Posts Tagged ‘Αψβούργοι’

Περιηγήσεις στη Λωρραίνη: Νανσύ

Ιουνίου 1, 2011

Όταν η μεγάλη σου αγάπη είναι το Στρασβούργο, τότε μπορεί να αντιμετωπίζεις το Νανσύ με κάποια υπεροψία. «Πολύ όμορφη η Πλας Στανισλάς, αλλά αυτό είναι όλο». Μια τέτοια εντύπωση είναι εσφαλμένη και άδικη. Βέβαια, σε μια απόλυτη σύγκριση σπουδαιότητας και μνημείων το Νανσύ μπορεί να υστερεί της πρωτεύουσας της Αλσατίας. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να μειώσει την αυτοτελή αξία της πόλης της Λωρραίνης με την τόσο πλούσια Ιστορία. Βρισκόμαστε άλλωστε στη Γαλλία, δηλαδή τη χώρα της Ευρώπης με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση ιστορικών μνημείων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο… αν φυσικά εξαιρέσουμε την Ιταλία.

Η εντύπωση που δίνει το Νανσύ στον επισκέπτη είναι πολύ διαφορετική από αυτήν που αφήνουν οι αλσατικές πόλεις ή ακόμη κι αυτό το γειτονικό Μες, η άλλη μεγάλη πόλη της Λωρραίνης. Πουθενά δεν συναντάς τα σπίτια με εμφανή σκελετό από ξύλινα δοκάρια, όπως στην Αλσατία, αλλά και σε τόσα άλλα μέρη της Γαλλίας, από τη Βουργουνδία και την Καμπανία μέχρι τη Βρετάνη. Τα χρώματα και τα διακοσμητικά στοιχεία των κτιρίων παραπέμπουν περισσότερο στον γαλλικό νότο, ακόμη και στην Ιταλία, ιδίως όταν ο ταξιδιώτης τα ανακαλύπτει κάποια ηλιόλουστη μέρα. Η εξήγηση είναι ίσως προφανής κι έγκειται στο ότι το Νανσύ βρισκόταν πάντα στη γαλλική πλευρά του γλωσσικού, και συνακόλουθα πολιτιστικού συνόρου, μεταξύ των περιοχών εξάπλωσης των λατινογενών και των γερμανικών γλωσσών. Τα «εξωτικά» στοιχεία είναι πολύ λίγα κι ο επισκέπτης δεν έχει καμιά αμφιβολία για το ότι βρίσκεται πάντα εντός των ορίων της γαλλικής επικράτειας. Κι έπειτα, το Νανσύ και η περιοχή του δεν γνώρισαν (τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό) τις δραματικές μεταβολές που σημάδεψαν την Ιστορία της Αλσατίας και της Βόρειας Λωρραίνης: οι αλλαγές κυρίαρχου ήταν λιγότερες σε αριθμό και, κυρίως, πολύ πιο ομαλές.

Ι. Ιστορική αναδρομή

Όπως θα διαπιστώσουμε, ιστορικά το Νανσύ είναι σχετικά «νεαρή» πόλη. Η πρώτη μνεία του τοπωνυμίου (ως Nanceiacum) ανάγεται στα 896, αλλά δεν είναι εξακριβωμένη η ύπαρξη κάποιου οικισμού την εποχή εκείνη. Πίσω απ’ το όνομα κρύβεται η κελτική ρίζα nant-, η οποία πρέπει να έδωσε λέξεις που είχαν τη σημασία «κοιλάδα», «ποταμός» ή «έλος». Λαμβανομένων υπόψη των γεωφυσικών χαρακτηριστικών της θέσης στην οποία χτίστηκε το Νανσύ, καμία από τις τρεις σημασίες δεν φαίνεται άστοχη.

Α. Το ανεξάρτητο Δουκάτο της Λωρραίνης

α. Ο Οίκος της Αλσατίας: Η ιστορία του Νανσύ συνδέεται με την ίδρυση του Δουκάτου της Λωρραίνης στα εδάφη της Άνω Λοθαριγγίας. Από το 1047 το Δουκάτο ανήκει στον Οίκο της Αλσατίας. Πιθανώς το 1061, ο δούκας Γεράρδος της Αλσατίας αποφασίζει να χτίσει ένα κάστρο ανάμεσα σε δύο έλη που σχημάτιζαν οι διακλαδώσεις του ποταμού Μερτ. Όπως είναι φυσικό, το κάστρο θα προσελκύσει πληθυσμό και θα δημιουργηθεί ένας οικισμός που θα αρχίσει να αναπτύσσεται αρκετά γρήγορα, ώστε να εξελιχθεί σε πόλη, έστω και σύμφωνα με τα κριτήρια της εποχής. Η ανάπτυξη αυτή καταδεικνύεται κι από το γεγονός ότι στο πρώτο μισό του 14ου αι. η πόλη οχυρώνεται περιμετρικά με τείχη.

Ο Οίκος τη Αλσατίας θα κρατήσει στα χέρια του τις τύχες της Λωρραίνης για τέσσερις αιώνες. Η δράση των δουκών θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως μάλλον διακριτική. Το κύριο μέλημά τους είναι να διασφαλίσουν τουλάχιστον την εδαφική ακεραιότητα του δουκάτου. Άλλωστε, δεν τους ανήκει καν ολόκληρη η Λωρραίνη: τα εδάφη των τριών επισκοπικών περιφερειών του Μες, της Τουλ και του Βερντέν είναι ανεξάρτητα και διοικούνται από τους εκάστοτε επισκόπους τους (το Μες βέβαια θα εξελιχθεί σχετικά γρήγορα σε εμπορική «δημοκρατία», στα πρότυπα άλλων πόλεων της Γερμανίας ή της Ιταλίας). Και στα βορειοανατολικά εκτείνονται τα εδάφη της πανίσχυρης Γερμανικής Αυτοκρατορίας (το 1218, στο πλαίσιο του πολέμου για τη διαδοχή της Καμπανίας, ο Φρειδερίκος Β΄ των Χοχενστάουφφεν πυρπολεί το Νανσύ). Έτσι, κατά το μεγαλύτερο διάστημα του Μεσαίωνα, οι Δούκες της Λωρραίνης είναι βασσάλοι των Γάλλων βασιλέων, τους οποίους και συνοδεύουν συνήθως στις πολεμικές εκστρατείες τους (συνήθως, αλλά όχι πάντα: στη Μάχη της Μπουβίν, το 1214, ο δούκας Θεοβάλδος Α΄ θα πολεμήσει δίπλα στον Γερμανό αυτοκράτορα Όθωνα Δ΄ εναντίον του Φιλίππου-Αυγούστου της Γαλλίας).

β. Από τον Οίκο του Ανζού στον Οίκο του Βωντεμόν: Το 1431 ο δούκας Κάρολος Β΄ ο Τολμηρός πεθαίνει χωρίς επιζώντες άρρενες απογόνους. Η μεγαλύτερη κόρη του, η Ισαβέλλα, είναι παντρεμένη από το 1420 με τον Ρενέ Α΄ του Ανζού. Το δουκάτο περνά στα χέρια του Οίκου του Ανζού, δηλαδή μιας από τις μεγαλύτερες δυνάμεις της εποχής. Ο Ρενέ εκτός από Δούκας της Λωρραίνης είναι επίσης δούκας του Ανζού και του Μπαρ, κόμης της Προβηγκίας και βασιλιάς της Νάπολης και της Κάτω Ιταλίας, καθώς και τιτουλάριος βασιλιάς της Σικελίας, της Ιερουσαλήμ και της Ουγγαρίας (ουγγρικής μάλλον προέλευσης, ο περίφημος διπλός Σταυρός της Λωρραίνης είναι κληρονομιά ακριβώς της περιόδου της ανδεγαυικής κυριαρχίας: οι Ανδεγαυοί πρέπει να τον υιοθέτησαν ως σύμβολό τους στο διάστημα που βασίλευαν και στην Ουγγαρία)! Για πρώτη φορά η Λωρραίνη διοικείται από έναν ηγεμόνα που δεν εδρεύει στο Νανσύ και για τον οποίο τα εδάφη του στην Ανατολική Γαλλία δεν είναι παρά ένα μικρό τμήμα των συνολικών κτήσεών του. Το γεγονός προκαλεί αντιδράσεις: η διαδοχή αμφισβητείται από τον Αντώνιο του Βωντεμόν, ο οποίος δεν είναι απλώς ο σημαντικότερος βασσάλος των δουκών, αλλά κι ο στενότερος άρρην συγγενής του αποθανόντος δουκός Καρόλου. Η διαμάχη θα ξεπεραστεί μ’ ένα συμβιβασμό. Η Γιολάντα, κόρη του Ρενέ και της Ισαβέλλας θα παντρευτεί τον Φρειδερίκο, γιο του κόμη του Βωντεμόν. Με την εύνοια συγκυριών, ο γάμος αυτός θα προετοιμάσει τη μεταβίβαση του θρόνου της Λωρραίνης στον Οίκο του Βωντεμόν και, κατά κάποιο τρόπο, την επιστροφή του στους απογόνους των αρχικών κυρίαρχων του δουκάτου. Συγκεκριμένα: το 1453 ο Ρενέ θα παραιτηθεί από τον δουκικό θρόνο υπέρ του γιου του, ο οποίος θα διοικήσει τη Λωρραίνη ως Ιωάννης Β΄ μέχρι το θάνατό του, το 1470. Θα τον διαδεχτεί ο γιος του, ο Νικόλαος Α΄, ο οποίος, όμως πεθαίνει νεότατος και ανύπαντρος το 1473 (ψιθυριζόταν ότι είχε δηλητηριαστεί κατόπιν διαταγών του Γάλλου βασιλιά). Έτσι, ως στενότερος άρρην συγγενής κατέλαβε τον θρόνο ο γιος της Γιολάντας και του Φρειδερίκου του Βωντεμόν, ο Ρενέ Β΄. Ο νεαρός δούκας είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής και νεαρής του ηλικίας στην αυλή του συνονόματου παππού του (ο Ρενέ Α΄ έζησε μέχρι το 1480) στο Ανζού και στην Προβηγκία. Επρόκειτο όμως να έρθει αντιμέτωπος με τον μεγαλύτερο κίνδυνο που είχε απειλήσει μέχρι τότε τη Λωρραίνη.

Οι Δούκες της Βουργουνδίας κυριαρχούν σε μια εκτεταμένη επικράτεια από την κοιλάδα του Ροδανού μέχρι τη Βόρεια Θάλασσα. [Κάποια στιγμή θα πρέπει να ασχοληθούμε ειδικά μ’ αυτόν τον ελάσσονα κλάδο των Βαλουά που παραλίγο να χτίσει μια πραγματική αυτοκρατορία και που, σε κάθε περίπτωση, συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία της μεγαλύτερης ίσως αυτοκρατορίας που γνώρισε η Ευρώπη, αυτής των Αψβούργων του 16ου αι.] Μια μόνο ανορθογραφία σκιάζει τη δόξα τους: ανάμεσα στα εδάφη τους στη Βουργουνδία και στις κτήσεις τους στη Φλάνδρα παρεμβάλλεται το ενοχλητικό Δουκάτο της Λωρραίνης. Τολμηρός, παράτολμος ή ριψοκίνδυνος (Téméraire) για τους φίλους του, τρομερός για τους εχθρούς του, ο δούκας Κάρολος βάζει στόχο να εξαφανίσει το πρόβλημα. Οχυρώνει θέσεις εντός της επικράτειας της Λωρραίνης και τον Νοέμβριο του 1475 καταλαμβάνει το Νανσύ. Εξόριστος πλέον, ο Ρενέ συμμαχεί με τους Ελβετούς για να αντιμετωπίσει τον Κάρολο. Η συμμαχία αποφέρει καρπούς: στις δύο μάχες που θα δοθούν σε ελβετικό έδαφος το 1476 (Γκρανσόν και Μορά/ Μύρτεν), ο στρατός του Βουργουνδού θα συντριβεί και το πυροβολικό του θα καταστραφεί ολοσχερώς. Ο Ρενέ μπορεί να επιστρέψει στην πρωτεύουσά του και να την οχυρώσει, γιατί βέβαια ο Κάρολος είναι σκληρό καρύδι και δεν πρόκειται να παραδεχτεί τόσο εύκολα την ήττα του. Πράγματι, τον Οκτώβριο του 1476 ο Κάρολος εμφανίζεται ξανά κάτω από τα τείχη του Νανσύ μ’ ένα στράτευμα που έχει συγκεντρώσει βιαστικά. Ο Βουργουνδός δεν ακούει τους επιτελείς του που φοβούνται τη μεγάλη αριθμητική υπεροχή των αντιπάλων και τον συμβουλεύουν να οπισθοχωρήσει στα εδάφη του στο Λουξεμβούργο για να αναδιοργανώσει το στρατό του. Στην αποφασιστικής σημασίας μάχη που δίνεται στις 5 Ιανουαρίου 1477 νότια της πόλης οι δυνάμεις του Ρενέ και οι Ελβετοί συντρίβουν τον στρατό του Καρόλου ο οποίος βρίσκει τον θάνατο. Το πτώμα του θ’ ανακαλυφτεί δύο μέρες μετά σ’ έναν παγωμένο βάλτο, με το πρόσωπο μισοφαγωμένο από τους λύκους. Θα το μεταφέρουν στο Νανσύ και θα καλέσουν τον προσωπικό γιατρό του, ο οποίος θα αναγνωρίσει το άψυχο σώμα του κυρίου του από τα μακριά του νύχια και τις ουλές που είχαν αφήσει προηγούμενες μάχες.

Μετά τη νίκη επί των Βουργουνδών, η ηγεμονία του Ρενέ (μέχρι το 1508) και του γιου του, του Αντώνιου (1508-1544), σηματοδοτούν μια εποχή μεγάλης ακμής για τη Λωρραίνη και το Νανσύ. Επί Ρενέ αρχίζει η ανέγερση των νέων δουκικών ανακτόρων (που θα ολοκληρωθούν από τον Αντώνιο), ενώ ο ίδιος παραγγέλλει (εκπληρώνοντας τάμα του) την κατασκευή της μονής και της εκκλησίας των Φραγκισκανών στα βόρεια του ανακτόρου.

γ. Μεταξύ Γαλλίας και Αψβούργων: Στη συνέχεια, η τύχη της Λωρραίνης καθορίζεται από την επιλογή συμμαχιών. Μεταξύ των δύο μεγάλων δυνάμεων, της Γαλλίας και της αυτοκρατορίας των Αψβούργων, οι δούκες της Λωρραίνης θα οδηγηθούν τελικά στην αγκαλιά των δεύτερων, ίσως γιατί ο ισχυρός που βρίσκεται πιο κοντά τρομάζει και περισσότερο. Η επιλογή του δούκα Καρόλου Δ΄, ο οποίος ανέρχεται στην εξουσία το 1625, να συνταχθεί ανοιχτά με τους Αψβούργους, ρίχνει τη Λωρραίνη στη δίνη του Τριακονταετούς Πολέμου. Τα πράγματα περιπλέκονται περισσότερο όταν ο Κάρολος έρχεται σε ανοιχτή ρήξη με τον Γάλλο βασιλιά Λουδοβίκο ΙΓ΄ και τον πανίσχυρο καρδινάλιο Ρισελιέ, υποστηρίζοντας τον Γκαστόν της Ορλεάνης, αδελφό του Λουδοβίκου. Οι Γάλλοι καταλαμβάνουν τη Λωρραίνη. Έπειτα τη λεηλατούν οι προτεστάντες Σουηδοί του βασιλιά Γουσταύου-Αδόλφου, για να ξανάρθει η σειρά των Γάλλων. Με τις Συνθήκες της Βεστφαλίας η Γαλλία αποκτά οριστικά τα εδάφη των τριών επισκοπικών περιφερειών της Λωρραίνης, ενώ κατέχει στρατιωτικά τα εδάφη του δουκάτου. Οι δούκες της Λωρραίνης ζουν εξόριστοι μέχρι το 1697, όταν ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ τους επιτρέπει να επιστρέψουν στο Νανσύ.

Φαίνεται παράδοξο, αλλά η Λωρραίνη στην οποία επιστρέφει ο δούκας Λεοπόλδος Α΄ ο Καλός, μολονότι έχει ουσιαστικά καταστεί γαλλικό προτεκτοράτο, βρίσκεται σε πλήρη οικονομική ακμή: ορυχεία, αλυκές, χαρτοποιία, υαλουργία, πορσελάνες και εμπόριο εν γένει αποτελούν τις πηγές πλούτου του Νανσύ. Βοηθούν και η κατά τα φαινόμενα εξομάλυνση των σχέσεων με τη Γαλλία κι η ελπίδα ότι ένας δυναστικός γάμος μεταξύ των οίκων της Γαλλίας και της Λωρραίνης θα μπορούσε να διασφαλίσει την ανεξαρτησία της δεύτερης. Ιδιωτικά μέγαρα χτίζονται στη νέα πόλη του Νανσύ, αδιάψευστη απόδειξη της ευμάρειας ευγενών και αστών. Αρχίζει η ανέγερση του μεγάλου ναού που πρόκειται να γίνει ο καθεδρικός της πόλης. Ο ίδιος ο δούκας συμβάλλει στην ανοικοδόμηση, παρότι, ακολουθώντας την τάση της εποχής που θέλει τους μονάρχες να κατοικούν εκτός της πρωτεύουσάς τους, μεταφέρει την αυλή του στη Λυνεβίλλ. Η πνευματική ζωή γνωρίζει άνθηση χάρη και στο Πανεπιστήμιο των Ιησουιτών στο γειτονικό Ποντ α Μουσσόν.

Όταν το 1729 πεθαίνει ο Λεοπόλδος, ο διάδοχος βρίσκεται για σπουδές στη Βιέννη, στην αυλή των φίλων και προστατών Αψβούργων. Ο Φραγκίσκος Γ΄ ήταν ο τρίτος γιος του Λεοπόλδου, αλλά οι δύο μεγαλύτεροι αδελφοί του είχαν πεθάνει από ευλογιά. Ο νεαρός δούκας επιστρέφει στο Νανσύ με μισή καρδιά. Ήδη ο αυτοκράτορας Κάρολος Στ΄ έχει εκδηλώσει την επιθυμία του να παντρέψει τον Φραγκίσκο με την κόρη του και μέλλουσα αυτοκράτειρα, τη Μαρία-Θηρεσία. Ο νεαρός περνά δύο χρόνια στο Νανσύ κι έπειτα επιστρέφει στη Βιέννη και στην εκλεκτή της καρδιάς του. Την ίδια ώρα η προοπτική του αυτοκρατορικού γάμου έχει θορυβήσει τη γαλλική αυλή. Ένας δούκας της Λωρραίνης που θα γίνει και αυτοκράτορας είναι ό,τι χειρότερο για τα σχέδια της Γαλλίας η οποία έχει σχεδόν προσαρτήσει τη Λωρραίνη. Αρχίζει ένα διπλωματικό παιχνίδι με απρόβλεπτες συνέπειες. Ο γαλλικός θρόνος θα δεχτεί τον γάμο μόνο υπό τον όρο ότι ο Φραγκίσκος θα εγκαταλείψει το Δουκάτο της Λωρραίνης. Πράγματι, ο Φραγκίσκος θα παντρευτεί τη Μαρία-Θηρεσία το 1736 και θα αφήσει το 1737 τα πατρογονικά εδάφη στους Γάλλους με αντάλλαγμα την Τοσκάνη (η συμφωνία θα επικυρωθεί το 1738 με τη Συνθήκη της Βιέννης). Κι ενώ ο μέχρι τότε δούκας θα πορευτεί προς την αυτοκρατορική μοίρα του, ο Γάλλος βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΕ΄ θα θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό του για μια ομαλή προσάρτηση της Λωρραίνης. Έφτασε η ώρα να περάσει στο προσκήνιο ο καλός βασιλιάς Στανισλάς.

Β. Στα χρόνια του καλού βασιλιά Στανισλάς

Γόνος μιας από τις επιφανέστερες οικογένειες της πολωνικής αριστοκρατίας, ο Στανισλάος Λεστσύνσκι εκλέγεται βασιλιάς της Πολωνίας το 1704, σε ηλικία 24 ετών, ουσιαστικά χάρη στην υποστήριξη του Σουηδού βασιλέα Κάρολου ΙΒ΄. Η εποχή είναι πολύ δύσκολη για την πάλαι ποτέ πολωνική υπερδύναμη. Περικυκλωμένη από τις μεγάλες ή ανερχόμενες δυνάμεις της εποχής (Ρωσία, Πρωσία, Αυστρία, Σουηδία), η Πολωνία διάγει τα τελευταία χρόνια της ανεξάρτητης ύπαρξής της. Μετά τη συντριβή του προστάτη του, του Καρόλου, στη μάχη της Πολτάβας (1709), ο Στανισλάος εκθρονίζεται. Ενώ έχει περάσει 15 χρόνια στην εξορία (Βεσαραβία, Ρηνανία-Παλατινάτο, Αλσατία), συναντά απρόσμενα τη μεγάλη ευκαιρία. Από το 1715 και τον θάνατο του προπάππου του, του «Βασιλιά-Ήλιου», μονάρχης της Γαλλίας είναι ο ανήλικος Λουδοβίκος ΙΕ΄ (γενν. το 1710). Ο θείος του και αντιβασιλέας Φίλιππος της Ορλεάνης έχει κανονίσει τον γάμο του Λουδοβίκου με την ινφάντα της Ισπανίας. Όταν το 1723 πεθαίνει ο αντιβασιλέας, η μέλλουσα νύφη είναι μόλις 6 ετών. Ο νέος πρωθυπουργός, ο Λουδοβίκος-Φίλιππος των Βουρβώνων, δεν καλοβλέπει αυτή την προοπτική. Ο νεαρός Λουδοβίκος είναι ένας φιλάσθενος έφηβος. Οι περισσότεροι δεν πιστεύουν ότι θα ζήσει αρκετά ώστε να ενηλικιωθεί. Αν, όμως, ο βασιλιάς πεθάνει πρόωρα, τότε θα τον διαδεχτεί ο δούκας της Ορλεάνης, γιος του νεκρού αντιβασιλέα και μεγάλος αντίπαλος του νυν πρωθυπουργού. Επομένως, πρέπει να βρεθεί γρήγορα μια νύφη για τον Λουδοβίκο: όχι πολύ μεγαλύτερή του, αλλά οπωσδήποτε σε αναπαραγωγική ηλικία και βεβαίως καθολική. Μόνο μια πριγκίπισσα πληροί τις προδιαγραφές αυτές: η κόρη του Στανισλάου Μαρία, την οποία και θα νυμφευθεί ο Λουδοβίκος τον Δεκαπενταύγουστο του 1725, στον Καθεδρικό του Στρασβούργου. Από εξόριστος μονάρχης, ο Στανισλάος προάγεται σε βασιλικό πεθερό. Πιστεύοντας ότι η γαλλική βοήθεια θα αποδειχτεί αρκετή, ο Στανισλάος επιχειρεί να ανακτήσει τον πολωνικό θρόνο: τον Σεπτέμβριο του 1734 επιστρέφει στη Βαρσοβία όπου η Πολωνική Δίαιτα τον επανεκλέγει βασιλέα. Μόνο που η ρωσική αντίδραση είναι άμεση και αποτελεσματική. Μέσα σε λίγες ημέρες ο Στανισλάος εκδιώκεται από την πρωτεύουσά του και καταφεύγει στο Γκντανσκ. Η Γαλλία κρίνει ότι ένας πόλεμος με τους Ρώσους δεν είναι ό,τι το καλύτερο και περιορίζεται να βοηθήσει συμβολικά μόνο τον Στανισλάο. Η επιχείρηση αποτυγχάνει παταγωδώς. Ο Λουδοβίκος, πάντως, δεν ξεχνά τον πεθερό του. Έτσι, το 1737 κι ενώ ο Φραγκίσκος εγκαταλείπει το Νανσύ, ο Λουδοβίκος διορίζει τον Στανισλάο ως ισόβιο δούκα της Λωρραίνης και του Μπαρ. Με τον θάνατο του Πολωνού, η Λωρραίνη θα καταστεί και τυπικά γαλλικό έδαφος.

Είναι βέβαιο ότι ο Λουδοβίκος πιστεύει πως η «μεσοβασιλεία» του εξηντάχρονου πεθερού του δεν πρόκειται να κρατήσει και πολύ. Γερό σκαρί, ο Πολωνός θα διαψεύσει τις προβλέψεις και θα διοικήσει τη Λωρραίνη για σχεδόν τριάντα χρόνια, μέχρι τον θάνατό του το 1766. Βέβαια, η λέξη «διοικήσει» δεν είναι απολύτως ακριβής: στην πράξη, ο Στανισλάος δεν έχει όλες τις εξουσίες στα χέρια του, μια και η Γαλλία έχει στείλει ως κυβερνήτη της Λωρραίνης τον Ιππότη της Γκαλαιζιέρ με αποστολή να προετοιμάσει το ταχύτερο δυνατό τη μετάβαση του δουκάτου σε καθεστώς γαλλικής κυριαρχίας. Παρόλα αυτά, ο Στανισλάος θα κάνει ό,τι μπορεί για να γίνει αγαπητός στους υπηκόους του και για να διασφαλίσει την υστεροφημία του. Αφήνει κληρονομιά το μνημειακό έργο της πλατείας που θα πάρει (πολύ αργότερα) το όνομά του, θεσπίζει την παροχή δωρεάν εκπαίδευσης στους κατοίκους της Λωρραίνης, ιδρύει τη Βασιλική Βιβλιοθήκη και τη Βασιλική Ακαδημία του Νανσύ, καθιερώνει ένα στοιχειώδες σύστημα πρωτοβάθμιας ιατρικής περίθαλψης. Με δύο λόγια, ένας αληθινός φωτισμένος μονάρχης, ο οποίος φιλοξενεί στα ανάκτορα της Λυνεβίλλ όλες τις μεγάλες μορφές του Διαφωτισμού, από τον Βολταίρο ως τον Μοντεσκιέ.

Γ. Υπό γαλλική κυριαρχία

Με τον θάνατο του Στανισλάου το 1766 (σε ηλικία 89 ετών και μάλιστα όχι εξαιτίας κάποιας ασθένειας αλλά λόγω των εγκαυμάτων που υπέστη πέφτοντας στο τζάκι του υπνοδωματίου του στα ανάκτορα της Λυνεβίλλ), η Λωρραίνη και το Νανσύ περνούν οριστικά στη Γαλλία. Τα χρόνια περνούν, κι αν κάποια επανάσταση άλλαξε ριζικά την πόλη αυτή δεν ήταν η Γαλλική, αλλά η Βιομηχανική. Τα ανθρακωρυχεία και η σιδηρουργία μεταβάλλουν τη φυσιογνωμία της πόλης. Το Νανσύ βγαίνει κατά κάποιο τρόπο κερδισμένο κι από την οδυνηρή ήττα της Γαλλίας στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο του 1870-71 και την απώλεια της Αλσατίας και του Μοζέλλα: στην πόλη συρρέουν όχι μόνον απλοί πρόσφυγες από τις χαμένες για τη Γαλλία περιοχές, αλλά κι ένα μεγάλο μέρος της επιχειρηματικής και πνευματικής ελίτ τους. Ο πληθυσμός της πόλης υπερδιπλασιάζεται: από 40.000 κατοίκους το 1850, η πόλη ξεπερνά τις 100.000 με την αυγή του 20ού αι. (ο αριθμός παραμένει μέχρι σήμερα σταθερός… για τον Δήμο του Νανσύ, μια και το ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα αριθμεί γύρω στις 300.000). Παράλληλα, η συνύπαρξη και η αλληλεπίδραση ανήσυχων επιχειρηματικών, πνευματικών και καλλιτεχνικών ελίτ έχει ως αποτέλεσμα την περίφημη Σχολή του Νανσύ, καθιστώντας την πόλη πραγματική πρωτεύουσα της Αρ Νουβώ. Ο πολυτάλαντος Εμίλ Γκαλλέ, ο επιπλοποιός και διακοσμητής Λουί Μαζορέλλ, οι υαλουργοί αδελφοί Ντάουμ κι ο αρχιτέκτονας Λυσιάν Βάισσενμπύργκερ είναι μερικά μόνο από τα ονόματα που πρωταγωνίστησαν στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής αυτής ομάδας.

Οι πόλεμοι θα περάσουν αφήνοντας τα σημάδια τους, αλλά το Νανσύ θα συνεχίσει στον ίδιο ρυθμό, αυτόν της βιομηχανικής πόλης… μέχρι να έρθει η ώρα της παρακμής των ορυχείων και της σιδηρουργίας κι ο επαπειλούμενος οικονομικός μαρασμός. Η πόλη θα αργήσει, αλλά θα αντιδράσει τελικά: αναπτύσσοντας τον τριτογενή τομέα, δίνοντας βάρος στα πανεπιστήμιά της και, φυσικότατα, στον τουρισμό το Νανσύ μπήκε στον νέο αιώνα με περισσότερη αισιοδοξία. Στο Νανσύ μπορεί να βρέχει συχνά, αλλά η εικόνα του δεν είναι γκρίζα!

ΙΙ. Σύντομη περιήγηση

Η υπέροχη Πλας Στανισλάς αποτελεί το κέντρο της πόλης, συνδέοντας την Παλαιά (στα βόρεια) και τη Νέα Πόλη (στα νότια) του Νανσύ. Στα δυτικά και μέχρι τον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης απλώνονται οι νεότερες συνοικίες της που οικοδομήθηκαν κατά τον 19ο αι. και στις αρχές του 20ού: εκεί βρίσκεται το εμπορικό κέντρο, αλλά και διάσπαρτα διάφορα διαμάντια της Αρ Νουβώ.

Α. Η Νέα Πόλη

Η κατ’ όνομα νέα πόλη άρχισε να οικοδομείται στα τέλη του 16ου αι., στα χρόνια του δούκα Καρόλου Γ΄. Μάρτυρας της ανάπτυξης που γνώρισε η πόλη από τα τέλη του 17ου αι., διαθέτει αρκετά δείγματα μπαρόκ αρχιτεκτονικής (όπως τα ιδιωτικά μέγαρα της Πλας ντ’ Αλλιάνς στο ανατολικό άκρο του ιστορικού κέντρου της πόλης), αλλά και νεοκλασσικά οικοδομήματα. Στη Νέα (ή κατ’ άλλους Βασιλική) Πόλη του Νανσύ βρίσκεται και ο ναός του Ευαγγελισμού της Παρθένου, ένα σχετικά λιτό, αλλά κομψό μπαρόκ οικοδόμημα του πρώτου μισού του 18ου αι. Ο ναός έγινε καθεδρικός το 1777 όταν το Νανσύ κατέστη επισκοπική έδρα (με τη μεταφορά της επισκοπής της Τουλ).

Β. Η Πλατεία Στανισλάς

Η Πλατεία Στανισλάς αποτελεί ένα αδιαμφισβήτητο αριστούργημα του μπαρόκ και του ροκοκό, το οποίο ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει πλέον σε όλη τη μεγαλοπρέπειά του (μετά την ανακαίνιση, ή μάλλον αναπαλαίωση, του 2005). Ο Στανισλάος αποφασίζει την κατασκευή της το 1751 θέλοντας να χαρίσει στην πρωτεύουσά του ένα μνημειώδες έργο το οποίο θα είναι αφιερωμένο στη δόξα του γαμπρού του, του Λουδοβίκου ΙΕ΄. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, ονομαζόταν αρχικά Βασιλική Πλατεία, για να πάρει τη σημερινή ονομασία της στα μέσα του 19ου αι. (όταν και τοποθετήθηκε στο μέσον της το άγαλμα του Στανισλάου στη θέση όπου βρισκόταν άγαλμα του Λουδοβίκου, το οποίο είχε φυσικά γκρεμιστεί στα χρόνια της Επανάστασης). Το έργο ολοκληρώθηκε το 1755, υπό την επίβλεψη του ντόπιου αρχιτέκτονα Εμμανυέλ Ερέ. Η πλατεία περιβάλλεται από κτίρια τα οποία είναι όμοια ως προς τα αρχιτεκτονικά και διακοσμητικά στοιχεία τους, αλλά διαφέρουν ως προς το μέγεθος και τον αριθμό των ορόφων (λέγεται ότι το μικρό ύψος των κτιρίων της βόρειας πλευράς οφείλεται τόσο σε λόγους προοπτικής, όσο και για να είναι δυνατή η χρήση πυροβολικού για την άμυνα της πόλης). Το Δημαρχείο του Νανσύ είναι το μεγαλύτερο κτίριο της πλατείας, καθώς καλύπτει ολόκληρη τη νότια πλευρά της. Στην πρόσοψή του μπορεί κανείς να διακρίνει τα εμβλήματα του Στανισλάου: τον ταύρο του οικόσημου των Λεστσύνσκι, τον αετό της Πολωνίας και τον ιππέα της Λιθουανίας. Μεταξύ των κτιρίων της ανατολικής πλευράς, το πρώην μέγαρο του Δημόσιου Ταμείου στεγάζει σήμερα την Όπερα του Νανσύ, ενώ στη δυτική πλευρά η Ιατρική Σχολή είναι εδώ και σχεδόν δύο αιώνες το Μουσείο Καλών Τεχνών της πόλης: πλούσια συλλογή ζωγράφων της Αναγέννησης (Περουτζίνο, Τιντορέτο, Ρούμπενς, Καραβάτζο), Γάλλοι ζωγράφοι του 19ου αι, (ανάμεσά τους η «Μάχη του Νανσύ» του Ντελακρουά), ιμπρεσιονιστές (ένας Μανέ) και έργα μοντέρνας τέχνης (ένας Πικάσο) καταλέγονται μεταξύ των εκθεμάτων του μουσείου. Το αξιοπερίεργο; Στη σκάλα που οδηγεί στον δεύτερο όροφο εκτίθεται συλλογή έργων του Φραντσέσκο Καζανόβα, αδελφού του γνωστού Βενετσιάνου γόη.

Στο βορειοδυτικό και στο βορειοανατολικό άκρο της πλατείας υπάρχουν δύο κρήνες με αγάλματα, του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης αντίστοιχα, που δεν διακοσμούν απλώς την πλατεία, αλλά και κρύβουν τις οχυρώσεις. Κι αμέσως μετά την πλατεία, στα βορειοδυτικά, υπάρχει μια αψίδα θριάμβου, απομίμηση αυτής του Σεπτίμιου Σεβήρου στη Ρώμη, την οποία ανήγειρε ο Στανισλάος για να υμνήσει τη δόξα του γαμπρού του (πάλι). Πέρα όμως από τα κτίρια, αυτό που ολοκληρώνει την ασύγκριτη ομορφιά της Πλατείας Στανισλάς είναι οι πύλες της με τα επίχρυσα κάγκελα, έργο του Ζαν Λαμούρ.

Γ. Η Παλαιά Πόλη

Στα βόρεια της Πλατείας Στανισλάς απλώνεται η Παλαιά Πόλη του Νανσύ. Ωστόσο ο επισκέπτης δεν αντιλαμβάνεται αμέσως την αλλαγή: η Πλατεία της Καρριέρ την οποία βλέπει πρώτη και την οποία χρησιμοποιούσαν στα χρόνια του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης ως χώρο ιππικών επιδείξεων και τουρνουά αναδιαμορφώθηκε πλήρως από τον Ερέ σύμφωνα με την αισθητική του μπαρόκ. Περιβάλλεται από ιδιωτικά μέγαρα του 18ου αι., ενώ στο βόρειο άκρο της δεσπόζει το κτίριο του Κυβερνείου. Το πραγματικό Νανσύ του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης αρχίζει λίγο βορειότερα. Στο νοτιοδυτικό άκρο σχεδόν της παλιάς πόλης, η Πλατεία Σαιν Επρ αποτελούσε την καρδιά της πόλης κατά τον Μεσαίωνα. Εκεί που βρισκόταν ένας ναός ρωμανικού ρυθμού, σήμερα υψώνεται η Βασιλική του Αγίου Εβέρου_(Saint Epvre), επισκόπου της Τουλ. Μην ξεγελαστείτε, πρόκειται για ένα νεογοτθικό κτίσμα της δεκαετίας του 1860. Προσωπικά βρίσκω το οικοδόμημα αρκετά συμπαθητικό, πολλοί όμως το θεωρούν αποτυχημένο συνδυασμό διαφόρων στοιχείων του γοτθικού ρυθμού, χωρίς την αρμονία και την ομορφιά των αυθεντικών μεσαιωνικών κτισμάτων. Σε κάθε περίπτωση, ο ναός χτίστηκε γρήγορα και, μάλλον πρόχειρα. Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα είναι φασκιωμένος με σκαλωσιές για τα απαραίτητα έργα συντήρησης και αναστύλωσης. Στα στενά δρομάκια βόρεια της Πλατείας Σαιν Επρ υπάρχουν εκλεκτά δείγματα της αρχιτεκτονικής του Ύστερου Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, όπως το μέγαρο του μαρισκάλδου της Λωρραίνης Ιωάννη της Ωσσονβίλλ.

Αν, πάντως, υπάρχει κάποιος δρόμος που μπορεί να δώσει μια ζωντανή εικόνα για το πώς ήταν το μεσαιωνικό Νανσύ, αυτός είναι η μακρόστενη Γκραντ Ρυ (αν φυσικά εξαιρέσουμε τα περίπου τριάντα εστιατόρια κάθε είδους και για κάθε βαλάντιο που υπάρχουν στην αριστερά πλευρά του δρόμου). Στον αριθμό 30, βρίσκεται το σπίτι όπου μετέφεραν το πτώμα του Καρόλου της Βουργουνδίας μετά τη Μάχη του Νανσύ το 1477. Μια πλάκα υπενθυμίζει το γεγονός. Ανηφορίζοντας, συναντάμε τα ανάκτορα των Δουκών της Λωρραίνης, όπου συνδυάζονται στοιχεία ύστερου γοτθικού και αναγεννησιακού ρυθμού (λογικό αν θυμηθούμε ότι το ανάκτορο οικοδομήθηκε από τον Ρενέ Β΄ και τον Αντώνιο στα τέλη του 15ου και στις αρχές του 16ου αι.). Αμέσως μετά τα ανάκτορα υπάρχει η Μονή και η Εκκλησία των Φραγκισκανών (αφιερωμένη φυσικά στον Άγιο Φραγκίσκο της Ασσίζης), χτισμένες κατόπιν παραγγελίας του δούκα Ρενέ Β΄. Δείγμα των δεσμών μεταξύ Νανσύ και Αψβούργων, η εκκλησία μέχρι το 1918 δεν ήταν τυπικά γαλλικό έδαφος, αλλά ανήκε στην Αυστρία! Κι αξίζει να σημειωθεί ότι ο καλός κύριος Όττο φον Χάμπσμπουργκ (τα χρόνια του νάχουμε!), ως απόγονος του οίκου παντρεύτηκε το 1951 σ’ αυτήν την εκκλησία (βέβαια, μια και κατά το γαλλικό δίκαιο μόνον ο πολιτικός γάμος είναι έγκυρος, είχε περάσει πρώτα κι από το δημαρχείο του Νανσύ)! Σήμερα τα ανάκτορα, η μονή και η εκκλησία στεγάζουν το Μουσείο Ιστορίας της Λωρραίνης. Μεταξύ των συλλογών του παλατιού, το απόλυτο μαστ είναι η σχεδόν πλήρης σειρά χαλκογραφιών του χαράκτη Ζακ Καλλό με τίτλο «Οι Δυστυχίες του Πολέμου» (εν προκειμένω, του Τριακονταετούς). Στην Εκκλησία των Φραγκισκανών βρίσκονται οι τάφοι των δουκών (π.χ. του Ρενέ Β΄). Αξιοσημείωτο το εντυπωσιακού ρεαλισμού επιτύμβιο ανάγλυφο της συζύγου του Ρενέ, της Φιλίππης του Γκέλντρε (ολλ. Χέλρε).

Στο τέλος της Γκραντ Ρυ υψώνεται η εντυπωσιακή Πύλη της Κραφφ, που είναι σχεδόν ό,τι έχει απομείνει από τις μεσαιωνικές οχυρώσεις και τα τείχη του Νανσύ. Η πύλη κατασκευάστηκε τον 14ο αι., αλλά οι πύργοι της είναι νεότεροι, μια και προστέθηκαν κατά το πρώτο μισό του επόμενου αιώνα.

Μεσαιωνικό, αναγεννησιακό, μπαρόκ, νεοκλασσικό η αρ νουβώ, το ιστορικό κέντρο του Νανσύ διαθέτει μνημεία και αξιοθέατα για όλες τις προτιμήσεις, καταρρίπτοντας τις όποιες φήμες περί μουντής πόλης ή «φτωχού συγγενή». Κι αν όλα αυτά σας είναι αδιάφορα, το Νανσύ είναι η πόλη όπου έδρασε ο περίφημος (ή περιβόητος, c’est selon) Δρ Εμίλ Κουέ (στην πραγματικότητα, απλώς φαρμακοποιός) με τη μέθοδό του της αυθυποβολής, όπως επίσης και η πόλη στην ποδοσφαιρική ομάδα της οποίας έκανε τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα ο Μισέλ Πλατινί.  Και για να κλείσω το κείμενο με τις δικές μου προτιμήσεις, το Νανσύ είναι η πόλη όπου δίδαξε ένας από τους σπουδαιότερους ιστορικούς που ασχολήθηκαν με την ελληνιστική περίοδο, ο Εντουάρ Βιλλ.

Advertisements

Ιερουσαλήμ-Μαρίενμπουργκ – μέρος IV: το τέλος (;) και η υστεροφημία του Τάγματος

Φεβρουαρίου 27, 2011

Οστερόντε, Πρωσία, 6 Ιανουαρίου 1453. Παραμονές, σχεδόν, του Δεκατριετούς Πολέμου που θα αποβεί μοιραίος για το κράτος των Τευτόνων. Ο τοπικός Τεύτονας διοικητής συντάσσει επιστολή προς τον Λουδοβίκο του Έρλιχσχάουζεν, μεγάλο μάγιστρο του Τάγματος. Του εκθέτει τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει στη συνεργασία του με τους ντόπιους ευγενείς. Μόλις συναντήθηκε με έναν από αυτούς τους γαιοκτήμονες, τον Πέτρες του Αρβάυντεν, από τον οποίο ζήτησε να παραχωρήσει στο Τάγμα για κάποιες εβδομάδες τους υποτελείς του χωρικούς, προκειμένου να βοηθήσουν σε εργασίες συντήρησης του κάστρου της περιοχής. Ο Πρώσος γαιοκτήμονας αρνείται. Ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος, τον οποίο παραθέτει αυτολεξεί στην επιστολή του ο διοικητής (βλ. Sylvain Gouguennheim “Les Chevaliers Teutoniques”, εκδ. Tallandier, Παρίσι, 2007, σελ. 551-552).

«- Άρχοντα! Κύριε Διοικητά! Κι εγώ είμαι ευγενής, όπως ακριβώς κι εσείς, κι αν παρίσταται ανάγκη μπορώ να το αποδείξω, όπως κάθε ευγενής. Ξέρετε, κύριε, αν δεν είχατε έρθει σ’ αυτήν εδώ τη χώρα δεν θα είχατε γίνει ποτέ άρχοντας…

– Τι είναι όλα αυτά που μου τσαμπουνάς βρε Πέτρες; Άν δεν ήμουν εγώ ο άρχοντάς σου, θα ήταν κάποιος άλλος στη θέση μου. Εσύ, πάντως, Πέτρες θα πρέπει οπωσδήποτε να έχεις έναν άρχοντα πάνω από σένα, γιατί είσαι τόσο ευγενής όσο μπορεί να είναι ευγενής μια αγριόκοτα!».

Το περιστατικό είναι ενδεικτικό του χάσματος ανάμεσα στο Τάγμα και τους υπηκόους του. Όπως ήταν μοιραίο, μετά από δύο και πλέον αιώνες κυριαρχίας των Τευτόνων έχει διαμορφωθεί αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε πρωσικό έθνος, με τις ελίτ του, γερμανικές ή εκγερμανισμένες, γαιοκτημόνων και πλουσίων εμπόρων, οι οποίες διεκδικούν το μερίδιό τους στην άσκηση εξουσίας. Το Τάγμα, όμως, δεν είναι διατεθειμένο να κάνει παραχωρήσεις. Αυτό που οπουδήποτε αλλού θα αποτελούσε φυσική εξέλιξη, δηλαδή η σταδιακή δημιουργία ενός έθνους σύμφωνα με τα πρότυπα των νεότερων χρόνων, έρχεται σε αντίθεση με την ίδια τη φιλοσοφία του κράτους ενός στρατιωτικού θρησκευτικού τάγματος το οποίο αποκλείει από την εξουσία οποιοδήποτε εξωτερικό προς αυτό στοιχείο. Ως εκ της φύσεως του τρόπου επάνδρωσης και λειτουργίας του Τάγματος, τα πρόσωπα που ασκούν εξουσία στην Πρωσία δεν έχουν ρίζες στον τόπο αυτό. Όσο για τους Πρώσους αριστοκράτες, ο μόνος τρόπος να διοικήσουν στην πατρίδα τους είναι να καταταγούν στο Τάγμα, δηλαδή να απεκδυθούν την ταυτότητά τους, χωρίς να είναι βέβαιο ότι το όνειρό τους θα εκπληρωθεί. Όλα αυτά έχουν ως συνέπεια την αποξένωση των Τευτόνων από τις τοπικές ελίτ, η οποία αποτυπώνεται στο παραπάνω περιστατικό μέσω μιας αμοιβαίας αμφισβήτησης της ιδιότητας του ευγενούς. Για τον γαιοκτήμονα, ο διοικητής είναι φορέας μιας δοτής εξουσίας που εκπορεύεται από έναν απρόσωπο οργανισμό. Για αυτό και ο υπαινιγμός («αν δεν είχατε έρθει σ’ αυτήν εδώ τη χώρα δεν θα είχατε γίνει ποτέ άρχοντας«): οι περισσότεροι από τους ιππότες κατάγονταν από οικογένειες μινιστράλιων, κατώτερων ευγενών, συχνά ταπεινής καταγωγής, που προήχθηκαν λόγω προσωπικής αξίας από τον αυτοκράτορα, δεν διέθεταν συνήθως φέουδα και αρκούνταν στην άσκηση καθηκόντων συμβούλου στην αυτοκρατορική ή σε κάποια φεουδαλική αυλή. Όσο για την οργισμένη απάντηση του διοικητή (σε ενικό, ενώ ο γαιοκτήμονας κρατά έστω τα προσχήματα χρησιμοποιώντας πληθυντικό), αποδεικνύει ότι για έναν Τεύτονα Ιππότη ο Πρώσος αριστοκράτης δεν είναι παρά ένας υποτελής που χρωστά την ανέλιξή του αποκλειστικά στο Τάγμα. Η σύγκρουση θα πληρωθεί ακριβά: τρεις μήνες αργότερα, η πρωσική Δίαιτα θα δηλώσει υποτέλεια στον Πολωνό μονάρχη και θα τον καλέσει να καταλάβει τη χώρα. Τη συνέχεια την είδαμε στο τρίτο μέρος της σειράς.

Με άλλα λόγια, η παρακμή και το ουσιαστικό τέλος του Ordensstaat δεν οφείλεται απλά στο ότι το Τάγμα έχασε, παρά την όποια ηρωϊκή αντίσταση, έναν κρίσιμο πόλεμο, αλλά στη διττή αδυναμία προσαρμογής στις εξελίξεις: αφενός, μετά τον προσηλυτισμό και των Λιθουανών στον χριστιανισμό, η Πρωσία είναι ένα κράτος σαν όλα τ’ άλλα. Οι Τεύτονες δεν μπορούν πλέον να καλούν σε σταυροφορίες ή να εμφανίζονται ως προστάτες της πίστης, κατά μείζονα λόγο όταν το ιδανικό των σταυροφοριών έχει ξεθυμάνει. Υποχρεωμένοι να αναζητήσουν συμμαχίες στη διεθνή διπλωματική σκηνή, χωρίς εγγενή επικοινωνιακά πλεονεκτήματα, δεν θα αποδειχθούν αρκετά επιδέξιοι ή τυχεροί. Αφετέρου, η ίδια η φύση ενός Ordensstaat αποδεικνύεται ασύμβατη με το υπό διαμόρφωση εθνικό κράτος. Το κράτος των ιπποτών ήταν καταδικασμένο να χαθεί γιατί η ίδια η εξέλιξη της Ιστορίας το είχε ξεπεράσει. Από την άποψη αυτή, το τέλος της Πρωσίας των Τευτόνων σηματοδοτεί την αλλαγή εποχής, τη μετάβαση από τον Μεσαίωνα (τις δομές και τις αντιλήψεις του οποίου εξέφραζε με απόλυτη επιτυχία) στους νεότερους χρόνους. Ας δούμε πώς ακριβώς γράφτηκε ο επίλογος πρώτα του κράτους κι έπειτα του ίδιου του Τάγματος (Ι), για να εξετάσουμε στη συνέχεια τον τρόπο με τον οποίο εκτιμήθηκε η κληρονομιά των Τευτόνων Ιπποτών στον χώρο δράσης τους (ΙΙ).

Ι. Το τέλος (;)

Όπως είδαμε στο προηγούμενο επεισόδιο, μετά την ταπεινωτική δεύτερη συνθήκη ειρήνης του Τορν το 1466, οι Τεύτονες έχασαν το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών τους, εκτός από την Ανατολική Πρωσία και την Πομεσανία. Διατηρούνται, βέβαια, οι εκτεταμένες κτήσεις του Τάγματος στη Λιβονία, όπου όμως οι Τεύτονες αποτελούν απλώς μία μεταξύ πλειόνων δυνάμεων εξουσίας, καθώς και αυτές στα εδάφη της Γερμανικής Αυτοκρατορίας κι αλλού στην Ευρώπη. Η κατάσταση είναι δυσχερέστατη, συγκρινόμενη με το άμεσο παρελθόν, αλλά όχι απαραίτητα καταδικαστική. Οι ίδιοι θα αναζητήσουν τρόπους επιβίωσης και, ει δυνατόν, ανάκτησης των χαμένων εδαφών. Ιστορικές εξελίξεις και συγκυρίες μάλλον απρόβλεπτες για τον άνθρωπο του τέλους του 15ου αιώνα θα φέρουν το οριστικό τέλος του Ordensstaat (Α). Όχι πάντως και του ίδιου του Τάγματος, το οποίο θα προσπαθήσει να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Σε σχέση με τα περασμένα μεγαλεία, θα μπορούσε να γίνει λόγος για παρακμή, ακόμη και για εκφυλισμό. Μια τέτοια εκτίμηση θα παρέβλεπε τη διαρκή προσπάθεια ενός τάγματος το οποίο, παρά τις τόσες αντιξοότητες, εξακολουθεί να υφίσταται, τυπικά τουλάχιστον, ακόμη και σήμερα (Β).

Α. Το τέλος του Ordensstaat

α. Ο αγώνας για την επιβίωση: Σε ό,τι έχει απομείνει από την Πρωσία το έργο της ανασυγκρότησης είναι δύσκολο. Ο πόλεμος προκάλεσε ανυπολόγιστες καταστροφές. Το 80 % των χωριών έχουν καταστραφεί ή εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους τους (Alain Demurger “Chevaliers du Christ – Les ordres religieux-militaires au Moyen Âge, XIe-XVIe siècle, εκδ. Seuil, Παρίσι, 2002, σελ. 271). Στη Λιβονία, το Τάγμα βρίσκεται σε διαρκή διαμάχη με τους άλλους δύο πόλους εξουσίας, δηλαδή την Εκκλησία και τους αστούς της Ρίγας και των μεγαλύτερων πόλεων. Ωστόσο, οι Τεύτονες αποτελούν σημαντική στρατιωτική δύναμη, ιδίως στη Λιβονία. Σ’ αυτό ακριβώς το στοιχείο στηρίζεται η ουσιαστικότερη ίσως από τις τελευταίες ελπίδες του Τάγματος για επιβίωση.

1. Σε αναζήτηση νέας νομιμοποίησης: Το Τάγμα χρειάζεται νέους αντιπάλους οι οποίοι θα νομιμοποιούν τη δράση του στα μάτια της χριστιανικής Ευρώπης. Πρέπει επομένως να πρόκειται για αλλόθρησκους ή έστω αλλόδοξους εχθρούς. Στη Λιβονία ο προφανής αντίπαλος είναι η όλο και ισχυρότερη ορθόδοξη Ρωσία: ήδη από το 1450 οι Τεύτονες Ιππότες κινητοποιούν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν τη ρωσική απειλή. Προκειμένου να αντιμετωπίσει καλύτερα τον κίνδυνο (αλλά και για να απομακρυνθεί από την πίεση που ασκούν ο αρχιεπίσκοπος και οι αστοί της Ρίγας), ο μάγιστρος της Λιβονίας Ιωάννης Βαλντχάους του Χέερζε μεταφέρει, γύρω στα 1470, την έδρα του στο Φέλλιν (σημερινό Βιλιάντι στην Εσθονία). Ο ηγεμόνας της Μόσχας και του Βλαντίμιρ, ο φιλόδοξος Ιβάν Γ΄ (σύζυγος της Ζωής – Σοφίας για τους Ρώσους – Παλαιολογίνας, η οποία θα φέρει σαν προίκα της τον βυζαντινό δικέφαλο αετό που πρόκειται να γίνει σύμβολο της ρωσικής μοναρχίας) θα απειλήσει σοβαρά τους καθολικούς της Λιβονίας: αφού κατακτήσει το Νόβγκοροντ και τις υπόλοιπες ρωσικές ηγεμονίες, ο Ιβάν στρέφεται προς δυσμάς. Το 1480 πολιορκεί το Φέλλιν, το 1492 κατασκευάζει το οχυρό του Ιβάνγκοροντ, ακριβώς απέναντι από το κάστρο των Τευτόνων στη Νάρβα, δυο χρόνια μετά συλλαμβάνει και φυλακίζει όλους τους Γερμανούς εμπόρους που βρίσκονται στο Νόβγκοροντ. Το καλοκαίρι του 1502, ο Βόλτερ του Πλέττενμπεργκ, μάγιστρος της Λιβονίας, ενισχυμένος με μισθοφορικά στρατεύματα που στρατολόγησε στη Γερμανία και βοηθούμενος από τους Λιθουανούς, κινείται εναντίον του Ρώσου ηγεμόνα. Στην αποφασιστική μάχη που θα δοθεί κοντά στη λίμνη Σμόλινα (13 Σεπτεμβρίου) ο ρωσικός στρατός θα συντριβεί.

Ο ιδανικός, όμως, αντίπαλος από άποψη νομιμοποίησης είναι οι Τούρκοι, που έχοντας κυριαρχήσει σε ολόκληρη τη βαλκανική χερσόνησο επιχειρούν να επεκταθούν προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Το Τάγμα αποφασίζει να συνδράμει τους Πολωνούς και τους Ούγγρους που βρίσκονται πια στην πρώτη γραμμή της σύγκρουσης με τους Οθωμανούς. Έτσι, το 1497 ο μέγας μάγιστρος Ιωάννης του Τίφεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμα του επικυρίαρχού του Πολωνού μονάρχη και προστρέχει να τον βοηθήσει με 4.000 άνδρες στον πόλεμο κατά των Τούρκων. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας και ενώ η στρατιά προχωρούσε κατά μήκος του Δνείστερου θα προσβληθεί από δυσεντερία και θα πεθάνει λίγες εβδομάδες αργότερα.

2. Σε αναζήτηση προστάτη: Το 1498, η συνέλευση του Τάγματος λαμβάνει μια απόφαση που σηματοδοτεί ουσιώδη πολιτική μεταστροφή: για πρώτη φορά εκλέγει για μεγάλο μάγιστρο πρόσωπο εκτός του Τάγματος. Ο εκλεκτός της συνέλευσης είναι ο Φρειδερίκος της Σαξονίας. Θέτοντας επικεφαλής του ένα Γερμανό ηγεμόνα, το Τάγμα αποκτά έναν ήδη ισχυρό αρχηγό με έτοιμες συμμαχίες και εκ των πραγμάτων μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ. Πράγματι, η πρώτη κίνηση του Φρειδερίκου είναι να αρνηθεί να ορκισθεί υποτέλεια στον βασιλέα της Πολωνίας. Ο Φρειδερίκος θέλει να διακηρύξει ότι το Τάγμα είναι ανεξάρτητο και έτσι σκοπεύει να πορευτεί στο μέλλον. Η Πολωνία σε πρώτο χρόνο δεν αντιδρά. Δώδεκα χρόνια αργότερα, το Τάγμα ακολουθεί την ίδια οδό, επιλέγοντας ξανά ένα Γερμανό ηγεμόνα ως μεγάλο μάγιστρο: τον Αλβέρτο του Βρανδεβούργου από τον οίκο των Χοεντσόλλερν. Ούτε ο Αλβέρτος δέχεται να δώσει όρκο υποτέλειας στον Πολωνό μονάρχη, αυτή τη φορά, όμως, οι Πολωνοί αντιδρούν. Η διαμεσολάβηση του αυτοκράτορα Κάρολου Κουίντου αποτυγχάνει, ο Αλβέρτος αρνείται να υποχωρήσει. Πρωσία και Πολωνία ετοιμάζονται για πόλεμο. Μια από τις σημαντικότερες καθολικές μοναρχίες κι ένα καθολικό τάγμα πρόκειται ν’ αλληλοσπαραχθούν την ώρα που η Γερμανία διχάζεται από το κήρυγμα του Λούθηρου. Ο αυτοκράτορας επιβάλλει ανακωχή στους δύο αντιπάλους. Και τότε θα συμβεί το φαινομενικά απροσδόκητο που θα σφραγίσει την ιστορία των Τευτόνων και της Πρωσίας.

β. Η στροφή στον Προτεσταντισμό – 1. Στην Ανατολική Πρωσία: Ο Αλβέρτος αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα: ταξίδεψε στη Βιττεμβέργη και συνάντησε τον Λούθηρο! Επιστρέφοντας στο Κένιγκσμπεργκ δήλωσε την απόφασή του να διαρρήξει τις σχέσεις του με την Αγία Έδρα, ασπαζόμενος το λουθηρανικό κήρυγμα, και να ελευθερωθεί από τους θρησκευτικούς όρκους του. Ειλικρινής πίστη στη διδασκαλία του Λούθηρου ή υπολογισμένη πολιτική απόφαση; Πιθανότατα και τα δύο (ο Αλβέρτος αλληλογραφούσε με τον Λούθηρο από το 1523 τουλάχιστον). Στην πλειονότητά τους, πάντως, οι ιππότες του Τάγματος στην Πρωσία τον ακολούθησαν: το 1523, το Ordensstaat μεταλλασσόταν σε κοσμικό δουκάτο πιστό στη Μεταρρύθμιση (Demurger, όπ.π., σελ. 272) !  Έπειτα, ο Αλβέρτος στράφηκε στην Πολωνία ζητώντας διαπραγματεύσεις: τον Απρίλιο του 1525 υπογράφηκε στην Κρακοβία συνθήκη ειρήνης. Ο Πολωνός βασιλέας Σιγισμούνδος Α΄, αναγνώρισε το δουκάτο της Ανατολικής Πρωσίας. Ο Αλβέρτος ορκίσθηκε υποτέλεια στον θρόνο της Πολωνίας και έλαβε το δουκάτο του ως κληρονομικό φέουδο πλέον. Οι αδελφοί του Τάγματος στη Γερμανία και στη Λιβονία αντέδρασαν στην, κατ’ αυτούς, προδοσία του Αλβέρτου του Βρανδεβούργου, που δεν δίστασε να δηλώσει υποτέλεια στους Πολωνούς με όρους πολύ πιο επαχθείς από αυτούς της δεύτερης συνθήκης του Τορν. Το 1526 εξέλεξαν ως μεγάλο μάγιστρο τον Βάλτερ του Κρόνμπεργκ, έως τότε μάγιστρο της Γερμανίας, και διεκδίκησαν την επιστροφή του Κένιγκσμπεργκ και της υπόλοιπης Ανατολικής Πρωσίας, προσφεύγοντας στο Δικαστήριο της Αυτοκρατορίας (Reichskammergericht). Μολονότι αυτό τους δικαίωσε με την απόφαση που εξέδωσε το 1532, ο Αλβέρτος πρόλαβε να συνάψει συμμαχίες με τους υπόλοιπους προτεστάντες ηγεμόνες και δεν κινδύνεψε ουσιαστικά ποτέ να χάσει το δουκάτο του.

2. Στη Λιβονία: Ο μάγιστρος Πλέττενμπεργκ δεν ακολούθησε το παράδειγμα του Αλβέρτου και παρέμεινε πιστός στη Ρώμη. Καθώς, όμως, η Μεταρρύθμιση κέρδιζε όλο και περισσότερους πιστούς, ακόμη και μεταξύ των ίδιων των ιπποτών, αναγκάστηκε να εκδώσει διάταγμα ανοχής προς τους προτεστάντες. Παρά τις όλο και αυξανόμενες αντιξοότητες, το Τάγμα κατόρθωσε να επιβιώσει στη Λιβονία για άλλα 40 περίπου χρόνια. Το μέλλον, όμως, διαγραφόταν όλο και πιο αβέβαιο μεταξύ της ρωσικής σφύρας και του πολωνικού άκμονος, ιδίως μετά την άνοδο του Ιβάν Δ΄ του Τρομερού στον ρωσικό θρόνο.  Το 1551 ο Ρώσος μονάρχης επέβαλε φόρο υποτέλειας στους Τεύτονες, το 1558 κατέκτησε τη Νάρβα και το Ντόρπατ, το 1561 το Φέλλιν. Ενδιαμέσως, οι Τεύτονες είχαν υποστεί συντριπτική ήττα από τους Ρώσους στο Έργκεμε (2 Αυγούστου 1560). Ταυτόχρονα Δανοί και Σουηδοί αποσπούσαν τμήματα της Εσθονίας. Έτσι, ο μάγιστρος της Λιβονίας Γοττάρδος Κέττλερ αποφάσισε να εφαρμόσει κατά γράμμα τη στρατηγική του Αλβέρτου του Βρανδεβούργου: ασπάσθηκε τον προτεσταντισμό και, στις 28 Νοεμβρίου 1561, σύναψε συνθήκη ειρήνης με την Πολωνία στο Βίλνιους. Ο Κέττλερ παρέδωσε τη Λιβονία στους Πολωνούς, απαρνήθηκε το Τάγμα, δήλωσε υποτέλεια στον Πολωνό μονάρχη και σε αντάλλαγμα έλαβε ως κληρονομικό φέουδο το δουκάτο της Κουρλάνδης. Όπως σημειώνει ο Ντεμυρζέ (όπ.π., σελ. 273) «η καθολικότατη Πολωνία, ορκισμένη εχθρός του καθολικού τάγματος των Τευτόνων κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων του Μεσαίωνα, είχε πλέον υποτελείς δύο προτεστάντες, κληρονόμους και ολετήρες ταυτόχρονα του Τάγματος στη Βαλτική!«

Β. Ζωή χωρίς κράτος – Το Τάγμα στην υπηρεσία της Γερμανικής αυτοκρατορίας

Η απώλεια του κράτους της Ανατολικής Πρωσίας και των κτήσεων της Λιβονίας δεν σήμαινε και το τέλος του Τάγματος των Τευτόνων, το οποίο επέλεξε τη πλέον φυσική λύση για τα συμφέροντά του. Επικέντρωσε το ενδιαφέρον του και συνέδεσε τη μοίρα του με τη Γερμανική Αυτοκρατορία, ιδίως δε με τoν οίκο των Αψβούργων, οι εκπρόσωποι του οποίου σχεδόν μονοπωλούν τον αυτοκρατορικό θώκο ήδη από τα τέλη του 13ου αιώνα.

Η εξέλιξη αυτή έχει προετοιμαστεί σταδιακά, κυρίως από τους μάγιστρους της Γερμανίας. Άλλωστε, από το 1494 ο αυτοκράτορας Μαξιμιλιανός Α΄ ανακηρύσει τον μάγιστρο της Γερμανίας Ανδρέα του Γκρούμπαχ «ηγεμόνα της Αυτοκρατορίας» με εκλεκτορικά δικαιώματα (Reichsfürst), δηλαδή ανώτατο ευγενή με δικαίωμα ψήφου στην αυτοκρατορική Δίαιτα. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Γκούγκενάιμ (όπ.π., σελ. 590), ο μεγάλος μάγιστρος θα λάβει τον ίδιο τίτλο μόλις το 1524. Λαμβανομένης υπόψη της μεταστροφής στον προτεσταντισμό του Αλβέρτου του Βρανδεβούργου την επόμενη χρονιά, το Τάγμα είχε στις τάξεις του δύο εκλέκτορες μόλις για ένα χρόνο, μια και μετά την ανάδειξη του Βάλτερ του Κρόνμπεργκ στο ύπατο αξίωμα ο μεγάλος μάγιστρος είναι ταυτόχρονα και μάγιστρος της Γερμανίας. Βεβαίως, το Τάγμα έπρεπε να επιλέξει και νέα έδρα: ο Κρόνμπεργκ προτίμησε το Μέργκεντχάιμ στη Βυρττεμβέργη, πιο κοντά στους κύριους συγκοινωνιακούς άξονες από τη μέχρι τότε έδρα του μαγίστρου της Γερμανίας, το Μπουργκ Χόρνεκ (στην ίδια περιοχή, αλλά λίγο δυτικότερα).

α. Η περίοδος των στοχαστικών προσαρμογών – Το Τάγμα απέναντι στον προτεσταντισμό: Το πρόβλημα για τους Τεύτονες είναι ότι η μεταφορά της έδρας στη Γερμανία συμπίπτει με μια περίοδο κρίσεων, αναβρασμού και ταραχών. Η θρησκευτική διαμάχη μεταξύ Καθολικής Εκκλησίας και Μεταρρύθμισης ανοίγει τον ασκό του Αιόλου δίνοντας την ευκαιρία δυναμικής διεκδίκησης κοινωνικών και πολιτικών αιτημάτων. Είναι η εποχή της εξέγερσης που έμεινε στην Ιστορία ως ο Πόλεμος των Χωρικών (Bauernkrieg). Η εξέγερση προκαλεί μεγάλες καταστροφές στις κτήσεις των Τευτόνων: μεταξύ άλλων, τον Μάΐο του 1525 λεηλατείται και πυρπολείται το κάστρο του Χόρνεκ. Τα αρχεία του μαγίστρου της Γερμανίας καταστρέφονται. Αν, όμως, οι ταραχές ήταν ένα παροδικό πρόβλημα, το ζήτημα της θρησκευτικής διαμάχης έθετε σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη του καθολικού Τάγματος. Η Μεταρρύθμιση εξαπλωνόταν με ραγδαίους ρυθμούς στη Γερμανία: οι περισσότεροι από τους ιερείς του Τάγματος ασπάστηκαν γρήγορα τον προτεσταντισμό. Αν και η πλειονότητα των ιπποτών παρέμεινε πιστή στη Ρώμη, ωστόσο οι απώλειες ήταν σημαντικές, τόσο σε επίπεδο έμψυχου δυναμικού όσο και από οικονομική άποψη. Όταν σε μια περιφέρεια οι προτεστάντες ξεπερνούσαν τους καθολικούς, το Τάγμα κινδύνευε να τη χάσει. Έπρεπε, επομένως, να βρεθούν ευέλικτες λύσεις που θα επέτρεπαν τη συνύπαρξη διαφορετικών δογμάτων προς το συμφέρον του Τάγματος.

Στα μέσα του 16ου αιώνα, τρεις διοικητικές περιφέρειες των Τευτόνων είχαν περάσει στο στρατόπεδο της Μεταρρρύθμισης (Θουριγγία, Σαξονία, Ουτρέχτη). Η Έσση παρουσίαζε την απίστευτη ιδιατερότητα να είναι τρι-δογματική! Στο αξίωμα του βαΐλου της περιφέρειας εναλλάσσονταν καθολικοί, λουθηρανοί και καλβινιστές ιππότες (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 592). Οι υπόλοιπες περιφέρειες και ο μεγάλος μάγιστρος παρέμεναν στις τάξεις του καθολικισμού. Η ανάγκη να αποτραπεί ο διχασμός ή έστω να μειωθούν οι απώλειες οδήγησε τη γενική συνέλευση των Τευτόνων να αποφασίσει στο Μέργκεντχάιμ το 1557 ότι οι αδελφοί ήταν ελεύθεροι να επιλέξουν δόγμα, δίνοντας όμως όρκο ότι θα σέβονταν την κυριότητα των περιουσιακών στοιχείων του Τάγματος. Το 1575, στην Ερφούρτη, το Τάγμα αποφάσιζε ότι μπορούσε να δέχεται στις τάξεις του προτεστάντες και ως νέους ιππότες. Καταστατικό και κανονισμοί αναθεωρήθηκαν προκειμένου να διασφαλισθεί η μεγαλύτερη δυνατή θρησκευτική ελευθερία των μελών. Ο συνεκτικός κρίκος δεν ήταν πια ο καθολικισμός, αλλά η ένωση των αδελφών του Τάγματος στην τήρηση των τριών όρκων (πενίας, αγνότητας και υπακοής).

Οι Τεύτονες και η Αγία Έδρα: Η ρεαλιστική στάση του Τάγματος στο ζήτημα του προτεσταντισμού το απομάκρυνε μοιραία από την Αγία Έδρα, η οποία έτσι κι αλλιώς δεν έδειχνε εδώ και καιρό το ίδιο ενδιαφέρον για τη διασφάλιση των προνομίων των Τευτόνων (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 596). Το 1494, ο πάπας Ιννοκέντιος Η΄ δεν δίστασε να μεταβιβάσει, χωρίς τη συγκατάθεση του Τάγματος, στον διαβόητο καρδινάλιο (και μετέπειτα πάπα Αλέξανδρο Στ΄) Ροδρίγο Βοργία όλα τα περιουσιακά στοιχεία που είχαν οι Τεύτονες στη Σικελία. Ο Βοργίας, όταν έγινε πάπας, πούλησε την περιουσία αυτή στον αρχιεπίσκοπο της Σαραγόσας. Βεβαίως, το ίδιο το Τάγμα με την αδιαφορία που είχε επιδείξει για τις σικελικές κτήσεις του είχε εμμέσως βοηθήσει την όποια παπική αυθαιρεσία. Κάποτε στρατηγικής σημασίας, ως βάση ανεφοδιασμού των Αγίων Τόπων, η περιφέρεια της Σικελίας είχε από καιρό πέσει σε αφάνεια, όταν το Τάγμα είχε στρέψει το ενδιαφέρον του στη Βαλτική. Τώρα που το κράτος και οι κτήσεις της Βαλτικής χάνονταν και οι ιταλικές κτήσεις αποκτούσαν και πάλι οικονομικό και στρατηγικό ενδιαφέρον για τον αγώνα κατά των Τούρκων ήταν πολύ αργά! Όσες προσπάθειες κι αν έκαναν οι Τεύτονες για την ανάκτηση των περιουσιακών στοιχείων τους στη Νότια Ιταλία (μεσολάβηση των Αψβούργων ή διαφόρων καρδιναλίων) όλες έπεσαν στο κενό.

Χαρακτηριστικό της κατάστασης που επικρατούσε κατά τα τελευταία χρόνια της τευτονικής διοίκησης Σικελίας είναι και το ακόλουθο περιστατικό (Kristjan Toomaspoeg “Histoire des Chevaliers Teutoniques” εκδ. Flammarion, Παρίσι, 2001, σελ. 59): όταν το 1491 επισκέπτονται το διοικητήριο του Παλέρμου οι επιθεωρητές του Τάγματος διαπιστώνουν ότι η πραγματικότητα ξεπερνά τους χειρότερους φόβους τους. Ο Τεύτονας διοικητής στο Παλέρμο είναι ύποπτος για σειρά οικονομικών σκανδάλων, έχει πέντε τουλάχιστον ερωμένες κι αμέτρητα παιδιά, ενώ σπαταλά τα χρήματα του Τάγματος για να ικανοποιήσει το πάθος του για τα ακριβά ενδύματα και για τη χαρτοπαιξία. Ταυτόχρονα, όπως κι ένας ακόμη αδελφός του Τάγματος, κατηγορείται ότι διατηρεί ομοφυλοφυλικές σχέσεις με υπηρέτες. Ο ιερέας που υπηρετεί στην περιφερειακή διοίκηση Σικελίας συζεί με μια γυναίκα. Δύο άλλοι αδελφοί είναι κλεισμένοι στη φυλακή για κλοπή. Κι ο μοναδικός «καλός» Τεύτονας ιππότης της υπηρεσίας δεν μπορεί να αντιδράσει σ’ αυτό το κλίμα σήψης και διαφθοράς, για τον απλό λόγο ότι τον έχει ρημάξει το πιοτό!

Το Τάγμα στάθηκε πιο τυχερό όσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία του στα παπικά κράτη. Επέδειξε άλλωστε πολύ μεγαλύτερο κι έγκαιρο ενδιαφέρον γι’ αυτά, μια και ήταν απαραίτητα (από οικονομική άποψη) προκειμένου να συνεχίσει να έχει διπλωματική εκπροσώπηση στην παπική αυλή. Η μόνιμη αντιπροσωπεία των Τευτόνων στην Αγία Έδρα καθιστά δυνατή την καλύτερη υποστήριξη και διεκδίκηση των αιτημάτων του Τάγματος: διατήρηση των προνομίων που αποκτήθηκαν κατά τον Μεσαίωνα, τυπική και ουσιαστική ισότητα με το άλλο στρατιωτικό θρησκευτικό τάγμα (τους Ιωαννίτες) κ.ο.κ.

β. Οι Τεύτονες και η Αυτοκρατορία: Καθ’ όλη τη διάρκεια του 16ου αιώνα οι σχέσεις του Τάγματος με τον οίκο των Αψβούργων γίνονται όλο και στενότερες. Οι Τεύτονες διευρύνουν τους ορίζοντες της πολιτικής δράσης τους, αλλά χάνουν μέρος της αυτονομίας τους (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 593 επ.). Το 1590 εκλέγεται ως μεγάλος μάγιστρος ο αρχιδούξ Μαξιμιλιανός των Αψβούργων, ο οποίος τροποποιεί τους κανονισμούς του Τάγματος, επιβάλλοντας την υποχρέωση κάθε ιππότη να μετέχει σε πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Τούρκων για τουλάχιστον τρία χρόνια. Μετά τον Μαξιμιλιανό, στο αξίωμα του μεγάλου μαγίστρου ανέρχονται πλέον μόνο μέλη της οικογένειας των Αψβούργων ή των πιστότερων σ’ αυτούς οικογενειών ευγενών (όπως οι Βίττελσμπαχ). Συνήθως, ο μεγάλος μάγιστρος είχε και πλήθος άλλων τίτλων και αξιωμάτων (κοσμικών και εκκκλησιαστικών): ο Λεοπόλδος Γουλιέλμος της Αυστρίας (μεγάλος μάγιστρος από το 1641 έως το 1662) ήταν ταυτόχρονα και αρχιδούξ της Αυστρίας, επίσκοπος-ηγεμόνας του Πασσάου και του Στρασβούργου, αρχιεπίσκοπος Βρέμης και Μαγδεβούργου, ηγούμενος της ιστορικής μονής του Μούρμπαχ, αυτοκρατορικός αρχιστράτηγος και πολλά ακόμη.

Η πολεμική δράση του Τάγματος: Η ουσιαστική νομιμοποίηση της ύπαρξης του Τάγματος δεν έπαψε να είναι ο αγώνας κατά των απίστων. Οι Τεύτονες συμμετέχουν με τις περισσότερες στρατιωτικές δυνάμεις τους στις προσπάθειες των Αψβούργων να συγκρατήσουν την επεκτατική ορμή των Οθωμανών. Αργότερα θα συσταθεί ένα ειδικό σύνταγμα για τα μέλη του Τάγματος, το οποίο θα ονομασθεί Hoch- und Deutschmeister Regiment. Το σύνταγμα αυτό θα πολεμήσει μεταξύ άλλων για την υπεράσπιση της Ουγγαρίας από την τουρκική εισβολή (1696-98) και στην Ολλανδία εναντίον των δυνάμεων του Λουδοβίκου ΙΔ΄.

Το 1809, ο Ναπολέων διαλύει το Τάγμα των Τευτόνων σε όλα τα εδάφη της λεγόμενης «Συνομοσπονδίας του Ρήνου» και διανέμει την περιουσία τους στους διάφορους Γερμανούς ηγεμόνες. Το Τάγμα επιβιώνει μόνο στα εδάφη που εξακολουθούν να ελέγχουν οι Αψβούργοι. Μεταφέρει την έδρα του στη Βιέννη και, βάσει καταστατικού πλέον, επιλέγει τον εκάστοτε μεγάλο μάγιστρο αποκλειστικά μεταξύ των μελών της αυτοκρατορικής οικογένειας.  Το σύνταγμα των Τευτόνων θα παραμείνει στην υπηρεσία των Αψβούργων και της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας μέχρι την κατάλυση της μοναρχίας το 1918. Την επόμενη χρονιά, ο νόμος περί καταργήσεως των τίτλων ευγενείας [Gesetz vom 3. April 1919 über die Aufhebung des Adels, der weltlichen Ritter- und Damenorden und gewisser Titel und Würden (Adelsaufhebungsgesetz)] θα δώσει τυπικό τέλος στην ύπαρξη του Τάγματος. Ωστόσο, θα συνεχίσει να υφίσταται σύνταγμα πεζικού με το όνομα Hoch- und Deutschmeister Regiment. Μάλιστα, οι συνωμότες που ανέτρεψαν και δολοφόνησαν τον καγκελάριο Ντόλλφους φορούσαν τη στολή του συντάγματος αυτού! Μετά την προσάρτηση της Αυστρίας από τη ναζιστική Γερμανία (Anschluß), το σύνταγμα μοιράστηκε σε δύο που ανήκαν στην 44η Μεραρχία Πεζικού της Βέρμαχτ και πολέμησε κυρίως στο ρωσικό μέτωπο. Το ουσιαστικό τέλος του γράφτηκε στο Σταλινγκράντ.

Το ίδιο το Τάγμα των Τευτόνων, μετονομασμένο από το 1929 σε «Γερμανικό Τάγμα», αποκτά τη μορφή αμιγώς εκκλησιαστικής οργάνωσης. Για πρώτη φορά οι μεγάλοι μάγιστροι είναι ιερωμένοι. Μετά το Άνσλους, το ναζιστικό καθεστώς απαγορεύει το Τάγμα και φυλακίζει ή εκτοπίζει τους αξιωματούχους του. Παρ’ όλα αυτά, το πάλαι ποτέ Τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών θα ανασυσταθεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Με έδρα πάντα τη Βιέννη συνεχίζει να υπάρχει ακόμη και σήμερα με αποστολή αποκλειστικά φιλανθρωπική (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 598/ Toomaspoeg, όπ.π., σελ. 161-162).

Κάπως έτσι το Τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών κατόρθωσε να διαβεί τους αιώνες για να φτάσει μέχρι τις μέρες μας. Λιγότερο εντυπωσιακή απ’ ότι στα χρόνια του Μεσαίωνα, η δράση του δεν υπήρξε αμελητέα. Σίγουρα, όμως, δεν έχει καμία σχέση με τον μύθο ή μάλλον τους μύθους του Τάγματος, όπως καλλιεργήθηκαν από δυνάμεις εξουσίας κι ιστορικούς.

ΙΙ. Υστεροφημία: η εικόνα και ο μύθος του Τάγματος μέσα από την ιστοριογραφία

Ποια ακριβώς ανάμνηση άφησε το Τάγμα στις περιοχές δράσης του; Ποια εικόνα του προτίμησαν να δώσουν οι εκάστοτε πολιτικές εξουσίες και η επίσημη ιστοριογραφία; Το εντυπωσιακό είναι ότι σχεδόν πάντα έχουμε να κάνουμε περισσότερο με ένα μύθο που μεταλλάσσεται αναλόγως των εποχών και των συγκυριών, παρά με μια ιστορικά πιστή εικόνα. Η στρατευμένη ιστοριογραφία και η προπαγάνδα κάνουν θαύματα! Ακολουθώντας την εμπεριστατωμένη ανάλυση στην οποία προβαίνει ο Γκούγκενάιμ στη μονογραφία του (όπ.π., σελ. 598-620), διαπιστώνουμε ότι ύστερα από μια εποχή απόρριψης της τευτονικής κληρονομιάς (Α), η ιστορία του Τάγματος χρησιμοποιήθηκε κατά το δοκούν από τον γερμανικό και τον πολωνικό εθνικισμό (Β).

Α. Η απόρριψη

Στην Πρωσία του 17ου αιώνα οι ιστοριογράφοι έρχονταν αντιμέτωποι με αγεφύρωτες αντιφάσεις: η οικειοποίηση της ένδοξης κληρονομιάς των Τευτόνων ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με την ανάγκη να αποκρουσθούν οι εδαφικές διεκδικήσεις του Τάγματος και με το κοινό αίσθημα που θεωρούσε τους Τεύτονες κατακτητές και καταπιεστές από τους οποίους αποκτήθηκε η ελευθερία χάρη στην εξέγερση του 1454. Για κάποιους η λύση συνίστατο σε μια εντελώς  αυθαίρετη διάκριση μεταξύ ενός Τάγματος που αναλαμβάνει τον ρόλο του εκπολιτιστή των ειδωλολατρών και του προστάτη των χριστιανών κατά τον 13ο-14ο αιώνα και ενός δεσποτικού κυρίαρχου του 15ου αιώνα. Άλλοι, πάλι, απέρριπταν συνολικά τους Τεύτονες ως βίαιους και άπληστους εισβολείς.

Η εχθρότητα προς το Τάγμα ήταν εντονότερη στην πολωνοκρατούμενη Δυτική και Κεντρική Πρωσία, παρά στο δουκάτο των Χοεντσόλλερν. Στο Κένιγκσμπεργκ κυβέρνησαν οι απόγονοι του Αλβέρτου μέχρι το 1618, όταν, μέσω γάμου, το δουκάτο πέρασε στα χέρια του μείζονος κλάδου των Χοεντσόλλερν, αυτού των εκλεκτόρων του Βρανδεβούργου. Από εδαφική άποψη το κράτος της Πρωσίας όπως το γνωρίζουμε στη νεότερη Ιστορία είχε ήδη συσταθεί. Το 1701, ο Φρειδερίκος της Πρωσίας απέκτησε τον τίτλο του βασιλέα, χάρη στην υποστήριξη που παρείχε στον αυτοκράτορα Λεοπόλδο Α΄ κατά τον Πόλεμο της Ισπανικής Διαδοχής. Η εξέλιξη αυτή θα επηρεάσει ριζικά τις κρατούσες αντιλήψεις σχετικά με το Τάγμα των Τευτόνων. Η εικόνα του Τάγματος επρόκειτο να σπιλωθεί από μια ιστοριογραφία (α) προτεσταντική, που απέρριπτε χωρίς συζήτηση ένα καθολικό τάγμα το οποίο υπηρετούσε τα παπικά συμφέροντα, (β) επηρεασμένη από τις ιδέες του Διαφωτισμού, εξ ορισμού εχθρικές προς οτιδήποτε μεσαιωνικό, συνδεδεμένο με την Εκκλησία και βεβαρυμένο με μια απροκάλυπτα επεκτατική πολιτική, και (γ) υποχρεωμένη να αγωνιστεί για τη νομιμοποίηση της μοναρχίας των Χοεντσόλλερν. Προτιμήθηκε έτσι να προβληθεί μια εντελώς αντίθετη προς την ιστορική πραγματικότητα ιδέα αδιάρρηκτης συνέχειας του πρωσικού έθνους: οι μεν υπήκοοι των Χοεντσόλλερν παρουσιάζονταν συλλήβδην ως απόγονοι των ιθαγενών Πρώσων, οι δε βασιλείς της Πρωσίας ως απόγονοι ενός μυθικού Πρώσου μονάρχη, ονόματι Βάιντεβουτ! Οι Τεύτονες βρέθηκαν εντελώς αποκλεισμένοι από τον ιδρυτικό μύθο της νεότερης Πρωσίας: κατακτητές χωρίς δικαιώματα (η δωρεά του Φρειδερίκου Β΄ των Χοχενστάουφεν ήταν άκυρη, μια κι ο αυτοκράτορας δεν μπορούσε να δανείσει κάτι που δεν του ανήκε), βίαιοι, ένοχοι σχεδόν γενοκτονίας (οι Πρώσοι συγγραφείς του 18ου αιώνα τους παρομοίαζαν με τους Ισπανούς κονκισταδόρες).

Β. Ο μύθος του Τάγματος στην υπηρεσία των εθνικισμών

α. Η εικόνα των Τευτόνων σύμφωνα με τον γερμανικό εθνικισμό: Τα πράγματα αλλάζουν σταδιακά, καθώς αρχίζουν να επικρατούν εθνικιστικές ιδέες. Ο παγγερμανισμός, οι φιλοδοξίες των Χοεντσόλλερν να διεκδικήσουν ηγεμονικό ρόλο στον ευρύτερο γερμανικό χώρο, η ανάγκη να αποκρουσθούν οι όποιες πολωνικές διεκδικήσεις, οδηγούν σε αποκατάσταση της εικόνας του Τάγματος (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 601 επ.). Ο πρωσικός, καταρχήν, εθνικισμός είχε κάθε λόγο να οικειοποιηθεί την ιστορική κληρονομιά των Τευτόνων, ένδοξων υπερασπιστών της Πρωσίας έναντι των Πολωνών. Η κίνηση βοηθούσε στην προώθηση αλυτρωτικών διεκδικήσεων σε βάρος του εξασθενημένου βασιλείου της Πολωνίας, ιδίως όσον αφορά τη Δυτική Πρωσία όπου οι εθνοτικές/ θρησκευτικές ταραχές μεταξύ προτεσταντών Γερμανών και καθολικών Πολωνών ήταν αρκετά συχνές. Η εκμετάλλευση του τευτονικού μύθου έγινε ακόμη εντονότερη με την εμφάνιση ενός γερμανικού πλέον εθνικισμού: τρία στοιχεία χαρακτήριζαν αυτή τη νέα γερμανική ερμηνεία της Ιστορίας: «βίαιη εχθρότητα έναντι της Πολωνίας, εκγερμανισμός της κληρονομιάς του Τάγματος [η οποία τίθεται στην υπηρεσία των φιλοδοξιών του γερμανικού έθνους κι όχι μόνον της Πρωσίας] και, τέλος, η ανάδειξη του Τάγματος σε πρότυπο, ιδρυτικό μύθο και παράδειγμα για το μέλλον» (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 603). Οι ιδέες αυτές θα χρησιμοποιηθούν ακόμη και ως ιστορικοφανής δικαιολόγηση των διαμελισμών της Πολωνίας (1772, 1793, 1795), χάρη στους οποίους το βασίλειο της Πρωσίας δεν θα ικανοποιήσει απλώς όλες τις εδαφικές διεκδικήσεις του όσον αφορά περιοχές που κάποτε ανήκαν στο Ordensstaat των Τευτόνων, αλλά θα αποκτήσει και εδάφη κατοικούμενα αποκλειστικά από πολωνικούς πληθυσμούς. Ο βασιλιάς της Πρωσίας Φρειδερίκος-Γουλιέλμος Δ΄ (1840-1862) επιχειρεί να επισκευάσει το κάστρο του Μαρίενμπουργκ, ενώ επισκέπτεται το πεδίο της μάχης του Τάννενμπεργκ αποτίοντας φόρο τιμής στους Τεύτονες. Προπαγάνδα και επίσημη ιστορία εκθειάζουν τους Τεύτονες ως «ανάχωμα» κατά των «βάρβαρων» Σλάβων και ως εκπολιτιστές των βαλτικών και σλαβικών λαών. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της τάσης, ο καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και «επίσημος» ιστορικός της πρωσικής μοναρχίας Χάινριχ φον Τράιτσκε (1834-1896): πρόχειρη και όλως επιλεκτική χρήση των πηγών, απροκάλυπτος εθνικισμός και ωμός «δαρβινισμός» (που εμφανίζει την εξολόθρευση των ιθαγενών Προυθηνών σαν ιστορική αναγκαιότητα), διακρίνουν το έργο ενός ιστορικού που διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τις αντιλήψεις των Γερμανών του τέλους του 19ου αιώνα σχετικά με το Τάγμα.

Οι ιδέες αυτές που εμφανίζουν τους Τεύτονες Ιππότες ως αρχέτυπο του Γερμανού πολεμιστή κυριαρχούν όλο και περισσότερο μετά την ένωση της Γερμανίας και το Β΄ Ράιχ. Στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, μετά την ταπεινωτική συνθήκη των Βερσαλλιών, συνδυάζονται με αλυτρωτικές τάσεις και τη δίψα για εκδίκηση: το Τάγμα υμνείται ως «Νέα Σπάρτη» και «πρότυπο της ιδανικής Γερμανίας». Μαζί με άλλα σύμβολα όπως ο Αρμίνιος, η Αγία Γερμανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η Χάνζα, ο Φρειδερίκος Β΄ της Πρωσίας, το κράτος του Μαρίενμπουργκ παρουσιάστηκε ως «η μήτρα μιας νέας Γερμανίας, της οποίας το πεπρωμένο ήταν ν’ αναστηθεί μετά την ταπείνωση του 1919» (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 608). «Ο μύθος που δημιουργήθηκε γύρω από το Ordensstaat κατέστη ένα από τα συστατικά στοιχεία ενός ευρύτερου συνόλου, του μεγάλου γερμανικού μεσιανικού μύθου της δεκαετίας του 1920 και του Γ΄ Ράιχ» (Jean F. Neurohr «Der Mythos vom Dritten Reich. Zur Geschichte des National-Sozialismus» εκδ. Cotta, Στουτγάρδη 1957).

Παραδόξως (;), το ίδιο το Γ΄ Ράιχ δεν έδωσε στον τευτονικό μύθο παρά μια εντελώς επιφανειακή θέση (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 609). Στο «Mein Kampf», ο Χίτλερ περιορίσθηκε σε μερικές αόριστες αναφορές στα ιπποτικά τάγματα, χωρίς να κατονομάζει τους Τεύτονες. Δύο μόνο στελέχη του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος έδειξαν ενδιαφέρον για τον μύθο του Τάγματος. Ο εκ των θεωρητικών του κόμματος Άλφρεντ Ρόσενμπεργκ διακατεχόταν από αληθινό πάθος για την ιστορία των Τευτόνων (πιθανότατα λόγω της καταγωγής του, μια και προερχόταν από τη γερμανική μειονότητα της Εσθονίας), αλλά δεν είχε ποτέ ιδιαίτερη επιρροή στα πολιτικά πράγματα (ο ίδιος ο Χίτλερ χαρακτήριζε τις θεωρίες του Ρόζενμπεργκ ως ασυναρτησίες). Πολύ σημαντικότερος ήταν βέβαια ο ρόλος του Χάινριχ Χίμμλερ ο οποίος χρησιμοποίησε το Τάγμα ως πηγή έμπνευσης και πρότυπο για την εκπαίδευση και οργάνωση των Ες Ες, διοργανώνοντας μεσαιωνικοφανείς τελετές σε κάστρα.

β. Η δαιμονοποίηση των Τευτόνων σύμφωνα με τον πολωνικό εθνικισμό: Όπως είναι λογικό, η εντελώς αντίθετη εικόνα επικράτησε στις πολωνικές αντιλήψεις. Για τους Πολωνούς οι Τεύτονες ήταν ο μισητός προαιώνιος εχθρός, αυτός που με πανουργία, κυνισμό και βία απείλησε την ύπαρξη του έθνους, σύμβολο και προάγγελος των μετέπειτα κατακτητών και καταπιεστών της Πολωνίας. Ο μύθος του απόλυτου δαίμονα πρωτοεμφανίζεται στο έργο του Γιαν Ντλούγκος (1415-1480) και επιστρέφει με μεγαλύτερη ένταση στα κείμενα του Ματθαίου Πραιτώριου (1635-1707), βασιλικού ιστοριογράφου στα χρόνια της ακμής της πολωνικής μοναρχίας («Orbis gothicus«).  Μετά τους διαμελισμούς της Πολωνίας, ο «μαύρος» μύθος του Τάγματος συνδυάζεται με τον αλυτρωτισμό των κατακτημένων Πολωνών: οι Τεύτονες ενσαρκώνουν όλα τα εθνικιστικά στερεότυπα του εχθρού. Δεν είναι τυχαίο ότι δύο από τους μεγαλύτερους λογοτέχνες της Πολωνίας υιοθετούν άνευ όρων την αντίληψη αυτή, σε εποχές βεβαίως που ο πολωνικός εθνικισμός έχει χαρακτήρα απελευθερωτικού πατριωτισμού: πρόκειται για τον Άνταμ Μιτσκιέβιτς με το ποίημά του Κόνραντ Βάλλενροντ (1828) και τον Χένρυκ Σενκιέβιτς, ο οποίος συγγράφει μεταξύ 1897 και 1900 το επικό μυθιστόρημά του για τους Τεύτονες Ιππότες και τη μάχη του Τάννενμπεργκ. Αξίζει να σημειωθεί (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 613) ότι στα πολωνικά υπάρχουν δύο λέξεις με τη σημασία «σταυροφόροι»: Krzyzovy και Krzyżacy. Η πρώτη χρησιμοποιείται συνήθως για τους πολεμιστές στους Αγίους Τόπους. Η δεύτερη έχει αρνητικό σημασιολογικό περιεχόμενο και χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τους Τεύτονες Ιππότες. Αυτήν ακριβώς διάλεξε για τίτλο του μυθιστορήματός του ο Σενκιέβιτς.  Όσο για τους Πολωνούς ιστορικούς του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, κι αυτοί ακολούθησαν τη γραμμή του εθνικισμού.

Ωστόσο, η σύγκρουση των αντιμαχόμενων εθνικισμών είχε κάποιες παράπλευρες θετικές συνέπειες. Στην προσπάθειά τους να αποδείξουν τις θέσεις που θα δικαίωναν την πλευρά που υποστήριζαν, Γερμανοί και Πολωνοί ιστορικοί αναλώθηκαν σ’ έναν αδυσώπητο αγώνα ελέγχου της γνησιότητας των εγγράφων στα οποία στήριζαν δικαιώματα, τίτλους ιδιοκτησίας και προνόμια οι Τεύτονες ή η πολωνική μοναρχία. Σπάνια υπήρξε τόσο κριτική εξέταση των πηγών για ένα θέμα της Ιστορίας του Μεσαίωνα. Έπειτα, ποτέ δεν έλειψαν οι φωνές που αγωνίστηκαν για μια πιο επιστημονική και, ως εκ τούτου, αντικειμενική θεώρηση της Ιστορίας (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 613-617), όπως ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Κένιγκσμπεργκ Γιοχάννες Φόιγκτ (1786-1863) ή οι ιστορικοί του Μεσοπολέμου που δεν έκαναν εκπτώσεις στην αντικειμενικότητα του έργου τους προς όφελος των εθνικισμών.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ιστορία των Τευτόνων υπέφερε και πάλι εξαιτίας των κυρίαρχων πολιτικών αντιλήψεων, κυρίως στη Γερμανία. Στη μεν ΛΔΓ, οι Τεύτονες καταδικάζονταν ως ιμπεριαλιστές, καταπιεστές λαών και… πρώιμοι καπιταλιστές, ενώ στην ΟΔΓ οι ενοχές για το ναζιστικό παρελθόν σε συνδυασμό με το ότι ο μύθος του Τάγματος συνδέθηκε με την εθνικοσοσιαλιστική προπαγάνδα είχε ως αποτέλεσμα την αδιαφορία για το θέμα κι επομένως τη μείωση του σχετικού ερευνητικού έργου. Τις τελευταίες δύο τουλάχιστον δεκαετίες η κατάσταση έχει αλλάξει και στη Γερμανία και στην Πολωνία προς την κατεύθυνση της αντικειμενικής παρουσίασης της Ιστορίας, πλην όμως η διάδοση του επιστημονικού έργου δεν φαίνεται να ξεπερνά τα όρια των κύκλων των ειδικών και ένα περιορισμένο κοινό που ενδιαφέρεται για το θέμα. Η μεγαλύτερη αποτυχία των ιστορικών έγκειται στο ότι δεν έχουν ακόμη πετύχει να διαλύσουν τα στερεότυπα με τα οποία συνδέει το Τάγμα η κοινή γνώμη (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 620). Γιατί τελικά, η εικόνα που έχει για τους Τεύτονες ο σύγχρονος άνθρωπος δεν είναι άλλη από αυτήν της κατά Ειζενστέιν  δαιμονοποίησης…

Θύματα των μύθων και των στερεοτύπων που καλλιέργησαν οι διάφοροι εθνικισμοί και οι ψευδοϊστορικές υπεραπλουστεύσεις, οι Τεύτονες Ιππότες υπήρξαν πρωταγωνιστές μιας από τις πιο συναρπαστικές περιπέτειας της μεσαιωνικής και όχι μόνον Ιστορίας. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστέψουμε ότι τους οδήγησε κάποιο μυστηριώδες πεπρωμένο ή η αίσθηση μιας γερμανικής εθνικής ταυτότητας, ανύπαρκτης εξάλλου κατά τον Μεσαίωνα. Οι Τεύτονες ξεκίνησαν την πορεία τους σαν ένα στρατιωτικό θρησκευτικό τάγμα όπως όλα τ’ άλλα, ταγμένα στην υπεράσπιση των χριστιανικών εδαφών της Ανατολής. Οι συγκυρίες ήταν αυτές που τους έκαναν να στρέψουν βαθμιαία το ενδιαφέρον τους στις ακτές της Βαλτικής. Στην πρόκληση αυτή ανταποκρίθηκαν με απόλυτη επιτυχία. Βεβαίως, ως πολεμιστές και κατακτητές δεν υπήρξαν άγγελοι. Ούτε και δαίμονες, όμως, ή τουλάχιστον όχι πολύ περισσότερο απ’ ό,τι οι αντίπαλοί τους. Το πιο θαυμαστό επίτευγμά τους υπήρξε αναμφίβολα η ίδρυση και η οργάνωση του Ordensstaat της Πρωσίας, του πρώτου και σημαντικότερου κρατικού μορφώματος στο οποίο η εξουσία ταυτίστηκε μ’ ένα θρησκευτικό τάγμα. Το αξιοσημείωτο ήταν ότι παρά την ιδιομορφία του (τη μοναδικότητά του θα λέγαμε καλύτερα) το Ordensstaat πληρούσε απολύτως τις απαιτήσεις της εποχής του και μπορούσε να εμφανιστεί ως ιδανική πραγμάτωση των αντιλήψεων της χριστιανικής Ευρώπης του Μεσαίωνα. Η απώλεια της νομιμοποίησης που του παρείχε το σταυροφορικό έργο του και η τάση προς τη διαμόρφωση εθνικών κρατών επέσπευσαν το τέλος του. Κι άφησαν το πεδίο ελεύθερο για να αναπτυχθεί ο μύθος του Τάγματος.


Αρέσει σε %d bloggers: