Posts Tagged ‘Δημιουργία’

Δύο ήλιοι λάμπουν στον ουρανό – μέρος ΙΙ: μανιχαϊσμός

Φεβρουαρίου 16, 2013

"Περί της γέννης του σωματος αυτού" (Μανιχσϊκός Κώδικας της Κολωνίας), φωτ. Παν/μιο Κολωνίας

«(Αυγουστίνος) – Πιστεύετε ότι υπάρχουν δύο θεοί ή μόνον ένας;

(Φαύστος) – Δεν υπάρχει παρά ένας και μόνον ένας θεός.

(Α) – Και πώς ισχυρίζεστε τότε ότι υπάρχουν δύο;

(Φ) – Ποτέ δεν κάνουμε λόγο για «δύο θεούς», σε τι ακριβώς, όμως, βασίζετε τις υποψίες σας αυτές;

(Α) – Διατείνεσθε ότι υπάρχουν δύο «αρχές», αυτή του Καλού κι εκείνη του Κακού.

(Φ) – Πράγματι, δεχόμαστε την ύπαρξη δύο αρχών, αλλά μόνο μία από αυτές την αποκαλούμε Θεό, την άλλη την ονομάζουμε Ύλη ή, πιο απλά, Δαίμονα. Εάν, όμως, τότε, ισχυρίζεστε ότι έτσι δεχόμαστε την ύπαρξη δύο θεών, είναι σαν να υποστηρίζετε ότι ο γιατρός που ασχολείται με την υγεία και την ασθένεια δέχεται ότι υπάρχουν δύο… υγείες...» (Αυγουστίνος της Ιππώνος «Κατά Φαύστου», κεφ. ΚΑ΄, 1).

Η ιστορία μας συνεχίζεται στις αρχές του 3ου αιώνα, κάπου στη Μεσοποταμία. Εκεί θα παρακολουθήσουμε τη γέννηση και την εξάπλωση της μεγαλύτερης δυϊστικής θρησκείας και, κατά πάσα πιθανότητα, μίας από τις σπουδαιότερες που γνώρισε η ανθρωπότητα. Πολλά στοιχεία καθιστούν συναρπαστική την περιπέτεια του μανιχαϊσμού. Η χαρισματική μορφή του προφήτη του. Η εντυπωσιακή εξάπλωσή του, από τη μεσοποταμιακή κοιτίδα του ως τις ακτές του Ατλαντικού, δυτικά, κι ως εκείνες του Ειρηνικού, ανατολικά. Η ρητώς εκπεφρασμένη οικουμενικότητά του κι ο προχωρημένος συγκρητισμός του (με τον χριστιανισμό να αποτελεί, ίσως, το βασικό συστατικό του), σε συνδυασμό με την ικανότητά του να προσλαμβάνει εξωτερικές μορφές συμβατές με τις πολιτισμικές παραδόσεις του εκάστοτε χώρου διάδοσής του. Ορισμένες απόψεις του μανιχαϊκού δόγματος που μοιάζουν εκπληκτικά σύγχρονες και θα μπορούσαν να τύχουν σήμερα ευρείας αποδοχής, ενώ στην εποχή τους προκαλούσαν έντονες αντιδράσεις (και οι οποίες, όλως παραδόξως, απορρέουν άμεσα από αντιλήψεις, «αιρετικές» έστω, της εποχής τους). Επιπλέον, στην περίπτωση του μανιχαϊσμού δεν είμαστε υποχρεωμένοι (όπως σε τόσες άλλες περιπτώσεις) να ανασυνθέσουμε το δόγμα και την κοσμοθεωρία του μελετώντας τα κείμενα των πολέμιών του. Έχουμε πλήθος πηγών, οι οποίες έχουν γραφεί από πιστούς της θρησκείας σε διάφορες εποχές και σε πολλές γλώσσες (αραμαϊκά, ελληνικά, κοπτικά, περσικά, παρθικά, σογδιανά και διάφορες τουρκικές και κινεζικές γλώσσες). Όσο για τις πηγές που οφείλονται σε τρίτους («ουδέτερους» ή πολέμιους του μανιχαϊσμού) είναι κι αυτές πολλές και συνήθως εξαιρετικά χρήσιμες: ξεχνώντας αφορισμούς, κατάρες και προκατειλημμένες αξιολογικές κρίσεις (που κατ’ ανάγκη περιέχουν) αποτελούν κι αυτές ένα πρόσθετο εργαλείο που καθιστά δυνατή την καλύτερη κατανόηση του φαινομένου του μανιχαϊσμού.

Ι.   Η ζωή και το έργο του Μάνη

Στο «Κιτάμπ αλ αθάρ αλ μπακίγια» του μουσουλμάνου εγκυκλοπαιδιστή Αλ Μπιρουνί (11ος αι.) παρατίθεται ένα απόσπασμα από την εισαγωγή του «Σαμπουραγκάν», του βιβλίου που συνέγραψε στα περσικά ο ίδιος ο Μάνης με αποδέκτη (όπως μαρτυρά κι ο τίτλος) τον Σασσανίδη μονάρχη Σαπώρη Α΄. Στο απόσπασμα αυτό, ο ιδρυτής του μανιχαϊσμού μας πληροφορεί ότι γεννήθηκε στη Βαβυλωνία, σ’ έναν οικισμό που ονομαζόταν Μαρντινού και βρισκόταν στα βορειοανατολικά της Βαβυλώνας στον δρόμο προς τη Νιππούρ, «το έτος 527 της εποχής των αστρονόμων της Βαβέλ» (δηλαδή το 216 με βάση τη δική μας χρονολόγηση). Πράγματι, μολονότι είχαν περάσει τρεις τουλάχιστον αιώνες από την οριστική κατάκτηση της Μεσοποταμίας από τους Πάρθους, το βαβυλωνιακό ιερατείο συνέχιζε να χρονολογεί με βάση την εποχή των Σελευκιδών (ή «εποχή του Αλεξάνδρου»), αφετηρία της οποίας ήταν το έτος 311 π.Χ.

Α.   Η ζωή του ιδρυτή του μανιχαϊσμού

Κτησιφών, ανάκτορα Σαπώρη

Κτησιφών, ανάκτορα Σαπώρη

Κοιτίδα πανάρχαιων πολιτισμών, έδρα της νέας ιρανικής αυτοκρατορίας (αρχικά παρθικής, στη συνέχεια περσικής), πλην όμως αρκετά κοντά στα σύνορα της Ρώμης και με ζωντανές ακόμη τις αναμνήσεις του κράτους των Σελευκιδών, η Μεσοποταμία του 3ου αιώνα αποτελεί σημείο συνάντησης πολιτισμών και θρησκειών. Συνυπάρχουν, μεταξύ άλλων, η παραδοσιακή χαλδαϊκή θρησκεία (με ρίζες που ανάγονται στον σουμεριακό πολιτισμό), ο ζωροαστρισμός και διάφορες παρεκκλίσεις του ιουδαϊσμού, ανάμεσά τους κι αρκετές που θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως ιουδαιοχριστιανικές. Η κυρίαρχη γλώσσα στο περιβάλλον όπου μεγαλώνει ο Μάνης είναι πλέον τα αραμαϊκά, πλην όμως, σύμφωνα με τις πηγές, η καταγωγή του προφήτη ήταν ιρανική.

Το όνομα του πατέρα του Μάνη διασώζεται στην εξελληνισμένη μορφή του: Παττίκιος (Παττίγκ ή Παττέγκ στα ιρανικά, Πατίκ ή Πατέκ στα αραμαϊκά). Λέγεται ότι καταγόταν από παλιά παρθική οικογένεια εγκατεστημένη στο Χαμαντάν. Η μητέρα του προφήτη, για την οποία υποστηρίζεται ότι κρατούσε από οικογένεια που είχε δεσμούς συγγένειας με τον βασιλικό οίκο των Αρσακιδών, μνημονεύεται στις πηγές με διάφορα ονόματα: Μαΰς, Καρούσα, Ουταχίμ, Τακσίτ ή Νουσίτ. Στον ευρύτερο χώρο διάδοσης του χριστιανισμού, όμως, της αποδίδεται συνήθως το όνομα Μαρυάμ, αυτό δηλαδή της μητέρας του Ιησού!

Βάσει των στοιχείων που έχουμε στη διάθεσή μας, ο πατέρας του Μάνη δεν πίστευε στον ζωροαστρισμό, αλλά στην παραδοσιακή μεσοποταμιακή θρησκεία και πιο συγκεκριμένα στον θεό Ναμπού. Ο Άραβας συγγραφέας Ιμπν αλ Ναντίμ μας πληροφορεί στο «αλ Φιχρίστ» (τέλη 10ου αι.) για το όραμα που είχε ο Παττίκιος ενώ βρισκόταν στον «οίκο των ειδώλων» στην Κτησιφώντα, την εποχή που η γυναίκα του ήταν έγκυος στον Μάνη. Επί τρεις συνεχείς ημέρες μια υπερκόσμια φωνή συμβούλευε τον πατέρα του προφήτη να εγκαταλείψει την ειδωλολατρία και να ακολουθήσει ζωή απόλυτης εγκράτειας. Πράγματι, ο Παττίκιος άφησε πίσω τον μέχρι τότε τρόπο ζωής του και προσχώρησε σε μια κοινότητα βαπτιστών εγκατεστημένη στην περιοχή του Νταστουμισάν. Ποια ήταν, όμως, η μυστηριώδης αυτή θρησκευτική ομάδα με τους παράξενους διατροφικούς κανόνες και το συγκρητικό δόγμα;

α.   Ανάμεσα στους Ελκεσαΐτες

1.   Το ελκεσαϊτικό δόγμα: Ο Ελκεσάι, Ελχασάι ή Αλχασαίος ήταν Ιουδαίος στην καταγωγή και το θρήσκευμα. Λέγεται ότι έζησε κάπου στην παρθική αυτοκρατορία, μάλλον στη Μεσοποταμία. Η ιστορικότητα του Ελχασάι είναι αμφισβητούμενη. Πιθανότατα πίσω από το όνομα αυτό κρύβεται ο συγγραφέας (ή οι συγγραφείς) του ιερού βιβλίου των Ελκεσαϊτών, το οποίο ήδη από τον 2ο αιώνα είχε γνωρίσει ευρεία διάδοση μεταξύ των ιουδαιοχριστιανικών κύκλων της Παλαιστίνης, της Συρίας και της Μεσοποταμίας. Την ελληνική μετάφραση του βιβλίου αυτού την έφερε στη Ρώμη, την εποχή περίπου της γέννησης του Μάνη, ο Αλκιβιάδης από την Απάμεια της Συρίας (Έλληνας ή εξελληνισμένος Ιουδαίος;), ο οποίος και δίδαξε το ελκεσαϊτικό δόγμα στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Όπως έλεγε ο Απαμεύς, κατά το τρίτο έτος της βασιλείας του Τραϊανού (100), ένας άγγελος κολοσιαίων διαστάσεων εμφανίστηκε μπροστά στον Ελχασάι και του παρέδωσε το βιβλίο της αποκάλυψης του λόγου του θεού.

Ο ελκεσαϊτισμός είναι καταρχήν μία ακόμη ιουδαϊκή αίρεση. Από την άποψη αυτή, η βασική καινοτομία του Ελχασάι έγκειται στο ότι απορρίπτει ως καθαρτήριο στοιχείο τη φωτιά που κατατρώει το αιματηρό σφάγιο της θυσίας, αντικαθιστώντας την με το νερό. Το νερό εξαγνίζει, θεραπεύει από τις ασθένειες, απομακρύνει τα δαιμόνια. Η βάπτιση του κατηχούμενου σηματοδεί τον εξαγνισμό του από την αμαρτία και την είσοδό του στη θρησκευτική κοινότητα. Κατά τα λοιπά, το ελκεσαϊτικό δόγμα είναι εντελώς πιστό στον ιουδαϊσμό: κατά γράμμα τήρηση του Νόμου (π.χ. περιτομή, τήρηση της αργίας του Σαββάτου, νηστείες), που φτάνει μέχρι το σημείο της αποδοχής του ιερατείου των Ιεροσολύμων ως θεματοφύλακα των αξιών της ιουδαϊκής θρησκείας.

Η δεύτερη καινοτομία του Ελχασάι είναι η προσθήκη της διδασκαλίας του Ιησού στον κλασσικό ιουδαϊσμό. Ο Ιησούς είναι ο τελευταίος από τους μεσσίες, αυτός που αποκάλυψε τον λόγο του θεού στην ολότητά του. «Ο ελκεσαϊτικός χριστιανισμός… είναι αδιαμφισβήτητος, αλλά διαφέρει ουσιωδώς από αυτόν που κατόρθωσε να επιβάλει ο Παύλος από την Ταρσό. Ενώ ο δεύτερος απομακρύνεται, για λόγους τακτικής, από την τήρηση του ιουδαϊκού νόμου, ο Ελχασάι παραμένει ιουδαιοχριστιανός εν στενή εννοία, είναι δηλαδή ένας χριστιανός που ακολουθεί τον ιουδαϊκό τρόπο ζωής τον οποίο όρισε η Τορά άπαξ δια παντός» (Michel Tardieu «Le Manichéisme», σειρά Que sais-je, αριθ. 1940, εκδ. PUF, Παρίσι 1997, 2η έκδ, σελ. 12).

Στην πράξη, το πιο εντυπωσιακό στοιχείο για την κοινή γνώμη της εποχής πρέπει να ήταν ο ιδιαίτερος κώδικας διατροφικών κανόνων που τηρούσαν οι Ελκεσαΐτες. Η απόρριψη της θυσίας συνεπαγόταν και την απόλυτη απαγόρευση κατανάλωσης κρέατος. Απαγορευόταν επίσης όλα τα ποτά που ήταν προϊόντα ζύμωσης. Οι Ελκεσαΐτες ήταν αυστηρά χορτοφάγοι. Και πάλι, όμως, επιτρεπόταν η βρώση μόνον των φυτών και των φρούτων που παράγονταν στην κοινότητα (τα οποία τα χαρακτήριζαν ως «αρσενικά»). Πριν καταναλωθούν έπρεπε απαραιτήτως να βαπτισθούν στο νερό για να εξαγνισθούν από οτιδήποτε μιαρό. Τέλος, το ψωμί  έπρεπε να έχει παρασκευασθεί σύμφωνα με τις ιουδαϊκές προδιαγραφές και να ψηθεί στους φούρνους της κοινότητας.

Μανιχαϊκός Κώδικας της Κολωνίας

Μανιχαϊκός Κώδικας της Κολωνίας

2.   Τα νεανικά χρόνια του Μάνη μέχρι τη ρήξη με τους Ελκεσαΐτες: Η γνώση του ελκεσαϊτικού δόγματος είναι απαραίτητη για την κατανόηση του μανιχαϊσμού. Ο Μάνης ανατράφηκε και ανδρώθηκε στη θρησκευτική κοινότητα αυτή. Όρισε βασικά στοιχεία του δόγματός του σε αντιδιαστολή με τον ελκεσαϊτισμό. Ταυτόχρονα η διδασκαλία του Ελχασάι, έστω κι υποσυνείδητα, σημάδεψε ανεξίτηλα τον Μάνη, εμφυσώντας του πρότυπα θρησκευτικής σκέψης, συμπεριφοράς και ηθικής.

Ανεκτίμητα στοιχεία για τη φάση αυτή της ζωής του Μάνη μας παρέχει η συλλογή μανιχαϊκών κειμένων γραμμένων στα ελληνικά (μεταξύ 4ου και 6ου αιώνα) η οποία φέρει τον τίτλο «Περί της γέννης του σώματος αυτού». Πρόκειται για κώδικα σε περγαμηνή ιδιαίτερα μικρών διαστάσεων (4,5 Χ 3,5 εκατοστά), που βρέθηκε στη Λυκούπολη (Ασυούτ) της Άνω Αιγύπτου και σήμερα φυλάσσεται στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Κολωνίας, εξ ου και η ονομασία με την οποία είναι γνωστότερος στις μέρες μας (Μανιχαϊκός Κώδικας της Κολωνίας). Μολονότι η μελέτη του προϋποθέτει ορισμένη επιφυλακτικότητα, καθόσον τα γεγονότα παρουσιάζονται με πρότυπο τη ζωή του Ιησού (ειδικά η σύγκρουση του Μάνη με τους επικεφαλής της ελκεσαϊτικής κοινότητας μοιάζει με επανάληψη της σύγκρουσης του Χριστού με το ιερατείο των Ιεροσολύμων), ο κώδικας μας αποκαλύπτει τον τρόπο σκέψης του ιδρυτή του μανιχαϊσμού.

Όταν ο Μάνης ήταν τεσσάρων ετών, ο πατέρας του τον πήρε μαζί του στην κοινότητα των Ελκεσαϊτών του Νταστουμισάν. Ο προφήτης έζησε εκεί μέχρι και το εικοστό τέταρτο έτος της ηλικίας του, παραμένοντας κατά τα φαινόμενα πιστός στη διδασκαλία του Ελχασάι. Η αποκάλυψη θα έρθει για τον Μάνη μέσω του οράματος ενός αγγέλου ο οποίος θα εμφανιστεί δύο φορές, λίγο μετά τα δωδέκατα και τα εικοστά τέταρτα γενέθλια του προφήτη (228 και 240, αντίστοιχα). Στα αραμαϊκά κείμενα, ο άγγελος αυτός αποκαλείται «τάουμα», δηλαδή «δίδυμος» (παραπέμποντας ίσως στον απόστολο Θωμά), στον Μανιχαϊκό Κώδικα της Κολωνίας «σύζυγος» (με την έννοια του διδύμου, του ομοίου) και στην κοπτική συλλογή των Κεφαλαίων «παράκλητος» (θυμίζοντας τη σχετική περικοπή του Κατά Ιωάννην, 14:26, «ὁ δὲ παράκλητος, τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν»). Την πρώτη φορά, ο άγγελος θα αποκαλύψει στον Μάνη ότι προορίζεται να κηρύξει στον κόσμο τον αληθινό λόγο του θεού. Τη δεύτερη θα του ανακοινώσει με κάθε επισημότητα ότι έφτασε η ώρα να εγκαταλείψει τους Ελκεσαΐτες και να εκπληρώσει την αποστολή του.

Πράγματι, ο Μάνης αρχίζει να κηρύττει τον «αιρετικό» λόγο του, διαφοροποιούμενος από την παραδοσιακή ελκεσαϊτική διδασκαλία. Δεν είναι ίσως τυχαίο το ότι επιλέγει ως πεδίο αντιπαράθεσης τις πρακτικές πτυχές του ελκεσαϊτισμού. Αντιμετωπίζει με ειρωνεία τον κανόνα της βάπτισης των τροφίμων. Είτε πρόκειται για βαπτισμένο κι εξαγνισμένο τρόφιμο, προϊόν της κοινότητας, είτε όχι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις θα καταλήξει ως «απέκδυμα» του ανθρωπίνου σώματος. Τα λουτρά δεν εξαγνίζουν τον άνθρωπο από την αμαρτία, μια και η αγνότητα για την οποία μίλησε ο Ιησούς είναι αυτή του να μπορείς να ξεχωρίζεις το φώς από το σκότος, τη ζωή από τον θάνατο. Η απαγόρευση κατανάλωσης άρτου που δεν έχει παρασκευασθεί από την κοινότητα είναι κι αυτή ανόητη. Ο ίδιος ο Ελχασάι ποτέ δεν είχε ασκοληθεί με αγροτικές εργασίες ούτε είχε θέσει τέτοιους περιορισμούς. Κι ο Ιησούς ευλόγησε ξένο ψωμί, συνέφαγε με φοροεισπράκτορες, ψαράδες και πόρνες, έστειλε τους μαθητές του σε ιεραποστολές δίχως αυτοί να είναι εφοδιασμένοι με τα δικά τους τρόφιμα.

Ο Αχούρα Μάζδα στέφει τον Αρντασίρ Α΄ (ανάγλυφο στο Νακς-ι-Ρουστάμ)

Ο Αχούρα Μάζδα στέφει τον Αρντασίρ Α΄ (ανάγλυφο στο Νακς-ι-Ρουστάμ)

Το κήρυγμα του Μάνη θα προκαλέσει σκάνδαλο μεταξύ των Ελκεσαϊτών. Ο επικεφαλής του συμβουλίου των πρεσβυτέρων της κοινότητας θα καλέσει τον Παττίκιο ζητώντας του εξηγήσεις για τον γιο του κι εκείνος θ’ αποκριθεί: «καλέστε τον οι ίδιοι και προσπαθήστε να τον συνετίσετε»! Ενώπιον του συμβουλίου ο Μάνης θα επαναλάβει τα όσα πιστεύει, δίχως να υποχωρήσει στο ελάχιστο. Άλλωστε έχει ήδη δημιουργήσει ένα κύκλο μαθητών και πιστών στην ελκεσαϊτική κοινότητα. Πολλοί βλέπουν στο πρόσωπό του ένα θρησκευτικό ηγέτη, έναν προφήτη, έναν οραματιστή (Tardieu όπ. π., σελ. 16). Συνοδευόμενος από τον πατέρα του και μερικούς πιστούς μαθητές, ο Μάνης εγκαταλείπει την κοινότητα των Ελκεσαϊτών. Στον έξω κόσμο μερικά πράγματα έχουν αλλάξει: ο Αρτάβανος ο Ε΄, που βασίλευε όταν γεννήθηκε ο Μάνης, υπήρξε ο τελευταίος των Αρσακιδών. Τον ανέτρεψε το 224 ο Αρντασίρ Α΄/ Αρταξέρξης, ιδρυτής της περσικής δυναστείας των Σασσανιδών. Ήδη από το 240 ο γιος του Αρντασίρ, ο Σαπώρης, έχει στεφθεί συμβασιλέας και μετέχει στη διοίκηση της, ακόμη ασταθούς, αλλά ιδιαίτερα δυναμικής, αυτοκρατορίας που πρόκειται να κληρονομήσει.

β.   Η διδασκαλία και το ιεραποστολικό έργο του Μάνη

«Η σοφία και η γνώση είναι η διαρκής προσφορά των απεσταλμένων του θεού. Εμφανίστηκαν στο παρελθόν μέσω του αποστόλου που ονομαζόταν Βούδας στην περιοχή των Ινδιών, μέσω του Ζωροάστρη στην Περσία και μέσω του Ιησού στη Δύση. Έπειτα έφτασε στον κόσμο αυτή η αποκάλυψη κι η προφητεία μέσω εμού, του Μάνη, απεσταλμένου του Θεού της Αληθείας στη χώρα της Βαβέλ» (απόσπασμα του «Σαμπουραγκάν» που παραθέτει ο Αλ Μπιρουνί στο «αλ Αθάρ»).

1.   Οι βάσεις του μανιχαϊκού δόγματος: Ο Μάνης είναι ο εκλεκτός στον οποίο αποκάλυψε ο θεός τον λόγο της αλήθειας. Είναι η πραγματοποίηση της ελπίδας που υποσχέθηκε ο Ιησούς, ο Παράκλητος τον οποίο είχε αναγγείλει ο Χριστός, ο τελευταίος των προφητών! Κι όπως επισήμαινε ο Μισέλ Ταρντιέ «η ουσιώδης μετάλλαξη την οποία επέφερε ο Μάνης στο καθιερωμένο προφητολογικό σχήμα ήταν η άρνηση ερμηνείας του από ιουδαϊκή ή ιουδαιοχριστιανική άποψη, διευρύνοντάς το ώστε να περιλάβει ολόκληρη την οικουμένη, αφενός, και να το κατευθύνει προς το πρόσωπό του, αφετέρου» (όπ. π., σελ. 22). Από τον Αδάμ, τον Σεθ και τον Νώε της ιουδαϊκής παράδοσης, η σειρά των προφητών περνά στον Ζωροάστρη, τον Βούδα και τον Ιησού για να καταλήξει στον ίδιο τον Μάνη. Η οικουμενικότητα αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο του μανιχαϊσμού. Ο ίδιος συνήθιζε να λέει ότι όλες οι προηγούμενες θρησκείες ήταν φτιαγμένες για μία μόνον περιοχή και για μία γλώσσα. Η δικιά του ήταν πανανθρώπινη: «Η φωνή του κηρύγματος της ελπίδας μου θα ακουστεί σε όλες τις γλώσσες, σε όλες τις πόλεις της οικουμένης» (Κεφάλαια, 154). Επιπλέον, η σωτηρία της ψυχής αποτελεί, κατά τον Μάνη, δυνατότητα του καθενός ανεξάρτητα από τη θρησκεία στην οποία πιστεύει, προϋποθέτει, όμως, την ευσπλαχνία και την ελεημοσύνη (στο «Σαμπουραγκάν» ο Μάνης παρέθετε αυτολεξεί το Κατά Ματθαίον, 25:31-46, όπου και οι 35-36: «ἐπείνασα γὰρ καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με, γυμνὸς καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην καὶ ἤλθατε πρός με»). Τέλος, η θρησκευτική σκέψη του ιδρυτή του μανιχαϊσμού είναι βαθύτατη επηρεασμένη από τη διδασκαλία του αποστόλου Παύλου, του προσώπου δηλαδή που οι Ελκεσαΐτες περιφρονούσαν ως ολετήρα του Νόμου. Τα οράματα, η διδασκαλία και το ιεραποστολικό έργο του Παύλου συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση της θρησκείας του Μάνη.

Μάνης

Μάνης

2. Τα ταξίδια του Μάνη: Ο Μάνης αρχίζει το ιεραποστολικό έργο του αμέσως μετά τη ρήξη με τους Ελκεσαΐτες, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο διάστημα απομόνωσης και περισυλλογής. Το πρότυπό του είναι ο απόστολος Παύλος, οι περιπτώσεις τους όμως διαφέρουν. Ο Παύλος κηρύττει τον λόγο του Χριστού περιδιαβαίνοντας τη ρωμαϊκή Μεσόγειο κι απευθυνόμενος καταρχήν στην ιουδαϊκή διασπορά κι έπειτα στους Έλληνες εθνικούς (Tardieu όπ. π., σελ. 26). Ο Μάνης κηρύττει τον δικό του λόγο, διασχίζοντας τον ιρανικό κόσμο κι αναζητώντας στηρίγματα στις διάσπαρτες χριστιανικές κοινότητες. Εγκαταλείποντας τη Βαβυλωνία φτάνει στις δίδυμες πόλεις της Σελεύκειας και της Κτησιφώντας και κινείται με τη συνοδεία του προς τα βόρεια, τη Μηδία και την περιοχή της λίμνης Ούρμια. Οργανώνει την εκκλησία του και στέλνει μαθητές στην Αρμενία και τη Γεωργία. Έπειτα, μαζί με τον πατέρα του, κινείται νότια προς την Περσία και τον Περσικό Κόλπο, απ’ όπου και θα ταξιδέψει διά θαλάσσης προς το Δέλτα του Ινδού, ακολουθώντας τα βήματα του αγίου Θωμά, του ευαγγελιστή των Ινδιών. Θα παραμείνει εκεί μέχρι τις αρχές του 243, οπότε και θα επιστρέψει στην Περσίδα, στέλνοντας τον Παττίκιο να αναλάβει την ινδική ιεραποστολή. Ο ίδιος βρίσκεται σε διαρκή κίνηση μεταξύ Περσίδος, Σουσιανής και Βαβυλωνίας. Συνάπτει φιλικές σχέσεις με μέλη της βασιλικής ελίτ και, το 253, κατορθώνει να τον δεχτεί σε ακρόαση ο Μεγάλος Βασιλεύς, που είναι πλέον ο Σαπώρης Α΄. Εγκατεστημένος στη Βεχ-Αρντασίρ (δεν είμαστε βέβαια αν το όνομα αυτό αποτελεί μετονομασία της Σελεύκειας του Τίγρη ή αφορά μόνον το νησί στον Τίγρη απέναντι από την Κτησιφώντα), συγγράφει τα βιβλία του, ασχολείται με οργανωτικά θέματα της εκκλησίας του και προγραμματίζει τις αποστολές των μαθητών του (Παρθία, Χορασάν και Κεντρική Ασία, Συρία-Παλαιστίνη, Αραβία). Ο ίδιος ταξιδεύει στα βορειοδυτικά, στη μεθόριο με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Γύρω στα 270 ο μανιχαϊσμός έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρη την επικράτεια της ιρανικής αυτοκρατορίας, αλλά και πέρα από αυτήν. Το οικουμενικό όραμα του ιδρυτή του μοιάζει να βρίσκεται στον δρόμο της πραγμάτωσης.

3.   Η σύγκρουση με τον μαζδαϊσμό και τη βασιλική εξουσία: Ο Μάνης είχε απόλυτη επίγνωση της σημασίας που έχουν για την επιβίωση μιας θρησκείας οι καλές σχέσεις με την πολιτική εξουσία και κατέβαλε προς τούτο συνεχείς προσπάθειες. Η ευμενής ουδετερότητα που επεδείκνυε για τον μανιχαϊσμό ο Σαπώρης ακολουθήθηκε κι από τον διάδοχό του, τον Ορμίσδα Α΄ (272-273). Στην προσπάθειά του αυτή, όμως, ο Μάνης θα βρεθεί μοιραία αντιμέτωπος με τον «προκαθήμενο» του μαζδαϊσμού, τον Κιρντίρ. Ο Κιρντίρ είχε αποδυθεί σε μια μεγάλη προσπάθεια ανασυγκρότησης, σε πολιτικό και θρησκευτικό επίπεδο, των δυνάμεων του μαζδαϊσμού (στη ζωροαστρική ή στη ζερβανική εκδοχή του), όχι μόνον εντός των ορίων της αυτοκρατορίας των Σασσανιδών, αλλά και πέρα από αυτή, στη Συρία, την Αρμενία, την Κιλικία και την Καππαδοκία, και γενικά οπουδήποτε ζούσαν ιρανικοί πληθυσμοί. Είναι αλήθεια ότι η ιστορική συγκυρία ευνοούσε το εγχείρημα του Κιρντίρ: η επικράτηση των Σασσανιδών δεν χαρακτηρίζεται μόνο από εντονότερο δυναμισμό και σαφώς πιο επιθετική πολιτική έναντι των αντιπάλων της αυτοκρατορίας (και ειδικά της Ρώμης), αλλά κι από την εγκατάλειψη του κοσμοπολιτισμού και της ανεκτικότητας των Αρσακιδών, καθώς κι από την εμφάνιση μιας μορφής περσικού «εθνικισμού», που εκδηλώνεται με την εκ νέου ανάδειξη της αχαιμενιδικής κληρονομιάς (ο ιδρυτής της δυναστείας, Αρντασίρ Α΄, προσέθεσε συμβολικά στο όνομά του και αυτό του Δαρείου) και φυσικά της παραδοσιακής περσικής θρησκείας.

Το κάστρο "Γκαλέχ Ντοχτάρ", χτισμένο από τον Αρντασίρ (Περσία)

Το κάστρο «Γκαλέχ Ντοχτάρ», χτισμένο από τον Αρντασίρ (Περσία)

Ο Μάνης πρέπει να είχε αντιληφθεί τον κίνδυνο να χάσει οριστικά το παιχνίδι για την εύνοια της κοσμικής εξουσίας. Υποστηρίζεται μάλιστα ότι ο ακραιφνής δυϊσμός και η απαισιοδοξία που εκφράζεται με την αέναη πάλη καλού και κακού αποτελούν ιδέες που προσέθεσε ο Μάνης στο δόγμα του ακριβώς κατά την περίοδο αυτή (Tardieu, όπ. π., σελ. 35). Σε κάθε περίπτωση, η άνοδος στον θρόνο του Βαχράμ Α΄ (273), δευτερότοκου γιου του Σαπώρη, δίνει τέλος στα όνειρα των μανιχαίων, μια και ο νέος μονάρχης βρίσκεται υπό τη σχεδόν ολοκληρωτική επιρροή του Κιρντίρ.

Η σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι είναι η ενέργεια του Μάνη να προσηλυτίσει στον μανιχαϊσμό τον ηγεμονίσκο της Αρτεμίτης (Χολασάρ), ενώ ο Βαχράμ είχε ήδη διατάξει τον κατ’ οίκο περιορισμό του προφήτη. Ο Μάνης καλείται να παρουσιαστεί αμέσως ενώπιον του βασιλέα, κάπου στη Σουσιανή. Η ακρόαση θα εξελιχτεί γρήγορα σε παρωδία δίκης. Ο προφήτης θα οδηγηθεί αλυσοδεμένος στη φυλακή, όπου και θα αφήσει, εξαντλημένος, την τελευταία πνοή του λίγες ημέρες μετά (έχοντας προλάβει πάντως να δει για τελευταία φορά τους μαθητές του και να τους αφήσει την πνευματική διαθήκη του). Δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες για το τέλος του ιδρυτή του μανιχαϊσμού: βασανίστηκε; τι απέγινε το νεκρό σώμα του; Οι μανιχαϊκές παραδόσεις μιλούν για μαρτύριο αντίστοιχο αυτού του Ιησού, που κράτησε μάλιστα ένα μήνα (4 ημέρες η δίκη και 26 η φυλάκιση), πόσο αξιόπιστες είναι όμως; Στην πραγματικότητα ούτε η ακριβής χρονολογία του θανάτου του Μάνη μας είναι γνωστή. Ένα ουιγουρικό κείμενο, βασιζόμενο στο σινοτουρκικό ημερολόγιο, αναφέρει ότι «ο Βούδας Μάνης αναλήφθηκε στην ουράνια κατοικία του το έτος του χοίρου», που πρέπει να ήταν το 274, πλην όμως ελαφρώς μεταγενέστερες χρονολογίες (276 ή 277) μπορούν επίσης να υποστηριχθούν βάσιμα.

Β.   Το έργο και η διδασκαλία του Μάνη

Δίχως αμφιβολία ο Μάνης ήταν εξαιρετικά μορφωμένος. Είχε μελετήσει στα αραμαϊκά τα χριστιανικά ευαγγέλια, στην ήδη ενοποιημένη μορφή με την οποία κυκλοφορούσαν στη Μέση Ανατολή του 3ου αιώνα, τις επιστολές του Παύλου, διάφορα συγγράμματα που εμφανίζονταν ως πράξεις των αποστόλων. Επίσης, το ιερό βιβλίο του Ελχασάι, αλλά και διάφορες «αποκαλύψεις» (όπως αυτές του Αδάμ και του Ενώχ) που γνώριζαν ιδιαίτερη διάδοση στους ιουδαιοχριστιανικούς κύκλους. Πολλά γνωστικά κείμενα του ήταν οικεία, ιδίως αυτά του Βαρδησάνη. Δεν πρέπει να είχε δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Τορά και το Ταλμούδ. Ό,τι τον ενδιέφερε από την ιουδαϊκή παράδοση, και κυρίως η Γένεση, το είχε μάθει μέσω των απόκρυφων παραδόσεων που κυκλοφορούσαν μεταξύ των Ελκεσαϊτών.

Ο Μάνης ήταν επίσης ζωγράφος, καλλιγράφος και, κατά κάποιο τρόπο, γλωσσολόγος! Αναγκασμένος εκ των πραγμάτων να μεταφράσει τα κείμενά του στις ιρανικές γλώσσες, διαπίστωσε τους περιορισμούς των αλφαβήτων τους (μικρός αριθμός γραμμάτων που ευνοούσε τις αμφισημίες και τις παρανοήσεις). Επέλεξε να γράψει στα πεχλεβί και τα παρθικά χρησιμοποιώντας ένα νέο αλφάβητο, βασισμένο στο ανατολικό συριακό (με τα 22 γράμματα συν τα ημιφωνήεντα). Το δημιούργημά του, που έγινε γνωστό ως μανιχαϊκό αλφάβητο, επρόκειτο να γνωρίσει ιδιαίτερη διάδοση στην Κεντρική και Ανατολική Ασία.

Μανιχαϊκό αλφάβητο (κείμενο στη σογδιανή γλώσσα)

Μανιχαϊκό αλφάβητο (κείμενο στη σογδιανή γλώσσα)

α.   Τα συγγράμματα του ιδρυτή του μανιχαϊσμού

Στον Μάνη πιστώνεται η συγγραφή εννέα τουλάχιστον έργων.

1.   Το «Σαμπουραγκάν», πρώτο έργο του Μάνη, γράφτηκε στα πεχλεβί έχοντας ως αποδέκτη τον Σασσανίδη βασιλέα Σαπώρη Α΄. Παρουσιάζει συνοπτικά τις βασικές αρχές της μανιχαϊκής θεολογίας (οι δύο αντίπαλες αρχές, ο Μάνης ως τελευταίος των προφητών, η τελική κρίση κι η αποκατάσταση της βασιλείας του Καλού) σε μια εποχή που ο Μάνης διατηρούσε βάσιμες ελπίδες για την επικράτηση της θρησκείας του. Σημαντικά αποσπάσματα σώζονται μεταξύ των χειρογράφων που βρέθηκαν στην όαση του Τουρφάν, στο Κινεζικό Τουρκεστάν (Σινκιάνγκ).

2.   Το «Ευαγγέλιο του Μάνη», συντάχθηκε στα συριακά αραμαϊκά. Χωρίζεται σε 22 κεφάλαια, ένα για κάθε γράμμα του αραμαϊκού αλφαβήτου. Τρία αποσπάσματά του περιέχονται στον Μανιχαϊκό Κώδικα της Κολωνίας. Στο πρώτο από αυτά, ο Μάνης παρουσιάζεται ως «απόστολος του Ιησού Χριστού με τη βούληση του Θεού Πατρός της Αληθείας». Από μιαν άποψη, στο Ευαγγέλιο αναλύονται οι θεολογικές αρχές που είχαν εκτεθεί στο Σαμπουραγκάν. Ταυτόχρονα πρόκειται για μια νέα ερμηνεία της χριστιανικής Καινής Διαθήκης, βάσει της παραδοχής ότι ο Μάνης είναι ο τελευταίος μεσσίας.

3.   Ο «Θησαυρός» χαρακτηρίζεται ως απολογητικό σύγγραμμα στο οποίο παρουσιάζεται η μανιχαϊκή θεολογία. Γράφτηκε κι αυτό στα συριακά. Αποσπάσματά του παρατίθενται σε έργα του Αυγουστίνου της Ιππώνος και σε κείμενα του Αλ Μπιρουνί.

4.   Το έργο «Τα των Μυστηρίων» είναι συλλογή σύντομων θεολογικών κειμένων με ποικίλη θεματολογία (οι τίτλοι των κεφαλαίων παρατίθενται στο «αλ Φιχρίστ»: αντίκρουση των θεωριών του Βαρδησάνη, ανάλυση της ιστορίας του Υστάσπη που προσηλυτίστηκε από τον Ζωροάστρη, διάφορα κείμενα για τον Ιησού, τους προφήτες εν γένει, την τελική κρίση. Όπως δείχνει κι ο μεγάλος αριθμός κειμένων αντίκρουσης του δόγματος του Βαρδησάνη, πρέπει να γράφτηκε την εποχή της ιεραποστολής του Μάνη στην Άνω Μεσοποταμία (περ. 260-270, βλ. Tardieu, όπ. π., σελ. 52).

5.   «Πραγματεία»: αναλυτική διήγηση του μανιχαϊκού μύθου περί Γενέσεως.

6.   Η «Εικών» είναι ένα από τα πρώτα… εικονογραφημένα της Ιστορίας. Ο Μάνης φιλοτέχνησε μια σειρά από πίνακες στους οποίους απεικόνισε χαρακτηριστικές σκηνές του μύθου της γένεσης και της δημιουργίας, συνοδεύοντάς τε με σύντομα επεξηγηματικά σημειώματα.

7.   Ο «Γίγας» αποτελεί νέα ανάπτυξη του γνωστού σημιτικού μύθου των γιγάντων τον οποίο συναντούμε και στη Βίβλο, στο έκτο κεφάλαιο της Γενέσεως:

«καὶ ἐγένετο ἡνίκα ἤρξαντο οἱ ἄνθρωποι πολλοὶ γίνεσθαι ἐπὶ τῆς γῆς καὶ θυγατέρες ἐγενήθησαν αὐτοῖς. ἰδόντες δὲ οἱ υἱοὶ τοῦ θεοῦ τὰς θυγατέρας τῶν ἀνθρώπων ὅτι καλαί εἰσιν ἔλαβον ἑαυτοῖς γυναῖκας ἀπὸ πασῶν ὧν ἐξελέξαντο. καὶ εἶπεν κύριος ὁ θεός οὐ μὴ καταμείνῃ τὸ πνεῦμά μου ἐν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις εἰς τὸν αἰῶνα διὰ τὸ εἶναι αὐτοὺς σάρκας ἔσονται δὲ αἱ ἡμέραι αὐτῶν ἑκατὸν εἴκοσι ἔτη. οἱ δὲ γίγαντες ἦσαν ἐπὶ τῆς γῆς ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις καὶ μετ’ ἐκεῖνο ὡς ἂν εἰσεπορεύοντο οἱ υἱοὶ τοῦ θεοῦ πρὸς τὰς θυγατέρας τῶν ἀνθρώπων καὶ ἐγεννῶσαν ἑαυτοῖς ἐκεῖνοι ἦσαν οἱ γίγαντες οἱ ἀπ’ αἰῶνος οἱ ἄνθρωποι οἱ ὀνομαστοί».

Εκτός από τη Βίβλο, ο Μάνης είχε μελετήσει και την «Αποκάλυψη του Ενώχ», ιουδαϊκό βιβλίο εσχατολογικού περιεχομένου που πρέπει να γράφτηκε περίπου το 150. Η βασική πηγή του, όμως, πρέπει να ήταν ένα άγνωστο μέχρι πρόσφατα σε μας «Βιβλίο των Γιγάντων», που είχε διαδοθεί στους αιρετικούς ιουδαϊκούς κύκλους προς το τέλος της προχριστιανικής περιόδου: μεταξύ των αραμαϊκών κειμένων που βρέθηκαν στις σπηλιές του Κουμράν (Χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας) εντοπίστηκαν αποσπάσματα που πραγματεύονται τον μύθο των γιγάντων και είναι σχεδόν όμοια με αποσπάσματα μανιχαϊκών χειρογράφων του Τουρφάν.

Πέρα από έναν μύθο που φαντάζει στον σύγχρονο άνθρωπο μάλλον αφελής, ο «Γίγας» είναι ένα αλληγορικό σύγγραμμα με πολιτικό περιεχόμενο. Πίσω από τους γίγαντες κρύβονται οι τύραννοι της εποχής του προφήτη του μανιχαϊσμού.

8.   «Επιστολαί»: Ο Μάνης συνέταξε μεγάλο αριθμό επιστολών με ποικίλο περιεχόμενο: χαιρετισμοί για την ίδρυση εκκλησιών, αναγγελίες επισκέψεών του σε κοινότητες πιστών, επιστολές με δογματικό περιεχόμενο ή σχετικές με οργανωτικά ζητήματα. Στο «Αλ Φιχρίστ» ο Ιμπν αλ Ναντίμ αναφέρει τους τίτλους 76 επιστολών του Μάνη.

9.   Ψαλμοί και Προσευχαί: Μεταξύ των έργων του προφήτη καταλέγεται και η σύνθεση δύο ψαλμών και ενός βιβλίου προσευχών. Ελλείψει επαρκών στοιχείων, είναι αδύνατος ο εντοπισμός τους ανάμεσα στα κείμενα των μανιχαϊκών ψαλτηρίων που βρέθηκαν στο Τουρφάν.

β.   Ο μανιχαϊκός μύθος της Δημιουργίας

Δεν υπάρχει ίσως δυσκολότερο έργο από την προσπάθεια συνοπτικής παρουσίασης του μανιχαϊκού μύθου της Δημιουργίας. Πρόκειται για μια από τις πιο περίπλοκες θρησκευτικές αφηγήσεις, που συνδυάζει ζωροαστρικά, ιουδαϊκά, γνωστικά και πρωτότυπα στοιχεία. Εκτός των άλλων, το έργο χαρακτηρίζεται από την πολυωνυμία των πρωταγωνιστών του (αναλόγως της γλώσσας και των παραδόσεων κάθε περιοχής στην οποία διαδόθηκε ο μανιχαϊσμός), γεγονός που δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο την κατανόησή του. Ο Μάνης εξήγησε την ιστορία της Γένεσης στην «Πραγματεία του». Η διήγησή του σώζεται χάρη σε έναν πολέμιο του μανιχαϊσμού, τον Σύρο νεστοριανό θεολόγο του 8ου αι. Θεόδωρο βαρ Κονάι, ο οποίος την παρέθεσε στην ενδεκάτη πραγματεία του Βιβλίου του των Σχολίων, που αφορά τις αιρέσεις (πλήρης παράθεση της μανιχαϊκής Γένεσης με σχόλια σε Tardieu, όπ. π., σελ. 94 επ., και ανάλυση από θεολογική και σημειολογική άποψη σελ. 101-111/ συνοπτική κι απλουστευμένη διήγηση σε Fernand Niel «Albigeois et Cathares», σειρά Que sais-je, αριθ. 689, εκδ. PUF, Παρίσι 1955, 18η έκδ 2010, σελ. 24 επ.).

Στην αρχή, πριν ακόμη δημιουργηθεί ο ουρανός κι η γη, υπήρχαν δύο φύσεις. Η καλή, ο Θεός της Δόξης (ή Αγαθός Θεός), και η κακή, ο Βασιλεύς του Σκότους! Ο δεύτερος αποκαλείται και Διάβολος, Σατανάς ή Ύλη – και στις ιρανικές γλώσσες Αχριμάν, σε ανάμνηση του αντιπάλου του Αχούρα Μάζδα. Ζηλεύοντας την ομορφιά του βασιλείου του Θεού, ο Βασιλεύς του Σκότους θέλησε να το κατακτήσει. Ο Θεός απάντησε με την πρώτη δημιουργία (ή «πρώτη κλήση»). «Κάλεσε» (= δημιούργησε) την Μητέρα των Ζωντανών, εκείνη κάλεσε τον Πρώτο Άνθρωπο κι αυτός με τη σειρά του τους πέντε γιους του. Ο Πρώτος άνθρωπος (Ορμίζδ στις ιρανικές γλώσσες, παραπέμποντας στον Αχούρα Μάζδα) προσπάθησε να εξοντώσει τον Βασιλέα του Σκότους, αλλά νικήθηκε στον πόλεμο κι αιχμαλωτίστηκε. Η δημιουργία του Θεού μολύνθηκε από το δηλητήριο του Διαβόλου.

Μιχαήλ Άγγελος "Η Δημιουργία του Ήλιου και της Σελήνης" (1508-1512)

Μιχαήλ Άγγελος «Η Δημιουργία του Ήλιου και της Σελήνης» (1508-1512)

Ο Πρώτος Άνθρωπος προσευχήθηκε κι ικέτεψε εφτά φορές τον Θεό να τον λυτρώσει. Εκείνος προχώρησε στην δεύτερη δημιουργία: «κάλεσε» τον Φίλο του Φωτός, εκείνος τον Μεγάλο Αρχιτέκτονα, ο Μέγας Αρχιτέκτων δημιούργησε το Ζων Πνεύμα κι αυτό τους πέντε γιους του. Το Πνεύμα με τους γιους του κατέβηκε στη Γη του Σκότους και βρήκε τον αιχμάλωτο Πρώτο Άνθρωπο για να του δώσει κουράγιο. Στη δεύτερη κάθοδό του, το Πνεύμα έτεινε το χέρι του και τράβηξε τον Πρώτο Άνθρωπο από το σκοτάδι. Ο πρώτος πόλεμος τερματίζεται με τη θριαμβευτική επιστροφή του Πρώτου Ανθρώπου στη Μητέρα των Ζωντανών και το βασίλειο του Θεού.

Έπειτα, το Πνεύμα πρόσταξε τους γιους του να σκοτώσουν τους Άρχοντες, γιους του Διαβόλου. Τους έγδαραν και με το δέρμα τους η Μητέρα έφτιαξε έντεκα ουρανούς, με τα νεκρά τους σώματα οχτώ πλανήτες. Το Πνεύμα κατέβηκε ξανά στον κόσμο του σκότους: εμφανίστηκε στους γιους του Διαβόλου και τους έκανε να ξεράσουν το φως που είχαν καταπιεί όταν νίκησαν τον Πρώτο Άνθρωπο. Με αυτό το φως, το Πνεύμα έφτιαξε τον ήλιο και τη σελήνη, και με ό,τι περίσσευε τον άνεμο, το νερό και τη φωτιά με τους «τροχούς» τους (= πλανήτες), τους οποίους έθεσε σε τροχιά για να πετούν ψηλότερα από τους δαίμονες.

Στη συνέχεια, η Μητέρα των Ζωντανών, ο Πρώτος Άνθρωπος και το Ζων Πνεύμα ικέτεψαν τον Πατέρα κι εκείνος προχώρησε στην Τρίτη Κλήση, δημιουργώντας τον Άγγελο (Απεσταλμένο ή Αγγελιαφόρο). Ο Άγγελος κατέβηκε εκεί που βρισκόταν ο ήλιος κι η σελήνη κι έθεσε τα δύο ουράνια σώματα σε κίνηση. Έφτασε στα μέσα του ουρανού κι από εκεί εμφανίστηκε με την αρσενική και τη θηλυκή του μορφή στους Δαίμονες, γιους και κόρες του Βασιλέα του Σκότους. Τους ξύπνησε τέτοια ερωτική επιθυμία που αυτοί «εκσπερμάτισαν» ελευθερώνοντας μαζί και το φως που είχαν καταπιεί. Ο Άγγελος επέστρεψε στους Άρχοντες την «αμαρτία» τους (= το σπέρμα), μα αυτοί την άφησαν να πέσει στη γη, η μισή στη θάλασσα κι η άλλη μισή στην ξηρά, όπου και φύτρωσαν πέντε δέντρα.

Οι κόρες του Σκότους που ήταν έγκυες απέβαλαν όταν αντίκρισαν τον Άγγελο. Τα εκτρώματά τους έπεσαν στη γη και τράφηκαν με τα φύλλα των Δέντρων της Αμαρτίας. Η ανάμνηση του Αγγέλου δεν τα άφηνε να ησυχάσουν. Πήγαν στον Ασακλούν (ή Σάκλα), γιο του Βασιλέα του Σκότους κι εκείνος τους αποκρίθηκε: «Φέρτε μου τους γιους και τις κόρες σας κι εγώ θα σας φτιάξω μια μορφή όμοια με αυτή που είδατε»! Ο Ασακλούν καταβρόχθισε τα αρσενικά κι έδωσε τα θηλυκά στη σύντροφό του, τη Νεβροήλ. Έπειτα ενώθηκαν σαρκικά κι η Νεβροήλ γέννησε τον Αδάμ κι αργότερα την Εύα.

Η δημιουργία του ανθρώπου από τους δαίμονες ισοδυναμούσε με κήρυξη πολέμου. Ο Θεός έστειλε τότε στη Γη τον Ιησού Σωτήρα κι εκείνος βρήκε τον Αδάμ. Τον ξύπνησε και του είπε την αλήθεια. Τον πληροφόρησε ότι η ψυχή που βρισκόταν φυλακισμένη στο σώμα του είχε μέσα της το φως και του έδωσε να γευτεί τον καρπό του Δέντρου της Ζωής. Τότε ο Αδάμ αναφώνησε: «καταραμένος να είναι ο δημιουργός του σώματός μου και δεσμώτης της ψυχής μου, καταραμένοι αυτοί που με έκαναν σκλάβο»! Ο δεύτερος πόλεμος των θεών τελείωνε, αυτός των ανθρώπων μόλις άρχιζε.

Στην Πραγματεία του ο Μάνης δεν ασχολείται με την Τελική Κρίση. Το δόγμα του για την Αποκάλυψη το είχε ήδη εκθέσει στο Σαμπουραγκάν. Το τέλος θα το αναγγείλει μια σειρά από γεγονότα: διωγμοί των πιστών κι έπειτα θρίαμβος της Μανιχαϊκής Εκκλησίας, Δευτέρα Παρουσία του Ιησού. Θα ακολουθήσει η τελική κρίση των ανθρώπων κι ο επίγειος κόσμος θα καταστραφεί με μια τεράστια πυρκαγιά.

«Με αυτές τις μυθικές μορφές, που μοιάζουν σε μας παράξενες (και κάποιες φορές αχρείαστα περίπλοκες), η μανιχαϊκή θεολογία θα πρέπει να γοήτευε τη φαντασία των ανθρώπων της Ανατολής που τόσο αγαπούσαν το θαυμαστό» (Niel όπ. π., σελ. 26).

ΙΙ.   Εκκλησιαστική οργάνωση και μανιχαϊκή ηθική

Α.   Η Μανιχαϊκή Εκκλησία

Το γεγονός ότι η Μανιχαϊκή Εκκλησία κατόρθωσε να επιβιώσει παρά τους απηνείς διωγμούς που υπέστη ήδη από την εποχή της θανάτωσης του ιδρυτή της αποτελεί απόδειξη της εξαιρετικής οργάνωσής της, οι βάσεις της οποίας είχαν προφανώς τεθεί από τον ίδιο τον Μάνη.

α.   Ο Κανών των Ιερών Βιβλίων του μανιχαϊσμού

Τα συγγράμματα του Μάνη που θα έπρεπε να περιληφθούν στον κανόνα των ιερών βιβλίων καθορίσθηκαν πολύ σύντομα μετά τον θάνατο του ιδρυτή της θρησκείας. Κατά πάσα πιθανότητα η απόφαση ελήφθη κατά τη δεκαετία που προκαθήμενος της Μανιχαϊκής Εκκλησίας ήταν ο Σισίννιος, τον οποίο είχε ορίσει ως διάδοχό του ο ίδιος ο Μάνης. Το μόνο που παραλείφθηκε ήταν το Σαμπουραγκάν, ίσως γιατί φαινόταν πλέον άκαιρο και ξεπερασμένο ένα βιβλίο που απευθυνόταν σε ένα Σασσανίδη μονάρχη, την ώρα που οι διάδοχοί του είχαν θανατώσει τον προφήτη και εξαπέλυαν διωγμούς των πιστών του. Συχνά γίνεται λόγος για την μανιχαϊκή «Επτάτευχο», μια και μεταξύ των υπόλοιπων συγγραμμάτων του Μάνη η «Εικών» αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση. Μερικές φορές το έργο του προφήτη μνημονεύεται και ως «Πεντάτευχος»: λόγω της θεματικής συνάφειάς τους τα Μυστήρια, η Πραγματεία και ο Γίγας ομαδοποιούνται και λογίζονται ως ένα σύγγραμμα.

Τα ιερά βιβλία της Μανιχαϊκής Εκκλησίας δεν περιλαμβάνουν, όμως, μόνο τα κείμενα που συνέταξε ο ιδρυτής. Καταρχάς, υπήρχαν οι διηγήσεις αγιογραφικού χαρακτήρα που αναφέρονται στη ζωή του Μάνη. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται ο, γνωστός μας πλέον, Μανιχαϊκός Κώδικας της Κολωνίας, καθώς και δύο χειρόγραφα στα κοπτικά, οι «Πράξεις» και οι «Ομιλίες». Το δεύτερο έργο σώζεται με τη μορφή κώδικα αποτελούμενου από φύλλα παπύρου (βρέθηκε στο Φαγιούμ) και περιλαμβάνει τέσσερις λόγους: ο πρώτος από αυτούς είναι ένας θρήνος του Σαλμαίου, μαθητή του Μάνη, για τον θάνατο του διδασκάλου του.

Ακολουθούν τα θεολογικά συγγράμματα με τη μορφή σχολίων επί του μανιχαϊκού δόγματος. Το γνωστότερο από αυτά είναι τα κοπτικά Κεφάλαια. Ιδιαίτερη θέση μεταξύ των ιερών βιβλίων κατέχουν οι συλλογές ψαλμών, όπως το κοπτικό ψαλτήριο του Φαγιούμ, τα αποσπάσματα από τα περσικά και παρθικά ψαλτήρια ή η κινεζική συλλογή 25 ύμνων που βρέθηκε στις σπηλιές του Τουέν-χουάνγκ (10ος αι.). Τέλος, ιερωμένοι και κατηχούμενοι είχαν στη διάθεσή τους πρακτικούς οδηγούς για διάφορα ζητήματα θεολογικού και οργανωτικού χαρακτήρα. Το γνωστότερο σχετικό έργο είναι ένα τυποποιημένο κείμενο για την εξομολόγηση των αμαρτιών των πιστών, το «Χουαστουανέφτ». Σώζεται αποσπασματικά σε περσικά και σογδιανά, το δε πλήρες κείμενό του στα τουρκικά (Tardieu, όπ. π., σελ. 70).

β.   Η οργάνωση της Εκκλησίας

Μανιχαίοι Εκλεκτοί, Χότσο, Τουρφάν, 10ος αι.

Μανιχαίοι Εκλεκτοί, Χότσο, Τουρφάν, 10ος αι.

Οι πλουσιώτερες σε στοιχεία πηγές για την οργάνωση της Εκκλησίας του Μάνη είναι, αφενός μεν, τα γραπτά ενός πρώην μανιχαίου, του γνωστού και μη εξαιρετέου Αυγουστίνου της Ιππώνος, (τα οποία, αν εξαιρέσουμε τους αναμενόμενους αφορισμούς και χλευασμούς του αγίου, είναι λεπτομερή κι αρκετά ακριβή), αφετέρου δε, το μανιχαϊκό κείμενο που είναι γνωστό με τον τίτλο «Ύμνος προς τους Αποστόλους», είναι γραμμένο στα περσικά και βρέθηκε (κι αυτό) στο Τουρφάν.

Η θεμελιώδης διάκριση εντός της Μανιχαϊκής Εκκλησίας είναι αυτή μεταξύ λαϊκών (οι οποίοι ονομάζονται «κατηχούμενοι» και αποτελούν την 5η τάξη των πιστών) και εκκλησιαστικών. Το πέρασμα από τη μια κατηγορία στην άλλη συνεπαγόταν δραστικές μεταβολές όσον αφορά την ένταση των υποχρεώσεων και των δεσμεύσεων του πιστού. Οι περισσότεροι από τους μανιχαίους που αφιερώνονταν στη θρησκεία παρέμεναν στην 4η τάξη πιστών και αποκαλούνταν «εκλεκτοί» ή «δίκαιοι» (στα λατινικά συναντούμε και τους όρους «τέλειοι» και «άγιοι»: perfecti και sancti, αντίστοιχα), ζούσαν σε ναούς και μονές (οι οποίες, αντίθετα προς τη μεταγενέστερη χριστιανική παράδοση, βρίσκονταν πάντα μέσα στις πόλεις). Το σύνολο των δραστηριοτήτων τους σχετιζόταν με την εκπλήρωση των θρησκευτικών καθηκόντων τους: προσευχές, κατήχηση κι εξομολόγηση των πιστών, μελέτη κι αντιγραφή των ιερών βιβλίων. Για τις υλικές ανάγκες τους, λ.χ. σε τρόφιμα και ρουχισμό, μεριμνούσαν οι κατηχούμενοι. Εκλεκτοί μπορούσαν να γίνουν τόσο οι άντρες όσο και οι γυναίκες.

Μεταξύ των εκλεκτών επιλέγονταν αυτοί που θα αποτελούσαν το εν στενή εννοία ιερατείο και θα καταλάμβαναν τα εκκλησιαστικά αξιώματα. Οι τρεις ανώτερες τάξεις υπόκεινται στον περιορισμό του numerus clausus, απαρτίζονται δε αποκλειστικά από άνδρες. Τα μέλη της τρίτης τάξης ονομάζονταν «πρεσβύτεροι» ή «οικοδεσπότες» (ονομασία που κληροδότησαν στον μανιχαϊσμό οι Εσσαίοι, μέσω των Ελκεσαϊτών). Οι πρεσβύτεροι δεν μπορούσαν να ξεπεράσουν σε αριθμό τους 360 (όσες και οι μέρες του χρόνου). Πολύ συχνά ο υπεύθυνος για τη διοίκηση των μανιχαϊκών ναών και μονών ήταν πρεσβύτερος. Η 2η τάξη αποτελούταν από τους επισκόπους. Έφεραν τον τίτλο του «διακόνου» και ο αριθμός τους δεν μπορούσε να υπερβαίνει τους 72 (δηλαδή τον θρυλούμενο αριθμό των μαθητών του Ιησού που στάλθηκαν για να κηρύξουν τον λόγο του θεού). Η ανώτατη τάξη περιελάμβανε τους 12 «διδασκάλους» ή «αποστόλους», οι οποίοι συγκροτούσαν το συμβούλιο της Μανιχαϊκής Εκκλησίας κι είχαν την ευθύνη της υπεράσπισης του δόγματος και της διοίκησης των επαρχιών. Τέλος, στην κορυφή της εκκλησιαστικής ιεραρχίας βρισκόταν ο «Αρχηγός», προκαθήμενος της Εκκλησίας και διάδοχος του Μάνη.

Β.   Μανιχαϊκή ηθική

Ο πιστός όφειλε καταρχήν να συνειδητοποιήσει τη θέση του, αυτήν του εγκλωβισμένου σε ένα μολυσμένο κόσμο. Ο ασκητισμός, η εγκράτεια και η περιφρόνηση για το φθαρτό σαρκίο-φυλακή της ψυχής αποτελούν βασικές αρχές της ζωής του μανιχαίου. Ο κώδικας, πάντως, των ηθικών υποχρεώσεών του διαφοροποιείται αναλόγως της ιδιότητας του κατηχούμενου ή του εκλεκτού.

α.   Οι ηθικές υποχρεώσεις των «εκλεκτών»

Οι εκλεκτοί (και φυσικά οι «ιερωμένοι» των τριών ανώτερων τάξεων) όφειλαν να τηρούν τις πέντε εντολές (ο πλήρης κατάλογός τους διασώζεται σε κείμενα γραμμένα στα κοπτικά και στη γλώσσα της Σογδιανής). Η πρώτη εντολή είναι αυτή της «αλήθειας», όρος που υπονοεί την υποχρέωση του μανιχαίου εκλεκτού να διάγει βίο σύμφωνο με τις επιταγές της θρησκείας.

Η πιο πρωτοποριακή, όμως, από τις ηθικές υποχρεώσεις που υπείχαν οι μανιχαίοι εκκλησιαστικοί ήταν η δεύτερη εντολή, η «απαγόρευση της βίας», η οποία οριζόταν με τρόπο εξαιρετικά διασταλτικό. Η εντολή αυτή εμφανίζει το παράδοξο να είναι ταυτόχρονα εν μέρει απολύτως σύμφωνη με σύγχρονες αντιλήψεις και εν μέρει εντελώς ακατανόητη για αυτές. Ο εκλεκτός δεν πρέπει να πειράξει με οποιονδήποτε τρόπο κάποιο από τα πέντε στοιχεία (φως, φωτιά, νερό, άνεμος και αέρας) τα οποία ενυπάρχουν, αναμεμειγμένα με μόρια μολυσμένης ύλης, στους ανθρώπους, τα ζώα, τα φυτά και τη φύση (Tardieu, όπ. π., σελ. 80). Η εντολή αυτή βασίζεται στην πεποίθηση ότι «κάθε γήινο σώμα μεταφέρει μόρια καθαρού φωτός τα οποία έχουν αιχμαλωτισθεί στην ύλη αναμένοντας τη λύτρωσή τους. Το σύνολό τους σχηματίζει έναν τεράστιο φωτεινό σταυρό που εκτείνεται σε ολόκληρη την οικουμένη, υπενθυμίζοντας το μαρτύριο του Ιησού… Κάθε πράξη που στρέφεται κατά των γήινων σωμάτων στρέφεται και κατά των ίδιων των φωτεινών σωμάτων και, επομένως, κατά του Σταυρού του Φωτός και του Ουράνιου Ιησού» (όπ. π., σελ. 80-81). Ο μανιχαίος απαγορεύεται να σκοτώσει ή να πληγώσει άνθρωπο ή ζώο, ή να πειράξει ένα φυτό. Δεν μπορεί επίσης να ασχοληθεί με αγροτικές εργασίες, να χρησιμοποιήσει ορισμένα φάρμακα ή να «διαταράξει την ηρεμία» του νερού, του χιονιού ή της γης!

Η τρίτη εντολή είναι αυτή της απόλυτης αγνότητας, η οποία επιτάσσει αποχή όχι μόνο από κάθε σεξουαλική επαφή, αλλά και από κάθε πράξη που ενδέχεται να δώσει ευχαρίστηση (όπως το άγγιγμα του χιονιού ή ενός υφάσματος)! Ένα απλό λουτρό, επομένως, αντιβαίνει και στη δεύτερη εντολή (γιατί διαταράσσει τα μόρια φωτός που υπάρχουν σ’ αυτό) και στην τρίτη (γιατί πρόκειται για πράξη που χαρίζει ευχαρίστηση). Βάσει της τρίτης εντολής, απαγορεύεται επίσης κάθε πράξη που συμβάλλει στην αναπαραγωγή των ζώων ή των φυτών, δεδομένου ότι καθυστερεί την τελική λύτρωση των μορίων αγνού φωτός που είναι αιχμαλωτισμένα στα ζωντανά σώματα (Tardieu, όπ. π., σελ. 82).

Η εντολή «περί αγνότητας του στόματος», συνεπάγεται αφενός την απαγόρευση του ψεύδους, της βλασφημίας και της συκοφαντίας και αφετέρου την τήρηση των διατροφικών κανόνων: αυστηρή απαγόρευση της κατανάλωσης κρέατος και ποτών που είναι προϊόντα ζύμωσης (αλκοολούχα και άλλα), κατανάλωση μόνο συγκεκριμένων φρούτων και λαχανικών, νηστείες. Η πέμπτη εντολή, τέλος, είναι η «μακάρια πενία»: ο μανιχαίος δεν έχει την κυριότητα κανενός πράγματος, πέρα από την τροφή μιας ημέρας και το ένδυμα με το οποίο πρέπει να περάσει μια χρονιά.

β.   Ο κώδικας των ηθικών υποχρεώσεων των κατηχούμενων

Μανιχαίοι, Χότσο, Τουρφάν (9ος αι.)

Μανιχαίοι, Χότσο, Τουρφάν (9ος αι.)

Μολονότι διέπεται από τις ίδιες αρχές, ο κώδικας των κανόνων ηθικής που δεσμεύουν τους κατηχούμενους είναι σαφώς ελαστικότερος ως προς το εύρος των υποχρεώσεων απ’ ό,τι αυτός που ισχύει για τους εκλεκτούς. Σε αντίθετη περίπτωση, άλλωστε, θα έπρεπε να σταματήσει κάθε οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα και, φυσικά, η αναπαραγωγή του ανθρώπινου είδους. Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν υπερβολικά ριζοσπαστική ακόμα και για μια θρησκεία που πρέσβευε την ιδέα ότι κόλαση ήταν η επίγεια ζωή (Niel όπ. π., σελ. 27).

Οι λαϊκοί υπέχουν υποχρεώσεις πέντε ειδών. Η πρώτη είναι η τήρηση των Δέκα Εντολών. 1. Απάρνηση της ειδωλολατρίας, αποδοχή του μονοθεϊσμού και απόρριψη της όποιας ανθρωπομορφικής θεώρησης του θεού. Ο αληθινός θεός δεν είναι υπεύθυνος ούτε για τη ζωή ούτε για το θάνατο επί της γης. 2. Απαγόρευση του ψεύδους, της βλασφημίας και της συκοφαντίας. 3. Απαγόρευση της κατανάλωσης κρέατος και αλκοολούχων ποτών. 4. Επίδειξη σεβασμού στους ανθρώπους της θρησκείας. 5. Μονογαμία, συζυγική πίστη και, κατά τις ημέρες νηστείας, αποχή από κάθε σεξουαλική πράξη. 6. Παροχή βοήθειας στους κατατρεγμένους και καταδίκη της φιλαργυρίας. 7. Καταδίκη ψευδοπροφητών και επίορκων πρώην μανιχαίων. 8. Απαγόρευση να χτυπήσει, πληγώσει, βασανίσει ή να σκοτώσει ανθρώπους και ζώα. 9. Απαγόρευση της κλοπής και της απάτης. 10. Απαγόρευση πράξεων που σχετίζονται με τη μαγεία και τη μαγγανεία.

Επιπροσθέτως, ο κατηχούμενος είναι υποχρεωμένος να προσεύχεται τέσσερις φορές ημερησίως (ανατολή, μεσημβρία, δύση και νύχτα – οι εκλεκτοί έπρεπε να προσεύχονται επτά φορές σε ανάμνηση των ισάριθμων προσευχών του Πρώτου Ανθρώπου κατά την αιχμαλωσία του στο βασίλειο του σκότους), στραμμένος προς τον ήλιο και τη σελήνη, τα ουράνια σώματα που «αποτελούν τον δρόμο μας και την πύλη μέσα από την οποία θα οδηγηθούμε στον κόσμο της ύπαρξής μας, την ουράνια πατρίδα μας» (Μάνης «Τα των Μυστηρίων»). Υπέχει υποχρέωση ελεημοσύνης, η οποία περιλαμβάνει και τη συντήρηση των εκλεκτών. Πρέπει να νηστεύει κατά τις καθορισμένες ημέρες. Η ημέρα εβδομαδιαίας νηστείας ήταν η Κυριακή, η ημέρα του ήλιου. Η νηστεία αυτή ήταν ιδιαιτέρως σημαντική για τους μανιχαίους μια και συμβόλιζε την ένωση του πληρώματος της Εκκλησίας: τίποτε δεν διέκρινε εκλεκτούς και κατηχούμενους τις Κυριακές (Tardieu, όπ. π., σελ. 88)! Οι λαϊκοί, τέλος, έπρεπε (όπως και οι εκλεκτοί) να εξομολογούνται τις αμαρτίες τους. Η καθορισμένη ημέρα εξομολόγησης ήταν η Δευτέρα (η ημέρα που ήταν αφιερωμένη στη σελήνη).

Τηρώντας τις ηθικές υποχρεώσεις του, ένας μανιχαίος εκλεκτός μπορούσε να ελπίζει ότι θα κατακτήσει τη βασιλεία των ουρανών. Για τον απλό κατηχούμενο που είχε ζήσει σύμφωνα με τον νόμο της θρησκείας του, υπήρχε η ελπίδα να ξαναγεννηθεί στο σώμα κάποιου που επρόκειτο να γίνει εκλεκτός (Niel όπ. π., σελ. 27-28).

Γ.   Οι γιορτές των μανιχαίων

Δεδομένου ότι ο μανιχαϊσμός, διατηρώντας ως προς τούτο την ελκεσαϊτική παράδοση, είχε ενσωματώσει στο δόγμα του τη διδασκαλία του Ιησού, οι πιστοί του συνέχιζαν να τιμούν τις μεγάλες χριστιανικές γιορτές: Θεοφάνεια, Πάσχα, Πεντηκοστή. Η σπουδαιότερη αμιγώς μανιχαϊκή γιορτή ήταν αυτή του Βήματος, ημέρα μνήμης του μαρτυρίου του προφήτη. Η ονομασία παρέπεμπε στο βήμα απ’ όπου δίδασκε ο Μάνης. Η γιορτή αυτή ακολουθούσε σε πολλά σημεία το πρότυπο του χριστιανικού Πάσχα: εαρινή ημερομηνία (το Βήμα εορταζόταν την εαρινή ισημερία), προετοιμασία με αγρυπνίες και παρατεταμένη νηστεία (για την ακρίβεια, σειρά νηστειών που ξεκινούσαν περί τα μέσα Νοεμβρίου και κορυφώνονταν με τη νηστεία των 30 ημερών, μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου, η οποία πάντως διακόπτεται με τη δύση του ηλίου) και φυσικά κοινή σημασία: η ανάμνηση των παθών του ιδρυτή της θρησκείας. Την ημέρα της γιορτής οι πιστοί τιμούσαν το μαρτύριο του προφήτη, τον θάνατο και την «απελευθέρωσή» με την ανάληψη στους ουρανούς. Για τους μανιχαίους επρόκειτο για το αληθινό Πάσχα: «η χριστιανική γιορτή τιμούσε κατά τα φαινόμενα πάθη και θάνατο, διότι ο Ουράνιος Ιησούς δεν ήταν δυνατό ούτε να υποφέρει ούτε να πεθάνει, ενώ η μανιχαϊκή γιορτή τιμούσε κάποιον που βασανίστηκε και πέθανε στ’ αλήθεια» (Tardieu, όπ. π., σελ. 90).

ΙΙΙ.   Εξάπλωση του μανιχαϊσμού

«Μανιχαίοι υπάρχουν σχεδόν παντού, πουθενά, όμως, δεν είναι πολλοί. Δεν βλάπτουν κανένα, υπάρχουν όμως αρκετοί που θέλουν το κακό τους» (Λιβάνιος «Επιστολή προς Πρισκιανό»)

Μποττιτσέλλι "Άγιος Αυγουστίνος"

Μποττιτσέλλι «Άγιος Αυγουστίνος»

Α.   Στην Περσία. Πολύ νωρίς ο μανιχαϊσμός αντιμετώπισε διωγμούς οι οποίοι θα μπορούσαν να τον έχουν εξαφανίσει ήδη από τα πρώτα βήματά του. Στην πατρίδα του, την αυτοκρατορία των Σασσανιδών, οι διωγμοί συνεχίστηκαν στα χρόνια της βασιλείας του Βαχράμ Β΄, ο οποίος, όπως και ο πατέρας του, ελεγχόταν από τον Κιρντίρ. Δέκα χρόνια αφότου ανέλαβε την ηγεσία της Μανιχαϊκής Εκκλησίας, ο διάδοχος του Μάνη, ο Σισίννιος, συνελήφθη και μαρτύρησε στην Μπεσαμπούρ της Περσίας (284 ή 286). Οι διώξεις θα σταματήσουν προσωρινά με την άνοδο στον θρόνο του Ναρσή, τρίτου γιου του Σαπώρη Α΄ (292). Η ηρεμία δεν θα κρατήσει ούτε δεκαετία: ο διάδοχος του Ναρσή (Ορμίσδας Β’ ) θα επιστρέψει στην πολιτική των διωγμών μανιχαίων και χριστιανών.

Β.   Ο μανιχαϊσμός στη Δύση. Και, όμως, παρά τις αντιξοότητες, ο μανιχαϊσμός θα επιβιώσει και θα διαδοθεί πέρα από τα σύνορα της περσικής αυτοκρατορίας. Συγγράμματα χριστιανών πολέμιων του Μάνη, αυτοκρατορικά έδικτα και άλλα στοιχεία μαρτυρούν την παρουσία μανιχαίων σε διάφορες επαρχίες της αυτοκρατορίας: Αίγυπτος και υπόλοιπη Βόρεια Αφρική (ήδη από τα τέλη του 3ου αι.), Συρία (πρώτο ήμισυ του 4ου αι.), Μικρά Ασία (το 375 ο Μακάριος της Μαγνησίας  γράφει ότι «ο μανιχαϊσμός έχει διαφθείρει ολόκληρη την Ανατολή»), Ευρώπη. Στα μέσα του 4ου αι. συντάσσονται στην Αίγυπτο οι κοπτικοί κώδικες του Ναγκ Χαμμαντί (Άνω Αίγυπτος). Το 373 ο γεννημένος στη Θαγάστη της Νουμιδίας Αυγουστίνος εισέρχεται στην Μανιχαϊκή Εκκλησία ως κατηχούμενος. Δέκα χρόνια αργότερα, η γνωριμία του με τον Φαύστο της Μιλέβης, μανιχαίο επίσκοπο Αφρικής, θα απογοητεύσει τόσο πολύ τον Αυγουστίνο που θα τον απομακρύνει από τη διδασκαλία του Μάνη. Η συνέχεια είναι γνωστή: το 387 βαπτίζεται χριστιανός στο Μεδιόλανο και ξεκινά τη σταδιοδρομία που θα τον οδηγήσει στη συγγραφή ορισμένων εκ των σημαντικότερων θεολογικών έργων (πολλά από αυτά με χαρακτήρα αντίκρουσης των ιδεών του μανιχαϊσμού) και, τελικά, στην αγιοσύνη.

Ούτε η ρωμαϊκή αυτοκρατορική εξουσία έδειξε ιδιαίτερη συμπάθεια ή έστω ανοχή προς τον μανιχαϊσμό. Ο πρώτος διωγμός χρονολογείται στα 297 κι ένα έδικτο του Διοκλητιανού. Το 372 έδικτο του Ουαλεντινιανού προβλέπει χρηματικές ποινές, δημεύσεις περιουσίας και ποινές εξορίας κατά των μανιχαίων που ζουν στη Ρώμη. Το 381, ο Θεοδόσιος Α΄ επιβάλλει ποινή αποστέρησης πολιτικών δικαιωμάτων σε αυτούς που έχουν ασπασθεί το μανιχαϊσμό, φανερά ή κρυφά. Θα ακολουθήσουν στον κατάλογο των διωκτών ο Ονώριος, ο Ουαλεντινιανός Γ΄, ο Θεοδόσιος Β΄, ο Ιουστίνος κι ο Ιουστινιανός. Σ’ αυτούς θα προστεθούν, νομοτελειακά, οι αξιωματούχοι της Χριστιανικής Εκκλησίας που έχει πια επικρατήσει στην αυτοκρατορία (λ.χ. οι πάπες Γελάσιος Α΄, το 492, και Ορμίσδας, το 520). Υφιστάμενος τον άνισο ανταγωνισμό του χριστιανισμού, ο μανιχαϊσμός δεν θα αντέξει στη Δύση. Σιγά-σιγά θα σβήσει ως οργανωμένη Εκκλησία.

Γ.   Ο μανιχαϊσμός στην Ανατολή. Ακόμη πιο εντυπωσιακή υπήρξε η διάδοση του μανιχαϊσμού προς ανατολάς. Μέσω του Χορασάν, έφτασε γρήγορα στην Κεντρική Ασία, τη Βακτριανή και τη Σογδιανή, όπου και γνώρισε μεγάλη άνθηση. Η Σαμαρκάνδη έγινε η «πρωτεύουσα» του μανιχαϊσμού. Τα σογδιανά αντικατέστησαν σταδιακά τα παρθικά ως κύρια γλώσσα της Μανιχαϊκής Εκκλησίας της Ανατολής.

Το 570 οι μανιχαϊκές κοινότητες της περιοχής του Ώξου, καθοδηγούμενες από τον Σαντ Ορμίσδ, κατηγορούν τη Μητέρα Εκκλησία της Βαβυλωνίας για χαλάρωση των ηθών, Το πρώτο σχίσμα στην Ιστορία του μανιχαϊσμού είναι γεγονός. Την ίδια χρονιά, στη Μέκκα, γεννιέται ο Μωάμεθ. Τα γεγονότα θα τρέξουν με απίστευτη ταχύτητα. Αμέσως μετά τον θάνατο του προφήτη (632) οι Άραβες θα ξεχυθούν για να κατακτήσουν τον κόσμο. Το 637 καταλαμβάνουν την Κτησιφώντα. Η μεγάλη ιρανική αυτοκρατορία των Σασσανιδών ανήκει στο παρελθόν. Η ανεκτικότητα που επεδείκνυε το Ισλάμ προς τη θρησκεία του Μάνη γνώρισε πολλές διακυμάνσεις. Οι μουσουλμάνοι κινούνται προς τα ανατολικά (το 710 φθάνουν στη Σογδιανή), ο διωκόμενος μανιχαϊσμός ανατολικότερα. Σόγδιοι μανιχαίοι διασχίζουν το σημερινό κινεζικό Τουρκεστάν, όπου το Κασγκάρ αποτελεί ήδη κέντρο του μανιχαϊσμού, και φθάνουν μέχρι τον Κίτρινο Ποταμό. Και κάπως έτσι θα καταστεί δυνατή η συνάντηση του μανιχαϊσμού με μια ομάδα νομαδικών φυλών που επρόκειτο να γοητευθεί από τη διδασκαλία του Μάνη. Μιλάμε για τους Τούρκους

Ορντού Μπαλίκ/ Καρά-μπαλγασούν

Ορντού Μπαλίκ/ Καρά-μπαλγασούν

Στις 20 Νοεμβρίου του 762, οι Ουιγούροι καταλαμβάνουν και λεηλατούν την κινεζική πόλη του Λο-γιανγκ στον Κίτρινο Ποταμό. Ο καγάνος τους, ο Τενγκρί Μπεγύ, που οι Κινέζοι ονόμαζαν Μέου-γιου, γνωρίζει μανιχαίους ιεραπόστολους (μάλλον καταγόμενους από τη Σογδιανή) που ζούσαν εκεί, εντυπωσιάζεται και ασπάζεται τον μανιχαϊσμό. Επιστρέφοντας στην πρωτεύουσά του, το Ορντού Μπαλίκ επί του ποταμού Ορχόν, φέρνει μαζί του μανιχαίους εκλεκτούς οι οποίοι θα ιδρύσουν την εκεί Μανιχαϊκή Εκκλησία, προσηλυτίζοντας τον πληθυσμό (Jean-Paul Roux «L’Asie Centrale (Histoire et civilisations)», Fayard, Παρίσι, 1997, σελ. 201-202). Από τη νέα του βάση ο μανιχαϊσμός θα διαδοθεί αφενός μεταξύ των τουρκικών φυλών, αφετέρου στην Κίνα. Η περίφημη τρίγλωσση επιγραφή της Καρά-μπαλγασούν (σήμερα στη Μογγολία, περίπου 815, κινεζικά, τουρκικά, σογδιανά) διηγείται την ιστορία της διάδοσης του μανιχαϊσμού μεταξύ των Ουιγούρων: «Η χώρα του αλληλοσκοτωμού έγινε χώρα της καλοσύνης». Στα μέσα του 9ου αι. ο μανιχαϊσμός επικρατεί στην ουιγουρική ηγεμονία του Τουρφάν. Η επιτυχία του μανιχαϊσμού μεταξύ των τουρκικών φυλών εξηγείται και από ειδικούς λόγους: επιθυμία των Ουιγούρων να αναπτύξουν τις εμπορικές σχέσεις τους με τους Σογδίους, στόχο στην επίτευξη του οποίου μπορούσε να βοηθήσει μια κοινή θρησκεία, ικανότητα προσαρμογής του μανιχαϊσμού στις παραδόσεις του τουρκικού σαμανισμού.

Η άνοιξη δεν θα κρατήσει για πάντα. Θα έρθει η ώρα που η θρησκεία του Μάνη θα βρεθεί και στο Τουρκεστάν αντιμέτωπη με το ισλάμ. Δίχως τη στήριξη της πολιτικής εξουσίας θα αρχίσει να χάνει έδαφος. Αργότερα, η αυτοκρατορία των Μογγόλων του Τσενγκίς Χαν, παρά τη γνωστή πολιτική θρησκευτικής ανεκτικότητας που τη χαρακτήριζε, δεν θα ευνοήσει τελικά ιδιαίτερα στην επιβίωση του μανιχαϊσμού. Απομονωμένες ή ολιγομελείς μανιχαϊκές κοινότητες θα συνεχίσουν να υπάρχουν (μια από αυτές θα γνωρίσουν ο Μάρκο κι ο Μαφέο Πόλο το 1292 στο Τσιουάν-τσέου/ Ζαΐτούν, στην ηπειρωτική Κίνα απέναντι από την Ταϊβάν), αλλά η πορεία μαρασμού δεν θα ανακοπεί.

Εύλογα αναρωτιέται κάποιος γιατί ο μανιχαϊσμός δεν κατόρθωσε να επιβιώσει ως θρησκεία μέχρι τις ημέρες μας. Τι λιγότερο ή τι περισσότερο είχε, ώστε τελικά να μην μπορέσει να βρεί τη θέση που του άξιζε στην παγκόσμια Ιστορία των θρησκειών; Ήταν, άραγε, περισσότερο πρωτοποριακός απ’ ό,τι έπρεπε; Μήπως η αυστηρότητα κι ο ακραίος ασκητισμός του αποθάρρυναν; Μήπως φόβιζαν την εκάστοτε κοσμική εξουσία κάνοντάς την να θεωρεί την Εκκλησία του Μάνη επικίνδυνα «αντικοινωνική»; Το βέβαιο είναι ότι του έλειψε ακριβώς αυτή η στήριξη μιας ισχυρής εξουσίας, αυτοκρατορικής κατά προτίμηση. Αν την είχε, ίσως και να βρισκόταν στη θέση του χριστιανισμού ή του ισλάμ [i]. Σε κάθε περίπτωση, η επίδρασή του υπήρξε σημαντική: γονιμοποίησε ιδέες, επηρέασε θρησκείες, επέζησε μέσα από μεταγενέστερες μορφές θρησκευτικής πίστης που ενσωμάτωναν πολλές από τις αρχές του.

ΥΓ: Η παρούσα ανάρτηση μπορεί και να θεωρηθεί απλώς περίληψη του βιβλίου του Μισέλ Ταρντιέ, το οποίο ήδη μνημονεύσαμε, εμπλουτισμένη με επιπλέον στοιχεία και κάποιες ρογήρειες σκέψεις. Είναι, επίσης, αδιαμφισβήτητο ότι άργησε πολύ να δημοσιευθεί. Οι υποχρεώσεις της καθημερινότητας, όμως, ξεπερνούν συχνά ακόμη και τις καλύτερες προθέσεις. Κι έπειτα, το άρθρο κατέληξε να έχει τριπλάσια έκταση από αυτήν που υπολόγιζα αρχικά. Θα πρέπει να είναι μάλλον ένδειξη συμπάθειας για τον μανιχαϊσμό, συμπάθεια που αξίζει σε όλους τους μεγάλους ηττημένους της Ιστορίας. Τούτος εδώ, βέβαια, αντιστάθηκε σθεναρά. Κι άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη του.


[i] Συγκρίνοντας τις υποχρεώσεις των κατηχούμενων μανιχαίων με αυτές των πιστών του ισλάμ διαπιστώνουμε ότι ο μανιχαϊσμός πρέπει να επηρέασε σαφώς τη θρησκεία του Μωάμεθ. Η τήρηση των 10 μανιχαϊκών εντολών μπορεί να συγκριθεί με την υποχρέωση πίστης του μουσουλμάνου. Προσευχή, νηστεία και ελεημοσύνη αποτελούν κοινές υποχρεώσεις στις δύο θρησκείες, ενώ απλώς η εξομολόγηση αμαρτιών των μανιχαίων αντικαταστάθηκε στο ισλάμ από το προσκύνημα στους Άγιους Τόπους (Tardieu, όπ. π., σελ. 84-85). Είναι δε αξιοσημείωτο ότι ο ισλαμισμός ακολούθησε για το Ραμαζάνι το πρότυπο νηστείας του μανιχαϊσμού (νηστεία που διακόπτεται με τη δύση του ηλίου).

Advertisements

Δύο ήλιοι λάμπουν στον ουρανό – μέρος Ι: από τον ζωροαστρισμό στον γνωστικισμό

Αύγουστος 10, 2012

«De erroribus Manicheorum moderni temporis: Manicheorum itaque secta et heresis et ejus devii sectatores duos Deos aut duos Dominus asserunt et fatentur, benignum Deum videlicet et malignum, creationem omnium rerum visibilium et corporalium asserentes non esse factam a Deo patre celesti, quem dicunt Deum benignum, sed a dyabolo et Sathana, malo Deo, quia ipsum vocant Deum malignum et Deum hujus seculi et principem hujus mundi. Sicque duos ponunt creatores, Deum videlicet et dyabolum, et duas creationes, unam scilicet rerum invisibilium et incorporalium et alteram visibilium et corporalium… » (Bernardus Guidonis «Practica officii Inquisitionis heretice pravitatis»)

Περί των σφαλμάτων των Μανιχαίων της σύγχρονης εποχής: Η οργάνωση, η αίρεση και οι πιστοί υποστηρικτές των Μανιχαίων ισχυρίζονται κι ομολογούν πως υπάρχουν δύο Θεοί, δηλαδή δύο Κύριοι, ο Θεός του καλού κι ο Θεός του κακού. Ισχυρίζονται ότι η δημιουργία κάθε ορατού και υλικού πράγματος δεν αποτελεί έργο του Θεού, του Ουράνιου Πατρός, αυτού που αποκαλούν Θεό του καλού, αλλά του διαβόλου και του Σατανά, δηλαδή του Θεού του κακού, αυτού που ονομάζουν κακό Θεό, Θεό και ηγεμόνα αυτού εδώ του κόσμου. Διακρίνουν, επομένως, δύο δημιουργούς, Θεό και διάβολο, και δύο δημιουργίες, αυτήν των άυλων και αοράτων κι εκείνη των ορατών κι υλικών πραγμάτων» (Βερνάρδος Γκι «Εγχειρίδιο του Ιεροξεταστή», 5ο μέρος, Τουλούζη, περ. 1323-1324, επιμ. και μετάφραση στα γαλλικά G. Mollat, έκδ. Les Belles Lettres, Παρίσι 1926, 2η έκδ. 1964, σελ. 10-11)]

Εάν ο Θεός είναι πανάγαθος ΚΑΙ παντοδύναμος, τότε γιατί η ζωή των περισσότερων ανθρώπων είναι σημαδεμένη από τη δυστυχία; Εκτός από τους λίγους που ανήκουν στον στενό κύκλο της άρχουσας τάξης, οι υπόλοιποι βιώνουν μια μίζερη καθημερινότητα σκληρής δουλειάς, πάντα στο έλεος των ισχυρών. Επιδρομές και πόλεμοι, φυσικές καταστροφές, λιμοί, επιδημίες κι άλλες ασθένειες και, αναπόδραστη κατάληξη, ο θάνατος. Για ποιο λόγο η ζωή είναι αναπόσπαστα δεμένη με τον πόνο; Πού οφείλεται το Κακό; Στο πλαίσιο ενός πολυθεϊσμού, όπου οι θεοί διαθέτουν ανθρώπινο χαρακτήρα, η εξήγηση είναι συνήθως απλή: οι θεοί δεν έμειναν ευχαριστημένοι από τις προσφορές και τη συμπεριφορά των ανθρώπων. Η απάντηση δεν είναι εντελώς ικανοποιητική. Στο πλαίσιο του μονοθεϊσμού, μια άλλη εξήγηση συνίσταται στην ύπαρξη κάποιου προπατορικού αμαρτήματος που εξακολουθεί να κατατρύχει το γένος των ανθρώπων. Απάντηση σκληρή κι άδικη. Υπάρχει ωστόσο και μια τρίτη εξήγηση, η οποία ανασκευάζει εν μέρει τους όρους του ερωτήματος. Η απάντηση αυτή ονομάζεται Δυϊσμός και έγκειται στον διαχωρισμό του κακού από τη θεία δράση. Ο Θεός είναι μεν πανάγαθος, αλλά δεν είναι και παντοδύναμος, διότι στο σύμπαν υπάρχουν δύο αντίπαλες Αρχές, το Καλό και το Κακό. Οι μεταβολές στη ζωή των ανθρώπων δεν είναι παρά αποτέλεσμα της αέναης πάλης μεταξύ αυτών των δύο στοιχείων.

Ας ξεκινήσουμε την αφήγησή μας, η οποία θα μας ταξιδέψει, στο διάβα των αιώνων, από τα ιρανικά υψίπεδα μέχρι τα Πυρηναία.

Ι. Τάδε έφη Ζαρατούστρα…

Η ιστορία μας αρχίζει κάπου στον ευρύτερο ιρανικό χώρο. Πότε και πού ακριβώς, δεν το γνωρίζουμε. Ίσως στα οροπέδια της αρχαίας Μηδίας, ίσως κάπου στη Βακτριανή.

Η αρχαία περσική θρησκεία έχει μάλλον πολυσυλλεκτικό χαρακτήρα: συνυπάρχουν οι λατρείες διαφόρων θεοτήτων (Μίθρας, Ανάχιτα, Αχούρα Μάζδα), ουράνιων σωμάτων και στοιχείων της φύσης (με τις θεότητες να ταυτίζονται πολλές φορές με τα δεύτερα και τα τρίτα). Από το υλικό αυτό, αλλά και από την ευρύτερη άρια παράδοση, ένας προφήτης θα διαμορφώσει τον πρώτο, ίσως, δυϊστικό μονοθεϊσμό της Ιστορίας.

Α.   Ο προφήτης

Πέπλο μυστηρίου καλύπτει την ύπαρξη και τον βίο του Ζαραθούστρα (ή Ζαραθόστρο) Σπιτάμα, τον οποίο οι Έλληνες αποκαλούσαν Ζωροάστρη. Δεν είμαστε καν βέβαιοι για το αν πρόκειται για ιστορικό ή μυθικό πρόσωπο, ούτε μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο η σχετική παράδοση να αφορά περισσότερα του ενός άτομα. Μπορεί να έζησε οποτεδήποτε μεταξύ των αρχών της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. και του 6ου αιώνα π.Χ., ενώ κατά καιρούς προτάθηκαν και θεωρίες που τοποθετούσαν τη ζωή του στους πρώτους αιώνες της μετά Χριστόν εποχής. Το βασικό ιερό κείμενο του ζωροαστρισμού, η Αβέστα, συντάχθηκε μάλλον κατά τον 2ο αι. μ.Χ., ενσωματώνει όμως παλαιότερα κείμενα, μεταξύ των οποίων και οι Γκάθες, ύμνοι που λέγεται ότι γράφτηκαν από τον ίδιο τον προφήτη. Στην εποχή μας επικρατεί η άποψη ότι πιθανότερο είναι ο Ζωροάστρης να έζησε κατά την δεύτερη χιλιετία π.Χ. Η άποψη αυτή στηρίζεται σε αρχαιολογικά στοιχεία και στη γλωσσολογική εξέταση των ιερών κειμένων του ζωροαστρισμού, σε αντιπαραβολή με τις ινδικές Βέδες. Παλαιότερα επικρατούσε η αντίληψη ότι ο Ζωροάστρης έζησε τον 7ο ή 6ο αι. π.Χ., η οποία στηριζόταν στο γράμμα αβεστικών και νεότερων ιρανικών παραδόσεων, καθώς και σε στοιχεία της αρχαιοελληνικής γραμματείας (στους «Στρωματείς» του, βιβλίο Α΄, κεφ. ΙΕ΄, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς αναφέρει ότι ο Πυθαγόρας καταλεγόταν μεταξύ των μαθητών του Ζωροάστρη: «Ζωροάστρην δὲ τὸν Μάγον τὸν Πέρσην ὁ Πυθαγόρας ἐζήλωσεν»). Στη «Δημιουργία» του, ο Γκορ Βιντάλ τοποθετεί χρονικά τον βίο του προφήτη μεταξύ -590 και -515. Η ίδια σύγχυση παρατηρείται και στις προσπάθειες ετυμολόγησης του ονόματός του. Παλαιότερα είχαν προταθεί ευφάνταστες ποιητικές ερμηνείες που το μετέφραζαν ως «λαμπρό άστρο», αλλά η αλήθεια πρέπει να είναι μάλλον πιο πεζή μια και το Ζαραθόστρο σημαίνει… «αυτός με τις γέρικες καμήλες».

Σύμφωνα με ορισμένους γεννήθηκε στις Ράγες της Μηδίας. Για άλλους, πάλι, κάπου στη Βακτριανή. Όλοι συμφωνούν ότι πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη δεύτερη αυτή περιοχή της Κεντρικής Ασίας. Λέγεται ότι ήταν ιερέας του Αχούρα Μάζδα. Σε μια σειρά από οράματα, ο ίδιος ο θεός του αποκάλυψε την αλήθεια. Από τότε ο Ζωροάστρης αφιέρωσε τη ζωή του στη διάδοση του λόγου του θεού. Αν πιστέψουμε την αβεστική παράδοση που διασώζει κι ο Φιρντουσί στο περίφημο «Σαχναμέ» (κι ακολουθεί ο Βιντάλ στο προαναφερθέν μυθιστόρημα) ο προφήτης σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια επιδρομής Ιρανών νομάδων (των Τουρανών) στα Βάκτρα.

Β.   Η διδασκαλία του Ζωροάστρη

Η θεμελιώδης ιδέα της ζωροαστρικής διδασκαλίας είναι ακριβώς η αέναη πάλη μεταξύ Καλού και Κακού. Η πρώτη αρχή ενσαρκώνεται από τον Αχούρα Μάζδα ή Ορμούζδ (Ωρομάσδη για τους Έλληνες), η δεύτερη από τον Αχριμάν. Στον αγώνα αυτό με τις διαρκείς μεταπτώσεις ο «Σοφός Κύριος» (Αχούρα Μάζδα) επικουρείται από μια στρατιά υποστάσεων που μετέχουν της θείας φύσης, τους «Ευμενείς Αθανάτους» (Σραόσα ακούς; ), οι οποίοι μας θυμίζουν τους αγγέλους της ιουδαιοχριστιανικής παράδοσης. Οι άνθρωποι μπορούν να βοηθήσουν στον πόλεμο καλού και κακού: οι αγαθές σκέψεις και οι καλές πράξεις ενδέχεται να επισπεύσουν την τελική επικράτηση των δυνάμεων του φωτός. Άλλωστε, κατά τον Ζωροάστρη, η σύγκρουση είναι προσωρινή. Ο Σοφός Κύριος θα νικήσει τελικά, εξαφανίζοντας τον Αχριμάν. Την οριστική νίκη θα την προαναγγείλει στους ανθρώπους ένας Μεσσίας-Σωτήρας, ο οποίος θα τους ανακοινώσει ότι πλησιάζει το πλήρωμα του χρόνου και θα τους καλέσει να προετοιμαστούν για την τελική κρίση. Μετά τον θρίαμβό του επί του Αχριμάν, ο Αχούρα Μάζδα θα κρίνει τους ανθρώπους και θα αποφασίσει ποιοι θα είναι οι εκλεκτοί που θα τον ακολουθήσουν στον Παράδεισο του Φωτός.

Γ. Εξάπλωση και επιρροή του ζωροαστρισμού

Ο ζωροαστρισμός πρέπει να εξαπλώθηκε γρήγορα στο σύνολο του ιρανικού κόσμου. Παλαιότερα γινόταν δεκτό ότι αποτελούσε την επικρατούσα θρησκεία της περσικής αυτοκρατορίας, ήδη από τα χρόνια των πρώτων Αχαιμενιδών. Η αντίληψη αυτή είναι μάλλον υπερβολική. Ίσως στηρίζεται στην παράδοση ότι ο Ζωροάστρης προσηλύτισε τον Υστάσπη, σατράπη της Βακτριανής και πατέρα του Δαρείου Α΄, και μέσω αυτού και τον ίδιο τον μεγάλο βασιλέα. Είναι αλήθεια ότι o Δαρείος ο Μέγας έδειχνε μια προτίμηση στον Αχούρα Μάζδα (βλ. π.χ. την επίκληση προς αυτόν στη μνημειακή επιγραφή του Μπεχιστούν), αλλά είναι πιο λογικό να μιλήσουμε για εύνοια προς τον μαζδαϊσμό στο πλαίσιο ενός πολυθεϊσμού, παρά για πίστη στον ζωροαστρισμό και για ανάδειξή του σε «κρατική θρησκεία». Κάτι τέτοιο άλλωστε θα ερχόταν σε σαφή αντίθεση προς την πολιτική θρησκευτικής ανεκτικότητας που παραδοσιακά ακολουθούσαν οι Αχαιμενίδες. Ίσως τα πράγματα να άλλαξαν κατά την εποχή των Σασσανιδών, αν και πάλι δεν είναι βέβαιο ότι η τελευταία περσική δυναστεία της Αρχαιότητας είχε προσχωρήσει ακριβώς στον ζωροαστρισμό. Είναι πολύ πιθανόν να επρόκειτο για μια παραλλαγή του ζωροαστρικού δυϊσμού, τον ζερβανισμό, για τον οποίο δεν είμαστε καν σίγουροι για τον αν προϋπήρξε του ζωροαστρισμού ή αν ήταν μετεξέλιξή του. Σε αντίθεση προς τον κυρίως ζωροαστρισμό, ο ζερβανισμός δεν χαρακτηρίζεται από απόλυτο, αλλά σχετικό δυισμό: ο Αχούρα Μάζδα κι ο Αχριμάν εκπορεύονται από μια ανώτερη αρχή, τον Άπειρο Χρόνο (Ζερβάν ακαράνα).

Παρά το συντριπτικό χτύπημα που θα δεχθεί από την εξάπλωση του ισλάμ στον χώρο επιρροής του, ο ζωροαστρισμός θα κατορθώσει να επιβιώσει ως τις μέρες μας. Πιστοί του Ζωροάστρη υπάρχουν και σήμερα στο Ιράν και σε άλλες χώρες με ιρανόφωνο πληθυσμό, όπως το Τατζικιστάν. Ίσως, όμως, η πιο γνωστή ζωροαστρική μειονότητα να είναι αυτή των Παρσί στην Ινδία, οι οποίοι έχουν να επιδείξουν δυσανάλογα μεγάλη προς την αριθμητική δύναμή τους παρουσία στην πολιτική και (κυρίως) οικονομική ζωή της χώρας.

Ακόμη σημαντικότερη είναι η επιρροή που άσκησε ο ζωροαστρισμός σε άλλες θρησκείες και φιλοσοφικά συστήματα. Η παρατήρηση αυτή ισχύει για το βασικό δόγμα της θρησκείας, τον κατ’ ουσίαν μονοθεϊσμό και την παραδοχή της ύπαρξης δύο αντιμαχόμενων αρχών. Ισχύει επίσης για μια σειρά από άλλα στοιχεία, όπως είναι οι έννοιες του παραδείσου, του σατανά, των αγγέλων και των δαιμόνων, της τελικής κρίσης και της προαναγγελίας της από ένα μεσσία. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι οι ιδέες αυτές έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην τελική διαμόρφωση του ιουδαϊσμού και, μέσω αυτού, άσκησαν επιρροή στον χριστιανισμό. Είναι, πάντως, βέβαιο ότι ο ζωροαστρισμός συνεισέφερε ιδιαίτερα στο πολυσχιδές κίνημα του γνωστικισμού.

ΙΙ. Η Γνώση

Πώς είναι δυνατό να παρουσιαστεί συνοπτικά και με πληρότητα ένα τόσο ποικιλόμορφο κι ανομοιογενές φιλοσοφικό και θρησκευτικό κίνημα όσο αυτό του Γνωστικισμού που άκμασε κατά τους πρώτους αιώνες της μετά Χριστόν εποχής; Όταν καταγράφονται εξήντα, ογδόντα ή εκατό σχολές Γνωστικών με σημαντικές δογματικές διαφορές μεταξύ τους; Δύσκολο να μη σκεφτεί κανείς ότι ίσως η ομαδοποίησή τους σε ενιαίο κίνημα ήταν απλώς μια αυθαίρετη κίνηση του (Αγίου) Ειρηναίου του Σμυρναίου, επίσκοπου Λούγδουνου, στην προσπάθειά του να αντικρούσει επιτυχώς τις κατ’ αυτόν αιρετικές διδασκαλίες τους («Έλεγχος και Ανατροπή της Ψευδωνύμου Γνώσεως», περ. 180). Το κοινό στοιχείο όλων αυτών των φιλοσοφικών θεωριών και δογμάτων έγκειται στην παραδοχή ότι η σωτηρία της ψυχής επιτυγχάνεται μέσω της γνώσης κι όχι της πίστης (όπως στον «ορθόδοξο» χριστιανισμό).

Σχηματικά κι υπεραπλουστευμένα θα ήταν δυνατό να υποστηριχτεί ότι οι Γνωστικοί ήταν (πολιτισμικά) Έλληνες που γνώριζαν τον χριστιανισμό ή ότι ήταν χριστιανοί που γνώριζαν την αρχαιοελληνική φιλοσοφία (πρωτίστως τον νεοπλατωνισμό και τον στωικισμό) και θέλησαν να συνδυάσουν αυτά τα δύο στοιχεία. Με τον τρόπο αυτό, όμως, θα λησμονούσαμε ότι τα συστατικά του γνωστικισμού ήταν πολύ περισσότερα: οπωσδήποτε ο ιουδαϊσμός και (κυρίως) οι αιρετικές παρεκκλίσεις του, αλλά κι αρχέγονες σημιτικές δοξασίες και, τέλος, διδασκαλίες ιρανικής προέλευσης με προεξάρχοντα τον ζωροαστρισμό.

Ο δυϊσμός απαντά συχνά στις θεωρίες των Γνωστικών. Το Κακό διαχωρίζεται από τον Θεό και τη δράση του και ανάγεται σε μια άλλη αρχή, θεότητα ή υπόσταση. Μεταξύ του άυλου κόσμου, έδρας του Θεού του Καλού, και του υλικού, τοποθετούνται ένας ή πλείονες ενδιάμεσοι κόσμοι, τους οποίους κατοικούν οι Αιώνες, υποστάσεις μετέχουσες τόσο της θείας όσο και της ανθρώπινης φύσης (συχνά ο Ιησούς χαρακτηρίζεται ως μία από τις υποστάσεις αυτές). Από κει και πέρα, η ηθική των διαφόρων σχολών του γνωστικισμού παρέχει όλες τις δυνατές εκδοχές, από τον ακραίο ασκητισμό μέχρι την απόλυτη ελευθεριότητα των ηθών, χωρίς να λείπουν φυσικά και οι όλως μετριοπαθείς απόψεις. Τα πλέον σύνθετα φιλοσοφικά συστήματα συνυπάρχουν με διδασκαλίες που αγγίζουν τα όρια του παράδοξου ή ακόμη και του γραφικού.

Δεν ήταν όλοι οι Γνωστικοί ακραιφνώς δυϊστές. Για τον λόγο αυτό θα αφήσουμε πίσω μας ορισμένες μεγάλες μορφές του γνωστικισμού, όπως ο Σίμων ο επονομαζόμενος από τους αντιπάλους του «Μάγος» ή ο Βαρδησάνης από την Έδεσσα της Οσροηνής, για να εστιάσουμε την προσοχή στα στοιχεία δυϊσμού που διακρίνουν κάποιες από τις γνωστικές θεωρίες.

Α.   Πρόδρομα φαινόμενα

α.   Ο ασκητισμός των Εσσαίων: Αυτοί τους οποίους ο Φλάβιος Ιώσηπος κι ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς ονομάζουν Εσσηνούς κι Εσσαίους (ενώ οι ίδιοι αυτοαποκαλούνταν «Υιοί του Δικαίου»), αποτελούν ένα «αιρετικό» κίνημα του ιουδαϊσμού που γεννήθηκε τον 2ο αι. π.Χ. ως αντίδραση στις προσπάθειες του ιερατείου να συνδυάσει θρησκευτική και κοσμική εξουσία. Διάσημοι στην εποχή μας, κατόπιν της ανακάλυψης των περίφημων Χειρογράφων της Νεκράς Θάλασσας στο Κουμράν της Ιουδαίας, οι Εσσαίοι πιστεύουν ότι είναι οι μόνοι κάτοχοι της ορθοδοξία του ιουδαϊσμού. Η ηθική που ασπάζονται τους οδηγεί σε ακραία ασκητική ζωή. Ο δυϊσμός είναι σαφής στο δόγμα τους: αντίθεση μεταξύ Φωτός και Σκότους, ύπαρξη δύο θεών, δηλαδή του Δημιουργού του υλικού κόσμου και του Θεού του Καλού, ο οποίος θα στείλει στους ανθρώπους τον Χριστό-Μεσσία με σκοπό τη σωτηρία τους. Η διδασκαλία των Εσσαίων θα ασκήσει έντονη επιρροή στη διαμόρφωση του χριστιανισμού και του γνωστικισμού.

β. Οι αρχέγονες δοξασίες των Οφιανών: Μεταξύ των λατρειών που προϋπήρχαν του ιουδαϊσμού στον σημιτικό κόσμο καταλέγεται και η λατρεία του ερπετού ως θεού που εκπροσωπεί την τελλουρική και σεξουαλική ισχύ (κι επομένως τη γονιμότητα). Οι δοξασίες αυτές αποτελούν τη βασική επιρροή ομάδων όπως οι Ναασσηνοί (από το εβραϊκό Nahash/ נחש = ερπετό/ όφις) ή Οφιανοί, οι οποίοι λατρεύουν τον Όφι-Χριστό, σωτήρα των ανθρώπων από τον θεό του Κακού και δημιουργό του επίγειου κόσμου, ο οποίος ταυτίζεται με τον Γιαχβέ των Ιουδαίων. Ασκητισμός και ελευθεριότητα συνυπάρχουν στις διάφορες σέκτες των Οφιανών. Η δεύτερη επιλογή θα επηρεάσει αρκετά από τα γνωστικά κινήματα.

Β.   Δυϊσμός και παράδοξες ερμηνείες της ηθικής

α.   Βαρβηλίτες: Ο Μεσσίας-Χριστός τους είναι γένους θηλυκού, η Μεγάλη Μητέρα Βαρβηλώ. Εκπορευόμενη εκ του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος, η Βαρβηλώ κυβερνά τον κόσμο μέχρι τη στιγμή που ο γιος της, ο Ιαλδαβαώθ, την εκθρονίζει. Για να ανακτήσει την εξουσία της, η Βαρβηλώ προσπαθεί να ξεγελάσει τους άρχοντες-ιερείς του Ιαλδαβαώθ με την ερωτική της δύναμη. Για τον λόγο αυτό και η λατρεία της είναι οργιαστική. Τα υγρά της ερωτικής πράξης αποκτούν μυστηριακή αξία και ισχύ. Αλήθεια ή συκοφαντία των πολέμιων του δόγματος που παρεξήγησαν ηθελημένα πολύ πιο εκλεπτυσμένες τελετές; Δύσκολο να δοθεί απάντηση. Το βέβαιο είναι ότι οι βαρβηλίτες καταδικάζουν την τεκνοποιία, λόγω της προδοσίας του Ιαλδαβαώθ προς τη μητέρα του.

β.   Επίδραση στον αρχικό χριστιανισμό: Η άποψη αυτή φαίνεται να απαντά και σε πρωτοχριστιανικό περιβάλλον (όσον αφορά τουλάχιστον ορισμένες σέκτες). Όπως παραθέτει (με σκοπό φυσικά την αντίκρουση) ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, το απόκρυφο «κατ’ Αιγυπτίους Ευαγγέλιο» περιλαμβάνει τον εξής διάλογο μεταξύ Σαλώμης και Ιησού («Στρωματείς», βιβλίο Γ΄, κεφ. Θ΄, 3 επ.):

«Ι. : Ἦλθον καταλῦσαι τὰ ἔργα τῆς θηλείας,

  Σ. : Μέχρι τίνος οἱ ἄνθρωποι ἀποθανοῦνται;

  Ι. : Μέχρις ἂν τίκτωσιν αἱ γυναῖκες…

  Σ. :  Καλῶς οὖν ἐποίησα μὴ τεκοῦσα;

  Ι. : Πᾶσαν φάγε βοτάνην, τὴν δὲ πικρίαν ἔχουσαν μὴ φάγῃς».

γ.   Επίδραση σε άλλα γνωστικά δόγματα: Ο Αλεξανδρινός Καρποκράτης ταυτίζει την ύλη με το Κακό και το πνεύμα με το Καλό. Το ανθρώπινο σώμα είναι η φυλακή της ψυχής. Η σωτηρία επιτυγχάνεται με τρία όπλα: πίστη, αγάπη και… αμαρτία. Πράγματι, κατά τη διδασκαλία του Καρποκράτη, η απελευθέρωση της ψυχής προϋποθέτει ότι αυτή θα έχει γευθεί κάθε δυνατή αμαρτία, σπάζοντας τα δεσμά των κοινωνικών και θρησκευτικών περιορισμών της ανθρώπινης ύπαρξης!

Παρόμοιες τάσεις ελευθεριότητας των ηθών συναντάμε αργότερα στη γνωστική αίρεση των Πνευματικών της Οσροηνής (4ος και 5ος αι.), οι οποίοι είναι γνωστότεροι ως Μεσσαλιανοί (από το συριακό mṣalliāné = οι προσευχόμενοι) ή Ευχίτες. Οι ίδιοι ή παρακλάδια της οργάνωσής τους είναι επίσης γνωστοί με τα ονόματα Βορβορίτες, Στρατιωτικοί και Φημιονίτες. Περιφρονούσαν τα μυστήρια της χριστιανικής Εκκλησίας και τη συμβολική αξία του σταυρού.

Γ.   Προχωρημένος εκλεκτισμός

α.   Βασιλείδης: ο χαρακτηρισμός των θεωριών του Αλεξανδρινού φιλοσόφου είναι εξαιρετικά δυσχερής. Από τα έργα του σώζονται μόνο σκόρπια αποσπάσματα. Τα περισσότερα στοιχεία για αυτόν προέρχονται από πολέμιούς του. Και δεν είμαστε βέβαιοι για το αν αυτοί γνώριζαν τα αυθεντικά έργα του ή απλώς παρέθεταν στοιχεία που αφορούσαν οργανώσεις της εποχής τους που ισχυρίζονταν ότι ακολουθούσαν τη διδασκαλία του Βασιλείδη έχοντας, συνειδητά ή ακούσια, παρεκκλίνει από το αρχικό δόγμα.

Δυϊστής ή πανθεϊστής; Οπωσδήποτε πυθαγόρειος, για τα υπόλοιπα είναι δύσκολο να δοθεί απάντηση. Δίδασκε ότι από το σπέρμα του θεού γεννήθηκε ο Υιός (που είναι… ομοούσιος του Πατρός) και το Πνεύμα, το οποίο βασιλεύει στην Ογδοάδα, τον όγδοο ουρανό, ενώ στις υπόλοιπες επτά ουράνιες σφαίρες κυριαρχεί ο Λόγος Σπερματικός.

Η φήμη του Βασιλείδη στις νεότερες εποχές χρωστά πολλά στο μυστηριώδες θεϊκό όνομα Αβράσαξ. Αιών, θεότητα (βλ. το «Septem sermones ad mortuos» του Καρλ Γιουνγκ, γραμμένο στα 1916) ή άρχων, πατέρας του Νου; Οποιαδήποτε υπόθεση δεκτή…

β.   Βαλεντίνος: Το φιλοσοφικό-θρησκευτικό σύστημα που δίδασκε ο Αιγυπτιώτης Βαλεντίνος (αρχές 2ου αι.) είναι από τα πλέον περίπλοκα. Εξηγώντας τον ενδιάμεσο πνευματικό κόσμο των Αιώνων, δέχεται την ύπαρξη τριάντα τέτοιων υποστάσεων σε 15 συζυγίες. Ο Προπάτωρ και η Έννοια-Σιγή αποτελούν την πρώτη συζυγία, από την οποία προήλθαν ο Νους και η Αλήθεια (από αυτούς ο Λόγος και η Ζωή και, ακολούθως, ο Άνθρωπος και η Εκκλησία). Την αρχική Ογδοάδα ακολούθησαν άλλες έντεκα συζυγίες ώστε να σχηματιστεί το Πλήρωμα που αποτελείται από τριάντα αιώνες. Μόνο που ο τελευταίος στη σειρά Αιών, η Σοφία, επαναστάτησε επιθυμώντας να πλησιάσει τον Προπάτορα. Η ισορροπία του πληρώματος διαταράχθηκε. Για να την αποκαταστήσει, ο Προπάτωρ πρόσταξε το Νου να ζευγαρώσει με τη Σοφία, ένωση από την οποία δημιουργήθηκαν ο Χριστός και το Άγιο Πνεύμα.

Μετά την επαναφορά της τάξης, το πλήρωμα δημιουργεί τον άζυγο Ιησού Σωτήρα, ο οποίος με τη σειρά του διαχωρίζει τη Σοφία σε Ουράνια και Επίγεια. Η δεύτερη αποβάλλεται από το Πλήρωμα. Τα σπέρματά της γεννούν τον Δημιουργό, τον θεό της Παλαιάς Διαθήκης, κι αυτός τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος συνδυάζει στοιχεία υλικά και θείας προέλευσης (το πνεύμα). Η σωτηρία του θα προέλθει από τον Ιησού, ο οποίος θα καταστρέψει τον υλικό κόσμο.

Δ.   Εξελληνισμένος χριστιανικός δυϊσμός

Μαρκίων: Γεννημένος στη Σινώπη του Πόντου, μεταξύ 85 και 100, ο Μαρκίων κατάγεται από πλούσια οικογένεια εμπόρων κι εφοπλιστών που φαίνεται να ασπάσθηκε τον πρώιμο χριστιανισμό (λέγεται ότι ο πατέρας του είχε εκλεγεί επίσκοπος Σινώπης). Το εγχείρημά του συνίσταται στην απαλλαγή του χριστιανισμού από τα αμιγώς ιουδαϊκά στοιχεία του, προκειμένου να καταστεί ελκυστικότερος σε οικουμενικό επίπεδο. Η κίνηση μοιάζει απολύτως λογική σε έναν κόσμο όπου οι Ιουδαίοι δεν είναι πλέον η συμπαθέστερη εθνότητα, ύστερα από τις αιματηρές ιουδαϊκές εξεγέρσεις στην Κυρηναϊκή και την Αίγυπτο (115-117) και την επανάσταση του Μπαρ Κοχμπά στην ίδια την Ιουδαία (132-135).

Γύρω στα 140, εγκατεστημένος πλέον στη Ρώμη, ο Μαρκίων διαμορφώνει οριστικά τη θεωρία του. Απορρίπτει τα ιερά βιβλία του ιουδαϊσμού, την Παλαιά Διαθήκη (ο Μαρκίων πρέπει να ήταν ο εφευρέτης του όρου), επιλέγοντας μόνο αυτό που ονομάζει Καινή Διαθήκη (και κατά την άποψή του περιορίζεται μάλλον αποκλειστικά στη διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου). Προχωρεί ακόμη περισσότερο σε έναν απόλυτο δυϊσμό: ο Γιαχβέ είναι ο δημιουργός του κακού υλικού κόσμου, ενώ ο αληθινός θεός, αυτός του καλού, αποτελεί έννοια ασύλληπτη.

Ο εξτρεμιστικός (για τα χριστιανικά δεδομένα) δυϊσμός του Μαρκίωνα είναι το στοιχείο που θα τον καταδικάσει ως αιρεσιάρχη στην ιστορική μνήμη, ενώ εκείνος είχε σχεδόν όλα τα φόντα για να μείνει στην Ιστορία ως πατέρας της Εκκλησίας. «Παραδεχόμενος το δόγμα περί δύο θεών, πώς είναι δυνατόν να ιδρύσεις βιώσιμες εκκλησίες στον κόσμο αυτό και πώς να ενώσεις κοινότητες υπό την εξουσία της Ρώμης και του κράτους…; Με τον τρόπο αυτό ο Μαρκίων αφενός μεν θέτει τα θεμέλια μιας καθολικής εκκλησίας, αφετέρου δε αυτοεξαιρείται από αυτήν» (Raoul Vaneigem «Les Hérésies», σειρά Que sais-je, αριθ. 2838, εκδ. PUF, Παρίσι 1994, σελ. 42).

Και τι έμεινε από όλα αυτά τα θαυμαστά και περίεργα; Οι ακρότητες ή το περίπλοκο των δογμάτων τους καταδίκασαν τους Γνωστικούς. Δεν ισχύει το ίδιο για κάποιες από τις ιδέες τους. Κι άλλωστε, στις αρχές του 3ου αιώνα, κάπου στη Μεσοποταμία, επρόκειτο να γεννηθεί ο προφήτης της επιδραστικότερης ίσως από τις δυϊστικές θρησκείες. Η καταγωγή του ήταν περσική, αλλά αυτός είχε μεγαλώσει σε γνωστικό περιβάλλον… [Συνεχίζεται]

Η συνωμοσία του Δαρείου

Αύγουστος 8, 2010

    

Βρισκόμαστε στα 522 π.Χ. Η μεγαλύτερη αυτοκρατορία της Οικουμένης συγκλονίζεται από μια δυναστική κρίση η οποία έχει όλα τα χαρακτηριστικά ιστορίας αστυνομικού μυστηρίου. Ο νόμιμος βασιλιάς βρίσκεται σε εκστρατεία στην Αίγυπτο, την οποία και κατακτά. Πάντα ήταν δεσποτικός, φαίνεται όμως πλέον να βυθίζεται στην τρέλα καθώς δολοφονεί μέλη της οικογένειάς του, μεταξύ των οποίων και τον αδελφό του, για τον οποίο, ίσως όχι άδικα, διατηρεί υποψίες ότι επιβουλεύεται τον βασιλικό θρόνο. Στον δρόμο της επιστροφής, ο βασιλιάς δέχεται έναν αγγελιαφόρο ο οποίος τον πληροφορεί ότι στην Περσία την εξουσία έχει αναλάβει ένας σφετεριστής που παρουσιάζεται ως αδελφός του βασιλιά. Λίγο μετά ο ηγεμόνας τραυματίζεται στο πόδι κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες και σύντομα πεθαίνει από το τραύμα του. Μια ομάδα Περσών ευγενών συνωμοτεί για να ανατρέψει τον σφετεριστή. Τα σχέδια των συνωμοτών επιτυγχάνουν και η βασιλική εξουσία καταλήγει στον άνθρωπο που θα φέρει την περσική αυτοκρατορία στο απόγειο της δόξας της.   

Ας δούμε πώς παρουσιάζουν την ιστορία οι διάφορες πηγές που διαθέτουμε, πριν προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τις διηγήσεις αυτές, τις αντιφάσεις τους και τις μεταξύ τους αντιθέσεις, και, έπειτα, να εντοπίσουμε τα όποια στοιχεία ιστορικής πραγματικότητας μπορεί να περιέχουν ή… να αποκρύπτουν.     

 Ι. Οι πηγές   

 Όπως επισημαίνει ο σπουδαιότερος αχαιμενιδολόγος της εποχής μας, ο Πιέρ Μπριάν  [«Histoire de l’Empire Perse (De Cyrus à Alexandre)«, Fayard, Παρίσι, 1996, σελ. 109], ο ιστορικός που επιχειρεί να διαλευκάνει τη δυναστική κρίση του 522 εξαρτάται κατά τρόπο σχεδόν απόλυτο από τις ελληνικές πηγές της κλασσικής αρχαιότητας, ιδίως δε από τον Ηρόδοτο.   

Ι. Α. Οι ελληνικές πηγές   

α. Η εκδοχή του Ηροδότου: Ο ιστορικός από την Αλικαρνασσό παρουσιάζει τον Πέρση βασιλιά Καμβύση σαν ψυχικά διαταραγμένο άτομο. Η παραφροσύνη του εκδηλώνεται έχοντας ως πρώτο θύμα τον αμφιθαλή αδελφό του, τον Σμέρδι. Η οργή του ηγεμόνα κατά του αδελφού του έχει, κατά τον Ηρόδοτο, διττό αίτιο: πρώτον, την προσβολή προς το πρόσωπο του βασιλιά, όταν ο αδελφός του είναι ο μόνος από τους Πέρσες που επιχειρεί και κατορθώνει να λυγίσει το τόξο που φέρνει δώρο στον Καμβύση ο ηγεμόνας των Αιθιόπων. Δεύτερον, το ότι ο Καμβύσης βλέπει σε όνειρο τον αδελφό του να κάθεται στον βασιλικό θρόνο. Οι λόγοι αυτοί είναι αρκετοί για να διατάξει τον ακόλουθό του, τον Πρηξάσπη, να δολοφονήσει τον Σμέρδι:  

«Καμβύσης δέ, ὡς λέγουσι Αἰγύπτιοι, αὐτίκα διὰ τοῦτο τὸ ἀδίκημα ἐμάνη, ἐὼν οὐδὲ πρότερον φρενήρης. καὶ πρῶτα μὲν τῶν κακῶν ἐξεργάσατο τὸν ἀδελφεὸν Σμέρδιν ἐόντα πατρὸς καὶ μητρὸς τῆς αὐτῆς, τὸν ἀπέπεμψε ἐς Πέρσας φθόνῳ ἐξ Αἰγύπτου, ὅτι τὸ τόξον μοῦνος Περσέων ὅσον τε ἐπὶ δύο δακτύλους εἴρυσε, τὸ παρὰ τοῦ Αἰθίοπος ἤνεικαν οἱ Ἰχθυοφάγοι, τῶν δὲ ἄλλων Περσέων οὐδεὶς οἷός τε ἐγένετο. ἀποιχομένου ὦν ἐς Πέρσας τοῦ Σμέρδιος ὄψιν εἶδε ὁ Καμβύσης ἐν τῷ ὕπνῳ τοιήνδε· ἔδοξέ οἱ ἄγγελον ἐλθόντα ἐκ Περσέων ἀγγέλλειν ὡς ἐν τῷ θρόνῳ τῷ βασιληίῳ ἱζόμενος Σμέρδις τῇ κεφαλῇ τοῦ οὐρανοῦ ψαύσειε. πρὸς ὦν ταῦτα δείσας περὶ ἑωυτοῦ μή μιν ἀποκτείνας ὁ ἀδελφεὸς ἄρχῃ, πέμπει Πρηξάσπεα ἐς Πέρσας, ὃς ἦν οἱ ἀνὴρ Περσέων πιστότατος, ἀποκτενέοντά μιν. ὁ δὲ ἀναβὰς ἐς Σοῦσα ἀπέκτεινε Σμέρδιν, οἳ μὲν λέγουσι ἐπ᾽ ἄγρην ἐξαγαγόντα, οἳ δὲ ἐς τὴν Ἐρυθρὴν θάλασσαν προαγαγόντα καταποντῶσαι» (Ηρόδοτος, βιβλίο Γ΄ Θάλεια, 30, 1-3).     

 Ο Αλικαρνασσεύς παραθέτει στη συνέχεια όλα τα εγκλήματα που διαπράττει μέσα στην παράνοιά του ο Καμβύσης: σκοτώνει την αδελφή και σύζυγό του, η οποία μάλιστα εγκυμονεί. Θάβει ζωντανούς δώδεκα νέους ευγενείς Πέρσες. Βασανίζει τον πρώην βασιλιά της Λυδίας, τον Κροίσο. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η φρικιαστική εκτέλεση του βασιλικού δικαστή Σισάμνη, τον οποίο ο Καμβύσης, κρίνοντάς τον ένοχο χρηματισμού, διατάζει να γδάρουν και με το δέρμα του να ντύσουν τον θρόνο στον οποίο θα κάθεται ο νέος βασιλικός δικαστής (ο Οτάνης, γιος του εκτελεσθέντος), έτσι ώστε να είναι διπλά προσεκτικός κατά την έκδοση των αποφάσεών του.   

Ενώ, όμως, ο Καμβύσης παραμένει στην Αίγυπτο, δύο αδέλφια που είναι Μάγοι, ανήκουν δηλαδή στην κάστα των Ιρανών ιερέων, εκμεταλλεύονται το γεγονός ότι η δολοφονία του αδελφού του βασιλιά είχε κρατηθεί μυστική. Ο ένας από αυτούς, ο Πατιζείθης ανέβασε στο βασιλικό θρόνο τον αδελφό του που έφερε το ίδιο όνομα με τον δολοφονημένο αδελφό του Καμβύση και του έμοιαζε πολύ! Τα νέα φτάνουν και στο στρατόπεδο του Καμβύση, κατά την επιστροφή του από την Αίγυπτο, ενώ αυτός βρίσκεται στη Συρία.     

«Καμβύσῃ δὲ τῷ Κύρου χρονίζοντι περὶ Αἴγυπτον καὶ παραφρονήσαντι ἐπανιστέαται ἄνδρες Μάγοι δύο ἀδελφεοί, τῶν τὸν ἕτερον καταλελοίπεε τῶν οἰκίων μελεδωνὸν ὁ Καμβύσης. οὗτος δὴ ὦν οἱ ἐπανέστη μαθών τε τὸν Σμέρδιος θάνατον ὡς κρύπτοιτο γενόμενος, καὶ ὡς ὀλίγοι εἴησαν οἱ ἐπιστάμενοι αὐτὸν Περσέων, οἱ δὲ πολλοὶ περιεόντα μιν εἰδείησαν. Πρὸς ταῦτα βουλεύσας τάδε ἐπεχείρησε τοῖσι βασιληίοισι. ἦν οἱ ἀδελφεός, τὸν εἶπά οἱ συνεπαναστῆναι, οἰκὼς μάλιστα τὸ εἶδος Σμέρδι τῷ Κύρου, τὸν ὁ Καμβύσης ἐόντα ἑωυτοῦ ἀδελφεὸν ἀπέκτεινε· ἦν τε δὴ ὅμοιος εἶδος τῷ Σμέρδι καὶ δὴ καὶ οὔνομα τὠυτὸ εἶχε Σμέρδιν. Τοῦτον τὸν ἄνδρα ἀναγνώσας ὁ Μάγος Πατιζείθης ὥς οἱ αὐτὸς πάντα διαπρήξει, εἷσε ἄγων ἐς τὸν βασιλήιον θρόνον. ποιήσας δὲ τοῦτο κήρυκας τῇ τε ἄλλῃ διέπεμπε καὶ δὴ καὶ ἐς Αἴγυπτον προερέοντα τῷ στρατῷ ὡς Σμέρδιος τοῦ Κύρου ἀκουστέα εἴη τοῦ λοιποῦ ἀλλ᾽ οὐ Καμβύσεω.      

Οἵ τε δὴ ὦν ἄλλοι κήρυκες προηγόρευον ταῦτα καὶ δὴ καὶ ὁ ἐπ᾽ Αἴγυπτον ταχθείς, εὕρισκε γὰρ Καμβύσεα καὶ τὸν στρατὸν ἐόντα τῆς Συρίης ἐν Ἀγβατάνοισι, προηγόρευε στὰς ἐς μέσον τὰ ἐντεταλμένα ἐκ τοῦ Μάγου» (Ηρόδοτος, Θάλεια, 61-62).     

Αρχικά, ο Αχαιμενίδης καταλαμβάνεται από τύψεις, γιατί συνειδητοποιεί ότι μάλλον άδικα είχε εκτελέσει τον αδελφό του, μια και άλλος τελικά ήταν ο σφετεριστής. Έπειτα, η λογική επικρατεί κι ο Καμβύσης αποφασίζει να επιστρέψει το ταχύτερο δυνατό στα Σούσα για να αντιμετωπίσει τον σφετεριστή. Καθώς, όμως, ανεβαίνει στο άλογό του, το ξίφος του φεύγει από τη θήκη και τον τραυματίζει σοβαρά στο πόδι.      

«Ἐνθαῦτα ἀκούσαντα Καμβύσεα τὸ Σμέρδιος οὔνομα ἔτυψε ἡ ἀληθείη τῶν τε λόγων καὶ τοῦ ἐνυπνίου· ὃς ἐδόκεε ἐν τῷ ὕπνῳ ἀπαγγεῖλαι τινά οἱ ὡς Σμέρδις ἱζόμενος ἐς τὸν βασιλήιον θρόνον ψαύσειε τῇ κεφαλῇ τοῦ οὐρανοῦ. Μαθὼν δὲ ὡς μάτην ἀπολωλεκὼς εἴη τὸν ἀδελφεόν, ἀπέκλαιε Σμέρδιν· ἀποκλαύσας δὲ καὶ περιημεκτήσας τῇ ἁπάσῃ συμφορῇ ἀναθρώσκει ἐπὶ τὸν ἵππον, ἐν νόῳ ἔχων τὴν ταχίστην ἐς Σοῦσα στρατεύεσθαι ἐπὶ τὸν Μάγον. Καί οἱ ἀναθρώσκοντι ἐπὶ τὸν ἵππον τοῦ κολεοῦ τοῦ ξίφεος ὁ μύκης ἀποπίπτει, γυμνωθὲν δὲ τὸ ξίφος παίει τὸν μηρόν… τῷ δὲ ἔτι πρότερον ἐκέχρηστο ἐκ Βουτοῦς πόλιος ἐν Ἀγβατάνοισι τελευτήσειν τὸν βίον. ὃ μὲν δὴ ἐν τοῖσι Μηδικοῖσι Ἀγβατάνοισι ἐδόκεε τελευτήσειν γηραιός, ἐν τοῖσί οἱ ἦν τὰ πάντα πρήγματα· τὸ δὲ χρηστήριον ἐν τοῖσι ἐν Συρίῃ Ἀγβατάνοισι ἔλεγε ἄρα. Καὶ δὴ ὡς τότε ἐπειρόμενος ἐπύθετο τῆς πόλιος τὸ οὔνομα, ὑπὸ τῆς συμφορῆς τῆς τε ἐκ τοῦ Μάγου ἐκπεπληγμένος καὶ τοῦ τρώματος ἐσωφρόνησε, συλλαβὼν δὲ τὸ θεοπρόπιον εἶπε “ἐνθαῦτα Καμβύσεα τὸν Κύρου ἐστὶ πεπρωμένον τελευτᾶν„» (64).     

Ο Καμβύσης αντιλαμβάνεται ότι μάλλον το τέλος του πλησιάζει. Καλεί τους ευγενείς και τους αποκαλύπτει την αλήθεια. Τη δολοφονία του αδελφού του, τους λόγους για τους οποίους την αποφάσισε, τον σφετερισμό της εξουσίας από τον Μάγο (65). Πάντως, οι Πέρσες ευγενείς της ακολουθίας του Καμβύση δεν φαίνεται να πιστεύουν τα περί συνωμοσίας Μάγων και μάλλον θεωρούν ότι σφετεριστής είναι ο αδελφός του βασιλιά. Αποδίδουν τα λόγια του Καμβύση στο μίσος που είχε για τον αδελφό του και θεωρούν ότι σκοπός του είναι να κάνει όλους τους Πέρσες να στραφούν κατά του δεύτερου και να μην τον αφήσουν στον θρόνο των Αχαιμενιδών. Λίγες μέρες αργότερα, η γάγγραινα που προκάλεσε το τραύμα παίρνει τον Καμβύση στον κόσμο των νεκρών.     

«μετὰ δὲ ταῦτα ὡς ἐσφακέλισέ τε τὸ ὀστέον καὶ ὁ μηρὸς τάχιστα ἐσάπη, ἀπήνεικε Καμβύσεα τὸν Κύρου, βασιλεύσαντα μὲν τὰ πάντα ἑπτὰ ἔτεα καὶ πέντε μῆνας, ἄπαιδα δὲ τὸ παράπαν ἐόντα ἔρσενος καὶ θήλεος γόνου. Περσέων δὲ τοῖσι παρεοῦσι ἀπιστίη πολλὴ ὑπεκέχυτο τοὺς Μάγους ἔχειν τὰ πρήγματα, ἀλλ᾽ ἠπιστέατο ἐπὶ διαβολῇ εἰπεῖν Καμβύσεα τὰ εἶπε περὶ τοῦ Σμέρδιος θανάτου, ἵνα οἱ ἐκπολεμωθῇ πᾶν τὸ Περσικόν» (66, 2-3).     

Για επτά μήνες ο σφετεριστής βασιλεύει ανενόχλητος. Λαμβάνει μάλιστα και φιλολαϊκά μέτρα για να εδραιώσει την εξουσία του (τριετής φορολογική ατέλεια). Έπειτα, ο Ηρόδοτος εμφανίζει τον Οτάνη, έναν από τους ευγενέστερους των Περσών, να υποψιάζεται την απάτη του ψευδο-Σμέρδιος. Ρωτά την κόρη του, την Φαιδύμη, η οποία ήταν σύζυγος του Καμβύση και τώρα αυτού που εμφανίζεται ως Σμέρδις. Εκείνη του απαντά ότι ποτέ δεν έχει δει τον Σμέρδι κατά πρόσωπο. Ο Οτάνης της λέει να ρωτήσει την Άτοσσα που εκτός από βασιλική σύζυγος είναι και αδελφή του Καμβύση και του Σμέρδιος. Αυτή θα ξέρει καλά αν πρόκειται για τον αδελφό της ή για κάποιον σφετεριστή. Η Φαιδύμη απαντά ότι δεν μπορεί να δει την Άτοσσα, μια και βρίσκονται σε διαφορετικά διαμερίσματα και ο βασιλιάς δεν επιτρέπει στη μια βασιλική σύζυγο να δει την άλλη (68). Ο Οτάνης αρχίζει να βεβαιώνεται για την πλαστοπροσωπία. Γνωρίζοντας ότι ο Καμβύσης είχε τιμωρήσει τον Μάγο Σμέρδι για κάποιο παράπτωμα κόβοντάς του τα αυτιά («τοῦ δὲ Μάγου τούτου τοῦ Σμέρδιος Κῦρος ὁ Καμβύσεω ἄρχων τὰ ὦτα ἀπέταμε ἐπ᾽ αἰτίῃ δή τινι οὐ σμικρῇ»), ζητά από την κόρη του να διαπιστώσει η ίδια αν ο «βασιλιάς» έχει αυτιά ή όχι. Όταν η Φαιδύμη του δίνει την αναμενόμενη αρνητική απάντηση, ο Οτάνης βάζει σε εφαρμογή το σχέδιό του. Καλεί δύο άλλους ευγενείς, τον Ασπαθίνη και τον Γοβρύα και αποφασίζουν να σκοτώσουν τον Μάγο σφετεριστή. Ο κάθε συνωμότης αναλαμβάνει να βρει κι έναν ακόμη συνεργό (ο Οτάνης προσεταιρίζεται τον Ινταφέρνη, ο Γοβρύας τον Μεγάβυζο και ο Ασπαθίνης τον Υδάρνη). Τότε εμφανίζεται στα Σούσα κι ένας άλλος σπουδαίος Πέρσης αριστοκράτης, ο Δαρείος, τον οποίο οι υπόλοιποι καθιστούν αμέσως συμμέτοχο στο σχέδιό τους.       

«γεγονότων δὲ τούτων ἓξ παραγίνεται ἐς τὰ Σοῦσα Δαρεῖος ὁ Ὑστάσπεος ἐκ Περσέων ἥκων· τούτων γὰρ δὴ ἦν οἱ ὁ πατὴρ ὕπαρχος. ἐπεὶ ὦν οὗτος ἀπίκετο, τοῖσι ἓξ τῶν Περσέων ἔδοξε καὶ Δαρεῖον προσεταιρίσασθαι» (70).     

Ο Δαρείος αποκτά ηγετικό ρόλο στη συνωμοσία. Ενώ ο Οτάνης προτείνει να καθυστερήσουν την εφαρμογή του σχεδίου μέχρι να βεβαιωθούν για την επιτυχία τους, ο Δαρείος προτείνει να αναλάβουν αμέσως δράση, άποψη την οποία επιβάλλει (76). Πράγματι, Δαρείος και Γοβρύας εισβάλλουν στα βασιλικά διαμερίσματα του ανακτόρου στα Σούσα κι ο πρώτος σκοτώνει τον Μάγο σφετεριστή, ενώ ο δεύτερος τον έχει προηγουμένως ακινητοποιήσει (78).     

Στη συνέχεια, οι συνωμότες συσκέπτονται για το τι πρέπει να πράξουν όσον αφορά τη διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας. Ο Ηρόδοτος τους εμφανίζει να διατυπώνουν πολιτικές απόψεις εξόχως ελληνικές. Ο Οτάνης υποστηρίζει μια μορφή δημοκρατικού πολιτεύματος, καθώς μιλά για «ισονομία» με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης (δηλ. της ίσης συμμετοχής των πολιτών στα αξιώματα και τις ευθύνες της διακυβέρνησης) (80), ο Μεγάβυζος μιλά ως υποστηρικτής της ολιγαρχίας (81), ενώ ο Δαρείος υποστηρίζει τη διατήρηση του θεσμού της βασιλείας (82). Όπως αναμένεται, η άποψη του Δαρείου επικρατεί και μένει να αποφασισθεί ο τρόπος επιλογής του νέου βασιλέα μεταξύ των επτά. Ο τρόπος αυτός είναι η… ιππομαντεία: βασιλιάς θα γίνει αυτός που την επόμενη αυγή το άλογό του θα χλιμιντρίσει πρώτο (84)! Ο Δαρείος φυσικά θα νικήσει, χάρη στο σόφισμα του ιπποκόμου του, του Οιβάρη (85-87).      

«Δαρεῖός τε δὴ ὁ Ὑστάσπεος βασιλεὺς ἀπεδέδεκτο» (88,1).      

Προκειμένου δε να νομιμοποιήσει περισσότερο την εξουσία του, ο Δαρείος νυμφεύεται δύο κόρες του Κύρου, την Άτοσσα, που υπήρξε σύζυγος και του Καμβύση και του ψευδο-Σμέρδιος, και την Αρτυστώνη, αλλά και την Πάρμυ, κόρη του Σμέρδιος, του αδελφού του Καμβύση, και, φυσικότατα, την κόρη του Οτάνη, η οποία αποκάλυψε την πλαστοπροσωπία του Μάγου, τη Φαιδύμη (88, 2).      

β. Οι υπόλοιπες αρχαιοελληνικές πηγές: Χωρίς να έχουν την έκταση και τη γλαφυρότητα της μυθιστορηματικής διήγησης του ιστορικού από την Αλικαρνασσό, κι άλλοι Έλληνες συγγραφείς αναφέρονται στην περσική δυναστική κρίση του 522 ή σε πρόσωπα και γεγονότα σχετικά με αυτήν.     

Στην Κύρου Παιδεία, ο Ξενοφών δεν ασχολείται με γεγονότα μεταγενέστερα του θανάτου του Κύρου (αν μπορούμε να πούμε ότι στο συγκεκριμένο ηθικοπλαστικό σύγγραμμα ο Αθηναίος ασχολείται με γεγονότα). Μνημονεύει όμως τον αμφιθαλή αδελφό του Καμβύση ως Ταναοξάρη.      

Στους Πέρσες, ο Αισχύλος μνημονεύει τον αδελφό του Καμβύση, τον οποίο ονομάζει Μάρδο: «Κύρου δὲ παῖς… πέμπτος δὲ Μάρδος ἦρξεν, αἰσχύνη πάτρᾳ θρόνοισί τ´ ἀρχαίοισι» (773-775). Αναφέρει ότι βασίλεψε και τον χαρακτηρίζει ντροπή της δυναστείας, αλλά δεν κάνει λόγο για σφετερισμό από κάποιο Μάγο.     

Πολύ πιο εκτενή αναφορά στα γεγονότα κάνει ο Κτησίας, ο Έλληνας αρχίατρος της περσικής αυλής στα χρόνια του Αρταξέρξη Β΄ (405-359). Στα Περσικά, ο Κτησίας ονομάζει Τανυοξάρκη τον αδελφό του Καμβύση. Αιτία του χαμού του Τανυοξάρκη είναι, κατά τον Κτησία, η σφοδρή διαμάχη του με τον Μάγο Σφενδαδάτη. Ο Μάγος καταγγέλει τον Τανυοξάρκη στον Καμβύση, ισχυριζόμενος ότι σκοπεύει να σφετεριστεί την βασιλική εξουσία. Ο Καμβύσης πείθεται και διατάζει την εκτέλεση του αδελφού του. Μετά από αυτό, ο Σφενδαδάτης εκμεταλλεύεται τη μεγάλη εμφανισιακή ομοιότητά του με τον πρίγκιπα και διοικεί τη Βακτριανή ως σατράπης για πέντε χρόνια. Στο σημείο αυτό εμφανίζονται στο προσκήνιο δύο ευνούχοι, ο Αρτασύρας και ο Βαγαπάτης, οι οποίοι ανεβάζουν τον Σφενδαδάτη στον βασιλικό θρόνο. Ένας τρίτος ευνούχος, ο Ιζαβάτης, απειλεί να αποκαλύψει την απάτη. Οι συνωμότες τον δολοφονούν (Περσικά, 10-13).     

Εκτός από τους συγγραφείς της κλασσικής αρχαιότητας, υπάρχει και ο Ιουστίνος, Ρωμαίος ιστορικός του 3ου-4ου αι. μ.Χ. (Ι, 9, 4-11). Και αυτός αναφέρει το όνειρο του Καμβύση στην Αίγυπτο, που βλέπει τον αδελφό του τον… Μέργη να κάθεται στον βασιλικό θρόνο. Ο Καμβύσης αναθέτει σε έναν έμπιστο ακόλουθο, τον Μάγο Κομήτη, να δολοφονήσει τον Μέργη. Ο Κομήτης εκτελεί την αποστολή που του ανατέθηκε, αλλά καθώς στο μεταξύ πεθαίνει ο Καμβύσης ο Μάγος αποφασίζει να ανεβάσει στον θρόνο τον δικό του αδελφό, τον Οροπάστη, ο οποίος έχει το μεγάλο προσόν, καλά το καταλάβατε, να… μοιάζει πολύ στην εξωτερική εμφάνιση με τον δολοφονημένο αδελφό του Καμβύση.     

Μεταξύ των διαφόρων εκδοχών της ιστορίας εντυπωσιάζουν οι διαφορές ως προς το όνομα του αδελφού του Καμβύση (Σμέρδις, Ταναοξάρης, Τανυοξάρκης, Μάρδος και Μέργης), αλλά και του σφετεριστή (Σμέρδις, Σφενδαδάτης, Οροπάστης) ή των συνωμοτών που τον ανεβάζουν στον θρόνο (Πατιζείθης, Αρτασύρας και Βαγοπάτης, Κομήτης). Υπάρχουν, όμως, μερικά θεμελιώδη κοινά στοιχεία, όπως παρατηρεί και ο Μπριάν (όπ.π., σελ. 110-111):     

– Η δολοφονία του αδελφού του Καμβύση, κατόπιν διαταγής του Αχαιμενίδη βασιλέα.     

– Η αντικατάσταση του πρίγκιπα από έναν Μάγο.     

– Η εντυπωσιακή ομοιότητα ως προς την εξωτερική εμφάνιση μεταξύ του Μάγου και του πρίγκιπα.     

Ουσιώδης διαφοροποίηση παρατηρείται ως προς τη χρονική σειρά των γεγονότων. Κατά τον Ηρόδοτο τόσο η δολοφονία του Σμέρδιος όσο και ο σφετερισμός του θρόνου από τον Μάγο με το ίδιο όνομα συμβαίνουν κατά τον χρόνο της εκστρατείας του Καμβύση στην Αίγυπτο. Ο Κτησίας, αντίθετα, τοποθετεί τη δολοφονία του πρίγκιπα πέντε χρόνια πριν τον σφετερισμό. Κατά τον Ιουστίνο, τέλος, και η δολοφονία και ο σφετερισμός έπονται του θανάτου του Καμβύση. Προφανώς, στους κύκλους της περσικής αριστοκρατίας, αλλά και μεταξύ των Ελλήνων στη Μικρά Ασία και στην κυρίως Ελλάδα, θα πρέπει, ήδη από τον 5ο αιώνα, να κυκλοφορούσαν διάφορες ιστορίες σχετικά με την άνοδο του Δαρείου στην εξουσία, τις οποίες μάλλον ανέμιξαν ή ερμήνευσαν ο Ηρόδοτος και οι συνεχιστές του.     

Ι. Β. Η περσική πηγή: η εκδοχή του Δαρείου     

Ευτυχώς, έχουμε στη διάθεσή μας και μια περσική πηγή και μάλιστα αυτήν του μεγάλου πρωταγωνιστή, του Δαρείου. Στη λαξεμένη στον βράχο μνημειακή επιγραφή του Μπεχιστούν, ο Πέρσης ηγεμόνας δίνει τη δική του εκδοχή για το πώς βρέθηκε στον θρόνο των Αχαιμενιδών.     

«Βασίλευε ο Καμβύσης, ο γιος του Κύρου, κι είχε έναν αμφιθαλή αδελφό που ονομαζόταν Μπαρντίγια. Έπειτα ο Καμβύσης σκότωσε τον Μπαρντίγια. Ο φόνος αυτός δεν έγινε γνωστός στον λαό. Αργότερα ο Καμβύσης έφυγε για την Αίγυπτο και, στη συνέχεια, ο λαός επαναστάτησε. Μετά απ’ αυτό, το ψέμα κυριάρχησε στην Περσία, στη Μηδία και στους άλλους λαούς. Έπειτα εμφανίστηκε κάποιος, ένας Μάγος που τον έλεγαν Γκαουμάτα. Αυτός στασίασε στην Παϊσιγιαουβάντα, κοντά στο όρος Αρακάντρι, τη 14η ημέρα του μηνός Βιγιάξνα. Είπε ψέματα στον λαό: «Είμαι ο Μπαρντίγια, ο γιος του Κύρου, ο αδελφός του Καμβύση». Τότε, ο λαός ολόκληρος εξεγέρθηκε κατά του Καμβύση και συντάχθηκε με τον στασιαστή και στην Περσία και στη Μηδία και στις υπόλοιπες χώρες. Ο Μάγος σφετερίστηκε τη βασιλική εξουσία την 9η ημέρα του μηνός Γκαρμαπάντα [= 1.3.522]. Έπειτα ο Καμβύσης πέθανε από φυσικό θάνατο…       

Κανείς, Πέρσης ή Μήδος… δεν μπόρεσε να πάρει τη βασιλεία από τα χέρια του Γκαουμάτα, του Μάγου. Ο λαός τον φοβόταν πολύ. Αυτός σκότωνε πολλούς που είχαν γνωρίσει τον Μπαρντίγια. Να γιατί τους σκότωνε: «Να μη μάθουν ότι δεν είμαι ο Μπαρντίγια, ο γιος του Κύρου». Κανείς δεν τολμούσε πει οτιδήποτε για τον Γκαουμάτα τον Μάγο, ώσπου εμφανίστηκα εγώ…     

Με τη βοήθεια του Αχούρα Μάζδα και με λίγους άντρες σκότωσα τον Μάγο και τους υποστηρικτές του. Τον σκότωσα στο οχυρό που ονομάζεται Σικαγιαουβάτι, στην περιοχή της Νισάγια, στη Μηδία. Του πήρα το βασίλειο και με τη δύναμη του Αχούρα Μάζδα έγινα βασιλιάς…» (επιγραφή του Μπεχιστούν, 1η στήλη, 10-13).     

«Ιδού οι άνδρες που ήταν παρόντες όταν σκότωσα τον Γκαουμάτα, τον Μάγο που υποστήριζε ότι ήταν ο Μπαρντίγια. Συνεργάστηκαν μαζί μου ως πιστοί υποστηρικτές.     

Ο Βιντάρνα,γιος του Βαγιασπάρα [= Ινταφέρνης]     

Ο Ουτάνα, γιος του Θούκρα [= Οτάνης]     

Ο Γκαουμπαρούβα, γιος του Μαρντουνίγια [= Γοβρύας, πατέρας του Μαρδονίου]     

Ο Βιντάρνα, γιος του Μπαγκαμπίνια [= Υδάρνης]     

Ο Μπαγκαμπούξα, γιος του Ντατουβάχυα [= Μεγάβυζος]     

Ο Αρντουμάνις, γιος του Βακάουνα» (επιγραφή του Μπεχιστούν, 4η στήλη, 68-69).     

Μεταξύ της λεπτομερούς εξιστόρησης του Ηροδότου και της διακήρυξης του Δαρείου του Μεγάλου υπάρχουν αρκετά κοινά σημεία, όπως και μερικές ουσιώδεις διαφορές.     

– Ο Δαρείος τοποθετεί χρονικά τη δολοφονία του αδελφού του Καμβύση πριν την αναχώρηση του μονάρχη για την αιγυπτιακή εκστρατεία, ενώ ο Αλικαρνασσεύς στο διάστημα που ο Καμβύσης βρίσκεται στην Αίγυπτο.     

– Διαφέρουν τα ονόματα. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι το «Σμέρδις» αποτελεί μεταγραφή στα ελληνικά του περσικού ονόματος «Μπαρντίγια», παραμένει η διαφοροποίηση ως προς το όνομα του σφετεριστή Μάγου, που κατά τον Ηρόδοτο είναι και πάλι «Σμέρδις», ενώ κατά τον Δαρείο «Γκαουμάτα» (όνομα που παραπέμπει στον Κομήτη του Ιουστίνου, που, όμως, είναι μεν συνωμότης κατά του Καμβύση, πλην όμως ανεβάζει τελικά στον θρόνο τον αδελφό του, τον Οροπάστη).     

– Ο ρόλος του ίδιου του Δαρείου παρουσιάζεται και αξιολογείται με διαφορετικό τρόπο στο ένα και στο άλλο κείμενο (Briant, όπ.π., σελ. 112, 120). Ο Δαρείος δεν κάνει λόγο για συνωμοσία, μνημονεύει μόνο τους πιστούς υποστηρικτές του (οι οποίοι συμπίπτουν σχεδόν απόλυτα με αυτούς που αναφέρει ως συνωμότες ο Ηρόδοτος: η μόνη διαφοροποίηση αφορά τον Αρντουμάνις, ο οποίος δεν μπορεί να ταυτισθεί με τον Ασπαθίνη του Ηροδότου). Τη βασιλική εξουσία, ο Δαρείος την οφείλει στον Αχούρα Μάζδα (και στον εαυτό του).     

– Ο τρόπος και ο τόπος θανάτωσης του σφετεριστή. Αντί της δολοφονίας στα ανάκτορα, ο Δαρείος κάνει λόγο για μάχες και κατάληψη οχυρού στο οποίο είχε καταφύγει με τους υποστηρικτές του ο Μάγος.     

ΙΙ. Μια απόπειρα εξήγησης     

Είναι δυνατόν να συμβιβαστούν όλες αυτές οι διηγήσεις και κυρίως αυτή του Ηροδότου με εκείνην του Δαρείου; Πόση ιστορική αλήθεια περιέχουν; Ας προσπαθήσουμε να δούμε λίγο πιο καθαρά.     

α. Οι αντίπαλοι αδελφοί: Πριν αναχωρήσει για την εκστρατεία στην Κεντρική Ασία, που έμελλε να αποβεί μοιραία για αυτόν, ο Κύρος (πιθανώς το 530) ονόμασε κι επίσημα διάδοχό του τον μεγαλύτερο γιο του, τον Καμβύση. Τον νεότερο γιο, τον Μπαρντίγια, τον «αποζημίωσε» διορίζοντάς τον σατράπη της Βακτριανής, με το προνόμιο μάλιστα της απαλλαγής από την υποχρέωση απόδοσης φόρου υποτελείας στον αδελφό του. (Briant, όπ.π., σελ. 60, 113). Η προτίμηση του Κύρου για τον πρωτότοκο ήταν από καιρό παγιωμένη: ήδη από το 539, τον είχε ονομάσει βασιλέα της Βαβυλώνας.     

Η εντελώς αρνητική εικόνα του Καμβύση την οποία δίνουν οι κλασσικές πηγές πρέπει να αντιμετωπιστεί με πολλές επιφυλάξεις. Όπως επισημαίνει και ο Μπριάν πρόκειται για λογοτεχνικό τόπο που συχνά συνδυάζεται με τη γνωστή επιχειρηματολογία περί περσικής παρακμής (όπ.π., σελ. 60, 109). Συνήθως υπάρχει η αντιστικτική παρουσίαση του «καλού» Κύρου, «πατέρα» της αυτοκρατορίας, και του δεσποτικού και παράφρονα Καμβύση. Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του Ηροδότου «Καμβύσης δὲ δεσπότης, Κῦρος δὲ πατήρ… ὁ δὲ ὅτι χαλεπός τε ἦν καὶ ὀλίγωρος, ὁ δὲ ὅτι ἤπιός τε καὶ ἀγαθά σφι πάντα ἐμηχανήσατο» (Γ΄ «Θάλεια«, 85, 3). Γενικά, όλα τα δεινά και οι αμαρτίες που οι πηγές αποδίδουν στον Καμβύση δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ανταποκρίνονται στην ιστορική πραγματικότητα (βλ. π.χ. Μπριάν, όπ.π., σελ. 66 επ., όπου, βασιζόμενος σε αιγυπτιακές πηγές, ο ιστορικός επιχειρεί να ανασκευάσει τις κατηγορίες περί καταστροφής ιερών από τον Καμβύση).     

Σε κάθε περίπτωση, η έχθρα μεταξύ Καμβύση και Μπαρντίγια/ Σμέρδιος αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός, μια και πολλά στοιχεία καταδεικνύουν ότι ο δεύτερος ποτέ δεν αποδέχθηκε την πατρική επιλογή: η άρνησή του (και μάλιστα δύο φορές) να παρουσιαστεί στη βασιλική αυλή μετά από πρόσκληση του αδελφού του, το ανέκδοτο που καταγράφει ο Ηρόδοτος σχετικά με το τόξο του βασιλιά των Αιθιόπων κ.λπ.     

β. Η μεγάλη απάτη (;) του Δαρείου: Το πιο παράδοξο στοιχείο της ιστορίας είναι τελικά η ύπαρξη του σφετεριστή Μάγου, που εκμεταλλεύεται το γεγονός ότι η «δολοφονία» του αδελφού του βασιλιά είχε κρατηθεί κρυφή. Το στοιχείο αυτό, που προφανώς προέβαλε πρώτος ο ίδιος ο Δαρείος και το δέχτηκαν οι Έλληνες συγγραφείς, είναι εξαρχής ύποπτο. Ο Δαρείος έχει κάθε συμφέρον να παρουσιάσει τον εαυτό του σαν φυσικό συνεχιστή των Αχαιμενιδών και σαν πρωτεργάτη της αποκατάστασης της δυναστικής νομιμότητας. Μήπως, λοιπόν, ο Μάγος σφετεριστής (Γκαουμάτα/ Σμέρδις/ Σφενδαδάτης/ Οροπάστης) είναι απλώς ένα εφεύρημα του Δαρείου, προκειμένου να κρύψει ότι ο πραγματικός σφετεριστής της βασιλικής εξουσίας (και δολοφόνος του αδελφού του Καμβύση και πλέον νόμιμου διαδόχου του) ήταν ο ίδιος; Το ερώτημα αυτό το θέτουν όλοι σχεδόν οι σύγχρονοι ιστορικοί και οι περισσότεροι πιθανολογούν ότι η απάντηση πρέπει να είναι καταφατική! Αυτή είναι και η θέση του Πιέρ Μπριάν (όπ.π., σελ. 112 επ.). Την ίδια εκδοχή παρουσιάζει και ο Γκορ Βιντάλ  στο μυθιστόρημά του Δημιουργία. Εξάλλου, μοιάζει απίστευτο το «γεγονός» ότι οι βασιλικές σύζυγοι Άτοσσα και Φαιδύμη δεν είχαν αντιληφθεί τίποτε σχετικό με τη δολοφονία του αδελφού του Καμβύση και την αντικατάστασή του από έναν Μάγο σφετεριστή (Briant, όπ.π., σελ. 112).     

Επομένως, αν υπήρξε κάποιος σφετεριστής της βασιλικής εξουσίας στα χρόνια του Καμβύση, αυτός πρέπει να ήταν αρχικά ο αδελφός του, ο Μπαρντίγια/ Σμέρδις. Όπως είδαμε προηγουμένως, ακόμη και κατά τον Ηρόδοτο (Γ΄ «Θάλεια«, 66), οι Πέρσες ευγενείς της ακολουθίας του Καμβύση έχουν αυτήν ακριβώς την πεποίθηση. Αν ακολουθήσουμε τη χρονική σειρά των γεγονότων κατά τον Ηρόδοτο, ο Καμβύσης, έχοντας υποτάξει την Αίγυπτο, παίρνει τον δρόμο της επιστροφής την άνοιξη του 522. Ενώ βρίσκεται στη Συρία τραυματίζεται στο πόδι και η γάγγραινα προκαλεί τον θάνατό του στις αρχές περίπου του θέρους. Βάσει της διήγησης του Δαρείου στην επιγραφή του Μπεχιστούν, ο Γκαουμάτα αυτοανακηρύχθηκε βασιλιάς στις αρχές Μαρτίου του 522. Συνδυάζοντας τα στοιχεία αυτά με την έχθρα που χωρίζει τους δύο αδελφούς, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι πράγματι ο Μπαρντίγια στασίασε κατά του αδελφού του. Είτε όμως υπήρξε σφετεριστής, είτε όχι, μετά τον θάνατο του Καμβύση ο Μπαρντίγια/Σμέρδις καθίσταται νόμιμος διάδοχος του αδελφού του, ο οποίος πέθανε άτεκνος.     

γ. Λογοτεχνική φαντασία; Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η διήγηση του Ηροδότου σχετικά με τη συνωμοσία των επτά και την άνοδο του Δαρείου στον θρόνο ανταποκρίνεται στα ιστορικά γεγονότα; Πάρα πολύ δύσκολα. Ο ίδιος ο συμβολικός αριθμός επτά είναι ύποπτος. Τα διάφορα γλαφυρά περιστατικά (η αποκάλυψη της ταυτότητας του Μάγου από τη Φαιδύμη, η επιλογή του νέου βασιλιά με χρήση της ιππομαντείας, το τέχνασμα του ιπποκόμου του Δαρείου) μοιάζουν να αποτελούν στοιχεία ενός ευφάνταστου λογοτεχνικού σεναρίου και μόνο. Όσο για τις διαβουλεύσεις των Επτά περί του μελλοντικού πολιτεύματος της Περσίας, αυτές είναι κατευθείαν βγαλμένες από ελληνικές πολιτικές συζητήσεις (Briant, όπ.π., σελ. 121).     

Συνωμοσία, βεβαίως, πρέπει να υπήρξε. Οι συμμετέχοντες είναι όλοι ανώτεροι Πέρσες ευγενείς που πιθανώς ανήκαν στο στενό περιβάλλον του Καμβύση και είχαν κάθε λόγο να πιστεύουν ότι ο αδελφός και διάδοχός του θα τους συμπεριφερόταν απολύτως εχθρικά. Ο Οτάνης καταλεγόταν όντως μεταξύ των σημαντικότερων ευγενών: η αδελφή του, η Κασσανδάνη, ήταν σύζυγος του Κύρου, η κόρη του η Φαιδύμη είχε παντρευτεί τον Καμβύση (κι έπειτα τον Μπαρντίγια. Ο Δαρείος είναι γιος του Υστάσπη, τον οποίο εκ παραδρομής ο Ηρόδοτος (Γ΄»Θάλεια«, 70) παρουσιάζει ως κυβερνήτη της Περσίας, αλλά στην πραγματικότητα ήταν μάλλον σατράπης της Παρθίας κατά την περίοδο εκείνη (επιγραφή του Μπεχιστούν, 2η στήλη, 35/ Briant, όπ.π., σελ. 124), είχε δε συνοδέψει τον Κύρο στην εκστρατεία του στα βόρεια της Κεντρικής Ασίας. Ο ίδιος ο Δαρείος είχε ήδη διακριθεί προσωπικά, έχοντας διατελέσει φαρετροφόρος του Κύρου και δορυφόρος (arshtibara) του Καμβύση, κατείχε δηλαδή αξίωμα που τον καθιστούσε πρώτο τη τάξει μεταξύ των ευγενών της ακολουθίας του βασιλιά. Φυσικά, όσο κι αν ο Δαρείος προσπαθεί να παρουσιάσει εαυτόν ως νόμιμο διάδοχο, αποκλείεται να είχε στενή συγγένεια με τον Κύρο και τον Καμβύση, ενώ δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό ότι ανήκε σε ελάσσονα κλάδο της βασιλικής οικογένειας (Briant, όπ.π., σελ. 122 επ.). Η απόπειρά του (στην επιγραφή του Μπεχιστούν) να εμφανίσει ένα γενεαλογικό δέντρο που τον φέρνει δισέγγονο του ιδρυτή της δυναστείας Αχαιμένη (πρόσωπο που δεν μνημονεύεται από καμία προγενέστερη περσική πηγή) αποτελεί, κατά τον Μπριάν, απλώς επανακαθορισμό της δυναστικής νομιμότητας με αποκλειστική βάση το συμφέρον του Δαρείου.     

Φυσικά, υπάρχει και η παραλλαγή που απαξιώνει ηθικά τον Δαρείο κατά τρόπο απόλυτο. Να θεωρηθεί δηλαδή υπεύθυνος και του ατυχήματος που στέρησε τη ζωή του Καμβύση. Σε τέτοια περίπτωση, ο Δαρείος είναι το πρότυπο του ανήθικου συνωμότη και ο εξολοθρευτής της νόμιμης αυτοκρατορικής δυναστείας. Δεν είναι όμως ανάγκη να πάμε τόσο μακριά και να δεχτούμε τόσο τραβηγμένες υποθέσεις (εκτός ίσως κι αν ζηλεύουμε τη δόξα και τη φαντασία του Ηροδότου).     

Άλλωστε, η αυτοκρατορία μάλλον κέρδισε με τη δυναστική αλλαγή. Ο Δαρείος έμελλε να αποδειχθεί ο ικανότερος μονάρχης της: χαρίζοντάς της όχι μόνο τη μεγαλύτερη εδαφική επικράτεια (με την προσάρτηση των τριών σατραπειών του Ινδού), αλλά και τη σημαντικότερη οικονομική ανάπτυξη. Άδικα δηλαδή τον χαρακτήρισε ο Ηρόδοτος «κάπηλο»;

Κάτι οφείλουμε και στους Αχαιμενίδες

Ιανουαρίου 19, 2010

 

 

Σε αναμονή της ολοκλήρωσης της σειράς για τους Έλληνες της Βακτριανής και λόγω φόρτου εργασίας ένα πιο βιαστικό και ελαφρύ κομμάτι που μπαίνει λίγο και σε χωράφια όπου άλλοι είναι πιο ειδικοί. 

Έλληνες και Πέρσες, μια παρεξηγημένη, περίπλοκη ιστορία: Αν περιοριστούμε στη σχολική θεώρηση της Ιστορίας (η οποία πάντως συνεχίζει να βρίσκει πιστούς και μιμητές και μάλιστα όχι μόνον εντός συνόρων), οι σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και περσικής αυτοκρατορίας χαρακτηρίζονταν από αντιπαλότητα, κορύφωση της οποίας είναι αφενός οι Μηδικοί Πόλεμοι, όπου «οι Έλληνες θα σώσουν τη δημοκρατία και τον δυτικό πολιτισμό από τους Βαρβάρους», και αφετέρου η εκστρατεία και οι κατακτήσεις του Αλεξάνδρου, όταν πια «ο ελληνισμός θα μεταλαμπαδεύσει τα φώτα του πολιτισμού στους άξεστους βαρβάρους της Ανατολής». Βεβαίως, οι αντιλήψεις αυτές είναι εδώ και πολλές δεκαετίες ξεπερασμένες και απολύτως «ανιστορικές». Όχι μόνο παραγνωρίζουν τη σημασία της περσικής αυτοκρατορίας (δηλαδή ενός από τα πλέον σύνθετα, εξελιγμένα και ως εκ τούτου εξαιρετικά ενδιαφέροντα κρατικά μορφώματα) για την Ιστορία της αρχαιότητας, αλλά και την αυτοτελή αξία του αρχαίου περσικού πολιτισμού, άξιου διαδόχου και συνεχιστή των πολιτισμών της Μεσοποταμίας, του Ελάμ και της Μηδίας. Αγνοούν επίσης τον κατ’ ανάγκη σύνθετο χαρακτήρα της σχέσης μεταξύ λαών με διαφορετικό πολιτισμό και κοινωνικές και πολιτικές παραδόσεις και αντιλήψεις, αλλά και την πολιτισμική διάδραση που αναπόφευκτα προκύπτει από τη συνάντησή τους.    

Καταρχάς, πολλοί Έλληνες έζησαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα υπό την κυριαρχία ή την επικυριαρχία των Αχαιμενιδών: οι Ίωνες των μικρασιατικών παραλίων, οι Αιολείς της βορειοδυτικής Μικράς Ασίας, οι Δωριείς της Καρίας κ.λπ. Πολλοί Έλληνες, επομένως, είχαν διαρκείς επαφές και σχέσεις (από αρμονικές έως ταραχώδεις, ανάλογα με την περίοδο και την περιοχή) με την αχαιμενιδική διοίκηση, Έλληνες είχαν αναλάβει μεγάλο μέρος των εμπορικών δραστηριοτήτων εντός και εκτός της αυτοκρατορίας (και βεβαίως οι Αχαιμενίδες ενθάρρυναν τη δράση αυτή μια και αύξανε σημαντικά τα έσοδά τους από φόρους: πού είσαι Δαρείε «κάπηλε» να ανορθώσεις τη σκληρά δοκιμαζόμενη οικονομία του σύγχρονου ελληνικού κράτους!) και σε Έλληνες ανέθεταν συχνά οι Πέρσες βασιλείς διάφορες αποστολές (όπως π.χ. η εξερευνητική αποστολή που ανέθεσε ο Δαρείος ο Μέγας στον Έλληνα ναυτικό από την Καρία Σκύλακα τον Καρυανδέα, ο οποίος αφού ακολούθησε τον ρου του Ινδού ποταμού ξεκινώντας από τις πηγές του στην περιοχή της Γκαντάρα, έπλευσε κατά μήκος των ασιατικών ακτών από τις εκβολές του Ινδού ως την αραβική χερσόνησο και την Ερυθρά Θάλασσα). 

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η επιρροή που άσκησε η περσική αυτοκρατορία στην ελληνική πολιτική σκηνή. Η αυλή του Μεγάλου Βασιλέως ήταν πάντα γεμάτη από Έλληνες πολιτικούς, εξόριστους και μη. Ανάμεσα σ’ αυτούς δεν συναντάμε μόνο τους «συνήθεις υπόπτους», δηλαδή τυράννους κι εκπροσώπους ολιγαρχικών καθεστώτων ελληνικών πόλεων (τους οποίους παραδοσιακά υποστήριζαν οι Πέρσες), όπως ο Ιστιαίος της Μιλήτου κι ο Ιππίας της Αθήνας, αλλά και ξεχωριστές περιπτώσεις σαν τον Σπαρτιάτη βασιλιά Δημάρατο, ο οποίος καθαιρέθηκε από το αξίωμά του όταν το μαντείο των Δελφών (κατά πάσα πιθανότητα αφού δωροδοκήθηκε από τον συμβασιλέα και πολιτικό αντίπαλο του Δημάρατου, τον Κλεομένη) έκρινε ότι δεν ήταν γνήσιο τέκνο του βασιλιά Αρίστωνα, κι ακόμη περισσότερο τον θριαμβευτή της Σαλαμίνας Θεμιστοκλή που μετά τον εξοστρακισμό του κατέφυγε στην αυλή του Αρταξέρξη Α΄ (του επονομαζόμενου και Μακρόχειρα), ο οποίος του ανέθεσε τη διοίκηση των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας. Αυτό που πρέπει κυρίως να επισημανθεί είναι ότι, από τα τέλη του 5ου αιώνα μέχρι και τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., η Περσία είναι ο βασικός ρυθμιστής των ελληνικών πολιτικών εξελίξεων. Η έκβαση του Πελοποννησιακού Πολέμου καθορίσθηκε ουσιαστικά από την περσική παρέμβαση: ο Λύσανδρος χαρίζει τη νίκη στη Σπάρτη γιατί η συμμαχία με τους Πέρσες (με τον σατράπη της Λυδίας Τισσαφέρνη και τον πρίγκιπα Κύρο τον Νεότερο που έχει τοποθετηθεί ως «κάρανος», δηλαδή γενικός διοικητής, των δυτικών σατραπειών) του παρέχει την αναγκαία οικονομική και στρατιωτική ενίσχυση για να καταφέρει το αποφασιστικό πλήγμα στους Αθηναίους. Βεβαίως, από τα μέσα του 4ου αιώνα το εκκρεμές κινείται με αντίθετη φορά: ο Αλέξανδρος κατακτά την περσική αυτοκρατορία κι εμφανίζεται ως διάδοχος των Αχαιμενιδών και συνεχιστής του έργου τους, θέτοντας τελικά σε εφαρμογή πολιτική συνεργασίας της ελληνομακεδονικής και της ιρανικής ελίτ. Για μεγάλο χρονικό διάστημα (έως τα μέσα του 2ου αι. και την παρθική εισβολή στη Μεσοποταμία) οι Σελευκίδες θα αποτελέσουν τους συνεχιστές της αυτοκρατορίας αυτής. 

Σύνθετη, συνεπώς, είναι και η εντύπωση των Ελλήνων για τον πανίσχυρο γείτονα (κάποτε εχθρό και κάποτε σύμμαχο) από την Ανατολή: συνυπάρχουν η περιέργεια, η αντιπαλότητα, το ενδιαφέρον ή ακόμη κι ο θαυμασμός. Μπορούμε να το παρατηρήσουμε στα κείμενα αρκετών αρχαίων συγγραφέων που έδωσαν μια σχετικά αντικειμενική εικόνα της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών: στην Ιστορία του Ηροδότου, στην Κύρου Ανάβαση του Ξενοφώντα ή στην Κύρου Παιδεία του ίδιου συγγραφέα (όπου ο Αθηναίος επιχειρεί μια εξιδανικευμένη και μυθοποιημένη διήγηση της ζωής και του έργου του ιδρυτή της αυτοκρατορίας). Άλλωστε, από τα κείμενα αυτά προέρχεται και το μεγαλύτερο ίσως τμήμα των γνώσεών μας για τους Αχαιμενίδες και την Περσία της Αρχαιότητας (οι ίδιοι οι Πέρσες δεν μας άφησαν «αφηγηματική Ιστορία», μόνο επιγραφές στις οποίες οι Μεγάλοι Βασιλείς προβαίνουν σε διακηρύξεις αρχών και… προπαγάνδας). 

Ακόμη και η πιο συνοπτική παράθεση της ιστορίας της περσικής αυτοκρατορίας θα απαιτούσε πολλές σελίδες. Αρκούμαστε συνεπώς να παραπέμψουμε στο πληρέστερο σύγχρονο σχετικό σύγγραμμα, την «Ιστορία της Περσικής Αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών» του Γάλλου ιστορικού Pierre_Briant («Histoire de l’Empire perse achéménide. De Cyrus à Alexandre», εκδ. Fayard, Παρίσι, 1996 – πάνω από 1200 πυκνογραμμένες σελίδες με οτιδήποτε μπορεί να θέλει κάποιος να μάθει για την Αρχαία Περσία), καθώς και στον εξαιρετικό ιστότοπο achemenet. Για κάτι λιγότερο «βαρύ», το συναρπαστικό ιστορικό μυθιστόρημα του Γκορ Βιντάλ «Δημιουργία» (εκδ. Random House, 1981/ ελληνική έκδοση: ΕΞΑΝΤΑΣ, 1994) είναι μάλλον ό,τι ωραιότερο έχει γράψει δυτικός συγγραφέας για την αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών.  

Περσικά γλωσσικά δάνεια στην ελληνική γλώσσα: Η έντονη και μακροχρόνια σχέση πολιτισμικής (και όχι μόνο) διάδρασης μεταξύ Ελλήνων και Περσών είχε ως αναπόφευκτη συνέπεια και ορισμένα γλωσσικά δάνεια. Αφήνουμε επί του παρόντος το ζήτημα των αδιαμφισβήτητων δανείων της αρχαίας ελληνικής στην αρχαία περσική (θαρρώ πως οι γλωσσολόγοι μιλούν για «παλαιοπερσική γλώσσα», αλλά για λόγους απλότητας ας κρατήσουμε το «αρχαία») για να δούμε βιαστικά ορισμένα από τα γλωσσικά δάνεια της δεύτερης στην πρώτη. Μια κλασσική περίπτωση είναι ο περίφημος «παρασάγγης«, δηλ. το αρχαίο περσικό μέτρο μήκους (ίσο με 30 στάδια, δηλ. περίπου 5.200 μέτρα), που επιβιώνει ακόμη και σήμερα σε εκφράσεις της νέας ελληνικής, όπως το «απέχει παρασάγγες (ή παρασάγγας, επί το αρχαιοπρεπέστερο)», όταν θέλουμε να δείξουμε τη μεγάλη απόσταση ή διαφορά που χωρίζει απόψεις (κυρίως) ή αντικείμενα. 

«καὶ ἐξελαύνει διὰ τῆς Λυδίας σταθμοὺς τρεῖς παρασάγγας εἴκοσι καὶ δύο ἐπὶ τὸν Μαίανδρον ποταμόν» (Ξενοφώντος «Κύρου Ανάβασις«, βιβλίο Α΄, 1.2.5). 

Ακόμη πιο χαρακτηριστική και με ευρεία διάδοση είναι η λέξη «παράδεισος» που προέρχεται από το περσικό «pairi daêza». Σήμερα η λέξη έχει κυρίως τη σημασία του «[νοητού ουράνιου χώρου] στον οποίο, κατά τη χριστιανική παράδοση, εγκαθίστανται ο ψυχές των δικαίων μετά θάνατον… [και της κατάστασης] της ουράνιας ευτυχίας και μακαριότητας των δικαίων, οι οποίοι μετά τη μέλλουσα κρίση θα κληρονομήσουν τη βασιλεία του Θεού… [γενικότερα δε σημαίνει τον τόπο της] μεταθανάτιας ευδαιμονίας σύμφωνα με [διάφορες θρησκείες]» (ΛΝΕΓ). Η σημασιολογική κατεύθυνση αυτή πρέπει να δόθηκε με τη μετάφραση των Εβδομήκοντα, όταν αποδόθηκε ως «παράδεισος» ο κήπος της Εδέμ στον οποίο εγκατέστησε τους Πρωτόπλαστους ο Θεός. Για τους Πέρσες, όμως, η λέξη σήμαινε τον περίκλειστο χώρο που αποτελούσε βασιλικό (ή σατραπικό ως προς τη χρήση) πάρκο, με κήπους, καλλιέργειες δέντρων και άλλων φυτών και εκτάσεις εκτροφής άγριων ζώων, τα οποία μπορούσε να κυνηγήσει ο Μεγάλος Βασιλέας και οι αυλικοί του. 

«εἰς Κελαινάς, τῆς Φρυγίας πόλιν οἰκουμένην, μεγάλην καὶ εὐδαίμονα. ἐνταῦθα Κύρῳ βασίλεια ἦν καὶ παράδεισος μέγας ἀγρίων θηρίων πλήρης, ἃ ἐκεῖνος ἐθήρευεν ἀπὸ ἵππου, ὁπότε γυμνάσαι βούλοιτο ἑαυτόν τε καὶ τοὺς ἵππους. διὰ μέσου δὲ τοῦ παραδείσου ῥεῖ ὁ Μαίανδρος ποταμός·» (Ξενοφώντος «Κύρου Ανάβασις«, βιβλίο Α΄, 1.2.7).     

Μια ωραία ιστορία σχετική με περσικό παράδεισο μας διηγείται μια επιγραφική μαρτυρία που σώθηκε ως τις μέρες μας. Πρόκειται για την πολύ γνωστή Επιστολή του Δαρείου Α΄προς τον Γαδάτα. Ο Γαδάτας (του οποίου το όνομα στα περσικά θα πρέπει να ήταν κάτι σαν «Bagadata») είναι ένας Πέρσης αξιωματούχος (κατά πάσα πιθανότητα όχι σατράπης), του οποίου η περιοχή δικαιοδοσίας περιλαμβάνει εδάφη στη Μικρά Ασία, μεταξύ των οποίων και η πόλη της Μαγνησίας του Μαιάνδρου. Είναι υπεύθυνος και για τον βασιλικό παράδεισο που βρίσκεται έξω από την πόλη και συνορεύει με τις εκτάσεις του τοπικού ιερού του Απόλλωνα. Με την επιστολή του, ο Μεγάλος Βασιλιάς αφενός μεν συγχαίρει τον Γαδάτα για το ότι κατάφερε να καλλιεργήσει στον παράδεισο φυτά από την περιοχή του Ευφράτη, αφετέρου δε τον επιπλήττει διότι δεν σεβάστηκε τη φορολογική ατέλεια της οποίας απολαύει ο ναός του Απόλλωνα.

Περσικά σημασιολογικά δάνεια: Σύμφωνα με τα λεξικά, ο «δορυφόρος» είναι: «1. ΑΣΤΡΟΝ. το ουράνιο σώμα που περιστρέφεται γύρω από πλανήτη… 2. η συσκευή που εκτοξεύεται… στο Διάστημα και κινείται γύρω από την επιφάνεια της Γης… 3. (στην αρχαιότητα) ο οπλισμένος με δόρυ φρουρός σημαντικού προσώπου ΣΥΝ. ακόλουθος, σωματοφύλακας, υπασπιστής 4. (μτφ.) πρόσωπο ή κράτος που εξαρτάται πολιτικώς από άλλο ισχυρότερο…» (ΛΝΕΓ). Γιατί επιλέξαμε στα ελληνικά μια λέξη που αρχικά σήμαινε τον οπλισμένο με δόρυ στρατιώτη για να αποδώσουμε το γαλλικό και αγγλικό «satellite», δηλαδή το ουράνιο σώμα ή τη συσκευή που ακολουθεί σε σταθερή απόσταση την κίνηση πλανήτη και μεταφορικά το πρόσωπο ή το κράτος που εξαρτάται από ισχυρότερο του οποίου ακολουθεί τις επιλογές; Ποιός μπορεί να ήταν ο σωματοφύλακας που ακολουθούσε σε σταθερή απόσταση τον άρχοντά του; Την απάντηση μας τη δίνουν οι παραδόσεις της αυλής των Αχαιμενιδών. Ο Μεγάλος Βασιλεύς δεν φέρει όπλα (τουλάχιστον όσο βρίσκεται στα ανάκτορα ή συμμετέχει σε τελετές), εκτός ίσως από το κοντό ξίφος του, τον ακινάκη. Τα όπλα του τα φέρουν οι πλέον έμπιστοι φίλοι του βασιλέως, ευγενείς που επιλέγονται μεταξύ των «αρίστων των Περσών» και οι οποίοι ακολουθούν τον ηγεμόνα σε σταθερή απόσταση. Σημαντικότερος από αυτούς είναι ο «δορυφόρος», ο οποίος φυσικά βρίσκεται πιο κοντά από κάθε άλλον στον βασιλιά του. Ξέρουμε για παράδειγμα ότι ο Δαρείος Α΄, πριν γίνει βασιλιάς, υπήρξε στην αρχή της σταδιοδρομίας του «φαρετροφόρος» του Κύρου κι έπειτα «δορυφόρος» του Καμβύση: «ἰδὼν δὲ αὐτὸν Δαρεῖος, δορυφόρος τε ἐὼν Καμβύσεω καὶ λόγου οὐδενός κω μεγάλου, ἐπεθύμησε τῆς χλανίδος καὶ αὐτὴν προσελθὼν ὠνέετο» (Ηρόδοτος, βιβλίο Γ΄, «Θάλεια», 3, 139, 2).

Μια περσική επιλογή που επιβίωσε: οι Πέρσες ονόμαζαν όλους τους Έλληνες αδιακρίτως «Yauna», δηλαδή Ίωνες. Η επιλογή τους ήταν καθ’ όλα λογική: οι περισσότεροι Έλληνες υπήκοοι του Μεγάλου Βασιλέως ήταν Ίωνες. Κι άλλωστε οι Ίωνες ήταν, μεταξύ των Ελλήνων, αυτοί που προκαλούσαν τις χειρότερες σκοτούρες στους Αχαιμενίδες (από την άποψη αυτή οι Αιολείς και οι Δωριείς της Καρίας υπήρξαν κατά κανόνα πιστοί υπήκοοι της αυτοκρατορίας). Η περσική ονομασία των Ελλήνων διαδόθηκε  σε όλους τους λαούς που υπήρξαν υποτελείς των Περσών ή είχαν επαφές μ’ αυτούς, αλλά και αργότερα σε πολλούς λαούς που επηρεάστηκαν από τον περσικό πολιτισμό: έτσι από το σανσκριτικό «Yavana» και τις λέξεις στα pali ινδικά «Yona» και «Yonaka», φτάσαμε στα γνωστά μας τουρκικά «Yunan/ Yunanlar» (ο όρος «Yunan» χρησιμοποιείται από πολλές σύχρονες ασιατικές γλώσσες, εκτός των τουρκικών και των λοιπών τουρκικών γλωσσών: περσικά, αραβικά, χίντι κ.λπ.). Ειδικά για τους Τούρκους, η εξήγηση για την επιλογή αυτής της ονομασίας των Ελλήνων είναι απλή: πρόκειται καθαρά για περσική επιρροή. Όταν οι Τούρκοι φτάνουν στη Μικρά Ασία και στον χώρο του Αιγαίου, κατά τον 11ο αι., η ονομασία «Ίωνες» έχει παύσει να χρησιμοποιείται ως εθνικός ή φυλετικός προσδιορισμός. Ο όρος έχει υιοθετηθεί προγενέστερα ως δάνειο. Στη μακρά πορεία από την κοιτίδα τους, τη λεγόμενη στέππα του Ορχόν (παραπόταμος του Σελενγκά, στη σημερινή Μογγολία, στις όχθες του οποίου βρέθηκαν οι πρώτες  επιγραφικές μαρτυρίες στην τουρκική γλώσσα), προς τη Μέση Ανατολή και τη Μεσόγειο ήρθαν καταρχάς σε επαφή με τον περσικό πολιτισμό. Η περσική επιρροή καταδεικνύεται και από τον μεγάλο αριθμό περσικών λέξεων που δανείσθηκε η τουρκική.

Η περσική αποτέλεσε για τους Τούρκους την κατεξοχή γλώσσα του πολιτισμού και της μόρφωσης. Και, βέβαια, ήταν για αιώνες η κύρια γλώσσα της οθωμανικής αυλής. Φαντάζομαι ότι κάπως έτσι εξηγείται και η έκφρασή μας «τα μιλάει φαρσί«, όποτε θέλουμε να δείξουμε ότι κάποιος μιλά άπταιστα μια ξένη γλώσσα. Farsi (ή Parsi) είναι η περσική γλώσσα (Fars ή Pars η Περσία). Η σύγχρονη ελληνική έκφραση είναι τουρκικό κατάλοιπο και παραπέμπει στην εποχή που για ένα Τούρκο (τουλάχιστον για τον μορφωμένο και ανώτερης κοινωνικής τάξης Τούρκο) η άριστη γνώση της περσικής ήταν κάτι το αναγκαίο και φυσικό. Βεβαίως, οι περσικές επιρροές στην ελληνική με ενδιάμεσο την τουρκική επίδραση δεν σταματούν στην έκφραση αυτή: η νέα ελληνική δανείστηκε μέσω της τουρκικής κάμποσες λέξεις με περσικό απώτερο έτυμο (για αυτές, όμως, ας μιλήσουν οι γνώστες του αντικειμένου). Έστω και μ’ αυτόν τον τρόπο, οι ελληνοπερσικές ανταλλαγές αποδεικνύονται πιο διαχρονικές απ’ ό,τι νομίζαμε.           

 


Αρέσει σε %d bloggers: