Posts Tagged ‘Βαβυλώνα’

Ο Αντίοχος και η Μαγνησία του Σιπύλου – μέρος Β΄

Νοέμβριος 27, 2009

Ο Αντίοχος θα αρχίσει την προσπάθεια επέκτασης στη Δύση το 198 π.Χ. με επιχειρήσεις κατά της Περγάμου: ο στρατηγός Ζεύξις εισβάλλει στα εδάφη του Αττάλου Α΄, κατά παράβαση της συνθήκης που είχε συνάψει ο Αντίοχος με τον Ατταλίδη μονάρχη λίγα χρόνια πριν, όταν δηλαδή ήθελε να εξασφαλίσει τα νώτα του προκειμένου να ανακτήσει την Κοίλη Συρία. Το 197, ο Αντίοχος συμμαχεί με τον Προυσία Α΄, βασιλιά της Βιθυνίας και φυσικό εχθρό των Περγαμηνών. Η είδηση αυτής της συμφωνίας δεν πρέπει να χαροποίησε ιδιαίτερα τον Ευμένη Β΄, που είχε μόλις διαδεχθεί τον πατέρα του στον θρόνο της Περγάμου.

Την ίδια χρονιά, ο Σελευκίδης ηγεμόνας θα επιτεθεί κατά των κτήσεων των Λαγιδών στη Μικρά Ασία και το Αιγαίο και θα επιχειρήσει να καταλάβει εδάφη από τα νοτιοδυτικά μέχρι τα βορειοδυτικά της Μικράς Ασίας και ως τα στενά του Ελλήσποντου: πόλεις όπως τα Πάταρα, η Ξάνθος, ο Κολοφών, η Φώκαια και η Άβυδος θα βρεθούν υπό την κυριαρχία του Αντίοχου. Οι κινήσεις του Σελευκίδη θα προκαλέσουν τελικά την πρώτη διπλωματική αντιπαράθεσή του με τη Ρώμη: δύο ελληνικές πόλεις, η Σμύρνη και η Λάμψακος, θα ζητήσουν από τη Ρώμη να εγγυηθεί την ανεξαρτησία τους έναντι του Αντίοχου. 

Ο «ψυχρός πόλεμος» μεταξύ του Αντίοχου και της Ρώμης:  το 196, μια ρωμαϊκή πρεσβεία υπό τον Λ. Κορνήλιο Λέντουλο θα συναντηθεί με τον Αντίοχο στη Λυσιμάχεια της Θράκης, προτείνοντάς του, μάλιστα, τη ρωμαϊκή διαμεσολάβηση στη διαμάχη Σελευκιδών και Λαγιδών. Ο Αντίοχος βρίσκεται στο απόγειο της δύναμής του κι έχει αρκετή αυτοπεποίθηση ώστε να αποκρούσει την πρόταση της Ρώμης: «όπως δεν ανακατεύομαι στις υποθέσεις της Δύσης, έτσι και η Ρώμη πρέπει να μην ανακατεύεται στις υποθέσεις της Ανατολής. Άλλωστε είμαι εδώ στη Θράκη για να πάρω αυτά που ανήκουν κληρονομικά στο βασίλειό μου: τα εδάφη που κατέκτησε ο πρόγονός μου, ο Σέλευκος, όταν νίκησε τον Λυσίμαχο. Όσο για το αίτημα της Σμύρνης και της Λαμψάκου, αυτό θα μπορούσε να παραπεμφθεί στη διατησία των Ροδίων, αλλά, πάντως, όχι της Ρώμης».   Μολονότι βρισκόμαστε ακόμη σε μια περίοδο που καμία από τις δύο πλευρές δεν επιθυμεί τη σύγκρουση, ο Αντίοχος έχει σίγουρα κερδίσει την πρώτη διπλωματική μάχη.

Το σημαντικό γεγονός του 195 αφορά τον Αννίβα: εξόριστος από την πατρίδα του, ο μεγάλος Καρχηδόνιος στρατιωτικός ηγέτης καταφεύγει στην αυλή της Αντιόχειας. Η αντίδραση της Ρώμης είναι προς τον παρόν συγκρατημένη. Βεβαίως, σχεδόν αντανακλαστικά, η υπερδύναμη θα εκλέξει ως ύπατο τον θριαμβευτή της Ζάμας, τον Σκιπίωνα τον Αφρικανό. Ο Αννίβας, πάντως, θα προσπαθήσει να μη δώσει τροφή στη ρωμαϊκή καχυποψία: θα αποτελέσει, άλλωστε, σαφώς μετριοπαθή σύμβουλο του Αντίοχου. Γενικά, στη Ρώμη φαίνεται να επικρατεί η πολιτική γραμμή του Φλαμινίνου, ο οποίος κρίνει ότι η ειρήνη στην Ελλάδα δεν απειλείται πλέον και ότι ο Αντίοχος δεν αποτελεί ουσιαστικό κίνδυνο. Όταν, το 193, μια πρεσβεία του Σελευκίδη φθάνει στη Ρώμη, ο Φλαμινίνος θέτει τον εξής όρο: είτε ο Αντίοχος θα αποσύρει τα στρατεύματά του από τη Θράκη, οπότε η Ρώμη δεν πρόκειται να αναμιχθεί στα πράγματα της Ασίας, είτε θα παραμείνει στη Θράκη, με συνέπεια η Ρώμη να διατηρεί το δικαίωμα να συνάπτει συμμαχίες και συμφωνίες με τις πόλεις της Ασίας. Οι πρεσβευτές του Αντίοχου, αφού διαμαρτυρηθούν τυπικά, θα ζητήσουν χρόνο ώστε να μεταφέρουν την πρόταση στο βασιλιά τους και αυτός να απαντήσει μετά από ώριμη σκέψη. Πράγματι, λίγους μήνες αργότερα, οι Ρωμαίοι θα στείλουν στην Ασία πρεσβεία υπό τους Σουλπίκιο και Βίλλιο. Οι Ρωμαίοι θα συναντηθούν στην Πέργαμο με τον Ευμένη (ο οποίος θα κάνει ότι μπορεί για να μεγαλοποιήσει τον κίνδυνο που συνιστά ο Αντίοχος), στην Έφεσο με τον Αννίβα και, τέλος, στη Λαοδίκεια με τον ίδιο τον Αντίοχο. Σύντομα, όμως, ο Αντίοχος θα αποχωρήσει από τις συνομιλίες, επικαλούμενος το πένθος λόγω του θανάτου του γιου και διαδόχου του. Οι διαπραγματεύσεις θα συνεχισθούν, χωρίς να καταλήξουν σε αποτέλεσμα.

Την ίδια στιγμή, στην Ελλάδα υπάρχει ένας παράγοντας αστάθειας, η Αιτωλική Συμπολιτεία: δυσαρεστημένοι από τη Ρώμη, καθώς, μολονότι ήταν σύμμαχοί της κατά τον Β΄ Μακεδονικό Πόλεμο, κανένα από τα εδαφικά και πολιτικά αιτήματά τους δεν ικανοποιήθηκε, οι Αιτωλοί πασχίζουν με κάθε μέσο να προκαλέσουν πόλεμο κατά της Ρώμης. Φυσικά, η διεξαγωγή ενός τέτοιου πολέμου απαιτεί ισχυρούς συμμάχους. Έτσι, οι Αιτωλοί θα προσεγγίσουν τη Σπάρτη, τον Φίλιππο της Μακεδονίας και τελικά τον Αντίοχο. Ο τελευταίος δεν θα αποκλείσει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο συμμαχίας. Πεπεισμένοι ότι η βοήθεια του Αντίοχου είναι βέβαιη, οι Αιτωλοί («άνθρωποι που πρώτα ενεργούσαν και μετά σκέφτονταν» κατά τον Ed. Will) θα ξεκινήσουν πολεμικές επιχειρήσεις, καταλαμβάνοντας τη Δημητριάδα. Ο Αντίοχος θα βρεθεί προ διλήμματος: αν θέλει να γίνει κυρίαρχος της Ελλάδας, η ευκαιρία είναι τώρα. Έτσι ο Σελευκίδης ηγεμόνας θα παρασυρθεί από τους νέους συμμάχους του. Εκ των υστέρων μπορούμε να πούμε ότι θα έπρεπε να ακούσει τις συμβουλές του Αννίβα και να μην αναμιχθεί στην ιστορία. Άλλωστε, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη στάση των Αιτωλών ως ένα ισχυρό διπλωματικό όπλο στις διαπραγματεύσεις του με τη Ρώμη. Αντί για αυτό, έμπλεξε σε μια περιπέτεια που επρόκειτο να αποβεί μοιραία.

Ο Αντιοχικός Πόλεμος επί ευρωπαϊκού εδάφους: Οι Αιτωλοί είχαν υποσχεθεί στις ελληνικές πόλεις ότι ο Αντίοχος θα ερχόταν στην Ελλάδα με αμέτρητα στρατεύματα και με πολλούς, πάρα πολλούς πολεμικούς ελέφαντες. Στον Αντίοχο, τώρα, είχαν υποσχεθεί ότι όλοι οι Έλληνες θα έτρεχαν να συνταχθούν με αυτόν. Ο μεν Αντίοχος δεν είχε καμιά επιθυμία να εμπλέξει στη σύγκρουση το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του: όταν το 192 αποβιβάστηκε στη Δημητριάδα, τα στρατεύματά του δεν ξεπερνούσαν σε αριθμό τις 10.000, ενώ οι ελέφαντες ήταν όλοι κι όλοι έξι. Οι δε Έλληνες φάνηκαν απίστευτα διστακτικοί να υποστηρίξουν τον Σελευκίδη: λίγοι συμμάχησαν μαζί του (λ.χ. οι Μεσσήνιοι ή οι Βοιωτοί) κι αυτοί με πολλές επιφυλάξεις.

Ο Αντίοχος κατέλαβε τη Χαλκίδα κι έπειτα ο στρατός του οχύρωσε το πέρασμα των Θερμοπυλών, αναμένοντας τα ρωμαϊκά στρατεύματα που διοικούσε ο ύπατος Ακίλιος Γλάβριος. Η μάχη που δόθηκε στις Θερμοπύλες το 191 θυμίζει ως προς την εξέλιξή της την ιστορική σύγκρουση του 480 π.Χ.: ο στρατός του Αντίοχου απέκρουσε τις ρωμαϊκές επιθέσεις στα στενά, αλλά το μεγαλύτερο μέρος των ρωμαϊκών δυνάμεων παρέκαμψε το πέρασμα και επιτέθηκε στους Αιτωλούς που αποτελούσαν την οπισθοφυλακή του ελληνικού στρατεύματος. Οι Αιτωλοί υπέστησαν συντριβή, ο στρατός του Αντίοχου, περικυκλωμένος πια από τις ρωμαϊκές δυνάμεις, είχε μεγάλες απώλειες κι ο Σελευκίδης αποφάσισε να υποχωρήσει κακήν κακώς και να επιστρέψει στην Ασία. 

Ο Αντιοχικός Πόλεμος στην Ασία: Οι Ρωμαίοι έκριναν ότι θα έπρεπε να αναθέσουν τη διεξαγωγή του πολέμου στον ικανότερο στρατιωτικό ηγέτη που διέθεταν. Επειδή, όμως, ο Σκιπίων ο Αφρικανός είχε ασκήσει το αξίωμα του υπάτου πολύ πρόσφατα και τυχόν επανεκλογή του θα αποτελούσε σκάνδαλο, εκλέχθηκε ως ύπατος ο αδελφός του, ο Λ. Κορνήλιος Σκιπίων. Έχοντας επίγνωση της κατάστασης, ο Λ. Κορνήλιος δήλωσε ευθύς εξαρχής ότι στην εκστρατεία θα τον συνόδευε ο αδελφός του, ο οποίος θα είχε, άλλωστε, και την ουσιαστική διοίκηση του στρατεύματος. Οι Σκιπίωνες και ο στρατός τους έφτασαν στην Ελλάδα την άνοιξη του 190. Ο Αφρικανός έκρινε ότι δεν άξιζε να ασχοληθεί προς το παρόν με τους Αιτωλούς και κινήθηκε προς τα στενά του Ελλησπόντου. Φυσικά, δεν ασχολήθηκε διόλου και με τον Πτολεμαίο, που πρώτος έτρεξε να προτείνει συμμαχία. Οι σύμμαχοι τους οποίους υπολόγιζε πραγματικά η Ρώμη ήταν η Πέργαμος και η Ρόδος.

Οι πολεμικές επιχειρήσεις στην Ασία ξεκίνησαν ευνοϊκά για τον Αντίοχο. Ο γιος του έλαβε εντολή να επιτεθεί κατά της Περγάμου: ο νεαρός Σέλευκος έκανε περίπατο, μέχρι που σκόνταψε στα τείχη της πόλης. Στη θάλασσα, ο Αντίοχος κατάφερε να νικήσει κατά κράτος τους Ροδίους ανοιχτά της Σάμου. Ακολούθησαν πολλές συγκρούσεις σε ξηρά και θάλασσα με αμφίρροπη έκβαση: σε κάποια από αυτές αιχμαλωτίστηκε ο γιος του Σκιπίωνα του Αφρικανού. Η συνέχεια υπήρξε επιτυχέστερη για τη Ρώμη και τους συμμάχους της: τον Αύγουστο του 190, οι Ρόδιοι νίκησαν σε ναυμαχία κοντά στη Σίδη της Παμφυλίας τον στόλο που διοικούσε ο Αννίβας, ενώ τον Σεπτέμβριο η ρωμαϊκή συμμαχία συνέτριψε τον στόλο του Αντίοχου στη Μυόννησο. Ανενόχλητος, ο ρωμαϊκός στρατός πέρασε τα στενά και ενώθηκε με τα στρατεύματα του Ευμένη της Περγάμου. Η κατάσταση γινόταν ανησυχητική για τον Αντίοχο, ο οποίος αποφάσισε να διαπραγματευθεί με τον εχθρό, προτείνοντας να εκκενώσει τη Μικρά Ασία και να πληρώσει στους Ρωμαίος το ήμισι των πολεμικών δαπανών τους. Μόνο που οι Ρωμαίοι βρίσκονταν πια σε θέση ισχύος: αντιπρότειναν την αποχώρηση των δυνάμεων του Αντίοχου ανατολικά της οροσειράς του Ταύρου και την καταβολή του συνόλου των πολεμικών δαπανών τους. Η μόνη επιλογή που είχε ο Αντίοχος ήταν να πολεμήσει.

Η μάχη της Μαγνησίας: Στις αρχές του χειμώνα του 190-189, οι ρωμαϊκές δυνάμεις παρέμειναν στις θέσεις τους. Ο Σκιπίων ο Αφρικανός αρρώστησε, ενώ πρωτίστως τον απασχολούσε η αιχμαλωσία του γιου του, για την απελευθέρωση του οποίου κατέβαλλε διαρκείς προσπάθειες. Όσο ο Σκιπίων ήταν άρρωστος, τη διοίκηση των στρατευμάτων ανέλαβε ο Κν. Δομίτιος Αενοβάρβος (δηλαδή ένας πολύ μακρινός πρόγονος του Νέρωνα), Οι Ρωμαίοι διέθεταν 30.οοο άνδρες, μεταξύ των οποίων τέσσερις εμπειροπόλεμες λεγεώνες. Σε αυτές τις δυνάμεις πρέπει να προστεθεί ο στρατός του Ευμένη της Περγάμου, που ανερχόταν σε περίπου 15 με 20.000. Αν πιστέψουμε τον Τίτο Λίβιο, ο Αντίοχος έστειλε μυστικά απεσταλμένους στον Σκιπίωνα, προτείνοντάς του την απελευθέρωση του αιχμάλωτου γιου του και μαζί ένα τεράστιο χρηματικό ποσό προκειμένου να αποχωρήσει από την Ασία. Ο Σκιπίων αρνήθηκε την πρόταση. Φυσικά, η αξιοπιστία του Τ. Λίβιου ελέγχεται ως προς το θέμα αυτό, καθώς τέτοια πρόταση μάλλον δεν έγινε ποτέ. Σε κάθε περίπτωση, ο Αντίοχος φέρθηκε ιπποτικά, καθώς απελευθέρωσε τον γιο του Σκιπίωνα χωρίς κανένα αντάλλαγμα.

Στην πραγματικότητα, ο Αντίοχος είχε μεγάλη αυτοπεποίθηση: είχε συγκεντρώσει εξαιρετικά μεγάλο στράτευμα, γεγονός που του επέτρεπε την αισιοδοξία ότι θα μπορούσε να πετύχει αποφασιστική νίκη κατά των Ρωμαίων. Ο στρατός του αριθμούσε περισσότερους από 70.000 άνδρες. Η στρατιά ήταν αρκετά ανομοιογενής, αλλά περιλάμβανε εντυπωσιακές δυνάμεις ιππικού, σε μεγάλο βαθμό ιρανικές, δρεπανηφόρα άρματα και 64 ινδικούς ελέφαντες. Ο Σελευκίδης ηγεμών αποφάσισε να επισπεύσει την αναμέτρηση, ενώ ο Σκιπίων ήταν ακόμη άρρωστος (και μολονότι είχε στείλει μήνυμα στον Αντίοχο να μη δώσει μάχη προτού αναρρώσει ο ίδιος και αναλάβει τη διοίκηση των ρωμαϊκών στρατευμάτων). Ως πεδίο μάχης, ο Αντίοχος επέλεξε τη Μαγνησία του Σιπύλου, στην κοιλάδα του Έρμου ποταμού, κάπου 50 χιλιόμετρα βόρεια της Σμύρνης. Ο Αντίοχος έκρινε ότι η μορφολογία του εδάφους τον ευνούσε, καθώς του επέτρεπε να παρατάξει το ιππικό και τα άρματά του και να επιχειρήσει να περικυκλώσει τους Ρωμαίους. Η μάχη που δόθηκε τον Γενάρη του 189 ξεκίνησε με αισιόδοξα μηνύματα για τους Σελευκίδες: επικεφαλής του ιππικού του, ο Αντίοχος επιχείρησε να προκαλέσει ρήγμα στις ρωμαϊκές δυνάμεις και φάνηκε να τα καταφέρνει. Οι Ρωμαίοι ωστόσο ανασυντάχτηκαν, ενώ είχαν και την τύχη να τους συμβουλεύει ο Ευμένης, άριστος γνώστης τόσο του πεδίου της μάχης όσο και των τακτικών και μεθόδων πολέμου που ακολουθούσαν και εφάρμοζαν οι ασιατικές στρατιές. Παράλληλα, οι καιρικές συνθήκες συμμάχησαν με τη Ρώμη: η ομίχλη και η συνεχής βροχή δυσχέραναν αφάνταστα τις κινήσεις του ιππικού και των αρμάτων του Αντίοχου, που αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Η φάλαγγα του Σελευκίδη αμφιταλαντεύτηκε για τον αν θα έπρεπε να υποστηρίξει την επίθεση του ιππικού ή να κρατήσει τις θέσεις της: το αποτέλεσμα ήταν να χάσει τη συνοχή της. Οι Ρωμαίοι εκμεταλλεύθηκαν την ευκαιρία, αντεπετέθηκαν και συνέτριψαν το πεζικό του Αντίοχου. Ο Τ. Λίβιος μιλά για 50.000 νεκρούς μεταξύ των στρατιωτών του Αντίοχου, αριθμός φυσικά υπερβολικός. Αναμφίβολα, όμως, η αναμέτρηση της Μαγνησίας υπήρξε ολέθρια για τον Σελευκίδη βασιλιά.

Η συνθήκη της Απάμειας: Ο Αντίοχος θα μπορούσε να αποσυρθεί στα εδάφη του και να ανασυντάξει τις δυνάμεις του. Σίγουρα θα μπορούσε να συγκεντρώσει ικανά στρατεύματα για να αντιμετωπίσει τους Ρωμαίους και να ανατρέψει υπέρ του την κατάσταση. Αντ’ αυτού, επέδειξε απίστευτα παθητική στάση και δέχτηκε γρήγορα να συνθηκολογήσει. Στους προηγούμενους όρους της Ρώμης (εκκένωση της Θράκης και όλης της Μικράς Ασίας και της Ανατολίας μέχρι τον Ταύρο, πολεμική αποζημίωση που υπολογίστηκε στα 15.000 τάλαντα) προστέθηκε η απαίτηση για την παράδοση είκοσι ομήρων, μεταξύ των οποίων ο γιος του Αντίοχου που έφερε το ίδιο όνομα με τον πατέρα του (ο μελλοντικός Αντίοχος Δ΄) και κάποιοι σύμβουλοι του βασιλιά, του Αννίβα περιλαμβανομένου (τον οποίο πάντως ο Αντίοχος άφησε να διαφύγει). Μετά από μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις, η συνθήκη κυρώθηκε από τους πληρεξούσιους των δύο αντιπάλων στην Απάμεια της Φρυγίας (αρχές του 188). Ο μεγάλος νικητής ήταν η Ρώμη, που πλέον είχε καταστεί αδιαφιλονίκητος κυρίαρχος του ελληνικού κόσμου. Κερδισμένοι φυσικά ήταν και οι σύμμαχοι της Ρώμης: ο Ευμένης της Περγάμου από απλός τοπικός δυνάστης γινόταν κυρίαρχος της Μικράς Ασίας, της Ανατολίας και της Θράκης. Οι Ρόδιοι ανταμείφθηκαν με τη Λυκία και την Καρία. Ωστόσο, η εξουσία της Περγάμου και την Ρόδου ήταν δοτή: συμβαλλόμενα μέρη της συνθήκης ήταν μόνο η Ρώμη και ο Αντίοχος. Ό,τι κατείχε η Ρόδος και η Πέργαμος ήταν δώρο της Ρώμης, το οποίο η υπερδύναμη θα μπορούσε να ανακαλέσει ανά πάσα στιγμή (και πράγματι, στην περίπτωση της Ρόδου αυτό δεν άργησε και τόσο να συμβεί).

Όσο για τον μεγάλο ηττημένο, αυτός δεν επρόκειτο ποτέ ξανά να διεκδικήσει την ηγεμονία της οικουμένης, ούτε να ξαναβρεί τη χαμένη δόξα του. Όχι ότι οι διάδοχοί του δεν θα το προσπαθούσαν. Γρήγορα όμως θα καταλάβαιναν ότι μια προσταγή της υπερδύναμης θα αρκούσε για να σβήσει τις πιο ένδοξες νίκες που κατακτήθηκαν στο πεδίο της μάχης. Ο ίδιος ο Αντίοχος αναγκάστηκε πολύ σύντομα α να πάρει τον δρόμο της Ανατολής. Η είδηση της συντριβής στη Μαγνησία σίγουρα θα αναζωπύρωσε τις αποσχιστικές τάσεις στις Άνω Σατραπείες. Την άνοιξη του 188, ο Αντίοχος βρέθηκε στη Βαβυλώνα για τις γιορτές του βαβυλωνιακού νέου έτους. Έπειτα κατευθύνθηκε προς την Ελυμαϊδα, όπου προσπάθησε να συγκεντρώσει χρήματα (ίσως για μια νέα εκστρατεία στα ανατολικά, ίσως για να μαζέψει το ποσό των πρώτων δόσεων της υπέρογκης πολεμικής αποζημίωσης που έπεπε να καταβάλει στη Ρώμη): ενώ επιχειρούσε να λεηλατήσει ένα ναό έξω από τα Σούσα, δολοφονήθηκε από το εξαγριωμένο πλήθος. Κι έτσι άδοξα γράφτηκε η τελευταία σελίδα του πιο ένδοξου Σελευκίδη, αυτού που με λίγη τύχη παραπάνω (ή με λίγο περισσότερη οξυδέρξκεια) θα μπορούσε να γίνει κυρίαρχος του κόσμου.

Αξίζει να επισημανθεί ότι δύο, τουλάχιστον, καβαφικά ποιήματα αναφέρονται στη Μάχη της Μαγνησίας: πρόκειται για το  ομώνυμο ποίημα (του οποίου, όμως, κεντρικός ήρωας είναι ο Φίλιππος Ε΄, βασιλιάς των Μακεδόνων) και για τον Τεχνουργό κρατήρων.

          

Advertisements

Παράδοξα (;) της Ιστορίας (ή πώς τα όμορφα στερεότυπα όμορφα καίγονται)

Οκτώβριος 17, 2009

Brueghel-tower-of-babel

 

 Με τη χαλαρή διάθεση που χαρίζει το Σαββατοκύριακο, μερικές παρατηρήσεις (αφόρητα κοινότοπες ίσως, τυχαία επιλεγμένες και εντελώς ασύνδετες μεταξύ τους) σχετικά με το πώς τα ιστορικά γεγονότα ανατρέπουν την αντίληψη που έχει ο μέσος άνθρωπος (αυτήν δηλαδή που του έχουν εμφυσήσει τα σχολικά εγχειρίδια, οι εφημερίδες και κάποια συγγράμματα ευρείας κυκλοφορίας).

– Πεποίθησή μας είναι ότι η παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών και η ολοκληρωμένη διαχείριση επιχειρηματικών σχεδίων αποτελούν χαρακτηριστικά της σύγχρονης εποχής. Στην πραγματικότητα είναι τόσο παλιές όσο και μερικές αρκετά στοιχειώδεις μορφές οικονομικής οργάνωσης. Αυτό τουλάχιστον αποδεικνύει, ήδη από τον 6ο αι. π.Χ., το παράδειγμα των μεγάλων εμπορικών οίκων της Βαβυλώνας, όπως οι Εγκιμπί και, αργότερα, οι Μουρασού. Ας υποθέσουμε ότι είστε ένας Πέρσης ευγενής που, όπως μας λέει κι ο Ηρόδοτος, έμαθε στη ζωή του όλα κι όλα τρία πράγματα: να λέει πάντα την αλήθεια, να ιππεύει και να ρίχνει με το τόξο. Να, όμως, που ο Μέγας Βασιλεύς αποφάσισε να σας δωρίσει εύφορες εκτάσεις γης στη Μεσοποταμία ή στη Λυδία (θέλει να σας ανταμείψει γιατί ξεκοιλιάσατε κάτι άγριους Καρδούχους ή γιατί υπηρετήσατε ευδοκίμως στα βόρεια της Σογδιανής). Εσείς, φυσικά, δεν σκαμπάζετε τίποτε από επιχειρήσεις και εμπόριο. Πηγαίνετε λοιπόν στον τοπικό εκπρόσωπο του οίκου Εγκιμπί ή, ακόμη καλύτερα, στα κεντρικά γραφεία κατά το διάστημα που η βασιλική αυλή ξεχειμωνιάζει στη Βαβυλώνα. Ο οίκος θα βρει για σας δουλοπάροικους, αγρότες ή μισθωτές για να καλλιεργούν τα κτήματά σας, επιστάτες και διαχειριστές. Θα κρατήσει το ποσοστό που συμφωνήσατε και θα σας παραδώσει τα υπόλοιπα έσοδα σε είδος ή σε χρήμα («τοξότες» σπαρταριστούς). Αν θέλετε, μπορεί να αναλάβει και την πληρωμή των φόρων και τελών που πρέπει να καταβάλετε. Εσείς, μπορείτε να συνεχίσετε να ασκείστε στην τοξοβολία ή να κυνηγάτε στον παράδεισο του τοπικού σατράπη. Άλλοι θα δουλεύουν για σας.

– Βάσει του πορτρέτου που μας άφησε ο Θουκυδίδης, είμαστε βέβαιοι ότι ο Κλέων ήταν ένας άθλιος δημαγωγός, ταπεινής καταγωγής, που έβλαψε αφάνταστα την πατρίδα του. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τα όποια μειονεκτήματα του ανδρός, πρέπει να παραδεχθούμε ότι δεν του έλειπαν κι οι αρετές και μάλιστα σπουδαίες, όπως η πολιτική και στρατιωτική τόλμη. Βρισκόμαστε στα 425 π.Χ.: προκειμένου να σώσουν τους πολιορκούμενους στη Σφακτηρία συμπολίτες τους, οι Σπαρτιάτες προτείνουν στην Αθήνα ειρήνη με εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους. Ο Νικίας προτείνει φυσικά στην Εκκλησία του Δήμου την αποδοχή της σπαρτιατικής πρότασης. Ο Κλέων αντιδρά και υπόσχεται ότι αν του παρασχεθούν τα μέσα θα φέρει αιχμάλωτους στην Αθήνα τους 120 Ομοίους που είναι αποκλεισμένοι στη Σφακτηρία. Ο Κλέων κερδίζει στην ψηφοφορία και με μια πραγματική επιχείρηση κομμάντο καταλαμβάνει τη Σφακτηρία και αιμαλωτίζει τους Σπαρτιάτες. Ποιός ξέρει, ίσως η απερίσκεπτη τόλμη του Κλέωνα να χάριζε στην πόλη του την τελική νίκη στον Πελοποννησιακό Πόλεμο… αν οι Σπαρτιάτες δεν είχαν να αντιπαραθέσουν έναν εξίσου φιλόφοξο και ικανό ηγέτη όσο ο Βρασίδας.

– Πιστεύουμε ότι σχετικά γρήγορα οι Σελευκίδες έκριναν ότι το κέντρο βάρους της αυτοκρατορίας τους βρισκόταν στη βόρεια Συρία, τα ζωτικά τους συμφέροντα στη Μεσόγειο. Κι όμως, στο μέτρο του δυνατού ποτέ δεν αμέλησαν αυτές που ονόμαζαν Άνω Σατραπείες, δηλ. τη Βαβυλωνία (λογικό, γιατί αυτή αποτέλεσε αρχικά το κέντρο του βασιλείου τους) και τον ευρύτερο ιρανικό χώρο (κι αυτό λογικό αν αναλογισθούμε ότι στις φλέβες των Σελευκιδών κυλούσε και ιρανικό αίμα: ο Σέλευκος Α΄ ο Νικάτωρ ήταν ο μόνος που δεν αποκήρυξε την Ιρανή σύζυγό του Απάμα ή Απάμη, κόρη του Σπιταμένη σατράπη της Σογδιανής, μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου). Έτσι, στη μάχη της Μαγνησίας του Σιπύλου, τα ιρανικά στρατεύματα αποτελούσαν μεγάλο τμήμα των δυνάμεων του Αντίοχου Γ΄. Και τον Απρίλιο του 188, παρά τη φριχτή ήττα στη Μαγνησία και την ταπεινωτική συνθήκη που σύναψε με τους Ρωμαίους στην Απάμεια της Φρυγίας, ο Αντίοχος έκρινε απαραίτητο να μεταβεί στη Βαβυλώνα για να παραβρεθεί στον εορτασμού του βαβυλωνιακού νέου έτους και να πάρει την ευλογία του Μαρδούκ.

– Εντύπωσή μας είναι ότι μετά το (στην πραγματικότητα άκυρο για τυπικούς λόγους) Σχίσμα των Εκκλησιών του 1054, απύθμενο μίσος χωρίζει Βυζαντινούς και Λατίνους. Κι όμως, υπήρξαν Βυζαντινοί αυτοκράτορες που έτρεφαν αισθήματα ειλικρινούς θαυμασμού για τους Λατίνους, τα ήθη κι έθιμά τους και την κουλτούρα τους. Όπως, για παράδειγμα, ο πολύς Μανουήλ Κομνηνός που χάρισε αξιώματα σε Δυτικούς, είχε Λατίνους μεταξύ των συμβούλων του κι έφτασε ως το σημείο να διοργανώνει τουρνουά με τη συμμετοχή ιπποτών από τη Δύση.

– Φυσικότατα, όταν σκεφτόμαστε τις σχέσεις Βυζαντίου και Τούρκων επικρατεί η βεβαιότητα ότι αυτές ήταν εκ παραδόσεως απολύτως εχθρικές. Στην πραγματικότητα, οι πρώτες διπλωματικές επαφές του Βυζαντίου με τους Τούρκους ανάγονται στον 6ο αι. (και ήταν απολύτως φιλικές). Το Βυζάντιο στρατολογούσε Τούρκους μισθοφόρους πολύ πριν το 1000, κάποιες φορές για να έχουν ρόλο πραγματικών ακριτών. Στη μοιραία μάχη του Μαντζικέρτ (1071), το στράτευμα του Ρωμανού Διογένη περιλάμβανε πολλούς Τούρκους. Κι αν κάποιοι από αυτούς αποσκίρτησαν πριν τη μάχη, οι περισσότεροι πολέμησαν με ηρωϊσμό στο πλευρό του άτυχου και προδομένου αυτοκράτορα.

– Ομοίως εχθρικές πιστεύουμε ότι ήταν πάντοτε και οι σχέσεις Σέρβων και Τούρκων. Ωστόσο, στη μάχη της Άγκυρας (1402), όπου ο σουλτάνος Βαγιαζήτ γνώρισε φριχτή ήττα από τον Ταμερλάνο, οι σερβικές δυνάμεις του Στέφανου Λαζάρεβιτς πολέμησαν μέχρι το τέλος στο πλευρό του επικυρίαρχού τους, την ώρα που πολλοί Τούρκοι αυτομολούσαν στις τάξεις του Ταμερλάνου (που, βέβαια, φυλετικά, κι αυτός Τούρκος ήταν) .

– Κατά την άλωση της Πόλης από τον Μωάμεθ, μικρό μόνο μέρος των υπερασπιστών της Βασιλεύουσας ήταν Έλληνες. Άλλωστε το Δεσποτάτο του Μορέως δεν έστειλε καθόλου ενισχύσεις: μάλλον τα αδέλφια του Κωνσταντίνου δεν του συγχώρησαν τη φιλοδυτική πολιτική του. Οι περισσότεροι μαχητές ήταν οι Γενουάτες του Τζουστινιάνι και οι Ενετοί (όσοι είχαν ζωτικά συμφέροντα να υπερασπίσουν). Και, φυσικά, υπήρχαν και οι απαραίτητοι Τούρκοι μισθοφόροι. Όπως και υπήρχαν Έλληνες στις τάξεις του στρατού του μετέπειτα Πορθητή.

– Όταν οι Τούρκοι πολιορκούν τη Ρόδο των Ιωαννιτών Ιπποτών το 1480, επικεφαλής τους βρίσκεται ένας Έλληνας εξωμότης, που είναι πολύ πιθανό να ανήκε στην αυτοκρατορική οικογένεια των Παλαιολόγων.

– Η τέχνη του Μεσαίωνα θεωρείται από πολλούς αδέξια κι αμφίβολης αισθητικής, ενώ όλοι αναγνωρίζουμε τη λαμπρότητα και αισθητική τελειότητα της αναγεννησιακής τέχνης. Μόνο που η μεσαιωνική τέχνη είναι αυθεντικά πρωτότυπη και σαφέστατα λειτουργική (θαρρώ πως αυτό θα μπορούσαν να το βεβαιώσουν και οι φίλοι της μοντέρνας τέχνης), την ώρα που το αναγεννησιακό έργο τέχνης πρέπει οπωσδήποτε να συμμορφωθεί προς τους κανόνες της κλασσικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας.

– Φανταζόμαστε ότι η θέση της γυναίκας κατά τον Μεσαίωνα δεν ήταν ζηλευτή. Κι όμως, ήταν πολύ καλύτερη σε σύγκριση τόσο με την αρχαιότητα όσο και με τα νεότερα χρόνια. Στη μελέτη του για τους Ναϊτες, ο Αλαίν Ντεμυρζέ υπολόγισε ότι περίπου το 40 % των δωρεών προς το Τάγμα είχαν γίνει από γυναίκες! Ο Μεσαίωνας δεν γνώρισε κανέναν από τους ταπεινωτικούς για τη γυναίκα θεσμούς του αρχαιοελληνικού δικαίου, όπως αυτοί που ανάγκαζαν την κληρονόμο της πατρικής περιουσίας να παντρεύεται τον πλησιέστερο συγγενή της για να μη χαθεί η περιουσία από την οικογένεια. Ούτε γνώρισε περιορισμούς της δικαιοπρακτικής ικανότητας της γυναίκας, όπως αυτοί του Ναπολεόντειου Κώδικα, που υποχρέωναν τη γυναίκα να λάβει την έγκριση του συζύγου για οποιαδήποτε δικαιοπραξία με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης από … τα ψώνια της λαϊκής.

– Στο μυαλό μας, Ιερά Εξέταση και Μεσαίωνας είναι πράγματα άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Και μπορεί, βέβαια, η Ιερά Εξέταση να συστάθηκε τον Μεσαίωνα για να καταπολεμηθεί η αίρεση των Καθαρών, πλην όμως τα όργια λ.χ. της Ισπανικής Ιεράς Εξέτασης συμβαίνουν στα λαμπρά χρόνια της Αναγέννησης. Το αφηνιασμένο κυνήγι μαγισσών επίσης: οι Δομηνικανοί μοναχοί Ερρίκος Κράμερ (γνωστότερος ως Ινστιτόρις) και Ιάκωβος Σπρέγγερ δημοσιεύουν το διαβόητο σύγγραμα Malleus Maleficarum το 1486-1487.   

– Άνθρωποι που θεωρούνται ως κατεξοχήν εκπρόσωποι του ορθολογισμού επέδειξαν εντυπωσιακό ενδιαφέρον για ζητήματα αποκρυφισμού και μυστικισμού: ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, το ενδιαφέρον του Καρτέσιου για τους Ροδόσταυρους.


Αρέσει σε %d bloggers: