Posts Tagged ‘Ανάκλητος’

ΟΙ ΝΟΡΜΑΝΔΟΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑ – μέρος ΙΙΙ

Νοέμβριος 1, 2009

Ο Ροβέρτος Γισκάρδος άφησε δύο γιους. Ο μεγαλύτερος, ο Βοημούνδος, είχε ήδη αποδείξει την αξία του κατά τη διάρκεια της εκστρατείας κατά του Βυζαντίου. Ήταν όμως γιος της Ωμπρέ, της πρώτης γυναίκας του Ροβέρτου: καθόσον ο γάμος αυτός είχε ακυρωθεί, ο Βοημούνδος δεν είχε, νομικά, δικαίωμα να διαδεχθεί τον πατέρα του. Ο Βοημούνδος θα καταφέρει να γράψει τη δική του ιστορία στο πλαίσιο της Πρώτης Σταυροφορίας, όταν θα γίνει Πρίγκιπας της Αντιόχειας και θα ιδρύσει μια νορμανδική δυναστεία που θα βασιλέψει στη βόρεια Συρία για σχεδόν δύο αιώνες. Προς το παρόν, όμως, πρέπει να αρκεσθεί στην πόλη του Τάραντα που του παραχώρησε ως φέουδο ο πατέρας του. Πράγματι, διάδοχος του Ροβέρτου θα είναι ο γιος που απέκτησε από τον δεύτερο γάμο του, ο Ρογήρος Μπόρσα. Οι πηγές μας μιλούν για έναν ευθυτενή νέο, ενάρετο και ευσεβή, με πολλά χαρίσματα. Τα γεγονότα θα καταδείξουν έναν αδύναμο χαρακτήρα που ποτέ δεν θα μπορέσει να τιθασέψει τους ταραχώδεις Νορμανδούς υποτελείς του. Η αδυναμία του Ρογήρου Μπόρσα θα συμβάλει ώστε το κέντρο βάρους της νορμανδικής εξουσίας να μετατοπιστεί προς τα νότια. Πράγματι, σε κάθε δυσκολία θα ζητήσει τη βοήθεια του θείου του, του κόμη της Σικελίας Ρογήρου. Εκείνος, με τη σειρά του, ποτέ δεν θα αρνηθεί τη βοήθειά του, αλλά με το αζημίωτο: κάθε επέμβαση του «Μεγάλου Κόμη» θα έχει ως συνέπεια και νέες παραχωρήσεις εκ μέρους του ανηψιού.

Στα δικά του εδάφη, τώρα, ο κόμης είχε ως βασικό σκοπό να ολοκληρώσει την κατάκτηση της Σικελίας. Μετά την κατάληψη του Παλέρμου, μεγάλο μέρος του νησιού παρέμενε στα χέρια των μουσουλμάνων. Με μια επίθεση διαρκείας, στην οποία διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο ο νόθος γιος του Ρογήρου, ο Ιορδάνης, ο κόμης κατέλαβε το 1084 τις Συρακούσες, το 1086 την Έννα και τον Ακράγαντα, το 1088 το οχυρό της Μπούτερα, το 1091 το Νότο και, λίγο αργότερα, το αρχιπέλαγος της Μάλτας. Ο Ρογήρος είχε από την αρχή την οξυδέρκεια να ακολουθήσει φιλική πολιτική προς τους μουσουλμάνους και ορθόδοξους υπηκόους του. Κάθε κοινότητα θα την διοικούσαν ομόθρησκοι ή ομόδοξοι άρχοντες. Επιπλέον, ο κόμης επέλεξε να διορίζει ο ίδιος τους λατίνους επισκόπους του νησιού, έτσι ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα καταπίεσης των ντόπιων πληθυσμών, τα οποία θα προκαλούσε ο υπερβάλλων ζήλος των καθολικών επισκόπων. Όλες οι προσπάθειες για να δεχθεί τον διορισμό μόνιμου παπικού λεγάτου στο νησί έπεσαν στο κενό. Αποδεχόμενος την κατάσταση, ο πάπας Ουρβανός ο Β΄υπέγραψε στο Σαλέρνο, στις 5 Ιουλίου 1098, βούλα με την οποία ονόμαζε αποστολικούς λεγάτους τους ηγεμόνες της Σικελίας. Ο Ρογήρος ήταν πλέον κοσμικός και πνευματικός ηγέτης του νησιού.

Στις 22 Ιουνίου 1101, ο κόμης πέθανε στην πρωτεύουσά του, τη Μίλητο της Καλαβρίας. Την αντιβασιλεία την ανέλαβε η τρίτη σύζυγός του, η Αδελαΐδα η Μομφερρατική, η οποία είχε χαρίσει δύο γιους στον κόμη. Ο Σίμων, ο μεγαλύτερος, επρόκειτο να πεθάνει έφηβος το 1105, οπότε διάδοχος θα ήταν ο νεότερος, ο Ρογήρος, που είχε γεννηθεί το 1093. Η Αδελαΐδα, πάντως, πήρε σημαντικές αποφάσεις κατά το χρονικό διάστημα που διοίκησε την Καλαβρία και τη Σικελία. Επέλεξε συμβούλους οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν Έλληνες από την Καλαβρία και την ανατολική Σικελία. Και μετέφερε δύο φορές την πρωτεύουσα του κράτους: πρώτα από τη Μίλητο στη Μεσσήνη και έπειτα στο Παλέρμο. Βεβαίως, συνέχισε την πολιτική ανεξιθρησκείας και ενθάρρυνσης της διαπολιτισμικότητας που είχε ακολουθήσει ο σύζυγός της: οι τίτλοι και τα αξιώματα αντικατόπτριζαν τρεις διαφορετικές παραδόσεις. Πρωτοσπαθάριοι, κατεπάνω, λογοθέτες και πρωτονοτάριοι δίπλα σε εμίρηδες, αλλά και σε μαρισκάλδους, κοντόσταυλους και βαρόνους.

Το 1111, είχε φτάσει η στιγμή να αναλάβει τις τύχες του σικελικού κράτους αυτός που θα αποδεικνυόταν ο σπουδαιότερος μονάρχης του, ο Ρογήρος ο Β΄. Ευθύς εξαρχής, έθεσε δύο μεγάλους στόχους: την κυριαρχία σε ολόκληρη τη νορμανδική Κάτω Ιταλία (ο εξάδελφός του Ρογήρος Μπόρσα πέθανε στις 22 Φεβρουαρίου της χρονιάς εκείνης και τον διαδέχθηκε ο, ακόμη πιο αδύναμος, γιος του Γουλιέλμος) και να κατακτήσει τη μουσουλμανική Βόρεια Αφρική, τα εδάφη που οι Άραβες ονόμαζαν Ιφρικίγια, μεταγράφοντας την παλιά ρωμαϊκή ονομασία της επαρχίας της Αφρικής. Μετά από μια σειρά παρεμβάσεων στις έριδες των Αράβων εμίρηδων της Τυνισίας, ο Ρογήρος αποφάσισε το 1123 να προχωρήσει σε μια σημαντική εκστρατεία κατά του ηγεμόνα της Μαχντία. Επικεφαλής του νορμανδικού στόλου τέθηκαν δύο πρόσωπα που έφεραν τον αραβικό τίτλο του εμίρη και αντιπροσώπευαν το παρόν και το μέλλον του νορμανδικού κράτους της Σικελίας. Ο γηραιότερος, ο εμίρης Χριστόδουλος ήταν είτε Έλληνας είτε εκχριστιανισμένος Άραβας της Σικελίας: τα αραβόφωνα χρονικά τον καταγράφουν, πολύ λογικά, ως Αμπντ-αρ-ραχμάν και δεν είμαστε σίγουροι ποιά εκδοχή αποτελεί μετάφραση της άλλης. Ο δεύτερος ήταν ο Γεώργιος ο Αντιοχεύς: ήταν ελληνόφωνος, από οικογένεια Μελκιτών της Βόρειας Συρίας (δηλαδή χριστιανών της ανατολής που ακολουθούσαν το ορθόδοξο δόγμα και δεν είχαν ασπασθεί τον μονοφυσιτισμό). Η οικογένειά του έπεσε σε δυσμένεια και αναγκάστηκε να φύγει από τη Συρία για να βρεθεί στη σημερινή Τυνισία. Ο Γεώργιος υπηρέτησε για κάποια χρόνια τους Ζιρίδες ηγεμόνες της Μαχντία, για λογαριασμό των οποίων άσκησε διάφορα διοικητικά καθήκοντα και, τελικά, ανέλαβε υπεύθυνος των οικονομικών. Κάποια στιγμή, μεταξύ του 1108 και του 1112, δέχθηκε την πρόταση του εμίρη Χριστόδουλου και βρέθηκε στη Σικελία για να υπηρετήσει τον οίκο των Ωτβίλλ. Ο Γεώργιος θα συνδέσει το όνομά του με την πιο ένδοξη περίοδο της νορμανδικής Σικελίας: το 1131 θα λάβει τον τίτλο του Εμίρη των Εμίρηδων (ammiratus ammiratorum) και θα γίνει πραγματικός πρωθυπουργός και ναύαρχος (όσο κι αν φαίνεται παράξενο η λέξη ammiraglio/ amiral/ admiral προέρχεται από τον εμίρη), το πρόσωπο που θα ασκεί την ουσιαστική εξουσία στο όνομα του ηγεμόνα του. Θα γίνει επίσης κτήτωρ του ναού της Παναγίας του Ναυάρχου (Santa Maria dell’Ammiraglio, γνωστότερης σήμερα ως Μαρτοράνα) στο Παλέρμο, όπου σώζονται υπέροχα ψηφιδωτά στα οποία απεικονίζονται ο Ρογήρος ο Β΄, με όλη τη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, να στέφεται από τον Χριστό και ο ίδιος ο Γεώργιος να προσκυνά την Παναγία. Ας μην προτρέχουμε, όμως: βρισκόμαστε ακόμη στα 1123 και ο Γεώργιος, δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον εμίρη Χριστόδουλο, συμμετέχει σε μια εκστρατεία που πρόκειται να εξελιχθεί σε φιάσκο. Τα νορμανδικά στρατεύματα αποβιβάζονται εν μέσω τρικυμίας, συναντούν έπειτα την ηρωϊκή αντίσταση των μουσουλμάνων υπερασπιστών της πόλης και αναγκάζονται να επιστρέψουν στα πλοία τους και να σαλπάρουν πίσω για τη Σικελία.

Ο Ρογήρος είχε μεγαλύτερη επιτυχία στο ιταλικό διπλωματικό μέτωπο. Εκεί, ο νεαρός και αδύναμος δούκας της Απουλίας Γουλιέλμος βρέθηκε από την αρχή αντιμέτωπος με ανυπέρβλητες δυσκολίες. Δίχως την υποστήριξη του πάπα Πασχάλη του Β΄, ο οποίος πέθανε το 1118, ο δούκας έπρεπε να καταστείλει τη γενικευμένη εξέγερση των Νορμανδών αρχόντων της Κάτω Ιταλίας, την οποία υποδαύλιζε ο Γερμανός αυτοκράτορας Ερρίκος ο Ε΄. Η μόνη λύση που είχε στη διάθεσή του ήταν να ζητήσει τη βοήθεια του Ρογήρου της Σικελίας. Ο Ρογήρος κατέστειλε την εξέγερση, αλλά ζήτησε και τα αντίστοιχα ανταλλάγματα: ο Γουλιέλμος παραιτήθηκε από όλες τις κτήσεις και όλα τα κυριαρχικά δικαιώματα που είχαν στην Καλαβρία και τη Σικελία οι δούκες της Απουλίας από την εποχή του Ροβέρτου Γισκάρδου. Λίγο αργότερα, το 1127, ο Γουλιέλμος πέθανε, άκληρος, στο Σαλέρνο. Ο Ρογήρος μπορούσε πια να διεκδικήσει (νόμιμα) και το δουκάτο της Κάτω Ιταλίας. Σκόνταψε, όμως, στην αδιαλλαξία του πάπα Ονώριου του Β΄: όχι μόνο οι μεταξύ τους διαπραγματεύσεις απέτυχαν, αλλά ο πάπας αποφάσισε να στέψει ως διάδοχο του Γουλιέλμου τον Ροβέρτο τον Β΄, πρίγκιπα της Καπύης. Ο Σικελός ηγεμόνας επιχείρησε να διεκδικήσει τη διαδοχή με τα όπλα: το 1129 ξεκίνησε από τη Μεσσήνη με μεγάλο εκστρατευτικό σώμα, ανάγκασε πρώτα τον πάπα να δεχθεί τις διεκδικήσεις του και στη συνέχεια καθυπόταξε όλη την Απουλία και την Καμπανία. Ο Ρογήρος είχε πετύχει τον στόχο του: επέστρεψε στο Παλέρμο ως ηγεμόνας ολόκληρης της Κάτω Ιταλίας.

Τη νύχτα της 14ης Φεβρουαρίου 1130, όμως, πέθανε κι ο πάπας Ονώριος. Το επόμενο πρωί η χριστιανοσύνη βρέθηκε να έχει δύο πάπες! Οι καρδινάλιοι είχαν χωριστεί σε δύο στρατόπεδα, αναλόγως του ποιά από τις δύο ισχυρές οικογένειες της Ρώμης υποστήριζαν. Η κλίκα των Φραντζιπάνι επέλεξε για πάπα τον καρδινάλιο Γρηγόριο Παπαρέσκι, ο οποίος πήρε το όνομα Ιννοκέντιος ο Β΄. Την ίδια ώρα, η πολυπληθέστερη κλίκα των Πιερλεόνι διάλεγε για πάπα ένα μέλος της, τον καρδινάλιο Πέτρο Πιερλεόνι, ο οποίος έλαβε το όνομα Ανάκλητος ο Β΄. Νομικά, και οι δύο εκλογές ήταν αντικανονικές. Και, φυσικά, οι πρωταγωνιστές της εποχής δεν γνώριζαν ποιόν από τους δύο θα καταγράψει η Ιστορία ως νόμιμο πάπα και ποιόν ως αντιπάπα. Απλούστατα, ο κάθε ηγεμόνας διάλεγε στρατόπεδο αναλόγως των πολιτικών υπολογισμών του. Ο Ρογήρος επέλεξε να υποστηρίξει τον Ανάκλητο, τον οποίο και συνάντησε στο Αβελλίνο τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Ο Ανάκλητος χρωστούσε φυσικά ευγνωμοσύνη στον ισχυρό ηγεμόνα: τον αναγνώρισε με κάθε επισημότητα ως βασιλέα της Σικελίας, της Καλαβρίας και της Απουλίας, καθώς και πρίγκιπα της Καπύης. Την ημέρα των Χριστουγέννων του 1130, ο Ρογήρος στεφόταν στο Παλέρμο βασιλιάς, φέροντας όλα τα σύμβολα της εξουσίας και την ενδυμασία (από τα πορφυρά καμπάγια ως το καμηλαύκι με τους πολύτιμους λίθους) ενός βυζαντινού αυτοκράτορα.

Ο Ρογήρος θα πρέπει να πίστευε ότι βρισκόταν στο απόγειο της ακμής του. Τη δόξα πράγματι θα την κατακτούσε. Αυτό, όμως, που δεν μπορούσε να γνωρίζει ήταν οι δυσκολίες που επρόκειτο να αντιμετωπίσει.

Advertisements

Αρέσει σε %d bloggers: