Posts Tagged ‘Αθήνα’

Ο κύκλος της Ελευσίνας

Δεκέμβριος 14, 2011

Ένα ζεστό πρωινό στην καρδιά του καλοκαιριού. Ένα προάστιο στα ανατολικά της Αλεξάνδρειας, πάνω στον δρόμο που οδηγεί στην Κάνωπο. Ένα προάστιο δίχως τίποτε το ξεχωριστό που φέρει όμως ένα βαρύ όνομα. Ο τόπος αυτός ονομάζεται Ελευσίνα και πρόκειται να γίνει σε λίγο το επίκεντρο κοσμοϊστορικών εξελίξεων.

Κάτι το αλλόκοτο πλανάται: τις προηγούμενες εβδομάδες συνέβησαν πράγματα πρωτόγνωρα. Αλλά, ίσως, αυτός ο παράξενος αέρας να προμηνύει τα ακόμα πιο απρόσμενα που πρόκειται να συμβούν. Πρώτα-πρώτα, μόνο οι θεοί γνωρίζουν αν υπάρχει σπιθαμή εδάφους αιγυπτιακού που να την ελέγχουν οι Λαγίδες. Τα τρία αδέλφια που διεκδικούν το θρόνο, ο Πτολεμαίος (Στ΄) Φιλομήτωρ,  η Κλεοπάτρα (Β΄), και ο νεότερος, ο Πτολεμαίος (Η΄ Ευεργέτης Β΄) που θα μείνει στην Ιστορία με το διόλου τιμητικό προσωνύμιο «Φύσκων» (μια και διέθετε τα τυπικά προσόντα για να διεκδικήσει θέση αντιπροέδρου στη σύγχρονη ελληνική κυβέρνηση), έδειξαν να ξεπερνούν τις διαφορές τους μπροστά στον κοινό κίνδυνο. Εις μάτην! Σ’ έναν πόλεμο που δεν είχε ο ίδιος επιδιώξει, ο Σελευκίδης βασιλιάς Αντίοχος όρμησε σα σίφουνας στην Αίγυπτο, συντρίβοντας όποια αντίσταση συνάντησε. Έφτασε μέχρι τη Μέμφιδα και κάποιοι λένε πως στέφθηκε Φαραώ. Τώρα είναι έτοιμος να καταλάβει την ανυπεράσπιστη Αλεξάνδρεια. Να ολοκληρώσει το θρίαμβο που θα ενώσει τα δύο βασίλεια υπό το στέμμα του. Ν’ αναβιώσει σχεδόν την αυτοκρατορία του Αλεξάνδρου.

Κι όμως… Ο θριαμβευτής, που έχει στρατοπεδεύσει ακριβώς σ’ αυτήν την Ελευσίνα, δεν είναι βέβαιος για το αν θα μπορέσει να κρατήσει ό,τι κέρδισε στα πεδία των μαχών. Ως τώρα, η Ρώμη παρακολουθούσε τη σύγκρουση των δύο ελληνιστικών βασιλείων από απόσταση. Είχε τους λόγους της: πολεμούσε τους Μακεδόνες κι η σύρραξη ήταν αμφίρροπη. Μα πριν από λίγες μέρες όλα κρίθηκαν στην Πύδνα. Το βασίλειο των Αντιγονιδών δεν υπάρχει πλέον. Κι η Ρώμη είναι ελεύθερη ν’ ασχοληθεί μ’ αυτόν τον «Συριακό» πόλεμο που φαίνεται να έχει τόσο επικίνδυνη γι’ αυτήν κατάληξη.

Ο Αντίοχος έχει ήδη ειδοποιηθεί κι αναμένει την επίσκεψη του Ρωμαίου απεσταλμένου που την προηγούμενη μέρα έφτασε στην Αλεξάνδρεια. Ποιος ξέρει τι να περνά από το μυαλό του Σελευκίδη. Ίσως να τα ξέρει όλα από πριν και να έχει αποδεχτεί το πεπρωμένο. Ίσως πάλι οι θρίαμβοι να έχουν θολώσει την κρίση του και να ελπίζει για το καλύτερο. Ο απεσταλμένος αυτός που τώρα περιμένει δεν είναι άλλωστε παλιός γνώριμος; Φίλος από τα νεανικά χρόνια, τα χρόνια της χρυσής αιχμαλωσίας στη Ρώμη, όταν ο Αντίοχος είχε σταλεί όμηρος, ως εγγύηση για την τήρηση της τόσο επαχθούς Συνθήκης της Απάμειας. Ο Γάιος Ποπίλιος Λαίνας φτάνει στην Ελευσίνα. Ο Αντίοχος τείνει το χέρι του κι ετοιμάζεται ν’ αγκαλιάσει και να φιλήσει τον παλιό του φίλο. Εκείνος, όμως, του απαντά ψυχρά ότι οι χαιρετισμοί πρέπει να περιμένουν. Του δίνει ένα έγγραφο. Το μήνυμα της Συγκλήτου. Ο Αντίοχος διαβάζει βιαστικά, το πρόσωπό του σκοτεινιάζει. Ταραγμένος, ζητεί από τον Ποπίλιο διορία να διαβουλευθεί με τους επιτελείς και τους συμβούλους του πριν του δώσει απάντηση. Ατάραχος ο Ποπίλιος παίρνει το ραβδί του και χαράζει πάνω στο χώμα ένα κύκλο μες στον οποίο βρίσκονται εκείνος κι ο Σελευκίδης. «Βασιλιά, πρέπει να μου δώσεις την απάντηση πριν βγεις απ’ αυτόν τον κύκλο»! Ο Αντίοχος πρέπει να συνειδητοποίησε τότε το μάταιο του πράγματος: «Θα πράξω ό,τι προστάζει η Σύγκλητος»! Έπειτα από αυτό, ο Ποπίλιος αγκάλιασε και φίλησε τον βασιλιά, ενώ τα μέλη της ρωμαϊκής αντιπροσωπείας και του επιτελείου του Σελευκίδη αντάλλαξαν θερμούς χαιρετισμούς και φιλοφρονήσεις.

Τι ζήτησε η Σύγκλητος από το Σελευκίδη; Τίποτε λιγότερο από το να παραχωρήσει (επιστρέφοντάς τα στους Λαγίδες) όλα όσα είχε κερδίσει στη διάρκεια του πολέμου, Αίγυπτο και Κύπρο δηλαδή. Ουδέποτε θριαμβευτής είχε ταπεινωθεί με τέτοιο τρόπο.

«ὁ Ποπίλιος ὁ τῶν Ῥωμαίων στρατηγός, τοῦ βασιλέως πόρρωθεν ἀσπαζομένου διὰ τῆς φωνῆς καὶ τὴν δεξιὰν προτείνοντος, πρόχειρον ἔχων τὸ δελτάριον, ἐν ᾧ τὸ τῆς συγκλήτου δόγμα κατετέτακτο, προύτεινεν αὐτῷ καὶ τοῦτ᾽ ἐκέλευσε πρῶτον ἀναγνῶναι τὸν Ἀντίοχον, ὡς μὲν ἐμοὶ δοκεῖ, μὴ πρότερον ἀξιώσας τὸ τῆς φιλίας σύνθημα ποιεῖν πρὶν ἢ τὴν προαίρεσιν ἐπιγνῶναι τοῦ δεξιουμένου, πότερα φίλιος ἢ πολέμιός ἐστιν. ἐπεὶ δ᾽ ὁ βασιλεὺς ἀναγνοὺς ἔφη βούλεσθαι μεταδοῦναι τοῖς φίλοις ὑπὲρ τῶν προσπεπτωκότων, ἀκούσας ὁ Ποπίλιος ἐποίησε πρᾶγμα βαρὺ μὲν δοκοῦν εἶναι καὶ τελέως ὑπερήφανον: ἔχων γὰρ πρόχειρον ἀμπελίνην βακτηρίαν περιέγραφε τῷ κλήματι τὸν Ἀντίοχον ἐν τούτῳ τε τῷ γύρῳ τὴν ἀπόφασιν ἐκέλευσε δοῦναι περὶ τῶν γεγραμμένων: ὁ δὲ βασιλεὺς ξενισθεὶς τὸ γινόμενον καὶ τὴν ὑπεροχήν, βραχὺν χρόνον ἐναπορήσας ἔφη ποιήσειν πᾶν τὸ παρακαλούμενον ὑπὸ Ῥωμαίων. οἱ δὲ περὶ τὸν Ποπίλιον τότε τὴν δεξιὰν αὐτοῦ λαμβάνοντες ἅμα πάντες ἠσπάζοντο φιλοφρόνως. ἦν δὲ τὰ γεγραμμένα λύειν ἐξ αὐτῆς τὸν πρὸς Πτολεμαῖον πόλεμον» (Πολύβιος, ΚΘ΄, 27, 2-7).

Ο παρεξηγημένος: ο Αντίοχος Δ΄ ο Επιφανής είναι κατά πάσα πιθανότητα ο πιο παρεξηγημένος μονάρχης της Ελληνιστικής Περιόδου. Η ατυχής για τον Αντίοχο συγκυρία, τουλάχιστον όσον αφορά την υστεροφημία του κατά τον Μεσαίωνα και τους Νεότερους Χρόνους, έγκειται στο ότι υπήρξε ο αντίπαλος του ιουδαϊκού έθνους κατά την εξέγερση των Μακκαβαίων, η οποία οδήγησε στην επανίδρυση ανεξάρτητου ιουδαϊκού κράτους. Λογικό ήταν ο Αντίοχος να πάρει τον ρόλο του απόλυτου κακού και στον ιδρυτικό μύθο του κράτους αυτού και στην μεταγενέστερη εβραϊκή παράδοση. Επιπροσθέτως, η αφομοίωση της τελευταίας από τον χριστιανισμό εξασφάλισε τη διαιώνιση της αρνητικής εικόνας του Σελευκίδη ηγεμόνα: οι Μακκαβαίοι υπήρξαν το πρότυπο του ευγενούς πολεμιστή για τους ιππότες του Μεσαίωνα. Οι Ιωαννίτες Ιππότες έφτασαν μέχρι το σημείο να κατασκευάσουν τη μυθική γενεαλογία τους, έχοντας αναγάγει τις ρίζες τους ακριβώς στους Μακκαβαίους! Έτσι, στη χριστιανική παράδοση ο δυστυχής Αντίοχος κατέληξε να εμφανίζεται ως… Αντίχριστος!

Με τις σχέσεις Αντίοχου και Ιουδαίων, για τις οποίες τόσα έχουν γραφεί, είχαμε ασχοληθεί και στο παρελθόν (έστω και όχι αναλυτικά). Θα υπενθυμίσουμε απλώς ότι ο Αντίοχος ουσιαστικά ενήργησε όπως κι ο οποιοσδήποτε ηγεμόνας που έρχεται αντιμέτωπος με μια εξεγερμένη επαρχία και κινδυνεύει να απωλέσει την κυριαρχία του επί εδαφών και, κυρίως, φόρους που ήλπιζε να εισπράξει. Κανένα ιστορικό στοιχείο δεν μας υποχρεώνει να ερμηνεύσουμε τον ιουδαϊκό πόλεμο του Επιφανούς ως αναμέτρηση Ελληνισμού και Ιουδαϊσμού. Κι αν υπάρχει σε κάποιο βαθμό το στοιχείο της πολιτισμικής σύγκρουσης, αυτή η σύγκρουση αφορά πρωτίστως τάσεις που εκδηλώθηκαν στο εσωτερικό της ιουδαϊκής κοινότητας.

Ωστόσο, η δυσφήμηση του Επιφανούς δεν οφείλεται μόνο στην ιουδαιοχριστιανική παράδοση: έχει τις ρίζες της στην ίδια την εποχή του Σελευκίδη ηγεμόνα και στη μεταγενέστερη «κλασσική» γραμματεία. Δεν χρειάζεται τίποτε περισσότερο από το να θυμηθούμε τις ιστορίες για τον Αντίοχο που τριγυρνά μεταμφιεσμένος στα καπηλειά της Αντιόχειας συναναστρεφόμενους υποκείμενα της τελευταίας υποστάθμης ή τα λογοπαίγνια «Επιφανής = Επιμανής (δηλ. τρελός για δέσιμο)». Πρόκειται για τις φήμες και τα κουτσομπολιά που μας διασώζει ο Αθήναιος (Δειπνοσοφισταί, Ε΄, 193 δ΄, και Ι΄, 439 α΄), διαβεβαιώνοντάς μας πως προέρχονται από το εικοστό έκτο βιβλίο της Ιστορίας του Πολύβιου. Το μάθημά μας, πάντως, το έχουμε κατανοήσει και ξέρουμε καλά ότι δεν είναι απαραίτητο να παίρνουμε τοις μετρητοίς οτιδήποτε προέρχεται από συγγραφέα της Αρχαιότητας, όσο αξιόπιστος κι αν είναι.

Ι. Σφετεριστής και κάτοχος δοτής εξουσίας;

Α. Από τη γέννηση του Αντίοχου έως την ομηρεία στη Ρώμη

Ενδεικτικό του ελλιπούς χαρακτήρα των γνώσεών μας, ακόμη και για πολύ γνωστές φυσιογνωμίες της Ιστορίας της Αρχαιότητας, είναι το γεγονός ότι αγνοούμε την ακριβή χρονολογία γέννησης του Αντίοχου Δ΄. Η συνηθέστερα αναφερόμενη χρονολογία (-215) δεν είναι παρά η απώτατη δυνατή. Ο Δανός ιστορικός Όττο Μέρκολμ, συγγραφέας της σημαντικότερης ίσως μονογραφίας για τον Σελευκίδη μονάρχη, υπέθετε ότι ο Αντίοχος ο Μέγας και η Λαοδίκη απέκτησαν τον μετέπειτα Επιφανή, τρίτο κατά σειρά γιο τους, μεταξύ 215 και 210 π.Χ., πιθανολογώντας την ηλικία του τελευταίου κατά την άνοδό του στον θρόνο βάσει της εικόνας του στα πρώτα νομίσματά του («Antiochus IV of Syria», Gyldendalse Boghandel, Κοπεγχάγη 1966). Ο Εντουάρ Βιλλ, από τη μεριά του, θεωρούσε πιθανότερη μια χρονολογία κοντά στο 205 (Edouard Will «Histoire politique du monde hellénistique», Presses universitaires de Nancy, 2η έκδ. 1979-1982, επανέκδ. Seuil, Παρίσι 2003, τ. ΙΙ, σελ. 353). Μια πρόσφατη μελέτη υπολογίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια τη ζητούμενη χρονολογία στο 212 π.Χ. Αρκετοί, βασιζόμενοι σε νύξεις του Τίτου Λίβιου και του Αθήναιου, υποστηρίζουν ότι ο Αντίοχος ονομαζόταν αρχικά Μιθριδάτης κι ότι πήρε το όνομα με το οποίο βασίλεψε αργότερα όταν πέθανε μετά από ασθένεια (το -193;) ο μεγαλύτερος αδελφός του που ονομαζόταν κι αυτός Αντίοχος.

Όπως είναι φυσικό, η ζωή του Επιφανούς καθορίσθηκε από τα μεγάλα γεγονότα που σημάδεψαν την πορεία του βασιλείου του πατέρα του. Κι αν οι αρχικές επιτυχίες του Αντίοχου του Μεγάλου, στο Ιράν και την Κοίλη Συρία, τοποθετούν το απόγειο της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών γύρω στο 200 π.Χ., η συντριβή της Μαγνησίας, η ανεξήγητη απροθυμία του μεγάλου βασιλέα να επιδιώξει μια δεύτερη ευκαιρία στη σύγκρουση με τη Ρώμη και την Πέργαμο και η ταπεινωτική συνθήκη της Απάμειας (188) βυθίζουν το κράτος της Αντιόχειας (όπως είχαμε δει σε παλαιότερη ανάρτηση) σε συνθήκες βαθιάς κρίσης. Για να διασφαλίσουν την τήρηση των όρων της συνθήκης, οι Ρωμαίοι ζητούν την παράδοση είκοσι ομήρων: ανάμεσά τους βρίσκεται κι ο νεαρός πρίγκιπας Αντίοχος. Επρόκειτο φυσικά για αιχμαλωσία σε χρυσό κλουβί φιλοξενίας αντάξιας ενός πρίγκιπα. Στα χρόνια της παραμονής του στη Ρώμη, ο Αντίοχος έχει την ευκαιρία να συνάψει σχέσεις φιλίας με πολλούς Ρωμαίους αριστοκράτες, να μελετήσει από κοντά το πολίτευμα, τους θεσμούς και το δικαστικό σύστημα της Ρώμης, να καλλιεργήσει τα πνευματικά του ενδιαφέροντα. Σε χρόνο άγνωστο σε μας, πάντως, έρχεται η στιγμή της… αλλαγής φρουράς: ο Αντίοχος αντικαθίσταται ως όμηρος από τον ανηψιό του Δημήτριο, πρωτότοκο γιο του βασιλιά Σέλευκου Δ΄, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον Αντίοχο Γ΄ στα τέλη του 188. Για ποιο λόγο δέχθηκε ο Σέλευκος να παραδώσει τον διάδοχό του; Προφανώς γιατί δεν θα είχε άλλη επιλογή: βρισκόταν σε αδυναμία να αποπληρώσει εμπρόθεσμα την οφειλόμενη στη Ρώμη πολεμική αποζημίωση. Ο Αντίοχος από την πλευρά του, αφήνοντας τη Ρώμη δεν επέλεξε να επιστρέψει στη Συρία, αλλά προτίμησε να πάει να ζήσει στην Αθήνα για να απολαύσει την πνευματική ζωή της.

Β. Στον θρόνο της Αντιόχειας

α. Η σκοτεινή άνοδος: Κανένας Σελευκίδης δεν είχε ως τότε κληθεί να βασιλέψει σε τόσο αντίξοες συνθήκες όσο ο Σέλευκος Φιλοπάτωρ: με μεγάλες εδαφικές απώλειες (ό,τι βρισκόταν στα δυτικά του Ταύρου), υποχρέωση αφοπλισμού, τσαλακωμένο γόητρο (κι άρα μικρές δυνατότητες άσκησης αποτελεσματικής διπλωματίας) και οφειλή υπέρογκης πολεμικής αποζημίωσης και, τέλος, με τον διάδοχό του όμηρο, έχει ουσιαστικά δεμένα τα χέρια του. Η άτυχη βασιλεία του τερματίζεται άδοξα και πρόωρα το 175 όταν τον δολοφονεί ο «επί των πραγμάτων» (ο πρωθυπουργός του, δηλαδή) Ηλιόδωρος. Απλή ανακτορική ίντριγκα (ο Ηλιόδωρος είχε πιθανότατα έρθει σε ρήξη με τον Σέλευκο, ίσως για τους αδέξιους χειρισμούς του στο ιουδαϊκό ζήτημα, και μπορεί να έκρινε ότι δεν είχε άλλο τρόπο για να σώσει τον εαυτό του) ή σχέδιο συνωμοσίας που εξυφάνθηκε στην Πέργαμο και στη Ρώμη, ενδεχομένως εν γνώσει αυτού που επρόκειτο να επωφεληθεί από τον θάνατο του βασιλιά; Ως συνήθως, η απάντηση αγνοείται, οι υποθέσεις επιτρέπονται. Σε κάθε περίπτωση, μαθαίνοντας τη δολοφονία του αδελφού του, ο Αντίοχος άφησε την Αθήνα και βρέθηκε στην Πέργαμο. Εκεί, ο βασιλιάς Ευμένης του έδωσε το βασιλικό διάδημα και έδωσε εντολή στον αδελφό του, τον Άτταλο, να συνοδέψει τον Σελευκίδη στην Αντιόχεια. Λίγες εβδομάδες αργότερα έφτανε κι από τη Ρώμη η επίσημη αναγνώριση της Συγκλήτου [Claire Préaux «Le Monde Hellénistique (La Grèce et l’Orient, 323-146 av. J.-C.)», coll. Nouvelle Clio, PUF, Παρίσι 2002 (4η έκδ., 1η έκδ. 1978), τ. 1, σελ. 168].

Φτάνοντας στην Αντιόχεια, την οποία είχε ήδη εγκαταλείψει ο συνωμότης βασιλοκτόνος Ηλιόδωρος, ο Επιφανής βρήκε στον θρόνο τον ανήλικο συνονόματο ανηψιό του, τον οποίο είχαν ανακηρύξει βασιλιά κύκλοι της αυλής. Απ’ ό,τι φαίνεται, ο Αντίοχος ανέχτηκε για λίγα χρόνια τον νεαρό συμβασιλέα του, αλλά έπειτα διέταξε έναν «υπουργό» του, τον Ανδρόνικο, να δολοφονήσει τον μικρό! Όλα αυτά καταγράφονται με αρκετές επιφυλάξεις, γιατί η βασική μαρτυρία είναι ένα απόσπασμα του Διόδωρου (Λ΄, 7, 2) όπου γίνεται λόγος για τη δολοφονία κάποιοι Αντιόχου του Σελεύκου από κάποιον Ανδρόνικο. Ένα βαβυλωνιακό χρονικό, από την άλλη, αναφέρει τη θανάτωση ενός Σελευκίδη τον Οκτώβριο του 170 π.Χ., μόνο που τον ονομάζει Αντίοχο Αντιόχου! Πριν τρέξουμε να δεχτούμε την παράτολμη εκδοχή ότι ο Επιφανής σκότωσε τον ίδιο του τον γιο, είναι πιο φρόνιμο να ακολουθήσουμε την οικονομικότερη εξήγηση, αυτή του Μέρκολμ (όπ.π., σελ. 38 επ.) και του Βιλλ (όπ.π., τ. ΙΙ, σελ. 306): αναγνωρίζοντας τον μικρό συνονόματό του ως συμβασιλέα, ο Αντίοχος τον υιοθέτησε κιόλας.

β. ο Αντίοχος πεφωτισμένος μονάρχης: Όπως διαπιστώνουμε, ο Αντίοχος ξεκινά τη βασιλική σταδιοδρομία του με βαρίδια στα πόδια. Αποκτά την εξουσία με τις ευλογίες των δύο αντιπάλων του βασιλείου του και μετά τη δολοφονία του αδελφού του, έγκλημα στο οποίο ίσως και να μην είναι αμέτοχος. Λερώνει τα χέρια του με το αίμα του ανηψιού του. Και κληρονομεί από τον αδελφό του σημαντικό μέρος του χρέους προς τη Ρώμη, το οποίο κανονικά θα έπρεπε να έχει ήδη αποπληρωθεί. Τέλος, η υποστήριξη της Ρώμης δεν είναι βεβαίως άδολη: ανά πάσα στιγμή, με την παραμικρή λάθος κίνηση, ο Αντίοχος διατρέχει τον κίνδυνο να δει τον ανηψιό του Δημήτριο (τυπικά νόμιμο διάδοχο του θρόνου) να αποβιβάζεται μαζί με κάποιο Ρωμαίο αξιωματούχο (Will, όπ.π., σελ. 307).

Κι όμως… Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Αντίοχου αναδεικνύουν έναν ικανό μονάρχη, αφοσιωμένο στην αναδιοργάνωση του κράτους του. Μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, στη διοικητική οργάνωση και τους θεσμούς των πόλεων, στο δικαστικό σύστημα, εμπνευσμένες πιθανώς σε σημαντικό βαθμό από τα ρωμαϊκά πρότυπα. Ανασυγκρότηση των στρατιωτικών δυνάμεων του βασιλείου (κατά παράβαση των όρων της Συνθήκης της Απάμειας. Κι επιπλέον πλήθος χορηγιών και δωρεών προς τις πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Μικράς Ασίας. Με πιο φιλόδοξο σχέδιο στην κατηγορία αυτή την ανέγερση του μεγαλοπρεπούς ναού του Ολυμπίου Διός στην Αθήνα (ήδη το 174 π.Χ. αναθέτει στον Ρωμαίο αρχιτέκτονα Δέκιμο Κοσσούτιο την εκπόνηση των σχεδίων). Προσφορά αντάξια αυτού που ήδη έχει υιοθετήσει τη λατρευτική επίκληση του Θεού Επιφανούς στην αγαπημένη πόλη του.

Όσον αφορά την εξωτερική πολιτική, οι κινήσεις του Αντίοχου είναι μετρημένες. Δεν πρέπει, άλλωστε, να ενοχληθούν η Πέργαμος κι η Ρώμη. Αν υπάρχει κάποιο σχέδιο εκστρατείας αυτό πρέπει να έχει να κάνει με τις Άνω Σατραπίες και τον ιρανικό χώρο ειδικότερα. Τα επιτεύγματα της «Αναβάσεως» του πατέρα του αποδεικνύονται εύθραυστα, ενώ οι Πάρθοι γίνονται ξανά απειλητικοί. Ο σχεδιασμός είναι λογικός, αλλά γίνεται χωρίς να λάβει υπόψη την παραφροσύνη που χαρακτηρίζει κάποιες κλίκες των ανακτόρων της Αλεξάνδρειας…

ΙΙ. Ο κακότυχος: εκστρατείες, σχέδια κι ανεκπλήρωτοι στόχοι

Α. Η σύγκρουση με την Αίγυπτο

α. Το βασίλειο των Λαγιδών μετά τον θάνατο του Πτολεμαίου του Επιφανούς και τα αίτια του πολέμου: Στις αρχές του δεύτερου αιώνα π.Χ., η Αίγυπτος βρίσκεται σε δυσχερή θέση. Απουσία ισχυρής εξουσίας, εσωτερικά προβλήματα, με εξεγέρσεις του ιθαγενούς πληθυσμού, οικονομική κρίση που την επιδείνωσε η απώλεια της Κοίλης Συρίας και των εισοδημάτων της. Μετά τον θάνατο του Πτολεμαίου Ε΄ του Επιφανούς, η αντιβασιλεία ασκείται από τη βασίλισσα Κλεοπάτρα Α΄ (κόρη του Αντίοχου Γ΄ και αδελφή του Αντίοχου του Επιφανούς) στο όνομα του ανήλικου γιου της, του Πτολεμαίου Φιλομήτορος. Όταν η Κλεοπάτρα πεθαίνει, το -176, η εξουσία περνά σε δύο αυλικούς, τον Ευλαίο και τον Ληναίο. Αμφότεροι φαίνεται να ενσαρκώνουν το γνωστό πρότυπο του διεφθαρμένου κι ανάξιου αυλικού. Οπωσδήποτε αποδεικνύονται πολύ κατώτεροι των κρίσιμων περιστάσεων της εποχής. Όλες πάντως οι πηγές συμφωνούν στο ότι αυτοί οι δύο είναι οι εμπνευστές της πολεμικής σύγκρουσης με τη Συρία.

Ο Εντουάρ Βιλλ αναρωτιόταν εύλογα για το ποιοι λόγοι μπορεί να ώθησαν τους δύο αντιβασιλείς σε ένα πόλεμο που, εκ των υστέρων και με τα στοιχεία που διαθέτουμε, ισοδυναμούσε με αυτοκτονία για το κλονισμένο βασίλειο των Λαγιδών: κίνηση αντιπερισπασμού που θα μπορούσε να εδραιώσει τη θέση του Ευλαίου και του Ληναίου ως κατόχων της εξουσίας στην Αλεξάνδρεια; Η ιδέα ότι η ανάκτηση της πλούσιας Κοίλης Συρίας θα βοηθούσε να ξεπεραστούν τα οικονομικά προβλήματα της Αιγύπτου; Αβάσιμες πληροφορίες ότι η θέση του Αντίοχου στην εξουσία ήταν σε κίνδυνο: ή ότι ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει προς το Ιράν για να αντιμετωπίσει την παρθική απειλή; ή, μήπως, ότι πολλοί στην Κοίλη Συρία νοσταλγούσαν την πτολεμαϊκή διοίκηση κι ήταν έτοιμοι να βοηθήσουν στην επιστροφή της ( όπ.π., σελ. 313); Ό,τι κι αν συνέβη στην πραγματικότητα, τα στοιχεία δείχνουν ότι η απόφαση για πόλεμο κατά των Σελευκιδών είχε παρθεί στην Αλεξάνδρεια από πολύ νωρίς: πρεσβεία του Αντίοχου, η οποία, μάλλον το -175, είχε μεταβεί στην Αλεξάνδρεια για να παραστεί είτε στον γάμο του Φιλομήτορος με την αδελφή του είτε στα πρωτοκλήσιά του (την πρώτη επίσημη εκφώνηση των τίτλων του), συνάντησε τέτοια εχθρότητα που οι απεσταλμένοι μόλις επέστρεψαν στην Αντιόχεια ενημέρωσαν τον βασιλιά τους ότι θα έπρεπε να ετοιμάζεται για πόλεμο με τους Λαγίδες:

«Ἀποσταλέντος δὲ εἰς Αἴγυπτον Ἀπολλωνίου τοῦ Μενεσθέως διὰ τὰ πρωτοκλίσια τοῦ Φιλομήτορος βασιλέως μεταλαβὼν Ἀντίοχος ἀλλότριον αὐτὸν τῶν αὐτοῦ γεγονέναι πραγμάτων τῆς καθ’ αὑτὸν ἀσφαλείας ἐφρόντιζεν» (Μακκαβαίων Β΄, 4, 21).

Η άφρων πρωτοβουλία των αντιβασιλέων της Αλεξάνδρειας ίσως και να εξυπηρετούσε τους υπόλοιπους ενδιαφερόμενους. Ο Αντίοχος γνώριζε ότι ο στρατός των Λαγιδών δεν ήταν ιδιαιτέρως αξιόμαχος. Και καθώς η Συνθήκη της Απάμειας δεν περιείχε καμία σχετική απαγόρευση, η Αίγυπτος θα μπορούσε να αποτελέσει έναν επιτρεπόμενο και εφικτό στόχο εδαφικής επέκτασης. Όσο για τους Ρωμαίους, απασχολημένοι με τα προβλήματα που τους προκαλούσε ο Περσέας, υπολόγιζαν ότι μια σύρραξη μεταξύ Αιγύπτου και Συρίας θα απέκλειε κάθε ενδεχόμενο να βοηθήσει η μία ή η άλλη τη Μακεδονία.

β. Πρώτη φάση του Στ΄ «Συριακού» Πολέμου: Η Αλεξάνδρεια (όπου τα αδέλφια του Φιλομήτορος ανακηρύχθηκαν συμβασιλείς του) κήρυξε τον πόλεμο που κατά σύμβαση ονομάζουμε Στ΄ Συριακό το 170. Οι εχθροπραξίες άρχισαν όμως την επόμενη χρονιά. Ο αιγυπτιακός στρατός προσπάθησε να εισβάλει στα εδάφη των Σελευκιδών με σκοπό να ανακτήσει την Κοίλη Συρία. Με την πρώτη σύγκρουση ο στρατός του Πτολεμαίου υπέστη πανωλεθρία. Οι δυνάμεις του Αντίοχου πέρασαν αμέσως στο αιγυπτιακό έδαφος, κατέλαβαν το Πελούσιο και κινήθηκαν προς δυσμάς. Στην Αλεξάνδρεια, η συντριβή έφερε ανακατατάξεις: οι Ευλαίος και Ληναίος κρίθηκαν υπεύθυνοι της στρατιωτικής συμφοράς, εκδιώχθηκαν και τη θέση τους πήραν δύο αντίπαλοί τους, ο Κινέας και ο Κομανός που ζήτησαν διαπραγματεύσεις. Ο Αντίοχος δεν τις αρνήθηκε, αλλά συνέχισε την προέλασή του φτάνοντας μέχρι τα περίχωρα της Αλεξάνδρειας. Ο Σελευκίδης συνάντησε τον (ανηψιό του) βασιλιά της Αιγύπτου και ήρθαν σε συμφωνία, οι όροι της οποίας θα έθεταν προφανώς την Αίγυπτο υπό την κηδεμονία του Αντιόχου. Το γεγονός προκάλεσε αντιδράσεις στην πρωτεύουσα, όπου μόνος βασιλιάς ανακηρύχθηκε ο νεότερος αδελφός του Φιλομήτορος. Ο Αντίοχος επιχείρησε να καταλάβει την Αλεξάνδρεια, αλλά διαπιστώνοντας (τέλος του 169) ότι αυτό ήταν αδύνατο γύρισε στο βασίλειό του, κρατώντας το Πελούσιο και κάποια άλλα αιγυπτιακά εδάφη και περιμένοντας να βοηθήσει τα σχέδιά του ο ενδεχόμενος εμφύλιος μεταξύ των δυο Πτολεμαίων.

γ. Δεύτερη φάση του Στ΄ «Συριακού» Πολέμου: η ταπείνωση της Ελευσίνας. Αντί όμως να επακολουθήσει εμφύλιος, συνέβη αυτό που δεν υπολόγιζε ή, πάντως, απευχόταν ο Αντίοχος. Από τη Μέμφιδα, όπου είχε καταφύγει, ο Φιλομήτωρ ήρθε σε συνεννόηση και συμφιλιώθηκε με την αδελφή και τον μικρό αδελφό του. Ο πόλεμος ξανάρχιζε. Αυτή τη φορά ο Σελευκίδης δεν μπορούσε να ισχυρισθεί ότι βρισκόταν σε θέση άμυνας ή ότι εισέβαλε στην Αίγυπτο για να προστατέψει τον Φιλομήτορα με τον οποίο είχε συνάψει συμφωνία. Η μόνη δικαιολογία που μπορούσε να προβάλει ήταν ότι ο Φιλομήτωρ είχε παραβιάσει τη συμφωνία τους. Σε κάθε περίπτωση, τα πράγματα ήταν πολύ απλούστερα για τον Επιφανή σε πρακτικό επίπεδο. Κάνοντας σχεδόν περίπατο απέκτησε τον έλεγχο σχεδόν ολόκληρης της Αιγύπτου. Η μόνη ελπίδα των Πτολεμαίων ήταν η εξωτερική βοήθεια. Για τον σκοπό αυτό προσέγγισαν την Αχαϊκή Συμπολιτεία, αλλά φαίνεται ότι προσέκρουσαν στις αντιρρήσεις της Ρώμης. Αυτή ακριβώς ήταν κι η τελευταία ελπίδα τους. Άλλωστε οι ρωμαϊκές λεγεώνες που πολεμούσαν τους Μακεδόνες ανεφοδιάζονταν με αιγυπτιακό σιτάρι. Οι Λαγίδες ζήτησαν τη διαμεσολάβηση της Ρώμης. Αυτή τη φορά, η Σύγκλητος έστειλε διπλωματική αντιπροσωπεία υπό τον Γάιο Ποπίλιο Λαίνα, σημαντική προσωπικότητα και παλιό γνώριμο του Αντίοχου. Φυσικά, σε θέματα πολιτικής ο Ρωμαίος αξιωματούχος που εκπροσωπεί τη χώρα του δεν πρόκειται να υπολογίσει την όποια φιλία του με κάποιον ξένο μονάρχη. Αποκλειστικό του μέλημα είναι να φέρει σε πέρας την αποστολή του υπερασπίζοντας κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντα της Ρώμης.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι η Σύγκλητος έδωσε στον Ποπίλιο οδηγίες να χειριστεί την υπόθεση αναλόγως της εξέλιξης του Μακεδονικού Πολέμου. Ο πρέσβης θα πρέπει επομένως να είχε στα χέρια του δύο διαφορετικά μηνύματα της Συγκλήτου προς τον Αντίοχο. Ένα σκληρό τελεσίγραφο σε περίπτωση νίκης των Ρωμαίων στον πόλεμο κατά του Περσέα κι ένα πιο διαλλακτικό κείμενο σε περίπτωση που εξακολουθούσε να επικρατεί στασιμότητα στο μακεδονικό μέτωπο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ποπίλιος δεν βιάστηκε να μεταβεί στην Αλεξάνδρεια ή να συναντήσει τον Αντίοχο. Αντίθετα, την άνοιξη του 168 π.Χ. πήγε στη Δήλο όπου και περίμενε την έκβαση των συγκρούσεων στη Μακεδονία. Μόνο όταν πληροφορήθηκε τον ρωμαϊκό θρίαμβο στην Πύδνα (Ιούνιος 168 π.Χ.) ξεκίνησε και μέσω Ρόδου έφτασε στην Αλεξάνδρεια (μέσα Ιουλίου). Ακολούθησε η συνάντηση με τον Αντίοχο στην Ελευσίνα που περιγράψαμε στην αρχή. Δεν γνωρίζουμε το περιεχόμενο της απόφασης της Συγκλήτου που παρέδωσε ο Ποπίλιος στον Αντίοχο και ποιες ακριβώς ήταν οι απειλές που περιείχε. Πιθανώς να αρκούσε η αναφορά του ότι μη συμμόρφωση του Αντίοχου προς τις επιταγές της Συγκλήτου θα οδηγούσε τη δεύτερη να μην τον θεωρεί πλέον φίλο της Ρώμης. Ίσως πάλι το μήνυμα να περιείχε σαφείς απειλές όχι μόνον πολέμου, αλλά και απελευθέρωσης του Δημήτριου κι αποστολής του στη Συρία με τις ευλογίες της Ρώμης ως νομίμου κατόχου του θρόνου της Αντιόχειας (Will, όπ.π., σελ. 322). Όποιο, πάντως, κι αν ήταν το ακριβές περιεχόμενο, ο Επιφανής συμμορφώθηκε προς τις ρωμαϊκές απαιτήσεις. Τα στρατεύματά του εκκένωσαν την Αίγυπτο και την Κύπρο. Όλα τα κέρδη από τον Στ΄ Συριακό Πόλεμο έγιναν καπνός. Και ο Αντίοχος, κάνοντας την καρδιά του πέτρα, αμέσως μετά την επιστροφή του στην πρωτεύουσά του, έστειλε πρεσβεία στη Ρώμη για να συγχαρεί τη φίλη και σύμμαχο για τον θρίαμβό της στην Πύδνα. Η ταπείνωση είχε ολοκληρωθεί. Όπως επισήμαινε τόσο εύστοχα ο Βιλλ ( όπ.π.).

«Ο Αντίοχος, που νόμισε ότι μπορούσε να δράσει κατά το δοκούν σε μια ζώνη όπου εκτιμούσε ότι δεν επεκτείνονταν τα ρωμαϊκά συμφέροντα, έπεφτε ξανά, με βία κατά μείζονα λόγο προσβλητική από τη στιγμή που δεν είχε ασκηθεί με τη δύναμη των όπλων, στην αρχική του κατάσταση του μονάρχη τον οποίον απλώς ανέχεται η Ρώμη υπό τον όρο ότι δεν θα ξεπεράσει τα όρια που εκείνη καθορίζει».

Β. Η εκστρατεία στην Ανατολή

α. Από την Ελευσίνα στη Δάφνη: Για πολλούς ιστορικούς η ταπείνωση της Ελευσίνας πρέπει να ήταν η χαριστική βολή στην εύθραυστη ψυχική ισορροπία του μονάρχη. Ο Ταρν, από την άλλη, ήταν ένας από τους πρώτους που υποστήριξε ότι μετά την Ελευσίνα, ο Επιφανής αντέδρασε ψύχραιμα στην, αναμενόμενη, δυσμενή εξέλιξη, διαγράφοντας αμέσως ένα αποτυχημένο κεφάλαιο της σταδιοδρομίας του και αφοσιώθηκε εκ νέου στα σχέδια για την εκστρατεία στις Άνω Σατραπείες, των οποίων την υλοποίηση είχε εμποδίσει η αναγκαστική εμπλοκή του στον πόλεμο με την Αίγυπτο (W. W. Tarn «The Greeks in Bactria & India», Cambridge University Press, 2η έκδ. 1951, 3η αναθεωρημένη 1997). Ο Βιλλ θεωρούσε ιδιαιτέρως ελκυστική την εξήγηση αυτή, καθόσον αντικαθιστά μια φερόμενη ως παθολογική συμπεριφορά με τη λογική (όπ.π., σελ. 347). Σε κάθε περίπτωση, ο Σελευκίδης δεν φαίνεται να απασχολεί τα χρονικά μέχρι την άνοιξη του -166 και τη διοργάνωση των περίλαμπρων εορτών της Δάφνης.

Σ’ αυτό το αριστοκρατικό προάστιο της Αντιόχειας, ο Επιφανής διοργάνωσε τις μεγαλύτερες γιορτές που είχε δει ως τότε ο κόσμος της Αρχαιότητας. Οι γιορτές της Δάφνης περιλάμβαναν συμπόσια, πομπές και συμβολικές αναπαραστάσεις, αγώνες μονομάχων (κατά τα ρωμαϊκά γούστα που είχε αποκτήσει ο Αντίοχος στα χρόνια της παραμονής του στην Αιώνια Πόλη) και εντυπωσιακές παρελάσεις στρατευμάτων. Όπως είναι αναμενόμενο, αρχαίοι και σύγχρονοι ερμήνευσαν τις διαρκείας ενός μηνός γιορτές ως ένδειξη της μεγαλομανίας του Αντίοχου. Χρειάζονται, πάντως, περισσότερα για τη διοργάνωση εορτών τέτοιου μεγέθους. Οι αρχαίοι θεωρούσαν ότι στόχος του Επιφανούς ήταν να ανταγωνισθεί τις γιορτές που διοργάνωσε στη Αμφίπολη την άνοιξη του -167 ο θριαμβευτής της Πύδνας Αιμίλιος Παύλος. Πιο πιθανό είναι η πανήγυρις της Δάφνης να αποσκοπούσε να δοξάσει το κύρος και την ισχύ του κράτους των Σελευκιδών: η ισχύς είχε στρατιωτικά αποδειχθεί στην Αίγυπτο (παρά το διπλωματικό ατύχημα της Ελευσίνας), άλλωστε ο Αντίοχος είχε προσθέσει στους τίτλους του και αυτόν του Νικηφόρου. Κι επρόκειτο να επιβεβαιωθεί με τη σχεδιαζόμενη εκστρατεία στην Ανατολή… Επισημαίνουμε παρεμπιπτόντως, και την ευφάνταστη ερμηνεία του Ταρν: στηριζόμενος σε κάποια νομίσματα του Ευκρατίδη, ο οποίος καθίσταται ηγεμόνας της Βακτριανής εκείνη την εποχή, όπου απεικονίζονται πιθανώς οι γονείς του, ο Ηλιοκλής και η Λαοδίκη, ο Ταρν συμπέρανε ότι ο Ευκρατίδης ήταν από την πλευρά της μητέρας του εξάδελφος του Επιφανούς και ότι επιχείρησε να ανακτήσει τη Βακτριανή για λογαριασμό των Σελευκιδών (όπ.π., σελ. 94 επ.). Σε μια τέτοια περίπτωση, οι τελετές της Δάφνης γιόρταζαν την επιστροφή της Βακτριανής στην αυτοκρατορία. Στα άρθρα μας για την εποποιία των Ελλήνων της Βακτριανής εκθέσαμε ήδη τους λόγους για τους οποίους η θεωρία του Βρετανού ιστορικού έχει ελάχιστες πιθανότητες να ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα.

Στη Δάφνη ο Αντίοχος παρέταξε 50.000 άνδρες. Η παρέλαση τόσο μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων αποτελεί ισχυρότατη ένδειξη επικείμενης εκστρατείας με ιδιαίτερα φιλόδοξους στόχους. Και στόχος μιας τέτοιας εκστρατείας θα μπορούσαν να είναι μόνον οι Άνω Σατραπείες κι ο ευρύτερος ιρανικός χώρος. Άλλωστε, η Σύγκλητος, θορυβημένη από το μέγεθος των στρατευμάτων που είχε συγκεντρώσει ο Επιφανής, έστειλε πρεσβεία λίγο μετά τις γιορτές της Δάφνης για να διερευνήσει τις προθέσεις του Σελευκίδη. Το γεγονός ότι οι συγκλητικοί άφησαν την Αντιόχεια απολύτως καθησυχασμένοι μάλλον αποδεικνύει ότι ο Επιφανής στόχευε στην Ανατολή (Will, όπ.π., σελ. 346/ Geneviève Hoffmann σε C. Grandjean, G. Hoffmann, L. Capdetrey, J.-Y. Carrez-Maratray «Le monde hellénistique», coll. U- Histoire, εκδ. Armand Colin, Παρίσι, 2008, σελ. 70-71).

β. Η βιαίως διακοπείσα εκστρατεία στις Άνω Σατραπείες: Είναι βέβαιο ότι ο Επιφανής είχε βάσιμους λόγους για να εκστρατεύσει στα ανατολικά. Όχι μόνο σε μια προσπάθεια να μιμηθεί την πολυθρύλητη Ανάβαση του πατέρα του, αλλά πρωτίστως γιατί τα αποτελέσματα ακριβώς εκείνης της εκστρατείας (και τουλάχιστον όσα από αυτά ήταν ουσιαστικά) αποδείχθηκαν εξαιρετικά πρόσκαιρα. Δεν είναι τυχαίο ότι, ενώ στη Μάχη της Μαγνησίας είχαν πολεμήσει με τον Αντίοχο Γ΄ πολυάριθμα ιρανικά στρατεύματα, στις παρελάσεις της Δάφνης οι Ιρανοί απουσιάζουν (Πολύβιος, Λ΄, 25-26/ Préaux όπ.π., τ. 1, σελ. 170/ Will, όπ.π., σελ. 348). Φυσικά, το εύρος των σχεδίων του Επιφανούς μας είναι άγνωστο. Στόχευαν απλώς στην αποκατάσταση της τάξης και την επιβεβαίωση της ηγεμονίας των Σελευκιδών σε κάποιες από τις δυτικές Άνω Σατραπείες (Αρμενία, Μηδία, Περσία); Στην αντιμετώπιση του παρθικού κινδύνου, μια και ο νέος ηγεμόνας των Πάρθων, ο  Μιθριδάτης Α΄ Αρσάκης Ε΄, αποτινάσσει τους όποιους δεσμούς υποτέλειας του βασιλείου του και καθιστά σαφείς τις επεκτατικές βλέψεις του; Ή, μήπως, υπήρχε η φιλοδοξία ανάκτησης των κεντροασιατικών εδαφών του ανεξάρτητου ελληνικού βασιλείου της Βακτριανής και της Σογδιανής; Η λογική συνηγορεί υπέρ ενός συνδυασμού των δύο πρώτων εκδοχών (Will, όπ.π., σελ. 352 και 354).

Ο Αντίοχος ξεκίνησε στις αρχές του 165 π.Χ. Η πρώτη του κίνηση ήταν να ανακτήσει την Αρμενία όπου ο στράπης Αρταξίας είχε αυτονομηθεί. Έπειτα πέρασε στη Μηδία όπου προέβη σε συμβολικές πράξεις επιβεβαίωσης της ηγεμονίας των Σελευκιδών (πιθανολογείται η ίδρυση ελληνικής πόλεως δίπλα στα Εκβάτανα με το όνομα Επιφάνεια). Από εκεί μετέβη στην Ελυμαϊδα, όπου και άρχισε (;) να εκτυλίσσεται η τελευταία πράξη του δράματος. Όπως μας λέει η αρχαία παράδοση και υπό συνθήκες που θυμίζουν (ύποπτα, βλ. Préaux όπ.π., σελ. 171) την αντίστοιχη παράδοση για το θάνατο του Αντιόχου του Μεγάλου, ο Επιφανής, προσπαθώντας να εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση της εκστρατείας του, επιχείρησε χωρίς επιτυχία να λεηλατήσει τους θησαυρούς ενός ελαμιτικού ναού. Λίγο αργότερα αρρώστησε βαριά και πέθανε ενώ βρισκόταν στην Περσία (τέλος 164 π.Χ.).

«ὅτι κατὰ τὴν Συρίαν Ἀντίοχος ὁ βασιλεὺς βουλόμενος εὐπορῆσαι χρημάτων προέθετο στρατεύειν ἐπὶ τὸ τῆς Ἀρτέμιδος ἱερὸν εἰς τὴν Ἐλυμαΐδα. παραγενόμενος δ᾽ ἐπὶ τοὺς τόπους καὶ διαψευσθεὶς τῆς ἐλπίδος διὰ τὸ μὴ συγχωρεῖν τῇ παρανομίᾳ τοὺς βαρβάρους τοὺς οἰκοῦντας περὶ τὸν τόπον,ἀναχωρῶν ἐν Τάβαις τῆς Περσίδος ἐξέλιπε τὸν βίον, δαιμονήσας, ὡς ἔνιοί φασι, διὰ τὸ γενέσθαι τινὰς ἐπισημασίας τοῦ δαιμονίου κατὰ τὴν περὶ τὸ προειρημένον ἱερὸν παρανομίαν» (Πολύβιος, ΛΑ΄, 9, 1-4)

Η εκστρατεία τερματιζόταν άδοξα, ουσιαστικά πριν καν αρχίσει. Ο Επιφανής, άφηνε στον θρόνο τον ανήλικο γιο του, τον Αντίοχο Ε΄: έρμαιο των συγκρούσεων μεταξύ αυλικών και με την απειλή άμεσης επιστροφής του Δημήτριου από τη Ρώμη, ο γιος του Επιφανούς δεν είχε ουσιαστικά καμία πιθανότητα να τα καταφέρει.

Αποτίμηση: Για ποιους λόγους μπορεί να μας είναι συμπαθής η φυσιογνωμία του Αντίοχου του Επιφανούς; Προφανώς, πρόκειται καταρχάς για μια αντίδραση στην παράδοση που τον παρουσιάζει με τα μελανότερα χρώματα βασιζόμενη σε εντελώς υποθετικές ψυχολογικές ερμηνείες. Εντούτοις, όπως επισημαίνεται:

«Τρελός, πάντως, δεν ήταν σε καμία περίπτωση κι αν τα ανέκδοτα αυτά, που τον παρουσιάζουν τα μεν σαν ένα εκκεντρικό αξιαγάπητο, τα δε σαν έναν κακό με ευχάριστο χαρακτήρα, ανταποκρίνονται στην αλήθεια, αυτό θα μπορούσε να μην επηρεάσει καθόλου την πολιτική του σκέψη και τις ικανότητές του ως πολιτικού» (Will, όπ.π., σελ. 306-307).

Στην πραγματικότητα, διαθέτουμε ελάχιστα ακλόνητα ιστορικά στοιχεία για τον Αντίοχο Δ΄.  Αγνοούμε τα σχέδιά του. Οι προσπάθειές του έμειναν ανολοκλήρωτες, η βασιλεία του ήταν σύντομη και τερματίστηκε πρόωρα: «ο Επιφανής ήταν ο τελευταίος μεγάλος Σελευκίδης ή ο ολετήρας της αυτοκρατορίας του; Υπήρξε θύμα της ψυχικής ανισορροπίας του ή απρόβλεπτων εξωτερικών περιστάσεων; τα ερωτήματα αυτά δεν είναι δυνατόν να απαντηθούν» (Will, όπ.π., σελ. 353). Ίσως τελικά να είναι ακριβώς αυτά τα ερωτηματικά που καθιστούν γοητευτική την προσωπικότητα του Επιφανούς. Ανάμεσα σε ημιτελή ή εντελώς ανεκπλήρωτα σχέδια και σε απρόβλεπτα παιχνίδια της μοίρας, η αντιφατική μορφή και πορεία του Αντιόχου προσωποποιεί το δράμα της ίδιας της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών και τον άνισο διαρκή αγώνα της. Κι έπειτα, όποτε αντικρίζουμε τον Ναό του Ολυμπίου Διός είναι δύσκολο να μη νιώσουμε κάποια ευγνωμοσύνη γι’ αυτόν τον αμφιλεγόμενο μονάρχη, στον οποίο οφείλουμε ένα τέτοιο αρχιτεκτονικό κομψοτέχνημα. Ο Αδριανός απλώς διέταξε να ολοκληρωθεί η εκτέλεση των σχεδίων που είχε παραγγείλει ο Επιφανής.

Advertisements

Σφακτηρία – 425

Σεπτεμβρίου 19, 2010

 Άνοιξη του 425 π.Χ. Βρισκόμαστε στην καρδιά της πρώτης περιόδου του μεγάλου πολέμου που, λόγω των αθηνοκεντρικών πηγών μας, μάθαμε να αποκαλούμε Πελοποννησιακό. Ο αθηναϊκός στόλος που πλέει ανοιχτά της Πελοποννήσου δεν έχει επακριβώς καθορισμένη αποστολή. Ο τελικός προορισμός των 40 πλοίων είναι η Δύση, αλλά οι Αθηναίοι έχουν τρία ανοιχτά μέτωπα στην πορεία. Στην ελληνική Δύση πρέπει να βοηθήσουν τη συμμαχική πόλη του Ρηγίου, την οποία έχουν ζώσει σαν τανάλια Συρακούσιοι και Λοκροί. Πιο ανατολικά, πρέπει να βοηθήσουν το «δημοκρατικό» καθεστώς της Κέρκυρας, καθώς το νησί το έχει αποκλείσει πελοποννησιακός στόλος, ενώ στις απέναντι ακτές έχουν εγκατασταθεί οι ολιγαρχικοί Κερκυραίοι που είναι έτοιμοι να επιχειρήσουν να ανακτήσουν την εξουσία στην πατρίδα τους. Τέλος, πρέπει να συνεχιστεί η τακτική των επιδρομών στις (λακωνικές και μεσσηνιακές) ακτές της σπαρτιατικής επικράτειας. Σύμφωνα με τις οδηγίες της Εκκλησίας του Δήμου, οι τρεις αρχηγοί της αποστολής (Ευρυμέδων, Σοφοκλής και Δημοσθένης) έχουν το ελεύθερο να αποφασίσουν πώς, με ποιά σειρά ή ποιούς από τους στόχους θα προσπαθήσουν να πετύχουν, καθώς και το αν θα διαιρέσουν τις δυνάμεις τους ή όχι. Από τους τρεις, ο Δημοσθένης είναι ο μόνος που έχει στο μυαλό του ένα σαφές σχέδιο για το πώς θα μπορούσε να καταφέρει αποφασιστικό πλήγμα στον αντίπαλο. Ίσως είναι κι ο μόνος που μπορεί εκείνη τη στιγμή να υποψιαστεί ότι οι Αθηναίοι πρόκειται να εμπλακούν σε μια επιχείρηση που θα σημαδέψει την ιστορία του πολέμου και θα φέρει την πόλη μια ανάσα από την οριστική επικράτηση. 

Ι. Τα γεγονότα  

Το παράτολμο σχέδιο του Δημοσθένη: Η πρώτη στρατιωτική αποστολή που ανατέθηκε στον Δημοσθένη, γιο του Αλκισθένους, ήταν την προηγούμενη χρονιά στην Αιτωλία και στην Ακαρνανία. Στο πλαίσιό της, ο Αθηναίος στρατηγός ήρθε σε επαφή και συνεργάστηκε στενά με τους Μεσσήνιους της Ναυπάκτου. Όπως θυμόμαστε, μετά τον μεγάλο σεισμό του 465 στη Σπάρτη, ξέσπασε η πιο σημαντική εξέγερση ειλώτων της Λακωνίας και της Μεσσηνίας. Οι Μεσσήνιοι οχυρώθηκαν στην Ιθώμη, όπου αντιστάθηκαν επί μακρόν στη σπαρτιατική πολιορκία (οι αρχαίες πηγές δεν είναι σαφείς για το αν η πολιορκία διήρκεσε μέχρι το 460 ή το 456 π.Χ.). Οι Σπαρτιάτες δέχθηκαν τελικά να αφήσουν ελεύθερους τους πολιορκημένους υπό τον όρο ότι αυτοί δεν θα ξαναπατούσαν στην Πελοπόννησο. Η μεγάλη διπλωματική επιτυχία των Αθηναίων ήταν ότι πέτυχαν να εγκαταστήσουν τους πρώην είλωτες στη Ναύπακτο, σε μια εξαιρετικά στρατηγική θέση στο βορειοδυτικό άκρο του Κορινθιακού. Κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, οι Μεσσήνιοι της Ναυπάκτου επρόκειτο να αποτελέσουν ένα σπουδαίο ατού για τους Αθηναίους: γνώριζαν τέλεια την τοπογραφία της Μεσσηνίας και της Λακωνίας, είχαν διασυνδέσεις με συγγενείς και φίλους που παρέμειναν ως είλωτες στα σπαρτιατικά εδάφη, ενώ μιλούσαν τη δωρική διάλεκτο, μεγάλο πλεονέκτημα σε αποστολές αναγνώρισης και κατασκοπείας σε εχθρικό έδαφος (Paul Cartledge «Sparta and Lakonia – A Regional History 1300 to 362 BC«, 2η έκδ., Routledge, Λονδίνο και Νέα Υόρκη, 2002, σελ. 206). Ταυτόχρονα, το άσβεστο μίσος για τους Σπαρτιάτες πρώην δυνάστες τους, καθιστούσε τους Μεσσήνιους αφοσιωμένους και φανατικούς μαχητές, έτοιμους να αναλάβουν επικίνδυνες αποστολές. Ο Δημοσθένης είχε στρατολογήσει αρκετούς από αυτούς και τους είχε μαζί του. Ίσως οι Μεσσήνιοι της Ναυπάκτου να ήταν αυτοί που του έδωσαν την ιδέα για το σχέδιο που ετοιμαζόταν να θέσει σε εφαρμογή: ο Αθηναίος στρατηγός θα πρότεινε στους ομοτίμους του να αποβιβασθούν και να οχυρώσουν το Κορυφάσιο, την ομηρική Πύλο. Η θέση είχε εξαιρετική στρατηγική σημασία και βρισκόταν αρκετά κοντά στην Σπάρτη για να συνιστά απειλή για αυτήν, ταυτόχρονα όμως αρκετά μακριά ώστε οι εισβολείς να προλάβουν να οχυρώσουν καλά τις θέσεις τους πριν φτάσει οποιαδήποτε σπαρτιατική δύναμη. Λένε ότι τις αντιρρήσεις των συναδέλφων του Δημοσθένη, τις έκαμψε ένα τυχαίο γεγονός. Μια τρικυμία έφερε τον αθηναϊκό στόλο τόσο κοντά στις μεσσηνιακές ακτές που η υλοποίηση του σχεδίου του Δημοσθένη έμοιαζε σχεδόν επιβεβλημένη. Πράγματι, οι Αθηναίοι αποβιβάσθηκαν στην Πύλο και, σε λιγότερο από μια εβδομάδα, οχύρωσαν τις πιο σημαντικές θέσεις. Ο Δημοσθένης με μια μικρή δύναμη και πέντε πλοία παρέμεινε εκεί, ενώ ο Σοφοκλής κι ο Ευρυμέδων με το μεγαλύτερο μέρος του στόλου ξεκίνησαν με πρώτο προορισμό την Κέρκυρα.

Η σπαρτιατική αντίδραση: Την ώρα που οι Αθηναίοι καταλάμβαναν την Πύλο, οι Σπαρτιάτες ήταν, ως συνήθως, απασχολημένοι με κάποια θρησκευτική γιορτή. Τα νέα δεν τους ανησύχησαν ιδιαίτερα. Δεν ήταν η πρώτη αθηναϊκή επιδρομή στις ακτές της Πελοποννήσου γενικά και της σπαρτιατικής επικράτειας ειδικότερα. Ποτέ μέχρι τότε οι αθηναϊκές δυνάμεις δεν είχαν παραμείνει για τόσο χρόνο ώστε να χρειαστεί οι Σπαρτιάτες να δώσουν μάχη για να τους εκδιώξουν. Σε κάθε περίπτωση, πήραν τα μέτρα τους: ο βασιλιάς Άγις Β΄ αποφάσισε να διακόψει τη συνηθισμένη ετήσια σπαρτιατική εισβολή στην Αττική και να επιστρέψει στη Σπάρτη. Ο ναύαρχος Θρασυμελίδας άφησε κι αυτός την Κέρκυρα κι αποφάσισε να πλεύσει προς την Πύλο. Ένα σώμα οπλιτών από αυτούς που δεν συμμετείχαν στην εισβολή της Αττικής και το οποίο θα ενίσχυαν στην πορεία δυνάμεις Περιοίκων στάλθηκε άμεσα στην Πύλο. Θορυβημένος, ο Δημοσθένης έστειλε αμέσως δύο πλοία να συναντήσουν το κυρίως σώμα του αθηναϊκού στόλου που έπλεε προς την Κέρκυρα και να ζητήσουν βοήθεια.

Το σχέδιο των Σπαρτιατών ήταν να επιτεθούν άμεσα και να καταλάβουν τις αθηναϊκές οχυρώσεις πριν επιστρέψει ο εχθρικός στόλος. Ήταν βέβαιοι ότι η απόπειρά τους θα επιτύγχανε: οι οχυρώσεις ήταν προχειροφτιαγμένες και η αθηναϊκή δύναμη πολύ μικρή για να προβάλει αντίσταση. Αν πάντως το σχέδιο αυτό αποτύγχανε, τότε οι Σπαρτιάτες με τα πλοία τους θα έκλειναν τις εισόδους στον αθηναϊκό στόλο, ενώ ταυτόχρονα θα τοποθετούσαν στρατεύματα στις ακτές της Πύλου και στο νησί της Σφακτηρίας για να αποτρέψουν τυχόν απόβαση αθηναϊκών δυνάμεων. «Σφεῖς δὲ ἄνευ τε ναυμαχίας καὶ κινδύνου ἐκπολιορκήσειν τὸ χωρίον κατὰ τὸ εἰκός, σίτου τε οὐκ ἐνόντος καὶ δι’ ὀλίγης παρασκευῆς κατειλημμένον» (Θουκυδίδης, Δ΄, 8,8).  Πράγματι, οι δυνάμεις του Δημοσθένη ήταν απελπιστικά μικρές: δεν είχε παρά 90 οπλίτες, οι σαράντα από τους οποίους ήταν ενίσχυση που του εξασφάλισαν οι μεσσηνιακές διασυνδέσεις του, και 600 ελαφρά οπλισμένους άντρες από τα πληρώματα των πλοίων του. Προσπάθησε να πετύχει ό,τι καλύτερο μπορούσε με τα μέσα που διέθετε, ελπίζοντας ότι θα κατάφερνε να αντισταθεί μέχρι να φτάσουν οι ενισχύσεις. Οι περισσότεροι άνδρες παρέμειναν στο οχυρό, ενώ ο Δημοσθένης με 60 οπλίτες ανέλαβε την υπεράσπιση της ακτής.

Ο αθηναϊκός θρίαμβος: Ο Δημοσθένης είχε επιλέξει σωστά τις θέσεις άμυνας και οι στρατιώτες του αντιστάθηκαν με επιτυχία στις σπαρτιατικές επιθέσεις. Μετά από δύο ημέρες συγκρούσεων οι Λακεδαιμόνιοι υποχώρησαν. Το πρωί της τρίτης ημέρας ο αθηναϊκός στόλος έφτανε στην Πύλο με 50 πλοία (στα 35 αρχικά είχαν προστεθεί και 15 από τη Χίο και τη Ναύπακτο). Οι αντίπαλοι συγκρούσθηκαν στο λιμάνι της Πύλου όπου περίμενε ο σπαρτιατικός στόλος. Πολύ γρήγορα η αθηναϊκή ναυτική υπεροχή έκρινε τη ναυμαχία: οι σπαρτιατικές δυνάμεις είχαν συντριβεί. Ακόμη χειρότερα, 420 Λακεδαιμόνιοι οπλίτες (από τους οποίους οι 180 Σπαρτιάτες Όμοιοι) με τον επικεφαλής τους, τον Επιτάδα, έμεναν αποκλεισμένοι και ουσιαστικά αιχμάλωτοι στη Σφακτηρία. Τυχόν απώλεια των οπλιτών αυτών θα ήταν καταστροφική για τη Σπάρτη: επρόκειτο για το ένα δέκατο, τουλάχιστον, της συνολικής στρατιωτικής δύναμής της. Πανικόβλητοι με την επαπειλούμενη καταστροφή, οι Σπαρτιάτες ζήτησαν άμεσα από τους Αθηναίους ανακωχή, έτοιμοι να δεχθούν σχεδόν οποιονδήποτε όρο. Συμφώνησαν να παραδώσουν τα πλοία τους στους Αθηναίους και να στείλουν πρεσβευτές στην Αθήνα με πρόταση για συνθήκη ειρήνης. Οι μόνες υποχρεώσεις των Αθηναίων όσο θα διαρκούσαν οι διαπραγματεύσεις ήταν να μην επιτεθούν στη Σφακτηρία και να επιτρέψουν έναν όλως περιορισμένο ανεφοδιασμό των αποκλεισμένων Σπαρτιατών οπλιτών (Cartledge «Sparta and Lakonia…», όπ.π., σελ. 207/ Edmond Lévy «La Grèce au Ve siècle – de Clisthène à Socrate«, σειρά «Nouvelle Histoire de l’ Antiquité«, vol. 2, Coll. Points-Histoire, εκδ. Seuil, Παρίσι 1995, σελ. 93). Όλοι πλέον έχουν συνειδητοποιήσει ότι χάρη στο παράτολμο σχέδιο του Δημοσθένη η Αθήνα βρίσκεται πολύ κοντά στο να κερδίσει τον πόλεμο. Το ζήτημα είναι, όμως, με ποιούς όρους.  

Η πρόταση ειρήνης: Η σπαρτιατική πρόταση είναι εκ πρώτης όψεως ιδιαίτερα δελεαστική. Αν οι Αθηναίοι επιτρέψουν την αποχώρηση των οπλιτών από τη Σφακτηρία, τότε η Σπάρτη θα συνάψει συνθήκη ειρήνης και συμμαχίας. Όσον αφορά τον όποιο εδαφικό διακανονισμό, οι Σπαρτιάτες προτείνουν τη διατήρηση του στάτους κβο: εκτός της Πύλου, οι δύο αντίπαλοι θα διατηρήσουν τα εδάφη που κατέχουν. Πολλοί Αθηναίοι και οπωσδήποτε ο Νικίας και οι οπαδοί του ήταν έτοιμοι να δεχτούν την πρόταση. Όχι όλοι, όμως: ο Κλέων και οι περισσότεροι δημοκρατικοί, είχαν πολλούς λόγους να είναι επιφυλακτικοί. Η σύναψη ειρήνης με αυτούς τους όρους και τη δεδομένη χρονική στιγμή που η Αθήνα έχει το πάνω χέρι στο μέτωπο του πολέμου θα σήμαινε απλά ότι η Αθήνα επαφίεται στην καλή πίστη των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι με άθικτες τις δυνάμεις τους θα μπορούσαν να ξαναρχίσουν τον πόλεμο όποτε το επιθυμούσαν. Έτσι, ο Κλέων αντιπροτείνει να προβούν οι Σπαρτιάτες σε ορισμένες εδαφικές υποχωρήσεις: οι δυνάμεις τους πρέπει να αποχωρήσουν από τα δύο λιμάνια των Μεγάρων (Νίσαια και Πηγές), από την Τροιζήνα και την Αχαΐα. Ουσιαστικά, η αντιπρόταση του Κλέωνα συνιστά επιστροφή στην κατάσταση των πραγμάτων προ του 445 π.Χ. και τη σύναψη της λεγόμενης Τριακονταετούς Ειρήνης [βλ. Donald Kagan «The Peloponnesian War (Athens and Sparta in Savage Conflict 431-404 BC)«, Harper Perennial, Λονδίνο, 2005, σελ. 147]. Οι Σπαρτιάτες, φυσικά, δεν είναι διατεθειμένοι να προβούν σε τέτοιες παραχωρήσεις. Η πρόταση ειρήνης απορρίπτεται και η ανακωχή τερματίζεται.

Ακολουθούν πυρετώδεις διαβουλεύσεις στην Εκκλησία του Δήμου σχετικά με το ποιός θα αναλάβει την αρχηγία του εκστρατευτικού σώματος που θα σταλεί στην Πύλο, με προφανή στόχο την κατάληψη της Σφακτηρίας (Θουκυδίδης, Δ΄, 27 και 28/ Kagan όπ.π., σελ. 147-150). Τελικά ο Κλέων επιτυγχάνει να επιβάλει τους όρους του και αποδέχεται την αρχηγία. Το στράτευμα που επιλέγει αποτελείται αποκλειστικά από ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες από τη Λήμνο και την Ίμβρο, πελταστές και τοξότες. Με αυτούς και τις δυνάμεις του Δημοσθένη, ο Κλέων υπόσχεται στους Αθηναίους ότι μέσα σε είκοσι μέρες θα καταλάβει τη Σφακτηρία και είτε θα φέρει τους Σπαρτιάτες της Σφακτηρίας αιχμάλωτους στην Αθήνα, είτε θα τους εξολοθρεύσει: «ἐντὸς ἡμερῶν εἴκοσιν ἢ ἄξειν Λακεδαιμονίους ζῶντας ἢ αὐτοῦ ἀποκτενεῖν» (Θουκυδίδης, Δ΄, 28, 4-5).

Η κατάληψη της Σφακτηρίας: Όταν ο Κλέων έφτασε στην Πύλο, ο Δημοσθένης είχε ήδη έτοιμο το σχέδιο επίθεσης. Την επομένη, πριν από την αυγή, αποβίβασε 800 οπλίτες σε δύο σημεία του νησιού. Διαπίστωσε ότι οι περισσότεροι Σπαρτιάτες βρίσκονταν στο κέντρο του νησιού και φύλαγαν τη μοναδική πηγή νερού, ενώ οι υπόλοιποι ήταν κοντά στη βόρεια ακτή, απέναντι από την Πύλο. Το νότιο άκρο της Σφακτηρίας ήταν σχεδόν αφύλαχτο. Μετά το ξημέρωμα αποβιβάστηκαν οι υπόλοιπες αθηναϊκές δυνάμεις: ελαφρύ πεζικό που ανερχόταν σε 2.000 άνδρες, 800 τοξότες και 8.000 ελάχιστα οπλισμένοι κωπηλάτες από τα πλοία. Βάσει του σχεδίου, οι Αθηναίοι κατέλαβαν όλα τα υψώματα του νησιού και με ακόντια, βέλη και πέτρες έφθειραν τη σπαρτιατική δύναμη από απόσταση ασφαλείας. Κάποια στιγμή, ο στρατηγός των Μεσσηνίων που είχε στρατολογήσει ο Δημοσθένης ζήτησε να του δώσουν σε ενίσχυση τοξότες και πεζικάριους: θα ακολουθούσαν ένα δύσβατο μονοπάτι δίπλα από τις απόκρημνες ακτές του νησιού και θα εφορμούσαν στους Σπαρτιάτες από τα νότια περικυκλώνοντάς τους. Το σχέδιο πέτυχε απόλυτα. Περικυκλωμένοι, εξαντλημένοι και πεινασμένοι, οι Σπαρτιάτες δεν είχαν καμία ελπίδα σωτηρίας. Ο Κλέων κι ο Δημοσθένης τους πρότειναν να παραδοθούν. Οι Σπαρτιάτες ζήτησαν ανακωχή για να αποφασίσουν τί θα πράξουν. Έστειλαν αγγελιαφόρο στη Σπάρτη για να πάρουν οδηγίες, κι η απάντηση ήταν διφορούμενη: «Λακεδαιμόνιοι κελεύουσιν ὑμᾶς αὐτοὺς περὶ ὑμῶν αὐτῶν βουλεύεσθαι μηδὲν αἰσχρὸν ποιοῦντας» (Θουκυδίδης, Δ΄, 38, 3). Δεν είμαστε στις Θερμοπύλες. Οι επιζώντες της σπαρτιατικής δύναμης στη Σφακτηρία (292 άνδρες, εκ των οποίων 120 Όμοιοι) φέρθηκαν σαν λογικοί άνθρωποι. Δέχτηκαν να παραδοθούν. Κι ο Κλέων, ό,τι κι αν πιστεύουμε όσοι μάθαμε την Ιστορία μέσα από τα μεροληπτικά μάτια του Θουκυδίδη, είχε αποδειχτεί πρώτος μάγκας. Πριν περάσουν οι είκοσι μέρες που είχε ζητήσει, επέστρεφε στην Αθήνα με τους Σπαρτιάτες αιχμαλώτους αλυσοδεμένους! Όπως γράφει κι ο Αθηναίος ιστορικός » καὶ τοῦ Κλέωνος καίπερ μανιώδης οὖσα ἡ ὑπόσχεσις ἀπέβη· ἐντὸς γὰρ εἴκοσιν ἡμερῶν ἤγαγε τοὺς ἄνδρας, ὥσπερ ὑπέστη» (Δ΄, 39, 3), κι είναι σαν τον βλέπουμε με τα ίδια μας τα μάτια να δαγκώνει τα χείλια του και να στάζει χολή καθώς γράφει τούτες τις αράδες.

Στην Αθήνα, η πόλη έδειξε στον Κλέωνα την ευγνωμοσύνη της με κάθε δυνατό τρόπο, με τίτλους, τιμές και αξιώματα. Ο Δημοσθένης παρέμεινε στην Πύλο και ανέλαβε την καλύτερη οχύρωσή της. Οι Μεσσήνιοι της Ναυπάκτου έστειλαν γρήγορα στρατιωτικό σώμα στην Πύλο και άρχισαν να τη χρησιμοποιούν ως βάση για να εξαπολύουν επιδρομές στα σπαρτιατικά εδάφη και να προσελκύουν είλωτες σε λιποταξία. Κι ολόκληρη η Ελλάδα δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που είχε συμβεί, γιατί κατά την κρατούσα γνώμη ήταν αδύνατο Λακεδαιμόνιοι πολεμιστές να παραδοθούν κι όχι να πέσουν ηρωϊκά στη μάχη: «παρὰ γνώμην τε δὴ μάλιστα τῶν κατὰ τὸν πόλεμον τοῦτο τοῖς Ἕλλησιν ἐγένετο· τοὺς γὰρ Λακεδαιμονίους οὔτε λιμῷ οὔτ’ ἀνάγκῃ οὐδεμιᾷ ἠξίουν τὰ ὅπλα παραδοῦναι, ἀλλὰ ἔχοντας καὶ μαχομένους ὡς ἐδύναντο» (Θουκυδίδης Δ΄, 40, 1). Ό,τι καλύτερο για τους Αθηναίους που δεν είχαν καμία δυσκολία να πείσουν τους συμμάχους τους πως είχε φτάσει η ώρα καταβολής του φόρου. Όσο για τους Σπαρτιάτες, θα έστελναν (μάταια) τη μία μετά την άλλη πρεσβείες στην Αθήνα, προσφέροντας ειρήνη με αντάλλαγμα την απελευθέρωση των ανδρών. Βεβαίως, τους ήταν πια αδύνατο να επαναλάβουν τις τακτικές εισβολές τους στην Αττική: η παραμικρή λανθασμένη κίνηση θα σήμαινε και τη θανάτωση των αιχμαλώτων. Στα τέλη του καλοκαιριού του 425, οι Αθηναίοι είχαν το απόλυτο πλεονέκτημα σε όλα τα μέτωπα. Για έναν λογικό παρατηρητή η επικράτησή τους ήταν θέμα χρόνου. Ωστόσο, η στρατιωτική ιδιοφυΐα του Βρασίδα, ο οποίος μετέφερε το κυρίως θέατρο των πολεμικών επιχειρήσεων στο μέτωπο της Μακεδονίας-Θράκης έμελλε να ανατρέψει την κατάσταση. Κι όταν στη μάχη της Αμφίπολης βρήκαν τον θάνατο κι οι δύο ηγέτες των αντιπάλων, οι περισσότεροι πείστηκαν ότι υπήρχε κατάσταση ισορροπίας, χωρίς καμιά από τις αντιμαχόμενες δυνάμεις να έχει ουσιαστική προοπτική επικράτησης. Κάπως έτσι φτάσαμε στην ειρήνη του 421, ένας από τους όρους της οποίας ήταν κι η απελευθέρωση των Λακεδαιμονίων αιχμαλώτων. Από στρατιωτική και διπλωματική άποψη, ο θρίαμβος της Σφακτηρίας ανήκε στο παρελθόν. Όχι, όμως, και τα διδάγματά του.

ΙΙ. Μερικά διδάγματα από το επεισόδιο της Σφακτηρίας

Α. Η απολύτως επιτυχημένη εφαρμογή μιας νέας στρατηγικής: Κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, οι δύο πλευρές, και πρωτίστως οι Αθηναίοι, θέτουν σε εφαρμογή μια καινοτόμο στρατηγική, αυτήν του επιτειχισμού (ή της επιτειχίσεως). Η μέθοδος συνίσταται στην κατάληψη και οχύρωση μιας στρατηγικής σημασίας θέσης στα εδάφη του εχθρού (νησιού, ακτής ή περάσματος): πρόκειται για μια σφήνα στα πλευρά του αντιπάλου που θα του προκαλέσει διαρκή αιμορραγία (βλ. Cartledge «Sparta and Lakonia…», όπ.π., σελ. 196, 204 επ./ Kagan όπ.π., σελ. 424 επ.). Οι Αθηναίοι την εφήρμοσαν πρώτοι καταλαμβάνοντας τη νήσο Μινώα στα ανοιχτά των Μεγάρων (427 π.Χ.). Η περίπτωση της Πύλου αποτελεί φυσικά την πιο ολοκληρωμένη και καθοριστική περίπτωση υλοποίησης της στρατηγικής του επιτειχισμού. Μετά τη Σφακτηρία προέβησαν και σ’ άλλους επιτειχισμούς, με την οχύρωση των Μεθάνων (425) και την κατάληψη των Κυθήρων από τον Νικία (424). Οι Σπαρτιάτες ακολούθησαν και αυτοί την μέθοδο, όταν για παράδειγμα, κατά την τελευταία φάση του πολέμου, κατέλαβαν το οχυρό της Δεκελείας, περίπου στα μισά της απόστασης μεταξύ της πόλης των Αθηνών και των συνόρων της Αττικής με τη Βοιωτία.

Β. Μαθήματα διπλωματίας και πολιτικής: Τα γεγονότα της Πύλου και της Σφακτηρίας μας προσφέρουν πολύτιμες γνώσεις και συμπεράσματα τόσο για το διπλωματικό παιχνίδι μεταξύ των δύο ελληνικών υπερδυνάμεων όσο και σχετικά με την πολιτική ζωή της Αθήνας και τους συσχετισμούς των πολιτικών δυνάμεων στο εσωτερικό της (σε μικρότερο βαθμό το δεύτερο ισχύει και για τη Σπάρτη). Πέρα από τα προφανή (το διαπραγματευτικό παιχνίδι των δύο εμπολέμων στην προσπάθεια να επιτύχουν την πλέον συμφέρουσα λύση, την εναλλαγή ανάμεσα στη σιγουριά μιας συνθήκης ειρήνης και στην ανάληψη υπολογισμένων κινδύνων που μπορεί να οδηγήσουν σε ολοκληρωτική επικράτηση), δεν μπορούμε παρά να θρηνήσουμε που η μοναδική πηγή μας είναι ο Θουκυδίδης: όσο κι αν μιλάμε για το διαχρονικό πρότυπο ιστορικού, η παθολογική εχθρότητά του προς τον Κλέωνα δυσχεραίνει αφάνταστα την όποια προσπάθεια να ανασκευάσουμε μια στοιχειωδώς αντικειμενική εικόνα της αθηναϊκής πολιτικής σκηνής κατά τη συγκεκριμένη περίοδο (Cartledge «Sparta and Lakonia…», όπ.π., σελ. 207/ Kagan όπ.π., σελ. 144-150, 155). Θα ήταν μεγάλη ασέβεια αν λέγαμε ότι τα ίδια τα γεγονότα αναδεικνύουν ένα σπουδαίο πολιτικό (και δευτερευόντως στρατιωτικό) ηγέτη;

Γ. Η κατάρριψη μύθων και στερεοτύπων περί Σπάρτης: Το πιο εντυπωσιακό, όμως, συμπέρασμα που προκύπτει από τα γεγονότα της Σφακτηρίας είναι η σχετικότητα των πραγμάτων, ή μάλλον, για να είμαστε πιο ακριβείς, η κατάρριψη μερικών μύθων που αφορούν τη σπαρτιατική κοινωνία και τις αρχές της. Ο μύθος των ηρωϊκών Σπαρτιατών πολεμιστών που προτιμούν πάντα τον θάνατο στο πεδίο της μάχης από την ατιμωτική παράδοση κι ο μύθος της πόλης που ακολουθεί πάντα τις θεμελιώδεις ηθικές αρχές της, σε πείσμα του στοιχειώδους πολιτικού ρεαλισμού, αντικρούονται αποφασιστικά από τα γεγονότα: την απελπισμένη προσπάθεια των σπαρτιατικών αρχών να εξασφαλίσουν διπλωματικά την απελευθέρωση των αποκλεισμένων οπλιτών τους και την «ατιμωτική» παράδοση των δεύτερων, παράδοση που δεν εμποδίζει καθόλου τη συνέχιση των διπλωματικών προσπαθειών της πολιτείας για την απελευθέρωση των αιχμαλώτων πια ανδρών.

Η σπαρτιατική πολιτική δεν διακρίνεται «ποιοτικά» από την πολιτική οποιουδήποτε άλλου κράτους: ο υπολογισμός και ο ρεαλισμός επιβάλλουν τις λύσεις, όπως είναι εντελώς φυσικό. Η δύναμη που έχει αποκλειστεί στη Σφακτηρία αποτελεί σημαντικό τμήμα των περιορισμένων αριθμητικά δυνάμεων της Σπάρτης. Τυχόν απώλειά της θα έχει σοβαρές και μακροπρόθεσμες συνέπειες. Γι’ αυτό και η πόλη θα ζητήσει άμεσα ανακωχή από τους Αθηναίους, θα δεχτεί όρους εξαιρετικά επαχθείς και θα προσφέρει ειρήνη στον αντίπαλο. Για τον ίδιο λόγο, και μετά από την αποτυχία των διαπραγματεύσεων, θα πάρει κάθε δυνατό μέτρο στην απελπισμένη προσπάθεια διάσωσης των αποκλεισμένων, υποσχόμενη π.χ. να απελευθερώσει όποιον είλωτα κατόρθωνε να ανεφοδιάσει τους αποκλεισμένους (Θουκυδίδης, Δ΄, 26, 5). Και για τον ίδιο πάντα λόγο, θα «ξεχάσει» την ηθικά κατακριτέα (και κυρίως επικοινωνιακά επιζήμια, βλ. Lévy «La Grèce au Ve siècle…», σελ. 94-95) επιλογή των πολεμιστών της Σφακτηρίας. Όπως σημειώνει και ο Cartledge («Sparta and Lakonia…», όπ.π., σελ. 266-267) η αντίθεση ανάμεσα στη μεταχείριση της οποίας έτυχαν οι επιζώντες των Θερμοπυλών και σ’ αυτήν που επιφυλάχθηκε στους αιχμαλώτους της Σφακτηρίας είναι εντυπωσιακή. Βεβαίως, οι Σπαρτιάτες θεωρούσαν ατιμασμένους τους λιποτάκτες, τους οποίους και αποκαλούσαν «κακούς» (δηλ. δειλούς, βλ. Ξενοφώντος «Λακεδαιμονίων Πολιτεία«, 9, 3-6) ή «τρέσαντες» (Ηρόδοτος, βιβλίο Ζ΄, Πολύμνια, 231, «τρέσας Ἀριστόδημος καλεόμενος«/ για τη λέξη βλ. την πολύ ενδιαφέρουσα σχετική ανάρτηση του Ν. Σαραντάκου). Ωστόσο, ενώ ο λιποτάκτης (;) των Θερμοπυλών Αριστόδημος αντιμετωπίζει την καθολική περιφρόνηση κι απόρριψη των συμπολιτών του (κανείς δεν του απευθύνει τον λόγο ούτε του δίνει φωτιά για να ανάψει τον βωμό στο σπίτι του: «οὔτε οἱ πῦρ οὐδεὶς ἔναυε Σπαρτιητέων οὔτε διελέγετο«, Ηρόδοτος, όπ.π.) κι ο σύντροφός του στην ατιμία Παντίτης οδηγείται από τις συμπεριφορές αυτές στην αυτοκτονία (Ηρόδοτος, βιβλίο Ζ΄, Πολύμνια, 232), η ποινή ατιμίας που επιβάλλεται στους τρέσαντες της Σφακτηρίας είναι πολύ ελαφρύτερη και δεν συνοδεύεται από ανάλογη κοινωνική περιφρόνηση (Edmond Lévy «Sparte – Histoire politique et sociale jusqu’à la conquête romaine«, Coll. Points-Histoire, εκδ. Seuil, Παρίσι 2003, σελ. 48-49). Η ποινή περιλαμβάνει αφαίρεση των δικαιωμάτων να ασκούν αρχή, να πωλούν και να αγοράζουν: «τοὺς δἐκ τῆς νήσου ληφθέντας σφῶν καὶ τὰ ὅπλα παραδόντας, δείσαντες μή τι διὰ τὴν ξυμφορὰν νομίσαντες ἐλασσωθήσεσθαι καὶ ὄντες ἐπίτιμοι νεωτερίσωσιν, ἤδη καὶ ἀρχάς τινας ἔχοντας ἀτίμους ἐποίησαν, ἀτιμίαν δὲ τοιάνδε ὥστε μήτε ἄρχειν μήτε πριαμένους τι πωλοῦντας κυρίους εἶναι» (Θουκυδίδης, Ε΄, 34, 2). Δεν προβλέπεται αποκλεισμός από τη συμμετοχή στις συνελεύσεις του σπαρτιατικού Δάμου. Κυρίως, όμως, ένα μόλις χρόνο αργότερα η ποινή έπαψε να ισχύει και οι μαχητές της Σφακτηρίας αποκαστάθηκαν πλήρως στα πολιτικά δικαιώματά τους «ὕστερον δὲ αὖθις χρόνῳ ἐπίτιμοι ἐγένοντο» (Θουκυδίδης, όπ.π.).

Ίσως δεν είναι τυχαίο, όσον αφορά την επιείκια ως προς τις ποινές και την ταχύτατη αποκατάσταση, και το γεγονός ότι μεταξύ αυτών που παραδόθηκαν στη Σφακτηρία καταλέγονταν και αρκετά μέλη των επιφανέστερων οικογενειών της πόλης, αυτών δηλαδή που ουσιαστικά καθόριζαν τη σπαρτιατική πολιτική (Lévy «Sparte…«, σελ. 248, «La Grèce au Ve siècle…», σελ. 93). Ένα επιχείρημα ακόμα για να διαλυθεί κι ο μύθος της απόλυτης ισότητας μεταξύ των Σπαρτιατών πολιτών. Παρά τον τίτλο των Ομοίων που φέρουν οι πολίτες της, η Σπάρτη χαρακτηρίζεται από σαφείς κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες που αντικατοπτρίζονται και στον τρόπο χάραξης και άσκησης πολιτικής.  

Ωστόσο, αυτές οι «αδυναμίες» καθιστούν τελικά την εικόνα της Σπάρτης και των Σπαρτιατών πολύ πιο ανθρώπινη. Κι ίσως δεν υπάρχει πιο εύγλωττη εξεικόνιση αυτής της πραγματικότητας από το ανέκδοτο που μεταφέρει ο Θουκυδίδης. Συναντώντας έναν από τους Σπαρτιάτες αιχμαλώτους, κάποιος σύμμαχος των Αθηναίων προσπάθησε να τον ντροπιάσει και τον ρώτησε: «ήταν γενναίοι στρατιώτες οι σύντροφοί σας που σκοτώθηκαν στη Σφακτηρία;». Κι ο Λακεδαιμόνιος του απάντησε ότι «το βέλος θα πρέπει να ήταν ανεκτίμητης αξίας αντικείμενο, αν ήξερε να πετυχαίνει μόνο τους γενναίους»!

«καί τινος ἐρομένου ποτὲ ὕστερον τῶν Ἀθηναίων ξυμμάχων δι’ ἀχθηδόνα ἕνα τῶν ἐκ τῆς νήσου αἰχμαλώτων εἰ οἱ τεθνεῶτες αὐτῶν καλοὶ κἀγαθοί, ἀπεκρίνατο αὐτῷ πολλοῦ ἂν ἄξιον εἶναι τὸν ἄτρακτον, λέγων τὸν οἰστόν, εἰ τοὺς ἀγαθοὺς διεγίγνωσκε, δήλωσιν ποιούμενος ὅτι ὁ ἐντυγχάνων τοῖς τε λίθοις καὶ τοξεύμασι διεφθείρετο» (Θουκυδίδης, Δ΄, 40, 2).

Ο τύραννος – μέρος Δ΄: η ιταλική αυτοκρατορία

Ιουλίου 20, 2010

   

Έχοντας ελέγξει τον καρχηδονιακό επεκτατισμό κι έχοντας θέσει υπό την κυριαρχία του το σύνολο των πόλεων των Σικελιωτών, ο Διονύσιος στρέφει το βλέμμα του πέρα από τα στενά της Μεσσήνης. Ο αρχικός στόχος είναι φυσικά το Ρήγιο, η πόλη που στάθηκε πάντα σύμμαχος στο πλευρό της παραδοσιακής αντιπάλου των Συρακουσών, της Μεσσήνης, η πόλη που αρνήθηκε με τρόπο ατιμωτικό το αίτημα επιγαμίας που είχε υποβάλει ο τύραννος των Συρακουσίων. Αλλά οι βλέψεις του Διονυσίου δεν μπορούν να περιοριστούν στον έλεγχο των στενών. Θεωρώντας τον εαυτό του πανελλήνιο ηγεμόνα, θα επιχειρήσει να υποτάξει όλους τους Ιταλιώτες. Παράλληλα, θα κινηθεί μεθοδικά για να απλώσει την κυριαρχία του σ’ όλη την Αδριατική, ιδρύοντας πολυάριθμες αποικίες τόσο στις ιταλικές όσο και στις βαλκανικές ακτές της. Τέλος, στον χώρο της μητροπολιτικής Ελλάδας, ο τύραννος θα αρκεσθεί στην υποστήριξη των συμμάχων του Λακεδαιμονίων, όχι πάντως δίχως να διερευνήσει τις προοπτικές επέκτασης της δύναμής του προς το Αιγαίο.     

Ι.   Ο Διονύσιος κατά των Ιταλιωτών     

Η Μεγάλη Ελλάδα πριν την εκστρατεία του Διονυσίου: Εάν το τέλος του 6ου αι. π.Χ. υπήρξε για τις πλούσιες πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας εποχή σκληρών πολέμων μεταξύ τους (με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την καταστροφή της Σύβαρης από τον Κρότωνα το 510), το μεγαλύτερο μέρος του 5ου αι. σκιάζεται από διαρκείς εσωτερικές έριδες οι οποίες σπαράσσουν τις περισσότερες πόλεις των Ιταλιωτών. Τα ολιγαρχικά καθεστώτα που είχαν εγκαθιδρύσει σε διάφορες πόλεις οι Πυθαγόρειοι ανατράπηκαν με αιματηρό τρόπο, χωρίς αυτή η αλλαγή να θέσει τέλος στις κοινωνικές ταραχές. Στην προσπάθειά τους για επιστροφή στην κοινωνική ειρήνη, οι Ιταλιώτες των πόλεων που ήταν αποικίες των Αχαιών στράφηκαν προς τη μητρόπολη ζητώντας τη μεσολάβησή της. Αποτέλεσμα αυτής της κίνησης είναι η οργάνωση των αχαϊκών αποικιών της Μεγάλης Ελλάδας σε μια συμπολιτεία, κατά το πρότυπο της μητροπολιτικής, η οποία είχε ως συμβολικό κέντρο το ιερό του Ομαρίου Διός που βρισκόταν στην επικράτεια του Κρότωνα.   

«καθ´ οὓς γὰρ καιροὺς ἐν τοῖς κατὰ τὴν Ἰταλίαν τόποις κατὰ τὴν Μεγάλην Ἑλλάδα τότε προσαγορευομένην ἐνεπρήσθη τὰ συνέδρια τῶν Πυθαγορείων, μετὰ ταῦτα γενομένου κινήματος ὁλοσχεροῦς περὶ τὰς πολιτείας, ὅπερ εἰκός, ὡς ἂν τῶν πρώτων ἀνδρῶν ἐξ ἑκάστης πόλεως οὕτω παραλόγως διαφθαρέντων, συνέβη τὰς κατ´ ἐκείνους τοὺς τόπους Ἑλληνικὰς πόλεις ἀναπλησθῆναι φόνου καὶ στάσεως καὶ παντοδαπῆς ταραχῆς. ἐν οἷς καιροῖς ἀπὸ τῶν πλείστων μερῶν τῆς Ἑλλάδος πρεσβευόντων ἐπὶ τὰς διαλύσεις, Ἀχαιοῖς καὶ τῇ τούτων πίστει συνεχρήσαντο πρὸς τὴν τῶν παρόντων κακῶν ἐξαγωγήν. οὐ μόνον δὲ κατὰ τούτους τοὺς καιροὺς ἀπεδέξαντο τὴν αἵρεσιν τῶν Ἀχαιῶν, ἀλλὰ καὶ μετά τινας χρόνους ὁλοσχερῶς ὥρμησαν ἐπὶ τὸ μιμηταὶ γενέσθαι τῆς πολιτείας αὐτῶν. παρακαλέσαντες γὰρ σφᾶς καὶ συμφρονήσαντες Κροτωνιᾶται, Συβαρῖται, Καυλωνιᾶται, πρῶτον μὲν ἀπέδειξαν Διὸς Ὁμαρίου κοινὸν ἱερὸν καὶ τόπον, ἐν ᾧ τάς τε συνόδους καὶ τὰ διαβούλια συνετέλουν, δεύτερον τοὺς ἐθισμοὺς καὶ νόμους ἐκλαβόντες τοὺς τῶν Ἀχαιῶν ἐπεβάλοντο χρῆσθαι καὶ διοικεῖν κατὰ τούτους τὴν πολιτείαν. ὑπὸ δὲ τῆς Διονυσίου Συρακοσίου δυναστείας, ἔτι δὲ τῆς τῶν περιοικούντων βαρβάρων ἐπικρατείας ἐμποδισθέντες οὐχ ἑκουσίως ἀλλὰ κατ´ ἀνάγκην αὐτῶν ἀπέστησαν» (Πολύβιος, Β΄, 39).     

Οι κίνδυνοι για τους Ιταλιώτες δεν είναι μόνο εσωτερικοί, καθόσον υφίστανται την όλο κι αυξανόμενη πίεση των ιθαγενών Ιταλών. Το 421 η Κύμη της Καμπανίας πέφτει στα χέρια των Σαμνιτών, ενώ λίγο αργότερα οι Λευκανοί κατακτούν την Ποσειδωνία. Ο κίνδυνος των βαρβάρων έχει ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση της συμπολιτείας, μια και ζητούν να προσχωρήσουν σ’ αυτήν και μη αχαϊκές πόλεις της Κάτω Ιταλίας, όπως το Ρήγιο, η Ελαία και οι Θούριοι. Όλες οι πόλεις της συμπολιτείας δεσμεύονταν να συνδράμουν στρατιωτικά όποια πόλη της δεχόταν επίθεση από εξωτερικό εχθρό, είτε βάρβαρο είτε ελληνική πόλη που δεν ήταν μέλος της συμμαχίας.     

Η εκστρατεία του Διονυσίου κατά του Ρήγιου: Ο τύραννος έκρινε ότι, για λόγους στρατηγικούς και πολιτικούς, ο αρχικός στόχος της εκστρατείας κατά των Ιταλιωτών έπρεπε να είναι το Ρήγιο. Έτσι, το 390 ξεκίνησε με 120 πλοία, 20.000 πεζούς στρατιώτες και 1.000 ιππείς, δύναμη την οποία αποβίβασε στα εδάφη των Ιταλιωτών συμμάχων του, των Επιζεφύριων Λοκρών. Ωστόσο, οι Ρηγίνοι, τους οποίους ενίσχυσαν στρατιωτικά οι σύμμαχοί τους Κροτωνιάτες, προβάλλουν μεγάλη αντίσταση στους Συρακούσιους και αναγκάζουν τον Διονύσιο να επιστρέψει με το στράτευμά του στη Μεσσήνη κι από κει στις Συρακούσες. Ο τύραννος αντιλαμβάνεται ότι η κατάκτηση της Ιταλίας δεν θα είναι εύκολη υπόθεση. Ξεπερνώντας τους όποιους ενδοιασμούς του, θα απευθυνθεί στους Λευκανούς και, για πρώτη φορά στη σταδιοδρομία του, θα συνάψει συμμαχία με βαρβάρους κατά ελληνικών πόλεων (Διόδωρος, ΙΔ΄, 100-101).     

Το σφάλμα των Θουρίων: Βάσει της συμφωνίας που σύναψαν με τον Διονύσιο, οι Λευκανοί εισβάλλουν άμεσα στην επικράτεια των Θουρίων (άνοιξη 389 π.Χ.). Σε αντίποινα, οι Θούριοι, δίχως να αναμείνουν την έλευση των συμμαχικών στρατευμάτων, αντεπιτίθενται και εισβάλλουν στην επικράτεια που ελέγχουν οι Λευκανοί. Με δύναμη 14.000 πεζών και 1.000 ιππέων βαδίζουν κατά της Λάου, αποικίας που είχαν ιδρύσει οι Συβαρίτες, αλλά πλέον ελεγχόταν από τους Λευκανούς. Οι βάρβαροι θα κατορθώσουν να αποκλείσουν τις δυνάμεις των Θουρίων σε μια στενή πεδιάδα, μόνη διέξοδος από την οποία ήταν ένας βραχώδης λόφος προς τη θάλασσα. Έχοντας αριθμητική υπεροχή (30.000 πεζούς και 4.000 ιππείς), οι Λευκανοί κατέσφαξαν μέρος των ελληνικών δυνάμεων, ενώ όσοι από τους οπλίτες των Θουρίων ξέφυγαν προσωρινά αναζήτησαν σωτηρία στο ύψωμα. Περικυκλωμένοι από τον εχθρό, οι Θούριοι βλέπουν πλοία να πλησιάζουν την ακτή. Νομίζοντας ότι πρόκειται για τον συμμαχικό στόλο, πολλοί από αυτούς τρέχουν προς τη θάλασσα και πέφτουν στο νερό για να ανακαλύψουν ότι στην πραγματικότητα αυτός που φτάνει είναι ο στόλος των Συρακουσίων με ναύαρχο τον Λεπτίνη, τον αδελφό του Διονυσίου. Επιδεικνύοντας πνεύμα φιλελληνισμού, ο Λεπτίνης όχι μόνο διασώζει τους στρατιώτες των Θουρίων, αλλά και πληρώνει ένα πολύ μεγάλο ποσό στους Λευκανούς ως λύτρα προκειμένου να εξαγοράσει την ελευθερία των αιχμαλώτων Ελλήνων. Ο τύραννος δεν θα εκτιμήσει καθόλου την ευγενή ενέργεια του αδελφού του, τον οποίο θα καθαιρέσει από το αξίωμα του ναυάρχου (αντικαθιστώντας τον με τον νεότερο αδελφό τους, τον Θεαρίδη).     

«τῶν δ´ Ἑλλήνων ἀνελπίστως τηλικούτῳ περιεχομένων κινδύνῳ, κατέβαινον εἰς τὸ πεδίον οἱ βάρβαροι. γενομένης δὲ παρατάξεως, καὶ τῶν Ἰταλιωτῶν καταπολεμηθέντων ὑπὸ τοῦ πλήθους τῶν Λευκανῶν, ἔπεσον μὲν πλείους τῶν μυρίων· παρήγγελλον γὰρ οἱ Λευκανοὶ μηθένα ζωγρεῖν· τῶν δὲ λοιπῶν οἱ μὲν ἐπί τινα πρὸς τῇ θαλάσσῃ λόφον ἔφυγον, οἱ δὲ θεωροῦντες ναῦς μακρὰς προσπλεούσας καὶ νομίζοντες τὰς τῶν Ῥηγίνων εἶναι, συνέφυγον εἰς τὴν θάλασσαν καὶ διενήχοντο ἐπὶ τὰς τριήρεις. ἦν δὲ ὁ στόλος ὁ προσπλέων Διονυσίου τοῦ τυράννου, καὶ ναύαρχος ὑπῆρχεν αὐτῷ Λεπτίνης ὁ ἀδελφός, ἀπεσταλμένος τοῖς Λευκανοῖς ἐπὶ βοήθειαν. ὁ μὲν οὖν Λεπτίνης δεξάμενος φιλανθρώπως τοὺς νηχομένους ὡς ἐπὶ τὴν γῆν ἀπεβίβασε καὶ ἔπεισε τοὺς Λευκανοὺς ὑπὲρ ἑκάστου τῶν αἰχμαλώτων λαβεῖν ἀργυρίου μνᾶν· οὗτοι δ´ ἦσαν τὸν ἀριθμὸν ὑπὲρ τοὺς χιλίους. γενόμενος δὲ τῶν χρημάτων ἐγγυητὴς καὶ διαλλάξας τοὺς Ἰταλιώτας τοῖς Λευκανοῖς ἔπεισεν εἰρήνην ποιήσασθαι, καὶ μεγάλης ἀποδοχῆς ἔτυχε παρὰ τοῖς Ἰταλιώταις, συμφερόντως αὑτῷ, οὐ λυσιτελῶς δὲ Διονυσίῳ συντεθεικὼς τὸν πόλεμον. ἤλπιζε γὰρ ὁ Διονύσιος τῶν Ἰταλιωτῶν πολεμούντων πρὸς Λευκανοὺς ἐπελθὼν ῥᾳδίως ἂν κρατῆσαι τῶν κατ´ Ἰταλίαν πραγμάτων, ἀπολελυμένων δὲ τηλικούτου πολέμου δυσχερῶς ἂν περιγενέσθαι. διόπερ τοῦτον μὲν ἀπήλλαξε τῆς ναυαρχίας, Θεαρίδην δὲ τὸν ἕτερον ἀδελφὸν ἡγεμόνα τοῦ στόλου κατέστησεν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 102).      

Η μάχη του Ελέπορου: Αφού σταθεροποίησε τις θέσεις του στα εδάφη που μόλις είχε καταλάβει, ο Διονύσιος βάδισε βόρεια της επικράτειας των Λοκρών και άρχισε να πολιορκεί την Καυλωνία. Οι Κροτωνιάτες ανέλαβαν να συναθροίσουν τις δυνάμεις της συμμαχίας των Ιταλιωτών προκειμένου να αποκρούσουν τον εισβολέα. Συγκεντρώθηκαν 25.000 πεζοί και 2.000 ιππείς, ενώ η αρχιστρατηγία δόθηκε σ’ έναν Συρακούσιο εξόριστο, τον Έλωρι, τον άνθρωπο που κάποτε είχε υιοθετήσει τον Διονύσιο έτσι ώστε ο δεύτερος να ανακτήσει τα πολιτικά δικαιώματά του. Οι δυνάμεις των Ιταλιωτών στρατοπέδευσαν κοντά στις όχθες του Ελέπορου (388). Ο Διονύσιος κινήθηκε αιφνιδιαστικά και συνέτριψε τους συμμάχους. Όσοι σώθηκαν από τη σφαγή κατέφυγαν σε ένα λόφο, χωρίς τρόφιμα, χωρίς καθόλου νερό και κάτω από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού. Η παράδοση των Ιταλιωτών ήταν πραγματικά ζήτημα ωρών. Ενώ όμως οι ηττημένοι περίμεναν να δοκιμάσουν την αγριότητα του νικητή, αυτός επέδειξε τέτοια μεγαλοψυχία που τους άφησε όλους ελεύθερους χωρίς να ζητήσει λύτρα, ενώ αναγνώρισε τυπικά την αυτονομία των πόλεών τους. Η απόφαση του Διονυσίου είχε προφανώς πολιτικά κίνητρα: έχοντας ήδη αποδείξει την ισχύ του με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο, είχε μόνο να κερδίσει από μια τέτοια απόφαση μεγαθυμίας. Πράγματι, το σύνολο σχεδόν των πόλεων των Ιταλιωτών αποδέχεται ευθύς αμέσως την επικυριαρχία του.     

«καὶ πάντων αὐτοῦ ὑποπτευόντων τὸ θηριῶδες, τοὐναντίον ἐφάνη πάντων ἐπιεικέστατος· τούς τε γὰρ αἰχμαλώτους ἀφῆκεν αὐτεξουσίους χωρὶς λύτρων καὶ πρὸς τὰς πλείστας τῶν πόλεων εἰρήνην συνθέμενος ἀφῆκεν αὐτονόμους. ἐπὶ δὲ τούτοις ἐπαίνου τυχὼν ὑπὸ τῶν παθόντων χρυσοῖς στεφάνοις ἐτιμήθη, καὶ σχεδὸνῶν εὖ  τοῦτ´ ἔδοξε πρᾶξαι ἐν τῷ ζῆν κάλλιστον» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 105).     

Μετά τη μάχη του Ελέπορου, η Καυλωνία και το Ιππώνιο δεν έχουν άλλη επιλογή από το να υποταγούν στον Διονύσιο. Ο τύραννος εκτοπίζει τους κατοίκους των δύο πόλεων στις Συρακούσες, παρέχοντάς τους φορολογική ατέλεια για πέντε χρόνια, ενώ τα εδάφη τους τα δίνει στους συμμάχους του, τους Λοκρούς (όπ.π., ΙΔ΄, 106-107).     

Το τέλος του Ρήγιου: Οι Ρηγίνοι έχουν αντιληφθεί ότι πλέον είναι απομωνομένοι και δεν μπορούν να περιμένουν βοήθεια από κανέναν: «οὔτε γὰρ συμμάχους οὔτε δύναμιν ἀξιόμαχον εἶχον» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 106). Για να σώσουν την πόλη τους κάνουν τεράστιες θυσίες: πληρώνουν στον Διονύσιο 300 τάλαντα ως πολεμική αποζημίωση, παραδίδουν τον στόλο τους, καθώς και εκατό πολίτες ως ομήρους. Για τον τύραννο η σύναψη συνθήκης ειρήνης με το μισητό Ρήγιο δεν είναι παρά μέσο για την χωρίς απώλειες εξουδέτέρωση της ναυτικής δύναμης του εχθρού.     

«καὶ γὰρ ἐν τῷ πρότερον ἐνιαυτῷ τὴν εἰρήνην συνέθετο πρὸς αὐτοὺς οὐ τῆς φιλίας ὀρεγόμενος, ἀλλὰ τὴν ναυτικὴν δύναμιν παρελέσθαι βουλόμενος, οὖσαν τριήρων ἑβδομήκοντα· διελάμβανε γὰρ τῆς κατὰ θάλατταν βοηθείας ἀποκλεισθείσης ῥᾳδίως ἐκπολιορκήσειν τὴν πόλιν. διόπερ κατὰ τὴν Ἰταλίαν ἐνδιατρίβων ἐζήτει πρόφασιν εὔλογον, δι´ ἧς οὐ παρὰ τὴν ἀξίαν τὴν ἰδίαν δόξει λελυκέναι τὰς συνθήκας. ἀγαγὼν οὖν πρὸς τὸν πορθμὸν τὰς δυνάμεις, τὰ πρὸς τὴν διάβασιν παρεσκευάζετο» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 107-108).        

Ζητώντας τον ανεφοδιασμό του στρατού του, με τον οποίο έχει περικυκλώσει την πόλη, ο Διονύσιος ουσιαστικά εξαναγκάζει τους Ρηγίνους να του αντισταθούν. Ηρωϊκά, αλλά μάταια. Μετά από έντεκα μήνες πολιορκίας, οι πεινασμένοι πολιορκημένοι συνθηκολογούν (387). Ο Διονύσιος έχει ολοκληρώσει το σχέδιό του να καταστεί αποκλειστικός κύριος των στενών της Μεσσήνης. Μεθοδικά, ο τύραννος θα συνεχίσει να ενισχύει τις θέσεις του στην Κάτω Ιταλία. Μετά την υποταγή και του Κρότωνα, το 378 π.Χ., ο Διονύσιος είναι πλέον κυρίαρχος όλης της Μεγάλης Ελλάδας: όλες οι πόλεις της είναι υποτελείς σ’ αυτόν ή σύμμαχοί του (Επιζεφύριοι Λοκροί, Τάρας, Μεταπόντιο).     

ΙΙ.    Ο Διονύσιος θαλασσοκράτορας     

Η ανάμειξη του Διονυσίου στη μητροπολιτική Ελλάδα: Το μεγάλο πλεονέκτημα του Διονυσίου είναι η ναυτική ισχύς του. Με αυτό το όπλο θα επιχειρήσει να καταστεί ρυθμιστής της πολιτικής κατάστασης στην κυρίως Ελλάδα. Η πρώτη παρέμβασή του είναι πιο μετριοπαθής ως προς τις φιλοδοξίες της, καθώς εντάσσεται στο πλαίσιο της συμμαχίας του με τη Σπάρτη. Το 387 π.Χ. στέλνει είκοσι πολεμικά πλοία στον Ελλήσποντο για να βοηθήσει τον Σπαρτιάτη ναύαρχο Ανταλκίδα στη σύγκρουσή του με τους Αθηναίους. Η βοήθεια του Διονυσίου θα αποδειχθεί καθοριστική προκειμένου οι Αθηναίοι να δεχτούν την Ειρήνη του Μεγάλου Βασιλεά (386). Ο Συρακούσιος γνωρίζει πολύ καλά ότι η ανασυγκρότηση της αθηναϊκής ναυτικής δύναμης αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τα επεκτατικά του σχέδια.

Η δεύτερη παρέμβαση του τυράννου είναι πιο φιλόδοξη. Με τη βοήθεια των Ιλλυριών συμμάχων του επαναφέρει στον θρόνο των Μολοσσών της Ηπείρου τον φίλο του Αλκέτα, ο οποίος εξόριστος είχε βρει καταφύγιο στις Συρακούσες (385-384). Στην Ελλάδα εξαπλώνεται η φήμη ότι ο Διονύσιος προτίθεται να επεκτείνει τα εδάφη του προς Νότον, επιτιθέμενος στο ιερό των Δελφών.

» Ἔσπευδε γὰρ ἄφνω μεγάλαις δυνάμεσιν ἐπιπλεῦσαι τοῖς κατὰ τὴνΗπειρον τόποις καὶ συλῆσαι τὸ ἐν Δελφοῖς τέμενος, γέμον πολλῶν χρημάτων. Διὸ καὶ πρὸς ᾿Ιλλυριοὺς ἐποιήσατο συμμαχίαν δι‘ ᾿Αλκέτου τοῦ Μολοττοῦ, ὃς ἐτύγχανε φυγὰς ὢν καὶ διατρίβων ἐν ταῖς Συρακούσαις. Τῶν δ‘ ᾿Ιλλυριῶν ἐχόντων πόλεμον, ἐξαπέστειλεν αὐτοῖς συμμάχους στρατιώτας δισχιλίους καὶ πανοπλίαςΕλληνικὰς πεντακοσίας. Οἱ δ‘ ᾿Ιλλυριοὶ τὰς μὲν πανοπλίας ἀνέδωκαν τοῖς ἀρίστοις τῶν στρατιωτῶν, τοὺς δὲ στρατιώτας κατέμιξαν τοῖς ἰδίοις στρατιώταις. Πολλὴν δὲ δύναμιν ἀθροίσαντες ἐνέβαλον εἰς τὴνΗπειρον καὶ κατῆγον τὸν ᾿Αλκέταν ἐπὶ τὴν τῶν Μολοττῶν βασιλείαν» (Διόδωρος, ΙΕ΄, 13, 1-3).  

Οι Σπαρτιάτες αντιδρούν άμεσα και διώχνουν τους Ιλλυριούς από την Ήπειρο. Όπως σημειώνει ο Pierre Carlier (“Le IVe siècle grec”, σειρά “Nouvelle Histoire de l’ Antiquité”, vol. 5, Coll. Points, εκδ. Seuil, Παρίσι 1995, σελ. 186) «εάν κάποια στιγμή ο Διονύσιος είχε την πρόθεση να επεκτείνει την επιρροή του στην κυρίως Ελλάδα αντιλαμβάνεται πλέον ότι οι Λακεδαιμόνιοι σύμμαχοί του θα αντιταχθούν δυναμικά σε τέτοιου είδους βλέψεις». Ο τύραννος πρέπει να εστιάσει την προσοχή του στην Αδριατική.

Η απόκτηση του ελέγχου της Αδριατικής: Έχοντας ήδη τον έλεγχο των στενών της Μεσσήνης, ο Συρακούσιος αποκτά και τον έλεγχο των στενών του Οτράντο και σταδιακά ολόκληρης της Αδριατικής. Το σχέδιο υλοποιείται με την ίδρυση πολυάριθμων αποικιών κι από τις δύο πλευρές της θάλασσας. Το 385 ιδρύει τη Λίσσο στις νότιες ακτές της Ιλλυρίας, ενώ λίγο αργότερα αποικίζει με μισθοφόρους την Ίσσα, νησί κοντά στις δαλματικές ακτές, και ενισχύει την προσπάθεια των Κνιδίων να επεκτείνουν τη γειτονική αποικία τους, την Κόρκυρα Μέλαινα. Ομοίως θα βοηθήσει τους Πάριους να ιδρύσουν την αποικία της Φάρου (384), πάντα στις ακτές της Δαλματίας. Ακόμη πιο φιλόδοξες είναι οι προσπάθειες αποικισμού των ιταλικών ακτών της Αδριατικής: ίδρυση της Αγκώνας (πιθανώς το 387) και της Αδρίας (385;) στο δέλτα του Πάδου. Έτσι, ο Διονύσιος συνάπτει σχέσεις με τους Γαλάτες που έχουν εγκατασταθεί στην περιοχή και στρατολογεί αρκετούς από αυτούς ως μισθοφόρους. Επιπλέον, αυξάνει τα εισοδήματά τους χάρη στους φόρους και δασμούς που επιβάλλει στα εμπορεύματα (ήλεκτρο, κασσίτερος, σιτηρά της κοιλάδας του Πάδου).

Ο Διονύσιος θα επιχειρήσει να επεκτείνει την κυριαρχία του και στο Τυρρηνικό πέλαγος, χωρίς πάντως να πετύχει τα ίδια αποτελέσματα με αυτά στην Αδριατική. Οι σημαντικότερες επιτυχίες του ήταν η λεηλασία του ετρουσκικού ιερού στους Πύργους, η οποία του απέφερε σημαντικά λάφυρα, και η παρουσία του για ορισμένο χρονικό διάστημα στην Κορσική.

» Διονύσιος δὲ χρημάτων ἀπορούμενος ἐστράτευσεν ἐπὶ Τυρρηνίαν, ἔχων τριήρεις ἑξήκοντα, πρόφασιν μὲν φέρων τὴν τῶν λῃστῶν κατάλυσιν, τῇ δ’ ἀληθείᾳ συλήσων ἱερὸν ἅγιον, γέμον μὲν ἀναθημάτων πολλῶν, καθιδρυμένον δ’ ἐν ἐπινείῳ πόλεως ᾿Αγύλλης Τυρρηνίδος· τὸ δ’ ἐπίνειον ὠνομάζετο Πύργοι. Καταπλεύσας δὲ νυκτὸς καὶ τὴν δύναμιν ἐκβιβάσας, ἅμ’ ἡμέρᾳ προσπεσὼν ἐκράτησε τῆς ἐπιβολῆς· ὀλίγων γὰρ ὄντων ἐν τῷ χωρίῳ φυλάκων, βιασάμενος αὐτοὺς ἐσύλησε τὸ ἱερὸν καὶ συνήθροισεν οὐκ ἔλαττον ταλάντων χιλίων» (Διόδωρος, ΙΕ΄, 14, 3-4).

Κύριος ολόκληρης της Αδριατικής, ο Διονύσιος «μπορεί να εμποδίσει τη διέλευση σε οποιονδήποτε πολεμικό στόλο. Το εμπόριο μεταξύ της Ελλάδας, αφενός, και της Σικελίας και της Ιταλίας, αφετέρου,… εξαρτάται αποκλειστικά από την καλή του θέληση» (P. Carlier, όπ.π.). Η αυτοκρατορία του τυράννου των Συρακουσίων βρίσκεται αναμφίβολα στο απόγειό της.   

Ο τύραννος – μέρος Α΄: η Σικελία πριν την άνοδο του Διονυσίου στην εξουσία

Μαΐου 5, 2010

Μετά από διαδικτυακή απουσία (εν μέρει μόνο εκούσια) μεγαλύτερη του ενός μηνός, ας επιστρέψουμε στη γνώριμη γη της Σικελίας κι ας καταδυθούμε μέσα στον χρόνο σχεδόν δεκαπέντε αιώνες για να συναντήσουμε, για πρώτη φορά στο ιστολόγιο αυτό, τον ακμάζοντα ελληνισμό της Δύσης. Οι Σικελιώτες και Ιταλιώτες Έλληνες, πολίτες των πολυάριθμων αποικιών που ιδρύθηκαν, ως επί το πλείστον, κατά την αρχαϊκή περίοδο, έχουν απόλυτη συναίσθηση του ότι ανήκουν στο ελληνικό έθνος και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού κόσμου. Συμβουλεύονται τα μαντεία της μητροπολιτικής Ελλάδας και μετέχουν με ζήλο στους πανελλήνιους αγώνες όπου και διακρίνονται ιδιαίτερα (ειδικά οι αρματοδρομίες φαίνεται να αποτελούν το αγώνισμα στο οποίο επικρατούν κατά σύστημα οι Σικελοί: αρκεί να θυμηθούμε ότι ο περίφημος Ηνίοχος των Δελφών αποτελούσε τμήμα γλυπτού συμπλέγματος που αφιέρωσε στον ναό του Απόλλωνα ο τύραννος της Γέλας Πολύζαλος σε ανάμνηση της νίκης του στα Πύθια). Καλλιτέχνες, γιατροί, φιλόσοφοι, ποιητές και ρήτορες μετακινούνται από την Ελλάδα στη Σικελία ή στην Κάτω Ιταλία (ο Πυθαγόρας εγκαταλείπει τη Σάμο για να εγκατασταθεί στον Κρότωνα, ο Αισχύλος περνά τα τελευταία χρόνια της ζωής του στη Γέλα, όπου πεθαίνει το 456 π.Χ.), ενώ άλλοι διασχίζουν τη Μεσόγειο προς την αντίθετη κατεύθυνση. Όπως, όμως, επισημαίνει ο Γάλλος ιστορικός Πιέρ Καρλιέ ( “Le IVe siècle grec”, σειρά «Nouvelle Histoire de l’ Antiquité«, vol. 5, Coll. Points, εκδ. Seuil, Παρίσι 1995, σελ. 169) «παρά την πολιτιστική και θρησκευτική ενότητα αυτή, οι Έλληνες του Αιγαίου και οι Έλληνες της Δύσης ανήκουν σε διαφορετικές γεωστρατηγικές και πολιτικές ζώνες«. Βεβαίως, όπως συμβαίνει και στην Ανατολή, οι ελληνικές πόλεις της Δύσης πολεμούν πρωτίστως η μία εναντίον της άλλης (θαρρώ πως η πεμπτουσία της ανεξαρτησίας για μια ελληνική πόλη-κράτος συνίσταται στη δυνατότητα να στείλει τους άνδρες της να σφαχτούν με αυτούς της γειτονικής για ένα χέρσο αγρό στα σύνορα των δύο πόλεων). Οι εξωτερικοί εχθροί, όμως, διαφέρουν: αντί των Περσών, οι Έλληνες της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας έχουν ως αντιπάλους τους γειτονικούς ιθαγενείς λαούς (Σικελούς και Σικανούς, Λουκανούς, Σαμνίτες, Καμπανούς και Ετρούσκους) και φυσικά την άλλη μεγάλη αποικιακή και εμπορική δύναμη, την Καρχηδόνα. Έπειτα, οι ιδιαιτερότητες του ελληνισμού της Δύσης, δημιουργούν διαφορετικές εντυπώσεις στη συλλογική συνείδηση: για τους Έλληνες της μητρόπολης οι χώρες της Δύσης είναι μακρινές, πρόκειται για τόπους μυστηριώδεις που συνδέονται με τους αρχαίους μύθους (από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη ως τους Κύκλωπες), για περιοχές με αμύθητο πλούτο (γεωργικό, κτηνοτροφικό και εμπορικό) και παράξενες παραδόσεις (όπου θάβουν στους ναούς με τιμές ήρωα τα άλογα που νίκησαν στις αρματοδρομίες των πανελλήνιων αγώνων), στις οποίες κατοικούν τα, όπως και να το κάνουμε, κάπως διαφορετικά ξαδέρφια τους. Μη λησμονούμε ότι, κατά την παράδοση, οι πιο πολλοί από τους πρώτους αποίκους πήραν ντόπιες γυναίκες: άρα, οι απόγονοί τους ήταν, στα μάτια των συμπατριωτών τους της κυρίως Ελλάδας, κατά κάποιο τρόπο μιξοβάρβαροι. Τα ίδια στοιχεία θα πρέπει να διαμόρφωσαν μια ιδιαίτερη ταυτότητα για τους Έλληνες της Δύσης, οι οποίοι, κατ’ ανάγκη, θα είχαν συναίσθηση ότι βρίσκονταν στα όρια του ελληνισμού, σε άμεση επαφή με τους Βαρβάρους.

Άξιο τέκνο αυτής της γης όπου τα πάντα μοιάζουν μεγεθυμένα, ο ήρωάς μας δεν είναι ακριβώς συμπαθής, πλην όμως δεν στερείται μεγαλείου. Υπέρμετρα φιλόδοξος, μεγαλομανής, βίαιος, αδίστακτος και κυνικός, ο Διονύσιος των Συρακουσών αποτελεί από κάθε άποψη το αρχέτυπο του τυράννου σύμφωνα με τη σύγχρονη σημασία της λέξης. Ταυτόχρονα, όμως, ήταν και εξαιρετικός στρατιωτικός ηγέτης με μεγάλες ικανότητες και θάρρος, οξυδερκής πολιτικός και κοινωνικός αναμορφωτής, άνθρωπος ευρύτατης μόρφωσης και παιδείας και, όπως φαίνεται, ικανός δραματουργός. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να υπενθυμήσουμε πως η λέξη «τύραννος» είναι μια από αυτές που έχουν υποστεί δραματική σημασιολογική δείνωση: με την αρχική της σημασία δήλωνε ύπατο αξίωμα και αποτελούσε τίτλο τιμής, ακριβώς όπως κι οι λέξεις «βασιλεύς», «ηγεμών» και «στρατηγός». Ο Διονύσιος κατορθώνει να προσωποιεί και τις δύο διαμετρικά αντίθετες σημασίες της λέξης. Με τη δράση του σημάδεψε την Ιστορία της ελληνικής Δύσης. Ο μύθος του διάβηκε τους αιώνες, φτάνοντας μέχρι την εποχή μας.

Για τη ζωή και το έργο αυτής της αντιφατικής προσωπικότητας διαθέτουμε έναν πρώτης τάξεως οδηγό, τον Διόδωρο τον Σικελιώτη (βιβλία ΙΓ΄ επ.), δηλαδή έναν ιστορικό που όχι μόνο καταγόταν από τον ίδιο γεωγραφικό χώρο, αλλά και χρησιμοποίησε ως βασική πηγή του τον Φίλιστο, τον αριστοκράτη Συρακούσιο πολιτικό και ιστορικό που υπήρξε στενός φίλος του Διονυσίου. Και για να μη το ξεχάσω: ο Ιταλός ιστορικός, αρχαιολόγος και μυθιστοριογράφος Βαλέριο Μάσσιμο Μανφρέντι έχει γράψει ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα με ήρωα τον Διονύσιο τον Πρεσβύτερο (Il Tiranno, εκδ. Mondadori, 2003). Μολονότι οι περισσότεροι φίλοι της Ιστορίας είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικοί προς το είδος, πρέπει να δεχτούμε ότι πρόκειται για μια γλαφυρή εξιστόρηση της σταδιοδρομίας του Διονυσίου και της Ιστορίας της Σικελίας από έναν κατά τεκμήριο γνώστη της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου. Ακόμη και οι «λαθροχειρίες» του Μανφρέντι όσον αφορά τα ιστορικά γεγονότα είναι λελογισμένες και εξυπηρετούν την πλοκή του βιβλίου (ίσως στο τέλος της σειράς τις επισημάνουμε). Ας ξετυλίξουμε όμως την ιστορία μας.  

Ι.   Ο ελληνισμός της Σικελίας κατά τον 5ο αιώνα

Σικελικές ιδιαιτερότητες:  Οι κοινωνικές αναταραχές και συγκρούσεις δεν αποτελούν φυσικά ιδιαιτερότητα των πόλεων της Μεγάλης Ελλάδας και της Σικελίας. Σε σχέση, όμως, προς τα πράγματα των πόλεων της κυρίως Ελλάδας διαφέρουν τα χαρακτηριστικά των συγκρουόμενων ομάδων: στη Σικελία αντιπαρατίθενται συνήθως οι απόγονοι των αρχικών αποίκων, που αποτελούν την κατ’ εξοχήν αριστοκρατία κάθε πόλης, προς τους απόγονους αυτών που εγκαταστάθηκαν αργότερα στις αποικίες. Έπειτα, η βασική ιδιαιτερότητα της σικελικής Ιστορίας είναι η μεγάλη κινητικότητα από πόλη σε πόλη, τόσο πληθυσμών όσο και ηγετικών ομάδων, φαινόμενο αδιανόητο για τη μητρόπολη. Π.χ., οι Δεινομενίδες, η δυναστεία τυράνννων που κυβερνούσε αρχικά στη Γέλα, μεταφέρουν το κέντρο της εξουσίας τους στις Συρακούσες. Οι μετακινήσεις των ηγεμόνων, το γεγονός ότι αυτοί εξαπλώνουν την κυριαρχία τους σε περισσότερες πόλεις, καθώς και οι συνήθεις λόγοι που οδηγούν τους ανθρώπους στην εσωτερική μετανάστευση, έχουν ως αποτέλεσμα την εκούσια ή αναγκαστική μετακίνηση πληθυσμών. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτοί οι «μετανάστες» έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν πολιτικά δικαιώματα στην πόλη που εγκαθίστανται (και να καταστούν «νεοπολίτες»). Σ’ αυτούς πρέπει να προστεθούν και οι πολυάριθμοι μισθοφόροι τους οποίους προσλαμβάνουν οι τύραννοι των σικελικών πόλεων και οι οποίοι, μετά το τέλος της υπηρεσίας τους, ανταμείβονται με εκτάσεις γης και με το προνόμιο να εγκατασταθούν κι αυτοί ως πολίτες στην πόλη του εργοδότη τους.

Τις σικελικές ιδιαιτερότητες αυτές περιγράφει με ύφος περιφρονητικό ο Αλκιβιάδης (κατά Θουκυδίδη), στην προσπάθειά του να πείσει τους Αθηναίους συμπολίτες του για την αναγκαιότητα της Σικελικής Εκστρατείας. Το εγχείρημα θα είναι εύκολο να επιτύχει (και τα κέρδη πολύ μεγάλα), καθώς:

» καὶ τὸν ἐς τὴν Σικελίαν πλοῦν μὴ μεταγιγνώσκετε ὡς ἐπὶ μεγάλην δύναμιν ἐσόμενον. ὄχλοις τε γὰρ ξυμμείκτοις πολυανδροῦσιν αἱ πόλεις καὶ ῥᾳδίας ἔχουσι τῶν πολιτῶν τὰς μεταβολὰς καὶ ἐπιδοχάς. καὶ οὐδεὶς δι’ αὐτὸ ὡς περὶ οἰκείας πατρίδος οὔτε τὰ περὶ τὸ σῶμα ὅπλοις ἐξήρτυται οὔτε τὰ ἐν τῇ χώρᾳ νομίμοις κατασκευαῖς· ὅτι δὲ ἕκαστος ἢ ἐκ τοῦ λέγων πείθειν οἴεται ἢ στασιάζων ἀπὸ τοῦ κοινοῦ λαβὼν ἄλλην γῆν, μὴ κατορθώσας, οἰκήσειν, ταῦτα ἑτοιμάζεται» (Θουκυδίδης, Στ΄, 17, 2-3). 

Ο «χρυσός αιώνας» της Σικελίας των τυράννων: Υπό την καθοδήγηση δύο δυναστειών τυράννων (Εμμενίδες στον Ακράγαντα και Δεινομενίδες στη Γέλα και, στη συνέχεια, στις Συρακούσες), η Σικελία γνωρίζει μεγάλη ακμή σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο κατά την περίοδο 520-470 π.Χ. Ο Ακράγας των Εμμενιδών είναι η πλουσιότερη ελληνική πόλη (αντικαθιστώντας τη Μίλητο του 6ου αιώνα), ενώ οι Δεινομενίδες καθίστανται οι ισχυρότεροι ηγεμόνες στον ελληνικό κόσμο. Η ισχύς αυτή καταδεικνύεται και από τις περηφανείς νίκες που κατήγαγαν οι Σικελοί τύραννοι κατά των εξωτερικών εχθρών του ελληνισμού: το 480 π.Χ. (κατά την παράδοση, την ίδια μέρα με την ελληνική νίκη στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας) οι δυνάμεις του Δεινομενίδη Γέλωνα, τυράννου της Γέλας και των Συρακουσών, συνασπισμένες με αυτές του Θήρωνα, τυράννου του Ακράγαντα, συντρίβουν τους Καρχηδόνιους του Αμίλκα στην Ιμέρα (τελευταίο προπύργιο του ελληνισμού πριν την καρχηδονιακή «επικράτεια» της Σικελίας) και ανακόπτουν τον καρχηδονιακό επεκτατισμό για εβδομήντα χρόνια. Έξι χρόνια αργότερα, ο Δεινομενίδης Ιέρων διαλύει τον ετρουσκικό στόλο έξω από την Κύμη. Λίγο μετά, οι Δεινομενίδες φτάνουν στο απόγειο της ισχύος τους, αντικαθιστώντας τους Εμμενίδες και στον Ακράγαντα. Το τέλος τους, όμως, θα έρθει απίστευτα γρήγορα: ένα χρόνο μετά τον θάνατο του Ιέρωνα (467), η τυραννία καταλύεται. 

Η εποχή της κρίσης: Τα χρόνια μετά την κατάλυση της τυραννίας αποτελούν περίοδο κρίσης και αστάθειας για το σύνολο των πόλεων. Η απώλεια ισορροπίας αφορά τόσο το εσωτερικό της κάθε πόλης (έντονες κοινωνικές διαμάχες) όσο και τον συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των πόλεων. Ο συμμαχικός άξονας Συρακουσών-Γέλας-Ακράγαντα-Σελινούντα απειλεί την αυτονομία των υπολοίπων πόλεων-κρατών. Οι πόλεις της ανατολικής ακτής (Λεοντίνοι, Νάξος, Μέγαρα, Κατάνη, Μεσσήνη) προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τον επεκτατισμό των Συρακουσών, ενώ η Αίγεστα, στα βορειοδυτικά όρια της ελληνικής επικράτειας, απειλείται από τον συνασπισμό Σελινούντα και Ακράγαντα.   

Η «συμπλοκή» Δύσης και Ανατολής: Παρά τη σχετική γεωπολιτική της αυτοτέλεια, η ελληνική Σικελία θα παρασυρθεί στη δίνη του Πελοποννησιακού Πολέμου. Κατά τη φάση του Αρχιδάμειου Πολέμου, οι Αθηναίοι θα κάνουν ό,τι ήταν δυνατό προκειμένου να αποτρέψουν ενδεχόμενη συμμετοχή των Συρακουσίων στον πόλεμο, ως συμμάχων των Λακεδαιμονίων. Στο πλαίσιο αυτό θα ενισχύσουν με κάθε μέσο τους παραδοσιακούς εχθρούς των Συρακουσών (κυρίως τους Λεοντίνους, αλλά και τις άλλες πόλεις της ανατολικής ακτής του νησιού, οι οποίες βρίσκονται πιο εκτεθειμένες στον επεκτατισμό της γειτονικής υπερδύναμης: 427-424 π.Χ.). Το 415, με πρόσχημα την έκκληση για βοήθεια της Αίγεστας (που απειλείται από τον γειτονικό Σελινούντα, σύμμαχο των Συρακουσών), οι Αθηναίοι, παρασυρμένοι από τη μεγαλομανία του Αλκιβιάδη, επιχειρούν άμεση επέμβαση στο νησί, με στόχο την ολοκληρωτική κατάληψή του. Παρά τον υπέρ τους συσχετισμό δυνάμεων και τις προβλέψεις των, ουδέτερων και μη, παρατηρητών (ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Γύλιππος ξεκινά να βοηθήσει τους Συρακούσιους σχεδόν πεπεισμένος ότι θα φτάσει κατόπιν εορτής και θα αντικρύσει τους Αθηναίους να έχουν καταλάβει την πόλη), η Σικελική Εκστρατεία καταλήγει σε δραματικό φιάσκο για τους Αθηναίους. Βεβαίως, η αθηναϊκή αποτυχία εξηγείται ιδίως από δικά τους σφάλματα: οι εσωτερικές έριδες και αντιπαλότητες φθείρουν τους Αθηναίους πριν καν ξεκινήσουν την εκστρατεία, ενώ οι τραγικές ολιγωρίες και τα φρικτά σφάλματα της στρατιωτικής ηγεσίας τους (και ιδίως του Νικία) έχουν ως μοιραία κατάληξη τη συντριβή (413 π.Χ.). Το κύρος και η αυτοπεποίθηση των Συρακουσίων είναι σαφώς ενισχυμένο από τη μεγάλη και απροσδόκητη επικράτηση. Η δύναμη της πόλης, όμως, έχει σίγουρα πληγεί από την εξαντλητική πολιορκία και τις αιματηρές συγκρούσεις.

Μετά τον θρίαμβο της πόλης του, ο ικανότερος Συρακούσιος στρατηγός, ο Ερμοκράτης, αναχωρεί με τμήμα του στόλου για το Αιγαίο, προκειμένου να βοηθήσει τους συμμάχους Σπαρτιάτες να επικρατήσουν των Αθηναίων. Εν τη απουσία του, ισχυρότερος πολιτικός ηγέτης καθίσταται ο Διοκλής. Υπό την καθοδήγησή του, το πολίτευμα των Συρακουσίων απομακρύνεται από τον παραδοσιακά ολιγαρχικό χαρακτήρα του και «ολισθαίνει» προς τη δημοκρατία των μεγάλων εχθρών (λ.χ. ανάδειξη των αρχόντων με κλήρωση). Μεθοδικά, ο Διοκλής συγκεντρώνει την πολιτική και στρατιωτική εξουσία στην πόλη: κατηγορεί τον μεγάλο του αντίπαλο, τον Ερμοκράτη, ως αμετανόητο ολιγαρχικό που απεργάζεται την κατάλυση της νεοσύστατης δημοκρατίας. Ο Δήμος ψηφίζει να αφαιρεθεί από τον Ερμοκράτη η εξουσία του στρατηγού και τον καταδικάζει σε εξορία.

Γρήγορα, όμως, η αφύπνιση του απειλητικότερου εξωτερικού εχθρού θα αναγκάσει τους Σικελιώτες να εγκαταλείψουν προσωρινά τις εσωτερικές διαμάχες και να στρέψουν την προσοχή τους προς δυσμάς.

ΙΙ.   Οι Σικελιώτες αντιμέτωποι με τον καρχηδονιακό επεκτατισμό

Το τέλος μιας παρατεταμένης περιόδου νηνεμίας: Οι Καρχηδόνιοι είχαν εγκατασταθεί πολύ νωρίς στη Σικελία, θέτοντας υπό τον έλεγχό τους μια περιορισμένης σχετικά έκτασης, αλλά στρατηγικής σημασίας περιοχή, στην οποία ίδρυσαν πόλεις και εμπορικούς σταθμούς (Μοτύη, Λιλύβαιο και φυσικά την Πάνορμο, το μετέπειτα Παλέρμο). Μετά την ήτττα τους στην Ιμέρα, οι Καρχηδόνιοι δεν επιχείρησαν εκ νέου να επέμβουν στρατιωτικά στη Σικελία. Η ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ Καρχηδονίων και Ελλήνων αποδεικνυόταν, άλλωστε, επωφελής και για τις δύο πλευρές. Έλληνες έμποροι είχαν εγκατασταθεί σε μεγάλο αριθμό στις πόλεις και τους εμπορικούς σταθμούς των Καρχηδονίων, ενώ οι Καρχηδόνιοι έμποροι ήταν παρόντες σε όλες τις μεγάλες ελληνικές πόλεις της Σικελίας. Ξαφνικά, το 410 π.Χ., η κατάσταση μεταβάλλεται.

Ύστερα από τη συντριβή των συμμάχων και προστατών της Αθηναίων, η πόλη της Αίγεστας είχε υποχρεωθεί να ικανοποιήσει όλες τις διεκδικήσεις των γειτόνων της Σελινουντίων (413). Τρία χρόνια αργότερα, οι Σελινούντιοι προβάλλουν νέες διεκδικήσεις που ισοδυναμούν ουσιαστικά με πολιτικό και οικονομικό αφανισμό της Αίγεστας, η οποία μέσα στην απόγνωσή της στρέφεται προς τους Καρχηδόνιους, ζητώντας τη στρατιωτική βοήθειά τους. Εκείνοι, προς γενική κατάπληξη, απαντούν θετικά. Τί μεσολάβησε ώστε η Καρχηδόνα να αλλάξει την πολιτική μη επέμβασης στα ελληνικά ζητήματα, την οποία ακολουθούσε πιστά για εβδομήντα περίπου χρόνια; Όπως εξηγεί ο Πιέρ Καρλιέ (όπ.π., σελ. 172-173): «Πιθανότατα, η μεγάλη αθηναϊκή εκστρατεία του 415 προκάλεσε σοβαρές ανησυχίες στην Καρχηδόνα. Οι Καρχηδόνιοι μπορεί να φοβήθηκαν ότι οι Αθηναίοι, εφόσον καταστούν κύριοι της Σικελίας, θα συνεχίσουν την επέκτασή τους προς την Αφρική«. Αυτό μας λέει κι ο Θουκυδίδης, εμφανίζοντας τον Αλκιβιάδη να δηλώνει προς τους Σπαρτιάτες ότι:

«ἐπλεύσαμεν ἐς Σικελίαν πρῶτον μέν, εἰ δυναίμεθα, Σικελιώτας καταστρεψόμενοι, μετὰ δ’ ἐκείνους αὖθις καὶ Ἰταλιώτας, ἔπειτα καὶ τῆς Καρχηδονίων ἀρχῆς καὶ αὐτῶν ἀποπειράσοντες. εἰ δὲ προχωρήσειε ταῦτα ἢ πάντα ἢ καὶ τὰ πλείω, ἤδη τῇ Πελοποννήσῳ ἐμέλλομεν ἐπιχειρήσειν, κομίσαντες ξύμπασαν μὲν τὴν ἐκεῖθεν προσγενομένην δύναμιν τῶν Ἑλλήνων, πολλοὺς δὲ βαρβάρους μισθωσάμενοι καὶ Ἴβηρας καὶ ἄλλους τῶν ἐκεῖ ὁμολογουμένως νῦν βαρβάρων μαχιμωτάτους, τριήρεις τε πρὸς ταῖς ἡμετέραις πολλὰς ναυπηγησάμενοι, ἐχούσης τῆς Ἰταλίας ξύλα ἄφθονα, αἷς τὴν Πελοπόννησον πέριξ πολιορκοῦντες καὶ τῷ πεζῷ ἅμα ἐκ γῆς ἐφορμαῖς τῶν πόλεων τὰς μὲν βίᾳ λαβόντες, τὰς δ’ ἐντειχισάμενοι, ῥᾳδίως ἠλπίζομεν καταπολεμήσειν καὶ μετὰ ταῦτα καὶ τοῦ ξύμπαντος Ἑλληνικοῦ ἄρξειν» (Θουκυδίδης, Στ΄, 90, 2-4).  

Άρα, η καρχηδονιακή παρέμβαση μπορεί να ερμηνευθεί ως προληπτική κίνηση που θα εδραιώσει τις θέσεις της φοινικικής δύναμης, προστατεύοντας τις κτήσεις της από οποιονδήποτε ελληνικό ιμπεριαλισμό. Η στιγμή είναι η πλέον κατάλληλη: αφενός, οι ελληνικές πόλεις που είναι αντίπαλες των Συρακουσίων δεν έχουν πλέον άλλο σύμμαχο, αφετέρου, οι ίδιες οι Συρακούσες έχουν αποδυναμωθεί από την πολιορκία και τις εσωτερικές διαμάχες. Τέλος, είναι προφανές ότι στην ίδια την Καρχηδόνα η αλλαγή στάσης εξηγείται και από την άνοδο στην εξουσία ομάδων που υποστηρίζουν μια πιο επεκτατική και δυναμική πολιτική. Δεν είναι τυχαίο ότι επικεφαλής των καρχηδονιακών δυνάμεων ορίζεται ο Μαγονίδης Αννίβας, γιος του Γίσκωνος και εγγονός του Αμίλκα, δηλαδή του ηττημένου της μάχης της Ιμέρας (βλ. Καρλιέ όπ.π.).

Η εισβολή του Αννίβα στη Σικελία: Αφού το 410 οι Καρχηδόνιοι συνέδραμαν την Αίγεστα στέλνοντας ένα μισθοφορικό σώμα, την άνοιξη του 409 αποβιβάζεται στη βορειοδυτική Σικελία ο Αννίβας, επικεφαλής μεγάλου εκστρατευτικού σώματος (ο Διόδωρος, ΙΓ΄, 54, 5, αναφέρει ότι, σύμφωνα με τον Έφορο τον Κυμαίο, το στράτευμα περιελάμβανε 200.000 πεζικάριους και 4.000 ιππείς), το οποίο απαρτίζουν κυρίως Ίβηρες και Αφρικανοί. Οι Καρχηδόνιοι μεταφέρουν και μεγάλο αριθμό πολιορκητικών μηχανών. Ο Αννίβας κινείται χωρίς καθυστέρηση κατά του Σελινούντα, του οποίου οι κάτοικοι δεν είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τέτοια πολιορκία. Έντρομοι οι Σελινούντιοι, στέλνουν αγγελιαφόρους στις άλλες σικελικές πόλεις και ζητούν ενισχύσεις. Η Γέλα και ο Ακράγας περιμένουν την αντίδραση των Συρακουσίων. Οι Συρακούσιοι χρονοτριβούν, γιατί φοβούνται μήπως οι Καρχηδόνιοι επιχειρήσουν  αιφνιδιαστικά επίθεση στην πόλη τους.

«Οἱ δὲ Σελινούντιοι τῶν ἱππέων τοὺς κρατίστους ἐπιλέξαντες διὰ νυκτὸς εὐθέως ἀπέστειλαν τοὺς μὲν εἰς ᾿Ακράγαντα, τοὺς δ’ εἰς Γέλαν καὶ Συρακούσας, δεόμενοι τὴν ταχίστην βοηθεῖν, ὡς οὐ δυναμένης πλείω χρόνον τῆς πόλεως ὑποστῆναι τῶν πολεμίων τὴν δύναμιν. Οἱ μὲν οὖν ᾿Ακραγαντῖνοι καὶ Γελῷοι περιέμενον τοὺς Συρακοσίους, βουλόμενοι τὴν δύναμιν ἀθρόαν ἄγειν ἐπὶ τοὺς Καρχηδονίους· οἱ δὲ Συρακόσιοι πυθόμενοι τὰ περὶ τὴν πολιορκίαν, πρὸς μὲν Χαλκιδεῖς πόλεμον ἔχοντες διελύσαντο, τὰς δ’ ἀπὸ τῆς χώρας δυνάμεις ἀθροίζοντες, μεγάλην ποιούμενοι παρασκευὴν ἐχρόνιζον, νομίζοντες ἐκπολιορκηθήσεσθαι τὴν πόλιν, ἀλλ’ οὐκ ἀναρπασθήσεσθαι» (Διόδωρος, ΙΓ΄, 56, 1-2).  

Όταν τελικά οι Συρακούσιοι αποφασίζουν να βοηθήσουν τον Σελινούντα είναι πια αργά. Ύστερα από εννέα ημέρες αντίστασης η πόλη πέφτει στα χέρια των Καρχηδονίων: έξι χιλιάδες Σελινούντιοι κατεσφάγησαν και πέντε χιλιάδες υποδουλώθηκαν, ενώ η πόλη καταστράφηκε εκ θεμελίων. Το μόνο που κατάφερε το εκστρατευτικό σώμα των Συρακουσίων ήταν να συνοδέψει μέχρι τον Ακράγαντα τους λίγους Σελινούντιους πρόσφυγες που κατάφεραν να ξεφύγουν. Ο Αννίβας, αφού αρνήθηκε υπεροπτικά την πρόταση των Συρακουσίων να εξαγοράσουν την ελευθερία των αιχμαλώτων, κινήθηκε κατά της Ιμέρας, της πόλης που συμβόλιζε τη νίκη των Ελλήνων κατά των καρχηδονιακών δυνάμεων που διοικούσε ο παππούς του Αννίβα, ο Αμίλκας. Οι κάτοικοι της πόλης αντιστέκονται ηρωϊκά στην καρχηδονιακή πολιορκία. Αυτή τη φορά, οι Συρακούσες αντιδρούν πιο γρήγορα και στέλνουν στρατό και στόλο, αναθέτοντας τη διοίκηση στον Διοκλή. Οι Ιμεραίοι και οι λοιποί Σικελιώτες φαίνεται να αποκρούουν την καρχηδονιακή επίθεση. Ωστόσο, ο Διοκλής, στον οποίο έχει ανατεθεί η αρχιστρατηγία των ελληνικών δυνάμεων, μπορεί να είναι επιδέξιος πολιτικός, αλλά ως στρατηγός στερείται εξίσου θάρρους και οξυδέρκειας. Φοβούμενος παθολογικά μια αιφνιδιαστική καρχηδονιακή επίθεση στις Συρακούσες, αποφασίζει την εκκένωση της πολιορκούμενης Ιμέρας.

«Διόπερ Διοκλῆς ὁ τῶν ἐν ῾Ιμέρᾳ στρατηγὸς συνεβούλευσε τοῖς ναυάρχοις τὴν ταχίστην ἐκπλεῖν εἰς Συρακούσας, ἵνα μὴ συμβῇ κατὰ κράτος ἁλῶναι τὴν πόλιν, ἀπόντων ἐν τῇ μάχῃ τῶν κρατίστων ἀνδρῶν» (Διόδωρος, ΙΓ΄, 61, 3).

Οι ελληνικές δυνάμεις και οι κάτοικοι της πόλης εγκαταλείπουν την Ιμέρα, χωρίς καν να θάψουν τους πεσόντες στις μάχες. Οι Καρχηδόνιοι επιτίθενται και καταλαμβάνουν την πόλη πριν ολοκληρωθεί η εκκένωσή της από τον άμαχο πληθυσμό. Ο Αννίβας αιχμαλωτίζει τρεις χιλιάδες Έλληνες, τους οποίους βασανίζει και εκτελεί ακριβώς στο σημείο που έχασε τη ζωή του ο πρόγονός του.

«τῶν δἀνδρῶν τοὺς ἁλόντας εἰς τρισχιλίους ὄντας παρήγαγεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἐν πρότερον ᾿Αμίλκας πάππος αὐτοῦ ὑπὸ Γέλωνος ἀνῃρέθη, καὶ πάντας αἰκισάμενος κατέσφαξεν» (Διόδωρος, ΙΓ΄, 62, 4).  

Αφού κατέλαβε και κατέστρεψε και την Ιμέρα, έχοντας ξεπλύνει την ντροπή του 480, ο Αννίβας επιστρέφει στην Καρχηδόνα, όπου τον περιμένει θριαμβευτική υποδοχή. Το τέλος των εχθροπραξιών είναι προσωρινό. Οι Καρχηδόνιοι έχουν αποδείξει στους Έλληνες ποιός είναι το αφεντικό στη Σικελία. Δεν πρόκειται να αρκεστούν όμως σ’ αυτό, έχοντας διαπιστώσει ότι η κατάκτηση και του υπόλοιπου νησιού είναι εφικτή.   

Ο Ερμοκράτης αυτόκλητος ηγέτης της πανελλήνιας αντικαρχηδονιακής εκστρατείας: Η φριχτή αποτυχία του Διοκλή και του καθεστώτος του να βοηθήσει ουσιαστικά τις ελληνικές πόλεις της Σικελίας προκάλεσε τη δυσαρέσκεια του λαού στις Συρακούσες. Ο εξόριστος Ερμοκράτης, με νωπές ακόμα τις δάφνες της νίκης στον μεγάλο πατριωτικό αγώνα κατά των Αθηναίων, έκρινε ότι είχε φτάσει η ώρα να κερδίσει και πάλι την εύνοια των συμπολιτών του και την εξουσία στην πόλη του, εμφανιζόμενος (κατά πάσα πιθανότητα με ειλικρίνεια) ως ηγέτης ενός πανελλήνιου αγώνα κατά των Καρχηδονίων. Ο στρατηγός παρουσιάζεται μπροστά στα τείχη της πόλης του, έχοντας στρατολογήσει ένα σώμα 2.000 μισθοφόρων, αλλά οι φίλοι του δεν κατορθώνουν να αρθεί η εναντίον του ποινή της εξορίας. Ο Ερμοκράτης αποφασίζει τότε να αναλάβει μόνος του τον αγώνα κατά της Καρχηδόνας. Με τους φίλους και οπαδούς του, καθώς και με το μισθοφορικό του στράτευμα, ξεκινά για τη δυτική Σικελία. Ξαναχτίζει τα τείχη και τις οχυρώσεις του Σελινούντα, πολιορκεί τις καρχηδονιακές πόλεις της Μοτύης και της Πανόρμου κι έπειτα κατευθύνεται προς την ερειπωμένη Ιμέρα, όπου συλλέγει τα οστά των Συρακουσίων πεσόντων που είχε αφήσει άταφους ο Διοκλής και τα στέλνει στην πατρίδα. Η πράξη του Ερμοκράτη έχει ως αποτέλεσμα ο Δήμος των Συρακουσίων να εξορίσει τον υπεύθυνο της ντροπιαστικής ήττας, τον Διοκλή. Εντούτοις, ούτε και τώρα θα αρθεί η ποινή της εξορίας, γιατί οι Συρακούσιοι υποψιάζονται ότι σκοπός του Ερμοκράτη είναι να καταλύσει τη δημοκρατία και να τους κυβερνήσει ως τύραννος.

«Τῶν οὖν ὀστῶν παρακομισθέντων ἐνέπεσεν εἰς τὰ πλήθη στάσις, τοῦ μὲν Διοκλέους κωλύοντος θάπτειν, τῶν δὲ πολλῶν συγκατατιθεμένων. Τέλος δοἱ Συρακόσιοι ἔθαψάν τε τὰ λείψανα τῶν τετελευτηκότων καὶ πανδημεὶ τὴν ἐκφορὰν ἐτίμησαν. Καὶ μὲν Διοκλῆς ἐφυγαδεύθη, τὸν δ‘ ῾Ερμοκράτην οὐδὣς προσεδέξαντο· ὑπώπτευον γὰρ τὴν τἀνδρὸς τόλμαν, μήποτε τυχὼν ἡγεμονίας ἀναδείξῃ ἑαυτὸν τύραννον» (Διόδωρος, ΙΓ΄, 75, 5). 

Ακόμα κι αν δεν είχε σκοπό να καταλύσει το δημοκρατικό πολίτευμα, η στάση των συμπολιτών του δεν αφήνει άλλη επιλογή στον Ερμοκράτη, παρά να επιχειρήσει να καταλάβει την εξουσία με τη βία. Με τους φίλους και τους μισθοφόρους του καταφέρνει να μπει νύχτα στην πόλη για την καταλάβει πραξικοπηματικά. Οι Συρακούσιοι φαίνεται ότι ήταν ενήμεροι για το εγχείρημα του πρώην στρατηγού τους. Στη μάχη που ακολουθεί, ο Ερμοκράτης και οι οπαδοί του θανατώνονται ή αιχμαλωτίζονται και εκτελούνται στη συνέχεια. Μόνο ένας από τους φίλους του στρατηγού κατορθώνει να διαφύγει από τις Συρακούσες. Το όνομά του είναι Διονύσιος…

«οἱ δὲ Συρακόσιοι τὸ γεγενημένον ἀκούσαντες σὺν τοῖς ὅπλοις ἦλθον εἰς τὴν ἀγοράν, καθἣν μετὰ πολλοῦ πλήθους ἐπιφανέντες τόν τεΕρμοκράτην καὶ τῶν συμπραττόντων αὐτῷ τοὺς πλείστους ἀπέκτειναν. Τοὺς δὲ ἀπὸ τῆς μάχης διασωθέντας μεθιστάντες εἰς κρίσιν φυγῇ κατεδίκαζον· διόπερ τινὲς αὐτῶν πολλοῖς περιπεσόντες τραύμασιν ὡς τετελευτηκότες ὑπὸ τῶν συγγενῶν παρεδόθησαν, ὅπως μὴ τῇ τοῦ πλήθους ὀργῇ παραδοθῶσιν, ὧν ἦν καὶ Διονύσιος μετὰ ταῦτα τῶν Συρακοσίων τυραννήσας» (Διόδωρος, ΙΓ΄, 75, 8-9).  

Παράδοξα (;) της Ιστορίας (ή πώς τα όμορφα στερεότυπα όμορφα καίγονται)

Οκτώβριος 17, 2009

Brueghel-tower-of-babel

 

 Με τη χαλαρή διάθεση που χαρίζει το Σαββατοκύριακο, μερικές παρατηρήσεις (αφόρητα κοινότοπες ίσως, τυχαία επιλεγμένες και εντελώς ασύνδετες μεταξύ τους) σχετικά με το πώς τα ιστορικά γεγονότα ανατρέπουν την αντίληψη που έχει ο μέσος άνθρωπος (αυτήν δηλαδή που του έχουν εμφυσήσει τα σχολικά εγχειρίδια, οι εφημερίδες και κάποια συγγράμματα ευρείας κυκλοφορίας).

– Πεποίθησή μας είναι ότι η παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών και η ολοκληρωμένη διαχείριση επιχειρηματικών σχεδίων αποτελούν χαρακτηριστικά της σύγχρονης εποχής. Στην πραγματικότητα είναι τόσο παλιές όσο και μερικές αρκετά στοιχειώδεις μορφές οικονομικής οργάνωσης. Αυτό τουλάχιστον αποδεικνύει, ήδη από τον 6ο αι. π.Χ., το παράδειγμα των μεγάλων εμπορικών οίκων της Βαβυλώνας, όπως οι Εγκιμπί και, αργότερα, οι Μουρασού. Ας υποθέσουμε ότι είστε ένας Πέρσης ευγενής που, όπως μας λέει κι ο Ηρόδοτος, έμαθε στη ζωή του όλα κι όλα τρία πράγματα: να λέει πάντα την αλήθεια, να ιππεύει και να ρίχνει με το τόξο. Να, όμως, που ο Μέγας Βασιλεύς αποφάσισε να σας δωρίσει εύφορες εκτάσεις γης στη Μεσοποταμία ή στη Λυδία (θέλει να σας ανταμείψει γιατί ξεκοιλιάσατε κάτι άγριους Καρδούχους ή γιατί υπηρετήσατε ευδοκίμως στα βόρεια της Σογδιανής). Εσείς, φυσικά, δεν σκαμπάζετε τίποτε από επιχειρήσεις και εμπόριο. Πηγαίνετε λοιπόν στον τοπικό εκπρόσωπο του οίκου Εγκιμπί ή, ακόμη καλύτερα, στα κεντρικά γραφεία κατά το διάστημα που η βασιλική αυλή ξεχειμωνιάζει στη Βαβυλώνα. Ο οίκος θα βρει για σας δουλοπάροικους, αγρότες ή μισθωτές για να καλλιεργούν τα κτήματά σας, επιστάτες και διαχειριστές. Θα κρατήσει το ποσοστό που συμφωνήσατε και θα σας παραδώσει τα υπόλοιπα έσοδα σε είδος ή σε χρήμα («τοξότες» σπαρταριστούς). Αν θέλετε, μπορεί να αναλάβει και την πληρωμή των φόρων και τελών που πρέπει να καταβάλετε. Εσείς, μπορείτε να συνεχίσετε να ασκείστε στην τοξοβολία ή να κυνηγάτε στον παράδεισο του τοπικού σατράπη. Άλλοι θα δουλεύουν για σας.

– Βάσει του πορτρέτου που μας άφησε ο Θουκυδίδης, είμαστε βέβαιοι ότι ο Κλέων ήταν ένας άθλιος δημαγωγός, ταπεινής καταγωγής, που έβλαψε αφάνταστα την πατρίδα του. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τα όποια μειονεκτήματα του ανδρός, πρέπει να παραδεχθούμε ότι δεν του έλειπαν κι οι αρετές και μάλιστα σπουδαίες, όπως η πολιτική και στρατιωτική τόλμη. Βρισκόμαστε στα 425 π.Χ.: προκειμένου να σώσουν τους πολιορκούμενους στη Σφακτηρία συμπολίτες τους, οι Σπαρτιάτες προτείνουν στην Αθήνα ειρήνη με εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους. Ο Νικίας προτείνει φυσικά στην Εκκλησία του Δήμου την αποδοχή της σπαρτιατικής πρότασης. Ο Κλέων αντιδρά και υπόσχεται ότι αν του παρασχεθούν τα μέσα θα φέρει αιχμάλωτους στην Αθήνα τους 120 Ομοίους που είναι αποκλεισμένοι στη Σφακτηρία. Ο Κλέων κερδίζει στην ψηφοφορία και με μια πραγματική επιχείρηση κομμάντο καταλαμβάνει τη Σφακτηρία και αιμαλωτίζει τους Σπαρτιάτες. Ποιός ξέρει, ίσως η απερίσκεπτη τόλμη του Κλέωνα να χάριζε στην πόλη του την τελική νίκη στον Πελοποννησιακό Πόλεμο… αν οι Σπαρτιάτες δεν είχαν να αντιπαραθέσουν έναν εξίσου φιλόφοξο και ικανό ηγέτη όσο ο Βρασίδας.

– Πιστεύουμε ότι σχετικά γρήγορα οι Σελευκίδες έκριναν ότι το κέντρο βάρους της αυτοκρατορίας τους βρισκόταν στη βόρεια Συρία, τα ζωτικά τους συμφέροντα στη Μεσόγειο. Κι όμως, στο μέτρο του δυνατού ποτέ δεν αμέλησαν αυτές που ονόμαζαν Άνω Σατραπείες, δηλ. τη Βαβυλωνία (λογικό, γιατί αυτή αποτέλεσε αρχικά το κέντρο του βασιλείου τους) και τον ευρύτερο ιρανικό χώρο (κι αυτό λογικό αν αναλογισθούμε ότι στις φλέβες των Σελευκιδών κυλούσε και ιρανικό αίμα: ο Σέλευκος Α΄ ο Νικάτωρ ήταν ο μόνος που δεν αποκήρυξε την Ιρανή σύζυγό του Απάμα ή Απάμη, κόρη του Σπιταμένη σατράπη της Σογδιανής, μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου). Έτσι, στη μάχη της Μαγνησίας του Σιπύλου, τα ιρανικά στρατεύματα αποτελούσαν μεγάλο τμήμα των δυνάμεων του Αντίοχου Γ΄. Και τον Απρίλιο του 188, παρά τη φριχτή ήττα στη Μαγνησία και την ταπεινωτική συνθήκη που σύναψε με τους Ρωμαίους στην Απάμεια της Φρυγίας, ο Αντίοχος έκρινε απαραίτητο να μεταβεί στη Βαβυλώνα για να παραβρεθεί στον εορτασμού του βαβυλωνιακού νέου έτους και να πάρει την ευλογία του Μαρδούκ.

– Εντύπωσή μας είναι ότι μετά το (στην πραγματικότητα άκυρο για τυπικούς λόγους) Σχίσμα των Εκκλησιών του 1054, απύθμενο μίσος χωρίζει Βυζαντινούς και Λατίνους. Κι όμως, υπήρξαν Βυζαντινοί αυτοκράτορες που έτρεφαν αισθήματα ειλικρινούς θαυμασμού για τους Λατίνους, τα ήθη κι έθιμά τους και την κουλτούρα τους. Όπως, για παράδειγμα, ο πολύς Μανουήλ Κομνηνός που χάρισε αξιώματα σε Δυτικούς, είχε Λατίνους μεταξύ των συμβούλων του κι έφτασε ως το σημείο να διοργανώνει τουρνουά με τη συμμετοχή ιπποτών από τη Δύση.

– Φυσικότατα, όταν σκεφτόμαστε τις σχέσεις Βυζαντίου και Τούρκων επικρατεί η βεβαιότητα ότι αυτές ήταν εκ παραδόσεως απολύτως εχθρικές. Στην πραγματικότητα, οι πρώτες διπλωματικές επαφές του Βυζαντίου με τους Τούρκους ανάγονται στον 6ο αι. (και ήταν απολύτως φιλικές). Το Βυζάντιο στρατολογούσε Τούρκους μισθοφόρους πολύ πριν το 1000, κάποιες φορές για να έχουν ρόλο πραγματικών ακριτών. Στη μοιραία μάχη του Μαντζικέρτ (1071), το στράτευμα του Ρωμανού Διογένη περιλάμβανε πολλούς Τούρκους. Κι αν κάποιοι από αυτούς αποσκίρτησαν πριν τη μάχη, οι περισσότεροι πολέμησαν με ηρωϊσμό στο πλευρό του άτυχου και προδομένου αυτοκράτορα.

– Ομοίως εχθρικές πιστεύουμε ότι ήταν πάντοτε και οι σχέσεις Σέρβων και Τούρκων. Ωστόσο, στη μάχη της Άγκυρας (1402), όπου ο σουλτάνος Βαγιαζήτ γνώρισε φριχτή ήττα από τον Ταμερλάνο, οι σερβικές δυνάμεις του Στέφανου Λαζάρεβιτς πολέμησαν μέχρι το τέλος στο πλευρό του επικυρίαρχού τους, την ώρα που πολλοί Τούρκοι αυτομολούσαν στις τάξεις του Ταμερλάνου (που, βέβαια, φυλετικά, κι αυτός Τούρκος ήταν) .

– Κατά την άλωση της Πόλης από τον Μωάμεθ, μικρό μόνο μέρος των υπερασπιστών της Βασιλεύουσας ήταν Έλληνες. Άλλωστε το Δεσποτάτο του Μορέως δεν έστειλε καθόλου ενισχύσεις: μάλλον τα αδέλφια του Κωνσταντίνου δεν του συγχώρησαν τη φιλοδυτική πολιτική του. Οι περισσότεροι μαχητές ήταν οι Γενουάτες του Τζουστινιάνι και οι Ενετοί (όσοι είχαν ζωτικά συμφέροντα να υπερασπίσουν). Και, φυσικά, υπήρχαν και οι απαραίτητοι Τούρκοι μισθοφόροι. Όπως και υπήρχαν Έλληνες στις τάξεις του στρατού του μετέπειτα Πορθητή.

– Όταν οι Τούρκοι πολιορκούν τη Ρόδο των Ιωαννιτών Ιπποτών το 1480, επικεφαλής τους βρίσκεται ένας Έλληνας εξωμότης, που είναι πολύ πιθανό να ανήκε στην αυτοκρατορική οικογένεια των Παλαιολόγων.

– Η τέχνη του Μεσαίωνα θεωρείται από πολλούς αδέξια κι αμφίβολης αισθητικής, ενώ όλοι αναγνωρίζουμε τη λαμπρότητα και αισθητική τελειότητα της αναγεννησιακής τέχνης. Μόνο που η μεσαιωνική τέχνη είναι αυθεντικά πρωτότυπη και σαφέστατα λειτουργική (θαρρώ πως αυτό θα μπορούσαν να το βεβαιώσουν και οι φίλοι της μοντέρνας τέχνης), την ώρα που το αναγεννησιακό έργο τέχνης πρέπει οπωσδήποτε να συμμορφωθεί προς τους κανόνες της κλασσικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας.

– Φανταζόμαστε ότι η θέση της γυναίκας κατά τον Μεσαίωνα δεν ήταν ζηλευτή. Κι όμως, ήταν πολύ καλύτερη σε σύγκριση τόσο με την αρχαιότητα όσο και με τα νεότερα χρόνια. Στη μελέτη του για τους Ναϊτες, ο Αλαίν Ντεμυρζέ υπολόγισε ότι περίπου το 40 % των δωρεών προς το Τάγμα είχαν γίνει από γυναίκες! Ο Μεσαίωνας δεν γνώρισε κανέναν από τους ταπεινωτικούς για τη γυναίκα θεσμούς του αρχαιοελληνικού δικαίου, όπως αυτοί που ανάγκαζαν την κληρονόμο της πατρικής περιουσίας να παντρεύεται τον πλησιέστερο συγγενή της για να μη χαθεί η περιουσία από την οικογένεια. Ούτε γνώρισε περιορισμούς της δικαιοπρακτικής ικανότητας της γυναίκας, όπως αυτοί του Ναπολεόντειου Κώδικα, που υποχρέωναν τη γυναίκα να λάβει την έγκριση του συζύγου για οποιαδήποτε δικαιοπραξία με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης από … τα ψώνια της λαϊκής.

– Στο μυαλό μας, Ιερά Εξέταση και Μεσαίωνας είναι πράγματα άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Και μπορεί, βέβαια, η Ιερά Εξέταση να συστάθηκε τον Μεσαίωνα για να καταπολεμηθεί η αίρεση των Καθαρών, πλην όμως τα όργια λ.χ. της Ισπανικής Ιεράς Εξέτασης συμβαίνουν στα λαμπρά χρόνια της Αναγέννησης. Το αφηνιασμένο κυνήγι μαγισσών επίσης: οι Δομηνικανοί μοναχοί Ερρίκος Κράμερ (γνωστότερος ως Ινστιτόρις) και Ιάκωβος Σπρέγγερ δημοσιεύουν το διαβόητο σύγγραμα Malleus Maleficarum το 1486-1487.   

– Άνθρωποι που θεωρούνται ως κατεξοχήν εκπρόσωποι του ορθολογισμού επέδειξαν εντυπωσιακό ενδιαφέρον για ζητήματα αποκρυφισμού και μυστικισμού: ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, το ενδιαφέρον του Καρτέσιου για τους Ροδόσταυρους.

Η Ιστορία ως πεδίο επιδερμικών αναγνώσεων

Οκτώβριος 14, 2009

Με αφορμή το πρόσφατο βιβλίο «From Democrats to Kings»

 Το δημοσίευμα του «ΒΗΜΑΤΟΣ» στις 6.10 (http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=4&artId=292326&dt=06/10/2009) ήταν πολύ προκλητικό για να περάσει απαρατήρητο. Κάτω από τον τίτλο «Μαμμόθρεφτο ο Μεγαλέξανδρος, τραμπούκοι ο Λεωνίδας και οι 300» διαβάζουμε, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Τραμπούκους και λωποδύτες αποκαλεί στο καινούργιο βιβλίο του τους ηρωικούς Σπαρτιάτες του Λεωνίδα ο βρετανός κλασικιστής του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ δρ Μάικλ Σκοτ, σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας Τhe Ιndependent. Στο ίδιο βιβλίο, ο συγγραφέας απορρίπτει τον Μεγαλέξανδρο αποκαλώντας τον «mummy΄s boy» (μαμμόθρεφτο) … Για την ακρίβεια, σύμφωνα με τον δρα Σκοτ, η Ολυμπιάς , μητέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ήταν « μια βίαιη και άφοβη μαχητής που προκαλούσε ντροπή στον γιο της γιατί πολεμούσε καλύτερα και πέθανε σαν στρατιώτης στο πεδίο της μάχης »… Η μελέτη του δρος Σκοτ, που κυκλοφόρησε χθες στην Αγγλία από τον εκδοτικό οίκο Ιron Βooks, τιτλοφορείται «From Democrats to Κings» («Από τους Δημοκράτες στους Βασιλείς») και αμφισβητεί γενικότερα τις αξίες και τα επιτεύγματα της Αρχαίας Ελλάδας…»

Φαντάζομαι ότι οι διάφοροι «πατριώτες», «Μακεδονομάχοι» κ.λπ. θα πρέπει ήδη να ακονίζουν τα ξίφη τους για να δώσουν ένα μάθημα στον «ανθέλληνα» Άγγλο ιστορικό. Έπειτα, σκέφτομαι ότι ίσως η καλή εφημερίδα να έχει κάνει την πονηριά της και τα πράγματα να μην έχουν έτσι ακριβώς. Βλέπω το άρθρο που δημοσίευσε η Ιντιπέντεντ στις 4.10  (http://www.independent.co.uk/news/uk/home-news/myth-of-ancient-greeces-heroes-blown-away-1797473.html) και διαπιστώνω ότι το «ΒΗΜΑ» μεταφέρει με ακρίβεια το περιεχόμενο του άρθρου της βρετανικής εφημερίδας. Μπορεί να υπάρχουν κάτι πταισματάκια που μαρτυρούν βιαστική μετάφραση, αλλά η ουσία του άρθρου είναι ίδια. Ο τίτλος («Myth of ancient Greece’s ‘heroes’ blown away») είναι κι εδώ εντυπωσιακός, αν και κάπως λιγότερο προκλητικός από αυτόν του ελληνικού δημοσιεύματος.  Όσο για το περιεχόμενο:

«Spartans! Prepare for, well, embarrassment. It seems that far from being elite, noble warriors, each worth 1,000 of any rival soldiers, King Leonidas’ crack troops were a bunch of bullying thugs. And Alexander the Great? A mummy’s boy: in fact, his mum was a better fighter by a long chalk and died a soldier’s death on the battlefield. They and other figures from antiquity are to have their reputations shattered by a new British study which reveals the «truth» behind long-established legends. Michael Scott, a classicist at Cambridge University, points to evidence that could change the way we think about our classical heroes.

The heroic Spartans of Thermopylae … are unmasked by Dr Scott as little more than war-mongering bullies of the ancient world who policed Athens with near-mindless violence, destroying anything they took a dislike to.

Alexander the Great, remembered for his conquests across the known world and spreading Greek civilisation to the east, is dismissed was a «mummy’s boy» whose endless stream of letters from the battlefield to his mother Olympias infuriated his generals. Despite the fact that Alexander was recently voted the greatest Greek of all time by in a poll in Greece, Dr Scott charges that his successes were merely opportunistic exploitation of foundations laid by his father, Philip II. Olympias, sympathetically portrayed by Angelina Jolie in the film Alexander, was a violent and fearless warrior to put her son to shame, according to Dr Scott… She was finally captured in battle and put to death in 316BC by Macedonian comrades of those whom she had slain in battle. ..

Even the great «Golden City» of Athens itself is not spared a kicking from Dr Scott. He argues that its early successes have, over time, obscured a darker history that mirrors societal problems in 21st-century Britain. Far from being a major world player, fourth-century BC Athens imploded under the weight of a crippling economic downturn, while politicians embroiled themselves in fraud. Meanwhile, they sent the army to fight unpopular foreign wars and struggled to cope with a surge in immigration.»

Μα τον Δία! Βάλθηκαν οι ανθέλληνες να αμαυρώσουν την ιστορία μας; Μάλλον, όχι. Βέβαια, εδώ και αρκετά χρόνια υπάρχει στη διεθνή επιστημονική κοινότητα και μια τάση επαναξιολόγησης της συνεισφοράς του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Η τάση αυτή είναι τις περισσότερες φορές δικαιολογημένη. Συχνά επιβάλλεται από την ανάγκη να αναδειχθεί η ιστορία άλλων αρχαίων λαών με όρους διαφορετικούς από αυτούς της παραδοσιακής αντίθεσης μεταξύ «Ελλήνων και Βαρβάρων». Π.χ. ο Πιερ Μπριάν, ως κατεξοχήν ιστορικός της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών, «περνά από το μίξερ» τις αρχαιοελληνικές πηγές περί Περσίας: η κίνηση είναι εύλογη όταν στόχος είναι να παρουσιαστεί η Ιστορία από μια πιο «περσοκεντρική» οπτική γωνία. Πολλοί ακόμη προσπαθούν να αποδομήσουν την αγιογραφική παρουσίαση της αρχαίας Ελλάδας και επιμένουν στις διαφορές της με τη σύγχρονη περίοδο. Δεν υπάρχει τίποτε το μεμπτό όταν ο στόχος είναι να δοθεί μια πιο αυθεντική εικόνα της αρχαιότητας. Οι ελάχιστες εξαιρέσεις που καταδεικνύουν γραφικότητα ή και (πολύ σπάνια) εμπάθεια και μπορούν να χαρακτηριστούν ως προσπάθειες «ιστορικού ρεβιζιονισμού» απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Η εμμονή τους να κρίνουν βάσει του υποκειμενικώς ζητουμένου και με αξιολογικά κριτήρια της εποχής μας και μόνο τις καθιστούν άλλωστε επιστημονικά αναξιόπιστες.

Θέλω να πω ότι αν ο στόχος είναι η αποδόμηση, λ.χ., της παραδοσιακής εικόνας της αρχαίας Σπάρτης, δεν είναι αναγκαία η χρήση προκλητικών χαρακτηρισμών (άσχετο αν κάθε υπερδύναμη χρησιμοποίησε ή χρησιμοποιεί τη στρατιωτική της ισχύ ως μέσο ωμού εκβιασμού). Είναι σαφές ότι το ιδανικό μιας κοινωνίας βασισμένης στα αυστηρά πρότυπα των νόμων του Λυκούργου, κι αν ακόμη υποτεθεί ότι μπορεί και να αποτέλεσε ιστορική πραγματικότητα κάποτε στην αρχαϊκή περίοδο, θα αποτελούσε ανορθογραφία για την υπερδύναμη των κλασσικών χρόνων, η οποία ηγεμόνευε στον ελληνικό χώρο και είχε διπλωματικές επαφές με όλη, σχεδόν την οικουμένη. Έτσι, η απαγόρευση κατοχής χρηματικής περιουσίας που ίσχυε για τους Ομοίους μπορούσε εύκολα να καταστρατηγηθεί: το χρήμα το είχαν οι γυναίκες τους (κι έτσι είχαμε γυναίκες Ολυμπιονίκες, σαν την Κυνίσκα την αδελφή του βασιλιά Αγησίλαου, καθώς Ολυμπιονίκης στο τέθριππο δεν ανακηρυσσόταν ο ηνίοχος του άρματος, αλλά ο ιδιοκτήτης). Ακόμη, η εικόνα του ηρωϊκού Σπαρτιάτη πολεμιστή που προτιμά να πεθάνει παρά να παραδοθεί διαψεύδεται από τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα: κατά την πρώτη φάση του Πελοποννησιακού Πολέμου, οι Αθηναίοι κατορθώνουν να αποκλείσουν στη Σφακτηρία ένα σπαρτιατικό στράτευμα, μεταξύ των οποίων και 120 Όμοιοι. Μετά από διάφορα πολεμικά και διπλωματικά επειόδια, οι Αθηναίοι, υπό τον Κλέωνα, θα καταφέρουν να καταλάβουν τη Σφακτηρία και να αιχμαλωτίσουν τους Σπαρτιάτες (οι οποίοι, ως λογικοί άνθρωποι, θα προτιμήσουν την αιχμαλωσία από τον θάνατο). Η Σπάρτη θα δώσει κυριολεκτικά τα πάντα στη μεγάλη της αντίπαλο για να πάρει πίσω τους αιχμαλώτους, οι οποίοι ανήκουν στις επιφανέστερες Σπαρτιατικές οικογένειες. Με την επιστροφή τους οι αιχμάλωτοι θα πρέπει, βάσει του σπαρτιατικού νόμου, να χαρακτηρισθούν ως «υπομείωνες» και να απωλέσουν ισοβίως τα πολιτικά τους δικαιώματα. Αμ, δε. Η στέρηση πολιτιών δικαιωμάτων δεν θα κρατήσει παρά λίγους μήνες. Έπειτα οι παραδοθέντες θα αποκατασταθούν και όλα θα συνεχιστούν όπως πριν…

Ας επιστρέψουμε, όμως, στο βιβλίο. Πού κατατάσσεται ο Μάικλ Σκοττ; Από το σύντομο βιογραφικό στην ιστοσελίδα του πανεπιστημίου του (http://www.classics.cam.ac.uk/faculty/staff-bios/research_staff/michael_scott/) διαπιστώνουμε ότι πρόκειται για ένα νεαρό ιστορικό με βασικό πεδίο έρευνας την ιστορία της αρχαίας ελληνικής θρησκείας. Το «From Democrats to Κings» είναι το πρώτο του βιβλίο με ευρύ θέμα και χαρακτήρα ιστορικής σύνθεσης, όπως άλλωστε είναι και το πρώτο του εκλαϊκευμένο ιστορικό βιβλίο. Μέσα στη χρονιά αναμένεται και η έκδοση του πρώτου του μεγάλου βιβλίου που θα απευθύνεται σε εξειδικευμένο/ ακαδημαϊκό κοινό: «Delphi and Olympia: the spatial politics of panhellenism in the archaic and classical periods» (Cambridge University Press). Πρώτη υπόθεση: προκειμένου να γίνει ευρύτερα γνωστός, ο νεαρός ιστορικός δεν δίστασε να διανθίσει με μερικούς προκλητικούς χαρακτηρισμούς το εκλαϊκευμένο βιβλίο του. Όσο για την επιστημονική του αξιοπιστία, αυτήν θα την υπερασπίσει με το άλλο του σύγγραμα, το «σοβαρό». Είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι για την προώθηση του From Democrats to Κings ξεκίνησε και ειδικό ιστολόγιο (http://fromdemocratstokings.blogspot.com/).

Ιστολόγιο είπαμε; Μήπως πρέπει να το κοιτάξουμε κι αυτό; Και, ως εκ θαύματος, νάτες όλες οι απαντήσεις στις απορίες μας. Φαίνεται, ότι ο ιστορικός ήταν ο πρώτος που θεώρησε καλό να αποκατασταθούν τα πράγματα μετά το δημοσίευμα της Ιντιπέντεντ, για αυτό και έγραψε ειδικώς ποστ, στις 4. 10. Αφού εκφράσει τη χαρά του που η εφημερίδα του έκανε την τιμή να αφιερώσει ολόκληρο άρθρο στο βιβλίο, ο Σκοττ επισημαίνει τα εξής:

«The tenor of the article was myth-busting. The Spartans were accused of being «thugs». My book does not call them such… I make the point solely that the Spartans were not very diplomatic in exerting their control of Greece at the beginning of the 4th century BC (100 years or so after the 300 at Thermopylae) and that many other Greek cities resented their un-diplomatic approaches.
The article went on to look at the reputation of Alexander the Great. Here I fear the journalist may have beefed up the text with some hype – while I think there is a case to be made for Alexander having a close relationship with his mother, that doesnt take away from his achievements in his own right. He certainly is not «dismissed» from my narrative as a result … Nor were his successes «merely opportunistic exploitation of…his father». Sure again I think the role of Alexander’s father, Philip, in making Macedon such a powerful force to be reckoned with has been understated BUT it takes two to tango! Alexander could not have launched such a campaign if Philip had not put the Macedonian house in order and equally Philip’s re-organisation of Macedon and conquests of Greece would have gone nowhere after his death if it had not been for the ambition and skill of his son…
Last but not least, I would never «kick» Athens – ancient or modern! What I wanted to do was show how it was not direct confrontational war that kills Athenian democracy, its the strains and stresses of a fast changing century that make its system implode and force it, eventually, to accept a dictator. Equally I do think that the golden reputation of Athens as a place of peaceful philosophical dialogue and ever clean togas (or rather chitons) needs to be tarnished with a bit more mud and blood – Athens could be a very unpleasant place to be – just ask the number of politicains executed by the ancient Athenian assembly!
The story of D2K offers an example of a world in fast, brutal change – an example we could do well to think about some more in our own turbulent times!»

Μετά από αυτό, δεν χρειάζεται να προσθέσουμε τίποτε. Απλώς, μπορούμε να πούμε ότι όλη η βρωμοδουλειά είναι έργο της Ιντιπέντεντ, ενδεχομένως σε αγαστή συνεργασία με τον εκδοτικό οίκο, την Icon Books. Όπως είναι λογικό, ο συγγραφέας δεν πρόκειται να επιβεβαιώσει τη συμμετοχή του εκδοτικού του οίκου στην πιασάρικη, λαϊκίστικη και όλως «αντιιστορική» παρουσίαση της εφημερίδας. Τουλάχιστον η καρδιά μας πήγε στη θέση της. Οι Βρετανοί ιστορικοί είναι πάντα σοβαροί. Και το βιβλίο, αφού ξεχάσουμε τα εφετζίδικα άρθρα, φαίνεται πολύ ενδιαφέρον.


Αρέσει σε %d bloggers: