Posts Tagged ‘Αναγέννηση’

Μύθοι και στερεότυπα για τον Μεσαίωνα

Νοέμβριος 6, 2014
Αδελφοί του Λιμπούρ "Les Très Riches Heures du duc de Berry", Μάιος

Αδελφοί του Λιμπούρ «Les Très Riches Heures du duc de Berry», Μάιος

[Δεν πρόκειται ακριβώς για νέα ανάρτηση, αλλά για το κείμενο ομιλίας του Ρογήρου στο πλαίσιο εκδήλωσης που διοργάνωσε στις 17 Οκτωβρίου 2014 η Ελληνική Κοινότητα Λουξεμβούργου (Centre culturel Altrimenti, Λουξεμβούργο). Οι φίλοι του ιστολογίου θα διαπιστώσουν ότι το κείμενο περιέχει σχεδόν αυτούσιες κάποιες από τις παλαιότερες αναρτήσεις (όπως το «Γιατί ΔΕΝ επιστρέφουμε στον Μεσαίωνα», την «Ιστορία του Ρομάνο Μαϊράνο», τη «Γυναίκα στον Μεσαίωνα» ή το «Ψάχνοντας για μάγισσες στον Μεσαίωνα»), καθώς και στοιχεία από άλλες. Η όποια αξία του έγκειται στο ότι παρέχει μια συνθετική και, κατά το δυνατόν, συνοπτική εικόνα των θέσεων του ιστολογίου όσον αφορά το πλέον προσφιλές θέμα του. Ακριβώς επειδή πρόκειται για ομιλία, το κείμενο δεν περιέχει παραπομπές. Υπάρχει, όμως, μια ενδεικτική βιβλιογραφία στο τέλος του. Επίσης, για να διατηρήσω τη ροή του, επέλεξα να μην προσθέσω συνδέσμους. Για τις όποιες απορίες, οι φίλοι μπορούν να ανατρέξουν στη Βικιπαίδεια ή, ακόμη καλύτερα, να υποβάλουν το σχετικό ερώτημα μέσω σχολίου, ώστε να έχουμε κι εδώ μια ενδιαφέρουσα συζήτηση.]

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Εάν επιχειρήσετε να εισαγάγετε τη λέξη «Μεσαίωνας» σε κάποια διαδικτυακή μηχανή αναζήτησης, θα δείτε την οθόνη σας να πλημμυρίζει με ευρήματα στα οποία ο όρος και τα παράγωγά του χρησιμοποιούνται με σημασία σαφώς μειωτική. Τα ευρήματα αυτά δεν έχουν σχέση με την ομώνυμη ιστορική περίοδο, αλλά με γεγονότα της επικαιρότητας. Οι κατάφωρες παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας, ο περιορισμός ή η κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων χαρακτηρίζονται πάντα ως «Εργασιακός Μεσαίωνας». Ειδήσεις από ταραγμένες περιοχές του πλανήτη συνοδεύονται από επισημάνσεις περί «μεσαιωνικής βαρβαρότητας» και «μεσαιωνικών σφαγών». Τα, εντελώς σύγχρονα, βασανιστήρια είναι οπωσδήποτε «μεσαιωνικά» για τα ΜΜΕ. Πρωθυπουργός κράτους μέλους της ΕΕ και της Ευρωζώνης χαρακτηρίζει το πρόγραμμα δημοσιονομικής λιτότητας ως «μέτρο καθαρά μεσαιωνικό». Κάποιος άλλος, αναφερόμενος στα μέτρα λιτότητας της Ελληνικής Κυβέρνησης, κυκλοφορεί διαδικτυακή αφίσα στην οποία αναγράφεται ότι «η Κυβέρνηση αποφάσισε να μετατρέψει ολόκληρη της χώρα σε θεματικό πάρκο… για τον Μεσαίωνα»! Η σύγχρονη επιδείνωση της κατάστασης όσον αφορά τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα και, ως εκ τούτου, τις συνθήκες ζωής μεγάλου μέρους του πληθυσμού βαφτίζεται άνευ άλλου τινός «επιστροφή στον Μεσαίωνα». Η πολιτική και οικονομική ολιγαρχία που επωφελείται από αυτήν την αναδιανομή πλούτου και δικαιωμάτων χαρακτηρίζεται ως «νέα φεουδαρχία».

Με άλλα λόγια, η λέξη Μεσαίωνας αποτελεί για τον άνθρωπο της εποχής μας το κατεξοχήν κακέμφατο, τον απολύτως μειωτικό χαρακτηρισμό. Στο φαντασιακό μας, ο Μεσαίωνας έχει καταγραφεί ως εποχή σκοταδισμού και προλήψεων, επιδημιών, κοινωνικής αδικίας και καταπίεσης, βίας και πολέμων. Η εποχή του Μαύρου Θανάτου και της Ιεράς Εξέτασης.

Ανταποκρίνονται, όμως, όλα αυτά στην ιστορική πραγματικότητα; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα θα πρέπει καταρχάς να ορίσουμε την ίδια την έννοια του Μεσαίωνα. Διαπιστώνουμε τότε ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια ιστορική περίοδο χιλίων περίπου χρόνων της οποίας την αρχή και το τέλος δυσκολευόμαστε αφάνταστα να καθορίσουμε, έστω και με τρόπο εντελώς συμβατικό.

Σόλιδος του Οδόακρου

Σόλιδος του Οδόακρου

Πότε αρχίζει ο Μεσαίωνας; Μας απαντούν συνήθως ότι αυτό συνέβη στις 4 Σεπτεμβρίου 476, όταν ο αρχηγός ενός βαρβαρικού μισθοφορικού σώματος, ο Οδόακρος, εκθρόνισε, με τρόπο σχετικά ειρηνικό, τον τελευταίο Ρωμαίο αυτοκράτορα της Δύσης, έναν ανήλικο που έφερε το συμβολικό όνομα Ρωμύλος Αυγουστύλος. Πιστεύετε άραγε ότι το συγκεκριμένο γεγονός σήμαινε για τους ανθρώπους που ζούσαν τότε πραγματική «αλλαγή εποχής»; Πολύ δύσκολα. Ο ίδιος ο Οδόακρος έκανε δέμα τα σύμβολα της αυτοκρατορικής εξουσίας και τα έστειλε συστημένα στον αυτοκράτορα της Ανατολής, τον Ζήνωνα. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν έπαυσε βέβαια να υφίσταται το 476. Γότθοι ηγεμόνες, όπως ο Θεοδώριχος ο Μέγας, θα συνέχιζαν να διοικούν την Ιταλία στο όνομα του αυτοκράτορα. Και ο τρόπος ζωής των ανθρώπων, η κοινωνική οργάνωση κι η νοοτροπία τους δεν θα μεταβληθεί στους αμέσως επόμενους αιώνες κατά τρόπο που να μαρτυρά ρήξη με το παρελθόν. Αυτό θα σας το επιβεβαιώσουν κι οι ιστορικοί που ειδικεύονται στην Ύστερη Αρχαιότητα.

Κωνσταντινούπολη, χάρτης του Φλωρεντινού Κρ. Μπουοντελμόντε, 1422

Κωνσταντινούπολη, χάρτης του Φλωρεντινού Κρ. Μπουοντελμόντε, 1422

Εξίσου δυσχερής είναι και ο καθορισμός του τέλους του Μεσαίωνα. Κάποιοι αναζητούν ένα μεμονωμένο γεγονός που σηματοδοτεί την αλλαγή εποχής. Την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, για παράδειγμα, το 1453, από τον Μωάμεθ τον Πορθητή. Γεγονός αναμφισβήτητα μεγάλης συμβολικής σημασίας, που όμως δεν επηρέασε κατά τρόπο καθοριστικό τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις. Για αυτόν τον λόγο, άλλοι επιλέγουν το 1492, το έτος ανακάλυψης της Αμερικής από τον Χριστόφορο Κολόμβο. Εξαιρετικά σημαντικό γεγονός, μόνο που οι συνέπειές του δεν έγιναν άμεσα αισθητές στην Ευρώπη. Έτσι, μια άλλη σχολή προτιμά ένα κριτήριο πιο λειτουργικό. Μας λένε, έτσι, ότι ο Μεσαίωνας τελειώνει όταν εκδηλώνεται σαφώς η Αναγέννηση. Η συμπαθής αυτή ταυτολογία προσκρούει σε μιαν άλλη δυσκολία: πότε συμβαίνει αυτό; Οι στοιχειωδώς ρεαλιστές θα απαντήσουν ότι δεν συμβαίνει την ίδια χρονική στιγμή για όλη την Ευρώπη, στην Ιταλία ίσως βρισκόμαστε στην Αναγέννηση ήδη από το 1450, ίσως και νωρίτερα (για ορισμένους ήδη από το 1370!), στη Γερμανία και τις Κάτω Χώρες, όμως, πρέπει να φτάσουμε στον 16ο αιώνα για να δώσουμε καταφατική απάντηση στο ερώτημα.

Όποιες χρονολογίες και να επιλέξουμε αυτό που διαπιστώνουμε στην πραγματικότητα είναι ότι, κατά την παγιωμένη αντίληψη, ο Μεσαίωνας ορίζεται εξ αντιδιαστολής και μάλιστα διττής, κάτι που μαρτυρά περιφρόνηση. Μεσαίωνας είναι ό,τι δεν ανήκει ούτε στην Αρχαιότητα ούτε στην Αναγέννηση και τους Νεότερους Χρόνους. Περιφρόνηση ως προς τη μέθοδο οριοθέτησης, περιφρόνηση όμως και ως προς την ονομασία. Πώς είναι δυνατό να ονομάζουμε «μέση», δηλαδή ενδιάμεση, μεταβατική, μια ολόκληρη χιλιετία ανθρώπινης Ιστορίας; Πώς είναι δυνατό να την αντιμετωπίζουμε ως εποχή ομοιόμορφη και στατική;

Ας επιχειρήσουμε να διακρίνουμε την ιστορική αλήθεια για αυτήν την τόσο συκοφαντημένη εποχή του Μεσαίωνα, επισημαίνοντας τα χαρακτηριστικά γνωρίσματά του, τις σταθερές και τις μεταβολές του σε πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο κι εξετάζοντας όλες αυτές τις κατηγορίες που εδώ και μερικούς αιώνες τον αμαυρώνουν.

ΜΕΡΟΣ Ι
ΕΠΟΧΗ ΑΥΘΑΙΡΕΤΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΔΙΚΙΑΣ ΚΑΙ ΟΠΙΣΘΟΔΡΟΜΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ;

Όπως προείπαμε, βιώνουμε σήμερα μια σαφή επιδείνωση των συνθηκών ζωής μεγάλου μέρους του πληθυσμού, στην Ελλάδα μάλιστα με τρόπο ακόμη πιο ακραίο. Συρρίκνωση του δημόσιου τομέα και των υπηρεσιών που παρείχε, κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων, ψαλίδισμα των κοινωνικοασφαλιστικών δικαιωμάτων, εξαφάνιση κάθε στοιχείου κοινωνικής πρόνοιας με «λογικές» εξοικονόμησης πόρων. Διαπιστώνεται μια τάση που θέτει εν αμφιβόλω τον πυρήνα του δημοκρατικού κράτους δικαίου και πρόνοιας. Συνειδητοποιούμε ότι ίσως τα όσα γνωρίζαμε και θεωρούσαμε δεδομένα δεν ήταν παρά ένα διάλειμμα ευημερίας και δικαιοσύνης που αφορούσε ένα σύντομο διάστημα μέσα στην απεραντοσύνη του ιστορικού χρόνου κι ένα περιορισμένο κομμάτι της ανθρωπότητας. Επιστρέφουμε, επομένως, σε εποχές του παρελθόντος και συγκεκριμένα, όπως πολλοί υποστηρίζουν, στον Μεσαίωνα της φεουδαρχίας. Τα σύγχρονα οικονομικά συμφέροντα ταυτίζονται με τους φεουδάρχες, οι εργαζόμενοι με τους δουλοπάροικους. Πόσο ακριβές είναι αυτό;

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα ακόμη στερεότυπο που εκφέρεται με όρους συμβατικού λόγου, χωρίς να προϋποθέτει κάποια διαδικασία στοιχειώδους επιβεβαίωσης ως προς την ιστορική αλήθεια.

Α.   ΤΟ ΦΕΟΥΔΑΛΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ

α.   Άρχοντες και δουλοπάροικοι

Μας διαβεβαιώνουν ότι ο Μεσαίωνας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής ανισότητας κι αδικίας, μια και το μεγαλύτερο μέρος το πληθυσμού ήταν δουλοπάροικοι που εργάζονταν σκληρά και ζούσαν σε συνθήκες απίστευτης εξαθλίωσης, δίχως καθόλου δικαιώματα. Ο ισχυρισμός αυτός ενέχει χονδροειδείς ανακρίβειες.

1.   Οι δουλοπάροικοι του Μεσαίωνα δεν είναι σκλάβοι!

Μολονότι και για τους δουλοπάροικους τα μεσαιωνικά κείμενα χρησιμοποιούν τον όρο servus, δηλαδή αυτόν ακριβώς που για τους Ρωμαίους σήμαινε τον δούλο, το νομικό καθεστώς και η θέση των δουλοπάροικων του Μεσαίωνα απέχει παρασάγγες από εκείνη των δούλων της Αρχαιότητας. Εάν πρέπει οπωσδήποτε να βρούμε αντιστοιχία με θεσμούς της ρωμαϊκής ειδικά εποχής, θα διαπιστώσουμε ότι η σχέση κυρίου και δουλοπάροικου κατά τον Μεσαίωνα βρίσκεται πολύ πιο κοντά στη σχέση κυρίου και πελάτη στα χρόνια της Ρώμης. Ο βασικός περιορισμός έγκειται στο ότι ο δουλοπάροικος δεν μπορεί να εγκαταλείψει χωρίς άδεια τη γη που καλλιεργεί. Ο περιορισμός αυτός δεν είναι τόσο παράλογος για κοινωνίες κατεξοχήν αγροτικές με μεγάλη ανάγκη για εργατικά χέρια.

Δουλοπάροικοι στην Αγγλία, 1310

Δουλοπάροικοι στην Αγγλία, 1310

Κατά τα λοιπά, ο δουλοπάροικος έχει νομική προσωπικότητα, αντιθέτως προς τον δούλο. Ως υποκείμενο δικαίου διαθέτει δικαιοπρακτική ικανότητα, έχει τη δική του περιουσία και φυσικά συνάπτει συμβάσεις για τη διαχείρισή της. Επιπλέον, η μεσαιωνική κοινωνία, ακόμη και στη φεουδαλική εκδοχή της, δεν χαρακτηρίζεται από τα στεγανά που εμείς της αποδίδουμε. Όπως μαρτυρούν τα έγγραφα της εποχής, ο δουλοπάροικος δεν είναι καν απαραίτητο να είναι αγρότης, μπορεί να είναι τεχνίτης που κατοικεί σε μια πόλη, ενώ επίσης μπορεί να συνάψει γάμο με άτομο που τυπικά έχει την ιδιότητα του ελεύθερου. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που αναφέρει ο Ζωρζ Ντυμπύ, σχολιάζοντας το έγγραφο μιας δικαιοπραξίας που βρισκόταν στα αρχεία της μονής του Κλυνύ: ο δουλοπάροικος Αλώμ, κάτοικος της κωμόπολης του Μπλανό, νυμφεύεται στο γειτονικό Οζάν τη Μαρχίλδη, γυναίκα που νομικά χαρακτηρίζεται ως ελεύθερη. Αποκτούν μαζί περιουσιακά στοιχεία τα οποία και διαθέτουν ελεύθερα, ενώ τα παιδιά τους υπάγονται στο νομικά ευνοϊκότερο καθεστώς, εν προκειμένω αυτό του ελεύθερου.

Ακόμη κι ο περιορισμός βάσει του οποίου ο δουλοπάροικος δεν μπορεί να εγκαταλείψει άνευ άλλου τινός τη γη που καλλιεργεί είναι στην πράξη σχετικός: αν το θέλει οπωσδήποτε, ο δουλοπάροικος μπορεί, με λίγο θάρρος, να εγκαταλείψει τον τόπο του και να αναζητήσει τη τύχη του αλλού. Αν ταξιδέψει κάπως μακριά (ας πούμε σε απόσταση 500 χιλιομέτρων), δηλώσει ψευδώς ότι είναι ελεύθερος και δώσει όρκο υποταγής στον τοπικό άρχοντα (που δεν είναι απαραίτητα φυσικό πρόσωπο, μπορεί να πρόκειται για μια μονή ή έναν καθεδρικό ναό) θα καταφέρει να εγκατασταθεί και να προκόψει χωρίς πολλές σκοτούρες ή προβλήματα. Τα εργατικά χέρια είναι πάντα και παντού ευπρόσδεκτα στον Μεσαίωνα κι οι ντόπιοι δεν έχουν κανένα συμφέρον να ψάξουν διεξοδικά μήπως ο νεοφερμένος έχει κάποιον αφέντη που βρίσκεται πέντε μέρες μακριά (πρβλ. το παράδειγμα του πατέρα της Μαρχίλδης στο έγγραφο που παραθέτει ο Ντυμπύ).

2.   Η πλειονότητα των πολιτών δεν έχει την ιδιότητα του δουλοπάροικου

Οι δουλοπάροικοι αποτελούν απλώς ένα τμήμα της φεουδαλικής κοινωνίας. Τα περισσότερα άτομα έχουν την ιδιότητα του ελεύθερου και φυσικά διαθέτουν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στην καθημερινότητά τους. Βεβαίως, ο άρχοντας ασκεί εξουσία, επιβάλλει και εισπράττει φόρους, δικάζει και τιμωρεί, άρα εκ των πραγμάτων καταπιέζει τους υποτελείς του. Ωστόσο, ουδόλως προκύπτει ότι αυτή η καταπίεση παρεκκλίνει σημαντικά από τον μέσο όρο της Ιστορίας. Συνήθως, μάλιστα, η σχέση εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου είναι πολύ χαλαρότερη απ’ ό,τι πιστεύουμε. Ακόμη και σε περιοχές όπου επικρατεί η φεουδαρχία, ο περισσότερος κόσμος δεν πρόκειται να δει σχεδόν ποτέ αυτόν που τυπικά είναι κυρίαρχός του. Ας θυμηθούμε το διάσημο παράδειγμα του Μονταγιού για το οποίο θα μιλήσουμε αναλυτικά στη συνέχεια: το μικρό χωριό των Πυρηναίων υπάγεται στη δικαιοδοσία του κόμητος της Φουά. Αυτός ασκεί την εξουσία του μέσω δύο προσώπων: του καστελλάνου, όσον αφορά τα ζητήματα ασφάλειας, και του βαΐλου, για τις αστικές υποθέσεις (ο δεύτερος είναι σχεδόν πάντα κάποιος από τους προύχοντες του χωριού). Ο κόμης δεν πρέπει να έχει εμφανιστεί ποτέ στο χωριό. Η – απομακρυσμένη – εξουσία του δεν εκλαμβάνεται ως καταπίεση από τους κατοίκους. Αντιθέτως, ο κόμης είναι ιδιαίτερα αγαπητός, κυρίως γιατί αποτελεί τη μόνη ελπίδα προστασίας των χωρικών, πολλοί από τους οποίους έχουν ασπασθεί την «αίρεση» των Καθαρών, έναντι της Εκκλησίας και ειδικά της Ιεράς Εξέτασης.

Συμπερασματικά, αν κάποιος θέλει να βρει παραδείγματα εξαθλίωσης για να τα συγκρίνει με τις ζοφερές προοπτικές των σύγχρονων εργαζομένων, δεν έχει λόγο να τα αναζητήσει ειδικά στο Μεσαίωνα.

β.   Γιατί σήμερα «δεν επιστρέφουμε στον Μεσαίωνα» – Η άσκηση εξουσίας

"Les Très Riches Heures du duc de Berry", Αύγουστος

«Les Très Riches Heures du duc de Berry», Αύγουστος

Ως κοινός παρονομαστής μεταξύ του Μεσαίωνα και των εξελίξεων της εποχής μας προβάλλεται η απίσχνανση της κεντρικής εξουσίας του κράτους και η αντίστοιχη ενδυνάμωση ιδιωτικών κέντρων εξουσίας. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι εσχάτως οι κρατικές οντότητες εμφανίζονται να παραιτούνται από σημαντικό μέρος των εξουσιών τους, τις οποίες μεταθέτουν ή των οποίων αποδέχονται τον σφετερισμό τους από πόλους εξουσίας οικονομικού κι επιχειρηματικού χαρακτήρα. Η τάση αυτή επιδεινώνεται εξαιτίας της αδυναμίας και της έλλειψης βουλήσεως που επιδεικνύει η κρατική εξουσία όσον αφορά τον έλεγχο των οικονομικών παραγόντων, έλεγχος που έχει καταστεί εκ των πραγμάτων δύσκολος εξαιτίας του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου οικονομικού περιβάλλοντος. «Παρομοίως», στον Μεσαίωνα η κεντρική εξουσία εμφανίζεται αδύναμη έναντι των τοπικών φεουδαρχών, οι οποίοι ασκούν σχεδόν απόλυτη εξουσία στην περιοχή δικαιοδοσίας τους. Εντούτοις, και στην περίπτωση αυτή οι ομοιότητες είναι μάλλον επιφανειακές.

1.   Η διαφορά ως προς τον τρόπο κατανομής και άσκησης της εξουσίας

Με κάποια δόση ελευθερίας, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η κατανομή της εξουσίας στον Μεσαίωνα (βασιλιάς-φεουδάρχες) είναι κάθετη, ενώ στην εποχή μας (κρατικές οντότητες-οικονομικά συμφέροντα) οριζόντια. Στον Μεσαίωνα υπάρχει κατά τόπον κατάτμηση ομοειδούς εξουσίας. Η εξουσία που ασκεί ο βασιλιάς δεν διαφοροποιείται ποιοτικά από αυτήν που ασκούν οι φεουδάρχες, παρά μόνον ως προς τα όρια της κατά τόπον δικαιοδοσίας. Κατά τα λοιπά, τόσο στην περίπτωση του βασιλιά όσο και αυτή των φεουδαρχών πρόκειται για την κλασσική μορφή εξουσίας που συναντούμε, σε πιο εξελιγμένη μορφή, και στα σύγχρονα κράτη (εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική, στρατιωτική και αστυνομική, επιβολής φόρων κ.ο.κ.). Το μόνο που διακρίνει την κεντρική εξουσία από τις κατά τόπους, είναι η θέση του βασιλιά ως επικυρίαρχου των φεουδαρχών, η οποία ισοδυναμεί με μια μάλλον χαλαρή εποπτεία. Σήμερα, αντιθέτως, οι οικονομικοί παράγοντες δεν ασκούν εξουσία με τον ίδο τρόπο που το πράττουν τα κράτη: καθορίζουν τις συνθήκες των αγορών, ασκούν οικονομικές και άλλες πιέσεις στην εκτελεστική εξουσία, χειραγωγούν την κοινή γνώμη μέσω φίλα προσκείμενων ΜΜΕ κ.ο.κ. Επιπλέον, το ίδιο οικονομικό κέντρο εξουσίας δεν δρα στην επικράτεια ενός μόνον κρατικού μορφώματος, αλλά περισσοτέρων, ενδεχομένως και σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο ένας πόλος διαφοροποιείται από τον άλλο ως προς την άσκηση εξουσίας και τοπικά και ποιοτικά, στοιχείο που δεν υπάρχει στη φεουδαρχία του Μεσαίωνα.

2.   Η διαφορά ως προς τον χαρακτήρα της εξουσίας

Είναι προφανές ότι η εξουσία που ασκείται σήμερα από οικονομικά συμφέροντα είναι απρόσωπη. Φορείς της είναι επιχειρηματικά σχήματα με μορφή συνήθως εταιρική που είναι δύσκολο έως αδύνατο να προσωποποιηθούν. Άλλωστε και αφεαυτής η άσκηση τέτοιας εξουσίας έχει ακαθόριστο χαρακτήρα, από την άποψη ότι δεν μπορεί να προσδιορισθεί σε ποιό ποσοστό καθόρισε την μία ή την άλλη εξέλιξη καθένας από τους οικονομικούς παράγοντες ξεχωριστά. Σε κάθε περίπτωση, η εξουσία των οικονομικών συμφερόντων εκλαμβάνεται ως απρόσωπη από τους ίδιους τους εξουσιαζόμενους (οι οποίοι συχνά αδυνατούν να κατανοήσουν ποιός ακριβώς είναι ο υπεύθυνος για κάποιο δυσμενές γι’ αυτούς αποτέλεσμα, για αυτό και κατηγορούν συλλήβδην τα κέντρα οικονομικής εξουσίας, συνήθως μαζί με τους εκάστοτε φορείς της εκτελεστικής εξουσίας, ή καταφεύγουν σε θεωρίες συνωμοσίας). Στο σημείο αυτό, η διαφορά με την κατάσταση στα χρόνια του Μεσαίωνα είναι χαοτική.

Η σχέση εξουσιαστή και εξουσιαζομένου κατά τον Μεσαίωνα είναι σαφώς προσωπική. Η σύναψή της προϋποθέτει την αποδοχή και των δύο μερών. Δεν υπάρχει τίποτε χαρακτηριστικότερο ή πιο συμβολικό για τη φεουδαλική κοινωνία του Μεσαίωνα από το hommage (λατ. hommagium, hominium hominagium). Στα ελληνικά το αποδίδουμε συνήθως ως «όρκο υποτελείας», αλλά η μετάφραση αυτή αδυνατεί να περιγράψει επακριβώς την έννοια του θεσμού. Το hommage περιλαμβάνει βεβαίως μια τελετή, κατά την οποία ο υποτελής-βασσάλος γονατίζει μπροστά στον επικυρίαρχό του, του δίνει τα χέρια του και στη συνέχεια προφέρει τον όρκο υποτελείας σ’ αυτόν. Πρωτίστως, όμως, είναι μια αμφοτεροβαρής σύμβαση μεταξύ του βασσάλου και του επικυρίαρχου. Ο βασσάλος αναλαμβάνει στρατιωτική υποχρέωση, δεσμευόμενος να συνδράμει στην άμυνα και ασφάλεια των εδαφών του επικυρίαρχου (ost, υποχρέωση χρονικής διάρκειας 40 ημερών ετησίως) και να συμμετέχει σε στρατιωτικές επιχειρήσεις του δεύτερου εκτός των εδαφών του (chevauchée), να τον συμβουλεύει σε θέματα διοίκησης, άμυνας και απονομής δικαιοσύνης και, τέλος, να του παράσχει τη βοήθειά του στις λεγόμενες τέσσερις περιπτώσεις (συνεισφορά στα λύτρα για την απελευθέρωση του κυρίου σε περίπτωση αιχμαλωσίας του, στα έξοδα για την εκπαίδευση του πρωτότοκου γιου του κυρίου ως ιππότη, στα έξοδα του γάμου της μεγαλύτερης κόρης του και στις δαπάνες που θα υποβληθεί ο κύριος αν εκστρατεύσει σε σταυροφορία). Από την πλευρά του, ο επικυρίαρχος εγγυάται για την ασφάλεια του βασσάλου, της οικογένειας και των ανθρώπων του και του παραχωρεί ένα φέουδο, μεταβιβάσιμο κληρονομικά στους απογόνους του βασσάλου. Βέβαια, οι δομές και οι σχέσεις της μεσαιωνικής κοινωνίας αποδεικνύονται πιο σύνθετες στην πράξη: τίποτε δεν εμποδίζει έναν κατώτερο άρχοντα να δώσει όρκο υποτελείας σε περισσότερους του ενός επικυρίαρχους. Η πλειονότητα κυρίων μπορεί να προκαλέσει σύγκρουση καθηκόντων στον βασσάλο, στην όχι και τόσο απίθανη περίπτωση που θα έρθουν αντιμέτωποι δύο από τους επικυρίαρχούς του. Προκειμένου να επιλυθούν τέτοιες συγκρούσεις, ο Μεσαίωνας εφευρίσκει τον θεσμό του hommage lige, την κατά προτεραιότητα υποτέλεια δηλαδή: στρατιωτική υποχρέωση οφείλεται πρωτίστως στον άρχοντα του οποίου κατέστη λίζιος ο βασσάλος.

Hommage

Hommage

Το hommage δεν περιορίζεται στις σχέσεις μεταξύ αρχόντων. Έστω και χωρίς λαμπρές τελετές, επικυρώνει την ιεραρχική υποταγή και του απλού λαού, περιλαμβανομένων και των δουλοπάροικων. Κατά κανόνα, άλλωστε, κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν θέτει σε αμφισβήτηση τη σχέση υποτέλειας. Όχι μόνο γιατί αυτό επιτάσσει η κυρίαρχη αντίληψη της εποχής, αλλά και γιατί πρακτικά η σχέση είναι ακριβώς αυτή της αμφοτεροβαρούς συμβάσεως. Ο άρχοντας υποχρεούται να εγγυηθεί την προστασία όλων των υποτελών του. Στο κάτω-κάτω, αυτή την έννοια δεν έχει κι η γνωστή γαλλική φράση « noblesse oblige »; Το να είσαι άρχοντας συνεπάγεται υποχρώσεις. Αυτό δηλαδή που δεν συμβαίνει με τους «φεουδάρχες» της εποχής μας, που διεκδικούν τα πάντα, ζητούν οτιδήποτε, επιβάλλουν όσα επιθυμούν, ενώ οι υποτελείς τους (που δεν έδωσαν κανένα όρκο υποτελείας) καταλήγουν να έχουν μόνο υποχρεώσεις.

Β.   ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ Η ΦΕΟΥΔΑΡΧΙΑ

Η επικράτηση της φεουδαρχίας δεν είναι ούτε καθολική, ούτε διαχρονική. Παρότι για τον σύγχρονο άνθρωπο η φεουδαρχία παρουσιάζεται ως το σήμα κατατεθέν του Μεσαίωνα, στην πραγματικότητα δεν αφορά ούτε ολόκληρη την ιστορική περίοδο, ούτε φυσικά όλες τις περιοχές της Ευρώπης (έστω της Δυτικής). Στην ολοκληρωμένη μορφή του, το φεουδαλικό σύστημα επικρατεί κατά τη διάρκεια μιας περιόδου περίπου τριών αιώνων (από το δεύτερο μισό του 11ου έως τα μέσα του 14ου αι.) και απαντά κυρίως στη Βόρεια Γαλλία (όπου και το αρχέτυπο του συστήματος), σε σημαντικό βαθμό στην Αγγλία των Νορμανδών και λιγότερο σε αγροτικές περιοχές της Γερμανίας και της υπόλοιπης Ευρώπης. Σημαντικό μέρος της Ευρώπης δεν γνωρίζει ουσιαστικά ποτέ τη φεουδαρχία. Οι εμπορικές «δημοκρατίες» της Ιταλίας διοικούνται συλλογικά από μια αριστοκρατία εμπόρων και επιχειρηματιών: ήδη από το δεύτερο μισό του δέκατου αιώνα, το Αμάλφι εμφανίζει τα χαρακτηριστικά αυτά και προαναγγέλει τη δράση των πιο ολοκληρωμένων και σαφώς μακροβιότερων περιπτώσεων της Βενετίας, της Γένοβας ή της Πίζας. Η πλειονότητα των ιταλικών πόλεων, τουλάχιστον βορείως της παπικής επικράτειας, λειτουργεί με τον τρόπο αυτό (που είναι σαφέστατα περισσότερο συγκρίσιμος με τον καπιταλισμό των νεότερων χρόνων απ’ ό,τι η φεουδαρχία). Τα ίδια ισχύουν για τις πολυάριθμες ελεύθερες πόλεις της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, από την κοιλάδα του Ρήνου και το Στρασβούργο, έως τη Λυβέκη και τις πόλεις της Χανσεατικής Ένωσης, στη Βόρεια ή στη Βαλτική Θάλασσα, αλλά και για εκείνες των Κάτω Χωρών ή της ανατολικής Γαλλίας που αποτελούν κέντρα έντονης εμπορικής δραστηριότητας.

α.   Η εμπορική και επιχειρηματική δραστηριότητα στα χρόνια του Μεσαίωνα

Μεσαιωνική τράπεζα

Μεσαιωνική τράπεζα

Πολλοί, και μεταξύ τους ακόμη κι οικονομολόγοι και ιστορικοί άλλων περιόδων, έχουν στο μυαλό τους μια πολύ γραφική εικόνα για τον έμπορο του Μεσαίωνα. Τον φαντάζονται να διασχίζει κάποια χερσαία εμπορική οδό που οδηγεί από την Ιταλία σε κάποια πόλη του Βορρά ταλαιπωρημένο και κατάκοπο, οδηγώντας υποζύγια φορτωμένα με εμπορεύματα και σακιά με τορνέζια, υπέρπυρα ή κάποιο άλλο νόμισμα της εποχής, προκειμένου να πραγματοποιήσει τις συναλλαγές του. Κάποιοι, μάλιστα, είναι έτοιμοι να μας διαβεβαιώσουν ότι οι συναλλαγές αυτές γίνονται με αντιπραγματισμό κι ότι υφάσματα ανταλλάσσονται με κοτόπουλο! Μόνο που η αλήθεια είναι διαφορετική.

Ο Ιταλός έμπορος του παραδείγματός μας δεν έχει μαζί του στην πραγματικότητα παρά λίγα μετρητά. Για τις συναλλαγές του θα χρησιμοποιήσει αξιόγραφα (κυρίως συναλλαγματικές, αλλά και επιταγές και γραμμάτια) ή μπορεί να προτιμήσει τη μεταφορά χρηματικού ποσού από την τράπεζά του! Στη έδρα του τηρεί λογιστικά βιβλία (διπλά μάλιστα) και πιθανώς διατηρεί με την τράπεζά του αλληλόχρεο λογαριασμό. Τα εμπορεύματά του συνήθως τα ασφαλίζει έναντι παντός κινδύνου. Οι διαφορές δεν είναι και πολλές από τον επιχειρηματία της εποχής μας.

Οι τράπεζες άλλωστε της εποχής προσφέρουν πολλές και διάφορες χρηματοπιστωτικές κι άλλες υπηρεσίες. Έχουν υποκαταστήματα στα περισσότερα εμπορικά κέντρα της Ευρώπης. Οι πιο πολλές από αυτές είναι ιδιωτικές επιχειρήσεις, όπως αυτές των Μπάρντι, των Περρούτσι και των Ατσαγιόλι στη Φλωρεντία. Οι τελευταίοι, έχοντας αναλάβει τη διαχείριση της περιουσίας του ανδεγαυικού βασιλικού οίκου της Νάπολής, θα ανταμειφθούν με το Δουκάτο των Αθηνών. Με λίγη τύχη θα μπορούσαμε ίσως να θαυμάζουμε τον πύργο τους δίπλα στα Προπύλαια της Ακρόπολης. Τον κατεδάφισε, όμως, το Ελληνικό Δημόσιο (με χρηματοδότηση του Ερρίκου Σλήμαν) στα τέλη του 19ου αιώνα, για να μη «μολύνει» την αγνότητα του Ιερού Βράχου!

Ο πύργος των Ατσαγιόλι στα Προπύλαια πριν γκρεμιστεί το 1874, φωτογρ. Félix Bonfils.

Ο πύργος των Ατσαγιόλι στα Προπύλαια πριν γκρεμιστεί το 1874, φωτογρ. Félix Bonfils.

Υπάρχουν όμως και κρατικές τράπεζες (αυτή της Βενετίας ή η Μόντε ντέι Πάσκι της Σιένας) ή τράπεζες που ανήκουν στα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα (Ναΐτες και Ιωαννίτες). Έτσι, ένας Γάλλος ευγενής που επιθυμεί να ταξιδέψει στα φραγκικά κράτη της Ανατολής και τους Άγιους Τόπους δεν πρόκειται να πάρει μαζί του μετρητά: θα απευθυνθεί στον ειδικό και θα καταθέσει ένα χρηματικό ποσό στο πλησιέστερο διοικητήριο των Ναϊτών. Εφοδιασμένος με τα απαραίτητα αποδεικτικά θα εισπράξει το ποσό σε μετρητά από κάποιο διοικητήριο ή την έδρα του Τάγματος στον προορισμό του. Το Τάγμα θα αφαιρέσει βεβαίως την προμήθειά του για τις υπηρεσίες που προσέφερε.

Μιλώντας όμως για μεσαιωνικό εμπόριο μία είναι η πόλη που έρχεται πρώτη στο μυαλό μας. Η Βενετία.

1.   Η ιστορία του Ρομάνο Μαϊράνο

Το όνομά του είναι άγνωστο στον μέσο άνθρωπο της εποχής μας, αλλά ο Ρομάνο Μαϊράνο είναι αληθινός σταρ για όσους μελετούν την Ιστορία του Μεσαίωνα, τούτο δε χάρη σε μια ευτυχή συγκυρία: η τελευταία απόγονος της οικογένειας αποφάσισε προς το τέλος της ζωής της να μονάσει. Αποσύρθηκε στο κοινόβιο του Αγίου Ζαχαρία όπου και μετέφερε τα οικογενειακά αρχεία, σώζοντάς τα από την καταστροφή. Έτσι, έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας κάπου διακόσια εμπορικά έγγραφα, στην πλειονότητά τους συμβάσεις, τα οποία μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε πλήρη εικόνα για την επιχειρηματική σταδιοδρομία του Ρομάνο Μαϊράνο, Ενετού εμπόρου του 12ου αιώνα.

Ο Μαϊράνο είναι γόνος οικογένειας ευγενών, πρόσφατα εγκατεστημένων στο Ριάλτο. Τα ίχνη των πρώτων εμπορικών κινήσεών του ανάγονται στα 1150, όταν ο νεότατος Μαϊράνο δανείζεται για την πρώτη εμπορική αποστολή του. Προφανώς η επιχείρηση αποδείχθηκε επικερδής, μια και εξοφλεί χωρίς προβλήματα το ποσό του δανείου. Δύο χρόνια αργότερα παντρεύεται. Σχεδόν αμέσως μετά τον γάμο μεταφέρει τις δραστηριότητές του στην Κωνσταντινούπολη (στα πρώτα ταξίδια του μεταφέρει συνήθως στη Βασιλεύουσα φορτία ξυλείας). Συνεργάζεται με τον αδελφό του, τον Σαμουήλ, και μαζί προβαίνουν στη σύσταση μιας οικογενειακής εταιρίας (fraterna societas). Έχουν τακτικές εμπορικές συναλλαγές με την ηπειρωτική Ελλάδα και τα παράλια της Μικράς Ασίας. Παράλληλα, ο Ρομάνο αγοράζει ακίνητα στη Βασιλεύουσα, η εκμετάλλευση των οποίων του αποφέρει ικανά κέρδη για να αναλάβει εμπορικές αποστολές μεγαλύτερης εμβέλειας: πλέον ταξιδεύει προς την Άκρα, την Τύρο, την Αντιόχεια και τα άλλα λιμάνια της φραγκικής Ανατολής, αλλά και προς τη μουσουλμανική Αλεξάνδρεια. Την ίδια περίοδο καταγράφονται τακτικές εμπορικές και τραπεζικές συναλλαγές του με το Τάγμα των Ναϊτών.

Βενετία, Φοντέγκο ντελ Μέτζο

Βενετία, Φοντέγκο ντελ Μέτζο

Το 1163, μετά από δεκαετή απουσία από τη μητρόπολη, ο Ρομάνο Μαϊράνο επιστρέφει στη Βενετία με αποκλειστικό σκοπό την αγορά του πρώτου ιδιόκτητου εμπορικού πλοίου του. Το 1165 τον βρίσκουμε στο χριστιανικό βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Χρηματοδοτεί ένα συμπατριώτη του έμπορο, τον Μάρκο Έντσιο: οι δύο άνδρες αποφασίζουν να ταξιδέψουν με το πλοίο του Μαϊράνο για να πουλήσουν τα εμπορεύματά τους. Από την Άκρα θα βρεθούν στον Χάνδακα της Κρήτης κι από εκεί θα συνεχίσουν ως την Αλεξάνδρεια για να επιστρέψουν από το αιγυπτιακό λιμάνι στη βάση τους. Προς το τέλος του 1167 ο Μαϊράνο επιστρέφει στη Βενετία για να αγοράσει το δεύτερο πλοίο του. Δανείζεται από οχτώ πλούσιους συμπολίτες του συνολικό ποσό 796 υπέρπυρων. Το δάνειο θα επιστραφεί εντόκως την άνοιξη του 1168 (με επιτόκιο 44%!).

Τον Οκτώβριο του 1169 ο Μαϊράνο βρίσκεται πίσω στην Κωνσταντινούπολη, μολονότι οι ενετικές αρχές έχουν προειδοποιήσει τους πολίτες τους για τη ραγδαία επιδείνωση των διπλωματικών σχέσων μεταξύ της Γαληνοτάτης και του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού. Αρχικά, φαίνεται να δικαιώνεται για τη ριψοκίνδυνη απόφασή του. Οι δουλειές του στην Πόλη πηγαίνουν όλο και καλύτερα. Αναλαμβάνει τη διαχείριση της μεγάλης περιουσίας που διαθέτει στη Βασιλεύουσα ο λατίνος πατριάρχης του Γκράντο. Αποκτά επίσης το ιδιαιτέρως επικερδές μονοπώλιο της είσπραξης των δικαιωμάτων για τη ζύγιση των εμπορευμάτων των Ενετών της πόλης. Ωστόσο, το 1171 ξεσπά η καταιγίδα που πολλοί φοβούνταν: ο Μανουήλ διατάσσει τη σύλληψη και απέλαση όλων των Ενετών υπηκόων και τη δήμευση των περιουσιακών στοιχείων τους. Ο Μαϊράνο κατορθώνει να ξεφύγει με το πλοίο του που ήταν ελλιμενισμένο στην Κωνσταντινούπολη, σώζοντας κι αρκετούς συμπατριώτες του, χάνει όμως την περιουσία του. Κατεστραμμένος οικονομικά αδυνατεί να εξοφλήσει τους πιστωτές του. Δίχως να απογοητευτεί, ξαναρίχνεται στον αγώνα, στο δρομολόγιο Βενετία-Αλεξάνδρεια. Κύριος χρηματοδότης του είναι η πάμπλουτη και ισχυρή οικογένεια Τζιάνι: ο δόγης (από το 1172 έως το 1178) Σεμπαστιάνο και ο γιος του (και μετέπειτα δόγης κι αυτός, 1205-1229) Πιέτρο, στους οποίους ο Μαϊράνο προμηθεύει φορτία πιπεριού και στυπτηρίας.

Πάντα έτοιμος να εκμεταλλευθεί νέους εμπορικούς δρόμους, ο Μαϊράνο διαβλέπει ευκαιρίες στη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ της πατρίδας του και της παραδοσιακής αντιπάλου, της νορμανδικής Σικελίας του Γουλιέλμου Β΄ του Καλού. Παραγγέλλει τη ναυπήγηση ενός ακόμη εμπορικού πλοίου και ταξιδεύει στο Μαγκρέμπ, όπου προμηθεύεται μάλλινα και δέρματα, προϊόντα απαραίτητα για την ενετική βιοτεχνία ένδυσης. Το 1183 έχει πλέον εξοφλήσει όλα τα χρέη του. Μετά το 1184, όταν αποκαθίστανται οι σχέσεις Βενετίας και Βυζαντίου, καθώς ο Ανδρόνικος Α΄ Κομνηνός δέχεται να καταβάλει και κάποιες αποζημιώσεις για τα δημευθέντα περιουσιακά στοιχεία των Ενετών της Πόλης, ο Μαϊράνο επιστρέφει στο δρομολόγιο προς Κωνσταντινούπολη. Φαίνεται μάλιστα ότι το 1190 μεταφέρει ξανά στη Βασιλεύουσα το κέντρο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του. Έχοντας φτάσει σε μάλλον προχωρημένη ηλικία σταματά να ταξιδεύει, αναθέτοντας τις εμπορικές αποστολές στους γιους του. Περιορίζεται στον ρόλο του χρηματοδότη και στη διαχείριση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας του. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή χρονολογία ή τον τόπο θανάτου του, είμαστε όμως βέβαιοι ότι άφησε τον εμπορικό του οίκο σε ανθηρή κατάσταση, καθιστώντας τον μια από τις σπουδαιότερες επιχειρήσεις της Μεσογείου.

2.   Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ενετικού εμπορίου κατά τον Μεσαίωνα

Δουκάτο, περ. 1400

Δουκάτο, περ. 1400

i. Ένα οικουμενικό εμπόριο χωρίς διακρίσεις, φραγμούς κι ενδοιασμούς: Οι Ενετοί, όπως και γενικά οι έμποροι από τις άλλες ναυτικές δημοκρατίες της Ιταλίας, συνδέουν εμπορικά την καθολική Δύση, το ορθόδοξο Βυζάντιο και τον μουσουλμανικό κόσμο. Μεταφέρουν στην Ανατολή πρώτες ύλες (ξυλεία και μέταλλα) και γυρίζουν στη Δύση με προϊόντα πολυτελείας για τις εύπορες τάξεις (μπαχαρικά, μεταξωτά από το Βυζάντιο, κοσμήματα και χειροτεχνήματα), χωρίς να περιφρονούν και την εμπορία φθηνότερων ειδών πρώτης ανάγκης (μάλλινα και δερμάτινα). Η βασική τους επιδίωξη είναι το κέρδος και, όπως είναι φυσικό, δεν υπόκειται σε φραγμούς: όταν εμπορεύονται όπλα ή πρώτες ύλες για στρατιωτικό εξοπλισμό εφαρμόζουν τη διαχρονική πολιτική των εμπόρων όπλων, πωλώντας και στις δύο εμπόλεμες πλευρές, δηλ. τους μουσουλμάνους της Αιγύπτου και τους χριστιανούς της Ιερουσαλήμ, της Τρίπολης και της Αντιόχειας. Δεν πτοούνται από τις παπικές απαγορεύσεις και τους αφορισμούς ούτε από τις αποφάσεις των χριστιανών ηγεμόνων.

Οι δραστηριότητες αυτές εξαρτώνται άμεσα από την ασταθή διπλωματική ισορροπία μεταξύ των διαφόρων δυνάμεων της Μεσογείου. Για ιστορικούς λόγους το Βυζάντιο αποτελεί τον κατεξοχήν εμπορικό εταίρο των Ενετών (ήδη από τον 11ο αι. και επί Αλέξιου Κομνηνού οι Ενετοί έμποροι τυγχάνουν πλήρους απαλλαγής από το κομμέρκιο, δηλαδή τον φόρο ύψους 10% επί της αξίας των εμπορευμάτων), εντούτοις, όπως αποδεικνύει και η ζωή του Μαϊράνο, οι σχέσεις Βενετίας και Βυζαντίου είναι ταραχώδεις. Επομένως, συμφέρον της Βενετίας είναι να διατηρεί πάντα εναλλακτικές εμπορικές οδούς. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορικής περιόδου που εξετάζουμε, βασικό μέλημα των ενετικών αρχών είναι να κρατούν ανοιχτή μία τουλάχιστον από τις τρεις βασικές οδούς (Βενετία-Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια λιμάνια της Μικράς Ασίας ή της Μαύρης Θάλασσας, Βενετία-Αλεξάνδρεια, Βενετία-χριστιανικά λιμάνια της Συρίας και Παλαιστίνης). Φυσικά, κάθε νέα προοπτική εμπορικού δρόμου είναι ευπρόσδεκτη για τη Γαληνοτάτη.

Εξαιρουμένων των μάλλον σύντομων περιόδων εχθρότητας, τα ξένα κράτη βλέπουν θετικά τις δραστηριότητες των Ενετών εμπόρων. Στα περισσότερα λιμάνια (Αλεξάνδρεια, Άκρα, Τύρος, Κωνσταντινούπολη) τους παραχωρείται εμπορικός σταθμός (fondaco, από το αραβικό funduk, με αμφιλεγόμενο ελληνικό έτυμο τη λέξη «πανδοχείο»), όπου οι έμποροι συναλλάσσονται με μεγαλύτερη ευκολία, ενώ το κράτος υποδοχής μπορεί να εισπράξει άμεσα φόρους και δασμούς επί των εμπορευμάτων. Παράλληλα, οι Ενετοί (κι οι υπόλοιποι Ιταλοί) έμποροι έχουν στα λιμάνια αυτά τις συνοικίες τους (με την εκκλησία, αφιερωμένη συνήθως στον Άγιο Μάρκο, τον φούρνο. τον μύλο και τα λουτρά τους), όπου ζουν όπως και στην πατρίδα τους, ενώ τα συμφέροντά τους τα εκπροσωπεί ένας ομοεθνής τους πρόξενος.

ii. Καινοτόμες μορφές συμβάσεων και εταιριών: Η εφευρετικότητα των Ενετών εμπόρων εκφράζεται με νέες μορφές εμπορικών συμβάσεων και εταιριών. Συχνή είναι η περίπτωση της ρογκαντία: η κεφαλαιουχική εταιρία που έχει την κυριότητα των εμπορευμάτων αναθέτει την πώλησή τους σ’ έναν έμπορο έναντι αμοιβής. Η επιχείρηση αποδεικνύεται συνήθως ιδιαίτερα επωφελής και για τον ταξιδιώτη έμπορο. Μπορεί να μη συμμετέχει στα εταιρικά κέρδη, αλλά εκτός της προκαθορισμένης αμοιβής έχει τη δυνατότητα να προβεί κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και σε δικές του συναλλαγές. Για παράδειγμα, το 1156, στο πλαίσιο μιας ρογκαντία, ο Μαϊράνο είναι υπεύθυνος για τη μεταφορά και πώληση εμπορευμάτων στη γραμμή Κωνσταντινούπολη-Σμύρνη-Αλεξάνδρεια. Παρότι δεν έχει συμμετοχή στα κέρδη της εταιρίας, αποκτά σημαντικά ποσά παίρνοντας την πρωτοβουλία να προσθέσει και να πωλήσει και δικά του εμπορεύματα στη διαδρομή.

Ακόμη συχνότερη, όμως, είναι η περίπτωση των εταιρικών μορφών στις οποίες ο έμπορος δεν παρέχει απλώς εργασία, αλλά συμμετέχει και στα κέρδη, συνήθως δε και στο εταιρικό κεφάλαιο. Η σύμβαση έχει περιορισμένη χρονική ισχύ (μπορεί να αφορά μία μόνον εμπορική αποστολή) και συνάπτεται μεταξύ ενός ή πλειόνων κεφαλαιούχων-χρηματοδοτών και ενός εμπόρου, ο οποίος καθίσταται υπεύθυνος για την πώληση των εμπορευμάτων. Στη μορφή της κομμέντα (την οποία χρησιμοποιούν συνήθως στη Γένοβα), ο έμπορος δεν μετέχει στο κεφάλαιο, κρατά όμως το 1/4 των κερδών, αποδίδοντας τα υπόλοιπα στους κεφαλαιούχους. Σύμφωνα, όμως, με τη βενετσιάνικη εκδοχή της κομμέντα, δηλ. την κολλεγκάντσα, ο χρηματοδότης παρέχει το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου (συνήθως τα 2/3), ενώ ο έμπορος συνεισφέρει με το υπόλοιπο κεφάλαιο. Τα κέρδη της επιχείρησης μοιράζονται μεταξύ βασικού κεφαλαιούχου και εμπόρου στο μισό, ενώ τυχόν ζημίες κατανέμονται αναλόγως της εισφοράς του κάθε εταίρου. Ως εκ της φύσεώς της, η κολλεγκάντσα είναι ιδιαιτέρως συμφέρουσα για τον έμπορο που μετέχει σ’ αυτήν.

Το αρχείο του Μαϊράνο μας προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κολλεγκάντσας. Το 1167, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου όπου είναι τότε εγκατεστημένος, ο Μαϊράνο συνάπτει εμπορική σύμβαση με έναν άλλο Βενετό έμπορο, τον Ντομένικο Γιάκομπ. Για τους σκοπούς της εταιρίας, ο Μαϊράνο παρέχει το πλοίο του οποίου είναι ιδιοκτήτης και συμμετέχει με τα 2/3 του κεφαλαίου (κι επομένως των εμπορευμάτων), ενώ ο συνεταίρος του συμμετέχει με το 1/3 του κεφαλαίου και αναλαμβάνει το επιχειρησιακό σκέλος: ο Γιάκομπ θα συνοδέψει τα εμπορεύματα στο ταξίδι από την Αλεξάνδρεια στον Αλμυρό της Μαγνησίας. Στη συνέχεια, θα ενωθεί με την πρώτη ενετική μούδα που κατευθύνεται στην Κωνσταντινούπολη. Στη Βασιλεύουσα θα λάβει χώρα κι η απόδοση λογαριασμών: ο Γιάκομπ θα επιστρέψει στον Μαϊράνο το κεφάλαιό του (τα 2/3 του εταιρικού), καθώς και το ήμισι των κερδών που απέφερε η επιχείρηση, ενώ ο ίδιος θα κρατήσει το δικό του μερίδιο από το κεφάλαιο (1/3) και τα άλλα μισά κέρδη. Η κολλεγκάντσα, με τις διάφορες παραλλαγές της, συντελεί ευεργετικά στη συσσώρευση κεφαλαίων και γενικά στην ανάπτυξη της εμπορικής κίνησης: ο έμπορος που έχει την ευθύνη της επιχείρησης, συνοδεύοντας το εμπόρευμα, έχει την άδεια να προβεί σε οποιεσδήποτε αγοραπωλησίες κρίνει επικερδείς. Εκμεταλλευόμενος τις διαφορές τιμών των εμπορευμάτων μεταξύ των διαφόρων σταθμών του, πολλαπλασιάζει τα κέρδη της εταιρίας, αλλά και τα προσωπικά του κέρδη.

Χαρακτηριστικό του Ενετού επιχειρηματία είναι ακριβώς η συμμετοχή του σε πολλές εταιρίες διαφορετικών τύπων και εμβέλειας. Εναλλάσσεται στους ρόλους του κεφαλαιούχου και του εμπόρου. Με τον τρόπο αυτό ελαχιστοποιεί τους εμπορικούς κινδύνους, σε τέτοιο σημεία που δεν καταφεύγει σχεδόν ποτέ στην ασφάλιση των εμπορευμάτων του (όπως κάνουν συστηματικά οι Φλωρεντινοί).

iii. Μια κρατικώς ελεγχόμενη οικονομία: Το ενετικό οικονομικό θαύμα δεν θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα αποκλειστικά χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Η οικονομία της Βενετίας κατευθύνεται κι ελέγχεται από το Δημόσιο. Η Γαληνοτάτη καθορίζει τα δρομολόγια, τον χρόνο απόπλου και τα εκάστοτε φορτία εμπορευμάτων για τις μούδες (mude), τις οργανωμένες ναυτικές αποστολές που αναχωρούν τακτικά για τους βασικούς εμπορικούς προορισμούς: στα κονβόϊ αυτά συμμετέχουν εμπορικά πλοία ιδιωτών που συνοδεύονται από γαλέρες, συνήθως ιδιοκτησίας του Δημοσίου. Οι γαλέρες, η καθεμία με 200 κωπηλάτες και 20 βαλλιστριδοφόρους, μεταφέρουν τα μεγάλης αξίας εμπορεύματα και αποτελούν εγγύηση για την ασφάλεια των εμπορικών πλοίων των ιδιωτών. Οι προδιαγραφές ασφάλειας των πλοίων των ιδιωτών, ο εξοπλισμός, το πλήρωμα και οι συνθήκες ασφάλειας και υγιεινής στα πλοία καθορίζονται με νόμους και διοικητικές πράξεις του ενετικού κράτους, ενώ η τήρησή τους ελέγχεται από τους δημοσίους υπαλλήλους. Επιπλέον, η Γαληνοτάτη ρυθμίζει λεπτομερώς τις εμπορικές δραστηριότητες αλλοδαπών σε ενετικό έδαφος, έχει το μονοπώλιο άλατος, ελέγχει αυστηρά το εμπόριο των βασικών καταναλωτικών αγαθών. Τέλος, απαγορεύει στις ενετικές τράπεζες τη δανειοδότηση αλλοδαπών προκειμένου το χρήμα τους να είναι διαθέσιμο αποκλειστικά στους Ενετούς υπηκόους και, φυσικά, στο ίδιο το κράτος.

Με τους τρόπους αυτούς και με όλες τις ιδιαιτερότητές του, το μεσαιωνικό εμπόριο μοιάζει να αποτελεί μάλλον ευτυχές παράδειγμα συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα κι επιβράβευσης του τολμηρού επιχειρηματικού πνεύματος. Πώς, όμως, διοικούνταν οι εμπορικές πόλεις αυτές;

β.   Απόπειρες δημοκρατικής οργάνωσης

Σιένα

Σιένα

Ανεξάρτητες αρχές και διαμεσολαβητές: Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρούμε στη Δύση (και φυσικά και στην Ελλάδα) να πολλαπλασιάζονται οι λεγόμενες ανεξάρτητες αρχές. Ένας από τους κύριους σκοπούς πολλών από αυτές είναι να ελαχιστοποιήσουν τις περιπτώσεις αντιδικίας στις διαφορές μεταξύ Δημοσίου και πολίτη, προκρίνοντας τη διαμεσολάβηση ως τρόπο επίλυσής τους. Έχουμε έτσι τον Συνήγορο του Πολίτη, τον Συνήγορο του Καταναλωτή, τους διάφορους Συμπαραστάτες του Δημότη και, σε επίπεδο ΕΕ, τον Ευρωπαίο Μεσολαβητή. Λαμπρή ιδέα και μάλιστα πρωτότυπη… ή μήπως όχι;

Διαμεσολαβητές στις ιταλικές πόλεις του Μεσαίωνα – οι Ποδεστάτοι: Λίγες είναι οι ιδέες που δεν έχουν ξαναχρησιμοποιηθεί στην Ιστορία της Ανθρωπότητας κι οι διαμεσολαβητές δεν είναι μία από αυτές. Γιατί, πώς θα σας φαινόταν αν η Πολιτεία ανέθετε τη διακυβέρνησή της συνολικά σ’ έναν διαμεσολαβητή και μάλιστα αλλοδαπό;

Με αυτόν τον τρόπο διακυβέρνησης πειραματίστηκαν οι ιταλικές πόλεις του Μεσαίωνα, μεταξύ του τέλους του 12ου και των μέσων του 13ου αιώνα. Προερχόμενος από την ανώτερη αριστοκρατία κάποιας άλλης πόλης, όχι απαραίτητα γειτονικής, και με θητεία συνήθως ετήσια, ο ποδεστάτος καταφθάνει συνοδευόμενος από στρατιά συμβούλων και προσωπικών φρουρών. Συγκαλεί το δημοτικό συμβούλιο κι αναλαμβάνει την εφαρμογή των αποφάσεών του, όπως και τη συνέλευση των πολιτών (arengo), είναι εγγυητής της ενότητας και της ομόνοιας της πόλης και, κυρίως, επιλύει τις διαφορές μεταξύ των πολιτών, λειτουργώντας καθαρά ως διαμεσολαβητής, χωρίς να δεσμεύεται από ένα σώμα κωδικοποιημένου δικαίου κι εκτιμώντας ελεύθερα τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη κριτήρια όχι μόνο νομικά, αλλά πρωτίστως πολιτικά. Η αλλοδαπή προέλευσή του εγγυάται την έλλειψη οικογενειακών και πελατειακών δεσμών και, επομένως, την ουδετερότητά του.

Ο ρόλος του ποδεστάτου δεν μπορεί να γίνει ευχερώς κατανοητός αν δεν ληφθεί υπόψη ο χαρακτήρας των μεσαιωνικών και αναγεννησιακών ιταλικών πόλεων ως κοινωνιών σύγκρουσης (και ενδημικής βίας). Σύγκρουσης ανάμεσα σε αντίπαλες φράξιες της αριστοκρατίας και σύγκρουσης μεταξύ των ευγενών και των λαϊκών τάξεων (popolo minuto).

Από την ιστορία του θεσμού δεν λείπουν φυσικά κι οι παρεκτροπές. Αν σε κάποιες περιπτώσεις ο θεσμός καταδεικνύει τις σχέσεις ισοτιμίας μεταξύ συμμάχων πόλεων (Σιένα και Περούτζα ανταλλάσσουν εθιμικά ποδεστάτους), συχνά αποτελεί μέσο επιβολής της θέλησης του ισχυρού. Σε διακρατικό επίπεδο, για παράδειγμα, μια τοπική δύναμη σαν τη Φλωρεντία μπορεί να επιβάλλει στις μικρότερες πόλεις της περιοχής (Πράτο, Σαν Τζιμινιάνο) να «επιλέγουν» αποκλειστικά Φλωρεντινούς ποδεστάτους. Σε εσωτερικό επίπεδο, η άνοδος των λαϊκών τάξεων συνεπάγεται και την αμφισβήτηση της ουδετερότητας του ποδεστάτου που κατηγορείται όλο και συχνότερα ότι ευνοεί τους ευγενείς.

Οι «αγανακτισμένοι» στους δρόμους της Φλωρεντίας: Το πείραμα μοιάζει άρρηκτα συνδεδεμένο με τις πολιτικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητες των ιταλικών πόλεων. Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία του συνοδεύεται από διάφορα ενδιαφέροντα περιστατικά. Όπως μας διηγείται ο Φλωρεντινός πολιτικός και ιστορικός Ντίνο Κομπάνι («Cronica delle cose occorrenti ne’ tempi suoi»), το 1295 κάποιος ευγενής, ο Κόρσο Ντονάτι, έστειλε τους μπράβους του να ξυλοκοπήσουν έναν άλλον ευγενή (και συγγενή του), τον Σιμόνε Γκαλαστρόνε. Η συμπλοκή μεταξύ αντίπαλων σωματοφυλάκων είχε ως αποτέλεσμα ένα νεκρό. Κληθείς να επιλύσει τη διαφορά, ο Λομβαρδός ποδεστάτος Ιωάννης του Λουτσίνο δικαίωσε τον Ντονάτι που είχε ξεκινήσει την ιστορία! Η κρίση του ποδεστάτου προκάλεσε την οργή των πολιτών της Φλωρεντίας, οι οποίοι ξεχύθηκαν στους δρόμους φωνάζοντας συνθήματα που θυμίζουν τους σύγχρονους «αγανακτισμένους» «Θάνατος στον Ποδεστάτο» και «Να καεί, να καεί» (όχι βέβαια η χαρακτηριζόμενη ως οίκος ανοχής Βουλή, αλλά) «το μέγαρο του ποδεστάτου»!

Σιένα, Αμπρότζο Λορεντσέτι (14ος αι.), νωπογραφίες με θέμα την καλή διακυβέρνηση, Δημοτικό Μέγαρο

Σιένα, Αμπρότζο Λορεντσέτι (14ος αι.), νωπογραφίες με θέμα την καλή διακυβέρνηση, Δημοτικό Μέγαρο

Οι αποτυχημένες απόπειρες δημοκρατικότερης διακυβέρνησης: Η άνοδος ακριβώς των λαϊκών τάξεων θα οδηγήσει και τον θεσμό του ποδεστάτου σε παρακμή. Δύο είναι τα κύρια μέσα της λαϊκής συμμετοχής στην εξουσία: οι φορολογικές απογραφές (estimi), που συνεπάγονται τη φορολόγηση κάθε προσώπου αναλόγως της περιουσίας του, και η αμιγώς δικαστική επίλυση των διαφορών (βάσει κυρίως του ποινικού δικαίου). Είναι πολύ ενδιαφέρον το ότι οι μεσαιωνικές κοινωνίες οδηγήθηκαν από τη διαμεσολάβηση στη δικαστική επίλυση διαφορών, ενώ οι σύγχρονες ακολούθησαν την αντίστροφη πορεία. Ο χρόνος θα δείξει ποιος είχε δίκιο!

Οι απόπειρες για μια πιο δημοκρατική οργάνωση της κοινωνίας δεν στέφθηκαν τελικά από επιτυχία. Μετά από μια περίοδο έντονων συγκρούσεων, σε όλες σχεδόν τις ιταλικές πόλεις επικράτησαν τελικά ολιγαρχικά καθεστώτα. Στη Βενετία ο κύκλος των ευγενών που είχαν δικαίωμα συμμετοχής στα συμβούλια διοίκησης της πόλης συρρικνωνόταν όλο και περισσότερο, καταλήγοντας σε έναν κλειστό αριθμό λίγων αριστοκρατικών οικογενειών, στη Φλωρεντία ή στο Μιλάνο εκπρόσωποι μίας μόνον οικογένειας κυβερνούσαν συχνά ως ντε φάκτο μονάρχες (Μέδικοι, Βισκόντι, Σφόρτσα).

Η τελική αποτυχία, όμως, δεν αναιρεί την αξία της προσπάθειας. Άλλωστε το μέλλον δεν το γνωρίζουμε και θα ήταν πρόωρο να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο να επιβληθεί εκ νέου στις κοινωνίες μας το πρότυπο της ολιγαρχικής διακυβέρνησης.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ
Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΩΣ ΕΠΟΧΗ ΑΚΡΑΙΑΣ ΒΙΑΣ

Πολιορκία της Ιερουσαλήμ από τους σταυροφόρους, 1099 (μικρογραφία του 13ου αι.)

Πολιορκία της Ιερουσαλήμ από τους σταυροφόρους, 1099 (μικρογραφία του 13ου αι.)

Πολύ συχνά, ο Μεσαίωνας εμφανίζεται ως συνώνυμο της βίας και της βαρβαρότητας. Πιθανότατα θα γνωρίζετε ότι η Α΄ Σταυροφορία ολοκληρώθηκε με λουτρό αίματος: όταν στις 15 Ιουλίου 1099 οι σταυροφόροι κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ κατέσφαξαν το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού της, μουσουλμάνους, Εβραίους, ακόμη και χριστιανούς, μια και μες στη μάχη δεν υπάρχει χρόνος να καταλάβεις τη θρησκεία του καθενός κι άλλωστε «όλοι ίδιοι έμοιαζαν με τις ανατολίτικες φορεσιές τους»! Θα έχετε ίσως ακούσει και για τη σφαγή όλων των κατοίκων της Μπεζιέ στο γαλλικό νότο, το 1209, στο πλαίσιο της Σταυροφορίας κατά των Καθαρών. Σύμφωνα με μία παράδοση που διασώζει ο κιστερκιανός μοναχός Καισάριος Χάιστερμπαχ, όταν οι στρατηγοί ρώτησαν τον παπικό λεγάτο Αρνάλδο Αμαλάριχο, ηγούμενο της μονής του Σιτώ, πώς θα μπορούσαν να διακρίνουν τους καλούς χριστιανούς από τους αιρετικούς όταν θα καταλάμβαναν την πόλη, εκείνος τους απάντησε κυνικά: «Σκοτώστε τους όλους κι ο Θεός θα ξεχωρίσει τους δικούς του»! («Tuez-les tous, Dieu reconnaîtra les siens.»/ «Cædite eos. Novit enim Dominus qui sunt eius.»).

Ποια εποχή, όμως, δεν γνώρισε πολέμους, λεηλασίες και σφαγές;

Α.   Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

α.   Μια δραστηριότητα που αφορά λίγους

Στην πραγματικότητα, ο πόλεμος κατά τον Μεσαίωνα αφορά ένα περιορισμένο μέρος του πληθυσμού το οποίο ασχολείται λόγω θέσεως ή εξ επαγγέλματος με τα στρατιωτικά: άρχοντες, ιππότες και επαγγελματίες/ μισθοφόρους πολεμιστές. Δεν υπάρχει καθολική υποχρέωση στρατιωτικής υπηρεσίας που να βαρύνει το σύνολο του ανδρικού πληθυσμού, όπως στις πόλεις-κράτη της Αρχαιότητας και στα εθνικά κράτη των Νεότερων Χρόνων. Η πολεμική δραστηριότητα είναι περιορισμένη χρονικά (εκστρατείες γίνονται μόνο την άνοιξη και το καλοκαίρι και πάλι όχι σε περιόδους γεωργικών εργασιών), η αριθμητική δύναμη των στρατιωτικών σωμάτων είναι συνήθως μικρή και τα όπλα δεν είναι τόσο φονικά. Προτιμότερο είναι να αιχμαλωτισθεί ο αντίπαλος, γιατί αυτό θα αποφέρει και λύτρα, παρά να φονευθεί. Ακόμη κι ο Εκατονταετής Πόλεμος μεταξύ του γαλλικού και του αγγλικού βασιλικού οίκου, μολονότι διήρκεσε τυπικά περισσότερο από εκατό χρόνια (1337-1453), αποτελείται από διάσπαρτες στον χρόνο ολιγόμηνες εκστρατείες που πλήττουν συγκεκριμένα μόνο τμήματα της γαλλικής επικράτειας.

Η θεωρητική δικαιολόγηση: το σχήμα των τριών τάξεων. Το γεγονός ότι ο μεσαιωνικός πόλεμος αφορά ορισμένους μόνον αποδεικνύεται κι από το αντίστοιχο θεωρητικό υπόβαθρο: στις αρχές του 11ου αιώνα, ο Ανταλμπερόν, επίσκοπος της Λαν, κι ο Γεράρδος, επίσκοπος του Καμπραί, διατύπωναν για πρώτη φορά την τριμερή διάκριση των τάξεων που επρόκειτο να σημαδέψει το φαντασιακό της φεουδαλικής κοινωνίας. Τρεις τάξεις αποτελούν τη μεσαιωνική κοινωνία: οι oratores (αυτοί που προσεύχονται, δηλαδή ο κλήρος περιλαμβανομένων των μοναχών) οι bellatores (αυτοί που πολεμούν για να διασφαλίσουν την ύπαρξη του κράτους, δηλαδή οι ιππότες και κατ’ επέκταση οι ηγεμόνες και οι ευγενείς) και οι laboratores (κυριολεκτικά αυτοί που οργώνουν τη γη και συνεκδοχικά το σύνολο του εργαζόμενου λαού).

Οι Τρεις Τάξεις

Οι Τρεις Τάξεις

Η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα: τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα. Υπάρχει, βεβαίως, μια σημαντική εξαίρεση: πρόκειται για τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα (Ναΐτες, Ιωαννίτες και Τεύτονες ιππότες) τα οποία συγκροτήθηκαν κατά τον 12ο αιώνα για να διασφαλίσουν την άμυνα των χριστιανικών κρατών της Συρίας και Παλαιστίνης. Τα μέλη τους δίνουν θρησκευτικούς όρκους και υποχρεούνται να τηρούν έναν κανόνα που μοιάζει με εκείνους των μοναστικών ταγμάτων, αλλά έχουν ως κύρια ενασχόληση τον πόλεμο με τις δυνάμεις του ισλάμ. Το γεγονός εξηγείται ευχερώς: η συγκρότηση των ΣΘΤ αποτελεί μια ρεαλιστική απάντηση σε ένα υπαρκτό πρόβλημα, τη λειψανδρία όσον αφορά την υπεράσπιση των σταυροφορικών κρατών. Και πάλι, η παρέκκλιση αυτή από τον κανόνα των τριών τάξεων με διακριτούς ρόλους συνάντησε μεγάλες αντιδράσεις. Ο Βερνάρδος του Κλαιρβώ χρειάστηκε να βάλει τα δυνατά του για να δικαιολογήσει την αναγκαιότητα της σύστασης του Τάγματος του Ναού με το «De laude novae militiae».

Η σφραγίδα του Τάγματος των Ναϊτών

Η σφραγίδα του Τάγματος των Ναϊτών

β.   Μια δραστηριότητα που ρυθμίζεται από σαφείς κανόνες

Επιπλέον, ο μεσαιωνικός πόλεμος αποτελεί δραστηριότητα η οποία ρυθμίζεται από σαφείς κανόνες. Από πολύ νωρίς, έχοντας επίγνωση της αποστολής της ως εγγυήτριας της κοινωνικής ειρήνης και προστάτιδας του ποιμνίου της, η Καθολική Εκκλησία θέτει κανόνες στη διεξαγωγή του πολέμου. Οι κανόνες αυτοί θα αναπτυχθούν σταδιακά για να αποτελέσουν στην τελική μορφή τους ένα μεσαιωνικό δίκαιο των ένοπλων συγκρούσεων, αντίστοιχο του οποίου θα αργήσουμε πολύ να συναντήσουμε στους Νεότερους Χρόνους.

Η Ειρήνη του Θεού: Μέσα από συλλογικές διεργασίες και συνελεύσεις κληρικών και λαϊκών, οι πρώτες από τις οποίες ανάγονται ήδη στον 10ο αιώνα, αναπτύσσεται κι επικρατεί η ιδέα της «Ειρήνης του Θεού». Βάσει των κανόνων που θεσπίζονται διασφαλίζεται η προστασία των κληρικών, των ναών και της εκκλησιαστικής περιουσίας, αφενός, και της σωματικής ακεραιότητας και των υλικών αγαθών των αμάχων και δη των φτωχών. Στους εμπόλεμους που παραβιάζουν τους κανόνες αυτούς επιβάλλονται ποινές που φτάνουν μέχρι του αποκλεισμού τους από την κονωνία των πιστών.

Η Ανακωχή του Θεού: Ένα δεύτερο στάδιο θέσπισης περιοριστικών κανόνων, αποτελεί η λεγόμενη «Ανακωχή του Θεού», βάσει της οποίας οι πολεμικές δραστηριότητες απαγορεύονται σε ορισμένο διάστημα της εβδομάδας (από το βράδυ της Τετάρτης έως το πρωί της Δευτέρας) και σε ορισμένες περιόδους του έτους που σχετίζονται με σημαντικές θρησκευτικές εορτές: Σαρακοστή, Πάσχα, σαρανταήμερο 15 Νοεμβρίου έως 24 Δεκεμβρίου και Χριστούγεννα. Με τον τρόπο αυτό η Εκκλησία κατορθώνει να περιορίσει τη δυνατότητα ένοπλων δραστηριοτήτων σε 80 μόλις ημέρες του έτους.

Τελικά, η συλλογική μνήμη της Ευρώπης δεν συγκράτησε τόσο τους μεσαιωνικούς πολέμους. Εν μέσω Αναγέννησης, οι θρησκευτικοί πόλεμοι και ειδικά ο Τριακονταετής είναι αυτοί που θα σημαδέψουν το φαντασιακό των ανθρώπων με τη σκληρότητα και την ανεπανάληπτη βιαιότητά τους. Κατά τη διάρκεια του Β΄ ΠΠ, όταν πολλοί αξιωματικοί της Βέρμαχτ αναζητούν στα ημερολόγια και τα απομνημονεύματά τους ένα ιστορικό προηγούμενο πολέμου εξίσου απάνθρωπου με τον δικό τους, αναφέρουν αυθόρμητα τον Τριακονταετή και ποτέ κάποια μεσαιωνική σύρραξη.

Β.   ΒΙΑΙΗ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΙΩΞΕΙΣ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΩΝ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΩΝ

Η βία δεν περιορίζεται μόνο στις πολεμικές συγκρούσεις. Υπάρχει και η άσκησή της από φορείς εξουσίας στο εσωτερικό των κοινωνιών.

α.   Η Ιερά Εξέταση

Γκόγια, Escena de Inquisición

Γκόγια, Escena de Inquisición

Το 1231, ο πάπας Γρηγόριος Θ΄ ιδρύει την Ιερά Εξέταση με αποστολή τη δίωξη και εξάλειψη των αιρέσεων. Η Ιερά Εξέταση θα στελεχωθεί πρωτίστως από μέλη του Τάγματος των Δομινικανών και, στη συνέχεια, των Φραγκισκανών. Βασικός στόχος της την εποχή εκείνη είναι το δόγμα των Καθαρών. Οι Καθαροί είναι δυϊστές, πιστεύουν στην ύπαρξη δύο αντιπάλων αρχών, αυτής του Καλού, του Θεού, και του Κακού, το οποίο είναι δημιουργός και κύριος του υλικού κόσμου. Για ορισμένους, είναι μια μετεξέλιξη της μεγάλης παράδοσης του Δυϊσμού που ξεκινά με τον ζωροαστρισμό, για να συνεχιστεί με τους Γνωστικούς, τους Μανιχαίους, τους Παυλικιανούς και τους Βογομίλους. Για άλλους, πάλι (κι αυτή είναι σήμερα η κρατούσα άποψη), είναι χριστιανοί αντιφρονούντες που κηρύσσουν την επιστροφή στην αγνότητα των πρωτοχριστιανικών χρόνων. Η αλήθεια ίσως να βρίσκεται κάπου στη μέση. Σε κάθε περίπτωση, οι Καθαροί έχουν τη δική τους εκκλησιαστική οργάνωση κι ιεραρχία και είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στη Λομβαρδία και τη ΝΔ Γαλλία, όπου χαίρουν της συμπάθειας και πολλών τοπικών αρχόντων. Με άλλα λόγια, αποτελούν θανάσιμο κίνδυνο για την Καθολική Εκκλησία, η οποία έχει μόλις διεξαγάγει εναντίον τους μια πολεμική εκστρατεία, τη Σταυροφορία κατά των Καθαρών (1208-1229), που έχει στεφθεί από σχετική μόνον επιτυχία.

Δεν πρόκειται, φυσικά, να υποστηρίξω ότι η Ιερά Εξέταση ήταν κάτι το συμπαθητικό. Αποτέλεσε σαφώς μηχανισμό δίωξης και καταστολής. Η ύπαρξη, όμως, ενός τέτοιου μηχανισμού δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα του Μεσαίωνα: διαχρονικά, οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, οι φορείς εξουσίας καταφεύγουν σε αντίστοιχες πρακτικές. Η Ιερά Εξέταση δεν αποτελεί μέσο άσκησης τυφλής βίας, αντιθέτως υπακούει σε συγκεκριμένους κανόνες που ρυθμίζουν τη δράση της όσον αφορά τη δίωξη, την ανάκριση και την ποινική δίκη των κατηγορουμένων ως αιρετικών. Ο ιεροεξεταστής δεν έχει ως σκοπό να κατασκευάσει ενόχους, ούτε να καταδικάσει χωρίς να δώσει στον κατηγορούμενο την ευκαιρία να συμμορφωθεί προς τους κανόνες της Εκκλησίας. Ένα παράδειγμα ίσως είναι διαφωτιστικό.

β.   Το αρχείο ιεροεξεταστή του Ιάκωβου Φουρνιέ

Ο τάφος του Ιάκωβου Φουρνιέ-Βενέδικτου ΙΒ΄ στην Αβινιόν

Ο τάφος του Ιάκωβου Φουρνιέ-Βενέδικτου ΙΒ΄ στην Αβινιόν

Ο Ιάκωβος Φουρνιέ (1285-1342), είναι ένας κληρικός ταπεινής καταγωγής. Ο πατέρας του ήταν ξυλουργός ή αρτοποιός. Είναι όμως ιδιαίτερα ευφυής κι εξαιρετικά μορφωμένος. Στην περίπτωσή του το «ασανσέρ της κοινωνικής ανόδου» θα λειτουργήσει θαυμάσια. Το 1334, έπειτα από λαμπρή σταδιοδρομία στα εκκλησιαστικά αξιώματα, θα εκλεγεί πάπας, με το όνομα Βενέδικτος ΙΒ΄, θέση στην οποία θα επιδείξει μάλιστα αξιοθαύμαστο μεταρρυθμιστικό έργο.

Ο Φουρνιέ υπήρξε επίσκοπος της πόλης Παμιέ στη νοτιοδυτική Γαλλία από το 1317 ως το 1326. Με την ιδιότητά του αυτή προήδρευε του τοπικού δικαστηρίου της Ιεράς Εξέτασης, στα όρια της κατά τόπον αρμοδιότητας του οποίου περιλάμβανονταν περιοχές όπου επιβίωνε η αίρεση των Καθαρών, μεταξύ αυτών και το γνωστό μας Μονταγιού. Χάρη στην οξυδέρκεια, την εργατικότητα, την προσοχή στη λεπτομέρεια και τη σχολαστική τήρηση της ποινικής δικονομίας που χαρακτήριζαν τον Φουρνιέ γνωρίζουμε σήμερα τα πάντα για την καθημερινή ζωή στο Μονταγιού, όσον αφορά χρονική περίοδο τριάντα χρόνων. Σχηματίστηκαν 98 δικογραφίες που αφορούσαν 114 άτομα (25 από αυτά ήταν από το Μονταγιού). Από τις υποθέσεις μόνο 5 κατέληξαν στην επιβολή της θανατικής ποινής σε αιρετικούς (4 μέλη της αίρεσης των λεγόμενων «Πτωχών της Λυών» και ένας καθ’ υποτροπήν Καθαρός). Το αρχείο ιεροεξεταστή του Φουρνιέ (λατινικό χειρόγραφο αριθ. 4080 της βιβλιοθήκης του Βατικανού) εκδόθηκε και μεταφράστηκε στα γαλλικά με επιμέλεια του Ζαν Ντυβερνουά (Τουλούζη, 1965, 3 τόμοι). Υπήρξε το βασικό υλικό για τη μνημειώδη μελέτη του Γάλλου ιστορικού Εμμανυέλ Λε Ρουά Λαντυρί με θέμα την κοινωνία του Μονταγιού.

Για να αστειευθούμε, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ακόμη και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο θα δυσκολευόταν να εντοπίσει παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις δίκες της Ιεράς Εξέτασης. Υπερβάλλουμε, βέβαια, μια και οι δίκες αυτές διεξάγονταν χωρίς την παρουσία δικηγόρου του κατηγορουμένου, ενώ οι αποφάσεις δεν ήταν δεκτικές εφέσεως. Ωστόσο τηρούνταν πάντα οι κανόνες της εφαρμοστέας ποινικής δικονομίας. Μεταξύ άλλων υπήρχαν πάντα διερμηνείς και μεταφραστές για κάθε εξέταση μάρτυρα ή ανάκριση κατηγορουμένου. Από τις δικογραφίες που χειρίστηκε τότε ο Φουρνιέ διαπιστώνουμε ότι οι κατηγορούμενοι αθωώνονταν στην περισσότερες περιπτώσεις. Οι συχνότερες ποινές ήταν η υποχρέωση κάποιου προσκυνηματικού ταξιδιού κι έπειτα η φυλάκιση ή η κάθειρξη. Η θανατική ποινή επιβαλλόταν μόνον σε όσους είχαν κριθεί καθ’ υποτροπήν αιρετικοί.

Η Ισπανική Ιερά Εξέταση καίει αιρετικούς στο Άμστερνταμ, 1571

Η Ισπανική Ιερά Εξέταση καίει αιρετικούς στο Άμστερνταμ, 1571

Γιατί, όμως, η Ιερά Εξέταση έχει τόσο κακή φήμη; Η απάντηση δεν είναι άλλη από την Ισπανική Ιερά Εξέταση, η οποία κατά τον 16ο και 17ο αιώνα εξαπολύει απηνείς διωγμούς εναντίον των Εβραίων και μουσουλμάνων της Ιβηρικής που είχαν υποχρεωθεί με τη βία να προσηλυτισθούν. Φυσικά δεν βρισκόμαστε πλέον στον Μεσαίωνα. Επιπλέον, η Ισπανική Ιερά Εξέταση δεν ελέγχεται από την Αγία Έδρα, αλλά από το ισπανικό στέμμα. Η αγριότητά της απορρέει άμεσα από τη βούληση της κρατικής εξουσίας να επιβληθεί με κάθε μέσο στους υπηκόους της.

Ο Μεσαίωνας υπήρξε και βίαιος. Το να χαρακτηρίζει, όμως, η εποχή μας το Μεσαίωνα ως κατεξοχήν εποχή βαρβαρότητας αποτελεί τραγική ειρωνεία. Δεν είναι μακρινός, νομίζω, ο 20ός αιώνας των δύο παγκοσμίων πολέμων, των πυρηνικών και των άλλων όπλων μαζικής καταστροφής, των στρατοπέδων του Γκουλάγκ, των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης κι εξόντωσης, της Σοά.

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ
Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΚΑΤΕΞΟΧΗΝ ΕΠΟΧΗ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗΣ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ;

Καταπιεσμένες από αυταρχικούς και βίαιους συζύγους, καταπιεσμένες από τους φεουδάρχες, καταπιεσμένες από την Εκκλησία που τις θεωρεί σύμβολα της αμαρτίας και του κακού, όταν δεν τις στέλνει στην πυρά για να τις κάψει σαν μάγισσες, οι γυναίκες του Μεσαίωνα φαίνεται να ζούσαν σε συνθήκες απόλυτης δυστυχίας. Ή, τουλάχιστον, αυτό μας λέει το σχετικό στερεότυπο. Πόσο, όμως, ανταποκρίνεται στην αλήθεια; Ας εξετάσουμε πρώτα τρεις ευρύτατα διαδεδομένους μύθους σχετικά με τη θέση της Γυναίκας στα χρόνια του Μεσαίωνα, πριν δούμε ποια ήταν στην πραγματικότητα.

Α.   ΟΙ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΕΣ

Οι Νεότεροι Χρόνοι επιχείρησαν να αμαυρώσουν τη φήμη του Μεσαίωνα με δύο εντελώς παράλογες κατηγορίες και με μια αληθοφανή συκοφαντία.

α.   Παντελώς αστήρικτες κατηγορίες

1.   Οι ζώνες αγνότητας

Ζώνη αγνότητας, γερμανική ξυλογραφία του 16ου αι.

Ζώνη αγνότητας, γερμανική ξυλογραφία του 16ου αι.

Ο μύθος: Το στερεότυπο μας είναι πολύ γνώριμο. Πριν ξεκινήσει για κάποια σταυροφορία, ο άρχοντας θέλει να βεβαιωθεί ότι η σύζυγός του θα παραμείνει πιστή καθ’ όλη τη διάρκεια της απουσίας του. Για τον λόγο αυτό, της φορά μια ζώνη αγνότητας, την οποία κλειδώνει και φεύγοντας παίρνει μαζί του το κλειδί. Ο μύθος δεν μας πληροφορεί για το τι θα συμβεί έτσι και χαθεί αυτό το πολύτιμο κλειδί, ενώ ας πούμε ο ήρωάς μας καλπάζει σε κάποιο οροπέδιο της Ανατολίας, αν πέσει σε τρικυμία το γενοβέζικο καράβι που τον μεταφέρει στους Άγιους Τόπους ή ενώ πολεμά τους μουσουλμάνους στην Παλαιστίνη. Ούτε αν, όπως είναι πολύ πιθανό από στατιστική άποψη, δεν επιστρέψει ποτέ στην πατρίδα του.

Η αλήθεια: μια σατανική εφεύρεση των Νεότερων Χρόνων. Η ιστορική πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Η πρώτη περιγραφή αντικειμένου που μοιάζει κάπως με αυτό που αποκαλούμε ζώνη αγνότητας ανάγεται στις αρχές του 15ου αιώνα και περιλαμβάνεται στο σύγγραμμα «Bellifortis» του Γερμανού στρατιωτικού μηχανικού Κορράδου Κάυζερ του Άιχστεττ, ο οποίος σημειώνει ότι, όπως είχε ακούσει, κάποιοι ηλικιωμένοι πλούσιοι Φλωρεντινοί το χρησιμοποιούσαν για να εξασφαλίσουν ότι οι κατά πολύ νεότερες γυναίκες τους δεν θα τους απαιτούσαν. Η διαβολική αυτή εφεύρεση φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε, σπάνια είναι η αλήθεια, κατά τον 16ο και 17ο αιώνα σε γυναίκες… εν μέσω της υπέρλαμπρης Αναγέννησης. Η χρήση της διαδίδεται κατά τον 18ο αιώνα για ένα διαφορετικό σκοπό από αυτόν του μύθου: μέχρι και πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο χρησιμοποιούταν σε αγόρια και κορίτσια για να αποτρέψει την αυτοϊκανοποίηση. Στ’ αλήθεια πονηροί οι Νεότεροι Χρόνοι: καταλόγισαν στον δύσμοιρο Μεσαίωνα μια δικιά τους διεστραμμένη εφεύρεση!

Και να ήταν μόνον οι ζώνες αγνότητας…

2.   Το διαβόητο ius primae noctis

Ο, ιδιαίτερα δημοφιλής, μύθος μάς λέει ότι την πρώτη νύχτα του γάμου ενός ζεύγους δουλοπάροικων δεν κοιμόταν με τη νύφη ο γαμπρός, αλλά ο άρχοντάς τους!

Ούτε αυτός ο μύθος περιέχει έστω κι έναν κόκκο αλήθειας. Η πρώτη μνεία στο υποτιθέμενο αυτό δικαίωμα του φεουδάρχη γίνεται στα μέσα του 16ου αιώνα από τον Γάλλο νομομαθή Ιωάννη Παπόν. Αργότερα ο μύθος του διαβόητου ius primae noctis θα διαδοθεί από μορφές του Διαφωτισμού, όπως ο Βολταίρος («Σπουδή περί των Ηθών», 1756), και ιστορικούς του 19ου αιώνα, όπως ο Ζυλ Μισλέ. Στην πραγματικότητα, ο μύθος οφείλεται σε μια παροιμιώδη γκάφα του Παπόν: μελετώντας μεσαιωνικά έγγραφα της περιοχής του, είδε να αναφέρεται κάποιο «droit de cuissage». Μόνο που το συγκεκριμένο δικαίωμα δεν είχε καμία σχέση με προνόμια ερωτικού χαρακτήρα. Αφορούσε απλώς το προνόμιο κάποιου να ψήνει ψωμί για ολόκληρη την κοινότητα του χωριού!

Μολονότι δεν στηρίζεται σε κανένα απολύτως στοιχείο από τις πηγές, ο μύθος του ius primae noctis εξακολουθεί να γνωρίζει επιτυχία ακόμη και στην εποχή μας. Η ειρωνεία έγκειται στο ότι, όπως αποδεικνύουν κοινωνιολογικές κι ιστορικές μελέτες, στη Γαλλία των χρόνων της βιομηχανικής επανάστασης αναγνωριζόταν ότι ο εργοστασιάρχης κι ο επιστάτης είχαν εθιμικά ένα αντίστοιχο δικαίωμα πάνω στις εργατριές τους!

β.   Έκαιγαν πράγματι μάγισσες τον Μεσαίωνα;

World Without End

World Without End

Δεν πρέπει να υπάρχει μυθιστόρημα, τηλεοπτική σειρά ή κινηματογραφική ταινία με θέμα τον Μεσαίωνα που να μην περιέχει μία τουλάχιστον σκηνή στην οποία κάποια μάγισσα θα καίγεται στην πυρά! Στα πολύ επιτυχημένα μυθιστορήματα του Ουαλού συγγραφέα Κεν Φόλλεττ, τα οποία έχουν μεταφερθεί και στην τηλεόραση, ειδικότερα δε στον «Κόσμο Χωρίς Τέλος», έχει κανείς την εντύπωση ότι κάθε είκοσι σελίδες κάποια γυναίκα κατηγορείται για μαγεία, δικάζεται κι ενίοτε καταδικάζεται σε θάνατο και μάλιστα με πολλούς και διάφορους τρόπους εκτέλεσης. Ακόμη κι ο Ουμπέρτο Έκο, που τον Μεσαίωνα τον γνωρίζει όσο λίγοι, υποκύπτει στον πειρασμό, βάζοντας στο «Όνομα του Ρόδου» την νεαρή χωρική που γνωρίζει ο Άντσο να καταδικάζεται ως μάγισσα. Και στην Ελλάδα, ιστορικός και μέλος του Κοινοβουλίου που δεχόταν επικρίσεις, επειδή είχε επιχειρήσει να αποδομήσει κάποιον από τους μύθους που περιέχει η επίσημη εθνική αφήγηση της Ιστορίας, έβρισκε καταφύγιο στον μύθο περί μαγισσών, δηλώνοντας ότι «στην ελληνική πολιτική σκηνή υπάρχει ένα κυνήγι μαγισσών. Αν θέλουν μάγισσες ας τις αναζητήσουν στον Μεσαίωνα».

Η αδιαφορία του Μεσαίωνα: Δεν θα ήταν δυνατό να υποστηριχθεί ότι οι πρακτικές μαγείας και μαγγανείας ήταν άγνωστες στις μεσαιωνικές κοινωνίες. Απαντούν σε όλες τις εποχές και σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες, ενώ κάποιες από αυτές ενσωματώνονται, επίσημα ή ανεπίσημα, σε θρησκείες. Όποιος όμως προσπαθήσει να μελετήσει τον Μεσαίωνα αναζητώντας ψυχώσεις και κυνήγια μαγισσών θα έχει την εντύπωση ότι διασχίζει μια έρημο και θα απογοητευθεί.

Μερικές παράγραφοι σε ένα σύγγραμμα εκκλησιαστικού δικαίου των αρχών του 9ου αιώνα, όπου ο τότε επίσκοπος Ραιτίας προτείνει την επιβολή ατιμωτικών ποινών (χωρίς να μνημονεύει ρητώς τη θανατική ποινή) σε όσους ασχολούνται με τη μαγεία και μαγγανεία. Στοργικές συμβουλές για την καθοδήγηση των παραπλανημένων αυτών ψυχών από τον ηγούμενο Ρηγίνο της Πρυμ περίπου έναν αιώνα αργότερα. Κανένα ίχνος διωγμών, δικών και καταδικών! Είναι προφανές ότι η μαγεία ως κοινωνικό φαινόμενο δεν απασχόλησε ιδιαίτερα την κοινωνία του Μεσαίωνα.

Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται ακόμη και σε εποχές κατά τις οποίες η Καθολική Εκκλησία εξαπολύει απηνείς διωγμούς κατά των αιρέσεων, έχοντας ήδη προβεί στη σύσταση της Ιεράς Εξέτασης. Στο κλασικό του σύγγραμμα «Practica officii Inquisitionis heretice pravitatis» (Τουλούζη, περ. 1323-1324), γνωστό και ως «Εγχειρίδιο του Ιεροεξεταστή», ο Βερνάρδος Γκι δεν αφιερώνει ούτε δύο σελίδες στη μαγεία, ενώ οι αναφορές στο δυϊστικό δόγμα των Καθαρών καταλαμβάνουν το μισό περίπου βιβλίο και η εξέταση της αίρεσης των Πτωχών της Λυών απαιτεί μερικές δεκάδες σελίδες.

Χανς Μπάλντουνγκ Γκριν, Οι Μάγισσες, 1508

Χανς Μπάλντουνγκ Γκριν, Οι Μάγισσες, 1508

Η μεταστροφή: Είναι αλήθεια ότι το γεγονός που σηματοδοτεί ποιοτική αλλαγή της στάσης της δυτικής Εκκλησίας έναντι της μαγείας είναι σχεδόν σύγχρονο με τη συγγραφή του έργου του δομινικανού ιεροεξεταστή: τον Αύγουστο του 1326, ο πάπας Ιωάννης ΚΒ΄ (Ιάκωβος Ντιέζ της Καόρ) εκδίδει τη βούλλα «super illius specula», με την οποία οι πρακτικές μαγείας και μαγγανείας εξομοιώνονται με αίρεση. Πρέπει, όμως, να επισημανθεί ότι ο Ιωάννης ΚΒ΄ (στον οποίο παραδόξως κάποιοι αποδίδουν τη συγγραφή αλχημιστικών βιβλίων) είχε προσωπικούς λόγους να απεχθάνεται τη μαγεία: παραλίγο να δολοφονηθεί από τον επίσκοπο της γενέτειράς του, τον Ούγο Ζερώ, τον οποίο είχε παραπέμψει σε δίκη για οικονομικές ατασθαλίες. Μέσα στην τρέλα και τον πανικό του, ο Ζερώ δεν είχε αρκεσθεί στην προσπάθειά του να δηλητηριάσει τον ποντίφηκα, αλλά είχε καταφύγει και σε πρακτικές μαγείας, καίγοντας κέρινα ομοιώματα του αντιπάλου του!

Στην πραγματικότητα, το πιο σημαντικό είναι η αλλαγή στάσης της κοινωνίας, η οποία ανάγεται στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Παρέλκει, ίσως, η υπόμνηση, των γεγονότων που σημάδεψαν την εποχή: μακροχρόνια οικονομική κρίση, ραγδαία επιδείνωση των κλιματολογικών συνθηκών και, κυρίως, η τρομακτική επιδημία βουβωνικής πανώλης που ξεκληρίζει το ένα τρίτο τουλάχιστον του πληθυσμού της Ευρώπης. Είναι δύσκολο για τον σύγχρονο άνθρωπο να αντιληφθεί τον τρόπο με τον οποίο σημάδεψε τη συλλογική συνείδηση των κοινωνιών της εποχής μια συμφορά τέτοιου μεγέθους. Σε όλα αυτά ας προστεθεί και η αυξανόμενη τάση της κεντρικής εξουσίας (κρατικής και εκκλησιαστικής) για στενότερο έλεγχο των κοινωνιών, κάτι που συνεπάγεται την όλο και μεγαλύτερη χρήση μεθόδων καταστολής. Πρόκειται, όμως, για στοιχεία που δεν χαρακτηρίζουν τόσο τη φεουδαλική οργάνωση του Μεσαίωνα όσο τα κράτη κατά τους Νεότερους Χρόνους.

Το κυνήγι μαγισσών, χαρακτηριστικό γνώρισμα των Νεότερων Χρόνων: Οι πρώτες δίκες για μαγεία (χωρίς καταδίκες σε θάνατο) καταγράφονται στην περιοχή της Τουλούζης κατά το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Ακόμη, όμως, και κατά τον Ύστερο Μεσαίωνα αποτελούν περιστασιακό φαινόμενο. Η πραγματική φρενίτιδα με τη μαγεία και το κυνήγι μαγισσών αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Αναγέννησης και των Νεότερων Χρόνων! Τα πρώτα εγχειρίδια οδηγιών για την καταπολέμηση της μαγείας συγγράφονται μετά το 1480: οι Γερμανοί δομινικανοί μοναχοί Ερρίκος Κράμερ (γνωστότερος ως Ινστιτόρις) και Ιάκωβος Σπρέγγερ δημοσιεύουν το διαβόητο σύγγραμα «Malleus Maleficarum» το 1486-1487, ο Γάλλος νομικός Ιωάννης Μποντέν δημοσιεύει τη «Démonomanie des sorciers» το 1580 και ο συνάδελφός του από τη Λωρραίνη Νικόλαος Ρεμύ εκδίδει τη «Δαιμονολατρεία» του το 1592. Όσο για τον παροξυσμό των δικών μαγισσών, αυτός είναι υπόθεση του 17ου αιώνα: από την αυλή του Λουδοβίκου ΙΔ΄ μέχρι τον Νέο Κόσμο, όλοι ψάχνουν για μάγισσες! Η πασίγνωστη δίκη των Μαγισσών του Σάλεμ στη Μασσαχουσέττη γίνεται το 1698. Στη Γαλλία, ειδικά, η τελευταία δίκη για μαγεία καταγράφεται στο Μπορντώ το 1718. Μάλλον χρειάζεται διαστροφική φαντασία για να καταλογιστούν όλα αυτά στον άμοιρο Μεσαίωνα.

Για να είμαστε, άλλωστε, ακριβείς και δίκαιοι, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η στάση του μεσαιωνικού ανθρώπου απέναντι στη μαγεία μοιάζει εκπληκτικά σύγχρονη: η μαγεία αντιμετωπιζόταν περισσότερο ως εκδήλωση ψυχικής ασθένειας. Για τον συμπαθή Ρηγίνο, οι ισχυρισμοί κάποιων γυναικών για συναντήσεις με δαίμονες δεν είναι παρά «αποτελέσματα παραισθήσεων». Όσο για τον Ιωάννη του Σώλσμπρυ, επίσκοπο Σαρτρ (12ος αιώνας), αρκεί απλώς «να μη δίνει κανείς προσοχή σε τόσο αξιοθρήνητες παλαβομάρες».

Β.   Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

Η Κυρία με τον Μονόκερω, 15ος αι.

Η Κυρία με τον Μονόκερω, 15ος αι.

α.   Γυναίκες και εξουσία

«Οι γυναίκες δεν ήταν υπόδουλες και υποταγμένες στο πλαίσιο ενός κόσμου ο οποίος εμφανίζεται να κυριαρχείται από τις αντρικές αρετές ιπποτών ή ασκητικών μοναχών; Η εξουσία δεν απέκλειε τις γυναίκες από την κορυφή της κοινωνίας; Η υπόμνηση μερικών ονομάτων αρκεί για να αποδείξει το αντίθετο. Η Αλιενόρ της Ακυιτανίας, η Λευκή της Καστίλλης κι άλλες λιγότερο γνωστές διοίκησαν επικράτειες και κυβέρνησαν υπηκόους» (Συλβαίν Γκούγκενάιμ Regards sur le Moyen Âge, σελ. 103). Πράγματι, δεν είναι λίγα τα παραδείγματα γυναικών που ασκούν τη βασιλική εξουσία όταν ο σύζυγός τους απουσιάζει ή ασθενεί ή αυτών στις οποίες έχει νομίμως ανατεθεί η αντιβασιλεία μέχρι την ενηλικίωση του γιου τους. Άλλες πάλι είναι αρκετά δυναμικές ώστε να πάρουν την εξουσία στα χέρια τους και χωρίς να συμβαίνει κάτι από τα παραπάνω.

1.   Η Αλιενόρ της Ακυιτανίας,
της οποίας το όνομα θα μπορούσαμε να μεταγράψουμε και ως Ελεονόρα, αλλά οι Γάλλοι ακόμη και σήμερα την αποκαλούν με το οξιτανικό της όνομα, είναι μια από τις δυναμικότερες γυναικείες μορφές του Μεσαίωνα. Κληρονόμος του ισχυρού δουκάτου της Ακυιτανίας, παντρεύεται το 1137 (σε ηλικία 15 ετών) τον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο Ζ΄. Η νεαρή με τα πλούσια ενδιαφέροντα και το εκρηκτικό ταμπεραμέντο βρίσκει βαρετό τον μονόχνωτο και ασκητικό σύζυγό της. Η ασυμφωνία χαρακτήρων είναι προφανής: η ρήξη στις σχέσεις των συζύγων καθίσταται οριστική κατά τη διάρκεια της Β΄ Σταυροφορίας (όταν, μεταξύ των άλλων, οι κακές γλώσσες καταλογίζουν στην Αλιενόρ και μια εξωσυζυγική περιπέτεια με τον θείο της και ηγεμόνα της Αντιόχειας, τον Ραϋμόνδο του Πουατιέ). Με την επιστροφή στη Γαλλία, η Αλιενόρ παίρνει την πρωτοβουλία και, το 1152, χωρίζει τον Λουδοβίκο (καθόσον νομικά δεν υφίστατο διαζύγιο, τυπικά επρόκειτο για ακύρωση του γάμου λόγω… μακρινής συγγένειας μεταξύ των συζύγων). Έξι μόλις εβδομάδες μετά την ακύρωση του πρώτου της γάμου παντρεύεται στο Πουατιέ τον Ερρίκο, δούκα της Νορμανδίας και κόμη του Ανζού και του Μαιν, ο οποίος θα γίνει δύο χρόνια αργότερα βασιλιάς της Αγγλίας (ως Ερρίκος Β΄). Ως κυρία της Ακυιτανίας, η Αλιενόρ θα ανατρέψει υπέρ της Αγγλίας την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των δύο βασιλείων. Ως βασίλισσα δεν θα αρκεσθεί στη διοίκηση των προσωπικών κτήσεών της και στην οικονομική διαχείριση της μεγάλης περιουσίας της, ούτε στον ρόλο της προστάτιδας των γραμμάτων και των τεχνών: από το 1160 και μετά είναι ουσιαστικά αυτή που κυβερνά την Αγγλία. Θα φτάσει μέχρι του σημείου να προτρέψει τους γιους της να στασιάσουν κατά του πατέρα τους (1173). Η κίνηση θα στοιχίσει στην Αλιενόρ σχεδόν 15 χρόνια αιχμαλωσίας. Μετά τον θάνατο του συζύγου της (1189), θα επιστρέψει στην πολιτική σκηνή υποστηρίζοντας τον γιο της Ριχάρδο, νέο βασιλιά της Αγγλίας. Μέχρι τον θάνατό της (1204) θα παραμείνει δραστήρια, αναλαμβάνοντας διπλωματικές πρωτοβουλίες και επιχειρώντας να καθορίσει σύμφωνα με τις απόψεις της τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας.

2.   Η Λευκή της Καστίλλης.
Εγγονή της Αλιενόρ, η Λευκή της Καστίλλης παντρεύεται σε ηλικία 12 ετών τον διάδοχο του γαλλικού θρόνου (τον μετέπειτα Λουδοβίκο Η΄). Μετά τον θάνατο του συζύγου της (1226), θα κυβερνήσει το βασίλειο έως την ενηλικίωση του γιου της (Λουδοβίκου Θ΄). Κατά τη διάρκεια της αντιβασιλείας της θα διαπραγματευθεί (με επιτυχία) τους όρους της Συνθήκης του Μω (1229), με την οποία τερματίζεται η σύγκρουση μεταξύ Γαλλίας και κομητείας της Τουλούζης (που προκλήθηκε λόγω της υποστήριξης των αρχόντων της δεύτερης προς την αίρεση των Καθαρών). Η συνθήκη διασφαλίζει κατά τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα της Γαλλίας, απαλλάσσοντάς την ταυτόχρονα από τον κίνδυνο της συνέχισης μιας επικίνδυνης σύρραξης με απρόβλεπτες συνέπειες. Έχοντας εμπιστοσύνη στις πολιτικές ικανότητες της μητέρας του, ο Λουδοβίκος Θ΄ της αναθέτει την αντιβασιλεία κατά την αναχώρησή του για την Ζ΄ Σταυροφορία (1248).

3.   Η Θεοφανώ.
Στα τέλη του 10ου αιώνα, η βυζαντινή πριγκίπισσα Θεοφανώ (ανηψιά του Ιωάννη Α΄ Τσιμισκή) παντρεύεται τον Γερμανό αυτοκράτορα Όθωνα Β΄. Η Θεοφανώ δεν έφερε απλώς στη Δύση τις εκλεπτυσμένες συνήθειες της βυζαντινής αυλής, καθώς και τα γράμματα και τον πολιτισμό της πατρίδας της: μετά τον θάνατο του άντρα της και ως την ενηλικίωση του γιου της (του Όθωνα Γ΄), κυβέρνησε την αυτοκρατορία. Αναφερόμενη ήδη ως «συναυτοκράτειρα» (coimperatrix) ενώ ζει ο σύζυγός της, υπογράφει αποφάσεις στα χρόνια διακυβέρνησής της φέροντας τον τίτλο «Theophanius gratia divina imperator augustus», σαν να ήταν άντρας.

4.   Η Ματθίλδη της Τοσκάνης
(1046-1115) υπήρξε η ισχυρότερη πολιτική προσωπικότητα στην Ιταλία του καιρού της: σε δική της πρωτοβουλία οφείλεται η «συμφιλίωση» μεταξύ του πάπα Γρηγόριου Ζ΄ και του αυτοκράτορα Ερρίκου Δ΄, με την ταπείνωση του δεύτερου στην Κανόσσα (1077).

5.   Η Ισαβέλλα Βιλλαρδουίνη
Στα μέρη μας, τέλος, η πριγκίπισσα της Αχαΐας Ισαβέλλα Βιλλαρδουίνη (1263-1312, η πριγκίπισσα Ζαμπέα του Χρονικού του Μορέως και «Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ» του ομώνυμου μυθιστορήματος του Άγγελου Τερζάκη) κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλίσει την επιβίωση της φραγκικής Πελοποννήσου, παρά τους ασφυκτικούς περιορισμούς που της επέβαλλε η Συνθήκη του Βιτέρμπο (την οποία σύναψε, σε στιγμές μεγάλης πολιτικής αδυναμίας, ο πατέρας της Γουλιέλμος Β΄ Βιλλαρδουίνος με τον Κάρολο Α΄ τον Ανδεγαυικό: βάσει της συνθήκης ο ανδεγαυικός οίκος, ως επικυρίαρχος, έπρεπε να εγκρίνει τους γάμους της διαδόχου του πριγκιπάτου).

Σφραγίδα της Ισαβέλλας Βιλλαρδουίνης

Σφραγίδα της Ισαβέλλας Βιλλαρδουίνης

Σύμβολα και μέσα άσκησης της γυναικείας εξουσίας: Ενδεικτικό των μεσαιωνικών αντιλήψεων είναι και το γεγονός ότι στις γυναίκες που είναι φορείς εξουσίας παρέχεται τόσο η συμβολική αναγνώριση του ρόλου αυτού όσο και τα αναγκαία υλικά μέσα. Σε συμβολικό επίπεδο παρατηρείται ότι όλες οι βασίλισσες στέφονται, όπως ακριβώς και οι βασιλείς. Η τελευταία βασίλισσα της Γαλλίας που στέφθηκε ήταν, το 1610, η Μαρία των Μεδίκων (δεύτερη σύζυγος του Ερρίκου Δ΄ των Βουρβόνων). Εκτός από το στέμμα υπάρχει κι η προσωπική σφραγίδα της βασίλισσας ή τα νομίσματα που φέρουν το όνομά της (Ισαβέλλα της Αχαΐας). Σε επίπεδο υλικών μέσων, όλες οι βασίλισσες και οι γυναίκες της ανώτερης αριστοκρατίας έχουν την προσωπική περιουσία τους: εκτός από την περιουσία με την οποία προικίσθηκαν από τις οικογένειές τους έχουν στην κυριότητά τους και τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία τους δωρίζει ο βασιλιάς ή φεουδάρχης σύζυγός τους. Για παράδειγμα, η αυτοκράτειρα Θεοφανώ λαμβάνει από τον Όθωνα εκτάσεις από τη Θουριγγία και τη Σαξονία μέχρι τη βορειοανατολική Ιταλία.

Αν όμως οι γυναίκες μπορούν να ασκήσουν εξουσία, δεν είναι προαπαιτούμενο να έχουν και πολιτικά δικαιώματα και συμμετοχή στα κοινά;

β.   Γυναίκες και πολιτικά δικαιώματα

Στα χρόνια της ελληνικής και ρωμαϊκής Αρχαιότητας η γυναίκα στερείται πλήρως πολιτικών δικαιωμάτων. Στους Νεότερους Χρόνους πρέπει να φτάσουμε στον 20ό αιώνα για να δοθεί στις γυναίκες δικαίωμα ψήφου. Στο Μεσαίωνα, όμως, οι γυναίκες ψηφίζουν στις συνελεύσεις πόλεων και χωριών που καλύπτουν μεγάλο μέρος της δυτικής Ευρώπης. Συχνά, βεβαίως, δεν ψηφίζουν άτομα, αλλά οικογένειες, οι οποίες εκπροσωπούνται συνήθως από τον άντρα. Όταν όμως αυτός αδυνατεί να συμμετάσχει στη διαδικασία (απουσία ή ασθένεια) ή έχει πεθάνει, τότε η οικογένεια εκπροσωπείται από τη γυναίκα. Ένα ωραίο σχετικό παράδειγμα μας δίνει η Ιστορία της φραγκικής Πελοποννήσου.

Το Παρλαμέντο των Γυναικών
Στα μέσα του 13ου αιώνα, το φραγκικό πριγκιπάτο του Μορέως βρίσκεται στο απόγειο της δόξας του. Ο Φράγκος ηγεμόνας της Πελοποννήσου Γουλιέλμος Βιλλαρδουίνος πιστεύει ότι μπορεί να συντρίψει κάθε αντίπαλο και να κυριαρχήσει στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο. Το 1259, στην Πελαγονία (στον δρόμο από την Καστοριά προς το Μοναστήρι), συγκρούστηκε με τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Μιχαήλ Παλαιολόγο. Προδομένος από τους συμμάχους του, τους δεσπότες της Ηπείρου, ο Βιλλαρδουίνος συνετρίβη και αιχμαλωτίστηκε ο ίδιος, καθώς και οι περισσότεροι από τους υποτελείς του φεουδάρχες και ιππότες. Αναγκασμένος να διαπραγματευθεί με τον Παλαιολόγο, συμφώνησε τελικά να εξαγοράσει την ελευθερία του (και την ελευθερία των υποτελών του), παραχωρώντας στους Βυζαντινούς ορισμένα στρατηγικής σημασίας κάστρα της Πελοποννήσου, ανάμεσα στα οποία και τον Μιστρά. Η συμφωνία αυτή, όμως, έπρεπε να κυρωθεί από την αυλή του πριγκιπάτου. Έτσι, το 1260, συγκεντρώθηκαν στο Νίκλι (κοντά στην Τεγέα) οι ελάχιστοι άνδρες ευγενείς που δεν είχαν αιχμαλωτισθεί στην Πελαγονία και οι εκπρόσωποι όλων των άλλων φέουδων της Πελοποννήσου, εν προκειμένω και κατ’ ανάγκη, οι γυναίκες των αιχμαλώτων ευγενών. Για αυτό τον λόγο άλλωστε η συνέλευση έμεινε γνωστή και ως «παρλαμέντο των γυναικών». Για την ιστορία, σημειώνουμε ότι οι κυρίες ενέκριναν τη συμφωνία του ηγεμόνα τους, η οποία αργότερα ενσωματώθηκε σε μία από τις συνθήκες του Νυμφαίου, κι έτσι ο Βιλλαρδουίνος και οι σύζυγοι των κυριών επέστρεψαν (έστω και με κομμένα τα φτερά) στην Πελοπόννησο.

«Και μετά ταύτα εμίσσεψαν αμφότεροι οι δύο.
Από την Κόρινθο επέρασαν και ήλθαν εις το Νίκλι•
εκεί ηύρον την πριγκίπισσαν με τες κυράδες όλες
όλης της Πελοπόνεσσος, τον λέγουσιν Μορέαν,
όπου είχαν ποήσει σώρεψιν να επάρουν την βουλή τους
διά τα μαντάτα όπου ήκουσαν των τρίων κάστρων εκείνων,
όπου έδιδεν ο πρίγκηπας του βασιλέως ετότε
δια να έβγη από την φυλακήν εκείνος κι’ ο λαός του
οι άπαντες όλοι του Μωρέως, οι φλαμουριάροι όλοι
και οι καβαλλάροι μετ’ αυτούς που ήσαν εκεί στην Πόλιν.
Δια τούτο ήσαν οι αρχόντισσες εκείνων οι γυναίκες
εκεί με την πριγκήπισσαν στο κάστρο του Αμυκλίου
και εκάμνασιν το παρλαμά και επαίρναν την βουλήν τους
και ουκ είχασιν άλλους τινές άντρες εκεί μετ’ αύτες
μόνον και τον μισίρ Λινάρτ όπου ήταν λογοθέτης
και τον μισίρ Πιέρη ντε Βας τον φρόνιμον εκείνον,
όπου ήτο ο φρονιμώτερος όλου του πριγκηπάτου.
Αυτείνοι οι δύο ευρέθησαν στο παρλαμά εκείνο».

Το Χρονικόν του Μορέως», στίχοι 4390-4407)

γ.   Η γυναίκα στις αγροτικές κοινωνίες

Μονταγιού

Μονταγιού

Ωραία όλα τα παραπάνω, αλλά μήπως αφορούν αποκλειστικά τις ανώτερες τάξεις; Σύμφωνοι, αλλά κάτι τέτοιο απαντά διαχρονικά στις ανθρώπινες κοινωνίες. Ας δούμε τι συνέβαινε και στο πλαίσιο των πιο συντηρητικών αγροτικών κοινωνιών του Μεσαίωνα, με οδηγό και πάλι το παράδειγμα του Μονταγιού.

Από τη μελέτη του Λε Ρουά Λαντυρί για το μικρό χωριό των Γαλλικών Πυρηναίων προκύπτουν τα εξής στοιχεία: πράγματι, η θέση της γυναίκας στη συντηρητική αγροτική κοινωνία του Μονταγιού είναι χειρότερη από εκείνη που διαπιστώθηκε όσον αφορά την αριστοκρατία. Υπάρχει μισογυνισμός στη νοοτροπία των χωρικών, καθώς και αρκετά παραδείγματα ενδοοικογενειακής βίας. Ωστόσο, υπάρχουν σχεδόν ισάριθμες περιπτώσεις γυναικών υποταγμένων στους συζύγους τους και γυναικών που έχουν επιβληθεί κυριολεκτικά σ’ αυτούς. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων υπάρχει ισορροπία στους ρόλους των συζύγων όσον αφορά τη διαχείριση των οικιακών και οικογενειακών θεμάτων. Η μόνη γυναίκα ευγενής που διαμένει κατά διαστήματα στο χωριό, η καστελλάνα Βεατρίκη του Πλανισσόλ (χήρα του καστελλάνου του χωριού, δηλαδή του στρατιωτικού διοικητή-εκπροσώπου του τοπικού φεουδάρχη) αποδεικνύει ότι η θέση της γυναίκας των ανώτερων τάξεων είναι σαφώς καλύτερη. Η ερωτική ζωή της είναι αρκετά ελεύθερη: οι δύο σημαντικότεροι εραστές της είναι ιερωμένοι! Αν στην περίπτωση του πρώτου, μπορούμε να μιλήσουμε για αποπλάνηση της γυναίκας (ο ιερέας του χωριού Πιερ Κλεργκ είναι κλασσική μορφή Καζανόβα), σ’ αυτή του δεύτερου, ο ρόλος του «κυνηγού» ανήκει σαφώς στη Βεατρίκη (ο Βαρθολομαίος Αμιλιάκ είναι σχεδόν είκοσι χρόνια νεότερός της). Η τολμηρή καστελλάνα κατορθώνει μάλιστα να πείσει τον τελευταίο να μετοικήσουν σε εκκλησιαστική περιφέρεια όπου η συμβίωση ιερωμένου με γυναίκα είναι ανεπίσημα ανεκτή.

δ.   Η γυναίκα και η μεσαιωνική Εκκλησία

Υπάρχουν τα γνωστά μισογυνικά στερεότυπα που παρουσιάζουν τη γυναίκα ως προσωποποίηση της αμαρτίας. Υπάρχουν και τα ιστορικά στοιχεία που παρέχουν μια πολύ πιο ισορροπημένη εικόνα. Η αντιμετώπιση της γυναίκας στο πλαίσιο της χριστιανικής εκκλησίας είναι πολύ καλύτερη και σε αυτό δεν είναι αμέτοχη η λατρεία της Παναγίας και των γυναικών αγίων.
Η μεσαιωνική Εκκλησία δεν διστάζει να αναθέσει σε γυναίκες θέσεις ευθύνης με πολιτική και οικονομική ισχύ. Οι ηγούμενες των μονών ασκούν εξουσία και διαχειρίζονται τεράστιες περιουσίες. Το 1115, ο μοναχός Ροβέρτος του Αρμπρισέλ, μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του δυτικού μοναστικού κινήματος, αποφασίζει να οργανώσει το αββαείο του Φοντεβρώ: ιδρύει δύο κοινόβια (ανδρών και γυναικών) και αναθέτει τη διοίκηση του αββαείου σε μια γυναίκα, την μόλις 22 ετών Πετρονίλλα του Σεμιγέ!

Φοντεβρώ

Φοντεβρώ

– Την εποχή εκείνη Εκκλησία και γράμματα είναι συνήθως αλληλένδετα. Μια από τις πρώτες εγκυκλοπαίδειες της μεσαιωνικής Δύσης συγγράφηκε από γυναίκα: πρόκειται για τον «Hortus deliciarum» της Αλσατής ηγουμένης Ερράδης του Λάντσμπεργκ (12ος αι.). Μερικές φορές, οι πνευματικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες των γυναικών της Εκκλησίας εκπλήσσουν: στο αββαείο του Γκάντερσάιμ στη Σαξονία βρέθηκαν χειρόγραφα του 10ου αιώνα που περιείχαν κωμωδίες σε στίχους με ομοιοκαταληξία, σε μίμηση των κωμωδιών του Τερέντιου!

ε.   Η θέση της γυναίκας σύμφωνα με το δίκαιο της εποχής

Η γυναίκα ως υποκείμενο δικαίου: Τίποτε δεν είναι περισσότερο ενδεικτικό της θέσης της γυναίκας απ’ ό,τι το εκάστοτε ισχύον δίκαιο. Στην Αρχαία Ελλάδα, η γυναίκα ακόμη κι αν έχει κάποια περιουσία δεν έχει ικανότητα προς δικαιοπραξία. Χαρακτηριστικός της θέσης της γυναίκας κατά την Αρχαιότητα είναι ο θεσμός της επίκληρης. Η «επίκληρος» είναι η γυναίκα χωρίς αδελφούς και χωρίς αρσενικά παιδιά που κανονικά θα έπρεπε να κληρονομήσει την οικογενειακή περιουσία: δεν είναι όμως πραγματικά κληρονόμος, καθώς απλώς «μεταφέρει» την περιουσία. Για να μη χαθεί η περιουσία από την ευρύτερη οικογένεια, η επίκληρος είναι υποχρεωμένη να παντρευτεί τον εγγύτερο άρρενα συγγενή της (π.χ. θείο της), τούτο δε ακόμη κι αν είναι παντρεμένη, οπότε υποχρεούται πρώτα να χωρίσει τον ως τότε σύζυγό της. Στη Ρώμη το οικογενειακό δίκαιο επιβάλλει τον νόμο του pater familias, ο οποίος έχει εξουσία ζωής και θανάτου επί της συζύγου και των τέκνων του. Η εξουσία αυτή κατέχεται δια βίου, δεν σταματά λ.χ. με την ενηλικίωση των παιδιών, στοιχείο που είχε προκαλέσει ιδιαίτερα προβλήματα στις περιοχές της αυτοκρατορίας με ελληνικό πληθυσμό: οι Έλληνες που αποκτούσαν την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη ανακάλυπταν και τις παρενέργειες τις εφαρμογής του ρωμαϊκού δικαίου. Η αδυναμία ενηλίκων να διαχειριστούν την περιουσία τους, μια και χρειάζονταν την έγκριση του πατέρα τους, απαίτησε στην πράξη απίστευτα νομικά τεχνάσματα για να ξεπεραστεί!. Στον Μεσαίωνα αντίθετα ο άντρας είναι διαχειριστής και όχι κύριος. Δεν μπορεί λ.χ. να αποκληρώσει τον γιο του. Επίσης, σε περιπτώσεις γάμου χωρίς τέκνα, τα περιουσιακά στοιχεία καθενός από τους συζύγους κληρονομούνται από τις οικογένειές τους αντιστοίχως, σύμφωνα με την αρχή paterna paternis, materna maternis.

Δικαιοπραξίες: Η μελέτη των συμβάσεων και ειδικότερα των συμβολαιογραφικών πράξεων της μεσαιωνικής περιόδου είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Σε αντίθεση με τις προγενέστερες και μεταγενέστερες ιστορικές περιόδους, οι γυναίκες του Μεσαίωνα έχουν πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και δική τους περιουσία, την οποία διαχειρίζονται μόνες τους. Το ίδιο συμπέρασμα συνάγεται και από τη μελέτη των δωρεών προς τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα που έχουν ως σκοπό την υπεράσπιση των Αγίων Τόπων (Ναΐτες και Ιωαννίτες): περίπου το 40 % των δωρεών προέρχεται από γυναίκες. Από τα συμβόλαια αποδεικνύεται επίσης ότι οι γυναίκες του Μεσαίωνα ασκούσαν σχεδόν όλα τα επαγγέλματα: τόσο αυτά που απαιτούν μόρφωση (εκπαιδευτικοί, γιατροί, φαρμακοποιοί, εικονογράφοι βιβλίων) όσο και τα τεχνικά, καθώς και κάθε είδους εμπορική και επιχειρηματική δραστηριότητα.

Ο μύθος του Νόμου των Σάλιων Φράγκων: Όσοι κατηγορούν τον Μεσαίωνα επικαλούνται συνήθως τον λεγόμενο Νόμο των Σάλιων Φράγκων, σύμφωνα με τον οποίο υποτίθεται ότι οι γυναίκες αποκλείονταν από την κληρονομική διαδοχή. Ο Σαλικός Νόμος με αυτή την μορφή δεν είναι παρά ένας ακόμη μύθος, ένα ερμηνευτικό κατασκεύασμα των Γάλλων νομικών των αρχών του 14ου αιώνα, στην προσπάθεια να αποκλειστούν από τον γαλλικό θρόνο κάποια ανεπιθύμητα γυναικεία μέλη της βασιλικής οικογένειας (ή μάλλον οι ανεπιθύμητοι σύζυγοί τους). Στην πραγματικότητα ο Νόμος των Σάλιων Φράγκων απέκλειε τις γυναίκες από την κληρονομική διαδοχή ορισμένων εδαφών, των οποίων η κυριότητα συνδεόταν με κάποιας μορφής υποχρέωση στρατιωτικής υπηρεσίας – εξ ου και η λογική του αποκλεισμού. Το γεγονός ότι αυτή η επινόηση εφαρμόστηκε πλειστάκις κατά τους Νεότερους Χρόνους για να ρυθμίσει τη δυναστική διαδοχή λησμονείται συστηματικά από τους εχθρούς του Μεσαίωνα (εδώ στο Λουξεμβούργο, ο βασιλεύων οίκος θα απαγκιστρωθεί από τον περιορισμό του σαλικού νόμου μόλις το 1890).

Η επιδείνωση της θέσης της γυναίκας συμπίπτει με την εκ νέου «ανακάλυψη» του ρωμαϊκού δικαίου από τον δυτικό κόσμο. Το ρωμαϊκό δίκαιο παρουσιάζει δύο πλεονεκτήματα: είναι σαφώς καταλληλότερο από τα μεσαιωνικά έθιμα για τη ρύθμιση των εμπορικών και επιχειρηματικών εν γένει συναλλαγών, αφενός, και ευνοεί τη συγκέντρωση της εξουσίας και δη της κρατικής, αφετέρου. Ταυτόχρονα, όμως, είναι εξαιρετικά δυσμενές για τη γυναίκα, που σταδιακά θα βρεθεί σε θέση παρία. Το 1593, εν μέσω της Αναγέννησης, οι γυναίκες θα αποκλειστούν στη Γαλλία από κάθε δημόσιο αξίωμα. Τον 18ο αιώνα θα υποχρεωθούν να παίρνουν το επώνυμο του συζύγου. Το 1804, ο Ναπολεόντειος αστικός κώδικας (άρθρο 1224) καθιστά τις γυναίκες άτομα περιορισμένης (ή μάλλον ανύπαρκτης) δικαιοπρακτικής ικανότητας: «Les personnes privées de droits juridiques sont les mineurs, les femmes mariées, les criminels et les débiles mentaux». Για οποιαδήποτε συναλλαγή με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης από αυτό που έχουν… τα ψώνια της λαϊκής, η γυναίκα χρειάζεται πλέον την έγκριση του συζύγου (αφέντη) της. Διαφωτισμός και Γαλλική Επανάσταση προσέφεραν σπουδαίες υπηρεσίες στη γυναίκα!

ΜΕΡΟΣ IV
ΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟΣ;

Α.   ΘΕΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟΣ

Αναμφίβολα, η θρησκεία και η Εκκλησία αποτελούν τους κύριους πυλώνες της μεσαιωνικής κοινωνίας. Καθορίζουν νοοτροπίες και συμπεριφορές, τον ίδιο τον τρόπο ζωής και σκέψης τόσο των ισχυρών όσο και των απλών ανθρώπων. Αρκεί αυτό για να χαρακτηρίσουμε τον Μεσαίωνα ως θεοκρατία; Για να πιστέψουμε ότι δεν υπάρχει η παραμικρή ελευθερία σκέψης;

Ίσως κάποιοι πιστεύουν ότι ο κυρίαρχος ρόλος της μεσαιωνικής Εκκλησίας σημαίνει ότι η ζωή του ανθρώπου ρυθμιζόταν ανελαστικά από ανθρώπους με τρόπο σκέψης αντίστοιχο κάποιων υπερσυντηρητικών Ελλήνων ιεραρχών της εποχής μας. Η αντίληψη αυτή παραβλέπει ένα γεγονός: όταν μια θρησκευτική οργάνωση καθίσταται φορέας εξουσίας και μάλιστα με ευρύ φάσμα αρμοδιοτήτων προσαρμόζεται στη νέα αποστολή της και υιοθετεί προσεγγίσεις πολύ πιο ρεαλιστικές. Εάν η Εκκλησία της εποχής εκείνης ήταν απλώς φορέας οπισθοδρομικών αντιλήψεων δεν θα αποτελούσε μοχλό ανάπτυξης της τέχνης ούτε θα αναδεικνύονταν μέσα από τις τάξεις της οι μεγαλύτερες μορφές της μεσαιωνικής φιλοσοφίας.

– Ο ορθολογισμός της μεσαιωνικής Εκκλησίας – το παράδειγμα της Σινδόνης του Τορίνου.

Σινδόνη του Τορίνου

Σινδόνη του Τορίνου

Ιερό κειμήλιο και αχειροποίητος εικόνα, η Σινδόνη του Τορίνου, πάνω στην οποία φέρεται να αποτυπώθηκε το πρόσωπο και το σώμα του Κυρίου Ημών, εμφανίζεται για πρώτη φορά στα μέσα του 14ου αιώνα στο Λιρέ της γαλλικής Καμπανίας, λίγο έξω από την Τρουά. Είναι γνωστό ότι πολλοί ιππότες από την Καμπανία είχαν συμμετάσχει στη Δ΄ Σταυροφορία κι είχαν εγακτασταθεί σε εδάφη που ανήκαν στο Βυζάντιο. Ίσως η Σινδόνη να ήρθε από εκεί, στην Ανατολή άλλωστε λεγόταν πως υπήρχαν κι άλλα παρεμφερή κειμήλια, όπως το Μανδήλιον της Εδέσσης. Ίσως πάλι αυτές ακριβώς οι ιστορίες να οδηγήσαν κάποιους στην κατασκευή ενός ψεύτικου κειμηλίου.

Οι εφημέριοι του ναού του Λιρέ αρχίζουν να περιφέρουν με επισημότητα τη Σινδόνη, εμφανίζοντάς την βεβαίως ως αυθεντική. Ο επίσκοπος της Τρουά, ο Ερρίκος του Πουατιέ έχει αντίθετη άποψη, θεωρώντας την πλαστή. Ο διάδοχός του στον επισκοπικό θρόνο, ο Πέτρος του Αρσί, θα προσπαθήσει να απαγορέψει την περιφορά της ως ιερού κειμηλίου: «Οι ιερείς του Λιρέ φλέγονται από το πάθος της φιλοχρηματίας και της φιλαργυρίας… δεν περιφέρουν την εικόνα από ευσέβεια, αλλά για λόγους οικονομικού συμφέροντος… Πρόκειται για πλαστό αντικείμενο, μολονότι διατείνονται ότι πρόκειται για την Ιερά Σινδόνη στην οποία τυλίχθηκε το σώμα του Κυρίου Ημών… κατά τη διάρκεια των περιφορών ορισμένα άτομα προσποιούνται έναντι αμοιβής ότι δήθεν θεραπεύτηκαν χάρη στο υποτιθέμενο ιερό κειμήλιο, για να ξεγελάσουν τους πιστούς και να τους παρακινήσουν να προβούν σε δωρεές… Ο προκάτοχός μου είχε διενεργήσει έρευνα και είχε ανακαλύψει την απάτη, πως φτιάχτηκε το ύφασμα αυτό και πώς χρωματίστηκε με επιδεξιότητα, γεγονότα που αναγνώρισε κι ο ίδιος ο τεχνίτης που είχε αναλάβει την εργασία».

Ο Πέτρος του Αρσί προσέφυγε στον πάπα για να δικαιωθεί. Η εκδίκαση της υπόθεσης καθυστέρησε πολύ. Τελικά, ο πάπας Κλήμης Ζ΄ προτίμησε να δώσει συμβιβαστική λύση. Επέτρεψε τις περιφορές της Σινδόνης υπό τον όρο ότι κάποιος κήρυκας θα προειδοποιούσε τους πιστούς, «με δυνατή και καθαρή φωνή», διευκρινίζοντας ότι «η μορφή ή η απεικόνιση αυτή δεν επιδεικνύεται ως η γνήσια σινδόνη του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού, αλλά ως μορφή ή απεικόνιση που λέγεται ότι είναι εκείνη του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού».

Η Σινδόνη συνέχισε την πορεία της, χωρίς η φήμη της να ξεπεράσει τα όρια του Λιρέ και της Τρουά. Το 1453 πωλήθηκε στον Λουδοβίκο Α΄ της Σαβοΐας. Το 1578 μεταφέρθηκε στο Τορίνο που είχε γίνει πρωτεύουσα του Δουκάτου. Η επίδειξη της Σινδόνης σε όλες τις σημαντικές για τη δυναστεία περιστάσεις, την καθιστά ολοένα και πιο γνωστή, ιδίως από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά. Η παγκόσμια φήμη της οφείλεται στους Νεότερους Χρόνους και δεν είναι βέβαια προϊόν κάποιας μεσαιωνικής θρησκοληψίας. Αντιθέτως, η μεσαιωνική Εκκλησία ήταν εκείνη που υιοθέτησε την πιο ορθολογική στάση στο ζήτημα.

Β.   ΕΝΑΣ ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΣ ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ

α.   Ιδεολογικός και πολιτισμικός απομονωτισμός, έλλειψη ανοχής για όποια αντίληψη αποκλίνει έστω και κατ’ ελάχιστον από τις παραδεκτές, αλλά και για κάθε διαφορετική κουλτούρα, δόγμα ή θρησκεία, ούτε ίχνος συγκρητισμού και πολιτιστικής διάδρασης. Αυτές είναι περίπου οι κατηγορίες. Και είναι πάλι ψευδείς!

Υπάρχουν περιοχές επαφής κι επομένως έντονης διάδρασης μεταξύ χριστιανικής Δύσης, Βυζαντίου και ισλάμ: Ισπανία, Σικελία και Κάτω Ιταλία, Ελλάδα, Μέση Ανατολή.

– Είναι αφελές να πιστεύουμε ότι η σχέση του Βυζαντίου με τη χριστιανική Δύση συνοψίζεται στην αντιπαλότητα που μαρτυρούν τα χολερικά σχόλια της «De Legatione Constantinopolitana» (968) του (όχι εντελώς αδίκως) εξοργισμένου Λιουτπράνδου της Κρεμόνας (πρεσβευτή του Γερμανού αυτοκράτορα Όθωνα Β΄ στην αυλή της Βασιλεύουσας), το άκυρο ψευδοσχίσμα του 1054 (το ανάθεμα κατά του πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου που αποθέτει στην Αγία Σοφία ο λεγάτος Ουμβέρτος του Μουαγιανμουτιέ φέρει το όνομα του πάπα Λέοντος Θ΄, ο οποίος είχε πεθάνει τρεις μήνες νωρίτερα, αιχμάλωτος του Ροβέρτου Γισκάρδου) και, κυρίως, η τραυματική εμπειρία της Δ΄ Σταυροφορίας. Βυζάντιο και Δύση έχουν διαρκείς σχέσεις σε πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο. Υπάρχει αμοιβαία γνώση νοοτροπιών. Στην αυλή των Κομνηνών υπάρχουν Ιταλοί και Φράγκοι σύμβουλοι για εμπορικά και πολιτικά θέματα. Κι όταν ο Ιωάννης Κομνηνός επιχειρεί να ανακτήσει τη φραγκική πλέον ηγεμονία της Αντιόχειας, επικαλείται τον όρκο υποτέλειας που είχε δώσει στον πατέρα του Αλέξιο ο ιδρυτής του προγκιπάτου Βοημούνδος. Κίνηση που δείχνει ότι ο βυζαντινός μονάρχης είχε πολύ καλή γνώση των θεσμών του δικαίου της Δύσης και κατανοούσε τη σημασία της σχέσης επικυριάρχου και βασσάλου.

– Στη Μέση Ανατολή, φραγκικά κράτη και μουσουλμανικά εμιράτα δεν έχουν διαρκώς εμπόλεμες σχέσεις. Με τον καιρό αναπτύσσεται μεταξύ τους ένα modus vivendi, που εκδηλώνεται μέσα από εμπορικές συναλλαγές, περιστασιακές συμμαχίες και πολιτισμικές ανταλλαγές.

Ας δούμε πώς περιγράφει τη σχέση αυτή ο Ουσάμα ιμπν Μουνκίντ (1095-1188), μουσουλμάνος ευγενής από το Σαϋζάρ της βόρειας Συρίας, στο σύγγραμμά του «Κιτάμπ αλ Ίτιμπάρ».
«Αναγνωρίζω πρόθυμα στους Φράγκους δύο αρετές: το θάρρος τους και την εκτίμηση την οποία τρέφουν για τους ιππότες τους. Είχα κάποτε μια διαφορά με τον Ρενιέ, άρχοντα της Πανειάδας, μια και μας είχε κλέψει αιγοπρόβατα σε καιρό ειρήνης. “Ορίστε κάποιος που μας έχει προξενήσει σημαντική ζημιά – είπα στον βασιλιά Φουλκ -, μας έκλεψε ζώα ενώ οι κατσίκες επρόκειτο να γεννήσουν. Μας τις επέστρεψε, όχι όμως και τα μικρά, οπότε εξακολουθούμε να υφιστάμεθα ζημία”. Ο βασιλιάς έκανε νεύμα σε πέντε-έξι ιππότες: “Εμπρός! Αποδώστε δικαιοσύνη”. Βγήκαν από την αίθουσα ακροάσεων για να διασκεφθούν κι επέστρεψαν για να ανακοινώσουν ότι ομόφωνα αποφάσισαν πως ο άρχοντας έπρεπε να μου καταβάλει χρηματικό πρόστιμο Το παράδειγμα καταδεικνύει το πώς αντιμετωπιζόταν μια δικαστική απόφαση που είχαν εκδώσει οι ιππότες. Κανείς, ούτε καν ο ίδιος ο βασιλιάς δεν μπορεί να την αμφισβητήσει…

Θα παραθέσω ως αξιοσημείωτο παράδειγμα την περίπτωση ενός Φράγκου από την Αντιόχεια. Είχα στείλει στην πόλη αυτή έναν από τους συνεργάτες μου ο οποίος, κατόπιν συμβουλής μου, είχε φιλοξενηθεί από τον Θεόδωρο Σοφιανό, ο οποίος έχαιρε μεγάλου κύρους στην πόλη και ήταν αληθινός μου φίλος. Ο Σοφιανός παρακάλεσε τον συνεργάτη μου να τον συνοδέψει σε έναν γνωστό του ο οποίος τον είχε προσκαλέσει. Επρόκειτο για ένα Φράγκο ιππότη της παλιάς γενιάς από αυτούς που είχαν συμμετάσχει στις πρώτες μάχες. Είχε πια εγκαταλείψει την ενεργό δράση κι είχε αποσυρθεί στην Αντιόχεια, σ’ ένα κτήμα από το οποίο ζούσε. Όπως μου είπε ο συνεργάτης μου, τους παρουσίασε ένα τραπέζι με τα πιο εκλεκτά και καθαρά εδέσματα που θα μπορούσε κάποιος να ονειρευτεί: “Δίσταζα παρόλα αυτά, οπότε ο οικοδεσπότης μας με καθησύχασε. Εδώ και χρόνια δεν έτρωγε πια καθόλου φράγκικα φαγητά. Είχε Αιγύπτιες μαγείρισσες στις οποίες είχε απόλυτη εμπιστοσύνη: το χοιρινό κρέας δεν έμπαινε ποτέ στο σπίτι του”.

Αυτούς τους Φράγκους που με συνόδεψαν… σ’ όλη τη διάρκεια της μακράς ζωής μου πώς πρέπει να τους κρίνω τώρα που πλησιάζει ο θάνατος; Ο Θεός μας τους έστειλε, αυτό είναι βέβαιο, για να μας δοκιμάσει, για να μας υπενθυμίσει τις αμαρτίες μας και πάνω απ’ όλα τη μεγαλύτερη απ’ αυτές: τις έριδές μας. Εκμεταλλευόμενές τες, οι Φράγκοι κατόρθωσαν να έρθουν στα μέρη μας και να εγκατασταθούν σ’ αυτά. Συχνά αναρωτιόμουν, τα πρώτα χρόνια, αν με τον καιρό θα μας έμοιαζαν. Χάρη σε μερικούς από αυτούς πίστεψα στο θαύμα: αν όχι να ασπασθούν την πίστη μας, τουλάχιστον θα μπορούσαν, παραμένοντας χριστιανοί, να μάθουν μαζικά τη γλώσσα μας και να μοιραστούν με τους μουσουλμάνους αδελφούς τους τον ίδιο τρόπο ζωής, όπως κι οι ντόπιοι χριστιανοί. Γενικά, όμως, οι Φράγκοι δεν θέλησαν ούτε το ένα ούτε το άλλο».

Στη Συρία και την Παλαιστίνη η προσπάθεια πολιτισμικής προσέγγισης έμεινε ανολοκλήρωτη. Αλλού προχώρησε πολύ περισσότερο.

β.   Το ιδεώδες διαπολιτισμικό πρότυπο της νορμανδικής Σικελίας και Κάτω Ιταλίας

Ο Χριστός στέφει τον Ρογήρο Β΄, Μαρτοράνα, Παλέρμο (μέσα 12ου αι.)

Ο Χριστός στέφει τον Ρογήρο Β΄, Μαρτοράνα, Παλέρμο (μέσα 12ου αι.)

Στα τέλη περίπου του 11ου αιώνα, οι Νορμανδοί, με επικεφαλής δύο αδέλφια από το άσημο φέουδο της Ωτβίλλ, τον Ροβέρτο Γισκάρδο και τον Ρογήρο, κατορθώνουν να επιβληθούν στις διάφορες αντίρροπες δυνάμεις που προσπαθούσαν να ελέγξουν τον ιταλικό Νότο: λομβαρδικές ηγεμονίες της Καπύης, του Σαλέρνο και της Νάπολης, βυζαντινό εξαρχάτο με πρωτεύουσα το Μπάρι, μουσουλμανικά εμιράτα της Σικελίας. Στις αρχές του 12ου αιώνα, ο Ρογήρος Β΄ (1095-1154) θα ενώσει όλα τα εδάφη της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας συγκροτώντας το ισχυρότερο κράτος της εποχής του.

Οι υπήκοοι του Ρογήρου είναι αραβόφωνοι μουσουλμάνοι, ελληνόφωνοι ορθόδοξοι, Ιταλοί και Νορμανδοί καθολικοί και Εβραίοι. Μια τέτοια σύνθεση επιβάλλει ευέλικτες λύσεις. Το εξαιρετικά ανεπτυγμένο αίσθημα πολιτικού ρεαλισμού του Ρογήρου θα οδηγήσει σε ένα υποδειγματικό πρότυπο συγκρητισμού και διαπολιτισμικότητας. Μεγαλωμένος στην ελληνόφωνη Καλαβρία με δάσκαλο τον Χριστόδουλο του Ροσσάνο, που οι αραβόφωνες πηγές της εποχής αποδίδουν ως Αμπν Αρ Ραχμάν αν Νασρανί, ο Ρογήρος εμφανίζεται στα ψηφιδωτά με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, οικειοποιούμενος τα σύμβολα των αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης κι εμφανιζόμενος ως δυνητικός διάδοχός τους. Ο κύριος σύμβουλός του είναι ο Γεώργιος ο Αντιοχεύς, Μελκίτης ελληνόφωνος της Συρίας που υπηρέτησε τους Ζιρίδες εμίρηδες της Τύνιδας, μέχρι να τον ανακαλύψει ο Ρογήρος και να του αναθέσει το ύπατο αξίωμα του εμίρη του εμίρηδων. Στα ανώτατα κλιμάκια της διοίκησης συναντούμε Έλληνες, Άραβες και Νορμανδούς. Η συνεργασία τους οδηγεί στη δημιουργία της πιο εξελιγμένης κι αποδοτικής γραφειοκρατίας της εποχής (κτηματολόγιο, φορολόγηση και λοιπά δημοσιονομικά).

Στον Ρογήρο χρωστάμε τις «Ασσίζες του Αριάνο» την πληρέστερη κωδικοποίηση νομικών διατάξεων του Μεσαίωνα. Στο προοίμιο τους διαβάζουμε ότι:
«οι νόμοι και οι αποφάσεις του βασιλέως ισχύουν για όλους τους υπηκόους, Λατίνους, Έλληνες, Ιουδαίους και Σαρακηνούς. Ουδόλως θίγονται, όμως, τα υφιστάμενα ήθη κι έθιμα και οι νόμοι των λαών αυτών, εκτός κι αν αντιβαίνουν προδήλως στους νόμους και τις αποφάσεις του βασιλέως».

Άτλας του Αλ Ιντρισί

Άτλας του Αλ Ιντρισί

Η ανακτορική γραμματεία εκδίδει έγγραφα σε 5 τουλάχιστον γλώσσες, λατινικά, ελληνικά, γαλλικά, αραβικά κι εβραϊκά. Οι κοινότητες συμβιώνουν αρμονικά. Κι ο Ρογήρος Β΄ συνδέει τη βασιλεία του με μια άνευ προηγουμένου πολιτιστική άνθιση, την οποία μαρτυρούν τα Ανάκτορα των Νορμανδών με το υπέροχο παρεκκλήσιο κι η Μαρτοράνα (Santa Maria dell’Ammiraglio, έργο του Γεωργίου του Αντιοχέα) στο Παλέρμο ή ο καθεδρικός ναός της Τσεφαλού (Κεφαλοίδιον). Στην αυλή του Ρογήρου συχνάζουν Έλληνες κι Άραβες σοφοί: ο θεολόγος Θεοφάνης Κεραμεύς και ο Νείλος Δοξαπατρής, μοναχός από την Καλαβρία, ο οποίος συνέγραψε μια Ιστορία των πέντε Πατριαρχείων, οι ποιητές Ιμπν Ομάρ από τη Μπούτερα και Αμπντ-αρ-ραχμάν από το Τράπανι. Προστατευόμενός του υπήρξε κι ο σπουδαίος Ανδαλουσιανός γεωγράφος Αλ Ιντρισί, ο οποίος ολοκληρώνει το 1154 το περίφημο «Kitâb Nuzhat al-muchtâq fî ikhtirâq al-âfâq», γνωστότερο ως «al-kitâb al-Rudjari», δηλ. το βιβλίο του Ρογήρου, μεγαλειώδες για τα δεδομένα της εποχής γεωγραφικό πόνημα. Στηριζόμενος στις γνώσεις του και στις πληροφορίες που συνέλεξε επί σειρά ετών (όλοι οι ναυτικοί των οποίων τα πλοία αγκυροβολούσαν σε λιμάνια του βασιλείου καλούνταν να συμπληρώσουν τα ερωτηματολόγια του Άραβα γεωγράφου), ο Αλ Ιντρισί ετοίμασε έναν άτλαντα που συνοδευόταν από επτά χάρτες και ένα επιπεδοσφαίριο.

Είναι αλήθεια πως το νορμανδικό πρότυπο αποτελεί εξαίρεση, όπως και ότι δεν άντεξε για περισσότερο από έναν αιώνα. Αν κάποια άλλη εποχή, όμως, έχει να επιδείξει αντίστοιχο παράδειγμα μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας, καλό θα ήταν να το μάθουμε.

Γ.   Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΕΠΟΧΗ ΑΝΘΙΣΗΣ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΕΧΝΩΝ

α.   Σε μια εγκυκλοπαίδεια του 19ου αιώνα διαβάζουμε στο λήμμα «Αναγέννηση» τα εξής: «Οι Τέχνες και τα Γράμματα που φάνηκε ότι είχαν χαθεί στο ίδιο ναυάγιο με τη ρωμαϊκή κοινωνία ανθίζουν και λάμπουν εκ νέου, έπειτα από δέκα αιώνες σκότους»! Κάποια θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι επί μία ολόκληρη χιλιετία η ανθρωπότητα δεν παρήγαγε τίποτε το ωραίο και υψηλό…

Σαρτρ, ο γοτθικός καθεδρικός

Σαρτρ, ο γοτθικός καθεδρικός

Και, όμως, ο Μεσαίωνας είναι η εποχή:

Άνθισης μιας τέχνης που επιζητεί την πρωτοτυπία, σε αντίθεση προς εκείνην της Αναγέννησης, η οποία θέτει ως πρότυπο προς μίμηση την κλασσική Αρχαιότητα, και τη λειτουργικότητα: λ.χ. τα ανάγλυφα των ναών έχουν διδακτική ασποστολή. Τέχνης που ακόμη και σήμερα μας εκπλήσσει, με τη γήινη απλότητα του ρωμανικού ρυθμού, και την αρτιότητα του γοτθικού. Ο Μεσαίωνας είναι η εποχή των γοτθικών καθεδρικών που φτάνουν τον ουρανό: ενός θαύματος της αρχιτεκτονικής, της μηχανικής και της τεχνικής. Της ανθρώπινης δημιουργικότητας, θέλησης κι επιμονής, μια και σπάνια η ομάδα αρχιτέκτονα και τεχνιτών που άρχιζε την ανοικοδόμηση ενός καθεδρικού είχε και την τύχη να δει την ολοκλήρωσή του. Περίτεχνων βιτρώ που σήμερα είναι αδύνατο να φιλοτεχνηθούν. Ανάγλυφων και γλυπτών που εντυπωσιάζουν με την καλλιτεχνική αρτιότητα και, συχνά, με τον ρεαλισμό τους.

 Στρασβούργο, καθεδρικός, αλληγορικό άγαλμα της "Συναγωγής"

Στρασβούργο, καθεδρικός, αλληγορικό άγαλμα της «Συναγωγής»

Της ποίησης των τρουβαδούρων της Οξιτανίας, του Βερνάρδου της Βενταντούρ, του Πέτρου Βιντάλ, του Γουλιέλμου της Ακυιτανίας και του Μαρκαμπρύ, που υμνούν τον αγνό έρωτα. Μια Αμερικανίδα ιστορικός (Μέριλυν Γιάλομ) επιχείρησε μάλιστα πρόσφατα να αποδείξει ότι από μόνη της η ποίηση των τρουβαδούρων οδήγησε σε αναβάθμιση της κοινωνικής θέσης της γυναίκας.
– Του Δάντη, του Πετράρχη, του Βοκάκιου και του Τσώσερ, συγγραφέων των οποίων τα έργα αποτελούν σταθμούς στην Ιστορία της Ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.
Φιλοσόφων όπως ο Πέτρος Αβελάρδος, ο Θωμάς ο Ακινάτης, ο Ρογήρος Βάκων και ο Γουλιέλμος του Όκκαμ, που θέτουν τις βάσεις της δυτικής σκέψης για τους επόμενους αιώνες.

β.   Πανεπιστήμια: ένα δημιούργημα του Μεσαίωνα. Ο Μεσαίωνας είναι επίσης η εποχή κατά την οποία γεννιούνται τα πανεπιστήμια όπως τα γνωρίζουμε σήμερα. Όπως μαρτυρεί κι ο λατινικός όρος universitas πρόκειται για κοινότητες διδασκόντων και φοιτητών οι οποίες αποκτούν θεσμική και υλική υπόσταση και στη συνέχει αναγνωρίζονται από την κοσμική και την εκκλησιαστική εξουσία. Το πρώτο πανεπιστήμιο ιδρύεται στη Μπολόνια στα μέσα του 12ου αιώνα κι αναγνωρίζεται από τον αυτοκράτορα Φρειδερίκο Α΄ των Χοχενστάουφεν. Ακολουθούν το Παρίσι, η Οξφόρδη, η Νάπολη, το Μονπελλιέ και πολλά ακόμη. Το 1231, παραδόξως την ίδια χρονιά που δίνει θεσμική υπόσταση στην Ιερά Εξέταση, ο πάπας Γρηγόριος Θ΄ αναγνωρίζει επίσημα τα προνόμια των πανεπιστημίων με τη βούλλα Parens Scientiarum Universitas. Και ναι, πανεπιστημιακό άσυλο υφίσταται στον Μεσαίωνα και κανείς δεν διανοείται να το αμφισβητήσει.

Οι φοιτητές ξεκινούν σπουδάζοντας τις λεγόμενες ελευθέριες τέχνες, που περιλαμβάνουν τους κύκλους σπουδών του trivium (γραμματική, ρητορική και λογική) και του quadrivium (αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία και μουσική), για να προχωρήσουν εν συνεχεία στις θεωρούμενες ανώτερες σπουδές του δεύτερου κύκλου: ιατρική, αστικό κι εκκλησιαστικό δίκαιο, θεολογία και φιλοσοφία.

Μια λαμπρή εποχή που δεν υστερεί σε τίποτε από τις υπόλοιπες. Πώς κατέληξε να θεωρείται συνώνυμη του σκοταδισμού και όλων των δεινών;

ΕΠΙΛΟΓΟΣ: ΓΙΑΤΙ Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ;

Ο υποτιμητικός όρος «Μεσαίωνας» (Media Tempestas, Medium Aevum) εμφανίζεται για πρώτη φορά στα χρόνια της Αναγέννησης και πιο συγκεκριμένα το 1469 σε ένα σύγγραμμα του Ιταλού λόγιου Τζοβάννι Αντρέα ντέι Μπούσσι. Οι άνθρωποι της εποχής εκείνης έχουν συναίσθηση της αλλαγής ιστορικής εποχής: για την ακρίβεια θέλουν οι ίδιοι να σηματοδοτήσουν μία ρήξη με το πρόσφατο παρελθόν. Η επιθυμία μπορεί να εξηγηθεί μάλλον εύκολα. Οι λόγοι είναι ψυχολογικοί: η εποχή που μόλις προγήθηκε ήταν για την Ευρώπη μια από τις δυσκολότερες της Ιστορίας.

Ο 14ος αιώνας αρχίζει με μία παρατεταμένη οικονομική κρίση που εξαπλώνεται αργά αλλά σταθερά σε ολόκληρη την ήπειρο. Κορεσμός των εμπορικών διαδρομών και δυσλειτουργία των αγορών, επανειλημμένες κακές σοδειές όσον αφορά τα αγροτικά προϊόντα, εξαιτίας της ραγδαίας επιδείνωσης των κλιματικών συνθηκών. Οι επιστήμονες μιλούν για μια σύντομη περίοδο παγετώνων που θα πλήξει την Ευρώπη για πέντε περίπου αιώνες. Στα δεινά αυτά προστίθεται κι ο Εκατονταετής Πόλεμος με όλες τις καταστροφές και τις απώλειες σε ανθρώπινες ζωές που συνεπάγεται. Αποκορύφωμα της κακοδαιμονίας και των συμφορών, η τρομακτική επιδημία βουβωνικής πανώλης που εκδηλώνεται το 1348, εξολοθρεύει τουλάχιστον το ένα τρίτο του ευρωπαϊκού πληθυσμού κι εγκαθίσταται στην Ευρώπη επανεμφανιζόμενη περιοδικά κατά τους επόμενους αιώνες.

"Ο γιατρός της πανώλης", χαρακτικό του Π. Φυρστ, 1656

«Ο γιατρός της πανώλης», χαρακτικό του Π. Φυρστ, 1656

[παρεμπιπτόντως, αρκετοί επιδημιολόγοι και ιστορικοί διατηρούν επιφυλάξεις για το αν εκείνη η ασθένεια ήταν πράγματι η βουβωνική πανώλη. Αφενός, τα συμπτώματα που περιγράφονται στις πηγές της εποχής (λ.χ. στο Δεκαήμερο του Βοκάκιου) δεν είναι αυτά που γνωρίζει η σύγχρονη ιατρική επιστήμη. Αφετέρου, έχει αποδειχθεί ότι ο βάκιλος της βουβωνικής πανώλης δεν επιζεί σε θερμοκρασίες χαμηλότερες των 10 βαθμών Κελσίου. Η μεσαιωνική επιδημία, όμως, διαδόθηκε στη Βόρεια Ευρώπη κατά τη διάρκεια του χειμώνα! Ενδέχεται, επομένως, να επρόκειτο για κάποιο βακτήριο ή βάκιλο που προσβάλλει το αναπνευστικό σύστημα ή… για κάποιον ιό τύπου Έμπολα!]

Ωστόσο, η ρήξη αυτή φαίνεται να είναι κυρίως ιδεολογική: σε επίπεδο πολιτικής και οικονομίας οι τάσεις που χαρακτηρίζουν την Αναγέννηση αποτελούν συνέχεια των μεσαιωνικών. Η πραγματική μεταστροφή ανάγεται στον 17ο αιώνα, όταν ολοκληρώνεται στην Ευρώπη η διαδικασία συγκρότησης ισχυρών κρατών. Το μεσαιωνικό σχήμα, με την προσωπική σχέση εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου και τον αυξημένο ρόλο της θρησκείας και της Εκκλησίας, αρχίζει να κλονίζεται στην πράξη ίσως από τον 15ο αι. για να καταρρεύσει μεταξύ 17ου και 18ου και να αντικατασταθεί από μια νέα διπολική λογική, αυτήν της κεντρικής κρατικής εξουσίας και της οικονομίας της αγοράς. Πρόκειται για τη «διπλή ρήξη», όπως την ονομάζει ο Γάλλος ιστορικός Αλαίν Γκερρώ. Η κρίσιμη καμπή ανάγεται π.χ. για τη Γαλλία στα χρόνια του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Δεν είναι το 1789, όπως θέλει η σύγχρονη αφήγηση.

Για να πετύχει τον σκοπό της, μια «επίσημη» αφήγηση πρέπει να είναι απλή, εύληπτη και πειστική. Ο υποβιβασμός του Μεσαίωνα σε εποχή σκοταδισμού εξυπηρετεί τον ιδρυτικό μύθο της σύγχρονης Δύσης. Προωθεί την ιδέα της γραμμικής προόδου της ανθρωπότητας, ακόμη και σε επίπεδο πολιτικών θεσμών, δικαιωμάτων κι ελευθεριών. Αποσιωπά τις ένοχες στιγμές των Νεότερων Χρόνων. Το γεγονός ότι ήδη πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, δικαιώματα που ονομάζονταν «φεουδαλικά» ανήκαν σε αστούς. Σε αστούς που προσπαθούσαν να επωφεληθούν από κάθε εξουσία η οποία στηριζόταν σε θεσμούς του παρελθόντος, χωρίς να υπέχουν τις υποχρεώσεις που βάρυναν τους φεουδάρχες του Μεσαίωνα. Στη Γαλλία του 18ου αιώνα υπήρχαν ελεύθεροι επαγγελματίες, οι οποίοι είχαν ως αντικείμενο τη μελέτη μεσαιωνικών εγγράφων με σκοπό την ανεύρεση δικαιωμάτων και προνομίων που κάποτε, υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες, συνεπάγονταν τα εμπράγματα αποκτήματα των πλούσιων αστών.

56. Γκ. Ντορέ, Βιομηχανική πόλη

Γκ. Ντορέ, Βιομηχανική πόλη

Αποσιωπάται επίσης η ενοχλητική «λεπτομέρεια» της καταπάτησης των εργασιακών δικαιωμάτων από την ίδια τη Γαλλική Επανάσταση. Στα χρόνια του Μεσαίωνα τα δικαιώματα των εργαζομένων προστατεύονται μέσω των συντεχνιών. Η προστασία αυτή εξαφανίζεται με τη… Γαλλική Επανάσταση, μολονότι αυτή ήταν παιδί του Διαφωτισμού και διαπρύσιος κήρυκας των ατομικών δικαιωμάτων κι ελευθεριών. Το θεωρητικό πρότυπό της, όμως, είναι αυτό της σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ ισότιμων μερών, αντίληψη παρωχημένη ήδη από τον εποχή που πρωτοδιατυπώθηκε. Με τις κοινωνικές μεταλλάξεις που επρόκειτο να φέρει η Βιομηχανική Επανάσταση, όμως, αποδείχθηκε γρήγορα κι εξαιρετικά επιζήμια κι επικίνδυνη. Τον Μάρτιο του 1791, με το αποκαλούμενο «διάταγμα ντε Αλλάρντ» καταργούνται, ως «μεσαιωνικό κατάλοιπο», οι συντεχνίες, στο όνομα της ελευθερίας του εμπορίου και της απελευθέρωσης των επαγγελμάτων. Στις 14 Ιουνίου του ιδίου έτους τίθεται σε ισχύ ο νόμος Λε Σαπλιέ με τον οποίο απαγορεύεται κάθε μορφή συλλογικής οργάνωσης και διαμαρτυρίας των εργαζομένων κι απαγορεύεται παντελώς η απεργία! Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου παρατίθενται αυτούσια αποσπάσματα από το «Κοινωνικό Συμβόλαιο» του Ρουσσώ! Κάπως έτσι (και πάντα στο όνομα της ελευθερίας) οι εργαζόμενοι θα μείνουν εντελώς απροστάτευτοι για δεκαετίες. Μόνο μετά από πολλούς αγώνες θα νομιμοποιηθεί (σταδιακά) η απεργία στη Γαλλία, μόλις το 1864.

Στην πραγματικότητα, το να παρομοιάζουμε τα σύγχρονα δεινά με τον Μεσαίωνα είναι πολλαπλά βολικό. Είναι καταρχάς καθησυχαστικό των φόβων μας, διότι τους εξοβελίζουμε σε μια εποχή πιο μακρινή και ουσιαστικά άγνωστη σε μας, πέρα από μια μυθοποιημένη εικόνα της. Εν συνεχεία, είναι σωτήρια αποπροσανατολιστικό, μια και δεν διαταράσσει την επίσημη αφήγηση της εποχής μας, τον μύθο της εποχής μας, δεν αναδεικνύει τις αντιφάσεις της Αναγέννησης, του Διαφωτισμού ή της Γαλλικής Επανάστασης, δηλαδή συστατικών στοιχείων της αφήγησης αυτής. Στην ουσία, όμως, αυτό που μας απειλεί δεν είναι παρά μια ενδεχόμενη επιστροφή στην εποχή του πρωτόγονου και χωρίς κανόνες καπιταλισμού του τέλους του 18ου και του 19ου αι., εποχή κατά την οποία οι εργαζόμενοι δεν έχουν κανένα άλλο δικαίωμα πέραν του πενιχρού μισθού τους, ενώ οι έννοιες της ασφάλισης, της σύνταξης και των άλλων εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων είναι εντελώς άγνωστες. Είναι, όμως, καλύτερο φαίνεται να αποφεύγονται οι επικίνδυνοι συνειρμοί και η σύνδεση με πιο κοντινές ιστορικές περιόδους, ευχερέστερα συγκρίσιμες με το παρόν. Η καμπούρα της φεουδαρχίας μπορεί να εισπράξει περισσότερες ξυλιές απ’ ό,τι ο πρώιμος καπιταλισμός.

Μαρκ Μπλόκ

Μαρκ Μπλόκ

Ακριβώς επειδή στο γνωστικό αντικείμενό τους βρίσκονταν διαρκώς αντιμέτωποι με μύθους και στερεότυπα, οι ιστορικοί του Μεσαίωνα βρέθηκαν από νωρίς στην πρωτοπορία της επιστημονικής μεθοδολογίας. Ήταν εκείνοι που ελευθέρωσαν την επιστήμη της Ιστορίας από την προσκόλληση στα «σημαντικά» πολιτικά γεγονότα και τους μεγάλους ηγέτες, για να στρέψουν την προσοχή τους στη μελέτη των νοοτροπιών, των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτιστικών σταθερών και αργών μεταλλάξεων.
Το 1929, δύο καθηγητές του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, ο Μαρκ Μπλοκ κι ο Λυσιάν Φεβρ ιδρύουν το περιοδικό «Annales d’histoire économique et sociale», η κυκλοφορία του οποίου αποτελεί σταθμό στην προσπάθεια αυτή.
Το 1941, τρία χρόνια πριν εκτελεστεί από τους ναζί ως αντιστασιακός, ο Μαρκ Μπλοκ συντάσσει τη διαθήκη του, στην οποία γράφει τα εξής:
«Δεν θέλω πάνω από τον τάφο μου να ψαλούν οι θρησκευτικές προσευχές που συνόδεψαν τόσους από τους προγόνους μου στην τελευταία τους κατοικία. Θέλω μόνο να χαραχτεί πάνω στην επιτύμβια πλάκα η εξής απλή φράση: Dilexit veritatem». «Αγαπούσε την αλήθεια»!

Φίλες και φίλοι, την αλήθεια προσπάθησε να υπηρετήσει, ομολογουμένως με αρκετή αδεξιότητα, κι η αποψινή μου φλυαρία. Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Pierre AUBÉ « Les empires normands d’Orient », Tempus, Perrin, Παρίσι 2006 (1η έκδοση 1991).
Michel BALARD « Les Latins en Orient (XIe-XVe siècle) », Nouvelle Clio, PUF, Παρίσι 2006.
Marc BLOCH « La Société féodale », αρχική έκδοση σε 2 τόμους 1939-1940, τελευταία επανέκδοση (σε ένα τόμο): Albin Michel, Παρίσι 1998.
Patrick BOUCHERON « Les villes d’Italie, vers 1150-1350 », Belin sup histoire, Belin, Παρίσι 2004.
Patrick BOUCHERON « Conjurer la peur – Sienne, 1338 : Essai sur la force politique des images », Seuil, Παρίσι 2013.
– Philippe BÜTTGEN, Alain de LIBERA, Marwan RASHED, Irène ROSIER-CATACH (επιμ.) « Les Grecs, les Arabes et nous (enquête sur l’islamophobie savante) », Ouvertures, Fayard, Παρίσι 2009.
Alain DEMURGER « Chevaliers du Christ, les ordres religieux militaires au Moyen Âge », Seuil, Παρίσι 2002.
Georges DUBY « La Société aux XIe et XIIe siècles dans la région mâconnaise », Éditions de l’École des Hautes Études en Sciences Sociales, Παρίσι 1953.
Georges DUBY « Le Temps des cathédrales – L’Art et la société (980-1420) », Bibliothèque des Histoires, Gallimard, Παρίσι 1976.
Georges DUBY « L’histoire continue », Points, Seuil, Παρίσι 1991.
Georges DUBY « Féodalité », Quarto, Gallimard, Παρίσι 1996 [συλλογή βιβλίων και δοκιμίων του ιστορικού, περιέχει μεταξύ άλλων τα: Guerriers et paysans (1973), L’An Mil (1980), Les Trois ordres ou L’imaginaire du féodalisme (1978), Le Dimanche de Bouvines (1973), Le Chevalier, la femme et le prêtre (1981)].
René FÉDOU e.a. « Lexique historique du Moyen Âge », cursus, Armand Colin, Παρίσι 1995.
Jean FLORI « Aliénor d’Aquitaine : la reine insoumise », Payot, Παρίσι 2004.
Claude GAUVARD, Alain de LIBERA, Michel ZINK (επιμ.) « Dictionnaire du Moyen Âge », PUF, Παρίσι 2004 (2η έκδ.).
Jacques Le GOFF « Les Intellectuels au Moyen Age », Points, Seuil, Παρίσι 1985 (1η έκδοση 1957).
Jacques Le GOFF « Pour un autre Moyen Âge », Tel, Gallimard, Παρίσι 1991 (1η έκδοση 1977).
Jacques Le GOFF « Marchands et banquiers du Moyen Âge », Quadrige – Grands textes, PUF,‎ Παρίσι 2011 (1η έκδοση 1957).
Alain GUERREAU « Le féodalisme, un horizon théorique », Le Sycomore, Παρίσι, 1980.
Alain GUERREAU « L’Avenir d’un passé incertain. Quelle histoire du Moyen Âge au XXIe siècle ? », Seuil, Παρίσι 2001.
Sylvain GOUGUENHEIM « Aristote au Mont Saint-Michel (Les racines grecques de l’Europe chrétienne) », L’Univers Historique, Seuil, Παρίσι 2008.
Sylvain GOUGUENHEIM « Regards sur le Moyen Âge », Tallandier, Παρίσι 2009.
Jean-Claude HOCQUET « Venise au Moyen Âge », Guides de Civilisations, Belles Lettres, Παρίσι 2003.
Frederic Chapin LANEVenice – A Maritime Republic”, The John Hopkins University Press, Βαλτιμόρη 1973.
Emmanuel Le ROY LADURIE « Montaillou, village occitan, de 1294 à 1324 », Gallimard, Παρίσι 1975.
Alain de LIBERA « La Philosophie médiévale » Quadrige, PUF, 2004.
André MIQUEL « Ousama, un prince syrien face aux croisés», Les inconnus de l’histoire, Fayard, Παρίσι 1986.
Régine PERNOUD « Pour en finir avec le Moyen Âge », Seuil, Παρίσι 1979.
Régine PERNOUD « Aliénor d’Aquitaine », Albin Michel, Παρίσι 1966.
Gérard SIVÉRY « Blanche de Castille », Fayard, Παρίσι 1994.
Laure VERDON « Le Moyen Âge : 10 siècles d’idées reçues », Le Cavalier Bleu, Παρίσι 2013.
Jacques VERGER « Les universités au Moyen Âge », Quadrige, PUF, Παρίσι 1999 (1η έκδοση 1973).

 

[για τους εξαιρετικά ανθεκτικούς φίλους, υπάρχουν και τα βίντεο της ομιλίας:

Advertisements

Ψάχνοντας για μάγισσες στον Μεσαίωνα

Οκτώβριος 28, 2013
Άλμπρεχτ Ντύρερ "Τέσσερις Μάγισσες (ή Τέσσερις Γυμνές)", 1497

Άλμπρεχτ Ντύρερ «Τέσσερις Μάγισσες (ή Τέσσερις Γυμνές)», 1497

«Στην ελληνική πολιτική σκηνή υπάρχει ένα κυνήγι μαγισσών. Αν θέλουν μάγισσες ας τις αναζητήσουν στον Μεσαίωνα». Με τον τρόπο αυτό απαντούσε, πριν λίγους μήνες, ιστορικός και μέλος του Κοινοβουλίου στις (κακόπιστες ως επί το πλείστον) επικρίσεις που δεχόταν, επειδή είχε επιχειρήσει να αποδομήσει κάποιον από τους μύθους που περιέχει η επίσημη εθνική αφήγηση της Ιστορίας. Καταφεύγοντας σε έναν άλλο μύθο, η ιστορικός υπέκυπτε, χωρίς ίσως να το συνειδητοποιεί, σε ένα στερεότυπο πολύ πιο ισχυρό, μια και αφορά την πιο συκοφαντημένη ιστορική περίοδο. Αξίζει να το συζητήσουμε, εκτός των άλλων, μια και οι «Μάγισσες στον Μεσαίωνα» αποτελούν κοινό τόπο σαφώς εδραιωμένο στον δημόσιο λόγο και στη συλλογική συνείδηση.

Δεν θα ήταν, βεβαίως, δυνατό να υποστηριχθεί ότι οι πρακτικές μαγείας και μαγγανείας ήταν άγνωστες στις μεσαιωνικές κοινωνίες. Απαντούν, άλλωστε, σε όλες τις εποχές και σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες, ενώ κάποιες από αυτές ενσωματώνονται, επίσημα ή ανεπίσημα, σε θρησκείες. Όποιος όμως προσπαθήσει να μελετήσει τον Μεσαίωνα αναζητώντας ψυχώσεις και κυνήγια μαγισσών θα έχει την εντύπωση ότι διασχίζει μια έρημο και, φυσικά, θα απογοητευθεί.

Μερικές παράγραφοι σε ένα σύγγραμμα εκκλησιαστικού δικαίου των αρχών του 9ου αιώνα, όπου ο τότε επίσκοπος Ραιτίας προτείνει την επιβολή ατιμωτικών ποινών (χωρίς, πάντως, να μνημονεύει ρητώς τη θανατική ποινή) σε όσους ασχολούνται με τη μαγεία και μαγγανεία. Στοργικές συμβουλές για την καθοδήγηση των παραπλανημένων αυτών ψυχών από τον ηγούμενο Ρηγίνο της Πρυμ περίπου έναν αιώνα αργότερα. Κανένα ίχνος διωγμών, δικών και καταδικών! Είναι προφανές ότι η μαγεία ως κοινωνικό φαινόμενο δεν απασχόλησε ιδιαίτερα την κοινωνία του Μεσαίωνα.

Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται ακόμη και σε εποχές κατά τις οποίες η Καθολική Εκκλησία εξαπολύει απηνείς διωγμούς κατά των αιρέσεων, έχοντας ήδη προβεί στη σύσταση της Ιεράς Εξέτασης. Στο κλασικό του σύγγραμμα «Practica officii Inquisitionis heretice pravitatis» (Τουλούζη, περ. 1323-1324), γνωστό και ως «Εγχειρίδιο του Ιεροεξεταστή», ο Βερνάρδος Γκι δεν αφιερώνει ούτε δύο σελίδες στη μαγεία, ενώ οι αναφορές στο δυϊστικό δόγμα των Καθαρών καταλαμβάνουν το μισό περίπου βιβλίο και η εξέταση της αίρεσης των Πτωχών της Λυών απαιτεί μερικές δεκάδες σελίδες.

Είναι αλήθεια ότι το γεγονός που σηματοδοτεί ποιοτική αλλαγή της στάσης της δυτικής Εκκλησίας έναντι της μαγείας είναι σχεδόν σύγχρονο με τη συγγραφή του έργου του δομινικανού ιεροεξεταστή: τον Αύγουστο του 1326, ο πάπας Ιωάννης ΚΒ΄ (Ιάκωβος Ντιέζ της Καόρ) εκδίδει τη βούλλα «super illius specula», με την οποία οι πρακτικές μαγείας και μαγγανείας εξομοιώνονται με αίρεση. Πρέπει, όμως, να επισημανθεί ότι ο Ιωάννης ΚΒ΄ (στον οποίο παραδόξως κάποιοι αποδίδουν τη συγγραφή αλχημιστικών βιβλίων) είχε προσωπικούς λόγους να απεχθάνεται τη μαγεία: παραλίγο να δολοφονηθεί από τον επίσκοπο της γενέτειράς του, τον Ούγο Ζερώ, τον οποίο είχε παραπέμψει σε δίκη για οικονομικές ατασθαλίες. Μέσα στην τρέλα και τον πανικό του, ο Ζερώ δεν είχε αρκεσθεί στην προσπάθειά του να δηλητηριάσει τον ποντίφηκα, αλλά είχε καταφύγει και σε πρακτικές μαγείας, καίγοντας κέρινα ομοιώματα του αντιπάλου του!

Στην πραγματικότητα, το πιο σημαντικό είναι η αλλαγή στάσης της κοινωνίας, η οποία ανάγεται στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Παρέλκει, ίσως, η υπόμνηση, των γεγονότων που σημάδεψαν την εποχή: μακροχρόνια οικονομική κρίση, ραγδαία επιδείνωση των κλιματολογικών συνθηκών και, κυρίως, η τρομακτική επιδημία βουβωνικής πανώλης που ξεκληρίζει το ένα τρίτο τουλάχιστον του πληθυσμού της Ευρώπης. Είναι δύσκολο για τον σύγχρονο άνθρωπο να αντιληφθεί τον τρόπο με τον οποίο σημάδεψε τη συλλογική συνείδηση των κοινωνιών της εποχής μια συμφορά τέτοιου μεγέθους. Σε όλα αυτά ας προστεθεί και η αυξανόμενη τάση της κεντρικής εξουσίας (κρατικής και εκκλησιαστικής) για στενότερο έλεγχο των κοινωνιών, κάτι που συνεπάγεται την όλο και μεγαλύτερη χρήση μεθόδων καταστολής. Πρόκειται, όμως, για στοιχεία που δεν χαρακτηρίζουν τόσο τη φεουδαλική οργάνωση του Μεσαίωνα όσο τα κράτη κατά τους Νεότερους Χρόνους.

Οι πρώτες δίκες για μαγεία (χωρίς, πάντως, καταδίκες σε θάνατο) καταγράφονται στην περιοχή της Τουλούζης κατά το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Ακόμη, όμως, και κατά τον Ύστερο Μεσαίωνα αποτελούν περιστασιακό φαινόμενο. Η πραγματική φρενίτιδα με τη μαγεία και το κυνήγι μαγισσών αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Αναγέννησης και των Νεότερων Χρόνων! Τα πρώτα εγχειρίδια οδηγιών για την καταπολέμηση της μαγείας συγγράφονται μετά το 1480: οι Γερμανοί δομινικανοί μοναχοί Ερρίκος Κράμερ (γνωστότερος ως Ινστιτόρις) και Ιάκωβος Σπρέγγερ δημοσιεύουν το διαβόητο σύγγραμα «Malleus Maleficarum» το 1486-1487, ο Γάλλος νομικός Ιωάννης Μποντέν δημοσιεύει τη «Démonomanie des sorciers» το 1580 και ο συνάδελφός του από τη Λωρραίνη Νικόλαος Ρεμύ εκδίδει τη «Δαιμονολατρεία» του το 1592. Όσο για τον παροξυσμό των δικών μαγισσών, αυτός είναι υπόθεση του 17ου αιώνα: από την αυλή του Λουδοβίκου ΙΔ΄ μέχρι τον Νέο Κόσμο, όλοι ψάχνουν για μάγισσες! Η πασίγνωστη δίκη των Μαγισσών του Σάλεμ στη Μασσαχουσέττη γίνεται το 1698. Στη Γαλλία, ειδικά, η τελευταία δίκη για μαγεία καταγράφεται στο Μπορντώ το 1718. Μάλλον χρειάζεται διαστροφική φαντασία για να καταλογιστούν όλα αυτά στον άμοιρο Μεσαίωνα.

Για να είμαστε, άλλωστε, ακριβείς και δίκαιοι, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η στάση του μεσαιωνικού ανθρώπου απέναντι στη μαγεία μοιάζει εκπληκτικά σύγχρονη: η μαγεία αντιμετωπιζόταν περισσότερο ως εκδήλωση ψυχικής ασθένειας. Για τον συμπαθή Ρηγίνο, οι ισχυρισμοί κάποιων γυναικών για συναντήσεις με δαίμονες δεν είναι παρά «αποτελέσματα παραισθήσεων». Όσο για τον Ιωάννη του Σώλσμπρυ, επίσκοπο Σαρτρ (12ος αιώνας), αρκεί απλώς «να μη δίνει κανείς προσοχή σε τόσο αξιοθρήνητες παλαβομάρες»… Οπότε, τι να κάνουμε; Όσο κι αν αυτό δεν αρέσει σε κάποιους, οι άνθρωποι κατά τον Μεσαίωνα δεν είχαν ποτέ ως κύρια απασχόληση το κυνήγι μαγισσών!

*   Κείμενο που γράφηκε για τα ΕΝΘΕΜΑΤΑ και δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 26ης-27ης Οκτωβρίου 2013.

Διά Πυρός και Σιδήρου

Απρίλιος 6, 2012

«Το 1647 ήταν παράξενη χρονιά. Στη γη και στον ουρανό φάνηκαν αλλόκοτα σημάδια, από αυτά που προμηνύουν συμφορές κι ασυνήθιστα γεγονότα. Την άνοιξη, όπως σημειώνουν τα χρονικά της εποχής, σμήνη ακρίδων ξεχύθηκαν από τις Άγριες Στέπες και κατέφαγαν τα σπαρτά και το χορτάρι, κι αυτό το σημάδι ήταν προάγγελος τατάρικων επιδρομών ή ίσως ενός μεγάλου πολέμου. Στις αρχές του καλοκαιριού έγινε μια μεγάλη έκλειψη ηλίου και λίγες ημέρες αργότερα ένας κομήτης εμφανίστηκε στον ουρανό. Στη Βαρσοβία, οι άνθρωποι είδαν στα σύννεφα του ουρανού σχήματα που έμοιζαν με τάφους και με φλογισμένους σταυρούς κι άρχισαν να προσφέρουν ελεημοσύνες και να νηστεύουν, πιστεύοντας ότι συμφορά μεγάλη επρόκειτο να πέσει στη χώρα και ν’ αφανίσει την ανθρωπότητα. Κι έπειτα έφτασε ο χειμώνας κι ήταν τόσο ήπιος που οι γέροντες δεν μπορούσαν να θυμηθούν τίποτε παρόμοιο. Τα ποτάμια στον Νότο δεν πάγωσαν. Φουσκωμένα από τις βροχές κι απ’ τα χιόνια που έλιωναν άρχισαν να ξεχειλίζουν, μετατρέποντας τη στέπα σε απέραντο βούρκο.

Έπειτα από όλα αυτά τα σημάδια και με τη φυσική σειρά των εποχών του χρόνου να έχει αλλάξει, όλα τα μάτια στην Ανατολή στράφηκαν προς τις Άγριες Στέπες, γιατί ο όποιος κίνδυνος θα μπορούσε να φανεί εκεί γρηγορότερα απ’ ό,τι οπουδήποτε αλλού. Κι όμως, στα μέρη αυτά τίποτε το ασυνήθιστο δεν συνέβη εκείνη την παράξενη χρονιά».

Νομίζω πως θυμάμαι πολύ καλά τη σκηνή. Χειμώνας του 1976-77. Είμαι ξαπλωμένος. Ίωση ή κάποια παιδική ασθένεια που θα κόλλησα στο δημοτικό. Ο πατέρας μου γυρίζει στο σπίτι. Κρατά στα χέρια του το λάφυρο που προορίζεται για μένα. Το τελευταίο τεύχος των «Κλασσικών Εικονογραφημένων». Χένρυκ Σενκιέβιτς «Διά Πυρός και Σιδήρου». Το όνομα του συγγραφέα δεν μου είναι άγνωστο. Το προηγούμενο Πάσχα μου είχαν φέρει δώρο το «Κβο Βάντις». Έριξα μια ματιά στο εξώφυλλο και ρώτησα: «για τι ακριβώς μιλά»; «Για τις συγκρούσεις Πολωνών και Κοζάκων», απάντησε ο πατέρας μου, προσθέτοντας, σχεδόν αμέσως, «από τη μεριά των Πολωνών, φυσικά». Μάλιστα! Με κάποιον ασαφή τρόπο γνώριζα ότι η Πολωνία υπήρξε αληθινή υπερδύναμη (θα πρέπει να το είχα δει σε κάποια «Ιστορία των Μεγάλων Μαχών» που είχα διαβάσει: στην εισαγωγή για τη Μάχη της Πολτάβας υπήρχαν αναφορές στο σημαντικό ρόλο που είχε παίξει η Πολωνία). Και γνώριζα για την αντιπαλότητα Κοζάκων και Πολωνών έχοντας ήδη δει την άποψη της άλλης πλευράς: είχα διαβάσει (σε διασκευή για εφήβους ή πάλι στα Κλασσικά Εικονογραφημένα) τον «Ταράς Μπούλμπα» του Γκόγκολ. Άνοιξα το τεύχος: στην πρώτη σελίδα, πάνω από μια εντυπωσιακή συνθετική απεικόνιση γεγονότων ήταν γραμμένα τα παραπάνω λόγια της εισαγωγής του βιβλίου.

Δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο για να με εντυπωσιάσει. Και η υπόθεση ήταν στ’ αλήθεια συναρπαστική. Δεν ήταν πια Μεσαίωνας βέβαια, αλλά πώς θα ήταν δυνατό να μην αντιμετωπίσω σαν ιππότες τους Πολωνούς ουσάρους; Και πώς αλλιώς μπορούσα να ερμηνέψω τον Γιαν Σκρζετούσκι, τη συμπεριφορά του, τον ρομαντικό έρωτά του για την Ελένα, παρά σαν αληθινό ιππότη της εποχής που εγώ αγαπούσα και στην οποία εκείνος, τυπικά, δεν ανήκε;

Μερικά χρόνια αργότερα, κατάφερα στην εφηβεία μου να διαβάσω το κανονικό βιβλίο, στην πρώτη του μετάφραση στα αγγλικά. Κι έπειτα, το βιβλίο έλαμψε διά της απουσίας του από τη βιβλιοθήκη μου. Όποτε το αναζητούσα για να το αγοράσω, σε όποια χώρα κι αν βρισκόμουν, είχα διαλέξει λάθος στιγμή: το βιβλίο ήταν εξαντλημένο. Ας ήταν. Οι πρώτες φράσεις του είχαν χαραχτεί στη μνήμη μου για πάντα. Το 1647 πρέπει να ήταν στ’ αλήθεια πολύ παράξενη χρονιά.

Ι.   Το ιστορικό πλαίσιο του έργου

Στη σειρά των άρθρων για τους Τεύτονες Ιππότες είχαμε τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε παράλληλα την πορεία ανόδου του πολωνικού βασιλείου. Είδαμε την ισχυροποίησή του μετά την Ένωση της Κρέβα με τη Λιθουανία (1384) και την παράδοση του στέμματος στον Λιθουανό Γιογκάιλα/ Γιαγκέουγο που γίνεται βασιλιάς της Πολωνίας με το όνομα Λαδισλάος Β΄. Τον θρίαμβο επί των Τευτόνων στο Τάννενμπεργκ/ Γκρούνβαλντ/ Ζαλγκίρις (1410). Τον περιορισμό της επικράτειας των Γερμανών ιπποτών στο ένα τρίτο της, μετά τον νικηφόρο για τους Πολωνούς Δεκατριετή Πόλεμο και τη δεύτερη συνθήκη ειρήνης του Τορν. Και, τελικά, τη μετατροπή του κάποτε τρομερού Ordensstaat των Τευτόνων σε κοσμικό δουκάτο της Πρωσίας, υποτελές στο πολωνικό στέμμα (1525)!

Στα χρόνια που ακολούθησαν η Ένωση Πολωνίας-Λιθουανίας συνέχισε να ισχυροποιείται και να επεκτείνει τα εδάφη της. Το 1569, με την Ένωση του Λούμπλιν, κατά τη βασιλεία του Σιγισμούνδου Β΄ Αυγούστου, τελευταίου μονάρχη της Γιαγκελλόνιας Δυναστείας, η ένωση των δύο κρατών ολοκληρώνεται (μέχρι τότε η Λιθουανία διατηρούσε σχεδόν απόλυτη αυτονομία). Παράλληλα, αποφασίζεται ότι η μοναρχία δεν θα είναι πλέον κληρονομική, αλλά ότι ο Πολωνός βασιλέας θα εκλέγεται από τη συνέλευση των ευγενών. Με τον τρόπο αυτό, το πολωνικό στέμμα θα περάσει, απροσδόκητα, στον Γάλλο πρίγκιπα Ερρίκο των Βαλουά (1573-1575) και, αργότερα, στον σουηδικό οίκο της Βάζα: ο Σιγισμούνδος Γ΄ (1587-1632) ήταν γιος της Αικατερίνης της Πολωνίας (η εξέλιξη αυτή, όμως, αντί να οδηγήσει στην ένωση των δύο δυνάμεων της Βαλτικής προκάλεσε την αντιπαλότητά τους: το 1599 ο Σιγισμούνδος έχασε τον σουηδικό θρόνο από τους συγγενείς του κι από κει και πέρα οι Πολωνοί μονάρχες βρισκόταν σε διαρκή διαμάχη με τη Σουηδία ως διεκδικητές του θρόνου της).

Α.   Η προοδευτική υπερδύναμη

α. Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βορειοανατολικής Ευρώπης: Κατά τον 17ο αιώνα, η Κοινοπολιτεία Πολωνίας και Λιθουανίας (επίσημη ονομασία: Βασίλειο της Πολωνίας και Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας/ πολ. Królestwo Polskie i Wielkie Księstwo Litewskie/ λιθ. Lenkijos Karalystė ir Lietuvos Didžioji Kunigaikštystė – ανεπίσημη: Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Πολωνίας/ πολ. Najjaśniejsza Rzeczpospolita Polska, λατ. Serenissima Res Publica Poloniae) είναι το μεγαλύτερο σε έκταση κράτος της Ευρώπης (με επικράτεια μεγαλύτερη του 1 εκατομμυρίου τ.χλμ.), ένα από τα μεγαλύτερα σε πληθυσμό (περίπου 11,5 εκατ.) κι ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά και στρατιωτικά, αντιμετωπίζοντας επιτυχώς κάθε επίδοξο αντίπαλο: τα γερμανικά κράτη, τη Σουηδία, την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τα υποτελή σ’ αυτήν ταταρικά χανάτα, ακόμη και τη Ρωσία (το 1610 οι δυνάμεις της φτάνουν μέχρι του σημείου να καταλάβουν τη Μόσχα και να την κρατήσουν για δύο χρόνια). Περιλαμβάνει (λαμβάνοντας υπόψη τα σύνορα των σύγχρονων κρατών) την Πολωνία, τη Λιθουανία, σχεδόν ολόκληρη την Ουκρανία, τη Λευκορωσία, τη Λεττονία, μεγάλο μέρος της Εσθονίας, και εδάφη της Σλοβακίας, της Μολδαβίας και της Ρωσίας. Ο πληθυσμός της είναι εξόχως πολυεθνικός: περιλαμβάνει (με βάση τα στοιχεία του 1618) 4.5 εκατομμύρια Πολωνούς, 3,5 εκατ. Ουκρανούς, 1,5 εκατ. Λευκορώσους (δύο εθνότητες που καταγράφονται αμφότερες στα χρονικά ως Ρουθηνοί), 750.000 Λιθουανούς, 750.000 ιθαγενείς Πρώσους, 500.000 Εβραίους, 500.000 Λιβονούς (Λεττονούς), καθώς και Εσθονούς, Γερμανούς, Κούρους, Σαμογέτες κ.ά. Έντονη είναι η παρουσία Ιταλών, Αρμένιων και Ελλήνων εμπόρων (όπως ο κρητικής καταγωγής Κωνσταντίνος Κορνιακτός, έμπορος από το Μπιαουόμποκ – 1582-1624 – ασχολούμενος κυρίως με εισαγωγές κι εξαγωγές από και προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία).

Κυρίως, όμως, είναι το πιο προοδευτικό ευρωπαϊκό κράτος από άποψη θεσμών: ο βασιλιάς εκλέγεται από τη Συνέλευση των Ευγενών (Σέιμ/ Sejm), των οποίων τις ελευθερίες και τα δικαιώματα υπόσχεται ότι θα σεβαστεί (τα δικαιώματα αυτά είναι και γραπτώς κατοχυρωμένα, βάσει της συνταγματικής συμφωνίας που σύναψαν οι ευγενείς με τον βασιλιά Ερρίκο Γ΄ των Βαλουά, το 1573).  Υπόκειται σε σειρά περιορισμών κατά την άσκηση της εξουσίας του, ενώ είναι υποχρεωμένος να συγκαλεί τη Συνέλευση τουλάχιστον ανά διετία. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο καγκελάριος Γιαν Ζαμόυσκι «ο βασιλιάς βασιλεύει, αλλά δεν κυβερνά (Rex regnat et non gubernat). Επιπλέον, κάθε ευγενής που μετέχει στη Συνέλευση έχει δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) για οποιοδήποτε θέμα κρίνει εκείνος ως ζωτικής σημασίας. Κι αν ο όρος δημοκρατία μοιάζει υπερβολικός για ένα αριστοκρατικό πολίτευμα, ας επισημανθεί ότι οι Πολωνοί ευγενείς (η szlachta) με δικαίωμα συμμετοχής στη Συνέλευση ξεπερνούσαν το 12 % του συνολικού πληθυσμού της Κοινοπολιτείας, φτάνοντας σε κάποιες περιόδους και το 15 % (ενδεικτικά σημειώνεται ότι στη Βρετανία το 1867 δικαίωμα ψήφου είχε μόλις το 3 % του πληθυσμού). Επιπροσθέτως, οι περιοχές απολαύουν μεγάλης αυτονομίας στα θέματα διοίκησης: τόσο οι βοϊβοδίες (που διέθεταν το δικό τους κοινοβούλιο), όσο και οι επαρχίες.

Τέλος, διασφαλίζεται η θρησκευτική ελευθερία, βάσει της λεγόμενης ιδρυτικής πράξης της Συνομοσπονδίας που υπογράφηκε το 1573 στη Βαρσοβία. Ουδέποτε δραστηριοποιήθηκε στα εδάφη της Κοινοπολιτείας η Ιερά Εξέταση. Και ποτέ δεν εξαπλώθηκε ο προτεσταντισμός. Ίσως γιατί η καθολική εκκλησία της Πολωνίας είχε μάθει να συμβιώνει με ορθόδοξους και εβραϊκούς πληθυσμούς. Αυτή η στάση ανεκτικότητας επέτρεψε στην Πολωνία να μην εμπλακεί στους θρησκευτικούς πολέμους που σπαράσσουν τη χριστιανική Ευρώπη του 16ου – 17ου αι. και ιδίως στον Τριακονταετή Πόλεμο. Σ’ αυτό το πλαίσιο ελευθερίας μπορούν να γίνουν ανεκτές ή κατανοητές και ορισμένες γραφικές παραδοξότητες, όπως η βαθύτατα εδραιωμένη πεποίθηση της πολωνικής αριστοκρατίας ότι δεν έχει σλαβική καταγωγή, αλλά ότι πρόγονοί της είναι οι Ιρανοί Σαρμάτες!

Το πολωνολιθουανικό κράτος διαθέτει πραγματικά ισχυρή οικονομία: η χώρα είναι η πρώτη σιτοπαραγωγός στην Ευρώπη (έστω κι αν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής προορίζεται για εσωτερική κατανάλωση). Εξάγει από τα λιμάνια του (κυρίως το Γκντανσκ) ή διά της χερσαίας οδού σιτηρά, ξυλεία και συναφή προϊόντα, αλάτι, καπνά, βαμβάκι και λινά υφάσματα και εισάγει κρασιά και ζύθο, φρούτα, ενδύματα, είδη πολυτελείας, αλιεύματα και βιομηχανικά προϊόντα. Μέχρι τον 17ο αι., το εμπορικό ισοζύγιο παραμένει θετικό.

Πολιτιστικά, η Κοινοπολιτεία γνωρίζει άνθηση. Διαθέτει ένα από τα αρχαιότερα πανεπιστήμια της ηπείρου (αυτό της Κρακοβίας) κι ένα ακόμη σημαντικό ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης στο Βίλνιους. Αναδεικνύει πλήθος επιστημόνων, λογίων και καλλιτεχνών (ξεκινώντας φυσικά με τον Νικόλαο Κοπέρνικο και συνεχίζοντας με τον ιστορικό και χαρτογράφο Μαρτίνο Κρόμερ, τον χημικό Μίχαου Σεντζιβόι, τον μαθηματικό, φυσικό και αστρονόμο Γιαν Μπρόζεκ, τους ιστορικούς Άλμπρυχτ Στανίσουαφ Ρατζίβιου και Γιαν Χρυζόστομ Πάσεκ, τους μουσικούς Γιάτσεκ Ροζύτσκι, Μάρτσιν Μελτσέφσκι και Μικογουάι Ζελένσκι). Η Αναγέννηση φτάνει γρήγορα στην Πολωνία. Ο πολιτικός και ουμανιστής Γιαν Ζαμόυσκι επιχειρεί να ιδρύσει την ιδανική πόλη, καλώντας Ιταλούς αρχιτέκτονες και καλλιτέχνες: το Ζάμοστς μοιάζει σαν ένα κομμάτι της Ιταλίας που κάποια ιστορική παραδοξότητα μεταφύτεψε στην Πολωνία.

β. Εντάσεις κι ανισότητες: Ωστόσο, η ειδυλλιακή αυτή εικόνα κρύβει εντάσεις κι ανισότητες που επιτείνονται με τον χρόνο. Ειδικά στην Ανατολή, το πρότυπο εκμετάλλευσης είναι τα μεγάλα αγροκτήματα που καλλιεργούν δουλοπάροικοι και τα οποία ανήκουν σε μια αριστοκρατία γαιοκτημόνων (π.χ. στις οικογένειες Τσαρτορύσκι, Βισνοβιέτσκι, Ρατζίβιου ή Σαπιέχα) πολωνική ή εκπολωνισμένη (μια και τα μέλη της αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρουθηνοί ως προς την εξ αίματος καταγωγή και Πολωνοί ως προς την Ιθαγένεια). Οι ορθόδοξοι, που αποτελούν την συντριπτική πλειονότητα στον απλό λαό, αισθάνονται πολλαπλά καταπιεσμένοι: πολιτικά, οικονομικά και θρησκευτικά. Η τάση για μια ενιαία εθνική και θρησκευτική ταυτότητα (πολωνική και καθολική) γίνεται αφόρητη για τους Ορθόδοξους που βρίσκονται αντιμέτωποι συχνά με την εκβιαστική επιλογή ανάμεσα στον καθολικισμό και την Ουνία.

Η κατάσταση στην Ανατολή καθίσταται ακόμη πιο περίπλοκη επειδή στην… εξίσωση υπάρχει κι ένας απρόβλεπτος παράγοντας: οι Κοζάκοι (ουκρ.: козаки, ρωσ.: казаки, προφ. και στις δύο περιπτώσεις καζακί, πολ.: kozacy = κοζάτσι). Δεν υπάρχει βεβαιότητα ως προς την προέλευση του ονόματός τους: παλαιοσλαβική με κουμανικό απώτερο έτυμο ή με απευθείας τουρκική προέλευση, η λέξη δηλώνει τον ελεύθερο που ζει νομαδικά. Αυτοί οι ανατολικοσλαβικοί πληθυσμοί (στους οποίους ίσως αναμείχθηκαν και ταταρικά και άλλα τουρκογενή στοιχεία) σχημάτισαν, από τον Ύστερο Μεσαίωνα, αυτόνομες στρατιωτικές κοινότητες στην περιοχή του Δνείπερου και του Δον, προσφέροντας συχνά τις στρατιωτικές υπηρεσίες τους ως μισθοφόροι στις δυνάμεις της περιοχής. Η πιο ονομαστή από τις κοινότητές τους είναι η επικράτεια του Ζαπαρόζε (ρ.)/ Ζαπαρίζια (ουκρ.) (ουκρ.: Запорізька Січ = Ζαπαρίζκα Σιτς/ ρωσ.: Запорожская Сечь = Ζαπαρόζσκαγια Σετς), κέντρο της οποίας είναι μια σειρά από οχυρωμένα νησιά στον Δνείπερο. Στις τάξεις των Κοζάκων ενσωματώνονται διαρκώς φυγάδες δουλοπάροικοι από τις δυο πλευρές των συνόρων (πολωνική και ρωσική) που ξεφεύγουν από τους φεουδάρχες τους για να ζήσουν ελεύθεροι.

Οι κοινότητες των Κοζάκων βρίσκονται εντός της πολωνικής επικράτειας. Τυπικά είναι υπήκοοι του πολωνικού στέμματος. Υπηρετούν στις πολωνικές ένοπλες δυνάμεις είτε περιστασιακά είτε ως τακτικά στρατεύματα, διατηρώντας σχετική αυτονομία. Οι αρχηγοί τους καταλαμβάνουν στρατιωτικά και πολιτικά αξιώματα στο πλαίσιο της πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας. Ωστόσο, από τις αρχές τουλάχιστον του 17ου αι. εμφανίζονται εντάσεις στις σχέσεις μεταξύ Πολωνών και Κοζάκων. Είναι σαφές ότι η Κοινοπολιτεία σκοπεύει να ξοδέψει λιγότερα χρήματα για τη στρατολόγηση Κοζάκων και έχει αποφασίσει να δίνει λιγότερα αξιώματα και εξουσίες στους αρχηγούς τους. Οι πιέσεις για εκπολωνισμό κι απάρνηση της Ορθοδοξίας, τα σχέδια για μετατροπή των αγροτών σε δουλοπάροικους, καθιστούν τις ισορροπίες όλο και πιο εύθραυστες. Η κρίση που σοβεί μοιάζει έτοιμη να εκδηλωθεί.

Β. Η περίοδος των αναταράξεων

Με ειρωνικό τρόπο, ακριβώς τη χρονική στιγμή που τερματίζεται ο Τριακονταετής Πόλεμος από τον οποίο η Πολωνία έχει πετύχει να γλιτώσει, η Κοινοπολιτεία εισέρχεται σε περίοδο έντονων αναταράξεων, η οποία θα σηματοδοτήσει την αμετάκλητη παρακμή της και θα οδηγήσει τελικά, ενάμισι αιώνα αργότερα, στον ολοκληρωτικό αφανισμό του πολωνικού κράτους. Η σπίθα που θα εξελιχτεί σε πυρκαγιά θα προέλθει από την Ανατολή. Κι ο άνθρωπος που θα πυροδοτήσει τις εξελίξεις ονομάζεται Μπαγκντάν Χμελνίτσκι.

α.   Η εξέγερση του Μπαγκντάν Χμελνίτσκι: Ο Μπαγκντάν (δηλ. Θεόδωρος) Χμελνίτσκι (ουκρ. και ρωσ.: Богдан Хмельницький, πολ.: Bohdan Chmielnicki = Μπόχνταν Χμελνίτσκι) γεννιέται το 1595, πιθανώς στο Σουμπότιφ της Ουκρανίας, κοντά στο Τσιγκίριν, παιδί επιφανούς οικογένειας Κοζάκων. Τυγχάνει εξαιρετικής εκπαίδευσης, στο Κολλέγιο των Ιησουητών του Λβούφ/ Λβιβ και σε ορθόδοξα σχολεία του Κιέβου. Αποκτά πολύ καλή γνώση της ευρωπαϊκής Ιστορίας και μαθαίνει αρκετές γλώσσες (πολωνικά, λατινικά, γαλλικά και τουρκικά). Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του (1617) υπηρετεί στα στρατιωτικά σώματα των Κοζάκων για λογαριασμό της Κοινοπολιτείας. Πολεμώντας την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα εδάφη της Μολδαβίας αιχμαλωτίζεται από τους Τούρκους κοντά στο Ιάσιο (1620) και περνά δυο χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Απελευθερώνεται το 1622, όταν ο Πολωνός πρεσβευτής στην Υψηλή Πύλη, ο Κρζύστοφ Ζμπαράσκι καταβάλλει 30.000 τάλερ στους Τούρκους με αντάλλαγμα την απελευθέρωση όλων των Πολωνών στρατιωτικών που είχαν αιχμαλωτιστεί στη Μολδαβία.

Στα επόμενα χρόνια, ο Χμελνίτσκι θα αποδείξει τις αδιαμφισβήτητες πολιτικές και στρατιωτικές του ικανότητες. Χαίρει της εκτίμησης των Κοζάκων συναδέλφων του και της πολωνικής αριστοκρατίας. Κερδίζει τίτλους κι αξιώματα. Όλα μοιάζουν ιδανικά για όλες τις πλευρές, μέχρι που ο Χμελνίτσκι θα έρθει σε σύγκρουση με τον νέο Πολωνό έπαρχο του Τσιγκίριν, τον Ντάνιελ Τσαπλίνσκι. Υπό τις οδηγίες του πανίσχυρου αριστοκράτη Αλεξάντερ Κονιετσπόλσκι, σκληροπυρηνικού οπαδού της πολιτικής του δραστικού περιορισμού των δικαιωμάτων των Κοζάκων, ο Τσαπλίνσκι επιχειρεί να αποσπάσει από τον Χμελνίτσκι το φέουδο του Σουμπότιφ. Ο Χμελνίτσκι προσπάθησε να διευθετήσει το πρόβλημα κάνοντας επανειλημμένα διαβήματα στις αρχές της Βαρσοβίας. Κατόπιν ακροάσεως, ο βασιλιάς Λαδισλάος Δ΄ Βάζα εξέδωσε απόφαση που αναγνώριζε τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του Χμελνίτσκι. Ωστόσο, η πλευρά Κονιετσπόλσκι-Τσαπλίνσκι συνέχισε τις προσπάθειές της και τον Απρίλιο του 1647 εξεδίωξε τον Χμελνίτσκι από το κτήμα του. Ο Κοζάκος ζήτησε νέα ακρόαση από τον βασιλέα. Αυτή τη φορά ο μονάρχης δίστασε να έρθει σε σύγκρουση μ’ έναν από τους ισχυρότερους ευγενείς του. Ο Χμελνίτσκι πείσθηκε ότι χρειάζονταν πιο δραστικές λύσεις. Στράφηκε προς τους Κοζάκους συντρόφους του.

Τα χρονικά της εποχής τονίζουν ως αιτία της εξέγερσης τη διαμάχη του Χμελνίτσκι με τους Πολωνούς ευγενείς. Εντούτοις, όσο ρόλο κι αν πράγματι έπαιξε αυτή η σύγκρουση, είναι δύσκολο να ερμηνεύσουμε ένα γεγονός που άλλαξε την Ιστορία της Ανατολικής Ευρώπης με βάση μια προσωπική βεντέτα. Στην πραγματικότητα, είχαν ωριμάσει οι συνθήκες ώστε οι Κοζάκοι να εκδηλώσουν δυναμικά τη δυσαρέσκειά τους για την πολιτική της πολωνικής αριστοκρατίας. Ύστερα από σειρά επαφών με όλους τους ισχυρούς Κοζάκους παράγοντες, ο Χμελνίτσκι εξελέγη αταμάνος τον Ιανουάριο του 1648 υποσχόμενος να διεκδικήσει δυναμικά τα δικαιώματα των Κοζάκων. Οι διαπραγματεύσεις με τις πολωνικές αρχές δεν κατέληξαν πουθενά. Αναζητώντας συμμάχους για την ένοπλη σύγκρουση που φαινόταν αναπόφευκτη, ο Χμελνίτσκι ήρθε σε διαπραγματεύσεις με τον Τάταρο Χάνο της Κριμαίας, τον Ισλάμ Γ΄ Γκιράυ, ο οποίος του υποσχέθηκε στρατιωτική ενίσχυση και του έστειλε δύναμη ιππικού υπό τον Τουγάυ Μπέη.

Οι Πολωνοί αποφάσισαν να καταπνίξουν την εξέγερση των Κοζάκων το συντομότερο δυνατό. Ο Μικογουάι Ποτότσκι, Μέγας Αταμάνος του Στέμματος (δηλαδή στρατάρχης), έστειλε μια δύναμη 3.000 ανδρών, υπό τη διοίκηση του εικοσιτετράχρονου γιού του Στέφαν, για να αντιμετωπίσει τους Κοζάκους. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στα Ζόφτι Βόντι, στην κεντρική Ουκρανία (ουκρ.: Жовтi Води, ρωσ.: Жёлтые Воды = Ζόλτιγιε Βόντι, πολ.: Żółte Wody = Ζόουτε Βόντυ, κυριολ. κίτρινα νερά), στις 28 Απριλίου 1648. Το βασικό πρόβλημα για τους Πολωνούς ήταν ότι η μισή δύναμή τους αποτελούταν από Κοζάκους οι οποίοι γρήγορα αποσκίρτησαν κι ενώθηκαν με τον στρατό του Χμελνίτσκι. Επιπλέον, οι ενισχύσεις που τους στάλθηκαν ήταν πάλι Κοζάκοι που προσχώρησαν αμέσως μετά την άφιξή τους στους εξεγερμένους. Οι Πολωνοί βρέθηκαν σε θέση δραματικής αριθμητικής αδυναμίας: 1.500 άνδρες έπρεπε να αντιμετωπίσουν 15.000 Κοζάκους και Τάταρους! Χάρη στο πυροβολικό τους και το επίλεκτο ιππικό των Ουσάρων, οι Πολωνοί αντιστάθηκαν για περισσότερες από δύο εβδομάδες. Εξαντλημένοι και με μεγάλες απώλειες, επιχείρησαν να υποχωρήσουν το βράδυ της 15ης– 16ης Μαΐου: το τατάρικο ιππικό του Τουγάυ Μπέη και οι Κοζάκοι, υπό τη διοίκηση του χαρισματικού Μαξίμ Αλσάνσκι «Κριβανός» (παρατσούκλι που σήμαινε ο «Στραβομύτης», «αυτός με τη γαμψή μύτη»), τους επιτέθηκαν και τους κατέσφαξαν. Μετά την αρχική επιτυχία, οι Κοζάκοι του Χμελνίτσκι πετούν από νίκη σε νίκη. Τα Χριστούγεννα του 1648 ο Χμελνίτσκι μπαίνει στο Κίεβο ως ελευθερωτής και «ηγέτης της χώρας των Ρους», ενώ σε ολόκληρη την Ουκρανία οι αγρότες εξεγείρονται διώκοντας τους Πολωνούς ευγενείς που τους δυνάστευαν. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, η αποτίναξη του ζυγού απελευθερώνει και τις δυνάμεις της βίας: την πληρώνουν τα συνήθη θύματα. Ο πολυάριθμος εβραϊκός πληθυσμός της Ουκρανίας υφίσταται τους χειρότερους διωγμούς.

Ο Χμελνίτσκι, παράλληλα με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τις διαπραγματεύσεις, προσπαθεί να οργανώσει το κράτος του. Τα πράγματα όμως αρχίζουν να περιπλέκονται στα πεδία των μαχών. Τον Ιούνιο του 1651 υφίσταται σημαντική ήττα στο Μπερεστέτσκο, όπου τον προδίδουν οι μέχρι τότε σύμμαχοί του Τάταροι. Αναγκάζεται να συνάψει ανακωχή με μάλλον δυσμενείς όρους και προσπαθεί να αναζητήσει εξωτερικούς συμμάχους. Διαπραγματεύεται αρχικά με την Υψηλή Πύλη, αλλά οι Κοζάκοι του δεν είναι πρόθυμοι να γίνουν υποτελείς ενός αλλόθρησκου ηγεμόνα. Έτσι στρέφεται προς τη «φυσική» λύση: τον τσάρο Αλέξιο της Ρωσίας. Ύστερα από δύσκολες διαπραγματεύσεις συνάπτεται η Συνθήκη του Περεγιασλάβ (Ιανουάριος του 1654), βάσει της οποίας οι Κοζάκοι διατηρούν την αυτονομία τους αναγνωρίζοντας την επικυριαρχία του τσάρου. Τα δεδομένα έχουν μεταβληθεί για όλους και μια νέα δύναμη κάνει την εμφάνισή της. Μόνο που δεν θα είναι η μόνη.

β.   Ο «Κατακλυσμός»: Είναι πλέον σαφές ότι το κουτί της Πανδώρας έχει ανοίξει (πότε ακριβώς, όμως, άραγε;) κι ότι οι δυνάμεις της συντέλειας έχουν απελευθερωθεί. Στην πραγματικότητα, η κατάσταση πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο για τους δύο αρχικούς εμπόλεμους. Οι Κοζάκοι, που έχουν απωθήσει τους Πολωνούς από την Ουκρανία και τη Λευκορωσία, διαπιστώνουν ότι ο νέος τους σύμμαχος είναι εξαιρετικά παρεμβατικός και θέλει να έχει λόγο για τα εσωτερικά τους ζητήματα. Ταυτόχρονα, οι πρώην σύμμαχοί τους, οι Τάταροι, λεηλατούν ανεμπόδιστοι τα ουκρανικά εδάφη. Όσο για τους Πολωνούς, εκεί που νόμισαν ότι κατόρθωσαν να ελέγξουν τους Κοζάκους αντιπάλους τους, βρίσκονται μεταξύ δύο τουλάχιστον πυρών. Την ώρα που οι Ρώσοι ετοιμάζονται να εισβάλουν από τα ανατολικά, επιτίθενται στην Πολωνία οι Σουηδοί (Ιούλιος 1655). Αρχίζει αυτό που στην πολωνική Ιστορία καταγράφηκε ως ο (σουηδικός) «Κατακλυσμός» (Potop szwedzki). Το δυτικό τμήμα της Κοινοπολιτείας βρίσκεται γρήγορα υπό (προσωρινή έστω) σουηδική κατοχή, ενώ το ανατολικό το κατέχουν Κοζάκοι και Ρώσοι.

Ο ίδιος ο Χμελνίτσκι δεν θα καταφέρει να χειρισθεί με επιτυχία τις εξελίξεις. Διαπραγματευόμενος ταυτόχρονα με Σουηδούς και Ρώσους (μολονότι η Ρωσία θα κηρύξει τον πόλεμο στη Σουηδία, τον Ιούλιο του 1656), αντιμέτωπος με εσωτερικά προβλήματα κι έριδες, ο Κοζάκος ηγέτης θα κουραστεί. Τον Ιούλιο του 1657 θα υποστεί βαρύτατο εγεφαλικό επεισόδιο και πέντε μέρες αργότερα (27.7) θα πεθάνει.

Σ’ αυτήν την απελπιστική κατάσταση η Πολωνία θα βρει τις δυνάμεις να αντιδράσει. Δύο ευγενείς, ο Στέφαν Τσαρνιέτσκι και ο Μέγας Αταμάνος της Λιθουανίας Πάβεου Γιαν Σαπιέχα, θα οργανώσουν την πολωνική αντίσταση κατά των Σουηδών του Κάρολου Ι΄ Γουστάβου. Το 1657, οι δυνάμεις της Κοινοπολιτείας θα κατορθώσουν να εκδιώξουν τις σουηδικές δυνάμεις από τα πολωνικά εδάφη. Η Κοινοπολιτεία θα προσπαθήσει ακόμη και να προσεταιρισθεί εκ νέου τους Κοζάκους. Με τη Συνθήκη του Χάτζατς (ουκρ.: Γκάντιατς), το 1658, προσφέρεται ξανά στους Κοζάκους η δυνατότητα συνεργασίας με την Κοινοπολιτεία. Η πολωνική συνέλευση και ο βασιλιάς Ιωάννης Β΄ Καζιμίρ θα κυρώσουν τη συνθήκη, την οποία θα δεχθούν μέρος της συνέλευσης των Κοζάκων (της Στάρσυνας) και ο νέος αταμάνος Ιβάν Βυχόφσκι. Δεν θα συμβεί το ίδιο με την πλειονότητα των Κοζάκων. Η συνθήκη θα μείνει νεκρό γράμμα. Τα πράγματα δεν μπορούσαν να είναι ποτέ ξανά ίδια… Ο αγώνας για την Ουκρανία και τη Λευκορωσία, που έχει πλέον πάρει τη μορφή ρωσοπολωνικής σύγκρουσης, θα τερματιστεί το 1667 με τη Συνθήκη του Αντρούσοβο. Η Πολωνία θα περιορίσει τις απώλειές της, διατηρώντας τα εδάφη δυτικά του Δνείπερου.

Έστω και πληγωμένη, η Πολωνία έχει ακόμη στιγμές δόξας μπροστά της. Ο λυτρωτής, άλλωστε, της Βιέννης από την οθωμανική πολιορκία του 1683 πρόκειται να είναι Πολωνός, ο βασιλιάς Ιωάννης Γ΄ Σομπιέσκι. Ωστόσο, τα τραύματα που της προκάλεσαν οι αναταράξεις που ξεκίνησαν με την εξέγερση του Μπαγκντάν Χμελνίτσκι δεν θα γιατρευτούν ποτέ.

ΙΙ.   Ο Σενκιέβιτς και το «Διά Πυρός και Σιδήρου»

Α.   Το πλαίσιο συγγραφής του έργου

Πραγματικά εθνικός συγγραφέας της Πολωνίας, ο νομπελίστας Χένρυκ Σενκιέβιτς (1846-1916), γεννήθηκε στη Βόλα Οκρζέισκα της ρωσοκρατούμενης ανατολικής Πολωνίας, παιδί ξεπεσμένης αριστοκρατικής οικογένειας. Το έργο του χαρακτηρίζεται από τα δύο μεγάλα ιδεολογικά ρεύματα που σημάδεψαν τον 19ο αιώνα, τον ρομαντισμό και τον εθνικισμό. Κατεξοχήν εκπρόσωπος του πολωνικού αλυτρωτισμού, συγγράφει το «Διά Πυρός και Σιδήρου» (Ogniem i Mieczem) το 1884 με σκοπό να τονώσει το ηθικό των υπόδουλων συμπατριωτών του, είκοσι χρόνια μετά την αποτυχημένη εξέγερση του Ιανουαρίου του 1863 κατά των Ρώσων. Το μυθιστόρημα, που δημοσιεύθηκε αρχικά σε συνέχειες στις πολωνικές εφημερίδες, αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας με θέμα την Ιστορία της Πολωνίας κατά τον 17ο αιώνα. Τα άλλα δύο μέρη είναι ο «Κατακλυσμός» («Potop», 1886) και ο «Άρχοντας Βολοντιόφσκι» («Pan Wołodyjowski», pan είναι η πολωνική προσφώνηση για τον κύριο, 1888), που έχει μεταφραστεί και υπό τους τίτλους «Φωτιά στη Στέπα» και «Συνταγματάρχης Βολοντιόφσκι».

Παρά τους σαφείς πατριωτικούς σκοπούς του συγγραφέα, το «Διά Πυρός και Σιδήρου» είναι αρκετά πιστό στα ιστορικά δεδομένα. Προκειμένου να συγγράψει το έργο, ο Σενκιέβιτς μελέτησε τα αρχεία της πολωνικής αριστοκρατίας της εποχής και τα απομνημονεύματα επιφανών μελών της. Υπάρχουν βεβαίως σημεία που ο συγγραφέας επιχειρεί να εξάρει τον ηρωϊσμό των Πολωνών, συνολικά όμως το μυθιστόρημα διακρίνεται αιπό υψηλό βαθμό ιστορικής ακρίβειας. Οι ήρωες τους οποίους δημιούργησε η φαντασία του συγγραφέα συνυπάρχουν με πραγματικά πρόσωπα που σημάδεψαν τα γεγονότα της εποχής (τον βασιλέα Ιωάννη Β΄ Καζιμίρ, τον πρίγκιπα Βισνοβιέτσκι, τους αταμάνους των Κοζάκων Χμελνίτσκι και Βυχόφσκι, τον Τάταρο Τουγάυ Μπέη). Ακόμη κι ο χαρακτήρας του πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος Γιαν Σκρζετούσκι είναι «χτισμένος» πάνω σ’ ένα ιστορικό πρόσωπο: τον υπερασπιστή της πόλης του Ζμπάραζ Μικογουάι Σκρζετούσκι. Επιπλέον, το έργο δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί απλοϊκό ως προς την πλοκή και τους βασικούς χαρακτήρες του. Άλλωστε στερείται ενός πραγματικά «κακού» ήρωα. Ο αντίζηλος του Σκρζετούσκι, ο Κοζάκος Γιούρι Μπόχουν είναι μεν βίαιος και απερίσκεπτος, αλλά επιδεικνύει θάρρος που υπερβαίνει τα όρια του ηρωισμού, ενώ ο έρωτάς του για την Ελένα είναι αληθινός.

Β.   Η υπόθεση του μυθιστορήματος

Ο Γιαν Σκρζετούσκι είναι ένας νεαρός Πολωνός ευγενής, αξιωματικός του επίλεκτου σώματος του ιππικού, των «Φτερωτών» Ουσάρων, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία του πρίγκιπα Γιερέμι Βισνοβιέτσκι. Επιστρέφοντας από αποστολή στην Κριμαία, κι ενώ βρίσκεται κοντά στο Τσιγκίριν σώζει έναν άνδρα που δέχεται επίθεση. Αποκαλύπτεται ότι ο άνθρωπος αυτός είναι ο Μπαγκντάν Χμελνίτσκι τον οποίο επιχείρησαν να σκοτώσουν έμπιστοι του Τσαπλίνσκι. Ο Σκρζετούσκι συνεχίζει τον δρόμο του και πηγαίνει στο Τσιγκίριν όπου γνωρίζεται και αναπτύσσει σχέσεις φιλίας με τον Πολωνό ευγενή Γιαν Ονούφρυ Ζαγκουόμπα και τον Λιθουανό αριστοκράτη Λονγκίνους Ποντμπιπιέντα. Λίγες μέρες αργότερα, ξεκινά με τον Ζαγκουόμπα για το Λούμπνυ. Στον δρόμο συναντά κι ερωτεύεται την ορφανή νεαρή πριγκίπισσα Ελένα Κουρτσεβιτσούβνα, η οποία ταξιδεύει μαζί με τη θεία της. Η θεία καλεί τους αξιωματικούς στο οικογενειακό κτήμα της στο Ροζουόγκι. Κατά τη διάρκεια ενός δείπνου, ο Σκρζετούσκι μαθαίνει ότι η θεία της Ελένας έχει υποσχεθεί να την παντρέψει με τον Κοζάκο συνταγματάρχη Γιούρι Μπόχουν (τον οποίο η ίδια η Ελένα απεχθάνεται γιατί τον έχει δει να σκοτώνει άνθρωπο μπροστά στα μάτια της). Ο ήρωας κάνει ό,τι είναι δυνατό για να μεταπείσει τη θεία.

Στο μεταξύ, ο πρίγκιπας Βισνοβιέτσκι στέλνει τον Σκρζετούσκι ως εκπρόσωπό του στο Ζαπαρόζε, ενώ ετοιμάζεται να ξεσπάσει η εξέγερση των Κοζάκων. Σε μια συμπλοκή ο ήρωας τραυματίζεται κι αιχμαλωτίζεται. Οι Κοζάκοι οδηγούν τον αιχμάλωτο στον αρχηγό τους, που δεν είναι άλλος από τον Χμελνίτσκι. Ο αταμάνος σώζει τον Σκρζετούσκι κι υπόσχεται να τον απελευθερώσει το συντομότερο δυνατό. Μέχρι να συμβεί αυτό, ο Γιαν παρακολουθεί ανήμπορος τη συντριβή των Πολωνών στα Ζόφτι Βόντι.

Ανακαλύπτοντας την «προδοσία» της θείας της Ελένας, ο Μπόχουν επιτίθεται στο Ροζουόγκι με σκοπό να απαγάγει την Ελένα. Στη σύγκρουση σκοτώνονται οι δύο εξάδελφοι της νεαρής, η θεία της στραγγαλίζεται από τους Κοζάκους του Μπόχουν και οι εξεγερμένοι χωρικοί πυρπολούν την έπαυλη. Η ίδια η Ελένα καταφέρνει να ξεφύγει.

Ελεύθερος πια, ο Σκρζετούσκι κατευθύνεται προς το Ροζουόγκι για να βρει την αγαπημένη του. Φτάνοντας αντικρίζει μόνο ερείπια. Πιστεύοντας ότι η Ελένα είναι νεκρή θρηνεί τον θάνατό της κι επιστρέφει στην υπηρεσία του Βισνοβιέτσκι. Εκεί, ο Ζαγκουόμπα τον πληροφορεί ότι η Ελένα είναι σώα κι ασφαλής στο Μπαρ. Ενώ ο ήρωας ετοιμάζεται να πάει στην πόλη αυτή για να συναντήσει την Ελένα πληροφορείται ότι οι δυνάμεις του Μπόχουν κατέλαβαν το Μπαρ. Στον απελπισμένο Σκρζετούσκι φτάνει η ψευτική πληροφορία ότι η αγαπημένη του δολοφονήθηκε σ’ ένα μοναστήρι του Κιέβου όπου την κρατούσαν αιχμάλωτη. Ο ήρωας πέφτει βαριά άρρωστος.

Μετά την ανάρρωσή του, ο Σκρζετούσκι μεταβαίνει στο Ζμπάραζ με σκοπό να οργανώσει την άμυνα της πόλης, την οποία ετοιμάζονται να πολιορκήσουν οι Κοζάκοι. Πολεμά με ηρωϊσμό κατά την πολιορκία. Για να σώσει την πόλη, αποφασίζει να περάσει μέσα από τις γραμμές του εχθρού και να συναντήσει τον βασιλιά Ιωάννη Καζιμίρ ζητώντας του ενισχύσεις. Επιτυγχάνει στην παράτολμη αποστολή του και σώζει την πόλη. Στο μεταξύ μαθαίνει ότι η Ελένα είναι ζωντανή. Οι δύο ερωτευμένοι συναντιούνται στο Λβούφ όπου και παντρεύονται. Μετά το τέλος της εξέγερσης του Χμελνίτσκι θα ζήσουν ευτυχισμένοι, αποκτώντας μια ντουζίνα και περισσότερα παιδιά (αυτό μπορεί να μη μας πολυφαίνεται ρομαντικό, αλλά τα ήθη κι έθιμα της εποχής ήταν μάλλον διαφορετικά από τα σύγχρονά μας).

Γ.   Μεταφορά στον κινηματογράφο: Το μυθιστόρημα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1999 (με ιδιαίτερη επιτυχία) από τον Πολωνό σκηνοθέτη Γιέρζυ Χόφφμαν. Τότε, επρόκειτο για την ακριβότερη πολωνική παραγωγή όλων των εποχών. Ο σκηνοθέτης κατόρθωσε να μεταφέρει κινηματογραφικά ολόκληρη την Τριλογία του Σενκιέβιτς, με την αντίστροφη όμως σειρά (1969: Άρχοντας Βολοντιόφσκι, 1974: Κατακλυσμός, με πρωταγωνιστή τον, γνωστό μας από τις ταινίες του Βάιντα, Ντάνιελ Ολμπρύχσκι). Στην ταινία του 1999, πρωταγωνίστησαν ο Μίχαου Ζεμπρόφσκι ως Γιαν Σκρζετούσκι, η μεγαλωμένη στη Σουηδία Ιζαμπέλλα Σκορούπκο ως Ελένα, ο Ρώσος Αληξάντρ Νταμαγκάροφ ως Μπόχουν κι ο Ουκρανός Μπαγκντάν Στούπκα ως Χμελνίτσκι (προσθέστε και τον Ολμπρύχσκι ως Τουγάυ Μπέη και τον Αντρζέι Σέβερυν ως πρίγκιπα Βισνοβιέτσκι). Η ταινία δέχθηκε κριτικές για κάποιες ανακρίβειες: κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο παρουσίασε τη μάχη στα Ζόφτι Βόντι. Ωστόσο, πώς είναι δυνατόν να παρουσιασθεί με ακρίβεια σε κινηματογραφικό χρόνο μια μάχη που κράτησε κοντά τρεις εβδομάδες; Στην Πολωνία, κάποιοι την κατηγόρησαν κι ως φιλοουκρανική, λόγω του θετικού τρόπου με τον οποίο παρουσίαζε τους Κοζάκους. Αυτή όμως η επίκριση μοιάζει μάλλον με έπαινο, αποδεικνύοντας ότι ο σκηνοθέτης πέτυχε να δώσει μια αρκετά αντικειμενική εικόνα των εμπολέμων. Σε κάθε περίπτωση (και μολονότι το DVD της ταινίας είναι σχετικά δυσεύρετο), μπορείτε να σχηματίσετε προσωπική εντύπωση παρακολουθώντας αποσπάσματά της: τη Μάχη στα Ζόφτι Βόντι (με αγγλικούς υπότιτλους), σκηνές από την ίδια μάχη με μουσική υπόκρουση το εμβατήριο των Κοζάκων του Ζαπαρόζε, το ζεύγος των ερωτευμένων Γιαν και Ελένας, επέλαση των Ουσάρων με σκοπό την απελευθέρωση του Ζμπάραζ. καθώς και ολόκληρο το φιλμ, ατυχώς με κακό ντουμπλάρισμα στα ουκρανικά. Και, πάντως, ό,τι και να πείτε, οι σκηνές μάχης είναι εντυπωσιακότατες.

Ελπίζω να παραβλέψετε την αυτοαναφορικότητα της σημερινής ανάρτησης. Άλλωστε, πέρα από μια ρομαντική και ηρωϊκή ιστορία που σημάδεψε τα παιδικά μου χρόνια, υπάρχουν ιστορικά γεγονότα που καθόρισαν την πορεία της Βόρειας και Ανατολικής Ευρώπης για τους επόμενους αιώνες και τα οποία ακόμη και σήμερα ασκούν επιρροή στις νοοτροπίες λαών και στις πολιτικές κρατών. Κατά τα λοιπά, νομίζω ότι το είπαμε… Το 1647 ήταν παράξενη χρονιά!

Περιηγήσεις στη Λωρραίνη: Νανσύ

Ιουνίου 1, 2011

Όταν η μεγάλη σου αγάπη είναι το Στρασβούργο, τότε μπορεί να αντιμετωπίζεις το Νανσύ με κάποια υπεροψία. «Πολύ όμορφη η Πλας Στανισλάς, αλλά αυτό είναι όλο». Μια τέτοια εντύπωση είναι εσφαλμένη και άδικη. Βέβαια, σε μια απόλυτη σύγκριση σπουδαιότητας και μνημείων το Νανσύ μπορεί να υστερεί της πρωτεύουσας της Αλσατίας. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να μειώσει την αυτοτελή αξία της πόλης της Λωρραίνης με την τόσο πλούσια Ιστορία. Βρισκόμαστε άλλωστε στη Γαλλία, δηλαδή τη χώρα της Ευρώπης με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση ιστορικών μνημείων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο… αν φυσικά εξαιρέσουμε την Ιταλία.

Η εντύπωση που δίνει το Νανσύ στον επισκέπτη είναι πολύ διαφορετική από αυτήν που αφήνουν οι αλσατικές πόλεις ή ακόμη κι αυτό το γειτονικό Μες, η άλλη μεγάλη πόλη της Λωρραίνης. Πουθενά δεν συναντάς τα σπίτια με εμφανή σκελετό από ξύλινα δοκάρια, όπως στην Αλσατία, αλλά και σε τόσα άλλα μέρη της Γαλλίας, από τη Βουργουνδία και την Καμπανία μέχρι τη Βρετάνη. Τα χρώματα και τα διακοσμητικά στοιχεία των κτιρίων παραπέμπουν περισσότερο στον γαλλικό νότο, ακόμη και στην Ιταλία, ιδίως όταν ο ταξιδιώτης τα ανακαλύπτει κάποια ηλιόλουστη μέρα. Η εξήγηση είναι ίσως προφανής κι έγκειται στο ότι το Νανσύ βρισκόταν πάντα στη γαλλική πλευρά του γλωσσικού, και συνακόλουθα πολιτιστικού συνόρου, μεταξύ των περιοχών εξάπλωσης των λατινογενών και των γερμανικών γλωσσών. Τα «εξωτικά» στοιχεία είναι πολύ λίγα κι ο επισκέπτης δεν έχει καμιά αμφιβολία για το ότι βρίσκεται πάντα εντός των ορίων της γαλλικής επικράτειας. Κι έπειτα, το Νανσύ και η περιοχή του δεν γνώρισαν (τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό) τις δραματικές μεταβολές που σημάδεψαν την Ιστορία της Αλσατίας και της Βόρειας Λωρραίνης: οι αλλαγές κυρίαρχου ήταν λιγότερες σε αριθμό και, κυρίως, πολύ πιο ομαλές.

Ι. Ιστορική αναδρομή

Όπως θα διαπιστώσουμε, ιστορικά το Νανσύ είναι σχετικά «νεαρή» πόλη. Η πρώτη μνεία του τοπωνυμίου (ως Nanceiacum) ανάγεται στα 896, αλλά δεν είναι εξακριβωμένη η ύπαρξη κάποιου οικισμού την εποχή εκείνη. Πίσω απ’ το όνομα κρύβεται η κελτική ρίζα nant-, η οποία πρέπει να έδωσε λέξεις που είχαν τη σημασία «κοιλάδα», «ποταμός» ή «έλος». Λαμβανομένων υπόψη των γεωφυσικών χαρακτηριστικών της θέσης στην οποία χτίστηκε το Νανσύ, καμία από τις τρεις σημασίες δεν φαίνεται άστοχη.

Α. Το ανεξάρτητο Δουκάτο της Λωρραίνης

α. Ο Οίκος της Αλσατίας: Η ιστορία του Νανσύ συνδέεται με την ίδρυση του Δουκάτου της Λωρραίνης στα εδάφη της Άνω Λοθαριγγίας. Από το 1047 το Δουκάτο ανήκει στον Οίκο της Αλσατίας. Πιθανώς το 1061, ο δούκας Γεράρδος της Αλσατίας αποφασίζει να χτίσει ένα κάστρο ανάμεσα σε δύο έλη που σχημάτιζαν οι διακλαδώσεις του ποταμού Μερτ. Όπως είναι φυσικό, το κάστρο θα προσελκύσει πληθυσμό και θα δημιουργηθεί ένας οικισμός που θα αρχίσει να αναπτύσσεται αρκετά γρήγορα, ώστε να εξελιχθεί σε πόλη, έστω και σύμφωνα με τα κριτήρια της εποχής. Η ανάπτυξη αυτή καταδεικνύεται κι από το γεγονός ότι στο πρώτο μισό του 14ου αι. η πόλη οχυρώνεται περιμετρικά με τείχη.

Ο Οίκος τη Αλσατίας θα κρατήσει στα χέρια του τις τύχες της Λωρραίνης για τέσσερις αιώνες. Η δράση των δουκών θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως μάλλον διακριτική. Το κύριο μέλημά τους είναι να διασφαλίσουν τουλάχιστον την εδαφική ακεραιότητα του δουκάτου. Άλλωστε, δεν τους ανήκει καν ολόκληρη η Λωρραίνη: τα εδάφη των τριών επισκοπικών περιφερειών του Μες, της Τουλ και του Βερντέν είναι ανεξάρτητα και διοικούνται από τους εκάστοτε επισκόπους τους (το Μες βέβαια θα εξελιχθεί σχετικά γρήγορα σε εμπορική «δημοκρατία», στα πρότυπα άλλων πόλεων της Γερμανίας ή της Ιταλίας). Και στα βορειοανατολικά εκτείνονται τα εδάφη της πανίσχυρης Γερμανικής Αυτοκρατορίας (το 1218, στο πλαίσιο του πολέμου για τη διαδοχή της Καμπανίας, ο Φρειδερίκος Β΄ των Χοχενστάουφφεν πυρπολεί το Νανσύ). Έτσι, κατά το μεγαλύτερο διάστημα του Μεσαίωνα, οι Δούκες της Λωρραίνης είναι βασσάλοι των Γάλλων βασιλέων, τους οποίους και συνοδεύουν συνήθως στις πολεμικές εκστρατείες τους (συνήθως, αλλά όχι πάντα: στη Μάχη της Μπουβίν, το 1214, ο δούκας Θεοβάλδος Α΄ θα πολεμήσει δίπλα στον Γερμανό αυτοκράτορα Όθωνα Δ΄ εναντίον του Φιλίππου-Αυγούστου της Γαλλίας).

β. Από τον Οίκο του Ανζού στον Οίκο του Βωντεμόν: Το 1431 ο δούκας Κάρολος Β΄ ο Τολμηρός πεθαίνει χωρίς επιζώντες άρρενες απογόνους. Η μεγαλύτερη κόρη του, η Ισαβέλλα, είναι παντρεμένη από το 1420 με τον Ρενέ Α΄ του Ανζού. Το δουκάτο περνά στα χέρια του Οίκου του Ανζού, δηλαδή μιας από τις μεγαλύτερες δυνάμεις της εποχής. Ο Ρενέ εκτός από Δούκας της Λωρραίνης είναι επίσης δούκας του Ανζού και του Μπαρ, κόμης της Προβηγκίας και βασιλιάς της Νάπολης και της Κάτω Ιταλίας, καθώς και τιτουλάριος βασιλιάς της Σικελίας, της Ιερουσαλήμ και της Ουγγαρίας (ουγγρικής μάλλον προέλευσης, ο περίφημος διπλός Σταυρός της Λωρραίνης είναι κληρονομιά ακριβώς της περιόδου της ανδεγαυικής κυριαρχίας: οι Ανδεγαυοί πρέπει να τον υιοθέτησαν ως σύμβολό τους στο διάστημα που βασίλευαν και στην Ουγγαρία)! Για πρώτη φορά η Λωρραίνη διοικείται από έναν ηγεμόνα που δεν εδρεύει στο Νανσύ και για τον οποίο τα εδάφη του στην Ανατολική Γαλλία δεν είναι παρά ένα μικρό τμήμα των συνολικών κτήσεών του. Το γεγονός προκαλεί αντιδράσεις: η διαδοχή αμφισβητείται από τον Αντώνιο του Βωντεμόν, ο οποίος δεν είναι απλώς ο σημαντικότερος βασσάλος των δουκών, αλλά κι ο στενότερος άρρην συγγενής του αποθανόντος δουκός Καρόλου. Η διαμάχη θα ξεπεραστεί μ’ ένα συμβιβασμό. Η Γιολάντα, κόρη του Ρενέ και της Ισαβέλλας θα παντρευτεί τον Φρειδερίκο, γιο του κόμη του Βωντεμόν. Με την εύνοια συγκυριών, ο γάμος αυτός θα προετοιμάσει τη μεταβίβαση του θρόνου της Λωρραίνης στον Οίκο του Βωντεμόν και, κατά κάποιο τρόπο, την επιστροφή του στους απογόνους των αρχικών κυρίαρχων του δουκάτου. Συγκεκριμένα: το 1453 ο Ρενέ θα παραιτηθεί από τον δουκικό θρόνο υπέρ του γιου του, ο οποίος θα διοικήσει τη Λωρραίνη ως Ιωάννης Β΄ μέχρι το θάνατό του, το 1470. Θα τον διαδεχτεί ο γιος του, ο Νικόλαος Α΄, ο οποίος, όμως πεθαίνει νεότατος και ανύπαντρος το 1473 (ψιθυριζόταν ότι είχε δηλητηριαστεί κατόπιν διαταγών του Γάλλου βασιλιά). Έτσι, ως στενότερος άρρην συγγενής κατέλαβε τον θρόνο ο γιος της Γιολάντας και του Φρειδερίκου του Βωντεμόν, ο Ρενέ Β΄. Ο νεαρός δούκας είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής και νεαρής του ηλικίας στην αυλή του συνονόματου παππού του (ο Ρενέ Α΄ έζησε μέχρι το 1480) στο Ανζού και στην Προβηγκία. Επρόκειτο όμως να έρθει αντιμέτωπος με τον μεγαλύτερο κίνδυνο που είχε απειλήσει μέχρι τότε τη Λωρραίνη.

Οι Δούκες της Βουργουνδίας κυριαρχούν σε μια εκτεταμένη επικράτεια από την κοιλάδα του Ροδανού μέχρι τη Βόρεια Θάλασσα. [Κάποια στιγμή θα πρέπει να ασχοληθούμε ειδικά μ’ αυτόν τον ελάσσονα κλάδο των Βαλουά που παραλίγο να χτίσει μια πραγματική αυτοκρατορία και που, σε κάθε περίπτωση, συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία της μεγαλύτερης ίσως αυτοκρατορίας που γνώρισε η Ευρώπη, αυτής των Αψβούργων του 16ου αι.] Μια μόνο ανορθογραφία σκιάζει τη δόξα τους: ανάμεσα στα εδάφη τους στη Βουργουνδία και στις κτήσεις τους στη Φλάνδρα παρεμβάλλεται το ενοχλητικό Δουκάτο της Λωρραίνης. Τολμηρός, παράτολμος ή ριψοκίνδυνος (Téméraire) για τους φίλους του, τρομερός για τους εχθρούς του, ο δούκας Κάρολος βάζει στόχο να εξαφανίσει το πρόβλημα. Οχυρώνει θέσεις εντός της επικράτειας της Λωρραίνης και τον Νοέμβριο του 1475 καταλαμβάνει το Νανσύ. Εξόριστος πλέον, ο Ρενέ συμμαχεί με τους Ελβετούς για να αντιμετωπίσει τον Κάρολο. Η συμμαχία αποφέρει καρπούς: στις δύο μάχες που θα δοθούν σε ελβετικό έδαφος το 1476 (Γκρανσόν και Μορά/ Μύρτεν), ο στρατός του Βουργουνδού θα συντριβεί και το πυροβολικό του θα καταστραφεί ολοσχερώς. Ο Ρενέ μπορεί να επιστρέψει στην πρωτεύουσά του και να την οχυρώσει, γιατί βέβαια ο Κάρολος είναι σκληρό καρύδι και δεν πρόκειται να παραδεχτεί τόσο εύκολα την ήττα του. Πράγματι, τον Οκτώβριο του 1476 ο Κάρολος εμφανίζεται ξανά κάτω από τα τείχη του Νανσύ μ’ ένα στράτευμα που έχει συγκεντρώσει βιαστικά. Ο Βουργουνδός δεν ακούει τους επιτελείς του που φοβούνται τη μεγάλη αριθμητική υπεροχή των αντιπάλων και τον συμβουλεύουν να οπισθοχωρήσει στα εδάφη του στο Λουξεμβούργο για να αναδιοργανώσει το στρατό του. Στην αποφασιστικής σημασίας μάχη που δίνεται στις 5 Ιανουαρίου 1477 νότια της πόλης οι δυνάμεις του Ρενέ και οι Ελβετοί συντρίβουν τον στρατό του Καρόλου ο οποίος βρίσκει τον θάνατο. Το πτώμα του θ’ ανακαλυφτεί δύο μέρες μετά σ’ έναν παγωμένο βάλτο, με το πρόσωπο μισοφαγωμένο από τους λύκους. Θα το μεταφέρουν στο Νανσύ και θα καλέσουν τον προσωπικό γιατρό του, ο οποίος θα αναγνωρίσει το άψυχο σώμα του κυρίου του από τα μακριά του νύχια και τις ουλές που είχαν αφήσει προηγούμενες μάχες.

Μετά τη νίκη επί των Βουργουνδών, η ηγεμονία του Ρενέ (μέχρι το 1508) και του γιου του, του Αντώνιου (1508-1544), σηματοδοτούν μια εποχή μεγάλης ακμής για τη Λωρραίνη και το Νανσύ. Επί Ρενέ αρχίζει η ανέγερση των νέων δουκικών ανακτόρων (που θα ολοκληρωθούν από τον Αντώνιο), ενώ ο ίδιος παραγγέλλει (εκπληρώνοντας τάμα του) την κατασκευή της μονής και της εκκλησίας των Φραγκισκανών στα βόρεια του ανακτόρου.

γ. Μεταξύ Γαλλίας και Αψβούργων: Στη συνέχεια, η τύχη της Λωρραίνης καθορίζεται από την επιλογή συμμαχιών. Μεταξύ των δύο μεγάλων δυνάμεων, της Γαλλίας και της αυτοκρατορίας των Αψβούργων, οι δούκες της Λωρραίνης θα οδηγηθούν τελικά στην αγκαλιά των δεύτερων, ίσως γιατί ο ισχυρός που βρίσκεται πιο κοντά τρομάζει και περισσότερο. Η επιλογή του δούκα Καρόλου Δ΄, ο οποίος ανέρχεται στην εξουσία το 1625, να συνταχθεί ανοιχτά με τους Αψβούργους, ρίχνει τη Λωρραίνη στη δίνη του Τριακονταετούς Πολέμου. Τα πράγματα περιπλέκονται περισσότερο όταν ο Κάρολος έρχεται σε ανοιχτή ρήξη με τον Γάλλο βασιλιά Λουδοβίκο ΙΓ΄ και τον πανίσχυρο καρδινάλιο Ρισελιέ, υποστηρίζοντας τον Γκαστόν της Ορλεάνης, αδελφό του Λουδοβίκου. Οι Γάλλοι καταλαμβάνουν τη Λωρραίνη. Έπειτα τη λεηλατούν οι προτεστάντες Σουηδοί του βασιλιά Γουσταύου-Αδόλφου, για να ξανάρθει η σειρά των Γάλλων. Με τις Συνθήκες της Βεστφαλίας η Γαλλία αποκτά οριστικά τα εδάφη των τριών επισκοπικών περιφερειών της Λωρραίνης, ενώ κατέχει στρατιωτικά τα εδάφη του δουκάτου. Οι δούκες της Λωρραίνης ζουν εξόριστοι μέχρι το 1697, όταν ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ τους επιτρέπει να επιστρέψουν στο Νανσύ.

Φαίνεται παράδοξο, αλλά η Λωρραίνη στην οποία επιστρέφει ο δούκας Λεοπόλδος Α΄ ο Καλός, μολονότι έχει ουσιαστικά καταστεί γαλλικό προτεκτοράτο, βρίσκεται σε πλήρη οικονομική ακμή: ορυχεία, αλυκές, χαρτοποιία, υαλουργία, πορσελάνες και εμπόριο εν γένει αποτελούν τις πηγές πλούτου του Νανσύ. Βοηθούν και η κατά τα φαινόμενα εξομάλυνση των σχέσεων με τη Γαλλία κι η ελπίδα ότι ένας δυναστικός γάμος μεταξύ των οίκων της Γαλλίας και της Λωρραίνης θα μπορούσε να διασφαλίσει την ανεξαρτησία της δεύτερης. Ιδιωτικά μέγαρα χτίζονται στη νέα πόλη του Νανσύ, αδιάψευστη απόδειξη της ευμάρειας ευγενών και αστών. Αρχίζει η ανέγερση του μεγάλου ναού που πρόκειται να γίνει ο καθεδρικός της πόλης. Ο ίδιος ο δούκας συμβάλλει στην ανοικοδόμηση, παρότι, ακολουθώντας την τάση της εποχής που θέλει τους μονάρχες να κατοικούν εκτός της πρωτεύουσάς τους, μεταφέρει την αυλή του στη Λυνεβίλλ. Η πνευματική ζωή γνωρίζει άνθηση χάρη και στο Πανεπιστήμιο των Ιησουιτών στο γειτονικό Ποντ α Μουσσόν.

Όταν το 1729 πεθαίνει ο Λεοπόλδος, ο διάδοχος βρίσκεται για σπουδές στη Βιέννη, στην αυλή των φίλων και προστατών Αψβούργων. Ο Φραγκίσκος Γ΄ ήταν ο τρίτος γιος του Λεοπόλδου, αλλά οι δύο μεγαλύτεροι αδελφοί του είχαν πεθάνει από ευλογιά. Ο νεαρός δούκας επιστρέφει στο Νανσύ με μισή καρδιά. Ήδη ο αυτοκράτορας Κάρολος Στ΄ έχει εκδηλώσει την επιθυμία του να παντρέψει τον Φραγκίσκο με την κόρη του και μέλλουσα αυτοκράτειρα, τη Μαρία-Θηρεσία. Ο νεαρός περνά δύο χρόνια στο Νανσύ κι έπειτα επιστρέφει στη Βιέννη και στην εκλεκτή της καρδιάς του. Την ίδια ώρα η προοπτική του αυτοκρατορικού γάμου έχει θορυβήσει τη γαλλική αυλή. Ένας δούκας της Λωρραίνης που θα γίνει και αυτοκράτορας είναι ό,τι χειρότερο για τα σχέδια της Γαλλίας η οποία έχει σχεδόν προσαρτήσει τη Λωρραίνη. Αρχίζει ένα διπλωματικό παιχνίδι με απρόβλεπτες συνέπειες. Ο γαλλικός θρόνος θα δεχτεί τον γάμο μόνο υπό τον όρο ότι ο Φραγκίσκος θα εγκαταλείψει το Δουκάτο της Λωρραίνης. Πράγματι, ο Φραγκίσκος θα παντρευτεί τη Μαρία-Θηρεσία το 1736 και θα αφήσει το 1737 τα πατρογονικά εδάφη στους Γάλλους με αντάλλαγμα την Τοσκάνη (η συμφωνία θα επικυρωθεί το 1738 με τη Συνθήκη της Βιέννης). Κι ενώ ο μέχρι τότε δούκας θα πορευτεί προς την αυτοκρατορική μοίρα του, ο Γάλλος βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΕ΄ θα θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό του για μια ομαλή προσάρτηση της Λωρραίνης. Έφτασε η ώρα να περάσει στο προσκήνιο ο καλός βασιλιάς Στανισλάς.

Β. Στα χρόνια του καλού βασιλιά Στανισλάς

Γόνος μιας από τις επιφανέστερες οικογένειες της πολωνικής αριστοκρατίας, ο Στανισλάος Λεστσύνσκι εκλέγεται βασιλιάς της Πολωνίας το 1704, σε ηλικία 24 ετών, ουσιαστικά χάρη στην υποστήριξη του Σουηδού βασιλέα Κάρολου ΙΒ΄. Η εποχή είναι πολύ δύσκολη για την πάλαι ποτέ πολωνική υπερδύναμη. Περικυκλωμένη από τις μεγάλες ή ανερχόμενες δυνάμεις της εποχής (Ρωσία, Πρωσία, Αυστρία, Σουηδία), η Πολωνία διάγει τα τελευταία χρόνια της ανεξάρτητης ύπαρξής της. Μετά τη συντριβή του προστάτη του, του Καρόλου, στη μάχη της Πολτάβας (1709), ο Στανισλάος εκθρονίζεται. Ενώ έχει περάσει 15 χρόνια στην εξορία (Βεσαραβία, Ρηνανία-Παλατινάτο, Αλσατία), συναντά απρόσμενα τη μεγάλη ευκαιρία. Από το 1715 και τον θάνατο του προπάππου του, του «Βασιλιά-Ήλιου», μονάρχης της Γαλλίας είναι ο ανήλικος Λουδοβίκος ΙΕ΄ (γενν. το 1710). Ο θείος του και αντιβασιλέας Φίλιππος της Ορλεάνης έχει κανονίσει τον γάμο του Λουδοβίκου με την ινφάντα της Ισπανίας. Όταν το 1723 πεθαίνει ο αντιβασιλέας, η μέλλουσα νύφη είναι μόλις 6 ετών. Ο νέος πρωθυπουργός, ο Λουδοβίκος-Φίλιππος των Βουρβώνων, δεν καλοβλέπει αυτή την προοπτική. Ο νεαρός Λουδοβίκος είναι ένας φιλάσθενος έφηβος. Οι περισσότεροι δεν πιστεύουν ότι θα ζήσει αρκετά ώστε να ενηλικιωθεί. Αν, όμως, ο βασιλιάς πεθάνει πρόωρα, τότε θα τον διαδεχτεί ο δούκας της Ορλεάνης, γιος του νεκρού αντιβασιλέα και μεγάλος αντίπαλος του νυν πρωθυπουργού. Επομένως, πρέπει να βρεθεί γρήγορα μια νύφη για τον Λουδοβίκο: όχι πολύ μεγαλύτερή του, αλλά οπωσδήποτε σε αναπαραγωγική ηλικία και βεβαίως καθολική. Μόνο μια πριγκίπισσα πληροί τις προδιαγραφές αυτές: η κόρη του Στανισλάου Μαρία, την οποία και θα νυμφευθεί ο Λουδοβίκος τον Δεκαπενταύγουστο του 1725, στον Καθεδρικό του Στρασβούργου. Από εξόριστος μονάρχης, ο Στανισλάος προάγεται σε βασιλικό πεθερό. Πιστεύοντας ότι η γαλλική βοήθεια θα αποδειχτεί αρκετή, ο Στανισλάος επιχειρεί να ανακτήσει τον πολωνικό θρόνο: τον Σεπτέμβριο του 1734 επιστρέφει στη Βαρσοβία όπου η Πολωνική Δίαιτα τον επανεκλέγει βασιλέα. Μόνο που η ρωσική αντίδραση είναι άμεση και αποτελεσματική. Μέσα σε λίγες ημέρες ο Στανισλάος εκδιώκεται από την πρωτεύουσά του και καταφεύγει στο Γκντανσκ. Η Γαλλία κρίνει ότι ένας πόλεμος με τους Ρώσους δεν είναι ό,τι το καλύτερο και περιορίζεται να βοηθήσει συμβολικά μόνο τον Στανισλάο. Η επιχείρηση αποτυγχάνει παταγωδώς. Ο Λουδοβίκος, πάντως, δεν ξεχνά τον πεθερό του. Έτσι, το 1737 κι ενώ ο Φραγκίσκος εγκαταλείπει το Νανσύ, ο Λουδοβίκος διορίζει τον Στανισλάο ως ισόβιο δούκα της Λωρραίνης και του Μπαρ. Με τον θάνατο του Πολωνού, η Λωρραίνη θα καταστεί και τυπικά γαλλικό έδαφος.

Είναι βέβαιο ότι ο Λουδοβίκος πιστεύει πως η «μεσοβασιλεία» του εξηντάχρονου πεθερού του δεν πρόκειται να κρατήσει και πολύ. Γερό σκαρί, ο Πολωνός θα διαψεύσει τις προβλέψεις και θα διοικήσει τη Λωρραίνη για σχεδόν τριάντα χρόνια, μέχρι τον θάνατό του το 1766. Βέβαια, η λέξη «διοικήσει» δεν είναι απολύτως ακριβής: στην πράξη, ο Στανισλάος δεν έχει όλες τις εξουσίες στα χέρια του, μια και η Γαλλία έχει στείλει ως κυβερνήτη της Λωρραίνης τον Ιππότη της Γκαλαιζιέρ με αποστολή να προετοιμάσει το ταχύτερο δυνατό τη μετάβαση του δουκάτου σε καθεστώς γαλλικής κυριαρχίας. Παρόλα αυτά, ο Στανισλάος θα κάνει ό,τι μπορεί για να γίνει αγαπητός στους υπηκόους του και για να διασφαλίσει την υστεροφημία του. Αφήνει κληρονομιά το μνημειακό έργο της πλατείας που θα πάρει (πολύ αργότερα) το όνομά του, θεσπίζει την παροχή δωρεάν εκπαίδευσης στους κατοίκους της Λωρραίνης, ιδρύει τη Βασιλική Βιβλιοθήκη και τη Βασιλική Ακαδημία του Νανσύ, καθιερώνει ένα στοιχειώδες σύστημα πρωτοβάθμιας ιατρικής περίθαλψης. Με δύο λόγια, ένας αληθινός φωτισμένος μονάρχης, ο οποίος φιλοξενεί στα ανάκτορα της Λυνεβίλλ όλες τις μεγάλες μορφές του Διαφωτισμού, από τον Βολταίρο ως τον Μοντεσκιέ.

Γ. Υπό γαλλική κυριαρχία

Με τον θάνατο του Στανισλάου το 1766 (σε ηλικία 89 ετών και μάλιστα όχι εξαιτίας κάποιας ασθένειας αλλά λόγω των εγκαυμάτων που υπέστη πέφτοντας στο τζάκι του υπνοδωματίου του στα ανάκτορα της Λυνεβίλλ), η Λωρραίνη και το Νανσύ περνούν οριστικά στη Γαλλία. Τα χρόνια περνούν, κι αν κάποια επανάσταση άλλαξε ριζικά την πόλη αυτή δεν ήταν η Γαλλική, αλλά η Βιομηχανική. Τα ανθρακωρυχεία και η σιδηρουργία μεταβάλλουν τη φυσιογνωμία της πόλης. Το Νανσύ βγαίνει κατά κάποιο τρόπο κερδισμένο κι από την οδυνηρή ήττα της Γαλλίας στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο του 1870-71 και την απώλεια της Αλσατίας και του Μοζέλλα: στην πόλη συρρέουν όχι μόνον απλοί πρόσφυγες από τις χαμένες για τη Γαλλία περιοχές, αλλά κι ένα μεγάλο μέρος της επιχειρηματικής και πνευματικής ελίτ τους. Ο πληθυσμός της πόλης υπερδιπλασιάζεται: από 40.000 κατοίκους το 1850, η πόλη ξεπερνά τις 100.000 με την αυγή του 20ού αι. (ο αριθμός παραμένει μέχρι σήμερα σταθερός… για τον Δήμο του Νανσύ, μια και το ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα αριθμεί γύρω στις 300.000). Παράλληλα, η συνύπαρξη και η αλληλεπίδραση ανήσυχων επιχειρηματικών, πνευματικών και καλλιτεχνικών ελίτ έχει ως αποτέλεσμα την περίφημη Σχολή του Νανσύ, καθιστώντας την πόλη πραγματική πρωτεύουσα της Αρ Νουβώ. Ο πολυτάλαντος Εμίλ Γκαλλέ, ο επιπλοποιός και διακοσμητής Λουί Μαζορέλλ, οι υαλουργοί αδελφοί Ντάουμ κι ο αρχιτέκτονας Λυσιάν Βάισσενμπύργκερ είναι μερικά μόνο από τα ονόματα που πρωταγωνίστησαν στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής αυτής ομάδας.

Οι πόλεμοι θα περάσουν αφήνοντας τα σημάδια τους, αλλά το Νανσύ θα συνεχίσει στον ίδιο ρυθμό, αυτόν της βιομηχανικής πόλης… μέχρι να έρθει η ώρα της παρακμής των ορυχείων και της σιδηρουργίας κι ο επαπειλούμενος οικονομικός μαρασμός. Η πόλη θα αργήσει, αλλά θα αντιδράσει τελικά: αναπτύσσοντας τον τριτογενή τομέα, δίνοντας βάρος στα πανεπιστήμιά της και, φυσικότατα, στον τουρισμό το Νανσύ μπήκε στον νέο αιώνα με περισσότερη αισιοδοξία. Στο Νανσύ μπορεί να βρέχει συχνά, αλλά η εικόνα του δεν είναι γκρίζα!

ΙΙ. Σύντομη περιήγηση

Η υπέροχη Πλας Στανισλάς αποτελεί το κέντρο της πόλης, συνδέοντας την Παλαιά (στα βόρεια) και τη Νέα Πόλη (στα νότια) του Νανσύ. Στα δυτικά και μέχρι τον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης απλώνονται οι νεότερες συνοικίες της που οικοδομήθηκαν κατά τον 19ο αι. και στις αρχές του 20ού: εκεί βρίσκεται το εμπορικό κέντρο, αλλά και διάσπαρτα διάφορα διαμάντια της Αρ Νουβώ.

Α. Η Νέα Πόλη

Η κατ’ όνομα νέα πόλη άρχισε να οικοδομείται στα τέλη του 16ου αι., στα χρόνια του δούκα Καρόλου Γ΄. Μάρτυρας της ανάπτυξης που γνώρισε η πόλη από τα τέλη του 17ου αι., διαθέτει αρκετά δείγματα μπαρόκ αρχιτεκτονικής (όπως τα ιδιωτικά μέγαρα της Πλας ντ’ Αλλιάνς στο ανατολικό άκρο του ιστορικού κέντρου της πόλης), αλλά και νεοκλασσικά οικοδομήματα. Στη Νέα (ή κατ’ άλλους Βασιλική) Πόλη του Νανσύ βρίσκεται και ο ναός του Ευαγγελισμού της Παρθένου, ένα σχετικά λιτό, αλλά κομψό μπαρόκ οικοδόμημα του πρώτου μισού του 18ου αι. Ο ναός έγινε καθεδρικός το 1777 όταν το Νανσύ κατέστη επισκοπική έδρα (με τη μεταφορά της επισκοπής της Τουλ).

Β. Η Πλατεία Στανισλάς

Η Πλατεία Στανισλάς αποτελεί ένα αδιαμφισβήτητο αριστούργημα του μπαρόκ και του ροκοκό, το οποίο ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει πλέον σε όλη τη μεγαλοπρέπειά του (μετά την ανακαίνιση, ή μάλλον αναπαλαίωση, του 2005). Ο Στανισλάος αποφασίζει την κατασκευή της το 1751 θέλοντας να χαρίσει στην πρωτεύουσά του ένα μνημειώδες έργο το οποίο θα είναι αφιερωμένο στη δόξα του γαμπρού του, του Λουδοβίκου ΙΕ΄. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, ονομαζόταν αρχικά Βασιλική Πλατεία, για να πάρει τη σημερινή ονομασία της στα μέσα του 19ου αι. (όταν και τοποθετήθηκε στο μέσον της το άγαλμα του Στανισλάου στη θέση όπου βρισκόταν άγαλμα του Λουδοβίκου, το οποίο είχε φυσικά γκρεμιστεί στα χρόνια της Επανάστασης). Το έργο ολοκληρώθηκε το 1755, υπό την επίβλεψη του ντόπιου αρχιτέκτονα Εμμανυέλ Ερέ. Η πλατεία περιβάλλεται από κτίρια τα οποία είναι όμοια ως προς τα αρχιτεκτονικά και διακοσμητικά στοιχεία τους, αλλά διαφέρουν ως προς το μέγεθος και τον αριθμό των ορόφων (λέγεται ότι το μικρό ύψος των κτιρίων της βόρειας πλευράς οφείλεται τόσο σε λόγους προοπτικής, όσο και για να είναι δυνατή η χρήση πυροβολικού για την άμυνα της πόλης). Το Δημαρχείο του Νανσύ είναι το μεγαλύτερο κτίριο της πλατείας, καθώς καλύπτει ολόκληρη τη νότια πλευρά της. Στην πρόσοψή του μπορεί κανείς να διακρίνει τα εμβλήματα του Στανισλάου: τον ταύρο του οικόσημου των Λεστσύνσκι, τον αετό της Πολωνίας και τον ιππέα της Λιθουανίας. Μεταξύ των κτιρίων της ανατολικής πλευράς, το πρώην μέγαρο του Δημόσιου Ταμείου στεγάζει σήμερα την Όπερα του Νανσύ, ενώ στη δυτική πλευρά η Ιατρική Σχολή είναι εδώ και σχεδόν δύο αιώνες το Μουσείο Καλών Τεχνών της πόλης: πλούσια συλλογή ζωγράφων της Αναγέννησης (Περουτζίνο, Τιντορέτο, Ρούμπενς, Καραβάτζο), Γάλλοι ζωγράφοι του 19ου αι, (ανάμεσά τους η «Μάχη του Νανσύ» του Ντελακρουά), ιμπρεσιονιστές (ένας Μανέ) και έργα μοντέρνας τέχνης (ένας Πικάσο) καταλέγονται μεταξύ των εκθεμάτων του μουσείου. Το αξιοπερίεργο; Στη σκάλα που οδηγεί στον δεύτερο όροφο εκτίθεται συλλογή έργων του Φραντσέσκο Καζανόβα, αδελφού του γνωστού Βενετσιάνου γόη.

Στο βορειοδυτικό και στο βορειοανατολικό άκρο της πλατείας υπάρχουν δύο κρήνες με αγάλματα, του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης αντίστοιχα, που δεν διακοσμούν απλώς την πλατεία, αλλά και κρύβουν τις οχυρώσεις. Κι αμέσως μετά την πλατεία, στα βορειοδυτικά, υπάρχει μια αψίδα θριάμβου, απομίμηση αυτής του Σεπτίμιου Σεβήρου στη Ρώμη, την οποία ανήγειρε ο Στανισλάος για να υμνήσει τη δόξα του γαμπρού του (πάλι). Πέρα όμως από τα κτίρια, αυτό που ολοκληρώνει την ασύγκριτη ομορφιά της Πλατείας Στανισλάς είναι οι πύλες της με τα επίχρυσα κάγκελα, έργο του Ζαν Λαμούρ.

Γ. Η Παλαιά Πόλη

Στα βόρεια της Πλατείας Στανισλάς απλώνεται η Παλαιά Πόλη του Νανσύ. Ωστόσο ο επισκέπτης δεν αντιλαμβάνεται αμέσως την αλλαγή: η Πλατεία της Καρριέρ την οποία βλέπει πρώτη και την οποία χρησιμοποιούσαν στα χρόνια του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης ως χώρο ιππικών επιδείξεων και τουρνουά αναδιαμορφώθηκε πλήρως από τον Ερέ σύμφωνα με την αισθητική του μπαρόκ. Περιβάλλεται από ιδιωτικά μέγαρα του 18ου αι., ενώ στο βόρειο άκρο της δεσπόζει το κτίριο του Κυβερνείου. Το πραγματικό Νανσύ του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης αρχίζει λίγο βορειότερα. Στο νοτιοδυτικό άκρο σχεδόν της παλιάς πόλης, η Πλατεία Σαιν Επρ αποτελούσε την καρδιά της πόλης κατά τον Μεσαίωνα. Εκεί που βρισκόταν ένας ναός ρωμανικού ρυθμού, σήμερα υψώνεται η Βασιλική του Αγίου Εβέρου_(Saint Epvre), επισκόπου της Τουλ. Μην ξεγελαστείτε, πρόκειται για ένα νεογοτθικό κτίσμα της δεκαετίας του 1860. Προσωπικά βρίσκω το οικοδόμημα αρκετά συμπαθητικό, πολλοί όμως το θεωρούν αποτυχημένο συνδυασμό διαφόρων στοιχείων του γοτθικού ρυθμού, χωρίς την αρμονία και την ομορφιά των αυθεντικών μεσαιωνικών κτισμάτων. Σε κάθε περίπτωση, ο ναός χτίστηκε γρήγορα και, μάλλον πρόχειρα. Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα είναι φασκιωμένος με σκαλωσιές για τα απαραίτητα έργα συντήρησης και αναστύλωσης. Στα στενά δρομάκια βόρεια της Πλατείας Σαιν Επρ υπάρχουν εκλεκτά δείγματα της αρχιτεκτονικής του Ύστερου Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, όπως το μέγαρο του μαρισκάλδου της Λωρραίνης Ιωάννη της Ωσσονβίλλ.

Αν, πάντως, υπάρχει κάποιος δρόμος που μπορεί να δώσει μια ζωντανή εικόνα για το πώς ήταν το μεσαιωνικό Νανσύ, αυτός είναι η μακρόστενη Γκραντ Ρυ (αν φυσικά εξαιρέσουμε τα περίπου τριάντα εστιατόρια κάθε είδους και για κάθε βαλάντιο που υπάρχουν στην αριστερά πλευρά του δρόμου). Στον αριθμό 30, βρίσκεται το σπίτι όπου μετέφεραν το πτώμα του Καρόλου της Βουργουνδίας μετά τη Μάχη του Νανσύ το 1477. Μια πλάκα υπενθυμίζει το γεγονός. Ανηφορίζοντας, συναντάμε τα ανάκτορα των Δουκών της Λωρραίνης, όπου συνδυάζονται στοιχεία ύστερου γοτθικού και αναγεννησιακού ρυθμού (λογικό αν θυμηθούμε ότι το ανάκτορο οικοδομήθηκε από τον Ρενέ Β΄ και τον Αντώνιο στα τέλη του 15ου και στις αρχές του 16ου αι.). Αμέσως μετά τα ανάκτορα υπάρχει η Μονή και η Εκκλησία των Φραγκισκανών (αφιερωμένη φυσικά στον Άγιο Φραγκίσκο της Ασσίζης), χτισμένες κατόπιν παραγγελίας του δούκα Ρενέ Β΄. Δείγμα των δεσμών μεταξύ Νανσύ και Αψβούργων, η εκκλησία μέχρι το 1918 δεν ήταν τυπικά γαλλικό έδαφος, αλλά ανήκε στην Αυστρία! Κι αξίζει να σημειωθεί ότι ο καλός κύριος Όττο φον Χάμπσμπουργκ (τα χρόνια του νάχουμε!), ως απόγονος του οίκου παντρεύτηκε το 1951 σ’ αυτήν την εκκλησία (βέβαια, μια και κατά το γαλλικό δίκαιο μόνον ο πολιτικός γάμος είναι έγκυρος, είχε περάσει πρώτα κι από το δημαρχείο του Νανσύ)! Σήμερα τα ανάκτορα, η μονή και η εκκλησία στεγάζουν το Μουσείο Ιστορίας της Λωρραίνης. Μεταξύ των συλλογών του παλατιού, το απόλυτο μαστ είναι η σχεδόν πλήρης σειρά χαλκογραφιών του χαράκτη Ζακ Καλλό με τίτλο «Οι Δυστυχίες του Πολέμου» (εν προκειμένω, του Τριακονταετούς). Στην Εκκλησία των Φραγκισκανών βρίσκονται οι τάφοι των δουκών (π.χ. του Ρενέ Β΄). Αξιοσημείωτο το εντυπωσιακού ρεαλισμού επιτύμβιο ανάγλυφο της συζύγου του Ρενέ, της Φιλίππης του Γκέλντρε (ολλ. Χέλρε).

Στο τέλος της Γκραντ Ρυ υψώνεται η εντυπωσιακή Πύλη της Κραφφ, που είναι σχεδόν ό,τι έχει απομείνει από τις μεσαιωνικές οχυρώσεις και τα τείχη του Νανσύ. Η πύλη κατασκευάστηκε τον 14ο αι., αλλά οι πύργοι της είναι νεότεροι, μια και προστέθηκαν κατά το πρώτο μισό του επόμενου αιώνα.

Μεσαιωνικό, αναγεννησιακό, μπαρόκ, νεοκλασσικό η αρ νουβώ, το ιστορικό κέντρο του Νανσύ διαθέτει μνημεία και αξιοθέατα για όλες τις προτιμήσεις, καταρρίπτοντας τις όποιες φήμες περί μουντής πόλης ή «φτωχού συγγενή». Κι αν όλα αυτά σας είναι αδιάφορα, το Νανσύ είναι η πόλη όπου έδρασε ο περίφημος (ή περιβόητος, c’est selon) Δρ Εμίλ Κουέ (στην πραγματικότητα, απλώς φαρμακοποιός) με τη μέθοδό του της αυθυποβολής, όπως επίσης και η πόλη στην ποδοσφαιρική ομάδα της οποίας έκανε τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα ο Μισέλ Πλατινί.  Και για να κλείσω το κείμενο με τις δικές μου προτιμήσεις, το Νανσύ είναι η πόλη όπου δίδαξε ένας από τους σπουδαιότερους ιστορικούς που ασχολήθηκαν με την ελληνιστική περίοδο, ο Εντουάρ Βιλλ.

Η γυναίκα στον Μεσαίωνα

Μαρτίου 12, 2010

     

Αυτή η ανάρτηση ήταν προγραμματισμένο να δημοσιευθεί στις 8 Μαρτίου, ώστε να συμπέσει με την Ημέρα της Γυναίκας. Φαίνεται όμως ότι οι συγκυρίες συμμάχησαν με την άποψη που θεωρεί κενές περιεχομένου τις γιορτές και επετείους αυτού του τύπου: εκτός από τον φόρτο εργασίας, με τσάκισε και μια αναθεματισμένη ίωση, με συνέπεια το άρθρο να δημοσιεύεται με σημαντική καθυστέρηση.  Ας προχωρήσουμε όμως στο θέμα που θα μας απασχολήσει. Ο μέσος σύγχρονος άνθρωπος είναι σχεδόν πεπεισμένος ότι η θέση της γυναίκας στα χρόνια του Μεσαίωνα πρέπει να ήταν άθλια. Καταπιεσμένες από αυταρχικούς και βίαιους συζύγους, καταπιεσμένες από τους φεουδάρχες, καταπιεσμένες από την Εκκλησία που τις θεωρεί σύμβολα της αμαρτίας και του κακού, όταν δεν τις στέλνει στην πυρά για να τις κάψει σαν μάγισσες, οι γυναίκες του Μεσαίωνα φαίνεται να ζούσαν σε συνθήκες απόλυτης δυστυχίας. Επιβεβαιώνεται η αντίληψη αυτή από τα ιστορικά στοιχεία; Την απάντηση τη μαντέψατε: όχι, καθόλου! Χωρίς να ισχυριζόμαστε ότι η γυναίκα του 21ου αιώνα θα αντάλλασσε ανεπιφύλακτα τη θέση της με αυτήν της μεσαιωνικής γυναίκας, δεν υπάρχει αμφιβολία για το ότι ο Μεσαίωνας υπήρξε πολύ καλύτερος για τις γυναίκες απ’ ό,τι η Αρχαιότητα (ιδίως η ελληνική και ρωμαϊκή) ή οι αιώνες που ακολούθησαν την «εποχή της φεουδαρχίας». Ουσιαστικά, πρέπει να φτάσουμε στον 20ό αιώνα (και μάλιστα στο δεύτερο μισό του) για να διαπιστώσουμε θεαματική βελτίωση.     

Βασικός οδηγός στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε τη θέση της γυναίκας στον Μεσαίωνα είναι το σύντομο σύγγραμμα της Γαλλίδας ιστορικού Ρεζίν Περνού (1909-1998) «Pour en finir avec le Moyen Âge» (εκδ. Seuil, Παρίσι 1979), το οποίο αποτελεί γενικά μια από τις πιο σημαντικές προσπάθειες αντίκρουσης των στερεοτύπων με τα οποία οι νεότερες εποχές αμαύρωσαν την εικόνα του Μεσαίωνα. Το έκτο κεφάλαιο του βιβλίου («La femme sans âme«) είναι αφιερωμένο στη θέση της γυναίκας.     

Ι. Γυναίκες και εξουσία: «Οι γυναίκες δεν ήταν υπόδουλες και υποταγμένες στο πλαίσιο ενός κόσμου ο οποίος εμφανίζεται να κυριαρχείται από τις αντρικές αρετές ιπποτών ή ασκητικών μοναχών; Η εξουσία δεν απέκλειε τις γυναίκες από την κορυφή της κοινωνίας; Η υπόμνηση μερικών ονομάτων αρκεί για να αποδείξει το αντίθετο. Η Αλιενόρ της Ακυιτανίας, η Λευκή της Καστίλλης κι άλλες λιγότερο γνωστές διοίκησαν επικράτειες και κυβέρνησαν υπηκόους» [Sylvain Gouguenheim «Regards sur le Moyen Âge«, Tallandier, Παρίσι 2009, κεφ. 10: «Ces Femmes qui eurent le pouvoir (Xe-XIVe siècles)«, σελ. 103-111, ειδ. σελ. 103]. Πράγματι, δεν είναι λίγα τα παραδείγματα γυναικών που ασκούν τη βασιλική εξουσία όταν ο σύζυγός τους απουσιάζει ή ασθενεί ή αυτών στις οποίες έχει νομίμως ανατεθεί η αντιβασιλεία μέχρι την ενηλικίωση του γιου τους. Άλλες πάλι είναι αρκούντως δυναμικές ώστε να πάρουν την εξουσία στα χέρια τους και χωρίς να συμβαίνει κάτι από τα παραπάνω.    

Αλιενόρ: Η Αλιενόρ της Ακυιτανίας (θα μπορούσαμε να μεταγράψουμε το όνομά της ως Ελεονόρα, αλλά οι Γάλλοι και σήμερα την αποκαλούν με το οξιτανικό της όνομα «Αλιενόρ» κι όχι με τη μορφή που αυτό είχε στη langue d’ oil, δηλαδή Eléonore ή Eléanor) είναι μια από τις δυναμικότερες γυναικείες μορφές του Μεσαίωνα. Κληρονόμος του ισχυρού δουκάτου της Ακυιτανίας, παντρεύεται το 1137 (σε ηλικία 15 ετών) τον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο Ζ΄. Η νεαρή με τα πλούσια ενδιαφέροντα και το εκρηκτικό ταμπεραμέντο βρίσκει σαφώς βαρετό τον μονόχνωτο και ασκητικό σύζυγό της. Η ασυμφωνία χαρακτήρων είναι προφανής: η ρήξη στις σχέσεις των συζύγων καθίσταται οριστική κατά τη διάρκεια της Β΄ Σταυροφορίας (όταν, μεταξύ των άλλων, οι κακές γλώσσες καταλογίζουν στην Αλιενόρ και μια εξωσυζυγική περιπέτεια με τον θείο της και ηγεμόνα της Αντιόχειας, τον Ραϋμόνδο του Πουατιέ). Με την επιστροφή στη Γαλλία, η Αλιενόρ παίρνει την πρωτοβουλία και, το 1152, χωρίζει τον Λουδοβίκο (καθόσον νομικά δεν υφίστατο διαζύγιο, τυπικά επρόκειτο για ακύρωση του γάμου λόγω… μακρινής συγγένειας μεταξύ των συζύγων). Έξι μόλις εβδομάδες μετά την ακύρωση του πρώτου της γάμου παντρεύεται στο Πουατιέ τον Ερρίκο, δούκα της Νορμανδίας και κόμη του Ανζού και του Μαιν, ο οποίος θα γίνει δύο χρόνια αργότερα βασιλιάς της Αγγλίας (ως Ερρίκος Β΄). Ως κυρία της Ακυιτανίας, η Αλιενόρ θα ανατρέψει υπέρ της Αγγλίας την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των δύο βασιλείων. Ως βασίλισσα δεν θα αρκεσθεί στη διοίκηση των προσωπικών κτήσεών της και στην οικονομική διαχείριση της μεγάλης περιουσίας της, ούτε στον ρόλο της προστάτιδας των γραμμάτων και των τεχνών: από το 1160 και μετά είναι ουσιαστικά αυτή που κυβερνά την Αγγλία. Θα φτάσει μέχρι του σημείου να προτρέψει τους γιους της να στασιάσουν κατά του πατέρα τους (1173). Η κίνηση θα στοιχίσει στην Αλιενόρ σχεδόν 15 χρόνια αιχμαλωσίας. Μετά τον θάνατο του συζύγου της (1189), θα επιστρέψει στην πολιτική σκηνή υποστηρίζοντας τον γιο της Ριχάρδο, νέο βασιλιά της Αγγλίας. Μέχρι τον θάνατό της (1204) θα παραμείνει δραστήρια, αναλαμβάνοντας διπλωματικές πρωτοβουλίες και επιχειρώντας να καθορίσει σύμφωνα με τις απόψεις της τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας (για την Αλιενόρ, βλ. Régine Pernoud «Aliénor d’ Aquitaine«, Albin Michel, Παρίσι 1966/ Jean Flori «Aliénor d’ Aquitaine: la reine insoumise«, Payot, Παρίσι 2004).     

Λευκή της Καστίλλης: Εγγονή της Αλιενόρ, η Λευκή της Καστίλλης (βλ. Régine Pernoud «La Reine Blanche«, Albin Michel, Παρίσι 1972/ Gérard Sivéry «Blanche de Castille«, Fayard, Παρίσι 1994) παντρεύεται σε ηλικία 12 ετών τον διάδοχο του γαλλικού θρόνου (τον μετέπειτα Λουδοβίκο Η΄). Μετά τον θάνατο του συζύγου της (1226) θα κυβερνήσει το βασίλειο έως την ενηλικίωση του γιου της (Λουδοβίκου Θ΄). Κατά τη διάρκεια της αντιβασιλείας της θα διαπραγματευθεί (με επιτυχία) τους όρους της Συνθήκης του Μω (1229), με την οποία τερματίζεται η σύγκρουση μεταξύ Γαλλίας και κομητείας της Τουλούζης (που προκλήθηκε λόγω της υποστήριξης των αρχόντων της δεύτερης προς την αίρεση των Καθαρών). Η συνθήκη διασφαλίζει κατά τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα της Γαλλίας, απαλλάσσοντάς την ταυτόχρονα από τον κίνδυνο της συνέχισης μιας επικίνδυνης σύρραξης με απρόβλεπτες συνέπειες. Έχοντας εμπιστοσύνη στις πολιτικές ικανότητες της μητέρας του, ο Λουδοβίκος Θ΄ της αναθέτει την αντιβασιλεία κατά την αναχώρησή του για την Ζ΄ Σταυροφορία (1248). 

Και πολλές ακόμη: Τα δύο πολύ γνωστά παραδείγματα από τη γαλλική μεσαιωνική ιστορία δεν είναι φυσικά τα μόνα. Στα τέλη του 10ου αιώνα, η βυζαντινή πριγκίπισσα Θεοφανώ (ανηψιά του Ιωάννη Α΄ Τσιμισκή) παντρεύτηκε τον Γερμανό αυτοκράτορα Όθωνα Β΄. Η Θεοφανώ, που δεν ήταν ιδιαίτερα συμπαθής σε πολλούς Δυτικούς και πρωτίστως στην πεθερά της, δεν έφερε απλώς στη Δύση τις συνήθειες της βυζαντινής αυλής, καθώς και τα γράμματα και τον πολιτισμό της πατρίδας της: μετά τον θάνατο του άντρα της και ως την ενηλικίωση του γιου της (του Όθωνα Γ΄), κυβέρνησε την αυτοκρατορία. Αναφερόμενη ήδη ως «συναυτοκράτειρα» («coimperatrix») ενώ ζει ο σύζυγός της, υπογράφει αποφάσεις στα χρόνια διακυβέρνησής της φέροντας τον τίτλο «Theophanius gratia divina imperator augustus», σαν να ήταν άντρας (Gouguenheim, όπ.π., σελ. 110). Στον μακρινό βορρά, η βασίλισσα Μαργαρίτα  κατόρθωσε να ενώσει σε ένα βασίλειο, του οποίου ηγήθηκε, τη Σουηδία, τη Δανία και τη Νορβηγία (1397). Στην Ιταλία, η Ματθίλδη της Τοσκάνης (1046-1115) υπήρξε η ισχυρότερη πολιτική προσωπικότητα στην Ιταλία του καιρού της: σε δική της πρωτοβουλία οφείλεται η «συμφιλίωση» μεταξύ του πάπα Γρηγόριου Ζ΄ και του αυτοκράτορα Ερρίκου Δ΄, με την ταπείνωση του δεύτερου στην Κανόσσα (1077). Αλλά και στην ιστορία των Νορμανδών της Κάτω Ιταλίας την οποία αφηγούμαστε συναντήσαμε πολλές δυναμικές γυναικείες μορφές, από την κόμισσα Αδελαΐδα τη Μομφερρατική (σύζυγο του Ρογήρου Α΄), η οποία συνέβαλε ιδιαίτερα στη διαμόρφωση του διαπολιτισμικού χαρακτήρα του νορμανδικού κράτους, έως την Κωνσταντία των Ωτβίλλ, μητέρα του Φρειδερίκου Β΄ των Χοχενστάουφεν. Στα μέρη μας, τέλος, η πριγκίπισσα της Αχαΐας Ισαβέλλα Βιλλαρδουίνη (1263-1312, η πριγκίπισσα Ζαμπέα του Χρονικού του Μορέως και «Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ» του ομώνυμου μυθιστορήματος του Άγγελου Τερζάκη) κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλίσει την επιβίωση της φραγκικής Πελοποννήσου, παρά τους ασφυκτικούς περιορισμούς που της επέβαλλε η Συνθήκη του Βιτέρμπο (την οποία σύναψε, σε στιγμές μεγάλης πολιτικής αδυναμίας, ο πατέρας της Γουλιέλμος Β΄ Βιλλαρδουίνος με τον Κάρολο Α΄ τον Ανδεγαυικό: βάσει της συνθήκης ο ανδεγαυικός οίκος, ως επικυρίαρχος, έπρεπε να εγκρίνει τους γάμους της διαδόχου του πριγκιπάτου). 

Σύμβολα και μέσα της γυναικείας εξουσίας: Όπως διαπιστώνουμε, η άσκηση της εξουσίας από γυναίκες είναι φαινόμενο αρκετά συνηθισμένο στα χρόνια του Μεσαίωνα. Αντιθέτως, στην Αρχαιότητα και στους νεότερους χρόνους (ως τον 20ό αιώνα) έχουμε ελάχιστα παραδείγματα γυναικών με ουσιαστική εξουσία. Ενδεικτικό των μεσαιωνικών αντιλήψεων είναι και το γεγονός ότι στις γυναίκες που είναι φορείς εξουσίας (δυνητικά ή ουσιαστικά) παρέχεται τόσο η συμβολική αναγνώριση του ρόλου αυτού όσο και τα αναγκαία υλικά μέσα. Σε συμβολικό επίπεδο (και το συμβολικό στοιχείο έχει μεγάλη σημασία για τη συγκεκριμένη εποχή) παρατηρείται ότι όλες οι βασίλισσες στέφονται, όπως ακριβώς και οι βασιλείς (Pernoud, όπ.π., σελ. 85). Η τελευταία βασίλισσα της Γαλλίας που στέφθηκε ήταν, το 1610, η Μαρία των Μεδίκων (δεύτερη σύζυγος του Ερρίκου Δ΄ των Βουρβόνων). Εκτός από το στέμμα μπορούμε να αναφέρουμε την προσωπική σφραγίδα της βασίλισσας ή τα νομίσματα που φέρουν το όνομά της (περίπτωση της Ισαβέλλας της Αχαΐας). Σε επίπεδο υλικών μέσων, όλες οι βασίλισσες και οι γυναίκες της ανώτερης αριστοκρατίας έχουν την προσωπική περιουσία τους: εκτός από την περιουσία με την οποία προικίσθηκαν από τις οικογένειές τους έχουν στην κυριότητά τους και τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία τους δωρίζει ο βασιλιάς ή φεουδάρχης σύζυγός τους. Για παράδειγμα, η αυτοκράτειρα Θεοφανώ λαμβάνει από τον Όθωνα εκτάσεις από τη Θουριγγία και τη Σαξονία μέχρι τη βορειοανατολική Ιταλία (βλ. Gouguenheim, όπ.π., σελ. 104-105). 

Αν όμως οι γυναίκες μπορούν να ασκήσουν εξουσία, δεν είναι προαπαιτούμενο να έχουν και πολιτικά δικαιώματα και συμμετοχή στα κοινά;

ΙΙ. Γυναίκες και πολιτικά δικαιώματα: Όπως γνωρίζουμε, στα χρόνια της ελληνικής και ρωμαϊκής Αρχαιότητας η γυναίκα στερείται πλήρως πολιτικών δικαιωμάτων. Στους Νεότερους Χρόνους πρέπει να φτάσουμε στον 20ό αιώνα για να δοθεί στις γυναίκες δικαίωμα ψήφου. Στο Μεσαίωνα βλέπουμε τις γυναίκες να ψηφίζουν στις συνελεύσεις πόλεων και χωριών που καλύπτουν ένα ευρύ τμήμα της δυτικής Ευρώπης. Βεβαίως, στην εποχή αυτή δεν ψηφίζουν τα άτομα, αλλά οι οικογένειες, οι οποίες πράγματι εκπροσωπούνται συνήθως από τον άντρα. Όταν όμως αυτός αδυνατεί να συμμετάσχει στη διαδικασία (απουσία ή ασθένεια) ή έχει πεθάνει, τότε η οικογένεια εκπροσωπείται από τη γυναίκα. Ένα ωραίο σχετικό παράδειγμα μας δίνει η Ιστορία της φραγκικής Πελοποννήσου.    

«Το Παρλαμέντο των Γυναικών»: Το 1259 συγκρούστηκαν στην Πελαγονία (στον δρόμο από την Καστοριά προς το Μοναστήρι) ο Φράγκος ηγεμόνας της Πελοποννήσου Γουλιέλμος Βιλλαρδουίνος και ο αυτοκράτορας της Νίκαιας Μιχαήλ Παλαιολόγος. Προδομένος από τους συμμάχους του, τους δεσπότες της Ηπείρου, ο Βιλλαρδουίνος συνετρίβη και αιχμαλωτίστηκε ο ίδιος, καθώς και οι περισσότεροι από τους υποτελείς του φεουδάρχες και ιππότες. Αναγκασμένος να διαπραγματευθεί με τον Παλαιολόγο, συμφώνησε τελικά να εξαγοράσει την ελευθερία του (και την ελευθερία των υποτελών του), παραχωρώντας στους Βυζαντινούς ορισμένα στρατηγικής σημασίας κάστρα της Πελοποννήσου. Η συμφωνία αυτή έπρεπε να κυρωθεί από την αυλή του πριγκιπάτου. Έτσι, το 1260, συγκεντρώθηκαν στο Νίκλι (κοντά στην Τεγέα) οι ελάχιστοι άνδρες ευγενείς που δεν είχαν αιχμαλωτισθεί στην Πελαγονία και οι εκπρόσωποι όλων των άλλων φέουδων της Πελοποννήσου, εν προκειμένω και κατ’ ανάγκη, οι γυναίκες των αιχμαλώτων ευγενών. Για αυτό τον λόγο άλλωστε η συνέλευση έμεινε γνωστή και ως “παρλαμέντο των γυναικών”. Για την ιστορία, σημειώνουμε ότι βεβαίως οι κυρίες ενέκριναν τη συμφωνία του ηγεμόνα τους, η οποία αργότερα ενσωματώθηκε σε μια από τις συνθήκες του Νυμφαίου, κι έτσι ο Βιλλαρδουίνος και οι σύζυγοι των κυριών επέστρεψαν (έστω και με κομμένα τα φτερά) στην Πελοπόννησο.                                              

“Και μετά ταύτα εμίσσεψαν αμφότεροι οι δύο.
Από την Κόρινθο επέρασαν και ήλθαν εις το Νίκλι·
εκεί ηύρον την πριγκίπισσαν με τες κυράδες όλες
όλης της Πελοπόνεσσος, τον λέγουσιν Μορέαν,
όπου είχαν ποήσει σώρεψιν να επάρουν την βουλή τους
διά τα μαντάτα όπου ήκουσαν των τρίων κάστρων εκείνων,
όπου έδιδεν ο πρίγκηπας του βασιλέως ετότε
δια να έβγη από την φυλακήν εκείνος κι’ ο λαός του
οι άπαντες όλοι του Μωρέως, οι φλαμουριάροι όλοι
και οι καβαλλάροι μετ’ αυτούς που ήσαν εκεί στην Πόλιν.
Δια τούτο ήσαν οι αρχόντισσες εκείνων οι γυναίκες
εκεί με την πριγκήπισσαν στο κάστρο του Αμυκλίου
και εκάμνασιν το παρλαμά και επαίρναν την βουλήν τους
και ουκ είχασιν άλλους τινές άντρες εκεί μετ’ αύτες
μόνον και τον μισίρ Λινάρτ όπου ήταν λογοθέτης
και τον μισίρ Πιέρη ντε Βας τον φρόνιμον εκείνον,
όπου ήτο ο φρονιμώτερος όλου του πριγκηπάτου.
Αυτείνοι οι δύο ευρέθησαν στο παρλαμά εκείνο”.  

Το Χρονικόν του Μορέως«, στίχοι 4390-4407)  

 

ΙΙΙ. Η γυναίκα στις αγροτικές κοινωνίες – Το παράδειγμα του Μονταγιού: Τα ανωτέρω μοιάζουν πολύ ωραία, αλλά θα μπορούσε να αντιταχθεί ότι αφορούν μόνο τα ανώτατα κοινωνικά στρώματα, όπου παραδοσιακά η γυναίκα τυγχάνει καλύτερης μεταχείρισης. Ας δούμε λοιπόν τί συνέβαινε και στο πλαίσιο της οπωσδήποτε συντηρητικής αγροτικής κοινωνίας, εξετάζοντας το πολύ γνωστό παράδειγμα του μικρού οξιτανικού χωριού Μονταγιού (στα γαλλικά Πυρηναία). Ο Ιάκωβος Φουρνιέ, κληρικός εξαιρετικής μόρφωσης παρά την ταπεινή κοινωνική καταγωγή του και ο οποίος εξελέγη το 1334 πάπας με το όνομα Βενέδικτος ΙΒ΄, υπήρξε επίσκοπος της πόλης Παμιέ στη νοτιοδυτική Γαλλία από το 1317 ως το 1326. Με την ιδιότητά του αυτή προήδρευε του τοπικού δικαστηρίου της Ιεράς Εξέτασης, στα όρια της κατά τόπον αρμοδιότητας του οποίου περιλαμβανόταν περιοχές όπου επιβίωνε η αίρεση των Καθαρών (μεταξύ αυτών και το Μονταγιού). Χάρη στην οξυδέρκεια, την εργατικότητα, την προσοχή στη λεπτομέρεια και τη σχολαστική τήρηση της ποινικής δικονομίας (ως και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων θα σώπαινε… εντάξει λέμε και καμιά υπερβολή: οι δίκες της Ιεράς Εξέτασης διεξάγονταν χωρίς την παρουσία δικηγόρου του κατηγορουμένου και δεν ήταν δεκτικές εφέσεως) που χαρακτήριζαν τον Φουρνιέ γνωρίζουμε σήμερα τα πάντα για την καθημερινή ζωή στο Μονταγιού, όσον αφορά περίοδο τριάντα χρόνων. Σχηματίστηκαν 98 δικογραφίες που αφορούσαν 114 άτομα (25 από αυτά ήταν από το Μονταγιού). Από τις υποθέσεις μόνο 5 κατέληξαν στην επιβολή της θανατικής ποινής σε αιρετικούς (4 μέλη της αίρεσης των λεγόμενων «Πτωχών της Λυών» ή «Βωντουά» και ένας καθ’ υποτροπήν Καθαρός). Το αρχείο ιεροεξεταστή του Φουρνιέ (λατινικό χειρόγραφο αριθ. 4080 της βιβλιοθήκης του Βατικανού εκδόθηκε και μεταφράστηκε στα γαλλικά με επιμέλεια του Ζαν Ντυβερνουά (Τουλούζ, 1965, 3 τόμοι). Υπήρξε επίσης το βασικό υλικό για τη μνημειώδη μελέτη του Γάλλου ιστορικού Εμμανυέλ Λε Ρουά Λαντυρί με θέμα την κοινωνία του Μονταγιού («Montaillou, village occitan, de 1294 à 1324«, Gallimard, Παρίσι 1975).

Από τη μελέτη του Λαντυρί (κεφ. XII «Mariage et condition féminine«, σελ. 279 επ.) προκύπτουν τα εξής στοιχεία: πράγματι, η θέση της γυναίκας στη συντηρητική αγροτική κοινωνία του Μονταγιού είναι χειρότερη από αυτήν που διαπιστώθηκε όσον αφορά την αριστοκρατία. Υπάρχει μισογυνισμός στη νοοτροπία των χωρικών, καθώς και αρκετά παραδείγματα ενδοοικογενειακής βίας. Εντούτοις, υπάρχουν σχεδόν ισάριθμες περιπτώσεις γυναικών υποταγμένων στους συζύγους τους και γυναικών που έχουν επιβληθεί κυριολεκτικά σ’ αυτούς. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων υπάρχει ισορροπία στους ρόλους των συζύγων όσον αφορά τη διαχείριση των οικιακών και οικογενειακών θεμάτων. Η μόνη γυναίκα ευγενής που διαμένει κατά διαστήματα στο χωριό, η καστελλάνα Βεατρίκη του Πλανισσόλ (χήρα του καστελλάνου του χωριού, δηλαδή του στρατιωτικού διοικητή-εκπροσώπου του τοπικού φεουδάρχη, εν προκειμένω του κόμη της Φουά) αποδεικνύει ότι η θέση της γυναίκας των ανώτερων τάξεων είναι σαφώς καλύτερη. Η ερωτική ζωή της είναι αρκετά ελεύθερη: οι δύο σημαντικότεροι εραστές της είναι ιερωμένοι! Αν στην περίπτωση του πρώτου, μπορούμε να μιλήσουμε για αποπλάνηση της γυναίκας (ο ιερέας του χωριού Πιερ Κλεργκ είναι κλασσική μορφή Καζανόβα), σ’ αυτή του δεύτερου, ο ρόλος του «κυνηγού» ανήκει σαφώς στη Βεατρίκη (ο Βαρθολομαίος Αμιλιάκ είναι σχεδόν είκοσι χρόνια νεότερός της). Η τολμηρή καστελλάνα κατορθώνει μάλιστα να πείσει τον τελευταίο να μετοικήσουν σε εκκλησιαστική περιφέρεια όπου η συμβίωση ιερωμένου με γυναίκα είναι ανεπίσημα ανεκτή.   

IV. Η θέση της γυναίκας και το δίκαιο: Τίποτε δεν είναι περισσότερο ενδεικτικό της εκάστοτε κοινωνικής κατάστασης από το δίκαιο. Στην Αρχαία Ελλάδα, η γυναίκα ακόμη κι αν έχει κάποια περιουσία δεν έχει ικανότητα προς δικαιοπραξία (Edmond Lévy «La Grèce au Ve siècle, de Clisthène à Socrate«, συλλογή «Nouvelle Histoire de l’ Antiquité«, τ. 2, εκδ. Seuil, σελ. 135 επ., ειδ. σελ. 138/ P. Briant, P. Lévêque, P. Brulé, R. Descat, M.-M. Mactoux «Le Monde Grec aux temps classiques«,  τ. I «Le Ve siècle«, Nouvelle Clio, PUF, Παρίσι 1995, σελ. 252-253). Χαρακτηριστικός της θέσης της γυναίκας είναι ο θεσμός της επίκληρης. Η «επίκληρος» είναι η γυναίκα χωρίς αδελφούς και χωρίς αρσενικά παιδιά που κανονικά θα έπρεπε να κληρονομήσει την οικογενειακή περιουσία: δεν είναι όμως πραγματικά κληρονόμος, καθώς, όπως μαρτυρά και ο όρος, απλώς «μεταφέρει» την περιουσία. Για να μη χαθεί η περιουσία από την ευρύτερη οικογένεια, η επίκληρος είναι υποχρεωμένη να παντρευτεί τον εγγύτερο άρρενα συγγενή της (π.χ. θείο της), τούτο δε ακόμη κι αν είναι παντρεμένη, οπότε υποχρεούται πρώτα να χωρίσει τον ως τότε σύζυγό της (στη Σπάρτη, η αντίστοιχη περίπτωση της πατρούχου ρυθμίζεται πάντως κατά τρόπο που δείχνει κάποιο σεβασμό στη γυναίκα).  Στη Ρώμη το οικογενειακό δίκαιο επιβάλλει τον νόμο του pater familias, ο οποίος έχει εξουσία ζωής και θανάτου επί της συζύγου και των τέκνων του. Η εξουσία αυτή κατέχεται δια βίου, δεν σταματά λ.χ. με την ενηλικίωση των παιδιών (αυτό το στοιχείο είχε προκαλέσει ιδιαίτερα προβλήματα στις περιοχές της αυτοκρατορίας με ελληνικό πληθυσμό: οι Έλληνες που αποκτούσαν την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη ανακάλυπταν και τις παρενέργειες τις εφαρμογής του ρωμαϊκού δικαίου. Η αδυναμία ενηλίκων να διαχειριστούν την περιουσία τους, μια και χρειάζονταν την έγκριση του πατέρα τους, απαίτησε στην πράξη απίστευτα νομικά τεχνάσματα για να ξεπεραστεί!). Στον Μεσαίωνα αντίθετα ο άντρας είναι διαχειριστής και όχι κύριος (Pernoud, όπ.π., σελ. 88). Δεν μπορεί λ.χ. να αποκληρώσει τον γιο του. Επίσης, σε περιπτώσεις γάμου χωρίς τέκνα, τα περιουσιακά στοιχεία καθενός από τους συζύγους κληρονομούνται από τις οικογένειές τους αντιστοίχως: paterna paternis, materna maternis (Pernoud, όπ.π.) 

Η μελέτη των συμβάσεων και ειδικότερα των συμβολαιογραφικών πράξεων της μεσαιωνικής περιόδου είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Σε αντίθεση με τις προγενέστερες και μεταγενέστερες ιστορικές περιόδους, οι γυναίκες του Μεσαίωνα έχουν πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και δική τους περιουσία, την οποία διαχειρίζονται μόνες τους χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε έγκριση του συζύγου, του πατέρα ή του γιου τους. Η διαπίστωση αυτή αφορά όλες τις κοινωνικές τάξεις (βλ. Georges Duby «La Société aux XIe et XIIe siècles dans la région mâconnaise», Éditions de l’École des Hautes Études en Sciences Sociales, Παρίσι 1953, και «L’Histoire continue», Odile Jacob, Παρίσι 1991). Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει και από τη μελέτη των δωρεών προς τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα που έχουν ως σκοπό την υπεράσπιση των Αγίων Τόπων (Ναΐτες και Ιωαννίτες): περίπου το 40 % των δωρεών προέρχεται από γυναίκες (βλ. Alain Demurger «Chevaliers du Christ, les ordres religieux militaires au Moyen Âge», εκδ. Seuil, Παρίσι 2002). Από τα συμβόλαια αποδεικνύεται επίσης ότι οι γυναίκες του Μεσαίωνα ασκούσαν σχεδόν όλα τα επαγγέλματα: τόσο αυτά που απαιτούν μόρφωση (εκπαιδευτικοί, γιατροί, φαρμακοποιοί, εικονογράφοι βιβλίων) όσο και τα τεχνικά, καθώς και κάθε είδους εμπορική και επιχειρηματική δραστηριότητα (Pernoud, όπ.π., σελ. 96-97).  

Φυσικά το συνηθισμένο επιχείρημα αυτών που κατηγορούν τον Μεσαίωνα είναι η επίκληση του λεγόμενου Νόμου των Σάλιων Φράγκων, σύμφωνα με τον οποίο υποτίθεται ότι οι γυναίκες αποκλείονταν από την κληρονομική διαδοχή. Ο Σαλικός Νόμος με αυτή την μορφή δεν είναι παρά ένας ακόμη μύθος, ένα ερμηνευτικό κατασκεύασμα των Γάλλων νομικών των αρχών του 14ου αιώνα, στην προσπάθεια να αποκλειστούν από τον γαλλικό θρόνο κάποια ανεπιθύμητα γυναικεία μέλη της βασιλικής οικογένειας (ή μάλλον οι ανεπιθύμητοι σύζυγοί τους). Στην πραγματικότητα ο Νόμος των Σάλιων Φράγκων απέκλειε τις γυναίκες από την κληρονομική διαδοχή ορισμένων εδαφών, των οποίων η κυριότητα συνδεόταν με κάποιας μορφής υποχρέωση στρατιωτικής υπηρεσίας – εξ ου και η λογική του αποκλεισμού – (βλ. Gouguenheim, όπ.π., σελ. 105-106).

Η επιδείνωση της θέσης της γυναίκας συμπίπτει με την εκ νέου «ανακάλυψη» του ρωμαϊκού δικαίου από τον δυτικό κόσμο (Ιταλία και νομική σχολή του Πανεπιστημίου της Μπολόνιας, Γαλλία και βασιλεία του Φίλιππου του Ωραίου, ο οποίος περιτριγυριζόταν από νομικούς καταγόμενους από τον γαλλικό Νότο και, επομένως, άριστους κατά τεκμήριο γνώστες του ρωμαϊκού δικαίου). Το ρωμαϊκό δίκαιο παρουσιάζει δύο πλεονεκτήματα: είναι σαφώς καταλληλότερο από τα μεσαιωνικά έθιμα για τη ρύθμιση των εμπορικών και επιχειρηματικών εν γένει συναλλαγών και ευνοεί τη συγκέντρωση της εξουσίας και δη της κρατικής (για αυτό και θα το λατρέψουν πάπες και αυτοκράτορες, βλ. Pernoud, όπ.π., σελ. 86-88). Ταυτόχρονα, όμως, είναι εξαιρετικά δυσμενές για τη γυναίκα, που σταδιακά θα βρεθεί σε θέση παρία. Το 1593, εν μέσω της Αναγέννησης, οι γυναίκες θα αποκλειστούν στη Γαλλία από κάθε δημόσιο αξίωμα. Τον 18ο αιώνα θα υποχρεωθούν να παίρνουν το επώνυμο του συζύγου. Το 1804, ο Ναπολεόντειος αστικός κώδικας (άρθρο 1224) καθιστά τις γυναίκες άτομα περιορισμένης (ή μάλλον ανύπαρκτης) δικαιοπρακτικής ικανότητας: «Les personnes privées de droits juridiques sont les mineurs, les femmes mariées, les criminels et les débiles mentaux«. Για οποιαδήποτε συναλλαγή με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερο από αυτό που έχουν… τα ψώνια της λαϊκής, η γυναίκα χρειάζεται πλέον την έγκριση του συζύγου (αφέντη) της. Διαφωτισμός και Γαλλική Επανάσταση προσέφεραν σπουδαίες υπηρεσίες στη γυναίκα!

V. Γυναίκες και Εκκλησία: Υπάρχουν βεβαίως τα γνωστά μισογυνικά στερεότυπα που παρουσιάζουν τη γυναίκα ως προσωποποίηση της αμαρτίας. Υπάρχουν και τα ιστορικά στοιχεία που παρέχουν μια πολύ πιο ισορροπημένη εικόνα. Καταρχάς, η μεσαιωνική Εκκλησία δεν διστάζει να αναθέσει σε γυναίκες θέσεις ευθύνης με πολιτική και οικονομική ισχύ. Οι ηγούμενες των μονών ασκούν εξουσία και διαχειρίζονται πολλές φορές τεράστιες περιουσίες. Και, όσον αφορά την εκτίμηση της Εκκλησίας προς τις γυναικείες ικανότητες ας δούμε ακόμη ένα παράδειγμα που παραθέτει η Περνού (όπ.π., σελ. 93): όταν ο μοναχός Ροβέρτος του Αρμπρισέλ, μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του δυτικού μοναστικού κινήματος, αποφασίζει να οργανώσει το αββαείο του Φοντεβρώ, ιδρύει δύο κοινόβια (ένα ανδρών και ένα γυναικών). Ο άνθρωπος αυτός, αληθινός φεμινιστής, θα αναθέσει τη διοίκηση του αββαείου σε μια ηγουμένη, την μόλις 22 ετών Πετρονίλλα του Σεμιγέ (1115)!

Ανάμεσα στις σημαντικές γυναικείες μορφές της Καθολικής Εκκλησίας του Μεσαίωνα δεν λείπουν και οι δυναμικές προσωπικότητες που δεν θα διστάσουν να αναμετρηθούν με την κοσμική εξουσία υπερασπίζοντας τα πιστεύω τους. Έτσι, η ηγουμένη Χίλντεγκαρντ του Μπίνγκεν θα απευθύνει στον πανίσχυρο αυτοκράτορα Φρειδερίκο Α΄ Βαρβαρόσα επιστολές με ιδιαίτερα θαρραλέο, έως και απειλητικό, περιεχόμενο, προκειμένου να σταματήσει την αντιπαπική, και κατ’ επέκταση αντιεκκλησιαστική, πολιτική του (1168).

Στα μεσαιωνική Ευρώπη Εκκλησία και γράμματα είναι συνήθως αλληλένδετα. Όπως είναι λογικό οι γυναίκες δεν λείπουν από τον τομέα αυτό. Η πρώτη εγκυκλοπαίδεια της μεσαιωνικής Δύσης συγγράφηκε από γυναίκα: πρόκειται για τον «Hortus deliciarum» της Αλσατής ηγουμένης Ερράδης του Λάντσμπεργκ (12ος αι.). Μερικές φορές, οι πνευματικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες των γυναικών της Εκκλησίας εκπλήσσουν: στο αββαείο του Γκάντερσάιμ  στη Σαξονία βρέθηκαν χειρόγραφα του 10ου αιώνα που περιείχαν κωμωδίες σε στίχους με ομοιοκαταληξία, σε μίμηση των κωμωδιών του Τερέντιου (βλ. Pernoud, όπ.π., σελ. 92)!

Γενικά, η θέση της γυναίκας στο πλαίσιο της καθολικής Εκκλησίας είναι ακριβώς αυτή που κατέχει η γυναίκα στην κοινωνία τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο (Pernoud, όπ.π., σελ. 94-95). Έτσι, η επιδείνωση παρατηρείται ταυτόχρονα στην κοινωνία και στην Εκκλησία: το 1298 ο πάπας Βονιφάτιος Η΄ επιβάλλει στις μοναχές αυστηρότερους περιορισμούς απ’ ό,τι στους άνδρες μοναχούς ή μέλη θρησκευτικών ταγμάτων, αποκλείοντάς τις από κάθε επαφή με τον έξω κόσμο. Η απώλεια της «αυτονομίας» θα ολοκληρωθεί στη Γαλλία όταν η διοίκηση της Εκκλησίας θα περάσει στα χέρια της κοσμικής εξουσίας: με το Κονκορδάτο της Μπολόνιας (1516) ο πάπας εκχωρεί στον βασιλιά της Γαλλίας την εξουσία να διορίζει επισκόπους και ηγουμένους. 

 

Και οι… μάγισσες; Καλά όλα αυτά θα μου πείτε, αλλά…να, στον Μεσαίωνα δεν έκαιγαν μάγισσες; Όχι και τόσο, ή μάλλον σχεδόν καθόλου, θα σας απαντήσω. Οι πρώτες δίκες (προσοχή, όχι οι πρώτες καταδίκες σε θάνατο) καταγράφονται στην περιοχή της Τουλούζ τον 14ο αιώνα. Τα πρώτα εγχειρίδια οδηγιών για την καταπολέμηση της μαγείας συγγράφονται μετά το 1480 (οι Γερμανοί Δομηνικανοί μοναχοί Ερρίκος Κράμερ, γνωστότερος ως Ινστιτόρις, και Ιάκωβος Σπρέγγερ δημοσιεύουν το διαβόητο σύγγραμα «Malleus Maleficarum» το 1486-1487, ο Ζαν Μποντέν δημοσιεύει τη «Démonomanie des sorciers» το 1580). Το πραγματικό κυνήγι μαγισσών ανάγεται στα χρόνια της Αναγέννησης κι αργότερα: η διαβόητη δίκη των Μαγισσών του Σάλεμ έγινε το 1698 κι όχι βέβαια κατά τα χρόνια του Μεσαίωνα! Στη Γαλλία, η τελευταία δίκη για μαγεία καταγράφεται στο Μπορντώ το 1718. Όπως βλέπετε δεν υπάρχει καμία μανία κατά των «μαγισσών» στον Μεσαίωνα. Οι άνθρωποι της εποχής αντιμετώπιζαν τη  μαγεία περισσότερο ως εκδήλωση ψυχικής ασθένειας, αντίληψη που μοιάζει αρκετά σύγχρονη.     

Συμπέρασμα: Αυτό πρέπει να το αφήσουμε δικαιωματικά στη Ρεζίν Περνού. Τα ιστορικά στοιχεία αποδεικνύουν ότι ο Μεσαίωνας και αναγνώριζε στη γυναίκα θέση πολύ καλύτερη απ’ ό,τι οι περισσότερες περίοδοι της Ιστορίας και δεχόταν την ιδιαιτερότητα του φύλου της, στοιχείο πολύ σημαντικό όταν στην εποχή μας το πρότυπο που, σχεδόν αποκλειστικά, προσφέρεται στη σύγχρονη γυναίκα είναι αυτό της μίμησης του άντρα. Η Γαλλίδα ιστορικός ευχόταν, με μια δόση υπερβολής, οι διαπιστώσεις αυτές να προκαλέσουν την επιθυμία για μια καλύτερη γνώση του Μεσαίωνα σε όλους αυτούς που «καλόπιστα πιστεύουν ότι η γυναίκα βγαίνει επιτέλους από τον Μεσαίωνα: οι γυναίκες θα πρέπει να κάνουν πολλά για να ξαναβρούν τη θέση που είχαν στα χρόνια της βασίλισσας Αλιενόρ και της βασίλισσας Λευκής» (όπ.π., σελ. 98-99). 

Η παρούσα ανάρτηση ήταν κουραστική ως προς την έκτασή της. Θα ήθελα ωστόσο να προσθέσω ακόμη μια γραμμή. Ας μου επιτραπεί, λοιπόν, να αφιερώσω αυτό το άρθρο, που δεν είναι παρά ταπεινή αντιγραφή σκέψεων και ιδεών τόσων άξιων ιστορικών, στις τρεις γυναίκες της ζωής μου: στην κόρη, στη σύζυγο και στη μητέρα μου.

Μερικά πράγματα που γνωρίζουμε για την Υπατία

Φεβρουαρίου 27, 2010

Τώρα που οι περισσότεροι από εσάς έχετε ήδη δει την τελευταία ταινία του Αμενάμπαρ, τώρα που τα μισά σχεδόν ελληνικά ιστολόγια έχουν αφιερώσει αναρτήσεις στην Υπατία, τώρα που οι αντιμαχόμενες παρατάξεις (ας πούμε αντίπαλοι και φίλοι της Εκκλησίας, μια κι ακόμα δεν έχω ξεκαθαρίσει στο μυαλό μου αν όροι όπως «αντικληρικαλιστής» και  «αντικληρικός» είναι δόκιμοι) διασταύρωσαν τα ξίφη τους και τα πνεύματα έχουν κάπως ηρεμήσει, είναι καιρός να δούμε με ψυχραιμία την ιστορία αυτής της γυναίκας που για πολλούς και διάφορους λόγους έγινε, ίσως διαχρονικά, σύμβολο τόσων ιδεών και ιδεολογιών (τόσο αυτοτελώς όσο και «αντιστικτικά»): σύμβολο του τέλους της Αρχαιότητας όπως την αντιλαμβάνεται ο δυτικός άνθρωπος, σύμβολο της ελευθερίας του πνεύματος απέναντι στον σκοταδισμό, σύμβολο του φεμινισμού ενάντια στην ανδρική καταπίεση, σύμβολο της πίστης στο δωδεκάθεο κατά του χριστιανισμού, σύμβολο των ορθόδοξων χριστιανών της Κωνσταντινούπολης ενάντια στους «μιαρούς» της Αλεξάνδρειας που λίγο αργότερα θα προσχωρήσουν μαζικά στον μονοφυσιτισμό, σύμβολο της σωφροσύνης, του μέτρου και της εγκράτειας, σύμβολο του προτεσταντισμού κατά του καθολικισμού, σύμβολο του Διαφωτισμού ενάντια στην Εκκλησία, σύμβολο του ρομαντισμού και… ποιός ξέρει τι άλλο.

Ι. Από τα γεγονότα στον μύθο

Οι πηγές:

«Ην τις γυνὴ ἐν τῇ Ἀλεξανδρείᾳ͵ τοὔνομα Ὑπατία· αὕτη Θέωνος μὲν τοῦ φιλοσόφου θυγάτηρ ἦν· ἐπὶ τοσοῦτον δὲ προὔβη παιδείας͵ ὡς ὑπερακοντίσαι τοὺς κατ΄ αὐτὴν φιλοσόφους͵ τὴν δὲ Πλατωνικὴν ἀπὸ Πλωτίνου καταγομένην διατριβὴν διαδέξασθαι͵ καὶ πάντα τὰ φιλόσοφα μαθήματα τοῖς βουλομένοις ἐκτίθεσθαι· διὸ καὶ οἱ πανταχόθεν φιλοσοφεῖν βουλόμενοι κατέτρεχον παρ΄ αὐτήν. Διὰ τὴν προσοῦσαν αὐτῇ ἐκ τῆς παιδεύσεως σεμνὴν παρρησίαν καὶ τοῖς ἄρχουσι σωφρόνως εἰς πρόσωπον ἤρχετο· καὶ οὐκ ἦν τις αἰσχύνη ἐν μέσῳ ἀνδρῶν παρεῖναι αὐτήν· πάντες γὰρ δι΄ ὑπερβάλλουσαν σωφροσύνην πλέον αὐτὴν ᾐδοῦντο καὶ κατεπλήττοντο. Κατὰ δὴ ταύτης τότε ὁ φθόνος ὡπλίσατο· ἐπεὶ γὰρ συνετύγχανε συχνότερον τῷ Ὀρέστῃ͵ διαβολὴν τοῦτ΄ ἐκίνησε κατ΄ αὐτῆς παρὰ τῷ τῆς ἐκκλησίας λαῷ͵ ὡς ἄρα εἴη αὕτη ἡ μὴ συγχωροῦσα τὸν Ὀρέστην εἰς φιλίαν τῷ ἐπισκόπῳ συμβῆναι. Καὶ δὴ συμφρονήσαντες ἄνδρες τὸ φρόνημα ἔνθερμοι͵ ὧν ἡγεῖτο Πέτρος τις ἀναγνώστης͵ ἐπιτηροῦσι τὴν ἄνθρωπον ἐπανιοῦσαν ἐπὶ οἰκίαν ποθέν· καὶ ἐκ τοῦ δίφρου ἐκβαλόντες͵ ἐπὶ τὴν ἐκκλησίαν ᾗ ἐπώνυμον Καισάριον συνέλκουσιν͵ ἀποδύσαντές τε τὴν ἐσθῆτα ὀστράκοις ἀνεῖλον· καὶ μεληδὸν διασπάσαντες͵ ἐπὶ τὸν καλούμενον Κιναρῶνα τὰ μέλη συνάραντες πυρὶ κατηνάλωσαν. Τοῦτο οὐ μικρὸν μῶμον Κυρίλλῳ καὶ τῇ Ἀλεξανδρέων ἐκκλησίᾳ εἰργάσατο· ἀλλότριον γὰρ παντελῶς τῶν φρονούντων τὰ Χριστοῦ φόνοι καὶ μάχαι καὶ τὰ τούτοις παραπλήσια. Καὶ ταῦτα πέπρακται τῷ τετάρτῳ ἔτει τῆς Κυρίλλου ἐπισκοπῆς͵ ἐν ὑπατείᾳ Ὁνωρίου τὸ δέκατον͵ καὶ Θεοδοσίου τὸ ἕκτον͵ ἐν μηνὶ Μαρτίῳ͵ νηστειῶν οὐσῶν» (Σωκράτης ο Σχολαστικός «Εκκλησιαστική Ιστορία», βιβλίο Ζ΄, κεφάλαιο 15).

Η ιστορία που μας διηγείται ο Κωνσταντινουπολίτης Σωκράτης ο Σχολαστικός  (ή Ιστορικός, 380- περ. 440), χριστιανός, αλλά υποστηρικτής του Νοβατιανού κι επομένως ιδεολογικός αντίπαλος του Κυρίλλου Αλεξανδρείας, είναι καθ’ όλα συναρπαστική και περιέχει όλα τα στοιχεία που θα δημιουργήσουν ένα πραγματικό μύθο γύρω από το πρόσωπο της Υπατίας. Μια γυναίκα, κόρη φιλοσόφου, διδάσκει στην Αλεξάνδρεια φιλοσοφία ακολουθώντας τον κατά Πλωτίνο νεοπλατωνισμό. Και μόνο το γεγονός ότι πρόκειται για γυναίκα καταδεικνύει το εξαιρετικό της περίπτωσης, λαμβάνοντας υπόψη την άθλια κοινωνική θέση της γυναίκας στην ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα (τα παραδείγματα γυναικών της αρχαιότητας με μόρφωση και προσωπικότητα είναι ελάχιστα και αφορούν κυρίως εταίρες, άντε και κάποιες Σπαρτιάτισσες). Υπόδειγμα μόρφωσης και ηθικής αποκτά πολλούς μαθητές από την καλή κοινωνία της πόλης και ασκεί επιρροή σε πρόσωπα που κατέχουν ανώτατα αξιώματα, μεταξύ των οποίων και στον έπαρχο Ορέστη. Αυτή ακριβώς η σχέση προκαλεί την οργή κύκλων προσκείμενων στον πατριάρχη της Αλεξάνδρειας Κύριλλο. Κάποιοι πιστοί του τελευταίου οδηγούν την Υπατία στο Καισάριο, δηλαδή στο κτίριο που κάποτε ήταν ναός αφιερωμένος στον αυτοκράτορα και πλέον έχει μετατραπεί σε χριστιανική εκκλησία, όπου και τη θανατώνουν με τον πλέον ειδεχθή τρόπο: την κατακρεουργούν με θραύσματα αγγείων («όστρακα»), διαμελίζουν το νεκρό σώμα της και το καίνε (άνοιξη του 415). 

Πέρα από τη μαρτυρία του Σωκράτη, οι διαθέσιμες πηγές περιλαμβάνουν: (1) τον Βίο του Ισιδώρου, που γράφτηκε (μεταξύ του 480 και του 495) από τον μαθητή του, τον Δαμάσκιο τον Δαμασκηνό ή Διάδοχο, τελευταίο σχολάρχη της νεοπλατωνικής σχολής των Αθηνών. Το έργο, που διασώθηκε χάρη στον πατριάρχη Φώτιο, είναι καταρχήν ευνοϊκά διακείμενο προς την Υπατία (ο συγγραφέας του ήταν πιστός του δωδεκάθεου), πλην όμως θέτει υπό αμφισβήτηση τις ικανότητές της ως φιλοσόφου (την χαρακτηρίζει ως «γεωμέτρη») και, όλως παραδόξως, της αποδίδει την ιδιότητα της συζύγου του δασκάλου του, του Ισίδωρου, έστω κι αν, κατά τον Δαμάσκιο, επρόκειτο για «λευκό» γάμο (σε κάθε περίπτωση ο γάμος αυτός θεωρείται απίθανος μια και ο Ισίδωρος γεννήθηκε μάλλον μετά τον θάνατο της Υπατίας ). (2) Το Χρονικό του Ιωάννη, επισκόπου Νικίου, στην Αίγυπτο (τέλος 7ου αιώνα), το οποίο υποστηρίζει σαφώς τον Κύριλλο και επικροτεί τη δολοφονία, χαρακτηρίζοντας την Υπατία μάγισσα, λόγω της ενασχόλησής της με την αστρονομία. Η στάση του Ιωάννη μπορεί να εξηγηθεί από δύο λόγους: πρώτον, γράφει στα χρόνια που η Αίγυπτος είναι πια μουσουλμανική και, επομένως, ως εκπρόσωπος μιας απειλούμενης θρησκευτικής μειονότητας, οπότε είναι δύσκολο να κατακρίνει ενέργειες των πιστών της. Δεύτερον, ακριβώς η επίδραση του ισλαμισμού, που είναι ακόμη πιο σκληρός απέναντι στον πολυθεϊσμό απ’ ό,τι ο χριστιανισμός του ελληνόφωνου κόσμου, επιβάλλει στάση καταδίκης των παγανιστικών ιδεών. (3) το βυζαντινό λεξικό που είναι γνωστό με το όνομα Σούδα  ή Σουΐδα (10ος αι.): οι, σαφώς θετικές για τη φιλόσοφο, αναφορές στην Υπατία πρέπει να είχαν ως βασική πηγή το έργο του Δαμάσκιου. (4) Πρωτίστως, οι (συνολικά 159) επιστολές του μαθητή της Υπατίας Συνέσιου του Κυρηναίου, επτά από τις οποίες απευθύνονται προσωπικά στη φιλόσοφο. Το υλικό αυτό παρέχει ανεκτίμητες πληροφορίες για τη ζωή, τη σκέψη και το έργο της Υπατίας και του κύκλου των μαθητών της.

Ο μύθος της Υπατίας. Βυζάντιο και Αναγέννηση: Για το χριστιανικότατο Βυζάντιο, η εικόνα της Υπατίας (όχι και τόσο παράδοξα, αν λάβουμε υπόψη τις θετικές αναφορές στη Σούδα, αλλά και την περιφρόνηση προς τους μετέπειτα Μονοφυσίτες χριστιανούς της Αλεξάνδρειας) είναι αυτή της γυναίκας που συμβολίζει την ηθική και το μέτρο. Δεν είναι τυχαίο που ο ιστορικός και λόγιος Νικηφόρος Γρηγοράς (1295-1360) χαρακτηρίζει την αυτοκράτειρα Ευδοκία Μακρεμβολίτισσα (σύζυγο του Κωνσταντίνου Ι΄ Δούκα και του Ρωμανού Δ΄ Διογένη) ως «δεύτερη Υπατία», προκειμένου να εξάρει την καλλιέργειά της. Όσο για τη δυτική Αναγέννηση, με το πνεύμα λατρείας προς την ελληνική αρχαιότητα, θα ήταν δύσκολο να ξεχάσει εντελώς την Υπατία. Σύμφωνα με μια ιστορία που δεν είναι δυνατό να εξακριβωθεί, στον διάσημο πίνακα «Η Σχολή των Αθηνών» ο Ραφαήλ απεικόνισε μεταξύ των μεγάλων σοφών της Αρχαιότητας και την Υπατία. Για πολλούς, όμως, το πρόσωπο που αποδίδεται στην Υπατία είναι ο Φραντσέσκο Μαρία ντέλλε Ρόβερε, ανηψιός του πάπα Ιουλίου Β΄ και μετέπειτα δούκας του Ούρμπινο. Η παράδοση λέει ότι όταν ο Ραφαήλ παρουσίασε το έργο του και, εξηγώντας τα εικονιζόμενα πρόσωπα, έκανε λόγο για την Υπατία, κάποιος από τους παριστάμενους καρδινάλιους παρατήρησε ότι καλό θα ήταν να σβηστεί από το έργο ένα πρόσωπο που θα μπορούσε να προκαλέσει δυσάρεστους για την Εκκλησία συνειρμούς. Οπότε κι ο Ραφαήλ «μεταμόρφωσε» την Υπατία σε παπικό ανηψιό! 

Νεότεροι χρόνοι: Ο μύθος της Υπατίας θα γιγαντωθεί, όμως, στους νεότερους χρόνους. Η αφετηρία είναι η έκδοση του βιβλίου του Αγγλοϊρλανδού Τζων Τόλαντ, στο Λονδίνο το 1720. Όπως θα έχετε παρατηρήσει, οι τίτλοι των βιβλίων τη εποχής εκείνης δεν διακρίνονταν για τη συντομία τους, καθώς αποτελούσαν μάλλον περίληψη του περιεχομένου και διακήρυξη της βασικής ιδέας του βιβλίου. Με κίνδυνο να υπερβώ το επιτρεπόμενο όριο λέξεων ανά ανάρτηση, παραθέτω ολόκληρο τον τίτλο του συγγράμματος του Τόλαντ: «Hypatia, or the History of a Most Beautiful, Most Virtuous, Most Learned and in Every Way Accomplished Lady; Who was Torn to Pieces by the Clergy of Alexandria, to Gratify the Pride, Emulation and Cruelty of the Archbishop, Commonly but Undeservedly Titled St. Cyril«. Ο τίτλος καθιστά σαφές το περιεχόμενο, καθώς, με δόσεις λογικής, φανατισμού και ρομαντισμού, ο Τόλαντ παρουσιάζει την Υπατία ως σύμβολο της ελεύθερης σκέψης που αντιμετωπίζει τον χριστιανικό σκοταδισμό. Ο Τόλαντ ανατράφηκε ως καθολικός, ασπάστηκε στη συνέχεια τον προτεσταντισμό και, κατά τις πνευματικές του αναζητήσεις, προσέγγισε τις ιδέες του ντεϊσμού. Απάντηση στις ιδέες του Τόλαντ θα δώσει, σε εντελώς ανάλογο ύφος, το βιβλίο του Τόμας Λιούις «The History of Hypatia, a Most Impudent School Mistress. In Defense of Saint Cyril and the Alexandrian Clergy from the Aspersions of Mr Toland» (Λονδίνο 1721). Ευθύς εξαρχής, λοιπόν, η ιστορία της Υπατίας γίνεται αντικείμενο ιδεολογικών αντιπαραθέσεων που διεξάγονται με όρους οπαδικού φανατισμού.  

Τη σκυτάλη παίρνει στη συνέχεια ο γαλλικός Διαφωτισμός, ο οποίος, του Βολταίρου προεξάρχοντος, παρουσιάζει την Υπατία ως προσωποποίηση της καλλιέργειας, της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας και της ελευθερίας του πνεύματος, σε αντίθεση, φυσικά, με τη στάση της Εκκλησίας. «Ο Λόγος και η Ελευθερία δολοφονήθηκαν από τους κεκαρμένους μπράβους του Κύριλλου, τους οποίους ακολουθούσε όχλος φανατικών» (Βολταίρος «Examen important de Milord Bolingbroke ou le tombeau du fanatisme écrit vers la fin de 1736«, Παρίσι 1738, σ. 185).

Ο θαυμασμός προς την Υπατία θα εκφρασθεί κι από πολλούς λογοτέχνες (ιδίως της ρομαντικής περιόδου), όπως ο Λεκόντ ντε Λιλ (ποίημα Υπατία, σε δύο εκδόσεις, 1847 και 1874, από τις οποίες μόνο η δεύτερη υιοθετεί την αντιεκκλησιαστική επιχειρηματολογία, και θεατρικό δράμα Υπατία και Κύριλλος) και ο Νερβάλ (Nouvelles, I: Les Filles du Feu. Angélique, 1854). Αλλά και κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα και των πρώτων χρόνων του αιώνα μας, τα βιβλία (λογοτεχνικά και ιστορικά) που αναφέρονται στην Υπατία είναι αρκετά: για ένα σχεδόν πλήρη κατάλογο μπορεί κανείς να ανατρέξει στο αφιέρωμα που έκανε στην ταινία του Αμενάμπαρ ο εξαιρετικός ιστότοπος Peplum: images de l’ Antiquité: Cinéma et BD. Για λόγους καθαρά προσωπικών προτιμήσεων, αναφέρουμε το μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο «Μπαουντολίνο«, όπου (στα κεφάλαια 32 έως 35) ο επώνυμος ήρωας συναντά, σε συνθήκες που ξεπερνούν κάθε φαντασία, και ερωτεύεται την «Υπατία» του, σε κλίμα γλυκύτατου ρομαντισμού. 

Η πρόσφατη κινηματογραφική ταινία του Αμενάμπαρ: Ο εξαιρετικά προικισμένος Ισπανοχιλιανός σκηνοθέτης Αλεχάνδρο Αμενάμπαρ (γεννήθηκε στο Σαντιάγο της Χιλής το 1972, αλλά μεγάλωσε στην Ισπανία) επέλεξε ως θέμα της τελευταίας ταινίας του την Υπατία. Η  Άγκορα, που άρχισε να προβάλλεται στις ισπανικές κινηματογραφικές αίθουσες τον Σεπτέμβριο του περασμένου έτους, αποτελεί ήδη μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες του ισπανικού κινηματογράφου. Έχοντας ως πρωταγωνίστρια την ωραιότατη Ρέιτσελ Βάις στον ρόλο της Υπατίας, η ταινία είναι υποψήφια για 13 βραβεία Γκόγια (τα ισπανικά Όσκαρ, ας πούμε). Όπως αποδεικνύεται τόσο από την ίδια ταινία όσο και από τις σχετικές δηλώσεις του δημιουργού της, η Άγκορα διαπνέεται από τη μανιχαϊστική λογική της αντιπαράθεσης της ελευθερίας του πνεύματος με τον θρησκευτικό φανατισμό και σκοταδισμό, ενισχυμένη με δόσεις φεμινισμού. Προφανώς μια τέτοια παρουσίαση είναι πολύ πιο βολική για ένα φιλμ από την αναζήτηση της ιστορικής πιστότητας, η οποία δίνει κατ’ ανάγκη πολύ λιγότερο ελκυστικά αποτελέσματα, δίχως απόλυτα καλούς και απόλυτα κακούς. Δεν δικαιολογεί όμως ούτε τις όποιες δηλώσεις του σκηνοθέτη που διακρίνονται από μια αφελή ανάγνωση της Ιστορίας (στο στυλ το τέλος του πνεύματος και η απαρχή δεκαπέντε αιώνων σκοταδισμού) ούτε την προσπάθεια να αποδειχθεί ότι η ταινία είναι ιστορικά ακριβής. Όσον αφορά το αισθητικό αποτέλεσμα, μπορούμε να πούμε ότι μας φάνηκε αρκετά καλό. Επίσης, η προσπάθεια αναπαράστασης της Αλεξάνδρειας του 4ου-5ου αιώνα δεν μπορεί να θεωρηθεί αποτυχημένη (μολονότι οι συντελεστές του φιλμ ενέδωσαν στον πειρασμό των πολλών καθαρά αιγυπτιακών στοιχείων και παρά ορισμένες επιμέρους αστοχίες όπως ο εξοπλισμός των λεγεωνάριων που παραπέμπει σε εποχές ως τον 2ο αιώνα). Όσον αφορά την αμιγώς καλλιτεχνική αξία της ταινίας, περιοριζόμαστε στην επισήμανση ότι οι κριτικοί δεν της επιφύλαξαν διθυράμβους, χωρίς πάντως και να τη θάψουν. Πέρα από τις κριτικές σχετικά με τα μηνύματα και την «ιδεολογία» της ταινίας (όπου, όπως ήταν φυσικό, δεν θα μπορούσε να υπάρξει ομοφωνία), επισημάνθηκαν αδυναμίες που αφορούν τη δομή της. Αρκετές κριτικές, όλων των τάσεων, μπορεί να βρεί κανείς στο αναλυτικό και κατατοπιστικότατο αφιέρωμα του ιστότοπου Peplum. Για μια ενδιαφέρουσα ελληνική κριτική της ταινίας μπορούμε να συστήσουμε την ανάρτηση στο ιστολόγιο του old-boy. Η προβολή του φιλμ στην Ελλάδα προκάλεσε αρκετό θόρυβο, αν κρίνουμε από τον μεγάλο αριθμό άρθρων σε ιστολόγια (το πλήθος τους συναγωνίζεται τις αναρτήσεις που είχαν θέμα το διαζύγιο της εθνικής τηλεπαρουσιάστριας πρωϊνών εκπομπών). Το θέμα της ταινίας προκάλεσε σειρά σφοδρών αντιπαραθέσεων μεταξύ εγχώριων «αντικληρικαλιστών» και υπερασπιστών της Εκκλησίας. Ενδεικτικά αναφέρουμε, για την πρώτη κατηγορία, τη σχετική ανάρτηση του γνωστού ιστολογίου Ροϊδη Εμμονές και, για τη δεύτερη, το άρθρο που δημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο της Ορθόδοξης Ομάδας Δογματικής Έρευνας. Για περισσότερα δεν έχετε παρά να αναζητήσετε την Υπατία π.χ. στο Γκουγκλ και να εκμεταλλευθείτε τα εκατοντάδες αποτελέσματα που θα δώσει η αναζήτηση.

ΙΙ. Η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας

Ωστόσο, οι ιστορικές πηγές μας επιτρέπουν να διαμορφώσουμε μια πληρέστερη, ακριβέστερη και πιο αντικειμενική εικόνα των γεγονότων που αφορούν την Υπατία απ’ ό,τι όλες οι πολεμικές ή οι λογοτεχνικές αναφορές οι οποίες εν πολλοίς στηρίζονται στον μύθο που δημιουργήθηκε για τη φιλόσοφο της Αρχαιότητας. Ας επιχειρήσουμε να ξεδιαλύνουμε το ζήτημα με οδηγό, για μια φορά ακόμη, το προσφιλέστατο σε μας βιβλίο του Γάλλου ιστορικού Μωρίς Σαρτρ «Histoires Grecques» (collection L’ Univers Historique, εκδόσεις Seuil, Παρίσι 2006, ιστορία αριθ. 43 – και τελευταία του βιβλίου –  «La mort d’ Hypatie ou Rester païen dans un monde chrétien», σελ. 437-447, κείμενο που αποτελεί ελαφρώς τροποποιημένη έκδοση άρθρου το οποίο πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό εκλαΐκευσης της Ιστορίας L’ Histoire, αριθ. 306, Φεβρουάριος 2006, σελ. 72-76). Όπως σημειώνει ο ιστορικός (όπ.π., σελ. 438-439) «η ιστορία της Υπατίας εξέφυγε του πεδίου μελέτης των ιστορικών πριν καν βρεθεί σ’ αυτό, ενώ το ιδεολογικό διακύβευμα που, εδώ και σχεδόν τρεις αιώνες, συνέδεε ο καθένας με το όνομά της συσκότισε κατά κάποιο τρόπο την πραγματικότητα. Εντούτοις, παρά τις αβεβαιότητες που χαρακτηρίζουν τις πηγές, είναι δυνατό να κατανοήσουμε καλύτερα τόσο το ιστορικό πρόσωπο της Υπατίας όσο και τις συνθήκες του θανάτου της. Στοιχείο που ουδόλως αναιρεί το ενδιαφέρον που παρουσιάζει το ιστορικό πρόσωπο και το τραγικό τέλος του, μολονότι πρέπει προφανώς να του αποδώσουμε διαφορετική σημασία από αυτήν που φαντάζονταν οι πρώτοι θαυμαστές του».

– Κόρη επιφανούς λογίου, του φιλοσόφου και μαθηματικού Θέωνος (335-405), ο οποίος θα αποτελέσει και τον πρώτο και κύριο δάσκαλό της, η Υπατία γεννιέται στην Αλεξάνδρεια, κατά πάσα πιθανότητα, το 355. Στις επιστολές του, ο μαθητής της Συνέσιος, απευθύνεται στην Υπατία με εκφράσεις σεβασμού που αρμόζουν σε γυναίκα σαφώς μεγαλύτερης ηλικίας από εκείνον. Επομένως, κατά το χρονικό σημείο της δολοφονίας της, η Υπατία έχει φτάσει στην ηλικία των εξήντα ετών, «στοιχείο που δεν αναιρεί το ειδεχθές του εγκλήματος, αλλά πάντως διαλύει τις ερωτικές φαντασιώσεις που προκαλεί το ξεγύμνωμα της παρθένου» (M. Sartre, όπ.π., σελ. 439). Οπότε, όπως αντιλαμβάνεσθε, ουδεμία σχέσις με την ωραία Ρέιτσελ.

– Στο (σχετικά πρόσφατο) παρελθόν, επικρατούσε η ιδέα ότι το σύνολο του έργου της Υπατίας έχει χαθεί. Σήμερα, αντιθέτως, η κυρίαρχη αντίληψη είναι ότι πρέπει να διασώζεται το μεγαλύτερο μέρος του. Για παράδειγμα, οι εκδόσεις των έργων του Κλαύδιου Πτολεμαίου που έφτασαν ως τις μέρες μας είναι μάλλον αυτές που σχολίασε η Υπατία. Σε τέτοια περίπτωση, φυσικά, είναι δυσχερές να διακριθεί ό,τι ανήκει στην Αλεξανδρινή φιλόσοφο. Είναι, όμως, δυνατό να συναχθούν κάποια συμπεράσματα. Το έργο της Υπατίας δεν είναι ριζοσπαστικό και καινοτόμο. Δεν της πιστώνεται κάποια πρωτότυπη θεωρία (μαθηματική ή φιλοσοφική), ούτε κάποια ανακάλυψη. Το έργο της είναι κυρίως διδακτικό και ερμηνευτικό, αφορά τον σχολιασμό μαθηματικών και αστρονομικών συγγραμμάτων (αφενός του Απολλώνιου από την Πέργη της Παμφυλίας και του Διόφαντου του Αλεξανδρέως, αφετέρου του Κλαύδιου Πτολεμαίου). Ο Συνέσιος της αποδίδει την εφεύρεση του αστρολάβου: δεδομένου ότι σώζονται αστρολάβοι παλαιότεροι κατά ένα τουλάχιστον αιώνα από την εποχή της Υπατίας, κάτι τέτοιο αποκλείεται (ο Αμενάμπαρ, ξεπερνώντας κάθε λογική, εμφανίζει την Υπατία σαν ένα πρώιμο… Γαλιλαίο!). Το φιλοσοφικό της έργο διαπνέεται από τον νεοπλατωνισμό του Πλωτίνου. Φαίνεται ότι είχε σχολιάσει έργα του Πυθαγόρα, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη.

– Η Υπατία είχε δημιουργήσει ένα στενό κύκλο πιστών μαθητών. Μεταξύ αυτών που παρακολούθησαν επί σειρά ετών τα μαθήματά της καταλέγονται ο Συνέσιος, χριστιανός που θα γίνει επίσκοπος της Πτολεμαΐδας της Κυρηναϊκής το 411, ο Ολύμπιος, πλούσιος γαιοκτήμονας από τη Σελεύκεια της Πιερίας στη Συρία, και ο Κύρος ο Πανοπολίτης, μετέπειτα επίσκοπος του Κοτυαίου της Φρυγίας. Εκτός από αυτούς, στις επιστολές του Συνέσιου μνημονεύονται πολλά ακόμη ονόματα της αριστοκρατίας της Αλεξάνδρειας και γενικά της ελληνόφωνης Ανατολής. Διαπιστώνεται ότι οι μαθητές της Υπατίας ήταν στην πλειονότητά τους χριστιανοί, κάτι που καταρίπτει τον μύθο της φανατικής πιστής του δωδεκάθεου.

– Η Υπατία δεν διακρίνεται από θερμή πίστη προς το δωδεκάθεο, σε αντίθεση με πολλούς από τους Αλεξανδρινούς λογίους της εποχής της (ο νεπλατωνικός φιλόσοφος Ολύμπιος ιερουργεί παράλληλα στο Σεράπειο, ο Αμμώνιος είναι ιερέας του Ερμή-Θωθ, ο Ελλάδιος ιερέας του Άμμωνος Διός). Κατά τη διάρκεια των ταραχών που προκάλεσε στην Αλεξάνδρεια το 391-392 ο πατριάρχης Θεόφιλος (θείος του Κύριλλου)., ο οποίος παρακίνησε τον χριστιανικό όχλο να καταστρέψει τους ναούς των ειδωλολατρών, μεταξύ των οποίων το Σεράπειο, οι πιστοί του δωδεκάθεου με επικεφαλής τον Ολύμπιο κινητοποιούνται για να υπερασπίσουν το Σεράπειο (το οποίο στέγαζε και μια σημαντικότατη βιβλιοθήκη. Παρά τα διαδραματιζόμενα στην ταινία του Αμενάμπαρ, η Υπατία δεν φαίνεται να έχει καμία συμμετοχή στα γεγονότα αυτά. «Κανείς αρχαίος συγγραφέας δεν αναφέρει το όνομά της σε σχέση με το επεισόδιο του Σεραπείου, σαν η Υπατία να είχε αποστασιοποιηθεί από την Ιστορία αυτή. Η πλέον πιθανή εξήγηση είναι ότι δεν θεωρούσε πως η καταστροφή ενός ειδωλολατρικού ναού, ακόμη και τόσο σημαντικού, αποτελεί γεγονός ιδιαίτερης σπουδαιότητας. Η φιλοσοφία και οι επιστημονικές γνώσεις της θα πρέπει να της είχαν καταστήσει σαφές ότι οι εκδηλώσεις οποιασδήποτε λατρείας είναι μάταιες» (M. Sartre, όπ.π., σελ. 441).

– Η φιλόσοφος ουδέποτε επέδειξε εχθρότητα προς τους χριστιανικούς κύκλους. Οι μαθητές, οι φίλοι και οι κοινωνικές συναναστροφές της ανήκουν στην αλεξανδρινή ελίτ, η οποία (είτε από ειλικρινή πίστη είτε για λόγους που αφορούν την κοινωνική ανέλιξη και τη σταδιοδρομία) είναι κυρίως χριστιανική. Ενδεικτικές της στάσης αυτής είναι και οι στενές σχέσεις της Υπατίας με τον έπαρχο Ορέστη.

– Οι όποιες θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις της Υπατίας δεν έχουν άμεση σχέση με τη δολοφονία της. Το έγκλημα εντάσεται στο πλαίσιο μιας σφοδρότατης αντιπαράθεσης μεταξύ δύο χριστιανικών πόλων εξουσίας, του έπαρχου Ορέστη και του πατριάρχη Κύριλλου. Ο δεύτερος εκλέγεται πατριάρχης τον Οκτώβριο του 412: η εκλογή του ήταν ιδιαίτερη δύσκολη, καθώς είχε να αντιμετωπίσει έναν ισχυρό συνυποψήφιο, τον Τιμόθεο, αρχιδιάκονο του θείου του. Η δύσκολη εκλογή του Κύριλλου εξηγεί εν μέρει και τον φανατικό ζήλο με τον οποίο επιχειρεί να επιβάλει την εξουσία της εκκλησίας του, ακόμη και σε βάρος της κοσμικής εξουσίας. Εκτοπίζει από την Αλεξάνδρεια τους υποστηρικτές του Νοβατιανού και στη συνέχεια στρέφεται κατά των Ιουδαίων της Αλεξάνδρειας. Κάπου εδώ, ξεκινά και η σύγκρουσή του με τον Ορέστη, κίνητρο του οποίου δεν είναι μόνο η διαφύλαξη της τάξης και η προστασία του εβραϊκού στοιχείου, αλλά και η διασφάλιση της εξουσίας του από τις επιβουλές ενός βουλιμικού σφετεριστή. Ο Κύριλλος απαντά προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερες ταραχές κατά των Ιουδαίων: λεηλατούνται συναγωγές και ολόκληρη η ιουδαϊκή συνοικία. Ο Ορέστης, όπως και ο Κύριλλος, ζητεί την υποστήριξη του αυτοκράτορα, Θεοδόσιου Β΄. Ο αυτοκράτορας περιορίζεται σε συστάσεις για συμφιλίωση.

Ο Ορέστης αρνείται να συνεργαστεί με τον πατριάρχη, οπότε ο δεύτερος, σε επίδειξη δύναμης, φέρνει σαν μπράβους του πεντακόσιους μοναχούς από την έρημο της Νιτρίας. Κατά τη διάρκεια ταραχών, ένας από αυτούς, ο Αμμωνιανός, πετά μια πέτρα και τραυματίζει σοβαρά στο κεφάλι τον έπαρχο. Ο δράστης συλλαμβάνεται και εκτελείται. Ο Κύριλλος μπορεί να προσθέσει στο οπλοστάσιό του ένα μάρτυρα.

Η Υπατία στοχοποιείται λόγω των σχέσεών της με τον έπαρχο και την επιρροή που ασκεί σ’ αυτόν. Για τον Κύριλλο είναι ένα εμπόδιο στην προσπάθεια να επιβάλει την εξουσία του. Δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για το αν ο Κύριλλος πρέπει να θεωρηθεί άμεσος ή έμμεσος ηθικός αυτουργός της δολοφονίας της Υπατίας. Οι δολοφόνοι, πάντως, ήταν βέβαιοι ότι η πράξη τους ήταν προς το συμφέρον του ηγέτη τους. Ο Σωκράτης ο Σχολαστικός κατονομάζει έναν από αυτούς: τον Πέτρο, αναγνώστη, δηλαδή κάποιον με τον κατώτερο ιερατικό βαθμό. Κατά πάσα πιθανότητα, οι δολοφόνοι της Υπατίας προέρχονταν από τις τάξεις των «παραβαλανέων», των 800 που είχαν αποστολή την παροχή βοήθειας στους αρρώστους και φτωχούς χριστιανούς, αλλά λειτουργούσαν συχνά στην πράξη και ως πραιτωριανή φρουρά του πατριάρχη. Σε κάθε περίπτωση «ο φόνος της Υπατίας είναι, κατ’ ουσίαν, συνέπεια σύγκρουσης μεταξύ χριστιανών, μεταξύ κοσμικής και πνευματικής εξουσίας. Η Υπατία πληρώνει το τίμημα της φήμης, της επιρροής, του ηθικού κύρους της, καθώς και το γεγονός ότι υποστήριζε τον περιορισμό της εκκλησιαστικής εξουσίας. Περιθωριακά και μόνο μπορεί οι ειδωλολατρικές πεποιθήσεις της να δικαιολογούσαν τον φόνο για κάποιους από τους αμόρφωτους δολοφόνους της» (M. Sartre, όπ.π., σελ. 444). Βρισκόμαστε, επομένως, πολύ μακριά από τις αντιλήψεις του Τόλαντ και του Βολταίρου.   

– Η δολοφονία της Υπατίας δεν αποτελεί το τέλος της αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Στην Αλεξάνδρεια, ο φιλόσοφος Ιεροκλής ιδρύει μια εκλεκτική νεοπλατωνική σχολή που θα συνεχίσει να λειτουργεί μέχρι την αραβική κατάκτηση (648). Τα μαθηματικά και η αστρονομία θα εξακολουθήσουν να αναπτύσσονται. Άλλοι κύκλοι, όπου ξεχωρίζει ο Ωραπόλλων ο Πρεσβύτερος, θα επιχειρήσουν μια μείξη της αρχαίας ελληνικής θρησκείας και φιλοσοφίας με τις αιγυπτιακές παραδόσεις. Γενικά, η Aλεξάνδρεια γνωρίζει πνευματική άνθηση κατά τον 5ο και 6ο αιώνα (Αμμώνιος, Δαμάσκιος, Ασκληπιός, Ολυμπιόδωρος κ.λπ.). Το ίδιο συμβαίνει και στη Συρία.

Όπως σημειώνει ο Σαρτρ (όπ.π., σελ. 446-447), στους πνευματικούς κύκλους της Αλεξάνδρειας και της ελληνικής Ανατολής δεν υπάρχουν διαχωριστικές γραμμές θρησκευτικού χαρακτήρα. Οι άνθρωποι συνδέονται λόγω της μόρφωσης και της καλλιέργειας, του τρόπου ζωής και της οικονομικής άνεσής τους. Αυτό όμως που ισχύει για την κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας δεν αφορά τις λαϊκές μάζες (κατά πλειονότητα ειδωλολατρικές στην ύπαιθρο, χριστιανικές στις πόλεις). Οι εκκλησιαστικοί ηγέτες είναι εύκολο να υποκύψουν στον πειρασμό να χρησιμοποιήσουν τον λαό (ή μάλλλον το λούμπεν προλεταριάτο των πόλεων) ως στήριγμα για να εδραιώσουν και να επεκτείνουν τις εξουσίες τους.

Όσο για τη δολοφονία της Υπατίας, δεν φαίνεται να είχε κάποιες σημαντικές συνέπειες. Κανείς από τους φίλους της δεν επιχείρησε να την εκδικηθεί: ο έπαρχος Ορέστης επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, οι μαθητές της Υπατίας περιορίσθηκαν απλώς στη διατήρηση της ανάμνησής της. Κανείς δεν ενόχλησε τον Κύριλλο. «Η ιστορία της Υπατίας που ξεχάστηκε γρήγορα, εκτός από το τελευταίο επεισόδιό της, μπορούσε πια να θρέψει τη φαντασία των ποιητών, των φιλοσόφων και των υπέρμαχων της ελευθερίας της σκέψης και της πίστης» (όπ.π., σελ. 447).      

Όπως διαπιστώνεται, τα συμπεράσματα τείνουν πάλι προς το γκρίζο. Τί να γίνει, όμως, που η προσεκτικότερη ανάγνωση των ιστορικών στοιχείων δεν επιβεβαιώνει (σχεδόν) ποτέ τις μανιχαϊστικές (ή τις απλώς φανατικές) ερμηνείες; Δυστυχώς, όμως, αυτό ποτέ δεν αποδείχθηκε αρκετό για να πείσει τους οπαδούς των αντίθετων απόψεων να παραδεχθούν τον σύνθετο χαρακτήρα της πραγματικότητας. Ainsi soit-il…           

Περιηγήσεις στην Αλσατία: Κολμάρ

Νοέμβριος 17, 2009
 
 
478
Colmar – La Petite Venise

Την Αλσατία την ερωτεύτηκα τα χρόνια που ζούσα στο Στρασβούργο. Πέρα από τα φυσικά τοπία της (τα Βόσγια, τις πεδιάδες, τα δάση που φαντάζουν ακόμη πιο όμορφα σε έναν άνθρωπο της Μεσογείου), το πιο εντυπωσιακό ήταν οι πόλεις και τα χωριά της που στα κτίριά τους έφεραν ανάγλυφη την ιστορία αιώνων. Μαζί και η εξαίρετη κουζίνα της, ακόμη και για κάποιον που δεν εκτιμά ιδιαίτερα τις «εμβληματικές» σπεσιαλιτέ της περιοχής, όπως το σουκρούτ, το μπαικόφφ ή το ζαμποννώ, και τα δροσερά κρασιά της από το ρίσλινγκ ως το πινό νουάρ. Η Αλσατία μπορεί να μην είναι ακριβώς Γαλλία (αν και, πέντε χρόνια στο Στρασβούργο, όπου μεγάλο τμήμα του πληθυσμού δεν είναι αλσατικής καταγωγής, ποτέ δεν ένιωσα να ζω κάπου αλλού εκτός από τη Γαλλία. Σπανιότατα άκουγα αλσατικά στο δρόμο και, σχεδόν πάντα, από ανθρώπους μεγάλης ηλικίας. Πολλές φορές, μόνο το ντεκόρ έμοιαζε ακαθόριστα γερμανικό), δεν είναι πάντως και Γερμανία. Έχει τη δική της ταυτότητα: τόσο στους Γάλλους όσο και στους Γερμανούς χαρίζει ένα οικείο περιβάλλον με συγκρατημένες δόσεις εξωτισμού. Οι Γάλλοι, χωρίς να περάσουν σύνορα και χωρίς να χρειάζεται να μιλήσουν μια ξένη γλώσσα, βρίσκονται σε ένα διαφορετικό τόπο που τους προσφέρει μερικά από τα ωραιότερα δείγματα της μεσαιωνικής και αναγεννησιακής γερμανικής αρχιτεκτονικής. Οι Γερμανοί περνούν σύνορα, αλλά έχουν τη δυνατότητα να συνεννοηθούν στη γλώσσα τους και να περιπλανηθούν σε γνώριμο χώρο, συναντώντας όμως την τυπικά γαλλική νοοτροπία ευζωΐας, και, κυρίως, να ξαναβρούν ένα αστικό τοπίο που στη χώρα τους καταστράφηκε για πάντα από τις βόμβες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και οι μεν και οι δε θα βρεθούν σε πόλεις και χωριά που άνετα θα μπορούσαν να αποτελέσουν το σκηνικό για παραμύθια των αδελφών Γκριμμ. Ειδικά για το Στρασβούργο θα μπορούσα να γράψω χιλιάδες κείμενα και πάλι θα είχα τη βεβαιότητα ότι δεν θα κατάφερνα να εκφράσω εύστοχα αυτά που νιώθω μέσα μου. Θα πρέπει νάταν τα φθινοπωρικά βράδια όταν πλησιάζοντας τις όχθες του Ιλλ αντίκριζες τη σιλουέτα του καθεδρικού να προβάλλει μέσα από την ομίχλη. Ή, ίσως, η γλυκιά ραθυμία των καλοκαιρινών απομεσήμερων στα καφέ της Μαρσέ Γκαγιώ ή οι περίπατοι στα κανάλια της Πετίτ Φρανς, εκεί που ο χρόνος πρέπει να σταμάτησε στις αρχές του 17ου αιώνα. Σίγουρα, ήταν η απερίγραπτη ομορφιά του καθεδρικού, αυτού του διαμαντιού της τέχνης που κατά σύμβαση αποκαλούμε «γοτθική».

 

Αφού λοιπόν δεν ταχθήκαμε για τα μεγάλα, ας στραφούμε σε ένα στόχο πιο βατό, αλλά διόλου αμελητέο, τη δεύτερη σε ιστορική σπουδαιότητα πόλη της Αλσατίας, το Κολμάρ.

470
Maison des Têtes

Κολμάρ: Με λίγο περισσότερους από 65.οοο κατοίκους, το Κολμάρ είναι η πρωτεύουσα του γαλλικού νομού του Άνω Ρήνου («Άνω» σύμφωνα με τον ρου του ποταμού, μια και η νότια Αλσατία είναι πιο κοντά στις πηγές του), μολονότι δεν έχει ούτε τον μισό πληθυσμό της Μυλούζ, και για ιστορικούς λόγους έδρα του εφετείου της περιφέρειας της Αλσατίας, μολονότι το Στρασβούργο έχει σχεδόν οχταπλάσιο πληθυσμό. Η πόλη είναι απίστευτα γραφική: το ιστορικό της κέντρο είναι πιο «μαζεμένο» από το αντίστοιχο του Στρασβούργου και μπορεί να το γυρίσει κανείς άνετα με τα πόδια, δεν είναι όμως και μικρό. Διαθέτει μέγαρα του 16ου, του 17ου και του 18ου αιώνα, όπως το εξαίσιο αναγεννησιακό αρχιτεκτόνημα του Maison des Têtes (χτισμένο το 1609 για λογαριασμό του εμπόρου Άντον Μπύργκερ) ή το αρχοντικό Πφίστερ, ίσως το χαρακτηριστικότερο δείγμα αλσατικού μεγάρου (το έχτισε το 1537 ο έμπορος Λουδοβίκος Σέρερ από τη Μπεζανσόν, το σημερινό όνομα οφείλεται σε κάποιον από τους ιδιοκτήτες του σπιτιού κατά τον 19ο αιώνα). Αμέτρητα αλσατικά maisons à colombages (δηλαδή σπίτια με σκελετό από ξύλινα δοκάρια, τα οποία είναι εξωτερικώς ορατά). Σημαντικές γοτθικές εκκλησίες, όπως ο Άγιος Μαρτίνος ή η λιτή εκκλησία των Δομηνικανών. Κάμποσα μπαρόκ οικοδομήματα από τα χρόνια της γαλλικής κυριαρχίας στην Αλσατία και, γύρω από το ιστορικό κέντρο, πολλά δημόσια κτίρια, περισσότερο ή λιγότερο μνημειακού χαρακτήρα, που οφείλονται στους Γερμανούς, μια και χτίστηκαν στο διάστημα 1871-1918, όταν η Αλσατία αποτελούσε τμήμα του γερμανικού Ράιχ. Υπάρχει ακόμη η «Μικρή Βενετία», η οποία θα φανεί απίστευτα μικρή σε όποιον έχει επισκεφτεί τις πολυάριθμες «Βενετίες» του ευρωπαϊκού Βορρά από τη Μπρυζ και το Άμστερνταμ ως τη Στοκχόλμη, δεν παύει, όμως, να είναι αληθινά όμορφη. Και φυσικά πολλά, πάρα πολλά γλυπτά του διασημότερου τέκνου του Κολμάρ, του Αυγούστου Μπαρτολντί, δημιουργού, μεταξύ άλλων, του Αγάλματος της Ελευθερίας στη Νέα Υόρκη. Τέλος, η πόλη διαθέτει ένα από τα σημαντικότερα επαρχιακά μουσεία της Γαλλίας: το Μουσείο Ουντερλίντεν στεγάζεται σε ένα μεσαιωνικό κοινόβιο γυναικών μοναχών που εντάχθηκαν στο τάγμα των Δομηνικανών και ανάμεσα στα εκθέματά του καταλέγονται αρκετοί θησαυροί της μεσαιωνικής και αναγεννησιακής τέχνης της περιοχής του Ρήνου, μεταξύ των οποίων έργα των Μάρτιν Σονγκάουερ, Γιοστ Χάλλερ, Χανς Χόλμπαϊν, Λούκας Κράναχ και Άλμπρεχτ Ντύρερ. Το κύριο έκθεμα του, όμως, είναι το απόλυτο αριστούργημα του ύστερου αλσατικού Μεσαίωνα, το πολύπτυχο του Ίσσενχάιμ, έργο του Ματίας Γκρύνεβαλντ, ενός ζωγράφου για τη ζωή του οποίου αγνοούμε σχεδόν τα πάντα.

IsenheimerAltar

 Λίγη ιστορία: Το Κολμάρ αναφέρεται για πρώτη φορά (με το λατινικό όνομά του Columbarium, σαν να λέμε δηλαδή περιστερώνας) το 832 σε μια δωρεά του Λουδοβίκου, γιου και διαδόχου του Καρλομάγνου. Πρόκειται, συνεπώς, για βασιλική ιδιοκτησία, αλλά δεν ξέρουμε αν ανάγεται στους Μεροβίγγειους Φράγκους βασιλείς ή στα χρόνια του Καρλομάγνου. Η ύπαρξη του βασιλικού κτήματος θα αποτελέσει την αιτία της δημιουργίας οικισμού ο οποίος αναπτύσσεται σταδιακά κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα. Γύρω στα 1220, ο Γερμανός αυτοκράτορας και βασιλιάς της Σικελίας Φρειδερίκος ο Β΄, του οίκου των Χοχενστάουφεν, θα αναγνωρίσει το Κολμάρ ως ελεύθερη αυτοκρατορική πόλη. Η πόλη οργανώνεται ως αστική ολιγαρχία και γνωρίζει οικονομική ακμή, κυρίως χάρη στο εμπόριο κρασιού. Αντιθέτως προς τα ρωμαϊκά ή τα νεότερα χρόνια, ο Ρήνος κατά τον Μεσαίωνα είναι ένας εμπορικός δρόμος που ενώνει τους λαούς. Η Αλσατία έχει την τύχη να βρίσκεται ακριβώς πάνω στην οδό που συνδέει την Ιταλία με τη Γερμανία, τη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες. Μια απόφαση που εξέδωσε το 1278 στη Βιέννη ο Ροδόλφος των Αψβούργων καταγράφει – με αρκετά ακατάστατο τρόπο – τα διοικητικά και φορολογικά προνόμια της πόλης, τον τρόπο διακυβέρνησής της και τις διατάξεις αστικού και ποινικού δικαίου που ισχύουν στην πόλη και στα εδάφη που κατέχει. Το Κολμάρ διοικείται από συμβούλιο αστών, οι οποίοι απολαύουν διαφόρων προνομίων, όπως της δυνατότητας να κατέχουν φέουδα. Στην προσπάθειά τους να διασφαλίσουν την αυτονομία τους έναντι των διαφόρων φεουδαρχών της περιοχής, αλλά και της μεγάλης τοπικής δύναμης, δηλαδή του Στρασβούργου, δέκα αλσατικές πόλεις (Κολμάρ, Αγκνώ, Βισσεμπούρ, Ροσάιμ, Ομπερναί, Σελεστά, Κάυζερσμπεργκ, Μύνστερ, Τυρκάιμ και Μυλούζ) ιδρύουν το 1354 την αλσατική Δεκάπολη, χαλαρή ομοσπονδία που μας θυμίζει κάπως τις συμπολιτείες των ελληνιστικών χρόνων. Η ένωση εγκρίνεται από τον Γερμανό Αυτοκράτορα Κάρολο τον Δ΄, ο οποίος αναγνωρίζεται ως επικυρίαρχος των πόλεων και ορίζει ως τοποτηρητή του έναν μεγάλο βαΐλο (Landvogt) με έδρα το Αγκνώ. Το Κολμάρ γνωρίζει οικονομική ανάπτυξη και πολιτική ακμή μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα. Αντίθετα με το Στρασβούργο, που γρήγορα θα γίνει προτεσταντικό, το Κολμάρ δεν θα δεχθεί το προτεσταντικό δόγμα παρά μόνο το 1575 και με πολλούς δισταγμούς και επιφυλάξεις.
Ο Τριακονταετής Πόλεμος, πέρα από τις απερίγραπτες καταστροφές που θα προξενήσει, θα αποτελέσει το οριστικό τέλος της αυτόνομης Αλσατίας. Με τις συνθήκες της Βεστφαλίας (μνημείο διπλωματικής ασάφειας) το 1648 το Κολμάρ και τα υπόλοιπα μέλη της Δεκαπόλεως θα παραμείνουν τυπικά «πόλεις της αυτοκρατορίας», πλην όμως το μεγαλύτερο τμήμα της Αλσατίας και μαζί η θέση του μεγάλου βαΐλου της θα περιέλθουν στον Γάλλο βασιλέα. Το Κολμάρ θα παλέψει με κάθε μέσο να περισώσει την αυτονομία του, μάταια, όμως, καθώς με τη συνθήκη του Νεϊμέχεν, το 1679, θα γίνει «γαλλική βασιλική πόλη». Θα ακολουθήσουν δύο αιώνες γαλλικής κυριαρχίας, κατά τη διάρκεια της οποίας οι θρησκευτικές ισορροπίες θα ανατραπούν στην Αλσατία υπέρ των καθολικών (ειδικά το Κολμάρ, πάντως, ποτέ δεν έπαψε να είναι κατά πλειοψηφία καθολικό). Ο γλωσσικός και πολιτιστικός εκγαλλισμός είναι μάλλον σταδιακός και όχι εξαιρετικά βίαιος, καθώς το γαλλικό στέμμα έχει τον πολιτικό ρεαλισμό να αναγνωρίσει τις ιδιαιτερότητες της νέας του κτήσης. Η επόμενη ανατροπή θα έρθει το 1871 με τη γαλλική ήττα στον Γαλλοπρωσικό πόλεμο: η Αλσατία γίνεται γερμανική. Η προσπάθεια εκγερμανισμού είναι πολύ πιο απότομη και προσκρούει στην αντίδραση των Αλσατών, όπως περιγράφει με μάλλον «αθώο» ύφος στα έργα του ο Αλσατός σκιτσογράφος και συγγραφέας Ζαν-Ζακ Βαλτς, γνωστότερος με το ψευδώνυμο Χάνσι. Πάντως, η γερμανική κατοχή θα αφήσει παρακαταθήκη στο Κολμάρ σειρά δημοσίων κτιρίων και σύγχρονες υποδομές. Η ήττα των Γερμανών στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο θα ξανακάνει την Αλσατία γαλλική: ο γαλλικός στρατός θα μπεί θριαμβευτικά στο Κολμάρ στις 18.11.1918. Αυτή τη φορά η αδεξιότητα είναι γαλλική, καθώς η γαλλική κυβέρνηση θα επιχειρήσει να εναρμονίσει άγαρμπα το νομικό καθεστώς της Αλσατίας με αυτό της Γαλλίας, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις, ιδίως όσον αφορά τον σεβασμό της θρησκευτικής ιδιαιτερότητας των Αλσατών. Το έργο της ανατροπής θα ξαναπαιχτεί με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: τον Ιούνιο του 1940 η Αλσατία και το Κολμάρ ξαναγίνονται τμήμα του γερμανικού Ράιχ, μέχρι την απελευθέρωση, στις 2.2.1945. Το Κολμάρ θα ακολουθήσει στην εποχή μας ένα δρόμο σταθερής ανάπτυξης, με αιχμή του δόρατος τον τουρισμό, και θα προσπαθήσει να καλλιεργήσει, μάλλον επιτυχώς, το προφίλ μιας πόλης των τεχνών.    
 
 
   Η Αλσατική ιδιαιτερότητα: Εκτός από ιστορική και γλωσσική είναι και θρησκευτική. Οι περισσότεροι Αλσατοί είναι καθολικοί, υπάρχει όμως μια σημαντική προτεσταντική μειονότητα. Αν στο Κολμάρ η ελίτ είναι καθολική, στο Στρασβούργο ένα μεγάλο τμήμα της είναι προτεσταντικό: πριν σπουδάσουν σε  κάποια από τις γαλλικές Grandes Ecoles και σταδιοδρομήσουν στη γαλλική δημόσια διοίκηση ή στην πολιτική, οι γόνοι της προτεσταντικής καλής κοινωνίας αποφοιτούν οπωσδήποτε από την προτεσταντική θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου (παράδειγμα η σοσιαλίστρια πρώην υπουργός πολιτισμού και πρώην δήμαρχος της πόλης Κατρίν Τρωτμάνν). Επίσης στην Αλσατία δεν ισχύει, όπως στην υπόλοιπη Γαλλία ο απόλυτος διαχωρισμός Κράτους και Εκκλησίας, ο οποίος επιβλήθηκε το 1905, εποχή δηλαδή κατά την οποία η Αλσατία αποτελούσε γερμανικό έδαφος. Στη Αλσατία ισχύει πάντα το κονκορδάτο που συνάφθηκε το 1801 μεταξύ του Ναπολέοντα και του πάπα Πίου του Ζ΄. Οι ιερείς, καθολικοί και προτεστάντες, μισθοδοτούνται από το γαλλικό Δημόσιο, το οποίο καλύπτει και το μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού των αντίστοιχων Εκκλησιών.
 
Οι «αστικοί μύθοι» του Κολμάρ: Αστικοί μύθοι όχι με τη σύγχρονη σημασία του όρου, αλλά υπό την έννοια των ιστοριών των οποίων η σημασία μεγεθύνεται (και σε κάποιο βαθμό μεταλλάσσεται) έτσι ώστε να αποτελέσουν συστατικά στοιχεία της ταυτότητας μιας πόλης. Το Κολμάρ έχει δύο τουλάχιστον τέτοιες ιστορίες.
 
1. Ιωάννης Ρέσσελμανν: γιος βυρσοδέψη, ο Ρέσσελμανν ηγείται του δημοτικού συμβουλίου του Κολμάρ και προσπαθεί με κάθε μέσο (κυρίως συμμαχώντας με τους Αψβούργους) να διασφαλίσει την αυτονομία της πόλης, την οποία επιβουλεύεται ο επίσκοπος του Στρασβούργου. Το 1262, οι στρατιώτες του επίσκοπου μπαίνουν με τέχνασμα στην πόλη: ο Ρέσσελμανν μάχεται ηρωϊκά και απωθεί την επίθεση θυσιάζοντας τη ζωή του. Όταν το 1882 ο Μπαρτολντί φιλοτεχνεί για την πόλη του το άγαλμα του Ρέσσελμμαν (βλ. φωτό), του δίνει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του Ηρακλή Παγιεριμχόφφ, δηλαδή του δήμαρχου της πόλης τον οποίο καθαίρεσαν οι Γερμανοί το 1877, επειδή αρνήθηκε να συνεργαστεί μαζί τους.
 
2. Λάζαρος του Σβέντι:  Ο Βαρόνος Λάζαρος του Σβέντι ήταν ευγενής της περιοχής (το κάστρο του βρίσκεται περίπου 10 χιλιόμετρα νότια του Κολμάρ), ο οποίος, στα μέσα του 16ου αιώνα, υπήρξε σύμβουλος και στρατηγός του Μαξιμιλιανού του Β΄ των Αψβούργων. Σύμφωνα με το μύθο, μετά από μια εκστρατεία κατά των Τούρκων στην Ουγγαρία, ο Σβέντι έφερε στην Αλσατία την ποικιλία τόκαϋ. Στην πραγματικότητα, το αλσατικό τοκάϋ δεν είναι παρά πινό γκρι, η καλλιέργεια του οποίου στην περιοχή ανάγεται στους πρώτους αιώνες του Μεσαίωνα, και δεν έχει καμιά σχέση με τη γνωστή ουγγρική ποικιλία σταφυλιών (και κρασιού). Εξάλλου, μετά την προσχώρηση της Ουγγαρίας στην ΕΕ και μια σύντομη μεταβατική περίοδο τα αλσατικά κρασιά που παράγονται από πινό γκρι δεν μπορούν πια να φέρουν την ονομασία «tokay».
 
 
 
Αυτά, τα όχι λίγα, για το Κολμάρ. Για την Αλσατία, όμως, θα επανέλθουμε σύντομα. 
 

Παράδοξα (;) της Ιστορίας (ή πώς τα όμορφα στερεότυπα όμορφα καίγονται)

Οκτώβριος 17, 2009

Brueghel-tower-of-babel

 

 Με τη χαλαρή διάθεση που χαρίζει το Σαββατοκύριακο, μερικές παρατηρήσεις (αφόρητα κοινότοπες ίσως, τυχαία επιλεγμένες και εντελώς ασύνδετες μεταξύ τους) σχετικά με το πώς τα ιστορικά γεγονότα ανατρέπουν την αντίληψη που έχει ο μέσος άνθρωπος (αυτήν δηλαδή που του έχουν εμφυσήσει τα σχολικά εγχειρίδια, οι εφημερίδες και κάποια συγγράμματα ευρείας κυκλοφορίας).

– Πεποίθησή μας είναι ότι η παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών και η ολοκληρωμένη διαχείριση επιχειρηματικών σχεδίων αποτελούν χαρακτηριστικά της σύγχρονης εποχής. Στην πραγματικότητα είναι τόσο παλιές όσο και μερικές αρκετά στοιχειώδεις μορφές οικονομικής οργάνωσης. Αυτό τουλάχιστον αποδεικνύει, ήδη από τον 6ο αι. π.Χ., το παράδειγμα των μεγάλων εμπορικών οίκων της Βαβυλώνας, όπως οι Εγκιμπί και, αργότερα, οι Μουρασού. Ας υποθέσουμε ότι είστε ένας Πέρσης ευγενής που, όπως μας λέει κι ο Ηρόδοτος, έμαθε στη ζωή του όλα κι όλα τρία πράγματα: να λέει πάντα την αλήθεια, να ιππεύει και να ρίχνει με το τόξο. Να, όμως, που ο Μέγας Βασιλεύς αποφάσισε να σας δωρίσει εύφορες εκτάσεις γης στη Μεσοποταμία ή στη Λυδία (θέλει να σας ανταμείψει γιατί ξεκοιλιάσατε κάτι άγριους Καρδούχους ή γιατί υπηρετήσατε ευδοκίμως στα βόρεια της Σογδιανής). Εσείς, φυσικά, δεν σκαμπάζετε τίποτε από επιχειρήσεις και εμπόριο. Πηγαίνετε λοιπόν στον τοπικό εκπρόσωπο του οίκου Εγκιμπί ή, ακόμη καλύτερα, στα κεντρικά γραφεία κατά το διάστημα που η βασιλική αυλή ξεχειμωνιάζει στη Βαβυλώνα. Ο οίκος θα βρει για σας δουλοπάροικους, αγρότες ή μισθωτές για να καλλιεργούν τα κτήματά σας, επιστάτες και διαχειριστές. Θα κρατήσει το ποσοστό που συμφωνήσατε και θα σας παραδώσει τα υπόλοιπα έσοδα σε είδος ή σε χρήμα («τοξότες» σπαρταριστούς). Αν θέλετε, μπορεί να αναλάβει και την πληρωμή των φόρων και τελών που πρέπει να καταβάλετε. Εσείς, μπορείτε να συνεχίσετε να ασκείστε στην τοξοβολία ή να κυνηγάτε στον παράδεισο του τοπικού σατράπη. Άλλοι θα δουλεύουν για σας.

– Βάσει του πορτρέτου που μας άφησε ο Θουκυδίδης, είμαστε βέβαιοι ότι ο Κλέων ήταν ένας άθλιος δημαγωγός, ταπεινής καταγωγής, που έβλαψε αφάνταστα την πατρίδα του. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τα όποια μειονεκτήματα του ανδρός, πρέπει να παραδεχθούμε ότι δεν του έλειπαν κι οι αρετές και μάλιστα σπουδαίες, όπως η πολιτική και στρατιωτική τόλμη. Βρισκόμαστε στα 425 π.Χ.: προκειμένου να σώσουν τους πολιορκούμενους στη Σφακτηρία συμπολίτες τους, οι Σπαρτιάτες προτείνουν στην Αθήνα ειρήνη με εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους. Ο Νικίας προτείνει φυσικά στην Εκκλησία του Δήμου την αποδοχή της σπαρτιατικής πρότασης. Ο Κλέων αντιδρά και υπόσχεται ότι αν του παρασχεθούν τα μέσα θα φέρει αιχμάλωτους στην Αθήνα τους 120 Ομοίους που είναι αποκλεισμένοι στη Σφακτηρία. Ο Κλέων κερδίζει στην ψηφοφορία και με μια πραγματική επιχείρηση κομμάντο καταλαμβάνει τη Σφακτηρία και αιμαλωτίζει τους Σπαρτιάτες. Ποιός ξέρει, ίσως η απερίσκεπτη τόλμη του Κλέωνα να χάριζε στην πόλη του την τελική νίκη στον Πελοποννησιακό Πόλεμο… αν οι Σπαρτιάτες δεν είχαν να αντιπαραθέσουν έναν εξίσου φιλόφοξο και ικανό ηγέτη όσο ο Βρασίδας.

– Πιστεύουμε ότι σχετικά γρήγορα οι Σελευκίδες έκριναν ότι το κέντρο βάρους της αυτοκρατορίας τους βρισκόταν στη βόρεια Συρία, τα ζωτικά τους συμφέροντα στη Μεσόγειο. Κι όμως, στο μέτρο του δυνατού ποτέ δεν αμέλησαν αυτές που ονόμαζαν Άνω Σατραπείες, δηλ. τη Βαβυλωνία (λογικό, γιατί αυτή αποτέλεσε αρχικά το κέντρο του βασιλείου τους) και τον ευρύτερο ιρανικό χώρο (κι αυτό λογικό αν αναλογισθούμε ότι στις φλέβες των Σελευκιδών κυλούσε και ιρανικό αίμα: ο Σέλευκος Α΄ ο Νικάτωρ ήταν ο μόνος που δεν αποκήρυξε την Ιρανή σύζυγό του Απάμα ή Απάμη, κόρη του Σπιταμένη σατράπη της Σογδιανής, μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου). Έτσι, στη μάχη της Μαγνησίας του Σιπύλου, τα ιρανικά στρατεύματα αποτελούσαν μεγάλο τμήμα των δυνάμεων του Αντίοχου Γ΄. Και τον Απρίλιο του 188, παρά τη φριχτή ήττα στη Μαγνησία και την ταπεινωτική συνθήκη που σύναψε με τους Ρωμαίους στην Απάμεια της Φρυγίας, ο Αντίοχος έκρινε απαραίτητο να μεταβεί στη Βαβυλώνα για να παραβρεθεί στον εορτασμού του βαβυλωνιακού νέου έτους και να πάρει την ευλογία του Μαρδούκ.

– Εντύπωσή μας είναι ότι μετά το (στην πραγματικότητα άκυρο για τυπικούς λόγους) Σχίσμα των Εκκλησιών του 1054, απύθμενο μίσος χωρίζει Βυζαντινούς και Λατίνους. Κι όμως, υπήρξαν Βυζαντινοί αυτοκράτορες που έτρεφαν αισθήματα ειλικρινούς θαυμασμού για τους Λατίνους, τα ήθη κι έθιμά τους και την κουλτούρα τους. Όπως, για παράδειγμα, ο πολύς Μανουήλ Κομνηνός που χάρισε αξιώματα σε Δυτικούς, είχε Λατίνους μεταξύ των συμβούλων του κι έφτασε ως το σημείο να διοργανώνει τουρνουά με τη συμμετοχή ιπποτών από τη Δύση.

– Φυσικότατα, όταν σκεφτόμαστε τις σχέσεις Βυζαντίου και Τούρκων επικρατεί η βεβαιότητα ότι αυτές ήταν εκ παραδόσεως απολύτως εχθρικές. Στην πραγματικότητα, οι πρώτες διπλωματικές επαφές του Βυζαντίου με τους Τούρκους ανάγονται στον 6ο αι. (και ήταν απολύτως φιλικές). Το Βυζάντιο στρατολογούσε Τούρκους μισθοφόρους πολύ πριν το 1000, κάποιες φορές για να έχουν ρόλο πραγματικών ακριτών. Στη μοιραία μάχη του Μαντζικέρτ (1071), το στράτευμα του Ρωμανού Διογένη περιλάμβανε πολλούς Τούρκους. Κι αν κάποιοι από αυτούς αποσκίρτησαν πριν τη μάχη, οι περισσότεροι πολέμησαν με ηρωϊσμό στο πλευρό του άτυχου και προδομένου αυτοκράτορα.

– Ομοίως εχθρικές πιστεύουμε ότι ήταν πάντοτε και οι σχέσεις Σέρβων και Τούρκων. Ωστόσο, στη μάχη της Άγκυρας (1402), όπου ο σουλτάνος Βαγιαζήτ γνώρισε φριχτή ήττα από τον Ταμερλάνο, οι σερβικές δυνάμεις του Στέφανου Λαζάρεβιτς πολέμησαν μέχρι το τέλος στο πλευρό του επικυρίαρχού τους, την ώρα που πολλοί Τούρκοι αυτομολούσαν στις τάξεις του Ταμερλάνου (που, βέβαια, φυλετικά, κι αυτός Τούρκος ήταν) .

– Κατά την άλωση της Πόλης από τον Μωάμεθ, μικρό μόνο μέρος των υπερασπιστών της Βασιλεύουσας ήταν Έλληνες. Άλλωστε το Δεσποτάτο του Μορέως δεν έστειλε καθόλου ενισχύσεις: μάλλον τα αδέλφια του Κωνσταντίνου δεν του συγχώρησαν τη φιλοδυτική πολιτική του. Οι περισσότεροι μαχητές ήταν οι Γενουάτες του Τζουστινιάνι και οι Ενετοί (όσοι είχαν ζωτικά συμφέροντα να υπερασπίσουν). Και, φυσικά, υπήρχαν και οι απαραίτητοι Τούρκοι μισθοφόροι. Όπως και υπήρχαν Έλληνες στις τάξεις του στρατού του μετέπειτα Πορθητή.

– Όταν οι Τούρκοι πολιορκούν τη Ρόδο των Ιωαννιτών Ιπποτών το 1480, επικεφαλής τους βρίσκεται ένας Έλληνας εξωμότης, που είναι πολύ πιθανό να ανήκε στην αυτοκρατορική οικογένεια των Παλαιολόγων.

– Η τέχνη του Μεσαίωνα θεωρείται από πολλούς αδέξια κι αμφίβολης αισθητικής, ενώ όλοι αναγνωρίζουμε τη λαμπρότητα και αισθητική τελειότητα της αναγεννησιακής τέχνης. Μόνο που η μεσαιωνική τέχνη είναι αυθεντικά πρωτότυπη και σαφέστατα λειτουργική (θαρρώ πως αυτό θα μπορούσαν να το βεβαιώσουν και οι φίλοι της μοντέρνας τέχνης), την ώρα που το αναγεννησιακό έργο τέχνης πρέπει οπωσδήποτε να συμμορφωθεί προς τους κανόνες της κλασσικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας.

– Φανταζόμαστε ότι η θέση της γυναίκας κατά τον Μεσαίωνα δεν ήταν ζηλευτή. Κι όμως, ήταν πολύ καλύτερη σε σύγκριση τόσο με την αρχαιότητα όσο και με τα νεότερα χρόνια. Στη μελέτη του για τους Ναϊτες, ο Αλαίν Ντεμυρζέ υπολόγισε ότι περίπου το 40 % των δωρεών προς το Τάγμα είχαν γίνει από γυναίκες! Ο Μεσαίωνας δεν γνώρισε κανέναν από τους ταπεινωτικούς για τη γυναίκα θεσμούς του αρχαιοελληνικού δικαίου, όπως αυτοί που ανάγκαζαν την κληρονόμο της πατρικής περιουσίας να παντρεύεται τον πλησιέστερο συγγενή της για να μη χαθεί η περιουσία από την οικογένεια. Ούτε γνώρισε περιορισμούς της δικαιοπρακτικής ικανότητας της γυναίκας, όπως αυτοί του Ναπολεόντειου Κώδικα, που υποχρέωναν τη γυναίκα να λάβει την έγκριση του συζύγου για οποιαδήποτε δικαιοπραξία με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης από … τα ψώνια της λαϊκής.

– Στο μυαλό μας, Ιερά Εξέταση και Μεσαίωνας είναι πράγματα άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Και μπορεί, βέβαια, η Ιερά Εξέταση να συστάθηκε τον Μεσαίωνα για να καταπολεμηθεί η αίρεση των Καθαρών, πλην όμως τα όργια λ.χ. της Ισπανικής Ιεράς Εξέτασης συμβαίνουν στα λαμπρά χρόνια της Αναγέννησης. Το αφηνιασμένο κυνήγι μαγισσών επίσης: οι Δομηνικανοί μοναχοί Ερρίκος Κράμερ (γνωστότερος ως Ινστιτόρις) και Ιάκωβος Σπρέγγερ δημοσιεύουν το διαβόητο σύγγραμα Malleus Maleficarum το 1486-1487.   

– Άνθρωποι που θεωρούνται ως κατεξοχήν εκπρόσωποι του ορθολογισμού επέδειξαν εντυπωσιακό ενδιαφέρον για ζητήματα αποκρυφισμού και μυστικισμού: ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, το ενδιαφέρον του Καρτέσιου για τους Ροδόσταυρους.


Αρέσει σε %d bloggers: