Posts Tagged ‘Αντίοχος Β΄ Θεός’

Οι Έλληνες στη Βακτριανή: μέρος Β΄

Δεκέμβριος 13, 2009

Στο προηγούμενο μέρος σταματήσαμε τη διήγησή μας αναφερόμενοι στις προσπάθειες των δύο πρώτων Σελευκιδών να ενθαρρύνουν τη συνεργασία μεταξύ του ελληνικού και του ιρανικού στοιχείου στις Άνω Σατραπείες. Πιθανότατα, την πολιτική αυτή τη συνέχισε και ο δεύτερος Αντίοχος. Καθώς όμως μας λείπουν ολότελα οι σχετικές πηγές, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι. Σε κάθε περίπτωση, στα μέσα του 3ου αιώνα η αυτοκρατορία εισέρχεται σε μια μακρά περίοδο αναταράξεων. Μετά το τέλος του αμφίρροπου Δεύτερου Συριακού Πολέμου, οι δύο αντίπαλοι, ο Αντίοχος Β΄ ο Θεός και ο Πτολεμαίος Β΄ ο Φιλάδελφος σύναψαν συνθήκη ειρήνης (253 π.Χ.), την οποία αποφάσισαν να επισφραγίσουν με ένα δυναστικό γάμο (ο οποίος επρόκειτο να προκαλέσει μύρια προβλήματα στο κράτος των Σελευκιδών): αυτόν του Αντίοχου με την κόρη του Πτολεμαίου Βερενίκη (η οποία, λόγω της κολοσιαίας προίκας της θα κερδίσει το προσωνύμιο «φερνοφόρος»). Για να γίνει αυτό, ο Αντίοχος αποκήρυξε τη σύζυγό του, τη βασίλισσα Λαοδίκη που του είχε χαρίσει δύο γιους και η οποία αποσύρθηκε στην Έφεσο. Λίγα χρόνια αργότερα (246) και ενώ ο Αντίοχος, ο οποίος στο μεταξύ είχε αποκτήσει ένα γιο από τη Βερενίκη, βρισκόταν στην Έφεσο για να επισκεφτεί την πρώην σύζυγό του βρέθηκε νεκρός υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες. Η πιο διαδεδομένη εξήγηση ήταν ότι η Λαοδίκη δηλητηρίασε τον Αντίοχο: μπορεί αυτός να είχε ορίσει ως διάδοχό του τον Σέλευκο, τον μεγαλύτερο γιο που είχε αποκτήσει με τη Λαοδίκη, όμως δεν ήταν απίθανο να άλλαζε γνώμη υπό την πίεση της νεαρής συζύγου του.Υπό τις συνθήκες αυτές, η Βερενίκη ζήτησε τη βοήθεια του αδελφού της, του Πτολεμαίου Γ΄ του Ευεργέτη, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον πατέρα του λίγους μήνες νωρίτερα. Ο Πτολεμαίος απάντησε άμεσα, εισβάλλοντας στα εδάφη των Σελευκιδών και ξεκινώντας τον Τρίτο Συριακό Πόλεμο (ή Λαοδίκειο Πόλεμο): χωρίς να συναντήσει ουσιαστική αντίσταση φτάνει στην Αντιόχεια όπου θα ανακαλύψει ότι η αδελφή και ο ανηψιός του είχαν δολοφονηθεί. Εκείνη τη χρονική στιγμή βρίσκεται σε κίνδυνο η ίδια η ύπαρξη του κράτους των Σελευκιδών. Ο Πτολεμαίος, πάντως, δεν θα προχωρήσει περισσότερο. Θα αρκεστεί να αποσπάσει κάποια εδάφη (όπως το λιμάνι της Αντιόχειας, τη Σελεύκεια της Πιερίας) και θα επιστρέψει στην Αίγυπτο. Αυτό θα επιτρέψει στον Σέλευκο Β΄, τον επονομαζόμενο Καλλίνικο, να ανακτήσει την Αντιόχεια και όσο περισσότερα εδάφη μπορούσε. Η αναταραχή θα ευνοήσει, όμως, την εκδήλωση της σοβαρότερης δυναστικής έριδας που είχε γνωρίσει ως τότε η αυτοκρατορία. Ο αδελφός του Σέλευκου, ο Αντίοχος Ιέραξ, θα στασιάσει και θα δημιουργήσει μια ανεξάρτητη ηγεμονία στα μικρασιατικά εδάφη (241). Ο εμφύλιος πόλεμος των δύο αδελφών θα  διαρκέσει πάνω από δέκα χρόνια. Επομένως, έχουμε μια εικοσαετία αστάθειας η οποία δεν θα επιτρέψει στον Καλλίνικο να ενδιαφερθεί και να βοηθήσει ουσιαστικά τις ανατολικές σατραπείες. Το πρόβλημα είναι ότι και αυτές αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα σοβαρότατους κινδύνους, καθώς η πίεση των νομάδων γίνεται όλο και εντονότερη. Η κατάσταση θα οδηγήσει μοιραία στην επικράτηση αποσχιστικών τάσεων. Την ιστορία τη «διηγούνται» τα νομίσματα από την Παρθία-Υρκανία και από τη Βακτριανή. 

Η αυτονόμηση των σατραπειών της Παρθίας-Υρκανίας και της Βακτριανής: Γύρω στα 245, ο Ανδραγόρας, σατράπης της Παρθίας-Υρκανίας αρχίζει να κόβει νομίσματα που αναφέρουν το όνομά του, χωρίς πάντως να φέρει σ’ αυτά τον τίτλο του βασιλέως. Ταυτόχρονα, τα νομίσματα από τη Βακτριανή εμφανίζουν μια ενδιαφέρουσα εξέλιξη: αρχικά, ενώ φέρουν πάντα το όνομα και τη μορφή του Αντίοχου, ο Απόλλων Αρχηγέτης (δυναστικός θεός των Σελευκιδών) αντικαθίσταται από τον Δία. Πόσο τυχαίο μπορεί να είναι το γεγονός ότι ο σατράπης της Βακτριανής ονομάζεται Διόδοτος; Λίγο αργότερα, παρότι εξακολουθεί να μνημονεύεται το όνομα του Αντίοχου, η μορφή του αντικαθίσταται στο νόμισμα από αυτήν του Διόδοτου. Τέλος (γύρω στα 239-238), εξαλείφεται και το όνομα του (νεκρού, άλλωστε) Σελευκίδη και στη θέση του υπάρχει η αναφορά στο όνομα του Διόδοτου συνοδευόμενου από τον βασιλικό τίτλο. Για ποιό λόγο αποφάσισαν οι δύο σατράπες, σχεδόν ταυτόχρονα, να αυτονομηθούν από την εξουσία της Αντιόχειας; Η εύκολη, αλλά και απλοϊκή, εξήγηση δεν είναι άλλη από την προσωπική φιλοδοξία. Είναι αλήθεια ότι τα σοβαρότατα προβλήματα της Αντιόχειας προσέφεραν σε φιλόδοξους ηγέτες την ευκαιρία να ανεξαρτητοποιηθούν από το κράτος των Σελευκιδών. Αρκεί, όμως, αυτό; Και τί το επαχθές μπορούσε να συνεπάγεται, τη δεδομένη χρονική στιγμή, η υποταγή στην Αντιόχεια για τους επικεφαλής, τις ελίτ και τους πληθυσμούς των ανατολικών σατραπειών; Λογικότερο φαίνεται να ακολουθήσουμε την πιο σύνθετη εξήγηση που δίνει ο Edouard Will (“Histoire politique du monde hellénistique”, Presses universitaires de Nancy, 2η έκδ. 1979-1982, επανέκδ. Seuil, 2003, τ. Ι. σελ. 281 επ.). Στα μέσα του 3ου αιώνα π.Χ, η απειλή των νομάδων του Βορρά καθίσταται πιο πιεστική: η απειλή εκφράζεται κυρίως από ένα σκυθικό φύλο, τους Δάχες Πάρνους, οι οποίοι κινούνται στην περιοχή μεταξύ της Βακτριανής και της Μαργιανής και βόρεια της Παρθίας-Υρκανίας. Την ίδια στιγμή, η εξουσία της Αντιόχειας, λόγω των προβλημάτων της, όχι μόνο αδυνατεί να βοηθήσει ουσιαστικά της Άνω Σατραπείες, αλλά αποσπά από αυτές και πολύτιμους οικονομικούς πόρους και ανθρώπινο δυναμικό. Υπό αυτές τις συνθήκες, η «κοινή γνώμη» στις περιοχές μεταστρέφεται κατά των νόμιμων ηγεμόνων και αναζητεί εσωτερικές λύσεις που μπορούν να εξασφαλίσουν την επιβίωσή της. Φαίνεται, άλλωστε, από την νομισματική πολιτική του Ανδραγόρα και του Διόδοτου, ανθρώπων που προέρχονταν από τις τάξεις των ανώτατων αξιωματούχων των Σελευκιδών και εμφορούνταν κατ’ ανάγκη από νοοτροπία αφοσίωσης στη δυναστεία, μια ορισμένη διστακτικότητα να διαρρήξουν ανεπανόρθωτα τις σχέσεις τους με τους Σελευκίδες και να ακολουθήσουν τον δρόμο της απόσχισης: ο Ανδραγόρας δεν θα πάρει ποτέ τον τίτλο του βασιλέως, ενώ ο Διόδοτος θα χρειαστεί μερικά χρόνια για να κάνει το μεγάλο βήμα. Κατά πάσα πιθανότητα, το περιβάλλον τόσο του ενός όσο και του άλλου ήταν έτοιμο να προχωρήσει γρηγορότερα και αποφασιστικότερα στον δρόμο της ανεξαρτητοποίησης απ’  ό,τι οι δύο σατράπες. Ας παραθέσουμε την εξήγηση του ίδιου του Will (όπ.π., σελ. 284-285): 

«Οι εξαιρετικά ισχνές πηγές μάς οδηγούν κατ’ ανάγκη σε ένα, κατά τα φαινόμενα παράδοξο, διττό συμπέρασμα: αφενός, ο καταρχήν αναμενόμενος ανταγωνισμός μεταξύ Ιρανών και Ελλήνων, ο οποίος, κατά πάσα πιθανότητα, υπήρχε στις αρχές, αντικαταστάθηκε γρήγορα από την ειρηνική συμβίωση … αφετέρου, και πάλι αντιθέτως προς το καταρχήν αναμενόμενο, το ελληνικό στοιχείο του πληθυσμού των σατραπειών του ανατολικού Ιράν, μολονότι προφανώς αποτελούσε μειονότητα (ή μάλλον ακριβώς επειδή αποτελούσε μειονότητα), φαίνεται να διατήρησε με επιμονή και επί μακρόν την αυθεντικότητα και την καθαρότητα του πολιτισμού του…   

Το γεγονός και μόνο ότι από το δεύτερο τρίτο του τρίτου αιώνα εκπρόσωποι της ελληνικής μειονότητας… κατόρθωσαν να υποκαταστήσουν τους Σελευκίδες και να δημιουργήσουν στη Βακτριανή και τη Σογδιανή μια ελληνική μοναρχία χωρίς να προκαλέσουν, καθόσον γνωρίζουμε, κάποια ιρανική αντίσταση…. αποδεικνύει ότι μετά τις αρχικές εντάσεις στις περιοχές αυτές οι δύο λαοί συμβίωσαν αρμονικά… Καθώς είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι αυτό συνέβη μόνο λόγω του αλληλοσεβασμού που έτρεφε ο ένας για τον άλλο, έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι η ένωσή τους σφυρηλατήθηκε από τον εξωτερικό κίνδυνο που απειλούσε και τους δύο. Εκτεθειμένοι στην πίεση των νομάδων, Ιρανοί και Έλληνες… έπρεπε να πολεμήσουν ή να χαθούν μαζί».  

Η εισβολή των Πάρνων: Όσον αφορά τον Ανδραγόρα, ο οποίος ήταν και αμεσότερα εκτεθειμένος στον κίνδυνο εισβολής των νομάδων και μάλλον στρατιωτικά πιο αδύναμος, η περιπέτεια τελείωσε γρήγορα. Γύρω στα 239-238 (δηλαδή λίγο ύστερα από τη σντριπτική ήττα που υπέστη ο Σέλευκος Β΄ ο Καλλίνικος στη μάχη της Άγκυρας από τους Γαλάτες συμμάχους του αδερφού του), οι Πάρνοι, υπό την καθοδήγηση του βασιλιά τους Αρσάκη Α΄, εισβάλλουν στα εδάφη της Παρθίας-Υρκανίας και τα κατακτούν. Όπως αναφέρει ο Στράβων (ΙΑ΄, 9, 2-3): «Ἔπειτ’ Ἀρσάκης ἀνὴρ Σκύθης τῶν Δαῶν τινας ἔχων τοὺς Πάρνους καλουμένους νομάδας παροικοῦντας τὸν Ὦχον, ἐπῆλθεν ἐπὶ τὴν Παρθυαίαν καὶ ἐκράτησεν αὐτῆς». Οι νομάδες αυτοί, που θα μείνουν στην ιστορία με δανεικό όνομα, αυτό της περιοχής που κατέκτησαν, θα εξελιχθούν σταδιακά από απλή απειλή για τους Σελευκίδες σε αυτοκρατορία που θα κυριαρχήσει στη Μεσοποταμία και το Ιράν για μερικούς αιώνες. * 

Διόδοτος Α΄: Στη Βακτριανή, ο Διόδοτος δεν πρέπει να αντιμετώπισε με αισιοδοξία την εξέλιξη αυτή: ένα βαρβαρικό κράτος είχε πάρει τη θέση εκείνου του οποίου ηγείτο ένας συμπατριώτης και σύμμαχος. Οι νομάδες αυτοί δεν ήταν άγνωστοι στον Διόδοτο. Φαίνεται πως γύρω στα 250 θα πρέπει να τους είχε αντιμετωπίσει επιτυχώς σε μάχη, απωθώντας τους πέρα από τα εδάφη της Βακτριανής. Κατά πάσα πιθανότητα, η εισβολή των – τώρα πια – Πάρθων στα εδάφη του Ανδραγόρα πρέπει να ήταν μάλλον το γεγονός που έπεισε οριστικά και αμετάκλητα τον Διόδοτο να ανακηρυχθεί βασιλιάς. Δεν είμαστε βέβαιοι για τα εδάφη στα οποία ασκούσε την κυριαρχία του: σύμφωνα με την ευρύτερα αποδεκτή γνώμη, το βασίλειό του περιελάμβανε εκτός της Βακτριανής τη Σογδιανή και τη Μαργιανή (καθώς γίνεται δεκτό ότι οι Σελευκίδες ανέθεταν μέχρι τότε στον ίδιο σατράπη τη διοίκηση και των τριών αυτών περιοχών). Κάποιοι αμφισβητούν την εξουσία του επί της Σογδιανής (της οποίας, όμως, η απομονωμένη γεωγραφική θέση μάλλον ενισχύει την υπαγωγή της στο νεοπαγές βασίλειο της Βακτριανής), άλλοι πιστεύουν ότι εξουσίαζε και την Αρία. Πάντως, σχετικά γρήγορα (μεταξύ του 238 και του 234) ο Διόδοτος πεθαίνει και τον διαδέχεται στον θρόνο του βασιλείου ο γιος του, ο Διόδοτος Β΄. 

Η προσπάθεια του Σέλευκου Β΄ για την ανάκτηση των χαμένων εδαφών: Οι απώλειες στα ανατολικά του βασιλείου του δεν άφησαν αδιάφορο τον Σέλευκο: πριν καν επικρατήσει ολοκληρωτικά επί του αδελφού του, ο Καλλίνικος επιχειρεί (περίπου 230  με 227) να ανακτήσει τα χαμένα εδάφη. Η προσπάθειά του φάνηκε να στέφεται με επιτυχία, καθώς ο Πάρθος βασιλιάς Αρσάκης προτίμησε να υποχωρήσει προς τις στέππες του Βορρά παρά να αντιμετωπίσει τον Σελευκίδη. Ωστόσο, τα όποια κέρδη ήταν προσωρινά. Ο Σέλευκος δεν είχε την ευκαιρία ούτε να εδραιώσει την κυριαρχία του στα εδάφη που ανέκτησε από τον Αρσάκη ούτε να αντιμετωπίσει στρατιωτικά τον Διόδοτο Β΄. Η προσπάθεια του Αττάλου Α΄ της Περγάμου να αποσπάσει μικρασιατικά εδάφη από τους Σελευκίδες ανάγκασε τον Σέλευκο να επιστρέψει εσπευσμένα στα δυτικά σύνορα της αυτοκρατορίας του. Οι πηγές, πάντως, μας πληροφορούν για μια θεαματική και καταρχήν παράδοξη αλλαγή όσον αφορά την πολιτική του Διόδοτου Β΄ της Βακτριανής: λέγεται ότι σύναψε συνθήκη ειρήνης και συμμαχίας με τον Αρσάκη ενόψει του κοινού κινδύνου που αποτελούσε και για τους δύο ο Σέλευκος. Σε κάθε περίπτωση, η συμμαχία με τον «βάρβαρο» δεν προσέφερε στην πράξη κάτι ουσιαστικό στον Διόδοτο: η σωτηρία του οφειλόταν αποκλειστικά στα προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπίσει ο Σέλευκος στη Μικρά Ασία. Θα χρειαστούν σχεδόν είκοσι χρόνια για να ξαναβρεθεί κάποιος Σελευκίδης ηγεμόνας στα εδάφη της Βακτριανής. 

Η ανατροπή του Διόδοτου Β΄ από τον Ευθύδημο: Είναι βέβαιο ότι η πολιτική συμμαχίας με τους Πάρθους που φέρεται να ακολούθησε ο Διόδοτος Β΄πρέπει να προκάλεσε αντιδράσεις στο εσωτερικό της ελληνικής κοινότητας της Βακτριανής. Ίσως αυτές να εξηγούν το γεγονός ότι (πιθανώς το 223) ο Διόδοτος ανατρέπεται από ένα σφετεριστή, τον Ευθύδημο, ο οποίος θα ιδρύσει τη δική του δυναστεία. Δεν γνωρίζουμε πολλά για τον Ευθύδημο. Ο Πολύβιος (βιβλίο ΙΑ΄, 34, 2) αναφέρει ότι καταγόταν από τη Μαγνησία, αλλά δεν διευκρινίζει αν ήταν Θεσσαλός ή, όπως είναι ίσως πιθανότερο, Μικρασιάτης (άρα είτε από τη Μαγνησία του Σιπύλου είτε από τη Μαγνησία του Μαιάνδρου). Δεν ξέρουμε ακόμη αν η «λαϊκή» υποστήριξη που σίγουρα θα είχε στην προσπάθειά του ο Ευθύδημος οφειλόταν μόνο στη φιλοπαρθική πολιτική του προκατόχου του ή και σε μια πιθανολογούμενη οικονομική κρίση του βασιλείου. Ο Ταρν, πάντως, (W. W. Tarn «The Greeks in Bactria & India«, Cambridge University Press, 2η έκδ. 1951, 3η αναθεωρημένη 1997, σελ. 73 επ.) τον εμφανίζει σχεδόν σαν «πράκτορα» των Σελευκιδών! Σύμφωνα με τη θεωρία του (η οποία δεν στηρίζεται ούτε στις πηγές ούτε στα όποια αρχαιολογικά ευρήματα), γύρω στα 246 και κατόπιν πρωτοβουλίας του Σελευκίδη, ο Διόδοτος Α΄ νυμφεύθηκε μια από τις αδελφές του Σέλευκου Β΄ (από μόνο του αυτό το ενδεχόμενο δεν μπορεί να αποκλεισθεί). Εξοργισμένη η αδελφή του Σέλευκου με την πολιτική του Διόδοτου Β΄ (ο οποίος, κατά τον Ταρν, ήταν γιος του Διόδοτου Α΄ από προηγούμενο γάμο) πάντρεψε την κόρη της με τον Ευθύδημο, τον οποίο έπεισε να δολοφονήσει τον Διόδοτο επειδή «πρόδωσε τους Έλληνες». Μια επίσης υποθετική, αλλά πολύ πιο λογική εξήγηση πρότεινε πρόσφατα ο Αμερικανός ιστορικός Φρανκ Χολτ (F. L. Holt «Thundering Zeus: The Making of Hellenistic Bactria – Hellenistic Culture and Society«, University of California Press, Berkeley, 1999): σύμφωνα με τη θεωρία του, ο Ευθύδημος είχε διοριστεί από τον Διόδοτο σατράπης της Σογδιανής. Για λόγους παρόμοιους με αυτούς που οδήγησαν στην απόσχιση της Βακτριανής από το βασίλειο των Σελευκιδών, η Σογδιανή του Ευθύδημου άρχισε να ανεξαρτητοποιείται από την εξουσία των Βάκτρων. Έχοντας στη διαταγές του ένα σημαντικό σε αριθμό και εμπειροπόλεμο στράτευμα (μια και αποστολή του ήταν η υπεράσπιση των συνόρων του βασιλείου) και εκμεταλλευόμενος τη δυσαρέσκεια που πρέπει να είχε προκαλέσει η εξωτερική και η οικονομική πολιτική του Διόδοτου, ο Ευθύδημος ανακηρύχθηκε βασιλιάς, νίκησε και σκότωσε σε μάχη τον Διόδοτο και ένωσε πάλι τη Βακτριανή και τη Σογδιανή σε ενιαίο κράτος υπό την εξουσία του. 

Η σύγκρουση Ευθύδημου και Αντίοχου Γ΄: Όποια κι αν ήταν η αρχή της βασιλείας του, είναι βέβαιο ότι ο Ευθύδημος εξουσιάζει πλέον και την περιοχή της Αρίας, αν και δεν γνωρίζουμε υπό ποίες συνθήκες προσάρτησε τη σατραπεία αυτή το βασίλειο της Βακτριανής (κενό εξουσίας; «πρόσκληση» των Ελλήνων κατοίκων στους συμπατριώτες τους της Βακτριανής; στρατιωτική σύγκρουση με κάποιον σατράπη διορισμένο από τους Σελευκίδες;). Και, για να είμαστε ειλικρινείς, δεν γνωρίζουμε καν αν η προσάρτηση της Αρίας οφείλεται στον Ευθύδημο ή σε κάποιον από τους δύο Διόδοτους. Στα εδάφη της Αρίας πάντως και συγκεκριμένα στις όχθες του ποταμού Αρίου ο Ευθύδημος θα γίνει ο πρώτος μονάρχης του ανεξάρτητου ελληνιστικού βασιλείου της Βακτριανής που θα κληθεί να αντιμετωπίσει σε μάχη ένα Σελευκίδη βασιλέα (208). Στο πλαίσιο της «Αναβάσεώς» του, δηλαδή της επικής προσπάθειάς του να ανακτήσει όλα τα εδάφη που έχασαν οι πρόγονοί του στα ανατολικά ο Αντίοχος Γ΄ ο Μέγας, εισβάλλει στα εδάφη του Ευθύδημου. Το ισχυρό όπλο του μονάρχη της Βακτριανής είναι το ευέλικτο ιππικό του, το οποίο απαρτίζουν κυρίως Ιρανοί. Από τη μεριά του, ο Αντίοχος έχει να επιδείξει πολυπληθέστερο στράτευμα και, βεβαίως, το βαρύ πεζικό του, τη φάλαγγα. Η πρώτη σύγκρουση θα τελειώσει με νίκη του Σελευκίδη (περιγραφή στον Πολύβιο, βιβλίο Ι΄, 49): οι δυνάμεις του θα διασχίσουν αιφνιδιαστικά τον ποταμό και θα τρέψουν σε φυγή το ιππικό του Ευθύδημου, ο οποίος θα προτιμήσει να καταφύγει στην πρωτεύουσά του, τα Βάκτρα (Ζαριάσπα).    

Η πολιορκία της πρωτεύουσας της Βακτριανής θα κρατήσει πάνω από δύο χρόνια. Σύμφωνα με τον Πολύβιο ήταν μια από τις πιο ονομαστές πολιορκίες της μέχρι τότε ιστορίας. Δυστυχώς, τα σχετικά αποσπάσματα της Ιστορίας του Πολύβιου έχουν χαθεί. Ο Αντίοχος, καθώς δεν κατάφερε ούτε να αλώσει την ακρόπολη των Βάκτρων ούτε να ελέγξει τη χώρα ώστε να εξαναγκάσει τον Ευθύδημο να παραδοθεί, άρχισε διαπραγματεύσεις με τον μονάρχη της Βακτριανής. Κατά τη διάρκειά τους, ο Ευθύδημος φέρεται να έπεισε τον Αντίοχο για τη σημασία του κινδύνου μιας ενδεχόμενης νομαδικής εισβολής, καθώς και για το ότι η ειρήνη θα ήταν προς το κοινό συμφέρον και των δύο. Οι δύο βασιλείς ήρθαν τελικά σε συμφωνία: ο Ευθύδημος δέχτηκε την (τυπική, στην πραγματικότητα, επικυριαρχία του Σελευκίδη, ο οποίος με τη σειρά του αναγνώρισε τον Ευθύδημο ως βασιλέα της Βακτριανής. Συμφωνήθηκε επίσης ο γάμος του διαδόχου του Ευθύδημου, του Δημήτριου, με μια από τις κόρες του Αντίοχου. Ύστερα από αυτό, κι αφού ο Ευθύδημος δέχτηκε να του παραχωρήσει τους πολεμικούς ελέφαντές του και να ανεφοδιάσει τον στρατό, ο Αντίοχος αποχώρησε από τη Βακτριανή. Όπως διηγείται ο Πολύβιος (ΙΑ΄, 34, 1-10): 

«Καὶ γὰρ αὐτὸς ἦν ὁ Εὐθύδημος Μάγνης, πρὸς ὃν ἀπελογίζετο φάσκων ὡς οὐ δικαίως αὐτὸν Ἀντίοχος ἐκ τῆς βασιλείας ἐκβαλεῖν σπουδάζει: γεγονέναι γὰρ οὐκ αὐτὸς ἀποστάτης τοῦ βασιλέως, ἀλλ᾽ ἑτέρων ἀποστάντων ἐπανελόμενος τοὺς ἐκείνων ἐκγόνους, οὕτως κρατῆσαι τῆς Βακτριανῶν ἀρχῆς. Καὶ πλείω δὲ πρὸς ταύτην τὴν ὑπόθεσιν διαλεχθεὶς ἠξίου τὸν Τηλέαν μεσιτεῦσαι τὴν διάλυσιν εὐνοϊκῶς, παρακαλέσαντα τὸν Ἀντίοχον μὴ φθονῆσαι τῆς ὀνομασίας αὑτῷ τῆς τοῦ βασιλέως καὶ προστασίας, ὥς γ᾽ ἐὰν μὴ συγχωρῇ τοῖς ἀξιουμένοις, οὐδετέρῳ τῆς ἀσφαλείας ὑπαρχούσης: πλήθη γὰρ οὐκ ὀλίγα παρεῖναι τῶν Νομάδων, δι᾽ ὧν κινδυνεύειν μὲν ἀμφοτέρους, ἐκβαρβαρωθήσεσθαι δὲ τὴν χώραν ὁμολογουμένως, ἐὰν ἐκείνους προσδέχωνται. Ταῦτα δ᾽ εἰπὼν ἐξαπέστειλε τὸν Τηλέαν πρὸς τὸν Ἀντίοχον. Ὁ δὲ βασιλεύς, πάλαι περιβλεπόμενος λύσιν τῶν πραγμάτων, πυθόμενος ταῦτα παρὰ τοῦ Τηλέου, προθύμως ὑπήκουσε πρὸς τὰς διαλύσεις διὰ τὰς προειρημένας αἰτίας. Τοῦ δὲ Τηλέου προσανακάμψαντος καὶ πολλάκις πρὸς ἀμφοτέρους, τέλος Εὐθύδημος ἐξέπεμψε Δημήτριον τὸν υἱὸν βεβαιώσοντα τὰς ὁμολογίας: ὃν ὁ βασιλεὺς ἀποδεξάμενος, καὶ νομίσας ἄξιον εἶναι τὸν νεανίσκον βασιλείας καὶ κατὰ τὴν ἐπιφάνειαν καὶ κατὰ τὴν ἔντευξιν καὶ προστασίαν, πρῶτον μὲν ἐπηγγείλατο δώσειν αὐτῷ μίαν τῶν ἑαυτοῦ θυγατέρων: δεύτερον δὲ συνεχώρησε τῷ πατρὶ τὸ τῆς βασιλείας ὄνομα. Περὶ δὲ τῶν λοιπῶν ἐγγράπτους ποιησάμενος ὁμολογίας καὶ συμμαχίαν ἔνορκον, ἀνέζευξε σιτομετρήσας δαψιλῶς τὴν δύναμιν, προσλαβὼν καὶ τοὺς ὑπάρχοντας ἐλέφαντας τοῖς περὶ τὸν Εὐθύδημον».    

Μετά την Ανάβαση του Αντίοχου κανένας Σελευκίδης δεν έθεσε ξανά υπό αμφισβήτηση την κυριαρχία των Ελλήνων βασιλέων της Βακτριανής. Ο Ευθύδημος έχει την ευκαιρία όχι μόνο να σταθεροποιήσει τα σύνορα του βασιλείου του, αλλά και να τα διευρύνει. Κάποιοι πιστεύουν ότι ο Ευθύδημος οργάνωσε (μάλλον αναγνωριστικού χαρακτήρα) εκστρατείες προς τη Σιβηρία και το σημερινό κινεζικό Τουρκεστάν (αυτόνομη περιφέρεια του Xinjiang). Όταν (200; 195;) τον διαδέχεται ο γιος του Δημήτριος, το βασίλειο της Βακτριανής βρίσκεται αντικειμενικά στο απόγειο της δύναμής του και οι προοπτικές του μοιάζουν εξαιρετικά ευοίωνες. 

         

* Η χρονολόγηση της ανεξαρτητοποίησης του Ανδραγόρα και του Διόδοτου, καθώς και της κατάκτησης της σατραπείας του πρώτου από τους μετέπειτα Πάρθους αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας μεταξύ των ιστορικών. Στην παρούσα ανάρτηση επιλέξαμε τη χρονολόγηση που προτείνει ο Edouard Will (όπ.π.,τ. Ι, σελ. 281 επ., 301 επ.). Τα τελευταία χρόνια, πάντως, κερδίζει έδαφος η άποψη ότι τα συγκεκριμένα γεγονότα συνέβησαν νωρίτερα: δηλ. ανεξαρτητοποίηση του Ανδραγόρα στα 250, εισβολή των Πάρθων στα 246, ανακήρυξη του Διόδοτου ως βασιλέως το 245 (Holt όπ.π., σελ. 60-66/ O. Bopearachchi «L’ indépendance de la Bactriane» Topoi 4/2, 1994, σελ. 513-519, C. Grandjean, G. Hoffmann, L. Capdetrey, J.-Y. Carrez-Maratray «Le monde hellénistique«, éd. Armand Colin, Παρίσι, 2008, σελ. 121-122). Δηλαδή, για τον Will το επίμαχο διάστημα αστάθειας στην αυτοκρατορία των Σελευκιδών, το οποίο κατέστησε δυνατή την ανεξαρτητοποίηση της Παρθίας-Υρκανίας και της Βακτριανής, είναι αυτό που αρχίζει με τον θάνατο του Αντίοχου Β΄ και τον Γ΄ Συριακό Πόλεμο και κορυφώνεται με την εμφύλια σύγκρουση Σέλευκου Καλλίνικου και Αντίοχου Ιέρακος. Για τους υπόλοιπους αρχίζει μετά το τέλος του Β΄ Συριακού Πολέμου και ολοκληρώνεται με τον Γ΄ και την εισβολή του Πτολεμαίου Ευεργέτη στα εδάφη των Σελευκιδών.                 

Advertisements

Αρέσει σε %d bloggers: