Posts Tagged ‘Διόδωρος Σικελιώτης’

Περί ηθικολογίας και ιστορικού μεγαλείου

Μαΐου 13, 2011

Έφτασε ο καιρός να βγει τούτο το ιστολόγιο από τη χειμερία (ή μάλλον εαρινή) νάρκη στην οποία το καταδίκασαν οι πολλές υποχρώσεις (ευχάριστες ή απλώς κοπιαστικές) του οικοδεσπότη του. Και η εύκολη λύση για κάτι το απολύτως αναγκαίο συνίσταται στην εξέταση ενός θέματος που είναι απλό και πιασάρικο. Θα προτιμήσουμε, κατ’ εξαίρεση και κατ’ ανάγκη, μια χαλαρότερη παρουσίαση, χωρίς τη συνήθη βιβλιογραφική τεκμηρίωση, μια και η ίδια η φύση του θέματος επιτρέπει κάτι τέτοιο: τα γεγονότα είναι πασίγνωστα, αλλά η προσωπικότητα του ήρωα συνεχίζει να προκαλεί (εδώ και πάρα πολλούς αιώνες) αντιφατικές κρίσεις και απίστευτες διαμάχες.

Περιδιαβαίνοντας ιστολόγια εύκολα μπορεί κάποιος να συναντήσει τις απόψεις που εκφράζουν οι άνθρωποι της εποχής μας για τον Αλέξανδρο Γ΄ και να έρθει αντιμέτωπος με τη γνωστή διαμάχη των σύγχρονων Ελλήνων «εθνικοφρόνων» και «διεθνιστών». Για τους μεν, ο Αλέξανδρος είναι σύμβολο του μεγαλείου, της ρώμης και της ισχύος του ελληνισμού, για τους δε όχι κάτι περισσότερο από έναν, συνηθισμένο για τα ιστορικά δεδομένα, σφαγέα λαών. Πολύ πρόσφατα μάλιστα, στο εξαιρετικά δημοφιλές ιστολόγιο αγαπητού φίλου, σχολιαστής διερωτήθηκε μήπως σε κάποιο όχι και τόσο κοντινό μέλλον η Ιστορία θεωρήσει τον Μακεδόνα βασιλέα κάτι ανάλογο του… Οροφέρνη Αριαράθου. Ας αφήσουμε όμως τον συμπαθέστατο ηδονοθήρα (και εφήμερο ηγεμόνα της Καππαδοκίας) στην ησυχία που του έταξε η λήθη της Ιστορίας κι ας δούμε πού μπορεί ακριβώς να βρίσκεται η ιστορική αλήθεια, όσο μπορούμε να την προσεγγίσουμε. Υπεράνθρωπος ηγέτης που αποδεικνύει την υπεροχή του ελληνισμού ή απλώς ένας Τζωρτζ Γ. Μπους με αυτοπρόσωπη παρουσία στα πεδία των μαχών (ή, ακόμη χειρότερα, μεγαλοτρομοκράτης της Αρχαιότητας); Κάπου στη μέση, θα απαντήσετε εύλογα. Για να γίνω κι εγώ με τη σειρά μου προκλητικός θα απαντήσω ότι η ιστορική αλήθεια δεν μπορεί να βρίσκεται σε κανένα σημείο της γραμμής αυτής, στα άκρα της οποίας θρονιάζουν από τη μία παραληρήματα και φαντασιώσεις μεγαλείου που απορρέουν από την ιδεολογία του εθνικού κράτους των Νεότερων Χρόνων κι από την άλλη ιδεολογίες, πιο σύγχρονες ίσως,  που αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερη συμπάθεια λαούς και χώρες του οικονομικά λιγότερο αναπτυγμένου κόσμου! Στην πραγματικότητα αυτές οι δύο όψεις του ιδίου νομίσματος είναι εξίσου ανιστορικές. Κρίνουν ένα μακρινό παρελθόν με βάση τις αντιλήψεις του σήμερα ή έστω του χθες. Προβάλλουν σ’ αυτό τις σύχρονες ιδεολογίες και ενοχές, αγνοώντας το στοιχειώδες: το γεγονός ότι κάθε εποχή έχει τις δικές της ιδέες, αρχές και νοοτροπίες κι ότι είναι άστοχο να κριθεί με γνώμονα άλλες από αυτές. Δεν φταίνε όμως τόσο οι άνθρωποι της εποχής μας για το ότι εμφορούνται από αντιλήψεις που αγνοούν ή παραμορφώνουν τα ιστορικά γεγονότα. Ειδικά στο θέμα του Αλέξανδρου, η ίδια η ιστοριογραφία σπάνια υπήρξε αθώα. Για την ακρίβεια, σχεδόν ποτέ δεν έμεινε απρόσβλητη από τις κυρίαρχες ιδεολογίες της εποχής της. Βέβαια, έχει κι αυτή με τη σειρά της κάμποσα ελαφρυντικά να προβάλλει προς υπεράσπισή της.

Ι. Εγγενείς κι επίκτητες δυσχέρειες για μια αμιγώς ιστορική θεώρηση

Α. Μια προσωπικότητα που εξάπτει τη φαντασία: Καταρχάς, η ίδια η ζωή και η προσωπικότητα του Αλέξανδρου υπήρξαν τέτοιες που ευνόησαν τη δημιουργία θρύλων, την εξιδανίκευση (ή, αναλόγως οπτικής γωνίας, τη δαιμονοποίηση) του ιστορικού προσώπου και πριμοδότησαν ψυχολογικού χαρακτήρα ερμηνείες ή ακόμη και τα καθαρά ανεκδοτολογικά στοιχεία σε βάρος των ιστορικών δεδομένων. Κάποιος που μέσα σε λίγα χρόνια διαλύει μια υπερδύναμη και κατακτά το μεγαλύτερο τμήμα του τότε γνωστού κόσμου παραμένοντας ανίκητος, λατρεύεται σαν θεός και τελικά πεθαίνει νέος είναι λογικό να αφήσει ανεξίτηλα σημάδια στη συλλογική συνείδηση και στο φαντασιακό τόσο των συγχρόνων του, όσο και των κατοπινών γενεών. Πράξεις και γεγονότα μεγεθύνθηκαν ή παραμορφώθηκαν, περιστατικά εφευρέθηκαν, ιστορίες και μύθοι γεννήθηκαν με βάση την εικόνα που είχαν για τον Αλέξανδρο λαοί και εποχές κι όχι σύμφωνα με την όποια ιστορική πραγματικότητα. Οι μεταγενέστεροι ιστορικοί είχαν επομένως ν’ αντιμετωπίσουν πρωτίστως τον μύθο του κατακτητή και την επικρατούσα στην εποχή τους εικόνα του.

Β. Προβληματικές ιστορικές πηγές: Έπειτα, εκτός από νομίσματα κι από κάποια έργα τέχνης (δηλαδή αντικείμενα που εγγενώς αδυνατούν να μας «διηγηθούν» ιστορίες), τίποτε άλλο δεν διασώθηκε από την ίδια την εποχή του Μακεδόνα βασιλέα. Τα απομνημονεύματα που συνέγραψαν διάδοχοι του Αλέξανδρου κι άλλοι, στρατιωτικοί και μη, που μετείχαν στην εκστρατεία, όπως ο Πτολεμαίος ή ο Νέαρχος, χάθηκαν, όπως χάθηκαν και τα βασιλικά αρχεία, υπεύθυνος για τα οποία ήταν ο αρχιγραμματέας του Αλέξανδρου, ο Ευμένης ο Καρδιανός, με το πλούσιο υλικό τους, ανάμεσα στο οποίο κι οι περίφημες Εφημερίδες (πραγματικό ημερολόγιο εκστρατείας), κι όλες οι κυβερνητικές και διοικητικές αποφάσεις. Στην πραγματικότητα, τα αρχαία κείμενα που χρησιμοποίησαν ως πηγές οι νεότεροι ιστορικοί ανήκουν κατ’ ουσίαν σε πέντε συγγραφείς, οι οποίοι τα συνέταξαν στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τρεις και περισσότερους αιώνες μετά τα γεγονότα που εξιστορούν: πρόκειται για τρεις Έλληνες, τον Διόδωρο τον Σικελιώτη (περ. 80-20 π.Χ.), τον Πλούταρχο (46-125) και τον Αρριανό (περ. 95-175), και δύο Λατίνους,  τον Κόιντο Κούρτιο Ρούφο (1ος αι.) και τον Ιουστίνο (3ος ή 4ος αι.). Αφεαυτής η χρονική απόσταση από τα γεγονότα είναι επαρκής λόγος για να θεωρηθούν τα έργα αυτά μειωμένης ιστορικής πιστότητας.  Επιπλέον, το υλικό αυτό είναι άνισης αξίας και αντικειμενικότητας. Ο Διόδωρος και ο Αρριανός είναι ό,τι συγγενέστερο έχουμε προς αυτό που θεωρείται Ιστορία με βάσει τις σύγχρονες αντιλήψεις. Και οι δύο πρέπει να είχαν τη δυνατότητα να συμβουλευθούν άμεσες πηγές (ο δεύτερος μελέτησε κατά πάσα πιθανότητα και αντίγραφα των βασιλικών αρχείων) και να τις εκμεταλλευθούν με ικανοποιητικό τρόπο. Από τους υπόλοιπους, ο Πλούταρχος  δεν γράφει Ιστορία, αλλά ηθικοπλασίες, ο Κόιντος Κούρτιος κατατρύχεται από χίλια δυο συμπλέγματα, ενώ ο Ιουστίνος (που απλά ανθολογεί τον Γαλορωμαίο ιστορικό Πομπήιο Τρώγο) είναι έτσι κι αλλιώς μνημείο προχειρότητας. Εκτός αυτού, η αντικειμενικότητα των συγγραφέων αυτών είναι όλως συζητήσιμη: οι Ελληνόφωνοι δίνουν φυσικά μια επαινετική εικόνα του Αλέξανδρου, οι Λατινόφωνοι επιχειρούν να μειώσουν την αξία του για να εξυψώσουν τους ήρωες της ρωμαϊκής Ιστορίας (ειδικά ο Κόιντος Κούρτιος διακρίνεται επιπροσθέτως κι από ένα σχετικό ρατσισμό προς τους οποιουσδήποτε «βαρβάρους»).

Γ. Η Ιστορία στην υπηρεσία των εκάστοτε κυρίαρχων ιδεολογιών: Έχοντας στη διάθεσή τους ένα υλικό από αρκετές απόψεις προβληματικό, οι ιστορικοί των μεταγενέστερων εποχών δεν επιχείρησαν κάποια υπέρβαση. Η ευρωπαϊκή ιστοριογραφία αντιμετώπισε τον Αλέξανδρο με βασικό γνώμονα τις κυρίαρχες σε κάθε εποχή ιδεολογίες. Με το ζήτημα αυτό έχει ασχοληθεί διεξοδικά ο Πιέρ Μπριάν, ο σπουδαιότερος αχαιμενιδολόγος της εποχής μας, κάτοχος από το 1999 της έδρας της «Ιστορίας και του πολιτισμού του κόσμου των Αχαιμενιδών και της αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου» στο Κολλέζ ντε Φρανς. Τα μαθήματά του τα τελευταία χρόνια έχουν ως κύριο θέμα τον Αλέξανδρο στην ευρωπαϊκή ιστοριογραφία των Νεότερων Χρόνων, ενώ έχει δημοσιεύσει πλήθος σχετικών μελετών και άρθρων.  Για να συνοψίσουμε χοντρικά την κατάσταση: στα χρόνια της Αναγέννησης, η εικόνα του Αλέξανδρου είναι εξαιρετικά θετική. Αυτό οφείλεται όχι μόνο στην αρχαιολατρεία της εποχής, αλλά και στο ότι εμφανίζεται ως θετικό πρότυπο για μια Ευρώπη που εξαπλώνει την κυριαρχία της στην οικουμένη.  Στη συνέχεια τα πράγματα αλλάζουν, με τη συγκρότηση ισχυρών μοναρχιών εθνικού χαρακτήρα. Στη Γαλλία του Λουδοβίκου ΙΔ΄ κρίνεται ότι ο Έλληνας κατακτητής είναι ακατάλληλο πρότυπο προς μίμηση. Τονίζονται επομένως  κάποιες αντιφατικές πτυχές της προσωπικότητάς τους (με υλικό που αλιεύεται κυρίως από τον Κόιντο Κούρτιο και δευτερευόντως από τον Πλούταρχο). Το νέο πρότυπο της επίσημης γαλλικής ιδεολογίας είναι ο Λουδοβίκος  Θ΄, Γάλλος, μονάρχης και άγιος της καθολικής εκκλησίας. Νέα μεταστροφή από τα χρόνια του Διαφωτισμού και, κυρίως, από τον 19ο αι. κι έπειτα. Οι μετοχές του Αλέξανδρου ανεβαίνουν θεαματικά για διάφορους λόγους. Οι απανταχού της γης ρομαντικοί συγκινούνται από την εξωπραγματική προσωπικότητα του βασιλέα, τον οποίο βλέπουν σαν ήρωα και καταραμένο ποιητή ταυτόχρονα. Ερμηνεύουν τη στρατιωτική σταδιοδρομία του σαν σειρά από παρορμητικές κινήσεις που τις υπαγορεύουν ο πόθος και τα οράματα. Για τους Γερμανούς ικανοποιεί αφενός το πάθος τους για την ελληνική αρχαιότητα, αφετέρου ενσαρκώνει το πρότυπο του μεγαλοφυούς στρατιωτικού ηγέτη που μπορεί να εμπνεύσει  την ενωμένη πλέον πατρίδα τους. Όσον αφορά τις μεγάλες αποικιοκρατικές δυνάμεις, Αγγλία και Γαλλία, είναι αδύνατο να βρουν ιδανικότερο μοντέλο από τον Αλέξανδρο: κατακτητής, «εκπολιτιστής των βαρβάρων και πεφωτισμένος δεσπότης τους», ο Μακεδόνας στρατηλάτης καθαγιάζει τη δράση τους με το ιστορικό μεγαλείο του. Προσθέστε οπωσδήποτε και τις αντιλήψεις που επικρατούν στους μορφωμένους κύκλους της Δύσης, βάσει των οποίων ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός συνιστά το απόλυτο σημείο αναφοράς σε όλους τους τομείς, από τη φιλοσοφία και την τέχνη ως τη διπλωματία και την πολιτική γενικότερα.

Η τάση αυτή συνεχίζεται μέχρι τα πρώτα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ως συμβολική κορύφωσή της θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε το έργο του μεγάλου Άγγλου ιστορικού Γουίλλιαμ Γούντθορπ Ταρν (1869-1957), για τον οποίο «ο Αλέξανδρος υπήρξε ο πρωτεργάτης της μεγαλύτερης επανάστασης της παγκόσμιας Ιστορίας… της αδελφοποίησης των λαών και της ενότητας της ανθρωπότητας» («Alexander the Great and the Unity of Mankind» Humphrey Milford, Λονδίνο, 1933/»Alexander the Great» τ. II, «Sources and Studies«, Cambridge University Press, Καίμπριτζ, 1948 και επανέκδ. 2002). Τις τελευταίες δεκαετίες, όμως, η μεταστροφή είναι ριζική: οι ενοχές της Δύσης για το αποικιοκρατικό παρελθόν της, η συμπάθεια για τους καταπιεσμένους και πάντα υπό εκμετάλλευση λαούς του Τρίτου Κόσμου, το πνεύμα διεθνισμού, η τάση απομάκρυνσης από την ιστορία των μεγάλων – και δη στρατιωτικών – ηγετών, ακόμη κι η γοητεία της ανακάλυψης «εξωτικών πολιτισμών» οδηγούν στην υποτίμηση της σημασίας της αρχαιοελληνικής αρχαιότητας και ειδικά της προσωπικότητας του Αλέξανδρου Γ΄. Ειδικά στον αγγλοσαξονικό επιστημονικό κόσμο η εικόνα του Αλέξανδρου αποτελεί αντικείμενο σκληρής κριτικής και είναι εν γένει αρνητική. Βίαιος κατακτητής και στυγνός αποικιοκράτης. Για παράδειγμα, η Αγγλίδα ιστορικός Μαρία Μπρόσιους ξεπερνά μάλλον τα όρια της ανεκτής για επιστήμονα υπερβολής, χαρακτηρίζοντας ευθέως τον Αλέξανδρο ως «σφαγέα«, «χούλιγκαν» και «τρομοκράτη«! Τίποτε λιγότερο.

Πόσο επιστημονικές είναι οι απόψεις αυτού του είδους; Ελάχιστα έως καθόλου, θα απαντούσαμε. Δεν παύουν όμως να εκφράζουν μια τάση που είναι μάλλον κυρίαρχη στην εποχή μας. Υπάρχουν όμως (ευτυχώς) και άλλοι ιστορικοί, που εξετάζουν κριτικά τις πηγές, προσπαθούν να απαλλαγούν από τα στερεότυπα του παρελθόντος, αλλά και του παρόντος, και πασχίζουν να εξετάσουν το θέμα με τη μεγαλύτερη δυνατή αντικειμενικότητα κι επιστημονική ευσυνειδησία.

ΙΙ. Ερωτήματα κι αφορισμοί (;)

Α. Ιππότης με ευγενείς ιδέες και αισθήματα ή στυγνός σφαγέας; Ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Και οι δύο χαρακτηρισμοί αποτελούν μάλλον αναχρονιστικές προβολές αντιλήψεων των νεότερων χρόνων στον 4ο αι. π.Χ. Στην πραγματικότητα το σύνολο σχεδόν των ενεργειών του Αλέξανδρου υπαγορεύεται από πολιτικές σκοπιμότητες. Εάν δεν υπάρχει λόγος, δεν καταφεύγει στη βία και μπορεί να φανεί απαράμιλλα ευγενής, όπως φαίνεται από τον τρόπο με τον οποίο φέρθηκε στις αιχμάλωτες συγγενείς του Δαρείου. Εάν η φιλική αντιμετώπιση είναι ο καλύτερος τρόπος για την επίτευξη του πολιτικού στόχου, τότε προτιμάται: ο βασιλιάς εμφανίζεται ως ελευθερωτής των ελληνικών πόλεων της Ασίας από τον περσικό ζυγό και αρχηγός του πανελλήνιου αγώνα, καθόσον αυτές δέχονται την κυριαρχία του και ενισχύουν οικονομικά την εκστρατεία του. Όσοι ευγενείς του εχθρού δέχονται τη νέα εξουσία ανταμείβονται με προνόμια. Αντιστρόφως, η βία χρησιμοποιείται όποτε κρίνεται αναγκαία. Η Τύρος ισοπεδώνεται γιατί πρόβαλε σκληρή αντίσταση, προκαλώντας μεγάλες απώλειες σε έμψυχο δυναμικό και σοβαρές οικονομικές ζημίες. Ο σκληρός ανταρτοπόλεμος των Ιρανών της Βακτριανής και της Σογδιανής, οδηγεί τον Αλέξανδρο σε ακόμη πιο σκληρές απαντήσεις: πόλεις και χωριά ισοπεδώνονται και άμαχοι εκτελούνται μαζικά σε αντίποινα, προκειμένου να καμφθεί η αντίσταση. Όλα αυτά δεν αποτελούν κάτι το καινούριο, ούτε βέβαια εφαρμόστηκαν για τελευταία φορά από τον Τημενίδη ηγεμόνα (για να υποστηρίξει κανείς κάτι τέτοιο θα πρέπει να αγνοεί παντελώς την Ιστορία του 20ού αι.). Και ,σε κάθε περίπτωση, ο Αλέξανδρος πρέπει να κριθεί με γνώμονα τις πρακτικές και τις αντιλήψεις της εποχής του. Από την άποψη αυτή δεν φαίνεται να είναι ούτε ηπιώτερος, ούτε και βιαιότερος από τον μέσο όρο. Ακόμη και με βάση τα στάνταρ των Αχαιμενιδών στον τομέα αυτό ο Αλέξανδρος ενεργεί λίγο-πολύ με τον αναμενόμενο, συνηθισμένο τρόπο.

Β. Παρορμητικός και παράτολμος ήρωας που βαδίζει στο άγνωστο ή ψυχρός ορθολογιστής; Πολύ περισσότερο το δεύτερο. Ναι, ο Μακεδόνας βασιλιάς είναι παράτολμος και ριψοκίνδυνος, πλην όμως «όλα τα ρίσκα που παίρνει είναι υπολογισμένα» (Μπριάν). Διαλύει τον στόλο του π.χ. γιατί εκτιμά ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τον φοινικικό στόλο που προσφέρει τις υπηρεσίες του στον Αχαιμενίδη και γιατί πιστεύει βάσιμα ότι μπορεί να κερδίσει τον πόλεμο στην ξηρά, κατακτώντας μάλιστα και τη Φοινίκη, οπότε ο εχθρικός στόλος θα γίνει αυτομάτως δικός του. Ο Αλέξανδρος δεν προχωρά αναλόγως των περιστάσεων, έχει εξαρχής σχέδιο για το τι θέλει να πετύχει και σαφή εικόνα όσον αφορά τον τελικό σκοπό της εκστρατείας, που δεν είναι άλλος από την κατάκτηση της περσικής αυτοκρατορίας περιλαμβανομένων όλων των εδαφών που είχε κάποτε στην κατοχή της. Ουσιαστικά πρόκειται για ανασύσταση της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών στη μέγιστη δυνατή εξάπλωσή της, όταν εξουσίαζε και τις τρεις σατραπείες του Ινδού. Ο Αλέξανδρος δεν εισβάλλει στην Ινδία με οδηγούς τον Διόνυσο και τον Ηρακλή. Έχει συλλέξει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες κι έχει λάβει γνώση όλων των στοιχείων που διέθετε η γραμματεία των περσικών ανακτόρων. Η εξονυχιστική προετοιμασία και η μελέτη της γεωγραφίας, της πανίδας και των πληθυσμών των περιοχών, η παρουσία στο στράτευμα μηχανικών και τοπογράφων, δεν αποτελούν τόσο απόδειξη της φιλομάθειας και του πνεύματος του Μακεδόνα, όσο της μεθοδικότητας με την οποία σχεδιάζει τις κατακτήσεις του και τη μετέπειτα διοίκησή τους.

Γ. Μεγαλοφυής στρατιωτικός ή απλώς τυχεράκιας; Μάλλον εύκολο. Στάνταρ άσσος… Κανονικά, τα γεγονότα θα έπρεπε να μιλούν από μόνα τους. Κι όμως, η στρατηγική ικανότητα του Αλέξανδρου αμφισβητήθηκε ποικιλοτρόπως. Ίσως γιατί, για πολλούς λόγους, ο καθένας επιδίωκε να αναδείξει ως ικανότερο στρατηγό την αγαπημένη του προσωπικότητα της στρατιωτικής Ιστορίας. Οπότε ειπώθηκαν πολλά: δεν έδωσε παρά τέσσερις μάχες και η τύχη ήταν πάντα με το μέρος του. Αντιμετώπισε μια αυτοκρατορία υπό κατάρρευση, τα στρατεύματα της οποίας ήταν εντελώς αναξιόπιστα. Ωστόσο: βασιζόμενος σε βελτιώσεις της οπλιτικής φάλαγγας που εν πολλοίς οφείλονταν στον Επαμεινώνδα και στον Φίλιππο, κατορθώνει να εκμεταλλευτεί και να εξελίξει τη φάλαγγα καθιστώντας την «απόλυτο όπλο» της εποχής. Επιτυγχάνει πλήρως τους στόχους του, σε επίπεδο στρατηγικής (κατάκτηση του συνόλου της περσικής αυτοκρατορίας) και τακτικής (το αήττητο στις μάχες που λέγαμε προηγουμένως). Προσαρμόζει την τακτική του σε αντίξοες και απροσδόκητες γι’ αυτόν συνθήκες πολέμου (ανταρτοπόλεμος στις Άνω Σατραπείες). Και φυσικά δεν αντιμετωπίζει τιποτένιους, αλλά τον στρατό της μεγαλύτερης αυτοκρατορίας. Ο Μπριάν κατέδειξε ότι η περσική αυτοκρατορία του 4ου αι. π.Χ. δεν βρίσκεται σε καμία περίπτωση σε φάση ταχείας και αμετάκλητης παρακμής (όπως άλλωστε συνάγεται και από την ανάκτηση της Αιγύπτου από τον Αρταξέρξη Γ΄). Τα στρατεύματα του Δαρείου δεν είναι απλώς χάρτινες τίγρεις, ούτε ο ίδιος ανόητος στρατηγός. Εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται ότι υπήρχαν αδυναμίες και σημειώθηκαν αστοχίες, ότι ο περσικός στρατός ήταν χειρότερα εκπαιδευμένος από τον μακεδονικό και πολύ λιγότερο ομοιογενής κ.λπ. Όλα αυτά όμως δεν αρκούν για να μειώσουν την αξία του Αλέξανδρου.

Δ. Οραματιστής της φιλίας μεταξύ των λαών ή ρεαλιστής; Προφανώς το δεύτερο, παραδοχή που δεν αποκλείει καθόλου τη διορατικότητα, την οξυδέρκεια και την τόλμη του Αλέξανδρου να έρθει σε ρήξη με βαθιά εδραιωμένες αντιλήψεις στο μακεδονικό και εν γένει στο ελληνικό περιβάλλον του. Ας δούμε τα ιστορικά δεδομένα.

Το καλοκαίρι του 334 π.Χ., ο Αλέξανδρος καταλαμβάνει τις Σάρδεις. Ο Πέρσης φρούραρχος Μιθρένης αναγνωρίζει την εξουσία του και του παραδίδει τα κλειδιά του φρουρίου της ακρόπολης και του θησαυροφυλακίου. Σε αντάλλαγμα, ο Μακεδόνας βασιλιάς δέχεται στην ακολουθία του τον Πέρση ευγενή. Πρόκειται για την πρώτη πράξη συνεργασίας της περσικής ελίτ με τον κατακτητή. Τρία χρόνια μετά (Οκτώβριος 331), ύστερα από τη νίκη του Αλέξανδρου στα Γαυγάμηλα, οι ανώτατοι Πέρσες αξιωματούχοι της Βαβυλώνας υποδέχονται τον Αλέξανδρο στην πόλη ως νέο κυρίαρχό τους. Ο ένας από αυτούς, ο Μαζαίος, θα διοριστεί λίγο αργότερα σατράπης της Βαβυλωνίας. Από το σημείο αυτό κι έπειτα οι διορισμοί Ιρανών σε ανώτατες διοικητικές θέσεις της αυτοκρατορίας του Αλέξανδρου πολλαπλασιάζονται: αρκετοί παραμένουν στο σατραπικό αξίωμα που κατείχαν επί Δαρείου Γ΄ (π.χ. ο Σατιβαρζάνης στην Αρία), άλλοι καλούνται λίγο μετά τη μακεδονική κατάκτηση να αναλάβουν εκ νέου τις σατραπείες που διοικούσαν (όπως ο Ατροπάτης, σατράπης της Μηδίας).  Ας προσθέσουμε τον προσεταιρισμό τοπικών ελίτ, όπως του αιγυπτιακού και του βαβυλωνιακού ιερατείου, την προσπάθεια του Μακεδόνα να εμφανιστεί ως συνεχιστής των Αχαιμενιδών, επιλογή που του υποδεικνύει να ακολουθήσει την εθιμοτυπία της περσικής αυλής, τον γάμο του το 327 με τη Ρωξάνη, κόρη του Ιρανού ευγενούς Οξυάρτη, την απόφασή του να οργανώσει σώματα στρατού αποτελούμενα από Ιρανούς και να εκπαιδεύσει χιλιάδες Πέρσες νέους με τον ελληνικό τρόπο, καθώς και, φυσικότατα, τους περίφημους γάμους στα Σούσα (Φεβρουάριος 324), όταν ο ίδιος ο Αλέξανδρος νυμφεύεται δύο Περσίδες πριγκίπισσες, την κόρη του Δαρείου Γ΄ Στάτειρα και την Παρυσάτιδα, κόρη του Αρταξέρξη Γ΄-Ώχου, ενώ όλοι σχεδόν οι Μακεδόνες ευγενείς νυμφεύονται ταυτόχρονα Ιρανές αριστοκράτισσες.

Ωραία όλα αυτά, αλλά δεν αρκούν για τις αγάπες, τις χαρές και τα λουλούδια που αρκετοί διέκριναν. Το βασικό κίνητρο δεν είναι φυσικά κάποια ιδεολογία συναδέλφωσης των λαών (εντελώς άγνωστη κατά την Αρχαιότητα… και όχι μόνο) αλλά ο πολιτικός ρεαλισμός: η αυτοκρατορία δεν μπορεί να διοικηθεί επιτυχώς αποκλειστικά από τους Μακεδόνες και τους υπόλοιπους Έλληνες (οι οποίοι άλλωστε είναι λίγοι σε αριθμό), ούτε χωρίς τη συνεργασία της ελίτ του προηγούμενου καθεστώτος. Στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με τη συμμετοχή στην άσκηση της εξουσίας μίας και μόνον ελίτ, της ιρανικής κι αυτό εντός συγκεκριμένων ορίων (οι Ιρανοί σατράπες εποπτεύονται σχεδόν πάντα από Μακεδόνα  στρατιωτικό διοικητή και γενικά η θέση της περσικής αριστοκρατίας δεν είναι ακριβώς ίδια μ’ αυτή των Μακεδόνων ευγενών). Φυσικά, ακόμη κι έτσι δεν μπορεί παρά να αναγνωρισθεί η διορατικότητα του Αλέξανδρου, πρόκειται όμως για διορατικότητα πολιτικής φύσης και όχι εκπορευόμενη από ιδεολογικές ή ηθικές αρχές (ή… συναισθηματική)! Επιπλέον, η πολιτική της συνεργασίας Μακεδόνων και Περσών αποτελεί αναμφίβολα τολμηρή (όσο και αναγκαία) απόφαση, μια κι έφερε τον Αλέξανδρο σε σύγκρουση με το περιβάλλον του και τις αντιλήψεις που κυριαρχούσαν στον ελληνικό κόσμο. Αρκεί να θυμηθούμε τις προτροπές του Αριστοτέλη προς τον κάποτε μαθητή του (να μεταχειριστεί τους βαρβάρους σαν να είναι ζώα ή φυτά). Από την άλλη, η θεωρία και οι ιδεολογικές διακηρύξεις που εμείς γνωρίζουμε δεν είναι και τόσο βέβαιο ότι απηχούσαν τις πρακτικές των Ελλήνων στις σχέσεις τους με τους Πέρσες. Οπότε, η ελληνοπερσική συνεργασία στο πλαίσιο της αυτοκρατορίας του Αλέξανδρου μπορεί τελικά να μην ήταν και τόσο πρωτότυπη όσο μας φαίνεται σήμερα.

ΙΙΙ. Αποτίμηση

Α. Ας δώσουμε πρώτα τον λόγο στον Πιέρ Μπριάν:

«Ήδη από την Αρχαιότητα, συναντούμε διαρκώς την ίδια εξαιρετικά σχηματική αντίθεση μεταξύ δύο θεωρήσεων του Αλεξάνδρου. Αφενός, υπάρχει η ηθικολογική θεώρηση, η οποία επανεμφανίζεται κατά τον 18ο αι. και η οποία καταδικάζει τον Αλέξανδρο λόγω της υπέρμετρης φιλοδοξίας του, της ροπής του προς τη μέθη, τη βιαιότητά του. Αφετέρου, παρατηρείται μια θετική αξιολόγηση, βάσει της οποίας θαυμάζεται η ικανότητά του να οργανώσει μια τόσο αχανή αυτοκρατορία και να αντιληφθεί αμέσως ότι η συνεννόηση με τους Ιρανούς ήταν αναγκαία. Μεταξύ των πρώτων που εξέφρασαν αυτή τη θέση ήταν ο Μοντεσκιέ με τη περίφημη φράση του από το «Πνεύμα των Νόμων«: «Οι Ρωμαίοι κατέκτησαν για να καταστρέψουν τα πάντα. Ο Αλέξανδρος θέλησε να κατακτήσει για να διατηρήσει τα πάντα«.

Σήμερα κυριαρχεί σαφώς μια αρνητική εικόνα του Αλέξανδρου. Αυτό οφείλεται κυρίως στην επιρροή της, κυρίαρχης σήμερα, αγγλοσαξονικής ιστοριογραφίας η οποία αναμειγνύει την ηθικοπλαστική με την μεταποικιοκρατική εκδοχή της Ιστορίας. Ο Αλέξανδρος κρίνεται με γνώμονα την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία...

Ταυτόχρονα, η περσική αυτοκρατορία εξιδανικεύεται μερικές φορές σαν κόσμος ειρήνης και ομόνοιας. Εντούτοις, ο κόσμος της περσικής αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών δεν ήταν υπόδειγμα αρμονικής συμβίωσης, μολονότι οι Πέρσες προσπάθησαν να καταστήσουν την πολιτική ενότητα συμβατή με την πολιτισμική διαφοροποίηση. Αυτοί που εμφανίζουν τον Αλέξανδρο απλώς σαν βίαιο κατακτητή και καταστροφέα περισσότερο εκφράζουν τις πεποιθήσεις και τις αρχές τους παρά αναλύουν τον ελληνιστικό κόσμο.

Αποτελεί επείγουσα ανάγκη να εγκαταλείψουμε την όποια ηθικολογία και να αφοσιωθούμε στην υπομονετική μελέτη των διαθέσιμων πηγών, διευρύνοντας τις προοπτικές και πολλαπλασιάζοντας τις οπτικές γωνίες»(συνέντευξη στο περιοδικό Les Cahiers de Science & Vie, τεύχος 122, Απρίλιος-Μάιος 2011, σελ. 20-23, ειδ. σελ. 23).

Β. Και πάμε στο κρίσιμο (λέμε τώρα) ερώτημα: δικαιούται ο Αλέξανδρος Γ΄ τον τίτλο του Μεγάλου; Ας επισημάνουμε ευθύς εξαρχής ότι τέτοιοι τίτλοι είναι εν πολλοίς ιστορικές συμβάσεις, μεταφέρουν κάτι που αποδόθηκε για τους α΄ ή β΄ λόγους κατά το παρελθόν, χωρίς να τίθενται σε εκ νέου αξιολογική κρίση ανά εποχή. Άλλωστε, αρκετές ιστορικές προσωπικότητες, πιθανότατα μικρότερης εμβέλειας από αυτήν του Μακεδόνα ηγεμόνα, εξακολουθούν να αποκαλούνται με τον ίδιο τίτλο χωρίς να προκαλούνται αντιδράσεις αντίστοιχες μ’ αυτές της περίπτωσής μας (κανείς δεν εξανίσταται επειδή ο Αντίοχος Γ΄ ή ο Πέτρος της Ρωσίας είναι κι αυτός «Μεγάλος»).

Ουσιαστικά πρέπει να υπερβούμε τις ηθικές και ιδεολογικές αντιρρήσεις μας που στηρίζονται αποκλειστικά σε αντιλήψεις της εποχής, για να κρίνουμε βασιζόμενοι στα ιστορικά γεγονότα. Και, είτε το θέλουμε είτε όχι, εκ του αποτελέσματος ο Αλέξανδρος δικαιούται τον τίτλο του: όχι μόνο άλλαξε ριζικά τον γεωπολιτικό χάρτη της εποχής του, αλλά με τις ενέργειές του έθεσε σε κίνηση διεργασίες και διαδικασίες που άλλαξαν ριζικά τη μορφή της οικουμένης. Οι αντιλήψεις για το κράτος, την άσκηση της εξουσίας, τις διοικητικές δομές μεταβλήθηκαν. Η ελληνιστική μοναρχία (που πράγματι χρωστά πολλά στους Αχαιμενίδες) έγινε το πρότυπο διακυβέρνησης για αιώνες, από πολλές απόψεις ήταν το αίτιο που οδήγησε στη διαμόρφωση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ο ελληνισμός, με τα πρότυπά του πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης, τις ιδέες και τον τρόπο ζωής του, εξαπλώθηκε μέχρι τις παρυφές της ινδικής χερσονήσου. Η επαφή του με τους πολιτισμούς των λαών της Ασίας οδήγησε σε μεταλλάξεις, προσαρμογές, φαινόμενα εκτεταμένης πολιτισμικής διάδρασης. Περισσότερο ή λιγότερο, ο Αλέξανδρος υπήρξε μία από τις γενεσιουργούς αιτίες κι ένας από τους καταλύτες των αλλαγών που σημάδεψαν τους επόμενους αιώνες. Χωρίς αυτόν η ελληνική γλώσσα κι ο ελληνικός τρόπος ζωής δεν θα κυριαρχούσαν στην ευρύτερη Ανατολή, από τα Βαλκάνια έως τουλάχιστον τη Μεσοποταμία, για οχτώ αιώνες, δεν θα είχαμε Αλεξάνδρεια και Αντιόχεια, νεοπλατωνισμό, θρησκευτικό συγκρητισμό, χριστιανισμό όπως τον γνωρίζουμε, ούτε και τις εκπληκτικές αμοιβαίες προσαρμογές που απαίτησε η συνύπαρξη ελληνικού, ιρανικού και ινδικού στοιχείου στην Κεντρική Ασία και τη Βόρεια Ινδία.

Από κει και πέρα, ο καθένας είναι ελεύθερος να έχει την προσωπική άποψή του: να θεωρεί τον Αλέξανδρο ήρωα ή καταραμένο ποιητή και να τον περιγράφει με στίχους του Ρεμπώ (μη γελάτε, το έκαναν σοβαρότατοι ιστορικοί του περασμένου και του προπερασμένου αιώνα), ή, αντίθετα, να τον αντιπαθεί βαθύτατα ως βίαιο κατακτητή. Αρκεί να έχει συνείδηση ότι αυτά αφορούν περισσότερο ηθικές αρχές και ιδεολογίες του σήμερα  (ή έστω  επισφαλείς κι αβέβαιες ψυχολογικές ερμηνείες) κι όχι την ιστορική προσωπικότητα Αλέξανδρος.

[και, μέρες πονηρές που είναι, ίσως πρέπει να υπομνησθεί ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο θλιβερό από το να χρησιμοποιείται μια μορφή της Ιστορίας ως πρόφαση για πράξεις μίσους και ανοησίας. Με αντιλαμβάνεστε, υποθέτω.] 

Advertisements

Ο τύραννος – μέρος Δ΄: η ιταλική αυτοκρατορία

Ιουλίου 20, 2010

   

Έχοντας ελέγξει τον καρχηδονιακό επεκτατισμό κι έχοντας θέσει υπό την κυριαρχία του το σύνολο των πόλεων των Σικελιωτών, ο Διονύσιος στρέφει το βλέμμα του πέρα από τα στενά της Μεσσήνης. Ο αρχικός στόχος είναι φυσικά το Ρήγιο, η πόλη που στάθηκε πάντα σύμμαχος στο πλευρό της παραδοσιακής αντιπάλου των Συρακουσών, της Μεσσήνης, η πόλη που αρνήθηκε με τρόπο ατιμωτικό το αίτημα επιγαμίας που είχε υποβάλει ο τύραννος των Συρακουσίων. Αλλά οι βλέψεις του Διονυσίου δεν μπορούν να περιοριστούν στον έλεγχο των στενών. Θεωρώντας τον εαυτό του πανελλήνιο ηγεμόνα, θα επιχειρήσει να υποτάξει όλους τους Ιταλιώτες. Παράλληλα, θα κινηθεί μεθοδικά για να απλώσει την κυριαρχία του σ’ όλη την Αδριατική, ιδρύοντας πολυάριθμες αποικίες τόσο στις ιταλικές όσο και στις βαλκανικές ακτές της. Τέλος, στον χώρο της μητροπολιτικής Ελλάδας, ο τύραννος θα αρκεσθεί στην υποστήριξη των συμμάχων του Λακεδαιμονίων, όχι πάντως δίχως να διερευνήσει τις προοπτικές επέκτασης της δύναμής του προς το Αιγαίο.     

Ι.   Ο Διονύσιος κατά των Ιταλιωτών     

Η Μεγάλη Ελλάδα πριν την εκστρατεία του Διονυσίου: Εάν το τέλος του 6ου αι. π.Χ. υπήρξε για τις πλούσιες πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας εποχή σκληρών πολέμων μεταξύ τους (με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την καταστροφή της Σύβαρης από τον Κρότωνα το 510), το μεγαλύτερο μέρος του 5ου αι. σκιάζεται από διαρκείς εσωτερικές έριδες οι οποίες σπαράσσουν τις περισσότερες πόλεις των Ιταλιωτών. Τα ολιγαρχικά καθεστώτα που είχαν εγκαθιδρύσει σε διάφορες πόλεις οι Πυθαγόρειοι ανατράπηκαν με αιματηρό τρόπο, χωρίς αυτή η αλλαγή να θέσει τέλος στις κοινωνικές ταραχές. Στην προσπάθειά τους για επιστροφή στην κοινωνική ειρήνη, οι Ιταλιώτες των πόλεων που ήταν αποικίες των Αχαιών στράφηκαν προς τη μητρόπολη ζητώντας τη μεσολάβησή της. Αποτέλεσμα αυτής της κίνησης είναι η οργάνωση των αχαϊκών αποικιών της Μεγάλης Ελλάδας σε μια συμπολιτεία, κατά το πρότυπο της μητροπολιτικής, η οποία είχε ως συμβολικό κέντρο το ιερό του Ομαρίου Διός που βρισκόταν στην επικράτεια του Κρότωνα.   

«καθ´ οὓς γὰρ καιροὺς ἐν τοῖς κατὰ τὴν Ἰταλίαν τόποις κατὰ τὴν Μεγάλην Ἑλλάδα τότε προσαγορευομένην ἐνεπρήσθη τὰ συνέδρια τῶν Πυθαγορείων, μετὰ ταῦτα γενομένου κινήματος ὁλοσχεροῦς περὶ τὰς πολιτείας, ὅπερ εἰκός, ὡς ἂν τῶν πρώτων ἀνδρῶν ἐξ ἑκάστης πόλεως οὕτω παραλόγως διαφθαρέντων, συνέβη τὰς κατ´ ἐκείνους τοὺς τόπους Ἑλληνικὰς πόλεις ἀναπλησθῆναι φόνου καὶ στάσεως καὶ παντοδαπῆς ταραχῆς. ἐν οἷς καιροῖς ἀπὸ τῶν πλείστων μερῶν τῆς Ἑλλάδος πρεσβευόντων ἐπὶ τὰς διαλύσεις, Ἀχαιοῖς καὶ τῇ τούτων πίστει συνεχρήσαντο πρὸς τὴν τῶν παρόντων κακῶν ἐξαγωγήν. οὐ μόνον δὲ κατὰ τούτους τοὺς καιροὺς ἀπεδέξαντο τὴν αἵρεσιν τῶν Ἀχαιῶν, ἀλλὰ καὶ μετά τινας χρόνους ὁλοσχερῶς ὥρμησαν ἐπὶ τὸ μιμηταὶ γενέσθαι τῆς πολιτείας αὐτῶν. παρακαλέσαντες γὰρ σφᾶς καὶ συμφρονήσαντες Κροτωνιᾶται, Συβαρῖται, Καυλωνιᾶται, πρῶτον μὲν ἀπέδειξαν Διὸς Ὁμαρίου κοινὸν ἱερὸν καὶ τόπον, ἐν ᾧ τάς τε συνόδους καὶ τὰ διαβούλια συνετέλουν, δεύτερον τοὺς ἐθισμοὺς καὶ νόμους ἐκλαβόντες τοὺς τῶν Ἀχαιῶν ἐπεβάλοντο χρῆσθαι καὶ διοικεῖν κατὰ τούτους τὴν πολιτείαν. ὑπὸ δὲ τῆς Διονυσίου Συρακοσίου δυναστείας, ἔτι δὲ τῆς τῶν περιοικούντων βαρβάρων ἐπικρατείας ἐμποδισθέντες οὐχ ἑκουσίως ἀλλὰ κατ´ ἀνάγκην αὐτῶν ἀπέστησαν» (Πολύβιος, Β΄, 39).     

Οι κίνδυνοι για τους Ιταλιώτες δεν είναι μόνο εσωτερικοί, καθόσον υφίστανται την όλο κι αυξανόμενη πίεση των ιθαγενών Ιταλών. Το 421 η Κύμη της Καμπανίας πέφτει στα χέρια των Σαμνιτών, ενώ λίγο αργότερα οι Λευκανοί κατακτούν την Ποσειδωνία. Ο κίνδυνος των βαρβάρων έχει ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση της συμπολιτείας, μια και ζητούν να προσχωρήσουν σ’ αυτήν και μη αχαϊκές πόλεις της Κάτω Ιταλίας, όπως το Ρήγιο, η Ελαία και οι Θούριοι. Όλες οι πόλεις της συμπολιτείας δεσμεύονταν να συνδράμουν στρατιωτικά όποια πόλη της δεχόταν επίθεση από εξωτερικό εχθρό, είτε βάρβαρο είτε ελληνική πόλη που δεν ήταν μέλος της συμμαχίας.     

Η εκστρατεία του Διονυσίου κατά του Ρήγιου: Ο τύραννος έκρινε ότι, για λόγους στρατηγικούς και πολιτικούς, ο αρχικός στόχος της εκστρατείας κατά των Ιταλιωτών έπρεπε να είναι το Ρήγιο. Έτσι, το 390 ξεκίνησε με 120 πλοία, 20.000 πεζούς στρατιώτες και 1.000 ιππείς, δύναμη την οποία αποβίβασε στα εδάφη των Ιταλιωτών συμμάχων του, των Επιζεφύριων Λοκρών. Ωστόσο, οι Ρηγίνοι, τους οποίους ενίσχυσαν στρατιωτικά οι σύμμαχοί τους Κροτωνιάτες, προβάλλουν μεγάλη αντίσταση στους Συρακούσιους και αναγκάζουν τον Διονύσιο να επιστρέψει με το στράτευμά του στη Μεσσήνη κι από κει στις Συρακούσες. Ο τύραννος αντιλαμβάνεται ότι η κατάκτηση της Ιταλίας δεν θα είναι εύκολη υπόθεση. Ξεπερνώντας τους όποιους ενδοιασμούς του, θα απευθυνθεί στους Λευκανούς και, για πρώτη φορά στη σταδιοδρομία του, θα συνάψει συμμαχία με βαρβάρους κατά ελληνικών πόλεων (Διόδωρος, ΙΔ΄, 100-101).     

Το σφάλμα των Θουρίων: Βάσει της συμφωνίας που σύναψαν με τον Διονύσιο, οι Λευκανοί εισβάλλουν άμεσα στην επικράτεια των Θουρίων (άνοιξη 389 π.Χ.). Σε αντίποινα, οι Θούριοι, δίχως να αναμείνουν την έλευση των συμμαχικών στρατευμάτων, αντεπιτίθενται και εισβάλλουν στην επικράτεια που ελέγχουν οι Λευκανοί. Με δύναμη 14.000 πεζών και 1.000 ιππέων βαδίζουν κατά της Λάου, αποικίας που είχαν ιδρύσει οι Συβαρίτες, αλλά πλέον ελεγχόταν από τους Λευκανούς. Οι βάρβαροι θα κατορθώσουν να αποκλείσουν τις δυνάμεις των Θουρίων σε μια στενή πεδιάδα, μόνη διέξοδος από την οποία ήταν ένας βραχώδης λόφος προς τη θάλασσα. Έχοντας αριθμητική υπεροχή (30.000 πεζούς και 4.000 ιππείς), οι Λευκανοί κατέσφαξαν μέρος των ελληνικών δυνάμεων, ενώ όσοι από τους οπλίτες των Θουρίων ξέφυγαν προσωρινά αναζήτησαν σωτηρία στο ύψωμα. Περικυκλωμένοι από τον εχθρό, οι Θούριοι βλέπουν πλοία να πλησιάζουν την ακτή. Νομίζοντας ότι πρόκειται για τον συμμαχικό στόλο, πολλοί από αυτούς τρέχουν προς τη θάλασσα και πέφτουν στο νερό για να ανακαλύψουν ότι στην πραγματικότητα αυτός που φτάνει είναι ο στόλος των Συρακουσίων με ναύαρχο τον Λεπτίνη, τον αδελφό του Διονυσίου. Επιδεικνύοντας πνεύμα φιλελληνισμού, ο Λεπτίνης όχι μόνο διασώζει τους στρατιώτες των Θουρίων, αλλά και πληρώνει ένα πολύ μεγάλο ποσό στους Λευκανούς ως λύτρα προκειμένου να εξαγοράσει την ελευθερία των αιχμαλώτων Ελλήνων. Ο τύραννος δεν θα εκτιμήσει καθόλου την ευγενή ενέργεια του αδελφού του, τον οποίο θα καθαιρέσει από το αξίωμα του ναυάρχου (αντικαθιστώντας τον με τον νεότερο αδελφό τους, τον Θεαρίδη).     

«τῶν δ´ Ἑλλήνων ἀνελπίστως τηλικούτῳ περιεχομένων κινδύνῳ, κατέβαινον εἰς τὸ πεδίον οἱ βάρβαροι. γενομένης δὲ παρατάξεως, καὶ τῶν Ἰταλιωτῶν καταπολεμηθέντων ὑπὸ τοῦ πλήθους τῶν Λευκανῶν, ἔπεσον μὲν πλείους τῶν μυρίων· παρήγγελλον γὰρ οἱ Λευκανοὶ μηθένα ζωγρεῖν· τῶν δὲ λοιπῶν οἱ μὲν ἐπί τινα πρὸς τῇ θαλάσσῃ λόφον ἔφυγον, οἱ δὲ θεωροῦντες ναῦς μακρὰς προσπλεούσας καὶ νομίζοντες τὰς τῶν Ῥηγίνων εἶναι, συνέφυγον εἰς τὴν θάλασσαν καὶ διενήχοντο ἐπὶ τὰς τριήρεις. ἦν δὲ ὁ στόλος ὁ προσπλέων Διονυσίου τοῦ τυράννου, καὶ ναύαρχος ὑπῆρχεν αὐτῷ Λεπτίνης ὁ ἀδελφός, ἀπεσταλμένος τοῖς Λευκανοῖς ἐπὶ βοήθειαν. ὁ μὲν οὖν Λεπτίνης δεξάμενος φιλανθρώπως τοὺς νηχομένους ὡς ἐπὶ τὴν γῆν ἀπεβίβασε καὶ ἔπεισε τοὺς Λευκανοὺς ὑπὲρ ἑκάστου τῶν αἰχμαλώτων λαβεῖν ἀργυρίου μνᾶν· οὗτοι δ´ ἦσαν τὸν ἀριθμὸν ὑπὲρ τοὺς χιλίους. γενόμενος δὲ τῶν χρημάτων ἐγγυητὴς καὶ διαλλάξας τοὺς Ἰταλιώτας τοῖς Λευκανοῖς ἔπεισεν εἰρήνην ποιήσασθαι, καὶ μεγάλης ἀποδοχῆς ἔτυχε παρὰ τοῖς Ἰταλιώταις, συμφερόντως αὑτῷ, οὐ λυσιτελῶς δὲ Διονυσίῳ συντεθεικὼς τὸν πόλεμον. ἤλπιζε γὰρ ὁ Διονύσιος τῶν Ἰταλιωτῶν πολεμούντων πρὸς Λευκανοὺς ἐπελθὼν ῥᾳδίως ἂν κρατῆσαι τῶν κατ´ Ἰταλίαν πραγμάτων, ἀπολελυμένων δὲ τηλικούτου πολέμου δυσχερῶς ἂν περιγενέσθαι. διόπερ τοῦτον μὲν ἀπήλλαξε τῆς ναυαρχίας, Θεαρίδην δὲ τὸν ἕτερον ἀδελφὸν ἡγεμόνα τοῦ στόλου κατέστησεν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 102).      

Η μάχη του Ελέπορου: Αφού σταθεροποίησε τις θέσεις του στα εδάφη που μόλις είχε καταλάβει, ο Διονύσιος βάδισε βόρεια της επικράτειας των Λοκρών και άρχισε να πολιορκεί την Καυλωνία. Οι Κροτωνιάτες ανέλαβαν να συναθροίσουν τις δυνάμεις της συμμαχίας των Ιταλιωτών προκειμένου να αποκρούσουν τον εισβολέα. Συγκεντρώθηκαν 25.000 πεζοί και 2.000 ιππείς, ενώ η αρχιστρατηγία δόθηκε σ’ έναν Συρακούσιο εξόριστο, τον Έλωρι, τον άνθρωπο που κάποτε είχε υιοθετήσει τον Διονύσιο έτσι ώστε ο δεύτερος να ανακτήσει τα πολιτικά δικαιώματά του. Οι δυνάμεις των Ιταλιωτών στρατοπέδευσαν κοντά στις όχθες του Ελέπορου (388). Ο Διονύσιος κινήθηκε αιφνιδιαστικά και συνέτριψε τους συμμάχους. Όσοι σώθηκαν από τη σφαγή κατέφυγαν σε ένα λόφο, χωρίς τρόφιμα, χωρίς καθόλου νερό και κάτω από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού. Η παράδοση των Ιταλιωτών ήταν πραγματικά ζήτημα ωρών. Ενώ όμως οι ηττημένοι περίμεναν να δοκιμάσουν την αγριότητα του νικητή, αυτός επέδειξε τέτοια μεγαλοψυχία που τους άφησε όλους ελεύθερους χωρίς να ζητήσει λύτρα, ενώ αναγνώρισε τυπικά την αυτονομία των πόλεών τους. Η απόφαση του Διονυσίου είχε προφανώς πολιτικά κίνητρα: έχοντας ήδη αποδείξει την ισχύ του με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο, είχε μόνο να κερδίσει από μια τέτοια απόφαση μεγαθυμίας. Πράγματι, το σύνολο σχεδόν των πόλεων των Ιταλιωτών αποδέχεται ευθύς αμέσως την επικυριαρχία του.     

«καὶ πάντων αὐτοῦ ὑποπτευόντων τὸ θηριῶδες, τοὐναντίον ἐφάνη πάντων ἐπιεικέστατος· τούς τε γὰρ αἰχμαλώτους ἀφῆκεν αὐτεξουσίους χωρὶς λύτρων καὶ πρὸς τὰς πλείστας τῶν πόλεων εἰρήνην συνθέμενος ἀφῆκεν αὐτονόμους. ἐπὶ δὲ τούτοις ἐπαίνου τυχὼν ὑπὸ τῶν παθόντων χρυσοῖς στεφάνοις ἐτιμήθη, καὶ σχεδὸνῶν εὖ  τοῦτ´ ἔδοξε πρᾶξαι ἐν τῷ ζῆν κάλλιστον» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 105).     

Μετά τη μάχη του Ελέπορου, η Καυλωνία και το Ιππώνιο δεν έχουν άλλη επιλογή από το να υποταγούν στον Διονύσιο. Ο τύραννος εκτοπίζει τους κατοίκους των δύο πόλεων στις Συρακούσες, παρέχοντάς τους φορολογική ατέλεια για πέντε χρόνια, ενώ τα εδάφη τους τα δίνει στους συμμάχους του, τους Λοκρούς (όπ.π., ΙΔ΄, 106-107).     

Το τέλος του Ρήγιου: Οι Ρηγίνοι έχουν αντιληφθεί ότι πλέον είναι απομωνομένοι και δεν μπορούν να περιμένουν βοήθεια από κανέναν: «οὔτε γὰρ συμμάχους οὔτε δύναμιν ἀξιόμαχον εἶχον» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 106). Για να σώσουν την πόλη τους κάνουν τεράστιες θυσίες: πληρώνουν στον Διονύσιο 300 τάλαντα ως πολεμική αποζημίωση, παραδίδουν τον στόλο τους, καθώς και εκατό πολίτες ως ομήρους. Για τον τύραννο η σύναψη συνθήκης ειρήνης με το μισητό Ρήγιο δεν είναι παρά μέσο για την χωρίς απώλειες εξουδέτέρωση της ναυτικής δύναμης του εχθρού.     

«καὶ γὰρ ἐν τῷ πρότερον ἐνιαυτῷ τὴν εἰρήνην συνέθετο πρὸς αὐτοὺς οὐ τῆς φιλίας ὀρεγόμενος, ἀλλὰ τὴν ναυτικὴν δύναμιν παρελέσθαι βουλόμενος, οὖσαν τριήρων ἑβδομήκοντα· διελάμβανε γὰρ τῆς κατὰ θάλατταν βοηθείας ἀποκλεισθείσης ῥᾳδίως ἐκπολιορκήσειν τὴν πόλιν. διόπερ κατὰ τὴν Ἰταλίαν ἐνδιατρίβων ἐζήτει πρόφασιν εὔλογον, δι´ ἧς οὐ παρὰ τὴν ἀξίαν τὴν ἰδίαν δόξει λελυκέναι τὰς συνθήκας. ἀγαγὼν οὖν πρὸς τὸν πορθμὸν τὰς δυνάμεις, τὰ πρὸς τὴν διάβασιν παρεσκευάζετο» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 107-108).        

Ζητώντας τον ανεφοδιασμό του στρατού του, με τον οποίο έχει περικυκλώσει την πόλη, ο Διονύσιος ουσιαστικά εξαναγκάζει τους Ρηγίνους να του αντισταθούν. Ηρωϊκά, αλλά μάταια. Μετά από έντεκα μήνες πολιορκίας, οι πεινασμένοι πολιορκημένοι συνθηκολογούν (387). Ο Διονύσιος έχει ολοκληρώσει το σχέδιό του να καταστεί αποκλειστικός κύριος των στενών της Μεσσήνης. Μεθοδικά, ο τύραννος θα συνεχίσει να ενισχύει τις θέσεις του στην Κάτω Ιταλία. Μετά την υποταγή και του Κρότωνα, το 378 π.Χ., ο Διονύσιος είναι πλέον κυρίαρχος όλης της Μεγάλης Ελλάδας: όλες οι πόλεις της είναι υποτελείς σ’ αυτόν ή σύμμαχοί του (Επιζεφύριοι Λοκροί, Τάρας, Μεταπόντιο).     

ΙΙ.    Ο Διονύσιος θαλασσοκράτορας     

Η ανάμειξη του Διονυσίου στη μητροπολιτική Ελλάδα: Το μεγάλο πλεονέκτημα του Διονυσίου είναι η ναυτική ισχύς του. Με αυτό το όπλο θα επιχειρήσει να καταστεί ρυθμιστής της πολιτικής κατάστασης στην κυρίως Ελλάδα. Η πρώτη παρέμβασή του είναι πιο μετριοπαθής ως προς τις φιλοδοξίες της, καθώς εντάσσεται στο πλαίσιο της συμμαχίας του με τη Σπάρτη. Το 387 π.Χ. στέλνει είκοσι πολεμικά πλοία στον Ελλήσποντο για να βοηθήσει τον Σπαρτιάτη ναύαρχο Ανταλκίδα στη σύγκρουσή του με τους Αθηναίους. Η βοήθεια του Διονυσίου θα αποδειχθεί καθοριστική προκειμένου οι Αθηναίοι να δεχτούν την Ειρήνη του Μεγάλου Βασιλεά (386). Ο Συρακούσιος γνωρίζει πολύ καλά ότι η ανασυγκρότηση της αθηναϊκής ναυτικής δύναμης αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τα επεκτατικά του σχέδια.

Η δεύτερη παρέμβαση του τυράννου είναι πιο φιλόδοξη. Με τη βοήθεια των Ιλλυριών συμμάχων του επαναφέρει στον θρόνο των Μολοσσών της Ηπείρου τον φίλο του Αλκέτα, ο οποίος εξόριστος είχε βρει καταφύγιο στις Συρακούσες (385-384). Στην Ελλάδα εξαπλώνεται η φήμη ότι ο Διονύσιος προτίθεται να επεκτείνει τα εδάφη του προς Νότον, επιτιθέμενος στο ιερό των Δελφών.

» Ἔσπευδε γὰρ ἄφνω μεγάλαις δυνάμεσιν ἐπιπλεῦσαι τοῖς κατὰ τὴνΗπειρον τόποις καὶ συλῆσαι τὸ ἐν Δελφοῖς τέμενος, γέμον πολλῶν χρημάτων. Διὸ καὶ πρὸς ᾿Ιλλυριοὺς ἐποιήσατο συμμαχίαν δι‘ ᾿Αλκέτου τοῦ Μολοττοῦ, ὃς ἐτύγχανε φυγὰς ὢν καὶ διατρίβων ἐν ταῖς Συρακούσαις. Τῶν δ‘ ᾿Ιλλυριῶν ἐχόντων πόλεμον, ἐξαπέστειλεν αὐτοῖς συμμάχους στρατιώτας δισχιλίους καὶ πανοπλίαςΕλληνικὰς πεντακοσίας. Οἱ δ‘ ᾿Ιλλυριοὶ τὰς μὲν πανοπλίας ἀνέδωκαν τοῖς ἀρίστοις τῶν στρατιωτῶν, τοὺς δὲ στρατιώτας κατέμιξαν τοῖς ἰδίοις στρατιώταις. Πολλὴν δὲ δύναμιν ἀθροίσαντες ἐνέβαλον εἰς τὴνΗπειρον καὶ κατῆγον τὸν ᾿Αλκέταν ἐπὶ τὴν τῶν Μολοττῶν βασιλείαν» (Διόδωρος, ΙΕ΄, 13, 1-3).  

Οι Σπαρτιάτες αντιδρούν άμεσα και διώχνουν τους Ιλλυριούς από την Ήπειρο. Όπως σημειώνει ο Pierre Carlier (“Le IVe siècle grec”, σειρά “Nouvelle Histoire de l’ Antiquité”, vol. 5, Coll. Points, εκδ. Seuil, Παρίσι 1995, σελ. 186) «εάν κάποια στιγμή ο Διονύσιος είχε την πρόθεση να επεκτείνει την επιρροή του στην κυρίως Ελλάδα αντιλαμβάνεται πλέον ότι οι Λακεδαιμόνιοι σύμμαχοί του θα αντιταχθούν δυναμικά σε τέτοιου είδους βλέψεις». Ο τύραννος πρέπει να εστιάσει την προσοχή του στην Αδριατική.

Η απόκτηση του ελέγχου της Αδριατικής: Έχοντας ήδη τον έλεγχο των στενών της Μεσσήνης, ο Συρακούσιος αποκτά και τον έλεγχο των στενών του Οτράντο και σταδιακά ολόκληρης της Αδριατικής. Το σχέδιο υλοποιείται με την ίδρυση πολυάριθμων αποικιών κι από τις δύο πλευρές της θάλασσας. Το 385 ιδρύει τη Λίσσο στις νότιες ακτές της Ιλλυρίας, ενώ λίγο αργότερα αποικίζει με μισθοφόρους την Ίσσα, νησί κοντά στις δαλματικές ακτές, και ενισχύει την προσπάθεια των Κνιδίων να επεκτείνουν τη γειτονική αποικία τους, την Κόρκυρα Μέλαινα. Ομοίως θα βοηθήσει τους Πάριους να ιδρύσουν την αποικία της Φάρου (384), πάντα στις ακτές της Δαλματίας. Ακόμη πιο φιλόδοξες είναι οι προσπάθειες αποικισμού των ιταλικών ακτών της Αδριατικής: ίδρυση της Αγκώνας (πιθανώς το 387) και της Αδρίας (385;) στο δέλτα του Πάδου. Έτσι, ο Διονύσιος συνάπτει σχέσεις με τους Γαλάτες που έχουν εγκατασταθεί στην περιοχή και στρατολογεί αρκετούς από αυτούς ως μισθοφόρους. Επιπλέον, αυξάνει τα εισοδήματά τους χάρη στους φόρους και δασμούς που επιβάλλει στα εμπορεύματα (ήλεκτρο, κασσίτερος, σιτηρά της κοιλάδας του Πάδου).

Ο Διονύσιος θα επιχειρήσει να επεκτείνει την κυριαρχία του και στο Τυρρηνικό πέλαγος, χωρίς πάντως να πετύχει τα ίδια αποτελέσματα με αυτά στην Αδριατική. Οι σημαντικότερες επιτυχίες του ήταν η λεηλασία του ετρουσκικού ιερού στους Πύργους, η οποία του απέφερε σημαντικά λάφυρα, και η παρουσία του για ορισμένο χρονικό διάστημα στην Κορσική.

» Διονύσιος δὲ χρημάτων ἀπορούμενος ἐστράτευσεν ἐπὶ Τυρρηνίαν, ἔχων τριήρεις ἑξήκοντα, πρόφασιν μὲν φέρων τὴν τῶν λῃστῶν κατάλυσιν, τῇ δ’ ἀληθείᾳ συλήσων ἱερὸν ἅγιον, γέμον μὲν ἀναθημάτων πολλῶν, καθιδρυμένον δ’ ἐν ἐπινείῳ πόλεως ᾿Αγύλλης Τυρρηνίδος· τὸ δ’ ἐπίνειον ὠνομάζετο Πύργοι. Καταπλεύσας δὲ νυκτὸς καὶ τὴν δύναμιν ἐκβιβάσας, ἅμ’ ἡμέρᾳ προσπεσὼν ἐκράτησε τῆς ἐπιβολῆς· ὀλίγων γὰρ ὄντων ἐν τῷ χωρίῳ φυλάκων, βιασάμενος αὐτοὺς ἐσύλησε τὸ ἱερὸν καὶ συνήθροισεν οὐκ ἔλαττον ταλάντων χιλίων» (Διόδωρος, ΙΕ΄, 14, 3-4).

Κύριος ολόκληρης της Αδριατικής, ο Διονύσιος «μπορεί να εμποδίσει τη διέλευση σε οποιονδήποτε πολεμικό στόλο. Το εμπόριο μεταξύ της Ελλάδας, αφενός, και της Σικελίας και της Ιταλίας, αφετέρου,… εξαρτάται αποκλειστικά από την καλή του θέληση» (P. Carlier, όπ.π.). Η αυτοκρατορία του τυράννου των Συρακουσίων βρίσκεται αναμφίβολα στο απόγειό της.   

Ο τύραννος – μέρος Γ΄: εδραίωση και επέκταση

Μαΐου 31, 2010

    

Στο προηγούμενο επεισόδιο είδαμε πώς ο Διονύσιος, μετά την άδοξη ήττα στη μάχη της Γέλας, κατόρθωσε να αντιμετωπίσει με επιτυχία τη στάση των Συρακούσιων ιππέων και την καρχηδονιακή απειλή, δύο κινδύνους που θα μπορούσαν κάλλιστα να τερματίσουν πολύ γρήγορα τη σταδιοδρομία του ως ηγεμόνα των Συρακουσών. Οι επόμενες κινήσεις του Διονυσίου, μεθοδικές και σταθερές, θα γίνουν με βάση αυτούς τους δύο άξονες πολιτικής: εδραίωση και θωράκιση της εξουσίας του στην πόλη (προστασία από τον εσωτερικό εχθρό) και επέκταση της ηγεμονίας του στις υπόλοιπες πόλεις, με τρόπο που να καταδεικνύει ότι ο βασικός σκοπός του τυράννου είναι η απόκρουση του καρχηδονιακού ιμπεριαλισμού (αντιμετώπιση του εξωτερικού εχθρού). Και στις δύο προσπάθειές του ο Διονύσιος θα συναντήσει σοβαρά εμπόδια. Και στις δύο περιπτώσεις θα κατορθώσει τελικά να επιβάλει την εξουσία του, έστω και με απώλειες ή μετά από πρόσκαιρες ή σχετικές αποτυχίες.         

Ι. Ο Διονύσιος θωρακίζει την εξουσία του στις Συρακούσες και προετοιμάζει τις επεκτατικές κινήσεις του       

Η οχύρωση της Ορτυγίας και οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις: Επιδιώκοντας να προστατευθεί από τον εσωτερικό εχθρό (δηλαδή τους συμπολίτες του, δημοκρατικούς ή ολιγαρχικούς, που θα τολμούσαν να αμφισβητήσουν με οποιονδήποτε τρόπο την εξουσία του ως τυράννου), ο Διονύσιος αποφασίζει να εγκατασταθεί στο νησί της Ορτυγίας (που ανέκαθεν αποτελούσε την καρδιά της πόλης), να χτίσει εκεί το ανάκτορό του και να την οχυρώσει με τείχη, καθιστώντας την απόρθητο φρούριο. Στην Ορτυγία επιτρεπόταν να διαμένουν μόνο οι φίλοι και οι μισθοφόροι-σωματοφύλακες του τυράννου. Ταυτόχρονα, ο Διονύσιος θα προχωρήσει στην υλοποίηση ενός προγράμματος κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, χρησιμοποιώντας κυρίως το χρήμα που προερχόταν από τη δήμευση των περιουσιών των πολιτικών αντιπάλων του. Διανέμει εκτάσεις γης και παραχωρεί πολιτικά δικαιώματα σε πολυάριθμους «νεοπολίτες» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 7), δηλαδή είτε σε μισθοφόρους του είτε σε Συρακούσιους προερχόμενους από τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα (ανάμεσά τους και σε πολλούς άκληρους αγρότες των οποίων το νομικό καθεστώς ήταν παρεμφερές αυτού των ειλώτων της Σπάρτης). Με τις αλλαγές αυτές, ο Διονύσιος εξασφαλίζει την αφοσίωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού: οι ευεργετηθέντες γνωρίζουν καλά το επισφαλές της κατάστασής τους. Οφείλουν τα πάντα στον Διονύσιο: σε περίπτωση καθεστωτικής μεταβολής θα χάσουν με βεβαιότητα τα πολιτικά δικαιώματα και προνόμιά τους (Pierre Carlier “Le IVe siècle grec”, σειρά “Nouvelle Histoire de l’ Antiquité”, vol. 5, Coll. Points, εκδ. Seuil, Παρίσι 1995, σελ. 178).

Η εξέγερση των Συρακουσίων: Αισθανόμενος πλέον ασφαλής, ο τύραννος επιχειρεί το 404-403 π.Χ. να επιβάλλει την ηγεμονία του στις πόλεις των ιθαγενών Σικελών που βρίσκονται στο ανατολικό τμήμα του νησιού, βόρεια των Συρακουσών. Οι υπολογισμοί του αποδεικνύονται εσφαλμένοι, Ενώ πολιορκεί την πόλη των Ερβησίνων, πληροφορείται ότι οι Συρακούσιοι έχουν εξεγερθεί και μάλιστα έχουν έρθει σε συνεννόηση με τους αριστοκράτες ιππείς που έχουν καταφύγει στο φρούριο της Αίτνας προκειμένου να καταλύσουν την τυραννίδα. Ο Διονύσιος επιστρέφει εσπευσμένα στην Ορτυγία. Ακολουθεί ένα πολιτικό συμβούλιο σε εξαιρετικά τεταμένη ατμόσφαιρα, το οποίο μας περιγράφει ο Διόδωρος. Ακόμη και σ’ αυτήν την τόσο κρίσιμη στιγμή, όταν όλα δείχνουν ότι έχει φτάσει το τέλος, ο Διονύσιος αντιδρά τελικά ψύχραιμα και αποφασιστικά. Προφασίζεται ότι θέλει να διαπραγματευτεί με τους στασιαστές για να εξασφαλίσει δήθεν την ασφαλή αποχώρησή του από τις Συρακούσες, ενώ στέλνει τον Φίλιστο να στρατολογήσει μισθοφόρους στην Καμπανία.

«Διονύσιος δὲ τῆς εἰς τὴν χώραν ἐξόδου διακεκλεισμένος καὶ ὑπὸ τῶν μισθοφόρων ἐγκαταλειπόμενος, συνήγαγε τοὺς φίλους βουλευσόμενος περὶ τῶν ἐνεστώτων· οὕτω γὰρ τελέως ἀπήλπιστο τὰ τῆς δυναστείας, ὥστε οὐ ζητεῖν αὐτόν, πῶς καταπολεμήσῃ τοὺς Συρακοσίους, ἀλλὰ ποῖον ὑπομείνας θάνατον μὴ παντελῶς ἄδοξον ποιήσῃ τὴν κατάλυσιν τῆς ἀρχῆς. Ἕλωρις μὲν οὖν, εἷς τῶν φίλων, ὡς δ´ ἔνιοί φασιν, ποιητὸς πατήρ, εἶπεν αὐτῷ, διότι καλὸν ἐντάφιόν ἐστιν τυραννίς· Πολύξενος δὲ κηδεστὴς ἀπεφήνατο δεῖν λαβόντα τὸν ὀξύτατον ἵππον εἰς τὴν τῶν Καρχηδονίων ἐπικράτειαν ἀφιππεῦσαι πρὸς τοὺς Καμπανούς· τούτους γὰρ Ἰμίλκων ἀπελελοίπει φυλακῆς ἕνεκα τῶν κατὰ Σικελίαν τόπων· Φίλιστος δ´ μετὰ ταῦτα τὰς ἱστορίας συνταξάμενος, ἀντειπὼν τῷ Πολυξένῳ, προσήκειν ἔφησεν {δεῖν} οὐκ ἐφ´ ἵππου θέοντος ἐκπηδᾶν ἐκ τῆς τυραννίδος, ἀλλὰ τοῦ σκέλους ἑλκόμενον ἐκπίπτειν. προσσχὼν Διονύσιος ἔκρινε πᾶν ὑπομεῖναι πρότερον τὴν δυναστείαν ἐκλιπεῖν ἑκουσίως. διόπερ ἀποστείλας πρέσβεις πρὸς τοὺς ἀφεστηκότας, τούτους μὲν παρεκάλει δοῦναι τὴν ἐξουσίαν αὐτῷ μετὰ τῶν ἰδίων ἀπελθεῖν ἐκ τῆς πόλεως, πρὸς δὲ τοὺς Καμπανοὺς λάθρᾳ διαπεμψάμενος ὡμολόγησεν αὐτοῖς δώσειν χρήματα ὅσα ἂν αἰτήσωσιν εἰς τὴν πολιορκίαν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 8).

Με τη βοήθεια του μισθοφορικού σώματος, ο Διονύσιος συντρίβει τους εξεγερμένους και αποκαθιστά την εξουσία του στην πόλη. Αυτή τη φορά θα φροντίσει να μην επιδείξει την ίδια σκληρότητα και να περιορίσει τα αντίποινα στο ελάχιστο αναγκαίο. Η σχετική επιείκεια του τυράννου θα βοηθήσει στην εγκαθίδρυση ενός κλίματος ισορροπίας και αποδοχής της εξουσίας του. Οι Συρακούσιοι έχουν καταλάβει ποιός είναι ο ηγεμόνας του και ότι η εκθρόνισή του είναι σχεδόν αδύνατη. Άλλωστε, ο Διονύσιος έχει κατορθώσει στο μεταξύ να συνάψει συμμαχία με την ελληνική υπερδύναμη της εποχής. Η Σπάρτη όχι μόνο αναγνώρισε την εξουσία του, αλλά και υποσχέθηκε να του παράσχει κάθε διευκόλυνση όσον αφορά τη στρατολόγηση μισθοφορικών δυνάμεων. 

Ο Διονύσιος επιβάλλει την ηγεμονία των Συρακουσών στην ανατολική Σικελία: Η όποια κίνηση κατά του εξωτερικού εχθρού προϋποθέτει την αποκατάσταση της ηγεμονίας των Συρακουσών στην ανατολική Σικελία. Ο Διονύσιος στρέφεται πρώτα κατά των πόλεων που ήταν αποικίες των Χαλκιδέων (Διόδωρος, ΙΔ΄, 14 επ.). Εκμεταλλευόμενος την προδοσία, εκπορθεί τη Νάξο και την Κατάνη, τις οποίες ισοπεδώνει και εξανδραποδίζει τους κατοίκους τους. Έπειτα εγκαθιστά Καμπανούς μισθοφόρους στα εδάφη της Κατάνης και Σικελούς στη Νάξο. Μετά από αυτά, οι Λεοντίνοι υποτάσσονται στην εξουσία του. Ο τύραννος εκτοπίζει τους κατοίκους τους στις Συρακούσες, απονέμοντάς τους όμως πολιτικά δικαιώματα. Στη συνέχεια στρέφεται κατά των δύο πόλεων των στενών, τη Μεσσήνη και το Ρήγιο. Οι δύο πόλεις ήταν παραδοσιακά εχθρικές απέναντί του, καθώς τις ανησυχούσαν οι επεκτατικές βλέψεις του Συρακούσιου ηγεμόνα. Το 403 είχαν βοηθήσει τους Συρακούσιους στασιαστές, ενώ στη συνέχεια σύναψαν στρατιωτική συμμαχία για να αντιμετωπίσουν τον Διονύσιο (399). Εντούτοις, η αντίσταση της Μεσσήνης εξουδετερώνεται εύκολα με διπλωματικά μέσα: λέγεται ότι ο Διονύσιος δωροδόκησε πολλούς επιφανείς πολίτες της Μεσσήνης προκειμένου αυτοί να υποστηρίξουν τη συμμαχία με τον τύραννο των Συρακουσίων ως τη μόνη ρεαλιστική πολιτική. Το Ρήγιο απομονώνεται. Ο Διονύσιος είναι βέβαιος ότι θα κάμψει και αυτήν την αντίσταση, χρησιμοποιώντας ένα άλλο διπλωματικό μέσο, τον γάμο.

Οι διπλοί γάμοι του Διονυσίου: Μετά τη φριχτή δολοφονία της Αρετής, ο Διονύσιος είναι χήρος. Ωστόσο, έχει έρθει το πλήρωμα του χρόνου για ένα νέο γάμο: η ίδρυση μιας δυναστείας επιβάλλει την απόκτηση απογόνων. Τί το καλύτερο, όμως, από ένα γάμο που θα συνδυάζει και πολιτικά οφέλη; Ο Διονύσιος προτείνει στους πολίτες του εχθρικού Ρήγιου να του δώσουν ως σύζυγο μια από τις κόρες των αριστοκρατών τους. Οι Ρηγίνοι είναι ξεροκέφαλοι: η Εκκλησία του Δήμου θα απορρίψει την πρόταση. Ή μάλλον, για να είμαστε ακριβείς, θα απαντήσει στον Συρακούσιο ότι μπορεί να του δώσει ως νύφη την κόρη του δημίου της πόλης. Ο τύραννος μπορεί να έχει εξοργιστεί από την προσβολή, αλλά έχει έτοιμη και την εκδίκησή του. Απευθύνει το ίδιο αίτημα στην πόλη των Επιζεφύριων Λοκρών, παραδοσιακών εχθρών των γειτόνων τους του Ρηγίου. Οι Λοκροί θα αποδεχθούν ασμένως την πρόταση του τυράννου και θα του δώσουν ως νύφη τη Δωρίδα, κόρη ενός από τους επιφανέστερους αριστοκράτες της πόλης. Ανάμεσα στις σύμμαχες πλέον πόλεις του Διονυσίου, Μεσσήνη και Λοκρούς, το Ρήγιο μένει εντελώς απομονωμένο γεωγραφικά και πολιτικά.

«πρὸς δὲ Ῥηγίνους ἀπέστειλε πρεσβευτάς, παρακαλῶν ἐπιγαμίαν ποιήσασθαι καὶ δοῦναι τῶν πολιτικῶν παρθένων αὐτῷ μίαν συμβιώσασθαι· ἐπηγγέλλετο δ´ αὐτοῖς πολλὴν τῆς συνοριζούσης χώρας κατακτήσεσθαι, τὴν πόλιν δ´ αὐξήσειν ἐφ´ ὅσον ἂν αὐτὸς ἰσχύῃ. τῆς γὰρ γυναικὸς αὐτοῦ, θυγατρὸς δ´ Ἑρμοκράτους, κατὰ τὴν ἀπόστασιν τῶν ἱππέων ἀνῃρημένης, ἔσπευδε τεκνοποιήσασθαι, διαλαμβάνων τῇ τῶν γεννηθέντων εὐνοίᾳ βεβαιότατα τηρήσειν τὴν δυναστείαν. οὐ μὴν ἀλλ´ ἐν τῷ Ῥηγίῳ συναχθείσης περὶ τούτων ἐκκλησίας, καὶ πολλῶν ῥηθέντων λόγων, ἔδοξε τοῖς Ῥηγίνοις μὴ δέξασθαι τὴν ἐπιγαμίαν. Διονύσιος δ´ ἀποτυχὼν ταύτης τῆς ἐπιβολῆς, περὶ τῶν αὐτῶν ἀπέστειλε τοὺς πρεσβευτὰς πρὸς τὸν δῆμον τῶν Λοκρῶν. ὧν ψηφισαμένων τὴν ἐπιγαμίαν, ἐμνήστευεν ὁ Διονύσιος Δωρίδα τὴν Ξενέτου θυγατέρα, κατ´ ἐκεῖνον τὸν χρόνον ὄντος ἐνδοξοτάτου τῶν πολιτῶν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 44).

Για να δείξει ότι βρίσκεται υπεράνω των νόμων θεών και ανθρώπων, ο Διονύσιος θα νυμφευθεί δύο γυναίκες, Εκτός από τη Δωρίδα, θα διαλέξει ως νύφη και τη Συρακούσια αριστοκράτισσα Αριστομάχη. Σύμφωνα με την παράδοση, οι δύο γάμοι του Διονυσίου τελέσθηκαν ταυτόχρονα. Την ώρα που το πλοίο που μετέφερε τη Δωρίδα αγκυροβολούσε στο λιμάνι των Συρακουσών, ένα τέθριππο που το έσερναν λευκά άλογα έφτανε στο σπίτι της Αριστομάχης για να την οδηγήσει στον τόπο τέλεσης του γάμου. Η τελετή των διπλών γάμων είναι πλήρης συμβολισμών, σφραγίζει κατά κάποιο τρόπο τους δεσμούς του τυράννου με τους Συρακούσιους και με τους Έλληνες της Δύσης.

«ὀλίγαις δ´ ἡμέραις πρὸ τῶν γάμων ἀπέστειλεν εἰς Λοκροὺς πεντήρη πρῶτον νεναυπηγημένην, ἀργυροῖς καὶ χρυσοῖς κατασκευάσμασι κεκοσμημένην· ἐφ´ ἧς διακομίσας τὴν παρθένον εἰς τὰς Συρακούσας εἰσήγαγεν εἰς τὴν ἀκρόπολιν. ἐμνηστεύσατο δὲ καὶ τῶν πολιτικῶν τὴν ἐπισημοτάτην Ἀριστομάχην, ἐφ´ ἣν ἀποστείλας λευκὸν τέθριππον ἤγαγεν εἰς τὴν ἰδίαν οἰκίαν. περὶ δὲ τὸν αὐτὸν χρόνον ἀμφοτέρας γήμας συνεχεῖς ἑστιάσεις ἐποιεῖτο τῶν στρατιωτῶν καὶ τῶν πλείστων πολιτῶν· ἀπετίθετο γὰρ ἤδη τὸ πικρὸν τῆς τυραννίδος, καὶ μεταβαλλόμενος εἰς ἐπιείκειαν φιλανθρωπότερον ἦρχε τῶν ὑποτεταγμένων, οὔτε φονεύων οὔτε φυγάδας ποιῶν, καθάπερ εἰώθει» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 44-45).

Η προετοιμασία του πολέμου κατά των Καρχηδονίων: Ελεύθερος πια για να σχεδιάσει την αντεπίθεσή του κατά των «βαρβάρων», ο Διονύσιος θα επιλέξει να οχυρώσει την πόλη του με τέτοιο τρόπο που να την καταστήσει ουσιαστικά απόρθητη. Για τον σκοπό αυτό, όχι μόνο θα διαθέσει τεράστια χρηματικά ποσά, αλλά θα χρησιμοποιήσει και κάθε δυνατό μέσο για να εξασφαλίσει τη γρήγορη και επιτυχή περάτωση του έργου. Υπόσχεται πλούσια πριμ στους αρχιτέκτονες, εργολάβους και εργάτες που θα καταφέρουν να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν το έργο πριν λήξουν οι προθεσμίες. Η παράδοση του κάθε τμήματος προϋποθέτει τον εξονυχιστικό έλεγχο των αρχών: τυχόν κακοτεχνίες έχουν ως συνέπεια τη θανάτωση του εργολάβου. Ταυτόχρονα, τα εργαστήρια της πόλης δουλεύουν πυρετωδώς για να κατασκευάσουν τις πανοπλίες και τα όπλα των πολεμιστών. Ο Διονύσιος αναθέτει σε μηχανικούς τον σχεδιασμό και την κατασκευή νέων επιθετικών όπλων και πολιορκητικών μηχανών. Σύμφωνα με την παράδοση, οι προετοιμασίες αυτές είχαν ως αποτέλεσμα και την εφεύρεση του καταπέλτη (είτε με τη μορφή του γαστραφέτη, που έμοιαζε περισσότερο με τη βαλλίστρα, είτε με αυτήν του λιθοβόλου, που βρίσκεται πιο κοντά στην αντίληψή μας για τον καταπέλτη): «ὅπλα παμπληθῆ κατεσκευάζετο. καὶ γὰρ τὸ καταπελτικὸν εὑρέθη κατὰ τοῦτον τὸν καιρὸν ἐν Συρακούσαις, ὡς ἂν τῶν κρατίστων τεχνιτῶν πανταχόθεν εἰς ἕνα τόπον συνηγμένων» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 42). Παράλληλα, στο ναύσταθμο των Συρακουσών ναυπηγούνται πολυάριθμα πολεμικά πλοία (τριήρεις και πεντήρεις). Με την ολοκλήρωση αυτών των προετοιμασιών, ο Διονύσιος προχωρά στη στρατολόγηση: οι δυνάμεις του αποτελούνται κατά το ήμισι από Συρακούσιους και Σικελιώτες, ενώ οι υπόλοιποι είναι μισθοφόροι, κυρίως Λακεδαιμόνιοι, προερχόμενοι από τις κατώτερες τάξεις της σπαρτιατικής κοινωνίας (υπομείωνες, δηλαδή πρώην όμοιοι Σπαρτιάτες που έχασαν τα κτήματά τους και μαζί την ιδιότητα του πολίτη, νεοδαμώδεις – απελεύθεροι είλωτες που πολέμησαν στον σπαρτιατικό στρατό – , νόθοι – γιοι Σπαρτιατών ομοίων με γυναίκες από την τάξη των ειλώτων – και μόθακες, δηλαδή παιδιά κατωτέρων ή ειλώτων που για διάφορους λόγους έγιναν δεκτά στο σπαρτιατικό εκπαιδευτικό σύστημα της αγωγής). 

ΙΙ. Ο δεύτερος πόλεμος του Διονυσίου κατά των Καρχηδονίων

Πρώτη περίοδος του πολέμου – από την άλωση της Μοτύης στη νέα πολιορκία των Συρακουσών: Ο Διονύσιος έπραξε οτιδήποτε ήταν δυνατό για να έχει με το μέρος του όλες τις πιθανότητες επιτυχίας στον πόλεμο κατά των Καρχηδονίων. Οχύρωσε τις Συρακούσες, συγκέντρωσε μεγάλο στράτευμα και το εξόπλισε με τα τελειότερα για την εποχή όπλα, σύναψε συμμαχίες με τις άλλες ελληνικές πόλεις της Σικελίας και επέβαλε τον εαυτό του ως ηγέτη μιας πανελλήνιας εκστρατείας κατά των βαρβάρων. Συγκαλεί την Εκκλησία του Δήμου των Συρακουσίων και ζητεί την κήρυξη του πολέμου κατά του εχθρού, μια και η συγκυρία είναι η πλέον ευνοϊκή καθώς ο εχθρός είναι αποδυναμωμένος (φαίνεται πως ακόμη μια επιδημία έχει πλήξει την Καρχηδόνα). Οι Συρακούσιοι εγκρίνουν ενθουσιωδώς το σχέδιο του Διονυσίου. Η πρώτη κίνηση συνίσταται στη δήμευση των περιουσιών των Καρχηδονίων εμπόρων που είναι εγκατεστημένοι στις Συρακούσες και στις άλλες ελληνικές πόλεις και στην κατάσχεση των καρχηδονιακών εμπορικών πλοίων που είχαν την ατυχία να είναι ελλιμενισμένα σε ελληνικά λιμάνια τη συγκεκριμένη στιγμή. Έπειτα ο Διονύσιος, με κάθε επισημότητα, στέλνει πρέσβεις στην Καρχηδόνα για να διακηρύξει ότι θα πολεμήσει τους Καρχηδόνιους αν αυτοί δεν αποσυρθούν από όλες τις ελληνικές πόλεις.

«Διονύσιος δ´ τῶν Συρακοσίων τύραννος, ἐπειδὴ πάντα τὰ πρὸς {τὸν} πόλεμον αὐτῷ κατεσκεύαστο κατὰ τὴν ἰδίαν προαίρεσιν, ἐξέπεμψεν εἰς Καρχηδόνα κήρυκα, δοὺς ἐπιστολὴν πρὸς τὴν γερουσίαν· ἐν ταύτῃ δὲ γεγραμμένον ἦν ὅτι Συρακοσίοις δεδογμένον εἴη πολεμεῖν πρὸς Καρχηδονίους, ἐὰν μὴ τῶν Ἑλληνίδων πόλεων ἐκχωρήσωσιν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 47).

Την άνοιξη του 397, ο Διονύσιος ξεκινά με ένα εντυπωσιακό σε δύναμη στράτευμα  (80.000 πεζοί, 3.000 ιππείς, σχεδόν διακόσια πολεμικά πλοία και πολλά μεταγωγικά) και κινείται προς τα δυτικά. Οι πόλεις των Ελύμων υποτάσσονται στον Διονύσιο. Στη συνέχεια, ο τύραννος κινείται προς τον πρώτο στόχο του, την οχυρωμένη νήσο της Μοτύης, δεύτερη σε σπουδαιότητα καρχηδονιακή αποικία στο νησί. Όπως αναφέρει και ο Διόδωρος (ΙΔ΄, 48), «τῶν δὲ ἄλλων πόλεων πέντε μόνον διέμειναν ἐν τῇ πρὸς Καρχηδονίους φιλίᾳ· αὗται δὲ ἦσαν Ἁλικύαι, Σολοῦς, Αἴγεστα, Πάνορμος, Ἔντελλα». Ο σικελικός στόλος, με ναύαρχο τον Λεπτίνη, αδελφό του Διονυσίου, αποκλείει από θαλάσσης τη Μοτύη, ενώ οι στρατιωτικές δυνάμεις του Διονυσίου βρίσκονται στην ενδοχώρα. Η πόλη προβάλλει μεγαλύτερη αντίσταση από αυτήν που υπολόγιζε ο Διονύσιος, η πολιορκία κρατά περισσότερο χρόνο. Τελικά οι Έλληνες καταλαμβάνουν τη Μοτύη, τη λεηλατούν και την ισοπεδώνουν. Τιμωρεί παραδειγματικά τους Έλληνες που ήταν εγκατεστημένοι στην πόλη και πολέμησαν στο πλευρό των Καρχηδονίων, σταυρώνοντας τους επικεφαλής τους: «Δαϊμένην δὲ καί τινας τῶν Ἑλλήνων συμμαχοῦντας Καρχηδονίοις λαβὼν αἰχμαλώτους ἀνεσταύρωσεν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 53). Διορίζει φρούραρχο των δυνάμεων κατοχής τον στενό φίλο του, τον Βίτωνα, και συνεχίζει την επίθεσή του κατά των καρχηδονιακών θέσεων.

Ωστόσο, ο χρόνος που χάθηκε στην πολιορκία της Μοτύης θα αποβεί μοιραίος για τον Συρακούσιο ηγεμόνα. Ο αρχικός στόχος ήταν να κινηθεί αιφνιδιαστικά ώστε σε ελάχιστο χρόνο να καταλάβει όλες τις καρχηδονιακές βάσεις. Οι Καρχηδόνιοι, όμως, κράτησαν την Πάνορμο, όπου την άνοιξη του 396 αποβιβάζεται ο Ιμίλκων με μεγάλες μισθοφορικές δυνάμεις. Ο παλιός μας γνώριμος αναγκάζει τελικά τον Λεπτίνη να διατάξει υποχώρηση του στόλου. Ανακαταλαμβάνει τη Μοτύη σφαγιάζοντας την ελληνική φρουρά και προχωρεί προς τα ανατολικά. Στο μεταξύ, οι Καρχηδόνιοι στέλνουν και νέες ενισχύσεις: στόλος του οποίου ηγείται ο Μάγων φτάνει στη Σικελία. Μάγων και Ιμίλκων ενώνουν τις δυνάμεις τους και στρέφονται προς τη Μεσσήνη. Ο Διονύσιος παρατάσσει τα στρατεύματά του στην ακτή, ενώ ο Λεπτίνης με τον στόλο επιχειρεί να αντιμετωπίσει τους Καρχηδόνιους στη θάλασσα. Οι Καρχηδόνιοι παρασύρουν τον Λεπτίνη και τον αναγκάζουν να επιτεθεί πριν συγκεντρωθούν όλες οι ελληνικές δυνάμεις, κόβοντας στα δύο τον στόλο των Συρακουσίων. Η ναυμαχία της Μεσσήνης καταλήγει σε πανωλεθρία του ελληνικού στόλου. Ο δρόμος για τις Συρακούσες είναι ανοιχτός. Παρόλες τις προσπάθεις του Διονυσίου, ο χρόνος μοιάζει να έχει γυρίσει εννιά χρόνια νωρίτερα, στην πρώτη πολιορκία των Συρακουσών.

Στις αρχές του καλοκαιριού του 396 οι Καρχηδόνιοι έχουν στρατοπεδεύσει έξω από τα τείχη των Συρακουσών, εκεί που πριν από 19 χρόνια βρισκόταν το αθηναϊκό εκστρατευτικό σώμα. Οι συνθήκες, ωστόσο, έχουν μεταβληθεί. Οι οχυρώσεις της πόλεις είναι εξαιρετικές, τα στρατεύματα εντός των τειχών πολλά και αξιόμαχα. Στο μεταξύ, ο Διονύσιος ζητεί και λαμβάνει ενισχύσεις από τους Κορινθίους και τους Σπαρτιάτες (βλ. Διόδωρο, ΙΔ΄, 62 επ.). Οι πολιορκούμενοι επιχειρούν συνεχείς αντεπιθέσεις που πλήττουν τον στρατό και τον στόλο των Καρχηδονίων. Σε όλες αυτές τις δυσκολίες, πρέπει να προστεθούν και οι επιδημίες που θερίζουν τους πολιορκητές. Γρήγορα ο Ιμίλκων αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές πιθανότητες να καταλάβει τις Συρακούσες κι ότι αν συνεχίσει να πολιορκεί την πόλη κινδυνεύει να έχει την τύχη των Αθηναίων του Νικία. Ο Καρχηδόνιος στρατηγός (πιθανώς μετά από συνεννόηση με τον Διονύσιο), λύνει την πολιορκία και μπαρκάρει για την πατρίδα του μαζί με τους Καρχηδόνιους στρατιώτες και μόνον. Οι πολυάριθμοι μισθοφόροι του, χωρίς καμία ενημέρωση, μένουν έξω από τις Συρακούσες για να διαπιστώσουν κατάπληκτοι ότι πλέον βρίσκονται στο έλεος των μέχρι χθές πολιορκούμενων. Ο Διονύσιος θα στρατολογήσει τους Ίβηρες, ενώ τους υπόλοιπους μισθοφόρους των Καρχηδονίων θα τους πουλήσει για δούλους.   

Δεύτερη περίοδος του πολέμου – από την καρχηδονιακή αντεπίθεση στη συνθήκη ειρήνης του 392: Η ειρήνη (ή μάλλον η ανακωχή του 396) είναι επισφαλής. Καμία από τις δύο εμπλεκόμενες πλευρές δεν έχει παραιτηθεί από την αξίωσή της να κυριαρχήσει στη Σικελία, καμία δεν είναι σε θέση να επιβάλει τις επιθυμίες της στην άλλη. Ο Διονύσιος συναντά δυσχέρειες στην προσπάθειά του να υποτάξει τις πόλεις του νησιού: οι Σικελοί που ιδρύουν το Ταυρομένιο αντιστέκονται στις επεκτατικές βλέψεις του Συρακούσιου ηγεμόνα, ενώ και το Ρήγιο διατηρεί την εχθρική του στάση (Διόδωρος, ΙΔ΄, 87-88). Οι Καρχηδόνιοι από τη μεριά τους είναι αποφασισμένοι να ξεπλύνουν τη ντροπή της άδοξης υποχώρησης του Ιμίλκωνα και το 393 π.Χ. στέλνουν τον Μάγωνα με εκστρατευτικό σώμα να αποβιβαστεί στη Σικελία. Στην αρχή, όλα πηγαίνουν καλά για τους Καρχηδόνιους. Πολλές πόλεις υποτάσσονται στον Καρχηδόνιο στρατηγό, ενώ ο Διονύσιος προτιμά να μην αντιμετωπίσει τον εχθρό σε μάχη εκ παρατάξεως και υποχωρεί στη βάση του (Διόδωρος, ΙΔ΄, 95). Γρήγορα, πάντως, ο Μάγων αντιλαμβάνεται ότι η επιδίωξη να καταλάβει το σύνολο της Σικελίας δεν είναι διόλου ρεαλιστική. Αντιμετωπίζοντας σοβαρά προβλήματα ανεφοδιασμού, παγιδεύεται στη σικελική ενδοχώρα και αναγκάζεται να ζητήσει διαπραγματεύσεις. Το 392 ο Διονύσιος και η Καρχηδόνα συνάπτουν νέα συνθήκη ειρήνης.

«Μάγων δ´ ἐν πολεμίᾳ χώρᾳ στρατοπεδεύων, καὶ τῶν ἀναγκαίων ἐνδεὴς ἀεὶ μᾶλλον γινόμενος, οὐ μετρίως ἠλαττοῦτο· καὶ γὰρ οἱ περὶ τὸν Ἄγυριν τῆς χώρας ἔμπειροι καθεστῶτες ἐν ταῖς ἐνέδραις ἐπλεονέκτουν καὶ τὰς ἀγορὰς τῶν πολεμίων ἀφῃροῦντο. λεγόντων δὲ τῶν Συρακοσίων διὰ μάχης κρίνειν ὡς τάχιστα τὰ πράγματα, Διονύσιος ἠναντιοῦτο λέγων χωρὶς κινδύνων τῷ χρόνῳ καὶ τῇ σπάνει καταφθαρήσεσθαι τοὺς βαρβάρους· ἐφ´ οἷς παροργισθέντες οἱ Συρακόσιοι κατέλιπον τὸν Διονύσιον. δὲ τὸ μὲν πρῶτον εὐλαβούμενος ἐπ´ ἐλευθερίαν ἐκάλει τοὺς οἰκέτας, μετὰ δὲ ταῦτα διαπρεσβευσαμένων τῶν Καρχηδονίων ὑπὲρ εἰρήνης ὑπακούσας ἀναπομπίμους τοῖς κυρίοις ἐποίησε, πρὸς δὲ τοὺς Καρχηδονίους εἰρήνην ἐποιήσατο. ἦσαν δ´ αἱ συνθῆκαι τὰ μὲν ἄλλα παραπλήσιαι ταῖς πρότερον, Σικελοὺς δὲ δεῖν ὑπὸ Διονύσιον τετάχθαι καὶ παραλαβεῖν αὐτὸν τὸ Ταυρομένιον. μετὰ δὲ τὰς συνθήκας Μάγων μὲν ἀπέπλευσε, Διονύσιος δὲ παραλαβὼν τὸ Ταυρομένιον τοὺς μὲν πλείστους τῶν ἐκεῖ Σικελῶν ἐξέβαλεν, τῶν δ´ ἰδίων μισθοφόρων τοὺς ἐπιτηδειοτάτους ἐπιλέξας κατῴκισεν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 96).

Αν πιστέψουμε τον Διόδωρο οι διαφορές από τη συνθήκη ειρήνης του 405 δεν είναι ουσιώδεις. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Διονύσιος έχει κερδίσει πολύ έδαφος: όχι μόνο εντάσσονται στη σφαίρα επιρροής του οι πόλεις των Σικελών, του Ταυρομενίου περιλαμβανομένου, αλλά και οι Καρχηδόνιοι παύουν να είναι οι επικυρίαρχοι ελληνικών πόλεων, ακόμη και του Ακράγαντα ή του Σελινούντα. Ο Διονύσιος είναι πια ο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος ολόκληρης της ελληνικής Σικελίας (Pierre Carlier, όπ.π., σ. 183).       

Ο τύραννος – μέρος Β΄: η άνοδος

Μαΐου 20, 2010

  

Ο Διονύσιος αποδεικνύεται και ικανός και τυχερός. Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ερμοκράτη, όχι μόνο θα κατορθώσει να ξεφύγει, αλλά και να αναρρώσει από τα τραύματά του. Λίγους μήνες αργότερα θα επιστρέψει στη γενέτειρά του. Σύμφωνα με τον νόμο των Συρακουσίων κάποιος που είχε κηρυχθεί σε αφάνεια και είχε θεωρηθεί νεκρός μπορεί να επιστρέψει στην πόλη, καθώς γίνεται δεκτό ότι η σωτηρία του ήταν θέλημα των θεών. Αν μάλιστα τον υιοθετήσει κάποιος Συρακούσιος πολίτης τότε ανακτά τα πολιτικά δικαιώματά του και την περιουσία του. Αυτό θα συμβεί και στην περίπτωση του Διονυσίου, δεδομένου ότι ένας από τους πολιτικούς φίλους του θα δεχτεί να τον υιοθετήσει. Η συνέχεια πρόκειται να είναι εντυπωσιακή.  

Ι. Η νέα καρχηδονιακή εισβολή  

Το 407 π.Χ. οι Συρακούσιοι στέλνουν πρεσβεία στην Καρχηδόνα προκειμένου να διαπραγματευθούν συνθήκη ειρήνης. Οι Καρχηδόνιοι δίνουν ασαφείς απαντήσεις και φαίνονται απρόθυμοι να συνάψουν οποιαδήποτε συνθήκη. Ταυτόχρονα, όπως πληροφορούνται και οι Σικελιώτες πρέσβεις, στρατολογούν στην Αφρική μεγάλες μισθοφορικές δυνάμεις. Είναι πλέον σαφές ότι τα «γεράκια» έχουν επιβάλει την πολιτική τους στην πόλη του Μελκάρτ και της Ταννίτ. Στόχος της Καρχηδόνας είναι η μεγαλύτερη δυνατή επέκταση της σικελικής της επικράτειας, επομένως η υποδούλωση των ελληνικών πόλεων. 

«Συρακόσιοι πέμψαντες εἰς Καρχηδόνα πρέσβεις περί τε τοῦ πολέμου κατεμέμφοντο καὶ τὸ λοιπὸν ἠξίουν παύσασθαι τῆς διαφορᾶς. Οἷς οἱ Καρχηδόνιοι τὰς ἀποκρίσεις ἀμφιβόλους δόντες, ἐν μὲν τῇ Λιβύῃ μεγάλας παρεσκευάζοντο δυνάμεις, ἐπιθυμοῦντες ἁπάσας τὰς ἐν τῇ νήσῳ πόλεις καταδουλώσασθαι» (Διόδωρος ΙΓ΄, 79, 8). 

Η πολιορκία και η πτώση του Ακράγαντα: Ο πρώτος στόχος των Καρχηδονίων είναι μοιραία ο Ακράγας. Μετά την πτώση του Σελινούντα, τα εδάφη του συνορεύουν με την καρχηδονιακή επικράτεια. Το εντυπωσιακό σε αριθμό καρχηδονιακό στράτευμα (ο Τίμαιος μιλά για 120.000 άνδρες, ο Έφορος ο Κυμαίος για 300.000!), αποβιβάζεται στη Σικελία, καταλαμβάνει τον Έρυκα και βαδίζει κατά του Ακράγαντα. Επικεφαλής του βρίσκονται ο γηραιός Αννίβας του Γίσκωνος και ο νεότερος σε ηλικία συγγενής του πρώτου Ιμίλκων (ή Ιμίλκας, ο Διόδωρος χρησιμοποιεί και τις δύο εκδοχές του ονόματος), ο οποίος τελικά θα έχει και την ουσιαστική διοίκηση του στρατεύματος. Όχι αβάσιμα, οι Καρχηδόνιοι πιστεύουν ότι με τόσο μεγάλες δυνάμεις θα πετύχουν να υποτάξουν αναίμακτα την πλουσιότερη πόλη του ελληνικού κόσμου. Οι Ακραγαντίνοι είναι συνηθισμένοι να ζουν μες στην τρυφή κι άλλωστε μεγάλο μέρος του πλούτου τους οφείλεται στις εμπορικές συναλλαγές με τους Καρχηδόνιους. 

«Καὶ πρῶτον μὲν ἀπέστειλαν πρέσβεις πρὸς τοὺς ᾿Ακραγαντίνους, ἀξιοῦντες μάλιστα μὲν συμμαχεῖν αὐτοῖς, εἰ δὲ μή γε, ἡσυχίαν ἔχειν καὶ φίλους εἶναι Καρχηδονίοις ἐν εἰρήνῃ μένοντας· οὐ προσδεξαμένων δὲ τῶν ἐν τῇ πόλει τοὺς λόγους, εὐθὺς τὰ τῆς πολιορκίας ἐνηργεῖτο» (Διόδωρος ΙΓ΄, 85, 2).  

Οι Ακραγαντίνοι, λοιπόν, ούτε σύμμαχοι των Καρχηδονίων δέχθηκαν να γίνουν, ούτε «φίλοι» (κάτι που θα σήμαινε ότι θα δέχονταν τη διέλευση των στρατευμάτων από το έδαφός τους). Αντιθέτως, (με χρήματα που προσέφερε κυρίως ο Τελλίας ένας από τους επιφανέστερους και πλουσιότερους πολίτες) στρατολογούν μισθοφόρους Καμπανούς και Έλληνες, τη διοίκηση των οποίων αναλαμβάνει ο Σπαρτιάτης Δέξιππος. Ζητούν επίσης ενισχύσεις από τις άλλες ελληνικές πόλεις. Αυτή τη φορά οι Συρακούσιοι ανταποκρίνονται άμεσα, όπως και η Γέλα, αλλά και οι λοιποί Σικελιώτες και Ιταλιώτες. Το λαμπρότερο στράτευμα που είχε παρουσιάσει ποτέ ο ελληνισμός της Δύσης τέθηκε υπό τις διαταγές του Συρακούσιου στρατηγού Δαφναίου και προσέτρεξε σε βοήθεια του Ακράγαντα. 

Οι συγκρούσεις ξεκίνησαν με τρόπο που έδειχνε ότι η έκβαση θα ήταν ευνοϊκή για τους Έλληνες. Ωστόσο, πολλά σφάλματα στρατηγικής και η ατολμία των στρατηγών θα καταδικάσουν τελικά τον Ακράγαντα σε αφανισμό. Στην αρχή, ο Δαφναίος εμφανίστηκε με πνεύμα καταδρομέα: χωρίς καν να κάνει τον κόπο να συνεννοηθεί με τους Ακραγαντίνους και να ετοιμάσει μια συντονισμένη επίθεση, αποφάσισε να κινηθεί ευθύς εξαρχής κατά των δυνάμεων του Αννίβα και του Ιμίλκωνα. Πράγματι, οι συμμαχικές δυνάμεις επιτέθηκαν στον καρχηδονιακό στρατό με τέτοια ορμή που φάνηκε ότι θα τον συντρίψουν. Την ώρα όμως που η αποφασιστική νίκη έμοιαζε βέβαιη, ο Δαφναίος συγκράτησε τις δυνάμεις του που ήταν έτοιμες να εφορμήσουν στα στρατόπεδα των εχθρών. Ίσως φοβήθηκε κάποια ενέδρα, σαν κι αυτήν που καταδίκασε τον Διοκλή σε ήττα έξω από τα τείχη της Ιμέρας. Κι έπειτα, η απόφασή του δεν ήταν τόσο αδικαιολόγητη λαμβανομένων υπόψη κάποιων στρατηγικών δεδομένων που έδειχναν ότι οι Έλληνες θα μπορούσαν να νικήσουν και με πιο συντηρητική τακτική. Ο στόλος των Συρακουσίων είχε αποκλείσει τους εισβολείς και δεν επέτρεπε τον ανεφοδιασμό τους από τα καρχηδονιακά πλοία. Είχε φτάσει το καλοκαίρι και οι συνθήκες ήταν ιδανικές για τη μετάδοση ασθενειών: ο λοιμός άρχισε να θερίζει τους στρατιώτες των Καρχηδονίων. Ανάμεσα στα θύματα ήταν κι ο Αννίβας. Η σωτηρία του Ακράγαντα φαινόταν απλώς υπόθεση χρόνου. 

Έπειτα ήρθε το φθινόπωρο και μαζί του τα πρωτοβρόχια που ξέπλυναν τα στρατόπεδα των Καρχηδονίων από τις ακαθαρσίες. Σιγά-σιγά ο λοιμός έφυγε (σε κάθε περίπτωση λέγεται πως ο Ιμίλκων έκανε και μια ανθρωποθυσία για να εξευμενίσει τους θεούς του). Στο εσωτερικό της πολιορκημένης πόλης η δυσαρέσκεια μεγάλωνε για τους στρατηγούς που δεν επιχειρούσαν αντεπίθεση. Οργισμένοι οι πολίτες λιθοβόλησαν τους άτολμους στρατηγούς τους, δίχως δίκη, δίχως καν να ακούσουν την υπεράσπισή τους. Την ίδια ώρα, η Καρχηδόνα έστειλε κι άλλο στόλο σε ενίσχυση: τα πλοία των Συρακουσίων που μετέφεραν εφόδια στους πολιορκημένους έπεσαν σε ενέδρα. Και ξαφνικά, στον Ακράγαντα συνειδητοποίησαν ότι είχαν εφόδια για λίγες μόνο ημέρες. Ο Δέξιππος και ο Δαφναίος προέκριναν ως μόνη λύση την εκκένωση της πόλης, δίχως καν να σκεφτούν να τα παίξουν όλα για όλα, επιχειρώντας αιφνιδιαστική επίθεση κατά του εχθρού. Λίγο μετά την αποχώρηση των, πλέον, προσφύγων που πήραν τον δρόμο για τη Γέλα και τις Συρακούσες, έμπαιναν στην πόλη οι εχθροί, λεηλατώντας τα πλούτη της, καίγοντας σπίτια και ναούς, σφάζοντας τους κατοίκους που δεν πρόλαβαν ή δεν θέλησαν να εγκαταλείψουν τη γενέτειρά τους. Η πόλη που ύμνησε ο Πίνδαρος ως την ωραιότερη ελληνική, ως αυτήν που οι κάτοικοί της έχτιζαν για την αιωνιότητα ενώ γλεντούσαν σαν η κάθε μέρα να ήταν η τελευταία της ζωής τους, είχε πια χαθεί. 

ΙΙ. Ο Διονύσιος ηγέτης των Συρακουσών 

Στρατηγός αυτοκράτωρ: Η πικρή ήττα στον Ακράγαντα είναι βέβαιο ότι προκάλεσε πολλές αντιδράσεις στην πόλη των Συρακουσών. Η ντροπιαστική υποχώρηση του συμμαχικού στρατεύματος εξόργισε πολλούς πολίτες. Οργιάζουν οι φήμες σύμφωνα με τις οποίες ο Δαφναίος, ο Δέξιππος κι οι άλλοι στρατηγοί δωροδοκήθηκαν από τους Καρχηδόνιους για να αποφασίσουν να εγκαταλείψουν τον Ακράγαντα. Ο Διονύσιος, που είχε συμμετάσχει και διακριθεί στις μάχες, κρίνει ότι έχει φτάσει η ώρα του. Από φιλοδοξία, από αγνή φιλοπατρία, ή μάλλον και για τα δύο μαζί. Ενώπιον της Εκκλησίας του Δήμου κατηγορεί τους στρατηγούς της πόλης για εσχάτη προδοσία και προτείνει να καταδικαστούν σε θάνατο χωρίς δίκη. Αναταραχή! Η πρόταση του Διονυσίου είναι παράνομη και το προεδρείο του επιβάλλει βαρύ πρόστιμο και του αφαιρεί τον λόγο. Ο πλούσιος φίλος του Διονυσίου, ο Φίλιστος, καταβάλλει το πρόστιμο κι ο Διονύσιος ξαναπαίρνει τον λόγο. Συνεχίζει τις κατηγορίες. Τα πρόστιμα πέφτουν βροχή κι ο Φίλιστος τα πληρώνει όλα επιτόπου. Ο Διονύσιος συνεχίζει την αγόρευσή του… 

«Οὐ μὴν ἀλλὰ συναχθείσης ἐκκλησίας ἐν Συρακούσαις, καὶ μεγάλων φόβων ἐπικρεμαμένων, οὐθεὶς ἐτόλμα περὶ τοῦ πολέμου συμβουλεύειν. Ἀπορουμένων δὲ πάντων παρελθὼν Διονύσιος ὁ ῾Ερμοκράτους τῶν μὲν στρατηγῶν κατηγόρησεν ὡς προδιδόντων τὰ πράγματα τοῖς Καρχηδονίοις, τὰ δὲ πλήθη παρώξυνε πρὸς τὴν αὐτῶν τιμωρίαν, παρακαλῶν μὴ περιμεῖναι τὸν κατὰ τοὺς νόμους λῆρον, ἀλλ’ ἐκ χειρὸς ἐπιθεῖναι τὴν δίκην. Τῶν δ’ ἀρχόντων ζημιούντων τὸν Διονύσιον κατὰ τοὺς νόμους ὡς θορυβοῦντα, Φίλιστος ὁ τὰς ἱστορίας ὕστερον συγγράψας, οὐσίαν ἔχων μεγάλην, ἐξέτισε τὰ πρόστιμα, καὶ τῷ Διονυσίῳ παρεκελεύετο λέγειν ὅσα προῄρητο. Καὶ προσεπειπόντος ὅτι καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν, ἂν ζημιοῦν θέλωσιν, ἐκτίσει τἀργύριον ὑπὲρ αὐτοῦ, τὸ λοιπὸν θαρρήσας ἀνέσειε τὰ πλήθη, καὶ τὴν ἐκκλησίαν συνταράττων διέβαλλε τοὺς στρατηγούς, ὅτι χρήμασι πεισθέντες ἐγκατέλιπον τὴν τῶν ᾿Ακραγαντίνων σωτηρίαν. Συγκατηγόρησε δὲ καὶ τῶν ἄλλων τῶν ἐπισημοτάτων πολιτῶν, συνιστὰς αὐτοὺς οἰκείους ὄντας ὀλιγαρχίας. Διόπερ συνεβούλευεν αἱρεῖσθαι στρατηγοὺς μὴ τοὺς δυνατωτάτους, ἀλλὰ τοὺς εὐνουστάτους καὶ δημοτικοὺς μᾶλλον» (Διόδωρος ΙΓ΄, 91, 3-5). 

Το τέλος της συνεδρίασης είναι θριαμβευτικό για τον νεαρό. Οι κατηγορούμενοι ως προδότες καταδικάζονται κι ο ίδιος εκλέγεται στρατηγός! Μεθοδικά αρχίζει να υφαίνει τον ιστό που θα του εξασφαλίσει την απόλυτη εξουσία στην πόλη. Επιτυγχάνει να επιστρέψουν στην πόλη οι εξόριστοι φίλοι του που είχαν υποστηρίξει τον Ερμοκράτη. Κατηγορεί για προδότες πλούσιους συμπολίτες του και δημεύει την περιουσία τους, έτσι ώστε με τα χρήματα αυτά να στρατολογήσει πιστούς στον ίδιο μισθοφόρους. Προσάπτει την ίδια κατηγορία και στους συναδέλφους του στρατηγούς και τους αντικαθιστά με φίλους του. Τέλος πείθει τον Δήμο να τον ονομάσει «στρατηγό αυτοκράτορα» παρέχοντάς του πλήρεις εξουσίες, θυμίζοντας διαρκώς ότι ο Γέλων κατήγαγε τη μεγάλη νίκη της Ιμέρας έχοντας μόνος του την αρχιστρατηγεία των ελληνικών δυνάμεων («Καρχηδονίων τὰς τριάκοντα μυριάδας περὶ τὴν ῾Ιμέραν νενικῆσθαι στρατηγοῦντος Γέλωνος αὐτοκράτορος.», Διόδωρος ΙΓ΄, 94, 5). Τέλος, για να κάνει να πάψουν οι φωνές διαμαρτυρίας αυτών που διαβλέπουν τη φιλοδοξία του να καταστεί τύραννος, σκηνοθετεί μια απόπειρα εναντίον του: «Λέγεται δὲ τοῦτο πρᾶξαι τὸν Διονύσιον ἀπομιμούμενον Πεισίστρατον τὸν ᾿Αθηναῖον... Καὶ τότε Διονύσιος τῇ παραπλησίᾳ μηχανῇ τὸ πλῆθος ἐξαπατήσας ἐνήργει τὰ τῆς τυραννίδος» (όπ. π., 95, 5-6). Η πόλη «πείθεται» να του παραχωρήσει σωματοφυλακή, αποτελούμενη αρχικά από 600, έπειτα από 1000 άνδρες. Έπειτα νυμφεύεται την Αρετή, κόρη του Ερμοκράτη, ισχυροποιώντας τους δεσμούς του με την οικογένεια του κάποτε πολιτικού αρχηγού του, μια από τις ευγενέστερες και πλέον δοξασμένες της πόλης. 

Η συνέχεια του καρχηδονιακού πολέμου – Η πολιορκία της Γέλας: Ήταν πρόδηλο ότι οι Καρχηδόνιοι δεν θα σταματούσαν την προέλασή τους τη στιγμή που είχαν εξαιρετικές προοπτικές να επεκτείνουν την επικράτειά τους στο μέγιστο δυνατό. Αφού εδραίωσε τις θέσεις του στα εδάφη του Ακράγαντα, την άνοιξη του 405 ο Ιμίλκων κινήθηκε κατά της Γέλας. Οι καρχηδονιακές δυνάμεις στρατοπέδευσαν κοντά στη θάλασσα, στο δυτικό άκρο της στενής πεδιάδας που βρισκόταν ανάμεσα στον λόφο του Απόλλωνα και τα τείχη της πόλης. Ο Ιμίλκων άρχισε την πολιορκία με μια συμβολική κίνηση. Πάνω στον λόφο που βρισκόταν δίπλα στην ακτή όπου είχαν αποβιβασθεί οι Κρήτες και Ρόδιοι πρώτοι άποικοι της πόλης οι Γελώοι είχαν στήσει ένα πελώριο χάλκινο ανδριάντα του Απόλλωνα Αρχαγέτη, του προστάτη θεού που είχε οδηγήσει τους αποίκους στη νέα πατρίδα τους. Το άγαλμα αυτό το σύλησε ο Ιμίλκων: διέταξε να το κατεβάσουν από το βάθρο του και να τον φορτώσουν σε ένα πλοίο για να μεταφερθεί ως δώρο στη μητρόπολη της Καρχηδόνας, την Τύρο. Από την πλευρά τους, οι Γελώοι οργάνωσαν την αντίστασή τους, επιτυγχάνοντας να αποκρούσουν τις πρώτες επιθέσεις: όλοι οι άνδρες στρατεύθηκαν, ενώ οι γυναίκες, οι έφηβοι και οι γέροντες δούλευαν νυχθημερόν για να επισκευάσουν τις ζημιές που προκαλούσαν στις οχυρώσεις οι επιθέσεις του εχθρού.

Λίγες μέρες αργότερα έφτασε στη Γέλα ο Διονύσιος, ως αρχιστράτηγος του μεγαλύτερου στρατεύματος που είχε ως τότε συγκεντρώσει ο ελληνισμός της Σικελίας. Σύμφωνα με τον Τίμαιο αριθμούσε 30.000 πεζούς και 1.000 ιππείς, ενώ ο Διόδωρος (ΙΓ΄, 109, 2) αναφέρει ότι σύμφωνα με άλλες πηγές έφτανε ή και ξεπερνούσε τους 50.000 άνδρες: το αποτελούσαν 20.000 Συρακούσιοι, 10.000 λοιποί Σικελιώτες, 15.000 Ιταλιώτες και 5.000 μισθοφόροι (πολλοί απ’ αυτούς Λακεδαιμόνιοι). Ο συμμαχικός στρατός στρατοπέδευσε κοντά στη θάλασσα, δίπλα στις εκβολές του Γέλα ποταμού και κοντά στην ανατολική πύλη της πόλης. Ο Διονύσιος είχε καταστρώσει ένα περίπλοκο σχέδιο, το οποίο στη θεωρία έμοιαζε ιδιοφυές, προκειμένου να καταφέρει το αποφασιστικό χτύπημα στους εισβολείς: οι Ιταλιώτες θα επιβιβάζονταν στα πλοία τα οποία θα τους μετέφεραν για να αποβιβασθούν κοντά στο καρχηδονιακό στρατόπεδο, στο σημείο που αυτό ήταν πιο ευάλωτο. Ταυτόχρονα, θα έκαναν επίθεση στο βόρειο άκρο του καρχηδονιακού στρατοπέδου οι Συρακούσιοι με τους άλλους Σικελιώτες, ενώ αμέσως μετά από αυτούς θα επέλαυνε το ελληνικό ιππικό. Την ώρα που ο Ιμίλκων θα προσπαθούσε να αποκρούσει δύο επιθέσεις, θα ερχόταν η σειρά του Διονυσίου: επικεφαλής των επίλεκτων πεζικάριων και των μισθοφόρων, ο Διονύσιος θα έμπαινε στη Γέλα από την ανατολική πύλη, θα διέσχιζε την πόλη κατά μήκος και βγαίνοντας από τη δυτική πύλη θα επιχειρούσε κατά μέτωπον επίθεση εναντίον των Καρχηδονίων. Αμέσως πίσω, θα ακολουθούσαν τα στρατεύματα των Γελώων με σκοπό να αποτελειώσουν τους πολιορκητές. Δυστυχώς για τον Διονύσιο η επιτυχία ενός τόσο σύνθετου σχεδίου εξαρτάται από πάρα πολλούς παράγοντες, αρκετοί από τους οποίους αποδεικνύονται στην πράξη αστάθμητοι. Όταν μετά από είκοσι ημέρες έφτασε η ώρα το σχέδιο να τεθεί σε εφαρμογή, σχεδόν όλα πήγαν στραβά. Οι Ιταλιώτες που θα επιτίθονταν από τη μεριά της θάλασσας, εφόρμησαν νωρίτερα απ’ ό,τι έπρεπε, με αποτέλεσμα να πολεμήσουν μόνοι ενάντια σε πολύ μεγαλύτερες εχθρικές δυνάμεις που τις αποτελούσαν κυρίως Ίβηρες και Καμπανοί μισθοφόροι. Την  ίδια στιγμή, τα φυσικά εμπόδια καθυστέρησαν την επέλαση των Σικελιωτών: το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού χάθηκε και οι Σικελιώτες βρήκαν τα καρχηδονιακά στρατεύματα (ιδίως τους Λίβυους μισθοφόρους, το βαρύ πεζικό του εχθρού) σε θέσεις μάχεις. Όσο για τον Διονύσιο, όταν επιχείρησε να διασχίσει την πόλη, αντί για άδειους δρόμους συνάντησε πλήθος ανθρώπων (πεζών ή σε άμαξες) που προσπαθούσαν να εγκαταλείψουν τη Γέλα. Οι δυνάμεις του Διονυσίου χρειάστηκαν πενταπλάσιο χρόνο από τον κανονικό για να βγούν από τη δυτική πύλη και ουσιαστικά δεν έφτασαν ποτέ στο πεδίο της μάχης. Το αποτέλεσμα ήταν σοβαρές απώλειες και μια οικτρή αποτυχία. Το ίδιο βράδυ ο Διονύσιος συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο στο οποίο αποφασίστηκε η εκκένωση της πόλης. Οι Γελώοι θα έπρεπε να εγκατασταθούν ως πρόσφυγες στις Συρακούσες και στους Λεοντίνους. Υποχωρώντας και κρίνοντας αδύνατη την άμυνα της Καμαρίνας, ο Διονύσιος πρόσταξε τους κατοίκους της να την εγκαταλείψουν κι αυτήν.

Παρά τις καλές προθέσεις και τις αδιαμφισβήτητες στρατηγικές ικανότητές του, ο ηγεμών των Συρακουσίων δεν είχε καταφέρει τίποτε καλύτερο απ’ ό,τι οι στρατηγοί που είχαν διοικήσει το στράτευμα στην Ιμέρα και στον Ακράγαντα και τους οποίους είχε κατηγορήσει για ανίκανους και προδότες. Ο ελληνισμός της Σικελίας βρισκόταν στη χειρότερη κατάσταση της Ιστορίας του. Οι Καρχηδόνιοι δεν θα αργούσαν να φτάσουν στα περίχωρα των Συρακουσών. Κι αν έπεφταν οι Συρακούσες θα έφτανε και το τέλος του ελληνισμού.

ΙΙI. Ανάμεσα σε δύο θανάσιμους κινδύνους

Η συνωμοσία των ιππέων κατά του Διονυσίου: Η αποτυχία και οι συμφορές που την ακολούθησαν ήταν μοιραίο να προκαλέσουν οργή και μίσος κατά του στρατηγού αυτοκράτορα: «Ἐφοἷς ἐξεκάετο τὸ κατὰ τοῦ Διονυσίου μῖσος» (Διόδωρος ΙΓ΄, 112, 1). Πολλοί από τους αριστοκράτες της πόλης που υπηρετούσαν στις τάξεις του ιππικού έκριναν ότι ήταν η κατάλληλη ευκαιρία για να ξεμπερδεύουν μια για πάντα από τον τύραννο. Εγκατέλειψαν το στράτευμα, που υποχωρούσε με βραδύ ρυθμό για να συνοδεύει τους πρόσφυγες, και επέστρεψαν στις Συρακούσες. Λεηλάτησαν το σπίτι του Διονυσίου και συνέλαβαν τη γυναίκα του, την Αρετή, την οποία κακοποίησαν και βίασαν μέχρι θανάτου. Το φριχτό έγκλημα θα καθιστούσε άρρηκτους τους δεσμούς μεταξύ των συνωμοτών και θα κρατούσε για πάντα άσβεστο το μίσος τους για τον τύραννο.

«τὴν μὲν οἰκίαν τοῦ Διονυσίου διήρπασαν γέμουσαν ἀργύρου τε καὶ χρυσοῦ καὶ τῆς ἄλλης πολυτελείας ἁπάσης, τὴν δὲ γυναῖκα συλλαβόντες οὕτω διέθεσαν κακῶς, ὥστε καὶ τὸν τύραννον βαρέως ἐνέχειν τὴν ὀργήν, νομίζοντες τὴν ταύτης τιμωρίαν μεγίστην εἶναι πίστιν τῆς πρὸς ἀλλήλους κοινωνίας κατὰ τὴν ἐπίθεσιν» (Διόδωρος ΙΓ΄, 112,4). 

Ο Διονύσιος πληροφορήθηκε τα τραγικά συμβάντα και αποφάσισε να αντιδράσει άμεσα για να διασώσει τη ζωή και την εξουσία του. Συγκέντρωσε τους πιστότερους σ’ αυτόν στρατιώτες (εξακόσιους πεζούς και εκατό ιππείς) και κάλπασε προς τις Συρακούσες, όπου έφτασε λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Έσπασε τις πύλες και προχώρησε προς τη συνοικία της Αχραδινής, την ώρα που η πόλη κοιμόταν. Η απάντησή του ήταν αμείλικτη: οι συνωμότες (κι όσοι τόλμησαν να προβάλουν αντίσταση) σφαγιάστηκαν ή εκτελέστηκαν μετά τη σύγκρουση. Οι λίγοι που κατάφεραν να ξεφύγουν οχυρώθηκαν σε ένα φρούριο πάνω στην Αίτνα. Ο Διονύσιος είχε τουλάχιστον εξασφαλίσει την εξουσία του. 

Η συνθήκη ειρήνης με την Καρχηδόνα: Ο στρατός του Ιμίλκωνα προχώρησε με μάλλον βραδύ ρυθμό και έφτασε κοντά στις Συρακούσες προς το τέλος του 405. Αντί να οργανώσει την πολιορκία της πόλης, ο Ιμίλκων έστειλε κήρυκα στις Συρακούσες για να προτείνει τη σύναψη συνθήκης ειρήνης. Εκ πρώτης όψεως, η στάση του Καρχηδόνιου στρατηγού έμοιαζε περίεργη: γιατί να σταματήσει όταν είχε τόσες πιθανότητες να υποτάξει όλους τους Σικελιώτες; Ο Διόδωρος (ΙΓ, 114,2) κάνει λόγο για επιδημία λοιμού, η οποία αποδεκάτιζε τους στρατιώτες και τους αξιωματικούς. Όπως, όμως, παρατηρεί ο Πιέρ Καρλιέ, η εξήγηση των μεταδοτικών ασθενειών είναι επαναλαμβανόμενη στους αρχαίους συγγραφείς και για αυτό ύποπτη ή τουλάχιστον ανεπαρκής. Οι Καρχηδόνιοι θα πρέπει να είχαν πληροφορηθεί τις εξελίξεις στο μέτωπο του Πελοποννησιακού Πολέμου: οι Σπαρτιάτες είχαν συντρίψει τον αθηναϊκό στόλο και στρατό στους Αιγός Ποταμούς και είχαν ουσιαστικά κερδίσει τον πόλεμο. Επομένως, ήταν πια ελεύθεροι να βοηθήσουν τους Συρακούσιους συμμάχους τους. Μια σπαρτιατική επέμβαση στη Σικελία θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες για την Καρχηδόνα (“Le IVe siècle grec”, σειρά “Nouvelle Histoire de l’ Antiquité”, vol. 5, Coll. Points, εκδ. Seuil, Παρίσι 1995, σελ. 177). Η ειρήνη ήταν μάλλον η πλέον συμφέρουσα επιλογή για την Καρχηδόνα, που δεν είχε απαραίτητα ανάγκη να συντρίψει τους Έλληνες, ενώ, αντιθέτως, είχε οφέλη να αποκομίσει από τις εμπορικές δραστηριότητές τους. Έτσι, οι όροι που πρότειναν οι Καρχηδόνιοι ήταν πολύ λογικοί.

«Διόπερ ὑπὸ τῶν πραγμάτων ἀναγκαζόμενος ᾿Ιμίλκας ἔπεμψεν εἰς Συρακούσας κήρυκα, παρακαλῶν τοὺς ἡττημένους διαλύσασθαι. Ἀσμένως δὑπακούσαντος τοῦ Διονυσίου τὴν εἰρήνην ἐπὶ τοῖσδε ἔθεντο· Καρχηδονίων εἶναι μετὰ τῶν ἐξ ἀρχῆς ἀποίκων ᾿Ελύμους καὶ Σικανούς· Σελινουντίους δὲ καὶ ᾿Ακραγαντίνους, ἔτι δ‘ ῾Ιμεραίους, πρὸς δὲ τούτοις Γελῴους καὶ Καμαριναίους οἰκεῖν μὲν ἐν ἀτειχίστοις ταῖς πόλεσι, φόρον δὲ τελεῖν τοῖς Καρχηδονίοις· Λεοντίνους δὲ καὶ Μεσσηνίους καὶ Σικελοὺς ἅπαντας αὐτονόμους εἶναι, καὶ Συρακοσίους μὲν ὑπὸ Διονύσιον τετάχθαι, τὰ δὲ αἰχμάλωτα καὶ τὰς ναῦς ἀποδοῦναι τοὺς ἔχοντας τοῖς ἀποβαλοῦσι» (Διόδωρος, ΙΓ΄, 114, 1).

Το νέο στάτους κβο παρουσίαζε αρκετό ενδιαφέρον. Οι νικητές διεύρυναν την επικράτειά τους στο σύνολο της δυτικής Σικελίας, περιλαμβανομένων και των πόλεων των Ελύμων. Επέτρεπαν στους κατοίκους των πόλεων που κυρίευσαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων χρόνων (Σελινούντα, Ιμέρα, Ακράγαντα, Γέλα και Καμαρίνα) να επανεγκατασταθούν, χωρίς όμως να μπορούν να τις οχυρώσουν. Οι ελληνικές πόλεις της ανατολικής Σικελίας κι αυτές των ιθαγενών Σικελών ανακτούσαν την αυτονομία τους έναντι των Συρακουσών. Ο Διονύσιος όμως κέρδιζε αυτό που ήθελε: την αναγνώριση της εξουσίας του στην πόλη. Είχε φτάσει στο χείλος του γκρεμού και είχε καταφέρει να σωθεί ενώ τον απειλούσαν δύο θανάσιμοι κίνδυνοι. Είχε κερδίσει πολύτιμο χρόνο. Αρκετό για μπορέσει να εδραιώσει απόλυτα την εξουσία του στις Συρακούσες, αλλά και για να προετοιμάσει την αντεπίθεση που θα στρεφόταν κατά των Καρχηδονίων.

Ο τύραννος – μέρος Α΄: η Σικελία πριν την άνοδο του Διονυσίου στην εξουσία

Μαΐου 5, 2010

Μετά από διαδικτυακή απουσία (εν μέρει μόνο εκούσια) μεγαλύτερη του ενός μηνός, ας επιστρέψουμε στη γνώριμη γη της Σικελίας κι ας καταδυθούμε μέσα στον χρόνο σχεδόν δεκαπέντε αιώνες για να συναντήσουμε, για πρώτη φορά στο ιστολόγιο αυτό, τον ακμάζοντα ελληνισμό της Δύσης. Οι Σικελιώτες και Ιταλιώτες Έλληνες, πολίτες των πολυάριθμων αποικιών που ιδρύθηκαν, ως επί το πλείστον, κατά την αρχαϊκή περίοδο, έχουν απόλυτη συναίσθηση του ότι ανήκουν στο ελληνικό έθνος και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού κόσμου. Συμβουλεύονται τα μαντεία της μητροπολιτικής Ελλάδας και μετέχουν με ζήλο στους πανελλήνιους αγώνες όπου και διακρίνονται ιδιαίτερα (ειδικά οι αρματοδρομίες φαίνεται να αποτελούν το αγώνισμα στο οποίο επικρατούν κατά σύστημα οι Σικελοί: αρκεί να θυμηθούμε ότι ο περίφημος Ηνίοχος των Δελφών αποτελούσε τμήμα γλυπτού συμπλέγματος που αφιέρωσε στον ναό του Απόλλωνα ο τύραννος της Γέλας Πολύζαλος σε ανάμνηση της νίκης του στα Πύθια). Καλλιτέχνες, γιατροί, φιλόσοφοι, ποιητές και ρήτορες μετακινούνται από την Ελλάδα στη Σικελία ή στην Κάτω Ιταλία (ο Πυθαγόρας εγκαταλείπει τη Σάμο για να εγκατασταθεί στον Κρότωνα, ο Αισχύλος περνά τα τελευταία χρόνια της ζωής του στη Γέλα, όπου πεθαίνει το 456 π.Χ.), ενώ άλλοι διασχίζουν τη Μεσόγειο προς την αντίθετη κατεύθυνση. Όπως, όμως, επισημαίνει ο Γάλλος ιστορικός Πιέρ Καρλιέ ( “Le IVe siècle grec”, σειρά «Nouvelle Histoire de l’ Antiquité«, vol. 5, Coll. Points, εκδ. Seuil, Παρίσι 1995, σελ. 169) «παρά την πολιτιστική και θρησκευτική ενότητα αυτή, οι Έλληνες του Αιγαίου και οι Έλληνες της Δύσης ανήκουν σε διαφορετικές γεωστρατηγικές και πολιτικές ζώνες«. Βεβαίως, όπως συμβαίνει και στην Ανατολή, οι ελληνικές πόλεις της Δύσης πολεμούν πρωτίστως η μία εναντίον της άλλης (θαρρώ πως η πεμπτουσία της ανεξαρτησίας για μια ελληνική πόλη-κράτος συνίσταται στη δυνατότητα να στείλει τους άνδρες της να σφαχτούν με αυτούς της γειτονικής για ένα χέρσο αγρό στα σύνορα των δύο πόλεων). Οι εξωτερικοί εχθροί, όμως, διαφέρουν: αντί των Περσών, οι Έλληνες της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας έχουν ως αντιπάλους τους γειτονικούς ιθαγενείς λαούς (Σικελούς και Σικανούς, Λουκανούς, Σαμνίτες, Καμπανούς και Ετρούσκους) και φυσικά την άλλη μεγάλη αποικιακή και εμπορική δύναμη, την Καρχηδόνα. Έπειτα, οι ιδιαιτερότητες του ελληνισμού της Δύσης, δημιουργούν διαφορετικές εντυπώσεις στη συλλογική συνείδηση: για τους Έλληνες της μητρόπολης οι χώρες της Δύσης είναι μακρινές, πρόκειται για τόπους μυστηριώδεις που συνδέονται με τους αρχαίους μύθους (από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη ως τους Κύκλωπες), για περιοχές με αμύθητο πλούτο (γεωργικό, κτηνοτροφικό και εμπορικό) και παράξενες παραδόσεις (όπου θάβουν στους ναούς με τιμές ήρωα τα άλογα που νίκησαν στις αρματοδρομίες των πανελλήνιων αγώνων), στις οποίες κατοικούν τα, όπως και να το κάνουμε, κάπως διαφορετικά ξαδέρφια τους. Μη λησμονούμε ότι, κατά την παράδοση, οι πιο πολλοί από τους πρώτους αποίκους πήραν ντόπιες γυναίκες: άρα, οι απόγονοί τους ήταν, στα μάτια των συμπατριωτών τους της κυρίως Ελλάδας, κατά κάποιο τρόπο μιξοβάρβαροι. Τα ίδια στοιχεία θα πρέπει να διαμόρφωσαν μια ιδιαίτερη ταυτότητα για τους Έλληνες της Δύσης, οι οποίοι, κατ’ ανάγκη, θα είχαν συναίσθηση ότι βρίσκονταν στα όρια του ελληνισμού, σε άμεση επαφή με τους Βαρβάρους.

Άξιο τέκνο αυτής της γης όπου τα πάντα μοιάζουν μεγεθυμένα, ο ήρωάς μας δεν είναι ακριβώς συμπαθής, πλην όμως δεν στερείται μεγαλείου. Υπέρμετρα φιλόδοξος, μεγαλομανής, βίαιος, αδίστακτος και κυνικός, ο Διονύσιος των Συρακουσών αποτελεί από κάθε άποψη το αρχέτυπο του τυράννου σύμφωνα με τη σύγχρονη σημασία της λέξης. Ταυτόχρονα, όμως, ήταν και εξαιρετικός στρατιωτικός ηγέτης με μεγάλες ικανότητες και θάρρος, οξυδερκής πολιτικός και κοινωνικός αναμορφωτής, άνθρωπος ευρύτατης μόρφωσης και παιδείας και, όπως φαίνεται, ικανός δραματουργός. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να υπενθυμήσουμε πως η λέξη «τύραννος» είναι μια από αυτές που έχουν υποστεί δραματική σημασιολογική δείνωση: με την αρχική της σημασία δήλωνε ύπατο αξίωμα και αποτελούσε τίτλο τιμής, ακριβώς όπως κι οι λέξεις «βασιλεύς», «ηγεμών» και «στρατηγός». Ο Διονύσιος κατορθώνει να προσωποιεί και τις δύο διαμετρικά αντίθετες σημασίες της λέξης. Με τη δράση του σημάδεψε την Ιστορία της ελληνικής Δύσης. Ο μύθος του διάβηκε τους αιώνες, φτάνοντας μέχρι την εποχή μας.

Για τη ζωή και το έργο αυτής της αντιφατικής προσωπικότητας διαθέτουμε έναν πρώτης τάξεως οδηγό, τον Διόδωρο τον Σικελιώτη (βιβλία ΙΓ΄ επ.), δηλαδή έναν ιστορικό που όχι μόνο καταγόταν από τον ίδιο γεωγραφικό χώρο, αλλά και χρησιμοποίησε ως βασική πηγή του τον Φίλιστο, τον αριστοκράτη Συρακούσιο πολιτικό και ιστορικό που υπήρξε στενός φίλος του Διονυσίου. Και για να μη το ξεχάσω: ο Ιταλός ιστορικός, αρχαιολόγος και μυθιστοριογράφος Βαλέριο Μάσσιμο Μανφρέντι έχει γράψει ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα με ήρωα τον Διονύσιο τον Πρεσβύτερο (Il Tiranno, εκδ. Mondadori, 2003). Μολονότι οι περισσότεροι φίλοι της Ιστορίας είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικοί προς το είδος, πρέπει να δεχτούμε ότι πρόκειται για μια γλαφυρή εξιστόρηση της σταδιοδρομίας του Διονυσίου και της Ιστορίας της Σικελίας από έναν κατά τεκμήριο γνώστη της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου. Ακόμη και οι «λαθροχειρίες» του Μανφρέντι όσον αφορά τα ιστορικά γεγονότα είναι λελογισμένες και εξυπηρετούν την πλοκή του βιβλίου (ίσως στο τέλος της σειράς τις επισημάνουμε). Ας ξετυλίξουμε όμως την ιστορία μας.  

Ι.   Ο ελληνισμός της Σικελίας κατά τον 5ο αιώνα

Σικελικές ιδιαιτερότητες:  Οι κοινωνικές αναταραχές και συγκρούσεις δεν αποτελούν φυσικά ιδιαιτερότητα των πόλεων της Μεγάλης Ελλάδας και της Σικελίας. Σε σχέση, όμως, προς τα πράγματα των πόλεων της κυρίως Ελλάδας διαφέρουν τα χαρακτηριστικά των συγκρουόμενων ομάδων: στη Σικελία αντιπαρατίθενται συνήθως οι απόγονοι των αρχικών αποίκων, που αποτελούν την κατ’ εξοχήν αριστοκρατία κάθε πόλης, προς τους απόγονους αυτών που εγκαταστάθηκαν αργότερα στις αποικίες. Έπειτα, η βασική ιδιαιτερότητα της σικελικής Ιστορίας είναι η μεγάλη κινητικότητα από πόλη σε πόλη, τόσο πληθυσμών όσο και ηγετικών ομάδων, φαινόμενο αδιανόητο για τη μητρόπολη. Π.χ., οι Δεινομενίδες, η δυναστεία τυράνννων που κυβερνούσε αρχικά στη Γέλα, μεταφέρουν το κέντρο της εξουσίας τους στις Συρακούσες. Οι μετακινήσεις των ηγεμόνων, το γεγονός ότι αυτοί εξαπλώνουν την κυριαρχία τους σε περισσότερες πόλεις, καθώς και οι συνήθεις λόγοι που οδηγούν τους ανθρώπους στην εσωτερική μετανάστευση, έχουν ως αποτέλεσμα την εκούσια ή αναγκαστική μετακίνηση πληθυσμών. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτοί οι «μετανάστες» έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν πολιτικά δικαιώματα στην πόλη που εγκαθίστανται (και να καταστούν «νεοπολίτες»). Σ’ αυτούς πρέπει να προστεθούν και οι πολυάριθμοι μισθοφόροι τους οποίους προσλαμβάνουν οι τύραννοι των σικελικών πόλεων και οι οποίοι, μετά το τέλος της υπηρεσίας τους, ανταμείβονται με εκτάσεις γης και με το προνόμιο να εγκατασταθούν κι αυτοί ως πολίτες στην πόλη του εργοδότη τους.

Τις σικελικές ιδιαιτερότητες αυτές περιγράφει με ύφος περιφρονητικό ο Αλκιβιάδης (κατά Θουκυδίδη), στην προσπάθειά του να πείσει τους Αθηναίους συμπολίτες του για την αναγκαιότητα της Σικελικής Εκστρατείας. Το εγχείρημα θα είναι εύκολο να επιτύχει (και τα κέρδη πολύ μεγάλα), καθώς:

» καὶ τὸν ἐς τὴν Σικελίαν πλοῦν μὴ μεταγιγνώσκετε ὡς ἐπὶ μεγάλην δύναμιν ἐσόμενον. ὄχλοις τε γὰρ ξυμμείκτοις πολυανδροῦσιν αἱ πόλεις καὶ ῥᾳδίας ἔχουσι τῶν πολιτῶν τὰς μεταβολὰς καὶ ἐπιδοχάς. καὶ οὐδεὶς δι’ αὐτὸ ὡς περὶ οἰκείας πατρίδος οὔτε τὰ περὶ τὸ σῶμα ὅπλοις ἐξήρτυται οὔτε τὰ ἐν τῇ χώρᾳ νομίμοις κατασκευαῖς· ὅτι δὲ ἕκαστος ἢ ἐκ τοῦ λέγων πείθειν οἴεται ἢ στασιάζων ἀπὸ τοῦ κοινοῦ λαβὼν ἄλλην γῆν, μὴ κατορθώσας, οἰκήσειν, ταῦτα ἑτοιμάζεται» (Θουκυδίδης, Στ΄, 17, 2-3). 

Ο «χρυσός αιώνας» της Σικελίας των τυράννων: Υπό την καθοδήγηση δύο δυναστειών τυράννων (Εμμενίδες στον Ακράγαντα και Δεινομενίδες στη Γέλα και, στη συνέχεια, στις Συρακούσες), η Σικελία γνωρίζει μεγάλη ακμή σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο κατά την περίοδο 520-470 π.Χ. Ο Ακράγας των Εμμενιδών είναι η πλουσιότερη ελληνική πόλη (αντικαθιστώντας τη Μίλητο του 6ου αιώνα), ενώ οι Δεινομενίδες καθίστανται οι ισχυρότεροι ηγεμόνες στον ελληνικό κόσμο. Η ισχύς αυτή καταδεικνύεται και από τις περηφανείς νίκες που κατήγαγαν οι Σικελοί τύραννοι κατά των εξωτερικών εχθρών του ελληνισμού: το 480 π.Χ. (κατά την παράδοση, την ίδια μέρα με την ελληνική νίκη στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας) οι δυνάμεις του Δεινομενίδη Γέλωνα, τυράννου της Γέλας και των Συρακουσών, συνασπισμένες με αυτές του Θήρωνα, τυράννου του Ακράγαντα, συντρίβουν τους Καρχηδόνιους του Αμίλκα στην Ιμέρα (τελευταίο προπύργιο του ελληνισμού πριν την καρχηδονιακή «επικράτεια» της Σικελίας) και ανακόπτουν τον καρχηδονιακό επεκτατισμό για εβδομήντα χρόνια. Έξι χρόνια αργότερα, ο Δεινομενίδης Ιέρων διαλύει τον ετρουσκικό στόλο έξω από την Κύμη. Λίγο μετά, οι Δεινομενίδες φτάνουν στο απόγειο της ισχύος τους, αντικαθιστώντας τους Εμμενίδες και στον Ακράγαντα. Το τέλος τους, όμως, θα έρθει απίστευτα γρήγορα: ένα χρόνο μετά τον θάνατο του Ιέρωνα (467), η τυραννία καταλύεται. 

Η εποχή της κρίσης: Τα χρόνια μετά την κατάλυση της τυραννίας αποτελούν περίοδο κρίσης και αστάθειας για το σύνολο των πόλεων. Η απώλεια ισορροπίας αφορά τόσο το εσωτερικό της κάθε πόλης (έντονες κοινωνικές διαμάχες) όσο και τον συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των πόλεων. Ο συμμαχικός άξονας Συρακουσών-Γέλας-Ακράγαντα-Σελινούντα απειλεί την αυτονομία των υπολοίπων πόλεων-κρατών. Οι πόλεις της ανατολικής ακτής (Λεοντίνοι, Νάξος, Μέγαρα, Κατάνη, Μεσσήνη) προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τον επεκτατισμό των Συρακουσών, ενώ η Αίγεστα, στα βορειοδυτικά όρια της ελληνικής επικράτειας, απειλείται από τον συνασπισμό Σελινούντα και Ακράγαντα.   

Η «συμπλοκή» Δύσης και Ανατολής: Παρά τη σχετική γεωπολιτική της αυτοτέλεια, η ελληνική Σικελία θα παρασυρθεί στη δίνη του Πελοποννησιακού Πολέμου. Κατά τη φάση του Αρχιδάμειου Πολέμου, οι Αθηναίοι θα κάνουν ό,τι ήταν δυνατό προκειμένου να αποτρέψουν ενδεχόμενη συμμετοχή των Συρακουσίων στον πόλεμο, ως συμμάχων των Λακεδαιμονίων. Στο πλαίσιο αυτό θα ενισχύσουν με κάθε μέσο τους παραδοσιακούς εχθρούς των Συρακουσών (κυρίως τους Λεοντίνους, αλλά και τις άλλες πόλεις της ανατολικής ακτής του νησιού, οι οποίες βρίσκονται πιο εκτεθειμένες στον επεκτατισμό της γειτονικής υπερδύναμης: 427-424 π.Χ.). Το 415, με πρόσχημα την έκκληση για βοήθεια της Αίγεστας (που απειλείται από τον γειτονικό Σελινούντα, σύμμαχο των Συρακουσών), οι Αθηναίοι, παρασυρμένοι από τη μεγαλομανία του Αλκιβιάδη, επιχειρούν άμεση επέμβαση στο νησί, με στόχο την ολοκληρωτική κατάληψή του. Παρά τον υπέρ τους συσχετισμό δυνάμεων και τις προβλέψεις των, ουδέτερων και μη, παρατηρητών (ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Γύλιππος ξεκινά να βοηθήσει τους Συρακούσιους σχεδόν πεπεισμένος ότι θα φτάσει κατόπιν εορτής και θα αντικρύσει τους Αθηναίους να έχουν καταλάβει την πόλη), η Σικελική Εκστρατεία καταλήγει σε δραματικό φιάσκο για τους Αθηναίους. Βεβαίως, η αθηναϊκή αποτυχία εξηγείται ιδίως από δικά τους σφάλματα: οι εσωτερικές έριδες και αντιπαλότητες φθείρουν τους Αθηναίους πριν καν ξεκινήσουν την εκστρατεία, ενώ οι τραγικές ολιγωρίες και τα φρικτά σφάλματα της στρατιωτικής ηγεσίας τους (και ιδίως του Νικία) έχουν ως μοιραία κατάληξη τη συντριβή (413 π.Χ.). Το κύρος και η αυτοπεποίθηση των Συρακουσίων είναι σαφώς ενισχυμένο από τη μεγάλη και απροσδόκητη επικράτηση. Η δύναμη της πόλης, όμως, έχει σίγουρα πληγεί από την εξαντλητική πολιορκία και τις αιματηρές συγκρούσεις.

Μετά τον θρίαμβο της πόλης του, ο ικανότερος Συρακούσιος στρατηγός, ο Ερμοκράτης, αναχωρεί με τμήμα του στόλου για το Αιγαίο, προκειμένου να βοηθήσει τους συμμάχους Σπαρτιάτες να επικρατήσουν των Αθηναίων. Εν τη απουσία του, ισχυρότερος πολιτικός ηγέτης καθίσταται ο Διοκλής. Υπό την καθοδήγησή του, το πολίτευμα των Συρακουσίων απομακρύνεται από τον παραδοσιακά ολιγαρχικό χαρακτήρα του και «ολισθαίνει» προς τη δημοκρατία των μεγάλων εχθρών (λ.χ. ανάδειξη των αρχόντων με κλήρωση). Μεθοδικά, ο Διοκλής συγκεντρώνει την πολιτική και στρατιωτική εξουσία στην πόλη: κατηγορεί τον μεγάλο του αντίπαλο, τον Ερμοκράτη, ως αμετανόητο ολιγαρχικό που απεργάζεται την κατάλυση της νεοσύστατης δημοκρατίας. Ο Δήμος ψηφίζει να αφαιρεθεί από τον Ερμοκράτη η εξουσία του στρατηγού και τον καταδικάζει σε εξορία.

Γρήγορα, όμως, η αφύπνιση του απειλητικότερου εξωτερικού εχθρού θα αναγκάσει τους Σικελιώτες να εγκαταλείψουν προσωρινά τις εσωτερικές διαμάχες και να στρέψουν την προσοχή τους προς δυσμάς.

ΙΙ.   Οι Σικελιώτες αντιμέτωποι με τον καρχηδονιακό επεκτατισμό

Το τέλος μιας παρατεταμένης περιόδου νηνεμίας: Οι Καρχηδόνιοι είχαν εγκατασταθεί πολύ νωρίς στη Σικελία, θέτοντας υπό τον έλεγχό τους μια περιορισμένης σχετικά έκτασης, αλλά στρατηγικής σημασίας περιοχή, στην οποία ίδρυσαν πόλεις και εμπορικούς σταθμούς (Μοτύη, Λιλύβαιο και φυσικά την Πάνορμο, το μετέπειτα Παλέρμο). Μετά την ήτττα τους στην Ιμέρα, οι Καρχηδόνιοι δεν επιχείρησαν εκ νέου να επέμβουν στρατιωτικά στη Σικελία. Η ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ Καρχηδονίων και Ελλήνων αποδεικνυόταν, άλλωστε, επωφελής και για τις δύο πλευρές. Έλληνες έμποροι είχαν εγκατασταθεί σε μεγάλο αριθμό στις πόλεις και τους εμπορικούς σταθμούς των Καρχηδονίων, ενώ οι Καρχηδόνιοι έμποροι ήταν παρόντες σε όλες τις μεγάλες ελληνικές πόλεις της Σικελίας. Ξαφνικά, το 410 π.Χ., η κατάσταση μεταβάλλεται.

Ύστερα από τη συντριβή των συμμάχων και προστατών της Αθηναίων, η πόλη της Αίγεστας είχε υποχρεωθεί να ικανοποιήσει όλες τις διεκδικήσεις των γειτόνων της Σελινουντίων (413). Τρία χρόνια αργότερα, οι Σελινούντιοι προβάλλουν νέες διεκδικήσεις που ισοδυναμούν ουσιαστικά με πολιτικό και οικονομικό αφανισμό της Αίγεστας, η οποία μέσα στην απόγνωσή της στρέφεται προς τους Καρχηδόνιους, ζητώντας τη στρατιωτική βοήθειά τους. Εκείνοι, προς γενική κατάπληξη, απαντούν θετικά. Τί μεσολάβησε ώστε η Καρχηδόνα να αλλάξει την πολιτική μη επέμβασης στα ελληνικά ζητήματα, την οποία ακολουθούσε πιστά για εβδομήντα περίπου χρόνια; Όπως εξηγεί ο Πιέρ Καρλιέ (όπ.π., σελ. 172-173): «Πιθανότατα, η μεγάλη αθηναϊκή εκστρατεία του 415 προκάλεσε σοβαρές ανησυχίες στην Καρχηδόνα. Οι Καρχηδόνιοι μπορεί να φοβήθηκαν ότι οι Αθηναίοι, εφόσον καταστούν κύριοι της Σικελίας, θα συνεχίσουν την επέκτασή τους προς την Αφρική«. Αυτό μας λέει κι ο Θουκυδίδης, εμφανίζοντας τον Αλκιβιάδη να δηλώνει προς τους Σπαρτιάτες ότι:

«ἐπλεύσαμεν ἐς Σικελίαν πρῶτον μέν, εἰ δυναίμεθα, Σικελιώτας καταστρεψόμενοι, μετὰ δ’ ἐκείνους αὖθις καὶ Ἰταλιώτας, ἔπειτα καὶ τῆς Καρχηδονίων ἀρχῆς καὶ αὐτῶν ἀποπειράσοντες. εἰ δὲ προχωρήσειε ταῦτα ἢ πάντα ἢ καὶ τὰ πλείω, ἤδη τῇ Πελοποννήσῳ ἐμέλλομεν ἐπιχειρήσειν, κομίσαντες ξύμπασαν μὲν τὴν ἐκεῖθεν προσγενομένην δύναμιν τῶν Ἑλλήνων, πολλοὺς δὲ βαρβάρους μισθωσάμενοι καὶ Ἴβηρας καὶ ἄλλους τῶν ἐκεῖ ὁμολογουμένως νῦν βαρβάρων μαχιμωτάτους, τριήρεις τε πρὸς ταῖς ἡμετέραις πολλὰς ναυπηγησάμενοι, ἐχούσης τῆς Ἰταλίας ξύλα ἄφθονα, αἷς τὴν Πελοπόννησον πέριξ πολιορκοῦντες καὶ τῷ πεζῷ ἅμα ἐκ γῆς ἐφορμαῖς τῶν πόλεων τὰς μὲν βίᾳ λαβόντες, τὰς δ’ ἐντειχισάμενοι, ῥᾳδίως ἠλπίζομεν καταπολεμήσειν καὶ μετὰ ταῦτα καὶ τοῦ ξύμπαντος Ἑλληνικοῦ ἄρξειν» (Θουκυδίδης, Στ΄, 90, 2-4).  

Άρα, η καρχηδονιακή παρέμβαση μπορεί να ερμηνευθεί ως προληπτική κίνηση που θα εδραιώσει τις θέσεις της φοινικικής δύναμης, προστατεύοντας τις κτήσεις της από οποιονδήποτε ελληνικό ιμπεριαλισμό. Η στιγμή είναι η πλέον κατάλληλη: αφενός, οι ελληνικές πόλεις που είναι αντίπαλες των Συρακουσίων δεν έχουν πλέον άλλο σύμμαχο, αφετέρου, οι ίδιες οι Συρακούσες έχουν αποδυναμωθεί από την πολιορκία και τις εσωτερικές διαμάχες. Τέλος, είναι προφανές ότι στην ίδια την Καρχηδόνα η αλλαγή στάσης εξηγείται και από την άνοδο στην εξουσία ομάδων που υποστηρίζουν μια πιο επεκτατική και δυναμική πολιτική. Δεν είναι τυχαίο ότι επικεφαλής των καρχηδονιακών δυνάμεων ορίζεται ο Μαγονίδης Αννίβας, γιος του Γίσκωνος και εγγονός του Αμίλκα, δηλαδή του ηττημένου της μάχης της Ιμέρας (βλ. Καρλιέ όπ.π.).

Η εισβολή του Αννίβα στη Σικελία: Αφού το 410 οι Καρχηδόνιοι συνέδραμαν την Αίγεστα στέλνοντας ένα μισθοφορικό σώμα, την άνοιξη του 409 αποβιβάζεται στη βορειοδυτική Σικελία ο Αννίβας, επικεφαλής μεγάλου εκστρατευτικού σώματος (ο Διόδωρος, ΙΓ΄, 54, 5, αναφέρει ότι, σύμφωνα με τον Έφορο τον Κυμαίο, το στράτευμα περιελάμβανε 200.000 πεζικάριους και 4.000 ιππείς), το οποίο απαρτίζουν κυρίως Ίβηρες και Αφρικανοί. Οι Καρχηδόνιοι μεταφέρουν και μεγάλο αριθμό πολιορκητικών μηχανών. Ο Αννίβας κινείται χωρίς καθυστέρηση κατά του Σελινούντα, του οποίου οι κάτοικοι δεν είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τέτοια πολιορκία. Έντρομοι οι Σελινούντιοι, στέλνουν αγγελιαφόρους στις άλλες σικελικές πόλεις και ζητούν ενισχύσεις. Η Γέλα και ο Ακράγας περιμένουν την αντίδραση των Συρακουσίων. Οι Συρακούσιοι χρονοτριβούν, γιατί φοβούνται μήπως οι Καρχηδόνιοι επιχειρήσουν  αιφνιδιαστικά επίθεση στην πόλη τους.

«Οἱ δὲ Σελινούντιοι τῶν ἱππέων τοὺς κρατίστους ἐπιλέξαντες διὰ νυκτὸς εὐθέως ἀπέστειλαν τοὺς μὲν εἰς ᾿Ακράγαντα, τοὺς δ’ εἰς Γέλαν καὶ Συρακούσας, δεόμενοι τὴν ταχίστην βοηθεῖν, ὡς οὐ δυναμένης πλείω χρόνον τῆς πόλεως ὑποστῆναι τῶν πολεμίων τὴν δύναμιν. Οἱ μὲν οὖν ᾿Ακραγαντῖνοι καὶ Γελῷοι περιέμενον τοὺς Συρακοσίους, βουλόμενοι τὴν δύναμιν ἀθρόαν ἄγειν ἐπὶ τοὺς Καρχηδονίους· οἱ δὲ Συρακόσιοι πυθόμενοι τὰ περὶ τὴν πολιορκίαν, πρὸς μὲν Χαλκιδεῖς πόλεμον ἔχοντες διελύσαντο, τὰς δ’ ἀπὸ τῆς χώρας δυνάμεις ἀθροίζοντες, μεγάλην ποιούμενοι παρασκευὴν ἐχρόνιζον, νομίζοντες ἐκπολιορκηθήσεσθαι τὴν πόλιν, ἀλλ’ οὐκ ἀναρπασθήσεσθαι» (Διόδωρος, ΙΓ΄, 56, 1-2).  

Όταν τελικά οι Συρακούσιοι αποφασίζουν να βοηθήσουν τον Σελινούντα είναι πια αργά. Ύστερα από εννέα ημέρες αντίστασης η πόλη πέφτει στα χέρια των Καρχηδονίων: έξι χιλιάδες Σελινούντιοι κατεσφάγησαν και πέντε χιλιάδες υποδουλώθηκαν, ενώ η πόλη καταστράφηκε εκ θεμελίων. Το μόνο που κατάφερε το εκστρατευτικό σώμα των Συρακουσίων ήταν να συνοδέψει μέχρι τον Ακράγαντα τους λίγους Σελινούντιους πρόσφυγες που κατάφεραν να ξεφύγουν. Ο Αννίβας, αφού αρνήθηκε υπεροπτικά την πρόταση των Συρακουσίων να εξαγοράσουν την ελευθερία των αιχμαλώτων, κινήθηκε κατά της Ιμέρας, της πόλης που συμβόλιζε τη νίκη των Ελλήνων κατά των καρχηδονιακών δυνάμεων που διοικούσε ο παππούς του Αννίβα, ο Αμίλκας. Οι κάτοικοι της πόλης αντιστέκονται ηρωϊκά στην καρχηδονιακή πολιορκία. Αυτή τη φορά, οι Συρακούσες αντιδρούν πιο γρήγορα και στέλνουν στρατό και στόλο, αναθέτοντας τη διοίκηση στον Διοκλή. Οι Ιμεραίοι και οι λοιποί Σικελιώτες φαίνεται να αποκρούουν την καρχηδονιακή επίθεση. Ωστόσο, ο Διοκλής, στον οποίο έχει ανατεθεί η αρχιστρατηγία των ελληνικών δυνάμεων, μπορεί να είναι επιδέξιος πολιτικός, αλλά ως στρατηγός στερείται εξίσου θάρρους και οξυδέρκειας. Φοβούμενος παθολογικά μια αιφνιδιαστική καρχηδονιακή επίθεση στις Συρακούσες, αποφασίζει την εκκένωση της πολιορκούμενης Ιμέρας.

«Διόπερ Διοκλῆς ὁ τῶν ἐν ῾Ιμέρᾳ στρατηγὸς συνεβούλευσε τοῖς ναυάρχοις τὴν ταχίστην ἐκπλεῖν εἰς Συρακούσας, ἵνα μὴ συμβῇ κατὰ κράτος ἁλῶναι τὴν πόλιν, ἀπόντων ἐν τῇ μάχῃ τῶν κρατίστων ἀνδρῶν» (Διόδωρος, ΙΓ΄, 61, 3).

Οι ελληνικές δυνάμεις και οι κάτοικοι της πόλης εγκαταλείπουν την Ιμέρα, χωρίς καν να θάψουν τους πεσόντες στις μάχες. Οι Καρχηδόνιοι επιτίθενται και καταλαμβάνουν την πόλη πριν ολοκληρωθεί η εκκένωσή της από τον άμαχο πληθυσμό. Ο Αννίβας αιχμαλωτίζει τρεις χιλιάδες Έλληνες, τους οποίους βασανίζει και εκτελεί ακριβώς στο σημείο που έχασε τη ζωή του ο πρόγονός του.

«τῶν δἀνδρῶν τοὺς ἁλόντας εἰς τρισχιλίους ὄντας παρήγαγεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἐν πρότερον ᾿Αμίλκας πάππος αὐτοῦ ὑπὸ Γέλωνος ἀνῃρέθη, καὶ πάντας αἰκισάμενος κατέσφαξεν» (Διόδωρος, ΙΓ΄, 62, 4).  

Αφού κατέλαβε και κατέστρεψε και την Ιμέρα, έχοντας ξεπλύνει την ντροπή του 480, ο Αννίβας επιστρέφει στην Καρχηδόνα, όπου τον περιμένει θριαμβευτική υποδοχή. Το τέλος των εχθροπραξιών είναι προσωρινό. Οι Καρχηδόνιοι έχουν αποδείξει στους Έλληνες ποιός είναι το αφεντικό στη Σικελία. Δεν πρόκειται να αρκεστούν όμως σ’ αυτό, έχοντας διαπιστώσει ότι η κατάκτηση και του υπόλοιπου νησιού είναι εφικτή.   

Ο Ερμοκράτης αυτόκλητος ηγέτης της πανελλήνιας αντικαρχηδονιακής εκστρατείας: Η φριχτή αποτυχία του Διοκλή και του καθεστώτος του να βοηθήσει ουσιαστικά τις ελληνικές πόλεις της Σικελίας προκάλεσε τη δυσαρέσκεια του λαού στις Συρακούσες. Ο εξόριστος Ερμοκράτης, με νωπές ακόμα τις δάφνες της νίκης στον μεγάλο πατριωτικό αγώνα κατά των Αθηναίων, έκρινε ότι είχε φτάσει η ώρα να κερδίσει και πάλι την εύνοια των συμπολιτών του και την εξουσία στην πόλη του, εμφανιζόμενος (κατά πάσα πιθανότητα με ειλικρίνεια) ως ηγέτης ενός πανελλήνιου αγώνα κατά των Καρχηδονίων. Ο στρατηγός παρουσιάζεται μπροστά στα τείχη της πόλης του, έχοντας στρατολογήσει ένα σώμα 2.000 μισθοφόρων, αλλά οι φίλοι του δεν κατορθώνουν να αρθεί η εναντίον του ποινή της εξορίας. Ο Ερμοκράτης αποφασίζει τότε να αναλάβει μόνος του τον αγώνα κατά της Καρχηδόνας. Με τους φίλους και οπαδούς του, καθώς και με το μισθοφορικό του στράτευμα, ξεκινά για τη δυτική Σικελία. Ξαναχτίζει τα τείχη και τις οχυρώσεις του Σελινούντα, πολιορκεί τις καρχηδονιακές πόλεις της Μοτύης και της Πανόρμου κι έπειτα κατευθύνεται προς την ερειπωμένη Ιμέρα, όπου συλλέγει τα οστά των Συρακουσίων πεσόντων που είχε αφήσει άταφους ο Διοκλής και τα στέλνει στην πατρίδα. Η πράξη του Ερμοκράτη έχει ως αποτέλεσμα ο Δήμος των Συρακουσίων να εξορίσει τον υπεύθυνο της ντροπιαστικής ήττας, τον Διοκλή. Εντούτοις, ούτε και τώρα θα αρθεί η ποινή της εξορίας, γιατί οι Συρακούσιοι υποψιάζονται ότι σκοπός του Ερμοκράτη είναι να καταλύσει τη δημοκρατία και να τους κυβερνήσει ως τύραννος.

«Τῶν οὖν ὀστῶν παρακομισθέντων ἐνέπεσεν εἰς τὰ πλήθη στάσις, τοῦ μὲν Διοκλέους κωλύοντος θάπτειν, τῶν δὲ πολλῶν συγκατατιθεμένων. Τέλος δοἱ Συρακόσιοι ἔθαψάν τε τὰ λείψανα τῶν τετελευτηκότων καὶ πανδημεὶ τὴν ἐκφορὰν ἐτίμησαν. Καὶ μὲν Διοκλῆς ἐφυγαδεύθη, τὸν δ‘ ῾Ερμοκράτην οὐδὣς προσεδέξαντο· ὑπώπτευον γὰρ τὴν τἀνδρὸς τόλμαν, μήποτε τυχὼν ἡγεμονίας ἀναδείξῃ ἑαυτὸν τύραννον» (Διόδωρος, ΙΓ΄, 75, 5). 

Ακόμα κι αν δεν είχε σκοπό να καταλύσει το δημοκρατικό πολίτευμα, η στάση των συμπολιτών του δεν αφήνει άλλη επιλογή στον Ερμοκράτη, παρά να επιχειρήσει να καταλάβει την εξουσία με τη βία. Με τους φίλους και τους μισθοφόρους του καταφέρνει να μπει νύχτα στην πόλη για την καταλάβει πραξικοπηματικά. Οι Συρακούσιοι φαίνεται ότι ήταν ενήμεροι για το εγχείρημα του πρώην στρατηγού τους. Στη μάχη που ακολουθεί, ο Ερμοκράτης και οι οπαδοί του θανατώνονται ή αιχμαλωτίζονται και εκτελούνται στη συνέχεια. Μόνο ένας από τους φίλους του στρατηγού κατορθώνει να διαφύγει από τις Συρακούσες. Το όνομά του είναι Διονύσιος…

«οἱ δὲ Συρακόσιοι τὸ γεγενημένον ἀκούσαντες σὺν τοῖς ὅπλοις ἦλθον εἰς τὴν ἀγοράν, καθἣν μετὰ πολλοῦ πλήθους ἐπιφανέντες τόν τεΕρμοκράτην καὶ τῶν συμπραττόντων αὐτῷ τοὺς πλείστους ἀπέκτειναν. Τοὺς δὲ ἀπὸ τῆς μάχης διασωθέντας μεθιστάντες εἰς κρίσιν φυγῇ κατεδίκαζον· διόπερ τινὲς αὐτῶν πολλοῖς περιπεσόντες τραύμασιν ὡς τετελευτηκότες ὑπὸ τῶν συγγενῶν παρεδόθησαν, ὅπως μὴ τῇ τοῦ πλήθους ὀργῇ παραδοθῶσιν, ὧν ἦν καὶ Διονύσιος μετὰ ταῦτα τῶν Συρακοσίων τυραννήσας» (Διόδωρος, ΙΓ΄, 75, 8-9).  


Αρέσει σε %d bloggers: