Posts Tagged ‘Γαλλία’

Si me quieres escribir – 80 χρόνια από την έναρξη του Ισπανικού Εμφυλίου – μέρος 2: οι εξηγήσεις

Δεκέμβριος 24, 2016
Αναρχικοί και αστυνομικοί στους δρόμους της Βαρκελώνης, κρατώντας πίνακα με αλληγορική απεικόνιση της Β΄ Δημοκρατίας/ φωτογραφία του Agustí Centelles i Ossó

Αναρχικοί και αστυνομικοί στους δρόμους της Βαρκελώνης, κρατώντας πίνακα με αλληγορική απεικόνιση της Β΄ Δημοκρατίας/ φωτογραφία του Agustí Centelles i Ossó

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

ΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΕΚΡΙΝΑΝ ΤΗΝ ΕΚΒΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ποιοι ήταν, όμως, οι παράγοντες που καθόρισαν, κατά το μάλλον ή ήττον, την έκβαση του Ισπανικού Εμφυλίου; Μπορούμε να ξεχωρίσουμε τέσσερις: την εγγενή στρατιωτική υπεροχή των δυνάμεων του Φράνκο (Α), τη σημασία της ξένης στρατιωτικής βοήθειας (Β), τον βαθμό ομοιογένειας που χαρακτήριζε τους δύο αντιπάλους (Γ) και τη στάση που τήρησαν οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες (Δ).

Α.   Η ΕΓΓΕΝΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΙΣΤΩΝ

Όταν ξεσπά ο εμφύλιος, ο ισπανικός στρατός αριθμεί περί τους 250 χιλιάδες άνδρες, οι οποίοι μοιράζονται σχεδόν εξίσου στις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις. Σε τι συνίσταται η υπεροχή των δυνάμεων του Φράνκο:

α.   Ο Εθνικός Στρατός: Επαγγελματισμός και πολεμική πείρα

Η στρατιωτική υπεροχή της οποίας χαίρει ευθύς εξαρχής ο Φράνκο οφείλεται σε δύο στοιχεία:

– Την επαγγελματική στελέχωση των δυνάμεών του: τα 4/5 των ανώτερων και κατώτερων αξιωματικών (καθώς και των υπαξιωματικών) συντάσσονται με τους στασιαστές. Οι Δημοκρατικοί δεν διαθέτουν σχεδόν καθόλου στελέχη που θα μπορούσαν να οργανώσουν και να καθοδηγήσουν τον στρατό τους. Η κατάσταση που επικρατεί στο ναυτικό είναι εξίσου ενδεικτική: τα πληρώματα παραμένουν, σε συντριπτικό ποσοστό, πιστά στη Δημοκρατία, αλλά το 90 % των αξιωματικών προσχωρεί στο στρατόπεδο των πραξικοπηματιών. Η συνέπεια είναι η εξής: ενώ η Δημοκρατία ελέγχει τα δύο τρίτα του πολεμικού στόλου, μόλις που μπορεί να χρησιμοποιήσει τα μισά από τα διαθέσιμα πλοία, μια και της λείπουν οι αξιωματικοί.

Μαροκινοί Ρεγουλάρες

Μαροκινοί Ρεγουλάρες

– Τον έλεγχο των πιο αξιόμαχων μονάδων του ισπανικού στρατού: οι εθνικιστές ελέγχουν από την έναρξη του εμφυλίου τα δύο πιο αξιόμαχα σώματα του ισπανικού στρατού, αυτά δηλαδή που αποτελούν τη Στρατιά της Αφρικής: την Ισπανική Λεγεώνα των Ξένων (Legión Española/ Tercio de Extranjeros) και τις μονάδες τακτικού στρατού που επανδρώνουν Μαροκινοί ιθαγενείς (Ταμπόρες δε Ρεγουλάρες). Πρόκειται για δύο σώματα απολύτως πειθαρχημένα, εμπειροπόλεμα, ποτισμένα από τις ωμές μεθόδους του αποικιακού πολέμου (τις οποίες και θα μεταφέρουν στη μητροπολιτική Ισπανία) και με νοοτροπία θρησκευτικής σχεδόν λατρείας της βίας (η κραυγή της Λεγεώνας είναι «Ζήτω ο Θάνατος»).

Οι πολιτοφυλακές των φιλομοναρχικών Καρλιστών (Ρεκετέ) και της φασιστικής Ισπανικής Φάλαγγας προσδίδουν στον Εθνικό Στρατό τη δύναμη των αριθμών και διακρίνονται για τον φανατισμό τους (που εκδηλώνεται κυρίως μέσω ενός αμείλικτου αντικομμουνισμού).

Ιερέας ευλογεί Καρλιστές Ρεκετέ

Ιερέας ευλογεί Καρλιστές Ρεκετέ

Τέλος, μολονότι η εθελοντική στρατιωτική συμμετοχή έχει συνδεθεί κυρίως με το στρατόπεδο των Δημοκρατικών, δεν πρέπει να παραβλέπεται το ότι και οι εθνικιστές είχαν τους δικούς τους αλλοδαπούς εθελοντές μαχητές: περίπου 4 χιλιάδες Πορτογάλοι υποστηρικτές του καθεστώτος Σαλαζάρ, 800 Ιρλανδοί υπό τις οδηγίες του ακροδεξιού εθνικιστή στρατηγού Γιούιν Ο’Ντάφυ, 300 έως 400 Γάλλοι ακροδεξιοί κι αντίστοιχος αριθμός Βρετανών (συνολικά, περίπου 15 χιλιάδες άνδρες).

β.   Το στρατόπεδο των Δημοκρατικών: αυτοσχεδιασμοί πάνω στο ίδιο θέμα

i) Στο ξεκίνημα του εμφυλίου οι μόνες πραγματικά αξιόμαχες δυνάμεις των Δημοκρατικών είναι, παραδόξως, τα σώματα ασφαλείας.

– Το Σώμα Ασφάλειας και Εφόδου ή Αστυνομία Εφόδου (Cuerpo de Seguridad y Asalto/ Guardia de Asalto) συγκροτείται το 1932 από τις δημοκρατικές κυβερνήσεις. Οι άνδρες του στρατολογούνται κυρίως μεταξύ των υποστηρικτών των δημοκρατικών κομμάτων. Τα τρία τέταρτα του σώματος παραμένουν πιστά στη νόμιμη κυβέρνηση.

Άνδρες της Αστυνομίας Εφόδου

Άνδρες της Αστυνομίας Εφόδου

– Η Χωροφυλακή (Guardia Civil) είναι οργανωμένη με αμιγώς στρατιωτικά πρότυπα και φημίζεται για τις βίαιες μεθόδους καταστολής τις οποίες μετέρχεται. Περίπου το 60 % των ανδρών της υπηρετούν τη Δημοκρατία. Κατά τους πρώτους μήνες του πολέμου είναι ίσως η μόνη πραγματικά στρατιωτική δύναμη των Δημοκρατικών, κάτι που αποδεικνύει και η συμβολή της στην κατάπνιξη των υποστηρικτών του πραξικοπήματος στη Βαρκελώνη.

Ισπανική Χωροφυλακή

Ισπανική Χωροφυλακή

– Το ίδιο ισχύει και για τους Καραμπινιέρους, οι οποίοι ως τότε ήταν επιφορτισμένοι κυρίως με καθήκοντα φύλαξης τελωνείων και συνόρων.

Στα οδοφράγματα της Μαδρίτης/ φθινόπωρο 1936

Στα οδοφράγματα της Μαδρίτης/ φθινόπωρο 1936

ii) Πολιτοφυλακές. Από ποσοτική άποψη, η κύρια δύναμη των Δημοκρατικών συνίσταται στις πολιτοφυλακές που οργανώνουν κόμματα και συνδικάτα (σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αναρχικοί). Οι πολιτοφυλακές διακρίνονται, ίσως, στον αφοπλισμό αμυνόμενων υποστηρικτών των στασιαστών και στις βιαιοπραγίες κατά των κατά τεκμήριο αντιπάλων της Δημοκρατίας, αλλά η στρατιωτική χρησιμότητά τους είναι περιορισμένη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η φάλαγγα αναρχικών του Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι. Διακρίνεται από σεκταρισμό, αδυναμία συνεννόησης με τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές και πνεύμα ανυπακοής. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις και οι στόχοι τους αποτελούν αντικείμενο συζήτησης σε επιτροπές και συνελεύσεις. Στο πεδίο της μάχης οι επιδόσεις είναι πενιχρές. Το γεγονός δεν είναι τυχαίο αν λάβουμε υπόψη τα ελαστικά κριτήρια στρατολόγησης στις ομάδες των αναρχικών και ελευθεριακών κομμουνιστών. Το αποτέλεσμα είναι να διεισδύουν στις τάξεις τους άτομα μη ικανά για στρατιωτικές επιχειρήσεις, τυχωδιώκτες που θα επιχειρήσουν να αποκομίσουν οικονομικά κέρδη από τη συμμετοχή τους στις επαναστατικές επιτροπές και πράκτορες των εθνικιστών. Τα ποσοστά λιποταξίας και προσχώρησης στον εχθρό είναι υψηλά μεταξύ των πολιτοφυλακών.

Αναρχική μέλος πολιτοφυλακής

Αναρχική μέλος πολιτοφυλακής

Η μόνη πολιτοφυλακή με στρατιωτική οργάνωση και πειθαρχία είναι, αναμενόμενα, το 5ο  Σύνταγμα, η πολιτοφυλακή των κομμουνιστών. Από αυτό και θα αναδειχθούν μερικοί από τους σημαντικότερους στρατιωτικούς διοικητές του πολέμου, όπως, πρωτίστως, ο Ενρίκε Λίστερ, ο Χουάν Γκιγιότο Λεόν ή Μοδέστο και ο, πλέον αμφιλεγόμενος, Βαλεντίν Γονθάλεθ ή Καμπεσίνο.

iii) Διεθνείς Ταξιαρχίες: Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες συγκροτούνται το φθινόπωρο του 1936 με πρωτοβουλία της Κομμιντέρν (Κομμουνιστικής Διεθνούς). Πρωταρχικό ρόλο στη στρατολόγηση και εκπαίδευση των εθελοντών έχει το γαλλικό ΚΚ. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι εθελοντές ήταν κομμουνιστές: υπήρχαν σοσιαλιστές, αναρχικοί, Ρώσοι που είχαν πολεμήσει στον Ρωσικό Εμφύλιο με την πλευρά των ηττηθέντων κι επιθυμούσαν να εξιλεωθούν, Εβραίοι οργανωμένοι στην Μπουντ, ελευθεροτέκτονες κ.ο.κ. Στις ΔΤ υπηρέτησαν συνολικά 35 χιλιάδες άνδρες από 50 τουλάχιστον χώρες, ευρωπαϊκές και μη. Οι Γάλλοι αποτελούσαν σχεδόν το 30 % των εθελοντών, ενώ σημαντικοί ήταν οι αριθμοί των Ιταλών, των Πολωνών, των Γερμανών (Τάγμα Τέλμανν), των Αμερικανών και των Βρετανών. Μεγάλος ήταν ο αριθμός των εθελοντών εβραϊκής καταγωγής (π.χ. περίπου οι μισοί Πολωνοί ήταν ισραηλίτες στο θρήσκευμα). Στις τάξεις των ΔΤ πολέμησαν και περίπου 300 με 400 μαχητές ελληνικής καταγωγής (160 με ελληνική ιθαγένεια, στην πλειονότητά τους κομμουνιστές και ναυτεργάτες, 65 Ελληνοκύπριοι, οι υπόλοιποι ομογενείς από την Αμερική ή τις χώρες της Ευρώπης). Οι γνωστότεροι στρατιωτικοί διοικητές των ΔΤ ήταν ο Πολωνός Κάρολ Βάτσουαφ Σφιερτσέφσκι ή «Βάλτερ», αξιωματικός του σοβιετικού στρατού, και ο Αυστριακός Μάνφρεντ Στερν ή «Κλέμπερ», αξιωματικός της υπηρεσίας πληροφοριών του Κόκκινου Στρατού. Οι ΔΤ διαλύθηκαν τον Οκτώβριο του 1938 με πρωτοβουλία της κυβέρνησης Νεγρίν ως δείγμα καλής θέλησης προς τις δυτικές δημοκρατίες (Γάλλοι και Βρετανοί το είχαν ζητήσει ήδη από το 1937).

Διεθνείς Ταξιαρχίες, Τάγμα Τέλμαν/ φωτογραφία του David "Chim" Seymour/ πρακτορείο Magnum

Διεθνείς Ταξιαρχίες, Τάγμα Τέλμαν/ φωτογραφία του David «Chim» Seymour/ πρακτορείο Magnum

Η στρατιωτική συμβολή των ΔΤ ήταν ιδιαιτέρως σημαντική, ειδικά κατά το πρώτο διάστημα του πολέμου, όταν δεν είχε ακόμη οργανωθεί τακτικός στρατός των Δημοκρατικών. Αποτέλεσαν τη δύναμη κρούσης ειδικά στις μάχες για την υπεράσπιση της Μαδρίτης, αλλά κι αργότερα. Περίπου 10 χιλιάδες μαχητές των ΔΤ έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η συμβολική αξία των ΔΤ ίσως και να ξεπερνά τη στρατιωτική. Ενσάρκωναν την ιδέα ενός οικουμενικού λαϊκού μετώπου. Το ιδανικό τους απαθανατίστηκε στα μεγάλα λογοτεχνικά έργα με θέμα τον Ισπανικό Εμφύλιο, εκείνα του Μαλρώ και του Χέμινγουέυ.

iv) Λαϊκός Στρατός: Στα μέσα Οκτωβρίου 1936, η κυβέρνηση Λάργο Καμπαγέρο αποφασίζει το λογικό και αυτονόητο, δηλαδή τη συγκρότηση ενός τακτικού «Λαϊκού Στρατού», ο οποίος ενσωματώνει πολιτοφυλακές και ΔΤ υπάγοντάς τες στον Στρατιωτικό Ποινικό και Πειθαρχικό Κώδικα. Το κύριο πρόβλημα του Λαϊκού Στρατού είναι η εκπαίδευση και κατάρτιση στελεχών. Ο χρόνος δουλεύσει σε βάρος των Δημοκρατικών, οπότε το πρόβλημα αντιμετωπίζεται με ημίμετρα και αυτοσχέδιες λύσεις: ταχύρρυθμη εκπαίδευση (8 εβδομάδες για τους κατώτερους αξιωματικούς), προγράμματα κατάρτισης στην ΕΣΣΔ κ.λπ. Παρά τις δυσκολίες και την εξαρχής μειονεκτική θέση της, η Δημοκρατία κατορθώνει να συγκροτήσει αξιόμαχο στράτευμα, ιδίως κατά την περίοδο διακυβέρνησης Νεγρίν. Ποτέ δεν θα κατορθώσει, όμως, να υπερβεί τα προβλήματα εξοπλισμού και ανεφοδιασμού της. Ως προς το ζήτημα αυτό, ο ρόλος του ξένου παράγοντα αποδεικνύεται καθοριστικός.

5ο Σύνταγμα, η βάση του Λαϊκού Σρατού

5ο Σύνταγμα, η βάση του Λαϊκού Σρατού

Β.   Η ΞΕΝΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ

Η ξένη στρατιωτική βοήθεια υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξη του Ισπανικού Εμφυλίου. Χωρίς την ενίσχυση της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας, οι πραξικοπηματίες θα αναγκάζονταν γρήγορα να διαπραγματευθούν με τη νόμιμη κυβέρνηση. Χωρίς την ενίσχυση της ΕΣΣΔ, η Μαδρίτη θα έπεφτε και μαζί της η Β΄ Ισπανική Δημοκρατία. Η ξένη ενίσχυση ήταν, εν πολλοίς, ο παράγοντας που μετέτρεψε τη σύγκρουση σε πραγματικό πόλεμο.

α.   Δυνάμεις του Άξονα εναντίον ΕΣΣΔ: Στις 25 Ιουλίου 1936, ο Χίτλερ ικανοποιεί σχεδόν αμέσως το αίτημα του Φράνκο για την παροχή στρατιωτικής βοήθειας. Γνωρίζει ότι η εγκαθίδρυση ενός φασιστικού καθεστώτος στα δυτικά των Πυρηναίων απομονώνει τη Γαλλία κι εξυπηρετεί ιδανικά τα σχέδιά του. Δευτερευόντως, υπάρχει μια σειρά από πρόσθετα οφέλη: προνομιακή εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Ισπανίας και δη των πρώτων υλών της, ευκαιρία να δοκιμαστούν όπλα και στρατεύματα σε συνθήκες πραγματικού πολέμου. Άρματα μάχης, αεροπλάνα και βαρέα όπλα τελειοποιούνται χάρη στα διδάγματα του Ισπανικού Εμφυλίου. Νέες τακτικές δοκιμάζονται: μαζικοί βομβαρδισμοί, σχηματισμοί καταδιωκτικών, χρήση αντιαεροπορικών όπλων κατά των αρμάτων μάχης, βελτιστοποίηση της συνεργασίας μεταξύ αεροπορίας και χερσαίων δυνάμεων. Η Γερμανία θα βοηθήσει, αλλά θα αποκομίσει και πολλά οφέλη από τη συμμετοχή της στον πόλεμο.

Γερμανικό περιοδικό με εξώφυλλο αφιερωμένο στη Λεγεώνα Κόνδωρ

Γερμανικό περιοδικό με εξώφυλλο αφιερωμένο στη Λεγεώνα Κόνδωρ

Ο Μουσσολίνι έχει συμφωνήσει να βοηθήσει τους στασιαστές πριν από την εκδήλωση του πραξικοπήματος. Είναι, πάντως, επιφυλακτικός. Αναμένει τη γαλλική στάση. Όταν πεισθεί ότι οι Γάλλοι δεν θα βοηθήσουν τους Δημοκρατικούς στέλνει το ιταλικό εκστρατευτικό σώμα.

Ο Στάλιν είναι πολύ πιο διστακτικός. Η ΕΣΣΔ αρχικά υπογράφει το Σύμφωνο Μη Επιθέσεως. Αποφασίζει να βοηθήσει όταν πλέον έχουν ήδη επέμβει Γερμανοί και Ιταλοί. Οι λόγοι του είναι ιδεολογικοί και πολιτικοί: δεν μπορεί να αφήσει εντελώς αβοήθητο το ισπανικό προλεταριάτο και δεν μπορεί να επιτρέψει στον Χίτλερ να καταγάγει μια νίκη στη Μεσόγειο.

β.   Η ποιότητα του οπλισμού: Αν πιστέψουμε τα στερεότυπα, τα γερμανικά όπλα ήταν από ποιοτική άποψη τα καλύτερα, τα αντίστοιχα σοβιετικά μέτρια, η ιταλική βοήθεια ελάχιστα σημαντική. Η αλήθεια είναι διαφορετική.

ΤΘ Φίατ Ανσάλντο

ΤΘ Φίατ Ανσάλντο

i) Τεθωρακισμένα: Σε ό,τι αφορά τα άρματα μάχης, τα μικροσκοπικά ιταλικά Φίατ-Ανσάλντο L3/35 προκαλούν στην εποχή μας το γέλιο. Πραγματικά σαρδελοκούτια, χωρίς πυργίσκο, με ελάχιστη θωράκιση και με οπλισμό δύο πολυβόλα των 8 χιλιοστών, δεν μπορούν να συναγωνιστούν στο ελάχιστο τους αντιπάλους τους. Τα γερμανικά Πάντσερ Ι, λίγο μεγαλύτερα από τα ιταλικά άρματα τσέπης, έχουν πυργίσκο, αλλά η θωράκισή τους είναι επίσης πλημμελής. Το μοναδικό ουσιαστικό πλεονέκτημά τους έγκειται στο ότι είναι τα μόνα που διαθέτουν ασύρματο.

Πάντσερ Ι

Πάντσερ Ι

Τα σοβετικά Τ-26, σχεδιασμένα με βάση βρετανικά πρότυπα, αποτελούν εξαιρετικά ελαφρά τεθωρακισμένα που διαθέτουν όχι απλώς πολυβόλο, αλλά και κανόνι των 45 χιλιοστών. Τα πιο εξελιγμένα ΒΤ-5, που τα διαδέχθηκαν, έχουν καλύτερη θωράκιση, μπορούν να αναπτύξουν υψηλή ταχύτητα και παρουσιάζουν μεγάλη αυτονομία στα καύσιμα. Το μειονέκτημά τους είναι ότι έχουν σχεδιασθεί για επιχειρήσεις σε βάθος επί πεδινού εδάφους. Δεν είναι, επομένως, τα καταλληλότερα για το ημιορεινό, ανώμαλο έδαφος των ισπανικών πεδίων μάχης.

Τ-26

Τ-26

ii) Πολεμική αεροπορία: Τα σοβιετικά καταδιωκτικά Πολικάρποφ Ι-15 και Ι-16 (που οι Δημοκρατικοί ονόμαζαν χαϊδευτικά «μύγες», ενώ οι εθνικιστές με περιφρόνηση «αρουραίους») ήταν προϊόντα πρωτοποριακού σχεδιασμού και πραγματικοί κυρίαρχοι των αιθέρων, κατά πολύ ανώτερα των Χάινκελ 51 και των Φίατ Κίρρι. Τα βομβαρδιστικά Τουπόλεφ SB δεν υστερούσαν σε τίποτε έναντι των Γιούνκερς 52 και των Σαβόια Μαρκέτι. Εντούτοις, οι εθνικιστές επικράτησαν τελικά και στη μάχη για τον έλεγχο του εναέριου χώρου. Ακούγεται κοινότοπο, αλλά οι μηχανές δεν πολεμούν μόνες τους.

Η ανάπαυση του πληρώματος ενός Πολικάρποφ/ φωτογραφία του David "Chim" Seymour

Η ανάπαυση του πληρώματος ενός Πολικάρποφ/ φωτογραφία του David «Chim» Seymour

γ.   Η χρήση του έμψυχου και άψυχου δυναμικού: Το «εθνικό» στρατόπεδο χρησιμοποιεί τα όπλα του με τρόπο πολύ αποτελεσματικότερο. Αντιθέτως προς τους Σοβιετικούς, οι δυνάμεις του Άξονα στέλνουν στην Ισπανία δύο ομοιογενή σώματα ενόπλων δυνάμεων. Η γερμανική Λεγεών Κόνδωρ επανδρώνεται κυριολεκτικά από την αφρόκρεμα της Λουφτβάφφε. Πειθαρχία, συνοχή, τακτική και στρατηγική τόλμη, σε συνδυασμό με την καλύτερη συνεργασία μεταξύ εδάφους και αέρος δίνουν στους εθνικιστές σαφές πλεονέκτημα στη μάχη των αιθέρων, την ώρα που οι Δημοκρατικοί δεν διαθέτουν ούτε επαρκή αριθμό καλά εκπαιδευμένων πιλότων ούτε αντιαεροπορική άμυνα. Το ιταλικό Εθελοντικό Εκστρατευτικό Σώμα αποτελεί ένα πλήρες στράτευμα με απόλυτη συνοχή (4 επίλεκτες ιταλικές μεραρχίες, δύο μεικτές ιταλοϊσπανικές, συν ένα σώμα ΤΘ) και μεγάλη αριθμητική δύναμη (συνολικά 50 έως 75 χιλιάδες Ιταλοί πολέμησαν στην Ισπανία). Η συμβολή του στη νίκη των εθνικιστών είναι αναμφίβολα καθοριστική. Τέλος, Ιταλοί και, κυρίως, Γερμανοί βοηθούν με αποτελεσματικό τρόπο στην εκπαίδευση και κατάρτιση του στρατού του Φράνκο.

Σαβόια Μαρκέττι 81, συνοδευόμενο από Φίατ Κίρρι

Σαβόια Μαρκέττι 81, συνοδευόμενο από Φίατ Κίρρι

Οι Σοβιετικοί δεν στέλνουν κάποιο ομοιογενές στρατιωτικό σώμα, αλλά συμβούλους, πιλότους και αρματιστές. Τα εξαιρετικά τεθωρακισμένα τους δεν θα χρησιμοποιηθούν ποτέ με ικανοποιητικό τρόπο από τους Ισπανούς. Το ίδιο ισχύει και για την αεροπορία, όπου παρατηρούνται και σοβαρά προβλήματα συνεργασίας με τις δυνάμεις εδάφους. Εν γένει, τα προβλήματα συνεννόησης μεταξύ Ισπανών και Σοβιετικών είναι αρκετά, συχνά δε οφείλονται σε λόγους που εκπλήσσουν (την εποχή εκείνη δεν υπάρχει καν ρωσοϊσπανικό λεξικό). Η αποτελεσματικότητα των σοβιετικών δυνάμεων πλήτετται και από την πολιτική του Στάλιν, ο οποίος εναλλάσσει διαρκώς το έμψυχο δυναμικό. Τρεις χιλιάδες Σοβιετικοί πολέμησαν στην Ισπανία, αλλά ποτέ ο συνολικός αριθμός όσων υπηρετούσαν δεν ξεπέρασε τους 800 [1]. Κανείς δεν υπηρετούσε περισσότερο από μερικούς μήνες. Ο Στάλιν είχε τις φοβίες του [2]. Βρισκόμαστε, άλλωστε, στην εποχή που ξεκινούν οι μαζικές εκκαθαρίσεις στον Κόκκινο Στρατό. Πάντως, ας μην ξεχνούμε τις αντικειμενικές δυσκολίες για τις οποίες η ΕΣΣΔ δεν είχε ευθύνη: οι γραμμές ανεφοδιασμού ήταν ατελείωτες, κάθε αποστολή, χερσαία ή θαλάσσια, αντιμετώπιζε αμέτρητους κινδύνους λόγω του ναυτικού αποκλεισμού και των κλειστών συνόρων. Την ίδια ώρα, Γερμανοί κι Ιταλοί ανεφοδιάζονταν ανενόχλητοι και τα αεροπλάνα και τα τεθωρακισμένα τους συντηρούνταν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Τέλος, η αριθμητική υπεροχή ανήκει σαφώς στο στρατόπεδο του Άξονα: 55 ως 90 χιλιάδες άνδρες έναντι 3 χιλιάδων, 1350 αεροσκάφη έναντι 650, πάνω από χίλια ΤΘ προς 320 κ.ο.κ.


[1] Μεταξύ των Σοβιετικών στρατιωτικών που υπηρέτησαν στην Ισπανία συναντούμε αρκετούς από τους πρωταγωνιστές του Ανατολικού Μετώπου: τους μετέπειτα στρατάρχες Κιρίλλ Αφανάσιεβιτς Μερετσκόφ (έναν από τους σωτήρες του Λενινγκράντ), Νικολάι Νικολάγεβιτς Βόρονοφ (ΠΒ) και Ροντιόν Μιχάιλοβιτς Μαλινόφσκι ή τον ήρωα του Σταλινγκράντ Αλεξάντρ Ιλίτς Ροντίμτσεφ, χωρίς να ξεχνούμε τον Ντμίτρι Γκριγκόριεβιτς Πάβλοφ που εκτελέστηκε το 1941 μετά την ταπεινωτική συντριβή στη Λευκορωσία.

[2] Ενδεικτικό των αστοχιών των Σοβιετικών είναι και το ότι από τις εμπειρίες τους στον Ισπανικό Εμφύλιο συνήγαγαν εσφαλμένα συμπεράσματα. Π.χ., έκριναν ότι τα άρματα μάχης δεν είχαν ιδιαίτερη αξία ως αυτοτελές όπλο επίθεσης και για αυτό και διέλυσαν τις μονάδες ΤΘ του Κόκκινου Στρατού, κάτι το οποίο πλήρωσαν ακριβά κατά το πρώτο διάστημα της γερμανικής εισβολής. Το μόνο ωφέλιμο συμπέρασμα για τους Σοβιετικούς ήταν τελικά η χρησιμότητα των πολεμικών αεροσκαφών για να πλήττουν στόχους στο έδαφος. Για τον λόγο αυτό σχεδίασαν και ανέπτυξαν το περίφημο Ιλιούσιν 2 Στουρμόβικ το οποίο αποδείχθηκε υπερπολύτιμο κατά τον Β΄ ΠΠ.


Γ.   Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΒΑΘΜΟ ΟΜΟΙΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΩΝ

α.   Ένα συμπαγές εθνικιστικό στρατόπεδο

Ο Φράνκο δεν προοριζόταν από την αρχή για ηγέτης των πραξικοπηματιών. Ο αρχαιότερος κι ανώτερος σε βαθμό ήταν ο στρατηγός Σανχούρχο, σκοτώθηκε όμως σε αεροπορικό δυστύχημα επιχειρώντας να επιστρέψει στην Ισπανία από τον τόπο εξορίας του, το Εστορίλ της Πορτογαλίας [3]. Εγκέφαλος του πραξικοπήματος ήταν ο Εμίλιο Μόλα. Και ο Μόλα σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα κατά την εκστρατεία κατάληψης της Χώρας των Βάσκων, στις αρχές του θέρους του 1937. Πιο εσωστρεφής από τον Φράνκο, είχε χάσει ήδη πολύτιμο έδαφος στον αγώνα για την αρχηγία. Ο Φράνκο έχαιρε, ούτως ή άλλως, εκτίμησης μεταξύ των συναδέλφων του για τις στρατιωτικές ικανότητές του, έχοντας διοικήσει τη Στρατιά της Αφρικής. Ήταν επίσης ο άνθρωπος με τις καλύτερες διασυνδέσεις με το περιβάλλον του Αδόλφου Χίτλερ [4], άρα ο καταλληλότερος για να εξασφαλίσει την απαραίτητη στρατιωτική βοήθεια. Υπήρξε, τέλος, τυχερός και ικανός ώστε να εκμεταλλευθεί όλες τις συγκυρίες και να διαμορφώσει τις κατάλληλες συνθήκες για να εδραιώσει την εξουσία του.

Το εθνικιστικό στρατόπεδο δεν ήταν από την αρχή ομοιογενές. Περιελάμβανε καθολικούς δεξιούς, φιλομοναρχικούς διαφόρων τάσεων, καθαρόαιμους φασίστες όπως τα μέλη της Φάλαγγας κ.ά. Δεν είχαν όλοι τον ίδιο στόχο για το μέλλον. Παλινόστηση της μοναρχίας, εγκαθίδρυση απολυταρχικού καθεστώτος στα πρότυπα της δικτατορίας του Μιγέλ Πρίμο δε Ριβέρα και επιβολή φασιστικού κράτους στα ιταλικά πρότυπα ήταν μερικές μόνον από τις επιλογές. Καθοριστική για τη συνοχή του εθνικιστικού στρατοπέδου υπήρξε η συμβολή της Εκκλησίας που γρήγορα συντάχθηκε με τους στασιαστές. Έδωσε στη στρατιωτική εκστρατεία χαρακτήρα σταυροφορίας κατά των άθεων κομμουνιστών, για την προάσπιση της «αιώνιας Ισπανίας», δίχως άλλο καθολικής. Και διασφάλισε την απαραίτητη λαϊκή υποστήριξη για το εγχείρημα των στασιαστών.

Αντιθέτως προς ό,τι διατείνονται οι Δημοκρατικοί, οι εθνικιστές δεν στερούνταν λαϊκής βάσης. Δεν αμφισβητείται ότι η εκκλησιαστική ιεραρχία και ο κλήρος, οι γαιοκτήμονες και οι βιομήχανοι υποστήριζαν ένθερμα το πραξικόπημα. Δεν ήταν, όμως, μόνον αυτοί. Μεταξύ κυρίως των αγροτικών και πιο συντηρητικών στρωμάτων υπήρχαν αρκετοί που αντιμετώπιζαν με τρόμο την προοπτική ανάληψης της εξουσίας από την Αριστερά.

Ο Φράνκο ομογενοποίησε με επιδεξιότητα το σύνολο αυτό. Όσους θεωρούσε επικίνδυνους πολιτικούς αντιπάλους τους εξόντωσε, πολιτικά, ηθικά, ακόμη και φυσικά. Μετά την εκτέλεση του υιού Πρίμο δε Ριβέρα από τους Δημοκρατικούς τον Νοέμβριο του 1936 μπορούσε ανενόχλητος να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό του: την ενοποίηση όλων των συστατικών στοιχείων του «εθνικού στρατοπέδου» σε ένα ενιαίο κόμμα, το οποίο ονόμασε «Falange Española Tradicionalista y de las Juntas de Ofensiva Nacional Sindicalista (Ισπανική Φάλαγγα των Παραδοσιακών Αξιών και Επιτροπές Συνδικαλιστικής Εθνικής Επίθεσης)» (19 Απριλίου 1937). Η εξουσία του δεν επρόκειτο να αμφισβητηθεί ποτέ ξανά. Οι έριδες και οι αντιπαλότητες αφορούσαν πλέον τη νομή των θέσεων εξουσίας υπό τον Χενεραλίσιμο.

β.   Έριδες κι ανομοιογένεια

Τα συστατικά του δημοκρατικού στρατοπέδου είναι εξαιρετικά ανομοιογενή. Κεντρώα και κεντροαριστερά κόμματα, σοσιαλιστές διαφόρων τάσεων, «ορθόδοξοι» κομμουνιστές, αντιφρονούντες ως προς τη γραμμή της Μόσχας κομμουνιστές, αναρχικοί. Οι μεταξύ τους διαφωνίες θα αποκρυσταλλωθούν μέσω της δημιουργίας δύο τάσεων: διαφύλαξη της αστικής δημοκρατίας ή επανάσταση. Η αντιπαλότητα αυτή θα εξελιχθεί μεταξύ 3ης και 7ης Μαΐου 1937 σε έναν πραγματικό εμφύλιο εντός του μεγαλύτερου, ιδίως στη Βαρκελώνη. Οι δυνάμεις της «τάξης» (σοσιαλιστές, κομμουνιστές, σώματα ασφαλείας) συγκρούονται με εκείνες της «επανάστασης» (αναρχικοί, POUM). Οι ένοπλες συγκρούσεις έχουν ως αποτέλεσμα 400 έως 500 νεκρούς και χίλιους τραυματίες. Στο στόχαστρο των επικρίσεων βρίσκεται το ΚΚΙ. Σταλινικό, ενεργούμενο της Μόσχας, δήμιος της επανάστασης, ολετήρας της ενότητας του δημοκρατικού στρατοπέδου, κι άλλα πολλά. Πόσο δικαιολογημένες είναι, τελικά, οι επικρίσεις αυτές;

– Η διάλυση του POUM

«Η γενικότερη μεταστροφή προς τα δεξιά ανάγεται περίπου στο διάστημα Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 1936, όταν η ΕΣΣΔ άρχισε να προμηθεύει με όπλα την κυβέρνηση και όταν η εξουσία άρχισε να περνά από τους αναρχικούς στους κομμουνιστές… Οι Ρώσοι ήταν σε θέση να επιβάλουν τους όρους τους. Δίχως αμφιβολία, οι όροι αυτοί ήταν οι εξής: “εμποδίστε την επανάσταση, διαφορετικά δεν θα σας δώσουμε όπλα!” Δίχως αμφιβολία, το πρώτο χτύπημα κατά των στοιχείων της επανάστασης, η εκδίωξη του POUM από την Κυβέρνηση της Περιφέρειας της Καταλωνίας, δόθηκε κατόπιν διαταγών της ΕΣΣΔ». [Τζωρτζ Όργουελλ «Φόρος Τιμής στην Καταλωνία»]

Πολιτοφύλακες του POUM στους στρατώνες "Λένιν" της Βαρκελώνης/ στο βάθος ξεχωρίζει λόγω ύψους ο Τζ. Όργουελλ

Πολιτοφύλακες του POUM στους στρατώνες «Λένιν» της Βαρκελώνης/ στο βάθος ξεχωρίζει λόγω ύψους ο Τζ. Όργουελλ

Το 1935, ο Αντρέου Νιν και ο Τζοακίν Μωρίν ιδρύουν στη Βαρκελώνη το Εργατικό Κόμμα Μαρξιστικής Ενοποίησης (Partido Obrero de Unificación Marxista/ Partit Obrer d’Unificació Marxista, POUM). Από την αρχή, υφίσται αντιπαλότητα μεταξύ ΚΚΙ και POUM. Οι «ορθόδοξοι» κομμουνιστές κατηγορούσαν το POUM ως τροτσκιστικό. Είναι αλήθεια ότι τα μέλη του είχαν εκδώσει ψήφισμα με το οποίο ζητούσαν να χορηγηθεί στον Τρότσκι πολιτικό άσυλο στην Καταλωνία. Όμως, η ηγεσία του κόμματος είχε ήδη συγκρουσθεί με τον Τρότσκι, του οποίου τη γραμμή, άλλωστε, δεν είχε ακολουθήσει. Εντούτοις, το ΚΚΙ ζήτησε και πέτυχε την απομάκρυνση του POUM από την Κυβέρνηση της Περιφέρειας της Καταλωνίας τον Δεκέμβριο του 1936. Μερικούς μήνες αργότερα, ενώ εξελίσσονται οι συγκρούσεις του Μαΐου του 1937, πράκτορες του σοβιετικού Εν Κα Βε Ντε (Λαϊκού Επιτροπάτου Εσωτερικών Υποθέσεων), υπό τις διαταγές του επικεφαλής τους Αλεξάντρ Ορλόφ, απάγουν τον Νιν, τον βασανίζουν και τον δολοφονούν. Τα υπόλοιπα ηγετικά στελέχη του POUM προσάγονται σε δίκη με τις κατηγορίες της πρόκλησης επανάστασης και της προετοιμασίας πραξικοπήματος για λογαριασμό των φρανκικών. Πολλοί κάνουν λόγο για μεταφορά των Δικών της Μόσχας στην Ισπανία. Εντούτοις, αν και τα μέλη του POUM καταδικάζονται για την πρώτη κατηγορία (σε ποινές φυλάκισης και κάθειρξης έως 15 ετών), αθωώνονται για τη δεύτερη.

Α. Νιν

Α. Νιν

– Η «απολύμανση» της CNT: Το καλοκαίρι του 1937, ο Παλμίρο Τολιάττι, απεσταλμένος της Κονιντέρν στην Ισπανία, προτείνει την εκκαθάριση της CNT, ώστε αυτή να απαλλαγεί από τα φιλοεπαναστατικά στοιχεία της. Χιλιάδες μέλη της συνελήφθησαν κι εκατοντάδες δικάστηκαν. Η μεγαλη αναρχοσυνδικαλιστική οργάνωση, όμως, δεν διαλύθηκε. Μετά την «απολύμανσή» της επανεντάχθηκε κανονικότατα στο δημοκρατικό στρατόπεδο και την κυβέρνηση.

Μικρή, αλλά αναγκαία απολογία του ΚΚΙ: Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 το ΚΚΙ είναι ένα μικρό κόμμα με 100 περίπου μέλη. Τον Ιούνιο του 1936, λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, τα μέλη του έχουν εκτοξευθεί στις 90 χιλιάδες. Ένα χρόνο αργότερα φθάνουν στον εντυπωσιακό αριθμό των 350 χιλιάδων. Το κόμμα ελέγχει τη συνδικαλιστική συνομοσπονδία της UGT και την κοινή με το Σοσιαλιστικό Κόμμα νεολαία. Η σοβιετική ενίσχυση και ανάμειξη στα πολιτικά πράγματα δεν είναι βέβαια αμέτοχη, αλλά δεν αρκεί για να εξηγήσει το γεγονός ότι, στην πράξη, το ΚΚΙ υπήρξε το πολιτικό κόμμα με τη μεγαλύτερη λαϊκή συμμετοχή. Ας αναφερθεί, ως μέτρο σύγκρισης, το ότι το ισχυρότερο, από άποψη εκλογικής δύναμης, ισπανικό κόμμα, το Σοσιαλιστικό, δεν ξεπερνά τα 75 χιλιάδες μέλη. Το ΚΚΙ ασκεί ιδιαίτερη επιρροή όχι μόνο στο προλεταριάτο, αλλά και στους υπόλοιπους μισθωτούς, τους αγρότες (και μάλιστα όχι τόσο στους ακτήμονες, αλλά τους μικροϊδιοκτήτες γης) και στους διανοούμενους.

Διαδήλωση του ΚΚΙ

Διαδήλωση του ΚΚΙ

Χωρίς να αμφισβητείται η επιρροή της Μόσχας, το ισπανικό κομμουνιστικό κόμμα δεν αποτελεί πάντα πειθήνιο όργανο εκτέλεσης των εντολών της σταλινικής ηγεσίας. Το ΚΚΙ εισέρχεται στην κυβέρνηση το φθινόπωρο του 1936, παρά την αντίθεση του Στάλιν. Συμβάλλει στην απομάκρυνση του Λάργο Καμπαγέρο από την πρωθυπουργία, μολονότι η Μόσχα συνέχιζε να τον υποστηρίζει. Απορρίπτει κατηγορηματικά την πρόταση του Στάλιν για διενέργεια εκλογών ώστε να ενισχυθεί η δημοκρατική νομιμοποίηση της κυβέρνησης με νωπή λαϊκή εντολή.

Σε ό,τι αφορά τον ρόλο του ΚΚΙ στο θέμα της ενότητας του δημοκρατικού στρατοπέδου, αυτό που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι το κομμουνιστικό κόμμα δεν έδρασε μόνο του στην προσπάθεια καταστολής των επαναστατικών στοιχείων. Έδρασε από κοινού με όλα τα κόμματα του κέντρου και της κεντροαριστεράς [Δημοκρατική Αριστερά (Izquierda Republicana) του ΠτΔ Αθάνια, Δημοκρατική Αριστερά της Καταλωνίας (Esquerra Republicana de Catalunya) του Λ. Κομπάνς, Δημοκρατική Ένωση (Unión Republicana) του Ντιέγο Μαρτίνεθ Μπάρριο], τους σοσιαλιστές και το μεγαλύτερο μέρος των ηγετικών στελεχών των αναρχικών οργανώσεων (CNT, FAI, οι οποίοι βρίσκουν την ευκαιρία να ξεφορτωθούν τους πιο ενοχλητικούς πολιτικούς αντιπάλους τους).

Η εμβληματική μορφή του ΚΚΙ: Ντολόρες Ιμπάρρουρι, (Πασιονάρια)

Η εμβληματική μορφή του ΚΚΙ: Ντολόρες Ιμπάρρουρι, (Πασιονάρια)

Το ΚΚΙ πόρρω απέχει από τους χαρακτηρισμούς του άσπιλου και του άμωμου. Η δαιμονοποίησή του, όμως, και η στοχοποίησή του ως υπεύθυνου του συνόλου των δεινών αμφοτέρων των αντιπάλων απέχει ακόμη περισσότερο από την ιστορική αλήθεια.

——————————————————————————————————–

Παρά τις εμφύλιες έριδες από τις οποίες σπαράσσεται, το δημοκρατικό στρατόπεδο θα κατορθώσει, κατά το μεγαλύτερο διάστημα του πολέμου να διατηρήσει την ενότητά του σε κυβερνητικό και στρατιωτικό επίπεδο (στον τομέα αυτό η σοβιετική βοήθεια κι επιρροή ήταν καθοριστική). Θεωρητικά, θα μπορούσε να κερδίσει τον πόλεμο. Εάν και εφόσον, βέβαια, δεχόταν έξωθεν βοήθεια.


[3] Κατά κάποιο τρόπο, ο Σανχούρχο προκάλεσε ο ίδιος τη μοίρα του. Μπορούσε να ταξιδέψει με το ίδιο οκταθέσιο αεροπλάνο που είχε μεταφέρει τον Φράνκο από την Τενερίφη στο Μαρόκο. Προτίμησε να ταξιδέψει με το μικρό διθέσιο που πιλόταρε ο επίλεκτος (και φιλομοναρχικός) αεροπόρος Χουάν Αντόνιο Ανσάλδο. Ο, εύσωμος, Σανχούρχο επέμενε να πάρει μαζί του πολλές αποσκευές. Ο Ανσάλδο τον προειδοποίησε ότι το αεροσκάφος δεν θα άντεχε τέτοιο βάρος. Ο στρατηγός απάντησε ότι «πρέπει να φοράω τα κατάλληλα ρούχα, τώρα που θα είμαι ο νέος καουντίγιο (ηγέτης) της Ισπανίας»! Το αεροπλάνο συνετρίβη κατά τη διαδικασία απογείωσης από το Εστορίλ. Ο πιλότος επέζησε.

[4] Βασικός σύνδεσμος πρέπει να ήταν ο ναύαρχος Βίλχελμ Κανάρις, επικεφαλής της υπηρεσίας πληροφοριών του γερμανικού στρατού. Ορισμένοι υποστηρίζουν επίσης ότι μεταξύ Φράνκο και Χίτλερ μεσολάβησαν Γερμανοί εγκατεστημένοι στο Ισπανικό Μαρόκο οι οποίοι ήταν μέλη της Οργάνωσης Εξωτερικού του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος.


Δ.   Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΔΥΤΙΚΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΩΝ

Η Ισπανική Δημοκρατία θα μπορούσε να επιβιώσει και τελικά να επικρατήσει αν είχε την υποστήριξη των δυτικών δημοκρατιών. Καμία δεν το βοήθησε εκτός από το φιλότιμο Μεξικό (την μόνη χώρα που ενίσχυσε αφιλοκερδώς τη νόμιμη κυβέρνηση), το οποίο έστειλε όσα όπλα μπορούσε, αγόραζε όπλα από τη διεθνή αγορά για λογαριασμό των Δημοκρατικών, παρείχε ανθρωπιστική βοήθεια κι υποσχέθηκε άσυλο σε όποιον κατέφευγε στην επικράτειά του σε περίπτωση ήττας. Ουσιαστική βοήθεια, όμως, μπορούσαν να παράσχουν μόνο η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία. Για διαφορετικούς λόγους και με διαφορετικούς τρόπους, αμφότερες επέλεξαν να κρατήσουν στάση ουδετερότητας που ευνοούσε στην πράξη αποκλειστικά τον Φράνκο.

α.   Γαλλία: Τη νύχτα της 19ης προς την 20ή Ιουλίου 1936, ο Ισπανός πρωθυπουργός Χοσέ Χιράλ ζητεί από τον Γάλλο ομόλογό του Λεόν Μπλουμ στρατιωτική βοήθεια για να καταστείλει το πραξικόπημα: αεροπλάνα, όπλα και πυρομαχικά. Το αίτημα του Χιράλ στηρίζεται σε διμερή συμφωνία που είχαν συνάψει οι δύο χώρες το 1935. Τι πιο λογικό για το ισπανικό Λαϊκό Μέτωπο από το να στραφεί για βοήθεια στους συντρόφους του γαλλικού; Ο Μπλουμ διαβουλεύεται με τους βασικούς υπουργούς του και, παρά τις έντονες μεταξύ τους διαφωνίες, δίνει καταρχήν θετική απάντηση. Πέντε ημέρες αργότερα κι αφού έχει μεσολαβήσει μια επίσημη επίσκεψη στο Λονδίνο αλλάζει την απόφασή του! Τι μεσολάβησε;

Λεόν Μπλουμ

Λεόν Μπλουμ

Οι λόγοι της μεταστροφής του Μπλουμ άπτονται τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής πολιτικής. Στο εσωτερικό ο Μπλουμ έχει να αντιμετωπίσει την κατηγορηματική αντίθεση του ελάσσονος, πλην όμως απαραίτητου, κυβερνητικού εταίρου, του Ριζοσπαστικού Κόμματος, αλλά και τις οργισμένες αντιδράσεις της Δεξιάς, η οποία διατείνεται ότι τυχόν στρατιωτική ενίσχυση στην Ισπανική Κυβέρνηση θα μεταφέρει τον εμφύλιο στη Γαλλία. Επιπλέον, υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες για τη στάση που θα τηρήσει ο στρατός: οι περισσότεροι ανώτατοι αξιωματικοί εμφορούνται από αισθήματα συμπάθειας προς τους Ισπανούς ομολόγους τους και τον Φράνκο.

Ακόμη πιο καθοριστικοί, όμως, είναι οι λόγοι εξωτερικής πολιτικής και, πιο συγκεκριμένα, η βρετανική στάση. Η βρετανική κυβέρνηση απειλεί τον Μπλουμ ότι αν βοηθήσει τους Δημοκρατικούς προκαλώντας γενικευμένη σύρραξη, τότε η Μεγάλη Βρετανία δεν πρόκειται να βοηθήσει τη Γαλλία σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης.

Είναι σαφές ότι ο Μπλουμ δεν ένιωθε ιδιαίτερα περήφανος ή ευτυχής για τις αποφάσεις του. Για αυτό, άλλωστε και επέτρεψε τελικά τη μυστική βοήθεια προς τους Δημοκρατικούς, μέσω ιδιωτικών συμφωνιών συνεργασίας [5].

β.   Μεγάλη Βρετανία: Οι επίσημες βρετανικές δικαιολογίες για την απόφαση περί ουδετερότητας αφορούσαν τη διασφάλιση της ειρήνης και την αποφυγή νέας πανευρωπαϊκής σύρραξης. Αυτό υποστήριζαν οι δύο Βρετανοί πολιτικοί αρχιτέκτονες της πολιτικής της μη επεμβάσεως, ο Υπουργός Εξωτερικών, επί πρωθυπουργίας σερ Στάνλευ Μπώλντουιν, Άντονυ Ήντεν και ο, μετέπειτα, πρωθυπουργός Άρθουρ Νέβιλλ Τσάμπερλαιν. Ο δεύτερος πίστευε επιπλέον ότι απέχοντας από την ισπανική σύγκρουση θα μπορούσε να κρατήσει τον Μουσσολίνι μακριά από τον Χίτλερ. Τα ίδια τα γεγονότα είχαν καταδείξει, πριν καν ο Τσάμπερλαιν γίνει πρωθυπουργός, ότι αυτό ήταν παραλογισμός.

Άντονυ Ήντεν

Άντονυ Ήντεν

Στην πραγματικότητα, η Βρετανική Κυβέρνηση επιλέγει στάση τυπικής ουδετερότητας, η οποία στην ουσία ευνοεί τους εθνικιστές, για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ο αντικομμουνισμός. Οι Βρετανοί πιστεύουν ότι οι κομμουνιστές και η Μόσχα ελέγχουν την ισπανική κυβέρνηση και ότι ενδεχόμενη ενίσχυση των Δημοκρατικών θα οδηγήσει στην επιβολή κομμουνιστικού καθεστώτος. Ο λόγος είναι φοβικός και έχει μεγαλύτερη σχέση με τις ιδεοληψίες παρά με την πραγματικότητα. Ο δεύτερος λόγος, όμως, είναι απολύτως ρεαλιστικός: η Βρετανία θέλει να προστατεύσει τα οικονομικά συμφέροντά της στην Ισπανία και κρίνει ότι η καλύτερη λύση για τον σκοπό αυτό είναι η επικράτηση του Φράνκο. Επισημαίνεται ότι η Βρετανία είναι ο κύριος εμπορικός εταίρος της Ισπανίας και ότι το ήμισυ σχεδόν των ξένων επενδύσεων στην Ισπανία ανήκουν σε βρετανικά συμφέροντα.

Στη Βρετανία, ιδιώτες έμποροι μπορούν να διαθέσουν προς πώληση το σύνολο του οπλισμού που θα χρειαζόταν η Ισπανική Δημοκρατία. Η νόμιμη κυβέρνηση, ελέγχοντας τα αποθέματα της Τράπεζας της Ισπανίας, έχει τα μέσα για να προβεί στην αγορά αυτή. Η Βρετανική Κυβέρνηση, όμως, απαγορεύει στους ιδιώτες να προμηθεύσουν το παραμικρό όπλο στους Δημοκρατικούς. Την ίδια ώρα, στο Γιβραλτάρ, οι βρετανικές αρχές αρνούνται τον ανεφοδιασμό των πλοίων των Δημοκρατικών με καύσιμα.

γ.   Το όνειδος του Συμφώνου Μη Επεμβάσεως και ο ξεπεσμός της Κοινωνίας των Εθνών: Την 1η Αυγούστου 1936, η Γαλλική Κυβέρνηση προτείνει τη σύναψη ενός διεθνούς συμφώνου μη επεμβάσεως. Στις 8 του ιδίου μηνός δίνει το παράδειγμα κλείνοντας τα σύνορα με την Ισπανία. Τελικά, όλα σχεδόν τα κράτη υπογράφουν το σύμφωνο (ανάμεσά τους η Γαλλία, η Βρετανία, η Ιταλία, η Γερμανία, η ΕΣΣΔ και… η Ελλάδα).

Η Ισπανική Κυβέρνηση είχε το διεθνές δίκαιο με το μέρος. Ακόμη κι αν ο πόλεμος ήταν τυπικά εμφύλιος, η έμπρακτη συμμετοχή Γερμανίας και Ιταλίας της έδινε το δικαίωμα να ζητήσει την αρωγή της Κοινωνίας των Εθνών. Η ΚτΕ αγνόησε εντελώς τα ισπανικά αιτήματα και παρέπεμψε το θέμα σε ad hoc επιτροπή η οποία θα είχε ως αρμοδιότητα την εφαρμογή του Συμφώνου Μη Επεμβάσεως!

Η ειδική επιτροπή συγκαλείται για πρώτη φορά στο Λονδίνο (πού αλλού;) στις 9 Σεπτεμβρίου κι αναθέτει στους στόλους της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ιταλίας να περιπολούν στα ισπανικά χωρικά ύδατα προκειμένου να εμποδίζουν κάθε πλοίο που θα μεταφέρει όπλα. Όλα αυτά, την ίδια ώρα που Γερμανία και Ιταλία μετέχουν κανονικότατα στη σύρραξη! Μόνον η ΕΣΣΔ αρθρώνει το αυτονότητο: είτε το σύμφωνο πρέπει να εφαρμοσθεί αυστηρά είτε απλούστατα να ακυρωθεί.

Με τη στάση της, η ΚτΕ έβλαψε πολλαπλά ένα μέλος της που, εν προκειμένω, είχε το δίκιο με το μέρος του:

  • Αρνήθηκε την παροχή βοήθειας μολονότι ήταν υποχρεωμένη προς τούτο.
  • Αναγνώρισε αργότερα (και υπό βρετανική πίεση) στους εθνικιστές την ιδιότητα του εμπολέμου μέρους, επιτρέποντάς τους να προμηθεύονται όπλα νόμιμα στην ελεύθερη αγορά.
  • Τελικά, απαγόρευσε την αγορά όπλων στη νόμιμη κυβέρνηση [6], καταδικάζοντάς την σε ήττα.

Η τελευταία περίοδος του πολέμου συνιστά ολοκληρωτική απογοήτευση σε ό,τι αφορά τη στάση των δημοκρατιών. Η κυβέρνηση Νταλαντιέ κλείνει τα γαλλοϊσπανικά σύνορα τον Ιούλιο του 1938, ενώ το γαλλικό ναυτικό αποκλείει τις ακτές της Καταλωνίας.


[5] Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η πρωτοβουλία του Αντρέ Μαλρώ να συγκροτήσει ένα μισθοφορικό σμήνος (España) που θα βοηθούσε την αεροπορία των Δημοκρατικών.

[6] Ιδιώτες επιχειρηματίες ορισμένων χωρών (Πολωνία, Ελλάδα) πούλησαν τελικά όπλα στην Ισπανική Κυβέρνηση. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Έλληνα επιχειρηματία Μποδοσάκη (ΠΥΡΚΑΛ), ο οποίος προμήθευε με όπλα και πυρομαχικά και τους δύο εμπολέμους: διέθετε στον Φράνκο όπλα τελευταίας τεχνολογίας σε συνήθεις τιμές αγοράς, ενώ στους Δημοκρατικούς όπλα παρωχημένης τεχνολογίας σε τιμές μαύρης αγοράς.


ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Α.   ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΜΙΑΣ ΑΙΜΑΤΗΡΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ

α.   Η ειρήνη ως συνέχεια του πολέμου

Η κατάσταση που διαδέχθηκε τον εμφύλιο δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως κατάσταση ειρήνης. Ο στρατιωτικός νόμος επρόκειτο να συνεχίσει να ισχύει για αρκετά χρόνια ακόμη. Το καθεστώς Φράνκο συνέχισε να εφαρμόζει τις ίδιες μεθόδους καταπίεσης και καταστολής. Οι πολιτικοί αντίπαλοι που δεν κατόρθωσαν να διαφύγουν εκτός Ισπανίας φυλακίζονταν, κρατούνταν σε στρατόπεδα (όπου αρκετοί από αυτούς έχασαν τη ζωή τους από τα βασανιστήρια, την πείνα, τα καταναγκαστικά έργα και τις κακουχίες), εκτελούνταν. Κάποιοι, ίσως πιο τυχεροί, περίπου 7 χιλιάδες αντάρτες, συνέχισαν τον ένοπλο αγώνα μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950, μπορεί κι αργότερα, σε απομακρυσμένες ορεινές περιοχές.

Πρόσφυγες σε στρατόπεδο της νότιας Γαλλίας

Πρόσφυγες σε στρατόπεδο της νότιας Γαλλίας

Οι περισσότεροι εξόριστοι βρίσκονταν στη Γαλλία. Κρατούνταν υπό άθλιες συνθήκες σε στρατόπεδα, από τα οποία δεν μπορούσαν να φύγουν αν δεν έβρισκαν απασχόληση ή κατατάσσονταν στον γαλλικό στρατό και συγκεκριμένα στη Λεγεώνα των Ξένων. Όταν η Γαλλία ηττήθηκε συντριπτικά από τη Γερμανία, πολλοί από αυτούς παραδόθηκαν από την κυβέρνηση του Βισύ και τους Γερμανούς στις ισπανικές αρχές, με τις αναμενόμενες συνέπειες. Περίπου 40 χιλιάδες κατέληξαν στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και θανάτου (οι περισσότεροι στο Μάουτχάουζεν). Αρκετοί βγήκαν στην παρανομία και συμμετείχαν στη γαλλική αντίσταση. Άλλοι υπηρέτησαν στις ελεύθερες γαλλικές δυνάμεις. Μεταξύ των πρώτων που μπήκαν στο Παρίσι μετά την απελευθέρωση ήταν και μονάδες αποτελούμενες από Ισπανούς μαχητές (ο 9ος Λόχος της ΙΙ Τεθωρακισμένης Μεραρχίας των ελεύθερων γαλλικών δυνάμεων).

Όλοι αυτοί ήλπιζαν ότι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ο θρίαμβος των συμμάχων θα είχε ως συνέπεια και την πτώση του καθεστώτος Φράνκο. Πλανήθηκαν πλάνη οικτρά. Ο ψυχρός πόλεμος έδωσε στο καθεστώς της Μαδρίτης δεύτερη πνοή, παρέχοντας στον Φράνκο την ευκαιρία να εμφανισθεί ως υπέρμαχος των δυτικών αξιών στον αγώνα κατά του κομμουνισμού.

β.   Απολογισμός θυμάτων

Ο ακριβής υπολογισμός του αριθμού των θυμάτων είναι ιδιαιτέρως δυσχερής. Υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου έχασαν τη ζωή τους περίπου 600 χιλιάδες άνθρωποι, από τους οποίους οι 330 χιλιάδες ήταν στρατιώτες και οι υπόλοιποι άμαχοι. Μισό εκατομμύριο είναι εξόριστοι, ενώ άλλοι τόσοι κρατούμενοι σε φυλακές και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Φράνκο (είχε και η Ισπανία το γκουλάγκ της). 50 χιλιάδες από τους δεύτερους θα εκτελεστούν στο διάστημα 1939-1945.

γ.   Θηριωδίες

Ανθολογία μίσους και βίας

– Ο Ρικάρδο δε λα Πουέντε Μπααμόνδε ήταν πρώτος εξάδελφος του Φράνκο. Όταν έγινε το πραξικόπημα υπηρετούσε ως διοικητής του στρατιωτικού αεροδρομίου του Τετουάν στο Ισπανικό Μαρόκο. Τόλμησε να ψελλίσει κάτι περί νόμιμης κυβέρνησης και συνελήφθη. Μόλις έφθασε ο εξάδελφός του στο Μαρόκο, οι συνεργάτες του τον ενημέρωσαν: «Όσους δεν συντάσσονται μαζί μας τους περνούμε από στρατοδικείο με συνοπτικές διαδικασίες και τους εκτελούμε. Ξέρετε, όμως, έχουμε τον εξάδελφό σας. Τι να κάνουμε στρατηγέ;» Η απάντηση του Φράνκο ήταν άμεση: «Να τον περάσετε στρατοδικείο και να τον εκτελέσετε»! Ο άτυχος εξάδελφος εκτελέσθηκε στις 4 Αυγούστου [7].

Ρ. δε λα Πουέντε

Ρ. δε λα Πουέντε

– «Αν για να επιτύχω τον σκοπό μου χρειαζόταν να εκτελέσω τον μισό πληθυσμό της Ισπανίας, θα το έκανα δίχως κανένα δισταγμό!» (Φρανθίσκο Φράνκο).

– Τις τελευταίες ημέρες του Ιουλίου του 1936 διοργανώθηκε στη Βαρκελώνη μια μακάβρια έκθεση. Τα εκθέματα δεν ήταν κάτι άλλο παρά τα μουμιοποιημένα πτώματα των καλογριών της παρακείμενης μονής των Σαλεσιανών. Η βεβήλωση αυτή (η οποία υποτίθεται ότι απεδείκνυε στον λαό τα βασανιστήρια που υπέμεναν εν ζωή όσες υπηρετούσαν τη θρησκεία) ζημίωσε ιδιαιτέρως το δημοκρατικό στρατόπεδο σε επικοινωνιακό επίπεδο.

Βαρκελώνη, τέλος Ιουλίου 1936

Βαρκελώνη, τέλος Ιουλίου 1936

– «Κάποτε, δύο αναρχικοί μου διηγήθηκαν τον τρόπο με τον οποίο, μαζί με συντρόφους τους, είχαν αιχμαλωτίσει δύο ιερείς. Τον πρώτο τον εκτέλεσαν επί τόπου με μια πιστολιά, παρουσία του άλλου. Έπειτα είπαν στον δεύτερο ότι ήταν ελεύθερος κι ότι μπορούσε να φύγει. Δεν θα είχε κάνει ούτε είκοσι βήματα όταν τον πυροβόλησαν και τον σκότωσαν κι εκείνον. Ο άνθρωπος που μου διηγούταν την ιστορία έμεινε έκπληκτος όταν διαπίστωσε ότι δεν είχα σκάσει στα γέλια» [8].

–  Το τριήμερο 15-17 Αυγούστου 1936 οι στρατιώτες του Γιαγουέ οδηγούν 2 έως 3 χιλιάδες άτομα, άνδρες και γυναίκες, στην αρένα ταυρομαχιών του Μπαδαχόθ στην Εστρεμαδούρα όπου και τους εκτελούν με πολυβόλα [9].

Μπαδαχόθ

Μπαδαχόθ

Η καταστολή εκ μέρους του εθνικιστικού στρατοπέδου είναι μακροχρόνια (διότι συνεχίζεται και μετά τη λήξη του πολέμου) και συστηματική. Εκτελούνται όλοι όσοι θεωρούνται φύσει και θέσει ύποπτοι για συμπάθεια προς τη Δημοκρατία ή μη συμβατοί με το ιδεώδες της «πατριωτικής και καθολικής Ισπανίας»: μέλη αριστερών κομμάτων, συνδικαλιστές, δήμαρχοι και μέλη δημοτικών συμβουλίων, εκπαιδευτικοί, ελευθεροτέκτονες, ομοφυλόφιλοι. Συνολικά τα θύματα ανέρχονται στις 130 έως 150 χιλιάδες.

Οι θηριωδίες τις οποίες διαπράττει το δημοκρατικό στρατόπεδο είναι πιο «αυθόρμητες» και περιορισμένες χρονικά. Στη συντριπτική πλειονότητά τους ανάγονται στο «σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας» του 1936. Τα θύματα ανήκουν στις κατηγορίες τις οποίες τα επαναστατικά στοιχεία θεωρούν εκπρόσωπους της παλαιάς ολιγαρχίας: ιερείς και μοναχοί, γαιοκτήμονες, βιομήχανοι, δικαστικοί και μέλη ακροδεξιών οργανώσεων (φιλομοναρχικοί και φαλαγγίτες). Μετά το φθινόπωρο του 1936 και τη συγκρότηση ισχυρής κυβερνησης οι εκτελέσεις περιορίζονται στις περιπτώσεις εκείνων που καταδικάζονται από στρατοδικεία. Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων της βίας του δημοκρατικού στρατοπέδου ανέρχεται σε 50 χιλιάδες νεκρούς [10].

Β.   Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥ ΙΣΠΑΝΙΚΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ

Το γεγονός ότι ο Ισπανικός Εμφύλιος έχει χαραχτεί στη μνήμη των Ευρωπαίων και το ότι αποτελεί ακόμη και σήμερα ζήτημα μεγάλου ενδιαφέροντος και έντονης διαμάχης δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει. Από την αρχή του, άλλωστε, ο Ισπανικός Εμφύλιος υπήρξε τόσο πόλεμος όπλων όσο και λέξεων. Η προπαγάνδα, ο ήχος και η εικόνα, χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά κι από τα δύο στρατόπεδα.

Αυτό που εκ πρώτης όψεως εκπλήσσει είναι ότι οι αφηγήσεις για τον Ισπανικό Εμφύλιο είναι περισσότερες από δύο. Εκείνη των νικητών είναι ενιαία, πλην όμως δυναμική, καθώς εξελίσσεται μέσα στον χρόνο προσαρμοζόμενη στις εκάστοτε συγκυρίες. Αντιθέτως, στο στρατόπεδο των ηττημένων οι αφηγήσεις είναι πολλές: κεντροαριστερή, κομμουνιστική, αναρχική, ενδεχομένως κι άλλες. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ότι η πλευρά των νικητών ή των συμπαθούντων τους νικητές χρησιμοποιεί συχνά επιχειρήματα αντλούμενα από κάποιες από τις αφηγήσεις των ηττημένων. Αυτό συνέβαινε συχνά στο πλαίσιο της ψυχροπολεμικής περιόδου, προκειμένου να πληγεί το κύρος των κομμουνιστών. Συνεχίζει να συμβαίνει ακόμη και σήμερα.

α. Η εθνικιστική αφήγηση

Αρχικά, η επίσημη εθνικιστική αφήγηση για τον Ισπανικό Εμφύλιο έχει χαρακτήρα σαφώς πολεμικό (η στάση είναι εύλογη προκειμένου περί καθεστώτος που εδραίωσε τη νομιμοποίησή του ακριβώς στην εμφύλια σύγκρουση). Εντάσσεται στο πλαίσιο μιας συνολικής «πατριωτικής» αναθεώρησης της ισπανικής Ιστορίας, κατά την οποία ο πόλεμος του 1936-1939 αποτελεί το τελευταίο κεφάλαιο μιας ένδοξης πορείας. Ο Φράνκο παρουσιάζεται ως σύγχρονος σταυροφόρος που ηγείται μιας νέας Ρεκονκίστα. Η 1η Απριλίου γιορτάζεται ως Ημέρα της Νίκης. Η αντίσταση της πολιορκημένης φρουράς του Αλκάθαρ του Τολέδου προβάλλεται ως πράξη ύψιστου ηρωϊσμού. Όταν το 1946 εγκαινιάζεται στη Μαδρίτη μουσείο αφιερωμένο στον «πατριωτικό» πόλεμο, η μακέτα του βομβαρδισμένου από τους Δημοκρατικούς Αλκάθαρ κατέχει περίοπτη θέση. Η κωμόπολη του Μπελτσίτε στην Αραγωνία δεν ανοικοδομείται ποτέ: τα ερείπιά της παραμένουν ως αδιάψευστη μαρτυρία της βαρβαρότητας των «κόκκινων και των αυτονομιστών». Ο φόρος τιμής στους «Πεσόντες» (Caídos) αποκτά χαρακτήρα σχεδόν θρησκευτικής λατρείας. Την 1η Απριλίου του 1959 εγκαινιάζεται το πιο μεγαλεπήβολο έργο που οραματίσθηκε ο Φράνκο, η Κοιλάδα των Πεσόντων (Valle de los Caídos), έργο για το οποίο εργάσθηκαν ως δούλοι χιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι. Ένας γιγαντιαίος σταυρός ύψους 140 μέτρων ορθώνεται πάνω από τον βραχώδη λόφο στον οποίο είναι λαξεμένη η βασιλική όπου αναπαύονται οι νεκροί και οι ήρωες του εθνικού στρατοπέδου και όπου τάφηκε κι ο ίδιος ο Φράνκο.

Valle de los Caídos

Valle de los Caídos

Από τη δεκαετία του 1960 και μετέπειτα το καθεστώς Φράνκο αρχίζει να απαλύνει τους τόνους. Επισημαίνεται ο ρόλος του εθνικού στρατοπέδου ως αυτού που χάρισε στην Ισπανία ειρήνη κι ευημερία. Το ύφος γίνεται σχεδόν συμφιλιωτικό, ειδικά αφότου ο Φράνκο αποφασίζει να ορίζει ως διάδοχο στην εξουσία τον μετέπειτα βασιλιά Χουάν Κάρλος των Βουρβώνων (1969).

β.   Η εποχή της συμφιλίωσης;

Μετά τον θάνατο του Φράνκο, η μεταβατική κυβέρνηση επιτυγχάνει το 1977, με ευρεία συναίνεση, την ψήφιση του νόμου περί αμνηστείας όσον αφορά πολιτικά αδικήματα. Ο άμεσος στόχος είναι η απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων και η δυνατότητα επιστροφής στη χώρα όσων είναι εξόριστοι και διώκονται στην  Ισπανία για πράξεις που σχετίζονται με τον εμφύλιο. Ο ίδιος νόμος, όμως, απαλλάσσει από κάθε ποινική ευθύνη και όσους από το στρατόπεδο των εθνικιστών ενέχονται σε ανάλογες πράξεις βίας.

Στον δημόσιο λόγο, επικρατεί μάλλον σιωπή για την εποχή του εμφυλίου. Ο πόλεμος αντιμετωπίζεται ως ένα οδυνηρό γεγονός που έπληξε το σύνολο της ισπανικής κοινωνίας και του ισπανικού έθνους, χωρίς να αναζητούνται και να αποδίδονται ευθύνες. Μνημεία και επέτειοι του φρανκικού καθεστώτος αναβαπτίζονται πρόχειρα (η 1η Απριλίου γίνεται «Ημέρα των Ενόπλων Δυνάμεων») ώστε να δοθεί έμφαση στο πνεύμα συμφιλίωσης και στην παραδοχή ότι κάτι τέτοιο δεν πρέπει να συμβεί ποτέ ξανά. Θα χρειαστεί, πάντως, να φτάσουμε στο 2002 για να καταδικάσει επιτέλους επίσημα το Ισπανικό Κοινοβούλιο, με ψήφισμά του, το πραξικόπημα του 1936. Είχαν προηγηθεί ιδιαιτέρως έντονες πιέσεις της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ [11].

γ.   Εποχή επανεκτίμησης ή εποχή αναζωπύρωσης των παθών

Τα τελευταία είκοσι χρόνια ο εμφύλιος έχει επιστρέψει στο προσκήνιο. Οι αποκαλύψεις για τον αυταρχικό και βίαιο χαρακτήρα του φρανκικού καθεστώτος είναι πολλές. Το 2007, η κυβέρνηση Θαπατέρο θέτει σε ισχύ τον νόμο περί ανακτήσεως της ιστορικής μνήμης. Τα σύμβολα του φρανκισμού αποσύρονται διακριτικά από τον δημόσιο χώρο (αγάλματα, οδωνύμια κ.λπ.). Πολλά, όμως, ζητήματα παραμένουν ανοιχτά.

– Η εκταφή των οστών των θυμάτων εκτελέσεων που βρίσκονται σε μαζικούς τάφους. Η εκταφή είναι νόμιμη βάσει του νόμου του 2007, αλλά καταλείπεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία.

Μαζικός τάφος κοντά στο Μπούργκος

Μαζικός τάφος κοντά στο Μπούργκος

– Μέρος της Αριστεράς επιζητεί την απόδοση ποινικών ευθυνών για τα εγκλήματα του φρανκικού καθεστώτος, παρά τον νόμο περί αμνηστείας (π.χ. προσπάθειες του δικαστή Μπαλτάσαρ Γαρθόν να ασκήσει ποινικές διώξεις επικαλούμενος μη υποκείμενα σε παραγραφή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας).

– Ορισμένα αριστερά κόμματα (Ποδέμος) εστιάζουν την κριτική τους στις ιστορικές ευθύνες για την πολιτική αμνήστευσης, σιωπής και λήθης, κατηγορώντας τη συναίνεση τμήματος της αριστεράς και της κεντροαριστεράς στον νόμο του 1977.

– Μέρος της συντηρητικής παράταξης επιχειρεί με τη σειρά του να αναδείξει τις θηριωδίες του στρατοπέδου των Δημοκρατικών (προσπάθειες της Εκκλησίας για την αγιοποίηση «μαρτύρων», δηλαδή ορισμένων εκ των θυμάτων της κατά των Εμφύλιο). Παράλληλα πληθαίνουν οι εκδόσεις βιβλίων των οποίων οι συγγραφείς [12] δεν είναι συνήθως πανεπιστημιακοί (ή δεν είναι καν ιστορικοί) και στα οποία υποστηρίζεται μια «αναθεωρητική» ερμηνεία των γεγονότων του εμφυλίου: ως αφετηρία δεν λογίζεται πια το 1936 (η θεωρία ότι το πραξικόπημα απέτρεψε επανάσταση έχει πλέον εγκαταλειφθεί), αλλά το 1934 και τα γεγονότα της Αστουρίας, έτσι ώστε το βάρος της ευθύνης να πέσει στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών.

Ο Βάσκος ηγέτης Χ. Α. Αγκίρρε

Ο Βάσκος ηγέτης Χ. Α. Αγκίρρε

– Στην Καταλωνία και τη Χώρα των Βάσκων προωθείται μια νέα «εθνικιστικού» χαρακτήρα ερμηνεία του εμφυλίου. Αποσιωπώντας τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές πτυχές της σύγκρουσης, ορισμένοι παρουσιάζουν τη σύγκρουση ως εθνικού χαρακτήρα: ο Φράνκο είναι ο εξωτερικός εισβολέας που επιτίθεται σε δημοκρατικές κοινωνίες διαφορετικής εθνοτικής σύνθεσης.


80 χρόνια μετά το ξεκίνημά του και 77 μετά το τέλος του, ο Ισπανικός Εμφύλιος δεν παύει να παθιάζει και να διχάζει. Εμπνέει όνειρα και ιδανικά, στοιχειώνει εφιάλτες. Αποτελεί φορέα μύθων και διηγήσεων. Αν οι πληγές του έχουν σε κάποιο βαθμό ξεπεραστεί, με το πέρασμα του χρόνου, η ιστορική ερμηνεία του δεν έχει πάψει να αποτελεί το αντικείμενο έντονων διαφωνιών.


[7] Υποστηρίζεται και η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή η εκτέλεση έγινε εν αγνοία του Φράνκο.

[8] Επιστολή της Σιμόν Βέιγ στον Ζωρζ Μπερνανός, Ζ. Μπερνανός «Ανέκδοτη αλληλογραφία, 1934-1948», εκδ. Plon, Παρίσι 1971, σελ. 200.

[9] Το γεγονός αυτό θα προκαλέσει και τη μεταστροφή του Γάλλου συγγραφέα Φρανσουά Μωριάκ (η οποία θα ολοκληρωθεί με τον βομβαρδισμό της Γκερνίκα). Ο Μωριάκ είχε αρχικά ταχθεί (και αρθρογραφήσει) με θέρμη υπέρ της αρχής της μη επεμβάσεως.

[10] Οι αριθμοί αυτοί των θυμάτων προέρχονται από τους υπολογισμούς του Paul Preston («El holocausto español… », 2011) οι οποίοι είναι και οι πλέον πρόσφατοι. Το 1999 ο Santos Juliá («Victimas de la guerra civil…») υπολόγιζε τα θύματα της βίας των εθνικιστών στις 130 χιλιάδες και των δημοκρατικών στις 55 έως 60 χιλιάδες.

[11] Η καθυστερημένη αυτή καταδίκη είναι κατά μείζονα λόγο επικριτέα αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το ίδιο κοινοβούλιο δεν είχε καμία απολύτως αναστολή να τιμήσει επίσημα τη δράση της ισπανικής Κυανής Μεραρχίας (División Azul), η οποία είχε πολεμήσει στο Ανατολικό Μέτωπο στο πλευρό των ναζί.

[12] Ο Πίο Μόα είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της τάσης. Τα βιβλία του γνωρίζουν μεγάλη εμπορική επιτυχία στην Ισπανία.


 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Michael ALPERTA New International History of the Spanish Civil War”, Palgrave Macmillan, Λονδίνο, 1994 (δεύτερη έκδοση, 2004).

Michael ALPERT «El ejército popular de la República, 1936-1939», Crítica, Βαρκελώνη, 2007/ αγγλική έκδοση: “The Republican Army in the Spanish Civil War”, Cambridge University Press, Καίμπριτζ, 2007.

Julio ARÓSTEGUI και François GODICHEAU (επιμ.)  « Guerra Civil. Mito y Memoria », Marcial Pons, Μαδρίτη, 2006.

Antony BEEVORThe Battle for Spain – The Spanish Civil War, 1936-1939”, Penguin, Λονδίνο 2006/ ελληνική έκδοση: «Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος, 1936-1939», εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα, 2006.

Bartolomé BENNASSAR « Franco », Tempus, Perrin, Παρίσι, 2002 (πρώτη έκδοση: 1995).

Bartolomé BENNASSAR « La guerre d’Espagne et ses lendemains », Tempus, Perrin, Παρίσι, 2006.

Jean-François BERDAH « La démocratie assassinée. La République espagnole et les grandes puissances, 1931-1939 », Berg international, Παρίσι, 2000.

Jean-François BERDAH « L’internationalisation de la guerre », σε CANAL και DUCLERT infra, σελ. 76-87.

Jean-François BERDAH « Solidarités internationales et engagements individuels », σε CANAL και DUCLERT infra, σελ. 117-132.

Burnett BOLLOTENThe Spanish Civil War: Revolution and Counterrevolution”, The University of North Carolina Press, Chapel Hill, 1991, τελευταία έκδοση: 2015/γαλλική έκδοση: « La Guerre d’Espagne. Révolution et contre-révolution, 1934-1939 », Agone, Μασσαλία, 2014.

Tom BUCHANAN “Britain and the Spanish Civil War”, Cambridge University Press, Καίμπριτζ, 1997.

Jordi CANAL και Vincent DUCLERT (επιμ.) « La Guerre d’Espagne – Un conflit qui a façonné l’Europe », Armand Colin, Παρίσι, 2016.

Ricardo de la CIERVA y de HOCES « Historia de la guerra civil española », τ. Ι, « Perspectivas y antecedentes  1898-1936 », San Martín, Μαδρίτη, 1969.

Geneviève DREYFUS-ARMAND και Émile TEMIME « Les camps sur la plage. Un exil espagnol », Autrement, Παρίσι, 1995.

Vincent DUCLERT « L’engagement des intellectuels ou l’examen de conscience de la démocratie européenne », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 174-188.

Diego GASPAR CELAYA « En résistance : la guerre continue », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 150-162.

François GODICHEAU « La Guerre d’Espagne : République et révolution en Catalogne », Odile Jacob, Παρίσι, 2004.

François GODICHEAU « La fin des légendes », L’Histoire, n° 427, septembre 2016, σελ. 34-47.

Eduardo GONZÁLEZ CALLEJA « La Seconde République », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 10-31.

Eduardo GONZÁLEZ CALLEJA « La Guerre Civile dans la mémoire collective des Espagnols », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 263-276.

Fernando HERNÁNDEZ SÁNCHEZ « Les communistes, marionnettes de Moscou ? », L’Histoire, n° 427, septembre 2016, σελ. 48-51.

Santos JULIÁ (επιμ.)  « Victimas de la guerra civil », Temas de Hoy, Μαδρίτη, 1999.

Santos JULIÁ « Vida y tiempo de Manuel Azaña », Taurus, Μαδρίτη, 2008.

Ian KERSHAWTo Hell and Back – Europe 1914-1949”, Allen Lane, Λονδίνο 2015/ επανέκδοση: Penguin Books, Λονδίνο, 2016, σελ. 126-127, 227-228, 238-241, 303-315.

Célia KEREN « Sur les routes – Exilés et réfugiés de la guerre d’Espagne », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 132-149.

Jean LOPEZ « 988 jours de guerre civile », Guerres & Histoire, n° 31, juin 2016, σελ. 34-39.

Jean LOPEZ « L’aide étrangère emporte la décision », Guerres & Histoire, n° 31, juin 2016, σελ. 42-45.

Jean LOPEZ « Un peuple, deux armées très différentes », Guerres & Histoire, n° 31, juin 2016, σελ. 46-49.

Stéphane MICHONNEAU « Les fantômes ont la vie dure », L’Histoire, n° 427, septembre 2016, σελ. 56-61.

Stéphane MICHONNEAU « Ruines et monuments de la Guerre Civile espagnole », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 245-262.

Frédéric MONIER « Le désengagement des démocraties : l’invention française de la non-intervention », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 106-116.

Xavier MORENO JULIÁ « L’Espagne de Franco et l’Axe », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 163-173.

Stanley G. PAYNEThe Spanish Civil War, the Soviet Union, and Communism”, Yale University Press, New Haven, 2004.

Xavier PLA « Le mythe de la Guerre Civile espagnole, la mémoire historique et le roman », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 190-203.

Paul PRESTON (επιμ.) “The Coming of the Spanish Civil War. Reform, reaction and revolution in the Second Republic”, Routledge, Λονδίνο, 1994.

Paul PRESTON « El holocausto español : odio y exterminio en la Guerra Civil y después », Debate, Βαρκελώνη, 2011/ έκδοση στα αγγλικά: “The Spanish Holocaust”, W. W. Norton & Co Inc., Νέα Υόρκη, 2012.

Élodie RICHARD και Charlotte WORMS « Transition historiographique ? Retour sur quatre-vingt ans d’histoire de l’Espagne, de la Seconde République à la transition », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 277-313.

Rémi SKOUTELSKI « L’espoir guidait leur pas : les volontaires français dans les Brigades internationales, 1936-1939 », Grasset, Παρίσι, 1988.

Rémi SKOUTELSKI « Novedad en el frente: las brigadas internacionales en la guerra civil », Temas de Hoy, Μαδρίτη, 2006.

Ángel VIÑAS « El escudo de la República. El oro de España, la apuesta soviética y los hechos de mayo de 1937 », Crítica, Βαρκελώνη, 2010.

Ángel VIÑAS « La República en guerra: contra Franco, Hitler, Mussolini y la hostilidad británica », Crítica, Βαρκελώνη, 2012.

Mercedes YUSTA « Une guerre européenne », L’Histoire, n° 427, septembre 2016, σελ. 52-55.

Mercedes YUSTA « La Guerre Civile espagnole (1936-1939) », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 32-49.

Βαρκελώνη, 21 Ιουλίου 1936: η 17χρονη κομμουνίστρια Marina Ginestà, φωτογραφημένη από τον Juan Guzmán.

Βαρκελώνη, 21 Ιουλίου 1936: η 17χρονη κομμουνίστρια Marina Ginestà, φωτογραφημένη από τον Juan Guzmán.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΕΚΛΑΪΚΕΥΜΕΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Guerres & Histoire, n° 31, juin 2016, « Guerre d’Espagne : les républicains pouvaient-ils gagner ? », σελ. 3, 32-51 (άρθρα του Jean LOPEZ/ συνεντεύξεις των Ángel VIÑAS, Michael ALPERT και James CORUM).

L’Histoire, n° 427, septembre 2016, « Guerre d’Espagne : La fin des légendes – pourquoi la république a perdu », σελ. 3, 30-61 (άρθρα των François GODICHEAU, Fernando HERNÁNDEZ SÁNCHEZ, Mercedes YUSTA και Stéphane MICHONNEAU/ συνέντευξη του Javier CERCAS)

Les Collections de L’Histoire – Hors.série, n° 73, octobre-décembre 2016, « L’Odyssée des Réfugiés »,  Geneviève DREYFUS-ARMAND και Émile TEMINE « Adieu à l’Espagne », σελ. 68-72.

Ligne de Front (Histoire des Conflits du XXe siècle), n° 62, juillet-août 2016, Yann MAHÉ « La Guerre d’Espagne, 1936-1939 », σελ. 10-21.

 

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Georges BERNANOS « Les grands cimetières sous la lune », Sept, Παρίσι, 1937.

Javier CERCAS « Soldados de Salamina », Tusquets Editores, Βαρκελώνη, 2001/ γαλλική έκδοση: « Les soldats de Salamine », μετάφραση Élisabeth Beyer και Aleksandar Grujicic, Actes Sud, Αρλ, 2002.

Hans Magnus ENZENSBERGER «Der kurze Sommer der Anarchie. Buenaventura Durrutis Leben und Tod» Suhrkamp Verlag, Φρανκφούρτη επί του Μάιν, 1972/ γαλλική έκδοση: « Le Bref Été de l’anarchie (La vie et la mort de Buenaventura Durruti) », μετάφραση Lily Jumel, Collection Du monde entier, Gallimard, Παρίσι, 1975.

Ernest HEMINGWAYFor Whom the Bell Tolls”, Scribner, Νέα Υόρκη, 1940/ επανέκδοση: Arrow Books- Penguin Random House, 2004.

Ernest HEMINGWAYThe Fifth Column and Four Stories of the Spanish Civil War”, Scribner, Νέα Υόρκη, 1969/ επανέκδοση: Arrow Books- Penguin Random House, 2013.

Arthur KOESTLERSpanish testament – Dialogue with death”, Victor Gollancz Ltd., Λονδίνο, 1937.

André MALRAUX « L’espoir », Gallimard, Παρίσι, 1937/ επανέκδοση: σειρά Folio n° 20, 1972, 2015.

George ORWELL Homage to Catalonia”, Secker and Warburg, Λονδίνο, 1938.

Joan SALES i VALLÈS « Incerta glòria », Βαρκελώνη, 1956/ γαλλική έκδοση: « Gloire incertaine » suivi de  « Le Vent de la nuit », μετάφραση Bernard Lesfargues και Marie Bohigas, Tinta Blava, Παρίσι, 2007.

Advertisements

Si me quieres escribir – 80 χρόνια από την έναρξη του Ισπανικού Εμφυλίου – μέρος 1: τα γεγονότα

Δεκέμβριος 20, 2016
Πολιτοφύλακες και αστυνομικοί μάχονται κατά των στασιαστών, οδόφραγμα στη διασταύρωση των οδών Βουλής της Περιφέρειας και Ρογήρου της Λαουρία, Βαρκελώνη, Ιούλιος 1936 (φωτογραφία: Agustí Centelles i Ossó/ Centro Documental de la Memoria Histórica

Πολιτοφύλακες και αστυνομικοί μάχονται κατά των στασιαστών, οδόφραγμα στη διασταύρωση των οδών Βουλής της Περιφέρειας και Ρογήρου της Λαουρία, Βαρκελώνη, Ιούλιος 1936 (φωτογραφία: Agustí Centelles i Ossó/ Centro Documental de la Memoria Histórica)

«Vivo estabas, Dios mío, dentro del ostensorio.

Punzado por tu Padre con aguja de lumbre.

Latiendo como el pobre corazón de la rana

que los médicos ponen en el frasco de vidrio

 

Ζωντανός ήσουν, Θεέ μου, μέσα στο αρτοφόριο,

τρυπημένος απ’ τον Πατέρα σου με βελόνες φωτός,

σπαρταρούσες, σαν του βατράχου τη φτωχή καρδιά

που οι γιατροί τοποθετούν σε γυάλινη φιάλη»

Federico García Lorca «Oda al Santísimo Sacramento del altar (Ωδή στο Άχραντο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας)» (1928-29)]

Όπως έγραψε πρόσφατα ο Γάλλος ιστορικός και δημοσιογράφος Ζαν Λοπέζ [1], τέσσερις εμφύλιοι σημάδεψαν την Ιστορία της Ευρώπης κατά τον 20ό αιώνα. Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος του 1944 (ή 1943, σύμφωνα με ορισμένους)-1949, ως θερμή εισαγωγή στον υπό διαμόρφωση ψυχροπολεμικό κόσμο. Ο πλέον πρόσφατος, ο Γιουγκοσλαβικός του 1991-1995, για τον οποίο αρκετοί θα αμφισβητήσουν τον χαρακτηρισμό του ως εμφυλίου. Ο σημαντικότερος όσον αφορά τις συνέπειες για την παγκόσμια Ιστορία, ο Ρωσικός του 1918-1921. Κι αυτός που χαράχτηκε βαθύτερα στη συλλογική μνήμη και το φαντασιακό της Ευρώπης, ο Ισπανικός Εμφύλιος του 1936-1939.

Ο Ισπανικός Εμφύλιος ξεχωρίζει λόγω της έντασής του, της χρήσης όλων των διαθέσιμων την εποχή εκείνη όπλων, της αγριότητάς του, του φανατισμού που διέκρινε τις αντίπαλες παρατάξεις, της εμπλοκής πολλών ευρωπαϊκών, κι όχι μόνο, χωρών, είτε με τη μορφή της επίσημης κρατικής παρέμβασης προς στήριξη ενός εκ των εμπολέμων (φασιστική Ιταλία και ναζιστική Γερμανία για τους εθνικιστές, κομμουνιστική ΕΣΣΔ για τους δημοκρατικούς) είτε της εθελοντικής συμμετοχής ιδιωτών και πολιτικών οργανώσεων. Από πολλές απόψεις, ήταν η γενική πρόβα για τη φριχτή παγκόσμια σύρραξη που θα ακολουθούσε.

Έ. Χέμινγουέυ, Για Ποιόν Χτυπά η Καμπάνα, εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης

Έ. Χέμινγουέυ, Για Ποιόν Χτυπά η Καμπάνα, εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης

Ο Ισπανικός Εμφύλιος ξεχωρίζει, τέλος, επειδή αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης για πολλά σημαντικά λογοτεχνικά έργα και εν γένει έργα τέχνης: από το «Για Ποιον Χτυπά η Καμπάνα» του Χέμινγουέυ και την «Ελπίδα» του Μαλρώ ως τα «Μεγάλα Νεκροταφεία κάτω απ’ το Φεγγάρι» του Μπερνανός και τον «Φόρο Τιμής στην Καταλωνία» του Όργουελλ, χωρίς να ξεχνούμε την «Γκερνίκα» του Πικάσσο ή τις φωτογραφίες του Ρόμπερτ Κάπα και της Γκέρντα Τάρο.

Αντρέ Μαλρώ, Η Ελπίδα

Αντρέ Μαλρώ, Η Ελπίδα

——————————————————————————————————–

Στις 17 Ιουλίου 1936, εκδηλώνεται στο Ισπανικό Μαρόκο το πραξικόπημα των στρατηγών Σανχούρχο, Φράνκο, Μόλα, Κέιπο δε Γιάνο κι άλλων κατά της νεοπαγούς Ισπανικής Δημοκρατίας. Την επομένη εξαπλώνεται στο έδαφος της μητροπολιτικής Ισπανίας.

Οι αρχιπραξικοπηματίες Φράνκο και Μόλα

Οι αρχιπραξικοπηματίες Φράνκο και Μόλα

Κατά κανόνα, η επιτυχία ή η αποτυχία ενός πραξικοπήματος είναι υπόθεση ωρών ή έστω λίγων ημερών. Στην περίπτωση της Ισπανίας το πραξικόπημα θα εξελιχθεί σε έναν εμφύλιο που επρόκειτο να κρατήσει σχεδόν τρία χρόνια. Η αδυναμία των δύο πλευρών να καταγάγουν μια γρήγορη νίκη, η συμβολή του εξωτερικού παράγοντα, η σχεδόν απίστευτη ικανότητα της Δημοκρατίας να αντισταθεί μέχρι το τέλος ενάντια σε έναν υπέρτερο στρατιωτικά αντίπαλο και η τακτική του ίδιου του Φράνκο (που από την ταχεία επικράτηση προτιμούσε τη συστηματική εκκαθάριση των εδαφών από τα εχθρικά για αυτόν «αντεθνικά» στοιχεία) ήταν μερικοί από τους παράγοντες που συνέβαλαν στην εξέλιξη αυτή.

Στρατιωτικά αδύναμη, υποχρεωμένη να συγκροτήσει στράτευμα σχεδόν από το μηδέν, αποτελούμενη από εντελώς ανομοιογενή πολιτικά υλικά, σπαρασσόμενη από εσωτερικές έριδες, η Δημοκρατία είχε μία μόνον ουσιαστική ελπίδα για την τελική επικράτηση: την προσθήκη στη σοβιετική βοήθεια κι εκείνης των μεγάλων δημοκρατιών της Δύσης. Η Γαλλία, όμως, στην οποία κυβερνούσε το 1936 το Λαϊκό Μέτωπο του Λεόν Μπλουμ, υπήρξε τραγικά διστακτική. Έπειτα, παρασύρθηκε με ευκολία από τη Βρετανία. Μια Βρετανία της οποίας η στάση τυπικής ουδετερότητας ήταν, στην ουσία, εξαιρετικά ευνοϊκή για τον «σταυροφόρο που ήρθε από το Μαρόκο», τον Φρανθίσκο Φράνκο.

80 χρόνια μετά το ξεκίνημά του, ο Ισπανικός Εμφύλιος παραμένει παραδόξως για το ευρύ κοινό ένας μεγάλος άγνωστος όσον αφορά τους όρους διεξαγωγής του και τους παράγοντες που έκριναν την τελική έκβασή του. Είναι πάντα δύσκολο να διακρίνεις την αλήθεια όταν πρέπει να διαλύσεις τους μύθους με τους οποίους έχει περιβάλει καθεμία από τις αντιμαχόμενες πλευρές τη μοιραία εκείνη σύγκρουση.

——————————————————————————————————–

Στο εισαγωγικό μέρος θα παρουσιάσουμε τους λόγους που οδήγησαν την Ισπανία στην εμφύλια σύγκρουση του 1936-1939. Εν συνεχεία, θα παρατεθούν συνοπτικά τα γεγονότα του πολέμου (Μέρος Ι), πριν εξεταστούν οι παράγοντες που έκριναν πιθανώς την έκβασή του (Μέρος ΙΙ). Στο καταληκτικό μέρος της παρουσίασης αυτής θα μας απασχολήσουν οι συνέπειες του Ισπανικού Εμφυλίου και, κυρίως, η διαχείριση της ιστορικής μνήμης του εκ μέρους των αντιπάλων παρατάξεων, των επιγόνων τους και της ισπανικής κοινωνίας εν γένει.

«Κι έφτασαν επιτέλους στο νοσοκομείο.

Ένα νοσοκομείο άδειο από ανθρώπους, γεμάτο ακόμη με μηχανήματα, επιδέσμους, κι όλα τα σημάδια του περάσματος του πόνου. Στα άστρωτα και, συχνά, ματωμένα κρεβάτια, το κενό των οποίων αναμειγνύονταν τόσο ωμά με ολόφρεσκα ίχνη παρουσιών, έμοιαζε σαν να μην είχαν ξαπλώσει άνθρωποι, ζωντανοί ή ετοιμοθάνατοι, με τα ιδιαίτερα πρόσωπά τους, αλλά οι ίδιες οι πληγές – το αίμα αντί για το μπράτσο, το κεφάλι, το πόδι. Η ακίνητη βαρύτητα του ηλεκτρικού ρεύματος προσέδιδε σ’ ολόκληρη την αίθουσα όψη εξωπραγματική, η μεγάλη λευκή ενότητα της οποίας θα ήταν εκείνη ενός ονείρου αν οι κηλίδες αίματος και μερικά σώματα δεν επέβαλλαν άγρια την παρουσία της ζωής: τρεις τραυματίες που δεν μπορούσαν να μεταφερθούν περίμεναν τους φασίστες, με τα περίστροφα στο πλάι τους».

[Αντρέ Μαλρώ «Η Ελπίδα», μέρος ΙΙΙ, κεφάλαιο δεύτερο]

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

ΠΩΣ ΟΔΗΓΗΘΗΚΕ Η ΙΣΠΑΝΙΑ ΣΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ

Α.   ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΙΣ, ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ: Η ΙΣΠΑΝΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ

Η Ισπανία των αρχών του 20ού αιώνα είναι μια πάλαι ποτέ αυτοκρατορία που έχει χάσει σχεδόν όλες τις κτήσεις της, μια χώρα που βρίσκεται σχεδόν στο περιθώριο της ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής, ένα κράτος με απαρχαιωμένους θεσμούς και τεράστιες διαφορές και αντιθέσεις, όχι μόνο μεταξύ κοινωνικών τάξεων, αλλά και μεταξύ περιοχών.

Ισπανοί, αιχμάλωτοι πολέμου των Αμερικανών στη Μανίλα, Φιλιππίνες 1898

Ισπανοί, αιχμάλωτοι πολέμου των Αμερικανών στη Μανίλα, Φιλιππίνες 1898

Με τον Ισπανοαμερικανικό Πόλεμο του 1898, η Ισπανία χάνει τις πιο σημαντικές από τις αποικίες της: Κούβα, Πουέρτο Ρίκο, Φιλιππίνες και Γκουάμ. Από την κάποτε μεγαλύτερη αυτοκρατορία της οικουμένης απομένουν μόνο τμήματα του Μαρόκου και της αφρικανικής Γουινέας, καθώς και η Ισπανική Σαχάρα. Κι αυτές οι λιγοστές αποικίες, όμως, αποτελούν εστία προβλημάτων, όπως καταδεικνύει ο αιματηρός Πόλεμος του Ριφ (1921-1926), τον οποίο προκαλεί η εξέγερση του Μαροκινού πολέμαρχου Αμπντελκρίμ Ελ Χατταμπί. Οι ισπανικές στρατιωτικές δυνάμεις θα βρεθούν σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. Την τελική τους επικράτηση θα τη χρωστούν, σε σημαντικό βαθμό, στη βοήθεια της συμμάχου Γαλλίας η οποία θα αποστείλει στρατεύματα ενισχύσεων, αρχικά υπό τον στρατάρχη Λυωτέ και, εν συνεχεία, υπό τον στρατηγό, τότε, Πεταίν.

Πόλεμος του Ριφ, η απόβαση των Ισπανών στην Αλ Χοσέιμα

Πόλεμος του Ριφ, η απόβαση των Ισπανών στην Αλ Χοσέιμα

Η χώρα βρίσκεται ουσιαστικά στο περιθώριο των ευρωπαϊκών εξελίξεων. Δεν συμμετέχει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ανάπτυξη της οικονομίας της εμφανίζει σημαντική καθυστέρηση σε σχέση με τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία). Το ήμισυ του πληθυσμού απασχολείται στην αγροτική παραγωγή. Η κατάσταση εμφανίζεται ακόμη πιο δραματική αν λάβουμε υπόψη την κατανομή όσον αφορά την ιδιοκτησία γης: μερικές εκατοντάδες γαιοκτήμονες, μισό εκατομμύριο μικροϊδιοκτήτες κι άλλοι τόσοι μισθωτές γης και, κυρίως, 2 εκατομμύρια αγροτικοί εργάτες! Με αυτά τα δεδομένα το υψηλότατο ποσοστό αναλφαβητισμού (35 %) δεν προκαλεί έκπληξη.

Αγροτική Ισπανία, 1925, συγκομιδή φακών

Αγροτική Ισπανία, 1925, συγκομιδή φακής

Η Ισπανία αποτελεί μοναρχία στην οποία βασιλεύει (τυπικά από τη γέννησή του, το 1884, ουσιαστικά από την ενηλικίωσή του, το 1902) ο ελάχιστα χαρισματικός και όχι ιδιαίτερα ικανός Αλφόνσος ΙΓ΄. Η μοναρχία είναι κοινοβουλευτική, αλλά οι αρμοδιότητες κοινοβουλίου και κυβέρνησης αρκετά περιορισμένες. Πρόκειται για ένα καθεστώς που υπηρετεί τα συμφέροντα μιας ολιγαρχίας την οποία απαρτίζουν ευγενείς, λοιποί γαιοκτήμονες και βιομήχανοι. Η Καθολική Εκκλησία και ο στρατός (ο οποίος από τις αρχές του 19ου αιώνα ως το 1932 έχει επιχειρήσει περίπου 200 πραξικοπήματα) αποτελούν τους βασικούς θεσμικούς πυλώνες του συστήματος, λειτουργώντας ως θεματοφύλακες των πλέον συντηρητικών πολιτικών, κοινωνικών και ηθικών αξιών.

Αλφόνσος ΙΓ΄

Αλφόνσος ΙΓ΄

Χωρίς κάποιος να υποκύπτει στο στερεότυπο της αντιπαράθεσης συντήρησης και προόδου, οφείλει να ομολογήσει ότι το δομικό πρόβλημα ενός υπερσυντηρητικού συστήματος έγκειται ακριβώς στη νομοτελειακή αδυναμία του να σταματήσει την εξέλιξη. Στην Ισπανία των αρχών του 20ού αιώνα υπάρχει ανάπτυξη, εμπορική και βιομηχανική, η οποία προκαλεί τη δημιουργία μεσοαστικής τάξης και προλεταριάτου. Καμία από τις δύο αυτές τάξεις δεν μπορεί να εκφραστεί μέσω του κατεστημένου συστήματος. Οι αστοί επιζητούν ένα πιο φιλελεύθερο καθεστώς που θα εμπνέεται από το δημοκρατικό κεκτημένο των πιο ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών χωρών. Το προλεταριάτο επιδιώκει να προασπίσει τα δικαιώματά του, που ούτε καν αναγνωρίζονται από την ολιγαρχική άρχουσα τάξη. Οργανώνεται σε συνδικάτα μεταξύ των οποίων κυριαρχούν δύο τάσεις: η αναρχοσυνδικαλιστική (μια και οι ιδέες πολιτικής οργάνωσης του Μπακούνιν και των άλλων θεωρητικών του αναρχισμού γνώρισαν από νωρίς ευρεία εξάπλωση και διάδοση στην Ισπανία), η οποία εκφράζεται από την Εθνική Συνομοσπονδία Εργατών (Confederación Nacional del Trabajo, CNT) και την πολιτική ομόλογό της Ιβηρική Ομοσπονδία Αναρχικών (Federación Anarquista Ibérica, FAI). Και η σοσιαλιστική, με τη Γενική Ένωση Εργατών (Unión General de Trabajadores, UGT), η οποία ελέγχεται από το Ισπανικό Εργατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (Partido Socialista Obrero Español, PSOE). Στους κόλπους αυτής της τάσης αρχίζουν να αναπτύσσονται δειλά και στοιχεία που εμφορούνται από ιδεολογία την οποία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως «ορθόδοξα» κομμουνιστική.

Αφίσα της CNT

Αφίσα της CNT

Το ισπανικό πρόβλημα, όμως, οξύνεται εξαιτίας της ύπαρξης γεωγραφικών διαφορών κοινωνικού και οικονομικού χαρακτήρα που κυριολεκτικά κατακερματίζουν τον χώρο. Αντιθέσεις μεταξύ αστικών κέντρων και υπαίθρου, μεταξύ ανεπτυγμένων εμπορικά και βιομηχανικά περιοχών (Μαδρίτη, Καταλωνία, Λεβάντε, Μάλαγα, Αστουρία) και αγροτικών, αντιθέσεις όσον αφορά τις αγροτικές περιοχές μεταξύ αυτών που κυριαρχούν μικροϊδιοκτήτες γης (Γαλικία κι Εστρεμαδούρα) κι εκείνων που ελέγχονται από γαιοκτήμονες (ανδαλουσιανή ενδοχώρα), διαφορές λόγω βαθμού επιρροής που ασκεί η Καθολική Εκκλησία ή λόγω πολιτικών παραδόσεων (φιλομοναρχική Ναβάρρα). Επιπρόσθετο, αλλά διόλου αμελητέο, πρόβλημα όσον αφορά τις γεωγραφικές αντιθέσεις, οι εθνοτικού χαρακτήρα διαφορές που εκφράζονται μέσω των τάσεων αυτονόμησης στην Καταλωνία και τη Χώρα των Βάσκων (και σε μικρότερο βαθμό στη Γαλικία).

Όλα αυτά τα συστατικά καθιστούν την Ισπανία χώρα πολλαπλά και βαθύτατα διαιρεμένη.

Β.   ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΔΕ ΡΙΒΕΡΑ ΣΤΗ Β΄ ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 συνθήκες οξείας πολιτικής έντασης κλονίζουν την αδύναμη ηγεσία της Ισπανίας. Ασταθή κυβερνητικά σχήματα και επιθέσεις τρομοκρατικού χαρακτήρα εκ μέρους των αναρχικών δημιουργούν σε βασιλιά και στρατό την πεποίθηση ότι απαιτείται η επιβολή δικτατορικού καθεστώτος.

α.   Μια ισπανική απολυταρχία

Στις 13 Σεπτεμβρίου 1923, o στρατηγός Μιγέλ Πρίμο δε Ριβέρα προβαίνει στη Βαρκελώνη σε ένα κλασσικό προνουνθιαμέντο (δημόσια δήλωση στήριξης ορισμένου καθεστώτος), συνοδευόμενο από το απαραίτητο στρατιωτικό πραξικόπημα. Ύστερα από ένα διήμερο σύγχυσης, η κυβέρνηση παραιτείται και, χάρη στη στήριξη του Αλφόνσου ΙΓ΄, ο Ριβέρα αναλαμβάνει την εξουσία.

Μιγέλ Πρίμο δε Ριβέρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 09414 CC-BY-SA 3.0

Μιγέλ Πρίμο δε Ριβέρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 09414 CC-BY-SA 3.0

Μολονότι από ορισμένες απόψεις εμπνέεται από το φασιστικό καθεστώς του Μουσσολίνι, η δικτατορία του Πρίμο δε Ριβέρα είναι περισσότερο μια παραδοσιακή υπερσυντηρητική απολυταρχία. Ορισμένοι χαρακτηρίζουν το καθεστώς δε Ριβέρα ως «ήπιο». Αν το μέτρο σύγκρισης είναι το ναζιστικό ή τα φασιστικά καθεστώτα που επικράτησαν σε διάφορες χώρες της Ευρώπης στη συνέχεια, τότε έχουν σε κάποιο βαθμό δίκιο. Σε κάθε περίπτωση, η τύχη του κρίθηκε από τη διεθνή συγκυρία και δη την οικονομική. Κατά το σύντομο διάστημα οικονομικής ανάπτυξης που χαρακτήρισε το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1920, ο Πρίμο δε Ριβέρα κυβέρνησε σχεδόν ανενόχλητος. Όταν, όμως, οι συνέπειες της μεγάλης οικονομικής κρίσης που προκάλεσε το Κραχ του 1929 άγγιξαν την Ισπανία, ο δικτάτορας έχασε γρήγορα όλα τα στηρίγματά του. Απογοητευμένος και καταβεβλημένος από την ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε (ο Ριβέρα ήταν διαβητικός) έδωσε στον βασιλιά την παραίτησή του στις 28 Ιανουαρίου του 1930, αναχωρώντας για τη (σύντομη, λόγω πρόωρου θανάτου) παρισινή εξορία του.

Αλφόνσος ΙΓ΄ και Μ. Πρίμο δε Ριβέρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 09411 Unknown CC-BY-SA 3.0

Αλφόνσος ΙΓ΄ και Μ. Πρίμο δε Ριβέρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 09411 Unknown CC-BY-SA 3.0

Ο βασιλιάς είχε ως σκοπό την εγκαθίδρυση συνταγματικής μοναρχίας, αλλά η συντριπτική επικράτηση των Δημοκρατικών στις δημοτικές εκλογές του 1931 τον εξανάγκασε σε άτακτη φυγή. Ανέτειλλε τώρα η σύντομη και ταραχώδης εποχή της Β΄ Ισπανικής Δημοκρατίας.

β.   Ελπίδες και περιπέτειες: η Β΄ Ισπανική Δημοκρατία

Η πρώτη διετία της Ισπανικής Δημοκρατίας καθιστούσε βάσιμες τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις για το μέλλον: κυβερνήσεις συνασπισμού με κεντρώο πρόσημο, στις οποίες συμμετείχε το Ισπανικό Εργατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, προώθησαν μια σειρά μεταρρυθμίσεων ευρείας κοινωνικής συναίνεσης. Η εντύπωση αποδείχθηκε απατηλή. Όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα, ώστε η ευρεία αποδοχή να μη μετατραπεί σε καθολική. Και οι εχθροί της Δημοκρατίας ήταν πολλοί και ισχυροί.

i)   Η περίοδος των μεταρρυθμίσεων (1931-1933)

Νιθέτο Αλκαλά Θαμόρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 12783 CC-BY-SA 3.0

Νιθέτο Αλκαλά Θαμόρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 12783 CC-BY-SA 3.0

Μετά τη φυγή και την εξορία του βασιλιά, συγκροτήθηκε προσωρινή κυβέρνηση με επικεφαλής τον κεντροδεξιό πολιτικό Νιθέτο Αλκαλά Θαμόρα, ο οποίος επρόκειτο σύντομα να εκλεγεί πρώτος πρόεδρος της Β΄ Ισπανικής Δημοκρατίας, και κύρια αποστολή τη διοργάνωση βουλευτικών εκλογών. Στις εκλογές του Ιουνίου του 1931 τα δημοκρατικά κόμματα θριάμβευσαν, αποσπώντας συνολικά το 70 % των ψήφων. Κατά το διάστημα που ακολούθησε σχηματίσθηκαν αρκετές κυβερνήσεις συνασπισμού. Πρωθυπουργός των περισσότερων υπήρξε ο κεντροαριστερός Μανουέλ Αθάνια.

Αλκαλά Θαμόρα και Αθάνια

Αλκαλά Θαμόρα και Αθάνια

Η Β΄ Ισπανική Δημοκρατία επιχείρησε να υλοποιήσει ένα εξαιρετικά φιλόδοξο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, εμπνεόμενο σε μεγάλο βαθμό από τη γαλλική Τρίτη Δημοκρατία και τη γερμανική Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, διαχωρισμός κράτους και Εκκλησίας, με κατάργηση των φορολογικών προνομίων της δεύτερης και αποκλεισμό της από την εκπαίδευση, αγροτική μεταρρύθμιση (με αναδιανομή γης και μέτρα ενίσχυσης των φτωχότερων αγροτών), δημιουργία συστήματος δημόσιας εκπαίδευσης, υγείας και πρόνοιας, κατοχύρωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων (δημιουργία μεικτών επιτροπών εργοδοσίας κι εργαζομένων για την επίλυση διαφορών, νόμος περί εργατικών ατυχημάτων), αναγνώριση καθεστώτος αυτονομίας για την Καταλωνία και τη Χώρα των Βάσκων και ένταξή τους σε ομοσπονδιακή κρατική δομή.

Η αντίδραση των θιγομένων, της παλιάς ολιγαρχίας, της Εκκλησίας και του στρατού υπήρξε, όπως αναμενόταν, λυσσαλέα. Εκδηλώθηκε, μεταξύ άλλων, και με το αποτυχημένο πραξικόπημα της Σεβίλλης (10 Αυγούστου 1932), το οποίο επιχείρησε ο στρατηγός Χοσέ Σανχούρχο. Στο άλλο πολιτικό άκρο, οι αναρχοσυνδικαλιστές αντιδρούσαν στο κυβερνητικό πρόγραμμα θεωρώντας το άτολμο!

Χοσέ Σανχούρχο

Χοσέ Σανχούρχο

Αλ. Λερρού

Αλ. Λερρού

Έπειτα, μεταξύ της δημοκρατικής πλειοψηφίας υπήρχε κι ο απαραίτητος αδύναμος κρίκος. Το κεντρώο Ριζοσπαστικό Κόμμα του Αλεχάνδρο Λερρού. Με εκλογική πελατεία αποτελούμενη από μικροϊδιοκτήτες γης και μικροαστούς, ο Λερρού ήταν αμετάπειστος: δεν είχε καμία πρόθεση να δεχτεί τις μεταρρυθμίσεις που έθιγαν την Εκκλησία.

Ο τακτικισμός του Λερρού, η ανασυγκρότηση της αντιδημοκρατικής δεξιάς, υπό τις ευλογίες της Εκκλησίας, και η εκτόπιση του PSOE από την κυβέρνηση οδήγησε σε πολιτική αστάθεια και, τελικά, στην προκήρυξη εκλογών για τα τέλη του 1933. Λίγο νωρίτερα, τον Οκτώβριο του 1933, ο Χοσέ Αντόνιο Πρίμο δε Ριβέρα, γιος του δικτάτορα, ίδρυε την Ισπανική Φάλαγγα, με πρότυπο το φασιστικό κόμμα του Μουσσολίνι.

Χοσέ Αντόνιο Πρίμο δε Ριβέρα

Χοσέ Αντόνιο Πρίμο δε Ριβέρα

ii)   Η περίοδος της οπισθοδρόμησης (1933-1935)

Στις βουλευτικές εκλογές του Νοεμβρίου του 1933, τις πρώτες στις οποίες ψήφισαν και οι Ισπανίδες, το δημοκρατκό στρατόπεδο πλήρωσε τη διάσπασή του. Η Ισπανική Συνομοσπονδία Αυτόνομων Κομμάτων της Δεξιάς (Confederación Española de Derechas Autónomas, CEDA) του Χοσέ Μαρία Χιλ Ρόμπλες αναδεικνυόταν πρώτη δύναμη, χωρίς πάντως κοινοβουλευτική αυτοδυναμία. Όλα τα κόμματα από το κέντρο κι αριστερότερα ήταν κατηγορηματικά αντίθετα στο ενδεχόμενο συμμετοχής της CEDA σε κυβέρνηση. Η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης δόθηκε στον γνωστό και μη εξαιρετέο Αλεχάνδρο Λερρού του Ριζοσπαστικού Κόμματος. Η νέα κυβέρνηση επιχείρησε αμέσως να ακυρώσει μέρος των μεταρρυθμίσεων, ξεκινώντας από αυτές που έθιγαν την Εκκλησία.

Στην αριστερή πτέρυγα της δημοκρατικής κυβέρνησης άρχισε να επικρατεί κλίμα έντονης ανησυχίας και φόβου. Για να κατανοήσουμε την αντίδραση αυτή θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τη διεθνή συγκυρία: επικράτηση του ναζισμού στη Γερμανία, διώξεις κατά του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και βίαιη καταστολή των εργατικών κινητοποιήσεων στην Αυστρία από τον αυταρχικό καγκελάριο Ντόλφους. Ποια, όμως, θα έπρεπε να είναι η στάση των Ισπανών αριστερών; Ως προς αυτό, υπήρχε διάσταση απόψεων ανάμεσα στους δύο ισχυρούς άνδρες του Σοσιαλιστικού Κόμματος, τον Ινταλέθιο Πριέτο (που ήλεγχε τα κομματικά όργανα) και τον συνδικαλιστή Φρανθίσκο Λάργο Καμπαγέρο (που ήλεγχε το συνδικάτο της UGT). Εάν συμφωνούσαν σε κάτι, αυτό ήταν ότι ενδεχόμενη είσοδος της CEDA στην κυβέρνηση θα αποτελούσε τον προάγγελο αντιδραστικού πραξικοπήματος.

Φρανθίσκο Λάργο Καμπαγέρο

Φρανθίσκο Λάργο Καμπαγέρο

Τον Οκτώβριο του 1934, τρεις υπουργοί προερχόμενοι από τη CEDA εισέρχονταν στην κυβέρνηση, προκαλώντας τη σφοδρή σύγκρουση Δεξιάς κι Αριστεράς σε πολιτικό επίπεδο. Στις περισσότερες περιοχές η αντίδραση περιορίσθηκε στην προκήρυξη γενικής απεργίας. Αλλού, όμως, τα πράγματα πήραν πιο επικίνδυνη τροπή. Στη Βαρκελώνη, ο πρόεδρος της περιφερειακής κυβέρνησης (Ζενεραλιτάτ) Λλιουίς Κομπάνς ανακήρυσσε το «Καταλανικό Κράτος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Ισπανίας». Σε περιοχές όπου τα συνδικάτα ήταν ιδαίτερα ισχυρά (Λεόν, Χώρα των Βάσκων και, κυρίως, Αστουρία) η αντίδραση εξελίχθηκε σε πραγματική εξέγερση υπό την καθοδήγηση εργατικών συμβουλίων. Η κυβέρνηση κάλεσε αμέσως τον στρατό να επέμβει. Οι αποικιακές στρατιωτικές δυνάμεις (Ισπανική Λεγεώνα των Ξένων και τακτικά σώματα στρατού αποτελούμενα από Μαροκινούς στρατιώτες), υπό την καθοδήγηση των στρατηγών Φράνκο και Γοδέδ κατέπνιξαν την εξέγερση με πρωτοφανή βιαιότητα. Εκατοντάδες νεκροί, 30 χιλιάδες φυλακισμένοι που υποβάλλονται σε βασανιστήρια, διάλυση κάθε θεσμού κι οργάνωσης που μπορούσε να θεωρηθεί «δημοκρατική». Τώρα πια τις δύο παρατάξεις τις χωρίζει το αίμα.

1934: Δυνάμεις της χωροφυλακής οδηγούν κρατουμένους μετά την εξέγερση στην Αστουρία

1934: Δυνάμεις της χωροφυλακής οδηγούν κρατουμένους μετά την εξέγερση στην Αστουρία

Παρά τη χρήση βίαιων μεθόδων καταστολής και την ενίσχυση της θέσης της αντιδημοκρατικής Δεξιάς, η κυβέρνηση δεν επρόκειτο να μακροημερεύσει. Μια σειρά από σκάνδαλα (οικονομικά και δωροδοκιών) έπληξαν ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία της κι οδήγησαν τον συνασπισμό δεξιών και ριζοσπαστικών σε κατάρρευση.

iii)   Η επάνοδος: το Λαϊκό Μέτωπο

Τον Οκτώβριο του 1935 όλα τα κόμματα της κεντροαριστεράς και της Αριστεράς συγκροτούν το Λαϊκό Μέτωπο με σκοπό την από κοινού κάθοδο στις εκλογές και εξαγγέλλοντας την επαναφορά του προγράμματος μεταρρυθμίσεων του 1931 σε πιο τολμηρή μορφή και τη χορήγηση αμνηστείας στους πολιτικούς κρατουμένους (για τη συμμετοχή στα γεγονότα του 1934). Στις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου/ 4ης Μαρτίου 1936, το Λαϊκό Μέτωπο πρωτεύει, με σχετικά μικρή διαφορά ως προς τον αριθμό ψήφων (47 έως 49 % έναντι 45,6 % που απέσπασαν συνολικά τα δεξιά και κεντροδεξιά κόμματα), αποκτώντας, όμως, ευρεία πλειοψηφία ως προς τις βουλευτικές έδρες.

Αφίσα του ΚΚΙ για τις εκλογές του 1936

Αφίσα του ΚΚΙ για τις εκλογές του 1936

Η νίκη των Δημοκρατικών είχε επιτευχθεί μετά από μια εξαιρετικά αμφίρροπη εκλογική αναμέτρηση, σε συνθήκες πρωτοφανούς έντασης, απίστευτης καχυποψίας και ακραίας πόλωσης. Η στρατηγική αυτή αποτελεί κυρίως έργο του δεξιού στρατοπέδου. Μόλις την επομένη του πρώτου γύρου των εκλογών, ο στρατηγός Φράνκο, αρχηγός τότε του Γενικού Επιτελείου Στρατού επιχειρεί πραξικόπημα. Θα προσκρούσει στην άρνηση του κεντρώου υπηρεσιακού πρωθυπουργού Μανουέλ Πορτέλα να υπογράψει το διάταγμα επιβολής στρατιωτικού νόμου.

Επιχειρώντας να μην προκαλέσουν υπέρμετρες αντιδράσεις, οι Δημοκρατικοί σχηματίζουν κυβέρνηση στην οποία δεν μετέχουν στελέχη των αριστερών κομμάτων. Πρόεδρος εκλέγεται ο Αθάνια και πρωθυπουργός αναλαμβάνει τελικά ο, πρώην υπουργός του των εσωτερικών, Σαντιάγο Κασάρες Κιρόγα. Το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα τίθεται και πάλι σε εφαρμογή. Όσο για τους εχθρικούς προς τη Δημοκρατία στρατιωτικούς, η κυβέρνηση αρκείται να τους μεταθέσει μακριά από τη Μαδρίτη: ο Φράνκο τοποθετείται διοικητής στις Κανάριες Νήσους, ο Εμίλιο Μόλα διορίζεται στρατιωτικός διοικητής στην Παμπλόνα της Ναβάρρας. Επιθυμία επίδειξης πνεύματος συμφιλίωσης ή υποτίμηση του κινδύνου; Την ώρα που οι Δημοκρατικοί προσπαθούν να προωθήσουν τις μεταρρυθμίσεις, οι στρατιωτικοί αντίπαλοί τους έχουν την άνεση να εξυφάνουν τη συνωμοσία τους.

ΜΕΡΟΣ Ι

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ: Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΑΠΌ ΤΟ ΙΟΥΛΙΑΝΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ΕΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ Β΄ ΙΣΠΑΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Α.   ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑΤΟΣ

Υποστηρίζεται συχνά, προς υπεράσπιση των πραξικοπηματιών, ότι η συνωμοσία τους ήταν απλώς αντίδραση για τη σωτηρία της χώρας στην οποία, εξαιτίας των Δημοκρατικών, επικρατούσαν συνθήκες έντασης και αναρχίας. Λέγεται, επίσης, ότι οι συνωμότες είχαν συμφωνήσει να προχωρήσουν το σχέδιό τους σε δύο περιπτώσεις μόνο: αν αναλάμβανε πρωθυπουργός ο σοσιαλιστής συνδικαλιστής Λάργο Καμπαγέρο, τον οποίο κάποιοι, μάλλον άστοχα, είχαν ονομάσει «Λένιν της Ισπανίας», ή αν εκδηλωνόταν επανάσταση εκ μέρους των αναρχικών. Τελικά, όμως, αποφάσισαν να κινηθούν μετά τη δολοφονία του φιλομοναρχικού πολιτικού Χοσέ Κάλβο Σοτέλο στις 13 Ιουλίου 1936 από αστυνομικούς και σοσιαλιστές πολιτοφύλακες.

Χοσέ Κάλβο Σοτέλο

Χοσέ Κάλβο Σοτέλο

Τα διαθέσιμα στοιχεία διαψεύδουν την εκδοχή αυτή.

Καταρχάς, στην Ισπανία δεν παρατηρείται υπέρμετρη έξαρση της έντασης ούτε κλίμα βίας και αναρχίας, τουλάχιστον μέχρι τον Ιούλιο. Ναι μεν υπήρξαν σποραδικά συμβάντα (επιθέσεις σε εκκλησίες και κληρικούς, εκδηλώσεις «ενθουσιασμού» για τη νίκη του Λαϊκού Μετώπου κ.λπ.), αλλά, αντιθέτως, το χαρακτηριστικό γνώρισμα της περιόδου είναι η αύξηση της καταστολής με στόχο περισσότερο τον χώρο της Αριστεράς, ακριβώς επειδή η κυβέρνηση επιδιώκει να ελέγξει τα φαινόμενα αυτά.

Όσον αφορά την εκτέλεση του Κάλβο Σοτέλο, αυτή είναι πράξη αντιποίνων για τη δολοφονία του αξιωματικού της Αστυνομίας Εφόδου Χοσέ Καστίγιο από φαλαγγίτες, την προηγουμένη, 12 Ιουλίου.

Επιπλέον, γνωρίζουμε πλέον ότι το επιχειρησιακό πρόγραμμα για το πραξικόπημα είχε καταρτισθεί από τον Μόλα ήδη από τον Ιούνιο (με σχεδιασμό ακριβώς για τις ημερομηνίες 17-19 Ιουλίου), ενώ την 1η Ιουλίου οι συνωμότες είχαν συνάψει μυστικές συμφωνίες με τη φασιστική Ιταλία για την ενίσχυση σε όπλα και πυρομαχικά.

Εμίλιο Μόλα

Εμίλιο Μόλα

Επομένως, η κατάλυση της δημοκρατίας ήταν ειλημμένη απόφαση κι εκπεφρασμένος στόχος από την πρώτη στιγμή. Η εκδήλωση του πραξικοπήματος ήταν απλώς ζήτημα χρόνου κι εξεύρεσης των αναγκαίων και ικανών στηριγμάτων εντός και εκτός Ισπανίας (οι στασιαστές είχαν αρχικά ορίσει την 8η Απριλίου, αλλά ανέβαλαν την υλοποίηση του σχεδίου ακριβώς επειδή δεν ήταν βέβαιοι για την επιτυχία του). Ο Μόλα, ως διοικητής της Παμπλόνας, έχει την ευκαιρία να διαπραγματευθεί με τους φιλομοναρχικούς της Ναβάρρας και να εξασφαλίσει τη συμμετοχή στον αντικομμουνιστικό αγώνα της περιβόητης πολιτοφυλακής τους, των Ρεκετέ. Λίγο αργότερα, ο φυλακισμένος από την κυβέρνηση ιδρυτής και ηγέτης της Φάλαγγας, ο Χοσέ Αντόνιο Πρίμο δε Ριβέρα θα δηλώσει με επιστολή την υποστήριξή του στο εγχείρημα. Ο Μόλα θα αρχίσει τις επαφές για να εξασφαλίσει την ιταλική βοήθεια, ο Φράνκο θα καλλιεργήσει τις σχέσεις του με το περιβάλλον του Χίτλερ. Τελικά, ο αριθμός των συνωμοτών ανώτατων αξιωματικών είναι εντυπωσιακός: Σανχούρχο, Μόλα, Φράνκο, Φανχούλ, Γοδέδ, Κέιπο δε Γιάνο, Βαρέλα, Οργάθ, Γαλάρθα Μοράντε.

Ο Φρανθίσκο Φράνκο σε φωτογραφία του 1930

Ο Φρανθίσκο Φράνκο σε φωτογραφία του 1930

Στις 17 Ιουλίου 1936 το πραξικόπημα εκδηλώνεται στις Κανάριες Νήσους και το Ισπανικό Μαρόκο (Μελίγια, Θέουτα, Τετουάν). Ο Φράνκο μεταβαίνει αεροπορικώς στο Μαρόκο, με αεροπλάνο που είχε ειδικά ναυλώσει ο τραπεζίτης Τζουάν Μαρτς από τη Μαγιόρκα, για να αναλάβει τη διοίκηση της Στρατιάς της Αφρικής. Τις επόμενες δύο ημέρες στασιάζουν οι στρατιωτικές φρουρές στη μητροπολιτική Ισπανία. Στόχος είναι η κατάληψη της Μαδρίτης και η συγκρότηση στρατιωτικής χούντας. Το πραξικόπημα, όμως, δεν θα επιτύχει ολοκληρωτικά. Η Ισπανία θα εισέλθει σε μια φάση που καμία από τις δυο αντίπαλες πλευρές δεν είχε προβλέψει.

Β.   ΗΜΕΡΕΣ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΡΧΙΑΣ

α.   Λάβετε θέσεις! Μία χώρα, δύο στρατόπεδα, τέσσερα κομμάτια: Μετά το χάος των πρώτων ημερών που ακολούθησαν την εκδήλωση του πραξικοπήματος, η Ισπανία βρίσκεται χωρισμένη σε δύο στρατόπεδα και τέσσερα μέρη! Οι στασιαστές επικρατούν στις αγροτικές και/ή πιο συντηρητικές περιοχές: Γαλικία, Παλαιά Καστίλλη, Λεόν, Ναβάρρα, μεγαλύτερο τμήμα της Αραγωνίας, Βαλεαρίδες (εκτός από τη Μινόρκα) και τμήμα της Εστρεμαδούρας, συν ένα προγεφύρωμα στην Ανδαλουσία, που περιλαμβάνει τη Σεβίλλη και την Κορδούη και είναι σημαντικό γιατί καθιστά δυνατή την έστω και περιορισμένη μεταφορά των αποικιακών στρατευμάτων από το Μαρόκο, και (παραδόξως) το Οβιέδο της Αστουρίας. Οι Δημοκρατικοί διατηρούν τον έλεγχο στη Μαδρίτη και σε ολόκληρη τη Μάντσα, στην Καταλωνία, το ισπανικό Λεβάντε, στο μεγαλύτερο μέρος της Ανδαλουσίας και τις βομηχανικές περιοχές του Βορρά (Χώρα των Βάσκων και Αστουρία).

Η κατάσταση στις αρχές του πολέμου/ πηγή: Wikimedia, χρήστης Grandiose

Η κατάσταση στις αρχές του πολέμου/ πηγή: Wikimedia, χρήστης Grandiose

Τι είχε συμβεί;

β.   Η επανάσταση αρχίζει: Τις ημέρες που προηγήθηκαν του πραξικοπήματος, η κυβέρνηση Κασάρες Κιρόγα δεν είχε εισακούσει τις εκκλήσεις των συνδικάτων «να δώσει όπλα στον λαό». Όταν εκδηλώθηκε το πραξικόπημα αρκέσθηκε στην έκδοση ενός διατάγματος περί διάλυσης του στρατεύματος, απόφαση που επέτεινε τη σύγχυση, ειδικά μεταξύ των στρατιωτικών που παρέμειναν πιστοί στη δημοκρατία. Όσον αφορά τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Μανουέλ Αθάνια, αυτός έδειχνε πανικόβλητος. Οι μόνες λύσεις κατά τη γνώμη του ήταν η διαπραγμάτευση με τους στασιαστές και η διεξαγωγή δημοψηφίσματος! Για τον λόγο αυτό και διόρισε πρωθυπουργό των μετριοπαθέστατο Μαρτίνεθ Μπάρριο ο οποίος πέρασε μια νύχτα διαπραγματευόμενος τηλεφωνικά χωρίς αποτέλεσμα με τους πραξικοπηματίες και, έπειτα, παραιτήθηκε χωρίς να αναλάβει ποτέ ουσιαστικά τα καθήκοντά του. Ο, επίσης μετριοπαθής, διάδοχός του Χοσέ Χιράλ, ως τότε Υπουργός Ναυτικού, αποφάσισε τελικά τη διανομή όπλων στις λαϊκές πολιτοφυλακές. Οι πολιτοφυλακές και οι δυνάμεις ασφαλείας (οι οποίες σε σημαντικό ποσοστό παρέμειναν πιστές στη νόμιμη κυβέρνηση) ήταν αυτές που εξουδετέρωσαν τα στρατεύματα που συντάχθηκαν με τους στασιαστές στις μεγάλες πόλεις. Η πραγματική εξουσία, όμως, είχε ξεφύγει από την κυβέρνηση.

Βαρκελώνη, Ιούλιος 1936/ πολιτοφύλακες των Δημοκρατικών σε οδόφραγμα

Βαρκελώνη, Ιούλιος 1936/ πολιτοφύλακες των Δημοκρατικών σε οδόφραγμα

Σε ένα χρονικό σημείο που η κατάσταση δεν είχε ακόμη μετατραπεί σε πραγματική πολεμική σύρραξη, τα συνδικάτα, πρωτίστως οι αναρχικοί και σε μικρότερο βαθμό οι σοσιαλιστές και κομμουνιστές, ανέλαβαν την εξουσία συγκροτώντας κατά τόπους επαναστατικές επιτροπές (στη Βαρκελώνη, μάλιστα, συγκροτήθηκε και μια Κεντρική Επιτροπή Αντιφασιστικών Πολιτοφυλακών). Οι επιτροπές αυτές ανέλαβαν τη συγκρότηση νέων μονάδων πολιτοφυλακής και προχώρησαν σε κολλεκτιβοποίηση των αγροκτημάτων και των μονάδων βιομηχανικής παραγωγής, ενέργειες που συνοδεύονταν από τις «αναμενόμενες» βιαιοπραγίες κατά των εκπροσώπων της παλαιάς ολιγαρχίας που δεν είχαν προλάβει να διαφύγουν στη ζώνη των στασιαστών. Με άλλα λόγια, τώρα που δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο (ολιγαρχία ή κυβέρνηση), η επανάσταση μπορούσε να αρχίσει! Το πλέον παράδοξο είναι ότι ένα πραξικόπημα του οποίου ο δημοσίως εκπεφρασμένος στόχος ήταν η αποτροπή της επανάστασης, κατέληξε να την προκαλέσει!

Ο επαναστατικός ζήλος δεν αρκεί για τη συγκρότηση αξιόμαχου στρατεύματος και την επιτυχή διεξαγωγή πολέμου. Οι φάλαγγες πολιτοφυλακών που ξεκίνησαν από τη Βαρκελώνη και τη Βαλένθια για να καταλάβουν, αντίστοιχα, τη Θαραγόθα και την Κορδούη απέτυχαν παταγωδώς.

γ.   Οι εθνικιστές εδραιώνουν τις θέσεις τους: Οι στασιαστές είναι στρατιωτικοί και γνωρίζουν πολύ καλά τι ακριβώς θέλουν, χωρίς να ασχολούνται με ουτοπίες. Η σχετική αποτυχία του πραξικοπήματος τους αναγκάζει να αναζητήσουν την ξένη βοήθεια. Στις 25 Ιουλίου ο Χίτλερ συμφωνεί να ενισχύσει στρατιωτικά τους εθνικιστές. Λίγες ημέρες αργότερα το ίδιο πράττει και ο Μουσσολίνι. Η σημασία της ξένης στρατιωτικής βοήθειας αποδεικνύεται από πολύ νωρίς: χάρη στα γερμανικά μεταγωγικά στήνεται η πρώτη αερογέφυρα της Ιστορίας, καθιστώντας δυνατή τη μεταφορά των στρατευμάτων της Αφρικής στη μητροπολιτική Ισπανία. Οι Δημοκρατικοί δεν θα τύχουν αντίστοιχης βοήθειας, παρά τις προσπάθειες του Χιράλ να εξασφαλίσει γαλλική, τουλάχιστον βοήθεια. Παρά την αρχική προθυμία του, ο Λεόν Μπλουμ θα υποκύψει στους φόβους για εσωτερική αναταραχή, τις αντιδράσεις των Γάλλων Ριζοσπαστών και, κυρίως, τις βρετανικές πιέσεις, καταλήγοντας στο τραγικό δόγμα της μη επεμβάσεως.

Οι στρατηγικοί στόχοι των εθνικιστών είναι δύο.

Πρώτον, η διεύρυνση της επικράτειάς τους σε Ανδαλουσία και Εστρεμαδούρα έτσι ώστε, αφενός, να ενοποιήσουν τις δύο ζώνες ελέγχου τους και, αφετέρου, να καταλάβουν το σύνολο της μεθοριακής γραμμής με την Πορτογαλία στην οποία κυβερνά από το 1933 η φιλική προς τους στασιαστές δικτατορία του Αντόνιο Σαλαζάρ. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται χάρη κυρίως στις προσπάθειες του Κέιπο δε Γιάνο.

Η κατάληψη των περιοχών συνοδεύεται από τις συστηματικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Κάθε στοιχείο ύποπτο για φιλικά προς τη Δημοκρατία αισθήματα εκτελείται [2]. Η σταδιακή και μεθοδική κατάληψη εδαφών αποτελεί επιλογή του Φράνκο, όπως ο ίδιος είχε εξομολογηθεί στον Ιταλό στρατηγό Φαλντέλλα:

«Σε έναν εμφύλιο πόλεμο είναι προτιμότερη η συστηματική κατάληψη του εδάφους, η οποία συνοδεύεται από τις αναγκαίες εκκαθαρίσεις, παρά μια γρήγορη συντριβή των εχθρικών στρατευμάτων, ενδεχόμενο το οποίο θα άφηνε τη χώρα μολυσμένη από αντεθνικά στοιχεία

Δεύτερον, ο πλήρης αποκλεισμός της βόρειας ζώνης που ελέγχουν οι Δημοκρατικοί, μέσω της κατάληψης της μεθορίου με τη Γαλλία, έτσι ώστε να καταστεί αδύνατη η ενίσχυση και ο ανεφοδιασμός της Χώρας των Βάσκων και της Αστουρίας. Και ο δεύτερος στόχος επιτυγχάνεται, στις αρχές Σεπτεμβρίου, με την καταληψη του Ιρούν.

Γ.   Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΜΑΔΡΙΤΗΣ

Φ. Λάργο Καμπαγέρο

Φ. Λάργο Καμπαγέρο

Τον Σεπτέμβριο του 1936 σχηματίζεται νέα κυβέρνηση στη Μαδρίτη, υπό την ηγεσία του σοσιαλιστή συνδικαλιστή ηγέτη Λάργο Καμπαγέρο. Στην κυβέρνηση αυτή θα συμμετάσχουν, δύο μήνες αργότερα, και οι αναρχικοί. Την ίδια, όμως, ώρα οι δυνάμεις των στασιαστών βρίσκονται 100 χιλιόμετρα μακριά από την πρωτεύουσα. Ο στρατός των Δημοκρατικών δεν είναι ακόμη παρά ένα συνονθύλευμα πολιτοφυλακών, πλημμελώς εξοπλισμένων και με χαμηλό ηθικό. Αρκετοί υποστηρίζουν ότι αν ο Φράνκο αποφάσιζε να επιτεθεί θα καταλάμβανε εύκολα τη Μαδρίτη και θα τελείωνε τον πόλεμο μέσα σε δύο μήνες.

α. Τολέδο αντί Μαδρίτης

Οι Δημοκρατικοί πολιορκούν το Αλκάθαρ του Τολέδου Σεπτέμβριος 1936/ φωτό του Μιχαήλ Κολτσόφ

Οι Δημοκρατικοί πολιορκούν το Αλκάθαρ του Τολέδου, Σεπτέμβριος 1936/ φωτό του Μιχαήλ Κολτσόφ

Αντί της Μαδρίτης, ο Φράνκο θα επιλέξει ένα συμβολικό στόχο, το Τολέδο. Στο φρούριο της ιστορικής πόλης, το Αλκάθαρ, το οποίο στεγάζει και την τοπική στρατιωτική ακαδημία, έχουν οχυρωθεί οι στρατιωτικοί που συντάχθηκαν με το πραξικόπημα, μαζί με τις οικογένειές τους. Διοικητής είναι ο συνταγματάρχης Χοσέ Μοσκαρδό, αξιωματικός που δεν ήταν ενήμερος για τη συνωμοσία, αλλά προσχώρησε στο στρατόπεδο των στασιαστών αμέσως μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος. Ο Μοσκαρδό ήταν, δίχως, αμφιβολία, ιδιόμορφη περίπτωση αξιωματικού. Κάθε πρωί, παρά την πολιορκία, τις επιθέσεις και τους βομβαρδισμούς, έστελνε στο γενικό επιτελείο των εθνικιστών το ίδιο λακωνικό ανακοινωθέν: «Ουδέν νεώτερον από το Αλκάθαρ» («Sin novedad en el Alcázar»). Στις 23 Ιουλίου, οι Δημοκρατικοί αιχμαλώτισαν τον δεκαεξάχρονο γιο του Μοσκαρδό, τον Λουίς. Τηλεφώνησαν αμέσως στη φρουρά. Το ακουστικό το σήκωσε ο ίδιος ο Μοσκαρδό. Του είπαν να παραδοθεί, αλλιώς ο μικρός θα εκτελούνταν. Ο συνταγματάρχης ζήτησε να μιλήσει με το γιο του. Λέγεται ότι ακολούθησε ο εξής διάλογος:

  • Είσαι καλά παιδί μου;
  • Ναι, πατέρα!
  • Μου είπαν ότι θα σε εκτελέσουν αν δεν παραδοθώ. Το ξέρεις πολύ καλά ότι η τιμή και τα καθήκοντά μου δεν μου επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Δεν μπορώ να το κάνω αυτό.
  • Ναι, πατέρα!
  • Άκου, γιε μου. Θα παραδώσεις την ψυχή σου στον Θεό και θα πεθάνεις ως Ισπανός πατριώτης, φωνάζοντας «Ζήτω ο Βασιλεύς Χριστός» και «Ζήτω η Ισπανία».
  • Μάλιστα, πατέρα! Μπορώ να το κάνω αυτό.
  • Μπράβο, παιδί μου! [ο νεαρός Λουίς εκτελέστηκε ένα μήνα αργότερα σε αντίποινα για κάποια αεροπορική επιδρομή των φρανκικών]
Μοσκαρδό και Φράνκο (πιο πίσω ο στρατηγός Βαρέλα)/ πηγή: Ίδρυμα Φρ. Φράνκο

Μοσκαρδό και Φράνκο (πιο πίσω ο στρατηγός Βαρέλα)/ πηγή: Ίδρυμα Φρ. Φράνκο

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1936, οι δυνάμεις του Φράνκο, έχοντας συντρίψει τους Δημοκρατικούς, εισέρχονται στο Τολέδο και λυτρώνουν την πολιορκημένη φρουρά. Σχεδόν αμέσως, ο Φράνκο δρέπει τις δάφνες του θριάμβου του: ανακηρύσσεται αρχιστράτηγος (Generalísimo) και αρχηγός κράτους, αναλαμβάνοντας τα ηνία της «εθνικής κυβέρνησης» που έχει σχηματισθεί στο Μπούργκος.

β.   Μαδρίτη, πολιορκημένη πόλη

Προέλαση και Πέμπτη Φάλαγγα: Μέχρι να ανασυγκροτηθούν και να ανεφοδιασθούν τα στρατεύματα των εθνικιστών φθάνουμε στις 20 Οκτωβρίου. Τέσσερις φάλαγγες, υπό τους Μόλα, Γιαγουέ, Μπαρρόν και Μοναστέριο, επανδρωμένες κυρίως με λεγεωνάριους και Μαροκινούς, ξεκινούν από διαφορετικά σημεία με στόχο την κατάληψη της ισπανικής πρωτεύουσας. Κατά τη διάρκεια ραδιοφωνικής εκπομπής ρώτησαν τον Μόλα ποια από τις φάλαγγες αυτές θα καταλάμβανε τελικά τη Μαδρίτη. Κι εκείνος απάντησε:

«Την πρωτεύουσα δεν θα την καταλάβει καμία από τις φάλαγγες αυτές. Η Μαδρίτη θα καταληφθεί από την Πέμπτη Φάλαγγα, αυτήν των υποστηρικτών μας που ήδη βρίσκονται μέσα στην πόλη

Ο όρος επρόκειτο να αποκτήσει απροσδόκητες διαστάσεις, να μεταμορφωθεί σε ψύχωση και έμμονη ιδέα που θα στοίχειωνε τη σκέψη αμέτρητων πολιτικών και στρατιωτικών σε πάμπολλες χώρες.

Στις αρχές Νοεμβρίου οι φάλαγγες πλησιάζουν στην πρωτεύουσα, την οποία βομβαρδίζει ανηλεώς η γερμανική αεροπορία. Η κυβέρνηση Λάργο Καμπαγέρο εγκαταλείπει τη Μαδρίτη και καταφεύγει στη Βαλένθια. Την άμυνα της πόλης αναλαμβάνει ο στρατηγός Μιάχα κι ο επιτελάρχης του, αντισυνταγματάρχης Βιθέντε Ρόχο. Στις 6 Νοεμβρίου ήδη διεξάγονται μάχες στην Κάσα δε Κάμπο, το πρώην κυνηγετικό πάρκο των Ισπανών βασιλιάδων, και στην Πανεπιστημιούπολη. Εθελοντές έχουν στήσει οδοφράγματα σε κάθε γωνιά της πόλης.

« ¡No pasarán! » – Η Μαδρίτη αντιστέκεται

«Ας ορθώσουμε όλοι το ανάστημά μας ενάντια στο φασιστικό στρατιωτικό πραξικόπημα! Ας προασπίσουμε τις λαϊκές ελευθερίες και τις δημοκρατικές κατακτήσεις του λαού!… Η χώρα ολόκληρη έχει αγανακτήσει με τούτους τους άθλιους που θέλουν να βυθίσουν τη δημοκρατική και λαϊκή Ισπανία σε κόλαση τρόμου και θανάτου. Μα δεν θα περάσουν! Η Ισπανία ολόκληρη ετοιμάζεται να πολεμήσει.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα σας καλεί στη μάχη. Καλεί ειδικά τους εργάτες, τους αγρότες, τους διανοούμενους να πάρουν θέσεις μάχης για να συντρίψουν οριστικά τους εχθρούς της Δημοκρατίας και των λαϊκών ελευθεριών. Ζήτω το Λαϊκό Μέτωπο! Ζήτω η ενότητα όλων των αντιφασιστών! Ζήτω η δημοκρατία του λαού! Οι φασίστες δεν θα περάσουν! Δεν θα περάσουν

[Ντολόρες Ιμπάρρουρι, η επονομαζόμενη και Πασιονάρια, λόγος που εκφωνήθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών στη Μαδρίτη, στις 19 Ιουλίου 1936]

Πολιορκία της Μαδρίτης ¡No_pasarán!

Πολιορκία της Μαδρίτης ¡No_pasarán!

Ενώ οι εθνικιστές αρχίζουν να πιστεύουν ότι η κατάληψη της Μαδρίτης θα αποδειχθεί σχετικά εύκολη υπόθεση, η κατάσταση αντιστρέφεται. Φθάνουν οι πρώτες Διεθνείς Ταξιαρχίες (11η και 12η) και τα πρώτα σοβιετικά άρματα μάχης και πολεμικά αεροσκάφη. Οι σοβιετικοί πιλότοι παίρνουν τον έλεγχο του εναέριου χώρου από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς, βομβαρδίζουν τις βάσεις των εθνικιστών σε Ανδαλουσία κι Εστρεμαδούρα. Εξαντλημένοι από τις οδομαχίες, οι στρατιώτες του Φράνκο υποχωρούν.

Οι αποτυχημένες «περιφερειακές επιθέσεις»: Ο Φράνκο εγκαταλείπει την ιδέα της κατάκτησης της Μαδρίτης με κατά μέτωπο έφοδο κι επιχειρεί να την καταλάβει επιτιθέμενος από τα βορειοδυτικά (Μάχη της Οδού της Λα Κορούνια, Νοέμβριος-Ιανουάριος) και, στη συνέχεια, από τα νότια (Μάχη της κοιλάδας του ποταμού Χαράμα, Φεβρουάριος 1937). Και οι δύο μάχες αποδεικνύονται ιδιαίτερα αιματηρές (σχεδόν 30 χιλιάδες νεκροί συνολικά για τα δύο στρατόπεδα), πλην όμως οι Μαροκινοί ρεγουλάρες αδυνατούν να διασπάσουν τις γραμμές των Διεθνών Ταξιαρχιών.

Μάχη της Γουαδαλαχάρα, ιταλικά τεθωρακισμένα Φίατ Ανσάλντο/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 183 P0214-516 CC-BY-SA 3.0

Μάχη της Γουαδαλαχάρα, ιταλικά τεθωρακισμένα Φίατ Ανσάλντο/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 183 P0214-516 CC-BY-SA 3.0

Η Μάχη της Γουαδαλαχάρα: Η τελευταία προσπάθεια κατάληψης της Μαδρίτης είναι έργο του ιταλικού Εθελοντικού Εκστρατευτικού Σώματος (Corpo Truppe Volontarie, CTV), το οποίο έχει στείλει ο Μουσσολίνι. Οι δυνάμεις του στρατηγού Ροάττα επιχειρούν να φθάσουν στη Μαδρίτη από βορρά. Οι καιρικές συνθήκες (κατακλυσμιαίες βροχοπτώσεις, τις οποίες διαδέχονται χιονοθύελλες) δυσχεραίνουν το έργο τους, τα σοβιετικά τεθωρακισμένα συντρίβουν τα λιλιπούτεια ιταλικά άρματα μάχης, οι άνδρες των ΔΤ (ανάμεσά τους πολλοί Ιταλοί Γαριβαλδινοί) αποδεικνύονται πιο αξιόμαχοι από τους μελανοχίτωνες. Τελευταίος, αλλά όχι αμελητέος, παράγοντας της ιταλικής αποτυχίας, η στάση του ίδιου του Φράνκο. Προκειμένου να μην οφείλει τίποτε στον Ιταλό δικτάτορα, προτιμά να αφήσει το CTV εντελώς αβοήθητο! Στις 23 Μαρτίου η Μάχη της Μαδρίτης έχει τελειώσει. Η Δημοκρατία έχει προς το παρόν σωθεί, χάρη κυρίως στη σοβιετική βοήθεια.

Δεν είναι, όμως, όλα ρόδινα για αυτήν. Το ιταλικό Εκστρατευτικό Σώμα, το ίδιο που απέτυχε παταγωδώς στη Γουαδαλαχάρα, έχει κατορθώσει να πάρει τη Μάλαγα (8 Φεβρουαρίου), καταλαμβάνοντας μαζί με τη μεγαλούπολη και το υπόλοιπο τμήμα της Ανδαλουσίας που ήλεγχαν οι Δημοκρατικοί.

Δ.   ΠΟΛΕΜΟΣ ΦΘΟΡΑΣ ΚΙ ΑΠΩΛΕΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Έχοντας συναίσθηση της στρατιωτικής υπεροχής των εθνικιστών, το επιτελείο των Δημοκρατικών επιλέγει έναν πόλεμο φθοράς του αντιπάλου κι αντίστασης στις δυνάμεις του, μέχρι να μεταβληθεί η διεθνής συγκυρία. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των δημοκρατικών στρατευμάτων αποτελούν κατ’ ουσίαν αντιπερισπασμούς που θα δυσχεράνουν τις προσπάθειες του Φράνκο να διευρύνει την επικράτεια που ελέγχουν οι εθνικιστές. Κανείς από τους αντιπερισπασμούς αυτούς δεν θα επιτύχει.

α.   Ο Φράνκο καταλαμβάνει τη Χώρα των Βάσκων

Μετά την κατ’ επανάληψη αποτυχία κατάληψης της Μαδρίτης, ο Φράνκο επιλέγει να στραφεί κατά του βόρειου θυλάκου των Δημοκρατικών, δηλαδή τις αποκομένες από την κύρια ζώνη περιοχές της Αστουρίας και της Χώρας των Βάσκων. Ο Φράνκο δίνει στη γερμανική και τη ιταλική αεροπορία το ελεύθερο να βομβαρδίσουν ανηλεώς τις βασκικές πόλεις. Οι βομβαρδισμοί στοχεύουν να πλήξουν κυρίως τους αμάχους, ώστε να κάμψουν το ηθικό των αντιπάλων.

Π. Πικάσσο, Γκερνίκα/ αντίγραφο από πλακίδια στην ομώνυμη πόλη/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Papamanila

Π. Πικάσσο, Γκερνίκα/ αντίγραφο από πλακίδια στην ομώνυμη πόλη/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Papamanila

Ο βομβαρδισμός της Γκερνίκα έχει μείνει στην Ιστορία για πολλούς λόγους, ένας από τους οποίους είναι κι ο διάσημος πίνακας του Πικάσσο. Η Γκερνίκα είχε μεγάλη συμβολική σημασία για τους Βάσκους: ήταν η ιστορική πρωτεύουσά τους, η πόλη γύρω από το Ιερό Δέντρο της οποίας συγκεντρώνονταν οι εθνοσυνελεύσεις τους. Στις 26 Απριλίου 1937, πέντε σμήνη βομβαρδιστικών της γερμανικής Λεγεώνας Κόνδωρ, συνοδευόμενα από ιταλικά βομβαρδιστικά, επιτίθενται κατά της πόλης. Τα τέσσερα πέμπτα των κτηρίων της θα καταστραφούν! Οι νεκροί, όλοι άμαχοι, υπολογίζονται μεταξύ 125 και 300 (κατά τις νεότερες μελέτες βάσει αρχειακών δεδομένων) και 1650 (επίσημος υπολογισμός της βασκικής κυβέρνησης).

Βομβαρδισμένη Γκερνίκα/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_183-H25224

Βομβαρδισμένη Γκερνίκα/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_183-H25224

Δύο κακοσχεδιασμένες επιχειρήσεις αντιπερισπασμού των Δημοκρατικών με στόχους τη Σεγόβια και τη Χουέσκα δεν έχουν κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Ως το τέλος Ιουνίου ο Φράνκο έχει καταλάβει το Μπιλμπάο και ολόκληρη τη χώρα των Βάσκων.

Στο μεταξύ, το στρατόπεδο των Δημοκρατικών κλονίζεται από τη διαμάχη υποστηρικτών της τάξης και οπαδών της επανάστασης. Οι ταραχές οδηγούν τον Λάργο Καμπαγέρο σε παραίτηση. Ο πρόεδρος Αθάνια αναθέτει τον σχηματισμό κυβέρνησης στον σοσιαλιστή Χουάν Νεγρίν, τον μόνο που θεωρεί ικανό να ηγηθεί ενός συνεκτικού κυβερνητικού σχήματος και, ταυτόχρονα, να διαπραγματευθεί με τους Γάλλους και τους Βρετανούς.

Χουάν Νεγρίν

Χουάν Νεγρίν

β.   Αποτυχημένοι αντιπερισπασμοί: Μπρουνέτε και Μπελτσίτε

Μπρουνέτε: Προσπαθώντας να διασώσει ό,τι έχει απομείνει από τον βόρειο θύλακο, το επιτελείο των Δημοκρατικών βάζει σε εφαρμογή μια μεγάλης κλίμακας επιχείρηση αντιπερισπασμού, την οποία έχει σχεδιάσει ο αρχηγός του γενικού επιτελείου Βιθέντε Ρόχο. Οι συγκεντρωμένες δυνάμεις είναι εντυπωσιακές στον αριθμό: 90 χιλιάδες άνδρες, 100 άρματα μάχης, 200 κανόνια και 140 πολεμικά αεροσκάφη. Στις 5 Ιουλίου 1937, τρεις επίλεκτες μεραρχίες τις οποίες διοικούν κομμουνιστές (Λίστερ, Βάλτερ, Καμπεσίνο) επελαύνουν κατά του Μπρουνέτε, στα νοτιοδυτικά της Μαδρίτης, με στόχο να περικυκλώσουν τις φρανκικές δυνάμεις που βρίσκονται συγκεντρωμένες στην περιοχή. Ο στρατός των Δημοκρατικών κατορθώνει να καταλάβει το Μπρουνέτε, έχοντας όμως προχωρήσει λιγότερο απ’ ό,τι υπολόγιζε. Ο Φράνκο διακόπτει τις επιχειρήσεις στον Βορρά και στέλνει ενισχύσεις. Οι εθνικιστές ανακαταλαμβάνουν την πόλη και απωθούν τους Δημοκρατικούς, οι οποίοι έχουν απώλειες 25 χιλιάδων ανδρών. Η εκστρατεία του Φράνκο στα βόρεια συνεχίζεται και στα τέλη Αυγούστου καταλαμβάνεται το Σανταντέρ.

Ενρίκε Λίστερ

Ενρίκε Λίστερ

Μπελτσίτε: Σχεδόν ταυτόχρονα οι Δημοκρατικοί εξαπολύουν μια δεύτερη επίθεση αντιπερισπασμού, αυτή τη φορά στην Αραγωνία με στόχο τη Θαραγόθα. Η ιστορία μοιάζει με επανάληψη της Μάχης του Μπρουνέτε. Το σχέδιο του Ρόχο είναι ιδιαιτέρως τολμηρό, η εκτέλεσή του διστακτική, μια κι ο Λαϊκός Στρατός σκοντάφτει στην αντίδραση της φρουράς του Μπελτσίτε. Οι εθνικιστές στέλνουν ενισχύσεις και ως τις 7 Σεπτεμβρίου έχουν κερδίσει τη μάχη.

Ερείπια του Μπελτσίτε/ πηγή: Wikipedia, χρήστης ecelan

Ερείπια του Μπελτσίτε/ πηγή: Wikipedia, χρήστης ecelan

Ο Φράνκο ολοκληρώνει επιτυχώς την εκστρατεία του Βορρά στα τέλη Οκτωβρίου, έχοντας πλέον κατακτήσει το σύνολο της Αστουρίας. Η βόρεια ζώνη του δημοκρατικού στρατοπέδου έχει πάψει να υπάρχει. Οι Δημοκρατικοί έχουν χάσει 14 μεραρχίες με τον εξοπλισμό τους, τη μοναδική περιοχή με βαριά βιομηχανία που κρατούσαν υπό τον έλεγχό τους και τα πλοία του στόλου του Ατλαντικού. Η πλάστιγγα γέρνει όλο και περισσότερο προς το μέρος των εθνικιστών.

Ε.   ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΠΑΝΙΚΟ ΒΕΡΝΤΕΝ ΣΤΗ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ

α.   Τερουέλ: Στα τέλη του 1937 το ηθικό του δημοκρατικού στρατοπέδου είναι χαμηλό. Υπάρχουν φόβοι ότι σύντομα ο Φράνκο θα επιχειρήσει νέα επίθεση κατά της Μαδρίτης. Ο επιτελάρχης Ρόχο αποφασίζει να θέσει σε εφαρμογή μια επιχείρηση στρατηγικής αντεπίθεσης που θα ανυψώσει το ηθικό του πληθυσμού. Στόχος είναι το Τερουέλ, μια μικρή πόλη της νοτιοδυτικής Αραγωνίας. Στις 15 Δεκεμβρίου, 80 χιλιάδες άνδρες, χωρίς υποστήριξη πυροβολικού και αεροπορίας, επιτίθενται. Μια εβδομάδα αργότερα, έχουν κατορθώσει να καταλάβουν το Τερουέλ.

Μάχη του Τερουέλ

Μάχη του Τερουέλ

Ο Φράνκο έχει δύο επιλογές: να στραφεί κατά της ανυπεράσπιστης Μαδρίτης ή να δώσει ένα γερό μάθημα στους Δημοκρατικούς στερώντας τους ακόμη και την παραμικρή νίκη. Πιστός στη φιλοσοφία του, αποφασίζει να πράξει το δεύτερο. Υπό πολικό ψύχος και με ένα μέτρο χιόνι, ο Εθνικός Στρατός εφορμά στις 17 Ιανουαρίου 1938. Ακολουθούν σφροδρότατες μάχες στο Τερουέλ. Η επίθεση της μιας πλευράς διαδέχεται εκείνη της άλλης. Στις 22 Φεβρουαρίου και με τίμημα απώλειες 40 χιλιάδων ανδρών, οι εθνικιστές ανακτούν το «ισπανικό Βερντέν». Οι αντίπαλοί τους χάνουν 60 χιλιάδες άνδρες και τα περισσότερα από τα εξαιρετικά σοβιετικά τεθωρακισμένα ΒΤ-5.

β.   Μεσόγειος: Η κατάσταση αποδιοργάνωσης του αντιπάλου και η σαφέστατη αριθμητική υπεροχή των εθνικιστικών δυνάμεων δημιουργούν στο επιτελείο του Φράνκο την πεποίθηση ότι είναι η κατάλληλη στιγμή για να καταφέρουν αποφασιστικό πλήγμα στον εχθρό. Με δύναμη μεγαλύτερη των 100 χιλιάδων ανδρών και αιχμή του δόρατος το ιταλικό εκστρατευτικό σώμα, ο Εθνικός Στρατός επιτίθεται στις αρχές Μαρτίου και μέσα σε μια εβδομάδα έχει προχωρήσει πάνω από 100 χιλιόμετρα, κατακτώντας το υπόλοιπο της Αραγωνίας και διεισδύοντας πλέον στην Καταλωνία. Η επίθεση είναι σαρωτική κι αναπτύσσεται σε μέτωπο πλάτους 150 χιλιομέτρων. Μετατοπίζοντας αιφνίδια το κέντρο βάρους της, οι δυνάμεις του Φράνκο φθάνουν ανενόχλητοι στις ακτές της Μεσογείου, στο Βιναρός, ακριβώς στο σύνορο μεταξύ Λεβάντε και Καταλωνίας. Με τον τρόπο αυτό χωρίζουν εκ νέου στα δύο την επικράτεια των Δημοκρατικών, αποκόπτοντας την Καταλωνία από την υπόλοιπη δημοκρατική ζώνη. Την ίδια ώρα, στη Γαλλία, πέφτει η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου και τη θέση της παίρνει η συντηρητική του Νταλαντιέ, η οποία κλείνει οριστικά τα γαλλοϊσπανικά σύνορα, αποκλείοντας κάθε δυνατότητα ανεφοδιασμού της Καταλωνίας.

Η Ισπανία την άνοιξη του 1938/ πηγή: Wikipedia, χρήστης grandiose

Η Ισπανία την άνοιξη του 1938/ πηγή: Wikipedia, χρήστης grandiose

Ο Χενεραλίσιμο έχει τη δυνατότητα να καταλάβει την Καταλωνία με τη Βαρκελώνη, όπου έχει μεταφερθεί η έδρα της κυβέρνησης των Δημοκρατικών. Αντί για αυτό, προτιμά να στραφεί κατά της Βαλένθιας. Ο Ρόχο, όμως, έχει συγκεντρώσει όσες δυνάμεις μπορεί κι έχει οργανώσει πενταπλή γραμμή άμυνας. Οι δυνάμεις του Φράνκο θα προχωρήσουν μόλις 40 χιλιόμετρα σε δύο μήνες και θα εγκαταλείψουν εξουθενωμένες την προσπάθεια (Ιούνιος 1938). Χρόνια αργότερα, ο Χενεραλίσιμο προσπάθησε να δικαιολογήσει την, ακατανόητη από στρατηγική άποψη, απόφασή του διατεινόμενος ότι φοβόταν την αντίδραση της Γαλλίας αν προσέγγιζε τα σύνορά της. Επρόκειτο για ψέμμα: ήδη από τα μέσα Μαρτίου του 1938 οι Γάλλοι είχαν εγγυηθεί στον Φράνκο ότι δεν επρόκειτο να επέμβουν.

γ.   Η Μάχη του Έβρου

Μολονότι η στρατιωτική κατάσταση είναι εξαιρετικά δυσχερής, η διεθνής πολιτική συγκυρία αποτελεί πηγή ελπίδας για τους Δημοκρατικούς. Ξεσπά η κρίση των Σουδητών της Τσεχοσλοβακίας. Οι όλοι και πιο παράλογες απαιτήσεις του Χίτλερ δημιουργούν την πεποίθηση ότι δεν θα αργήσει η σύγκρουση μεταξύ του Άξονα και των δυτικών δημοκρατιών. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Ισπανική Δημοκρατία δεν θα μείνει πλέον αβοήθητη. Για τον λόγο αυτό, πρέπει να τα παίξει όλα για όλα και να επιχειρήσει ένα αποφασιστικό (ή μήπως απεγνωσμένο;) χτύπημα κατά του αντιπάλου, ώστε να αποδείξει την αξία της ως συμμάχου των δυτικών δυνάμεων.

Μάχη του Έβρου

Μάχη του Έβρου

Ο Βιθέντε Ρόχο αποφασίζει να κινητοποιήσει τις δυνάμεις που διαθέτει στην Καταλωνία, περίπου 100 χιλιάδες άνδρες, ελαφρά οπλισμένους, μια και το πυροβολικό με την αεροπορία υπερασπίζονται τη Βαλένθια. Στη μία μετά τα μεσάνυχτα της 25ης Ιουλίου 1938, το 5ο και το 15ο Σώμα Στρατού, υπό τον Λίστερ και τον Ταγουένια (και με γενικό διοικητή τον Χουάν Μοδέστο) περνούν τον Έβρο, συντρίβουν την 50ή μεραρχία των εθνικιστών και προελαύνουν. Ο Φράνκο στέλνει το σύνολο της γερμανικής κι ιταλικής αεροπορίας να βομβαρδίσει τις δυνάμεις των Δημοκρατικών. Παρά τους βομβαρδισμούς και την έλλειψη βαρέος οπλισμού, το πεζικό του Λαϊκού Στρατού μάχεται σώμα με σώμα εναντίον λεγεωνάριων και Μαροκινών και κατορθώνει να προχωρήσει μέχρι την Γκαντέσσα, χωρίς να καταλάβει την πόλη. Εφεξής, οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές καθηλώνονται σε πόλεμο χαρακωμάτων με σφοδρότατες συγκρούσεις. Παρά την υπεροπλία τους, οι δυνάμεις του Φράνκο θα χρειαστούν περισσότερους απο τρεις μήνες για να απωθήσουν τον αντίπαλο. Το βράδυ της 15ης Νοεμβρίου 1938 ο Μανουέλ Ταγουένια δίνει τη διαταγή στις δυνάμεις του να περάσουν και πάλι τον ποταμό, αυτή τη φορά υποχωρώντας.

Η Μάχη του Έβρου στοίχισε σε κάθε πλευρά περισσότερους από 60 χιλιάδες άνδρες. Το πλήγμα είναι μεγαλύτερο για τους Δημοκρατικούς που αδυνατούν να αναπληρώσουν τις απώλειες. Ο πόλεμος έχει ουσιαστικά χαθεί, όπως ακριβώς χάθηκαν και οι ελπίδες ενίσχυσης από τη Γαλλία και τη Βρετανία, ύστερα από τις ντροπιαστικές Συμφωνίες του Μονάχου.

ΣΤ΄.   Η ΕΠΙΘΑΝΑΤΙΑ ΑΓΩΝΙΑ ΤΗΣ Β΄ ΙΣΠΑΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

α.   Η πτώση της Καταλωνίας

Η ήττα στη Μάχη του Έβρου σφραγίζει οριστικά και τη μοίρα της δημοκρατικής Καταλωνίας. Την υπερασπίζονται τα απομεινάρια δύο στρατιών, με πλημμελή οπλισμό και χαμηλό ηθικό. Ο πληθυσμός πεινά, δεν έχει ηλεκτρικό και θέρμανση. Οι πόλεις και ειδικά η Βαρκελώνη έχουν πληγεί από τους σφοδρότατους βομβαρδισμούς της αεροπορίας των εθνικιστών. Με τα γαλλικά σύνορα κλειστά δεν υπάρχει καμία ελπίδα ανεφοδιασμού σε τρόφιμα, όπλα και πυρομαχικά. Η κυβέρνηση Νεγρίν εγκαταλείπει τη Βαρκελώνη και εγκαθίσταται στο κάστρο της Φιγκέρας, στα Πυρηναία, εκεί όπου θα συνεδριάσει για τελευταία φορά και το κοινοβούλιο της Β΄ Ισπανικής Δημοκρατίας.

Λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 1938, ο Φράνκο εξαπολύει το σύνολο σχεδόν των δυνάμεών του, περίπου 300 χιλιάδες άνδρες, κατά της Καταλωνίας. Στα μέσα του Ιανουαρίου του 1939, οι δυνάμεις των Δημοκρατικών αρχίζουν να υποχωρούν. Στις 23 Ιανουαρίου ο Εθνικός Στρατός εισέρχεται θριαμβευτικά στη Βαρκελώνη. Σχεδόν μισό εκατομμύριο άνθρωποι, μαχητές και άμαχοι, παίρνουν τον δρόμο της προσφυγιάς, καταδιωκόμενοι από τα στρατεύματα του Φράνκο και υπό τους συνεχείς βομβαρδισμούς της γερμανικής και ιταλικής αεροπορίας. Οι τυχεροί περνούν τα γαλλικά σύνορα, εκεί που τους περιμένουν οι ταπεινώσεις και τα γαλλικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η φυγή αυτή θα στιγματίσει τη συλλογική μνήμη με την ονομασία Retirada.

Retirada

Retirada

β.   Πραξικόπημα και τέλος

Η κυβέρνηση Νεγρίν καταφεύγει προσωρινά στη Γαλλία. Επιστρέφοντας στην Ισπανία και κινούμενος μεταξύ Βαλένθιας και περιχώρων του Αλικάντε, ο Νεγρίν διερωτάται ως προς τη στάση που πρέπει να κρατήσει. Δεν υπάρχουν πλέον χρήματα, όπλα ή στρατός. Γαλλία και Βρετανία αναγνωρίζουν την κυβέρνηση Φράνκο ως τη μόνη νόμιμη της χώρας. Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες έχουν πια διαλυθεί, ο Στάλιν έχει σταματήσει να παρέχει βοήθεια.

Παρά την απελπιστική κατάσταση, Νεγρίν και κομμουνιστές συμφωνούν ότι ο αγώνας πρέπει να συνεχιστεί μέχρι τέλους. Κεντροαριστεροί και αναρχικοί διαφωνούν και υποστηρίζουν ότι πρέπει να αναζητηθεί συμβιβαστική λύση με τον Φράνκο. Ξεχνούν ότι δεκάδες τέτοιες προσπάθειες απέτυχαν, προσκρούοντας στην κατηγορηματική άρνηση του Χενεραλίσιμο να δεχθεί οποιονδήποτε συμβιβασμό.

Ο στόλος στασιάζει και παραδίδεται στον αντίπαλο. Και στις 5 Μαρτίου 1939, η λύση του δράματος δίνεται από ένα ακόμη πραξικόπημα. Ο συνταγματάρχης Κασάδο, διοικητής της Στρατιάς του Κέντρου, στασιάζει και σε συνεργασία με τους αναρχικούς ανατρέπει την κυβέρνηση Νεγρίν. Οι προσπάθειές του να διαπραγματευθεί με τους εθνικιστές πέφτουν, όπως ήταν αναμενόμενο, στο κενό. Τίποτε άλλο εκτός της άνευ όρων συνθηκολόγησης δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Δίνεται απλώς η υπόσχεση ότι όσοι δεν ενέχονται σε βιαιοπραγίες δεν θα πάθουν τίποτε. Η υπόσχεση, φυσικά δεν θα τηρηθεί. Ακολουθεί ακόμη ένας μικρός εμφύλιος εντός του μεγάλου, μεταξύ κομμουνιστών και αντικομμουνιστών. Μωραίνει Κύριος…

Στις 26 Μαρτίου ο Φράνκο εξαπολύει την τελική επίθεση. Στις 31 Μαρτίου το ιταλικό εκστρατευτικό σώμα μπαίνει στο Αλικάντε, την τελευταία πόλη που κρατούσαν οι Δημοκρατικοί. Την Πρωταπριλιά του 1939 ο ηγέτης των εθνικιστών εκφωνεί το διάγγελμα της νίκης. Ο πόλεμος έχει τελειώσει… αλλά αυτό που τον διαδέχεται δύσκολα μπορεί να ονομαστεί ειρήνη.

Φράνκο

Φράνκο

[Συνεχίζεται]

[1] Guerres & Histoire, αριθ. 31, Ιούνιος 2016, σελ. 3.

[2] Θύμα των εκκαθαρίσεων εκ μέρους των δυνάμεων του Κέιπο δε Γιάνο υπήρξε κι ο μεγάλος ποιητής Φεδερίκο Γαρθία Λόρκα, στις 19 Αυγούστου 1936.

Νεότερα από το Ανατολικό Μέτωπο – μέρη 1 (Η ΕΣΣΔ στα τέλη της δεκαετίας του 1930) και 2α (1941: Η Χρονιά του Τρόμου – Η Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα και η σοβιετική αντίδραση)

Ιουνίου 21, 2015

«Ο πόλεμος είναι μια πράξη βίας. Ως προς την εκδήλωση της βίας αυτής δεν υπάρχει κανένα όριο». (Κάρολος φον Κλάουζεβιτς, 1780-1831, «Περί Πολέμου», βιβλίο Ι, κεφ. 1)

 Ο Κόκκινος Στρατός στο Σταλινγκράντ, φθινόπωρο 1942

Ο Κόκκινος Στρατός στο Σταλινγκράντ, φθινόπωρο 1942

Η σύγκρουση μεταξύ της ναζιστικής Γερμανίας και της κομμουνιστικής ΕΣΣΔ υπήρξε η μεγαλύτερη, η πιο αιματηρή ένοπλη σύρραξη στην Ιστορία της Ανθρωπότητας. Μια σύγκρουση λαών και ιδεολογιών, ένας ολοκληρωτικός πόλεμος που θα μπορούσε να λήξει μόνο με την εξόντωση ενός εκ των δύο εμπολέμων. Όχι μόνο η έκβασή του, αλλά κι ο ίδιος ο τρόπος διεξαγωγής του καθόρισε το μέλλον της Ευρώπης για δεκαετίες, κι ίσως το καθορίζει ακόμη. Ο πόλεμος αυτός διεξήχθη σε μια αχανή έκταση 1,5 εκ. τετραγωνικών χιλιομέτρων και «κατάπιε» 4,3 εκ. Γερμανούς και 10,6 εκ. Σοβιετικούς στρατιώτες. Στα θύματά του πρέπει να προσμετρήσουμε και τα πολλά εκατομμύρια αμάχων, κυρίως από σοβιετικής πλευράς. Ο πόλεμος αυτός περιλαμβάνει πράξεις απαράμιλλου θάρρους και πράξεις επονείδιστης δειλίας. Πράξεις στρατηγικής ιδιοφυΐας κι εγκληματικές αμέλειες. Βιαιοπραγίες, εκτελέσεις, σφαγές αμάχων. Το δράμα των αιχμαλώτων πολέμου. Εθνοκαθάρσεις και γενοκτονίες με αποκορύφωμα το αίσχος της Σοά. Αμέτρητες ζωές που θυσιάστηκαν στο βωμό της Μεγάλης Ιστορίας.

Η αποτίμηση της σύγκρουσης αυτής στη δυτική ιστοριογραφία ταλανιζόταν επί μακρόν από στερεότυπα: παραδοχή των εξηγήσεων που έδιναν Γερμανοί στρατιωτικοί στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν την τελική αποτυχία τους, απόρριψη των σοβιετικών ιστορικών μελετών ως αμιγώς προπαγανδιστικών έργων (συχνά, όχι αδικαιολόγητα), αντιλήψεις που αποτελούσαν απόρροια του Ψυχρού Πολέμου, θεμελιώδης εχθρότητα προς την κομμουνιστική ΕΣΣΔ και γεωπολιτική αντιπαλότητα της Δύσης προς τη Ρωσία. Η επικράτηση της Σοβιετικής Ένωσης εξηγείται υπεραπλουστευτικά ως συνέπεια της αριθμητικής υπεροχής και του ανεξάντλητου ανθρώπινου και υλικού δυναμικού της. Οι ιδέες αυτές συσκότιζαν την ιστορική αλήθεια και δυσχέραιναν τις προσπάθειες κατανόησης ενός από τα σημαντικότερα γεγονότα του 20ού αιώνα.

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Η ΕΣΣΔ ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ 1930

Χάρτης των περιοχών που πλήγηκαν από λιμό το 1933

Στο εσωτερικό της, η Σοβιετική Ένωση φέρει το βάρος δύο μεγάλων ανθρωπογενών καταστροφών. Κατά το χρονικό διάστημα 1931-1933, τραγικές αποφάσεις της πολιτικής ηγεσίας της ΕΣΣΔ έχουν ως αποτέλεσμα την εκδήλωση μιας σειράς φοβερών λιμών: η βίαιη και αδέξια μετάβαση από την παραδοσιακή οργάνωση της αγροτικής οικονομίας στη σοβιετική των κολχόζ και σοβχόζ, η στενόμυαλη επιμονή να τηρηθούν απαρεγκλίτως εντελώς εξωπραγματικά οικονομικά πλάνα, η εγκληματική απαίτηση της πολιτικής ηγεσίας για συμμόρφωση προς τις αποφάσεις της ανεξαρτήτως κόστους έχουν ως αποτέλεσμα την απώλεια περισσότερων από 6 εκατομμύρια ανθρώπινων ζωών, κυρίως στην Ουκρανία, τη νότια Ρωσία (περιοχές του Κουμπάν και του Κάτω Βόλγα), τα νότια Ουράλια, τη Δυτική Σιβηρία και την Κεντρική Ασία. Το 1937-38, εξίσου καταστροφικές αποδεικνύονται οι σταλινικές εκκαθαρίσεις στο στράτευμα, το κόμμα και τους κύκλους των διανοουμένων. Ακόμη και σήμερα είναι δυσχερής ο υπολογισμός του ακριβούς αριθμού εκείνων που εκτελέστηκαν, φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν ή εκτοπίστηκαν στα στρατόπεδα του Γκουλάγκ.

Παρ’ όλα αυτά, η οικονομική ανάπτυξη, η μαζική παραγωγή καταναλωτικών αγαθών και η βελτίωση των συνθηκών ζωής του πληθυσμού δημιουργούν την πεποίθηση ότι το μέλλον θα είναι καλύτερο.

Στο εξωτερικό, η θέση της ΕΣΣΔ σε ένα ευμετάβλητο, εξαιρετικά ασταθές και επικίνδυνο περιβάλλον είναι ιδιαίτερα περίπλοκη: καθεστώς πολιτικά ανάδελφο, η Σοβιετική Ένωση αντιμετωπίζει με δυσπιστία τόσο τις καπιταλιστικές δυνάμεις της Δύσης όσο και την ιδεολογικά αντίπαλη ναζιστική Γερμανία. Η σοβιετική ηγεσία δεν έχει ξεχάσει τη συμμετοχή των Βρετανών και των Γάλλων (μαζί με τους Έλληνες, Πολωνούς, Ρουμάνους και άλλους συμμάχους τους) στον ρωσικό εμφύλιο πόλεμο. Φοβάται επίσης ότι οι δυτικοί θα προσπαθήσουν να στρέψουν τη γερμανική επιθετικότητα εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Όταν, πάντως, ξεσπάσει η κρίση μεταξύ Γερμανίας και Τσεχοσλοβακίας για το ζήτημα των Σουδητών, ο Στάλιν θα προσφερθεί να στείλει στρατεύματα για να εγγυηθεί την εδαφική ακεραιότητα της Τσεχοσλοβακίας. Τα στρατεύματα αυτά, όμως, πρέπει να περάσουν από πολωνικό έδαφος κι η Πολωνία δεν θα δώσει άδεια διέλευσης. Για εύλογους ιστορικούς λόγους, φοβάται εξίσου τη Γερμανία και τη σοβιετική Ρωσία, πιστεύει δε ότι όσο δεν συμμαχεί με τη δεύτερη μπορεί να γλιτώσει από τυχόν επίθεση της πρώτης. Επιπλέον, διεκδικεί κι εκείνη το μερίδιό της από ενδεχόμενο διαμελισμό της Τσεχοσλοβακίας. Με αυτά τα δεδομένα και την ενδοτικότητα της Βρετανίας του Τσάμπερλαιν και της Γαλλίας του Νταλαντιέ φτάνουμε στις επονείδιστες Συμφωνίες του Μονάχου, στις 29-30 Σεπτεμβρίου 1938, όταν η εδαφική ακεραιότητα της Τσεχοσλοβακίας θυσιάζεται από τους δυτικούς στον βωμό της πολιτικής του κατευνασμού της χιτλερικής Γερμανίας.

Συμφωνίες του Μονάχου, 29 Σεπτεμβρίου 1938: Τσάμπερλαιν, Νταλαντιέ, Χίτλερ, Μουσσολίνι και Τσάνο. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 183-R69173 / CC-BY-SA

Α.   ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΩΣ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΡΙΜΠΕΝΤΡΟΠ-ΜΟΛΟΤΟΦ

Οι φόβοι των Σοβιετικών για τη θέση της Δύσης ενισχύονται: στο διάστημα μεταξύ των Συμφωνιών του Μονάχου και της εισβολής των στρατευμάτων του Γ΄ Ράιχ στην Τσεχοσλοβακία (Μάρτιος 1939), ιδίως δε μετά τη συνάντηση του Γάλλου Υπουργού Εξωτερικών Ζωρζ Μποννέ με τον Γερμανό ομόλογό του Γ. φον Ρίμπεντροπ (Δεκέμβριος 1938), οι γαλλικές εφημερίδες επιδίδονται σε εκστρατεία προπαγάνδας για τη δημιουργία μιας «Μεγάλης Ουκρανίας» η οποία θα αποσχιζόταν από την ΕΣΣΔ. Του νέου κράτους θα ηγούταν κάποιο ανδρείκελο, χρηματοδοτούμενο από τη Γερμανία, σαν τον Βασίλι Μπισκούπσκι ή τον Πάβλο Σκοροπάντσκι.

Β. Μ. Μόλοτοφ

Η «εκατονταετής» ειρήνη που θα διασφάλιζαν οι Συμφωνίες του Μονάχου, όπως έλεγαν κάποιοι στη Δύση, δεν κράτησε ούτε έξι μήνες! Στις 15 Μαρτίου 1939, η Γερμανία εισέβαλλε στην Τσεχοσλοβακία. Οχτώ ημέρες μετά, αποσπούσε το Μέμελ/ Κλάιπεντα από τη Λιθουανία. Στη Μόσχα, με διάταγμα του Ανωτάτου Σοβιέτ της 4ης Μαΐου 1939, ο Βιατσεσλάφ Μ. Μόλοτοφ, πρόεδρος του Συμβουλίου Λαϊκών Επιτρόπων της ΕΣΣΔ, αντικαθιστούσε τον Μαξίμ Λίτβινοφ, ένθερμο θιασώτη της συνεργασίας με τη Δύση εναντίον της ναζιστικής Γερμανίας, στη θέση του Υπουργού Εξωτερικών. Ήταν αυτό μια ένδειξη ότι θα άλλαζε κι η σοβιετική εξωτερική πολιτική;

Όχι απαραίτητα. Οι Σοβιετικοί φαίνεται να κατέβαλαν κάθε προσπάθεια για την επίτευξη συμφωνίας με τη Δύση. Από τον Ιούνιο μέχρι τον Αύγουστο του 1939 διαπραγματεύονται διαρκώς με τους Βρετανούς και τους Γάλλους με σκοπό τη συμμαχία κατά των ναζί. Η ΕΣΣΔ επιθυμεί μια συμμαχία με συγκεκριμένους όρους: πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς οι στρατιωτικές δυνάμεις που θα διαθέσει κάθε χώρα σε περίπτωση πολέμου. Σύμφωνα με το σχέδιο συμφωνίας που πρότειναν οι Σοβιετικοί, αν η Γερμανία στραφεί κατά της Γαλλίας και της Βρετανίας, η ΕΣΣΔ θα συμβάλει με δυνάμεις ίσες με το 60 % των αγγλογαλλικών. Εάν στραφεί κατά της Πολωνίας ή της Ρουμανίας, η ΕΣΣΔ θα διαθέσει τις ίδιες δυνάμεις με το ΗΒ και τη Γαλλία. Εάν, τέλος, στόχος της επίθεσης είναι η ίδια η Σοβιετική Ένωση, τότε Βρετανία και Γαλλία θα πρέπει να διαθέσουν δυνάμεις ίσες με το 70 % των σοβιετικών. Οι Γάλλοι δεν είναι αρνητικοί, αλλά αργούν να συμφωνήσουν. Οι Βρετανοί δεν έχουν καμία διάθεση να δεσμευθούν με τέτοιο τρόπο. Προτιμούν μια συμφωνία με ασαφείς όρους, την οποία πιστεύουν ότι θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν ως διπλωματικό χαρτί στο μέλλον. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι διαπραγματεύσεις δεν καταλήγουν πουθενά.

Β.   ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΡΙΜΠΕΝΤΡΟΠ-ΜΟΛΟΤΟΦ ΩΣ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣΟΒΙΕΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Η διστακτικότητα της Δύσης, θα οδηγήσει τη σοβιετική ηγεσία στον κυνικό ρεαλισμό. Η γερμανική ηγεσία, προκειμένου να διασφαλίσει τα νώτα της λίγο πριν εισβάλει στην Πολωνία, προσεγγίζει την ΕΣΣΔ. Τον Αύγουστο του 1939, ο Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών Γιόαχιμ φον Ρίμπεντροπ και ο πρέσβης στη Μόσχα κόμης Φρήντριχ-Βέρνερ φον Σούλενμπουργκ προτείνουν στους Σοβιετικούς την υπογραφή συμφώνου μη επιθέσεως. Το δέλεαρ είναι σημαντικό: διασφάλιση της ειρήνης, έστω και προσωρινή, ανάπτυξη των εμπορικών σχέσεων (η γερμανική πολεμική βιομηχανία χρειάζεται απεγνωσμένα τις πρώτες ύλες που παράγει η ΕΣΣΔ), κατευνασμός της Ιαπωνίας με την οποία η ΕΣΣΔ βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση και δυνατότητες εδαφικής επέκτασης για τους Σοβιετικούς με τρόπο που θα εγγυάται μεγαλύτερη ζώνη ασφάλειας. Με ιδιαίτερη διακριτικότητα όσον αφορά τη δημοσιότητα του γεγονότος, οι δύο ΥπΕξ υπογράφουν το σύμφωνο στις 23 Αυγούστου.

28 8 1939, υπογραφή Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ

Την 1η Σεπτεμβρίου 1939, η ναζιστική Γερμανία εισβάλλει απρόκλητα στην Πολωνία. Κι ενώ οι γερμανικές δυνάμεις προελαύνουν παρά την ηρωϊκή, μα απέλπιδα, αντίσταση των Πολωνών, αρχίζουν να γίνονται αντιληπτοί και οι μυστικοί όροι του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ: στις 17 Σεπτεμβρίου ο Κόκκινος Στρατός εισβάλλει στην ανατολική Πολωνία. Τρεις ημέρες αργότερα έχει ήδη καταλάβει το Λβίφ, το Κόβελ, το Βίλνο/ Βίλνιους και το Γκρόντνο, αιχμαλωτίζοντας χιλιάδες Πολωνούς αξιωματικούς και στρατιώτες. Οι απλοί στρατιώτες απελευθερώθηκαν σχετικά γρήγορα, όχι όμως και οι αξιωματικοί. Αρκετοί από τους δεύτερους δεν θα επιζήσουν της αιχμαλωσίας: τον Απρίλιο του 1943 γερμανικές δυνάμεις ανακάλυπταν στο δάσος του Κάτυν, κοντά στο κατεχόμενο Σμολένσκ, τους μαζικούς τάφους χιλιάδων Πολωνών αξιωματικών που είχαν εκτελεστεί, πιθανώς το 1940, από τους πράκτορες του Εν Κα Βε Ντε (του διαβόητου Λαϊκού Επιτροπάτου Εσωτερικών Υποθέσεων/ Народный комиссариат внутренних дел). Η επιχείρηση στην Πολωνία παρουσιάζεται στη σοβιετική κοινή γνώμη ως απελευθέρωση της δυτικής Λευκορωσίας και Ουκρανίας!

Φινλανδός πολυβολητής

Ο Χειμερινός Πόλεμος με τη Φινλανδία: Με την ασφάλεια που της παρέχει το Σύμφωνο Ρ.-Μ., η ΕΣΣΔ συνεχίζει την επιχείρηση εδαφικής επέκτασης, αυτή τη φορά προς Βορρά. Τα σοβιετοφινλανδικά σύνορα απέχουν μόλις 30 χλμ. από τη μεγαλούπολή του Λενινγκράντ. Η σοβιετική ηγεσία αποστέλλει στη φινλανδική τελεσίγραφο ζητώντας εδαφικές παραχωρήσεις (προτείνοντας πάντως και αμοιβαίες ανταλλαγές εδαφών). Για να αυξήσει την πίεση, προχωρά και στη συγκρότηση μιας κυβέρνησης ανδρεικέλων, αυτής της «ΛΔ Φινλανδίας», υπό τον Όττο Κουουσίνεν, η οποία θα μείνει γνωστή στην Ιστορία ως «κυβέρνηση του Τεριγιόκι». Οι Φινλανδοί αρνούνται τους όρους του τελεσιγράφου και στις 30 Νοεμβρίου ξεσπά ο πόλεμος. Οι Σοβιετικοί αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες: αφού ο Κόκκινος Στρατός προχώρησε σε φινλανδικό έδαφος σταματά στην αμυντική γραμμή Μάννερχάιμ, όπου θα καθηλωθεί για πάνω από δύο μήνες. Μπορεί η αριθμητική υπεροχή να ανήκει στους Σοβιετικούς, αλλά οι Φινλανδοί έχουν καλύτερο οπλισμό και είναι κατάλληλα εκπαιδευμένοι για ένα χειμερινό πόλεμο στον Βορρά. Μόλις στα τέλη Φεβρουαρίου ο Κόκκινος Στρατός κατορθώνει να διασπάσει τη φινλανδική άμυνα και να αναγκάσει τον Φινλανδό στρατάρχη Μάννερχάιμ σε συνθηκολόγηση (12 Μαρτίου). Οι όροι της είναι χειρότεροι για τους Φινλανδούς από το τελεσίγραφο του Νοεμβρίου: ειδικά η παραχώρηση του Βίμποργκ και οι χιλιάδες πρόσφυγες που θα εγκαταλείψουν την πόλη θα ενισχύσουν μοιραία τα εχθρικά αισθήματα για την ΕΣΣΔ. Επιπλέον, ο Πόλεμος του Χειμώνα κόστισε στην ΕΣΣΔ μεγάλες απώλειες (48 χιλ. νεκροί, 158 χιλ. τραυματίες), ενώ οι αποτυχίες του Κόκκινου Στρατού θα πρέπει να επέτρεψαν σε κάποιους να συναγάγουν συμπεράσματα για το πραγματικό αξιόμαχό του.

Η παράλληλη επέκταση: Τον Απρίλιο του 1940, η Γερμανία καταλαμβάνει τη Δανία και τη Νορβηγία. Ένα μήνα αργότερα ξεκινά την εντυπωσιακή επίθεσή της κατά των χωρών της Μπενελούξ και της Γαλλίας. Στις 14 Ιουνίου οι γερμανικές δυνάμεις εισέρχονται στο Παρίσι. Στις 22 Ιουνίου ο στρατάρχης Πεταίν συνθηκολογεί. Στο μεταξύ, η ΕΣΣΔ συνεχίζει την επέκτασή της: στις 17-23 Ιουνίου καταλαμβάνει αστραπιαία τις τρεις Βαλτικές Δημοκρατίες (Λιθουανία, Λεττονία, Εσθονία), και στο τέλος του μήνα αποσπά από τη Ρουμανία τη Βεσσαραβία και τη Μπουκοβίνα. Έχει πλέον ανακτήσει σχεδόν το σύνολο των εδαφών της τσαρικής Ρωσίας (με την εξαίρεση μέρους της γερμανοκρατούμενης Πολωνίας), αλλά κατέχει πλέον και εδάφη που δεν ανήκαν ποτέ στην αυτοκρατορία των τσάρων (η Γαλικία και η Μπουκοβίνα ανήκαν ως το 1918 στην Αυτοκρατορία των Αψβούργων).

Το Λονδίνο κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών, φθινόπωρο 1940

Η Μάχη της Αγγλίας και η σταδιακή σοβιετική μεταστροφή: Τον Ιούλιο του 1940, οι Γερμανοί αρχίζουν να βομβαρδίζουν τη Βρετανία. Ο πρώτος μεγάλος βομβαρδισμός του Λονδίνου ανάγεται στις 7 Σεπτεμβρίου. Τα γεγονότα αυτά σηματοδοτούν μια σταδιακή μεταστροφή της σοβιετικής κοινής γνώμης, προφανώς με την άτυπη έγκριση της πολιτικής ηγεσίας: τον Οκτώβριο, η Πράφντα δημοσιεύει ρεπορτάζ του ανταποκριτή της στο Λονδίνο στα οποία παρουσιάζεται με ιδιαίτερη συμπάθεια η βρετανική αντίσταση στις γερμανικές επιθέσεις. Η μεταστροφή αυτή παρατηρείται και στους κύκλους των διανοουμένων: την ίδια εποχή, η Αχμάτοβα γράφει το ποίημά της «Προς Λονδρέζους»:

«Του Σαίξπηρ το εικοστό τέταρτο το δράμα
γράφει ο Χρόνος με το αμείλικτό του χέρι.
Κι εμείς, οι καλεσμένοι στη φριχτή γιορτή,
πέρα από το σκοτεινό ποτάμι,
κάλλιο να διαβάσουμε τον Άμλετ, τον Καίσαρα, τον Βασιλέα Ληρ.
Κάλλιο στον τάφο της να συνοδέψουμε τη λατρευτή Ιουλιέττα,
δαυλούς κρατώντας, τραγουδώντας.
Κάλλιο να δούμε μέσα απ’ του Μακμπέθ το παραθύρι.
ρίγη να νιώσουμε μπρος στους φονιάδες, τους κακούργους.
Μα όχι αυτό, όχι αυτό, όχι αυτό…
το δράμα αυτό είναι αβάσταχτο να το διαβάσουμε!» [Άννα Αχμάτοβα «Προς Λονδρέζους», πιθ. φθινόπωρο 1940, εκδόθηκε στη Συλλογή «Избранное Стихи», Τασκένδη 1943.]

Οι γερμανοσοβιετικές σχέσεις διαταράσσονται – η επίσκεψη Μόλοτοφ στο Βερολίνο: Και κάπως έτσι, παρά τη φαινομενική ηρεμία, καθίσταται σαφές ότι κάτι δεν πάει καλά στις γερμανοσοβιετικές σχέσεις. Και οι δύο πλευρές έχουν την αίσθηση ότι πρόκειται για παρά φύση «συμμαχία». Οι Γερμανοί είναι ανήσυχοι με τη σοβιετική εδαφική επέκταση, ιδίως όταν πια οι τυπικά σύμμαχοι έχουν πλησιάσει πολύ τις ρουμανικές πετρελαιοπηγές. Επομένως, είτε η ΕΣΣΔ θα συμμετάσχει ουσιαστικά στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας είτε θα είναι καλύτερο για τη δεύτερη να ξεμπερδεύει μιαν ώρα αρχύτερα με τον ιδεολογικό εχθρό του «ιουδαιομπολσεβικισμού»! Όλα αυτά θα φανούν ακόμη περισσότερο κατά την επίσκεψη του Μόλοτοφ στο Βερολίνο (12-14 Νοεμβρίου). Ο Χίτλερ προτείνει τη σοβιετική συμμετοχή στον διαμελισμό της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, αλλά οι Σοβιετικοί ενδιαφέρονται περισσότερο για τη σταθερότητα στα Βαλκάνια.

Νοέμβριος 1940, Ρίμπεντροπ και Μόλοτοφ, πηγή: Bundesarchiv, Bild 183-1984-1206-523 / CC-BY-SA

Νοέμβριος 1940, Ρίμπεντροπ και Μόλοτοφ, πηγή: Bundesarchiv, Bild 183-1984-1206-523 / CC-BY-SA

Το βράδυ της 13ης Νοεμβρίου, παρατίθεται επίσημο δείπνο στη σοβιετική πρεσβεία στο Βερολίνο, το οποίο διακόπτεται λόγω βρετανικού βομβαρδισμού. Στο καταφύγιο του υπουργείου εξωτερικών, ο Ρίμπεντροπ επαναλαμβάνει στον Μόλοτοφ τη γερμανική πρόταση. Ακολουθεί η εξής στιχομυθία (η οποία, βέβαια, δεν δημοσιεύθηκε ποτέ στον σοβιετικό τύπο: την εκμυστηρεύθηκε ο Στάλιν στον Τσέρτσιλλ, ο οποίος και την κατέγραψε στα απομνημονεύματά του):
Ρίμπεντροπ: «Δεν έχετε, όμως, απαντήσει ακόμη στο ουσιώδες ερώτημα. Θα συνεργαστεί η ΕΣΣΔ στη μεγάλη εκκαθάριση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας;
Μόλοτοφ: «Αν είστε τόσο βέβαιος ότι η Αγγλία είναι τελειωμένη, τότε τι στο καλό κάνουμε σε αυτό το καταφύγιο

ΜΕΡΟΣ Ι

Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ: Από την έναρξη της επιχείρησης Μπαρμπαρόσσα ως και τη Μάχη της Μόσχας

«Θα έλεγε κάποιος ότι όλοι περίμεναν τον πόλεμο εδώ και καιρό, κι όμως, την τελευταία ώρα, το ξέσπασμα του πολέμου ήταν κάτι σαν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν προφανώς αδύνατο να προετοιμαστείς για μια δυστυχία τόσο φριχτή». [Κονσταντίν Μιχάιλοβιτς Σίμονοφ (1915-1979) «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί» («Живые и мёртвые»), 1959]

Α.   ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΜΠΑΡΜΠΑΡΟΣΣΑ

α.   Ο Χίτλερ αποφασίζει να επιτεθεί στην ΕΣΣΔ

Κατά τα φαινόμενα, η επόμενη κίνηση του Χίτλερ θα πρέπει να ήταν η εισβολή στη Βρετανία. Μόνο που λόγοι τόσο «τεχνικής» όσο και ιδεολογικής φύσης καθιστούσαν το εγχείρημα αυτό εξαιρετικά δυσχερές. Το σχέδιο μιας απόβασης στη Βρετανία ενείχε σχεδόν αξεπέραστες δυσκολίες. Ο τελευταίος στην ιστορία που τα είχε καταφέρει, χάρη σε ευνοϊκές συγκυρίες, ήταν ένας Νορμανδός Δούκας σχεδόν 900 χρόνια πιο πριν. Επιπλέον, για τον Χίτλερ, μια τέτοια επίθεση κατά των Άγγλων ήταν αντίθετη προς τις ιδεολογικές πεποιθήσεις του. Ο ηγέτης του ναζισμού ποτέ δεν είχε κρύψει τον θαυμασμό του για τους Άγγλους: ήταν η άλλη «κυρίαρχη» φυλή, με την οποία θα μοιραζόταν τον κόσμο. Το πρότυπο του Χίτλερ για μια αχανή γερμανική αυτοκρατορία στην Ανατολή δεν ήταν άλλο από τη βρετανική Ινδία: πώς λίγοι κυρίαρχοι κατορθώνουν να επιβληθούν στα εκατομμύρια των ιθαγενών. Αργά ή γρήγορα, Γερμανία και Βρετανία θα έφταναν σε φιλικό διακανονισμό. Αν μάλιστα έβγαινε από τη μέση ο μόνος σοβαρός δυνητικός σύμμαχος των Βρετανών, η ΕΣΣΔ, τότε όλα θα γίνονταν πιο απλά. Επιπλέον, η Γερμανία θα ξεμπέρδευε με τον αιώνιο ιδεολογικό αντίπαλο, «το όνειδος του ιουδαιομπολσεβικισμού». Στις 18 Δεκεμβρίου 1940, ο Χίτλερ παίρνει την οριστική απόφασή του να επιτεθεί στην ΕΣΣΔ! Ήταν περήφανος για την επιχείρηση που είχσ σχεδιασθεί κι απόλυτα αισιόδοξος για την κατάληξή της.

«Όταν η Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα αρχίσει, ολόκληρη η υφήλιος θα κρατήσει την ανάσα της

«Απλώς θα χτυπήσουμε την πόρτα κι ολόκληρο το σαθρό οικοδόμημα θα καταρρεύσει μονομιάς!»

Ο πόλεμος αυτός θα ήταν διαφορετικός: φυλετικός, δίχως περιορισμούς. Η Βέρμαχτ δεν όφειλε να τηρήσει το δίκαιο του πολέμου, μια και «η ΕΣΣΔ δεν δεσμευόταν από τις σχετικές συνθήκες». Κομμισσάριοι και στελέχη του ΚΚΣΕ, Εβραίοι και αντάρτες θα παραδίδονταν στις ειδικές ομάδες των Ες Ες και τη στρατιωτική αστυνομία προς εκτέλεση. Ο άμαχος πληθυσμός, ως «Σλάβοι υπάνθρωποι», δεν θα ετύγχαναν καμιάς προστασίας, ούτε θα δικαιούνταν τρόφιμα ή ό,τι άλλο.

Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα, Ιούνιος-Δεκέμβριος 194- Πηγή: χρήστης Gdr στην αγγλική έκδοση της Βικιπαίδειας [en.wikipedia]

Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα, Ιούνιος-Δεκέμβριος 194- Πηγή: χρήστης Gdr στην αγγλική έκδοση της Βικιπαίδειας [en.wikipedia]

Σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο, τα γερμανικά στρατεύματα θα εισβάλουν στη Σοβιετική Ένωση σε διάταξη τρίαινας αποτελούμενης από τρεις ομάδες στρατιών: Βορρά, υπό τον Βίλχελμ φον Λέεμπ, Κέντρου, υπό τον Φέντορ φον Μποκ, και Νότου, υπό τον Γκερτ φον Ρούντστεντ. Ο τρομερά φιλόδοξος στόχος είναι η κατάληψη ολόκληρης της ευρωπαϊκής ΕΣΣΔ μέχρι το Αρχανγκέλσκ, τα Ουράλια και το Αστραχάν στις εκβολές του Βόλγα!

β.   Το σοβιετικό «μούδιασμα» και η έναρξη του πολέμου

Όσο πλησίαζε το θέρος του 1941 τόσο πύκνωναν τα μηνύματα με αποδέκτη τη σοβιετική κυβέρνηση σχετικά με επικείμενη γερμανική εισβολή. Έχοντας προφανώς επίγνωση του ότι ο Κόκκινος Στρατός ήταν ανέτοιμος για μια τέτοια σύγκρουση, η ηγεσία της ΕΣΣΔ προσπαθούσε απελπισμένα να αναβάλει το μοιραίο, προσποιούμενη ότι όλα έβαιναν καλώς όσον αφορά τις γερμανοσοβιετικές σχέσεις.

Στις 5 Μαΐου, ο Στάλιν δεξιωνόταν στο Κρεμλίνο αποφοίτους στρατιωτικών σχολών. Τους μίλησε για περίπου σαράντα λεπτά. Την επομένη, η Πράβντα συνόψιζε τον λόγο σε πέντε ή έξι ανώδυνες γραμμές. Το περιεχόμενο της ομιλίας επρόκειτο να γίνει γνωστό πολύ αργότερα.

«Η κατάσταση είναι εξαιρετικά σοβαρή και δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο γερμανικής επίθεσης πολύ σύντομα… Με όλα τα διπλωματικά μέσα που διαθέτει, η σοβιετική κυβέρνηση θα προσπαθήσει να αποτρέψει το ενδεχόμενο αυτό, τουλάχιστον μέχρι το φθινόπωρο. Τότε θα είναι πολύ αργά για τους Γερμανούς. Μπορεί να το κατορθώσουμε, μπορεί και όχι…».

Επισήμως όλα συνέχιζαν να είναι ήρεμα. Άλλωστε, οι μεθοριακές σοβιετικές δυνάμεις είχαν λάβει διαταγές να μην αντιδρούν σε ύποπτες κινήσεις των γερμανικών στρατευμάτων, προκλήσεις ή παραβιάσεις του εναέριου χώρου της ΕΣΣΔ. Στις 14 Ιουνίου, το πρακτορείο ΤΑΣΣ εξέδιδε το περιβόητο ανακοινωθέν με το οποίο προσπαθούσε να πείσει ότι οι σχέσεις της ΕΣΣΔ με τη Γερμανία ήταν περίπου ανέφελες. Οι προσεκτικοί παρατηρητές περίμεναν τις γερμανικές αντιδράσεις. Δεν υπήρξε καμία.

Στα απομνημονεύματά του, ο Σοβιετικός στρατηγός Ιβάν Φεντιουνίνσκι διηγείται ένα παράξενο περιστατικό:

«Στις 18 Ιουνίου, εμφανίστηκε σε κάποιο σοβιετικό φυλάκιο ένας Γερμανός λιποτάκτης. Ισχυριζόταν πως, ενώ ήταν μεθυσμένος, χτύπησε έναν αξιωματικό. Είχε τον φόβο ότι θα τον περνούσαν από στρατοδικείο και θα τον τουφέκιζαν. Διατεινόταν ότι συμπαθούσε τους Ρώσους γιατί ο πατέρας του ήταν κομμουνιστής. Στο τέλος, είπε σε αυτούς που τον ανέκριναν ότι, στις 22 Ιουνίου στις 4 το πρωί, ο γερμανικός στρατός θα εισέβαλε στη Ρωσία

Είχε ήδη πέσει η σύντομη νύχτα της 21ης Ιουνίου όταν ο Γερμανός πρεσβευτής στη Μόσχα, o κόμης Φρήντριχ-Βέρνερ φον Σούλενμπουργκ επισκέφτηκε τον Λαϊκό Επίτροπο Εξωτερικών Υποθέσεων Βιατσεσλάφ Μιχάιλοβιτς Μόλοτοφ, έπειτα από επανειλημμένες τηλεφωνικές κλήσεις του δεύτερου. Ο φον Σούλενμπουργκ, που αγνοούσε τα πάντα για τις αποφάσεις που είχε λάβει ο Χίτλερ κι η ναζιστική ηγεσία εδώ και μήνες, κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Επιστρέφοντας στην πρεσβεία, βρήκε τις οδηγίες του ΥπΕξ φον Ρίμπεντροπ: θα έπρεπε να μεταβεί αμέσως εκ νέου στο Κρεμλίνο και, χωρίς καμία συζήτηση, να διαβάσει στον Μόλοτοφ ένα τηλεγράφημα του Χίτλερ που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά συγκεκαλυμμένη κήρυξη πολέμου. Ο Ρώσος ΥπΕξ άκουσε αμίλητος το τηλεγράφημα κι έπειτα είπε στον φον Σούλενμπουργκ: «Πόλεμος, λοιπόν… Πιστεύετε ότι αξίζαμε κάτι τέτοιο;» [Alexander Werth (Александр Верт) “Russia At War, 1941-1945”, Barrie & Rockliff, Λονδίνο, 1964/ γαλλική έκδοση: « La Russie en guerre », t. 1 « La patrie en danger, 1941-1942 », τελευταία αναθεωρημένη έκδοση, Tallandier, σειρά Texto, Παρίσι, 2012, σελ. 195-201, 225]

Είχε αρχίσει να χαράζει. Την ίδια ώρα, τρία εκατομμύρια Γερμανοί στρατιώτες, μαζί με ένα εκατομμύριο συμμάχους τους, (Ρουμάνους, Ούγγρους, Σλοβάκους και Ιταλούς) εισέβαλλαν στη Σοβιετική Ένωση, αρχίζοντας μια προέλαση που επρόκειτο σύντομα να τους φέρει στα περίχωρα της Μόσχας και του Λενινγκράντ και στις όχθες του Βόλγα. Η πιο μεγάλη πολεμική αναμέτρηση της Ιστορίας είχε μόλις αρχίσει.

Γερμανικές δυνάμεις τεθωρακισμένων περνούν τα πολωνοσοβιετικά σύνορα φωτογραφία Bundesarchiv, Bild 101I-185-0139-20  Grimm, Arthur  CC-BY-SA

Γερμανικές δυνάμεις τεθωρακισμένων περνούν τα πολωνοσοβιετικά σύνορα. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-185-0139-20 Grimm, Arthur CC-BY-SA

γ.   Η γερμανική προέλαση και η πανωλεθρία του Κόκκινου Στρατού

Οι πρώτες εβδομάδες του πολέμου αποτελούν πραγματική πανωλεθρία για τον Κόκκινο Στρατό. Σε πολλές περιπτώσεις, οι δυνάμεις του υποχωρούν άτακτα ή προβάλλουν αντίσταση χωρίς συντονισμό και υποστήριξη και συχνά περικυκλώνονται από τις γερμανικές. Μεγάλος αριθμός αεροσκαφών και αρμάτων μάχης καταστρέφονται. Στη Μόσχα, η σύγχυση της ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας είναι πρόδηλη: υπάρχει απόλυτη αδυναμία κατανόησης της κατάστασης. Οι αρχικές διαταγές της πρώτης ημέρας καταδεικνύουν ότι στο σοβιετικό επιτελείο νομίζουν πως είναι απλώς κάποια γερμανική πρόκληση στην οποία δεν πρέπει να ενδώσουν οι σοβιετικές δυνάμεις. Όταν πλέον γίνεται αντιληπτό ότι πρόκειται για κανονική εισβολή, οι διαταγές που δίνονται είναι εντελώς εξωπραγματικές. Το επιτελείο κάνει λόγο για επιχειρήσεις στο εχθρικό έδαφος και βομβαρδισμό των πόλεων της Ανατολικής Πρωσίας, τη στιγμή που ο Κόκκινος Στρατός υποχωρεί παντού!
Στην Ουκρανία, ήδη από τις αρχές του Ιουλίου, οι σοβιετικές δυνάμεις έχουν υποχωρήσει πέρα από τα παλαιά (προ του 1939) σύνορα! Σχεδόν ολόκληρη η Λευκορωσία και η πρωτεύουσά της, το Μινσκ, είχε καταληφθεί, όπως και μεγάλο μέρος των Βαλτικών Δημοκρατιών.

Εξηγήσεις για την υποχώρηση: Πώς εξηγείται η πανωλεθρία αυτή των Σοβιετικών;

– Οι Γερμανοί έχουν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, υπεροχή σε ανθρώπινο δυναμικό και εξοπλισμό (αριθμητική και ποιοτική). Έχουν ένα συγκεκριμένο σχέδιο το οποίο εκτελούν. Τα στρατεύματά τους είναι εμπειροπόλεμα και έχουν άριστο ηθικό, ειδικά μετά τον αστραπιαίο θρίαμβο της προηγούμενης χρονιάς στη Δύση.

– Ο Κόκκινος Στρατός πληρώνει διπλά το τίμημα των εκκαθαρίσεων του 1937-38, όταν διώχθηκαν κάπου 15.000 αξιωματικοί, δηλαδή ποσοστό περίπου 15 % του σώματος (το οποίο είναι πολύ μεγαλύτερο όσον αφορά τους ανώτατους αξιωματικούς). Όσοι έχουν απομείνει είναι σε μεγάλο βαθμό άπειροι (οι μόνες πρόσφατες πολεμικές εμπειρίες του Κόκκινου Στρατού αφορούσαν ειδικές περιπτώσεις: τον Ισπανικό Εμφύλιο και τον πόλεμο στην Άπω Ανατολή κατά των Ιαπώνων, όταν ο Ζούκοφ είχε συντρίψει τους Ιάπωνες στον ποταμό Χαλκίν-Γκολ της Μογγολίας το 1939). Επιπλέον, οι εκκαθαρίσεις αποδεικνύονται καταστροφικές και διότι έχουν ενισχύσει διάφορες ιδεοληψίες και τον στείρο δογματισμό σε επίπεδο τακτικής και στρατηγικής. Η άμυνα παραμελείται εντελώς. Η αξία των τεθωρακισμένων και της κινητικότητας των μονάδων απορρίπτεται ως «ξεπερασμένη αστική ιδεοληψία». Ας θυμηθούμε ότι το γνωστότερο θύμα των εκκαθαρίσεων ήταν ο εκτελεσθείς στρατάρχης Μιχαήλ Νικολάγιεβιτς Τουχατσέφσκι, ο οποίος είχε αναπτύξει ιδιαίτερα πρωτοποριακές θεωρίες στρατηγικής και τακτικής (πίστευε λ.χ. ότι η πραγματική αξία μιας μονάδας βρίσκεται στον συσχετισμό της δύναμης πυρός και των δυνατοτήτων της κίνησης – ήταν θιασώτης των επιχειρήσεων σε βάθος κ.λπ.).

– Η γερμανική εισβολή βρίσκει τον Κόκκινο Στρατό ενώ ακόμη εξελίσσεται πρόγραμμα ριζικής αναδιοργάνωσης και εξοπλισμού του (βλ. άρθρο του, τότε, στρατηγού Ζούκοφ στην Πράφντα της 23ης Φεβρουαρίου 1941). Τα περισσότερα αεροσκάφη και άρματα μάχης που διαθέτει ανήκουν σε ξεπερασμένους τύπους. Επιπλέον, τα πληρώματά τους είναι ελλιπώς εκπαιδευμένα. Π.χ. οι πιλότοι των σοβιετικών αεροπλάνων που προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν τη γερμανική εισβολή είχαν σε αρκετές περιπτώσεις μόλις 4-15 ώρες πτήσης, την ώρα που ο αντίστοιχος αμερικανικός στρατιωτικός κανονισμός απαιτούσε 150 ώρες πτήσης για να κριθεί πιλότος ως μάχιμος! Κι ακόμη, η ΕΣΣΔ δεν διέθετε σοβαρή αυτοκινητοβιομηχανία: η έλλειψη αυτή συνεπαγόταν θεμελιώδη αδυναμία του Κόκκινου Στρατού σε θέματα συγκρότησης μηχανοκίνητων μονάδων, μεταφορών, εφοδιασμού και υποστήριξης.

– Τέλος, η εδαφική επέκταση της ΕΣΣΔ προς Δυσμάς αποτελούσε επιπρόσθετο μειονέκτημα σε περίπτωση εχθρικής επίθεσης: οι αμυντικές οχυρώσεις ήταν πρόχειρες κι ελλιπείς, τα στρατιωτικά αεροδρόμια λιγοστά. Ειδικά στις περιπτώσεις εδαφών που ποτέ δεν ανήκαν στη Ρωσία (Γαλικία, Μπουκοβίνα) η στάση του πληθυσμού ήταν έως και εχθρική προς τις σοβιετικές δυνάμεις. Στη δυτική Ουκρανία λ.χ., οι ομάδες των εθνικιστών ανταρτών του Μπαντέρα είχαν την ευκαιρία να εκμεταλλευθούν το ξεκίνημα της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσσα προβαίνοντας σε πολυάριθμα σαμποτάζ που επέτειναν τη σύγχυση και τον πανικό του σοβιετικού στρατού.

Στο οχυρό του Μπρεστ-Λιτόφσκ: Και όμως… όπου υπήρχαν οι στοιχειώδεις έστω προϋποθέσεις, ο Κόκκινος Στρατός προέβαλε αντίσταση έως κι ηρωική. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ήταν αυτό της φρουράς του οχυρού του Μπρεστ-Λιτόφσκ.

Η Πύλη του Χολμ στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ

Η Πύλη του Χολμ στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ

Το Μπρεστ, κάποτε Μπρεστ-Λιτόφσκ, βρίσκεται στη Λευκορωσία στα σύνορα της χώρας με την Πολωνία. Η πόλη αποτελούσε πολωνικό έδαφος μέχρι το 1795, όταν, με τον τρίτο διαμελισμό της Πολωνίας, κατέληξε στη Ρωσία. Για να διασφαλισθεί η άμυνα της πόλης και της περιοχής της από κάθε πιθανό εισβολέα, οι Ρώσοι έχτισαν στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα ένα από τα πιο επιβλητικά φρούρια της εποχής σε ένα νησί που σχηματίζεται ανάμεσα στους ποταμούς Μπουγκ και Μοχαβέτς.

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το φρούριο κατελήφθη από τους Γερμανούς. Από την πόλη του Μπρεστ-Λιτόφσκ έστειλαν οι Γερμανοί ένα από τα πιο προκλητικά τελεσίγραφα στη Ρωσία των Μπολσεβίκων πλέον, στα τέλη του 1917. Στο οχυρό της πόλης υπογράφηκε τον Μάρτιο του 1918, μετά από διαπραγματεύσεις μηνών, η Συνθήκη ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόφσκ η οποία έθετε τέρμα στον πόλεμο μεταξύ Γερμανικής Αυτοκρατορίας και Ρωσίας των Λένιν και Τρότσκι.

Η πόλη αλλάζει χέρια κάμποσες φορές μεταξύ Γερμανών, Ρώσων και Πολωνών στους οποίους και καταλήγει το 1921. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα αποτελέσει το θέατρο σκληρών μαχών δύο φορές. Η πρώτη πολιορκία της πόλης και του οχυρού ανάγεται στον Σεπτέμβριο του 1939, όταν η πολωνική φρουρά του οχυρού υπό τον στρατηγό Κονστάντυ Πλισόφσκι θα προσπαθήσει ανεπιτυχώς να αποκρούσει την επίθεση των γερμανικών δυνάμεων του στρατηγού Χάιντς Γκουντέριαν. Οι Γερμανοί καταλαμβάνουν το φρούριο στις 17/18-9-1939, αλλά 4 ημέρες μετά το παραδίδουν στους Σοβιετικούς σύμφωνα με τους όρους του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ. Σε λιγότερο από δύο χρόνια θα χρειαστεί να το πολιορκήσουν εκ νέου.

Οι Γερμανοί έφτασαν στην πόλη ήδη από την πρώτη ημέρα της εισβολής. Δύο ημέρες μετά, στις 24 Ιουνίου 1941, η πόλη είχε καταληφθεί, όχι όμως και το οχυρό της, όπου αντιστέκεται ηρωϊκά ισχυρή σοβιετική δύναμη. Μέχρι το τέλος του Ιουνίου οι Γερμανοί έχουν καταλάβει το μεγαλύτερο τμήμα του οχυρού. Ωστόσο θα συνεχίσουν να υπάρχουν μεμονωμένα σημεία αντίστασης μέσα στο φρούριο τουλάχιστον έως τις 24 Ιουλίου. Σε κάποιον από εκείνους τους γενναίους υπερασπιστές ανήκει κι η χαραγμένη στον τοίχο θρυλική επιγραφή: «Я умираю, но не сдаюсь! Прощай, Родина! 20.VII.41» («Εγώ πεθαίνω, αλλά δεν παραδίνομαι! Αντίο Πατρίδα! 20 Ιουλίου 1941»). Τον συγκεκριμένο χώρο στον οποίο βρέθηκε η επιγραφή τον υπερασπίζονταν στρατιωτικές μονάδες του Εν Κα Βε Ντε.

Η θρυλική επιγραφή «Πεθαίνω, αλλά δεν παραδίνομαι» στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ, σήμερα στο Μουσείο Ενόπλων Δυνάμεων στη Μόσχα

Η θρυλική επιγραφή «Πεθαίνω, αλλά δεν παραδίνομαι» στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ, σήμερα στο Μουσείο Ενόπλων Δυνάμεων στη Μόσχα

Το σύνολο σχεδόν της φρουράς θυσιάστηκε, εκτός από λίγους βαριά τραυματισμένους τους οποίους αιχμαλώτισαν οι Γερμανοί. Κάποιοι από αυτούς κατόρθωσαν να επιζήσουν στην αιχμαλωσία. Η τραγική ειρωνεία έγκειται στο ότι, μετά την απελευθέρωσή τους το 1945, αντί να τους υποδεχτούν στην πατρίδα ως ήρωες, τους έστειλαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Γκουλάγκ ως ύποπτους συνεργασίας με τον εχθρό.

Β.   Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗΣ

α.   Η σοβιετική ηγεσία παίρνει τον λόγο

Ο πρώτος που απευθύνθηκε στον σοβιετικό λαό μετά τη γερμανική εισβολή ήταν ο ΥπΕξ Μόλοτοφ, το βράδυ της 22ας Ιουνίου. Ο Μόλοτοφ δεν ήταν σπουδαίος ρήτορας κι η κάπως εκνευριστική ένρινη φωνή του δεν βοηθούσε τα πράγματα. Ίσως, όμως, τα κομπιάσματα του λόγου του Μόλοτοφ να ήταν ό,τι πιο κατάλληλο για να φανεί η έκπληξη της σοβιετικής ηγεσίας. Ο Μόλοτοφ στάθηκε στον απρόκλητο και άδικο χαρακτήρα της εισβολής, προσπάθησε να φανεί πατριωτικός, αλλά οι λέξεις κι ο τόνος του πρόδιναν πικρία, ταπείνωση και κάποια αμηχανία. Ίσα που κατάφερε να ψελλίσει ότι «ο αγώνας μας είναι δίκαιος, θα νικήσουμε».

Πολύ πιο ενδιαφέρων και γλαφυρός υπήρξε ο λόγος που εκφώνησε λίγο αργότερα ο Βρετανός πρωθυπουργός Γουίνστον Τσέρτσιλλ:

«Κανείς δεν υπήρξε σταθερότερος πολέμιος του κομμουνισμού κατά τη διάρκεια των τελευταίων 25 ετών απ’ ό,τι εγώ. Δεν πρόκειται να απαρνηθώ τίποτε από όσα έχω πει επί του θέματος αυτού. Όμως…
Βλέπω τους Ρώσους στρατιώτες πάνω στη γενέθλια γη τους. Τους βλέπω να υπερασπίζουν τις εστίες τους, εκεί που οι μάνες και οι γυναίκες τους προσεύχονται (ω, ναι, υπάρχουν στιγμές που όλοι προσεύχονται) για τη σωτηρία των αγαπημένων τους. Βλέπω χιλιάδες ρώσικα χωριά όπου οι άνθρωποι μοχθούν σκληρά καλλιεργώντας τη γη για να επιβιώσουν, εκεί, όμως, όπου υπάρχουν οι πρωταρχικές χαρές της ανθρώπινης ζωής, εκεί όπου παίζουν κοπέλες και παιδιά. Και βλέπω να εφορμά ενάντια σε αυτούς τους ανθρώπους η τρομακτική πολεμική μηχανή των ναζί. Βλέπω τον ανόητο Ούνο, υπάκουο και βίαιο ρομπότ, να ορμά σαν τις ακρίδες

Ο λόγος του Βρετανού πρωθυπουργού ήταν υπόσχεση άμεσης συμμαχίας. Ήταν πιθανώς το πρώτο ενθαρρυντικό μήνυμα που λάμβανε η σοβιετική ηγεσία την αποφράδα εκείνη 22α Ιουνίου.

Κι έπειτα, αφού πέρασαν δώδεκα ολόκληρες δραματικές ημέρες, ο Στάλιν μίλησε. Ο λόγος του μεγάλου αρχηγού άρχιζε απροσδόκητα:

Στάλιν, 3 Ιουλίου 1941

Στάλιν, 3 Ιουλίου 1941

«Σύντροφοι, πολίτες, αδερφοί κι αδερφές μου, μαχητές του στρατού και του ναυτικού μας! Απευθύνομαι σε σας, φίλοι μου

Ο Στάλιν δεν προσπάθησε να εξωραΐσει την κατάσταση. Την περιέγραψε με ακρίβεια και, παρά τον δραματικό χαρακτήρα της με ψυχραιμία. Δικαιολόγησε το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ ως μοναδικό τρόπο για διασφάλιση της ειρήνης. Έπειτα, εξέθεσε ένα πραγματικό πρόγραμμα πολέμου, ενός πολέμου ολοκληρωτικού που θα απαιτούσε τη συστράτευση όλων των δυνάμεων της σοβιετικής κοινωνίας και, δίχως αμφιβολία, μεγάλες θυσίες. Μαζική επιστράτευση, συγκρότηση ομάδων πολιτοφυλακής, οργάνωση πολιτικής άμυνας, χρήση όλων των παραγωγικών δομών στην υπηρεσία της πολεμικής προσπάθειας, διαταγή περί «καμμένης γης» ώστε ο εισβολέας να μη βρίσκει τίποτε, ανταρτοπόλεμος στα κατεχόμενα από τον εχθρό εδάφη. Τέλος εξέφρασε ευγνωμοσύνη προς τον Τσέρτσιλλ και τη Βρετανία, καθώς και στην κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Η καλύτερη περιγραφή της αίσθησης που προκάλεσε στον σοβιετικό λαό το διάγγελμα του Στάλιν περιέχεται στο μυθιστόρημα του Σίμονοφ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί»:

Κ. Μ. Σίμονοφ

Κ. Μ. Σίμονοφ

«Ο Στάλιν μιλούσε αργά, βαριά, με έντονη γεωργιανή προφορά. Κάποια στιγμή, στη μέση του λόγου του, τον ακούσαμε, μετά τον ήχο του κρυστάλλου ενός ποτηριού, να πίνει νερό. Μιλούσε χαμηλόφωνα και θα μπορούσε να φαίνεται απολύτως ήρεμος αν δεν ήταν η βαριά, λαχανιασμένη ανάσα κι ο ήχος του νερού που έπινε.

Μολονότι, όμως, ήταν συγκινημένος, ο τόνος του εξακολουθούσε να είναι σταθερός, η σιγανή φωνή του ηχούσε δίχως διακυμάνσεις, δίχως ερωτηματικά… Κι από την αντίθεση μεταξύ αυτού του σταθερού λόγου και του τραγικού χαρακτήρα της κατάστασης την οποία εξέθετε, διαφαινόταν μια δύναμη, μια δύναμη που δεν ξάφνιαζε. Από τον Στάλιν θα το περίμενε κανείς.

Τον Στάλιν μπορούσε να τον συμπαθεί κάποιος με διάφορους τρόπους: απεριόριστα ή με επιφυλάξεις, με θαυμασμό και ορισμένο φόβο. Ορισμένοι, μάλιστα, δεν τον συμπαθούσαν καν. Κανείς, όμως, δεν αμφέβαλλε για το θάρρος και τη σιδερένια του θέληση. Ακριβώς αυτές οι ικανότητες έμοιαζαν τώρα οι πλέον απαραίτητες για τον άνθρωπο που ηγείται μιας εμπόλεμης χώρας.

Ο Στάλιν δεν χαρακτήριζε την κατάσταση ως τραγική. Ήταν δύσκολο να τον φανταστείς να προφέρει αυτή τη λέξη. Εκείνα, όμως, για τα οποία μιλούσε – η μαζική επιστράτευση, τα κατεχόμενα εδάφη, ο ανταρτοπόλεμος – σήμαιναν το τέλος των ψευδαισθήσεων. Είχαμε υποχωρήσει σχεδόν παντού και μάλιστα κατά πολύ. Η αλήθεια ήταν πικρή, αλλά κάποιος την έλεγε επιτέλους, και μαζί με την αλήθεια νιώθαμε τη γη πιο στέρεη κάτω από τα πόδια μας.

Ο Στάλιν περιέγραφε το δυστυχές ξεκίνημα αυτού του γιγάντιου και τρομερού πολέμου δίχως να αλλάξει το συνηθισμένο λεξιλόγιό του, μιλούσε για τις μεγάλες δυσκολίες που έπρεπε να ξεπεράσουμε το ταχύτερο δυνατό και σε όλα αυτά δεν διαισθανόσουν την αδυναμία, αλλά τη δύναμη.

Αυτά τουλάχιστον σκεφτόταν ο Σιντσόφ ξαπλωμένος, ενώ βογγούσε ο ετοιμοθάνατος διπλανός του, και δεν σταματούσε να αναθυμάται κάθε λεπτομέρεια του λόγου του Στάλιν και το κάλεσμά του που συγκινούσε κατευθείαν τις καρδιές: “Φίλοι μου!”, λέξεις που ολόκληρο το νοσοκομείο τις επαναλάμβανε εκείνη την ημέρα.

“Φίλοι μου…”, μουρμούριζε ο Σιντσόφ και ξαφνικά κατάλαβε πως απ’ οτιδήποτε σπουδαίο, ακόμη και τεράστιο, είχε πετύχει ο Στάλιν έλειπαν πάντα αυτές οι λέξεις που ακούστηκαν σήμερα: “Αδερφοί κι αδερφές μου! Φίλοι μου!”. Ή μάλλον έλειπε το αίσθημα που έκρυβαν τούτες οι λέξεις. Να ήταν άραγε μοναχά η τραγωδία ενός πολέμου που γέννησε τις λέξεις αυτές, το αίσθημα αυτό;

Το ουσιώδες, αυτό που έμενε στην ψυχή μετά το διάγγελμα του Στάλιν, ήταν η πελώρια προσδοκία μιας αλλαγής: ότι όλα θα πήγαιναν καλύτερα…»

β.   Η πρώτη αναχαίτιση του γερμανικού Blitzkrieg: Σμολένσκ

Το πρόγραμμα πολέμου που είχε εξαγγείλει στις 3 Ιουλίου ο Στάλιν άρχισε σταδιακά να τίθεται σε εφαρμογή. Η στρατιωτική διοίκηση χωρίστηκε σε τρεις «άξονες»: ΒΔ με επικεφαλής τον στρατάρχη Βοροσίλοφ (και πολιτικό επίτροπο τον Ζντάνοφ), Δ με επικεφαλής τον στρατάρχη Τιμοσένκο (π.επ. Μπουλγκάνιν) και ΝΔ υπό τον στρατάρχη Μπουντιόννι (π.επ. Χρουστσόφ). Στις 16 Ιουλίου επανήλθε στο στράτευμα ο θεσμός της διπλής διοίκησης: δίπλα σε κάθε αξιωματικό, διοίκηση ασκούσε και ο κομμισσάριος του κόμματος (σε επίπεδο λόχου: πολιτικός καθοδηγητής/ политический руководитель). Σχεδόν ταυτόχρονα ξεκινούσε η τεράστια προσπάθεια μετεγκατάστασης των βιομηχανικών μονάδων από τη Δύση στα Ουράλια, τον Βόλγα και την Κεντρική Ασία.

Την ίδια μέρα, οι εμπροσθοφυλακές των στρατευμάτων του φον Μποκ συνάντησαν απροσδόκητα σκληρή αντίσταση ενώ πλησίαζαν στο Σμολένσκ. Η σοβιετική διοίκηση είχε αποφασίσει να δώσει απόλυτη προτεραιότητα στον άξονα Σμολένσκ-Μόσχας παρατάσσοντας ό,τι καλύτερο διέθετε σε στράτευμα και οπλισμό. Στο Σμολένσκ, επίσης, ο ΚΣ εμφάνισε για πρώτη φορά κι ένα όπλο σχεδόν μυθικό: τους πολλαπλούς εκτοξευτήρες πυραύλων που έμειναν στην Ιστορία με το προσωνύμιο «Κατιούσα». Πολύ πιο εξελιγμένοι και αποτελεσματικοί από τους αντίστοιχους γερμανικούς, σκόρπιζαν τον τρόμο στις τάξεις της Βέρμαχτ. Οι Γερμανοί στρατιώτες έκαναν λόγο για «αρμόνιο του Στάλιν»!

"Κατυούσα"

«Κατυούσα»

Τυπικά η Μάχη του Σμολένσκ είναι σοβιετική ήττα, μια και η πόλη έπεσε. Στην πραγματικότητα αποτελεί κομβικό σημείο του πολέμου, δεδομένου ότι η αντίσταση του Κόκκινου Στρατού καθυστέρησε δραματικά τη γερμανική προέλαση. Μέχρι τον Αύγουστο οι δυνάμεις της Βέρμαχτ δεν είχαν κατορθώσει να διασπάσουν τη σοβιετική άμυνα στη γραμμή Γιάρτσεβο-Γέλνιγια-Ντέσνα, κάπου 30 χλμ. ανατολικά του Σμολένσκ. Ίσως αυτή η καθυστέρηση να ήταν το γεγονός που απέτρεψε την πραγματοποίηση του μαξιμαλιστικού σχεδίου του Χίτλερ για προέλαση μέχρι τα Ουράλια!

Η αξία αυτής της σχετικής επιτυχίας που κόστισε αρκετές απώλειες επρόκειτο να αποδειχθεί πολύ αργότερα. Προς το παρόν, νέες μεγάλες συμφορές περίμεναν τη Σοβιετική Ένωση.

[Πρόκειται, εκ νέου, για το κείμενο ομιλίας του Ρογήρου στο πλαίσιο εκδήλωσης που οργάνωσε, στις 19 Ιουνίου 2015, η Ελληνική Κοινότητα Λουξεμβούργου. Για να μη διαταράξω τη ροή του κειμένου, προτίμησα να μην παραθέσω διαδικτυακούς συνδέσμους (ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να αναζητήσει ευχερώς πληροφορίες για πρόσωπα και γεγονότα στις διάφορες γλωσσικές εκδόσεις της Βικιπαίδειας) ούτε και πλήρεις παραπομπές. Το βασικό βοήθημα (που οδήγησε στη διαμόρφωση της δομής του κειμένου και αποτέλεσε την πηγή των περισσότερων από τα πρωτότυπα κείμενα που παρατίθενται) είναι το συγκλονιστικό έργο του Alexander Werth (Александр Верт) «Η Ρωσία σε πόλεμο». Πολλά στοιχεία αντλήθηκαν και από τα βιβλία και άρθρα των Ζαν Λοπέζ, Ντ, Γκλάντς, Μπορίς Λωράντ και Άντονυ Μπήβορ. Στο τέλος της σειράς των αναρτήσεων θα παρατεθεί ενδεικτική βιβλιογραφία. Τέλος, αποκλίνοντας από τη συνήθη τακτική μου, επέλεξα να μεταγράψω τα ρωσικά ονόματα συμβατικά, με βάση τη γραφή και όχι την προφορά, διορθώνοντας μόνο τα σφάλματα τονισμού: π.χ. Μόλοτοφ (και όχι Μολότοφ, κατά τη συνήθη ελληνική μεταγραφή, ή Μόλαταφ, κατά τη ρωσική προφορά). Έχω την εντύπωση ότι κάτι τέτοιο θα προκαλέσει μικρότερη σύγχυση στους αναγνώστες.]

Φόνος στον καθεδρικό

Μαΐου 9, 2013
Η δολοφονία του Μπέκετ (αγγλική μικρογραφία του 13ου αι., Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο)

Η δολοφονία του Μπέκετ (αγγλική μικρογραφία του 13ου αι., Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο)

«(Ερρίκος Β΄) – Αν, όμως, ο προκαθήμενος είναι δικός μου άνθρωπος; Αν ο αρχιεπίσκοπος της Καντερβουρίας είναι υποστηρικτής του βασιλιά, πώς μπορεί να μ’ ενοχλήσει η εξουσία του;

(Θωμάς Μπέκετ) – Σωστό αυτό, ηγεμόνα μου, ξεχνάτε, όμως, ότι η εκλογή είναι ελεύθερη.

(Ε) – Όχι! Εσύ ξεχνάς το βασιλικό προνόμιο! Ξέρεις για τι πρόκειται; Όταν ο υποψήφιος δεν είναι αρεστός στον θρόνο, ο βασιλιάς στέλνει τον αρχιδικαστή του στη σύνοδο των επισκόπων… και τον τελευταίο λόγο τον έχει ο βασιλιάς. Κι αυτό έθιμο είναι, μόνο, που στην προκειμένη περίπτωση τουλάχιστον, είναι ευνοϊκό για τα συμφέροντά μου! Εδώ κι εκατό χρόνια η σύνοδος των επισκόπων δεν έχει εκλέξει ενάντια στη βούληση του βασιλιά… Θα πας στην Αγγλία.

(Μπ) – Στις διαταγές σας, ηγεμόνα μου.

(Ε) – Μαντεύεις ποια θα είναι η αποστολή σου;

(Μπ) – Όχι, ηγεμόνα μου.

(Ε) – Θα μεταφέρεις επιστολές μου σε κάθε επίσκοπο προσωπικά. Και ξέρεις τι θα γράφουν αυτές οι επιστολές, Θωμά μου, αδερφούλη μου; Τη βασιλική μου βούληση να εκλεγείς αρχιεπίσκοπος.

(Μπ) – Θα αστειεύεστε, ηγεμόνα μου… Δεν είμαι καν ιερέας, άρχοντά μου.

(Ε) – Είσαι ήδη διάκονος. Προφταίνεις. Μπορείς να δώσεις τους τελευταίους όρκους αύριο και να χειροτονηθείς σ’ ένα μήνα.

(Μπ) – Σκεφτήκατε, όμως, τι θα πει ο πάπας;

(Ε) – Θα πληρώσω!

(Μπ) – Ηγεμόνα μου, καταλαβαίνω πια ότι δεν αστειεύεστε… Μην το κάνετε!

(Ε) – Γιατί;

(Μπ) – Με τρομάζει η ιδέα.

(Ε) – Σε διατάζω, Μπέκετ!

(Μπ) – Αν γίνω αρχιεπίσκοπος δεν θα μπορώ πλέον να είμαι φίλος σας». (Ζαν Ανούιγ «Μπέκετ ή Η Τιμή του Θεού», 1959, επανέκδ. Gallimard, σειρά «Folio», Παρίσι 2010, σελ. 115 επ.)

 

"Το Μαρτύριο του Αγίου Θωμά Μπέκετ", Αγγλία, περ. 1250 (Walters Art Gallery, Βαλτιμόρη)

«Το Μαρτύριο του Αγίου Θωμά Μπέκετ», Αγγλία, περ. 1250 (Walters Art Gallery, Βαλτιμόρη)

Κάντερμπρυ, Αγγλία. Απομεσήμερο της 29ης Δεκεμβρίου 1170. Τέσσερις ιππότες εμφανίζονται στην είσοδο του αρχιεπισκοπικού μεγάρου. Ζητούν να δουν τον αρχιεπίσκοπο Θωμά Μπέκετ που πρόσφατα μόλις έχει επιστρέψει μετά από χρόνια εξορίας στη Γαλλία. Η συνάντηση δεν είναι φιλική. Απαιτούν από τον Μπέκετ να άρει τον αφορισμό των επισκόπων που, μετά από αίτημα του βασιλιά που θέλει να προετοιμάσει τη διαδοχή του και με τη σύμφωνη γνώμη του πάπα, ανακήρυξαν συμβασιλέα τον Ερρίκο τον Νεότερο. Ο αρχιεπίσκοπος αρνείται κατηγορηματικά. Οι ιππότες τον αποκαλούν προδότη, εκείνος τους εγκαλεί στην τάξη, θυμίζοντάς τους ότι του οφείλουν υποτέλεια. Λίγες ώρες μετά οι ιππότες επιστρέφουν. Μπαίνουν οπλισμένοι στον καθεδρικό όπου βρίσκεται ο αρχιεπίσκοπος για τον εσπερινό. Εκείνοι επαναλαμβάνουν την απαίτησή τους, αυτός αρνείται εκ νέου. Χυμούν πάνω του και τον χτυπούν με μανία με τα σπαθιά και τα τσεκούρια τους. Ο αρχιεπίσκοπος σωριάζεται νεκρός…

Ι.   Οι πρωταγωνιστές του δράματος

Α.   Ο βασιλιάς Ερρίκος Β΄

Ερρίκος Β΄

Ερρίκος Β΄

Βασιλεύς της Αγγλίας, Δουξ της Νορμανδίας, Δουξ της Ακυιτανίας και του Πουατού, κόμης του Ανζού και του Μαιν, άρχων της Βρετάνης, της Ιρλανδίας και της Ουαλίας, ο πρώτος από τους Πλανταγενέτες μονάρχες είναι ένας ηγεμόνας που θωρεί το κρατικό συμφέρον σημαντικότερο από οτιδήποτε, ακόμη κι από τους όποιους δεσμούς αίματος και φιλίας. Απολύτως λογικό για κάποιον που από τότε που ήταν μικρό παιδί ενσάρκωνε όλες τις ελπίδες και τις προσδοκίες του περιβάλλοντός του. Γιος του Γοδεφρείδου του επονομαζόμενου και Πλανταγενέτη, κόμη του Ανζού και του Μαιν, και της Ματθίλδης της Αυτοκράτειρας (προσωνύμιο που έλαβε ως χήρα του Γερμανού αυτοκράτορα Ερρίκου Ε΄), κόρης του Νορμανδού βασιλιά της Αγγλίας Ερρίκου Α΄ και νόμιμης κληρονόμου του (ο μοναχογιός και διάδοχός του είχε πνιγεί σε ναυάγιο), οφείλει να αποκαταστήσει τη δυναστική νομιμότητα πέρα από τη Μάγχη και να διασφαλίσει τη μητρική και την πατρική κληρονομιά. Ο Ερρίκος Α΄ πέθανε το 1135, όταν ο εγγονός του ήταν μόλις δύο ετών, αλλά αντί να τον διαδεχθεί η κόρη με τον συζύγό της, κατέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία ο Στέφανος της Μπλουά, ανεψιός του Νορμανδού μονάρχη. Επρόκειτο να ακολουθήσουν είκοσι σχεδόν χρόνια εμφυλίου πολέμου.  Θα χρειαστεί να φτάσουμε στα 1153 για να βρούμε τον Στέφανο, πολιτικά απομονωμένο κι έχοντας χάσει τον πρωτότοκο γιο του, τον Ευστάθιο, αναγκασμένο να συνάψει τη Συνθήκη του Γουώλλινγκφορντ, με την οποία αναγνώριζε ως διάδοχό του τον νεαρό Ερρίκο.

Ο Ερρίκος, βέβαια, είχε αναλάβει τις ευθύνες του πολύ νωρίτερα. Ήταν μόλις 14 ετών όταν ηγήθηκε για πρώτη φορά στρατιωτικής εκστρατείας, το 1147 στην Αγγλία. Και τον Μάιο του 1152 θα βιαστεί να νυμφευθεί την Αλιενόρ (Ελεονόρα) της Ακυιτανίας (με την οποία έχουμε ασχοληθεί και στο παρελθόν), κληρονόμο εδαφών που αντιστοιχούσαν στο ένα τέταρτο της σύγχρονης γαλλικής επικράτειας, μόλις οχτώ εβδομάδες μετά την ακύρωση του γάμου της με τον Λουδοβίκο Ζ΄ της Γαλλίας. Η συμβίωσή του με μια γυναίκα με τόσο ισχυρή προσωπικότητα ξεκίνησε, παραδόξως, αρμονικά. Από την ένωση αυτή γεννήθηκαν πέντε γιοι (ο Γουλιέλμος, που πέθανε μόλις τριών ετών νήπιο, ο Ερρίκος ο Νεότερος, Ο Ριχάρδος, ο Γοδεφρείδος κι ο Ιωάννης) και τρεις κόρες (Ματθίλδη, Αλιενόρ και Ιωάννα). Επρόκειτο, βέβαια, να ακολουθήσουν αρκετές σκοτούρες. Ας μην προτρέχουμε, όμως…

Άγαλμα του Ερρίκου Β΄ στον καθεδρικό του Κάντερμπρυ

Άγαλμα του Ερρίκου Β΄ στον καθεδρικό του Κάντερμπρυ

Το 1154 πέθανε ο Στέφανος της Μπλουά κι ο Ερρίκος στέφθηκε βασιλιάς της Αγγλίας. Βασικό μέλημα ήταν να εδραιώσει την εξουσία του σε όλη την επικράτειά του. Πραγματική αυτοκρατορία για τα δεδομένα του δυτικού Μεσαίωνα ενείχε ένα παράδοξο: κυρίαρχος μονάρχης στην Αγγλία, ο Ερρίκος ήταν υποτελής του Γάλλου βασιλιά όσον αφορά τις ηπειρωτικές του κτήσεις. Σχέση περίπλοκη με λεπτές ισορροπίες όπου η συμμαχία (ο Λουδοβίκος είχε υποστηρίξει τον Ερρίκο στον εμφύλιο με τον Στέφανο της Μπλουά) εναλλασσόταν με τον ανταγωνισμό. Εάν η εξίσωση των σχέσεών του με τους Καπετίδες ήταν εξ ορισμού δυσεπίλυτη, κατά τα λοιπά ο Ερρίκος κατέβαλλε διαρκείς αλλά λελογισμένες προσπάθειες να αυξήσει τα εδάφη του με πολιτικά και στρατιωτικά μέσα: οι στόχοι του ήταν είτε οι περιοχές των οποίων ήταν τυπικά επικυρίαρχος, χωρίς να ασκεί ουσιαστικά την εξουσία (Βρετάνη, Ουαλία, Ιρλανδία), είτε αυτές για τις οποίες μπορούσε να προβάλει διεκδικήσεις η σύζυγός του (όπως ήταν η κομητεία της Τουλούζης). Οι προσπάθειες αυτές έχουν σχετική μόνο επιτυχία (στη δε περίπτωση της Τουλούζης η αποτυχία του Ανδεγαυού υπήρξε μάλλον παταγώδης). Ο επεκτατισμός αυτός, όμως, κρατά τουλάχιστον απασχολημένους υποτελείς και γείτονες, οι οποίοι αδυνατούν να απειλήσουν την εδαφική ακεραιότητα του κράτους του Πλανταγενέτη.

Στο εσωτερικό του κράτους του, οι επιδόσεις του Ερρίκου σε ζητήματα οργάνωσης της διοίκησης είναι αξιόλογες. Το έργο του διευκολύνεται βεβαίως από τους εξελιγμένους, για τα δεδομένα της εποχής, θεσμούς που κληρονομεί από τους προηγούμενους Νορμανδούς μονάρχες, ειδικά σε ό,τι αφορά τους φορολογικούς μηχανισμούς. Με έντονα γραφειοκρατικό χαρακτήρα, η διοίκηση του κράτους του Πλανταγενέτη είναι ιδιαιτέρως αποδοτική. Η βασιλική καγκελαρία εκδίδει πενταπλάσιο αριθμό διοικητικών πράξεων απ’ ό,τι η αντίστοιχη του Γάλλου μονάρχη Λουδοβίκου Ζ΄. Το πιο φιλόδοξο, όμως, σχέδιο του Ερρίκου έχει νομικό χαρακτήρα κι αφορά την ενοποίηση του ισχύοντος δικαίου στο σύνολο της ανομοιογενούς κι από την άποψη αυτή επικράτειάς του. Λέγεται ότι πριν πεθάνει ο πατέρας του Ερρίκου, ο κόμης Γοδεφρείδος, τον συμβούλεψε να μην επιχειρήσει ποτέ να επιβάλει το δίκαιο και τα έθιμα μιας ηγεμονίας του σε κάποιαν άλλη. Ο Ερρίκος αγνόησε επιδεικτικά τη συμβουλή αυτή. Αντιθέτως, σκοπός του ήταν να θεσπίσει ένα δίκαιο κοινό για όλους τους υπηκόους του, παραμερίζοντας το εκκλησιαστικό και το φεουδαλικό των κατά τόπους αρχόντων. Η δημιουργία του common law οφείλεται στον Ερρίκο Β΄! Το κοινό δίκαιο συνεπαγόταν φυσικά και την ύπαρξη ενός και μόνο φορέα απονομής της δικαιοσύνης, που δεν ήταν άλλος από τον ίδιο τον βασιλιά.

Ο τάφος του Ερρίκου Β΄ και της Αλιενόρ της Ακυιτανίας στην εκκλησία του αβαείου του Φοντεβρώ (Ανζού, Γαλλία)

Ο τάφος του Ερρίκου Β΄ και της Αλιενόρ της Ακυιτανίας στην εκκλησία του αβαείου του Φοντεβρώ (Ανζού, Γαλλία)

Τα τελευταία 16 χρόνια της βασιλείας του Ερρίκου (1173-1189) είναι εποχή πόνου, πίκρας και πολιτικού χάους, που οφείλεται στην ίδια την οικογένειά του! Το στερεότυπο, που ανταποκρίνεται εν μέρει στην πραγματικότητα, λέει ότι τα παιδιά ακολουθούν το παράδειγμα που τους δίνουν οι γονείς τους τις στιγμές εκείνες που δεν ενδιαφέρονται να τα διδάξουν και να τα εκπαιδεύσουν. Μεγαλώνοντας μ΄ έναν πατέρα που ανατράφηκε με την υποχρέωση να κατακτήσει το βασίλειό του και έζησε με την έμμονη ιδέα της διασφάλισης της ενότητάς του με κάθε τίμημα, οι γιοι του Ερρίκου κατέληξαν νεαρά λιοντάρια διψασμένα για εξουσία: στην καλύτερη περίπτωση περιμένουν ανυπόμονα να τους αδειάσει τη γωνιά το γέρικο λιοντάρι, στη χειρότερη προσπαθούν να το βγάλουν από τη μέση με κάθε μέσο. Ο Πλανταγενέτης βρίσκεται αντιμέτωπος με επαναλαμβανόμενες εξεγέρσεις των γιων του κι αναγκάζεται να τους πολεμήσει. Οι σχέσεις του με την Αλιενόρ επιδεινώνονται και φτάνουν γρήγορα στο σημείο μηδέν. Ήδη είχαν συγκρουστεί για το θέμα της διαδοχής (ο Ερρίκος προτιμούσε τον συνονόματο γιο του, η Αλιενόρ τον Ριχάρδο). Μετά την πρώτη στάση των γιων του, ο Ερρίκος θεώρησε την Αλιενόρ υποκινήτρια και την υποχρέωσε σε κατ’ οίκον περιορισμό, στο Σινόν και το Σώλσμπρυ. Ποτέ δεν τη συγχώρησε (η Αλιενόρ παρέμεινε «φυλακισμένη» μέχρι τον θάνατο του συζύγου της). Πέθανε αποξενωμένος από την οικογένειά του, εν μέσω εμφύλιας σύγκρουσης. Άδοξο τέλος για έναν αξιόλογο μονάρχη. Κι, όμως, αυτό που αμαύρωσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την υστεροφημία του ήταν το τέλος της ταραχώδους σχέσης του με τον αρχιεπίσκοπο Θωμά Μπέκετ.

Β.   Ο αρχιεπίσκοπος Θωμάς Μπέκετ

Ο Θωμάς Μπέκετ γεννήθηκε την 21η Δεκεμβρίου του 1120 (ή, σύμφωνα με μιαν άλλη εκδοχή, του 1118) στο Τσηπσάιντ του Λονδίνου. Είναι Νορμανδός στην καταγωγή (για αυτό και θα ήταν ορθότερο να κάνουμε λόγο για τον Τομά Μπεκέ, τόσοι αιώνες αγγλικής παράδοσης, όμως, μας υποχρεώνουν σε παροξύτονες λύσεις). Ο πατέρας του, ο Γιλβέρτος Μπεκέ, κατάγεται από την περιοχή της Ρουάν, πιθανώς από την Τιερβίλλ, η μητέρα του, η Ματθίλδη, από την Καν. Το 1106 ο Γιλβέρτος Μπεκέ εγκατέλειψε την πατρίδα του κι εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο. Ασχολήθηκε με το εμπόριο υφασμάτων κι απέκτησε σημαντική περιουσία κι ισχυρούς φίλους. Είναι πιθανό την εποχή που γεννήθηκε ο Θωμάς ο πατέρας του να ζούσε από τα εισοδήματά του, χωρίς να απαιτείται να ασκεί ο ίδιος προσωπικά εμπορικές δραστηριότητες. Για κάποιο χρονικό διάστημα, μάλιστα, ο Γιλβέρτος είχε κατορθώσει να διοριστεί από τον βασιλιά σερίφης του Λονδίνου, δηλαδή αξιωματούχος με στρατιωτικές, δικαστικές και φορολογικές αρμοδιότητες στην περιοχή δικαιοδοσίας του.

Θωμάς Μπέκετ, υαλογράφημα, Καθεδρικός του Κάντερμπρυ

Θωμάς Μπέκετ, υαλογράφημα, Καθεδρικός του Κάντερμπρυ

Ο Θωμάς έτυχε εξαιρετικής εκπαίδευσης σε εκκλησιαστικά και λαϊκά ιδρύματα, στο Σάρρεϋ και στο Λονδίνο. Το 1138 σπούδασε για ένα χρόνο στο Παρίσι. Δεν φαίνεται, ωστόσο, να ολοκλήρωσε τον κύκλο σπουδών του. Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες του πατέρα του δεν πήγαιναν πλέον καλά κι οι οικονομικές δυσχέρειες υποχρέωσαν τον Θωμά να επιστρέψει στην Αγγλία και να εργαστεί για τρία χρόνια ως κατώτερος υπάλληλος του δήμου Λονδίνου. Εκείνη την εποχή οι γονείς του (ή οικογενειακοί φίλοι) θα πρέπει να τον γνώρισαν στον Θεοβάλδο του Μπεκ, αρχιεπίσκοπο Καντερβουρίας, ο οποίος καταγόταν επίσης από την περιοχή της Τιερβίλλ. Ο Θεοβάλδος κατάλαβε πολύ γρήγορα ότι επρόκειτο για έναν ιδιαιτέρως ικανό νέο. Με την οικονομική ενίσχυση του αρχιεπισκόπου ο Θωμάς σπούδασε για ένα έτος στη φημισμένη νομική σχολή του Πανεπιστημίου της Μπολόνιας. Επιστρέφοντας στην Αγγλία ήταν πλέον ένας πολλά υποσχόμενος νέος με λαμπρές σπουδές κι εξαιρετικές ικανότητες, προορισμένος να καταλάβει ανώτερες θέσεις στον διοικητικό μηχανισμό του κράτους ή της Εκκλησίας και, γιατί όχι, εκκλησιαστικά αξιώματα. Ως συνεργάτης του Θεοβάλδου, ανέλαβε διάφορες αποστολές, μεταξύ των οποίων και στην ίδια τη Ρώμη, όπου γνώρισε τον πάπα Ευγένιο Γ΄. Το 1154, ο αρχιεπίσκοπος τον ονόμασε αρχιδιάκονο Καντερβουρίας. Κι όταν την ίδια χρονιά ο βασιλιάς Ερρίκος αναζήτησε πρόσωπο ικανό να καταλάβει το αξίωμα του καγκελάριου, ο Θεοβάλδος του μίλησε για τον Θωμά. Ο μονάρχης ακολούθησε την αρχιεπισκοπική συμβουλή

ΙΙ.   Η ταραχώδης σχέση Ερρίκου Β΄ και Θωμά Μπέκετ

Α.   Βασιλικός καγκελάριος, πιστός υπηρέτης και αγαπημένος φίλος

Η μεγάλη σφραγίδα του Ερρίκου Β΄

Η μεγάλη σφραγίδα του Ερρίκου Β΄

Η ανέλιξη του Μπέκετ είναι από κάθε άποψη εντυπωσιακή. Ως βασιλικός καγκελάριος κατέχει το ανώτερο διοικητικό αξίωμα στην αυτοκρατορία. Βασιλικές αποφάσεις, διατάγματα και νόμοι, επικοινωνία με τις διοικητικές αρχές, βασιλική αλληλογραφία και διπλωματικές σχέσεις, όλα περνούν από τα χέρια του. Συνοδεύει τον Ερρίκο στις περιοδείες του, τόσο στην Αγγλία όσο και στη Νορμανδία και τις υπόλοιπες κτήσεις του σε γαλλικό έδαφος, αλλά και στις στρατιωτικές εκστρατείες του. Αναλαμβάνει δύσκολες διπλωματικές αποστολές (το 1158 διαπραγματεύεται τον γάμο του πρίγκπα Ερρίκου του Νεότερου με τη Μαργαρίτα, την κόρη του Γάλλου βασιλιά) και, περιστασιακά, μετατρέπεται ακόμη και σε στρατηγό (το 1159 ηγείται της εκστρατείας κατά της κομητείας της Τουλούζης). Για τον Ερρίκο είναι ο ικανότερος και ο πλέον έμπιστος συνεργάτης. Η εκτίμηση εξελίσσεται σε στενή φιλία. Δεν είναι τυχαίο ότι ο βασιλιάς εμπιστεύτηκε την ανατροφή του μεγαλύτερου γιου του στον Μπέκετ. Ακολουθώντας το έθιμο των ευγενών της εποχής, ο Ερρίκος ο Νεότερος έζησε για ένα χρονικό διάστημα στο σπίτι του μετέπειτα αρχιεπισκόπου. Λέγεται ότι ο νεαρός εκμυστηρεύθηκε αργότερα πως σε μία μόνο μέρα ο Μπέκετ του είχε δώσει περισσότερη πατρική στοργή απ’ ό,τι ο πραγματικός πατέρας του σε μια ολόκληρη ζωή!

Ο μονάρχης είναι πεπεισμένος ότι ο Θωμάς είναι το κατάλληλο πρόσωπο για να υλοποιήσει το πιο φιλόδοξο σχέδιο. Η διοικητική και δικαστική αυτονομία της Εκκλησίας της Αγγλίας, η υπαγωγή της απευθείας στην παπική εξουσία κι όχι στη βασιλική ενοχλούν τον Ερρίκο. Για να ελέγξει πραγματικά την Εκκλησία, ο βασιλιάς πρέπει να επιβάλει ως προκαθήμενό της έναν δικό του άνθρωπο. Ο Μπέκετ είναι ιδανικός υποψήφιος για αυτόν τον ρόλο. Η ευκαιρία παρουσιάζεται με τον θάνατο του Θεοβάλδου του Μπεκ, τον Απρίλιο του 1161. Μόνο που το εγχείρημα δεν είναι καθόλου εύκολο. Στην εκλογή του αρχιεπισκόπου συμμετέχουν οι μοναχοί της τοπικής μονής της «Εκκλησίας του Χριστού» (οι οποίοι έχουν την ευθύνη του καθεδρικού) και οι επίσκοποι της αρχιεπισκοπικής περιφέρειας Καντερβουρίας. Επιρροή μπορούν να ασκήσουν και οι υπόλοιποι επίσκοποι του νησιού και ιδίως οι σημαντικότεροι από αυτούς (ανάμεσά τους και ο έτερος αρχιεπίσκοπος, αυτός της Υόρκης). Από όλους αυτούς κανείς δεν θα πρέπει να είχε σκεφτεί την υποψηφιότητα του Μπέκετ κι οπωσδήποτε δεν θα επιθυμούσε να εκλέξει έναν άνθρωπο του βασιλιά. Έπειτα, η παράδοση θέλει τον αρχιεπίσκοπο Καντερβουρίας να είναι μοναχός. Από νομική άποψη, τέλος, βάσει του κονκορδάτου του Λονδίνου που είχαν συνάψει ο Ερρίκος Α΄ και ο πάπας Πασχάλης Β΄ το 1107, ο βασιλιάς δεν έχει το δικαίωμα να προτείνει υποψήφιο.

Ερρίκος (Π. Ο'Τουλ) και Μπέκετ (Ρ. Μπέρτον), από το φιλμ του Π. Γκλένβιλλ (1964)

Ερρίκος (Π. Ο’Τουλ) και Μπέκετ (Ρ. Μπέρτον), από το φιλμ του Π. Γκλένβιλλ (1964)

Όλα αυτά στο προσκήνιο, βέβαια. Γιατί στο παρασκήνιο ο βασιλιάς μπορεί να κάνει πολλά. Μπορεί να ασκήσει την επιρροή του ποικιλοτρόπως. Μπορεί εμμέσως να ορίσει την ημερομηνία της εκλογής σε χρονικό σημείο κατά το οποίο η ισορροπία δυνάμεων θα έχει διαμορφωθεί υπέρ του εκλεκτού του. Ο Ερρίκος προσεταιρίζεται και δελεάζει. Ίσως και να δωροδοκεί, να απειλεί και να εκβιάζει. Στρατολογεί επισκόπους προκειμένου να προπαγανδίσουν την υποψηφιότητα του καγκελαρίου του. Θα χρειαστεί κάτι περισσότερο από ένα χρόνο, αλλά τελικά θα τα καταφέρει. Την κρίσιμη ώρα, στις 23 Μαΐου 1162, ο Μπέκετ εκλέγεται παμψηφεί αρχιεπίσκοπος Καντερβουρίας. Χειροτονείται ιερέας στις 2 Ιουνίου και την επομένη αρχιεπίσκοπος.

Β.   Αρχιεπίσκοπος και υπερασπιστής των δικαιωμάτων και των συμφερόντων της Εκκλησίας

Ο Μπέκετ είναι ταυτόχρονα προκαθήμενος της Εκκλησίας στην Αγγλία και, ως καγκελάριος, ανώτατος διοικητικός αξιωματούχος του βασιλείου. Αντί, όμως, να αποδειχθεί υποχείριο του Ερρίκου ή έστω ευφυής πράκτορας των συμφερόντων του ηγεμόνα, όπως σχεδόν όλοι αναμένουν, μετατρέπεται σε ανυποχώρητο υπερασπιστή των συμφερόντων της Εκκλησίας, επιδεικνύοντας επιμονή, ζήλο κι ικανότητα. Στο τέλος του 1162 προβαίνει σε μια εξόχως συμβολική κίνηση: παραιτείται από το αξίωμα του καγκελαρίου, έτσι ώστε να καταδειχθεί ότι έχει πλέον πάψει να υφίσταται η οποιαδήποτε σχέση εξάρτησης από τον μέχρι τότε προστάτη και φίλο του. Και, σχεδόν αμέσως, εγκαταλείπει τις πολυτέλειες και τις κοσμικές ηδονές για να υιοθετήσει έναν τρόπο ζωής σχεδόν ασκητικό. Η μεταστροφή αυτή δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί. Άλλωστε η κατοπινή αγιοποίηση του Μπέκετ κι ο θρύλος που δημιουργήθηκε γύρω από το πρόσωπο και τη ζωή του καθιστούν ακόμη δυσχερέστερο το έργο αυτό. Ήταν βέβαια πάντα άνθρωπος ικανός, ευσυνείδητος και με αρχές. Αρκεί αυτό για να εξηγήσει μια τόσο εντυπωσιακή αλλαγή στάσης; Υπήρχαν άραγε σημεία τριβής στις κατά τα φαινόμενα αρμονικές σχέσεις βασιλιά και καγκελάριου, για τα οποία δεν μας διαφωτίζουν οι χρονικογράφοι της εποχής; Λανθάνουσες αντιπαλότητες; Πικρίες που ο Μπέκετ κρατούσε μέσα του; Μήπως, άραγε, ο αρχιεπίσκοπος είχε αναμειχθεί στις ίντριγκες του παλατιού; Ποιες ακριβώς ήταν πραγματικά οι σχέσεις του με την Αλιενόρ και τους γιους του Ερρίκου; Μήπως υπήρξαν ανάμεσά τους κρυφές συμμαχίες που συνάφθηκαν πίσω από την πλάτη του βασιλιά; Από την άλλη, πρέπει άραγε να είμαστε τόσο δύσπιστοι; Δεν αρκεί η οικονομικότερη εξήγηση, αυτή της ειλικρίνειας και του ρητού «αρχή άνδρα δείκνυσι»; Ανερχόμενος στον αρχιεπισκοπικό θώκο, ο Μπέκετ είχε πλήρη συνείδηση της ευθύνης και της αποστολής που συνεπαγόταν το αξίωμα του. Όφειλε να διασφαλίσει την πνευματική, θεσμική και δικαστική αυτοτέλεια της Εκκλησίας έναντι της βασιλικής εξουσίας.

Ερρίκος Β΄ και αρχιεπίσκοπος Θωμάς Μπέκετ το 1170 (εικονογράφηση του χρονικού του Πέτρου Λάνγκτοφτ, περ. 1300-1320)

Ερρίκος Β΄ και αρχιεπίσκοπος Θωμάς Μπέκετ το 1170 (εικονογράφηση του χρονικού του Πέτρου Λάνγκτοφτ, περ. 1300-1320)

Υποστηριζόμενος σε όλες τις προσπάθειές του από τον πάπα Αλέξανδρο Γ΄, ο Μπέκετ ξεκίνησε ζητώντας να επιστραφούν στην κυριότητα της Εκκλησίας τα περιουσιακά στοιχεία της που είχαν απαλλοτριωθεί στα χρόνια της βασιλείας του σφετεριστή Στέφανου της Μπλουά. Έπειτα, επιχείρησε να κατοχυρώσει την υπαγωγή όλων των δικαστικών υποθέσεων που αφορούσαν κληρικούς στη δικαιοδοσία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων. Το ζήτημα αυτό προκάλεσε και την πιο σφοδρή, μέχρι τότε, σύγκρουση με τον βασιλιά. Λογικό για τη μεσαιωνική κοινωνία που θεωρεί υψίστης σημασίας όσα σχετίζονται με το δίκαιο και την εφαρμογή του. Τον Οκτώβριο του 1163, κατά τη σύνοδο του Γουεστμίνστερ, αρχιεπίσκοπος και βασιλιάς ήρθαν κατά τα φαινόμενα σε συμβιβασμό για το θέμα αυτό. Στην πραγματικότητα, ο Ερρίκος απλώς κέρδιζε χρόνο για να προετοιμάσει την τελική επίθεσή του. Στις 30 Ιανουαρίου 1164 εξέδιδε τις Ασσίζες του Κλάρεντον με τις οποίες ρύθμιζε με τρόπο ευνοϊκό για εκείνον όλα τα ζητήματα σχετικά με τη δικαιοδοσία των βασιλικών και των εκκλησιαστικών δικαστηρίων. Κληρικοί που κατηγορούνταν για αξιόποινες πράξεις θα υπάγονταν πλέον ρητώς στη βασιλική δικαιοσύνη! Ο μονάρχης κατοχύρωνε με γραπτές διατάξεις δικαιώματα που του επέτρεπαν να έχει λόγο στην εκλογή ηγουμένων κι επισκόπων και, τελικά, να ασκεί ουσιαστικό έλεγχο στην Εκκλησία της Αγγλίας.

Ο αρχιεπίσκοπος Θωμάς Μπέκετ περνά τη Μάγχη για να καταφύγει στη Γαλλία (υαλογράφημα στον καθεδρικό της Κουτάνς στη Νορμανδία)

Ο αρχιεπίσκοπος Θωμάς Μπέκετ περνά τη Μάγχη για να καταφύγει στη Γαλλία (υαλογράφημα στον καθεδρικό της Κουτάνς στη Νορμανδία)

Ο Μπέκετ αρνήθηκε να συνυπογράψει τις Ασσίζες. Ο Ερρίκος του επιτέθηκε κατηγορώντας τον για τη διαχείριση χρηματικών ποσών κατά την περίοδο που ο αρχιεπίσκοπος κατείχε το αξίωμα του καγκελαρίου. Επιπλέον, προσπάθησε να τον απομονώσει εντός της Εκκλησίας, αποσπώντας την υποστήριξη αρκετών από τους ανώτερους εκκλησιαστικούς άρχοντες. Διαπιστώνοντας ότι ο παλιός του φίλος ήταν αμετάπειστος, ο μονάρχης αποφάσισε να τον δικάσει με τις κατηγορίες της περιφρόνησης της βασιλικής εξουσίας και της κατάχρησης δημόσιου χρήματος. Η σύγκρουση έφτανε σε σημείο παροξυσμού. Προτιμώντας την εξορία από την ατιμωτική (και άδικη) δίκη, ο αρχιεπίσκοπος πέρασε τη Μάγχη τον Νοέμβριο του 1164 και βρήκε καταφύγιο σε ένα αβαείο βενεδικτίνων στη Σανς, όπου επρόκειτο να περάσει τα επόμενα έξι χρόνια. Με την υποστήριξη του πάπα (ο οποίος τον ονόμασε λεγάτο του το 1166) και του Λουδοβίκου Ζ΄ της Γαλλίας, συνέχισε τις προσπάθεις για να δικαιωθεί και να αποκατασταθεί στο αξίωμά του. Τελικά, οι απειλές αφορισμού που εκτοξεύει ο πάπας και η διαμεσολάβηση του Γάλλου βασιλιά πείθουν τον Ερρίκο να αναγκαστεί να συνάψει ειρήνη με τον αρχιεπίσκοπο και να επιτρέψει την επιστροφή του στο νησί. Στις 5 Δεκεμβρίου 1170, ο Μπέκετ επιστρέφει στο Κάντερμπρυ.

Η συμφιλίωση είναι επίπλαστη. Το μίσος μεταξύ των δύο αντιπάλων και, ίσως ακόμη περισσότερο, των οπαδών τους δεν έχει σβήσει. Το δράμα οδηγείται αναπόδραστα στην κορύφωσή του… Ο Ερρίκος περνά τις γιορτές των Χριστουγέννων στο Μπαγιέ της Νορμανδίας. Όσοι βρέθηκαν στην αυλή του, τον άκουσαν να βλαστημά διαρκώς τον Μπέκετ, χαρακτηρίζοντάς τον προδότη κι αχάριστο και τελικά να αναφωνεί: «Μα δεν υπάρχει κανείς σε τούτο το βασίλειο που να μπορεί να μ’ απαλλάξει από αυτόν τον αλαζόνα κληρικό;»! Είναι η στιγμή που τέσσερις Νορμανδοί ιππότες (ο Ρεγινάλδος φιτζ Ουρς, ο Ούγος της Μορβίλλ, ο Γουλιέλμος του Τρασύ και ο Ριχάρδος Μπρίτο), μέλη της αυλής του Ερρίκου, συνωμοτούν κι αποφασίζουν να περάσουν τη Μάγχη με σκοπό να δολοφονήσουν τον αρχιεπίσκοπο. Η συνέχεια της ιστορίας είναι γνωστή. Ωστόσο και πάλι τα ερωτηματικά είναι πολλά, μολονότι η συνωμοσία των ιπποτών και η δολοφονία του Μπέκετ εξιστορείται από εντυπωσιακά μεγάλο αριθμό χρονικογράφων κι ιστορικών της εποχής. Ενήργησαν οι συνωμότες με αποκλειστικά δική τους πρωτοβουλία ή ο φόνος παραγγέλθηκε κι οργανώθηκε από τον ίδιο τον βασιλιά; Οι συγγραφείς ακολουθούν την πρώτη εκδοχή. Λέγεται ότι τρεις τουλάχιστον από τους δολοφόνους τoυ αρχιεπισκόπου ανήκαν σε οικογένειες που είχαν ταχθεί με το μέρος του Στεφάνου της Μπλουά κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου του 1135-1153 και είχαν ανταμειφθεί από τον σφετεριστή. Είναι πιθανό οι συνωμότες να αισθάνονταν ότι η θέση τους στην αυλή του Ερρίκου (και η περιουσία τους) ήταν κάπως επισφαλής και ότι έπρεπε να προσφέρουν στον βασιλιά κάποια σημαντική υπηρεσία για να αποδείξουν την πίστη τους και να κερδίσουν την ευγνωμοσύνη του. Μπορεί αυτό να αποτελεί επαρκή εξήγηση; Ή, μήπως, αποτελεί απλώς εύσχημο τρόπο για να απαλλάξει τον βασιλιά από την ευθύνη του; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Πώς μπορείς να αναλύσεις επιτυχώς τα κίνητρα ανθρώπων μιας άλλης εποχής και νοοτροπίας;

Ο καθεδρικός της Καντερβουρίας (φωτογραφία του τέλους του 19ου αιώνα)

Ο καθεδρικός της Καντερβουρίας (φωτογραφία του τέλους του 19ου αιώνα)

Σε κάθε περίπτωση, ο Ερρίκος δεν συλλαμβάνει τους δολοφόνους, οι οποίοι καταφεύγουν στη Σκωτία και την Ιρλανδία. Ο πάπας Αλέξανδρος, όμως, τους αφορίζει αμέσως και, θεωρώντας τον ηθικό αυτουργό του εγκλήματος, αποκλείει τον βασιλιά από κάθε θρησκευτική δραστηριότητα. Στη συνέχεια αναθεματίζει τις ηπειρωτικές κτήσεις του Πλανταγενέτη, απαγορεύοντας την τέλεση της θείας λειτουργίας και των μυστηρίων. Ο Ερρίκος θα πρέπει να φοβήθηκε ότι κινδυνεύει να χάσει τον θρόνο του εξαιτίας της υπόθεσης Μπέκετ, κατά μείζονα λόγο όταν έχει κι άλλες σκοτούρες. Ο πάπας, αντιλαμβανόμενος ότι μπορεί να εκμεταλλευθεί τη θέση αδυναμίας στην οποία έχει περιέλθει ο ηγεμόνας της Αγγλίας, επιδεικνύει προχωρημένο πολιτικό ρεαλισμό. Ξεκινά αμέσως διαπραγματεύσεις, γνωρίζοντας ότι έχει τη δυνατότητα να επιβάλει τους όρους του, διασφαλίζοντας τα συμφέροντα της καθολικής Εκκλησίας στο βασίλειο. Τον Μάιο του 1172, έξω από τον καθεδρικό της Αβράνς στη Νορμανδία, ο Ερρίκος Β΄ λαμβάνει άφεση αμαρτιών από τους λεγάτους του πάπα, την οποία επικυρώνει ο ίδιος ο ποντίφηκας με τη βούλλα της 2ας Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους. Τηρώντας την υπόσχεση που είχε δώσει, ο βασιλιάς καταργεί τις Ασσίζες του Κλάρεντον στις 27 Σεπτεμβρίου. Η ταπείνωσή του κορυφώνεται τον Ιούλιο του 1174, με το προσκύνημα εξιλέωσης στον τάφο του αρχιεπισκόπου. Γυμνός από τη μέση και πάνω, γονατίζει μπροστά στον τάφο εκείνου που κάποτε ήταν φίλος του, παρουσία των μοναχών και των επισκόπων, εκλιπαρώντας για συγχώρεση κι έλεος.

Η κληρονομιά του Μπέκετ: Στο μεταξύ, την 21η Φεβρουαρίου 1173, ο Θωμάς Μπέκετ είχε ανακηρυχθεί άγιος. Πολλοί και διάφοροι μιλούσαν, άλλωστε, για τα θαύματα που γίνονταν πάνω από τον τάφο αυτού που θεωρούσαν πια μάρτυρα της πίστης. Γρήγορα η κρύπτη του καθεδρικού της Καντερβουρίας αποτέλεσε τον κατεξοχήν τόπο προσκυνήματος για τους καθολικούς στην Αγγλία. Και ο θρύλος του αγίου Μπέκετ επισκίασε κάθε άλλο στοιχείο της μεσαιωνικής Ιστορίας του νησιού.

Η κληρονομιά αυτή έφτασε μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Το 1935 ο Τ. Σ. Έλιοτ γράφει το έμμετρο θεατρικό δράμα «Murder in the Cathedral« με θέμα τη δολοφονία του Μπέκετ. Το έργο, που ανέβηκε για πρώτη φορά τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς στο Κάντερμπρυ, αποτελείται από δύο πράξεις. Η πρώτη εκτυλίσσεται στις 2 Δεκεμβρίου 1170, ημέρα επιστροφής του αρχιεπισκόπου στην Αγγλία, ενώ η δεύτερη στις 29 Δεκεμβρίου, ημέρα της δολοφονίας του. Για τη συγγραφή του θεατρικού ο Έλιοτ στηρίχθηκε στο χρονικό του Εδουάρδου Γκριμ, κληρικού από το Καίμπριτζ και αυτόπτη μάρτυρα της δολοφονίας. Το έργο έχει αλληγορικό χαρακτήρα, καθώς ο Έλιοτ εμφανίζει τον Μπέκετ ως σύμβολο της αντίστασης του ατόμου στον αυταρχισμό της πολιτικής εξουσίας, παραπέμποντας στην τυραννία του ανερχόμενου την εποχή εκείνη φασισμού και ναζισμού. Μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Γιώργο Σεφέρη με τον τίτλο «Φονικό στην Εκκλησιά».

«Δεν ξέρουμε πάρα πολλά για το μέλλον, μόνο

Πως από γενεά σε γενεά τα ίδια πράγματα

Γίνουνται πάλι και πάλι.

Λίγα μαθαίνουν οι άνθρωποι απ’ την πείρα των άλλων.

Μα στη ζωή ενός ανθρώπου, δε γυρίζει ποτέ

Ο ίδιος καιρός. Κόψε τα σκοινιά,

Ρίξε τα λέπια των περασμένων. Μονάχα

Ο ανόητος, καρφωμένος στην ανοησία, νομίζει

Πως γυρνά τον τροχό που απάνω του ο ίδιος γυρίζει».

Ένα τέταρτο του αιώνα μετά τον Έλιοτ, ο Ζαν Ανούιγ γράφει θεατρικό με το ίδιο ακριβώς θέμα. Ο «Μπέκετ ή η Τιμή του Θεού»έκανε πρεμιέρα στις 8 Οκτωβρίου 1959 στο θέατρο του Μονπαρνάς στο Παρίσι. Δίχως την αλληγορία που χαρακτηρίζει το έργο του Έλιοτ, το θεατρικό του Ανούγ εστιάζει στην εξέλιξη της σχέσης των δύο ανδρών με ύφος γραφής αρκετά ειρωνικό. Ο Ανούγ έγραψε το έργο σε μικρό χρονικό διάστημα βασισμένος σε ένα παλιό και ξεπερασμένο ιστορικό σύγγραμμα, με αποτέλεσμα μια χοντρή ιστορική ανακρίβεια: ο Μπέκετ παρουσιάζεται ως Σάξονας στην καταγωγή, μολονότι είναι διαπιστωμένο ότι ήταν Νορμανδός. Ο Ανούιγ ανακάλυψε τη γκάφα του λίγο πριν το ανέβασμα του έργου, αλλά προτίμησε να μη διορθώσει τίποτε, με τον εξής ειρωνικό αφορισμό: «και τι έγινε που οι ιστορικοί μάς λένε ότι ο Μπέκετ ήταν Νορμανδός; Ποιος ξέρει, μπορεί μετά από μερικές δεκαετίες να ανακαλύψουν ότι ήταν Σάξονας»! Μάλλον ο συγγραφέας υπήρξε δέσμιος των αντιλήψεων της εποχής του περί εθνικού κράτους…

Η γνωστότερη και πλέον επιτυχημένη κινηματογραφική μεταφορά της ιστορίας του Ερρίκου και του Μπέκετ βασίζεται ακριβώς στο θεατρικό του Ανούιγ, μολονότι είναι αγγλική παραγωγή. Πρόκειται για τον «Μπέκετ» του Πήτερ Γκλένβιλλ, ταινία του 1964, με τον Πήτερ Ο’Τουλ στον ρόλο του βασιλιά και τον Ρίτσαρντ Μπέρτον σ’ αυτόν του αρχιεπισκόπου (ο Τζων Γκίλγουντ παίζει τον Λουδοβίκο της Γαλλίας). Καλογυρισμένη και με εξαιρετικές ερμηνείες, η ταινία αξίζει οπωσδήποτε την προσοχή μας [κάποιος στα σχόλια του You Tube γράφει: «δείτε τι είναι ικανοί να κάνουν οι δύο μεγαλύτεροι μεθύστακες της Βρετανίας όταν είναι νηφάλιοι!». Όσο κι αν αμφότεροι τίμησαν το πιοτό όσο λίγοι, θα ήταν άδικο να σταθούμε σ’ αυτό το χαρακτηριστικό τους 😉 ].

Δεν νομίζω ότι χρειαζόμαστε άλλες αποδείξεις για το πόσο επίκαιρη και σημαντική εξακολουθεί να είναι, τόσους αιώνες μετά, η ιστορία της σχέσης δύο προσωπικοτήτων που σημάδεψαν την εποχή τους.

ΥΓ: Την αφορμή για την ανάρτηση αυτή μου την έδωσε το τελευταίο τεύχος της ειδικής έκδοσης του γαλλικού L’HistoireLes Collections de l’Histoire», αριθ. 59, Απρίλιος 2013) με το αφιέρωμα στους Πλανταγενέτες (βλ. ιδίως Véronique Gazeau «Thomas Becket : meurtre dans la cathédrale», σελ. 30-34). Μάλλον πίστεψα ότι χρωστούσα ένα ποστ για τον Ερρίκο και τον Μπέκετ. Ελπίζω να συγχωρεθεί αυτή η μικρή παρασπονδία που διακόπτει μεν πρόσκαιρα τη σειρά για τον δυϊσμό, αλλά σηματοδοτεί και την επιστροφή στην αμιγώς μεσαιωνική θεματολογία. Δεν υπάρχει, πάντως, λόγος ανησυχίας. Παυλικιανοί και Βογόμιλοι περιμένουν για να εμφανιστούν με τη σειρά τους στη σκηνή!

Η μελαγχολική ιστορία του πρίγκιπα Τζεμ

Αύγουστος 12, 2011

3 Μαΐου 1481: έξω από την Πόλη, κοντά στην αρχαία Λίβυσσα, εκεί όπου είχε αυτοκτονήσει ο Αννίβας, αφήνει την τελευταία του πνοή ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής. Αν ο διάδοχος είχε σαφώς οριστεί, αν ο πρωτότοκος είχε ήδη ενηλικιωθεί κι οι υπόλοιποι πρίγκιπες ήταν ακόμη ανήλικοι, τότε… ίσως και να μπορούσε να τεθεί σ’ εφαρμογή με κάποια ευκολία το οθωμανικό «έθιμο» της αδελφοκτονίας. Ο Πορθητής, όμως, είχε δυο γιους που ήταν ήδη ενήλικοι: τον Βαγιαζήτ, τον οποίο απέκτησε ενώ ήταν ακόμη έφηβος, το 1447, και τον νεότερο Τζεμ, που γεννήθηκε το 1459.  Και στους δύο είχε αναθέσει τη διοίκηση σημαντικών επαρχιών: ο πρωτότοκος διοικούσε τις περιοχές της Σεβάστειας, της Αμάσειας και του Τοκάτ, ενώ ο νεότερος την Καραμανία και την περιοχή του Ικονίου. Επομένως, τα δυο αδέλφια είχαν ήδη τις προσωπικές αυλές τους, τους πιστούς υποστηρικτές κι ακολούθους τους και, φυσικά, τους στρατούς τους. Επρόκειτο, λοιπόν, να ξαναζήσουμε την πανάρχαια ιστορία των δύο αδελφών που μάχονται μέχρι τελικής πτώσεως για την εξουσία. Την ιστορία του Αρταξέρξη και του Κύρου του Νεότερου, μόνο που αντί για τη δραματική κορύφωση της Μάχης στα Κούναξα, το τέλος του ηττημένου στη σύγκρουση των Οθωμανών πριγκίπων θα είναι βασανιστικά αργό: αυτός που φιλοδόξησε να βασιλέψει στη μεγαλύτερη αυτοκρατορία της εποχής του θα ζήσει χρόνια αιχμάλωτος των υποτιθέμενων προστατών του, οι οποίοι θα τον μεταχειριστούν σαν απλό πιόνι στα διπλωματικά σχέδιά τους και δεν θα διστάσουν να τον εξοντώσουν με συνοπτικές διαδικασίες όταν κρίνουν ότι δεν τους είναι πλέον χρήσιμος.

Ι.   Ο πόλεμος μεταξύ των δύο αδελφών

Ο Βαγιαζήτ έφτασε πρώτος στην Πόλη κι ανακηρύχθηκε σουλτάνος στις 21 Μαΐου. Η πρώτη του κίνηση ήταν να διατάξει τον βεζίρη Αγιάς Πασά να εξοντώσει τον αδελφό του. Ο Τζεμ, όμως, κινήθηκε προς την Προύσα με στράτευμα 4.000 ανδρών και κατάφερε να συντρίψει τις δυνάμεις του αδελφού του στις 28 Μαΐου 1481. Αυτοανακηρύχθηκε σουλτάνος της Ανατολίας με πρωτεύουσά του την Προύσα και πρότεινε στον Βαγιαζήτ να μοιραστούν την αυτοκρατορία, αφήνοντάς του μόνον τα ευρωπαϊκά εδάφη! Ο πρωτότοκος εξοργίστηκε με το θράσος του μικρού: αφού διακήρυξε πως «μεταξύ ηγεμόνων δεν υπάρχει καμιά συγγένεια», συγκέντρωσε στρατό και τον οδήγησε ο ίδιος στη μάχη. Στο Γενίσεχίρ, έξω από την Προύσα, κατατρόπωσε τον Τζεμ. Για να γλιτώσει, ο νεαρός πρίγκιπας υποχώρησε στα νοτιανατολικά των εδαφών που διοικούσε, στην Κιλικία, κι από κει πέρασε στο Χαλέπι της Συρίας, δηλαδή στην επικράτεια των Μαμελούκων σουλτάνων του Καΐρου. Έρχεται σε διαπραγματεύσεις με τον σουλτάνο Καΐτ Μπέη, ο οποίος του παρέχει άσυλο στο Κάιρο. Ενώ ο Τζεμ βρίσκεται στην αιγυπτιακή πρωτεύουσα και προετοιμάζει την αντεπίθεσή του με τη βοήθεια των Μαμελούκων λαμβάνει μια επιστολή από τον αδελφό του. Ο Βαγιαζήτ του υπόσχεται ένα μεγάλο χρηματικό ποσό αν παραιτηθεί από τις αξιώσεις του στον θρόνο. Ο Τζεμ αρνείται την προσφορά. Με τις ενισχύσεις που του προσέφεραν οι Μαμελούκοι, αλλά και οι Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου (πέντε γαλέρες με στρατιώτες και πυροβολικό) περνά την άνοιξη του 1482 στην Καραμανία, όπου βρίσκει τους υποστηρικτές του, και ξεκινά την αντεπίθεσή του. Στα τέλη Μαΐου προσπαθεί ανεπιτυχώς να καταλάβει το Ικόνιο. Αναγκάζεται να κινηθεί προς την Άγκυρα όπου θα γνωρίσει εκ νέου την ήττα. Η πρώτη του σκέψη είναι να καταφύγει και πάλι στο Κάιρο, πλην όμως όλες οι οδοί επικοινωνίας με την επικράτεια των Μαμελούκων ελέγχονται πλέον από τον Βαγιαζήτ.  Ο Τζεμ δεν έχει παρά μία μόνον επιλογή: να ζητήσει βοήθεια από αυτούς που τον έλεγαν Ζιζίμ, τους Λατίνους.

ΙΙ.   Ο Τζεμ υπό την προστασία των Ιωαννιτών

Από το κρησφύγετό του στην οροσειρά του Ταύρου, ο Τζεμ στέλνει μήνυμα στον μεγάλο μάγιστρο των Ιωαννιτών, τον Πέτρο του Ωμπυσσόν, και ζητεί άσυλο στη Ρόδο. Κατόπιν διαβουλεύσεως, ο μάγιστρος και το συμβούλιο του Τάγματος δέχονται και στέλνουν στολίσκο υπό τον Δον Άλβαρεθ δε Θούνιγα, Μέγα Διοικητή της Καστίλλης, για να παραλάβει τον Τζεμ από τις ακτές της Κιλικίας.

Η κατάσταση των Ιωαννιτών το 1482: Το Τάγμα, που από τις αρχές του 14ου αι. έχει εγκαθιδρύσει το δικό του Ordensstaat στα Δωδεκάνησα, βρίσκεται σε μια από τις κρισιμότερες καμπές της ιστορίας του. Η πολιτική και στρατιωτική αντιπαράθεση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία έχει κορυφωθεί από την άνοιξη του 1480, όταν ο Μωάμεθ Β΄ έστειλε τα στρατεύματά του, υπό τον Μισάχ Πασά, βυζαντινό εξωμότη καταγόμενο από την αυτοκρατορική οικογένεια των Παλαιολόγων, να πολιορκήσουν τη Ρόδο. Οι Ιωαννίτες θα αποκρούσουν την επίθεση με πραγματικό ηρωϊσμό, όμως οι απώλειές τους είναι σημαντικές. Οι οχυρώσεις της Ρόδου έχουν υποστεί σημαντικές ζημιές τις οποίες επέτεινε την επόμενη χρονιά σφοδρότατη σεισμική ακολουθία που έπληξε το νησί. Η ευλογία (αν και αργότερα θα αποδειχτεί… και κατάρα) για το Τάγμα έγκειται στο ότι έχει επικεφαλής του μια τεράστια πολιτική προσωπικότητα, όπως είναι ο μάγιστρος Πέτρος του Ωμπυσσόν. Ο Μέγας Μάγιστρος έχει ξεκινήσει μια μεγάλη επιχείρηση αποκατάστασης και ενίσχυσης των οχυρώσεων της πρωτεύουσάς του, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να συνάψει συμμαχίες που θα διασφαλίσουν την επιβίωση του κράτους του Τάγματος. Από την άποψη αυτή, το διάβημα του Τζεμ έρχεται στην καταλληλότερη στιγμή: ο Ωμπυσσόν βλέπει τον Οθωμανό πρίγκηπα σαν τον άσο στο μανίκι που θα του δώσει τη δυνατότητα να κερδίσει τη σημαντικότερη παρτίδα διπλωματικού πόκερ στην Ανατολική Μεσόγειο!

Η υποδοχή στη Ρόδο: Ο Τζεμ γίνεται δεκτός στη Ρόδο με κάθε επισημότητα στις 20 Ιουλίου 1482. Η άφιξη κι η διαμονή του στην πρωτεύουσα των Ιωαννιτών περιγράφονται με κάθε λεπτομέρεια στο έργο του αντικαγκελάριου του Τάγματος, του Γουλιέλμου Καουρσέν, το οποίο συνοδεύεται άλλωστε κι από γλαφυρότατη εικονογράφηση. Ο πρίγκιπας φτάνει στο λιμάνι πάνω στη ναυαρχίδα των Ιπποτών. Επιβιβάζεται σ΄ ένα μικρότερο σκάφος και αποβιβάζεται στην αποβάθρα που βρίσκεται μπροστά στη Θαλασσινή Πύλη υπό τους ήχους μουσικών. Ανεβαίνει σ΄ άλογο και με την ακολουθία του συναντά τον Μεγάλο Μάγιστρο και τους αξιωματούχους του Τάγματος έξω από τον ναό του Αγίου Σεβαστιανού. Όλοι μαζί φτάνουν στην οδό των Ιπποτών και στον Οίκο της Γλώσσας της Γαλλίας, τμήμα του οποίου θα παραχωρηθεί ως κατάλυμα στον Τζεμ και τη συνοδεία του.

«Μόλις ανακοινώνεται η άφιξη του πρίγκιπα, αρχίζουν οι πρέπουσες τελετές. Μια ξύλινη αποβάθρα ρίχνεται πάνω από τη θάλασσα για την υποδοχή του βασιλιά κατά την αποβίβασή του… Η γέφυρα έχει διακοσμηθεί με τον βελγικό τρόπο, με βαριά υφάσματα από το Αρτουά κι άλλα, χρυσοποίκιλτα κι ασημοστολισμένα, μεταξωτά και μάλλινα… Ο δρόμος πάνω στον οποίο θα βαδίσουν οι φιλοξενούμενοι έχει καλυφθεί από πολύχρωμα τουρκικά χαλιά… Ο λαός κι οι σπουδαίοι που έχουν έρθει να παρακολουθήσουν το θέαμα γεμίζουν τους δρόμους. Οι γυναίκες κι οι κοπέλες βγαίνουν στα παραθύρια. Και το υπόλοιπο πλήθος ανεβαίνει στις στέγες για να δει την άφιξη του βασιλιά. Ένα μικρό ροδιακό σκάφος προσεγγίζει το καράβι που αγκυροβόλησε στην είσοδο του λιμανιού, υποδέχεται τον βασιλιά και τον φέρνει κοντά στην αποβάθρα. Αξιωματούχοι του Τάγματος έχουν σταλεί ως προπομποί για να καλωσορίσουν τον Ζιζίμ κατά την άφιξή του. Πίσω από αυτούς ακολουθεί η μακρά πομπή των υπηρετών που φέρουν τα εμβλήματα του Μεγάλου Μαγίστρου και τραγουδούν στα γαλλικά. Κι έπειτα, νεαροί στρατιώτες υπερασπιστές της Ιερουσαλήμ με το άγουρο γένι τους, προχωρούν πάνω σε εξαίσια άλογα… Πίσω από αυτούς, ο Μεγάλος Μάγιστρος πάνω σ’ ένα υπέρλαμπρο άτι… Επιβλητικοί, τον ακολουθούν οι αξιωματούχοι του Τάγματος. Σκοπίμως, ο μάγιστρος σταμάτησε στη μεγάλη πλατεία, στο ύψος της εκκλησίας του Αγίου Σεβαστιανού κι εκεί ακριβώς θα τον συναντήσει ο βασιλιάς Ζιζίμ καβάλα στο μεγαλόπρεπο άτι του, περιστοιχισμένος από τους πιστούς συντρόφους του στη φυγή… Αφού χαιρετηθούν, ο ένας θα σφίξει το χέρι του άλλου κι έπειτα θα καλπάσουν μαζί προς τα καταλύματα που έχουν ετοιμαστεί για τον Ζιζίμ και την ακολουθία του» (Γουλιέλμος Καουρσέν «Υπόμνημα επί της υποθέσεως του βασιλέως Ζιζίμ«, βλ. Nicolas Vatin «Sultan Djem. Un prince ottoman dans l’Europe du XVe siècle d’après deux sources contemporaines: Vâki’ât-i Sultan Cem / Oeuvres de Guillaume Caoursin«, εκδ. T.T.K., Άγκυρα 1997, σελ. 93-96 και «Rhodes et l’ordre de Saint-Jean-de-Jérusalem«, εκδ. CNRS, Παρίσι 2000, σελ. 80).

Η φιλοξενία: Ο Μέγας Μάγιστρος θα βάλει τα δυνατά του για να φιλοξενήσει βασιλικά τον υψηλό προστατευόμενό του. Ιπποτικά τουρνουά, συναυλίες και συμπόσια, όλα προς τιμήν του πρίγκιπα Τζεμ. Χαρακτηριστική είναι και πάλι η περιγραφή του Καουρσέν:

«Σερβιρίστηκαν φαγητά κάθε λογής και, χάρη στην τέχνη των μαγείρων, διόλου δεν έλειπαν τα διάφορα αρτύματα. Ο Βάρβαρος θαυμάζει τις συνήθειες των Λατίνων. Κάθεται, αν και όχι δίχως κάποια δυσκολία, μια και γι’ αυτόν δεν πρόκειται για τη συνηθισμένη στάση φαγητού. Δοκιμάζει πρώτα με τα δάχτυλά του τα αρτύματα: περιφρονεί ό,τι είναι γλυκό και διαλέγει όσα έχουν ξινή γεύση. Τρώγοντας παρατηρεί τους υπηρέτες και σκύβοντας πάνω απ’ το τραπέζι δοκιμάζει από τα φαγητά. Ρίχνει συχνά κλεφτές ματιές προς τον μάγιστρο για να δει πώς τρώει εκείνος. Δεν λείπουν κι οι μουσικοί για να μαγέψουν την ακοή των συνδαιτημόνων με τις αρμονίες τους. Μεταξύ άλλων, ένας Βρετανός παίζει μια πολύ γλυκιά μουσική μ’ ένα όργανο που μοιάζει με ασκό και στο οποίο έχουν δέσει τέσσερις αυλούς… Αλλά ο Βάρβαρος, που δεν είναι συνηθισμένος σε τόσο γλυκό τραγούδι δεν δείχνει να ευχαριστιέται παρά μόνο όταν φτάνει ένας Τούρκος που εργαζόταν στα μαγειρεία κι ο οποίος άρχισε να παίζει ένα βαρβαρικό μουσικό όργανο: ξαναβρίσκοντας τότε τη διάθεσή του ο Ζιζίμ χαμογελά για μια στιγμή” (Γουλιέλμος Καουρσέν όπ.π., βλ. Vatin “Sultan Djem όπ.π.“, σελ. 300 και “Rhodes“, όπ.π., σελ. 61).

Όλα αυτά δεν είναι φυσικά απλώς φιλοφρονήσεις, εκδηλώσεις ευγένειας ή μεγαλοψυχίας προς τον άτυχο Οθωμανό. Για τον Ωμπυσσόν, ο Τζεμ είναι το ιδανικό μέσο πίεσης τόσο προς την Υψηλή Πύλη, όσο και προς τα κέντρα εξουσίας της χριστιανικής Δύσης. Ήδη άλλωστε έχουν σταλεί σχετικώς επιστολές σε όλες τις αυλές. Βάσει του σχεδίου του μαγίστρου, τα χριστιανικά βασίλεια και ο πάπας πρέπει να παράσχουν κάθε δυνατή βοήθεια στον Τζεμ ώστε να ξαναρχίσει ο εμφύλιος στα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (Claude Petiet “Au temps des Chevaliers de Rhodes” εκδ. F. Lanore, 2000, σελ. 62).

Εάν κάποιος γνωρίζει καλά την αξία της παραμονής του Τζεμ στη Ρόδο, αυτός είναι ο αδελφός του. Ο Βαγιαζήτ στέλνει στη Ρόδο απεσταλμένους με προτάσεις ειρήνης, ίσως όμως και κατασκόπους με σκοπό τη δολοφονία του Τζεμ. Ο Ωμπυσσόν αντιλαμβάνεται ότι η προστασία που παρέχει στον Τζεμ ενέχει κινδύνους για το Τάγμα, γιατί μπορεί να προκαλέσει επίθεση του Βαγιαζήτ στη Ρόδο ενώ οι Ιωαννίτες δεν είναι ακόμη έτοιμοι να αντιμετωπίσουν μια νέα πολιορκία. Ο Μέγας Μάγιστρος και το Συμβούλιο αποφασίζουν ότι η μόνη λύση που εγγυάται την ασφάλεια του νησιού και του ίδιου του πρίγκιπα είναι η μεταφορά του δεύτερου στη Δύση. Χωρίς στρατό και χρήματα, άρα δίχως καμία διαπραγματευτική ισχύ, φοβισμένος ίσως κι ο ίδιος για την ασφάλειά του, ο Τζεμ δέχεται. Πριν ξεκινήσει για τον τόπο εξορίας του, δέχεται εγγράφως (31 Αυγούστου 1482) όλα τα αιτήματα που πιεστικά του έχει υποβάλει ο Ωμπυσσόν: αφενός εξουσιοδοτεί τον μάγιστρο να διαπραγματευθεί εξ ονόματός του με τον Βαγιαζήτ, αφετέρου υπόσχεται ότι αν ποτέ ανακτήσει την αυτοκρατορία “θα συνάψει διαρκή ειρήνη με τους Ιωαννίτες, θα ανοίξει στα πλοία τους όλα τα λιμάνια της οθωμανικής επικράτειας, θα απελευθερώνει ετησίως 300 χριστιανούς αιχμαλώτους, ενώ δεσμεύεται να καταβάλει στο Τάγμα ποσό 150.000 χρυσών εκύ σε αποζημίωση των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν οι Ιωαννίτες για τη φιλοξενία του”! Την επομένη, ο Τζεμ επιβιβάζεται σε πλοίο του Τάγματος και συνοδευόμενος από τον ιππότη Γουίδο του Μπλανσφόρ, ανηψιό του Ωμπυσσόν και μετέπειτα μεγάλο μάγιστρο των Ιωαννιτών, αναχωρεί με προορισμό τη Γαλλία (Petiet, όπ.π., σελ. 63-64). Στις 14 Οκτωβρίου 1482 αποβιβάζεται στη Νίκαια και οδηγείται στη συνέχεια στο κάστρο του Ροσσινάρ, στη νοτιοανατολική Γαλλία. Αργότερα, ο Τζεμ και η συνοδεία του θα μεταφερθούν στο κάστρο του Μπουργκανέφ, στην περιοχή της Λιμόζ (απ΄ όπου καταγόταν και ο Μέγας Μάγιστρος), δηλαδή στην έδρα του Τάγματος όσον αφορά τη διοικητική περιφέρεια της Ωβέρνης. Ο ίδιος ο Ωμπυσσόν είχε ζητήσει να χτιστεί στο κάστρο αυτό ένας πύργος για να στεγάσει τον υψηλό φιλοξενούμενό του και την ακολουθία του. Τα χρόνια περνούσαν, κι ενώ ο Τζεμ ζούσε εξόριστος και ουσιαστικά αιχμάλωτος, η διπλωματία οργίαζε σε Δύση κι Ανατολή.

ΙΙΙ.   Πιόνι στα χέρια της δυτικής διπλωματίας

Ο Ωμπυσσόν «πουλά» τον Τζεμ στον Βαγιαζήτ: Πριν καν φτάσει ο Τζεμ στη Γαλλία, ο Ωμπυσσόν θέτει σε εφαρμογή το διπλό παιχνίδι του. Καθώς η ιδέα της σταυροφορίας μοιάζει δύσκολο να πραγματοποιηθεί στο άμεσο μέλλον, ο Μέγας Μάγιστρος στέλνει εκπροσώπους στην Υψηλή Πύλη για να διαπραγματευθούν με τον Βαγιαζήτ. Τον Δεκέμβριο του 1482 το Τάγμα και ο σουλτάνος συνάπτουν συνθήκη ειρήνης. Η συνθήκη περιλαμβάνει σύμφωνο μη επιθέσεως, αποκαθιστά το ελεύθερο εμπόριο μεταξύ των δύο συμβαλλομένων, προβλέπει αμοιβαία ανταλλαγή αιχμαλώτων, καθώς και τη δυνατότητα των Ιπποτών να ανεφοδιάζονται με προϊόντα που θα αγοράζουν στην οθωμανική επικράτεια. Ο Μέγας Μάγιστρος και οι Ιωαννίτες δεσμεύονται με την επίβλεψη του Τζεμ και υπόσχονται να μην επιτρέψουν σε κανένα ηγεμόνα, χριστιανό ή μουσουλμάνο, να χρησιμοποιήσει τον πρίγκιπα με σκοπό να υπονομεύσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Από την πλευρά του, ο Βαγιαζήτ υπόσχεται να καταβάλλει ετησίως στο Τάγμα 35.000 δουκάτα για τα έξοδα συντήρησης του πρίγκιπα, καθώς και, ανά τετραετία, 10.000 δουκάτα ως πολεμική αποζημίωση για την πολιορκία του 1480.

Οι όροι είναι πράγματι εντυπωσιακά ευνοϊκοί για το Τάγμα. Ο σουλτάνος που ζητεί απ΄ όλους φόρο υποτελείας, καταλήγει να πληρώνει αποζημιώσεις και φόρους στους Ιωαννίτες, συγχρηματοδοτώντας ουσιαστικά την επισκευή και ενίσχυση των οχυρώσεων της Ρόδου (Vattin «Rhodes...», όπ.π., σελ. 29/ Petiet, όπ.π., σελ. 64-65). Από ηθική άποψη, όμως, το τίμημα είναι τεράστιο για το Τάγμα. Ο Ωμπυσσόν έχει ουσιαστικά πουλήσει τον προστατευόμενό του Τζεμ στον αδελφό του, καταπατώντας όλους τους όρκους του. Σε μια εποχή που οι ηθικές αξίες διατηρούν τη σημασία τους η στάση του Μεγάλου Μαγίστρου γίνεται αντικείμενο σφοδρών επικρίσεων… κι ανοίγει την όρεξη πολλών που μπορούν να εμφανισθούν ακόμη σαν ηθικότεροί του, αλλά επιδιώκουν στην πραγματικότητα να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα. Ο πάπας, οι Ενετοί, ο Φερδινάνδος της Αραγονίας, ακόμη κι ο Ματθίας Κορβίνος της Ουγγαρίας ή ο Μαμελούκος σουλτάνος Καΐτ Μπέη, ζητούν να τους παραδοθεί ο Τζεμ για να τον θέσουν επικεφαλής των στρατευμάτων τους και να επιτεθούν κατά των Τούρκων!

Ο Ωμπυσσόν «πουλά» τον Τζεμ στον πάπα: Ο μάγιστρος δεν είναι από τους ανθρώπους που παραδίδουν τα όπλα στην πρώτη δυσκολία. Αν δεν μπορεί να εκμεταλλευθεί ο ίδιος τον Τζεμ, είναι πιο βολικό να τον βάλει σε… πλειστηριασμό και να τον πουλήσει σε όποιον κάνει την πιο συμφέρουσα (για τον ίδιο και για το Τάγμα) προσφορά! Δίχως κανένα δισταγμό, ο Ωμπυσσόν θα προδώσει εκ νέου τον Τζεμ και θα τον πουλήσει εκ νέου, σχεδόν κυριολεκτικά τούτη τη φορά. Ο εκλεκτός πλειοδότης δεν είναι άλλος από τον πάπα Ιννοκέντιο Η΄. Ο Άγιος Πατέρας δεσμεύεται να μη θίξει ποτέ τα διοικητικά και οικονομικά προνόμια και κεκτημένα του Τάγματος, να καταβάλλει σ’ αυτό τις ετήσιες δαπάνες για τον Τζεμ αντί του σουλτάνου, να καταργήσει τα τάγματα του Πανάγιου Τάφου και του Αγίου Λαζάρου μεταβιβάζοντας τις περιουσίες τους στους Ιωαννίτες και, τέλος, να ονομάσει τον Ωμπυσσόν καρδινάλιο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και αποστολικό λεγάτο για την Ασία (Petiet, όπ.π., σελ. 65-66). Για το όμορφο καπέλο του καρδινάλιου ο Ωμπυσσόν έγινε δυο φορές επίορκος, προδίδοντας τις υποσχέσεις του και προς τον Τζεμ και προς τον Βαγιαζήτ. Η ηθική αποκαθήλωση του μαγίστρου έχει ολοκληρωθεί. Ο… λογαριασμός δεν θ΄αργήσει!

Αιχμάλωτος του πάπα: Στις 10 Νοεμβρίου 1488, ο Τζεμ αφήνει το Μπουργκανέφ και οδηγείται στην Τουλόν «συνοδευόμενος» από Ιωαννίτες Ιππότες και Γάλλους στρατιώτες. Από εκεί μεταφέρεται στη Ρώμη. Στην αρχή η παπική αιχμαλωσία του Τζεμ είναι σχετικά χαλαρή. Ο πάπας σκέφτεται να χρησιμοποιήσει τον πρίγκιπα στο πλαίσιο μιας νέας σταυροφορίας κατά των Οθωμανών. Λέγεται μάλιστα ότι ο Ιννοκέντιος του πρότεινε να ασπασθεί τον χριστιανισμό, υποσχόμενός του σημαντικά αξιώματα, αλλά εις μάτην. Σε κάθε περίπτωση, ο Τζεμ αποδεικνύεται επιτυχές μέσο πίεσης κάθε φορά που ο αδελφός του σχεδιάζει κάποια εκστρατεία με στόχο χριστιανικά εδάφη.

Το τέλος: Να όμως που τον Ιούλιο του 1492 ο Ιννοκέντιος πεθαίνει και στα μέσα Αυγούστου εκλέγεται πάπας, ως Αλέξανδρος Στ΄, ο πανούργος Ροδρίγο Βοργίας. Ο Βοργίας φυλακίζει αμέσως τον άτυχο Τζεμ στο κάστρο του Aρχαγγέλου Μιχαήλ (Καστέλ Σαντ΄ Άντζελο). Δίχως χρονοτριβή, πληροφορεί τον σουλτάνο Βαγιαζήτ για τα καθέκαστα και απειλώντας εμμέσως πλην σαφώς ότι άμα θέλει μπορεί και ν’ αφήσει ελεύθερο τον διεκδικητή του οθωμανικού θρόνου αποσπά από τον σουλτάνο υπόσχεση καταβολής ποσού 40.000 δουκάτων ετησίως! Τέλος, ακυρώνει τη συμφωνία που είχε συνάψει ο προκάτοχός του με τους Ιωαννίτες, εξαιρουμένου του συμβατικού όρου βάσει του οποίου ο Ωμπυσσόν ονομαζόταν καρδινάλιος. Για τους Ιωαννίτες, όλα τα διπλωματικά ωφέλη που τους έδωσε η αιχμαλωσία του Τζεμ έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί.

Φτάσαμε στα τέλη του 1494 και στην Ιταλία εισβάλλει ο Κάρολος Η΄ της Γαλλίας με σκοπό να διεκδικήσει το Βασίλειο της Νάπολης. Ο παμπόνηρος Βοργίας γράφει αμέσως στον Βαγιαζήτ και του ζητεί οικονομική βοήθεια, μια και σε περίπτωση νίκης του Καρόλου είναι πιθανόν να ελευθερωθεί ο Τζεμ. Ο Βαγιαζήτ υπόσχεται στον πάπα 300.000 δουκάτα προκειμένου να σταλεί ο αδελφός του «σε τόπους αιωνίας αναπαύσεως»! Ο πάπας εισπράττει το ποσό, αλλά όταν ο Κάρολος εμφανίζεται προ των πυλών της Ρώμης και ζητεί να του παραδοθεί ο Οθωμανός πρίγκιπας, ο Βοργίας του τον παραδίδει χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο Τζεμ ξαναβρίσκει την ελευθερία του (;) και ενσωματώνεται στην ακολουθία του Καρόλου. Στις 25 Φεβρουαρίου 1495, όμως, κι ενώ βρίσκεται στην Καπύη μαζί με τα γαλλικά στρατεύματα, ο Τζεμ πεθαίνει ξαφνικά! Ήταν μόλις 36 ετών. Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, λίγο πριν τον παραδώσει στον Κάρολο, ο Βοργίας πρόφτασε να φαρμακώσει τον πρίγκιπα με κάποιο δηλητήριο βραδείας δράσης. Ή ίσως να έστειλε επί τούτου κάποιον σπιούνο στην αυλή του Καρόλου. Ποιος ξέρει…

Τώρα πάντως που είχε εκλείψει κάθε κίνδυνος, ο σουλτάνος Βαγιαζήτ μπορεί πια να συμπεριφερθεί στον νεκρό αδελφό του όπως αρμόζει σ’ έναν πρίγκιπα των Οσμανλήδων. Κήρυξε τριήμερο πένθος σε ολόκληρη την αυτοκρατορία και ζήτησε να του επιστραφεί η σορός του αδελφού του για να ταφεί με τις δέουσες τιμές. Χρειάστηκε να περάσουν τέσσερα χρόνια για να γίνει δεκτό το αίτημα του σουλτάνου και να επιστραφούν τα λείψανα του Τζεμ για να ταφούν στην εφήμερη πρωτεύουσά του, την Προύσα, σ’ ένα μαυσωλείο αντάξιο ανδρός στις φλέβες του οποίου έτρεχε βασιλικό αίμα. Αλλά βέβαια στον κόσμο τούτο όλα είναι σχετικά. Τιμές αποδίδονται μόνο σ’ αυτούς που δεν αποτελούν κίνδυνο για την εξουσία. Όταν, την Πρωτοχρονιά του 1522, ο σουλτάνος Σουλεϊμάν Β΄ ο Μεγαλοπρεπής  (ή, για τους Τούρκους, Νομοθέτης) κατέλαβε τελικά τη Ρόδο των Ιωαννιτών, συνάντησε εκεί τον Μουράτ, γιο του Τζεμ. Χωρίς αναστολές, ο σουλτάνος διέταξε να εκτελεστεί αμέσως μαζί με την οικογένειά του..

Η υστεροφημία του Τζεμ στη χριστιανική Δύση μοιάζει πολύ ωραιότερη από τη ζωή του. Δίχως αμφιβολία, μια μικρή οθωμανική αυλή με ευγενείς από την Ανατολή, γενιτσάρους και σπαχήδες, η οποία μετακινείται μεταξύ Άλπεων, Ωβέρνης και Λιμουζίν δεν ήταν συνηθισμένο θέαμα για τη Γαλλία του 15ου αι., τόσο για τον απλό λαό, όσο και για τους ευγενείς (βλ. Georges Jehel «La Méditerranée médiévale de 350 à 1450«, εκδ. Armand Colin, σειρά Cursus, Παρίσι 1992, σελ. 163). Η παρουσία του Οσμανλή πρέπει να σημάδεψε ανεξίτηλα το φαντασιακό των ανθρώπων της εποχής. Αυτό φαίνεται άλλωστε από το πλήθος θρύλων που συνόδεψαν το πέρασμά του από τη Γαλλία κι όχι μόνο:  από τους (όχι εντελώς απίθανους) έρωτες του Τζεμ με τη Γαλλίδα ευγενή Φιλιππίνη του Σασσνάζ, μέχρι τον μύθο ότι ο Οθωμανός πρίγκιπας ήταν ο δημιουργός της περίφημης ταπισσερί της Κυρίας με τον Μονόκερο (η μάλλον αυτός που την παρήγγειλε).

Έπειτα, ίσως η ζωή του Τζεμ κατά την εξορία του στη Δύση να μην υπήρξε τόσο μελαγχολική όσο εμείς νομίζουμε. Μπορεί να δέχτηκε ασμένως να παίξει τον ρόλο που του επιφύλαξε η μοίρα: εξωτικό αξιοθέατο μεν, αλλά και ομότιμος των Γάλλων ευγενών δε, αν όχι ανώτερός τους σ’ όλα. Άνθρωπος των γραμμάτων και των τεχνών, ως γνήσιος Οθωμανός πρίγκιπας, θα πρέπει να ένιωθε ευχαρίστηση εντυπωσιάζοντας τους καλεσμένους με την καλλιέργειά του. Ή ποζάροντας προκειμένου να του φιλοτεχνήσει το πορτρέτο ο Πιντουρίκιο, ακριβώς όπως κάποτε ζωγράφισε το πορτρέτο του πατέρα του ο Τζεντίλε Μπελλίνι. Μπορεί ακόμη και να του άρεσε που τούτοι οι «βάρβαροι» τον φώναζαν Ζιζίμ, ιδίως όταν το όνομα αυτό το ψιθύριζαν όμορφες Γαλλίδες. Και ίσως τελικά το τέλος του να μην το χαρακτήριζε η απελπισία, γιατί ακόμη και την ύστατη ώρα, με το δηλητήριο του Βοργία στο στόμα του, ο μελαγχολικός μας πρίγκιπας μπορεί να πίστευε ειλικρινά ότι ο νέος του προστάτης θα τον βοηθούσε να κατακτήσει αυτό που πάντοτε ποθούσε.

ΥΓ:  Το ποστ αυτό δικαιωματικά αφιερώνεται στον αγαπητό φίλο (και πραγματικό ειδικό επί του θέματος) Δύτη των Νιπτήρων. Κάποτε είχαμε μάλιστα συζητήσει, κάπως βιαστικά, την πιθανότητα ενός κοινού ποστ για τον Τζεμ, όπου ο ένας θα εξέταζε την ιστορία από την οθωμανική οπτική γωνία κι ο άλλος από αυτήν των Λατίνων. Τελικά, όπως και τα περισσότερα ωραία σχέδια, η φιλοδοξία αυτή δεν πραγματοποιήθηκε. Καθώς κι εκείνος είχε υποσχεθεί κατά καιρούς να γράψει κάτι για τον Τζεμ, του ζητώ συγγνώμη μια και τελικά τον πρόλαβα «κλέβοντάς» του κατά κάποιο τρόπο ένα θέμα ανάρτησης. Γνωρίζω ότι έχει αρκετό υλικό, πολύ πιο πλούσιο από το δικό μου, για να γράψει το δικό του ποστ όταν το θελήσει, αλλά (ελπίζω 🙂 ) και για μερικά πλούσια σχόλια σε τούτο εδώ το κείμενο.

Περιηγήσεις στη Λωρραίνη: Νανσύ

Ιουνίου 1, 2011

Όταν η μεγάλη σου αγάπη είναι το Στρασβούργο, τότε μπορεί να αντιμετωπίζεις το Νανσύ με κάποια υπεροψία. «Πολύ όμορφη η Πλας Στανισλάς, αλλά αυτό είναι όλο». Μια τέτοια εντύπωση είναι εσφαλμένη και άδικη. Βέβαια, σε μια απόλυτη σύγκριση σπουδαιότητας και μνημείων το Νανσύ μπορεί να υστερεί της πρωτεύουσας της Αλσατίας. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να μειώσει την αυτοτελή αξία της πόλης της Λωρραίνης με την τόσο πλούσια Ιστορία. Βρισκόμαστε άλλωστε στη Γαλλία, δηλαδή τη χώρα της Ευρώπης με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση ιστορικών μνημείων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο… αν φυσικά εξαιρέσουμε την Ιταλία.

Η εντύπωση που δίνει το Νανσύ στον επισκέπτη είναι πολύ διαφορετική από αυτήν που αφήνουν οι αλσατικές πόλεις ή ακόμη κι αυτό το γειτονικό Μες, η άλλη μεγάλη πόλη της Λωρραίνης. Πουθενά δεν συναντάς τα σπίτια με εμφανή σκελετό από ξύλινα δοκάρια, όπως στην Αλσατία, αλλά και σε τόσα άλλα μέρη της Γαλλίας, από τη Βουργουνδία και την Καμπανία μέχρι τη Βρετάνη. Τα χρώματα και τα διακοσμητικά στοιχεία των κτιρίων παραπέμπουν περισσότερο στον γαλλικό νότο, ακόμη και στην Ιταλία, ιδίως όταν ο ταξιδιώτης τα ανακαλύπτει κάποια ηλιόλουστη μέρα. Η εξήγηση είναι ίσως προφανής κι έγκειται στο ότι το Νανσύ βρισκόταν πάντα στη γαλλική πλευρά του γλωσσικού, και συνακόλουθα πολιτιστικού συνόρου, μεταξύ των περιοχών εξάπλωσης των λατινογενών και των γερμανικών γλωσσών. Τα «εξωτικά» στοιχεία είναι πολύ λίγα κι ο επισκέπτης δεν έχει καμιά αμφιβολία για το ότι βρίσκεται πάντα εντός των ορίων της γαλλικής επικράτειας. Κι έπειτα, το Νανσύ και η περιοχή του δεν γνώρισαν (τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό) τις δραματικές μεταβολές που σημάδεψαν την Ιστορία της Αλσατίας και της Βόρειας Λωρραίνης: οι αλλαγές κυρίαρχου ήταν λιγότερες σε αριθμό και, κυρίως, πολύ πιο ομαλές.

Ι. Ιστορική αναδρομή

Όπως θα διαπιστώσουμε, ιστορικά το Νανσύ είναι σχετικά «νεαρή» πόλη. Η πρώτη μνεία του τοπωνυμίου (ως Nanceiacum) ανάγεται στα 896, αλλά δεν είναι εξακριβωμένη η ύπαρξη κάποιου οικισμού την εποχή εκείνη. Πίσω απ’ το όνομα κρύβεται η κελτική ρίζα nant-, η οποία πρέπει να έδωσε λέξεις που είχαν τη σημασία «κοιλάδα», «ποταμός» ή «έλος». Λαμβανομένων υπόψη των γεωφυσικών χαρακτηριστικών της θέσης στην οποία χτίστηκε το Νανσύ, καμία από τις τρεις σημασίες δεν φαίνεται άστοχη.

Α. Το ανεξάρτητο Δουκάτο της Λωρραίνης

α. Ο Οίκος της Αλσατίας: Η ιστορία του Νανσύ συνδέεται με την ίδρυση του Δουκάτου της Λωρραίνης στα εδάφη της Άνω Λοθαριγγίας. Από το 1047 το Δουκάτο ανήκει στον Οίκο της Αλσατίας. Πιθανώς το 1061, ο δούκας Γεράρδος της Αλσατίας αποφασίζει να χτίσει ένα κάστρο ανάμεσα σε δύο έλη που σχημάτιζαν οι διακλαδώσεις του ποταμού Μερτ. Όπως είναι φυσικό, το κάστρο θα προσελκύσει πληθυσμό και θα δημιουργηθεί ένας οικισμός που θα αρχίσει να αναπτύσσεται αρκετά γρήγορα, ώστε να εξελιχθεί σε πόλη, έστω και σύμφωνα με τα κριτήρια της εποχής. Η ανάπτυξη αυτή καταδεικνύεται κι από το γεγονός ότι στο πρώτο μισό του 14ου αι. η πόλη οχυρώνεται περιμετρικά με τείχη.

Ο Οίκος τη Αλσατίας θα κρατήσει στα χέρια του τις τύχες της Λωρραίνης για τέσσερις αιώνες. Η δράση των δουκών θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως μάλλον διακριτική. Το κύριο μέλημά τους είναι να διασφαλίσουν τουλάχιστον την εδαφική ακεραιότητα του δουκάτου. Άλλωστε, δεν τους ανήκει καν ολόκληρη η Λωρραίνη: τα εδάφη των τριών επισκοπικών περιφερειών του Μες, της Τουλ και του Βερντέν είναι ανεξάρτητα και διοικούνται από τους εκάστοτε επισκόπους τους (το Μες βέβαια θα εξελιχθεί σχετικά γρήγορα σε εμπορική «δημοκρατία», στα πρότυπα άλλων πόλεων της Γερμανίας ή της Ιταλίας). Και στα βορειοανατολικά εκτείνονται τα εδάφη της πανίσχυρης Γερμανικής Αυτοκρατορίας (το 1218, στο πλαίσιο του πολέμου για τη διαδοχή της Καμπανίας, ο Φρειδερίκος Β΄ των Χοχενστάουφφεν πυρπολεί το Νανσύ). Έτσι, κατά το μεγαλύτερο διάστημα του Μεσαίωνα, οι Δούκες της Λωρραίνης είναι βασσάλοι των Γάλλων βασιλέων, τους οποίους και συνοδεύουν συνήθως στις πολεμικές εκστρατείες τους (συνήθως, αλλά όχι πάντα: στη Μάχη της Μπουβίν, το 1214, ο δούκας Θεοβάλδος Α΄ θα πολεμήσει δίπλα στον Γερμανό αυτοκράτορα Όθωνα Δ΄ εναντίον του Φιλίππου-Αυγούστου της Γαλλίας).

β. Από τον Οίκο του Ανζού στον Οίκο του Βωντεμόν: Το 1431 ο δούκας Κάρολος Β΄ ο Τολμηρός πεθαίνει χωρίς επιζώντες άρρενες απογόνους. Η μεγαλύτερη κόρη του, η Ισαβέλλα, είναι παντρεμένη από το 1420 με τον Ρενέ Α΄ του Ανζού. Το δουκάτο περνά στα χέρια του Οίκου του Ανζού, δηλαδή μιας από τις μεγαλύτερες δυνάμεις της εποχής. Ο Ρενέ εκτός από Δούκας της Λωρραίνης είναι επίσης δούκας του Ανζού και του Μπαρ, κόμης της Προβηγκίας και βασιλιάς της Νάπολης και της Κάτω Ιταλίας, καθώς και τιτουλάριος βασιλιάς της Σικελίας, της Ιερουσαλήμ και της Ουγγαρίας (ουγγρικής μάλλον προέλευσης, ο περίφημος διπλός Σταυρός της Λωρραίνης είναι κληρονομιά ακριβώς της περιόδου της ανδεγαυικής κυριαρχίας: οι Ανδεγαυοί πρέπει να τον υιοθέτησαν ως σύμβολό τους στο διάστημα που βασίλευαν και στην Ουγγαρία)! Για πρώτη φορά η Λωρραίνη διοικείται από έναν ηγεμόνα που δεν εδρεύει στο Νανσύ και για τον οποίο τα εδάφη του στην Ανατολική Γαλλία δεν είναι παρά ένα μικρό τμήμα των συνολικών κτήσεών του. Το γεγονός προκαλεί αντιδράσεις: η διαδοχή αμφισβητείται από τον Αντώνιο του Βωντεμόν, ο οποίος δεν είναι απλώς ο σημαντικότερος βασσάλος των δουκών, αλλά κι ο στενότερος άρρην συγγενής του αποθανόντος δουκός Καρόλου. Η διαμάχη θα ξεπεραστεί μ’ ένα συμβιβασμό. Η Γιολάντα, κόρη του Ρενέ και της Ισαβέλλας θα παντρευτεί τον Φρειδερίκο, γιο του κόμη του Βωντεμόν. Με την εύνοια συγκυριών, ο γάμος αυτός θα προετοιμάσει τη μεταβίβαση του θρόνου της Λωρραίνης στον Οίκο του Βωντεμόν και, κατά κάποιο τρόπο, την επιστροφή του στους απογόνους των αρχικών κυρίαρχων του δουκάτου. Συγκεκριμένα: το 1453 ο Ρενέ θα παραιτηθεί από τον δουκικό θρόνο υπέρ του γιου του, ο οποίος θα διοικήσει τη Λωρραίνη ως Ιωάννης Β΄ μέχρι το θάνατό του, το 1470. Θα τον διαδεχτεί ο γιος του, ο Νικόλαος Α΄, ο οποίος, όμως πεθαίνει νεότατος και ανύπαντρος το 1473 (ψιθυριζόταν ότι είχε δηλητηριαστεί κατόπιν διαταγών του Γάλλου βασιλιά). Έτσι, ως στενότερος άρρην συγγενής κατέλαβε τον θρόνο ο γιος της Γιολάντας και του Φρειδερίκου του Βωντεμόν, ο Ρενέ Β΄. Ο νεαρός δούκας είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής και νεαρής του ηλικίας στην αυλή του συνονόματου παππού του (ο Ρενέ Α΄ έζησε μέχρι το 1480) στο Ανζού και στην Προβηγκία. Επρόκειτο όμως να έρθει αντιμέτωπος με τον μεγαλύτερο κίνδυνο που είχε απειλήσει μέχρι τότε τη Λωρραίνη.

Οι Δούκες της Βουργουνδίας κυριαρχούν σε μια εκτεταμένη επικράτεια από την κοιλάδα του Ροδανού μέχρι τη Βόρεια Θάλασσα. [Κάποια στιγμή θα πρέπει να ασχοληθούμε ειδικά μ’ αυτόν τον ελάσσονα κλάδο των Βαλουά που παραλίγο να χτίσει μια πραγματική αυτοκρατορία και που, σε κάθε περίπτωση, συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία της μεγαλύτερης ίσως αυτοκρατορίας που γνώρισε η Ευρώπη, αυτής των Αψβούργων του 16ου αι.] Μια μόνο ανορθογραφία σκιάζει τη δόξα τους: ανάμεσα στα εδάφη τους στη Βουργουνδία και στις κτήσεις τους στη Φλάνδρα παρεμβάλλεται το ενοχλητικό Δουκάτο της Λωρραίνης. Τολμηρός, παράτολμος ή ριψοκίνδυνος (Téméraire) για τους φίλους του, τρομερός για τους εχθρούς του, ο δούκας Κάρολος βάζει στόχο να εξαφανίσει το πρόβλημα. Οχυρώνει θέσεις εντός της επικράτειας της Λωρραίνης και τον Νοέμβριο του 1475 καταλαμβάνει το Νανσύ. Εξόριστος πλέον, ο Ρενέ συμμαχεί με τους Ελβετούς για να αντιμετωπίσει τον Κάρολο. Η συμμαχία αποφέρει καρπούς: στις δύο μάχες που θα δοθούν σε ελβετικό έδαφος το 1476 (Γκρανσόν και Μορά/ Μύρτεν), ο στρατός του Βουργουνδού θα συντριβεί και το πυροβολικό του θα καταστραφεί ολοσχερώς. Ο Ρενέ μπορεί να επιστρέψει στην πρωτεύουσά του και να την οχυρώσει, γιατί βέβαια ο Κάρολος είναι σκληρό καρύδι και δεν πρόκειται να παραδεχτεί τόσο εύκολα την ήττα του. Πράγματι, τον Οκτώβριο του 1476 ο Κάρολος εμφανίζεται ξανά κάτω από τα τείχη του Νανσύ μ’ ένα στράτευμα που έχει συγκεντρώσει βιαστικά. Ο Βουργουνδός δεν ακούει τους επιτελείς του που φοβούνται τη μεγάλη αριθμητική υπεροχή των αντιπάλων και τον συμβουλεύουν να οπισθοχωρήσει στα εδάφη του στο Λουξεμβούργο για να αναδιοργανώσει το στρατό του. Στην αποφασιστικής σημασίας μάχη που δίνεται στις 5 Ιανουαρίου 1477 νότια της πόλης οι δυνάμεις του Ρενέ και οι Ελβετοί συντρίβουν τον στρατό του Καρόλου ο οποίος βρίσκει τον θάνατο. Το πτώμα του θ’ ανακαλυφτεί δύο μέρες μετά σ’ έναν παγωμένο βάλτο, με το πρόσωπο μισοφαγωμένο από τους λύκους. Θα το μεταφέρουν στο Νανσύ και θα καλέσουν τον προσωπικό γιατρό του, ο οποίος θα αναγνωρίσει το άψυχο σώμα του κυρίου του από τα μακριά του νύχια και τις ουλές που είχαν αφήσει προηγούμενες μάχες.

Μετά τη νίκη επί των Βουργουνδών, η ηγεμονία του Ρενέ (μέχρι το 1508) και του γιου του, του Αντώνιου (1508-1544), σηματοδοτούν μια εποχή μεγάλης ακμής για τη Λωρραίνη και το Νανσύ. Επί Ρενέ αρχίζει η ανέγερση των νέων δουκικών ανακτόρων (που θα ολοκληρωθούν από τον Αντώνιο), ενώ ο ίδιος παραγγέλλει (εκπληρώνοντας τάμα του) την κατασκευή της μονής και της εκκλησίας των Φραγκισκανών στα βόρεια του ανακτόρου.

γ. Μεταξύ Γαλλίας και Αψβούργων: Στη συνέχεια, η τύχη της Λωρραίνης καθορίζεται από την επιλογή συμμαχιών. Μεταξύ των δύο μεγάλων δυνάμεων, της Γαλλίας και της αυτοκρατορίας των Αψβούργων, οι δούκες της Λωρραίνης θα οδηγηθούν τελικά στην αγκαλιά των δεύτερων, ίσως γιατί ο ισχυρός που βρίσκεται πιο κοντά τρομάζει και περισσότερο. Η επιλογή του δούκα Καρόλου Δ΄, ο οποίος ανέρχεται στην εξουσία το 1625, να συνταχθεί ανοιχτά με τους Αψβούργους, ρίχνει τη Λωρραίνη στη δίνη του Τριακονταετούς Πολέμου. Τα πράγματα περιπλέκονται περισσότερο όταν ο Κάρολος έρχεται σε ανοιχτή ρήξη με τον Γάλλο βασιλιά Λουδοβίκο ΙΓ΄ και τον πανίσχυρο καρδινάλιο Ρισελιέ, υποστηρίζοντας τον Γκαστόν της Ορλεάνης, αδελφό του Λουδοβίκου. Οι Γάλλοι καταλαμβάνουν τη Λωρραίνη. Έπειτα τη λεηλατούν οι προτεστάντες Σουηδοί του βασιλιά Γουσταύου-Αδόλφου, για να ξανάρθει η σειρά των Γάλλων. Με τις Συνθήκες της Βεστφαλίας η Γαλλία αποκτά οριστικά τα εδάφη των τριών επισκοπικών περιφερειών της Λωρραίνης, ενώ κατέχει στρατιωτικά τα εδάφη του δουκάτου. Οι δούκες της Λωρραίνης ζουν εξόριστοι μέχρι το 1697, όταν ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ τους επιτρέπει να επιστρέψουν στο Νανσύ.

Φαίνεται παράδοξο, αλλά η Λωρραίνη στην οποία επιστρέφει ο δούκας Λεοπόλδος Α΄ ο Καλός, μολονότι έχει ουσιαστικά καταστεί γαλλικό προτεκτοράτο, βρίσκεται σε πλήρη οικονομική ακμή: ορυχεία, αλυκές, χαρτοποιία, υαλουργία, πορσελάνες και εμπόριο εν γένει αποτελούν τις πηγές πλούτου του Νανσύ. Βοηθούν και η κατά τα φαινόμενα εξομάλυνση των σχέσεων με τη Γαλλία κι η ελπίδα ότι ένας δυναστικός γάμος μεταξύ των οίκων της Γαλλίας και της Λωρραίνης θα μπορούσε να διασφαλίσει την ανεξαρτησία της δεύτερης. Ιδιωτικά μέγαρα χτίζονται στη νέα πόλη του Νανσύ, αδιάψευστη απόδειξη της ευμάρειας ευγενών και αστών. Αρχίζει η ανέγερση του μεγάλου ναού που πρόκειται να γίνει ο καθεδρικός της πόλης. Ο ίδιος ο δούκας συμβάλλει στην ανοικοδόμηση, παρότι, ακολουθώντας την τάση της εποχής που θέλει τους μονάρχες να κατοικούν εκτός της πρωτεύουσάς τους, μεταφέρει την αυλή του στη Λυνεβίλλ. Η πνευματική ζωή γνωρίζει άνθηση χάρη και στο Πανεπιστήμιο των Ιησουιτών στο γειτονικό Ποντ α Μουσσόν.

Όταν το 1729 πεθαίνει ο Λεοπόλδος, ο διάδοχος βρίσκεται για σπουδές στη Βιέννη, στην αυλή των φίλων και προστατών Αψβούργων. Ο Φραγκίσκος Γ΄ ήταν ο τρίτος γιος του Λεοπόλδου, αλλά οι δύο μεγαλύτεροι αδελφοί του είχαν πεθάνει από ευλογιά. Ο νεαρός δούκας επιστρέφει στο Νανσύ με μισή καρδιά. Ήδη ο αυτοκράτορας Κάρολος Στ΄ έχει εκδηλώσει την επιθυμία του να παντρέψει τον Φραγκίσκο με την κόρη του και μέλλουσα αυτοκράτειρα, τη Μαρία-Θηρεσία. Ο νεαρός περνά δύο χρόνια στο Νανσύ κι έπειτα επιστρέφει στη Βιέννη και στην εκλεκτή της καρδιάς του. Την ίδια ώρα η προοπτική του αυτοκρατορικού γάμου έχει θορυβήσει τη γαλλική αυλή. Ένας δούκας της Λωρραίνης που θα γίνει και αυτοκράτορας είναι ό,τι χειρότερο για τα σχέδια της Γαλλίας η οποία έχει σχεδόν προσαρτήσει τη Λωρραίνη. Αρχίζει ένα διπλωματικό παιχνίδι με απρόβλεπτες συνέπειες. Ο γαλλικός θρόνος θα δεχτεί τον γάμο μόνο υπό τον όρο ότι ο Φραγκίσκος θα εγκαταλείψει το Δουκάτο της Λωρραίνης. Πράγματι, ο Φραγκίσκος θα παντρευτεί τη Μαρία-Θηρεσία το 1736 και θα αφήσει το 1737 τα πατρογονικά εδάφη στους Γάλλους με αντάλλαγμα την Τοσκάνη (η συμφωνία θα επικυρωθεί το 1738 με τη Συνθήκη της Βιέννης). Κι ενώ ο μέχρι τότε δούκας θα πορευτεί προς την αυτοκρατορική μοίρα του, ο Γάλλος βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΕ΄ θα θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό του για μια ομαλή προσάρτηση της Λωρραίνης. Έφτασε η ώρα να περάσει στο προσκήνιο ο καλός βασιλιάς Στανισλάς.

Β. Στα χρόνια του καλού βασιλιά Στανισλάς

Γόνος μιας από τις επιφανέστερες οικογένειες της πολωνικής αριστοκρατίας, ο Στανισλάος Λεστσύνσκι εκλέγεται βασιλιάς της Πολωνίας το 1704, σε ηλικία 24 ετών, ουσιαστικά χάρη στην υποστήριξη του Σουηδού βασιλέα Κάρολου ΙΒ΄. Η εποχή είναι πολύ δύσκολη για την πάλαι ποτέ πολωνική υπερδύναμη. Περικυκλωμένη από τις μεγάλες ή ανερχόμενες δυνάμεις της εποχής (Ρωσία, Πρωσία, Αυστρία, Σουηδία), η Πολωνία διάγει τα τελευταία χρόνια της ανεξάρτητης ύπαρξής της. Μετά τη συντριβή του προστάτη του, του Καρόλου, στη μάχη της Πολτάβας (1709), ο Στανισλάος εκθρονίζεται. Ενώ έχει περάσει 15 χρόνια στην εξορία (Βεσαραβία, Ρηνανία-Παλατινάτο, Αλσατία), συναντά απρόσμενα τη μεγάλη ευκαιρία. Από το 1715 και τον θάνατο του προπάππου του, του «Βασιλιά-Ήλιου», μονάρχης της Γαλλίας είναι ο ανήλικος Λουδοβίκος ΙΕ΄ (γενν. το 1710). Ο θείος του και αντιβασιλέας Φίλιππος της Ορλεάνης έχει κανονίσει τον γάμο του Λουδοβίκου με την ινφάντα της Ισπανίας. Όταν το 1723 πεθαίνει ο αντιβασιλέας, η μέλλουσα νύφη είναι μόλις 6 ετών. Ο νέος πρωθυπουργός, ο Λουδοβίκος-Φίλιππος των Βουρβώνων, δεν καλοβλέπει αυτή την προοπτική. Ο νεαρός Λουδοβίκος είναι ένας φιλάσθενος έφηβος. Οι περισσότεροι δεν πιστεύουν ότι θα ζήσει αρκετά ώστε να ενηλικιωθεί. Αν, όμως, ο βασιλιάς πεθάνει πρόωρα, τότε θα τον διαδεχτεί ο δούκας της Ορλεάνης, γιος του νεκρού αντιβασιλέα και μεγάλος αντίπαλος του νυν πρωθυπουργού. Επομένως, πρέπει να βρεθεί γρήγορα μια νύφη για τον Λουδοβίκο: όχι πολύ μεγαλύτερή του, αλλά οπωσδήποτε σε αναπαραγωγική ηλικία και βεβαίως καθολική. Μόνο μια πριγκίπισσα πληροί τις προδιαγραφές αυτές: η κόρη του Στανισλάου Μαρία, την οποία και θα νυμφευθεί ο Λουδοβίκος τον Δεκαπενταύγουστο του 1725, στον Καθεδρικό του Στρασβούργου. Από εξόριστος μονάρχης, ο Στανισλάος προάγεται σε βασιλικό πεθερό. Πιστεύοντας ότι η γαλλική βοήθεια θα αποδειχτεί αρκετή, ο Στανισλάος επιχειρεί να ανακτήσει τον πολωνικό θρόνο: τον Σεπτέμβριο του 1734 επιστρέφει στη Βαρσοβία όπου η Πολωνική Δίαιτα τον επανεκλέγει βασιλέα. Μόνο που η ρωσική αντίδραση είναι άμεση και αποτελεσματική. Μέσα σε λίγες ημέρες ο Στανισλάος εκδιώκεται από την πρωτεύουσά του και καταφεύγει στο Γκντανσκ. Η Γαλλία κρίνει ότι ένας πόλεμος με τους Ρώσους δεν είναι ό,τι το καλύτερο και περιορίζεται να βοηθήσει συμβολικά μόνο τον Στανισλάο. Η επιχείρηση αποτυγχάνει παταγωδώς. Ο Λουδοβίκος, πάντως, δεν ξεχνά τον πεθερό του. Έτσι, το 1737 κι ενώ ο Φραγκίσκος εγκαταλείπει το Νανσύ, ο Λουδοβίκος διορίζει τον Στανισλάο ως ισόβιο δούκα της Λωρραίνης και του Μπαρ. Με τον θάνατο του Πολωνού, η Λωρραίνη θα καταστεί και τυπικά γαλλικό έδαφος.

Είναι βέβαιο ότι ο Λουδοβίκος πιστεύει πως η «μεσοβασιλεία» του εξηντάχρονου πεθερού του δεν πρόκειται να κρατήσει και πολύ. Γερό σκαρί, ο Πολωνός θα διαψεύσει τις προβλέψεις και θα διοικήσει τη Λωρραίνη για σχεδόν τριάντα χρόνια, μέχρι τον θάνατό του το 1766. Βέβαια, η λέξη «διοικήσει» δεν είναι απολύτως ακριβής: στην πράξη, ο Στανισλάος δεν έχει όλες τις εξουσίες στα χέρια του, μια και η Γαλλία έχει στείλει ως κυβερνήτη της Λωρραίνης τον Ιππότη της Γκαλαιζιέρ με αποστολή να προετοιμάσει το ταχύτερο δυνατό τη μετάβαση του δουκάτου σε καθεστώς γαλλικής κυριαρχίας. Παρόλα αυτά, ο Στανισλάος θα κάνει ό,τι μπορεί για να γίνει αγαπητός στους υπηκόους του και για να διασφαλίσει την υστεροφημία του. Αφήνει κληρονομιά το μνημειακό έργο της πλατείας που θα πάρει (πολύ αργότερα) το όνομά του, θεσπίζει την παροχή δωρεάν εκπαίδευσης στους κατοίκους της Λωρραίνης, ιδρύει τη Βασιλική Βιβλιοθήκη και τη Βασιλική Ακαδημία του Νανσύ, καθιερώνει ένα στοιχειώδες σύστημα πρωτοβάθμιας ιατρικής περίθαλψης. Με δύο λόγια, ένας αληθινός φωτισμένος μονάρχης, ο οποίος φιλοξενεί στα ανάκτορα της Λυνεβίλλ όλες τις μεγάλες μορφές του Διαφωτισμού, από τον Βολταίρο ως τον Μοντεσκιέ.

Γ. Υπό γαλλική κυριαρχία

Με τον θάνατο του Στανισλάου το 1766 (σε ηλικία 89 ετών και μάλιστα όχι εξαιτίας κάποιας ασθένειας αλλά λόγω των εγκαυμάτων που υπέστη πέφτοντας στο τζάκι του υπνοδωματίου του στα ανάκτορα της Λυνεβίλλ), η Λωρραίνη και το Νανσύ περνούν οριστικά στη Γαλλία. Τα χρόνια περνούν, κι αν κάποια επανάσταση άλλαξε ριζικά την πόλη αυτή δεν ήταν η Γαλλική, αλλά η Βιομηχανική. Τα ανθρακωρυχεία και η σιδηρουργία μεταβάλλουν τη φυσιογνωμία της πόλης. Το Νανσύ βγαίνει κατά κάποιο τρόπο κερδισμένο κι από την οδυνηρή ήττα της Γαλλίας στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο του 1870-71 και την απώλεια της Αλσατίας και του Μοζέλλα: στην πόλη συρρέουν όχι μόνον απλοί πρόσφυγες από τις χαμένες για τη Γαλλία περιοχές, αλλά κι ένα μεγάλο μέρος της επιχειρηματικής και πνευματικής ελίτ τους. Ο πληθυσμός της πόλης υπερδιπλασιάζεται: από 40.000 κατοίκους το 1850, η πόλη ξεπερνά τις 100.000 με την αυγή του 20ού αι. (ο αριθμός παραμένει μέχρι σήμερα σταθερός… για τον Δήμο του Νανσύ, μια και το ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα αριθμεί γύρω στις 300.000). Παράλληλα, η συνύπαρξη και η αλληλεπίδραση ανήσυχων επιχειρηματικών, πνευματικών και καλλιτεχνικών ελίτ έχει ως αποτέλεσμα την περίφημη Σχολή του Νανσύ, καθιστώντας την πόλη πραγματική πρωτεύουσα της Αρ Νουβώ. Ο πολυτάλαντος Εμίλ Γκαλλέ, ο επιπλοποιός και διακοσμητής Λουί Μαζορέλλ, οι υαλουργοί αδελφοί Ντάουμ κι ο αρχιτέκτονας Λυσιάν Βάισσενμπύργκερ είναι μερικά μόνο από τα ονόματα που πρωταγωνίστησαν στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής αυτής ομάδας.

Οι πόλεμοι θα περάσουν αφήνοντας τα σημάδια τους, αλλά το Νανσύ θα συνεχίσει στον ίδιο ρυθμό, αυτόν της βιομηχανικής πόλης… μέχρι να έρθει η ώρα της παρακμής των ορυχείων και της σιδηρουργίας κι ο επαπειλούμενος οικονομικός μαρασμός. Η πόλη θα αργήσει, αλλά θα αντιδράσει τελικά: αναπτύσσοντας τον τριτογενή τομέα, δίνοντας βάρος στα πανεπιστήμιά της και, φυσικότατα, στον τουρισμό το Νανσύ μπήκε στον νέο αιώνα με περισσότερη αισιοδοξία. Στο Νανσύ μπορεί να βρέχει συχνά, αλλά η εικόνα του δεν είναι γκρίζα!

ΙΙ. Σύντομη περιήγηση

Η υπέροχη Πλας Στανισλάς αποτελεί το κέντρο της πόλης, συνδέοντας την Παλαιά (στα βόρεια) και τη Νέα Πόλη (στα νότια) του Νανσύ. Στα δυτικά και μέχρι τον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης απλώνονται οι νεότερες συνοικίες της που οικοδομήθηκαν κατά τον 19ο αι. και στις αρχές του 20ού: εκεί βρίσκεται το εμπορικό κέντρο, αλλά και διάσπαρτα διάφορα διαμάντια της Αρ Νουβώ.

Α. Η Νέα Πόλη

Η κατ’ όνομα νέα πόλη άρχισε να οικοδομείται στα τέλη του 16ου αι., στα χρόνια του δούκα Καρόλου Γ΄. Μάρτυρας της ανάπτυξης που γνώρισε η πόλη από τα τέλη του 17ου αι., διαθέτει αρκετά δείγματα μπαρόκ αρχιτεκτονικής (όπως τα ιδιωτικά μέγαρα της Πλας ντ’ Αλλιάνς στο ανατολικό άκρο του ιστορικού κέντρου της πόλης), αλλά και νεοκλασσικά οικοδομήματα. Στη Νέα (ή κατ’ άλλους Βασιλική) Πόλη του Νανσύ βρίσκεται και ο ναός του Ευαγγελισμού της Παρθένου, ένα σχετικά λιτό, αλλά κομψό μπαρόκ οικοδόμημα του πρώτου μισού του 18ου αι. Ο ναός έγινε καθεδρικός το 1777 όταν το Νανσύ κατέστη επισκοπική έδρα (με τη μεταφορά της επισκοπής της Τουλ).

Β. Η Πλατεία Στανισλάς

Η Πλατεία Στανισλάς αποτελεί ένα αδιαμφισβήτητο αριστούργημα του μπαρόκ και του ροκοκό, το οποίο ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει πλέον σε όλη τη μεγαλοπρέπειά του (μετά την ανακαίνιση, ή μάλλον αναπαλαίωση, του 2005). Ο Στανισλάος αποφασίζει την κατασκευή της το 1751 θέλοντας να χαρίσει στην πρωτεύουσά του ένα μνημειώδες έργο το οποίο θα είναι αφιερωμένο στη δόξα του γαμπρού του, του Λουδοβίκου ΙΕ΄. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, ονομαζόταν αρχικά Βασιλική Πλατεία, για να πάρει τη σημερινή ονομασία της στα μέσα του 19ου αι. (όταν και τοποθετήθηκε στο μέσον της το άγαλμα του Στανισλάου στη θέση όπου βρισκόταν άγαλμα του Λουδοβίκου, το οποίο είχε φυσικά γκρεμιστεί στα χρόνια της Επανάστασης). Το έργο ολοκληρώθηκε το 1755, υπό την επίβλεψη του ντόπιου αρχιτέκτονα Εμμανυέλ Ερέ. Η πλατεία περιβάλλεται από κτίρια τα οποία είναι όμοια ως προς τα αρχιτεκτονικά και διακοσμητικά στοιχεία τους, αλλά διαφέρουν ως προς το μέγεθος και τον αριθμό των ορόφων (λέγεται ότι το μικρό ύψος των κτιρίων της βόρειας πλευράς οφείλεται τόσο σε λόγους προοπτικής, όσο και για να είναι δυνατή η χρήση πυροβολικού για την άμυνα της πόλης). Το Δημαρχείο του Νανσύ είναι το μεγαλύτερο κτίριο της πλατείας, καθώς καλύπτει ολόκληρη τη νότια πλευρά της. Στην πρόσοψή του μπορεί κανείς να διακρίνει τα εμβλήματα του Στανισλάου: τον ταύρο του οικόσημου των Λεστσύνσκι, τον αετό της Πολωνίας και τον ιππέα της Λιθουανίας. Μεταξύ των κτιρίων της ανατολικής πλευράς, το πρώην μέγαρο του Δημόσιου Ταμείου στεγάζει σήμερα την Όπερα του Νανσύ, ενώ στη δυτική πλευρά η Ιατρική Σχολή είναι εδώ και σχεδόν δύο αιώνες το Μουσείο Καλών Τεχνών της πόλης: πλούσια συλλογή ζωγράφων της Αναγέννησης (Περουτζίνο, Τιντορέτο, Ρούμπενς, Καραβάτζο), Γάλλοι ζωγράφοι του 19ου αι, (ανάμεσά τους η «Μάχη του Νανσύ» του Ντελακρουά), ιμπρεσιονιστές (ένας Μανέ) και έργα μοντέρνας τέχνης (ένας Πικάσο) καταλέγονται μεταξύ των εκθεμάτων του μουσείου. Το αξιοπερίεργο; Στη σκάλα που οδηγεί στον δεύτερο όροφο εκτίθεται συλλογή έργων του Φραντσέσκο Καζανόβα, αδελφού του γνωστού Βενετσιάνου γόη.

Στο βορειοδυτικό και στο βορειοανατολικό άκρο της πλατείας υπάρχουν δύο κρήνες με αγάλματα, του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης αντίστοιχα, που δεν διακοσμούν απλώς την πλατεία, αλλά και κρύβουν τις οχυρώσεις. Κι αμέσως μετά την πλατεία, στα βορειοδυτικά, υπάρχει μια αψίδα θριάμβου, απομίμηση αυτής του Σεπτίμιου Σεβήρου στη Ρώμη, την οποία ανήγειρε ο Στανισλάος για να υμνήσει τη δόξα του γαμπρού του (πάλι). Πέρα όμως από τα κτίρια, αυτό που ολοκληρώνει την ασύγκριτη ομορφιά της Πλατείας Στανισλάς είναι οι πύλες της με τα επίχρυσα κάγκελα, έργο του Ζαν Λαμούρ.

Γ. Η Παλαιά Πόλη

Στα βόρεια της Πλατείας Στανισλάς απλώνεται η Παλαιά Πόλη του Νανσύ. Ωστόσο ο επισκέπτης δεν αντιλαμβάνεται αμέσως την αλλαγή: η Πλατεία της Καρριέρ την οποία βλέπει πρώτη και την οποία χρησιμοποιούσαν στα χρόνια του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης ως χώρο ιππικών επιδείξεων και τουρνουά αναδιαμορφώθηκε πλήρως από τον Ερέ σύμφωνα με την αισθητική του μπαρόκ. Περιβάλλεται από ιδιωτικά μέγαρα του 18ου αι., ενώ στο βόρειο άκρο της δεσπόζει το κτίριο του Κυβερνείου. Το πραγματικό Νανσύ του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης αρχίζει λίγο βορειότερα. Στο νοτιοδυτικό άκρο σχεδόν της παλιάς πόλης, η Πλατεία Σαιν Επρ αποτελούσε την καρδιά της πόλης κατά τον Μεσαίωνα. Εκεί που βρισκόταν ένας ναός ρωμανικού ρυθμού, σήμερα υψώνεται η Βασιλική του Αγίου Εβέρου_(Saint Epvre), επισκόπου της Τουλ. Μην ξεγελαστείτε, πρόκειται για ένα νεογοτθικό κτίσμα της δεκαετίας του 1860. Προσωπικά βρίσκω το οικοδόμημα αρκετά συμπαθητικό, πολλοί όμως το θεωρούν αποτυχημένο συνδυασμό διαφόρων στοιχείων του γοτθικού ρυθμού, χωρίς την αρμονία και την ομορφιά των αυθεντικών μεσαιωνικών κτισμάτων. Σε κάθε περίπτωση, ο ναός χτίστηκε γρήγορα και, μάλλον πρόχειρα. Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα είναι φασκιωμένος με σκαλωσιές για τα απαραίτητα έργα συντήρησης και αναστύλωσης. Στα στενά δρομάκια βόρεια της Πλατείας Σαιν Επρ υπάρχουν εκλεκτά δείγματα της αρχιτεκτονικής του Ύστερου Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, όπως το μέγαρο του μαρισκάλδου της Λωρραίνης Ιωάννη της Ωσσονβίλλ.

Αν, πάντως, υπάρχει κάποιος δρόμος που μπορεί να δώσει μια ζωντανή εικόνα για το πώς ήταν το μεσαιωνικό Νανσύ, αυτός είναι η μακρόστενη Γκραντ Ρυ (αν φυσικά εξαιρέσουμε τα περίπου τριάντα εστιατόρια κάθε είδους και για κάθε βαλάντιο που υπάρχουν στην αριστερά πλευρά του δρόμου). Στον αριθμό 30, βρίσκεται το σπίτι όπου μετέφεραν το πτώμα του Καρόλου της Βουργουνδίας μετά τη Μάχη του Νανσύ το 1477. Μια πλάκα υπενθυμίζει το γεγονός. Ανηφορίζοντας, συναντάμε τα ανάκτορα των Δουκών της Λωρραίνης, όπου συνδυάζονται στοιχεία ύστερου γοτθικού και αναγεννησιακού ρυθμού (λογικό αν θυμηθούμε ότι το ανάκτορο οικοδομήθηκε από τον Ρενέ Β΄ και τον Αντώνιο στα τέλη του 15ου και στις αρχές του 16ου αι.). Αμέσως μετά τα ανάκτορα υπάρχει η Μονή και η Εκκλησία των Φραγκισκανών (αφιερωμένη φυσικά στον Άγιο Φραγκίσκο της Ασσίζης), χτισμένες κατόπιν παραγγελίας του δούκα Ρενέ Β΄. Δείγμα των δεσμών μεταξύ Νανσύ και Αψβούργων, η εκκλησία μέχρι το 1918 δεν ήταν τυπικά γαλλικό έδαφος, αλλά ανήκε στην Αυστρία! Κι αξίζει να σημειωθεί ότι ο καλός κύριος Όττο φον Χάμπσμπουργκ (τα χρόνια του νάχουμε!), ως απόγονος του οίκου παντρεύτηκε το 1951 σ’ αυτήν την εκκλησία (βέβαια, μια και κατά το γαλλικό δίκαιο μόνον ο πολιτικός γάμος είναι έγκυρος, είχε περάσει πρώτα κι από το δημαρχείο του Νανσύ)! Σήμερα τα ανάκτορα, η μονή και η εκκλησία στεγάζουν το Μουσείο Ιστορίας της Λωρραίνης. Μεταξύ των συλλογών του παλατιού, το απόλυτο μαστ είναι η σχεδόν πλήρης σειρά χαλκογραφιών του χαράκτη Ζακ Καλλό με τίτλο «Οι Δυστυχίες του Πολέμου» (εν προκειμένω, του Τριακονταετούς). Στην Εκκλησία των Φραγκισκανών βρίσκονται οι τάφοι των δουκών (π.χ. του Ρενέ Β΄). Αξιοσημείωτο το εντυπωσιακού ρεαλισμού επιτύμβιο ανάγλυφο της συζύγου του Ρενέ, της Φιλίππης του Γκέλντρε (ολλ. Χέλρε).

Στο τέλος της Γκραντ Ρυ υψώνεται η εντυπωσιακή Πύλη της Κραφφ, που είναι σχεδόν ό,τι έχει απομείνει από τις μεσαιωνικές οχυρώσεις και τα τείχη του Νανσύ. Η πύλη κατασκευάστηκε τον 14ο αι., αλλά οι πύργοι της είναι νεότεροι, μια και προστέθηκαν κατά το πρώτο μισό του επόμενου αιώνα.

Μεσαιωνικό, αναγεννησιακό, μπαρόκ, νεοκλασσικό η αρ νουβώ, το ιστορικό κέντρο του Νανσύ διαθέτει μνημεία και αξιοθέατα για όλες τις προτιμήσεις, καταρρίπτοντας τις όποιες φήμες περί μουντής πόλης ή «φτωχού συγγενή». Κι αν όλα αυτά σας είναι αδιάφορα, το Νανσύ είναι η πόλη όπου έδρασε ο περίφημος (ή περιβόητος, c’est selon) Δρ Εμίλ Κουέ (στην πραγματικότητα, απλώς φαρμακοποιός) με τη μέθοδό του της αυθυποβολής, όπως επίσης και η πόλη στην ποδοσφαιρική ομάδα της οποίας έκανε τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα ο Μισέλ Πλατινί.  Και για να κλείσω το κείμενο με τις δικές μου προτιμήσεις, το Νανσύ είναι η πόλη όπου δίδαξε ένας από τους σπουδαιότερους ιστορικούς που ασχολήθηκαν με την ελληνιστική περίοδο, ο Εντουάρ Βιλλ.


Αρέσει σε %d bloggers: