Posts Tagged ‘Γουλιέλμος’

ΟΙ ΝΟΡΜΑΝΔΟΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑ – μέρος ΙΙΙ

Νοέμβριος 1, 2009

Ο Ροβέρτος Γισκάρδος άφησε δύο γιους. Ο μεγαλύτερος, ο Βοημούνδος, είχε ήδη αποδείξει την αξία του κατά τη διάρκεια της εκστρατείας κατά του Βυζαντίου. Ήταν όμως γιος της Ωμπρέ, της πρώτης γυναίκας του Ροβέρτου: καθόσον ο γάμος αυτός είχε ακυρωθεί, ο Βοημούνδος δεν είχε, νομικά, δικαίωμα να διαδεχθεί τον πατέρα του. Ο Βοημούνδος θα καταφέρει να γράψει τη δική του ιστορία στο πλαίσιο της Πρώτης Σταυροφορίας, όταν θα γίνει Πρίγκιπας της Αντιόχειας και θα ιδρύσει μια νορμανδική δυναστεία που θα βασιλέψει στη βόρεια Συρία για σχεδόν δύο αιώνες. Προς το παρόν, όμως, πρέπει να αρκεσθεί στην πόλη του Τάραντα που του παραχώρησε ως φέουδο ο πατέρας του. Πράγματι, διάδοχος του Ροβέρτου θα είναι ο γιος που απέκτησε από τον δεύτερο γάμο του, ο Ρογήρος Μπόρσα. Οι πηγές μας μιλούν για έναν ευθυτενή νέο, ενάρετο και ευσεβή, με πολλά χαρίσματα. Τα γεγονότα θα καταδείξουν έναν αδύναμο χαρακτήρα που ποτέ δεν θα μπορέσει να τιθασέψει τους ταραχώδεις Νορμανδούς υποτελείς του. Η αδυναμία του Ρογήρου Μπόρσα θα συμβάλει ώστε το κέντρο βάρους της νορμανδικής εξουσίας να μετατοπιστεί προς τα νότια. Πράγματι, σε κάθε δυσκολία θα ζητήσει τη βοήθεια του θείου του, του κόμη της Σικελίας Ρογήρου. Εκείνος, με τη σειρά του, ποτέ δεν θα αρνηθεί τη βοήθειά του, αλλά με το αζημίωτο: κάθε επέμβαση του «Μεγάλου Κόμη» θα έχει ως συνέπεια και νέες παραχωρήσεις εκ μέρους του ανηψιού.

Στα δικά του εδάφη, τώρα, ο κόμης είχε ως βασικό σκοπό να ολοκληρώσει την κατάκτηση της Σικελίας. Μετά την κατάληψη του Παλέρμου, μεγάλο μέρος του νησιού παρέμενε στα χέρια των μουσουλμάνων. Με μια επίθεση διαρκείας, στην οποία διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο ο νόθος γιος του Ρογήρου, ο Ιορδάνης, ο κόμης κατέλαβε το 1084 τις Συρακούσες, το 1086 την Έννα και τον Ακράγαντα, το 1088 το οχυρό της Μπούτερα, το 1091 το Νότο και, λίγο αργότερα, το αρχιπέλαγος της Μάλτας. Ο Ρογήρος είχε από την αρχή την οξυδέρκεια να ακολουθήσει φιλική πολιτική προς τους μουσουλμάνους και ορθόδοξους υπηκόους του. Κάθε κοινότητα θα την διοικούσαν ομόθρησκοι ή ομόδοξοι άρχοντες. Επιπλέον, ο κόμης επέλεξε να διορίζει ο ίδιος τους λατίνους επισκόπους του νησιού, έτσι ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα καταπίεσης των ντόπιων πληθυσμών, τα οποία θα προκαλούσε ο υπερβάλλων ζήλος των καθολικών επισκόπων. Όλες οι προσπάθειες για να δεχθεί τον διορισμό μόνιμου παπικού λεγάτου στο νησί έπεσαν στο κενό. Αποδεχόμενος την κατάσταση, ο πάπας Ουρβανός ο Β΄υπέγραψε στο Σαλέρνο, στις 5 Ιουλίου 1098, βούλα με την οποία ονόμαζε αποστολικούς λεγάτους τους ηγεμόνες της Σικελίας. Ο Ρογήρος ήταν πλέον κοσμικός και πνευματικός ηγέτης του νησιού.

Στις 22 Ιουνίου 1101, ο κόμης πέθανε στην πρωτεύουσά του, τη Μίλητο της Καλαβρίας. Την αντιβασιλεία την ανέλαβε η τρίτη σύζυγός του, η Αδελαΐδα η Μομφερρατική, η οποία είχε χαρίσει δύο γιους στον κόμη. Ο Σίμων, ο μεγαλύτερος, επρόκειτο να πεθάνει έφηβος το 1105, οπότε διάδοχος θα ήταν ο νεότερος, ο Ρογήρος, που είχε γεννηθεί το 1093. Η Αδελαΐδα, πάντως, πήρε σημαντικές αποφάσεις κατά το χρονικό διάστημα που διοίκησε την Καλαβρία και τη Σικελία. Επέλεξε συμβούλους οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν Έλληνες από την Καλαβρία και την ανατολική Σικελία. Και μετέφερε δύο φορές την πρωτεύουσα του κράτους: πρώτα από τη Μίλητο στη Μεσσήνη και έπειτα στο Παλέρμο. Βεβαίως, συνέχισε την πολιτική ανεξιθρησκείας και ενθάρρυνσης της διαπολιτισμικότητας που είχε ακολουθήσει ο σύζυγός της: οι τίτλοι και τα αξιώματα αντικατόπτριζαν τρεις διαφορετικές παραδόσεις. Πρωτοσπαθάριοι, κατεπάνω, λογοθέτες και πρωτονοτάριοι δίπλα σε εμίρηδες, αλλά και σε μαρισκάλδους, κοντόσταυλους και βαρόνους.

Το 1111, είχε φτάσει η στιγμή να αναλάβει τις τύχες του σικελικού κράτους αυτός που θα αποδεικνυόταν ο σπουδαιότερος μονάρχης του, ο Ρογήρος ο Β΄. Ευθύς εξαρχής, έθεσε δύο μεγάλους στόχους: την κυριαρχία σε ολόκληρη τη νορμανδική Κάτω Ιταλία (ο εξάδελφός του Ρογήρος Μπόρσα πέθανε στις 22 Φεβρουαρίου της χρονιάς εκείνης και τον διαδέχθηκε ο, ακόμη πιο αδύναμος, γιος του Γουλιέλμος) και να κατακτήσει τη μουσουλμανική Βόρεια Αφρική, τα εδάφη που οι Άραβες ονόμαζαν Ιφρικίγια, μεταγράφοντας την παλιά ρωμαϊκή ονομασία της επαρχίας της Αφρικής. Μετά από μια σειρά παρεμβάσεων στις έριδες των Αράβων εμίρηδων της Τυνισίας, ο Ρογήρος αποφάσισε το 1123 να προχωρήσει σε μια σημαντική εκστρατεία κατά του ηγεμόνα της Μαχντία. Επικεφαλής του νορμανδικού στόλου τέθηκαν δύο πρόσωπα που έφεραν τον αραβικό τίτλο του εμίρη και αντιπροσώπευαν το παρόν και το μέλλον του νορμανδικού κράτους της Σικελίας. Ο γηραιότερος, ο εμίρης Χριστόδουλος ήταν είτε Έλληνας είτε εκχριστιανισμένος Άραβας της Σικελίας: τα αραβόφωνα χρονικά τον καταγράφουν, πολύ λογικά, ως Αμπντ-αρ-ραχμάν και δεν είμαστε σίγουροι ποιά εκδοχή αποτελεί μετάφραση της άλλης. Ο δεύτερος ήταν ο Γεώργιος ο Αντιοχεύς: ήταν ελληνόφωνος, από οικογένεια Μελκιτών της Βόρειας Συρίας (δηλαδή χριστιανών της ανατολής που ακολουθούσαν το ορθόδοξο δόγμα και δεν είχαν ασπασθεί τον μονοφυσιτισμό). Η οικογένειά του έπεσε σε δυσμένεια και αναγκάστηκε να φύγει από τη Συρία για να βρεθεί στη σημερινή Τυνισία. Ο Γεώργιος υπηρέτησε για κάποια χρόνια τους Ζιρίδες ηγεμόνες της Μαχντία, για λογαριασμό των οποίων άσκησε διάφορα διοικητικά καθήκοντα και, τελικά, ανέλαβε υπεύθυνος των οικονομικών. Κάποια στιγμή, μεταξύ του 1108 και του 1112, δέχθηκε την πρόταση του εμίρη Χριστόδουλου και βρέθηκε στη Σικελία για να υπηρετήσει τον οίκο των Ωτβίλλ. Ο Γεώργιος θα συνδέσει το όνομά του με την πιο ένδοξη περίοδο της νορμανδικής Σικελίας: το 1131 θα λάβει τον τίτλο του Εμίρη των Εμίρηδων (ammiratus ammiratorum) και θα γίνει πραγματικός πρωθυπουργός και ναύαρχος (όσο κι αν φαίνεται παράξενο η λέξη ammiraglio/ amiral/ admiral προέρχεται από τον εμίρη), το πρόσωπο που θα ασκεί την ουσιαστική εξουσία στο όνομα του ηγεμόνα του. Θα γίνει επίσης κτήτωρ του ναού της Παναγίας του Ναυάρχου (Santa Maria dell’Ammiraglio, γνωστότερης σήμερα ως Μαρτοράνα) στο Παλέρμο, όπου σώζονται υπέροχα ψηφιδωτά στα οποία απεικονίζονται ο Ρογήρος ο Β΄, με όλη τη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, να στέφεται από τον Χριστό και ο ίδιος ο Γεώργιος να προσκυνά την Παναγία. Ας μην προτρέχουμε, όμως: βρισκόμαστε ακόμη στα 1123 και ο Γεώργιος, δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον εμίρη Χριστόδουλο, συμμετέχει σε μια εκστρατεία που πρόκειται να εξελιχθεί σε φιάσκο. Τα νορμανδικά στρατεύματα αποβιβάζονται εν μέσω τρικυμίας, συναντούν έπειτα την ηρωϊκή αντίσταση των μουσουλμάνων υπερασπιστών της πόλης και αναγκάζονται να επιστρέψουν στα πλοία τους και να σαλπάρουν πίσω για τη Σικελία.

Ο Ρογήρος είχε μεγαλύτερη επιτυχία στο ιταλικό διπλωματικό μέτωπο. Εκεί, ο νεαρός και αδύναμος δούκας της Απουλίας Γουλιέλμος βρέθηκε από την αρχή αντιμέτωπος με ανυπέρβλητες δυσκολίες. Δίχως την υποστήριξη του πάπα Πασχάλη του Β΄, ο οποίος πέθανε το 1118, ο δούκας έπρεπε να καταστείλει τη γενικευμένη εξέγερση των Νορμανδών αρχόντων της Κάτω Ιταλίας, την οποία υποδαύλιζε ο Γερμανός αυτοκράτορας Ερρίκος ο Ε΄. Η μόνη λύση που είχε στη διάθεσή του ήταν να ζητήσει τη βοήθεια του Ρογήρου της Σικελίας. Ο Ρογήρος κατέστειλε την εξέγερση, αλλά ζήτησε και τα αντίστοιχα ανταλλάγματα: ο Γουλιέλμος παραιτήθηκε από όλες τις κτήσεις και όλα τα κυριαρχικά δικαιώματα που είχαν στην Καλαβρία και τη Σικελία οι δούκες της Απουλίας από την εποχή του Ροβέρτου Γισκάρδου. Λίγο αργότερα, το 1127, ο Γουλιέλμος πέθανε, άκληρος, στο Σαλέρνο. Ο Ρογήρος μπορούσε πια να διεκδικήσει (νόμιμα) και το δουκάτο της Κάτω Ιταλίας. Σκόνταψε, όμως, στην αδιαλλαξία του πάπα Ονώριου του Β΄: όχι μόνο οι μεταξύ τους διαπραγματεύσεις απέτυχαν, αλλά ο πάπας αποφάσισε να στέψει ως διάδοχο του Γουλιέλμου τον Ροβέρτο τον Β΄, πρίγκιπα της Καπύης. Ο Σικελός ηγεμόνας επιχείρησε να διεκδικήσει τη διαδοχή με τα όπλα: το 1129 ξεκίνησε από τη Μεσσήνη με μεγάλο εκστρατευτικό σώμα, ανάγκασε πρώτα τον πάπα να δεχθεί τις διεκδικήσεις του και στη συνέχεια καθυπόταξε όλη την Απουλία και την Καμπανία. Ο Ρογήρος είχε πετύχει τον στόχο του: επέστρεψε στο Παλέρμο ως ηγεμόνας ολόκληρης της Κάτω Ιταλίας.

Τη νύχτα της 14ης Φεβρουαρίου 1130, όμως, πέθανε κι ο πάπας Ονώριος. Το επόμενο πρωί η χριστιανοσύνη βρέθηκε να έχει δύο πάπες! Οι καρδινάλιοι είχαν χωριστεί σε δύο στρατόπεδα, αναλόγως του ποιά από τις δύο ισχυρές οικογένειες της Ρώμης υποστήριζαν. Η κλίκα των Φραντζιπάνι επέλεξε για πάπα τον καρδινάλιο Γρηγόριο Παπαρέσκι, ο οποίος πήρε το όνομα Ιννοκέντιος ο Β΄. Την ίδια ώρα, η πολυπληθέστερη κλίκα των Πιερλεόνι διάλεγε για πάπα ένα μέλος της, τον καρδινάλιο Πέτρο Πιερλεόνι, ο οποίος έλαβε το όνομα Ανάκλητος ο Β΄. Νομικά, και οι δύο εκλογές ήταν αντικανονικές. Και, φυσικά, οι πρωταγωνιστές της εποχής δεν γνώριζαν ποιόν από τους δύο θα καταγράψει η Ιστορία ως νόμιμο πάπα και ποιόν ως αντιπάπα. Απλούστατα, ο κάθε ηγεμόνας διάλεγε στρατόπεδο αναλόγως των πολιτικών υπολογισμών του. Ο Ρογήρος επέλεξε να υποστηρίξει τον Ανάκλητο, τον οποίο και συνάντησε στο Αβελλίνο τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Ο Ανάκλητος χρωστούσε φυσικά ευγνωμοσύνη στον ισχυρό ηγεμόνα: τον αναγνώρισε με κάθε επισημότητα ως βασιλέα της Σικελίας, της Καλαβρίας και της Απουλίας, καθώς και πρίγκιπα της Καπύης. Την ημέρα των Χριστουγέννων του 1130, ο Ρογήρος στεφόταν στο Παλέρμο βασιλιάς, φέροντας όλα τα σύμβολα της εξουσίας και την ενδυμασία (από τα πορφυρά καμπάγια ως το καμηλαύκι με τους πολύτιμους λίθους) ενός βυζαντινού αυτοκράτορα.

Ο Ρογήρος θα πρέπει να πίστευε ότι βρισκόταν στο απόγειο της ακμής του. Τη δόξα πράγματι θα την κατακτούσε. Αυτό, όμως, που δεν μπορούσε να γνωρίζει ήταν οι δυσκολίες που επρόκειτο να αντιμετωπίσει.

Advertisements

ΟΙ ΝΟΡΜΑΝΔΟΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑ – μέρος Ι

Οκτώβριος 8, 2009

Η ιστορία των Νορμανδών βασιλέων της Σικελίας και Κάτω Ιταλίας είναι από τις συναρπαστικότερες που έχει να προσφέρει ο Μεσαίωνας. Πρόκειται για την ιστορία μερικών κατώτερων ευγενών με σκανδιναβικό αίμα και γαλλική γλώσσα και παιδεία που, με απόλυτα τυχοδιωκτικό πνεύμα, κατάφεραν μέσα σε λιγότερο από μισό αιώνα να συγκροτήσουν ένα από τα λαμπρότερα κράτη του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα, του οποίου ο ολοκληρωμένα διαπολιτισμικός χαρακτήρας ίσως και να προβάλλει ως πρότυπο ακόμη και για την εποχή μας. Είναι η ιστορία ηγεμόνων που έχτισαν καθεδρικούς στολισμένους με βυζαντινά ψηφιδωτά και αραβικές διακοσμήσεις, που μιλούσαν όλες τις γλώσσες που χρησιμοποιούνταν και στις γραμματείες των παλατιών τους (λατινικά, γαλλικά, ελληνικά και αραβικά), που τα διακριτικά της εξουσίας και τα ρούχα τους ήταν ξεσηκωμένα από το Βυζάντιο, ενώ τα νομίσματά τους έφεραν επιγραφές και τίτλους στα αραβικά. Η ιστορία ηγεμόνων που προκαλούσαν κατάπληξη τόσο στους λατίνους ομόθρησκούς τους (που τους αποκαλούσαν σουλτάνους που απλά έτυχε και βαφτίστηκαν Χριστιανοί) όσο και στους μουσουλμάνους ταξιδιώτες (που απορούσαν πώς είναι δυνατόν άπιστοι βασιλιάδες να φέρονται ακριβώς όπως οι πιστοί του ισλάμ). Είναι η ιστορία ενός κράτους που για ένα μικρό διάστημα (ένα σκάρτο αιώνα) ένωσε θρησκείες, δόγματα, γλώσσες και λαούς.

Η ιστορία μας αρχίζει κάπου στα τέλη του 8ου αιώνα στη Σκανδιναβία. Διάφοροι λόγοι έσπρωξαν τους κατοίκους της στην αναζήτηση καλύτερης τύχης με κάθε μέσο και σε κάθε γωνιά της οικουμένης. Επιδρομές σε όλη την Ευρώπη, από την Ιρλανδία ως την Ανδαλουσία, άνοιγμα νέων εμπορικών δρόμων και ίδρυση ηγεμονιών στη Βαλτική και στη Ρωσία, αποικισμός της Ισλανδία και της Γροιλανδίας, εξερευνήσεις μέχρι τις ακτές της Βόρειας Αμερικής. Όλα αυτά είναι έργο αυτών που έμειναν γνωστοί στην ιστορία ως Βίκινγκς. Κι αξίζει κανείς να θυμίσει τον αφορισμό (που έχει όλη τη γοητεία της υπεραπλούστευσης) σύμφωνα με τον οποίο οι Δανοί ήταν οι καλύτεροι στο πλιάτσικο, οι Σουηδοί στο εμπόριο, ενώ οι Νορβηγοί ήταν μακράν οι καλύτεροι θαλασσοπόροι.

Η Γαλλία και δη οι βόρειες ακτές της δεν ξέφυγαν από τη μανία των επιδρομέων από τον Βορρά. Κάποιοι από αυτούς, όμως, θέλησαν κάποτε να εγκατασταθούν μόνιμα στα εδάφη της βόρειας Γαλλίας. Το 911, ο Φράγκος βασιλιάς Κάρολος ο Απλός κατάλαβε ότι είχε πολλά να κερδίσει αν οι αυτοί οι Βόρειοι γίνονταν υποτελείς του: δέχθηκε λοιπόν τις προτάσεις του αρχηγού τους, του Ρολλόν (ή μάλλον Hrólfr, ενός Νορβηγού που καθοδηγούσε πολεμιστές κυρίως Δανούς στην καταγωγή)  και, με τη συνθήκη που σύναψαν στο Σαιν Κλερ του ποταμού Επτ, τον έχρισε Δούκα της περιοχής που έμελλε να γίνει γνωστή ως Νορμανδία, δηλ. χώρα των ανθρώπων του Βορρά. Οι Σκανδιναβοί εγκαταστάθηκαν στα εδάφη που τους δόθηκαν, αναμίχθηκαν με τον ντόπιο πληθυσμό (φράγκικο και κελτικό) και υιοθέτησαν τη γαλλική γλώσσα και τα γαλλικά έθιμα.

Στις αρχές του 11ου αιώνα, η Νότια Ιταλία ήταν πολιτικά κατακερματισμένη: στα βορειοδυτικά υπήρχαν οι λομβαρδικές ηγεμονίες του Σαλέρνο, της Καπύης και της Νάπολης, μαζί με τη «ναυτική δημοκρατία» του Αμάλφι. Τα εδάφη της Καλαβρίας και της Απουλίας αποτελούσαν τα βυζαντινό θέματα Σικελίας και Λογγοβαρδίας, κατάλοιπα του εξαρχάτου της Ραβέννας: ο πληθυσμός τους ήταν σχεδόν αποκλειστικά ελληνόφωνος. Τέλος, η Σικελία βρισκόταν από τον 9ο αιώνα στα χέρια των Αράβων. Η κατάκτηση του νησιού δεν υπήρξε εύκολη για το Ισλάμ: χρειάστηκε πάνω από μισός αιώνας για να καμφθεί και η τελευταία βυζαντινή αντίσταση και να κυριευθούν οι Συρακούσες. Άλλωστε, αν ο πληθυσμός της Σικελίας είχε εξισλαμισθεί στα δυτικά του νησιού, στο ανατολικό μισό η πλειονότητα των κατοίκων παρέμενε ελληνόφωνη και ορθόδοξη.

Η ιστορία ή ο θρύλος που μεταφέρει ψήγματα ιστορίας μας λένε ότι το 1016 κάποιοι Νορμανδοί που επέστρεφαν από προσκύνημα στους Άγιους Τόπους αποβιβάστηκαν κοντά στο Σαλέρνο, πιθανώς για να προσκυνήσουν είτε στη μονή του Αγίου Βενέδικτου στο Μόντε Κασσίνο είτε στο ιερό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στο Μόντε Γκάργκανο. Φτάνοντας διαπίστωσαν ότι ένας στόλος Σαρακηνών πολιορκούσε την πόλη και αποφάσισαν να βοηθήσουν κι αυτοί τους πολιορκημένους. Λέγεται ότι η συμβολή τους ήταν τόσο καθοριστική στο να λυθεί η πολιορκία που οι Σαλερνιτάνοι τους ικέτεψαν να μείνουν στην πόλη τους. Ίσως και κάποιοι να έμειναν, πάντως αυτοί που γύρισαν στη Νορμανδία δεν θα παρέλειψαν να διηγηθούν τις εμπειρίες τους στους συμπατριώτες τους και κυρίως να τους εξηγήσουν πόσες ευκαιρίες για δόξα και πλούτο προσέφερε ο ιταλικός νότος.

Πράγματι, οι πιθανοί εργοδότες για μισθοφόρους δεν έλειπαν: οι Λομβαρδοί άρχοντες εμπλέκονταν συχνά σε δυναστικές έριδες ή σε τοπικούς πολέμους μεταξύ τους. Οι Βυζαντινοί, από την άλλη, δεν εγκατέλειψαν ποτέ την ιδέα ανάκτησης της Σικελίας από τους Άραβες (δεν είναι άσχετη με αυτή την αλυτρωτική τάση και η επιμονή τους να ονομάζουν θέμα Σικελίας τα εδάφη που κατείχαν στην Καλαβρία. Φαίνεται, επίσης, ότι η ονομασία του Βασιλείου των Δύο Σικελιών κατά τους νεότερους χρόνους οφείλεται κατά κάποιο τρόπο σε αυτή τη συνήθεια). Οι Νορμανδοί δεν άργησαν να φτάσουν στη Νότια Ιταλία και να υπηρετήσουν, μάλλον με αρκετή επιτυχία, διάφορους κυρίους: μόλις το 1029, ο δούκας της Νάπολης Σέργιος έδωσε ως φέουδο στον Νορμανδό Ραινόλφ την πόλη της Αβέρσα. Ο Ραινόλφ είχε βοηθήσει σημαντικά τον Σέργιο να ανακτήσει το δουκάτο του από το οποίο τον είχε εκδιώξει ο πρίγκιπας της Καπύης, Πάντολφ ο 3ος.   

Φτάνουμε έτσι στο χρονικό σημείο που θα εμφανιστεί στο προσκήνιο η οικογένεια που επρόκειτο να αλλάξει την ιστορία της Κάτω Ιταλίας. Ο Τανκρέδος, άρχοντας της Ωτβίλ (ενός ασήμαντου φέουδου ανάμεσα στην Κουτάνς και το Σαιν Λω) είχε την τύχη να αποκτήσει από τις δύο συζύγους του δώδεκα γιους. Δύσκολο να τακτοποιήσει τόσα παιδιά, πώς να ζητήσει τόσο πολλά ρουσφέτια ο δύσμοιρος! Οι δύο μεγαλύτεροι, ο Γουλιέλμος και ο Ντρε, αποφάσισαν να βρουν την τύχη τους στην Ιταλία και να μπουν στην υπηρεσία του κόμητος της Αβέρσα. Γρήγορα τους παρουσιάστηκε μια ευκαιρία: ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Μιχαήλ, ο επονομαζόμενος και Παφλαγόνας, είχε αποφασίσει να εκμεταλλευθεί τις έριδες των εμίρηδων της Σικελίας και να ανακτήσει το νησί. Ένα μεγάλο εκστρατευτικό σώμα, υπό τις διαταγές του σημαντικότερου στρατηγού της εποχής, του Γεώργιου Μανιάκη ξεκίνησε για την επιχείρηση: οι Νορμανδοί βρέθηκαν να πολεμούν πλάι στα ξαδέλφια τους της Βαράγγιας Φρουράς του Βυζαντίου (ανάμεσα στους οποίους και ο Χάραλντ Χαρντράντα, κατοπινός βασιλιάς της Νορβηγίας). Οι πολεμικές επιχειρήσεις άρχισαν με τον καλύτερο τρόπο για τους Βυζαντινούς. Γρήγορα, όμως, το χρήμα σταμάτησε να ρέει κι άρχισε η μουρμούρα από τους Νορμανδούς και Ιταλούς μισθοφόρους. Ο Μανιάκης ανακλήθηκε, θύμα συκοφαντιών. Και η εκστρατεία τερματίσθηκε άδοξα. Τόσο άδοξα, που κατέληξε σε μια γενικευμένη εξέγερση στην Απουλία. Άλλη μια ευκαιρία για τους Νορμανδούς: ύστερα από επεισόδια των οποίων η εξιστόρηση θα χρειαζόταν πολλές σελίδες, ο Γουλιέλμος κατάφερε να εξασφαλίσει ένα καλό φέουδο γύρω από το Άσκολι και να πάρει τον ελαφρώς πομπώδη τίτλο του δούκα Απουλίας και Καλαβρίας. Όταν πέθανε, το 1041, τον διαδέχτηκε ο αδελφός του ο Ντρε.

Κάποια μέρα της ίδιας χρονιάς, ο Ντρε δέχτηκε στο Άσκολι την επίσκεψη του ετεροθαλούς αδελφού του, του Ροβέρτου. Ο νεαρός συνοδευόταν από μερικούς φίλους. Μαζί κι από τη φήμη του βλάκα της οικογένειας. Ποιός ξέρει γιατί… Σε κάθε περίπτωση ο άρχοντας του Άσκολι και κατ΄όνομα δούκας Απουλίας και Καλαβρίας έκρινε ότι το καλύτερο θα ήταν να ξαποστείλει τον νεαρό μακριά: του πρότεινε να εκστρατεύσει με λίγους άντρες στη Σκρίμπλα της Καλαβρίας και να κατακτήσει εδάφη από τους Βυζαντινούς. Ο Ροβέρτος ξεκίνησε με λίγα μέσα για να συναντήσει τη δόξα σε μια από τις χέρσες περιοχές του ιταλικού νότου. Κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει ότι ο άνθρωπος αυτός επρόκειτο να ενώσει σε ένα κράτος ολόκληρη τη Νότια Ιταλία και τη Σικελία, να συντρίψει τις παπικές στρατιές και να τρομάξει τους αυτοκράτορες του Βυζαντίου. Κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι ο ανόητος του νορμανδικού χωριού θα έμενε στην ιστορία ως ο «Γισκάρδος»…


Αρέσει σε %d bloggers: