώλειες, επιχείρησαν να υποχωρήσουν το βράδυ της 15ης– 16ης Μαΐου: το τατάρικο ιππικό του Τουγάυ Μπέη και οι Κοζάκοι, υπό τη διοίκηση του χαρισματικού Μαξίμ Αλσάνσκι «Κριβανός» (παρατσούκλι που σήμαινε ο «Στραβομύτης», «αυτός με τη γαμψή μύτη»), τους επιτέθηκαν και τους κατέσφαξαν. Μετά την αρχική επιτυχία, οι Κοζάκοι του Χμελνίτσκι πετούν από νίκη σε νίκη. Τα Χριστούγεννα του 1648 ο Χμελνίτσκι μπαίνει στο Κίεβο ως ελευθερωτής και «ηγέτης της χώρας των Ρους», ενώ σε ολόκληρη την Ουκρανία οι αγρότες εξεγείρονται διώκοντας τους Πολωνούς ευγενείς που τους δυνάστευαν. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, η αποτίναξη του ζυγού απελευθερώνει και τις δυνάμεις της βίας: την πληρώνουν τα συνήθη θύματα. Ο πολυάριθμος εβραϊκός πληθυσμός της Ουκρανίας υφίσταται τους χειρότερους διωγμούς.

Ο Χμελνίτσκι, παράλληλα με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τις διαπραγματεύσεις, προσπαθεί να οργανώσει το κράτος του. Τα πράγματα όμως αρχίζουν να περιπλέκονται στα πεδία των μαχών. Τον Ιούνιο του 1651 υφίσταται σημαντική ήττα στο Μπερεστέτσκο, όπου τον προδίδουν οι μέχρι τότε σύμμαχοί του Τάταροι. Αναγκάζεται να συνάψει ανακωχή με μάλλον δυσμενείς όρους και προσπαθεί να αναζητήσει εξωτερικούς συμμάχους. Διαπραγματεύεται αρχικά με την Υψηλή Πύλη, αλλά οι Κοζάκοι του δεν είναι πρόθυμοι να γίνουν υποτελείς ενός αλλόθρησκου ηγεμόνα. Έτσι στρέφεται προς τη «φυσική» λύση: τον τσάρο Αλέξιο της Ρωσίας. Ύστερα από δύσκολες διαπραγματεύσεις συνάπτεται η Συνθήκη του Περεγιασλάβ (Ιανουάριος του 1654), βάσει της οποίας οι Κοζάκοι διατηρούν την αυτονομία τους αναγνωρίζοντας την επικυριαρχία του τσάρου. Τα δεδομένα έχουν μεταβληθεί για όλους και μια νέα δύναμη κάνει την εμφάνισή της. Μόνο που δεν θα είναι η μόνη.

β.   Ο «Κατακλυσμός»: Είναι πλέον σαφές ότι το κουτί της Πανδώρας έχει ανοίξει (πότε ακριβώς, όμως, άραγε;) κι ότι οι δυνάμεις της συντέλειας έχουν απελευθερωθεί. Στην πραγματικότητα, η κατάσταση πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο για τους δύο αρχικούς εμπόλεμους. Οι Κοζάκοι, που έχουν απωθήσει τους Πολωνούς από την Ουκρανία και τη Λευκορωσία, διαπιστώνουν ότι ο νέος τους σύμμαχος είναι εξαιρετικά παρεμβατικός και θέλει να έχει λόγο για τα εσωτερικά τους ζητήματα. Ταυτόχρονα, οι πρώην σύμμαχοί τους, οι Τάταροι, λεηλατούν ανεμπόδιστοι τα ουκρανικά εδάφη. Όσο για τους Πολωνούς, εκεί που νόμισαν ότι κατόρθωσαν να ελέγξουν τους Κοζάκους αντιπάλους τους, βρίσκονται μεταξύ δύο τουλάχιστον πυρών. Την ώρα που οι Ρώσοι ετοιμάζονται να εισβάλουν από τα ανατολικά, επιτίθενται στην Πολωνία οι Σουηδοί (Ιούλιος 1655). Αρχίζει αυτό που στην πολωνική Ιστορία καταγράφηκε ως ο (σουηδικός) «Κατακλυσμός» (Potop szwedzki). Το δυτικό τμήμα της Κοινοπολιτείας βρίσκεται γρήγορα υπό (προσωρινή έστω) σουηδική κατοχή, ενώ το ανατολικό το κατέχουν Κοζάκοι και Ρώσοι.

Ο ίδιος ο Χμελνίτσκι δεν θα καταφέρει να χειρισθεί με επιτυχία τις εξελίξεις. Διαπραγματευόμενος ταυτόχρονα με Σουηδούς και Ρώσους (μολονότι η Ρωσία θα κηρύξει τον πόλεμο στη Σουηδία, τον Ιούλιο του 1656), αντιμέτωπος με εσωτερικά προβλήματα κι έριδες, ο Κοζάκος ηγέτης θα κουραστεί. Τον Ιούλιο του 1657 θα υποστεί βαρύτατο εγεφαλικό επεισόδιο και πέντε μέρες αργότερα (27.7) θα πεθάνει.

Σ’ αυτήν την απελπιστική κατάσταση η Πολωνία θα βρει τις δυνάμεις να αντιδράσει. Δύο ευγενείς, ο Στέφαν Τσαρνιέτσκι και ο Μέγας Αταμάνος της Λιθουανίας Πάβεου Γιαν Σαπιέχα, θα οργανώσουν την πολωνική αντίσταση κατά των Σουηδών του Κάρολου Ι΄ Γουστάβου. Το 1657, οι δυνάμεις της Κοινοπολιτείας θα κατορθώσουν να εκδιώξουν τις σουηδικές δυνάμεις από τα πολωνικά εδάφη. Η Κοινοπολιτεία θα προσπαθήσει ακόμη και να προσεταιρισθεί εκ νέου τους Κοζάκους. Με τη Συνθήκη του Χάτζατς (ουκρ.: Γκάντιατς), το 1658, προσφέρεται ξανά στους Κοζάκους η δυνατότητα συνεργασίας με την Κοινοπολιτεία. Η πολωνική συνέλευση και ο βασιλιάς Ιωάννης Β΄ Καζιμίρ θα κυρώσουν τη συνθήκη, την οποία θα δεχθούν μέρος της συνέλευσης των Κοζάκων (της Στάρσυνας) και ο νέος αταμάνος Ιβάν Βυχόφσκι. Δεν θα συμβεί το ίδιο με την πλειονότητα των Κοζάκων. Η συνθήκη θα μείνει νεκρό γράμμα. Τα πράγματα δεν μπορούσαν να είναι ποτέ ξανά ίδια… Ο αγώνας για την Ουκρανία και τη Λευκορωσία, που έχει πλέον πάρει τη μορφή ρωσοπολωνικής σύγκρουσης, θα τερματιστεί το 1667 με τη Συνθήκη του Αντρούσοβο. Η Πολωνία θα περιορίσει τις απώλειές της, διατηρώντας τα εδάφη δυτικά του Δνείπερου.

Έστω και πληγωμένη, η Πολωνία έχει ακόμη στιγμές δόξας μπροστά της. Ο λυτρωτής, άλλωστε, της Βιέννης από την οθωμανική πολιορκία του 1683 πρόκειται να είναι Πολωνός, ο βασιλιάς Ιωάννης Γ΄ Σομπιέσκι. Ωστόσο, τα τραύματα που της προκάλεσαν οι αναταράξεις που ξεκίνησαν με την εξέγερση του Μπαγκντάν Χμελνίτσκι δεν θα γιατρευτούν ποτέ.

ΙΙ.   Ο Σενκιέβιτς και το «Διά Πυρός και Σιδήρου»

Α.   Το πλαίσιο συγγραφής του έργου

Πραγματικά εθνικός συγγραφέας της Πολωνίας, ο νομπελίστας Χένρυκ Σενκιέβιτς (1846-1916), γεννήθηκε στη Βόλα Οκρζέισκα της ρωσοκρατούμενης ανατολικής Πολωνίας, παιδί ξεπεσμένης αριστοκρατικής οικογένειας. Το έργο του χαρακτηρίζεται από τα δύο μεγάλα ιδεολογικά ρεύματα που σημάδεψαν τον 19ο αιώνα, τον ρομαντισμό και τον εθνικισμό. Κατεξοχήν εκπρόσωπος του πολωνικού αλυτρωτισμού, συγγράφει το «Διά Πυρός και Σιδήρου» (Ogniem i Mieczem) το 1884 με σκοπό να τονώσει το ηθικό των υπόδουλων συμπατριωτών του, είκοσι χρόνια μετά την αποτυχημένη εξέγερση του Ιανουαρίου του 1863 κατά των Ρώσων. Το μυθιστόρημα, που δημοσιεύθηκε αρχικά σε συνέχειες στις πολωνικές εφημερίδες, αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας με θέμα την Ιστορία της Πολωνίας κατά τον 17ο αιώνα. Τα άλλα δύο μέρη είναι ο «Κατακλυσμός» («Potop», 1886) και ο «Άρχοντας Βολοντιόφσκι» («Pan Wołodyjowski», pan είναι η πολωνική προσφώνηση για τον κύριο, 1888), που έχει μεταφραστεί και υπό τους τίτλους «Φωτιά στη Στέπα» και «Συνταγματάρχης Βολοντιόφσκι».

Παρά τους σαφείς πατριωτικούς σκοπούς του συγγραφέα, το «Διά Πυρός και Σιδήρου» είναι αρκετά πιστό στα ιστορικά δεδομένα. Προκειμένου να συγγράψει το έργο, ο Σενκιέβιτς μελέτησε τα αρχεία της πολωνικής αριστοκρατίας της εποχής και τα απομνημονεύματα επιφανών μελών της. Υπάρχουν βεβαίως σημεία που ο συγγραφέας επιχειρεί να εξάρει τον ηρωϊσμό των Πολωνών, συνολικά όμως το μυθιστόρημα διακρίνεται αιπό υψηλό βαθμό ιστορικής ακρίβειας. Οι ήρωες τους οποίους δημιούργησε η φαντασία του συγγραφέα συνυπάρχουν με πραγματικά πρόσωπα που σημάδεψαν τα γεγονότα της εποχής (τον βασιλέα Ιωάννη Β΄ Καζιμίρ, τον πρίγκιπα Βισνοβιέτσκι, τους αταμάνους των Κοζάκων Χμελνίτσκι και Βυχόφσκι, τον Τάταρο Τουγάυ Μπέη). Ακόμη κι ο χαρακτήρας του πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος Γιαν Σκρζετούσκι είναι «χτισμένος» πάνω σ’ ένα ιστορικό πρόσωπο: τον υπερασπιστή της πόλης του Ζμπάραζ Μικογουάι Σκρζετούσκι. Επιπλέον, το έργο δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί απλοϊκό ως προς την πλοκή και τους βασικούς χαρακτήρες του. Άλλωστε στερείται ενός πραγματικά «κακού» ήρωα. Ο αντίζηλος του Σκρζετούσκι, ο Κοζάκος Γιούρι Μπόχουν είναι μεν βίαιος και απερίσκεπτος, αλλά επιδεικνύει θάρρος που υπερβαίνει τα όρια του ηρωισμού, ενώ ο έρωτάς του για την Ελένα είναι αληθινός.

Β.   Η υπόθεση του μυθιστορήματος

Ο Γιαν Σκρζετούσκι είναι ένας νεαρός Πολωνός ευγενής, αξιωματικός του επίλεκτου σώματος του ιππικού, των «Φτερωτών» Ουσάρων, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία του πρίγκιπα Γιερέμι Βισνοβιέτσκι. Επιστρέφοντας από αποστολή στην Κριμαία, κι ενώ βρίσκεται κοντά στο Τσιγκίριν σώζει έναν άνδρα που δέχεται επίθεση. Αποκαλύπτεται ότι ο άνθρωπος αυτός είναι ο Μπαγκντάν Χμελνίτσκι τον οποίο επιχείρησαν να σκοτώσουν έμπιστοι του Τσαπλίνσκι. Ο Σκρζετούσκι συνεχίζει τον δρόμο του και πηγαίνει στο Τσιγκίριν όπου γνωρίζεται και αναπτύσσει σχέσεις φιλίας με τον Πολωνό ευγενή Γιαν Ονούφρυ Ζαγκουόμπα και τον Λιθουανό αριστοκράτη Λονγκίνους Ποντμπιπιέντα. Λίγες μέρες αργότερα, ξεκινά με τον Ζαγκουόμπα για το Λούμπνυ. Στον δρόμο συναντά κι ερωτεύεται την ορφανή νεαρή πριγκίπισσα Ελένα Κουρτσεβιτσούβνα, η οποία ταξιδεύει μαζί με τη θεία της. Η θεία καλεί τους αξιωματικούς στο οικογενειακό κτήμα της στο Ροζουόγκι. Κατά τη διάρκεια ενός δείπνου, ο Σκρζετούσκι μαθαίνει ότι η θεία της Ελένας έχει υποσχεθεί να την παντρέψει με τον Κοζάκο συνταγματάρχη Γιούρι Μπόχουν (τον οποίο η ίδια η Ελένα απεχθάνεται γιατί τον έχει δει να σκοτώνει άνθρωπο μπροστά στα μάτια της). Ο ήρωας κάνει ό,τι είναι δυνατό για να μεταπείσει τη θεία.

Στο μεταξύ, ο πρίγκιπας Βισνοβιέτσκι στέλνει τον Σκρζετούσκι ως εκπρόσωπό του στο Ζαπαρόζε, ενώ ετοιμάζεται να ξεσπάσει η εξέγερση των Κοζάκων. Σε μια συμπλοκή ο ήρωας τραυματίζεται κι αιχμαλωτίζεται. Οι Κοζάκοι οδηγούν τον αιχμάλωτο στον αρχηγό τους, που δεν είναι άλλος από τον Χμελνίτσκι. Ο αταμάνος σώζει τον Σκρζετούσκι κι υπόσχεται να τον απελευθερώσει το συντομότερο δυνατό. Μέχρι να συμβεί αυτό, ο Γιαν παρακολουθεί ανήμπορος τη συντριβή των Πολωνών στα Ζόφτι Βόντι.

Ανακαλύπτοντας την «προδοσία» της θείας της Ελένας, ο Μπόχουν επιτίθεται στο Ροζουόγκι με σκοπό να απαγάγει την Ελένα. Στη σύγκρουση σκοτώνονται οι δύο εξάδελφοι της νεαρής, η θεία της στραγγαλίζεται από τους Κοζάκους του Μπόχουν και οι εξεγερμένοι χωρικοί πυρπολούν την έπαυλη. Η ίδια η Ελένα καταφέρνει να ξεφύγει.

Ελεύθερος πια, ο Σκρζετούσκι κατευθύνεται προς το Ροζουόγκι για να βρει την αγαπημένη του. Φτάνοντας αντικρίζει μόνο ερείπια. Πιστεύοντας ότι η Ελένα είναι νεκρή θρηνεί τον θάνατό της κι επιστρέφει στην υπηρεσία του Βισνοβιέτσκι. Εκεί, ο Ζαγκουόμπα τον πληροφορεί ότι η Ελένα είναι σώα κι ασφαλής στο Μπαρ. Ενώ ο ήρωας ετοιμάζεται να πάει στην πόλη αυτή για να συναντήσει την Ελένα πληροφορείται ότι οι δυνάμεις του Μπόχουν κατέλαβαν το Μπαρ. Στον απελπισμένο Σκρζετούσκι φτάνει η ψευτική πληροφορία ότι η αγαπημένη του δολοφονήθηκε σ’ ένα μοναστήρι του Κιέβου όπου την κρατούσαν αιχμάλωτη. Ο ήρωας πέφτει βαριά άρρωστος.

Μετά την ανάρρωσή του, ο Σκρζετούσκι μεταβαίνει στο Ζμπάραζ με σκοπό να οργανώσει την άμυνα της πόλης, την οποία ετοιμάζονται να πολιορκήσουν οι Κοζάκοι. Πολεμά με ηρωϊσμό κατά την πολιορκία. Για να σώσει την πόλη, αποφασίζει να περάσει μέσα από τις γραμμές του εχθρού και να συναντήσει τον βασιλιά Ιωάννη Καζιμίρ ζητώντας του ενισχύσεις. Επιτυγχάνει στην παράτολμη αποστολή του και σώζει την πόλη. Στο μεταξύ μαθαίνει ότι η Ελένα είναι ζωντανή. Οι δύο ερωτευμένοι συναντιούνται στο Λβούφ όπου και παντρεύονται. Μετά το τέλος της εξέγερσης του Χμελνίτσκι θα ζήσουν ευτυχισμένοι, αποκτώντας μια ντουζίνα και περισσότερα παιδιά (αυτό μπορεί να μη μας πολυφαίνεται ρομαντικό, αλλά τα ήθη κι έθιμα της εποχής ήταν μάλλον διαφορετικά από τα σύγχρονά μας).

Γ.   Μεταφορά στον κινηματογράφο: Το μυθιστόρημα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1999 (με ιδιαίτερη επιτυχία) από τον Πολωνό σκηνοθέτη Γιέρζυ Χόφφμαν. Τότε, επρόκειτο για την ακριβότερη πολωνική παραγωγή όλων των εποχών. Ο σκηνοθέτης κατόρθωσε να μεταφέρει κινηματογραφικά ολόκληρη την Τριλογία του Σενκιέβιτς, με την αντίστροφη όμως σειρά (1969: Άρχοντας Βολοντιόφσκι, 1974: Κατακλυσμός, με πρωταγωνιστή τον, γνωστό μας από τις ταινίες του Βάιντα, Ντάνιελ Ολμπρύχσκι). Στην ταινία του 1999, πρωταγωνίστησαν ο Μίχαου Ζεμπρόφσκι ως Γιαν Σκρζετούσκι, η μεγαλωμένη στη Σουηδία Ιζαμπέλλα Σκορούπκο ως Ελένα, ο Ρώσος Αληξάντρ Νταμαγκάροφ ως Μπόχουν κι ο Ουκρανός Μπαγκντάν Στούπκα ως Χμελνίτσκι (προσθέστε και τον Ολμπρύχσκι ως Τουγάυ Μπέη και τον Αντρζέι Σέβερυν ως πρίγκιπα Βισνοβιέτσκι). Η ταινία δέχθηκε κριτικές για κάποιες ανακρίβειες: κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο παρουσίασε τη μάχη στα Ζόφτι Βόντι. Ωστόσο, πώς είναι δυνατόν να παρουσιασθεί με ακρίβεια σε κινηματογραφικό χρόνο μια μάχη που κράτησε κοντά τρεις εβδομάδες; Στην Πολωνία, κάποιοι την κατηγόρησαν κι ως φιλοουκρανική, λόγω του θετικού τρόπου με τον οποίο παρουσίαζε τους Κοζάκους. Αυτή όμως η επίκριση μοιάζει μάλλον με έπαινο, αποδεικνύοντας ότι ο σκηνοθέτης πέτυχε να δώσει μια αρκετά αντικειμενική εικόνα των εμπολέμων. Σε κάθε περίπτωση (και μολονότι το DVD της ταινίας είναι σχετικά δυσεύρετο), μπορείτε να σχηματίσετε προσωπική εντύπωση παρακολουθώντας αποσπάσματά της: τη Μάχη στα Ζόφτι Βόντι (με αγγλικούς υπότιτλους), σκηνές από την ίδια μάχη με μουσική υπόκρουση το εμβατήριο των Κοζάκων του Ζαπαρόζε, το ζεύγος των ερωτευμένων Γιαν και Ελένας, επέλαση των Ουσάρων με σκοπό την απελευθέρωση του Ζμπάραζ. καθώς και ολόκληρο το φιλμ, ατυχώς με κακό ντουμπλάρισμα στα ουκρανικά. Και, πάντως, ό,τι και να πείτε, οι σκηνές μάχης είναι εντυπωσιακότατες.

Ελπίζω να παραβλέψετε την αυτοαναφορικότητα της σημερινής ανάρτησης. Άλλωστε, πέρα από μια ρομαντική και ηρωϊκή ιστορία που σημάδεψε τα παιδικά μου χρόνια, υπάρχουν ιστορικά γεγονότα που καθόρισαν την πορεία της Βόρειας και Ανατολικής Ευρώπης για τους επόμενους αιώνες και τα οποία ακόμη και σήμερα ασκούν επιρροή στις νοοτροπίες λαών και στις πολιτικές κρατών. Κατά τα λοιπά, νομίζω ότι το είπαμε… Το 1647 ήταν παράξενη χρονιά!

Advertisements

Ιερουσαλήμ-Μαρίενμπουργκ – μέρος III: η μάχη με τα τρία ονόματα και η παρακμή του Τάγματος

Οκτώβριος 26, 2010

Στα τέλη του 14ου αιώνα οι Τεύτονες Ιππότες βρίσκονται στο απόγειο της δύναμής τους: η επικράτειά τους φτάνει στα όρια της μέγιστης εδαφικής εξάπλωσής της, το κράτος τους στην Πρωσία γνωρίζει τη σημαντικότερη ως τότε οικονομική ανάπτυξη. Ωστόσο οι συνθήκες έχουν αρχίσει να μεταβάλλονται σε βάρος τους. Πολωνοί και Λιθουανοί, δηλαδή οι δύο σημαντικότεροι αντίπαλοι του Τάγματος, ενώνουν τις δυνάμεις τους. Η συμμαχία συνεπάγεται και τον προσηλυτισμό των Λιθουανών στον χριστιανισμό, γεγονός το οποίο στερεί από τους Τεύτονες τη νομιμοποίηση της επεκτατικής δράσης τους. Η μοιραία σύγκρουση δεν θα αργήσει. Η βαριά ήττα που θα υποστούν οι Τεύτονες, χωρίς να είναι αφεαυτής καταδικαστική, θα οδηγήσει το Τάγμα στην παρακμή: ο συνδυασμός εξωτερικής πίεσης και σοβαρών εσωτερικών προβλημάτων θα φέρει νέες ήττες στα πεδία των μαχών και θα καταλήξει στη συρρίκνωση του πρωσικού κράτους. Θα αναζητηθούν απεγνωσμένα λύσεις για την επιβίωση, οι οποίες θα φέρουν, κατ’ ανάγκη, τη μετάλλαξη του Τάγματος.

Ι.   Η μάχη με τα τρία ονόματα: η ήττα των Τευτόνων από τη συμμαχία Πολωνών και Λιθουανών

Α.   Από την ένωση Πολωνίας-Λιθουανίας έως την έναρξη της πολεμικής σύρραξης (1381-1409)

Το 1381 πεθαίνει ο μεγάλος μάγιστρος Βίνριχ του Κνιπρόντε, ο οποίος συνέδεσε το όνομά του με το απόγειο της ισχύος του Τάγματος. Την επόμενη χρονιά, ο νόμιμος διάδοχος του λιθουανικού θρόνου, ο  Γιογκάιλα (Γιαγκέουγο για τους Πολωνούς), εξοντώνει τον σφετεριστή θείο του, τον Κεστούτις, και αποκτά την ουσιαστική εξουσία στη χώρα, εγκαταλείποντας ταυτόχρονα τη μέχρι τότε συμμαχία του με τους Τεύτονες. Η αυτονόμηση αυτή προϋποθέτει την εξεύρεση νέων συμμάχων: ο Γιογκάιλα θα καταλήξει στην Πολωνία, φτάνοντας μέχρι του σημείου της ένωσης των δύο κρατών (α). Μολονότι η εξέλιξη αυτή είναι η χειρότερη δυνατή για τους Τεύτονες, το Τάγμα θα επιχειρήσει να αντιδράσει (β).  

α. Η ένωση Πολωνίας και Λιθουανίας: Από τα μέσα του 14ου αιώνα, η Λιθουανία έχει εξελιχτεί σε ένα από τα ισχυρότερα κράτη της Ευρώπης, εκμεταλλευόμενη και τα κενά εξουσίας που προκάλεσαν στην ευρύτερη περιοχή οι μογγολικές επιδρομές: αρκετές ηγεμονία στη Ρωσία και στην Ουκρανία, Μολδαβοί και Βλάχοι προτιμούν να αναγνωρίσουν την επικυριαρχία των Λιθουανών ηγεμόνων, τα σύνορα του κράτους των οποίων εκτείνονται πλέον από τη Βαλτική μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα. Αρκετά ρεαλιστές, οι Λιθουανοί μονάρχες ακολουθούν πολιτική ανεξιθρησκείας, μια και στους υπηκόους τους καταλέγονται, εκτός από τους ειδωλολάτρες Λιθουανούς, αρκετοί καθολικοί κι ακόμη περισσότεροι ορθόδοξοι χριστιανοί.

Επομένως, στην αναζήτηση συμμάχων κατά των Τευτόνων, ο Γιογκάιλα έχει δύο επιλογές: πρώτον, μπορεί να στραφεί προς τη Ρωσία (άλλωστε η μητέρα του ήταν κόρη του Ρώσου ηγεμόνα του Τβερ), διαλέγοντας τον γάμο με κάποια από τις κόρες του Μεγάλου Ηγεμόνα της Μόσχας. Η λύση αυτή απορρίπτεται σχετικά γρήγορα, γιατί η Λιθουανία θα οδηγηθεί στη σφαίρα επιρροής του ισχυρού μοσχοβίτη ηγεμόνα, του Ντμίτρι Ντανσκόι, ενώ θα πρέπει να αναγνωρίσει και την πρωτοκαθεδρία της ορθόδοξης Ρωσικής Εκκλησίας (βλ. Sylvain Gouguennheim “Les Chevaliers Teutoniques“, εκδ. Tallandier, Παρίσι, 2007, σελ. 445). Η εγγύτητα της εξουσίας αυτής την καθιστά σαφώς ενοχλητική για ένα φιλόδοξο μονάρχη. Σε κάθε περίπτωση, πολύ πιο ενοχλητική απ’ ό,τι είναι η εξουσία της Αβινιόν ή της Ρώμης (βρισκόμαστε στην περίοδο του Μεγάλου Σχίσματος της Καθολικής Εκκλησίας). Έτσι ο Γιογκάιλα επιλέγει τη δεύτερη λύση, αυτή της συμμαχίας με την Πολωνία. Στη χώρα αυτή, με τον θάνατο του Καζιμίρ Γ΄ (1370) σβήνει η δυναστία του Πιαστ και το στέμμα περνά στον ανηψιό του άκληρου μονάρχη, στον ανδεγαυικής καταγωγής βασιλιά της Ουγγαρίας Λουδοβίκο Α΄ τον Μεγάλο. Η εδραίωση της πολωνολιθουανικής συμμαχίας προϋποθέτει τον γάμο του Λιθουανού μεγάλου δούκα με την κόρη του Λουδοβίκου, την Εδβίγη. Υπάρχει ωστόσο ένα εμπόδιο, διόλου ασήμαντο: ο Λουδοβίκος έχει τη μεγάλη φιλοδοξία ν’ ανέλθει στον γερμανικό αυτοκρατορικό θρόνο. Στο πλαίσιο της αναζήτησης συμμάχων και υποστηριχτών, έχει ήδη υποσχεθεί την Εδβίγη στον δούκα της Αυστρίας. Ο γάμος αυτός δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Πολωνίας, για την οποία η Λιθουανία είναι πλέον ο φυσικός σύμμαχος κατά των μισητών Τευτόνων. Ο θάνατος του Λουδοβίκου, τον Σεπτέμβριο του 1382 στην Τρνάβα της Σλοβακίας, καθιστά εφικτή τη συμμαχία με τη Λιθουανία, μέσω του γάμου Εδβίγης και Γιογκάιλα. Η πραγματοποίηση του σχεδίου εξαρτάται από δύο ακόμη προϋποθέσεις: ο Λιθουανός μονάρχης πρέπει να ασπασθεί τον χριστιανισμό, ενώ ο δούκας της Αυστρίας πρέπει να αποζημιωθεί.

Η ένωση θα υλοποιηθεί σε τρεις φάσεις (βλ. (Alain Demurger “Chevaliers du Christ – Les ordres religieux-militaires au Moyen Âge, XIe-XVIe siècle“, εκδ. Seuil, Παρίσι, 2002, σελ. 260): 1. στις 14 Αυγούστου 1384 συνάπτεται σύμφωνο στην Κρέβα της Λιθουανίας (πολ. Κρέβο ή Κρέβνο), βάσει του οποίου αποκαθίσταται η ειρήνη μεταξύ Πολωνίας και Λιθουανίας, ενώ ο Γιογκάιλα δίνει την υπόσχεση να βαπτισθεί χριστιανός και δεσμεύεται να αποζημιώσει την Αυστρία. 2. Στις 15 Φεβουαρίου του 1386 ο Γιογκάιλα βαφτίζεται στον καθεδρικό της Κρακοβίας. Τρεις μέρες μετά παντρεύεται την Εδβίγη και, στις 4 Μαρτίου, στέφεται βασιλιάς της Πολωνίας με το όνομα Λαδισλάος Β΄ (πολ. Βουαντίσουαφ). 3. Την επόμενη χρονιά, ο Λαδισλάος (πλέον) μεταβαίνει στην πρωτεύουσα της Λιθουανίας, το Βίλνιους, κηρύσσει επίσημα τον προσχώρηση του λιθουανικού έθνους στον χριστιανισμό και ενθρονίζει τον πρώτο επίσκοπο Λιθουανίας (έναν Πολωνό Φραγκισκανό). 

Ο εκχριστιανισμός των Λιθουανών αφαιρεί από τους Τεύτονες τη βασική δικαιολόγηση που νομιμοποιούσε τις επιθέσεις εναντίον ενός κράτους που μέχρι τότε ήταν ειδωλολατρικό. Αντιθέτως, πολλοί, ακόμη και στο παπικό περιβάλλον, θεωρούν ότι η χριστιανική Λιθουανία μπορεί πλέον να αποτελέσει τον πιο αξιόπιστο σύμμαχο για την απόκρουση του μογγολικού κινδύνου. Ωστόσο, το Τάγμα διατηρεί τις ελπίδες του, κυρίως επειδή η ένωση Πολωνίας και Λιθουανίας είναι ατελής. Ο Γιογκάιλα/ Λαδισλάος επιλέγει να μην ασκήσει άμεσα την εξουσία στη Λιθουανία, αρκούμενος σε ρόλο επικυρίαρχου, καθώς αναθέτει τη διακυβέρνηση της πατρίδας του στον εξάδελφό του, τον Βυτάουτας (Βίτολντ για Γερμανούς και Πολωνούς). Μεγάλη μορφή πολιτικού ρεαλισμού, ο Βυτάουτας, δεν δίστασε κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του να βαπτιστεί πέντε φορές χριστιανός (τη μια φορά καθολικός, την άλλη ορθόδοξος κ.ο.κ., αναλόγως των εκάστοτε πολιτικών συμφερόντων του, βλ. Gouguennheim, όπ.π., σελ. 447). Μια τέτοια προσωπικότητα ήταν λογικό ότι αργά ή γρήγορα θα επιχειρούσε να διεκδικήσει την αυτονομία, αν όχι την ανεξαρτησία της Λιθουανίας. Αυτήν ακριβώς την τάση επρόκειτο να εκμεταλλευθούν οι Τεύτονες.

β. Η αντίδραση των Τευτόνων στην ένωση της Κρέβα: Το Τάγμα επιχειρεί να προσεταιρισθεί τον μεγάλο δούκα της Λιθουανίας. Τα συμφέροντα των δύο πλευρών συμπίπτουν κατά κάποιο τρόπο: ο Βυτάουτας θέλει να εξασφαλίσει την ηρεμία στο βόρειο μέτωπο, καθώς οι φιλοδοξίες του αφορούν κυρίως την επέκταση της Λιθουανίας προς τα νοτιοανατολικά (Ρωσία, Ουκρανία, παράλια της Μάυρης Θάλασσας). Το 1398 οι Τεύτονες και ο Βυτάουτας συνάπτουν τη συνθήκη του Σαλλινβέρντερ, με την οποία ο δεύτερος παραχωρεί στο Τάγμα τη Σαμογετία! Οι Τεύτονες επιχειρούν αμέσως να κατακτήσουν την περιοχή: το 1406 οι Σαμογέτες υποτάσσονται στους Γερμανούς ιππότες. Οι Τεύτονες είχαν τη δυνατότητα να δικαιολογήσουν την κατάκτησή αυτή με το σύνηθες πρόσχημα της ιεραποστολικής δράσης: οι Σαμογέτες είχαν παραμείνει ειδωλολάτρες. Παράλληλα, το Τάγμα ακολουθεί πολιτική επέκτασης προς όλες τις κατευθύνσεις: αγοράζει το Ντόμπριν από τον Πολωνό φεουδάρχη της περιοχής και το Νώυμαρκτ του Βρανδεβούργου (1402) από τον βασιλιά της Βοημίας και Ουγγαρίας.

Έχουν περάσει περισσότερα από είκοσι χρόνια από την Ένωση της Κρέβα. Θεωρητικά, το Τάγμα των Τευτόνων έχει ενισχύσει τις θέσεις του. Οπωσδήποτε έχει καθυστερήσει με επιδεξιότητα την πολεμική σύγκρουση με τους αντιπάλους του. Ωστόσο, οι πρόσφατες κατακτήσεις αποδεικνύονται εφήμερες: το 1409 οι Πολωνοί ανακτούν με τα όπλα το Ντόμπριν. Την ίδια χρονιά εξεγείρονται μαζικά οι Σαμογέτες. Ο μεγάλος μάγιστρος Ούλριχ του Γιούνγκινγκεν κατηγορεί (όχι άδικα) τον Βυτάουτας ως υποκινητή της εξέγερσης. Ο μάγιστρος προετοιμάζεται για πόλεμο, πιστεύοντας ότι η συμμαχία Πολωνών και Λιθουανών θα διαλυθεί εύκολα υπό την πίεση των γεγονότων. Είναι βέβαιος ότι ο Βυτάουτας δεν πρόκειται να κινηθεί στρατιωτικά κατά των Τευτόνων. Η εκτίμηση αυτή του Γιούνγκινγκεν πρόκειται να αποδειχθεί εσφαλμένη… και μοιραία για το Τάγμα. Στο παιχνίδι λυκοφιλίας ανάμεσα στους Τεύτονες και στον Λιθουανό μεγάλο δούκα, νικητής αναδεικνύεται ο δεύτερος που την κρίσιμη ώρα συντάσσεται με τον εξάδελφό του.

Β.   Από το Τάννενμπεργκ/ Γκρούνβαλντ/ Ζαλγκίρις έως την πρώτη συνθήκη ειρήνης του Τορν (1409-1411)

Ο μεγάλος μάγιστρος επιστρατεύει το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεων του Τάγματος και στρατολογεί μαζικά μισθοφόρους στη Γερμανία. Από τη μεριά τους ο Λαδισλάος και ο Βυτάουτας συγκεντρώνουν μια εντυπωσιακή στρατιά η οποία περιλαμβάνει στις τάξεις της Πολωνούς, Λιθουανούς και Σαμογέτες, Μογγόλους μισθοφόρους, Ρώσους, Ουκρανούς, Μολδαβούς, Βλάχους και Βοημούς! Στις 6 Αυγούστου 1409 το Τάγμα κηρύσσει τον πόλεμο στην Πολωνία και δέκα μέρες αργότερα επιτίθεται στα διεκδικούμενα εδάφη του Ντόμπριν και της Κουγιαβίας. Τον Ιούνιο του 1410 ο Λαδισλάος εισβάλλει στην Πρωσία, περνά τον Βιστούλα και κινείται προς το Οστερόντε με τελικό στόχο την καρδιά του κράτους των Τευτόνων, το ίδιο το Μαρίενμπουργκ. Ο Ούλριχ του Γιούνγκινγκεν επιλέγει να κινηθεί άμεσα, πριν ενωθούν με το στρατό του οι δυνάμεις των Τευτόνων της Λιβονίας, αλλά και ένα σημαντικό τμήμα των Γερμανών μισθοφόρων που βρίσκονταν ακόμη στην Πομερελία. Εκ των υστέρων είναι εύκολο να γίνει λόγος για τραγικό σφάλμα. Ωστόσο ο μεγάλος μάγιστρος θα πρέπει να είχε τους λόγους του για να λάβει μια τόσο σοβαρή απόφαση: πιθανότατα έκρινε ότι έπρεπε να αποφύγει με κάθε τρόπο μια πολιορκία της πρωτεύουσάς του.

α. Η μεγάλη σύγκρουση: Οι δύο στρατοί θα συναντηθούν στη Νότια Πρωσία, στο εσωτερικό του τριγώνου που σχηματίζουν τα χωριά του Τάννενμπεργκ, του Γκρύνφελντε (την ονομασία του οποίου οι Πολωνοί παρέφθειραν για άγνωστους λόγους σε Γκρούνβαλντ) και του Λούντβιχσντορφ. Έτσι, η μάχη που δόθηκε στις 15 Ιουλίου 1410 πήρε διαφορετική ονομασία για κάθε εμπόλεμη πλευρά: Τάννενμπεργκ για τους Γερμανούς, Γκρούνβαλντ για τους Πολωνούς και Ζαλγκίρις (που δεν είναι παρά η μετάφραση της ονομασίας Γκρούνβαλντ στα λιθουανικά) για τους Λιθουανούς. Παρά τα διάφορα χρονικά και αφηγήσεις, δεν έχουμε στη διάθεσή μας ακριβείς υπολογισμούς των δυνάμεων που αντιπαρατέθηκαν, ενώ και οι πληροφορίες μας για την εξέλιξη της μάχης δεν είναι απολύτως σαφείς (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 475/ Kristjan Toomaspoeg “Histoire des Chevaliers Teutoniques” εκδ. Flammarion, Παρίσι, 2001, σελ. 148-149. – Η καλύτερη ανάλυση της μάχης, βασιζόμενη σε κριτική εξέταση των πηγών ανήκει στον Sven Ekdahl, «Die Schlacht bei Tannenberg 1410. Quellenkritische Untersuchungen», Duncker & Humblot, Βερολίνο 1982). Πάντως οι Πολωνοί και Λιθουανοί είχαν σαφές αριθμητικό πλεονέκτημα: οι δυνάμεις τους ανέρχονταν σε 25-30.000 άνδρες, ενώ το στράτευμα των Τευτόνων υπολογίζεται σε περίπου 15.000 πολεμιστές.

Οι δυνάμεις του Λαδισλάου είχαν πάρει θέσεις μέσα σε ένα δάσος: στα δεξιά είχαν παραταχθεί οι Λιθουανοί, μαζί με τους Μογγόλους μισθοφόρους, στο κέντρο και αριστερά οι Πολωνικές δυνάμεις. Ο Γιούνγκινγκεν χώρισε τις δυνάμεις του σε δύο σώματα και στα αριστερά τοποθέτησε το πυροβολικό. Ο ίδιος έλαβε θέση πιο πίσω μαζί με τις εφεδρείες του ιππικού. Αρχικά ο Λαδισλάος επιλέγει να παίξει με τα νεύρα του αντιπάλου, συγκρατώντας το πολωνικό ιππικό. Τελικά, επιτίθενται πρώτοι οι Λιθουανοί μαζί με τους Μογγόλους κι αμέσως το ιππικό των Τευτόνων εφορμά για να τους αποκρούσει, καθιστώντας όμως αδύνατη τη χρήση του πυροβολικού. Οι Τεύτονες φαίνεται να νικούν κατά κράτος το λιθουανικό ιππικό το οποίο υποχωρεί, παρασύροντας στην οπισθοχώρησή του και μεγάλο μέρος του γερμανικού ιππικού που χυμά να κυνηγήσει τον εχθρό. Ακόμη και σήμερα οι ιστορικοί δεν είναι σίγουροι αν η υποχώρηση αυτή ήταν πραγματική (όπως υποστηρίζει ο Πολωνός χρονικογράφος Γιαν Ντλούγκος με σκοπό να πάρουν τη δόξα της νίκης αποκλειστικά οι συμπατριώτες του) ή προμελετημένο τέχνασμα με σκοπό να παγιδέψει τον αντίπαλο. Σε κάθε περίπτωση, βλέποντας τις γραμμές των Τευτόνων να έχουν αδυνατίσει, ο Λαδισλάος δίνει διαταγή στους Πολωνούς να επιτεθούν. Η σύγκρουση παίρνει αρνητική για τους Τεύτονες τροπή που επιδεινώνεται ακόμη περισσότερο όταν ρίχνονται στη μάχη οι Βοημοί μισθοφόροι του Λαδισλάου, στις τάξεις των οποίων μάχεται και ο Γιαν Ζίζκα, μετέπειτα στρατηγός των Ουσσιτών (το προσωνύμιό του, Ζίζκα = μονόφθαλμος, οφείλεται στο γεγονός ότι στη μάχη αυτή έχασε το ένα μάτι του). Προσπαθώντας να σώσει την κατάσταση, ο μεγάλος μάγιστρος επιχειρεί κίνηση αντιπερισπασμού με τις εφεδρείες του ιππικού: στην προσπάθεια αυτή σκοτώνεται, όπως κι οι περισσότεροι από τους αξιωματούχους του Τάγματος. Η συμμαχία Πολωνών και Λιθουανών έχει καταγάγει θριαμβευτική νίκη. Οι απώλειες των Τευτόνων είναι τεράστιες (ίσως 8.000 στρατιώτες κι αξιωματικοί τους έπεσαν στη μάχη). Πανικός επικρατεί στην Πρωσία, καθώς αρκετοί ιππότες προσπαθούν να διαφύγουν στη Γερμανία θεωρώντας σίγουρη την ολοκληρωτική επικράτηση του Λαδισλάου. Το πρωσικό κράτος του Τάγματος απειλείται με αφανισμό.

β. Η αντίσταση του Τάγματος και η σύναψη συνθήκης ειρήνης: Ενώ όλοι αναμένουν παθητικά τη μοιραία καταστροφή, επεμβαίνει αποφασιστικά ο μαρισκάλδος του Τάγματος, ο Ερρίκος του Πλάουεν, ο οποίος και εκλέγεται στο αξίωμα του μεγάλου μαγίστρου. Ο Ερρίκος συγκεντρώνει όλες τις δυνάμεις του Τάγματος και οχυρώνει το Μαρίενμπουργκ. Όταν ο Λαδισλάος φτάνει έξω από τα τείχη της πρωσικής πρωτεύουσας (21 Ιουλίου 1410) συναντά μεγάλη αντίσταση. Παράλληλα, τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις τόσο του Βυτάουτας όσο και μερικών Πολωνών ηγεμόνων που δεν επιθυμούν τη συνέχιση του πολέμου. Τελικά, ο Λαδισλάος αντιλαμβάνεται ότι είναι αδύνατο να εκπορθήσει το Μαρίενμπουργκ και λύει την πολιορκία στις 19 Σεπτεμβρίου 1410. Το θάρρος του Ερρίκου του Πλάουεν έχει σώσει το Τάγμα.

Οι Τεύτονες θα επιχειρήσουν τη μεγάλη αντεπίθεση προσπαθώντας να κερδίσουν έναν πόλεμο που έμοιαζε οριστικά χαμένος μετά τη συντριβή του Τάννενμπεργκ. Τον Οκτώβριο του 1410, ο Τεύτονας διοικητής του Νώυμαρκτ, ο Μιχαήλ Κυχμάιστερ, επικεφαλής στρατεύματος αποτελούμενου από 4.000 Γερμανούς συγκρούεται με τους Πολωνούς του Λαδισλάου. Οι Πολωνοί επικρατούν αποκόπτοντας τις τευτονικές ενισχύσεις από το κύριο σώμα στρατού του Τάγματος. Τους επόμενους μήνες η κατάσταση στα μέτωπα του πολέμου παραμένει στάσιμη. Η ισορροπία δυνάμεων καθιστά ελκυστικότερη προοπτική την παύση των εχθροπραξιών.    

Την 1η Φεβρουαρίου του 1411 οι εμπόλεμοι συνάπτουν συνθήκη ειρήνης στο Τορν (βλ. Gouguennheim, όπ.π., σελ. 479-480). Οι όροι της συνθήκης είναι αρκετά ευνοϊκοί για τους Τεύτονες που διατηρούν σχεδόν όλα τα εδάφη τους: η Πομερελία παραμένει δική τους, ενώ τα εδάφη των Σαμογετών παραχωρούνται προσωρινά μόνο στον Βυτάουτας της Λιθουανίας και στον Λαδισλάο. Από την άποψη αυτή ο μονάρχης της Πολωνίας δεν ανταμείφθηκε όσο θα άξιζε για τον θρίαμβο του Τάννενμπεργκ. Πάντως, οι Τεύτονες υποχρεώνονται να καταβάλουν στον Λαδισλάο μεγάλο χρηματικό ποσό ως πολεμική αποζημίωση (260.000 φιορίνια). Όσο επαχθής κι αν είναι, η αποζημίωση αυτή δεν ισοδυναμεί με οικονομική καταστροφή του Τάγματος (το οποίο, ενδεικτικά, είχε ξοδέψει περίπου 150.000 φιορίνια για την απόκτηση του Νώυμαρκτ).

Ο μεγάλος μάγιστρος είναι πεπεισμένος ότι η επιβίωση του Τάγματος επιβάλλει νέα πολεμική σύγκρουση με την Πολωνία και τη Λιθουανία. Η πλειοψηφία των ιπποτών, αντιθέτως, φοβάται μια νέα αναμέτρηση και προτιμά τη διπλωματική λύση. Ο σωτήρας θα πληρωθεί με το νόμισμα της προδοσίας: τον Αύγουστο του 1413, η συνέλευση των αδελφών του Τάγματος καθαιρεί τον Ερρίκο από το αξίωμα του μεγάλου μαγίστρου και τον αντικαθιστά με τον Μιχαήλ Κυχμάιστερ

ΙΙ. Από την πρώτη στη δεύτερη ειρήνη του Τορν – Εσωτερικά προβλήματα, διπλωματικές και στρατιωτικές ήττες

Μετά τη συνθήκη του Τορν η θέση του Τάγματος είναι βέβαια επισφαλής, η κατάσταση όμως είναι ακόμη αναστρέψιμη. Το μεγάλο πρόβλημα παραμένει η απειλή από την ένωση της Πολωνίας-Λιθουανίας. Οπαδός της διπλωματικής λύσης, ο μεγάλος μάγιστρος Μιχαήλ Κυχμάιστερ επιλέγει την παραπομπή του ζητήματος των διαφορών των Τευτόνων με τους γείτονές τους σε εκκλησιαστική σύνοδο (Α). Παρά τις προσπάθειες, η διπλωματική οδός δεν πρόκειται να επιλύσει οριστικά τις διαφορές αυτές. Τελικά, καθοριστικά για το μέλλον του Ordensstaat θα αποδειχθούν τα εσωτερικά του προβλήματα (Β) τα οποία ουσιαστικά θα προκαλέσουν και την επανέναρξη των εχθροπραξιών με την Πολωνία. Ο νέος πόλεμος θα σφραγίσει την παρακμή του Τάγματος (Γ).

Α.   Η προσπάθεια εξεύρεσης διπλωματικής λύσης – Από τη Σύνοδο της Κωνσταντίας στις συνθήκες του Μέουνο και του Μπρεστ (1414-1435)

α. Η Σύνοδος: η Σύνοδος της Κωνσταντίας συγκλήθηκε το 1414 με πρωτοβουλία του Σιγισμούνδου του Λουξεμβούργου, βασιλιά της Βοημίας και της Ουγγαρίας και Γερμανού αυτοκράτορα (από το 1410), με βασικό σκοπό να δώσει τέλος στο σχίσμα που ταλάνιζε την Καθολική Εκκλησία, εκλέγοντας πάπα κοινής αποδοχής. Ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε με την επιλογή του Ρωμαίου Οντόνε Κολόννα, ο οποίος εξελέγη πάπας με το όνομα Μαρτίνος Ε΄. Παρεμπιπτόντως, η Σύνοδος εξέτασε και το ζήτημα των διαφορών μεταξύ του Τάγματος των Τευτόνων και του βασιλείου της Πολωνίας-Λιθουανίας (βλ. Demurger όπ.π., σελ. 262-263). Οι Τεύτονες προβάλλουν τρεις ισχυρισμούς προς στήριξη των αιτημάτων τους: 1. οι Πολωνοί παραβίασαν τη συνθήκη ειρήνης. 2. ο εκχριστιανισμός των Λιθουανών δεν είναι ούτε πλήρης ούτε ειλικρινής, επομένως οι Πολωνοί έγιναν συνεργοί των «Σαρακηνών». 3. το ιεραποστολικό έργο που έχει ανατεθεί στο Τάγμα επιτάσσει την εξολόθρευση των απίστων που αρνούνται να εκχριστιανιστούν, καθώς και των συνεργών τους.

Οι Πολωνοί θα αναθέσουν την υπεράσπισή τους σ’ έναν εξαίρετο νομικό, τον Παύλο Βλαδίμηρο που δίδασκε στο Πανεπιστήμιο της Κρακοβίας. Ο Παύλος Βλαδίμηρος θα επικαλεσθεί το φυσικό δίκαιο και το δίκαιο των εθνών και των κρατών (σήμερα θα λέγαμε το δημόσιο διεθνές δίκαιο). Τα κράτη, χριστιανικά και μη, είναι δημιουργήματα του Θεού. Ο εκχριστιανισμός ενός λαού απόκειται στη δικαιοδοσία του κυρίαρχου κράτους, εν προκειμένω του Βασιλείου της Πολωνίας και Λιθουανίας. Οι υπόλοιποι χριστιανοί δεν έχουν δικαίωμα να προσηλυτίσουν ένα λαό με τη βία, ούτε μπορούν να επιτεθούν σε ένα κυρίαρχο κράτος. Οι Πολωνοί θα κερδίσουν τις εντυπώσεις χάρη τόσο στην επιδέξια αγόρευση του νομικού τους όσο και στη μαρτυρία της αντιπροσωπείας των Σαμογετών και του πληρεξούσιου του Πολωνού μονάρχη, που θα καταθέσουν για τις βιαιότητες που διέπραξε το Τάγμα κατά τη διάρκεια των επιδρομών του στα εδάφη της Λιθουανίας. Τις όποιες ελπίδες των Τευτόνων θα τις καταστρέψει οριστικά ο νομικός του εκπρόσωπος, ο φανατικός Δομηνικανός Ιωάννης του Φάλκενμπεργκ, ο οποίος θα βαλθεί ν’ αποδείξει ότι οι Πολωνοί είναι αιρετικοί που πρέπει να εξολοθρευτούν μαζί με τους «άπιστους» Λιθουανούς. Ο πάπας θα δικαιώσει φυσικά την Πολωνία.

β. Η διαιτησία του Σιγισμούνδου και οι συνθήκες του Μέουνο και του Μπρεστ: η παπική απόφαση δεν έθεσε τέλος στη διαμάχη. Οι εχθροπραξίες συνεχίζονταν σποραδικά. Έτσι, οι δύο πλευρές στράφηκαν στη διαιτησία του αυτοκράτορα Σιγισμούνδου (για μια ανάλυση των σχέσεων Τευτόνων και Σιγισμούνδου, βλ. Gouguennheim, όπ.π., σελ. 526-528). Ο αυτοκράτορας έκρινε ότι έπρεπε να τηρηθούν οι όροι της συνθήκης ειρήνης του Τορν, με μόνη ουσιαστική τροποποίηση την οριστική παραχώρηση της Σαμογετίας στη Λιθουανία. Ο Λαδισλάος δεν έμεινε ικανοποιημένος με την απόφαση αυτή και επιχείρησε να ανακτήσει την Πομερελία με τα όπλα. Συναντώντας τη σθεναρή αντίσταση των Τευτόνων, αναγκάζεται να συμβιβαστεί. Τον Σεπτέμβριο του 1422 θα υπογράψει με τους Τεύτονες στο Μέουνο (Mełno) συνθήκη «διαρκούς ειρήνης». Επικυρώνεται η οριστική παραχώρηση της Σαμογετίας στη Λιθουανία, ενώ ο πιο «πονηρός» για το Τάγμα όρος έγκειται στο ότι η πρωσική συνέλευση των τάξεων ορίζεται εγγυήτρια της συνθήκης. Η υπακοή των Πρώσων στον μεγάλο μάγιστρο εξαρτάται από την εκ μέρους του τήρηση της συνθήκης (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 481).

Τα ιστορικά γεγονότα δεν θα επιβεβαιώσουν τον τίτλο της συνθήκης του Μέουνο. Οι εχθροπραξίες θα ξαναρχίσουν το 1431 και θα διαρκέσουν τέσσερα χρόνια: δεν πρόκειται ακριβώς για ανοιχτή σύρραξη, αλλά περισσότερο για επιδρομές της μιας πλευράς στα εδάφη της άλλης που συνδυάζονται με διπλωματικά παιχνίδια και δολοπλοκίες. Μετά την εκεχειρία του Δεκεμβρίου του 1433 και τον θάνατο του Λαδισλάου το 1434, οι εμπόλεμοι συνάπτουν συνθήκη στο Μπρεστ της Κουγιαβίας (31 Δεκεμβρίου 1435). Η συνθήκη «αιώνιας ειρήνης» επαναλαμβάνει τους όρους της συνθήκης του Μέουνο με μία προσθήκη: δεν αναγνωρίζεται πλέον δικαίωμα παρέμβασης στον πάπα και στον Γερμανό αυτοκράτορα (Gouguennheim, όπ.π.). Θεωρητικά, το Τάγμα χάνει τη δυνατότητα να ζητήσει τη βοήθεια των παραδοσιακών στηριγμάτων του. Στην πράξη, ούτε ο πάπας ούτε ο αυτοκράτορας βοήθησαν με ουσιαστικό τρόπο τους Τεύτονες στις συγκρούσεις τους με την Πολωνία και τη Λιθουανία. 

Β.   Η εσωτερική κρίση

α. Η κρίση εντός του Τάγματος: η καθαίρεση του Ερρίκου του Πλάουεν από το αξίωμα του μεγάλου μαγίστρου έφερε στην επιφάνεια τη μεγάλη αντιπαράθεση που ταλάνιζε το Τάγμα μεταξύ «σκληροπυρηνικών» (που θεωρούσαν τη στρατιωτική επικράτηση μόνη ουσιαστική λύση για την επιβίωση του κράτους της Πρωσίας) και «ειρηνιστών» (που προτιμούσαν την ειρηνική επίλυση των διαφορών με την Πολωνία και είχαν την υποστήριξη μεγάλου μέρους των Πρωσων φεουδαρχών και μεγαλοαστών). Η διαμάχη αυτή επιδεινωνόταν και λόγω των διαφορών που χώριζαν τις κλίκες που είχαν δημιουργηθεί στο Τάγμα αναλόγως της καταγωγής των Ιπποτών και οι οποίες έφερναν, χοντρικά, αντιμέτωπους Βόρειους και Νότιους Γερμανούς!  Επιπλέον, επανεμφανίζεται με μεγαλύτερη οξύτητα και η χρόνια αντιπαράθεση μεταξύ απολυταρχίας του μεγάλου μαγίστρου και «δημοκρατικότερης» διοίκησης του Τάγματος.

Η κρίση θα κορυφωθεί στα χρόνια του μεγάλου μαγίστρου Παύλου του Ρούσντορφ (1422-1441), του οποίου η απολυταρχική διακυβέρνηση θα οδηγήσει σε σύγκρουση με τον μάγιστρο της Γερμανίας Έμπερχαρντ του Ζάουνσχάιμ. Ο δεύτερος κατηγορεί τον μεγάλο μάγιστρο ότι ενεργεί καθ’ υπέρβαση αρμοδιοτήτων, αδιαφορώντας για τις εκτός Πρωσίας κτήσεις των Τευτόνων. Το 1437 τον καλεί δημόσια να τηρήσει τους νόμους και τα έθιμα του Τάγματος. Ο Ρούσντορφ υποχωρεί, καθώς ο Έμπερχαρντ ζητεί τη διαμεσολάβηση του αυτοκράτορα Σιγισμούνδου. Με τον τρόπο αυτό θα διασώσει τις κτήσεις του Τάγματος στη Σικελία (τις οποίες εποφθαλμιούσε ο Αραγονέζος μονάρχης, ενώ ο Ρούσντορφ διαπραγματευόταν με τον Σιγισμούνδο την ανταλλαγή τους με εδάφη κοντά στη Φρανφούρτη επί του Όντερ, βλ. Toomaspoeg όπ.π., σελ. 153-154). Δύο χρόνια αργότερα, ο μεγάλος μάγιστρος προχωρεί σε νέα αυθαίρετη κίνηση: διορίζει μάγιστρο της Λιβονίας τον Ερρίκο του Νοτλέμπεν από τη Ρηνανία, δηλαδή ένα «Νότιο», ενώ στη συντριπτική τους πλειονότητα οι ιππότες στη Λιβονία κατάγονται από τον γερμανικό Βορρά. Η επιλογή του Ρούσντορφ προκαλεί πραγματικό πραξικόπημα στο εσωτερικό τους Τάγματος: τρεις διοικήσεις στην Ανατολική Πρωσία, μεταξύ των οποίων και αυτή του Κένιγκσμπεργκ, στασιάζουν και ενώνουν τις δυνάμεις τους με τον μάγιστρο της Γερμανίας ζητώντας την αναμόρφωση του τρόπου διοίκησης του Τάγματος (Demurger όπ.π., σελ. 267). Ο μεγάλος μάγιστρος κατορθώνει να διασωθεί διαιρώντας επιδέξια τους αντιπάλους του, προβαίνοντας σε δευτερεύουσας σημασίας παραχωρήσεις και φέρνοντας με το μέρος του τους αστούς των πρωσικών πόλεων (υποσχόμενος φορολογικές ελαφρύνσεις). Η λύση θα αποδειχθεί προσωρινή, μια και η αντιπαράθεση του Τάγματος με τους υπηκόους του είναι τελικά αναπόφευκτη.

β. Η οικονομική κρίση: Μέχρι την ήττα του Τάννενμπεργκ, το Τάγμα δεν είχε επιβάλει φόρο εισοδήματος στην Πρωσία. Τα έσοδα από τις ιδιοκτησίες του και οι εισφορές των διοικήσεών του στην υπόλοιπη Ευρώπη αρκούσαν για να καλυφθούν τα έξοδα για εξοπλισμό και στρατολόγηση μισθοφόρων. Μετά το 1410, όμως, το δημοσιονομικό έλλειμμα του πρωσικού κράτους καθίσταται χρόνιο (Demurger όπ.π., σελ. 266/ Gouguennheim, όπ.π., σελ. 538 επ.). Η υψηλή πολεμική αποζημίωση που έπρεπε να καταβληθεί στους Πολωνούς βάσει της συνθήκης του Τορν δεν αρκεί για να εξηγήσει την εξέλιξη αυτή.

Στην πραγματικότητα οι λόγοι της κρίσης είναι γενικοί και ειδικοί. Αφενός, με διαφορά μισού αιώνα και περισσότερο, η Πρωσία νιώθει τις συνέπειες της μεγάλης πανευρωπαϊκής κρίσης των μέσων του 14ου αι., η οποία οφειλόταν, μεταξύ άλλων, στις κλιματικές μεταβολές (στη «μικρή περίοδο των παγετώνων» που πλήττει την Ευρώπη) και στην επιδημία της βουβωνικής πανώλης. Αφετέρου, ο πόλεμος τους 1410 και οι επαναλαμβανόμενες πολωνικές επιδρομές προκαλούν σοβαρές καταστροφές. Οι κακές σοδειές του 1412, του 1415 και του 1416, καθώς και η επιδημία πανώλης που πλήττει την Πρωσία το 1416 συντελούν στην επιδείνωση της οικονομικής κρίσης.

Η αντιμετώπιση του προβλήματος οδηγεί την Πρωσία σε φαύλο κύκλο. Το Τάγμα χρειάζεται χρήματα για τις πολεμικές δαπάνες από τις οποίες εξαρτάται η επιβίωσή του, αλλά τα χρήματα μπορούν (ίσως) να βρεθούν μόνο αν ληφθούν μέτρα εξαιρετικά επαχθή για τους υπηκόους του. Συγκεκριμένα, η αντίδραση του Τάγματος είναι διττή: επιβολή φορολογίας και μεταβολή του νομικού καθεστώτος. Καταρχάς, το Τάγμα μεταβάλλει το νομικό καθεστώς στο οποίο υπόκεινται οι αγρότες, επιβάλλοντας σε πρώτη φάση διάφορους περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία τους. Στη συνέχεια, η περαιτέρω επιδείνωση του ισχύοντος δικαίου καθιστά τους (μέχρι τότε ελεύθερους) αγρότες ουσιαστικά δουλοπάροικους. Η μεταβολή αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε σύμπτωση συμφερόντων του Τάγματος και των οικονομικά ισχυρών της Πρωσίας (οι οποίοι επωφελούνται από τα μέτρα και ιδίως από τις εξαιρετικά χαμηλές αμοιβές του εργατικού δυναμικού). Ωστόσο το Τάγμα επιδιώκει να επωφεληθεί αποκλειστικά το ίδιο από τα μέτρα του (Demurger όπ.π., σελ. 268): τροποποιεί το κληρονομικό δίκαιο, αποκλείοντας π.χ. τις γυναίκες από την κληρονομική διαδοχή, έτσι ώστε να πολλαπλασιάσει τις περιπτώσεις στις οποίες το Δημόσιο καθίσταται εξ αδιαθέτου κληρονόμος.

Οι συνθήκες αυτές είναι ικανές να μετατρέψουν την οικονομική κρίση σε πολιτική. Εξέλιξη που δεν θα αργήσει να συμβεί.

γ. Η πολιτική κρίση: Το Τάγμα έχει αποκλείσει από κάθε άσκηση εξουσίας όλες τις κοινωνικές τάξεις (γαιοκτήμονες, αστούς, ελεύθερους αγρότες). Με την πολιτική που ακολουθεί στα φορολογικά και νομικά ζητήματα έχει αποξενωθεί εντελώς από το σύνολο των υπηκόων του. Η κρίση του 1437-1440 στο εσωτερικό του Τάγματος δίνει την ευκαιρία στους δυσαρεστημένους να ενώσουν τις δυνάμεις τους. Τον Μάιο του 1440, ευγενείς και εκπρόσωποι 19 πόλεων της Πρωσίας υπογράφουν σύμφωνο πολιτικών διεκδικήσεων και προχωρούν στην ίδρυση ομοσπονδίας (Preußische Bundesvertrag ή Bund). Τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς ο Ρούσντορφ παραιτείται. Ο διάδοχός του στην ηγεσία του Τάγματος, ο Κορράδος του Έρλιχσχάουζεν, προσπαθεί με κάθε μέσο να διαιρέσει τις συνιστώσες της Ομοσπονδίας, Μάταια όμως. Το 1450 συνέρχεται στο Έλμπινγκ η πρωσική Δίαιτα (συνέλευση των τάξεων) και συντάσσει κατάλογο με 61 αιτήματα. Πανικόβλητοι, οι Τεύτονες απευθύνονται στον πάπα ζητώντας τη διάλυση της Ομοσπονδίας. Η κίνηση κάνει το ποτήρι να ξεχειλίσει: το 1454, η Ομοσπονδία περνά στην επαναστατική δράση. Φυλακίζει τον μαρισκάλδο του Τάγματος μαζί με κάμποσους διοικητές. Καταλαμβάνει κάστρα και οχυρά των Τευτόνων. Κυρίως, στις 15 Απριλίου 1454, κατόπιν πρωτοβουλίας της Ομοσπονδίας, η πρωσική Δίαιτα απευθύνεται στον βασιλιά της Πολωνίας, τον Καζιμίρ Δ΄, προσφέροντάς του υποτέλεια με αντάλλαγμα την αναγνώριση πολιτικών προνομίων και ελευθεριών! Η επέμβαση της Πολωνίας δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε νέο πόλεμο με το Τάγμα.

Γ. Από τον Δεκατριετή Πόλεμο στη δεύτερη συνθήκη του Τορν (1454-1466)

α. Ο πόλεμος: Έχοντας κάνει εχθρούς τους ίδιους τους υπηκόους του, αντιμέτωπο με θανάσιμο κίνδυνο, το Τάγμα ξαναβρίσκει την ενότητά του την ύστατη στιγμή. Υπάρχει ίσως σωτηρία, ακόμη και τώρα: οι ιππότες είναι αξιόμαχοι, το δίκτυο των κάστρων και των οχυρών του Τάγματος ισχυρό (Demurger όπ.π., σελ. 270). Το ξεκίνημα του πολέμου δίνει ελπίδες στους Τεύτονες: στις 11 Σεπτεμβρίου 1454 πετυχαίνουν μεγάλη νίκη επί των Πολωνών στο Κόνιτς της Πομερελίας. Λείπουν, όμως, τα χρήματα για να πληρωθούν οι μισθοφόροι, απαραίτητοι όσο ποτέ άλλοτε τώρα που οι υπήκοοι του Τάγματος αρνούνται να εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους στρατιωτικής υπηρεσίας. Ζητώντας την καταβολή των δεδουλευμένων, ο Μοραβός Βερνάρδος του Ζίννενμπεργκ, επικεφαλής των Τσέχων μισθοφόρων που φρουρούν το Μαρίενμπουργκ, συλλαμβάνει και κρατά όμηρο τον μεγάλο μάγιστρο Λουδοβίκο του Έρλιχσχάουζεν. Ο μάγιστρος κατορθώνει να δραπετεύσει και καταφεύγει στο Κένιγκσμπεργκ. Το 1456 ο Καζιμίρ καταλαμβάνει το κάστρο του Μαρίενμπουργκ. Η τευτονική φρουρά της πόλης θα αντισταθεί ηρωικά για τρία ακόμη χρόνια. Έπειτα, οι Τεύτονες υφίστανται αλλεπάλληλες ήττες. Τα κάστρα τους πέφτουν στα χέρια των Πολωνών το ένα μετά το άλλο (Demurger όπ.π., σελ. 271). Ο πόλεμος έχει χαθεί.

β. Η δεύτερη συνθήκη ειρήνης του Τορν: Στις 19 Οκτωβρίου 1466 υπογράφεται στο Τορν νέα συνθήκη ειρήνης μεταξύ Τευτόνων και Πολωνών. Οι όροι της είναι επαχθέστατοι για το Τάγμα. Η Πολωνία αποκτά την Πομερελία με το Ντάντσιχ, την περιοχή του Κουλμ και του Ερμ, το Έλμπινγκ, το Τορν και το Μαρίενμπουργκ, την κοιτίδα δηλαδή του Τάγματος (Demurger όπ.π./ Gouguennheim, όπ.π., σελ. 556-557). Οι Τεύτονες χάνουν τα δύο τρίτα της Πρωσίας (τα πιο πλούσια, εκτός των άλλων), διατηρώντας μόνο το ανατολικό τμήμα της με το Κένιγκσμπεργκ και το Μέμελ, καθώς και την Πομεσανία με το Μαρίενβερντερ, και μάλιστα ως φέουδο που τους παραχωρεί ο Πολωνός μονάρχης, στον οποίο πρέπει να δηλώσει υποτέλεια ο μεγάλος μάγιστρος! 

Αν μετά την πρώτη συνθήκη ειρήνης του Τορν το Τάγμα διατηρούσε ουσιαστικές ελπίδες επιβίωσης, η δεύτερη σηματοδοτεί το τέλος του Ordensstaat. Η ήττα του Τάννενμπεργκ/ Γκρούνβαλντ δεν είχε άμεσα αποτελέσματα, αλλά δημιούργησε τις συνθήκες για την καθοριστική φθορά του Τάγματος. Οι δυνατότητες των Τευτόνων είναι πλέον εξαιρετικά περιορισμένες. Η ανάκτηση των χαμένων εδαφών μοιάζει ανέφικτη. Η Μεγάλη Πολωνία είναι η νέα υπερδύναμη της περιοχής. Βεβαίως το Τάγμα διατηρεί τις εκτεταμένες κτήσεις του στη Λιβονία, καθώς και τις διοικήσεις του στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ίσως πρέπει να επανακαθορίσει τον προορισμό του και να θέσει εαυτόν στην υπηρεσία της χριστιανοσύνης προκειμένου να αποκρουσθεί ο ολοένα και πιο απειλητικός τουρκικός κίνδυνος. Ποιά λύση θα επιλέξει τελικά το Τάγμα; Θα το διαπιστώσουμε στο επόμενο και τελευταίο μέρος της σειράς, όπου και θα επιχειρήσουμε μια συνολική αποτίμηση της δράσης του Τάγματος και του μύθου που κληροδότησε στην Ιστορία.      


Αρέσει σε %d bloggers: