Posts Tagged ‘Αρχαιότητα’

Δύο ήλιοι λάμπουν στον ουρανό – μέρος ΙΙΙ: ο δυϊσμός με χριστιανικό πρόσωπο – Α΄ οι Παυλικιανοί

Οκτώβριος 28, 2013
Οι διωγμοί των Παυλικιανών στα χρόνια της αυτοκράτειρας Θεοδώρας (843-844), μικρογραφία από το Χρονικό του Ιωάννη Σκυλίτση (Σύνοψις Ιστοριών), 12ος-13ος αι. (Μαδρίτη, Εθνική Βιβλιοθήκη)

Οι διωγμοί των Παυλικιανών στα χρόνια της αυτοκράτειρας Θεοδώρας (843-844), μικρογραφία από το Χρονικό του Ιωάννη Σκυλίτση (Σύνοψις Ιστοριών), 12ος-13ος αι. (Μαδρίτη, Εθνική Βιβλιοθήκη)

«Πρώτον μεν γαρ εστί το κατ’ αυτούς γνώρισμα το δύο αρχάς ομολογείν, πονηρόν Θεόν και αγαθόν· και άλλον είναι τούδε του κόσμου ποιητήν τε και εξουσιαστήν, έτερον δε του μέλλοντος» (Πέτρου Σικελιώτου «Ιστορία», 36)

Μια εκτεταμένη περιοχή στην Ανατολή με ανάμεικτο πληθυσμό και πόλεις με παράξενα ονόματα, από τις οποίες οι περισσότερες έχουν εγκαταλειφθεί εδώ και αιώνες. Τόπος συνάντησης του χριστιανισμού, του ζωροαστρισμού, του μανιχαϊσμού και του ισλάμ. Μια περιοχή ανάμεσα σε δύο αυτοκρατορίες και δύο (ή μάλλον πολλούς) πολιτισμούς.

Ο Δυϊσμός επιστρέφει με χριστιανικό πρόσωπο (ή μήπως προσωπείο;). Χωρίς διακρίσεις μεταξύ κατηχούμενων κι εκλεκτών, χωρίς ασκητικές τάσεις, απαγορεύσεις και διατροφικούς κώδικες. Απλώς με διάθεση επιβίωσης την οποία θα βοηθήσει η διαμάχη εικονολατρών και εικονομάχων. Κι όταν η συγκυρία πάψει να είναι ευνοϊκή, η ανάγκη επιβίωσης θα οδηγήσει στην αυτοάμυνα και την ανάπτυξη μιας πολεμικής νοοτροπίας που δεν είχαν ξαναδεί ούτε επρόκειτο να ξαναδούν για κάμποσους αιώνες τα δυϊστικά δόγματα.

Ενώ ο μανιχαϊσμός εξαπλωνόταν στα ανατολικά, τι απέμενε από αυτόν στη Δύση, εκεί που αποτελούσε το αντικείμενο διωγμών εκ μέρους του χριστιανισμού (και, αρκετά αργότερα, του ισλάμ); Η Εκκλησία την οποία ο Μάνης είχε οραματιστεί οικουμενική ήταν παρελθόν. Τώρα πια υπήρχαν μόνο υπολείμματα Εκκλησιών, δίχως μεταξύ τους επικοινωνία, το καθένα από τα οποία πάσχιζε να ερμηνεύσει με τον τρόπο του το δόγμα του προφήτη και, κυρίως, να επιβιώσει υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες. Κάποια από αυτά ήταν καταδικασμένα να σβήσουν για πάντα, κάποια άλλα επρόκειτο να μεταλλαχθούν και σε διάδραση με άλλα στοιχεία  να γεννήσουν νέα δόγματα στα οποία η συμβολή του μανιχαϊσμού ήταν άλλοτε καθοριστική κι άλλοτε δευτερεύουσα. Σε κάποιες περιπτώσεις οι φορείς καταλοίπων του μανιχαϊσμού απορροφούνταν από την επικρατούσα θρησκεία. Το δόγμα τους χανόταν κατά τα φαινόμενα – ίσως, όμως, και να επιβίωνε εν υπνώσει για να επανεμφανισθεί όταν το επέτρεπαν οι συνθήκες.

Ίσως, πάλι, ο προβληματισμός μας να έπρεπε να διατυπωθεί με διαφορετικούς όρους. Γιατί το ζήτημα δεν είναι να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη του μανιχαϊσμού, αλλά αυτήν της μεγάλης παράδοσης του Δυϊσμού (Fernand Niel «Albigeois et Cathares», σειρά Que sais-je, αριθ. 689, εκδ. PUF, Παρίσι 1955, 18η έκδ 2010, σελ. 34). Στο σημείο αυτό αγγίζουμε το μείζον πρόβλημα για τη σύγχρονη ιστοριογραφία. Όλα τα δυϊστικά δόγματα που θα εξετασθούν στη συνέχεια εμφανίζονται ως χριστιανικά. Εντούτοις, οι εκπρόσωποι της επίσημης χριστιανικής Εκκλησίας και περιστασιακοί ή συστηματικοί διώκτες τους αντιμετώπιζαν τους φορείς τους σχεδόν πάντα ως νεομανιχαίους, μολονότι οι δεύτεροι αναθεμάτιζαν το πρόσωπο και τη διδασκαλία του Μάνη. Συγκυριακή επιλογή που οφείλεται εν πολλοίς στη βυζαντινή παράδοση να παρουσιάζει το νέο με τα ονόματα του παλαιού και ήδη γνωστού; Συνειδητή προσπάθεια να αφαιρεθεί από τους αντιπάλους κάθε ίχνος νομιμοποίησης; Η επικρατούσα αντίληψη μεταξύ των σύγχρονων ιστορικών τείνει πλέον να αποδεχθεί τον χριστιανικό χαρακτήρα του μεσαιωνικού δυϊσμού: όχι νεομανιχαίοι ούτε καν αιρετικοί, αλλά χριστιανοί αντιφρονούντες που κηρύσσουν την επιστροφή στην αγνότητα της εποχής των Ευαγγελίων. Πού βρίσκεται η αλήθεια; Πόσες δυνατότητες έχουμε να την προσεγγίσουμε έστω με τα, συνήθως, πενιχρά μέσα που έχουμε στη διάθεσή μας; Στην παρούσα και στις επόμενες αναρτήσεις ίσως ανακαλύψουμε ορισμένα ψήγματα της πολυπόθητης ιστορικής αλήθειας που συνήθως αποδεικνύεται πολύ πιο περίπλοκη από αυτήν που υποψιαζόμαστε.

Ας ξαναβρούμε τον μίτο της διήγησής μας κάπου στο δεύτερο μισό του 7ου αιώνα, όταν ο δυϊσμός επανεμφανίζεται με αυτούς που επρόκειτο να γίνουν γνωστοί ως Παυλικιανοί.    

Ι.   Προέλευση και δόγμα του παυλικιανισμού

αρμενική εκκλησία της μονής του Τιμίου Σταυρού στο Αγθαμάρ, λίμνη Βαν (10ος αι.)

αρμενική εκκλησία της μονής του Τιμίου Σταυρού στο Αγθαμάρ, λίμνη Βαν (10ος αι.)

Δεν είναι τυχαίο ότι ο χριστιανικός δυϊσμός πρωτοεμφανίζεται στην Αρμενία, δεδομένης της γεωπολιτικής και πολιτισμικής θέσης της. Η Αρμενία αποτελεί το σύνορο μεταξύ της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της Ιρανικής (αρχικά των Πάρθων Αρσακιδών, στη συνέχεια των Περσών Σασσανιδών) και βρίσκεται στη σφαίρα επιρροής πότε της πρώτης και πότε της δεύτερης. Μετά τα μέσα του 7ου αιώνα, το Ισλάμ παίρνει τη θέση των Περσών: το 661 οι Άραβες έχουν πια κατακτήσει σχεδόν ολόκληρη την περιοχή.

Ο θρησκευτικός πλουραλισμός της Αρμενίας:   Κατά τον ίδιο τρόπο, η Αρμενία βρίσκεται μεταξύ των περιοχών εξάπλωσης του χριστιανισμού και του ζωροαστρισμού (και αργότερα του ισλάμ) και πολύ κοντά στην ιστορική κοιτίδα του μανιχαϊσμού. Το μωσαϊκό αυτό συμπληρώνουν διάφορες κοινότητες Γνωστικών, όπως οι Μαρκιωνίτες και οι Αρχοντικοί, σέκτα που ίδρυσε στην Παλαιστίνη, μεταξύ 3ου και 4ου αιώνα, ο Πέτρος της Καφαρμπαρούχ. Δίδασκαν ότι για να φτάσει η ψυχή στην Ογδοάδα, όπου βασιλεύει η Μητέρα των Πάντων, έπρεπε να διασχίσει τους Επτά Ουρανούς στους οποίους κυριαρχούσε ο Σαβαώθ ή Γιαχβέ, δημιουργός του υλικού κόσμου, επικουρούμενος από τους Άρχοντες (Raoul Vaneigem «Les Hérésies», σειρά Que sais-je, αριθ. 2838, εκδ. PUF, Παρίσι 1994, σελ. 71). Εντούτοις, η Αρμενία γίνεται το πρώτο κράτος που αναγνωρίζει επίσημα τον χριστιανισμό, στα χρόνια της βασιλείας του Τιριδάτη Δ΄ (αρχές 4ου αιώνα). Η αρμενική χριστιανική Εκκλησία απέκτησε γρήγορα αυτόνομη οργάνωση έχοντας επικεφαλής της έναν Καθολικό. Μετά τα μέσα του 5ου αιώνα υπήρξε κρίση στις σχέσεις της με το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, μια και οι Αρμένιοι δεν αναγνώρισαν τις αποφάσεις της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου (αυτής της Χαλκηδόνας). Η ρήξη δεν ήταν απόλυτη, μια και οι δύο πλευρές επέδειξαν επί μακρόν αρκετά ρεαλιστική στάση: οι Αρμένιοι που ζούσαν στα εδάφη του Βυζαντίου αποδέχονταν την πνευματική εξουσία των ελληνορθόδοξων επισκόπων, ενώ οι Βυζαντινοί δεν επιχείρησαν να αμφισβητήσουν στην πράξη την ιεραρχία της αρμενικής Εκκλησίας (Janet & Bernard Hamilton «Christian Dualist Heresies in the Byzantine World, c. 650-c. 1450» Manchester University Press, σελ. 4-5).

Μεταξύ της καθαυτό Αρμενίας και των όμορων βυζαντινών εδαφών παρατηρείται έντονη κινητικότητα του πληθυσμού: πολλοί Αρμένιοι, προσπαθώντας να ξεφύγουν από τους πολέμους και τις συνεχείς επιδρομές που πλήττουν την πατρογονική γη τους μεταναστεύουν στην επικράτεια της αυτοκρατορίας και εγκαθίστανται στην περιοχή που θα γίνει γνωστή ως Θέμα Αρμενιακών. Στη συνέχεια, αναλόγως των πολιτικών εξελίξεων, τμήματα του αρμενικού πληθυσμού θα μετακινηθούν ξανά και ξανά και προς τις δύο κατευθύνσεις. Πολλοί π.χ. θα καταφύγουν στο Βυζάντιο αμέσως μετά την κατάκτηση των περισσότερων εδαφών της Αρμενίας από τους Άραβες. Αρκετοί, όμως, από αυτούς τους μετανάστες θα επιστρέψουν αργότερα στην ελεγχόμενη από το Ισλάμ Αρμενία, όταν η Ορθόδοξη Εκκλησία θα επιχειρήσει να ασκήσει στενότερο έλεγχο. Στο πλαίσιο αυτών των κοινοτήτων θα γεννηθεί ο παυλικιανισμός.

Λεπτομέρεια του χάρτη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, από G. Droysen "Allgemeiner Historischer Handatlas", Λειψία 1896

Λεπτομέρεια του χάρτη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, από G. Droysen «Allgemeiner Historischer Handatlas», Λειψία 1896

Πηγές:   Στην περίπτωση των Παυλικιανών δεν έχουμε, δυστυχώς, στη διάθεσή μας πηγές που να έχουν γραφεί από τους ίδιους, αλλά μόνο από πολέμιούς τους ή, έστω, σχετικώς ουδέτερους. Οι αρμενικές πηγές είναι αποσπασματικές και, το χειρότερο, δεν μας παρέχουν κανένα στοιχείο για τη γένεση του δόγματος (Janet & Bernard Hamilton, όπ. π., σελ. 3). Οι αραβικές αφορούν μόνον την περίοδο κατά την οποία οι Παυλικιανοί υπήρξαν περιστασιακοί στρατιωτικοί σύμμαχοι των δυνάμεων του Ισλάμ και δεν θίγουν ζητήματα που άπτονται της θρησκευτικής πίστης. Απομένουν, συνεπώς, οι βυζαντινής προέλευσης πηγές. Τρεις είναι οι κύριες πηγές κι από αυτές οι δύο που περιέχουν πρωτότυπο υλικό οφείλονται στο ίδιο πρόσωπο. Πρόκειται για τον Πέτρο τον Σικελιώτη (ή Πέτρο Ηγούμενο), για τον οποίο γνωρίζουμε μόνο τα λιγοστά στοιχεία που ο ίδιος αναφέρει για τον εαυτό του στο έργο του. Θα πρέπει να ήταν γόνος της σικελικής αριστοκρατίας, ίσως από τις Συρακούσες, ο οποίος σταδιοδρόμησε, όπως κι αρκετοί συντοπίτες του, στην αυτοκρατορική αυλή και το περιβάλλον του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Το 869-870, ο ιδρυτής της Μακεδονικής Δυναστείας Βασίλειος Α΄ τον έστειλε ως επικεφαλής διπλωματικής αποστολής στην Τεφρική, πρωτεύουσα του σχεδόν ανεξάρτητου κράτους που είχαν ιδρύσει οι Παυλικιανοί στην άνω κοιλάδα του Ευφράτη, σε διαφιλονικούμενα μεταξύ Βυζαντινών και Αράβων εδάφη. Επίσημος σκοπός της πρεσβείας ήταν μάλλον να διαπραγματευθεί την ανταλλαγή αιχμαλώτων. Στον Πέτρο Σικελιώτη, πάντως, θα πρέπει να είχε ανατεθεί κι η αποστολή να συλλέξει όσο το δυνατόν περισσότερες κι ακριβέστερες πληροφορίες για το δόγμα των Παυλικιανών. Βασιζόμενος πιθανότατα στην αναφορά που υπέβαλε στον αυτοκράτορα, ο Πέτρος συνέγραψε στη συνέχεια την «Ιστορία περί της κενής και ματαίας αιρέσεως των Μανιχαίων, των και Παυλικιανών λεγομένων», η οποία αποτελεί την πληρέστερη πηγή πληροφοριών μας για τον παυλικιανισμό. Σύμφωνα με την εκτίμηση του Πωλ Λεμέρλ («Lhistoire des Pauliciens dAsie Mineure daprès les sources grecques» Travaux et mémoires du Centre de recherche dhistoire de Byzance: Monographies, τ. 5, Centre de recherche dhistoire et civilisation de Byzance, Παρίσι 1973, σελ. 17-26), στο πρώτο μισό του βιβλίου του ο Πέτρος Σικελιώτης καταγράφει τα όσα είχε ακούσει για τους Παυλικιανούς (και τους μανιχαίους εν γένει) στη Βασιλεύουσα, ενώ στο δεύτερο μέρος εκθέτει τις πληροφορίες που συνέλεξε ο ίδιος κατά την παραμονή του στην Τεφρική. Εκτός από την «Ιστορία», ο Πέτρος συνέγραψε και μια «Επιτομή» του θέματος, πιο συνοπτική και εύληπτη παρουσίαση του παυλικιανισμού, αλλά με ελάχιστες επιπλέον πληροφορίες σε σχέση με το κύριο σύγγραμμά του. Η τρίτη πηγή είναι το «Κατά Μανιχαίων» του πατριάρχη Φωτίου Α΄. Στηρίζεται αποκλειστικά στο έργο του Πέτρου Σικελιώτη και η όποια αξία του έγκειται στη συνθετική και εξηγητική ικανότητα του πατριάρχη.

Α.   Οι απαρχές

α.   Ο μύθος. Ο Πέτρος ο Σικελιώτης μας διηγείται ότι ζούσε κάποτε στα Σαμόσατα μια Μανιχαία που ονομαζόταν Καλλινίκη και είχε δυο γιους, τον Παύλο και τον Ιωάννη.

«Τούτους ουν τους δύο όφεις η αυτών γεννήτρια έχιδνα εκθρέψασα, και την παμμίαρον διδάξασα αίρεσιν, κήρυκας της πλάνης απέστειλεν εκ του Σαμωσάτου. Οι δε… ήλθον εις τινα κώμην και τους εν αυτή οικούντες αμαθείς και αστηρίκτους ευρόντες, εκείσε τον ιόν της πονηρίας και το πικρόν ζιζάνιον του εχθρού ενέσπειραν. Διό και μέχρι της σήμερον η… αίρεσις κατά των κηρυξάντων ονομασίαν μετωνομάσθη· και γαρ έκτοτε εκ Μανιχαίων επεκλήθησαν Παυλικιανοί» (Πέτρου Σικελιώτου «Ιστορία», 85-86).

Η διήγηση αυτή έχει εξαιρετικά αμφίβολη ιστορική αξία. Πιθανώς αποτελεί προϊόν πολλαπλών συγχύσεων. Καταρχάς, είναι δύσκολο να φαντασθούμε μια γυναίκα να αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο στο πλαίσιο της Μανιχαϊκής Εκκλησίας: όπως διαπιστώθηκε στο προηγούμενο μέρος, μολονότι οι γυναίκες μπορούσαν να εισέλθουν στην τάξη των εκλεκτών, δεν τους επιτρεπόταν να ανέλθουν στις τρεις ανώτερες τάξεις της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Εν συνεχεία, ποιος είναι αυτός ο Παύλος από τον οποίο πήραν, κατά τον Σικελιώτη, το όνομά τους οι Παυλικιανοί; Γνωρίζουμε ότι στο δεύτερο μισό του 3ου αιώνα γεννήθηκε κι έζησε στα Σαμόσατα ένας σημαντικός αιρεσιάρχης: ο Παύλος ο Σαμοσατέας υπήρξε επίσκοπος Αντιοχείας (από το 260) και σύμβουλος της βασίλισσας Ζηνοβίας της Παλμύρας. Γνωρίζουμε, όμως, και το περιεχόμενο της αιρετικής διδασκαλίας του, η οποία δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τον μανιχαϊσμό, αλλά αφορούσε το τριαδικό δόγμα και τη θεϊκή ή όχι φύση του Ιησού: ο Λόγος του Θεού δεν ταυτίζεται με τον Χριστό, που είναι άνθρωπος τον οποίο ενοίκησε η δύναμη του Λόγου. Ο Σαμοσατέας, μεγάλη «μορφή» της εποχής, κήρυττε εκτός των άλλων μια παράδοξη ερμηνεία της Αγίας Τριάδας, θεωρώντας τον εαυτό του ισάξιο του Ιησού (Vaneigem, όπ. π., σελ. 54-55)! Τέλος, ποια ακριβώς πόλη είναι τα Σαμόσατα που μνημονεύει ο ηγούμενος και διπλωμάτης από τη Σικελία; Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για την κατά πολύ γνωστότερη πρωτεύουσα της Κομμαγηνής, αλλά για μια πόλη της Αρμενίας που ίδρυσε ο Οροντίδης Αρμένιος ηγεμόνας Αρσάμης τον 3ο αιώνα (και τα οποία καταγράφονται στις πηγές άλλοτε ως Σαμόσατα της Αρμενίας κι άλλοτε ως Αρσαμόσατα).

Ναός του Αγίου Ιωάννη, Μαστάρα, Αρμενία (5ος-6ος αι.)

Ναός του Αγίου Ιωάννη, Μαστάρα, Αρμενία (5ος-6ος αι.)

β.   Η εξήγηση του ονόματος: Η ιστορία του Πέτρου του Σικελιώτη για τη συγκεκριμένη οικογένεια Μανιχαίων, της οποίας η ύπαρξη δεν τεκμηριώνεται από κανένα στοιχείο, αποτελεί μάλλον κάποιο μύθο που πιθανότερο είναι να τον άκουσε ή να τον διάβασε στην Κωνσταντινούπολη παρά στην Τεφρική. Άλλη είναι, συνεπώς, η εξήγηση της ονομασίας της σέκτας. Η αρμενική λέξη «Παϋλικιάνκ» (Պաւղիկեաններ), που αποδόθηκε στα ελληνικά με τον όρο «Παυλικιανοί» έχει μειωτική σημασία: δηλώνει τους οπαδούς κάποιου Παύλου που χαρακτηρίζεται ασήμαντος και φαύλος. Άρα, δεν μπορεί να είναι ο απόστολος. Κατά την κρατούσα γνώμη (Λεμέρλ, όπ. π., σελ. 52) πρέπει να πρόκειται για τον θρησκευτικό και πολιτικό ηγέτη ο οποίος, σε περίοδο διωγμών, οδήγησε του Παυλικιανούς πίσω στα εδάφη της Αρμενίας και αναδιοργάνωσε την Εκκλησία τους (τέλη 7ου – αρχές του 8ου αιώνα). Ωστόσο, θα ήταν άστοχο να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο οι ίδιοι να ονόμαζαν τους εαυτούς τους με τρόπο που να παραπέμπει στον απόστολο Παύλο (οπότε οι Αρμένιοι χριστιανοί απλώς προσπάθησαν να γελοιοποιήσουν τον αυτοπροσδιορισμό των Παυλικιανών). Άλλωστε, ακριβώς όπως και ο Μάνης και οι πιστοί του, οι Παυλικιανοί απέδιδαν τεράστια σημασία στη διδασκαλία του αποστόλου από την Ταρσό. Όπως θα δούμε και στη συνέχεια, οι αρχηγοί τους έπαιρναν ονόματα μαθητών του Παύλου κι έδιναν στις Εκκλησίες τους τα ονόματα αυτών που είχε ιδρύσει ο απόστολος.

γ.   Η αληθινή ιστορία: τα γεγονότα που σηματοδότησαν τη γέννηση του κινήματος τα διηγήθηκαν στον Σικελιώτη οι ίδιοι οι Παυλικιανοί. Θεωρούσαν ιδρυτή της Εκκλησίας τους τον Κωνσταντίνο τον εκ Μανάναλης.

«Εν ταις ημέραις Κωνσταντίνου του βασιλέως, του έγγονος Ηρακλείου, γεγονέ τις Αρμένιος, ονόματι Κωνσταντίνος, εν τω Σαμοσάτω της Αρμενίας, εν κώμη Μανανάλει λεγομένη, ήτις κώμη και μέχρι του νυν Μανιχαίους εκτρέφει» (Πέτρου Σικελιώτου «Ιστορία», 94).

Ο αυτοκράτορας που αναφέρει ο Σικελιώτης ήταν ο Κώνστας Β΄ (642-668). Όσο για τον «αιρεσιάρχη» Κωνσταντίνο, σύμφωνα με την ιστορία που διηγήθηκαν οι πιστοί του δύο αιώνες αργότερα, φιλοξένησε κάποτε ένα διάκονο που επέστρεφε στην πατρίδα του από τη Συρία όπου ήταν αιχμάλωτος των απίστων. Για να ευχαριστήσει τον Κωνσταντίνο, ο διάκονος του έδωσε δύο βιβλία: το πρώτο περιελάμβανε τα τέσσερα ευαγγέλια, ενώ το δεύτερο τις επιστολές του αποστόλου Παύλου. Σε αυτά έμελλε να βασίσει τη μετέπειτα διδασκαλία του ο Κωνσταντίνος. Ο Πέτρος ο Σικελιώτης συμπέρανε αυθαίρετα ότι ο ιδρυτής του παυλικιανισμού ήταν μανιχαίος με επιρροές από τον γνωστικισμό του Βαλεντίνου και του Βασιλείδη που αποφάσισε να κηρύξει αποκλειστικά βάσει των χριστιανικών γραφών για να αποφύγει τους διωγμούς που εξαπολύονταν κατά των μανιχαίων. Το ίδιο το δόγμα των Παυλικιανών εν μέρει επιβεβαιώνει κι εν μέρει διαψεύδει την υπόθεση του Σικελιώτη.

Β.   Το δόγμα των Παυλικιανών

α.   Κύρια γνωρίσματα της πίστης των Παυλικιανών

Ο δυϊσμός των Παυλικιανών είναι απόλυτος. Δέχονταν την ύπαρξη δύο αρχών, εκ των οποίων η μία είναι ο Ουράνιος Θεός και η δεύτερη ο δημιουργός του υλικού κόσμου. Ο Ιησούς ήταν η κεντρική μορφή του δόγματός τους, πλην όμως οι Παυλικιανοί πίστευαν ότι ο Χριστός ήταν καθαρά πνευματική ύπαρξη, χωρίς ανθρώπινη φύση και υπόσταση (αντίθετη, πάντως, άποψη διατυπώνεται στο σύγγραμμα του Φωτίου, κατά τον οποίο οι Παυλικιανοί δέχονταν την ενσάρκωση του Ιησού). Για τον ίδιο λόγο θεωρούσαν αδιανόητη την ύπαρξη θεοτόκου. Η κατηγορηματική άρνησή τους να λατρέψουν την Παναγία σκανδάλιζε τους σύχρονούς τους Βυζαντινούς. Ομοίως αρνούνταν να λατρέψουν τον σταυρό. Διατείνονταν απλώς ότι ο Ιησούς ήταν ο Ζωοποιός Σταυρός, αντίληψη που θυμίζει πολύ τον «ουράνιο φωτεινό σταυρό» των Μανιχαίων. Απέρριπταν συλλήβδην τα μυστήρια, διότι όλα προϋπέθεταν τη χρήση στοιχείων της ύλης. Δεν υπήρχε τίποτε αντίστοιχο της χριστιανικής βάπτισης. Ως θεία κοινωνία εννοούσαν τον Λόγο του Κυρίου. Τέλος, απέρριπταν τη λατρεία των αγίων και των εικόνων. Το γνώρισμα αυτό στάθηκε ευεργετικό για τον παυλικιανισμό όσο βασίλευαν στο Βυζάντιο εικονομάχοι αυτοκράτορες. Έτσι, οι Παυλικιανοί έχαιραν της ευμενούς ουδετερότητας ή, σε κάποιες περιπτώσεις, ακόμη και της διακριτικής υποστήριξης της αυτοκρατορικής εξουσίας η οποία τους αντιμετώπιζε ως ιδιαίτερη εικονομαχική σέκτα.

Ως ιερά βιβλία, οι Παυλικιανοί δέχονταν μόνο τα τέσσερα ευαγγέλια, τις επιστολές του αποστόλου Παύλου και, ενδεχομένως, τις Πράξεις των Αποστόλων. Η Αποκάλυψη του Ιωάννου δεν περιλαμβανόταν μάλλον στον Κανόνα των Ιερών Βιβλίων τους. Οι Παυλικιανοί απέρριπταν κατηγορηματικά τις επιστολές του αποστόλου Πέτρου και, φυσικά, ολόκληρη την Παλαιά Διαθήκη, ως βιβλίο που αφηγείται τη δημιουργία του υλικού κόσμου από την αρχή του Κακού (Λεμέρλ, όπ. π., σελ. 131).

Οι Παυλικιανοί πίστευαν ότι μόνη αληθινή χριστιανική Εκκλησία ήταν η δική τους κι έτσι αρνούνταν να αναγνωρίσουν την ιεραρχία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Επικεφαλής της Εκκλησίας τους βρισκόταν ένας Διδάσκαλος, με πρώτο σε χρονολογική σειρά τον Κωνσταντίνο εκ Μανάναλης. Ο διδάσκαλος περιστοιχιζόταν από τους συνέκδημους, οι οποίοι συγκροτούσαν το ανώτατο συμβούλιο της παυλικιανής Εκκλησίας. Ο όρος παραπέμπει στους μαθητές του αποστόλου Παύλου, οι οποίοι τον συνόδευαν στα ταξίδια του. Δεν φαίνεται να υπήρχε μεταξύ των Παυλικιανών διευρυμένη ομάδα εκκλησιαστικών, όπως οι Εκλεκτοί του μανιχαϊσμού. Απουσίαζε επίσης εντελώς ο ασκητισμός που διέκρινε τους μανιχαίους, αλλά και τα μετέπειτα δυϊστικά δόγματα. Δεν υπήρχαν διατροφικές απαγορεύσεις ούτε νηστείες. Τέλος, δεν υπήρχε διδασκαλία υπέρ της αποχής από την ερωτική πράξη ή απαγόρευση του γάμου. Ακόμη και οι διδάσκαλοι και οι συνέκδημοι νυμφεύονταν κι αποκτούσαν παιδιά.

β. Απευθείας μετάλλαξη προγενέστερου δόγματος ή αυθεντική σύνθεση;

Για τους Βυζαντινούς συγγραφείς που ασχολήθηκαν με το θέμα δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία περί του ότι οι Παυλικιανοί δεν ήταν κάτι άλλο παρά νεομανιχαίοι. Η άποψη επικρατούσε και μεταξύ των σύγχρονων ιστορικών έως τα μέσα του 20ού αιώνα (F. Niel, όπ. π., σελ. 34 επ.). Από την πλευρά τους, οι ιστορικοί των τελευταίων δεκαετιών απορρίπτουν κατηγορηματικά την εξομοίωση αυτή. Η στάση των Βυζαντινών εξηγείται από την παραδοσιακή τάση τους να ταυτίζουν τους νεότερους εχθρούς της αυτοκρατορίας και της ορθοδοξίας με παλαιότερους και από την επιθυμία να αντικρούσουν ευχερέστερα ένα δογματικό αντίπαλο, αφαιρώντας του την όποια νομιμοποίηση θα απέρρεε από την ιδιότητα των Παυλικιανών ως φορέων του χριστιανισμού.

Ένα από τα επιχειρήματα που προβάλλονται προς στήριξη της άποψης που αρνείται τον μανιχαϊκό χαρακτήρα των Παυλικιανών έγκειται στην προθυμία τους να αναθεματίσουν το πρόσωπο και το δόγμα του Μάνη. Το επιχείρημα δεν είναι επαρκές. Η στάση αυτή μπορεί να εξηγηθεί από λόγους στοιχειώδους προφύλαξης: η επίσημη παραδοχή του μανιχαϊκού δόγματος εκ μέρους των Παυλικιανών θα ισοδυναμούσε με τη σχεδόν αυτόματη έναρξη απηνών διωγμών εναντίον τους και την εφαρμογή στην περίπτωσή τους της ιουστινιάνειας νομοθεσίας η οποία προέβλεπε τη θανατική ποινή για τους πιστούς του μανιχαϊσμού. Πολύ πειστικότερο είναι το επιχείρημα ότι από τον παυλικιανισμό φαίνεται να λείπει εντελώς ο συγκρητισμός που χαρακτηρίζει τον μανιχαϊσμό (βλ. Janet & Bernard Hamilton, όπ. π., σελ. 1-3). Ομοίως, απουσιάζει η παραμικρή αναφορά στη διδασκαλία και τα έργα του Μάνη ή στον μύθο του περί Δημιουργίας.

Μια δεύτερη άποψη αναζητεί τις ρίζες των Παυλικιανών στον Γνωστικισμό. Η επιβεβαίωση μιας τέτοιας θεωρίας θα ήταν ακόμη πιο δυσχερής, λαμβάνοντας υπόψη το πλήθος των γνωστικών σχολών και δογμάτων και τις μεταξύ τους διαφορές. Άλλωστε, κατά τον χρόνο εμφάνισης του παυλικιανισμού είναι αμφίβολο αν εξακολουθούσε να υφίσταται κάποια πό τις σέκτες των Γνωστικών, εκτός ίσως από τους Μαρκιωνίτες. Ειδικά ο εξτρεμιστικός δυϊσμός του δόγματος του Μαρκίωνα, που χαρακτηρίζεται από έντονο θρησκευτικό αντισημιτισμό (ο θεός της Παλαιάς Διαθήκης είναι ο δημιουργός του υλικού κόσμου, ενώ ο θεός της Καινής Διαθήκης είναι θεός της αγάπης), δεν μπορεί να ταυτισθεί ευχερώς με το δόγμα των Παυλικιανών (για μια εμπεριστατωμένη ανάλυση βλ. εδώ, κεφ. 5.2.β). Το πιο λογικό είναι, επομένως, να δεχθούμε ότι πιθανώς κάποια γνωστικά ρεύματα να άσκησαν επιρροή στον παυλικιανισμό κατά τη διαμόρφωσή του, πλην όμως η επιρροή αυτή ήταν μάλλον περιορισμένη.

Κάποιοι τέλος υποστηρίζουν ότι δεν είναι αναγκαίο να θεωρήσουμε τον μανιχαϊσμό βασική επιρροή των Παυλικιανών, διότι είναι λογικότερο να υποθέσουμε ότι υιοθέτησαν τον δυϊσμό επηρεασμένοι κατευθείαν από τον ζωροαστρισμό. Άλλωστε, ο ζωροαστρισμός ήταν η επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας των Σασσανιδών που ήλεγχαν μέχρι τα μέσα του 7ου αιώνα μεγάλο μέρος της Αρμενίας (βλ. Janet & Bernard Hamilton, όπ. π., σελ. 8). Εντούτοις, στο θέμα της εξήγησης της προέλευσης του παυλικιανισμού, είναι παρακινδυνευμένο να απορρίπτεται το χρονικά εγγύτερο και να επιλέγεται το απώτερο. Εξάλλου, ο ζωροαστρικός δυϊσμός διαφέρει ουσιωδώς από αυτόν των Παυλικιανών. Ενώ στον ζωροαστρισμό οι δύο αρχές συνυπάρχουν στον υλικό κόσμο και στους ουρανούς, για τους Παυλικιανούς (όπως και νωρίτερα για τους Μανιχαίους και κάποιους από τους Γνωστικούς), ο υλικός κόσμος αποτελεί το βασίλειο του κακού θεού. Και στην περίπτωση αυτή, συνεπώς, είναι φρονιμότερο να θεωρήσουμε τον ζωροαστρισμό μία από τις επιρροές που διαμόρφωσαν τον παυλικιανισμό, αλλά όχι την κύρια.

Όπως προαναφέρθηκε, η σύγχρονη τάση είναι να αναγνωρισθεί ο γνήσια χριστιανικός χαρακτήρας του παυλικιανού δόγματος και η πρωτοτυπία και η αυτοτελής αξία των ιδιαιτεροτήτων του: «δεν ήταν ξένο σώμα στον χριστιανισμό, αλλά αντιφρονούντες που είχαν διαρρήξει τους δεσμούς τους με την Ορθόδοξη Εκκλησία και ερμήνευαν τη χριστιανική πίστη με ιδιαίτερα ριζοσπαστικό τρόπο» (Janet & Bernard Hamilton, όπ. π., σελ. 3). Κι αυτή η άποψη ενέχει κάποια υπερβολή: μοιάζει να αρνείται ακόμη και προφανή στοιχεία για να μην ενισχύσει την προϊσχύσασα άποψη.  

Συμπερασματικά, διαπιστώνονται τα εξής: δεδομένης της δραματικής έλλειψης στοιχείων όσον αφορά τη γένεση του δόγματος και λαμβανομένου υπόψη του αποσπασματικού χαρακτήρα των διαθέσιμων πηγών, δεν είναι δυνατό να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα αν ο παυλικιανισμός αποτελεί απευθείας εξέλιξη του μανιχαϊσμού. Με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία πρέπει μάλλον να θεωρηθεί πολυσυλλεκτικό δόγμα. Μεταξύ, όμως, των στοιχείων που καθόρισαν την ταυτότητά του, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο μανιχαϊσμός κατέχει σημαντική θέση: στην πραγματικότητα, μελετώντας το δόγμα των Παυλικιανών δημιουργείται η εντύπωση ότι υιοθέτησαν σχεδόν αυτούσια την κατά Μάνη ερμηνεία του χριστιανισμού, σταματώντας εκεί και μη λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό συγγραφικό έργο του Μάνη και την εκλεκτική θεώρηση της διδασκαλίας του.

ΙΙ.   Η Ιστορία των Παυλικιανών

Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις περιόδους στην Ιστορία των Παυλικιανών. Μια αρχική περίοδο που περιλαμβάνει την πρώτη φάση εξάπλωσής τους υπό συνθήκες συχνά αντίξοες (Α). Εν συνεχεία, η επικράτηση των εικονομάχων στο Βυζάντιο εξασφαλίζει στους Παυλικιανούς την ανοχή της εξουσίας (Β). Τέλος, μετά την οριστική επικράτηση των εικονολατρών, οι Παυλικιανοί αναγκάζονται, για να επιβιώσουν, να μετασχηματισθούν σε στρατιωτική δύναμη η οποία αντιπαρατίθεται ανοιχτά με το βυζαντινό κράτος (Γ).  

Η Μ. Ασία στα μέσα περ. του 9ου αι.

Η Μ. Ασία στα μέσα περ. του 9ου αι.

 

Α.   Πρώτη περίοδος: γέννηση και αρχική εξάπλωση εν μέσω αντιξοοτήτων

Όταν πια ο Κωνσταντίνος Μανάναλης διαμόρφωσε οριστικά το δόγμα που επρόκειτο να διδάξει εγκατέλειψε τη γενέτερά του κι εγκαταστάθηκε δυτικότερα στην Κίβοσσα, κοντά στην Κολωνεία του Πόντου. Το γεγονός τοποθετείται χρονικά γύρω στα 655, εποχή κατά την οποία οι Βυζαντινοί είχαν ανακτήσει τη δυτική Αρμενία (Λεμέρλ, όπ. π., σελ. 84). Άλλαξε το όνομά του σε Σιλουανός (μαθητής του αποστόλου Παύλου που είχε κηρύξει τον λόγο του Χριστού στη Μακεδονία) και για σχεδόν τριάντα χρόνια δίδαξε στην ευρύτερη περιοχή και προσηλύτισε αρκετούς, μέχρι που κάποιος Συμεών τον κατήγγειλε στις αυτοκρατορικές αρχές ως Μανιχαίο. Ο Κωνσταντίνος/ Σιλουανός δικάστηκε και εκτελέστηκε.

Ιωάννης του Οτζούν, Καθολικός της Εκκλησίας της Αρμενίας κατά τον 8ο αι. (πίνακας του 18ου αι.)

Ιωάννης του Οτζούν, Καθολικός της Εκκλησίας της Αρμενίας κατά τον 8ο αι. (πίνακας του 18ου αι.)

Τότε, όμως, συνέβη κάτι πολύ παράξενο: ο Συμεών, που είχε καταδώσει τον Κωνσταντίνο, φαίνεται πως εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από την πίστη του ηγέτη των Παυλικιανών που επέστρεψε στην Κίβοσσα, ασπάσθηκε τον παυλικιανισμό κι ανακηρύχθηκε διδάσκαλος αλλάζοντας το κοσμικό του όνομα σε Τίτος. Ο Συμεών/ Τίτος παρέμεινε διδάσκαλος επί τριετία. Τότε συγκρούστηκε μαζί του ο Ιούστος, θετός γιος του Κωνσταντίνου, ο οποίος ήρθε σε συνενόηση με τον τοπικό επίσκοπο, υποσχόμενος να ασπαστεί την ορθόδοξη πίστη, και μαζί κατήγγειλαν τον Συμεών στον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β΄. Δεδομένου ότι ο Συμεών ήταν πρωτύτερα αυτοκρατορικός αξιωματούχος, η μεταστροφή του αποτελούσε έγκλημα καθοσιώσεως: μοιραία καταδικάστηκε και κάηκε στην πυρά μαζί με αρκετούς από τους πιστούς του (688).

Στο χρονικό σημείο εκείνο ο παυλικιανισμός κατά πάσα πιθανότητα θα έσβηνε, αν δεν βρισκόταν κάποιος πιστός, ο Παύλος ο Αρμένιος (πρόκειται για το πρόσωπο στο οποίο, κατά την πλειονότητα των σύγχρονων ιστορικών, οφείλεται η ονομασία «Παυλικιανοί»), που μαζί με τους δυο γιους του, τον Γενέσιο (Γεγνέσιο κατά τον Πέτρο Σικελιώτη) και τον Θεόδωρο, ανέλαβε την ηγεσία κι οδήγησε τους εναπομείναντες Παυλικιανούς στην Επίσπαρη, επανιδρύοντας ουσιαστικά την κοινότητα. Ο Παύλος πρέπει να ηγήθηκε της ομάδας μέχρι το 718. Στα χρόνια αυτά, ο παυλικιανισμός διαδόθηκε τόσο στα ανατολικά εδάφη του Βυζαντίου όσο και στην καθαυτό Αρμενία. Δύο τουλάχιστον Καθολικοί της Εκκλησίας της Αρμενίας αναθεμάτισαν τη σέκτα: ο Ηλίας (703-717) και ο διάδοχός του, ο Ιωάννης του Οτζούν (κατά τη σύνοδο του Ντβιν, 719).  

Β.   Δεύτερη περίοδος: η επιβίωση υπό την ευμενή ουδετερότητα των εικονομάχων

α.   Η εποχή του Τιμοθέου. Μετά τον θάνατο του Παύλου, διδάσκαλος εκλέχθηκε ο γιος του ο Γενέσιος, ο οποίος πήρε το όνομα Τιμόθεος και παρέμεινε επικεφαλής της κοινότητας για 30 χρόνια (718-748). Την εποχή εκείνη το Βυζάντιο συνταράσσεται από τη διαμάχη εικονολατρών και εικονομάχων. Η επικράτηση των δεύτερων, κατά τα χρόνια της βασιλείας του Λέοντος Γ΄ του Ισαύρου (717-741), ιδίως δε μετά το 730 και την έκδοση του διατάγματος περί καταστροφής των εικόνων, θα δημιουργήσει ευνοϊκές συνθήκες για την επιβίωση και τη διάδοση του παυλικιανισμού. Το σαφέστερο εξωτερικό γνώρισμα των Παυλικιανών είναι η απόρριψη της λατρείας των εικόνων, στοιχείο που καθιστά δυνατή την προσέγγιση με τις αντιλήψεις των εικονομάχων, εμφανίζοντας τους πρώτους ως δυνητικούς συμμάχους των δεύτερων.

Χρυσός σόλιδος του Λέοντος Γ΄

Χρυσός σόλιδος του Λέοντος Γ΄

Ενδεικτική της τάσης αυτής είναι κι η υπόθεση που μνημονεύει ο Σικελιώτης («Ιστορία», 114 επ.). Καθώς υπήρχαν καταγγελίες που εμφάνιζαν τον Τιμόθεο ως αιρετικό, ο αυτοκράτορας Λέων κάλεσε τον διδάσκαλο των Παυλικιανών στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να εξεταστεί η ορθοδοξία της πίστης του από τον πατριάρχη. Η μεταχείριση αυτή μπορεί να εξηγηθεί από το ενδεχόμενο ο αυτοκράτορας και οι σύμβουλοί του να έκριναν ότι ίσως ο Τιμόθεος να ήταν απλώς εικονομάχος που δεχόταν επιθέσεις από τους εικονολάτρες της περιοχής του (Janet & Bernard Hamilton, όπ. π., σελ. 15-16). Σε κάθε περίπτωση, ο διδάσκαλος των Παυλικιανών μετέβη στη Βασιλεύουσα και πέρασε επιτυχώς τη δοκιμασία! Αυτό οφειλόταν στην ικανότητα του Τιμόθεου να ερμηνεύει αλληγορικά τα στοιχεία της ορθόδοξης πίστης που αποτέλεσαν αντικείμενο της εξέτασης, προσαρμόζοντάς τα στο δόγμα των Παυλικιανών: έτσι αντιλαμβανόταν την Παναγία ως Επουράνια Ιερουσαλήμ, τη βάπτιση ως λόγο του Κυρίου, ο οποίος επισήμαινε ότι «Εγώ ειμί το ύδωρ το ζων», τη μετάληψη ως τη διδασκαλία του Ιησού κ.ο.κ.

«Ως είδεν αυτόν ο Πατριάρχης, λέγει αυτώ· “διά τί ηρνήσω την ορθόδοξον πίστιν;” ο δε λέγει ανάθεμα τον αρνησάμενον την ορθόδοξον πίστιν· έλεγε δε ορθόδοξον πίστιν την οικείαν αίρεσιν» («Ιστορία», 115).

Θα ήταν, βεβαίως, αφελές να δεχθούμε ότι η αθώωση του Τιμοθέου (τον οποίο ο Σικελιώτης αποκαλεί με πρόθεση να τον μειώσει «Θυμόθεο») οφειλόταν αποκλειστικά στην πανουργία του. Εάν ο αυτοκράτορας (και, κατά συνέπεια, ο πατριάρχης) είχε την πρόθεση να διενεργηθεί στοιχειώδης έρευνα, η αίρεση του Παυλικιανού ηγέτη θα αποκαλυπτόταν πολύ γρήγορα. Στην πραγματικότητα, ο Λέων δεν είχε τη διάθεση να καταδικάσει ένα δυνάμει σύμμαχο κατά των εικονολατρών. Για αυτόν τον λόγο ο Τιμόθεος αθωώθηκε πανηγυρικά και επέστρεψε στην Επίσπαρη εφοδιασμένος με βασιλικό σιγίλλιο, ώστε κανείς να μην τον ενοχλήσει στο ταξίδι του.

Οι συνθήκες αυτές ευνοήσαν την περαιτέρω διάδοση του παυλικιανισμού. Ο ίδιος ο Τιμόθεος μετέφερε κάποια στιγμή την έδρα της κοινότητας στη Μανάναλη όπου και ίδρυσε την «Εκκλησία της Αχαΐας» (η μετακίνηση αυτή πρέπει να οφειλόταν σε λόγους ασφάλειας και να τοποθετείται στο διάστημα μετά τον θάνατο του Λέοντος, όταν είχε σφετεριστεί την εξουσία ο Αρτάβασδος, στρατηγός του Θέματος Αρμενιακών, ο οποίος ήταν μεν Αρμένιος στην καταγωγή πλην όμως εκονολάτρης). Όταν ο Τιμόθεος πέθανε το 748, η εξάπλωση του δόγματός του βρισκόταν πιθανώς στο απόγειο.

β.   Μεταξύ Αρμενίας και Βυζαντίου. Η συνέχεια της ιστορίας της κοινότητας φαίνεται να καθορίζεται από τα μεγάλα γεγονότα που συγκλονίζουν τις δύο αυτοκρατορίες της εποχής. Στα μέσα του 8ου αιώνα, η εξουσία αλλάζει χέρια στο χαλιφάτο, περνώντας στη δυναστεία των Αββασιδών. Το γεγονός προκαλεί αναταραχή με συνέπεια να ατονήσει ο έλεγχος στις μεθοριακές περιοχές του Ισλάμ: αυτό επιτρέπει αφενός μεν την πρόσκαιρη ανεξαρτητοποίηση της Αρμενίας, αφετέρου δε την εισβολή των δυνάμεων του Βυζαντίου στα εδάφη αυτά. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε΄ φτάνει μέχρι τη Θεοδοσιούπολη (751). Επιστρέφοντας παίρνει μαζί του όσους χριστιανούς επιθυμούσαν να εγκατασταθούν στα εδάφη του Βυζαντίου. Ανάμεσά τους είναι κι αρκετοί Παυλικιανοί, τους οποίους οι αυτοκρατορικές αρχές στέλνουν στη Θράκη για να ενισχυθεί ο πληθυσμός περιοχών που είχαν πληγεί από τη μεγάλη επιδημία πανώλης του 748.

Γύρω στα 770, οι Αββασίδες αποκαθιστούν τον έλεγχο του Ισλάμ στο μεγαλύτερο μέρος της Αρμενίας. Οι συνθήκες γίνονται πιο δύσκολες για τους Παυλικιανούς, η κοινότητα των οποίων ταλαιπωρείται από σχίσμα: μετά τον θάνατο του Τιμοθέου ο θώκος του διδασκάλου έχει δύο διεκδικητές, τον φυσικό γιο του Τιμοθέου, τον Ζαχαρία, και τον θετό, τον Ιωσήφ. Και οι δύο αρχηγοί, πάντως, συμφωνούν ότι η παυλικιανή κοινότητα πρέπει να επιστρέψει στα εδάφη που ελέγχονται από το Βυζάντιο (772). Ο Ζαχαρίας θα αποτύχει στην προσπάθειά του να ξεφύγει και τα ίχνη του θα χαθούν. Αντιθέτως, ο Ιωσήφ θα κατορθώσει να ξεφύγει από τις συνοριακές περιπόλους των Αράβων και θα εγκατασταθεί με τους πιστούς του στην παλαιά έδρα των Παυλικιανών, την Επίσπαρη. Αδιαφιλονίκητος πλέον διδάσκαλος, θα αλλάξει το όνομά του σε Επαφρόδιτος. Για λόγους προφύλαξης, θα μετακινηθεί αργότερα εκ νέου και θα εγκατασταθεί δυτικότερα, στην Αντιόχεια της Πισιδίας, όπου θα ιδρύσει την «Εκκλησία των Φιλίππων».

Διάδοχος του Ιωσήφ/ Επαφρόδιτου υπήρξε ο Αρμένιος Βαάνης, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως συνέκδημός του στην Αντιόχεια. Λίγο πριν το έτος 800, η εξουσία του αμφισβητήθηκε από τον Σέργιο, έναν Έλληνα ορθόδοξο από τη Γαλατία για τον οποίο έλεγαν ότι τον είχε προσηλυτίσει η Παυλικιανή ερωμένη του. Φαίνεται πως οι περισσότεροι Παυλικιανοί υποστήριξαν τον Σέργιο, ο οποίος εξελέγη διδάσκαλος με το όνομα Τυχικός. Η άνοδός του συμπίπτει χρονικά με τη βασιλεία της Ειρήνης της Αθηναίας, η οποία αποκατέστησε (προσωρινά) τη λατρεία των εικόνων. Η δυσμενής μεταβολή των πολιτικών συνθηκών στην αυτοκρατορία, υποχρέωσε τον Σέργιο/ Τυχικό να μετακινηθεί προς τα ανατολικά, μεταφέροντας την έδρα του στο Κυνοχώριο της Νεοκαισάρειας.

γ.   Το τέλος της ευνοϊκής συγκυρίας. Η επιδείνωση ήταν, όμως, οριστική, παρά την επάνοδο των εικονομάχων στην εξουσία. Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικηφόρος (806-815) ήταν βέβαιος για την αιρετική φύση της πίστης των Παυλικιανών, τους οποίους θεωρούσε επιπροσθέτως και επικίνδυνους από πολιτική άποψη: κατόρθωσε να πείσει τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Α΄ Ραγκαβέ (811-813) να κηρύξει τους Παυλικιανούς αιρετικούς που πρέπει να τιμωρούνται με θάνατο. Η νομοθεσία αυτή δεν άλλαξε στα χρόνια του εικονομάχου αυτοκράτορα Λέοντα Ε΄, ο οποίος ως Αρμένιος στην καταγωγή μάλλον γνώριζε καλά τον αιρετικό χαρακτήρα του παυλικιανισμού. Εν μέσω διωγμών και ταραχών, οι Παυλικιανοί αναγκάζονται να βρουν καταφύγιο στα εδάφη του μουσουλμάνου εμίρη της Μελιτηνής, στην Αργκαούν. Εκεί θα εγκατασταθεί και ο διδάσκαλος Σέργιος/ Τυχικός έως το 834-835, οπότε και δολοφονήθηκε από κάποιον φανατικό ορθόδοξο.

Το 842 πεθαίνει ο αυτοκράτορας Θεόφιλος και την αντιβασιλεία αναλαμβάνει η χήρα του, η Θεοδώρα, μέχρι την ενηλικίωση του γιου τους, του μετέπειτα Μιχαήλ Γ΄. Η Θεοδώρα είναι φανατική εικονολάτρισσα: το 843 συγκαλεί σύνοδο στην οποία αποφασίζεται η αποκατάσταση της λατρείας των εικόνων. Η αυτοκράτειρα και ο πατριάρχης Μεθόδιος Α΄ αποφασίζουν να ξεριζώσουν όλες τις αιρέσεις από την επικράτεια της αυτοκρατορίας. Οι Παυλικιανοί αποτελούν τον κύριο στόχο της εκστρατείας. Οι διωγμοί είναι ανηλεείς. Χιλιάδες άνθρωποι εκτελούνται (με κάποια δόση υπερβολής γίνεται λόγος για 100.000 νεκρούς).

Ανάμεσα στα θύματα του μεγάλου διωγμού είναι κι ο πατέρας του Καρβέα, ενός αξιωματούχου που υπηρετεί ως πρωτομανδάτορας στο επιτελείο του στρατηγού του Θέματος Ανατολικών. Ο Καρβέας στασιάζει, συγκεντρώνει κάποιες χιλιάδες πιστούς Παυλικιανούς και καταφεύγει στην Αργκαούν προσφέροντας τις στρατιωτικές υπηρεσίες του στον εμίρη της Μελιτηνής (844).   

Γ.   Τρίτη περίοδος: το στρατιωτικό κράτος των Παυλικιανών

α.   Η ηγεσία του Καρβέα. Αναγκασμένοι να πολεμήσουν για να επιβιώσουν και υπό τη χαρισματική ηγεσία του Καρβέα, οι Παυλικιανοί συγκροτούν ένα σχεδόν ανεξάρτητο στρατιωτικό κράτος στην περιοχή του Ευφράτη, στα σύνορα Βυζαντίου και Ισλάμ. Προσπαθούν να πλήξουν το Βυζάντιο με κάθε τρόπο, με οργανωμένες επιδρομές ή ανταρτοπόλεμο. Το 844 οι Παυλικιανοί της Κολωνείας κατορθώνουν να απαγάγουν τον στρατηγό του Θέματος Αρμενιακών και να τον στείλουν στον Καρβέα στην Αργκαούν. Κάποια στιγμή μετά το 850, ο Καρβέας μεταφέρει την έδρα των Παυλικιανών στο φρούριο της Τεφρικής, κοντά στη Σεβάστεια, προκειμένου να ανεξαρτητοποιηθεί από τον ενοχλητικό έλεγχο του εμίρη της Μελιτηνής. Στην Τεφρική εγκαθίστανται πολλοί από τους διωκόμενους Παυλικιανούς του Βυζαντίου. Ο Καρβέας είναι ο αδιαφιλονίκητος στρατιωτικός ηγέτης, ενώ τη θρησκευτική εξουσία την ασκούν ο Βασίλειος κι ο Ζώσιμος, δύο από τους συνέκδημους του τελευταίου διδασκάλου, του Σεργίου.

Άποψη της Τεφρικής/ Divriği

Άποψη της Τεφρικής/ Divriği

Από κοινού με τις δυνάμεις του Ισλάμ, ο Καρβέας επιτίθεται διαρκώς στα εδάφη του Βυζαντίου. Το 860 μαζί με τον εμίρη Ομάρ Αλ Ακτά της Μελιτηνής εισχωρεί στη Μικρά Ασία λεηλατώντας και καταστρέφοντας, για να επιστρέψει στη βάση του με πλούσια λάφυρα. Το καλοκαίρι του 863 οι σύμμαχοι θέτουν σε εφαρμογή ένα ακόμη πιο φιλόδοξο σχέδιο. Υποστηριζόμενοι από τον στρατηγό των Αββασιδών Τζαφάρ ιμπν Ντινάρ Αλ Χαγιάτ και τον Αλί, εμίρη της Ταρσού, περνούν τις Κιλικίες Πύλες και εισβάλλουν στην Καππαδοκία. Οι δυνάμεις Αράβων και Παυλικιανών θα συναντήσουν τον στρατό του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ κοντά στη Μαλακοπέα, βορείως της Ναζιανζού. Η μάχη δεν θα αναδείξει νικητή. Παρά τις σοβαρές απώλειες, όμως, η στρατιά του Ομάρ και του Καρβέα θα συνεχίσει την εκστρατεία της κινούμενη προς τα βόρεια. Διασχίζοντας το Θέμα Αρμενιακών θα φτάσει ως τις ακτές του Ευξείνου Πόντου και θα καταλάβει και θα λεηλατήσει την Αμισό.

«αὖθις ἐκστρατεύσας ὁ Ἄμερ σύν τεσσαράκοντα χιλιάσι στρατοῦ ὁμοῦ μέν τήν Ἀρμενιακήν ὁμοῦ δέ καί τήν πρός θάλασσαν Ἀμισόν ἐξεπόρθει τε καί κατεδουλαγώγει τῇ τοῦ κωλύοντος ἐρημίᾳ»  (Συνεχιστής της Χρονογραφίας του Θεοφάνους του Ομολογητού «Οι μετά Θεοφάνην», Δ΄, 25).

Μια τέτοια προσβολή δεν μπορούσε να μείνει δίχως απάντηση. Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ διέταξε αμέσως να συγκροτηθούν τρεις στρατιές: η «βόρεια», περιελάμβανε τις στρατιωτικές δυνάμεις των θεμάτων Αρμενιακών, Κολωνείας, Παφλαγονίας και Βουκελλαρίων, η «νότια», αποτελούμενη από τον στρατό των θεμάτων Ανατολικών, Οψικίου και Καππαδοκίας, και η «δυτική» καθοδηγούμενη από τον Δομέστιχο των Σχολών Πετρωνά, η οποία απαρτιζόταν από τις δυνάμεις των θεμάτων Θράκης, Θρακησίων και Μακεδονίας, καθώς και από τα αυτοκρατορικά τάγματα της Βασιλεύουσας. Οι δυνάμεις αυτές κατάφεραν να συναντηθούν στις 2 Σεπτεμβρίου 863 στον Πόσωνα, κοντά στις ακτές του ποταμού Λαλακάοντα (πιθανώς παραπόταμου του Άλυ), περικυκλώνοντας τις υποδεέστερες δυνάμεις του Ομάρ και του Καρβέα. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, οι Βυζαντινοί επιτέθηκαν και κατέλαβαν ένα ύψωμα από το οποίο μπορούσαν να ελέγξουν τη μοναδική οδό διαφυγής που διέθεταν οι αντίπαλοί τους. Την επομένη, ο Ομάρ επιχείρησε να τα παίξει όλα για όλα κι επιτέθηκε στις δυνάμεις του Πετρωνά προσπαθώντας να τις διασπάσει. Το κέντρο του βυζαντινού στρατού αντιστάθηκε με επιτυχία, ενώ οι δύο πτέρυγές του περικύκλωσαν τους Άραβες και τους Παυλικιανούς, οι οποίοι συνετρίβησαν. Στο πεδίο της μάχης έπεσε νεκρός ο εμίρης Ομάρ και (πιθανότατα) ο ίδιος ο Καρβέας. Η Μάχη του Λαλακάοντος ήταν καθοριστική, καθώς σηματοδοτεί την οριστική εξουδετέρωση της αραβικής απειλής. Τη σπουδαιότητά της απηχούν, άλλωστε, και πολλά από τα ακριτικά έπη (ιδίως το Άσμα του Αρμούρη).

Η Μάχη του Λαλακάοντος (από το Χρονικόν του Ι. Σκυλίτση)

Η Μάχη του Λαλακάοντος (από το Χρονικόν του Ι. Σκυλίτση)

β.   Από τον Λαλακάοντα στον Βαθυρύακα. Ωστόσο, η απειλή των Παυλικιανών εξακολουθούσε να υφίσταται. Πρέπει, βεβαίως, να επισημανθεί ότι το Βυζάντιο δεν κατόρθωσε να εκμεταλλευτεί όπως θα έπρεπε και θα μπορούσε τον στρατιωτικό θρίαμβό του διότι εκτός των άλλων η αυτοκρατορική εξουσία άλλαξε χέρια. Το 867 ο Μιχαήλ δολοφονήθηκε από τον έμπιστο φίλο του (και πρώην παρακοιμώμενό του) Βασίλειο, τον ιδρυτή της λεγόμενης Μακεδονικής Δυναστείας (ο Βασίλειος ήταν στην πραγματικότητα αρμενικής καταγωγής). Η δυναστική μεταβολή καθυστέρησε μοιραία την υλοποίηση των όποιων στρατιωτικών σχεδίων.

Πίσω στην Τεφρική, τον Καρβέα διαδέχτηκε ο ανεψιός και γαμπρός του, ο Χρυσόχειρ. Ο νέος ηγέτης των Παυλικιανών θα αποδεικνυόταν αντάξιος του προκατόχου του σε στρατιωτική ικανότητα. Τη χρονιά της ανόδου του Βασιλείου στον αυτοκρατορικό θρόνο, οργάνωσε μια μεγάλη επιδρομή φτάνοντας ως τις ακτές του Αιγαίου. Λεηλατήθηκαν η Έφεσσος, αλλά και η Νικομήδεια και η Νίκαια. Οι Παυλικιανοί βρισκόταν μια ανάσα από τη Βασιλεύουσα.

Βασίλειος Α΄ έφιππος (Χρονικόν Ι. Σκυλίτση)

Βασίλειος Α΄ έφιππος (Χρονικόν Ι. Σκυλίτση)

Ο Βασίλειος θα πρέπει να συνειδητοποίησε ότι η υπόθεση των Παυλικιανών δεν ήταν καθόλου απλή. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να εντάξουμε και την προσπάθεια διπλωματικής προσέγγισης (869-870) με την αποστολή, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Πέτρος ο Σικελιώτης. Τα αποτελέσματα της διαπραγμάτευσης δεν ήταν ίσως εντυπωσιακά (ανταλλαγή αιχμαλώτων), αλλά μπορούμε ευλόγως να υποθέσουμε ότι σε επίπεδο συλλογής πληροφοριών η παραμονή του ηγουμένου από τη Σικελία πρέπει να αποδείχτηκε πολύτιμη.

Την άνοιξη του 871, ο ίδιος ο αυτοκράτορας τέθηκε επικεφαλής εκστρατευτικού σώματος κι επιχείρησε να καταλύσει την ηγεμονία της Τεφρικής. Ηττήθηκε κατά κράτος κι επέστρεψε κακήν κακώς στην Κωνσταντινούπολη. Η επιτυχία αυτή των Παυλικιανών εδραίωσε τη βεβαιότητά τους ότι μπορούσαν να αντιμετωπίσουν επιτυχώς τις δυνάμεις του Βυζαντίου. Την επόμενη χρονιά, ο Χρυσόχειρ ξεκίνησε νέα σειρά επιδρομών, εισχωρώντας στα εδάφη της Γαλατίας και φτάνοντας μέχρι την Άγκυρα. Εξοργισμένος ο Βασίλειος έστειλε εναντίον των Παυλικιανών μεγάλο στράτευμα με επικεφαλής τον τότε Δομέστιχο των Σχολών, Χριστόφορο. Ο Χρυσόχειρ απέφυγε να συγκρουσθεί με τον εχθρό και υποχώρησε προς την Τεφρική. Στρατοπέδευσε αρχικά στις Αγρανές, ενώ οι Βυζαντινοί βρίσκονταν αρκετά κοντά του, στο Σίβορο. Στη συνέχεια κινήθηκε προς το πέρασμα που ονομαζόταν Βαθυρύαξ, δυτικά της Σεβάστειας. Ο Χριστόφορος έστειλε τότε ως εμπροσθοφυλακή τους στρατηγούς των θεμάτων Αρμενιακών και Χαρσιανών, με αποστολή να ανιχνεύσουν τις προθέσεις του εχθρού. Η εμπροσθοφυλακή αυτή κατόρθωσε να καταλάβει ένα δασωμένο λόφο απ’ όπου μπορούσε να κατοπτεύει το σημείο που είχαν στρατοπεδεύσει οι Παυλικιανοί. Αντιλαμβανόμενοι την ευνοϊκή θέση και συγκυρία, οι δύο στρατηγοί αποφάσισαν να αψηφήσουν τις διαταγές του Χριστόφορου και να επιτεθούν κατά τη διάρκεια της νύχτας. Η επίθεσή τους αιφνιδίασε τόσο πολύ τους Παυλικιανούς και τους προκάλεσε τέτοιο πανικό που τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Ταυτόχρονα έφτασε και το κυρίως σώμα του βυζαντινού στρατού υπό τον Χριστόφορο, μετατρέποντας την καταδίωξη σε σφαγή. Μεταξύ των θυμάτων της Μάχης του Βαθυρύακος ήταν κι ο ίδιος ο Χρυσόχειρ, ο οποίος συνελήφθη κι εκτελέστηκε. Το κεφάλι του στάλθηκε ως δώρο στον αυτοκράτορα Βασίλειο.

Χρυσός σόλιδος του Βασιλείου Α΄

Χρυσός σόλιδος του Βασιλείου Α΄

Ο Βαθυρύαξ σηματοδοτεί το ουσιαστικό τέλος της στρατιωτικής δύναμης των Παυλικιανών. Τη νίκη ακολούθησε κι η κατάληψη της πρωτεύουσας Τεφρικής. Λόγω της ασάφειας των βυζαντινών πηγών υπάρχει διχογνωμία ως προς τη χρονολόγηση των γεγονότων του τέλους των Παυλικιανών, Ορισμένοι τοποθετούν τη μάχη και την κατάκτηση της Τεφρικής την ίδια χρονιά, δηλαδή το 878 (Nina G. Garsoïan, «The Paulician Heresy: A Study of the Origin and Development of Paulicianism in Armenia and the Eastern Provinces of the Byzantine Empire», Mouton, Χάγη, 1967, σελ. 128). Η κρατούσα γνώμη, όμως, είναι αυτή του Πωλ Λεμέρλ: η Μάχη του Βαθυρύακος δόθηκε το 872, αλλά η οχυρή πρωτεύουσα των Παυλικιανών καταλήφθηκε μερικά χρόνια αργότερα. Συγκεκριμένα, η Τεφρική παραδόθηκε στους Βυζαντινούς το 878, επειδή εκτός των άλλων τα τείχη κι οι οχυρώσεις της είχαν υποστεί εκτεταμένες ζημιές από σεισμό (Λεμέρλ όπ. π., σελ. 104-108).

γ.   Επίλογος: η επιβίωση του παυλικιανισμού μετά την πτώση της Τεφρικής. Μετά την κατάληψη της Τεφρικής, οι Βυζαντινοί ενήργησαν με εξαιρετικά οξύ πολιτικό ρεαλισμό. Δεν προέβησαν σε διωγμούς, αλλά αντίθεται στρατολόγησαν πολλούς από τους μέχρι πρότινος αντιπάλους τους στις αυτοκρατορικές δυνάμεις. Η αυτοκρατορία, άλλωστε, είχε πολλά μέτωπα ανοιχτά για να μην ενδιαφερθεί για αυτούς τους αποδεδειγμένα επίλεκτους πολεμιστές. Συναντούμε έτσι στρατιωτικά σώματα Παυλικιανών να μάχονται για λογαριασμό του Βυζαντίου σε διάφορες εκστρατείες: το 885 στην Απουλία υπό τον Νικηφόρο Φωκά τον πρεσβύτερο, το 1038-1041 υπό τον Γεώργιο Μανιάκη στη Σικελία κατά των Αράβων και μετέπειτα στην ηπειρωτική νότια Ιταλία κατά των Νορμανδών. Το 1081 ο Αλέξιος Κομνηνός στρατολογεί περίπου 3.000 Παυλικιανούς για να αποκρούσουν τη νορμανδική επίθεση στο Δυρράχιο.

Παράλληλα, κοινότητες Παυλικιανών μεταφέρονται κατόπιν αυτοκρατορικών διαταγών σε διάφορες περιοχές του Βυζαντίου, για λόγους τόσο δημογραφικούς όσο και πολιτικούς (ορισμένοι πιστεύουν ότι οι Παυλικιανοί θα είναι λιγότερο επικίνδυνοι μακριά από το φυσικό τους περιβάλλον): προς τα τέλη του 10ου αιώνα, μεγάλος αριθμός Παυλικιανών εγκαθίσταται στην Φιλιππούπολη. Βεβαίως, πολλοί εξακολούθησαν να δυσπιστούν για την αξιοπιστία των Παυλικιανών. Το σύνηθες μέσο ήταν η άσκηση πίεσης ώστε να ασπαστούν την ορθοδοξία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της τάσης αυτής είναι η προσπάθεια του Αλέξιου Α’ Κομνηνού να προσηλυτίσει τους Παυλικιανούς της Φιλιππούπολης (με σχετική μόνο επιτυχία).

Στην καθαυτό Αρμενία, οι Παυλικιανοί επιβίωσαν κατά τα φαινόμενα μέσω της σέκτας των Τονδρακιανών (Թոնդրակեաններ). Οι Τονδρακιανοί εμφανίστηκαν περί τα μέσα του 10ου αιώνα. Από θεολογικής άποψης, σχεδόν ταυτίζονταν με τους Παυλικιανούς: δεν λάτρευαν τον σταυρό, αρνούνταν το σύνολο των μυστηρίων, δεν αναγνώριζαν την ιεραρχία της Εκκλησίας της Αρμενίας. Η ιδιαιτερότητά τους έγκειται στο ότι συνδύαζαν τον δυϊσμό με κοινωνικά αιτήματα: υποστήριξαν τις εξεγέρσεις των Αρμένιων αγροτών και αρνούνταν την εξουσία τόσο της Εκκλησίας όσο και των αρχόντων-γαιοκτημόνων. Η δράση τους συνεχίστηκε μέχρι τα μέσα του 11ου αιώνα, όταν κι εξαφανίστηκαν υπό την πίεση εξωτερικών δυνάμεων (του Βυζαντίου που ανέκτησε πρόσκαιρα την Αρμενία και στη συνέχεια των Τούρκων).

Όσον αφορά τα εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, παρά τις αντιξοότητες, φαίνεται πως διάσπαρτες κοινότητες Παυλικιανών κατόρθωσαν να επιβιώσουν για πολλούς αιώνες μετά την πτώση της Τεφρικής. Οι Φράγκοι της Δ΄ Σταυροφορίας ισχυρίζονταν ότι όταν έφτασαν στη Φιλιππούπολη διαπίστωσαν ότι ολόκληρη συνοικία της πόλης κατοικούταν αποκλειστικά από Παυλικιανούς. Η τελευταία ιστορική μαρτυρία για την παρουσία των Παυλικιανών ανάγεται στα τέλη του 16ου αιώνα: ο Πέτρος Τσεντολίνι, απεσταλμένος του πάπα Γρηγόριου ΙΓ΄, αναφέρει ότι μεταξύ του Δούναβη και της Φιλιππούπολης υπήρχαν δεκαεπτά χωριά τα οποία τα κατοικούσαν Παυλικιανοί!

Ωστόσο, από τον 10ο αιώνα κι έπειτα οι αυτοκρατορικές κι εκκλησιαστικές αρχές δεν εστιάζουν πια την προσοχή τους στου Παυλικιανούς. Τη θέση τους είχε πάρει μια άλλη «αίρεση» που ακολουθούσε το δόγμα του δυϊσμού σε πιο ακραία, ίσως, μορφή. Η κοιτίδα της βρισκόταν στα Βαλκάνια, εκεί που είχαν εγκατασταθεί τόσοι Παυλικιανοί. Ήταν άραγε ο καταλύτης για τη μετάλλαξη αυτή ή απλώς συνέβαλαν στη διάδοσή της; Η απάντηση στο επόμενο μέρος…

Advertisements

Δύο ήλιοι λάμπουν στον ουρανό – μέρος ΙΙ: μανιχαϊσμός

Φεβρουαρίου 16, 2013

"Περί της γέννης του σωματος αυτού" (Μανιχσϊκός Κώδικας της Κολωνίας), φωτ. Παν/μιο Κολωνίας

«(Αυγουστίνος) – Πιστεύετε ότι υπάρχουν δύο θεοί ή μόνον ένας;

(Φαύστος) – Δεν υπάρχει παρά ένας και μόνον ένας θεός.

(Α) – Και πώς ισχυρίζεστε τότε ότι υπάρχουν δύο;

(Φ) – Ποτέ δεν κάνουμε λόγο για «δύο θεούς», σε τι ακριβώς, όμως, βασίζετε τις υποψίες σας αυτές;

(Α) – Διατείνεσθε ότι υπάρχουν δύο «αρχές», αυτή του Καλού κι εκείνη του Κακού.

(Φ) – Πράγματι, δεχόμαστε την ύπαρξη δύο αρχών, αλλά μόνο μία από αυτές την αποκαλούμε Θεό, την άλλη την ονομάζουμε Ύλη ή, πιο απλά, Δαίμονα. Εάν, όμως, τότε, ισχυρίζεστε ότι έτσι δεχόμαστε την ύπαρξη δύο θεών, είναι σαν να υποστηρίζετε ότι ο γιατρός που ασχολείται με την υγεία και την ασθένεια δέχεται ότι υπάρχουν δύο… υγείες...» (Αυγουστίνος της Ιππώνος «Κατά Φαύστου», κεφ. ΚΑ΄, 1).

Η ιστορία μας συνεχίζεται στις αρχές του 3ου αιώνα, κάπου στη Μεσοποταμία. Εκεί θα παρακολουθήσουμε τη γέννηση και την εξάπλωση της μεγαλύτερης δυϊστικής θρησκείας και, κατά πάσα πιθανότητα, μίας από τις σπουδαιότερες που γνώρισε η ανθρωπότητα. Πολλά στοιχεία καθιστούν συναρπαστική την περιπέτεια του μανιχαϊσμού. Η χαρισματική μορφή του προφήτη του. Η εντυπωσιακή εξάπλωσή του, από τη μεσοποταμιακή κοιτίδα του ως τις ακτές του Ατλαντικού, δυτικά, κι ως εκείνες του Ειρηνικού, ανατολικά. Η ρητώς εκπεφρασμένη οικουμενικότητά του κι ο προχωρημένος συγκρητισμός του (με τον χριστιανισμό να αποτελεί, ίσως, το βασικό συστατικό του), σε συνδυασμό με την ικανότητά του να προσλαμβάνει εξωτερικές μορφές συμβατές με τις πολιτισμικές παραδόσεις του εκάστοτε χώρου διάδοσής του. Ορισμένες απόψεις του μανιχαϊκού δόγματος που μοιάζουν εκπληκτικά σύγχρονες και θα μπορούσαν να τύχουν σήμερα ευρείας αποδοχής, ενώ στην εποχή τους προκαλούσαν έντονες αντιδράσεις (και οι οποίες, όλως παραδόξως, απορρέουν άμεσα από αντιλήψεις, «αιρετικές» έστω, της εποχής τους). Επιπλέον, στην περίπτωση του μανιχαϊσμού δεν είμαστε υποχρεωμένοι (όπως σε τόσες άλλες περιπτώσεις) να ανασυνθέσουμε το δόγμα και την κοσμοθεωρία του μελετώντας τα κείμενα των πολέμιών του. Έχουμε πλήθος πηγών, οι οποίες έχουν γραφεί από πιστούς της θρησκείας σε διάφορες εποχές και σε πολλές γλώσσες (αραμαϊκά, ελληνικά, κοπτικά, περσικά, παρθικά, σογδιανά και διάφορες τουρκικές και κινεζικές γλώσσες). Όσο για τις πηγές που οφείλονται σε τρίτους («ουδέτερους» ή πολέμιους του μανιχαϊσμού) είναι κι αυτές πολλές και συνήθως εξαιρετικά χρήσιμες: ξεχνώντας αφορισμούς, κατάρες και προκατειλημμένες αξιολογικές κρίσεις (που κατ’ ανάγκη περιέχουν) αποτελούν κι αυτές ένα πρόσθετο εργαλείο που καθιστά δυνατή την καλύτερη κατανόηση του φαινομένου του μανιχαϊσμού.

Ι.   Η ζωή και το έργο του Μάνη

Στο «Κιτάμπ αλ αθάρ αλ μπακίγια» του μουσουλμάνου εγκυκλοπαιδιστή Αλ Μπιρουνί (11ος αι.) παρατίθεται ένα απόσπασμα από την εισαγωγή του «Σαμπουραγκάν», του βιβλίου που συνέγραψε στα περσικά ο ίδιος ο Μάνης με αποδέκτη (όπως μαρτυρά κι ο τίτλος) τον Σασσανίδη μονάρχη Σαπώρη Α΄. Στο απόσπασμα αυτό, ο ιδρυτής του μανιχαϊσμού μας πληροφορεί ότι γεννήθηκε στη Βαβυλωνία, σ’ έναν οικισμό που ονομαζόταν Μαρντινού και βρισκόταν στα βορειοανατολικά της Βαβυλώνας στον δρόμο προς τη Νιππούρ, «το έτος 527 της εποχής των αστρονόμων της Βαβέλ» (δηλαδή το 216 με βάση τη δική μας χρονολόγηση). Πράγματι, μολονότι είχαν περάσει τρεις τουλάχιστον αιώνες από την οριστική κατάκτηση της Μεσοποταμίας από τους Πάρθους, το βαβυλωνιακό ιερατείο συνέχιζε να χρονολογεί με βάση την εποχή των Σελευκιδών (ή «εποχή του Αλεξάνδρου»), αφετηρία της οποίας ήταν το έτος 311 π.Χ.

Α.   Η ζωή του ιδρυτή του μανιχαϊσμού

Κτησιφών, ανάκτορα Σαπώρη

Κτησιφών, ανάκτορα Σαπώρη

Κοιτίδα πανάρχαιων πολιτισμών, έδρα της νέας ιρανικής αυτοκρατορίας (αρχικά παρθικής, στη συνέχεια περσικής), πλην όμως αρκετά κοντά στα σύνορα της Ρώμης και με ζωντανές ακόμη τις αναμνήσεις του κράτους των Σελευκιδών, η Μεσοποταμία του 3ου αιώνα αποτελεί σημείο συνάντησης πολιτισμών και θρησκειών. Συνυπάρχουν, μεταξύ άλλων, η παραδοσιακή χαλδαϊκή θρησκεία (με ρίζες που ανάγονται στον σουμεριακό πολιτισμό), ο ζωροαστρισμός και διάφορες παρεκκλίσεις του ιουδαϊσμού, ανάμεσά τους κι αρκετές που θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως ιουδαιοχριστιανικές. Η κυρίαρχη γλώσσα στο περιβάλλον όπου μεγαλώνει ο Μάνης είναι πλέον τα αραμαϊκά, πλην όμως, σύμφωνα με τις πηγές, η καταγωγή του προφήτη ήταν ιρανική.

Το όνομα του πατέρα του Μάνη διασώζεται στην εξελληνισμένη μορφή του: Παττίκιος (Παττίγκ ή Παττέγκ στα ιρανικά, Πατίκ ή Πατέκ στα αραμαϊκά). Λέγεται ότι καταγόταν από παλιά παρθική οικογένεια εγκατεστημένη στο Χαμαντάν. Η μητέρα του προφήτη, για την οποία υποστηρίζεται ότι κρατούσε από οικογένεια που είχε δεσμούς συγγένειας με τον βασιλικό οίκο των Αρσακιδών, μνημονεύεται στις πηγές με διάφορα ονόματα: Μαΰς, Καρούσα, Ουταχίμ, Τακσίτ ή Νουσίτ. Στον ευρύτερο χώρο διάδοσης του χριστιανισμού, όμως, της αποδίδεται συνήθως το όνομα Μαρυάμ, αυτό δηλαδή της μητέρας του Ιησού!

Βάσει των στοιχείων που έχουμε στη διάθεσή μας, ο πατέρας του Μάνη δεν πίστευε στον ζωροαστρισμό, αλλά στην παραδοσιακή μεσοποταμιακή θρησκεία και πιο συγκεκριμένα στον θεό Ναμπού. Ο Άραβας συγγραφέας Ιμπν αλ Ναντίμ μας πληροφορεί στο «αλ Φιχρίστ» (τέλη 10ου αι.) για το όραμα που είχε ο Παττίκιος ενώ βρισκόταν στον «οίκο των ειδώλων» στην Κτησιφώντα, την εποχή που η γυναίκα του ήταν έγκυος στον Μάνη. Επί τρεις συνεχείς ημέρες μια υπερκόσμια φωνή συμβούλευε τον πατέρα του προφήτη να εγκαταλείψει την ειδωλολατρία και να ακολουθήσει ζωή απόλυτης εγκράτειας. Πράγματι, ο Παττίκιος άφησε πίσω τον μέχρι τότε τρόπο ζωής του και προσχώρησε σε μια κοινότητα βαπτιστών εγκατεστημένη στην περιοχή του Νταστουμισάν. Ποια ήταν, όμως, η μυστηριώδης αυτή θρησκευτική ομάδα με τους παράξενους διατροφικούς κανόνες και το συγκρητικό δόγμα;

α.   Ανάμεσα στους Ελκεσαΐτες

1.   Το ελκεσαϊτικό δόγμα: Ο Ελκεσάι, Ελχασάι ή Αλχασαίος ήταν Ιουδαίος στην καταγωγή και το θρήσκευμα. Λέγεται ότι έζησε κάπου στην παρθική αυτοκρατορία, μάλλον στη Μεσοποταμία. Η ιστορικότητα του Ελχασάι είναι αμφισβητούμενη. Πιθανότατα πίσω από το όνομα αυτό κρύβεται ο συγγραφέας (ή οι συγγραφείς) του ιερού βιβλίου των Ελκεσαϊτών, το οποίο ήδη από τον 2ο αιώνα είχε γνωρίσει ευρεία διάδοση μεταξύ των ιουδαιοχριστιανικών κύκλων της Παλαιστίνης, της Συρίας και της Μεσοποταμίας. Την ελληνική μετάφραση του βιβλίου αυτού την έφερε στη Ρώμη, την εποχή περίπου της γέννησης του Μάνη, ο Αλκιβιάδης από την Απάμεια της Συρίας (Έλληνας ή εξελληνισμένος Ιουδαίος;), ο οποίος και δίδαξε το ελκεσαϊτικό δόγμα στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Όπως έλεγε ο Απαμεύς, κατά το τρίτο έτος της βασιλείας του Τραϊανού (100), ένας άγγελος κολοσιαίων διαστάσεων εμφανίστηκε μπροστά στον Ελχασάι και του παρέδωσε το βιβλίο της αποκάλυψης του λόγου του θεού.

Ο ελκεσαϊτισμός είναι καταρχήν μία ακόμη ιουδαϊκή αίρεση. Από την άποψη αυτή, η βασική καινοτομία του Ελχασάι έγκειται στο ότι απορρίπτει ως καθαρτήριο στοιχείο τη φωτιά που κατατρώει το αιματηρό σφάγιο της θυσίας, αντικαθιστώντας την με το νερό. Το νερό εξαγνίζει, θεραπεύει από τις ασθένειες, απομακρύνει τα δαιμόνια. Η βάπτιση του κατηχούμενου σηματοδεί τον εξαγνισμό του από την αμαρτία και την είσοδό του στη θρησκευτική κοινότητα. Κατά τα λοιπά, το ελκεσαϊτικό δόγμα είναι εντελώς πιστό στον ιουδαϊσμό: κατά γράμμα τήρηση του Νόμου (π.χ. περιτομή, τήρηση της αργίας του Σαββάτου, νηστείες), που φτάνει μέχρι το σημείο της αποδοχής του ιερατείου των Ιεροσολύμων ως θεματοφύλακα των αξιών της ιουδαϊκής θρησκείας.

Η δεύτερη καινοτομία του Ελχασάι είναι η προσθήκη της διδασκαλίας του Ιησού στον κλασσικό ιουδαϊσμό. Ο Ιησούς είναι ο τελευταίος από τους μεσσίες, αυτός που αποκάλυψε τον λόγο του θεού στην ολότητά του. «Ο ελκεσαϊτικός χριστιανισμός… είναι αδιαμφισβήτητος, αλλά διαφέρει ουσιωδώς από αυτόν που κατόρθωσε να επιβάλει ο Παύλος από την Ταρσό. Ενώ ο δεύτερος απομακρύνεται, για λόγους τακτικής, από την τήρηση του ιουδαϊκού νόμου, ο Ελχασάι παραμένει ιουδαιοχριστιανός εν στενή εννοία, είναι δηλαδή ένας χριστιανός που ακολουθεί τον ιουδαϊκό τρόπο ζωής τον οποίο όρισε η Τορά άπαξ δια παντός» (Michel Tardieu «Le Manichéisme», σειρά Que sais-je, αριθ. 1940, εκδ. PUF, Παρίσι 1997, 2η έκδ, σελ. 12).

Στην πράξη, το πιο εντυπωσιακό στοιχείο για την κοινή γνώμη της εποχής πρέπει να ήταν ο ιδιαίτερος κώδικας διατροφικών κανόνων που τηρούσαν οι Ελκεσαΐτες. Η απόρριψη της θυσίας συνεπαγόταν και την απόλυτη απαγόρευση κατανάλωσης κρέατος. Απαγορευόταν επίσης όλα τα ποτά που ήταν προϊόντα ζύμωσης. Οι Ελκεσαΐτες ήταν αυστηρά χορτοφάγοι. Και πάλι, όμως, επιτρεπόταν η βρώση μόνον των φυτών και των φρούτων που παράγονταν στην κοινότητα (τα οποία τα χαρακτήριζαν ως «αρσενικά»). Πριν καταναλωθούν έπρεπε απαραιτήτως να βαπτισθούν στο νερό για να εξαγνισθούν από οτιδήποτε μιαρό. Τέλος, το ψωμί  έπρεπε να έχει παρασκευασθεί σύμφωνα με τις ιουδαϊκές προδιαγραφές και να ψηθεί στους φούρνους της κοινότητας.

Μανιχαϊκός Κώδικας της Κολωνίας

Μανιχαϊκός Κώδικας της Κολωνίας

2.   Τα νεανικά χρόνια του Μάνη μέχρι τη ρήξη με τους Ελκεσαΐτες: Η γνώση του ελκεσαϊτικού δόγματος είναι απαραίτητη για την κατανόηση του μανιχαϊσμού. Ο Μάνης ανατράφηκε και ανδρώθηκε στη θρησκευτική κοινότητα αυτή. Όρισε βασικά στοιχεία του δόγματός του σε αντιδιαστολή με τον ελκεσαϊτισμό. Ταυτόχρονα η διδασκαλία του Ελχασάι, έστω κι υποσυνείδητα, σημάδεψε ανεξίτηλα τον Μάνη, εμφυσώντας του πρότυπα θρησκευτικής σκέψης, συμπεριφοράς και ηθικής.

Ανεκτίμητα στοιχεία για τη φάση αυτή της ζωής του Μάνη μας παρέχει η συλλογή μανιχαϊκών κειμένων γραμμένων στα ελληνικά (μεταξύ 4ου και 6ου αιώνα) η οποία φέρει τον τίτλο «Περί της γέννης του σώματος αυτού». Πρόκειται για κώδικα σε περγαμηνή ιδιαίτερα μικρών διαστάσεων (4,5 Χ 3,5 εκατοστά), που βρέθηκε στη Λυκούπολη (Ασυούτ) της Άνω Αιγύπτου και σήμερα φυλάσσεται στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Κολωνίας, εξ ου και η ονομασία με την οποία είναι γνωστότερος στις μέρες μας (Μανιχαϊκός Κώδικας της Κολωνίας). Μολονότι η μελέτη του προϋποθέτει ορισμένη επιφυλακτικότητα, καθόσον τα γεγονότα παρουσιάζονται με πρότυπο τη ζωή του Ιησού (ειδικά η σύγκρουση του Μάνη με τους επικεφαλής της ελκεσαϊτικής κοινότητας μοιάζει με επανάληψη της σύγκρουσης του Χριστού με το ιερατείο των Ιεροσολύμων), ο κώδικας μας αποκαλύπτει τον τρόπο σκέψης του ιδρυτή του μανιχαϊσμού.

Όταν ο Μάνης ήταν τεσσάρων ετών, ο πατέρας του τον πήρε μαζί του στην κοινότητα των Ελκεσαϊτών του Νταστουμισάν. Ο προφήτης έζησε εκεί μέχρι και το εικοστό τέταρτο έτος της ηλικίας του, παραμένοντας κατά τα φαινόμενα πιστός στη διδασκαλία του Ελχασάι. Η αποκάλυψη θα έρθει για τον Μάνη μέσω του οράματος ενός αγγέλου ο οποίος θα εμφανιστεί δύο φορές, λίγο μετά τα δωδέκατα και τα εικοστά τέταρτα γενέθλια του προφήτη (228 και 240, αντίστοιχα). Στα αραμαϊκά κείμενα, ο άγγελος αυτός αποκαλείται «τάουμα», δηλαδή «δίδυμος» (παραπέμποντας ίσως στον απόστολο Θωμά), στον Μανιχαϊκό Κώδικα της Κολωνίας «σύζυγος» (με την έννοια του διδύμου, του ομοίου) και στην κοπτική συλλογή των Κεφαλαίων «παράκλητος» (θυμίζοντας τη σχετική περικοπή του Κατά Ιωάννην, 14:26, «ὁ δὲ παράκλητος, τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν»). Την πρώτη φορά, ο άγγελος θα αποκαλύψει στον Μάνη ότι προορίζεται να κηρύξει στον κόσμο τον αληθινό λόγο του θεού. Τη δεύτερη θα του ανακοινώσει με κάθε επισημότητα ότι έφτασε η ώρα να εγκαταλείψει τους Ελκεσαΐτες και να εκπληρώσει την αποστολή του.

Πράγματι, ο Μάνης αρχίζει να κηρύττει τον «αιρετικό» λόγο του, διαφοροποιούμενος από την παραδοσιακή ελκεσαϊτική διδασκαλία. Δεν είναι ίσως τυχαίο το ότι επιλέγει ως πεδίο αντιπαράθεσης τις πρακτικές πτυχές του ελκεσαϊτισμού. Αντιμετωπίζει με ειρωνεία τον κανόνα της βάπτισης των τροφίμων. Είτε πρόκειται για βαπτισμένο κι εξαγνισμένο τρόφιμο, προϊόν της κοινότητας, είτε όχι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις θα καταλήξει ως «απέκδυμα» του ανθρωπίνου σώματος. Τα λουτρά δεν εξαγνίζουν τον άνθρωπο από την αμαρτία, μια και η αγνότητα για την οποία μίλησε ο Ιησούς είναι αυτή του να μπορείς να ξεχωρίζεις το φώς από το σκότος, τη ζωή από τον θάνατο. Η απαγόρευση κατανάλωσης άρτου που δεν έχει παρασκευασθεί από την κοινότητα είναι κι αυτή ανόητη. Ο ίδιος ο Ελχασάι ποτέ δεν είχε ασκοληθεί με αγροτικές εργασίες ούτε είχε θέσει τέτοιους περιορισμούς. Κι ο Ιησούς ευλόγησε ξένο ψωμί, συνέφαγε με φοροεισπράκτορες, ψαράδες και πόρνες, έστειλε τους μαθητές του σε ιεραποστολές δίχως αυτοί να είναι εφοδιασμένοι με τα δικά τους τρόφιμα.

Ο Αχούρα Μάζδα στέφει τον Αρντασίρ Α΄ (ανάγλυφο στο Νακς-ι-Ρουστάμ)

Ο Αχούρα Μάζδα στέφει τον Αρντασίρ Α΄ (ανάγλυφο στο Νακς-ι-Ρουστάμ)

Το κήρυγμα του Μάνη θα προκαλέσει σκάνδαλο μεταξύ των Ελκεσαϊτών. Ο επικεφαλής του συμβουλίου των πρεσβυτέρων της κοινότητας θα καλέσει τον Παττίκιο ζητώντας του εξηγήσεις για τον γιο του κι εκείνος θ’ αποκριθεί: «καλέστε τον οι ίδιοι και προσπαθήστε να τον συνετίσετε»! Ενώπιον του συμβουλίου ο Μάνης θα επαναλάβει τα όσα πιστεύει, δίχως να υποχωρήσει στο ελάχιστο. Άλλωστε έχει ήδη δημιουργήσει ένα κύκλο μαθητών και πιστών στην ελκεσαϊτική κοινότητα. Πολλοί βλέπουν στο πρόσωπό του ένα θρησκευτικό ηγέτη, έναν προφήτη, έναν οραματιστή (Tardieu όπ. π., σελ. 16). Συνοδευόμενος από τον πατέρα του και μερικούς πιστούς μαθητές, ο Μάνης εγκαταλείπει την κοινότητα των Ελκεσαϊτών. Στον έξω κόσμο μερικά πράγματα έχουν αλλάξει: ο Αρτάβανος ο Ε΄, που βασίλευε όταν γεννήθηκε ο Μάνης, υπήρξε ο τελευταίος των Αρσακιδών. Τον ανέτρεψε το 224 ο Αρντασίρ Α΄/ Αρταξέρξης, ιδρυτής της περσικής δυναστείας των Σασσανιδών. Ήδη από το 240 ο γιος του Αρντασίρ, ο Σαπώρης, έχει στεφθεί συμβασιλέας και μετέχει στη διοίκηση της, ακόμη ασταθούς, αλλά ιδιαίτερα δυναμικής, αυτοκρατορίας που πρόκειται να κληρονομήσει.

β.   Η διδασκαλία και το ιεραποστολικό έργο του Μάνη

«Η σοφία και η γνώση είναι η διαρκής προσφορά των απεσταλμένων του θεού. Εμφανίστηκαν στο παρελθόν μέσω του αποστόλου που ονομαζόταν Βούδας στην περιοχή των Ινδιών, μέσω του Ζωροάστρη στην Περσία και μέσω του Ιησού στη Δύση. Έπειτα έφτασε στον κόσμο αυτή η αποκάλυψη κι η προφητεία μέσω εμού, του Μάνη, απεσταλμένου του Θεού της Αληθείας στη χώρα της Βαβέλ» (απόσπασμα του «Σαμπουραγκάν» που παραθέτει ο Αλ Μπιρουνί στο «αλ Αθάρ»).

1.   Οι βάσεις του μανιχαϊκού δόγματος: Ο Μάνης είναι ο εκλεκτός στον οποίο αποκάλυψε ο θεός τον λόγο της αλήθειας. Είναι η πραγματοποίηση της ελπίδας που υποσχέθηκε ο Ιησούς, ο Παράκλητος τον οποίο είχε αναγγείλει ο Χριστός, ο τελευταίος των προφητών! Κι όπως επισήμαινε ο Μισέλ Ταρντιέ «η ουσιώδης μετάλλαξη την οποία επέφερε ο Μάνης στο καθιερωμένο προφητολογικό σχήμα ήταν η άρνηση ερμηνείας του από ιουδαϊκή ή ιουδαιοχριστιανική άποψη, διευρύνοντάς το ώστε να περιλάβει ολόκληρη την οικουμένη, αφενός, και να το κατευθύνει προς το πρόσωπό του, αφετέρου» (όπ. π., σελ. 22). Από τον Αδάμ, τον Σεθ και τον Νώε της ιουδαϊκής παράδοσης, η σειρά των προφητών περνά στον Ζωροάστρη, τον Βούδα και τον Ιησού για να καταλήξει στον ίδιο τον Μάνη. Η οικουμενικότητα αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο του μανιχαϊσμού. Ο ίδιος συνήθιζε να λέει ότι όλες οι προηγούμενες θρησκείες ήταν φτιαγμένες για μία μόνον περιοχή και για μία γλώσσα. Η δικιά του ήταν πανανθρώπινη: «Η φωνή του κηρύγματος της ελπίδας μου θα ακουστεί σε όλες τις γλώσσες, σε όλες τις πόλεις της οικουμένης» (Κεφάλαια, 154). Επιπλέον, η σωτηρία της ψυχής αποτελεί, κατά τον Μάνη, δυνατότητα του καθενός ανεξάρτητα από τη θρησκεία στην οποία πιστεύει, προϋποθέτει, όμως, την ευσπλαχνία και την ελεημοσύνη (στο «Σαμπουραγκάν» ο Μάνης παρέθετε αυτολεξεί το Κατά Ματθαίον, 25:31-46, όπου και οι 35-36: «ἐπείνασα γὰρ καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με, γυμνὸς καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην καὶ ἤλθατε πρός με»). Τέλος, η θρησκευτική σκέψη του ιδρυτή του μανιχαϊσμού είναι βαθύτατη επηρεασμένη από τη διδασκαλία του αποστόλου Παύλου, του προσώπου δηλαδή που οι Ελκεσαΐτες περιφρονούσαν ως ολετήρα του Νόμου. Τα οράματα, η διδασκαλία και το ιεραποστολικό έργο του Παύλου συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση της θρησκείας του Μάνη.

Μάνης

Μάνης

2. Τα ταξίδια του Μάνη: Ο Μάνης αρχίζει το ιεραποστολικό έργο του αμέσως μετά τη ρήξη με τους Ελκεσαΐτες, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο διάστημα απομόνωσης και περισυλλογής. Το πρότυπό του είναι ο απόστολος Παύλος, οι περιπτώσεις τους όμως διαφέρουν. Ο Παύλος κηρύττει τον λόγο του Χριστού περιδιαβαίνοντας τη ρωμαϊκή Μεσόγειο κι απευθυνόμενος καταρχήν στην ιουδαϊκή διασπορά κι έπειτα στους Έλληνες εθνικούς (Tardieu όπ. π., σελ. 26). Ο Μάνης κηρύττει τον δικό του λόγο, διασχίζοντας τον ιρανικό κόσμο κι αναζητώντας στηρίγματα στις διάσπαρτες χριστιανικές κοινότητες. Εγκαταλείποντας τη Βαβυλωνία φτάνει στις δίδυμες πόλεις της Σελεύκειας και της Κτησιφώντας και κινείται με τη συνοδεία του προς τα βόρεια, τη Μηδία και την περιοχή της λίμνης Ούρμια. Οργανώνει την εκκλησία του και στέλνει μαθητές στην Αρμενία και τη Γεωργία. Έπειτα, μαζί με τον πατέρα του, κινείται νότια προς την Περσία και τον Περσικό Κόλπο, απ’ όπου και θα ταξιδέψει διά θαλάσσης προς το Δέλτα του Ινδού, ακολουθώντας τα βήματα του αγίου Θωμά, του ευαγγελιστή των Ινδιών. Θα παραμείνει εκεί μέχρι τις αρχές του 243, οπότε και θα επιστρέψει στην Περσίδα, στέλνοντας τον Παττίκιο να αναλάβει την ινδική ιεραποστολή. Ο ίδιος βρίσκεται σε διαρκή κίνηση μεταξύ Περσίδος, Σουσιανής και Βαβυλωνίας. Συνάπτει φιλικές σχέσεις με μέλη της βασιλικής ελίτ και, το 253, κατορθώνει να τον δεχτεί σε ακρόαση ο Μεγάλος Βασιλεύς, που είναι πλέον ο Σαπώρης Α΄. Εγκατεστημένος στη Βεχ-Αρντασίρ (δεν είμαστε βέβαια αν το όνομα αυτό αποτελεί μετονομασία της Σελεύκειας του Τίγρη ή αφορά μόνον το νησί στον Τίγρη απέναντι από την Κτησιφώντα), συγγράφει τα βιβλία του, ασχολείται με οργανωτικά θέματα της εκκλησίας του και προγραμματίζει τις αποστολές των μαθητών του (Παρθία, Χορασάν και Κεντρική Ασία, Συρία-Παλαιστίνη, Αραβία). Ο ίδιος ταξιδεύει στα βορειοδυτικά, στη μεθόριο με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Γύρω στα 270 ο μανιχαϊσμός έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρη την επικράτεια της ιρανικής αυτοκρατορίας, αλλά και πέρα από αυτήν. Το οικουμενικό όραμα του ιδρυτή του μοιάζει να βρίσκεται στον δρόμο της πραγμάτωσης.

3.   Η σύγκρουση με τον μαζδαϊσμό και τη βασιλική εξουσία: Ο Μάνης είχε απόλυτη επίγνωση της σημασίας που έχουν για την επιβίωση μιας θρησκείας οι καλές σχέσεις με την πολιτική εξουσία και κατέβαλε προς τούτο συνεχείς προσπάθειες. Η ευμενής ουδετερότητα που επεδείκνυε για τον μανιχαϊσμό ο Σαπώρης ακολουθήθηκε κι από τον διάδοχό του, τον Ορμίσδα Α΄ (272-273). Στην προσπάθειά του αυτή, όμως, ο Μάνης θα βρεθεί μοιραία αντιμέτωπος με τον «προκαθήμενο» του μαζδαϊσμού, τον Κιρντίρ. Ο Κιρντίρ είχε αποδυθεί σε μια μεγάλη προσπάθεια ανασυγκρότησης, σε πολιτικό και θρησκευτικό επίπεδο, των δυνάμεων του μαζδαϊσμού (στη ζωροαστρική ή στη ζερβανική εκδοχή του), όχι μόνον εντός των ορίων της αυτοκρατορίας των Σασσανιδών, αλλά και πέρα από αυτή, στη Συρία, την Αρμενία, την Κιλικία και την Καππαδοκία, και γενικά οπουδήποτε ζούσαν ιρανικοί πληθυσμοί. Είναι αλήθεια ότι η ιστορική συγκυρία ευνοούσε το εγχείρημα του Κιρντίρ: η επικράτηση των Σασσανιδών δεν χαρακτηρίζεται μόνο από εντονότερο δυναμισμό και σαφώς πιο επιθετική πολιτική έναντι των αντιπάλων της αυτοκρατορίας (και ειδικά της Ρώμης), αλλά κι από την εγκατάλειψη του κοσμοπολιτισμού και της ανεκτικότητας των Αρσακιδών, καθώς κι από την εμφάνιση μιας μορφής περσικού «εθνικισμού», που εκδηλώνεται με την εκ νέου ανάδειξη της αχαιμενιδικής κληρονομιάς (ο ιδρυτής της δυναστείας, Αρντασίρ Α΄, προσέθεσε συμβολικά στο όνομά του και αυτό του Δαρείου) και φυσικά της παραδοσιακής περσικής θρησκείας.

Το κάστρο "Γκαλέχ Ντοχτάρ", χτισμένο από τον Αρντασίρ (Περσία)

Το κάστρο «Γκαλέχ Ντοχτάρ», χτισμένο από τον Αρντασίρ (Περσία)

Ο Μάνης πρέπει να είχε αντιληφθεί τον κίνδυνο να χάσει οριστικά το παιχνίδι για την εύνοια της κοσμικής εξουσίας. Υποστηρίζεται μάλιστα ότι ο ακραιφνής δυϊσμός και η απαισιοδοξία που εκφράζεται με την αέναη πάλη καλού και κακού αποτελούν ιδέες που προσέθεσε ο Μάνης στο δόγμα του ακριβώς κατά την περίοδο αυτή (Tardieu, όπ. π., σελ. 35). Σε κάθε περίπτωση, η άνοδος στον θρόνο του Βαχράμ Α΄ (273), δευτερότοκου γιου του Σαπώρη, δίνει τέλος στα όνειρα των μανιχαίων, μια και ο νέος μονάρχης βρίσκεται υπό τη σχεδόν ολοκληρωτική επιρροή του Κιρντίρ.

Η σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι είναι η ενέργεια του Μάνη να προσηλυτίσει στον μανιχαϊσμό τον ηγεμονίσκο της Αρτεμίτης (Χολασάρ), ενώ ο Βαχράμ είχε ήδη διατάξει τον κατ’ οίκο περιορισμό του προφήτη. Ο Μάνης καλείται να παρουσιαστεί αμέσως ενώπιον του βασιλέα, κάπου στη Σουσιανή. Η ακρόαση θα εξελιχτεί γρήγορα σε παρωδία δίκης. Ο προφήτης θα οδηγηθεί αλυσοδεμένος στη φυλακή, όπου και θα αφήσει, εξαντλημένος, την τελευταία πνοή του λίγες ημέρες μετά (έχοντας προλάβει πάντως να δει για τελευταία φορά τους μαθητές του και να τους αφήσει την πνευματική διαθήκη του). Δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες για το τέλος του ιδρυτή του μανιχαϊσμού: βασανίστηκε; τι απέγινε το νεκρό σώμα του; Οι μανιχαϊκές παραδόσεις μιλούν για μαρτύριο αντίστοιχο αυτού του Ιησού, που κράτησε μάλιστα ένα μήνα (4 ημέρες η δίκη και 26 η φυλάκιση), πόσο αξιόπιστες είναι όμως; Στην πραγματικότητα ούτε η ακριβής χρονολογία του θανάτου του Μάνη μας είναι γνωστή. Ένα ουιγουρικό κείμενο, βασιζόμενο στο σινοτουρκικό ημερολόγιο, αναφέρει ότι «ο Βούδας Μάνης αναλήφθηκε στην ουράνια κατοικία του το έτος του χοίρου», που πρέπει να ήταν το 274, πλην όμως ελαφρώς μεταγενέστερες χρονολογίες (276 ή 277) μπορούν επίσης να υποστηριχθούν βάσιμα.

Β.   Το έργο και η διδασκαλία του Μάνη

Δίχως αμφιβολία ο Μάνης ήταν εξαιρετικά μορφωμένος. Είχε μελετήσει στα αραμαϊκά τα χριστιανικά ευαγγέλια, στην ήδη ενοποιημένη μορφή με την οποία κυκλοφορούσαν στη Μέση Ανατολή του 3ου αιώνα, τις επιστολές του Παύλου, διάφορα συγγράμματα που εμφανίζονταν ως πράξεις των αποστόλων. Επίσης, το ιερό βιβλίο του Ελχασάι, αλλά και διάφορες «αποκαλύψεις» (όπως αυτές του Αδάμ και του Ενώχ) που γνώριζαν ιδιαίτερη διάδοση στους ιουδαιοχριστιανικούς κύκλους. Πολλά γνωστικά κείμενα του ήταν οικεία, ιδίως αυτά του Βαρδησάνη. Δεν πρέπει να είχε δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Τορά και το Ταλμούδ. Ό,τι τον ενδιέφερε από την ιουδαϊκή παράδοση, και κυρίως η Γένεση, το είχε μάθει μέσω των απόκρυφων παραδόσεων που κυκλοφορούσαν μεταξύ των Ελκεσαϊτών.

Ο Μάνης ήταν επίσης ζωγράφος, καλλιγράφος και, κατά κάποιο τρόπο, γλωσσολόγος! Αναγκασμένος εκ των πραγμάτων να μεταφράσει τα κείμενά του στις ιρανικές γλώσσες, διαπίστωσε τους περιορισμούς των αλφαβήτων τους (μικρός αριθμός γραμμάτων που ευνοούσε τις αμφισημίες και τις παρανοήσεις). Επέλεξε να γράψει στα πεχλεβί και τα παρθικά χρησιμοποιώντας ένα νέο αλφάβητο, βασισμένο στο ανατολικό συριακό (με τα 22 γράμματα συν τα ημιφωνήεντα). Το δημιούργημά του, που έγινε γνωστό ως μανιχαϊκό αλφάβητο, επρόκειτο να γνωρίσει ιδιαίτερη διάδοση στην Κεντρική και Ανατολική Ασία.

Μανιχαϊκό αλφάβητο (κείμενο στη σογδιανή γλώσσα)

Μανιχαϊκό αλφάβητο (κείμενο στη σογδιανή γλώσσα)

α.   Τα συγγράμματα του ιδρυτή του μανιχαϊσμού

Στον Μάνη πιστώνεται η συγγραφή εννέα τουλάχιστον έργων.

1.   Το «Σαμπουραγκάν», πρώτο έργο του Μάνη, γράφτηκε στα πεχλεβί έχοντας ως αποδέκτη τον Σασσανίδη βασιλέα Σαπώρη Α΄. Παρουσιάζει συνοπτικά τις βασικές αρχές της μανιχαϊκής θεολογίας (οι δύο αντίπαλες αρχές, ο Μάνης ως τελευταίος των προφητών, η τελική κρίση κι η αποκατάσταση της βασιλείας του Καλού) σε μια εποχή που ο Μάνης διατηρούσε βάσιμες ελπίδες για την επικράτηση της θρησκείας του. Σημαντικά αποσπάσματα σώζονται μεταξύ των χειρογράφων που βρέθηκαν στην όαση του Τουρφάν, στο Κινεζικό Τουρκεστάν (Σινκιάνγκ).

2.   Το «Ευαγγέλιο του Μάνη», συντάχθηκε στα συριακά αραμαϊκά. Χωρίζεται σε 22 κεφάλαια, ένα για κάθε γράμμα του αραμαϊκού αλφαβήτου. Τρία αποσπάσματά του περιέχονται στον Μανιχαϊκό Κώδικα της Κολωνίας. Στο πρώτο από αυτά, ο Μάνης παρουσιάζεται ως «απόστολος του Ιησού Χριστού με τη βούληση του Θεού Πατρός της Αληθείας». Από μιαν άποψη, στο Ευαγγέλιο αναλύονται οι θεολογικές αρχές που είχαν εκτεθεί στο Σαμπουραγκάν. Ταυτόχρονα πρόκειται για μια νέα ερμηνεία της χριστιανικής Καινής Διαθήκης, βάσει της παραδοχής ότι ο Μάνης είναι ο τελευταίος μεσσίας.

3.   Ο «Θησαυρός» χαρακτηρίζεται ως απολογητικό σύγγραμμα στο οποίο παρουσιάζεται η μανιχαϊκή θεολογία. Γράφτηκε κι αυτό στα συριακά. Αποσπάσματά του παρατίθενται σε έργα του Αυγουστίνου της Ιππώνος και σε κείμενα του Αλ Μπιρουνί.

4.   Το έργο «Τα των Μυστηρίων» είναι συλλογή σύντομων θεολογικών κειμένων με ποικίλη θεματολογία (οι τίτλοι των κεφαλαίων παρατίθενται στο «αλ Φιχρίστ»: αντίκρουση των θεωριών του Βαρδησάνη, ανάλυση της ιστορίας του Υστάσπη που προσηλυτίστηκε από τον Ζωροάστρη, διάφορα κείμενα για τον Ιησού, τους προφήτες εν γένει, την τελική κρίση. Όπως δείχνει κι ο μεγάλος αριθμός κειμένων αντίκρουσης του δόγματος του Βαρδησάνη, πρέπει να γράφτηκε την εποχή της ιεραποστολής του Μάνη στην Άνω Μεσοποταμία (περ. 260-270, βλ. Tardieu, όπ. π., σελ. 52).

5.   «Πραγματεία»: αναλυτική διήγηση του μανιχαϊκού μύθου περί Γενέσεως.

6.   Η «Εικών» είναι ένα από τα πρώτα… εικονογραφημένα της Ιστορίας. Ο Μάνης φιλοτέχνησε μια σειρά από πίνακες στους οποίους απεικόνισε χαρακτηριστικές σκηνές του μύθου της γένεσης και της δημιουργίας, συνοδεύοντάς τε με σύντομα επεξηγηματικά σημειώματα.

7.   Ο «Γίγας» αποτελεί νέα ανάπτυξη του γνωστού σημιτικού μύθου των γιγάντων τον οποίο συναντούμε και στη Βίβλο, στο έκτο κεφάλαιο της Γενέσεως:

«καὶ ἐγένετο ἡνίκα ἤρξαντο οἱ ἄνθρωποι πολλοὶ γίνεσθαι ἐπὶ τῆς γῆς καὶ θυγατέρες ἐγενήθησαν αὐτοῖς. ἰδόντες δὲ οἱ υἱοὶ τοῦ θεοῦ τὰς θυγατέρας τῶν ἀνθρώπων ὅτι καλαί εἰσιν ἔλαβον ἑαυτοῖς γυναῖκας ἀπὸ πασῶν ὧν ἐξελέξαντο. καὶ εἶπεν κύριος ὁ θεός οὐ μὴ καταμείνῃ τὸ πνεῦμά μου ἐν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις εἰς τὸν αἰῶνα διὰ τὸ εἶναι αὐτοὺς σάρκας ἔσονται δὲ αἱ ἡμέραι αὐτῶν ἑκατὸν εἴκοσι ἔτη. οἱ δὲ γίγαντες ἦσαν ἐπὶ τῆς γῆς ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις καὶ μετ’ ἐκεῖνο ὡς ἂν εἰσεπορεύοντο οἱ υἱοὶ τοῦ θεοῦ πρὸς τὰς θυγατέρας τῶν ἀνθρώπων καὶ ἐγεννῶσαν ἑαυτοῖς ἐκεῖνοι ἦσαν οἱ γίγαντες οἱ ἀπ’ αἰῶνος οἱ ἄνθρωποι οἱ ὀνομαστοί».

Εκτός από τη Βίβλο, ο Μάνης είχε μελετήσει και την «Αποκάλυψη του Ενώχ», ιουδαϊκό βιβλίο εσχατολογικού περιεχομένου που πρέπει να γράφτηκε περίπου το 150. Η βασική πηγή του, όμως, πρέπει να ήταν ένα άγνωστο μέχρι πρόσφατα σε μας «Βιβλίο των Γιγάντων», που είχε διαδοθεί στους αιρετικούς ιουδαϊκούς κύκλους προς το τέλος της προχριστιανικής περιόδου: μεταξύ των αραμαϊκών κειμένων που βρέθηκαν στις σπηλιές του Κουμράν (Χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας) εντοπίστηκαν αποσπάσματα που πραγματεύονται τον μύθο των γιγάντων και είναι σχεδόν όμοια με αποσπάσματα μανιχαϊκών χειρογράφων του Τουρφάν.

Πέρα από έναν μύθο που φαντάζει στον σύγχρονο άνθρωπο μάλλον αφελής, ο «Γίγας» είναι ένα αλληγορικό σύγγραμμα με πολιτικό περιεχόμενο. Πίσω από τους γίγαντες κρύβονται οι τύραννοι της εποχής του προφήτη του μανιχαϊσμού.

8.   «Επιστολαί»: Ο Μάνης συνέταξε μεγάλο αριθμό επιστολών με ποικίλο περιεχόμενο: χαιρετισμοί για την ίδρυση εκκλησιών, αναγγελίες επισκέψεών του σε κοινότητες πιστών, επιστολές με δογματικό περιεχόμενο ή σχετικές με οργανωτικά ζητήματα. Στο «Αλ Φιχρίστ» ο Ιμπν αλ Ναντίμ αναφέρει τους τίτλους 76 επιστολών του Μάνη.

9.   Ψαλμοί και Προσευχαί: Μεταξύ των έργων του προφήτη καταλέγεται και η σύνθεση δύο ψαλμών και ενός βιβλίου προσευχών. Ελλείψει επαρκών στοιχείων, είναι αδύνατος ο εντοπισμός τους ανάμεσα στα κείμενα των μανιχαϊκών ψαλτηρίων που βρέθηκαν στο Τουρφάν.

β.   Ο μανιχαϊκός μύθος της Δημιουργίας

Δεν υπάρχει ίσως δυσκολότερο έργο από την προσπάθεια συνοπτικής παρουσίασης του μανιχαϊκού μύθου της Δημιουργίας. Πρόκειται για μια από τις πιο περίπλοκες θρησκευτικές αφηγήσεις, που συνδυάζει ζωροαστρικά, ιουδαϊκά, γνωστικά και πρωτότυπα στοιχεία. Εκτός των άλλων, το έργο χαρακτηρίζεται από την πολυωνυμία των πρωταγωνιστών του (αναλόγως της γλώσσας και των παραδόσεων κάθε περιοχής στην οποία διαδόθηκε ο μανιχαϊσμός), γεγονός που δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο την κατανόησή του. Ο Μάνης εξήγησε την ιστορία της Γένεσης στην «Πραγματεία του». Η διήγησή του σώζεται χάρη σε έναν πολέμιο του μανιχαϊσμού, τον Σύρο νεστοριανό θεολόγο του 8ου αι. Θεόδωρο βαρ Κονάι, ο οποίος την παρέθεσε στην ενδεκάτη πραγματεία του Βιβλίου του των Σχολίων, που αφορά τις αιρέσεις (πλήρης παράθεση της μανιχαϊκής Γένεσης με σχόλια σε Tardieu, όπ. π., σελ. 94 επ., και ανάλυση από θεολογική και σημειολογική άποψη σελ. 101-111/ συνοπτική κι απλουστευμένη διήγηση σε Fernand Niel «Albigeois et Cathares», σειρά Que sais-je, αριθ. 689, εκδ. PUF, Παρίσι 1955, 18η έκδ 2010, σελ. 24 επ.).

Στην αρχή, πριν ακόμη δημιουργηθεί ο ουρανός κι η γη, υπήρχαν δύο φύσεις. Η καλή, ο Θεός της Δόξης (ή Αγαθός Θεός), και η κακή, ο Βασιλεύς του Σκότους! Ο δεύτερος αποκαλείται και Διάβολος, Σατανάς ή Ύλη – και στις ιρανικές γλώσσες Αχριμάν, σε ανάμνηση του αντιπάλου του Αχούρα Μάζδα. Ζηλεύοντας την ομορφιά του βασιλείου του Θεού, ο Βασιλεύς του Σκότους θέλησε να το κατακτήσει. Ο Θεός απάντησε με την πρώτη δημιουργία (ή «πρώτη κλήση»). «Κάλεσε» (= δημιούργησε) την Μητέρα των Ζωντανών, εκείνη κάλεσε τον Πρώτο Άνθρωπο κι αυτός με τη σειρά του τους πέντε γιους του. Ο Πρώτος άνθρωπος (Ορμίζδ στις ιρανικές γλώσσες, παραπέμποντας στον Αχούρα Μάζδα) προσπάθησε να εξοντώσει τον Βασιλέα του Σκότους, αλλά νικήθηκε στον πόλεμο κι αιχμαλωτίστηκε. Η δημιουργία του Θεού μολύνθηκε από το δηλητήριο του Διαβόλου.

Μιχαήλ Άγγελος "Η Δημιουργία του Ήλιου και της Σελήνης" (1508-1512)

Μιχαήλ Άγγελος «Η Δημιουργία του Ήλιου και της Σελήνης» (1508-1512)

Ο Πρώτος Άνθρωπος προσευχήθηκε κι ικέτεψε εφτά φορές τον Θεό να τον λυτρώσει. Εκείνος προχώρησε στην δεύτερη δημιουργία: «κάλεσε» τον Φίλο του Φωτός, εκείνος τον Μεγάλο Αρχιτέκτονα, ο Μέγας Αρχιτέκτων δημιούργησε το Ζων Πνεύμα κι αυτό τους πέντε γιους του. Το Πνεύμα με τους γιους του κατέβηκε στη Γη του Σκότους και βρήκε τον αιχμάλωτο Πρώτο Άνθρωπο για να του δώσει κουράγιο. Στη δεύτερη κάθοδό του, το Πνεύμα έτεινε το χέρι του και τράβηξε τον Πρώτο Άνθρωπο από το σκοτάδι. Ο πρώτος πόλεμος τερματίζεται με τη θριαμβευτική επιστροφή του Πρώτου Ανθρώπου στη Μητέρα των Ζωντανών και το βασίλειο του Θεού.

Έπειτα, το Πνεύμα πρόσταξε τους γιους του να σκοτώσουν τους Άρχοντες, γιους του Διαβόλου. Τους έγδαραν και με το δέρμα τους η Μητέρα έφτιαξε έντεκα ουρανούς, με τα νεκρά τους σώματα οχτώ πλανήτες. Το Πνεύμα κατέβηκε ξανά στον κόσμο του σκότους: εμφανίστηκε στους γιους του Διαβόλου και τους έκανε να ξεράσουν το φως που είχαν καταπιεί όταν νίκησαν τον Πρώτο Άνθρωπο. Με αυτό το φως, το Πνεύμα έφτιαξε τον ήλιο και τη σελήνη, και με ό,τι περίσσευε τον άνεμο, το νερό και τη φωτιά με τους «τροχούς» τους (= πλανήτες), τους οποίους έθεσε σε τροχιά για να πετούν ψηλότερα από τους δαίμονες.

Στη συνέχεια, η Μητέρα των Ζωντανών, ο Πρώτος Άνθρωπος και το Ζων Πνεύμα ικέτεψαν τον Πατέρα κι εκείνος προχώρησε στην Τρίτη Κλήση, δημιουργώντας τον Άγγελο (Απεσταλμένο ή Αγγελιαφόρο). Ο Άγγελος κατέβηκε εκεί που βρισκόταν ο ήλιος κι η σελήνη κι έθεσε τα δύο ουράνια σώματα σε κίνηση. Έφτασε στα μέσα του ουρανού κι από εκεί εμφανίστηκε με την αρσενική και τη θηλυκή του μορφή στους Δαίμονες, γιους και κόρες του Βασιλέα του Σκότους. Τους ξύπνησε τέτοια ερωτική επιθυμία που αυτοί «εκσπερμάτισαν» ελευθερώνοντας μαζί και το φως που είχαν καταπιεί. Ο Άγγελος επέστρεψε στους Άρχοντες την «αμαρτία» τους (= το σπέρμα), μα αυτοί την άφησαν να πέσει στη γη, η μισή στη θάλασσα κι η άλλη μισή στην ξηρά, όπου και φύτρωσαν πέντε δέντρα.

Οι κόρες του Σκότους που ήταν έγκυες απέβαλαν όταν αντίκρισαν τον Άγγελο. Τα εκτρώματά τους έπεσαν στη γη και τράφηκαν με τα φύλλα των Δέντρων της Αμαρτίας. Η ανάμνηση του Αγγέλου δεν τα άφηνε να ησυχάσουν. Πήγαν στον Ασακλούν (ή Σάκλα), γιο του Βασιλέα του Σκότους κι εκείνος τους αποκρίθηκε: «Φέρτε μου τους γιους και τις κόρες σας κι εγώ θα σας φτιάξω μια μορφή όμοια με αυτή που είδατε»! Ο Ασακλούν καταβρόχθισε τα αρσενικά κι έδωσε τα θηλυκά στη σύντροφό του, τη Νεβροήλ. Έπειτα ενώθηκαν σαρκικά κι η Νεβροήλ γέννησε τον Αδάμ κι αργότερα την Εύα.

Η δημιουργία του ανθρώπου από τους δαίμονες ισοδυναμούσε με κήρυξη πολέμου. Ο Θεός έστειλε τότε στη Γη τον Ιησού Σωτήρα κι εκείνος βρήκε τον Αδάμ. Τον ξύπνησε και του είπε την αλήθεια. Τον πληροφόρησε ότι η ψυχή που βρισκόταν φυλακισμένη στο σώμα του είχε μέσα της το φως και του έδωσε να γευτεί τον καρπό του Δέντρου της Ζωής. Τότε ο Αδάμ αναφώνησε: «καταραμένος να είναι ο δημιουργός του σώματός μου και δεσμώτης της ψυχής μου, καταραμένοι αυτοί που με έκαναν σκλάβο»! Ο δεύτερος πόλεμος των θεών τελείωνε, αυτός των ανθρώπων μόλις άρχιζε.

Στην Πραγματεία του ο Μάνης δεν ασχολείται με την Τελική Κρίση. Το δόγμα του για την Αποκάλυψη το είχε ήδη εκθέσει στο Σαμπουραγκάν. Το τέλος θα το αναγγείλει μια σειρά από γεγονότα: διωγμοί των πιστών κι έπειτα θρίαμβος της Μανιχαϊκής Εκκλησίας, Δευτέρα Παρουσία του Ιησού. Θα ακολουθήσει η τελική κρίση των ανθρώπων κι ο επίγειος κόσμος θα καταστραφεί με μια τεράστια πυρκαγιά.

«Με αυτές τις μυθικές μορφές, που μοιάζουν σε μας παράξενες (και κάποιες φορές αχρείαστα περίπλοκες), η μανιχαϊκή θεολογία θα πρέπει να γοήτευε τη φαντασία των ανθρώπων της Ανατολής που τόσο αγαπούσαν το θαυμαστό» (Niel όπ. π., σελ. 26).

ΙΙ.   Εκκλησιαστική οργάνωση και μανιχαϊκή ηθική

Α.   Η Μανιχαϊκή Εκκλησία

Το γεγονός ότι η Μανιχαϊκή Εκκλησία κατόρθωσε να επιβιώσει παρά τους απηνείς διωγμούς που υπέστη ήδη από την εποχή της θανάτωσης του ιδρυτή της αποτελεί απόδειξη της εξαιρετικής οργάνωσής της, οι βάσεις της οποίας είχαν προφανώς τεθεί από τον ίδιο τον Μάνη.

α.   Ο Κανών των Ιερών Βιβλίων του μανιχαϊσμού

Τα συγγράμματα του Μάνη που θα έπρεπε να περιληφθούν στον κανόνα των ιερών βιβλίων καθορίσθηκαν πολύ σύντομα μετά τον θάνατο του ιδρυτή της θρησκείας. Κατά πάσα πιθανότητα η απόφαση ελήφθη κατά τη δεκαετία που προκαθήμενος της Μανιχαϊκής Εκκλησίας ήταν ο Σισίννιος, τον οποίο είχε ορίσει ως διάδοχό του ο ίδιος ο Μάνης. Το μόνο που παραλείφθηκε ήταν το Σαμπουραγκάν, ίσως γιατί φαινόταν πλέον άκαιρο και ξεπερασμένο ένα βιβλίο που απευθυνόταν σε ένα Σασσανίδη μονάρχη, την ώρα που οι διάδοχοί του είχαν θανατώσει τον προφήτη και εξαπέλυαν διωγμούς των πιστών του. Συχνά γίνεται λόγος για την μανιχαϊκή «Επτάτευχο», μια και μεταξύ των υπόλοιπων συγγραμμάτων του Μάνη η «Εικών» αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση. Μερικές φορές το έργο του προφήτη μνημονεύεται και ως «Πεντάτευχος»: λόγω της θεματικής συνάφειάς τους τα Μυστήρια, η Πραγματεία και ο Γίγας ομαδοποιούνται και λογίζονται ως ένα σύγγραμμα.

Τα ιερά βιβλία της Μανιχαϊκής Εκκλησίας δεν περιλαμβάνουν, όμως, μόνο τα κείμενα που συνέταξε ο ιδρυτής. Καταρχάς, υπήρχαν οι διηγήσεις αγιογραφικού χαρακτήρα που αναφέρονται στη ζωή του Μάνη. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται ο, γνωστός μας πλέον, Μανιχαϊκός Κώδικας της Κολωνίας, καθώς και δύο χειρόγραφα στα κοπτικά, οι «Πράξεις» και οι «Ομιλίες». Το δεύτερο έργο σώζεται με τη μορφή κώδικα αποτελούμενου από φύλλα παπύρου (βρέθηκε στο Φαγιούμ) και περιλαμβάνει τέσσερις λόγους: ο πρώτος από αυτούς είναι ένας θρήνος του Σαλμαίου, μαθητή του Μάνη, για τον θάνατο του διδασκάλου του.

Ακολουθούν τα θεολογικά συγγράμματα με τη μορφή σχολίων επί του μανιχαϊκού δόγματος. Το γνωστότερο από αυτά είναι τα κοπτικά Κεφάλαια. Ιδιαίτερη θέση μεταξύ των ιερών βιβλίων κατέχουν οι συλλογές ψαλμών, όπως το κοπτικό ψαλτήριο του Φαγιούμ, τα αποσπάσματα από τα περσικά και παρθικά ψαλτήρια ή η κινεζική συλλογή 25 ύμνων που βρέθηκε στις σπηλιές του Τουέν-χουάνγκ (10ος αι.). Τέλος, ιερωμένοι και κατηχούμενοι είχαν στη διάθεσή τους πρακτικούς οδηγούς για διάφορα ζητήματα θεολογικού και οργανωτικού χαρακτήρα. Το γνωστότερο σχετικό έργο είναι ένα τυποποιημένο κείμενο για την εξομολόγηση των αμαρτιών των πιστών, το «Χουαστουανέφτ». Σώζεται αποσπασματικά σε περσικά και σογδιανά, το δε πλήρες κείμενό του στα τουρκικά (Tardieu, όπ. π., σελ. 70).

β.   Η οργάνωση της Εκκλησίας

Μανιχαίοι Εκλεκτοί, Χότσο, Τουρφάν, 10ος αι.

Μανιχαίοι Εκλεκτοί, Χότσο, Τουρφάν, 10ος αι.

Οι πλουσιώτερες σε στοιχεία πηγές για την οργάνωση της Εκκλησίας του Μάνη είναι, αφενός μεν, τα γραπτά ενός πρώην μανιχαίου, του γνωστού και μη εξαιρετέου Αυγουστίνου της Ιππώνος, (τα οποία, αν εξαιρέσουμε τους αναμενόμενους αφορισμούς και χλευασμούς του αγίου, είναι λεπτομερή κι αρκετά ακριβή), αφετέρου δε, το μανιχαϊκό κείμενο που είναι γνωστό με τον τίτλο «Ύμνος προς τους Αποστόλους», είναι γραμμένο στα περσικά και βρέθηκε (κι αυτό) στο Τουρφάν.

Η θεμελιώδης διάκριση εντός της Μανιχαϊκής Εκκλησίας είναι αυτή μεταξύ λαϊκών (οι οποίοι ονομάζονται «κατηχούμενοι» και αποτελούν την 5η τάξη των πιστών) και εκκλησιαστικών. Το πέρασμα από τη μια κατηγορία στην άλλη συνεπαγόταν δραστικές μεταβολές όσον αφορά την ένταση των υποχρεώσεων και των δεσμεύσεων του πιστού. Οι περισσότεροι από τους μανιχαίους που αφιερώνονταν στη θρησκεία παρέμεναν στην 4η τάξη πιστών και αποκαλούνταν «εκλεκτοί» ή «δίκαιοι» (στα λατινικά συναντούμε και τους όρους «τέλειοι» και «άγιοι»: perfecti και sancti, αντίστοιχα), ζούσαν σε ναούς και μονές (οι οποίες, αντίθετα προς τη μεταγενέστερη χριστιανική παράδοση, βρίσκονταν πάντα μέσα στις πόλεις). Το σύνολο των δραστηριοτήτων τους σχετιζόταν με την εκπλήρωση των θρησκευτικών καθηκόντων τους: προσευχές, κατήχηση κι εξομολόγηση των πιστών, μελέτη κι αντιγραφή των ιερών βιβλίων. Για τις υλικές ανάγκες τους, λ.χ. σε τρόφιμα και ρουχισμό, μεριμνούσαν οι κατηχούμενοι. Εκλεκτοί μπορούσαν να γίνουν τόσο οι άντρες όσο και οι γυναίκες.

Μεταξύ των εκλεκτών επιλέγονταν αυτοί που θα αποτελούσαν το εν στενή εννοία ιερατείο και θα καταλάμβαναν τα εκκλησιαστικά αξιώματα. Οι τρεις ανώτερες τάξεις υπόκεινται στον περιορισμό του numerus clausus, απαρτίζονται δε αποκλειστικά από άνδρες. Τα μέλη της τρίτης τάξης ονομάζονταν «πρεσβύτεροι» ή «οικοδεσπότες» (ονομασία που κληροδότησαν στον μανιχαϊσμό οι Εσσαίοι, μέσω των Ελκεσαϊτών). Οι πρεσβύτεροι δεν μπορούσαν να ξεπεράσουν σε αριθμό τους 360 (όσες και οι μέρες του χρόνου). Πολύ συχνά ο υπεύθυνος για τη διοίκηση των μανιχαϊκών ναών και μονών ήταν πρεσβύτερος. Η 2η τάξη αποτελούταν από τους επισκόπους. Έφεραν τον τίτλο του «διακόνου» και ο αριθμός τους δεν μπορούσε να υπερβαίνει τους 72 (δηλαδή τον θρυλούμενο αριθμό των μαθητών του Ιησού που στάλθηκαν για να κηρύξουν τον λόγο του θεού). Η ανώτατη τάξη περιελάμβανε τους 12 «διδασκάλους» ή «αποστόλους», οι οποίοι συγκροτούσαν το συμβούλιο της Μανιχαϊκής Εκκλησίας κι είχαν την ευθύνη της υπεράσπισης του δόγματος και της διοίκησης των επαρχιών. Τέλος, στην κορυφή της εκκλησιαστικής ιεραρχίας βρισκόταν ο «Αρχηγός», προκαθήμενος της Εκκλησίας και διάδοχος του Μάνη.

Β.   Μανιχαϊκή ηθική

Ο πιστός όφειλε καταρχήν να συνειδητοποιήσει τη θέση του, αυτήν του εγκλωβισμένου σε ένα μολυσμένο κόσμο. Ο ασκητισμός, η εγκράτεια και η περιφρόνηση για το φθαρτό σαρκίο-φυλακή της ψυχής αποτελούν βασικές αρχές της ζωής του μανιχαίου. Ο κώδικας, πάντως, των ηθικών υποχρεώσεών του διαφοροποιείται αναλόγως της ιδιότητας του κατηχούμενου ή του εκλεκτού.

α.   Οι ηθικές υποχρεώσεις των «εκλεκτών»

Οι εκλεκτοί (και φυσικά οι «ιερωμένοι» των τριών ανώτερων τάξεων) όφειλαν να τηρούν τις πέντε εντολές (ο πλήρης κατάλογός τους διασώζεται σε κείμενα γραμμένα στα κοπτικά και στη γλώσσα της Σογδιανής). Η πρώτη εντολή είναι αυτή της «αλήθειας», όρος που υπονοεί την υποχρέωση του μανιχαίου εκλεκτού να διάγει βίο σύμφωνο με τις επιταγές της θρησκείας.

Η πιο πρωτοποριακή, όμως, από τις ηθικές υποχρεώσεις που υπείχαν οι μανιχαίοι εκκλησιαστικοί ήταν η δεύτερη εντολή, η «απαγόρευση της βίας», η οποία οριζόταν με τρόπο εξαιρετικά διασταλτικό. Η εντολή αυτή εμφανίζει το παράδοξο να είναι ταυτόχρονα εν μέρει απολύτως σύμφωνη με σύγχρονες αντιλήψεις και εν μέρει εντελώς ακατανόητη για αυτές. Ο εκλεκτός δεν πρέπει να πειράξει με οποιονδήποτε τρόπο κάποιο από τα πέντε στοιχεία (φως, φωτιά, νερό, άνεμος και αέρας) τα οποία ενυπάρχουν, αναμεμειγμένα με μόρια μολυσμένης ύλης, στους ανθρώπους, τα ζώα, τα φυτά και τη φύση (Tardieu, όπ. π., σελ. 80). Η εντολή αυτή βασίζεται στην πεποίθηση ότι «κάθε γήινο σώμα μεταφέρει μόρια καθαρού φωτός τα οποία έχουν αιχμαλωτισθεί στην ύλη αναμένοντας τη λύτρωσή τους. Το σύνολό τους σχηματίζει έναν τεράστιο φωτεινό σταυρό που εκτείνεται σε ολόκληρη την οικουμένη, υπενθυμίζοντας το μαρτύριο του Ιησού… Κάθε πράξη που στρέφεται κατά των γήινων σωμάτων στρέφεται και κατά των ίδιων των φωτεινών σωμάτων και, επομένως, κατά του Σταυρού του Φωτός και του Ουράνιου Ιησού» (όπ. π., σελ. 80-81). Ο μανιχαίος απαγορεύεται να σκοτώσει ή να πληγώσει άνθρωπο ή ζώο, ή να πειράξει ένα φυτό. Δεν μπορεί επίσης να ασχοληθεί με αγροτικές εργασίες, να χρησιμοποιήσει ορισμένα φάρμακα ή να «διαταράξει την ηρεμία» του νερού, του χιονιού ή της γης!

Η τρίτη εντολή είναι αυτή της απόλυτης αγνότητας, η οποία επιτάσσει αποχή όχι μόνο από κάθε σεξουαλική επαφή, αλλά και από κάθε πράξη που ενδέχεται να δώσει ευχαρίστηση (όπως το άγγιγμα του χιονιού ή ενός υφάσματος)! Ένα απλό λουτρό, επομένως, αντιβαίνει και στη δεύτερη εντολή (γιατί διαταράσσει τα μόρια φωτός που υπάρχουν σ’ αυτό) και στην τρίτη (γιατί πρόκειται για πράξη που χαρίζει ευχαρίστηση). Βάσει της τρίτης εντολής, απαγορεύεται επίσης κάθε πράξη που συμβάλλει στην αναπαραγωγή των ζώων ή των φυτών, δεδομένου ότι καθυστερεί την τελική λύτρωση των μορίων αγνού φωτός που είναι αιχμαλωτισμένα στα ζωντανά σώματα (Tardieu, όπ. π., σελ. 82).

Η εντολή «περί αγνότητας του στόματος», συνεπάγεται αφενός την απαγόρευση του ψεύδους, της βλασφημίας και της συκοφαντίας και αφετέρου την τήρηση των διατροφικών κανόνων: αυστηρή απαγόρευση της κατανάλωσης κρέατος και ποτών που είναι προϊόντα ζύμωσης (αλκοολούχα και άλλα), κατανάλωση μόνο συγκεκριμένων φρούτων και λαχανικών, νηστείες. Η πέμπτη εντολή, τέλος, είναι η «μακάρια πενία»: ο μανιχαίος δεν έχει την κυριότητα κανενός πράγματος, πέρα από την τροφή μιας ημέρας και το ένδυμα με το οποίο πρέπει να περάσει μια χρονιά.

β.   Ο κώδικας των ηθικών υποχρεώσεων των κατηχούμενων

Μανιχαίοι, Χότσο, Τουρφάν (9ος αι.)

Μανιχαίοι, Χότσο, Τουρφάν (9ος αι.)

Μολονότι διέπεται από τις ίδιες αρχές, ο κώδικας των κανόνων ηθικής που δεσμεύουν τους κατηχούμενους είναι σαφώς ελαστικότερος ως προς το εύρος των υποχρεώσεων απ’ ό,τι αυτός που ισχύει για τους εκλεκτούς. Σε αντίθετη περίπτωση, άλλωστε, θα έπρεπε να σταματήσει κάθε οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα και, φυσικά, η αναπαραγωγή του ανθρώπινου είδους. Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν υπερβολικά ριζοσπαστική ακόμα και για μια θρησκεία που πρέσβευε την ιδέα ότι κόλαση ήταν η επίγεια ζωή (Niel όπ. π., σελ. 27).

Οι λαϊκοί υπέχουν υποχρεώσεις πέντε ειδών. Η πρώτη είναι η τήρηση των Δέκα Εντολών. 1. Απάρνηση της ειδωλολατρίας, αποδοχή του μονοθεϊσμού και απόρριψη της όποιας ανθρωπομορφικής θεώρησης του θεού. Ο αληθινός θεός δεν είναι υπεύθυνος ούτε για τη ζωή ούτε για το θάνατο επί της γης. 2. Απαγόρευση του ψεύδους, της βλασφημίας και της συκοφαντίας. 3. Απαγόρευση της κατανάλωσης κρέατος και αλκοολούχων ποτών. 4. Επίδειξη σεβασμού στους ανθρώπους της θρησκείας. 5. Μονογαμία, συζυγική πίστη και, κατά τις ημέρες νηστείας, αποχή από κάθε σεξουαλική πράξη. 6. Παροχή βοήθειας στους κατατρεγμένους και καταδίκη της φιλαργυρίας. 7. Καταδίκη ψευδοπροφητών και επίορκων πρώην μανιχαίων. 8. Απαγόρευση να χτυπήσει, πληγώσει, βασανίσει ή να σκοτώσει ανθρώπους και ζώα. 9. Απαγόρευση της κλοπής και της απάτης. 10. Απαγόρευση πράξεων που σχετίζονται με τη μαγεία και τη μαγγανεία.

Επιπροσθέτως, ο κατηχούμενος είναι υποχρεωμένος να προσεύχεται τέσσερις φορές ημερησίως (ανατολή, μεσημβρία, δύση και νύχτα – οι εκλεκτοί έπρεπε να προσεύχονται επτά φορές σε ανάμνηση των ισάριθμων προσευχών του Πρώτου Ανθρώπου κατά την αιχμαλωσία του στο βασίλειο του σκότους), στραμμένος προς τον ήλιο και τη σελήνη, τα ουράνια σώματα που «αποτελούν τον δρόμο μας και την πύλη μέσα από την οποία θα οδηγηθούμε στον κόσμο της ύπαρξής μας, την ουράνια πατρίδα μας» (Μάνης «Τα των Μυστηρίων»). Υπέχει υποχρέωση ελεημοσύνης, η οποία περιλαμβάνει και τη συντήρηση των εκλεκτών. Πρέπει να νηστεύει κατά τις καθορισμένες ημέρες. Η ημέρα εβδομαδιαίας νηστείας ήταν η Κυριακή, η ημέρα του ήλιου. Η νηστεία αυτή ήταν ιδιαιτέρως σημαντική για τους μανιχαίους μια και συμβόλιζε την ένωση του πληρώματος της Εκκλησίας: τίποτε δεν διέκρινε εκλεκτούς και κατηχούμενους τις Κυριακές (Tardieu, όπ. π., σελ. 88)! Οι λαϊκοί, τέλος, έπρεπε (όπως και οι εκλεκτοί) να εξομολογούνται τις αμαρτίες τους. Η καθορισμένη ημέρα εξομολόγησης ήταν η Δευτέρα (η ημέρα που ήταν αφιερωμένη στη σελήνη).

Τηρώντας τις ηθικές υποχρεώσεις του, ένας μανιχαίος εκλεκτός μπορούσε να ελπίζει ότι θα κατακτήσει τη βασιλεία των ουρανών. Για τον απλό κατηχούμενο που είχε ζήσει σύμφωνα με τον νόμο της θρησκείας του, υπήρχε η ελπίδα να ξαναγεννηθεί στο σώμα κάποιου που επρόκειτο να γίνει εκλεκτός (Niel όπ. π., σελ. 27-28).

Γ.   Οι γιορτές των μανιχαίων

Δεδομένου ότι ο μανιχαϊσμός, διατηρώντας ως προς τούτο την ελκεσαϊτική παράδοση, είχε ενσωματώσει στο δόγμα του τη διδασκαλία του Ιησού, οι πιστοί του συνέχιζαν να τιμούν τις μεγάλες χριστιανικές γιορτές: Θεοφάνεια, Πάσχα, Πεντηκοστή. Η σπουδαιότερη αμιγώς μανιχαϊκή γιορτή ήταν αυτή του Βήματος, ημέρα μνήμης του μαρτυρίου του προφήτη. Η ονομασία παρέπεμπε στο βήμα απ’ όπου δίδασκε ο Μάνης. Η γιορτή αυτή ακολουθούσε σε πολλά σημεία το πρότυπο του χριστιανικού Πάσχα: εαρινή ημερομηνία (το Βήμα εορταζόταν την εαρινή ισημερία), προετοιμασία με αγρυπνίες και παρατεταμένη νηστεία (για την ακρίβεια, σειρά νηστειών που ξεκινούσαν περί τα μέσα Νοεμβρίου και κορυφώνονταν με τη νηστεία των 30 ημερών, μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου, η οποία πάντως διακόπτεται με τη δύση του ηλίου) και φυσικά κοινή σημασία: η ανάμνηση των παθών του ιδρυτή της θρησκείας. Την ημέρα της γιορτής οι πιστοί τιμούσαν το μαρτύριο του προφήτη, τον θάνατο και την «απελευθέρωσή» με την ανάληψη στους ουρανούς. Για τους μανιχαίους επρόκειτο για το αληθινό Πάσχα: «η χριστιανική γιορτή τιμούσε κατά τα φαινόμενα πάθη και θάνατο, διότι ο Ουράνιος Ιησούς δεν ήταν δυνατό ούτε να υποφέρει ούτε να πεθάνει, ενώ η μανιχαϊκή γιορτή τιμούσε κάποιον που βασανίστηκε και πέθανε στ’ αλήθεια» (Tardieu, όπ. π., σελ. 90).

ΙΙΙ.   Εξάπλωση του μανιχαϊσμού

«Μανιχαίοι υπάρχουν σχεδόν παντού, πουθενά, όμως, δεν είναι πολλοί. Δεν βλάπτουν κανένα, υπάρχουν όμως αρκετοί που θέλουν το κακό τους» (Λιβάνιος «Επιστολή προς Πρισκιανό»)

Μποττιτσέλλι "Άγιος Αυγουστίνος"

Μποττιτσέλλι «Άγιος Αυγουστίνος»

Α.   Στην Περσία. Πολύ νωρίς ο μανιχαϊσμός αντιμετώπισε διωγμούς οι οποίοι θα μπορούσαν να τον έχουν εξαφανίσει ήδη από τα πρώτα βήματά του. Στην πατρίδα του, την αυτοκρατορία των Σασσανιδών, οι διωγμοί συνεχίστηκαν στα χρόνια της βασιλείας του Βαχράμ Β΄, ο οποίος, όπως και ο πατέρας του, ελεγχόταν από τον Κιρντίρ. Δέκα χρόνια αφότου ανέλαβε την ηγεσία της Μανιχαϊκής Εκκλησίας, ο διάδοχος του Μάνη, ο Σισίννιος, συνελήφθη και μαρτύρησε στην Μπεσαμπούρ της Περσίας (284 ή 286). Οι διώξεις θα σταματήσουν προσωρινά με την άνοδο στον θρόνο του Ναρσή, τρίτου γιου του Σαπώρη Α΄ (292). Η ηρεμία δεν θα κρατήσει ούτε δεκαετία: ο διάδοχος του Ναρσή (Ορμίσδας Β’ ) θα επιστρέψει στην πολιτική των διωγμών μανιχαίων και χριστιανών.

Β.   Ο μανιχαϊσμός στη Δύση. Και, όμως, παρά τις αντιξοότητες, ο μανιχαϊσμός θα επιβιώσει και θα διαδοθεί πέρα από τα σύνορα της περσικής αυτοκρατορίας. Συγγράμματα χριστιανών πολέμιων του Μάνη, αυτοκρατορικά έδικτα και άλλα στοιχεία μαρτυρούν την παρουσία μανιχαίων σε διάφορες επαρχίες της αυτοκρατορίας: Αίγυπτος και υπόλοιπη Βόρεια Αφρική (ήδη από τα τέλη του 3ου αι.), Συρία (πρώτο ήμισυ του 4ου αι.), Μικρά Ασία (το 375 ο Μακάριος της Μαγνησίας  γράφει ότι «ο μανιχαϊσμός έχει διαφθείρει ολόκληρη την Ανατολή»), Ευρώπη. Στα μέσα του 4ου αι. συντάσσονται στην Αίγυπτο οι κοπτικοί κώδικες του Ναγκ Χαμμαντί (Άνω Αίγυπτος). Το 373 ο γεννημένος στη Θαγάστη της Νουμιδίας Αυγουστίνος εισέρχεται στην Μανιχαϊκή Εκκλησία ως κατηχούμενος. Δέκα χρόνια αργότερα, η γνωριμία του με τον Φαύστο της Μιλέβης, μανιχαίο επίσκοπο Αφρικής, θα απογοητεύσει τόσο πολύ τον Αυγουστίνο που θα τον απομακρύνει από τη διδασκαλία του Μάνη. Η συνέχεια είναι γνωστή: το 387 βαπτίζεται χριστιανός στο Μεδιόλανο και ξεκινά τη σταδιοδρομία που θα τον οδηγήσει στη συγγραφή ορισμένων εκ των σημαντικότερων θεολογικών έργων (πολλά από αυτά με χαρακτήρα αντίκρουσης των ιδεών του μανιχαϊσμού) και, τελικά, στην αγιοσύνη.

Ούτε η ρωμαϊκή αυτοκρατορική εξουσία έδειξε ιδιαίτερη συμπάθεια ή έστω ανοχή προς τον μανιχαϊσμό. Ο πρώτος διωγμός χρονολογείται στα 297 κι ένα έδικτο του Διοκλητιανού. Το 372 έδικτο του Ουαλεντινιανού προβλέπει χρηματικές ποινές, δημεύσεις περιουσίας και ποινές εξορίας κατά των μανιχαίων που ζουν στη Ρώμη. Το 381, ο Θεοδόσιος Α΄ επιβάλλει ποινή αποστέρησης πολιτικών δικαιωμάτων σε αυτούς που έχουν ασπασθεί το μανιχαϊσμό, φανερά ή κρυφά. Θα ακολουθήσουν στον κατάλογο των διωκτών ο Ονώριος, ο Ουαλεντινιανός Γ΄, ο Θεοδόσιος Β΄, ο Ιουστίνος κι ο Ιουστινιανός. Σ’ αυτούς θα προστεθούν, νομοτελειακά, οι αξιωματούχοι της Χριστιανικής Εκκλησίας που έχει πια επικρατήσει στην αυτοκρατορία (λ.χ. οι πάπες Γελάσιος Α΄, το 492, και Ορμίσδας, το 520). Υφιστάμενος τον άνισο ανταγωνισμό του χριστιανισμού, ο μανιχαϊσμός δεν θα αντέξει στη Δύση. Σιγά-σιγά θα σβήσει ως οργανωμένη Εκκλησία.

Γ.   Ο μανιχαϊσμός στην Ανατολή. Ακόμη πιο εντυπωσιακή υπήρξε η διάδοση του μανιχαϊσμού προς ανατολάς. Μέσω του Χορασάν, έφτασε γρήγορα στην Κεντρική Ασία, τη Βακτριανή και τη Σογδιανή, όπου και γνώρισε μεγάλη άνθηση. Η Σαμαρκάνδη έγινε η «πρωτεύουσα» του μανιχαϊσμού. Τα σογδιανά αντικατέστησαν σταδιακά τα παρθικά ως κύρια γλώσσα της Μανιχαϊκής Εκκλησίας της Ανατολής.

Το 570 οι μανιχαϊκές κοινότητες της περιοχής του Ώξου, καθοδηγούμενες από τον Σαντ Ορμίσδ, κατηγορούν τη Μητέρα Εκκλησία της Βαβυλωνίας για χαλάρωση των ηθών, Το πρώτο σχίσμα στην Ιστορία του μανιχαϊσμού είναι γεγονός. Την ίδια χρονιά, στη Μέκκα, γεννιέται ο Μωάμεθ. Τα γεγονότα θα τρέξουν με απίστευτη ταχύτητα. Αμέσως μετά τον θάνατο του προφήτη (632) οι Άραβες θα ξεχυθούν για να κατακτήσουν τον κόσμο. Το 637 καταλαμβάνουν την Κτησιφώντα. Η μεγάλη ιρανική αυτοκρατορία των Σασσανιδών ανήκει στο παρελθόν. Η ανεκτικότητα που επεδείκνυε το Ισλάμ προς τη θρησκεία του Μάνη γνώρισε πολλές διακυμάνσεις. Οι μουσουλμάνοι κινούνται προς τα ανατολικά (το 710 φθάνουν στη Σογδιανή), ο διωκόμενος μανιχαϊσμός ανατολικότερα. Σόγδιοι μανιχαίοι διασχίζουν το σημερινό κινεζικό Τουρκεστάν, όπου το Κασγκάρ αποτελεί ήδη κέντρο του μανιχαϊσμού, και φθάνουν μέχρι τον Κίτρινο Ποταμό. Και κάπως έτσι θα καταστεί δυνατή η συνάντηση του μανιχαϊσμού με μια ομάδα νομαδικών φυλών που επρόκειτο να γοητευθεί από τη διδασκαλία του Μάνη. Μιλάμε για τους Τούρκους

Ορντού Μπαλίκ/ Καρά-μπαλγασούν

Ορντού Μπαλίκ/ Καρά-μπαλγασούν

Στις 20 Νοεμβρίου του 762, οι Ουιγούροι καταλαμβάνουν και λεηλατούν την κινεζική πόλη του Λο-γιανγκ στον Κίτρινο Ποταμό. Ο καγάνος τους, ο Τενγκρί Μπεγύ, που οι Κινέζοι ονόμαζαν Μέου-γιου, γνωρίζει μανιχαίους ιεραπόστολους (μάλλον καταγόμενους από τη Σογδιανή) που ζούσαν εκεί, εντυπωσιάζεται και ασπάζεται τον μανιχαϊσμό. Επιστρέφοντας στην πρωτεύουσά του, το Ορντού Μπαλίκ επί του ποταμού Ορχόν, φέρνει μαζί του μανιχαίους εκλεκτούς οι οποίοι θα ιδρύσουν την εκεί Μανιχαϊκή Εκκλησία, προσηλυτίζοντας τον πληθυσμό (Jean-Paul Roux «L’Asie Centrale (Histoire et civilisations)», Fayard, Παρίσι, 1997, σελ. 201-202). Από τη νέα του βάση ο μανιχαϊσμός θα διαδοθεί αφενός μεταξύ των τουρκικών φυλών, αφετέρου στην Κίνα. Η περίφημη τρίγλωσση επιγραφή της Καρά-μπαλγασούν (σήμερα στη Μογγολία, περίπου 815, κινεζικά, τουρκικά, σογδιανά) διηγείται την ιστορία της διάδοσης του μανιχαϊσμού μεταξύ των Ουιγούρων: «Η χώρα του αλληλοσκοτωμού έγινε χώρα της καλοσύνης». Στα μέσα του 9ου αι. ο μανιχαϊσμός επικρατεί στην ουιγουρική ηγεμονία του Τουρφάν. Η επιτυχία του μανιχαϊσμού μεταξύ των τουρκικών φυλών εξηγείται και από ειδικούς λόγους: επιθυμία των Ουιγούρων να αναπτύξουν τις εμπορικές σχέσεις τους με τους Σογδίους, στόχο στην επίτευξη του οποίου μπορούσε να βοηθήσει μια κοινή θρησκεία, ικανότητα προσαρμογής του μανιχαϊσμού στις παραδόσεις του τουρκικού σαμανισμού.

Η άνοιξη δεν θα κρατήσει για πάντα. Θα έρθει η ώρα που η θρησκεία του Μάνη θα βρεθεί και στο Τουρκεστάν αντιμέτωπη με το ισλάμ. Δίχως τη στήριξη της πολιτικής εξουσίας θα αρχίσει να χάνει έδαφος. Αργότερα, η αυτοκρατορία των Μογγόλων του Τσενγκίς Χαν, παρά τη γνωστή πολιτική θρησκευτικής ανεκτικότητας που τη χαρακτήριζε, δεν θα ευνοήσει τελικά ιδιαίτερα στην επιβίωση του μανιχαϊσμού. Απομονωμένες ή ολιγομελείς μανιχαϊκές κοινότητες θα συνεχίσουν να υπάρχουν (μια από αυτές θα γνωρίσουν ο Μάρκο κι ο Μαφέο Πόλο το 1292 στο Τσιουάν-τσέου/ Ζαΐτούν, στην ηπειρωτική Κίνα απέναντι από την Ταϊβάν), αλλά η πορεία μαρασμού δεν θα ανακοπεί.

Εύλογα αναρωτιέται κάποιος γιατί ο μανιχαϊσμός δεν κατόρθωσε να επιβιώσει ως θρησκεία μέχρι τις ημέρες μας. Τι λιγότερο ή τι περισσότερο είχε, ώστε τελικά να μην μπορέσει να βρεί τη θέση που του άξιζε στην παγκόσμια Ιστορία των θρησκειών; Ήταν, άραγε, περισσότερο πρωτοποριακός απ’ ό,τι έπρεπε; Μήπως η αυστηρότητα κι ο ακραίος ασκητισμός του αποθάρρυναν; Μήπως φόβιζαν την εκάστοτε κοσμική εξουσία κάνοντάς την να θεωρεί την Εκκλησία του Μάνη επικίνδυνα «αντικοινωνική»; Το βέβαιο είναι ότι του έλειψε ακριβώς αυτή η στήριξη μιας ισχυρής εξουσίας, αυτοκρατορικής κατά προτίμηση. Αν την είχε, ίσως και να βρισκόταν στη θέση του χριστιανισμού ή του ισλάμ [i]. Σε κάθε περίπτωση, η επίδρασή του υπήρξε σημαντική: γονιμοποίησε ιδέες, επηρέασε θρησκείες, επέζησε μέσα από μεταγενέστερες μορφές θρησκευτικής πίστης που ενσωμάτωναν πολλές από τις αρχές του.

ΥΓ: Η παρούσα ανάρτηση μπορεί και να θεωρηθεί απλώς περίληψη του βιβλίου του Μισέλ Ταρντιέ, το οποίο ήδη μνημονεύσαμε, εμπλουτισμένη με επιπλέον στοιχεία και κάποιες ρογήρειες σκέψεις. Είναι, επίσης, αδιαμφισβήτητο ότι άργησε πολύ να δημοσιευθεί. Οι υποχρεώσεις της καθημερινότητας, όμως, ξεπερνούν συχνά ακόμη και τις καλύτερες προθέσεις. Κι έπειτα, το άρθρο κατέληξε να έχει τριπλάσια έκταση από αυτήν που υπολόγιζα αρχικά. Θα πρέπει να είναι μάλλον ένδειξη συμπάθειας για τον μανιχαϊσμό, συμπάθεια που αξίζει σε όλους τους μεγάλους ηττημένους της Ιστορίας. Τούτος εδώ, βέβαια, αντιστάθηκε σθεναρά. Κι άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη του.


[i] Συγκρίνοντας τις υποχρεώσεις των κατηχούμενων μανιχαίων με αυτές των πιστών του ισλάμ διαπιστώνουμε ότι ο μανιχαϊσμός πρέπει να επηρέασε σαφώς τη θρησκεία του Μωάμεθ. Η τήρηση των 10 μανιχαϊκών εντολών μπορεί να συγκριθεί με την υποχρέωση πίστης του μουσουλμάνου. Προσευχή, νηστεία και ελεημοσύνη αποτελούν κοινές υποχρεώσεις στις δύο θρησκείες, ενώ απλώς η εξομολόγηση αμαρτιών των μανιχαίων αντικαταστάθηκε στο ισλάμ από το προσκύνημα στους Άγιους Τόπους (Tardieu, όπ. π., σελ. 84-85). Είναι δε αξιοσημείωτο ότι ο ισλαμισμός ακολούθησε για το Ραμαζάνι το πρότυπο νηστείας του μανιχαϊσμού (νηστεία που διακόπτεται με τη δύση του ηλίου).

Δύο ήλιοι λάμπουν στον ουρανό – μέρος Ι: από τον ζωροαστρισμό στον γνωστικισμό

Αύγουστος 10, 2012

«De erroribus Manicheorum moderni temporis: Manicheorum itaque secta et heresis et ejus devii sectatores duos Deos aut duos Dominus asserunt et fatentur, benignum Deum videlicet et malignum, creationem omnium rerum visibilium et corporalium asserentes non esse factam a Deo patre celesti, quem dicunt Deum benignum, sed a dyabolo et Sathana, malo Deo, quia ipsum vocant Deum malignum et Deum hujus seculi et principem hujus mundi. Sicque duos ponunt creatores, Deum videlicet et dyabolum, et duas creationes, unam scilicet rerum invisibilium et incorporalium et alteram visibilium et corporalium… » (Bernardus Guidonis «Practica officii Inquisitionis heretice pravitatis»)

Περί των σφαλμάτων των Μανιχαίων της σύγχρονης εποχής: Η οργάνωση, η αίρεση και οι πιστοί υποστηρικτές των Μανιχαίων ισχυρίζονται κι ομολογούν πως υπάρχουν δύο Θεοί, δηλαδή δύο Κύριοι, ο Θεός του καλού κι ο Θεός του κακού. Ισχυρίζονται ότι η δημιουργία κάθε ορατού και υλικού πράγματος δεν αποτελεί έργο του Θεού, του Ουράνιου Πατρός, αυτού που αποκαλούν Θεό του καλού, αλλά του διαβόλου και του Σατανά, δηλαδή του Θεού του κακού, αυτού που ονομάζουν κακό Θεό, Θεό και ηγεμόνα αυτού εδώ του κόσμου. Διακρίνουν, επομένως, δύο δημιουργούς, Θεό και διάβολο, και δύο δημιουργίες, αυτήν των άυλων και αοράτων κι εκείνη των ορατών κι υλικών πραγμάτων» (Βερνάρδος Γκι «Εγχειρίδιο του Ιεροξεταστή», 5ο μέρος, Τουλούζη, περ. 1323-1324, επιμ. και μετάφραση στα γαλλικά G. Mollat, έκδ. Les Belles Lettres, Παρίσι 1926, 2η έκδ. 1964, σελ. 10-11)]

Εάν ο Θεός είναι πανάγαθος ΚΑΙ παντοδύναμος, τότε γιατί η ζωή των περισσότερων ανθρώπων είναι σημαδεμένη από τη δυστυχία; Εκτός από τους λίγους που ανήκουν στον στενό κύκλο της άρχουσας τάξης, οι υπόλοιποι βιώνουν μια μίζερη καθημερινότητα σκληρής δουλειάς, πάντα στο έλεος των ισχυρών. Επιδρομές και πόλεμοι, φυσικές καταστροφές, λιμοί, επιδημίες κι άλλες ασθένειες και, αναπόδραστη κατάληξη, ο θάνατος. Για ποιο λόγο η ζωή είναι αναπόσπαστα δεμένη με τον πόνο; Πού οφείλεται το Κακό; Στο πλαίσιο ενός πολυθεϊσμού, όπου οι θεοί διαθέτουν ανθρώπινο χαρακτήρα, η εξήγηση είναι συνήθως απλή: οι θεοί δεν έμειναν ευχαριστημένοι από τις προσφορές και τη συμπεριφορά των ανθρώπων. Η απάντηση δεν είναι εντελώς ικανοποιητική. Στο πλαίσιο του μονοθεϊσμού, μια άλλη εξήγηση συνίσταται στην ύπαρξη κάποιου προπατορικού αμαρτήματος που εξακολουθεί να κατατρύχει το γένος των ανθρώπων. Απάντηση σκληρή κι άδικη. Υπάρχει ωστόσο και μια τρίτη εξήγηση, η οποία ανασκευάζει εν μέρει τους όρους του ερωτήματος. Η απάντηση αυτή ονομάζεται Δυϊσμός και έγκειται στον διαχωρισμό του κακού από τη θεία δράση. Ο Θεός είναι μεν πανάγαθος, αλλά δεν είναι και παντοδύναμος, διότι στο σύμπαν υπάρχουν δύο αντίπαλες Αρχές, το Καλό και το Κακό. Οι μεταβολές στη ζωή των ανθρώπων δεν είναι παρά αποτέλεσμα της αέναης πάλης μεταξύ αυτών των δύο στοιχείων.

Ας ξεκινήσουμε την αφήγησή μας, η οποία θα μας ταξιδέψει, στο διάβα των αιώνων, από τα ιρανικά υψίπεδα μέχρι τα Πυρηναία.

Ι. Τάδε έφη Ζαρατούστρα…

Η ιστορία μας αρχίζει κάπου στον ευρύτερο ιρανικό χώρο. Πότε και πού ακριβώς, δεν το γνωρίζουμε. Ίσως στα οροπέδια της αρχαίας Μηδίας, ίσως κάπου στη Βακτριανή.

Η αρχαία περσική θρησκεία έχει μάλλον πολυσυλλεκτικό χαρακτήρα: συνυπάρχουν οι λατρείες διαφόρων θεοτήτων (Μίθρας, Ανάχιτα, Αχούρα Μάζδα), ουράνιων σωμάτων και στοιχείων της φύσης (με τις θεότητες να ταυτίζονται πολλές φορές με τα δεύτερα και τα τρίτα). Από το υλικό αυτό, αλλά και από την ευρύτερη άρια παράδοση, ένας προφήτης θα διαμορφώσει τον πρώτο, ίσως, δυϊστικό μονοθεϊσμό της Ιστορίας.

Α.   Ο προφήτης

Πέπλο μυστηρίου καλύπτει την ύπαρξη και τον βίο του Ζαραθούστρα (ή Ζαραθόστρο) Σπιτάμα, τον οποίο οι Έλληνες αποκαλούσαν Ζωροάστρη. Δεν είμαστε καν βέβαιοι για το αν πρόκειται για ιστορικό ή μυθικό πρόσωπο, ούτε μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο η σχετική παράδοση να αφορά περισσότερα του ενός άτομα. Μπορεί να έζησε οποτεδήποτε μεταξύ των αρχών της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. και του 6ου αιώνα π.Χ., ενώ κατά καιρούς προτάθηκαν και θεωρίες που τοποθετούσαν τη ζωή του στους πρώτους αιώνες της μετά Χριστόν εποχής. Το βασικό ιερό κείμενο του ζωροαστρισμού, η Αβέστα, συντάχθηκε μάλλον κατά τον 2ο αι. μ.Χ., ενσωματώνει όμως παλαιότερα κείμενα, μεταξύ των οποίων και οι Γκάθες, ύμνοι που λέγεται ότι γράφτηκαν από τον ίδιο τον προφήτη. Στην εποχή μας επικρατεί η άποψη ότι πιθανότερο είναι ο Ζωροάστρης να έζησε κατά την δεύτερη χιλιετία π.Χ. Η άποψη αυτή στηρίζεται σε αρχαιολογικά στοιχεία και στη γλωσσολογική εξέταση των ιερών κειμένων του ζωροαστρισμού, σε αντιπαραβολή με τις ινδικές Βέδες. Παλαιότερα επικρατούσε η αντίληψη ότι ο Ζωροάστρης έζησε τον 7ο ή 6ο αι. π.Χ., η οποία στηριζόταν στο γράμμα αβεστικών και νεότερων ιρανικών παραδόσεων, καθώς και σε στοιχεία της αρχαιοελληνικής γραμματείας (στους «Στρωματείς» του, βιβλίο Α΄, κεφ. ΙΕ΄, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς αναφέρει ότι ο Πυθαγόρας καταλεγόταν μεταξύ των μαθητών του Ζωροάστρη: «Ζωροάστρην δὲ τὸν Μάγον τὸν Πέρσην ὁ Πυθαγόρας ἐζήλωσεν»). Στη «Δημιουργία» του, ο Γκορ Βιντάλ τοποθετεί χρονικά τον βίο του προφήτη μεταξύ -590 και -515. Η ίδια σύγχυση παρατηρείται και στις προσπάθειες ετυμολόγησης του ονόματός του. Παλαιότερα είχαν προταθεί ευφάνταστες ποιητικές ερμηνείες που το μετέφραζαν ως «λαμπρό άστρο», αλλά η αλήθεια πρέπει να είναι μάλλον πιο πεζή μια και το Ζαραθόστρο σημαίνει… «αυτός με τις γέρικες καμήλες».

Σύμφωνα με ορισμένους γεννήθηκε στις Ράγες της Μηδίας. Για άλλους, πάλι, κάπου στη Βακτριανή. Όλοι συμφωνούν ότι πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη δεύτερη αυτή περιοχή της Κεντρικής Ασίας. Λέγεται ότι ήταν ιερέας του Αχούρα Μάζδα. Σε μια σειρά από οράματα, ο ίδιος ο θεός του αποκάλυψε την αλήθεια. Από τότε ο Ζωροάστρης αφιέρωσε τη ζωή του στη διάδοση του λόγου του θεού. Αν πιστέψουμε την αβεστική παράδοση που διασώζει κι ο Φιρντουσί στο περίφημο «Σαχναμέ» (κι ακολουθεί ο Βιντάλ στο προαναφερθέν μυθιστόρημα) ο προφήτης σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια επιδρομής Ιρανών νομάδων (των Τουρανών) στα Βάκτρα.

Β.   Η διδασκαλία του Ζωροάστρη

Η θεμελιώδης ιδέα της ζωροαστρικής διδασκαλίας είναι ακριβώς η αέναη πάλη μεταξύ Καλού και Κακού. Η πρώτη αρχή ενσαρκώνεται από τον Αχούρα Μάζδα ή Ορμούζδ (Ωρομάσδη για τους Έλληνες), η δεύτερη από τον Αχριμάν. Στον αγώνα αυτό με τις διαρκείς μεταπτώσεις ο «Σοφός Κύριος» (Αχούρα Μάζδα) επικουρείται από μια στρατιά υποστάσεων που μετέχουν της θείας φύσης, τους «Ευμενείς Αθανάτους» (Σραόσα ακούς; ), οι οποίοι μας θυμίζουν τους αγγέλους της ιουδαιοχριστιανικής παράδοσης. Οι άνθρωποι μπορούν να βοηθήσουν στον πόλεμο καλού και κακού: οι αγαθές σκέψεις και οι καλές πράξεις ενδέχεται να επισπεύσουν την τελική επικράτηση των δυνάμεων του φωτός. Άλλωστε, κατά τον Ζωροάστρη, η σύγκρουση είναι προσωρινή. Ο Σοφός Κύριος θα νικήσει τελικά, εξαφανίζοντας τον Αχριμάν. Την οριστική νίκη θα την προαναγγείλει στους ανθρώπους ένας Μεσσίας-Σωτήρας, ο οποίος θα τους ανακοινώσει ότι πλησιάζει το πλήρωμα του χρόνου και θα τους καλέσει να προετοιμαστούν για την τελική κρίση. Μετά τον θρίαμβό του επί του Αχριμάν, ο Αχούρα Μάζδα θα κρίνει τους ανθρώπους και θα αποφασίσει ποιοι θα είναι οι εκλεκτοί που θα τον ακολουθήσουν στον Παράδεισο του Φωτός.

Γ. Εξάπλωση και επιρροή του ζωροαστρισμού

Ο ζωροαστρισμός πρέπει να εξαπλώθηκε γρήγορα στο σύνολο του ιρανικού κόσμου. Παλαιότερα γινόταν δεκτό ότι αποτελούσε την επικρατούσα θρησκεία της περσικής αυτοκρατορίας, ήδη από τα χρόνια των πρώτων Αχαιμενιδών. Η αντίληψη αυτή είναι μάλλον υπερβολική. Ίσως στηρίζεται στην παράδοση ότι ο Ζωροάστρης προσηλύτισε τον Υστάσπη, σατράπη της Βακτριανής και πατέρα του Δαρείου Α΄, και μέσω αυτού και τον ίδιο τον μεγάλο βασιλέα. Είναι αλήθεια ότι o Δαρείος ο Μέγας έδειχνε μια προτίμηση στον Αχούρα Μάζδα (βλ. π.χ. την επίκληση προς αυτόν στη μνημειακή επιγραφή του Μπεχιστούν), αλλά είναι πιο λογικό να μιλήσουμε για εύνοια προς τον μαζδαϊσμό στο πλαίσιο ενός πολυθεϊσμού, παρά για πίστη στον ζωροαστρισμό και για ανάδειξή του σε «κρατική θρησκεία». Κάτι τέτοιο άλλωστε θα ερχόταν σε σαφή αντίθεση προς την πολιτική θρησκευτικής ανεκτικότητας που παραδοσιακά ακολουθούσαν οι Αχαιμενίδες. Ίσως τα πράγματα να άλλαξαν κατά την εποχή των Σασσανιδών, αν και πάλι δεν είναι βέβαιο ότι η τελευταία περσική δυναστεία της Αρχαιότητας είχε προσχωρήσει ακριβώς στον ζωροαστρισμό. Είναι πολύ πιθανόν να επρόκειτο για μια παραλλαγή του ζωροαστρικού δυϊσμού, τον ζερβανισμό, για τον οποίο δεν είμαστε καν σίγουροι για τον αν προϋπήρξε του ζωροαστρισμού ή αν ήταν μετεξέλιξή του. Σε αντίθεση προς τον κυρίως ζωροαστρισμό, ο ζερβανισμός δεν χαρακτηρίζεται από απόλυτο, αλλά σχετικό δυισμό: ο Αχούρα Μάζδα κι ο Αχριμάν εκπορεύονται από μια ανώτερη αρχή, τον Άπειρο Χρόνο (Ζερβάν ακαράνα).

Παρά το συντριπτικό χτύπημα που θα δεχθεί από την εξάπλωση του ισλάμ στον χώρο επιρροής του, ο ζωροαστρισμός θα κατορθώσει να επιβιώσει ως τις μέρες μας. Πιστοί του Ζωροάστρη υπάρχουν και σήμερα στο Ιράν και σε άλλες χώρες με ιρανόφωνο πληθυσμό, όπως το Τατζικιστάν. Ίσως, όμως, η πιο γνωστή ζωροαστρική μειονότητα να είναι αυτή των Παρσί στην Ινδία, οι οποίοι έχουν να επιδείξουν δυσανάλογα μεγάλη προς την αριθμητική δύναμή τους παρουσία στην πολιτική και (κυρίως) οικονομική ζωή της χώρας.

Ακόμη σημαντικότερη είναι η επιρροή που άσκησε ο ζωροαστρισμός σε άλλες θρησκείες και φιλοσοφικά συστήματα. Η παρατήρηση αυτή ισχύει για το βασικό δόγμα της θρησκείας, τον κατ’ ουσίαν μονοθεϊσμό και την παραδοχή της ύπαρξης δύο αντιμαχόμενων αρχών. Ισχύει επίσης για μια σειρά από άλλα στοιχεία, όπως είναι οι έννοιες του παραδείσου, του σατανά, των αγγέλων και των δαιμόνων, της τελικής κρίσης και της προαναγγελίας της από ένα μεσσία. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι οι ιδέες αυτές έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην τελική διαμόρφωση του ιουδαϊσμού και, μέσω αυτού, άσκησαν επιρροή στον χριστιανισμό. Είναι, πάντως, βέβαιο ότι ο ζωροαστρισμός συνεισέφερε ιδιαίτερα στο πολυσχιδές κίνημα του γνωστικισμού.

ΙΙ. Η Γνώση

Πώς είναι δυνατό να παρουσιαστεί συνοπτικά και με πληρότητα ένα τόσο ποικιλόμορφο κι ανομοιογενές φιλοσοφικό και θρησκευτικό κίνημα όσο αυτό του Γνωστικισμού που άκμασε κατά τους πρώτους αιώνες της μετά Χριστόν εποχής; Όταν καταγράφονται εξήντα, ογδόντα ή εκατό σχολές Γνωστικών με σημαντικές δογματικές διαφορές μεταξύ τους; Δύσκολο να μη σκεφτεί κανείς ότι ίσως η ομαδοποίησή τους σε ενιαίο κίνημα ήταν απλώς μια αυθαίρετη κίνηση του (Αγίου) Ειρηναίου του Σμυρναίου, επίσκοπου Λούγδουνου, στην προσπάθειά του να αντικρούσει επιτυχώς τις κατ’ αυτόν αιρετικές διδασκαλίες τους («Έλεγχος και Ανατροπή της Ψευδωνύμου Γνώσεως», περ. 180). Το κοινό στοιχείο όλων αυτών των φιλοσοφικών θεωριών και δογμάτων έγκειται στην παραδοχή ότι η σωτηρία της ψυχής επιτυγχάνεται μέσω της γνώσης κι όχι της πίστης (όπως στον «ορθόδοξο» χριστιανισμό).

Σχηματικά κι υπεραπλουστευμένα θα ήταν δυνατό να υποστηριχτεί ότι οι Γνωστικοί ήταν (πολιτισμικά) Έλληνες που γνώριζαν τον χριστιανισμό ή ότι ήταν χριστιανοί που γνώριζαν την αρχαιοελληνική φιλοσοφία (πρωτίστως τον νεοπλατωνισμό και τον στωικισμό) και θέλησαν να συνδυάσουν αυτά τα δύο στοιχεία. Με τον τρόπο αυτό, όμως, θα λησμονούσαμε ότι τα συστατικά του γνωστικισμού ήταν πολύ περισσότερα: οπωσδήποτε ο ιουδαϊσμός και (κυρίως) οι αιρετικές παρεκκλίσεις του, αλλά κι αρχέγονες σημιτικές δοξασίες και, τέλος, διδασκαλίες ιρανικής προέλευσης με προεξάρχοντα τον ζωροαστρισμό.

Ο δυϊσμός απαντά συχνά στις θεωρίες των Γνωστικών. Το Κακό διαχωρίζεται από τον Θεό και τη δράση του και ανάγεται σε μια άλλη αρχή, θεότητα ή υπόσταση. Μεταξύ του άυλου κόσμου, έδρας του Θεού του Καλού, και του υλικού, τοποθετούνται ένας ή πλείονες ενδιάμεσοι κόσμοι, τους οποίους κατοικούν οι Αιώνες, υποστάσεις μετέχουσες τόσο της θείας όσο και της ανθρώπινης φύσης (συχνά ο Ιησούς χαρακτηρίζεται ως μία από τις υποστάσεις αυτές). Από κει και πέρα, η ηθική των διαφόρων σχολών του γνωστικισμού παρέχει όλες τις δυνατές εκδοχές, από τον ακραίο ασκητισμό μέχρι την απόλυτη ελευθεριότητα των ηθών, χωρίς να λείπουν φυσικά και οι όλως μετριοπαθείς απόψεις. Τα πλέον σύνθετα φιλοσοφικά συστήματα συνυπάρχουν με διδασκαλίες που αγγίζουν τα όρια του παράδοξου ή ακόμη και του γραφικού.

Δεν ήταν όλοι οι Γνωστικοί ακραιφνώς δυϊστές. Για τον λόγο αυτό θα αφήσουμε πίσω μας ορισμένες μεγάλες μορφές του γνωστικισμού, όπως ο Σίμων ο επονομαζόμενος από τους αντιπάλους του «Μάγος» ή ο Βαρδησάνης από την Έδεσσα της Οσροηνής, για να εστιάσουμε την προσοχή στα στοιχεία δυϊσμού που διακρίνουν κάποιες από τις γνωστικές θεωρίες.

Α.   Πρόδρομα φαινόμενα

α.   Ο ασκητισμός των Εσσαίων: Αυτοί τους οποίους ο Φλάβιος Ιώσηπος κι ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς ονομάζουν Εσσηνούς κι Εσσαίους (ενώ οι ίδιοι αυτοαποκαλούνταν «Υιοί του Δικαίου»), αποτελούν ένα «αιρετικό» κίνημα του ιουδαϊσμού που γεννήθηκε τον 2ο αι. π.Χ. ως αντίδραση στις προσπάθειες του ιερατείου να συνδυάσει θρησκευτική και κοσμική εξουσία. Διάσημοι στην εποχή μας, κατόπιν της ανακάλυψης των περίφημων Χειρογράφων της Νεκράς Θάλασσας στο Κουμράν της Ιουδαίας, οι Εσσαίοι πιστεύουν ότι είναι οι μόνοι κάτοχοι της ορθοδοξία του ιουδαϊσμού. Η ηθική που ασπάζονται τους οδηγεί σε ακραία ασκητική ζωή. Ο δυϊσμός είναι σαφής στο δόγμα τους: αντίθεση μεταξύ Φωτός και Σκότους, ύπαρξη δύο θεών, δηλαδή του Δημιουργού του υλικού κόσμου και του Θεού του Καλού, ο οποίος θα στείλει στους ανθρώπους τον Χριστό-Μεσσία με σκοπό τη σωτηρία τους. Η διδασκαλία των Εσσαίων θα ασκήσει έντονη επιρροή στη διαμόρφωση του χριστιανισμού και του γνωστικισμού.

β. Οι αρχέγονες δοξασίες των Οφιανών: Μεταξύ των λατρειών που προϋπήρχαν του ιουδαϊσμού στον σημιτικό κόσμο καταλέγεται και η λατρεία του ερπετού ως θεού που εκπροσωπεί την τελλουρική και σεξουαλική ισχύ (κι επομένως τη γονιμότητα). Οι δοξασίες αυτές αποτελούν τη βασική επιρροή ομάδων όπως οι Ναασσηνοί (από το εβραϊκό Nahash/ נחש = ερπετό/ όφις) ή Οφιανοί, οι οποίοι λατρεύουν τον Όφι-Χριστό, σωτήρα των ανθρώπων από τον θεό του Κακού και δημιουργό του επίγειου κόσμου, ο οποίος ταυτίζεται με τον Γιαχβέ των Ιουδαίων. Ασκητισμός και ελευθεριότητα συνυπάρχουν στις διάφορες σέκτες των Οφιανών. Η δεύτερη επιλογή θα επηρεάσει αρκετά από τα γνωστικά κινήματα.

Β.   Δυϊσμός και παράδοξες ερμηνείες της ηθικής

α.   Βαρβηλίτες: Ο Μεσσίας-Χριστός τους είναι γένους θηλυκού, η Μεγάλη Μητέρα Βαρβηλώ. Εκπορευόμενη εκ του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος, η Βαρβηλώ κυβερνά τον κόσμο μέχρι τη στιγμή που ο γιος της, ο Ιαλδαβαώθ, την εκθρονίζει. Για να ανακτήσει την εξουσία της, η Βαρβηλώ προσπαθεί να ξεγελάσει τους άρχοντες-ιερείς του Ιαλδαβαώθ με την ερωτική της δύναμη. Για τον λόγο αυτό και η λατρεία της είναι οργιαστική. Τα υγρά της ερωτικής πράξης αποκτούν μυστηριακή αξία και ισχύ. Αλήθεια ή συκοφαντία των πολέμιων του δόγματος που παρεξήγησαν ηθελημένα πολύ πιο εκλεπτυσμένες τελετές; Δύσκολο να δοθεί απάντηση. Το βέβαιο είναι ότι οι βαρβηλίτες καταδικάζουν την τεκνοποιία, λόγω της προδοσίας του Ιαλδαβαώθ προς τη μητέρα του.

β.   Επίδραση στον αρχικό χριστιανισμό: Η άποψη αυτή φαίνεται να απαντά και σε πρωτοχριστιανικό περιβάλλον (όσον αφορά τουλάχιστον ορισμένες σέκτες). Όπως παραθέτει (με σκοπό φυσικά την αντίκρουση) ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, το απόκρυφο «κατ’ Αιγυπτίους Ευαγγέλιο» περιλαμβάνει τον εξής διάλογο μεταξύ Σαλώμης και Ιησού («Στρωματείς», βιβλίο Γ΄, κεφ. Θ΄, 3 επ.):

«Ι. : Ἦλθον καταλῦσαι τὰ ἔργα τῆς θηλείας,

  Σ. : Μέχρι τίνος οἱ ἄνθρωποι ἀποθανοῦνται;

  Ι. : Μέχρις ἂν τίκτωσιν αἱ γυναῖκες…

  Σ. :  Καλῶς οὖν ἐποίησα μὴ τεκοῦσα;

  Ι. : Πᾶσαν φάγε βοτάνην, τὴν δὲ πικρίαν ἔχουσαν μὴ φάγῃς».

γ.   Επίδραση σε άλλα γνωστικά δόγματα: Ο Αλεξανδρινός Καρποκράτης ταυτίζει την ύλη με το Κακό και το πνεύμα με το Καλό. Το ανθρώπινο σώμα είναι η φυλακή της ψυχής. Η σωτηρία επιτυγχάνεται με τρία όπλα: πίστη, αγάπη και… αμαρτία. Πράγματι, κατά τη διδασκαλία του Καρποκράτη, η απελευθέρωση της ψυχής προϋποθέτει ότι αυτή θα έχει γευθεί κάθε δυνατή αμαρτία, σπάζοντας τα δεσμά των κοινωνικών και θρησκευτικών περιορισμών της ανθρώπινης ύπαρξης!

Παρόμοιες τάσεις ελευθεριότητας των ηθών συναντάμε αργότερα στη γνωστική αίρεση των Πνευματικών της Οσροηνής (4ος και 5ος αι.), οι οποίοι είναι γνωστότεροι ως Μεσσαλιανοί (από το συριακό mṣalliāné = οι προσευχόμενοι) ή Ευχίτες. Οι ίδιοι ή παρακλάδια της οργάνωσής τους είναι επίσης γνωστοί με τα ονόματα Βορβορίτες, Στρατιωτικοί και Φημιονίτες. Περιφρονούσαν τα μυστήρια της χριστιανικής Εκκλησίας και τη συμβολική αξία του σταυρού.

Γ.   Προχωρημένος εκλεκτισμός

α.   Βασιλείδης: ο χαρακτηρισμός των θεωριών του Αλεξανδρινού φιλοσόφου είναι εξαιρετικά δυσχερής. Από τα έργα του σώζονται μόνο σκόρπια αποσπάσματα. Τα περισσότερα στοιχεία για αυτόν προέρχονται από πολέμιούς του. Και δεν είμαστε βέβαιοι για το αν αυτοί γνώριζαν τα αυθεντικά έργα του ή απλώς παρέθεταν στοιχεία που αφορούσαν οργανώσεις της εποχής τους που ισχυρίζονταν ότι ακολουθούσαν τη διδασκαλία του Βασιλείδη έχοντας, συνειδητά ή ακούσια, παρεκκλίνει από το αρχικό δόγμα.

Δυϊστής ή πανθεϊστής; Οπωσδήποτε πυθαγόρειος, για τα υπόλοιπα είναι δύσκολο να δοθεί απάντηση. Δίδασκε ότι από το σπέρμα του θεού γεννήθηκε ο Υιός (που είναι… ομοούσιος του Πατρός) και το Πνεύμα, το οποίο βασιλεύει στην Ογδοάδα, τον όγδοο ουρανό, ενώ στις υπόλοιπες επτά ουράνιες σφαίρες κυριαρχεί ο Λόγος Σπερματικός.

Η φήμη του Βασιλείδη στις νεότερες εποχές χρωστά πολλά στο μυστηριώδες θεϊκό όνομα Αβράσαξ. Αιών, θεότητα (βλ. το «Septem sermones ad mortuos» του Καρλ Γιουνγκ, γραμμένο στα 1916) ή άρχων, πατέρας του Νου; Οποιαδήποτε υπόθεση δεκτή…

β.   Βαλεντίνος: Το φιλοσοφικό-θρησκευτικό σύστημα που δίδασκε ο Αιγυπτιώτης Βαλεντίνος (αρχές 2ου αι.) είναι από τα πλέον περίπλοκα. Εξηγώντας τον ενδιάμεσο πνευματικό κόσμο των Αιώνων, δέχεται την ύπαρξη τριάντα τέτοιων υποστάσεων σε 15 συζυγίες. Ο Προπάτωρ και η Έννοια-Σιγή αποτελούν την πρώτη συζυγία, από την οποία προήλθαν ο Νους και η Αλήθεια (από αυτούς ο Λόγος και η Ζωή και, ακολούθως, ο Άνθρωπος και η Εκκλησία). Την αρχική Ογδοάδα ακολούθησαν άλλες έντεκα συζυγίες ώστε να σχηματιστεί το Πλήρωμα που αποτελείται από τριάντα αιώνες. Μόνο που ο τελευταίος στη σειρά Αιών, η Σοφία, επαναστάτησε επιθυμώντας να πλησιάσει τον Προπάτορα. Η ισορροπία του πληρώματος διαταράχθηκε. Για να την αποκαταστήσει, ο Προπάτωρ πρόσταξε το Νου να ζευγαρώσει με τη Σοφία, ένωση από την οποία δημιουργήθηκαν ο Χριστός και το Άγιο Πνεύμα.

Μετά την επαναφορά της τάξης, το πλήρωμα δημιουργεί τον άζυγο Ιησού Σωτήρα, ο οποίος με τη σειρά του διαχωρίζει τη Σοφία σε Ουράνια και Επίγεια. Η δεύτερη αποβάλλεται από το Πλήρωμα. Τα σπέρματά της γεννούν τον Δημιουργό, τον θεό της Παλαιάς Διαθήκης, κι αυτός τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος συνδυάζει στοιχεία υλικά και θείας προέλευσης (το πνεύμα). Η σωτηρία του θα προέλθει από τον Ιησού, ο οποίος θα καταστρέψει τον υλικό κόσμο.

Δ.   Εξελληνισμένος χριστιανικός δυϊσμός

Μαρκίων: Γεννημένος στη Σινώπη του Πόντου, μεταξύ 85 και 100, ο Μαρκίων κατάγεται από πλούσια οικογένεια εμπόρων κι εφοπλιστών που φαίνεται να ασπάσθηκε τον πρώιμο χριστιανισμό (λέγεται ότι ο πατέρας του είχε εκλεγεί επίσκοπος Σινώπης). Το εγχείρημά του συνίσταται στην απαλλαγή του χριστιανισμού από τα αμιγώς ιουδαϊκά στοιχεία του, προκειμένου να καταστεί ελκυστικότερος σε οικουμενικό επίπεδο. Η κίνηση μοιάζει απολύτως λογική σε έναν κόσμο όπου οι Ιουδαίοι δεν είναι πλέον η συμπαθέστερη εθνότητα, ύστερα από τις αιματηρές ιουδαϊκές εξεγέρσεις στην Κυρηναϊκή και την Αίγυπτο (115-117) και την επανάσταση του Μπαρ Κοχμπά στην ίδια την Ιουδαία (132-135).

Γύρω στα 140, εγκατεστημένος πλέον στη Ρώμη, ο Μαρκίων διαμορφώνει οριστικά τη θεωρία του. Απορρίπτει τα ιερά βιβλία του ιουδαϊσμού, την Παλαιά Διαθήκη (ο Μαρκίων πρέπει να ήταν ο εφευρέτης του όρου), επιλέγοντας μόνο αυτό που ονομάζει Καινή Διαθήκη (και κατά την άποψή του περιορίζεται μάλλον αποκλειστικά στη διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου). Προχωρεί ακόμη περισσότερο σε έναν απόλυτο δυϊσμό: ο Γιαχβέ είναι ο δημιουργός του κακού υλικού κόσμου, ενώ ο αληθινός θεός, αυτός του καλού, αποτελεί έννοια ασύλληπτη.

Ο εξτρεμιστικός (για τα χριστιανικά δεδομένα) δυϊσμός του Μαρκίωνα είναι το στοιχείο που θα τον καταδικάσει ως αιρεσιάρχη στην ιστορική μνήμη, ενώ εκείνος είχε σχεδόν όλα τα φόντα για να μείνει στην Ιστορία ως πατέρας της Εκκλησίας. «Παραδεχόμενος το δόγμα περί δύο θεών, πώς είναι δυνατόν να ιδρύσεις βιώσιμες εκκλησίες στον κόσμο αυτό και πώς να ενώσεις κοινότητες υπό την εξουσία της Ρώμης και του κράτους…; Με τον τρόπο αυτό ο Μαρκίων αφενός μεν θέτει τα θεμέλια μιας καθολικής εκκλησίας, αφετέρου δε αυτοεξαιρείται από αυτήν» (Raoul Vaneigem «Les Hérésies», σειρά Que sais-je, αριθ. 2838, εκδ. PUF, Παρίσι 1994, σελ. 42).

Και τι έμεινε από όλα αυτά τα θαυμαστά και περίεργα; Οι ακρότητες ή το περίπλοκο των δογμάτων τους καταδίκασαν τους Γνωστικούς. Δεν ισχύει το ίδιο για κάποιες από τις ιδέες τους. Κι άλλωστε, στις αρχές του 3ου αιώνα, κάπου στη Μεσοποταμία, επρόκειτο να γεννηθεί ο προφήτης της επιδραστικότερης ίσως από τις δυϊστικές θρησκείες. Η καταγωγή του ήταν περσική, αλλά αυτός είχε μεγαλώσει σε γνωστικό περιβάλλον… [Συνεχίζεται]

Ο κύκλος της Ελευσίνας

Δεκέμβριος 14, 2011

Ένα ζεστό πρωινό στην καρδιά του καλοκαιριού. Ένα προάστιο στα ανατολικά της Αλεξάνδρειας, πάνω στον δρόμο που οδηγεί στην Κάνωπο. Ένα προάστιο δίχως τίποτε το ξεχωριστό που φέρει όμως ένα βαρύ όνομα. Ο τόπος αυτός ονομάζεται Ελευσίνα και πρόκειται να γίνει σε λίγο το επίκεντρο κοσμοϊστορικών εξελίξεων.

Κάτι το αλλόκοτο πλανάται: τις προηγούμενες εβδομάδες συνέβησαν πράγματα πρωτόγνωρα. Αλλά, ίσως, αυτός ο παράξενος αέρας να προμηνύει τα ακόμα πιο απρόσμενα που πρόκειται να συμβούν. Πρώτα-πρώτα, μόνο οι θεοί γνωρίζουν αν υπάρχει σπιθαμή εδάφους αιγυπτιακού που να την ελέγχουν οι Λαγίδες. Τα τρία αδέλφια που διεκδικούν το θρόνο, ο Πτολεμαίος (Στ΄) Φιλομήτωρ,  η Κλεοπάτρα (Β΄), και ο νεότερος, ο Πτολεμαίος (Η΄ Ευεργέτης Β΄) που θα μείνει στην Ιστορία με το διόλου τιμητικό προσωνύμιο «Φύσκων» (μια και διέθετε τα τυπικά προσόντα για να διεκδικήσει θέση αντιπροέδρου στη σύγχρονη ελληνική κυβέρνηση), έδειξαν να ξεπερνούν τις διαφορές τους μπροστά στον κοινό κίνδυνο. Εις μάτην! Σ’ έναν πόλεμο που δεν είχε ο ίδιος επιδιώξει, ο Σελευκίδης βασιλιάς Αντίοχος όρμησε σα σίφουνας στην Αίγυπτο, συντρίβοντας όποια αντίσταση συνάντησε. Έφτασε μέχρι τη Μέμφιδα και κάποιοι λένε πως στέφθηκε Φαραώ. Τώρα είναι έτοιμος να καταλάβει την ανυπεράσπιστη Αλεξάνδρεια. Να ολοκληρώσει το θρίαμβο που θα ενώσει τα δύο βασίλεια υπό το στέμμα του. Ν’ αναβιώσει σχεδόν την αυτοκρατορία του Αλεξάνδρου.

Κι όμως… Ο θριαμβευτής, που έχει στρατοπεδεύσει ακριβώς σ’ αυτήν την Ελευσίνα, δεν είναι βέβαιος για το αν θα μπορέσει να κρατήσει ό,τι κέρδισε στα πεδία των μαχών. Ως τώρα, η Ρώμη παρακολουθούσε τη σύγκρουση των δύο ελληνιστικών βασιλείων από απόσταση. Είχε τους λόγους της: πολεμούσε τους Μακεδόνες κι η σύρραξη ήταν αμφίρροπη. Μα πριν από λίγες μέρες όλα κρίθηκαν στην Πύδνα. Το βασίλειο των Αντιγονιδών δεν υπάρχει πλέον. Κι η Ρώμη είναι ελεύθερη ν’ ασχοληθεί μ’ αυτόν τον «Συριακό» πόλεμο που φαίνεται να έχει τόσο επικίνδυνη γι’ αυτήν κατάληξη.

Ο Αντίοχος έχει ήδη ειδοποιηθεί κι αναμένει την επίσκεψη του Ρωμαίου απεσταλμένου που την προηγούμενη μέρα έφτασε στην Αλεξάνδρεια. Ποιος ξέρει τι να περνά από το μυαλό του Σελευκίδη. Ίσως να τα ξέρει όλα από πριν και να έχει αποδεχτεί το πεπρωμένο. Ίσως πάλι οι θρίαμβοι να έχουν θολώσει την κρίση του και να ελπίζει για το καλύτερο. Ο απεσταλμένος αυτός που τώρα περιμένει δεν είναι άλλωστε παλιός γνώριμος; Φίλος από τα νεανικά χρόνια, τα χρόνια της χρυσής αιχμαλωσίας στη Ρώμη, όταν ο Αντίοχος είχε σταλεί όμηρος, ως εγγύηση για την τήρηση της τόσο επαχθούς Συνθήκης της Απάμειας. Ο Γάιος Ποπίλιος Λαίνας φτάνει στην Ελευσίνα. Ο Αντίοχος τείνει το χέρι του κι ετοιμάζεται ν’ αγκαλιάσει και να φιλήσει τον παλιό του φίλο. Εκείνος, όμως, του απαντά ψυχρά ότι οι χαιρετισμοί πρέπει να περιμένουν. Του δίνει ένα έγγραφο. Το μήνυμα της Συγκλήτου. Ο Αντίοχος διαβάζει βιαστικά, το πρόσωπό του σκοτεινιάζει. Ταραγμένος, ζητεί από τον Ποπίλιο διορία να διαβουλευθεί με τους επιτελείς και τους συμβούλους του πριν του δώσει απάντηση. Ατάραχος ο Ποπίλιος παίρνει το ραβδί του και χαράζει πάνω στο χώμα ένα κύκλο μες στον οποίο βρίσκονται εκείνος κι ο Σελευκίδης. «Βασιλιά, πρέπει να μου δώσεις την απάντηση πριν βγεις απ’ αυτόν τον κύκλο»! Ο Αντίοχος πρέπει να συνειδητοποίησε τότε το μάταιο του πράγματος: «Θα πράξω ό,τι προστάζει η Σύγκλητος»! Έπειτα από αυτό, ο Ποπίλιος αγκάλιασε και φίλησε τον βασιλιά, ενώ τα μέλη της ρωμαϊκής αντιπροσωπείας και του επιτελείου του Σελευκίδη αντάλλαξαν θερμούς χαιρετισμούς και φιλοφρονήσεις.

Τι ζήτησε η Σύγκλητος από το Σελευκίδη; Τίποτε λιγότερο από το να παραχωρήσει (επιστρέφοντάς τα στους Λαγίδες) όλα όσα είχε κερδίσει στη διάρκεια του πολέμου, Αίγυπτο και Κύπρο δηλαδή. Ουδέποτε θριαμβευτής είχε ταπεινωθεί με τέτοιο τρόπο.

«ὁ Ποπίλιος ὁ τῶν Ῥωμαίων στρατηγός, τοῦ βασιλέως πόρρωθεν ἀσπαζομένου διὰ τῆς φωνῆς καὶ τὴν δεξιὰν προτείνοντος, πρόχειρον ἔχων τὸ δελτάριον, ἐν ᾧ τὸ τῆς συγκλήτου δόγμα κατετέτακτο, προύτεινεν αὐτῷ καὶ τοῦτ᾽ ἐκέλευσε πρῶτον ἀναγνῶναι τὸν Ἀντίοχον, ὡς μὲν ἐμοὶ δοκεῖ, μὴ πρότερον ἀξιώσας τὸ τῆς φιλίας σύνθημα ποιεῖν πρὶν ἢ τὴν προαίρεσιν ἐπιγνῶναι τοῦ δεξιουμένου, πότερα φίλιος ἢ πολέμιός ἐστιν. ἐπεὶ δ᾽ ὁ βασιλεὺς ἀναγνοὺς ἔφη βούλεσθαι μεταδοῦναι τοῖς φίλοις ὑπὲρ τῶν προσπεπτωκότων, ἀκούσας ὁ Ποπίλιος ἐποίησε πρᾶγμα βαρὺ μὲν δοκοῦν εἶναι καὶ τελέως ὑπερήφανον: ἔχων γὰρ πρόχειρον ἀμπελίνην βακτηρίαν περιέγραφε τῷ κλήματι τὸν Ἀντίοχον ἐν τούτῳ τε τῷ γύρῳ τὴν ἀπόφασιν ἐκέλευσε δοῦναι περὶ τῶν γεγραμμένων: ὁ δὲ βασιλεὺς ξενισθεὶς τὸ γινόμενον καὶ τὴν ὑπεροχήν, βραχὺν χρόνον ἐναπορήσας ἔφη ποιήσειν πᾶν τὸ παρακαλούμενον ὑπὸ Ῥωμαίων. οἱ δὲ περὶ τὸν Ποπίλιον τότε τὴν δεξιὰν αὐτοῦ λαμβάνοντες ἅμα πάντες ἠσπάζοντο φιλοφρόνως. ἦν δὲ τὰ γεγραμμένα λύειν ἐξ αὐτῆς τὸν πρὸς Πτολεμαῖον πόλεμον» (Πολύβιος, ΚΘ΄, 27, 2-7).

Ο παρεξηγημένος: ο Αντίοχος Δ΄ ο Επιφανής είναι κατά πάσα πιθανότητα ο πιο παρεξηγημένος μονάρχης της Ελληνιστικής Περιόδου. Η ατυχής για τον Αντίοχο συγκυρία, τουλάχιστον όσον αφορά την υστεροφημία του κατά τον Μεσαίωνα και τους Νεότερους Χρόνους, έγκειται στο ότι υπήρξε ο αντίπαλος του ιουδαϊκού έθνους κατά την εξέγερση των Μακκαβαίων, η οποία οδήγησε στην επανίδρυση ανεξάρτητου ιουδαϊκού κράτους. Λογικό ήταν ο Αντίοχος να πάρει τον ρόλο του απόλυτου κακού και στον ιδρυτικό μύθο του κράτους αυτού και στην μεταγενέστερη εβραϊκή παράδοση. Επιπροσθέτως, η αφομοίωση της τελευταίας από τον χριστιανισμό εξασφάλισε τη διαιώνιση της αρνητικής εικόνας του Σελευκίδη ηγεμόνα: οι Μακκαβαίοι υπήρξαν το πρότυπο του ευγενούς πολεμιστή για τους ιππότες του Μεσαίωνα. Οι Ιωαννίτες Ιππότες έφτασαν μέχρι το σημείο να κατασκευάσουν τη μυθική γενεαλογία τους, έχοντας αναγάγει τις ρίζες τους ακριβώς στους Μακκαβαίους! Έτσι, στη χριστιανική παράδοση ο δυστυχής Αντίοχος κατέληξε να εμφανίζεται ως… Αντίχριστος!

Με τις σχέσεις Αντίοχου και Ιουδαίων, για τις οποίες τόσα έχουν γραφεί, είχαμε ασχοληθεί και στο παρελθόν (έστω και όχι αναλυτικά). Θα υπενθυμίσουμε απλώς ότι ο Αντίοχος ουσιαστικά ενήργησε όπως κι ο οποιοσδήποτε ηγεμόνας που έρχεται αντιμέτωπος με μια εξεγερμένη επαρχία και κινδυνεύει να απωλέσει την κυριαρχία του επί εδαφών και, κυρίως, φόρους που ήλπιζε να εισπράξει. Κανένα ιστορικό στοιχείο δεν μας υποχρεώνει να ερμηνεύσουμε τον ιουδαϊκό πόλεμο του Επιφανούς ως αναμέτρηση Ελληνισμού και Ιουδαϊσμού. Κι αν υπάρχει σε κάποιο βαθμό το στοιχείο της πολιτισμικής σύγκρουσης, αυτή η σύγκρουση αφορά πρωτίστως τάσεις που εκδηλώθηκαν στο εσωτερικό της ιουδαϊκής κοινότητας.

Ωστόσο, η δυσφήμηση του Επιφανούς δεν οφείλεται μόνο στην ιουδαιοχριστιανική παράδοση: έχει τις ρίζες της στην ίδια την εποχή του Σελευκίδη ηγεμόνα και στη μεταγενέστερη «κλασσική» γραμματεία. Δεν χρειάζεται τίποτε περισσότερο από το να θυμηθούμε τις ιστορίες για τον Αντίοχο που τριγυρνά μεταμφιεσμένος στα καπηλειά της Αντιόχειας συναναστρεφόμενους υποκείμενα της τελευταίας υποστάθμης ή τα λογοπαίγνια «Επιφανής = Επιμανής (δηλ. τρελός για δέσιμο)». Πρόκειται για τις φήμες και τα κουτσομπολιά που μας διασώζει ο Αθήναιος (Δειπνοσοφισταί, Ε΄, 193 δ΄, και Ι΄, 439 α΄), διαβεβαιώνοντάς μας πως προέρχονται από το εικοστό έκτο βιβλίο της Ιστορίας του Πολύβιου. Το μάθημά μας, πάντως, το έχουμε κατανοήσει και ξέρουμε καλά ότι δεν είναι απαραίτητο να παίρνουμε τοις μετρητοίς οτιδήποτε προέρχεται από συγγραφέα της Αρχαιότητας, όσο αξιόπιστος κι αν είναι.

Ι. Σφετεριστής και κάτοχος δοτής εξουσίας;

Α. Από τη γέννηση του Αντίοχου έως την ομηρεία στη Ρώμη

Ενδεικτικό του ελλιπούς χαρακτήρα των γνώσεών μας, ακόμη και για πολύ γνωστές φυσιογνωμίες της Ιστορίας της Αρχαιότητας, είναι το γεγονός ότι αγνοούμε την ακριβή χρονολογία γέννησης του Αντίοχου Δ΄. Η συνηθέστερα αναφερόμενη χρονολογία (-215) δεν είναι παρά η απώτατη δυνατή. Ο Δανός ιστορικός Όττο Μέρκολμ, συγγραφέας της σημαντικότερης ίσως μονογραφίας για τον Σελευκίδη μονάρχη, υπέθετε ότι ο Αντίοχος ο Μέγας και η Λαοδίκη απέκτησαν τον μετέπειτα Επιφανή, τρίτο κατά σειρά γιο τους, μεταξύ 215 και 210 π.Χ., πιθανολογώντας την ηλικία του τελευταίου κατά την άνοδό του στον θρόνο βάσει της εικόνας του στα πρώτα νομίσματά του («Antiochus IV of Syria», Gyldendalse Boghandel, Κοπεγχάγη 1966). Ο Εντουάρ Βιλλ, από τη μεριά του, θεωρούσε πιθανότερη μια χρονολογία κοντά στο 205 (Edouard Will «Histoire politique du monde hellénistique», Presses universitaires de Nancy, 2η έκδ. 1979-1982, επανέκδ. Seuil, Παρίσι 2003, τ. ΙΙ, σελ. 353). Μια πρόσφατη μελέτη υπολογίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια τη ζητούμενη χρονολογία στο 212 π.Χ. Αρκετοί, βασιζόμενοι σε νύξεις του Τίτου Λίβιου και του Αθήναιου, υποστηρίζουν ότι ο Αντίοχος ονομαζόταν αρχικά Μιθριδάτης κι ότι πήρε το όνομα με το οποίο βασίλεψε αργότερα όταν πέθανε μετά από ασθένεια (το -193;) ο μεγαλύτερος αδελφός του που ονομαζόταν κι αυτός Αντίοχος.

Όπως είναι φυσικό, η ζωή του Επιφανούς καθορίσθηκε από τα μεγάλα γεγονότα που σημάδεψαν την πορεία του βασιλείου του πατέρα του. Κι αν οι αρχικές επιτυχίες του Αντίοχου του Μεγάλου, στο Ιράν και την Κοίλη Συρία, τοποθετούν το απόγειο της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών γύρω στο 200 π.Χ., η συντριβή της Μαγνησίας, η ανεξήγητη απροθυμία του μεγάλου βασιλέα να επιδιώξει μια δεύτερη ευκαιρία στη σύγκρουση με τη Ρώμη και την Πέργαμο και η ταπεινωτική συνθήκη της Απάμειας (188) βυθίζουν το κράτος της Αντιόχειας (όπως είχαμε δει σε παλαιότερη ανάρτηση) σε συνθήκες βαθιάς κρίσης. Για να διασφαλίσουν την τήρηση των όρων της συνθήκης, οι Ρωμαίοι ζητούν την παράδοση είκοσι ομήρων: ανάμεσά τους βρίσκεται κι ο νεαρός πρίγκιπας Αντίοχος. Επρόκειτο φυσικά για αιχμαλωσία σε χρυσό κλουβί φιλοξενίας αντάξιας ενός πρίγκιπα. Στα χρόνια της παραμονής του στη Ρώμη, ο Αντίοχος έχει την ευκαιρία να συνάψει σχέσεις φιλίας με πολλούς Ρωμαίους αριστοκράτες, να μελετήσει από κοντά το πολίτευμα, τους θεσμούς και το δικαστικό σύστημα της Ρώμης, να καλλιεργήσει τα πνευματικά του ενδιαφέροντα. Σε χρόνο άγνωστο σε μας, πάντως, έρχεται η στιγμή της… αλλαγής φρουράς: ο Αντίοχος αντικαθίσταται ως όμηρος από τον ανηψιό του Δημήτριο, πρωτότοκο γιο του βασιλιά Σέλευκου Δ΄, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον Αντίοχο Γ΄ στα τέλη του 188. Για ποιο λόγο δέχθηκε ο Σέλευκος να παραδώσει τον διάδοχό του; Προφανώς γιατί δεν θα είχε άλλη επιλογή: βρισκόταν σε αδυναμία να αποπληρώσει εμπρόθεσμα την οφειλόμενη στη Ρώμη πολεμική αποζημίωση. Ο Αντίοχος από την πλευρά του, αφήνοντας τη Ρώμη δεν επέλεξε να επιστρέψει στη Συρία, αλλά προτίμησε να πάει να ζήσει στην Αθήνα για να απολαύσει την πνευματική ζωή της.

Β. Στον θρόνο της Αντιόχειας

α. Η σκοτεινή άνοδος: Κανένας Σελευκίδης δεν είχε ως τότε κληθεί να βασιλέψει σε τόσο αντίξοες συνθήκες όσο ο Σέλευκος Φιλοπάτωρ: με μεγάλες εδαφικές απώλειες (ό,τι βρισκόταν στα δυτικά του Ταύρου), υποχρέωση αφοπλισμού, τσαλακωμένο γόητρο (κι άρα μικρές δυνατότητες άσκησης αποτελεσματικής διπλωματίας) και οφειλή υπέρογκης πολεμικής αποζημίωσης και, τέλος, με τον διάδοχό του όμηρο, έχει ουσιαστικά δεμένα τα χέρια του. Η άτυχη βασιλεία του τερματίζεται άδοξα και πρόωρα το 175 όταν τον δολοφονεί ο «επί των πραγμάτων» (ο πρωθυπουργός του, δηλαδή) Ηλιόδωρος. Απλή ανακτορική ίντριγκα (ο Ηλιόδωρος είχε πιθανότατα έρθει σε ρήξη με τον Σέλευκο, ίσως για τους αδέξιους χειρισμούς του στο ιουδαϊκό ζήτημα, και μπορεί να έκρινε ότι δεν είχε άλλο τρόπο για να σώσει τον εαυτό του) ή σχέδιο συνωμοσίας που εξυφάνθηκε στην Πέργαμο και στη Ρώμη, ενδεχομένως εν γνώσει αυτού που επρόκειτο να επωφεληθεί από τον θάνατο του βασιλιά; Ως συνήθως, η απάντηση αγνοείται, οι υποθέσεις επιτρέπονται. Σε κάθε περίπτωση, μαθαίνοντας τη δολοφονία του αδελφού του, ο Αντίοχος άφησε την Αθήνα και βρέθηκε στην Πέργαμο. Εκεί, ο βασιλιάς Ευμένης του έδωσε το βασιλικό διάδημα και έδωσε εντολή στον αδελφό του, τον Άτταλο, να συνοδέψει τον Σελευκίδη στην Αντιόχεια. Λίγες εβδομάδες αργότερα έφτανε κι από τη Ρώμη η επίσημη αναγνώριση της Συγκλήτου [Claire Préaux «Le Monde Hellénistique (La Grèce et l’Orient, 323-146 av. J.-C.)», coll. Nouvelle Clio, PUF, Παρίσι 2002 (4η έκδ., 1η έκδ. 1978), τ. 1, σελ. 168].

Φτάνοντας στην Αντιόχεια, την οποία είχε ήδη εγκαταλείψει ο συνωμότης βασιλοκτόνος Ηλιόδωρος, ο Επιφανής βρήκε στον θρόνο τον ανήλικο συνονόματο ανηψιό του, τον οποίο είχαν ανακηρύξει βασιλιά κύκλοι της αυλής. Απ’ ό,τι φαίνεται, ο Αντίοχος ανέχτηκε για λίγα χρόνια τον νεαρό συμβασιλέα του, αλλά έπειτα διέταξε έναν «υπουργό» του, τον Ανδρόνικο, να δολοφονήσει τον μικρό! Όλα αυτά καταγράφονται με αρκετές επιφυλάξεις, γιατί η βασική μαρτυρία είναι ένα απόσπασμα του Διόδωρου (Λ΄, 7, 2) όπου γίνεται λόγος για τη δολοφονία κάποιοι Αντιόχου του Σελεύκου από κάποιον Ανδρόνικο. Ένα βαβυλωνιακό χρονικό, από την άλλη, αναφέρει τη θανάτωση ενός Σελευκίδη τον Οκτώβριο του 170 π.Χ., μόνο που τον ονομάζει Αντίοχο Αντιόχου! Πριν τρέξουμε να δεχτούμε την παράτολμη εκδοχή ότι ο Επιφανής σκότωσε τον ίδιο του τον γιο, είναι πιο φρόνιμο να ακολουθήσουμε την οικονομικότερη εξήγηση, αυτή του Μέρκολμ (όπ.π., σελ. 38 επ.) και του Βιλλ (όπ.π., τ. ΙΙ, σελ. 306): αναγνωρίζοντας τον μικρό συνονόματό του ως συμβασιλέα, ο Αντίοχος τον υιοθέτησε κιόλας.

β. ο Αντίοχος πεφωτισμένος μονάρχης: Όπως διαπιστώνουμε, ο Αντίοχος ξεκινά τη βασιλική σταδιοδρομία του με βαρίδια στα πόδια. Αποκτά την εξουσία με τις ευλογίες των δύο αντιπάλων του βασιλείου του και μετά τη δολοφονία του αδελφού του, έγκλημα στο οποίο ίσως και να μην είναι αμέτοχος. Λερώνει τα χέρια του με το αίμα του ανηψιού του. Και κληρονομεί από τον αδελφό του σημαντικό μέρος του χρέους προς τη Ρώμη, το οποίο κανονικά θα έπρεπε να έχει ήδη αποπληρωθεί. Τέλος, η υποστήριξη της Ρώμης δεν είναι βεβαίως άδολη: ανά πάσα στιγμή, με την παραμικρή λάθος κίνηση, ο Αντίοχος διατρέχει τον κίνδυνο να δει τον ανηψιό του Δημήτριο (τυπικά νόμιμο διάδοχο του θρόνου) να αποβιβάζεται μαζί με κάποιο Ρωμαίο αξιωματούχο (Will, όπ.π., σελ. 307).

Κι όμως… Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Αντίοχου αναδεικνύουν έναν ικανό μονάρχη, αφοσιωμένο στην αναδιοργάνωση του κράτους του. Μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, στη διοικητική οργάνωση και τους θεσμούς των πόλεων, στο δικαστικό σύστημα, εμπνευσμένες πιθανώς σε σημαντικό βαθμό από τα ρωμαϊκά πρότυπα. Ανασυγκρότηση των στρατιωτικών δυνάμεων του βασιλείου (κατά παράβαση των όρων της Συνθήκης της Απάμειας. Κι επιπλέον πλήθος χορηγιών και δωρεών προς τις πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Μικράς Ασίας. Με πιο φιλόδοξο σχέδιο στην κατηγορία αυτή την ανέγερση του μεγαλοπρεπούς ναού του Ολυμπίου Διός στην Αθήνα (ήδη το 174 π.Χ. αναθέτει στον Ρωμαίο αρχιτέκτονα Δέκιμο Κοσσούτιο την εκπόνηση των σχεδίων). Προσφορά αντάξια αυτού που ήδη έχει υιοθετήσει τη λατρευτική επίκληση του Θεού Επιφανούς στην αγαπημένη πόλη του.

Όσον αφορά την εξωτερική πολιτική, οι κινήσεις του Αντίοχου είναι μετρημένες. Δεν πρέπει, άλλωστε, να ενοχληθούν η Πέργαμος κι η Ρώμη. Αν υπάρχει κάποιο σχέδιο εκστρατείας αυτό πρέπει να έχει να κάνει με τις Άνω Σατραπίες και τον ιρανικό χώρο ειδικότερα. Τα επιτεύγματα της «Αναβάσεως» του πατέρα του αποδεικνύονται εύθραυστα, ενώ οι Πάρθοι γίνονται ξανά απειλητικοί. Ο σχεδιασμός είναι λογικός, αλλά γίνεται χωρίς να λάβει υπόψη την παραφροσύνη που χαρακτηρίζει κάποιες κλίκες των ανακτόρων της Αλεξάνδρειας…

ΙΙ. Ο κακότυχος: εκστρατείες, σχέδια κι ανεκπλήρωτοι στόχοι

Α. Η σύγκρουση με την Αίγυπτο

α. Το βασίλειο των Λαγιδών μετά τον θάνατο του Πτολεμαίου του Επιφανούς και τα αίτια του πολέμου: Στις αρχές του δεύτερου αιώνα π.Χ., η Αίγυπτος βρίσκεται σε δυσχερή θέση. Απουσία ισχυρής εξουσίας, εσωτερικά προβλήματα, με εξεγέρσεις του ιθαγενούς πληθυσμού, οικονομική κρίση που την επιδείνωσε η απώλεια της Κοίλης Συρίας και των εισοδημάτων της. Μετά τον θάνατο του Πτολεμαίου Ε΄ του Επιφανούς, η αντιβασιλεία ασκείται από τη βασίλισσα Κλεοπάτρα Α΄ (κόρη του Αντίοχου Γ΄ και αδελφή του Αντίοχου του Επιφανούς) στο όνομα του ανήλικου γιου της, του Πτολεμαίου Φιλομήτορος. Όταν η Κλεοπάτρα πεθαίνει, το -176, η εξουσία περνά σε δύο αυλικούς, τον Ευλαίο και τον Ληναίο. Αμφότεροι φαίνεται να ενσαρκώνουν το γνωστό πρότυπο του διεφθαρμένου κι ανάξιου αυλικού. Οπωσδήποτε αποδεικνύονται πολύ κατώτεροι των κρίσιμων περιστάσεων της εποχής. Όλες πάντως οι πηγές συμφωνούν στο ότι αυτοί οι δύο είναι οι εμπνευστές της πολεμικής σύγκρουσης με τη Συρία.

Ο Εντουάρ Βιλλ αναρωτιόταν εύλογα για το ποιοι λόγοι μπορεί να ώθησαν τους δύο αντιβασιλείς σε ένα πόλεμο που, εκ των υστέρων και με τα στοιχεία που διαθέτουμε, ισοδυναμούσε με αυτοκτονία για το κλονισμένο βασίλειο των Λαγιδών: κίνηση αντιπερισπασμού που θα μπορούσε να εδραιώσει τη θέση του Ευλαίου και του Ληναίου ως κατόχων της εξουσίας στην Αλεξάνδρεια; Η ιδέα ότι η ανάκτηση της πλούσιας Κοίλης Συρίας θα βοηθούσε να ξεπεραστούν τα οικονομικά προβλήματα της Αιγύπτου; Αβάσιμες πληροφορίες ότι η θέση του Αντίοχου στην εξουσία ήταν σε κίνδυνο: ή ότι ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει προς το Ιράν για να αντιμετωπίσει την παρθική απειλή; ή, μήπως, ότι πολλοί στην Κοίλη Συρία νοσταλγούσαν την πτολεμαϊκή διοίκηση κι ήταν έτοιμοι να βοηθήσουν στην επιστροφή της ( όπ.π., σελ. 313); Ό,τι κι αν συνέβη στην πραγματικότητα, τα στοιχεία δείχνουν ότι η απόφαση για πόλεμο κατά των Σελευκιδών είχε παρθεί στην Αλεξάνδρεια από πολύ νωρίς: πρεσβεία του Αντίοχου, η οποία, μάλλον το -175, είχε μεταβεί στην Αλεξάνδρεια για να παραστεί είτε στον γάμο του Φιλομήτορος με την αδελφή του είτε στα πρωτοκλήσιά του (την πρώτη επίσημη εκφώνηση των τίτλων του), συνάντησε τέτοια εχθρότητα που οι απεσταλμένοι μόλις επέστρεψαν στην Αντιόχεια ενημέρωσαν τον βασιλιά τους ότι θα έπρεπε να ετοιμάζεται για πόλεμο με τους Λαγίδες:

«Ἀποσταλέντος δὲ εἰς Αἴγυπτον Ἀπολλωνίου τοῦ Μενεσθέως διὰ τὰ πρωτοκλίσια τοῦ Φιλομήτορος βασιλέως μεταλαβὼν Ἀντίοχος ἀλλότριον αὐτὸν τῶν αὐτοῦ γεγονέναι πραγμάτων τῆς καθ’ αὑτὸν ἀσφαλείας ἐφρόντιζεν» (Μακκαβαίων Β΄, 4, 21).

Η άφρων πρωτοβουλία των αντιβασιλέων της Αλεξάνδρειας ίσως και να εξυπηρετούσε τους υπόλοιπους ενδιαφερόμενους. Ο Αντίοχος γνώριζε ότι ο στρατός των Λαγιδών δεν ήταν ιδιαιτέρως αξιόμαχος. Και καθώς η Συνθήκη της Απάμειας δεν περιείχε καμία σχετική απαγόρευση, η Αίγυπτος θα μπορούσε να αποτελέσει έναν επιτρεπόμενο και εφικτό στόχο εδαφικής επέκτασης. Όσο για τους Ρωμαίους, απασχολημένοι με τα προβλήματα που τους προκαλούσε ο Περσέας, υπολόγιζαν ότι μια σύρραξη μεταξύ Αιγύπτου και Συρίας θα απέκλειε κάθε ενδεχόμενο να βοηθήσει η μία ή η άλλη τη Μακεδονία.

β. Πρώτη φάση του Στ΄ «Συριακού» Πολέμου: Η Αλεξάνδρεια (όπου τα αδέλφια του Φιλομήτορος ανακηρύχθηκαν συμβασιλείς του) κήρυξε τον πόλεμο που κατά σύμβαση ονομάζουμε Στ΄ Συριακό το 170. Οι εχθροπραξίες άρχισαν όμως την επόμενη χρονιά. Ο αιγυπτιακός στρατός προσπάθησε να εισβάλει στα εδάφη των Σελευκιδών με σκοπό να ανακτήσει την Κοίλη Συρία. Με την πρώτη σύγκρουση ο στρατός του Πτολεμαίου υπέστη πανωλεθρία. Οι δυνάμεις του Αντίοχου πέρασαν αμέσως στο αιγυπτιακό έδαφος, κατέλαβαν το Πελούσιο και κινήθηκαν προς δυσμάς. Στην Αλεξάνδρεια, η συντριβή έφερε ανακατατάξεις: οι Ευλαίος και Ληναίος κρίθηκαν υπεύθυνοι της στρατιωτικής συμφοράς, εκδιώχθηκαν και τη θέση τους πήραν δύο αντίπαλοί τους, ο Κινέας και ο Κομανός που ζήτησαν διαπραγματεύσεις. Ο Αντίοχος δεν τις αρνήθηκε, αλλά συνέχισε την προέλασή του φτάνοντας μέχρι τα περίχωρα της Αλεξάνδρειας. Ο Σελευκίδης συνάντησε τον (ανηψιό του) βασιλιά της Αιγύπτου και ήρθαν σε συμφωνία, οι όροι της οποίας θα έθεταν προφανώς την Αίγυπτο υπό την κηδεμονία του Αντιόχου. Το γεγονός προκάλεσε αντιδράσεις στην πρωτεύουσα, όπου μόνος βασιλιάς ανακηρύχθηκε ο νεότερος αδελφός του Φιλομήτορος. Ο Αντίοχος επιχείρησε να καταλάβει την Αλεξάνδρεια, αλλά διαπιστώνοντας (τέλος του 169) ότι αυτό ήταν αδύνατο γύρισε στο βασίλειό του, κρατώντας το Πελούσιο και κάποια άλλα αιγυπτιακά εδάφη και περιμένοντας να βοηθήσει τα σχέδιά του ο ενδεχόμενος εμφύλιος μεταξύ των δυο Πτολεμαίων.

γ. Δεύτερη φάση του Στ΄ «Συριακού» Πολέμου: η ταπείνωση της Ελευσίνας. Αντί όμως να επακολουθήσει εμφύλιος, συνέβη αυτό που δεν υπολόγιζε ή, πάντως, απευχόταν ο Αντίοχος. Από τη Μέμφιδα, όπου είχε καταφύγει, ο Φιλομήτωρ ήρθε σε συνεννόηση και συμφιλιώθηκε με την αδελφή και τον μικρό αδελφό του. Ο πόλεμος ξανάρχιζε. Αυτή τη φορά ο Σελευκίδης δεν μπορούσε να ισχυρισθεί ότι βρισκόταν σε θέση άμυνας ή ότι εισέβαλε στην Αίγυπτο για να προστατέψει τον Φιλομήτορα με τον οποίο είχε συνάψει συμφωνία. Η μόνη δικαιολογία που μπορούσε να προβάλει ήταν ότι ο Φιλομήτωρ είχε παραβιάσει τη συμφωνία τους. Σε κάθε περίπτωση, τα πράγματα ήταν πολύ απλούστερα για τον Επιφανή σε πρακτικό επίπεδο. Κάνοντας σχεδόν περίπατο απέκτησε τον έλεγχο σχεδόν ολόκληρης της Αιγύπτου. Η μόνη ελπίδα των Πτολεμαίων ήταν η εξωτερική βοήθεια. Για τον σκοπό αυτό προσέγγισαν την Αχαϊκή Συμπολιτεία, αλλά φαίνεται ότι προσέκρουσαν στις αντιρρήσεις της Ρώμης. Αυτή ακριβώς ήταν κι η τελευταία ελπίδα τους. Άλλωστε οι ρωμαϊκές λεγεώνες που πολεμούσαν τους Μακεδόνες ανεφοδιάζονταν με αιγυπτιακό σιτάρι. Οι Λαγίδες ζήτησαν τη διαμεσολάβηση της Ρώμης. Αυτή τη φορά, η Σύγκλητος έστειλε διπλωματική αντιπροσωπεία υπό τον Γάιο Ποπίλιο Λαίνα, σημαντική προσωπικότητα και παλιό γνώριμο του Αντίοχου. Φυσικά, σε θέματα πολιτικής ο Ρωμαίος αξιωματούχος που εκπροσωπεί τη χώρα του δεν πρόκειται να υπολογίσει την όποια φιλία του με κάποιον ξένο μονάρχη. Αποκλειστικό του μέλημα είναι να φέρει σε πέρας την αποστολή του υπερασπίζοντας κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντα της Ρώμης.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι η Σύγκλητος έδωσε στον Ποπίλιο οδηγίες να χειριστεί την υπόθεση αναλόγως της εξέλιξης του Μακεδονικού Πολέμου. Ο πρέσβης θα πρέπει επομένως να είχε στα χέρια του δύο διαφορετικά μηνύματα της Συγκλήτου προς τον Αντίοχο. Ένα σκληρό τελεσίγραφο σε περίπτωση νίκης των Ρωμαίων στον πόλεμο κατά του Περσέα κι ένα πιο διαλλακτικό κείμενο σε περίπτωση που εξακολουθούσε να επικρατεί στασιμότητα στο μακεδονικό μέτωπο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ποπίλιος δεν βιάστηκε να μεταβεί στην Αλεξάνδρεια ή να συναντήσει τον Αντίοχο. Αντίθετα, την άνοιξη του 168 π.Χ. πήγε στη Δήλο όπου και περίμενε την έκβαση των συγκρούσεων στη Μακεδονία. Μόνο όταν πληροφορήθηκε τον ρωμαϊκό θρίαμβο στην Πύδνα (Ιούνιος 168 π.Χ.) ξεκίνησε και μέσω Ρόδου έφτασε στην Αλεξάνδρεια (μέσα Ιουλίου). Ακολούθησε η συνάντηση με τον Αντίοχο στην Ελευσίνα που περιγράψαμε στην αρχή. Δεν γνωρίζουμε το περιεχόμενο της απόφασης της Συγκλήτου που παρέδωσε ο Ποπίλιος στον Αντίοχο και ποιες ακριβώς ήταν οι απειλές που περιείχε. Πιθανώς να αρκούσε η αναφορά του ότι μη συμμόρφωση του Αντίοχου προς τις επιταγές της Συγκλήτου θα οδηγούσε τη δεύτερη να μην τον θεωρεί πλέον φίλο της Ρώμης. Ίσως πάλι το μήνυμα να περιείχε σαφείς απειλές όχι μόνον πολέμου, αλλά και απελευθέρωσης του Δημήτριου κι αποστολής του στη Συρία με τις ευλογίες της Ρώμης ως νομίμου κατόχου του θρόνου της Αντιόχειας (Will, όπ.π., σελ. 322). Όποιο, πάντως, κι αν ήταν το ακριβές περιεχόμενο, ο Επιφανής συμμορφώθηκε προς τις ρωμαϊκές απαιτήσεις. Τα στρατεύματά του εκκένωσαν την Αίγυπτο και την Κύπρο. Όλα τα κέρδη από τον Στ΄ Συριακό Πόλεμο έγιναν καπνός. Και ο Αντίοχος, κάνοντας την καρδιά του πέτρα, αμέσως μετά την επιστροφή του στην πρωτεύουσά του, έστειλε πρεσβεία στη Ρώμη για να συγχαρεί τη φίλη και σύμμαχο για τον θρίαμβό της στην Πύδνα. Η ταπείνωση είχε ολοκληρωθεί. Όπως επισήμαινε τόσο εύστοχα ο Βιλλ ( όπ.π.).

«Ο Αντίοχος, που νόμισε ότι μπορούσε να δράσει κατά το δοκούν σε μια ζώνη όπου εκτιμούσε ότι δεν επεκτείνονταν τα ρωμαϊκά συμφέροντα, έπεφτε ξανά, με βία κατά μείζονα λόγο προσβλητική από τη στιγμή που δεν είχε ασκηθεί με τη δύναμη των όπλων, στην αρχική του κατάσταση του μονάρχη τον οποίον απλώς ανέχεται η Ρώμη υπό τον όρο ότι δεν θα ξεπεράσει τα όρια που εκείνη καθορίζει».

Β. Η εκστρατεία στην Ανατολή

α. Από την Ελευσίνα στη Δάφνη: Για πολλούς ιστορικούς η ταπείνωση της Ελευσίνας πρέπει να ήταν η χαριστική βολή στην εύθραυστη ψυχική ισορροπία του μονάρχη. Ο Ταρν, από την άλλη, ήταν ένας από τους πρώτους που υποστήριξε ότι μετά την Ελευσίνα, ο Επιφανής αντέδρασε ψύχραιμα στην, αναμενόμενη, δυσμενή εξέλιξη, διαγράφοντας αμέσως ένα αποτυχημένο κεφάλαιο της σταδιοδρομίας του και αφοσιώθηκε εκ νέου στα σχέδια για την εκστρατεία στις Άνω Σατραπείες, των οποίων την υλοποίηση είχε εμποδίσει η αναγκαστική εμπλοκή του στον πόλεμο με την Αίγυπτο (W. W. Tarn «The Greeks in Bactria & India», Cambridge University Press, 2η έκδ. 1951, 3η αναθεωρημένη 1997). Ο Βιλλ θεωρούσε ιδιαιτέρως ελκυστική την εξήγηση αυτή, καθόσον αντικαθιστά μια φερόμενη ως παθολογική συμπεριφορά με τη λογική (όπ.π., σελ. 347). Σε κάθε περίπτωση, ο Σελευκίδης δεν φαίνεται να απασχολεί τα χρονικά μέχρι την άνοιξη του -166 και τη διοργάνωση των περίλαμπρων εορτών της Δάφνης.

Σ’ αυτό το αριστοκρατικό προάστιο της Αντιόχειας, ο Επιφανής διοργάνωσε τις μεγαλύτερες γιορτές που είχε δει ως τότε ο κόσμος της Αρχαιότητας. Οι γιορτές της Δάφνης περιλάμβαναν συμπόσια, πομπές και συμβολικές αναπαραστάσεις, αγώνες μονομάχων (κατά τα ρωμαϊκά γούστα που είχε αποκτήσει ο Αντίοχος στα χρόνια της παραμονής του στην Αιώνια Πόλη) και εντυπωσιακές παρελάσεις στρατευμάτων. Όπως είναι αναμενόμενο, αρχαίοι και σύγχρονοι ερμήνευσαν τις διαρκείας ενός μηνός γιορτές ως ένδειξη της μεγαλομανίας του Αντίοχου. Χρειάζονται, πάντως, περισσότερα για τη διοργάνωση εορτών τέτοιου μεγέθους. Οι αρχαίοι θεωρούσαν ότι στόχος του Επιφανούς ήταν να ανταγωνισθεί τις γιορτές που διοργάνωσε στη Αμφίπολη την άνοιξη του -167 ο θριαμβευτής της Πύδνας Αιμίλιος Παύλος. Πιο πιθανό είναι η πανήγυρις της Δάφνης να αποσκοπούσε να δοξάσει το κύρος και την ισχύ του κράτους των Σελευκιδών: η ισχύς είχε στρατιωτικά αποδειχθεί στην Αίγυπτο (παρά το διπλωματικό ατύχημα της Ελευσίνας), άλλωστε ο Αντίοχος είχε προσθέσει στους τίτλους του και αυτόν του Νικηφόρου. Κι επρόκειτο να επιβεβαιωθεί με τη σχεδιαζόμενη εκστρατεία στην Ανατολή… Επισημαίνουμε παρεμπιπτόντως, και την ευφάνταστη ερμηνεία του Ταρν: στηριζόμενος σε κάποια νομίσματα του Ευκρατίδη, ο οποίος καθίσταται ηγεμόνας της Βακτριανής εκείνη την εποχή, όπου απεικονίζονται πιθανώς οι γονείς του, ο Ηλιοκλής και η Λαοδίκη, ο Ταρν συμπέρανε ότι ο Ευκρατίδης ήταν από την πλευρά της μητέρας του εξάδελφος του Επιφανούς και ότι επιχείρησε να ανακτήσει τη Βακτριανή για λογαριασμό των Σελευκιδών (όπ.π., σελ. 94 επ.). Σε μια τέτοια περίπτωση, οι τελετές της Δάφνης γιόρταζαν την επιστροφή της Βακτριανής στην αυτοκρατορία. Στα άρθρα μας για την εποποιία των Ελλήνων της Βακτριανής εκθέσαμε ήδη τους λόγους για τους οποίους η θεωρία του Βρετανού ιστορικού έχει ελάχιστες πιθανότητες να ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα.

Στη Δάφνη ο Αντίοχος παρέταξε 50.000 άνδρες. Η παρέλαση τόσο μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων αποτελεί ισχυρότατη ένδειξη επικείμενης εκστρατείας με ιδιαίτερα φιλόδοξους στόχους. Και στόχος μιας τέτοιας εκστρατείας θα μπορούσαν να είναι μόνον οι Άνω Σατραπείες κι ο ευρύτερος ιρανικός χώρος. Άλλωστε, η Σύγκλητος, θορυβημένη από το μέγεθος των στρατευμάτων που είχε συγκεντρώσει ο Επιφανής, έστειλε πρεσβεία λίγο μετά τις γιορτές της Δάφνης για να διερευνήσει τις προθέσεις του Σελευκίδη. Το γεγονός ότι οι συγκλητικοί άφησαν την Αντιόχεια απολύτως καθησυχασμένοι μάλλον αποδεικνύει ότι ο Επιφανής στόχευε στην Ανατολή (Will, όπ.π., σελ. 346/ Geneviève Hoffmann σε C. Grandjean, G. Hoffmann, L. Capdetrey, J.-Y. Carrez-Maratray «Le monde hellénistique», coll. U- Histoire, εκδ. Armand Colin, Παρίσι, 2008, σελ. 70-71).

β. Η βιαίως διακοπείσα εκστρατεία στις Άνω Σατραπείες: Είναι βέβαιο ότι ο Επιφανής είχε βάσιμους λόγους για να εκστρατεύσει στα ανατολικά. Όχι μόνο σε μια προσπάθεια να μιμηθεί την πολυθρύλητη Ανάβαση του πατέρα του, αλλά πρωτίστως γιατί τα αποτελέσματα ακριβώς εκείνης της εκστρατείας (και τουλάχιστον όσα από αυτά ήταν ουσιαστικά) αποδείχθηκαν εξαιρετικά πρόσκαιρα. Δεν είναι τυχαίο ότι, ενώ στη Μάχη της Μαγνησίας είχαν πολεμήσει με τον Αντίοχο Γ΄ πολυάριθμα ιρανικά στρατεύματα, στις παρελάσεις της Δάφνης οι Ιρανοί απουσιάζουν (Πολύβιος, Λ΄, 25-26/ Préaux όπ.π., τ. 1, σελ. 170/ Will, όπ.π., σελ. 348). Φυσικά, το εύρος των σχεδίων του Επιφανούς μας είναι άγνωστο. Στόχευαν απλώς στην αποκατάσταση της τάξης και την επιβεβαίωση της ηγεμονίας των Σελευκιδών σε κάποιες από τις δυτικές Άνω Σατραπείες (Αρμενία, Μηδία, Περσία); Στην αντιμετώπιση του παρθικού κινδύνου, μια και ο νέος ηγεμόνας των Πάρθων, ο  Μιθριδάτης Α΄ Αρσάκης Ε΄, αποτινάσσει τους όποιους δεσμούς υποτέλειας του βασιλείου του και καθιστά σαφείς τις επεκτατικές βλέψεις του; Ή, μήπως, υπήρχε η φιλοδοξία ανάκτησης των κεντροασιατικών εδαφών του ανεξάρτητου ελληνικού βασιλείου της Βακτριανής και της Σογδιανής; Η λογική συνηγορεί υπέρ ενός συνδυασμού των δύο πρώτων εκδοχών (Will, όπ.π., σελ. 352 και 354).

Ο Αντίοχος ξεκίνησε στις αρχές του 165 π.Χ. Η πρώτη του κίνηση ήταν να ανακτήσει την Αρμενία όπου ο στράπης Αρταξίας είχε αυτονομηθεί. Έπειτα πέρασε στη Μηδία όπου προέβη σε συμβολικές πράξεις επιβεβαίωσης της ηγεμονίας των Σελευκιδών (πιθανολογείται η ίδρυση ελληνικής πόλεως δίπλα στα Εκβάτανα με το όνομα Επιφάνεια). Από εκεί μετέβη στην Ελυμαϊδα, όπου και άρχισε (;) να εκτυλίσσεται η τελευταία πράξη του δράματος. Όπως μας λέει η αρχαία παράδοση και υπό συνθήκες που θυμίζουν (ύποπτα, βλ. Préaux όπ.π., σελ. 171) την αντίστοιχη παράδοση για το θάνατο του Αντιόχου του Μεγάλου, ο Επιφανής, προσπαθώντας να εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση της εκστρατείας του, επιχείρησε χωρίς επιτυχία να λεηλατήσει τους θησαυρούς ενός ελαμιτικού ναού. Λίγο αργότερα αρρώστησε βαριά και πέθανε ενώ βρισκόταν στην Περσία (τέλος 164 π.Χ.).

«ὅτι κατὰ τὴν Συρίαν Ἀντίοχος ὁ βασιλεὺς βουλόμενος εὐπορῆσαι χρημάτων προέθετο στρατεύειν ἐπὶ τὸ τῆς Ἀρτέμιδος ἱερὸν εἰς τὴν Ἐλυμαΐδα. παραγενόμενος δ᾽ ἐπὶ τοὺς τόπους καὶ διαψευσθεὶς τῆς ἐλπίδος διὰ τὸ μὴ συγχωρεῖν τῇ παρανομίᾳ τοὺς βαρβάρους τοὺς οἰκοῦντας περὶ τὸν τόπον,ἀναχωρῶν ἐν Τάβαις τῆς Περσίδος ἐξέλιπε τὸν βίον, δαιμονήσας, ὡς ἔνιοί φασι, διὰ τὸ γενέσθαι τινὰς ἐπισημασίας τοῦ δαιμονίου κατὰ τὴν περὶ τὸ προειρημένον ἱερὸν παρανομίαν» (Πολύβιος, ΛΑ΄, 9, 1-4)

Η εκστρατεία τερματιζόταν άδοξα, ουσιαστικά πριν καν αρχίσει. Ο Επιφανής, άφηνε στον θρόνο τον ανήλικο γιο του, τον Αντίοχο Ε΄: έρμαιο των συγκρούσεων μεταξύ αυλικών και με την απειλή άμεσης επιστροφής του Δημήτριου από τη Ρώμη, ο γιος του Επιφανούς δεν είχε ουσιαστικά καμία πιθανότητα να τα καταφέρει.

Αποτίμηση: Για ποιους λόγους μπορεί να μας είναι συμπαθής η φυσιογνωμία του Αντίοχου του Επιφανούς; Προφανώς, πρόκειται καταρχάς για μια αντίδραση στην παράδοση που τον παρουσιάζει με τα μελανότερα χρώματα βασιζόμενη σε εντελώς υποθετικές ψυχολογικές ερμηνείες. Εντούτοις, όπως επισημαίνεται:

«Τρελός, πάντως, δεν ήταν σε καμία περίπτωση κι αν τα ανέκδοτα αυτά, που τον παρουσιάζουν τα μεν σαν ένα εκκεντρικό αξιαγάπητο, τα δε σαν έναν κακό με ευχάριστο χαρακτήρα, ανταποκρίνονται στην αλήθεια, αυτό θα μπορούσε να μην επηρεάσει καθόλου την πολιτική του σκέψη και τις ικανότητές του ως πολιτικού» (Will, όπ.π., σελ. 306-307).

Στην πραγματικότητα, διαθέτουμε ελάχιστα ακλόνητα ιστορικά στοιχεία για τον Αντίοχο Δ΄.  Αγνοούμε τα σχέδιά του. Οι προσπάθειές του έμειναν ανολοκλήρωτες, η βασιλεία του ήταν σύντομη και τερματίστηκε πρόωρα: «ο Επιφανής ήταν ο τελευταίος μεγάλος Σελευκίδης ή ο ολετήρας της αυτοκρατορίας του; Υπήρξε θύμα της ψυχικής ανισορροπίας του ή απρόβλεπτων εξωτερικών περιστάσεων; τα ερωτήματα αυτά δεν είναι δυνατόν να απαντηθούν» (Will, όπ.π., σελ. 353). Ίσως τελικά να είναι ακριβώς αυτά τα ερωτηματικά που καθιστούν γοητευτική την προσωπικότητα του Επιφανούς. Ανάμεσα σε ημιτελή ή εντελώς ανεκπλήρωτα σχέδια και σε απρόβλεπτα παιχνίδια της μοίρας, η αντιφατική μορφή και πορεία του Αντιόχου προσωποποιεί το δράμα της ίδιας της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών και τον άνισο διαρκή αγώνα της. Κι έπειτα, όποτε αντικρίζουμε τον Ναό του Ολυμπίου Διός είναι δύσκολο να μη νιώσουμε κάποια ευγνωμοσύνη γι’ αυτόν τον αμφιλεγόμενο μονάρχη, στον οποίο οφείλουμε ένα τέτοιο αρχιτεκτονικό κομψοτέχνημα. Ο Αδριανός απλώς διέταξε να ολοκληρωθεί η εκτέλεση των σχεδίων που είχε παραγγείλει ο Επιφανής.

Περί ηθικολογίας και ιστορικού μεγαλείου

Μαΐου 13, 2011

Έφτασε ο καιρός να βγει τούτο το ιστολόγιο από τη χειμερία (ή μάλλον εαρινή) νάρκη στην οποία το καταδίκασαν οι πολλές υποχρώσεις (ευχάριστες ή απλώς κοπιαστικές) του οικοδεσπότη του. Και η εύκολη λύση για κάτι το απολύτως αναγκαίο συνίσταται στην εξέταση ενός θέματος που είναι απλό και πιασάρικο. Θα προτιμήσουμε, κατ’ εξαίρεση και κατ’ ανάγκη, μια χαλαρότερη παρουσίαση, χωρίς τη συνήθη βιβλιογραφική τεκμηρίωση, μια και η ίδια η φύση του θέματος επιτρέπει κάτι τέτοιο: τα γεγονότα είναι πασίγνωστα, αλλά η προσωπικότητα του ήρωα συνεχίζει να προκαλεί (εδώ και πάρα πολλούς αιώνες) αντιφατικές κρίσεις και απίστευτες διαμάχες.

Περιδιαβαίνοντας ιστολόγια εύκολα μπορεί κάποιος να συναντήσει τις απόψεις που εκφράζουν οι άνθρωποι της εποχής μας για τον Αλέξανδρο Γ΄ και να έρθει αντιμέτωπος με τη γνωστή διαμάχη των σύγχρονων Ελλήνων «εθνικοφρόνων» και «διεθνιστών». Για τους μεν, ο Αλέξανδρος είναι σύμβολο του μεγαλείου, της ρώμης και της ισχύος του ελληνισμού, για τους δε όχι κάτι περισσότερο από έναν, συνηθισμένο για τα ιστορικά δεδομένα, σφαγέα λαών. Πολύ πρόσφατα μάλιστα, στο εξαιρετικά δημοφιλές ιστολόγιο αγαπητού φίλου, σχολιαστής διερωτήθηκε μήπως σε κάποιο όχι και τόσο κοντινό μέλλον η Ιστορία θεωρήσει τον Μακεδόνα βασιλέα κάτι ανάλογο του… Οροφέρνη Αριαράθου. Ας αφήσουμε όμως τον συμπαθέστατο ηδονοθήρα (και εφήμερο ηγεμόνα της Καππαδοκίας) στην ησυχία που του έταξε η λήθη της Ιστορίας κι ας δούμε πού μπορεί ακριβώς να βρίσκεται η ιστορική αλήθεια, όσο μπορούμε να την προσεγγίσουμε. Υπεράνθρωπος ηγέτης που αποδεικνύει την υπεροχή του ελληνισμού ή απλώς ένας Τζωρτζ Γ. Μπους με αυτοπρόσωπη παρουσία στα πεδία των μαχών (ή, ακόμη χειρότερα, μεγαλοτρομοκράτης της Αρχαιότητας); Κάπου στη μέση, θα απαντήσετε εύλογα. Για να γίνω κι εγώ με τη σειρά μου προκλητικός θα απαντήσω ότι η ιστορική αλήθεια δεν μπορεί να βρίσκεται σε κανένα σημείο της γραμμής αυτής, στα άκρα της οποίας θρονιάζουν από τη μία παραληρήματα και φαντασιώσεις μεγαλείου που απορρέουν από την ιδεολογία του εθνικού κράτους των Νεότερων Χρόνων κι από την άλλη ιδεολογίες, πιο σύγχρονες ίσως,  που αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερη συμπάθεια λαούς και χώρες του οικονομικά λιγότερο αναπτυγμένου κόσμου! Στην πραγματικότητα αυτές οι δύο όψεις του ιδίου νομίσματος είναι εξίσου ανιστορικές. Κρίνουν ένα μακρινό παρελθόν με βάση τις αντιλήψεις του σήμερα ή έστω του χθες. Προβάλλουν σ’ αυτό τις σύχρονες ιδεολογίες και ενοχές, αγνοώντας το στοιχειώδες: το γεγονός ότι κάθε εποχή έχει τις δικές της ιδέες, αρχές και νοοτροπίες κι ότι είναι άστοχο να κριθεί με γνώμονα άλλες από αυτές. Δεν φταίνε όμως τόσο οι άνθρωποι της εποχής μας για το ότι εμφορούνται από αντιλήψεις που αγνοούν ή παραμορφώνουν τα ιστορικά γεγονότα. Ειδικά στο θέμα του Αλέξανδρου, η ίδια η ιστοριογραφία σπάνια υπήρξε αθώα. Για την ακρίβεια, σχεδόν ποτέ δεν έμεινε απρόσβλητη από τις κυρίαρχες ιδεολογίες της εποχής της. Βέβαια, έχει κι αυτή με τη σειρά της κάμποσα ελαφρυντικά να προβάλλει προς υπεράσπισή της.

Ι. Εγγενείς κι επίκτητες δυσχέρειες για μια αμιγώς ιστορική θεώρηση

Α. Μια προσωπικότητα που εξάπτει τη φαντασία: Καταρχάς, η ίδια η ζωή και η προσωπικότητα του Αλέξανδρου υπήρξαν τέτοιες που ευνόησαν τη δημιουργία θρύλων, την εξιδανίκευση (ή, αναλόγως οπτικής γωνίας, τη δαιμονοποίηση) του ιστορικού προσώπου και πριμοδότησαν ψυχολογικού χαρακτήρα ερμηνείες ή ακόμη και τα καθαρά ανεκδοτολογικά στοιχεία σε βάρος των ιστορικών δεδομένων. Κάποιος που μέσα σε λίγα χρόνια διαλύει μια υπερδύναμη και κατακτά το μεγαλύτερο τμήμα του τότε γνωστού κόσμου παραμένοντας ανίκητος, λατρεύεται σαν θεός και τελικά πεθαίνει νέος είναι λογικό να αφήσει ανεξίτηλα σημάδια στη συλλογική συνείδηση και στο φαντασιακό τόσο των συγχρόνων του, όσο και των κατοπινών γενεών. Πράξεις και γεγονότα μεγεθύνθηκαν ή παραμορφώθηκαν, περιστατικά εφευρέθηκαν, ιστορίες και μύθοι γεννήθηκαν με βάση την εικόνα που είχαν για τον Αλέξανδρο λαοί και εποχές κι όχι σύμφωνα με την όποια ιστορική πραγματικότητα. Οι μεταγενέστεροι ιστορικοί είχαν επομένως ν’ αντιμετωπίσουν πρωτίστως τον μύθο του κατακτητή και την επικρατούσα στην εποχή τους εικόνα του.

Β. Προβληματικές ιστορικές πηγές: Έπειτα, εκτός από νομίσματα κι από κάποια έργα τέχνης (δηλαδή αντικείμενα που εγγενώς αδυνατούν να μας «διηγηθούν» ιστορίες), τίποτε άλλο δεν διασώθηκε από την ίδια την εποχή του Μακεδόνα βασιλέα. Τα απομνημονεύματα που συνέγραψαν διάδοχοι του Αλέξανδρου κι άλλοι, στρατιωτικοί και μη, που μετείχαν στην εκστρατεία, όπως ο Πτολεμαίος ή ο Νέαρχος, χάθηκαν, όπως χάθηκαν και τα βασιλικά αρχεία, υπεύθυνος για τα οποία ήταν ο αρχιγραμματέας του Αλέξανδρου, ο Ευμένης ο Καρδιανός, με το πλούσιο υλικό τους, ανάμεσα στο οποίο κι οι περίφημες Εφημερίδες (πραγματικό ημερολόγιο εκστρατείας), κι όλες οι κυβερνητικές και διοικητικές αποφάσεις. Στην πραγματικότητα, τα αρχαία κείμενα που χρησιμοποίησαν ως πηγές οι νεότεροι ιστορικοί ανήκουν κατ’ ουσίαν σε πέντε συγγραφείς, οι οποίοι τα συνέταξαν στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τρεις και περισσότερους αιώνες μετά τα γεγονότα που εξιστορούν: πρόκειται για τρεις Έλληνες, τον Διόδωρο τον Σικελιώτη (περ. 80-20 π.Χ.), τον Πλούταρχο (46-125) και τον Αρριανό (περ. 95-175), και δύο Λατίνους,  τον Κόιντο Κούρτιο Ρούφο (1ος αι.) και τον Ιουστίνο (3ος ή 4ος αι.). Αφεαυτής η χρονική απόσταση από τα γεγονότα είναι επαρκής λόγος για να θεωρηθούν τα έργα αυτά μειωμένης ιστορικής πιστότητας.  Επιπλέον, το υλικό αυτό είναι άνισης αξίας και αντικειμενικότητας. Ο Διόδωρος και ο Αρριανός είναι ό,τι συγγενέστερο έχουμε προς αυτό που θεωρείται Ιστορία με βάσει τις σύγχρονες αντιλήψεις. Και οι δύο πρέπει να είχαν τη δυνατότητα να συμβουλευθούν άμεσες πηγές (ο δεύτερος μελέτησε κατά πάσα πιθανότητα και αντίγραφα των βασιλικών αρχείων) και να τις εκμεταλλευθούν με ικανοποιητικό τρόπο. Από τους υπόλοιπους, ο Πλούταρχος  δεν γράφει Ιστορία, αλλά ηθικοπλασίες, ο Κόιντος Κούρτιος κατατρύχεται από χίλια δυο συμπλέγματα, ενώ ο Ιουστίνος (που απλά ανθολογεί τον Γαλορωμαίο ιστορικό Πομπήιο Τρώγο) είναι έτσι κι αλλιώς μνημείο προχειρότητας. Εκτός αυτού, η αντικειμενικότητα των συγγραφέων αυτών είναι όλως συζητήσιμη: οι Ελληνόφωνοι δίνουν φυσικά μια επαινετική εικόνα του Αλέξανδρου, οι Λατινόφωνοι επιχειρούν να μειώσουν την αξία του για να εξυψώσουν τους ήρωες της ρωμαϊκής Ιστορίας (ειδικά ο Κόιντος Κούρτιος διακρίνεται επιπροσθέτως κι από ένα σχετικό ρατσισμό προς τους οποιουσδήποτε «βαρβάρους»).

Γ. Η Ιστορία στην υπηρεσία των εκάστοτε κυρίαρχων ιδεολογιών: Έχοντας στη διάθεσή τους ένα υλικό από αρκετές απόψεις προβληματικό, οι ιστορικοί των μεταγενέστερων εποχών δεν επιχείρησαν κάποια υπέρβαση. Η ευρωπαϊκή ιστοριογραφία αντιμετώπισε τον Αλέξανδρο με βασικό γνώμονα τις κυρίαρχες σε κάθε εποχή ιδεολογίες. Με το ζήτημα αυτό έχει ασχοληθεί διεξοδικά ο Πιέρ Μπριάν, ο σπουδαιότερος αχαιμενιδολόγος της εποχής μας, κάτοχος από το 1999 της έδρας της «Ιστορίας και του πολιτισμού του κόσμου των Αχαιμενιδών και της αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου» στο Κολλέζ ντε Φρανς. Τα μαθήματά του τα τελευταία χρόνια έχουν ως κύριο θέμα τον Αλέξανδρο στην ευρωπαϊκή ιστοριογραφία των Νεότερων Χρόνων, ενώ έχει δημοσιεύσει πλήθος σχετικών μελετών και άρθρων.  Για να συνοψίσουμε χοντρικά την κατάσταση: στα χρόνια της Αναγέννησης, η εικόνα του Αλέξανδρου είναι εξαιρετικά θετική. Αυτό οφείλεται όχι μόνο στην αρχαιολατρεία της εποχής, αλλά και στο ότι εμφανίζεται ως θετικό πρότυπο για μια Ευρώπη που εξαπλώνει την κυριαρχία της στην οικουμένη.  Στη συνέχεια τα πράγματα αλλάζουν, με τη συγκρότηση ισχυρών μοναρχιών εθνικού χαρακτήρα. Στη Γαλλία του Λουδοβίκου ΙΔ΄ κρίνεται ότι ο Έλληνας κατακτητής είναι ακατάλληλο πρότυπο προς μίμηση. Τονίζονται επομένως  κάποιες αντιφατικές πτυχές της προσωπικότητάς τους (με υλικό που αλιεύεται κυρίως από τον Κόιντο Κούρτιο και δευτερευόντως από τον Πλούταρχο). Το νέο πρότυπο της επίσημης γαλλικής ιδεολογίας είναι ο Λουδοβίκος  Θ΄, Γάλλος, μονάρχης και άγιος της καθολικής εκκλησίας. Νέα μεταστροφή από τα χρόνια του Διαφωτισμού και, κυρίως, από τον 19ο αι. κι έπειτα. Οι μετοχές του Αλέξανδρου ανεβαίνουν θεαματικά για διάφορους λόγους. Οι απανταχού της γης ρομαντικοί συγκινούνται από την εξωπραγματική προσωπικότητα του βασιλέα, τον οποίο βλέπουν σαν ήρωα και καταραμένο ποιητή ταυτόχρονα. Ερμηνεύουν τη στρατιωτική σταδιοδρομία του σαν σειρά από παρορμητικές κινήσεις που τις υπαγορεύουν ο πόθος και τα οράματα. Για τους Γερμανούς ικανοποιεί αφενός το πάθος τους για την ελληνική αρχαιότητα, αφετέρου ενσαρκώνει το πρότυπο του μεγαλοφυούς στρατιωτικού ηγέτη που μπορεί να εμπνεύσει  την ενωμένη πλέον πατρίδα τους. Όσον αφορά τις μεγάλες αποικιοκρατικές δυνάμεις, Αγγλία και Γαλλία, είναι αδύνατο να βρουν ιδανικότερο μοντέλο από τον Αλέξανδρο: κατακτητής, «εκπολιτιστής των βαρβάρων και πεφωτισμένος δεσπότης τους», ο Μακεδόνας στρατηλάτης καθαγιάζει τη δράση τους με το ιστορικό μεγαλείο του. Προσθέστε οπωσδήποτε και τις αντιλήψεις που επικρατούν στους μορφωμένους κύκλους της Δύσης, βάσει των οποίων ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός συνιστά το απόλυτο σημείο αναφοράς σε όλους τους τομείς, από τη φιλοσοφία και την τέχνη ως τη διπλωματία και την πολιτική γενικότερα.

Η τάση αυτή συνεχίζεται μέχρι τα πρώτα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ως συμβολική κορύφωσή της θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε το έργο του μεγάλου Άγγλου ιστορικού Γουίλλιαμ Γούντθορπ Ταρν (1869-1957), για τον οποίο «ο Αλέξανδρος υπήρξε ο πρωτεργάτης της μεγαλύτερης επανάστασης της παγκόσμιας Ιστορίας… της αδελφοποίησης των λαών και της ενότητας της ανθρωπότητας» («Alexander the Great and the Unity of Mankind» Humphrey Milford, Λονδίνο, 1933/»Alexander the Great» τ. II, «Sources and Studies«, Cambridge University Press, Καίμπριτζ, 1948 και επανέκδ. 2002). Τις τελευταίες δεκαετίες, όμως, η μεταστροφή είναι ριζική: οι ενοχές της Δύσης για το αποικιοκρατικό παρελθόν της, η συμπάθεια για τους καταπιεσμένους και πάντα υπό εκμετάλλευση λαούς του Τρίτου Κόσμου, το πνεύμα διεθνισμού, η τάση απομάκρυνσης από την ιστορία των μεγάλων – και δη στρατιωτικών – ηγετών, ακόμη κι η γοητεία της ανακάλυψης «εξωτικών πολιτισμών» οδηγούν στην υποτίμηση της σημασίας της αρχαιοελληνικής αρχαιότητας και ειδικά της προσωπικότητας του Αλέξανδρου Γ΄. Ειδικά στον αγγλοσαξονικό επιστημονικό κόσμο η εικόνα του Αλέξανδρου αποτελεί αντικείμενο σκληρής κριτικής και είναι εν γένει αρνητική. Βίαιος κατακτητής και στυγνός αποικιοκράτης. Για παράδειγμα, η Αγγλίδα ιστορικός Μαρία Μπρόσιους ξεπερνά μάλλον τα όρια της ανεκτής για επιστήμονα υπερβολής, χαρακτηρίζοντας ευθέως τον Αλέξανδρο ως «σφαγέα«, «χούλιγκαν» και «τρομοκράτη«! Τίποτε λιγότερο.

Πόσο επιστημονικές είναι οι απόψεις αυτού του είδους; Ελάχιστα έως καθόλου, θα απαντούσαμε. Δεν παύουν όμως να εκφράζουν μια τάση που είναι μάλλον κυρίαρχη στην εποχή μας. Υπάρχουν όμως (ευτυχώς) και άλλοι ιστορικοί, που εξετάζουν κριτικά τις πηγές, προσπαθούν να απαλλαγούν από τα στερεότυπα του παρελθόντος, αλλά και του παρόντος, και πασχίζουν να εξετάσουν το θέμα με τη μεγαλύτερη δυνατή αντικειμενικότητα κι επιστημονική ευσυνειδησία.

ΙΙ. Ερωτήματα κι αφορισμοί (;)

Α. Ιππότης με ευγενείς ιδέες και αισθήματα ή στυγνός σφαγέας; Ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Και οι δύο χαρακτηρισμοί αποτελούν μάλλον αναχρονιστικές προβολές αντιλήψεων των νεότερων χρόνων στον 4ο αι. π.Χ. Στην πραγματικότητα το σύνολο σχεδόν των ενεργειών του Αλέξανδρου υπαγορεύεται από πολιτικές σκοπιμότητες. Εάν δεν υπάρχει λόγος, δεν καταφεύγει στη βία και μπορεί να φανεί απαράμιλλα ευγενής, όπως φαίνεται από τον τρόπο με τον οποίο φέρθηκε στις αιχμάλωτες συγγενείς του Δαρείου. Εάν η φιλική αντιμετώπιση είναι ο καλύτερος τρόπος για την επίτευξη του πολιτικού στόχου, τότε προτιμάται: ο βασιλιάς εμφανίζεται ως ελευθερωτής των ελληνικών πόλεων της Ασίας από τον περσικό ζυγό και αρχηγός του πανελλήνιου αγώνα, καθόσον αυτές δέχονται την κυριαρχία του και ενισχύουν οικονομικά την εκστρατεία του. Όσοι ευγενείς του εχθρού δέχονται τη νέα εξουσία ανταμείβονται με προνόμια. Αντιστρόφως, η βία χρησιμοποιείται όποτε κρίνεται αναγκαία. Η Τύρος ισοπεδώνεται γιατί πρόβαλε σκληρή αντίσταση, προκαλώντας μεγάλες απώλειες σε έμψυχο δυναμικό και σοβαρές οικονομικές ζημίες. Ο σκληρός ανταρτοπόλεμος των Ιρανών της Βακτριανής και της Σογδιανής, οδηγεί τον Αλέξανδρο σε ακόμη πιο σκληρές απαντήσεις: πόλεις και χωριά ισοπεδώνονται και άμαχοι εκτελούνται μαζικά σε αντίποινα, προκειμένου να καμφθεί η αντίσταση. Όλα αυτά δεν αποτελούν κάτι το καινούριο, ούτε βέβαια εφαρμόστηκαν για τελευταία φορά από τον Τημενίδη ηγεμόνα (για να υποστηρίξει κανείς κάτι τέτοιο θα πρέπει να αγνοεί παντελώς την Ιστορία του 20ού αι.). Και ,σε κάθε περίπτωση, ο Αλέξανδρος πρέπει να κριθεί με γνώμονα τις πρακτικές και τις αντιλήψεις της εποχής του. Από την άποψη αυτή δεν φαίνεται να είναι ούτε ηπιώτερος, ούτε και βιαιότερος από τον μέσο όρο. Ακόμη και με βάση τα στάνταρ των Αχαιμενιδών στον τομέα αυτό ο Αλέξανδρος ενεργεί λίγο-πολύ με τον αναμενόμενο, συνηθισμένο τρόπο.

Β. Παρορμητικός και παράτολμος ήρωας που βαδίζει στο άγνωστο ή ψυχρός ορθολογιστής; Πολύ περισσότερο το δεύτερο. Ναι, ο Μακεδόνας βασιλιάς είναι παράτολμος και ριψοκίνδυνος, πλην όμως «όλα τα ρίσκα που παίρνει είναι υπολογισμένα» (Μπριάν). Διαλύει τον στόλο του π.χ. γιατί εκτιμά ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τον φοινικικό στόλο που προσφέρει τις υπηρεσίες του στον Αχαιμενίδη και γιατί πιστεύει βάσιμα ότι μπορεί να κερδίσει τον πόλεμο στην ξηρά, κατακτώντας μάλιστα και τη Φοινίκη, οπότε ο εχθρικός στόλος θα γίνει αυτομάτως δικός του. Ο Αλέξανδρος δεν προχωρά αναλόγως των περιστάσεων, έχει εξαρχής σχέδιο για το τι θέλει να πετύχει και σαφή εικόνα όσον αφορά τον τελικό σκοπό της εκστρατείας, που δεν είναι άλλος από την κατάκτηση της περσικής αυτοκρατορίας περιλαμβανομένων όλων των εδαφών που είχε κάποτε στην κατοχή της. Ουσιαστικά πρόκειται για ανασύσταση της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών στη μέγιστη δυνατή εξάπλωσή της, όταν εξουσίαζε και τις τρεις σατραπείες του Ινδού. Ο Αλέξανδρος δεν εισβάλλει στην Ινδία με οδηγούς τον Διόνυσο και τον Ηρακλή. Έχει συλλέξει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες κι έχει λάβει γνώση όλων των στοιχείων που διέθετε η γραμματεία των περσικών ανακτόρων. Η εξονυχιστική προετοιμασία και η μελέτη της γεωγραφίας, της πανίδας και των πληθυσμών των περιοχών, η παρουσία στο στράτευμα μηχανικών και τοπογράφων, δεν αποτελούν τόσο απόδειξη της φιλομάθειας και του πνεύματος του Μακεδόνα, όσο της μεθοδικότητας με την οποία σχεδιάζει τις κατακτήσεις του και τη μετέπειτα διοίκησή τους.

Γ. Μεγαλοφυής στρατιωτικός ή απλώς τυχεράκιας; Μάλλον εύκολο. Στάνταρ άσσος… Κανονικά, τα γεγονότα θα έπρεπε να μιλούν από μόνα τους. Κι όμως, η στρατηγική ικανότητα του Αλέξανδρου αμφισβητήθηκε ποικιλοτρόπως. Ίσως γιατί, για πολλούς λόγους, ο καθένας επιδίωκε να αναδείξει ως ικανότερο στρατηγό την αγαπημένη του προσωπικότητα της στρατιωτικής Ιστορίας. Οπότε ειπώθηκαν πολλά: δεν έδωσε παρά τέσσερις μάχες και η τύχη ήταν πάντα με το μέρος του. Αντιμετώπισε μια αυτοκρατορία υπό κατάρρευση, τα στρατεύματα της οποίας ήταν εντελώς αναξιόπιστα. Ωστόσο: βασιζόμενος σε βελτιώσεις της οπλιτικής φάλαγγας που εν πολλοίς οφείλονταν στον Επαμεινώνδα και στον Φίλιππο, κατορθώνει να εκμεταλλευτεί και να εξελίξει τη φάλαγγα καθιστώντας την «απόλυτο όπλο» της εποχής. Επιτυγχάνει πλήρως τους στόχους του, σε επίπεδο στρατηγικής (κατάκτηση του συνόλου της περσικής αυτοκρατορίας) και τακτικής (το αήττητο στις μάχες που λέγαμε προηγουμένως). Προσαρμόζει την τακτική του σε αντίξοες και απροσδόκητες γι’ αυτόν συνθήκες πολέμου (ανταρτοπόλεμος στις Άνω Σατραπείες). Και φυσικά δεν αντιμετωπίζει τιποτένιους, αλλά τον στρατό της μεγαλύτερης αυτοκρατορίας. Ο Μπριάν κατέδειξε ότι η περσική αυτοκρατορία του 4ου αι. π.Χ. δεν βρίσκεται σε καμία περίπτωση σε φάση ταχείας και αμετάκλητης παρακμής (όπως άλλωστε συνάγεται και από την ανάκτηση της Αιγύπτου από τον Αρταξέρξη Γ΄). Τα στρατεύματα του Δαρείου δεν είναι απλώς χάρτινες τίγρεις, ούτε ο ίδιος ανόητος στρατηγός. Εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται ότι υπήρχαν αδυναμίες και σημειώθηκαν αστοχίες, ότι ο περσικός στρατός ήταν χειρότερα εκπαιδευμένος από τον μακεδονικό και πολύ λιγότερο ομοιογενής κ.λπ. Όλα αυτά όμως δεν αρκούν για να μειώσουν την αξία του Αλέξανδρου.

Δ. Οραματιστής της φιλίας μεταξύ των λαών ή ρεαλιστής; Προφανώς το δεύτερο, παραδοχή που δεν αποκλείει καθόλου τη διορατικότητα, την οξυδέρκεια και την τόλμη του Αλέξανδρου να έρθει σε ρήξη με βαθιά εδραιωμένες αντιλήψεις στο μακεδονικό και εν γένει στο ελληνικό περιβάλλον του. Ας δούμε τα ιστορικά δεδομένα.

Το καλοκαίρι του 334 π.Χ., ο Αλέξανδρος καταλαμβάνει τις Σάρδεις. Ο Πέρσης φρούραρχος Μιθρένης αναγνωρίζει την εξουσία του και του παραδίδει τα κλειδιά του φρουρίου της ακρόπολης και του θησαυροφυλακίου. Σε αντάλλαγμα, ο Μακεδόνας βασιλιάς δέχεται στην ακολουθία του τον Πέρση ευγενή. Πρόκειται για την πρώτη πράξη συνεργασίας της περσικής ελίτ με τον κατακτητή. Τρία χρόνια μετά (Οκτώβριος 331), ύστερα από τη νίκη του Αλέξανδρου στα Γαυγάμηλα, οι ανώτατοι Πέρσες αξιωματούχοι της Βαβυλώνας υποδέχονται τον Αλέξανδρο στην πόλη ως νέο κυρίαρχό τους. Ο ένας από αυτούς, ο Μαζαίος, θα διοριστεί λίγο αργότερα σατράπης της Βαβυλωνίας. Από το σημείο αυτό κι έπειτα οι διορισμοί Ιρανών σε ανώτατες διοικητικές θέσεις της αυτοκρατορίας του Αλέξανδρου πολλαπλασιάζονται: αρκετοί παραμένουν στο σατραπικό αξίωμα που κατείχαν επί Δαρείου Γ΄ (π.χ. ο Σατιβαρζάνης στην Αρία), άλλοι καλούνται λίγο μετά τη μακεδονική κατάκτηση να αναλάβουν εκ νέου τις σατραπείες που διοικούσαν (όπως ο Ατροπάτης, σατράπης της Μηδίας).  Ας προσθέσουμε τον προσεταιρισμό τοπικών ελίτ, όπως του αιγυπτιακού και του βαβυλωνιακού ιερατείου, την προσπάθεια του Μακεδόνα να εμφανιστεί ως συνεχιστής των Αχαιμενιδών, επιλογή που του υποδεικνύει να ακολουθήσει την εθιμοτυπία της περσικής αυλής, τον γάμο του το 327 με τη Ρωξάνη, κόρη του Ιρανού ευγενούς Οξυάρτη, την απόφασή του να οργανώσει σώματα στρατού αποτελούμενα από Ιρανούς και να εκπαιδεύσει χιλιάδες Πέρσες νέους με τον ελληνικό τρόπο, καθώς και, φυσικότατα, τους περίφημους γάμους στα Σούσα (Φεβρουάριος 324), όταν ο ίδιος ο Αλέξανδρος νυμφεύεται δύο Περσίδες πριγκίπισσες, την κόρη του Δαρείου Γ΄ Στάτειρα και την Παρυσάτιδα, κόρη του Αρταξέρξη Γ΄-Ώχου, ενώ όλοι σχεδόν οι Μακεδόνες ευγενείς νυμφεύονται ταυτόχρονα Ιρανές αριστοκράτισσες.

Ωραία όλα αυτά, αλλά δεν αρκούν για τις αγάπες, τις χαρές και τα λουλούδια που αρκετοί διέκριναν. Το βασικό κίνητρο δεν είναι φυσικά κάποια ιδεολογία συναδέλφωσης των λαών (εντελώς άγνωστη κατά την Αρχαιότητα… και όχι μόνο) αλλά ο πολιτικός ρεαλισμός: η αυτοκρατορία δεν μπορεί να διοικηθεί επιτυχώς αποκλειστικά από τους Μακεδόνες και τους υπόλοιπους Έλληνες (οι οποίοι άλλωστε είναι λίγοι σε αριθμό), ούτε χωρίς τη συνεργασία της ελίτ του προηγούμενου καθεστώτος. Στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με τη συμμετοχή στην άσκηση της εξουσίας μίας και μόνον ελίτ, της ιρανικής κι αυτό εντός συγκεκριμένων ορίων (οι Ιρανοί σατράπες εποπτεύονται σχεδόν πάντα από Μακεδόνα  στρατιωτικό διοικητή και γενικά η θέση της περσικής αριστοκρατίας δεν είναι ακριβώς ίδια μ’ αυτή των Μακεδόνων ευγενών). Φυσικά, ακόμη κι έτσι δεν μπορεί παρά να αναγνωρισθεί η διορατικότητα του Αλέξανδρου, πρόκειται όμως για διορατικότητα πολιτικής φύσης και όχι εκπορευόμενη από ιδεολογικές ή ηθικές αρχές (ή… συναισθηματική)! Επιπλέον, η πολιτική της συνεργασίας Μακεδόνων και Περσών αποτελεί αναμφίβολα τολμηρή (όσο και αναγκαία) απόφαση, μια κι έφερε τον Αλέξανδρο σε σύγκρουση με το περιβάλλον του και τις αντιλήψεις που κυριαρχούσαν στον ελληνικό κόσμο. Αρκεί να θυμηθούμε τις προτροπές του Αριστοτέλη προς τον κάποτε μαθητή του (να μεταχειριστεί τους βαρβάρους σαν να είναι ζώα ή φυτά). Από την άλλη, η θεωρία και οι ιδεολογικές διακηρύξεις που εμείς γνωρίζουμε δεν είναι και τόσο βέβαιο ότι απηχούσαν τις πρακτικές των Ελλήνων στις σχέσεις τους με τους Πέρσες. Οπότε, η ελληνοπερσική συνεργασία στο πλαίσιο της αυτοκρατορίας του Αλέξανδρου μπορεί τελικά να μην ήταν και τόσο πρωτότυπη όσο μας φαίνεται σήμερα.

ΙΙΙ. Αποτίμηση

Α. Ας δώσουμε πρώτα τον λόγο στον Πιέρ Μπριάν:

«Ήδη από την Αρχαιότητα, συναντούμε διαρκώς την ίδια εξαιρετικά σχηματική αντίθεση μεταξύ δύο θεωρήσεων του Αλεξάνδρου. Αφενός, υπάρχει η ηθικολογική θεώρηση, η οποία επανεμφανίζεται κατά τον 18ο αι. και η οποία καταδικάζει τον Αλέξανδρο λόγω της υπέρμετρης φιλοδοξίας του, της ροπής του προς τη μέθη, τη βιαιότητά του. Αφετέρου, παρατηρείται μια θετική αξιολόγηση, βάσει της οποίας θαυμάζεται η ικανότητά του να οργανώσει μια τόσο αχανή αυτοκρατορία και να αντιληφθεί αμέσως ότι η συνεννόηση με τους Ιρανούς ήταν αναγκαία. Μεταξύ των πρώτων που εξέφρασαν αυτή τη θέση ήταν ο Μοντεσκιέ με τη περίφημη φράση του από το «Πνεύμα των Νόμων«: «Οι Ρωμαίοι κατέκτησαν για να καταστρέψουν τα πάντα. Ο Αλέξανδρος θέλησε να κατακτήσει για να διατηρήσει τα πάντα«.

Σήμερα κυριαρχεί σαφώς μια αρνητική εικόνα του Αλέξανδρου. Αυτό οφείλεται κυρίως στην επιρροή της, κυρίαρχης σήμερα, αγγλοσαξονικής ιστοριογραφίας η οποία αναμειγνύει την ηθικοπλαστική με την μεταποικιοκρατική εκδοχή της Ιστορίας. Ο Αλέξανδρος κρίνεται με γνώμονα την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία...

Ταυτόχρονα, η περσική αυτοκρατορία εξιδανικεύεται μερικές φορές σαν κόσμος ειρήνης και ομόνοιας. Εντούτοις, ο κόσμος της περσικής αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών δεν ήταν υπόδειγμα αρμονικής συμβίωσης, μολονότι οι Πέρσες προσπάθησαν να καταστήσουν την πολιτική ενότητα συμβατή με την πολιτισμική διαφοροποίηση. Αυτοί που εμφανίζουν τον Αλέξανδρο απλώς σαν βίαιο κατακτητή και καταστροφέα περισσότερο εκφράζουν τις πεποιθήσεις και τις αρχές τους παρά αναλύουν τον ελληνιστικό κόσμο.

Αποτελεί επείγουσα ανάγκη να εγκαταλείψουμε την όποια ηθικολογία και να αφοσιωθούμε στην υπομονετική μελέτη των διαθέσιμων πηγών, διευρύνοντας τις προοπτικές και πολλαπλασιάζοντας τις οπτικές γωνίες»(συνέντευξη στο περιοδικό Les Cahiers de Science & Vie, τεύχος 122, Απρίλιος-Μάιος 2011, σελ. 20-23, ειδ. σελ. 23).

Β. Και πάμε στο κρίσιμο (λέμε τώρα) ερώτημα: δικαιούται ο Αλέξανδρος Γ΄ τον τίτλο του Μεγάλου; Ας επισημάνουμε ευθύς εξαρχής ότι τέτοιοι τίτλοι είναι εν πολλοίς ιστορικές συμβάσεις, μεταφέρουν κάτι που αποδόθηκε για τους α΄ ή β΄ λόγους κατά το παρελθόν, χωρίς να τίθενται σε εκ νέου αξιολογική κρίση ανά εποχή. Άλλωστε, αρκετές ιστορικές προσωπικότητες, πιθανότατα μικρότερης εμβέλειας από αυτήν του Μακεδόνα ηγεμόνα, εξακολουθούν να αποκαλούνται με τον ίδιο τίτλο χωρίς να προκαλούνται αντιδράσεις αντίστοιχες μ’ αυτές της περίπτωσής μας (κανείς δεν εξανίσταται επειδή ο Αντίοχος Γ΄ ή ο Πέτρος της Ρωσίας είναι κι αυτός «Μεγάλος»).

Ουσιαστικά πρέπει να υπερβούμε τις ηθικές και ιδεολογικές αντιρρήσεις μας που στηρίζονται αποκλειστικά σε αντιλήψεις της εποχής, για να κρίνουμε βασιζόμενοι στα ιστορικά γεγονότα. Και, είτε το θέλουμε είτε όχι, εκ του αποτελέσματος ο Αλέξανδρος δικαιούται τον τίτλο του: όχι μόνο άλλαξε ριζικά τον γεωπολιτικό χάρτη της εποχής του, αλλά με τις ενέργειές του έθεσε σε κίνηση διεργασίες και διαδικασίες που άλλαξαν ριζικά τη μορφή της οικουμένης. Οι αντιλήψεις για το κράτος, την άσκηση της εξουσίας, τις διοικητικές δομές μεταβλήθηκαν. Η ελληνιστική μοναρχία (που πράγματι χρωστά πολλά στους Αχαιμενίδες) έγινε το πρότυπο διακυβέρνησης για αιώνες, από πολλές απόψεις ήταν το αίτιο που οδήγησε στη διαμόρφωση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ο ελληνισμός, με τα πρότυπά του πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης, τις ιδέες και τον τρόπο ζωής του, εξαπλώθηκε μέχρι τις παρυφές της ινδικής χερσονήσου. Η επαφή του με τους πολιτισμούς των λαών της Ασίας οδήγησε σε μεταλλάξεις, προσαρμογές, φαινόμενα εκτεταμένης πολιτισμικής διάδρασης. Περισσότερο ή λιγότερο, ο Αλέξανδρος υπήρξε μία από τις γενεσιουργούς αιτίες κι ένας από τους καταλύτες των αλλαγών που σημάδεψαν τους επόμενους αιώνες. Χωρίς αυτόν η ελληνική γλώσσα κι ο ελληνικός τρόπος ζωής δεν θα κυριαρχούσαν στην ευρύτερη Ανατολή, από τα Βαλκάνια έως τουλάχιστον τη Μεσοποταμία, για οχτώ αιώνες, δεν θα είχαμε Αλεξάνδρεια και Αντιόχεια, νεοπλατωνισμό, θρησκευτικό συγκρητισμό, χριστιανισμό όπως τον γνωρίζουμε, ούτε και τις εκπληκτικές αμοιβαίες προσαρμογές που απαίτησε η συνύπαρξη ελληνικού, ιρανικού και ινδικού στοιχείου στην Κεντρική Ασία και τη Βόρεια Ινδία.

Από κει και πέρα, ο καθένας είναι ελεύθερος να έχει την προσωπική άποψή του: να θεωρεί τον Αλέξανδρο ήρωα ή καταραμένο ποιητή και να τον περιγράφει με στίχους του Ρεμπώ (μη γελάτε, το έκαναν σοβαρότατοι ιστορικοί του περασμένου και του προπερασμένου αιώνα), ή, αντίθετα, να τον αντιπαθεί βαθύτατα ως βίαιο κατακτητή. Αρκεί να έχει συνείδηση ότι αυτά αφορούν περισσότερο ηθικές αρχές και ιδεολογίες του σήμερα  (ή έστω  επισφαλείς κι αβέβαιες ψυχολογικές ερμηνείες) κι όχι την ιστορική προσωπικότητα Αλέξανδρος.

[και, μέρες πονηρές που είναι, ίσως πρέπει να υπομνησθεί ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο θλιβερό από το να χρησιμοποιείται μια μορφή της Ιστορίας ως πρόφαση για πράξεις μίσους και ανοησίας. Με αντιλαμβάνεστε, υποθέτω.] 

Σφακτηρία – 425

Σεπτεμβρίου 19, 2010

 Άνοιξη του 425 π.Χ. Βρισκόμαστε στην καρδιά της πρώτης περιόδου του μεγάλου πολέμου που, λόγω των αθηνοκεντρικών πηγών μας, μάθαμε να αποκαλούμε Πελοποννησιακό. Ο αθηναϊκός στόλος που πλέει ανοιχτά της Πελοποννήσου δεν έχει επακριβώς καθορισμένη αποστολή. Ο τελικός προορισμός των 40 πλοίων είναι η Δύση, αλλά οι Αθηναίοι έχουν τρία ανοιχτά μέτωπα στην πορεία. Στην ελληνική Δύση πρέπει να βοηθήσουν τη συμμαχική πόλη του Ρηγίου, την οποία έχουν ζώσει σαν τανάλια Συρακούσιοι και Λοκροί. Πιο ανατολικά, πρέπει να βοηθήσουν το «δημοκρατικό» καθεστώς της Κέρκυρας, καθώς το νησί το έχει αποκλείσει πελοποννησιακός στόλος, ενώ στις απέναντι ακτές έχουν εγκατασταθεί οι ολιγαρχικοί Κερκυραίοι που είναι έτοιμοι να επιχειρήσουν να ανακτήσουν την εξουσία στην πατρίδα τους. Τέλος, πρέπει να συνεχιστεί η τακτική των επιδρομών στις (λακωνικές και μεσσηνιακές) ακτές της σπαρτιατικής επικράτειας. Σύμφωνα με τις οδηγίες της Εκκλησίας του Δήμου, οι τρεις αρχηγοί της αποστολής (Ευρυμέδων, Σοφοκλής και Δημοσθένης) έχουν το ελεύθερο να αποφασίσουν πώς, με ποιά σειρά ή ποιούς από τους στόχους θα προσπαθήσουν να πετύχουν, καθώς και το αν θα διαιρέσουν τις δυνάμεις τους ή όχι. Από τους τρεις, ο Δημοσθένης είναι ο μόνος που έχει στο μυαλό του ένα σαφές σχέδιο για το πώς θα μπορούσε να καταφέρει αποφασιστικό πλήγμα στον αντίπαλο. Ίσως είναι κι ο μόνος που μπορεί εκείνη τη στιγμή να υποψιαστεί ότι οι Αθηναίοι πρόκειται να εμπλακούν σε μια επιχείρηση που θα σημαδέψει την ιστορία του πολέμου και θα φέρει την πόλη μια ανάσα από την οριστική επικράτηση. 

Ι. Τα γεγονότα  

Το παράτολμο σχέδιο του Δημοσθένη: Η πρώτη στρατιωτική αποστολή που ανατέθηκε στον Δημοσθένη, γιο του Αλκισθένους, ήταν την προηγούμενη χρονιά στην Αιτωλία και στην Ακαρνανία. Στο πλαίσιό της, ο Αθηναίος στρατηγός ήρθε σε επαφή και συνεργάστηκε στενά με τους Μεσσήνιους της Ναυπάκτου. Όπως θυμόμαστε, μετά τον μεγάλο σεισμό του 465 στη Σπάρτη, ξέσπασε η πιο σημαντική εξέγερση ειλώτων της Λακωνίας και της Μεσσηνίας. Οι Μεσσήνιοι οχυρώθηκαν στην Ιθώμη, όπου αντιστάθηκαν επί μακρόν στη σπαρτιατική πολιορκία (οι αρχαίες πηγές δεν είναι σαφείς για το αν η πολιορκία διήρκεσε μέχρι το 460 ή το 456 π.Χ.). Οι Σπαρτιάτες δέχθηκαν τελικά να αφήσουν ελεύθερους τους πολιορκημένους υπό τον όρο ότι αυτοί δεν θα ξαναπατούσαν στην Πελοπόννησο. Η μεγάλη διπλωματική επιτυχία των Αθηναίων ήταν ότι πέτυχαν να εγκαταστήσουν τους πρώην είλωτες στη Ναύπακτο, σε μια εξαιρετικά στρατηγική θέση στο βορειοδυτικό άκρο του Κορινθιακού. Κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, οι Μεσσήνιοι της Ναυπάκτου επρόκειτο να αποτελέσουν ένα σπουδαίο ατού για τους Αθηναίους: γνώριζαν τέλεια την τοπογραφία της Μεσσηνίας και της Λακωνίας, είχαν διασυνδέσεις με συγγενείς και φίλους που παρέμειναν ως είλωτες στα σπαρτιατικά εδάφη, ενώ μιλούσαν τη δωρική διάλεκτο, μεγάλο πλεονέκτημα σε αποστολές αναγνώρισης και κατασκοπείας σε εχθρικό έδαφος (Paul Cartledge «Sparta and Lakonia – A Regional History 1300 to 362 BC«, 2η έκδ., Routledge, Λονδίνο και Νέα Υόρκη, 2002, σελ. 206). Ταυτόχρονα, το άσβεστο μίσος για τους Σπαρτιάτες πρώην δυνάστες τους, καθιστούσε τους Μεσσήνιους αφοσιωμένους και φανατικούς μαχητές, έτοιμους να αναλάβουν επικίνδυνες αποστολές. Ο Δημοσθένης είχε στρατολογήσει αρκετούς από αυτούς και τους είχε μαζί του. Ίσως οι Μεσσήνιοι της Ναυπάκτου να ήταν αυτοί που του έδωσαν την ιδέα για το σχέδιο που ετοιμαζόταν να θέσει σε εφαρμογή: ο Αθηναίος στρατηγός θα πρότεινε στους ομοτίμους του να αποβιβασθούν και να οχυρώσουν το Κορυφάσιο, την ομηρική Πύλο. Η θέση είχε εξαιρετική στρατηγική σημασία και βρισκόταν αρκετά κοντά στην Σπάρτη για να συνιστά απειλή για αυτήν, ταυτόχρονα όμως αρκετά μακριά ώστε οι εισβολείς να προλάβουν να οχυρώσουν καλά τις θέσεις τους πριν φτάσει οποιαδήποτε σπαρτιατική δύναμη. Λένε ότι τις αντιρρήσεις των συναδέλφων του Δημοσθένη, τις έκαμψε ένα τυχαίο γεγονός. Μια τρικυμία έφερε τον αθηναϊκό στόλο τόσο κοντά στις μεσσηνιακές ακτές που η υλοποίηση του σχεδίου του Δημοσθένη έμοιαζε σχεδόν επιβεβλημένη. Πράγματι, οι Αθηναίοι αποβιβάσθηκαν στην Πύλο και, σε λιγότερο από μια εβδομάδα, οχύρωσαν τις πιο σημαντικές θέσεις. Ο Δημοσθένης με μια μικρή δύναμη και πέντε πλοία παρέμεινε εκεί, ενώ ο Σοφοκλής κι ο Ευρυμέδων με το μεγαλύτερο μέρος του στόλου ξεκίνησαν με πρώτο προορισμό την Κέρκυρα.

Η σπαρτιατική αντίδραση: Την ώρα που οι Αθηναίοι καταλάμβαναν την Πύλο, οι Σπαρτιάτες ήταν, ως συνήθως, απασχολημένοι με κάποια θρησκευτική γιορτή. Τα νέα δεν τους ανησύχησαν ιδιαίτερα. Δεν ήταν η πρώτη αθηναϊκή επιδρομή στις ακτές της Πελοποννήσου γενικά και της σπαρτιατικής επικράτειας ειδικότερα. Ποτέ μέχρι τότε οι αθηναϊκές δυνάμεις δεν είχαν παραμείνει για τόσο χρόνο ώστε να χρειαστεί οι Σπαρτιάτες να δώσουν μάχη για να τους εκδιώξουν. Σε κάθε περίπτωση, πήραν τα μέτρα τους: ο βασιλιάς Άγις Β΄ αποφάσισε να διακόψει τη συνηθισμένη ετήσια σπαρτιατική εισβολή στην Αττική και να επιστρέψει στη Σπάρτη. Ο ναύαρχος Θρασυμελίδας άφησε κι αυτός την Κέρκυρα κι αποφάσισε να πλεύσει προς την Πύλο. Ένα σώμα οπλιτών από αυτούς που δεν συμμετείχαν στην εισβολή της Αττικής και το οποίο θα ενίσχυαν στην πορεία δυνάμεις Περιοίκων στάλθηκε άμεσα στην Πύλο. Θορυβημένος, ο Δημοσθένης έστειλε αμέσως δύο πλοία να συναντήσουν το κυρίως σώμα του αθηναϊκού στόλου που έπλεε προς την Κέρκυρα και να ζητήσουν βοήθεια.

Το σχέδιο των Σπαρτιατών ήταν να επιτεθούν άμεσα και να καταλάβουν τις αθηναϊκές οχυρώσεις πριν επιστρέψει ο εχθρικός στόλος. Ήταν βέβαιοι ότι η απόπειρά τους θα επιτύγχανε: οι οχυρώσεις ήταν προχειροφτιαγμένες και η αθηναϊκή δύναμη πολύ μικρή για να προβάλει αντίσταση. Αν πάντως το σχέδιο αυτό αποτύγχανε, τότε οι Σπαρτιάτες με τα πλοία τους θα έκλειναν τις εισόδους στον αθηναϊκό στόλο, ενώ ταυτόχρονα θα τοποθετούσαν στρατεύματα στις ακτές της Πύλου και στο νησί της Σφακτηρίας για να αποτρέψουν τυχόν απόβαση αθηναϊκών δυνάμεων. «Σφεῖς δὲ ἄνευ τε ναυμαχίας καὶ κινδύνου ἐκπολιορκήσειν τὸ χωρίον κατὰ τὸ εἰκός, σίτου τε οὐκ ἐνόντος καὶ δι’ ὀλίγης παρασκευῆς κατειλημμένον» (Θουκυδίδης, Δ΄, 8,8).  Πράγματι, οι δυνάμεις του Δημοσθένη ήταν απελπιστικά μικρές: δεν είχε παρά 90 οπλίτες, οι σαράντα από τους οποίους ήταν ενίσχυση που του εξασφάλισαν οι μεσσηνιακές διασυνδέσεις του, και 600 ελαφρά οπλισμένους άντρες από τα πληρώματα των πλοίων του. Προσπάθησε να πετύχει ό,τι καλύτερο μπορούσε με τα μέσα που διέθετε, ελπίζοντας ότι θα κατάφερνε να αντισταθεί μέχρι να φτάσουν οι ενισχύσεις. Οι περισσότεροι άνδρες παρέμειναν στο οχυρό, ενώ ο Δημοσθένης με 60 οπλίτες ανέλαβε την υπεράσπιση της ακτής.

Ο αθηναϊκός θρίαμβος: Ο Δημοσθένης είχε επιλέξει σωστά τις θέσεις άμυνας και οι στρατιώτες του αντιστάθηκαν με επιτυχία στις σπαρτιατικές επιθέσεις. Μετά από δύο ημέρες συγκρούσεων οι Λακεδαιμόνιοι υποχώρησαν. Το πρωί της τρίτης ημέρας ο αθηναϊκός στόλος έφτανε στην Πύλο με 50 πλοία (στα 35 αρχικά είχαν προστεθεί και 15 από τη Χίο και τη Ναύπακτο). Οι αντίπαλοι συγκρούσθηκαν στο λιμάνι της Πύλου όπου περίμενε ο σπαρτιατικός στόλος. Πολύ γρήγορα η αθηναϊκή ναυτική υπεροχή έκρινε τη ναυμαχία: οι σπαρτιατικές δυνάμεις είχαν συντριβεί. Ακόμη χειρότερα, 420 Λακεδαιμόνιοι οπλίτες (από τους οποίους οι 180 Σπαρτιάτες Όμοιοι) με τον επικεφαλής τους, τον Επιτάδα, έμεναν αποκλεισμένοι και ουσιαστικά αιχμάλωτοι στη Σφακτηρία. Τυχόν απώλεια των οπλιτών αυτών θα ήταν καταστροφική για τη Σπάρτη: επρόκειτο για το ένα δέκατο, τουλάχιστον, της συνολικής στρατιωτικής δύναμής της. Πανικόβλητοι με την επαπειλούμενη καταστροφή, οι Σπαρτιάτες ζήτησαν άμεσα από τους Αθηναίους ανακωχή, έτοιμοι να δεχθούν σχεδόν οποιονδήποτε όρο. Συμφώνησαν να παραδώσουν τα πλοία τους στους Αθηναίους και να στείλουν πρεσβευτές στην Αθήνα με πρόταση για συνθήκη ειρήνης. Οι μόνες υποχρεώσεις των Αθηναίων όσο θα διαρκούσαν οι διαπραγματεύσεις ήταν να μην επιτεθούν στη Σφακτηρία και να επιτρέψουν έναν όλως περιορισμένο ανεφοδιασμό των αποκλεισμένων Σπαρτιατών οπλιτών (Cartledge «Sparta and Lakonia…», όπ.π., σελ. 207/ Edmond Lévy «La Grèce au Ve siècle – de Clisthène à Socrate«, σειρά «Nouvelle Histoire de l’ Antiquité«, vol. 2, Coll. Points-Histoire, εκδ. Seuil, Παρίσι 1995, σελ. 93). Όλοι πλέον έχουν συνειδητοποιήσει ότι χάρη στο παράτολμο σχέδιο του Δημοσθένη η Αθήνα βρίσκεται πολύ κοντά στο να κερδίσει τον πόλεμο. Το ζήτημα είναι, όμως, με ποιούς όρους.  

Η πρόταση ειρήνης: Η σπαρτιατική πρόταση είναι εκ πρώτης όψεως ιδιαίτερα δελεαστική. Αν οι Αθηναίοι επιτρέψουν την αποχώρηση των οπλιτών από τη Σφακτηρία, τότε η Σπάρτη θα συνάψει συνθήκη ειρήνης και συμμαχίας. Όσον αφορά τον όποιο εδαφικό διακανονισμό, οι Σπαρτιάτες προτείνουν τη διατήρηση του στάτους κβο: εκτός της Πύλου, οι δύο αντίπαλοι θα διατηρήσουν τα εδάφη που κατέχουν. Πολλοί Αθηναίοι και οπωσδήποτε ο Νικίας και οι οπαδοί του ήταν έτοιμοι να δεχτούν την πρόταση. Όχι όλοι, όμως: ο Κλέων και οι περισσότεροι δημοκρατικοί, είχαν πολλούς λόγους να είναι επιφυλακτικοί. Η σύναψη ειρήνης με αυτούς τους όρους και τη δεδομένη χρονική στιγμή που η Αθήνα έχει το πάνω χέρι στο μέτωπο του πολέμου θα σήμαινε απλά ότι η Αθήνα επαφίεται στην καλή πίστη των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι με άθικτες τις δυνάμεις τους θα μπορούσαν να ξαναρχίσουν τον πόλεμο όποτε το επιθυμούσαν. Έτσι, ο Κλέων αντιπροτείνει να προβούν οι Σπαρτιάτες σε ορισμένες εδαφικές υποχωρήσεις: οι δυνάμεις τους πρέπει να αποχωρήσουν από τα δύο λιμάνια των Μεγάρων (Νίσαια και Πηγές), από την Τροιζήνα και την Αχαΐα. Ουσιαστικά, η αντιπρόταση του Κλέωνα συνιστά επιστροφή στην κατάσταση των πραγμάτων προ του 445 π.Χ. και τη σύναψη της λεγόμενης Τριακονταετούς Ειρήνης [βλ. Donald Kagan «The Peloponnesian War (Athens and Sparta in Savage Conflict 431-404 BC)«, Harper Perennial, Λονδίνο, 2005, σελ. 147]. Οι Σπαρτιάτες, φυσικά, δεν είναι διατεθειμένοι να προβούν σε τέτοιες παραχωρήσεις. Η πρόταση ειρήνης απορρίπτεται και η ανακωχή τερματίζεται.

Ακολουθούν πυρετώδεις διαβουλεύσεις στην Εκκλησία του Δήμου σχετικά με το ποιός θα αναλάβει την αρχηγία του εκστρατευτικού σώματος που θα σταλεί στην Πύλο, με προφανή στόχο την κατάληψη της Σφακτηρίας (Θουκυδίδης, Δ΄, 27 και 28/ Kagan όπ.π., σελ. 147-150). Τελικά ο Κλέων επιτυγχάνει να επιβάλει τους όρους του και αποδέχεται την αρχηγία. Το στράτευμα που επιλέγει αποτελείται αποκλειστικά από ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες από τη Λήμνο και την Ίμβρο, πελταστές και τοξότες. Με αυτούς και τις δυνάμεις του Δημοσθένη, ο Κλέων υπόσχεται στους Αθηναίους ότι μέσα σε είκοσι μέρες θα καταλάβει τη Σφακτηρία και είτε θα φέρει τους Σπαρτιάτες της Σφακτηρίας αιχμάλωτους στην Αθήνα, είτε θα τους εξολοθρεύσει: «ἐντὸς ἡμερῶν εἴκοσιν ἢ ἄξειν Λακεδαιμονίους ζῶντας ἢ αὐτοῦ ἀποκτενεῖν» (Θουκυδίδης, Δ΄, 28, 4-5).

Η κατάληψη της Σφακτηρίας: Όταν ο Κλέων έφτασε στην Πύλο, ο Δημοσθένης είχε ήδη έτοιμο το σχέδιο επίθεσης. Την επομένη, πριν από την αυγή, αποβίβασε 800 οπλίτες σε δύο σημεία του νησιού. Διαπίστωσε ότι οι περισσότεροι Σπαρτιάτες βρίσκονταν στο κέντρο του νησιού και φύλαγαν τη μοναδική πηγή νερού, ενώ οι υπόλοιποι ήταν κοντά στη βόρεια ακτή, απέναντι από την Πύλο. Το νότιο άκρο της Σφακτηρίας ήταν σχεδόν αφύλαχτο. Μετά το ξημέρωμα αποβιβάστηκαν οι υπόλοιπες αθηναϊκές δυνάμεις: ελαφρύ πεζικό που ανερχόταν σε 2.000 άνδρες, 800 τοξότες και 8.000 ελάχιστα οπλισμένοι κωπηλάτες από τα πλοία. Βάσει του σχεδίου, οι Αθηναίοι κατέλαβαν όλα τα υψώματα του νησιού και με ακόντια, βέλη και πέτρες έφθειραν τη σπαρτιατική δύναμη από απόσταση ασφαλείας. Κάποια στιγμή, ο στρατηγός των Μεσσηνίων που είχε στρατολογήσει ο Δημοσθένης ζήτησε να του δώσουν σε ενίσχυση τοξότες και πεζικάριους: θα ακολουθούσαν ένα δύσβατο μονοπάτι δίπλα από τις απόκρημνες ακτές του νησιού και θα εφορμούσαν στους Σπαρτιάτες από τα νότια περικυκλώνοντάς τους. Το σχέδιο πέτυχε απόλυτα. Περικυκλωμένοι, εξαντλημένοι και πεινασμένοι, οι Σπαρτιάτες δεν είχαν καμία ελπίδα σωτηρίας. Ο Κλέων κι ο Δημοσθένης τους πρότειναν να παραδοθούν. Οι Σπαρτιάτες ζήτησαν ανακωχή για να αποφασίσουν τί θα πράξουν. Έστειλαν αγγελιαφόρο στη Σπάρτη για να πάρουν οδηγίες, κι η απάντηση ήταν διφορούμενη: «Λακεδαιμόνιοι κελεύουσιν ὑμᾶς αὐτοὺς περὶ ὑμῶν αὐτῶν βουλεύεσθαι μηδὲν αἰσχρὸν ποιοῦντας» (Θουκυδίδης, Δ΄, 38, 3). Δεν είμαστε στις Θερμοπύλες. Οι επιζώντες της σπαρτιατικής δύναμης στη Σφακτηρία (292 άνδρες, εκ των οποίων 120 Όμοιοι) φέρθηκαν σαν λογικοί άνθρωποι. Δέχτηκαν να παραδοθούν. Κι ο Κλέων, ό,τι κι αν πιστεύουμε όσοι μάθαμε την Ιστορία μέσα από τα μεροληπτικά μάτια του Θουκυδίδη, είχε αποδειχτεί πρώτος μάγκας. Πριν περάσουν οι είκοσι μέρες που είχε ζητήσει, επέστρεφε στην Αθήνα με τους Σπαρτιάτες αιχμαλώτους αλυσοδεμένους! Όπως γράφει κι ο Αθηναίος ιστορικός » καὶ τοῦ Κλέωνος καίπερ μανιώδης οὖσα ἡ ὑπόσχεσις ἀπέβη· ἐντὸς γὰρ εἴκοσιν ἡμερῶν ἤγαγε τοὺς ἄνδρας, ὥσπερ ὑπέστη» (Δ΄, 39, 3), κι είναι σαν τον βλέπουμε με τα ίδια μας τα μάτια να δαγκώνει τα χείλια του και να στάζει χολή καθώς γράφει τούτες τις αράδες.

Στην Αθήνα, η πόλη έδειξε στον Κλέωνα την ευγνωμοσύνη της με κάθε δυνατό τρόπο, με τίτλους, τιμές και αξιώματα. Ο Δημοσθένης παρέμεινε στην Πύλο και ανέλαβε την καλύτερη οχύρωσή της. Οι Μεσσήνιοι της Ναυπάκτου έστειλαν γρήγορα στρατιωτικό σώμα στην Πύλο και άρχισαν να τη χρησιμοποιούν ως βάση για να εξαπολύουν επιδρομές στα σπαρτιατικά εδάφη και να προσελκύουν είλωτες σε λιποταξία. Κι ολόκληρη η Ελλάδα δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που είχε συμβεί, γιατί κατά την κρατούσα γνώμη ήταν αδύνατο Λακεδαιμόνιοι πολεμιστές να παραδοθούν κι όχι να πέσουν ηρωϊκά στη μάχη: «παρὰ γνώμην τε δὴ μάλιστα τῶν κατὰ τὸν πόλεμον τοῦτο τοῖς Ἕλλησιν ἐγένετο· τοὺς γὰρ Λακεδαιμονίους οὔτε λιμῷ οὔτ’ ἀνάγκῃ οὐδεμιᾷ ἠξίουν τὰ ὅπλα παραδοῦναι, ἀλλὰ ἔχοντας καὶ μαχομένους ὡς ἐδύναντο» (Θουκυδίδης Δ΄, 40, 1). Ό,τι καλύτερο για τους Αθηναίους που δεν είχαν καμία δυσκολία να πείσουν τους συμμάχους τους πως είχε φτάσει η ώρα καταβολής του φόρου. Όσο για τους Σπαρτιάτες, θα έστελναν (μάταια) τη μία μετά την άλλη πρεσβείες στην Αθήνα, προσφέροντας ειρήνη με αντάλλαγμα την απελευθέρωση των ανδρών. Βεβαίως, τους ήταν πια αδύνατο να επαναλάβουν τις τακτικές εισβολές τους στην Αττική: η παραμικρή λανθασμένη κίνηση θα σήμαινε και τη θανάτωση των αιχμαλώτων. Στα τέλη του καλοκαιριού του 425, οι Αθηναίοι είχαν το απόλυτο πλεονέκτημα σε όλα τα μέτωπα. Για έναν λογικό παρατηρητή η επικράτησή τους ήταν θέμα χρόνου. Ωστόσο, η στρατιωτική ιδιοφυΐα του Βρασίδα, ο οποίος μετέφερε το κυρίως θέατρο των πολεμικών επιχειρήσεων στο μέτωπο της Μακεδονίας-Θράκης έμελλε να ανατρέψει την κατάσταση. Κι όταν στη μάχη της Αμφίπολης βρήκαν τον θάνατο κι οι δύο ηγέτες των αντιπάλων, οι περισσότεροι πείστηκαν ότι υπήρχε κατάσταση ισορροπίας, χωρίς καμιά από τις αντιμαχόμενες δυνάμεις να έχει ουσιαστική προοπτική επικράτησης. Κάπως έτσι φτάσαμε στην ειρήνη του 421, ένας από τους όρους της οποίας ήταν κι η απελευθέρωση των Λακεδαιμονίων αιχμαλώτων. Από στρατιωτική και διπλωματική άποψη, ο θρίαμβος της Σφακτηρίας ανήκε στο παρελθόν. Όχι, όμως, και τα διδάγματά του.

ΙΙ. Μερικά διδάγματα από το επεισόδιο της Σφακτηρίας

Α. Η απολύτως επιτυχημένη εφαρμογή μιας νέας στρατηγικής: Κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, οι δύο πλευρές, και πρωτίστως οι Αθηναίοι, θέτουν σε εφαρμογή μια καινοτόμο στρατηγική, αυτήν του επιτειχισμού (ή της επιτειχίσεως). Η μέθοδος συνίσταται στην κατάληψη και οχύρωση μιας στρατηγικής σημασίας θέσης στα εδάφη του εχθρού (νησιού, ακτής ή περάσματος): πρόκειται για μια σφήνα στα πλευρά του αντιπάλου που θα του προκαλέσει διαρκή αιμορραγία (βλ. Cartledge «Sparta and Lakonia…», όπ.π., σελ. 196, 204 επ./ Kagan όπ.π., σελ. 424 επ.). Οι Αθηναίοι την εφήρμοσαν πρώτοι καταλαμβάνοντας τη νήσο Μινώα στα ανοιχτά των Μεγάρων (427 π.Χ.). Η περίπτωση της Πύλου αποτελεί φυσικά την πιο ολοκληρωμένη και καθοριστική περίπτωση υλοποίησης της στρατηγικής του επιτειχισμού. Μετά τη Σφακτηρία προέβησαν και σ’ άλλους επιτειχισμούς, με την οχύρωση των Μεθάνων (425) και την κατάληψη των Κυθήρων από τον Νικία (424). Οι Σπαρτιάτες ακολούθησαν και αυτοί την μέθοδο, όταν για παράδειγμα, κατά την τελευταία φάση του πολέμου, κατέλαβαν το οχυρό της Δεκελείας, περίπου στα μισά της απόστασης μεταξύ της πόλης των Αθηνών και των συνόρων της Αττικής με τη Βοιωτία.

Β. Μαθήματα διπλωματίας και πολιτικής: Τα γεγονότα της Πύλου και της Σφακτηρίας μας προσφέρουν πολύτιμες γνώσεις και συμπεράσματα τόσο για το διπλωματικό παιχνίδι μεταξύ των δύο ελληνικών υπερδυνάμεων όσο και σχετικά με την πολιτική ζωή της Αθήνας και τους συσχετισμούς των πολιτικών δυνάμεων στο εσωτερικό της (σε μικρότερο βαθμό το δεύτερο ισχύει και για τη Σπάρτη). Πέρα από τα προφανή (το διαπραγματευτικό παιχνίδι των δύο εμπολέμων στην προσπάθεια να επιτύχουν την πλέον συμφέρουσα λύση, την εναλλαγή ανάμεσα στη σιγουριά μιας συνθήκης ειρήνης και στην ανάληψη υπολογισμένων κινδύνων που μπορεί να οδηγήσουν σε ολοκληρωτική επικράτηση), δεν μπορούμε παρά να θρηνήσουμε που η μοναδική πηγή μας είναι ο Θουκυδίδης: όσο κι αν μιλάμε για το διαχρονικό πρότυπο ιστορικού, η παθολογική εχθρότητά του προς τον Κλέωνα δυσχεραίνει αφάνταστα την όποια προσπάθεια να ανασκευάσουμε μια στοιχειωδώς αντικειμενική εικόνα της αθηναϊκής πολιτικής σκηνής κατά τη συγκεκριμένη περίοδο (Cartledge «Sparta and Lakonia…», όπ.π., σελ. 207/ Kagan όπ.π., σελ. 144-150, 155). Θα ήταν μεγάλη ασέβεια αν λέγαμε ότι τα ίδια τα γεγονότα αναδεικνύουν ένα σπουδαίο πολιτικό (και δευτερευόντως στρατιωτικό) ηγέτη;

Γ. Η κατάρριψη μύθων και στερεοτύπων περί Σπάρτης: Το πιο εντυπωσιακό, όμως, συμπέρασμα που προκύπτει από τα γεγονότα της Σφακτηρίας είναι η σχετικότητα των πραγμάτων, ή μάλλον, για να είμαστε πιο ακριβείς, η κατάρριψη μερικών μύθων που αφορούν τη σπαρτιατική κοινωνία και τις αρχές της. Ο μύθος των ηρωϊκών Σπαρτιατών πολεμιστών που προτιμούν πάντα τον θάνατο στο πεδίο της μάχης από την ατιμωτική παράδοση κι ο μύθος της πόλης που ακολουθεί πάντα τις θεμελιώδεις ηθικές αρχές της, σε πείσμα του στοιχειώδους πολιτικού ρεαλισμού, αντικρούονται αποφασιστικά από τα γεγονότα: την απελπισμένη προσπάθεια των σπαρτιατικών αρχών να εξασφαλίσουν διπλωματικά την απελευθέρωση των αποκλεισμένων οπλιτών τους και την «ατιμωτική» παράδοση των δεύτερων, παράδοση που δεν εμποδίζει καθόλου τη συνέχιση των διπλωματικών προσπαθειών της πολιτείας για την απελευθέρωση των αιχμαλώτων πια ανδρών.

Η σπαρτιατική πολιτική δεν διακρίνεται «ποιοτικά» από την πολιτική οποιουδήποτε άλλου κράτους: ο υπολογισμός και ο ρεαλισμός επιβάλλουν τις λύσεις, όπως είναι εντελώς φυσικό. Η δύναμη που έχει αποκλειστεί στη Σφακτηρία αποτελεί σημαντικό τμήμα των περιορισμένων αριθμητικά δυνάμεων της Σπάρτης. Τυχόν απώλειά της θα έχει σοβαρές και μακροπρόθεσμες συνέπειες. Γι’ αυτό και η πόλη θα ζητήσει άμεσα ανακωχή από τους Αθηναίους, θα δεχτεί όρους εξαιρετικά επαχθείς και θα προσφέρει ειρήνη στον αντίπαλο. Για τον ίδιο λόγο, και μετά από την αποτυχία των διαπραγματεύσεων, θα πάρει κάθε δυνατό μέτρο στην απελπισμένη προσπάθεια διάσωσης των αποκλεισμένων, υποσχόμενη π.χ. να απελευθερώσει όποιον είλωτα κατόρθωνε να ανεφοδιάσει τους αποκλεισμένους (Θουκυδίδης, Δ΄, 26, 5). Και για τον ίδιο πάντα λόγο, θα «ξεχάσει» την ηθικά κατακριτέα (και κυρίως επικοινωνιακά επιζήμια, βλ. Lévy «La Grèce au Ve siècle…», σελ. 94-95) επιλογή των πολεμιστών της Σφακτηρίας. Όπως σημειώνει και ο Cartledge («Sparta and Lakonia…», όπ.π., σελ. 266-267) η αντίθεση ανάμεσα στη μεταχείριση της οποίας έτυχαν οι επιζώντες των Θερμοπυλών και σ’ αυτήν που επιφυλάχθηκε στους αιχμαλώτους της Σφακτηρίας είναι εντυπωσιακή. Βεβαίως, οι Σπαρτιάτες θεωρούσαν ατιμασμένους τους λιποτάκτες, τους οποίους και αποκαλούσαν «κακούς» (δηλ. δειλούς, βλ. Ξενοφώντος «Λακεδαιμονίων Πολιτεία«, 9, 3-6) ή «τρέσαντες» (Ηρόδοτος, βιβλίο Ζ΄, Πολύμνια, 231, «τρέσας Ἀριστόδημος καλεόμενος«/ για τη λέξη βλ. την πολύ ενδιαφέρουσα σχετική ανάρτηση του Ν. Σαραντάκου). Ωστόσο, ενώ ο λιποτάκτης (;) των Θερμοπυλών Αριστόδημος αντιμετωπίζει την καθολική περιφρόνηση κι απόρριψη των συμπολιτών του (κανείς δεν του απευθύνει τον λόγο ούτε του δίνει φωτιά για να ανάψει τον βωμό στο σπίτι του: «οὔτε οἱ πῦρ οὐδεὶς ἔναυε Σπαρτιητέων οὔτε διελέγετο«, Ηρόδοτος, όπ.π.) κι ο σύντροφός του στην ατιμία Παντίτης οδηγείται από τις συμπεριφορές αυτές στην αυτοκτονία (Ηρόδοτος, βιβλίο Ζ΄, Πολύμνια, 232), η ποινή ατιμίας που επιβάλλεται στους τρέσαντες της Σφακτηρίας είναι πολύ ελαφρύτερη και δεν συνοδεύεται από ανάλογη κοινωνική περιφρόνηση (Edmond Lévy «Sparte – Histoire politique et sociale jusqu’à la conquête romaine«, Coll. Points-Histoire, εκδ. Seuil, Παρίσι 2003, σελ. 48-49). Η ποινή περιλαμβάνει αφαίρεση των δικαιωμάτων να ασκούν αρχή, να πωλούν και να αγοράζουν: «τοὺς δἐκ τῆς νήσου ληφθέντας σφῶν καὶ τὰ ὅπλα παραδόντας, δείσαντες μή τι διὰ τὴν ξυμφορὰν νομίσαντες ἐλασσωθήσεσθαι καὶ ὄντες ἐπίτιμοι νεωτερίσωσιν, ἤδη καὶ ἀρχάς τινας ἔχοντας ἀτίμους ἐποίησαν, ἀτιμίαν δὲ τοιάνδε ὥστε μήτε ἄρχειν μήτε πριαμένους τι πωλοῦντας κυρίους εἶναι» (Θουκυδίδης, Ε΄, 34, 2). Δεν προβλέπεται αποκλεισμός από τη συμμετοχή στις συνελεύσεις του σπαρτιατικού Δάμου. Κυρίως, όμως, ένα μόλις χρόνο αργότερα η ποινή έπαψε να ισχύει και οι μαχητές της Σφακτηρίας αποκαστάθηκαν πλήρως στα πολιτικά δικαιώματά τους «ὕστερον δὲ αὖθις χρόνῳ ἐπίτιμοι ἐγένοντο» (Θουκυδίδης, όπ.π.).

Ίσως δεν είναι τυχαίο, όσον αφορά την επιείκια ως προς τις ποινές και την ταχύτατη αποκατάσταση, και το γεγονός ότι μεταξύ αυτών που παραδόθηκαν στη Σφακτηρία καταλέγονταν και αρκετά μέλη των επιφανέστερων οικογενειών της πόλης, αυτών δηλαδή που ουσιαστικά καθόριζαν τη σπαρτιατική πολιτική (Lévy «Sparte…«, σελ. 248, «La Grèce au Ve siècle…», σελ. 93). Ένα επιχείρημα ακόμα για να διαλυθεί κι ο μύθος της απόλυτης ισότητας μεταξύ των Σπαρτιατών πολιτών. Παρά τον τίτλο των Ομοίων που φέρουν οι πολίτες της, η Σπάρτη χαρακτηρίζεται από σαφείς κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες που αντικατοπτρίζονται και στον τρόπο χάραξης και άσκησης πολιτικής.  

Ωστόσο, αυτές οι «αδυναμίες» καθιστούν τελικά την εικόνα της Σπάρτης και των Σπαρτιατών πολύ πιο ανθρώπινη. Κι ίσως δεν υπάρχει πιο εύγλωττη εξεικόνιση αυτής της πραγματικότητας από το ανέκδοτο που μεταφέρει ο Θουκυδίδης. Συναντώντας έναν από τους Σπαρτιάτες αιχμαλώτους, κάποιος σύμμαχος των Αθηναίων προσπάθησε να τον ντροπιάσει και τον ρώτησε: «ήταν γενναίοι στρατιώτες οι σύντροφοί σας που σκοτώθηκαν στη Σφακτηρία;». Κι ο Λακεδαιμόνιος του απάντησε ότι «το βέλος θα πρέπει να ήταν ανεκτίμητης αξίας αντικείμενο, αν ήξερε να πετυχαίνει μόνο τους γενναίους»!

«καί τινος ἐρομένου ποτὲ ὕστερον τῶν Ἀθηναίων ξυμμάχων δι’ ἀχθηδόνα ἕνα τῶν ἐκ τῆς νήσου αἰχμαλώτων εἰ οἱ τεθνεῶτες αὐτῶν καλοὶ κἀγαθοί, ἀπεκρίνατο αὐτῷ πολλοῦ ἂν ἄξιον εἶναι τὸν ἄτρακτον, λέγων τὸν οἰστόν, εἰ τοὺς ἀγαθοὺς διεγίγνωσκε, δήλωσιν ποιούμενος ὅτι ὁ ἐντυγχάνων τοῖς τε λίθοις καὶ τοξεύμασι διεφθείρετο» (Θουκυδίδης, Δ΄, 40, 2).

Η συνωμοσία του Δαρείου

Αύγουστος 8, 2010

    

Βρισκόμαστε στα 522 π.Χ. Η μεγαλύτερη αυτοκρατορία της Οικουμένης συγκλονίζεται από μια δυναστική κρίση η οποία έχει όλα τα χαρακτηριστικά ιστορίας αστυνομικού μυστηρίου. Ο νόμιμος βασιλιάς βρίσκεται σε εκστρατεία στην Αίγυπτο, την οποία και κατακτά. Πάντα ήταν δεσποτικός, φαίνεται όμως πλέον να βυθίζεται στην τρέλα καθώς δολοφονεί μέλη της οικογένειάς του, μεταξύ των οποίων και τον αδελφό του, για τον οποίο, ίσως όχι άδικα, διατηρεί υποψίες ότι επιβουλεύεται τον βασιλικό θρόνο. Στον δρόμο της επιστροφής, ο βασιλιάς δέχεται έναν αγγελιαφόρο ο οποίος τον πληροφορεί ότι στην Περσία την εξουσία έχει αναλάβει ένας σφετεριστής που παρουσιάζεται ως αδελφός του βασιλιά. Λίγο μετά ο ηγεμόνας τραυματίζεται στο πόδι κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες και σύντομα πεθαίνει από το τραύμα του. Μια ομάδα Περσών ευγενών συνωμοτεί για να ανατρέψει τον σφετεριστή. Τα σχέδια των συνωμοτών επιτυγχάνουν και η βασιλική εξουσία καταλήγει στον άνθρωπο που θα φέρει την περσική αυτοκρατορία στο απόγειο της δόξας της.   

Ας δούμε πώς παρουσιάζουν την ιστορία οι διάφορες πηγές που διαθέτουμε, πριν προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τις διηγήσεις αυτές, τις αντιφάσεις τους και τις μεταξύ τους αντιθέσεις, και, έπειτα, να εντοπίσουμε τα όποια στοιχεία ιστορικής πραγματικότητας μπορεί να περιέχουν ή… να αποκρύπτουν.     

 Ι. Οι πηγές   

 Όπως επισημαίνει ο σπουδαιότερος αχαιμενιδολόγος της εποχής μας, ο Πιέρ Μπριάν  [«Histoire de l’Empire Perse (De Cyrus à Alexandre)«, Fayard, Παρίσι, 1996, σελ. 109], ο ιστορικός που επιχειρεί να διαλευκάνει τη δυναστική κρίση του 522 εξαρτάται κατά τρόπο σχεδόν απόλυτο από τις ελληνικές πηγές της κλασσικής αρχαιότητας, ιδίως δε από τον Ηρόδοτο.   

Ι. Α. Οι ελληνικές πηγές   

α. Η εκδοχή του Ηροδότου: Ο ιστορικός από την Αλικαρνασσό παρουσιάζει τον Πέρση βασιλιά Καμβύση σαν ψυχικά διαταραγμένο άτομο. Η παραφροσύνη του εκδηλώνεται έχοντας ως πρώτο θύμα τον αμφιθαλή αδελφό του, τον Σμέρδι. Η οργή του ηγεμόνα κατά του αδελφού του έχει, κατά τον Ηρόδοτο, διττό αίτιο: πρώτον, την προσβολή προς το πρόσωπο του βασιλιά, όταν ο αδελφός του είναι ο μόνος από τους Πέρσες που επιχειρεί και κατορθώνει να λυγίσει το τόξο που φέρνει δώρο στον Καμβύση ο ηγεμόνας των Αιθιόπων. Δεύτερον, το ότι ο Καμβύσης βλέπει σε όνειρο τον αδελφό του να κάθεται στον βασιλικό θρόνο. Οι λόγοι αυτοί είναι αρκετοί για να διατάξει τον ακόλουθό του, τον Πρηξάσπη, να δολοφονήσει τον Σμέρδι:  

«Καμβύσης δέ, ὡς λέγουσι Αἰγύπτιοι, αὐτίκα διὰ τοῦτο τὸ ἀδίκημα ἐμάνη, ἐὼν οὐδὲ πρότερον φρενήρης. καὶ πρῶτα μὲν τῶν κακῶν ἐξεργάσατο τὸν ἀδελφεὸν Σμέρδιν ἐόντα πατρὸς καὶ μητρὸς τῆς αὐτῆς, τὸν ἀπέπεμψε ἐς Πέρσας φθόνῳ ἐξ Αἰγύπτου, ὅτι τὸ τόξον μοῦνος Περσέων ὅσον τε ἐπὶ δύο δακτύλους εἴρυσε, τὸ παρὰ τοῦ Αἰθίοπος ἤνεικαν οἱ Ἰχθυοφάγοι, τῶν δὲ ἄλλων Περσέων οὐδεὶς οἷός τε ἐγένετο. ἀποιχομένου ὦν ἐς Πέρσας τοῦ Σμέρδιος ὄψιν εἶδε ὁ Καμβύσης ἐν τῷ ὕπνῳ τοιήνδε· ἔδοξέ οἱ ἄγγελον ἐλθόντα ἐκ Περσέων ἀγγέλλειν ὡς ἐν τῷ θρόνῳ τῷ βασιληίῳ ἱζόμενος Σμέρδις τῇ κεφαλῇ τοῦ οὐρανοῦ ψαύσειε. πρὸς ὦν ταῦτα δείσας περὶ ἑωυτοῦ μή μιν ἀποκτείνας ὁ ἀδελφεὸς ἄρχῃ, πέμπει Πρηξάσπεα ἐς Πέρσας, ὃς ἦν οἱ ἀνὴρ Περσέων πιστότατος, ἀποκτενέοντά μιν. ὁ δὲ ἀναβὰς ἐς Σοῦσα ἀπέκτεινε Σμέρδιν, οἳ μὲν λέγουσι ἐπ᾽ ἄγρην ἐξαγαγόντα, οἳ δὲ ἐς τὴν Ἐρυθρὴν θάλασσαν προαγαγόντα καταποντῶσαι» (Ηρόδοτος, βιβλίο Γ΄ Θάλεια, 30, 1-3).     

 Ο Αλικαρνασσεύς παραθέτει στη συνέχεια όλα τα εγκλήματα που διαπράττει μέσα στην παράνοιά του ο Καμβύσης: σκοτώνει την αδελφή και σύζυγό του, η οποία μάλιστα εγκυμονεί. Θάβει ζωντανούς δώδεκα νέους ευγενείς Πέρσες. Βασανίζει τον πρώην βασιλιά της Λυδίας, τον Κροίσο. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η φρικιαστική εκτέλεση του βασιλικού δικαστή Σισάμνη, τον οποίο ο Καμβύσης, κρίνοντάς τον ένοχο χρηματισμού, διατάζει να γδάρουν και με το δέρμα του να ντύσουν τον θρόνο στον οποίο θα κάθεται ο νέος βασιλικός δικαστής (ο Οτάνης, γιος του εκτελεσθέντος), έτσι ώστε να είναι διπλά προσεκτικός κατά την έκδοση των αποφάσεών του.   

Ενώ, όμως, ο Καμβύσης παραμένει στην Αίγυπτο, δύο αδέλφια που είναι Μάγοι, ανήκουν δηλαδή στην κάστα των Ιρανών ιερέων, εκμεταλλεύονται το γεγονός ότι η δολοφονία του αδελφού του βασιλιά είχε κρατηθεί μυστική. Ο ένας από αυτούς, ο Πατιζείθης ανέβασε στο βασιλικό θρόνο τον αδελφό του που έφερε το ίδιο όνομα με τον δολοφονημένο αδελφό του Καμβύση και του έμοιαζε πολύ! Τα νέα φτάνουν και στο στρατόπεδο του Καμβύση, κατά την επιστροφή του από την Αίγυπτο, ενώ αυτός βρίσκεται στη Συρία.     

«Καμβύσῃ δὲ τῷ Κύρου χρονίζοντι περὶ Αἴγυπτον καὶ παραφρονήσαντι ἐπανιστέαται ἄνδρες Μάγοι δύο ἀδελφεοί, τῶν τὸν ἕτερον καταλελοίπεε τῶν οἰκίων μελεδωνὸν ὁ Καμβύσης. οὗτος δὴ ὦν οἱ ἐπανέστη μαθών τε τὸν Σμέρδιος θάνατον ὡς κρύπτοιτο γενόμενος, καὶ ὡς ὀλίγοι εἴησαν οἱ ἐπιστάμενοι αὐτὸν Περσέων, οἱ δὲ πολλοὶ περιεόντα μιν εἰδείησαν. Πρὸς ταῦτα βουλεύσας τάδε ἐπεχείρησε τοῖσι βασιληίοισι. ἦν οἱ ἀδελφεός, τὸν εἶπά οἱ συνεπαναστῆναι, οἰκὼς μάλιστα τὸ εἶδος Σμέρδι τῷ Κύρου, τὸν ὁ Καμβύσης ἐόντα ἑωυτοῦ ἀδελφεὸν ἀπέκτεινε· ἦν τε δὴ ὅμοιος εἶδος τῷ Σμέρδι καὶ δὴ καὶ οὔνομα τὠυτὸ εἶχε Σμέρδιν. Τοῦτον τὸν ἄνδρα ἀναγνώσας ὁ Μάγος Πατιζείθης ὥς οἱ αὐτὸς πάντα διαπρήξει, εἷσε ἄγων ἐς τὸν βασιλήιον θρόνον. ποιήσας δὲ τοῦτο κήρυκας τῇ τε ἄλλῃ διέπεμπε καὶ δὴ καὶ ἐς Αἴγυπτον προερέοντα τῷ στρατῷ ὡς Σμέρδιος τοῦ Κύρου ἀκουστέα εἴη τοῦ λοιποῦ ἀλλ᾽ οὐ Καμβύσεω.      

Οἵ τε δὴ ὦν ἄλλοι κήρυκες προηγόρευον ταῦτα καὶ δὴ καὶ ὁ ἐπ᾽ Αἴγυπτον ταχθείς, εὕρισκε γὰρ Καμβύσεα καὶ τὸν στρατὸν ἐόντα τῆς Συρίης ἐν Ἀγβατάνοισι, προηγόρευε στὰς ἐς μέσον τὰ ἐντεταλμένα ἐκ τοῦ Μάγου» (Ηρόδοτος, Θάλεια, 61-62).     

Αρχικά, ο Αχαιμενίδης καταλαμβάνεται από τύψεις, γιατί συνειδητοποιεί ότι μάλλον άδικα είχε εκτελέσει τον αδελφό του, μια και άλλος τελικά ήταν ο σφετεριστής. Έπειτα, η λογική επικρατεί κι ο Καμβύσης αποφασίζει να επιστρέψει το ταχύτερο δυνατό στα Σούσα για να αντιμετωπίσει τον σφετεριστή. Καθώς, όμως, ανεβαίνει στο άλογό του, το ξίφος του φεύγει από τη θήκη και τον τραυματίζει σοβαρά στο πόδι.      

«Ἐνθαῦτα ἀκούσαντα Καμβύσεα τὸ Σμέρδιος οὔνομα ἔτυψε ἡ ἀληθείη τῶν τε λόγων καὶ τοῦ ἐνυπνίου· ὃς ἐδόκεε ἐν τῷ ὕπνῳ ἀπαγγεῖλαι τινά οἱ ὡς Σμέρδις ἱζόμενος ἐς τὸν βασιλήιον θρόνον ψαύσειε τῇ κεφαλῇ τοῦ οὐρανοῦ. Μαθὼν δὲ ὡς μάτην ἀπολωλεκὼς εἴη τὸν ἀδελφεόν, ἀπέκλαιε Σμέρδιν· ἀποκλαύσας δὲ καὶ περιημεκτήσας τῇ ἁπάσῃ συμφορῇ ἀναθρώσκει ἐπὶ τὸν ἵππον, ἐν νόῳ ἔχων τὴν ταχίστην ἐς Σοῦσα στρατεύεσθαι ἐπὶ τὸν Μάγον. Καί οἱ ἀναθρώσκοντι ἐπὶ τὸν ἵππον τοῦ κολεοῦ τοῦ ξίφεος ὁ μύκης ἀποπίπτει, γυμνωθὲν δὲ τὸ ξίφος παίει τὸν μηρόν… τῷ δὲ ἔτι πρότερον ἐκέχρηστο ἐκ Βουτοῦς πόλιος ἐν Ἀγβατάνοισι τελευτήσειν τὸν βίον. ὃ μὲν δὴ ἐν τοῖσι Μηδικοῖσι Ἀγβατάνοισι ἐδόκεε τελευτήσειν γηραιός, ἐν τοῖσί οἱ ἦν τὰ πάντα πρήγματα· τὸ δὲ χρηστήριον ἐν τοῖσι ἐν Συρίῃ Ἀγβατάνοισι ἔλεγε ἄρα. Καὶ δὴ ὡς τότε ἐπειρόμενος ἐπύθετο τῆς πόλιος τὸ οὔνομα, ὑπὸ τῆς συμφορῆς τῆς τε ἐκ τοῦ Μάγου ἐκπεπληγμένος καὶ τοῦ τρώματος ἐσωφρόνησε, συλλαβὼν δὲ τὸ θεοπρόπιον εἶπε “ἐνθαῦτα Καμβύσεα τὸν Κύρου ἐστὶ πεπρωμένον τελευτᾶν„» (64).     

Ο Καμβύσης αντιλαμβάνεται ότι μάλλον το τέλος του πλησιάζει. Καλεί τους ευγενείς και τους αποκαλύπτει την αλήθεια. Τη δολοφονία του αδελφού του, τους λόγους για τους οποίους την αποφάσισε, τον σφετερισμό της εξουσίας από τον Μάγο (65). Πάντως, οι Πέρσες ευγενείς της ακολουθίας του Καμβύση δεν φαίνεται να πιστεύουν τα περί συνωμοσίας Μάγων και μάλλον θεωρούν ότι σφετεριστής είναι ο αδελφός του βασιλιά. Αποδίδουν τα λόγια του Καμβύση στο μίσος που είχε για τον αδελφό του και θεωρούν ότι σκοπός του είναι να κάνει όλους τους Πέρσες να στραφούν κατά του δεύτερου και να μην τον αφήσουν στον θρόνο των Αχαιμενιδών. Λίγες μέρες αργότερα, η γάγγραινα που προκάλεσε το τραύμα παίρνει τον Καμβύση στον κόσμο των νεκρών.     

«μετὰ δὲ ταῦτα ὡς ἐσφακέλισέ τε τὸ ὀστέον καὶ ὁ μηρὸς τάχιστα ἐσάπη, ἀπήνεικε Καμβύσεα τὸν Κύρου, βασιλεύσαντα μὲν τὰ πάντα ἑπτὰ ἔτεα καὶ πέντε μῆνας, ἄπαιδα δὲ τὸ παράπαν ἐόντα ἔρσενος καὶ θήλεος γόνου. Περσέων δὲ τοῖσι παρεοῦσι ἀπιστίη πολλὴ ὑπεκέχυτο τοὺς Μάγους ἔχειν τὰ πρήγματα, ἀλλ᾽ ἠπιστέατο ἐπὶ διαβολῇ εἰπεῖν Καμβύσεα τὰ εἶπε περὶ τοῦ Σμέρδιος θανάτου, ἵνα οἱ ἐκπολεμωθῇ πᾶν τὸ Περσικόν» (66, 2-3).     

Για επτά μήνες ο σφετεριστής βασιλεύει ανενόχλητος. Λαμβάνει μάλιστα και φιλολαϊκά μέτρα για να εδραιώσει την εξουσία του (τριετής φορολογική ατέλεια). Έπειτα, ο Ηρόδοτος εμφανίζει τον Οτάνη, έναν από τους ευγενέστερους των Περσών, να υποψιάζεται την απάτη του ψευδο-Σμέρδιος. Ρωτά την κόρη του, την Φαιδύμη, η οποία ήταν σύζυγος του Καμβύση και τώρα αυτού που εμφανίζεται ως Σμέρδις. Εκείνη του απαντά ότι ποτέ δεν έχει δει τον Σμέρδι κατά πρόσωπο. Ο Οτάνης της λέει να ρωτήσει την Άτοσσα που εκτός από βασιλική σύζυγος είναι και αδελφή του Καμβύση και του Σμέρδιος. Αυτή θα ξέρει καλά αν πρόκειται για τον αδελφό της ή για κάποιον σφετεριστή. Η Φαιδύμη απαντά ότι δεν μπορεί να δει την Άτοσσα, μια και βρίσκονται σε διαφορετικά διαμερίσματα και ο βασιλιάς δεν επιτρέπει στη μια βασιλική σύζυγο να δει την άλλη (68). Ο Οτάνης αρχίζει να βεβαιώνεται για την πλαστοπροσωπία. Γνωρίζοντας ότι ο Καμβύσης είχε τιμωρήσει τον Μάγο Σμέρδι για κάποιο παράπτωμα κόβοντάς του τα αυτιά («τοῦ δὲ Μάγου τούτου τοῦ Σμέρδιος Κῦρος ὁ Καμβύσεω ἄρχων τὰ ὦτα ἀπέταμε ἐπ᾽ αἰτίῃ δή τινι οὐ σμικρῇ»), ζητά από την κόρη του να διαπιστώσει η ίδια αν ο «βασιλιάς» έχει αυτιά ή όχι. Όταν η Φαιδύμη του δίνει την αναμενόμενη αρνητική απάντηση, ο Οτάνης βάζει σε εφαρμογή το σχέδιό του. Καλεί δύο άλλους ευγενείς, τον Ασπαθίνη και τον Γοβρύα και αποφασίζουν να σκοτώσουν τον Μάγο σφετεριστή. Ο κάθε συνωμότης αναλαμβάνει να βρει κι έναν ακόμη συνεργό (ο Οτάνης προσεταιρίζεται τον Ινταφέρνη, ο Γοβρύας τον Μεγάβυζο και ο Ασπαθίνης τον Υδάρνη). Τότε εμφανίζεται στα Σούσα κι ένας άλλος σπουδαίος Πέρσης αριστοκράτης, ο Δαρείος, τον οποίο οι υπόλοιποι καθιστούν αμέσως συμμέτοχο στο σχέδιό τους.       

«γεγονότων δὲ τούτων ἓξ παραγίνεται ἐς τὰ Σοῦσα Δαρεῖος ὁ Ὑστάσπεος ἐκ Περσέων ἥκων· τούτων γὰρ δὴ ἦν οἱ ὁ πατὴρ ὕπαρχος. ἐπεὶ ὦν οὗτος ἀπίκετο, τοῖσι ἓξ τῶν Περσέων ἔδοξε καὶ Δαρεῖον προσεταιρίσασθαι» (70).     

Ο Δαρείος αποκτά ηγετικό ρόλο στη συνωμοσία. Ενώ ο Οτάνης προτείνει να καθυστερήσουν την εφαρμογή του σχεδίου μέχρι να βεβαιωθούν για την επιτυχία τους, ο Δαρείος προτείνει να αναλάβουν αμέσως δράση, άποψη την οποία επιβάλλει (76). Πράγματι, Δαρείος και Γοβρύας εισβάλλουν στα βασιλικά διαμερίσματα του ανακτόρου στα Σούσα κι ο πρώτος σκοτώνει τον Μάγο σφετεριστή, ενώ ο δεύτερος τον έχει προηγουμένως ακινητοποιήσει (78).     

Στη συνέχεια, οι συνωμότες συσκέπτονται για το τι πρέπει να πράξουν όσον αφορά τη διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας. Ο Ηρόδοτος τους εμφανίζει να διατυπώνουν πολιτικές απόψεις εξόχως ελληνικές. Ο Οτάνης υποστηρίζει μια μορφή δημοκρατικού πολιτεύματος, καθώς μιλά για «ισονομία» με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης (δηλ. της ίσης συμμετοχής των πολιτών στα αξιώματα και τις ευθύνες της διακυβέρνησης) (80), ο Μεγάβυζος μιλά ως υποστηρικτής της ολιγαρχίας (81), ενώ ο Δαρείος υποστηρίζει τη διατήρηση του θεσμού της βασιλείας (82). Όπως αναμένεται, η άποψη του Δαρείου επικρατεί και μένει να αποφασισθεί ο τρόπος επιλογής του νέου βασιλέα μεταξύ των επτά. Ο τρόπος αυτός είναι η… ιππομαντεία: βασιλιάς θα γίνει αυτός που την επόμενη αυγή το άλογό του θα χλιμιντρίσει πρώτο (84)! Ο Δαρείος φυσικά θα νικήσει, χάρη στο σόφισμα του ιπποκόμου του, του Οιβάρη (85-87).      

«Δαρεῖός τε δὴ ὁ Ὑστάσπεος βασιλεὺς ἀπεδέδεκτο» (88,1).      

Προκειμένου δε να νομιμοποιήσει περισσότερο την εξουσία του, ο Δαρείος νυμφεύεται δύο κόρες του Κύρου, την Άτοσσα, που υπήρξε σύζυγος και του Καμβύση και του ψευδο-Σμέρδιος, και την Αρτυστώνη, αλλά και την Πάρμυ, κόρη του Σμέρδιος, του αδελφού του Καμβύση, και, φυσικότατα, την κόρη του Οτάνη, η οποία αποκάλυψε την πλαστοπροσωπία του Μάγου, τη Φαιδύμη (88, 2).      

β. Οι υπόλοιπες αρχαιοελληνικές πηγές: Χωρίς να έχουν την έκταση και τη γλαφυρότητα της μυθιστορηματικής διήγησης του ιστορικού από την Αλικαρνασσό, κι άλλοι Έλληνες συγγραφείς αναφέρονται στην περσική δυναστική κρίση του 522 ή σε πρόσωπα και γεγονότα σχετικά με αυτήν.     

Στην Κύρου Παιδεία, ο Ξενοφών δεν ασχολείται με γεγονότα μεταγενέστερα του θανάτου του Κύρου (αν μπορούμε να πούμε ότι στο συγκεκριμένο ηθικοπλαστικό σύγγραμμα ο Αθηναίος ασχολείται με γεγονότα). Μνημονεύει όμως τον αμφιθαλή αδελφό του Καμβύση ως Ταναοξάρη.      

Στους Πέρσες, ο Αισχύλος μνημονεύει τον αδελφό του Καμβύση, τον οποίο ονομάζει Μάρδο: «Κύρου δὲ παῖς… πέμπτος δὲ Μάρδος ἦρξεν, αἰσχύνη πάτρᾳ θρόνοισί τ´ ἀρχαίοισι» (773-775). Αναφέρει ότι βασίλεψε και τον χαρακτηρίζει ντροπή της δυναστείας, αλλά δεν κάνει λόγο για σφετερισμό από κάποιο Μάγο.     

Πολύ πιο εκτενή αναφορά στα γεγονότα κάνει ο Κτησίας, ο Έλληνας αρχίατρος της περσικής αυλής στα χρόνια του Αρταξέρξη Β΄ (405-359). Στα Περσικά, ο Κτησίας ονομάζει Τανυοξάρκη τον αδελφό του Καμβύση. Αιτία του χαμού του Τανυοξάρκη είναι, κατά τον Κτησία, η σφοδρή διαμάχη του με τον Μάγο Σφενδαδάτη. Ο Μάγος καταγγέλει τον Τανυοξάρκη στον Καμβύση, ισχυριζόμενος ότι σκοπεύει να σφετεριστεί την βασιλική εξουσία. Ο Καμβύσης πείθεται και διατάζει την εκτέλεση του αδελφού του. Μετά από αυτό, ο Σφενδαδάτης εκμεταλλεύεται τη μεγάλη εμφανισιακή ομοιότητά του με τον πρίγκιπα και διοικεί τη Βακτριανή ως σατράπης για πέντε χρόνια. Στο σημείο αυτό εμφανίζονται στο προσκήνιο δύο ευνούχοι, ο Αρτασύρας και ο Βαγαπάτης, οι οποίοι ανεβάζουν τον Σφενδαδάτη στον βασιλικό θρόνο. Ένας τρίτος ευνούχος, ο Ιζαβάτης, απειλεί να αποκαλύψει την απάτη. Οι συνωμότες τον δολοφονούν (Περσικά, 10-13).     

Εκτός από τους συγγραφείς της κλασσικής αρχαιότητας, υπάρχει και ο Ιουστίνος, Ρωμαίος ιστορικός του 3ου-4ου αι. μ.Χ. (Ι, 9, 4-11). Και αυτός αναφέρει το όνειρο του Καμβύση στην Αίγυπτο, που βλέπει τον αδελφό του τον… Μέργη να κάθεται στον βασιλικό θρόνο. Ο Καμβύσης αναθέτει σε έναν έμπιστο ακόλουθο, τον Μάγο Κομήτη, να δολοφονήσει τον Μέργη. Ο Κομήτης εκτελεί την αποστολή που του ανατέθηκε, αλλά καθώς στο μεταξύ πεθαίνει ο Καμβύσης ο Μάγος αποφασίζει να ανεβάσει στον θρόνο τον δικό του αδελφό, τον Οροπάστη, ο οποίος έχει το μεγάλο προσόν, καλά το καταλάβατε, να… μοιάζει πολύ στην εξωτερική εμφάνιση με τον δολοφονημένο αδελφό του Καμβύση.     

Μεταξύ των διαφόρων εκδοχών της ιστορίας εντυπωσιάζουν οι διαφορές ως προς το όνομα του αδελφού του Καμβύση (Σμέρδις, Ταναοξάρης, Τανυοξάρκης, Μάρδος και Μέργης), αλλά και του σφετεριστή (Σμέρδις, Σφενδαδάτης, Οροπάστης) ή των συνωμοτών που τον ανεβάζουν στον θρόνο (Πατιζείθης, Αρτασύρας και Βαγοπάτης, Κομήτης). Υπάρχουν, όμως, μερικά θεμελιώδη κοινά στοιχεία, όπως παρατηρεί και ο Μπριάν (όπ.π., σελ. 110-111):     

– Η δολοφονία του αδελφού του Καμβύση, κατόπιν διαταγής του Αχαιμενίδη βασιλέα.     

– Η αντικατάσταση του πρίγκιπα από έναν Μάγο.     

– Η εντυπωσιακή ομοιότητα ως προς την εξωτερική εμφάνιση μεταξύ του Μάγου και του πρίγκιπα.     

Ουσιώδης διαφοροποίηση παρατηρείται ως προς τη χρονική σειρά των γεγονότων. Κατά τον Ηρόδοτο τόσο η δολοφονία του Σμέρδιος όσο και ο σφετερισμός του θρόνου από τον Μάγο με το ίδιο όνομα συμβαίνουν κατά τον χρόνο της εκστρατείας του Καμβύση στην Αίγυπτο. Ο Κτησίας, αντίθετα, τοποθετεί τη δολοφονία του πρίγκιπα πέντε χρόνια πριν τον σφετερισμό. Κατά τον Ιουστίνο, τέλος, και η δολοφονία και ο σφετερισμός έπονται του θανάτου του Καμβύση. Προφανώς, στους κύκλους της περσικής αριστοκρατίας, αλλά και μεταξύ των Ελλήνων στη Μικρά Ασία και στην κυρίως Ελλάδα, θα πρέπει, ήδη από τον 5ο αιώνα, να κυκλοφορούσαν διάφορες ιστορίες σχετικά με την άνοδο του Δαρείου στην εξουσία, τις οποίες μάλλον ανέμιξαν ή ερμήνευσαν ο Ηρόδοτος και οι συνεχιστές του.     

Ι. Β. Η περσική πηγή: η εκδοχή του Δαρείου     

Ευτυχώς, έχουμε στη διάθεσή μας και μια περσική πηγή και μάλιστα αυτήν του μεγάλου πρωταγωνιστή, του Δαρείου. Στη λαξεμένη στον βράχο μνημειακή επιγραφή του Μπεχιστούν, ο Πέρσης ηγεμόνας δίνει τη δική του εκδοχή για το πώς βρέθηκε στον θρόνο των Αχαιμενιδών.     

«Βασίλευε ο Καμβύσης, ο γιος του Κύρου, κι είχε έναν αμφιθαλή αδελφό που ονομαζόταν Μπαρντίγια. Έπειτα ο Καμβύσης σκότωσε τον Μπαρντίγια. Ο φόνος αυτός δεν έγινε γνωστός στον λαό. Αργότερα ο Καμβύσης έφυγε για την Αίγυπτο και, στη συνέχεια, ο λαός επαναστάτησε. Μετά απ’ αυτό, το ψέμα κυριάρχησε στην Περσία, στη Μηδία και στους άλλους λαούς. Έπειτα εμφανίστηκε κάποιος, ένας Μάγος που τον έλεγαν Γκαουμάτα. Αυτός στασίασε στην Παϊσιγιαουβάντα, κοντά στο όρος Αρακάντρι, τη 14η ημέρα του μηνός Βιγιάξνα. Είπε ψέματα στον λαό: «Είμαι ο Μπαρντίγια, ο γιος του Κύρου, ο αδελφός του Καμβύση». Τότε, ο λαός ολόκληρος εξεγέρθηκε κατά του Καμβύση και συντάχθηκε με τον στασιαστή και στην Περσία και στη Μηδία και στις υπόλοιπες χώρες. Ο Μάγος σφετερίστηκε τη βασιλική εξουσία την 9η ημέρα του μηνός Γκαρμαπάντα [= 1.3.522]. Έπειτα ο Καμβύσης πέθανε από φυσικό θάνατο…       

Κανείς, Πέρσης ή Μήδος… δεν μπόρεσε να πάρει τη βασιλεία από τα χέρια του Γκαουμάτα, του Μάγου. Ο λαός τον φοβόταν πολύ. Αυτός σκότωνε πολλούς που είχαν γνωρίσει τον Μπαρντίγια. Να γιατί τους σκότωνε: «Να μη μάθουν ότι δεν είμαι ο Μπαρντίγια, ο γιος του Κύρου». Κανείς δεν τολμούσε πει οτιδήποτε για τον Γκαουμάτα τον Μάγο, ώσπου εμφανίστηκα εγώ…     

Με τη βοήθεια του Αχούρα Μάζδα και με λίγους άντρες σκότωσα τον Μάγο και τους υποστηρικτές του. Τον σκότωσα στο οχυρό που ονομάζεται Σικαγιαουβάτι, στην περιοχή της Νισάγια, στη Μηδία. Του πήρα το βασίλειο και με τη δύναμη του Αχούρα Μάζδα έγινα βασιλιάς…» (επιγραφή του Μπεχιστούν, 1η στήλη, 10-13).     

«Ιδού οι άνδρες που ήταν παρόντες όταν σκότωσα τον Γκαουμάτα, τον Μάγο που υποστήριζε ότι ήταν ο Μπαρντίγια. Συνεργάστηκαν μαζί μου ως πιστοί υποστηρικτές.     

Ο Βιντάρνα,γιος του Βαγιασπάρα [= Ινταφέρνης]     

Ο Ουτάνα, γιος του Θούκρα [= Οτάνης]     

Ο Γκαουμπαρούβα, γιος του Μαρντουνίγια [= Γοβρύας, πατέρας του Μαρδονίου]     

Ο Βιντάρνα, γιος του Μπαγκαμπίνια [= Υδάρνης]     

Ο Μπαγκαμπούξα, γιος του Ντατουβάχυα [= Μεγάβυζος]     

Ο Αρντουμάνις, γιος του Βακάουνα» (επιγραφή του Μπεχιστούν, 4η στήλη, 68-69).     

Μεταξύ της λεπτομερούς εξιστόρησης του Ηροδότου και της διακήρυξης του Δαρείου του Μεγάλου υπάρχουν αρκετά κοινά σημεία, όπως και μερικές ουσιώδεις διαφορές.     

– Ο Δαρείος τοποθετεί χρονικά τη δολοφονία του αδελφού του Καμβύση πριν την αναχώρηση του μονάρχη για την αιγυπτιακή εκστρατεία, ενώ ο Αλικαρνασσεύς στο διάστημα που ο Καμβύσης βρίσκεται στην Αίγυπτο.     

– Διαφέρουν τα ονόματα. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι το «Σμέρδις» αποτελεί μεταγραφή στα ελληνικά του περσικού ονόματος «Μπαρντίγια», παραμένει η διαφοροποίηση ως προς το όνομα του σφετεριστή Μάγου, που κατά τον Ηρόδοτο είναι και πάλι «Σμέρδις», ενώ κατά τον Δαρείο «Γκαουμάτα» (όνομα που παραπέμπει στον Κομήτη του Ιουστίνου, που, όμως, είναι μεν συνωμότης κατά του Καμβύση, πλην όμως ανεβάζει τελικά στον θρόνο τον αδελφό του, τον Οροπάστη).     

– Ο ρόλος του ίδιου του Δαρείου παρουσιάζεται και αξιολογείται με διαφορετικό τρόπο στο ένα και στο άλλο κείμενο (Briant, όπ.π., σελ. 112, 120). Ο Δαρείος δεν κάνει λόγο για συνωμοσία, μνημονεύει μόνο τους πιστούς υποστηρικτές του (οι οποίοι συμπίπτουν σχεδόν απόλυτα με αυτούς που αναφέρει ως συνωμότες ο Ηρόδοτος: η μόνη διαφοροποίηση αφορά τον Αρντουμάνις, ο οποίος δεν μπορεί να ταυτισθεί με τον Ασπαθίνη του Ηροδότου). Τη βασιλική εξουσία, ο Δαρείος την οφείλει στον Αχούρα Μάζδα (και στον εαυτό του).     

– Ο τρόπος και ο τόπος θανάτωσης του σφετεριστή. Αντί της δολοφονίας στα ανάκτορα, ο Δαρείος κάνει λόγο για μάχες και κατάληψη οχυρού στο οποίο είχε καταφύγει με τους υποστηρικτές του ο Μάγος.     

ΙΙ. Μια απόπειρα εξήγησης     

Είναι δυνατόν να συμβιβαστούν όλες αυτές οι διηγήσεις και κυρίως αυτή του Ηροδότου με εκείνην του Δαρείου; Πόση ιστορική αλήθεια περιέχουν; Ας προσπαθήσουμε να δούμε λίγο πιο καθαρά.     

α. Οι αντίπαλοι αδελφοί: Πριν αναχωρήσει για την εκστρατεία στην Κεντρική Ασία, που έμελλε να αποβεί μοιραία για αυτόν, ο Κύρος (πιθανώς το 530) ονόμασε κι επίσημα διάδοχό του τον μεγαλύτερο γιο του, τον Καμβύση. Τον νεότερο γιο, τον Μπαρντίγια, τον «αποζημίωσε» διορίζοντάς τον σατράπη της Βακτριανής, με το προνόμιο μάλιστα της απαλλαγής από την υποχρέωση απόδοσης φόρου υποτελείας στον αδελφό του. (Briant, όπ.π., σελ. 60, 113). Η προτίμηση του Κύρου για τον πρωτότοκο ήταν από καιρό παγιωμένη: ήδη από το 539, τον είχε ονομάσει βασιλέα της Βαβυλώνας.     

Η εντελώς αρνητική εικόνα του Καμβύση την οποία δίνουν οι κλασσικές πηγές πρέπει να αντιμετωπιστεί με πολλές επιφυλάξεις. Όπως επισημαίνει και ο Μπριάν πρόκειται για λογοτεχνικό τόπο που συχνά συνδυάζεται με τη γνωστή επιχειρηματολογία περί περσικής παρακμής (όπ.π., σελ. 60, 109). Συνήθως υπάρχει η αντιστικτική παρουσίαση του «καλού» Κύρου, «πατέρα» της αυτοκρατορίας, και του δεσποτικού και παράφρονα Καμβύση. Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του Ηροδότου «Καμβύσης δὲ δεσπότης, Κῦρος δὲ πατήρ… ὁ δὲ ὅτι χαλεπός τε ἦν καὶ ὀλίγωρος, ὁ δὲ ὅτι ἤπιός τε καὶ ἀγαθά σφι πάντα ἐμηχανήσατο» (Γ΄ «Θάλεια«, 85, 3). Γενικά, όλα τα δεινά και οι αμαρτίες που οι πηγές αποδίδουν στον Καμβύση δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ανταποκρίνονται στην ιστορική πραγματικότητα (βλ. π.χ. Μπριάν, όπ.π., σελ. 66 επ., όπου, βασιζόμενος σε αιγυπτιακές πηγές, ο ιστορικός επιχειρεί να ανασκευάσει τις κατηγορίες περί καταστροφής ιερών από τον Καμβύση).     

Σε κάθε περίπτωση, η έχθρα μεταξύ Καμβύση και Μπαρντίγια/ Σμέρδιος αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός, μια και πολλά στοιχεία καταδεικνύουν ότι ο δεύτερος ποτέ δεν αποδέχθηκε την πατρική επιλογή: η άρνησή του (και μάλιστα δύο φορές) να παρουσιαστεί στη βασιλική αυλή μετά από πρόσκληση του αδελφού του, το ανέκδοτο που καταγράφει ο Ηρόδοτος σχετικά με το τόξο του βασιλιά των Αιθιόπων κ.λπ.     

β. Η μεγάλη απάτη (;) του Δαρείου: Το πιο παράδοξο στοιχείο της ιστορίας είναι τελικά η ύπαρξη του σφετεριστή Μάγου, που εκμεταλλεύεται το γεγονός ότι η «δολοφονία» του αδελφού του βασιλιά είχε κρατηθεί κρυφή. Το στοιχείο αυτό, που προφανώς προέβαλε πρώτος ο ίδιος ο Δαρείος και το δέχτηκαν οι Έλληνες συγγραφείς, είναι εξαρχής ύποπτο. Ο Δαρείος έχει κάθε συμφέρον να παρουσιάσει τον εαυτό του σαν φυσικό συνεχιστή των Αχαιμενιδών και σαν πρωτεργάτη της αποκατάστασης της δυναστικής νομιμότητας. Μήπως, λοιπόν, ο Μάγος σφετεριστής (Γκαουμάτα/ Σμέρδις/ Σφενδαδάτης/ Οροπάστης) είναι απλώς ένα εφεύρημα του Δαρείου, προκειμένου να κρύψει ότι ο πραγματικός σφετεριστής της βασιλικής εξουσίας (και δολοφόνος του αδελφού του Καμβύση και πλέον νόμιμου διαδόχου του) ήταν ο ίδιος; Το ερώτημα αυτό το θέτουν όλοι σχεδόν οι σύγχρονοι ιστορικοί και οι περισσότεροι πιθανολογούν ότι η απάντηση πρέπει να είναι καταφατική! Αυτή είναι και η θέση του Πιέρ Μπριάν (όπ.π., σελ. 112 επ.). Την ίδια εκδοχή παρουσιάζει και ο Γκορ Βιντάλ  στο μυθιστόρημά του Δημιουργία. Εξάλλου, μοιάζει απίστευτο το «γεγονός» ότι οι βασιλικές σύζυγοι Άτοσσα και Φαιδύμη δεν είχαν αντιληφθεί τίποτε σχετικό με τη δολοφονία του αδελφού του Καμβύση και την αντικατάστασή του από έναν Μάγο σφετεριστή (Briant, όπ.π., σελ. 112).     

Επομένως, αν υπήρξε κάποιος σφετεριστής της βασιλικής εξουσίας στα χρόνια του Καμβύση, αυτός πρέπει να ήταν αρχικά ο αδελφός του, ο Μπαρντίγια/ Σμέρδις. Όπως είδαμε προηγουμένως, ακόμη και κατά τον Ηρόδοτο (Γ΄ «Θάλεια«, 66), οι Πέρσες ευγενείς της ακολουθίας του Καμβύση έχουν αυτήν ακριβώς την πεποίθηση. Αν ακολουθήσουμε τη χρονική σειρά των γεγονότων κατά τον Ηρόδοτο, ο Καμβύσης, έχοντας υποτάξει την Αίγυπτο, παίρνει τον δρόμο της επιστροφής την άνοιξη του 522. Ενώ βρίσκεται στη Συρία τραυματίζεται στο πόδι και η γάγγραινα προκαλεί τον θάνατό του στις αρχές περίπου του θέρους. Βάσει της διήγησης του Δαρείου στην επιγραφή του Μπεχιστούν, ο Γκαουμάτα αυτοανακηρύχθηκε βασιλιάς στις αρχές Μαρτίου του 522. Συνδυάζοντας τα στοιχεία αυτά με την έχθρα που χωρίζει τους δύο αδελφούς, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι πράγματι ο Μπαρντίγια στασίασε κατά του αδελφού του. Είτε όμως υπήρξε σφετεριστής, είτε όχι, μετά τον θάνατο του Καμβύση ο Μπαρντίγια/Σμέρδις καθίσταται νόμιμος διάδοχος του αδελφού του, ο οποίος πέθανε άτεκνος.     

γ. Λογοτεχνική φαντασία; Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η διήγηση του Ηροδότου σχετικά με τη συνωμοσία των επτά και την άνοδο του Δαρείου στον θρόνο ανταποκρίνεται στα ιστορικά γεγονότα; Πάρα πολύ δύσκολα. Ο ίδιος ο συμβολικός αριθμός επτά είναι ύποπτος. Τα διάφορα γλαφυρά περιστατικά (η αποκάλυψη της ταυτότητας του Μάγου από τη Φαιδύμη, η επιλογή του νέου βασιλιά με χρήση της ιππομαντείας, το τέχνασμα του ιπποκόμου του Δαρείου) μοιάζουν να αποτελούν στοιχεία ενός ευφάνταστου λογοτεχνικού σεναρίου και μόνο. Όσο για τις διαβουλεύσεις των Επτά περί του μελλοντικού πολιτεύματος της Περσίας, αυτές είναι κατευθείαν βγαλμένες από ελληνικές πολιτικές συζητήσεις (Briant, όπ.π., σελ. 121).     

Συνωμοσία, βεβαίως, πρέπει να υπήρξε. Οι συμμετέχοντες είναι όλοι ανώτεροι Πέρσες ευγενείς που πιθανώς ανήκαν στο στενό περιβάλλον του Καμβύση και είχαν κάθε λόγο να πιστεύουν ότι ο αδελφός και διάδοχός του θα τους συμπεριφερόταν απολύτως εχθρικά. Ο Οτάνης καταλεγόταν όντως μεταξύ των σημαντικότερων ευγενών: η αδελφή του, η Κασσανδάνη, ήταν σύζυγος του Κύρου, η κόρη του η Φαιδύμη είχε παντρευτεί τον Καμβύση (κι έπειτα τον Μπαρντίγια. Ο Δαρείος είναι γιος του Υστάσπη, τον οποίο εκ παραδρομής ο Ηρόδοτος (Γ΄»Θάλεια«, 70) παρουσιάζει ως κυβερνήτη της Περσίας, αλλά στην πραγματικότητα ήταν μάλλον σατράπης της Παρθίας κατά την περίοδο εκείνη (επιγραφή του Μπεχιστούν, 2η στήλη, 35/ Briant, όπ.π., σελ. 124), είχε δε συνοδέψει τον Κύρο στην εκστρατεία του στα βόρεια της Κεντρικής Ασίας. Ο ίδιος ο Δαρείος είχε ήδη διακριθεί προσωπικά, έχοντας διατελέσει φαρετροφόρος του Κύρου και δορυφόρος (arshtibara) του Καμβύση, κατείχε δηλαδή αξίωμα που τον καθιστούσε πρώτο τη τάξει μεταξύ των ευγενών της ακολουθίας του βασιλιά. Φυσικά, όσο κι αν ο Δαρείος προσπαθεί να παρουσιάσει εαυτόν ως νόμιμο διάδοχο, αποκλείεται να είχε στενή συγγένεια με τον Κύρο και τον Καμβύση, ενώ δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό ότι ανήκε σε ελάσσονα κλάδο της βασιλικής οικογένειας (Briant, όπ.π., σελ. 122 επ.). Η απόπειρά του (στην επιγραφή του Μπεχιστούν) να εμφανίσει ένα γενεαλογικό δέντρο που τον φέρνει δισέγγονο του ιδρυτή της δυναστείας Αχαιμένη (πρόσωπο που δεν μνημονεύεται από καμία προγενέστερη περσική πηγή) αποτελεί, κατά τον Μπριάν, απλώς επανακαθορισμό της δυναστικής νομιμότητας με αποκλειστική βάση το συμφέρον του Δαρείου.     

Φυσικά, υπάρχει και η παραλλαγή που απαξιώνει ηθικά τον Δαρείο κατά τρόπο απόλυτο. Να θεωρηθεί δηλαδή υπεύθυνος και του ατυχήματος που στέρησε τη ζωή του Καμβύση. Σε τέτοια περίπτωση, ο Δαρείος είναι το πρότυπο του ανήθικου συνωμότη και ο εξολοθρευτής της νόμιμης αυτοκρατορικής δυναστείας. Δεν είναι όμως ανάγκη να πάμε τόσο μακριά και να δεχτούμε τόσο τραβηγμένες υποθέσεις (εκτός ίσως κι αν ζηλεύουμε τη δόξα και τη φαντασία του Ηροδότου).     

Άλλωστε, η αυτοκρατορία μάλλον κέρδισε με τη δυναστική αλλαγή. Ο Δαρείος έμελλε να αποδειχθεί ο ικανότερος μονάρχης της: χαρίζοντάς της όχι μόνο τη μεγαλύτερη εδαφική επικράτεια (με την προσάρτηση των τριών σατραπειών του Ινδού), αλλά και τη σημαντικότερη οικονομική ανάπτυξη. Άδικα δηλαδή τον χαρακτήρισε ο Ηρόδοτος «κάπηλο»;

Ο τύραννος – μέρος Δ΄: η ιταλική αυτοκρατορία

Ιουλίου 20, 2010

   

Έχοντας ελέγξει τον καρχηδονιακό επεκτατισμό κι έχοντας θέσει υπό την κυριαρχία του το σύνολο των πόλεων των Σικελιωτών, ο Διονύσιος στρέφει το βλέμμα του πέρα από τα στενά της Μεσσήνης. Ο αρχικός στόχος είναι φυσικά το Ρήγιο, η πόλη που στάθηκε πάντα σύμμαχος στο πλευρό της παραδοσιακής αντιπάλου των Συρακουσών, της Μεσσήνης, η πόλη που αρνήθηκε με τρόπο ατιμωτικό το αίτημα επιγαμίας που είχε υποβάλει ο τύραννος των Συρακουσίων. Αλλά οι βλέψεις του Διονυσίου δεν μπορούν να περιοριστούν στον έλεγχο των στενών. Θεωρώντας τον εαυτό του πανελλήνιο ηγεμόνα, θα επιχειρήσει να υποτάξει όλους τους Ιταλιώτες. Παράλληλα, θα κινηθεί μεθοδικά για να απλώσει την κυριαρχία του σ’ όλη την Αδριατική, ιδρύοντας πολυάριθμες αποικίες τόσο στις ιταλικές όσο και στις βαλκανικές ακτές της. Τέλος, στον χώρο της μητροπολιτικής Ελλάδας, ο τύραννος θα αρκεσθεί στην υποστήριξη των συμμάχων του Λακεδαιμονίων, όχι πάντως δίχως να διερευνήσει τις προοπτικές επέκτασης της δύναμής του προς το Αιγαίο.     

Ι.   Ο Διονύσιος κατά των Ιταλιωτών     

Η Μεγάλη Ελλάδα πριν την εκστρατεία του Διονυσίου: Εάν το τέλος του 6ου αι. π.Χ. υπήρξε για τις πλούσιες πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας εποχή σκληρών πολέμων μεταξύ τους (με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την καταστροφή της Σύβαρης από τον Κρότωνα το 510), το μεγαλύτερο μέρος του 5ου αι. σκιάζεται από διαρκείς εσωτερικές έριδες οι οποίες σπαράσσουν τις περισσότερες πόλεις των Ιταλιωτών. Τα ολιγαρχικά καθεστώτα που είχαν εγκαθιδρύσει σε διάφορες πόλεις οι Πυθαγόρειοι ανατράπηκαν με αιματηρό τρόπο, χωρίς αυτή η αλλαγή να θέσει τέλος στις κοινωνικές ταραχές. Στην προσπάθειά τους για επιστροφή στην κοινωνική ειρήνη, οι Ιταλιώτες των πόλεων που ήταν αποικίες των Αχαιών στράφηκαν προς τη μητρόπολη ζητώντας τη μεσολάβησή της. Αποτέλεσμα αυτής της κίνησης είναι η οργάνωση των αχαϊκών αποικιών της Μεγάλης Ελλάδας σε μια συμπολιτεία, κατά το πρότυπο της μητροπολιτικής, η οποία είχε ως συμβολικό κέντρο το ιερό του Ομαρίου Διός που βρισκόταν στην επικράτεια του Κρότωνα.   

«καθ´ οὓς γὰρ καιροὺς ἐν τοῖς κατὰ τὴν Ἰταλίαν τόποις κατὰ τὴν Μεγάλην Ἑλλάδα τότε προσαγορευομένην ἐνεπρήσθη τὰ συνέδρια τῶν Πυθαγορείων, μετὰ ταῦτα γενομένου κινήματος ὁλοσχεροῦς περὶ τὰς πολιτείας, ὅπερ εἰκός, ὡς ἂν τῶν πρώτων ἀνδρῶν ἐξ ἑκάστης πόλεως οὕτω παραλόγως διαφθαρέντων, συνέβη τὰς κατ´ ἐκείνους τοὺς τόπους Ἑλληνικὰς πόλεις ἀναπλησθῆναι φόνου καὶ στάσεως καὶ παντοδαπῆς ταραχῆς. ἐν οἷς καιροῖς ἀπὸ τῶν πλείστων μερῶν τῆς Ἑλλάδος πρεσβευόντων ἐπὶ τὰς διαλύσεις, Ἀχαιοῖς καὶ τῇ τούτων πίστει συνεχρήσαντο πρὸς τὴν τῶν παρόντων κακῶν ἐξαγωγήν. οὐ μόνον δὲ κατὰ τούτους τοὺς καιροὺς ἀπεδέξαντο τὴν αἵρεσιν τῶν Ἀχαιῶν, ἀλλὰ καὶ μετά τινας χρόνους ὁλοσχερῶς ὥρμησαν ἐπὶ τὸ μιμηταὶ γενέσθαι τῆς πολιτείας αὐτῶν. παρακαλέσαντες γὰρ σφᾶς καὶ συμφρονήσαντες Κροτωνιᾶται, Συβαρῖται, Καυλωνιᾶται, πρῶτον μὲν ἀπέδειξαν Διὸς Ὁμαρίου κοινὸν ἱερὸν καὶ τόπον, ἐν ᾧ τάς τε συνόδους καὶ τὰ διαβούλια συνετέλουν, δεύτερον τοὺς ἐθισμοὺς καὶ νόμους ἐκλαβόντες τοὺς τῶν Ἀχαιῶν ἐπεβάλοντο χρῆσθαι καὶ διοικεῖν κατὰ τούτους τὴν πολιτείαν. ὑπὸ δὲ τῆς Διονυσίου Συρακοσίου δυναστείας, ἔτι δὲ τῆς τῶν περιοικούντων βαρβάρων ἐπικρατείας ἐμποδισθέντες οὐχ ἑκουσίως ἀλλὰ κατ´ ἀνάγκην αὐτῶν ἀπέστησαν» (Πολύβιος, Β΄, 39).     

Οι κίνδυνοι για τους Ιταλιώτες δεν είναι μόνο εσωτερικοί, καθόσον υφίστανται την όλο κι αυξανόμενη πίεση των ιθαγενών Ιταλών. Το 421 η Κύμη της Καμπανίας πέφτει στα χέρια των Σαμνιτών, ενώ λίγο αργότερα οι Λευκανοί κατακτούν την Ποσειδωνία. Ο κίνδυνος των βαρβάρων έχει ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση της συμπολιτείας, μια και ζητούν να προσχωρήσουν σ’ αυτήν και μη αχαϊκές πόλεις της Κάτω Ιταλίας, όπως το Ρήγιο, η Ελαία και οι Θούριοι. Όλες οι πόλεις της συμπολιτείας δεσμεύονταν να συνδράμουν στρατιωτικά όποια πόλη της δεχόταν επίθεση από εξωτερικό εχθρό, είτε βάρβαρο είτε ελληνική πόλη που δεν ήταν μέλος της συμμαχίας.     

Η εκστρατεία του Διονυσίου κατά του Ρήγιου: Ο τύραννος έκρινε ότι, για λόγους στρατηγικούς και πολιτικούς, ο αρχικός στόχος της εκστρατείας κατά των Ιταλιωτών έπρεπε να είναι το Ρήγιο. Έτσι, το 390 ξεκίνησε με 120 πλοία, 20.000 πεζούς στρατιώτες και 1.000 ιππείς, δύναμη την οποία αποβίβασε στα εδάφη των Ιταλιωτών συμμάχων του, των Επιζεφύριων Λοκρών. Ωστόσο, οι Ρηγίνοι, τους οποίους ενίσχυσαν στρατιωτικά οι σύμμαχοί τους Κροτωνιάτες, προβάλλουν μεγάλη αντίσταση στους Συρακούσιους και αναγκάζουν τον Διονύσιο να επιστρέψει με το στράτευμά του στη Μεσσήνη κι από κει στις Συρακούσες. Ο τύραννος αντιλαμβάνεται ότι η κατάκτηση της Ιταλίας δεν θα είναι εύκολη υπόθεση. Ξεπερνώντας τους όποιους ενδοιασμούς του, θα απευθυνθεί στους Λευκανούς και, για πρώτη φορά στη σταδιοδρομία του, θα συνάψει συμμαχία με βαρβάρους κατά ελληνικών πόλεων (Διόδωρος, ΙΔ΄, 100-101).     

Το σφάλμα των Θουρίων: Βάσει της συμφωνίας που σύναψαν με τον Διονύσιο, οι Λευκανοί εισβάλλουν άμεσα στην επικράτεια των Θουρίων (άνοιξη 389 π.Χ.). Σε αντίποινα, οι Θούριοι, δίχως να αναμείνουν την έλευση των συμμαχικών στρατευμάτων, αντεπιτίθενται και εισβάλλουν στην επικράτεια που ελέγχουν οι Λευκανοί. Με δύναμη 14.000 πεζών και 1.000 ιππέων βαδίζουν κατά της Λάου, αποικίας που είχαν ιδρύσει οι Συβαρίτες, αλλά πλέον ελεγχόταν από τους Λευκανούς. Οι βάρβαροι θα κατορθώσουν να αποκλείσουν τις δυνάμεις των Θουρίων σε μια στενή πεδιάδα, μόνη διέξοδος από την οποία ήταν ένας βραχώδης λόφος προς τη θάλασσα. Έχοντας αριθμητική υπεροχή (30.000 πεζούς και 4.000 ιππείς), οι Λευκανοί κατέσφαξαν μέρος των ελληνικών δυνάμεων, ενώ όσοι από τους οπλίτες των Θουρίων ξέφυγαν προσωρινά αναζήτησαν σωτηρία στο ύψωμα. Περικυκλωμένοι από τον εχθρό, οι Θούριοι βλέπουν πλοία να πλησιάζουν την ακτή. Νομίζοντας ότι πρόκειται για τον συμμαχικό στόλο, πολλοί από αυτούς τρέχουν προς τη θάλασσα και πέφτουν στο νερό για να ανακαλύψουν ότι στην πραγματικότητα αυτός που φτάνει είναι ο στόλος των Συρακουσίων με ναύαρχο τον Λεπτίνη, τον αδελφό του Διονυσίου. Επιδεικνύοντας πνεύμα φιλελληνισμού, ο Λεπτίνης όχι μόνο διασώζει τους στρατιώτες των Θουρίων, αλλά και πληρώνει ένα πολύ μεγάλο ποσό στους Λευκανούς ως λύτρα προκειμένου να εξαγοράσει την ελευθερία των αιχμαλώτων Ελλήνων. Ο τύραννος δεν θα εκτιμήσει καθόλου την ευγενή ενέργεια του αδελφού του, τον οποίο θα καθαιρέσει από το αξίωμα του ναυάρχου (αντικαθιστώντας τον με τον νεότερο αδελφό τους, τον Θεαρίδη).     

«τῶν δ´ Ἑλλήνων ἀνελπίστως τηλικούτῳ περιεχομένων κινδύνῳ, κατέβαινον εἰς τὸ πεδίον οἱ βάρβαροι. γενομένης δὲ παρατάξεως, καὶ τῶν Ἰταλιωτῶν καταπολεμηθέντων ὑπὸ τοῦ πλήθους τῶν Λευκανῶν, ἔπεσον μὲν πλείους τῶν μυρίων· παρήγγελλον γὰρ οἱ Λευκανοὶ μηθένα ζωγρεῖν· τῶν δὲ λοιπῶν οἱ μὲν ἐπί τινα πρὸς τῇ θαλάσσῃ λόφον ἔφυγον, οἱ δὲ θεωροῦντες ναῦς μακρὰς προσπλεούσας καὶ νομίζοντες τὰς τῶν Ῥηγίνων εἶναι, συνέφυγον εἰς τὴν θάλασσαν καὶ διενήχοντο ἐπὶ τὰς τριήρεις. ἦν δὲ ὁ στόλος ὁ προσπλέων Διονυσίου τοῦ τυράννου, καὶ ναύαρχος ὑπῆρχεν αὐτῷ Λεπτίνης ὁ ἀδελφός, ἀπεσταλμένος τοῖς Λευκανοῖς ἐπὶ βοήθειαν. ὁ μὲν οὖν Λεπτίνης δεξάμενος φιλανθρώπως τοὺς νηχομένους ὡς ἐπὶ τὴν γῆν ἀπεβίβασε καὶ ἔπεισε τοὺς Λευκανοὺς ὑπὲρ ἑκάστου τῶν αἰχμαλώτων λαβεῖν ἀργυρίου μνᾶν· οὗτοι δ´ ἦσαν τὸν ἀριθμὸν ὑπὲρ τοὺς χιλίους. γενόμενος δὲ τῶν χρημάτων ἐγγυητὴς καὶ διαλλάξας τοὺς Ἰταλιώτας τοῖς Λευκανοῖς ἔπεισεν εἰρήνην ποιήσασθαι, καὶ μεγάλης ἀποδοχῆς ἔτυχε παρὰ τοῖς Ἰταλιώταις, συμφερόντως αὑτῷ, οὐ λυσιτελῶς δὲ Διονυσίῳ συντεθεικὼς τὸν πόλεμον. ἤλπιζε γὰρ ὁ Διονύσιος τῶν Ἰταλιωτῶν πολεμούντων πρὸς Λευκανοὺς ἐπελθὼν ῥᾳδίως ἂν κρατῆσαι τῶν κατ´ Ἰταλίαν πραγμάτων, ἀπολελυμένων δὲ τηλικούτου πολέμου δυσχερῶς ἂν περιγενέσθαι. διόπερ τοῦτον μὲν ἀπήλλαξε τῆς ναυαρχίας, Θεαρίδην δὲ τὸν ἕτερον ἀδελφὸν ἡγεμόνα τοῦ στόλου κατέστησεν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 102).      

Η μάχη του Ελέπορου: Αφού σταθεροποίησε τις θέσεις του στα εδάφη που μόλις είχε καταλάβει, ο Διονύσιος βάδισε βόρεια της επικράτειας των Λοκρών και άρχισε να πολιορκεί την Καυλωνία. Οι Κροτωνιάτες ανέλαβαν να συναθροίσουν τις δυνάμεις της συμμαχίας των Ιταλιωτών προκειμένου να αποκρούσουν τον εισβολέα. Συγκεντρώθηκαν 25.000 πεζοί και 2.000 ιππείς, ενώ η αρχιστρατηγία δόθηκε σ’ έναν Συρακούσιο εξόριστο, τον Έλωρι, τον άνθρωπο που κάποτε είχε υιοθετήσει τον Διονύσιο έτσι ώστε ο δεύτερος να ανακτήσει τα πολιτικά δικαιώματά του. Οι δυνάμεις των Ιταλιωτών στρατοπέδευσαν κοντά στις όχθες του Ελέπορου (388). Ο Διονύσιος κινήθηκε αιφνιδιαστικά και συνέτριψε τους συμμάχους. Όσοι σώθηκαν από τη σφαγή κατέφυγαν σε ένα λόφο, χωρίς τρόφιμα, χωρίς καθόλου νερό και κάτω από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού. Η παράδοση των Ιταλιωτών ήταν πραγματικά ζήτημα ωρών. Ενώ όμως οι ηττημένοι περίμεναν να δοκιμάσουν την αγριότητα του νικητή, αυτός επέδειξε τέτοια μεγαλοψυχία που τους άφησε όλους ελεύθερους χωρίς να ζητήσει λύτρα, ενώ αναγνώρισε τυπικά την αυτονομία των πόλεών τους. Η απόφαση του Διονυσίου είχε προφανώς πολιτικά κίνητρα: έχοντας ήδη αποδείξει την ισχύ του με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο, είχε μόνο να κερδίσει από μια τέτοια απόφαση μεγαθυμίας. Πράγματι, το σύνολο σχεδόν των πόλεων των Ιταλιωτών αποδέχεται ευθύς αμέσως την επικυριαρχία του.     

«καὶ πάντων αὐτοῦ ὑποπτευόντων τὸ θηριῶδες, τοὐναντίον ἐφάνη πάντων ἐπιεικέστατος· τούς τε γὰρ αἰχμαλώτους ἀφῆκεν αὐτεξουσίους χωρὶς λύτρων καὶ πρὸς τὰς πλείστας τῶν πόλεων εἰρήνην συνθέμενος ἀφῆκεν αὐτονόμους. ἐπὶ δὲ τούτοις ἐπαίνου τυχὼν ὑπὸ τῶν παθόντων χρυσοῖς στεφάνοις ἐτιμήθη, καὶ σχεδὸνῶν εὖ  τοῦτ´ ἔδοξε πρᾶξαι ἐν τῷ ζῆν κάλλιστον» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 105).     

Μετά τη μάχη του Ελέπορου, η Καυλωνία και το Ιππώνιο δεν έχουν άλλη επιλογή από το να υποταγούν στον Διονύσιο. Ο τύραννος εκτοπίζει τους κατοίκους των δύο πόλεων στις Συρακούσες, παρέχοντάς τους φορολογική ατέλεια για πέντε χρόνια, ενώ τα εδάφη τους τα δίνει στους συμμάχους του, τους Λοκρούς (όπ.π., ΙΔ΄, 106-107).     

Το τέλος του Ρήγιου: Οι Ρηγίνοι έχουν αντιληφθεί ότι πλέον είναι απομωνομένοι και δεν μπορούν να περιμένουν βοήθεια από κανέναν: «οὔτε γὰρ συμμάχους οὔτε δύναμιν ἀξιόμαχον εἶχον» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 106). Για να σώσουν την πόλη τους κάνουν τεράστιες θυσίες: πληρώνουν στον Διονύσιο 300 τάλαντα ως πολεμική αποζημίωση, παραδίδουν τον στόλο τους, καθώς και εκατό πολίτες ως ομήρους. Για τον τύραννο η σύναψη συνθήκης ειρήνης με το μισητό Ρήγιο δεν είναι παρά μέσο για την χωρίς απώλειες εξουδέτέρωση της ναυτικής δύναμης του εχθρού.     

«καὶ γὰρ ἐν τῷ πρότερον ἐνιαυτῷ τὴν εἰρήνην συνέθετο πρὸς αὐτοὺς οὐ τῆς φιλίας ὀρεγόμενος, ἀλλὰ τὴν ναυτικὴν δύναμιν παρελέσθαι βουλόμενος, οὖσαν τριήρων ἑβδομήκοντα· διελάμβανε γὰρ τῆς κατὰ θάλατταν βοηθείας ἀποκλεισθείσης ῥᾳδίως ἐκπολιορκήσειν τὴν πόλιν. διόπερ κατὰ τὴν Ἰταλίαν ἐνδιατρίβων ἐζήτει πρόφασιν εὔλογον, δι´ ἧς οὐ παρὰ τὴν ἀξίαν τὴν ἰδίαν δόξει λελυκέναι τὰς συνθήκας. ἀγαγὼν οὖν πρὸς τὸν πορθμὸν τὰς δυνάμεις, τὰ πρὸς τὴν διάβασιν παρεσκευάζετο» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 107-108).        

Ζητώντας τον ανεφοδιασμό του στρατού του, με τον οποίο έχει περικυκλώσει την πόλη, ο Διονύσιος ουσιαστικά εξαναγκάζει τους Ρηγίνους να του αντισταθούν. Ηρωϊκά, αλλά μάταια. Μετά από έντεκα μήνες πολιορκίας, οι πεινασμένοι πολιορκημένοι συνθηκολογούν (387). Ο Διονύσιος έχει ολοκληρώσει το σχέδιό του να καταστεί αποκλειστικός κύριος των στενών της Μεσσήνης. Μεθοδικά, ο τύραννος θα συνεχίσει να ενισχύει τις θέσεις του στην Κάτω Ιταλία. Μετά την υποταγή και του Κρότωνα, το 378 π.Χ., ο Διονύσιος είναι πλέον κυρίαρχος όλης της Μεγάλης Ελλάδας: όλες οι πόλεις της είναι υποτελείς σ’ αυτόν ή σύμμαχοί του (Επιζεφύριοι Λοκροί, Τάρας, Μεταπόντιο).     

ΙΙ.    Ο Διονύσιος θαλασσοκράτορας     

Η ανάμειξη του Διονυσίου στη μητροπολιτική Ελλάδα: Το μεγάλο πλεονέκτημα του Διονυσίου είναι η ναυτική ισχύς του. Με αυτό το όπλο θα επιχειρήσει να καταστεί ρυθμιστής της πολιτικής κατάστασης στην κυρίως Ελλάδα. Η πρώτη παρέμβασή του είναι πιο μετριοπαθής ως προς τις φιλοδοξίες της, καθώς εντάσσεται στο πλαίσιο της συμμαχίας του με τη Σπάρτη. Το 387 π.Χ. στέλνει είκοσι πολεμικά πλοία στον Ελλήσποντο για να βοηθήσει τον Σπαρτιάτη ναύαρχο Ανταλκίδα στη σύγκρουσή του με τους Αθηναίους. Η βοήθεια του Διονυσίου θα αποδειχθεί καθοριστική προκειμένου οι Αθηναίοι να δεχτούν την Ειρήνη του Μεγάλου Βασιλεά (386). Ο Συρακούσιος γνωρίζει πολύ καλά ότι η ανασυγκρότηση της αθηναϊκής ναυτικής δύναμης αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τα επεκτατικά του σχέδια.

Η δεύτερη παρέμβαση του τυράννου είναι πιο φιλόδοξη. Με τη βοήθεια των Ιλλυριών συμμάχων του επαναφέρει στον θρόνο των Μολοσσών της Ηπείρου τον φίλο του Αλκέτα, ο οποίος εξόριστος είχε βρει καταφύγιο στις Συρακούσες (385-384). Στην Ελλάδα εξαπλώνεται η φήμη ότι ο Διονύσιος προτίθεται να επεκτείνει τα εδάφη του προς Νότον, επιτιθέμενος στο ιερό των Δελφών.

» Ἔσπευδε γὰρ ἄφνω μεγάλαις δυνάμεσιν ἐπιπλεῦσαι τοῖς κατὰ τὴνΗπειρον τόποις καὶ συλῆσαι τὸ ἐν Δελφοῖς τέμενος, γέμον πολλῶν χρημάτων. Διὸ καὶ πρὸς ᾿Ιλλυριοὺς ἐποιήσατο συμμαχίαν δι‘ ᾿Αλκέτου τοῦ Μολοττοῦ, ὃς ἐτύγχανε φυγὰς ὢν καὶ διατρίβων ἐν ταῖς Συρακούσαις. Τῶν δ‘ ᾿Ιλλυριῶν ἐχόντων πόλεμον, ἐξαπέστειλεν αὐτοῖς συμμάχους στρατιώτας δισχιλίους καὶ πανοπλίαςΕλληνικὰς πεντακοσίας. Οἱ δ‘ ᾿Ιλλυριοὶ τὰς μὲν πανοπλίας ἀνέδωκαν τοῖς ἀρίστοις τῶν στρατιωτῶν, τοὺς δὲ στρατιώτας κατέμιξαν τοῖς ἰδίοις στρατιώταις. Πολλὴν δὲ δύναμιν ἀθροίσαντες ἐνέβαλον εἰς τὴνΗπειρον καὶ κατῆγον τὸν ᾿Αλκέταν ἐπὶ τὴν τῶν Μολοττῶν βασιλείαν» (Διόδωρος, ΙΕ΄, 13, 1-3).  

Οι Σπαρτιάτες αντιδρούν άμεσα και διώχνουν τους Ιλλυριούς από την Ήπειρο. Όπως σημειώνει ο Pierre Carlier (“Le IVe siècle grec”, σειρά “Nouvelle Histoire de l’ Antiquité”, vol. 5, Coll. Points, εκδ. Seuil, Παρίσι 1995, σελ. 186) «εάν κάποια στιγμή ο Διονύσιος είχε την πρόθεση να επεκτείνει την επιρροή του στην κυρίως Ελλάδα αντιλαμβάνεται πλέον ότι οι Λακεδαιμόνιοι σύμμαχοί του θα αντιταχθούν δυναμικά σε τέτοιου είδους βλέψεις». Ο τύραννος πρέπει να εστιάσει την προσοχή του στην Αδριατική.

Η απόκτηση του ελέγχου της Αδριατικής: Έχοντας ήδη τον έλεγχο των στενών της Μεσσήνης, ο Συρακούσιος αποκτά και τον έλεγχο των στενών του Οτράντο και σταδιακά ολόκληρης της Αδριατικής. Το σχέδιο υλοποιείται με την ίδρυση πολυάριθμων αποικιών κι από τις δύο πλευρές της θάλασσας. Το 385 ιδρύει τη Λίσσο στις νότιες ακτές της Ιλλυρίας, ενώ λίγο αργότερα αποικίζει με μισθοφόρους την Ίσσα, νησί κοντά στις δαλματικές ακτές, και ενισχύει την προσπάθεια των Κνιδίων να επεκτείνουν τη γειτονική αποικία τους, την Κόρκυρα Μέλαινα. Ομοίως θα βοηθήσει τους Πάριους να ιδρύσουν την αποικία της Φάρου (384), πάντα στις ακτές της Δαλματίας. Ακόμη πιο φιλόδοξες είναι οι προσπάθειες αποικισμού των ιταλικών ακτών της Αδριατικής: ίδρυση της Αγκώνας (πιθανώς το 387) και της Αδρίας (385;) στο δέλτα του Πάδου. Έτσι, ο Διονύσιος συνάπτει σχέσεις με τους Γαλάτες που έχουν εγκατασταθεί στην περιοχή και στρατολογεί αρκετούς από αυτούς ως μισθοφόρους. Επιπλέον, αυξάνει τα εισοδήματά τους χάρη στους φόρους και δασμούς που επιβάλλει στα εμπορεύματα (ήλεκτρο, κασσίτερος, σιτηρά της κοιλάδας του Πάδου).

Ο Διονύσιος θα επιχειρήσει να επεκτείνει την κυριαρχία του και στο Τυρρηνικό πέλαγος, χωρίς πάντως να πετύχει τα ίδια αποτελέσματα με αυτά στην Αδριατική. Οι σημαντικότερες επιτυχίες του ήταν η λεηλασία του ετρουσκικού ιερού στους Πύργους, η οποία του απέφερε σημαντικά λάφυρα, και η παρουσία του για ορισμένο χρονικό διάστημα στην Κορσική.

» Διονύσιος δὲ χρημάτων ἀπορούμενος ἐστράτευσεν ἐπὶ Τυρρηνίαν, ἔχων τριήρεις ἑξήκοντα, πρόφασιν μὲν φέρων τὴν τῶν λῃστῶν κατάλυσιν, τῇ δ’ ἀληθείᾳ συλήσων ἱερὸν ἅγιον, γέμον μὲν ἀναθημάτων πολλῶν, καθιδρυμένον δ’ ἐν ἐπινείῳ πόλεως ᾿Αγύλλης Τυρρηνίδος· τὸ δ’ ἐπίνειον ὠνομάζετο Πύργοι. Καταπλεύσας δὲ νυκτὸς καὶ τὴν δύναμιν ἐκβιβάσας, ἅμ’ ἡμέρᾳ προσπεσὼν ἐκράτησε τῆς ἐπιβολῆς· ὀλίγων γὰρ ὄντων ἐν τῷ χωρίῳ φυλάκων, βιασάμενος αὐτοὺς ἐσύλησε τὸ ἱερὸν καὶ συνήθροισεν οὐκ ἔλαττον ταλάντων χιλίων» (Διόδωρος, ΙΕ΄, 14, 3-4).

Κύριος ολόκληρης της Αδριατικής, ο Διονύσιος «μπορεί να εμποδίσει τη διέλευση σε οποιονδήποτε πολεμικό στόλο. Το εμπόριο μεταξύ της Ελλάδας, αφενός, και της Σικελίας και της Ιταλίας, αφετέρου,… εξαρτάται αποκλειστικά από την καλή του θέληση» (P. Carlier, όπ.π.). Η αυτοκρατορία του τυράννου των Συρακουσίων βρίσκεται αναμφίβολα στο απόγειό της.   

Ο τύραννος – μέρος Γ΄: εδραίωση και επέκταση

Μαΐου 31, 2010

    

Στο προηγούμενο επεισόδιο είδαμε πώς ο Διονύσιος, μετά την άδοξη ήττα στη μάχη της Γέλας, κατόρθωσε να αντιμετωπίσει με επιτυχία τη στάση των Συρακούσιων ιππέων και την καρχηδονιακή απειλή, δύο κινδύνους που θα μπορούσαν κάλλιστα να τερματίσουν πολύ γρήγορα τη σταδιοδρομία του ως ηγεμόνα των Συρακουσών. Οι επόμενες κινήσεις του Διονυσίου, μεθοδικές και σταθερές, θα γίνουν με βάση αυτούς τους δύο άξονες πολιτικής: εδραίωση και θωράκιση της εξουσίας του στην πόλη (προστασία από τον εσωτερικό εχθρό) και επέκταση της ηγεμονίας του στις υπόλοιπες πόλεις, με τρόπο που να καταδεικνύει ότι ο βασικός σκοπός του τυράννου είναι η απόκρουση του καρχηδονιακού ιμπεριαλισμού (αντιμετώπιση του εξωτερικού εχθρού). Και στις δύο προσπάθειές του ο Διονύσιος θα συναντήσει σοβαρά εμπόδια. Και στις δύο περιπτώσεις θα κατορθώσει τελικά να επιβάλει την εξουσία του, έστω και με απώλειες ή μετά από πρόσκαιρες ή σχετικές αποτυχίες.         

Ι. Ο Διονύσιος θωρακίζει την εξουσία του στις Συρακούσες και προετοιμάζει τις επεκτατικές κινήσεις του       

Η οχύρωση της Ορτυγίας και οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις: Επιδιώκοντας να προστατευθεί από τον εσωτερικό εχθρό (δηλαδή τους συμπολίτες του, δημοκρατικούς ή ολιγαρχικούς, που θα τολμούσαν να αμφισβητήσουν με οποιονδήποτε τρόπο την εξουσία του ως τυράννου), ο Διονύσιος αποφασίζει να εγκατασταθεί στο νησί της Ορτυγίας (που ανέκαθεν αποτελούσε την καρδιά της πόλης), να χτίσει εκεί το ανάκτορό του και να την οχυρώσει με τείχη, καθιστώντας την απόρθητο φρούριο. Στην Ορτυγία επιτρεπόταν να διαμένουν μόνο οι φίλοι και οι μισθοφόροι-σωματοφύλακες του τυράννου. Ταυτόχρονα, ο Διονύσιος θα προχωρήσει στην υλοποίηση ενός προγράμματος κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, χρησιμοποιώντας κυρίως το χρήμα που προερχόταν από τη δήμευση των περιουσιών των πολιτικών αντιπάλων του. Διανέμει εκτάσεις γης και παραχωρεί πολιτικά δικαιώματα σε πολυάριθμους «νεοπολίτες» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 7), δηλαδή είτε σε μισθοφόρους του είτε σε Συρακούσιους προερχόμενους από τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα (ανάμεσά τους και σε πολλούς άκληρους αγρότες των οποίων το νομικό καθεστώς ήταν παρεμφερές αυτού των ειλώτων της Σπάρτης). Με τις αλλαγές αυτές, ο Διονύσιος εξασφαλίζει την αφοσίωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού: οι ευεργετηθέντες γνωρίζουν καλά το επισφαλές της κατάστασής τους. Οφείλουν τα πάντα στον Διονύσιο: σε περίπτωση καθεστωτικής μεταβολής θα χάσουν με βεβαιότητα τα πολιτικά δικαιώματα και προνόμιά τους (Pierre Carlier “Le IVe siècle grec”, σειρά “Nouvelle Histoire de l’ Antiquité”, vol. 5, Coll. Points, εκδ. Seuil, Παρίσι 1995, σελ. 178).

Η εξέγερση των Συρακουσίων: Αισθανόμενος πλέον ασφαλής, ο τύραννος επιχειρεί το 404-403 π.Χ. να επιβάλλει την ηγεμονία του στις πόλεις των ιθαγενών Σικελών που βρίσκονται στο ανατολικό τμήμα του νησιού, βόρεια των Συρακουσών. Οι υπολογισμοί του αποδεικνύονται εσφαλμένοι, Ενώ πολιορκεί την πόλη των Ερβησίνων, πληροφορείται ότι οι Συρακούσιοι έχουν εξεγερθεί και μάλιστα έχουν έρθει σε συνεννόηση με τους αριστοκράτες ιππείς που έχουν καταφύγει στο φρούριο της Αίτνας προκειμένου να καταλύσουν την τυραννίδα. Ο Διονύσιος επιστρέφει εσπευσμένα στην Ορτυγία. Ακολουθεί ένα πολιτικό συμβούλιο σε εξαιρετικά τεταμένη ατμόσφαιρα, το οποίο μας περιγράφει ο Διόδωρος. Ακόμη και σ’ αυτήν την τόσο κρίσιμη στιγμή, όταν όλα δείχνουν ότι έχει φτάσει το τέλος, ο Διονύσιος αντιδρά τελικά ψύχραιμα και αποφασιστικά. Προφασίζεται ότι θέλει να διαπραγματευτεί με τους στασιαστές για να εξασφαλίσει δήθεν την ασφαλή αποχώρησή του από τις Συρακούσες, ενώ στέλνει τον Φίλιστο να στρατολογήσει μισθοφόρους στην Καμπανία.

«Διονύσιος δὲ τῆς εἰς τὴν χώραν ἐξόδου διακεκλεισμένος καὶ ὑπὸ τῶν μισθοφόρων ἐγκαταλειπόμενος, συνήγαγε τοὺς φίλους βουλευσόμενος περὶ τῶν ἐνεστώτων· οὕτω γὰρ τελέως ἀπήλπιστο τὰ τῆς δυναστείας, ὥστε οὐ ζητεῖν αὐτόν, πῶς καταπολεμήσῃ τοὺς Συρακοσίους, ἀλλὰ ποῖον ὑπομείνας θάνατον μὴ παντελῶς ἄδοξον ποιήσῃ τὴν κατάλυσιν τῆς ἀρχῆς. Ἕλωρις μὲν οὖν, εἷς τῶν φίλων, ὡς δ´ ἔνιοί φασιν, ποιητὸς πατήρ, εἶπεν αὐτῷ, διότι καλὸν ἐντάφιόν ἐστιν τυραννίς· Πολύξενος δὲ κηδεστὴς ἀπεφήνατο δεῖν λαβόντα τὸν ὀξύτατον ἵππον εἰς τὴν τῶν Καρχηδονίων ἐπικράτειαν ἀφιππεῦσαι πρὸς τοὺς Καμπανούς· τούτους γὰρ Ἰμίλκων ἀπελελοίπει φυλακῆς ἕνεκα τῶν κατὰ Σικελίαν τόπων· Φίλιστος δ´ μετὰ ταῦτα τὰς ἱστορίας συνταξάμενος, ἀντειπὼν τῷ Πολυξένῳ, προσήκειν ἔφησεν {δεῖν} οὐκ ἐφ´ ἵππου θέοντος ἐκπηδᾶν ἐκ τῆς τυραννίδος, ἀλλὰ τοῦ σκέλους ἑλκόμενον ἐκπίπτειν. προσσχὼν Διονύσιος ἔκρινε πᾶν ὑπομεῖναι πρότερον τὴν δυναστείαν ἐκλιπεῖν ἑκουσίως. διόπερ ἀποστείλας πρέσβεις πρὸς τοὺς ἀφεστηκότας, τούτους μὲν παρεκάλει δοῦναι τὴν ἐξουσίαν αὐτῷ μετὰ τῶν ἰδίων ἀπελθεῖν ἐκ τῆς πόλεως, πρὸς δὲ τοὺς Καμπανοὺς λάθρᾳ διαπεμψάμενος ὡμολόγησεν αὐτοῖς δώσειν χρήματα ὅσα ἂν αἰτήσωσιν εἰς τὴν πολιορκίαν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 8).

Με τη βοήθεια του μισθοφορικού σώματος, ο Διονύσιος συντρίβει τους εξεγερμένους και αποκαθιστά την εξουσία του στην πόλη. Αυτή τη φορά θα φροντίσει να μην επιδείξει την ίδια σκληρότητα και να περιορίσει τα αντίποινα στο ελάχιστο αναγκαίο. Η σχετική επιείκεια του τυράννου θα βοηθήσει στην εγκαθίδρυση ενός κλίματος ισορροπίας και αποδοχής της εξουσίας του. Οι Συρακούσιοι έχουν καταλάβει ποιός είναι ο ηγεμόνας του και ότι η εκθρόνισή του είναι σχεδόν αδύνατη. Άλλωστε, ο Διονύσιος έχει κατορθώσει στο μεταξύ να συνάψει συμμαχία με την ελληνική υπερδύναμη της εποχής. Η Σπάρτη όχι μόνο αναγνώρισε την εξουσία του, αλλά και υποσχέθηκε να του παράσχει κάθε διευκόλυνση όσον αφορά τη στρατολόγηση μισθοφορικών δυνάμεων. 

Ο Διονύσιος επιβάλλει την ηγεμονία των Συρακουσών στην ανατολική Σικελία: Η όποια κίνηση κατά του εξωτερικού εχθρού προϋποθέτει την αποκατάσταση της ηγεμονίας των Συρακουσών στην ανατολική Σικελία. Ο Διονύσιος στρέφεται πρώτα κατά των πόλεων που ήταν αποικίες των Χαλκιδέων (Διόδωρος, ΙΔ΄, 14 επ.). Εκμεταλλευόμενος την προδοσία, εκπορθεί τη Νάξο και την Κατάνη, τις οποίες ισοπεδώνει και εξανδραποδίζει τους κατοίκους τους. Έπειτα εγκαθιστά Καμπανούς μισθοφόρους στα εδάφη της Κατάνης και Σικελούς στη Νάξο. Μετά από αυτά, οι Λεοντίνοι υποτάσσονται στην εξουσία του. Ο τύραννος εκτοπίζει τους κατοίκους τους στις Συρακούσες, απονέμοντάς τους όμως πολιτικά δικαιώματα. Στη συνέχεια στρέφεται κατά των δύο πόλεων των στενών, τη Μεσσήνη και το Ρήγιο. Οι δύο πόλεις ήταν παραδοσιακά εχθρικές απέναντί του, καθώς τις ανησυχούσαν οι επεκτατικές βλέψεις του Συρακούσιου ηγεμόνα. Το 403 είχαν βοηθήσει τους Συρακούσιους στασιαστές, ενώ στη συνέχεια σύναψαν στρατιωτική συμμαχία για να αντιμετωπίσουν τον Διονύσιο (399). Εντούτοις, η αντίσταση της Μεσσήνης εξουδετερώνεται εύκολα με διπλωματικά μέσα: λέγεται ότι ο Διονύσιος δωροδόκησε πολλούς επιφανείς πολίτες της Μεσσήνης προκειμένου αυτοί να υποστηρίξουν τη συμμαχία με τον τύραννο των Συρακουσίων ως τη μόνη ρεαλιστική πολιτική. Το Ρήγιο απομονώνεται. Ο Διονύσιος είναι βέβαιος ότι θα κάμψει και αυτήν την αντίσταση, χρησιμοποιώντας ένα άλλο διπλωματικό μέσο, τον γάμο.

Οι διπλοί γάμοι του Διονυσίου: Μετά τη φριχτή δολοφονία της Αρετής, ο Διονύσιος είναι χήρος. Ωστόσο, έχει έρθει το πλήρωμα του χρόνου για ένα νέο γάμο: η ίδρυση μιας δυναστείας επιβάλλει την απόκτηση απογόνων. Τί το καλύτερο, όμως, από ένα γάμο που θα συνδυάζει και πολιτικά οφέλη; Ο Διονύσιος προτείνει στους πολίτες του εχθρικού Ρήγιου να του δώσουν ως σύζυγο μια από τις κόρες των αριστοκρατών τους. Οι Ρηγίνοι είναι ξεροκέφαλοι: η Εκκλησία του Δήμου θα απορρίψει την πρόταση. Ή μάλλον, για να είμαστε ακριβείς, θα απαντήσει στον Συρακούσιο ότι μπορεί να του δώσει ως νύφη την κόρη του δημίου της πόλης. Ο τύραννος μπορεί να έχει εξοργιστεί από την προσβολή, αλλά έχει έτοιμη και την εκδίκησή του. Απευθύνει το ίδιο αίτημα στην πόλη των Επιζεφύριων Λοκρών, παραδοσιακών εχθρών των γειτόνων τους του Ρηγίου. Οι Λοκροί θα αποδεχθούν ασμένως την πρόταση του τυράννου και θα του δώσουν ως νύφη τη Δωρίδα, κόρη ενός από τους επιφανέστερους αριστοκράτες της πόλης. Ανάμεσα στις σύμμαχες πλέον πόλεις του Διονυσίου, Μεσσήνη και Λοκρούς, το Ρήγιο μένει εντελώς απομονωμένο γεωγραφικά και πολιτικά.

«πρὸς δὲ Ῥηγίνους ἀπέστειλε πρεσβευτάς, παρακαλῶν ἐπιγαμίαν ποιήσασθαι καὶ δοῦναι τῶν πολιτικῶν παρθένων αὐτῷ μίαν συμβιώσασθαι· ἐπηγγέλλετο δ´ αὐτοῖς πολλὴν τῆς συνοριζούσης χώρας κατακτήσεσθαι, τὴν πόλιν δ´ αὐξήσειν ἐφ´ ὅσον ἂν αὐτὸς ἰσχύῃ. τῆς γὰρ γυναικὸς αὐτοῦ, θυγατρὸς δ´ Ἑρμοκράτους, κατὰ τὴν ἀπόστασιν τῶν ἱππέων ἀνῃρημένης, ἔσπευδε τεκνοποιήσασθαι, διαλαμβάνων τῇ τῶν γεννηθέντων εὐνοίᾳ βεβαιότατα τηρήσειν τὴν δυναστείαν. οὐ μὴν ἀλλ´ ἐν τῷ Ῥηγίῳ συναχθείσης περὶ τούτων ἐκκλησίας, καὶ πολλῶν ῥηθέντων λόγων, ἔδοξε τοῖς Ῥηγίνοις μὴ δέξασθαι τὴν ἐπιγαμίαν. Διονύσιος δ´ ἀποτυχὼν ταύτης τῆς ἐπιβολῆς, περὶ τῶν αὐτῶν ἀπέστειλε τοὺς πρεσβευτὰς πρὸς τὸν δῆμον τῶν Λοκρῶν. ὧν ψηφισαμένων τὴν ἐπιγαμίαν, ἐμνήστευεν ὁ Διονύσιος Δωρίδα τὴν Ξενέτου θυγατέρα, κατ´ ἐκεῖνον τὸν χρόνον ὄντος ἐνδοξοτάτου τῶν πολιτῶν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 44).

Για να δείξει ότι βρίσκεται υπεράνω των νόμων θεών και ανθρώπων, ο Διονύσιος θα νυμφευθεί δύο γυναίκες, Εκτός από τη Δωρίδα, θα διαλέξει ως νύφη και τη Συρακούσια αριστοκράτισσα Αριστομάχη. Σύμφωνα με την παράδοση, οι δύο γάμοι του Διονυσίου τελέσθηκαν ταυτόχρονα. Την ώρα που το πλοίο που μετέφερε τη Δωρίδα αγκυροβολούσε στο λιμάνι των Συρακουσών, ένα τέθριππο που το έσερναν λευκά άλογα έφτανε στο σπίτι της Αριστομάχης για να την οδηγήσει στον τόπο τέλεσης του γάμου. Η τελετή των διπλών γάμων είναι πλήρης συμβολισμών, σφραγίζει κατά κάποιο τρόπο τους δεσμούς του τυράννου με τους Συρακούσιους και με τους Έλληνες της Δύσης.

«ὀλίγαις δ´ ἡμέραις πρὸ τῶν γάμων ἀπέστειλεν εἰς Λοκροὺς πεντήρη πρῶτον νεναυπηγημένην, ἀργυροῖς καὶ χρυσοῖς κατασκευάσμασι κεκοσμημένην· ἐφ´ ἧς διακομίσας τὴν παρθένον εἰς τὰς Συρακούσας εἰσήγαγεν εἰς τὴν ἀκρόπολιν. ἐμνηστεύσατο δὲ καὶ τῶν πολιτικῶν τὴν ἐπισημοτάτην Ἀριστομάχην, ἐφ´ ἣν ἀποστείλας λευκὸν τέθριππον ἤγαγεν εἰς τὴν ἰδίαν οἰκίαν. περὶ δὲ τὸν αὐτὸν χρόνον ἀμφοτέρας γήμας συνεχεῖς ἑστιάσεις ἐποιεῖτο τῶν στρατιωτῶν καὶ τῶν πλείστων πολιτῶν· ἀπετίθετο γὰρ ἤδη τὸ πικρὸν τῆς τυραννίδος, καὶ μεταβαλλόμενος εἰς ἐπιείκειαν φιλανθρωπότερον ἦρχε τῶν ὑποτεταγμένων, οὔτε φονεύων οὔτε φυγάδας ποιῶν, καθάπερ εἰώθει» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 44-45).

Η προετοιμασία του πολέμου κατά των Καρχηδονίων: Ελεύθερος πια για να σχεδιάσει την αντεπίθεσή του κατά των «βαρβάρων», ο Διονύσιος θα επιλέξει να οχυρώσει την πόλη του με τέτοιο τρόπο που να την καταστήσει ουσιαστικά απόρθητη. Για τον σκοπό αυτό, όχι μόνο θα διαθέσει τεράστια χρηματικά ποσά, αλλά θα χρησιμοποιήσει και κάθε δυνατό μέσο για να εξασφαλίσει τη γρήγορη και επιτυχή περάτωση του έργου. Υπόσχεται πλούσια πριμ στους αρχιτέκτονες, εργολάβους και εργάτες που θα καταφέρουν να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν το έργο πριν λήξουν οι προθεσμίες. Η παράδοση του κάθε τμήματος προϋποθέτει τον εξονυχιστικό έλεγχο των αρχών: τυχόν κακοτεχνίες έχουν ως συνέπεια τη θανάτωση του εργολάβου. Ταυτόχρονα, τα εργαστήρια της πόλης δουλεύουν πυρετωδώς για να κατασκευάσουν τις πανοπλίες και τα όπλα των πολεμιστών. Ο Διονύσιος αναθέτει σε μηχανικούς τον σχεδιασμό και την κατασκευή νέων επιθετικών όπλων και πολιορκητικών μηχανών. Σύμφωνα με την παράδοση, οι προετοιμασίες αυτές είχαν ως αποτέλεσμα και την εφεύρεση του καταπέλτη (είτε με τη μορφή του γαστραφέτη, που έμοιαζε περισσότερο με τη βαλλίστρα, είτε με αυτήν του λιθοβόλου, που βρίσκεται πιο κοντά στην αντίληψή μας για τον καταπέλτη): «ὅπλα παμπληθῆ κατεσκευάζετο. καὶ γὰρ τὸ καταπελτικὸν εὑρέθη κατὰ τοῦτον τὸν καιρὸν ἐν Συρακούσαις, ὡς ἂν τῶν κρατίστων τεχνιτῶν πανταχόθεν εἰς ἕνα τόπον συνηγμένων» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 42). Παράλληλα, στο ναύσταθμο των Συρακουσών ναυπηγούνται πολυάριθμα πολεμικά πλοία (τριήρεις και πεντήρεις). Με την ολοκλήρωση αυτών των προετοιμασιών, ο Διονύσιος προχωρά στη στρατολόγηση: οι δυνάμεις του αποτελούνται κατά το ήμισι από Συρακούσιους και Σικελιώτες, ενώ οι υπόλοιποι είναι μισθοφόροι, κυρίως Λακεδαιμόνιοι, προερχόμενοι από τις κατώτερες τάξεις της σπαρτιατικής κοινωνίας (υπομείωνες, δηλαδή πρώην όμοιοι Σπαρτιάτες που έχασαν τα κτήματά τους και μαζί την ιδιότητα του πολίτη, νεοδαμώδεις – απελεύθεροι είλωτες που πολέμησαν στον σπαρτιατικό στρατό – , νόθοι – γιοι Σπαρτιατών ομοίων με γυναίκες από την τάξη των ειλώτων – και μόθακες, δηλαδή παιδιά κατωτέρων ή ειλώτων που για διάφορους λόγους έγιναν δεκτά στο σπαρτιατικό εκπαιδευτικό σύστημα της αγωγής). 

ΙΙ. Ο δεύτερος πόλεμος του Διονυσίου κατά των Καρχηδονίων

Πρώτη περίοδος του πολέμου – από την άλωση της Μοτύης στη νέα πολιορκία των Συρακουσών: Ο Διονύσιος έπραξε οτιδήποτε ήταν δυνατό για να έχει με το μέρος του όλες τις πιθανότητες επιτυχίας στον πόλεμο κατά των Καρχηδονίων. Οχύρωσε τις Συρακούσες, συγκέντρωσε μεγάλο στράτευμα και το εξόπλισε με τα τελειότερα για την εποχή όπλα, σύναψε συμμαχίες με τις άλλες ελληνικές πόλεις της Σικελίας και επέβαλε τον εαυτό του ως ηγέτη μιας πανελλήνιας εκστρατείας κατά των βαρβάρων. Συγκαλεί την Εκκλησία του Δήμου των Συρακουσίων και ζητεί την κήρυξη του πολέμου κατά του εχθρού, μια και η συγκυρία είναι η πλέον ευνοϊκή καθώς ο εχθρός είναι αποδυναμωμένος (φαίνεται πως ακόμη μια επιδημία έχει πλήξει την Καρχηδόνα). Οι Συρακούσιοι εγκρίνουν ενθουσιωδώς το σχέδιο του Διονυσίου. Η πρώτη κίνηση συνίσταται στη δήμευση των περιουσιών των Καρχηδονίων εμπόρων που είναι εγκατεστημένοι στις Συρακούσες και στις άλλες ελληνικές πόλεις και στην κατάσχεση των καρχηδονιακών εμπορικών πλοίων που είχαν την ατυχία να είναι ελλιμενισμένα σε ελληνικά λιμάνια τη συγκεκριμένη στιγμή. Έπειτα ο Διονύσιος, με κάθε επισημότητα, στέλνει πρέσβεις στην Καρχηδόνα για να διακηρύξει ότι θα πολεμήσει τους Καρχηδόνιους αν αυτοί δεν αποσυρθούν από όλες τις ελληνικές πόλεις.

«Διονύσιος δ´ τῶν Συρακοσίων τύραννος, ἐπειδὴ πάντα τὰ πρὸς {τὸν} πόλεμον αὐτῷ κατεσκεύαστο κατὰ τὴν ἰδίαν προαίρεσιν, ἐξέπεμψεν εἰς Καρχηδόνα κήρυκα, δοὺς ἐπιστολὴν πρὸς τὴν γερουσίαν· ἐν ταύτῃ δὲ γεγραμμένον ἦν ὅτι Συρακοσίοις δεδογμένον εἴη πολεμεῖν πρὸς Καρχηδονίους, ἐὰν μὴ τῶν Ἑλληνίδων πόλεων ἐκχωρήσωσιν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 47).

Την άνοιξη του 397, ο Διονύσιος ξεκινά με ένα εντυπωσιακό σε δύναμη στράτευμα  (80.000 πεζοί, 3.000 ιππείς, σχεδόν διακόσια πολεμικά πλοία και πολλά μεταγωγικά) και κινείται προς τα δυτικά. Οι πόλεις των Ελύμων υποτάσσονται στον Διονύσιο. Στη συνέχεια, ο τύραννος κινείται προς τον πρώτο στόχο του, την οχυρωμένη νήσο της Μοτύης, δεύτερη σε σπουδαιότητα καρχηδονιακή αποικία στο νησί. Όπως αναφέρει και ο Διόδωρος (ΙΔ΄, 48), «τῶν δὲ ἄλλων πόλεων πέντε μόνον διέμειναν ἐν τῇ πρὸς Καρχηδονίους φιλίᾳ· αὗται δὲ ἦσαν Ἁλικύαι, Σολοῦς, Αἴγεστα, Πάνορμος, Ἔντελλα». Ο σικελικός στόλος, με ναύαρχο τον Λεπτίνη, αδελφό του Διονυσίου, αποκλείει από θαλάσσης τη Μοτύη, ενώ οι στρατιωτικές δυνάμεις του Διονυσίου βρίσκονται στην ενδοχώρα. Η πόλη προβάλλει μεγαλύτερη αντίσταση από αυτήν που υπολόγιζε ο Διονύσιος, η πολιορκία κρατά περισσότερο χρόνο. Τελικά οι Έλληνες καταλαμβάνουν τη Μοτύη, τη λεηλατούν και την ισοπεδώνουν. Τιμωρεί παραδειγματικά τους Έλληνες που ήταν εγκατεστημένοι στην πόλη και πολέμησαν στο πλευρό των Καρχηδονίων, σταυρώνοντας τους επικεφαλής τους: «Δαϊμένην δὲ καί τινας τῶν Ἑλλήνων συμμαχοῦντας Καρχηδονίοις λαβὼν αἰχμαλώτους ἀνεσταύρωσεν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 53). Διορίζει φρούραρχο των δυνάμεων κατοχής τον στενό φίλο του, τον Βίτωνα, και συνεχίζει την επίθεσή του κατά των καρχηδονιακών θέσεων.

Ωστόσο, ο χρόνος που χάθηκε στην πολιορκία της Μοτύης θα αποβεί μοιραίος για τον Συρακούσιο ηγεμόνα. Ο αρχικός στόχος ήταν να κινηθεί αιφνιδιαστικά ώστε σε ελάχιστο χρόνο να καταλάβει όλες τις καρχηδονιακές βάσεις. Οι Καρχηδόνιοι, όμως, κράτησαν την Πάνορμο, όπου την άνοιξη του 396 αποβιβάζεται ο Ιμίλκων με μεγάλες μισθοφορικές δυνάμεις. Ο παλιός μας γνώριμος αναγκάζει τελικά τον Λεπτίνη να διατάξει υποχώρηση του στόλου. Ανακαταλαμβάνει τη Μοτύη σφαγιάζοντας την ελληνική φρουρά και προχωρεί προς τα ανατολικά. Στο μεταξύ, οι Καρχηδόνιοι στέλνουν και νέες ενισχύσεις: στόλος του οποίου ηγείται ο Μάγων φτάνει στη Σικελία. Μάγων και Ιμίλκων ενώνουν τις δυνάμεις τους και στρέφονται προς τη Μεσσήνη. Ο Διονύσιος παρατάσσει τα στρατεύματά του στην ακτή, ενώ ο Λεπτίνης με τον στόλο επιχειρεί να αντιμετωπίσει τους Καρχηδόνιους στη θάλασσα. Οι Καρχηδόνιοι παρασύρουν τον Λεπτίνη και τον αναγκάζουν να επιτεθεί πριν συγκεντρωθούν όλες οι ελληνικές δυνάμεις, κόβοντας στα δύο τον στόλο των Συρακουσίων. Η ναυμαχία της Μεσσήνης καταλήγει σε πανωλεθρία του ελληνικού στόλου. Ο δρόμος για τις Συρακούσες είναι ανοιχτός. Παρόλες τις προσπάθεις του Διονυσίου, ο χρόνος μοιάζει να έχει γυρίσει εννιά χρόνια νωρίτερα, στην πρώτη πολιορκία των Συρακουσών.

Στις αρχές του καλοκαιριού του 396 οι Καρχηδόνιοι έχουν στρατοπεδεύσει έξω από τα τείχη των Συρακουσών, εκεί που πριν από 19 χρόνια βρισκόταν το αθηναϊκό εκστρατευτικό σώμα. Οι συνθήκες, ωστόσο, έχουν μεταβληθεί. Οι οχυρώσεις της πόλεις είναι εξαιρετικές, τα στρατεύματα εντός των τειχών πολλά και αξιόμαχα. Στο μεταξύ, ο Διονύσιος ζητεί και λαμβάνει ενισχύσεις από τους Κορινθίους και τους Σπαρτιάτες (βλ. Διόδωρο, ΙΔ΄, 62 επ.). Οι πολιορκούμενοι επιχειρούν συνεχείς αντεπιθέσεις που πλήττουν τον στρατό και τον στόλο των Καρχηδονίων. Σε όλες αυτές τις δυσκολίες, πρέπει να προστεθούν και οι επιδημίες που θερίζουν τους πολιορκητές. Γρήγορα ο Ιμίλκων αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές πιθανότητες να καταλάβει τις Συρακούσες κι ότι αν συνεχίσει να πολιορκεί την πόλη κινδυνεύει να έχει την τύχη των Αθηναίων του Νικία. Ο Καρχηδόνιος στρατηγός (πιθανώς μετά από συνεννόηση με τον Διονύσιο), λύνει την πολιορκία και μπαρκάρει για την πατρίδα του μαζί με τους Καρχηδόνιους στρατιώτες και μόνον. Οι πολυάριθμοι μισθοφόροι του, χωρίς καμία ενημέρωση, μένουν έξω από τις Συρακούσες για να διαπιστώσουν κατάπληκτοι ότι πλέον βρίσκονται στο έλεος των μέχρι χθές πολιορκούμενων. Ο Διονύσιος θα στρατολογήσει τους Ίβηρες, ενώ τους υπόλοιπους μισθοφόρους των Καρχηδονίων θα τους πουλήσει για δούλους.   

Δεύτερη περίοδος του πολέμου – από την καρχηδονιακή αντεπίθεση στη συνθήκη ειρήνης του 392: Η ειρήνη (ή μάλλον η ανακωχή του 396) είναι επισφαλής. Καμία από τις δύο εμπλεκόμενες πλευρές δεν έχει παραιτηθεί από την αξίωσή της να κυριαρχήσει στη Σικελία, καμία δεν είναι σε θέση να επιβάλει τις επιθυμίες της στην άλλη. Ο Διονύσιος συναντά δυσχέρειες στην προσπάθειά του να υποτάξει τις πόλεις του νησιού: οι Σικελοί που ιδρύουν το Ταυρομένιο αντιστέκονται στις επεκτατικές βλέψεις του Συρακούσιου ηγεμόνα, ενώ και το Ρήγιο διατηρεί την εχθρική του στάση (Διόδωρος, ΙΔ΄, 87-88). Οι Καρχηδόνιοι από τη μεριά τους είναι αποφασισμένοι να ξεπλύνουν τη ντροπή της άδοξης υποχώρησης του Ιμίλκωνα και το 393 π.Χ. στέλνουν τον Μάγωνα με εκστρατευτικό σώμα να αποβιβαστεί στη Σικελία. Στην αρχή, όλα πηγαίνουν καλά για τους Καρχηδόνιους. Πολλές πόλεις υποτάσσονται στον Καρχηδόνιο στρατηγό, ενώ ο Διονύσιος προτιμά να μην αντιμετωπίσει τον εχθρό σε μάχη εκ παρατάξεως και υποχωρεί στη βάση του (Διόδωρος, ΙΔ΄, 95). Γρήγορα, πάντως, ο Μάγων αντιλαμβάνεται ότι η επιδίωξη να καταλάβει το σύνολο της Σικελίας δεν είναι διόλου ρεαλιστική. Αντιμετωπίζοντας σοβαρά προβλήματα ανεφοδιασμού, παγιδεύεται στη σικελική ενδοχώρα και αναγκάζεται να ζητήσει διαπραγματεύσεις. Το 392 ο Διονύσιος και η Καρχηδόνα συνάπτουν νέα συνθήκη ειρήνης.

«Μάγων δ´ ἐν πολεμίᾳ χώρᾳ στρατοπεδεύων, καὶ τῶν ἀναγκαίων ἐνδεὴς ἀεὶ μᾶλλον γινόμενος, οὐ μετρίως ἠλαττοῦτο· καὶ γὰρ οἱ περὶ τὸν Ἄγυριν τῆς χώρας ἔμπειροι καθεστῶτες ἐν ταῖς ἐνέδραις ἐπλεονέκτουν καὶ τὰς ἀγορὰς τῶν πολεμίων ἀφῃροῦντο. λεγόντων δὲ τῶν Συρακοσίων διὰ μάχης κρίνειν ὡς τάχιστα τὰ πράγματα, Διονύσιος ἠναντιοῦτο λέγων χωρὶς κινδύνων τῷ χρόνῳ καὶ τῇ σπάνει καταφθαρήσεσθαι τοὺς βαρβάρους· ἐφ´ οἷς παροργισθέντες οἱ Συρακόσιοι κατέλιπον τὸν Διονύσιον. δὲ τὸ μὲν πρῶτον εὐλαβούμενος ἐπ´ ἐλευθερίαν ἐκάλει τοὺς οἰκέτας, μετὰ δὲ ταῦτα διαπρεσβευσαμένων τῶν Καρχηδονίων ὑπὲρ εἰρήνης ὑπακούσας ἀναπομπίμους τοῖς κυρίοις ἐποίησε, πρὸς δὲ τοὺς Καρχηδονίους εἰρήνην ἐποιήσατο. ἦσαν δ´ αἱ συνθῆκαι τὰ μὲν ἄλλα παραπλήσιαι ταῖς πρότερον, Σικελοὺς δὲ δεῖν ὑπὸ Διονύσιον τετάχθαι καὶ παραλαβεῖν αὐτὸν τὸ Ταυρομένιον. μετὰ δὲ τὰς συνθήκας Μάγων μὲν ἀπέπλευσε, Διονύσιος δὲ παραλαβὼν τὸ Ταυρομένιον τοὺς μὲν πλείστους τῶν ἐκεῖ Σικελῶν ἐξέβαλεν, τῶν δ´ ἰδίων μισθοφόρων τοὺς ἐπιτηδειοτάτους ἐπιλέξας κατῴκισεν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 96).

Αν πιστέψουμε τον Διόδωρο οι διαφορές από τη συνθήκη ειρήνης του 405 δεν είναι ουσιώδεις. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Διονύσιος έχει κερδίσει πολύ έδαφος: όχι μόνο εντάσσονται στη σφαίρα επιρροής του οι πόλεις των Σικελών, του Ταυρομενίου περιλαμβανομένου, αλλά και οι Καρχηδόνιοι παύουν να είναι οι επικυρίαρχοι ελληνικών πόλεων, ακόμη και του Ακράγαντα ή του Σελινούντα. Ο Διονύσιος είναι πια ο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος ολόκληρης της ελληνικής Σικελίας (Pierre Carlier, όπ.π., σ. 183).       

Ο τύραννος – μέρος Β΄: η άνοδος

Μαΐου 20, 2010

  

Ο Διονύσιος αποδεικνύεται και ικανός και τυχερός. Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ερμοκράτη, όχι μόνο θα κατορθώσει να ξεφύγει, αλλά και να αναρρώσει από τα τραύματά του. Λίγους μήνες αργότερα θα επιστρέψει στη γενέτειρά του. Σύμφωνα με τον νόμο των Συρακουσίων κάποιος που είχε κηρυχθεί σε αφάνεια και είχε θεωρηθεί νεκρός μπορεί να επιστρέψει στην πόλη, καθώς γίνεται δεκτό ότι η σωτηρία του ήταν θέλημα των θεών. Αν μάλιστα τον υιοθετήσει κάποιος Συρακούσιος πολίτης τότε ανακτά τα πολιτικά δικαιώματά του και την περιουσία του. Αυτό θα συμβεί και στην περίπτωση του Διονυσίου, δεδομένου ότι ένας από τους πολιτικούς φίλους του θα δεχτεί να τον υιοθετήσει. Η συνέχεια πρόκειται να είναι εντυπωσιακή.  

Ι. Η νέα καρχηδονιακή εισβολή  

Το 407 π.Χ. οι Συρακούσιοι στέλνουν πρεσβεία στην Καρχηδόνα προκειμένου να διαπραγματευθούν συνθήκη ειρήνης. Οι Καρχηδόνιοι δίνουν ασαφείς απαντήσεις και φαίνονται απρόθυμοι να συνάψουν οποιαδήποτε συνθήκη. Ταυτόχρονα, όπως πληροφορούνται και οι Σικελιώτες πρέσβεις, στρατολογούν στην Αφρική μεγάλες μισθοφορικές δυνάμεις. Είναι πλέον σαφές ότι τα «γεράκια» έχουν επιβάλει την πολιτική τους στην πόλη του Μελκάρτ και της Ταννίτ. Στόχος της Καρχηδόνας είναι η μεγαλύτερη δυνατή επέκταση της σικελικής της επικράτειας, επομένως η υποδούλωση των ελληνικών πόλεων. 

«Συρακόσιοι πέμψαντες εἰς Καρχηδόνα πρέσβεις περί τε τοῦ πολέμου κατεμέμφοντο καὶ τὸ λοιπὸν ἠξίουν παύσασθαι τῆς διαφορᾶς. Οἷς οἱ Καρχηδόνιοι τὰς ἀποκρίσεις ἀμφιβόλους δόντες, ἐν μὲν τῇ Λιβύῃ μεγάλας παρεσκευάζοντο δυνάμεις, ἐπιθυμοῦντες ἁπάσας τὰς ἐν τῇ νήσῳ πόλεις καταδουλώσασθαι» (Διόδωρος ΙΓ΄, 79, 8). 

Η πολιορκία και η πτώση του Ακράγαντα: Ο πρώτος στόχος των Καρχηδονίων είναι μοιραία ο Ακράγας. Μετά την πτώση του Σελινούντα, τα εδάφη του συνορεύουν με την καρχηδονιακή επικράτεια. Το εντυπωσιακό σε αριθμό καρχηδονιακό στράτευμα (ο Τίμαιος μιλά για 120.000 άνδρες, ο Έφορος ο Κυμαίος για 300.000!), αποβιβάζεται στη Σικελία, καταλαμβάνει τον Έρυκα και βαδίζει κατά του Ακράγαντα. Επικεφαλής του βρίσκονται ο γηραιός Αννίβας του Γίσκωνος και ο νεότερος σε ηλικία συγγενής του πρώτου Ιμίλκων (ή Ιμίλκας, ο Διόδωρος χρησιμοποιεί και τις δύο εκδοχές του ονόματος), ο οποίος τελικά θα έχει και την ουσιαστική διοίκηση του στρατεύματος. Όχι αβάσιμα, οι Καρχηδόνιοι πιστεύουν ότι με τόσο μεγάλες δυνάμεις θα πετύχουν να υποτάξουν αναίμακτα την πλουσιότερη πόλη του ελληνικού κόσμου. Οι Ακραγαντίνοι είναι συνηθισμένοι να ζουν μες στην τρυφή κι άλλωστε μεγάλο μέρος του πλούτου τους οφείλεται στις εμπορικές συναλλαγές με τους Καρχηδόνιους. 

«Καὶ πρῶτον μὲν ἀπέστειλαν πρέσβεις πρὸς τοὺς ᾿Ακραγαντίνους, ἀξιοῦντες μάλιστα μὲν συμμαχεῖν αὐτοῖς, εἰ δὲ μή γε, ἡσυχίαν ἔχειν καὶ φίλους εἶναι Καρχηδονίοις ἐν εἰρήνῃ μένοντας· οὐ προσδεξαμένων δὲ τῶν ἐν τῇ πόλει τοὺς λόγους, εὐθὺς τὰ τῆς πολιορκίας ἐνηργεῖτο» (Διόδωρος ΙΓ΄, 85, 2).  

Οι Ακραγαντίνοι, λοιπόν, ούτε σύμμαχοι των Καρχηδονίων δέχθηκαν να γίνουν, ούτε «φίλοι» (κάτι που θα σήμαινε ότι θα δέχονταν τη διέλευση των στρατευμάτων από το έδαφός τους). Αντιθέτως, (με χρήματα που προσέφερε κυρίως ο Τελλίας ένας από τους επιφανέστερους και πλουσιότερους πολίτες) στρατολογούν μισθοφόρους Καμπανούς και Έλληνες, τη διοίκηση των οποίων αναλαμβάνει ο Σπαρτιάτης Δέξιππος. Ζητούν επίσης ενισχύσεις από τις άλλες ελληνικές πόλεις. Αυτή τη φορά οι Συρακούσιοι ανταποκρίνονται άμεσα, όπως και η Γέλα, αλλά και οι λοιποί Σικελιώτες και Ιταλιώτες. Το λαμπρότερο στράτευμα που είχε παρουσιάσει ποτέ ο ελληνισμός της Δύσης τέθηκε υπό τις διαταγές του Συρακούσιου στρατηγού Δαφναίου και προσέτρεξε σε βοήθεια του Ακράγαντα. 

Οι συγκρούσεις ξεκίνησαν με τρόπο που έδειχνε ότι η έκβαση θα ήταν ευνοϊκή για τους Έλληνες. Ωστόσο, πολλά σφάλματα στρατηγικής και η ατολμία των στρατηγών θα καταδικάσουν τελικά τον Ακράγαντα σε αφανισμό. Στην αρχή, ο Δαφναίος εμφανίστηκε με πνεύμα καταδρομέα: χωρίς καν να κάνει τον κόπο να συνεννοηθεί με τους Ακραγαντίνους και να ετοιμάσει μια συντονισμένη επίθεση, αποφάσισε να κινηθεί ευθύς εξαρχής κατά των δυνάμεων του Αννίβα και του Ιμίλκωνα. Πράγματι, οι συμμαχικές δυνάμεις επιτέθηκαν στον καρχηδονιακό στρατό με τέτοια ορμή που φάνηκε ότι θα τον συντρίψουν. Την ώρα όμως που η αποφασιστική νίκη έμοιαζε βέβαιη, ο Δαφναίος συγκράτησε τις δυνάμεις του που ήταν έτοιμες να εφορμήσουν στα στρατόπεδα των εχθρών. Ίσως φοβήθηκε κάποια ενέδρα, σαν κι αυτήν που καταδίκασε τον Διοκλή σε ήττα έξω από τα τείχη της Ιμέρας. Κι έπειτα, η απόφασή του δεν ήταν τόσο αδικαιολόγητη λαμβανομένων υπόψη κάποιων στρατηγικών δεδομένων που έδειχναν ότι οι Έλληνες θα μπορούσαν να νικήσουν και με πιο συντηρητική τακτική. Ο στόλος των Συρακουσίων είχε αποκλείσει τους εισβολείς και δεν επέτρεπε τον ανεφοδιασμό τους από τα καρχηδονιακά πλοία. Είχε φτάσει το καλοκαίρι και οι συνθήκες ήταν ιδανικές για τη μετάδοση ασθενειών: ο λοιμός άρχισε να θερίζει τους στρατιώτες των Καρχηδονίων. Ανάμεσα στα θύματα ήταν κι ο Αννίβας. Η σωτηρία του Ακράγαντα φαινόταν απλώς υπόθεση χρόνου. 

Έπειτα ήρθε το φθινόπωρο και μαζί του τα πρωτοβρόχια που ξέπλυναν τα στρατόπεδα των Καρχηδονίων από τις ακαθαρσίες. Σιγά-σιγά ο λοιμός έφυγε (σε κάθε περίπτωση λέγεται πως ο Ιμίλκων έκανε και μια ανθρωποθυσία για να εξευμενίσει τους θεούς του). Στο εσωτερικό της πολιορκημένης πόλης η δυσαρέσκεια μεγάλωνε για τους στρατηγούς που δεν επιχειρούσαν αντεπίθεση. Οργισμένοι οι πολίτες λιθοβόλησαν τους άτολμους στρατηγούς τους, δίχως δίκη, δίχως καν να ακούσουν την υπεράσπισή τους. Την ίδια ώρα, η Καρχηδόνα έστειλε κι άλλο στόλο σε ενίσχυση: τα πλοία των Συρακουσίων που μετέφεραν εφόδια στους πολιορκημένους έπεσαν σε ενέδρα. Και ξαφνικά, στον Ακράγαντα συνειδητοποίησαν ότι είχαν εφόδια για λίγες μόνο ημέρες. Ο Δέξιππος και ο Δαφναίος προέκριναν ως μόνη λύση την εκκένωση της πόλης, δίχως καν να σκεφτούν να τα παίξουν όλα για όλα, επιχειρώντας αιφνιδιαστική επίθεση κατά του εχθρού. Λίγο μετά την αποχώρηση των, πλέον, προσφύγων που πήραν τον δρόμο για τη Γέλα και τις Συρακούσες, έμπαιναν στην πόλη οι εχθροί, λεηλατώντας τα πλούτη της, καίγοντας σπίτια και ναούς, σφάζοντας τους κατοίκους που δεν πρόλαβαν ή δεν θέλησαν να εγκαταλείψουν τη γενέτειρά τους. Η πόλη που ύμνησε ο Πίνδαρος ως την ωραιότερη ελληνική, ως αυτήν που οι κάτοικοί της έχτιζαν για την αιωνιότητα ενώ γλεντούσαν σαν η κάθε μέρα να ήταν η τελευταία της ζωής τους, είχε πια χαθεί. 

ΙΙ. Ο Διονύσιος ηγέτης των Συρακουσών 

Στρατηγός αυτοκράτωρ: Η πικρή ήττα στον Ακράγαντα είναι βέβαιο ότι προκάλεσε πολλές αντιδράσεις στην πόλη των Συρακουσών. Η ντροπιαστική υποχώρηση του συμμαχικού στρατεύματος εξόργισε πολλούς πολίτες. Οργιάζουν οι φήμες σύμφωνα με τις οποίες ο Δαφναίος, ο Δέξιππος κι οι άλλοι στρατηγοί δωροδοκήθηκαν από τους Καρχηδόνιους για να αποφασίσουν να εγκαταλείψουν τον Ακράγαντα. Ο Διονύσιος, που είχε συμμετάσχει και διακριθεί στις μάχες, κρίνει ότι έχει φτάσει η ώρα του. Από φιλοδοξία, από αγνή φιλοπατρία, ή μάλλον και για τα δύο μαζί. Ενώπιον της Εκκλησίας του Δήμου κατηγορεί τους στρατηγούς της πόλης για εσχάτη προδοσία και προτείνει να καταδικαστούν σε θάνατο χωρίς δίκη. Αναταραχή! Η πρόταση του Διονυσίου είναι παράνομη και το προεδρείο του επιβάλλει βαρύ πρόστιμο και του αφαιρεί τον λόγο. Ο πλούσιος φίλος του Διονυσίου, ο Φίλιστος, καταβάλλει το πρόστιμο κι ο Διονύσιος ξαναπαίρνει τον λόγο. Συνεχίζει τις κατηγορίες. Τα πρόστιμα πέφτουν βροχή κι ο Φίλιστος τα πληρώνει όλα επιτόπου. Ο Διονύσιος συνεχίζει την αγόρευσή του… 

«Οὐ μὴν ἀλλὰ συναχθείσης ἐκκλησίας ἐν Συρακούσαις, καὶ μεγάλων φόβων ἐπικρεμαμένων, οὐθεὶς ἐτόλμα περὶ τοῦ πολέμου συμβουλεύειν. Ἀπορουμένων δὲ πάντων παρελθὼν Διονύσιος ὁ ῾Ερμοκράτους τῶν μὲν στρατηγῶν κατηγόρησεν ὡς προδιδόντων τὰ πράγματα τοῖς Καρχηδονίοις, τὰ δὲ πλήθη παρώξυνε πρὸς τὴν αὐτῶν τιμωρίαν, παρακαλῶν μὴ περιμεῖναι τὸν κατὰ τοὺς νόμους λῆρον, ἀλλ’ ἐκ χειρὸς ἐπιθεῖναι τὴν δίκην. Τῶν δ’ ἀρχόντων ζημιούντων τὸν Διονύσιον κατὰ τοὺς νόμους ὡς θορυβοῦντα, Φίλιστος ὁ τὰς ἱστορίας ὕστερον συγγράψας, οὐσίαν ἔχων μεγάλην, ἐξέτισε τὰ πρόστιμα, καὶ τῷ Διονυσίῳ παρεκελεύετο λέγειν ὅσα προῄρητο. Καὶ προσεπειπόντος ὅτι καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν, ἂν ζημιοῦν θέλωσιν, ἐκτίσει τἀργύριον ὑπὲρ αὐτοῦ, τὸ λοιπὸν θαρρήσας ἀνέσειε τὰ πλήθη, καὶ τὴν ἐκκλησίαν συνταράττων διέβαλλε τοὺς στρατηγούς, ὅτι χρήμασι πεισθέντες ἐγκατέλιπον τὴν τῶν ᾿Ακραγαντίνων σωτηρίαν. Συγκατηγόρησε δὲ καὶ τῶν ἄλλων τῶν ἐπισημοτάτων πολιτῶν, συνιστὰς αὐτοὺς οἰκείους ὄντας ὀλιγαρχίας. Διόπερ συνεβούλευεν αἱρεῖσθαι στρατηγοὺς μὴ τοὺς δυνατωτάτους, ἀλλὰ τοὺς εὐνουστάτους καὶ δημοτικοὺς μᾶλλον» (Διόδωρος ΙΓ΄, 91, 3-5). 

Το τέλος της συνεδρίασης είναι θριαμβευτικό για τον νεαρό. Οι κατηγορούμενοι ως προδότες καταδικάζονται κι ο ίδιος εκλέγεται στρατηγός! Μεθοδικά αρχίζει να υφαίνει τον ιστό που θα του εξασφαλίσει την απόλυτη εξουσία στην πόλη. Επιτυγχάνει να επιστρέψουν στην πόλη οι εξόριστοι φίλοι του που είχαν υποστηρίξει τον Ερμοκράτη. Κατηγορεί για προδότες πλούσιους συμπολίτες του και δημεύει την περιουσία τους, έτσι ώστε με τα χρήματα αυτά να στρατολογήσει πιστούς στον ίδιο μισθοφόρους. Προσάπτει την ίδια κατηγορία και στους συναδέλφους του στρατηγούς και τους αντικαθιστά με φίλους του. Τέλος πείθει τον Δήμο να τον ονομάσει «στρατηγό αυτοκράτορα» παρέχοντάς του πλήρεις εξουσίες, θυμίζοντας διαρκώς ότι ο Γέλων κατήγαγε τη μεγάλη νίκη της Ιμέρας έχοντας μόνος του την αρχιστρατηγεία των ελληνικών δυνάμεων («Καρχηδονίων τὰς τριάκοντα μυριάδας περὶ τὴν ῾Ιμέραν νενικῆσθαι στρατηγοῦντος Γέλωνος αὐτοκράτορος.», Διόδωρος ΙΓ΄, 94, 5). Τέλος, για να κάνει να πάψουν οι φωνές διαμαρτυρίας αυτών που διαβλέπουν τη φιλοδοξία του να καταστεί τύραννος, σκηνοθετεί μια απόπειρα εναντίον του: «Λέγεται δὲ τοῦτο πρᾶξαι τὸν Διονύσιον ἀπομιμούμενον Πεισίστρατον τὸν ᾿Αθηναῖον... Καὶ τότε Διονύσιος τῇ παραπλησίᾳ μηχανῇ τὸ πλῆθος ἐξαπατήσας ἐνήργει τὰ τῆς τυραννίδος» (όπ. π., 95, 5-6). Η πόλη «πείθεται» να του παραχωρήσει σωματοφυλακή, αποτελούμενη αρχικά από 600, έπειτα από 1000 άνδρες. Έπειτα νυμφεύεται την Αρετή, κόρη του Ερμοκράτη, ισχυροποιώντας τους δεσμούς του με την οικογένεια του κάποτε πολιτικού αρχηγού του, μια από τις ευγενέστερες και πλέον δοξασμένες της πόλης. 

Η συνέχεια του καρχηδονιακού πολέμου – Η πολιορκία της Γέλας: Ήταν πρόδηλο ότι οι Καρχηδόνιοι δεν θα σταματούσαν την προέλασή τους τη στιγμή που είχαν εξαιρετικές προοπτικές να επεκτείνουν την επικράτειά τους στο μέγιστο δυνατό. Αφού εδραίωσε τις θέσεις του στα εδάφη του Ακράγαντα, την άνοιξη του 405 ο Ιμίλκων κινήθηκε κατά της Γέλας. Οι καρχηδονιακές δυνάμεις στρατοπέδευσαν κοντά στη θάλασσα, στο δυτικό άκρο της στενής πεδιάδας που βρισκόταν ανάμεσα στον λόφο του Απόλλωνα και τα τείχη της πόλης. Ο Ιμίλκων άρχισε την πολιορκία με μια συμβολική κίνηση. Πάνω στον λόφο που βρισκόταν δίπλα στην ακτή όπου είχαν αποβιβασθεί οι Κρήτες και Ρόδιοι πρώτοι άποικοι της πόλης οι Γελώοι είχαν στήσει ένα πελώριο χάλκινο ανδριάντα του Απόλλωνα Αρχαγέτη, του προστάτη θεού που είχε οδηγήσει τους αποίκους στη νέα πατρίδα τους. Το άγαλμα αυτό το σύλησε ο Ιμίλκων: διέταξε να το κατεβάσουν από το βάθρο του και να τον φορτώσουν σε ένα πλοίο για να μεταφερθεί ως δώρο στη μητρόπολη της Καρχηδόνας, την Τύρο. Από την πλευρά τους, οι Γελώοι οργάνωσαν την αντίστασή τους, επιτυγχάνοντας να αποκρούσουν τις πρώτες επιθέσεις: όλοι οι άνδρες στρατεύθηκαν, ενώ οι γυναίκες, οι έφηβοι και οι γέροντες δούλευαν νυχθημερόν για να επισκευάσουν τις ζημιές που προκαλούσαν στις οχυρώσεις οι επιθέσεις του εχθρού.

Λίγες μέρες αργότερα έφτασε στη Γέλα ο Διονύσιος, ως αρχιστράτηγος του μεγαλύτερου στρατεύματος που είχε ως τότε συγκεντρώσει ο ελληνισμός της Σικελίας. Σύμφωνα με τον Τίμαιο αριθμούσε 30.000 πεζούς και 1.000 ιππείς, ενώ ο Διόδωρος (ΙΓ΄, 109, 2) αναφέρει ότι σύμφωνα με άλλες πηγές έφτανε ή και ξεπερνούσε τους 50.000 άνδρες: το αποτελούσαν 20.000 Συρακούσιοι, 10.000 λοιποί Σικελιώτες, 15.000 Ιταλιώτες και 5.000 μισθοφόροι (πολλοί απ’ αυτούς Λακεδαιμόνιοι). Ο συμμαχικός στρατός στρατοπέδευσε κοντά στη θάλασσα, δίπλα στις εκβολές του Γέλα ποταμού και κοντά στην ανατολική πύλη της πόλης. Ο Διονύσιος είχε καταστρώσει ένα περίπλοκο σχέδιο, το οποίο στη θεωρία έμοιαζε ιδιοφυές, προκειμένου να καταφέρει το αποφασιστικό χτύπημα στους εισβολείς: οι Ιταλιώτες θα επιβιβάζονταν στα πλοία τα οποία θα τους μετέφεραν για να αποβιβασθούν κοντά στο καρχηδονιακό στρατόπεδο, στο σημείο που αυτό ήταν πιο ευάλωτο. Ταυτόχρονα, θα έκαναν επίθεση στο βόρειο άκρο του καρχηδονιακού στρατοπέδου οι Συρακούσιοι με τους άλλους Σικελιώτες, ενώ αμέσως μετά από αυτούς θα επέλαυνε το ελληνικό ιππικό. Την ώρα που ο Ιμίλκων θα προσπαθούσε να αποκρούσει δύο επιθέσεις, θα ερχόταν η σειρά του Διονυσίου: επικεφαλής των επίλεκτων πεζικάριων και των μισθοφόρων, ο Διονύσιος θα έμπαινε στη Γέλα από την ανατολική πύλη, θα διέσχιζε την πόλη κατά μήκος και βγαίνοντας από τη δυτική πύλη θα επιχειρούσε κατά μέτωπον επίθεση εναντίον των Καρχηδονίων. Αμέσως πίσω, θα ακολουθούσαν τα στρατεύματα των Γελώων με σκοπό να αποτελειώσουν τους πολιορκητές. Δυστυχώς για τον Διονύσιο η επιτυχία ενός τόσο σύνθετου σχεδίου εξαρτάται από πάρα πολλούς παράγοντες, αρκετοί από τους οποίους αποδεικνύονται στην πράξη αστάθμητοι. Όταν μετά από είκοσι ημέρες έφτασε η ώρα το σχέδιο να τεθεί σε εφαρμογή, σχεδόν όλα πήγαν στραβά. Οι Ιταλιώτες που θα επιτίθονταν από τη μεριά της θάλασσας, εφόρμησαν νωρίτερα απ’ ό,τι έπρεπε, με αποτέλεσμα να πολεμήσουν μόνοι ενάντια σε πολύ μεγαλύτερες εχθρικές δυνάμεις που τις αποτελούσαν κυρίως Ίβηρες και Καμπανοί μισθοφόροι. Την  ίδια στιγμή, τα φυσικά εμπόδια καθυστέρησαν την επέλαση των Σικελιωτών: το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού χάθηκε και οι Σικελιώτες βρήκαν τα καρχηδονιακά στρατεύματα (ιδίως τους Λίβυους μισθοφόρους, το βαρύ πεζικό του εχθρού) σε θέσεις μάχεις. Όσο για τον Διονύσιο, όταν επιχείρησε να διασχίσει την πόλη, αντί για άδειους δρόμους συνάντησε πλήθος ανθρώπων (πεζών ή σε άμαξες) που προσπαθούσαν να εγκαταλείψουν τη Γέλα. Οι δυνάμεις του Διονυσίου χρειάστηκαν πενταπλάσιο χρόνο από τον κανονικό για να βγούν από τη δυτική πύλη και ουσιαστικά δεν έφτασαν ποτέ στο πεδίο της μάχης. Το αποτέλεσμα ήταν σοβαρές απώλειες και μια οικτρή αποτυχία. Το ίδιο βράδυ ο Διονύσιος συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο στο οποίο αποφασίστηκε η εκκένωση της πόλης. Οι Γελώοι θα έπρεπε να εγκατασταθούν ως πρόσφυγες στις Συρακούσες και στους Λεοντίνους. Υποχωρώντας και κρίνοντας αδύνατη την άμυνα της Καμαρίνας, ο Διονύσιος πρόσταξε τους κατοίκους της να την εγκαταλείψουν κι αυτήν.

Παρά τις καλές προθέσεις και τις αδιαμφισβήτητες στρατηγικές ικανότητές του, ο ηγεμών των Συρακουσίων δεν είχε καταφέρει τίποτε καλύτερο απ’ ό,τι οι στρατηγοί που είχαν διοικήσει το στράτευμα στην Ιμέρα και στον Ακράγαντα και τους οποίους είχε κατηγορήσει για ανίκανους και προδότες. Ο ελληνισμός της Σικελίας βρισκόταν στη χειρότερη κατάσταση της Ιστορίας του. Οι Καρχηδόνιοι δεν θα αργούσαν να φτάσουν στα περίχωρα των Συρακουσών. Κι αν έπεφταν οι Συρακούσες θα έφτανε και το τέλος του ελληνισμού.

ΙΙI. Ανάμεσα σε δύο θανάσιμους κινδύνους

Η συνωμοσία των ιππέων κατά του Διονυσίου: Η αποτυχία και οι συμφορές που την ακολούθησαν ήταν μοιραίο να προκαλέσουν οργή και μίσος κατά του στρατηγού αυτοκράτορα: «Ἐφοἷς ἐξεκάετο τὸ κατὰ τοῦ Διονυσίου μῖσος» (Διόδωρος ΙΓ΄, 112, 1). Πολλοί από τους αριστοκράτες της πόλης που υπηρετούσαν στις τάξεις του ιππικού έκριναν ότι ήταν η κατάλληλη ευκαιρία για να ξεμπερδεύουν μια για πάντα από τον τύραννο. Εγκατέλειψαν το στράτευμα, που υποχωρούσε με βραδύ ρυθμό για να συνοδεύει τους πρόσφυγες, και επέστρεψαν στις Συρακούσες. Λεηλάτησαν το σπίτι του Διονυσίου και συνέλαβαν τη γυναίκα του, την Αρετή, την οποία κακοποίησαν και βίασαν μέχρι θανάτου. Το φριχτό έγκλημα θα καθιστούσε άρρηκτους τους δεσμούς μεταξύ των συνωμοτών και θα κρατούσε για πάντα άσβεστο το μίσος τους για τον τύραννο.

«τὴν μὲν οἰκίαν τοῦ Διονυσίου διήρπασαν γέμουσαν ἀργύρου τε καὶ χρυσοῦ καὶ τῆς ἄλλης πολυτελείας ἁπάσης, τὴν δὲ γυναῖκα συλλαβόντες οὕτω διέθεσαν κακῶς, ὥστε καὶ τὸν τύραννον βαρέως ἐνέχειν τὴν ὀργήν, νομίζοντες τὴν ταύτης τιμωρίαν μεγίστην εἶναι πίστιν τῆς πρὸς ἀλλήλους κοινωνίας κατὰ τὴν ἐπίθεσιν» (Διόδωρος ΙΓ΄, 112,4). 

Ο Διονύσιος πληροφορήθηκε τα τραγικά συμβάντα και αποφάσισε να αντιδράσει άμεσα για να διασώσει τη ζωή και την εξουσία του. Συγκέντρωσε τους πιστότερους σ’ αυτόν στρατιώτες (εξακόσιους πεζούς και εκατό ιππείς) και κάλπασε προς τις Συρακούσες, όπου έφτασε λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Έσπασε τις πύλες και προχώρησε προς τη συνοικία της Αχραδινής, την ώρα που η πόλη κοιμόταν. Η απάντησή του ήταν αμείλικτη: οι συνωμότες (κι όσοι τόλμησαν να προβάλουν αντίσταση) σφαγιάστηκαν ή εκτελέστηκαν μετά τη σύγκρουση. Οι λίγοι που κατάφεραν να ξεφύγουν οχυρώθηκαν σε ένα φρούριο πάνω στην Αίτνα. Ο Διονύσιος είχε τουλάχιστον εξασφαλίσει την εξουσία του. 

Η συνθήκη ειρήνης με την Καρχηδόνα: Ο στρατός του Ιμίλκωνα προχώρησε με μάλλον βραδύ ρυθμό και έφτασε κοντά στις Συρακούσες προς το τέλος του 405. Αντί να οργανώσει την πολιορκία της πόλης, ο Ιμίλκων έστειλε κήρυκα στις Συρακούσες για να προτείνει τη σύναψη συνθήκης ειρήνης. Εκ πρώτης όψεως, η στάση του Καρχηδόνιου στρατηγού έμοιαζε περίεργη: γιατί να σταματήσει όταν είχε τόσες πιθανότητες να υποτάξει όλους τους Σικελιώτες; Ο Διόδωρος (ΙΓ, 114,2) κάνει λόγο για επιδημία λοιμού, η οποία αποδεκάτιζε τους στρατιώτες και τους αξιωματικούς. Όπως, όμως, παρατηρεί ο Πιέρ Καρλιέ, η εξήγηση των μεταδοτικών ασθενειών είναι επαναλαμβανόμενη στους αρχαίους συγγραφείς και για αυτό ύποπτη ή τουλάχιστον ανεπαρκής. Οι Καρχηδόνιοι θα πρέπει να είχαν πληροφορηθεί τις εξελίξεις στο μέτωπο του Πελοποννησιακού Πολέμου: οι Σπαρτιάτες είχαν συντρίψει τον αθηναϊκό στόλο και στρατό στους Αιγός Ποταμούς και είχαν ουσιαστικά κερδίσει τον πόλεμο. Επομένως, ήταν πια ελεύθεροι να βοηθήσουν τους Συρακούσιους συμμάχους τους. Μια σπαρτιατική επέμβαση στη Σικελία θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες για την Καρχηδόνα (“Le IVe siècle grec”, σειρά “Nouvelle Histoire de l’ Antiquité”, vol. 5, Coll. Points, εκδ. Seuil, Παρίσι 1995, σελ. 177). Η ειρήνη ήταν μάλλον η πλέον συμφέρουσα επιλογή για την Καρχηδόνα, που δεν είχε απαραίτητα ανάγκη να συντρίψει τους Έλληνες, ενώ, αντιθέτως, είχε οφέλη να αποκομίσει από τις εμπορικές δραστηριότητές τους. Έτσι, οι όροι που πρότειναν οι Καρχηδόνιοι ήταν πολύ λογικοί.

«Διόπερ ὑπὸ τῶν πραγμάτων ἀναγκαζόμενος ᾿Ιμίλκας ἔπεμψεν εἰς Συρακούσας κήρυκα, παρακαλῶν τοὺς ἡττημένους διαλύσασθαι. Ἀσμένως δὑπακούσαντος τοῦ Διονυσίου τὴν εἰρήνην ἐπὶ τοῖσδε ἔθεντο· Καρχηδονίων εἶναι μετὰ τῶν ἐξ ἀρχῆς ἀποίκων ᾿Ελύμους καὶ Σικανούς· Σελινουντίους δὲ καὶ ᾿Ακραγαντίνους, ἔτι δ‘ ῾Ιμεραίους, πρὸς δὲ τούτοις Γελῴους καὶ Καμαριναίους οἰκεῖν μὲν ἐν ἀτειχίστοις ταῖς πόλεσι, φόρον δὲ τελεῖν τοῖς Καρχηδονίοις· Λεοντίνους δὲ καὶ Μεσσηνίους καὶ Σικελοὺς ἅπαντας αὐτονόμους εἶναι, καὶ Συρακοσίους μὲν ὑπὸ Διονύσιον τετάχθαι, τὰ δὲ αἰχμάλωτα καὶ τὰς ναῦς ἀποδοῦναι τοὺς ἔχοντας τοῖς ἀποβαλοῦσι» (Διόδωρος, ΙΓ΄, 114, 1).

Το νέο στάτους κβο παρουσίαζε αρκετό ενδιαφέρον. Οι νικητές διεύρυναν την επικράτειά τους στο σύνολο της δυτικής Σικελίας, περιλαμβανομένων και των πόλεων των Ελύμων. Επέτρεπαν στους κατοίκους των πόλεων που κυρίευσαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων χρόνων (Σελινούντα, Ιμέρα, Ακράγαντα, Γέλα και Καμαρίνα) να επανεγκατασταθούν, χωρίς όμως να μπορούν να τις οχυρώσουν. Οι ελληνικές πόλεις της ανατολικής Σικελίας κι αυτές των ιθαγενών Σικελών ανακτούσαν την αυτονομία τους έναντι των Συρακουσών. Ο Διονύσιος όμως κέρδιζε αυτό που ήθελε: την αναγνώριση της εξουσίας του στην πόλη. Είχε φτάσει στο χείλος του γκρεμού και είχε καταφέρει να σωθεί ενώ τον απειλούσαν δύο θανάσιμοι κίνδυνοι. Είχε κερδίσει πολύτιμο χρόνο. Αρκετό για μπορέσει να εδραιώσει απόλυτα την εξουσία του στις Συρακούσες, αλλά και για να προετοιμάσει την αντεπίθεση που θα στρεφόταν κατά των Καρχηδονίων.


Αρέσει σε %d bloggers: