Posts Tagged ‘Αντίοχος Δ΄ Επιφανής’

Ο κύκλος της Ελευσίνας

Δεκέμβριος 14, 2011

Ένα ζεστό πρωινό στην καρδιά του καλοκαιριού. Ένα προάστιο στα ανατολικά της Αλεξάνδρειας, πάνω στον δρόμο που οδηγεί στην Κάνωπο. Ένα προάστιο δίχως τίποτε το ξεχωριστό που φέρει όμως ένα βαρύ όνομα. Ο τόπος αυτός ονομάζεται Ελευσίνα και πρόκειται να γίνει σε λίγο το επίκεντρο κοσμοϊστορικών εξελίξεων.

Κάτι το αλλόκοτο πλανάται: τις προηγούμενες εβδομάδες συνέβησαν πράγματα πρωτόγνωρα. Αλλά, ίσως, αυτός ο παράξενος αέρας να προμηνύει τα ακόμα πιο απρόσμενα που πρόκειται να συμβούν. Πρώτα-πρώτα, μόνο οι θεοί γνωρίζουν αν υπάρχει σπιθαμή εδάφους αιγυπτιακού που να την ελέγχουν οι Λαγίδες. Τα τρία αδέλφια που διεκδικούν το θρόνο, ο Πτολεμαίος (Στ΄) Φιλομήτωρ,  η Κλεοπάτρα (Β΄), και ο νεότερος, ο Πτολεμαίος (Η΄ Ευεργέτης Β΄) που θα μείνει στην Ιστορία με το διόλου τιμητικό προσωνύμιο «Φύσκων» (μια και διέθετε τα τυπικά προσόντα για να διεκδικήσει θέση αντιπροέδρου στη σύγχρονη ελληνική κυβέρνηση), έδειξαν να ξεπερνούν τις διαφορές τους μπροστά στον κοινό κίνδυνο. Εις μάτην! Σ’ έναν πόλεμο που δεν είχε ο ίδιος επιδιώξει, ο Σελευκίδης βασιλιάς Αντίοχος όρμησε σα σίφουνας στην Αίγυπτο, συντρίβοντας όποια αντίσταση συνάντησε. Έφτασε μέχρι τη Μέμφιδα και κάποιοι λένε πως στέφθηκε Φαραώ. Τώρα είναι έτοιμος να καταλάβει την ανυπεράσπιστη Αλεξάνδρεια. Να ολοκληρώσει το θρίαμβο που θα ενώσει τα δύο βασίλεια υπό το στέμμα του. Ν’ αναβιώσει σχεδόν την αυτοκρατορία του Αλεξάνδρου.

Κι όμως… Ο θριαμβευτής, που έχει στρατοπεδεύσει ακριβώς σ’ αυτήν την Ελευσίνα, δεν είναι βέβαιος για το αν θα μπορέσει να κρατήσει ό,τι κέρδισε στα πεδία των μαχών. Ως τώρα, η Ρώμη παρακολουθούσε τη σύγκρουση των δύο ελληνιστικών βασιλείων από απόσταση. Είχε τους λόγους της: πολεμούσε τους Μακεδόνες κι η σύρραξη ήταν αμφίρροπη. Μα πριν από λίγες μέρες όλα κρίθηκαν στην Πύδνα. Το βασίλειο των Αντιγονιδών δεν υπάρχει πλέον. Κι η Ρώμη είναι ελεύθερη ν’ ασχοληθεί μ’ αυτόν τον «Συριακό» πόλεμο που φαίνεται να έχει τόσο επικίνδυνη γι’ αυτήν κατάληξη.

Ο Αντίοχος έχει ήδη ειδοποιηθεί κι αναμένει την επίσκεψη του Ρωμαίου απεσταλμένου που την προηγούμενη μέρα έφτασε στην Αλεξάνδρεια. Ποιος ξέρει τι να περνά από το μυαλό του Σελευκίδη. Ίσως να τα ξέρει όλα από πριν και να έχει αποδεχτεί το πεπρωμένο. Ίσως πάλι οι θρίαμβοι να έχουν θολώσει την κρίση του και να ελπίζει για το καλύτερο. Ο απεσταλμένος αυτός που τώρα περιμένει δεν είναι άλλωστε παλιός γνώριμος; Φίλος από τα νεανικά χρόνια, τα χρόνια της χρυσής αιχμαλωσίας στη Ρώμη, όταν ο Αντίοχος είχε σταλεί όμηρος, ως εγγύηση για την τήρηση της τόσο επαχθούς Συνθήκης της Απάμειας. Ο Γάιος Ποπίλιος Λαίνας φτάνει στην Ελευσίνα. Ο Αντίοχος τείνει το χέρι του κι ετοιμάζεται ν’ αγκαλιάσει και να φιλήσει τον παλιό του φίλο. Εκείνος, όμως, του απαντά ψυχρά ότι οι χαιρετισμοί πρέπει να περιμένουν. Του δίνει ένα έγγραφο. Το μήνυμα της Συγκλήτου. Ο Αντίοχος διαβάζει βιαστικά, το πρόσωπό του σκοτεινιάζει. Ταραγμένος, ζητεί από τον Ποπίλιο διορία να διαβουλευθεί με τους επιτελείς και τους συμβούλους του πριν του δώσει απάντηση. Ατάραχος ο Ποπίλιος παίρνει το ραβδί του και χαράζει πάνω στο χώμα ένα κύκλο μες στον οποίο βρίσκονται εκείνος κι ο Σελευκίδης. «Βασιλιά, πρέπει να μου δώσεις την απάντηση πριν βγεις απ’ αυτόν τον κύκλο»! Ο Αντίοχος πρέπει να συνειδητοποίησε τότε το μάταιο του πράγματος: «Θα πράξω ό,τι προστάζει η Σύγκλητος»! Έπειτα από αυτό, ο Ποπίλιος αγκάλιασε και φίλησε τον βασιλιά, ενώ τα μέλη της ρωμαϊκής αντιπροσωπείας και του επιτελείου του Σελευκίδη αντάλλαξαν θερμούς χαιρετισμούς και φιλοφρονήσεις.

Τι ζήτησε η Σύγκλητος από το Σελευκίδη; Τίποτε λιγότερο από το να παραχωρήσει (επιστρέφοντάς τα στους Λαγίδες) όλα όσα είχε κερδίσει στη διάρκεια του πολέμου, Αίγυπτο και Κύπρο δηλαδή. Ουδέποτε θριαμβευτής είχε ταπεινωθεί με τέτοιο τρόπο.

«ὁ Ποπίλιος ὁ τῶν Ῥωμαίων στρατηγός, τοῦ βασιλέως πόρρωθεν ἀσπαζομένου διὰ τῆς φωνῆς καὶ τὴν δεξιὰν προτείνοντος, πρόχειρον ἔχων τὸ δελτάριον, ἐν ᾧ τὸ τῆς συγκλήτου δόγμα κατετέτακτο, προύτεινεν αὐτῷ καὶ τοῦτ᾽ ἐκέλευσε πρῶτον ἀναγνῶναι τὸν Ἀντίοχον, ὡς μὲν ἐμοὶ δοκεῖ, μὴ πρότερον ἀξιώσας τὸ τῆς φιλίας σύνθημα ποιεῖν πρὶν ἢ τὴν προαίρεσιν ἐπιγνῶναι τοῦ δεξιουμένου, πότερα φίλιος ἢ πολέμιός ἐστιν. ἐπεὶ δ᾽ ὁ βασιλεὺς ἀναγνοὺς ἔφη βούλεσθαι μεταδοῦναι τοῖς φίλοις ὑπὲρ τῶν προσπεπτωκότων, ἀκούσας ὁ Ποπίλιος ἐποίησε πρᾶγμα βαρὺ μὲν δοκοῦν εἶναι καὶ τελέως ὑπερήφανον: ἔχων γὰρ πρόχειρον ἀμπελίνην βακτηρίαν περιέγραφε τῷ κλήματι τὸν Ἀντίοχον ἐν τούτῳ τε τῷ γύρῳ τὴν ἀπόφασιν ἐκέλευσε δοῦναι περὶ τῶν γεγραμμένων: ὁ δὲ βασιλεὺς ξενισθεὶς τὸ γινόμενον καὶ τὴν ὑπεροχήν, βραχὺν χρόνον ἐναπορήσας ἔφη ποιήσειν πᾶν τὸ παρακαλούμενον ὑπὸ Ῥωμαίων. οἱ δὲ περὶ τὸν Ποπίλιον τότε τὴν δεξιὰν αὐτοῦ λαμβάνοντες ἅμα πάντες ἠσπάζοντο φιλοφρόνως. ἦν δὲ τὰ γεγραμμένα λύειν ἐξ αὐτῆς τὸν πρὸς Πτολεμαῖον πόλεμον» (Πολύβιος, ΚΘ΄, 27, 2-7).

Ο παρεξηγημένος: ο Αντίοχος Δ΄ ο Επιφανής είναι κατά πάσα πιθανότητα ο πιο παρεξηγημένος μονάρχης της Ελληνιστικής Περιόδου. Η ατυχής για τον Αντίοχο συγκυρία, τουλάχιστον όσον αφορά την υστεροφημία του κατά τον Μεσαίωνα και τους Νεότερους Χρόνους, έγκειται στο ότι υπήρξε ο αντίπαλος του ιουδαϊκού έθνους κατά την εξέγερση των Μακκαβαίων, η οποία οδήγησε στην επανίδρυση ανεξάρτητου ιουδαϊκού κράτους. Λογικό ήταν ο Αντίοχος να πάρει τον ρόλο του απόλυτου κακού και στον ιδρυτικό μύθο του κράτους αυτού και στην μεταγενέστερη εβραϊκή παράδοση. Επιπροσθέτως, η αφομοίωση της τελευταίας από τον χριστιανισμό εξασφάλισε τη διαιώνιση της αρνητικής εικόνας του Σελευκίδη ηγεμόνα: οι Μακκαβαίοι υπήρξαν το πρότυπο του ευγενούς πολεμιστή για τους ιππότες του Μεσαίωνα. Οι Ιωαννίτες Ιππότες έφτασαν μέχρι το σημείο να κατασκευάσουν τη μυθική γενεαλογία τους, έχοντας αναγάγει τις ρίζες τους ακριβώς στους Μακκαβαίους! Έτσι, στη χριστιανική παράδοση ο δυστυχής Αντίοχος κατέληξε να εμφανίζεται ως… Αντίχριστος!

Με τις σχέσεις Αντίοχου και Ιουδαίων, για τις οποίες τόσα έχουν γραφεί, είχαμε ασχοληθεί και στο παρελθόν (έστω και όχι αναλυτικά). Θα υπενθυμίσουμε απλώς ότι ο Αντίοχος ουσιαστικά ενήργησε όπως κι ο οποιοσδήποτε ηγεμόνας που έρχεται αντιμέτωπος με μια εξεγερμένη επαρχία και κινδυνεύει να απωλέσει την κυριαρχία του επί εδαφών και, κυρίως, φόρους που ήλπιζε να εισπράξει. Κανένα ιστορικό στοιχείο δεν μας υποχρεώνει να ερμηνεύσουμε τον ιουδαϊκό πόλεμο του Επιφανούς ως αναμέτρηση Ελληνισμού και Ιουδαϊσμού. Κι αν υπάρχει σε κάποιο βαθμό το στοιχείο της πολιτισμικής σύγκρουσης, αυτή η σύγκρουση αφορά πρωτίστως τάσεις που εκδηλώθηκαν στο εσωτερικό της ιουδαϊκής κοινότητας.

Ωστόσο, η δυσφήμηση του Επιφανούς δεν οφείλεται μόνο στην ιουδαιοχριστιανική παράδοση: έχει τις ρίζες της στην ίδια την εποχή του Σελευκίδη ηγεμόνα και στη μεταγενέστερη «κλασσική» γραμματεία. Δεν χρειάζεται τίποτε περισσότερο από το να θυμηθούμε τις ιστορίες για τον Αντίοχο που τριγυρνά μεταμφιεσμένος στα καπηλειά της Αντιόχειας συναναστρεφόμενους υποκείμενα της τελευταίας υποστάθμης ή τα λογοπαίγνια «Επιφανής = Επιμανής (δηλ. τρελός για δέσιμο)». Πρόκειται για τις φήμες και τα κουτσομπολιά που μας διασώζει ο Αθήναιος (Δειπνοσοφισταί, Ε΄, 193 δ΄, και Ι΄, 439 α΄), διαβεβαιώνοντάς μας πως προέρχονται από το εικοστό έκτο βιβλίο της Ιστορίας του Πολύβιου. Το μάθημά μας, πάντως, το έχουμε κατανοήσει και ξέρουμε καλά ότι δεν είναι απαραίτητο να παίρνουμε τοις μετρητοίς οτιδήποτε προέρχεται από συγγραφέα της Αρχαιότητας, όσο αξιόπιστος κι αν είναι.

Ι. Σφετεριστής και κάτοχος δοτής εξουσίας;

Α. Από τη γέννηση του Αντίοχου έως την ομηρεία στη Ρώμη

Ενδεικτικό του ελλιπούς χαρακτήρα των γνώσεών μας, ακόμη και για πολύ γνωστές φυσιογνωμίες της Ιστορίας της Αρχαιότητας, είναι το γεγονός ότι αγνοούμε την ακριβή χρονολογία γέννησης του Αντίοχου Δ΄. Η συνηθέστερα αναφερόμενη χρονολογία (-215) δεν είναι παρά η απώτατη δυνατή. Ο Δανός ιστορικός Όττο Μέρκολμ, συγγραφέας της σημαντικότερης ίσως μονογραφίας για τον Σελευκίδη μονάρχη, υπέθετε ότι ο Αντίοχος ο Μέγας και η Λαοδίκη απέκτησαν τον μετέπειτα Επιφανή, τρίτο κατά σειρά γιο τους, μεταξύ 215 και 210 π.Χ., πιθανολογώντας την ηλικία του τελευταίου κατά την άνοδό του στον θρόνο βάσει της εικόνας του στα πρώτα νομίσματά του («Antiochus IV of Syria», Gyldendalse Boghandel, Κοπεγχάγη 1966). Ο Εντουάρ Βιλλ, από τη μεριά του, θεωρούσε πιθανότερη μια χρονολογία κοντά στο 205 (Edouard Will «Histoire politique du monde hellénistique», Presses universitaires de Nancy, 2η έκδ. 1979-1982, επανέκδ. Seuil, Παρίσι 2003, τ. ΙΙ, σελ. 353). Μια πρόσφατη μελέτη υπολογίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια τη ζητούμενη χρονολογία στο 212 π.Χ. Αρκετοί, βασιζόμενοι σε νύξεις του Τίτου Λίβιου και του Αθήναιου, υποστηρίζουν ότι ο Αντίοχος ονομαζόταν αρχικά Μιθριδάτης κι ότι πήρε το όνομα με το οποίο βασίλεψε αργότερα όταν πέθανε μετά από ασθένεια (το -193;) ο μεγαλύτερος αδελφός του που ονομαζόταν κι αυτός Αντίοχος.

Όπως είναι φυσικό, η ζωή του Επιφανούς καθορίσθηκε από τα μεγάλα γεγονότα που σημάδεψαν την πορεία του βασιλείου του πατέρα του. Κι αν οι αρχικές επιτυχίες του Αντίοχου του Μεγάλου, στο Ιράν και την Κοίλη Συρία, τοποθετούν το απόγειο της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών γύρω στο 200 π.Χ., η συντριβή της Μαγνησίας, η ανεξήγητη απροθυμία του μεγάλου βασιλέα να επιδιώξει μια δεύτερη ευκαιρία στη σύγκρουση με τη Ρώμη και την Πέργαμο και η ταπεινωτική συνθήκη της Απάμειας (188) βυθίζουν το κράτος της Αντιόχειας (όπως είχαμε δει σε παλαιότερη ανάρτηση) σε συνθήκες βαθιάς κρίσης. Για να διασφαλίσουν την τήρηση των όρων της συνθήκης, οι Ρωμαίοι ζητούν την παράδοση είκοσι ομήρων: ανάμεσά τους βρίσκεται κι ο νεαρός πρίγκιπας Αντίοχος. Επρόκειτο φυσικά για αιχμαλωσία σε χρυσό κλουβί φιλοξενίας αντάξιας ενός πρίγκιπα. Στα χρόνια της παραμονής του στη Ρώμη, ο Αντίοχος έχει την ευκαιρία να συνάψει σχέσεις φιλίας με πολλούς Ρωμαίους αριστοκράτες, να μελετήσει από κοντά το πολίτευμα, τους θεσμούς και το δικαστικό σύστημα της Ρώμης, να καλλιεργήσει τα πνευματικά του ενδιαφέροντα. Σε χρόνο άγνωστο σε μας, πάντως, έρχεται η στιγμή της… αλλαγής φρουράς: ο Αντίοχος αντικαθίσταται ως όμηρος από τον ανηψιό του Δημήτριο, πρωτότοκο γιο του βασιλιά Σέλευκου Δ΄, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον Αντίοχο Γ΄ στα τέλη του 188. Για ποιο λόγο δέχθηκε ο Σέλευκος να παραδώσει τον διάδοχό του; Προφανώς γιατί δεν θα είχε άλλη επιλογή: βρισκόταν σε αδυναμία να αποπληρώσει εμπρόθεσμα την οφειλόμενη στη Ρώμη πολεμική αποζημίωση. Ο Αντίοχος από την πλευρά του, αφήνοντας τη Ρώμη δεν επέλεξε να επιστρέψει στη Συρία, αλλά προτίμησε να πάει να ζήσει στην Αθήνα για να απολαύσει την πνευματική ζωή της.

Β. Στον θρόνο της Αντιόχειας

α. Η σκοτεινή άνοδος: Κανένας Σελευκίδης δεν είχε ως τότε κληθεί να βασιλέψει σε τόσο αντίξοες συνθήκες όσο ο Σέλευκος Φιλοπάτωρ: με μεγάλες εδαφικές απώλειες (ό,τι βρισκόταν στα δυτικά του Ταύρου), υποχρέωση αφοπλισμού, τσαλακωμένο γόητρο (κι άρα μικρές δυνατότητες άσκησης αποτελεσματικής διπλωματίας) και οφειλή υπέρογκης πολεμικής αποζημίωσης και, τέλος, με τον διάδοχό του όμηρο, έχει ουσιαστικά δεμένα τα χέρια του. Η άτυχη βασιλεία του τερματίζεται άδοξα και πρόωρα το 175 όταν τον δολοφονεί ο «επί των πραγμάτων» (ο πρωθυπουργός του, δηλαδή) Ηλιόδωρος. Απλή ανακτορική ίντριγκα (ο Ηλιόδωρος είχε πιθανότατα έρθει σε ρήξη με τον Σέλευκο, ίσως για τους αδέξιους χειρισμούς του στο ιουδαϊκό ζήτημα, και μπορεί να έκρινε ότι δεν είχε άλλο τρόπο για να σώσει τον εαυτό του) ή σχέδιο συνωμοσίας που εξυφάνθηκε στην Πέργαμο και στη Ρώμη, ενδεχομένως εν γνώσει αυτού που επρόκειτο να επωφεληθεί από τον θάνατο του βασιλιά; Ως συνήθως, η απάντηση αγνοείται, οι υποθέσεις επιτρέπονται. Σε κάθε περίπτωση, μαθαίνοντας τη δολοφονία του αδελφού του, ο Αντίοχος άφησε την Αθήνα και βρέθηκε στην Πέργαμο. Εκεί, ο βασιλιάς Ευμένης του έδωσε το βασιλικό διάδημα και έδωσε εντολή στον αδελφό του, τον Άτταλο, να συνοδέψει τον Σελευκίδη στην Αντιόχεια. Λίγες εβδομάδες αργότερα έφτανε κι από τη Ρώμη η επίσημη αναγνώριση της Συγκλήτου [Claire Préaux «Le Monde Hellénistique (La Grèce et l’Orient, 323-146 av. J.-C.)», coll. Nouvelle Clio, PUF, Παρίσι 2002 (4η έκδ., 1η έκδ. 1978), τ. 1, σελ. 168].

Φτάνοντας στην Αντιόχεια, την οποία είχε ήδη εγκαταλείψει ο συνωμότης βασιλοκτόνος Ηλιόδωρος, ο Επιφανής βρήκε στον θρόνο τον ανήλικο συνονόματο ανηψιό του, τον οποίο είχαν ανακηρύξει βασιλιά κύκλοι της αυλής. Απ’ ό,τι φαίνεται, ο Αντίοχος ανέχτηκε για λίγα χρόνια τον νεαρό συμβασιλέα του, αλλά έπειτα διέταξε έναν «υπουργό» του, τον Ανδρόνικο, να δολοφονήσει τον μικρό! Όλα αυτά καταγράφονται με αρκετές επιφυλάξεις, γιατί η βασική μαρτυρία είναι ένα απόσπασμα του Διόδωρου (Λ΄, 7, 2) όπου γίνεται λόγος για τη δολοφονία κάποιοι Αντιόχου του Σελεύκου από κάποιον Ανδρόνικο. Ένα βαβυλωνιακό χρονικό, από την άλλη, αναφέρει τη θανάτωση ενός Σελευκίδη τον Οκτώβριο του 170 π.Χ., μόνο που τον ονομάζει Αντίοχο Αντιόχου! Πριν τρέξουμε να δεχτούμε την παράτολμη εκδοχή ότι ο Επιφανής σκότωσε τον ίδιο του τον γιο, είναι πιο φρόνιμο να ακολουθήσουμε την οικονομικότερη εξήγηση, αυτή του Μέρκολμ (όπ.π., σελ. 38 επ.) και του Βιλλ (όπ.π., τ. ΙΙ, σελ. 306): αναγνωρίζοντας τον μικρό συνονόματό του ως συμβασιλέα, ο Αντίοχος τον υιοθέτησε κιόλας.

β. ο Αντίοχος πεφωτισμένος μονάρχης: Όπως διαπιστώνουμε, ο Αντίοχος ξεκινά τη βασιλική σταδιοδρομία του με βαρίδια στα πόδια. Αποκτά την εξουσία με τις ευλογίες των δύο αντιπάλων του βασιλείου του και μετά τη δολοφονία του αδελφού του, έγκλημα στο οποίο ίσως και να μην είναι αμέτοχος. Λερώνει τα χέρια του με το αίμα του ανηψιού του. Και κληρονομεί από τον αδελφό του σημαντικό μέρος του χρέους προς τη Ρώμη, το οποίο κανονικά θα έπρεπε να έχει ήδη αποπληρωθεί. Τέλος, η υποστήριξη της Ρώμης δεν είναι βεβαίως άδολη: ανά πάσα στιγμή, με την παραμικρή λάθος κίνηση, ο Αντίοχος διατρέχει τον κίνδυνο να δει τον ανηψιό του Δημήτριο (τυπικά νόμιμο διάδοχο του θρόνου) να αποβιβάζεται μαζί με κάποιο Ρωμαίο αξιωματούχο (Will, όπ.π., σελ. 307).

Κι όμως… Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Αντίοχου αναδεικνύουν έναν ικανό μονάρχη, αφοσιωμένο στην αναδιοργάνωση του κράτους του. Μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, στη διοικητική οργάνωση και τους θεσμούς των πόλεων, στο δικαστικό σύστημα, εμπνευσμένες πιθανώς σε σημαντικό βαθμό από τα ρωμαϊκά πρότυπα. Ανασυγκρότηση των στρατιωτικών δυνάμεων του βασιλείου (κατά παράβαση των όρων της Συνθήκης της Απάμειας. Κι επιπλέον πλήθος χορηγιών και δωρεών προς τις πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Μικράς Ασίας. Με πιο φιλόδοξο σχέδιο στην κατηγορία αυτή την ανέγερση του μεγαλοπρεπούς ναού του Ολυμπίου Διός στην Αθήνα (ήδη το 174 π.Χ. αναθέτει στον Ρωμαίο αρχιτέκτονα Δέκιμο Κοσσούτιο την εκπόνηση των σχεδίων). Προσφορά αντάξια αυτού που ήδη έχει υιοθετήσει τη λατρευτική επίκληση του Θεού Επιφανούς στην αγαπημένη πόλη του.

Όσον αφορά την εξωτερική πολιτική, οι κινήσεις του Αντίοχου είναι μετρημένες. Δεν πρέπει, άλλωστε, να ενοχληθούν η Πέργαμος κι η Ρώμη. Αν υπάρχει κάποιο σχέδιο εκστρατείας αυτό πρέπει να έχει να κάνει με τις Άνω Σατραπίες και τον ιρανικό χώρο ειδικότερα. Τα επιτεύγματα της «Αναβάσεως» του πατέρα του αποδεικνύονται εύθραυστα, ενώ οι Πάρθοι γίνονται ξανά απειλητικοί. Ο σχεδιασμός είναι λογικός, αλλά γίνεται χωρίς να λάβει υπόψη την παραφροσύνη που χαρακτηρίζει κάποιες κλίκες των ανακτόρων της Αλεξάνδρειας…

ΙΙ. Ο κακότυχος: εκστρατείες, σχέδια κι ανεκπλήρωτοι στόχοι

Α. Η σύγκρουση με την Αίγυπτο

α. Το βασίλειο των Λαγιδών μετά τον θάνατο του Πτολεμαίου του Επιφανούς και τα αίτια του πολέμου: Στις αρχές του δεύτερου αιώνα π.Χ., η Αίγυπτος βρίσκεται σε δυσχερή θέση. Απουσία ισχυρής εξουσίας, εσωτερικά προβλήματα, με εξεγέρσεις του ιθαγενούς πληθυσμού, οικονομική κρίση που την επιδείνωσε η απώλεια της Κοίλης Συρίας και των εισοδημάτων της. Μετά τον θάνατο του Πτολεμαίου Ε΄ του Επιφανούς, η αντιβασιλεία ασκείται από τη βασίλισσα Κλεοπάτρα Α΄ (κόρη του Αντίοχου Γ΄ και αδελφή του Αντίοχου του Επιφανούς) στο όνομα του ανήλικου γιου της, του Πτολεμαίου Φιλομήτορος. Όταν η Κλεοπάτρα πεθαίνει, το -176, η εξουσία περνά σε δύο αυλικούς, τον Ευλαίο και τον Ληναίο. Αμφότεροι φαίνεται να ενσαρκώνουν το γνωστό πρότυπο του διεφθαρμένου κι ανάξιου αυλικού. Οπωσδήποτε αποδεικνύονται πολύ κατώτεροι των κρίσιμων περιστάσεων της εποχής. Όλες πάντως οι πηγές συμφωνούν στο ότι αυτοί οι δύο είναι οι εμπνευστές της πολεμικής σύγκρουσης με τη Συρία.

Ο Εντουάρ Βιλλ αναρωτιόταν εύλογα για το ποιοι λόγοι μπορεί να ώθησαν τους δύο αντιβασιλείς σε ένα πόλεμο που, εκ των υστέρων και με τα στοιχεία που διαθέτουμε, ισοδυναμούσε με αυτοκτονία για το κλονισμένο βασίλειο των Λαγιδών: κίνηση αντιπερισπασμού που θα μπορούσε να εδραιώσει τη θέση του Ευλαίου και του Ληναίου ως κατόχων της εξουσίας στην Αλεξάνδρεια; Η ιδέα ότι η ανάκτηση της πλούσιας Κοίλης Συρίας θα βοηθούσε να ξεπεραστούν τα οικονομικά προβλήματα της Αιγύπτου; Αβάσιμες πληροφορίες ότι η θέση του Αντίοχου στην εξουσία ήταν σε κίνδυνο: ή ότι ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει προς το Ιράν για να αντιμετωπίσει την παρθική απειλή; ή, μήπως, ότι πολλοί στην Κοίλη Συρία νοσταλγούσαν την πτολεμαϊκή διοίκηση κι ήταν έτοιμοι να βοηθήσουν στην επιστροφή της ( όπ.π., σελ. 313); Ό,τι κι αν συνέβη στην πραγματικότητα, τα στοιχεία δείχνουν ότι η απόφαση για πόλεμο κατά των Σελευκιδών είχε παρθεί στην Αλεξάνδρεια από πολύ νωρίς: πρεσβεία του Αντίοχου, η οποία, μάλλον το -175, είχε μεταβεί στην Αλεξάνδρεια για να παραστεί είτε στον γάμο του Φιλομήτορος με την αδελφή του είτε στα πρωτοκλήσιά του (την πρώτη επίσημη εκφώνηση των τίτλων του), συνάντησε τέτοια εχθρότητα που οι απεσταλμένοι μόλις επέστρεψαν στην Αντιόχεια ενημέρωσαν τον βασιλιά τους ότι θα έπρεπε να ετοιμάζεται για πόλεμο με τους Λαγίδες:

«Ἀποσταλέντος δὲ εἰς Αἴγυπτον Ἀπολλωνίου τοῦ Μενεσθέως διὰ τὰ πρωτοκλίσια τοῦ Φιλομήτορος βασιλέως μεταλαβὼν Ἀντίοχος ἀλλότριον αὐτὸν τῶν αὐτοῦ γεγονέναι πραγμάτων τῆς καθ’ αὑτὸν ἀσφαλείας ἐφρόντιζεν» (Μακκαβαίων Β΄, 4, 21).

Η άφρων πρωτοβουλία των αντιβασιλέων της Αλεξάνδρειας ίσως και να εξυπηρετούσε τους υπόλοιπους ενδιαφερόμενους. Ο Αντίοχος γνώριζε ότι ο στρατός των Λαγιδών δεν ήταν ιδιαιτέρως αξιόμαχος. Και καθώς η Συνθήκη της Απάμειας δεν περιείχε καμία σχετική απαγόρευση, η Αίγυπτος θα μπορούσε να αποτελέσει έναν επιτρεπόμενο και εφικτό στόχο εδαφικής επέκτασης. Όσο για τους Ρωμαίους, απασχολημένοι με τα προβλήματα που τους προκαλούσε ο Περσέας, υπολόγιζαν ότι μια σύρραξη μεταξύ Αιγύπτου και Συρίας θα απέκλειε κάθε ενδεχόμενο να βοηθήσει η μία ή η άλλη τη Μακεδονία.

β. Πρώτη φάση του Στ΄ «Συριακού» Πολέμου: Η Αλεξάνδρεια (όπου τα αδέλφια του Φιλομήτορος ανακηρύχθηκαν συμβασιλείς του) κήρυξε τον πόλεμο που κατά σύμβαση ονομάζουμε Στ΄ Συριακό το 170. Οι εχθροπραξίες άρχισαν όμως την επόμενη χρονιά. Ο αιγυπτιακός στρατός προσπάθησε να εισβάλει στα εδάφη των Σελευκιδών με σκοπό να ανακτήσει την Κοίλη Συρία. Με την πρώτη σύγκρουση ο στρατός του Πτολεμαίου υπέστη πανωλεθρία. Οι δυνάμεις του Αντίοχου πέρασαν αμέσως στο αιγυπτιακό έδαφος, κατέλαβαν το Πελούσιο και κινήθηκαν προς δυσμάς. Στην Αλεξάνδρεια, η συντριβή έφερε ανακατατάξεις: οι Ευλαίος και Ληναίος κρίθηκαν υπεύθυνοι της στρατιωτικής συμφοράς, εκδιώχθηκαν και τη θέση τους πήραν δύο αντίπαλοί τους, ο Κινέας και ο Κομανός που ζήτησαν διαπραγματεύσεις. Ο Αντίοχος δεν τις αρνήθηκε, αλλά συνέχισε την προέλασή του φτάνοντας μέχρι τα περίχωρα της Αλεξάνδρειας. Ο Σελευκίδης συνάντησε τον (ανηψιό του) βασιλιά της Αιγύπτου και ήρθαν σε συμφωνία, οι όροι της οποίας θα έθεταν προφανώς την Αίγυπτο υπό την κηδεμονία του Αντιόχου. Το γεγονός προκάλεσε αντιδράσεις στην πρωτεύουσα, όπου μόνος βασιλιάς ανακηρύχθηκε ο νεότερος αδελφός του Φιλομήτορος. Ο Αντίοχος επιχείρησε να καταλάβει την Αλεξάνδρεια, αλλά διαπιστώνοντας (τέλος του 169) ότι αυτό ήταν αδύνατο γύρισε στο βασίλειό του, κρατώντας το Πελούσιο και κάποια άλλα αιγυπτιακά εδάφη και περιμένοντας να βοηθήσει τα σχέδιά του ο ενδεχόμενος εμφύλιος μεταξύ των δυο Πτολεμαίων.

γ. Δεύτερη φάση του Στ΄ «Συριακού» Πολέμου: η ταπείνωση της Ελευσίνας. Αντί όμως να επακολουθήσει εμφύλιος, συνέβη αυτό που δεν υπολόγιζε ή, πάντως, απευχόταν ο Αντίοχος. Από τη Μέμφιδα, όπου είχε καταφύγει, ο Φιλομήτωρ ήρθε σε συνεννόηση και συμφιλιώθηκε με την αδελφή και τον μικρό αδελφό του. Ο πόλεμος ξανάρχιζε. Αυτή τη φορά ο Σελευκίδης δεν μπορούσε να ισχυρισθεί ότι βρισκόταν σε θέση άμυνας ή ότι εισέβαλε στην Αίγυπτο για να προστατέψει τον Φιλομήτορα με τον οποίο είχε συνάψει συμφωνία. Η μόνη δικαιολογία που μπορούσε να προβάλει ήταν ότι ο Φιλομήτωρ είχε παραβιάσει τη συμφωνία τους. Σε κάθε περίπτωση, τα πράγματα ήταν πολύ απλούστερα για τον Επιφανή σε πρακτικό επίπεδο. Κάνοντας σχεδόν περίπατο απέκτησε τον έλεγχο σχεδόν ολόκληρης της Αιγύπτου. Η μόνη ελπίδα των Πτολεμαίων ήταν η εξωτερική βοήθεια. Για τον σκοπό αυτό προσέγγισαν την Αχαϊκή Συμπολιτεία, αλλά φαίνεται ότι προσέκρουσαν στις αντιρρήσεις της Ρώμης. Αυτή ακριβώς ήταν κι η τελευταία ελπίδα τους. Άλλωστε οι ρωμαϊκές λεγεώνες που πολεμούσαν τους Μακεδόνες ανεφοδιάζονταν με αιγυπτιακό σιτάρι. Οι Λαγίδες ζήτησαν τη διαμεσολάβηση της Ρώμης. Αυτή τη φορά, η Σύγκλητος έστειλε διπλωματική αντιπροσωπεία υπό τον Γάιο Ποπίλιο Λαίνα, σημαντική προσωπικότητα και παλιό γνώριμο του Αντίοχου. Φυσικά, σε θέματα πολιτικής ο Ρωμαίος αξιωματούχος που εκπροσωπεί τη χώρα του δεν πρόκειται να υπολογίσει την όποια φιλία του με κάποιον ξένο μονάρχη. Αποκλειστικό του μέλημα είναι να φέρει σε πέρας την αποστολή του υπερασπίζοντας κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντα της Ρώμης.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι η Σύγκλητος έδωσε στον Ποπίλιο οδηγίες να χειριστεί την υπόθεση αναλόγως της εξέλιξης του Μακεδονικού Πολέμου. Ο πρέσβης θα πρέπει επομένως να είχε στα χέρια του δύο διαφορετικά μηνύματα της Συγκλήτου προς τον Αντίοχο. Ένα σκληρό τελεσίγραφο σε περίπτωση νίκης των Ρωμαίων στον πόλεμο κατά του Περσέα κι ένα πιο διαλλακτικό κείμενο σε περίπτωση που εξακολουθούσε να επικρατεί στασιμότητα στο μακεδονικό μέτωπο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ποπίλιος δεν βιάστηκε να μεταβεί στην Αλεξάνδρεια ή να συναντήσει τον Αντίοχο. Αντίθετα, την άνοιξη του 168 π.Χ. πήγε στη Δήλο όπου και περίμενε την έκβαση των συγκρούσεων στη Μακεδονία. Μόνο όταν πληροφορήθηκε τον ρωμαϊκό θρίαμβο στην Πύδνα (Ιούνιος 168 π.Χ.) ξεκίνησε και μέσω Ρόδου έφτασε στην Αλεξάνδρεια (μέσα Ιουλίου). Ακολούθησε η συνάντηση με τον Αντίοχο στην Ελευσίνα που περιγράψαμε στην αρχή. Δεν γνωρίζουμε το περιεχόμενο της απόφασης της Συγκλήτου που παρέδωσε ο Ποπίλιος στον Αντίοχο και ποιες ακριβώς ήταν οι απειλές που περιείχε. Πιθανώς να αρκούσε η αναφορά του ότι μη συμμόρφωση του Αντίοχου προς τις επιταγές της Συγκλήτου θα οδηγούσε τη δεύτερη να μην τον θεωρεί πλέον φίλο της Ρώμης. Ίσως πάλι το μήνυμα να περιείχε σαφείς απειλές όχι μόνον πολέμου, αλλά και απελευθέρωσης του Δημήτριου κι αποστολής του στη Συρία με τις ευλογίες της Ρώμης ως νομίμου κατόχου του θρόνου της Αντιόχειας (Will, όπ.π., σελ. 322). Όποιο, πάντως, κι αν ήταν το ακριβές περιεχόμενο, ο Επιφανής συμμορφώθηκε προς τις ρωμαϊκές απαιτήσεις. Τα στρατεύματά του εκκένωσαν την Αίγυπτο και την Κύπρο. Όλα τα κέρδη από τον Στ΄ Συριακό Πόλεμο έγιναν καπνός. Και ο Αντίοχος, κάνοντας την καρδιά του πέτρα, αμέσως μετά την επιστροφή του στην πρωτεύουσά του, έστειλε πρεσβεία στη Ρώμη για να συγχαρεί τη φίλη και σύμμαχο για τον θρίαμβό της στην Πύδνα. Η ταπείνωση είχε ολοκληρωθεί. Όπως επισήμαινε τόσο εύστοχα ο Βιλλ ( όπ.π.).

«Ο Αντίοχος, που νόμισε ότι μπορούσε να δράσει κατά το δοκούν σε μια ζώνη όπου εκτιμούσε ότι δεν επεκτείνονταν τα ρωμαϊκά συμφέροντα, έπεφτε ξανά, με βία κατά μείζονα λόγο προσβλητική από τη στιγμή που δεν είχε ασκηθεί με τη δύναμη των όπλων, στην αρχική του κατάσταση του μονάρχη τον οποίον απλώς ανέχεται η Ρώμη υπό τον όρο ότι δεν θα ξεπεράσει τα όρια που εκείνη καθορίζει».

Β. Η εκστρατεία στην Ανατολή

α. Από την Ελευσίνα στη Δάφνη: Για πολλούς ιστορικούς η ταπείνωση της Ελευσίνας πρέπει να ήταν η χαριστική βολή στην εύθραυστη ψυχική ισορροπία του μονάρχη. Ο Ταρν, από την άλλη, ήταν ένας από τους πρώτους που υποστήριξε ότι μετά την Ελευσίνα, ο Επιφανής αντέδρασε ψύχραιμα στην, αναμενόμενη, δυσμενή εξέλιξη, διαγράφοντας αμέσως ένα αποτυχημένο κεφάλαιο της σταδιοδρομίας του και αφοσιώθηκε εκ νέου στα σχέδια για την εκστρατεία στις Άνω Σατραπείες, των οποίων την υλοποίηση είχε εμποδίσει η αναγκαστική εμπλοκή του στον πόλεμο με την Αίγυπτο (W. W. Tarn «The Greeks in Bactria & India», Cambridge University Press, 2η έκδ. 1951, 3η αναθεωρημένη 1997). Ο Βιλλ θεωρούσε ιδιαιτέρως ελκυστική την εξήγηση αυτή, καθόσον αντικαθιστά μια φερόμενη ως παθολογική συμπεριφορά με τη λογική (όπ.π., σελ. 347). Σε κάθε περίπτωση, ο Σελευκίδης δεν φαίνεται να απασχολεί τα χρονικά μέχρι την άνοιξη του -166 και τη διοργάνωση των περίλαμπρων εορτών της Δάφνης.

Σ’ αυτό το αριστοκρατικό προάστιο της Αντιόχειας, ο Επιφανής διοργάνωσε τις μεγαλύτερες γιορτές που είχε δει ως τότε ο κόσμος της Αρχαιότητας. Οι γιορτές της Δάφνης περιλάμβαναν συμπόσια, πομπές και συμβολικές αναπαραστάσεις, αγώνες μονομάχων (κατά τα ρωμαϊκά γούστα που είχε αποκτήσει ο Αντίοχος στα χρόνια της παραμονής του στην Αιώνια Πόλη) και εντυπωσιακές παρελάσεις στρατευμάτων. Όπως είναι αναμενόμενο, αρχαίοι και σύγχρονοι ερμήνευσαν τις διαρκείας ενός μηνός γιορτές ως ένδειξη της μεγαλομανίας του Αντίοχου. Χρειάζονται, πάντως, περισσότερα για τη διοργάνωση εορτών τέτοιου μεγέθους. Οι αρχαίοι θεωρούσαν ότι στόχος του Επιφανούς ήταν να ανταγωνισθεί τις γιορτές που διοργάνωσε στη Αμφίπολη την άνοιξη του -167 ο θριαμβευτής της Πύδνας Αιμίλιος Παύλος. Πιο πιθανό είναι η πανήγυρις της Δάφνης να αποσκοπούσε να δοξάσει το κύρος και την ισχύ του κράτους των Σελευκιδών: η ισχύς είχε στρατιωτικά αποδειχθεί στην Αίγυπτο (παρά το διπλωματικό ατύχημα της Ελευσίνας), άλλωστε ο Αντίοχος είχε προσθέσει στους τίτλους του και αυτόν του Νικηφόρου. Κι επρόκειτο να επιβεβαιωθεί με τη σχεδιαζόμενη εκστρατεία στην Ανατολή… Επισημαίνουμε παρεμπιπτόντως, και την ευφάνταστη ερμηνεία του Ταρν: στηριζόμενος σε κάποια νομίσματα του Ευκρατίδη, ο οποίος καθίσταται ηγεμόνας της Βακτριανής εκείνη την εποχή, όπου απεικονίζονται πιθανώς οι γονείς του, ο Ηλιοκλής και η Λαοδίκη, ο Ταρν συμπέρανε ότι ο Ευκρατίδης ήταν από την πλευρά της μητέρας του εξάδελφος του Επιφανούς και ότι επιχείρησε να ανακτήσει τη Βακτριανή για λογαριασμό των Σελευκιδών (όπ.π., σελ. 94 επ.). Σε μια τέτοια περίπτωση, οι τελετές της Δάφνης γιόρταζαν την επιστροφή της Βακτριανής στην αυτοκρατορία. Στα άρθρα μας για την εποποιία των Ελλήνων της Βακτριανής εκθέσαμε ήδη τους λόγους για τους οποίους η θεωρία του Βρετανού ιστορικού έχει ελάχιστες πιθανότητες να ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα.

Στη Δάφνη ο Αντίοχος παρέταξε 50.000 άνδρες. Η παρέλαση τόσο μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων αποτελεί ισχυρότατη ένδειξη επικείμενης εκστρατείας με ιδιαίτερα φιλόδοξους στόχους. Και στόχος μιας τέτοιας εκστρατείας θα μπορούσαν να είναι μόνον οι Άνω Σατραπείες κι ο ευρύτερος ιρανικός χώρος. Άλλωστε, η Σύγκλητος, θορυβημένη από το μέγεθος των στρατευμάτων που είχε συγκεντρώσει ο Επιφανής, έστειλε πρεσβεία λίγο μετά τις γιορτές της Δάφνης για να διερευνήσει τις προθέσεις του Σελευκίδη. Το γεγονός ότι οι συγκλητικοί άφησαν την Αντιόχεια απολύτως καθησυχασμένοι μάλλον αποδεικνύει ότι ο Επιφανής στόχευε στην Ανατολή (Will, όπ.π., σελ. 346/ Geneviève Hoffmann σε C. Grandjean, G. Hoffmann, L. Capdetrey, J.-Y. Carrez-Maratray «Le monde hellénistique», coll. U- Histoire, εκδ. Armand Colin, Παρίσι, 2008, σελ. 70-71).

β. Η βιαίως διακοπείσα εκστρατεία στις Άνω Σατραπείες: Είναι βέβαιο ότι ο Επιφανής είχε βάσιμους λόγους για να εκστρατεύσει στα ανατολικά. Όχι μόνο σε μια προσπάθεια να μιμηθεί την πολυθρύλητη Ανάβαση του πατέρα του, αλλά πρωτίστως γιατί τα αποτελέσματα ακριβώς εκείνης της εκστρατείας (και τουλάχιστον όσα από αυτά ήταν ουσιαστικά) αποδείχθηκαν εξαιρετικά πρόσκαιρα. Δεν είναι τυχαίο ότι, ενώ στη Μάχη της Μαγνησίας είχαν πολεμήσει με τον Αντίοχο Γ΄ πολυάριθμα ιρανικά στρατεύματα, στις παρελάσεις της Δάφνης οι Ιρανοί απουσιάζουν (Πολύβιος, Λ΄, 25-26/ Préaux όπ.π., τ. 1, σελ. 170/ Will, όπ.π., σελ. 348). Φυσικά, το εύρος των σχεδίων του Επιφανούς μας είναι άγνωστο. Στόχευαν απλώς στην αποκατάσταση της τάξης και την επιβεβαίωση της ηγεμονίας των Σελευκιδών σε κάποιες από τις δυτικές Άνω Σατραπείες (Αρμενία, Μηδία, Περσία); Στην αντιμετώπιση του παρθικού κινδύνου, μια και ο νέος ηγεμόνας των Πάρθων, ο  Μιθριδάτης Α΄ Αρσάκης Ε΄, αποτινάσσει τους όποιους δεσμούς υποτέλειας του βασιλείου του και καθιστά σαφείς τις επεκτατικές βλέψεις του; Ή, μήπως, υπήρχε η φιλοδοξία ανάκτησης των κεντροασιατικών εδαφών του ανεξάρτητου ελληνικού βασιλείου της Βακτριανής και της Σογδιανής; Η λογική συνηγορεί υπέρ ενός συνδυασμού των δύο πρώτων εκδοχών (Will, όπ.π., σελ. 352 και 354).

Ο Αντίοχος ξεκίνησε στις αρχές του 165 π.Χ. Η πρώτη του κίνηση ήταν να ανακτήσει την Αρμενία όπου ο στράπης Αρταξίας είχε αυτονομηθεί. Έπειτα πέρασε στη Μηδία όπου προέβη σε συμβολικές πράξεις επιβεβαίωσης της ηγεμονίας των Σελευκιδών (πιθανολογείται η ίδρυση ελληνικής πόλεως δίπλα στα Εκβάτανα με το όνομα Επιφάνεια). Από εκεί μετέβη στην Ελυμαϊδα, όπου και άρχισε (;) να εκτυλίσσεται η τελευταία πράξη του δράματος. Όπως μας λέει η αρχαία παράδοση και υπό συνθήκες που θυμίζουν (ύποπτα, βλ. Préaux όπ.π., σελ. 171) την αντίστοιχη παράδοση για το θάνατο του Αντιόχου του Μεγάλου, ο Επιφανής, προσπαθώντας να εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση της εκστρατείας του, επιχείρησε χωρίς επιτυχία να λεηλατήσει τους θησαυρούς ενός ελαμιτικού ναού. Λίγο αργότερα αρρώστησε βαριά και πέθανε ενώ βρισκόταν στην Περσία (τέλος 164 π.Χ.).

«ὅτι κατὰ τὴν Συρίαν Ἀντίοχος ὁ βασιλεὺς βουλόμενος εὐπορῆσαι χρημάτων προέθετο στρατεύειν ἐπὶ τὸ τῆς Ἀρτέμιδος ἱερὸν εἰς τὴν Ἐλυμαΐδα. παραγενόμενος δ᾽ ἐπὶ τοὺς τόπους καὶ διαψευσθεὶς τῆς ἐλπίδος διὰ τὸ μὴ συγχωρεῖν τῇ παρανομίᾳ τοὺς βαρβάρους τοὺς οἰκοῦντας περὶ τὸν τόπον,ἀναχωρῶν ἐν Τάβαις τῆς Περσίδος ἐξέλιπε τὸν βίον, δαιμονήσας, ὡς ἔνιοί φασι, διὰ τὸ γενέσθαι τινὰς ἐπισημασίας τοῦ δαιμονίου κατὰ τὴν περὶ τὸ προειρημένον ἱερὸν παρανομίαν» (Πολύβιος, ΛΑ΄, 9, 1-4)

Η εκστρατεία τερματιζόταν άδοξα, ουσιαστικά πριν καν αρχίσει. Ο Επιφανής, άφηνε στον θρόνο τον ανήλικο γιο του, τον Αντίοχο Ε΄: έρμαιο των συγκρούσεων μεταξύ αυλικών και με την απειλή άμεσης επιστροφής του Δημήτριου από τη Ρώμη, ο γιος του Επιφανούς δεν είχε ουσιαστικά καμία πιθανότητα να τα καταφέρει.

Αποτίμηση: Για ποιους λόγους μπορεί να μας είναι συμπαθής η φυσιογνωμία του Αντίοχου του Επιφανούς; Προφανώς, πρόκειται καταρχάς για μια αντίδραση στην παράδοση που τον παρουσιάζει με τα μελανότερα χρώματα βασιζόμενη σε εντελώς υποθετικές ψυχολογικές ερμηνείες. Εντούτοις, όπως επισημαίνεται:

«Τρελός, πάντως, δεν ήταν σε καμία περίπτωση κι αν τα ανέκδοτα αυτά, που τον παρουσιάζουν τα μεν σαν ένα εκκεντρικό αξιαγάπητο, τα δε σαν έναν κακό με ευχάριστο χαρακτήρα, ανταποκρίνονται στην αλήθεια, αυτό θα μπορούσε να μην επηρεάσει καθόλου την πολιτική του σκέψη και τις ικανότητές του ως πολιτικού» (Will, όπ.π., σελ. 306-307).

Στην πραγματικότητα, διαθέτουμε ελάχιστα ακλόνητα ιστορικά στοιχεία για τον Αντίοχο Δ΄.  Αγνοούμε τα σχέδιά του. Οι προσπάθειές του έμειναν ανολοκλήρωτες, η βασιλεία του ήταν σύντομη και τερματίστηκε πρόωρα: «ο Επιφανής ήταν ο τελευταίος μεγάλος Σελευκίδης ή ο ολετήρας της αυτοκρατορίας του; Υπήρξε θύμα της ψυχικής ανισορροπίας του ή απρόβλεπτων εξωτερικών περιστάσεων; τα ερωτήματα αυτά δεν είναι δυνατόν να απαντηθούν» (Will, όπ.π., σελ. 353). Ίσως τελικά να είναι ακριβώς αυτά τα ερωτηματικά που καθιστούν γοητευτική την προσωπικότητα του Επιφανούς. Ανάμεσα σε ημιτελή ή εντελώς ανεκπλήρωτα σχέδια και σε απρόβλεπτα παιχνίδια της μοίρας, η αντιφατική μορφή και πορεία του Αντιόχου προσωποποιεί το δράμα της ίδιας της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών και τον άνισο διαρκή αγώνα της. Κι έπειτα, όποτε αντικρίζουμε τον Ναό του Ολυμπίου Διός είναι δύσκολο να μη νιώσουμε κάποια ευγνωμοσύνη γι’ αυτόν τον αμφιλεγόμενο μονάρχη, στον οποίο οφείλουμε ένα τέτοιο αρχιτεκτονικό κομψοτέχνημα. Ο Αδριανός απλώς διέταξε να ολοκληρωθεί η εκτέλεση των σχεδίων που είχε παραγγείλει ο Επιφανής.

Advertisements

Οι Έλληνες στη Βακτριανή: μέρος Γ΄

Ιανουαρίου 11, 2010

Αφήσαμε το ελληνιστικό βασίλειο της Βακτριανής στα χρόνια του Ευθύδημου και του Δημήτριου, λίγα χρόνια μετά την Ανάβαση του Αντίοχου Γ΄ και την εκ μέρους του Σελευκίδη μονάρχη de jure αναγνώριση της ανεξαρτησίας του κράτους. Πράγματι, οι Σελευκίδες δεν πρόκειται πλέον να επιχειρήσουν ουσιαστικά να ανακτήσουν τις σατραπείες που κάποτε κατείχαν στην Κεντρική Ασία. Άλλο θέμα βέβαια το αν κάποιοι διάδοχοι του Αντίοχου Γ΄ περιελάμβαναν στα σχέδια τους μια τέτοια ανάκτηση. Για το ζήτημα έχουν γραφτεί πολλά και ίσως δεν είναι δυνατό να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα. Σε κάθε περίπτωση το ίδιο το κράτος της Βακτριανής βρίσκεται στην απόλυτη ακμή του στα χρόνια του Δημήτριου Α΄. Η περίοδος αυτή θα διαρκέσει έως τα μέσα σχεδόν του 2ου αιώνα π.Χ. και χαρακτηρίζεται από την εξάπλωση του ελεγχόμενου από το ελληνικό στοιχείο χώρου προς τα νότια και νοτιοανατολικά, δηλαδή τις σατραπείες στα νότια του Ινδικού Καυκάσου, την περιοχή του Ινδού ποταμού και την καθαυτό Ινδία. Ήδη, πάντως, από το 170 εμφανίζονται τα πρώτα ανησυχητικά σημάδια, καθώς ενισχύεται η πίεση που ασκούν στα βόρεια και δυτικά σύνορα τόσο τα ιρανικά νομαδικά φύλα όσο και η νεοσύστατη αυτοκρατορία των Πάρθων. Η απειλή αυτή θα έχει ως συνέπεια την εξαφάνιση του βασιλείου, χωρίς, όμως, να εξαλείψει και την ελληνική παρουσία στην περιοχή. Άλλωστε, διάφορα ελληνικά βασίλεια θα διατηρηθούν στον χώρο της Ινδίας μέχρι και τα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ. (από την άποψη αυτή θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το τελευταίο ελληνιστικό βασίλειο δεν είναι η πτολεμαϊκή Αίγυπτος, αλλά ακριβώς αυτές οι ελληνιστικές μοναρχίες της Ανατολής για τις οποίες τόσο λίγα γνωρίζουμε).

Αρκετές φορές αναφέρθηκε το πόσο δυσχερής είναι η εξιστόρηση των γεγονότων αυτής της περιόδου λόγω της έλλειψης ιστορικών πηγών. Πράγματι, το μόνο «ιστορικό» σύγγραμμα που ασχολείται κατά κάποιο τρόπο με τη συγκεκριμένη περιοχή και εποχή είναι η επιτομή των «Historiae phillippicae et totius mundi origines et terrae situs» του Γαλορωμαίου Πομπηίου Τρώγου, την οποία συνέγραψε ο Ρωμαίος ιστορικός του 3ου αιώνα Ιουστίνος. Δύο από τα βιβλία των «ιστοριών» του Πομπηίου αναφέρονταν στην ιστορία των Πάρθων (κι επομένως κατά παρεμπίπτοντα τρόπο στο θέμα που μας ενδιαφέρει): τα βιβλία αυτά τα συνόψισε ο Ιουστίνος με τρόπο ελάχιστα ιστορικό (εξάλλου ο σκοπός του ήταν να καταρτίσει ένα σύγγραμμα περισσότερο ηθικοπλαστικό παρά κατά κυριολεξία ιστορικό), παραλείποντας το 90% του αρχικού υλικού και αρκετά απρόσεκτα ώστε να φθάνει στο σημείο να μπερδεύει πρόσωπα και γεγονότα. Κατά τα λοιπά, έχουμε κάποια αποσπάσματα της ιστορίας των Πάρθων που συνέγραψε ο Απολλόδωρος ο Αρταμιτηνός και τα οποία διέσωσε ο Στράβων, αποσπάσματα από τα «Παρθικά» του Αρριανού που συνέλεξε ο Πατριάρχης Φώτιος και λίγα ιστορικά στοιχεία που περιλαμβάνουν οι «Σταθμοί Παρθικοί» του γεωγράφου Ισίδωρου του Χαρακηνού. Απομένουν, εκτός από λιγοστές επιγραφές, τα πολλά νομίσματα, τα οποία όμως δεν μας παρέχουν ασφαλείς πληροφορίες για το ποιοί ακριβώς ήταν οι βασιλείς που απεικονίζονται σ’ αυτά, για το πότε ακριβώς βασίλεψαν και σε ποιόν γεωγραφικό χώρο. Κατά συνέπεια, μπορούμε απλώς να κάνουμε υποθέσεις και να σκιαγραφήσουμε ένα ιστορικό πλαίσιο από το οποίο λείπουν πολύτιμα στοιχεία.

Η εποχή του Δημήτριου Α΄ και η επέκταση προς τον ινδικό χώρο: Γεννημένος περίπου το 220 π.Χ., ο Δημήτριος ανέβηκε στον θρόνο διαδεχόμενος τον πατέρα του, κατά πάσα πιθανότητα το 200 π.Χ., κατ’ άλλους το 195. Η εποχή του θεωρείται το απόγειο της στρατιωτικής και οικονομικής ισχύος του βασιλείου της Βακτριανής. Το όνομά του συνδέεται με τη μεγαλειώδη επιχείρηση επέκτασης των συνόρων του κράτους στις στραπείες νοτίως του Ινδικού Καυκάσου και στην Ινδία. Όπως διαπιστώσαμε στο πρώτο μέρος της διήγησής μας, οι περιοχές αυτές ελέγχονταν – ήδη από τα τέλη του 4ου αιώνα – από την ινδική αυτοκρατορία των Μαουρύα: μετά τον θάνατο του Ασόκα, η αυτοκρατορία εισέρχεται σε φάση ταχείας αποσύνθεσης, διαδικασία που ολοκληρώνεται και τυπικά περίπου το 185 με την ανατροπή της δυναστείας και την αντικατάστασή της από τη δυναστεία των Σούνγκα. Η συνακόλουθη πολιτική αστάθεια συνιστούσε για τον Δημήτριο μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τη διεύρυνση του χώρου επιρροής του. Αρχικά (ίσως το 185 π.Χ.) ανέκτησε την Αραχωσία (όπου, σύμφωνα με τον Ισίδωρο, ίδρυσε και πόλη με το όνομα «Δημητριάς»), έπειτα τη Γκαντάρα και στη συνέχεια την κοιλάδα του Ινδού, κατακτώντας τη σημαντικότερη πόλη της περιοχής, την Ταξίλα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ολοκλήρωσε την ανάκτηση του των εδαφών που ανήκαν κάποτε στους Αχαιμενίδες και – για μικρό χρονικό διάστημα – στον Αλέξανδρο (σατραπείες νοτίως του Ινδικού Καυκάσου, περιλαμβανομένων των τριών σατραπειών του Ινδού ποταμού). Αρκέσθηκε σε αυτό; Πιθανότατα, ναι (βλ. Will, τ. ΙΙ, σελ. 349/ A. K. Narain, όπ.π., σελ. 21 επ.). Κάποιοι ωστόσο υποστηρίζουν ότι συνέχισε την πορεία του φθάνοντας στην περιοχή του Γάγγη και κατακτώντας μέχρι και την αυτοκρατορική πρωτεύουσα, την Παταλιπούτρα. Προς επίρρωση της άποψης αυτής, οι υποστηρικτές της επικαλούνται δύο αποσπάσματα του Στράβωνα: «Τοσοῦτον δὲ ἴσχυσαν οἱ ἀποστήσαντες Ἕλληνες αὐτὴν διὰ τὴν ἀρετὴν τῆς χώρας ὥστε τῆς τε Ἀριανῆς ἐπεκράτουν καὶ τῶν Ἰνδῶν, ὥς φησιν Ἀπολλόδωρος ὁ Ἀρταμιτηνός, καὶ πλείω ἔθνη κατεστρέψαντο ἢ Ἀλέξανδρος, καὶ μάλιστα Μένανδρος εἴ γε καὶ τὸν Ὕπανιν διέβη πρὸς ἔω καὶ μέχρι τοῦ Ἰμάου προῆλθἐ τὰ μὲν αὐτὸς τὰ δὲ Δημήτριος ὁ Εὐθυδήμου υἱὸς τοῦ Βακτρίων βασιλέως· οὐ μόνον δὲ τὴν Παταληνὴν κατέσχον ἀλλὰ καὶ τῆς ἄλλης παραλίας τήν τε Σαραόστου καλουμένην καὶ τὴν Σιγέρδιδος βασιλείαν» (ΙΑ΄, 11,1) και «καὶ εἴ τινα προσιστόρησαν οἱ μετ´ ἐκεῖνον περαιτέρω τοῦ Ὑπάνιος προελθόντες μέχρι τοῦ Γάγγου καὶ Παλιβόθρων» (ΙΕ΄, 1, 27). Φυσικά, ο Στράβων δεν διευκρινίζει ότι ήταν όντως ο Δημήτριος αυτός που έφτασε μέχρι τα «Παλίβοθρα», οπότε η συζήτηση μπορεί να συνεχισθεί επ’ άπειρον. Ας επισημάνουμε απλώς ότι είναι λογικότερο μια τέτοια επέκταση προς την ανατολική Ινδία να συνέβη σε μεταγενέστερη περίοδο (ας πούμε στα χρόνια του Μενάνδρου). Εντούτοις, οι υποστηρικτές της κατάκτησης της κοιλάδας του Γάγγη από τον Δημήτριο συνδέουν την άποψη αυτή με την εξήγηση που δίνουν για την εκστρατεία του μονάρχη της Βακτριανής: λένε (π.χ. Ταρν) ότι το βασικό κίνητρο του Δημητρίου ήταν η εκδήλωση συμπαράστασης προς την ανατραπείσα δυναστεία των Μαουρύα και ιδίως η προστασία του Βουδισμού, οι πιστοί του οποίου διώκονταν από τους φανατικούς Ινδουιστές της δυναστείας των Σούνγκα. Η παρουσίαση του Δημήτριου ως «σταυροφόρου» του Βουδισμού φαντάζει αφόρητα ρομαντική, όσο κι αν οι σχέσεις των Ελλήνων με τους (προστάτες του Βουδισμού από τα χρόνια του Ασόκα) Μαουρύα ήταν αρμονικές. Τα κίνητρα του Δημήτριου μάλλον ήταν αμιγώς πολιτικά: η επέκταση του βασιλείου του σε μια χρονική στιγμή που οι συνθήκες ήταν εξαιρετικά ευνοϊκές για το εγχείρημα αυτό, ίσως και η προστασία των ελληνικών πληθυσμών που ζούσαν στα νότια του Χιντού Κους.

Πάντως, τα νομίσματα του Δημήτριου παραπέμπουν κατά τα φαινόμενα στην κατάκτηση της Ινδίας: στο πιο κλασσικό νόμισμά του απεικονίζεται φορώντας κράνος με τη μορφή κεφαλής ελέφαντα (ενώ στην οπίσθια όψη απεικονίζεται ο Ηρακλής, τον οποίο θα πρέπει να είχαν ως δυναστικό θεό οι Ευθυδημίδες). Σε άλλα πάλι απεικονίζεται στη μία όψη κεφαλή ελέφαντα (βουδιστικό σύμβολο ή σύμβολο της κατάκτησης της Ινδίας;) και στην άλλη το κηρύκειο.

Διάδοχοι ή ανταγωνιστές του Δημητρίου; Από τους «βασιλείς του νικελίου» στον Αντίμαχο και τον Απολλόδοτο: Ο Δημήτριος πεθαίνει υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, ίσως το 180, δηλαδή σε ηλικία μόλις 40 ετών. Ποιός τον διαδέχεται; Κάθε συγγραφέας προτείνει τη δική του θεωρία. Υπάρχουν τουλάχιστον 5-6 υποψήφιοι, οι οποίοι θα μπορούσαν να ήταν διάδοχοι του Δημητρίου, συμβασιλείς ή αντιβασιλείς του, συγγενείς του ή όχι, σφετεριστές της εξουσίας του ή απλώς μονάρχες που βασίλεψαν σε περιοχές όπου ο Δημήτριος δεν ασκούσε κυριαρχία.  

Ίσως ο πιο λογικός υποψήφιος να είναι αυτός ο Ευθύδημος, τον οποίο, επομένως, θα ονομάσουμε «Ευθύδημο Β΄» και ο οποίος απεικονίζεται ως έφηβος στα λιγοστά νομίσματά του. Υποθέτουμε ότι ήταν γιος του Δημήτριου και ότι πέθανε πολύ νέος, ίσως και πριν από την ενηλικίωσή του. Οπότε, τα περισσότερα ερωτήματά μας μένουν αναπάντητα.

 

Οι «βασιλείς του νικελίου»: Ο Πανταλέων και ο Αγαθοκλής είναι δύο βασιλείς που γνωρίζουμε από τα νομίσματά τους. Για τον πρώτο, υποθέτουμε (βάσει της χρονολόγησης των νομισμάτων του) ότι βασίλεψε μεταξύ 190-180 π.Χ. (άρα είναι μάλλον σύγχρονος του Δημήτριου και όχι διάδοχός του) σε περιοχές της Αραχωσίας και στη Γκαντάρα. Ο Πανταλέων ήταν, μάλλον, ο πρώτος Έλληνας μονάρχης που έκοψε και δίγλωσσα νομίσματα (ελληνικά και ινδικά σε μπράχμι αλφάβητο) τα οποία ακολουθούσαν το ινδικό πρότυπο (είχαν περίπου τετράγωνο σχήμα). Κάποιοι πιστεύουν ότι ο Πανταλέων ήταν αδελφός του Δημήτριου και αντιβασιλέας του στην Αραχωσία. Άλλοι, ότι ήταν σφετεριστής. Τον διαδέχεται, πάντως, ο αδελφός ή γιος του, ο Αγαθοκλής, ο επονομαζόμενος και «Δίκαιος» (περίπου 180-170), του οποίου το κέντρο εξουσίας φαίνεται να είναι η περιοχή των Παροπαμισάδων. Σύμφωνα με μια θεωρία [Alberto Simonetta «A new essay on the Indo-Greeks, the Sakas and the Pahlavas», East and West vol. IX (1958), σελ. 154-173, ειδ. σελ. 157 επ.], μετά την ινδική εκστρατεία του ο Δημήτριος εγκαταστάθηκε στους Παροπαμισάδες, όπου και τον διαδέχθηκε ο ανήλικος γιος του Ευθύδημος Β΄. Ο Αγαθοκλής θα πρέπει να ήταν αντιβασιλέας του Ευθύδημου και στη συνέχεια να τον διαδέχθηκε. Πάντως, τα νομίσματά του Αγαθοκλή είναι πραγματικά άφθονα: (α΄) κλασσικά ελληνικά τετράδραχμα, παρόμοιας θεματολογίας και εκτέλεσης με αυτά του Πανταλέοντος, (β΄) δίγλωσσα νομίσματα ινδικού τύπου, στα οποία αναγράφεται το όνομα του βασιλιά με ελληνικούς και ινδικούς χαρακτήρες (γραφές μπράχμι και χαρόσθι) και απεικονίζονται σύμβολα  βουδιστικά (λιοντάρι) και ινδουιστικά (αναπαράσταση της θεότητας Λάκσμι), (γ΄) αμιγώς ινδικά νομίσματα με αναπαραστάσεις και σύμβολα τόσο βουδιστικά όσο και ινδουιστικά, και (δ΄) «αναμνηστικά» νομίσματα ελληνικού τύπου στα οποία απεικονίζονται ο Αλέξανδρος ο Μέγας, ο ιδρυτής της ανεξάρτητης Βακτριανής Διόδοτος Α΄ και ο Δημήτριος Α΄.

Αυτό που μπορούμε να συμπεράνουμε με σχετική βεβαιότητα για τον Πανταλέοντα και τον Αγαθοκλή είναι η μεταξύ τους συγγένεια. Τα συνηθέστερα νομίσματά τους είναι μεταξύ τους σχεδόν όμοια (ομοιότητα ως προς την εικονιζόμενη ανθρώπινη μορφή – χαρακτηριστικά προσώπου, τύπος κόμμωσης, διάδημα – είτε αυτή είναι ο μονάρχης είτε, όπως είναι το πιθανότερο, ο θεός Διόνυσος/ απεικόνιση πάνθηρα που αγγίζει ένα αμπέλι/ τροχός, που ίσως παραπέμπει σε ινδικές θρησκευτικές δοξασίες). Η θεματολογία διαφέρει ουσιωδώς από αυτήν των νομισμάτων των λοιπών ηγεμόνων της περιοχής. Επίσης, τα νομίσματα αυτά είναι φτιαγμένα από κράμα χαλκού και νικελίου (75%-25%), τεχνολογία που ως εκείνη την εποχή είχε χρησιμοποιηθεί μόνο στην Κίνα. Τέλος, επειδή οι πιο «οικονομικές» θεωρίες είναι συχνά και οι καλύτερες, ίσως είναι μάταιη όλη αυτή η προσπάθεια να εξακριβωθεί (πώς άραγε;) αν ο Πανταλέων και ο Αγαθοκλής ήταν συγγενείς του Δημήτριου ή αξιωματούχοι του και αν ως τέτοιοι υπήρξαν αντιβασιλείς του στις περιοχές όπου βρέθηκαν νομίσματά τους. Πιο λογικό μοιάζει να γίνει δεκτό ότι η κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Μαουρύα (κατάρρευση της οποίας σίγουρα προηγήθηκε η όλο και μεγαλύτερη χαλάρωση της εξουσίας που αυτοί ασκούσαν σε απομακρυσμένες από το κέντρο της αυτοκρατορίας τους περιοχές όπως η Αραχωσία και οι Παροπαμισάδες) δημιούργησε ένα κενό εξουσίας το οποίο μπόρεσαν να εκμεταλλευθούν κάποιοι ισχυροί των ελληνικών κοινοτήτων της περιοχής, ιδρύοντας ανεξάρτητες ηγεμονίες.

Αντίμαχος: Ακριβώς στο πλαίσιο αυτό πρέπει να εντάξουμε και τον Αντίμαχο, ο οποίος φαίνεται ότι βασίλεψε (περίπου 185 ή 180 έως 170 ή 165) σε κάποια τμήματα της Βακτριανής και Αραχωσίας, καθώς και σε μερικές περιοχές της κοιλάδας του Ινδού. Σύμφωνα με τον Ταρν (την άποψη του οποίου ακολουθεί και ο Σιμονέττα και ο Ρ. Σήνιορ) ήταν γιος του Ευθύδημου και, επομένως, αδελφός του Δημήτριου. Αντιθέτως (και πιο λογικά), ο A. K. Narain (όπ.π.) αποκλείει την περίπτωση συγγένειας με τους Ευθυδημίδες, ενώ θεωρεί πιθανή κάποια συγγένεια με τη δυναστεία του Διόδοτου (ο Ποσειδώνας των νομισμάτων του Αντίμαχου και ο Δίας των νομισμάτων του Διόδοτου μοιάζουν πολύ). Η «ανεξαρτησία» του Αντίμαχου σε σχέση με τη δυναστεία του Ευθύδημου αποδεικνύεται ίσως και από μια επιγραφή στην οποία αναφέρονται ως συμβασιλείς του οι «Ευμένης και Αντίμαχος» (κατά πάσα πιθανότητα οι γιοι του), καθώς και από το γεγονός ότι επέλεξε την επίκληση «Βασιλεύς Θεός». Επισημαίνεται ακόμη ότι για κάποιους η επέκταση του ελληνισμού στον ευρύτερο ινδικό χώρο αποτελεί έργο του Αντίμαχου και όχι του Δημήτριου.

Απολλόδοτος: Η περίπτωση του Απολλόδοτου ίσως είναι παρόμοια με τις πιο πάνω, ίσως κι όχι. Τα νομίσματά του (δίγλωσσα με βάση το ινδικό πρότυπο και με αναπαραστάσεις ελέφαντα και ταύρου, δηλαδή με συμβολισμούς, αντιστοίχως και πιθανότατα, βουδιστικούς και ινδουιστικούς/ ελληνικά τετράδραχμα με απεικόνιση του βασιλιά και της θεάς Αθηνάς, η οποία κρατά στο δεξί χέρι της τη Νίκη) παρέχουν ενδείξεις για περίοδο βασιλείας μεταξύ 174-165 (σύμφωνα με τη χρονολόγηση που προτείνει ο Osmund Bopearachchi) ή 180-160 (κατά τον Σήνιορ) σε μια περιοχή που περιλαμβάνει τμήματα της κοιλάδας του Ινδού, περιλαμβανομένης της Ταξίλας, του Σιντ (στο σημερινό Πακιστάν) και του Γκουτζαράτ (δυτικό άκρο της σύγχρονης Ινδίας). Πρόκειται επομένως για τον πρώτο Έλληνα ηγεμόνα που βασίλεψε σε αποκλειστικά ινδικά εδάφη. Ίσως και αυτός να ήταν εκπρόσωπος της τοπικής ελληνικής αριστοκρατίας και να εκμεταλλεύθηκε το κενό εξουσίας που δημιούργησε η αποχώρηση των Μαουρύα (σε αντίθεση, όμως, με την Αραχωσία, για την κοιλάδα του Ινδού δεν έχουμε αρχαιολογικά στοιχεία που να πιστοποιούν τη συνεχή παρουσία ελληνικών κοινοτήτων). Ο Ταρν, βεβαίως, πίστευε ότι πρέπει να ήταν στρατηγός του Δημητρίου κατά την ινδική εκστρατεία του δεύτερου και να παρέμεινε στα ινδικά εδάφη που κατακτήθηκαν: μετά τον θάνατο του Δημήτριου, ο Απολλόδοτος κυβέρνησε τα εδάφη αυτά είτε ως νόμιμος διάδοχος του Δημήτριου είτε ως σφετεριστής της εξουσίας του.  

Επομένως, λίγο πριν το 170 π.Χ. διαπιστώνεται το εξής παράδοξο: ενώ ο χώρος τον οποίο ελέγχουν οι Έλληνες στην Κεντρική Ασία και την Ινδία έχει αυξηθεί σημαντικά, παράλληλα φαίνεται να έχει κατατμηθεί σε πολλές ηγεμονίες οι οποίες είναι, μάλλον, ανεξάρτητες η μία από την άλλη. Επιπλέον, δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποιός είναι ο μονάρχης της καθαυτό Βακτριανής, αν υποθέσουμε ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή τα Βάκτρα εξακολουθούν να αποτελούν πόλο εξουσίας. Ούτε βέβαια γνωρίζουμε αν ο ηγεμόνας αυτός της Βακτριανής ανήκει στη δυναστεία του Ευθύδημου ή όχι. Θα μπορούσε να είναι ο Αγαθοκλής ή ο Αντίμαχος, ακόμη κι ο άτυχος νεαρός Ευθύδημος Β΄. Με λίγη φαντασία θα μπορούσε να υποτεθεί ότι ο Δημήτριος Α΄ ζει ακόμη. Ίσως, όμως, όπως πιστεύουν μερικοί, ο βασιλιάς της Βακτριανής να είναι ένας δεύτερος Δημήτριος (ίσως γιος του πρώτου). Όποιος και να ήταν πάντως ο μονάρχης, δεν θα κατορθώσει να αντισταθεί στον σφετεριστή (;) Ευκρατίδη, τον τελευταίο σπουδαίο πολιτικό και στρατιωτικό ηγέτη που θα αναδείξει ο ελληνισμός της Βακτριανής.       

Ο Ευκρατίδης ο Μέγας και η εποχή του: ακμή και παρακμή της ελληνιστικής Βακτριανής. Στην «Επιτομή» του (XLI, 6), ο Ιουστίνος μας πληροφορεί ότι περίπου την ίδια εποχή ανέβηκαν στον θρόνο δύο σπουδαίοι ηγέτες: ο Μιθριδάτης Α΄ Αρσάκης Ε΄ έγινε βασιλιάς των Πάρθων (όλοι οι Πάρθοι βασιλείς έφεραν και το δυναστικό όνομα «Αρσάκης»), ενώ στη Βακτριανή άρχισε να βασιλεύει ο Ευκρατίδης. Μια και η άνοδος του Μιθριδάτη Α΄ στον παρθικό θρόνο χρονολογείται, μάλλον με ακρίβεια, στο 171 π.Χ., μπορούμε να υποθέσουμε (όσο μας επιτρέπει η ελεγχόμενη αξιοπιστία του Ιουστίνου) ότι και η περίοδος εξουσίας του Ευκρατίδου αρχίζει περίπου τότε. Ποιός ήταν, όμως, ο ηγέτης αυτός και πώς κατέκτησε την εξουσία, ανατρέποντας τη δυναστεία του Ευθύδημου ή όποιους την είχαν αντικαταστήσει; Ως συνήθως, δεν γνωρίζουμε την απάντηση. Ίσως ήταν στρατηγός, σατράπης ή εν πάση περιπτώσει ανώτατος αξιωματούχος στην υπηρεσία των ηγεμόνων της Βακτριανής. Μπορεί λόγω της ιδιότητάς του να είχε κάποια ισχυρή βάση, καθιστώντας ουσιαστικά φέουδό του την περιοχή δικαιοδοσίας του (αυτή θα μπορούσε να ήταν η ελληνιστική πόλη στο Άι Χανούμ του Αφγανιστάν, η οποία ίσως και να ονομαζόταν Αλεξάνδρεια ή Αντιόχεια του Ώξου και η οποία πιθανολογείται ότι στα χρόνια βασιλείας του Ευκρατίδη είχε μετονομαστεί σε «Ευκρατίδεια»). 

 

Ο Ταρν, βεβαίως, επιχείρησε να δώσει μια πιο σύνθετη και ευφάνταστη εξήγηση για την άνοδο του Ευκρατίδη στην εξουσία. Στηριζόμενος σε κάποια νομίσματα του ηγεμόνα της Βακτριανής στα οποία απεικονίζονται πιθανώς οι γονείς του, οι οποίοι ονομάζονται Ηλιοκλής και Λαοδίκη, ο Ταρν συμπέρανε ότι ο Ευκρατίδης ήταν (από την πλευρά της μητέρας του) εξάδελφος του Σελευκίδη βασιλιά Αντίοχου Δ΄ του Επιφανούς και ότι επιχείρησε να ανακτήσει τη Βακτριανή για λογαριασμό των Σελευκιδών (όπ.π., σελ. 94 επ.)! Σύμφωνα με τον Βρετανό ιστορικό, η επιχείρηση ολοκληρώθηκε με επιτυχία το 167, οι δε μεγάλες γιορτές και στρατιωτικές παρελάσεις που οργάνωσε το 166 στη Δάφνη της Αντιόχειας ο Αντίοχος Δ΄, καθώς και τα «Χαριστήρια» του ιδίου έτους στη Βαβυλώνα, είχαν ως σκοπό τον εορτασμό της επιστροφής της Βακτριανής στην αυτοκρατορία των Σελευκιδών! Ο Ταρν προσθέτει μάλιστα ότι ο Αντίοχος έλαβε τον τίτλο του «Σωτήρα της Ασίας» ακριβώς λόγω της ανάκτησης της Βακτριανής. Η όλη κατασκευή είναι εντελώς υποθετική και δεν μπορεί να στηριχθεί σε ιστορικά ή αρχαιολογικά στοιχεία. Ο τίτλος του «Σωτήρα της Ασίας» μπορεί να αναφέρεται είτε στη στρατιωτική νίκη που κατήγαγε ο Αντίοχος κατά τον έκτο Συριακό Πόλεμο είτε στην εκστρατεία που σχεδίαζε να πραγματοποιήσει ο Σελευκίδης στις Άνω Σατραπείες (βλ. σχετική ανάλυση σε Will, τ. ΙΙ, σελ. 351-352), ενώ η πλειονότητα των ιστορικών δεν δέχεται τη σχέση του Ευκρατίδη με τους Σελευκίδες (π.χ. Narain, όπ.π., σελ. 53 επ./  Simonetta, όπ.π., σελ. 158). Έτσι κι αλλιώς, η εκστρατεία του Αντίοχου του Επιφανούς (η οποία μάλλον είχε ως στόχο το δυτικό Ιράν και τα εδάφη που κατείχαν οι Πάρθοι) τερματίστηκε άδοξα λόγω της ασθένειας και του θανάτου του βασιλιά. Στη συνέχεια, οι διάδοχοί του έχουν μύρια προβλήματα με την παρθική επέκταση προς τα δυτικά για να ασχοληθούν ουσιαστικά με την απομακρυσμένη Βακτριανή.  

Ο Ευκρατίδης πρέπει να υπήρξε ο Έλληνας ηγεμόνας που στο απόγειο της δύναμής του βασίλεψε στην πιο εκτεταμένη επικράτεια από κάθε άλλον. Η ενοποίηση των εδαφών της Κεντρικής Ασίας που ήλεγχε το ελληνικό στοιχείο θα πρέπει να συντελέσθηκε ύστερα από σκληρούς αγώνες, ιδίως αν δεχθούμε τη θεωρία της διάσπασης του βασιλείου της Βακτριανής σε μικρότερες κρατικές οντότητες. Σύμφωνα με τον Ιουστίνο (όπ.π.), ο Ευκρατίδης αντιμετώπισε και νίκησε, ύστερα από σειρά σκληρών μαχών, τον Δημήτριο, ο οποίος είχε συγκεντρώσει μεγάλο στράτευμα για να ανατρέψει τον «σφετεριστή». Πρόκειται, άραγε, για τον μυστηριώδη Δημήτριο Β΄, ο οποίος είχε πιθανώς ως ορμητήριο τις σατραπείες στα νότια του Ινδικού Καυκάσου (βλ. Simonetta, όπ.π.); Ή μήπως για τον Δημήτριο Α΄ (βλ. σχετικά Will, όπ.π.); Είναι, πάντως, βέβαιο ότι, εκτός της Βακτριανής, ο Ευκρατίδης κατέλαβε και τα εδάφη που ήλεγχαν ο Αντίμαχος και ο Αγαθοκλής. Ο νέος ισχυρός άνδρας της Βακτριανής είχε υπό τον έλεγχό του και τη Σογδιανή, την Αρία, τη Μαργιανή, τη Δραγγιανή, την Αραχωσία και τους Παροπαμισάδες. Μετά την εδραίωση της εξουσίας του στην Κεντρική Ασία, ο Ευκρατίδης στράφηκε στην κοιλάδα του Ινδού, την οποία και κατέλαβε.

Η αχανής έκταση της επικράτειάς του, το μέγεθος της ισχύος του και η μεγάλη χρονική διάρκεια της βασιλείας του καταδεικνύονται και από το πλήθος, τη γεωγραφική διάδοση, την ποικιλία και την ποιότητα των νομισμάτων του. Πολλά νομίσματα ελληνικού τύπου, από τον εντυπωσιακό χρυσό στατήρα ως τα εξαιρετικής ποιότητας ασημένια τετράδραχμά του, στα οποία απεικονίζεται ο ίδιος φορώντας τη χαρακτηριστική περικεφαλαία, καθώς και έφιπποι οι Διόσκουροι, δηλαδή οι «προστάτες θεοί» του Ευκρατίδη. Αλλά και αρκετά νομίσματα ινδικού τύπου, με διάφορες παραστάσεις (απεικονίσεις του βασιλιά συνοδευόμενες από ελληνικής ή ινδικής προέλευσης θρησκευτικές παραστάσεις) και κείμενο στα ελληνικά και τα ινδικά (γραφή χαρόσθι).

Εξωτερικές απειλές και παρακμή: Η παντοδυναμία του Ευκρατίδη θα αποδειχθεί τελικά εύθραυστη. Στα δυτικά σύνορα οι Πάρθοι του Μιθριδάτη επιχειρούν διαρκείς εισβολές στη Μαργιανή, στην Αρία και πιθανότατα στο δυτικό τμήμα της Βακτριανής. Οι Σκύθες γίνονται όλο και πιο απειλητικοί στον Βορρά. Παράλληλα, άλλοι Έλληνες ηγεμόνες του ινδικού χώρου (ίσως ο Μένανδρος) όχι μόνο θα ανακόψουν την επεκτατική πορεία του βασιλιά της Βακτριανής, αλλά θα επιχειρήσουν και να του αποσπάσουν εδάφη στην περιοχή του Ινδού. Φυσικά, ο πιο μεγάλος κίνδυνος σχετίζεται με τις έριδες στο εσωτερικό της ελληνικής αριστοκρατίας της Βακτριανής. Ο Ιουστίνος (XLI, 6, 19), διηγείται ότι ο Ευκρατίδης είχε αναγκαστεί να υπογράψει συνθήκη ειρήνης με τους Πάρθους, γεγονός που δεν έβρισκε σύμφωνους πολλούς από τους αξιωματούχους του, μεταξύ των οποίων και ο γιος του τον οποίο ο Ευκρατίδης είχε ονομάσει συμβασιλέα. Έτσι, ενώ επέστρεφαν από την Ινδία, ο Ευκρατίδης δολοφονήθηκε από τον γιο του.

Πρέπει να πιστέψουμε τη διήγηση του Ιουστίνου; Καλύτερα να είμαστε επιφυλακτικοί. Ποιός θα μπορούσε να ήταν ο πατροκτόνος; Ο Ευκρατίδης Β΄ ή ο Ηλιοκλής; Μήπως η όλη ιστορία δεν είναι παρά μια ηθικοπλαστική κοινοτοπία που άκριτα δέχτηκε ή, ενδεχομένως, επινόησε ο Ρωμαίος συγγραφέας; Μήπως συγχέει τον Ευκρατίδη με τον Διόδοτο Β΄. Και πάλι, πολλά ερωτήματα χωρίς απαντήσεις. Υποθέσεις δίχως αποδεικτικά στοιχεία.

Η μόνη βεβαιότητα είναι ότι μετά τον θάνατο του Ευκρατίδη (πιθανώς το 145 π.Χ.) οι μέρες του ελληνιστικού βασιλείου της Βακτριανής είναι πια μετρημένες. Αντιθέτως, ο ελληνισμός της Ινδίας έχει ακόμη μπροστά του λαμπρό μέλλον. Αυτά, όμως, θα τα δούμε στο τέταρτο και τελευταίο μέρος της σειράς.     

 

Εντός και εκτός θέματος υστερόγραφο: Δεν είχα καταρχήν την πρόθεση για τόσο μεγάλη αποχή από το διαδίκτυο. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια των διακοπών ανέκυψαν πολλά και διάφορα που καθυστέρησαν την ενημέρωση του ιστολογίου. Έπειτα, αποδείχθηκα ανακόλουθος ως προς την αρχική δέσμευσή μου να ολοκληρώσω τη διήγηση σε τρία μέρη: ο όγκος και η φύση του υλικού με υποχρέωσαν να προσθέσω και τέταρτο μέρος για να μη γίνει το κείμενο απάνθρωπα κουραστικό. Σε κάθε περίπτωση ήθελα να αποφύγω τη στείρα καταγραφή ονομάτων ηγεμόνων και αντικρουόμενων απόψεων που επιχειρούν να ανασυνθέσουν την Ιστορία με βάση ελάχιστα και όχι πάντα αξιόπιστα στοιχεία. Γνωρίζω ότι δεν το κατόρθωσα. Ελπίζω τουλάχιστον να «περιόρισα τις ζημιές» (για να χρησιμοποιήσω και τον «απαραίτητο» γαλλισμό).

Κυρίως, εύχομαι στους φίλους αναγνώστες ευτυχισμένο νέο έτος, με υγεία και δημιουργικότητα, και τους ευχαριστώ για την υπομονή τους.

Έλληνες και Ιουδαίοι κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο

Νοέμβριος 29, 2009

Εδώ και καιρό ήθελα να γράψω κάτι για τις σχέσεις Ελληνισμού και Ιουδαϊσμού κατά την αρχαιότητα. Η συνάντηση μεταξύ δύο τόσο σημαντικών πολιτισμών, ο πρώτος φύσει πιο οικουμενικός και «επεκτατικός», ο δεύτερος πιο εσωστρεφής, είναι από μόνη της συναρπαστική και γίνεται ακόμη περισσότερο αν συνυπολογίσουμε ότι αναφερόμαστε σε δύο από τους βασικούς παράγοντες διαμόρφωσης της σύγχρονης δυτικής σκέψης, είτε αυτοτελώς είτε μέσα από τη σύνθεσή τους που επιχείρησε ο Χριστιανισμός. Το θέμα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν λάβουμε υπόψη ότι η αντιμετώπισή του έχει σημαδευτεί από σειρά παρεξηγήσεων και προκαταλήψεων. Πράγματι, ο μέσος άνθρωπος αντιλαμβάνεται συνήθως τις έννοιες ως αντιθετικές και ερμηνεύει τη σχέση Ελληνισμού και Ιουδαϊσμού με όρους αντιπαλότητας. Όχι ότι απουσιάζουν οι αφορμές για μια τέτοια θεώρηση: η παρουσίαση του Αντίοχου Δ΄του Επιφανούς ως προσωποποίηση του σατανά και οι θεωρίες των Γνωστικών, οι οποίοι, στο πλαίσιο της δυϊστικής κοσμοθεωρίας τους, συχνά ταύτιζαν τον Γιαχβέ με τον δημιουργό του ατελούς υλικού κόσμου, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα της αντίληψης που θεωρεί τις δύο έννοιες ασύμβατες μεταξύ τους. Φυσικά, η ιστορική πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη, καθώς καταδεικνύει μια αρκετά παραγωγική σχέση αμφίδρομου (έστω και όχι κατ’ ανάγκη ισοβαρούς) επηρεασμού.

Είχα, λοιπόν, την επιθυμία να γράψω, αλλά δεν θεωρώ τον εαυτό μου αρκετά καλό γνώστη του Ιουδαϊσμού ώστε να γράψω κάτι μόνος μου. Προτίμησα, επομένως, να μεταφέρω ένα από τα αναγνώσματά μου, προσθέτοντας εδώ κι εκεί κάποιες δικές μου σκέψεις. Το ανάγνωσμα αυτό είναι το βιβλίο του Γάλλου ιστορικού Μωρίς Σαρτρ, ειδικού στην Ιστορία της ανατολικής Μεσογείου κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο, το οποίο φέρει τον τίτλο «Histoires Grecques» (εκδόσεις Seuil, collection L’ univers historique, Παρίσι 2006, φέτος εκδόθηκε και ως βιβλίο «τσέπης»). Ξεκινώντας από κάποια πηγή (ένα μύθο, ένα απόσπασμα χρονικού ή αρχαίου ιστορικού συγγράματος, μια επιγραφή, ένα ψήφισμα πόλης ή ακόμη κι από ένα νόμισμα), ο συγγραφέας αναλύει διάφορα θέματα της αρχαίας ελληνικής Ιστορίας, από τα αρχαϊκά χρόνια μέχρι την ύστερη αρχαιότητα (η τελευταία ιστορία έχει θέμα την Υπατία). Τέσσερις από τις 43 ιστορίες του βιβλίου αναφέρονται στις σχέσεις Ελληνισμού και Ιουδαϊσμού. Αφήνω, προς το παρόν, την πρώτη από αυτές (αριθ. 24: «Un onagre pour le roi ou Grecs, Juifs et hellénisme en Transjordanie», σελ. 255-262), μια και έχει χαρακτήρα ας πούμε αναγνωριστικό, για να αναφερθώ συνοπτικά στις δύο επόμενες και κάπως πιο αναλυτικά στην τελευταία.

Η δεύτερη ιστορία (αριθ. 28, «Jason l’ impie ou L’ hellénisme à Jérusalem«, σελ. 293-300), κάνει λόγο για τα γεγονότα που προηγήθηκαν της εξέγερσης των Μακκαβαίων κατά του Σελευκίδη βασιλέα Αντίοχου Δ΄ του Επιφανούς, η οποία θα καταλήξει στην επανίδρυση ανεξάρτητου εβραϊκού κράτους. Τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα αποδεικνύουν ότι η υπόθεση ξεκινά όχι τόσο ως σύγκρουση μεταξύ εθνών ή έστω μεταξύ ενός έθνους και μιας κρατικής οντότητας που ασκεί εξουσία στα εδάφη του, αλλά ως εμφύλια διαμάχη μεταξύ ορθόδοξων και εξελληνισμένων («Ελληνιστών») Εβραίων. 175 π.Χ.: στην Αντιόχεια επικρατεί δυναστική κρίση. Ο Σέλευκος Δ΄ έχει μόλις πεθάνει και τον διαδέχεται ο αδελφός του Αντίοχος και όχι ο νόμιμος διάδοχος, ο γιος του Δημήτριος που βρίσκεται ως όμηρος στη Ρώμη, όπου έχει μόλις αντικαταστήσει τον θείο του. Ο Αρχιερέας Ονίας πηγαίνει στην Αντιόχεια για να δώσει εξηγήσεις, καθώς οι αρχές του Ναού της Ιερουσαλήμ αρνήθηκαν να καταβάλουν τη χρηματική εισφορά που όφειλαν. Την κατάσταση την εκμεταλλεύεται ο αδελφός του αρχιερέα, ο Γιοσουέ, που έχει εξελληνίσει το όνομά του και αναφέρεται πλέον ως Ιάσων. Ζητά από τον Σελευκίδη μονάρχη το αρχιερατικό αξίωμα καθώς και την άδεια να οργανώσει την Ιερουσαλήμ στα πρότυπα ελληνικής πόλεως με την ονομασία Αντιόχεια, κάτι που συνεπάγεται την επίσημη καταγραφή των πολιτών και την ίδρυση και ανέγερση γυμνασίου και εφηβείου. Τί σημαίνουν όλα αυτά; Θα μπορούσε ο Ιάσων να αποδυθεί σε μια τέτοια προσπάθεια, αν δεν είχε βάσιμες ελπίδες ότι θα πετύχει; Προφανώς, όχι. Μάλλον μπορούμε να συμπεράνουμε ότι κατά την εποχή εκείνη ο ελληνικός τρόπος ζωής και σκέψης ασκεί αδιαμφιβήτητη γοητεία και επιρροή σε ένα υπολογίσιμο κομμάτι της εβραϊκής ελίτ. Τούτο δε, μολονότι ο Ιουδαϊσμός ήταν φύσει ανθεκτικότερος στην επίδραση του Ελληνισμού, μια και ο Νόμος δεν καθορίζει μόνο τη θρησκευτική ζωή, αλλά και την καθημερινότητα. Όπως επισημαίνει και ο Μωρίς Σαρτρ: «η βούληση του Ιάσωνα να προβεί σε μεταρρυθμίσεις απορρέει από το μέλημά του να εντάξει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τους εξελληνισμένους (σαν κι εκείνον) συμπατριώτες του  στην κοινωνία της εποχής. Αυτό στο οποίο στοχεύει μοιάζει πολύ με ό,τι συνέβη στη Φοινίκη έναν αιώνα νωρίτερα και συντελείται επίσης στη Μεσοποταμία και στην ενδοχώρα της Ανατολίας. Με άλλα λόγια, ο Ιάσων δεν επιθυμεί κάτι άλλο παρά να είναι μοντέρνος». Παράλληλα, διαπιστώνει ότι ο ελληνικός τρόπος ζωής δεν συνεπάγεται απαραίτητα κάτι που αντιβαίνει στην ιουδαϊκή πίστη. Επομένως, προχωρά στην υλοποίηση των σχεδίων του. Φαίνεται όμως πως δεν έλαβε υπόψη του κάποια δεδομένα, τα οποία επρόκειτο να καταδικάσουν το εγχείρημά του: το σχέδιο έχει ως αποτέλεσμα τη διαίρεση των Εβραίων σε πολίτες δύο κατηγοριών, με τους εξελληνισμένους να βρίσκονται στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας, κι έχει ακόμη ως έμμεση συνέπεια την ενθάρρυνη πρακτικών που τελικώς αντιβαίνουν στον Μωσαϊκό Νόμο. Οι ελληνιστές που συχνάζουν στο γυμνάσιο και ασκούνται γυμνοί θέλουν να μη διαφέρουν σε τίποτα από τους πραγματικούς Έλληνες: συνεπώς προσπαθούν με χειρουργικές επεμβάσεις να καλύψουν τα σημάδια της περιτομής ή αποφεύγουν να κάνουν περιτομή στα παιδιά τους. Η περιτομή, όμως, συμβολίζει την ένωση του Γιαχβέ με τον λαό του. Ο Ιάσων «είχε ανοίξει το κουτί της Πανδώρας». Τα γεγονότα θα τον ξεπεράσουν κι όταν τον διαδεχθούν άλλοι, με μικρότερη έγνοια να τηρήσουν τα προστάγματα της Τορά, όπως ο Μενέλαος (όνομα όχι «αθώο», αν θυμηθούμε τον μύθο που εμφάνιζε την Ιερουσαλήμ σαν αδελφή πόλη της Σπάρτης), η σύγκρουση θα καταστεί αναπόφευκτη και το «ελληνικό πείραμα» της Ιερουσαλήμ θα καταλήξει σε οικτρή αποτυχία. 

Η τρίτη ιστορία (αριθ. 35, «Des martyrs païens à Alexandrie ou Grecs et Juifs à Alexandrie au Ier siècle apr. J.-C.«, σελ. 361-372), αναφέρεται στα γεγονότα του 37 μ.Χ., δηλαδή μόλις έχει ανέβει στον θρόνο του Ρωμαίου αυτοκράτορα ο Καλιγούλας, τα οποία αποτελούν πιθανώς το πρώτο πογκρόμ που έχει καταγράψει η Ιστορία και τα οποία διέσωσε ο εξελληνισμένος Ιουδαίος φιλόσοφος Φίλων ο Αλεξανδρεύς.  Δεν θα σταθούμε σε αναλυτική παράθεση των συμβάντων, τα οποία παρουσιάζουν τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά των πογκρόμ που γνώρισε η Ευρώπη κατά τα μεσαιωνικά και νεότερα χρόνια: οι βιαιοπραγίες περιλάμβαναν αρχικά τον περιορισμό του εβραϊκού πληθυσμού σε ένα τμήμα μιας εκ των συνοικιών («μοιρών») της Αλεξάνδρειας, δηλαδή ουσιαστικά σε ένα γκέτο, λεηλασίες και δολοφονίες. Όσοι έχουν γερό στομάχι μπορούν να διαβάσουν την περιγραφή του Φίλωνος («Εις Φλάκκον», 55 επ., και «Προς Γάΐον», 124 επ.). Θα επισημάνουμε απλώς ότι σε αντίθεση με τα πογκρόμ στη χριστιανική Ευρώπη, οι ταραχές στην Αλεξάνδρεια δεν έχουν ως αιτία (ή αφορμή) τις θρησκευτικές διαφορές, αλλά οφείλονται σε πολιτικά και κοινωνικά αίτια. Θα πούμε ότι η εβραϊκή κοινότητα της Αλεξάνδρειας ήκμασε στα χρόνια των Πτολεμαίων (η περίφημη μετάφραση των Εβδομήκοντα δεν αποτελεί μια έμμεση απόδειξη για αυτό;), προφανέστατα γιατί οι Λαγίδες ακολούθησαν πολιτική αρκετά φιλική προς αυτήν. Άλλωστε, ο στοιχειώδης πολιτικός ρεαλισμός επέβαλλε την πολιτική αυτή έναντι μιας κοινότητας, της οποίας οι δραστηριότητες ήταν χρήσιμες για την οικονομία του κράτους. Με τη ρωμαϊκή κυριαρχία, η κατάσταση των Εβραίων επιδεινώθηκε. Στην Αλεξάνδρεια της εποχής ελάχιστοι επιφανείς πολίτες είχαν αποκτήσει τη ρωμαϊκή ιθαγένεια. Όσον αφορά τους υπόλοιπους κατοίκους, η Ρώμη αναγνώριζε πολιτικά δικαιώματα μόνον στους «Αλεξανδρείς», δηλαδή στους Έλληνες πολίτες της Αλεξάνδρειας. Προσπαθώντας να αποκτήσουν κάποια δικαιώματα, οι Εβραίοι της Αλεξάνδρειας επιχείρησαν να πείσουν τις αρχές ότι και αυτοί ήταν «Αλεξανδρείς», καθώς, όπως ισχυρίζονταν, η κοινότητά τους υπήρχε στην Αλεξάνδρεια από ιδρύσεως της πόλης. Οι ενέργειες αυτές εξαγρίωσαν τον ελληνικό πληθυσμό, γιατί τυχόν επιτυχία της προσπάθειας των Ιουδαίων θα σήμαινε λιγότερη εξουσία και, ιδίως, μικρότερα μερίδια στις διανομές τροφίμων από τις αρχές. Το αποτέλεσμα, δυστυχώς, γνωρίζουμε ποιό ήταν.

Το πιο μεγάλο ενδιαφέρον, όμως, το έχει η τέταρτη ιστορία, γιατί δείχνει τη συνύπαρξη και όχι τη σύγκρουση Ελλήνων και Εβραίων (αριθ. 41, «Uriner devant Aphrodite ou Juifs et Grecs six siècles plus tard«, σελ. 417-425). Η πηγή εν προκειμένω δεν είναι κάποιο ιστορικό σύγγραμα, αλλά ένα απόσπασμα της Μισνά (משנה), δηλαδή του σώματος των ερμηνευτικών σχολίων στον Νόμο (Μισνά Αβοντά Ζαρά 3,4: πρόκειται ακριβώς για το τμήμα της Μισνά που πραγματεύεται το ζήτημα της ειδωλολατρείας). Βρισκόμαστε στην Πτολεμαϊδα της Φοινίκης, τον μετέπειτα Άγιο Ιωάννη της Άκρας στα χρόνια των σταυροφοριών και των φραγκικών κρατών της Συρίας-Παλαιστίνης, τη σημερινή Άκκο στο Ισραήλ, στα τέλη του 1ου αι. μ.Χ.. Ένας Έλληνας, ο Πρόκλος Φιλοσόφου (κατά πάσα πιθανότητα φανταστικό πρόσωπο) βρίσκεται στις θέρμες της Αφροδίτης μαζί με τον Φαρισαίο νομοδιδάσκαλο Γαμαλιήλ Β΄ (Rabban Gamaliel II, רבן גמליאל דיבנה‎), προεδρεύοντα του Σανεντρίν ( סַנְהֶדְרִין‎), δηλαδή του ανώτατου ιουδαϊκού συμβουλίου (η λέξη όπως είναι προφανές ετυμολογείται από την ελληνική «συνέδριον»). Ο Έλληνας ρωτά τον Εβραίο νομοδιδάσκαλο: Αφού γράφει στην Τορά σας «οὐ προσκολληθήσεται ἐν τη̨̃ χειρί σου οὐδέν ἀπό του̃ ἀναθέματος» (Δευτερονόμιον 13,18), εσύ πώς λούζεσαι στις θέρμες της Αφροδίτης; Ο Γαμαλιήλ του αποκρίνεται ότι δεν μπορεί να του απαντήσει στο ερώτημα αυτό μέσα στα λουτρά. Μόλις βγουν από τις θέρμες, του εξηγεί: «Οι θέρμες δεν χτίστηκαν για να αποτελούν ένα στολίδι που θα τιμά τη θεά Αφροδίτη, αλλά το άγαλμα της Αφροδίτης έχει τοποθετηθεί για να διακοσμεί τις θέρμες. Άλλωστε, ακόμα κι αν σε πλήρωναν αδρά για αυτό, δεν θα έμπαινες στον ναό της θεάς γυμνός ούτε θα ουρούσες μπροστά στο άγαλμά της. Εδώ, όμως, το άγαλμα βρίσκεται σχεδόν πάνω από τα ουρητήρια… Στον Νόμο μας είναι γραμμένο ότι οι θεοί των άλλων είναι κάτι το απαγορευμένο για μας όταν λατρεύονται σαν θεοί…».

Το απόσπασμα αποδεικνύει επαρκώς τη διάδραση Ελληνισμού-Ιουδαϊσμού. Ο Έλληνας γνωρίζει αρκετά για την ιουδαϊκή θρησκεία, καθώς έχει αποστηθίσει χωρία της Τορά. Την ίδια στιγμή, ένας επιφανής Ιουδαίος βρίσκεται στα λουτρά (χώρο αναψυχής, κοινωνικών συναναστροφών και πνευματικών αναζητήσεων σύμφωνα με τις ελληνικές αντιλήψεις) και ξεκινά μια φιλοσοφική συζήτηση, συνήθειες απολύτως ελληνικές. Βεβαίως, θέτει κάποια όρια, καθώς αρνείται να συζητήσει μέσα στα λουτρά για θέματα που αφορούν την Τορά. Όταν όμως δίνει απαντήσεις, εισάγει στον εβραϊκό τρόπο σκέψης ιδέες και έννοιες σαφώς νεωτεριστικές, εξέλιξη στην οποία δεν είναι καθόλου αμέτοχη η επίδραση του Ελληνισμού. Για να αναπτύξει τις ιδέες του, ο Γαμαλιήλ χρησιμοποεί ατόφια τη μαιευτική του Σωκράτη, και μέσω αυτής προβαίνει σε μια σημαντική (και καινοτόμο για τον ιουδαϊκό τρόπο σκέψης) διάκριση ανάμεσα στα είδωλα και τις απεικονίσεις που έχουν θρησκευτικό και λατρευτικό σκοπό (και, ως εκ τούτου, είναι απαγορευμένα αντικείμενα για έναν Εβραίο) και σε αυτά που δεν έχουν, είναι διακοσμητικά αντικείμενα ή έργα τέχνης και για τα οποία δεν ισχύει η απαγόρευση του Νόμου. Όπως σημειώνει ο Σαρτρ «σε μια διαπολιτισμική κοινωνία, κάθε ομάδα, χωρίς να απαρνείται την ταυτότητά της, προσπαθεί να απαλλαγεί από τους κανόνες που την απομονώνουν ανώφελα, προκειμένου να διατηρήσει το ουσιώδες». Η αντίδραση είναι απολύτως εύλογη στην εποχή μετά τον Πρώτο Ιουδαϊκό Πόλεμο, την καταστροφή του Ναού και την εκδίωξη από την Ιερουσαλήμ, εποχή κατά την οποία οι Εβραίοι ζουν ως μειονότητα σε πόλεις όπου κυριαρχούν ξένοι. Στο πλαίσιο αυτό, η τήρηση κατά γράμμα κάποιων θρησκευτικών κανόνων καθίσταται στείρα πρακτική. Αν το Ταλμούδ επαινεί τον ραββίνο Ναούμ μπαρ Σιμάι επειδή σ’ όλη του τη ζωή δεν αντίκρισε ούτε μια φορά απεικόνιση ανθρώπινης μορφής, ούτε καν σε νόμισμα, κανείς άνθρωπος που ζει φυσιολογική ζωή δεν θα μπορούσε να τηρήσει πιστά μια τέτοια απαγόρευση. «Μόνο ένας ραββίνος που δεν χρειάζεται να κάνει ο ίδιος τα καθημερινά ψώνια του ή να πληρώσει τους φόρους του».

Εκτός, όμως, από την ανάγκη προσαρμογής στις νέες συνθήκες, η εξέλιξη της ιουδαϊκής σκέψης οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην επίδραση που άσκησε σ’ αυτήν ο ελληνικός τρόπος σκέψης, τόσο πριν όσο και μετά την εξέγερση των Μακκαβαίων (δηλαδή ακόμα και όσο υπήρχε ανεξάρτητο εβραϊκό κράτος).  Οι ελληνικές επιρροές είναι εμφανείς σε πολλούς τομείς. Το πασίγνωστο βιβλίο του Εκκλησιαστή (Κοχελέτ, קהלת ), το οποίο γράφτηκε τον 3ο αι. π.Χ. διαπνέεται από τη φιλοσοφία του στωϊκισμού. Το βιβλίο της Ιουδήθ, με χαρακτήρα καθαρά εθνικιστικό καθώς η ιστορία της σύγκρουσης Εβραίων και Ασσυρίων αποτελεί αλληγορία που υπονοεί τον αγώνα κατά των Σελευκιδών, ακολουθεί ως προς τη δομή και τη μυθοπλασία καθαρά ελληνικά πρότυπα. Ακόμη, είναι πολλά τα παραδείγματα Ιουδαίων που συγγράφουν τα έργα τους στα ελληνικά, από τον Φίλωνα μέχρι τον γνωστό ιστορικό Φλάβιο Ιώσηπο.

Με άλλα λόγια, το διαπολιτισμικό και πολυεθνοτικό περιβάλλον στο οποίο ζουν, αναγκάζει τους Εβραίους να αναζητήσουν τα ουσιώδη στοιχεία της ταυτότητάς του χρησιμοποιώντας σε μεγάλο βαθμό τα πνευματικά μέσα που τους παρέχει ο Ελληνισμός. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τις αναπόφευκτες συγκρούσεις που σημάδεψαν τις σχέσεις Ιουδαϊσμού και Ελληνισμού, έχουμε μπροστά μας ένα καλό παράδειγμα πολιτισμικής διάδρασης που οδήγησε σε εξέλιξη. Θα προτιμούσα ειλικρινά να σταθώ σ’ αυτό.       


Αρέσει σε %d bloggers: