Posts Tagged ‘Ανατολική Πρωσία’

«1917 – Η Χρονιά των Επαναστάσεων» – Μέρος 2: Η Ρωσία στη δίνη των επαναστάσεων

Μαΐου 11, 2018

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

Η ΡΩΣΙΑ ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΝ

Παρακινημένη από τους Γάλλους και Βρετανούς συμμάχους της και οραματιζόμενη νέες κατακτήσεις, η Ρωσία κηρύσσει τον πόλεμο στην Αυστροουγγαρία και τη Γερμανία. Ονειρεύεται την Κωνσταντινούπολη και τα Στενά, καθώς και κτήσεις στα Βαλκάνια, ώστε να εκπληρώσει την «ιστορική» αποστολή της, ηγούμενη μιας μεγάλης σλαβικής αυτοκρατορίας. Οι αποτυχίες στα πεδία των μαχών και οι εσωτερικές αδυναμίες του καθεστώτος (Α) θα δημιουργήσουν κλίμα γενικευμένης δυσαρέσκειας, η οποία θα πάρει εκρηκτικές διαστάσεις καταλήγοντας στην Επανάσταση του Φεβρουαρίου και την ανατροπή της δυναστείας (Β). Η Προσωρινή Κυβέρνηση που θα σχηματισθεί θα δημιουργήσει μεγάλες προσδοκίες (Γ). Η αδυναμία της να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα προβλήματα που έχουν ανακύψει τη φθείρει και την αποσταθεροποιεί, δίνοντας στους Μπολσεβίκους τη δυνατότητα να καταλάβουν την εξουσία τον Οκτώβριο του 1917 (Δ). Η τελική έκβαση της διαδικασίας αυτής επαναστάσεων και ανατροπών δεν μπορεί να εξηγηθεί ευχερώς με μια απλή παράθεση των γεγονότων, αλλά απαιτεί την ανάλυση όλων των κρίσιμων παραγόντων και συγκυριών (Ε).

Α.   Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΩΣ ΚΑΤΑΛΥΤΗΣ ΤΩΝ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ

Το τσαρικό καθεστώς, προβάλλοντας το ιδανικό του πατριωτισμού, προσδοκά ότι ο πόλεμος θα συσπειρώσει τον λαό γύρω από τη δυναστεία. Πράγματι, στο ξεκίνημα του πολέμου φαίνεται να επικρατεί στη Ρωσία κλίμα πατριωτικού ενθουσιασμού. Στο πλαίσιο αυτό, η πρωτεύουσα μετονομάζεται από Σενκτ-Πετερμπούργκ (όνομα που ηχεί γερμανικό) στο ρωσικότατο Πετρογκράντ. Ο πατριωτισμός αυτός είναι πρόσκαιρος και περιορίζεται στην αριστοκρατία και τις αστικές τάξεις. Οι αγρότες που αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα των στρατιωτών είναι πολύ πιο επιφυλακτικοί [1]. Τελικά, ο πόλεμος θα έχει αποτέλεσμα ακριβώς αντίθετο από το αναμενόμενο. Αναδεικνύει και μεγεθύνει όλες τις παθογένειες και τις αδυναμίες του τσαρικού καθεστώτος, ενώ ταυτόχρονα επιτείνει όλες τις αντιθέσεις που χαρακτηρίζουν τη ρωσική κοινωνία: ανώτερες και κατώτερες τάξεις, αξιωματικοί και στρατιώτες, πόλεις και ύπαιθρος, κυρίαρχες και υποτελείς εθνότητες [2]!

α.   Οι αποτυχίες στα πεδία των μαχών

Ρωσικό ιππικό – ίλη Κοζάκων

Το αρχικό σχέδιο του ρωσικού επιτελείου ήταν και το πιο λογικό. Συνιστούσε στάση αναμονής ως προς τη Γερμανία, προκειμένου το βάρος της επιθετικής προσπάθειας να στραφεί κατά της Αυστροουγγαρίας, η οποία (ευλόγως) θεωρείται ότι αποτελεί τον αδύναμο κρίκο της συμμαχίας των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Εξαιτίας, όμως, των πιέσεων που ασκεί η Γαλλία, η οποία ζητεί επιτακτικά ένα χτύπημα κατά της Γερμανίας, τα σχέδια αλλάζουν, προκρίνοντας μια εκστρατεία στην Ανατολική Πρωσία!

Το ρωσικό γενικό επιτελείο επιλέγει ένα σχέδιο ελιγμών, το οποίο μοιάζει μεγαλοφυές, τουλάχιστον στα χαρτιά. Η 1η Στρατιά, υπό τον Πάβελ Κάρλοβιτς φον Ρεννενκάμπφ, με δύναμη είκοσι μεραρχίες, θα εισβάλει σε γερμανικό έδαφος από τα βορειοανατολικά, ενώ η 2η Στρατιά του Αλεξάντρ Βασίλιεβιτς Σαμσόνοφ, αποτελούμενη από δεκαπέντε μεραρχίες, θα κινηθεί από τα νοτιοδυτικά και θα διεισδύσει στην Ανατολική Πρωσία μέσω της εξέχουσας του πολωνικού θυλάκου. Ο στόχος είναι να περικυκλωθούν οι δυνάμεις της γερμανικής 8ης Στρατιάς, την οποία διοικεί το δίδυμο Πάουλ φον Χίντενμπουργκ και Έριχ Λούντεντορφφ. Η προβληματική εκτέλεση, ο πλημμελέστατος συντονισμός και οι ελλείψεις του τσαρικού στρατού σε θέματα διοικητικής μέριμνας θα μετατρέψουν το σχέδιο σε εφιάλτη, δίνοντας στους Γερμανούς τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν τις δυο στρατιές χωριστά, ξεκινώντας από την πιο αδύναμη. Οι εξαντλημένες δυνάμεις του Σαμσόνοφ συντρίβονται από τους Γερμανούς κοντά στο Άλλενστάιν (Β΄ Μάχη του Τάννενμπεργκ, 26-29 Αυγούστου 1914). Εν συνεχεία, αποδεκατίζουν και τη στρατιά του Ρεννενκάμπφ στην Α΄ Μάχη των Λιμνών της Μαζουρίας (7-15 Σεπτεμβρίου). Η μεγάλη ρωσική επίθεση που θα γονάτιζε τους Γερμανούς και θα τελείωνε τον πόλεμο μέσα σε ένα μήνα, κατέληγε σε παταγώδη αποτυχία.

Ρώσοι αιχμάλωτοι μετά τη Μάχη του Τάννενμπεργκ

Αντιθέτως, όπως ήταν αναμενόμενο, ο τσαρικός στρατός επιδεικνύει πολύ καλύτερες επιδόσεις στο Νοτιοδυτικό Μέτωπο [3]. Τέσσερις ρωσικές στρατιές, με γενικό διοικητή τον Νικολάι Ιούντοβιτς Ιβάνοφ αντιμετωπίζουν σχεδόν ισάριθμες αυστροουγγρικές δυνάμεις. Με αιχμή του δόρατος την 8η Στρατιά του Αλεξέι Αλεξέγεβιτς Μπρουσίλοφ, πιθανώς του ικανότερου Ρώσου στρατηγού, οι ρωσικές δυνάμεις επικρατούν και καταλαμβάνουν το Λέμπεργκ/Λβόφ και ολόκληρη την Ανατολική Γαλικία (6-11 Σεπτεμβρίου 1914) φτάνοντας μέχρι τα Καρπάθια.

Αλ. Μπρουσίλοφ

Στα τέλη της άνοιξης της επόμενης χρονιάς, όμως, Γερμανοί και Αυστριακοί εξαπολύουν συντονισμένη γενική επίθεση με αρχικό στόχο τη νότια Πολωνία. Τα ρωσικά στρατεύματα υφίστανται πανωλεθρία. Υποχωρούν έως τη γραμμή Ρίγα-Πινσκ-Τσερνιφτσί, εγκαταλείποντας στον εχθρό την Πολωνία και τη Λιθουανία, το μεγαλύτερο μέρος της Λεττονίας και τμήμα της δυτικής Ουκρανίας και Λευκορωσίας. Η Ρωσία χάνει το 15% των ευρωπαϊκών εδαφών της, το 20% του πληθυσμού της και το 30% των βιομηχανικών υποδομών της! Η επίθεση υπό τον Μπρουσίλοφ, τον Ιούνιο του 1916 θα βελτιώσει τις ρωσικές θέσεις, αλλά ήδη η ζημιά είναι τεράστια.

Για τη Ρωσία το τίμημα της συμμετοχής στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι βαρύτατο: ένα έως δύο εκατομμύρια νεκροί και αγνοοούμενοι, ακόμη περισσότεροι ανάπηροι πολέμου, 2,5 έως 3 εκατομμύρια αιχμάλωτοι, έξι εκατομμύρια πρόσφυγες. Οι σημαντικές ελλείψεις σε όπλα, πυρομαχικά και υλικό και η ανικανότητα αρκετών από τους ανώτατους αξιωματικούς εξηγούν τις αποτυχίες στο μέτωπο του πολέμου. Έχουν, επίσης, ως αποτέλεσμα την αγανάκτηση των απλών στρατιωτών: οι αξιωματικοί τους όχι μόνον τους κακομεταχειρίζονται, αλλά δεν υπολογίζουν καθόλου τη ζωή τους. Θεωρούν ότι είναι το μόνο όπλο που διαθέτουν σε αφθονία και δεν διστάζουν να το χρησιμοποιήσουν μέχρι σπατάλης. «Τύραννοι, ανίκανοι και προδότες!» Αυτό πιστεύουν πια οι στρατιώτες για τους ανωτέρους τους. Πιο βέβαιοι για αυτό είναι οι στρατιώτες που υπηρετούν ως εφεδρείες στις φρουρές των πόλεων. Διαπιστώνουν, άλλωστε, ότι ο αντίκτυπος του πολέμου είναι ανάλογα καταστροφικός και στα μετώπισθεν.

β.   Ο αντίκτυπος στο εσωτερικό της χώρας

Προφανείς είναι οι συνέπειες, σε ψυχικό και οικονομικό επίπεδο, για τις οικογένειες των θυμάτων του πολέμου, νεκρών, αγνοούμενων και αιχμαλώτων στρατιωτών, ακόμη κι εκείνων που υπηρετούν σε μονάδες της πρώτης γραμμής, μακριά από τους οικείους τους. Το δε προσφυγικό ζήτημα επιδεινώνεται και από την πολιτική των ίδιων των αρχών του καθεστώτος: κρίνοντας ορισμένες εθνότητες συλλήβδην ως αμφίβολης πίστης προς την τσαρική μοναρχία (κι, επομένως, «ύποπτες συνεργασίας με τον εχθρό»), προβαίνουν σε μαζικές εκτοπίσεις, με κύριο θύμα τους εβραϊκούς πληθυσμούς και, εν συνεχεία, τους Πολωνούς και τους Ρώσους γερμανικής καταγωγής. Τέλος, οι μουσουλμάνοι της Κεντρικής Ασίας υφίστανται διώξεις επειδή αρνούνται τη στράτευση.

Ο πόλεμος, όμως, επιτείνει και τις δομικές αδυναμίες της ρωσικής οικονομίας. Πέραν των προβλημάτων που είναι κοινά στις εμπόλεμες χώρες (σημαντική υποτίμηση του νομίσματος, δραματική άνοδος του πληθωρισμού, καθώς οι τιμές των βασικών αγαθών έχουν τριπλασιαστεί έως το 1916), υπάρχουν προβλήματα που οφείλονται στην ατελή εκβιομηχάνιση της χώρας και την εξάρτησή της από τις εισαγωγές, ειδικά σε ό,τι αφορά κρίσιμα προϊόντα προηγμένης τεχνολογίας. Στις αρχές του 1917 οι μισοί συρμοί των ρωσικών σιδηροδρόμων έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας, ελλείψει ανταλλακτικών [4]. Όσοι έχουν απομείνει εξυπηρετούν κατά προτεραιότητα τις ανάγκες των στρατευμάτων. Έτσι, όμως, διαταράσσονται σοβαρά τα δίκτυα διανομής αγαθών από την ύπαιθρο και γενικά τον τόπο παραγωγής προς τα μεγάλα αστικά κέντρα. Καθώς, μάλιστα, η βιομηχανία έχει τεθεί στην υπηρεσία της πολεμικής προσπάθειας, οι ελλείψεις στα τρόφιμα γίνονται όλο και πιο αισθητές.

γ.   Η απολυταρχία σε τροχιά πρόσκρουσης

«Η Ρωσία είναι ένα αυτοκίνητο με ανίκανο οδηγό ο οποίος το κατευθύνει προς τον γκρεμό. Ο οδηγός αρνείται να αφήσει το τιμόνι σε κάποιον άλλο. Ξέρει ότι οι επιβάτες είναι πολύ φοβισμένοι για να του πάρουν το τιμόνι απ’ τα χέρια». [Βασίλι Αλεξέγεβιτς Μακλακόφ, φιλελεύθερος δικηγόρος, συγγραφέας και πολιτικός, Σεπτέμβριος 1915].

Β. Μακλακόφ

Ο πόλεμος κινητοποιεί τις αριστοκρατικές και αστικές ελίτ που επιδιώκουν να συνδράμουν την πατρίδα. Οι πανρωσικές ενώσεις περιφερειακών ΟΤΑ (ζέμστβα) και δήμων συγχωνεύονται και συμβάλλουν στον εφοδιασμό του άμαχου πληθυσμού και του στρατού και στην περίθαλψη των προσφύγων. Οι σημαντικότεροι επιχειρηματίες συγκροτούν την Επιτροπή Βιομηχανίας Πολέμου με σκοπό τον εξορθολογισμό της παραγωγής. Η τσαρική διοίκηση είναι υποχρεωμένη να συνεργαστεί με τις οργανώσεις αυτές, έστω και απρόθυμα. Η σύμπραξη αυτή, όμως, αποκαλύπτει ακόμη περισσότερο τις αδυναμίες του καθεστώτος και εδραιώνει την πεποίθηση των φιλελεύθερων κύκλων για την ανάγκη αλλαγών προς το δημοκρατικότερο.

Αντί να πράξει ό,τι είναι εύλογο και αναγκαίο, το καθεστώς ρέπει όλο και πιο πολύ σε παράλογα συντηρητικές θέσεις. Ο τσάρος υποπίπτει στο ένα σφάλμα μετά το άλλο, εγκλωβισμένος στην ψευδαίσθηση του μονάρχη «πατερούλη» του λαού. Τον Σεπτέμβριο του 1915 καθαιρεί τον θείο του, Μεγάλο Δούκα Νικόλαο Νικολάγεβιτς, κι αναλαμβάνει προσωπικά την αρχιστρατηγία. Απομονωμένος στο γενικό στρατηγείο του, στο Μογκιλιόφ της Λευκορωσίας, με μοναδική πηγή πληροφοριών τη σύζυγό του [5] και τις κλίκες της αυλής, ο Νικόλαος χάνει κάθε επαφή με την πραγματικότητα των πολιτικών εξελίξεων. Διώχνει τους τελευταίους ικανούς υπουργούς του (τον Υπουργό Εξωτερικών Σεργκέι Ντμίτριεβιτς Σαζόνοφ και τον Υπουργό Πολέμου Αλεξέι Αντρέγεβιτς Πολιβάνοφ). Εν γένει, αλλάζει τους υπουργούς του σαν τα πουκάμισα (με ρυθμούς έναν ανά τρίμηνο). Απολύει ως και τον δουλικό πρωθυπουργό του, τον γηραιό Ιβάν Λόγκινοβιτς Γκορεμίκιν, και τον αντικαθιστά με τον αντιδραστικό Μπορίς Βλαντίμιροβιτς Στιούρμερ, εκλεκτό της αυτοκράτειρας και του Ρασπούτιν!

Οι παράλογες αποφάσεις του Νικολάου έχουν πλέον εξοργίσει τους φιλελεύθερους δημοκράτες και μεγαλοαστούς, που λογικά θα έπρεπε να είναι οι φυσικοί του σύμμαχοι. Στη σύντομη σύνοδο της Δ΄ Δούμας, από τον Ιούλιο ως τον Σεπτέμβριο του 1915, οι φιλελεύθεροι Συνταγματικοί Δημοκράτες (Κα Ντε) και οι συντηρητικότεροι Οκτωβριστές συνασπίζονται και καταρτίζουν κοινό πρόγραμμα: χαλάρωση του αστυνομικού κράτους, συνδικαλιστικές ελευθερίες, κατάργηση διακρίσεων λόγω θρησκείας, παραχωρήσεις προς τις εθνότητες. Η απάντηση του τσάρου είναι… η διάλυση της Δούμας! Όταν η Δούμα συγκαλείται εκ νέου τον Νοέμβριο του 1916, τα κόμματα επαναφέρουν τις διεκδικήσεις τους. Ο ηγέτης των Συνταγματικών Δημοκρατών Πάβελ Μιλιουκόφ δηλώνει ξεκάθαρα ότι η πολιτική της τσαρικής κυβέρνησης συνιστά είτε βλακεία είτε προδοσία. Κάποιες προσπάθειες για τον σχηματισμό κυβέρνησης ευρύτερης αποδοχής δεν καρποφορούν. Στις 12 Ιανουαρίου 1917, ο τσάρος διορίζει πρωθυπουργό τον ευγενή Νικολάι Ντμίτριεβιτς Γκολίτσιν, μια πολιτική ασημαντότητα. Ο Νικόλαος είναι αδιόρθωτος! Αυτό τουλάχιστον πιστεύει ένα μεγάλο μέρος του φιλελεύθερου στρατοπέδου. Επιχειρηματίες, πολιτικοί (Γκούτσκοφ, Κερένσκι) και ανώτατοι στρατιωτικοί (Αλεξέγιεφ, Μπρουσίλοφ) εξυφαίνουν συνωμοσία προκειμένου να εξαναγκάσουν τον τσάρο σε παραίτηση υπέρ του Τσαρέβιτς, με αντιβασιλέα τον Μεγάλο Δούκα Μιχαήλ, τον φιλελεύθερων πεποιθήσεων αδελφό του Νικολάου!

Την ίδια εποχή, το σοσιαλιστικό στρατόπεδο είναι βαθιά διαιρεμένο. Ο ιστορικός ηγέτης του ρωσικού σοσιαλισμού, ο Πλεχάνοφ συνιστά τη συνεργασία με το καθεστώς, «για το καλό της πατρίδας». Οι Εργατικοί του Κερένσκι, το μεγαλύτερο μέρος των Μενσεβίκων υπό τον Τσχεΐτζε και οι Εσέροι του Τσερνόφ προκρίνουν τον διπλό αγώνα, τόσο κατά του εξωτερικού εχθρού όσο και κατά της τσαρικής απολυταρχίας. Οι διεθνιστές Μενσεβίκοι του Μάρτοφ και οι Μπολσεβίκοι, που έχουν ξαναβρεθεί στην παρανομία, υποστηρίζουν την άμεση παύση του πολέμου. Ο Λένιν συγγράφει στη Ζυρίχη, την άνοιξη του 1916, το «Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού». Ο πόλεμος έχει ανατρέψει τις αρχές του μαρξιστικού δόγματος: καθιστά δυνατή την επανάσταση ακόμη και σε μια χώρα που δεν έχει ανεπτυγμένο καπιταλισμό. Μάλλον ούτε ο ίδιος δεν πρέπει να πιστεύει ότι το κείμενό του είναι προφητικό κι ότι σε ένα χρόνο η προφητεία του αυτή θα έχει εκπληρωθεί.


[1] Κάποιοι από αυτούς διερωτούνταν: «Μα, εμείς είμαστε από το Ταμπόφ! Μέχρι να φτάσουν εκεί οι Γερμανοί θα έχουν χάσει τον δρόμο

[2] N. Werth Les Révolutions Russes, όπ. π., σελ. 11.

[3] Σαφώς ικανοποιητικές ήταν οι επιδόσεις του τσαρικού στρατού και στο Νοτιοανατολικό Μέτωπο, κατά των οθωμανικών δυνάμεων (οι Ρώσοι φτάνουν ως την Τραπεζούντα).

[4] N. Werth Les Révolutions Russes, όπ. π., σελ. 13 επ.

[5] «Αγάπη μου, πρέπει να φανείς πιο αυταρχικός από τον Μεγάλο Πέτρο και πιο σκληρός από τον Ιβάν τον Τρομερό».


Β.   Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΚΡΗΞΗ – Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

Πετρούπολη, 23 Φεβρουαρίου 1917, εργάτριες της βιομηχανίας Πουτίλοφ διαδηλώνουν.

α.   Από την Ημέρα της Γυναίκας στη σαρωτική επανάσταση: Οι ελλείψεις αναγκάζουν τις αρχές να αποφασίσουν την επιβολή δελτίου στα τρόφιμα. Στις 23 Φεβρουαρίου, με το Ιουλιανό Ημερολόγιο, του 1917 και με αφορμή τον (ανεπίσημο) εορτασμό της Ημέρας της Γυναίκας, τον οποίο είχαν καθιερώσει οι σοσιαλιστικές οργανώσεις, χιλιάδες εργάτριες και νοικοκυρές ξεκίνησαν από το Βίμποργκ και τις άλλες εργατικές συνοικίες για να διαδηλώσουν στις κεντρικές λεωφόρους της Πετρούπολης ζητώντας ψωμί, ειρήνη, αυξήσεις μισθών, ελευθερίες και δικαιώματα. Τις ακολούθησαν οι εργάτες της μεταλουργίας Πουτίλοφ και των υπόλοιπων μεγάλων εργοστασίων. Τις επόμενες ημέρες οι διαδηλώσεις και οι απεργίες γενικεύθηκαν. Τα συνθήματα άρχισαν να στρέφονται κατά του τσάρου και του καθεστώτος. Πληροφορούμενος τις εξελίξεις, ο τσάρος στέλνει από το Μογκιλιόφ τηλεγράφημα και διατάσσει τον στρατιωτικό διοικητή της πρωτεύουσας, τον στρατηγό Σεργκέι Σεμιόνοβιτς Χαμπάλοφ, να καταστείλει τις ταραχές «με κάθε τρόπο και μέσο», δηλαδή ενόπλως. Την 26η Φεβρουαρίου δυνάμεις του στρατού έχουν αναπτυχθεί σε όλα τα νευραλγικά σημεία της πόλης. Όταν φτάνουν οι διαδηλωτές, οι στρατιώτες ανοίγουν πυρ εναντίον τους. Οι νεκροί ξεπερνούν τους εκατό. Η εξέγερση έχει φαινομενικά καταπνιγεί.

Πετρούπολη, 23 Φεβρουαρίου 1917, εργάτριες διαδηλώνουν στη Λεωφόρο Νιέφσκι.

Τη νύχτα, όμως, οι κατώτεροι αξιωματικοί και οι στρατιώτες τριών από τα συντάγματα που είχαν μετάσχει στην καταστολή της εξέγερσης στασιάζουν! Συντάσσεται μαζί τους μεγάλο μέρος της στρατιωτικής φρουράς της Πετρούπολης. Οι στρατιώτες ενώνονται με τους διαδηλωτές. Στις 27 Φεβρουαρίου καταλαμβάνουν ταχυδρομεία, τηλεφωνικά και τηλεγραφικά κέντρα, αστυνομικά τμήματα και αποθήκες όπλων. Καταλαμβάνουν το Οχυρό των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου κι απελευθερώνουν τους πολιτικούς κρατουμένους. Επιτίθενται σε όσους εκπροσώπους της παλαιάς τάξης πραγμάτων συναντούν: αστυνομικούς, επιστάτες εργοστασίων, αστούς και ευγενείς. Η επανάσταση έχει αρχίσει και είναι σαρωτική.

β.   Το νέο δίπολο άσκησης της εξουσίας: Ενώ στην πρωτεύουσα επικρατεί χάος, δύο σχηματισμοί θα επιχειρήσουν να καλύψουν το κενό εξουσίας που αφήνει η κατάρρευση του τσαρικού καθεστώτος. Μολονότι μοιάζουν καταρχήν αντίπαλοι αλληλοτέμνονται ως προς τα πρόσωπα που συμμετέχουν σε αυτούς και επιλέγουν ως έδρα το ίδιο κτήριο, το Μέγαρο της Ταυρίδας, τόπο συνεδριάσεων της Δούμας. Αφενός, υπάρχει το Σοβιέτ της Πετρούπολης ή μάλλον η «Προσωρινή Εκτελεστική Επιτροπή του Σοβιέτ» αποτελούμενη από σοσιαλιστές πολιτικούς. Βέβαια, τα μεγάλα ονόματα βρίσκονται στην εξορία (Λένιν και Μάρτοφ στη Ζυρίχη, Τρότσκι στη Νέα Υόρκη, Τσερνόφ στο Παρίσι, Στάλιν, Κάμενιεφ και Τσερετέλλι στη Σιβηρία). Το προεδρείο της επιτροπής αυτής απαρτίζεται από τον Γεωργιανό Μενσεβίκο Νικολόζ Τσχεΐτζε ως πρόεδρο, και τους Αλεξάντρ Κερένσκι των Εργατικών και Λεφ Σκόμπελεφ των Μενσεβίκων ως αντιπροέδρους. Και οι τρεις είναι βουλευτές στη Δούμα. Αφετέρου, συγκροτείται, κυρίως από βουλευτές που ανήκουν στους Συνταγματικούς Δημοκράτες, η «Προσωρινή Επιτροπή για την Αποκατάσταση της Τάξης».

Συνεδρίαση του Σοβιέτ της Πετρούπολης.

Τα δύο όργανα έχουμε διαφορετικά χαρακτηριστικά και διαφορετική νομιμοποιητική βάση. Πιο αμεσοδημοκρατικό, το Σοβιέτ μπορεί να καθοδηγήσει και μέχρις ενός βαθμού να ελέγξει τους εξεγερμένους εργάτες και στρατιώτες. Η Επιτροπή της Δούμας γνωρίζει καλύτερα τους μηχανισμούς άσκησης εξουσίας και έχει διαύλους επικοινωνίας με το γενικό επιτελείο και τους ανώτατους στρατιωτικούς, επομένως μπορεί να αποτρέψει ενδεχόμενες αντεπαναστατικές κινήσεις εκ μέρους του στρατεύματος. Η συνεργασία μεταξύ των δύο σχηματισμών είναι, επομένως, απολύτως αναγκαία για να κυβερνηθεί η Ρωσία. Ύστερα από σκληρές διαπραγματεύσεις που διαρκούν μια ολόκληρη νύχτα, στις 2 Μαρτίου το Σοβιέτ εγκρίνει τον σχηματισμό προσωρινής κυβέρνησης, υπό τον όρο της εφαρμογής πολιτικής εκδημοκρατισμού: κατοχύρωση των θεμελιωδών ελευθεριών, ατομικών και συλλογικών, πρόβλεψη εκλογών με καθολική και μυστική ψηφοφορία, κατάργηση του αστυνομικού κράτους.

γ.   Η πτώση της δυναστείας των Ρομανόφ: Ο τσάρος κατευθύνεται στην πτώση χωρίς καν να έχει συνειδητοποιήσει ότι η κατάσταση έχει ξεφύγει εντελώς από τον έλεγχό του. Όταν, με το ξεκίνημα των ταραχών, ο Μιχαήλ Ροτζιάνκο, πρόεδρος της Δούμας, τηλεγραφεί στον τσάρο για να τον ενημερώσει για την κατάσταση, ο μονάρχης αντιδρά λέγοντας τα εξής: «Ωχ, είναι πάλι αυτός ο χοντρομπαλάς, ο Ροτζιάνκο! Θα μου γράφει σίγουρα ό,τι ανοησία μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος νους. Δεν θα μπω στον κόπο ούτε καν να του απαντήσω»! Στις 27 Φεβρουαρίου, διατάσσει τον στρατηγό Ιβάνοφ να μεταβεί με στρατιωτικές δυνάμεις στην πρωτεύουσα και να καταστείλει τις ταραχές. Την επομένη, αποφασίζει να επιστρέψει στο Τσάρσκογε Σελό, περισσότερο για να βρεθεί κοντά στην οικογένειά του παρά στο επίκεντρο των πολιτικών εξελίξεων. Το ταξίδι θα αποδειχθεί περιπετειώδες. Καταρχάς, ο αυτοκρατορικός συρμός καθυστερεί για να δώσει προτεραιότητα στη μεταφορά των στρατιωτικών δυνάμεων του Ιβάνοφ. Εν συνεχεία, καθώς οι εξεγερμένοι αποκτούν τον έλεγχο πολλών σταθμών, ο συρμός του Νικόλαου ακολουθεί ένα εντελώς παράδοξο δρομολόγιο για να προσεγγίσει τον προορισμό του. Φθάνοντας την 1η Μαρτίου στο Πσκοφ, ο τσάρος πληροφορείται την επικράτηση της επανάστασης στην Πετρούπολη και την εξάπλωση των ταραχών σε άλλες μεγάλες πόλεις.

Είναι πλέον σαφές ότι ο ηγεμόνας δεν μπορεί να σώσει τη θέση του με κάποιες παραχωρήσεις. Ο αρχηγός του γενικού επιτελείου Αλεξέγεφ, υποστηριζόμενος από το σύνολο σχεδόν των ανώτατων αξιωματικών, καλεί τον τσάρο να παραιτηθεί. Η αρχική σκέψη είναι να παραιτηθεί υπέρ του τσαρέβιτς. Οι γιατροί, όμως, διαβεβαιώνουν τον τσάρο, ότι εξαιτίας της ασθένειάς του, ο Αλέξιος δεν είναι δυνατό να ασκήσει καθήκοντα μονάρχη. Στις 2 Μαρτίου, ο Νικόλαος παραιτείται υπέρ του αδελφού του, του Μεγάλου Δούκα Μιχαήλ! Το αυτοκρατορικό περιβάλλον και όσοι παρευρέθηκαν στην υπογραφή της πράξης παραίτησης ήταν εντυπωσιασμένοι από την ηρεμία του τσάρου: «Παραιτήθηκε από το αυτοκρατορικό αξίωμα όπως ένας αξιωματικός του ιππικού παραδίδει τη διοίκηση της ίλης του σε κάποιον άλλο

Μάρτιος 1917, ο τσάρος μετά την παραίτησή του.

Ο Μιχαήλ δεν είχε ιδιαίτερη επιθυμία να κυβερνήσει, το ενδιαφέρον του για την εξουσία και την πολιτική εν γένει ήταν περιορισμένο. Οι ηγέτες της Προσωρινής Κυβέρνησης δεν είχαν καμία δυσκολία να τον πείσουν να παραιτηθεί με τη σειρά του και αυτός, «για το καλό της πατρίδας» (16 Μαρτίου). Μετά από ακριβώς 304 χρόνια, η δυναστεία των Ρομανόφ έφτανε στο τέλος της. Η Προσωρινή Κυβέρνηση έθεσε τον Νικόλαο και την οικογένειά του υπό περιορισμό στα ανάκτορα του Τσάρσκογε Σελό. Αργότερα (τον Αύγουστο) θα τους μετέφερε στο Τομπόλσκ των Ουραλίων [1].


[1] Τον Απρίλιο του 1918 οι Μπολσεβίκοι μετέφεραν τον τσάρο και την οικογένειά του στο Μέγαρο Ιπάτιεφ, στο Γεκατερινμπούργκ. Στην πόλη αυτή των Ουραλίων ή στα περίχωρά της επρόκειτο να εκτελεσθεί ολόκληρη η αυτοκρατορική οικογένεια υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες τον Ιούλιο του 1918.


Γ.   ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Πρίγκιπας Γκ. Λβοφ

Επικεφαλής της Προσωρινής Κυβέρνησης που συγκροτείται τη 2α Μαρτίου τίθεται ο πρίγκιπας Γκεόργκι Γεβγκένιεβιτς Λβοφ, γόνος μιας από τις πιο αριστοκρατικές οικογένειες της Ρωσίας. Λένε ότι το γενεαλογικό δέντρο της έφτανε ως τους Ρουρικίδες, τους Σκανδιναβούς που είχαν ιδρύσει την ηγεμονία της Ρωσίας του Κιέβου. Στις αρχές της δεκαετίας του 1880, η οικογένεια βρέθηκε υπερχρεωμένη. Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του, στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου της Μόσχας, ο πρίγκιπας μαζί με τους αδελφούς του κατόρθωσε να μετατρέψει τα οικογενειακά κτήματα στην περιοχή της Τούλα σε κερδοφόρα επιχείρηση. Έπειτα, ανακατεύθηκε στους ΟΤΑ, αναλαμβάνοντας αρχικά την προεδρία του ζέμστβο της Τούλα κι έπειτα της Πανρωσικής Ένωσης ΟΤΑ. Εργατικός, εύστροφος, φιλελεύθερος και με ανεπιτήδευτη αγάπη για τον ρωσικό λαό, φάνταζε ως ιδανική επιλογή. Ηγούνταν μιας κυβέρνησης που τη στελέχωναν αριστοκράτες και μεγαλοαστοί, οι οποίοι επιθυμούσαν διακαώς τον εκδυτικισμό της Ρωσίας μέσω του κοινοβουλευτισμού. Στο ξεκίνημα, ο ενθουσιασμός και η αισιοδοξία περίσσευαν.

«Το πνεύμα του ρωσικού λαού αποδείχθηκε πως είναι, ως εκ της φύσεώς του, πνεύμα οικουμενικά δημοκρατικό. Ο ρωσικός λαός είναι έτοιμος όχι απλώς να ενταχθεί στη δημοκρατία αυτή, αλλά και να αναλάβει την πρωτοπορία της, ακολουθώντας τον δρόμο της Προόδου τον οποίο χάραξαν οι μεγάλες αρχές της Γαλλικής Επανάστασης: Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα!» [Πρίγκιπας Γκ. Γ. Λβοφ, λόγος της 20ής Μαρτίου 2017]

α. «Ρωσία, η πιο ελεύθερη χώρα στον κόσμο!» – Η ρωσική δημοκρατική άνοιξη

  1. Η εποχή των δικαιωμάτων και της ελευθερίας

Μετά από αιώνες καταπίεσης, η επανάσταση απελευθερώνει τους ανθρώπους και τους ωθεί να εκφράσουν την απόψεις τους και να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Όλες οι κοινωνικές τάξεις και ομάδες (εργάτες, αγρότες, στρατιώτες, φεμινίστριες κ.λπ.) διατυπώνουν τα αιτήματά τους, με ψηφίσματα ή με επιστολές και τηλεγραφήματα προς το Σοβιέτ και την Προσωρινή Κυβέρνηση.

Σοβιέτ Πετρούπολης

Την τάση αυτή την είχαν ενθαρρύνει και οι δύο θεσμοί. Ήδη την 1η Μαρτίου, το Σοβιέτ είχε εκδώσει την περίφημη υπ’ αριθ. 1 διαταγή. Πραγματική διακήρυξη των δικαιωμάτων του στρατιώτη, το κείμενο αυτό προέβλεπε ότι «ανεξαρτήτως βαθμού και μονάδας στην οποία υπηρετούν, οι στρατιώτες έχουν όλα τα δικαιώματα των οποίων απολαύουν οι πολίτες». Καταργούνται όλες οι πειθαρχικές διατάξεις που κρίνονται υπέρμετρα αυστηρές, απαγορεύεται κάθε μειωτική συμπεριφορά των αξιωματικών προς τους στρατιώτες, οι οποίοι καλούνται να εκλέξουν επιτροπές αντιπροσώπων σε κάθε μονάδα με σκοπό την προάσπιση των δικαιωμάτων τους. Η Προσωρινή Κυβέρνηση, από την πλευρά της και υπό την επιρροή των μετριοπαθών σοσιαλιστών, υιοθετεί σειρά μέτρων ιδιαίτερης συμβολικής σημασίας: κατοχύρωση των θεμελιωδών ελευθεριών, κατάργηση των διακρίσεων, αμνηστεία για τα αδικήματα πολιτικού χαρακτήρα, κατάργηση της θανατικής ποινής, προκήρυξη γενικών εκλογών για την ανάδειξη Συντακτικής Συνέλευσης με καθολική και μυστική ψηφοφορία (ως ημερομηνία των εκλογών ορίστηκε τελικά η 12η Νοεμβρίου), αναγνώριση δικαιωμάτων αυτονομίας των εθνοτήτων.

  1. Ασκήσεις άμεσης δημοκρατίας και αγωγής του πολίτη

Το Σοβιέτ της Πετρούπολης γιγαντώνεται, τουλάχιστον ως προς τη σύνθεσή του, μια και γρήγορα πλησιάζει τον αριθμό των τριών χιλιάδων μελών (850 εκπρόσωποι των εργατών και δύο χιλιάδες των στρατιωτών). Συγκροτούνται σοβιέτ σε όλες τις πόλεις (είναι ήδη εξακόσια στα τέλη Μαρτίου, ενώ ο αριθμός τους θα πλησιάσει τα 1.500 το φθινόπωρο). Ταυτόχρονα δημιουργούνται και άλλοι θεσμοί λαϊκής εκπροσώπησης: επιτροπές εργαζομένων στα εργοστάσια και τις βιοτεχνίες, με σκοπό την προάσπιση των δικαιωμάτων των εργατών, συνοικιακές επιτροπές που μεριμνούν για ζητήματα στέγασης, εφοδιασμού σε τρόφιμα, περίθαλψης των θυμάτων του πολέμου, ιδρύουν βρεφονηπιακούς σταθμούς κ.λπ., εργατικές πολιτοφυλακές για την ένοπλη υπεράσπιση της επανάστασης και των κεκτημένων της, επιτροπές στρατιωτών, τοπικές συνελεύσεις αγροτών. Το σύνολο του πληθυσμού πολιτικοποιείται και συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων.

Αναλαμβάνοντας τιτάνιο έργο, η Προσωρινή Κυβέρνηση συγκροτεί ειδικές επιτροπές, με τη συμμετοχή εκπροσώπων όλων των πολιτικών κομμάτων και εμπειρογνωμόνων, για τη ρύθμιση όλων των μεγάλων εκκρεμών ζητημάτων: εκλογικός νόμος, αγροτική μεταρρύθμιση και αναδιανομή της γης. Εκτός των άλλων κάνει ό,τι είναι δυνατό για να επιμορφώσει τον ρωσικό λαό σε θέματα λειτουργίας του νέου πολιτεύματος και να του εμφυσήσει δημοκρατική συνείδηση. Στο πλαίσιο αυτό, προβαίνει στη σύσταση της Κεντρικής Επιτροπής Κοινωνικής και Πολιτικής Εκπαίδευσης, η οποία στέλνει υπαλλήλους της σε όλες τις επαρχίες για διαλέξεις και μαθήματα αγωγής του πολίτη. Φτάνει ως το σημείο να αναλάβει και την παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών.

Γενικά, για όλα τα κόμματα, ο κύριος στόχος είναι η πολιτική διαπαιδαγώγηση του πληθυσμού. Η κυκλοφορία των εφημερίδων αυξάνεται κατακόρυφα. Ο φιλελεύθερος «Ρωσικός Λόγος» («Русское слово») προσεγγίζει το ένα εκατομμύριο αντίτυπα, η «Ιζβέστια» του Σοβιέτ της Πετρούπολης τα 200.000, ενώ η «Εφημερίδα των Εργατών» («Рабочая газета») των Μενσεβίκων, η «Αλήθεια» («Правда») των Μπολσεβίκων και ο «Λαϊκός Αγώνας» («Дело народа») των Εσέρων έχουν κυκλοφορία που υπερβαίνει τα 100.000 αντίτυπα. Κι όλα αυτά χωρίς να υπολογίζουμε τις εκδόσεις που απευθύνονται σε ειδικό κοινό (οι Μπολσεβίκοι εκδίδουν δύο τουλάχιστον έντυπα ειδικά για τους στρατιώτες) ή τα βιβλία και φυλλάδια που εκδίδουν όλες οι πολιτικές τάσεις. Στο κρίσιμο διάστημα Μαρτίου-Οκτωβρίου, τα διάφορα σοσιαλιστικά κόμματα εκδίδουν 500 τίτλους σε 27 εκατομμύρια αντίτυπα, τα «αστικά» κόμματα 250 τίτλους σε 11 εκατομμύρια αντίτυπα [1].

β.   Φθορά και παρακμή της Προσωρινής Κυβέρνησης

Σε μια χώρα απολυταρχίας και συγκεντρωτικής διοίκησης, η θέση της Προσωρινής Κυβέρνησης είναι ευθύς εξαρχής επισφαλής. Η επιτυχία της αποτελεί ένα μεγάλο στοίχημα που είναι αντικειμενικά δύσκολο να κερδηθεί. Η κυβέρνηση συνυπάρχει ως προς την ντε φάκτο άσκηση εξουσίας με πλήθος αμεσοδημοκρατικών οργάνων, συνήθως αποκεντρωμένου χαρακτήρα. Οι εσωτερικές αντιθέσεις που τη χαρακτηρίζουν υποσκάπτουν ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία της. Τέλος, μοιραία θα αποδειχθεί η αδυναμία της Προσωρινής Κυβέρνησης να υιοθετήσει σαφή και σταθερή στάση στα μεγάλα προβλήματα που καλείται να επιλύσει: αυτό της συνέχισης του πολέμου, το αγροτικό ζήτημα και, δευτερευόντως, εκείνο της αυτοδιάθεσης των εθνοτήτων. Η στάση της στο πρώτο ζήτημα είναι επαμφοτερίζουσα, στα άλλα δύο αναμονής, μια και οι όποιες αποφάσεις μετατίθενται στη Συντακτική Συνέλευση που θα αναδειχθεί με τις εκλογές του Νοεμβρίου.

1.   Από την Πρώτη στη Δεύτερη Προσωρινή Κυβέρνηση       

Πάβελ Μιλιουκόφ

i) Οι ατυχείς πρωτοβουλίες Μιλιουκόφ και η κρίση του Απριλίου: Ενώ το Σοβιέτ της Πετρούπολης ταλαντεύεται μεταξύ ουτοπικού πασιφισμού και «επαναστατικής εθνικής άμυνας» (συνέχιση του πολέμου με ταυτόχρονη προσπάθεια επίτευξης της ειρήνης «χωρίς προσαρτήσεις και πολεμικές αποζημιώσεις») και η Προσωρινή Κυβέρνηση είναι διχασμένη ως προς τη γραμμή που πρέπει να ακολουθήσει, στις 4 Μαρτίου, ο ισχυρός άνδρας της, ο Υπουργός Εξωτερικών Πάβελ Νικολάγεβιτς Μιλιουκόφ, στέλνει με δική του πρωτοβουλία οδηγίες στις διπλωματικές αντιπροσωπείες: η Ρωσία θα τηρήσει όλες τις δεσμεύσεις της και θα συνεχίσει τον πόλεμο ως την τελική νίκη. Δύσπιστοι, οι Γάλλοι και Βρετανοί σύμμαχοι επιμένουν, ζητούν δεσμεύσεις και πιέζουν φορτικά τη Ρωσία να αναλάβει μεγάλης κλίμακας επιθετικές επιχειρήσεις στο Μέτωπο. Στις 18 Απριλίου, ο Μιλιουκόφ επαναλαμβάνει τις θέσεις αυτές επίσημα, απευθυνόμενος προς τους δυτικούς συμμάχους. Η ενέργειά του προκαλεί οξύτατη κυβερνητική κρίση, η οποία θα τερματισθεί με τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης μόλις στις 5 Μαΐου. Οι φιλελεύθεροι διατηρούν την πρωθυπουργία, με τον πρίγκιπα Λβόφ, και έξι υπουργεία, αλλά τα διάφορα σοσιαλιστικά κόμματα από το ένα χαρτοφυλάκιο (Κερένσκι ως Υπουργός Δικαιοσύνης) φτάνουν στα έξι, σε μια προσπάθεια καλύτερης σύνδεσης κυβέρνησης και σοβιέτ και ανεύρεσης ευρύτερων λαϊκών ερεισμάτων. Ο Κερένσκι αναλαμβάνει το Υπουργείο Πολέμου και Ναυτικού, ο ηγέτης των Εσέρων Τσερνόφ το Υπουργείο Γεωργίας και οι Μενσεβίκοι Σκόμπελεφ και Ηράκλι Τσερετέλλι τα υπουργεία Εργασίας και Επικοινωνιών, αντίστοιχα.

ii) Η διάσπαση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου: Η μαζική είσοδος σοσιαλιστών στην κυβέρνηση θα έπρεπε λογικά να ενισχύσει τη θέση τους. Στην πραγματικότητα, έχει ως συνέπεια τη διάσπασή τους. Είναι πολλοί εκείνοι που αντιτίθενται στη συμμετοχή στην κυβέρνηση, ανάμεσά τους ο ιστορικός ηγέτης των Μενσεβίκων Γιούλι Μάρτοφ (και ολόκληρη η «διεθνιστική» πτέρυγα του κόμματος) και η αριστερή πτέρυγα των Εσέρων (Μπόρις Νταβίντοβιτς Κατς «Καμκόφ», Μαρίγια Αλεξάντροβα Σπιριντόνοβα, Ισαάκ Νάχμαν Στέινμπεργκ). Σε αυτούς προστίθεται μια φωνή ακόμη πιο εξτρεμιστική.

Απρίλιος 1917, ο Λένιν φτάνει στον σταθμό Φινλανδίας της Πετρούπολης (πίνακας του Μ. Σοκολόφ).

Στις 28 Μαρτίου, ο Λένιν δέχεται τελικά τις μεσολαβητικές προσπάθειες του Ελβετού σοσιαλδημοκράτη Πλάττεν και τη ναύλωση από τις γερμανικές αρχές ενός συρμού που θα τον μεταφέρει πίσω στη Ρωσία, από την οποία απουσιάζει εδώ και 17 χρόνια. Οι Γερμανοί υποθέτουν ευλόγως ότι ο Λένιν θα αποτελέσει παράγοντα αποσταθεροποίησης της αντιπάλου. Ο ίδιος ο Μπολσεβίκος ηγέτης δεν θέλει με τίποτε να δώσει την εντύπωση ότι επιστρέφει χάρη στους Γερμανούς και επιβάλλει τους όρους του: οι επιβάτες θα καταβάλουν το αντίτιμο του εισιτηρίου τους και θα αναλάβουν τα έξοδα διατροφής τους κατά τη διάρκειά του. Ο συρμός δεν θα ανήκει σε καμία κρατική οντότητα («εξωεδαφικότητα»), ενώ δεν θα επιτρέπεται η αποβίβαση πριν από την άφιξη στον προορισμό του (εξ ου και ο χαρακτηρισμός του ως «σφραγισμένου τραίνου»). Στις 3 Απριλίου, ο Λένιν, συνοδευόμενος από στελέχη του κόμματός του που επέστρεψαν μαζί του, φτάνει στον Σταθμό Φινλανδίας της Πετρόπουλης. Σχεδόν αμέσως διατυπώνει απόψεις που εκπλήσσουν με τον ακραίο χαρακτήρα τους ακόμη και τους Μπολσεβίκους: έλεγχος των βιομηχανικών μονάδων από τους εργάτες, εθνικοποίηση της γης, κατάργηση αστυνομίας και στρατού, αντίθεση στην Προσωρινή Κυβέρνηση. Η πρότασή του συνοψίζεται στο σύνθημα «Όλη η εξουσία στα σοβιέτ».

iii) Οι αποτυχίες της Προσωρινής Κυβέρνησης – (1) Η τελική αποτυχία στο ζήτημα του πολέμου: Όπως, ίσως, ήταν αναμενόμενο, οι προσπάθειες της Προσωρινής Κυβέρνησης για την ανεύρεση διεξόδου στο πολεμικό ζήτημα δεν στέφονται από επιτυχία. Το φιλόδοξο σχέδιο του Τσερετέλλι για μια μεγάλη διεθνή συνδιάσκεψη με στόχο την ειρήνευση αποτυγχάνει εξαιτίας της στάσης της Γαλλικής και της Βρετανικής Κυβέρνησης. Απομένει η ελπίδα της νίκης στα πεδία των μαχών.

Ο Κερένσκι, ως αρμόδιος υπουργός, δεν φείδεται προσπαθειών. Διορίζει αρχιστράτηγο τον ικανότατο Μπρουσίλοφ και ξεκινά μια μεγάλη περιοδεία στις μονάδες της πρώτης γραμμής. Ελπίζει ότι οι ρητορικές του ικανότητες θα ανυψώσουν το ηθικό των στρατιωτών και θα τους παρακινήσουν να αγωνιστούν για την τελική νίκη. Εντούτοις, η χαλάρωση της πειθαρχίας και η κόπωση στέκονται ανυπέρβλητα εμπόδια. «Λέτε πως πρέπει να πολεμήσουμε ώστε, μετά τον πόλεμο, οι αγρότες να έχουν επιτέλους τη δυνατότητα να αποκτήσουν γη. Και τι να την κάνω εγώ αυτή τη γη, αν στο μεταξύ έχω σκοτωθεί

Ο Κερένσκι επιθεωρεί το στράτευμα/ πηγή: NYT Keystone Gamma, via Getty Images.

Ο ρωσικός στρατός εξαπολύει τη μεγάλη επίθεση στις 18 Ιουνίου. Παρά τις ελλείψεις σε όπλα και πολεμοφόδια, επιτυγχάνει στην αρχή κάποιες επιτυχίες σε βάρος των δυνάμεων της Αυστροουγγαρίας. Έπειτα, εκδηλώνεται η γερμανική αντεπίθεση και το μέτωπο καταρρέει: μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα οι Ρώσοι χάνουν 400.000 άνδρες και τη Γαλικία και αναγκάζονται να υποχωρήσουν έως και 300 χιλιόμετρα σε ορισμένα σημεία του μετώπου. Η καταστροφή είναι τέτοια που η Προσωρινή Κυβέρνηση δεν θα μπορέσει ποτέ να συνέλθει από αυτήν. Δεν πρόκειται, άλλωστε, για τη μοναδική αποτυχία της.

Βίκτορ Τσερνόφ

(2) Η αποτυχία στο εσωτερικό μέτωπο: Στο εσωτερικό της χώρας η κατάσταση επιδεινώνεται. Ο καλπάζων πληθωρισμός εκμηδενίζει τις αυξήσεις που είχαν δοθεί στους εργαζόμενους, τα τρόφιμα σπανίζουν και διατίθενται σε αστρονομικές τιμές, τα εργοστάσια αντιμετωπίζουν δραματικές ελλείψεις σε πρώτες ύλες. Στο εκρηκτικό αυτό πλαίσιο και με την κυβέρνηση να αδρανεί ή να χρονοτριβεί οι εντάσεις οξύνονται. Οι εργοδότες απαντούν στις εργατικές διεκδικήσεις και απεργίες με μαζικές απολύσεις και επισχέσεις εργασίας. Η γενική εντύπωση είναι ότι ο Υπουργός Εργασίας Σκόμπελεφ επιδεικνύει πολύ μεγαλύτερη ανοχή στην εργοδοσία. Την ίδια ώρα, τα σχέδια του Υπουργού Γεωργίας Τσερνόφ για μια μεγάλη αγροτική μεταρρύθμιση αναβάλλονται, μια και το θέμα είναι τόσο σοβαρό που μόνον η νέα Συντακτική Συνέλευση μπορεί να το ρυθμίσει. Οι πιέσεις των αγροτών για άμεσες λύσεις, όμως, είναι τεράστιες: συγκροτούνται επιτροπές που προβαίνουν στην αναδιανομή της γης χωρίς να αναμένουν την έγκριση της κυβέρνησης.

(3) Η αμήχανη διαχείριση του ζητήματος των εθνοτήτων: Τον Μάρτιο η Ράντα, η οποία αρχικά δεν ήταν παρά ένωση πολιτιστικών σωματείων, αναδεικνύεται ως ο θεσμός που κατεξοχήν εκφράζει τις διεκδικήσεις των Ουκρανών: αρχικά την ευρύτατη αυτονομία, εν συνεχεία δε την ανεξαρτησία της Ουκρανίας. Ανάλογες είναι οι εξελίξεις στη Φινλανδία, την Πολωνία και τις χώρες της Βαλτικής. Εάν στην περίπτωση της Φινλανδίας, της οποίας το Κοινοβούλιο ανακηρύσσει την ανεξαρτησία στις 23 Ιουνίου, η Προσωρινή Κυβέρνηση θεωρεί ότι μπορεί να τηρήσει στάση αναμονής και σχετικής ανοχής, δεν συμβαίνει το ίδιο και με τη ζωτικής σημασίας Ουκρανία. Στέλνει στο Κίεβο τριμελή αντιπροσωπεία υπουργών (τους Κερένσκι, Τσερετέλλι και τον ουκρανικής καταγωγής Υπουργό Εξωτερικών Μιχαήλ Ιβάνοβιτς Τερέστσενκο) οι οποίοι, κατόπιν διαπραγματεύσεων, συνάπτουν συμφωνία με την ουκρανική Ράντα (2 Ιουλίου): η Ουκρανία θα αποφασίσει με δημοψήφισμα, μετά την εκλογή της Συντακτικής Συνέλευσης, αν επιθυμεί ευρεία αυτονομία στο πλαίσιο μιας ομοσπονδίας ή αν προτιμά την ανεξαρτησία της. Η συμφωνία αυτή προκαλεί νέα κρίση στο εσωτερικό της κυβέρνησης: τρεις από τους υπουργούς που πρόσκεινται στο Συνταγματικό Δημοκρατικό Κόμμα παραιτούνται, γεγονός που έχει ως συνέπεια την πτώση της κυβέρνησης.

Μιχαήλ Τερέστσενκο

2.   Τρίτη Προσωρινή Κυβέρνηση – Η αμφιλεγόμενη διακυβέρνηση Κερένσκι, εποχή πολλαπλής πόλωσης

i) Οι επαναστατικές ταραχές του Ιουλίου: Τον Ιούνιο του 1917 διοργανώνεται στην Πετρούπολη το Α΄ Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ, στο οποίο οι εκπρόσωποι της μετριοπαθούς τάσης που υποστηρίζουν την Προσωρινή Κυβέρνηση έχουν άνετη πλειοψηφία. Η εικόνα αυτή είναι παραπλανητική, διότι δεν απηχεί τη στάση της λαϊκής βάσης η οποία έχει πλέον απογοητεθεί. Οι Μπολσεβίκοι, που εμφανίζονται δυναμικοί κατά τη διάρκεια των εργασιών του συνεδρίου, είναι διστακτικοί ως προς την πολιτική που πρέπει να ακολουθήσουν. Την πρωτοβουλία, στην περίπτωση αυτή, θα την αναλάβει η λαϊκή βάση.

Μετά το φιάσκο της ρωσικής επίθεσης της Ιουνίου και με τις γερμανικές δυνάμεις να προελαύνουν ανενόχλητες στο μέτωπο, η λαϊκή δυσαρέσκεια έχει γιγαντωθεί. Στρατιώτες από την φρουρά της πρωτεύουσας, ναύτες από τη βάση της Κρονστάδης και εργάτες από τα εργοστάσια του Βίμποργκ διοργανώνουν μια μεγάλη διαδήλωση στις 3 Ιουλίου, η οποία καταλήγει μπροστά από το Μέγαρο της Ταυρίδας. Η διαδήλωση επαναλαμβάνεται, ακόμη, μεγαλύτερη, την επομένη. Οι διαδηλωτές φτάνουν στο πρώην ιδιωτικό μέγαρο της μπαλλαρίνας Κσεσίνσκα, όπου βρίσκεται το στρατηγείο των Μπολσεβίκων. Ο Λένιν εκφωνεί ένα σύντομο, μάλλον κατευναστικό λόγο. Μετά την αρχική αμηχανία, οι διαδηλωτές αποφασίζουν να κατευθυνθούν εκ νέου στο Μέγαρο της Ταυρίδας. Οι πρώτοι πυροβολισμοί πέφτουν την ώρα που η πορεία βρίσκεται στη Λεωφόρο Νιέφσκι. Μπροστά από την έδρα της Δούμας σημειώνοντα συμπλοκές κι ανταλλαγές πυροβολισμών μεταξύ των διαδηλωτών και δυνάμεων στρατού που είναι πιστές στην κυβέρνηση. Η τάξη αποκαθίσται βίαια.

Οι ταραχές του Ιουλίου

Την επομένη, λεηλατούνται τα γραφεία της Πράβντα. Το μέγαρο Κσεσίνσκα καταλαμβάνεται από φιλοκυβερνητικούς στρατιώτες [2]. Λένιν και Ζινόβιεφ καταφεύγουν στη Φινλανδία. Δεκάδες μέλη των Μπολσεβίκων, μεταξύ των οποίων και ο Τρότσκι, συλλαμβάνονται και φυλακίζονται.

ii) Κερένσκι: Ο πρίγκιπας Λβοφ αναθέτει τον σχηματισμό κυβέρνησης στον Αλεξάντρ Φιόντοροβιτς Κερένσκι. Ο Κερένσκι έχει πολλά κοινά στοιχεία με τον μεγάλο αντίπαλό του, τον Λένιν. Έχει κι εκείνος γεννηθεί στο Σιμπίρσκ του Βόλγα κι είναι παιδί εκπαιδευτικού που σταδιοδρόμησε ως ανώτατος δημόσιος υπάλληλος. Όταν ήταν έφηβος, ο Αλεξάντρ ήθελε να γίνει ηθοποιός, τελικά όμως σπούδασε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου της Πετρούπολης. Ως δικηγόρος απέκτησε γρήγορα φήμη χάρη στη δράση του σε υποθέσεις σχετικές με την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Εκλέγεται βουλευτής και γρήγορα τίθεται επικεφαλής των Εργατικών, της πλέον μετριοπαθούς πτέρυγας των σοσιαλιστών. Στην επανάσταση του Φεβρουαρίου ήταν ο σύνδεσμος μεταξύ του Σοβιέτ και της Προσωρινής Κυβέρνησης. Το όνειρό του να γίνει ηθοποιός πρέπει να τον βοήθησε να γίνει εξαίρετος ρήτορας. Οι λόγοι του έκαναν ολόκληρη τη Ρωσία να τον θαυμάζει. Ένιωθε ότι είναι ο εκλεκτός του λαού κι ότι μπορούσε να καταφέρει τα πάντα, παρά τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες. Στην περίπτωση του Κερένσκι ο ιακωβινισμός δίνει τη θέση του στον βοναπαρτισμό και, ίσως, στον λουδοβικισμό, μια και ο νέος (και νεαρός, είναι μόλις 36 ετών) πρωθυπουργός εγκαθίσταται στα Χειμερινά Ανάκτορα.

Αλέξανδρος Κερένσκι

Η νέα κυβέρνηση, που συγκροτείται στις 22 Ιουλίου, φαίνεται εξαιρετικά ισορροπημένη: τρεις υπουργοί από το Συνταγματικό Δημοκρατικό Κόμμα, τρεις Μενσεβίκοι, τρεις Εσέροι, τρεις μετριοπαθείς σοσιαλιστές μικρότερων κομματικών σχηματισμών. Στην πράξη, όμως, θα αποδειχθεί ότι πρόκειται για την πιο συντηρητική κυβέρνηση από όλες του 1917. Οι νοοτροπίες έχουν αλλάξει. Παύει κάθε σχέση με το Σοβιέτ και αυτοί που ασκούν την καθοριστική επιρροή είναι οι φιλελεύθεροι. Προκρίνεται μια πιο αυταρχική στάση την οποία υποστηρίζει σειρά οργανώσεων και ομάδων πίεσης του κεντροδεξιού χώρου («Εταιρία για την Οικονομική Αναγέννηση της Ρωσίας» του μεγαλοβιομήχανου Πουτίλοφ, «Δημοκρατικό Κέντρο» του Μοσχοβίτη βιομήχανου Ριαμπουτσίνσκι, ένωση γαιοκτημόνων, σύνδεσμοι ανώτατων αξιωματικών).

iii) Το «πραξικόπημα» Κορνίλοφ:

«Αν δεν υπήρχε το πραξικόπημα Κορνίλοφ, τότε δεν θα υπήρχε κανένας Λένιν.» [Αλ. Φ. Κερένσκι]

Ο Κερένσκι αναθέτει την ηγεσία του στρατεύματος στον Λαβρ Γκεόργκεβιτς Κορνίλοφ, ικανότατο, αλλά σκληρό και μάλλον άξεστο στρατιωτικό [3]. Γρήγορα, ο πρωθυπουργός αντιλαμβάνεται ότι η δημοφιλία του στρατηγού ξεπερνά τη δική του. Πράγματι, ο Κορνίλοφ εκπονεί και προβάλλει ένα πολιτικό πρόγραμμα, υποσχόμενος να αποκαταστήσει την πειθαρχία στο στράτευμα και την τάξη στην κονωνία: επαναφορά της θανατικής ποινής και στα μετώπισθεν (η κυβέρνηση Κερένσκι την είχε ήδη επαναφέρει για τις περιπτώσεις λιποταξίας στο μέτωπο), διάλυση σοβιέτ και επιτροπών, στρατιωτικός έλεγχος των σιδηροδρόμων και των κρίσιμων για την πολεμική προσπάθεια βιομηχανιών, αποστράτευση συγκεκριμένου αριθμού εφέδρων στους οποίους θα δοθούν εκτάσεις γης. Ο Κορνίλοφ προσωποποιεί πλέον τις ελπίδες ολόκληρης της συντηρητικής παράταξης.

Λ. Κορνίλοφ (φωτογραφία του 1916)

Ο Κερένσκι αποφασίζει να αναλάβει πρωτοβουλία και να εξουδετερώσει έναν αντίπαλο που σε μεγάλο βαθμό ήταν δικό του δημιούργημα. Στέλνει τον βουλευτή των Οκτωβριστών Βλαντίμιρ Νικολάγεβιτς Λβοφ (απλή συνωνυμία με τον τέως πρωθυπουργό) να συναντήσει τον αρχιστράτηγο στο Μογκιλιόφ (24 Οκτωβρίου). Ο Κορνίλοφ εξηγεί στον Λβοφ ότι τρεις είναι οι βιώσιμες επιλογές: συγκρότηση μεικτού διευθυντηρίου αποτελούμενου από πολιτικούς και στρατιωτικούς, πολιτική δικτατορία υπό τον Κερένσκι, στρατιωτική δικτατορία υπό τον Κορνίλοφ επικουρούμενη από κυβέρνηση υπό τον Κερένσκι. Όταν ο Κερένσκι πληροφορείται το περιεχόμενο των συζητήσεων αποφασίζει να παγιδέψει τον στρατηγό. Μεταβαίνει στο Υπουργείο Πολέμου και «εμφανιζόμενος» ως Λβοφ επικοινωνεί με τον Κορνίλοφ και του ζητεί να του επιβεβαιώσει τις προτάσεις αυτές. Έχοντας την «ομολογία» στα χέρια του, ο Κερένσκι συγκαλεί έκτακτο υπουργικό συμβούλιο και, τα ξημερώματα της 27ης Αυγούστου, καθαιρεί τον Κορνίλοφ λόγω εσχάτης προδοσίας.

Ο αρχιστράτηγος είναι εκ των πραγμάτων αναγκασμένος να προχωρήσει σε στρατιωτικό πραξικόπημα. Συγκεντρώνει τις μονάδες που του είναι πιστές και βαδίζει προς την πρωτεύουσα. Για να αντιμετωπίσει τον Κορνίλοφ, ο Κερένσκι προσφεύγει στο Σοβιέτ και τα συνδικάτα, όπου οι Μπολσεβίκοι κερδίζουν όλο και περισσότερο έδαφος, σε αγαστή συνεργασία με μέρος των Μενσεβίκων και των Εσέρων. Πράγματι, το συνδικάτο των σιδηροδρομικών εμποδίζει τη μεταφορά των στρατευμάτων του Κορνίλοφ και οι εργατικές πολιτοφυλακές μαζί με στρατιώτες πιστούς στην επανάσταση νικούν τα στρατεύματα του πραξικοπηματία, ο οποίος συλλαμβάνεται. Ο «λαός έχει νικήσει», οι Μπολσεβίκοι έχουν κερδίσει την εκτίμηση των άλλων και αυτοπεποίθηση για το ότι μπορούν να φέρουν εις πέρας ένοπλες επιχειρήσεις. Όσο για τον Κερένσκι, το πολιτικό κύρος του έχει τρωθεί ανεπανόρθωτα.

iv) Πόλωση, αντιπαλότητες, βία και αναρχία: Η κυβέρνηση κλονίζεται. Οι υπουργοί του Κα Ντε είχαν υποστηρίξει τον Κορνίλοφ. Οι σχέσεις με το επιτελείο του στρατεύματος έχουν διαρραγεί. Η κατάσταση ξεφεύγει εντελώς από τον έλεγχο της κυβέρνησης.

Σε πλαίσιο οξείας πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής κρίσης, οι σχέσεις μεταξύ ανώτερων και κατώτερων τάξεων παροξύνονται. Εργοδοσία και εργαζόμενοι βρίσκονται σχεδόν σε ανοιχτό πόλεμο. Ξεσπούν αγροτικές εξεγέρσεις. Οι χωρικοί επιτίθενται στους γαιοκτήμονες και λεηλατούν τις επαύλεις τους. Στο στράτευμα, οι απλοί στρατιώτες έχουν χάσει κάθε ίχνος εμπιστοσύνης προς την ηγεσία. Οι λιποταξίες πολλαπλασιάζονται. Οργανωμένοι σε ένοπλες ομάδες, οι λιποτάκτες επιδίδονται σε βιαιοπραγίες: πογκρόμ κατά του εβραϊκού πληθυσμού (Γκόμελ, Μπομπρούισκ), σφαγές εμπόρων (Βίννιτσα, Μπριάνσκ, Ταμπόφ).


[1] N. Werth Les Révolutions Russes, όπ. π., σελ. 51-52. Θα ήταν παρακινδυνευμένο να ερμηνεύσουμε τους αριθμούς αυτούς ως ενδεικτικούς της επιρροής των δύο χώρων στον ρωσικό πληθυσμό. Η αριθμητική υπεροχή του σοσιαλιστικού χώρου θα πρέπει μάλλον να εξηγηθεί από τον κατακερματισμό του.

[2] Οι Μπολσεβίκοι θα μεταφέρουν το στρατηγείο τους στο Ινστιτούτο Σμόλνι, ένα οικοτροφείο θηλέων της καλής κοινωνίας, στο ανατολικό άκρο του κέντρου της πόλης.

[3] Η καταγωγή του Κορνίλοφ παραμένει αίνιγμα. Ο πατέρας του λέγεται ότι ήταν Κοζάκος του Ντον που είχε εγκαταστεθεί στο Καζακστάν, ίσως, όμως, να είχε εν μέρει και καλμουκική καταγωγή. Όσον αφορά τη μητέρα του στρατηγού, κατά μία άποψη ανήκε εθνοτικά στους Οϊρότους της οροσειράς Αλτάι. Κατά άλλους, ήταν «Κιργίζια», χαρακτηρισμός ο οποίος κατά τις συνήθειες της τσαρικής γραφειοκρατίας παρέπεμπε στους… Καζάκους.


Δ.   ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΚΤΩΒΡΗΣ

Η πατρότητα της κατάληψης της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους ανήκει αποκλειστικά στον Λένιν. Αυτός συλλαμβάνει την ιδέα, σχεδιάζει με ιδιαίτερη επιμέλεια την επιχείρηση και επιβάλλει την υλοποίησή της παρά τις αντιρρήσεις αρκετών στελεχών του κόμματος και την απροθυμία μεγάλου μέρους των μελών του.

Β. Ιλ. Λένιν

α.   Το σχέδιο

Με δύο επιστολές του από τη φινλανδική εξορία του, περί τα μέσα Σεπτεμβρίου, ο Λένιν καλεί τους Μπολσεβίκους να καταλάβουν την εξουσία πριν από το Β΄ Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ (το οποίο προγραμματίζεται τελικώς για τις 25 Οκτωβρίου). Η πρόταση του ηγέτη αντιμετωπίζεται με δυσπιστία από τα στελέχη του κόμματος, ιδίως δε τους Κάμενιεφ και Ζινόβιεφ. Κατά την άποψή τους, η πτώση της κυβέρνησης Κερένσκι είναι θέμα εβδομάδων, το πολύ. Τότε, τα σοβιέτ θα αναλάβουν την εξουσία, με συνεργασία Μπολσεβίκων, Μενσεβίκων και Εσέρων.

Ο Λένιν επιμένει προβάλλοντας το επιχείρημα ότι αν οι Μπολσεβίκοι ολιγωρήσουν, τότε ο Κερένσκι θα παραδώσει την Πετρούπολη στους Γερμανούς, θα μεταφέρει την πρωτεύουσα στη Μόσχα και θα απαγορεύσει το συνέδριο των σοβιέτ. Στην πραγματικότητα, σκοπός του είναι ο αποκλεισμός κάθε κόμματος πλην Μπολσεβίκων από την εξουσία. Γιατί θα πρέπει το κόμμα να μοιραστεί την εξουσία με τα υπόλοιπα σοσιαλιστικά, όταν μπορεί να καταστεί κυρίαρχο των εξελίξεων και να την ασκήσει αποκλειστικά αυτό;

Η μεταμφίεση του Λένιν

Στις 7 Οκτωβρίου, ο ηγέτης των Μπολσεβίκων, μεταμφιεσμένος, επιστρέφει κρυφά στην Πετρούπολη. Στις 10 Οκτωβρίου καλεί τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής. Ύστερα από πολύωρες συζητήσεις, η πρότασή του εγκρίνεται με ψήφους 10 προς 2 (Κάμενιεφ, Ζινόβιεφ). Ο Λένιν κερδίζει την υποστήριξη του Τρότσκι, ο οποίος είναι πλέον πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής του Σοβιέτ της Πετρούπολης. Την προηγούμενη ημέρα, μάλιστα, έχει επιτύχει τη συγκρότηση της Επαναστατικής Στρατιωτικής Επιτροπής της Πετρούπολης, αποστολή της οποίας είναι η ένοπλη αντιμετώπιση της αντεπανάστασης. Η επιτροπή αυτή θα αποδειχτεί πολύτιμη για την υλοποίηση του σχεδίου των Μπολσεβίκων.

Στο μεταξύ, οι αντιρρήσεις στους κόλπους του κόμματος εξακολουθούν να υφίστανται. Από τις διάφορες κομματικές εκθέσεις και αναφορές προκύπτει ότι τα περισσότερα μέλη δεν είναι ιδιαιτέρως πρόθυμα να συμμετάσχουν στο εγχείρημα. Από τις οργανώσεις των συνοικιών της πρωτεύουσας μόνον αυτή της εργατούπολης του Βίμποργκ υποστηρίζει με ζήλο το σχέδιο. Το δίδυμο Κάμενιεφ και Ζινόβιεφ επιμένει. Η Κεντρική Επιτροπή επανεξατάζει το ζήτημα, αλλά και πάλι η πρόταση Λένιν υπερψηφίζεται (15 προς 6).

Την ίδια ώρα, ο Κερένσκι φαίνεται να διακατέχεται από «υπεροψία και μέθη». Ενώ το σχέδιο των Μπολσεβίκων έχει καταστεί παγκοίνως γνωστό (ο Λένιν και οι αντίπαλοί του μάχονται μέσω άρθρων στις εφημερίδες), εκείνος υποτιμά μοιραία την ισχύ των αντιπάλων του και πιστεύει ότι η κίνηση αυτή θα αποτύχει και θα τους απαξιώσει πλήρως πολιτικά! Οι εκκλήσεις του, όμως, προς το γενικό επιτελείο για ενισχύσεις πέφτουν στο κενό. Τα νευραλγικά σημεία της πρωτεύουσας τα φρουρούν μόνο μερικοί ευέλπιδες. Τα χειμερινά ανάκτορα φυλάσσονται από μερικές εκατοντάδες Κοζάκων και το Τάγμα Εθελοντριών της Μποτσκαριόβα.

Μποτσκαριόβα, η επικεφαλής του Τάγματος Εθελοντριών

β.   Η υλοποίηση

Η εκτέλεση του σχεδίου ένοπλης κατάληψης της εξουσίας ανατίθεται στους ικανότερους «στρατηγούς» των Μπολσεβίκων: στον Τρότσκι, στον πρώην εύελπι Βλαντίμιρ Αλεξάντροβιτς Αντόνοφ-Οφσέγιενκο και στον ναύτη Πάβελ Γεφίμοβιτς Ντιμπένκο. Στην επιχείρηση θα συμμετάσχουν στρατεύματα της φρουράς της πρωτεύουσας, ναύτες από τη βάση της Κρονστάδης και τμήματα εργατικών πολιτοφυλακών. Τη νύχτα της 24ης προς την 25η Οκτωβρίου οι μονάδες αυτές καταλαμβάνουν τα νευραλγικά σημεία της πρωτεύουσας (γέφυρες, σιδηροδρομικούς σταθμούς, ταχυδρομεία και τηλεγραφεία, τράπεζες). Διαπιστώνοντας ότι δεν του εστάλη καμία ενίσχυση, ο Κερένσκι μεταμφιέζεται σε Σέρβο αξιωματικό και εγκαταλείπει την Πετρούπολη επιβιβαζόμενος σε αυτοκίνητο της αμερικανικής πρεσβείας. Αν εξαιρεθεί μια εφήμερη και εξαρχής καταδικασμένη σε αποτυχία προσπάθεια ανατροπής του μπολσεβικικού καθεστώτος, ο άνθρωπος που πρόσκαιρα λατρεύτηκε από τον ρωσικό λαό επρόκειτο να ζήσει μισό και πλέον αιώνα στην εξορία.

Ο Λένιν συντάσσει δήλωση βάσει της οποίας η εξουσία μεταβιβάζεται στην Επαναστατική Στρατιωτική Επιτροπή κι αυτή με τη σειρά της στέλνει τελεσίγραφο στην Προσωρινή Κυβέρνηση καλώντας την σε παραίτηση. Το βράδυ, το καταδρομικό Αβρόρα ρίχνει τον κανονιοβολισμό που σηματοδοτεί την επιχείρηση κατάληψης των Χειμερινών Ανακτόρων. Δεν θα χρειαστεί ιδιαίτερη προσπάθεια, δεν θα υπάρξει καμία μάχη. Στα ανάκτορα έχουν απομείνει λίγοι αξιωματικοί και οι εθελόντριες. Οι Μπολσεβίκοι τα καταλαμβάνουν χωρίς να συναντήσουν αντίσταση και, νωρίς το πρωί της 26ης, συλλαμβάνουν τους υπουργούς της Προσωρινής Κυβέρνησης.

Έφοδος στα Χειμερινά Ανάκτορα, σκηνή από το φιλμ Οκτώβρης του Σ. Ειζενστέιν

Στο μεταξύ, έχουν ξεκινήσει κι οι εργασίες του 2ου Πανρωσικού Συνεδρίου των Σοβιέτ, στο οποίο οι Μπολσεβίκοι έχουν την πλεοψηφία μαζί με τους συμμάχους τους: 300 Μπολσεβίκοι, 100 Εσέροι της αριστερής πτέρυγας και 14 διεθνιστές Μενσεβίκοι αντιπαρατίθενται σε 93 Εσέρους της δεξιάς και κεντρώας τάσης, 68 Μενσεβίκους και 95 εκπροσώπους μικρότερων σχηματισμών. Οι αντίπαλοι των Μπολσεβίκων καταδικάζουν τη στρατιωτική συνωμοσία και τα τετελεσμένα που δημιουργεί και αποχωρούν. Ο Μενσεβίκος ηγέτης Μάρτοφ, που ήλπιζε σε μια κυβέρνηση συνασπισμού, αναγκάζεται να αποχωρήσει κι εκείνος. Απομένουν οι Μπολσεβίκοι και οι αριστεροί Εσέροι. Υπερψηφίζουν τα ιδρυτικά διατάγματα του νέου καθεστώτος (περί ειρήνης και αναδιανομής της γης), καθώς και τη συγκρότηση του υπουργικού συμβουλίου της νέας εξουσίας, του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτρόπων.

Το πρώτο Συμβούλιο Λαϊκών Επιτρόπων.

Οι Μπολσεβίκοι έχουν καταλάβει την εξουσία, αλλά οι δυσκολίες τους κι ακόμη περισσότερο το μαρτύριο της Ρωσίας δεν έχουν τελειώσει.

Ε.   ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ

α.   Γιατί απέτυχε η Προσωρινή Κυβέρνηση;

Και στην περίπτωση αυτή, τρεις είναι οι θεωρίες που προσπαθούν να εξηγήσουν την αποτυχία της Προσωρινής Κυβέρνησης [1].

Α΄ Προσωρινή Κυβέρνηση

  1. Η θέση περί «αδυναμίας»: Για πολλούς από τους ιστορικούς της φιλελεύθερης σχολής οι πολιτικοί που μετείχαν στην Προσωρινή Κυβέρνηση διακρίνονταν μεν από ιδεαλισμό, αλλά και από πολιτικό ερασιτεχνισμό. Οι φιλελεύθεροι πολιτικοί είναι καλοί ρήτορες, πλην όμως δεν γνωρίζουν πολλά για τη λειτουργία του κράτους και πιστεύουν αφελώς στην καλοσύνη και τη δημοκρατικότητα του ρωσικού λαού. Όσο για τους μετριοπαθείς σοσιαλιστές, ούτε αυτοί έχουν καλύτερη γνώση της πολιτικής, διακατέχονται δε από έμμονες ιδέες και προσπαθούν να ερμηνεύσουν τα πάντα με γνώμονα την Ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης και της Κομμούνας των Παρισίων. Όλοι μαζί υπέπεσαν σε μοιραία πολιτικά σφάλματα: απολύοντας τους κυβερνήτες των επαρχιών μαζί με τα επιτελεία τους έχασαν την ευκαιρία αποτελεσματικού ελέγχου των επαρχιών. Επιτρέποντας στους στρατιώτες να γίνουν μέλη πολιτικών κομμάτων υπέσκαψαν με μοιραίο τρόπο την πειθαρχία του στρατεύματος.
  2. Η θέση περί «ακραίας σκληρότητας των αστικών κομμάτων»: Κατά τη σοβιετική ιστοριογραφία, η αποτυχία της Προσωρινής Κυβέρνησης οφείλεται στην ολοένα και αυξανόμενη ροπή της προς τον συντηρητισμό. Στόχος της είναι η προστασία των συμφερόντων της μεγαλοαστικής τάξης, η συντριβή των εργατικών και αγροτικών διεκδικήσεων. Στο πλαίσιο αυτό, οι μετριοπαθείς σοσιαλιστές χαρακτηριζόμενοι ως εκπρόσωποι των «μικροαστικών τάξεων» αδυνατούν να μετριάσουν τη σκληρότητα των μεγαλοαστών και καταλήγουν άβουλοι συνοδοιπόροι τους.
  3. Η Προσωρινή Κυβέρνηση θύμα των εσωτερικών αντιφάσεων και της ανομοιογένειάς της: Η θέση περί καλών ρητόρων κι ονειροπόλων χωρίς σχέση με την πολιτική πραγματικότητα, δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Το σχέδιο αγροτικής μεταρρύθμισης του ηγέτη των Εσέρων Τσερνόφ, το νέο εργατικό δίκαιο που επιδίωκε να θεσπίσει ο μενσεβίκος Σκόμπελεφ, τα προγράμματα ελεγχόμενου κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία που είχαν εκπονήσει μενσεβίκοι οικονομολόγοι αποτελούσαν σοβαρότατες μεταρρυθμιστικές προσπάθειας, οι οποίες, αν υλοποιούνταν, θα έθεταν τη Ρωσία στην πρωτοπορία των προοδευτικών κοινοβουλευτικών δημοκρατιών. Όλες μετατέθηκαν για μετά τις εκλογές, υπαγόμενες στη δικαιοδοσίας μιας ανύπαρκτης ακόμη Συντακτικής Συνέλευσης. Ως προς αυτό, η ευθύνη των φιλελεύθερων πολιτικών είναι τεράστια. Δίνοντας προτεραιότητα σε έναν αναβλητικό στόχο τήρησης της τάξης κατέληξαν να εξουδετερώσουν κάθε δυνατότητα της Προσωρινής Κυβέρνησης να ικανοποιήσει τα λαϊκά αιτήματα.

Ο Μενσεβίκος Υπουργός Εργασίας Ματβέι Σκόμπελεφ

Αν θα έπρεπε να σταθούμε οπωσδήποτε σε προσωπικές ευθύνες, τότε θα πρέπει να επισημάνουμε την εγκληματική ανευθυνότητα με την οποία χειρίστηκε ο Κερένσκι την υπόθεση Κορνίλοφ και τη σχεδιαζόμενη οκτωβριανή επιχείρηση των Μπολσεβίκων. Παραφράζοντας τη ρήση του ιδίου και με μεγάλη δόση υπερβολής θα μπορούσε να πούμε ότι χωρίς τον Κερένσκι δεν θα υπήρχε Λένιν.

Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που καταδίκασε την Προσωρινή Κυβέρνηση ήταν οι αντιφάσεις και οι παλινωδίες της που όλες οφείλονταν στη μοιραία για αυτήν ανομοιογένειά της. Μόνον οι καθαρές λύσεις θα μπορούσαν να αποδειχθούν βιώσιμες. Ή θα υιοθετούνταν μια σκληρή, συντηρητική γραμμή αποκατάστασης της τάξης, η οποία θα εξόργιζε το λαϊκό αίσθημα και θα στήριζε την επιτυχία της στην αυστηρή καταστολή ή θα ακολουθούνταν μια πιο σοσιαλιστική γραμμή, η οποία, βεβαίως, θα απαιτούσε την εξεύρεση λύσης στο ζήτημα της συνέχισης του πολέμου. Καθώς τίποτε από τα δύο δεν συνέβη, η Προσωρινή Κυβέρνηση, πατώντας ταυτόχρονα σε δύο βάρκες, υπέγραφε την καταδίκη της. Κι όλα αυτά εξηγούν, ίσως, την τελική επικράτηση των Μπολσεβίκων.

β.   Γιατί επικράτησαν οι Μπολσεβίκοι;

Ο Λένιν διακηρύσσει ότι η εξουσία ανήκει στα σοβιέτ (πίνακας του Βλ. Σερόφ, 1947).

Επανάσταση η πραξικόπημα; Το ερώτημα αυτό φαίνεται να απασχολεί περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τους ιστορικούς και το κοινό. Προϋποθέτει μια επανάσταση την αυθόρμητη συμμετοχή του λαού; Αυτό που συμβαίνει συνήθως δεν είναι η πρόκληση ταραχών λόγω της λαϊκής αγανάκτησης, που συνεπάγεται την πτώση ενός καθεστώτος και ακολουθείται από την κατάληψη της εξουσίας εκ μέρους μίας ή πλειόνων ομάδων  οι οποίες σταδιακά εξελίσσονται σε νέο καθεστώς; Η έννοια του πραξικοπήματος δεν απαιτεί όσοι καταλαμβάνουν την εξουσία να αποτελούν ήδη θεσμούς του πολιτεύματος και να ασκούν μέρος αυτής; Ασκούσαν εξουσία οι Μπολσεβίκοι πριν τον Οκτώβρη; Ίσως μέσω του σοβιέτ, αλλά και πάλι η εξουσία αυτή ήταν εν τοις πράγμασι και όχι τυπικώς αναγνωρισμένη από θεσμική άποψη. Οπότε; Θα μπορούσαμε να εξετάζουμε επί ώρες τα λεξικά και τα ιστορικά στοιχεία, χωρίς να μπορούμε να δώσουμε απάντηση, εκτός, βεβαίως, εκείνης την οποία θα μας υπεδείκνυε η πολιτική ιδεολογία μας. Το πιο δίκαιο θα ήταν να ενστερνισθούμε τον αφορισμό του Μαρκ Φερρό: «Ο Οκτώβριος είναι ταυτόχρονα πραξικόπημα και επανάσταση»! «Για τον λόγο αυτό η Οκτωβριανή Επανάσταση αποτέλεσε μαζικό κίνημα, αλλά μόνο ένας μικρός αριθμός συμμετείχε σε αυτήν».

Σύγκλιση και οππορτουνισμός: Όπως επισημαίνει ο Νικολά Βέρτ: «Το πραξικόπημα αυτό έχει ως πλαίσιο μια τεράστια κοινωνική επανάσταση, πολύμορφη και αυτοτελή» (αγροτικές εξεγέρσεις, αποσύνθεση του στρατεύματος, εργατικές διεκδικήσεις, χειραφέτηση των εθνοτήτων) «Καθένα από τα κινήματα αυτά έχει τους δικούς του ρυθμούς, τη δική του δυναμική, τις δικές του προσδοκίες που δεν μπορούν να εξομοιωθούν ούτε με τα συνθήματα των Μπολσεβίκων ούτε με την πολιτική δράση του κόμματος αυτού. Τα κινήματα αυτά δρουν καθ’ όλη τη διάρκεια του 1917, ως ισάριθμες διαλυτικές δυνάμεις που συμβάλλουν ιδιαιτέρως στην καταστροφή των θεσμών και κάθε μορφής εξουσίας. Για ένα σύντομο, πλην όμως καθοριστικής σημασίας χρονικό διάστημα (Οκτώβριος 1917), η δράση των Μπολσεβίκων, πολιτικής μειοψηφίας που ενεργεί εντός του περιβάλλοντος θεσμικού κενού, κατευθύνεται προς την εκπλήρωση των προσδοκιών των περισσοτέρων, μολονότι οι μεσοπρόθεσμοι και μακροπρόθεσμοι στόχοι των μεν και των δε διαφέρουν. Σε ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο, πολιτικό πραξικόπημα και κοινωνική επανάσταση συγκλίνουν ή μάλλον, ακριβέστερα, συμπίπτουν»[2].

Η νίκη των Μπολσεβίκων ξεπερνά τον άψογο σχεδιασμό κι εκτέλεση ενός επιχειρησιακού σχεδίου, ανεξαρτήτως αν θα χαρακτηρίσουμε το σχέδιο αυτό ως «επανάσταση» ή ως «πραξικόπημα». Το μεγάλο προτέρημα του κόμματος του Λένιν είναι η προσαρμοστικότητά του, η ικανότητά του να ακολουθήσει τις τάσεις που επικρατούν, να ενστερνισθεί τα αιτήματα και τις διεκδικήσεις, να προλάβει ώστε να είναι αυτό που θα διαμορφώσει τις εξελίξεις. Όλοι ήθελαν την ειρήνη, πρωτίστως οι στρατιώτες, και οι Μπολσεβίκοι έκαναν σημαία τους την ειρήνη πάση θυσία. Οι αγρότες επιθυμούσαν διακαώς την αναδιανομή της γης και οι Μπολσεβίκοι το δέχτηκαν, οικειοποιούμενοι το πρόγραμμα των Εσέρων και αρνούμενοι προσωρινά το δικό τους που προέβλεπε εθνικοποίηση και κολλεκτιβοποίηση των γαιών. Οι εργάτες διεκδικούσαν τον έλεγχο της παραγωγής και οι Μπολσεβίκοι διατράνωσαν ότι αυτός ήταν ένας από τους κύριους σκοπούς τους. Οι εθνότητες απαιτούσαν αυτοδιάθεση και οι Μπολσεβίκοι φάνηκαν να αναγνωρίζουν το αίτημα αυτό. Με δυο λόγια, πολιτικός οππορτουνισμός; Ίσως, αλλά μαεστρικά εφαρμοσμένος.


[1] N. Werth Les Révolutions Russes, όπ. π., σελ. 110 επ.

[2] N. Werth Les Révolutions Russes, όπ. π., σελ. 94-95.

Advertisements

«Σκηνές ενός λησμονημένου πολέμου – Τάννενμπεργκ 2»

Ιουλίου 2, 2017

Ρωσικό πεζικό κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο – φωτογραφία του National Geographic, τόμος 31, 1917, σελ. 372

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος οδηγεί συνειρμικά τον άνθρωπο της εποχής μας στο Δυτικό Μέτωπο, στον πόλεμο χαρακωμάτων και τις αδιανόητες εκατόμβες του Βερντέν και του Σομ. Κάτι τέτοιο δεν είναι παράλογο. Ο πόλεμος κρίθηκε τελικά στη Δύση. Για δύο από τις κύριες νικήτριες δυνάμεις της σύγκρουσης, τη Γαλλία και τη Βρετανία, χώρες που για διαφορετικούς λόγους είχαν σχετικά μικρούς αριθμούς θυμάτων κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι μάχες στο Δυτικό Μέτωπο εξακολουθούν να αποτελούν συνώνυμο τόσο της θυσίας σε καιρό πολέμου όσο και του παραλογισμού της ένοπλης αναμέτρησης.

Ωστόσο, μέχρι τις αρχές του 1918, τουλάχιστον οι μισές γερμανικές δυνάμεις, καθώς και η μεγάλη πλειονότητα των δυνάμεων της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, πολεμούσαν στην Ανατολή αντιμετωπίζοντας τον τσαρικό αυτοκρατορικό στρατό, ο οποίος αριθμούσε κάπου δεκαπέντε εκατομμύρια άνδρες. Ο πόλεμος στην Ανατολή είναι πολύ διαφορετικός από τον αντίστοιχό του στη Δύση: δεν υπάρχει ένα ενιαίο μέτωπο, αλλά πολλά επιμέρους. Η μάχη χαρακωμάτων αποτελεί την εξαίρεση. Συνήθως πρόκειται για πόλεμο ελιγμών και μεγάλων κινήσεων στρατευμάτων.

Ειδικά για τη Ρωσία, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος συνεπάγεται βαρύτατο τίμημα: ένα εκατομμύριο νεκροί, ακόμη περισσότεροι ανάπηροι πολέμου, 2,5 έως 3 εκατομμύρια αιχμάλωτοι, έξι εκατομμύρια πρόσφυγες. Για τη Γερμανία οι αντίστοιχοι αριθμοί είναι σαφώς μικρότεροι, όχι όμως και για την Αυστροουγγαρία, στην περίπτωση της οποίας η σύρραξη αποτελεί πραγματική αιμορραγία.

Υπό τις συνθήκες αυτές, πώς μπορεί να εξηγηθεί η απώλεια μνήμης όσον αφορά το Ανατολικό Μέτωπο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου; Η απάντηση αποτελεί συνάρτηση αυτού που επακολούθησε ιστορικά.

Αφενός, η ένταση, η σφοδρότητα, η γενοκτονική μανία και ο ασύλληπτος αριθμός απωλειών, τόσο μεταξύ των μάχιμων όσο και μεταξύ των αμάχων, κατά τον γερμανοσοβιετικό πόλεμο του 1941-1945 (δηλαδή τη μεγαλύτερη και πλέον αιματηρή πολεμική αναμέτρηση ολόκληρης της ανθρώπινης Ιστορίας) κάνουν τα όσα συνέβησαν στο Ανατολικό Μέτωπο κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο να μοιάζουν σχεδόν με παιδικό παιχνίδι σε κάποια σχολική αυλή.

Αφετέρου, οι πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις που άρχισαν να εκδηλώνονται στη Ρωσία ήδη εν μέσω της πολεμικής αναμέτρησης μοιραία την επισκίασαν και είχαν ως αποτέλεσμα μια συγκεκριμένη ανάγνωση της Ιστορίας που αρνείται να αναγνωρίσει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο την αυτοτελή αξία ενός μείζονος σημασίας ιστορικού γεγονότος. Υπό το πρίσμα αυτό, ο «Μεγάλος Πόλεμος» δεν ήταν παρά ο καταλύτης των εξελίξεων που θα οδηγούσαν στις δύο μεγάλες ρωσικές επαναστάσεις του 1917 (την «αστική» του Φεβρουαρίου και την «προλεταριακή» του Οκτωβρίου) και, μέσω μιας αλληλουχίας τεκτονικών κινήσεων, στην εγκαθίδρυση ενός κράτους εντελώς διαφορετικού από την τσαρική αυτοκρατορία. Κι όλα αυτά χωρίς να έχουμε μνημονεύσει ότι, από τη ρωσική σκοπιά, ο πόλεμος αφήνει σαφώς γεύση ημιτελούς κι ανολοκλήρωτου, μια και για τη Ρωσία τερματίστηκε εσπευσμένα κι άδοξα, με την ταπεινωτική Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ (3 Μαρτίου 1918), προκειμένου να δοθεί στους Μπολσεβίκους η ευκαιρία να εδραιώσουν το καθεστώς τους, πλην όμως με τίμημα τη σημαντική απώλεια εδαφών που περιελάμβαναν ορισμένες από τις πλέον ανεπτυγμένες οικονομικά περιοχές της αυτοκρατορίας.

Ρωσικό πεζικό – φωτογραφία του National Geographic, τόμος 31, 1917, σελ. 369.


Με την εξαίρεση της αυστροουγγρικής Γαλικίας, η οποία κατελήφθη δύο φορές από τις ρωσικές δυνάμεις, οι συγκρούσεις του Ανατολικού Μετώπου του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου αποτελούν για τη Ρωσία μια σειρά από φιλόδοξα σχέδια που καταλήγουν σε αποτυχίες, υποχωρήσεις και απώλειες εδαφών. Από την άποψη αυτή, το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα ίσως και να είναι η πρώτη πράξη της αναμέτρησης, η μεγάλη ρωσική εκστρατεία στην Ανατολική Πρωσία.


Ρωσικό ιππικό – προπαγανδιστική εικόνα ενόψει της εκστρατείας στην Ανατολική Πρωσία

Με το ξεκίνημα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο τσαρικός στρατός έχει την ευκαιρία να καταφέρει αποφασιστικό πλήγμα στα γερμανικά στρατεύματα που έχουν συγκεντρωθεί στην Ανατολική Πρωσία. Το ρωσικό γενικό επιτελείο, όμως, αντί να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του και να επιχειρήσει μια κατά μέτωπο επίθεση με στόχο το Κένιγκσμπεργκ, την ιστορική πρωτεύουσα της περιοχής, επιλέγει ένα σχέδιο ελιγμών, το οποίο μοιάζει μεγαλοφυές, τουλάχιστον στα χαρτιά. Η 1η Στρατιά, υπό τον Πάβελ Κάρλοβιτς φον Ρεννενκάμπφ, με δύναμη είκοσι μεραρχίες, θα εισβάλει σε γερμανικό έδαφος από τα βορειοανατολικά, ενώ η 2η Στρατιά του Αλεξάντρ Βασίλιεβιτς Σαμσόνοφ, αποτελούμενη από δεκαπέντε μεραρχίες, θα κινηθεί από τα νοτιοδυτικά και θα διεισδύσει στην Ανατολική Πρωσία μέσω της προεξέχουσας του πολωνικού θυλάκου. Ο στόχος είναι να περικυκλωθούν οι δυνάμεις της γερμανικής 8ης Στρατιάς, την οποία διοικεί το δίδυμο Πάουλ φον Χίντενμπουργκ και Έριχ Λούντεντορφφ.

Χάρτης με τις κινήσεις των αντίπαλων στρατευμάτων μέχρι και τη Μάχη του Τάννενμπεργκ

Η προβληματική εκτέλεση, ο πλημμελέστατος συντονισμός και οι ελλείψεις του τσαρικού στρατού σε θέματα διοικητικής μέριμνας θα μετατρέψουν το σχέδιο σε εφιάλτη. Ο Ρεννενκάμπφ, έχοντας επιτύχει άνετη νίκη επί των δυνάμεων του Γερμανού στρατηγού Μαξιμίλιαν φον Πρίττβιτς κοντά στο Γκουμπίννεν, προχωρά μάλλον χαλαρά. Ο Σαμσόνοφ, όμως, του οποίου οι δυνάμεις πρέπει να διανύσουν πολύ μεγαλύτερη απόσταση, επιβάλλει στους στρατιώτες του ένα πραγματικό σπριντ επί 9 ολόκληρες ημέρες. Με τον τρόπο αυτό αποκόπτεται εντελώς από τις βάσεις ανεφοδιασμού του. Επιπλέον, η επικοινωνία μεταξύ των δύο στρατηγών είναι εξαιρετικά προβληματική. Κι ενώ ο Σαμσόνοφ προσπαθεί να συγκλίνει ώστε οι δύο στρατιές να ενωθούν, ο Ρεννενκάμπφ παρεκκλίνει όλο και περισσότερο προς το Κένιγκσμπεργκ κι απομακρύνεται από τον συνάδελφό του.

Α. Β. Σαμσόνοφ

Το πλέον καθοριστικό στοιχείο έγκειται πρωτίστως στο ότι οι Γερμανοί έχουν όλη την άνεση να παρακολουθήσουν τις κινήσεις του εχθρού και να επιλέξουν να τον χτυπήσουν στο αδύνατο σημείο του. Ο Σαμσόνοφ πέφτει στην παγίδα που του έχει στήσει το «σατανικό» δίδυμο, το οποίο τον περιμένει κοντά στο Άλλενστάιν με φρέσκα στρατεύματα που μόλις έχουν μεταφερθεί σιδηροδρομικώς και κατευθύνονται με επιδεξιότητα στο πεδίο της μάχης μέσω ασυρμάτων. Οι άνδρες του Σαμσόνοφ, εξαντλημένοι, πεινασμένοι και διψασμένοι, αντιστέκονται στον εχθρό για τρεις ημέρες κι έπειτα καταρρέουν (26-29 Αυγούστου 1914). Οι απώλειες είναι τέτοιες που ο ρωσικός στρατός δεν θα συνέλθει ποτέ από τη συμφορά: 90 χιλιάδες αιχμάλωτοι, 80 χιλιάδες νεκροί και τραυματίες. Κι αν από τον Σαμσόνοφ έλειπε η στρατηγική ιδιοφυΐα, δεν συνέβαινε το ίδιο και με τη στρατιωτική τιμή κι αξιοπρέπεια. Βλέποντας τη συντριβή των δυνάμεών του, έστρεψε το περίστροφό του προς τον εαυτό του κι αυτοκτόνησε.

Ο θριαμβευτής Χίντενμπουργκ κατόρθωσε να επιβάλει την ονομασία Μάχη του Τάννενμπεργκ, μολονότι η μάχη δόθηκε 30 χιλιόμετρα μακριά από τη συγκεκριμένη τοποθεσία. Με τον τρόπο αυτό ο γηραιός στρατιωτικός έπαιρνε συμβολικά εκδίκηση για τη συντριβή των Τευτόνων Ιπποτών από τις δυνάμεις της Πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας υπό τον Λαδισλάο Β΄, πέντε αιώνες νωρίτερα (1410).

Απεικόνιση της Μάχης του Τάννενμπεργκ σε γερμανική καρτ ποστάλ της εποχής

Ο Ρεννενκάμπφ συνάντησε τις γερμανικές δυνάμεις μία εβδομάδα αργότερα, βλέποντας με τρόμο τα ρωσικά κανόνια που οι Γερμανοί είχαν πάρει λάφυρο στο Τάννενμπεργκ να βάλλουν κατά των στρατιωτών του. Στην Πρώτη Μάχη των Λιμνών της Μαζουρίας (7-15 Σεπτεμβρίου 1914) οι Ρώσοι συντρίβονταν εκ νέου. Η μεγάλη ρωσική επίθεση στην Ανατολική Πρωσία, αυτή που θα γονάτιζε τους Γερμανούς και θα τελείωνε τον πόλεμο μέσα σε ένα μήνα, κατέληγε σε παταγώδη αποτυχία.

Αφού κατάφερε να χάσει και το Λοτζ, ο Ρεννενκάμπφ πέρασε από στρατοδικείο. Τελικά, εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από το στράτευμα. Αφού φυλακίστηκε από την Προσωρινή Κυβέρνηση Μιλιουκόφ-Κερένσκι το 1917, απελευθερώθηκε μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση κι εγκαταστάθηκε στο Ταγκανρόκ (Ταϊγάνι), στις ακτές της Αζοφικής Θάλασσας με πλαστή ταυτότητα. Διατεινόταν ότι ήταν Έλληνας υπήκοος με το όνομα Μανδουσάκης! Οι Μπολσεβίκοι τον ανακάλυψαν και του ζήτησαν να αναλάβει τη διοίκηση στρατιάς του Κόκκινου Στρατού. Ο Ρεννενκάμπφ αρνήθηκε και, μοιραία, εκτελέστηκε.

Ο στρατηγός Π. Κ. Ρεννενκάμπφ


Η τραγική κατάληξη της φιλόδοξης ρωσικής εκστρατείας στην Ανατολική Πρωσία και η μοίρα των πρωταγωνιστών της εξεικονίζουν με τον πιο παραστατικό τρόπο την πορεία μιας χώρας που είχε εισέλθει σε μακρά περίοδο σφοδρών αναταράξεων.

[κύρια πηγή: Alexandre SUMPF «La Grande Guerre oubliée», εκδόσεις Perrin, συλλογή Tempus, 2η αναθεωρημένη έκδοση, Παρίσι 2017, σελ. 61-63]

  • Το άρθρο αυτό ξεκίνησε από μια πολύ συνοπτικότερη ανάρτηση για τη Β΄ Μάχη του Τάννενμπεργκ, η οποία δημοσιεύθηκε στο FB στις 6 Φεβρουαρίου 2017. Στην πλήρη μορφή του, το κείμενο συντάχθηκε τον Μάρτιο του ιδίου έτους για το περιοδικό της Ελληνικής Κοινότητας Λουξεμβούργου. Δημοσιεύθηκε στο «ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ του Λουξεμβούργου», τεύχος αριθ. 37, Μάιος 2017, σελ. 28-31.

Νεότερα από το Ανατολικό Μέτωπο – μέρος 5: Στο «άντρο του φασιστικού κτήνους» – Συμπεράσματα και επίλογος

Φεβρουαρίου 20, 2016
Ο Κόκκινος Στρατός στο Βερολίνο/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-R77767, Berlin, Rotarmisten Unter den Linden

Ο Κόκκινος Στρατός στο Βερολίνο/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-R77767, Berlin, Rotarmisten Unter den Linden

Γ. ΣΤΟ «ΑΝΤΡΟ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΤΙΚΟΥ ΚΤΗΝΟΥΣ»

Το 1945 ξεκινούσε με τους χειρότερους οιωνούς για τους Γερμανούς. Οι σύμμαχοι είχαν περάσει τα δυτικά σύνορα του Ράιχ και με τους βομβαρδισμούς τους είχαν μετατρέψει τις γερμανικές πόλεις σε ερείπια. Στην Ανατολή, οι Ρώσοι, έχοντας πάρει τον έλεγχο των Βαλκανίων, είχαν ήδη περικυκλώσει τις γερμανικές δυνάμεις που είχαν οχυρωθεί στη Βουδαπέστη και καταλάμβαναν την ερειπωμένη Βαρσοβία και την Κρακοβία. Όλοι οι σύμμαχοι της ναζιστικής Γερμανίας την είχαν πια εγκαταλείψει. Και την ίδια ώρα, ο Κόκκινος Στρατός ετοιμαζόταν να εισβάλει στα γερμανικά εδάφη.

α.   Ο Κόκκινος Στρατός περνά στη Γερμανία

1945, η σοβιετική προέλαση

1945, η σοβιετική προέλαση

Η συντονισμένη σοβιετική επίθεση ξεκινά στις 12 Ιανουαρίου. Ο Κόνιεφ, επικεφαλής του Α΄ Μετώπου Ουκρανίας κινείται προς τη Σιλεσία. Ο Ζούκοφ με το Α΄ Μέτωπο Λευκορωσίας βαδίζει προς την καρδιά της Γερμανίας μέσω της κεντρικής Πολωνίας. Το Β΄ Μέτωπο Λευκορωσίας του στρατάρχη πλέον Ροκοσσόφσκι στοχεύει στο Ντάντσιχ, ενώ το Γ΄ Μέτωπο Λευκορωσίας υπό τον Τσερνιαχόφσκι διεισδύει στην Αν. Πρωσία. Ο ναζί γκάουλάιτερ Κοχ δεν είχε επιτρέψει εγκαίρως την εκκένωση των απειλούμενων περιοχών από τον άμαχο πληθυσμό. Εκατοντάδες χιλιάδες Γερμανοί έπαιρναν τον δρόμο της προσφυγιάς. Μερικοί επέλεξαν να βρουν καταφύγιο στο «απόρθητο» Κένιγκσμπεργκ. Οι περισσότεροι, υπό συνθήκες πολικού ψύχους, πάσχιζαν να διαβούν την παγωμένη λιμνοθάλασσα του Βιστούλα, ελπίζοντας να φτάσουν στο Ντάντσιχ και να καταφύγουν στα δυτικά με πλοία.

Πρόσφυγες στην Ανατολική Πρωσία, Φεβρουάριος 1945/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1976-072-09

Πρόσφυγες στην Ανατολική Πρωσία, Φεβρουάριος 1945/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1976-072-09

Στις 20 Ιανουαρίου πέφτει η πρώτη σημαντική πόλη της Αν. Πρωσίας, το Τιλζίτ, την επομένη τον Γκούμπιννεν. Στις 9 Φεβρουαρίου η πρωτεύουσα της ιστορικής αυτής περιοχής, το Κένιγκσμπεργκ αρχίζει να πολιορκείται από τους Ρώσους. Η πολιορκία θα κρατήσει δύο ολόκληρους μήνες. Κατά τη διάρκειά της θα τραυματιστεί θανάσιμα ο στρατηγός Τσερνιαχόφσκι. Τη θέση του θα πάρει ο στρατάρχης Βασιλιέφσκι. Νοτιότερα, ο Κόκκινος Στρατός έφτανε στον Όντερ, καταλάμβανε το Πόζναν και στα τέλη Μαρτίου οι δυνάμεις του Ζούκοφ και του Ροκοσσόφσκι ενώνονταν και κατακτούσαν το Ντάντσιχ. Οι Γερμανοί αντιστέκονταν παντού λυσσαλέα. Αρνούνταν να παραδοθούν στους Ρώσους και τους πολεμούσαν μέχρι την τελευταία σφαίρα. Αλλά η τύχη και οι αριθμοί δεν ήταν εδώ και καιρό με το μέρος τους.

β.   Επίθεση στο Βερολίνο

Στις 16 Απριλίου άρχιζε η τελική σοβιετική επίθεση με στόχο το Βερολίνο, το «άντρο του φασιστικού κτήνους», και τον τερματισμό του πολέμου με την απόλυτη εξόντωση του αντιπάλου.

Το σοβιετικό πυροβολικό βάλλει κατά των γερμανικών θέσεων κατά την έναρξη της επίθεσης προς το Βερολίνο/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_183-E0406-0022-012

Το σοβιετικό πυροβολικό βάλλει κατά των γερμανικών θέσεων κατά την έναρξη της επίθεσης προς το Βερολίνο/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_183-E0406-0022-012

«Στις τρεις το πρωί, φωτοβολίδες έλαμψαν στον ουρανό της νύχτας, λούζοντας με κόκκινο φως την κεφαλή του προγεφυρώματος του Κύστριν. Ακολούθησε μια στιγμή αγωνιώδους σιωπής κι έπειτα ξέσπασε η καταιγίδα. Η γη έτρεμε σε ολόκληρη την κοιλάδα του Όντερ, μέχρι τη Φρανκφούρτη κι ακόμη πιο μακριά. Σαν να τις ενεργοποίησε κάποιο αόρατο χέρι, οι σειρήνες άρχισαν να ουρλιάζουν, κάποιες στιγμές τις άκουγαν ως και το Βερολίνο, τα τηλέφωνα χτυπούσαν δίχως σταματημό, τα βιβλία έπεφταν από τα ράφια των βιβλιοθηκών… Στις 16 Απριλίου 1945, με είκοσι στρατιές τις οποίες αποτελούσαν δυόμισι εκατομμύρια άνδρες, με πάνω από σαράντα χιλιάδες εκτοξευτές χειροβομβίδων, οβιδοβόλα και κανόνια, και με εκατοντάδες “αρμόνια του Στάλιν” (συνολικά, τριακόσια στοιχεία πυροβολικού ανά χιλιόμετρο), ο Κόκκινος Στρατός εξαπέλυσε τη μεγάλη του επίθεση. Από το Λέτσιν ως το Ζέελο κι από το Φρίντεσντορφ ως το Ντόλγκελιν υψώθηκαν γιγάντιες στήλες φωτιάς και σκόνης, σχηματίζοντας ένα συμπαγές τείχος που το διαπερνούσαν αστραπές. Δάση ολόκληρα παραδίδονταν στις φλόγες. Χρόνια μετά, κάποιοι επιζώντες θα θυμούνταν τους καυτούς ανεμοστρόβιλους που μετέτρεπαν την ύπαιθρο σε εστίες φωτιάς και σε στάχτες.

Έπειτα από μισή ώρα, το πανδαιμόνιο της κόλασης σταμάτησε ξαφνικά. Για μερικά δευτερόλεπτα απλώθηκε μια σιωπή που έκοβε την ανάσα, σιωπή που τη διέκοπτε μονάχα ο ήχος που έκαναν οι φλόγες και το βουητό του ανέμου. Κι ύστερα, πάνω από τις σοβιετικές γραμμές, το φως ενός και μόνο προβολέα έλαμψε στον ουρανό. Μόλις δόθηκε τούτο το σήμα, 143 προβολείς, διατεταγμένοι σε απόσταση διακοσίων μέτρων ο ένας από τον άλλο, άναψαν για να φωτίσουν οριζόντια το πεδίο της μάχης. Αυτοί οι εκτυφλωτικοί διάδρομοι φωτός αποκάλυπταν τώρα ένα τοπίο αγνώριστο, καμένα δέντρα και γη βαθιά οργωμένη από τις οβίδες, για να σβήσουν μερικά χιλιόμετρα πιο μακριά, στα υψώματα του Ζέελο, τα οποία κι αποτελούσαν τον αρχικό επιχειρησιακό στόχο του διοικητή των σοβιετικών δυνάμεων, στρατάρχη Γκιόργκι Ζούκοφ» [Γιόαχιμ ΦΕΣΤ: Der Untergang. Hitler und das Ende des Dritten Reiches, 2002 («Η Πτώση – Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ΄ Ράιχ»), κεφ. 1].

Αυτή η εντυπωσιακή εκκίνηση αποδεικνύεται ένα πελώριο φιάσκο. Ο διοικητής των γερμανικών δυνάμεων, στρατηγός Γκότχαρτ Χάινρισι, έχει αποσύρει το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών του σε αμυντικές θέσεις δυτικότερα. Το σοβιετικό πυροβολικό περισσότερο «καταστρέφει» το έδαφος, καθιστώντας δυσχερή την προέλαση του πεζικού, παρά πλήττει γερμανικές θέσεις. Κι ο Ζούκοφ, πιεσμένος από τον Στάλιν που επιθυμεί μια γρήγορη κατάληψη του Βερολίνου για να προλάβει τους Αμερικανούς, ρίχνει βιαστικά στη μάχη τα τεθωρακισμένα του τα οποία κολλάνε στη λάσπη και στους λάκκους που έχουν ανοίξει οι οβίδες, παρενοχλώντας ακόμη περισσότερο την κίνηση του πεζικού.

Ι. Σ. Κόνιεφ

Ι. Σ. Κόνιεφ

Νοτιότερα, ο στρατάρχης Κόνιεφ τα καταφέρνει πολύ καλύτερα, κερδίζοντας συνεχώς έδαφος. Είναι ο πρώτος που θα πλησιάσει την πρωτεύουσα του Ράιχ. Ο Ζούκοφ, μετά τις αρχικές δυσκολίες, εκμεταλλεύεται τελικά την υπεροπλία του και προχωρά στα δυτικά. Χάρη στις επιτυχίες του στο παρελθόν θα είναι εκείνος στον οποίο ο Στάλιν θα αναθέσει την τιμή να κατακτήσει το Βερολίνο.

Στις 23 Απριλίου οι Σοβιετικοί έφταναν πια στο Βερολίνο. Δυο μέρες αργότερα, οι δυνάμεις του Ζούκοφ και του Κόνιεφ ενώνονταν, περικυκλώνοντας την πρωτεύουσα του Γ΄ Ράιχ. Χωρίς ουσιαστική επαφή με τον εξωτερικό κόσμο, μαζί με τους τελευταίους πιστούς του, ο Χίτλερ έδινε διαταγές σε μονάδες που υπήρχαν μόνο στη φαντασία του. Στις 30, ο Φύρερ αυτοκτονούσε στο καταφύγιο της καγκελαρίας μαζί με τη σύζυγό του πια Εύα Μπράουν. Στις 2 Μαΐου, το Βερολίνο είχε περάσει εξ ολοκλήρου στον σοβιετικό έλεγχο. Την προηγουμένη, η σημαία με το σφυροδρέπανο υψωνόταν στο Ράιχσταγκ.

Η σημαία με το σφυροδρέπανο υψώνεται στο Ράιχσταγκ, 1η Μαΐου 1945

Η σημαία με το σφυροδρέπανο υψώνεται στο Ράιχσταγκ, 1η Μαΐου 1945

Η Γερμανία δεν είχε άλλη επιλογή από την άνευ όρων συνθηκολόγηση. Στις 7 Μαΐου ο στρατηγός Γιοντλ υπέγραφε τη συνθηκολόγηση στη Ρενς, στο στρατηγείο του Άιζενχάουερ, παρουσία εκπροσώπων όλων των συμμάχων. Την επομένη ο στρατάρχης Βίλχελμ Κάιτελ, αρχηγός του γερμανικού γενικού επιτελείου ενόπλων δυνάμεων, υπέγραφε ένα παρόμοιο έγγραφο στο στρατηγείο του Ζούκοφ, στα περίχωρα του Βερολίνου (επρόκειτο για τις εγκαταστάσεις της γερμανικής στρατιωτικής Σχολής Μηχανικού). Στη Μόσχα είχαν περάσει τα μεσάνυχτα και βρισκόμασταν πια στις 9 Μαΐου. Την «Ημέρα της Νίκης στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο».

1945: Γερμανοί πρόσφυγες από τη Σιλεσία κοντά σε κάποιο σιδηροδρομικό σταθμό του Βερολίνου/ φωτογραφία: Fred Ramage/Keystone/Getty Images

1945: Γερμανοί πρόσφυγες από τη Σιλεσία κοντά σε κάποιο σιδηροδρομικό σταθμό του Βερολίνου/ φωτογραφία: Fred Ramage/Keystone/Getty Images

γ.   Σοβιετικά εγκλήματα πολέμου σε γερμανικό έδαφος

Ο βιασμός ίσως κι εκατομμυρίων Γερμανίδων (ο Μπήβορ κάνει λόγο για 2 έως 3 εκατομμύρια, ο, πιο επιφυλακτικός και προσεκτικός ως προς τα στοιχεία, Μπερνάρ θεωρεί τον πραγματικό αριθμό σαφώς μικρότερο [Nicolas BERNARD « La Guerre germano-soviétique », t. 2 « 1943-1945 », Texto, Tallandier, 2013, 2015, σελ. 342 επ.]) και άλλα εγκλήματα σε βάρος του άμαχου πληθυσμού (φόνοι, βιαιοπραγίες, λεηλασίες, καταστροφές) στη Γερμανία κηλιδώνουν την εικόνα του Κόκκινου Στρατού. Πώς άνθρωποι πιθανότατα άκακοι στην ειρηνική ζωή τους μεταμορφώνονταν σε κτήνη;

Είναι βέβαιο ότι η σοβιετική προπαγάνδα, τα πύρινα κείμενα του Ερενμπούργκ και τα υπόλοιπα άρθρα στον Τύπο, τα ποιήματα του Σίμονοφ, η κατήχηση των κομμισσάριων και των πολιτικών καθοδηγητών είχαν ενσταλάξει στον μέσο στρατιώτη θανάσιμο μίσος για τους Γερμανούς. Αλλά για να είμαστε ειλικρινείς, συχνά η προπαγάνδα δεν ήταν αναγκαία: οι περισσότεροι είχαν δει με τα ίδια τους τα μάτια τα αποτελέσματα της γερμανικής θηριωδίας, τους εκτελεσμένους, τα πυρπολημένα χωριά, τα σημάδια του Ολοκαυτώματος. Αρκετοί είχαν συγγενείς και φίλους ανάμεσα στα θύματα.

une femme a berlin

Ένας άλλος παράγοντας, όσον αφορά τους βιασμούς, ήταν η σεξουαλική στέρηση του Σοβιετικού στρατιώτη. Σε αντίθεση με τον αξιωματικό που πάντα μπορούσε να βρει μια «κινητή σύζυγο εκστρατείας», σύμφωνα με τη στρατιωτική αργκώ, ανάμεσα στις νοσοκόμες και τις διαβιβάστριες, ο απλός στρατιώτης δεν είχε καμιά διέξοδο.

Τέλος, καθοριστική ήταν η ίδια η ψυχολογία του πολέμου: η αίσθηση ότι δεν υπάρχουν κανόνες και περιορισμοί, η οποία σε συνδυασμό με τον διαρκή κίνδυνο του θανάτου επιτρέπει τα πάντα. Και περίπλοκα στοιχεία της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης που οδηγούν κάποιους να πιστεύουν ότι η διάπραξη φριχτών εγκλημάτων δημιουργεί άρρηκτους δεσμούς μεταξύ των συναυτουργών. Υπήρχαν και οι καλοί της ιστορίας, αλλά στο τέλος έχαναν…

Έρικα

Ο Ν. Ν. Νικούλιν το 1942

Ο Ν. Ν. Νικούλιν το 1942

Ο Νικολάι Νικολάγιεβιτς Νικούλιν (1923-2009), ιστορικός της Τέχνης, έφορος στο τμήμα φλαμανδικής και γερμανικής ζωγραφικής του 15ου – 16ου αι. στο Ερμιτάζ, μιλά για τον έρωτά του με την κόρη ενός φαρμακοποιού στο Τσόπποτ, κοντά στο Ντάντσιχ (σημ. Σόποτ, Πολωνία). Ο ήρωας επιστρέφει στην πόλη για να βρει την αγαπημένη του:

«Βλέπω ένα γέρο. Τον αναγνωρίζω. Είναι ένας βετεράνος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου που του έδινα λίγο φαγητό όταν έμενα στο Τσόπποτ. Πηγαίνω κοντά του και αρχίζω τις ερωτήσεις. Δείχνει άθλια δυστροφικός. Ανθρώπους σε τέτοια κατάσταση είχα δει στο Λενινγκράντ, την εποχή της πολιορκίας. Εδώ δεν έχουν ούτε 100 γρ. ψωμί τη μέρα για να φάνε, οι Πολωνοί δεν τους δίνουν τίποτε. Μου απαντά διαρκώς μονάχα “Nein, nein”. Βλέπω ότι είναι φοβισμένος, τα χέρια του τρέμουν, το πρόσωπό του είναι γεμάτο οιδήματα. Στο μεταξύ, ο μοτοσυκλετιστής που με περιμένει για να συνεχίσουμε την πορεία μας με βρίζει διαρκώς και απειλεί ότι θα ξεκινήσει μόνος του. Απελπισμένος, δίνω στον γέρο την τσάντα με τα τρόφιμα και κάνω να φύγω. Και τότε εκείνος με σταματά. Η θέα του φαγητού ξανάφερε τη ζωή μέσα του. Έπειτα μου λέει τα εξής: “Ήταν έξι, δικοί σας, αρματιστές… μετά, το κορίτσι πήδησε απ’ το παράθυρο κι αυτοκτόνησε”.» [Николай Николаевич Никулин «Воспоминания о войне», 1975 – απόσπασμα που παρατίθεται και στους Lopez και Otkhmezuri « Grandeur et misère de l’Armée rouge », σελ. 341-342]

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ι.   ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗΣ

Πώς εξηγείται, όμως, η σαρωτική επικράτηση της ΕΣΣΔ στον μεγαλύτερο πόλεμο της Ιστορίας; Στη Δύση επικρατούσε επί μακρόν η αντίληψη ότι η σοβιετική νίκη οφείλεται στη δύναμη των αριθμών: στο ανεξάντλητο ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο ο Στάλιν θυσίαζε χωρίς καμιά φειδώ, και στις τεράστιες πλουτοπαραγωγικές πηγές μιας αχανούς χώρα. Η εξήγηση αυτή συνιστά υπεραπλούστευση. Εύκολα αναγνωρίζει κάποιος τη συνήθη δικαιολογία των Γερμανών στρατιωτικών, οι οποίοι επικαλούνταν μόνο τους αριθμητικούς συσχετισμούς και τα λάθη που διέπραξε η πολιτική ηγεσία τους, επιδεικνύοντας χαρακτηριστική απροθυμία να αποδεχθούν τις όποιες αρετές των αντιπάλων τους. Εξήγηση εύκολη και βολική που βρήκε ευήκοα ώτα σε μέρος της δυτικής ιστοριογραφίας για λόγους που άπτονται περισσότερο της πολιτισμικής συγγένειας και της ψυχροπολεμικής λογικής, παρά της αντικειμενικότητας. Οι λόγοι, όμως, της σοβιετικής επικράτησης είναι πολύ πιο σύνθετοι και αφορούν τόσο γερμανικές αδυναμίες και σφάλματα όσο και, πρωτίστως, ικανότητες της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της ΕΣΣΔ.

– Αναμφίβολα, μαχητές και άμαχοι στην ΕΣΣΔ διακρίνονται από ένθερμο πατριωτικό φρόνημα. Υπομένουν απίστευτες θυσίες πιστεύοντας σε έναν ανώτερο σκοπό. Όλοι, ακόμη και οι αντίπαλοι της κομμουνιστικής ηγεσίας της ΕΣΣΔ, επισημαίνουν ότι ο «Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος» σφυρηλάτησε μια άρρηκτη συμμαχία ανάμεσα στον δήμιο και τα θύματά του *! Το φρόνημα, όμως, δεν αρκεί. Και οι Γερμανοί στρατιώτες πολέμησαν μέχρι τέλους με αυταπάρνηση, το φρόνημά τους συνέχιζε να είναι υψηλό μέχρι και τις αρχές του 1945, εποχή που η μοίρα της χώρας τους είχε ήδη κριθεί.

– Η ΕΣΣΔ κατόρθωσε να εκμεταλλευθεί με εντυπωσιακό τρόπο τη βιομηχανία της, θέτοντας το 100 % της παραγωγής στην υπηρεσία του πολεμικού σκοπού. Αντιθέτως στη Γερμανία το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μικρότερο του 50 % της συνολικής βιομηχανικής παραγωγής, τουλάχιστον μέχρι την τελευταία χρονιά του πολέμου.

Τ-34

Τ-34

– Οι Σοβιετικοί κατορθώνουν από τα τέλη του 1942 να αποκτήσουν σαφή αριθμητική και τεχνολογική υπεροχή σε θέματα εξοπλισμών. Τα όπλα τους είναι σε όλες τις περιπτώσεις ισάξια των γερμανικών, ενώ σε ορισμένες υπερέχουν σημαντικά, όπως π.χ. στον τομέα των τεθωρακισμένων. Το Τ-34 υπήρξε κατά κοινή ομολογία το καλύτερο μεσαίο τεθωρακισμένο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου: καλά θωρακισμένο και με φαρδιές ερπύστριες που του παρείχαν δυνατότητες κίνησης σε ανώμαλο, χιονισμένο και λασπωμένο έδαφος. Το βαρύ KV ήταν ουσιαστικά άτρωτο από τα γερμανικά βλήματα.

Πολιτική και στρατιωτική ηγεσία επιδεικνύουν αυξημένο βαθμό προσαρμοστικότητας στα γεγονότα, μαθαίνουν από τα λάθη τους και τα διορθώνουν. Όσο περνά ο καιρός οι σοβιετικοί διοικητές που έχουν αποδείξει την αξία τους απολαύουν όλο και μεγαλύτερης ευχέρειας και δυνατότητας ανάληψης πρωτοβουλιών. Αυτό ήταν κάποτε χαρακτηριστικό της Βέρμαχτ, μόνο που η συσσώρευση αποτυχιών οδηγεί τον Φύρερ σε δογματισμό και εγκλωβισμό στις ιδεοληψίες του. Στο τέλος παρεμβαίνει στη λήψη αποφάσεων ακόμη και σε επίπεδο τάγματος ή λόχου! Άλλωστε, μεταξύ του Χίτλερ και των ανώτατων στρατιωτικών διοικητών του υφίσταται διάσταση απόψεων ως προς τους θεμελιώδεις στόχους: ο δικτάτορας εμμένει στο αρχικό σχέδιο κατάληψης ολόκληρης της ευρωπαϊκής ΕΣΣΔ, ενώ έχει από την πρώτη χρονιά καταστεί σαφές ότι το σχέδιο αυτό είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί, ενώ οι δεύτεροι (και, κυρίως, ο φον Μάνστάιν επιδιώκουν την «ισοπαλία» που θα επιτρέψει τη σύναψη μιας «έντιμης» συνθήκης ειρήνης μεταξύ των δύο εμπολέμων. Ενδεικτικό της ιδεοληψίας του Φύρερ είναι και το εξής στοιχείο: ό,τι απέμεινε από την Ομάδα Στρατιών Βορρά (περίπου 200 χιλιάδες άνδρες, δηλαδή δύναμη διόλου αμελητέα) παραμένει από τα τέλη του 1944 αποκλεισμένο στη χερσόνησο της Κουρλάνδης, στη Λετονία. Παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της στρατιωτικής ηγεσίας για μεταφορά της δύναμης αυτής στα μέτωπα του Βιστούλα και του Όντερ με σκοπό την υπεράσπιση των εδαφών του Ράιχ, ο Χίτλερ αρνείται πεισματικά διότι, ακόμη και την υστάτη ώρα, πιστεύει ότι η Κουρλάνδη είναι το ιδανικό προγεφύρωμα για να επιχειρηθεί εκ νέου… η κατάκτηση της ΕΣΣΔ!

Μάιος 1945, Ζούκοφ και Ροκοσσόφσκι με τον Μοντγκόμερυ στο Βερολίνο/ πηγή: Library and Archives Canada - Bibliothèque et Archives Canada

Μάιος 1945, Ζούκοφ και Ροκοσσόφσκι με τον Μοντγκόμερυ στο Βερολίνο/ πηγή: Library and Archives Canada – Bibliothèque et Archives Canada

– Η σοβιετική στρατιωτική ηγεσία αποδεικνύεται ικανότατη σε επίπεδο σχεδιασμού και υλοποίησης επιχειρήσεων ευρείας κλίμακας. Πρωτίστως, κυριαρχούν των Γερμανών σε επίπεδο συνολικής στρατηγικής. Οι δεύτεροι αντιλαμβάνονται την πολεμική σύγκρουση ως σειρά μαχών και αναζητούν εκείνη που θα αποδειχθεί καθοριστικής σημασίας. Οι Σοβιετικοί υιοθετούν ολιστική προσέγγιση: ο σύγχρονος πόλεμος καθορίζεται από σύνολο παραγόντων, όπως είναι οι δυνατότητες βιομηχανικής παραγωγής, η στάση και αντοχή του άμαχου πληθυσμού κι όχι μόνο οι στρατιωτικές επιχειρήσεις. «Από το τέλος του 1942… οι Σοβιετικοί, χάρη στην εξαιρετική θεωρητική κατάρτιση και αντίληψή τους, κατανοούν την πραγματική φύση του σύγχρονου πολέμου και, ως εκ τούτου, επικρατούν των Γερμανών τόσο σε επίπεδο αντίληψης όσο και στο πεδίο της μάχης.» [Boris LAURENT « La Guerre Totale à l’Est, 1941-1945 (Nouvelles perspectives sur la guerre germano-soviétique) », Nouveau Monde éditions, Παρίσι, 2014, σελ. 538]

Ό. Φ. Μπεργγόλτς

Ό. Φ. Μπεργγόλτς

[* Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της ποιήτριας Όλγας Φιόντοροβνα Μπεργγόλτς (Ольга Фёдоровна Берггольц, 1910-1975), της φωνής του πολιορκημένου Λενινγκράντ που με τις ραδιοφωνικές εκπομπές έκανε ό,τι μπορούσε για να τονώσει το ηθικό των πεινασμένων, πληγωμένων και βασανισμένων κατοίκων της μαρτυρικής πόλης.
Πέρα από τη σημαντική αξία του λογοτεχνικού έργου της, αυτό που συγκλονίζει στην περίπτωση της Μπεργγόλτς είναι η δύναμη και η γενναιότητα ενάντια σε όλες τις συμφορές που βίωσε. Έχασε δύο συζύγους (ο πρώτος, πατέρας της μεγαλύτερης κόρης της, με τον οποίο είχε ήδη χωρίσει, εκτελέστηκε το 1938 στο πλαίσιο των σταλινικών εκκαθαρίσεων – ο δεύτερος πέθανε, ήδη άρρωστος, τον Νοέμβριο του 1941 όταν ο λιμός της πολιορκημένης πόλης βρισκόταν στο αποκορύφωμά του). Έχασε και τις δυο κόρες της (τη μικρότερη Μάγια το 1934, την Ιρίνα το 1936). Ως «ύποπτη για σχέσεις με τροτσκιστικά στοιχεία» έπεσε στα νύχια του Λαϊκού Επιτροπάτου Εσωτερικών Υποθέσεων στις 13 Δεκεμβρίου 1938, φυλακίστηκε (έως τον Ιούλιο του 1939) και βασανίστηκε. Το τρίτο της παιδί γεννήθηκε νεκρό μέσα στη φυλακή.]

ΙΙ.   ΣΗΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗΣ

Και τι έγινε μ’ αυτό; Δεν ήταν σύγκρουση μεταξύ δύο ολοκληρωτισμών; Έχει σημασία ποιος κέρδισε, κατά μείζονα λόγο όταν κάποιοι ανακηρύσσουν την ημερομηνία υπογραφής του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ σε ημέρα μνήμης του αγώνα κατά του ολοκληρωτισμού, εξομοιώνοντας απολύτως ναζισμό και κομμουνισμό;

Και όμως! Αντικειμενικά, η σοβιετική επικράτηση έχει τεράστια σημασία επειδή καθόρισε την έκβαση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και επιπλέον, επειδή ακόμη και στο «κακό» μπορεί και πρέπει να υπάρχει ιεράρχηση. Ο ναζισμός ήταν μια ιδεολογία μίσους, στηριζόμενη στον ακραίο φυλετισμό: κάποιοι αποκλείονταν απλώς και μόνον επειδή γεννιούνταν με ορισμένη εθνοτική καταγωγή και θρησκεία. Ο κομμουνισμός στηριζόταν σε μια ιδεολογία με ευγενείς αρχές που εφαρμόστηκε με τον χειρότερο δυνατό τρόπο για να καταλήξει σε ένα άγριο, ανελεύθερο, ολοκληρωτικό καθεστώς (είναι, άραγε, τυχαίο, όμως, το γεγονός ότι ο σοβιετικός ολοκληρωτισμός στηρίζεται στη ρωσική παράδοση; Δεν είναι, από άποψη μεθόδων, η άσκηση εξουσίας υπό το κομμουνιστικό καθεστώς συνέχεια της τσαρικής απολυταρχίας; Δεν είναι το Εν Κα Βε Ντε συνεχιστής της Οχράνα;). Το καθεστώς, αυτό, όμως, είχε τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά της απολυταρχίας: ζητούσε «απλώς» την υποταγή του ατόμου, δεν το απέκλειε εξαρχής.

Τόμας Μανν (1937)

Τόμας Μανν (1937)

«Η εξομοίωση, από ηθική άποψη, του ρωσικού κομμουνισμού με τον ναζιστικό φασισμό, με βάση το επιχείρημα ότι αμφότεροι συνιστούν μορφές ολοκληρωτισμού, αποτελεί στην καλύτερη των περιπτώσεων επιφανειακή σκέψη, στη χειρότερη απλώς φασισμό. Εκείνοι που επιμένουν εν προκειμένω στην άποψη περί ισοδυναμίας των δύο αυτών ιδεολογιών μπορεί να εμφανίζονται ως δημοκράτες, στην πραγματικότητα, όμως, και στο βάθος της καρδιάς τους είναι ήδη φασίστες. Βέβαιο είναι ότι δεν θα πολεμήσουν τον φασισμό παρά μόνο για τα προσχήματα και με τρόπο εντελώς ανειλικρινή. Όλο το μίσος τους θα το φυλάξουν για τον κομμουνισμό.» [Τόμας ΜΑΝΝ, εκπομπή του BBC προς τους Γερμανούς ακροατές (Deutsche Hörer!). Κείμενο που γράφηκε κατά τη διάρκεια του Β΄ ΠΠ και διαβάστηκε από τον συγγραφέα σε ραδιοφωνική εκπομπή στις 24.10.1942.]

Βεβαίως, κάποιοι θα αντιτείνουν ότι ο ισχυρισμός του Τόμας Μανν θα πρέπει να ερμηνευθεί σε συνάρτηση με το ιδιαίτερο πλαίσιο της εποχής. Για εκείνους πρόκειται απλώς για προπαγάνδα με στόχο να πείσει ότι οι Σοβιετικοί είναι αξιόπιστοι σύμμαχοι στον αγώνα κατά του ναζισμού.

Κυρίως, όμως, κάποιοι θα προβάλουν το «λογιστικής» φύσης επιχείρημα, όπως ακριβώς ο Στεφάν Κουρτουά στη «Μαύρη Βίβλο του Κομμουνισμού». Για τον Γάλλο ιστορικό, ο κομμουνισμός είχε «100 εκατομμύρια θύματα», ενώ ο ναζισμός «μόνον» «25, περίπου, εκατομμύρια». Η κόκκινη ιδεολογία δολοφονούσε διαρκώς, ενώ ο ναζισμός μόνον με τον πόλεμο και δη την εισβολή στην ΕΣΣΔ. Το στοιχείο αυτό «θα έπρεπε τουλάχιστον να παρακινήσει σε μια συγκριτική εξέταση της ομοιότητας μεταξύ του καθεστώτος που θεωρήθηκε από το 1945 το πλέον εγκληματικό του αιώνα και του κομμουνιστικού συστήματος…» [Stéphane COURTOIS « Les crimes du communisme » σε « Le livre noir du communisme », Éditions Robert Laffont, Παρίσι, 1997, σελ. 24-25]. Με άλλα λόγια, η εξομοίωση είναι ένα ελάχιστο ζητούμενο, το πραγματικό δεν είναι άλλο από την παραδοχή ότι ο κομμουνισμός υπήρξε μεγαλύτερο δεινό απ’ ό,τι ο ναζισμός!

Ας αφήσουμε κατά μέρος τον έλεγχο της ακρίβειας των προβαλλόμενων αριθμών (μολονότι στη μια περίπτωση αθροίζονται στοιχεία, όχι κατ’ ανάγκην εξακριβωμένα, που αφορούν το σύνολο των κομμουνιστικών καθεστώτων ανά τον κόσμο, ενώ στη δεύτερη παρατίθεται αριθμός μικρότερος κι από τον συνολικό αριθμό θυμάτων στην ΕΣΣΔ κατά τη διάρκεια του πολέμου). Το επιχείρημα του Κουρτουά το αντικρούει ο Νικολά Μπερνάρ, συγγραφέας που μόνο για συμπάθεια προς τον κομμουνισμό δεν μπορεί να κατηγορηθεί, πλην όμως δεν επιτρέπει σε ιδεολογικές παρωπίδες να εμποδίσουν την αντικειμενική θεώρηση των ιστορικών δεδομένων:

«Ας αναπτύξουμε, επομένως, περαιτέρω τον συλλογισμό, μεριμνώντας ώστε να μη λησμονήσουμε ένα θεμελιώδες δεδομένο: εάν ο ναζισμός δεν σκότωσε όσο και το σύνολο των κομμουνιστικών καθεστώτων, τούτο συνέβη ακριβώς επειδή έχασε τον πόλεμο. Το να γράφει κάποιος ότι ο ναζιστικό τρόμος, ο οποίος υφίσταται πολύ πριν το 1941, έλαβε τέτοιες διαστάσεις κατά τον πόλεμο δεν έχει αξία παρά μόνον εφόσον υπομνησθεί ότι ο πόλεμος αυτός είχε προγραμματιστεί από τον Χίτλερ από μακρόν… Η γερμανική βαρβαρότητα στην Ανατολή εντάσσεται σε αυτήν την προμελετημένη επιχείρηση κατάκτησης και γενικευμένης σφαγής.

Στην επιχείρηση αυτή προσετίθετο ένα σχέδιο το οποίο, ως εκ της ακραίας φύσεώς του, απουσίαζε από τη σταλινική κτηνωδία, δηλαδή η εξολόθρευση των Εβραίων, που ήταν συνυφασμένη με το ιμπεριαλιστικό πρόγραμμα του Αυστριακού τυράννου. Εάν υποτεθεί ότι το Γ΄ Ράιχ επικρατούσε της Σοβιετικής Ένωσης το 1941, τότε οι Εβραίοι της Ευρώπης και των εδαφών της Ανατολής, εκτοπισμένοι, στειρωμένοι, μαζικά δολοφονημένοι, απλούστατα δεν θα επιβίωναν ως λαός… Δεκάδες εκατομμύρια Σοβιετικοί πολίτες θα πέθαιναν επίσης από λιμό κατά τα πρώτα έτη της κατοχής. Οι επιζώντες θα υποβιβάζονταν σε κατάσταση σκλάβων ή ζώων…

Με δυο λόγια, ολόκληροι λαοί θα εξολοθρεύονταν, θα αποδεκατίζονταν, θα υποδουλώνονταν. Κι αν πρέπει να συνεχίσουμε τη συγκριτική εξέταση, διαπιστώνεται ότι η βαναυσότητα της κατοχής των χωρών της Ανατολής από την ΕΣΣΔ από το 1945 έως το 1989… δεν θα μπορούσε να ξεπεράσει σε φρίκη τη μοίρα που τους επεφύλασσε η ναζιστική Γερμανία: εξαφάνιση του πολωνικού και του τσεχικού κράτους, εξολόθρευση η στείρωση του πληθυσμού που δεν επιδεχόταν εκγερμανισμό, εκτόπιση προς την Ανατολή όσων απέμεναν…

Η ναζιστική φρίκη στην Ανατολή έρχεται σε δραματική αντίθεση με τη συμπεριφορά της ΕΣΣΔ προς τον εισβολέα. Μολονότι το Κρεμλίνο επεδίωκε την κατάλυση του ναζιστικού καθεστώτος, δεν επρόκειτο σε καμία περίπτωση για προσπάθεια εξολόθρευσης του λαού του εχθρού, ούτε καν για υποδούλωσή του…

Αντιμέτωποι με τη ναζιστική εισβολή, οι Σοβιετικοί δεν είχαν άλλη επιλογή από το να επιβιώσουν νικώντας ή να πεθάνουν ηττημένοι. Η Γερμανία, μολονότι ερειπώθηκε, υπέστη καταστροφές και χωρίστηκε στα δύο, ουδέποτε υποχρεώθηκε να αντιμετωπίσει ένα τόσο τρομακτικό δίλημμα…» [N. BERNARD op. cit., σελ. 453-457].

Ο Κούρτσιο Μαλαπάρτε στο Κάπρι

Ο Κούρτσιο Μαλαπάρτε στο Κάπρι

«- Ελπίζω να μην ήλθατε να μου μιλήσετε για τον πόλεμο, μου είπε.
– Δεν θα σας μιλήσω για τον πόλεμο, του απάντησα.
– Ευχαριστώ, είπε ο Μούντε. Έπειτα, ξαφνικά, με ρώτησε αν είναι αλήθεια πως οι Γερμανοί ήταν τόσο τρομερά βάναυσοι.
– Η βαναυσότητά τους οφείλεται στον φόβο, απάντησα. Είναι άρρωστοι από φόβο. Είναι ένας λαός άρρωστος, ένας Krankenvolk.
– Ναι, ένας Krankenvolk, είπε ο Μούντε χτυπώντας τα πλακάκια στο πάτωμα με την άκρη του μπαστουνιού του. Κι έπειτα από μακρά σιωπή, με ρώτησε αν είναι αλήθεια ότι οι Γερμανοί ήταν τόσο διψασμένοι για αίμα και καταστροφή.
– Φοβούνται, απάντησα. Φοβούνται τους πάντες και τα πάντα. Σκοτώνουν και καταστρέφουν από φόβο. Κι όχι επειδή φοβούνται τον θάνατο. Κανένας Γερμανός, άντρας ή γυναίκα, γέρος ή παιδί, δεν φοβάται τον θάνατο. Ούτε φοβούνται να υποφέρουν. Κατά κάποιο τρόπο, θα μπορούσε να πει κανείς ότι αγαπούν τον πόνο. Φοβούνται, όμως, οτιδήποτε ζει, οτιδήποτε ζει πέρα από αυτούς – και φοβούνται οτιδήποτε είναι διαφορετικό από αυτούς. Η ασθένεια από την οποία υποφέρουν είναι μυστηριώδης. Φοβούνται πρωτίστως τις αδύναμες υπάρξεις, τους άμαχους, τους άρρωστους, τις γυναίκες, τα παιδιά. Φοβούνται τους γέρους. Ο φόβος τους πάντα μου προκαλούσε βαθύ οίκτο. Αν η Ευρώπη ένιωθε οίκτο για αυτούς, ίσως τότε οι Γερμανοί να γιατρεύονταν από τη φοβερή ασθένειά τους.
– Είναι, λοιπόν, άγριοι; Είναι, επομένως, αλήθεια ότι σφάζουν κόσμο δίχως κανένα οίκτο; με διέκοψε ο Άξελ Μούντε χτυπώντας ανυπόμονα τα πλακάκια με το μπαστούνι του.
– Ναι, είναι αλήθεια, απάντησα, σκοτώνουν άοπλους, κρεμάνε τους Εβραίους από τα δέντρα στις πλατείες των χωριών, τους καίνε ζωντανούς μέσα στα σπίτια τους σαν τα ποντίκια, τουφεκίζουν τους αγρότες και τους εργάτες στις αυλές των κολχόζ και των εργοστασίων. Τους έχω δει να γελούν, να τρώνε, να κοιμούνται στη σκιά των πτωμάτων που κρέμονταν από τα κλαδιά των δέντρων.
– Είναι ένας Krankenvolk, είπε ο Μούντε βγάζοντας τα μαύρα γυαλιά του για να σκουπίσει προσεχτικά τους φακούς τους με το μαντήλι του. Είχε κλείσει τα βλέφαρά του. Δεν μπορούσα να δω τα μάτια του. Ύστερα με ρώτησε αν ήταν αλήθεια πως οι Γερμανοί σκοτώνουν τα πουλιά.
– Όχι, δεν είναι αλήθεια, απάντησα, δεν έχουν χρόνο να ασχοληθούν με τα πουλιά. Ίσα που τους φτάνει ο χρόνος να ασχοληθούν με τους ανθρώπους. Σφάζουν τους Εβραίους, τους εργάτες, τους αγρότες, πυρπολούν τις πόλεις και τα χωριά με πρωτόγονο μένος, μα δεν σκοτώνουν τα πουλιά. Αχ! Πόσο όμορφα πουλιά υπάρχουν στη Ρωσία. Ίσως πιο όμορφα κι από αυτά στο Κάπρι,
– Πιο όμορφα από αυτά στο Κάπρι; ρώτησε ο Μούντε με ύφος ενοχλημένο.
– Πιο όμορφα, πιο ευτυχισμένα, απάντησα.»
[Κούρτσιο Μαλαπάρτε «Καπούτ», 1943 (Πρώτο Μέρος «Τα Άλογα», κεφάλαιο Ι «Από τη Μεριά του Γκερμάντ», σελ. 24-26 της γαλλικής έκδοσης)]

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Antony BEEVORStalingrad”, Viking, Λονδίνο, 1998/ επανέκδοση: Penguin Books, Λονδίνο, 2011 (1999).
Antony BEEVORBerlin – The Downfall 1945”, Viking, Λονδίνο, 2002/ επανέκδοση: Penguin Books, Λονδίνο, 2007 (2003).
Nicolas BERNARD « La Guerre germano-soviétique », Tallandier, Παρίσι, 2013/ t. I « 1941-1943 », t. II « 1943-1945 », Texto, Tallandier, Παρίσι, 2015.
Joachim FEST « Der Untergang – Hitler und das Ende des Dritten Reiches », Alexander Fest Verlag, Βερολίνο, 2002/ γαλλική έκδοση: « Les derniers jours de Hitler », Perrin, Παρίσι, 2002.                                                                                                 – Orlando FIGESThe Whisperers: Private Life in Stalin’s Russia”, Allen Lane, Λονδίνο 2007/ επανέκδοση: Penguin Books, Λονδίνο, 2007.
David GLANTZ και Jonathan HOUSEWhen Titans Clashed: How the Red Army stopped Hitler”, University of Kansas Press, Lawrence, 1995.
Vassili GROSSMANA Writer at War”, Harvill Press, Λονδίνο, 2005/ γαλλική έκδοση: « Carnets de Guerre – De Moscou à Berlin 1941-1945 » (κείμενα επιλεγμένα και παρουσιασμένα από τον Antony BEEVOR και τη Luba VINOGRADOVA), Calman-Lévy, Παρίσι, 2007/ επανέκδοση: Le Livre de Poche, Παρίσι, 2013 (2008).
Ανώνυμης (= Marta HILLERS) «Eine Frau in Berlin» Eichborn, Φρανκφούρτη, 2003 (πρώτη έκδοση: 1959)/ γαλλική έκδοση: « Une femme à Berlin. Journal, 20 avril-22 juin 1945 », Gallimard, Παρίσι, 2006 – έκδοση τσέπης: Folio, Παρίσι, 2008.
François KERSAUDY « Stalingrad – Le tournant de la Guerre », Un monde en guerre, Perrin, Παρίσι, 2013.
Ian KERSHAWThe End – Hitler’s Germany, 1944-45”, Allen Lane, Λονδίνο, 2011/ γαλλική έκδοση: « La Fin – Allemagne 1944-1945 », L’Univers historique, Seuil, Παρίσι, 2012.
Леонид Исаакович КОТЛЯР «Воспоминания Еврея-красноармейца», Военные тайны ХХ века, Вече, Μόσχα, 2011 [Λεονίντ Ισαάκοβιτς ΚΟΤΛΙΑΡ «Απομνημονεύματα ενός Εβραίου του Κόκκινου Στρατού»].
Boris LAURENT « La Guerre Totale à l’Est, 1941-1945 (Nouvelles perspectives sur la guerre germano-soviétique) », Nouveau Monde éditions, Παρίσι, 2014.
Jean LOPEZ « Stalingrad. La bataille au bord du gouffre », Economica, Παρίσι, 2008.
Jean LOPEZ « Koursk. Les quarante jours qui ont ruiné la Wehrmacht (5 juillet-20 août 1943) », Economica, Παρίσι, 2008.
Jean LOPEZ « Le chaudron de Tcherkassy-Korsun et la bataille pour le Dniepr (septembre 1943-février 1944) », Economica, Παρίσι, 2011.
Jean LOPEZ « Opération Bagration, la revanche de Staline (été 1944) », Economica, Παρίσι, 2014.
Jean LOPEZ « Les cents derniers jours d’Hitler – Chronique de l’apocalypse », Perrin, Παρίσι, 2015.
Jean LOPEZ και Lasha OTKHMEZURI « Grandeur et misère de l’Armée rouge », Seuil, Παρίσι, 2011/ επανέκδοση: Tempus, Perrin, Παρίσι, 2015.
Jean LOPEZ και Lasha OTKHMEZURI « Joukov, l’homme qui a vaincu Hitler », Perrin, Παρίσι, 2013.
Jean LOPEZ και Lasha OTKHMEZURI « Hitler a devancé un attaque de Staline » σε Jean LOPEZ και Olivier WIEVIORKA « Les Mythes de la Seconde Guerre Mondiale », Perrin, Παρίσι, 2015, σελ. 63-91.
Curzio MALAPARTE « Il Volga nasce in Europa » [«Ο Βόλγας πηγάζει από την Ευρώπη»], Bompiani, Μιλάνο, 1943, και πλήρης έκδοση Vallecchi, Φλωρεντία, 1965/ ελληνική έκδοση: «Οι Πηγές του Βόλγα (Γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση – Πολιορκία του Λένινγκραντ, 1941-1942)», σειρά Πόλεμος & Στρατηγική, αριθ. 18, Ιωλκός, Αθήνα, 2007.
Erich von MANSTEIN « Verlorene Siege », Bernard & Graefe Verlag, Κόμπλεντς-Βόννη, 2011 (πρώτη έκδοση: 1955)/ γαλλική έκδοση: « Mémoires » (επιμέλεια: Pierre SERVANT), Perrin, Παρίσι, 2015 (πρώτη γαλλική έκδοση: « Victoires perdues », Plon, Παρίσι, 1958).
Mark MAZOWERHitler’s Empire. Nazi Rule in Occupied Europe”, Allen Lane, Λονδίνο, 2008/ επανέκδοση Penguin Books, Λονδίνο, 2009.
Catherine MERRIDALEIvan’s War: Life and Death in the Red Army, 1939-1945”, Metropolitan Books, Νέα Υόρκη, 2006 / ελληνική έκδοση: «Ο πόλεμος του Ιβάν (Η πορεία του Κόκκινου Στρατού 1939-1945)» σειρά Πόλεμος & Στρατηγική, αριθ. 9, Ιωλκός, Αθήνα, 2007.
Marie MOUTIER « Lettres de la Wehrmacht » (πρόλογος: Timothy SNYDER), Perrin, Παρίσι, 2014.
Николай Николаевич НИКУЛИН «Воспоминания о войне», Издательство Гос. Эрмитажа, Λενινγκράντ/ Πετρούπολη 1975 (δεύτερη έκδοση: 2008).
Friedrich PAULUS « La bataille de Stalingrad » (παρουσίαση, σημειώσεις και επιμέλεια έκδοσης: Boris LAURENT), Nouveau Monde éditions, Παρίσι, 2014.
Pierre SERVANT « Von Manstein – Le stratège du IIIe Reich », Maîtres de Guerre, Perrin, Παρίσι, 2015.
Timothy SNYDERBloodlands: Europe between Hitler and Stalin”, Basic Civitas Books, Νέα Υόρκη, 2012/ γαλλική έκδοση: « Terres de Sang – L’Europe entre Hitler et Staline », Gallimard, Παρίσι, 2012.
Alexander WERTHRussia at War, 1941-1945”, Barrie & Rockliff, Λονδίνο, 1964/ γαλλική έκδοση: « La Russie en guerre », t. 1 « La patrie en danger, 1941-1942», t. 2 « De Stalingrad à Berlin, 1943-1945 », Texto, Tallandier, 2012.
Nicolas WERTH « Histoire de l’Union Soviétique – de l’Empire russe à la Communauté des États indépendants (1900-1991) », PUF, Παρίσι, 2012 (πρώτη έκδοση: 1990).
Olivier WIEVIORKA « L’économie soviétique ne pouvait rivaliser avec le potentiel industriel du Reich » σε Jean LOPEZ και Olivier WIEVIORKA « Les Mythes de la Seconde Guerre Mondiale », Perrin, Παρίσι, 2015, σελ. 129-145.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΕΚΛΑΪΚΕΥΜΕΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Le Figaro Histoire, n° 19, avril-mai 2015, 40-103 « Hitler – Les derniers jours » (κείμενα των: Jean-Louis THIÉRIOT, Jean-Paul BLED, Jean-Paul COINTET, Henri-Christian GIRAUD, Stéphane COURTOIS, Keith LOWE, Geoffroy CAILLET, Albane PIOT).
Ligne de Front (Histoire des Conflits du XXe siècle), n° 57, septembre-octobre 2015, David FRANÇOIS « La Bataille pour le Dniepr – Le choc des titans », σελ. 50-63.
Ligne de Front (Histoire des Conflits du XXe siècle), Hors-série n° 25, août-septembre 2015, « Le Guide de l’Armée Rouge ».
Paris Match & L’Histoire « 1945 – La Chute du Reich : le film des derniers mois » (κείμενα και συνεντεύξεις των: Olivier WIEVIORKA, Antony BEEVOR, Bruno CABANES, Édouard HUSSON, Régis Le SOMMIER, Anja KLABUNDE, Pierre MILZA, Annette WIEVIORKA, Frédérique NEAU-DUFFOUR, Timothy SNYDER, Philippe BURRIN, Anne APPLEBAUM, Fabien THÉOFILAKIS, Guillaume MOURALIS, Jean-Pierre AZÉMA), mars-avril 2015.
Paris Match, Hors-série, « Staline – Terreur, Guerre et Propagande » (κείμενα των: Alain FREREJEAN, Gérard CHAUVY, Sabine DULLIN, Alain BLUM, Nicolas WERTH, Alexandre SUMPH, François KERSAUDY, Philippe RICHARDOT, Simon VEILLE, Jean-Christophe BRISARD, Valérie DELMAS, Clémentine V. BARON, Paul FUKS, Régis Le SOMMIER), octobre 2015.

"Ζωή και Πεπρωμένο"

«Ζωή και Πεπρωμένο»

"Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί"

«Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί»

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Леонид Наумович ВОЛЫНСКИЙ «Сквозь Ночь», 1963, επανέκδοση: Терра, Μόσχα, 2005 [Λεονίντ ΒΟΛΙΝΣΚΙ (ψευδώνυμο του Λεονίντ Ναούμοβιτς ΡΑΜΠΙΝΟΒΙΤΣ) «Μέσα από τη Νύχτα»].
Василий Семёнович ГРОССМАН «Жизнь и судьба» (συγγραφή: 1950-1962), Терра – Книжный клуб, Μόσχα, 2005/ γαλλόφωνη έκδοση: Vassili GROSSMAN «Vie et destin», L’Age d’Homme, Λωζάννη, 1980 (μετάφραση: Alexis Berelowitch και Anne Coldefy-Faucard), επανέκδοση: Le livre de poche, 2005/ ελληνική έκδοση: «Ζωή και Πεπρωμένο», εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα, 2013.
Curzio MALAPARTE « Kaputt » Casella, Νάπολι, 1944/ τελική έκδοση: Guarnati, Μιλάνο, 1948/ γαλλική έκδοση: Éditions Denoël, Παρίσι, 1946 – έκδοση τσέπης: Folio 2014 (1972).
Erich Maria REMARQUE «Zeit zu leben und Zeit zu sterben», Kiepenheuer & Witsch, Κολωνία 1954/ γαλλικές εκδόσεις υπό τους τίτλους « Un temps pour vivre, un temps pour mourir » « L’Île d’espérance » Plon, Παρίσι, 1958/ ελληνική έκδοση υπό τον τίτλο « Ώρες αγάπης, ώρες πολέμου», Δωρικός, Αθήνα, 1975.
Константин Михайлович СИМОНОВ «Живые и мёртвые», 1959, επανέκδοση: Художественная литература, Μόσχα, 1989 [Κονσταντίν Μιχάιλοβιτς ΣΙΜΟΝΟΦ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί»].

Καπούτ

Καπούτ

ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΤΑΙΝΙΩΝ

"Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν" (η σκηνή του φιλιού)

«Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν» (η σκηνή του φιλιού)

– Михаил Константинович Калатозов «Летят журавли», 1957/ Μιχαήλ Κονσταντίνοβιτς Καλατόζοφ «Όταν Πετούν οι Γερανοί».
– Андрей Арсеньевич Тарковский «Иваново детство», 1962/ Αντρέι Αρσένιεβιτς Ταρκόφσκι «Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν».
– Сергей Фёдорович Бондарчук «Они сражались за Родину», 1975/ Σεργκέι Φιόντοροβιτς Μπονταρτσούκ «Πολέμησαν για την Πατρίδα».
– Элем Германович Климов «Иди и смотри», 1985/ Ελέμ Γκέρμανοβιτς Κλίμοφ «Έλα να δεις».
– Joseph Vilsmaier «Stalingrad», 1993.
– Oliver Hirschbiegel «Der Untergang» [«Η Πτώση»], 2004.

"Έλα να δεις"

«Έλα να δεις»

Ιερουσαλήμ-Μαρίενμπουργκ – μέρος IV: το τέλος (;) και η υστεροφημία του Τάγματος

Φεβρουαρίου 27, 2011

Οστερόντε, Πρωσία, 6 Ιανουαρίου 1453. Παραμονές, σχεδόν, του Δεκατριετούς Πολέμου που θα αποβεί μοιραίος για το κράτος των Τευτόνων. Ο τοπικός Τεύτονας διοικητής συντάσσει επιστολή προς τον Λουδοβίκο του Έρλιχσχάουζεν, μεγάλο μάγιστρο του Τάγματος. Του εκθέτει τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει στη συνεργασία του με τους ντόπιους ευγενείς. Μόλις συναντήθηκε με έναν από αυτούς τους γαιοκτήμονες, τον Πέτρες του Αρβάυντεν, από τον οποίο ζήτησε να παραχωρήσει στο Τάγμα για κάποιες εβδομάδες τους υποτελείς του χωρικούς, προκειμένου να βοηθήσουν σε εργασίες συντήρησης του κάστρου της περιοχής. Ο Πρώσος γαιοκτήμονας αρνείται. Ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος, τον οποίο παραθέτει αυτολεξεί στην επιστολή του ο διοικητής (βλ. Sylvain Gouguennheim “Les Chevaliers Teutoniques”, εκδ. Tallandier, Παρίσι, 2007, σελ. 551-552).

«- Άρχοντα! Κύριε Διοικητά! Κι εγώ είμαι ευγενής, όπως ακριβώς κι εσείς, κι αν παρίσταται ανάγκη μπορώ να το αποδείξω, όπως κάθε ευγενής. Ξέρετε, κύριε, αν δεν είχατε έρθει σ’ αυτήν εδώ τη χώρα δεν θα είχατε γίνει ποτέ άρχοντας…

– Τι είναι όλα αυτά που μου τσαμπουνάς βρε Πέτρες; Άν δεν ήμουν εγώ ο άρχοντάς σου, θα ήταν κάποιος άλλος στη θέση μου. Εσύ, πάντως, Πέτρες θα πρέπει οπωσδήποτε να έχεις έναν άρχοντα πάνω από σένα, γιατί είσαι τόσο ευγενής όσο μπορεί να είναι ευγενής μια αγριόκοτα!».

Το περιστατικό είναι ενδεικτικό του χάσματος ανάμεσα στο Τάγμα και τους υπηκόους του. Όπως ήταν μοιραίο, μετά από δύο και πλέον αιώνες κυριαρχίας των Τευτόνων έχει διαμορφωθεί αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε πρωσικό έθνος, με τις ελίτ του, γερμανικές ή εκγερμανισμένες, γαιοκτημόνων και πλουσίων εμπόρων, οι οποίες διεκδικούν το μερίδιό τους στην άσκηση εξουσίας. Το Τάγμα, όμως, δεν είναι διατεθειμένο να κάνει παραχωρήσεις. Αυτό που οπουδήποτε αλλού θα αποτελούσε φυσική εξέλιξη, δηλαδή η σταδιακή δημιουργία ενός έθνους σύμφωνα με τα πρότυπα των νεότερων χρόνων, έρχεται σε αντίθεση με την ίδια τη φιλοσοφία του κράτους ενός στρατιωτικού θρησκευτικού τάγματος το οποίο αποκλείει από την εξουσία οποιοδήποτε εξωτερικό προς αυτό στοιχείο. Ως εκ της φύσεως του τρόπου επάνδρωσης και λειτουργίας του Τάγματος, τα πρόσωπα που ασκούν εξουσία στην Πρωσία δεν έχουν ρίζες στον τόπο αυτό. Όσο για τους Πρώσους αριστοκράτες, ο μόνος τρόπος να διοικήσουν στην πατρίδα τους είναι να καταταγούν στο Τάγμα, δηλαδή να απεκδυθούν την ταυτότητά τους, χωρίς να είναι βέβαιο ότι το όνειρό τους θα εκπληρωθεί. Όλα αυτά έχουν ως συνέπεια την αποξένωση των Τευτόνων από τις τοπικές ελίτ, η οποία αποτυπώνεται στο παραπάνω περιστατικό μέσω μιας αμοιβαίας αμφισβήτησης της ιδιότητας του ευγενούς. Για τον γαιοκτήμονα, ο διοικητής είναι φορέας μιας δοτής εξουσίας που εκπορεύεται από έναν απρόσωπο οργανισμό. Για αυτό και ο υπαινιγμός («αν δεν είχατε έρθει σ’ αυτήν εδώ τη χώρα δεν θα είχατε γίνει ποτέ άρχοντας«): οι περισσότεροι από τους ιππότες κατάγονταν από οικογένειες μινιστράλιων, κατώτερων ευγενών, συχνά ταπεινής καταγωγής, που προήχθηκαν λόγω προσωπικής αξίας από τον αυτοκράτορα, δεν διέθεταν συνήθως φέουδα και αρκούνταν στην άσκηση καθηκόντων συμβούλου στην αυτοκρατορική ή σε κάποια φεουδαλική αυλή. Όσο για την οργισμένη απάντηση του διοικητή (σε ενικό, ενώ ο γαιοκτήμονας κρατά έστω τα προσχήματα χρησιμοποιώντας πληθυντικό), αποδεικνύει ότι για έναν Τεύτονα Ιππότη ο Πρώσος αριστοκράτης δεν είναι παρά ένας υποτελής που χρωστά την ανέλιξή του αποκλειστικά στο Τάγμα. Η σύγκρουση θα πληρωθεί ακριβά: τρεις μήνες αργότερα, η πρωσική Δίαιτα θα δηλώσει υποτέλεια στον Πολωνό μονάρχη και θα τον καλέσει να καταλάβει τη χώρα. Τη συνέχεια την είδαμε στο τρίτο μέρος της σειράς.

Με άλλα λόγια, η παρακμή και το ουσιαστικό τέλος του Ordensstaat δεν οφείλεται απλά στο ότι το Τάγμα έχασε, παρά την όποια ηρωϊκή αντίσταση, έναν κρίσιμο πόλεμο, αλλά στη διττή αδυναμία προσαρμογής στις εξελίξεις: αφενός, μετά τον προσηλυτισμό και των Λιθουανών στον χριστιανισμό, η Πρωσία είναι ένα κράτος σαν όλα τ’ άλλα. Οι Τεύτονες δεν μπορούν πλέον να καλούν σε σταυροφορίες ή να εμφανίζονται ως προστάτες της πίστης, κατά μείζονα λόγο όταν το ιδανικό των σταυροφοριών έχει ξεθυμάνει. Υποχρεωμένοι να αναζητήσουν συμμαχίες στη διεθνή διπλωματική σκηνή, χωρίς εγγενή επικοινωνιακά πλεονεκτήματα, δεν θα αποδειχθούν αρκετά επιδέξιοι ή τυχεροί. Αφετέρου, η ίδια η φύση ενός Ordensstaat αποδεικνύεται ασύμβατη με το υπό διαμόρφωση εθνικό κράτος. Το κράτος των ιπποτών ήταν καταδικασμένο να χαθεί γιατί η ίδια η εξέλιξη της Ιστορίας το είχε ξεπεράσει. Από την άποψη αυτή, το τέλος της Πρωσίας των Τευτόνων σηματοδοτεί την αλλαγή εποχής, τη μετάβαση από τον Μεσαίωνα (τις δομές και τις αντιλήψεις του οποίου εξέφραζε με απόλυτη επιτυχία) στους νεότερους χρόνους. Ας δούμε πώς ακριβώς γράφτηκε ο επίλογος πρώτα του κράτους κι έπειτα του ίδιου του Τάγματος (Ι), για να εξετάσουμε στη συνέχεια τον τρόπο με τον οποίο εκτιμήθηκε η κληρονομιά των Τευτόνων Ιπποτών στον χώρο δράσης τους (ΙΙ).

Ι. Το τέλος (;)

Όπως είδαμε στο προηγούμενο επεισόδιο, μετά την ταπεινωτική δεύτερη συνθήκη ειρήνης του Τορν το 1466, οι Τεύτονες έχασαν το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών τους, εκτός από την Ανατολική Πρωσία και την Πομεσανία. Διατηρούνται, βέβαια, οι εκτεταμένες κτήσεις του Τάγματος στη Λιβονία, όπου όμως οι Τεύτονες αποτελούν απλώς μία μεταξύ πλειόνων δυνάμεων εξουσίας, καθώς και αυτές στα εδάφη της Γερμανικής Αυτοκρατορίας κι αλλού στην Ευρώπη. Η κατάσταση είναι δυσχερέστατη, συγκρινόμενη με το άμεσο παρελθόν, αλλά όχι απαραίτητα καταδικαστική. Οι ίδιοι θα αναζητήσουν τρόπους επιβίωσης και, ει δυνατόν, ανάκτησης των χαμένων εδαφών. Ιστορικές εξελίξεις και συγκυρίες μάλλον απρόβλεπτες για τον άνθρωπο του τέλους του 15ου αιώνα θα φέρουν το οριστικό τέλος του Ordensstaat (Α). Όχι πάντως και του ίδιου του Τάγματος, το οποίο θα προσπαθήσει να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Σε σχέση με τα περασμένα μεγαλεία, θα μπορούσε να γίνει λόγος για παρακμή, ακόμη και για εκφυλισμό. Μια τέτοια εκτίμηση θα παρέβλεπε τη διαρκή προσπάθεια ενός τάγματος το οποίο, παρά τις τόσες αντιξοότητες, εξακολουθεί να υφίσταται, τυπικά τουλάχιστον, ακόμη και σήμερα (Β).

Α. Το τέλος του Ordensstaat

α. Ο αγώνας για την επιβίωση: Σε ό,τι έχει απομείνει από την Πρωσία το έργο της ανασυγκρότησης είναι δύσκολο. Ο πόλεμος προκάλεσε ανυπολόγιστες καταστροφές. Το 80 % των χωριών έχουν καταστραφεί ή εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους τους (Alain Demurger “Chevaliers du Christ – Les ordres religieux-militaires au Moyen Âge, XIe-XVIe siècle, εκδ. Seuil, Παρίσι, 2002, σελ. 271). Στη Λιβονία, το Τάγμα βρίσκεται σε διαρκή διαμάχη με τους άλλους δύο πόλους εξουσίας, δηλαδή την Εκκλησία και τους αστούς της Ρίγας και των μεγαλύτερων πόλεων. Ωστόσο, οι Τεύτονες αποτελούν σημαντική στρατιωτική δύναμη, ιδίως στη Λιβονία. Σ’ αυτό ακριβώς το στοιχείο στηρίζεται η ουσιαστικότερη ίσως από τις τελευταίες ελπίδες του Τάγματος για επιβίωση.

1. Σε αναζήτηση νέας νομιμοποίησης: Το Τάγμα χρειάζεται νέους αντιπάλους οι οποίοι θα νομιμοποιούν τη δράση του στα μάτια της χριστιανικής Ευρώπης. Πρέπει επομένως να πρόκειται για αλλόθρησκους ή έστω αλλόδοξους εχθρούς. Στη Λιβονία ο προφανής αντίπαλος είναι η όλο και ισχυρότερη ορθόδοξη Ρωσία: ήδη από το 1450 οι Τεύτονες Ιππότες κινητοποιούν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν τη ρωσική απειλή. Προκειμένου να αντιμετωπίσει καλύτερα τον κίνδυνο (αλλά και για να απομακρυνθεί από την πίεση που ασκούν ο αρχιεπίσκοπος και οι αστοί της Ρίγας), ο μάγιστρος της Λιβονίας Ιωάννης Βαλντχάους του Χέερζε μεταφέρει, γύρω στα 1470, την έδρα του στο Φέλλιν (σημερινό Βιλιάντι στην Εσθονία). Ο ηγεμόνας της Μόσχας και του Βλαντίμιρ, ο φιλόδοξος Ιβάν Γ΄ (σύζυγος της Ζωής – Σοφίας για τους Ρώσους – Παλαιολογίνας, η οποία θα φέρει σαν προίκα της τον βυζαντινό δικέφαλο αετό που πρόκειται να γίνει σύμβολο της ρωσικής μοναρχίας) θα απειλήσει σοβαρά τους καθολικούς της Λιβονίας: αφού κατακτήσει το Νόβγκοροντ και τις υπόλοιπες ρωσικές ηγεμονίες, ο Ιβάν στρέφεται προς δυσμάς. Το 1480 πολιορκεί το Φέλλιν, το 1492 κατασκευάζει το οχυρό του Ιβάνγκοροντ, ακριβώς απέναντι από το κάστρο των Τευτόνων στη Νάρβα, δυο χρόνια μετά συλλαμβάνει και φυλακίζει όλους τους Γερμανούς εμπόρους που βρίσκονται στο Νόβγκοροντ. Το καλοκαίρι του 1502, ο Βόλτερ του Πλέττενμπεργκ, μάγιστρος της Λιβονίας, ενισχυμένος με μισθοφορικά στρατεύματα που στρατολόγησε στη Γερμανία και βοηθούμενος από τους Λιθουανούς, κινείται εναντίον του Ρώσου ηγεμόνα. Στην αποφασιστική μάχη που θα δοθεί κοντά στη λίμνη Σμόλινα (13 Σεπτεμβρίου) ο ρωσικός στρατός θα συντριβεί.

Ο ιδανικός, όμως, αντίπαλος από άποψη νομιμοποίησης είναι οι Τούρκοι, που έχοντας κυριαρχήσει σε ολόκληρη τη βαλκανική χερσόνησο επιχειρούν να επεκταθούν προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Το Τάγμα αποφασίζει να συνδράμει τους Πολωνούς και τους Ούγγρους που βρίσκονται πια στην πρώτη γραμμή της σύγκρουσης με τους Οθωμανούς. Έτσι, το 1497 ο μέγας μάγιστρος Ιωάννης του Τίφεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμα του επικυρίαρχού του Πολωνού μονάρχη και προστρέχει να τον βοηθήσει με 4.000 άνδρες στον πόλεμο κατά των Τούρκων. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας και ενώ η στρατιά προχωρούσε κατά μήκος του Δνείστερου θα προσβληθεί από δυσεντερία και θα πεθάνει λίγες εβδομάδες αργότερα.

2. Σε αναζήτηση προστάτη: Το 1498, η συνέλευση του Τάγματος λαμβάνει μια απόφαση που σηματοδοτεί ουσιώδη πολιτική μεταστροφή: για πρώτη φορά εκλέγει για μεγάλο μάγιστρο πρόσωπο εκτός του Τάγματος. Ο εκλεκτός της συνέλευσης είναι ο Φρειδερίκος της Σαξονίας. Θέτοντας επικεφαλής του ένα Γερμανό ηγεμόνα, το Τάγμα αποκτά έναν ήδη ισχυρό αρχηγό με έτοιμες συμμαχίες και εκ των πραγμάτων μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ. Πράγματι, η πρώτη κίνηση του Φρειδερίκου είναι να αρνηθεί να ορκισθεί υποτέλεια στον βασιλέα της Πολωνίας. Ο Φρειδερίκος θέλει να διακηρύξει ότι το Τάγμα είναι ανεξάρτητο και έτσι σκοπεύει να πορευτεί στο μέλλον. Η Πολωνία σε πρώτο χρόνο δεν αντιδρά. Δώδεκα χρόνια αργότερα, το Τάγμα ακολουθεί την ίδια οδό, επιλέγοντας ξανά ένα Γερμανό ηγεμόνα ως μεγάλο μάγιστρο: τον Αλβέρτο του Βρανδεβούργου από τον οίκο των Χοεντσόλλερν. Ούτε ο Αλβέρτος δέχεται να δώσει όρκο υποτέλειας στον Πολωνό μονάρχη, αυτή τη φορά, όμως, οι Πολωνοί αντιδρούν. Η διαμεσολάβηση του αυτοκράτορα Κάρολου Κουίντου αποτυγχάνει, ο Αλβέρτος αρνείται να υποχωρήσει. Πρωσία και Πολωνία ετοιμάζονται για πόλεμο. Μια από τις σημαντικότερες καθολικές μοναρχίες κι ένα καθολικό τάγμα πρόκειται ν’ αλληλοσπαραχθούν την ώρα που η Γερμανία διχάζεται από το κήρυγμα του Λούθηρου. Ο αυτοκράτορας επιβάλλει ανακωχή στους δύο αντιπάλους. Και τότε θα συμβεί το φαινομενικά απροσδόκητο που θα σφραγίσει την ιστορία των Τευτόνων και της Πρωσίας.

β. Η στροφή στον Προτεσταντισμό – 1. Στην Ανατολική Πρωσία: Ο Αλβέρτος αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα: ταξίδεψε στη Βιττεμβέργη και συνάντησε τον Λούθηρο! Επιστρέφοντας στο Κένιγκσμπεργκ δήλωσε την απόφασή του να διαρρήξει τις σχέσεις του με την Αγία Έδρα, ασπαζόμενος το λουθηρανικό κήρυγμα, και να ελευθερωθεί από τους θρησκευτικούς όρκους του. Ειλικρινής πίστη στη διδασκαλία του Λούθηρου ή υπολογισμένη πολιτική απόφαση; Πιθανότατα και τα δύο (ο Αλβέρτος αλληλογραφούσε με τον Λούθηρο από το 1523 τουλάχιστον). Στην πλειονότητά τους, πάντως, οι ιππότες του Τάγματος στην Πρωσία τον ακολούθησαν: το 1523, το Ordensstaat μεταλλασσόταν σε κοσμικό δουκάτο πιστό στη Μεταρρύθμιση (Demurger, όπ.π., σελ. 272) !  Έπειτα, ο Αλβέρτος στράφηκε στην Πολωνία ζητώντας διαπραγματεύσεις: τον Απρίλιο του 1525 υπογράφηκε στην Κρακοβία συνθήκη ειρήνης. Ο Πολωνός βασιλέας Σιγισμούνδος Α΄, αναγνώρισε το δουκάτο της Ανατολικής Πρωσίας. Ο Αλβέρτος ορκίσθηκε υποτέλεια στον θρόνο της Πολωνίας και έλαβε το δουκάτο του ως κληρονομικό φέουδο πλέον. Οι αδελφοί του Τάγματος στη Γερμανία και στη Λιβονία αντέδρασαν στην, κατ’ αυτούς, προδοσία του Αλβέρτου του Βρανδεβούργου, που δεν δίστασε να δηλώσει υποτέλεια στους Πολωνούς με όρους πολύ πιο επαχθείς από αυτούς της δεύτερης συνθήκης του Τορν. Το 1526 εξέλεξαν ως μεγάλο μάγιστρο τον Βάλτερ του Κρόνμπεργκ, έως τότε μάγιστρο της Γερμανίας, και διεκδίκησαν την επιστροφή του Κένιγκσμπεργκ και της υπόλοιπης Ανατολικής Πρωσίας, προσφεύγοντας στο Δικαστήριο της Αυτοκρατορίας (Reichskammergericht). Μολονότι αυτό τους δικαίωσε με την απόφαση που εξέδωσε το 1532, ο Αλβέρτος πρόλαβε να συνάψει συμμαχίες με τους υπόλοιπους προτεστάντες ηγεμόνες και δεν κινδύνεψε ουσιαστικά ποτέ να χάσει το δουκάτο του.

2. Στη Λιβονία: Ο μάγιστρος Πλέττενμπεργκ δεν ακολούθησε το παράδειγμα του Αλβέρτου και παρέμεινε πιστός στη Ρώμη. Καθώς, όμως, η Μεταρρύθμιση κέρδιζε όλο και περισσότερους πιστούς, ακόμη και μεταξύ των ίδιων των ιπποτών, αναγκάστηκε να εκδώσει διάταγμα ανοχής προς τους προτεστάντες. Παρά τις όλο και αυξανόμενες αντιξοότητες, το Τάγμα κατόρθωσε να επιβιώσει στη Λιβονία για άλλα 40 περίπου χρόνια. Το μέλλον, όμως, διαγραφόταν όλο και πιο αβέβαιο μεταξύ της ρωσικής σφύρας και του πολωνικού άκμονος, ιδίως μετά την άνοδο του Ιβάν Δ΄ του Τρομερού στον ρωσικό θρόνο.  Το 1551 ο Ρώσος μονάρχης επέβαλε φόρο υποτέλειας στους Τεύτονες, το 1558 κατέκτησε τη Νάρβα και το Ντόρπατ, το 1561 το Φέλλιν. Ενδιαμέσως, οι Τεύτονες είχαν υποστεί συντριπτική ήττα από τους Ρώσους στο Έργκεμε (2 Αυγούστου 1560). Ταυτόχρονα Δανοί και Σουηδοί αποσπούσαν τμήματα της Εσθονίας. Έτσι, ο μάγιστρος της Λιβονίας Γοττάρδος Κέττλερ αποφάσισε να εφαρμόσει κατά γράμμα τη στρατηγική του Αλβέρτου του Βρανδεβούργου: ασπάσθηκε τον προτεσταντισμό και, στις 28 Νοεμβρίου 1561, σύναψε συνθήκη ειρήνης με την Πολωνία στο Βίλνιους. Ο Κέττλερ παρέδωσε τη Λιβονία στους Πολωνούς, απαρνήθηκε το Τάγμα, δήλωσε υποτέλεια στον Πολωνό μονάρχη και σε αντάλλαγμα έλαβε ως κληρονομικό φέουδο το δουκάτο της Κουρλάνδης. Όπως σημειώνει ο Ντεμυρζέ (όπ.π., σελ. 273) «η καθολικότατη Πολωνία, ορκισμένη εχθρός του καθολικού τάγματος των Τευτόνων κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων του Μεσαίωνα, είχε πλέον υποτελείς δύο προτεστάντες, κληρονόμους και ολετήρες ταυτόχρονα του Τάγματος στη Βαλτική!«

Β. Ζωή χωρίς κράτος – Το Τάγμα στην υπηρεσία της Γερμανικής αυτοκρατορίας

Η απώλεια του κράτους της Ανατολικής Πρωσίας και των κτήσεων της Λιβονίας δεν σήμαινε και το τέλος του Τάγματος των Τευτόνων, το οποίο επέλεξε τη πλέον φυσική λύση για τα συμφέροντά του. Επικέντρωσε το ενδιαφέρον του και συνέδεσε τη μοίρα του με τη Γερμανική Αυτοκρατορία, ιδίως δε με τoν οίκο των Αψβούργων, οι εκπρόσωποι του οποίου σχεδόν μονοπωλούν τον αυτοκρατορικό θώκο ήδη από τα τέλη του 13ου αιώνα.

Η εξέλιξη αυτή έχει προετοιμαστεί σταδιακά, κυρίως από τους μάγιστρους της Γερμανίας. Άλλωστε, από το 1494 ο αυτοκράτορας Μαξιμιλιανός Α΄ ανακηρύσει τον μάγιστρο της Γερμανίας Ανδρέα του Γκρούμπαχ «ηγεμόνα της Αυτοκρατορίας» με εκλεκτορικά δικαιώματα (Reichsfürst), δηλαδή ανώτατο ευγενή με δικαίωμα ψήφου στην αυτοκρατορική Δίαιτα. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Γκούγκενάιμ (όπ.π., σελ. 590), ο μεγάλος μάγιστρος θα λάβει τον ίδιο τίτλο μόλις το 1524. Λαμβανομένης υπόψη της μεταστροφής στον προτεσταντισμό του Αλβέρτου του Βρανδεβούργου την επόμενη χρονιά, το Τάγμα είχε στις τάξεις του δύο εκλέκτορες μόλις για ένα χρόνο, μια και μετά την ανάδειξη του Βάλτερ του Κρόνμπεργκ στο ύπατο αξίωμα ο μεγάλος μάγιστρος είναι ταυτόχρονα και μάγιστρος της Γερμανίας. Βεβαίως, το Τάγμα έπρεπε να επιλέξει και νέα έδρα: ο Κρόνμπεργκ προτίμησε το Μέργκεντχάιμ στη Βυρττεμβέργη, πιο κοντά στους κύριους συγκοινωνιακούς άξονες από τη μέχρι τότε έδρα του μαγίστρου της Γερμανίας, το Μπουργκ Χόρνεκ (στην ίδια περιοχή, αλλά λίγο δυτικότερα).

α. Η περίοδος των στοχαστικών προσαρμογών – Το Τάγμα απέναντι στον προτεσταντισμό: Το πρόβλημα για τους Τεύτονες είναι ότι η μεταφορά της έδρας στη Γερμανία συμπίπτει με μια περίοδο κρίσεων, αναβρασμού και ταραχών. Η θρησκευτική διαμάχη μεταξύ Καθολικής Εκκλησίας και Μεταρρύθμισης ανοίγει τον ασκό του Αιόλου δίνοντας την ευκαιρία δυναμικής διεκδίκησης κοινωνικών και πολιτικών αιτημάτων. Είναι η εποχή της εξέγερσης που έμεινε στην Ιστορία ως ο Πόλεμος των Χωρικών (Bauernkrieg). Η εξέγερση προκαλεί μεγάλες καταστροφές στις κτήσεις των Τευτόνων: μεταξύ άλλων, τον Μάΐο του 1525 λεηλατείται και πυρπολείται το κάστρο του Χόρνεκ. Τα αρχεία του μαγίστρου της Γερμανίας καταστρέφονται. Αν, όμως, οι ταραχές ήταν ένα παροδικό πρόβλημα, το ζήτημα της θρησκευτικής διαμάχης έθετε σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη του καθολικού Τάγματος. Η Μεταρρύθμιση εξαπλωνόταν με ραγδαίους ρυθμούς στη Γερμανία: οι περισσότεροι από τους ιερείς του Τάγματος ασπάστηκαν γρήγορα τον προτεσταντισμό. Αν και η πλειονότητα των ιπποτών παρέμεινε πιστή στη Ρώμη, ωστόσο οι απώλειες ήταν σημαντικές, τόσο σε επίπεδο έμψυχου δυναμικού όσο και από οικονομική άποψη. Όταν σε μια περιφέρεια οι προτεστάντες ξεπερνούσαν τους καθολικούς, το Τάγμα κινδύνευε να τη χάσει. Έπρεπε, επομένως, να βρεθούν ευέλικτες λύσεις που θα επέτρεπαν τη συνύπαρξη διαφορετικών δογμάτων προς το συμφέρον του Τάγματος.

Στα μέσα του 16ου αιώνα, τρεις διοικητικές περιφέρειες των Τευτόνων είχαν περάσει στο στρατόπεδο της Μεταρρρύθμισης (Θουριγγία, Σαξονία, Ουτρέχτη). Η Έσση παρουσίαζε την απίστευτη ιδιατερότητα να είναι τρι-δογματική! Στο αξίωμα του βαΐλου της περιφέρειας εναλλάσσονταν καθολικοί, λουθηρανοί και καλβινιστές ιππότες (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 592). Οι υπόλοιπες περιφέρειες και ο μεγάλος μάγιστρος παρέμεναν στις τάξεις του καθολικισμού. Η ανάγκη να αποτραπεί ο διχασμός ή έστω να μειωθούν οι απώλειες οδήγησε τη γενική συνέλευση των Τευτόνων να αποφασίσει στο Μέργκεντχάιμ το 1557 ότι οι αδελφοί ήταν ελεύθεροι να επιλέξουν δόγμα, δίνοντας όμως όρκο ότι θα σέβονταν την κυριότητα των περιουσιακών στοιχείων του Τάγματος. Το 1575, στην Ερφούρτη, το Τάγμα αποφάσιζε ότι μπορούσε να δέχεται στις τάξεις του προτεστάντες και ως νέους ιππότες. Καταστατικό και κανονισμοί αναθεωρήθηκαν προκειμένου να διασφαλισθεί η μεγαλύτερη δυνατή θρησκευτική ελευθερία των μελών. Ο συνεκτικός κρίκος δεν ήταν πια ο καθολικισμός, αλλά η ένωση των αδελφών του Τάγματος στην τήρηση των τριών όρκων (πενίας, αγνότητας και υπακοής).

Οι Τεύτονες και η Αγία Έδρα: Η ρεαλιστική στάση του Τάγματος στο ζήτημα του προτεσταντισμού το απομάκρυνε μοιραία από την Αγία Έδρα, η οποία έτσι κι αλλιώς δεν έδειχνε εδώ και καιρό το ίδιο ενδιαφέρον για τη διασφάλιση των προνομίων των Τευτόνων (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 596). Το 1494, ο πάπας Ιννοκέντιος Η΄ δεν δίστασε να μεταβιβάσει, χωρίς τη συγκατάθεση του Τάγματος, στον διαβόητο καρδινάλιο (και μετέπειτα πάπα Αλέξανδρο Στ΄) Ροδρίγο Βοργία όλα τα περιουσιακά στοιχεία που είχαν οι Τεύτονες στη Σικελία. Ο Βοργίας, όταν έγινε πάπας, πούλησε την περιουσία αυτή στον αρχιεπίσκοπο της Σαραγόσας. Βεβαίως, το ίδιο το Τάγμα με την αδιαφορία που είχε επιδείξει για τις σικελικές κτήσεις του είχε εμμέσως βοηθήσει την όποια παπική αυθαιρεσία. Κάποτε στρατηγικής σημασίας, ως βάση ανεφοδιασμού των Αγίων Τόπων, η περιφέρεια της Σικελίας είχε από καιρό πέσει σε αφάνεια, όταν το Τάγμα είχε στρέψει το ενδιαφέρον του στη Βαλτική. Τώρα που το κράτος και οι κτήσεις της Βαλτικής χάνονταν και οι ιταλικές κτήσεις αποκτούσαν και πάλι οικονομικό και στρατηγικό ενδιαφέρον για τον αγώνα κατά των Τούρκων ήταν πολύ αργά! Όσες προσπάθειες κι αν έκαναν οι Τεύτονες για την ανάκτηση των περιουσιακών στοιχείων τους στη Νότια Ιταλία (μεσολάβηση των Αψβούργων ή διαφόρων καρδιναλίων) όλες έπεσαν στο κενό.

Χαρακτηριστικό της κατάστασης που επικρατούσε κατά τα τελευταία χρόνια της τευτονικής διοίκησης Σικελίας είναι και το ακόλουθο περιστατικό (Kristjan Toomaspoeg “Histoire des Chevaliers Teutoniques” εκδ. Flammarion, Παρίσι, 2001, σελ. 59): όταν το 1491 επισκέπτονται το διοικητήριο του Παλέρμου οι επιθεωρητές του Τάγματος διαπιστώνουν ότι η πραγματικότητα ξεπερνά τους χειρότερους φόβους τους. Ο Τεύτονας διοικητής στο Παλέρμο είναι ύποπτος για σειρά οικονομικών σκανδάλων, έχει πέντε τουλάχιστον ερωμένες κι αμέτρητα παιδιά, ενώ σπαταλά τα χρήματα του Τάγματος για να ικανοποιήσει το πάθος του για τα ακριβά ενδύματα και για τη χαρτοπαιξία. Ταυτόχρονα, όπως κι ένας ακόμη αδελφός του Τάγματος, κατηγορείται ότι διατηρεί ομοφυλοφυλικές σχέσεις με υπηρέτες. Ο ιερέας που υπηρετεί στην περιφερειακή διοίκηση Σικελίας συζεί με μια γυναίκα. Δύο άλλοι αδελφοί είναι κλεισμένοι στη φυλακή για κλοπή. Κι ο μοναδικός «καλός» Τεύτονας ιππότης της υπηρεσίας δεν μπορεί να αντιδράσει σ’ αυτό το κλίμα σήψης και διαφθοράς, για τον απλό λόγο ότι τον έχει ρημάξει το πιοτό!

Το Τάγμα στάθηκε πιο τυχερό όσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία του στα παπικά κράτη. Επέδειξε άλλωστε πολύ μεγαλύτερο κι έγκαιρο ενδιαφέρον γι’ αυτά, μια και ήταν απαραίτητα (από οικονομική άποψη) προκειμένου να συνεχίσει να έχει διπλωματική εκπροσώπηση στην παπική αυλή. Η μόνιμη αντιπροσωπεία των Τευτόνων στην Αγία Έδρα καθιστά δυνατή την καλύτερη υποστήριξη και διεκδίκηση των αιτημάτων του Τάγματος: διατήρηση των προνομίων που αποκτήθηκαν κατά τον Μεσαίωνα, τυπική και ουσιαστική ισότητα με το άλλο στρατιωτικό θρησκευτικό τάγμα (τους Ιωαννίτες) κ.ο.κ.

β. Οι Τεύτονες και η Αυτοκρατορία: Καθ’ όλη τη διάρκεια του 16ου αιώνα οι σχέσεις του Τάγματος με τον οίκο των Αψβούργων γίνονται όλο και στενότερες. Οι Τεύτονες διευρύνουν τους ορίζοντες της πολιτικής δράσης τους, αλλά χάνουν μέρος της αυτονομίας τους (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 593 επ.). Το 1590 εκλέγεται ως μεγάλος μάγιστρος ο αρχιδούξ Μαξιμιλιανός των Αψβούργων, ο οποίος τροποποιεί τους κανονισμούς του Τάγματος, επιβάλλοντας την υποχρέωση κάθε ιππότη να μετέχει σε πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Τούρκων για τουλάχιστον τρία χρόνια. Μετά τον Μαξιμιλιανό, στο αξίωμα του μεγάλου μαγίστρου ανέρχονται πλέον μόνο μέλη της οικογένειας των Αψβούργων ή των πιστότερων σ’ αυτούς οικογενειών ευγενών (όπως οι Βίττελσμπαχ). Συνήθως, ο μεγάλος μάγιστρος είχε και πλήθος άλλων τίτλων και αξιωμάτων (κοσμικών και εκκκλησιαστικών): ο Λεοπόλδος Γουλιέλμος της Αυστρίας (μεγάλος μάγιστρος από το 1641 έως το 1662) ήταν ταυτόχρονα και αρχιδούξ της Αυστρίας, επίσκοπος-ηγεμόνας του Πασσάου και του Στρασβούργου, αρχιεπίσκοπος Βρέμης και Μαγδεβούργου, ηγούμενος της ιστορικής μονής του Μούρμπαχ, αυτοκρατορικός αρχιστράτηγος και πολλά ακόμη.

Η πολεμική δράση του Τάγματος: Η ουσιαστική νομιμοποίηση της ύπαρξης του Τάγματος δεν έπαψε να είναι ο αγώνας κατά των απίστων. Οι Τεύτονες συμμετέχουν με τις περισσότερες στρατιωτικές δυνάμεις τους στις προσπάθειες των Αψβούργων να συγκρατήσουν την επεκτατική ορμή των Οθωμανών. Αργότερα θα συσταθεί ένα ειδικό σύνταγμα για τα μέλη του Τάγματος, το οποίο θα ονομασθεί Hoch- und Deutschmeister Regiment. Το σύνταγμα αυτό θα πολεμήσει μεταξύ άλλων για την υπεράσπιση της Ουγγαρίας από την τουρκική εισβολή (1696-98) και στην Ολλανδία εναντίον των δυνάμεων του Λουδοβίκου ΙΔ΄.

Το 1809, ο Ναπολέων διαλύει το Τάγμα των Τευτόνων σε όλα τα εδάφη της λεγόμενης «Συνομοσπονδίας του Ρήνου» και διανέμει την περιουσία τους στους διάφορους Γερμανούς ηγεμόνες. Το Τάγμα επιβιώνει μόνο στα εδάφη που εξακολουθούν να ελέγχουν οι Αψβούργοι. Μεταφέρει την έδρα του στη Βιέννη και, βάσει καταστατικού πλέον, επιλέγει τον εκάστοτε μεγάλο μάγιστρο αποκλειστικά μεταξύ των μελών της αυτοκρατορικής οικογένειας.  Το σύνταγμα των Τευτόνων θα παραμείνει στην υπηρεσία των Αψβούργων και της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας μέχρι την κατάλυση της μοναρχίας το 1918. Την επόμενη χρονιά, ο νόμος περί καταργήσεως των τίτλων ευγενείας [Gesetz vom 3. April 1919 über die Aufhebung des Adels, der weltlichen Ritter- und Damenorden und gewisser Titel und Würden (Adelsaufhebungsgesetz)] θα δώσει τυπικό τέλος στην ύπαρξη του Τάγματος. Ωστόσο, θα συνεχίσει να υφίσταται σύνταγμα πεζικού με το όνομα Hoch- und Deutschmeister Regiment. Μάλιστα, οι συνωμότες που ανέτρεψαν και δολοφόνησαν τον καγκελάριο Ντόλλφους φορούσαν τη στολή του συντάγματος αυτού! Μετά την προσάρτηση της Αυστρίας από τη ναζιστική Γερμανία (Anschluß), το σύνταγμα μοιράστηκε σε δύο που ανήκαν στην 44η Μεραρχία Πεζικού της Βέρμαχτ και πολέμησε κυρίως στο ρωσικό μέτωπο. Το ουσιαστικό τέλος του γράφτηκε στο Σταλινγκράντ.

Το ίδιο το Τάγμα των Τευτόνων, μετονομασμένο από το 1929 σε «Γερμανικό Τάγμα», αποκτά τη μορφή αμιγώς εκκλησιαστικής οργάνωσης. Για πρώτη φορά οι μεγάλοι μάγιστροι είναι ιερωμένοι. Μετά το Άνσλους, το ναζιστικό καθεστώς απαγορεύει το Τάγμα και φυλακίζει ή εκτοπίζει τους αξιωματούχους του. Παρ’ όλα αυτά, το πάλαι ποτέ Τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών θα ανασυσταθεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Με έδρα πάντα τη Βιέννη συνεχίζει να υπάρχει ακόμη και σήμερα με αποστολή αποκλειστικά φιλανθρωπική (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 598/ Toomaspoeg, όπ.π., σελ. 161-162).

Κάπως έτσι το Τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών κατόρθωσε να διαβεί τους αιώνες για να φτάσει μέχρι τις μέρες μας. Λιγότερο εντυπωσιακή απ’ ότι στα χρόνια του Μεσαίωνα, η δράση του δεν υπήρξε αμελητέα. Σίγουρα, όμως, δεν έχει καμία σχέση με τον μύθο ή μάλλον τους μύθους του Τάγματος, όπως καλλιεργήθηκαν από δυνάμεις εξουσίας κι ιστορικούς.

ΙΙ. Υστεροφημία: η εικόνα και ο μύθος του Τάγματος μέσα από την ιστοριογραφία

Ποια ακριβώς ανάμνηση άφησε το Τάγμα στις περιοχές δράσης του; Ποια εικόνα του προτίμησαν να δώσουν οι εκάστοτε πολιτικές εξουσίες και η επίσημη ιστοριογραφία; Το εντυπωσιακό είναι ότι σχεδόν πάντα έχουμε να κάνουμε περισσότερο με ένα μύθο που μεταλλάσσεται αναλόγως των εποχών και των συγκυριών, παρά με μια ιστορικά πιστή εικόνα. Η στρατευμένη ιστοριογραφία και η προπαγάνδα κάνουν θαύματα! Ακολουθώντας την εμπεριστατωμένη ανάλυση στην οποία προβαίνει ο Γκούγκενάιμ στη μονογραφία του (όπ.π., σελ. 598-620), διαπιστώνουμε ότι ύστερα από μια εποχή απόρριψης της τευτονικής κληρονομιάς (Α), η ιστορία του Τάγματος χρησιμοποιήθηκε κατά το δοκούν από τον γερμανικό και τον πολωνικό εθνικισμό (Β).

Α. Η απόρριψη

Στην Πρωσία του 17ου αιώνα οι ιστοριογράφοι έρχονταν αντιμέτωποι με αγεφύρωτες αντιφάσεις: η οικειοποίηση της ένδοξης κληρονομιάς των Τευτόνων ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με την ανάγκη να αποκρουσθούν οι εδαφικές διεκδικήσεις του Τάγματος και με το κοινό αίσθημα που θεωρούσε τους Τεύτονες κατακτητές και καταπιεστές από τους οποίους αποκτήθηκε η ελευθερία χάρη στην εξέγερση του 1454. Για κάποιους η λύση συνίστατο σε μια εντελώς  αυθαίρετη διάκριση μεταξύ ενός Τάγματος που αναλαμβάνει τον ρόλο του εκπολιτιστή των ειδωλολατρών και του προστάτη των χριστιανών κατά τον 13ο-14ο αιώνα και ενός δεσποτικού κυρίαρχου του 15ου αιώνα. Άλλοι, πάλι, απέρριπταν συνολικά τους Τεύτονες ως βίαιους και άπληστους εισβολείς.

Η εχθρότητα προς το Τάγμα ήταν εντονότερη στην πολωνοκρατούμενη Δυτική και Κεντρική Πρωσία, παρά στο δουκάτο των Χοεντσόλλερν. Στο Κένιγκσμπεργκ κυβέρνησαν οι απόγονοι του Αλβέρτου μέχρι το 1618, όταν, μέσω γάμου, το δουκάτο πέρασε στα χέρια του μείζονος κλάδου των Χοεντσόλλερν, αυτού των εκλεκτόρων του Βρανδεβούργου. Από εδαφική άποψη το κράτος της Πρωσίας όπως το γνωρίζουμε στη νεότερη Ιστορία είχε ήδη συσταθεί. Το 1701, ο Φρειδερίκος της Πρωσίας απέκτησε τον τίτλο του βασιλέα, χάρη στην υποστήριξη που παρείχε στον αυτοκράτορα Λεοπόλδο Α΄ κατά τον Πόλεμο της Ισπανικής Διαδοχής. Η εξέλιξη αυτή θα επηρεάσει ριζικά τις κρατούσες αντιλήψεις σχετικά με το Τάγμα των Τευτόνων. Η εικόνα του Τάγματος επρόκειτο να σπιλωθεί από μια ιστοριογραφία (α) προτεσταντική, που απέρριπτε χωρίς συζήτηση ένα καθολικό τάγμα το οποίο υπηρετούσε τα παπικά συμφέροντα, (β) επηρεασμένη από τις ιδέες του Διαφωτισμού, εξ ορισμού εχθρικές προς οτιδήποτε μεσαιωνικό, συνδεδεμένο με την Εκκλησία και βεβαρυμένο με μια απροκάλυπτα επεκτατική πολιτική, και (γ) υποχρεωμένη να αγωνιστεί για τη νομιμοποίηση της μοναρχίας των Χοεντσόλλερν. Προτιμήθηκε έτσι να προβληθεί μια εντελώς αντίθετη προς την ιστορική πραγματικότητα ιδέα αδιάρρηκτης συνέχειας του πρωσικού έθνους: οι μεν υπήκοοι των Χοεντσόλλερν παρουσιάζονταν συλλήβδην ως απόγονοι των ιθαγενών Πρώσων, οι δε βασιλείς της Πρωσίας ως απόγονοι ενός μυθικού Πρώσου μονάρχη, ονόματι Βάιντεβουτ! Οι Τεύτονες βρέθηκαν εντελώς αποκλεισμένοι από τον ιδρυτικό μύθο της νεότερης Πρωσίας: κατακτητές χωρίς δικαιώματα (η δωρεά του Φρειδερίκου Β΄ των Χοχενστάουφεν ήταν άκυρη, μια κι ο αυτοκράτορας δεν μπορούσε να δανείσει κάτι που δεν του ανήκε), βίαιοι, ένοχοι σχεδόν γενοκτονίας (οι Πρώσοι συγγραφείς του 18ου αιώνα τους παρομοίαζαν με τους Ισπανούς κονκισταδόρες).

Β. Ο μύθος του Τάγματος στην υπηρεσία των εθνικισμών

α. Η εικόνα των Τευτόνων σύμφωνα με τον γερμανικό εθνικισμό: Τα πράγματα αλλάζουν σταδιακά, καθώς αρχίζουν να επικρατούν εθνικιστικές ιδέες. Ο παγγερμανισμός, οι φιλοδοξίες των Χοεντσόλλερν να διεκδικήσουν ηγεμονικό ρόλο στον ευρύτερο γερμανικό χώρο, η ανάγκη να αποκρουσθούν οι όποιες πολωνικές διεκδικήσεις, οδηγούν σε αποκατάσταση της εικόνας του Τάγματος (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 601 επ.). Ο πρωσικός, καταρχήν, εθνικισμός είχε κάθε λόγο να οικειοποιηθεί την ιστορική κληρονομιά των Τευτόνων, ένδοξων υπερασπιστών της Πρωσίας έναντι των Πολωνών. Η κίνηση βοηθούσε στην προώθηση αλυτρωτικών διεκδικήσεων σε βάρος του εξασθενημένου βασιλείου της Πολωνίας, ιδίως όσον αφορά τη Δυτική Πρωσία όπου οι εθνοτικές/ θρησκευτικές ταραχές μεταξύ προτεσταντών Γερμανών και καθολικών Πολωνών ήταν αρκετά συχνές. Η εκμετάλλευση του τευτονικού μύθου έγινε ακόμη εντονότερη με την εμφάνιση ενός γερμανικού πλέον εθνικισμού: τρία στοιχεία χαρακτήριζαν αυτή τη νέα γερμανική ερμηνεία της Ιστορίας: «βίαιη εχθρότητα έναντι της Πολωνίας, εκγερμανισμός της κληρονομιάς του Τάγματος [η οποία τίθεται στην υπηρεσία των φιλοδοξιών του γερμανικού έθνους κι όχι μόνον της Πρωσίας] και, τέλος, η ανάδειξη του Τάγματος σε πρότυπο, ιδρυτικό μύθο και παράδειγμα για το μέλλον» (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 603). Οι ιδέες αυτές θα χρησιμοποιηθούν ακόμη και ως ιστορικοφανής δικαιολόγηση των διαμελισμών της Πολωνίας (1772, 1793, 1795), χάρη στους οποίους το βασίλειο της Πρωσίας δεν θα ικανοποιήσει απλώς όλες τις εδαφικές διεκδικήσεις του όσον αφορά περιοχές που κάποτε ανήκαν στο Ordensstaat των Τευτόνων, αλλά θα αποκτήσει και εδάφη κατοικούμενα αποκλειστικά από πολωνικούς πληθυσμούς. Ο βασιλιάς της Πρωσίας Φρειδερίκος-Γουλιέλμος Δ΄ (1840-1862) επιχειρεί να επισκευάσει το κάστρο του Μαρίενμπουργκ, ενώ επισκέπτεται το πεδίο της μάχης του Τάννενμπεργκ αποτίοντας φόρο τιμής στους Τεύτονες. Προπαγάνδα και επίσημη ιστορία εκθειάζουν τους Τεύτονες ως «ανάχωμα» κατά των «βάρβαρων» Σλάβων και ως εκπολιτιστές των βαλτικών και σλαβικών λαών. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της τάσης, ο καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και «επίσημος» ιστορικός της πρωσικής μοναρχίας Χάινριχ φον Τράιτσκε (1834-1896): πρόχειρη και όλως επιλεκτική χρήση των πηγών, απροκάλυπτος εθνικισμός και ωμός «δαρβινισμός» (που εμφανίζει την εξολόθρευση των ιθαγενών Προυθηνών σαν ιστορική αναγκαιότητα), διακρίνουν το έργο ενός ιστορικού που διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τις αντιλήψεις των Γερμανών του τέλους του 19ου αιώνα σχετικά με το Τάγμα.

Οι ιδέες αυτές που εμφανίζουν τους Τεύτονες Ιππότες ως αρχέτυπο του Γερμανού πολεμιστή κυριαρχούν όλο και περισσότερο μετά την ένωση της Γερμανίας και το Β΄ Ράιχ. Στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, μετά την ταπεινωτική συνθήκη των Βερσαλλιών, συνδυάζονται με αλυτρωτικές τάσεις και τη δίψα για εκδίκηση: το Τάγμα υμνείται ως «Νέα Σπάρτη» και «πρότυπο της ιδανικής Γερμανίας». Μαζί με άλλα σύμβολα όπως ο Αρμίνιος, η Αγία Γερμανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η Χάνζα, ο Φρειδερίκος Β΄ της Πρωσίας, το κράτος του Μαρίενμπουργκ παρουσιάστηκε ως «η μήτρα μιας νέας Γερμανίας, της οποίας το πεπρωμένο ήταν ν’ αναστηθεί μετά την ταπείνωση του 1919» (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 608). «Ο μύθος που δημιουργήθηκε γύρω από το Ordensstaat κατέστη ένα από τα συστατικά στοιχεία ενός ευρύτερου συνόλου, του μεγάλου γερμανικού μεσιανικού μύθου της δεκαετίας του 1920 και του Γ΄ Ράιχ» (Jean F. Neurohr «Der Mythos vom Dritten Reich. Zur Geschichte des National-Sozialismus» εκδ. Cotta, Στουτγάρδη 1957).

Παραδόξως (;), το ίδιο το Γ΄ Ράιχ δεν έδωσε στον τευτονικό μύθο παρά μια εντελώς επιφανειακή θέση (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 609). Στο «Mein Kampf», ο Χίτλερ περιορίσθηκε σε μερικές αόριστες αναφορές στα ιπποτικά τάγματα, χωρίς να κατονομάζει τους Τεύτονες. Δύο μόνο στελέχη του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος έδειξαν ενδιαφέρον για τον μύθο του Τάγματος. Ο εκ των θεωρητικών του κόμματος Άλφρεντ Ρόσενμπεργκ διακατεχόταν από αληθινό πάθος για την ιστορία των Τευτόνων (πιθανότατα λόγω της καταγωγής του, μια και προερχόταν από τη γερμανική μειονότητα της Εσθονίας), αλλά δεν είχε ποτέ ιδιαίτερη επιρροή στα πολιτικά πράγματα (ο ίδιος ο Χίτλερ χαρακτήριζε τις θεωρίες του Ρόζενμπεργκ ως ασυναρτησίες). Πολύ σημαντικότερος ήταν βέβαια ο ρόλος του Χάινριχ Χίμμλερ ο οποίος χρησιμοποίησε το Τάγμα ως πηγή έμπνευσης και πρότυπο για την εκπαίδευση και οργάνωση των Ες Ες, διοργανώνοντας μεσαιωνικοφανείς τελετές σε κάστρα.

β. Η δαιμονοποίηση των Τευτόνων σύμφωνα με τον πολωνικό εθνικισμό: Όπως είναι λογικό, η εντελώς αντίθετη εικόνα επικράτησε στις πολωνικές αντιλήψεις. Για τους Πολωνούς οι Τεύτονες ήταν ο μισητός προαιώνιος εχθρός, αυτός που με πανουργία, κυνισμό και βία απείλησε την ύπαρξη του έθνους, σύμβολο και προάγγελος των μετέπειτα κατακτητών και καταπιεστών της Πολωνίας. Ο μύθος του απόλυτου δαίμονα πρωτοεμφανίζεται στο έργο του Γιαν Ντλούγκος (1415-1480) και επιστρέφει με μεγαλύτερη ένταση στα κείμενα του Ματθαίου Πραιτώριου (1635-1707), βασιλικού ιστοριογράφου στα χρόνια της ακμής της πολωνικής μοναρχίας («Orbis gothicus«).  Μετά τους διαμελισμούς της Πολωνίας, ο «μαύρος» μύθος του Τάγματος συνδυάζεται με τον αλυτρωτισμό των κατακτημένων Πολωνών: οι Τεύτονες ενσαρκώνουν όλα τα εθνικιστικά στερεότυπα του εχθρού. Δεν είναι τυχαίο ότι δύο από τους μεγαλύτερους λογοτέχνες της Πολωνίας υιοθετούν άνευ όρων την αντίληψη αυτή, σε εποχές βεβαίως που ο πολωνικός εθνικισμός έχει χαρακτήρα απελευθερωτικού πατριωτισμού: πρόκειται για τον Άνταμ Μιτσκιέβιτς με το ποίημά του Κόνραντ Βάλλενροντ (1828) και τον Χένρυκ Σενκιέβιτς, ο οποίος συγγράφει μεταξύ 1897 και 1900 το επικό μυθιστόρημά του για τους Τεύτονες Ιππότες και τη μάχη του Τάννενμπεργκ. Αξίζει να σημειωθεί (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 613) ότι στα πολωνικά υπάρχουν δύο λέξεις με τη σημασία «σταυροφόροι»: Krzyzovy και Krzyżacy. Η πρώτη χρησιμοποιείται συνήθως για τους πολεμιστές στους Αγίους Τόπους. Η δεύτερη έχει αρνητικό σημασιολογικό περιεχόμενο και χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τους Τεύτονες Ιππότες. Αυτήν ακριβώς διάλεξε για τίτλο του μυθιστορήματός του ο Σενκιέβιτς.  Όσο για τους Πολωνούς ιστορικούς του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, κι αυτοί ακολούθησαν τη γραμμή του εθνικισμού.

Ωστόσο, η σύγκρουση των αντιμαχόμενων εθνικισμών είχε κάποιες παράπλευρες θετικές συνέπειες. Στην προσπάθειά τους να αποδείξουν τις θέσεις που θα δικαίωναν την πλευρά που υποστήριζαν, Γερμανοί και Πολωνοί ιστορικοί αναλώθηκαν σ’ έναν αδυσώπητο αγώνα ελέγχου της γνησιότητας των εγγράφων στα οποία στήριζαν δικαιώματα, τίτλους ιδιοκτησίας και προνόμια οι Τεύτονες ή η πολωνική μοναρχία. Σπάνια υπήρξε τόσο κριτική εξέταση των πηγών για ένα θέμα της Ιστορίας του Μεσαίωνα. Έπειτα, ποτέ δεν έλειψαν οι φωνές που αγωνίστηκαν για μια πιο επιστημονική και, ως εκ τούτου, αντικειμενική θεώρηση της Ιστορίας (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 613-617), όπως ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Κένιγκσμπεργκ Γιοχάννες Φόιγκτ (1786-1863) ή οι ιστορικοί του Μεσοπολέμου που δεν έκαναν εκπτώσεις στην αντικειμενικότητα του έργου τους προς όφελος των εθνικισμών.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ιστορία των Τευτόνων υπέφερε και πάλι εξαιτίας των κυρίαρχων πολιτικών αντιλήψεων, κυρίως στη Γερμανία. Στη μεν ΛΔΓ, οι Τεύτονες καταδικάζονταν ως ιμπεριαλιστές, καταπιεστές λαών και… πρώιμοι καπιταλιστές, ενώ στην ΟΔΓ οι ενοχές για το ναζιστικό παρελθόν σε συνδυασμό με το ότι ο μύθος του Τάγματος συνδέθηκε με την εθνικοσοσιαλιστική προπαγάνδα είχε ως αποτέλεσμα την αδιαφορία για το θέμα κι επομένως τη μείωση του σχετικού ερευνητικού έργου. Τις τελευταίες δύο τουλάχιστον δεκαετίες η κατάσταση έχει αλλάξει και στη Γερμανία και στην Πολωνία προς την κατεύθυνση της αντικειμενικής παρουσίασης της Ιστορίας, πλην όμως η διάδοση του επιστημονικού έργου δεν φαίνεται να ξεπερνά τα όρια των κύκλων των ειδικών και ένα περιορισμένο κοινό που ενδιαφέρεται για το θέμα. Η μεγαλύτερη αποτυχία των ιστορικών έγκειται στο ότι δεν έχουν ακόμη πετύχει να διαλύσουν τα στερεότυπα με τα οποία συνδέει το Τάγμα η κοινή γνώμη (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 620). Γιατί τελικά, η εικόνα που έχει για τους Τεύτονες ο σύγχρονος άνθρωπος δεν είναι άλλη από αυτήν της κατά Ειζενστέιν  δαιμονοποίησης…

Θύματα των μύθων και των στερεοτύπων που καλλιέργησαν οι διάφοροι εθνικισμοί και οι ψευδοϊστορικές υπεραπλουστεύσεις, οι Τεύτονες Ιππότες υπήρξαν πρωταγωνιστές μιας από τις πιο συναρπαστικές περιπέτειας της μεσαιωνικής και όχι μόνον Ιστορίας. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστέψουμε ότι τους οδήγησε κάποιο μυστηριώδες πεπρωμένο ή η αίσθηση μιας γερμανικής εθνικής ταυτότητας, ανύπαρκτης εξάλλου κατά τον Μεσαίωνα. Οι Τεύτονες ξεκίνησαν την πορεία τους σαν ένα στρατιωτικό θρησκευτικό τάγμα όπως όλα τ’ άλλα, ταγμένα στην υπεράσπιση των χριστιανικών εδαφών της Ανατολής. Οι συγκυρίες ήταν αυτές που τους έκαναν να στρέψουν βαθμιαία το ενδιαφέρον τους στις ακτές της Βαλτικής. Στην πρόκληση αυτή ανταποκρίθηκαν με απόλυτη επιτυχία. Βεβαίως, ως πολεμιστές και κατακτητές δεν υπήρξαν άγγελοι. Ούτε και δαίμονες, όμως, ή τουλάχιστον όχι πολύ περισσότερο απ’ ό,τι οι αντίπαλοί τους. Το πιο θαυμαστό επίτευγμά τους υπήρξε αναμφίβολα η ίδρυση και η οργάνωση του Ordensstaat της Πρωσίας, του πρώτου και σημαντικότερου κρατικού μορφώματος στο οποίο η εξουσία ταυτίστηκε μ’ ένα θρησκευτικό τάγμα. Το αξιοσημείωτο ήταν ότι παρά την ιδιομορφία του (τη μοναδικότητά του θα λέγαμε καλύτερα) το Ordensstaat πληρούσε απολύτως τις απαιτήσεις της εποχής του και μπορούσε να εμφανιστεί ως ιδανική πραγμάτωση των αντιλήψεων της χριστιανικής Ευρώπης του Μεσαίωνα. Η απώλεια της νομιμοποίησης που του παρείχε το σταυροφορικό έργο του και η τάση προς τη διαμόρφωση εθνικών κρατών επέσπευσαν το τέλος του. Κι άφησαν το πεδίο ελεύθερο για να αναπτυχθεί ο μύθος του Τάγματος.


Αρέσει σε %d bloggers: