Posts Tagged ‘Δίκαιο’

Μύθοι και στερεότυπα για τον Μεσαίωνα

Νοέμβριος 6, 2014
Αδελφοί του Λιμπούρ "Les Très Riches Heures du duc de Berry", Μάιος

Αδελφοί του Λιμπούρ «Les Très Riches Heures du duc de Berry», Μάιος

[Δεν πρόκειται ακριβώς για νέα ανάρτηση, αλλά για το κείμενο ομιλίας του Ρογήρου στο πλαίσιο εκδήλωσης που διοργάνωσε στις 17 Οκτωβρίου 2014 η Ελληνική Κοινότητα Λουξεμβούργου (Centre culturel Altrimenti, Λουξεμβούργο). Οι φίλοι του ιστολογίου θα διαπιστώσουν ότι το κείμενο περιέχει σχεδόν αυτούσιες κάποιες από τις παλαιότερες αναρτήσεις (όπως το «Γιατί ΔΕΝ επιστρέφουμε στον Μεσαίωνα», την «Ιστορία του Ρομάνο Μαϊράνο», τη «Γυναίκα στον Μεσαίωνα» ή το «Ψάχνοντας για μάγισσες στον Μεσαίωνα»), καθώς και στοιχεία από άλλες. Η όποια αξία του έγκειται στο ότι παρέχει μια συνθετική και, κατά το δυνατόν, συνοπτική εικόνα των θέσεων του ιστολογίου όσον αφορά το πλέον προσφιλές θέμα του. Ακριβώς επειδή πρόκειται για ομιλία, το κείμενο δεν περιέχει παραπομπές. Υπάρχει, όμως, μια ενδεικτική βιβλιογραφία στο τέλος του. Επίσης, για να διατηρήσω τη ροή του, επέλεξα να μην προσθέσω συνδέσμους. Για τις όποιες απορίες, οι φίλοι μπορούν να ανατρέξουν στη Βικιπαίδεια ή, ακόμη καλύτερα, να υποβάλουν το σχετικό ερώτημα μέσω σχολίου, ώστε να έχουμε κι εδώ μια ενδιαφέρουσα συζήτηση.]

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Εάν επιχειρήσετε να εισαγάγετε τη λέξη «Μεσαίωνας» σε κάποια διαδικτυακή μηχανή αναζήτησης, θα δείτε την οθόνη σας να πλημμυρίζει με ευρήματα στα οποία ο όρος και τα παράγωγά του χρησιμοποιούνται με σημασία σαφώς μειωτική. Τα ευρήματα αυτά δεν έχουν σχέση με την ομώνυμη ιστορική περίοδο, αλλά με γεγονότα της επικαιρότητας. Οι κατάφωρες παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας, ο περιορισμός ή η κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων χαρακτηρίζονται πάντα ως «Εργασιακός Μεσαίωνας». Ειδήσεις από ταραγμένες περιοχές του πλανήτη συνοδεύονται από επισημάνσεις περί «μεσαιωνικής βαρβαρότητας» και «μεσαιωνικών σφαγών». Τα, εντελώς σύγχρονα, βασανιστήρια είναι οπωσδήποτε «μεσαιωνικά» για τα ΜΜΕ. Πρωθυπουργός κράτους μέλους της ΕΕ και της Ευρωζώνης χαρακτηρίζει το πρόγραμμα δημοσιονομικής λιτότητας ως «μέτρο καθαρά μεσαιωνικό». Κάποιος άλλος, αναφερόμενος στα μέτρα λιτότητας της Ελληνικής Κυβέρνησης, κυκλοφορεί διαδικτυακή αφίσα στην οποία αναγράφεται ότι «η Κυβέρνηση αποφάσισε να μετατρέψει ολόκληρη της χώρα σε θεματικό πάρκο… για τον Μεσαίωνα»! Η σύγχρονη επιδείνωση της κατάστασης όσον αφορά τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα και, ως εκ τούτου, τις συνθήκες ζωής μεγάλου μέρους του πληθυσμού βαφτίζεται άνευ άλλου τινός «επιστροφή στον Μεσαίωνα». Η πολιτική και οικονομική ολιγαρχία που επωφελείται από αυτήν την αναδιανομή πλούτου και δικαιωμάτων χαρακτηρίζεται ως «νέα φεουδαρχία».

Με άλλα λόγια, η λέξη Μεσαίωνας αποτελεί για τον άνθρωπο της εποχής μας το κατεξοχήν κακέμφατο, τον απολύτως μειωτικό χαρακτηρισμό. Στο φαντασιακό μας, ο Μεσαίωνας έχει καταγραφεί ως εποχή σκοταδισμού και προλήψεων, επιδημιών, κοινωνικής αδικίας και καταπίεσης, βίας και πολέμων. Η εποχή του Μαύρου Θανάτου και της Ιεράς Εξέτασης.

Ανταποκρίνονται, όμως, όλα αυτά στην ιστορική πραγματικότητα; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα θα πρέπει καταρχάς να ορίσουμε την ίδια την έννοια του Μεσαίωνα. Διαπιστώνουμε τότε ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια ιστορική περίοδο χιλίων περίπου χρόνων της οποίας την αρχή και το τέλος δυσκολευόμαστε αφάνταστα να καθορίσουμε, έστω και με τρόπο εντελώς συμβατικό.

Σόλιδος του Οδόακρου

Σόλιδος του Οδόακρου

Πότε αρχίζει ο Μεσαίωνας; Μας απαντούν συνήθως ότι αυτό συνέβη στις 4 Σεπτεμβρίου 476, όταν ο αρχηγός ενός βαρβαρικού μισθοφορικού σώματος, ο Οδόακρος, εκθρόνισε, με τρόπο σχετικά ειρηνικό, τον τελευταίο Ρωμαίο αυτοκράτορα της Δύσης, έναν ανήλικο που έφερε το συμβολικό όνομα Ρωμύλος Αυγουστύλος. Πιστεύετε άραγε ότι το συγκεκριμένο γεγονός σήμαινε για τους ανθρώπους που ζούσαν τότε πραγματική «αλλαγή εποχής»; Πολύ δύσκολα. Ο ίδιος ο Οδόακρος έκανε δέμα τα σύμβολα της αυτοκρατορικής εξουσίας και τα έστειλε συστημένα στον αυτοκράτορα της Ανατολής, τον Ζήνωνα. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν έπαυσε βέβαια να υφίσταται το 476. Γότθοι ηγεμόνες, όπως ο Θεοδώριχος ο Μέγας, θα συνέχιζαν να διοικούν την Ιταλία στο όνομα του αυτοκράτορα. Και ο τρόπος ζωής των ανθρώπων, η κοινωνική οργάνωση κι η νοοτροπία τους δεν θα μεταβληθεί στους αμέσως επόμενους αιώνες κατά τρόπο που να μαρτυρά ρήξη με το παρελθόν. Αυτό θα σας το επιβεβαιώσουν κι οι ιστορικοί που ειδικεύονται στην Ύστερη Αρχαιότητα.

Κωνσταντινούπολη, χάρτης του Φλωρεντινού Κρ. Μπουοντελμόντε, 1422

Κωνσταντινούπολη, χάρτης του Φλωρεντινού Κρ. Μπουοντελμόντε, 1422

Εξίσου δυσχερής είναι και ο καθορισμός του τέλους του Μεσαίωνα. Κάποιοι αναζητούν ένα μεμονωμένο γεγονός που σηματοδοτεί την αλλαγή εποχής. Την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, για παράδειγμα, το 1453, από τον Μωάμεθ τον Πορθητή. Γεγονός αναμφισβήτητα μεγάλης συμβολικής σημασίας, που όμως δεν επηρέασε κατά τρόπο καθοριστικό τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις. Για αυτόν τον λόγο, άλλοι επιλέγουν το 1492, το έτος ανακάλυψης της Αμερικής από τον Χριστόφορο Κολόμβο. Εξαιρετικά σημαντικό γεγονός, μόνο που οι συνέπειές του δεν έγιναν άμεσα αισθητές στην Ευρώπη. Έτσι, μια άλλη σχολή προτιμά ένα κριτήριο πιο λειτουργικό. Μας λένε, έτσι, ότι ο Μεσαίωνας τελειώνει όταν εκδηλώνεται σαφώς η Αναγέννηση. Η συμπαθής αυτή ταυτολογία προσκρούει σε μιαν άλλη δυσκολία: πότε συμβαίνει αυτό; Οι στοιχειωδώς ρεαλιστές θα απαντήσουν ότι δεν συμβαίνει την ίδια χρονική στιγμή για όλη την Ευρώπη, στην Ιταλία ίσως βρισκόμαστε στην Αναγέννηση ήδη από το 1450, ίσως και νωρίτερα (για ορισμένους ήδη από το 1370!), στη Γερμανία και τις Κάτω Χώρες, όμως, πρέπει να φτάσουμε στον 16ο αιώνα για να δώσουμε καταφατική απάντηση στο ερώτημα.

Όποιες χρονολογίες και να επιλέξουμε αυτό που διαπιστώνουμε στην πραγματικότητα είναι ότι, κατά την παγιωμένη αντίληψη, ο Μεσαίωνας ορίζεται εξ αντιδιαστολής και μάλιστα διττής, κάτι που μαρτυρά περιφρόνηση. Μεσαίωνας είναι ό,τι δεν ανήκει ούτε στην Αρχαιότητα ούτε στην Αναγέννηση και τους Νεότερους Χρόνους. Περιφρόνηση ως προς τη μέθοδο οριοθέτησης, περιφρόνηση όμως και ως προς την ονομασία. Πώς είναι δυνατό να ονομάζουμε «μέση», δηλαδή ενδιάμεση, μεταβατική, μια ολόκληρη χιλιετία ανθρώπινης Ιστορίας; Πώς είναι δυνατό να την αντιμετωπίζουμε ως εποχή ομοιόμορφη και στατική;

Ας επιχειρήσουμε να διακρίνουμε την ιστορική αλήθεια για αυτήν την τόσο συκοφαντημένη εποχή του Μεσαίωνα, επισημαίνοντας τα χαρακτηριστικά γνωρίσματά του, τις σταθερές και τις μεταβολές του σε πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο κι εξετάζοντας όλες αυτές τις κατηγορίες που εδώ και μερικούς αιώνες τον αμαυρώνουν.

ΜΕΡΟΣ Ι
ΕΠΟΧΗ ΑΥΘΑΙΡΕΤΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΔΙΚΙΑΣ ΚΑΙ ΟΠΙΣΘΟΔΡΟΜΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ;

Όπως προείπαμε, βιώνουμε σήμερα μια σαφή επιδείνωση των συνθηκών ζωής μεγάλου μέρους του πληθυσμού, στην Ελλάδα μάλιστα με τρόπο ακόμη πιο ακραίο. Συρρίκνωση του δημόσιου τομέα και των υπηρεσιών που παρείχε, κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων, ψαλίδισμα των κοινωνικοασφαλιστικών δικαιωμάτων, εξαφάνιση κάθε στοιχείου κοινωνικής πρόνοιας με «λογικές» εξοικονόμησης πόρων. Διαπιστώνεται μια τάση που θέτει εν αμφιβόλω τον πυρήνα του δημοκρατικού κράτους δικαίου και πρόνοιας. Συνειδητοποιούμε ότι ίσως τα όσα γνωρίζαμε και θεωρούσαμε δεδομένα δεν ήταν παρά ένα διάλειμμα ευημερίας και δικαιοσύνης που αφορούσε ένα σύντομο διάστημα μέσα στην απεραντοσύνη του ιστορικού χρόνου κι ένα περιορισμένο κομμάτι της ανθρωπότητας. Επιστρέφουμε, επομένως, σε εποχές του παρελθόντος και συγκεκριμένα, όπως πολλοί υποστηρίζουν, στον Μεσαίωνα της φεουδαρχίας. Τα σύγχρονα οικονομικά συμφέροντα ταυτίζονται με τους φεουδάρχες, οι εργαζόμενοι με τους δουλοπάροικους. Πόσο ακριβές είναι αυτό;

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα ακόμη στερεότυπο που εκφέρεται με όρους συμβατικού λόγου, χωρίς να προϋποθέτει κάποια διαδικασία στοιχειώδους επιβεβαίωσης ως προς την ιστορική αλήθεια.

Α.   ΤΟ ΦΕΟΥΔΑΛΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ

α.   Άρχοντες και δουλοπάροικοι

Μας διαβεβαιώνουν ότι ο Μεσαίωνας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής ανισότητας κι αδικίας, μια και το μεγαλύτερο μέρος το πληθυσμού ήταν δουλοπάροικοι που εργάζονταν σκληρά και ζούσαν σε συνθήκες απίστευτης εξαθλίωσης, δίχως καθόλου δικαιώματα. Ο ισχυρισμός αυτός ενέχει χονδροειδείς ανακρίβειες.

1.   Οι δουλοπάροικοι του Μεσαίωνα δεν είναι σκλάβοι!

Μολονότι και για τους δουλοπάροικους τα μεσαιωνικά κείμενα χρησιμοποιούν τον όρο servus, δηλαδή αυτόν ακριβώς που για τους Ρωμαίους σήμαινε τον δούλο, το νομικό καθεστώς και η θέση των δουλοπάροικων του Μεσαίωνα απέχει παρασάγγες από εκείνη των δούλων της Αρχαιότητας. Εάν πρέπει οπωσδήποτε να βρούμε αντιστοιχία με θεσμούς της ρωμαϊκής ειδικά εποχής, θα διαπιστώσουμε ότι η σχέση κυρίου και δουλοπάροικου κατά τον Μεσαίωνα βρίσκεται πολύ πιο κοντά στη σχέση κυρίου και πελάτη στα χρόνια της Ρώμης. Ο βασικός περιορισμός έγκειται στο ότι ο δουλοπάροικος δεν μπορεί να εγκαταλείψει χωρίς άδεια τη γη που καλλιεργεί. Ο περιορισμός αυτός δεν είναι τόσο παράλογος για κοινωνίες κατεξοχήν αγροτικές με μεγάλη ανάγκη για εργατικά χέρια.

Δουλοπάροικοι στην Αγγλία, 1310

Δουλοπάροικοι στην Αγγλία, 1310

Κατά τα λοιπά, ο δουλοπάροικος έχει νομική προσωπικότητα, αντιθέτως προς τον δούλο. Ως υποκείμενο δικαίου διαθέτει δικαιοπρακτική ικανότητα, έχει τη δική του περιουσία και φυσικά συνάπτει συμβάσεις για τη διαχείρισή της. Επιπλέον, η μεσαιωνική κοινωνία, ακόμη και στη φεουδαλική εκδοχή της, δεν χαρακτηρίζεται από τα στεγανά που εμείς της αποδίδουμε. Όπως μαρτυρούν τα έγγραφα της εποχής, ο δουλοπάροικος δεν είναι καν απαραίτητο να είναι αγρότης, μπορεί να είναι τεχνίτης που κατοικεί σε μια πόλη, ενώ επίσης μπορεί να συνάψει γάμο με άτομο που τυπικά έχει την ιδιότητα του ελεύθερου. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που αναφέρει ο Ζωρζ Ντυμπύ, σχολιάζοντας το έγγραφο μιας δικαιοπραξίας που βρισκόταν στα αρχεία της μονής του Κλυνύ: ο δουλοπάροικος Αλώμ, κάτοικος της κωμόπολης του Μπλανό, νυμφεύεται στο γειτονικό Οζάν τη Μαρχίλδη, γυναίκα που νομικά χαρακτηρίζεται ως ελεύθερη. Αποκτούν μαζί περιουσιακά στοιχεία τα οποία και διαθέτουν ελεύθερα, ενώ τα παιδιά τους υπάγονται στο νομικά ευνοϊκότερο καθεστώς, εν προκειμένω αυτό του ελεύθερου.

Ακόμη κι ο περιορισμός βάσει του οποίου ο δουλοπάροικος δεν μπορεί να εγκαταλείψει άνευ άλλου τινός τη γη που καλλιεργεί είναι στην πράξη σχετικός: αν το θέλει οπωσδήποτε, ο δουλοπάροικος μπορεί, με λίγο θάρρος, να εγκαταλείψει τον τόπο του και να αναζητήσει τη τύχη του αλλού. Αν ταξιδέψει κάπως μακριά (ας πούμε σε απόσταση 500 χιλιομέτρων), δηλώσει ψευδώς ότι είναι ελεύθερος και δώσει όρκο υποταγής στον τοπικό άρχοντα (που δεν είναι απαραίτητα φυσικό πρόσωπο, μπορεί να πρόκειται για μια μονή ή έναν καθεδρικό ναό) θα καταφέρει να εγκατασταθεί και να προκόψει χωρίς πολλές σκοτούρες ή προβλήματα. Τα εργατικά χέρια είναι πάντα και παντού ευπρόσδεκτα στον Μεσαίωνα κι οι ντόπιοι δεν έχουν κανένα συμφέρον να ψάξουν διεξοδικά μήπως ο νεοφερμένος έχει κάποιον αφέντη που βρίσκεται πέντε μέρες μακριά (πρβλ. το παράδειγμα του πατέρα της Μαρχίλδης στο έγγραφο που παραθέτει ο Ντυμπύ).

2.   Η πλειονότητα των πολιτών δεν έχει την ιδιότητα του δουλοπάροικου

Οι δουλοπάροικοι αποτελούν απλώς ένα τμήμα της φεουδαλικής κοινωνίας. Τα περισσότερα άτομα έχουν την ιδιότητα του ελεύθερου και φυσικά διαθέτουν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στην καθημερινότητά τους. Βεβαίως, ο άρχοντας ασκεί εξουσία, επιβάλλει και εισπράττει φόρους, δικάζει και τιμωρεί, άρα εκ των πραγμάτων καταπιέζει τους υποτελείς του. Ωστόσο, ουδόλως προκύπτει ότι αυτή η καταπίεση παρεκκλίνει σημαντικά από τον μέσο όρο της Ιστορίας. Συνήθως, μάλιστα, η σχέση εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου είναι πολύ χαλαρότερη απ’ ό,τι πιστεύουμε. Ακόμη και σε περιοχές όπου επικρατεί η φεουδαρχία, ο περισσότερος κόσμος δεν πρόκειται να δει σχεδόν ποτέ αυτόν που τυπικά είναι κυρίαρχός του. Ας θυμηθούμε το διάσημο παράδειγμα του Μονταγιού για το οποίο θα μιλήσουμε αναλυτικά στη συνέχεια: το μικρό χωριό των Πυρηναίων υπάγεται στη δικαιοδοσία του κόμητος της Φουά. Αυτός ασκεί την εξουσία του μέσω δύο προσώπων: του καστελλάνου, όσον αφορά τα ζητήματα ασφάλειας, και του βαΐλου, για τις αστικές υποθέσεις (ο δεύτερος είναι σχεδόν πάντα κάποιος από τους προύχοντες του χωριού). Ο κόμης δεν πρέπει να έχει εμφανιστεί ποτέ στο χωριό. Η – απομακρυσμένη – εξουσία του δεν εκλαμβάνεται ως καταπίεση από τους κατοίκους. Αντιθέτως, ο κόμης είναι ιδιαίτερα αγαπητός, κυρίως γιατί αποτελεί τη μόνη ελπίδα προστασίας των χωρικών, πολλοί από τους οποίους έχουν ασπασθεί την «αίρεση» των Καθαρών, έναντι της Εκκλησίας και ειδικά της Ιεράς Εξέτασης.

Συμπερασματικά, αν κάποιος θέλει να βρει παραδείγματα εξαθλίωσης για να τα συγκρίνει με τις ζοφερές προοπτικές των σύγχρονων εργαζομένων, δεν έχει λόγο να τα αναζητήσει ειδικά στο Μεσαίωνα.

β.   Γιατί σήμερα «δεν επιστρέφουμε στον Μεσαίωνα» – Η άσκηση εξουσίας

"Les Très Riches Heures du duc de Berry", Αύγουστος

«Les Très Riches Heures du duc de Berry», Αύγουστος

Ως κοινός παρονομαστής μεταξύ του Μεσαίωνα και των εξελίξεων της εποχής μας προβάλλεται η απίσχνανση της κεντρικής εξουσίας του κράτους και η αντίστοιχη ενδυνάμωση ιδιωτικών κέντρων εξουσίας. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι εσχάτως οι κρατικές οντότητες εμφανίζονται να παραιτούνται από σημαντικό μέρος των εξουσιών τους, τις οποίες μεταθέτουν ή των οποίων αποδέχονται τον σφετερισμό τους από πόλους εξουσίας οικονομικού κι επιχειρηματικού χαρακτήρα. Η τάση αυτή επιδεινώνεται εξαιτίας της αδυναμίας και της έλλειψης βουλήσεως που επιδεικνύει η κρατική εξουσία όσον αφορά τον έλεγχο των οικονομικών παραγόντων, έλεγχος που έχει καταστεί εκ των πραγμάτων δύσκολος εξαιτίας του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου οικονομικού περιβάλλοντος. «Παρομοίως», στον Μεσαίωνα η κεντρική εξουσία εμφανίζεται αδύναμη έναντι των τοπικών φεουδαρχών, οι οποίοι ασκούν σχεδόν απόλυτη εξουσία στην περιοχή δικαιοδοσίας τους. Εντούτοις, και στην περίπτωση αυτή οι ομοιότητες είναι μάλλον επιφανειακές.

1.   Η διαφορά ως προς τον τρόπο κατανομής και άσκησης της εξουσίας

Με κάποια δόση ελευθερίας, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η κατανομή της εξουσίας στον Μεσαίωνα (βασιλιάς-φεουδάρχες) είναι κάθετη, ενώ στην εποχή μας (κρατικές οντότητες-οικονομικά συμφέροντα) οριζόντια. Στον Μεσαίωνα υπάρχει κατά τόπον κατάτμηση ομοειδούς εξουσίας. Η εξουσία που ασκεί ο βασιλιάς δεν διαφοροποιείται ποιοτικά από αυτήν που ασκούν οι φεουδάρχες, παρά μόνον ως προς τα όρια της κατά τόπον δικαιοδοσίας. Κατά τα λοιπά, τόσο στην περίπτωση του βασιλιά όσο και αυτή των φεουδαρχών πρόκειται για την κλασσική μορφή εξουσίας που συναντούμε, σε πιο εξελιγμένη μορφή, και στα σύγχρονα κράτη (εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική, στρατιωτική και αστυνομική, επιβολής φόρων κ.ο.κ.). Το μόνο που διακρίνει την κεντρική εξουσία από τις κατά τόπους, είναι η θέση του βασιλιά ως επικυρίαρχου των φεουδαρχών, η οποία ισοδυναμεί με μια μάλλον χαλαρή εποπτεία. Σήμερα, αντιθέτως, οι οικονομικοί παράγοντες δεν ασκούν εξουσία με τον ίδο τρόπο που το πράττουν τα κράτη: καθορίζουν τις συνθήκες των αγορών, ασκούν οικονομικές και άλλες πιέσεις στην εκτελεστική εξουσία, χειραγωγούν την κοινή γνώμη μέσω φίλα προσκείμενων ΜΜΕ κ.ο.κ. Επιπλέον, το ίδιο οικονομικό κέντρο εξουσίας δεν δρα στην επικράτεια ενός μόνον κρατικού μορφώματος, αλλά περισσοτέρων, ενδεχομένως και σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο ένας πόλος διαφοροποιείται από τον άλλο ως προς την άσκηση εξουσίας και τοπικά και ποιοτικά, στοιχείο που δεν υπάρχει στη φεουδαρχία του Μεσαίωνα.

2.   Η διαφορά ως προς τον χαρακτήρα της εξουσίας

Είναι προφανές ότι η εξουσία που ασκείται σήμερα από οικονομικά συμφέροντα είναι απρόσωπη. Φορείς της είναι επιχειρηματικά σχήματα με μορφή συνήθως εταιρική που είναι δύσκολο έως αδύνατο να προσωποποιηθούν. Άλλωστε και αφεαυτής η άσκηση τέτοιας εξουσίας έχει ακαθόριστο χαρακτήρα, από την άποψη ότι δεν μπορεί να προσδιορισθεί σε ποιό ποσοστό καθόρισε την μία ή την άλλη εξέλιξη καθένας από τους οικονομικούς παράγοντες ξεχωριστά. Σε κάθε περίπτωση, η εξουσία των οικονομικών συμφερόντων εκλαμβάνεται ως απρόσωπη από τους ίδιους τους εξουσιαζόμενους (οι οποίοι συχνά αδυνατούν να κατανοήσουν ποιός ακριβώς είναι ο υπεύθυνος για κάποιο δυσμενές γι’ αυτούς αποτέλεσμα, για αυτό και κατηγορούν συλλήβδην τα κέντρα οικονομικής εξουσίας, συνήθως μαζί με τους εκάστοτε φορείς της εκτελεστικής εξουσίας, ή καταφεύγουν σε θεωρίες συνωμοσίας). Στο σημείο αυτό, η διαφορά με την κατάσταση στα χρόνια του Μεσαίωνα είναι χαοτική.

Η σχέση εξουσιαστή και εξουσιαζομένου κατά τον Μεσαίωνα είναι σαφώς προσωπική. Η σύναψή της προϋποθέτει την αποδοχή και των δύο μερών. Δεν υπάρχει τίποτε χαρακτηριστικότερο ή πιο συμβολικό για τη φεουδαλική κοινωνία του Μεσαίωνα από το hommage (λατ. hommagium, hominium hominagium). Στα ελληνικά το αποδίδουμε συνήθως ως «όρκο υποτελείας», αλλά η μετάφραση αυτή αδυνατεί να περιγράψει επακριβώς την έννοια του θεσμού. Το hommage περιλαμβάνει βεβαίως μια τελετή, κατά την οποία ο υποτελής-βασσάλος γονατίζει μπροστά στον επικυρίαρχό του, του δίνει τα χέρια του και στη συνέχεια προφέρει τον όρκο υποτελείας σ’ αυτόν. Πρωτίστως, όμως, είναι μια αμφοτεροβαρής σύμβαση μεταξύ του βασσάλου και του επικυρίαρχου. Ο βασσάλος αναλαμβάνει στρατιωτική υποχρέωση, δεσμευόμενος να συνδράμει στην άμυνα και ασφάλεια των εδαφών του επικυρίαρχου (ost, υποχρέωση χρονικής διάρκειας 40 ημερών ετησίως) και να συμμετέχει σε στρατιωτικές επιχειρήσεις του δεύτερου εκτός των εδαφών του (chevauchée), να τον συμβουλεύει σε θέματα διοίκησης, άμυνας και απονομής δικαιοσύνης και, τέλος, να του παράσχει τη βοήθειά του στις λεγόμενες τέσσερις περιπτώσεις (συνεισφορά στα λύτρα για την απελευθέρωση του κυρίου σε περίπτωση αιχμαλωσίας του, στα έξοδα για την εκπαίδευση του πρωτότοκου γιου του κυρίου ως ιππότη, στα έξοδα του γάμου της μεγαλύτερης κόρης του και στις δαπάνες που θα υποβληθεί ο κύριος αν εκστρατεύσει σε σταυροφορία). Από την πλευρά του, ο επικυρίαρχος εγγυάται για την ασφάλεια του βασσάλου, της οικογένειας και των ανθρώπων του και του παραχωρεί ένα φέουδο, μεταβιβάσιμο κληρονομικά στους απογόνους του βασσάλου. Βέβαια, οι δομές και οι σχέσεις της μεσαιωνικής κοινωνίας αποδεικνύονται πιο σύνθετες στην πράξη: τίποτε δεν εμποδίζει έναν κατώτερο άρχοντα να δώσει όρκο υποτελείας σε περισσότερους του ενός επικυρίαρχους. Η πλειονότητα κυρίων μπορεί να προκαλέσει σύγκρουση καθηκόντων στον βασσάλο, στην όχι και τόσο απίθανη περίπτωση που θα έρθουν αντιμέτωποι δύο από τους επικυρίαρχούς του. Προκειμένου να επιλυθούν τέτοιες συγκρούσεις, ο Μεσαίωνας εφευρίσκει τον θεσμό του hommage lige, την κατά προτεραιότητα υποτέλεια δηλαδή: στρατιωτική υποχρέωση οφείλεται πρωτίστως στον άρχοντα του οποίου κατέστη λίζιος ο βασσάλος.

Hommage

Hommage

Το hommage δεν περιορίζεται στις σχέσεις μεταξύ αρχόντων. Έστω και χωρίς λαμπρές τελετές, επικυρώνει την ιεραρχική υποταγή και του απλού λαού, περιλαμβανομένων και των δουλοπάροικων. Κατά κανόνα, άλλωστε, κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν θέτει σε αμφισβήτηση τη σχέση υποτέλειας. Όχι μόνο γιατί αυτό επιτάσσει η κυρίαρχη αντίληψη της εποχής, αλλά και γιατί πρακτικά η σχέση είναι ακριβώς αυτή της αμφοτεροβαρούς συμβάσεως. Ο άρχοντας υποχρεούται να εγγυηθεί την προστασία όλων των υποτελών του. Στο κάτω-κάτω, αυτή την έννοια δεν έχει κι η γνωστή γαλλική φράση « noblesse oblige »; Το να είσαι άρχοντας συνεπάγεται υποχρώσεις. Αυτό δηλαδή που δεν συμβαίνει με τους «φεουδάρχες» της εποχής μας, που διεκδικούν τα πάντα, ζητούν οτιδήποτε, επιβάλλουν όσα επιθυμούν, ενώ οι υποτελείς τους (που δεν έδωσαν κανένα όρκο υποτελείας) καταλήγουν να έχουν μόνο υποχρεώσεις.

Β.   ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ Η ΦΕΟΥΔΑΡΧΙΑ

Η επικράτηση της φεουδαρχίας δεν είναι ούτε καθολική, ούτε διαχρονική. Παρότι για τον σύγχρονο άνθρωπο η φεουδαρχία παρουσιάζεται ως το σήμα κατατεθέν του Μεσαίωνα, στην πραγματικότητα δεν αφορά ούτε ολόκληρη την ιστορική περίοδο, ούτε φυσικά όλες τις περιοχές της Ευρώπης (έστω της Δυτικής). Στην ολοκληρωμένη μορφή του, το φεουδαλικό σύστημα επικρατεί κατά τη διάρκεια μιας περιόδου περίπου τριών αιώνων (από το δεύτερο μισό του 11ου έως τα μέσα του 14ου αι.) και απαντά κυρίως στη Βόρεια Γαλλία (όπου και το αρχέτυπο του συστήματος), σε σημαντικό βαθμό στην Αγγλία των Νορμανδών και λιγότερο σε αγροτικές περιοχές της Γερμανίας και της υπόλοιπης Ευρώπης. Σημαντικό μέρος της Ευρώπης δεν γνωρίζει ουσιαστικά ποτέ τη φεουδαρχία. Οι εμπορικές «δημοκρατίες» της Ιταλίας διοικούνται συλλογικά από μια αριστοκρατία εμπόρων και επιχειρηματιών: ήδη από το δεύτερο μισό του δέκατου αιώνα, το Αμάλφι εμφανίζει τα χαρακτηριστικά αυτά και προαναγγέλει τη δράση των πιο ολοκληρωμένων και σαφώς μακροβιότερων περιπτώσεων της Βενετίας, της Γένοβας ή της Πίζας. Η πλειονότητα των ιταλικών πόλεων, τουλάχιστον βορείως της παπικής επικράτειας, λειτουργεί με τον τρόπο αυτό (που είναι σαφέστατα περισσότερο συγκρίσιμος με τον καπιταλισμό των νεότερων χρόνων απ’ ό,τι η φεουδαρχία). Τα ίδια ισχύουν για τις πολυάριθμες ελεύθερες πόλεις της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, από την κοιλάδα του Ρήνου και το Στρασβούργο, έως τη Λυβέκη και τις πόλεις της Χανσεατικής Ένωσης, στη Βόρεια ή στη Βαλτική Θάλασσα, αλλά και για εκείνες των Κάτω Χωρών ή της ανατολικής Γαλλίας που αποτελούν κέντρα έντονης εμπορικής δραστηριότητας.

α.   Η εμπορική και επιχειρηματική δραστηριότητα στα χρόνια του Μεσαίωνα

Μεσαιωνική τράπεζα

Μεσαιωνική τράπεζα

Πολλοί, και μεταξύ τους ακόμη κι οικονομολόγοι και ιστορικοί άλλων περιόδων, έχουν στο μυαλό τους μια πολύ γραφική εικόνα για τον έμπορο του Μεσαίωνα. Τον φαντάζονται να διασχίζει κάποια χερσαία εμπορική οδό που οδηγεί από την Ιταλία σε κάποια πόλη του Βορρά ταλαιπωρημένο και κατάκοπο, οδηγώντας υποζύγια φορτωμένα με εμπορεύματα και σακιά με τορνέζια, υπέρπυρα ή κάποιο άλλο νόμισμα της εποχής, προκειμένου να πραγματοποιήσει τις συναλλαγές του. Κάποιοι, μάλιστα, είναι έτοιμοι να μας διαβεβαιώσουν ότι οι συναλλαγές αυτές γίνονται με αντιπραγματισμό κι ότι υφάσματα ανταλλάσσονται με κοτόπουλο! Μόνο που η αλήθεια είναι διαφορετική.

Ο Ιταλός έμπορος του παραδείγματός μας δεν έχει μαζί του στην πραγματικότητα παρά λίγα μετρητά. Για τις συναλλαγές του θα χρησιμοποιήσει αξιόγραφα (κυρίως συναλλαγματικές, αλλά και επιταγές και γραμμάτια) ή μπορεί να προτιμήσει τη μεταφορά χρηματικού ποσού από την τράπεζά του! Στη έδρα του τηρεί λογιστικά βιβλία (διπλά μάλιστα) και πιθανώς διατηρεί με την τράπεζά του αλληλόχρεο λογαριασμό. Τα εμπορεύματά του συνήθως τα ασφαλίζει έναντι παντός κινδύνου. Οι διαφορές δεν είναι και πολλές από τον επιχειρηματία της εποχής μας.

Οι τράπεζες άλλωστε της εποχής προσφέρουν πολλές και διάφορες χρηματοπιστωτικές κι άλλες υπηρεσίες. Έχουν υποκαταστήματα στα περισσότερα εμπορικά κέντρα της Ευρώπης. Οι πιο πολλές από αυτές είναι ιδιωτικές επιχειρήσεις, όπως αυτές των Μπάρντι, των Περρούτσι και των Ατσαγιόλι στη Φλωρεντία. Οι τελευταίοι, έχοντας αναλάβει τη διαχείριση της περιουσίας του ανδεγαυικού βασιλικού οίκου της Νάπολής, θα ανταμειφθούν με το Δουκάτο των Αθηνών. Με λίγη τύχη θα μπορούσαμε ίσως να θαυμάζουμε τον πύργο τους δίπλα στα Προπύλαια της Ακρόπολης. Τον κατεδάφισε, όμως, το Ελληνικό Δημόσιο (με χρηματοδότηση του Ερρίκου Σλήμαν) στα τέλη του 19ου αιώνα, για να μη «μολύνει» την αγνότητα του Ιερού Βράχου!

Ο πύργος των Ατσαγιόλι στα Προπύλαια πριν γκρεμιστεί το 1874, φωτογρ. Félix Bonfils.

Ο πύργος των Ατσαγιόλι στα Προπύλαια πριν γκρεμιστεί το 1874, φωτογρ. Félix Bonfils.

Υπάρχουν όμως και κρατικές τράπεζες (αυτή της Βενετίας ή η Μόντε ντέι Πάσκι της Σιένας) ή τράπεζες που ανήκουν στα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα (Ναΐτες και Ιωαννίτες). Έτσι, ένας Γάλλος ευγενής που επιθυμεί να ταξιδέψει στα φραγκικά κράτη της Ανατολής και τους Άγιους Τόπους δεν πρόκειται να πάρει μαζί του μετρητά: θα απευθυνθεί στον ειδικό και θα καταθέσει ένα χρηματικό ποσό στο πλησιέστερο διοικητήριο των Ναϊτών. Εφοδιασμένος με τα απαραίτητα αποδεικτικά θα εισπράξει το ποσό σε μετρητά από κάποιο διοικητήριο ή την έδρα του Τάγματος στον προορισμό του. Το Τάγμα θα αφαιρέσει βεβαίως την προμήθειά του για τις υπηρεσίες που προσέφερε.

Μιλώντας όμως για μεσαιωνικό εμπόριο μία είναι η πόλη που έρχεται πρώτη στο μυαλό μας. Η Βενετία.

1.   Η ιστορία του Ρομάνο Μαϊράνο

Το όνομά του είναι άγνωστο στον μέσο άνθρωπο της εποχής μας, αλλά ο Ρομάνο Μαϊράνο είναι αληθινός σταρ για όσους μελετούν την Ιστορία του Μεσαίωνα, τούτο δε χάρη σε μια ευτυχή συγκυρία: η τελευταία απόγονος της οικογένειας αποφάσισε προς το τέλος της ζωής της να μονάσει. Αποσύρθηκε στο κοινόβιο του Αγίου Ζαχαρία όπου και μετέφερε τα οικογενειακά αρχεία, σώζοντάς τα από την καταστροφή. Έτσι, έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας κάπου διακόσια εμπορικά έγγραφα, στην πλειονότητά τους συμβάσεις, τα οποία μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε πλήρη εικόνα για την επιχειρηματική σταδιοδρομία του Ρομάνο Μαϊράνο, Ενετού εμπόρου του 12ου αιώνα.

Ο Μαϊράνο είναι γόνος οικογένειας ευγενών, πρόσφατα εγκατεστημένων στο Ριάλτο. Τα ίχνη των πρώτων εμπορικών κινήσεών του ανάγονται στα 1150, όταν ο νεότατος Μαϊράνο δανείζεται για την πρώτη εμπορική αποστολή του. Προφανώς η επιχείρηση αποδείχθηκε επικερδής, μια και εξοφλεί χωρίς προβλήματα το ποσό του δανείου. Δύο χρόνια αργότερα παντρεύεται. Σχεδόν αμέσως μετά τον γάμο μεταφέρει τις δραστηριότητές του στην Κωνσταντινούπολη (στα πρώτα ταξίδια του μεταφέρει συνήθως στη Βασιλεύουσα φορτία ξυλείας). Συνεργάζεται με τον αδελφό του, τον Σαμουήλ, και μαζί προβαίνουν στη σύσταση μιας οικογενειακής εταιρίας (fraterna societas). Έχουν τακτικές εμπορικές συναλλαγές με την ηπειρωτική Ελλάδα και τα παράλια της Μικράς Ασίας. Παράλληλα, ο Ρομάνο αγοράζει ακίνητα στη Βασιλεύουσα, η εκμετάλλευση των οποίων του αποφέρει ικανά κέρδη για να αναλάβει εμπορικές αποστολές μεγαλύτερης εμβέλειας: πλέον ταξιδεύει προς την Άκρα, την Τύρο, την Αντιόχεια και τα άλλα λιμάνια της φραγκικής Ανατολής, αλλά και προς τη μουσουλμανική Αλεξάνδρεια. Την ίδια περίοδο καταγράφονται τακτικές εμπορικές και τραπεζικές συναλλαγές του με το Τάγμα των Ναϊτών.

Βενετία, Φοντέγκο ντελ Μέτζο

Βενετία, Φοντέγκο ντελ Μέτζο

Το 1163, μετά από δεκαετή απουσία από τη μητρόπολη, ο Ρομάνο Μαϊράνο επιστρέφει στη Βενετία με αποκλειστικό σκοπό την αγορά του πρώτου ιδιόκτητου εμπορικού πλοίου του. Το 1165 τον βρίσκουμε στο χριστιανικό βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Χρηματοδοτεί ένα συμπατριώτη του έμπορο, τον Μάρκο Έντσιο: οι δύο άνδρες αποφασίζουν να ταξιδέψουν με το πλοίο του Μαϊράνο για να πουλήσουν τα εμπορεύματά τους. Από την Άκρα θα βρεθούν στον Χάνδακα της Κρήτης κι από εκεί θα συνεχίσουν ως την Αλεξάνδρεια για να επιστρέψουν από το αιγυπτιακό λιμάνι στη βάση τους. Προς το τέλος του 1167 ο Μαϊράνο επιστρέφει στη Βενετία για να αγοράσει το δεύτερο πλοίο του. Δανείζεται από οχτώ πλούσιους συμπολίτες του συνολικό ποσό 796 υπέρπυρων. Το δάνειο θα επιστραφεί εντόκως την άνοιξη του 1168 (με επιτόκιο 44%!).

Τον Οκτώβριο του 1169 ο Μαϊράνο βρίσκεται πίσω στην Κωνσταντινούπολη, μολονότι οι ενετικές αρχές έχουν προειδοποιήσει τους πολίτες τους για τη ραγδαία επιδείνωση των διπλωματικών σχέσων μεταξύ της Γαληνοτάτης και του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού. Αρχικά, φαίνεται να δικαιώνεται για τη ριψοκίνδυνη απόφασή του. Οι δουλειές του στην Πόλη πηγαίνουν όλο και καλύτερα. Αναλαμβάνει τη διαχείριση της μεγάλης περιουσίας που διαθέτει στη Βασιλεύουσα ο λατίνος πατριάρχης του Γκράντο. Αποκτά επίσης το ιδιαιτέρως επικερδές μονοπώλιο της είσπραξης των δικαιωμάτων για τη ζύγιση των εμπορευμάτων των Ενετών της πόλης. Ωστόσο, το 1171 ξεσπά η καταιγίδα που πολλοί φοβούνταν: ο Μανουήλ διατάσσει τη σύλληψη και απέλαση όλων των Ενετών υπηκόων και τη δήμευση των περιουσιακών στοιχείων τους. Ο Μαϊράνο κατορθώνει να ξεφύγει με το πλοίο του που ήταν ελλιμενισμένο στην Κωνσταντινούπολη, σώζοντας κι αρκετούς συμπατριώτες του, χάνει όμως την περιουσία του. Κατεστραμμένος οικονομικά αδυνατεί να εξοφλήσει τους πιστωτές του. Δίχως να απογοητευτεί, ξαναρίχνεται στον αγώνα, στο δρομολόγιο Βενετία-Αλεξάνδρεια. Κύριος χρηματοδότης του είναι η πάμπλουτη και ισχυρή οικογένεια Τζιάνι: ο δόγης (από το 1172 έως το 1178) Σεμπαστιάνο και ο γιος του (και μετέπειτα δόγης κι αυτός, 1205-1229) Πιέτρο, στους οποίους ο Μαϊράνο προμηθεύει φορτία πιπεριού και στυπτηρίας.

Πάντα έτοιμος να εκμεταλλευθεί νέους εμπορικούς δρόμους, ο Μαϊράνο διαβλέπει ευκαιρίες στη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ της πατρίδας του και της παραδοσιακής αντιπάλου, της νορμανδικής Σικελίας του Γουλιέλμου Β΄ του Καλού. Παραγγέλλει τη ναυπήγηση ενός ακόμη εμπορικού πλοίου και ταξιδεύει στο Μαγκρέμπ, όπου προμηθεύεται μάλλινα και δέρματα, προϊόντα απαραίτητα για την ενετική βιοτεχνία ένδυσης. Το 1183 έχει πλέον εξοφλήσει όλα τα χρέη του. Μετά το 1184, όταν αποκαθίστανται οι σχέσεις Βενετίας και Βυζαντίου, καθώς ο Ανδρόνικος Α΄ Κομνηνός δέχεται να καταβάλει και κάποιες αποζημιώσεις για τα δημευθέντα περιουσιακά στοιχεία των Ενετών της Πόλης, ο Μαϊράνο επιστρέφει στο δρομολόγιο προς Κωνσταντινούπολη. Φαίνεται μάλιστα ότι το 1190 μεταφέρει ξανά στη Βασιλεύουσα το κέντρο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του. Έχοντας φτάσει σε μάλλον προχωρημένη ηλικία σταματά να ταξιδεύει, αναθέτοντας τις εμπορικές αποστολές στους γιους του. Περιορίζεται στον ρόλο του χρηματοδότη και στη διαχείριση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας του. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή χρονολογία ή τον τόπο θανάτου του, είμαστε όμως βέβαιοι ότι άφησε τον εμπορικό του οίκο σε ανθηρή κατάσταση, καθιστώντας τον μια από τις σπουδαιότερες επιχειρήσεις της Μεσογείου.

2.   Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ενετικού εμπορίου κατά τον Μεσαίωνα

Δουκάτο, περ. 1400

Δουκάτο, περ. 1400

i. Ένα οικουμενικό εμπόριο χωρίς διακρίσεις, φραγμούς κι ενδοιασμούς: Οι Ενετοί, όπως και γενικά οι έμποροι από τις άλλες ναυτικές δημοκρατίες της Ιταλίας, συνδέουν εμπορικά την καθολική Δύση, το ορθόδοξο Βυζάντιο και τον μουσουλμανικό κόσμο. Μεταφέρουν στην Ανατολή πρώτες ύλες (ξυλεία και μέταλλα) και γυρίζουν στη Δύση με προϊόντα πολυτελείας για τις εύπορες τάξεις (μπαχαρικά, μεταξωτά από το Βυζάντιο, κοσμήματα και χειροτεχνήματα), χωρίς να περιφρονούν και την εμπορία φθηνότερων ειδών πρώτης ανάγκης (μάλλινα και δερμάτινα). Η βασική τους επιδίωξη είναι το κέρδος και, όπως είναι φυσικό, δεν υπόκειται σε φραγμούς: όταν εμπορεύονται όπλα ή πρώτες ύλες για στρατιωτικό εξοπλισμό εφαρμόζουν τη διαχρονική πολιτική των εμπόρων όπλων, πωλώντας και στις δύο εμπόλεμες πλευρές, δηλ. τους μουσουλμάνους της Αιγύπτου και τους χριστιανούς της Ιερουσαλήμ, της Τρίπολης και της Αντιόχειας. Δεν πτοούνται από τις παπικές απαγορεύσεις και τους αφορισμούς ούτε από τις αποφάσεις των χριστιανών ηγεμόνων.

Οι δραστηριότητες αυτές εξαρτώνται άμεσα από την ασταθή διπλωματική ισορροπία μεταξύ των διαφόρων δυνάμεων της Μεσογείου. Για ιστορικούς λόγους το Βυζάντιο αποτελεί τον κατεξοχήν εμπορικό εταίρο των Ενετών (ήδη από τον 11ο αι. και επί Αλέξιου Κομνηνού οι Ενετοί έμποροι τυγχάνουν πλήρους απαλλαγής από το κομμέρκιο, δηλαδή τον φόρο ύψους 10% επί της αξίας των εμπορευμάτων), εντούτοις, όπως αποδεικνύει και η ζωή του Μαϊράνο, οι σχέσεις Βενετίας και Βυζαντίου είναι ταραχώδεις. Επομένως, συμφέρον της Βενετίας είναι να διατηρεί πάντα εναλλακτικές εμπορικές οδούς. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορικής περιόδου που εξετάζουμε, βασικό μέλημα των ενετικών αρχών είναι να κρατούν ανοιχτή μία τουλάχιστον από τις τρεις βασικές οδούς (Βενετία-Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια λιμάνια της Μικράς Ασίας ή της Μαύρης Θάλασσας, Βενετία-Αλεξάνδρεια, Βενετία-χριστιανικά λιμάνια της Συρίας και Παλαιστίνης). Φυσικά, κάθε νέα προοπτική εμπορικού δρόμου είναι ευπρόσδεκτη για τη Γαληνοτάτη.

Εξαιρουμένων των μάλλον σύντομων περιόδων εχθρότητας, τα ξένα κράτη βλέπουν θετικά τις δραστηριότητες των Ενετών εμπόρων. Στα περισσότερα λιμάνια (Αλεξάνδρεια, Άκρα, Τύρος, Κωνσταντινούπολη) τους παραχωρείται εμπορικός σταθμός (fondaco, από το αραβικό funduk, με αμφιλεγόμενο ελληνικό έτυμο τη λέξη «πανδοχείο»), όπου οι έμποροι συναλλάσσονται με μεγαλύτερη ευκολία, ενώ το κράτος υποδοχής μπορεί να εισπράξει άμεσα φόρους και δασμούς επί των εμπορευμάτων. Παράλληλα, οι Ενετοί (κι οι υπόλοιποι Ιταλοί) έμποροι έχουν στα λιμάνια αυτά τις συνοικίες τους (με την εκκλησία, αφιερωμένη συνήθως στον Άγιο Μάρκο, τον φούρνο. τον μύλο και τα λουτρά τους), όπου ζουν όπως και στην πατρίδα τους, ενώ τα συμφέροντά τους τα εκπροσωπεί ένας ομοεθνής τους πρόξενος.

ii. Καινοτόμες μορφές συμβάσεων και εταιριών: Η εφευρετικότητα των Ενετών εμπόρων εκφράζεται με νέες μορφές εμπορικών συμβάσεων και εταιριών. Συχνή είναι η περίπτωση της ρογκαντία: η κεφαλαιουχική εταιρία που έχει την κυριότητα των εμπορευμάτων αναθέτει την πώλησή τους σ’ έναν έμπορο έναντι αμοιβής. Η επιχείρηση αποδεικνύεται συνήθως ιδιαίτερα επωφελής και για τον ταξιδιώτη έμπορο. Μπορεί να μη συμμετέχει στα εταιρικά κέρδη, αλλά εκτός της προκαθορισμένης αμοιβής έχει τη δυνατότητα να προβεί κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και σε δικές του συναλλαγές. Για παράδειγμα, το 1156, στο πλαίσιο μιας ρογκαντία, ο Μαϊράνο είναι υπεύθυνος για τη μεταφορά και πώληση εμπορευμάτων στη γραμμή Κωνσταντινούπολη-Σμύρνη-Αλεξάνδρεια. Παρότι δεν έχει συμμετοχή στα κέρδη της εταιρίας, αποκτά σημαντικά ποσά παίρνοντας την πρωτοβουλία να προσθέσει και να πωλήσει και δικά του εμπορεύματα στη διαδρομή.

Ακόμη συχνότερη, όμως, είναι η περίπτωση των εταιρικών μορφών στις οποίες ο έμπορος δεν παρέχει απλώς εργασία, αλλά συμμετέχει και στα κέρδη, συνήθως δε και στο εταιρικό κεφάλαιο. Η σύμβαση έχει περιορισμένη χρονική ισχύ (μπορεί να αφορά μία μόνον εμπορική αποστολή) και συνάπτεται μεταξύ ενός ή πλειόνων κεφαλαιούχων-χρηματοδοτών και ενός εμπόρου, ο οποίος καθίσταται υπεύθυνος για την πώληση των εμπορευμάτων. Στη μορφή της κομμέντα (την οποία χρησιμοποιούν συνήθως στη Γένοβα), ο έμπορος δεν μετέχει στο κεφάλαιο, κρατά όμως το 1/4 των κερδών, αποδίδοντας τα υπόλοιπα στους κεφαλαιούχους. Σύμφωνα, όμως, με τη βενετσιάνικη εκδοχή της κομμέντα, δηλ. την κολλεγκάντσα, ο χρηματοδότης παρέχει το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου (συνήθως τα 2/3), ενώ ο έμπορος συνεισφέρει με το υπόλοιπο κεφάλαιο. Τα κέρδη της επιχείρησης μοιράζονται μεταξύ βασικού κεφαλαιούχου και εμπόρου στο μισό, ενώ τυχόν ζημίες κατανέμονται αναλόγως της εισφοράς του κάθε εταίρου. Ως εκ της φύσεώς της, η κολλεγκάντσα είναι ιδιαιτέρως συμφέρουσα για τον έμπορο που μετέχει σ’ αυτήν.

Το αρχείο του Μαϊράνο μας προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κολλεγκάντσας. Το 1167, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου όπου είναι τότε εγκατεστημένος, ο Μαϊράνο συνάπτει εμπορική σύμβαση με έναν άλλο Βενετό έμπορο, τον Ντομένικο Γιάκομπ. Για τους σκοπούς της εταιρίας, ο Μαϊράνο παρέχει το πλοίο του οποίου είναι ιδιοκτήτης και συμμετέχει με τα 2/3 του κεφαλαίου (κι επομένως των εμπορευμάτων), ενώ ο συνεταίρος του συμμετέχει με το 1/3 του κεφαλαίου και αναλαμβάνει το επιχειρησιακό σκέλος: ο Γιάκομπ θα συνοδέψει τα εμπορεύματα στο ταξίδι από την Αλεξάνδρεια στον Αλμυρό της Μαγνησίας. Στη συνέχεια, θα ενωθεί με την πρώτη ενετική μούδα που κατευθύνεται στην Κωνσταντινούπολη. Στη Βασιλεύουσα θα λάβει χώρα κι η απόδοση λογαριασμών: ο Γιάκομπ θα επιστρέψει στον Μαϊράνο το κεφάλαιό του (τα 2/3 του εταιρικού), καθώς και το ήμισι των κερδών που απέφερε η επιχείρηση, ενώ ο ίδιος θα κρατήσει το δικό του μερίδιο από το κεφάλαιο (1/3) και τα άλλα μισά κέρδη. Η κολλεγκάντσα, με τις διάφορες παραλλαγές της, συντελεί ευεργετικά στη συσσώρευση κεφαλαίων και γενικά στην ανάπτυξη της εμπορικής κίνησης: ο έμπορος που έχει την ευθύνη της επιχείρησης, συνοδεύοντας το εμπόρευμα, έχει την άδεια να προβεί σε οποιεσδήποτε αγοραπωλησίες κρίνει επικερδείς. Εκμεταλλευόμενος τις διαφορές τιμών των εμπορευμάτων μεταξύ των διαφόρων σταθμών του, πολλαπλασιάζει τα κέρδη της εταιρίας, αλλά και τα προσωπικά του κέρδη.

Χαρακτηριστικό του Ενετού επιχειρηματία είναι ακριβώς η συμμετοχή του σε πολλές εταιρίες διαφορετικών τύπων και εμβέλειας. Εναλλάσσεται στους ρόλους του κεφαλαιούχου και του εμπόρου. Με τον τρόπο αυτό ελαχιστοποιεί τους εμπορικούς κινδύνους, σε τέτοιο σημεία που δεν καταφεύγει σχεδόν ποτέ στην ασφάλιση των εμπορευμάτων του (όπως κάνουν συστηματικά οι Φλωρεντινοί).

iii. Μια κρατικώς ελεγχόμενη οικονομία: Το ενετικό οικονομικό θαύμα δεν θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα αποκλειστικά χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Η οικονομία της Βενετίας κατευθύνεται κι ελέγχεται από το Δημόσιο. Η Γαληνοτάτη καθορίζει τα δρομολόγια, τον χρόνο απόπλου και τα εκάστοτε φορτία εμπορευμάτων για τις μούδες (mude), τις οργανωμένες ναυτικές αποστολές που αναχωρούν τακτικά για τους βασικούς εμπορικούς προορισμούς: στα κονβόϊ αυτά συμμετέχουν εμπορικά πλοία ιδιωτών που συνοδεύονται από γαλέρες, συνήθως ιδιοκτησίας του Δημοσίου. Οι γαλέρες, η καθεμία με 200 κωπηλάτες και 20 βαλλιστριδοφόρους, μεταφέρουν τα μεγάλης αξίας εμπορεύματα και αποτελούν εγγύηση για την ασφάλεια των εμπορικών πλοίων των ιδιωτών. Οι προδιαγραφές ασφάλειας των πλοίων των ιδιωτών, ο εξοπλισμός, το πλήρωμα και οι συνθήκες ασφάλειας και υγιεινής στα πλοία καθορίζονται με νόμους και διοικητικές πράξεις του ενετικού κράτους, ενώ η τήρησή τους ελέγχεται από τους δημοσίους υπαλλήλους. Επιπλέον, η Γαληνοτάτη ρυθμίζει λεπτομερώς τις εμπορικές δραστηριότητες αλλοδαπών σε ενετικό έδαφος, έχει το μονοπώλιο άλατος, ελέγχει αυστηρά το εμπόριο των βασικών καταναλωτικών αγαθών. Τέλος, απαγορεύει στις ενετικές τράπεζες τη δανειοδότηση αλλοδαπών προκειμένου το χρήμα τους να είναι διαθέσιμο αποκλειστικά στους Ενετούς υπηκόους και, φυσικά, στο ίδιο το κράτος.

Με τους τρόπους αυτούς και με όλες τις ιδιαιτερότητές του, το μεσαιωνικό εμπόριο μοιάζει να αποτελεί μάλλον ευτυχές παράδειγμα συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα κι επιβράβευσης του τολμηρού επιχειρηματικού πνεύματος. Πώς, όμως, διοικούνταν οι εμπορικές πόλεις αυτές;

β.   Απόπειρες δημοκρατικής οργάνωσης

Σιένα

Σιένα

Ανεξάρτητες αρχές και διαμεσολαβητές: Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρούμε στη Δύση (και φυσικά και στην Ελλάδα) να πολλαπλασιάζονται οι λεγόμενες ανεξάρτητες αρχές. Ένας από τους κύριους σκοπούς πολλών από αυτές είναι να ελαχιστοποιήσουν τις περιπτώσεις αντιδικίας στις διαφορές μεταξύ Δημοσίου και πολίτη, προκρίνοντας τη διαμεσολάβηση ως τρόπο επίλυσής τους. Έχουμε έτσι τον Συνήγορο του Πολίτη, τον Συνήγορο του Καταναλωτή, τους διάφορους Συμπαραστάτες του Δημότη και, σε επίπεδο ΕΕ, τον Ευρωπαίο Μεσολαβητή. Λαμπρή ιδέα και μάλιστα πρωτότυπη… ή μήπως όχι;

Διαμεσολαβητές στις ιταλικές πόλεις του Μεσαίωνα – οι Ποδεστάτοι: Λίγες είναι οι ιδέες που δεν έχουν ξαναχρησιμοποιηθεί στην Ιστορία της Ανθρωπότητας κι οι διαμεσολαβητές δεν είναι μία από αυτές. Γιατί, πώς θα σας φαινόταν αν η Πολιτεία ανέθετε τη διακυβέρνησή της συνολικά σ’ έναν διαμεσολαβητή και μάλιστα αλλοδαπό;

Με αυτόν τον τρόπο διακυβέρνησης πειραματίστηκαν οι ιταλικές πόλεις του Μεσαίωνα, μεταξύ του τέλους του 12ου και των μέσων του 13ου αιώνα. Προερχόμενος από την ανώτερη αριστοκρατία κάποιας άλλης πόλης, όχι απαραίτητα γειτονικής, και με θητεία συνήθως ετήσια, ο ποδεστάτος καταφθάνει συνοδευόμενος από στρατιά συμβούλων και προσωπικών φρουρών. Συγκαλεί το δημοτικό συμβούλιο κι αναλαμβάνει την εφαρμογή των αποφάσεών του, όπως και τη συνέλευση των πολιτών (arengo), είναι εγγυητής της ενότητας και της ομόνοιας της πόλης και, κυρίως, επιλύει τις διαφορές μεταξύ των πολιτών, λειτουργώντας καθαρά ως διαμεσολαβητής, χωρίς να δεσμεύεται από ένα σώμα κωδικοποιημένου δικαίου κι εκτιμώντας ελεύθερα τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη κριτήρια όχι μόνο νομικά, αλλά πρωτίστως πολιτικά. Η αλλοδαπή προέλευσή του εγγυάται την έλλειψη οικογενειακών και πελατειακών δεσμών και, επομένως, την ουδετερότητά του.

Ο ρόλος του ποδεστάτου δεν μπορεί να γίνει ευχερώς κατανοητός αν δεν ληφθεί υπόψη ο χαρακτήρας των μεσαιωνικών και αναγεννησιακών ιταλικών πόλεων ως κοινωνιών σύγκρουσης (και ενδημικής βίας). Σύγκρουσης ανάμεσα σε αντίπαλες φράξιες της αριστοκρατίας και σύγκρουσης μεταξύ των ευγενών και των λαϊκών τάξεων (popolo minuto).

Από την ιστορία του θεσμού δεν λείπουν φυσικά κι οι παρεκτροπές. Αν σε κάποιες περιπτώσεις ο θεσμός καταδεικνύει τις σχέσεις ισοτιμίας μεταξύ συμμάχων πόλεων (Σιένα και Περούτζα ανταλλάσσουν εθιμικά ποδεστάτους), συχνά αποτελεί μέσο επιβολής της θέλησης του ισχυρού. Σε διακρατικό επίπεδο, για παράδειγμα, μια τοπική δύναμη σαν τη Φλωρεντία μπορεί να επιβάλλει στις μικρότερες πόλεις της περιοχής (Πράτο, Σαν Τζιμινιάνο) να «επιλέγουν» αποκλειστικά Φλωρεντινούς ποδεστάτους. Σε εσωτερικό επίπεδο, η άνοδος των λαϊκών τάξεων συνεπάγεται και την αμφισβήτηση της ουδετερότητας του ποδεστάτου που κατηγορείται όλο και συχνότερα ότι ευνοεί τους ευγενείς.

Οι «αγανακτισμένοι» στους δρόμους της Φλωρεντίας: Το πείραμα μοιάζει άρρηκτα συνδεδεμένο με τις πολιτικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητες των ιταλικών πόλεων. Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία του συνοδεύεται από διάφορα ενδιαφέροντα περιστατικά. Όπως μας διηγείται ο Φλωρεντινός πολιτικός και ιστορικός Ντίνο Κομπάνι («Cronica delle cose occorrenti ne’ tempi suoi»), το 1295 κάποιος ευγενής, ο Κόρσο Ντονάτι, έστειλε τους μπράβους του να ξυλοκοπήσουν έναν άλλον ευγενή (και συγγενή του), τον Σιμόνε Γκαλαστρόνε. Η συμπλοκή μεταξύ αντίπαλων σωματοφυλάκων είχε ως αποτέλεσμα ένα νεκρό. Κληθείς να επιλύσει τη διαφορά, ο Λομβαρδός ποδεστάτος Ιωάννης του Λουτσίνο δικαίωσε τον Ντονάτι που είχε ξεκινήσει την ιστορία! Η κρίση του ποδεστάτου προκάλεσε την οργή των πολιτών της Φλωρεντίας, οι οποίοι ξεχύθηκαν στους δρόμους φωνάζοντας συνθήματα που θυμίζουν τους σύγχρονους «αγανακτισμένους» «Θάνατος στον Ποδεστάτο» και «Να καεί, να καεί» (όχι βέβαια η χαρακτηριζόμενη ως οίκος ανοχής Βουλή, αλλά) «το μέγαρο του ποδεστάτου»!

Σιένα, Αμπρότζο Λορεντσέτι (14ος αι.), νωπογραφίες με θέμα την καλή διακυβέρνηση, Δημοτικό Μέγαρο

Σιένα, Αμπρότζο Λορεντσέτι (14ος αι.), νωπογραφίες με θέμα την καλή διακυβέρνηση, Δημοτικό Μέγαρο

Οι αποτυχημένες απόπειρες δημοκρατικότερης διακυβέρνησης: Η άνοδος ακριβώς των λαϊκών τάξεων θα οδηγήσει και τον θεσμό του ποδεστάτου σε παρακμή. Δύο είναι τα κύρια μέσα της λαϊκής συμμετοχής στην εξουσία: οι φορολογικές απογραφές (estimi), που συνεπάγονται τη φορολόγηση κάθε προσώπου αναλόγως της περιουσίας του, και η αμιγώς δικαστική επίλυση των διαφορών (βάσει κυρίως του ποινικού δικαίου). Είναι πολύ ενδιαφέρον το ότι οι μεσαιωνικές κοινωνίες οδηγήθηκαν από τη διαμεσολάβηση στη δικαστική επίλυση διαφορών, ενώ οι σύγχρονες ακολούθησαν την αντίστροφη πορεία. Ο χρόνος θα δείξει ποιος είχε δίκιο!

Οι απόπειρες για μια πιο δημοκρατική οργάνωση της κοινωνίας δεν στέφθηκαν τελικά από επιτυχία. Μετά από μια περίοδο έντονων συγκρούσεων, σε όλες σχεδόν τις ιταλικές πόλεις επικράτησαν τελικά ολιγαρχικά καθεστώτα. Στη Βενετία ο κύκλος των ευγενών που είχαν δικαίωμα συμμετοχής στα συμβούλια διοίκησης της πόλης συρρικνωνόταν όλο και περισσότερο, καταλήγοντας σε έναν κλειστό αριθμό λίγων αριστοκρατικών οικογενειών, στη Φλωρεντία ή στο Μιλάνο εκπρόσωποι μίας μόνον οικογένειας κυβερνούσαν συχνά ως ντε φάκτο μονάρχες (Μέδικοι, Βισκόντι, Σφόρτσα).

Η τελική αποτυχία, όμως, δεν αναιρεί την αξία της προσπάθειας. Άλλωστε το μέλλον δεν το γνωρίζουμε και θα ήταν πρόωρο να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο να επιβληθεί εκ νέου στις κοινωνίες μας το πρότυπο της ολιγαρχικής διακυβέρνησης.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ
Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΩΣ ΕΠΟΧΗ ΑΚΡΑΙΑΣ ΒΙΑΣ

Πολιορκία της Ιερουσαλήμ από τους σταυροφόρους, 1099 (μικρογραφία του 13ου αι.)

Πολιορκία της Ιερουσαλήμ από τους σταυροφόρους, 1099 (μικρογραφία του 13ου αι.)

Πολύ συχνά, ο Μεσαίωνας εμφανίζεται ως συνώνυμο της βίας και της βαρβαρότητας. Πιθανότατα θα γνωρίζετε ότι η Α΄ Σταυροφορία ολοκληρώθηκε με λουτρό αίματος: όταν στις 15 Ιουλίου 1099 οι σταυροφόροι κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ κατέσφαξαν το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού της, μουσουλμάνους, Εβραίους, ακόμη και χριστιανούς, μια και μες στη μάχη δεν υπάρχει χρόνος να καταλάβεις τη θρησκεία του καθενός κι άλλωστε «όλοι ίδιοι έμοιαζαν με τις ανατολίτικες φορεσιές τους»! Θα έχετε ίσως ακούσει και για τη σφαγή όλων των κατοίκων της Μπεζιέ στο γαλλικό νότο, το 1209, στο πλαίσιο της Σταυροφορίας κατά των Καθαρών. Σύμφωνα με μία παράδοση που διασώζει ο κιστερκιανός μοναχός Καισάριος Χάιστερμπαχ, όταν οι στρατηγοί ρώτησαν τον παπικό λεγάτο Αρνάλδο Αμαλάριχο, ηγούμενο της μονής του Σιτώ, πώς θα μπορούσαν να διακρίνουν τους καλούς χριστιανούς από τους αιρετικούς όταν θα καταλάμβαναν την πόλη, εκείνος τους απάντησε κυνικά: «Σκοτώστε τους όλους κι ο Θεός θα ξεχωρίσει τους δικούς του»! («Tuez-les tous, Dieu reconnaîtra les siens.»/ «Cædite eos. Novit enim Dominus qui sunt eius.»).

Ποια εποχή, όμως, δεν γνώρισε πολέμους, λεηλασίες και σφαγές;

Α.   Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

α.   Μια δραστηριότητα που αφορά λίγους

Στην πραγματικότητα, ο πόλεμος κατά τον Μεσαίωνα αφορά ένα περιορισμένο μέρος του πληθυσμού το οποίο ασχολείται λόγω θέσεως ή εξ επαγγέλματος με τα στρατιωτικά: άρχοντες, ιππότες και επαγγελματίες/ μισθοφόρους πολεμιστές. Δεν υπάρχει καθολική υποχρέωση στρατιωτικής υπηρεσίας που να βαρύνει το σύνολο του ανδρικού πληθυσμού, όπως στις πόλεις-κράτη της Αρχαιότητας και στα εθνικά κράτη των Νεότερων Χρόνων. Η πολεμική δραστηριότητα είναι περιορισμένη χρονικά (εκστρατείες γίνονται μόνο την άνοιξη και το καλοκαίρι και πάλι όχι σε περιόδους γεωργικών εργασιών), η αριθμητική δύναμη των στρατιωτικών σωμάτων είναι συνήθως μικρή και τα όπλα δεν είναι τόσο φονικά. Προτιμότερο είναι να αιχμαλωτισθεί ο αντίπαλος, γιατί αυτό θα αποφέρει και λύτρα, παρά να φονευθεί. Ακόμη κι ο Εκατονταετής Πόλεμος μεταξύ του γαλλικού και του αγγλικού βασιλικού οίκου, μολονότι διήρκεσε τυπικά περισσότερο από εκατό χρόνια (1337-1453), αποτελείται από διάσπαρτες στον χρόνο ολιγόμηνες εκστρατείες που πλήττουν συγκεκριμένα μόνο τμήματα της γαλλικής επικράτειας.

Η θεωρητική δικαιολόγηση: το σχήμα των τριών τάξεων. Το γεγονός ότι ο μεσαιωνικός πόλεμος αφορά ορισμένους μόνον αποδεικνύεται κι από το αντίστοιχο θεωρητικό υπόβαθρο: στις αρχές του 11ου αιώνα, ο Ανταλμπερόν, επίσκοπος της Λαν, κι ο Γεράρδος, επίσκοπος του Καμπραί, διατύπωναν για πρώτη φορά την τριμερή διάκριση των τάξεων που επρόκειτο να σημαδέψει το φαντασιακό της φεουδαλικής κοινωνίας. Τρεις τάξεις αποτελούν τη μεσαιωνική κοινωνία: οι oratores (αυτοί που προσεύχονται, δηλαδή ο κλήρος περιλαμβανομένων των μοναχών) οι bellatores (αυτοί που πολεμούν για να διασφαλίσουν την ύπαρξη του κράτους, δηλαδή οι ιππότες και κατ’ επέκταση οι ηγεμόνες και οι ευγενείς) και οι laboratores (κυριολεκτικά αυτοί που οργώνουν τη γη και συνεκδοχικά το σύνολο του εργαζόμενου λαού).

Οι Τρεις Τάξεις

Οι Τρεις Τάξεις

Η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα: τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα. Υπάρχει, βεβαίως, μια σημαντική εξαίρεση: πρόκειται για τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα (Ναΐτες, Ιωαννίτες και Τεύτονες ιππότες) τα οποία συγκροτήθηκαν κατά τον 12ο αιώνα για να διασφαλίσουν την άμυνα των χριστιανικών κρατών της Συρίας και Παλαιστίνης. Τα μέλη τους δίνουν θρησκευτικούς όρκους και υποχρεούνται να τηρούν έναν κανόνα που μοιάζει με εκείνους των μοναστικών ταγμάτων, αλλά έχουν ως κύρια ενασχόληση τον πόλεμο με τις δυνάμεις του ισλάμ. Το γεγονός εξηγείται ευχερώς: η συγκρότηση των ΣΘΤ αποτελεί μια ρεαλιστική απάντηση σε ένα υπαρκτό πρόβλημα, τη λειψανδρία όσον αφορά την υπεράσπιση των σταυροφορικών κρατών. Και πάλι, η παρέκκλιση αυτή από τον κανόνα των τριών τάξεων με διακριτούς ρόλους συνάντησε μεγάλες αντιδράσεις. Ο Βερνάρδος του Κλαιρβώ χρειάστηκε να βάλει τα δυνατά του για να δικαιολογήσει την αναγκαιότητα της σύστασης του Τάγματος του Ναού με το «De laude novae militiae».

Η σφραγίδα του Τάγματος των Ναϊτών

Η σφραγίδα του Τάγματος των Ναϊτών

β.   Μια δραστηριότητα που ρυθμίζεται από σαφείς κανόνες

Επιπλέον, ο μεσαιωνικός πόλεμος αποτελεί δραστηριότητα η οποία ρυθμίζεται από σαφείς κανόνες. Από πολύ νωρίς, έχοντας επίγνωση της αποστολής της ως εγγυήτριας της κοινωνικής ειρήνης και προστάτιδας του ποιμνίου της, η Καθολική Εκκλησία θέτει κανόνες στη διεξαγωγή του πολέμου. Οι κανόνες αυτοί θα αναπτυχθούν σταδιακά για να αποτελέσουν στην τελική μορφή τους ένα μεσαιωνικό δίκαιο των ένοπλων συγκρούσεων, αντίστοιχο του οποίου θα αργήσουμε πολύ να συναντήσουμε στους Νεότερους Χρόνους.

Η Ειρήνη του Θεού: Μέσα από συλλογικές διεργασίες και συνελεύσεις κληρικών και λαϊκών, οι πρώτες από τις οποίες ανάγονται ήδη στον 10ο αιώνα, αναπτύσσεται κι επικρατεί η ιδέα της «Ειρήνης του Θεού». Βάσει των κανόνων που θεσπίζονται διασφαλίζεται η προστασία των κληρικών, των ναών και της εκκλησιαστικής περιουσίας, αφενός, και της σωματικής ακεραιότητας και των υλικών αγαθών των αμάχων και δη των φτωχών. Στους εμπόλεμους που παραβιάζουν τους κανόνες αυτούς επιβάλλονται ποινές που φτάνουν μέχρι του αποκλεισμού τους από την κονωνία των πιστών.

Η Ανακωχή του Θεού: Ένα δεύτερο στάδιο θέσπισης περιοριστικών κανόνων, αποτελεί η λεγόμενη «Ανακωχή του Θεού», βάσει της οποίας οι πολεμικές δραστηριότητες απαγορεύονται σε ορισμένο διάστημα της εβδομάδας (από το βράδυ της Τετάρτης έως το πρωί της Δευτέρας) και σε ορισμένες περιόδους του έτους που σχετίζονται με σημαντικές θρησκευτικές εορτές: Σαρακοστή, Πάσχα, σαρανταήμερο 15 Νοεμβρίου έως 24 Δεκεμβρίου και Χριστούγεννα. Με τον τρόπο αυτό η Εκκλησία κατορθώνει να περιορίσει τη δυνατότητα ένοπλων δραστηριοτήτων σε 80 μόλις ημέρες του έτους.

Τελικά, η συλλογική μνήμη της Ευρώπης δεν συγκράτησε τόσο τους μεσαιωνικούς πολέμους. Εν μέσω Αναγέννησης, οι θρησκευτικοί πόλεμοι και ειδικά ο Τριακονταετής είναι αυτοί που θα σημαδέψουν το φαντασιακό των ανθρώπων με τη σκληρότητα και την ανεπανάληπτη βιαιότητά τους. Κατά τη διάρκεια του Β΄ ΠΠ, όταν πολλοί αξιωματικοί της Βέρμαχτ αναζητούν στα ημερολόγια και τα απομνημονεύματά τους ένα ιστορικό προηγούμενο πολέμου εξίσου απάνθρωπου με τον δικό τους, αναφέρουν αυθόρμητα τον Τριακονταετή και ποτέ κάποια μεσαιωνική σύρραξη.

Β.   ΒΙΑΙΗ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΙΩΞΕΙΣ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΩΝ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΩΝ

Η βία δεν περιορίζεται μόνο στις πολεμικές συγκρούσεις. Υπάρχει και η άσκησή της από φορείς εξουσίας στο εσωτερικό των κοινωνιών.

α.   Η Ιερά Εξέταση

Γκόγια, Escena de Inquisición

Γκόγια, Escena de Inquisición

Το 1231, ο πάπας Γρηγόριος Θ΄ ιδρύει την Ιερά Εξέταση με αποστολή τη δίωξη και εξάλειψη των αιρέσεων. Η Ιερά Εξέταση θα στελεχωθεί πρωτίστως από μέλη του Τάγματος των Δομινικανών και, στη συνέχεια, των Φραγκισκανών. Βασικός στόχος της την εποχή εκείνη είναι το δόγμα των Καθαρών. Οι Καθαροί είναι δυϊστές, πιστεύουν στην ύπαρξη δύο αντιπάλων αρχών, αυτής του Καλού, του Θεού, και του Κακού, το οποίο είναι δημιουργός και κύριος του υλικού κόσμου. Για ορισμένους, είναι μια μετεξέλιξη της μεγάλης παράδοσης του Δυϊσμού που ξεκινά με τον ζωροαστρισμό, για να συνεχιστεί με τους Γνωστικούς, τους Μανιχαίους, τους Παυλικιανούς και τους Βογομίλους. Για άλλους, πάλι (κι αυτή είναι σήμερα η κρατούσα άποψη), είναι χριστιανοί αντιφρονούντες που κηρύσσουν την επιστροφή στην αγνότητα των πρωτοχριστιανικών χρόνων. Η αλήθεια ίσως να βρίσκεται κάπου στη μέση. Σε κάθε περίπτωση, οι Καθαροί έχουν τη δική τους εκκλησιαστική οργάνωση κι ιεραρχία και είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στη Λομβαρδία και τη ΝΔ Γαλλία, όπου χαίρουν της συμπάθειας και πολλών τοπικών αρχόντων. Με άλλα λόγια, αποτελούν θανάσιμο κίνδυνο για την Καθολική Εκκλησία, η οποία έχει μόλις διεξαγάγει εναντίον τους μια πολεμική εκστρατεία, τη Σταυροφορία κατά των Καθαρών (1208-1229), που έχει στεφθεί από σχετική μόνον επιτυχία.

Δεν πρόκειται, φυσικά, να υποστηρίξω ότι η Ιερά Εξέταση ήταν κάτι το συμπαθητικό. Αποτέλεσε σαφώς μηχανισμό δίωξης και καταστολής. Η ύπαρξη, όμως, ενός τέτοιου μηχανισμού δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα του Μεσαίωνα: διαχρονικά, οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, οι φορείς εξουσίας καταφεύγουν σε αντίστοιχες πρακτικές. Η Ιερά Εξέταση δεν αποτελεί μέσο άσκησης τυφλής βίας, αντιθέτως υπακούει σε συγκεκριμένους κανόνες που ρυθμίζουν τη δράση της όσον αφορά τη δίωξη, την ανάκριση και την ποινική δίκη των κατηγορουμένων ως αιρετικών. Ο ιεροεξεταστής δεν έχει ως σκοπό να κατασκευάσει ενόχους, ούτε να καταδικάσει χωρίς να δώσει στον κατηγορούμενο την ευκαιρία να συμμορφωθεί προς τους κανόνες της Εκκλησίας. Ένα παράδειγμα ίσως είναι διαφωτιστικό.

β.   Το αρχείο ιεροεξεταστή του Ιάκωβου Φουρνιέ

Ο τάφος του Ιάκωβου Φουρνιέ-Βενέδικτου ΙΒ΄ στην Αβινιόν

Ο τάφος του Ιάκωβου Φουρνιέ-Βενέδικτου ΙΒ΄ στην Αβινιόν

Ο Ιάκωβος Φουρνιέ (1285-1342), είναι ένας κληρικός ταπεινής καταγωγής. Ο πατέρας του ήταν ξυλουργός ή αρτοποιός. Είναι όμως ιδιαίτερα ευφυής κι εξαιρετικά μορφωμένος. Στην περίπτωσή του το «ασανσέρ της κοινωνικής ανόδου» θα λειτουργήσει θαυμάσια. Το 1334, έπειτα από λαμπρή σταδιοδρομία στα εκκλησιαστικά αξιώματα, θα εκλεγεί πάπας, με το όνομα Βενέδικτος ΙΒ΄, θέση στην οποία θα επιδείξει μάλιστα αξιοθαύμαστο μεταρρυθμιστικό έργο.

Ο Φουρνιέ υπήρξε επίσκοπος της πόλης Παμιέ στη νοτιοδυτική Γαλλία από το 1317 ως το 1326. Με την ιδιότητά του αυτή προήδρευε του τοπικού δικαστηρίου της Ιεράς Εξέτασης, στα όρια της κατά τόπον αρμοδιότητας του οποίου περιλάμβανονταν περιοχές όπου επιβίωνε η αίρεση των Καθαρών, μεταξύ αυτών και το γνωστό μας Μονταγιού. Χάρη στην οξυδέρκεια, την εργατικότητα, την προσοχή στη λεπτομέρεια και τη σχολαστική τήρηση της ποινικής δικονομίας που χαρακτήριζαν τον Φουρνιέ γνωρίζουμε σήμερα τα πάντα για την καθημερινή ζωή στο Μονταγιού, όσον αφορά χρονική περίοδο τριάντα χρόνων. Σχηματίστηκαν 98 δικογραφίες που αφορούσαν 114 άτομα (25 από αυτά ήταν από το Μονταγιού). Από τις υποθέσεις μόνο 5 κατέληξαν στην επιβολή της θανατικής ποινής σε αιρετικούς (4 μέλη της αίρεσης των λεγόμενων «Πτωχών της Λυών» και ένας καθ’ υποτροπήν Καθαρός). Το αρχείο ιεροεξεταστή του Φουρνιέ (λατινικό χειρόγραφο αριθ. 4080 της βιβλιοθήκης του Βατικανού) εκδόθηκε και μεταφράστηκε στα γαλλικά με επιμέλεια του Ζαν Ντυβερνουά (Τουλούζη, 1965, 3 τόμοι). Υπήρξε το βασικό υλικό για τη μνημειώδη μελέτη του Γάλλου ιστορικού Εμμανυέλ Λε Ρουά Λαντυρί με θέμα την κοινωνία του Μονταγιού.

Για να αστειευθούμε, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ακόμη και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο θα δυσκολευόταν να εντοπίσει παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις δίκες της Ιεράς Εξέτασης. Υπερβάλλουμε, βέβαια, μια και οι δίκες αυτές διεξάγονταν χωρίς την παρουσία δικηγόρου του κατηγορουμένου, ενώ οι αποφάσεις δεν ήταν δεκτικές εφέσεως. Ωστόσο τηρούνταν πάντα οι κανόνες της εφαρμοστέας ποινικής δικονομίας. Μεταξύ άλλων υπήρχαν πάντα διερμηνείς και μεταφραστές για κάθε εξέταση μάρτυρα ή ανάκριση κατηγορουμένου. Από τις δικογραφίες που χειρίστηκε τότε ο Φουρνιέ διαπιστώνουμε ότι οι κατηγορούμενοι αθωώνονταν στην περισσότερες περιπτώσεις. Οι συχνότερες ποινές ήταν η υποχρέωση κάποιου προσκυνηματικού ταξιδιού κι έπειτα η φυλάκιση ή η κάθειρξη. Η θανατική ποινή επιβαλλόταν μόνον σε όσους είχαν κριθεί καθ’ υποτροπήν αιρετικοί.

Η Ισπανική Ιερά Εξέταση καίει αιρετικούς στο Άμστερνταμ, 1571

Η Ισπανική Ιερά Εξέταση καίει αιρετικούς στο Άμστερνταμ, 1571

Γιατί, όμως, η Ιερά Εξέταση έχει τόσο κακή φήμη; Η απάντηση δεν είναι άλλη από την Ισπανική Ιερά Εξέταση, η οποία κατά τον 16ο και 17ο αιώνα εξαπολύει απηνείς διωγμούς εναντίον των Εβραίων και μουσουλμάνων της Ιβηρικής που είχαν υποχρεωθεί με τη βία να προσηλυτισθούν. Φυσικά δεν βρισκόμαστε πλέον στον Μεσαίωνα. Επιπλέον, η Ισπανική Ιερά Εξέταση δεν ελέγχεται από την Αγία Έδρα, αλλά από το ισπανικό στέμμα. Η αγριότητά της απορρέει άμεσα από τη βούληση της κρατικής εξουσίας να επιβληθεί με κάθε μέσο στους υπηκόους της.

Ο Μεσαίωνας υπήρξε και βίαιος. Το να χαρακτηρίζει, όμως, η εποχή μας το Μεσαίωνα ως κατεξοχήν εποχή βαρβαρότητας αποτελεί τραγική ειρωνεία. Δεν είναι μακρινός, νομίζω, ο 20ός αιώνας των δύο παγκοσμίων πολέμων, των πυρηνικών και των άλλων όπλων μαζικής καταστροφής, των στρατοπέδων του Γκουλάγκ, των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης κι εξόντωσης, της Σοά.

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ
Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΚΑΤΕΞΟΧΗΝ ΕΠΟΧΗ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗΣ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ;

Καταπιεσμένες από αυταρχικούς και βίαιους συζύγους, καταπιεσμένες από τους φεουδάρχες, καταπιεσμένες από την Εκκλησία που τις θεωρεί σύμβολα της αμαρτίας και του κακού, όταν δεν τις στέλνει στην πυρά για να τις κάψει σαν μάγισσες, οι γυναίκες του Μεσαίωνα φαίνεται να ζούσαν σε συνθήκες απόλυτης δυστυχίας. Ή, τουλάχιστον, αυτό μας λέει το σχετικό στερεότυπο. Πόσο, όμως, ανταποκρίνεται στην αλήθεια; Ας εξετάσουμε πρώτα τρεις ευρύτατα διαδεδομένους μύθους σχετικά με τη θέση της Γυναίκας στα χρόνια του Μεσαίωνα, πριν δούμε ποια ήταν στην πραγματικότητα.

Α.   ΟΙ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΕΣ

Οι Νεότεροι Χρόνοι επιχείρησαν να αμαυρώσουν τη φήμη του Μεσαίωνα με δύο εντελώς παράλογες κατηγορίες και με μια αληθοφανή συκοφαντία.

α.   Παντελώς αστήρικτες κατηγορίες

1.   Οι ζώνες αγνότητας

Ζώνη αγνότητας, γερμανική ξυλογραφία του 16ου αι.

Ζώνη αγνότητας, γερμανική ξυλογραφία του 16ου αι.

Ο μύθος: Το στερεότυπο μας είναι πολύ γνώριμο. Πριν ξεκινήσει για κάποια σταυροφορία, ο άρχοντας θέλει να βεβαιωθεί ότι η σύζυγός του θα παραμείνει πιστή καθ’ όλη τη διάρκεια της απουσίας του. Για τον λόγο αυτό, της φορά μια ζώνη αγνότητας, την οποία κλειδώνει και φεύγοντας παίρνει μαζί του το κλειδί. Ο μύθος δεν μας πληροφορεί για το τι θα συμβεί έτσι και χαθεί αυτό το πολύτιμο κλειδί, ενώ ας πούμε ο ήρωάς μας καλπάζει σε κάποιο οροπέδιο της Ανατολίας, αν πέσει σε τρικυμία το γενοβέζικο καράβι που τον μεταφέρει στους Άγιους Τόπους ή ενώ πολεμά τους μουσουλμάνους στην Παλαιστίνη. Ούτε αν, όπως είναι πολύ πιθανό από στατιστική άποψη, δεν επιστρέψει ποτέ στην πατρίδα του.

Η αλήθεια: μια σατανική εφεύρεση των Νεότερων Χρόνων. Η ιστορική πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Η πρώτη περιγραφή αντικειμένου που μοιάζει κάπως με αυτό που αποκαλούμε ζώνη αγνότητας ανάγεται στις αρχές του 15ου αιώνα και περιλαμβάνεται στο σύγγραμμα «Bellifortis» του Γερμανού στρατιωτικού μηχανικού Κορράδου Κάυζερ του Άιχστεττ, ο οποίος σημειώνει ότι, όπως είχε ακούσει, κάποιοι ηλικιωμένοι πλούσιοι Φλωρεντινοί το χρησιμοποιούσαν για να εξασφαλίσουν ότι οι κατά πολύ νεότερες γυναίκες τους δεν θα τους απαιτούσαν. Η διαβολική αυτή εφεύρεση φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε, σπάνια είναι η αλήθεια, κατά τον 16ο και 17ο αιώνα σε γυναίκες… εν μέσω της υπέρλαμπρης Αναγέννησης. Η χρήση της διαδίδεται κατά τον 18ο αιώνα για ένα διαφορετικό σκοπό από αυτόν του μύθου: μέχρι και πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο χρησιμοποιούταν σε αγόρια και κορίτσια για να αποτρέψει την αυτοϊκανοποίηση. Στ’ αλήθεια πονηροί οι Νεότεροι Χρόνοι: καταλόγισαν στον δύσμοιρο Μεσαίωνα μια δικιά τους διεστραμμένη εφεύρεση!

Και να ήταν μόνον οι ζώνες αγνότητας…

2.   Το διαβόητο ius primae noctis

Ο, ιδιαίτερα δημοφιλής, μύθος μάς λέει ότι την πρώτη νύχτα του γάμου ενός ζεύγους δουλοπάροικων δεν κοιμόταν με τη νύφη ο γαμπρός, αλλά ο άρχοντάς τους!

Ούτε αυτός ο μύθος περιέχει έστω κι έναν κόκκο αλήθειας. Η πρώτη μνεία στο υποτιθέμενο αυτό δικαίωμα του φεουδάρχη γίνεται στα μέσα του 16ου αιώνα από τον Γάλλο νομομαθή Ιωάννη Παπόν. Αργότερα ο μύθος του διαβόητου ius primae noctis θα διαδοθεί από μορφές του Διαφωτισμού, όπως ο Βολταίρος («Σπουδή περί των Ηθών», 1756), και ιστορικούς του 19ου αιώνα, όπως ο Ζυλ Μισλέ. Στην πραγματικότητα, ο μύθος οφείλεται σε μια παροιμιώδη γκάφα του Παπόν: μελετώντας μεσαιωνικά έγγραφα της περιοχής του, είδε να αναφέρεται κάποιο «droit de cuissage». Μόνο που το συγκεκριμένο δικαίωμα δεν είχε καμία σχέση με προνόμια ερωτικού χαρακτήρα. Αφορούσε απλώς το προνόμιο κάποιου να ψήνει ψωμί για ολόκληρη την κοινότητα του χωριού!

Μολονότι δεν στηρίζεται σε κανένα απολύτως στοιχείο από τις πηγές, ο μύθος του ius primae noctis εξακολουθεί να γνωρίζει επιτυχία ακόμη και στην εποχή μας. Η ειρωνεία έγκειται στο ότι, όπως αποδεικνύουν κοινωνιολογικές κι ιστορικές μελέτες, στη Γαλλία των χρόνων της βιομηχανικής επανάστασης αναγνωριζόταν ότι ο εργοστασιάρχης κι ο επιστάτης είχαν εθιμικά ένα αντίστοιχο δικαίωμα πάνω στις εργατριές τους!

β.   Έκαιγαν πράγματι μάγισσες τον Μεσαίωνα;

World Without End

World Without End

Δεν πρέπει να υπάρχει μυθιστόρημα, τηλεοπτική σειρά ή κινηματογραφική ταινία με θέμα τον Μεσαίωνα που να μην περιέχει μία τουλάχιστον σκηνή στην οποία κάποια μάγισσα θα καίγεται στην πυρά! Στα πολύ επιτυχημένα μυθιστορήματα του Ουαλού συγγραφέα Κεν Φόλλεττ, τα οποία έχουν μεταφερθεί και στην τηλεόραση, ειδικότερα δε στον «Κόσμο Χωρίς Τέλος», έχει κανείς την εντύπωση ότι κάθε είκοσι σελίδες κάποια γυναίκα κατηγορείται για μαγεία, δικάζεται κι ενίοτε καταδικάζεται σε θάνατο και μάλιστα με πολλούς και διάφορους τρόπους εκτέλεσης. Ακόμη κι ο Ουμπέρτο Έκο, που τον Μεσαίωνα τον γνωρίζει όσο λίγοι, υποκύπτει στον πειρασμό, βάζοντας στο «Όνομα του Ρόδου» την νεαρή χωρική που γνωρίζει ο Άντσο να καταδικάζεται ως μάγισσα. Και στην Ελλάδα, ιστορικός και μέλος του Κοινοβουλίου που δεχόταν επικρίσεις, επειδή είχε επιχειρήσει να αποδομήσει κάποιον από τους μύθους που περιέχει η επίσημη εθνική αφήγηση της Ιστορίας, έβρισκε καταφύγιο στον μύθο περί μαγισσών, δηλώνοντας ότι «στην ελληνική πολιτική σκηνή υπάρχει ένα κυνήγι μαγισσών. Αν θέλουν μάγισσες ας τις αναζητήσουν στον Μεσαίωνα».

Η αδιαφορία του Μεσαίωνα: Δεν θα ήταν δυνατό να υποστηριχθεί ότι οι πρακτικές μαγείας και μαγγανείας ήταν άγνωστες στις μεσαιωνικές κοινωνίες. Απαντούν σε όλες τις εποχές και σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες, ενώ κάποιες από αυτές ενσωματώνονται, επίσημα ή ανεπίσημα, σε θρησκείες. Όποιος όμως προσπαθήσει να μελετήσει τον Μεσαίωνα αναζητώντας ψυχώσεις και κυνήγια μαγισσών θα έχει την εντύπωση ότι διασχίζει μια έρημο και θα απογοητευθεί.

Μερικές παράγραφοι σε ένα σύγγραμμα εκκλησιαστικού δικαίου των αρχών του 9ου αιώνα, όπου ο τότε επίσκοπος Ραιτίας προτείνει την επιβολή ατιμωτικών ποινών (χωρίς να μνημονεύει ρητώς τη θανατική ποινή) σε όσους ασχολούνται με τη μαγεία και μαγγανεία. Στοργικές συμβουλές για την καθοδήγηση των παραπλανημένων αυτών ψυχών από τον ηγούμενο Ρηγίνο της Πρυμ περίπου έναν αιώνα αργότερα. Κανένα ίχνος διωγμών, δικών και καταδικών! Είναι προφανές ότι η μαγεία ως κοινωνικό φαινόμενο δεν απασχόλησε ιδιαίτερα την κοινωνία του Μεσαίωνα.

Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται ακόμη και σε εποχές κατά τις οποίες η Καθολική Εκκλησία εξαπολύει απηνείς διωγμούς κατά των αιρέσεων, έχοντας ήδη προβεί στη σύσταση της Ιεράς Εξέτασης. Στο κλασικό του σύγγραμμα «Practica officii Inquisitionis heretice pravitatis» (Τουλούζη, περ. 1323-1324), γνωστό και ως «Εγχειρίδιο του Ιεροεξεταστή», ο Βερνάρδος Γκι δεν αφιερώνει ούτε δύο σελίδες στη μαγεία, ενώ οι αναφορές στο δυϊστικό δόγμα των Καθαρών καταλαμβάνουν το μισό περίπου βιβλίο και η εξέταση της αίρεσης των Πτωχών της Λυών απαιτεί μερικές δεκάδες σελίδες.

Χανς Μπάλντουνγκ Γκριν, Οι Μάγισσες, 1508

Χανς Μπάλντουνγκ Γκριν, Οι Μάγισσες, 1508

Η μεταστροφή: Είναι αλήθεια ότι το γεγονός που σηματοδοτεί ποιοτική αλλαγή της στάσης της δυτικής Εκκλησίας έναντι της μαγείας είναι σχεδόν σύγχρονο με τη συγγραφή του έργου του δομινικανού ιεροεξεταστή: τον Αύγουστο του 1326, ο πάπας Ιωάννης ΚΒ΄ (Ιάκωβος Ντιέζ της Καόρ) εκδίδει τη βούλλα «super illius specula», με την οποία οι πρακτικές μαγείας και μαγγανείας εξομοιώνονται με αίρεση. Πρέπει, όμως, να επισημανθεί ότι ο Ιωάννης ΚΒ΄ (στον οποίο παραδόξως κάποιοι αποδίδουν τη συγγραφή αλχημιστικών βιβλίων) είχε προσωπικούς λόγους να απεχθάνεται τη μαγεία: παραλίγο να δολοφονηθεί από τον επίσκοπο της γενέτειράς του, τον Ούγο Ζερώ, τον οποίο είχε παραπέμψει σε δίκη για οικονομικές ατασθαλίες. Μέσα στην τρέλα και τον πανικό του, ο Ζερώ δεν είχε αρκεσθεί στην προσπάθειά του να δηλητηριάσει τον ποντίφηκα, αλλά είχε καταφύγει και σε πρακτικές μαγείας, καίγοντας κέρινα ομοιώματα του αντιπάλου του!

Στην πραγματικότητα, το πιο σημαντικό είναι η αλλαγή στάσης της κοινωνίας, η οποία ανάγεται στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Παρέλκει, ίσως, η υπόμνηση, των γεγονότων που σημάδεψαν την εποχή: μακροχρόνια οικονομική κρίση, ραγδαία επιδείνωση των κλιματολογικών συνθηκών και, κυρίως, η τρομακτική επιδημία βουβωνικής πανώλης που ξεκληρίζει το ένα τρίτο τουλάχιστον του πληθυσμού της Ευρώπης. Είναι δύσκολο για τον σύγχρονο άνθρωπο να αντιληφθεί τον τρόπο με τον οποίο σημάδεψε τη συλλογική συνείδηση των κοινωνιών της εποχής μια συμφορά τέτοιου μεγέθους. Σε όλα αυτά ας προστεθεί και η αυξανόμενη τάση της κεντρικής εξουσίας (κρατικής και εκκλησιαστικής) για στενότερο έλεγχο των κοινωνιών, κάτι που συνεπάγεται την όλο και μεγαλύτερη χρήση μεθόδων καταστολής. Πρόκειται, όμως, για στοιχεία που δεν χαρακτηρίζουν τόσο τη φεουδαλική οργάνωση του Μεσαίωνα όσο τα κράτη κατά τους Νεότερους Χρόνους.

Το κυνήγι μαγισσών, χαρακτηριστικό γνώρισμα των Νεότερων Χρόνων: Οι πρώτες δίκες για μαγεία (χωρίς καταδίκες σε θάνατο) καταγράφονται στην περιοχή της Τουλούζης κατά το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Ακόμη, όμως, και κατά τον Ύστερο Μεσαίωνα αποτελούν περιστασιακό φαινόμενο. Η πραγματική φρενίτιδα με τη μαγεία και το κυνήγι μαγισσών αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Αναγέννησης και των Νεότερων Χρόνων! Τα πρώτα εγχειρίδια οδηγιών για την καταπολέμηση της μαγείας συγγράφονται μετά το 1480: οι Γερμανοί δομινικανοί μοναχοί Ερρίκος Κράμερ (γνωστότερος ως Ινστιτόρις) και Ιάκωβος Σπρέγγερ δημοσιεύουν το διαβόητο σύγγραμα «Malleus Maleficarum» το 1486-1487, ο Γάλλος νομικός Ιωάννης Μποντέν δημοσιεύει τη «Démonomanie des sorciers» το 1580 και ο συνάδελφός του από τη Λωρραίνη Νικόλαος Ρεμύ εκδίδει τη «Δαιμονολατρεία» του το 1592. Όσο για τον παροξυσμό των δικών μαγισσών, αυτός είναι υπόθεση του 17ου αιώνα: από την αυλή του Λουδοβίκου ΙΔ΄ μέχρι τον Νέο Κόσμο, όλοι ψάχνουν για μάγισσες! Η πασίγνωστη δίκη των Μαγισσών του Σάλεμ στη Μασσαχουσέττη γίνεται το 1698. Στη Γαλλία, ειδικά, η τελευταία δίκη για μαγεία καταγράφεται στο Μπορντώ το 1718. Μάλλον χρειάζεται διαστροφική φαντασία για να καταλογιστούν όλα αυτά στον άμοιρο Μεσαίωνα.

Για να είμαστε, άλλωστε, ακριβείς και δίκαιοι, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η στάση του μεσαιωνικού ανθρώπου απέναντι στη μαγεία μοιάζει εκπληκτικά σύγχρονη: η μαγεία αντιμετωπιζόταν περισσότερο ως εκδήλωση ψυχικής ασθένειας. Για τον συμπαθή Ρηγίνο, οι ισχυρισμοί κάποιων γυναικών για συναντήσεις με δαίμονες δεν είναι παρά «αποτελέσματα παραισθήσεων». Όσο για τον Ιωάννη του Σώλσμπρυ, επίσκοπο Σαρτρ (12ος αιώνας), αρκεί απλώς «να μη δίνει κανείς προσοχή σε τόσο αξιοθρήνητες παλαβομάρες».

Β.   Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

Η Κυρία με τον Μονόκερω, 15ος αι.

Η Κυρία με τον Μονόκερω, 15ος αι.

α.   Γυναίκες και εξουσία

«Οι γυναίκες δεν ήταν υπόδουλες και υποταγμένες στο πλαίσιο ενός κόσμου ο οποίος εμφανίζεται να κυριαρχείται από τις αντρικές αρετές ιπποτών ή ασκητικών μοναχών; Η εξουσία δεν απέκλειε τις γυναίκες από την κορυφή της κοινωνίας; Η υπόμνηση μερικών ονομάτων αρκεί για να αποδείξει το αντίθετο. Η Αλιενόρ της Ακυιτανίας, η Λευκή της Καστίλλης κι άλλες λιγότερο γνωστές διοίκησαν επικράτειες και κυβέρνησαν υπηκόους» (Συλβαίν Γκούγκενάιμ Regards sur le Moyen Âge, σελ. 103). Πράγματι, δεν είναι λίγα τα παραδείγματα γυναικών που ασκούν τη βασιλική εξουσία όταν ο σύζυγός τους απουσιάζει ή ασθενεί ή αυτών στις οποίες έχει νομίμως ανατεθεί η αντιβασιλεία μέχρι την ενηλικίωση του γιου τους. Άλλες πάλι είναι αρκετά δυναμικές ώστε να πάρουν την εξουσία στα χέρια τους και χωρίς να συμβαίνει κάτι από τα παραπάνω.

1.   Η Αλιενόρ της Ακυιτανίας,
της οποίας το όνομα θα μπορούσαμε να μεταγράψουμε και ως Ελεονόρα, αλλά οι Γάλλοι ακόμη και σήμερα την αποκαλούν με το οξιτανικό της όνομα, είναι μια από τις δυναμικότερες γυναικείες μορφές του Μεσαίωνα. Κληρονόμος του ισχυρού δουκάτου της Ακυιτανίας, παντρεύεται το 1137 (σε ηλικία 15 ετών) τον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο Ζ΄. Η νεαρή με τα πλούσια ενδιαφέροντα και το εκρηκτικό ταμπεραμέντο βρίσκει βαρετό τον μονόχνωτο και ασκητικό σύζυγό της. Η ασυμφωνία χαρακτήρων είναι προφανής: η ρήξη στις σχέσεις των συζύγων καθίσταται οριστική κατά τη διάρκεια της Β΄ Σταυροφορίας (όταν, μεταξύ των άλλων, οι κακές γλώσσες καταλογίζουν στην Αλιενόρ και μια εξωσυζυγική περιπέτεια με τον θείο της και ηγεμόνα της Αντιόχειας, τον Ραϋμόνδο του Πουατιέ). Με την επιστροφή στη Γαλλία, η Αλιενόρ παίρνει την πρωτοβουλία και, το 1152, χωρίζει τον Λουδοβίκο (καθόσον νομικά δεν υφίστατο διαζύγιο, τυπικά επρόκειτο για ακύρωση του γάμου λόγω… μακρινής συγγένειας μεταξύ των συζύγων). Έξι μόλις εβδομάδες μετά την ακύρωση του πρώτου της γάμου παντρεύεται στο Πουατιέ τον Ερρίκο, δούκα της Νορμανδίας και κόμη του Ανζού και του Μαιν, ο οποίος θα γίνει δύο χρόνια αργότερα βασιλιάς της Αγγλίας (ως Ερρίκος Β΄). Ως κυρία της Ακυιτανίας, η Αλιενόρ θα ανατρέψει υπέρ της Αγγλίας την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των δύο βασιλείων. Ως βασίλισσα δεν θα αρκεσθεί στη διοίκηση των προσωπικών κτήσεών της και στην οικονομική διαχείριση της μεγάλης περιουσίας της, ούτε στον ρόλο της προστάτιδας των γραμμάτων και των τεχνών: από το 1160 και μετά είναι ουσιαστικά αυτή που κυβερνά την Αγγλία. Θα φτάσει μέχρι του σημείου να προτρέψει τους γιους της να στασιάσουν κατά του πατέρα τους (1173). Η κίνηση θα στοιχίσει στην Αλιενόρ σχεδόν 15 χρόνια αιχμαλωσίας. Μετά τον θάνατο του συζύγου της (1189), θα επιστρέψει στην πολιτική σκηνή υποστηρίζοντας τον γιο της Ριχάρδο, νέο βασιλιά της Αγγλίας. Μέχρι τον θάνατό της (1204) θα παραμείνει δραστήρια, αναλαμβάνοντας διπλωματικές πρωτοβουλίες και επιχειρώντας να καθορίσει σύμφωνα με τις απόψεις της τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας.

2.   Η Λευκή της Καστίλλης.
Εγγονή της Αλιενόρ, η Λευκή της Καστίλλης παντρεύεται σε ηλικία 12 ετών τον διάδοχο του γαλλικού θρόνου (τον μετέπειτα Λουδοβίκο Η΄). Μετά τον θάνατο του συζύγου της (1226), θα κυβερνήσει το βασίλειο έως την ενηλικίωση του γιου της (Λουδοβίκου Θ΄). Κατά τη διάρκεια της αντιβασιλείας της θα διαπραγματευθεί (με επιτυχία) τους όρους της Συνθήκης του Μω (1229), με την οποία τερματίζεται η σύγκρουση μεταξύ Γαλλίας και κομητείας της Τουλούζης (που προκλήθηκε λόγω της υποστήριξης των αρχόντων της δεύτερης προς την αίρεση των Καθαρών). Η συνθήκη διασφαλίζει κατά τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα της Γαλλίας, απαλλάσσοντάς την ταυτόχρονα από τον κίνδυνο της συνέχισης μιας επικίνδυνης σύρραξης με απρόβλεπτες συνέπειες. Έχοντας εμπιστοσύνη στις πολιτικές ικανότητες της μητέρας του, ο Λουδοβίκος Θ΄ της αναθέτει την αντιβασιλεία κατά την αναχώρησή του για την Ζ΄ Σταυροφορία (1248).

3.   Η Θεοφανώ.
Στα τέλη του 10ου αιώνα, η βυζαντινή πριγκίπισσα Θεοφανώ (ανηψιά του Ιωάννη Α΄ Τσιμισκή) παντρεύεται τον Γερμανό αυτοκράτορα Όθωνα Β΄. Η Θεοφανώ δεν έφερε απλώς στη Δύση τις εκλεπτυσμένες συνήθειες της βυζαντινής αυλής, καθώς και τα γράμματα και τον πολιτισμό της πατρίδας της: μετά τον θάνατο του άντρα της και ως την ενηλικίωση του γιου της (του Όθωνα Γ΄), κυβέρνησε την αυτοκρατορία. Αναφερόμενη ήδη ως «συναυτοκράτειρα» (coimperatrix) ενώ ζει ο σύζυγός της, υπογράφει αποφάσεις στα χρόνια διακυβέρνησής της φέροντας τον τίτλο «Theophanius gratia divina imperator augustus», σαν να ήταν άντρας.

4.   Η Ματθίλδη της Τοσκάνης
(1046-1115) υπήρξε η ισχυρότερη πολιτική προσωπικότητα στην Ιταλία του καιρού της: σε δική της πρωτοβουλία οφείλεται η «συμφιλίωση» μεταξύ του πάπα Γρηγόριου Ζ΄ και του αυτοκράτορα Ερρίκου Δ΄, με την ταπείνωση του δεύτερου στην Κανόσσα (1077).

5.   Η Ισαβέλλα Βιλλαρδουίνη
Στα μέρη μας, τέλος, η πριγκίπισσα της Αχαΐας Ισαβέλλα Βιλλαρδουίνη (1263-1312, η πριγκίπισσα Ζαμπέα του Χρονικού του Μορέως και «Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ» του ομώνυμου μυθιστορήματος του Άγγελου Τερζάκη) κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλίσει την επιβίωση της φραγκικής Πελοποννήσου, παρά τους ασφυκτικούς περιορισμούς που της επέβαλλε η Συνθήκη του Βιτέρμπο (την οποία σύναψε, σε στιγμές μεγάλης πολιτικής αδυναμίας, ο πατέρας της Γουλιέλμος Β΄ Βιλλαρδουίνος με τον Κάρολο Α΄ τον Ανδεγαυικό: βάσει της συνθήκης ο ανδεγαυικός οίκος, ως επικυρίαρχος, έπρεπε να εγκρίνει τους γάμους της διαδόχου του πριγκιπάτου).

Σφραγίδα της Ισαβέλλας Βιλλαρδουίνης

Σφραγίδα της Ισαβέλλας Βιλλαρδουίνης

Σύμβολα και μέσα άσκησης της γυναικείας εξουσίας: Ενδεικτικό των μεσαιωνικών αντιλήψεων είναι και το γεγονός ότι στις γυναίκες που είναι φορείς εξουσίας παρέχεται τόσο η συμβολική αναγνώριση του ρόλου αυτού όσο και τα αναγκαία υλικά μέσα. Σε συμβολικό επίπεδο παρατηρείται ότι όλες οι βασίλισσες στέφονται, όπως ακριβώς και οι βασιλείς. Η τελευταία βασίλισσα της Γαλλίας που στέφθηκε ήταν, το 1610, η Μαρία των Μεδίκων (δεύτερη σύζυγος του Ερρίκου Δ΄ των Βουρβόνων). Εκτός από το στέμμα υπάρχει κι η προσωπική σφραγίδα της βασίλισσας ή τα νομίσματα που φέρουν το όνομά της (Ισαβέλλα της Αχαΐας). Σε επίπεδο υλικών μέσων, όλες οι βασίλισσες και οι γυναίκες της ανώτερης αριστοκρατίας έχουν την προσωπική περιουσία τους: εκτός από την περιουσία με την οποία προικίσθηκαν από τις οικογένειές τους έχουν στην κυριότητά τους και τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία τους δωρίζει ο βασιλιάς ή φεουδάρχης σύζυγός τους. Για παράδειγμα, η αυτοκράτειρα Θεοφανώ λαμβάνει από τον Όθωνα εκτάσεις από τη Θουριγγία και τη Σαξονία μέχρι τη βορειοανατολική Ιταλία.

Αν όμως οι γυναίκες μπορούν να ασκήσουν εξουσία, δεν είναι προαπαιτούμενο να έχουν και πολιτικά δικαιώματα και συμμετοχή στα κοινά;

β.   Γυναίκες και πολιτικά δικαιώματα

Στα χρόνια της ελληνικής και ρωμαϊκής Αρχαιότητας η γυναίκα στερείται πλήρως πολιτικών δικαιωμάτων. Στους Νεότερους Χρόνους πρέπει να φτάσουμε στον 20ό αιώνα για να δοθεί στις γυναίκες δικαίωμα ψήφου. Στο Μεσαίωνα, όμως, οι γυναίκες ψηφίζουν στις συνελεύσεις πόλεων και χωριών που καλύπτουν μεγάλο μέρος της δυτικής Ευρώπης. Συχνά, βεβαίως, δεν ψηφίζουν άτομα, αλλά οικογένειες, οι οποίες εκπροσωπούνται συνήθως από τον άντρα. Όταν όμως αυτός αδυνατεί να συμμετάσχει στη διαδικασία (απουσία ή ασθένεια) ή έχει πεθάνει, τότε η οικογένεια εκπροσωπείται από τη γυναίκα. Ένα ωραίο σχετικό παράδειγμα μας δίνει η Ιστορία της φραγκικής Πελοποννήσου.

Το Παρλαμέντο των Γυναικών
Στα μέσα του 13ου αιώνα, το φραγκικό πριγκιπάτο του Μορέως βρίσκεται στο απόγειο της δόξας του. Ο Φράγκος ηγεμόνας της Πελοποννήσου Γουλιέλμος Βιλλαρδουίνος πιστεύει ότι μπορεί να συντρίψει κάθε αντίπαλο και να κυριαρχήσει στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο. Το 1259, στην Πελαγονία (στον δρόμο από την Καστοριά προς το Μοναστήρι), συγκρούστηκε με τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Μιχαήλ Παλαιολόγο. Προδομένος από τους συμμάχους του, τους δεσπότες της Ηπείρου, ο Βιλλαρδουίνος συνετρίβη και αιχμαλωτίστηκε ο ίδιος, καθώς και οι περισσότεροι από τους υποτελείς του φεουδάρχες και ιππότες. Αναγκασμένος να διαπραγματευθεί με τον Παλαιολόγο, συμφώνησε τελικά να εξαγοράσει την ελευθερία του (και την ελευθερία των υποτελών του), παραχωρώντας στους Βυζαντινούς ορισμένα στρατηγικής σημασίας κάστρα της Πελοποννήσου, ανάμεσα στα οποία και τον Μιστρά. Η συμφωνία αυτή, όμως, έπρεπε να κυρωθεί από την αυλή του πριγκιπάτου. Έτσι, το 1260, συγκεντρώθηκαν στο Νίκλι (κοντά στην Τεγέα) οι ελάχιστοι άνδρες ευγενείς που δεν είχαν αιχμαλωτισθεί στην Πελαγονία και οι εκπρόσωποι όλων των άλλων φέουδων της Πελοποννήσου, εν προκειμένω και κατ’ ανάγκη, οι γυναίκες των αιχμαλώτων ευγενών. Για αυτό τον λόγο άλλωστε η συνέλευση έμεινε γνωστή και ως «παρλαμέντο των γυναικών». Για την ιστορία, σημειώνουμε ότι οι κυρίες ενέκριναν τη συμφωνία του ηγεμόνα τους, η οποία αργότερα ενσωματώθηκε σε μία από τις συνθήκες του Νυμφαίου, κι έτσι ο Βιλλαρδουίνος και οι σύζυγοι των κυριών επέστρεψαν (έστω και με κομμένα τα φτερά) στην Πελοπόννησο.

«Και μετά ταύτα εμίσσεψαν αμφότεροι οι δύο.
Από την Κόρινθο επέρασαν και ήλθαν εις το Νίκλι•
εκεί ηύρον την πριγκίπισσαν με τες κυράδες όλες
όλης της Πελοπόνεσσος, τον λέγουσιν Μορέαν,
όπου είχαν ποήσει σώρεψιν να επάρουν την βουλή τους
διά τα μαντάτα όπου ήκουσαν των τρίων κάστρων εκείνων,
όπου έδιδεν ο πρίγκηπας του βασιλέως ετότε
δια να έβγη από την φυλακήν εκείνος κι’ ο λαός του
οι άπαντες όλοι του Μωρέως, οι φλαμουριάροι όλοι
και οι καβαλλάροι μετ’ αυτούς που ήσαν εκεί στην Πόλιν.
Δια τούτο ήσαν οι αρχόντισσες εκείνων οι γυναίκες
εκεί με την πριγκήπισσαν στο κάστρο του Αμυκλίου
και εκάμνασιν το παρλαμά και επαίρναν την βουλήν τους
και ουκ είχασιν άλλους τινές άντρες εκεί μετ’ αύτες
μόνον και τον μισίρ Λινάρτ όπου ήταν λογοθέτης
και τον μισίρ Πιέρη ντε Βας τον φρόνιμον εκείνον,
όπου ήτο ο φρονιμώτερος όλου του πριγκηπάτου.
Αυτείνοι οι δύο ευρέθησαν στο παρλαμά εκείνο».

Το Χρονικόν του Μορέως», στίχοι 4390-4407)

γ.   Η γυναίκα στις αγροτικές κοινωνίες

Μονταγιού

Μονταγιού

Ωραία όλα τα παραπάνω, αλλά μήπως αφορούν αποκλειστικά τις ανώτερες τάξεις; Σύμφωνοι, αλλά κάτι τέτοιο απαντά διαχρονικά στις ανθρώπινες κοινωνίες. Ας δούμε τι συνέβαινε και στο πλαίσιο των πιο συντηρητικών αγροτικών κοινωνιών του Μεσαίωνα, με οδηγό και πάλι το παράδειγμα του Μονταγιού.

Από τη μελέτη του Λε Ρουά Λαντυρί για το μικρό χωριό των Γαλλικών Πυρηναίων προκύπτουν τα εξής στοιχεία: πράγματι, η θέση της γυναίκας στη συντηρητική αγροτική κοινωνία του Μονταγιού είναι χειρότερη από εκείνη που διαπιστώθηκε όσον αφορά την αριστοκρατία. Υπάρχει μισογυνισμός στη νοοτροπία των χωρικών, καθώς και αρκετά παραδείγματα ενδοοικογενειακής βίας. Ωστόσο, υπάρχουν σχεδόν ισάριθμες περιπτώσεις γυναικών υποταγμένων στους συζύγους τους και γυναικών που έχουν επιβληθεί κυριολεκτικά σ’ αυτούς. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων υπάρχει ισορροπία στους ρόλους των συζύγων όσον αφορά τη διαχείριση των οικιακών και οικογενειακών θεμάτων. Η μόνη γυναίκα ευγενής που διαμένει κατά διαστήματα στο χωριό, η καστελλάνα Βεατρίκη του Πλανισσόλ (χήρα του καστελλάνου του χωριού, δηλαδή του στρατιωτικού διοικητή-εκπροσώπου του τοπικού φεουδάρχη) αποδεικνύει ότι η θέση της γυναίκας των ανώτερων τάξεων είναι σαφώς καλύτερη. Η ερωτική ζωή της είναι αρκετά ελεύθερη: οι δύο σημαντικότεροι εραστές της είναι ιερωμένοι! Αν στην περίπτωση του πρώτου, μπορούμε να μιλήσουμε για αποπλάνηση της γυναίκας (ο ιερέας του χωριού Πιερ Κλεργκ είναι κλασσική μορφή Καζανόβα), σ’ αυτή του δεύτερου, ο ρόλος του «κυνηγού» ανήκει σαφώς στη Βεατρίκη (ο Βαρθολομαίος Αμιλιάκ είναι σχεδόν είκοσι χρόνια νεότερός της). Η τολμηρή καστελλάνα κατορθώνει μάλιστα να πείσει τον τελευταίο να μετοικήσουν σε εκκλησιαστική περιφέρεια όπου η συμβίωση ιερωμένου με γυναίκα είναι ανεπίσημα ανεκτή.

δ.   Η γυναίκα και η μεσαιωνική Εκκλησία

Υπάρχουν τα γνωστά μισογυνικά στερεότυπα που παρουσιάζουν τη γυναίκα ως προσωποποίηση της αμαρτίας. Υπάρχουν και τα ιστορικά στοιχεία που παρέχουν μια πολύ πιο ισορροπημένη εικόνα. Η αντιμετώπιση της γυναίκας στο πλαίσιο της χριστιανικής εκκλησίας είναι πολύ καλύτερη και σε αυτό δεν είναι αμέτοχη η λατρεία της Παναγίας και των γυναικών αγίων.
Η μεσαιωνική Εκκλησία δεν διστάζει να αναθέσει σε γυναίκες θέσεις ευθύνης με πολιτική και οικονομική ισχύ. Οι ηγούμενες των μονών ασκούν εξουσία και διαχειρίζονται τεράστιες περιουσίες. Το 1115, ο μοναχός Ροβέρτος του Αρμπρισέλ, μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του δυτικού μοναστικού κινήματος, αποφασίζει να οργανώσει το αββαείο του Φοντεβρώ: ιδρύει δύο κοινόβια (ανδρών και γυναικών) και αναθέτει τη διοίκηση του αββαείου σε μια γυναίκα, την μόλις 22 ετών Πετρονίλλα του Σεμιγέ!

Φοντεβρώ

Φοντεβρώ

– Την εποχή εκείνη Εκκλησία και γράμματα είναι συνήθως αλληλένδετα. Μια από τις πρώτες εγκυκλοπαίδειες της μεσαιωνικής Δύσης συγγράφηκε από γυναίκα: πρόκειται για τον «Hortus deliciarum» της Αλσατής ηγουμένης Ερράδης του Λάντσμπεργκ (12ος αι.). Μερικές φορές, οι πνευματικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες των γυναικών της Εκκλησίας εκπλήσσουν: στο αββαείο του Γκάντερσάιμ στη Σαξονία βρέθηκαν χειρόγραφα του 10ου αιώνα που περιείχαν κωμωδίες σε στίχους με ομοιοκαταληξία, σε μίμηση των κωμωδιών του Τερέντιου!

ε.   Η θέση της γυναίκας σύμφωνα με το δίκαιο της εποχής

Η γυναίκα ως υποκείμενο δικαίου: Τίποτε δεν είναι περισσότερο ενδεικτικό της θέσης της γυναίκας απ’ ό,τι το εκάστοτε ισχύον δίκαιο. Στην Αρχαία Ελλάδα, η γυναίκα ακόμη κι αν έχει κάποια περιουσία δεν έχει ικανότητα προς δικαιοπραξία. Χαρακτηριστικός της θέσης της γυναίκας κατά την Αρχαιότητα είναι ο θεσμός της επίκληρης. Η «επίκληρος» είναι η γυναίκα χωρίς αδελφούς και χωρίς αρσενικά παιδιά που κανονικά θα έπρεπε να κληρονομήσει την οικογενειακή περιουσία: δεν είναι όμως πραγματικά κληρονόμος, καθώς απλώς «μεταφέρει» την περιουσία. Για να μη χαθεί η περιουσία από την ευρύτερη οικογένεια, η επίκληρος είναι υποχρεωμένη να παντρευτεί τον εγγύτερο άρρενα συγγενή της (π.χ. θείο της), τούτο δε ακόμη κι αν είναι παντρεμένη, οπότε υποχρεούται πρώτα να χωρίσει τον ως τότε σύζυγό της. Στη Ρώμη το οικογενειακό δίκαιο επιβάλλει τον νόμο του pater familias, ο οποίος έχει εξουσία ζωής και θανάτου επί της συζύγου και των τέκνων του. Η εξουσία αυτή κατέχεται δια βίου, δεν σταματά λ.χ. με την ενηλικίωση των παιδιών, στοιχείο που είχε προκαλέσει ιδιαίτερα προβλήματα στις περιοχές της αυτοκρατορίας με ελληνικό πληθυσμό: οι Έλληνες που αποκτούσαν την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη ανακάλυπταν και τις παρενέργειες τις εφαρμογής του ρωμαϊκού δικαίου. Η αδυναμία ενηλίκων να διαχειριστούν την περιουσία τους, μια και χρειάζονταν την έγκριση του πατέρα τους, απαίτησε στην πράξη απίστευτα νομικά τεχνάσματα για να ξεπεραστεί!. Στον Μεσαίωνα αντίθετα ο άντρας είναι διαχειριστής και όχι κύριος. Δεν μπορεί λ.χ. να αποκληρώσει τον γιο του. Επίσης, σε περιπτώσεις γάμου χωρίς τέκνα, τα περιουσιακά στοιχεία καθενός από τους συζύγους κληρονομούνται από τις οικογένειές τους αντιστοίχως, σύμφωνα με την αρχή paterna paternis, materna maternis.

Δικαιοπραξίες: Η μελέτη των συμβάσεων και ειδικότερα των συμβολαιογραφικών πράξεων της μεσαιωνικής περιόδου είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Σε αντίθεση με τις προγενέστερες και μεταγενέστερες ιστορικές περιόδους, οι γυναίκες του Μεσαίωνα έχουν πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και δική τους περιουσία, την οποία διαχειρίζονται μόνες τους. Το ίδιο συμπέρασμα συνάγεται και από τη μελέτη των δωρεών προς τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα που έχουν ως σκοπό την υπεράσπιση των Αγίων Τόπων (Ναΐτες και Ιωαννίτες): περίπου το 40 % των δωρεών προέρχεται από γυναίκες. Από τα συμβόλαια αποδεικνύεται επίσης ότι οι γυναίκες του Μεσαίωνα ασκούσαν σχεδόν όλα τα επαγγέλματα: τόσο αυτά που απαιτούν μόρφωση (εκπαιδευτικοί, γιατροί, φαρμακοποιοί, εικονογράφοι βιβλίων) όσο και τα τεχνικά, καθώς και κάθε είδους εμπορική και επιχειρηματική δραστηριότητα.

Ο μύθος του Νόμου των Σάλιων Φράγκων: Όσοι κατηγορούν τον Μεσαίωνα επικαλούνται συνήθως τον λεγόμενο Νόμο των Σάλιων Φράγκων, σύμφωνα με τον οποίο υποτίθεται ότι οι γυναίκες αποκλείονταν από την κληρονομική διαδοχή. Ο Σαλικός Νόμος με αυτή την μορφή δεν είναι παρά ένας ακόμη μύθος, ένα ερμηνευτικό κατασκεύασμα των Γάλλων νομικών των αρχών του 14ου αιώνα, στην προσπάθεια να αποκλειστούν από τον γαλλικό θρόνο κάποια ανεπιθύμητα γυναικεία μέλη της βασιλικής οικογένειας (ή μάλλον οι ανεπιθύμητοι σύζυγοί τους). Στην πραγματικότητα ο Νόμος των Σάλιων Φράγκων απέκλειε τις γυναίκες από την κληρονομική διαδοχή ορισμένων εδαφών, των οποίων η κυριότητα συνδεόταν με κάποιας μορφής υποχρέωση στρατιωτικής υπηρεσίας – εξ ου και η λογική του αποκλεισμού. Το γεγονός ότι αυτή η επινόηση εφαρμόστηκε πλειστάκις κατά τους Νεότερους Χρόνους για να ρυθμίσει τη δυναστική διαδοχή λησμονείται συστηματικά από τους εχθρούς του Μεσαίωνα (εδώ στο Λουξεμβούργο, ο βασιλεύων οίκος θα απαγκιστρωθεί από τον περιορισμό του σαλικού νόμου μόλις το 1890).

Η επιδείνωση της θέσης της γυναίκας συμπίπτει με την εκ νέου «ανακάλυψη» του ρωμαϊκού δικαίου από τον δυτικό κόσμο. Το ρωμαϊκό δίκαιο παρουσιάζει δύο πλεονεκτήματα: είναι σαφώς καταλληλότερο από τα μεσαιωνικά έθιμα για τη ρύθμιση των εμπορικών και επιχειρηματικών εν γένει συναλλαγών, αφενός, και ευνοεί τη συγκέντρωση της εξουσίας και δη της κρατικής, αφετέρου. Ταυτόχρονα, όμως, είναι εξαιρετικά δυσμενές για τη γυναίκα, που σταδιακά θα βρεθεί σε θέση παρία. Το 1593, εν μέσω της Αναγέννησης, οι γυναίκες θα αποκλειστούν στη Γαλλία από κάθε δημόσιο αξίωμα. Τον 18ο αιώνα θα υποχρεωθούν να παίρνουν το επώνυμο του συζύγου. Το 1804, ο Ναπολεόντειος αστικός κώδικας (άρθρο 1224) καθιστά τις γυναίκες άτομα περιορισμένης (ή μάλλον ανύπαρκτης) δικαιοπρακτικής ικανότητας: «Les personnes privées de droits juridiques sont les mineurs, les femmes mariées, les criminels et les débiles mentaux». Για οποιαδήποτε συναλλαγή με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης από αυτό που έχουν… τα ψώνια της λαϊκής, η γυναίκα χρειάζεται πλέον την έγκριση του συζύγου (αφέντη) της. Διαφωτισμός και Γαλλική Επανάσταση προσέφεραν σπουδαίες υπηρεσίες στη γυναίκα!

ΜΕΡΟΣ IV
ΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟΣ;

Α.   ΘΕΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟΣ

Αναμφίβολα, η θρησκεία και η Εκκλησία αποτελούν τους κύριους πυλώνες της μεσαιωνικής κοινωνίας. Καθορίζουν νοοτροπίες και συμπεριφορές, τον ίδιο τον τρόπο ζωής και σκέψης τόσο των ισχυρών όσο και των απλών ανθρώπων. Αρκεί αυτό για να χαρακτηρίσουμε τον Μεσαίωνα ως θεοκρατία; Για να πιστέψουμε ότι δεν υπάρχει η παραμικρή ελευθερία σκέψης;

Ίσως κάποιοι πιστεύουν ότι ο κυρίαρχος ρόλος της μεσαιωνικής Εκκλησίας σημαίνει ότι η ζωή του ανθρώπου ρυθμιζόταν ανελαστικά από ανθρώπους με τρόπο σκέψης αντίστοιχο κάποιων υπερσυντηρητικών Ελλήνων ιεραρχών της εποχής μας. Η αντίληψη αυτή παραβλέπει ένα γεγονός: όταν μια θρησκευτική οργάνωση καθίσταται φορέας εξουσίας και μάλιστα με ευρύ φάσμα αρμοδιοτήτων προσαρμόζεται στη νέα αποστολή της και υιοθετεί προσεγγίσεις πολύ πιο ρεαλιστικές. Εάν η Εκκλησία της εποχής εκείνης ήταν απλώς φορέας οπισθοδρομικών αντιλήψεων δεν θα αποτελούσε μοχλό ανάπτυξης της τέχνης ούτε θα αναδεικνύονταν μέσα από τις τάξεις της οι μεγαλύτερες μορφές της μεσαιωνικής φιλοσοφίας.

– Ο ορθολογισμός της μεσαιωνικής Εκκλησίας – το παράδειγμα της Σινδόνης του Τορίνου.

Σινδόνη του Τορίνου

Σινδόνη του Τορίνου

Ιερό κειμήλιο και αχειροποίητος εικόνα, η Σινδόνη του Τορίνου, πάνω στην οποία φέρεται να αποτυπώθηκε το πρόσωπο και το σώμα του Κυρίου Ημών, εμφανίζεται για πρώτη φορά στα μέσα του 14ου αιώνα στο Λιρέ της γαλλικής Καμπανίας, λίγο έξω από την Τρουά. Είναι γνωστό ότι πολλοί ιππότες από την Καμπανία είχαν συμμετάσχει στη Δ΄ Σταυροφορία κι είχαν εγακτασταθεί σε εδάφη που ανήκαν στο Βυζάντιο. Ίσως η Σινδόνη να ήρθε από εκεί, στην Ανατολή άλλωστε λεγόταν πως υπήρχαν κι άλλα παρεμφερή κειμήλια, όπως το Μανδήλιον της Εδέσσης. Ίσως πάλι αυτές ακριβώς οι ιστορίες να οδηγήσαν κάποιους στην κατασκευή ενός ψεύτικου κειμηλίου.

Οι εφημέριοι του ναού του Λιρέ αρχίζουν να περιφέρουν με επισημότητα τη Σινδόνη, εμφανίζοντάς την βεβαίως ως αυθεντική. Ο επίσκοπος της Τρουά, ο Ερρίκος του Πουατιέ έχει αντίθετη άποψη, θεωρώντας την πλαστή. Ο διάδοχός του στον επισκοπικό θρόνο, ο Πέτρος του Αρσί, θα προσπαθήσει να απαγορέψει την περιφορά της ως ιερού κειμηλίου: «Οι ιερείς του Λιρέ φλέγονται από το πάθος της φιλοχρηματίας και της φιλαργυρίας… δεν περιφέρουν την εικόνα από ευσέβεια, αλλά για λόγους οικονομικού συμφέροντος… Πρόκειται για πλαστό αντικείμενο, μολονότι διατείνονται ότι πρόκειται για την Ιερά Σινδόνη στην οποία τυλίχθηκε το σώμα του Κυρίου Ημών… κατά τη διάρκεια των περιφορών ορισμένα άτομα προσποιούνται έναντι αμοιβής ότι δήθεν θεραπεύτηκαν χάρη στο υποτιθέμενο ιερό κειμήλιο, για να ξεγελάσουν τους πιστούς και να τους παρακινήσουν να προβούν σε δωρεές… Ο προκάτοχός μου είχε διενεργήσει έρευνα και είχε ανακαλύψει την απάτη, πως φτιάχτηκε το ύφασμα αυτό και πώς χρωματίστηκε με επιδεξιότητα, γεγονότα που αναγνώρισε κι ο ίδιος ο τεχνίτης που είχε αναλάβει την εργασία».

Ο Πέτρος του Αρσί προσέφυγε στον πάπα για να δικαιωθεί. Η εκδίκαση της υπόθεσης καθυστέρησε πολύ. Τελικά, ο πάπας Κλήμης Ζ΄ προτίμησε να δώσει συμβιβαστική λύση. Επέτρεψε τις περιφορές της Σινδόνης υπό τον όρο ότι κάποιος κήρυκας θα προειδοποιούσε τους πιστούς, «με δυνατή και καθαρή φωνή», διευκρινίζοντας ότι «η μορφή ή η απεικόνιση αυτή δεν επιδεικνύεται ως η γνήσια σινδόνη του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού, αλλά ως μορφή ή απεικόνιση που λέγεται ότι είναι εκείνη του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού».

Η Σινδόνη συνέχισε την πορεία της, χωρίς η φήμη της να ξεπεράσει τα όρια του Λιρέ και της Τρουά. Το 1453 πωλήθηκε στον Λουδοβίκο Α΄ της Σαβοΐας. Το 1578 μεταφέρθηκε στο Τορίνο που είχε γίνει πρωτεύουσα του Δουκάτου. Η επίδειξη της Σινδόνης σε όλες τις σημαντικές για τη δυναστεία περιστάσεις, την καθιστά ολοένα και πιο γνωστή, ιδίως από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά. Η παγκόσμια φήμη της οφείλεται στους Νεότερους Χρόνους και δεν είναι βέβαια προϊόν κάποιας μεσαιωνικής θρησκοληψίας. Αντιθέτως, η μεσαιωνική Εκκλησία ήταν εκείνη που υιοθέτησε την πιο ορθολογική στάση στο ζήτημα.

Β.   ΕΝΑΣ ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΣ ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ

α.   Ιδεολογικός και πολιτισμικός απομονωτισμός, έλλειψη ανοχής για όποια αντίληψη αποκλίνει έστω και κατ’ ελάχιστον από τις παραδεκτές, αλλά και για κάθε διαφορετική κουλτούρα, δόγμα ή θρησκεία, ούτε ίχνος συγκρητισμού και πολιτιστικής διάδρασης. Αυτές είναι περίπου οι κατηγορίες. Και είναι πάλι ψευδείς!

Υπάρχουν περιοχές επαφής κι επομένως έντονης διάδρασης μεταξύ χριστιανικής Δύσης, Βυζαντίου και ισλάμ: Ισπανία, Σικελία και Κάτω Ιταλία, Ελλάδα, Μέση Ανατολή.

– Είναι αφελές να πιστεύουμε ότι η σχέση του Βυζαντίου με τη χριστιανική Δύση συνοψίζεται στην αντιπαλότητα που μαρτυρούν τα χολερικά σχόλια της «De Legatione Constantinopolitana» (968) του (όχι εντελώς αδίκως) εξοργισμένου Λιουτπράνδου της Κρεμόνας (πρεσβευτή του Γερμανού αυτοκράτορα Όθωνα Β΄ στην αυλή της Βασιλεύουσας), το άκυρο ψευδοσχίσμα του 1054 (το ανάθεμα κατά του πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου που αποθέτει στην Αγία Σοφία ο λεγάτος Ουμβέρτος του Μουαγιανμουτιέ φέρει το όνομα του πάπα Λέοντος Θ΄, ο οποίος είχε πεθάνει τρεις μήνες νωρίτερα, αιχμάλωτος του Ροβέρτου Γισκάρδου) και, κυρίως, η τραυματική εμπειρία της Δ΄ Σταυροφορίας. Βυζάντιο και Δύση έχουν διαρκείς σχέσεις σε πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο. Υπάρχει αμοιβαία γνώση νοοτροπιών. Στην αυλή των Κομνηνών υπάρχουν Ιταλοί και Φράγκοι σύμβουλοι για εμπορικά και πολιτικά θέματα. Κι όταν ο Ιωάννης Κομνηνός επιχειρεί να ανακτήσει τη φραγκική πλέον ηγεμονία της Αντιόχειας, επικαλείται τον όρκο υποτέλειας που είχε δώσει στον πατέρα του Αλέξιο ο ιδρυτής του προγκιπάτου Βοημούνδος. Κίνηση που δείχνει ότι ο βυζαντινός μονάρχης είχε πολύ καλή γνώση των θεσμών του δικαίου της Δύσης και κατανοούσε τη σημασία της σχέσης επικυριάρχου και βασσάλου.

– Στη Μέση Ανατολή, φραγκικά κράτη και μουσουλμανικά εμιράτα δεν έχουν διαρκώς εμπόλεμες σχέσεις. Με τον καιρό αναπτύσσεται μεταξύ τους ένα modus vivendi, που εκδηλώνεται μέσα από εμπορικές συναλλαγές, περιστασιακές συμμαχίες και πολιτισμικές ανταλλαγές.

Ας δούμε πώς περιγράφει τη σχέση αυτή ο Ουσάμα ιμπν Μουνκίντ (1095-1188), μουσουλμάνος ευγενής από το Σαϋζάρ της βόρειας Συρίας, στο σύγγραμμά του «Κιτάμπ αλ Ίτιμπάρ».
«Αναγνωρίζω πρόθυμα στους Φράγκους δύο αρετές: το θάρρος τους και την εκτίμηση την οποία τρέφουν για τους ιππότες τους. Είχα κάποτε μια διαφορά με τον Ρενιέ, άρχοντα της Πανειάδας, μια και μας είχε κλέψει αιγοπρόβατα σε καιρό ειρήνης. “Ορίστε κάποιος που μας έχει προξενήσει σημαντική ζημιά – είπα στον βασιλιά Φουλκ -, μας έκλεψε ζώα ενώ οι κατσίκες επρόκειτο να γεννήσουν. Μας τις επέστρεψε, όχι όμως και τα μικρά, οπότε εξακολουθούμε να υφιστάμεθα ζημία”. Ο βασιλιάς έκανε νεύμα σε πέντε-έξι ιππότες: “Εμπρός! Αποδώστε δικαιοσύνη”. Βγήκαν από την αίθουσα ακροάσεων για να διασκεφθούν κι επέστρεψαν για να ανακοινώσουν ότι ομόφωνα αποφάσισαν πως ο άρχοντας έπρεπε να μου καταβάλει χρηματικό πρόστιμο Το παράδειγμα καταδεικνύει το πώς αντιμετωπιζόταν μια δικαστική απόφαση που είχαν εκδώσει οι ιππότες. Κανείς, ούτε καν ο ίδιος ο βασιλιάς δεν μπορεί να την αμφισβητήσει…

Θα παραθέσω ως αξιοσημείωτο παράδειγμα την περίπτωση ενός Φράγκου από την Αντιόχεια. Είχα στείλει στην πόλη αυτή έναν από τους συνεργάτες μου ο οποίος, κατόπιν συμβουλής μου, είχε φιλοξενηθεί από τον Θεόδωρο Σοφιανό, ο οποίος έχαιρε μεγάλου κύρους στην πόλη και ήταν αληθινός μου φίλος. Ο Σοφιανός παρακάλεσε τον συνεργάτη μου να τον συνοδέψει σε έναν γνωστό του ο οποίος τον είχε προσκαλέσει. Επρόκειτο για ένα Φράγκο ιππότη της παλιάς γενιάς από αυτούς που είχαν συμμετάσχει στις πρώτες μάχες. Είχε πια εγκαταλείψει την ενεργό δράση κι είχε αποσυρθεί στην Αντιόχεια, σ’ ένα κτήμα από το οποίο ζούσε. Όπως μου είπε ο συνεργάτης μου, τους παρουσίασε ένα τραπέζι με τα πιο εκλεκτά και καθαρά εδέσματα που θα μπορούσε κάποιος να ονειρευτεί: “Δίσταζα παρόλα αυτά, οπότε ο οικοδεσπότης μας με καθησύχασε. Εδώ και χρόνια δεν έτρωγε πια καθόλου φράγκικα φαγητά. Είχε Αιγύπτιες μαγείρισσες στις οποίες είχε απόλυτη εμπιστοσύνη: το χοιρινό κρέας δεν έμπαινε ποτέ στο σπίτι του”.

Αυτούς τους Φράγκους που με συνόδεψαν… σ’ όλη τη διάρκεια της μακράς ζωής μου πώς πρέπει να τους κρίνω τώρα που πλησιάζει ο θάνατος; Ο Θεός μας τους έστειλε, αυτό είναι βέβαιο, για να μας δοκιμάσει, για να μας υπενθυμίσει τις αμαρτίες μας και πάνω απ’ όλα τη μεγαλύτερη απ’ αυτές: τις έριδές μας. Εκμεταλλευόμενές τες, οι Φράγκοι κατόρθωσαν να έρθουν στα μέρη μας και να εγκατασταθούν σ’ αυτά. Συχνά αναρωτιόμουν, τα πρώτα χρόνια, αν με τον καιρό θα μας έμοιαζαν. Χάρη σε μερικούς από αυτούς πίστεψα στο θαύμα: αν όχι να ασπασθούν την πίστη μας, τουλάχιστον θα μπορούσαν, παραμένοντας χριστιανοί, να μάθουν μαζικά τη γλώσσα μας και να μοιραστούν με τους μουσουλμάνους αδελφούς τους τον ίδιο τρόπο ζωής, όπως κι οι ντόπιοι χριστιανοί. Γενικά, όμως, οι Φράγκοι δεν θέλησαν ούτε το ένα ούτε το άλλο».

Στη Συρία και την Παλαιστίνη η προσπάθεια πολιτισμικής προσέγγισης έμεινε ανολοκλήρωτη. Αλλού προχώρησε πολύ περισσότερο.

β.   Το ιδεώδες διαπολιτισμικό πρότυπο της νορμανδικής Σικελίας και Κάτω Ιταλίας

Ο Χριστός στέφει τον Ρογήρο Β΄, Μαρτοράνα, Παλέρμο (μέσα 12ου αι.)

Ο Χριστός στέφει τον Ρογήρο Β΄, Μαρτοράνα, Παλέρμο (μέσα 12ου αι.)

Στα τέλη περίπου του 11ου αιώνα, οι Νορμανδοί, με επικεφαλής δύο αδέλφια από το άσημο φέουδο της Ωτβίλλ, τον Ροβέρτο Γισκάρδο και τον Ρογήρο, κατορθώνουν να επιβληθούν στις διάφορες αντίρροπες δυνάμεις που προσπαθούσαν να ελέγξουν τον ιταλικό Νότο: λομβαρδικές ηγεμονίες της Καπύης, του Σαλέρνο και της Νάπολης, βυζαντινό εξαρχάτο με πρωτεύουσα το Μπάρι, μουσουλμανικά εμιράτα της Σικελίας. Στις αρχές του 12ου αιώνα, ο Ρογήρος Β΄ (1095-1154) θα ενώσει όλα τα εδάφη της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας συγκροτώντας το ισχυρότερο κράτος της εποχής του.

Οι υπήκοοι του Ρογήρου είναι αραβόφωνοι μουσουλμάνοι, ελληνόφωνοι ορθόδοξοι, Ιταλοί και Νορμανδοί καθολικοί και Εβραίοι. Μια τέτοια σύνθεση επιβάλλει ευέλικτες λύσεις. Το εξαιρετικά ανεπτυγμένο αίσθημα πολιτικού ρεαλισμού του Ρογήρου θα οδηγήσει σε ένα υποδειγματικό πρότυπο συγκρητισμού και διαπολιτισμικότητας. Μεγαλωμένος στην ελληνόφωνη Καλαβρία με δάσκαλο τον Χριστόδουλο του Ροσσάνο, που οι αραβόφωνες πηγές της εποχής αποδίδουν ως Αμπν Αρ Ραχμάν αν Νασρανί, ο Ρογήρος εμφανίζεται στα ψηφιδωτά με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, οικειοποιούμενος τα σύμβολα των αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης κι εμφανιζόμενος ως δυνητικός διάδοχός τους. Ο κύριος σύμβουλός του είναι ο Γεώργιος ο Αντιοχεύς, Μελκίτης ελληνόφωνος της Συρίας που υπηρέτησε τους Ζιρίδες εμίρηδες της Τύνιδας, μέχρι να τον ανακαλύψει ο Ρογήρος και να του αναθέσει το ύπατο αξίωμα του εμίρη του εμίρηδων. Στα ανώτατα κλιμάκια της διοίκησης συναντούμε Έλληνες, Άραβες και Νορμανδούς. Η συνεργασία τους οδηγεί στη δημιουργία της πιο εξελιγμένης κι αποδοτικής γραφειοκρατίας της εποχής (κτηματολόγιο, φορολόγηση και λοιπά δημοσιονομικά).

Στον Ρογήρο χρωστάμε τις «Ασσίζες του Αριάνο» την πληρέστερη κωδικοποίηση νομικών διατάξεων του Μεσαίωνα. Στο προοίμιο τους διαβάζουμε ότι:
«οι νόμοι και οι αποφάσεις του βασιλέως ισχύουν για όλους τους υπηκόους, Λατίνους, Έλληνες, Ιουδαίους και Σαρακηνούς. Ουδόλως θίγονται, όμως, τα υφιστάμενα ήθη κι έθιμα και οι νόμοι των λαών αυτών, εκτός κι αν αντιβαίνουν προδήλως στους νόμους και τις αποφάσεις του βασιλέως».

Άτλας του Αλ Ιντρισί

Άτλας του Αλ Ιντρισί

Η ανακτορική γραμματεία εκδίδει έγγραφα σε 5 τουλάχιστον γλώσσες, λατινικά, ελληνικά, γαλλικά, αραβικά κι εβραϊκά. Οι κοινότητες συμβιώνουν αρμονικά. Κι ο Ρογήρος Β΄ συνδέει τη βασιλεία του με μια άνευ προηγουμένου πολιτιστική άνθιση, την οποία μαρτυρούν τα Ανάκτορα των Νορμανδών με το υπέροχο παρεκκλήσιο κι η Μαρτοράνα (Santa Maria dell’Ammiraglio, έργο του Γεωργίου του Αντιοχέα) στο Παλέρμο ή ο καθεδρικός ναός της Τσεφαλού (Κεφαλοίδιον). Στην αυλή του Ρογήρου συχνάζουν Έλληνες κι Άραβες σοφοί: ο θεολόγος Θεοφάνης Κεραμεύς και ο Νείλος Δοξαπατρής, μοναχός από την Καλαβρία, ο οποίος συνέγραψε μια Ιστορία των πέντε Πατριαρχείων, οι ποιητές Ιμπν Ομάρ από τη Μπούτερα και Αμπντ-αρ-ραχμάν από το Τράπανι. Προστατευόμενός του υπήρξε κι ο σπουδαίος Ανδαλουσιανός γεωγράφος Αλ Ιντρισί, ο οποίος ολοκληρώνει το 1154 το περίφημο «Kitâb Nuzhat al-muchtâq fî ikhtirâq al-âfâq», γνωστότερο ως «al-kitâb al-Rudjari», δηλ. το βιβλίο του Ρογήρου, μεγαλειώδες για τα δεδομένα της εποχής γεωγραφικό πόνημα. Στηριζόμενος στις γνώσεις του και στις πληροφορίες που συνέλεξε επί σειρά ετών (όλοι οι ναυτικοί των οποίων τα πλοία αγκυροβολούσαν σε λιμάνια του βασιλείου καλούνταν να συμπληρώσουν τα ερωτηματολόγια του Άραβα γεωγράφου), ο Αλ Ιντρισί ετοίμασε έναν άτλαντα που συνοδευόταν από επτά χάρτες και ένα επιπεδοσφαίριο.

Είναι αλήθεια πως το νορμανδικό πρότυπο αποτελεί εξαίρεση, όπως και ότι δεν άντεξε για περισσότερο από έναν αιώνα. Αν κάποια άλλη εποχή, όμως, έχει να επιδείξει αντίστοιχο παράδειγμα μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας, καλό θα ήταν να το μάθουμε.

Γ.   Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΕΠΟΧΗ ΑΝΘΙΣΗΣ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΕΧΝΩΝ

α.   Σε μια εγκυκλοπαίδεια του 19ου αιώνα διαβάζουμε στο λήμμα «Αναγέννηση» τα εξής: «Οι Τέχνες και τα Γράμματα που φάνηκε ότι είχαν χαθεί στο ίδιο ναυάγιο με τη ρωμαϊκή κοινωνία ανθίζουν και λάμπουν εκ νέου, έπειτα από δέκα αιώνες σκότους»! Κάποια θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι επί μία ολόκληρη χιλιετία η ανθρωπότητα δεν παρήγαγε τίποτε το ωραίο και υψηλό…

Σαρτρ, ο γοτθικός καθεδρικός

Σαρτρ, ο γοτθικός καθεδρικός

Και, όμως, ο Μεσαίωνας είναι η εποχή:

Άνθισης μιας τέχνης που επιζητεί την πρωτοτυπία, σε αντίθεση προς εκείνην της Αναγέννησης, η οποία θέτει ως πρότυπο προς μίμηση την κλασσική Αρχαιότητα, και τη λειτουργικότητα: λ.χ. τα ανάγλυφα των ναών έχουν διδακτική ασποστολή. Τέχνης που ακόμη και σήμερα μας εκπλήσσει, με τη γήινη απλότητα του ρωμανικού ρυθμού, και την αρτιότητα του γοτθικού. Ο Μεσαίωνας είναι η εποχή των γοτθικών καθεδρικών που φτάνουν τον ουρανό: ενός θαύματος της αρχιτεκτονικής, της μηχανικής και της τεχνικής. Της ανθρώπινης δημιουργικότητας, θέλησης κι επιμονής, μια και σπάνια η ομάδα αρχιτέκτονα και τεχνιτών που άρχιζε την ανοικοδόμηση ενός καθεδρικού είχε και την τύχη να δει την ολοκλήρωσή του. Περίτεχνων βιτρώ που σήμερα είναι αδύνατο να φιλοτεχνηθούν. Ανάγλυφων και γλυπτών που εντυπωσιάζουν με την καλλιτεχνική αρτιότητα και, συχνά, με τον ρεαλισμό τους.

 Στρασβούργο, καθεδρικός, αλληγορικό άγαλμα της "Συναγωγής"

Στρασβούργο, καθεδρικός, αλληγορικό άγαλμα της «Συναγωγής»

Της ποίησης των τρουβαδούρων της Οξιτανίας, του Βερνάρδου της Βενταντούρ, του Πέτρου Βιντάλ, του Γουλιέλμου της Ακυιτανίας και του Μαρκαμπρύ, που υμνούν τον αγνό έρωτα. Μια Αμερικανίδα ιστορικός (Μέριλυν Γιάλομ) επιχείρησε μάλιστα πρόσφατα να αποδείξει ότι από μόνη της η ποίηση των τρουβαδούρων οδήγησε σε αναβάθμιση της κοινωνικής θέσης της γυναίκας.
– Του Δάντη, του Πετράρχη, του Βοκάκιου και του Τσώσερ, συγγραφέων των οποίων τα έργα αποτελούν σταθμούς στην Ιστορία της Ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.
Φιλοσόφων όπως ο Πέτρος Αβελάρδος, ο Θωμάς ο Ακινάτης, ο Ρογήρος Βάκων και ο Γουλιέλμος του Όκκαμ, που θέτουν τις βάσεις της δυτικής σκέψης για τους επόμενους αιώνες.

β.   Πανεπιστήμια: ένα δημιούργημα του Μεσαίωνα. Ο Μεσαίωνας είναι επίσης η εποχή κατά την οποία γεννιούνται τα πανεπιστήμια όπως τα γνωρίζουμε σήμερα. Όπως μαρτυρεί κι ο λατινικός όρος universitas πρόκειται για κοινότητες διδασκόντων και φοιτητών οι οποίες αποκτούν θεσμική και υλική υπόσταση και στη συνέχει αναγνωρίζονται από την κοσμική και την εκκλησιαστική εξουσία. Το πρώτο πανεπιστήμιο ιδρύεται στη Μπολόνια στα μέσα του 12ου αιώνα κι αναγνωρίζεται από τον αυτοκράτορα Φρειδερίκο Α΄ των Χοχενστάουφεν. Ακολουθούν το Παρίσι, η Οξφόρδη, η Νάπολη, το Μονπελλιέ και πολλά ακόμη. Το 1231, παραδόξως την ίδια χρονιά που δίνει θεσμική υπόσταση στην Ιερά Εξέταση, ο πάπας Γρηγόριος Θ΄ αναγνωρίζει επίσημα τα προνόμια των πανεπιστημίων με τη βούλλα Parens Scientiarum Universitas. Και ναι, πανεπιστημιακό άσυλο υφίσταται στον Μεσαίωνα και κανείς δεν διανοείται να το αμφισβητήσει.

Οι φοιτητές ξεκινούν σπουδάζοντας τις λεγόμενες ελευθέριες τέχνες, που περιλαμβάνουν τους κύκλους σπουδών του trivium (γραμματική, ρητορική και λογική) και του quadrivium (αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία και μουσική), για να προχωρήσουν εν συνεχεία στις θεωρούμενες ανώτερες σπουδές του δεύτερου κύκλου: ιατρική, αστικό κι εκκλησιαστικό δίκαιο, θεολογία και φιλοσοφία.

Μια λαμπρή εποχή που δεν υστερεί σε τίποτε από τις υπόλοιπες. Πώς κατέληξε να θεωρείται συνώνυμη του σκοταδισμού και όλων των δεινών;

ΕΠΙΛΟΓΟΣ: ΓΙΑΤΙ Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ;

Ο υποτιμητικός όρος «Μεσαίωνας» (Media Tempestas, Medium Aevum) εμφανίζεται για πρώτη φορά στα χρόνια της Αναγέννησης και πιο συγκεκριμένα το 1469 σε ένα σύγγραμμα του Ιταλού λόγιου Τζοβάννι Αντρέα ντέι Μπούσσι. Οι άνθρωποι της εποχής εκείνης έχουν συναίσθηση της αλλαγής ιστορικής εποχής: για την ακρίβεια θέλουν οι ίδιοι να σηματοδοτήσουν μία ρήξη με το πρόσφατο παρελθόν. Η επιθυμία μπορεί να εξηγηθεί μάλλον εύκολα. Οι λόγοι είναι ψυχολογικοί: η εποχή που μόλις προγήθηκε ήταν για την Ευρώπη μια από τις δυσκολότερες της Ιστορίας.

Ο 14ος αιώνας αρχίζει με μία παρατεταμένη οικονομική κρίση που εξαπλώνεται αργά αλλά σταθερά σε ολόκληρη την ήπειρο. Κορεσμός των εμπορικών διαδρομών και δυσλειτουργία των αγορών, επανειλημμένες κακές σοδειές όσον αφορά τα αγροτικά προϊόντα, εξαιτίας της ραγδαίας επιδείνωσης των κλιματικών συνθηκών. Οι επιστήμονες μιλούν για μια σύντομη περίοδο παγετώνων που θα πλήξει την Ευρώπη για πέντε περίπου αιώνες. Στα δεινά αυτά προστίθεται κι ο Εκατονταετής Πόλεμος με όλες τις καταστροφές και τις απώλειες σε ανθρώπινες ζωές που συνεπάγεται. Αποκορύφωμα της κακοδαιμονίας και των συμφορών, η τρομακτική επιδημία βουβωνικής πανώλης που εκδηλώνεται το 1348, εξολοθρεύει τουλάχιστον το ένα τρίτο του ευρωπαϊκού πληθυσμού κι εγκαθίσταται στην Ευρώπη επανεμφανιζόμενη περιοδικά κατά τους επόμενους αιώνες.

"Ο γιατρός της πανώλης", χαρακτικό του Π. Φυρστ, 1656

«Ο γιατρός της πανώλης», χαρακτικό του Π. Φυρστ, 1656

[παρεμπιπτόντως, αρκετοί επιδημιολόγοι και ιστορικοί διατηρούν επιφυλάξεις για το αν εκείνη η ασθένεια ήταν πράγματι η βουβωνική πανώλη. Αφενός, τα συμπτώματα που περιγράφονται στις πηγές της εποχής (λ.χ. στο Δεκαήμερο του Βοκάκιου) δεν είναι αυτά που γνωρίζει η σύγχρονη ιατρική επιστήμη. Αφετέρου, έχει αποδειχθεί ότι ο βάκιλος της βουβωνικής πανώλης δεν επιζεί σε θερμοκρασίες χαμηλότερες των 10 βαθμών Κελσίου. Η μεσαιωνική επιδημία, όμως, διαδόθηκε στη Βόρεια Ευρώπη κατά τη διάρκεια του χειμώνα! Ενδέχεται, επομένως, να επρόκειτο για κάποιο βακτήριο ή βάκιλο που προσβάλλει το αναπνευστικό σύστημα ή… για κάποιον ιό τύπου Έμπολα!]

Ωστόσο, η ρήξη αυτή φαίνεται να είναι κυρίως ιδεολογική: σε επίπεδο πολιτικής και οικονομίας οι τάσεις που χαρακτηρίζουν την Αναγέννηση αποτελούν συνέχεια των μεσαιωνικών. Η πραγματική μεταστροφή ανάγεται στον 17ο αιώνα, όταν ολοκληρώνεται στην Ευρώπη η διαδικασία συγκρότησης ισχυρών κρατών. Το μεσαιωνικό σχήμα, με την προσωπική σχέση εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου και τον αυξημένο ρόλο της θρησκείας και της Εκκλησίας, αρχίζει να κλονίζεται στην πράξη ίσως από τον 15ο αι. για να καταρρεύσει μεταξύ 17ου και 18ου και να αντικατασταθεί από μια νέα διπολική λογική, αυτήν της κεντρικής κρατικής εξουσίας και της οικονομίας της αγοράς. Πρόκειται για τη «διπλή ρήξη», όπως την ονομάζει ο Γάλλος ιστορικός Αλαίν Γκερρώ. Η κρίσιμη καμπή ανάγεται π.χ. για τη Γαλλία στα χρόνια του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Δεν είναι το 1789, όπως θέλει η σύγχρονη αφήγηση.

Για να πετύχει τον σκοπό της, μια «επίσημη» αφήγηση πρέπει να είναι απλή, εύληπτη και πειστική. Ο υποβιβασμός του Μεσαίωνα σε εποχή σκοταδισμού εξυπηρετεί τον ιδρυτικό μύθο της σύγχρονης Δύσης. Προωθεί την ιδέα της γραμμικής προόδου της ανθρωπότητας, ακόμη και σε επίπεδο πολιτικών θεσμών, δικαιωμάτων κι ελευθεριών. Αποσιωπά τις ένοχες στιγμές των Νεότερων Χρόνων. Το γεγονός ότι ήδη πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, δικαιώματα που ονομάζονταν «φεουδαλικά» ανήκαν σε αστούς. Σε αστούς που προσπαθούσαν να επωφεληθούν από κάθε εξουσία η οποία στηριζόταν σε θεσμούς του παρελθόντος, χωρίς να υπέχουν τις υποχρεώσεις που βάρυναν τους φεουδάρχες του Μεσαίωνα. Στη Γαλλία του 18ου αιώνα υπήρχαν ελεύθεροι επαγγελματίες, οι οποίοι είχαν ως αντικείμενο τη μελέτη μεσαιωνικών εγγράφων με σκοπό την ανεύρεση δικαιωμάτων και προνομίων που κάποτε, υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες, συνεπάγονταν τα εμπράγματα αποκτήματα των πλούσιων αστών.

56. Γκ. Ντορέ, Βιομηχανική πόλη

Γκ. Ντορέ, Βιομηχανική πόλη

Αποσιωπάται επίσης η ενοχλητική «λεπτομέρεια» της καταπάτησης των εργασιακών δικαιωμάτων από την ίδια τη Γαλλική Επανάσταση. Στα χρόνια του Μεσαίωνα τα δικαιώματα των εργαζομένων προστατεύονται μέσω των συντεχνιών. Η προστασία αυτή εξαφανίζεται με τη… Γαλλική Επανάσταση, μολονότι αυτή ήταν παιδί του Διαφωτισμού και διαπρύσιος κήρυκας των ατομικών δικαιωμάτων κι ελευθεριών. Το θεωρητικό πρότυπό της, όμως, είναι αυτό της σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ ισότιμων μερών, αντίληψη παρωχημένη ήδη από τον εποχή που πρωτοδιατυπώθηκε. Με τις κοινωνικές μεταλλάξεις που επρόκειτο να φέρει η Βιομηχανική Επανάσταση, όμως, αποδείχθηκε γρήγορα κι εξαιρετικά επιζήμια κι επικίνδυνη. Τον Μάρτιο του 1791, με το αποκαλούμενο «διάταγμα ντε Αλλάρντ» καταργούνται, ως «μεσαιωνικό κατάλοιπο», οι συντεχνίες, στο όνομα της ελευθερίας του εμπορίου και της απελευθέρωσης των επαγγελμάτων. Στις 14 Ιουνίου του ιδίου έτους τίθεται σε ισχύ ο νόμος Λε Σαπλιέ με τον οποίο απαγορεύεται κάθε μορφή συλλογικής οργάνωσης και διαμαρτυρίας των εργαζομένων κι απαγορεύεται παντελώς η απεργία! Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου παρατίθενται αυτούσια αποσπάσματα από το «Κοινωνικό Συμβόλαιο» του Ρουσσώ! Κάπως έτσι (και πάντα στο όνομα της ελευθερίας) οι εργαζόμενοι θα μείνουν εντελώς απροστάτευτοι για δεκαετίες. Μόνο μετά από πολλούς αγώνες θα νομιμοποιηθεί (σταδιακά) η απεργία στη Γαλλία, μόλις το 1864.

Στην πραγματικότητα, το να παρομοιάζουμε τα σύγχρονα δεινά με τον Μεσαίωνα είναι πολλαπλά βολικό. Είναι καταρχάς καθησυχαστικό των φόβων μας, διότι τους εξοβελίζουμε σε μια εποχή πιο μακρινή και ουσιαστικά άγνωστη σε μας, πέρα από μια μυθοποιημένη εικόνα της. Εν συνεχεία, είναι σωτήρια αποπροσανατολιστικό, μια και δεν διαταράσσει την επίσημη αφήγηση της εποχής μας, τον μύθο της εποχής μας, δεν αναδεικνύει τις αντιφάσεις της Αναγέννησης, του Διαφωτισμού ή της Γαλλικής Επανάστασης, δηλαδή συστατικών στοιχείων της αφήγησης αυτής. Στην ουσία, όμως, αυτό που μας απειλεί δεν είναι παρά μια ενδεχόμενη επιστροφή στην εποχή του πρωτόγονου και χωρίς κανόνες καπιταλισμού του τέλους του 18ου και του 19ου αι., εποχή κατά την οποία οι εργαζόμενοι δεν έχουν κανένα άλλο δικαίωμα πέραν του πενιχρού μισθού τους, ενώ οι έννοιες της ασφάλισης, της σύνταξης και των άλλων εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων είναι εντελώς άγνωστες. Είναι, όμως, καλύτερο φαίνεται να αποφεύγονται οι επικίνδυνοι συνειρμοί και η σύνδεση με πιο κοντινές ιστορικές περιόδους, ευχερέστερα συγκρίσιμες με το παρόν. Η καμπούρα της φεουδαρχίας μπορεί να εισπράξει περισσότερες ξυλιές απ’ ό,τι ο πρώιμος καπιταλισμός.

Μαρκ Μπλόκ

Μαρκ Μπλόκ

Ακριβώς επειδή στο γνωστικό αντικείμενό τους βρίσκονταν διαρκώς αντιμέτωποι με μύθους και στερεότυπα, οι ιστορικοί του Μεσαίωνα βρέθηκαν από νωρίς στην πρωτοπορία της επιστημονικής μεθοδολογίας. Ήταν εκείνοι που ελευθέρωσαν την επιστήμη της Ιστορίας από την προσκόλληση στα «σημαντικά» πολιτικά γεγονότα και τους μεγάλους ηγέτες, για να στρέψουν την προσοχή τους στη μελέτη των νοοτροπιών, των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτιστικών σταθερών και αργών μεταλλάξεων.
Το 1929, δύο καθηγητές του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, ο Μαρκ Μπλοκ κι ο Λυσιάν Φεβρ ιδρύουν το περιοδικό «Annales d’histoire économique et sociale», η κυκλοφορία του οποίου αποτελεί σταθμό στην προσπάθεια αυτή.
Το 1941, τρία χρόνια πριν εκτελεστεί από τους ναζί ως αντιστασιακός, ο Μαρκ Μπλοκ συντάσσει τη διαθήκη του, στην οποία γράφει τα εξής:
«Δεν θέλω πάνω από τον τάφο μου να ψαλούν οι θρησκευτικές προσευχές που συνόδεψαν τόσους από τους προγόνους μου στην τελευταία τους κατοικία. Θέλω μόνο να χαραχτεί πάνω στην επιτύμβια πλάκα η εξής απλή φράση: Dilexit veritatem». «Αγαπούσε την αλήθεια»!

Φίλες και φίλοι, την αλήθεια προσπάθησε να υπηρετήσει, ομολογουμένως με αρκετή αδεξιότητα, κι η αποψινή μου φλυαρία. Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Pierre AUBÉ « Les empires normands d’Orient », Tempus, Perrin, Παρίσι 2006 (1η έκδοση 1991).
Michel BALARD « Les Latins en Orient (XIe-XVe siècle) », Nouvelle Clio, PUF, Παρίσι 2006.
Marc BLOCH « La Société féodale », αρχική έκδοση σε 2 τόμους 1939-1940, τελευταία επανέκδοση (σε ένα τόμο): Albin Michel, Παρίσι 1998.
Patrick BOUCHERON « Les villes d’Italie, vers 1150-1350 », Belin sup histoire, Belin, Παρίσι 2004.
Patrick BOUCHERON « Conjurer la peur – Sienne, 1338 : Essai sur la force politique des images », Seuil, Παρίσι 2013.
– Philippe BÜTTGEN, Alain de LIBERA, Marwan RASHED, Irène ROSIER-CATACH (επιμ.) « Les Grecs, les Arabes et nous (enquête sur l’islamophobie savante) », Ouvertures, Fayard, Παρίσι 2009.
Alain DEMURGER « Chevaliers du Christ, les ordres religieux militaires au Moyen Âge », Seuil, Παρίσι 2002.
Georges DUBY « La Société aux XIe et XIIe siècles dans la région mâconnaise », Éditions de l’École des Hautes Études en Sciences Sociales, Παρίσι 1953.
Georges DUBY « Le Temps des cathédrales – L’Art et la société (980-1420) », Bibliothèque des Histoires, Gallimard, Παρίσι 1976.
Georges DUBY « L’histoire continue », Points, Seuil, Παρίσι 1991.
Georges DUBY « Féodalité », Quarto, Gallimard, Παρίσι 1996 [συλλογή βιβλίων και δοκιμίων του ιστορικού, περιέχει μεταξύ άλλων τα: Guerriers et paysans (1973), L’An Mil (1980), Les Trois ordres ou L’imaginaire du féodalisme (1978), Le Dimanche de Bouvines (1973), Le Chevalier, la femme et le prêtre (1981)].
René FÉDOU e.a. « Lexique historique du Moyen Âge », cursus, Armand Colin, Παρίσι 1995.
Jean FLORI « Aliénor d’Aquitaine : la reine insoumise », Payot, Παρίσι 2004.
Claude GAUVARD, Alain de LIBERA, Michel ZINK (επιμ.) « Dictionnaire du Moyen Âge », PUF, Παρίσι 2004 (2η έκδ.).
Jacques Le GOFF « Les Intellectuels au Moyen Age », Points, Seuil, Παρίσι 1985 (1η έκδοση 1957).
Jacques Le GOFF « Pour un autre Moyen Âge », Tel, Gallimard, Παρίσι 1991 (1η έκδοση 1977).
Jacques Le GOFF « Marchands et banquiers du Moyen Âge », Quadrige – Grands textes, PUF,‎ Παρίσι 2011 (1η έκδοση 1957).
Alain GUERREAU « Le féodalisme, un horizon théorique », Le Sycomore, Παρίσι, 1980.
Alain GUERREAU « L’Avenir d’un passé incertain. Quelle histoire du Moyen Âge au XXIe siècle ? », Seuil, Παρίσι 2001.
Sylvain GOUGUENHEIM « Aristote au Mont Saint-Michel (Les racines grecques de l’Europe chrétienne) », L’Univers Historique, Seuil, Παρίσι 2008.
Sylvain GOUGUENHEIM « Regards sur le Moyen Âge », Tallandier, Παρίσι 2009.
Jean-Claude HOCQUET « Venise au Moyen Âge », Guides de Civilisations, Belles Lettres, Παρίσι 2003.
Frederic Chapin LANEVenice – A Maritime Republic”, The John Hopkins University Press, Βαλτιμόρη 1973.
Emmanuel Le ROY LADURIE « Montaillou, village occitan, de 1294 à 1324 », Gallimard, Παρίσι 1975.
Alain de LIBERA « La Philosophie médiévale » Quadrige, PUF, 2004.
André MIQUEL « Ousama, un prince syrien face aux croisés», Les inconnus de l’histoire, Fayard, Παρίσι 1986.
Régine PERNOUD « Pour en finir avec le Moyen Âge », Seuil, Παρίσι 1979.
Régine PERNOUD « Aliénor d’Aquitaine », Albin Michel, Παρίσι 1966.
Gérard SIVÉRY « Blanche de Castille », Fayard, Παρίσι 1994.
Laure VERDON « Le Moyen Âge : 10 siècles d’idées reçues », Le Cavalier Bleu, Παρίσι 2013.
Jacques VERGER « Les universités au Moyen Âge », Quadrige, PUF, Παρίσι 1999 (1η έκδοση 1973).

 

[για τους εξαιρετικά ανθεκτικούς φίλους, υπάρχουν και τα βίντεο της ομιλίας:

Advertisements

Φόνος στον καθεδρικό

Μαΐου 9, 2013
Η δολοφονία του Μπέκετ (αγγλική μικρογραφία του 13ου αι., Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο)

Η δολοφονία του Μπέκετ (αγγλική μικρογραφία του 13ου αι., Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο)

«(Ερρίκος Β΄) – Αν, όμως, ο προκαθήμενος είναι δικός μου άνθρωπος; Αν ο αρχιεπίσκοπος της Καντερβουρίας είναι υποστηρικτής του βασιλιά, πώς μπορεί να μ’ ενοχλήσει η εξουσία του;

(Θωμάς Μπέκετ) – Σωστό αυτό, ηγεμόνα μου, ξεχνάτε, όμως, ότι η εκλογή είναι ελεύθερη.

(Ε) – Όχι! Εσύ ξεχνάς το βασιλικό προνόμιο! Ξέρεις για τι πρόκειται; Όταν ο υποψήφιος δεν είναι αρεστός στον θρόνο, ο βασιλιάς στέλνει τον αρχιδικαστή του στη σύνοδο των επισκόπων… και τον τελευταίο λόγο τον έχει ο βασιλιάς. Κι αυτό έθιμο είναι, μόνο, που στην προκειμένη περίπτωση τουλάχιστον, είναι ευνοϊκό για τα συμφέροντά μου! Εδώ κι εκατό χρόνια η σύνοδος των επισκόπων δεν έχει εκλέξει ενάντια στη βούληση του βασιλιά… Θα πας στην Αγγλία.

(Μπ) – Στις διαταγές σας, ηγεμόνα μου.

(Ε) – Μαντεύεις ποια θα είναι η αποστολή σου;

(Μπ) – Όχι, ηγεμόνα μου.

(Ε) – Θα μεταφέρεις επιστολές μου σε κάθε επίσκοπο προσωπικά. Και ξέρεις τι θα γράφουν αυτές οι επιστολές, Θωμά μου, αδερφούλη μου; Τη βασιλική μου βούληση να εκλεγείς αρχιεπίσκοπος.

(Μπ) – Θα αστειεύεστε, ηγεμόνα μου… Δεν είμαι καν ιερέας, άρχοντά μου.

(Ε) – Είσαι ήδη διάκονος. Προφταίνεις. Μπορείς να δώσεις τους τελευταίους όρκους αύριο και να χειροτονηθείς σ’ ένα μήνα.

(Μπ) – Σκεφτήκατε, όμως, τι θα πει ο πάπας;

(Ε) – Θα πληρώσω!

(Μπ) – Ηγεμόνα μου, καταλαβαίνω πια ότι δεν αστειεύεστε… Μην το κάνετε!

(Ε) – Γιατί;

(Μπ) – Με τρομάζει η ιδέα.

(Ε) – Σε διατάζω, Μπέκετ!

(Μπ) – Αν γίνω αρχιεπίσκοπος δεν θα μπορώ πλέον να είμαι φίλος σας». (Ζαν Ανούιγ «Μπέκετ ή Η Τιμή του Θεού», 1959, επανέκδ. Gallimard, σειρά «Folio», Παρίσι 2010, σελ. 115 επ.)

 

"Το Μαρτύριο του Αγίου Θωμά Μπέκετ", Αγγλία, περ. 1250 (Walters Art Gallery, Βαλτιμόρη)

«Το Μαρτύριο του Αγίου Θωμά Μπέκετ», Αγγλία, περ. 1250 (Walters Art Gallery, Βαλτιμόρη)

Κάντερμπρυ, Αγγλία. Απομεσήμερο της 29ης Δεκεμβρίου 1170. Τέσσερις ιππότες εμφανίζονται στην είσοδο του αρχιεπισκοπικού μεγάρου. Ζητούν να δουν τον αρχιεπίσκοπο Θωμά Μπέκετ που πρόσφατα μόλις έχει επιστρέψει μετά από χρόνια εξορίας στη Γαλλία. Η συνάντηση δεν είναι φιλική. Απαιτούν από τον Μπέκετ να άρει τον αφορισμό των επισκόπων που, μετά από αίτημα του βασιλιά που θέλει να προετοιμάσει τη διαδοχή του και με τη σύμφωνη γνώμη του πάπα, ανακήρυξαν συμβασιλέα τον Ερρίκο τον Νεότερο. Ο αρχιεπίσκοπος αρνείται κατηγορηματικά. Οι ιππότες τον αποκαλούν προδότη, εκείνος τους εγκαλεί στην τάξη, θυμίζοντάς τους ότι του οφείλουν υποτέλεια. Λίγες ώρες μετά οι ιππότες επιστρέφουν. Μπαίνουν οπλισμένοι στον καθεδρικό όπου βρίσκεται ο αρχιεπίσκοπος για τον εσπερινό. Εκείνοι επαναλαμβάνουν την απαίτησή τους, αυτός αρνείται εκ νέου. Χυμούν πάνω του και τον χτυπούν με μανία με τα σπαθιά και τα τσεκούρια τους. Ο αρχιεπίσκοπος σωριάζεται νεκρός…

Ι.   Οι πρωταγωνιστές του δράματος

Α.   Ο βασιλιάς Ερρίκος Β΄

Ερρίκος Β΄

Ερρίκος Β΄

Βασιλεύς της Αγγλίας, Δουξ της Νορμανδίας, Δουξ της Ακυιτανίας και του Πουατού, κόμης του Ανζού και του Μαιν, άρχων της Βρετάνης, της Ιρλανδίας και της Ουαλίας, ο πρώτος από τους Πλανταγενέτες μονάρχες είναι ένας ηγεμόνας που θωρεί το κρατικό συμφέρον σημαντικότερο από οτιδήποτε, ακόμη κι από τους όποιους δεσμούς αίματος και φιλίας. Απολύτως λογικό για κάποιον που από τότε που ήταν μικρό παιδί ενσάρκωνε όλες τις ελπίδες και τις προσδοκίες του περιβάλλοντός του. Γιος του Γοδεφρείδου του επονομαζόμενου και Πλανταγενέτη, κόμη του Ανζού και του Μαιν, και της Ματθίλδης της Αυτοκράτειρας (προσωνύμιο που έλαβε ως χήρα του Γερμανού αυτοκράτορα Ερρίκου Ε΄), κόρης του Νορμανδού βασιλιά της Αγγλίας Ερρίκου Α΄ και νόμιμης κληρονόμου του (ο μοναχογιός και διάδοχός του είχε πνιγεί σε ναυάγιο), οφείλει να αποκαταστήσει τη δυναστική νομιμότητα πέρα από τη Μάγχη και να διασφαλίσει τη μητρική και την πατρική κληρονομιά. Ο Ερρίκος Α΄ πέθανε το 1135, όταν ο εγγονός του ήταν μόλις δύο ετών, αλλά αντί να τον διαδεχθεί η κόρη με τον συζύγό της, κατέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία ο Στέφανος της Μπλουά, ανεψιός του Νορμανδού μονάρχη. Επρόκειτο να ακολουθήσουν είκοσι σχεδόν χρόνια εμφυλίου πολέμου.  Θα χρειαστεί να φτάσουμε στα 1153 για να βρούμε τον Στέφανο, πολιτικά απομονωμένο κι έχοντας χάσει τον πρωτότοκο γιο του, τον Ευστάθιο, αναγκασμένο να συνάψει τη Συνθήκη του Γουώλλινγκφορντ, με την οποία αναγνώριζε ως διάδοχό του τον νεαρό Ερρίκο.

Ο Ερρίκος, βέβαια, είχε αναλάβει τις ευθύνες του πολύ νωρίτερα. Ήταν μόλις 14 ετών όταν ηγήθηκε για πρώτη φορά στρατιωτικής εκστρατείας, το 1147 στην Αγγλία. Και τον Μάιο του 1152 θα βιαστεί να νυμφευθεί την Αλιενόρ (Ελεονόρα) της Ακυιτανίας (με την οποία έχουμε ασχοληθεί και στο παρελθόν), κληρονόμο εδαφών που αντιστοιχούσαν στο ένα τέταρτο της σύγχρονης γαλλικής επικράτειας, μόλις οχτώ εβδομάδες μετά την ακύρωση του γάμου της με τον Λουδοβίκο Ζ΄ της Γαλλίας. Η συμβίωσή του με μια γυναίκα με τόσο ισχυρή προσωπικότητα ξεκίνησε, παραδόξως, αρμονικά. Από την ένωση αυτή γεννήθηκαν πέντε γιοι (ο Γουλιέλμος, που πέθανε μόλις τριών ετών νήπιο, ο Ερρίκος ο Νεότερος, Ο Ριχάρδος, ο Γοδεφρείδος κι ο Ιωάννης) και τρεις κόρες (Ματθίλδη, Αλιενόρ και Ιωάννα). Επρόκειτο, βέβαια, να ακολουθήσουν αρκετές σκοτούρες. Ας μην προτρέχουμε, όμως…

Άγαλμα του Ερρίκου Β΄ στον καθεδρικό του Κάντερμπρυ

Άγαλμα του Ερρίκου Β΄ στον καθεδρικό του Κάντερμπρυ

Το 1154 πέθανε ο Στέφανος της Μπλουά κι ο Ερρίκος στέφθηκε βασιλιάς της Αγγλίας. Βασικό μέλημα ήταν να εδραιώσει την εξουσία του σε όλη την επικράτειά του. Πραγματική αυτοκρατορία για τα δεδομένα του δυτικού Μεσαίωνα ενείχε ένα παράδοξο: κυρίαρχος μονάρχης στην Αγγλία, ο Ερρίκος ήταν υποτελής του Γάλλου βασιλιά όσον αφορά τις ηπειρωτικές του κτήσεις. Σχέση περίπλοκη με λεπτές ισορροπίες όπου η συμμαχία (ο Λουδοβίκος είχε υποστηρίξει τον Ερρίκο στον εμφύλιο με τον Στέφανο της Μπλουά) εναλλασσόταν με τον ανταγωνισμό. Εάν η εξίσωση των σχέσεών του με τους Καπετίδες ήταν εξ ορισμού δυσεπίλυτη, κατά τα λοιπά ο Ερρίκος κατέβαλλε διαρκείς αλλά λελογισμένες προσπάθειες να αυξήσει τα εδάφη του με πολιτικά και στρατιωτικά μέσα: οι στόχοι του ήταν είτε οι περιοχές των οποίων ήταν τυπικά επικυρίαρχος, χωρίς να ασκεί ουσιαστικά την εξουσία (Βρετάνη, Ουαλία, Ιρλανδία), είτε αυτές για τις οποίες μπορούσε να προβάλει διεκδικήσεις η σύζυγός του (όπως ήταν η κομητεία της Τουλούζης). Οι προσπάθειες αυτές έχουν σχετική μόνο επιτυχία (στη δε περίπτωση της Τουλούζης η αποτυχία του Ανδεγαυού υπήρξε μάλλον παταγώδης). Ο επεκτατισμός αυτός, όμως, κρατά τουλάχιστον απασχολημένους υποτελείς και γείτονες, οι οποίοι αδυνατούν να απειλήσουν την εδαφική ακεραιότητα του κράτους του Πλανταγενέτη.

Στο εσωτερικό του κράτους του, οι επιδόσεις του Ερρίκου σε ζητήματα οργάνωσης της διοίκησης είναι αξιόλογες. Το έργο του διευκολύνεται βεβαίως από τους εξελιγμένους, για τα δεδομένα της εποχής, θεσμούς που κληρονομεί από τους προηγούμενους Νορμανδούς μονάρχες, ειδικά σε ό,τι αφορά τους φορολογικούς μηχανισμούς. Με έντονα γραφειοκρατικό χαρακτήρα, η διοίκηση του κράτους του Πλανταγενέτη είναι ιδιαιτέρως αποδοτική. Η βασιλική καγκελαρία εκδίδει πενταπλάσιο αριθμό διοικητικών πράξεων απ’ ό,τι η αντίστοιχη του Γάλλου μονάρχη Λουδοβίκου Ζ΄. Το πιο φιλόδοξο, όμως, σχέδιο του Ερρίκου έχει νομικό χαρακτήρα κι αφορά την ενοποίηση του ισχύοντος δικαίου στο σύνολο της ανομοιογενούς κι από την άποψη αυτή επικράτειάς του. Λέγεται ότι πριν πεθάνει ο πατέρας του Ερρίκου, ο κόμης Γοδεφρείδος, τον συμβούλεψε να μην επιχειρήσει ποτέ να επιβάλει το δίκαιο και τα έθιμα μιας ηγεμονίας του σε κάποιαν άλλη. Ο Ερρίκος αγνόησε επιδεικτικά τη συμβουλή αυτή. Αντιθέτως, σκοπός του ήταν να θεσπίσει ένα δίκαιο κοινό για όλους τους υπηκόους του, παραμερίζοντας το εκκλησιαστικό και το φεουδαλικό των κατά τόπους αρχόντων. Η δημιουργία του common law οφείλεται στον Ερρίκο Β΄! Το κοινό δίκαιο συνεπαγόταν φυσικά και την ύπαρξη ενός και μόνο φορέα απονομής της δικαιοσύνης, που δεν ήταν άλλος από τον ίδιο τον βασιλιά.

Ο τάφος του Ερρίκου Β΄ και της Αλιενόρ της Ακυιτανίας στην εκκλησία του αβαείου του Φοντεβρώ (Ανζού, Γαλλία)

Ο τάφος του Ερρίκου Β΄ και της Αλιενόρ της Ακυιτανίας στην εκκλησία του αβαείου του Φοντεβρώ (Ανζού, Γαλλία)

Τα τελευταία 16 χρόνια της βασιλείας του Ερρίκου (1173-1189) είναι εποχή πόνου, πίκρας και πολιτικού χάους, που οφείλεται στην ίδια την οικογένειά του! Το στερεότυπο, που ανταποκρίνεται εν μέρει στην πραγματικότητα, λέει ότι τα παιδιά ακολουθούν το παράδειγμα που τους δίνουν οι γονείς τους τις στιγμές εκείνες που δεν ενδιαφέρονται να τα διδάξουν και να τα εκπαιδεύσουν. Μεγαλώνοντας μ΄ έναν πατέρα που ανατράφηκε με την υποχρέωση να κατακτήσει το βασίλειό του και έζησε με την έμμονη ιδέα της διασφάλισης της ενότητάς του με κάθε τίμημα, οι γιοι του Ερρίκου κατέληξαν νεαρά λιοντάρια διψασμένα για εξουσία: στην καλύτερη περίπτωση περιμένουν ανυπόμονα να τους αδειάσει τη γωνιά το γέρικο λιοντάρι, στη χειρότερη προσπαθούν να το βγάλουν από τη μέση με κάθε μέσο. Ο Πλανταγενέτης βρίσκεται αντιμέτωπος με επαναλαμβανόμενες εξεγέρσεις των γιων του κι αναγκάζεται να τους πολεμήσει. Οι σχέσεις του με την Αλιενόρ επιδεινώνονται και φτάνουν γρήγορα στο σημείο μηδέν. Ήδη είχαν συγκρουστεί για το θέμα της διαδοχής (ο Ερρίκος προτιμούσε τον συνονόματο γιο του, η Αλιενόρ τον Ριχάρδο). Μετά την πρώτη στάση των γιων του, ο Ερρίκος θεώρησε την Αλιενόρ υποκινήτρια και την υποχρέωσε σε κατ’ οίκον περιορισμό, στο Σινόν και το Σώλσμπρυ. Ποτέ δεν τη συγχώρησε (η Αλιενόρ παρέμεινε «φυλακισμένη» μέχρι τον θάνατο του συζύγου της). Πέθανε αποξενωμένος από την οικογένειά του, εν μέσω εμφύλιας σύγκρουσης. Άδοξο τέλος για έναν αξιόλογο μονάρχη. Κι, όμως, αυτό που αμαύρωσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την υστεροφημία του ήταν το τέλος της ταραχώδους σχέσης του με τον αρχιεπίσκοπο Θωμά Μπέκετ.

Β.   Ο αρχιεπίσκοπος Θωμάς Μπέκετ

Ο Θωμάς Μπέκετ γεννήθηκε την 21η Δεκεμβρίου του 1120 (ή, σύμφωνα με μιαν άλλη εκδοχή, του 1118) στο Τσηπσάιντ του Λονδίνου. Είναι Νορμανδός στην καταγωγή (για αυτό και θα ήταν ορθότερο να κάνουμε λόγο για τον Τομά Μπεκέ, τόσοι αιώνες αγγλικής παράδοσης, όμως, μας υποχρεώνουν σε παροξύτονες λύσεις). Ο πατέρας του, ο Γιλβέρτος Μπεκέ, κατάγεται από την περιοχή της Ρουάν, πιθανώς από την Τιερβίλλ, η μητέρα του, η Ματθίλδη, από την Καν. Το 1106 ο Γιλβέρτος Μπεκέ εγκατέλειψε την πατρίδα του κι εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο. Ασχολήθηκε με το εμπόριο υφασμάτων κι απέκτησε σημαντική περιουσία κι ισχυρούς φίλους. Είναι πιθανό την εποχή που γεννήθηκε ο Θωμάς ο πατέρας του να ζούσε από τα εισοδήματά του, χωρίς να απαιτείται να ασκεί ο ίδιος προσωπικά εμπορικές δραστηριότητες. Για κάποιο χρονικό διάστημα, μάλιστα, ο Γιλβέρτος είχε κατορθώσει να διοριστεί από τον βασιλιά σερίφης του Λονδίνου, δηλαδή αξιωματούχος με στρατιωτικές, δικαστικές και φορολογικές αρμοδιότητες στην περιοχή δικαιοδοσίας του.

Θωμάς Μπέκετ, υαλογράφημα, Καθεδρικός του Κάντερμπρυ

Θωμάς Μπέκετ, υαλογράφημα, Καθεδρικός του Κάντερμπρυ

Ο Θωμάς έτυχε εξαιρετικής εκπαίδευσης σε εκκλησιαστικά και λαϊκά ιδρύματα, στο Σάρρεϋ και στο Λονδίνο. Το 1138 σπούδασε για ένα χρόνο στο Παρίσι. Δεν φαίνεται, ωστόσο, να ολοκλήρωσε τον κύκλο σπουδών του. Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες του πατέρα του δεν πήγαιναν πλέον καλά κι οι οικονομικές δυσχέρειες υποχρέωσαν τον Θωμά να επιστρέψει στην Αγγλία και να εργαστεί για τρία χρόνια ως κατώτερος υπάλληλος του δήμου Λονδίνου. Εκείνη την εποχή οι γονείς του (ή οικογενειακοί φίλοι) θα πρέπει να τον γνώρισαν στον Θεοβάλδο του Μπεκ, αρχιεπίσκοπο Καντερβουρίας, ο οποίος καταγόταν επίσης από την περιοχή της Τιερβίλλ. Ο Θεοβάλδος κατάλαβε πολύ γρήγορα ότι επρόκειτο για έναν ιδιαιτέρως ικανό νέο. Με την οικονομική ενίσχυση του αρχιεπισκόπου ο Θωμάς σπούδασε για ένα έτος στη φημισμένη νομική σχολή του Πανεπιστημίου της Μπολόνιας. Επιστρέφοντας στην Αγγλία ήταν πλέον ένας πολλά υποσχόμενος νέος με λαμπρές σπουδές κι εξαιρετικές ικανότητες, προορισμένος να καταλάβει ανώτερες θέσεις στον διοικητικό μηχανισμό του κράτους ή της Εκκλησίας και, γιατί όχι, εκκλησιαστικά αξιώματα. Ως συνεργάτης του Θεοβάλδου, ανέλαβε διάφορες αποστολές, μεταξύ των οποίων και στην ίδια τη Ρώμη, όπου γνώρισε τον πάπα Ευγένιο Γ΄. Το 1154, ο αρχιεπίσκοπος τον ονόμασε αρχιδιάκονο Καντερβουρίας. Κι όταν την ίδια χρονιά ο βασιλιάς Ερρίκος αναζήτησε πρόσωπο ικανό να καταλάβει το αξίωμα του καγκελάριου, ο Θεοβάλδος του μίλησε για τον Θωμά. Ο μονάρχης ακολούθησε την αρχιεπισκοπική συμβουλή

ΙΙ.   Η ταραχώδης σχέση Ερρίκου Β΄ και Θωμά Μπέκετ

Α.   Βασιλικός καγκελάριος, πιστός υπηρέτης και αγαπημένος φίλος

Η μεγάλη σφραγίδα του Ερρίκου Β΄

Η μεγάλη σφραγίδα του Ερρίκου Β΄

Η ανέλιξη του Μπέκετ είναι από κάθε άποψη εντυπωσιακή. Ως βασιλικός καγκελάριος κατέχει το ανώτερο διοικητικό αξίωμα στην αυτοκρατορία. Βασιλικές αποφάσεις, διατάγματα και νόμοι, επικοινωνία με τις διοικητικές αρχές, βασιλική αλληλογραφία και διπλωματικές σχέσεις, όλα περνούν από τα χέρια του. Συνοδεύει τον Ερρίκο στις περιοδείες του, τόσο στην Αγγλία όσο και στη Νορμανδία και τις υπόλοιπες κτήσεις του σε γαλλικό έδαφος, αλλά και στις στρατιωτικές εκστρατείες του. Αναλαμβάνει δύσκολες διπλωματικές αποστολές (το 1158 διαπραγματεύεται τον γάμο του πρίγκπα Ερρίκου του Νεότερου με τη Μαργαρίτα, την κόρη του Γάλλου βασιλιά) και, περιστασιακά, μετατρέπεται ακόμη και σε στρατηγό (το 1159 ηγείται της εκστρατείας κατά της κομητείας της Τουλούζης). Για τον Ερρίκο είναι ο ικανότερος και ο πλέον έμπιστος συνεργάτης. Η εκτίμηση εξελίσσεται σε στενή φιλία. Δεν είναι τυχαίο ότι ο βασιλιάς εμπιστεύτηκε την ανατροφή του μεγαλύτερου γιου του στον Μπέκετ. Ακολουθώντας το έθιμο των ευγενών της εποχής, ο Ερρίκος ο Νεότερος έζησε για ένα χρονικό διάστημα στο σπίτι του μετέπειτα αρχιεπισκόπου. Λέγεται ότι ο νεαρός εκμυστηρεύθηκε αργότερα πως σε μία μόνο μέρα ο Μπέκετ του είχε δώσει περισσότερη πατρική στοργή απ’ ό,τι ο πραγματικός πατέρας του σε μια ολόκληρη ζωή!

Ο μονάρχης είναι πεπεισμένος ότι ο Θωμάς είναι το κατάλληλο πρόσωπο για να υλοποιήσει το πιο φιλόδοξο σχέδιο. Η διοικητική και δικαστική αυτονομία της Εκκλησίας της Αγγλίας, η υπαγωγή της απευθείας στην παπική εξουσία κι όχι στη βασιλική ενοχλούν τον Ερρίκο. Για να ελέγξει πραγματικά την Εκκλησία, ο βασιλιάς πρέπει να επιβάλει ως προκαθήμενό της έναν δικό του άνθρωπο. Ο Μπέκετ είναι ιδανικός υποψήφιος για αυτόν τον ρόλο. Η ευκαιρία παρουσιάζεται με τον θάνατο του Θεοβάλδου του Μπεκ, τον Απρίλιο του 1161. Μόνο που το εγχείρημα δεν είναι καθόλου εύκολο. Στην εκλογή του αρχιεπισκόπου συμμετέχουν οι μοναχοί της τοπικής μονής της «Εκκλησίας του Χριστού» (οι οποίοι έχουν την ευθύνη του καθεδρικού) και οι επίσκοποι της αρχιεπισκοπικής περιφέρειας Καντερβουρίας. Επιρροή μπορούν να ασκήσουν και οι υπόλοιποι επίσκοποι του νησιού και ιδίως οι σημαντικότεροι από αυτούς (ανάμεσά τους και ο έτερος αρχιεπίσκοπος, αυτός της Υόρκης). Από όλους αυτούς κανείς δεν θα πρέπει να είχε σκεφτεί την υποψηφιότητα του Μπέκετ κι οπωσδήποτε δεν θα επιθυμούσε να εκλέξει έναν άνθρωπο του βασιλιά. Έπειτα, η παράδοση θέλει τον αρχιεπίσκοπο Καντερβουρίας να είναι μοναχός. Από νομική άποψη, τέλος, βάσει του κονκορδάτου του Λονδίνου που είχαν συνάψει ο Ερρίκος Α΄ και ο πάπας Πασχάλης Β΄ το 1107, ο βασιλιάς δεν έχει το δικαίωμα να προτείνει υποψήφιο.

Ερρίκος (Π. Ο'Τουλ) και Μπέκετ (Ρ. Μπέρτον), από το φιλμ του Π. Γκλένβιλλ (1964)

Ερρίκος (Π. Ο’Τουλ) και Μπέκετ (Ρ. Μπέρτον), από το φιλμ του Π. Γκλένβιλλ (1964)

Όλα αυτά στο προσκήνιο, βέβαια. Γιατί στο παρασκήνιο ο βασιλιάς μπορεί να κάνει πολλά. Μπορεί να ασκήσει την επιρροή του ποικιλοτρόπως. Μπορεί εμμέσως να ορίσει την ημερομηνία της εκλογής σε χρονικό σημείο κατά το οποίο η ισορροπία δυνάμεων θα έχει διαμορφωθεί υπέρ του εκλεκτού του. Ο Ερρίκος προσεταιρίζεται και δελεάζει. Ίσως και να δωροδοκεί, να απειλεί και να εκβιάζει. Στρατολογεί επισκόπους προκειμένου να προπαγανδίσουν την υποψηφιότητα του καγκελαρίου του. Θα χρειαστεί κάτι περισσότερο από ένα χρόνο, αλλά τελικά θα τα καταφέρει. Την κρίσιμη ώρα, στις 23 Μαΐου 1162, ο Μπέκετ εκλέγεται παμψηφεί αρχιεπίσκοπος Καντερβουρίας. Χειροτονείται ιερέας στις 2 Ιουνίου και την επομένη αρχιεπίσκοπος.

Β.   Αρχιεπίσκοπος και υπερασπιστής των δικαιωμάτων και των συμφερόντων της Εκκλησίας

Ο Μπέκετ είναι ταυτόχρονα προκαθήμενος της Εκκλησίας στην Αγγλία και, ως καγκελάριος, ανώτατος διοικητικός αξιωματούχος του βασιλείου. Αντί, όμως, να αποδειχθεί υποχείριο του Ερρίκου ή έστω ευφυής πράκτορας των συμφερόντων του ηγεμόνα, όπως σχεδόν όλοι αναμένουν, μετατρέπεται σε ανυποχώρητο υπερασπιστή των συμφερόντων της Εκκλησίας, επιδεικνύοντας επιμονή, ζήλο κι ικανότητα. Στο τέλος του 1162 προβαίνει σε μια εξόχως συμβολική κίνηση: παραιτείται από το αξίωμα του καγκελαρίου, έτσι ώστε να καταδειχθεί ότι έχει πλέον πάψει να υφίσταται η οποιαδήποτε σχέση εξάρτησης από τον μέχρι τότε προστάτη και φίλο του. Και, σχεδόν αμέσως, εγκαταλείπει τις πολυτέλειες και τις κοσμικές ηδονές για να υιοθετήσει έναν τρόπο ζωής σχεδόν ασκητικό. Η μεταστροφή αυτή δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί. Άλλωστε η κατοπινή αγιοποίηση του Μπέκετ κι ο θρύλος που δημιουργήθηκε γύρω από το πρόσωπο και τη ζωή του καθιστούν ακόμη δυσχερέστερο το έργο αυτό. Ήταν βέβαια πάντα άνθρωπος ικανός, ευσυνείδητος και με αρχές. Αρκεί αυτό για να εξηγήσει μια τόσο εντυπωσιακή αλλαγή στάσης; Υπήρχαν άραγε σημεία τριβής στις κατά τα φαινόμενα αρμονικές σχέσεις βασιλιά και καγκελάριου, για τα οποία δεν μας διαφωτίζουν οι χρονικογράφοι της εποχής; Λανθάνουσες αντιπαλότητες; Πικρίες που ο Μπέκετ κρατούσε μέσα του; Μήπως, άραγε, ο αρχιεπίσκοπος είχε αναμειχθεί στις ίντριγκες του παλατιού; Ποιες ακριβώς ήταν πραγματικά οι σχέσεις του με την Αλιενόρ και τους γιους του Ερρίκου; Μήπως υπήρξαν ανάμεσά τους κρυφές συμμαχίες που συνάφθηκαν πίσω από την πλάτη του βασιλιά; Από την άλλη, πρέπει άραγε να είμαστε τόσο δύσπιστοι; Δεν αρκεί η οικονομικότερη εξήγηση, αυτή της ειλικρίνειας και του ρητού «αρχή άνδρα δείκνυσι»; Ανερχόμενος στον αρχιεπισκοπικό θώκο, ο Μπέκετ είχε πλήρη συνείδηση της ευθύνης και της αποστολής που συνεπαγόταν το αξίωμα του. Όφειλε να διασφαλίσει την πνευματική, θεσμική και δικαστική αυτοτέλεια της Εκκλησίας έναντι της βασιλικής εξουσίας.

Ερρίκος Β΄ και αρχιεπίσκοπος Θωμάς Μπέκετ το 1170 (εικονογράφηση του χρονικού του Πέτρου Λάνγκτοφτ, περ. 1300-1320)

Ερρίκος Β΄ και αρχιεπίσκοπος Θωμάς Μπέκετ το 1170 (εικονογράφηση του χρονικού του Πέτρου Λάνγκτοφτ, περ. 1300-1320)

Υποστηριζόμενος σε όλες τις προσπάθειές του από τον πάπα Αλέξανδρο Γ΄, ο Μπέκετ ξεκίνησε ζητώντας να επιστραφούν στην κυριότητα της Εκκλησίας τα περιουσιακά στοιχεία της που είχαν απαλλοτριωθεί στα χρόνια της βασιλείας του σφετεριστή Στέφανου της Μπλουά. Έπειτα, επιχείρησε να κατοχυρώσει την υπαγωγή όλων των δικαστικών υποθέσεων που αφορούσαν κληρικούς στη δικαιοδοσία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων. Το ζήτημα αυτό προκάλεσε και την πιο σφοδρή, μέχρι τότε, σύγκρουση με τον βασιλιά. Λογικό για τη μεσαιωνική κοινωνία που θεωρεί υψίστης σημασίας όσα σχετίζονται με το δίκαιο και την εφαρμογή του. Τον Οκτώβριο του 1163, κατά τη σύνοδο του Γουεστμίνστερ, αρχιεπίσκοπος και βασιλιάς ήρθαν κατά τα φαινόμενα σε συμβιβασμό για το θέμα αυτό. Στην πραγματικότητα, ο Ερρίκος απλώς κέρδιζε χρόνο για να προετοιμάσει την τελική επίθεσή του. Στις 30 Ιανουαρίου 1164 εξέδιδε τις Ασσίζες του Κλάρεντον με τις οποίες ρύθμιζε με τρόπο ευνοϊκό για εκείνον όλα τα ζητήματα σχετικά με τη δικαιοδοσία των βασιλικών και των εκκλησιαστικών δικαστηρίων. Κληρικοί που κατηγορούνταν για αξιόποινες πράξεις θα υπάγονταν πλέον ρητώς στη βασιλική δικαιοσύνη! Ο μονάρχης κατοχύρωνε με γραπτές διατάξεις δικαιώματα που του επέτρεπαν να έχει λόγο στην εκλογή ηγουμένων κι επισκόπων και, τελικά, να ασκεί ουσιαστικό έλεγχο στην Εκκλησία της Αγγλίας.

Ο αρχιεπίσκοπος Θωμάς Μπέκετ περνά τη Μάγχη για να καταφύγει στη Γαλλία (υαλογράφημα στον καθεδρικό της Κουτάνς στη Νορμανδία)

Ο αρχιεπίσκοπος Θωμάς Μπέκετ περνά τη Μάγχη για να καταφύγει στη Γαλλία (υαλογράφημα στον καθεδρικό της Κουτάνς στη Νορμανδία)

Ο Μπέκετ αρνήθηκε να συνυπογράψει τις Ασσίζες. Ο Ερρίκος του επιτέθηκε κατηγορώντας τον για τη διαχείριση χρηματικών ποσών κατά την περίοδο που ο αρχιεπίσκοπος κατείχε το αξίωμα του καγκελαρίου. Επιπλέον, προσπάθησε να τον απομονώσει εντός της Εκκλησίας, αποσπώντας την υποστήριξη αρκετών από τους ανώτερους εκκλησιαστικούς άρχοντες. Διαπιστώνοντας ότι ο παλιός του φίλος ήταν αμετάπειστος, ο μονάρχης αποφάσισε να τον δικάσει με τις κατηγορίες της περιφρόνησης της βασιλικής εξουσίας και της κατάχρησης δημόσιου χρήματος. Η σύγκρουση έφτανε σε σημείο παροξυσμού. Προτιμώντας την εξορία από την ατιμωτική (και άδικη) δίκη, ο αρχιεπίσκοπος πέρασε τη Μάγχη τον Νοέμβριο του 1164 και βρήκε καταφύγιο σε ένα αβαείο βενεδικτίνων στη Σανς, όπου επρόκειτο να περάσει τα επόμενα έξι χρόνια. Με την υποστήριξη του πάπα (ο οποίος τον ονόμασε λεγάτο του το 1166) και του Λουδοβίκου Ζ΄ της Γαλλίας, συνέχισε τις προσπάθεις για να δικαιωθεί και να αποκατασταθεί στο αξίωμά του. Τελικά, οι απειλές αφορισμού που εκτοξεύει ο πάπας και η διαμεσολάβηση του Γάλλου βασιλιά πείθουν τον Ερρίκο να αναγκαστεί να συνάψει ειρήνη με τον αρχιεπίσκοπο και να επιτρέψει την επιστροφή του στο νησί. Στις 5 Δεκεμβρίου 1170, ο Μπέκετ επιστρέφει στο Κάντερμπρυ.

Η συμφιλίωση είναι επίπλαστη. Το μίσος μεταξύ των δύο αντιπάλων και, ίσως ακόμη περισσότερο, των οπαδών τους δεν έχει σβήσει. Το δράμα οδηγείται αναπόδραστα στην κορύφωσή του… Ο Ερρίκος περνά τις γιορτές των Χριστουγέννων στο Μπαγιέ της Νορμανδίας. Όσοι βρέθηκαν στην αυλή του, τον άκουσαν να βλαστημά διαρκώς τον Μπέκετ, χαρακτηρίζοντάς τον προδότη κι αχάριστο και τελικά να αναφωνεί: «Μα δεν υπάρχει κανείς σε τούτο το βασίλειο που να μπορεί να μ’ απαλλάξει από αυτόν τον αλαζόνα κληρικό;»! Είναι η στιγμή που τέσσερις Νορμανδοί ιππότες (ο Ρεγινάλδος φιτζ Ουρς, ο Ούγος της Μορβίλλ, ο Γουλιέλμος του Τρασύ και ο Ριχάρδος Μπρίτο), μέλη της αυλής του Ερρίκου, συνωμοτούν κι αποφασίζουν να περάσουν τη Μάγχη με σκοπό να δολοφονήσουν τον αρχιεπίσκοπο. Η συνέχεια της ιστορίας είναι γνωστή. Ωστόσο και πάλι τα ερωτηματικά είναι πολλά, μολονότι η συνωμοσία των ιπποτών και η δολοφονία του Μπέκετ εξιστορείται από εντυπωσιακά μεγάλο αριθμό χρονικογράφων κι ιστορικών της εποχής. Ενήργησαν οι συνωμότες με αποκλειστικά δική τους πρωτοβουλία ή ο φόνος παραγγέλθηκε κι οργανώθηκε από τον ίδιο τον βασιλιά; Οι συγγραφείς ακολουθούν την πρώτη εκδοχή. Λέγεται ότι τρεις τουλάχιστον από τους δολοφόνους τoυ αρχιεπισκόπου ανήκαν σε οικογένειες που είχαν ταχθεί με το μέρος του Στεφάνου της Μπλουά κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου του 1135-1153 και είχαν ανταμειφθεί από τον σφετεριστή. Είναι πιθανό οι συνωμότες να αισθάνονταν ότι η θέση τους στην αυλή του Ερρίκου (και η περιουσία τους) ήταν κάπως επισφαλής και ότι έπρεπε να προσφέρουν στον βασιλιά κάποια σημαντική υπηρεσία για να αποδείξουν την πίστη τους και να κερδίσουν την ευγνωμοσύνη του. Μπορεί αυτό να αποτελεί επαρκή εξήγηση; Ή, μήπως, αποτελεί απλώς εύσχημο τρόπο για να απαλλάξει τον βασιλιά από την ευθύνη του; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Πώς μπορείς να αναλύσεις επιτυχώς τα κίνητρα ανθρώπων μιας άλλης εποχής και νοοτροπίας;

Ο καθεδρικός της Καντερβουρίας (φωτογραφία του τέλους του 19ου αιώνα)

Ο καθεδρικός της Καντερβουρίας (φωτογραφία του τέλους του 19ου αιώνα)

Σε κάθε περίπτωση, ο Ερρίκος δεν συλλαμβάνει τους δολοφόνους, οι οποίοι καταφεύγουν στη Σκωτία και την Ιρλανδία. Ο πάπας Αλέξανδρος, όμως, τους αφορίζει αμέσως και, θεωρώντας τον ηθικό αυτουργό του εγκλήματος, αποκλείει τον βασιλιά από κάθε θρησκευτική δραστηριότητα. Στη συνέχεια αναθεματίζει τις ηπειρωτικές κτήσεις του Πλανταγενέτη, απαγορεύοντας την τέλεση της θείας λειτουργίας και των μυστηρίων. Ο Ερρίκος θα πρέπει να φοβήθηκε ότι κινδυνεύει να χάσει τον θρόνο του εξαιτίας της υπόθεσης Μπέκετ, κατά μείζονα λόγο όταν έχει κι άλλες σκοτούρες. Ο πάπας, αντιλαμβανόμενος ότι μπορεί να εκμεταλλευθεί τη θέση αδυναμίας στην οποία έχει περιέλθει ο ηγεμόνας της Αγγλίας, επιδεικνύει προχωρημένο πολιτικό ρεαλισμό. Ξεκινά αμέσως διαπραγματεύσεις, γνωρίζοντας ότι έχει τη δυνατότητα να επιβάλει τους όρους του, διασφαλίζοντας τα συμφέροντα της καθολικής Εκκλησίας στο βασίλειο. Τον Μάιο του 1172, έξω από τον καθεδρικό της Αβράνς στη Νορμανδία, ο Ερρίκος Β΄ λαμβάνει άφεση αμαρτιών από τους λεγάτους του πάπα, την οποία επικυρώνει ο ίδιος ο ποντίφηκας με τη βούλλα της 2ας Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους. Τηρώντας την υπόσχεση που είχε δώσει, ο βασιλιάς καταργεί τις Ασσίζες του Κλάρεντον στις 27 Σεπτεμβρίου. Η ταπείνωσή του κορυφώνεται τον Ιούλιο του 1174, με το προσκύνημα εξιλέωσης στον τάφο του αρχιεπισκόπου. Γυμνός από τη μέση και πάνω, γονατίζει μπροστά στον τάφο εκείνου που κάποτε ήταν φίλος του, παρουσία των μοναχών και των επισκόπων, εκλιπαρώντας για συγχώρεση κι έλεος.

Η κληρονομιά του Μπέκετ: Στο μεταξύ, την 21η Φεβρουαρίου 1173, ο Θωμάς Μπέκετ είχε ανακηρυχθεί άγιος. Πολλοί και διάφοροι μιλούσαν, άλλωστε, για τα θαύματα που γίνονταν πάνω από τον τάφο αυτού που θεωρούσαν πια μάρτυρα της πίστης. Γρήγορα η κρύπτη του καθεδρικού της Καντερβουρίας αποτέλεσε τον κατεξοχήν τόπο προσκυνήματος για τους καθολικούς στην Αγγλία. Και ο θρύλος του αγίου Μπέκετ επισκίασε κάθε άλλο στοιχείο της μεσαιωνικής Ιστορίας του νησιού.

Η κληρονομιά αυτή έφτασε μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Το 1935 ο Τ. Σ. Έλιοτ γράφει το έμμετρο θεατρικό δράμα «Murder in the Cathedral« με θέμα τη δολοφονία του Μπέκετ. Το έργο, που ανέβηκε για πρώτη φορά τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς στο Κάντερμπρυ, αποτελείται από δύο πράξεις. Η πρώτη εκτυλίσσεται στις 2 Δεκεμβρίου 1170, ημέρα επιστροφής του αρχιεπισκόπου στην Αγγλία, ενώ η δεύτερη στις 29 Δεκεμβρίου, ημέρα της δολοφονίας του. Για τη συγγραφή του θεατρικού ο Έλιοτ στηρίχθηκε στο χρονικό του Εδουάρδου Γκριμ, κληρικού από το Καίμπριτζ και αυτόπτη μάρτυρα της δολοφονίας. Το έργο έχει αλληγορικό χαρακτήρα, καθώς ο Έλιοτ εμφανίζει τον Μπέκετ ως σύμβολο της αντίστασης του ατόμου στον αυταρχισμό της πολιτικής εξουσίας, παραπέμποντας στην τυραννία του ανερχόμενου την εποχή εκείνη φασισμού και ναζισμού. Μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Γιώργο Σεφέρη με τον τίτλο «Φονικό στην Εκκλησιά».

«Δεν ξέρουμε πάρα πολλά για το μέλλον, μόνο

Πως από γενεά σε γενεά τα ίδια πράγματα

Γίνουνται πάλι και πάλι.

Λίγα μαθαίνουν οι άνθρωποι απ’ την πείρα των άλλων.

Μα στη ζωή ενός ανθρώπου, δε γυρίζει ποτέ

Ο ίδιος καιρός. Κόψε τα σκοινιά,

Ρίξε τα λέπια των περασμένων. Μονάχα

Ο ανόητος, καρφωμένος στην ανοησία, νομίζει

Πως γυρνά τον τροχό που απάνω του ο ίδιος γυρίζει».

Ένα τέταρτο του αιώνα μετά τον Έλιοτ, ο Ζαν Ανούιγ γράφει θεατρικό με το ίδιο ακριβώς θέμα. Ο «Μπέκετ ή η Τιμή του Θεού»έκανε πρεμιέρα στις 8 Οκτωβρίου 1959 στο θέατρο του Μονπαρνάς στο Παρίσι. Δίχως την αλληγορία που χαρακτηρίζει το έργο του Έλιοτ, το θεατρικό του Ανούγ εστιάζει στην εξέλιξη της σχέσης των δύο ανδρών με ύφος γραφής αρκετά ειρωνικό. Ο Ανούγ έγραψε το έργο σε μικρό χρονικό διάστημα βασισμένος σε ένα παλιό και ξεπερασμένο ιστορικό σύγγραμμα, με αποτέλεσμα μια χοντρή ιστορική ανακρίβεια: ο Μπέκετ παρουσιάζεται ως Σάξονας στην καταγωγή, μολονότι είναι διαπιστωμένο ότι ήταν Νορμανδός. Ο Ανούιγ ανακάλυψε τη γκάφα του λίγο πριν το ανέβασμα του έργου, αλλά προτίμησε να μη διορθώσει τίποτε, με τον εξής ειρωνικό αφορισμό: «και τι έγινε που οι ιστορικοί μάς λένε ότι ο Μπέκετ ήταν Νορμανδός; Ποιος ξέρει, μπορεί μετά από μερικές δεκαετίες να ανακαλύψουν ότι ήταν Σάξονας»! Μάλλον ο συγγραφέας υπήρξε δέσμιος των αντιλήψεων της εποχής του περί εθνικού κράτους…

Η γνωστότερη και πλέον επιτυχημένη κινηματογραφική μεταφορά της ιστορίας του Ερρίκου και του Μπέκετ βασίζεται ακριβώς στο θεατρικό του Ανούιγ, μολονότι είναι αγγλική παραγωγή. Πρόκειται για τον «Μπέκετ» του Πήτερ Γκλένβιλλ, ταινία του 1964, με τον Πήτερ Ο’Τουλ στον ρόλο του βασιλιά και τον Ρίτσαρντ Μπέρτον σ’ αυτόν του αρχιεπισκόπου (ο Τζων Γκίλγουντ παίζει τον Λουδοβίκο της Γαλλίας). Καλογυρισμένη και με εξαιρετικές ερμηνείες, η ταινία αξίζει οπωσδήποτε την προσοχή μας [κάποιος στα σχόλια του You Tube γράφει: «δείτε τι είναι ικανοί να κάνουν οι δύο μεγαλύτεροι μεθύστακες της Βρετανίας όταν είναι νηφάλιοι!». Όσο κι αν αμφότεροι τίμησαν το πιοτό όσο λίγοι, θα ήταν άδικο να σταθούμε σ’ αυτό το χαρακτηριστικό τους 😉 ].

Δεν νομίζω ότι χρειαζόμαστε άλλες αποδείξεις για το πόσο επίκαιρη και σημαντική εξακολουθεί να είναι, τόσους αιώνες μετά, η ιστορία της σχέσης δύο προσωπικοτήτων που σημάδεψαν την εποχή τους.

ΥΓ: Την αφορμή για την ανάρτηση αυτή μου την έδωσε το τελευταίο τεύχος της ειδικής έκδοσης του γαλλικού L’HistoireLes Collections de l’Histoire», αριθ. 59, Απρίλιος 2013) με το αφιέρωμα στους Πλανταγενέτες (βλ. ιδίως Véronique Gazeau «Thomas Becket : meurtre dans la cathédrale», σελ. 30-34). Μάλλον πίστεψα ότι χρωστούσα ένα ποστ για τον Ερρίκο και τον Μπέκετ. Ελπίζω να συγχωρεθεί αυτή η μικρή παρασπονδία που διακόπτει μεν πρόσκαιρα τη σειρά για τον δυϊσμό, αλλά σηματοδοτεί και την επιστροφή στην αμιγώς μεσαιωνική θεματολογία. Δεν υπάρχει, πάντως, λόγος ανησυχίας. Παυλικιανοί και Βογόμιλοι περιμένουν για να εμφανιστούν με τη σειρά τους στη σκηνή!

Ιερουσαλήμ-Μαρίενμπουργκ – μέρος III: η μάχη με τα τρία ονόματα και η παρακμή του Τάγματος

Οκτώβριος 26, 2010

Στα τέλη του 14ου αιώνα οι Τεύτονες Ιππότες βρίσκονται στο απόγειο της δύναμής τους: η επικράτειά τους φτάνει στα όρια της μέγιστης εδαφικής εξάπλωσής της, το κράτος τους στην Πρωσία γνωρίζει τη σημαντικότερη ως τότε οικονομική ανάπτυξη. Ωστόσο οι συνθήκες έχουν αρχίσει να μεταβάλλονται σε βάρος τους. Πολωνοί και Λιθουανοί, δηλαδή οι δύο σημαντικότεροι αντίπαλοι του Τάγματος, ενώνουν τις δυνάμεις τους. Η συμμαχία συνεπάγεται και τον προσηλυτισμό των Λιθουανών στον χριστιανισμό, γεγονός το οποίο στερεί από τους Τεύτονες τη νομιμοποίηση της επεκτατικής δράσης τους. Η μοιραία σύγκρουση δεν θα αργήσει. Η βαριά ήττα που θα υποστούν οι Τεύτονες, χωρίς να είναι αφεαυτής καταδικαστική, θα οδηγήσει το Τάγμα στην παρακμή: ο συνδυασμός εξωτερικής πίεσης και σοβαρών εσωτερικών προβλημάτων θα φέρει νέες ήττες στα πεδία των μαχών και θα καταλήξει στη συρρίκνωση του πρωσικού κράτους. Θα αναζητηθούν απεγνωσμένα λύσεις για την επιβίωση, οι οποίες θα φέρουν, κατ’ ανάγκη, τη μετάλλαξη του Τάγματος.

Ι.   Η μάχη με τα τρία ονόματα: η ήττα των Τευτόνων από τη συμμαχία Πολωνών και Λιθουανών

Α.   Από την ένωση Πολωνίας-Λιθουανίας έως την έναρξη της πολεμικής σύρραξης (1381-1409)

Το 1381 πεθαίνει ο μεγάλος μάγιστρος Βίνριχ του Κνιπρόντε, ο οποίος συνέδεσε το όνομά του με το απόγειο της ισχύος του Τάγματος. Την επόμενη χρονιά, ο νόμιμος διάδοχος του λιθουανικού θρόνου, ο  Γιογκάιλα (Γιαγκέουγο για τους Πολωνούς), εξοντώνει τον σφετεριστή θείο του, τον Κεστούτις, και αποκτά την ουσιαστική εξουσία στη χώρα, εγκαταλείποντας ταυτόχρονα τη μέχρι τότε συμμαχία του με τους Τεύτονες. Η αυτονόμηση αυτή προϋποθέτει την εξεύρεση νέων συμμάχων: ο Γιογκάιλα θα καταλήξει στην Πολωνία, φτάνοντας μέχρι του σημείου της ένωσης των δύο κρατών (α). Μολονότι η εξέλιξη αυτή είναι η χειρότερη δυνατή για τους Τεύτονες, το Τάγμα θα επιχειρήσει να αντιδράσει (β).  

α. Η ένωση Πολωνίας και Λιθουανίας: Από τα μέσα του 14ου αιώνα, η Λιθουανία έχει εξελιχτεί σε ένα από τα ισχυρότερα κράτη της Ευρώπης, εκμεταλλευόμενη και τα κενά εξουσίας που προκάλεσαν στην ευρύτερη περιοχή οι μογγολικές επιδρομές: αρκετές ηγεμονία στη Ρωσία και στην Ουκρανία, Μολδαβοί και Βλάχοι προτιμούν να αναγνωρίσουν την επικυριαρχία των Λιθουανών ηγεμόνων, τα σύνορα του κράτους των οποίων εκτείνονται πλέον από τη Βαλτική μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα. Αρκετά ρεαλιστές, οι Λιθουανοί μονάρχες ακολουθούν πολιτική ανεξιθρησκείας, μια και στους υπηκόους τους καταλέγονται, εκτός από τους ειδωλολάτρες Λιθουανούς, αρκετοί καθολικοί κι ακόμη περισσότεροι ορθόδοξοι χριστιανοί.

Επομένως, στην αναζήτηση συμμάχων κατά των Τευτόνων, ο Γιογκάιλα έχει δύο επιλογές: πρώτον, μπορεί να στραφεί προς τη Ρωσία (άλλωστε η μητέρα του ήταν κόρη του Ρώσου ηγεμόνα του Τβερ), διαλέγοντας τον γάμο με κάποια από τις κόρες του Μεγάλου Ηγεμόνα της Μόσχας. Η λύση αυτή απορρίπτεται σχετικά γρήγορα, γιατί η Λιθουανία θα οδηγηθεί στη σφαίρα επιρροής του ισχυρού μοσχοβίτη ηγεμόνα, του Ντμίτρι Ντανσκόι, ενώ θα πρέπει να αναγνωρίσει και την πρωτοκαθεδρία της ορθόδοξης Ρωσικής Εκκλησίας (βλ. Sylvain Gouguennheim “Les Chevaliers Teutoniques“, εκδ. Tallandier, Παρίσι, 2007, σελ. 445). Η εγγύτητα της εξουσίας αυτής την καθιστά σαφώς ενοχλητική για ένα φιλόδοξο μονάρχη. Σε κάθε περίπτωση, πολύ πιο ενοχλητική απ’ ό,τι είναι η εξουσία της Αβινιόν ή της Ρώμης (βρισκόμαστε στην περίοδο του Μεγάλου Σχίσματος της Καθολικής Εκκλησίας). Έτσι ο Γιογκάιλα επιλέγει τη δεύτερη λύση, αυτή της συμμαχίας με την Πολωνία. Στη χώρα αυτή, με τον θάνατο του Καζιμίρ Γ΄ (1370) σβήνει η δυναστία του Πιαστ και το στέμμα περνά στον ανηψιό του άκληρου μονάρχη, στον ανδεγαυικής καταγωγής βασιλιά της Ουγγαρίας Λουδοβίκο Α΄ τον Μεγάλο. Η εδραίωση της πολωνολιθουανικής συμμαχίας προϋποθέτει τον γάμο του Λιθουανού μεγάλου δούκα με την κόρη του Λουδοβίκου, την Εδβίγη. Υπάρχει ωστόσο ένα εμπόδιο, διόλου ασήμαντο: ο Λουδοβίκος έχει τη μεγάλη φιλοδοξία ν’ ανέλθει στον γερμανικό αυτοκρατορικό θρόνο. Στο πλαίσιο της αναζήτησης συμμάχων και υποστηριχτών, έχει ήδη υποσχεθεί την Εδβίγη στον δούκα της Αυστρίας. Ο γάμος αυτός δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Πολωνίας, για την οποία η Λιθουανία είναι πλέον ο φυσικός σύμμαχος κατά των μισητών Τευτόνων. Ο θάνατος του Λουδοβίκου, τον Σεπτέμβριο του 1382 στην Τρνάβα της Σλοβακίας, καθιστά εφικτή τη συμμαχία με τη Λιθουανία, μέσω του γάμου Εδβίγης και Γιογκάιλα. Η πραγματοποίηση του σχεδίου εξαρτάται από δύο ακόμη προϋποθέσεις: ο Λιθουανός μονάρχης πρέπει να ασπασθεί τον χριστιανισμό, ενώ ο δούκας της Αυστρίας πρέπει να αποζημιωθεί.

Η ένωση θα υλοποιηθεί σε τρεις φάσεις (βλ. (Alain Demurger “Chevaliers du Christ – Les ordres religieux-militaires au Moyen Âge, XIe-XVIe siècle“, εκδ. Seuil, Παρίσι, 2002, σελ. 260): 1. στις 14 Αυγούστου 1384 συνάπτεται σύμφωνο στην Κρέβα της Λιθουανίας (πολ. Κρέβο ή Κρέβνο), βάσει του οποίου αποκαθίσταται η ειρήνη μεταξύ Πολωνίας και Λιθουανίας, ενώ ο Γιογκάιλα δίνει την υπόσχεση να βαπτισθεί χριστιανός και δεσμεύεται να αποζημιώσει την Αυστρία. 2. Στις 15 Φεβουαρίου του 1386 ο Γιογκάιλα βαφτίζεται στον καθεδρικό της Κρακοβίας. Τρεις μέρες μετά παντρεύεται την Εδβίγη και, στις 4 Μαρτίου, στέφεται βασιλιάς της Πολωνίας με το όνομα Λαδισλάος Β΄ (πολ. Βουαντίσουαφ). 3. Την επόμενη χρονιά, ο Λαδισλάος (πλέον) μεταβαίνει στην πρωτεύουσα της Λιθουανίας, το Βίλνιους, κηρύσσει επίσημα τον προσχώρηση του λιθουανικού έθνους στον χριστιανισμό και ενθρονίζει τον πρώτο επίσκοπο Λιθουανίας (έναν Πολωνό Φραγκισκανό). 

Ο εκχριστιανισμός των Λιθουανών αφαιρεί από τους Τεύτονες τη βασική δικαιολόγηση που νομιμοποιούσε τις επιθέσεις εναντίον ενός κράτους που μέχρι τότε ήταν ειδωλολατρικό. Αντιθέτως, πολλοί, ακόμη και στο παπικό περιβάλλον, θεωρούν ότι η χριστιανική Λιθουανία μπορεί πλέον να αποτελέσει τον πιο αξιόπιστο σύμμαχο για την απόκρουση του μογγολικού κινδύνου. Ωστόσο, το Τάγμα διατηρεί τις ελπίδες του, κυρίως επειδή η ένωση Πολωνίας και Λιθουανίας είναι ατελής. Ο Γιογκάιλα/ Λαδισλάος επιλέγει να μην ασκήσει άμεσα την εξουσία στη Λιθουανία, αρκούμενος σε ρόλο επικυρίαρχου, καθώς αναθέτει τη διακυβέρνηση της πατρίδας του στον εξάδελφό του, τον Βυτάουτας (Βίτολντ για Γερμανούς και Πολωνούς). Μεγάλη μορφή πολιτικού ρεαλισμού, ο Βυτάουτας, δεν δίστασε κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του να βαπτιστεί πέντε φορές χριστιανός (τη μια φορά καθολικός, την άλλη ορθόδοξος κ.ο.κ., αναλόγως των εκάστοτε πολιτικών συμφερόντων του, βλ. Gouguennheim, όπ.π., σελ. 447). Μια τέτοια προσωπικότητα ήταν λογικό ότι αργά ή γρήγορα θα επιχειρούσε να διεκδικήσει την αυτονομία, αν όχι την ανεξαρτησία της Λιθουανίας. Αυτήν ακριβώς την τάση επρόκειτο να εκμεταλλευθούν οι Τεύτονες.

β. Η αντίδραση των Τευτόνων στην ένωση της Κρέβα: Το Τάγμα επιχειρεί να προσεταιρισθεί τον μεγάλο δούκα της Λιθουανίας. Τα συμφέροντα των δύο πλευρών συμπίπτουν κατά κάποιο τρόπο: ο Βυτάουτας θέλει να εξασφαλίσει την ηρεμία στο βόρειο μέτωπο, καθώς οι φιλοδοξίες του αφορούν κυρίως την επέκταση της Λιθουανίας προς τα νοτιοανατολικά (Ρωσία, Ουκρανία, παράλια της Μάυρης Θάλασσας). Το 1398 οι Τεύτονες και ο Βυτάουτας συνάπτουν τη συνθήκη του Σαλλινβέρντερ, με την οποία ο δεύτερος παραχωρεί στο Τάγμα τη Σαμογετία! Οι Τεύτονες επιχειρούν αμέσως να κατακτήσουν την περιοχή: το 1406 οι Σαμογέτες υποτάσσονται στους Γερμανούς ιππότες. Οι Τεύτονες είχαν τη δυνατότητα να δικαιολογήσουν την κατάκτησή αυτή με το σύνηθες πρόσχημα της ιεραποστολικής δράσης: οι Σαμογέτες είχαν παραμείνει ειδωλολάτρες. Παράλληλα, το Τάγμα ακολουθεί πολιτική επέκτασης προς όλες τις κατευθύνσεις: αγοράζει το Ντόμπριν από τον Πολωνό φεουδάρχη της περιοχής και το Νώυμαρκτ του Βρανδεβούργου (1402) από τον βασιλιά της Βοημίας και Ουγγαρίας.

Έχουν περάσει περισσότερα από είκοσι χρόνια από την Ένωση της Κρέβα. Θεωρητικά, το Τάγμα των Τευτόνων έχει ενισχύσει τις θέσεις του. Οπωσδήποτε έχει καθυστερήσει με επιδεξιότητα την πολεμική σύγκρουση με τους αντιπάλους του. Ωστόσο, οι πρόσφατες κατακτήσεις αποδεικνύονται εφήμερες: το 1409 οι Πολωνοί ανακτούν με τα όπλα το Ντόμπριν. Την ίδια χρονιά εξεγείρονται μαζικά οι Σαμογέτες. Ο μεγάλος μάγιστρος Ούλριχ του Γιούνγκινγκεν κατηγορεί (όχι άδικα) τον Βυτάουτας ως υποκινητή της εξέγερσης. Ο μάγιστρος προετοιμάζεται για πόλεμο, πιστεύοντας ότι η συμμαχία Πολωνών και Λιθουανών θα διαλυθεί εύκολα υπό την πίεση των γεγονότων. Είναι βέβαιος ότι ο Βυτάουτας δεν πρόκειται να κινηθεί στρατιωτικά κατά των Τευτόνων. Η εκτίμηση αυτή του Γιούνγκινγκεν πρόκειται να αποδειχθεί εσφαλμένη… και μοιραία για το Τάγμα. Στο παιχνίδι λυκοφιλίας ανάμεσα στους Τεύτονες και στον Λιθουανό μεγάλο δούκα, νικητής αναδεικνύεται ο δεύτερος που την κρίσιμη ώρα συντάσσεται με τον εξάδελφό του.

Β.   Από το Τάννενμπεργκ/ Γκρούνβαλντ/ Ζαλγκίρις έως την πρώτη συνθήκη ειρήνης του Τορν (1409-1411)

Ο μεγάλος μάγιστρος επιστρατεύει το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεων του Τάγματος και στρατολογεί μαζικά μισθοφόρους στη Γερμανία. Από τη μεριά τους ο Λαδισλάος και ο Βυτάουτας συγκεντρώνουν μια εντυπωσιακή στρατιά η οποία περιλαμβάνει στις τάξεις της Πολωνούς, Λιθουανούς και Σαμογέτες, Μογγόλους μισθοφόρους, Ρώσους, Ουκρανούς, Μολδαβούς, Βλάχους και Βοημούς! Στις 6 Αυγούστου 1409 το Τάγμα κηρύσσει τον πόλεμο στην Πολωνία και δέκα μέρες αργότερα επιτίθεται στα διεκδικούμενα εδάφη του Ντόμπριν και της Κουγιαβίας. Τον Ιούνιο του 1410 ο Λαδισλάος εισβάλλει στην Πρωσία, περνά τον Βιστούλα και κινείται προς το Οστερόντε με τελικό στόχο την καρδιά του κράτους των Τευτόνων, το ίδιο το Μαρίενμπουργκ. Ο Ούλριχ του Γιούνγκινγκεν επιλέγει να κινηθεί άμεσα, πριν ενωθούν με το στρατό του οι δυνάμεις των Τευτόνων της Λιβονίας, αλλά και ένα σημαντικό τμήμα των Γερμανών μισθοφόρων που βρίσκονταν ακόμη στην Πομερελία. Εκ των υστέρων είναι εύκολο να γίνει λόγος για τραγικό σφάλμα. Ωστόσο ο μεγάλος μάγιστρος θα πρέπει να είχε τους λόγους του για να λάβει μια τόσο σοβαρή απόφαση: πιθανότατα έκρινε ότι έπρεπε να αποφύγει με κάθε τρόπο μια πολιορκία της πρωτεύουσάς του.

α. Η μεγάλη σύγκρουση: Οι δύο στρατοί θα συναντηθούν στη Νότια Πρωσία, στο εσωτερικό του τριγώνου που σχηματίζουν τα χωριά του Τάννενμπεργκ, του Γκρύνφελντε (την ονομασία του οποίου οι Πολωνοί παρέφθειραν για άγνωστους λόγους σε Γκρούνβαλντ) και του Λούντβιχσντορφ. Έτσι, η μάχη που δόθηκε στις 15 Ιουλίου 1410 πήρε διαφορετική ονομασία για κάθε εμπόλεμη πλευρά: Τάννενμπεργκ για τους Γερμανούς, Γκρούνβαλντ για τους Πολωνούς και Ζαλγκίρις (που δεν είναι παρά η μετάφραση της ονομασίας Γκρούνβαλντ στα λιθουανικά) για τους Λιθουανούς. Παρά τα διάφορα χρονικά και αφηγήσεις, δεν έχουμε στη διάθεσή μας ακριβείς υπολογισμούς των δυνάμεων που αντιπαρατέθηκαν, ενώ και οι πληροφορίες μας για την εξέλιξη της μάχης δεν είναι απολύτως σαφείς (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 475/ Kristjan Toomaspoeg “Histoire des Chevaliers Teutoniques” εκδ. Flammarion, Παρίσι, 2001, σελ. 148-149. – Η καλύτερη ανάλυση της μάχης, βασιζόμενη σε κριτική εξέταση των πηγών ανήκει στον Sven Ekdahl, «Die Schlacht bei Tannenberg 1410. Quellenkritische Untersuchungen», Duncker & Humblot, Βερολίνο 1982). Πάντως οι Πολωνοί και Λιθουανοί είχαν σαφές αριθμητικό πλεονέκτημα: οι δυνάμεις τους ανέρχονταν σε 25-30.000 άνδρες, ενώ το στράτευμα των Τευτόνων υπολογίζεται σε περίπου 15.000 πολεμιστές.

Οι δυνάμεις του Λαδισλάου είχαν πάρει θέσεις μέσα σε ένα δάσος: στα δεξιά είχαν παραταχθεί οι Λιθουανοί, μαζί με τους Μογγόλους μισθοφόρους, στο κέντρο και αριστερά οι Πολωνικές δυνάμεις. Ο Γιούνγκινγκεν χώρισε τις δυνάμεις του σε δύο σώματα και στα αριστερά τοποθέτησε το πυροβολικό. Ο ίδιος έλαβε θέση πιο πίσω μαζί με τις εφεδρείες του ιππικού. Αρχικά ο Λαδισλάος επιλέγει να παίξει με τα νεύρα του αντιπάλου, συγκρατώντας το πολωνικό ιππικό. Τελικά, επιτίθενται πρώτοι οι Λιθουανοί μαζί με τους Μογγόλους κι αμέσως το ιππικό των Τευτόνων εφορμά για να τους αποκρούσει, καθιστώντας όμως αδύνατη τη χρήση του πυροβολικού. Οι Τεύτονες φαίνεται να νικούν κατά κράτος το λιθουανικό ιππικό το οποίο υποχωρεί, παρασύροντας στην οπισθοχώρησή του και μεγάλο μέρος του γερμανικού ιππικού που χυμά να κυνηγήσει τον εχθρό. Ακόμη και σήμερα οι ιστορικοί δεν είναι σίγουροι αν η υποχώρηση αυτή ήταν πραγματική (όπως υποστηρίζει ο Πολωνός χρονικογράφος Γιαν Ντλούγκος με σκοπό να πάρουν τη δόξα της νίκης αποκλειστικά οι συμπατριώτες του) ή προμελετημένο τέχνασμα με σκοπό να παγιδέψει τον αντίπαλο. Σε κάθε περίπτωση, βλέποντας τις γραμμές των Τευτόνων να έχουν αδυνατίσει, ο Λαδισλάος δίνει διαταγή στους Πολωνούς να επιτεθούν. Η σύγκρουση παίρνει αρνητική για τους Τεύτονες τροπή που επιδεινώνεται ακόμη περισσότερο όταν ρίχνονται στη μάχη οι Βοημοί μισθοφόροι του Λαδισλάου, στις τάξεις των οποίων μάχεται και ο Γιαν Ζίζκα, μετέπειτα στρατηγός των Ουσσιτών (το προσωνύμιό του, Ζίζκα = μονόφθαλμος, οφείλεται στο γεγονός ότι στη μάχη αυτή έχασε το ένα μάτι του). Προσπαθώντας να σώσει την κατάσταση, ο μεγάλος μάγιστρος επιχειρεί κίνηση αντιπερισπασμού με τις εφεδρείες του ιππικού: στην προσπάθεια αυτή σκοτώνεται, όπως κι οι περισσότεροι από τους αξιωματούχους του Τάγματος. Η συμμαχία Πολωνών και Λιθουανών έχει καταγάγει θριαμβευτική νίκη. Οι απώλειες των Τευτόνων είναι τεράστιες (ίσως 8.000 στρατιώτες κι αξιωματικοί τους έπεσαν στη μάχη). Πανικός επικρατεί στην Πρωσία, καθώς αρκετοί ιππότες προσπαθούν να διαφύγουν στη Γερμανία θεωρώντας σίγουρη την ολοκληρωτική επικράτηση του Λαδισλάου. Το πρωσικό κράτος του Τάγματος απειλείται με αφανισμό.

β. Η αντίσταση του Τάγματος και η σύναψη συνθήκης ειρήνης: Ενώ όλοι αναμένουν παθητικά τη μοιραία καταστροφή, επεμβαίνει αποφασιστικά ο μαρισκάλδος του Τάγματος, ο Ερρίκος του Πλάουεν, ο οποίος και εκλέγεται στο αξίωμα του μεγάλου μαγίστρου. Ο Ερρίκος συγκεντρώνει όλες τις δυνάμεις του Τάγματος και οχυρώνει το Μαρίενμπουργκ. Όταν ο Λαδισλάος φτάνει έξω από τα τείχη της πρωσικής πρωτεύουσας (21 Ιουλίου 1410) συναντά μεγάλη αντίσταση. Παράλληλα, τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις τόσο του Βυτάουτας όσο και μερικών Πολωνών ηγεμόνων που δεν επιθυμούν τη συνέχιση του πολέμου. Τελικά, ο Λαδισλάος αντιλαμβάνεται ότι είναι αδύνατο να εκπορθήσει το Μαρίενμπουργκ και λύει την πολιορκία στις 19 Σεπτεμβρίου 1410. Το θάρρος του Ερρίκου του Πλάουεν έχει σώσει το Τάγμα.

Οι Τεύτονες θα επιχειρήσουν τη μεγάλη αντεπίθεση προσπαθώντας να κερδίσουν έναν πόλεμο που έμοιαζε οριστικά χαμένος μετά τη συντριβή του Τάννενμπεργκ. Τον Οκτώβριο του 1410, ο Τεύτονας διοικητής του Νώυμαρκτ, ο Μιχαήλ Κυχμάιστερ, επικεφαλής στρατεύματος αποτελούμενου από 4.000 Γερμανούς συγκρούεται με τους Πολωνούς του Λαδισλάου. Οι Πολωνοί επικρατούν αποκόπτοντας τις τευτονικές ενισχύσεις από το κύριο σώμα στρατού του Τάγματος. Τους επόμενους μήνες η κατάσταση στα μέτωπα του πολέμου παραμένει στάσιμη. Η ισορροπία δυνάμεων καθιστά ελκυστικότερη προοπτική την παύση των εχθροπραξιών.    

Την 1η Φεβρουαρίου του 1411 οι εμπόλεμοι συνάπτουν συνθήκη ειρήνης στο Τορν (βλ. Gouguennheim, όπ.π., σελ. 479-480). Οι όροι της συνθήκης είναι αρκετά ευνοϊκοί για τους Τεύτονες που διατηρούν σχεδόν όλα τα εδάφη τους: η Πομερελία παραμένει δική τους, ενώ τα εδάφη των Σαμογετών παραχωρούνται προσωρινά μόνο στον Βυτάουτας της Λιθουανίας και στον Λαδισλάο. Από την άποψη αυτή ο μονάρχης της Πολωνίας δεν ανταμείφθηκε όσο θα άξιζε για τον θρίαμβο του Τάννενμπεργκ. Πάντως, οι Τεύτονες υποχρεώνονται να καταβάλουν στον Λαδισλάο μεγάλο χρηματικό ποσό ως πολεμική αποζημίωση (260.000 φιορίνια). Όσο επαχθής κι αν είναι, η αποζημίωση αυτή δεν ισοδυναμεί με οικονομική καταστροφή του Τάγματος (το οποίο, ενδεικτικά, είχε ξοδέψει περίπου 150.000 φιορίνια για την απόκτηση του Νώυμαρκτ).

Ο μεγάλος μάγιστρος είναι πεπεισμένος ότι η επιβίωση του Τάγματος επιβάλλει νέα πολεμική σύγκρουση με την Πολωνία και τη Λιθουανία. Η πλειοψηφία των ιπποτών, αντιθέτως, φοβάται μια νέα αναμέτρηση και προτιμά τη διπλωματική λύση. Ο σωτήρας θα πληρωθεί με το νόμισμα της προδοσίας: τον Αύγουστο του 1413, η συνέλευση των αδελφών του Τάγματος καθαιρεί τον Ερρίκο από το αξίωμα του μεγάλου μαγίστρου και τον αντικαθιστά με τον Μιχαήλ Κυχμάιστερ

ΙΙ. Από την πρώτη στη δεύτερη ειρήνη του Τορν – Εσωτερικά προβλήματα, διπλωματικές και στρατιωτικές ήττες

Μετά τη συνθήκη του Τορν η θέση του Τάγματος είναι βέβαια επισφαλής, η κατάσταση όμως είναι ακόμη αναστρέψιμη. Το μεγάλο πρόβλημα παραμένει η απειλή από την ένωση της Πολωνίας-Λιθουανίας. Οπαδός της διπλωματικής λύσης, ο μεγάλος μάγιστρος Μιχαήλ Κυχμάιστερ επιλέγει την παραπομπή του ζητήματος των διαφορών των Τευτόνων με τους γείτονές τους σε εκκλησιαστική σύνοδο (Α). Παρά τις προσπάθειες, η διπλωματική οδός δεν πρόκειται να επιλύσει οριστικά τις διαφορές αυτές. Τελικά, καθοριστικά για το μέλλον του Ordensstaat θα αποδειχθούν τα εσωτερικά του προβλήματα (Β) τα οποία ουσιαστικά θα προκαλέσουν και την επανέναρξη των εχθροπραξιών με την Πολωνία. Ο νέος πόλεμος θα σφραγίσει την παρακμή του Τάγματος (Γ).

Α.   Η προσπάθεια εξεύρεσης διπλωματικής λύσης – Από τη Σύνοδο της Κωνσταντίας στις συνθήκες του Μέουνο και του Μπρεστ (1414-1435)

α. Η Σύνοδος: η Σύνοδος της Κωνσταντίας συγκλήθηκε το 1414 με πρωτοβουλία του Σιγισμούνδου του Λουξεμβούργου, βασιλιά της Βοημίας και της Ουγγαρίας και Γερμανού αυτοκράτορα (από το 1410), με βασικό σκοπό να δώσει τέλος στο σχίσμα που ταλάνιζε την Καθολική Εκκλησία, εκλέγοντας πάπα κοινής αποδοχής. Ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε με την επιλογή του Ρωμαίου Οντόνε Κολόννα, ο οποίος εξελέγη πάπας με το όνομα Μαρτίνος Ε΄. Παρεμπιπτόντως, η Σύνοδος εξέτασε και το ζήτημα των διαφορών μεταξύ του Τάγματος των Τευτόνων και του βασιλείου της Πολωνίας-Λιθουανίας (βλ. Demurger όπ.π., σελ. 262-263). Οι Τεύτονες προβάλλουν τρεις ισχυρισμούς προς στήριξη των αιτημάτων τους: 1. οι Πολωνοί παραβίασαν τη συνθήκη ειρήνης. 2. ο εκχριστιανισμός των Λιθουανών δεν είναι ούτε πλήρης ούτε ειλικρινής, επομένως οι Πολωνοί έγιναν συνεργοί των «Σαρακηνών». 3. το ιεραποστολικό έργο που έχει ανατεθεί στο Τάγμα επιτάσσει την εξολόθρευση των απίστων που αρνούνται να εκχριστιανιστούν, καθώς και των συνεργών τους.

Οι Πολωνοί θα αναθέσουν την υπεράσπισή τους σ’ έναν εξαίρετο νομικό, τον Παύλο Βλαδίμηρο που δίδασκε στο Πανεπιστήμιο της Κρακοβίας. Ο Παύλος Βλαδίμηρος θα επικαλεσθεί το φυσικό δίκαιο και το δίκαιο των εθνών και των κρατών (σήμερα θα λέγαμε το δημόσιο διεθνές δίκαιο). Τα κράτη, χριστιανικά και μη, είναι δημιουργήματα του Θεού. Ο εκχριστιανισμός ενός λαού απόκειται στη δικαιοδοσία του κυρίαρχου κράτους, εν προκειμένω του Βασιλείου της Πολωνίας και Λιθουανίας. Οι υπόλοιποι χριστιανοί δεν έχουν δικαίωμα να προσηλυτίσουν ένα λαό με τη βία, ούτε μπορούν να επιτεθούν σε ένα κυρίαρχο κράτος. Οι Πολωνοί θα κερδίσουν τις εντυπώσεις χάρη τόσο στην επιδέξια αγόρευση του νομικού τους όσο και στη μαρτυρία της αντιπροσωπείας των Σαμογετών και του πληρεξούσιου του Πολωνού μονάρχη, που θα καταθέσουν για τις βιαιότητες που διέπραξε το Τάγμα κατά τη διάρκεια των επιδρομών του στα εδάφη της Λιθουανίας. Τις όποιες ελπίδες των Τευτόνων θα τις καταστρέψει οριστικά ο νομικός του εκπρόσωπος, ο φανατικός Δομηνικανός Ιωάννης του Φάλκενμπεργκ, ο οποίος θα βαλθεί ν’ αποδείξει ότι οι Πολωνοί είναι αιρετικοί που πρέπει να εξολοθρευτούν μαζί με τους «άπιστους» Λιθουανούς. Ο πάπας θα δικαιώσει φυσικά την Πολωνία.

β. Η διαιτησία του Σιγισμούνδου και οι συνθήκες του Μέουνο και του Μπρεστ: η παπική απόφαση δεν έθεσε τέλος στη διαμάχη. Οι εχθροπραξίες συνεχίζονταν σποραδικά. Έτσι, οι δύο πλευρές στράφηκαν στη διαιτησία του αυτοκράτορα Σιγισμούνδου (για μια ανάλυση των σχέσεων Τευτόνων και Σιγισμούνδου, βλ. Gouguennheim, όπ.π., σελ. 526-528). Ο αυτοκράτορας έκρινε ότι έπρεπε να τηρηθούν οι όροι της συνθήκης ειρήνης του Τορν, με μόνη ουσιαστική τροποποίηση την οριστική παραχώρηση της Σαμογετίας στη Λιθουανία. Ο Λαδισλάος δεν έμεινε ικανοποιημένος με την απόφαση αυτή και επιχείρησε να ανακτήσει την Πομερελία με τα όπλα. Συναντώντας τη σθεναρή αντίσταση των Τευτόνων, αναγκάζεται να συμβιβαστεί. Τον Σεπτέμβριο του 1422 θα υπογράψει με τους Τεύτονες στο Μέουνο (Mełno) συνθήκη «διαρκούς ειρήνης». Επικυρώνεται η οριστική παραχώρηση της Σαμογετίας στη Λιθουανία, ενώ ο πιο «πονηρός» για το Τάγμα όρος έγκειται στο ότι η πρωσική συνέλευση των τάξεων ορίζεται εγγυήτρια της συνθήκης. Η υπακοή των Πρώσων στον μεγάλο μάγιστρο εξαρτάται από την εκ μέρους του τήρηση της συνθήκης (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 481).

Τα ιστορικά γεγονότα δεν θα επιβεβαιώσουν τον τίτλο της συνθήκης του Μέουνο. Οι εχθροπραξίες θα ξαναρχίσουν το 1431 και θα διαρκέσουν τέσσερα χρόνια: δεν πρόκειται ακριβώς για ανοιχτή σύρραξη, αλλά περισσότερο για επιδρομές της μιας πλευράς στα εδάφη της άλλης που συνδυάζονται με διπλωματικά παιχνίδια και δολοπλοκίες. Μετά την εκεχειρία του Δεκεμβρίου του 1433 και τον θάνατο του Λαδισλάου το 1434, οι εμπόλεμοι συνάπτουν συνθήκη στο Μπρεστ της Κουγιαβίας (31 Δεκεμβρίου 1435). Η συνθήκη «αιώνιας ειρήνης» επαναλαμβάνει τους όρους της συνθήκης του Μέουνο με μία προσθήκη: δεν αναγνωρίζεται πλέον δικαίωμα παρέμβασης στον πάπα και στον Γερμανό αυτοκράτορα (Gouguennheim, όπ.π.). Θεωρητικά, το Τάγμα χάνει τη δυνατότητα να ζητήσει τη βοήθεια των παραδοσιακών στηριγμάτων του. Στην πράξη, ούτε ο πάπας ούτε ο αυτοκράτορας βοήθησαν με ουσιαστικό τρόπο τους Τεύτονες στις συγκρούσεις τους με την Πολωνία και τη Λιθουανία. 

Β.   Η εσωτερική κρίση

α. Η κρίση εντός του Τάγματος: η καθαίρεση του Ερρίκου του Πλάουεν από το αξίωμα του μεγάλου μαγίστρου έφερε στην επιφάνεια τη μεγάλη αντιπαράθεση που ταλάνιζε το Τάγμα μεταξύ «σκληροπυρηνικών» (που θεωρούσαν τη στρατιωτική επικράτηση μόνη ουσιαστική λύση για την επιβίωση του κράτους της Πρωσίας) και «ειρηνιστών» (που προτιμούσαν την ειρηνική επίλυση των διαφορών με την Πολωνία και είχαν την υποστήριξη μεγάλου μέρους των Πρωσων φεουδαρχών και μεγαλοαστών). Η διαμάχη αυτή επιδεινωνόταν και λόγω των διαφορών που χώριζαν τις κλίκες που είχαν δημιουργηθεί στο Τάγμα αναλόγως της καταγωγής των Ιπποτών και οι οποίες έφερναν, χοντρικά, αντιμέτωπους Βόρειους και Νότιους Γερμανούς!  Επιπλέον, επανεμφανίζεται με μεγαλύτερη οξύτητα και η χρόνια αντιπαράθεση μεταξύ απολυταρχίας του μεγάλου μαγίστρου και «δημοκρατικότερης» διοίκησης του Τάγματος.

Η κρίση θα κορυφωθεί στα χρόνια του μεγάλου μαγίστρου Παύλου του Ρούσντορφ (1422-1441), του οποίου η απολυταρχική διακυβέρνηση θα οδηγήσει σε σύγκρουση με τον μάγιστρο της Γερμανίας Έμπερχαρντ του Ζάουνσχάιμ. Ο δεύτερος κατηγορεί τον μεγάλο μάγιστρο ότι ενεργεί καθ’ υπέρβαση αρμοδιοτήτων, αδιαφορώντας για τις εκτός Πρωσίας κτήσεις των Τευτόνων. Το 1437 τον καλεί δημόσια να τηρήσει τους νόμους και τα έθιμα του Τάγματος. Ο Ρούσντορφ υποχωρεί, καθώς ο Έμπερχαρντ ζητεί τη διαμεσολάβηση του αυτοκράτορα Σιγισμούνδου. Με τον τρόπο αυτό θα διασώσει τις κτήσεις του Τάγματος στη Σικελία (τις οποίες εποφθαλμιούσε ο Αραγονέζος μονάρχης, ενώ ο Ρούσντορφ διαπραγματευόταν με τον Σιγισμούνδο την ανταλλαγή τους με εδάφη κοντά στη Φρανφούρτη επί του Όντερ, βλ. Toomaspoeg όπ.π., σελ. 153-154). Δύο χρόνια αργότερα, ο μεγάλος μάγιστρος προχωρεί σε νέα αυθαίρετη κίνηση: διορίζει μάγιστρο της Λιβονίας τον Ερρίκο του Νοτλέμπεν από τη Ρηνανία, δηλαδή ένα «Νότιο», ενώ στη συντριπτική τους πλειονότητα οι ιππότες στη Λιβονία κατάγονται από τον γερμανικό Βορρά. Η επιλογή του Ρούσντορφ προκαλεί πραγματικό πραξικόπημα στο εσωτερικό τους Τάγματος: τρεις διοικήσεις στην Ανατολική Πρωσία, μεταξύ των οποίων και αυτή του Κένιγκσμπεργκ, στασιάζουν και ενώνουν τις δυνάμεις τους με τον μάγιστρο της Γερμανίας ζητώντας την αναμόρφωση του τρόπου διοίκησης του Τάγματος (Demurger όπ.π., σελ. 267). Ο μεγάλος μάγιστρος κατορθώνει να διασωθεί διαιρώντας επιδέξια τους αντιπάλους του, προβαίνοντας σε δευτερεύουσας σημασίας παραχωρήσεις και φέρνοντας με το μέρος του τους αστούς των πρωσικών πόλεων (υποσχόμενος φορολογικές ελαφρύνσεις). Η λύση θα αποδειχθεί προσωρινή, μια και η αντιπαράθεση του Τάγματος με τους υπηκόους του είναι τελικά αναπόφευκτη.

β. Η οικονομική κρίση: Μέχρι την ήττα του Τάννενμπεργκ, το Τάγμα δεν είχε επιβάλει φόρο εισοδήματος στην Πρωσία. Τα έσοδα από τις ιδιοκτησίες του και οι εισφορές των διοικήσεών του στην υπόλοιπη Ευρώπη αρκούσαν για να καλυφθούν τα έξοδα για εξοπλισμό και στρατολόγηση μισθοφόρων. Μετά το 1410, όμως, το δημοσιονομικό έλλειμμα του πρωσικού κράτους καθίσταται χρόνιο (Demurger όπ.π., σελ. 266/ Gouguennheim, όπ.π., σελ. 538 επ.). Η υψηλή πολεμική αποζημίωση που έπρεπε να καταβληθεί στους Πολωνούς βάσει της συνθήκης του Τορν δεν αρκεί για να εξηγήσει την εξέλιξη αυτή.

Στην πραγματικότητα οι λόγοι της κρίσης είναι γενικοί και ειδικοί. Αφενός, με διαφορά μισού αιώνα και περισσότερο, η Πρωσία νιώθει τις συνέπειες της μεγάλης πανευρωπαϊκής κρίσης των μέσων του 14ου αι., η οποία οφειλόταν, μεταξύ άλλων, στις κλιματικές μεταβολές (στη «μικρή περίοδο των παγετώνων» που πλήττει την Ευρώπη) και στην επιδημία της βουβωνικής πανώλης. Αφετέρου, ο πόλεμος τους 1410 και οι επαναλαμβανόμενες πολωνικές επιδρομές προκαλούν σοβαρές καταστροφές. Οι κακές σοδειές του 1412, του 1415 και του 1416, καθώς και η επιδημία πανώλης που πλήττει την Πρωσία το 1416 συντελούν στην επιδείνωση της οικονομικής κρίσης.

Η αντιμετώπιση του προβλήματος οδηγεί την Πρωσία σε φαύλο κύκλο. Το Τάγμα χρειάζεται χρήματα για τις πολεμικές δαπάνες από τις οποίες εξαρτάται η επιβίωσή του, αλλά τα χρήματα μπορούν (ίσως) να βρεθούν μόνο αν ληφθούν μέτρα εξαιρετικά επαχθή για τους υπηκόους του. Συγκεκριμένα, η αντίδραση του Τάγματος είναι διττή: επιβολή φορολογίας και μεταβολή του νομικού καθεστώτος. Καταρχάς, το Τάγμα μεταβάλλει το νομικό καθεστώς στο οποίο υπόκεινται οι αγρότες, επιβάλλοντας σε πρώτη φάση διάφορους περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία τους. Στη συνέχεια, η περαιτέρω επιδείνωση του ισχύοντος δικαίου καθιστά τους (μέχρι τότε ελεύθερους) αγρότες ουσιαστικά δουλοπάροικους. Η μεταβολή αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε σύμπτωση συμφερόντων του Τάγματος και των οικονομικά ισχυρών της Πρωσίας (οι οποίοι επωφελούνται από τα μέτρα και ιδίως από τις εξαιρετικά χαμηλές αμοιβές του εργατικού δυναμικού). Ωστόσο το Τάγμα επιδιώκει να επωφεληθεί αποκλειστικά το ίδιο από τα μέτρα του (Demurger όπ.π., σελ. 268): τροποποιεί το κληρονομικό δίκαιο, αποκλείοντας π.χ. τις γυναίκες από την κληρονομική διαδοχή, έτσι ώστε να πολλαπλασιάσει τις περιπτώσεις στις οποίες το Δημόσιο καθίσταται εξ αδιαθέτου κληρονόμος.

Οι συνθήκες αυτές είναι ικανές να μετατρέψουν την οικονομική κρίση σε πολιτική. Εξέλιξη που δεν θα αργήσει να συμβεί.

γ. Η πολιτική κρίση: Το Τάγμα έχει αποκλείσει από κάθε άσκηση εξουσίας όλες τις κοινωνικές τάξεις (γαιοκτήμονες, αστούς, ελεύθερους αγρότες). Με την πολιτική που ακολουθεί στα φορολογικά και νομικά ζητήματα έχει αποξενωθεί εντελώς από το σύνολο των υπηκόων του. Η κρίση του 1437-1440 στο εσωτερικό του Τάγματος δίνει την ευκαιρία στους δυσαρεστημένους να ενώσουν τις δυνάμεις τους. Τον Μάιο του 1440, ευγενείς και εκπρόσωποι 19 πόλεων της Πρωσίας υπογράφουν σύμφωνο πολιτικών διεκδικήσεων και προχωρούν στην ίδρυση ομοσπονδίας (Preußische Bundesvertrag ή Bund). Τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς ο Ρούσντορφ παραιτείται. Ο διάδοχός του στην ηγεσία του Τάγματος, ο Κορράδος του Έρλιχσχάουζεν, προσπαθεί με κάθε μέσο να διαιρέσει τις συνιστώσες της Ομοσπονδίας, Μάταια όμως. Το 1450 συνέρχεται στο Έλμπινγκ η πρωσική Δίαιτα (συνέλευση των τάξεων) και συντάσσει κατάλογο με 61 αιτήματα. Πανικόβλητοι, οι Τεύτονες απευθύνονται στον πάπα ζητώντας τη διάλυση της Ομοσπονδίας. Η κίνηση κάνει το ποτήρι να ξεχειλίσει: το 1454, η Ομοσπονδία περνά στην επαναστατική δράση. Φυλακίζει τον μαρισκάλδο του Τάγματος μαζί με κάμποσους διοικητές. Καταλαμβάνει κάστρα και οχυρά των Τευτόνων. Κυρίως, στις 15 Απριλίου 1454, κατόπιν πρωτοβουλίας της Ομοσπονδίας, η πρωσική Δίαιτα απευθύνεται στον βασιλιά της Πολωνίας, τον Καζιμίρ Δ΄, προσφέροντάς του υποτέλεια με αντάλλαγμα την αναγνώριση πολιτικών προνομίων και ελευθεριών! Η επέμβαση της Πολωνίας δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε νέο πόλεμο με το Τάγμα.

Γ. Από τον Δεκατριετή Πόλεμο στη δεύτερη συνθήκη του Τορν (1454-1466)

α. Ο πόλεμος: Έχοντας κάνει εχθρούς τους ίδιους τους υπηκόους του, αντιμέτωπο με θανάσιμο κίνδυνο, το Τάγμα ξαναβρίσκει την ενότητά του την ύστατη στιγμή. Υπάρχει ίσως σωτηρία, ακόμη και τώρα: οι ιππότες είναι αξιόμαχοι, το δίκτυο των κάστρων και των οχυρών του Τάγματος ισχυρό (Demurger όπ.π., σελ. 270). Το ξεκίνημα του πολέμου δίνει ελπίδες στους Τεύτονες: στις 11 Σεπτεμβρίου 1454 πετυχαίνουν μεγάλη νίκη επί των Πολωνών στο Κόνιτς της Πομερελίας. Λείπουν, όμως, τα χρήματα για να πληρωθούν οι μισθοφόροι, απαραίτητοι όσο ποτέ άλλοτε τώρα που οι υπήκοοι του Τάγματος αρνούνται να εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους στρατιωτικής υπηρεσίας. Ζητώντας την καταβολή των δεδουλευμένων, ο Μοραβός Βερνάρδος του Ζίννενμπεργκ, επικεφαλής των Τσέχων μισθοφόρων που φρουρούν το Μαρίενμπουργκ, συλλαμβάνει και κρατά όμηρο τον μεγάλο μάγιστρο Λουδοβίκο του Έρλιχσχάουζεν. Ο μάγιστρος κατορθώνει να δραπετεύσει και καταφεύγει στο Κένιγκσμπεργκ. Το 1456 ο Καζιμίρ καταλαμβάνει το κάστρο του Μαρίενμπουργκ. Η τευτονική φρουρά της πόλης θα αντισταθεί ηρωικά για τρία ακόμη χρόνια. Έπειτα, οι Τεύτονες υφίστανται αλλεπάλληλες ήττες. Τα κάστρα τους πέφτουν στα χέρια των Πολωνών το ένα μετά το άλλο (Demurger όπ.π., σελ. 271). Ο πόλεμος έχει χαθεί.

β. Η δεύτερη συνθήκη ειρήνης του Τορν: Στις 19 Οκτωβρίου 1466 υπογράφεται στο Τορν νέα συνθήκη ειρήνης μεταξύ Τευτόνων και Πολωνών. Οι όροι της είναι επαχθέστατοι για το Τάγμα. Η Πολωνία αποκτά την Πομερελία με το Ντάντσιχ, την περιοχή του Κουλμ και του Ερμ, το Έλμπινγκ, το Τορν και το Μαρίενμπουργκ, την κοιτίδα δηλαδή του Τάγματος (Demurger όπ.π./ Gouguennheim, όπ.π., σελ. 556-557). Οι Τεύτονες χάνουν τα δύο τρίτα της Πρωσίας (τα πιο πλούσια, εκτός των άλλων), διατηρώντας μόνο το ανατολικό τμήμα της με το Κένιγκσμπεργκ και το Μέμελ, καθώς και την Πομεσανία με το Μαρίενβερντερ, και μάλιστα ως φέουδο που τους παραχωρεί ο Πολωνός μονάρχης, στον οποίο πρέπει να δηλώσει υποτέλεια ο μεγάλος μάγιστρος! 

Αν μετά την πρώτη συνθήκη ειρήνης του Τορν το Τάγμα διατηρούσε ουσιαστικές ελπίδες επιβίωσης, η δεύτερη σηματοδοτεί το τέλος του Ordensstaat. Η ήττα του Τάννενμπεργκ/ Γκρούνβαλντ δεν είχε άμεσα αποτελέσματα, αλλά δημιούργησε τις συνθήκες για την καθοριστική φθορά του Τάγματος. Οι δυνατότητες των Τευτόνων είναι πλέον εξαιρετικά περιορισμένες. Η ανάκτηση των χαμένων εδαφών μοιάζει ανέφικτη. Η Μεγάλη Πολωνία είναι η νέα υπερδύναμη της περιοχής. Βεβαίως το Τάγμα διατηρεί τις εκτεταμένες κτήσεις του στη Λιβονία, καθώς και τις διοικήσεις του στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ίσως πρέπει να επανακαθορίσει τον προορισμό του και να θέσει εαυτόν στην υπηρεσία της χριστιανοσύνης προκειμένου να αποκρουσθεί ο ολοένα και πιο απειλητικός τουρκικός κίνδυνος. Ποιά λύση θα επιλέξει τελικά το Τάγμα; Θα το διαπιστώσουμε στο επόμενο και τελευταίο μέρος της σειράς, όπου και θα επιχειρήσουμε μια συνολική αποτίμηση της δράσης του Τάγματος και του μύθου που κληροδότησε στην Ιστορία.      

Ιερουσαλήμ-Μαρίενμπουργκ – μέρος ΙI (1250-1400)

Οκτώβριος 16, 2010

Αφήσαμε τους Τεύτονες Ιππότες στα μέσα του 13ου αι., ενώ μάχονται σε δύο εντελώς διαφορετικά μέτωπα. Στη Μέση Ανατολή συμμετέχουν στην υπεράσπιση των φραγκικών κρατών, μαζί με τα άλλα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα. Στη Βαλτική ακολουθούν μια επεκτατική πολιτική σε βάρος των ιθαγενών πληθυσμών και οργανώνουν μεθοδικά το κράτος τους στην Πρωσία και τις κτήσεις τους στη Λιβονία. Η περιπέτεια στην Ανατολική Μεσόγειο θα φτάσει σχετικά γρήγορα στο τέλος της, αναγκάζοντας το Τάγμα να επανακαθορίσει την αποστολή και τους σκοπούς της δράσης του. Τα ίδια τα γεγονότα θα οδηγήσουν τους Τεύτονες να αφοσιωθούν αποκλειστικά στο έργο τους στις εσχατιές της Βορειοανατολικής Ευρώπης, της οποίας την Ιστορία πρόκειται να σημαδέψουν ανεξίτηλα.

Ι. Από το Μονφόρ στο Μαρίενμπουργκ

Α. Οι Τεύτονες κατά τον τελευταίο μισό αιώνα ύπαρξης των χριστιανικών κρατών της Ανατολής

Χωρίς ποτέ να αποκτήσουν τη στρατιωτική και πολιτική επιρροή των «μεγαλύτερων αδελφών» τους, των Ναϊτών και των Ιωαννιτών, οι Τεύτονες συνδράμουν με ενεργό τρόπο στην άμυνα του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ (που βέβαια έχει πλέον ως πρωτεύουσα τον Άγιο Ιωάννη της Άκρας), της Κομητείας της Τριπόλεως, του Πριγκιπάτου της Αντιόχειας και του αρμενικού βασιλείου της Κιλικίας. Η Κύπρος και οι φραγκικές κτήσεις στην Ελλάδα αποτελούν τις προκεχωρημένες βάσεις ανεφοδιασμού του Τάγματος. Οι πρωταγωνιστές των γεγονότων δεν το γνωρίζουν βέβαια, αλλά διανύουμε ήδη τις τελευταίες δεκαετίες ύπαρξης των χριστιανικών κρατών της Ανατολής. Οι συνθήκες έχουν επιδεινωθεί και η ισορροπία δυνάμεων έχει μεταβληθεί δραματικά σε βάρος των Φράγκων.

Αφενός, τα χριστιανικά κράτη και ιδίως το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ σπαράσσονται από έριδες: η μάχη για την εξουσία είναι σκληρή και πρωταγωνιστούν σ’ αυτήν «εξωτερικοί» διεκδικητές (αρχικά οι Στάουφεν, μετέπειτα η Ανδεγαυική δυναστεία της Νεάπολης, οι Λουζινιάν της Κύπρου) και οι ντόπιοι υποστηρικτές τους, τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα, ισχυροί τοπικοί φεουδάρχες που επιθυμούν μια πιο ανεξάρτητη πολιτική και οι ιταλικές «ναυτικές δημοκρατίες» που έχουν κτήσεις και εμπορικά συμφέροντα στην περιοχή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατάστασης αποτελεί ο λεγόμενος Πόλεμος του Αγίου Σάββα (1256-1270): με αφορμή την κυριότητα ενός οικοπέδου (όπου και το ομώνυμο μοναστήρι), το οποίο βρίσκεται στα όρια των αντίστοιχων συνοικιών τους στην Άκρα, Βενετία και Γένοβα ξεκινούν μια σφοδρότατη σύγκρουση που θα χωρίσει σε δύο στρατόπεδα τις δυνάμεις της φραγκικής Ανατολής, με ολέθριες συνέπειες. Οι Τεύτονες θα πάρουν φυσικά το μέρος των Ενετών με τους οποίους διατηρούν στενές πολιτικές και εμπορικές σχέσεις: για τη μεταφορά στρατιωτικών δυνάμεων, εφοδίων και εμπορευμάτων ναυλώνουν κυρίως καράβια της Γαληνοτάτης.  

Αφετέρου, στο Σουλτανάτο του Καΐρου, το 1250, ένα πραξικόπημα ανατρέπει τους Αγιουβίδες, τη δυναστεία που ίδρυσε ο Σαλαδίνος, και φέρνει στην εξουσία τους Μαμελούκους, αξιωματικούς με καταγωγή (συνήθως τουρκική) από τις περιοχές της Μαύρης Θάλασσας, του Καυκάσου και του Τουρκεστάν, οι οποίοι αγοράσθηκαν κατά την παιδική τους ηλικία σαν σκλάβοι για να εκπαιδευθούν και να υπηρετήσουν στον στρατό του σουλτανάτου. Οι Μαμελούκοι εγκαταλείπουν την πολιτική σχετικής ανοχής που ακολουθούσαν οι Αγιουβίδες και θέτουν σε εφαρμογή ένα σχέδιο κατάκτησης του συνόλου των χριστιανικών εδαφών σε Συρία και Παλαιστίνη. Ο σουλτάνος Μπαϋμπάρς κατακτά ολόκληρο το Πριγκιπάτο της Αντιόχειας και πολλά από τα εδάφη του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ. Το 1271 πολιορκεί (για δεύτερη φορά) και τελικά καταλαμβάνει το κάστρο του Μονφόρ, την έδρα του Τάγματος. Οι επιζώντες καταφεύγουν στην Άκρα που γίνεται η νέα έδρα των Τευτόνων. Ο οριστικός αφανισμός των φραγκικών κρατών είναι θέμα χρόνου: το 1289, ο διάδοχος του Μπαϋμπάρς, ο Καλαβούν, κατακτά την Τρίπολη. Ο γιος του τελευταίου, ο Αλ Ασράφ, θα πολιορκήσει την πρωτεύουσα των Χριστιανών, την Άκρα, την άνοιξη του 1291. Οι πολιορκημένου θα αμυνθούν ηρωϊκά, αλλά ο αγώνας τους είναι μάταιος. Στην πολιορκία θα μετέχει το σύνολο σχεδόν των δυνάμεων των Τευτόνων στην Παλαιστίνη, καθώς και ενισχύσεις από τη Σικελία, τις οποίες έστειλε ο μέγας μάγιστρος Κορράδος του Φώυχτβάνγκεν. Στις 28 Μαΐου 1291 σβήνει κι η τελευταία εστία αντίστασης, το οχυρό των Ναϊτών. Το τέλος των χριστιανικών κρατών έχει πλέον γραφτεί.

Β. Από τη Μεσόγειο στην Πρωσία:

Η πτώση της Άκρας και η οριστική απώλεια των φραγκικών κτήσεων στους Άγιους Τόπους υπήρξε τραυματική εμπειρία για το Τάγμα των Τευτόνων, όπως και για τα άλλα δύο στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα. Πρέπει να αναζητηθεί νέα έδρα και να καθοριστεί εκ νέου ο σκοπός του Τάγματος, σε μια εποχή που έχει ατονήσει το ενδιαφέρον για τους Άγιους Τόπους και τα πολιτικά και θρησκευτικά κέντρα εξουσίας στη Δύση αντιμετωπίζουν την ιδέα των σταυροφοριών, γενικά, και τα τάγματα, ειδικότερα, με σκεπτικισμό. Το χρονικό σημείο είναι απολύτως καθοριστικής σημασίας: τα μετέπειτα γεγονότα αποδεικνύουν ότι η επιλογή έδρας και σκοπού έκρινε κυριολεκτικά την επιβίωση των τριών ταγμάτων. Πιο συντηρητικοί, πιο πιστοί (ή προσκολλημένοι) στην ιδέα της ανάκτησης των Αγίων Τόπων, οι Ναΐτες έπεσαν τελικά στα δίχτυα του Φίλιππου του Ωραίου της Γαλλίας και σχεδόν μετά από μια εικοσαετία διαλύθηκαν με τρόπο δραματικό. Πιο προνοητικοί (και πιο τυχεροί), οι Ιωαννίτες μεταφέρθηκαν στα Δωδεκάνησα όπου οργάνωσαν το κράτος τους και συνέχισαν να πολεμούν τους μουσουλμάνους με νέα μέσα και σε νέα μέτωπα. Όσο για τους Τεύτονες…

α. Άκρα-Βενετία: Αντί να επιλέξουν την προσωρινή λύση που προτίμησαν οι άλλοι δύο και να μετεγκασταθούν στην Κύπρο των Λουζινιάν, οι Τεύτονες Ιππότες επέλεξαν να μεταφέρουν την έδρα του τάγματος στη Βενετία. Καταρχάς, η λύση εξηγείται τόσο από την επιθυμία να αποφύγουν τους περιορισμούς που επέβαλαν οι Λουζινιάν στα τάγματα που εγκαταστάθηκαν στο νησί τους όσο και από τις παραδοσιακά εξαίρετες σχέσεις των Τευτόνων με τη Γαληνοτάτη. Επιπλέον, η Βενετία βρισκόταν σχετικά μακριά από την παπική εξουσία, ενώ πλεονεκτούσε έναντι μιας άλλης πιθανής λύσης, της Σικελίας, που την εποχή εκείνη σπαράσσεται από τη σύγκρουση Αραγονέζων και Ανδεγαυών. Κυρίως, όμως, η επιλογή της Βενετίας αποτελεί αποτέλεσμα προσωρινού συμβιβασμού μεταξύ των δύο αντίπαλων τάσεων που έχουν διαμορφωθεί στο εσωτερικό του Τάγματος: η πρώτη τάση προκρίνει τη συνέχιση του αγώνα για την ανάκτηση των εδαφών στην Παλαιστίνη και στη Συρία, ενώ η δεύτερη υποστηρίζει ότι οι Τεύτονες πρέπει να στρέψουν την προσοχή τους αποκλειστικά στη Βαλτική και στο υπό σύσταση κράτος τους. Ταυτόχρονα συγκρούονται και δύο αντικρουόμενες αντιλήψεις σχετικά με την οργάνωση και τη διοίκηση του Τάγματος: ορισμένοι πιστεύουν ότι το Τάγμα πρέπει να διοικείται συλλογικά, άλλοι υποστηρίζουν τη σχεδόν απόλυτη εξουσία του μεγάλου μαγίστρου. Η συνύπαρξη των παρατάξεων δεν είναι ακριβώς ειρηνική: το 1303 οι υποστηρικτές της πρωσικής λύσης θα εξαναγκάσουν σε παραίτηση τον διάδοχο του Κορράδου του Φώυχτβάνγκεν, τον μεγάλο μάγιστρο Γοδεφρείδο του Χοενλόε.

β. Βενετία-Μαρίενμπουργκ: Το Τάγμα θα εκλέξει στη θέση του τελευταίου τον Ζίγκφριντ του Φώυχτβάνγκεν (συγγενή του προναφερθέντος μαγίστρου): πρόκειται για τον μεγάλο μάγιστρο που, το 1309, θα αποφασίσει τη μεταφορά της έδρας του τάγματος στην Πρωσία και συγκεκριμένα στο Μαρίενμπουργκ (σημερινό Μάλμπορκ στην Πολωνία), την πόλη που το 1280 ίδρυσαν οι Τεύτονες στις όχθες του Νόγκατ, ενός παραπόταμου του Βιστούλα. Είναι σαφές ότι ο καταγόμενος από τη Φραγκονία μεγάλος μάγιστρος ανήκε στο «πρωσικό κόμμα», ακολουθώντας την πολιτική γραμμή που εξέφραζε κι ο συγγενής προκάτοχός του Κορράδος. Η μετεγκατάσταση στην Πρωσία εξηγείται από πολλούς λόγους: η Πρωσία παρέχει ασφάλεια και ελευθερία κινήσεων στο Τάγμα, μια και είναι μακριά και από τον πάπα και από τον αυτοκράτορα. Ανήκει στο Τάγμα, άρα του παρέχει πολιτική και οικονομική ανεξαρτησία. Επιπλέον, προσφέρει στον εκάστοτε μεγάλο μάγιστρο τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους σε προσωπικό επίπεδο (μετά την πτώση του Μονφόρ το 1271 ο μεγάλος μάγιστρος δεν είχε ουσιαστικά καμία προσωπική ιδοκτησία). Η επιλογή του Μαρίενμπουργκ ειδικά δικαιολογείται από τη στρατηγική του θέση, στο σημείο που συναντιέται ο άξονας Βιστούλα-Νόγκατ-Βαλτικής με τη χερσαία οδό Ντάντσιχ-Έλμπινγκ-Κένιγκσμπεργκ.

Η μεταφορά της έδρας, παρότι οι εξελίξεις την καθιστούν επιβεβλημένη υπόθεση, δεν θα αποδειχθεί και τόσο απλή υπόθεση. Ο επόμενος μεγάλος μάγιστρος, ο Κάρολος της Τρίερ θα διοικήσει το Τάγμα από τη γενέτειρά του! Ο Κάρολος είχε πραγματοποιήσει το μεγαλύτερο μέρος της σταδιοδρομίας του στη Γαλλία, πριν υπηρετήσει στη Βενετία ως μέγας διοικητής του Τάγματος. Φαίνεται ότι τον εξέλεξαν οι εχθροί του «πρωσικού κόμματος», πιθανώς με την ελπίδα να ματαιωθεί η μεταφορά της έδρας στην Πρωσία. Εντούτοις, ο Κάρολος του Τρίερ, επιδέξιος διπλωμάτης και πολιτικός, θα προτιμήσει να συνεργαστεί με επιφανή στελέχη της πρωσικής παράταξης, προσπαθώντας να κατευνάσει τις αντιπαλότητες. Θα κάνει όμως το λάθος να ευνοήσει τους αστούς των πόλεων της Πρωσίας σε οικονομικά ζητήματα, καταργώντας προνόμια του Τάγματος! Η πολιτική αυτή θα στρέψει την πλειονότητα των ιπποτών εναντίον του. Στο διάστημα 1312-1318 ο Κάρολος είναι κατ’ όνομα μόνο μέγας μάγιστρος και περνά τον χρόνο του μεταξύ Τρίερ και παπικής έδρας στην Αβινιόν. Επιτυγχάνοντας να προσεταιριστεί τον μάγιστρο της Γερμανίας και ορισμένους από τους ιππότες στην Πρωσία, αποκαθίσταται στο αξίωμά του κατά τη συνέλευση του Τάγματος στην Ερφούρτη (1318). Μέχρι τον θάνατό του (1324) δεν πρόκειται πάντως να εγκατασταθεί στο Μαρίενμπουργκ (βλ. Sylvain Gouguennheim “Les Chevaliers Teutoniques“, εκδ. Tallandier, Παρίσι, 2007, σελ. 327-328). Η εγκατάσταση στο Μαρίενμπουργκ θα υλοποιηθεί ουσιαστικά μόλις το 1323.

Η μεταφορά της έδρας του Τάγματος στην Πρωσία έχει ως συνέπεια την αναμόρφωση των δομών και της λειτουργίας του. Η Πρωσία είναι πλέον το έδαφος όπου κυριαρχικά δικαιώματα ασκεί ο μεγάλος μάγιστρος. Οι μάγιστροι της Γερμανίας και της Λιβονίας αποκτούν σχετική αυτονομία και ουσιαστική ελευθερία κινήσεων. Οι κτήσεις στη Μεσόγειο περιθωριοποιούνται. Από το 1367 περνούν στη δικαιοδοσία του μαγίστρου της Γερμανίας (Kristjan Toomaspoeg “Histoire des Chevaliers Teutoniques” εκδ. Flammarion, Παρίσι, 2001, σελ. 78 επ.). Το κέντρο βάρους της δράσης του Τάγματος έχει οριστικά και αμετάκλητα μετατοπιστεί στη Βαλτική. 

ΙΙ. Οι Τεύτονες στη Βαλτική από το 1250 έως το 1400

Στο προηγούμενο μέρος είδαμε τον τρόπο με τον οποίο οι Τεύτονες εγκαταστάθηκαν στην Πρωσία και στη Λιβονία. Έχοντας εξασφαλίσει ευθύς εξαρχής από τον πάπα και τον αυτοκράτορα κυριαρχικά δικαιώματα στην Πρωσία, οι Τεύτονες έχουν τη δυνατότητα να οργανώσουν το δικό τους κράτος. Στη Λιβονία, αντιθέτως, μολονότι ελέγχουν το μεγαλύτερο τμήμα της, οι κτήσεις τους είναι διάσπαρτες, ενώ το Τάγμα πρέπει να συνυπάρξει με μια σειρά από ανταγωνιστικά προς αυτό κέντρα εξουσίας (αρχιεπίσκοπος της Ρίγας, επίσκοποι του Ντόρπατ, της Κουρλάνδης και του Έζελ, και, ως το 1346, κτήσεις του δανικού στέμματος στην Εσθονία). Αφού εξετάσουμε πρώτα τη στρατιωτική δράση του Τάγματος σε ολόκληρο τον χώρο της Ανατολικής Βαλτικής (Α), θα εκθέσουμε συνοπτικά μερικά στοιχεία της οργάνωσης του κράτους των Τευτόνων στην Πρωσία (Β).   

Α. Η στρατιωτική δράση των Τευτόνων στη Βαλτική

Σκοπός των πολέμων στην Πρωσία, τη Λιβονία και τη Λιθουανία είναι η κατάκτηση εδαφών και ο προσηλυτισμός των ειδωλολατρών ιθαγενών.

α. Τα ιστορικά γεγονότα: Στα μέσα του 13ου αι. οι Τεύτονες φαίνεται ότι έχουν σταθεροποιήσει τις θέσεις τους σε Πρωσία και Λιβονία. Παράλληλα, οι σχέσεις τους με τη Λιθουανία μοιάζουν ειρηνικές. Το 1251 ο μεγάλος δούκας Μιντάουγκας ασπάζεται τον χριστιανισμό και παραχωρεί προνόμια στο Τάγμα. Αυτή η αίσθηση ασφάλειας αποδεικνύεται απατηλή. Η επέκταση των Τευτόνων στην Ανατολική Πρωσία προκαλεί υποψίες στον Μιντάουγκας ο οποίος αισθάνεται ότι το κράτος του απειλείται. Η σπίθα που θα προκαλέσει την έκρηξη δεν είναι άλλη από τις εξεγέρσεις των πληθυσμών στις περιοχές ανάμεσα στην Πρωσία και τη Λιθουανία (i), η οποία θα δώσει την ευκαιρία στους Λιθουανούς να αναδειχθούν ως οι κατεξοχήν αντίπαλοι των Τευτόνων (ii). Λίγο αργότερα, οι διαμάχες για την πρωτοκαθεδρία στο χριστιανικό στρατόπεδο θα διαρρήξουν τις σχέσεις του Τάγματος με την Πολωνία (iii).

i. Οι Τεύτονες ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά: Το 1259 ξεσπά συντονισμένη εξέγερση των Σεμιγάλλιων και των Κούρων. Σχεδόν ταυτόχρονα επιτίθενται στους Τεύτονες οι Σαμογέτες που κατοικούν στο βορειοδυτικό τμήμα της Λιθουανίας. Οι Τεύτονες συγκεντρώνουν στρατεύματα τόσο στην Πρωσία όσο και στη Λιβονία και συναντούν τους Σαμογέτες στο Ντούρμπεν της σημερινής Λεττονίας. Στη μάχη που ακολουθεί (13 Ιουλίου 1260) υφίστανται πραγματική πανωλεθρία. Η μάχη κρίθηκε όταν λιποτάκτησαν τα βοηθητικά στρατεύματα των Τευτόνων, που αποτελούνταν από Πρώσους και Κούρους. Οι Τεύτονες έχασαν πάνω από 150 ιππότες, μεταξύ των οποίων ήταν ο μάγιστρος της Λιβονίας (Μπούρχαρντ του Χορνχάουζεν) και ο μαρισκάλδος του Τάγματος (Ερρίκος Μποτέλ). Η συντριβή αυτή παρακινεί τον Μιντάουγκας της Λιθουανίας να αποκηρύξει τον χριστιανισμό και να επιτεθεί κι αυτός στους Τεύτονες. Τον Ιανουάριο του 1261 αντιμετωπίζει τις ενωμένες δυνάμεις των Τευτόνων και των Πολωνών στο Ποκάρβιστ της Μαζοβίας και τις νικά κατά κράτος. Τέλος, οι δυσκολίες του Τάγματος επιδεινώνονται ακόμη περισσότερο όταν οι Πρώσοι βρίσκουν κι αυτοί την ευκαιρία και ξεκινούν μαζική εξέγερση που θα κρατήσει πάνω από είκοσι χρόνια. Καταπιεσμένοι, αγανακτισμένοι από την καταναγκαστική εργασία (π.χ. για την ανέγερση κάστρων και οχυρών) στην οποία τους υποχρεώνουν οι Τεύτονες, οι Πρώσοι εξεγείρονται συντονισμένα στις 21 Σεπτεμβρίου 1260. Μέχρι το 1263 η εξέγερση έχει εξαπλωθεί σε όλο το πρωσικό έδαφος. Οι Τεύτονες δεν ελέγχουν παρά μερικές πόλεις. Μεταξύ των ηγετών της πρωσικής εξέγερσης ξεχωρίζει η μορφή του Έρκους Μόντε. Όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, ο Μόντε ήταν άνθρωπος με άριστη γνώση του εχθρού: γνώριζε πολύ καλά τη γερμανική γλώσσα και τον γερμανικό τρόπο ζωής, μια και είχε σπουδάσει στο Μαγδεβούργο. Πραγματικός ηγέτης για τον λαό του, ο Μόντε υπήρξε αμείλικτος με τους Τεύτονες ιππότες και τους Γερμανούς αποίκους. Νικά τους εχθρούς του σε πολλές μάχες, αλλά το 1272 συλλαμβάνεται και απαγχονίζεται από τους Τεύτονες (Toomaspoeg, όπ.π., σελ. 106). Το 1272 είναι σημαδιακή χρονιά, καθώς οι ιππότες ανακτούν τον έλεγχο της κατάστασης. Η εξέγερση των Πρώσων θα συνεχιστεί, πάντως, μια και θα καταπνιγεί οριστικά μόλις το 1283. Όσο για την εξέγερση των Σεμιγάλλιων που είχε κατά τα φαινόμενα κατασταλεί, ξεσπά εκ νέου το 1280. Οι Τεύτονες θα αναγκαστούν να συντονίσουν τις κινήσεις τους με τον αρχιεπίσκοπο της Ρίγας, ενώ θα χρειαστούν μαζικές σφαγές για να υποταγούν οριστικά οι εξεγερμένοι. Η τελική νίκη επί του «εσωτερικού» εχθρού είχε υψηλό τίμημα. Πλέον απομένει ο «εξωτερικός» εχθρός που είναι, όμως, ακόμη πιο επίφοβος. 

ii. Λιθουανία, η μεγάλη αντίπαλος των Τευτόνων: η αχανής επικράτεια του λιθουανικού κράτους εισχωρεί σαν σφήνα ανάμεσα στην Πρωσία και τις κτήσεις των Τευτόνων στη Λιβονία, καθιστώντας αδύνατη τη μεταξύ τους επικοινωνία μέσω ξηράς. Οι Τεύτονες προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα με την ίδρυση, το 1252, του λιμανιού του Μέμελ (λιθ. Κλαϊπέντα) στο ανατολικό άκρο της Πρωσίας, αλλά η ναυσιπλοΐα δεν αποτελεί ικανοποιητική λύση σε μια περιοχή που η θάλασσα παραμένει παγωμένη για μερικούς μήνες τον χρόνο. Το πρόβλημα αυτό άλλωστε αποτελεί και τον βασικό λόγο για τον οποίο ο γερμανικός αποικισμός στη Λιβονία δεν μπόρεσε ποτέ να φτάσει σε αριθμούς αυτόν της Πρωσίας. Το λιθουανικό κράτος είναι ισχυρό: στηρίζεται σε μια πολυάριθμη και πλούσια στρατιωτική αριστοκρατία, η οποία επιδίδεται σε συνεχείς επιδρομές στα εδάφη των Τευτόνων. Οι πόλεμοι μεταξύ των δύο πλευρών είναι πράγματι αναρίθμητοι: π.χ. το 1297 ο Μπρούνο, μάγιστρος της Λιβονίας, κατορθώνει να αποκρούσει την επίθεση των Λιθουανών και εισβάλλει στα εδάφη τους όπου, όμως, θα ηττηθεί. Το 1299 οι Λιθουανοί εισβάλλουν στην Ανατολική Πρωσία, αλλά αποκρούονται. Αντί να υποχωρήσουν επιχειρούν αντιπερισπασμό και εισβάλλουν στην Πολωνία και τη Νότια Πρωσία, όπου λεηλατούν το Ντόμπριν και το Κουλμ. Οι Πολωνοί ζητούν τη βοήθεια των Τευτόνων και από κοινού νικούν τους Λιθουανούς. Στο διάστημα 1300-1410 καταγράφονται περίπου 300 συγκρούσεις με τους Λιθουανούς! Κατά το πρώτο μισό του 14ου αι. οι Τεύτονες κρατούν τις θέσεις τους χωρίς απώλειες εδαφών, αλλά δίχως να πετύχουν νίκες καθοριστικής σημασίας. Μετά το 1350, ιδίως δε κατά το διάστημα που μέγας μάγιστρος είναι ο Βίνριχ του Κνιπρόντε (1351-1382), μια από τις μεγαλύτερες μορφές της Ιστορίας του Τάγματος, οι Τεύτονες αποκτούν τον έλεγχο του παιχνιδιού. Ο Βίνριχ, «ο άνθρωπος που το όνομά του ταυτίζεται με την παντοδυναμία του Τάγματος» (Gouguenheim, όπ.π., σελ. 329), συνεργάζεται με τον αρχιεπίσκοπο της Ρίγας και κατορθώνει να επιβάλει υποχρέωση στρατιωτικής υπηρεσίας στους αστούς και της Λιβονίας. Το 1370 νικά θριαμβευτικά τους Λιθουανούς στη μάχη του Ρουντάου. Παράλληλα εκμεταλλεύεται τις δυναστικές έριδες στη Λιθουανία: ο μάγιστρος συμμαχεί με τον διάδοχο του δουκάτου, τον Γιογκάιλα, εναντίον του θείου του δεύτερου, του Κεστούτις, ο οποίος έχει σφετεριστεί την εξουσία στη Λιθουανία (1377). 

iii. Από σύμμαχοι εχθροί – οι σχέσεις Τευτόνων και Πολωνών από το 1250 και μετά: Κατά το μεγαλύτερο μέρος του 13ου αι. η συνεργασία Τευτόνων και Πολωνών είναι αγαστή. Συναποτελούν τη χριστιανική συμμαχία που μάχεται τους ειδωλολάτρες Πρώσους και Λιθουανούς. Στο έργο του Πολωνού χρονικογράφου Γιαν Ντλούγκος (δεύτερο μισό του 15ου αι.), συγγραφέα που εμφορείται από εχθρικά για τους Τεύτονες αισθήματα, Πολωνοί και Γερμανοί παρουσιάζονται κατά τον 13ο αι. ως φίλοι και σύμμαχοι, ενώ οι ειδωλολάτρες ως βάρβαροι που σκοτώνουν τους καλούς χριστιανούς. Οι Λιθουανικοί ειδικότερα χαρακτηρίζονται ως οι φυσικοί εχθροί των Πολωνών. Σε όλα τα πεδία των μαχών Πολωνοί και Τεύτονες πολεμούν μαζί. Ωστόσο η σύγκρουση συμφερόντων δεν θα αργήσει να τους φέρει αντιμέτωπους.

Οι πρώτες διαφορές μεταξύ των Πολωνών και του Τάγματος αφορούν την οργάνωση των επισκοπικών περιφερειών: οι Τεύτονες προτιμούν την υπαγωγή του Κουλμ στην αρχιεπισκοπή της Ρίγας κι όχι σε κάποια από τις επισκοπές της Πολωνίας όπως θα ήταν φυσικό από γεωγραφική άποψη. Η διαφορά όμως που θα προκαλέσει την οριστική ρήξη μεταξύ των δύο πλευρών είναι το ζήτημα της Ανατολικής Πομερανίας (ή Πομερελίας). Το 1295 ο δούκας της Πομερελίας, ο Μέστβιν, πεθαίνει άκληρος και κληροδοτεί τα εδάφη του στον Πρεμισλάο Β΄ (πολ. Przemysł), δούκα της Μεγάλης Πολωνίας και μετέπειτα βασιλιά της ενωμένης Πολωνίας. Εσωτερικά προβλήματα δεν επιτρέπουν στον Πρεμισλάο να προσαρτήσει την Πομερελία, την οποία διεκδικούν και οι μαργράβοι του Βρανδεβούργου. Το 1307 ο νέος βασιλιάς της Πολωνίας, ο Λαδισλάος ο Βραχύς (πολ. Władysław I Łokietek) επιχειρεί να ασκήσει τα κυριαρχικά του δικαιώματα στην Ανατολική Πομερανία. Οχυρώνεται στο Γκντανσκ και ζητεί τη βοήθεια των Τευτόνων για να αντιμετωπίσει τους Σάξονες του Βρανδεβούργου. Οι Τεύτονες εκπληρώνουν την αποστολή τους, αλλά καταλαμβάνουν την πόλη και ζητούν από τον Λαδισλάο αποζημίωση για τα έξοδά τους. Το ποσό που ζητείται είναι πολύ υψηλό και οι διαπραγματεύσεις αποτυγχάνουν. Τότε οι Τεύτονες γκρεμίζουν τα τείχη του Γκντανσκ, τρομοκρατούν τον πληθυσμό της πόλης και σφαγιάζουν την πολωνική φρουρά. Στη συνέχεια διαπραγματεύονται με τον μαργράβο του Βρανδεβούργου και αγοράζουν τα υποτιθέμενα δικαιώματά του επί του δουκάτου σε συμφέρουσα τιμή (1309). Το Γκντανσκ έχει πλέον γίνει Ντάντσιχ! Οι Πολωνοί θα επιχειρήσουν να ανακτήσουν την Πομερελία με τα όπλα ή με τη μεσολάβηση του πάπα. Παρότι, όμως, ο ποντίφηκας θα δικαιώσει δύο φορές δικαστικά τους Πολωνούς (1320, 1339), οι αποφάσεις του δεν θα εφαρμοστούν ποτέ. Η στρατιωτική αδυναμία των Πολωνών θα τους αναγκάσει σε συμβιβασμό: με τη συνθήκη ειρήνης του Κάλις (1343) η Πολωνία ανακτά την Κουγιαβία και το Ντόμπριν, αλλά αναγκάζεται να δωρίσει την Ανατολική Πομερανία στους Τεύτονες, οι οποίοι έχουν διευρύνει τα εδάφη τους και έχουν αποκτήσει ένα εξαιρετικό λιμάνι.    

β. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του πολέμου

i. Οι ιδιαιτερότητες ως προς τη διεξαγωγή των πολεμικών επιχειρήσεων: Στην Πρωσία και τις άλλες χώρες της Βαλτικής η μορφολογία του εδάφους και οι κλιματικές συνθήκες καθορίζουν τον τρόπο διεξαγωγής των πολεμικών επιχειρήσεων (Demurger, όπ.π., σελ. 141-142). Η Πρωσία είναι πεδινή χώρα, ελώδης κατά περιοχές (κοντά στις ακτές και σε μεγάλο τμήμα των συνόρων με τη Λιθουανία). Οι επιχειρήσεις μπορούν να διεξάγονται τόσο κατά τη διάρκεια του θέρους όσο και του χειμώνα, υπό συγκεκριμένες, όμως, προϋποθέσεις: το θέρος πρέπει να είναι ξηρό, ο χειμώνας μετρίως ψυχρός (αρκετά ψυχρός ώστε να παγώνουν τα έλη, οι λίμνες και τα ποτάμια, καθιστώντας δυνατή τη μετακίνηση στρατευμάτων) και ξηρός (οι χιονοθύελλες δεν επιτρέπουν καμία στρατιωτική δράση). Ένα κάπως βροχερό καλοκαίρι ή ένας υγρός χειμώνας αρκούν για να αναβάλουν την υλοποίηση οποιουδήποτε στρατιωτικού σχεδίου. Συνήθως πρόκειται για απλές επιδρομές σε εχθρικό έδαφος. Οι μεγαλύτερης κλίμακας επιχειρήσεις διεξάγονται κυρίως το καλοκαίρι. 

ii. Το έμψυχο δυναμικό: η δύναμη του Τάγματος δεν έφτασε ποτέ τους 2.000 ιππότες! Φυσικά υπήρχαν οι υπαξιωματικοί και οι φίλοι των Τευτόνων, αλλά και πάλι η στρατιωτική δύναμη δεν επαρκούσε. Το Τάγμα αντιμετώπιζε την εγγενή αυτή έλλειψη με διάφορους τρόπους. Σποραδικά, ζητούσε από τον πάπα να κηρύξει σταυροφορία για την ενίσχυσή τους στον πόλεμο κατά των ειδωλολατρών. Οι Τεύτονες χρησιμοποιούσαν με μέτρο τη λύση αυτή, γιατί τους ενδιέφερε να διατηρούν πάντα οι ίδιοι τον έλεγχο των επιχειρήσεων. Πολύ συχνότερα στρατολογούσαν εθελοντές από τη Γερμανία. Από ένα χρονικό σημείο και μετά επιστράτευαν τους ευγενείς που ήταν υποτελείς στο Τάγμα, το οποίο τους είχε παραχωρήσει φέουδα στη Βαλτική. Επέβαλλαν επίσης στρατιωτική υποχρέωση στους κατοίκους των πόλεων του κράτους τους. Τέλος, έκαναν εκτεταμένη χρήση βοηθητικών στρατευμάτων που επανδρώνονταν από τους ιθαγενείς πληθυσμούς (π.χ. Πρώσους ή Εσθονούς). 

iii. Η αγριότητα των συγκρούσεων: Στις χώρες της Βαλτικής διεξάγεται ένας εξαιρετικά σκληρός διαρκής πόλεμο. Όπως σημειώνει ο Αλαίν Ντεμυρζέ (“Chevaliers du Christ – Les ordres religieux-militaires au Moyen Âge, XIe-XVIe siècle“, εκδ. Seuil, Παρίσι, 2002, σελ. 143): «οι Τεύτονες δεν είχαν το μονοπώλιο της βίας. Ο Γερμανός ή ο Πολωνός άποικος που έπεφτε στα χέρια των Λιθουανών δεν είχε και πολύ μεγάλη τύχη. Βεβαίως, ο εισβολέας ήταν Τεύτονας και χριστιανός. Σε κάθε περίπτωση, οι πόλεμοι στην Πρωσία και τη Λιθουανία δεν είναι παρά μια ατέλειωτη σειρά από σφαγές, εκτελέσεις αιχμαλώτων, υποδουλώσεις, βασανιστήρια και θανατώσεις στην πυρά, μαζικές εκτοπίσεις πληθυσμών«! Κι έπειτα, ο ιστορικός αναφέρει το παράδειγμα που παρατίθεται στο χρονικό του Βίγκαντ του Μαρβούργου: το 1372, ο Τεύτονας διοκητής του Ίστερμπουργκ στην Ανατολική Πρωσία κάνει μια επιδρομή ρουτίνας στα εδάφη των απίστων. Λεηλατεί και καίει τέσσερα χωριά και στη συνέχεια σφάζει όλους τους κατοίκους τους, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας, χωρίς φυσικά να σκεφτεί καν να προτείνει να τους χαρίσει τη ζωή αν βαφτιστούν χριστιανοί! 

Μπορεί να γίνει λόγος για γενοκτονία των ιθαγενών Πρώσων; Είναι βέβαιο ότι υπήρξαν μαζικές σφαγές πληθυσμών, ωστόσο οι Πρώσοι δεν αφανίστηκαν. Το 1200 (πριν την άφιξη των Τευτόνων) ο ιθαγενής πληθυσμός της Πρωσίας ανερχόταν στις 170.000. Το 1300 είχε πέσει στις 90.000, αλλά εκτός από τις σφαγές η μείωση οφειλόταν και στη μετανάστευση μεγάλου μέρους του πληθυσμού στη Λιθουανία. Το 1400, πάντως, οι ιθαγενείς Πρώσοι ήταν περίπου 140.000, αύξηση σαφώς σημαντική. Είναι, μάλλον, ορθότερο να δεχτούμε ότι τελικά οι ιθαγενείς πληθυσμοί αφομοιώθηκαν (Gouguenheim, όπ.π., σελ. 208-210, 370.373/ Toomaspoeg, όπ.π., σελ. 110). Άλλωστε, αρκετοί από τους Πρώσους αριστοκράτες (και όχι μόνο) επέλεξαν να συνεργαστούν με τους Τεύτονες και ανταμείφθηκαν για τις υπηρεσίες τους. Για παράδειγμα, ο Σκόμαντ, ο οποίος ήταν ένας από τους ηγέτες της μεγάλης εξέγερσης των Πρώσων κατά των Τευτόνων, συνθηκολόγησε τελικά με τους κατακτητές: σε αντάλλαγμα του παραχωρήθηκε το 1285 ένα χωριό ως φέουδο, μαζί με την εξουσία απονομής δικαιοσύνης. Τέλος, μετά από ορισμένη εποχή, οι Πρώσοι αριστοκράτες μπορούσαν να γίνουν δεκτοί ακόμη κι ως ιππότες (όπως ο Ιωάννης της Φόλντε που σταδιοδρόμησε φτάνοντας ως το αξίωμα του γενικού πληρεξούσιου του Τάγματος στη Ρώμη). 

γ. Επικρίσεις και προπαγάνδα

i. Η αντίδραση στις μεθόδους του Τάγματος: οι αμφιλεγόμενες μέθοδοι που χρησιμοποιούν οι Τεύτονες και κυρίως οι φρικαλεότητες με τις οποίες χρεώνονται προκάλεσαν αναπόφευκτα την αντίδραση της χριστιανικής Ευρώπης. Οι εκκλησιαστικοί και πνευματικοί κύκλοι της Δύσης επικρίνουν με ιδιαίτερη αυστηρότητα το Τάγμα. Ο διάσημος Φραγκισκανός λόγιος Ρογήρος Βάκων έγραφε το 1268: «οι Πρώσοι και οι γειτονικοί τους λαοί… επιθυμούν να ασπασθούν τον χριστιανισμό και είναι εξαιρετικά ευτυχείς όταν η Εκκλησία τους επιτρέπει να διατηρήσουν την ελευθερία τους και να χαίρονται ειρηνικά τα αγαθά τους. Πλην όμως οι χριστιανοί ηγεμόνες που εργάζονται για τον προσηλυτισμό τους και ιδίως οι αδελφοί του Τάγματος των Τευτόνων επιθυμούν να τους υποδουλώσουν» (Opus Majus, I, 3).

Αλλά και οι ίδιοι οι ποντίφηκες (π.χ. Κλήμης Ε΄ και Ιωάννης ΚΒ΄) δεν δίστασαν να καταδικάσουν τις μεθόδους των Τευτόνων: σε όλες τις περιπτώσεις που αποφάνθηκαν δικαστικώς επί διαφορών μεταξύ του Τάγματος και τρίτων, δικαίωσαν τους αντιδίκους των Τευτόνων. Εκτός από τις προαναφερθείσες αποφάσεις υπέρ των Πολωνών για το ζήτημα της Πομερελίας, η σημαντικότερη υπόθαση αφορά τη διαφορά μεταξύ του Αρχιεπίσκοπου και των αστών της Ρίγας, αφενός, και των Τευτόνων ιπποτών της λιβονικής πόλης, αφετέρου (Demurger, όπ.π., σελ. 231-232). Αντικείμενο της διαμάχης ήταν τα δικαιώματα ναυσιπλοΐας στον ποταμό Ντύνα. Η διαφορά οξύνθηκε τόσο που οι κάτοικοι της Ρίγας συμμάχησαν με τους Λιθουανούς και κατέστρεψαν ένα κάστρο των Τευτόνων. Σε αντίποινα, οι Τεύτονες σφαγιάζουν τους κατοίκους του Στρασβούργου της Λιβονίας (Μπρόντνιτσας). Γίνεται έκκληση στον πάπα. Οι κατηγορίες κατά του Τάγματος είναι πράγματι φοβερές: οι Τεύτονες αδιαφορούν για το ιεραποστολικό τους έργο και ασχολούνται μόνο με τον πλουτισμό, ενώ καταπιέζουν τους χριστιανούς της Λιβονίας. Ακόμη, με τρόπο που αντιβαίνει στις πλέον θεμελιώδεις αρχές του χριστιανισμού, προτιμούν να θανατώνουν τους τραυματίες τους στη μάχη, ενώ καίνε τους νεκρούς ιππότες! Το 1306, ο Κλήμης Ε΄ διατάσσει τη διενέργεια ανάκρισης. Η διαδικασία ολοκληρώνεται το 1311: οι Τεύτονες της Ρίγας αφορίζονται. Θα χρειαστεί η διπλωματική επιδεξιότητα του μεγάλου μαγίστρου Καρόλου της Τρίερ για να εξευμενιστεί ο πάπας.

ii. Η αντίκρουση των επικρίσεων – σταυροφορίες και προπαγάνδα: Το Τάγμα θα αντιμετωπίσει τις επικρίσεις αυτές με δύο όπλα: τη στρατιωτική υπεροχή του (που το καθιστά τον πιο αξιόπιστο υπερασπιστή των χριστιανικών συμφερόντων στην περιοχή) και την προπαγάνδα (Demurger, όπ.π., σελ. 233). Η πλέον επιτυχής σύνθεση των δύο αυτών πτυχών δεν είναι άλλη από τις ιδιόμορφες «σταυροφορίες» που διοργάνωναν οι Τεύτονες σε τακτά διαστήματα (συνήθως δύο φορές τον χρόνο, χειμώνα και καλοκαίρι). Στις εκστρατείες αυτές, οι οποίες στις πηγές της εποχής ονομάζονται σχεδόν πάντα Reisen, δηλαδή «ταξίδια», συμμετείχε η αφρόκρεμα της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας, όχι μόνο της γερμανικής, αλλά και της γαλλικής και αγγλικής. Το Τάγμα επιτύγχανε μέσω αυτών των «ταξιδιών» στην Πρωσία να ενισχύει τη στρατιωτική δύναμή του και να διεξάγει στρατιωτικές επιχειρήσεις μεγαλύτερης από το σύνηθες εμβέλειας, αλλά κυρίως να διευρύνει το δίκτυο των ισχυρών φίλων και υποστηρικτών του στην Ευρώπη και να επιβάλλει την εικόνα της μεγάλης προστάτιδας του χριστιανισμού στη Βαλτική.

Κάθε χειμώνα (και μερικές φορές και το καλοκαίρι, όταν δεν υπήρχαν εχθροπραξίες στο πλαίσιο του Εκατονταετούς Πολέμου), ευγενείς από τη Γαλλία και την Αγγλία μπάρκαραν στη Λα Ροσέλλ ή στη Μπρυζ κι αποβιβάζονταν στο Ντάντσιχ ή το Κένιγκσμπεργκ, ή πάλι ταξίδευαν διά ξηράς, μέσω Κολωνίας, Πράγας και Μπρεσλάου, κι έφταναν στην Πρωσία για να πολεμήσουν τους «Σαρακηνούς της Λιθουανίας». Στις πρωσικές σταυροφορίες έλαβαν μέρος μεγάλες μορφές της Δύσης, όπως ο Ερρίκος του Ντάρμπυ, μετέπειτα Ερρίκος Δ΄ της Αγγλίας (χειμερινή εκστρατεία του 1390-1391 και θερινή του 1392), ή ο Μαρισκάλδος του Μπουσικώ (θέρος 1384, χειμώνας 1384-1385 και 1390-1391). Στις οικογένειες των ευγενών δημιουργούνταν πραγματικές παραδόσεις, καθώς όλοι, από τον παπού μέχρι τα εγγόνια, είχαν πολεμήσει κάποτε στην Πρωσία (Demurger, όπ.π., σελ. 258). Οι ίδιοι οι Τεύτονες έκαναν ότι μπορούσαν για να μεταδώσουν στους καλεσμένους τους την πεποίθηση ότι πολεμώντας στη Βαλτική γίνονταν μέλη μιας ευγενούς ιπποτικής αδελφότητας. Η προσπάθεια αυτή χαρακτηριζόταν και από υψηλή σκηνοθετική επιδεξιότητα: οι καλεσμένοι κρέμαγαν τις ασπίδες με τους θυρεούς τους στην αίθουσα του κάστρου του μαρισκάλδου του Τάγματος στο Κένιγκσμπεργκ. Και μετά το πέρας κάθε εκστρατείας, ο μεγάλος μάγιστρος δεξιωνόταν τους προσκεκλημένους ιππότες στο κάστρο του στο Μαρίενμπουργκ. Οι δώδεκα γενναιότεροι δειπνούσαν μαζί με τον μεγάλο μάγιστρο, τιμή που δεν αποτελούσε απλώς αλληγορία παραπέμπουσα στον Χριστό και τους Αποστόλους, αλλά κυρίως αναβίωνε τους μύθους των Ιπποτών της Στρογγυλής Τράπεζας και του Βασιλιά Αρθούρου (βλ. Demurger, όπ.π., σελ. 258-259, η ιδέα της σκηνοθεσίας αυτής πρέπει να πιστωθεί στον Βίνριχ του Κνιπρόντε)!

Απολύτως ενδεικτική του ενθουσιασμού με τον οποίο αντιμετώπιζαν οι Ευρωπαίοι ευγενείς τη συμμετοχή τους στις πρωσικές σταυροφορίες είναι και η διήγηση του Ιωάννη του Τυφλού, κόμη του Λουξεμβούργου και βασιλιά της Βοημίας, ο οποίος μόλις είχε συμμετάσχει στη χειμερινή σταυροφορία του 1328-1329: «Όπως ο ίδιος διαπίστωσα, οι αδελφοί του Τάγματος υπέμειναν βαριές κι αβάσταχτες απώλειες και υποβλήθηκαν σε ανυπολόγιστα έξοδα για να εξαπλώσουν την ορθόδοξη πίστη. Έχτισαν μόνοι τους ένα τείχος για να προασπίσουν την πίστη του Κυρίου από τους Λιθουανούς και τους όποιους υποστηριχτές τους, αυτούς τους καταραμένους εχθρούς του Χριστού» (βλ. Demurger, όπ.π., σελ. 233).

Β. Η οργάνωση και η ανάπτυξη του Ordensstaat των Τευτόνων στην Πρωσία

α. Αστική και εμπορική ανάπτυξη: Διεξάγοντας πόλεμο κατάκτησης εδαφών και υποταγής πληθυσμών, το Τάγμα χρειάζεται να διασφαλίσει άμεσα τον έλεγχο των κατακτημένων περιοχών. Αυτό απαιτεί τη συστηματική κατασκευή κάστρων και οχυρών, τα οποία με τη σειρά τους θα αποτελέσουν τους πόλους της αστικής ανάπτυξης της χώρας. Η δημογραφική και οικονομική ανάπτυξη του κράτους προϋποθέτει φυσικά την προσέλκυση αποίκων, πρωτίστως Γερμανών (από τη Σιλεσία, τη Θουριγγία, το Βρανδεβούργο και την Κάτω Σαξονία, τη Φραγκονία, τη Λυβέκη και τις υπόλοιπες χανσεατικές πόλεις), δευτερευόντως Πολωνών. Σ’ αυτούς θα προστεθούν μέχρι ενός σημείου και Πρώσοι ή άλλοι λαοί της Βαλτικής που ασπάζονται τον χριστιανισμό και τον «γερμανικό» τρόπο ζωής. Όπως θα δούμε, άλλωστε, για έναν Πολωνό ή για έναν Πρώσο η μετεγκατάσταση σε μια πόλη γερμανικού χαρακτήρα αποτελούσε κοινωνική και οικονομική προαγωγή. Πόλεις ιδρύονται διαρκώς (ιδίως κατά μήκος του Βιστούλα και στις ακτές της Βαλτικής) και γνωρίζουν γρήγορη ανάπτυξη (Τορν το 1231, Κουλμ το 1232-1233, Έλμπινγκ το 1237-1239, Μέμελ, Κένιγκσμπεργκ το 1255-1256, Ντυναμύντε στη Λιβονία, Νέο Τόρν το 1264). Ο πληθυσμός κάποιων από αυτές θα φτάσει σε αξιοσημείωτα για τον Μεσαίωνα μεγέθη: στις αρχές του 15ου αι. το Ντάντσιχ έχει 20.000 κατοίκους, το Τορν ξεπερνά τις 10.000, ενώ το Κένιγκσμπεργκ έχει πληθυσμό μεταξύ 8 και 10.000 κατοίκων (Demurger, όπ.π., σελ. 173).

Ο αποικισμός και η ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών είναι μεταγενέστερος: όπως είναι εύλογο, σημειώνεται μετά την πλήρη υποταγή της Πρωσίας (1283). Οι Τεύτονες χρησιμοποιούν δύο μεθόδους: είτε παραχωρούν φέουδα σε ευγενείς ή και σε αστούς, υποτελείς του Τάγματος (οι οποίοι με τη σειρά τους εκμισθώνουν τις αγροτικές εκτάσεις σε καλλιεργητές), είτε αναθέτουν την ανάπτυξη, τον αποικισμό και την εκμετάλλευση περιοχών σε  locatores, επιχειρηματίες μισθωτές οι οποίοι αναλαμβάνουν το έργο έναντι ποσοστού από τα κέρδη (Demurger, όπ.π., σ. 173-174/ Gouguenheim, όπ.π., σελ. 333). Συνολικά, η ανάπτυξη της Πρωσίας είναι εντυπωσιακή: μόνο μεταξύ του 1280 και του 1350 ιδρύθηκαν 90 πόλεις και 1400 χωριά, ενώ οργανώθηκαν 735 ενορίες. Το 1410 ο πληθυσμός είχε υπερτριπλασιαστεί σε σχέση με το 1200 (Demurger, όπ.π., σ. 174-175). 

Οι Τεύτονες επιδεικνύουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη του εμπορίου στο κράτος τους. Στην προσπάθεια αυτή συνεργάζονται μοιραία με τις πόλεις της Χανσεατικής Ένωσης. Η Χάνζα, άλλωστε, είχε εγκατασταθεί και διατηρούσε εμπορικούς σταθμούς στην περιοχή πριν την άφιξη των Τευτόνων. Το Τάγμα, όμως, θα αντιμετωπίσει τη μεγάλη εμπορική ένωση με μεγάλη επιφυλακτικότητα, προσέχοντας να μην της παραχωρεί περισσότερα δικαιώματα από τα απαραίτητα. Το σημαντικό για το Τάγμα ήταν να διατηρεί πάντα τον απόλυτο έλεγχο και την εποπτεία των εμπορικών δραστηριοτήτων στο κράτος του, αφού τα έσοδα από δασμούς και φόρους ήταν σημαντικά και εντελώς αναγκαία. Ανάλογη είναι η στάση του Τάγματος και όσον αφορά την οργάνωση και ανάπτυξη της βιοτεχνίας: οι Τεύτονες ενθαρρύνουν τις δραστηριότητες αυτές, αλλά ασκούν εποπτεία στις συντεχνίες. Σε κάθε περίπτωση, η περίοδος 1340-1410 συμπίπτει με τη μέγιστη οικονομική ανάπτυξη της Πρωσίας των Τευτόνων σε όλους τους τομείς (αγροτικό, βιοτεχνικό, εσωτερικού και – μέσω των λιμένων της Βαλτικής – εισαγωγικού-εξαγωγικού εμπορίου).

β. Ανάπτυξη και δίκαιο: Καταρχήν, κάθε υπήκοος του Ordensstaat υπόκειται στο δίκαιο της εθνικότητάς του. Στην πράξη, όμως, το καθοριστικό στοιχείο είναι η ιδιότητα του αστού συγκεκριμένης πόλης: κάθε πόλη διέπεται από το δικό της νομικό καθεστώς. Η πολυμορφία νομικού καθεστώτος ήταν εσκεμμένη και είχε δυναμικό χαρακτήρα, επιτρέποντας στο Τάγμα να εκμεταλλεύεται τις εκάστοτε περιστάσεις σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Το πλέον συνηθισμένο είναι το λεγόμενο «δίκαιο του Κουλμ» (Kulmer Handfeste): διαμορφωμένο με πρότυπο το δίκαιο που ίσχυε στο Μαγδεβούργο ή τη Σιλεσία, περιλαμβάνει τα προνόμια (αυτοδιοίκησης κ.λπ.) που παραχώρησαν οι Τεύτονες στους αστούς του Κουλμ το 1233. Εκτός από το ζήτημα της δημοτικής οργάνωσης και διοίκησης, την απονομή δικαιοσύνης κ.λπ., το Kulmer Handfeste ρυθμίζει και ζητήματα έγγειας ιδιοκτησίας και θέτει το όριο έκτασης όσον αφορά τα κτήματα που παραχωρούνται σε κάθε πολίτη για αγροτική εκμετάλλευση (για το δίκαιο του Κουλμ βλ. Gouguenheim, όπ.π., σελ. 296-297, 342-344, 368 επ., 383 επ.). Το δίκαιο του Κουλμ έφτασε να ισχύει περίπου στα 2/3 της επικράτειας. Από τα υπόλοιπα πρότυπα γερμανικού δικαίου αρκετή διάδοση γνώρισε και το «δίκαιο της Λυβέκης». Ακόμη πιο ευνοϊκό για τους πολίτες σε θέματα τοπικής αυτοδιοίκησης (καθώς τους παρείχε μεγαλύτερη διοικητική αυτονομία), είχε το μειονέκτημα να παρέχει στη χανσεατική πόλη κάποια δικαιώματα ανάμειξης. Με δεδομένο τον σκεπτικισμό του Τάγματος έναντι της Χανσεατικής Ένωσης, λίγες ήταν τελικά οι πόλεις (π.χ. το Έλμπινγκ) στις οποίες αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα να διοικούνται σύμφωνα με το δίκαιο της Λυβέκης.

Εκτός από το γερμανικής έμπνευσης δίκαιο, σε ορισμένες περιοχές του πρωσικού κράτους ίσχυε το πολωνικό δίκαιο. Η επιλογή αυτή δεν οφειλόταν κατ’ ανάγκη στην έντονη παρουσία πολωνικού στοιχείου στη σύνθεση του πληθυσμού. Για παράδειγμα, με τη Συνθήκη του Κρίστμπουργκ (1249) οι προσήλυτοι Πρώσοι επέλεξαν την υπαγωγή τους στο πολωνικό δίκαιο, πιθανώς γιατί τους ήταν πιο οικείο από το αντίστοιχο γερμανικό. Ωστόσο, η υπαγωγή ενός ατόμου ή μιας ολόκληρης πόλης στο γερμανικό δίκαιο συνεπαγόταν μεγάλα πλεονεκτήματα: οι παραχωρούμενες αγροτικές εκτάσεις ήταν μεγαλύτερες, ενώ οι φόροι μικρότεροι. Η πόλη απέλαυε μεγαλύτερης διοικητικής αυτονομίας και οι πολίτες της είχαν περισσότερες ευκαιρίες για να καταλάβουν αξιώματα. Βεβαίως οι Πολωνοί και οι Πρώσοι που αποκτούν δημοτικά αξιώματα είναι λίγοι: ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί ίσως ο Χέννικο ο Προυθηνός, δημοτικός σύμβουλος του Κένιγκσμπεργκ (αυτό με κάποια επιφύλαξη, γιατί ο προσδιορισμός Προυθηνός μπορεί να είναι απλώς γεωγραφικός και όχι εθνοτικός, βλ. Gouguenheim, όπ.π., σελ. 372-373).  

Ο μεγάλος μάγιστρος του Τάγματος κυβερνά την επικράτεια αυτή, μοιράζοντας τον χρόνο του μεταξύ της έδρας του στο Μαρίενμπουργκ και των περιοδειών που κάνει τακτικά (και ακολουθώντας συνήθως το ίδιο εθιμικά καθορισμένο πρόγραμμα) σε ολόκληρη τη χώρα. Όπως, επισημαίνει ο Γκούγκενάιμ «οι περιοδείες του μεγάλου μαγίστρου δεν αποτελούν μέσο ευκαιριακής αντιμετώπισης κάποιας χρόνιας διοικητικής ανεπάρκειας. Αποτελούν εσκεμμένη επιλογή άσκησης πολιτικής και αντικατοπτρίζουν μια συγκεκριμένη αντίληψη περί εξουσίας». Ο μεγάλος μάγιστρος αποκτά ιδία αντίληψη της κατάστασης και των προβλημάτων της χώρας και κάνει αισθητή την παρουσία του στους υπηκόους τους, αποδεικνύοντας το ενδιαφέρον του γι’ αυτούς. 

Με την αυγή του 15ου αι., το Τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών βρίσκεται στο απόγειο της στρατιωτικής, πολιτικής και οικονομικής του δύναμης. Κι όμως, η αντίστροφη μέτρηση για αυτήν την κατά τα φαινόμενα άτρωτη υπερδύναμη έχει ήδη αρχίσει!

Η γυναίκα στον Μεσαίωνα

Μαρτίου 12, 2010

     

Αυτή η ανάρτηση ήταν προγραμματισμένο να δημοσιευθεί στις 8 Μαρτίου, ώστε να συμπέσει με την Ημέρα της Γυναίκας. Φαίνεται όμως ότι οι συγκυρίες συμμάχησαν με την άποψη που θεωρεί κενές περιεχομένου τις γιορτές και επετείους αυτού του τύπου: εκτός από τον φόρτο εργασίας, με τσάκισε και μια αναθεματισμένη ίωση, με συνέπεια το άρθρο να δημοσιεύεται με σημαντική καθυστέρηση.  Ας προχωρήσουμε όμως στο θέμα που θα μας απασχολήσει. Ο μέσος σύγχρονος άνθρωπος είναι σχεδόν πεπεισμένος ότι η θέση της γυναίκας στα χρόνια του Μεσαίωνα πρέπει να ήταν άθλια. Καταπιεσμένες από αυταρχικούς και βίαιους συζύγους, καταπιεσμένες από τους φεουδάρχες, καταπιεσμένες από την Εκκλησία που τις θεωρεί σύμβολα της αμαρτίας και του κακού, όταν δεν τις στέλνει στην πυρά για να τις κάψει σαν μάγισσες, οι γυναίκες του Μεσαίωνα φαίνεται να ζούσαν σε συνθήκες απόλυτης δυστυχίας. Επιβεβαιώνεται η αντίληψη αυτή από τα ιστορικά στοιχεία; Την απάντηση τη μαντέψατε: όχι, καθόλου! Χωρίς να ισχυριζόμαστε ότι η γυναίκα του 21ου αιώνα θα αντάλλασσε ανεπιφύλακτα τη θέση της με αυτήν της μεσαιωνικής γυναίκας, δεν υπάρχει αμφιβολία για το ότι ο Μεσαίωνας υπήρξε πολύ καλύτερος για τις γυναίκες απ’ ό,τι η Αρχαιότητα (ιδίως η ελληνική και ρωμαϊκή) ή οι αιώνες που ακολούθησαν την «εποχή της φεουδαρχίας». Ουσιαστικά, πρέπει να φτάσουμε στον 20ό αιώνα (και μάλιστα στο δεύτερο μισό του) για να διαπιστώσουμε θεαματική βελτίωση.     

Βασικός οδηγός στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε τη θέση της γυναίκας στον Μεσαίωνα είναι το σύντομο σύγγραμμα της Γαλλίδας ιστορικού Ρεζίν Περνού (1909-1998) «Pour en finir avec le Moyen Âge» (εκδ. Seuil, Παρίσι 1979), το οποίο αποτελεί γενικά μια από τις πιο σημαντικές προσπάθειες αντίκρουσης των στερεοτύπων με τα οποία οι νεότερες εποχές αμαύρωσαν την εικόνα του Μεσαίωνα. Το έκτο κεφάλαιο του βιβλίου («La femme sans âme«) είναι αφιερωμένο στη θέση της γυναίκας.     

Ι. Γυναίκες και εξουσία: «Οι γυναίκες δεν ήταν υπόδουλες και υποταγμένες στο πλαίσιο ενός κόσμου ο οποίος εμφανίζεται να κυριαρχείται από τις αντρικές αρετές ιπποτών ή ασκητικών μοναχών; Η εξουσία δεν απέκλειε τις γυναίκες από την κορυφή της κοινωνίας; Η υπόμνηση μερικών ονομάτων αρκεί για να αποδείξει το αντίθετο. Η Αλιενόρ της Ακυιτανίας, η Λευκή της Καστίλλης κι άλλες λιγότερο γνωστές διοίκησαν επικράτειες και κυβέρνησαν υπηκόους» [Sylvain Gouguenheim «Regards sur le Moyen Âge«, Tallandier, Παρίσι 2009, κεφ. 10: «Ces Femmes qui eurent le pouvoir (Xe-XIVe siècles)«, σελ. 103-111, ειδ. σελ. 103]. Πράγματι, δεν είναι λίγα τα παραδείγματα γυναικών που ασκούν τη βασιλική εξουσία όταν ο σύζυγός τους απουσιάζει ή ασθενεί ή αυτών στις οποίες έχει νομίμως ανατεθεί η αντιβασιλεία μέχρι την ενηλικίωση του γιου τους. Άλλες πάλι είναι αρκούντως δυναμικές ώστε να πάρουν την εξουσία στα χέρια τους και χωρίς να συμβαίνει κάτι από τα παραπάνω.    

Αλιενόρ: Η Αλιενόρ της Ακυιτανίας (θα μπορούσαμε να μεταγράψουμε το όνομά της ως Ελεονόρα, αλλά οι Γάλλοι και σήμερα την αποκαλούν με το οξιτανικό της όνομα «Αλιενόρ» κι όχι με τη μορφή που αυτό είχε στη langue d’ oil, δηλαδή Eléonore ή Eléanor) είναι μια από τις δυναμικότερες γυναικείες μορφές του Μεσαίωνα. Κληρονόμος του ισχυρού δουκάτου της Ακυιτανίας, παντρεύεται το 1137 (σε ηλικία 15 ετών) τον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο Ζ΄. Η νεαρή με τα πλούσια ενδιαφέροντα και το εκρηκτικό ταμπεραμέντο βρίσκει σαφώς βαρετό τον μονόχνωτο και ασκητικό σύζυγό της. Η ασυμφωνία χαρακτήρων είναι προφανής: η ρήξη στις σχέσεις των συζύγων καθίσταται οριστική κατά τη διάρκεια της Β΄ Σταυροφορίας (όταν, μεταξύ των άλλων, οι κακές γλώσσες καταλογίζουν στην Αλιενόρ και μια εξωσυζυγική περιπέτεια με τον θείο της και ηγεμόνα της Αντιόχειας, τον Ραϋμόνδο του Πουατιέ). Με την επιστροφή στη Γαλλία, η Αλιενόρ παίρνει την πρωτοβουλία και, το 1152, χωρίζει τον Λουδοβίκο (καθόσον νομικά δεν υφίστατο διαζύγιο, τυπικά επρόκειτο για ακύρωση του γάμου λόγω… μακρινής συγγένειας μεταξύ των συζύγων). Έξι μόλις εβδομάδες μετά την ακύρωση του πρώτου της γάμου παντρεύεται στο Πουατιέ τον Ερρίκο, δούκα της Νορμανδίας και κόμη του Ανζού και του Μαιν, ο οποίος θα γίνει δύο χρόνια αργότερα βασιλιάς της Αγγλίας (ως Ερρίκος Β΄). Ως κυρία της Ακυιτανίας, η Αλιενόρ θα ανατρέψει υπέρ της Αγγλίας την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των δύο βασιλείων. Ως βασίλισσα δεν θα αρκεσθεί στη διοίκηση των προσωπικών κτήσεών της και στην οικονομική διαχείριση της μεγάλης περιουσίας της, ούτε στον ρόλο της προστάτιδας των γραμμάτων και των τεχνών: από το 1160 και μετά είναι ουσιαστικά αυτή που κυβερνά την Αγγλία. Θα φτάσει μέχρι του σημείου να προτρέψει τους γιους της να στασιάσουν κατά του πατέρα τους (1173). Η κίνηση θα στοιχίσει στην Αλιενόρ σχεδόν 15 χρόνια αιχμαλωσίας. Μετά τον θάνατο του συζύγου της (1189), θα επιστρέψει στην πολιτική σκηνή υποστηρίζοντας τον γιο της Ριχάρδο, νέο βασιλιά της Αγγλίας. Μέχρι τον θάνατό της (1204) θα παραμείνει δραστήρια, αναλαμβάνοντας διπλωματικές πρωτοβουλίες και επιχειρώντας να καθορίσει σύμφωνα με τις απόψεις της τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας (για την Αλιενόρ, βλ. Régine Pernoud «Aliénor d’ Aquitaine«, Albin Michel, Παρίσι 1966/ Jean Flori «Aliénor d’ Aquitaine: la reine insoumise«, Payot, Παρίσι 2004).     

Λευκή της Καστίλλης: Εγγονή της Αλιενόρ, η Λευκή της Καστίλλης (βλ. Régine Pernoud «La Reine Blanche«, Albin Michel, Παρίσι 1972/ Gérard Sivéry «Blanche de Castille«, Fayard, Παρίσι 1994) παντρεύεται σε ηλικία 12 ετών τον διάδοχο του γαλλικού θρόνου (τον μετέπειτα Λουδοβίκο Η΄). Μετά τον θάνατο του συζύγου της (1226) θα κυβερνήσει το βασίλειο έως την ενηλικίωση του γιου της (Λουδοβίκου Θ΄). Κατά τη διάρκεια της αντιβασιλείας της θα διαπραγματευθεί (με επιτυχία) τους όρους της Συνθήκης του Μω (1229), με την οποία τερματίζεται η σύγκρουση μεταξύ Γαλλίας και κομητείας της Τουλούζης (που προκλήθηκε λόγω της υποστήριξης των αρχόντων της δεύτερης προς την αίρεση των Καθαρών). Η συνθήκη διασφαλίζει κατά τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα της Γαλλίας, απαλλάσσοντάς την ταυτόχρονα από τον κίνδυνο της συνέχισης μιας επικίνδυνης σύρραξης με απρόβλεπτες συνέπειες. Έχοντας εμπιστοσύνη στις πολιτικές ικανότητες της μητέρας του, ο Λουδοβίκος Θ΄ της αναθέτει την αντιβασιλεία κατά την αναχώρησή του για την Ζ΄ Σταυροφορία (1248). 

Και πολλές ακόμη: Τα δύο πολύ γνωστά παραδείγματα από τη γαλλική μεσαιωνική ιστορία δεν είναι φυσικά τα μόνα. Στα τέλη του 10ου αιώνα, η βυζαντινή πριγκίπισσα Θεοφανώ (ανηψιά του Ιωάννη Α΄ Τσιμισκή) παντρεύτηκε τον Γερμανό αυτοκράτορα Όθωνα Β΄. Η Θεοφανώ, που δεν ήταν ιδιαίτερα συμπαθής σε πολλούς Δυτικούς και πρωτίστως στην πεθερά της, δεν έφερε απλώς στη Δύση τις συνήθειες της βυζαντινής αυλής, καθώς και τα γράμματα και τον πολιτισμό της πατρίδας της: μετά τον θάνατο του άντρα της και ως την ενηλικίωση του γιου της (του Όθωνα Γ΄), κυβέρνησε την αυτοκρατορία. Αναφερόμενη ήδη ως «συναυτοκράτειρα» («coimperatrix») ενώ ζει ο σύζυγός της, υπογράφει αποφάσεις στα χρόνια διακυβέρνησής της φέροντας τον τίτλο «Theophanius gratia divina imperator augustus», σαν να ήταν άντρας (Gouguenheim, όπ.π., σελ. 110). Στον μακρινό βορρά, η βασίλισσα Μαργαρίτα  κατόρθωσε να ενώσει σε ένα βασίλειο, του οποίου ηγήθηκε, τη Σουηδία, τη Δανία και τη Νορβηγία (1397). Στην Ιταλία, η Ματθίλδη της Τοσκάνης (1046-1115) υπήρξε η ισχυρότερη πολιτική προσωπικότητα στην Ιταλία του καιρού της: σε δική της πρωτοβουλία οφείλεται η «συμφιλίωση» μεταξύ του πάπα Γρηγόριου Ζ΄ και του αυτοκράτορα Ερρίκου Δ΄, με την ταπείνωση του δεύτερου στην Κανόσσα (1077). Αλλά και στην ιστορία των Νορμανδών της Κάτω Ιταλίας την οποία αφηγούμαστε συναντήσαμε πολλές δυναμικές γυναικείες μορφές, από την κόμισσα Αδελαΐδα τη Μομφερρατική (σύζυγο του Ρογήρου Α΄), η οποία συνέβαλε ιδιαίτερα στη διαμόρφωση του διαπολιτισμικού χαρακτήρα του νορμανδικού κράτους, έως την Κωνσταντία των Ωτβίλλ, μητέρα του Φρειδερίκου Β΄ των Χοχενστάουφεν. Στα μέρη μας, τέλος, η πριγκίπισσα της Αχαΐας Ισαβέλλα Βιλλαρδουίνη (1263-1312, η πριγκίπισσα Ζαμπέα του Χρονικού του Μορέως και «Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ» του ομώνυμου μυθιστορήματος του Άγγελου Τερζάκη) κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλίσει την επιβίωση της φραγκικής Πελοποννήσου, παρά τους ασφυκτικούς περιορισμούς που της επέβαλλε η Συνθήκη του Βιτέρμπο (την οποία σύναψε, σε στιγμές μεγάλης πολιτικής αδυναμίας, ο πατέρας της Γουλιέλμος Β΄ Βιλλαρδουίνος με τον Κάρολο Α΄ τον Ανδεγαυικό: βάσει της συνθήκης ο ανδεγαυικός οίκος, ως επικυρίαρχος, έπρεπε να εγκρίνει τους γάμους της διαδόχου του πριγκιπάτου). 

Σύμβολα και μέσα της γυναικείας εξουσίας: Όπως διαπιστώνουμε, η άσκηση της εξουσίας από γυναίκες είναι φαινόμενο αρκετά συνηθισμένο στα χρόνια του Μεσαίωνα. Αντιθέτως, στην Αρχαιότητα και στους νεότερους χρόνους (ως τον 20ό αιώνα) έχουμε ελάχιστα παραδείγματα γυναικών με ουσιαστική εξουσία. Ενδεικτικό των μεσαιωνικών αντιλήψεων είναι και το γεγονός ότι στις γυναίκες που είναι φορείς εξουσίας (δυνητικά ή ουσιαστικά) παρέχεται τόσο η συμβολική αναγνώριση του ρόλου αυτού όσο και τα αναγκαία υλικά μέσα. Σε συμβολικό επίπεδο (και το συμβολικό στοιχείο έχει μεγάλη σημασία για τη συγκεκριμένη εποχή) παρατηρείται ότι όλες οι βασίλισσες στέφονται, όπως ακριβώς και οι βασιλείς (Pernoud, όπ.π., σελ. 85). Η τελευταία βασίλισσα της Γαλλίας που στέφθηκε ήταν, το 1610, η Μαρία των Μεδίκων (δεύτερη σύζυγος του Ερρίκου Δ΄ των Βουρβόνων). Εκτός από το στέμμα μπορούμε να αναφέρουμε την προσωπική σφραγίδα της βασίλισσας ή τα νομίσματα που φέρουν το όνομά της (περίπτωση της Ισαβέλλας της Αχαΐας). Σε επίπεδο υλικών μέσων, όλες οι βασίλισσες και οι γυναίκες της ανώτερης αριστοκρατίας έχουν την προσωπική περιουσία τους: εκτός από την περιουσία με την οποία προικίσθηκαν από τις οικογένειές τους έχουν στην κυριότητά τους και τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία τους δωρίζει ο βασιλιάς ή φεουδάρχης σύζυγός τους. Για παράδειγμα, η αυτοκράτειρα Θεοφανώ λαμβάνει από τον Όθωνα εκτάσεις από τη Θουριγγία και τη Σαξονία μέχρι τη βορειοανατολική Ιταλία (βλ. Gouguenheim, όπ.π., σελ. 104-105). 

Αν όμως οι γυναίκες μπορούν να ασκήσουν εξουσία, δεν είναι προαπαιτούμενο να έχουν και πολιτικά δικαιώματα και συμμετοχή στα κοινά;

ΙΙ. Γυναίκες και πολιτικά δικαιώματα: Όπως γνωρίζουμε, στα χρόνια της ελληνικής και ρωμαϊκής Αρχαιότητας η γυναίκα στερείται πλήρως πολιτικών δικαιωμάτων. Στους Νεότερους Χρόνους πρέπει να φτάσουμε στον 20ό αιώνα για να δοθεί στις γυναίκες δικαίωμα ψήφου. Στο Μεσαίωνα βλέπουμε τις γυναίκες να ψηφίζουν στις συνελεύσεις πόλεων και χωριών που καλύπτουν ένα ευρύ τμήμα της δυτικής Ευρώπης. Βεβαίως, στην εποχή αυτή δεν ψηφίζουν τα άτομα, αλλά οι οικογένειες, οι οποίες πράγματι εκπροσωπούνται συνήθως από τον άντρα. Όταν όμως αυτός αδυνατεί να συμμετάσχει στη διαδικασία (απουσία ή ασθένεια) ή έχει πεθάνει, τότε η οικογένεια εκπροσωπείται από τη γυναίκα. Ένα ωραίο σχετικό παράδειγμα μας δίνει η Ιστορία της φραγκικής Πελοποννήσου.    

«Το Παρλαμέντο των Γυναικών»: Το 1259 συγκρούστηκαν στην Πελαγονία (στον δρόμο από την Καστοριά προς το Μοναστήρι) ο Φράγκος ηγεμόνας της Πελοποννήσου Γουλιέλμος Βιλλαρδουίνος και ο αυτοκράτορας της Νίκαιας Μιχαήλ Παλαιολόγος. Προδομένος από τους συμμάχους του, τους δεσπότες της Ηπείρου, ο Βιλλαρδουίνος συνετρίβη και αιχμαλωτίστηκε ο ίδιος, καθώς και οι περισσότεροι από τους υποτελείς του φεουδάρχες και ιππότες. Αναγκασμένος να διαπραγματευθεί με τον Παλαιολόγο, συμφώνησε τελικά να εξαγοράσει την ελευθερία του (και την ελευθερία των υποτελών του), παραχωρώντας στους Βυζαντινούς ορισμένα στρατηγικής σημασίας κάστρα της Πελοποννήσου. Η συμφωνία αυτή έπρεπε να κυρωθεί από την αυλή του πριγκιπάτου. Έτσι, το 1260, συγκεντρώθηκαν στο Νίκλι (κοντά στην Τεγέα) οι ελάχιστοι άνδρες ευγενείς που δεν είχαν αιχμαλωτισθεί στην Πελαγονία και οι εκπρόσωποι όλων των άλλων φέουδων της Πελοποννήσου, εν προκειμένω και κατ’ ανάγκη, οι γυναίκες των αιχμαλώτων ευγενών. Για αυτό τον λόγο άλλωστε η συνέλευση έμεινε γνωστή και ως “παρλαμέντο των γυναικών”. Για την ιστορία, σημειώνουμε ότι βεβαίως οι κυρίες ενέκριναν τη συμφωνία του ηγεμόνα τους, η οποία αργότερα ενσωματώθηκε σε μια από τις συνθήκες του Νυμφαίου, κι έτσι ο Βιλλαρδουίνος και οι σύζυγοι των κυριών επέστρεψαν (έστω και με κομμένα τα φτερά) στην Πελοπόννησο.                                              

“Και μετά ταύτα εμίσσεψαν αμφότεροι οι δύο.
Από την Κόρινθο επέρασαν και ήλθαν εις το Νίκλι·
εκεί ηύρον την πριγκίπισσαν με τες κυράδες όλες
όλης της Πελοπόνεσσος, τον λέγουσιν Μορέαν,
όπου είχαν ποήσει σώρεψιν να επάρουν την βουλή τους
διά τα μαντάτα όπου ήκουσαν των τρίων κάστρων εκείνων,
όπου έδιδεν ο πρίγκηπας του βασιλέως ετότε
δια να έβγη από την φυλακήν εκείνος κι’ ο λαός του
οι άπαντες όλοι του Μωρέως, οι φλαμουριάροι όλοι
και οι καβαλλάροι μετ’ αυτούς που ήσαν εκεί στην Πόλιν.
Δια τούτο ήσαν οι αρχόντισσες εκείνων οι γυναίκες
εκεί με την πριγκήπισσαν στο κάστρο του Αμυκλίου
και εκάμνασιν το παρλαμά και επαίρναν την βουλήν τους
και ουκ είχασιν άλλους τινές άντρες εκεί μετ’ αύτες
μόνον και τον μισίρ Λινάρτ όπου ήταν λογοθέτης
και τον μισίρ Πιέρη ντε Βας τον φρόνιμον εκείνον,
όπου ήτο ο φρονιμώτερος όλου του πριγκηπάτου.
Αυτείνοι οι δύο ευρέθησαν στο παρλαμά εκείνο”.  

Το Χρονικόν του Μορέως«, στίχοι 4390-4407)  

 

ΙΙΙ. Η γυναίκα στις αγροτικές κοινωνίες – Το παράδειγμα του Μονταγιού: Τα ανωτέρω μοιάζουν πολύ ωραία, αλλά θα μπορούσε να αντιταχθεί ότι αφορούν μόνο τα ανώτατα κοινωνικά στρώματα, όπου παραδοσιακά η γυναίκα τυγχάνει καλύτερης μεταχείρισης. Ας δούμε λοιπόν τί συνέβαινε και στο πλαίσιο της οπωσδήποτε συντηρητικής αγροτικής κοινωνίας, εξετάζοντας το πολύ γνωστό παράδειγμα του μικρού οξιτανικού χωριού Μονταγιού (στα γαλλικά Πυρηναία). Ο Ιάκωβος Φουρνιέ, κληρικός εξαιρετικής μόρφωσης παρά την ταπεινή κοινωνική καταγωγή του και ο οποίος εξελέγη το 1334 πάπας με το όνομα Βενέδικτος ΙΒ΄, υπήρξε επίσκοπος της πόλης Παμιέ στη νοτιοδυτική Γαλλία από το 1317 ως το 1326. Με την ιδιότητά του αυτή προήδρευε του τοπικού δικαστηρίου της Ιεράς Εξέτασης, στα όρια της κατά τόπον αρμοδιότητας του οποίου περιλαμβανόταν περιοχές όπου επιβίωνε η αίρεση των Καθαρών (μεταξύ αυτών και το Μονταγιού). Χάρη στην οξυδέρκεια, την εργατικότητα, την προσοχή στη λεπτομέρεια και τη σχολαστική τήρηση της ποινικής δικονομίας (ως και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων θα σώπαινε… εντάξει λέμε και καμιά υπερβολή: οι δίκες της Ιεράς Εξέτασης διεξάγονταν χωρίς την παρουσία δικηγόρου του κατηγορουμένου και δεν ήταν δεκτικές εφέσεως) που χαρακτήριζαν τον Φουρνιέ γνωρίζουμε σήμερα τα πάντα για την καθημερινή ζωή στο Μονταγιού, όσον αφορά περίοδο τριάντα χρόνων. Σχηματίστηκαν 98 δικογραφίες που αφορούσαν 114 άτομα (25 από αυτά ήταν από το Μονταγιού). Από τις υποθέσεις μόνο 5 κατέληξαν στην επιβολή της θανατικής ποινής σε αιρετικούς (4 μέλη της αίρεσης των λεγόμενων «Πτωχών της Λυών» ή «Βωντουά» και ένας καθ’ υποτροπήν Καθαρός). Το αρχείο ιεροεξεταστή του Φουρνιέ (λατινικό χειρόγραφο αριθ. 4080 της βιβλιοθήκης του Βατικανού εκδόθηκε και μεταφράστηκε στα γαλλικά με επιμέλεια του Ζαν Ντυβερνουά (Τουλούζ, 1965, 3 τόμοι). Υπήρξε επίσης το βασικό υλικό για τη μνημειώδη μελέτη του Γάλλου ιστορικού Εμμανυέλ Λε Ρουά Λαντυρί με θέμα την κοινωνία του Μονταγιού («Montaillou, village occitan, de 1294 à 1324«, Gallimard, Παρίσι 1975).

Από τη μελέτη του Λαντυρί (κεφ. XII «Mariage et condition féminine«, σελ. 279 επ.) προκύπτουν τα εξής στοιχεία: πράγματι, η θέση της γυναίκας στη συντηρητική αγροτική κοινωνία του Μονταγιού είναι χειρότερη από αυτήν που διαπιστώθηκε όσον αφορά την αριστοκρατία. Υπάρχει μισογυνισμός στη νοοτροπία των χωρικών, καθώς και αρκετά παραδείγματα ενδοοικογενειακής βίας. Εντούτοις, υπάρχουν σχεδόν ισάριθμες περιπτώσεις γυναικών υποταγμένων στους συζύγους τους και γυναικών που έχουν επιβληθεί κυριολεκτικά σ’ αυτούς. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων υπάρχει ισορροπία στους ρόλους των συζύγων όσον αφορά τη διαχείριση των οικιακών και οικογενειακών θεμάτων. Η μόνη γυναίκα ευγενής που διαμένει κατά διαστήματα στο χωριό, η καστελλάνα Βεατρίκη του Πλανισσόλ (χήρα του καστελλάνου του χωριού, δηλαδή του στρατιωτικού διοικητή-εκπροσώπου του τοπικού φεουδάρχη, εν προκειμένω του κόμη της Φουά) αποδεικνύει ότι η θέση της γυναίκας των ανώτερων τάξεων είναι σαφώς καλύτερη. Η ερωτική ζωή της είναι αρκετά ελεύθερη: οι δύο σημαντικότεροι εραστές της είναι ιερωμένοι! Αν στην περίπτωση του πρώτου, μπορούμε να μιλήσουμε για αποπλάνηση της γυναίκας (ο ιερέας του χωριού Πιερ Κλεργκ είναι κλασσική μορφή Καζανόβα), σ’ αυτή του δεύτερου, ο ρόλος του «κυνηγού» ανήκει σαφώς στη Βεατρίκη (ο Βαρθολομαίος Αμιλιάκ είναι σχεδόν είκοσι χρόνια νεότερός της). Η τολμηρή καστελλάνα κατορθώνει μάλιστα να πείσει τον τελευταίο να μετοικήσουν σε εκκλησιαστική περιφέρεια όπου η συμβίωση ιερωμένου με γυναίκα είναι ανεπίσημα ανεκτή.   

IV. Η θέση της γυναίκας και το δίκαιο: Τίποτε δεν είναι περισσότερο ενδεικτικό της εκάστοτε κοινωνικής κατάστασης από το δίκαιο. Στην Αρχαία Ελλάδα, η γυναίκα ακόμη κι αν έχει κάποια περιουσία δεν έχει ικανότητα προς δικαιοπραξία (Edmond Lévy «La Grèce au Ve siècle, de Clisthène à Socrate«, συλλογή «Nouvelle Histoire de l’ Antiquité«, τ. 2, εκδ. Seuil, σελ. 135 επ., ειδ. σελ. 138/ P. Briant, P. Lévêque, P. Brulé, R. Descat, M.-M. Mactoux «Le Monde Grec aux temps classiques«,  τ. I «Le Ve siècle«, Nouvelle Clio, PUF, Παρίσι 1995, σελ. 252-253). Χαρακτηριστικός της θέσης της γυναίκας είναι ο θεσμός της επίκληρης. Η «επίκληρος» είναι η γυναίκα χωρίς αδελφούς και χωρίς αρσενικά παιδιά που κανονικά θα έπρεπε να κληρονομήσει την οικογενειακή περιουσία: δεν είναι όμως πραγματικά κληρονόμος, καθώς, όπως μαρτυρά και ο όρος, απλώς «μεταφέρει» την περιουσία. Για να μη χαθεί η περιουσία από την ευρύτερη οικογένεια, η επίκληρος είναι υποχρεωμένη να παντρευτεί τον εγγύτερο άρρενα συγγενή της (π.χ. θείο της), τούτο δε ακόμη κι αν είναι παντρεμένη, οπότε υποχρεούται πρώτα να χωρίσει τον ως τότε σύζυγό της (στη Σπάρτη, η αντίστοιχη περίπτωση της πατρούχου ρυθμίζεται πάντως κατά τρόπο που δείχνει κάποιο σεβασμό στη γυναίκα).  Στη Ρώμη το οικογενειακό δίκαιο επιβάλλει τον νόμο του pater familias, ο οποίος έχει εξουσία ζωής και θανάτου επί της συζύγου και των τέκνων του. Η εξουσία αυτή κατέχεται δια βίου, δεν σταματά λ.χ. με την ενηλικίωση των παιδιών (αυτό το στοιχείο είχε προκαλέσει ιδιαίτερα προβλήματα στις περιοχές της αυτοκρατορίας με ελληνικό πληθυσμό: οι Έλληνες που αποκτούσαν την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη ανακάλυπταν και τις παρενέργειες τις εφαρμογής του ρωμαϊκού δικαίου. Η αδυναμία ενηλίκων να διαχειριστούν την περιουσία τους, μια και χρειάζονταν την έγκριση του πατέρα τους, απαίτησε στην πράξη απίστευτα νομικά τεχνάσματα για να ξεπεραστεί!). Στον Μεσαίωνα αντίθετα ο άντρας είναι διαχειριστής και όχι κύριος (Pernoud, όπ.π., σελ. 88). Δεν μπορεί λ.χ. να αποκληρώσει τον γιο του. Επίσης, σε περιπτώσεις γάμου χωρίς τέκνα, τα περιουσιακά στοιχεία καθενός από τους συζύγους κληρονομούνται από τις οικογένειές τους αντιστοίχως: paterna paternis, materna maternis (Pernoud, όπ.π.) 

Η μελέτη των συμβάσεων και ειδικότερα των συμβολαιογραφικών πράξεων της μεσαιωνικής περιόδου είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Σε αντίθεση με τις προγενέστερες και μεταγενέστερες ιστορικές περιόδους, οι γυναίκες του Μεσαίωνα έχουν πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και δική τους περιουσία, την οποία διαχειρίζονται μόνες τους χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε έγκριση του συζύγου, του πατέρα ή του γιου τους. Η διαπίστωση αυτή αφορά όλες τις κοινωνικές τάξεις (βλ. Georges Duby «La Société aux XIe et XIIe siècles dans la région mâconnaise», Éditions de l’École des Hautes Études en Sciences Sociales, Παρίσι 1953, και «L’Histoire continue», Odile Jacob, Παρίσι 1991). Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει και από τη μελέτη των δωρεών προς τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα που έχουν ως σκοπό την υπεράσπιση των Αγίων Τόπων (Ναΐτες και Ιωαννίτες): περίπου το 40 % των δωρεών προέρχεται από γυναίκες (βλ. Alain Demurger «Chevaliers du Christ, les ordres religieux militaires au Moyen Âge», εκδ. Seuil, Παρίσι 2002). Από τα συμβόλαια αποδεικνύεται επίσης ότι οι γυναίκες του Μεσαίωνα ασκούσαν σχεδόν όλα τα επαγγέλματα: τόσο αυτά που απαιτούν μόρφωση (εκπαιδευτικοί, γιατροί, φαρμακοποιοί, εικονογράφοι βιβλίων) όσο και τα τεχνικά, καθώς και κάθε είδους εμπορική και επιχειρηματική δραστηριότητα (Pernoud, όπ.π., σελ. 96-97).  

Φυσικά το συνηθισμένο επιχείρημα αυτών που κατηγορούν τον Μεσαίωνα είναι η επίκληση του λεγόμενου Νόμου των Σάλιων Φράγκων, σύμφωνα με τον οποίο υποτίθεται ότι οι γυναίκες αποκλείονταν από την κληρονομική διαδοχή. Ο Σαλικός Νόμος με αυτή την μορφή δεν είναι παρά ένας ακόμη μύθος, ένα ερμηνευτικό κατασκεύασμα των Γάλλων νομικών των αρχών του 14ου αιώνα, στην προσπάθεια να αποκλειστούν από τον γαλλικό θρόνο κάποια ανεπιθύμητα γυναικεία μέλη της βασιλικής οικογένειας (ή μάλλον οι ανεπιθύμητοι σύζυγοί τους). Στην πραγματικότητα ο Νόμος των Σάλιων Φράγκων απέκλειε τις γυναίκες από την κληρονομική διαδοχή ορισμένων εδαφών, των οποίων η κυριότητα συνδεόταν με κάποιας μορφής υποχρέωση στρατιωτικής υπηρεσίας – εξ ου και η λογική του αποκλεισμού – (βλ. Gouguenheim, όπ.π., σελ. 105-106).

Η επιδείνωση της θέσης της γυναίκας συμπίπτει με την εκ νέου «ανακάλυψη» του ρωμαϊκού δικαίου από τον δυτικό κόσμο (Ιταλία και νομική σχολή του Πανεπιστημίου της Μπολόνιας, Γαλλία και βασιλεία του Φίλιππου του Ωραίου, ο οποίος περιτριγυριζόταν από νομικούς καταγόμενους από τον γαλλικό Νότο και, επομένως, άριστους κατά τεκμήριο γνώστες του ρωμαϊκού δικαίου). Το ρωμαϊκό δίκαιο παρουσιάζει δύο πλεονεκτήματα: είναι σαφώς καταλληλότερο από τα μεσαιωνικά έθιμα για τη ρύθμιση των εμπορικών και επιχειρηματικών εν γένει συναλλαγών και ευνοεί τη συγκέντρωση της εξουσίας και δη της κρατικής (για αυτό και θα το λατρέψουν πάπες και αυτοκράτορες, βλ. Pernoud, όπ.π., σελ. 86-88). Ταυτόχρονα, όμως, είναι εξαιρετικά δυσμενές για τη γυναίκα, που σταδιακά θα βρεθεί σε θέση παρία. Το 1593, εν μέσω της Αναγέννησης, οι γυναίκες θα αποκλειστούν στη Γαλλία από κάθε δημόσιο αξίωμα. Τον 18ο αιώνα θα υποχρεωθούν να παίρνουν το επώνυμο του συζύγου. Το 1804, ο Ναπολεόντειος αστικός κώδικας (άρθρο 1224) καθιστά τις γυναίκες άτομα περιορισμένης (ή μάλλον ανύπαρκτης) δικαιοπρακτικής ικανότητας: «Les personnes privées de droits juridiques sont les mineurs, les femmes mariées, les criminels et les débiles mentaux«. Για οποιαδήποτε συναλλαγή με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερο από αυτό που έχουν… τα ψώνια της λαϊκής, η γυναίκα χρειάζεται πλέον την έγκριση του συζύγου (αφέντη) της. Διαφωτισμός και Γαλλική Επανάσταση προσέφεραν σπουδαίες υπηρεσίες στη γυναίκα!

V. Γυναίκες και Εκκλησία: Υπάρχουν βεβαίως τα γνωστά μισογυνικά στερεότυπα που παρουσιάζουν τη γυναίκα ως προσωποποίηση της αμαρτίας. Υπάρχουν και τα ιστορικά στοιχεία που παρέχουν μια πολύ πιο ισορροπημένη εικόνα. Καταρχάς, η μεσαιωνική Εκκλησία δεν διστάζει να αναθέσει σε γυναίκες θέσεις ευθύνης με πολιτική και οικονομική ισχύ. Οι ηγούμενες των μονών ασκούν εξουσία και διαχειρίζονται πολλές φορές τεράστιες περιουσίες. Και, όσον αφορά την εκτίμηση της Εκκλησίας προς τις γυναικείες ικανότητες ας δούμε ακόμη ένα παράδειγμα που παραθέτει η Περνού (όπ.π., σελ. 93): όταν ο μοναχός Ροβέρτος του Αρμπρισέλ, μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του δυτικού μοναστικού κινήματος, αποφασίζει να οργανώσει το αββαείο του Φοντεβρώ, ιδρύει δύο κοινόβια (ένα ανδρών και ένα γυναικών). Ο άνθρωπος αυτός, αληθινός φεμινιστής, θα αναθέσει τη διοίκηση του αββαείου σε μια ηγουμένη, την μόλις 22 ετών Πετρονίλλα του Σεμιγέ (1115)!

Ανάμεσα στις σημαντικές γυναικείες μορφές της Καθολικής Εκκλησίας του Μεσαίωνα δεν λείπουν και οι δυναμικές προσωπικότητες που δεν θα διστάσουν να αναμετρηθούν με την κοσμική εξουσία υπερασπίζοντας τα πιστεύω τους. Έτσι, η ηγουμένη Χίλντεγκαρντ του Μπίνγκεν θα απευθύνει στον πανίσχυρο αυτοκράτορα Φρειδερίκο Α΄ Βαρβαρόσα επιστολές με ιδιαίτερα θαρραλέο, έως και απειλητικό, περιεχόμενο, προκειμένου να σταματήσει την αντιπαπική, και κατ’ επέκταση αντιεκκλησιαστική, πολιτική του (1168).

Στα μεσαιωνική Ευρώπη Εκκλησία και γράμματα είναι συνήθως αλληλένδετα. Όπως είναι λογικό οι γυναίκες δεν λείπουν από τον τομέα αυτό. Η πρώτη εγκυκλοπαίδεια της μεσαιωνικής Δύσης συγγράφηκε από γυναίκα: πρόκειται για τον «Hortus deliciarum» της Αλσατής ηγουμένης Ερράδης του Λάντσμπεργκ (12ος αι.). Μερικές φορές, οι πνευματικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες των γυναικών της Εκκλησίας εκπλήσσουν: στο αββαείο του Γκάντερσάιμ  στη Σαξονία βρέθηκαν χειρόγραφα του 10ου αιώνα που περιείχαν κωμωδίες σε στίχους με ομοιοκαταληξία, σε μίμηση των κωμωδιών του Τερέντιου (βλ. Pernoud, όπ.π., σελ. 92)!

Γενικά, η θέση της γυναίκας στο πλαίσιο της καθολικής Εκκλησίας είναι ακριβώς αυτή που κατέχει η γυναίκα στην κοινωνία τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο (Pernoud, όπ.π., σελ. 94-95). Έτσι, η επιδείνωση παρατηρείται ταυτόχρονα στην κοινωνία και στην Εκκλησία: το 1298 ο πάπας Βονιφάτιος Η΄ επιβάλλει στις μοναχές αυστηρότερους περιορισμούς απ’ ό,τι στους άνδρες μοναχούς ή μέλη θρησκευτικών ταγμάτων, αποκλείοντάς τις από κάθε επαφή με τον έξω κόσμο. Η απώλεια της «αυτονομίας» θα ολοκληρωθεί στη Γαλλία όταν η διοίκηση της Εκκλησίας θα περάσει στα χέρια της κοσμικής εξουσίας: με το Κονκορδάτο της Μπολόνιας (1516) ο πάπας εκχωρεί στον βασιλιά της Γαλλίας την εξουσία να διορίζει επισκόπους και ηγουμένους. 

 

Και οι… μάγισσες; Καλά όλα αυτά θα μου πείτε, αλλά…να, στον Μεσαίωνα δεν έκαιγαν μάγισσες; Όχι και τόσο, ή μάλλον σχεδόν καθόλου, θα σας απαντήσω. Οι πρώτες δίκες (προσοχή, όχι οι πρώτες καταδίκες σε θάνατο) καταγράφονται στην περιοχή της Τουλούζ τον 14ο αιώνα. Τα πρώτα εγχειρίδια οδηγιών για την καταπολέμηση της μαγείας συγγράφονται μετά το 1480 (οι Γερμανοί Δομηνικανοί μοναχοί Ερρίκος Κράμερ, γνωστότερος ως Ινστιτόρις, και Ιάκωβος Σπρέγγερ δημοσιεύουν το διαβόητο σύγγραμα «Malleus Maleficarum» το 1486-1487, ο Ζαν Μποντέν δημοσιεύει τη «Démonomanie des sorciers» το 1580). Το πραγματικό κυνήγι μαγισσών ανάγεται στα χρόνια της Αναγέννησης κι αργότερα: η διαβόητη δίκη των Μαγισσών του Σάλεμ έγινε το 1698 κι όχι βέβαια κατά τα χρόνια του Μεσαίωνα! Στη Γαλλία, η τελευταία δίκη για μαγεία καταγράφεται στο Μπορντώ το 1718. Όπως βλέπετε δεν υπάρχει καμία μανία κατά των «μαγισσών» στον Μεσαίωνα. Οι άνθρωποι της εποχής αντιμετώπιζαν τη  μαγεία περισσότερο ως εκδήλωση ψυχικής ασθένειας, αντίληψη που μοιάζει αρκετά σύγχρονη.     

Συμπέρασμα: Αυτό πρέπει να το αφήσουμε δικαιωματικά στη Ρεζίν Περνού. Τα ιστορικά στοιχεία αποδεικνύουν ότι ο Μεσαίωνας και αναγνώριζε στη γυναίκα θέση πολύ καλύτερη απ’ ό,τι οι περισσότερες περίοδοι της Ιστορίας και δεχόταν την ιδιαιτερότητα του φύλου της, στοιχείο πολύ σημαντικό όταν στην εποχή μας το πρότυπο που, σχεδόν αποκλειστικά, προσφέρεται στη σύγχρονη γυναίκα είναι αυτό της μίμησης του άντρα. Η Γαλλίδα ιστορικός ευχόταν, με μια δόση υπερβολής, οι διαπιστώσεις αυτές να προκαλέσουν την επιθυμία για μια καλύτερη γνώση του Μεσαίωνα σε όλους αυτούς που «καλόπιστα πιστεύουν ότι η γυναίκα βγαίνει επιτέλους από τον Μεσαίωνα: οι γυναίκες θα πρέπει να κάνουν πολλά για να ξαναβρούν τη θέση που είχαν στα χρόνια της βασίλισσας Αλιενόρ και της βασίλισσας Λευκής» (όπ.π., σελ. 98-99). 

Η παρούσα ανάρτηση ήταν κουραστική ως προς την έκτασή της. Θα ήθελα ωστόσο να προσθέσω ακόμη μια γραμμή. Ας μου επιτραπεί, λοιπόν, να αφιερώσω αυτό το άρθρο, που δεν είναι παρά ταπεινή αντιγραφή σκέψεων και ιδεών τόσων άξιων ιστορικών, στις τρεις γυναίκες της ζωής μου: στην κόρη, στη σύζυγο και στη μητέρα μου.


Αρέσει σε %d bloggers: