Posts Tagged ‘Ανατολική Πρωσία’

Νεότερα από το Ανατολικό Μέτωπο – μέρος 5: Στο «άντρο του φασιστικού κτήνους» – Συμπεράσματα και επίλογος

Φεβρουαρίου 20, 2016
Ο Κόκκινος Στρατός στο Βερολίνο/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-R77767, Berlin, Rotarmisten Unter den Linden

Ο Κόκκινος Στρατός στο Βερολίνο/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-R77767, Berlin, Rotarmisten Unter den Linden

Γ. ΣΤΟ «ΑΝΤΡΟ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΤΙΚΟΥ ΚΤΗΝΟΥΣ»

Το 1945 ξεκινούσε με τους χειρότερους οιωνούς για τους Γερμανούς. Οι σύμμαχοι είχαν περάσει τα δυτικά σύνορα του Ράιχ και με τους βομβαρδισμούς τους είχαν μετατρέψει τις γερμανικές πόλεις σε ερείπια. Στην Ανατολή, οι Ρώσοι, έχοντας πάρει τον έλεγχο των Βαλκανίων, είχαν ήδη περικυκλώσει τις γερμανικές δυνάμεις που είχαν οχυρωθεί στη Βουδαπέστη και καταλάμβαναν την ερειπωμένη Βαρσοβία και την Κρακοβία. Όλοι οι σύμμαχοι της ναζιστικής Γερμανίας την είχαν πια εγκαταλείψει. Και την ίδια ώρα, ο Κόκκινος Στρατός ετοιμαζόταν να εισβάλει στα γερμανικά εδάφη.

α.   Ο Κόκκινος Στρατός περνά στη Γερμανία

1945, η σοβιετική προέλαση

1945, η σοβιετική προέλαση

Η συντονισμένη σοβιετική επίθεση ξεκινά στις 12 Ιανουαρίου. Ο Κόνιεφ, επικεφαλής του Α΄ Μετώπου Ουκρανίας κινείται προς τη Σιλεσία. Ο Ζούκοφ με το Α΄ Μέτωπο Λευκορωσίας βαδίζει προς την καρδιά της Γερμανίας μέσω της κεντρικής Πολωνίας. Το Β΄ Μέτωπο Λευκορωσίας του στρατάρχη πλέον Ροκοσσόφσκι στοχεύει στο Ντάντσιχ, ενώ το Γ΄ Μέτωπο Λευκορωσίας υπό τον Τσερνιαχόφσκι διεισδύει στην Αν. Πρωσία. Ο ναζί γκάουλάιτερ Κοχ δεν είχε επιτρέψει εγκαίρως την εκκένωση των απειλούμενων περιοχών από τον άμαχο πληθυσμό. Εκατοντάδες χιλιάδες Γερμανοί έπαιρναν τον δρόμο της προσφυγιάς. Μερικοί επέλεξαν να βρουν καταφύγιο στο «απόρθητο» Κένιγκσμπεργκ. Οι περισσότεροι, υπό συνθήκες πολικού ψύχους, πάσχιζαν να διαβούν την παγωμένη λιμνοθάλασσα του Βιστούλα, ελπίζοντας να φτάσουν στο Ντάντσιχ και να καταφύγουν στα δυτικά με πλοία.

Πρόσφυγες στην Ανατολική Πρωσία, Φεβρουάριος 1945/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1976-072-09

Πρόσφυγες στην Ανατολική Πρωσία, Φεβρουάριος 1945/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1976-072-09

Στις 20 Ιανουαρίου πέφτει η πρώτη σημαντική πόλη της Αν. Πρωσίας, το Τιλζίτ, την επομένη τον Γκούμπιννεν. Στις 9 Φεβρουαρίου η πρωτεύουσα της ιστορικής αυτής περιοχής, το Κένιγκσμπεργκ αρχίζει να πολιορκείται από τους Ρώσους. Η πολιορκία θα κρατήσει δύο ολόκληρους μήνες. Κατά τη διάρκειά της θα τραυματιστεί θανάσιμα ο στρατηγός Τσερνιαχόφσκι. Τη θέση του θα πάρει ο στρατάρχης Βασιλιέφσκι. Νοτιότερα, ο Κόκκινος Στρατός έφτανε στον Όντερ, καταλάμβανε το Πόζναν και στα τέλη Μαρτίου οι δυνάμεις του Ζούκοφ και του Ροκοσσόφσκι ενώνονταν και κατακτούσαν το Ντάντσιχ. Οι Γερμανοί αντιστέκονταν παντού λυσσαλέα. Αρνούνταν να παραδοθούν στους Ρώσους και τους πολεμούσαν μέχρι την τελευταία σφαίρα. Αλλά η τύχη και οι αριθμοί δεν ήταν εδώ και καιρό με το μέρος τους.

β.   Επίθεση στο Βερολίνο

Στις 16 Απριλίου άρχιζε η τελική σοβιετική επίθεση με στόχο το Βερολίνο, το «άντρο του φασιστικού κτήνους», και τον τερματισμό του πολέμου με την απόλυτη εξόντωση του αντιπάλου.

Το σοβιετικό πυροβολικό βάλλει κατά των γερμανικών θέσεων κατά την έναρξη της επίθεσης προς το Βερολίνο/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_183-E0406-0022-012

Το σοβιετικό πυροβολικό βάλλει κατά των γερμανικών θέσεων κατά την έναρξη της επίθεσης προς το Βερολίνο/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_183-E0406-0022-012

«Στις τρεις το πρωί, φωτοβολίδες έλαμψαν στον ουρανό της νύχτας, λούζοντας με κόκκινο φως την κεφαλή του προγεφυρώματος του Κύστριν. Ακολούθησε μια στιγμή αγωνιώδους σιωπής κι έπειτα ξέσπασε η καταιγίδα. Η γη έτρεμε σε ολόκληρη την κοιλάδα του Όντερ, μέχρι τη Φρανκφούρτη κι ακόμη πιο μακριά. Σαν να τις ενεργοποίησε κάποιο αόρατο χέρι, οι σειρήνες άρχισαν να ουρλιάζουν, κάποιες στιγμές τις άκουγαν ως και το Βερολίνο, τα τηλέφωνα χτυπούσαν δίχως σταματημό, τα βιβλία έπεφταν από τα ράφια των βιβλιοθηκών… Στις 16 Απριλίου 1945, με είκοσι στρατιές τις οποίες αποτελούσαν δυόμισι εκατομμύρια άνδρες, με πάνω από σαράντα χιλιάδες εκτοξευτές χειροβομβίδων, οβιδοβόλα και κανόνια, και με εκατοντάδες “αρμόνια του Στάλιν” (συνολικά, τριακόσια στοιχεία πυροβολικού ανά χιλιόμετρο), ο Κόκκινος Στρατός εξαπέλυσε τη μεγάλη του επίθεση. Από το Λέτσιν ως το Ζέελο κι από το Φρίντεσντορφ ως το Ντόλγκελιν υψώθηκαν γιγάντιες στήλες φωτιάς και σκόνης, σχηματίζοντας ένα συμπαγές τείχος που το διαπερνούσαν αστραπές. Δάση ολόκληρα παραδίδονταν στις φλόγες. Χρόνια μετά, κάποιοι επιζώντες θα θυμούνταν τους καυτούς ανεμοστρόβιλους που μετέτρεπαν την ύπαιθρο σε εστίες φωτιάς και σε στάχτες.

Έπειτα από μισή ώρα, το πανδαιμόνιο της κόλασης σταμάτησε ξαφνικά. Για μερικά δευτερόλεπτα απλώθηκε μια σιωπή που έκοβε την ανάσα, σιωπή που τη διέκοπτε μονάχα ο ήχος που έκαναν οι φλόγες και το βουητό του ανέμου. Κι ύστερα, πάνω από τις σοβιετικές γραμμές, το φως ενός και μόνο προβολέα έλαμψε στον ουρανό. Μόλις δόθηκε τούτο το σήμα, 143 προβολείς, διατεταγμένοι σε απόσταση διακοσίων μέτρων ο ένας από τον άλλο, άναψαν για να φωτίσουν οριζόντια το πεδίο της μάχης. Αυτοί οι εκτυφλωτικοί διάδρομοι φωτός αποκάλυπταν τώρα ένα τοπίο αγνώριστο, καμένα δέντρα και γη βαθιά οργωμένη από τις οβίδες, για να σβήσουν μερικά χιλιόμετρα πιο μακριά, στα υψώματα του Ζέελο, τα οποία κι αποτελούσαν τον αρχικό επιχειρησιακό στόχο του διοικητή των σοβιετικών δυνάμεων, στρατάρχη Γκιόργκι Ζούκοφ» [Γιόαχιμ ΦΕΣΤ: Der Untergang. Hitler und das Ende des Dritten Reiches, 2002 («Η Πτώση – Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ΄ Ράιχ»), κεφ. 1].

Αυτή η εντυπωσιακή εκκίνηση αποδεικνύεται ένα πελώριο φιάσκο. Ο διοικητής των γερμανικών δυνάμεων, στρατηγός Γκότχαρτ Χάινρισι, έχει αποσύρει το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών του σε αμυντικές θέσεις δυτικότερα. Το σοβιετικό πυροβολικό περισσότερο «καταστρέφει» το έδαφος, καθιστώντας δυσχερή την προέλαση του πεζικού, παρά πλήττει γερμανικές θέσεις. Κι ο Ζούκοφ, πιεσμένος από τον Στάλιν που επιθυμεί μια γρήγορη κατάληψη του Βερολίνου για να προλάβει τους Αμερικανούς, ρίχνει βιαστικά στη μάχη τα τεθωρακισμένα του τα οποία κολλάνε στη λάσπη και στους λάκκους που έχουν ανοίξει οι οβίδες, παρενοχλώντας ακόμη περισσότερο την κίνηση του πεζικού.

Ι. Σ. Κόνιεφ

Ι. Σ. Κόνιεφ

Νοτιότερα, ο στρατάρχης Κόνιεφ τα καταφέρνει πολύ καλύτερα, κερδίζοντας συνεχώς έδαφος. Είναι ο πρώτος που θα πλησιάσει την πρωτεύουσα του Ράιχ. Ο Ζούκοφ, μετά τις αρχικές δυσκολίες, εκμεταλλεύεται τελικά την υπεροπλία του και προχωρά στα δυτικά. Χάρη στις επιτυχίες του στο παρελθόν θα είναι εκείνος στον οποίο ο Στάλιν θα αναθέσει την τιμή να κατακτήσει το Βερολίνο.

Στις 23 Απριλίου οι Σοβιετικοί έφταναν πια στο Βερολίνο. Δυο μέρες αργότερα, οι δυνάμεις του Ζούκοφ και του Κόνιεφ ενώνονταν, περικυκλώνοντας την πρωτεύουσα του Γ΄ Ράιχ. Χωρίς ουσιαστική επαφή με τον εξωτερικό κόσμο, μαζί με τους τελευταίους πιστούς του, ο Χίτλερ έδινε διαταγές σε μονάδες που υπήρχαν μόνο στη φαντασία του. Στις 30, ο Φύρερ αυτοκτονούσε στο καταφύγιο της καγκελαρίας μαζί με τη σύζυγό του πια Εύα Μπράουν. Στις 2 Μαΐου, το Βερολίνο είχε περάσει εξ ολοκλήρου στον σοβιετικό έλεγχο. Την προηγουμένη, η σημαία με το σφυροδρέπανο υψωνόταν στο Ράιχσταγκ.

Η σημαία με το σφυροδρέπανο υψώνεται στο Ράιχσταγκ, 1η Μαΐου 1945

Η σημαία με το σφυροδρέπανο υψώνεται στο Ράιχσταγκ, 1η Μαΐου 1945

Η Γερμανία δεν είχε άλλη επιλογή από την άνευ όρων συνθηκολόγηση. Στις 7 Μαΐου ο στρατηγός Γιοντλ υπέγραφε τη συνθηκολόγηση στη Ρενς, στο στρατηγείο του Άιζενχάουερ, παρουσία εκπροσώπων όλων των συμμάχων. Την επομένη ο στρατάρχης Βίλχελμ Κάιτελ, αρχηγός του γερμανικού γενικού επιτελείου ενόπλων δυνάμεων, υπέγραφε ένα παρόμοιο έγγραφο στο στρατηγείο του Ζούκοφ, στα περίχωρα του Βερολίνου (επρόκειτο για τις εγκαταστάσεις της γερμανικής στρατιωτικής Σχολής Μηχανικού). Στη Μόσχα είχαν περάσει τα μεσάνυχτα και βρισκόμασταν πια στις 9 Μαΐου. Την «Ημέρα της Νίκης στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο».

1945: Γερμανοί πρόσφυγες από τη Σιλεσία κοντά σε κάποιο σιδηροδρομικό σταθμό του Βερολίνου/ φωτογραφία: Fred Ramage/Keystone/Getty Images

1945: Γερμανοί πρόσφυγες από τη Σιλεσία κοντά σε κάποιο σιδηροδρομικό σταθμό του Βερολίνου/ φωτογραφία: Fred Ramage/Keystone/Getty Images

γ.   Σοβιετικά εγκλήματα πολέμου σε γερμανικό έδαφος

Ο βιασμός ίσως κι εκατομμυρίων Γερμανίδων (ο Μπήβορ κάνει λόγο για 2 έως 3 εκατομμύρια, ο, πιο επιφυλακτικός και προσεκτικός ως προς τα στοιχεία, Μπερνάρ θεωρεί τον πραγματικό αριθμό σαφώς μικρότερο [Nicolas BERNARD « La Guerre germano-soviétique », t. 2 « 1943-1945 », Texto, Tallandier, 2013, 2015, σελ. 342 επ.]) και άλλα εγκλήματα σε βάρος του άμαχου πληθυσμού (φόνοι, βιαιοπραγίες, λεηλασίες, καταστροφές) στη Γερμανία κηλιδώνουν την εικόνα του Κόκκινου Στρατού. Πώς άνθρωποι πιθανότατα άκακοι στην ειρηνική ζωή τους μεταμορφώνονταν σε κτήνη;

Είναι βέβαιο ότι η σοβιετική προπαγάνδα, τα πύρινα κείμενα του Ερενμπούργκ και τα υπόλοιπα άρθρα στον Τύπο, τα ποιήματα του Σίμονοφ, η κατήχηση των κομμισσάριων και των πολιτικών καθοδηγητών είχαν ενσταλάξει στον μέσο στρατιώτη θανάσιμο μίσος για τους Γερμανούς. Αλλά για να είμαστε ειλικρινείς, συχνά η προπαγάνδα δεν ήταν αναγκαία: οι περισσότεροι είχαν δει με τα ίδια τους τα μάτια τα αποτελέσματα της γερμανικής θηριωδίας, τους εκτελεσμένους, τα πυρπολημένα χωριά, τα σημάδια του Ολοκαυτώματος. Αρκετοί είχαν συγγενείς και φίλους ανάμεσα στα θύματα.

une femme a berlin

Ένας άλλος παράγοντας, όσον αφορά τους βιασμούς, ήταν η σεξουαλική στέρηση του Σοβιετικού στρατιώτη. Σε αντίθεση με τον αξιωματικό που πάντα μπορούσε να βρει μια «κινητή σύζυγο εκστρατείας», σύμφωνα με τη στρατιωτική αργκώ, ανάμεσα στις νοσοκόμες και τις διαβιβάστριες, ο απλός στρατιώτης δεν είχε καμιά διέξοδο.

Τέλος, καθοριστική ήταν η ίδια η ψυχολογία του πολέμου: η αίσθηση ότι δεν υπάρχουν κανόνες και περιορισμοί, η οποία σε συνδυασμό με τον διαρκή κίνδυνο του θανάτου επιτρέπει τα πάντα. Και περίπλοκα στοιχεία της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης που οδηγούν κάποιους να πιστεύουν ότι η διάπραξη φριχτών εγκλημάτων δημιουργεί άρρηκτους δεσμούς μεταξύ των συναυτουργών. Υπήρχαν και οι καλοί της ιστορίας, αλλά στο τέλος έχαναν…

Έρικα

Ο Ν. Ν. Νικούλιν το 1942

Ο Ν. Ν. Νικούλιν το 1942

Ο Νικολάι Νικολάγιεβιτς Νικούλιν (1923-2009), ιστορικός της Τέχνης, έφορος στο τμήμα φλαμανδικής και γερμανικής ζωγραφικής του 15ου – 16ου αι. στο Ερμιτάζ, μιλά για τον έρωτά του με την κόρη ενός φαρμακοποιού στο Τσόπποτ, κοντά στο Ντάντσιχ (σημ. Σόποτ, Πολωνία). Ο ήρωας επιστρέφει στην πόλη για να βρει την αγαπημένη του:

«Βλέπω ένα γέρο. Τον αναγνωρίζω. Είναι ένας βετεράνος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου που του έδινα λίγο φαγητό όταν έμενα στο Τσόπποτ. Πηγαίνω κοντά του και αρχίζω τις ερωτήσεις. Δείχνει άθλια δυστροφικός. Ανθρώπους σε τέτοια κατάσταση είχα δει στο Λενινγκράντ, την εποχή της πολιορκίας. Εδώ δεν έχουν ούτε 100 γρ. ψωμί τη μέρα για να φάνε, οι Πολωνοί δεν τους δίνουν τίποτε. Μου απαντά διαρκώς μονάχα “Nein, nein”. Βλέπω ότι είναι φοβισμένος, τα χέρια του τρέμουν, το πρόσωπό του είναι γεμάτο οιδήματα. Στο μεταξύ, ο μοτοσυκλετιστής που με περιμένει για να συνεχίσουμε την πορεία μας με βρίζει διαρκώς και απειλεί ότι θα ξεκινήσει μόνος του. Απελπισμένος, δίνω στον γέρο την τσάντα με τα τρόφιμα και κάνω να φύγω. Και τότε εκείνος με σταματά. Η θέα του φαγητού ξανάφερε τη ζωή μέσα του. Έπειτα μου λέει τα εξής: “Ήταν έξι, δικοί σας, αρματιστές… μετά, το κορίτσι πήδησε απ’ το παράθυρο κι αυτοκτόνησε”.» [Николай Николаевич Никулин «Воспоминания о войне», 1975 – απόσπασμα που παρατίθεται και στους Lopez και Otkhmezuri « Grandeur et misère de l’Armée rouge », σελ. 341-342]

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ι.   ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗΣ

Πώς εξηγείται, όμως, η σαρωτική επικράτηση της ΕΣΣΔ στον μεγαλύτερο πόλεμο της Ιστορίας; Στη Δύση επικρατούσε επί μακρόν η αντίληψη ότι η σοβιετική νίκη οφείλεται στη δύναμη των αριθμών: στο ανεξάντλητο ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο ο Στάλιν θυσίαζε χωρίς καμιά φειδώ, και στις τεράστιες πλουτοπαραγωγικές πηγές μιας αχανούς χώρα. Η εξήγηση αυτή συνιστά υπεραπλούστευση. Εύκολα αναγνωρίζει κάποιος τη συνήθη δικαιολογία των Γερμανών στρατιωτικών, οι οποίοι επικαλούνταν μόνο τους αριθμητικούς συσχετισμούς και τα λάθη που διέπραξε η πολιτική ηγεσία τους, επιδεικνύοντας χαρακτηριστική απροθυμία να αποδεχθούν τις όποιες αρετές των αντιπάλων τους. Εξήγηση εύκολη και βολική που βρήκε ευήκοα ώτα σε μέρος της δυτικής ιστοριογραφίας για λόγους που άπτονται περισσότερο της πολιτισμικής συγγένειας και της ψυχροπολεμικής λογικής, παρά της αντικειμενικότητας. Οι λόγοι, όμως, της σοβιετικής επικράτησης είναι πολύ πιο σύνθετοι και αφορούν τόσο γερμανικές αδυναμίες και σφάλματα όσο και, πρωτίστως, ικανότητες της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της ΕΣΣΔ.

– Αναμφίβολα, μαχητές και άμαχοι στην ΕΣΣΔ διακρίνονται από ένθερμο πατριωτικό φρόνημα. Υπομένουν απίστευτες θυσίες πιστεύοντας σε έναν ανώτερο σκοπό. Όλοι, ακόμη και οι αντίπαλοι της κομμουνιστικής ηγεσίας της ΕΣΣΔ, επισημαίνουν ότι ο «Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος» σφυρηλάτησε μια άρρηκτη συμμαχία ανάμεσα στον δήμιο και τα θύματά του *! Το φρόνημα, όμως, δεν αρκεί. Και οι Γερμανοί στρατιώτες πολέμησαν μέχρι τέλους με αυταπάρνηση, το φρόνημά τους συνέχιζε να είναι υψηλό μέχρι και τις αρχές του 1945, εποχή που η μοίρα της χώρας τους είχε ήδη κριθεί.

– Η ΕΣΣΔ κατόρθωσε να εκμεταλλευθεί με εντυπωσιακό τρόπο τη βιομηχανία της, θέτοντας το 100 % της παραγωγής στην υπηρεσία του πολεμικού σκοπού. Αντιθέτως στη Γερμανία το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μικρότερο του 50 % της συνολικής βιομηχανικής παραγωγής, τουλάχιστον μέχρι την τελευταία χρονιά του πολέμου.

Τ-34

Τ-34

– Οι Σοβιετικοί κατορθώνουν από τα τέλη του 1942 να αποκτήσουν σαφή αριθμητική και τεχνολογική υπεροχή σε θέματα εξοπλισμών. Τα όπλα τους είναι σε όλες τις περιπτώσεις ισάξια των γερμανικών, ενώ σε ορισμένες υπερέχουν σημαντικά, όπως π.χ. στον τομέα των τεθωρακισμένων. Το Τ-34 υπήρξε κατά κοινή ομολογία το καλύτερο μεσαίο τεθωρακισμένο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου: καλά θωρακισμένο και με φαρδιές ερπύστριες που του παρείχαν δυνατότητες κίνησης σε ανώμαλο, χιονισμένο και λασπωμένο έδαφος. Το βαρύ KV ήταν ουσιαστικά άτρωτο από τα γερμανικά βλήματα.

Πολιτική και στρατιωτική ηγεσία επιδεικνύουν αυξημένο βαθμό προσαρμοστικότητας στα γεγονότα, μαθαίνουν από τα λάθη τους και τα διορθώνουν. Όσο περνά ο καιρός οι σοβιετικοί διοικητές που έχουν αποδείξει την αξία τους απολαύουν όλο και μεγαλύτερης ευχέρειας και δυνατότητας ανάληψης πρωτοβουλιών. Αυτό ήταν κάποτε χαρακτηριστικό της Βέρμαχτ, μόνο που η συσσώρευση αποτυχιών οδηγεί τον Φύρερ σε δογματισμό και εγκλωβισμό στις ιδεοληψίες του. Στο τέλος παρεμβαίνει στη λήψη αποφάσεων ακόμη και σε επίπεδο τάγματος ή λόχου! Άλλωστε, μεταξύ του Χίτλερ και των ανώτατων στρατιωτικών διοικητών του υφίσταται διάσταση απόψεων ως προς τους θεμελιώδεις στόχους: ο δικτάτορας εμμένει στο αρχικό σχέδιο κατάληψης ολόκληρης της ευρωπαϊκής ΕΣΣΔ, ενώ έχει από την πρώτη χρονιά καταστεί σαφές ότι το σχέδιο αυτό είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί, ενώ οι δεύτεροι (και, κυρίως, ο φον Μάνστάιν επιδιώκουν την «ισοπαλία» που θα επιτρέψει τη σύναψη μιας «έντιμης» συνθήκης ειρήνης μεταξύ των δύο εμπολέμων. Ενδεικτικό της ιδεοληψίας του Φύρερ είναι και το εξής στοιχείο: ό,τι απέμεινε από την Ομάδα Στρατιών Βορρά (περίπου 200 χιλιάδες άνδρες, δηλαδή δύναμη διόλου αμελητέα) παραμένει από τα τέλη του 1944 αποκλεισμένο στη χερσόνησο της Κουρλάνδης, στη Λετονία. Παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της στρατιωτικής ηγεσίας για μεταφορά της δύναμης αυτής στα μέτωπα του Βιστούλα και του Όντερ με σκοπό την υπεράσπιση των εδαφών του Ράιχ, ο Χίτλερ αρνείται πεισματικά διότι, ακόμη και την υστάτη ώρα, πιστεύει ότι η Κουρλάνδη είναι το ιδανικό προγεφύρωμα για να επιχειρηθεί εκ νέου… η κατάκτηση της ΕΣΣΔ!

Μάιος 1945, Ζούκοφ και Ροκοσσόφσκι με τον Μοντγκόμερυ στο Βερολίνο/ πηγή: Library and Archives Canada - Bibliothèque et Archives Canada

Μάιος 1945, Ζούκοφ και Ροκοσσόφσκι με τον Μοντγκόμερυ στο Βερολίνο/ πηγή: Library and Archives Canada – Bibliothèque et Archives Canada

– Η σοβιετική στρατιωτική ηγεσία αποδεικνύεται ικανότατη σε επίπεδο σχεδιασμού και υλοποίησης επιχειρήσεων ευρείας κλίμακας. Πρωτίστως, κυριαρχούν των Γερμανών σε επίπεδο συνολικής στρατηγικής. Οι δεύτεροι αντιλαμβάνονται την πολεμική σύγκρουση ως σειρά μαχών και αναζητούν εκείνη που θα αποδειχθεί καθοριστικής σημασίας. Οι Σοβιετικοί υιοθετούν ολιστική προσέγγιση: ο σύγχρονος πόλεμος καθορίζεται από σύνολο παραγόντων, όπως είναι οι δυνατότητες βιομηχανικής παραγωγής, η στάση και αντοχή του άμαχου πληθυσμού κι όχι μόνο οι στρατιωτικές επιχειρήσεις. «Από το τέλος του 1942… οι Σοβιετικοί, χάρη στην εξαιρετική θεωρητική κατάρτιση και αντίληψή τους, κατανοούν την πραγματική φύση του σύγχρονου πολέμου και, ως εκ τούτου, επικρατούν των Γερμανών τόσο σε επίπεδο αντίληψης όσο και στο πεδίο της μάχης.» [Boris LAURENT « La Guerre Totale à l’Est, 1941-1945 (Nouvelles perspectives sur la guerre germano-soviétique) », Nouveau Monde éditions, Παρίσι, 2014, σελ. 538]

Ό. Φ. Μπεργγόλτς

Ό. Φ. Μπεργγόλτς

[* Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της ποιήτριας Όλγας Φιόντοροβνα Μπεργγόλτς (Ольга Фёдоровна Берггольц, 1910-1975), της φωνής του πολιορκημένου Λενινγκράντ που με τις ραδιοφωνικές εκπομπές έκανε ό,τι μπορούσε για να τονώσει το ηθικό των πεινασμένων, πληγωμένων και βασανισμένων κατοίκων της μαρτυρικής πόλης.
Πέρα από τη σημαντική αξία του λογοτεχνικού έργου της, αυτό που συγκλονίζει στην περίπτωση της Μπεργγόλτς είναι η δύναμη και η γενναιότητα ενάντια σε όλες τις συμφορές που βίωσε. Έχασε δύο συζύγους (ο πρώτος, πατέρας της μεγαλύτερης κόρης της, με τον οποίο είχε ήδη χωρίσει, εκτελέστηκε το 1938 στο πλαίσιο των σταλινικών εκκαθαρίσεων – ο δεύτερος πέθανε, ήδη άρρωστος, τον Νοέμβριο του 1941 όταν ο λιμός της πολιορκημένης πόλης βρισκόταν στο αποκορύφωμά του). Έχασε και τις δυο κόρες της (τη μικρότερη Μάγια το 1934, την Ιρίνα το 1936). Ως «ύποπτη για σχέσεις με τροτσκιστικά στοιχεία» έπεσε στα νύχια του Λαϊκού Επιτροπάτου Εσωτερικών Υποθέσεων στις 13 Δεκεμβρίου 1938, φυλακίστηκε (έως τον Ιούλιο του 1939) και βασανίστηκε. Το τρίτο της παιδί γεννήθηκε νεκρό μέσα στη φυλακή.]

ΙΙ.   ΣΗΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗΣ

Και τι έγινε μ’ αυτό; Δεν ήταν σύγκρουση μεταξύ δύο ολοκληρωτισμών; Έχει σημασία ποιος κέρδισε, κατά μείζονα λόγο όταν κάποιοι ανακηρύσσουν την ημερομηνία υπογραφής του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ σε ημέρα μνήμης του αγώνα κατά του ολοκληρωτισμού, εξομοιώνοντας απολύτως ναζισμό και κομμουνισμό;

Και όμως! Αντικειμενικά, η σοβιετική επικράτηση έχει τεράστια σημασία επειδή καθόρισε την έκβαση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και επιπλέον, επειδή ακόμη και στο «κακό» μπορεί και πρέπει να υπάρχει ιεράρχηση. Ο ναζισμός ήταν μια ιδεολογία μίσους, στηριζόμενη στον ακραίο φυλετισμό: κάποιοι αποκλείονταν απλώς και μόνον επειδή γεννιούνταν με ορισμένη εθνοτική καταγωγή και θρησκεία. Ο κομμουνισμός στηριζόταν σε μια ιδεολογία με ευγενείς αρχές που εφαρμόστηκε με τον χειρότερο δυνατό τρόπο για να καταλήξει σε ένα άγριο, ανελεύθερο, ολοκληρωτικό καθεστώς (είναι, άραγε, τυχαίο, όμως, το γεγονός ότι ο σοβιετικός ολοκληρωτισμός στηρίζεται στη ρωσική παράδοση; Δεν είναι, από άποψη μεθόδων, η άσκηση εξουσίας υπό το κομμουνιστικό καθεστώς συνέχεια της τσαρικής απολυταρχίας; Δεν είναι το Εν Κα Βε Ντε συνεχιστής της Οχράνα;). Το καθεστώς, αυτό, όμως, είχε τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά της απολυταρχίας: ζητούσε «απλώς» την υποταγή του ατόμου, δεν το απέκλειε εξαρχής.

Τόμας Μανν (1937)

Τόμας Μανν (1937)

«Η εξομοίωση, από ηθική άποψη, του ρωσικού κομμουνισμού με τον ναζιστικό φασισμό, με βάση το επιχείρημα ότι αμφότεροι συνιστούν μορφές ολοκληρωτισμού, αποτελεί στην καλύτερη των περιπτώσεων επιφανειακή σκέψη, στη χειρότερη απλώς φασισμό. Εκείνοι που επιμένουν εν προκειμένω στην άποψη περί ισοδυναμίας των δύο αυτών ιδεολογιών μπορεί να εμφανίζονται ως δημοκράτες, στην πραγματικότητα, όμως, και στο βάθος της καρδιάς τους είναι ήδη φασίστες. Βέβαιο είναι ότι δεν θα πολεμήσουν τον φασισμό παρά μόνο για τα προσχήματα και με τρόπο εντελώς ανειλικρινή. Όλο το μίσος τους θα το φυλάξουν για τον κομμουνισμό.» [Τόμας ΜΑΝΝ, εκπομπή του BBC προς τους Γερμανούς ακροατές (Deutsche Hörer!). Κείμενο που γράφηκε κατά τη διάρκεια του Β΄ ΠΠ και διαβάστηκε από τον συγγραφέα σε ραδιοφωνική εκπομπή στις 24.10.1942.]

Βεβαίως, κάποιοι θα αντιτείνουν ότι ο ισχυρισμός του Τόμας Μανν θα πρέπει να ερμηνευθεί σε συνάρτηση με το ιδιαίτερο πλαίσιο της εποχής. Για εκείνους πρόκειται απλώς για προπαγάνδα με στόχο να πείσει ότι οι Σοβιετικοί είναι αξιόπιστοι σύμμαχοι στον αγώνα κατά του ναζισμού.

Κυρίως, όμως, κάποιοι θα προβάλουν το «λογιστικής» φύσης επιχείρημα, όπως ακριβώς ο Στεφάν Κουρτουά στη «Μαύρη Βίβλο του Κομμουνισμού». Για τον Γάλλο ιστορικό, ο κομμουνισμός είχε «100 εκατομμύρια θύματα», ενώ ο ναζισμός «μόνον» «25, περίπου, εκατομμύρια». Η κόκκινη ιδεολογία δολοφονούσε διαρκώς, ενώ ο ναζισμός μόνον με τον πόλεμο και δη την εισβολή στην ΕΣΣΔ. Το στοιχείο αυτό «θα έπρεπε τουλάχιστον να παρακινήσει σε μια συγκριτική εξέταση της ομοιότητας μεταξύ του καθεστώτος που θεωρήθηκε από το 1945 το πλέον εγκληματικό του αιώνα και του κομμουνιστικού συστήματος…» [Stéphane COURTOIS « Les crimes du communisme » σε « Le livre noir du communisme », Éditions Robert Laffont, Παρίσι, 1997, σελ. 24-25]. Με άλλα λόγια, η εξομοίωση είναι ένα ελάχιστο ζητούμενο, το πραγματικό δεν είναι άλλο από την παραδοχή ότι ο κομμουνισμός υπήρξε μεγαλύτερο δεινό απ’ ό,τι ο ναζισμός!

Ας αφήσουμε κατά μέρος τον έλεγχο της ακρίβειας των προβαλλόμενων αριθμών (μολονότι στη μια περίπτωση αθροίζονται στοιχεία, όχι κατ’ ανάγκην εξακριβωμένα, που αφορούν το σύνολο των κομμουνιστικών καθεστώτων ανά τον κόσμο, ενώ στη δεύτερη παρατίθεται αριθμός μικρότερος κι από τον συνολικό αριθμό θυμάτων στην ΕΣΣΔ κατά τη διάρκεια του πολέμου). Το επιχείρημα του Κουρτουά το αντικρούει ο Νικολά Μπερνάρ, συγγραφέας που μόνο για συμπάθεια προς τον κομμουνισμό δεν μπορεί να κατηγορηθεί, πλην όμως δεν επιτρέπει σε ιδεολογικές παρωπίδες να εμποδίσουν την αντικειμενική θεώρηση των ιστορικών δεδομένων:

«Ας αναπτύξουμε, επομένως, περαιτέρω τον συλλογισμό, μεριμνώντας ώστε να μη λησμονήσουμε ένα θεμελιώδες δεδομένο: εάν ο ναζισμός δεν σκότωσε όσο και το σύνολο των κομμουνιστικών καθεστώτων, τούτο συνέβη ακριβώς επειδή έχασε τον πόλεμο. Το να γράφει κάποιος ότι ο ναζιστικό τρόμος, ο οποίος υφίσταται πολύ πριν το 1941, έλαβε τέτοιες διαστάσεις κατά τον πόλεμο δεν έχει αξία παρά μόνον εφόσον υπομνησθεί ότι ο πόλεμος αυτός είχε προγραμματιστεί από τον Χίτλερ από μακρόν… Η γερμανική βαρβαρότητα στην Ανατολή εντάσσεται σε αυτήν την προμελετημένη επιχείρηση κατάκτησης και γενικευμένης σφαγής.

Στην επιχείρηση αυτή προσετίθετο ένα σχέδιο το οποίο, ως εκ της ακραίας φύσεώς του, απουσίαζε από τη σταλινική κτηνωδία, δηλαδή η εξολόθρευση των Εβραίων, που ήταν συνυφασμένη με το ιμπεριαλιστικό πρόγραμμα του Αυστριακού τυράννου. Εάν υποτεθεί ότι το Γ΄ Ράιχ επικρατούσε της Σοβιετικής Ένωσης το 1941, τότε οι Εβραίοι της Ευρώπης και των εδαφών της Ανατολής, εκτοπισμένοι, στειρωμένοι, μαζικά δολοφονημένοι, απλούστατα δεν θα επιβίωναν ως λαός… Δεκάδες εκατομμύρια Σοβιετικοί πολίτες θα πέθαιναν επίσης από λιμό κατά τα πρώτα έτη της κατοχής. Οι επιζώντες θα υποβιβάζονταν σε κατάσταση σκλάβων ή ζώων…

Με δυο λόγια, ολόκληροι λαοί θα εξολοθρεύονταν, θα αποδεκατίζονταν, θα υποδουλώνονταν. Κι αν πρέπει να συνεχίσουμε τη συγκριτική εξέταση, διαπιστώνεται ότι η βαναυσότητα της κατοχής των χωρών της Ανατολής από την ΕΣΣΔ από το 1945 έως το 1989… δεν θα μπορούσε να ξεπεράσει σε φρίκη τη μοίρα που τους επεφύλασσε η ναζιστική Γερμανία: εξαφάνιση του πολωνικού και του τσεχικού κράτους, εξολόθρευση η στείρωση του πληθυσμού που δεν επιδεχόταν εκγερμανισμό, εκτόπιση προς την Ανατολή όσων απέμεναν…

Η ναζιστική φρίκη στην Ανατολή έρχεται σε δραματική αντίθεση με τη συμπεριφορά της ΕΣΣΔ προς τον εισβολέα. Μολονότι το Κρεμλίνο επεδίωκε την κατάλυση του ναζιστικού καθεστώτος, δεν επρόκειτο σε καμία περίπτωση για προσπάθεια εξολόθρευσης του λαού του εχθρού, ούτε καν για υποδούλωσή του…

Αντιμέτωποι με τη ναζιστική εισβολή, οι Σοβιετικοί δεν είχαν άλλη επιλογή από το να επιβιώσουν νικώντας ή να πεθάνουν ηττημένοι. Η Γερμανία, μολονότι ερειπώθηκε, υπέστη καταστροφές και χωρίστηκε στα δύο, ουδέποτε υποχρεώθηκε να αντιμετωπίσει ένα τόσο τρομακτικό δίλημμα…» [N. BERNARD op. cit., σελ. 453-457].

Ο Κούρτσιο Μαλαπάρτε στο Κάπρι

Ο Κούρτσιο Μαλαπάρτε στο Κάπρι

«- Ελπίζω να μην ήλθατε να μου μιλήσετε για τον πόλεμο, μου είπε.
– Δεν θα σας μιλήσω για τον πόλεμο, του απάντησα.
– Ευχαριστώ, είπε ο Μούντε. Έπειτα, ξαφνικά, με ρώτησε αν είναι αλήθεια πως οι Γερμανοί ήταν τόσο τρομερά βάναυσοι.
– Η βαναυσότητά τους οφείλεται στον φόβο, απάντησα. Είναι άρρωστοι από φόβο. Είναι ένας λαός άρρωστος, ένας Krankenvolk.
– Ναι, ένας Krankenvolk, είπε ο Μούντε χτυπώντας τα πλακάκια στο πάτωμα με την άκρη του μπαστουνιού του. Κι έπειτα από μακρά σιωπή, με ρώτησε αν είναι αλήθεια ότι οι Γερμανοί ήταν τόσο διψασμένοι για αίμα και καταστροφή.
– Φοβούνται, απάντησα. Φοβούνται τους πάντες και τα πάντα. Σκοτώνουν και καταστρέφουν από φόβο. Κι όχι επειδή φοβούνται τον θάνατο. Κανένας Γερμανός, άντρας ή γυναίκα, γέρος ή παιδί, δεν φοβάται τον θάνατο. Ούτε φοβούνται να υποφέρουν. Κατά κάποιο τρόπο, θα μπορούσε να πει κανείς ότι αγαπούν τον πόνο. Φοβούνται, όμως, οτιδήποτε ζει, οτιδήποτε ζει πέρα από αυτούς – και φοβούνται οτιδήποτε είναι διαφορετικό από αυτούς. Η ασθένεια από την οποία υποφέρουν είναι μυστηριώδης. Φοβούνται πρωτίστως τις αδύναμες υπάρξεις, τους άμαχους, τους άρρωστους, τις γυναίκες, τα παιδιά. Φοβούνται τους γέρους. Ο φόβος τους πάντα μου προκαλούσε βαθύ οίκτο. Αν η Ευρώπη ένιωθε οίκτο για αυτούς, ίσως τότε οι Γερμανοί να γιατρεύονταν από τη φοβερή ασθένειά τους.
– Είναι, λοιπόν, άγριοι; Είναι, επομένως, αλήθεια ότι σφάζουν κόσμο δίχως κανένα οίκτο; με διέκοψε ο Άξελ Μούντε χτυπώντας ανυπόμονα τα πλακάκια με το μπαστούνι του.
– Ναι, είναι αλήθεια, απάντησα, σκοτώνουν άοπλους, κρεμάνε τους Εβραίους από τα δέντρα στις πλατείες των χωριών, τους καίνε ζωντανούς μέσα στα σπίτια τους σαν τα ποντίκια, τουφεκίζουν τους αγρότες και τους εργάτες στις αυλές των κολχόζ και των εργοστασίων. Τους έχω δει να γελούν, να τρώνε, να κοιμούνται στη σκιά των πτωμάτων που κρέμονταν από τα κλαδιά των δέντρων.
– Είναι ένας Krankenvolk, είπε ο Μούντε βγάζοντας τα μαύρα γυαλιά του για να σκουπίσει προσεχτικά τους φακούς τους με το μαντήλι του. Είχε κλείσει τα βλέφαρά του. Δεν μπορούσα να δω τα μάτια του. Ύστερα με ρώτησε αν ήταν αλήθεια πως οι Γερμανοί σκοτώνουν τα πουλιά.
– Όχι, δεν είναι αλήθεια, απάντησα, δεν έχουν χρόνο να ασχοληθούν με τα πουλιά. Ίσα που τους φτάνει ο χρόνος να ασχοληθούν με τους ανθρώπους. Σφάζουν τους Εβραίους, τους εργάτες, τους αγρότες, πυρπολούν τις πόλεις και τα χωριά με πρωτόγονο μένος, μα δεν σκοτώνουν τα πουλιά. Αχ! Πόσο όμορφα πουλιά υπάρχουν στη Ρωσία. Ίσως πιο όμορφα κι από αυτά στο Κάπρι,
– Πιο όμορφα από αυτά στο Κάπρι; ρώτησε ο Μούντε με ύφος ενοχλημένο.
– Πιο όμορφα, πιο ευτυχισμένα, απάντησα.»
[Κούρτσιο Μαλαπάρτε «Καπούτ», 1943 (Πρώτο Μέρος «Τα Άλογα», κεφάλαιο Ι «Από τη Μεριά του Γκερμάντ», σελ. 24-26 της γαλλικής έκδοσης)]

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Antony BEEVORStalingrad”, Viking, Λονδίνο, 1998/ επανέκδοση: Penguin Books, Λονδίνο, 2011 (1999).
Antony BEEVORBerlin – The Downfall 1945”, Viking, Λονδίνο, 2002/ επανέκδοση: Penguin Books, Λονδίνο, 2007 (2003).
Nicolas BERNARD « La Guerre germano-soviétique », Tallandier, Παρίσι, 2013/ t. I « 1941-1943 », t. II « 1943-1945 », Texto, Tallandier, Παρίσι, 2015.
Joachim FEST « Der Untergang – Hitler und das Ende des Dritten Reiches », Alexander Fest Verlag, Βερολίνο, 2002/ γαλλική έκδοση: « Les derniers jours de Hitler », Perrin, Παρίσι, 2002.                                                                                                 – Orlando FIGESThe Whisperers: Private Life in Stalin’s Russia”, Allen Lane, Λονδίνο 2007/ επανέκδοση: Penguin Books, Λονδίνο, 2007.
David GLANTZ και Jonathan HOUSEWhen Titans Clashed: How the Red Army stopped Hitler”, University of Kansas Press, Lawrence, 1995.
Vassili GROSSMANA Writer at War”, Harvill Press, Λονδίνο, 2005/ γαλλική έκδοση: « Carnets de Guerre – De Moscou à Berlin 1941-1945 » (κείμενα επιλεγμένα και παρουσιασμένα από τον Antony BEEVOR και τη Luba VINOGRADOVA), Calman-Lévy, Παρίσι, 2007/ επανέκδοση: Le Livre de Poche, Παρίσι, 2013 (2008).
Ανώνυμης (= Marta HILLERS) «Eine Frau in Berlin» Eichborn, Φρανκφούρτη, 2003 (πρώτη έκδοση: 1959)/ γαλλική έκδοση: « Une femme à Berlin. Journal, 20 avril-22 juin 1945 », Gallimard, Παρίσι, 2006 – έκδοση τσέπης: Folio, Παρίσι, 2008.
François KERSAUDY « Stalingrad – Le tournant de la Guerre », Un monde en guerre, Perrin, Παρίσι, 2013.
Ian KERSHAWThe End – Hitler’s Germany, 1944-45”, Allen Lane, Λονδίνο, 2011/ γαλλική έκδοση: « La Fin – Allemagne 1944-1945 », L’Univers historique, Seuil, Παρίσι, 2012.
Леонид Исаакович КОТЛЯР «Воспоминания Еврея-красноармейца», Военные тайны ХХ века, Вече, Μόσχα, 2011 [Λεονίντ Ισαάκοβιτς ΚΟΤΛΙΑΡ «Απομνημονεύματα ενός Εβραίου του Κόκκινου Στρατού»].
Boris LAURENT « La Guerre Totale à l’Est, 1941-1945 (Nouvelles perspectives sur la guerre germano-soviétique) », Nouveau Monde éditions, Παρίσι, 2014.
Jean LOPEZ « Stalingrad. La bataille au bord du gouffre », Economica, Παρίσι, 2008.
Jean LOPEZ « Koursk. Les quarante jours qui ont ruiné la Wehrmacht (5 juillet-20 août 1943) », Economica, Παρίσι, 2008.
Jean LOPEZ « Le chaudron de Tcherkassy-Korsun et la bataille pour le Dniepr (septembre 1943-février 1944) », Economica, Παρίσι, 2011.
Jean LOPEZ « Opération Bagration, la revanche de Staline (été 1944) », Economica, Παρίσι, 2014.
Jean LOPEZ « Les cents derniers jours d’Hitler – Chronique de l’apocalypse », Perrin, Παρίσι, 2015.
Jean LOPEZ και Lasha OTKHMEZURI « Grandeur et misère de l’Armée rouge », Seuil, Παρίσι, 2011/ επανέκδοση: Tempus, Perrin, Παρίσι, 2015.
Jean LOPEZ και Lasha OTKHMEZURI « Joukov, l’homme qui a vaincu Hitler », Perrin, Παρίσι, 2013.
Jean LOPEZ και Lasha OTKHMEZURI « Hitler a devancé un attaque de Staline » σε Jean LOPEZ και Olivier WIEVIORKA « Les Mythes de la Seconde Guerre Mondiale », Perrin, Παρίσι, 2015, σελ. 63-91.
Curzio MALAPARTE « Il Volga nasce in Europa » [«Ο Βόλγας πηγάζει από την Ευρώπη»], Bompiani, Μιλάνο, 1943, και πλήρης έκδοση Vallecchi, Φλωρεντία, 1965/ ελληνική έκδοση: «Οι Πηγές του Βόλγα (Γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση – Πολιορκία του Λένινγκραντ, 1941-1942)», σειρά Πόλεμος & Στρατηγική, αριθ. 18, Ιωλκός, Αθήνα, 2007.
Erich von MANSTEIN « Verlorene Siege », Bernard & Graefe Verlag, Κόμπλεντς-Βόννη, 2011 (πρώτη έκδοση: 1955)/ γαλλική έκδοση: « Mémoires » (επιμέλεια: Pierre SERVANT), Perrin, Παρίσι, 2015 (πρώτη γαλλική έκδοση: « Victoires perdues », Plon, Παρίσι, 1958).
Mark MAZOWERHitler’s Empire. Nazi Rule in Occupied Europe”, Allen Lane, Λονδίνο, 2008/ επανέκδοση Penguin Books, Λονδίνο, 2009.
Catherine MERRIDALEIvan’s War: Life and Death in the Red Army, 1939-1945”, Metropolitan Books, Νέα Υόρκη, 2006 / ελληνική έκδοση: «Ο πόλεμος του Ιβάν (Η πορεία του Κόκκινου Στρατού 1939-1945)» σειρά Πόλεμος & Στρατηγική, αριθ. 9, Ιωλκός, Αθήνα, 2007.
Marie MOUTIER « Lettres de la Wehrmacht » (πρόλογος: Timothy SNYDER), Perrin, Παρίσι, 2014.
Николай Николаевич НИКУЛИН «Воспоминания о войне», Издательство Гос. Эрмитажа, Λενινγκράντ/ Πετρούπολη 1975 (δεύτερη έκδοση: 2008).
Friedrich PAULUS « La bataille de Stalingrad » (παρουσίαση, σημειώσεις και επιμέλεια έκδοσης: Boris LAURENT), Nouveau Monde éditions, Παρίσι, 2014.
Pierre SERVANT « Von Manstein – Le stratège du IIIe Reich », Maîtres de Guerre, Perrin, Παρίσι, 2015.
Timothy SNYDERBloodlands: Europe between Hitler and Stalin”, Basic Civitas Books, Νέα Υόρκη, 2012/ γαλλική έκδοση: « Terres de Sang – L’Europe entre Hitler et Staline », Gallimard, Παρίσι, 2012.
Alexander WERTHRussia at War, 1941-1945”, Barrie & Rockliff, Λονδίνο, 1964/ γαλλική έκδοση: « La Russie en guerre », t. 1 « La patrie en danger, 1941-1942», t. 2 « De Stalingrad à Berlin, 1943-1945 », Texto, Tallandier, 2012.
Nicolas WERTH « Histoire de l’Union Soviétique – de l’Empire russe à la Communauté des États indépendants (1900-1991) », PUF, Παρίσι, 2012 (πρώτη έκδοση: 1990).
Olivier WIEVIORKA « L’économie soviétique ne pouvait rivaliser avec le potentiel industriel du Reich » σε Jean LOPEZ και Olivier WIEVIORKA « Les Mythes de la Seconde Guerre Mondiale », Perrin, Παρίσι, 2015, σελ. 129-145.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΕΚΛΑΪΚΕΥΜΕΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Le Figaro Histoire, n° 19, avril-mai 2015, 40-103 « Hitler – Les derniers jours » (κείμενα των: Jean-Louis THIÉRIOT, Jean-Paul BLED, Jean-Paul COINTET, Henri-Christian GIRAUD, Stéphane COURTOIS, Keith LOWE, Geoffroy CAILLET, Albane PIOT).
Ligne de Front (Histoire des Conflits du XXe siècle), n° 57, septembre-octobre 2015, David FRANÇOIS « La Bataille pour le Dniepr – Le choc des titans », σελ. 50-63.
Ligne de Front (Histoire des Conflits du XXe siècle), Hors-série n° 25, août-septembre 2015, « Le Guide de l’Armée Rouge ».
Paris Match & L’Histoire « 1945 – La Chute du Reich : le film des derniers mois » (κείμενα και συνεντεύξεις των: Olivier WIEVIORKA, Antony BEEVOR, Bruno CABANES, Édouard HUSSON, Régis Le SOMMIER, Anja KLABUNDE, Pierre MILZA, Annette WIEVIORKA, Frédérique NEAU-DUFFOUR, Timothy SNYDER, Philippe BURRIN, Anne APPLEBAUM, Fabien THÉOFILAKIS, Guillaume MOURALIS, Jean-Pierre AZÉMA), mars-avril 2015.
Paris Match, Hors-série, « Staline – Terreur, Guerre et Propagande » (κείμενα των: Alain FREREJEAN, Gérard CHAUVY, Sabine DULLIN, Alain BLUM, Nicolas WERTH, Alexandre SUMPH, François KERSAUDY, Philippe RICHARDOT, Simon VEILLE, Jean-Christophe BRISARD, Valérie DELMAS, Clémentine V. BARON, Paul FUKS, Régis Le SOMMIER), octobre 2015.

"Ζωή και Πεπρωμένο"

«Ζωή και Πεπρωμένο»

"Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί"

«Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί»

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Леонид Наумович ВОЛЫНСКИЙ «Сквозь Ночь», 1963, επανέκδοση: Терра, Μόσχα, 2005 [Λεονίντ ΒΟΛΙΝΣΚΙ (ψευδώνυμο του Λεονίντ Ναούμοβιτς ΡΑΜΠΙΝΟΒΙΤΣ) «Μέσα από τη Νύχτα»].
Василий Семёнович ГРОССМАН «Жизнь и судьба» (συγγραφή: 1950-1962), Терра – Книжный клуб, Μόσχα, 2005/ γαλλόφωνη έκδοση: Vassili GROSSMAN «Vie et destin», L’Age d’Homme, Λωζάννη, 1980 (μετάφραση: Alexis Berelowitch και Anne Coldefy-Faucard), επανέκδοση: Le livre de poche, 2005/ ελληνική έκδοση: «Ζωή και Πεπρωμένο», εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα, 2013.
Curzio MALAPARTE « Kaputt » Casella, Νάπολι, 1944/ τελική έκδοση: Guarnati, Μιλάνο, 1948/ γαλλική έκδοση: Éditions Denoël, Παρίσι, 1946 – έκδοση τσέπης: Folio 2014 (1972).
Erich Maria REMARQUE «Zeit zu leben und Zeit zu sterben», Kiepenheuer & Witsch, Κολωνία 1954/ γαλλικές εκδόσεις υπό τους τίτλους « Un temps pour vivre, un temps pour mourir » « L’Île d’espérance » Plon, Παρίσι, 1958/ ελληνική έκδοση υπό τον τίτλο « Ώρες αγάπης, ώρες πολέμου», Δωρικός, Αθήνα, 1975.
Константин Михайлович СИМОНОВ «Живые и мёртвые», 1959, επανέκδοση: Художественная литература, Μόσχα, 1989 [Κονσταντίν Μιχάιλοβιτς ΣΙΜΟΝΟΦ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί»].

Καπούτ

Καπούτ

ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΤΑΙΝΙΩΝ

"Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν" (η σκηνή του φιλιού)

«Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν» (η σκηνή του φιλιού)

– Михаил Константинович Калатозов «Летят журавли», 1957/ Μιχαήλ Κονσταντίνοβιτς Καλατόζοφ «Όταν Πετούν οι Γερανοί».
– Андрей Арсеньевич Тарковский «Иваново детство», 1962/ Αντρέι Αρσένιεβιτς Ταρκόφσκι «Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν».
– Сергей Фёдорович Бондарчук «Они сражались за Родину», 1975/ Σεργκέι Φιόντοροβιτς Μπονταρτσούκ «Πολέμησαν για την Πατρίδα».
– Элем Германович Климов «Иди и смотри», 1985/ Ελέμ Γκέρμανοβιτς Κλίμοφ «Έλα να δεις».
– Joseph Vilsmaier «Stalingrad», 1993.
– Oliver Hirschbiegel «Der Untergang» [«Η Πτώση»], 2004.

"Έλα να δεις"

«Έλα να δεις»

Ιερουσαλήμ-Μαρίενμπουργκ – μέρος IV: το τέλος (;) και η υστεροφημία του Τάγματος

Φεβρουαρίου 27, 2011

Οστερόντε, Πρωσία, 6 Ιανουαρίου 1453. Παραμονές, σχεδόν, του Δεκατριετούς Πολέμου που θα αποβεί μοιραίος για το κράτος των Τευτόνων. Ο τοπικός Τεύτονας διοικητής συντάσσει επιστολή προς τον Λουδοβίκο του Έρλιχσχάουζεν, μεγάλο μάγιστρο του Τάγματος. Του εκθέτει τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει στη συνεργασία του με τους ντόπιους ευγενείς. Μόλις συναντήθηκε με έναν από αυτούς τους γαιοκτήμονες, τον Πέτρες του Αρβάυντεν, από τον οποίο ζήτησε να παραχωρήσει στο Τάγμα για κάποιες εβδομάδες τους υποτελείς του χωρικούς, προκειμένου να βοηθήσουν σε εργασίες συντήρησης του κάστρου της περιοχής. Ο Πρώσος γαιοκτήμονας αρνείται. Ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος, τον οποίο παραθέτει αυτολεξεί στην επιστολή του ο διοικητής (βλ. Sylvain Gouguennheim “Les Chevaliers Teutoniques”, εκδ. Tallandier, Παρίσι, 2007, σελ. 551-552).

«- Άρχοντα! Κύριε Διοικητά! Κι εγώ είμαι ευγενής, όπως ακριβώς κι εσείς, κι αν παρίσταται ανάγκη μπορώ να το αποδείξω, όπως κάθε ευγενής. Ξέρετε, κύριε, αν δεν είχατε έρθει σ’ αυτήν εδώ τη χώρα δεν θα είχατε γίνει ποτέ άρχοντας…

– Τι είναι όλα αυτά που μου τσαμπουνάς βρε Πέτρες; Άν δεν ήμουν εγώ ο άρχοντάς σου, θα ήταν κάποιος άλλος στη θέση μου. Εσύ, πάντως, Πέτρες θα πρέπει οπωσδήποτε να έχεις έναν άρχοντα πάνω από σένα, γιατί είσαι τόσο ευγενής όσο μπορεί να είναι ευγενής μια αγριόκοτα!».

Το περιστατικό είναι ενδεικτικό του χάσματος ανάμεσα στο Τάγμα και τους υπηκόους του. Όπως ήταν μοιραίο, μετά από δύο και πλέον αιώνες κυριαρχίας των Τευτόνων έχει διαμορφωθεί αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε πρωσικό έθνος, με τις ελίτ του, γερμανικές ή εκγερμανισμένες, γαιοκτημόνων και πλουσίων εμπόρων, οι οποίες διεκδικούν το μερίδιό τους στην άσκηση εξουσίας. Το Τάγμα, όμως, δεν είναι διατεθειμένο να κάνει παραχωρήσεις. Αυτό που οπουδήποτε αλλού θα αποτελούσε φυσική εξέλιξη, δηλαδή η σταδιακή δημιουργία ενός έθνους σύμφωνα με τα πρότυπα των νεότερων χρόνων, έρχεται σε αντίθεση με την ίδια τη φιλοσοφία του κράτους ενός στρατιωτικού θρησκευτικού τάγματος το οποίο αποκλείει από την εξουσία οποιοδήποτε εξωτερικό προς αυτό στοιχείο. Ως εκ της φύσεως του τρόπου επάνδρωσης και λειτουργίας του Τάγματος, τα πρόσωπα που ασκούν εξουσία στην Πρωσία δεν έχουν ρίζες στον τόπο αυτό. Όσο για τους Πρώσους αριστοκράτες, ο μόνος τρόπος να διοικήσουν στην πατρίδα τους είναι να καταταγούν στο Τάγμα, δηλαδή να απεκδυθούν την ταυτότητά τους, χωρίς να είναι βέβαιο ότι το όνειρό τους θα εκπληρωθεί. Όλα αυτά έχουν ως συνέπεια την αποξένωση των Τευτόνων από τις τοπικές ελίτ, η οποία αποτυπώνεται στο παραπάνω περιστατικό μέσω μιας αμοιβαίας αμφισβήτησης της ιδιότητας του ευγενούς. Για τον γαιοκτήμονα, ο διοικητής είναι φορέας μιας δοτής εξουσίας που εκπορεύεται από έναν απρόσωπο οργανισμό. Για αυτό και ο υπαινιγμός («αν δεν είχατε έρθει σ’ αυτήν εδώ τη χώρα δεν θα είχατε γίνει ποτέ άρχοντας«): οι περισσότεροι από τους ιππότες κατάγονταν από οικογένειες μινιστράλιων, κατώτερων ευγενών, συχνά ταπεινής καταγωγής, που προήχθηκαν λόγω προσωπικής αξίας από τον αυτοκράτορα, δεν διέθεταν συνήθως φέουδα και αρκούνταν στην άσκηση καθηκόντων συμβούλου στην αυτοκρατορική ή σε κάποια φεουδαλική αυλή. Όσο για την οργισμένη απάντηση του διοικητή (σε ενικό, ενώ ο γαιοκτήμονας κρατά έστω τα προσχήματα χρησιμοποιώντας πληθυντικό), αποδεικνύει ότι για έναν Τεύτονα Ιππότη ο Πρώσος αριστοκράτης δεν είναι παρά ένας υποτελής που χρωστά την ανέλιξή του αποκλειστικά στο Τάγμα. Η σύγκρουση θα πληρωθεί ακριβά: τρεις μήνες αργότερα, η πρωσική Δίαιτα θα δηλώσει υποτέλεια στον Πολωνό μονάρχη και θα τον καλέσει να καταλάβει τη χώρα. Τη συνέχεια την είδαμε στο τρίτο μέρος της σειράς.

Με άλλα λόγια, η παρακμή και το ουσιαστικό τέλος του Ordensstaat δεν οφείλεται απλά στο ότι το Τάγμα έχασε, παρά την όποια ηρωϊκή αντίσταση, έναν κρίσιμο πόλεμο, αλλά στη διττή αδυναμία προσαρμογής στις εξελίξεις: αφενός, μετά τον προσηλυτισμό και των Λιθουανών στον χριστιανισμό, η Πρωσία είναι ένα κράτος σαν όλα τ’ άλλα. Οι Τεύτονες δεν μπορούν πλέον να καλούν σε σταυροφορίες ή να εμφανίζονται ως προστάτες της πίστης, κατά μείζονα λόγο όταν το ιδανικό των σταυροφοριών έχει ξεθυμάνει. Υποχρεωμένοι να αναζητήσουν συμμαχίες στη διεθνή διπλωματική σκηνή, χωρίς εγγενή επικοινωνιακά πλεονεκτήματα, δεν θα αποδειχθούν αρκετά επιδέξιοι ή τυχεροί. Αφετέρου, η ίδια η φύση ενός Ordensstaat αποδεικνύεται ασύμβατη με το υπό διαμόρφωση εθνικό κράτος. Το κράτος των ιπποτών ήταν καταδικασμένο να χαθεί γιατί η ίδια η εξέλιξη της Ιστορίας το είχε ξεπεράσει. Από την άποψη αυτή, το τέλος της Πρωσίας των Τευτόνων σηματοδοτεί την αλλαγή εποχής, τη μετάβαση από τον Μεσαίωνα (τις δομές και τις αντιλήψεις του οποίου εξέφραζε με απόλυτη επιτυχία) στους νεότερους χρόνους. Ας δούμε πώς ακριβώς γράφτηκε ο επίλογος πρώτα του κράτους κι έπειτα του ίδιου του Τάγματος (Ι), για να εξετάσουμε στη συνέχεια τον τρόπο με τον οποίο εκτιμήθηκε η κληρονομιά των Τευτόνων Ιπποτών στον χώρο δράσης τους (ΙΙ).

Ι. Το τέλος (;)

Όπως είδαμε στο προηγούμενο επεισόδιο, μετά την ταπεινωτική δεύτερη συνθήκη ειρήνης του Τορν το 1466, οι Τεύτονες έχασαν το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών τους, εκτός από την Ανατολική Πρωσία και την Πομεσανία. Διατηρούνται, βέβαια, οι εκτεταμένες κτήσεις του Τάγματος στη Λιβονία, όπου όμως οι Τεύτονες αποτελούν απλώς μία μεταξύ πλειόνων δυνάμεων εξουσίας, καθώς και αυτές στα εδάφη της Γερμανικής Αυτοκρατορίας κι αλλού στην Ευρώπη. Η κατάσταση είναι δυσχερέστατη, συγκρινόμενη με το άμεσο παρελθόν, αλλά όχι απαραίτητα καταδικαστική. Οι ίδιοι θα αναζητήσουν τρόπους επιβίωσης και, ει δυνατόν, ανάκτησης των χαμένων εδαφών. Ιστορικές εξελίξεις και συγκυρίες μάλλον απρόβλεπτες για τον άνθρωπο του τέλους του 15ου αιώνα θα φέρουν το οριστικό τέλος του Ordensstaat (Α). Όχι πάντως και του ίδιου του Τάγματος, το οποίο θα προσπαθήσει να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Σε σχέση με τα περασμένα μεγαλεία, θα μπορούσε να γίνει λόγος για παρακμή, ακόμη και για εκφυλισμό. Μια τέτοια εκτίμηση θα παρέβλεπε τη διαρκή προσπάθεια ενός τάγματος το οποίο, παρά τις τόσες αντιξοότητες, εξακολουθεί να υφίσταται, τυπικά τουλάχιστον, ακόμη και σήμερα (Β).

Α. Το τέλος του Ordensstaat

α. Ο αγώνας για την επιβίωση: Σε ό,τι έχει απομείνει από την Πρωσία το έργο της ανασυγκρότησης είναι δύσκολο. Ο πόλεμος προκάλεσε ανυπολόγιστες καταστροφές. Το 80 % των χωριών έχουν καταστραφεί ή εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους τους (Alain Demurger “Chevaliers du Christ – Les ordres religieux-militaires au Moyen Âge, XIe-XVIe siècle, εκδ. Seuil, Παρίσι, 2002, σελ. 271). Στη Λιβονία, το Τάγμα βρίσκεται σε διαρκή διαμάχη με τους άλλους δύο πόλους εξουσίας, δηλαδή την Εκκλησία και τους αστούς της Ρίγας και των μεγαλύτερων πόλεων. Ωστόσο, οι Τεύτονες αποτελούν σημαντική στρατιωτική δύναμη, ιδίως στη Λιβονία. Σ’ αυτό ακριβώς το στοιχείο στηρίζεται η ουσιαστικότερη ίσως από τις τελευταίες ελπίδες του Τάγματος για επιβίωση.

1. Σε αναζήτηση νέας νομιμοποίησης: Το Τάγμα χρειάζεται νέους αντιπάλους οι οποίοι θα νομιμοποιούν τη δράση του στα μάτια της χριστιανικής Ευρώπης. Πρέπει επομένως να πρόκειται για αλλόθρησκους ή έστω αλλόδοξους εχθρούς. Στη Λιβονία ο προφανής αντίπαλος είναι η όλο και ισχυρότερη ορθόδοξη Ρωσία: ήδη από το 1450 οι Τεύτονες Ιππότες κινητοποιούν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν τη ρωσική απειλή. Προκειμένου να αντιμετωπίσει καλύτερα τον κίνδυνο (αλλά και για να απομακρυνθεί από την πίεση που ασκούν ο αρχιεπίσκοπος και οι αστοί της Ρίγας), ο μάγιστρος της Λιβονίας Ιωάννης Βαλντχάους του Χέερζε μεταφέρει, γύρω στα 1470, την έδρα του στο Φέλλιν (σημερινό Βιλιάντι στην Εσθονία). Ο ηγεμόνας της Μόσχας και του Βλαντίμιρ, ο φιλόδοξος Ιβάν Γ΄ (σύζυγος της Ζωής – Σοφίας για τους Ρώσους – Παλαιολογίνας, η οποία θα φέρει σαν προίκα της τον βυζαντινό δικέφαλο αετό που πρόκειται να γίνει σύμβολο της ρωσικής μοναρχίας) θα απειλήσει σοβαρά τους καθολικούς της Λιβονίας: αφού κατακτήσει το Νόβγκοροντ και τις υπόλοιπες ρωσικές ηγεμονίες, ο Ιβάν στρέφεται προς δυσμάς. Το 1480 πολιορκεί το Φέλλιν, το 1492 κατασκευάζει το οχυρό του Ιβάνγκοροντ, ακριβώς απέναντι από το κάστρο των Τευτόνων στη Νάρβα, δυο χρόνια μετά συλλαμβάνει και φυλακίζει όλους τους Γερμανούς εμπόρους που βρίσκονται στο Νόβγκοροντ. Το καλοκαίρι του 1502, ο Βόλτερ του Πλέττενμπεργκ, μάγιστρος της Λιβονίας, ενισχυμένος με μισθοφορικά στρατεύματα που στρατολόγησε στη Γερμανία και βοηθούμενος από τους Λιθουανούς, κινείται εναντίον του Ρώσου ηγεμόνα. Στην αποφασιστική μάχη που θα δοθεί κοντά στη λίμνη Σμόλινα (13 Σεπτεμβρίου) ο ρωσικός στρατός θα συντριβεί.

Ο ιδανικός, όμως, αντίπαλος από άποψη νομιμοποίησης είναι οι Τούρκοι, που έχοντας κυριαρχήσει σε ολόκληρη τη βαλκανική χερσόνησο επιχειρούν να επεκταθούν προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Το Τάγμα αποφασίζει να συνδράμει τους Πολωνούς και τους Ούγγρους που βρίσκονται πια στην πρώτη γραμμή της σύγκρουσης με τους Οθωμανούς. Έτσι, το 1497 ο μέγας μάγιστρος Ιωάννης του Τίφεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμα του επικυρίαρχού του Πολωνού μονάρχη και προστρέχει να τον βοηθήσει με 4.000 άνδρες στον πόλεμο κατά των Τούρκων. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας και ενώ η στρατιά προχωρούσε κατά μήκος του Δνείστερου θα προσβληθεί από δυσεντερία και θα πεθάνει λίγες εβδομάδες αργότερα.

2. Σε αναζήτηση προστάτη: Το 1498, η συνέλευση του Τάγματος λαμβάνει μια απόφαση που σηματοδοτεί ουσιώδη πολιτική μεταστροφή: για πρώτη φορά εκλέγει για μεγάλο μάγιστρο πρόσωπο εκτός του Τάγματος. Ο εκλεκτός της συνέλευσης είναι ο Φρειδερίκος της Σαξονίας. Θέτοντας επικεφαλής του ένα Γερμανό ηγεμόνα, το Τάγμα αποκτά έναν ήδη ισχυρό αρχηγό με έτοιμες συμμαχίες και εκ των πραγμάτων μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ. Πράγματι, η πρώτη κίνηση του Φρειδερίκου είναι να αρνηθεί να ορκισθεί υποτέλεια στον βασιλέα της Πολωνίας. Ο Φρειδερίκος θέλει να διακηρύξει ότι το Τάγμα είναι ανεξάρτητο και έτσι σκοπεύει να πορευτεί στο μέλλον. Η Πολωνία σε πρώτο χρόνο δεν αντιδρά. Δώδεκα χρόνια αργότερα, το Τάγμα ακολουθεί την ίδια οδό, επιλέγοντας ξανά ένα Γερμανό ηγεμόνα ως μεγάλο μάγιστρο: τον Αλβέρτο του Βρανδεβούργου από τον οίκο των Χοεντσόλλερν. Ούτε ο Αλβέρτος δέχεται να δώσει όρκο υποτέλειας στον Πολωνό μονάρχη, αυτή τη φορά, όμως, οι Πολωνοί αντιδρούν. Η διαμεσολάβηση του αυτοκράτορα Κάρολου Κουίντου αποτυγχάνει, ο Αλβέρτος αρνείται να υποχωρήσει. Πρωσία και Πολωνία ετοιμάζονται για πόλεμο. Μια από τις σημαντικότερες καθολικές μοναρχίες κι ένα καθολικό τάγμα πρόκειται ν’ αλληλοσπαραχθούν την ώρα που η Γερμανία διχάζεται από το κήρυγμα του Λούθηρου. Ο αυτοκράτορας επιβάλλει ανακωχή στους δύο αντιπάλους. Και τότε θα συμβεί το φαινομενικά απροσδόκητο που θα σφραγίσει την ιστορία των Τευτόνων και της Πρωσίας.

β. Η στροφή στον Προτεσταντισμό – 1. Στην Ανατολική Πρωσία: Ο Αλβέρτος αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα: ταξίδεψε στη Βιττεμβέργη και συνάντησε τον Λούθηρο! Επιστρέφοντας στο Κένιγκσμπεργκ δήλωσε την απόφασή του να διαρρήξει τις σχέσεις του με την Αγία Έδρα, ασπαζόμενος το λουθηρανικό κήρυγμα, και να ελευθερωθεί από τους θρησκευτικούς όρκους του. Ειλικρινής πίστη στη διδασκαλία του Λούθηρου ή υπολογισμένη πολιτική απόφαση; Πιθανότατα και τα δύο (ο Αλβέρτος αλληλογραφούσε με τον Λούθηρο από το 1523 τουλάχιστον). Στην πλειονότητά τους, πάντως, οι ιππότες του Τάγματος στην Πρωσία τον ακολούθησαν: το 1523, το Ordensstaat μεταλλασσόταν σε κοσμικό δουκάτο πιστό στη Μεταρρύθμιση (Demurger, όπ.π., σελ. 272) !  Έπειτα, ο Αλβέρτος στράφηκε στην Πολωνία ζητώντας διαπραγματεύσεις: τον Απρίλιο του 1525 υπογράφηκε στην Κρακοβία συνθήκη ειρήνης. Ο Πολωνός βασιλέας Σιγισμούνδος Α΄, αναγνώρισε το δουκάτο της Ανατολικής Πρωσίας. Ο Αλβέρτος ορκίσθηκε υποτέλεια στον θρόνο της Πολωνίας και έλαβε το δουκάτο του ως κληρονομικό φέουδο πλέον. Οι αδελφοί του Τάγματος στη Γερμανία και στη Λιβονία αντέδρασαν στην, κατ’ αυτούς, προδοσία του Αλβέρτου του Βρανδεβούργου, που δεν δίστασε να δηλώσει υποτέλεια στους Πολωνούς με όρους πολύ πιο επαχθείς από αυτούς της δεύτερης συνθήκης του Τορν. Το 1526 εξέλεξαν ως μεγάλο μάγιστρο τον Βάλτερ του Κρόνμπεργκ, έως τότε μάγιστρο της Γερμανίας, και διεκδίκησαν την επιστροφή του Κένιγκσμπεργκ και της υπόλοιπης Ανατολικής Πρωσίας, προσφεύγοντας στο Δικαστήριο της Αυτοκρατορίας (Reichskammergericht). Μολονότι αυτό τους δικαίωσε με την απόφαση που εξέδωσε το 1532, ο Αλβέρτος πρόλαβε να συνάψει συμμαχίες με τους υπόλοιπους προτεστάντες ηγεμόνες και δεν κινδύνεψε ουσιαστικά ποτέ να χάσει το δουκάτο του.

2. Στη Λιβονία: Ο μάγιστρος Πλέττενμπεργκ δεν ακολούθησε το παράδειγμα του Αλβέρτου και παρέμεινε πιστός στη Ρώμη. Καθώς, όμως, η Μεταρρύθμιση κέρδιζε όλο και περισσότερους πιστούς, ακόμη και μεταξύ των ίδιων των ιπποτών, αναγκάστηκε να εκδώσει διάταγμα ανοχής προς τους προτεστάντες. Παρά τις όλο και αυξανόμενες αντιξοότητες, το Τάγμα κατόρθωσε να επιβιώσει στη Λιβονία για άλλα 40 περίπου χρόνια. Το μέλλον, όμως, διαγραφόταν όλο και πιο αβέβαιο μεταξύ της ρωσικής σφύρας και του πολωνικού άκμονος, ιδίως μετά την άνοδο του Ιβάν Δ΄ του Τρομερού στον ρωσικό θρόνο.  Το 1551 ο Ρώσος μονάρχης επέβαλε φόρο υποτέλειας στους Τεύτονες, το 1558 κατέκτησε τη Νάρβα και το Ντόρπατ, το 1561 το Φέλλιν. Ενδιαμέσως, οι Τεύτονες είχαν υποστεί συντριπτική ήττα από τους Ρώσους στο Έργκεμε (2 Αυγούστου 1560). Ταυτόχρονα Δανοί και Σουηδοί αποσπούσαν τμήματα της Εσθονίας. Έτσι, ο μάγιστρος της Λιβονίας Γοττάρδος Κέττλερ αποφάσισε να εφαρμόσει κατά γράμμα τη στρατηγική του Αλβέρτου του Βρανδεβούργου: ασπάσθηκε τον προτεσταντισμό και, στις 28 Νοεμβρίου 1561, σύναψε συνθήκη ειρήνης με την Πολωνία στο Βίλνιους. Ο Κέττλερ παρέδωσε τη Λιβονία στους Πολωνούς, απαρνήθηκε το Τάγμα, δήλωσε υποτέλεια στον Πολωνό μονάρχη και σε αντάλλαγμα έλαβε ως κληρονομικό φέουδο το δουκάτο της Κουρλάνδης. Όπως σημειώνει ο Ντεμυρζέ (όπ.π., σελ. 273) «η καθολικότατη Πολωνία, ορκισμένη εχθρός του καθολικού τάγματος των Τευτόνων κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων του Μεσαίωνα, είχε πλέον υποτελείς δύο προτεστάντες, κληρονόμους και ολετήρες ταυτόχρονα του Τάγματος στη Βαλτική!«

Β. Ζωή χωρίς κράτος – Το Τάγμα στην υπηρεσία της Γερμανικής αυτοκρατορίας

Η απώλεια του κράτους της Ανατολικής Πρωσίας και των κτήσεων της Λιβονίας δεν σήμαινε και το τέλος του Τάγματος των Τευτόνων, το οποίο επέλεξε τη πλέον φυσική λύση για τα συμφέροντά του. Επικέντρωσε το ενδιαφέρον του και συνέδεσε τη μοίρα του με τη Γερμανική Αυτοκρατορία, ιδίως δε με τoν οίκο των Αψβούργων, οι εκπρόσωποι του οποίου σχεδόν μονοπωλούν τον αυτοκρατορικό θώκο ήδη από τα τέλη του 13ου αιώνα.

Η εξέλιξη αυτή έχει προετοιμαστεί σταδιακά, κυρίως από τους μάγιστρους της Γερμανίας. Άλλωστε, από το 1494 ο αυτοκράτορας Μαξιμιλιανός Α΄ ανακηρύσει τον μάγιστρο της Γερμανίας Ανδρέα του Γκρούμπαχ «ηγεμόνα της Αυτοκρατορίας» με εκλεκτορικά δικαιώματα (Reichsfürst), δηλαδή ανώτατο ευγενή με δικαίωμα ψήφου στην αυτοκρατορική Δίαιτα. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Γκούγκενάιμ (όπ.π., σελ. 590), ο μεγάλος μάγιστρος θα λάβει τον ίδιο τίτλο μόλις το 1524. Λαμβανομένης υπόψη της μεταστροφής στον προτεσταντισμό του Αλβέρτου του Βρανδεβούργου την επόμενη χρονιά, το Τάγμα είχε στις τάξεις του δύο εκλέκτορες μόλις για ένα χρόνο, μια και μετά την ανάδειξη του Βάλτερ του Κρόνμπεργκ στο ύπατο αξίωμα ο μεγάλος μάγιστρος είναι ταυτόχρονα και μάγιστρος της Γερμανίας. Βεβαίως, το Τάγμα έπρεπε να επιλέξει και νέα έδρα: ο Κρόνμπεργκ προτίμησε το Μέργκεντχάιμ στη Βυρττεμβέργη, πιο κοντά στους κύριους συγκοινωνιακούς άξονες από τη μέχρι τότε έδρα του μαγίστρου της Γερμανίας, το Μπουργκ Χόρνεκ (στην ίδια περιοχή, αλλά λίγο δυτικότερα).

α. Η περίοδος των στοχαστικών προσαρμογών – Το Τάγμα απέναντι στον προτεσταντισμό: Το πρόβλημα για τους Τεύτονες είναι ότι η μεταφορά της έδρας στη Γερμανία συμπίπτει με μια περίοδο κρίσεων, αναβρασμού και ταραχών. Η θρησκευτική διαμάχη μεταξύ Καθολικής Εκκλησίας και Μεταρρύθμισης ανοίγει τον ασκό του Αιόλου δίνοντας την ευκαιρία δυναμικής διεκδίκησης κοινωνικών και πολιτικών αιτημάτων. Είναι η εποχή της εξέγερσης που έμεινε στην Ιστορία ως ο Πόλεμος των Χωρικών (Bauernkrieg). Η εξέγερση προκαλεί μεγάλες καταστροφές στις κτήσεις των Τευτόνων: μεταξύ άλλων, τον Μάΐο του 1525 λεηλατείται και πυρπολείται το κάστρο του Χόρνεκ. Τα αρχεία του μαγίστρου της Γερμανίας καταστρέφονται. Αν, όμως, οι ταραχές ήταν ένα παροδικό πρόβλημα, το ζήτημα της θρησκευτικής διαμάχης έθετε σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη του καθολικού Τάγματος. Η Μεταρρύθμιση εξαπλωνόταν με ραγδαίους ρυθμούς στη Γερμανία: οι περισσότεροι από τους ιερείς του Τάγματος ασπάστηκαν γρήγορα τον προτεσταντισμό. Αν και η πλειονότητα των ιπποτών παρέμεινε πιστή στη Ρώμη, ωστόσο οι απώλειες ήταν σημαντικές, τόσο σε επίπεδο έμψυχου δυναμικού όσο και από οικονομική άποψη. Όταν σε μια περιφέρεια οι προτεστάντες ξεπερνούσαν τους καθολικούς, το Τάγμα κινδύνευε να τη χάσει. Έπρεπε, επομένως, να βρεθούν ευέλικτες λύσεις που θα επέτρεπαν τη συνύπαρξη διαφορετικών δογμάτων προς το συμφέρον του Τάγματος.

Στα μέσα του 16ου αιώνα, τρεις διοικητικές περιφέρειες των Τευτόνων είχαν περάσει στο στρατόπεδο της Μεταρρρύθμισης (Θουριγγία, Σαξονία, Ουτρέχτη). Η Έσση παρουσίαζε την απίστευτη ιδιατερότητα να είναι τρι-δογματική! Στο αξίωμα του βαΐλου της περιφέρειας εναλλάσσονταν καθολικοί, λουθηρανοί και καλβινιστές ιππότες (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 592). Οι υπόλοιπες περιφέρειες και ο μεγάλος μάγιστρος παρέμεναν στις τάξεις του καθολικισμού. Η ανάγκη να αποτραπεί ο διχασμός ή έστω να μειωθούν οι απώλειες οδήγησε τη γενική συνέλευση των Τευτόνων να αποφασίσει στο Μέργκεντχάιμ το 1557 ότι οι αδελφοί ήταν ελεύθεροι να επιλέξουν δόγμα, δίνοντας όμως όρκο ότι θα σέβονταν την κυριότητα των περιουσιακών στοιχείων του Τάγματος. Το 1575, στην Ερφούρτη, το Τάγμα αποφάσιζε ότι μπορούσε να δέχεται στις τάξεις του προτεστάντες και ως νέους ιππότες. Καταστατικό και κανονισμοί αναθεωρήθηκαν προκειμένου να διασφαλισθεί η μεγαλύτερη δυνατή θρησκευτική ελευθερία των μελών. Ο συνεκτικός κρίκος δεν ήταν πια ο καθολικισμός, αλλά η ένωση των αδελφών του Τάγματος στην τήρηση των τριών όρκων (πενίας, αγνότητας και υπακοής).

Οι Τεύτονες και η Αγία Έδρα: Η ρεαλιστική στάση του Τάγματος στο ζήτημα του προτεσταντισμού το απομάκρυνε μοιραία από την Αγία Έδρα, η οποία έτσι κι αλλιώς δεν έδειχνε εδώ και καιρό το ίδιο ενδιαφέρον για τη διασφάλιση των προνομίων των Τευτόνων (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 596). Το 1494, ο πάπας Ιννοκέντιος Η΄ δεν δίστασε να μεταβιβάσει, χωρίς τη συγκατάθεση του Τάγματος, στον διαβόητο καρδινάλιο (και μετέπειτα πάπα Αλέξανδρο Στ΄) Ροδρίγο Βοργία όλα τα περιουσιακά στοιχεία που είχαν οι Τεύτονες στη Σικελία. Ο Βοργίας, όταν έγινε πάπας, πούλησε την περιουσία αυτή στον αρχιεπίσκοπο της Σαραγόσας. Βεβαίως, το ίδιο το Τάγμα με την αδιαφορία που είχε επιδείξει για τις σικελικές κτήσεις του είχε εμμέσως βοηθήσει την όποια παπική αυθαιρεσία. Κάποτε στρατηγικής σημασίας, ως βάση ανεφοδιασμού των Αγίων Τόπων, η περιφέρεια της Σικελίας είχε από καιρό πέσει σε αφάνεια, όταν το Τάγμα είχε στρέψει το ενδιαφέρον του στη Βαλτική. Τώρα που το κράτος και οι κτήσεις της Βαλτικής χάνονταν και οι ιταλικές κτήσεις αποκτούσαν και πάλι οικονομικό και στρατηγικό ενδιαφέρον για τον αγώνα κατά των Τούρκων ήταν πολύ αργά! Όσες προσπάθειες κι αν έκαναν οι Τεύτονες για την ανάκτηση των περιουσιακών στοιχείων τους στη Νότια Ιταλία (μεσολάβηση των Αψβούργων ή διαφόρων καρδιναλίων) όλες έπεσαν στο κενό.

Χαρακτηριστικό της κατάστασης που επικρατούσε κατά τα τελευταία χρόνια της τευτονικής διοίκησης Σικελίας είναι και το ακόλουθο περιστατικό (Kristjan Toomaspoeg “Histoire des Chevaliers Teutoniques” εκδ. Flammarion, Παρίσι, 2001, σελ. 59): όταν το 1491 επισκέπτονται το διοικητήριο του Παλέρμου οι επιθεωρητές του Τάγματος διαπιστώνουν ότι η πραγματικότητα ξεπερνά τους χειρότερους φόβους τους. Ο Τεύτονας διοικητής στο Παλέρμο είναι ύποπτος για σειρά οικονομικών σκανδάλων, έχει πέντε τουλάχιστον ερωμένες κι αμέτρητα παιδιά, ενώ σπαταλά τα χρήματα του Τάγματος για να ικανοποιήσει το πάθος του για τα ακριβά ενδύματα και για τη χαρτοπαιξία. Ταυτόχρονα, όπως κι ένας ακόμη αδελφός του Τάγματος, κατηγορείται ότι διατηρεί ομοφυλοφυλικές σχέσεις με υπηρέτες. Ο ιερέας που υπηρετεί στην περιφερειακή διοίκηση Σικελίας συζεί με μια γυναίκα. Δύο άλλοι αδελφοί είναι κλεισμένοι στη φυλακή για κλοπή. Κι ο μοναδικός «καλός» Τεύτονας ιππότης της υπηρεσίας δεν μπορεί να αντιδράσει σ’ αυτό το κλίμα σήψης και διαφθοράς, για τον απλό λόγο ότι τον έχει ρημάξει το πιοτό!

Το Τάγμα στάθηκε πιο τυχερό όσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία του στα παπικά κράτη. Επέδειξε άλλωστε πολύ μεγαλύτερο κι έγκαιρο ενδιαφέρον γι’ αυτά, μια και ήταν απαραίτητα (από οικονομική άποψη) προκειμένου να συνεχίσει να έχει διπλωματική εκπροσώπηση στην παπική αυλή. Η μόνιμη αντιπροσωπεία των Τευτόνων στην Αγία Έδρα καθιστά δυνατή την καλύτερη υποστήριξη και διεκδίκηση των αιτημάτων του Τάγματος: διατήρηση των προνομίων που αποκτήθηκαν κατά τον Μεσαίωνα, τυπική και ουσιαστική ισότητα με το άλλο στρατιωτικό θρησκευτικό τάγμα (τους Ιωαννίτες) κ.ο.κ.

β. Οι Τεύτονες και η Αυτοκρατορία: Καθ’ όλη τη διάρκεια του 16ου αιώνα οι σχέσεις του Τάγματος με τον οίκο των Αψβούργων γίνονται όλο και στενότερες. Οι Τεύτονες διευρύνουν τους ορίζοντες της πολιτικής δράσης τους, αλλά χάνουν μέρος της αυτονομίας τους (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 593 επ.). Το 1590 εκλέγεται ως μεγάλος μάγιστρος ο αρχιδούξ Μαξιμιλιανός των Αψβούργων, ο οποίος τροποποιεί τους κανονισμούς του Τάγματος, επιβάλλοντας την υποχρέωση κάθε ιππότη να μετέχει σε πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Τούρκων για τουλάχιστον τρία χρόνια. Μετά τον Μαξιμιλιανό, στο αξίωμα του μεγάλου μαγίστρου ανέρχονται πλέον μόνο μέλη της οικογένειας των Αψβούργων ή των πιστότερων σ’ αυτούς οικογενειών ευγενών (όπως οι Βίττελσμπαχ). Συνήθως, ο μεγάλος μάγιστρος είχε και πλήθος άλλων τίτλων και αξιωμάτων (κοσμικών και εκκκλησιαστικών): ο Λεοπόλδος Γουλιέλμος της Αυστρίας (μεγάλος μάγιστρος από το 1641 έως το 1662) ήταν ταυτόχρονα και αρχιδούξ της Αυστρίας, επίσκοπος-ηγεμόνας του Πασσάου και του Στρασβούργου, αρχιεπίσκοπος Βρέμης και Μαγδεβούργου, ηγούμενος της ιστορικής μονής του Μούρμπαχ, αυτοκρατορικός αρχιστράτηγος και πολλά ακόμη.

Η πολεμική δράση του Τάγματος: Η ουσιαστική νομιμοποίηση της ύπαρξης του Τάγματος δεν έπαψε να είναι ο αγώνας κατά των απίστων. Οι Τεύτονες συμμετέχουν με τις περισσότερες στρατιωτικές δυνάμεις τους στις προσπάθειες των Αψβούργων να συγκρατήσουν την επεκτατική ορμή των Οθωμανών. Αργότερα θα συσταθεί ένα ειδικό σύνταγμα για τα μέλη του Τάγματος, το οποίο θα ονομασθεί Hoch- und Deutschmeister Regiment. Το σύνταγμα αυτό θα πολεμήσει μεταξύ άλλων για την υπεράσπιση της Ουγγαρίας από την τουρκική εισβολή (1696-98) και στην Ολλανδία εναντίον των δυνάμεων του Λουδοβίκου ΙΔ΄.

Το 1809, ο Ναπολέων διαλύει το Τάγμα των Τευτόνων σε όλα τα εδάφη της λεγόμενης «Συνομοσπονδίας του Ρήνου» και διανέμει την περιουσία τους στους διάφορους Γερμανούς ηγεμόνες. Το Τάγμα επιβιώνει μόνο στα εδάφη που εξακολουθούν να ελέγχουν οι Αψβούργοι. Μεταφέρει την έδρα του στη Βιέννη και, βάσει καταστατικού πλέον, επιλέγει τον εκάστοτε μεγάλο μάγιστρο αποκλειστικά μεταξύ των μελών της αυτοκρατορικής οικογένειας.  Το σύνταγμα των Τευτόνων θα παραμείνει στην υπηρεσία των Αψβούργων και της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας μέχρι την κατάλυση της μοναρχίας το 1918. Την επόμενη χρονιά, ο νόμος περί καταργήσεως των τίτλων ευγενείας [Gesetz vom 3. April 1919 über die Aufhebung des Adels, der weltlichen Ritter- und Damenorden und gewisser Titel und Würden (Adelsaufhebungsgesetz)] θα δώσει τυπικό τέλος στην ύπαρξη του Τάγματος. Ωστόσο, θα συνεχίσει να υφίσταται σύνταγμα πεζικού με το όνομα Hoch- und Deutschmeister Regiment. Μάλιστα, οι συνωμότες που ανέτρεψαν και δολοφόνησαν τον καγκελάριο Ντόλλφους φορούσαν τη στολή του συντάγματος αυτού! Μετά την προσάρτηση της Αυστρίας από τη ναζιστική Γερμανία (Anschluß), το σύνταγμα μοιράστηκε σε δύο που ανήκαν στην 44η Μεραρχία Πεζικού της Βέρμαχτ και πολέμησε κυρίως στο ρωσικό μέτωπο. Το ουσιαστικό τέλος του γράφτηκε στο Σταλινγκράντ.

Το ίδιο το Τάγμα των Τευτόνων, μετονομασμένο από το 1929 σε «Γερμανικό Τάγμα», αποκτά τη μορφή αμιγώς εκκλησιαστικής οργάνωσης. Για πρώτη φορά οι μεγάλοι μάγιστροι είναι ιερωμένοι. Μετά το Άνσλους, το ναζιστικό καθεστώς απαγορεύει το Τάγμα και φυλακίζει ή εκτοπίζει τους αξιωματούχους του. Παρ’ όλα αυτά, το πάλαι ποτέ Τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών θα ανασυσταθεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Με έδρα πάντα τη Βιέννη συνεχίζει να υπάρχει ακόμη και σήμερα με αποστολή αποκλειστικά φιλανθρωπική (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 598/ Toomaspoeg, όπ.π., σελ. 161-162).

Κάπως έτσι το Τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών κατόρθωσε να διαβεί τους αιώνες για να φτάσει μέχρι τις μέρες μας. Λιγότερο εντυπωσιακή απ’ ότι στα χρόνια του Μεσαίωνα, η δράση του δεν υπήρξε αμελητέα. Σίγουρα, όμως, δεν έχει καμία σχέση με τον μύθο ή μάλλον τους μύθους του Τάγματος, όπως καλλιεργήθηκαν από δυνάμεις εξουσίας κι ιστορικούς.

ΙΙ. Υστεροφημία: η εικόνα και ο μύθος του Τάγματος μέσα από την ιστοριογραφία

Ποια ακριβώς ανάμνηση άφησε το Τάγμα στις περιοχές δράσης του; Ποια εικόνα του προτίμησαν να δώσουν οι εκάστοτε πολιτικές εξουσίες και η επίσημη ιστοριογραφία; Το εντυπωσιακό είναι ότι σχεδόν πάντα έχουμε να κάνουμε περισσότερο με ένα μύθο που μεταλλάσσεται αναλόγως των εποχών και των συγκυριών, παρά με μια ιστορικά πιστή εικόνα. Η στρατευμένη ιστοριογραφία και η προπαγάνδα κάνουν θαύματα! Ακολουθώντας την εμπεριστατωμένη ανάλυση στην οποία προβαίνει ο Γκούγκενάιμ στη μονογραφία του (όπ.π., σελ. 598-620), διαπιστώνουμε ότι ύστερα από μια εποχή απόρριψης της τευτονικής κληρονομιάς (Α), η ιστορία του Τάγματος χρησιμοποιήθηκε κατά το δοκούν από τον γερμανικό και τον πολωνικό εθνικισμό (Β).

Α. Η απόρριψη

Στην Πρωσία του 17ου αιώνα οι ιστοριογράφοι έρχονταν αντιμέτωποι με αγεφύρωτες αντιφάσεις: η οικειοποίηση της ένδοξης κληρονομιάς των Τευτόνων ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με την ανάγκη να αποκρουσθούν οι εδαφικές διεκδικήσεις του Τάγματος και με το κοινό αίσθημα που θεωρούσε τους Τεύτονες κατακτητές και καταπιεστές από τους οποίους αποκτήθηκε η ελευθερία χάρη στην εξέγερση του 1454. Για κάποιους η λύση συνίστατο σε μια εντελώς  αυθαίρετη διάκριση μεταξύ ενός Τάγματος που αναλαμβάνει τον ρόλο του εκπολιτιστή των ειδωλολατρών και του προστάτη των χριστιανών κατά τον 13ο-14ο αιώνα και ενός δεσποτικού κυρίαρχου του 15ου αιώνα. Άλλοι, πάλι, απέρριπταν συνολικά τους Τεύτονες ως βίαιους και άπληστους εισβολείς.

Η εχθρότητα προς το Τάγμα ήταν εντονότερη στην πολωνοκρατούμενη Δυτική και Κεντρική Πρωσία, παρά στο δουκάτο των Χοεντσόλλερν. Στο Κένιγκσμπεργκ κυβέρνησαν οι απόγονοι του Αλβέρτου μέχρι το 1618, όταν, μέσω γάμου, το δουκάτο πέρασε στα χέρια του μείζονος κλάδου των Χοεντσόλλερν, αυτού των εκλεκτόρων του Βρανδεβούργου. Από εδαφική άποψη το κράτος της Πρωσίας όπως το γνωρίζουμε στη νεότερη Ιστορία είχε ήδη συσταθεί. Το 1701, ο Φρειδερίκος της Πρωσίας απέκτησε τον τίτλο του βασιλέα, χάρη στην υποστήριξη που παρείχε στον αυτοκράτορα Λεοπόλδο Α΄ κατά τον Πόλεμο της Ισπανικής Διαδοχής. Η εξέλιξη αυτή θα επηρεάσει ριζικά τις κρατούσες αντιλήψεις σχετικά με το Τάγμα των Τευτόνων. Η εικόνα του Τάγματος επρόκειτο να σπιλωθεί από μια ιστοριογραφία (α) προτεσταντική, που απέρριπτε χωρίς συζήτηση ένα καθολικό τάγμα το οποίο υπηρετούσε τα παπικά συμφέροντα, (β) επηρεασμένη από τις ιδέες του Διαφωτισμού, εξ ορισμού εχθρικές προς οτιδήποτε μεσαιωνικό, συνδεδεμένο με την Εκκλησία και βεβαρυμένο με μια απροκάλυπτα επεκτατική πολιτική, και (γ) υποχρεωμένη να αγωνιστεί για τη νομιμοποίηση της μοναρχίας των Χοεντσόλλερν. Προτιμήθηκε έτσι να προβληθεί μια εντελώς αντίθετη προς την ιστορική πραγματικότητα ιδέα αδιάρρηκτης συνέχειας του πρωσικού έθνους: οι μεν υπήκοοι των Χοεντσόλλερν παρουσιάζονταν συλλήβδην ως απόγονοι των ιθαγενών Πρώσων, οι δε βασιλείς της Πρωσίας ως απόγονοι ενός μυθικού Πρώσου μονάρχη, ονόματι Βάιντεβουτ! Οι Τεύτονες βρέθηκαν εντελώς αποκλεισμένοι από τον ιδρυτικό μύθο της νεότερης Πρωσίας: κατακτητές χωρίς δικαιώματα (η δωρεά του Φρειδερίκου Β΄ των Χοχενστάουφεν ήταν άκυρη, μια κι ο αυτοκράτορας δεν μπορούσε να δανείσει κάτι που δεν του ανήκε), βίαιοι, ένοχοι σχεδόν γενοκτονίας (οι Πρώσοι συγγραφείς του 18ου αιώνα τους παρομοίαζαν με τους Ισπανούς κονκισταδόρες).

Β. Ο μύθος του Τάγματος στην υπηρεσία των εθνικισμών

α. Η εικόνα των Τευτόνων σύμφωνα με τον γερμανικό εθνικισμό: Τα πράγματα αλλάζουν σταδιακά, καθώς αρχίζουν να επικρατούν εθνικιστικές ιδέες. Ο παγγερμανισμός, οι φιλοδοξίες των Χοεντσόλλερν να διεκδικήσουν ηγεμονικό ρόλο στον ευρύτερο γερμανικό χώρο, η ανάγκη να αποκρουσθούν οι όποιες πολωνικές διεκδικήσεις, οδηγούν σε αποκατάσταση της εικόνας του Τάγματος (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 601 επ.). Ο πρωσικός, καταρχήν, εθνικισμός είχε κάθε λόγο να οικειοποιηθεί την ιστορική κληρονομιά των Τευτόνων, ένδοξων υπερασπιστών της Πρωσίας έναντι των Πολωνών. Η κίνηση βοηθούσε στην προώθηση αλυτρωτικών διεκδικήσεων σε βάρος του εξασθενημένου βασιλείου της Πολωνίας, ιδίως όσον αφορά τη Δυτική Πρωσία όπου οι εθνοτικές/ θρησκευτικές ταραχές μεταξύ προτεσταντών Γερμανών και καθολικών Πολωνών ήταν αρκετά συχνές. Η εκμετάλλευση του τευτονικού μύθου έγινε ακόμη εντονότερη με την εμφάνιση ενός γερμανικού πλέον εθνικισμού: τρία στοιχεία χαρακτήριζαν αυτή τη νέα γερμανική ερμηνεία της Ιστορίας: «βίαιη εχθρότητα έναντι της Πολωνίας, εκγερμανισμός της κληρονομιάς του Τάγματος [η οποία τίθεται στην υπηρεσία των φιλοδοξιών του γερμανικού έθνους κι όχι μόνον της Πρωσίας] και, τέλος, η ανάδειξη του Τάγματος σε πρότυπο, ιδρυτικό μύθο και παράδειγμα για το μέλλον» (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 603). Οι ιδέες αυτές θα χρησιμοποιηθούν ακόμη και ως ιστορικοφανής δικαιολόγηση των διαμελισμών της Πολωνίας (1772, 1793, 1795), χάρη στους οποίους το βασίλειο της Πρωσίας δεν θα ικανοποιήσει απλώς όλες τις εδαφικές διεκδικήσεις του όσον αφορά περιοχές που κάποτε ανήκαν στο Ordensstaat των Τευτόνων, αλλά θα αποκτήσει και εδάφη κατοικούμενα αποκλειστικά από πολωνικούς πληθυσμούς. Ο βασιλιάς της Πρωσίας Φρειδερίκος-Γουλιέλμος Δ΄ (1840-1862) επιχειρεί να επισκευάσει το κάστρο του Μαρίενμπουργκ, ενώ επισκέπτεται το πεδίο της μάχης του Τάννενμπεργκ αποτίοντας φόρο τιμής στους Τεύτονες. Προπαγάνδα και επίσημη ιστορία εκθειάζουν τους Τεύτονες ως «ανάχωμα» κατά των «βάρβαρων» Σλάβων και ως εκπολιτιστές των βαλτικών και σλαβικών λαών. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της τάσης, ο καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και «επίσημος» ιστορικός της πρωσικής μοναρχίας Χάινριχ φον Τράιτσκε (1834-1896): πρόχειρη και όλως επιλεκτική χρήση των πηγών, απροκάλυπτος εθνικισμός και ωμός «δαρβινισμός» (που εμφανίζει την εξολόθρευση των ιθαγενών Προυθηνών σαν ιστορική αναγκαιότητα), διακρίνουν το έργο ενός ιστορικού που διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τις αντιλήψεις των Γερμανών του τέλους του 19ου αιώνα σχετικά με το Τάγμα.

Οι ιδέες αυτές που εμφανίζουν τους Τεύτονες Ιππότες ως αρχέτυπο του Γερμανού πολεμιστή κυριαρχούν όλο και περισσότερο μετά την ένωση της Γερμανίας και το Β΄ Ράιχ. Στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, μετά την ταπεινωτική συνθήκη των Βερσαλλιών, συνδυάζονται με αλυτρωτικές τάσεις και τη δίψα για εκδίκηση: το Τάγμα υμνείται ως «Νέα Σπάρτη» και «πρότυπο της ιδανικής Γερμανίας». Μαζί με άλλα σύμβολα όπως ο Αρμίνιος, η Αγία Γερμανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η Χάνζα, ο Φρειδερίκος Β΄ της Πρωσίας, το κράτος του Μαρίενμπουργκ παρουσιάστηκε ως «η μήτρα μιας νέας Γερμανίας, της οποίας το πεπρωμένο ήταν ν’ αναστηθεί μετά την ταπείνωση του 1919» (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 608). «Ο μύθος που δημιουργήθηκε γύρω από το Ordensstaat κατέστη ένα από τα συστατικά στοιχεία ενός ευρύτερου συνόλου, του μεγάλου γερμανικού μεσιανικού μύθου της δεκαετίας του 1920 και του Γ΄ Ράιχ» (Jean F. Neurohr «Der Mythos vom Dritten Reich. Zur Geschichte des National-Sozialismus» εκδ. Cotta, Στουτγάρδη 1957).

Παραδόξως (;), το ίδιο το Γ΄ Ράιχ δεν έδωσε στον τευτονικό μύθο παρά μια εντελώς επιφανειακή θέση (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 609). Στο «Mein Kampf», ο Χίτλερ περιορίσθηκε σε μερικές αόριστες αναφορές στα ιπποτικά τάγματα, χωρίς να κατονομάζει τους Τεύτονες. Δύο μόνο στελέχη του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος έδειξαν ενδιαφέρον για τον μύθο του Τάγματος. Ο εκ των θεωρητικών του κόμματος Άλφρεντ Ρόσενμπεργκ διακατεχόταν από αληθινό πάθος για την ιστορία των Τευτόνων (πιθανότατα λόγω της καταγωγής του, μια και προερχόταν από τη γερμανική μειονότητα της Εσθονίας), αλλά δεν είχε ποτέ ιδιαίτερη επιρροή στα πολιτικά πράγματα (ο ίδιος ο Χίτλερ χαρακτήριζε τις θεωρίες του Ρόζενμπεργκ ως ασυναρτησίες). Πολύ σημαντικότερος ήταν βέβαια ο ρόλος του Χάινριχ Χίμμλερ ο οποίος χρησιμοποίησε το Τάγμα ως πηγή έμπνευσης και πρότυπο για την εκπαίδευση και οργάνωση των Ες Ες, διοργανώνοντας μεσαιωνικοφανείς τελετές σε κάστρα.

β. Η δαιμονοποίηση των Τευτόνων σύμφωνα με τον πολωνικό εθνικισμό: Όπως είναι λογικό, η εντελώς αντίθετη εικόνα επικράτησε στις πολωνικές αντιλήψεις. Για τους Πολωνούς οι Τεύτονες ήταν ο μισητός προαιώνιος εχθρός, αυτός που με πανουργία, κυνισμό και βία απείλησε την ύπαρξη του έθνους, σύμβολο και προάγγελος των μετέπειτα κατακτητών και καταπιεστών της Πολωνίας. Ο μύθος του απόλυτου δαίμονα πρωτοεμφανίζεται στο έργο του Γιαν Ντλούγκος (1415-1480) και επιστρέφει με μεγαλύτερη ένταση στα κείμενα του Ματθαίου Πραιτώριου (1635-1707), βασιλικού ιστοριογράφου στα χρόνια της ακμής της πολωνικής μοναρχίας («Orbis gothicus«).  Μετά τους διαμελισμούς της Πολωνίας, ο «μαύρος» μύθος του Τάγματος συνδυάζεται με τον αλυτρωτισμό των κατακτημένων Πολωνών: οι Τεύτονες ενσαρκώνουν όλα τα εθνικιστικά στερεότυπα του εχθρού. Δεν είναι τυχαίο ότι δύο από τους μεγαλύτερους λογοτέχνες της Πολωνίας υιοθετούν άνευ όρων την αντίληψη αυτή, σε εποχές βεβαίως που ο πολωνικός εθνικισμός έχει χαρακτήρα απελευθερωτικού πατριωτισμού: πρόκειται για τον Άνταμ Μιτσκιέβιτς με το ποίημά του Κόνραντ Βάλλενροντ (1828) και τον Χένρυκ Σενκιέβιτς, ο οποίος συγγράφει μεταξύ 1897 και 1900 το επικό μυθιστόρημά του για τους Τεύτονες Ιππότες και τη μάχη του Τάννενμπεργκ. Αξίζει να σημειωθεί (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 613) ότι στα πολωνικά υπάρχουν δύο λέξεις με τη σημασία «σταυροφόροι»: Krzyzovy και Krzyżacy. Η πρώτη χρησιμοποιείται συνήθως για τους πολεμιστές στους Αγίους Τόπους. Η δεύτερη έχει αρνητικό σημασιολογικό περιεχόμενο και χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τους Τεύτονες Ιππότες. Αυτήν ακριβώς διάλεξε για τίτλο του μυθιστορήματός του ο Σενκιέβιτς.  Όσο για τους Πολωνούς ιστορικούς του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, κι αυτοί ακολούθησαν τη γραμμή του εθνικισμού.

Ωστόσο, η σύγκρουση των αντιμαχόμενων εθνικισμών είχε κάποιες παράπλευρες θετικές συνέπειες. Στην προσπάθειά τους να αποδείξουν τις θέσεις που θα δικαίωναν την πλευρά που υποστήριζαν, Γερμανοί και Πολωνοί ιστορικοί αναλώθηκαν σ’ έναν αδυσώπητο αγώνα ελέγχου της γνησιότητας των εγγράφων στα οποία στήριζαν δικαιώματα, τίτλους ιδιοκτησίας και προνόμια οι Τεύτονες ή η πολωνική μοναρχία. Σπάνια υπήρξε τόσο κριτική εξέταση των πηγών για ένα θέμα της Ιστορίας του Μεσαίωνα. Έπειτα, ποτέ δεν έλειψαν οι φωνές που αγωνίστηκαν για μια πιο επιστημονική και, ως εκ τούτου, αντικειμενική θεώρηση της Ιστορίας (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 613-617), όπως ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Κένιγκσμπεργκ Γιοχάννες Φόιγκτ (1786-1863) ή οι ιστορικοί του Μεσοπολέμου που δεν έκαναν εκπτώσεις στην αντικειμενικότητα του έργου τους προς όφελος των εθνικισμών.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ιστορία των Τευτόνων υπέφερε και πάλι εξαιτίας των κυρίαρχων πολιτικών αντιλήψεων, κυρίως στη Γερμανία. Στη μεν ΛΔΓ, οι Τεύτονες καταδικάζονταν ως ιμπεριαλιστές, καταπιεστές λαών και… πρώιμοι καπιταλιστές, ενώ στην ΟΔΓ οι ενοχές για το ναζιστικό παρελθόν σε συνδυασμό με το ότι ο μύθος του Τάγματος συνδέθηκε με την εθνικοσοσιαλιστική προπαγάνδα είχε ως αποτέλεσμα την αδιαφορία για το θέμα κι επομένως τη μείωση του σχετικού ερευνητικού έργου. Τις τελευταίες δύο τουλάχιστον δεκαετίες η κατάσταση έχει αλλάξει και στη Γερμανία και στην Πολωνία προς την κατεύθυνση της αντικειμενικής παρουσίασης της Ιστορίας, πλην όμως η διάδοση του επιστημονικού έργου δεν φαίνεται να ξεπερνά τα όρια των κύκλων των ειδικών και ένα περιορισμένο κοινό που ενδιαφέρεται για το θέμα. Η μεγαλύτερη αποτυχία των ιστορικών έγκειται στο ότι δεν έχουν ακόμη πετύχει να διαλύσουν τα στερεότυπα με τα οποία συνδέει το Τάγμα η κοινή γνώμη (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 620). Γιατί τελικά, η εικόνα που έχει για τους Τεύτονες ο σύγχρονος άνθρωπος δεν είναι άλλη από αυτήν της κατά Ειζενστέιν  δαιμονοποίησης…

Θύματα των μύθων και των στερεοτύπων που καλλιέργησαν οι διάφοροι εθνικισμοί και οι ψευδοϊστορικές υπεραπλουστεύσεις, οι Τεύτονες Ιππότες υπήρξαν πρωταγωνιστές μιας από τις πιο συναρπαστικές περιπέτειας της μεσαιωνικής και όχι μόνον Ιστορίας. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστέψουμε ότι τους οδήγησε κάποιο μυστηριώδες πεπρωμένο ή η αίσθηση μιας γερμανικής εθνικής ταυτότητας, ανύπαρκτης εξάλλου κατά τον Μεσαίωνα. Οι Τεύτονες ξεκίνησαν την πορεία τους σαν ένα στρατιωτικό θρησκευτικό τάγμα όπως όλα τ’ άλλα, ταγμένα στην υπεράσπιση των χριστιανικών εδαφών της Ανατολής. Οι συγκυρίες ήταν αυτές που τους έκαναν να στρέψουν βαθμιαία το ενδιαφέρον τους στις ακτές της Βαλτικής. Στην πρόκληση αυτή ανταποκρίθηκαν με απόλυτη επιτυχία. Βεβαίως, ως πολεμιστές και κατακτητές δεν υπήρξαν άγγελοι. Ούτε και δαίμονες, όμως, ή τουλάχιστον όχι πολύ περισσότερο απ’ ό,τι οι αντίπαλοί τους. Το πιο θαυμαστό επίτευγμά τους υπήρξε αναμφίβολα η ίδρυση και η οργάνωση του Ordensstaat της Πρωσίας, του πρώτου και σημαντικότερου κρατικού μορφώματος στο οποίο η εξουσία ταυτίστηκε μ’ ένα θρησκευτικό τάγμα. Το αξιοσημείωτο ήταν ότι παρά την ιδιομορφία του (τη μοναδικότητά του θα λέγαμε καλύτερα) το Ordensstaat πληρούσε απολύτως τις απαιτήσεις της εποχής του και μπορούσε να εμφανιστεί ως ιδανική πραγμάτωση των αντιλήψεων της χριστιανικής Ευρώπης του Μεσαίωνα. Η απώλεια της νομιμοποίησης που του παρείχε το σταυροφορικό έργο του και η τάση προς τη διαμόρφωση εθνικών κρατών επέσπευσαν το τέλος του. Κι άφησαν το πεδίο ελεύθερο για να αναπτυχθεί ο μύθος του Τάγματος.


Αρέσει σε %d bloggers: