Posts Tagged ‘Γρηγόριος Ζ΄’

ΟΙ ΝΟΡΜΑΝΔΟΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑ – μέρος ΙI

Οκτώβριος 25, 2009

Σε συνέχεια της πρώτης ανάρτησης σε αυτό το ιστολόγιο. Βέβαια, μια απλή αφήγηση γεγονότων, όπως η παρούσα, δεν παρουσιάζει το ίδιο ενδιαφέρον με μια ανάρτηση που έχει πιο σύνθετο και κριτικό χαρακτήρα. Επειδή, όμως, η αφήγηση αυτή αποτελεί κάτι σαν τάμα προς το άβατάρ μου, θα συνεχισθεί και μάλιστα για κάμποσο καιρό, μια και θα χρειαστούν γύρω στις δέκα αναρτήσεις για να φτάσουμε ως το λογικό της τέλος, τους Σικελικούς Εσπερινούς …

Η σταδιοδρομία του Ροβέρτου Γισκάρδου στην Κάτω Ιταλία ξεκινά … σεμνά και ταπεινά. Αν όχι σεμνά, πάντως οπωσδήποτε ταπεινά. Με ορμητήριο την αετοφωλιά του Σαν Μάρκο Αρτζεντάνο και επικεφαλής μιας ομάδας ενόπλων που ευκολότερα χαρακτηρίζεις κατασαπλιάδες και ληστές παρά ιππότες, ο Ροβέρτος επιβιώνει χάρη στις ζωωκλοπές, το πλιάτσικο και τα λύτρα που αποσπά απάγοντας πλούσιους Βυζαντινούς άρχοντες. Η πρώτη ευκαιρία για κάτι καλύτερο θα του παρουσιαστεί σε ένα ταξίδι του στην Απουλία. Ένας άλλος Νορμανδός φεουδάρχης, ο Γεράρδος του Μπουοναλμπέργκο, πιστεύοντας στις δυνατότητές του Ροβέρτου, θα του προτείνει την εξής συμφωνία: θα του δώσει ως σύζυγο τη θεία του Ωμπρέ (ή Αλβεράδα, βάσει της εκλατινισμένης εκδοχής του ονόματος), θα του δηλώσει υποτέλεια και θα του παράσχει ένα στράτευμα διακοσίων ιπποτών για να κατακτήσει περισσότερα εδάφη στην Καλαβρία. Ταυτόχρονα, θα του χαρίσει και το προσωνύμιο που επρόκειτο να τον σημαδέψει για πάντα: Γισκάρδος, δηλαδή ο πανούργος, ο πολυμήχανος («Cognomen Guiscardus erat qui calliditatis non Cicero tantae fuit, aut versutus Ulysses»). Οι ενισχύσεις θα αποδειχθούν πολύτιμες, καθώς σταθερά και μεθοδικά ο Ροβέρτος αρχίζει να δημιουργεί μια εκτεταμένη ζώνη ελέγχου και επιρροής. Οι εξελίξεις, όμως, θα τον φέρουν σύντομα βορειότερα.

Ο νορμανδικός επεκτατισμός είχε εύλογα ανησυχήσει πολλούς: το 1051 θα εκδηλωθεί μια συνομωσία Ιταλών και Βυζαντινών αρχόντων με στόχο τους Νορμανδούς φεουδάρχες της νότιας Ιταλίας. Πρώτο θύμα, ο δούκας Ντρε που θα δολοφονηθεί στο παρεκκλήσιο του κάστρου του στο Μόντε Ιλάρο. Θα τον διαδεχθεί ο αμφιθαλής αδελφός του, ο Ονφρουά. Είναι πολύ πιθανό η αντινορμανδική κίνηση του 1051 να είχε και την άμεση ή έμμεση παπική στήριξη. Από το 1048 πάπας της Ρώμης είναι ο Λέων ο Θ΄, Γερμανός που γεννήθηκε ως κόμης του Έγκισάιμ-Ντάγκσμπουργκ. Είναι πεπεισμένος ότι οι νορμανδικές κτήσεις αποτελούν αγκάθι στα πλευρά των παπικών κρατών. Έτσι, επικεφαλής ενός σημαντικού στρατεύματος αποτελούμενου από Γερμανούς (κυρίως μισθοφόρους) και Ιταλούς και με την ενίσχυση των Βυζαντινών του θέματος της Απουλίας, βαδίζει κατά των Νορμανδών. Η αποφασιστική μάχη θα δοθεί στις όχθες του ποταμού Φορτόρε, νοτιοδυτικά της Φότζα, λίγο έξω από την Τσιβιτάτε. Οι Νορμανδοί είναι λιγότεροι, είναι όμως καλύτεροι πολεμιστές και μάχονται για να σώσουν την περιουσία και το τομάρι τους. Το βράδυ τις 17ης Ιουνίου 1053 ο πάπας Λέων είναι αιχμάλωτος των Νορμανδών αρχόντων: δεν πρόκειται να ξαναδεί τη Ρώμη, καθώς θα πεθάνει σε αιχμαλωσία τον Απρίλιο του 1054 (παρεμπιπτόντως, ο θάνατός του καθιστούσε τυπικά άκυρο το περίφημο Σχίσμα των Εκκλησιών: η παπική βούλα περί αφορισμού του Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου και των πιστών του, την οποία άφησε στην Αγία Σοφία ο καρδινάλιος Ουμβέρτος του Μουαγιανμουτιέ, έφερε το όνομα ενός νεκρού πάπα. Και, φυσικά, οι εξουσίες του Ουμβέρτου ως παπικού λεγάτου μάλλον τερματίζονταν με τον θάνατο του ποντίφηκα που τον διόρισε). Η συμβολή του Ροβέρτου στη νίκη της Τσιβιτάτε ήταν καθοριστική. Το 1057, λίγο πριν πεθάνει, ο Ονφρουά θα του αναθέσει τη διακυβέρνηση του δουκάτου του και την κηδεμονία των παιδιών του. Βεβαίως, ο Ροβέρτος είναι πολύ περισσότερο Φίλιππος Β΄ παρά Αντίγονος Δόσων: ποτέ δεν θα παραδώσει την εξουσία που του δόθηκε προσωρινά. Το 1059, στην ακμή της δύναμής του, θα αποφασίσει ότι ο γάμος του με την Ωμπρέ αποτελεί αυτό που οι Γάλλοι ονομάζουν mésalliance. Προφασιζόμενος την ύπαρξη κάποιας μακρινής συγγένειας θα επιτύχει την ακύρωση του γάμου προκειμένου να νυμφευθεί τη Συκελγκάιτε, αδελφή του ηγεμόνα του Σαλέρνο.

Έτσι κι αλλιώς, οι συσχετισμοί δυνάμεων και οι συμμαχίες έχουν πια μεταβληθεί. Ο πάπας Νικόλαος ο Β΄ θα θεωρήσει ότι η συμμαχία με τους Νορμανδούς είναι πλέον προς το συμφέρον του: τον Αύγουστο του 1059 θα συναντηθεί με τον Ροβέρτο στη Βενόζα και με κάθε επισημότητα θα τον αναγνωρίσει ως δούκα Απουλίας και Καλαβρίας, νόμιμο κύριο όλων των εδαφών που κατέχει (νόμιμα και παράνομα), αλλά και αυτών που θα κατακτήσει σε βάρος των απίστων. Η κατάκτηση της Σικελίας είναι ο επόμενος στόχος.

Η νορμανδική κατάκτηση της μεγαλονήσου ξεκινά υπό συνθήκες παρόμοιες αυτών της αραβικής κατάκτησης, δυόμισι αιώνες νωρίτερα. Το 827 οι Άραβες πάτησαν πόδι στη Σικελία ύστερα από «πρόσκληση» του Βυζαντινού στρατηγού Ευφήμιου, ο οποίος είχε στασιάσει κατά του αυτοκράτορα Μιχαήλ του Β΄. Το 1061, η μικρή νορμανδική δύναμη που αποβιβάζεται κοντά στη Μεσσήνη με επικεφαλής τον Ρογήρο, αδελφό του Ροβέρτου και δωδέκατο και νεότερο γιο του Τανκρέδου της Ωτβίλλ, φθάνει στη Σικελία με τυπικό σκοπό να ενισχύσει τον Ιμπν Αλ Τουμνά, εμίρη Κατάνης και Συρακουσών, ο οποίος βρίσκεται σε σύγκρουση με τον Ιμπν Αλ Χαουάς, εμίρη του Ακράγαντα και της Έννας. Η κατάκτηση θα αποδειχθεί ιδιαίτερα δύσκολη: μετά από την αραβική αντεπίθεση του χειμώνα του 1062-1063, ο Ρογήρος θα βρεθεί πολιορκημένος στην Τρόινα. Η στρατιωτική του ιδιοφυία θα τον βγάλει από τη δύσκολη θέση: όχι μόνο θα καταφέρει να σπάσει την πολιορκία, αλλά λίγους μήνες μετά θα πετύχει μια σαρωτική νίκη στο Τσέραμι, η οποία θα του ανοίξει τον δρόμο για την τελική επικράτηση.

Ωστόσο, η ολοκλήρωση της σικελικής εκστρατείας θα πρέπει να περιμένει. Ο Ροβέρτος, η βοήθεια του οποίου είναι απαραίτητη, θα δώσει προτεραιότητα σε ένα άλλο σχέδιο. Επιδιώκοντας να εξαφανίσει τη βυζαντινή παρουσία στην Κάτω Ιταλία θα πολιορκήσει το Μπάρι, τελευταία σημαντική κτήση που έχει μείνει στα χέρια της αυτοκρατορίας. Η πολιορκία θα αρχίσει το 1068 και θα κρατήσει σχεδόν τρία χρόνια. Στις 16 Απριλίου 1071 το Μπάρι θα παραδοθεί στον Ροβέρτο (τρεις μήνες πριν την καταστροφή του Μαντζικέρτ). Η επιτυχία αυτή θα επιτρέψει στον Ροβέρτο να τρέξει σε βοήθεια του αδελφού του που πολιορκεί το Παλέρμο. Στις 10 Ιανουαρίου 1072, τα δύο αδέλφια κάνουν την επίσημη είσοδό τους στη σικελική πρωτεύουσα που συνθηκολόγησε. Βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας, ο Ροβέρτος θα κρατήσει τη διοίκηση του Παλέρμου, της μισής Μεσσήνης και του βόρειου τμήματος του νησιού. Τα υπόλοιπα (όσα κατακτήθηκαν και όσα πρέπει να κατακτηθούν) ανήκουν στον Ρογήρο, ο οποίος θα λάβει τον τίτλο του κόμη της Σικελίας.

Ο Ροβέρτος Γισκάρδος μπορούσε πλέον να αφοσιωθεί στον ύψιστο στόχο του, την αυτοκρατορία του Βυζαντίου. Αρχικά, χρησιμοποίησε τα διπλωματικά μέσα: επιδίωξε τη συμμαχία που θα τη σφράγιζε ένας γάμος ανάμεσα στις δύο οικογένειες. Πράγματι, το 1074, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ ο Ζ΄ (αυτός που λόγω της άθλιας οικονομικής του πολιτικής και των τρομακτικών υποτιμήσεων του νομίσματος έμεινε στην ιστορία ως Παραπινάκης) πρότεινε στον Ροβέρτο γάμο μεταξύ του προφυρογέννητου γιου του Βυζαντινού βασιλέα και μιας κόρης του Νορμανδού ηγεμόνα. Η ιστορία τελείωσε άσχημα: πριν οι μελλόνυμφοι φτάσουν σε ηλικία γάμου, ο Μιχαήλ ανατράπηκε από τον Νικηφόρο Βοτανειάτη, η δε Νορμανδή πριγκίπισα κατέληξε σε κάποιο βυζαντινό μοναστήρι. Απέμενε η λύση των πολεμικών επιχειρήσεων. Ο Ροβέρτος συγκέντρωσε εντυπωσιακό στόλο και στρατό, και αφού έστειλε πρώτα τον Βοημούνδο, τον μεγαλύτερο γιο που είχε αποκτήσει με την Ωμπρέ, να δημιουργήσει προγεφύρωμα στις αλβανικές ακτές, σάλπαρε από το Οτράντο το 1081 με αρχικό στόχο το Δυρράχιο. Η πολιορκία υπήρξε πολύμηνη και σκληρή. Σε βοήθεια της πόλης προσέτρεξε κι ο νέος αυτοκράτορας, ο Αλέξιος Κομνηνός. Τελικός νικητής, όμως, ήταν ο Γισκάρδος. Τον Φεβρουάριο του 1082 το Δυρράχιο ήταν δικό του. Μετά την κατάληψη κινήθηκε προς τα νότια, βαδίζοντας κατά της Θεσσαλονίκης. Ενώ, όμως, βρισκόταν έξω από την Καστοριά, οι δραματικές εξελίξεις στην Ιταλία τον ανάγκασαν σε εσπευσμένη επιστροφή.

Γενικά, η μεγαλύτερη ατυχία του Γισκάρδου ήταν ότι στον θρόνο του Βυζαντίου δεν βρισκόταν κάποιος αυτοκράτορας ικανός μόνο για παλατιανές ίντριγκες, αλλά ένας ικανότατος στρατιωτικός και πολιτικός ηγέτης όπως ο Αλέξιος Κομνηνός. Ο Αλέξιος ήρθε σε άμεση συνεννόηση με τον δυτικό ηγεμόνα που τη δεδομένη χρονική στιγμή είχε κοινά συμφέροντα με αυτόν. Ο Γερμανός αυτοκράτορας Ερρίκος ο Δ΄ δεν είχε ξεχάσει την αισχρή ταπείνωση που του είχε επιφυλάξει στην Κανόσα ο Λομβαρδός πάπας Γρηγόριος ο Ζ΄. Ενισχυμένος οικονομικά από το Βυζάντιο συγκέντρωσε γρήγορα ένα πολυάριθμο εκστρατευτικό σώμα και βάδισε κατά της Ρώμης. Ύστερα από πολιορκία που κράτησε περισσότερο από ένα χρόνο, ο Ερρίκος καταλάμβανε την Αιώνια Πόλη, τον Μάρτιο του 1084. Ο πάπας δεν είχε άλλη επιλογή παρά να καλέσει σε βοήθεια τον Νορμανδό δούκα. Τον Μάϊο του 1084 οι δυνάμεις του Γισκάρδου έφταναν στη Ρώμη, την οποία είχε ήδη εγκαταλείψει ο Γερμανός αυτοκράτορας. Ακολούθησε ένα απερίγραπτο λουτρό αίματος: ο Ροβέρτος έκανε τα πάντα ώστε η παπική εξουσία να μην αμφισβητηθεί από κανένα πια. Δεν γνωρίζουμε πόσο αληθινά ευχαριστημένος ήταν ο πάπας Γρηγόριος. Μάλλον καθόλου. Γνωρίζοντας ότι μετά τα γεγονότα δεν μπορούσε πλέον να μείνει στη Ρώμη ακολούθησε ταπεινωμένος τον ισχυρό προστάτη του και κατέληξε στη μονή του Μόντε Κασσίνο, όπου και πέθανε τον επόμενο χρόνο.

Ο Ροβέρτος μπορούσε να συνεχίσει να κυνηγά τη βυζαντινή του χίμαιρα. Ο γιός του ο Βοημούνδος είχε αρχικά εδραιώσει τις νορμανδικές θέσεις γύρω από τα Ιωάννινα και είχε πετύχει δύο νίκες επί των στρατευμάτων του αυτοκράτορα. Το 1083, όμως, βρέθηκε αντιμέτωπος με πολύ μεγαλύτερες βυζαντινές δυνάμεις, έχασε την Καστοριά και οπισθοχώρησε. Το φθινόπωρο του 1084 ο Ροβέρτος σάλπαρε ξανά για τις Αλβανικές ακτές. Τώρα πια οι Νορμανδοί είχαν να αντιμετωπίσουν και τους νέους συμμάχους του Αλέξιου, τους Ενετούς με τον πανίσχυρο στόλο. Οι συγκρούσεις των επόμενων μηνών σε στεριά και θάλασσα ήταν σφοδρότατες: το θέατρο των πολεμικών επιχειρήσεων είχε πλέον μεταφερθεί στα Ιόνια νησιά. Εκτός από τον εχθρό, οι Νορμανδοί χτυπήθηκαν κι από επιδημίες. Όταν τον Ιούλιο του 1085 ο Ροβέρτος προσέγγισε τις ακτές της Κεφαλονιάς αρρώστησε βαριά: πέθανε στις 17 Ιουλίου στην τοποθεσία που ακόμη και σήμερα φέρει το όνομά του, έστω κι ελαφρώς παραφθαρμένο, το Φισκάρδο. Η σωρός του μεταφέρθηκε με χίλιες δυσκολίες στην Ιταλία και τάφηκε στην εκκλησία της μονής της Αγίας Τριάδας στη Βενόζα. Το επίγραμμα στον τάφο του, αντάξιο της αδάμαστης και τυχοδιωκτικής του προσωπικότητας, άρχιζε με τα παρακάτω λόγια: «Hic terror mundi Guiscardus».                  

 

Advertisements

Αρέσει σε %d bloggers: