Posts Tagged ‘Αντιόχεια’

Ο κύκλος της Ελευσίνας

Δεκέμβριος 14, 2011

Ένα ζεστό πρωινό στην καρδιά του καλοκαιριού. Ένα προάστιο στα ανατολικά της Αλεξάνδρειας, πάνω στον δρόμο που οδηγεί στην Κάνωπο. Ένα προάστιο δίχως τίποτε το ξεχωριστό που φέρει όμως ένα βαρύ όνομα. Ο τόπος αυτός ονομάζεται Ελευσίνα και πρόκειται να γίνει σε λίγο το επίκεντρο κοσμοϊστορικών εξελίξεων.

Κάτι το αλλόκοτο πλανάται: τις προηγούμενες εβδομάδες συνέβησαν πράγματα πρωτόγνωρα. Αλλά, ίσως, αυτός ο παράξενος αέρας να προμηνύει τα ακόμα πιο απρόσμενα που πρόκειται να συμβούν. Πρώτα-πρώτα, μόνο οι θεοί γνωρίζουν αν υπάρχει σπιθαμή εδάφους αιγυπτιακού που να την ελέγχουν οι Λαγίδες. Τα τρία αδέλφια που διεκδικούν το θρόνο, ο Πτολεμαίος (Στ΄) Φιλομήτωρ,  η Κλεοπάτρα (Β΄), και ο νεότερος, ο Πτολεμαίος (Η΄ Ευεργέτης Β΄) που θα μείνει στην Ιστορία με το διόλου τιμητικό προσωνύμιο «Φύσκων» (μια και διέθετε τα τυπικά προσόντα για να διεκδικήσει θέση αντιπροέδρου στη σύγχρονη ελληνική κυβέρνηση), έδειξαν να ξεπερνούν τις διαφορές τους μπροστά στον κοινό κίνδυνο. Εις μάτην! Σ’ έναν πόλεμο που δεν είχε ο ίδιος επιδιώξει, ο Σελευκίδης βασιλιάς Αντίοχος όρμησε σα σίφουνας στην Αίγυπτο, συντρίβοντας όποια αντίσταση συνάντησε. Έφτασε μέχρι τη Μέμφιδα και κάποιοι λένε πως στέφθηκε Φαραώ. Τώρα είναι έτοιμος να καταλάβει την ανυπεράσπιστη Αλεξάνδρεια. Να ολοκληρώσει το θρίαμβο που θα ενώσει τα δύο βασίλεια υπό το στέμμα του. Ν’ αναβιώσει σχεδόν την αυτοκρατορία του Αλεξάνδρου.

Κι όμως… Ο θριαμβευτής, που έχει στρατοπεδεύσει ακριβώς σ’ αυτήν την Ελευσίνα, δεν είναι βέβαιος για το αν θα μπορέσει να κρατήσει ό,τι κέρδισε στα πεδία των μαχών. Ως τώρα, η Ρώμη παρακολουθούσε τη σύγκρουση των δύο ελληνιστικών βασιλείων από απόσταση. Είχε τους λόγους της: πολεμούσε τους Μακεδόνες κι η σύρραξη ήταν αμφίρροπη. Μα πριν από λίγες μέρες όλα κρίθηκαν στην Πύδνα. Το βασίλειο των Αντιγονιδών δεν υπάρχει πλέον. Κι η Ρώμη είναι ελεύθερη ν’ ασχοληθεί μ’ αυτόν τον «Συριακό» πόλεμο που φαίνεται να έχει τόσο επικίνδυνη γι’ αυτήν κατάληξη.

Ο Αντίοχος έχει ήδη ειδοποιηθεί κι αναμένει την επίσκεψη του Ρωμαίου απεσταλμένου που την προηγούμενη μέρα έφτασε στην Αλεξάνδρεια. Ποιος ξέρει τι να περνά από το μυαλό του Σελευκίδη. Ίσως να τα ξέρει όλα από πριν και να έχει αποδεχτεί το πεπρωμένο. Ίσως πάλι οι θρίαμβοι να έχουν θολώσει την κρίση του και να ελπίζει για το καλύτερο. Ο απεσταλμένος αυτός που τώρα περιμένει δεν είναι άλλωστε παλιός γνώριμος; Φίλος από τα νεανικά χρόνια, τα χρόνια της χρυσής αιχμαλωσίας στη Ρώμη, όταν ο Αντίοχος είχε σταλεί όμηρος, ως εγγύηση για την τήρηση της τόσο επαχθούς Συνθήκης της Απάμειας. Ο Γάιος Ποπίλιος Λαίνας φτάνει στην Ελευσίνα. Ο Αντίοχος τείνει το χέρι του κι ετοιμάζεται ν’ αγκαλιάσει και να φιλήσει τον παλιό του φίλο. Εκείνος, όμως, του απαντά ψυχρά ότι οι χαιρετισμοί πρέπει να περιμένουν. Του δίνει ένα έγγραφο. Το μήνυμα της Συγκλήτου. Ο Αντίοχος διαβάζει βιαστικά, το πρόσωπό του σκοτεινιάζει. Ταραγμένος, ζητεί από τον Ποπίλιο διορία να διαβουλευθεί με τους επιτελείς και τους συμβούλους του πριν του δώσει απάντηση. Ατάραχος ο Ποπίλιος παίρνει το ραβδί του και χαράζει πάνω στο χώμα ένα κύκλο μες στον οποίο βρίσκονται εκείνος κι ο Σελευκίδης. «Βασιλιά, πρέπει να μου δώσεις την απάντηση πριν βγεις απ’ αυτόν τον κύκλο»! Ο Αντίοχος πρέπει να συνειδητοποίησε τότε το μάταιο του πράγματος: «Θα πράξω ό,τι προστάζει η Σύγκλητος»! Έπειτα από αυτό, ο Ποπίλιος αγκάλιασε και φίλησε τον βασιλιά, ενώ τα μέλη της ρωμαϊκής αντιπροσωπείας και του επιτελείου του Σελευκίδη αντάλλαξαν θερμούς χαιρετισμούς και φιλοφρονήσεις.

Τι ζήτησε η Σύγκλητος από το Σελευκίδη; Τίποτε λιγότερο από το να παραχωρήσει (επιστρέφοντάς τα στους Λαγίδες) όλα όσα είχε κερδίσει στη διάρκεια του πολέμου, Αίγυπτο και Κύπρο δηλαδή. Ουδέποτε θριαμβευτής είχε ταπεινωθεί με τέτοιο τρόπο.

«ὁ Ποπίλιος ὁ τῶν Ῥωμαίων στρατηγός, τοῦ βασιλέως πόρρωθεν ἀσπαζομένου διὰ τῆς φωνῆς καὶ τὴν δεξιὰν προτείνοντος, πρόχειρον ἔχων τὸ δελτάριον, ἐν ᾧ τὸ τῆς συγκλήτου δόγμα κατετέτακτο, προύτεινεν αὐτῷ καὶ τοῦτ᾽ ἐκέλευσε πρῶτον ἀναγνῶναι τὸν Ἀντίοχον, ὡς μὲν ἐμοὶ δοκεῖ, μὴ πρότερον ἀξιώσας τὸ τῆς φιλίας σύνθημα ποιεῖν πρὶν ἢ τὴν προαίρεσιν ἐπιγνῶναι τοῦ δεξιουμένου, πότερα φίλιος ἢ πολέμιός ἐστιν. ἐπεὶ δ᾽ ὁ βασιλεὺς ἀναγνοὺς ἔφη βούλεσθαι μεταδοῦναι τοῖς φίλοις ὑπὲρ τῶν προσπεπτωκότων, ἀκούσας ὁ Ποπίλιος ἐποίησε πρᾶγμα βαρὺ μὲν δοκοῦν εἶναι καὶ τελέως ὑπερήφανον: ἔχων γὰρ πρόχειρον ἀμπελίνην βακτηρίαν περιέγραφε τῷ κλήματι τὸν Ἀντίοχον ἐν τούτῳ τε τῷ γύρῳ τὴν ἀπόφασιν ἐκέλευσε δοῦναι περὶ τῶν γεγραμμένων: ὁ δὲ βασιλεὺς ξενισθεὶς τὸ γινόμενον καὶ τὴν ὑπεροχήν, βραχὺν χρόνον ἐναπορήσας ἔφη ποιήσειν πᾶν τὸ παρακαλούμενον ὑπὸ Ῥωμαίων. οἱ δὲ περὶ τὸν Ποπίλιον τότε τὴν δεξιὰν αὐτοῦ λαμβάνοντες ἅμα πάντες ἠσπάζοντο φιλοφρόνως. ἦν δὲ τὰ γεγραμμένα λύειν ἐξ αὐτῆς τὸν πρὸς Πτολεμαῖον πόλεμον» (Πολύβιος, ΚΘ΄, 27, 2-7).

Ο παρεξηγημένος: ο Αντίοχος Δ΄ ο Επιφανής είναι κατά πάσα πιθανότητα ο πιο παρεξηγημένος μονάρχης της Ελληνιστικής Περιόδου. Η ατυχής για τον Αντίοχο συγκυρία, τουλάχιστον όσον αφορά την υστεροφημία του κατά τον Μεσαίωνα και τους Νεότερους Χρόνους, έγκειται στο ότι υπήρξε ο αντίπαλος του ιουδαϊκού έθνους κατά την εξέγερση των Μακκαβαίων, η οποία οδήγησε στην επανίδρυση ανεξάρτητου ιουδαϊκού κράτους. Λογικό ήταν ο Αντίοχος να πάρει τον ρόλο του απόλυτου κακού και στον ιδρυτικό μύθο του κράτους αυτού και στην μεταγενέστερη εβραϊκή παράδοση. Επιπροσθέτως, η αφομοίωση της τελευταίας από τον χριστιανισμό εξασφάλισε τη διαιώνιση της αρνητικής εικόνας του Σελευκίδη ηγεμόνα: οι Μακκαβαίοι υπήρξαν το πρότυπο του ευγενούς πολεμιστή για τους ιππότες του Μεσαίωνα. Οι Ιωαννίτες Ιππότες έφτασαν μέχρι το σημείο να κατασκευάσουν τη μυθική γενεαλογία τους, έχοντας αναγάγει τις ρίζες τους ακριβώς στους Μακκαβαίους! Έτσι, στη χριστιανική παράδοση ο δυστυχής Αντίοχος κατέληξε να εμφανίζεται ως… Αντίχριστος!

Με τις σχέσεις Αντίοχου και Ιουδαίων, για τις οποίες τόσα έχουν γραφεί, είχαμε ασχοληθεί και στο παρελθόν (έστω και όχι αναλυτικά). Θα υπενθυμίσουμε απλώς ότι ο Αντίοχος ουσιαστικά ενήργησε όπως κι ο οποιοσδήποτε ηγεμόνας που έρχεται αντιμέτωπος με μια εξεγερμένη επαρχία και κινδυνεύει να απωλέσει την κυριαρχία του επί εδαφών και, κυρίως, φόρους που ήλπιζε να εισπράξει. Κανένα ιστορικό στοιχείο δεν μας υποχρεώνει να ερμηνεύσουμε τον ιουδαϊκό πόλεμο του Επιφανούς ως αναμέτρηση Ελληνισμού και Ιουδαϊσμού. Κι αν υπάρχει σε κάποιο βαθμό το στοιχείο της πολιτισμικής σύγκρουσης, αυτή η σύγκρουση αφορά πρωτίστως τάσεις που εκδηλώθηκαν στο εσωτερικό της ιουδαϊκής κοινότητας.

Ωστόσο, η δυσφήμηση του Επιφανούς δεν οφείλεται μόνο στην ιουδαιοχριστιανική παράδοση: έχει τις ρίζες της στην ίδια την εποχή του Σελευκίδη ηγεμόνα και στη μεταγενέστερη «κλασσική» γραμματεία. Δεν χρειάζεται τίποτε περισσότερο από το να θυμηθούμε τις ιστορίες για τον Αντίοχο που τριγυρνά μεταμφιεσμένος στα καπηλειά της Αντιόχειας συναναστρεφόμενους υποκείμενα της τελευταίας υποστάθμης ή τα λογοπαίγνια «Επιφανής = Επιμανής (δηλ. τρελός για δέσιμο)». Πρόκειται για τις φήμες και τα κουτσομπολιά που μας διασώζει ο Αθήναιος (Δειπνοσοφισταί, Ε΄, 193 δ΄, και Ι΄, 439 α΄), διαβεβαιώνοντάς μας πως προέρχονται από το εικοστό έκτο βιβλίο της Ιστορίας του Πολύβιου. Το μάθημά μας, πάντως, το έχουμε κατανοήσει και ξέρουμε καλά ότι δεν είναι απαραίτητο να παίρνουμε τοις μετρητοίς οτιδήποτε προέρχεται από συγγραφέα της Αρχαιότητας, όσο αξιόπιστος κι αν είναι.

Ι. Σφετεριστής και κάτοχος δοτής εξουσίας;

Α. Από τη γέννηση του Αντίοχου έως την ομηρεία στη Ρώμη

Ενδεικτικό του ελλιπούς χαρακτήρα των γνώσεών μας, ακόμη και για πολύ γνωστές φυσιογνωμίες της Ιστορίας της Αρχαιότητας, είναι το γεγονός ότι αγνοούμε την ακριβή χρονολογία γέννησης του Αντίοχου Δ΄. Η συνηθέστερα αναφερόμενη χρονολογία (-215) δεν είναι παρά η απώτατη δυνατή. Ο Δανός ιστορικός Όττο Μέρκολμ, συγγραφέας της σημαντικότερης ίσως μονογραφίας για τον Σελευκίδη μονάρχη, υπέθετε ότι ο Αντίοχος ο Μέγας και η Λαοδίκη απέκτησαν τον μετέπειτα Επιφανή, τρίτο κατά σειρά γιο τους, μεταξύ 215 και 210 π.Χ., πιθανολογώντας την ηλικία του τελευταίου κατά την άνοδό του στον θρόνο βάσει της εικόνας του στα πρώτα νομίσματά του («Antiochus IV of Syria», Gyldendalse Boghandel, Κοπεγχάγη 1966). Ο Εντουάρ Βιλλ, από τη μεριά του, θεωρούσε πιθανότερη μια χρονολογία κοντά στο 205 (Edouard Will «Histoire politique du monde hellénistique», Presses universitaires de Nancy, 2η έκδ. 1979-1982, επανέκδ. Seuil, Παρίσι 2003, τ. ΙΙ, σελ. 353). Μια πρόσφατη μελέτη υπολογίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια τη ζητούμενη χρονολογία στο 212 π.Χ. Αρκετοί, βασιζόμενοι σε νύξεις του Τίτου Λίβιου και του Αθήναιου, υποστηρίζουν ότι ο Αντίοχος ονομαζόταν αρχικά Μιθριδάτης κι ότι πήρε το όνομα με το οποίο βασίλεψε αργότερα όταν πέθανε μετά από ασθένεια (το -193;) ο μεγαλύτερος αδελφός του που ονομαζόταν κι αυτός Αντίοχος.

Όπως είναι φυσικό, η ζωή του Επιφανούς καθορίσθηκε από τα μεγάλα γεγονότα που σημάδεψαν την πορεία του βασιλείου του πατέρα του. Κι αν οι αρχικές επιτυχίες του Αντίοχου του Μεγάλου, στο Ιράν και την Κοίλη Συρία, τοποθετούν το απόγειο της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών γύρω στο 200 π.Χ., η συντριβή της Μαγνησίας, η ανεξήγητη απροθυμία του μεγάλου βασιλέα να επιδιώξει μια δεύτερη ευκαιρία στη σύγκρουση με τη Ρώμη και την Πέργαμο και η ταπεινωτική συνθήκη της Απάμειας (188) βυθίζουν το κράτος της Αντιόχειας (όπως είχαμε δει σε παλαιότερη ανάρτηση) σε συνθήκες βαθιάς κρίσης. Για να διασφαλίσουν την τήρηση των όρων της συνθήκης, οι Ρωμαίοι ζητούν την παράδοση είκοσι ομήρων: ανάμεσά τους βρίσκεται κι ο νεαρός πρίγκιπας Αντίοχος. Επρόκειτο φυσικά για αιχμαλωσία σε χρυσό κλουβί φιλοξενίας αντάξιας ενός πρίγκιπα. Στα χρόνια της παραμονής του στη Ρώμη, ο Αντίοχος έχει την ευκαιρία να συνάψει σχέσεις φιλίας με πολλούς Ρωμαίους αριστοκράτες, να μελετήσει από κοντά το πολίτευμα, τους θεσμούς και το δικαστικό σύστημα της Ρώμης, να καλλιεργήσει τα πνευματικά του ενδιαφέροντα. Σε χρόνο άγνωστο σε μας, πάντως, έρχεται η στιγμή της… αλλαγής φρουράς: ο Αντίοχος αντικαθίσταται ως όμηρος από τον ανηψιό του Δημήτριο, πρωτότοκο γιο του βασιλιά Σέλευκου Δ΄, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον Αντίοχο Γ΄ στα τέλη του 188. Για ποιο λόγο δέχθηκε ο Σέλευκος να παραδώσει τον διάδοχό του; Προφανώς γιατί δεν θα είχε άλλη επιλογή: βρισκόταν σε αδυναμία να αποπληρώσει εμπρόθεσμα την οφειλόμενη στη Ρώμη πολεμική αποζημίωση. Ο Αντίοχος από την πλευρά του, αφήνοντας τη Ρώμη δεν επέλεξε να επιστρέψει στη Συρία, αλλά προτίμησε να πάει να ζήσει στην Αθήνα για να απολαύσει την πνευματική ζωή της.

Β. Στον θρόνο της Αντιόχειας

α. Η σκοτεινή άνοδος: Κανένας Σελευκίδης δεν είχε ως τότε κληθεί να βασιλέψει σε τόσο αντίξοες συνθήκες όσο ο Σέλευκος Φιλοπάτωρ: με μεγάλες εδαφικές απώλειες (ό,τι βρισκόταν στα δυτικά του Ταύρου), υποχρέωση αφοπλισμού, τσαλακωμένο γόητρο (κι άρα μικρές δυνατότητες άσκησης αποτελεσματικής διπλωματίας) και οφειλή υπέρογκης πολεμικής αποζημίωσης και, τέλος, με τον διάδοχό του όμηρο, έχει ουσιαστικά δεμένα τα χέρια του. Η άτυχη βασιλεία του τερματίζεται άδοξα και πρόωρα το 175 όταν τον δολοφονεί ο «επί των πραγμάτων» (ο πρωθυπουργός του, δηλαδή) Ηλιόδωρος. Απλή ανακτορική ίντριγκα (ο Ηλιόδωρος είχε πιθανότατα έρθει σε ρήξη με τον Σέλευκο, ίσως για τους αδέξιους χειρισμούς του στο ιουδαϊκό ζήτημα, και μπορεί να έκρινε ότι δεν είχε άλλο τρόπο για να σώσει τον εαυτό του) ή σχέδιο συνωμοσίας που εξυφάνθηκε στην Πέργαμο και στη Ρώμη, ενδεχομένως εν γνώσει αυτού που επρόκειτο να επωφεληθεί από τον θάνατο του βασιλιά; Ως συνήθως, η απάντηση αγνοείται, οι υποθέσεις επιτρέπονται. Σε κάθε περίπτωση, μαθαίνοντας τη δολοφονία του αδελφού του, ο Αντίοχος άφησε την Αθήνα και βρέθηκε στην Πέργαμο. Εκεί, ο βασιλιάς Ευμένης του έδωσε το βασιλικό διάδημα και έδωσε εντολή στον αδελφό του, τον Άτταλο, να συνοδέψει τον Σελευκίδη στην Αντιόχεια. Λίγες εβδομάδες αργότερα έφτανε κι από τη Ρώμη η επίσημη αναγνώριση της Συγκλήτου [Claire Préaux «Le Monde Hellénistique (La Grèce et l’Orient, 323-146 av. J.-C.)», coll. Nouvelle Clio, PUF, Παρίσι 2002 (4η έκδ., 1η έκδ. 1978), τ. 1, σελ. 168].

Φτάνοντας στην Αντιόχεια, την οποία είχε ήδη εγκαταλείψει ο συνωμότης βασιλοκτόνος Ηλιόδωρος, ο Επιφανής βρήκε στον θρόνο τον ανήλικο συνονόματο ανηψιό του, τον οποίο είχαν ανακηρύξει βασιλιά κύκλοι της αυλής. Απ’ ό,τι φαίνεται, ο Αντίοχος ανέχτηκε για λίγα χρόνια τον νεαρό συμβασιλέα του, αλλά έπειτα διέταξε έναν «υπουργό» του, τον Ανδρόνικο, να δολοφονήσει τον μικρό! Όλα αυτά καταγράφονται με αρκετές επιφυλάξεις, γιατί η βασική μαρτυρία είναι ένα απόσπασμα του Διόδωρου (Λ΄, 7, 2) όπου γίνεται λόγος για τη δολοφονία κάποιοι Αντιόχου του Σελεύκου από κάποιον Ανδρόνικο. Ένα βαβυλωνιακό χρονικό, από την άλλη, αναφέρει τη θανάτωση ενός Σελευκίδη τον Οκτώβριο του 170 π.Χ., μόνο που τον ονομάζει Αντίοχο Αντιόχου! Πριν τρέξουμε να δεχτούμε την παράτολμη εκδοχή ότι ο Επιφανής σκότωσε τον ίδιο του τον γιο, είναι πιο φρόνιμο να ακολουθήσουμε την οικονομικότερη εξήγηση, αυτή του Μέρκολμ (όπ.π., σελ. 38 επ.) και του Βιλλ (όπ.π., τ. ΙΙ, σελ. 306): αναγνωρίζοντας τον μικρό συνονόματό του ως συμβασιλέα, ο Αντίοχος τον υιοθέτησε κιόλας.

β. ο Αντίοχος πεφωτισμένος μονάρχης: Όπως διαπιστώνουμε, ο Αντίοχος ξεκινά τη βασιλική σταδιοδρομία του με βαρίδια στα πόδια. Αποκτά την εξουσία με τις ευλογίες των δύο αντιπάλων του βασιλείου του και μετά τη δολοφονία του αδελφού του, έγκλημα στο οποίο ίσως και να μην είναι αμέτοχος. Λερώνει τα χέρια του με το αίμα του ανηψιού του. Και κληρονομεί από τον αδελφό του σημαντικό μέρος του χρέους προς τη Ρώμη, το οποίο κανονικά θα έπρεπε να έχει ήδη αποπληρωθεί. Τέλος, η υποστήριξη της Ρώμης δεν είναι βεβαίως άδολη: ανά πάσα στιγμή, με την παραμικρή λάθος κίνηση, ο Αντίοχος διατρέχει τον κίνδυνο να δει τον ανηψιό του Δημήτριο (τυπικά νόμιμο διάδοχο του θρόνου) να αποβιβάζεται μαζί με κάποιο Ρωμαίο αξιωματούχο (Will, όπ.π., σελ. 307).

Κι όμως… Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Αντίοχου αναδεικνύουν έναν ικανό μονάρχη, αφοσιωμένο στην αναδιοργάνωση του κράτους του. Μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, στη διοικητική οργάνωση και τους θεσμούς των πόλεων, στο δικαστικό σύστημα, εμπνευσμένες πιθανώς σε σημαντικό βαθμό από τα ρωμαϊκά πρότυπα. Ανασυγκρότηση των στρατιωτικών δυνάμεων του βασιλείου (κατά παράβαση των όρων της Συνθήκης της Απάμειας. Κι επιπλέον πλήθος χορηγιών και δωρεών προς τις πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Μικράς Ασίας. Με πιο φιλόδοξο σχέδιο στην κατηγορία αυτή την ανέγερση του μεγαλοπρεπούς ναού του Ολυμπίου Διός στην Αθήνα (ήδη το 174 π.Χ. αναθέτει στον Ρωμαίο αρχιτέκτονα Δέκιμο Κοσσούτιο την εκπόνηση των σχεδίων). Προσφορά αντάξια αυτού που ήδη έχει υιοθετήσει τη λατρευτική επίκληση του Θεού Επιφανούς στην αγαπημένη πόλη του.

Όσον αφορά την εξωτερική πολιτική, οι κινήσεις του Αντίοχου είναι μετρημένες. Δεν πρέπει, άλλωστε, να ενοχληθούν η Πέργαμος κι η Ρώμη. Αν υπάρχει κάποιο σχέδιο εκστρατείας αυτό πρέπει να έχει να κάνει με τις Άνω Σατραπίες και τον ιρανικό χώρο ειδικότερα. Τα επιτεύγματα της «Αναβάσεως» του πατέρα του αποδεικνύονται εύθραυστα, ενώ οι Πάρθοι γίνονται ξανά απειλητικοί. Ο σχεδιασμός είναι λογικός, αλλά γίνεται χωρίς να λάβει υπόψη την παραφροσύνη που χαρακτηρίζει κάποιες κλίκες των ανακτόρων της Αλεξάνδρειας…

ΙΙ. Ο κακότυχος: εκστρατείες, σχέδια κι ανεκπλήρωτοι στόχοι

Α. Η σύγκρουση με την Αίγυπτο

α. Το βασίλειο των Λαγιδών μετά τον θάνατο του Πτολεμαίου του Επιφανούς και τα αίτια του πολέμου: Στις αρχές του δεύτερου αιώνα π.Χ., η Αίγυπτος βρίσκεται σε δυσχερή θέση. Απουσία ισχυρής εξουσίας, εσωτερικά προβλήματα, με εξεγέρσεις του ιθαγενούς πληθυσμού, οικονομική κρίση που την επιδείνωσε η απώλεια της Κοίλης Συρίας και των εισοδημάτων της. Μετά τον θάνατο του Πτολεμαίου Ε΄ του Επιφανούς, η αντιβασιλεία ασκείται από τη βασίλισσα Κλεοπάτρα Α΄ (κόρη του Αντίοχου Γ΄ και αδελφή του Αντίοχου του Επιφανούς) στο όνομα του ανήλικου γιου της, του Πτολεμαίου Φιλομήτορος. Όταν η Κλεοπάτρα πεθαίνει, το -176, η εξουσία περνά σε δύο αυλικούς, τον Ευλαίο και τον Ληναίο. Αμφότεροι φαίνεται να ενσαρκώνουν το γνωστό πρότυπο του διεφθαρμένου κι ανάξιου αυλικού. Οπωσδήποτε αποδεικνύονται πολύ κατώτεροι των κρίσιμων περιστάσεων της εποχής. Όλες πάντως οι πηγές συμφωνούν στο ότι αυτοί οι δύο είναι οι εμπνευστές της πολεμικής σύγκρουσης με τη Συρία.

Ο Εντουάρ Βιλλ αναρωτιόταν εύλογα για το ποιοι λόγοι μπορεί να ώθησαν τους δύο αντιβασιλείς σε ένα πόλεμο που, εκ των υστέρων και με τα στοιχεία που διαθέτουμε, ισοδυναμούσε με αυτοκτονία για το κλονισμένο βασίλειο των Λαγιδών: κίνηση αντιπερισπασμού που θα μπορούσε να εδραιώσει τη θέση του Ευλαίου και του Ληναίου ως κατόχων της εξουσίας στην Αλεξάνδρεια; Η ιδέα ότι η ανάκτηση της πλούσιας Κοίλης Συρίας θα βοηθούσε να ξεπεραστούν τα οικονομικά προβλήματα της Αιγύπτου; Αβάσιμες πληροφορίες ότι η θέση του Αντίοχου στην εξουσία ήταν σε κίνδυνο: ή ότι ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει προς το Ιράν για να αντιμετωπίσει την παρθική απειλή; ή, μήπως, ότι πολλοί στην Κοίλη Συρία νοσταλγούσαν την πτολεμαϊκή διοίκηση κι ήταν έτοιμοι να βοηθήσουν στην επιστροφή της ( όπ.π., σελ. 313); Ό,τι κι αν συνέβη στην πραγματικότητα, τα στοιχεία δείχνουν ότι η απόφαση για πόλεμο κατά των Σελευκιδών είχε παρθεί στην Αλεξάνδρεια από πολύ νωρίς: πρεσβεία του Αντίοχου, η οποία, μάλλον το -175, είχε μεταβεί στην Αλεξάνδρεια για να παραστεί είτε στον γάμο του Φιλομήτορος με την αδελφή του είτε στα πρωτοκλήσιά του (την πρώτη επίσημη εκφώνηση των τίτλων του), συνάντησε τέτοια εχθρότητα που οι απεσταλμένοι μόλις επέστρεψαν στην Αντιόχεια ενημέρωσαν τον βασιλιά τους ότι θα έπρεπε να ετοιμάζεται για πόλεμο με τους Λαγίδες:

«Ἀποσταλέντος δὲ εἰς Αἴγυπτον Ἀπολλωνίου τοῦ Μενεσθέως διὰ τὰ πρωτοκλίσια τοῦ Φιλομήτορος βασιλέως μεταλαβὼν Ἀντίοχος ἀλλότριον αὐτὸν τῶν αὐτοῦ γεγονέναι πραγμάτων τῆς καθ’ αὑτὸν ἀσφαλείας ἐφρόντιζεν» (Μακκαβαίων Β΄, 4, 21).

Η άφρων πρωτοβουλία των αντιβασιλέων της Αλεξάνδρειας ίσως και να εξυπηρετούσε τους υπόλοιπους ενδιαφερόμενους. Ο Αντίοχος γνώριζε ότι ο στρατός των Λαγιδών δεν ήταν ιδιαιτέρως αξιόμαχος. Και καθώς η Συνθήκη της Απάμειας δεν περιείχε καμία σχετική απαγόρευση, η Αίγυπτος θα μπορούσε να αποτελέσει έναν επιτρεπόμενο και εφικτό στόχο εδαφικής επέκτασης. Όσο για τους Ρωμαίους, απασχολημένοι με τα προβλήματα που τους προκαλούσε ο Περσέας, υπολόγιζαν ότι μια σύρραξη μεταξύ Αιγύπτου και Συρίας θα απέκλειε κάθε ενδεχόμενο να βοηθήσει η μία ή η άλλη τη Μακεδονία.

β. Πρώτη φάση του Στ΄ «Συριακού» Πολέμου: Η Αλεξάνδρεια (όπου τα αδέλφια του Φιλομήτορος ανακηρύχθηκαν συμβασιλείς του) κήρυξε τον πόλεμο που κατά σύμβαση ονομάζουμε Στ΄ Συριακό το 170. Οι εχθροπραξίες άρχισαν όμως την επόμενη χρονιά. Ο αιγυπτιακός στρατός προσπάθησε να εισβάλει στα εδάφη των Σελευκιδών με σκοπό να ανακτήσει την Κοίλη Συρία. Με την πρώτη σύγκρουση ο στρατός του Πτολεμαίου υπέστη πανωλεθρία. Οι δυνάμεις του Αντίοχου πέρασαν αμέσως στο αιγυπτιακό έδαφος, κατέλαβαν το Πελούσιο και κινήθηκαν προς δυσμάς. Στην Αλεξάνδρεια, η συντριβή έφερε ανακατατάξεις: οι Ευλαίος και Ληναίος κρίθηκαν υπεύθυνοι της στρατιωτικής συμφοράς, εκδιώχθηκαν και τη θέση τους πήραν δύο αντίπαλοί τους, ο Κινέας και ο Κομανός που ζήτησαν διαπραγματεύσεις. Ο Αντίοχος δεν τις αρνήθηκε, αλλά συνέχισε την προέλασή του φτάνοντας μέχρι τα περίχωρα της Αλεξάνδρειας. Ο Σελευκίδης συνάντησε τον (ανηψιό του) βασιλιά της Αιγύπτου και ήρθαν σε συμφωνία, οι όροι της οποίας θα έθεταν προφανώς την Αίγυπτο υπό την κηδεμονία του Αντιόχου. Το γεγονός προκάλεσε αντιδράσεις στην πρωτεύουσα, όπου μόνος βασιλιάς ανακηρύχθηκε ο νεότερος αδελφός του Φιλομήτορος. Ο Αντίοχος επιχείρησε να καταλάβει την Αλεξάνδρεια, αλλά διαπιστώνοντας (τέλος του 169) ότι αυτό ήταν αδύνατο γύρισε στο βασίλειό του, κρατώντας το Πελούσιο και κάποια άλλα αιγυπτιακά εδάφη και περιμένοντας να βοηθήσει τα σχέδιά του ο ενδεχόμενος εμφύλιος μεταξύ των δυο Πτολεμαίων.

γ. Δεύτερη φάση του Στ΄ «Συριακού» Πολέμου: η ταπείνωση της Ελευσίνας. Αντί όμως να επακολουθήσει εμφύλιος, συνέβη αυτό που δεν υπολόγιζε ή, πάντως, απευχόταν ο Αντίοχος. Από τη Μέμφιδα, όπου είχε καταφύγει, ο Φιλομήτωρ ήρθε σε συνεννόηση και συμφιλιώθηκε με την αδελφή και τον μικρό αδελφό του. Ο πόλεμος ξανάρχιζε. Αυτή τη φορά ο Σελευκίδης δεν μπορούσε να ισχυρισθεί ότι βρισκόταν σε θέση άμυνας ή ότι εισέβαλε στην Αίγυπτο για να προστατέψει τον Φιλομήτορα με τον οποίο είχε συνάψει συμφωνία. Η μόνη δικαιολογία που μπορούσε να προβάλει ήταν ότι ο Φιλομήτωρ είχε παραβιάσει τη συμφωνία τους. Σε κάθε περίπτωση, τα πράγματα ήταν πολύ απλούστερα για τον Επιφανή σε πρακτικό επίπεδο. Κάνοντας σχεδόν περίπατο απέκτησε τον έλεγχο σχεδόν ολόκληρης της Αιγύπτου. Η μόνη ελπίδα των Πτολεμαίων ήταν η εξωτερική βοήθεια. Για τον σκοπό αυτό προσέγγισαν την Αχαϊκή Συμπολιτεία, αλλά φαίνεται ότι προσέκρουσαν στις αντιρρήσεις της Ρώμης. Αυτή ακριβώς ήταν κι η τελευταία ελπίδα τους. Άλλωστε οι ρωμαϊκές λεγεώνες που πολεμούσαν τους Μακεδόνες ανεφοδιάζονταν με αιγυπτιακό σιτάρι. Οι Λαγίδες ζήτησαν τη διαμεσολάβηση της Ρώμης. Αυτή τη φορά, η Σύγκλητος έστειλε διπλωματική αντιπροσωπεία υπό τον Γάιο Ποπίλιο Λαίνα, σημαντική προσωπικότητα και παλιό γνώριμο του Αντίοχου. Φυσικά, σε θέματα πολιτικής ο Ρωμαίος αξιωματούχος που εκπροσωπεί τη χώρα του δεν πρόκειται να υπολογίσει την όποια φιλία του με κάποιον ξένο μονάρχη. Αποκλειστικό του μέλημα είναι να φέρει σε πέρας την αποστολή του υπερασπίζοντας κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντα της Ρώμης.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι η Σύγκλητος έδωσε στον Ποπίλιο οδηγίες να χειριστεί την υπόθεση αναλόγως της εξέλιξης του Μακεδονικού Πολέμου. Ο πρέσβης θα πρέπει επομένως να είχε στα χέρια του δύο διαφορετικά μηνύματα της Συγκλήτου προς τον Αντίοχο. Ένα σκληρό τελεσίγραφο σε περίπτωση νίκης των Ρωμαίων στον πόλεμο κατά του Περσέα κι ένα πιο διαλλακτικό κείμενο σε περίπτωση που εξακολουθούσε να επικρατεί στασιμότητα στο μακεδονικό μέτωπο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ποπίλιος δεν βιάστηκε να μεταβεί στην Αλεξάνδρεια ή να συναντήσει τον Αντίοχο. Αντίθετα, την άνοιξη του 168 π.Χ. πήγε στη Δήλο όπου και περίμενε την έκβαση των συγκρούσεων στη Μακεδονία. Μόνο όταν πληροφορήθηκε τον ρωμαϊκό θρίαμβο στην Πύδνα (Ιούνιος 168 π.Χ.) ξεκίνησε και μέσω Ρόδου έφτασε στην Αλεξάνδρεια (μέσα Ιουλίου). Ακολούθησε η συνάντηση με τον Αντίοχο στην Ελευσίνα που περιγράψαμε στην αρχή. Δεν γνωρίζουμε το περιεχόμενο της απόφασης της Συγκλήτου που παρέδωσε ο Ποπίλιος στον Αντίοχο και ποιες ακριβώς ήταν οι απειλές που περιείχε. Πιθανώς να αρκούσε η αναφορά του ότι μη συμμόρφωση του Αντίοχου προς τις επιταγές της Συγκλήτου θα οδηγούσε τη δεύτερη να μην τον θεωρεί πλέον φίλο της Ρώμης. Ίσως πάλι το μήνυμα να περιείχε σαφείς απειλές όχι μόνον πολέμου, αλλά και απελευθέρωσης του Δημήτριου κι αποστολής του στη Συρία με τις ευλογίες της Ρώμης ως νομίμου κατόχου του θρόνου της Αντιόχειας (Will, όπ.π., σελ. 322). Όποιο, πάντως, κι αν ήταν το ακριβές περιεχόμενο, ο Επιφανής συμμορφώθηκε προς τις ρωμαϊκές απαιτήσεις. Τα στρατεύματά του εκκένωσαν την Αίγυπτο και την Κύπρο. Όλα τα κέρδη από τον Στ΄ Συριακό Πόλεμο έγιναν καπνός. Και ο Αντίοχος, κάνοντας την καρδιά του πέτρα, αμέσως μετά την επιστροφή του στην πρωτεύουσά του, έστειλε πρεσβεία στη Ρώμη για να συγχαρεί τη φίλη και σύμμαχο για τον θρίαμβό της στην Πύδνα. Η ταπείνωση είχε ολοκληρωθεί. Όπως επισήμαινε τόσο εύστοχα ο Βιλλ ( όπ.π.).

«Ο Αντίοχος, που νόμισε ότι μπορούσε να δράσει κατά το δοκούν σε μια ζώνη όπου εκτιμούσε ότι δεν επεκτείνονταν τα ρωμαϊκά συμφέροντα, έπεφτε ξανά, με βία κατά μείζονα λόγο προσβλητική από τη στιγμή που δεν είχε ασκηθεί με τη δύναμη των όπλων, στην αρχική του κατάσταση του μονάρχη τον οποίον απλώς ανέχεται η Ρώμη υπό τον όρο ότι δεν θα ξεπεράσει τα όρια που εκείνη καθορίζει».

Β. Η εκστρατεία στην Ανατολή

α. Από την Ελευσίνα στη Δάφνη: Για πολλούς ιστορικούς η ταπείνωση της Ελευσίνας πρέπει να ήταν η χαριστική βολή στην εύθραυστη ψυχική ισορροπία του μονάρχη. Ο Ταρν, από την άλλη, ήταν ένας από τους πρώτους που υποστήριξε ότι μετά την Ελευσίνα, ο Επιφανής αντέδρασε ψύχραιμα στην, αναμενόμενη, δυσμενή εξέλιξη, διαγράφοντας αμέσως ένα αποτυχημένο κεφάλαιο της σταδιοδρομίας του και αφοσιώθηκε εκ νέου στα σχέδια για την εκστρατεία στις Άνω Σατραπείες, των οποίων την υλοποίηση είχε εμποδίσει η αναγκαστική εμπλοκή του στον πόλεμο με την Αίγυπτο (W. W. Tarn «The Greeks in Bactria & India», Cambridge University Press, 2η έκδ. 1951, 3η αναθεωρημένη 1997). Ο Βιλλ θεωρούσε ιδιαιτέρως ελκυστική την εξήγηση αυτή, καθόσον αντικαθιστά μια φερόμενη ως παθολογική συμπεριφορά με τη λογική (όπ.π., σελ. 347). Σε κάθε περίπτωση, ο Σελευκίδης δεν φαίνεται να απασχολεί τα χρονικά μέχρι την άνοιξη του -166 και τη διοργάνωση των περίλαμπρων εορτών της Δάφνης.

Σ’ αυτό το αριστοκρατικό προάστιο της Αντιόχειας, ο Επιφανής διοργάνωσε τις μεγαλύτερες γιορτές που είχε δει ως τότε ο κόσμος της Αρχαιότητας. Οι γιορτές της Δάφνης περιλάμβαναν συμπόσια, πομπές και συμβολικές αναπαραστάσεις, αγώνες μονομάχων (κατά τα ρωμαϊκά γούστα που είχε αποκτήσει ο Αντίοχος στα χρόνια της παραμονής του στην Αιώνια Πόλη) και εντυπωσιακές παρελάσεις στρατευμάτων. Όπως είναι αναμενόμενο, αρχαίοι και σύγχρονοι ερμήνευσαν τις διαρκείας ενός μηνός γιορτές ως ένδειξη της μεγαλομανίας του Αντίοχου. Χρειάζονται, πάντως, περισσότερα για τη διοργάνωση εορτών τέτοιου μεγέθους. Οι αρχαίοι θεωρούσαν ότι στόχος του Επιφανούς ήταν να ανταγωνισθεί τις γιορτές που διοργάνωσε στη Αμφίπολη την άνοιξη του -167 ο θριαμβευτής της Πύδνας Αιμίλιος Παύλος. Πιο πιθανό είναι η πανήγυρις της Δάφνης να αποσκοπούσε να δοξάσει το κύρος και την ισχύ του κράτους των Σελευκιδών: η ισχύς είχε στρατιωτικά αποδειχθεί στην Αίγυπτο (παρά το διπλωματικό ατύχημα της Ελευσίνας), άλλωστε ο Αντίοχος είχε προσθέσει στους τίτλους του και αυτόν του Νικηφόρου. Κι επρόκειτο να επιβεβαιωθεί με τη σχεδιαζόμενη εκστρατεία στην Ανατολή… Επισημαίνουμε παρεμπιπτόντως, και την ευφάνταστη ερμηνεία του Ταρν: στηριζόμενος σε κάποια νομίσματα του Ευκρατίδη, ο οποίος καθίσταται ηγεμόνας της Βακτριανής εκείνη την εποχή, όπου απεικονίζονται πιθανώς οι γονείς του, ο Ηλιοκλής και η Λαοδίκη, ο Ταρν συμπέρανε ότι ο Ευκρατίδης ήταν από την πλευρά της μητέρας του εξάδελφος του Επιφανούς και ότι επιχείρησε να ανακτήσει τη Βακτριανή για λογαριασμό των Σελευκιδών (όπ.π., σελ. 94 επ.). Σε μια τέτοια περίπτωση, οι τελετές της Δάφνης γιόρταζαν την επιστροφή της Βακτριανής στην αυτοκρατορία. Στα άρθρα μας για την εποποιία των Ελλήνων της Βακτριανής εκθέσαμε ήδη τους λόγους για τους οποίους η θεωρία του Βρετανού ιστορικού έχει ελάχιστες πιθανότητες να ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα.

Στη Δάφνη ο Αντίοχος παρέταξε 50.000 άνδρες. Η παρέλαση τόσο μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων αποτελεί ισχυρότατη ένδειξη επικείμενης εκστρατείας με ιδιαίτερα φιλόδοξους στόχους. Και στόχος μιας τέτοιας εκστρατείας θα μπορούσαν να είναι μόνον οι Άνω Σατραπείες κι ο ευρύτερος ιρανικός χώρος. Άλλωστε, η Σύγκλητος, θορυβημένη από το μέγεθος των στρατευμάτων που είχε συγκεντρώσει ο Επιφανής, έστειλε πρεσβεία λίγο μετά τις γιορτές της Δάφνης για να διερευνήσει τις προθέσεις του Σελευκίδη. Το γεγονός ότι οι συγκλητικοί άφησαν την Αντιόχεια απολύτως καθησυχασμένοι μάλλον αποδεικνύει ότι ο Επιφανής στόχευε στην Ανατολή (Will, όπ.π., σελ. 346/ Geneviève Hoffmann σε C. Grandjean, G. Hoffmann, L. Capdetrey, J.-Y. Carrez-Maratray «Le monde hellénistique», coll. U- Histoire, εκδ. Armand Colin, Παρίσι, 2008, σελ. 70-71).

β. Η βιαίως διακοπείσα εκστρατεία στις Άνω Σατραπείες: Είναι βέβαιο ότι ο Επιφανής είχε βάσιμους λόγους για να εκστρατεύσει στα ανατολικά. Όχι μόνο σε μια προσπάθεια να μιμηθεί την πολυθρύλητη Ανάβαση του πατέρα του, αλλά πρωτίστως γιατί τα αποτελέσματα ακριβώς εκείνης της εκστρατείας (και τουλάχιστον όσα από αυτά ήταν ουσιαστικά) αποδείχθηκαν εξαιρετικά πρόσκαιρα. Δεν είναι τυχαίο ότι, ενώ στη Μάχη της Μαγνησίας είχαν πολεμήσει με τον Αντίοχο Γ΄ πολυάριθμα ιρανικά στρατεύματα, στις παρελάσεις της Δάφνης οι Ιρανοί απουσιάζουν (Πολύβιος, Λ΄, 25-26/ Préaux όπ.π., τ. 1, σελ. 170/ Will, όπ.π., σελ. 348). Φυσικά, το εύρος των σχεδίων του Επιφανούς μας είναι άγνωστο. Στόχευαν απλώς στην αποκατάσταση της τάξης και την επιβεβαίωση της ηγεμονίας των Σελευκιδών σε κάποιες από τις δυτικές Άνω Σατραπείες (Αρμενία, Μηδία, Περσία); Στην αντιμετώπιση του παρθικού κινδύνου, μια και ο νέος ηγεμόνας των Πάρθων, ο  Μιθριδάτης Α΄ Αρσάκης Ε΄, αποτινάσσει τους όποιους δεσμούς υποτέλειας του βασιλείου του και καθιστά σαφείς τις επεκτατικές βλέψεις του; Ή, μήπως, υπήρχε η φιλοδοξία ανάκτησης των κεντροασιατικών εδαφών του ανεξάρτητου ελληνικού βασιλείου της Βακτριανής και της Σογδιανής; Η λογική συνηγορεί υπέρ ενός συνδυασμού των δύο πρώτων εκδοχών (Will, όπ.π., σελ. 352 και 354).

Ο Αντίοχος ξεκίνησε στις αρχές του 165 π.Χ. Η πρώτη του κίνηση ήταν να ανακτήσει την Αρμενία όπου ο στράπης Αρταξίας είχε αυτονομηθεί. Έπειτα πέρασε στη Μηδία όπου προέβη σε συμβολικές πράξεις επιβεβαίωσης της ηγεμονίας των Σελευκιδών (πιθανολογείται η ίδρυση ελληνικής πόλεως δίπλα στα Εκβάτανα με το όνομα Επιφάνεια). Από εκεί μετέβη στην Ελυμαϊδα, όπου και άρχισε (;) να εκτυλίσσεται η τελευταία πράξη του δράματος. Όπως μας λέει η αρχαία παράδοση και υπό συνθήκες που θυμίζουν (ύποπτα, βλ. Préaux όπ.π., σελ. 171) την αντίστοιχη παράδοση για το θάνατο του Αντιόχου του Μεγάλου, ο Επιφανής, προσπαθώντας να εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση της εκστρατείας του, επιχείρησε χωρίς επιτυχία να λεηλατήσει τους θησαυρούς ενός ελαμιτικού ναού. Λίγο αργότερα αρρώστησε βαριά και πέθανε ενώ βρισκόταν στην Περσία (τέλος 164 π.Χ.).

«ὅτι κατὰ τὴν Συρίαν Ἀντίοχος ὁ βασιλεὺς βουλόμενος εὐπορῆσαι χρημάτων προέθετο στρατεύειν ἐπὶ τὸ τῆς Ἀρτέμιδος ἱερὸν εἰς τὴν Ἐλυμαΐδα. παραγενόμενος δ᾽ ἐπὶ τοὺς τόπους καὶ διαψευσθεὶς τῆς ἐλπίδος διὰ τὸ μὴ συγχωρεῖν τῇ παρανομίᾳ τοὺς βαρβάρους τοὺς οἰκοῦντας περὶ τὸν τόπον,ἀναχωρῶν ἐν Τάβαις τῆς Περσίδος ἐξέλιπε τὸν βίον, δαιμονήσας, ὡς ἔνιοί φασι, διὰ τὸ γενέσθαι τινὰς ἐπισημασίας τοῦ δαιμονίου κατὰ τὴν περὶ τὸ προειρημένον ἱερὸν παρανομίαν» (Πολύβιος, ΛΑ΄, 9, 1-4)

Η εκστρατεία τερματιζόταν άδοξα, ουσιαστικά πριν καν αρχίσει. Ο Επιφανής, άφηνε στον θρόνο τον ανήλικο γιο του, τον Αντίοχο Ε΄: έρμαιο των συγκρούσεων μεταξύ αυλικών και με την απειλή άμεσης επιστροφής του Δημήτριου από τη Ρώμη, ο γιος του Επιφανούς δεν είχε ουσιαστικά καμία πιθανότητα να τα καταφέρει.

Αποτίμηση: Για ποιους λόγους μπορεί να μας είναι συμπαθής η φυσιογνωμία του Αντίοχου του Επιφανούς; Προφανώς, πρόκειται καταρχάς για μια αντίδραση στην παράδοση που τον παρουσιάζει με τα μελανότερα χρώματα βασιζόμενη σε εντελώς υποθετικές ψυχολογικές ερμηνείες. Εντούτοις, όπως επισημαίνεται:

«Τρελός, πάντως, δεν ήταν σε καμία περίπτωση κι αν τα ανέκδοτα αυτά, που τον παρουσιάζουν τα μεν σαν ένα εκκεντρικό αξιαγάπητο, τα δε σαν έναν κακό με ευχάριστο χαρακτήρα, ανταποκρίνονται στην αλήθεια, αυτό θα μπορούσε να μην επηρεάσει καθόλου την πολιτική του σκέψη και τις ικανότητές του ως πολιτικού» (Will, όπ.π., σελ. 306-307).

Στην πραγματικότητα, διαθέτουμε ελάχιστα ακλόνητα ιστορικά στοιχεία για τον Αντίοχο Δ΄.  Αγνοούμε τα σχέδιά του. Οι προσπάθειές του έμειναν ανολοκλήρωτες, η βασιλεία του ήταν σύντομη και τερματίστηκε πρόωρα: «ο Επιφανής ήταν ο τελευταίος μεγάλος Σελευκίδης ή ο ολετήρας της αυτοκρατορίας του; Υπήρξε θύμα της ψυχικής ανισορροπίας του ή απρόβλεπτων εξωτερικών περιστάσεων; τα ερωτήματα αυτά δεν είναι δυνατόν να απαντηθούν» (Will, όπ.π., σελ. 353). Ίσως τελικά να είναι ακριβώς αυτά τα ερωτηματικά που καθιστούν γοητευτική την προσωπικότητα του Επιφανούς. Ανάμεσα σε ημιτελή ή εντελώς ανεκπλήρωτα σχέδια και σε απρόβλεπτα παιχνίδια της μοίρας, η αντιφατική μορφή και πορεία του Αντιόχου προσωποποιεί το δράμα της ίδιας της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών και τον άνισο διαρκή αγώνα της. Κι έπειτα, όποτε αντικρίζουμε τον Ναό του Ολυμπίου Διός είναι δύσκολο να μη νιώσουμε κάποια ευγνωμοσύνη γι’ αυτόν τον αμφιλεγόμενο μονάρχη, στον οποίο οφείλουμε ένα τέτοιο αρχιτεκτονικό κομψοτέχνημα. Ο Αδριανός απλώς διέταξε να ολοκληρωθεί η εκτέλεση των σχεδίων που είχε παραγγείλει ο Επιφανής.

Advertisements

Οι αναμνήσεις μιας ζωής

Σεπτεμβρίου 27, 2011

Οι διηγήσεις των μεγάλων ιστορικών γεγονότων από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές τους, αυτόπτες μάρτυρες ή συγχρόνους τους δεν είναι τελικά και τόσο συχνές, τουλάχιστον όσον αφορά ορισμένες περιόδους. Κι έπειτα, από όσες έχουμε στη διάθεσή μας, αρκετές δεν είναι παρά ασκήσεις προπαγάνδας ή προσπάθειες να δικαιολογηθούν τα αδικαιολόγητα. Οι συγγραφείς κατορθώνουν μάλλον σπάνια να περιγράψουν και να αναλύσουν με τρόπο εναργή την κοινωνία στο πλαίσιο της οποίας έδρασαν. Ακόμη σπανιότερα προσεγγίζουν με διάθεση κατανόησης και με αντικειμενικότητα τον Άλλο, τον ξένο και αλλόθρησκο, με μια λέξη τον εχθρό. Από την άποψη αυτή το Κιτάμπ αλ Ίτιμπάρ του Ουσάμα ιμπν Μουνκίντ αποτελεί πραγματικό θησαυρό που αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία αν λάβουμε υπόψη ότι το μεσαιωνικό ισλάμ δεν έχει να επιδείξει ιδιαίτερη παράδοση συγγραφής απομνημονευμάτων και αυτοβιογραφιών. Ικανός στρατιωτικός, εξαίρετος διπλωμάτης και σύμβουλος ηγεμόνων, λόγιος και ποιητής, ο Ουσάμα γεννήθηκε την εικοστή έβδομη ημέρα του δευτέρου μηνός Τζουμάαντά του έτους Εγίρας 488, δηλαδή στις 4 Ιουλίου 1095, λίγους μήνες πριν ο πάπας Ουρβανός Β΄ κηρύξει τη σταυροφορία στη Σύνοδο της Κλερμόν, και πέθανε στη Δαμασκό στις 17 Νοεμβρίου 1188, ένα χρόνο μετά τον θρίαμβο του Σαλαδίνου στη Μάχη του Χαττίν και την ανάκτηση της Ιερουσαλήμ από τις δυνάμεις του Ισλάμ. Γνώρισε από μικρός τη διάσπαση της επικράτειας του Ισλάμ σε αμέτρητες ηγεμονίες, τον Φράγκο εισβολέα, τη βυζαντινή απειλή. Στη μακρά διάρκεια της ζωής του υπηρέτησε τους τρεις σπουδαιότερους μουσουλμάνους ηγέτες της εποχής του, αυτούς που πραγματικά ενσάρκωσαν το ιδανικό του ιερού πολέμου κατά των απίστων: τον Τούρκο Ζενγκί, τον Νουρ αλ-Ντιν (γιο του Ζενγκί) και, φυσικά, τον Κούρδο Σαλαδίνο. Υπήρξε διπλωματικός και πολιτικός σύμβουλος κι άλλων σημαντικών ηγεμόνων, όπως ήταν οι Μπουρίδες της Δαμασκού, οι Φατιμίδες του Καϊρου και οι Αρτουκίδες της Βόρειας Μεσοποταμίας. Αληθινός homo universalis, απέκτησε εν ζωή τη φήμη σπουδαίου ανθρώπου των γραμμάτων συγγράφοντας πραγματείες με ποικίλη θεματολογία, συνθέτοντας ποιήματα κι επιμελούμενος τη συλλογή και την έκδοση ανθολογιών αραβικής ποίησης. Αδύνατο να βρούμε καλύτερο αφηγητή της Ιστορίας της Μέσης Ανατολής κατά τον 12ο αι. από τον Ουσάμα!

Ι. Η ζωή του Ουσάμα ιμπν Μουνκίντ

Α. Τα παιδικά και νεανικά χρόνια στο Σαϋζάρ (1095-1130): Πατρίδα του Ουσάμα είναι η Βόρεια Συρία και συγκεκριμένα το Σαϋζάρ, το απόρθητο κάστρο του οποίου δεσπόζει πάνω από την κοιλάδα του Ορόντη. Πανάρχαιος σημιτικός οικισμός, είχε μετονομαστεί στα χρόνια των Σελευκιδών σε Λάρισα, καθώς στην πόλη είχε εγκατασταθεί μεγάλος αριθμός αποίκων από τη Θεσσαλία. Μερικούς αιώνες αργότερα η περιοχή βρέθηκε στη διαφιλονικούμενη ζώνη μεταξύ επικράτειας του Ισλάμ και Βυζαντινής αυτοκρατορίας κι άλλαξε χέρια κάμποσες φορές. Από τον Δεκέμβριο του 1081 το κάστρο κι η πόλη του Σαϋζάρ ανήκαν στη οικογένεια του Ουσάμα, τους Άραβες Μπανού Μουνκίντ από τη φυλή Κινάνα. Ο παππούς του συγγραφέα, ο Σαντίντ αλ-Μουλκ Άλι μάλλον αγόρασε το κάστρο από τον τοπικό ορθόδοξο επίσκοπο.

Όταν ο Ουσάμα ήταν τριών χρονών ο πατέρας του, μολονότι νόμιμος διάδοχος, προτίμησε να παραιτηθεί αφήνοντας την εξουσία στον αδελφό του και θείο του συγγραφέα, τον Σουλτάν. Ο Ουσάμα δεν είναι βέβαιος για τους λόγους που οδήγησαν τον πατέρα του στην απόφαση αυτή (η οποία στέρησε από τον μικρό τη δυνατότητα να γίνει μια μέρα εμίρης του Σαϋζάρ), υποθέτει όμως ότι θα πρέπει να οφειλόταν στη μεγάλη του ευσέβεια: τα θρησκευτικά καθήκοντα και η θεολογική μελέτη είχαν μεγαλύτερη σημασία από την άσκηση εξουσίας για τον Μουρσίντ ιμπν Μουνκίντ, έναν άνθρωπο που σε απόδειξη της βαθιάς του πίστης αντέγραψε το Κοράνι δεκάδες φορές. Ό,τι κι αν συνέβη, ο ήρωάς μας μεγάλωσε στο κάστρο του Σαϋζάρ ανάμεσα στην πολυπληθή οικογένεια των Μουνκίντ, τους στρατιώτες και τους υπηρέτες της. Έτυχε εξαιρετικής μόρφωσης: γραμματική, ρητορική, ποίηση, ιστορία και θεολογία περιλαμβάνονται στα όσα διδάχτηκε από τους σπουδαίους λόγιους που βρέθηκαν να υπηρετούν την οικογένεια. Ο ίδιος μιλά με σεβασμό και θαυμασμό για τον δάσκαλό του Αμπού Αμπνταλλάχ αλ-Τουλαϋτουλί, ο οποίος ήταν βιβλιοθηκάριος στην Τρίπολη του Λιβάνου κι όταν οι Φράγκοι κατέκτησαν την πόλη κατέφυγε στο Σαϋζάρ. Όταν ξεκίνησαν τα μαθήματα, ο Ουσάμα ρώτησε τον δάσκαλό του αν είχε διαβάσει όλα τα βιβλία που βρίσκονταν στη βιβλιοθήκη του γραφείου του. Εκείνος του απάντησε να διαλέξει όποιο βιβλίο ήθελε, να ανοίξει μια σελίδα στην τύχη και να του διαβάσει τις δυο πρώτες γραμμές: ο δάσκαλος θα του έλεγε στη συνέχεια από μνήμης ολόκληρη τη σελίδα. Το παιχνίδι αυτό επαναλήφθηκε πάμπολλες φορές και ποτέ ο Ουσάμα δεν κατάφερε να πιάσει τον δάσκαλό του αδιάβαστο. Παράλληλα, ο νεαρός ακολουθεί την απαραίτητη εκπαίδευση για να γίνει ικανός πολεμιστής και στρατιωτικός ηγέτης, ενώ ακολουθεί τον πατέρα και τον θείο του στις συχνές κυνηγετικές τους εξορμήσεις.

Ο Ουσάμα μαθαίνει από μικρός όχι μόνο τι είναι ο πόλεμος, αλλά και πόσο περίπλοκοι είναι οι συσχετισμοί δυνάμεων στην περιοχή. Ο κύριος εχθρός είναι ο Φράγκος έποικος (κι ο συγγραφέας αναφέρεται εκτενώς στους επικίνδυνους γείτονες του Πριγκιπάτου της Αντιόχειας, στον Τανκρέδο και στον Ρογήρο του Σαλέρνο που άσκησαν την αντιβασιλεία στην ηγεμονία αυτή, στους υπόλοιπους χριστιανούς ηγέτες, αλλά και στους μικρότερους φεουδάρχες). Εξίσου συχνές, όμως, είναι κι οι συγκρούσεις με τους ομόθρησκους. Όπως ας πούμε με τους γείτονες της Χάμα: συχνά-πυκνά διαφορές όπως η κλοπή κοπαδιών ή η διεκδίκηση κάποιων χωραφιών λύνονται με τα όπλα. Κι έπειτα, ο ίδιος ο Ουσάμα μας λέει ότι η πιο επικίνδυνη πολιορκία του κάστρου του Σαϋζάρ δεν ήταν έργο απίστων, αλλά των Ισμαηλιτών Ασσασίνων. Τέλος, δεν ήταν σπάνιες κι οι εντελώς ετερόκλητες συμμαχίες, όπως αυτή του 1110 όταν το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ, το Πριγκιπάτο της Αντιόχειας και η Κομητεία της Τριπόλεως συνασπίστηκαν με τον Τούρκο ατάμπεη της Δαμασκού, τον Τουγτεκίν, καθώς και με τον Αρτουκίδη ηγεμόνα του Μαρντίν και τον ισχυρό άνδρα του Χαλεπιού για να πολεμήσουν τον Σελτζουκίδη σουλτάνο του Ισπαχάν.

Σε ηλικία 24 ετών ο Ουσάμα συμμετέχει στην πρώτη του μάχη, τον Αύγουστο του 1119. Η ιστορία δείχνει πώς ακριβώς διεξάγονταν οι συνηθισμένες συγκρούσεις μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων στη Συρία του 12ου αι. Μην περιμένετε μάχες ανάμεσα σε τακτικά στρατεύματα ή ιερούς πολέμους στους οποίους συγκρούονται φανατισμένοι μέχρι το μεδούλι πολεμιστές. Ο ήρωάς μας παίρνει εντολή από τον εμίρη θείο του να προκαλέσει ζημιές στα χωράφια των χριστιανών κοντά στην Απάμεια. Έχει υπό τις διαταγές του είκοσι ιππείς που θα οδηγήσουν στη μάχη ένα μπουλούκι πλιατσικολόγων και μερικές δεκάδες Άραβες νομάδες (η διαφορά δεν είναι μεγάλη μεταξύ των δύο κατηγοριών). Ενώ αυτό το περίπου στράτευμα καταστρέφει τις σοδειές των εχθρών, εμφανίζονται μερικοί ένοπλοι χριστιανοί, μεταξύ των οποίων και κάποιοι ιππότες. Ακολουθεί μια άτακτη σύγκρουση που κορυφώνεται με δυο-τρεις μονομαχίες. Οι μουσουλμάνοι γυρίζουν όλοι σώοι στο Σαϋζάρ, ενώ οι απώλειες των χριστιανών είναι απλώς κάποιοι τραυματίες. Ο Ουσάμα νομίζει ότι σκότωσε τον ιππότη που αντιμετώπισε σε μονομαχία: το δόρυ του διαπέρασε τον διπλό αλυσιδωτό θώρακα και το σώμα του ιππότη. Λίγες ημέρες αργότερα μαθαίνει ότι το χτύπημα δεν πείραξε κανένα ζωτικό όργανο κι ο αντίπαλος επέζησε. «Εκείνη την ημέρα έμαθα για τα καλά ότι το πεπρωμένο είναι το ισχυρότερο φρούριο».

Β. Στην υπηρεσία του Ζενγκί (1130-1138): Οι σχέσεις ανάμεσα στον Ουσάμα και τον θείο του Σουλτάν, εμίρη του Σαϋζάρ, ήταν αρχικά εξαιρετικές. Ο θείος, όμως, έκανε οικογένεια κι απέκτησε γιους. Άρχισε πια να θεωρεί ενοχλητική την παρουσία του Ουσάμα στο κάστρο του Σαϋζάρ: θα μπορούσε να αποδειχτεί σφετεριστής της εξουσίας την οποία ο Σουλτάν σκόπευε να μεταβιβάσει στους απογόνους του. Ο Ουσάμα έκρινε καλύτερο να αναζητήσει αλλού την τύχη του κι αποφάσισε να θέσει τον εαυτό του στην υπηρεσία του ισχυρότερου μουσουλμάνου ηγεμόνα της εποχής, του ατάμπεη της Μοσούλης και του Χαλεπιού, με τον οποίο οι Μουνκίδες διατηρούσαν άριστες σχέσεις. Το 1130 ξεκίνησε για το Χαλέπι και εντάχθηκε στην ακολουθία του Ζενγκί. Συνόδεψε τον Τούρκο ηγεμόνα και τους στρατηγούς του στις περισσότερες εκστρατείες τους. Συνήθως ενάντια σε άλλους μουσουλμάνους, κι ας εμφανιζόταν ο Ζενγκί ως ο κύριος υπέρμαχος του τζιχάντ. Κάποιες φορές ενάντια στους χριστιανούς, όπως η εκστρατεία του 1136-1137 με στόχο εδάφη του Πριγκιπάτου της Αντιόχειας.

Στο διάστημα αυτό, ο Ουσάμα επιστρέφει στο Σαϋζάρ δύο φορές: τον Μάϊο του 1137 για την κηδεία του πατέρα του και την άνοιξη του 1138, όταν ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιωάννης Β΄ Κομνηνός, έχοντας συμμαχήσει με τους Φράγκους ηγεμόνες, πολιορκεί το κάστρο στην προσπάθειά του να ανακτήσει εδάφη της Βόρειας Συρίας. Ο Ουσάμα βρέθηκε στην πατρίδα του μαζί με τον στρατηγό αλ-Γκισιανί, μια και βάσει του αρχικού σχεδίου οι δυνάμεις του Ζενγκί θα βοηθούσαν στην άμυνα του Σαϋζάρ. Μια μέρα, ο αλ-Γκισιανί ανακοινώνει στον Σύρο ευγενή ότι η τελική απόφαση είναι να υποχωρήσουν στη Μοσούλη. Ο Ουσάμα ζητεί την άδεια να επιστρέψει στο κάστρο για να πάρει μαζί την οικογένειά του, στην πραγματικότητα όμως έχει πάρει την απόφαση να παραμείνει στο Σαϋζάρ και να το υπερασπιστεί. Ο στρατός φεύγει χωρίς τον ήρωά μας. Το περιστατικό αυτό γίνεται αιτία ρήξης με τον Ζενγκί.

Όπως αναμενόταν, η πολιορκία θέτει σε μεγάλη δοκιμασία το Σαϋζάρ. Οι απώλειες είναι μεγάλες. Τελικά, ο εμίρης Σουλτάν αποφασίζει να ακολουθήσει, όπως γράφει ο ανηψιός του, τον «δρόμο της σοφίας». Εκμεταλλεύται τις διαφωνίες του αντίπαλου στρατοπέδου και διαπραγματεύεται με τον βυζαντινό αυτοκράτορα, ο οποίος δέχεται να αποχωρήσει έναντι μεγάλου χρηματικού ποσού. Για τον Ουσάμα, πάντως, δεν είναι γραφτό να ζήσει για πολύ ακόμη στη γενέτειρά του. Οι σχέσεις με τον θείο του οδηγούνται σε οριστική ρήξη: ο Σουλτάν τον εξορίζει ισόβια από το Σαϋζάρ.

Γ. Τα χρόνια της Δαμασκού και οι διπλωματικές αποστολές στα φραγκικά κράτη (1138-1144): Εξόριστος από την πατρίδα του κι έχοντας πέσει στη δυσμένεια του Ζενγκί (όχι μόνο γιατί δεν υπάκουσε σε διαταγές του στρατηγού του, αλλά και γιατί ο Τούρκος ηγεμόνας δεν θα διακινδύνευε να χαλάσει τις σχέσεις του με τον φίλο του εμίρη του Σαϋζάρ φιλοξενώντας έναν εξόριστο), ο Ουσάμα στρέφεται αναγκαστικά στους μεγάλους αντιπάλους του Ζενγκί, τους Μπουρίδες της Δαμασκού. Το καλοκαίρι του 1138 φτάνει στην πόλη που πρόκειται να γίνει δεύτερη πατρίδα του και γρήγορα κερδίζει την εκτίμηση και τη φιλία του ισχυρού άνδρα του καθεστώτος, του βεζίρη Μουίν αλ-Ντιν Ουνούρ. Το βασικό μέλημα της Δαμασκού είναι η αναχαίτιση των επεκτατικών βλέψεων του Ζενγκί. Εφαρμόζοντας το αξίωμα βάσει του οποίου ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου, η ηγεσία της συριακής μητρόπολης στρέφεται στο χριστιανικό βασίλειο της Ιερουσαλήμ και στα υπόλοιπα φραγκικά κράτη. Ήδη τον Σεπτέμβριο του 1138 ο Ουσάμα ιμπν Μουνκίντ θα ξεκινήσει για την πρώτη του διπλωματική αποστολή στα Ιεροσόλυμα. Θα ακολουθήσουν πολλές ακόμη. Μόνος του ή συνοδεύοντας τον Ουνούρ, ο Ουσάμα θα περάσει αρκετό χρόνο στην Ιερουσαλήμ και σε άλλες πόλεις που ελέγχουν οι Φράγκοι. Θα γνωρίσει προσωπικά τον βασιλιά Φουλκ Ε΄, όπως κι αρκετούς από τους επιφανέστερους χριστιανούς ευγενείς.

Ο Ουσάμα αντιλαμβάνεται ότι, εφόσον οι Φράγκοι έχουν έρθει με σκοπό να μείνουν στη Συρία και στην Παλαιστίνη, το καλύτερο είναι να βρεθεί ένας τρόπος συμβίωσης των δύο λαών ο οποίος θα καταστήσει δυνατή τη σταδιακή πολιτιστική προσέγγιση μεταξύ τους. Ως προς το ζήτημα αυτό, ο συγγραφέας διακρίνει λογικότατα μεταξύ νεοφερμένων από τη Δύση σταυροφόρων, οι οποίοι δεν γνωρίζουν τίποτε από την πραγματικότητα στη Μέση Ανατολή κι απλώς ανυπομονούν να σφάξουν μουσουλμάνους, και εγκατεστημένων από καιρό στην περιοχή Φράγκων (φεουδάρχες και στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα όπως οι Ναΐτες), τους οποίους θεωρεί ανθρώπους με τους οποίους μπορεί να συνεννοηθεί και να αναπτύξει σχέσεις εμπιστοσύνης και φιλίας. Οι εντυπώσεις και οι κρίσεις του Ουσάμα για τα ήθη και τα έθιμα των Φράγκων είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες. Από κάποιες απόψεις βρίσκονται πιο κοντά στις σύγχρονες αντιλήψεις, σε άλλα σημεία οι επιλογές των χριστιανών μας φαίνονται πιο οικείες. Για παράδειγμα, ο Ουσάμα εκφράζει τον θαυμασμό του για τον τρόπο με τον οποίο αποδίδει δικαιοσύνη η αυλή του βασιλιά της Ιερουσαλήμ. Εντούτοις, η χρήση της θεοδικίας εκ μέρους των Φράγκων του φαίνεται όχι μόνο απάνθρωπος, αλλά και βλακώδης τρόπος απονομής δικαιοσύνης. Σε ιατρικά ζητήματα, οι εντυπώσεις του είναι ανάμεικτες: οι Φράγκοι σε μερικές περιπτώσεις τα καταφέρνουν καλύτερα από τους μουσουλμάνους γιατρούς. Σε άλλες επιδεικνύουν άγνοια κι ανοησία, ειδικά όταν μπλέκονται στην ιστορία κομπογιαννίτες (π.χ. αχρείαστος ακρωτηριασμός που καταλήγει στον θάνατο του τραυματία) και ιερείς. Όσον αφορά τη θρησκεία, ο συγγραφέας εκτιμά την πίστη τους και μάλιστα σε μια θρησκεία που έχει αποκαλυφθεί από τον ίδιο τον θεό «όπως κι η δική μας», αλλά αδυνατεί να κατανοήσει «τις υπερβολές στις οποίες τους οδηγεί η ειδωλολατρεία που επιδεικνύουν για τον Ιησού και την Παναγία» (σελ. 88-89). Σε ό,τι έχει να κάνει με τις σχέσεις ανδρών και γυναικών, ο Ουσάμα θεωρεί ότι οι χριστιανοί δίνουν μεγάλη ελευθερία στις γυναίκες τους, με συνέπεια να θέτουν σε κίνδυνο την τιμή και την αξιοπρέπειά τους. Το γεγονός ότι μια γυναίκα που περπατά στον δρόμο με τον σύζυγό της μπορεί να τον αφήσει για να πιάσει κουβέντα με μια φίλη της τον εκπλήσσει αρνητικά! Κι αν για τις παρατηρήσεις αυτές μπορούμε με τις σύγχρονες αντιλήψεις μας να κατηγορήσουμε εύλογα τον συγγραφέα για συντηρητισμό, σε μια άλλη περίπτωση θα του δώσουμε απόλυτο δίκιο όταν θεωρεί αναξιοπρεπές αυτό που είδε κάποτε στην Τιβεριάδα: σε μια μεγάλη θρησκευτική γιορτή, έπειτα από τις καθιερωμένες κονταρομαχίες μεταξύ ιπποτών, οι διοργανωτές είχαν βάλει δύο γριες να κάνουν αγώνα δρόμου με έπαθλο ένα ψητό γουρουνόπουλο που είχαν τοποθετήσει στη γραμμή του τερματισμού!

Από το ύφος του κειμένου μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο συγγραφέας πέρασε ευχάριστα χρόνια ανάμεσα στην όμορφη Δαμασκό και στα φραγκικά κράτη. Όλα τα ωραία, όμως, τελειώνουν κάποτε! Εκτός του προστάτη του, ο Ουσάμα δεν πρέπει να είχε πολλές συμπάθειες μεταξύ των αυλικών και των πολιτικών της Δαμασκού. Κι έτσι, το 1144, αναγκάζεται να αναζητήσει νέο καταφύγιο.

Δ. Στο φατμιδικό χαλιφάτο της Αιγύπτου (1144-1154): Ένας από τους θείους του Ουσάμα είχε εγκατασταθεί εδώ και χρόνια στην Αίγυπτο. Αυτός μεσολάβησε στον Φατιμίδη χαλίφη Αλ Χάφιζ, ο οποίος πράγματι υποδέχεται στο Κάιρο τον Ουσάμα με όλες τις τιμές: του παραχωρεί έπαυλη για να ζει με την οικογένειά του και κτήματα για να διαθέτει τα αναγκαία για μια πλούσια ζωή εισοδήματα. Τα πέντε χρόνια μέχρι τον θάνατο του χαλίφη (1149) θα περάσουν ευχάριστα για τον ήρωά μας, ο οποίος ανακαλύπτει τα θαύματα της Αιγύπτου. Ο θάνατος του 11ου χαλίφη της δυναστείας σηματοδοτεί όμως την οριστική απώλεια της εύθραυστης ισορροπίας που χαρακτήριζε το φατιμιδικό χαλιφάτο: πίσω από τον πλούτο και τις ομορφιές του Αιγύπτου αποκαλύπτεται ένας κόσμος αντίρροπων κέντρων εξουσίας τα οποία είναι έτοιμα ν’ αλληλοσπαραχθούν. Πανίσχυροι βεζίρηδες και διοικητές επαρχιών, ανακτορικές ίντριγκες και συνωμοσίες, επίλεκτα στρατιωτικά σώματα που τύποις υπηρετούν τον ηγέτη των πιστών, αλλά στην πράξη συγκρούονται μεταξύ τους με στόχο την απόκτηση περισσότερων προνομίων, ιδιωτικοί στρατοί, όχλος κι οδομαχίες. Κόλαση! Ο νέος χαλίφης, ο Αζ-Ζάφιρ επιλέγει για νέο βεζίρη τον γηραιό κι άβουλο ιμπν Μασάλ. Η αριστοκρατία, όμως, υποστηρίζει τον πανίσχυρο κυβερνήτη της Αλεξάνδρειας, τον ιμπν αλ-Σαλλάρ, ο οποίος και θα επιβληθεί με τη δύναμη των όπλων. Ακολουθεί μία περίοδος ισορροπίας του τρόμου μεταξύ του χαλίφη και του αυτοδιορισμένου βεζίρη του. Ο δεύτερος είχε εμπιστευτεί τη διοίκηση της Αλεξάνδρειας στον γαμπρό του τον Αμπάς. Μόνο που ο Αμπάς έχει ένα γιο, τον Νασρ, που είναι απίστευτα φιλόδοξος. Αυτόν προσεταιρίζεται ο χαλίφης για να τον κάνει εκτελεστικό όργανο των πιο σκοτεινών του σχεδίων. Ο Νασρ δολοφονεί τον αλ-Σαλλάρ (1153) κι ο Αζ-Ζάφιρ ονομάζει  βεζίρη τον Αμπάς. Μόνο που η ιστορία δεν σταματά εδώ: ο χαλίφης προτείνει στον Νασρ να βγάλει από τη μέση και τον ίδιο τον πατέρα του! Ακόμα κι ο δολοφόνος έχει τελικά κάποιες αναστολές. Το σχέδιο του χαλίφη στρέφεται τελικά εναντίον του. Από έναν πατροκτόνο καλύτεροι είναι οι δυο βασιλοκτόνοι! Γιος και πατέρας δολοφονούν τον χαλίφη και κάμποσους από τους αδελφούς του (1154), ονομάζοντας τυπικά χαλίφη τον γιο του Αζ-Ζάφιρ, ένα νήπιο 5 ετών. Αν ο Αμπάς κι ο Νασρ πίστεψαν ότι έγιναν κύριοι της Αιγύπτου, η χαρά τους δεν κράτησε πολύ. Είχαν κάνει πολλούς εχθρούς μέσα κι έξω απ΄ το παλάτι. Όλοι αυτοί υποστήριξαν τον ιμπν Ρουζζίκ, έπαρχο της Άνω Αιγύπτου, ο οποίος κινήθηκε με τον στρατό του προς το Κάιρο. Ακολούθησε πραγματικός εμφύλιος. Νικημένος, ο Αμπάς αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την πόλη. Ο Ουσάμα ήταν από παλιά φίλος με τον ιμπν Ρουζζίκ, είχε όμως συνεργαστεί και με τον Αμπάς, ο οποίος και τον ανάγκασε να τον ακολουθήσει στη φυγή του. Το μέγαρο και τα κτήματα του Ουσάμα λεηλατήθηκαν από τον όχλο. Όσο για τον Αμπάς, αντί να οχυρωθεί στην Αλεξάνδρεια όπου ήταν κι η βάση των πιστών οπαδών του, προτίμησε να κινηθεί προς τη Συρία σε αναζήτηση ένας θεός ξέρει ποιας συμμαχίας. Οι φυγάδες βρέθηκαν τυχαία αντιμέτωποι με τον στρατό των Φράγκων της Ιερουσαλήμ. Ο Αμπάς σκοτώθηκε. Ο Νασρ αιχμαλωτίστηκε: οι Ναΐτες τον πούλησαν στον ιμπν Ρουζζίκ για 60.000 δηνάρια κι αυτός τον παρέδωσε στις χήρες του Αζ-Ζάφιρ. Αφού τον βασάνισαν τον σταύρωσαν έξω από τις πύλες του Καΐρου.

Ε. Η επιστροφή στη Δαμασκό – τα χρόνια δίπλα στον Νουρ αλ-Ντιν (1154-1164): Ο Ουσάμα αναζήτησε ξανά καταφύγιο στη δεύτερη πατρίδα του (19 Ιουνίου 1154). Ο παλιός του προστάτης, ο Ουνούρ, είχε πια πεθάνει. Η δυναστεία των Μπουριδών είχε σβήσει και νέος κύριος της Δαμασκού ήταν ο γιος του Ζενγκί, ο Νουρ αλ-Ντιν. Ο Ουσάμα τον είχε ξαναδεί κάποια χρόνια νωρίτερα, όταν τον είχε επισκεφτεί ως απεσταλμένος του χαλιφάτου για να συνάψει συμμαχία κατά τον Φράγκων. Το σχέδιο δεν είχε ουσιαστικά ευοδωθεί, αλλά ο ιμπν Μουνκίντ πρέπει να έκαμψε κάποιες από τις εναντίον του προκαταλήψεις που ο  Ζενγκί θα είχε σίγουρα μεταδώσει στον γιο του. Ο Νουρ αλ-Ντιν υποδέχτηκε τον Ουσάμα με όλες τις τιμές και τον έκανε σύμβουλό του. Τον βοήθησε να φέρει από την Αίγυπτο την οικογένειά του. Αν και η ατυχία δεν άφησε τον Ουσάμα: ενώ το πλοίο που μετέφερε τις συζύγους και τα παιδιά του έπλεε έξω από την Άκρα του επιτέθηκαν οι άνδρες του βασιλιά του Ιερουσαλήμ. Κανείς δεν πειράχτηκε, αλλά κλάπηκαν τα χρήματα, η οικοσκευή κι ό,τι πολύτιμο μετέφεραν (συνολικής αξίας 30.000 δηναρίων). Μαζί κι όλα τα βιβλία του Ουσάμα.

Μετά από αυτό το ατυχές περιστατικό, τα πράγματα πηγαίνουν καλύτερα. Ο Ουσάμα συνοδεύει τον Νουρ αλ-Ντιν σ’ όλες τις εκστρατείες του, ενάντια σε Φράγκους ή μουσουλμάνους. Ακολουθεί τον ηγεμόνα και τις μετακινήσεις της αυλής του μεταξύ Δαμασκού και Χαλεπιού. Δύο γεγονότα τον σημαδεύουν: το 1157 ένας σφοδρός σεισμός συγκλονίζει τη Βόρεια Συρία. Το κάστρο του Σαϋζάρ γκρεμίζεται και παίρνει μαζί του όλους σχεδόν τους συγγενείς του Ουσάμα. Μια μόνο πατρίδα απομένει για τον ήρωά μας. Τρία χρόνια αργότερα, αποφασίζει να εκπληρώσει το θρησκευτικό καθήκον του προσκυνήματος στη Μέκκα. Στο μεταξύ, η υγεία του Νουρ αλ-Ντιν γίνεται όλο και πιο εύθραυστη. Ο ατάμπεης βρίσκει παρηγοριά στη θρησκεία: στην αυλή κυριαρχεί ατμόσφαιρα θρησκευτικής αυστηρότητας κι ασκητισμού που θυμίζει μοναστήρι. Όσον αφορά τα στρατιωτικά, ο Νουρ αλ-Ντιν θα συγκεντρώσει τις δυνάμεις του με σκοπό να επιφέρει αποφασιστικό χτύπημα στους Φράγκους: πράγματι, την εικοστή δεύτερη ημέρα του μηνός του ραμαζανιού του 559 (12 Αυγούστου 1164) ο Νουρ αλ-Ντιν θα συντρίψει τις χριστιανικές δυνάμεις, θα καταλάβει το φρούριο του Χαρίμ και θα αιχμαλωτίσει τον Βοημούνδο Γ΄ της Αντιόχειας, τον Ραϋμόνδο Γ΄ της Τριπόλεως, και τον διοικητή των βυζαντινών δυνάμεων που είχε στείλει ο Μανουήλ Κομνηνός.

ΣΤ΄. Στην αυλή του Καρά Αρσλάν: Παρά τους στρατιωτικούς θριάμβους, η παραμονή στην αυλή του Νουρ αλ-Ντιν έχει κουράσει τον Ουσάμα ιμπν Μουνκίντ. Ο ηγεμόνας δείχνει άλλωστε να προτιμά πια νεότερους συμβούλους. Έτσι, ο Ουσάμα αποφασίζει να ανταποκριθεί στην πρόσκληση του φίλου του Καρά Αρσλάν, του Τούρκου Αρτουκίδη ηγεμόνα της Βόρειας Μεσοποταμίας. Έδρα του Καρά Αρσλάν είναι η Χισν Κάυφα (τουρκικά Χασάνκεΰφ), στο σημερινό τουρκικό Κουρδιστάν. Ο Ουσάμα μας την παρουσιάζει σαν μια όμορφη πόλη που τη διασχίζει ο Τίγρης και την περιβάλλουν βουνά. Αλλά φυσικά η κρίση του είναι υποκειμενική, μια και η διαμονή του εκεί αποδεικνυόταν εξαιρετικά ευχάριστη: «μακριά από τον Νουρ αλ-Ντιν… η μεγάλη ηλικία μου, συνώνυμη της πείρας, και το μικρό μέγεθος της κοινωνίας στην οποία είχα προσκληθεί αποτελούσαν ευνοϊκούς παράγοντες για μένα. Με δυο λόγια, ήταν σαν να με περίμεναν εκεί. Ο Καρά Αρλάν αισθανόταν δόξα και τιμή που με είχε φέρει μαζί του… Πίστευα ότι θα σταματήσω να είμαι αυτό που ήμουν μέχρι τότε: ένας νομάδας της πολιτικής και των όπλων (σελ. 164)». Οι μέρες του Ουσάμα γεμίζουν με μελέτη και διαλέξεις, κυνήγι και ταξίδια (Μαγιαφαρικίν, Μοσούλη). Η μόνη στρατιωτική περιπέτεια ήταν μια άτυχη προσπάθεια του Καρά Αρσλάν να καταλάβει το Ντιγιάρμπακίρ, την αρχαία Άμιδα. Η παραμονή του Ουσάμα στη Βόρεια Μεσοποταμία θα τερματιστεί το φθινόπωρο του 1174, λίγο μετά τον θάνατο του Καρά Αρσλάν. Οι γιοι του ηγεμόνα έκριναν ότι ο γηραιός λόγιος και σύμβουλος του πατέρα τους κόστιζε πολλά χρήματα!

Ζ΄. Και πάλι στη Δαμασκό – τα χρόνια του Σαλαδίνου και το τέλος (1174-1188): «Εκείνο το φθινόπωρο του έτους 570 της Εγίρας… ξαναέβλεπα επιτέλους τη Δαμασκό. Με είχε ήδη δεχτεί δυο φορές, εξόριστο από το Σαϋζάρ και φυγά από το Κάιρο. Πόλη εξορίας κι έπειτα πατρίδα μου. Την είχα εγκαταλείψει για τη Χισν Κάυφα. Γενναιόδωρη, με ξαναδεχόταν. Σαν τον άσωτο υιό… επέστρεφα στη μητέρα μου…» (σελ. 178-179). Μετά τον θάνατο του Νουρ αλ-Ντιν την ίδια χρονιά (1174), η Δαμασκός ανήκει πια στον Σαλαδίνο, ήδη κύριο εδώ και κάποια χρόνια της Αιγύπτου. Ο αγαπημένος γιος του Ουσάμα, ο Μουρχάφ, ανήκει στο στενό περιβάλλον του Σαλαδίνου κι ο νέος μεγάλος ηγεμόνας έστελνε δώρα στον σεβάσμιο λόγιο και πολιτικό από τη Βόρεια Συρία ενώ αυτός βρισκόταν ακόμη στη Μεσοποταμία. Ο Ουσάμα γνωρίζει προσωπικά τον νέο ισχυρό ηγέτη του Ισλάμ, χαίρει της εύνοιάς του, συμμετέχει στις λογοτεχνικές βραδιές που διοργανώνει ο Κούρδος ηγεμόνας στη Δαμασκό και παρακολουθεί τις στρατιωτικές επιτυχίες του. Ο Σαλαδίνος ενώνει ολόκληρη την ανατολική επικράτεια του Ισλάμ: το 1184 κατακτά και το Χαλέπι. Μπορεί πια να στραφεί απερίσπαστος κατά των Φράγκων: «το ευλογημένο έτος 583 της Εγίρας… ο Σαλαδίνος συνέτριψε τους Φράγκους στο Χαττίν, δυτικά της Τιβεριάδας. Η νίκη άνοιγε κι άλλες πύλες. Την εικοστή εβδόμη ημέρα του μηνός ρατζάμπ ο Σαλαδίνος έμπαινε στην Ιερουσαλήμ, την Αγία Πόλη που το Ισλάμ ξαναέβρισκε σαν νύφη απ’ την οποία το χώρισαν σχεδόν έναν αιώνα πριν» (σελ. 189). Ευτυχισμένος και γεμάτος εμπειρίες, ύστερα από 93 χρόνια ζωής, ο Ουσάμα εγκατέλειπε τον μάταιο τούτο κόσμο το 1188.

ΙΙ. Ιστορίες, περιστατικά και ανέκδοτα από το Κιτάμπ αλ Ίτιμπάρ

Το μοναδικό σωζόμενο χειρόγραφο της αυτοβιογραφίας του Ουσάμα το ανακάλυψε στο Εσκοριάλ της Μαδρίτης ο Αρτβίγκ Ντερενμπούρ, ο οποίος υπήρξε κι ο πρώτος μεταφραστής του έργου στα γαλλικά, και γενικά σε δυτικοευρωπαϊκή γλώσσα [«Ousama ibn Mounkidh, un emir Syrien au premier siècle des croisades (1095–1188)», Παρίσι 1889]. Η πλέον πρόσφατη μετάφραση στα γαλλικά ανήκει στον Αντρέ ΜικέλUsâma Ibn Munqidh. Des enseignements de la vie (Kitâb al‐I’tibâr). Souvenirs d’un gentilhomme syrien du temps des Croisades, traduction, introduction et notes», Imprimerie Nationale, Παρίσι 1983, και, σε ελαφρώς διασκευασμένη/ απλουστευμένη έκδοση, «Ousama, un prince syrien face aux croisés», Fayard, σειρά «Les inconnus de l’histoire», Παρίσι 1986, απ’ όπου και τα αποσπάσματα που παρατίθενται κατωτέρω]. Η πρώτη αγγλική μετάφραση ήταν έργο του λιβανέζικης καταγωγής Φίλιπ Χουρί ΧιττίAn Arab-Syrian Gentlemen in the Period of the Crusades: Memoirs of Usamah ibn-Munqidh», 1929), ενώ η πλέον πρόσφατη είναι αυτή του Πωλ Μ. Κομπ («The Book of Contemplation: Islam and the Crusades», Penguin Classics, 2008).

Το βιβλίο του Ουσάμα δεν είναι μια αυτοβιογραφία με τη σύγχρονη δυτική έννοια του όρου, ούτε αποτελεί ιστορικό σύγγραμμα. Δεν πρόκειται για μια γραμμική αφήγηση των γεγονότων που έζησε ο συγγραφέας. Φυσικά, ο Ουσάμα εξιστορεί τα σημαντικότερα συμβάντα και τους σταθμούς της ζωής του. Κύριος σκοπός του έργου, όμως, είναι ο διδακτικός. Ο συγγραφέας θέλει να «μεταδώσει σ’ άλλους τη γνώση, τις σκέψεις και την εμπειρία που συσσώρευσε κατά τη διάρκεια της ζωής του» (σελ. 173). Το Κιτάμπ αλ Ίτιμπάρ ανοίγει και κλείνει με στοχασμούς του συγγραφέα γύρω από τη ζωή, τον θάνατο και την ανθρώπινη μοίρα. Είναι γεμάτο με ιστορίες και περιστατικά που έζησε ο συγγραφέας ή του τα διηγήθηκαν. Όλα αυτά παρατίθενται ως εκδηλώσεις και σημάδια της θείας βούλησης. Για αυτόν τον λόγο και η αναφορά σε διάφορα ιατρικά περιστατικά (εξ ορισμού υποθέσεις ζωής και θανάτου, ή έστω σχεδόν έτσι) ή κατά τα φαινόμενα θαύματα. Αυτό που τελικά πρέπει να καταδειχθεί είναι «η απόλυτη ελευθερία του Θεού και η παντοδυναμία του οργάνου Του αυτού που αποκαλούμε πεπρωμένο» (σελ. 175). Η μόνη καθαρά προσωπική πινελιά είναι οι συνεχείς αναφορές στο μεγάλο πάθος του Ουσάμα, το κυνήγι: άπειρες κυνηγετικές ιστορίες, διηγήσεις για κυνηγόσκυλα και, κυρίως, για κυνηγετικά πτηνά. Κατά τα λοιπά, ο συγγραφέας είναι εξαιρετικά φειδωλός σε ό,τι αφορά την προσωπική του ζωή (δεν κατονομάζει καμία από τις συζύγους του κι από τα παιδιά του μνημονεύει μόνο τον αγαπημένο του γιο, τον Μουρχάφ) ή τη θρησκευτική του πίστη.

Ας διαβάσουμε στα γρήγορα ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το βιβλίο του Ουσάμα ιμπν Μουνκίντ. Πρώτα αυτά που περιέχουν τις σκέψεις του σχετικά με τους Φράγκους κι έπειτα διάφορα περιστατικά από τις περιπλανήσεις του στην επικράτεια του Ισλάμ.

Α. Ο Ουσάμα και οι Φράγκοι

«Εξετάζοντας τη ζωή μου για τελευταία φορά, όπως κάνω τούτη τη στιγμή, θα έλεγα πάντως ότι κανένας συγγενής, φίλος ή υπηρέτης δεν με συντρόφεψε για τόσο πολύ χρόνο όσο οι Φράγκοι. Ήταν εδώ σχεδόν από τότε που γεννήθηκα. Ήμουν τεσσάρων μηνών όταν ο πάπας της Ρώμης παρακίνησε αυτούς τους καταραμένους να έρθουν στα μέρη μας, ξεκινώντας από την άλλη άκρη της θάλασσας, για να ανακτήσουν τον τάφο του Χριστού. Λες κι εμείς τον είχαμε κλέψει από κάποιον… Τέσσερα χρόνια αργότερα βρίσκονταν στα μέρη μας, στην Έδεσσα και στην Αντιόχεια. Άλλα δέκα χρόνια μετά κι ήταν η σειρά της Τρίπολης. Ο Θεός το θέλησε για να μας τιμωρήσει για τις έριδές μας. Αντιμέτωποι με τους νεοφερμένους και τους πάντοτε απειλητικούς Ρωμιούς, εμείς αναλωνόμασταν σε διαμάχες μεταξύ μας. Αντί για ένα Ισλάμ είχαμε χίλια, κι άλλους τόσους αρχηγούς… Για να το πω με συντομία, δεν είχαμε να αντιπαραθέσουμε στον εχθρό παρά μύρια αλληλοαντικρουόμενα συμφέροντα, οπότε, για να υπερασπίσουμε το Σαϋζάρ από τους ομόθρησκους αδελφούς μας, χρειάστηκε μερικές φορές να ζητήσουμε βοήθεια – ο Θεός να με συγχωρά – από τους εχθρούς (σελ. 33-34)…

Αναγνωρίζω πρόθυμα στους Φράγκους δύο αρετές: το θάρρος τους και την εκτίμηση την οποία τρέφουν για τους ιππότες τους. Είχα κάποτε μια διαφορά με τον Ρενιέ, άρχοντα της Πανειάδας, μια και μας είχε κλέψει αιγοπρόβατα σε καιρό ειρήνης. «Ορίστε κάποιος που μας έχει προξενήσει σημαντική ζημιά – είπα στον βασιλιά Φουλκ -, μας έκλεψε ζώα ενώ οι κατσίκες επρόκειτο να γεννήσουν. Μας τις επέστρεψε, όχι όμως και τα μικρά, οπότε εξακολουθούμε να υφιστάμεθα ζημία«. Ο βασιλιάς έκανε νεύμα σε πέντε-έξι ιππότες: «Εμπρός! Αποδώστε δικαιοσύνη«. Βγήκαν από την αίθουσα ακροάσεων για να διασκεφθούν κι επέστρεψαν για να ανακοινώσουν ότι ομόφωνα αποφάσισαν πως ο άρχοντας έπρεπε να καταβάλει χρηματικό πρόστιμο [το ύψος του οποίου θα καθόριζα εγώ ο ίδιος]. Ο Ρενιέ παρακάλεσε να φανώ επιεικής κι υπήρξε τόσο πειστικός που αρκέστηκα σε 400 δηνάρια. Το παράδειγμα καταδεικνύει το πώς αντιμετωπιζόταν μια δικαστική απόφαση που είχαν εκδώσει οι ιππότες. Κανείς, ούτε καν ο ίδιος ο βασιλιάς δεν μπορεί να την αμφισβητήσει (σελ. 83)…

Θα παραθέσω ως αξιοσημείωτο παράδειγμα την περίπτωση ενός Φράγκου από την Αντιόχεια. Είχα στείλει στην πόλη αυτή έναν από τους συνεργάτες μου ο οποίος, κατόπιν συμβουλής μου, είχε φιλοξενηθεί από τον Θεόδωρο Σοφιανό, ο οποίος έχαιρε μεγάλου κύρους στην πόλη και ήταν αληθινός μου φίλος. Ο Σοφιανός παρακάλεσε τον συνεργάτη μου να τον συνοδέψει σε έναν γνωστό του ο οποίος τον είχε προσκαλέσει. Επρόκειτο για ένα Φράγκο ιππότη της παλιάς γενιάς από αυτούς που είχαν συμμετάσχει στις πρώτες μάχες. Είχε πια εγκαταλείψει την ενεργό δράση κι είχε αποσυρθεί στην Αντιόχεια, σ’ ένα κτήμα από το οποίο ζούσε. Όπως μου είπε ο συνεργάτης μου, τους παρουσίασε ένα τραπέζι με τα πιο εκλεκτά και καθαρά εδέσματα που θα μπορούσε κάποιος να ονειρευτεί: «Δίσταζα παρόλα αυτά, οπότε ο οικοδεσπότης μας με καθησύχασε. Εδώ και χρόνια δεν έτρωγε πια καθόλου φράγκικα φαγητά. Είχε Αιγύπτιες μαγείρισσες στις οποίες είχε απόλυτη εμπιστοσύνη: το χοιρινό κρέας δεν έμπαινε ποτέ στο σπίτι του«.

Αυτούς τους Φράγκους που με συνόδεψαν… σ’ όλη τη διάρκεια της μακράς ζωής μου πώς πρέπει να τους κρίνω τώρα που πλησιάζει ο θάνατος; Ο Θεός μας τους έστειλε, αυτό είναι βέβαιο, για να μας δοκιμάσει, για να μας υπενθυμίσει τις αμαρτίες μας και πάνω απ’ όλα τη μεγαλύτερη απ’ αυτές: τις έριδές μας. Εκμεταλλευόμενές τες, οι Φράγκοι κατόρθωσαν να έρθουν στα μέρη μας και να εγκατασταθούν σ’ αυτά. Συχνά αναρωτιόμουν, τα πρώτα χρόνια, αν με τον καιρό θα μας έμοιαζαν. Χάρη σε μερικούς από αυτούς πίστεψα στο θαύμα: αν όχι να ασπασθούν την πίστη μας, τουλάχιστον θα μπορούσαν, παραμένοντας χριστιανοί, να μάθουν μαζικά τη γλώσσα μας και να μοιραστούν με τους μουσουλμάνους αδελφούς τους τον ίδιο τρόπο ζωής, όπως κι οι ντόπιοι χριστιανοί. Γενικά, όμως, οι Φράγκοι δεν θέλησαν ούτε το ένα ούτε το άλλο (σελ. 97-99)».

Β. Περιπλανώμενος αριστοκράτης στην επικράτεια του Ισλάμ

α. Τα χρόνια δίπλα στον Ζενγκί: [1. Ο Ζενγκί κι οι στρατηγοί του] «Αναφερόμενος στους στρατηγούς του, ο Ζενγκί έλεγε συχνά: «Έχω στις διαταγές μου τρεις έμπιστους άντρες: τον Αλί Κουτζάκ που φοβάται τον Θεό, αλλά όχι κι εμένα. Τον Σουνκούρ που με φοβάται, αλλά δεν φοβάται τον Θεό. Και τον Μουχάμαντ αλ-Γκισιανί ο οποίος δεν φοβάται ούτε τον Θεό ούτε κι εμένα»! (σελ. 69)».

[2. Το καταραμένο κάστρο]

«Ευτυχώς, το έτος 526 της Εγίρας [1132] ξέσπασε πάλι πόλεμος, όπου επιθυμούσα διακαώς να αποδείξω την αξία μου στον Ζενγκί. Πρέπει να ομολογήσω ότι η ιστορία άρχιζε άσχημα για μένα, μια και οι αντίπαλοι ήταν αδέρφια μας μουσουλμάνοι. Ο Ζενγκί είχε αποφασίσει να κάνει επίδειξη δύναμης στη Βαγδάτη όπου βασίλευε ο χαλίφης Αλ-Μουσταρσίντ. Ένιωθα σχεδόν ευχαριστημένος όταν τα πράγματα δεν πήγαν καλά κι αναγκαστήκαμε να υποχωρήσουμε. Στον δρόμο της επιστροφής ο ατάμπεης διέταξε έναν από τους στρατηγούς του, τον Μουχάμαντ αλ-Γκισιανί, να πολιορκήσει τον εμίρη Καφτζάκ, ο οποίος είχε οχυρωθεί σ’ ένα φρούριο αληθινή αετοφωλιά, στη Μασούρρα του Κουχιστάν, νότια της λίμνης Ούρμια. Μόλις είχαμε στρατοπεδεύσει όταν εμφανίστηκε στις επάλξεις μια γυναίκα και μας φώναξε: «μήπως έχετε καλό βαμβακερό ύφασμα σε μεγάλη ποσότητα«; Κάποιος από τους δικούς μας της απάντησε «την κατάλληλη στιγμή βρήκες για να ψωνίσεις» κι εκείνη τότε είπε: «το χρειαζόμαστε για να σας φτιάξουμε σάβανα, μια και σε πέντε μέρες το πολύ θα είστε όλοι νεκροί«! Πράγματι στο μέρος εκείνο επικρατούσε μια νοσηρή ατμόσφαιρα και θέριζαν οι αρρώστειες, οπότε ο αλ-Γκισιανί αποφάσισε να επισπεύσει τις επιχειρήσεις…. ανέλαβαν δράση οι σκαπανείς μας από το Χορασάν. Έσκαψαν κάτω από τα θεμέλια του φρουρίου, ένας πύργος του γκρεμίστηκε και συλλάβαμε έναν αιχμάλωτο. Ο αλ-Γκισιανί διέταξε να τον κόψουν στα δύο. Μπήκα στη μέση. «Κύριε, βρισκόμαστε στον ιερό μήνα του ραμαζανιού. Αυτός ο άνθρωπος είναι μουσουλμάνος κι η θανάτωσή του θα είναι ένα έγκλημα για το οποίο θα λογοδοτήσεις στον άλλο κόσμο«! «Κόψτε τον στα δύο – διέταξε και πάλι ο στρατηγός – ! Ο φόβος είναι το καλύτερο όπλο μας ενάντια σ’ αυτούς που είναι μέσα στο φρούριο«. Επέμεινα: «Κύριε, το φρούριο θα το καταλάβεις έτσι κι αλλιώς σύντομα«. Ο αλ-Γκισιανί είχε όμως πεισμώσει. «Έδωσα μια διαταγή«! Η διαταγή του εκτελέσθηκε κι όσο για το φρούριο, αυτό καταλήφθηκε λίγο αργότερα (σελ. 61-62)».

β. Από τα χρόνια στη Μεσοποταμία: [Ο γέρος κι ο σουλτάνος] «Την ιστορία… μου τη διηγήθηκε ο καδής και ιμάμης Αμπού Σουλεϋμάν Νταβούντ, την εικοστή δεύτερη ημέρα του πρώτου μηνός ραμπί, κατά το έτος 556 της Εγίρας [3.12.1170], ενώ βρισκόμασταν στα περίχωρα της Χισν Κάυφα. Μου είπε ότι, όπως είχε μάθει από σίγουρη πηγή, μια μέρα στην αίθουσα ακροάσεων του Νιζάμ αλ-Μουλκ, του βεζίρη του Σελτζουκίδη μεγάλου σουλτάνου της Περσίας, του Μαλίκ Σαχ, εμφανίστηκε ένας πολύ ηλικιωμένος άντρας. Τον ρώτησαν από πού είχε έρθει κι αυτός αποκρίθηκε: «από μια ξένη χώρα». «Χρειάζεσαι κάτι;», τον ξαναρώτησε ο Νιζάμ αλ-Μουλκ. Ο γέρος εξήγησε: «Έρχομαι εκ μέρους του Προφήτη μας – ο Θεός να τον ευλογεί – και θέλω να δω τον σουλτάνο».  «Μας κοροϊδεύεις, λοιπόν», απάντησε σαρκαστικά ο βεζίρης. «Καθόλου. Πρέπει να δω τον σουλτάνο και δεν πρόκειται να το κουνήσω ρούπι από δω πέρα αν δεν του δώσω το μήνυμα που μεταφέρω». Όταν ο σουλτάνος πληροφορήθηκε τα καθέκαστα εμφανίστηκε κι άκουσε τον γέρο να του λέει: «Έχω πολλές κόρες, μα είμαι τόσο φτωχός που δεν μπορώ να τις παντρέψω. Μια νύχτα που προσευχόμουν στον Ύψιστο να με βοηθήσει, ή μάλλον να βοηθήσει τις κόρες μου, είδα σε όραμα τον Προφήτη μας που με συμβούλεψε να πάω να δω τον σουλτάνο και να του πω ότι ο Απεσταλμένος του Θεού του ζητεί να κάνει κάτι για τις κόρες μου. Δίστασα στο όνειρό μου, εξήγησα στον Προφήτη ότι θάπρεπε να δώσω στον σουλτάνο μια απόδειξη για το ότι λέω αλήθεια. Ποιαν, όμως; Τότε Αυτός μου αποκάλυψε ότι κάθε βράδυ, πριν κοιμηθεί, ο σουλτάνος απαγγέλλει την εξηκοστή έβδομη σουράτα του σεβαστού μας Κορανίου». Ακούγοντας τούτα τα λόγια, ο σουλτάνος αναφώνησε: «Να ένα αληθινό σημάδι από τους Ουρανούς. Μόνον ο Ύψιστος μπορεί να ξέρει ότι έχω αυτή τη συνήθεια, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, από τότε που ο κατηχητής μου με πρόσταξε ν’ απαγγέλλω κάθε βράδυ αυτήν τη σουράτα».Κι ύστερα, προίκισε τις κόρες του γέρου και τον γέμισε με δώρα (σελ. 170-171)».

γ. Η τελευταία περίοδος παραμονής στη Δαμασκό: [Το περιδέραιο] «Μια ιστορία ακόμη, την οποία άκουσα το 572 της Εγίρας [1176]. Ανήκει στον ιμπν Αμπντάλμπάκι, καδή τοποθετημένο στο νοσοκομείο της Βαγδάτης. “Ενώ βρισκόμουν στη Μέκκα και συμμετείχα στην ιεροτελεστία κατά την οποία οι πιστοί βηματίζουν γύρω από την ιερή Κααμπά, η ματιά μου έπεσε πάνω σ’ ένα μαργαριταρένιο περιδέραιο το οποίο σήκωσα και έβαλα σε μια από τις πτυχώσεις του μανδύα μου. Σχεδόν αμέσως κατάλαβα ότι κάποιος θα το έψαχνε. Τελικά βρήκα αυτόν τον άνδρα κι αφού μου περιέγραψε σωστά το περιδέραιο του το επέστρεψα. Αρνήθηκα την αμοιβή που μου προσέφερε και του είπα ότι αν δεχόμουν θα προσέβαλα την ιερότητα του τόπου όπου βρισκόμασταν. Τότε μου ζήτησε να στραφώ προς το μέρος της Κααμπά και να πω «αμήν» μόλις ολοκληρώσει την προσευχή που επρόκειτο να πει. «Θεέ, αναφώνησε τότε, συγχώρεσε τις αμαρτίες αυτού του ανθρώπου και δώσε μου τη δυνατότητα να του ξεπληρώσω την ευγενική χειρονομία του«. Κι εγώ είπα: «αμήν«.

Όταν μπάρκαρα για να πάω στο Μαγκρέμπ κατέληξα αιχμάλωτος των Ρωμιών. Με πούλησαν τελικά σ’ έναν ιερέα, ο οποίος με κράτησε κοντά του μέχρι τον θάνατό του. Απελεύθερος, σύμφωνα με την τελευταία του βούληση, έφτασα στο Μαγκρέμπ κι έγινα γραφέας ενός αρτοποιού που είχε μεταξύ των πελατών του κάποιον προύχοντα του τόπου εκείνου. Έχοντας πληροφορηθεί ότι ξέρω να γράφω και να κάνω λογαριασμούς πολύ καλά, ο άνδρας αυτός με πήρε στη δούλεψή του: μου έδωσε διαμέρισμα σε μια πτέρυγα της έπαυλής του και μου ανέθεσε να εισπράττω τα έσοδα από το κτήμα του και να κρατάω τα λογιστικά βιβλία του.

Λίγο καιρό αργότερα μου είπε: «Αμπού Μπακρ, τι γνώμη έχεις για τον γάμο;

– Κύριε, απάντησα, ζω χάρη στη γενναιοδωρία σου. Πώς θα βρω τα αναγκαία για να συντηρήσω μια γυναίκα;

– Τα αναλαμβάνω εγώ όλα: προίκα, σπίτι, ρούχα κι όλα τα αναγκαία.

– Εσύ αποφασίζεις, κύριε.

– Παιδί μου, η σύζυγος που προορίζω για σένα έχει όλα τα ελαττώματα«. Κι άρχισε να περιγράφει την ασχήμεια της νύφης, απ’ την κορφή ως τα νύχια της. «Για μένα είναι εντάξει«, απαντούσα κάθε φορά και πράγματι αυτό πίστευα. Μα εκείνος μου είπε: «Παιδί μου, θα παντρευτείς την κόρη μου«. Άμ’ έπος άμ’ έργον! Κλήθηκαν οι μάρτυρες και υπογράφηκε το συμβόλαιο. Έπειτα από λίγες μέρες παντρευτήκαμε. Μπήκα σ’ ένα υπέροχο σπίτι όπου μου παρουσίασαν τη σύζυγό μου. Οποία έκπληξη! Αντίκρισα την ομορφότερη εικόνα που είχα ποτέ ονειρευτεί. Το έβαλα στα πόδια. Ο γέροντας με πρόφτασε. «Γιατί φεύγεις;«, μου είπε. «Η γυναίκα μου δεν είναι αυτή που μου περιέγραψες«, αποκρίθηκα. «Μα, παιδί μου, είναι πραγματικά η σύζυγός σου και κόρη μου. Δεν έχω άλλο παιδί. Αν σου μίλησα γι’ αυτήν έτσι, το έκανα για να μην την απαξιώσεις αργότερα«. Γύρισα στο σπίτι περιχαρής.

Την επομένη, παρατηρούσα, χωρίς να μπορώ να πιστέψω στα μάτια μου, τα υπέροχα κοσμήματα και τους πολύτιμους λίθους που μου επιδείκνυε με περηφάνεια η γυναίκα μου. Νέα έκπληξη! Ανάμεσά τους υπήρχε ένα περιδέραιο ολόιδιο με κείνο που είχα βρει κάποτε στη Μέκκα. Έφυγα αναστατωμένος και βρήκα τον πεθερό μου. Τον ευχαρίστησα για όλα όσα μου είχε χαρίσει, δίχως να καταφέρω όμως να κρύψω ότι το μυαλό μου βρισκόταν αλλού. «Τι σκέφτεσαι;«, μου είπε τελικά. «Πρέπει να στο ομολογήσω. Να σου πω για ένα περιδέραιο που είχα βρει πριν πολλά χρόνια στη Μέκκα και το οποίο ξαναείδα εδώ, το ίδιο ή κάποιο πανομοιότυπο με κείνο, ανάμεσα στα κοσμήματα της γυναίκας μου«.

– «Εσύ ήσουν λοιπόν αυτός που μου το επέστρεψε εκείνη την περίφημη ημέρα, αναφώνησε ο πεθερός μου.

– Έτσι ακριβώς.

– Αχ, αγόρι μου, ας χαρούμε γιατί ο Θεός μας λύτρωσε και τους δυο από τις αμαρτίες μας και σε μένα έδωσε τη δυνατότητα να σε ανταμείψω για την ευγενική σου πράξη. Είμαι ευτυχισμένος που σου εμπιστεύτηκα τη μοναχοκόρη, το σπίτι και τα υπάρχοντά μου. Τώρα, μπορώ να πεθάνω«!

Συνέταξε τη διαθήκη του, ορίζοντάς με κληρονόμο, και πράγματι πέθανε λίγο καιρό μετά. Ο Θεός να τον σπλαχνισθεί!”» (σελ. 183-186).

δ. Προσωπικά: [1. Οι γυναίκες] «[Ενώ βρισκόμουν στην αυλή του Ζενγκί] εκμεταλλευόμουν τον ελεύθερο χρόνο μου διατηρώντας τακτική αλληλογραφία με τον πατέρα μου, ο οποίος μου έγραφε τα νέα των συζύγων και των παιδιών μου. Είχα πράγματι παντρευτεί μερικά χρόνια πριν κι αν αναφέρω παρεμπιπτόντως το γεγονός αυτό, το κάνω γιατί η προσωπική ζωή μου αφορά αποκλειστικά εμένα και κανέναν άλλο (σελ. 60-61)».

[2. Τα βιβλία] «Έμαθα το νέο [της σύντομης αιχμαλωσίας της οικογένειάς του και της κλοπής της περιουσίας του από τους άνδρες του βασιλιά της Ιερουσαλήμ] ενώ είχα αφήσει τη Δαμασκό για να συνοδέψω τον Νουρ αλ-Ντιν σε κάποια από τις εκστρατείες του. Δίχως αμφιβολία η σωτηρία των συζύγων μου, των παιδιών και των ανηψιών μου με αποζημίωνε για όλα τα υπόλοιπα, την απώλεια τόσων αγαθών που είχα κατορθώσει να διασώσω από την καταστροφή μου στην Αίγυπτο. Δεν μπορώ όμως να μη μιλήσω για τα βιβλία μου, τους τέσσερις χιλιάδες τόμους, όλοι τους πολύτιμοι, των οποίων την απώλεια νιώθω κάθε μέρα από τότε σαν ένα πόνο που μου σπαράσσει την καρδιά (σελ. 152)».

————————————————————————————————

Τα βιβλία που γράφτηκαν αρκετούς αιώνες πριν είναι πάντα εξαιρετικά ενδιαφέροντα και χρήσιμα στο πλαίσιο της ιστορικής μελέτης. Κι από την άποψη αυτή, το βιβλίο του Ουσάμα είναι υπερπολύτιμο: όχι μόνο μας δίνει μια σαφή εικόνα των μεσαιωνικών μουσουλμανικών κοινωνιών της Μέσης Ανατολής, αλλά και, μακριά από το στερεότυπο του διαρκούς πολέμου μεταξύ φανατικών, μας επιτρέπει να κατανοήσουμε ότι η εποχή των σταυροφοριών υπήρξε και περίοδος συμβίωσης, ανταλλαγών και προσπαθειών προσέγγισης μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων. Εντούτοις, σπάνια τα βιβλία αυτού του είδους είναι συναρπαστικά: δέσμια τους ύφους και των συμβάσεων περασμένων εποχών φαντάζουν ανιαρά στον σύγχρονο αναγνώστη. Το Κιτάμπ αλ Ίτιμπάρ διαβάζεται μονορούφι σαν συναρπαστικό μυθιστόρημα, ίσως γιατί κι η ζωή του συγγραφέα υπήρξε συναρπαστική. Κι έπειτα ακόμη και τα ανέκδοτα κι οι ιστορίες που διηγείται είναι γλυκύτατες, ακόμη και μέσα στην αφέλειά τους. Πολλές από αυτές μοιάζουν φτιαγμένες για υλικό αφηγήσεων του Μπόρχες. Και σε κάθε περίπτωση, μετά από όλα αυτά έχουμε γνωρίσει τον Ουσάμα τόσο καλά που είναι πρόσωπο σχεδόν οικείο, κάποιος που ήρθε για να μας συμβουλέψει με τη δύναμη της εμπειρίας του. Δεν είναι μικρό πράγμα αυτό…

Έλληνες και Ιουδαίοι κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο

Νοέμβριος 29, 2009

Εδώ και καιρό ήθελα να γράψω κάτι για τις σχέσεις Ελληνισμού και Ιουδαϊσμού κατά την αρχαιότητα. Η συνάντηση μεταξύ δύο τόσο σημαντικών πολιτισμών, ο πρώτος φύσει πιο οικουμενικός και «επεκτατικός», ο δεύτερος πιο εσωστρεφής, είναι από μόνη της συναρπαστική και γίνεται ακόμη περισσότερο αν συνυπολογίσουμε ότι αναφερόμαστε σε δύο από τους βασικούς παράγοντες διαμόρφωσης της σύγχρονης δυτικής σκέψης, είτε αυτοτελώς είτε μέσα από τη σύνθεσή τους που επιχείρησε ο Χριστιανισμός. Το θέμα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν λάβουμε υπόψη ότι η αντιμετώπισή του έχει σημαδευτεί από σειρά παρεξηγήσεων και προκαταλήψεων. Πράγματι, ο μέσος άνθρωπος αντιλαμβάνεται συνήθως τις έννοιες ως αντιθετικές και ερμηνεύει τη σχέση Ελληνισμού και Ιουδαϊσμού με όρους αντιπαλότητας. Όχι ότι απουσιάζουν οι αφορμές για μια τέτοια θεώρηση: η παρουσίαση του Αντίοχου Δ΄του Επιφανούς ως προσωποποίηση του σατανά και οι θεωρίες των Γνωστικών, οι οποίοι, στο πλαίσιο της δυϊστικής κοσμοθεωρίας τους, συχνά ταύτιζαν τον Γιαχβέ με τον δημιουργό του ατελούς υλικού κόσμου, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα της αντίληψης που θεωρεί τις δύο έννοιες ασύμβατες μεταξύ τους. Φυσικά, η ιστορική πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη, καθώς καταδεικνύει μια αρκετά παραγωγική σχέση αμφίδρομου (έστω και όχι κατ’ ανάγκη ισοβαρούς) επηρεασμού.

Είχα, λοιπόν, την επιθυμία να γράψω, αλλά δεν θεωρώ τον εαυτό μου αρκετά καλό γνώστη του Ιουδαϊσμού ώστε να γράψω κάτι μόνος μου. Προτίμησα, επομένως, να μεταφέρω ένα από τα αναγνώσματά μου, προσθέτοντας εδώ κι εκεί κάποιες δικές μου σκέψεις. Το ανάγνωσμα αυτό είναι το βιβλίο του Γάλλου ιστορικού Μωρίς Σαρτρ, ειδικού στην Ιστορία της ανατολικής Μεσογείου κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο, το οποίο φέρει τον τίτλο «Histoires Grecques» (εκδόσεις Seuil, collection L’ univers historique, Παρίσι 2006, φέτος εκδόθηκε και ως βιβλίο «τσέπης»). Ξεκινώντας από κάποια πηγή (ένα μύθο, ένα απόσπασμα χρονικού ή αρχαίου ιστορικού συγγράματος, μια επιγραφή, ένα ψήφισμα πόλης ή ακόμη κι από ένα νόμισμα), ο συγγραφέας αναλύει διάφορα θέματα της αρχαίας ελληνικής Ιστορίας, από τα αρχαϊκά χρόνια μέχρι την ύστερη αρχαιότητα (η τελευταία ιστορία έχει θέμα την Υπατία). Τέσσερις από τις 43 ιστορίες του βιβλίου αναφέρονται στις σχέσεις Ελληνισμού και Ιουδαϊσμού. Αφήνω, προς το παρόν, την πρώτη από αυτές (αριθ. 24: «Un onagre pour le roi ou Grecs, Juifs et hellénisme en Transjordanie», σελ. 255-262), μια και έχει χαρακτήρα ας πούμε αναγνωριστικό, για να αναφερθώ συνοπτικά στις δύο επόμενες και κάπως πιο αναλυτικά στην τελευταία.

Η δεύτερη ιστορία (αριθ. 28, «Jason l’ impie ou L’ hellénisme à Jérusalem«, σελ. 293-300), κάνει λόγο για τα γεγονότα που προηγήθηκαν της εξέγερσης των Μακκαβαίων κατά του Σελευκίδη βασιλέα Αντίοχου Δ΄ του Επιφανούς, η οποία θα καταλήξει στην επανίδρυση ανεξάρτητου εβραϊκού κράτους. Τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα αποδεικνύουν ότι η υπόθεση ξεκινά όχι τόσο ως σύγκρουση μεταξύ εθνών ή έστω μεταξύ ενός έθνους και μιας κρατικής οντότητας που ασκεί εξουσία στα εδάφη του, αλλά ως εμφύλια διαμάχη μεταξύ ορθόδοξων και εξελληνισμένων («Ελληνιστών») Εβραίων. 175 π.Χ.: στην Αντιόχεια επικρατεί δυναστική κρίση. Ο Σέλευκος Δ΄ έχει μόλις πεθάνει και τον διαδέχεται ο αδελφός του Αντίοχος και όχι ο νόμιμος διάδοχος, ο γιος του Δημήτριος που βρίσκεται ως όμηρος στη Ρώμη, όπου έχει μόλις αντικαταστήσει τον θείο του. Ο Αρχιερέας Ονίας πηγαίνει στην Αντιόχεια για να δώσει εξηγήσεις, καθώς οι αρχές του Ναού της Ιερουσαλήμ αρνήθηκαν να καταβάλουν τη χρηματική εισφορά που όφειλαν. Την κατάσταση την εκμεταλλεύεται ο αδελφός του αρχιερέα, ο Γιοσουέ, που έχει εξελληνίσει το όνομά του και αναφέρεται πλέον ως Ιάσων. Ζητά από τον Σελευκίδη μονάρχη το αρχιερατικό αξίωμα καθώς και την άδεια να οργανώσει την Ιερουσαλήμ στα πρότυπα ελληνικής πόλεως με την ονομασία Αντιόχεια, κάτι που συνεπάγεται την επίσημη καταγραφή των πολιτών και την ίδρυση και ανέγερση γυμνασίου και εφηβείου. Τί σημαίνουν όλα αυτά; Θα μπορούσε ο Ιάσων να αποδυθεί σε μια τέτοια προσπάθεια, αν δεν είχε βάσιμες ελπίδες ότι θα πετύχει; Προφανώς, όχι. Μάλλον μπορούμε να συμπεράνουμε ότι κατά την εποχή εκείνη ο ελληνικός τρόπος ζωής και σκέψης ασκεί αδιαμφιβήτητη γοητεία και επιρροή σε ένα υπολογίσιμο κομμάτι της εβραϊκής ελίτ. Τούτο δε, μολονότι ο Ιουδαϊσμός ήταν φύσει ανθεκτικότερος στην επίδραση του Ελληνισμού, μια και ο Νόμος δεν καθορίζει μόνο τη θρησκευτική ζωή, αλλά και την καθημερινότητα. Όπως επισημαίνει και ο Μωρίς Σαρτρ: «η βούληση του Ιάσωνα να προβεί σε μεταρρυθμίσεις απορρέει από το μέλημά του να εντάξει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τους εξελληνισμένους (σαν κι εκείνον) συμπατριώτες του  στην κοινωνία της εποχής. Αυτό στο οποίο στοχεύει μοιάζει πολύ με ό,τι συνέβη στη Φοινίκη έναν αιώνα νωρίτερα και συντελείται επίσης στη Μεσοποταμία και στην ενδοχώρα της Ανατολίας. Με άλλα λόγια, ο Ιάσων δεν επιθυμεί κάτι άλλο παρά να είναι μοντέρνος». Παράλληλα, διαπιστώνει ότι ο ελληνικός τρόπος ζωής δεν συνεπάγεται απαραίτητα κάτι που αντιβαίνει στην ιουδαϊκή πίστη. Επομένως, προχωρά στην υλοποίηση των σχεδίων του. Φαίνεται όμως πως δεν έλαβε υπόψη του κάποια δεδομένα, τα οποία επρόκειτο να καταδικάσουν το εγχείρημά του: το σχέδιο έχει ως αποτέλεσμα τη διαίρεση των Εβραίων σε πολίτες δύο κατηγοριών, με τους εξελληνισμένους να βρίσκονται στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας, κι έχει ακόμη ως έμμεση συνέπεια την ενθάρρυνη πρακτικών που τελικώς αντιβαίνουν στον Μωσαϊκό Νόμο. Οι ελληνιστές που συχνάζουν στο γυμνάσιο και ασκούνται γυμνοί θέλουν να μη διαφέρουν σε τίποτα από τους πραγματικούς Έλληνες: συνεπώς προσπαθούν με χειρουργικές επεμβάσεις να καλύψουν τα σημάδια της περιτομής ή αποφεύγουν να κάνουν περιτομή στα παιδιά τους. Η περιτομή, όμως, συμβολίζει την ένωση του Γιαχβέ με τον λαό του. Ο Ιάσων «είχε ανοίξει το κουτί της Πανδώρας». Τα γεγονότα θα τον ξεπεράσουν κι όταν τον διαδεχθούν άλλοι, με μικρότερη έγνοια να τηρήσουν τα προστάγματα της Τορά, όπως ο Μενέλαος (όνομα όχι «αθώο», αν θυμηθούμε τον μύθο που εμφάνιζε την Ιερουσαλήμ σαν αδελφή πόλη της Σπάρτης), η σύγκρουση θα καταστεί αναπόφευκτη και το «ελληνικό πείραμα» της Ιερουσαλήμ θα καταλήξει σε οικτρή αποτυχία. 

Η τρίτη ιστορία (αριθ. 35, «Des martyrs païens à Alexandrie ou Grecs et Juifs à Alexandrie au Ier siècle apr. J.-C.«, σελ. 361-372), αναφέρεται στα γεγονότα του 37 μ.Χ., δηλαδή μόλις έχει ανέβει στον θρόνο του Ρωμαίου αυτοκράτορα ο Καλιγούλας, τα οποία αποτελούν πιθανώς το πρώτο πογκρόμ που έχει καταγράψει η Ιστορία και τα οποία διέσωσε ο εξελληνισμένος Ιουδαίος φιλόσοφος Φίλων ο Αλεξανδρεύς.  Δεν θα σταθούμε σε αναλυτική παράθεση των συμβάντων, τα οποία παρουσιάζουν τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά των πογκρόμ που γνώρισε η Ευρώπη κατά τα μεσαιωνικά και νεότερα χρόνια: οι βιαιοπραγίες περιλάμβαναν αρχικά τον περιορισμό του εβραϊκού πληθυσμού σε ένα τμήμα μιας εκ των συνοικιών («μοιρών») της Αλεξάνδρειας, δηλαδή ουσιαστικά σε ένα γκέτο, λεηλασίες και δολοφονίες. Όσοι έχουν γερό στομάχι μπορούν να διαβάσουν την περιγραφή του Φίλωνος («Εις Φλάκκον», 55 επ., και «Προς Γάΐον», 124 επ.). Θα επισημάνουμε απλώς ότι σε αντίθεση με τα πογκρόμ στη χριστιανική Ευρώπη, οι ταραχές στην Αλεξάνδρεια δεν έχουν ως αιτία (ή αφορμή) τις θρησκευτικές διαφορές, αλλά οφείλονται σε πολιτικά και κοινωνικά αίτια. Θα πούμε ότι η εβραϊκή κοινότητα της Αλεξάνδρειας ήκμασε στα χρόνια των Πτολεμαίων (η περίφημη μετάφραση των Εβδομήκοντα δεν αποτελεί μια έμμεση απόδειξη για αυτό;), προφανέστατα γιατί οι Λαγίδες ακολούθησαν πολιτική αρκετά φιλική προς αυτήν. Άλλωστε, ο στοιχειώδης πολιτικός ρεαλισμός επέβαλλε την πολιτική αυτή έναντι μιας κοινότητας, της οποίας οι δραστηριότητες ήταν χρήσιμες για την οικονομία του κράτους. Με τη ρωμαϊκή κυριαρχία, η κατάσταση των Εβραίων επιδεινώθηκε. Στην Αλεξάνδρεια της εποχής ελάχιστοι επιφανείς πολίτες είχαν αποκτήσει τη ρωμαϊκή ιθαγένεια. Όσον αφορά τους υπόλοιπους κατοίκους, η Ρώμη αναγνώριζε πολιτικά δικαιώματα μόνον στους «Αλεξανδρείς», δηλαδή στους Έλληνες πολίτες της Αλεξάνδρειας. Προσπαθώντας να αποκτήσουν κάποια δικαιώματα, οι Εβραίοι της Αλεξάνδρειας επιχείρησαν να πείσουν τις αρχές ότι και αυτοί ήταν «Αλεξανδρείς», καθώς, όπως ισχυρίζονταν, η κοινότητά τους υπήρχε στην Αλεξάνδρεια από ιδρύσεως της πόλης. Οι ενέργειες αυτές εξαγρίωσαν τον ελληνικό πληθυσμό, γιατί τυχόν επιτυχία της προσπάθειας των Ιουδαίων θα σήμαινε λιγότερη εξουσία και, ιδίως, μικρότερα μερίδια στις διανομές τροφίμων από τις αρχές. Το αποτέλεσμα, δυστυχώς, γνωρίζουμε ποιό ήταν.

Το πιο μεγάλο ενδιαφέρον, όμως, το έχει η τέταρτη ιστορία, γιατί δείχνει τη συνύπαρξη και όχι τη σύγκρουση Ελλήνων και Εβραίων (αριθ. 41, «Uriner devant Aphrodite ou Juifs et Grecs six siècles plus tard«, σελ. 417-425). Η πηγή εν προκειμένω δεν είναι κάποιο ιστορικό σύγγραμα, αλλά ένα απόσπασμα της Μισνά (משנה), δηλαδή του σώματος των ερμηνευτικών σχολίων στον Νόμο (Μισνά Αβοντά Ζαρά 3,4: πρόκειται ακριβώς για το τμήμα της Μισνά που πραγματεύεται το ζήτημα της ειδωλολατρείας). Βρισκόμαστε στην Πτολεμαϊδα της Φοινίκης, τον μετέπειτα Άγιο Ιωάννη της Άκρας στα χρόνια των σταυροφοριών και των φραγκικών κρατών της Συρίας-Παλαιστίνης, τη σημερινή Άκκο στο Ισραήλ, στα τέλη του 1ου αι. μ.Χ.. Ένας Έλληνας, ο Πρόκλος Φιλοσόφου (κατά πάσα πιθανότητα φανταστικό πρόσωπο) βρίσκεται στις θέρμες της Αφροδίτης μαζί με τον Φαρισαίο νομοδιδάσκαλο Γαμαλιήλ Β΄ (Rabban Gamaliel II, רבן גמליאל דיבנה‎), προεδρεύοντα του Σανεντρίν ( סַנְהֶדְרִין‎), δηλαδή του ανώτατου ιουδαϊκού συμβουλίου (η λέξη όπως είναι προφανές ετυμολογείται από την ελληνική «συνέδριον»). Ο Έλληνας ρωτά τον Εβραίο νομοδιδάσκαλο: Αφού γράφει στην Τορά σας «οὐ προσκολληθήσεται ἐν τη̨̃ χειρί σου οὐδέν ἀπό του̃ ἀναθέματος» (Δευτερονόμιον 13,18), εσύ πώς λούζεσαι στις θέρμες της Αφροδίτης; Ο Γαμαλιήλ του αποκρίνεται ότι δεν μπορεί να του απαντήσει στο ερώτημα αυτό μέσα στα λουτρά. Μόλις βγουν από τις θέρμες, του εξηγεί: «Οι θέρμες δεν χτίστηκαν για να αποτελούν ένα στολίδι που θα τιμά τη θεά Αφροδίτη, αλλά το άγαλμα της Αφροδίτης έχει τοποθετηθεί για να διακοσμεί τις θέρμες. Άλλωστε, ακόμα κι αν σε πλήρωναν αδρά για αυτό, δεν θα έμπαινες στον ναό της θεάς γυμνός ούτε θα ουρούσες μπροστά στο άγαλμά της. Εδώ, όμως, το άγαλμα βρίσκεται σχεδόν πάνω από τα ουρητήρια… Στον Νόμο μας είναι γραμμένο ότι οι θεοί των άλλων είναι κάτι το απαγορευμένο για μας όταν λατρεύονται σαν θεοί…».

Το απόσπασμα αποδεικνύει επαρκώς τη διάδραση Ελληνισμού-Ιουδαϊσμού. Ο Έλληνας γνωρίζει αρκετά για την ιουδαϊκή θρησκεία, καθώς έχει αποστηθίσει χωρία της Τορά. Την ίδια στιγμή, ένας επιφανής Ιουδαίος βρίσκεται στα λουτρά (χώρο αναψυχής, κοινωνικών συναναστροφών και πνευματικών αναζητήσεων σύμφωνα με τις ελληνικές αντιλήψεις) και ξεκινά μια φιλοσοφική συζήτηση, συνήθειες απολύτως ελληνικές. Βεβαίως, θέτει κάποια όρια, καθώς αρνείται να συζητήσει μέσα στα λουτρά για θέματα που αφορούν την Τορά. Όταν όμως δίνει απαντήσεις, εισάγει στον εβραϊκό τρόπο σκέψης ιδέες και έννοιες σαφώς νεωτεριστικές, εξέλιξη στην οποία δεν είναι καθόλου αμέτοχη η επίδραση του Ελληνισμού. Για να αναπτύξει τις ιδέες του, ο Γαμαλιήλ χρησιμοποεί ατόφια τη μαιευτική του Σωκράτη, και μέσω αυτής προβαίνει σε μια σημαντική (και καινοτόμο για τον ιουδαϊκό τρόπο σκέψης) διάκριση ανάμεσα στα είδωλα και τις απεικονίσεις που έχουν θρησκευτικό και λατρευτικό σκοπό (και, ως εκ τούτου, είναι απαγορευμένα αντικείμενα για έναν Εβραίο) και σε αυτά που δεν έχουν, είναι διακοσμητικά αντικείμενα ή έργα τέχνης και για τα οποία δεν ισχύει η απαγόρευση του Νόμου. Όπως σημειώνει ο Σαρτρ «σε μια διαπολιτισμική κοινωνία, κάθε ομάδα, χωρίς να απαρνείται την ταυτότητά της, προσπαθεί να απαλλαγεί από τους κανόνες που την απομονώνουν ανώφελα, προκειμένου να διατηρήσει το ουσιώδες». Η αντίδραση είναι απολύτως εύλογη στην εποχή μετά τον Πρώτο Ιουδαϊκό Πόλεμο, την καταστροφή του Ναού και την εκδίωξη από την Ιερουσαλήμ, εποχή κατά την οποία οι Εβραίοι ζουν ως μειονότητα σε πόλεις όπου κυριαρχούν ξένοι. Στο πλαίσιο αυτό, η τήρηση κατά γράμμα κάποιων θρησκευτικών κανόνων καθίσταται στείρα πρακτική. Αν το Ταλμούδ επαινεί τον ραββίνο Ναούμ μπαρ Σιμάι επειδή σ’ όλη του τη ζωή δεν αντίκρισε ούτε μια φορά απεικόνιση ανθρώπινης μορφής, ούτε καν σε νόμισμα, κανείς άνθρωπος που ζει φυσιολογική ζωή δεν θα μπορούσε να τηρήσει πιστά μια τέτοια απαγόρευση. «Μόνο ένας ραββίνος που δεν χρειάζεται να κάνει ο ίδιος τα καθημερινά ψώνια του ή να πληρώσει τους φόρους του».

Εκτός, όμως, από την ανάγκη προσαρμογής στις νέες συνθήκες, η εξέλιξη της ιουδαϊκής σκέψης οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην επίδραση που άσκησε σ’ αυτήν ο ελληνικός τρόπος σκέψης, τόσο πριν όσο και μετά την εξέγερση των Μακκαβαίων (δηλαδή ακόμα και όσο υπήρχε ανεξάρτητο εβραϊκό κράτος).  Οι ελληνικές επιρροές είναι εμφανείς σε πολλούς τομείς. Το πασίγνωστο βιβλίο του Εκκλησιαστή (Κοχελέτ, קהלת ), το οποίο γράφτηκε τον 3ο αι. π.Χ. διαπνέεται από τη φιλοσοφία του στωϊκισμού. Το βιβλίο της Ιουδήθ, με χαρακτήρα καθαρά εθνικιστικό καθώς η ιστορία της σύγκρουσης Εβραίων και Ασσυρίων αποτελεί αλληγορία που υπονοεί τον αγώνα κατά των Σελευκιδών, ακολουθεί ως προς τη δομή και τη μυθοπλασία καθαρά ελληνικά πρότυπα. Ακόμη, είναι πολλά τα παραδείγματα Ιουδαίων που συγγράφουν τα έργα τους στα ελληνικά, από τον Φίλωνα μέχρι τον γνωστό ιστορικό Φλάβιο Ιώσηπο.

Με άλλα λόγια, το διαπολιτισμικό και πολυεθνοτικό περιβάλλον στο οποίο ζουν, αναγκάζει τους Εβραίους να αναζητήσουν τα ουσιώδη στοιχεία της ταυτότητάς του χρησιμοποιώντας σε μεγάλο βαθμό τα πνευματικά μέσα που τους παρέχει ο Ελληνισμός. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τις αναπόφευκτες συγκρούσεις που σημάδεψαν τις σχέσεις Ιουδαϊσμού και Ελληνισμού, έχουμε μπροστά μας ένα καλό παράδειγμα πολιτισμικής διάδρασης που οδήγησε σε εξέλιξη. Θα προτιμούσα ειλικρινά να σταθώ σ’ αυτό.       


Αρέσει σε %d bloggers: