Posts Tagged ‘Αρία’

Οι Έλληνες στη Βακτριανή: μέρος Γ΄

Ιανουαρίου 11, 2010

Αφήσαμε το ελληνιστικό βασίλειο της Βακτριανής στα χρόνια του Ευθύδημου και του Δημήτριου, λίγα χρόνια μετά την Ανάβαση του Αντίοχου Γ΄ και την εκ μέρους του Σελευκίδη μονάρχη de jure αναγνώριση της ανεξαρτησίας του κράτους. Πράγματι, οι Σελευκίδες δεν πρόκειται πλέον να επιχειρήσουν ουσιαστικά να ανακτήσουν τις σατραπείες που κάποτε κατείχαν στην Κεντρική Ασία. Άλλο θέμα βέβαια το αν κάποιοι διάδοχοι του Αντίοχου Γ΄ περιελάμβαναν στα σχέδια τους μια τέτοια ανάκτηση. Για το ζήτημα έχουν γραφτεί πολλά και ίσως δεν είναι δυνατό να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα. Σε κάθε περίπτωση το ίδιο το κράτος της Βακτριανής βρίσκεται στην απόλυτη ακμή του στα χρόνια του Δημήτριου Α΄. Η περίοδος αυτή θα διαρκέσει έως τα μέσα σχεδόν του 2ου αιώνα π.Χ. και χαρακτηρίζεται από την εξάπλωση του ελεγχόμενου από το ελληνικό στοιχείο χώρου προς τα νότια και νοτιοανατολικά, δηλαδή τις σατραπείες στα νότια του Ινδικού Καυκάσου, την περιοχή του Ινδού ποταμού και την καθαυτό Ινδία. Ήδη, πάντως, από το 170 εμφανίζονται τα πρώτα ανησυχητικά σημάδια, καθώς ενισχύεται η πίεση που ασκούν στα βόρεια και δυτικά σύνορα τόσο τα ιρανικά νομαδικά φύλα όσο και η νεοσύστατη αυτοκρατορία των Πάρθων. Η απειλή αυτή θα έχει ως συνέπεια την εξαφάνιση του βασιλείου, χωρίς, όμως, να εξαλείψει και την ελληνική παρουσία στην περιοχή. Άλλωστε, διάφορα ελληνικά βασίλεια θα διατηρηθούν στον χώρο της Ινδίας μέχρι και τα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ. (από την άποψη αυτή θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το τελευταίο ελληνιστικό βασίλειο δεν είναι η πτολεμαϊκή Αίγυπτος, αλλά ακριβώς αυτές οι ελληνιστικές μοναρχίες της Ανατολής για τις οποίες τόσο λίγα γνωρίζουμε).

Αρκετές φορές αναφέρθηκε το πόσο δυσχερής είναι η εξιστόρηση των γεγονότων αυτής της περιόδου λόγω της έλλειψης ιστορικών πηγών. Πράγματι, το μόνο «ιστορικό» σύγγραμμα που ασχολείται κατά κάποιο τρόπο με τη συγκεκριμένη περιοχή και εποχή είναι η επιτομή των «Historiae phillippicae et totius mundi origines et terrae situs» του Γαλορωμαίου Πομπηίου Τρώγου, την οποία συνέγραψε ο Ρωμαίος ιστορικός του 3ου αιώνα Ιουστίνος. Δύο από τα βιβλία των «ιστοριών» του Πομπηίου αναφέρονταν στην ιστορία των Πάρθων (κι επομένως κατά παρεμπίπτοντα τρόπο στο θέμα που μας ενδιαφέρει): τα βιβλία αυτά τα συνόψισε ο Ιουστίνος με τρόπο ελάχιστα ιστορικό (εξάλλου ο σκοπός του ήταν να καταρτίσει ένα σύγγραμμα περισσότερο ηθικοπλαστικό παρά κατά κυριολεξία ιστορικό), παραλείποντας το 90% του αρχικού υλικού και αρκετά απρόσεκτα ώστε να φθάνει στο σημείο να μπερδεύει πρόσωπα και γεγονότα. Κατά τα λοιπά, έχουμε κάποια αποσπάσματα της ιστορίας των Πάρθων που συνέγραψε ο Απολλόδωρος ο Αρταμιτηνός και τα οποία διέσωσε ο Στράβων, αποσπάσματα από τα «Παρθικά» του Αρριανού που συνέλεξε ο Πατριάρχης Φώτιος και λίγα ιστορικά στοιχεία που περιλαμβάνουν οι «Σταθμοί Παρθικοί» του γεωγράφου Ισίδωρου του Χαρακηνού. Απομένουν, εκτός από λιγοστές επιγραφές, τα πολλά νομίσματα, τα οποία όμως δεν μας παρέχουν ασφαλείς πληροφορίες για το ποιοί ακριβώς ήταν οι βασιλείς που απεικονίζονται σ’ αυτά, για το πότε ακριβώς βασίλεψαν και σε ποιόν γεωγραφικό χώρο. Κατά συνέπεια, μπορούμε απλώς να κάνουμε υποθέσεις και να σκιαγραφήσουμε ένα ιστορικό πλαίσιο από το οποίο λείπουν πολύτιμα στοιχεία.

Η εποχή του Δημήτριου Α΄ και η επέκταση προς τον ινδικό χώρο: Γεννημένος περίπου το 220 π.Χ., ο Δημήτριος ανέβηκε στον θρόνο διαδεχόμενος τον πατέρα του, κατά πάσα πιθανότητα το 200 π.Χ., κατ’ άλλους το 195. Η εποχή του θεωρείται το απόγειο της στρατιωτικής και οικονομικής ισχύος του βασιλείου της Βακτριανής. Το όνομά του συνδέεται με τη μεγαλειώδη επιχείρηση επέκτασης των συνόρων του κράτους στις στραπείες νοτίως του Ινδικού Καυκάσου και στην Ινδία. Όπως διαπιστώσαμε στο πρώτο μέρος της διήγησής μας, οι περιοχές αυτές ελέγχονταν – ήδη από τα τέλη του 4ου αιώνα – από την ινδική αυτοκρατορία των Μαουρύα: μετά τον θάνατο του Ασόκα, η αυτοκρατορία εισέρχεται σε φάση ταχείας αποσύνθεσης, διαδικασία που ολοκληρώνεται και τυπικά περίπου το 185 με την ανατροπή της δυναστείας και την αντικατάστασή της από τη δυναστεία των Σούνγκα. Η συνακόλουθη πολιτική αστάθεια συνιστούσε για τον Δημήτριο μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τη διεύρυνση του χώρου επιρροής του. Αρχικά (ίσως το 185 π.Χ.) ανέκτησε την Αραχωσία (όπου, σύμφωνα με τον Ισίδωρο, ίδρυσε και πόλη με το όνομα «Δημητριάς»), έπειτα τη Γκαντάρα και στη συνέχεια την κοιλάδα του Ινδού, κατακτώντας τη σημαντικότερη πόλη της περιοχής, την Ταξίλα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ολοκλήρωσε την ανάκτηση του των εδαφών που ανήκαν κάποτε στους Αχαιμενίδες και – για μικρό χρονικό διάστημα – στον Αλέξανδρο (σατραπείες νοτίως του Ινδικού Καυκάσου, περιλαμβανομένων των τριών σατραπειών του Ινδού ποταμού). Αρκέσθηκε σε αυτό; Πιθανότατα, ναι (βλ. Will, τ. ΙΙ, σελ. 349/ A. K. Narain, όπ.π., σελ. 21 επ.). Κάποιοι ωστόσο υποστηρίζουν ότι συνέχισε την πορεία του φθάνοντας στην περιοχή του Γάγγη και κατακτώντας μέχρι και την αυτοκρατορική πρωτεύουσα, την Παταλιπούτρα. Προς επίρρωση της άποψης αυτής, οι υποστηρικτές της επικαλούνται δύο αποσπάσματα του Στράβωνα: «Τοσοῦτον δὲ ἴσχυσαν οἱ ἀποστήσαντες Ἕλληνες αὐτὴν διὰ τὴν ἀρετὴν τῆς χώρας ὥστε τῆς τε Ἀριανῆς ἐπεκράτουν καὶ τῶν Ἰνδῶν, ὥς φησιν Ἀπολλόδωρος ὁ Ἀρταμιτηνός, καὶ πλείω ἔθνη κατεστρέψαντο ἢ Ἀλέξανδρος, καὶ μάλιστα Μένανδρος εἴ γε καὶ τὸν Ὕπανιν διέβη πρὸς ἔω καὶ μέχρι τοῦ Ἰμάου προῆλθἐ τὰ μὲν αὐτὸς τὰ δὲ Δημήτριος ὁ Εὐθυδήμου υἱὸς τοῦ Βακτρίων βασιλέως· οὐ μόνον δὲ τὴν Παταληνὴν κατέσχον ἀλλὰ καὶ τῆς ἄλλης παραλίας τήν τε Σαραόστου καλουμένην καὶ τὴν Σιγέρδιδος βασιλείαν» (ΙΑ΄, 11,1) και «καὶ εἴ τινα προσιστόρησαν οἱ μετ´ ἐκεῖνον περαιτέρω τοῦ Ὑπάνιος προελθόντες μέχρι τοῦ Γάγγου καὶ Παλιβόθρων» (ΙΕ΄, 1, 27). Φυσικά, ο Στράβων δεν διευκρινίζει ότι ήταν όντως ο Δημήτριος αυτός που έφτασε μέχρι τα «Παλίβοθρα», οπότε η συζήτηση μπορεί να συνεχισθεί επ’ άπειρον. Ας επισημάνουμε απλώς ότι είναι λογικότερο μια τέτοια επέκταση προς την ανατολική Ινδία να συνέβη σε μεταγενέστερη περίοδο (ας πούμε στα χρόνια του Μενάνδρου). Εντούτοις, οι υποστηρικτές της κατάκτησης της κοιλάδας του Γάγγη από τον Δημήτριο συνδέουν την άποψη αυτή με την εξήγηση που δίνουν για την εκστρατεία του μονάρχη της Βακτριανής: λένε (π.χ. Ταρν) ότι το βασικό κίνητρο του Δημητρίου ήταν η εκδήλωση συμπαράστασης προς την ανατραπείσα δυναστεία των Μαουρύα και ιδίως η προστασία του Βουδισμού, οι πιστοί του οποίου διώκονταν από τους φανατικούς Ινδουιστές της δυναστείας των Σούνγκα. Η παρουσίαση του Δημήτριου ως «σταυροφόρου» του Βουδισμού φαντάζει αφόρητα ρομαντική, όσο κι αν οι σχέσεις των Ελλήνων με τους (προστάτες του Βουδισμού από τα χρόνια του Ασόκα) Μαουρύα ήταν αρμονικές. Τα κίνητρα του Δημήτριου μάλλον ήταν αμιγώς πολιτικά: η επέκταση του βασιλείου του σε μια χρονική στιγμή που οι συνθήκες ήταν εξαιρετικά ευνοϊκές για το εγχείρημα αυτό, ίσως και η προστασία των ελληνικών πληθυσμών που ζούσαν στα νότια του Χιντού Κους.

Πάντως, τα νομίσματα του Δημήτριου παραπέμπουν κατά τα φαινόμενα στην κατάκτηση της Ινδίας: στο πιο κλασσικό νόμισμά του απεικονίζεται φορώντας κράνος με τη μορφή κεφαλής ελέφαντα (ενώ στην οπίσθια όψη απεικονίζεται ο Ηρακλής, τον οποίο θα πρέπει να είχαν ως δυναστικό θεό οι Ευθυδημίδες). Σε άλλα πάλι απεικονίζεται στη μία όψη κεφαλή ελέφαντα (βουδιστικό σύμβολο ή σύμβολο της κατάκτησης της Ινδίας;) και στην άλλη το κηρύκειο.

Διάδοχοι ή ανταγωνιστές του Δημητρίου; Από τους «βασιλείς του νικελίου» στον Αντίμαχο και τον Απολλόδοτο: Ο Δημήτριος πεθαίνει υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, ίσως το 180, δηλαδή σε ηλικία μόλις 40 ετών. Ποιός τον διαδέχεται; Κάθε συγγραφέας προτείνει τη δική του θεωρία. Υπάρχουν τουλάχιστον 5-6 υποψήφιοι, οι οποίοι θα μπορούσαν να ήταν διάδοχοι του Δημητρίου, συμβασιλείς ή αντιβασιλείς του, συγγενείς του ή όχι, σφετεριστές της εξουσίας του ή απλώς μονάρχες που βασίλεψαν σε περιοχές όπου ο Δημήτριος δεν ασκούσε κυριαρχία.  

Ίσως ο πιο λογικός υποψήφιος να είναι αυτός ο Ευθύδημος, τον οποίο, επομένως, θα ονομάσουμε «Ευθύδημο Β΄» και ο οποίος απεικονίζεται ως έφηβος στα λιγοστά νομίσματά του. Υποθέτουμε ότι ήταν γιος του Δημήτριου και ότι πέθανε πολύ νέος, ίσως και πριν από την ενηλικίωσή του. Οπότε, τα περισσότερα ερωτήματά μας μένουν αναπάντητα.

 

Οι «βασιλείς του νικελίου»: Ο Πανταλέων και ο Αγαθοκλής είναι δύο βασιλείς που γνωρίζουμε από τα νομίσματά τους. Για τον πρώτο, υποθέτουμε (βάσει της χρονολόγησης των νομισμάτων του) ότι βασίλεψε μεταξύ 190-180 π.Χ. (άρα είναι μάλλον σύγχρονος του Δημήτριου και όχι διάδοχός του) σε περιοχές της Αραχωσίας και στη Γκαντάρα. Ο Πανταλέων ήταν, μάλλον, ο πρώτος Έλληνας μονάρχης που έκοψε και δίγλωσσα νομίσματα (ελληνικά και ινδικά σε μπράχμι αλφάβητο) τα οποία ακολουθούσαν το ινδικό πρότυπο (είχαν περίπου τετράγωνο σχήμα). Κάποιοι πιστεύουν ότι ο Πανταλέων ήταν αδελφός του Δημήτριου και αντιβασιλέας του στην Αραχωσία. Άλλοι, ότι ήταν σφετεριστής. Τον διαδέχεται, πάντως, ο αδελφός ή γιος του, ο Αγαθοκλής, ο επονομαζόμενος και «Δίκαιος» (περίπου 180-170), του οποίου το κέντρο εξουσίας φαίνεται να είναι η περιοχή των Παροπαμισάδων. Σύμφωνα με μια θεωρία [Alberto Simonetta «A new essay on the Indo-Greeks, the Sakas and the Pahlavas», East and West vol. IX (1958), σελ. 154-173, ειδ. σελ. 157 επ.], μετά την ινδική εκστρατεία του ο Δημήτριος εγκαταστάθηκε στους Παροπαμισάδες, όπου και τον διαδέχθηκε ο ανήλικος γιος του Ευθύδημος Β΄. Ο Αγαθοκλής θα πρέπει να ήταν αντιβασιλέας του Ευθύδημου και στη συνέχεια να τον διαδέχθηκε. Πάντως, τα νομίσματά του Αγαθοκλή είναι πραγματικά άφθονα: (α΄) κλασσικά ελληνικά τετράδραχμα, παρόμοιας θεματολογίας και εκτέλεσης με αυτά του Πανταλέοντος, (β΄) δίγλωσσα νομίσματα ινδικού τύπου, στα οποία αναγράφεται το όνομα του βασιλιά με ελληνικούς και ινδικούς χαρακτήρες (γραφές μπράχμι και χαρόσθι) και απεικονίζονται σύμβολα  βουδιστικά (λιοντάρι) και ινδουιστικά (αναπαράσταση της θεότητας Λάκσμι), (γ΄) αμιγώς ινδικά νομίσματα με αναπαραστάσεις και σύμβολα τόσο βουδιστικά όσο και ινδουιστικά, και (δ΄) «αναμνηστικά» νομίσματα ελληνικού τύπου στα οποία απεικονίζονται ο Αλέξανδρος ο Μέγας, ο ιδρυτής της ανεξάρτητης Βακτριανής Διόδοτος Α΄ και ο Δημήτριος Α΄.

Αυτό που μπορούμε να συμπεράνουμε με σχετική βεβαιότητα για τον Πανταλέοντα και τον Αγαθοκλή είναι η μεταξύ τους συγγένεια. Τα συνηθέστερα νομίσματά τους είναι μεταξύ τους σχεδόν όμοια (ομοιότητα ως προς την εικονιζόμενη ανθρώπινη μορφή – χαρακτηριστικά προσώπου, τύπος κόμμωσης, διάδημα – είτε αυτή είναι ο μονάρχης είτε, όπως είναι το πιθανότερο, ο θεός Διόνυσος/ απεικόνιση πάνθηρα που αγγίζει ένα αμπέλι/ τροχός, που ίσως παραπέμπει σε ινδικές θρησκευτικές δοξασίες). Η θεματολογία διαφέρει ουσιωδώς από αυτήν των νομισμάτων των λοιπών ηγεμόνων της περιοχής. Επίσης, τα νομίσματα αυτά είναι φτιαγμένα από κράμα χαλκού και νικελίου (75%-25%), τεχνολογία που ως εκείνη την εποχή είχε χρησιμοποιηθεί μόνο στην Κίνα. Τέλος, επειδή οι πιο «οικονομικές» θεωρίες είναι συχνά και οι καλύτερες, ίσως είναι μάταιη όλη αυτή η προσπάθεια να εξακριβωθεί (πώς άραγε;) αν ο Πανταλέων και ο Αγαθοκλής ήταν συγγενείς του Δημήτριου ή αξιωματούχοι του και αν ως τέτοιοι υπήρξαν αντιβασιλείς του στις περιοχές όπου βρέθηκαν νομίσματά τους. Πιο λογικό μοιάζει να γίνει δεκτό ότι η κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Μαουρύα (κατάρρευση της οποίας σίγουρα προηγήθηκε η όλο και μεγαλύτερη χαλάρωση της εξουσίας που αυτοί ασκούσαν σε απομακρυσμένες από το κέντρο της αυτοκρατορίας τους περιοχές όπως η Αραχωσία και οι Παροπαμισάδες) δημιούργησε ένα κενό εξουσίας το οποίο μπόρεσαν να εκμεταλλευθούν κάποιοι ισχυροί των ελληνικών κοινοτήτων της περιοχής, ιδρύοντας ανεξάρτητες ηγεμονίες.

Αντίμαχος: Ακριβώς στο πλαίσιο αυτό πρέπει να εντάξουμε και τον Αντίμαχο, ο οποίος φαίνεται ότι βασίλεψε (περίπου 185 ή 180 έως 170 ή 165) σε κάποια τμήματα της Βακτριανής και Αραχωσίας, καθώς και σε μερικές περιοχές της κοιλάδας του Ινδού. Σύμφωνα με τον Ταρν (την άποψη του οποίου ακολουθεί και ο Σιμονέττα και ο Ρ. Σήνιορ) ήταν γιος του Ευθύδημου και, επομένως, αδελφός του Δημήτριου. Αντιθέτως (και πιο λογικά), ο A. K. Narain (όπ.π.) αποκλείει την περίπτωση συγγένειας με τους Ευθυδημίδες, ενώ θεωρεί πιθανή κάποια συγγένεια με τη δυναστεία του Διόδοτου (ο Ποσειδώνας των νομισμάτων του Αντίμαχου και ο Δίας των νομισμάτων του Διόδοτου μοιάζουν πολύ). Η «ανεξαρτησία» του Αντίμαχου σε σχέση με τη δυναστεία του Ευθύδημου αποδεικνύεται ίσως και από μια επιγραφή στην οποία αναφέρονται ως συμβασιλείς του οι «Ευμένης και Αντίμαχος» (κατά πάσα πιθανότητα οι γιοι του), καθώς και από το γεγονός ότι επέλεξε την επίκληση «Βασιλεύς Θεός». Επισημαίνεται ακόμη ότι για κάποιους η επέκταση του ελληνισμού στον ευρύτερο ινδικό χώρο αποτελεί έργο του Αντίμαχου και όχι του Δημήτριου.

Απολλόδοτος: Η περίπτωση του Απολλόδοτου ίσως είναι παρόμοια με τις πιο πάνω, ίσως κι όχι. Τα νομίσματά του (δίγλωσσα με βάση το ινδικό πρότυπο και με αναπαραστάσεις ελέφαντα και ταύρου, δηλαδή με συμβολισμούς, αντιστοίχως και πιθανότατα, βουδιστικούς και ινδουιστικούς/ ελληνικά τετράδραχμα με απεικόνιση του βασιλιά και της θεάς Αθηνάς, η οποία κρατά στο δεξί χέρι της τη Νίκη) παρέχουν ενδείξεις για περίοδο βασιλείας μεταξύ 174-165 (σύμφωνα με τη χρονολόγηση που προτείνει ο Osmund Bopearachchi) ή 180-160 (κατά τον Σήνιορ) σε μια περιοχή που περιλαμβάνει τμήματα της κοιλάδας του Ινδού, περιλαμβανομένης της Ταξίλας, του Σιντ (στο σημερινό Πακιστάν) και του Γκουτζαράτ (δυτικό άκρο της σύγχρονης Ινδίας). Πρόκειται επομένως για τον πρώτο Έλληνα ηγεμόνα που βασίλεψε σε αποκλειστικά ινδικά εδάφη. Ίσως και αυτός να ήταν εκπρόσωπος της τοπικής ελληνικής αριστοκρατίας και να εκμεταλλεύθηκε το κενό εξουσίας που δημιούργησε η αποχώρηση των Μαουρύα (σε αντίθεση, όμως, με την Αραχωσία, για την κοιλάδα του Ινδού δεν έχουμε αρχαιολογικά στοιχεία που να πιστοποιούν τη συνεχή παρουσία ελληνικών κοινοτήτων). Ο Ταρν, βεβαίως, πίστευε ότι πρέπει να ήταν στρατηγός του Δημητρίου κατά την ινδική εκστρατεία του δεύτερου και να παρέμεινε στα ινδικά εδάφη που κατακτήθηκαν: μετά τον θάνατο του Δημήτριου, ο Απολλόδοτος κυβέρνησε τα εδάφη αυτά είτε ως νόμιμος διάδοχος του Δημήτριου είτε ως σφετεριστής της εξουσίας του.  

Επομένως, λίγο πριν το 170 π.Χ. διαπιστώνεται το εξής παράδοξο: ενώ ο χώρος τον οποίο ελέγχουν οι Έλληνες στην Κεντρική Ασία και την Ινδία έχει αυξηθεί σημαντικά, παράλληλα φαίνεται να έχει κατατμηθεί σε πολλές ηγεμονίες οι οποίες είναι, μάλλον, ανεξάρτητες η μία από την άλλη. Επιπλέον, δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποιός είναι ο μονάρχης της καθαυτό Βακτριανής, αν υποθέσουμε ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή τα Βάκτρα εξακολουθούν να αποτελούν πόλο εξουσίας. Ούτε βέβαια γνωρίζουμε αν ο ηγεμόνας αυτός της Βακτριανής ανήκει στη δυναστεία του Ευθύδημου ή όχι. Θα μπορούσε να είναι ο Αγαθοκλής ή ο Αντίμαχος, ακόμη κι ο άτυχος νεαρός Ευθύδημος Β΄. Με λίγη φαντασία θα μπορούσε να υποτεθεί ότι ο Δημήτριος Α΄ ζει ακόμη. Ίσως, όμως, όπως πιστεύουν μερικοί, ο βασιλιάς της Βακτριανής να είναι ένας δεύτερος Δημήτριος (ίσως γιος του πρώτου). Όποιος και να ήταν πάντως ο μονάρχης, δεν θα κατορθώσει να αντισταθεί στον σφετεριστή (;) Ευκρατίδη, τον τελευταίο σπουδαίο πολιτικό και στρατιωτικό ηγέτη που θα αναδείξει ο ελληνισμός της Βακτριανής.       

Ο Ευκρατίδης ο Μέγας και η εποχή του: ακμή και παρακμή της ελληνιστικής Βακτριανής. Στην «Επιτομή» του (XLI, 6), ο Ιουστίνος μας πληροφορεί ότι περίπου την ίδια εποχή ανέβηκαν στον θρόνο δύο σπουδαίοι ηγέτες: ο Μιθριδάτης Α΄ Αρσάκης Ε΄ έγινε βασιλιάς των Πάρθων (όλοι οι Πάρθοι βασιλείς έφεραν και το δυναστικό όνομα «Αρσάκης»), ενώ στη Βακτριανή άρχισε να βασιλεύει ο Ευκρατίδης. Μια και η άνοδος του Μιθριδάτη Α΄ στον παρθικό θρόνο χρονολογείται, μάλλον με ακρίβεια, στο 171 π.Χ., μπορούμε να υποθέσουμε (όσο μας επιτρέπει η ελεγχόμενη αξιοπιστία του Ιουστίνου) ότι και η περίοδος εξουσίας του Ευκρατίδου αρχίζει περίπου τότε. Ποιός ήταν, όμως, ο ηγέτης αυτός και πώς κατέκτησε την εξουσία, ανατρέποντας τη δυναστεία του Ευθύδημου ή όποιους την είχαν αντικαταστήσει; Ως συνήθως, δεν γνωρίζουμε την απάντηση. Ίσως ήταν στρατηγός, σατράπης ή εν πάση περιπτώσει ανώτατος αξιωματούχος στην υπηρεσία των ηγεμόνων της Βακτριανής. Μπορεί λόγω της ιδιότητάς του να είχε κάποια ισχυρή βάση, καθιστώντας ουσιαστικά φέουδό του την περιοχή δικαιοδοσίας του (αυτή θα μπορούσε να ήταν η ελληνιστική πόλη στο Άι Χανούμ του Αφγανιστάν, η οποία ίσως και να ονομαζόταν Αλεξάνδρεια ή Αντιόχεια του Ώξου και η οποία πιθανολογείται ότι στα χρόνια βασιλείας του Ευκρατίδη είχε μετονομαστεί σε «Ευκρατίδεια»). 

 

Ο Ταρν, βεβαίως, επιχείρησε να δώσει μια πιο σύνθετη και ευφάνταστη εξήγηση για την άνοδο του Ευκρατίδη στην εξουσία. Στηριζόμενος σε κάποια νομίσματα του ηγεμόνα της Βακτριανής στα οποία απεικονίζονται πιθανώς οι γονείς του, οι οποίοι ονομάζονται Ηλιοκλής και Λαοδίκη, ο Ταρν συμπέρανε ότι ο Ευκρατίδης ήταν (από την πλευρά της μητέρας του) εξάδελφος του Σελευκίδη βασιλιά Αντίοχου Δ΄ του Επιφανούς και ότι επιχείρησε να ανακτήσει τη Βακτριανή για λογαριασμό των Σελευκιδών (όπ.π., σελ. 94 επ.)! Σύμφωνα με τον Βρετανό ιστορικό, η επιχείρηση ολοκληρώθηκε με επιτυχία το 167, οι δε μεγάλες γιορτές και στρατιωτικές παρελάσεις που οργάνωσε το 166 στη Δάφνη της Αντιόχειας ο Αντίοχος Δ΄, καθώς και τα «Χαριστήρια» του ιδίου έτους στη Βαβυλώνα, είχαν ως σκοπό τον εορτασμό της επιστροφής της Βακτριανής στην αυτοκρατορία των Σελευκιδών! Ο Ταρν προσθέτει μάλιστα ότι ο Αντίοχος έλαβε τον τίτλο του «Σωτήρα της Ασίας» ακριβώς λόγω της ανάκτησης της Βακτριανής. Η όλη κατασκευή είναι εντελώς υποθετική και δεν μπορεί να στηριχθεί σε ιστορικά ή αρχαιολογικά στοιχεία. Ο τίτλος του «Σωτήρα της Ασίας» μπορεί να αναφέρεται είτε στη στρατιωτική νίκη που κατήγαγε ο Αντίοχος κατά τον έκτο Συριακό Πόλεμο είτε στην εκστρατεία που σχεδίαζε να πραγματοποιήσει ο Σελευκίδης στις Άνω Σατραπείες (βλ. σχετική ανάλυση σε Will, τ. ΙΙ, σελ. 351-352), ενώ η πλειονότητα των ιστορικών δεν δέχεται τη σχέση του Ευκρατίδη με τους Σελευκίδες (π.χ. Narain, όπ.π., σελ. 53 επ./  Simonetta, όπ.π., σελ. 158). Έτσι κι αλλιώς, η εκστρατεία του Αντίοχου του Επιφανούς (η οποία μάλλον είχε ως στόχο το δυτικό Ιράν και τα εδάφη που κατείχαν οι Πάρθοι) τερματίστηκε άδοξα λόγω της ασθένειας και του θανάτου του βασιλιά. Στη συνέχεια, οι διάδοχοί του έχουν μύρια προβλήματα με την παρθική επέκταση προς τα δυτικά για να ασχοληθούν ουσιαστικά με την απομακρυσμένη Βακτριανή.  

Ο Ευκρατίδης πρέπει να υπήρξε ο Έλληνας ηγεμόνας που στο απόγειο της δύναμής του βασίλεψε στην πιο εκτεταμένη επικράτεια από κάθε άλλον. Η ενοποίηση των εδαφών της Κεντρικής Ασίας που ήλεγχε το ελληνικό στοιχείο θα πρέπει να συντελέσθηκε ύστερα από σκληρούς αγώνες, ιδίως αν δεχθούμε τη θεωρία της διάσπασης του βασιλείου της Βακτριανής σε μικρότερες κρατικές οντότητες. Σύμφωνα με τον Ιουστίνο (όπ.π.), ο Ευκρατίδης αντιμετώπισε και νίκησε, ύστερα από σειρά σκληρών μαχών, τον Δημήτριο, ο οποίος είχε συγκεντρώσει μεγάλο στράτευμα για να ανατρέψει τον «σφετεριστή». Πρόκειται, άραγε, για τον μυστηριώδη Δημήτριο Β΄, ο οποίος είχε πιθανώς ως ορμητήριο τις σατραπείες στα νότια του Ινδικού Καυκάσου (βλ. Simonetta, όπ.π.); Ή μήπως για τον Δημήτριο Α΄ (βλ. σχετικά Will, όπ.π.); Είναι, πάντως, βέβαιο ότι, εκτός της Βακτριανής, ο Ευκρατίδης κατέλαβε και τα εδάφη που ήλεγχαν ο Αντίμαχος και ο Αγαθοκλής. Ο νέος ισχυρός άνδρας της Βακτριανής είχε υπό τον έλεγχό του και τη Σογδιανή, την Αρία, τη Μαργιανή, τη Δραγγιανή, την Αραχωσία και τους Παροπαμισάδες. Μετά την εδραίωση της εξουσίας του στην Κεντρική Ασία, ο Ευκρατίδης στράφηκε στην κοιλάδα του Ινδού, την οποία και κατέλαβε.

Η αχανής έκταση της επικράτειάς του, το μέγεθος της ισχύος του και η μεγάλη χρονική διάρκεια της βασιλείας του καταδεικνύονται και από το πλήθος, τη γεωγραφική διάδοση, την ποικιλία και την ποιότητα των νομισμάτων του. Πολλά νομίσματα ελληνικού τύπου, από τον εντυπωσιακό χρυσό στατήρα ως τα εξαιρετικής ποιότητας ασημένια τετράδραχμά του, στα οποία απεικονίζεται ο ίδιος φορώντας τη χαρακτηριστική περικεφαλαία, καθώς και έφιπποι οι Διόσκουροι, δηλαδή οι «προστάτες θεοί» του Ευκρατίδη. Αλλά και αρκετά νομίσματα ινδικού τύπου, με διάφορες παραστάσεις (απεικονίσεις του βασιλιά συνοδευόμενες από ελληνικής ή ινδικής προέλευσης θρησκευτικές παραστάσεις) και κείμενο στα ελληνικά και τα ινδικά (γραφή χαρόσθι).

Εξωτερικές απειλές και παρακμή: Η παντοδυναμία του Ευκρατίδη θα αποδειχθεί τελικά εύθραυστη. Στα δυτικά σύνορα οι Πάρθοι του Μιθριδάτη επιχειρούν διαρκείς εισβολές στη Μαργιανή, στην Αρία και πιθανότατα στο δυτικό τμήμα της Βακτριανής. Οι Σκύθες γίνονται όλο και πιο απειλητικοί στον Βορρά. Παράλληλα, άλλοι Έλληνες ηγεμόνες του ινδικού χώρου (ίσως ο Μένανδρος) όχι μόνο θα ανακόψουν την επεκτατική πορεία του βασιλιά της Βακτριανής, αλλά θα επιχειρήσουν και να του αποσπάσουν εδάφη στην περιοχή του Ινδού. Φυσικά, ο πιο μεγάλος κίνδυνος σχετίζεται με τις έριδες στο εσωτερικό της ελληνικής αριστοκρατίας της Βακτριανής. Ο Ιουστίνος (XLI, 6, 19), διηγείται ότι ο Ευκρατίδης είχε αναγκαστεί να υπογράψει συνθήκη ειρήνης με τους Πάρθους, γεγονός που δεν έβρισκε σύμφωνους πολλούς από τους αξιωματούχους του, μεταξύ των οποίων και ο γιος του τον οποίο ο Ευκρατίδης είχε ονομάσει συμβασιλέα. Έτσι, ενώ επέστρεφαν από την Ινδία, ο Ευκρατίδης δολοφονήθηκε από τον γιο του.

Πρέπει να πιστέψουμε τη διήγηση του Ιουστίνου; Καλύτερα να είμαστε επιφυλακτικοί. Ποιός θα μπορούσε να ήταν ο πατροκτόνος; Ο Ευκρατίδης Β΄ ή ο Ηλιοκλής; Μήπως η όλη ιστορία δεν είναι παρά μια ηθικοπλαστική κοινοτοπία που άκριτα δέχτηκε ή, ενδεχομένως, επινόησε ο Ρωμαίος συγγραφέας; Μήπως συγχέει τον Ευκρατίδη με τον Διόδοτο Β΄. Και πάλι, πολλά ερωτήματα χωρίς απαντήσεις. Υποθέσεις δίχως αποδεικτικά στοιχεία.

Η μόνη βεβαιότητα είναι ότι μετά τον θάνατο του Ευκρατίδη (πιθανώς το 145 π.Χ.) οι μέρες του ελληνιστικού βασιλείου της Βακτριανής είναι πια μετρημένες. Αντιθέτως, ο ελληνισμός της Ινδίας έχει ακόμη μπροστά του λαμπρό μέλλον. Αυτά, όμως, θα τα δούμε στο τέταρτο και τελευταίο μέρος της σειράς.     

 

Εντός και εκτός θέματος υστερόγραφο: Δεν είχα καταρχήν την πρόθεση για τόσο μεγάλη αποχή από το διαδίκτυο. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια των διακοπών ανέκυψαν πολλά και διάφορα που καθυστέρησαν την ενημέρωση του ιστολογίου. Έπειτα, αποδείχθηκα ανακόλουθος ως προς την αρχική δέσμευσή μου να ολοκληρώσω τη διήγηση σε τρία μέρη: ο όγκος και η φύση του υλικού με υποχρέωσαν να προσθέσω και τέταρτο μέρος για να μη γίνει το κείμενο απάνθρωπα κουραστικό. Σε κάθε περίπτωση ήθελα να αποφύγω τη στείρα καταγραφή ονομάτων ηγεμόνων και αντικρουόμενων απόψεων που επιχειρούν να ανασυνθέσουν την Ιστορία με βάση ελάχιστα και όχι πάντα αξιόπιστα στοιχεία. Γνωρίζω ότι δεν το κατόρθωσα. Ελπίζω τουλάχιστον να «περιόρισα τις ζημιές» (για να χρησιμοποιήσω και τον «απαραίτητο» γαλλισμό).

Κυρίως, εύχομαι στους φίλους αναγνώστες ευτυχισμένο νέο έτος, με υγεία και δημιουργικότητα, και τους ευχαριστώ για την υπομονή τους.

Advertisements

Οι Έλληνες στη Βακτριανή: μέρος Β΄

Δεκέμβριος 13, 2009

Στο προηγούμενο μέρος σταματήσαμε τη διήγησή μας αναφερόμενοι στις προσπάθειες των δύο πρώτων Σελευκιδών να ενθαρρύνουν τη συνεργασία μεταξύ του ελληνικού και του ιρανικού στοιχείου στις Άνω Σατραπείες. Πιθανότατα, την πολιτική αυτή τη συνέχισε και ο δεύτερος Αντίοχος. Καθώς όμως μας λείπουν ολότελα οι σχετικές πηγές, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι. Σε κάθε περίπτωση, στα μέσα του 3ου αιώνα η αυτοκρατορία εισέρχεται σε μια μακρά περίοδο αναταράξεων. Μετά το τέλος του αμφίρροπου Δεύτερου Συριακού Πολέμου, οι δύο αντίπαλοι, ο Αντίοχος Β΄ ο Θεός και ο Πτολεμαίος Β΄ ο Φιλάδελφος σύναψαν συνθήκη ειρήνης (253 π.Χ.), την οποία αποφάσισαν να επισφραγίσουν με ένα δυναστικό γάμο (ο οποίος επρόκειτο να προκαλέσει μύρια προβλήματα στο κράτος των Σελευκιδών): αυτόν του Αντίοχου με την κόρη του Πτολεμαίου Βερενίκη (η οποία, λόγω της κολοσιαίας προίκας της θα κερδίσει το προσωνύμιο «φερνοφόρος»). Για να γίνει αυτό, ο Αντίοχος αποκήρυξε τη σύζυγό του, τη βασίλισσα Λαοδίκη που του είχε χαρίσει δύο γιους και η οποία αποσύρθηκε στην Έφεσο. Λίγα χρόνια αργότερα (246) και ενώ ο Αντίοχος, ο οποίος στο μεταξύ είχε αποκτήσει ένα γιο από τη Βερενίκη, βρισκόταν στην Έφεσο για να επισκεφτεί την πρώην σύζυγό του βρέθηκε νεκρός υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες. Η πιο διαδεδομένη εξήγηση ήταν ότι η Λαοδίκη δηλητηρίασε τον Αντίοχο: μπορεί αυτός να είχε ορίσει ως διάδοχό του τον Σέλευκο, τον μεγαλύτερο γιο που είχε αποκτήσει με τη Λαοδίκη, όμως δεν ήταν απίθανο να άλλαζε γνώμη υπό την πίεση της νεαρής συζύγου του.Υπό τις συνθήκες αυτές, η Βερενίκη ζήτησε τη βοήθεια του αδελφού της, του Πτολεμαίου Γ΄ του Ευεργέτη, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον πατέρα του λίγους μήνες νωρίτερα. Ο Πτολεμαίος απάντησε άμεσα, εισβάλλοντας στα εδάφη των Σελευκιδών και ξεκινώντας τον Τρίτο Συριακό Πόλεμο (ή Λαοδίκειο Πόλεμο): χωρίς να συναντήσει ουσιαστική αντίσταση φτάνει στην Αντιόχεια όπου θα ανακαλύψει ότι η αδελφή και ο ανηψιός του είχαν δολοφονηθεί. Εκείνη τη χρονική στιγμή βρίσκεται σε κίνδυνο η ίδια η ύπαρξη του κράτους των Σελευκιδών. Ο Πτολεμαίος, πάντως, δεν θα προχωρήσει περισσότερο. Θα αρκεστεί να αποσπάσει κάποια εδάφη (όπως το λιμάνι της Αντιόχειας, τη Σελεύκεια της Πιερίας) και θα επιστρέψει στην Αίγυπτο. Αυτό θα επιτρέψει στον Σέλευκο Β΄, τον επονομαζόμενο Καλλίνικο, να ανακτήσει την Αντιόχεια και όσο περισσότερα εδάφη μπορούσε. Η αναταραχή θα ευνοήσει, όμως, την εκδήλωση της σοβαρότερης δυναστικής έριδας που είχε γνωρίσει ως τότε η αυτοκρατορία. Ο αδελφός του Σέλευκου, ο Αντίοχος Ιέραξ, θα στασιάσει και θα δημιουργήσει μια ανεξάρτητη ηγεμονία στα μικρασιατικά εδάφη (241). Ο εμφύλιος πόλεμος των δύο αδελφών θα  διαρκέσει πάνω από δέκα χρόνια. Επομένως, έχουμε μια εικοσαετία αστάθειας η οποία δεν θα επιτρέψει στον Καλλίνικο να ενδιαφερθεί και να βοηθήσει ουσιαστικά τις ανατολικές σατραπείες. Το πρόβλημα είναι ότι και αυτές αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα σοβαρότατους κινδύνους, καθώς η πίεση των νομάδων γίνεται όλο και εντονότερη. Η κατάσταση θα οδηγήσει μοιραία στην επικράτηση αποσχιστικών τάσεων. Την ιστορία τη «διηγούνται» τα νομίσματα από την Παρθία-Υρκανία και από τη Βακτριανή. 

Η αυτονόμηση των σατραπειών της Παρθίας-Υρκανίας και της Βακτριανής: Γύρω στα 245, ο Ανδραγόρας, σατράπης της Παρθίας-Υρκανίας αρχίζει να κόβει νομίσματα που αναφέρουν το όνομά του, χωρίς πάντως να φέρει σ’ αυτά τον τίτλο του βασιλέως. Ταυτόχρονα, τα νομίσματα από τη Βακτριανή εμφανίζουν μια ενδιαφέρουσα εξέλιξη: αρχικά, ενώ φέρουν πάντα το όνομα και τη μορφή του Αντίοχου, ο Απόλλων Αρχηγέτης (δυναστικός θεός των Σελευκιδών) αντικαθίσταται από τον Δία. Πόσο τυχαίο μπορεί να είναι το γεγονός ότι ο σατράπης της Βακτριανής ονομάζεται Διόδοτος; Λίγο αργότερα, παρότι εξακολουθεί να μνημονεύεται το όνομα του Αντίοχου, η μορφή του αντικαθίσταται στο νόμισμα από αυτήν του Διόδοτου. Τέλος (γύρω στα 239-238), εξαλείφεται και το όνομα του (νεκρού, άλλωστε) Σελευκίδη και στη θέση του υπάρχει η αναφορά στο όνομα του Διόδοτου συνοδευόμενου από τον βασιλικό τίτλο. Για ποιό λόγο αποφάσισαν οι δύο σατράπες, σχεδόν ταυτόχρονα, να αυτονομηθούν από την εξουσία της Αντιόχειας; Η εύκολη, αλλά και απλοϊκή, εξήγηση δεν είναι άλλη από την προσωπική φιλοδοξία. Είναι αλήθεια ότι τα σοβαρότατα προβλήματα της Αντιόχειας προσέφεραν σε φιλόδοξους ηγέτες την ευκαιρία να ανεξαρτητοποιηθούν από το κράτος των Σελευκιδών. Αρκεί, όμως, αυτό; Και τί το επαχθές μπορούσε να συνεπάγεται, τη δεδομένη χρονική στιγμή, η υποταγή στην Αντιόχεια για τους επικεφαλής, τις ελίτ και τους πληθυσμούς των ανατολικών σατραπειών; Λογικότερο φαίνεται να ακολουθήσουμε την πιο σύνθετη εξήγηση που δίνει ο Edouard Will (“Histoire politique du monde hellénistique”, Presses universitaires de Nancy, 2η έκδ. 1979-1982, επανέκδ. Seuil, 2003, τ. Ι. σελ. 281 επ.). Στα μέσα του 3ου αιώνα π.Χ, η απειλή των νομάδων του Βορρά καθίσταται πιο πιεστική: η απειλή εκφράζεται κυρίως από ένα σκυθικό φύλο, τους Δάχες Πάρνους, οι οποίοι κινούνται στην περιοχή μεταξύ της Βακτριανής και της Μαργιανής και βόρεια της Παρθίας-Υρκανίας. Την ίδια στιγμή, η εξουσία της Αντιόχειας, λόγω των προβλημάτων της, όχι μόνο αδυνατεί να βοηθήσει ουσιαστικά της Άνω Σατραπείες, αλλά αποσπά από αυτές και πολύτιμους οικονομικούς πόρους και ανθρώπινο δυναμικό. Υπό αυτές τις συνθήκες, η «κοινή γνώμη» στις περιοχές μεταστρέφεται κατά των νόμιμων ηγεμόνων και αναζητεί εσωτερικές λύσεις που μπορούν να εξασφαλίσουν την επιβίωσή της. Φαίνεται, άλλωστε, από την νομισματική πολιτική του Ανδραγόρα και του Διόδοτου, ανθρώπων που προέρχονταν από τις τάξεις των ανώτατων αξιωματούχων των Σελευκιδών και εμφορούνταν κατ’ ανάγκη από νοοτροπία αφοσίωσης στη δυναστεία, μια ορισμένη διστακτικότητα να διαρρήξουν ανεπανόρθωτα τις σχέσεις τους με τους Σελευκίδες και να ακολουθήσουν τον δρόμο της απόσχισης: ο Ανδραγόρας δεν θα πάρει ποτέ τον τίτλο του βασιλέως, ενώ ο Διόδοτος θα χρειαστεί μερικά χρόνια για να κάνει το μεγάλο βήμα. Κατά πάσα πιθανότητα, το περιβάλλον τόσο του ενός όσο και του άλλου ήταν έτοιμο να προχωρήσει γρηγορότερα και αποφασιστικότερα στον δρόμο της ανεξαρτητοποίησης απ’  ό,τι οι δύο σατράπες. Ας παραθέσουμε την εξήγηση του ίδιου του Will (όπ.π., σελ. 284-285): 

«Οι εξαιρετικά ισχνές πηγές μάς οδηγούν κατ’ ανάγκη σε ένα, κατά τα φαινόμενα παράδοξο, διττό συμπέρασμα: αφενός, ο καταρχήν αναμενόμενος ανταγωνισμός μεταξύ Ιρανών και Ελλήνων, ο οποίος, κατά πάσα πιθανότητα, υπήρχε στις αρχές, αντικαταστάθηκε γρήγορα από την ειρηνική συμβίωση … αφετέρου, και πάλι αντιθέτως προς το καταρχήν αναμενόμενο, το ελληνικό στοιχείο του πληθυσμού των σατραπειών του ανατολικού Ιράν, μολονότι προφανώς αποτελούσε μειονότητα (ή μάλλον ακριβώς επειδή αποτελούσε μειονότητα), φαίνεται να διατήρησε με επιμονή και επί μακρόν την αυθεντικότητα και την καθαρότητα του πολιτισμού του…   

Το γεγονός και μόνο ότι από το δεύτερο τρίτο του τρίτου αιώνα εκπρόσωποι της ελληνικής μειονότητας… κατόρθωσαν να υποκαταστήσουν τους Σελευκίδες και να δημιουργήσουν στη Βακτριανή και τη Σογδιανή μια ελληνική μοναρχία χωρίς να προκαλέσουν, καθόσον γνωρίζουμε, κάποια ιρανική αντίσταση…. αποδεικνύει ότι μετά τις αρχικές εντάσεις στις περιοχές αυτές οι δύο λαοί συμβίωσαν αρμονικά… Καθώς είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι αυτό συνέβη μόνο λόγω του αλληλοσεβασμού που έτρεφε ο ένας για τον άλλο, έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι η ένωσή τους σφυρηλατήθηκε από τον εξωτερικό κίνδυνο που απειλούσε και τους δύο. Εκτεθειμένοι στην πίεση των νομάδων, Ιρανοί και Έλληνες… έπρεπε να πολεμήσουν ή να χαθούν μαζί».  

Η εισβολή των Πάρνων: Όσον αφορά τον Ανδραγόρα, ο οποίος ήταν και αμεσότερα εκτεθειμένος στον κίνδυνο εισβολής των νομάδων και μάλλον στρατιωτικά πιο αδύναμος, η περιπέτεια τελείωσε γρήγορα. Γύρω στα 239-238 (δηλαδή λίγο ύστερα από τη σντριπτική ήττα που υπέστη ο Σέλευκος Β΄ ο Καλλίνικος στη μάχη της Άγκυρας από τους Γαλάτες συμμάχους του αδερφού του), οι Πάρνοι, υπό την καθοδήγηση του βασιλιά τους Αρσάκη Α΄, εισβάλλουν στα εδάφη της Παρθίας-Υρκανίας και τα κατακτούν. Όπως αναφέρει ο Στράβων (ΙΑ΄, 9, 2-3): «Ἔπειτ’ Ἀρσάκης ἀνὴρ Σκύθης τῶν Δαῶν τινας ἔχων τοὺς Πάρνους καλουμένους νομάδας παροικοῦντας τὸν Ὦχον, ἐπῆλθεν ἐπὶ τὴν Παρθυαίαν καὶ ἐκράτησεν αὐτῆς». Οι νομάδες αυτοί, που θα μείνουν στην ιστορία με δανεικό όνομα, αυτό της περιοχής που κατέκτησαν, θα εξελιχθούν σταδιακά από απλή απειλή για τους Σελευκίδες σε αυτοκρατορία που θα κυριαρχήσει στη Μεσοποταμία και το Ιράν για μερικούς αιώνες. * 

Διόδοτος Α΄: Στη Βακτριανή, ο Διόδοτος δεν πρέπει να αντιμετώπισε με αισιοδοξία την εξέλιξη αυτή: ένα βαρβαρικό κράτος είχε πάρει τη θέση εκείνου του οποίου ηγείτο ένας συμπατριώτης και σύμμαχος. Οι νομάδες αυτοί δεν ήταν άγνωστοι στον Διόδοτο. Φαίνεται πως γύρω στα 250 θα πρέπει να τους είχε αντιμετωπίσει επιτυχώς σε μάχη, απωθώντας τους πέρα από τα εδάφη της Βακτριανής. Κατά πάσα πιθανότητα, η εισβολή των – τώρα πια – Πάρθων στα εδάφη του Ανδραγόρα πρέπει να ήταν μάλλον το γεγονός που έπεισε οριστικά και αμετάκλητα τον Διόδοτο να ανακηρυχθεί βασιλιάς. Δεν είμαστε βέβαιοι για τα εδάφη στα οποία ασκούσε την κυριαρχία του: σύμφωνα με την ευρύτερα αποδεκτή γνώμη, το βασίλειό του περιελάμβανε εκτός της Βακτριανής τη Σογδιανή και τη Μαργιανή (καθώς γίνεται δεκτό ότι οι Σελευκίδες ανέθεταν μέχρι τότε στον ίδιο σατράπη τη διοίκηση και των τριών αυτών περιοχών). Κάποιοι αμφισβητούν την εξουσία του επί της Σογδιανής (της οποίας, όμως, η απομονωμένη γεωγραφική θέση μάλλον ενισχύει την υπαγωγή της στο νεοπαγές βασίλειο της Βακτριανής), άλλοι πιστεύουν ότι εξουσίαζε και την Αρία. Πάντως, σχετικά γρήγορα (μεταξύ του 238 και του 234) ο Διόδοτος πεθαίνει και τον διαδέχεται στον θρόνο του βασιλείου ο γιος του, ο Διόδοτος Β΄. 

Η προσπάθεια του Σέλευκου Β΄ για την ανάκτηση των χαμένων εδαφών: Οι απώλειες στα ανατολικά του βασιλείου του δεν άφησαν αδιάφορο τον Σέλευκο: πριν καν επικρατήσει ολοκληρωτικά επί του αδελφού του, ο Καλλίνικος επιχειρεί (περίπου 230  με 227) να ανακτήσει τα χαμένα εδάφη. Η προσπάθειά του φάνηκε να στέφεται με επιτυχία, καθώς ο Πάρθος βασιλιάς Αρσάκης προτίμησε να υποχωρήσει προς τις στέππες του Βορρά παρά να αντιμετωπίσει τον Σελευκίδη. Ωστόσο, τα όποια κέρδη ήταν προσωρινά. Ο Σέλευκος δεν είχε την ευκαιρία ούτε να εδραιώσει την κυριαρχία του στα εδάφη που ανέκτησε από τον Αρσάκη ούτε να αντιμετωπίσει στρατιωτικά τον Διόδοτο Β΄. Η προσπάθεια του Αττάλου Α΄ της Περγάμου να αποσπάσει μικρασιατικά εδάφη από τους Σελευκίδες ανάγκασε τον Σέλευκο να επιστρέψει εσπευσμένα στα δυτικά σύνορα της αυτοκρατορίας του. Οι πηγές, πάντως, μας πληροφορούν για μια θεαματική και καταρχήν παράδοξη αλλαγή όσον αφορά την πολιτική του Διόδοτου Β΄ της Βακτριανής: λέγεται ότι σύναψε συνθήκη ειρήνης και συμμαχίας με τον Αρσάκη ενόψει του κοινού κινδύνου που αποτελούσε και για τους δύο ο Σέλευκος. Σε κάθε περίπτωση, η συμμαχία με τον «βάρβαρο» δεν προσέφερε στην πράξη κάτι ουσιαστικό στον Διόδοτο: η σωτηρία του οφειλόταν αποκλειστικά στα προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπίσει ο Σέλευκος στη Μικρά Ασία. Θα χρειαστούν σχεδόν είκοσι χρόνια για να ξαναβρεθεί κάποιος Σελευκίδης ηγεμόνας στα εδάφη της Βακτριανής. 

Η ανατροπή του Διόδοτου Β΄ από τον Ευθύδημο: Είναι βέβαιο ότι η πολιτική συμμαχίας με τους Πάρθους που φέρεται να ακολούθησε ο Διόδοτος Β΄πρέπει να προκάλεσε αντιδράσεις στο εσωτερικό της ελληνικής κοινότητας της Βακτριανής. Ίσως αυτές να εξηγούν το γεγονός ότι (πιθανώς το 223) ο Διόδοτος ανατρέπεται από ένα σφετεριστή, τον Ευθύδημο, ο οποίος θα ιδρύσει τη δική του δυναστεία. Δεν γνωρίζουμε πολλά για τον Ευθύδημο. Ο Πολύβιος (βιβλίο ΙΑ΄, 34, 2) αναφέρει ότι καταγόταν από τη Μαγνησία, αλλά δεν διευκρινίζει αν ήταν Θεσσαλός ή, όπως είναι ίσως πιθανότερο, Μικρασιάτης (άρα είτε από τη Μαγνησία του Σιπύλου είτε από τη Μαγνησία του Μαιάνδρου). Δεν ξέρουμε ακόμη αν η «λαϊκή» υποστήριξη που σίγουρα θα είχε στην προσπάθειά του ο Ευθύδημος οφειλόταν μόνο στη φιλοπαρθική πολιτική του προκατόχου του ή και σε μια πιθανολογούμενη οικονομική κρίση του βασιλείου. Ο Ταρν, πάντως, (W. W. Tarn «The Greeks in Bactria & India«, Cambridge University Press, 2η έκδ. 1951, 3η αναθεωρημένη 1997, σελ. 73 επ.) τον εμφανίζει σχεδόν σαν «πράκτορα» των Σελευκιδών! Σύμφωνα με τη θεωρία του (η οποία δεν στηρίζεται ούτε στις πηγές ούτε στα όποια αρχαιολογικά ευρήματα), γύρω στα 246 και κατόπιν πρωτοβουλίας του Σελευκίδη, ο Διόδοτος Α΄ νυμφεύθηκε μια από τις αδελφές του Σέλευκου Β΄ (από μόνο του αυτό το ενδεχόμενο δεν μπορεί να αποκλεισθεί). Εξοργισμένη η αδελφή του Σέλευκου με την πολιτική του Διόδοτου Β΄ (ο οποίος, κατά τον Ταρν, ήταν γιος του Διόδοτου Α΄ από προηγούμενο γάμο) πάντρεψε την κόρη της με τον Ευθύδημο, τον οποίο έπεισε να δολοφονήσει τον Διόδοτο επειδή «πρόδωσε τους Έλληνες». Μια επίσης υποθετική, αλλά πολύ πιο λογική εξήγηση πρότεινε πρόσφατα ο Αμερικανός ιστορικός Φρανκ Χολτ (F. L. Holt «Thundering Zeus: The Making of Hellenistic Bactria – Hellenistic Culture and Society«, University of California Press, Berkeley, 1999): σύμφωνα με τη θεωρία του, ο Ευθύδημος είχε διοριστεί από τον Διόδοτο σατράπης της Σογδιανής. Για λόγους παρόμοιους με αυτούς που οδήγησαν στην απόσχιση της Βακτριανής από το βασίλειο των Σελευκιδών, η Σογδιανή του Ευθύδημου άρχισε να ανεξαρτητοποιείται από την εξουσία των Βάκτρων. Έχοντας στη διαταγές του ένα σημαντικό σε αριθμό και εμπειροπόλεμο στράτευμα (μια και αποστολή του ήταν η υπεράσπιση των συνόρων του βασιλείου) και εκμεταλλευόμενος τη δυσαρέσκεια που πρέπει να είχε προκαλέσει η εξωτερική και η οικονομική πολιτική του Διόδοτου, ο Ευθύδημος ανακηρύχθηκε βασιλιάς, νίκησε και σκότωσε σε μάχη τον Διόδοτο και ένωσε πάλι τη Βακτριανή και τη Σογδιανή σε ενιαίο κράτος υπό την εξουσία του. 

Η σύγκρουση Ευθύδημου και Αντίοχου Γ΄: Όποια κι αν ήταν η αρχή της βασιλείας του, είναι βέβαιο ότι ο Ευθύδημος εξουσιάζει πλέον και την περιοχή της Αρίας, αν και δεν γνωρίζουμε υπό ποίες συνθήκες προσάρτησε τη σατραπεία αυτή το βασίλειο της Βακτριανής (κενό εξουσίας; «πρόσκληση» των Ελλήνων κατοίκων στους συμπατριώτες τους της Βακτριανής; στρατιωτική σύγκρουση με κάποιον σατράπη διορισμένο από τους Σελευκίδες;). Και, για να είμαστε ειλικρινείς, δεν γνωρίζουμε καν αν η προσάρτηση της Αρίας οφείλεται στον Ευθύδημο ή σε κάποιον από τους δύο Διόδοτους. Στα εδάφη της Αρίας πάντως και συγκεκριμένα στις όχθες του ποταμού Αρίου ο Ευθύδημος θα γίνει ο πρώτος μονάρχης του ανεξάρτητου ελληνιστικού βασιλείου της Βακτριανής που θα κληθεί να αντιμετωπίσει σε μάχη ένα Σελευκίδη βασιλέα (208). Στο πλαίσιο της «Αναβάσεώς» του, δηλαδή της επικής προσπάθειάς του να ανακτήσει όλα τα εδάφη που έχασαν οι πρόγονοί του στα ανατολικά ο Αντίοχος Γ΄ ο Μέγας, εισβάλλει στα εδάφη του Ευθύδημου. Το ισχυρό όπλο του μονάρχη της Βακτριανής είναι το ευέλικτο ιππικό του, το οποίο απαρτίζουν κυρίως Ιρανοί. Από τη μεριά του, ο Αντίοχος έχει να επιδείξει πολυπληθέστερο στράτευμα και, βεβαίως, το βαρύ πεζικό του, τη φάλαγγα. Η πρώτη σύγκρουση θα τελειώσει με νίκη του Σελευκίδη (περιγραφή στον Πολύβιο, βιβλίο Ι΄, 49): οι δυνάμεις του θα διασχίσουν αιφνιδιαστικά τον ποταμό και θα τρέψουν σε φυγή το ιππικό του Ευθύδημου, ο οποίος θα προτιμήσει να καταφύγει στην πρωτεύουσά του, τα Βάκτρα (Ζαριάσπα).    

Η πολιορκία της πρωτεύουσας της Βακτριανής θα κρατήσει πάνω από δύο χρόνια. Σύμφωνα με τον Πολύβιο ήταν μια από τις πιο ονομαστές πολιορκίες της μέχρι τότε ιστορίας. Δυστυχώς, τα σχετικά αποσπάσματα της Ιστορίας του Πολύβιου έχουν χαθεί. Ο Αντίοχος, καθώς δεν κατάφερε ούτε να αλώσει την ακρόπολη των Βάκτρων ούτε να ελέγξει τη χώρα ώστε να εξαναγκάσει τον Ευθύδημο να παραδοθεί, άρχισε διαπραγματεύσεις με τον μονάρχη της Βακτριανής. Κατά τη διάρκειά τους, ο Ευθύδημος φέρεται να έπεισε τον Αντίοχο για τη σημασία του κινδύνου μιας ενδεχόμενης νομαδικής εισβολής, καθώς και για το ότι η ειρήνη θα ήταν προς το κοινό συμφέρον και των δύο. Οι δύο βασιλείς ήρθαν τελικά σε συμφωνία: ο Ευθύδημος δέχτηκε την (τυπική, στην πραγματικότητα, επικυριαρχία του Σελευκίδη, ο οποίος με τη σειρά του αναγνώρισε τον Ευθύδημο ως βασιλέα της Βακτριανής. Συμφωνήθηκε επίσης ο γάμος του διαδόχου του Ευθύδημου, του Δημήτριου, με μια από τις κόρες του Αντίοχου. Ύστερα από αυτό, κι αφού ο Ευθύδημος δέχτηκε να του παραχωρήσει τους πολεμικούς ελέφαντές του και να ανεφοδιάσει τον στρατό, ο Αντίοχος αποχώρησε από τη Βακτριανή. Όπως διηγείται ο Πολύβιος (ΙΑ΄, 34, 1-10): 

«Καὶ γὰρ αὐτὸς ἦν ὁ Εὐθύδημος Μάγνης, πρὸς ὃν ἀπελογίζετο φάσκων ὡς οὐ δικαίως αὐτὸν Ἀντίοχος ἐκ τῆς βασιλείας ἐκβαλεῖν σπουδάζει: γεγονέναι γὰρ οὐκ αὐτὸς ἀποστάτης τοῦ βασιλέως, ἀλλ᾽ ἑτέρων ἀποστάντων ἐπανελόμενος τοὺς ἐκείνων ἐκγόνους, οὕτως κρατῆσαι τῆς Βακτριανῶν ἀρχῆς. Καὶ πλείω δὲ πρὸς ταύτην τὴν ὑπόθεσιν διαλεχθεὶς ἠξίου τὸν Τηλέαν μεσιτεῦσαι τὴν διάλυσιν εὐνοϊκῶς, παρακαλέσαντα τὸν Ἀντίοχον μὴ φθονῆσαι τῆς ὀνομασίας αὑτῷ τῆς τοῦ βασιλέως καὶ προστασίας, ὥς γ᾽ ἐὰν μὴ συγχωρῇ τοῖς ἀξιουμένοις, οὐδετέρῳ τῆς ἀσφαλείας ὑπαρχούσης: πλήθη γὰρ οὐκ ὀλίγα παρεῖναι τῶν Νομάδων, δι᾽ ὧν κινδυνεύειν μὲν ἀμφοτέρους, ἐκβαρβαρωθήσεσθαι δὲ τὴν χώραν ὁμολογουμένως, ἐὰν ἐκείνους προσδέχωνται. Ταῦτα δ᾽ εἰπὼν ἐξαπέστειλε τὸν Τηλέαν πρὸς τὸν Ἀντίοχον. Ὁ δὲ βασιλεύς, πάλαι περιβλεπόμενος λύσιν τῶν πραγμάτων, πυθόμενος ταῦτα παρὰ τοῦ Τηλέου, προθύμως ὑπήκουσε πρὸς τὰς διαλύσεις διὰ τὰς προειρημένας αἰτίας. Τοῦ δὲ Τηλέου προσανακάμψαντος καὶ πολλάκις πρὸς ἀμφοτέρους, τέλος Εὐθύδημος ἐξέπεμψε Δημήτριον τὸν υἱὸν βεβαιώσοντα τὰς ὁμολογίας: ὃν ὁ βασιλεὺς ἀποδεξάμενος, καὶ νομίσας ἄξιον εἶναι τὸν νεανίσκον βασιλείας καὶ κατὰ τὴν ἐπιφάνειαν καὶ κατὰ τὴν ἔντευξιν καὶ προστασίαν, πρῶτον μὲν ἐπηγγείλατο δώσειν αὐτῷ μίαν τῶν ἑαυτοῦ θυγατέρων: δεύτερον δὲ συνεχώρησε τῷ πατρὶ τὸ τῆς βασιλείας ὄνομα. Περὶ δὲ τῶν λοιπῶν ἐγγράπτους ποιησάμενος ὁμολογίας καὶ συμμαχίαν ἔνορκον, ἀνέζευξε σιτομετρήσας δαψιλῶς τὴν δύναμιν, προσλαβὼν καὶ τοὺς ὑπάρχοντας ἐλέφαντας τοῖς περὶ τὸν Εὐθύδημον».    

Μετά την Ανάβαση του Αντίοχου κανένας Σελευκίδης δεν έθεσε ξανά υπό αμφισβήτηση την κυριαρχία των Ελλήνων βασιλέων της Βακτριανής. Ο Ευθύδημος έχει την ευκαιρία όχι μόνο να σταθεροποιήσει τα σύνορα του βασιλείου του, αλλά και να τα διευρύνει. Κάποιοι πιστεύουν ότι ο Ευθύδημος οργάνωσε (μάλλον αναγνωριστικού χαρακτήρα) εκστρατείες προς τη Σιβηρία και το σημερινό κινεζικό Τουρκεστάν (αυτόνομη περιφέρεια του Xinjiang). Όταν (200; 195;) τον διαδέχεται ο γιος του Δημήτριος, το βασίλειο της Βακτριανής βρίσκεται αντικειμενικά στο απόγειο της δύναμής του και οι προοπτικές του μοιάζουν εξαιρετικά ευοίωνες. 

         

* Η χρονολόγηση της ανεξαρτητοποίησης του Ανδραγόρα και του Διόδοτου, καθώς και της κατάκτησης της σατραπείας του πρώτου από τους μετέπειτα Πάρθους αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας μεταξύ των ιστορικών. Στην παρούσα ανάρτηση επιλέξαμε τη χρονολόγηση που προτείνει ο Edouard Will (όπ.π.,τ. Ι, σελ. 281 επ., 301 επ.). Τα τελευταία χρόνια, πάντως, κερδίζει έδαφος η άποψη ότι τα συγκεκριμένα γεγονότα συνέβησαν νωρίτερα: δηλ. ανεξαρτητοποίηση του Ανδραγόρα στα 250, εισβολή των Πάρθων στα 246, ανακήρυξη του Διόδοτου ως βασιλέως το 245 (Holt όπ.π., σελ. 60-66/ O. Bopearachchi «L’ indépendance de la Bactriane» Topoi 4/2, 1994, σελ. 513-519, C. Grandjean, G. Hoffmann, L. Capdetrey, J.-Y. Carrez-Maratray «Le monde hellénistique«, éd. Armand Colin, Παρίσι, 2008, σελ. 121-122). Δηλαδή, για τον Will το επίμαχο διάστημα αστάθειας στην αυτοκρατορία των Σελευκιδών, το οποίο κατέστησε δυνατή την ανεξαρτητοποίηση της Παρθίας-Υρκανίας και της Βακτριανής, είναι αυτό που αρχίζει με τον θάνατο του Αντίοχου Β΄ και τον Γ΄ Συριακό Πόλεμο και κορυφώνεται με την εμφύλια σύγκρουση Σέλευκου Καλλίνικου και Αντίοχου Ιέρακος. Για τους υπόλοιπους αρχίζει μετά το τέλος του Β΄ Συριακού Πολέμου και ολοκληρώνεται με τον Γ΄ και την εισβολή του Πτολεμαίου Ευεργέτη στα εδάφη των Σελευκιδών.                 

Οι Έλληνες στη Βακτριανή: μέρος Α΄

Δεκέμβριος 8, 2009

 

«Εμείς· οι Aλεξανδρείς, οι Aντιοχείς,
 οι Σελευκείς, κ’ οι πολυάριθμοι
 επίλοιποι Έλληνες Aιγύπτου και Συρίας,
 κ’ οι εν Μηδία, κ’ οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι.
 Με τες εκτεταμένες επικράτειες,
 με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών.
 Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά
 ώς μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ώς τους Ινδούς»

Κ. Π. Καβάφης «Στα  200 π.Χ.«

Σημείο συνάντησης λαών και πολιτισμών, η Κεντρική Ασία παρουσιάζει ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Η περιοχή αυτή, με τη μεγάλη γεωγραφική ποικιλομορφία (καθόσον περιλαμβάνει αχανείς στέππες, εύφορες κοιλάδες ποταμών, πανύψηλες οροσειρές και ερημικές εκτάσεις), είναι αρκετά δύσκολο να οριοθετηθεί, δεδομένου ότι έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις σχετικά με τις περιοχές που περιλαμβάνονται σ΄αυτήν. Διευκρινίζουμε, επομένως, ότι για τους σκοπούς της παρούσας σειράς αναρτήσεων, αναφερόμαστε σε μια γεωγραφική περιοχή που αποτελείται από το βορειοανατολικό τμήμα του σύγχρονου Ιράν, το μεγαλύτερο τμήμα των εδαφών που ανήκουν στις 4 από τις 5 πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας (εν προκειμένω: Ουζμπεκιστάν, Τουρκμενιστάν, νότιο Καζακστάν, Τατζικιστάν), το Αφγανιστάν και το βορειοδυτικό Πακιστάν (Μπαλουτσιστάν και κοιλάδα του Ινδού στο Παντζάμπ). Το ενδιαφέρον μας επικεντρώνεται στην έντονη παρουσία του ελληνικού στοιχείου στην περιοχή αυτή κατά την αρχαιότητα. Η εξιστόρηση της παρουσίας αυτής δεν είναι ιδιαίτερα ευχερής, καθώς οι πηγές που έχουμε στη διάθεσή μας παρουσιάζουν αρκετές ελλείψεις. Λείπουν αρκετά αποσπάσματα αρχαίων ιστορικών συγγραμμάτων (ή και ολόκληρα έργα) που υποθέτουμε ότι αναφέρονταν στην ιστορία του ελληνισμού στην αρχαία Κεντρική Ασία. Σε άλλες περιπτώσεις, κάποια συγγράμματα «διασώζονται» χάρη σε συνόψεις και επιτομές που συντάχθηκαν κατά την ύστερη αρχαιότητα ή κατά τα βυζαντινά χρόνια και τα οποία δεν αποτελούν υπόδειγμα συνεπούς ιστορικού συγγράμματος: συχνά διαπιστώνεται σύγχυση μεταξύ προσώπων και γεγονότων. Επομένως, οι βασικές πηγές για τους σύγχρονους ιστορικούς είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα, μεταξύ των οποίων επιγραφές και κυρίως νομίσματα. Μόνο που έχουμε νομίσματα διπλάσιων ηγεμόνων από αυτούς που αναφέρουν τα αρχαία ιστορικά συγγράμματα και μπορούμε να κάνουμε μόνο υποθέσεις (περισσότερο ή λιγότερο επισφαλείς) για τη δράση του κάθε ηγεμόνα και τον χώρο κυριαρχίας του. Τα προβλήματα αυτά δεν στάθηκαν εμπόδιο για τη συγγραφή ορισμένων ιδιαίτερα συναρπαστικών βιβλίων Ιστορίας. To 1938, ο Βρετανός ιστορικός Γουίλιαμ Γούντθορπ Ταρν δημοσίευε το μνημειώδες έργο του «The Greeks in Bactria & India» (Cambridge University Press, 2η έκδ. 1951, 3η αναθεωρημένη 1997), στο οποίο σκιαγραφούσε το πορτρέτο ενός δυναμικού και κατακτητικού σε όλα τα επίπεδα ελληνισμού. Βεβαίως, διαβάζοντας το βιβλίο του Ταρν δημιουργείται η εντύπωση ότι δεν μας λείπει απολύτως τίποτε σε επίπεδο πηγών: ο Βρετανός ιστορικός κατάρτισε πλήρεις καταλόγους των ελληνιστικών δυναστειών της Κεντρικής Ασίας (με βασιλείς, συμβασιλείς και αντιβασιλείς), στηριζόμενος αποκλειστικά στις υποθέσεις του, οι οποίες είναι, κατ’ ανάγκη, σε μεγάλο βαθμό αυθαίρετες. To 1957, ο Ινδός ιστορικός A. K. Narain δημοσίευε το βιβλίο «The Indo-Greeks» (4η αναθεωρημένη και συμπληρωμένη έκδοση 2003, B.R. Publishing), με το οποίο επιχειρούσε να αντικρούσει τις θεωρίες του Ταρν, παρουσιάζοντας το ελληνικό στοιχείο να δέχεται εντονότατες επιρροές από τους πανάρχαιους πολιτισμούς της περιοχής, τον ιρανικό και, κυρίως, τον ινδικό. Ακολουθώντας τη μέση οδό, Γάλλοι ιστορικοί όπως ο Edouard Will και ο Paul Bernard προσπάθησαν να προβούν σε μια πιο νηφάλια θεώρηση, βασιζόμενοι στα ιστορικά και αρχαιολογικά στοιχεία και επισημαίνοντας τις αβεβαιότητες και τις απορίες του σύγχρονου ιστορικού. Μετά τις σημαντικές ανακαλύψεις των τελευταίων πενήντα χρόνων (η μεγάλη ελληνιστική πόλη στην τοποθεσία Άι Χανούμ του Αφγανιστάν, οι ελληνιστικές επιγραφές της Αλεξάνδρειας της Αραχωσίας-Κανταχάρ) και παρά τα προβλήματα που δημιουργεί η πολιτική αστάθεια στην περιοχή είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πολλά πράγματα για τον τρόπο ζωής και σκέψης αυτών των Ελλήνων που βρέθηκαν τόσες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη μητρόπολη. Ας δούμε όμως την ιστορία από την αρχή.     

Η Κεντρική Ασία ως τμήμα της περσικής αυτοκρατορίας: Ήδη από τα τέλη της δεύτερης χιλιετίας π.Χ., το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής κατοικείται από ιρανικούς πληθυσμούς. Για τον λόγο αυτό θα αναφερθεί στη συνέχεια και ως ανατολικό Ιράν (με τη διευκρίνιση ότι δεν θα πρέπει να υπάρξει σύγχυση με το ανατολικό κομμάτι του σημερινού κράτους του Ιράν). Η περιοχή αποτελεί από πολύ νωρίς (τέλος 6ου αι. π.Χ.) μέρος της περσικής αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών, οι οποίοι την οργανώνουν διοικητικά σε σατραπείες: χρησιμοποιώντας τα ελληνικά ονόματα που καθιερώθηκαν για αυτές, πρόκειται για τη Βακτριανή (σημερινό νότιο Ουζμπεκιστάν και Τατζικιστάν, βορειοδυτικό Αφγανιστάν), τη Μαργιανή (τα εδάφη της οποίας συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό με το σύγχρονο Τουρκμενιστάν), τη Δραγγιανή (ανατολικό Ιράν και περιοχή του Σεϊστάν στο βορειοδυτικό Αφγανιστάν), την Παρθία-Υρκανία (βόρειο-βορειοανατολικό Ιράν), τη Σογδιανή (βόρειο Ουζμπεκιστάν και Τατζικιστάν), την Αρία (ανατολικό Χορασάν στο σημερινό Ιράν και περιοχή του Χεράτ στο Αφγανιστάν), τους Παροπαμισάδες (περιοχή που περιελάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της οροσειράς του Χιντού Κους, του Ινδικού Καυκάσου των Ελλήνων, με τις περιοχές της Καμπούλ και του Μπαγκράμ στο Αφγανιστάν) και την Αραχωσία (νότιο Αφγανιστάν και βορειοδυτικό Πακιστάν). Στα νότια της Αραχωσίας βρίσκονταν οι τρεις σατραπείες της κοιλάδας του Ινδού, μέγιστο όριο της επέκτασης του κράτους των Αχαιμενιδών και χώρος συνύπαρξης Ιρανών και Ινδών. Η σημασία των σατραπειών της Κεντρικής Ασίας είναι μεγάλη για την περσική αυτοκρατορία: στρατηγική, αφενός, μια και το βόρειο τμήμα της περιοχής ταυτίζεται με τα σύνορα της αυτοκρατορίας, πέρα από τα οποία ζουν διάφορα νομαδικά σκυθικά φύλα, επίσης ιρανικής καταγωγής (Σάκες, Μασσαγέτες, Δάχες, Πάρνοι). Αφετέρου, οι σατραπείες αυτές αποτελούν για την αυτοκρατορία πηγή οικονομικού πλούτου, δεξαμενή στρατολογήσιμου ανθρώπινου δυναμικού και δίαυλο εμπορικής επικοινωνίας με την Ινδία. Η Βακτριανή ειδικότερα γνωρίζει σημαντική ανάπτυξη: η πρωτεύουσά της, τα Βάκτρα, καθίσταται μεγάλο αστικό κέντρο. Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με μια πολύ ισχυρή παράδοση, ο Ζωροάστρης έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στα Βάκτρα. Ούτε ότι ο πατέρας του Δαρείου Α΄, ο Υστάσπης, υπήρξε σατράπης της Βακτριανής (ακόμη και βασιλεύοντος του γιου του).

Για τους περισσότερους η ελληνική παρουσία στην περιοχή αρχίζει με την κατάκτησή της από τον Μέγα Αλέξανδρο. Εντούτοις, η πλειονότητα των ιστορικών και αρχαιολόγων είναι πεπεισμένη ότι, τουλάχιστον, στη Βακτριανή ζούσαν Έλληνες και πριν από τη μακεδονική κατάκτηση. Η ύπαρξη ελληνικών παροικιών σε διάφορα σημεία της περσικής αυτοκρατορίας είναι ιστορικά διαπιστωμένη: η άσκηση εμπορικών δραστηριοτήτων, η ανάγκη της αχαιμενιδικής διοίκησης για εξειδικευμένους τεχνίτες ή καλιτέχνες, οι εκτοπίσεις έφεραν ελληνικούς πληθυσμούς στα αστικά κέντρα της αυτοκρατορίας. Κάποιοι από αυτούς τους Έλληνες πρέπει να βρέθηκαν και στις ανατολικές σατραπείες, συγκροτώντας κοινότητες οργανωμένες με βάση τα πρότυπα της πατρίδας τους. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι Έλληνες από την Κυρηναϊκή εκτοπίσθηκαν στη Βακτριανή, ενώ κάποιοι Μιλήσιοι ίσως είχαν εκτοπισθεί, μετά την καταστολή της εξέγερσης των ιωνικών πόλεων, στη Σογδιανή. Η εκστρατεία του Αλέξανδρου, πάντως, μεταβάλλει ριζικά την κατάσταση του ελληνισμού της Κεντρικής Ασίας γιατί θα τον καταστήσει πολιτικά κυρίαρχο στοιχείο της περιοχής και, συνακόλουθα, θα τον ενισχύσει πληθυσμιακά.

Η κατάκτηση της Κεντρικής Ασίας από τον Μ. Αλέξανδρο: ο Αλέξανδρος περνά στις ανατολικές σατραπείες ακριβώς στο χρονικό σημείο που μια συνωμοσία σατραπών – στην οποία κυρίαρχο ρόλο είχε ο Βήσσος, σατράπης της Βακτριανής -, ανατρέπει και τελικά δολοφονεί τον Δαρείο Γ΄ στην Υρκανία (καλοκαίρι του 330 π.Χ.). Ο Βήσσος αυτοανακηρύσεται Μέγας Βασιλεύς με το όνομα Αρταξέρξης. Η εξέγερση του Σατιβαρζάνη, σατράπη της Αρίας τον οποίο ο Αλέξανδρος είχε διατηρήσει στη θέση του, καθυστερεί τον Μακεδόνα και επιτρέπει στον Βήσσο να στρατολογήσει σημαντικές δυνάμεις στη Βακτριανή. Ο Αλέξανδρος όμως αντεπιτίθεται από τους Παροπαμισάδες και αναγκάζει τον Βήσσο να εγκαταλείψει τα Βάκτρα και να υποχωρήσει πέρα από τον Ώξο ποταμό (σημ. Αμού Νταρυά). Η διαφαινόμενη ήττα οδηγεί τους άλλους συνωμότες να προδώσουν τον Βήσσο και να τον παραδώσουν στον Μακεδόνα κατακτητή (329). Ωστόσο, ο θάνατος του Βήσσου δεν συνεπάγεται και το τέλος της ιρανικής αντίστασης, της οποίας την αρχηγία αναλαμβάνει πια ο Σπιταμένης, σατράπης της Σογδιανής. Η κατάκτηση της περιοχής θα αποδειχθεί για τον Αλέξανδρο ιδιαίτερα δυσχερής, χρονοβόρα (θα κρατήσει δύο χρόνια) και με πολλές απώλειες: οι κατακτητές θα αντιμετωπίσουν έναν πραγματικό ανταρτοπόλεμο, στις μεθόδους του οποίου δεν είναι συνηθισμένοι, σε μια δύσβατη περιοχή με διάσπαρτα οχυρά που πρέπει να πολιορκήσουν και να καταλάβουν ένα προς ένα. Τελικά η αντίσταση θα καμφθεί: ο Σπιταμένης θα προδοθεί και θα δολοφονηθεί από τους Σκύθες μισθοφόρους του. Ο πληθυσμός θα υποταγεί, τρομοκρατημένος από τις βιαιοπραγίες των Μακεδόνων. Η αλλαγή καθεστώτος θα σφραγιστεί από ένα συμβολικό γεγονός, τον γάμο του Αλέξανδρου με τη Ρωξάνη, κόρη του Ιρανού ευγενούς Οξυάρτη (327): επρόκειτο ασφαλώς για πράξη πολιτικού χαρακτήρα με σκοπό να σηματοδοτήσει τη συμφιλίωση και τη συνεργασία μεταξύ νέας και παλαιάς άρχουσας τάξης. Η προσπάθεια για μια νέα διοικητική οργάνωση των κατακτημένων περιοχών θα έχει ως συνέπεια την ίδρυση μιας σειράς πόλεων, οργανωμένων σύμφωνα με τα ελληνικά πρότυπα (Αλεξάνδρεια της Αραχωσίας/ σημ. Κανταχάρ, Αλεξάνδρεια της Αρίας/ Χεράτ, Αλεξάνδρεια του Καυκάσου – στους Παροπαμισάδες -, Αλεξάνδρεια η Εσχάτη – στον ποταμό Ιαξάρτη, τον σημερινό Συρ Νταρυά). Από τις πόλεις αυτές αρκετές είναι απλώς στρατόπεδα για την υπεράσπιση των συνόρων της αυτοκρατορίας. Άλλες, πάλι, είναι πραγματικές πόλεις που θα παίξουν σημαντικό ρόλο στην οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη των περιοχών τους. Σε όλες τις περιπτώσεις η ίδρυση συνοδεύεται από τη σύναψη συνθηκών επιγαμίας, προκειμένου να θεωρούνται έγκυροι οι μικτοί γάμοι μεταξύ Μακεδόνων και ιθαγενών.  Μετά από αυτά, ο Αλέξανδρος μπορεί να προχωρήσει στην πραγματοποίηση του επόμενου σχεδίου του, δηλαδή στην κατάκτηση της κοιλάδας του Ινδού.         

Από τον Αλέξανδρο στους Σελευκίδες: Με τον θάνατο του Αλεξάνδρου, τον Ιούνιο του 323 στη Βαβυλώνα, εξεγέρσεις σημειώνονται σε δύο περιοχές της αυτοκρατορίας. Καμία από αυτές δεν προέρχεται από κάποιον από τους υποτελείς λαούς. Η πρώτη εκδηλώνεται στην κυρίως Ελλάδα: πρόκειται για την αθηναϊκή αντίδραση που θα καταλήξει στον λεγόμενο Λαμιακό Πόλεμο. Η δεύτερη είναι η εξέγερση των Ελλήνων της Βακτριανής. Οπωσδήποτε μεταξύ αυτών καταλέγονται και αρκετοί από τους Μακεδόνες στρατιώτες που αναγκάστηκαν από τον Αλέξανδρο να εγκατασταθούν ως έποικοι στη Βακτριανή. Η εγκατάσταση αυτή αποτελούσε σε αρκετές περιπτώσεις τιμωρία στρατευμάτων που είχαν θεωρηθεί απείθαρχα. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι πολλοί από τους στρατιώτες αυτούς είχαν ήδη στασιάσει και το 325, προσπαθώντας απεγνωσμένα να ξεφύγουν από τις αφιλόξενες για αυτούς εσχατιές της οικουμένης. Η εξέγερση θα κατασταλεί με φοβερές σφαγές από τον Πείθωνα, σατράπη της Μηδίας. Όταν επιστρέψει η ηρεμία στην περιοχή θα αναλάβει τα ηνία της σατραπείας ο Κύπριος Στασάνωρ. Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων μεταξύ των Διαδόχων, μεγάλο μέρος της ευρύτερης περιοχής θα πρέπει να βρέθηκε για ένα διάστημα υπό τον έλεγχο του Ευμένη του Καρδιανού (αρχιγραμματέα του Αλέξανδρου), το 316 όμως θα καταφέρει να τον αιχμαλωτίσει και να τον εκτελέσει ο Αντίγονος ο Μονόφθαλμος, ο οποίος θα γίνει κύριος των Άνω Σατραπειών (όπως και του μεγαλύτερου μέρους της αυτοκρατορίας). Η ανάκτηση της Βαβυλωνίας από τον Σέλευκο (τέλη 312) σηματοδοτεί την έναρξη μιας μεγάλης προσπάθειας κατάκτησης του συνόλου των ανατολικών σατραπειών: νικώντας τον Αντίγονο σε μια μεγάλη μάχη που πρέπει να δόθηκε μεταξύ του 309 και του 308, ο Σέλευκος καθίσταται κυρίαρχος του ανατολικού Ιράν. Η υπαγωγή της Κεντρικής Ασίας στην αυτοκρατορία των Σελευκιδών θα έχει σημαντική χρονική διάρκεια στις περισσότερες περιοχές. Σε κάποιες άλλες θα αποδειχθεί εξαιρετική εφήμερη. 

Η Αραχωσία υπό ινδική κυριαρχία: Πράγματι, ο Σέλευκος θα αναγκαστεί γρήγορα να αντιμετωπίσει μια σοβαρή απειλή στις νοτιοανατολικές σατραπείες του. Ξεκινώντας από το βασίλειο της Μαγάδας στην κοιλάδα του Γάγγη, με πρωτεύουσα την Παταλιπούτρα (σημερινή Πάτνα στην ινδική πολιτεία Μπιχάρ), ο Σαντραγκούπτα (Σανδρακόττος για τους Έλληνες), πρώτος ηγεμόνας της δυναστείας των Μαουρύα, θα ιδρύσει (322) μια ισχυρή αυτοκρατορία που θα κυριαρχήσει στο μεγαλύτερο τμήμα της Ινδίας και θα επεκταθεί προς τα βορειοδυτικά. Λαμβάνοντας υπόψη τις δυσχέρειες που παρουσίαζε η προσπάθεια εδραίωσης της εξουσίας τους στις παραμεθόριες περιοχές, αλλά και την απειλή ενδεχόμενης αντεπίθεσης του Αντίγονου στα δυτικά του κράτους του, ο Σέλευκος προτίμησε να συνάψει συνθήκη με τον Ινδό ηγεμόνα (περίπου 305 με 303), προβαίνοντας σε σημαντικές εδαφικές παραχωρήσεις: η Αραχωσία, μεγάλο τμήμα των Παροπαμισάδων, η περιοχή της Γκαντάρα, η Γεδρωσία και μέρος της Αρίας πέρασαν στη δικαιοδοσία του Σαντραγκούπτα. Η συνθήκη περιελάμβανε και ρήτρα επιγαμίας, την οποία οι νεότεροι μελετητές ερμήνευσαν με διαφορετικούς τρόπους: για κάποιους, ο όρος αναφέρεται σε ενδεχόμενο δυναστικό γάμο, πιθανώς μεταξύ του Ινδού βασιλιά και κάποιας από τις κόρες του Σέλευκου. Το πιθανότερο είναι, όμως, η ρήτρα επιγαμίας να συνιστούσε αναγνώριση του κύρους των μικτών γάμων. Το αντάλλαγμα που έδωσε ο Σαντραγκούπτα στον Σέλευκο ήταν η παραχώρηση πολεμικών ελεφάντων (Στράβων, βιβλίο ΙΕ΄, 9: «ἔδωκε δὲ Σέλευκος ὁ Νικάτωρ Σανδροκόττῳ, συνθέμενος ἐπιγαμίαν καὶ ἀντιλαβὼν ἐλέφαντας πεντακοσίους»). Οι ελέφαντες του Σαντραγκούπτα θα αποδειχθούν καθοριστικό όπλο για τον Σέλευκο, καθώς είχαν καίρια συμβολή στη συντριπτική νίκη του Σέλευκου και των συμμάχων του (Λυσίμαχου και Κάσσανδρου) κατά του Αντίγονου και του γιου του, του Δημήτριου του Πολιορκητή, στην Ιψό της Φρυγίας (301). Οι καλές σχέσεις μεταξύ των δύο ηγεμόνων αποδεικνύονται και από την αποστολή, μερικά χρόνια αργότερα, του Μεγασθένη ως πρεσβευτή του Σέλευκου στην αυλή του Σαντραγκούπτα. Ο Μεγασθένης έγραψε τα «Ινδικά», έργο που δεν σώθηκε, πλην όμως αποτέλεσε βασική πηγή μεταγενέστερων συγγραφέων. Οι επαφές Ινδών και Ελλήνων σε ανώτατο επίπεδο θα συνεχιστούν. Αν πιστέψουμε, άλλωστε τον Αθήναιο, ο διάδοχος του Σαντραγκούπτα, ο Μπιντουσάρα έγραψε στον Σελευκίδη βασιλέα Αντίοχο Β΄ για να του ζητήσει να του στείλει «κρασί, σύκα και έναν σοφιστή» ! Ο Αντίοχος του απάντησε ότι θα του στείλει μετά χαράς το κρασί και τα σύκα, αλλά όχι και τον σοφιστή μια και οι ελληνικοί νόμοι το απαγορεύουν (Δειπνοσοφισταί, ΙΔ΄, 652-653)       

Το γεγονός ότι τα εδάφη αυτά βρίσκονταν πλέον υπό ινδική κυριαρχία δεν είχε σε καμιά περίπτωση ως συνέπεια την εξαφάνιση του ελληνισμού. Ειδικά στην Αραχωσία το ελληνικό στοιχείο παρέμεινε και γνώρισε ιδιαίτερη ακμή. Οι πιο σημαντικές αποδείξεις ανάγονται στην περίοδο βασιλείας του τρίτου Μαουρύα ηγεμόνα, του Ασόκα (ή Πιγιαντάσσι, για τους Έλληνες Πιοδάσσης, 269/268-232). Αφού με μια σειρά αιματηρών πολέμων επιτυγχάνει τη μέγιστη εδαφική επέκταση της αυτοκρατορίας του, ο Ασόκα ασπάζεται τον βουδισμό και θεωρεί αποστολή της ζωής του τη διάδοση της βουδιστικής διδασκαλίας. Για τον σκοπό αυτό, άλλωστε, ο Ασόκα έστειλε πρεσβευτές σε όλους τους ηγεμόνες των ελληνιστικών βασιλείων της εποχής (Αντίοχο Β΄ Θεό, Πτολεμαίο Β΄Φιλάδελφο, Αντίγονο Γονατά της Μακεδονίας, Μάγα της Κυρήνης και Αλέξανδρο Β΄ της Ηπείρου). Έκφραση της θρησκευτικής πίστης του Ινδού μονάρχη αποτελούν και τα λεγόμενα Διατάγματα του Ασόκα, επιγραφές λαξευμένες σε βράχο που βρέθηκαν σε διάφορα σημεία της αυτοκρατορίας του: μεταξύ αυτών, δύο που βρέθηκαν κοντά στην Αλεξάνδρεια της Αραχωσίας (Κανταχάρ), εκ των οποίων το πρώτο είναι γραμμένο στα ελληνικά, ενώ το δεύτερο είναι δίγλωσσο, γραμμένο στα ελληνικά και τα αραμαϊκά (τα οποία ήταν μάλλον η κυριότερη γλώσσα της διοίκησης των Αχαιμενιδών). Από μόνο του το γεγονός ότι ο Ασόκα επέλεξε να μεταφράσει διάταγματά του στα ελληνικά αποτελεί απόδειξη για το πολυάριθμο και τη σημασία του ελληνικού στοιχείου στην Αραχωσία, το οποίο συνέχισε να αναπτύσσεται και να ακμάζει (και φυσικά να διατηρεί τη γλώσσα του) μολονότι εδώ και μισό αιώνα ήταν αποκομμένο από τις ρίζες του μητρικού πολιτισμού του. Επιπλέον, όπως διαπιστώνουν οι ειδικοί, η ίδια η μετάφραση είναι αξιοπρόσεχτη. Δεν πρόκειται για το έργο κάποιου μεσαίου ή κατώτερου δημόσιου υπάλληλου με μέτρια γνώση της ελληνικής. Ο μεταφραστής πρέπει να ήταν κάποιος μορφωμένος Έλληνας που κατείχε πλήρως τις έννοιες και το λεξιλόγιο της ελληνικής φιλοσοφίας, ώστε να μεταφράσει με ακρίβεια τις αρχές του βουδισμού που περιείχε το ινδικό ή το αραμαϊκό κείμενο. Με δυο λόγια, οι Έλληνες της Αραχωσίας «αποτελούν μια εθνοτική κοινότητα αναγνωρισμένη, προνομιούχα, μορφωμένη και με μεγάλη επιρροή» (Maurice Sartre “Histoires Grecques”, εκδόσεις Seuil, collection L’ univers historique, Παρίσι 2006, ιστορία αριθ. 22 «Un chapiteau sur les bords de l’ Amou-Daria ou Les Grecs en Bactriane et en Inde«, σελ. 235-246, ειδ. σελ. 240).   

Η Κεντρική Ασία υπό τους Σελευκίδες: Όπως επισημαίνει ο Edouard Will («Histoire politique du monde hellénistique», Presses universitaires de Nancy, 2η έκδ. 1979-1982, επανέκδ. Seuil, 2003, τ. Ι. σελ. 263), οι Σελευκίδες αντιμετωπίζουν δύο χρόνια προβλήματα όσον αφορά τη διοίκηση της αχανούς αυτοκρατορίας τους: το ένα είναι «τεχνικό», η διοίκηση και υπεράσπιση απομακρυσμένων σατραπειών. Το άλλο έχει να κάνει με τη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού της αυτοκρατορίας και αφορά ειδικότερα τη συμβίωση μεταξύ Ιρανών και Ελλήνων. Η αδυναμία τους να επιλύσουν οριστικά τα προβλήματα αυτά αποτελεί και την αιτία της εξασθένησης της κυριαρχίας τους στις ανατολικές σατραπείες και της απώλειας κάποιων από αυτές. Θα ήταν, πάντως, άδικο να κατηγορήσουμε τους Σελευκίδες για αυτή τη σχετική αποτυχία. Η αποστολή τους αυτή μάλλον ξεπερνούσε τις ανθρώπινες δυνάμεις αν ληφθούν υπόψη η έκταση της αυτοκρατορίας, η ανομοιογένεια των περιοχών από απόψεως γεωγραφίας και πληθυσμιακής σύνθεσης, η μορφολογία των εδαφών και το κλίμα, οι συνεχείς απειλές στα δυτικά σύνορα. Ακόμη και το γεγονός ότι επέλεξαν ως πρωτεύουσα την Αντιόχεια του Ορόντη στη Συρία (γιατί ήταν πιο κοντά στο «κέντρο βάρους» της αυτοκρατορίας) και ως συμπρωτεύουσα τη Σελεύκεια του Τίγρη (πιθανώς και για συναισθηματικούς λόγους, καθώς η Βαβυλωνία ήταν η αφετηρία για την κατάκτηση της αυτοκρατορίας) και όχι κάποια πόλη του ευρύτερου ιρανικού χώρου (όπως τα Εκβάτανα της Μηδίας) δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι δεν προσπάθησαν να κρατήσουν υπό τον έλεγχό τους τις Άνω Σατραπείες. Είναι βέβαιο ότι οι Σελευκίδες είχαν σαφώς συνείδηση του γεγονότος ότι αποτελούσαν τη διάδοχη κατάσταση των Αχαιμενιδών (βλ. Amelie Kuhrt, Susan Sherwin-White «From Samarkhand to Sardis: A New Approach to the Seleucid Empire«, University of California Press, 1993). Από τους Μακεδόνες ανώτερους αξιωματικούς που αναγκάστηκαν από τον Αλέξανδρο να πάρουν Ιρανές συζύγους, ο Σέλευκος ήταν ο μόνος που δεν αποκήρυξε στη συνέχεια τη σύζυγό του Απάμα, κόρη του σατράπη της Σογδιανής Σπιταμένη. Κάποια στιγμή μεταξύ 293 και 292, ο Σέλευκος, προκειμένου να χειριστεί καλύτερα τα ζητήματα που αφορούσαν το δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας ονόμασε συμβασιλέα τον γιο του Αντίοχο (τον μετέπειτα Αντίοχο Α΄ τον επονομαζόμενο Σωτήρα) και τον έστειλε να διοικήσει το ανατολικό τμήμα με έδρα, τυπικά, τη Σελεύκεια του Τίγρη. Με δεδομένο ότι τα σημαντικότερα προβλήματα (εισβολές των νομαδικών φυλών του βορρά) αφορούσαν τον ιρανικό χώρο, είναι βέβαιο ότι ο Αντίοχος στα χρόνια της συμβασιλείας με τον πατέρα του διέμεινε για περισσότερο χρονικό διάστημα στη Βακτριανή, έχοντας ως έδρα τα Βάκτρα. Πόσο τυχαίο ήταν το γεγονός ότι ένας Μακεδόνας μονάρχης έστελνε τον γιο, συμβασιλέα και διάδοχό του, μισό Μακεδόνα και μισό Ιρανό, να διοικήσει περιοχές στις οποίες κάποτε ο παπούς του δεύτερου είχε ηγηθεί της ιρανικής αντίστασης κατά των Μακεδόνων; Σε κάθε περίπτωση, η κύρια έγνοια του νεαρού Αντίοχου ήταν η θωράκιση των συνόρων: ο στρατηγός Δημοδάμας διατάχθηκε να περάσει τον Ιαξάρτη και να ενισχύσει τη βορειοανατολική μεθόριο της Σογδιανής. Στο πλαίσιο της επιχείρησης αυτής ιδρύεται η Αντιόχεια της Σκυθίας (πιθανότατα πρόκειται για επανίδρυση της ίδιας πόλης που είχε ιδρύσει ο Αλέξανδρος ως Αλεξάνδρεια Εσχάτη). Σημειώνεται ακόμη η αναγνωριστική επιχείρηση του στρατηγού Πατρόκλου στην περιοχή της Κασπίας, η ίδρυση της Αντιόχειας της Μαργιανής (Μερβ) και η ενίσχυση των οχυρώσεων της Αλεξάνδρειας της Αρίας που μετονομάζεται κι αυτή σε Αντιόχεια.

Όπως προαναφέρθηκε το βασικό ζητούμενο είναι η συνεργασία και αρμονική συμβίωση μεταξύ ιρανικού και ελληνικού στοιχείου. Με βάση τα ιστορικά στοιχεία είναι αδιαμφισβήτητο ότι τόσο ο Σέλευκος Α΄ όσο και ο Αντίοχος Α΄υπήρξαν συνεχιστές της πολιτικής συνεργασίας που είχε εγκαινιάσει ο Αλέξανδρος. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 3ου αιώνα π.Χ. υπάρχουν αρκετά παραδείγματα Ιρανών στην ανώτατη διοίκηση και στον στρατό της αυτοκρατορίας. Φυσικά η πολιτική της συνεργασίας των δύο ελίτ δεν ήταν παντού επιτυχής στον ίδιο βαθμό: η αριστοκρατία στην Περσίδα φαίνεται να εκδηλώνει μια προσκόλληση στις ιρανικές παραδόσεις και να επιδεικνύει απροθυμία στη συνεργασία με τους Σελευκίδες. Η Μηδία, αντίθετα, δεν προκάλεσε ποτέ προβλήματα στους Μακεδόνες κυρίους της. Στις ανατολικές σατραπείες, τέλος, η συνύπαρξη ιρανικού στοιχείου και ελληνισμού θα οδηγήσει, υπό την πίεση του κοινού εχθρού, όχι μόνο στην ειλικρινή συνεργασία, αλλά και στη δημιουργία μιας αυθεντικής διαπολιτισμικής κοινωνίας. Είναι βέβαιο ότι η διακυβέρνηση της Κεντρικής Ασίας από τον Αντίοχο συνέβαλε τα μέγιστα στη δημιουργία ομόνοιας και αλληλοσεβασμού μεταξύ Ελλήνων και Ιρανών.

Οι τάσεις αυτές θα ενισχυθούν στη συνέχεια. Η όλο και μεγαλύτερη απειλή των νομάδων, σε συνδυασμό με την αδυναμία των μοναρχών της Αντιόχειας να βοηθήσουν ουσιαστικά τους υποτελείς τους της Κεντρικής Ασίας, λόγω των διαρκών προβλημάτων στη Μικρά Ασία και στη Συρία, θα έχει, αρκετά γρήγορα, ως αποτέλεσμα την αυτονόμηση της Βακτριανής και άλλων γειτονικών περιοχών.  


Αρέσει σε %d bloggers: