Posts Tagged ‘Αγαθοκλής’

Οι Έλληνες στη Βακτριανή: μέρος Γ΄

Ιανουαρίου 11, 2010

Αφήσαμε το ελληνιστικό βασίλειο της Βακτριανής στα χρόνια του Ευθύδημου και του Δημήτριου, λίγα χρόνια μετά την Ανάβαση του Αντίοχου Γ΄ και την εκ μέρους του Σελευκίδη μονάρχη de jure αναγνώριση της ανεξαρτησίας του κράτους. Πράγματι, οι Σελευκίδες δεν πρόκειται πλέον να επιχειρήσουν ουσιαστικά να ανακτήσουν τις σατραπείες που κάποτε κατείχαν στην Κεντρική Ασία. Άλλο θέμα βέβαια το αν κάποιοι διάδοχοι του Αντίοχου Γ΄ περιελάμβαναν στα σχέδια τους μια τέτοια ανάκτηση. Για το ζήτημα έχουν γραφτεί πολλά και ίσως δεν είναι δυνατό να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα. Σε κάθε περίπτωση το ίδιο το κράτος της Βακτριανής βρίσκεται στην απόλυτη ακμή του στα χρόνια του Δημήτριου Α΄. Η περίοδος αυτή θα διαρκέσει έως τα μέσα σχεδόν του 2ου αιώνα π.Χ. και χαρακτηρίζεται από την εξάπλωση του ελεγχόμενου από το ελληνικό στοιχείο χώρου προς τα νότια και νοτιοανατολικά, δηλαδή τις σατραπείες στα νότια του Ινδικού Καυκάσου, την περιοχή του Ινδού ποταμού και την καθαυτό Ινδία. Ήδη, πάντως, από το 170 εμφανίζονται τα πρώτα ανησυχητικά σημάδια, καθώς ενισχύεται η πίεση που ασκούν στα βόρεια και δυτικά σύνορα τόσο τα ιρανικά νομαδικά φύλα όσο και η νεοσύστατη αυτοκρατορία των Πάρθων. Η απειλή αυτή θα έχει ως συνέπεια την εξαφάνιση του βασιλείου, χωρίς, όμως, να εξαλείψει και την ελληνική παρουσία στην περιοχή. Άλλωστε, διάφορα ελληνικά βασίλεια θα διατηρηθούν στον χώρο της Ινδίας μέχρι και τα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ. (από την άποψη αυτή θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το τελευταίο ελληνιστικό βασίλειο δεν είναι η πτολεμαϊκή Αίγυπτος, αλλά ακριβώς αυτές οι ελληνιστικές μοναρχίες της Ανατολής για τις οποίες τόσο λίγα γνωρίζουμε).

Αρκετές φορές αναφέρθηκε το πόσο δυσχερής είναι η εξιστόρηση των γεγονότων αυτής της περιόδου λόγω της έλλειψης ιστορικών πηγών. Πράγματι, το μόνο «ιστορικό» σύγγραμμα που ασχολείται κατά κάποιο τρόπο με τη συγκεκριμένη περιοχή και εποχή είναι η επιτομή των «Historiae phillippicae et totius mundi origines et terrae situs» του Γαλορωμαίου Πομπηίου Τρώγου, την οποία συνέγραψε ο Ρωμαίος ιστορικός του 3ου αιώνα Ιουστίνος. Δύο από τα βιβλία των «ιστοριών» του Πομπηίου αναφέρονταν στην ιστορία των Πάρθων (κι επομένως κατά παρεμπίπτοντα τρόπο στο θέμα που μας ενδιαφέρει): τα βιβλία αυτά τα συνόψισε ο Ιουστίνος με τρόπο ελάχιστα ιστορικό (εξάλλου ο σκοπός του ήταν να καταρτίσει ένα σύγγραμμα περισσότερο ηθικοπλαστικό παρά κατά κυριολεξία ιστορικό), παραλείποντας το 90% του αρχικού υλικού και αρκετά απρόσεκτα ώστε να φθάνει στο σημείο να μπερδεύει πρόσωπα και γεγονότα. Κατά τα λοιπά, έχουμε κάποια αποσπάσματα της ιστορίας των Πάρθων που συνέγραψε ο Απολλόδωρος ο Αρταμιτηνός και τα οποία διέσωσε ο Στράβων, αποσπάσματα από τα «Παρθικά» του Αρριανού που συνέλεξε ο Πατριάρχης Φώτιος και λίγα ιστορικά στοιχεία που περιλαμβάνουν οι «Σταθμοί Παρθικοί» του γεωγράφου Ισίδωρου του Χαρακηνού. Απομένουν, εκτός από λιγοστές επιγραφές, τα πολλά νομίσματα, τα οποία όμως δεν μας παρέχουν ασφαλείς πληροφορίες για το ποιοί ακριβώς ήταν οι βασιλείς που απεικονίζονται σ’ αυτά, για το πότε ακριβώς βασίλεψαν και σε ποιόν γεωγραφικό χώρο. Κατά συνέπεια, μπορούμε απλώς να κάνουμε υποθέσεις και να σκιαγραφήσουμε ένα ιστορικό πλαίσιο από το οποίο λείπουν πολύτιμα στοιχεία.

Η εποχή του Δημήτριου Α΄ και η επέκταση προς τον ινδικό χώρο: Γεννημένος περίπου το 220 π.Χ., ο Δημήτριος ανέβηκε στον θρόνο διαδεχόμενος τον πατέρα του, κατά πάσα πιθανότητα το 200 π.Χ., κατ’ άλλους το 195. Η εποχή του θεωρείται το απόγειο της στρατιωτικής και οικονομικής ισχύος του βασιλείου της Βακτριανής. Το όνομά του συνδέεται με τη μεγαλειώδη επιχείρηση επέκτασης των συνόρων του κράτους στις στραπείες νοτίως του Ινδικού Καυκάσου και στην Ινδία. Όπως διαπιστώσαμε στο πρώτο μέρος της διήγησής μας, οι περιοχές αυτές ελέγχονταν – ήδη από τα τέλη του 4ου αιώνα – από την ινδική αυτοκρατορία των Μαουρύα: μετά τον θάνατο του Ασόκα, η αυτοκρατορία εισέρχεται σε φάση ταχείας αποσύνθεσης, διαδικασία που ολοκληρώνεται και τυπικά περίπου το 185 με την ανατροπή της δυναστείας και την αντικατάστασή της από τη δυναστεία των Σούνγκα. Η συνακόλουθη πολιτική αστάθεια συνιστούσε για τον Δημήτριο μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τη διεύρυνση του χώρου επιρροής του. Αρχικά (ίσως το 185 π.Χ.) ανέκτησε την Αραχωσία (όπου, σύμφωνα με τον Ισίδωρο, ίδρυσε και πόλη με το όνομα «Δημητριάς»), έπειτα τη Γκαντάρα και στη συνέχεια την κοιλάδα του Ινδού, κατακτώντας τη σημαντικότερη πόλη της περιοχής, την Ταξίλα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ολοκλήρωσε την ανάκτηση του των εδαφών που ανήκαν κάποτε στους Αχαιμενίδες και – για μικρό χρονικό διάστημα – στον Αλέξανδρο (σατραπείες νοτίως του Ινδικού Καυκάσου, περιλαμβανομένων των τριών σατραπειών του Ινδού ποταμού). Αρκέσθηκε σε αυτό; Πιθανότατα, ναι (βλ. Will, τ. ΙΙ, σελ. 349/ A. K. Narain, όπ.π., σελ. 21 επ.). Κάποιοι ωστόσο υποστηρίζουν ότι συνέχισε την πορεία του φθάνοντας στην περιοχή του Γάγγη και κατακτώντας μέχρι και την αυτοκρατορική πρωτεύουσα, την Παταλιπούτρα. Προς επίρρωση της άποψης αυτής, οι υποστηρικτές της επικαλούνται δύο αποσπάσματα του Στράβωνα: «Τοσοῦτον δὲ ἴσχυσαν οἱ ἀποστήσαντες Ἕλληνες αὐτὴν διὰ τὴν ἀρετὴν τῆς χώρας ὥστε τῆς τε Ἀριανῆς ἐπεκράτουν καὶ τῶν Ἰνδῶν, ὥς φησιν Ἀπολλόδωρος ὁ Ἀρταμιτηνός, καὶ πλείω ἔθνη κατεστρέψαντο ἢ Ἀλέξανδρος, καὶ μάλιστα Μένανδρος εἴ γε καὶ τὸν Ὕπανιν διέβη πρὸς ἔω καὶ μέχρι τοῦ Ἰμάου προῆλθἐ τὰ μὲν αὐτὸς τὰ δὲ Δημήτριος ὁ Εὐθυδήμου υἱὸς τοῦ Βακτρίων βασιλέως· οὐ μόνον δὲ τὴν Παταληνὴν κατέσχον ἀλλὰ καὶ τῆς ἄλλης παραλίας τήν τε Σαραόστου καλουμένην καὶ τὴν Σιγέρδιδος βασιλείαν» (ΙΑ΄, 11,1) και «καὶ εἴ τινα προσιστόρησαν οἱ μετ´ ἐκεῖνον περαιτέρω τοῦ Ὑπάνιος προελθόντες μέχρι τοῦ Γάγγου καὶ Παλιβόθρων» (ΙΕ΄, 1, 27). Φυσικά, ο Στράβων δεν διευκρινίζει ότι ήταν όντως ο Δημήτριος αυτός που έφτασε μέχρι τα «Παλίβοθρα», οπότε η συζήτηση μπορεί να συνεχισθεί επ’ άπειρον. Ας επισημάνουμε απλώς ότι είναι λογικότερο μια τέτοια επέκταση προς την ανατολική Ινδία να συνέβη σε μεταγενέστερη περίοδο (ας πούμε στα χρόνια του Μενάνδρου). Εντούτοις, οι υποστηρικτές της κατάκτησης της κοιλάδας του Γάγγη από τον Δημήτριο συνδέουν την άποψη αυτή με την εξήγηση που δίνουν για την εκστρατεία του μονάρχη της Βακτριανής: λένε (π.χ. Ταρν) ότι το βασικό κίνητρο του Δημητρίου ήταν η εκδήλωση συμπαράστασης προς την ανατραπείσα δυναστεία των Μαουρύα και ιδίως η προστασία του Βουδισμού, οι πιστοί του οποίου διώκονταν από τους φανατικούς Ινδουιστές της δυναστείας των Σούνγκα. Η παρουσίαση του Δημήτριου ως «σταυροφόρου» του Βουδισμού φαντάζει αφόρητα ρομαντική, όσο κι αν οι σχέσεις των Ελλήνων με τους (προστάτες του Βουδισμού από τα χρόνια του Ασόκα) Μαουρύα ήταν αρμονικές. Τα κίνητρα του Δημήτριου μάλλον ήταν αμιγώς πολιτικά: η επέκταση του βασιλείου του σε μια χρονική στιγμή που οι συνθήκες ήταν εξαιρετικά ευνοϊκές για το εγχείρημα αυτό, ίσως και η προστασία των ελληνικών πληθυσμών που ζούσαν στα νότια του Χιντού Κους.

Πάντως, τα νομίσματα του Δημήτριου παραπέμπουν κατά τα φαινόμενα στην κατάκτηση της Ινδίας: στο πιο κλασσικό νόμισμά του απεικονίζεται φορώντας κράνος με τη μορφή κεφαλής ελέφαντα (ενώ στην οπίσθια όψη απεικονίζεται ο Ηρακλής, τον οποίο θα πρέπει να είχαν ως δυναστικό θεό οι Ευθυδημίδες). Σε άλλα πάλι απεικονίζεται στη μία όψη κεφαλή ελέφαντα (βουδιστικό σύμβολο ή σύμβολο της κατάκτησης της Ινδίας;) και στην άλλη το κηρύκειο.

Διάδοχοι ή ανταγωνιστές του Δημητρίου; Από τους «βασιλείς του νικελίου» στον Αντίμαχο και τον Απολλόδοτο: Ο Δημήτριος πεθαίνει υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, ίσως το 180, δηλαδή σε ηλικία μόλις 40 ετών. Ποιός τον διαδέχεται; Κάθε συγγραφέας προτείνει τη δική του θεωρία. Υπάρχουν τουλάχιστον 5-6 υποψήφιοι, οι οποίοι θα μπορούσαν να ήταν διάδοχοι του Δημητρίου, συμβασιλείς ή αντιβασιλείς του, συγγενείς του ή όχι, σφετεριστές της εξουσίας του ή απλώς μονάρχες που βασίλεψαν σε περιοχές όπου ο Δημήτριος δεν ασκούσε κυριαρχία.  

Ίσως ο πιο λογικός υποψήφιος να είναι αυτός ο Ευθύδημος, τον οποίο, επομένως, θα ονομάσουμε «Ευθύδημο Β΄» και ο οποίος απεικονίζεται ως έφηβος στα λιγοστά νομίσματά του. Υποθέτουμε ότι ήταν γιος του Δημήτριου και ότι πέθανε πολύ νέος, ίσως και πριν από την ενηλικίωσή του. Οπότε, τα περισσότερα ερωτήματά μας μένουν αναπάντητα.

 

Οι «βασιλείς του νικελίου»: Ο Πανταλέων και ο Αγαθοκλής είναι δύο βασιλείς που γνωρίζουμε από τα νομίσματά τους. Για τον πρώτο, υποθέτουμε (βάσει της χρονολόγησης των νομισμάτων του) ότι βασίλεψε μεταξύ 190-180 π.Χ. (άρα είναι μάλλον σύγχρονος του Δημήτριου και όχι διάδοχός του) σε περιοχές της Αραχωσίας και στη Γκαντάρα. Ο Πανταλέων ήταν, μάλλον, ο πρώτος Έλληνας μονάρχης που έκοψε και δίγλωσσα νομίσματα (ελληνικά και ινδικά σε μπράχμι αλφάβητο) τα οποία ακολουθούσαν το ινδικό πρότυπο (είχαν περίπου τετράγωνο σχήμα). Κάποιοι πιστεύουν ότι ο Πανταλέων ήταν αδελφός του Δημήτριου και αντιβασιλέας του στην Αραχωσία. Άλλοι, ότι ήταν σφετεριστής. Τον διαδέχεται, πάντως, ο αδελφός ή γιος του, ο Αγαθοκλής, ο επονομαζόμενος και «Δίκαιος» (περίπου 180-170), του οποίου το κέντρο εξουσίας φαίνεται να είναι η περιοχή των Παροπαμισάδων. Σύμφωνα με μια θεωρία [Alberto Simonetta «A new essay on the Indo-Greeks, the Sakas and the Pahlavas», East and West vol. IX (1958), σελ. 154-173, ειδ. σελ. 157 επ.], μετά την ινδική εκστρατεία του ο Δημήτριος εγκαταστάθηκε στους Παροπαμισάδες, όπου και τον διαδέχθηκε ο ανήλικος γιος του Ευθύδημος Β΄. Ο Αγαθοκλής θα πρέπει να ήταν αντιβασιλέας του Ευθύδημου και στη συνέχεια να τον διαδέχθηκε. Πάντως, τα νομίσματά του Αγαθοκλή είναι πραγματικά άφθονα: (α΄) κλασσικά ελληνικά τετράδραχμα, παρόμοιας θεματολογίας και εκτέλεσης με αυτά του Πανταλέοντος, (β΄) δίγλωσσα νομίσματα ινδικού τύπου, στα οποία αναγράφεται το όνομα του βασιλιά με ελληνικούς και ινδικούς χαρακτήρες (γραφές μπράχμι και χαρόσθι) και απεικονίζονται σύμβολα  βουδιστικά (λιοντάρι) και ινδουιστικά (αναπαράσταση της θεότητας Λάκσμι), (γ΄) αμιγώς ινδικά νομίσματα με αναπαραστάσεις και σύμβολα τόσο βουδιστικά όσο και ινδουιστικά, και (δ΄) «αναμνηστικά» νομίσματα ελληνικού τύπου στα οποία απεικονίζονται ο Αλέξανδρος ο Μέγας, ο ιδρυτής της ανεξάρτητης Βακτριανής Διόδοτος Α΄ και ο Δημήτριος Α΄.

Αυτό που μπορούμε να συμπεράνουμε με σχετική βεβαιότητα για τον Πανταλέοντα και τον Αγαθοκλή είναι η μεταξύ τους συγγένεια. Τα συνηθέστερα νομίσματά τους είναι μεταξύ τους σχεδόν όμοια (ομοιότητα ως προς την εικονιζόμενη ανθρώπινη μορφή – χαρακτηριστικά προσώπου, τύπος κόμμωσης, διάδημα – είτε αυτή είναι ο μονάρχης είτε, όπως είναι το πιθανότερο, ο θεός Διόνυσος/ απεικόνιση πάνθηρα που αγγίζει ένα αμπέλι/ τροχός, που ίσως παραπέμπει σε ινδικές θρησκευτικές δοξασίες). Η θεματολογία διαφέρει ουσιωδώς από αυτήν των νομισμάτων των λοιπών ηγεμόνων της περιοχής. Επίσης, τα νομίσματα αυτά είναι φτιαγμένα από κράμα χαλκού και νικελίου (75%-25%), τεχνολογία που ως εκείνη την εποχή είχε χρησιμοποιηθεί μόνο στην Κίνα. Τέλος, επειδή οι πιο «οικονομικές» θεωρίες είναι συχνά και οι καλύτερες, ίσως είναι μάταιη όλη αυτή η προσπάθεια να εξακριβωθεί (πώς άραγε;) αν ο Πανταλέων και ο Αγαθοκλής ήταν συγγενείς του Δημήτριου ή αξιωματούχοι του και αν ως τέτοιοι υπήρξαν αντιβασιλείς του στις περιοχές όπου βρέθηκαν νομίσματά τους. Πιο λογικό μοιάζει να γίνει δεκτό ότι η κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Μαουρύα (κατάρρευση της οποίας σίγουρα προηγήθηκε η όλο και μεγαλύτερη χαλάρωση της εξουσίας που αυτοί ασκούσαν σε απομακρυσμένες από το κέντρο της αυτοκρατορίας τους περιοχές όπως η Αραχωσία και οι Παροπαμισάδες) δημιούργησε ένα κενό εξουσίας το οποίο μπόρεσαν να εκμεταλλευθούν κάποιοι ισχυροί των ελληνικών κοινοτήτων της περιοχής, ιδρύοντας ανεξάρτητες ηγεμονίες.

Αντίμαχος: Ακριβώς στο πλαίσιο αυτό πρέπει να εντάξουμε και τον Αντίμαχο, ο οποίος φαίνεται ότι βασίλεψε (περίπου 185 ή 180 έως 170 ή 165) σε κάποια τμήματα της Βακτριανής και Αραχωσίας, καθώς και σε μερικές περιοχές της κοιλάδας του Ινδού. Σύμφωνα με τον Ταρν (την άποψη του οποίου ακολουθεί και ο Σιμονέττα και ο Ρ. Σήνιορ) ήταν γιος του Ευθύδημου και, επομένως, αδελφός του Δημήτριου. Αντιθέτως (και πιο λογικά), ο A. K. Narain (όπ.π.) αποκλείει την περίπτωση συγγένειας με τους Ευθυδημίδες, ενώ θεωρεί πιθανή κάποια συγγένεια με τη δυναστεία του Διόδοτου (ο Ποσειδώνας των νομισμάτων του Αντίμαχου και ο Δίας των νομισμάτων του Διόδοτου μοιάζουν πολύ). Η «ανεξαρτησία» του Αντίμαχου σε σχέση με τη δυναστεία του Ευθύδημου αποδεικνύεται ίσως και από μια επιγραφή στην οποία αναφέρονται ως συμβασιλείς του οι «Ευμένης και Αντίμαχος» (κατά πάσα πιθανότητα οι γιοι του), καθώς και από το γεγονός ότι επέλεξε την επίκληση «Βασιλεύς Θεός». Επισημαίνεται ακόμη ότι για κάποιους η επέκταση του ελληνισμού στον ευρύτερο ινδικό χώρο αποτελεί έργο του Αντίμαχου και όχι του Δημήτριου.

Απολλόδοτος: Η περίπτωση του Απολλόδοτου ίσως είναι παρόμοια με τις πιο πάνω, ίσως κι όχι. Τα νομίσματά του (δίγλωσσα με βάση το ινδικό πρότυπο και με αναπαραστάσεις ελέφαντα και ταύρου, δηλαδή με συμβολισμούς, αντιστοίχως και πιθανότατα, βουδιστικούς και ινδουιστικούς/ ελληνικά τετράδραχμα με απεικόνιση του βασιλιά και της θεάς Αθηνάς, η οποία κρατά στο δεξί χέρι της τη Νίκη) παρέχουν ενδείξεις για περίοδο βασιλείας μεταξύ 174-165 (σύμφωνα με τη χρονολόγηση που προτείνει ο Osmund Bopearachchi) ή 180-160 (κατά τον Σήνιορ) σε μια περιοχή που περιλαμβάνει τμήματα της κοιλάδας του Ινδού, περιλαμβανομένης της Ταξίλας, του Σιντ (στο σημερινό Πακιστάν) και του Γκουτζαράτ (δυτικό άκρο της σύγχρονης Ινδίας). Πρόκειται επομένως για τον πρώτο Έλληνα ηγεμόνα που βασίλεψε σε αποκλειστικά ινδικά εδάφη. Ίσως και αυτός να ήταν εκπρόσωπος της τοπικής ελληνικής αριστοκρατίας και να εκμεταλλεύθηκε το κενό εξουσίας που δημιούργησε η αποχώρηση των Μαουρύα (σε αντίθεση, όμως, με την Αραχωσία, για την κοιλάδα του Ινδού δεν έχουμε αρχαιολογικά στοιχεία που να πιστοποιούν τη συνεχή παρουσία ελληνικών κοινοτήτων). Ο Ταρν, βεβαίως, πίστευε ότι πρέπει να ήταν στρατηγός του Δημητρίου κατά την ινδική εκστρατεία του δεύτερου και να παρέμεινε στα ινδικά εδάφη που κατακτήθηκαν: μετά τον θάνατο του Δημήτριου, ο Απολλόδοτος κυβέρνησε τα εδάφη αυτά είτε ως νόμιμος διάδοχος του Δημήτριου είτε ως σφετεριστής της εξουσίας του.  

Επομένως, λίγο πριν το 170 π.Χ. διαπιστώνεται το εξής παράδοξο: ενώ ο χώρος τον οποίο ελέγχουν οι Έλληνες στην Κεντρική Ασία και την Ινδία έχει αυξηθεί σημαντικά, παράλληλα φαίνεται να έχει κατατμηθεί σε πολλές ηγεμονίες οι οποίες είναι, μάλλον, ανεξάρτητες η μία από την άλλη. Επιπλέον, δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποιός είναι ο μονάρχης της καθαυτό Βακτριανής, αν υποθέσουμε ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή τα Βάκτρα εξακολουθούν να αποτελούν πόλο εξουσίας. Ούτε βέβαια γνωρίζουμε αν ο ηγεμόνας αυτός της Βακτριανής ανήκει στη δυναστεία του Ευθύδημου ή όχι. Θα μπορούσε να είναι ο Αγαθοκλής ή ο Αντίμαχος, ακόμη κι ο άτυχος νεαρός Ευθύδημος Β΄. Με λίγη φαντασία θα μπορούσε να υποτεθεί ότι ο Δημήτριος Α΄ ζει ακόμη. Ίσως, όμως, όπως πιστεύουν μερικοί, ο βασιλιάς της Βακτριανής να είναι ένας δεύτερος Δημήτριος (ίσως γιος του πρώτου). Όποιος και να ήταν πάντως ο μονάρχης, δεν θα κατορθώσει να αντισταθεί στον σφετεριστή (;) Ευκρατίδη, τον τελευταίο σπουδαίο πολιτικό και στρατιωτικό ηγέτη που θα αναδείξει ο ελληνισμός της Βακτριανής.       

Ο Ευκρατίδης ο Μέγας και η εποχή του: ακμή και παρακμή της ελληνιστικής Βακτριανής. Στην «Επιτομή» του (XLI, 6), ο Ιουστίνος μας πληροφορεί ότι περίπου την ίδια εποχή ανέβηκαν στον θρόνο δύο σπουδαίοι ηγέτες: ο Μιθριδάτης Α΄ Αρσάκης Ε΄ έγινε βασιλιάς των Πάρθων (όλοι οι Πάρθοι βασιλείς έφεραν και το δυναστικό όνομα «Αρσάκης»), ενώ στη Βακτριανή άρχισε να βασιλεύει ο Ευκρατίδης. Μια και η άνοδος του Μιθριδάτη Α΄ στον παρθικό θρόνο χρονολογείται, μάλλον με ακρίβεια, στο 171 π.Χ., μπορούμε να υποθέσουμε (όσο μας επιτρέπει η ελεγχόμενη αξιοπιστία του Ιουστίνου) ότι και η περίοδος εξουσίας του Ευκρατίδου αρχίζει περίπου τότε. Ποιός ήταν, όμως, ο ηγέτης αυτός και πώς κατέκτησε την εξουσία, ανατρέποντας τη δυναστεία του Ευθύδημου ή όποιους την είχαν αντικαταστήσει; Ως συνήθως, δεν γνωρίζουμε την απάντηση. Ίσως ήταν στρατηγός, σατράπης ή εν πάση περιπτώσει ανώτατος αξιωματούχος στην υπηρεσία των ηγεμόνων της Βακτριανής. Μπορεί λόγω της ιδιότητάς του να είχε κάποια ισχυρή βάση, καθιστώντας ουσιαστικά φέουδό του την περιοχή δικαιοδοσίας του (αυτή θα μπορούσε να ήταν η ελληνιστική πόλη στο Άι Χανούμ του Αφγανιστάν, η οποία ίσως και να ονομαζόταν Αλεξάνδρεια ή Αντιόχεια του Ώξου και η οποία πιθανολογείται ότι στα χρόνια βασιλείας του Ευκρατίδη είχε μετονομαστεί σε «Ευκρατίδεια»). 

 

Ο Ταρν, βεβαίως, επιχείρησε να δώσει μια πιο σύνθετη και ευφάνταστη εξήγηση για την άνοδο του Ευκρατίδη στην εξουσία. Στηριζόμενος σε κάποια νομίσματα του ηγεμόνα της Βακτριανής στα οποία απεικονίζονται πιθανώς οι γονείς του, οι οποίοι ονομάζονται Ηλιοκλής και Λαοδίκη, ο Ταρν συμπέρανε ότι ο Ευκρατίδης ήταν (από την πλευρά της μητέρας του) εξάδελφος του Σελευκίδη βασιλιά Αντίοχου Δ΄ του Επιφανούς και ότι επιχείρησε να ανακτήσει τη Βακτριανή για λογαριασμό των Σελευκιδών (όπ.π., σελ. 94 επ.)! Σύμφωνα με τον Βρετανό ιστορικό, η επιχείρηση ολοκληρώθηκε με επιτυχία το 167, οι δε μεγάλες γιορτές και στρατιωτικές παρελάσεις που οργάνωσε το 166 στη Δάφνη της Αντιόχειας ο Αντίοχος Δ΄, καθώς και τα «Χαριστήρια» του ιδίου έτους στη Βαβυλώνα, είχαν ως σκοπό τον εορτασμό της επιστροφής της Βακτριανής στην αυτοκρατορία των Σελευκιδών! Ο Ταρν προσθέτει μάλιστα ότι ο Αντίοχος έλαβε τον τίτλο του «Σωτήρα της Ασίας» ακριβώς λόγω της ανάκτησης της Βακτριανής. Η όλη κατασκευή είναι εντελώς υποθετική και δεν μπορεί να στηριχθεί σε ιστορικά ή αρχαιολογικά στοιχεία. Ο τίτλος του «Σωτήρα της Ασίας» μπορεί να αναφέρεται είτε στη στρατιωτική νίκη που κατήγαγε ο Αντίοχος κατά τον έκτο Συριακό Πόλεμο είτε στην εκστρατεία που σχεδίαζε να πραγματοποιήσει ο Σελευκίδης στις Άνω Σατραπείες (βλ. σχετική ανάλυση σε Will, τ. ΙΙ, σελ. 351-352), ενώ η πλειονότητα των ιστορικών δεν δέχεται τη σχέση του Ευκρατίδη με τους Σελευκίδες (π.χ. Narain, όπ.π., σελ. 53 επ./  Simonetta, όπ.π., σελ. 158). Έτσι κι αλλιώς, η εκστρατεία του Αντίοχου του Επιφανούς (η οποία μάλλον είχε ως στόχο το δυτικό Ιράν και τα εδάφη που κατείχαν οι Πάρθοι) τερματίστηκε άδοξα λόγω της ασθένειας και του θανάτου του βασιλιά. Στη συνέχεια, οι διάδοχοί του έχουν μύρια προβλήματα με την παρθική επέκταση προς τα δυτικά για να ασχοληθούν ουσιαστικά με την απομακρυσμένη Βακτριανή.  

Ο Ευκρατίδης πρέπει να υπήρξε ο Έλληνας ηγεμόνας που στο απόγειο της δύναμής του βασίλεψε στην πιο εκτεταμένη επικράτεια από κάθε άλλον. Η ενοποίηση των εδαφών της Κεντρικής Ασίας που ήλεγχε το ελληνικό στοιχείο θα πρέπει να συντελέσθηκε ύστερα από σκληρούς αγώνες, ιδίως αν δεχθούμε τη θεωρία της διάσπασης του βασιλείου της Βακτριανής σε μικρότερες κρατικές οντότητες. Σύμφωνα με τον Ιουστίνο (όπ.π.), ο Ευκρατίδης αντιμετώπισε και νίκησε, ύστερα από σειρά σκληρών μαχών, τον Δημήτριο, ο οποίος είχε συγκεντρώσει μεγάλο στράτευμα για να ανατρέψει τον «σφετεριστή». Πρόκειται, άραγε, για τον μυστηριώδη Δημήτριο Β΄, ο οποίος είχε πιθανώς ως ορμητήριο τις σατραπείες στα νότια του Ινδικού Καυκάσου (βλ. Simonetta, όπ.π.); Ή μήπως για τον Δημήτριο Α΄ (βλ. σχετικά Will, όπ.π.); Είναι, πάντως, βέβαιο ότι, εκτός της Βακτριανής, ο Ευκρατίδης κατέλαβε και τα εδάφη που ήλεγχαν ο Αντίμαχος και ο Αγαθοκλής. Ο νέος ισχυρός άνδρας της Βακτριανής είχε υπό τον έλεγχό του και τη Σογδιανή, την Αρία, τη Μαργιανή, τη Δραγγιανή, την Αραχωσία και τους Παροπαμισάδες. Μετά την εδραίωση της εξουσίας του στην Κεντρική Ασία, ο Ευκρατίδης στράφηκε στην κοιλάδα του Ινδού, την οποία και κατέλαβε.

Η αχανής έκταση της επικράτειάς του, το μέγεθος της ισχύος του και η μεγάλη χρονική διάρκεια της βασιλείας του καταδεικνύονται και από το πλήθος, τη γεωγραφική διάδοση, την ποικιλία και την ποιότητα των νομισμάτων του. Πολλά νομίσματα ελληνικού τύπου, από τον εντυπωσιακό χρυσό στατήρα ως τα εξαιρετικής ποιότητας ασημένια τετράδραχμά του, στα οποία απεικονίζεται ο ίδιος φορώντας τη χαρακτηριστική περικεφαλαία, καθώς και έφιπποι οι Διόσκουροι, δηλαδή οι «προστάτες θεοί» του Ευκρατίδη. Αλλά και αρκετά νομίσματα ινδικού τύπου, με διάφορες παραστάσεις (απεικονίσεις του βασιλιά συνοδευόμενες από ελληνικής ή ινδικής προέλευσης θρησκευτικές παραστάσεις) και κείμενο στα ελληνικά και τα ινδικά (γραφή χαρόσθι).

Εξωτερικές απειλές και παρακμή: Η παντοδυναμία του Ευκρατίδη θα αποδειχθεί τελικά εύθραυστη. Στα δυτικά σύνορα οι Πάρθοι του Μιθριδάτη επιχειρούν διαρκείς εισβολές στη Μαργιανή, στην Αρία και πιθανότατα στο δυτικό τμήμα της Βακτριανής. Οι Σκύθες γίνονται όλο και πιο απειλητικοί στον Βορρά. Παράλληλα, άλλοι Έλληνες ηγεμόνες του ινδικού χώρου (ίσως ο Μένανδρος) όχι μόνο θα ανακόψουν την επεκτατική πορεία του βασιλιά της Βακτριανής, αλλά θα επιχειρήσουν και να του αποσπάσουν εδάφη στην περιοχή του Ινδού. Φυσικά, ο πιο μεγάλος κίνδυνος σχετίζεται με τις έριδες στο εσωτερικό της ελληνικής αριστοκρατίας της Βακτριανής. Ο Ιουστίνος (XLI, 6, 19), διηγείται ότι ο Ευκρατίδης είχε αναγκαστεί να υπογράψει συνθήκη ειρήνης με τους Πάρθους, γεγονός που δεν έβρισκε σύμφωνους πολλούς από τους αξιωματούχους του, μεταξύ των οποίων και ο γιος του τον οποίο ο Ευκρατίδης είχε ονομάσει συμβασιλέα. Έτσι, ενώ επέστρεφαν από την Ινδία, ο Ευκρατίδης δολοφονήθηκε από τον γιο του.

Πρέπει να πιστέψουμε τη διήγηση του Ιουστίνου; Καλύτερα να είμαστε επιφυλακτικοί. Ποιός θα μπορούσε να ήταν ο πατροκτόνος; Ο Ευκρατίδης Β΄ ή ο Ηλιοκλής; Μήπως η όλη ιστορία δεν είναι παρά μια ηθικοπλαστική κοινοτοπία που άκριτα δέχτηκε ή, ενδεχομένως, επινόησε ο Ρωμαίος συγγραφέας; Μήπως συγχέει τον Ευκρατίδη με τον Διόδοτο Β΄. Και πάλι, πολλά ερωτήματα χωρίς απαντήσεις. Υποθέσεις δίχως αποδεικτικά στοιχεία.

Η μόνη βεβαιότητα είναι ότι μετά τον θάνατο του Ευκρατίδη (πιθανώς το 145 π.Χ.) οι μέρες του ελληνιστικού βασιλείου της Βακτριανής είναι πια μετρημένες. Αντιθέτως, ο ελληνισμός της Ινδίας έχει ακόμη μπροστά του λαμπρό μέλλον. Αυτά, όμως, θα τα δούμε στο τέταρτο και τελευταίο μέρος της σειράς.     

 

Εντός και εκτός θέματος υστερόγραφο: Δεν είχα καταρχήν την πρόθεση για τόσο μεγάλη αποχή από το διαδίκτυο. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια των διακοπών ανέκυψαν πολλά και διάφορα που καθυστέρησαν την ενημέρωση του ιστολογίου. Έπειτα, αποδείχθηκα ανακόλουθος ως προς την αρχική δέσμευσή μου να ολοκληρώσω τη διήγηση σε τρία μέρη: ο όγκος και η φύση του υλικού με υποχρέωσαν να προσθέσω και τέταρτο μέρος για να μη γίνει το κείμενο απάνθρωπα κουραστικό. Σε κάθε περίπτωση ήθελα να αποφύγω τη στείρα καταγραφή ονομάτων ηγεμόνων και αντικρουόμενων απόψεων που επιχειρούν να ανασυνθέσουν την Ιστορία με βάση ελάχιστα και όχι πάντα αξιόπιστα στοιχεία. Γνωρίζω ότι δεν το κατόρθωσα. Ελπίζω τουλάχιστον να «περιόρισα τις ζημιές» (για να χρησιμοποιήσω και τον «απαραίτητο» γαλλισμό).

Κυρίως, εύχομαι στους φίλους αναγνώστες ευτυχισμένο νέο έτος, με υγεία και δημιουργικότητα, και τους ευχαριστώ για την υπομονή τους.

Advertisements

Ο Αντίοχος και η Μαγνησία του Σιπύλου – μέρος Α΄

Νοέμβριος 22, 2009

Η επιστήμη της Ιστορίας έχει προ πολλού ξεπεράσει το στάδιο της απλουστευμένης αφήγησης πολιτικών και πολεμικών γεγονότων. Αναζητεί πρωτίστως τους κοινωνικούς, οικονομικούς και πολιτιστικούς παράγοντες που διαμορφώνουν σταθερές και σηματοδοτούν μεταβολές στην πορεία του χρόνου. Για πολλούς από τους πιο αξιόλογους μελετητές της Ιστορίας το πλέον ενδιαφέρον αντικείμενο είναι αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε Ιστορία νοοτροπιών (Histoire de mentalités). Ωστόσο, η πολιτική ιστορία διατηρεί την αξία της: η σημασία κάποιων γεγονότων είναι τόσο καταλυτική που κανείς δεν μπορεί να την παραγνωρίσει. Από την άποψη αυτή, η πολεμική αναμέτρηση που, τον Γενάρη του 189 π.Χ., έφερε αντιμέτωπες, στη Βορειοδυτική Μικρά Ασία, τις ρωμαϊκές λεγεώνες και τα στρατεύματα του Σελευκίδη βασιλέα Αντίοχου Γ΄αποτελεί την πλέον καθοριστική σύγκρουση των ελληνιστικών χρόνων, καθώς συμβολίζει την επικράτηση της Ρώμης στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου και την παρακμή των ελληνιστικών βασιλείων.

Ρώμη: Η θέση της Ρώμης πριν από τη σύγκρουση που επρόκειτο να αποβεί καθοριστική μπορεί να περιγραφεί αρκετά απλά. Αφού ξεπέρασε την περιπέτεια του Β΄ Καρχηδονιακού Πολέμου, όταν η εκστρατεία του Αννίβα έθεσε σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξή της, η Ρώμη έχει εξασφαλίσει, μετά την επικράτηση στη Ζάμα το 202, τον απόλυτο έλεγχο της Δυτικής Μεσογείου. Συνεπώς, μπορεί να στρέψει την προσοχή της στα ανατολικά. Την ευκαιρία θα της τη δώσει η επεκτατική πολιτική του Φιλίππου Ε΄ της Μακεδονίας.  Το φθινόπωρο του 201, Ρόδιοι και Περγαμηνοί αποστέλλουν πρεσβείες στη Ρώμη για να ζητήσουν την επέμβασή της στην Ελλάδα. Η Σύγκλητος θα δεχθεί το αίτημά τους και θα στείλει στρατεύματα εναντίον του Φιλίππου. Για ποιούς λόγους δέχτηκε η Ρώμη να εμπλακεί στην περιπέτεια του Β΄ Μακεδονικού Πολέμου, όταν η οικονομία και οι πολίτες της είναι εξαντλημένοι μετά τον σχεδόν εικοσαετή Β΄ Καρχηδονιακό Πόλεμο; Όπως εξήγησε ο Edouard Will στο μνημειώδες έργο του «Πολιτική Ιστορία του Ελληνιστικού Κόσμου» («Histoire politique du monde hellénistique«, Presses universitaires de Nancy, 2η έκδ. 1979-1982, επανέκδ. Seuil, 2003, τ. II, σ. 142 επ.) τα αίτια της απόφασης αυτής πρέπει να αναζητηθούν στην ίδια τη Ρώμη: η ανάμειξη στις ελληνικές υποθέσεις υπαγορεύθηκε από τον ρωμαϊκό ιμπεριαλισμό. Αν μέχρι τότε η Ρώμη δεν είχε αναμειχθεί στις υποθέσεις της Ανατολής, αυτό συνέβη γιατί δεν είχε την κατάλληλη ευκαιρία, καθώς ήταν απασχολημένη στη δυτική Μεσόγειο. Τη δεδομένη χρονική στιγμή, όμως, και ελεύθερη από «υποχρεώσεις» είναι και πολλοί αντιμετωπίζουν θετικά το ενδεχόμενο μιας νέας πολεμικής περιπέτειας: όχι μόνον οι πληβείοι που ως λεγεωνάριοι προτιμούν να συνεχίσουν να απολαύουν των πλεονεκτημάτων του στρατιωτικού επαγγέλματος (βλ. μισθοί και … μπόνους με τη μορφή λάφυρων), αλλά και οι πατρίκιοι, μεταξύ των οποίων υπάρχουν πολλοί με φιλοδοξίες για πολιτική εξουσία και πλουτισμό. Για αυτούς ο πόλεμος στην Ελλάδα αποτελεί ευκαιρία καταξίωσης και εκπλήρωσης των προσδοκιών τους. Η επιλογή θα αποδειχθεί ορθή: μετά από δύο χρόνια δυσκολιών, η εκλογή του ιδιοφυούς Φλαμινίνου ως υπάτου και η ανάθεση σ’ αυτόν της αρχηγίας των στρατευμάτων θα έχει ως αποτέλεσμα την αποφασιστική νίκη στις Κυνός Κεφαλές της Θεσσαλίας (Ιούνιος 197) και την επικράτηση επί του Φιλίππου. Η Ρώμη έχει πλέον τον πολιτικό έλεγχο του ελληνικού χώρου και μπορεί να καθορίζει σύμφωνα με τις επιθυμίες της το μέλλον της Ελλάδας. Αυτό που ο Πολύβιος ονόμαζε «συμπλοκή», αναφερόμενος στην αλληλεξάρτηση των εξελίξεων σε Δύση και Ανατολή, αποτελεί πραγματικότητα.

Αντίοχος Γ΄ ο Μέγας: Περισσότερο αξίζει να σταθούμε στην μέχρι τότε πορεία του αντίπαλου της Ρώμης, του Αντίοχου Γ΄. Από όλα τα ελληνιστικά βασίλεια, η μοναρχία των Σελευκιδών ήταν αυτή με τα περισσότερα εγγενή προβλήματα. Κυβερνώντας μια αχανή έκταση (από τα μικρασιατικά παράλια ως τις παρυφές της Ινδίας), με ανομοιογενή πληθυσμιακή σύνθεση και διοικητική οργάνωση, οι Σελευκίδες μονάρχες καλούνταν διαρκώς να αντιμετωπίσουν δυσχέρειες στα δύο άκρα της επικράτειάς τους.

Η άνοδος του Αντίοχου στον θρόνο: Το 226 π.Χ., ανέβηκε στο θρόνο της Αντιόχειας ο Σέλευκος Γ΄ ο Σωτήρ, ο επονομαζόμενος και Κεραυνός, διαδεχόμενος τον πατέρα του, τον Σέλευκο Β΄. Οι μακροχρόνιες δυναστικές έριδες του οίκου των Σελευκιδών είχαν δώσει στους φιλόδοξους Ατταλίδες της Περγάμου την ευκαιρία να αποσπάσουν αρκετά εδάφη στη Μικρά Ασία. Ο Σέλευκος έκρινε ότι είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου για να τα ανακτήσει κι έτσι, το 223, πέρασε την οροσειρά του Ταύρου, επικεφαλής μεγάλου στρατεύματος. Ενώ, όμως, βρισκόταν στη Φρυγία, δολοφονήθηκε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες. Τα στρατεύματα έσπευσαν να ανακηρύξουν επί τόπου ως βασιλέα τον Αχαιό, συγγενή του δολοφονημένου μονάρχη. Ο Αχαιός, δεύτερος εξάδελφος του Σέλευκου Β΄, ήταν περίπου τριάντα ετών και όλοι τον θεωρούσαν ικανό και έμπειρο στρατηγό. Εντούτοις, επέλεξε να αρνηθεί την πρόταση και αναγνώρισε τα δικαιώματα του νόμιμου διαδόχου, δηλαδή του Αντίοχου, αδελφού του Σέλευκου. Πολύ γρήγορα, πιθανότατα ύστερα από πρόταση του Αχαιού, ο οποίος θα πρέπει να ασκούσε επιρροή στον νεαρό μονάρχη (ο Αντίοχος δεν πρέπει να ήταν πάνω από 19 ετών), ορίσθηκαν ο μεν Αχαιός ως γενικός διοικητής των δυτικών σατραπειών (με αποστολή να ανακτήσει από τους Ατταλίδες τα χαμένα μικρασιατικά εδάφη), ο δε Μόλων, ως τότε σατράπης της Μηδίας, γενικός διοικητής των Άνω Σατραπειών, δηλαδή των εδαφών ανατολικά της Βαβυλώνας. Ωστόσο, το ισχυρότερο πρόσωπο στην αυλή της Αντιόχειας ήταν ο «επί των πραγμάτων» (σαν να λέμε πρωθυπουργός) Ερμίας, ο οποίος πρέπει να κατείχε το αξίωμά του ήδη από τα χρόνια του Σέλευκου Β΄. Η βουλιμία του να ελέγξει με απόλυτο τρόπο την εξουσία θα προκαλέσει σειρά από αναταράξεις. Καταρχάς, το καλοκαίρι του 222 θα στασιάσει στα Εκβάτανα ο Μόλων. Ο Αντίοχος, κατόπιν προτροπής του στρατηγού Επιγένη, θα θελήσει να καταπνίξει ο ίδιος την εξέγερση του διοικητή των Άνω Σατραπειών. Ο Ερμίας θα τον αποτρέψει: το σημαντικό είναι η ανάκτηση της Κοίλης Συρίας, της περιοχής που περιλαμβάνει τον Λίβανο, τη νότια Συρία και την Ιουδαία και την οποία κατέχουν από τα χρόνια του Τρίτου Συριακού Πόλεμου οι Λαγίδες της Αλεξάνδρειας. Όσο για τη στάση στη Μηδία, αυτή μπορεί να την αντιμετωπίσει και κάποιος από τους στρατηγούς της Αντιόχειας. Οι προτάσεις του Ερμία θα αποδειχθούν, φυσικά, εντελώς άστοχες: η εκστρατεία του 221 στην Κοίλη Συρία θα αποτύχει οικτρά, όπως ακριβώς κι ο μισθοφόρος στρατηγός Ξενοίτας, τον οποίο θα συντρίψει ο Μόλων στις όχθες του Τίγρη. Η αντίδραση του Ερμία θα είναι η αναμενόμενη από έναν ειδικό στις ραδιουργίες: θα βάλει να δολοφονήσουν τον πολιτικό του αντίπαλο Επιγένη. Αυτό θα βάλει σε υποψίες τον νεαρό Σελευκίδη, ο οποίος, για πρώτη φορά, θα αγνοήσει τις συμβουλές του Ερμία και θα στείλει ενάντια στον σατράπη της Μηδίας ένα φέρελπι νεαρό στρατηγό, τον Ζεύξι. Η πρωτοβουλία θα αποδειχθεί σωτήρια, γιατί το καλοκαίρι του 221 ο Μόλων θα συντριβεί και θα αυτοκτονήσει. Η επιτυχής έκβαση της εκστρατείας θα ενισχύσει την πεποίθηση του Αντίοχου ότι πρέπει να απαλλαγεί από τον Ερμία, του οποίου τελικά θα διατάξει τη δολοφονία.

Κι ενώ όλα έδειχναν ότι έχει αποκατασταθεί η ηρεμία στο εσωτερικό του βασιλείου, το φθινόπωρο του 220 ο Αντίοχος θα πληροφορηθεί τα πιο απροσδόκητα δυσάρεστα νέα. Ο Αχαιός, ο άνθρωπος στον οποίο ο Αντίοχος χρωστούσε τον θρόνο του, εξεγέρθηκε και ανακηρύχθηκε βασιλιάς από τον στρατό στη Λαοδίκεια της Φρυγίας. Η απόφαση του Αχαιού, που είχε αποδείξει την αφοσίωσή του στον νόμιμο διάδοχο, φαίνεται δύσκολο να εξηγηθεί. Η προσωπική φιλοδοξία, την οποία προτείνει ο Πολύβιος, φαίνεται ανεπαρκής ως αιτιολογία. Κατά πάσα πιθανότητα, το αίτιο της στάσης του Αχαιού ήταν ακριβώς η αντιπαλότητά του με τον Ερμία και η πεποίθηση ότι η επιρροή του δεύτερου έθετε σε κίνδυνο την ύπαρξη της αυτοκρατορίας. Όταν ο Αχαιός πληροφορήθηκε τη δολοφονία του Ερμία ήταν πλέον πολύ αργά για να κάνει πίσω. Σε κάθε περίπτωση, καμία από τις δύο πλευρές δεν αντέδρασε άμεσα: ο Αχαιός παρέμεινε στις Σάρδεις για να οργανώσει τις πολεμικές επιχειρήσεις κατά της Περγάμου, ενώ ο Αντίοχος έδωσε προτεραιότητα στην επιχείρηση ανάκτησης της Κοίλης Συρίας.

Τέταρτος Συριακός Πόλεμος: Πράγματι, η συγκυρία φαινόταν ευνοϊκή για μια εκστρατεία κατά των Λαγιδών. Το 221 πέθανε ο Πτολεμαίος Γ΄ Ευεργέτης, και τον διαδέχθηκε ο δεκαεφτάχρονος γιος του, ο Πτολεμαίος Φιλοπάτωρ. Ο νεαρός Λαγίδης, που είχε δάσκαλό του τον Ερατοσθένη, ήταν άπειρος και έδειχνε από νωρίς την προτίμησή του για τις πνευματικές αναζητήσεις και, κυρίως, για τις απολαύσεις της Αλεξάνδρειας. Την ουσιαστική εξουσία ασκούσαν οι αυλικοί Σωσίβιος και Αγαθοκλής. Στην αρχή, η εκστρατεία του Αντίοχου φάνηκε ότι θα είναι επιτυχής: εκμεταλλευόμενος την αδράνεια των Πτολεμαίων και την αποστασία του Θεόδοτου, του Αιτωλού μισθοφόρου στρατηγού ο οποίος διοικούσε την Κοίλη Συρία για λογαριασμό της Αλεξάνδρειας, ανέκτησε τη Σελεύκεια της Πιερίας, το επίνειο της Αντιόχειας που κατείχαν οι Λαγίδες από τα χρόνια του Τρίτου Συριακού Πολέμου. Μπροστά στον κίνδυνο εισβολής, ο Σωσίβιος οργάνωσε την οχύρωση των συνόρων της Αιγύπτου και, με περισσή οξυδέρκεια, παρέσυρε τον Αντίοχο σε διαπραγματεύσεις, οι οποίες διήρκεσαν ακριβώς όσο χρόνο απαιτούσε η οργάνωση επαρκούς και αξιόμαχου στρατεύματος, το οποίο θα περιλάμβανε για πρώτη φορά και Αιγύπτιους «μάχιμους» οπλίτες. Όταν ο Αντίοχος κατάλαβε ότι οι διαπραγματεύσεις αποτελούσαν παγίδα, ήταν πλέον αργά. Στο τέλος της άνοιξης του 217 ο Φιλοπάτωρ ξεκίνησε από την Αλεξάνδρεια με 75.000 άνδρες. Η αποφασιστική μάχη δόθηκε στις 23 Ιουνίου του 217 στη Ράφια, στο νότιο άκρο της Παλαιστίνης. Ο Αντίοχος επιχείρησε να καταδιώξει το ιππικό του Πτολεμαίου, κίνηση που παρέσυρε και τη φάλαγγά του. Καθώς το πεζικό του Αντίοχου άφησε τις θέσεις του και έχασε τη συνοχή του ηττήθηκε κατά κράτος από την «αιγυπτιακή» φάλαγγα. Ο Φιλοπάτωρ είχε σώσει την Αίγυπτο: μετά τη Ράφια ανέκτησε εύκολα την Κοίλη Συρία, χωρίς όμως να επιχειρήσει να εισβάλει στο εσωτερικό του βασιλείου του αντιπάλου του. Ο Αντίοχος, μάλιστα, κατάφερε να κρατήσει τη Σελεύκεια. Άρα, είχε κάποιο κέρδος σε σύγκριση με την προ του πολέμου κατάσταση, πλην όμως είχε αποτύχει όσον αφορά τον κύριο σκοπό του.

Παρά την ήτττα, ο Αντίοχος είχε ετοιμοπόλεμες αρκετές δυνάμεις ώστε να επιχειρήσει να καταστείλει τη στάση του Αχαιού. Για τον σκοπό αυτό, δεν δίστασε να συμμαχήσει με τον μισητό εχθρό, τον Άτταλο Α΄ της Περγάμου. Αφού το 216 πέρασε την οροσειρά του Ταύρου, προέλασε χωρίς να συναντήσει αντίσταση μέχρι τη Λυδία και το 215 κατέλαβε τις Σάρδεις: ο Αχαιός οχυρώθηκε στην ακρόπολη της πόλης, απ΄ όπου αντιστάθηκε για δύο χρόνια, μέχρι τελικά να τον νικήσει ο Αντίοχος και να διατάξει την εκτέλεσή του. Ο Ζεύξις θα αναλάβει πλέον τη γενική διοίκηση των σατραπειών της Μικράς Ασίας και ο Αντίοχος θα συνεχίσει τις προσπάθειές του με νέο στόχο.

Η Ανάβαση του Αντίοχου: Το σχέδιο του Αντίοχου είναι σαφές: θέλει να αποκαταστήσει τα σύνορα του βασιλείου του όπως αυτά είχαν στα χρόνια του Σέλευκου Α΄: δηλαδή εκτός από την Κοίλη Συρία, τη Μικρά Ασία και τη Θράκη πρέπει να ανακτήσει και τα εδάφη που χάθηκαν στα ανατολικά. Πράγματι, η κατάσταση στις Άνω Σατραπείες είναι εξαιρετικά ανησυχητική: πέρα από την πάντα πιστή Βαβυλωνία, οι Σελευκίδες ελέγχουν πλέον μόνο την Ελυμαΐδα και τη Μηδία. Η Παρθία-Υρκανία έχει καταληφθεί από τους νομάδες που θα πάρουν το όνομα Πάρθοι. Η Περσίδα, η Γεδρωσία και η Καρμανία εξεγείρονται συνεχώς και έχουν ξεφύγει από τον έλεγχο της Αντιόχειας. Η Βακτριανή, μαζί με τη Σογδιανή και την Αρία, αποτελεί πια ανεξάρτητο ελληνιστικό βασίλειο, από τα χρόνια του Διόδοτου.

Η «Ανάβαση» του Αντίοχου ξεκινά το 212 π.Χ. με μια εκστρατεία κατά της Αρμενίας: ο Ιρανός μονάρχης της, ο Ξέρξης, δηλώνει υποτέλεια στον Αντίοχο. Ο βασιλιάς παραμένει το διάστημα 211-210 στη Μηδία, προσπαθώντας να συλλέξει τους απαραίτητους πόρους για τη χρηματοδότηση της εκστρατείας. Φτάνει ως το σημείο να υπεξαιρέσει το θησαυρό του ναού της Αναΐτιδος (Αναχίτα) στα Εκβάτανα. Έπειτα, ξεκινά το 209 να αντιμετωπίσει τους Πάρθους. Ο μονάρχης τους, ο Αρσάκης Β΄, θα αναγκαστεί, μετά από μερικές ήττες στα πεδία των μαχών, να συνάψει συνθήκη με τον Αντίοχο, αποδεχόμενος τον όρο να αφήσει ελεύθερη την εμπορική οδό που επιτρέπει την επικοινωνία μεταξύ του δυτικού και του ανατολικού τμήματος της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών. Το 208, ο Σελευκίδης μονάρχης θα επιτεθεί κατά του Ευθύδημου της Βακτριανής, τον οποίο θα πολιορκήσει στην πρωτεύουσά του, τα Βάκτρα. Η πολιορκία θα κρατήσει δύο χρόνια. Ο Αντίοχος δεν θα πετύχει να καταλάβει την ακρόπολη και τελικά θα προτιμήσει να συνάψει συνθήκη με τον ηγεμόνα της Βακτριανής, ο οποίος θα αναγνωρίσει τον Σελευκίδη ως επικυρίαρχό του. Στη συνέχεια, ο Αντίοχος θα προχωρήσει ως τους Παροπαμισάδες και την Αραχωσία, όπου θα αποσπάσει τις δηλώσεις υποτέλειας κάποιων Ινδών βασιλίσκων. Θα επιστρέψει στη βάση του από το Νότο, μέσω των ακτών του Περσικού Κόλπου και της Αραβίας, μαζεύοντας λάφυρα. Μολονότι, επί της ουσίας και σε σχέση με τον αρχικό στόχο, η Ανάβαση του Αντίοχου είχε σχετική μόνο επιτυχία, υπήρξε οικονομικά επικερδής και από άποψη προπαγάνδας εξαιρετικά σημαντική. Όπως αναφέρει και ο Πολύβιος στο τέλος του ενδέκατου βιβλίου του: «Τὸ μὲν οὖν πέρας τῆς εἰς τοὺς ἄνω τόπους στρατείας Ἀντιόχου τοιαύτην ἔλαβε τὴν συντέλειαν, δι᾽ ἧς οὐ μόνον τοὺς ἄνω σατράπας ὑπηκόους ἐποιήσατο τῆς ἰδίας ἀρχῆς, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐπιθαλαττίους πόλεις καὶ τοὺς ἐπὶ τάδε τοῦ Ταύρου δυνάστας, καὶ συλλήβδην ἠσφαλίσατο τὴν βασιλείαν, καταπληξάμενος τῇ τόλμῃ καὶ φιλοπονίᾳ πάντας τοὺς ὑποταττομένους: διὰ γὰρ ταύτης τῆς στρατείας ἄξιος ἐφάνη τῆς βασιλείας οὐ μόνον τοῖς κατὰ τὴν Ἀσίαν, ἀλλὰ καὶ τοῖς κατὰ τὴν Εὐρώπην». Μετά την ολοκλήρωση της Αναβάσεως, ο Αντίοχος παίρνει τον τίτλο «Βασιλεύς Μέγας», και μπορεί να στραφεί στην ανάκτηση της Κοίλης Συρίας.

Πέμπτος Συριακός Πόλεμος και ανάκτηση της Κοίλης Συρίας: Κατά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του, ο Πτολεμαίος Φιλοπάτωρ αδιαφόρησε εντελώς για τις κρατικές υποθέσεις, των οποίων τη διαχείριση είχε αφήσει στο δίδυμο Σωσίβιου-Αγαθοκλή. Το καλοκαίρι του 204 ο Φιλοπάτωρ πεθαίνει σε ηλικία μικρότερη των 35 ετών και τον διαδέχεται ο ανήλικος γιος του, ο Πτολεμαίος Ε΄, ο λεγόμενος και Επιφανής. Κανονικά την αντιβασιλεία πρέπει να την ασκήσει η Αρσινόη, η μητέρα του ανήλικου βασιλιά, πλην όμως θα δολοφονηθεί από τον Αγαθοκλή. Η πολιτική αστάθεια στην Αλεξάνδρεια παρέχει στον Αντίοχο μια εξαιρετική ευκαιρία για να επιτύχει τα επεκτατικά σχέδιά του. Τον χειμώνα του 203-202, θα συνάψει συμμαχία με τον Φίλιππο Ε΄ της Μακεδονίας, με αντικείμενο τη διανομή των κτήσεων του κράτους των Λαγιδών. Έπειτα, θα συγκεντρώσει στρατεύματα και θα εισβάλει στην Κοίλη Συρία. Ο Πέμπτος Συριακός Πόλεμος θα εκπληρώσει όλες τις προσδοκίες του Αντίοχου. Ο στρατός του θα κάνει περίπατο μέχρι τη Γάζα, όπου και θα συγκρουσθεί με τον Αιτωλό Σκόπα, που διοικεί τα πτολεμαϊκά στρατεύματα. Η αντίδραση αυτή απλώς θα καθυστερήσει το μοιραίο για την Αλεξάνδρεια. Δεν πρόκειται να υπάρξει άλλη Ράφια. Στην αποφασιστική αναμέτρηση που θα δοθεί στο Πάνιον το 200 π.Χ., ο Αντίοχος θα πετύχει συντριπτική νίκη. Όλη η Κοίλη Συρία μέχρι και την Ιουδαία θα καταστεί μέρος της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών.

Έχοντας επιτύχει κατά τα δύο τρίτα τους στόχους του, ο Αντίοχος είναι ελεύθερος να στρέψει τις βλέψεις του προς τη Δύση. Πρώτα η Μικρά Ασία, έπειτα η Ευρώπη. Εκείνη τη χρονική στιγμή, δεν είναι δυνατό να υποψιασθεί ότι η προσπάθειά του θα προσκρούσει στην αρτιότερη πολεμική μηχανή που θα γνώριζε η Αρχαιότητα.


Αρέσει σε %d bloggers: