Posts Tagged ‘εθνικισμός’

«Υπόθεση Μπέιλις» [επειδή τα καλύτερα αστυνομικά μυθιστορήματα τα γράφουν η ζωή κι η Ιστορία]

Ιουνίου 28, 2017

Ο τόπος του εγκλήματος: η σπηλιά στη Λουκιάβινκα

Στο Κίεβο, στη δυτική όχθη του Δνείπερου, εκεί που πάντοτε χτυπούσε η καρδιά της πόλης, υψώνεται μια σειρά από λόφους. Σε κάποιους από αυτούς υπάρχουν σπηλιές. Σ’ αυτές οφείλει την ονομασία της και η ιστορικότερη μονή της ουκρανικής πρωτεύουσας και κοιτίδας του ρωσικού κράτους, η Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου (ρωσ. Киево-Печерская лавра, ουκρ. Києво-Печерська лавра), την οποία είχαν ιδρύσει, τον 11ο αιώνα, Αθωνίτες μοναχοί. Τα μέρη αυτά, από το σημείο που σταματούσε ο ιστός της πόλης, αποτελούσαν τόπο περιπάτων των οικογενειών κι αγαπημένο χώρο παιχνιδιού για τα παιδιά. Το πρωινό της 20ής Μαρτίου 1911, στη συνοικία Λουκιάβινκα, κάποια παιδιά ανηφόρισαν και μπήκαν σε μια σπηλιά για να συνεχίσουν εκεί το παιχνίδι τους. Βρέθηκαν, όμως, μπροστά σ’ ένα φριχτό θέαμα: το άψυχο σώμα ενός συνομηλίκου τους που είχε δολοφονηθεί με τον πλέον ειδεχθή τρόπο. Από την ιατροδικαστική έκθεση προέκυπτε ότι το παιδί έφερε σημάδια από 47 μαχαιριές, στο κεφάλι, το λαιμό και τον θώρακα! Επρόκειτο για τον δωδεκάχρονο Αντρέι Γιούστσινσκι, παιδί διαλυμένης οικογένειας, ο οποίος είχε εξαφανιστεί από τις 12 Μαρτίου. Ήταν μαθητής του εκκλησιαστικού γυμνασίου του μητροπολιτικού ναού της Αγίας Σοφίας του Κιέβου. Λίγο πιο πέρα από τη σπηλιά, η αστυνομία βρήκε το κασκέτο και το σακάκι της σχολικής στολής του, καθώς και τη σάκα με τα τετράδια και τα βιβλία του.

Φωτογραφία του δολοφονημένου Γιούστσινσκι σε αντισημιτικό φυλλάδιο

Ι.   «Λίβελος αίματος»

Η είδηση προκάλεσε σάλο στην κοινωνία του Κιέβου. Ήταν το κύριο θέμα των συζητήσεων και για πολλές ημέρες μονοπωλούσε τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Σχεδόν από την επομένη ημέρα της αποκάλυψης του εγκλήματος, όμως, οι συγγενείς του θύματος και οι αρχές της πόλης άρχισαν να κατακλύζονται από ανώνυμες επιστολές. Το περιεχόμενο των επιστολών αυτών ήταν πανομοιότυπο: υποστηριζόταν ότι ο αδιανόητος αριθμός των χτυπημάτων αποδείκνυε πως το αποτρόπαιο έγκλημα ήταν έργο της εβραϊκής κοινότητας της πόλης. Ο μύθος του λίβελου αίματος αναβίωνε! Στην κηδεία του δύστυχου Αντρέι μοιράστηκε ένα φυλλάδιο στο οποίο αναγράφονταν τα εξής: «Κάθε χρόνο, για να γιορτάσουν το Πάσχα τους, οι Εβραίοι βασανίζουν δεκάδες χριστιανόπουλα! Ανακατεύουν το αίμα των παιδιών με αλεύρι για να παρασκευάσουν τα ματσόθ τους!»

Η εκστρατεία αυτή που στοχοποιεί το πολυπληθές εβραϊκό στοιχείο της ουκρανικής μεγαλούπολης είναι έργο της εθνικιστικής ακροδεξιάς: της Ένωσης του Ρωσικού Λαού και των παραστρατιωτικών οργανώσεών του, των διαβόητων Μαύρων Εκατονταρχιών. Εγκέφαλός της είναι ένας φοιτητής, ο Βλαντίμιρ Στεπάνοβιτς Γκόλουμπεφ, ηγετικό στέλεχος της ακροδεξιάς φοιτητικής οργάνωσης «Δικέφαλος Αετός». Η θεωρία του «τελετουργικού φόνου που διέπραξαν οι μισητοί Εβραίοι» αρχίζει να κερδίζει έδαφος. Την ασπάζεται μεγάλο μέρος του πληθυσμού της πόλης και, κυρίως, των τοπικών αρχών.

Β. Σ. Γκόλουμπεφ

Μια αντισημιτική εκστρατεία δεν είναι βέβαια πρωτοφανής για την τσαρική Ρωσία με τη θλιβερή παράδοση σε αιματηρά πογκρόμ. Η έντασή της, όμως, είναι αλληλένδετη με την πολιτική συγκυρία. Η τσαρική αυτοκρατορία, με την πολιτική και οικονομική της καθυστέρηση και τις τρομαχτικές ανισότητες, συγκλονίζεται εδώ και χρόνια από αγώνες πολιτικών διεκδικήσεων και εργατικές και αγροτικές ταραχές. Καθώς κλυδωνίζεται, το καθεστώς διαβλέπει ότι κύριο στήριγμά του μπορεί να αποτελέσει ο ρωσικός εθνικισμός, ο οποίος ευχερώς μετασχηματίζεται σε πανσλαβισμό, μεταξύ άλλων και για να περιλάβει στα σχέδιά του τους υπόλοιπους σλαβικούς λαούς της αυτοκρατορίας. Ο αντισημιτισμός καταλέγεται μεταξύ των χαρακτηριστικών της τάσης αυτής. Κι έχει ένα επιπρόσθετο πλεονέκτημα: συνδέει τον σλαβικό εθνικισμό με τα πιστεύω όλων των χριστιανικών εθνοτήτων του κράτους. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι το 1902 η Οχράνα, η τσαρική μυστική αστυνομία, εκπονεί το πλέον σιχαμερό πλαστογράφημα της Νεότερης Ιστορίας, τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών», προκειμένου να πείσει τους πάντες για την ύπαρξη μιας τρομερής εβραϊκής συνωμοσίας με στόχο την παγκόσμια κυριαρχία!

Επιθεωρητής Κρασόφσκι

ΙΙ.   Ταχεία διαλεύκανση: Παραδόξως, οι αστυνομικές αρχές του Κιέβου αντιμετωπίζουν αρχικά την υπόθεση της δολοφονίας με ψυχραιμία, ευσυνειδησία και επαγγελματισμό. Αναθέτουν τη διερεύνηση της υπόθεσης στον ικανότερο αστυνομικό, τον επιθεωρητή Νικολάι Κρασόφσκι, αξιωματικό ιδιαιτέρως ευφυή κι εξαιρετικά έντιμο. Ο Κρασόφσκι ενεργεί μεθοδικά και με τη βοήθεια των συνεργατών του φτάνει γρήγορα πολύ κοντά στην αλήθεια. Ο δύστυχος Γιούστσινσκι είχε ως στενότερο φίλο τον συμμαθητή του Γεβγκένι Τσεμπεριάκ. Η μητέρα του Γεβγκένι, η Βέρα Τσεμπεριάκ, ήταν (για κακή τύχη και των δύο, τελικά, παιδιών) μέλος μιας σπείρας κακοποιών με ειδικότητα τις διαρρήξεις εργοστασίων και βιοτεχνιών. Ηγετικό στέλεχος της συμμορίας αυτής ήταν ο αδελφός της Βέρας. Η αποθήκη της οικίας Τσεμπεριάκ χρησίμευε για τη φύλαξη των κλοπιμαίων της σπείρας, πριν αυτά προωθηθούν σε άλλες πόλεις προς μεταπώληση. Φαίνεται ότι ο μικρός Αντρέι είχε ανακαλύψει την κρυψώνα αυτή. Σε κάποιον από τους, τόσο συνηθισμένους μεταξύ παιδιών, καβγάδες, ο Αντρέι, νευριασμένος, απείλησε τον Γεβγκένι: «Ξέρω τα πάντα! Ξέρω πολύ καλά τι κάνει η μάνα σου! Έχω δει που κρύβετε τα κλοπιμαία. Θα πάω στην αστυνομία και θα τους τα πω όλα!» Τρομαγμένος ο Γεβγκένι θα αποκάλυψε την ιστορία στη μητέρα του. Κι εκείνη, ακόμη πιο έντρομη, θα μίλησε στα υπόλοιπα μέλη της συμμορίας, τα οποία αποφάσισαν να ξεμπερδέψουν με τον ενοχλητικό μικρό μάρτυρα. Ή, ίσως, και με τους δύο μικρούς μάρτυρες, μια και τον Αύγουστο ο Γεβγκένι μεταφέρθηκε βαριά άρρωστος στο νοσοκομείο. Κάποιοι έλεγαν ότι τον είχε δηλητηριάσει η ίδια του η μάνα. Μερικές ημέρες μετά (8 Αυγούστου 1911), ο Γεβγκένι έφευγε από τον μάταιο κόσμο μας!

Γεβγκένι (Ζένια) Τσεμπεριάκ

 

Οικία Τσεμπεριάκ

ΙΙΙ.   Ο ιδανικός ένοχος: Η αλήθεια είναι ενοχλητική. Για την ακρίβεια, είναι εξαιρετικά ενοχλητική για όλους τους υψηλά ιστάμενους που είχαν ποντάρει στη θεωρία του φόνου που «διέπραξαν οι Εβραίοι». Ανάμεσά τους βρίσκεται ο προϊστάμενος της εισαγγελίας Κιέβου, ο Γκεόργκι Γκαβρίλοβιτς Τσαπλίνσκι, ο οποίος έχει μιλήσει για την υπόθεση στον Υπουργό Δικαιοσύνης Ιβάν Γκριγκόριεβιτς Στσεγκλοβίτοφ. Ο υπουργός έχει ενθουσιαστεί με την εβραϊκή θεωρία. Είναι εξαιρετικά χρήσιμη πολιτικά, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι στη Δούμα έχει εισαχθεί προς συζήτηση νομοσχέδιο με το οποίο προτείνεται η κατάργηση ορισμένων από τους νομικούς περιορισμούς σε βάρος των Εβραίων. Μια τέτοια εξέλιξη κρίνεται απαράδεκτη από τα πιο συντηρητικά μέλη της κυβέρνησης, όπως είναι ο Στσεγκλοβίτοφ. Η υπόθεση της δολοφονίας Γούστσινσκι πρέπει οπωσδήποτε να αποτελέσει αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης. Η αρμοδιότητα για τη διερεύνηση της δολοφονίας αφαιρείται από τον έντιμο Κρασόφσκι. Εκείνος επιμένει να ασχολείται με την υπόθεση. Θα αποταχθεί από το σώμα της αστυνομίας. Η εισαγγελία εμπλέκει την Οχράνα στην έρευνα. Η μυστική αστυνομία είναι η πιο ικανή για να κατασκευάσει τους ιδανικούς «ενόχους». Το θύμα της σκευωρίας δεν θα αργήσει να βρεθεί.

Ο εισαγγελέας Τσαπλίνσκι

Ο υπουργός Ι. Γκ. Στσεγκλοβίτοφ

Ο Μεναχέμ Μέντελ Τέβιεβιτς Μπέιλις είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Ένας φιλήσυχος οικογενειάρχης, πατέρας πέντε παιδιών. Περίπου σαραντάρης. Οι περισσότερες πηγές αναφέρουν ως χρονολογία γέννησής του το 1874, κάπου όμως μνημονεύεται μια δήλωση της συζυγου του, σύμφωνα με την οποία ο Μεναχέμ-Μέντελ είχε γεννηθεί το 1862. Το παρουσιαστικό του δεν έχει τίποτε το αξιοπρόσεχτο. Μελαχρινός, γενειοφόρος, διοπτροφόρος. Οι πιο πονηροί θα έλεγαν ότι ακριβώς αυτό το παρουσιαστικό ταίριαζε με τις ιδεοληψίες των πλέον ανόητων από τους αντισημίτες. Γιατί η μεγάλη ατυχία του Μπέιλις δεν ήταν άλλη από το ότι ήταν Εβραίος.

Μεναχέμ Μέντελ Μπέιλις

Κι όμως, ο άτυχος Μπέιλις δεν ήταν ιδιαίτερα θρησκευόμενος. Σπανίως πήγαινε στη συναγωγή. Όπως λένε εκείνοι που τον γνώριζαν καλά, γιόρταζε μόνον το Ρος Χασανά, την εβραϊκή Πρωτοχρονιά, και το Γιομ Κιππούρ. Ήταν πρωτίστως άνθρωπος που δούλευε σκληρά για να ζήσει την πολυμελή οικογένειά του. Εργαζόταν ως επιστάτης στην, εβραϊκής ιδιοκτησίας, Τουβλοποιία Ζάιτσεφ, η οποία βρισκόταν κοντά στον τόπο του εγκλήματος που επρόκειτο να του χρεώσουν. Μολονότι Εβραίος, εργαζόταν πάντα το Σάββατο. Κάπως έπρεπε να πληρωθούν τα δίδακτρα των σχολείων των μεγαλύτερων παιδιών.

Αστυνομία και εισαγγελία έφτασαν στον Μπέιλις κατόπιν της μαρτυρίας του Καζίμιρ Σαχόφσκι, δημοτικού υπαλλήλου που άναβε τους φανοστάτες στη συνοικία Λουκιάβινκα. Επρόκειτο, άραγε, για καθαρή περίπτωση ψευδομάρτυρα βαλτού από την αστυνομία ή είχε ειλικρινώς πλανηθεί, δίνοντας αφελώς βάση στις διαδόσεις περί εβραϊκής συνωμοσίας; Στην πρώτη του κατάθεση, ο Σαχόφσκι είχε αναφέρει απλώς μια συνομιλία του με τον μικρό Γεβγκένι Τσεμπεριάκ, ο οποίος του είχε πει ότι «δεν ανεβαίνουμε πια εκεί για να παίξουμε, είναι αυτός ο Εβραίος που μας φοβερίζει». Σε δεύτερη κατάθεσή του, ο Σαχόφσκι φέρεται να δήλωσε τα εξής: «ποιος ξέρει; Μπορεί  να ήταν τελικά αυτός ο Εβραίος που δολοφόνησε τον μικρό Γιούστσινσκι»!

Ο Μπέιλις συλλαμβάνεται

Αστεία «στοιχεία». Υπεραρκετά, όμως, για τη συνεργασία ανάμεσα στην Οχράνα και την τακτική αστυνομία. Στις 21 Ιουλίου, η εισαγγελία Κιέβου εκδίδει ένταλμα σύλληψης του Μπέιλις. Τη νύχτα της 21ης προς την 22α Ιουλίου, ο Μπέιλις συλλαμβάνεται στο σπίτι του. Μάταια θα προσπαθήσει να αποδείξει την αθωότητά του. Για τις αρχές ήταν ο ιδανικός ύποπτος. Έπρεπε να κριθεί ένοχος. Κι όμως… ο επιστάτης είχε ακλόνητο άλλοθι, χάρη ακριβώς στην παράδοξη για Εβραίο συνήθειά του να δουλεύει και τα Σάββατα. Βάσει του πορίσματος της ιατροδικαστικής έκθεσης, η πιθανότερη ημέρα διάπραξης του φόνου ήταν Σάββατο. Εκείνη την ημέρα ο Μπέιλις δούλεψε από νωρίς μέχρι αργά στο εργοστάσιο. Οι άλλοι εργαζόμενοι το επιβεβαίωναν. Κι ο ίδιος προσκόμισε κάμποσα τιμολόγια και παραγγελίες υλικών που έφεραν τη ημερομηνία εκείνη και την υπογραφή του. Του κάκου! Ο Μπέιλις κλείστηκε στις φυλακές. Και μέσα στις φυλακές βρέθηκε ο «μάρτυρας» που θα επέτρεπε στις αρχές να δέσουν τις κατηγορίες. Ήταν κάποιος Ιβάν Κοζατσένκο, σεσημασμένος ποινικός, συγκρατούμενος του Μπέιλις. Αυτός κατέθεσε πως ο κατηγορούμενος του ομολόγησε, τάχα, πως είχε διαπράξει το στυγερό έγκλημα. Τι άλλο χρειαζόταν;

Ο δημοσιογράφος Σ. Μπραζούλ-Μπρισκόφσκι

IV:   Το κίνημα υποστήριξης: Παρά τη φρενίτιδα που προκαλεί η θεωρία του λίβελλου αίματος, σημαντικό μέρος της τοπικής (και όχι μόνο) κοινωνίας θα επιδείξει υγιή αντανακλαστικά. Ήδη τον Αύγουστο του 1911, λίγες ημέρες μόνο μετά τη σύλληψη του Μπέιλις, συγκροτείται Επιτροπή Πολιτών για την Υπεράσπιση του Μέντελ Μπέιλις. Η εβραϊκή κοινότητα της πόλης είχε καθοριστική συμβολή στην ίδρυση της επιτροπής, τα περισσότερα μέλη της, όμως, ήταν χριστιανοί, διανοούμενοι και πολίτες που διαπνέονταν από φιλελεύθερες ιδέες και κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού φάσματος, από το κέντρο και πιο αριστερά. Χάρη στην επιτροπή αυτή, ο Κρασόφσκι μπόρεσε να συνεχίσει και να ολοκληρώσει την έρευνά του, ως ιδιωτικός ντετέκτιβ πλέον. Ιδιαίτερα σημαντικός ήταν κι ο ρόλος του δημοσιογράφου Σεργκεί Μπραζούλ-Μπρισκόφσκι, ο οποίος δεν σταμάτησε να αρθρογραφεί υποστηρίζοντας την αθωότητα του Μπέιλις κι αποκαλύπτοντας στοιχεία από την παράλληλη έρευνα του Κρασόφσκι. Η υπόθεση ξεπέρασε τα σύνορα του Κιέβου για να απασχολήσει την κοινή γνώμη σε ολόκληρη την τσαρική αυτοκρατορία, στην Ευρώπη, ακόμη και στις ΗΠΑ. Τη σκυτάλη πήραν οι διανοούμενοι και οι πολιτικοί, δίνοντας νέες διαστάσεις στην εκστρατεία υπεράσπισης του Μπέιλις. Ο Αλεξάντρ Μπλοκ, ο Βλαντίμιρ Κορολένκο, ο εθνικιστής Ουκρανός ιστορικός Μιχάιλο Χρουσέφσκι, οι Ρώσοι πολιτικοί του Συνταγματικού Δημοκρατικού Κόμματος Πάβελ Νικολάγεβιτς Μιλιουκόφ και Βλαντίμιρ Ντμίτριεβιτς Ναμπόκοφ (πατέρας του εμιγκρέ συγγραφέα) τάχθηκαν υπέρ της αθώωσης του άτυχου επιστάτη από το Κίεβο. Ο Μαξίμ Γκόρκι, που τότε ζούσε στο Κάπρι, ξεσπάθωσε ενάντια στο «κυνήγι μαγισσών με στόχο τους Εβραίους»! Το πύρινο κείμενο διαμαρτυρίας που συνέταξε το υπέγραψαν μεγάλα ονόματα, όπως ο Τόμας Μανν, ο Ανατόλ Φρανς κι ο Τόμας Χάρντυ, καθώς και πανεπιστημιακοί στη Βρετανία και τις ΗΠΑ και πολλοί άλλοι.

V.   Η δίκη: Ο προϊστάμενος της εισαγγελίας Τσαπλίνσκι, ο υπουργός Στσεγκλοβίτοφ, ακόμη κι ο ίδιος ο τσάρος Νικόλαος Β΄, γνώριζαν όλοι πολύ καλά την αλήθεια. Όλοι τους, όμως, επέμειναν στην άποψη ότι, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας ο Εβραίος κατηγορούμενος έπρεπε να καταδικαστεί.

Ο εισαγγελέας Βίππερ

Ο Μπέιλις έμεινε στη φυλακή, περιμένοντας να δικαστεί, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών. Η δίκη του, ενώπιον του Ορκωτού Κακουργιοδικείου Κιέβου, άρχισε στις 23 Σεπτεμβρίου 1913. Οι πρωτεργάτες και οι οπαδοί της σκευωρίας έκαναν ό,τι ήταν δυνατό για να εξασφαλίσουν την επιθυμητή για εκείνους έκβαση της δίκης. Δημόσιος κατήγορος ορίστηκε ο εισαγγελέας Όσκαρ Γιούριεβιτς Βίππερ, ο οποίος μετακλήθηκε ειδικώς προς τούτο από τη Μόσχα. Ήταν άνθρωπος χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς, έτοιμος να κάνει οτιδήποτε τον διέταζαν οι ιεραρχικώς προϊστάμενοί του (ή ό,τι εκείνος πίστευε ότι θα τους ικανοποιούσε). Αρκετοί από τους βασικούς μάρτυρες υπεράσπισης εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς (η αστυνομία δεν είχε κανένα πρόβλημα να τους συλλάβει και να τους απομακρύνει από το Κίεβο μέχρι να περατωθεί η δίκη). Ως κύριο πραγματογνώμονα, η εισαγγελία είχε ορίσει τον Ιβάν Αλεξέγεβιτς Σικόρσκι (πατέρα του γνωστού σχεδιαστή αεροσκαφών Ίγκορ Ιβάνοβιτς Σικόρσκι), καθηγητή ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Κιέβου. Γνωστός για τις εθνικιστικές και πανσλαβιστικές θέσεις του, ο σεβάσμιος καθηγητής ήταν απολύτως πεπεισμένος ότι, από ψυχιατρική άποψη, μόνο η θεωρία του τελετουργικού φόνου (τον οποίο είχαν διαπράξει, προφανώς, Εβραίοι) μπορούσε να εξηγήσει τη δολοφονία. Όσο για το σώμα των ενόρκων, αυτοί επελέγησαν προσεκτικά: στην πλειονότητά τους ήταν αγρότες, άνθρωποι φύσει συντηρητικοί, όλοι διαλεγμένοι από περιοχές με παράδοση σε αντιεβραϊκά πογκρόμ (το σώμα συμπλήρωναν δύο έμποροι και τρεις δημόσιοι υπάλληλοι).

Οι ένορκοι

Όλη αυτή η εξαιρετική προετοιμασία χώλαινε σε ένα σημείο, το οποίο ήταν αδύνατο να διορθωθεί: στους μάρτυρες κατηγορίας. Ελλείψει πραγματικών μαρτύρων που θα κατέθεταν στοιχεία σε βάρος του Μπέιλις, η αστυνομία είχε στρατολογήσει τροφίμους των φυλακών, άτομα με βαρύ ποινικό μητρώο και πόρνες, με δυο λόγια ανθρώπους που μπορούσαν να εκβιαστούν από τις αρχές του νόμου και ήταν υποχρεωμένοι να καταθέσουν ότι αυτές θα τους υποδείκνυαν. Στην πορεία της δίκης τίποτε το ουσιαστικό δεν προέκυψε σε βάρος του κατηγορουμένου, σε τέτοιο σημείο που κάποιος από τους ενόρκους αναφώνησε: «πώς είναι δυνατό να καταδικάσουμε αυτόν τον Μπέιλις, όταν δεν έχουμε ακούσει τίποτε για αυτόν

Από την άλλη πλευρά, η εβραϊκή κοινότητα και η επιτροπή υποστήριξης έβαλαν τα δυνατά τους προκειμένου ο Μπέιλις να τύχει της καλύτερης υπεράσπισης. Εξαίρετοι νομικοί, όπως οι Ν. Π. Καραμπτσέφσκι, Α. Σ. Ζαρούντνι, Ο. Ο. Γκρουζενμπέργκ (ο μοναδικός Εβραίος της ομάδας νομικής συμπαράστασης κατά τη δίκη) και, κυρίως, ο διακεκριμένος δικηγόρος (και πολιτικός) από την Πετρούπολη Βασίλι Αλεξέγεβιτς Μακλακόφ (το παράδοξο της ιστορίας ήταν ότι ο αδερφός του δικηγόρου, ο Νικολάι, ανήκε στο εθνικιστικό κόμμα της Ένωσης του Ρωσικού Λαού και κατείχε τη θέση του Υπουργού Εσωτερικών κατά τον χρόνο της δίκης, έχοντας μάλιστα ενστερνισθεί τη θεωρία του λίβελου αίματος). Σε επίπεδο πραγματογνωμόνων, η υπεράσπιση είχε καλέσει τους επιφανέστερους πανεπιστημιακούς με ειδίκευση στις εβραϊκές σπουδές (Π. Κ. Κοκοφτσόφ, Ι. Γκ. Τρόιτσκι) οι οποίοι δεν είχαν καμιά δυσκολία να αποδείξουν ότι οι αντιεβραϊκές συκοφαντίες ήταν παντελώς αστήρικτες.

Β. Μακλακόφ

Και τότε η εισαγγελία έπαιξε το καλύτερο, υποτίθεται, χαρτί της! Κλήθηκε να καταθέσει ως ειδικός ο Γιουστίνας Πρανάιτις, Λιθουανός καθολικός ιερέας, ο οποίος εμφανιζόταν ως ειδικός του ιουδαϊσμού. Ο Πρανάιτις είχε συγγράψει (στα λατινικά) ένα σύντομο βιβλίο υπό τον τίτλο «Christianus in Talmude Iudaeorum — sive Rabbinicae doctrinae de christianis secreta» («Ο χριστιανός στο Ταλμούδ των Ιουδαίων, ή οι μυστικές ραββινικές θεωρίες σχετικά με τους χριστιανούς»). Στις μεταφράσεις του σε ζωντανές γλώσσες, το βιβλιαράκι του Πρανάιτις είχε πιο απλό και ενδεικτικό των προθέσεών του τίτλο: «Ξεσκεπάζοντας το Ταλμούδ». Επρόκειτο, φυσικά, για σύγγραμμα χωρίς καμία επιστημονική βάση, το οποίο ανακύκλωνε τις πιο ιταμές αντισημιτικές κατηγορίες.

Το σύγγραμμα του Πρανάιτις

Ο Πρανάιτις είχε κάνει πολύ μεγάλο ταξίδι για να φτάσει στο Κίεβο. Ιερουργούσε στην Τασκένδη. Η παραμονή του στην Κεντρική Ασία δεν οφειλόταν στις ιδέες του, όπως ίσως θα υπέθετε κάποιος. Η δυσμενής μετάθεσή του οφειλόταν στο ότι είχε εμπλακεί σε μερικές σκοτεινές υποθέσεις εκβιασμού κι απάτης. Εν πάση περιπτώσει, ο ειδικός μπήκε στην  αίθουσα με ύφος σοβαρό, ιερατικό, έτοιμος ν’ αποκαλύψει τα ανοσιουργήματα των Ιουδαίων. Σωστά δασκαλεμένοι από τους πραγματογνώμονες, οι συνήγοροι υπεράσπισης δεν χρειάστηκαν πολλή ώρα για να κάνουν σκόνη τον Πρανάιτις. Γρήγορα αποδείχτηκε ότι ο Λιθουανός αγνοούσε ακόμη και τα πλέον βασικά στοιχεία της ιουδαϊκής θρησκείας και της εβραϊκής γλώσσας! Δεν ήταν παρά ένας απατεώνας! Οι «ειδικός» αποχωρούσε κάτω από τα χαχανητά του ακροατηρίου.

Γ. Πρανάιτις

Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Στις 28 Οκτωβρίου 1913 οι ένορκοι έδιναν την ετυμηγορία τους. Ο Μπέιλις αθωωνόταν πανυγηρικά!

Ο Μπέιλις στο εδώλιο του κατηγορουμένου

VI.   Τι απέγιναν οι πρωταγωνιστές της υπόθεσης;

  • Ουδέποτε απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε βάρος της Βέρας Τσεμπεριάκ και των υπόλοιπων μελών της συμμορίας. Για κάποιο δάστημα, η Τσεμπεριάκ κέρδιζε χρήματα παίζοντας σε παραστάσεις παντομίμας, σε τσίρκα, με θέμα την υπόθεση της δολοφονίας Γιούστσινσκι! Στην προκειμένη περίπτωση δικαιοσύνη απέδωσαν οι Μπολσεβίκοι, οι οποίοι εκτέλεσαν την Τσεμπεριάκ όταν κατέλαβαν το Κίεβο, στα τέλη του 1918.

Η Τσεμπεριάκ με τον σύζυγό της και την κόρη τους

  • Ο εθνικιστής φοιτητής Γκόλουμπεφ κατατάχθηκε στον τσαρικό στρατό αμέσως μετά την κήρυξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Σκοτώθηκε στο Ανατολικό Μέτωπο τον Οκτώβριο του 1914.
  • Ο απατεωνας «ειδικός» Πρανάιτις πέθανε από ασθένεια στην Πετρούπολη τον Ιανουάριο του 1917.
  • Ο εισαγγελέας Βίππερ προήχθη επανειλημμένα από το τσαρικό καθεστώς. Έλαβε, μάλιστα, και το αξίωμα του κρατικού συμβούλου. Μετά και την Οκτωβριανή Επανάσταση, συνελήφθη από τους Μπολσεβίκους: επαναστατικό δικαστήριο τον καταδίκασε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου και πέθανε από τις κακουχίες το 1920.
  • Ο προϊστάμενος της εισαγγελίας Κιέβου, Γκ. Τσαπλίνσκι δέχθηκε κι αυτός με τη σειρά του πολλές προαγωγές και τιμές από το καθεστώς, φτάνοντας ως το αξίωμα του γερουσιαστή. Συνελήφθη από την Προσωρινή Κυβέρνηση που προέκυψε μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917, καθώς διενεργούνταν έρευνα για παράνομες πράξεις τις οποίες είχε τελέσει κατά τον χειρισμό της υπόθεσης Μπέιλις. Κατόρθωσε να αποφυλακισθεί τον Ιούλιο του ιδίου έτους. Κατόπιν τα ίχνη του χάνονται. Υποθέτουμε ότι δεν θα ξέφυγε από τους Μπολσεβίκους.
  • Ο Υπουργός Δικαιοσύνης Στσεγκλοβίτοφ παρέμεινε στον υπουργικό του θώκο μέχρι το 1915, όταν και ανέλαβε πρόεδρος του Αυτοκρατορικού Συμβουλίου. Συνελήφθη κι αυτός από την Προσωρινή Κυβέρνηση το 1917. Εκτελέστηκε από το κομμουνιστικό καθεστώς τον Οκτώβριο του 1918.
  • Ο δικηγόρος υπεράσπισης Βασίλι Μακλακόφ ανέπτυξε ιδιαίτερα σημαντική πολιτική και δημοσιογραφική δράση. Μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου ήλπιζε να γίνει Υπουργός Δικαιοσύνης, αλλά έχασε τη θέση από τον… Αλέξανδρο Κερένσκι. Συμμετείχε πάντως σε διάφορες επιτροπές που συγκρότησε η Προσωρινή Κυβέρνηση. Στις αρχές Οκτωβρίου του 1917 ονομάσθηκε πρέσβης της Ρωσίας στη Γαλλία. Η Οκτωβριανή Επανάσταση θα τον υποχρέωνε να περάσει σχεδόν ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή του στο Παρίσι. Πέθανε το 1957 στην Ελβετία. Μερικά χρόνια νωρίτερα είχε αφήσει το στίγμα του με μια πράξη που συζητήθηκε πολύ και η οποία τον κατέστησε συμπαθή σε ορισμένους και αντιπαθή σε άλλους (ιδίως δε στα μέλη της ρωσικής κοινότητας των αντικομμουνιστών εμιγκρέδων στη Γαλλία): τον Φεβρουάριο του 1945, προτού τελειώσει ο πόλεμος, προσήλθε στη σοβιετική πρεσβεία στο Παρίσι, προκειμένου να δηλώσει δημόσια κι επίσημα την υπερηφάνεια του ως Ρώσος και την ευγνωμοσύνη του για τις θυσίες του σοβιετικού λαού. Έπειτα εκείνος, ο εξόριστος αστός, σήκωσε το ποτήρι του κι έκανε μια πρόποση: «Για την πατρίδα, τον Κόκκινο Στρατό και τον Ιωσήφ Στάλιν»!
  • Ο Μέντελ Μπέιλις θα μπορούσε να γίνει σταρ. Αμέσως μετά τη δίκη, η αθώωσή του ήταν το θέμα των παραστάσεων σε όλα τα εβραϊκά θέατρα της Νέας Υόρκης. Ο Μπέιλις προτίμησε να μετοικήσει στην Παλαιστίνη και να ασχοληθεί με το αγρόκτημα που του είχαν αγοράσει πλούσιοι υποστηρικτές του. Δεν τα κατάφερε. Αφού εξάντλησε κάθε πιθανότητα βιωσιμότητας της επιχείρησης και υπό το βάρος των χρεών, αναγκάστηκε να ακολουθήσει τη συμβουλή των φίλων του και να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ όπου έζησε την υπόλοιπη ζωή του. Συνέγραψε στα γίντις την αυτοβιογραφία του, υπό τον τίτλο «Η ιστορία των μαρτυρίων μου» (1925). Το βιβλίο μεταφράστηκε στα αγγλικά και τα ρωσικά. Πέθανε αιφνίδια το 1934, σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο Σαρατόγκα Σπρινγκς της Πολιτείας της Νέας Υόρκης. Σε μια συνέντευξη που είχε δώσει λίγους μήνες πριν εξέφραζε την ευγνωμοσύνη του σε όλους εκείνους τους Ρώσους «εθνικούς», όπως ήταν ο επιθεωρητής Κρασόφσκι και ο δημοσιογράφος Μπραζούλ-Μπρισκόφσκι: «επέδειξαν αληθινό ηρωισμό κι αυτοθυσία. Γνώριζαν καλά ότι υπερασπίζοντάς με θα κατέστρεφαν τις σταδιοδρομίες τους, ακόμη κι η ζωή τους θα διέτρεχε κίνδυνο. Ωστόσο επέμειναν, γιατί ήξεραν ότι ήμουν αθώος».

Ο Μπέιλις με την οικογένειά του

Ο διάσημος Αμερικανοεβραίος συγγραφέας Μπέρναρντ Μάλαμουντ χρησιμοποίησε την υπόθεση Μπέιλις ως πηγή έμπνευσης για το μυθιστόρημά του “The Fixer” (1966), το οποίο μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο (1968) από τον Τζων Φράνκενχάιμερ (με πρωταγωνιστές τον Άλαν Μπέητς και τον Ντερκ Μπόγκαρντ – γαλλικός και ελληνικός, αν δεν κάνω λάθος, τίτλος: « L’Homme de Kiev » – «Ο Άνθρωπος από το Κίεβο»). Το βιβλίο είχε εξοργίσει τα παιδιά του Μπέιλις. Πράγματι, ο βλάσφημος, εξεγερμένος εικονοκλάστης Γιάκοφ Μποκ δεν είχε καμία σχέση με τον πραγματικό Μεναχέμ Μέντελ Μπέιλις.

Πολύ συχνά, ειδικά στις ΗΠΑ, η υπόθεση Μπέιλις παραλληλίζεται με την υπόθεση Λήο Φρανκ, την ιστορία του Εβραίου διευθυντή εργοστασίου που καταδικάστηκε σε θάνατο για τη δολοφονία μιας δεκατριάχρονης εργάτριας χωρίς να υπάρχουν ακλόνητες αποδείξεις (1913). Η ποινή του Φρανκ μετατράπηκε εν συνεχεία σε ισόβια κάθειρξη. Όταν όμως ο κατάδικος επρόκειτο να μεταφερθεί σε άλλες φυλακές, ο όχλος που περίμενε τον λύντσαρε! Κάποιος κακεντρεχής (;) θα παρατηρούσε ότι στην απολυταρχική κι οπισθοδρομική τσαρική Ρωσία η αντιεβραϊκή σκευωρία αποκαλύφθηκε και ο άδικα κατηγορηθείς αθωώθηκε, σε μεγάλο βαθμό χάρη στην κινητοποίηση των πολιτών, ενώ στη χώρα της ελευθερίας ο ύποπτος όχι απλώς καταδικάστηκε, αλλά τελικά θανατώθηκε με φριχτό τρόπο από τον όχλο. Μολονότι αληθής, η επισήμανση θα ήταν άδικη, μια και θα εξέφραζε μέρος μόνο μιας σύνθετης πραγματικότητας.

Όσοι ενδιαφέρονται για την υπόθεση Μπέιλις έχουν τη δυνατότητα, εφόσον είναι ρωσομαθείς, να συμβουλευτούν το εξαιρετικό λήμμα της ρωσικής Βικιπαίδειας, το οποίο περιέχει όλες τις χρήσιμες παραπομπές σε επιστημονικές μελέτες (ιστορικές, νομικές και άλλες), τον αντίκτυπο της υπόθεσης στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο και κάθε σχετική πληροφορία. Οι υπόλοιποι ας ανατρέξουν στα κάπως συνοπτικά λήμματα που έχουν συνταχθεί στις πιο γνωστές γλώσσες ή, καλύτερα, ας διαβάσουν τη συναρπαστική διήγηση και ανάλυση του Orlando Figes (“A People’s Tragedy: Russian Revolution 1891–1924”, Jonathan Cape, Λονδίνο, 1996, γαλλική έκδοση: « La Révolution russe. 1891-1924 : la tragédie d’un peuple », εκδ. Denoël, Παρίσι, 2007 και έκδοση τσέπης στη σειρά Folio-Histoire, εκδ. Gallimard, τ. Ι, σελ. 448-453).

Si me quieres escribir – 80 χρόνια από την έναρξη του Ισπανικού Εμφυλίου – μέρος 2: οι εξηγήσεις

Δεκέμβριος 24, 2016
Αναρχικοί και αστυνομικοί στους δρόμους της Βαρκελώνης, κρατώντας πίνακα με αλληγορική απεικόνιση της Β΄ Δημοκρατίας/ φωτογραφία του Agustí Centelles i Ossó

Αναρχικοί και αστυνομικοί στους δρόμους της Βαρκελώνης, κρατώντας πίνακα με αλληγορική απεικόνιση της Β΄ Δημοκρατίας/ φωτογραφία του Agustí Centelles i Ossó

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

ΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΕΚΡΙΝΑΝ ΤΗΝ ΕΚΒΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ποιοι ήταν, όμως, οι παράγοντες που καθόρισαν, κατά το μάλλον ή ήττον, την έκβαση του Ισπανικού Εμφυλίου; Μπορούμε να ξεχωρίσουμε τέσσερις: την εγγενή στρατιωτική υπεροχή των δυνάμεων του Φράνκο (Α), τη σημασία της ξένης στρατιωτικής βοήθειας (Β), τον βαθμό ομοιογένειας που χαρακτήριζε τους δύο αντιπάλους (Γ) και τη στάση που τήρησαν οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες (Δ).

Α.   Η ΕΓΓΕΝΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΙΣΤΩΝ

Όταν ξεσπά ο εμφύλιος, ο ισπανικός στρατός αριθμεί περί τους 250 χιλιάδες άνδρες, οι οποίοι μοιράζονται σχεδόν εξίσου στις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις. Σε τι συνίσταται η υπεροχή των δυνάμεων του Φράνκο:

α.   Ο Εθνικός Στρατός: Επαγγελματισμός και πολεμική πείρα

Η στρατιωτική υπεροχή της οποίας χαίρει ευθύς εξαρχής ο Φράνκο οφείλεται σε δύο στοιχεία:

– Την επαγγελματική στελέχωση των δυνάμεών του: τα 4/5 των ανώτερων και κατώτερων αξιωματικών (καθώς και των υπαξιωματικών) συντάσσονται με τους στασιαστές. Οι Δημοκρατικοί δεν διαθέτουν σχεδόν καθόλου στελέχη που θα μπορούσαν να οργανώσουν και να καθοδηγήσουν τον στρατό τους. Η κατάσταση που επικρατεί στο ναυτικό είναι εξίσου ενδεικτική: τα πληρώματα παραμένουν, σε συντριπτικό ποσοστό, πιστά στη Δημοκρατία, αλλά το 90 % των αξιωματικών προσχωρεί στο στρατόπεδο των πραξικοπηματιών. Η συνέπεια είναι η εξής: ενώ η Δημοκρατία ελέγχει τα δύο τρίτα του πολεμικού στόλου, μόλις που μπορεί να χρησιμοποιήσει τα μισά από τα διαθέσιμα πλοία, μια και της λείπουν οι αξιωματικοί.

Μαροκινοί Ρεγουλάρες

Μαροκινοί Ρεγουλάρες

– Τον έλεγχο των πιο αξιόμαχων μονάδων του ισπανικού στρατού: οι εθνικιστές ελέγχουν από την έναρξη του εμφυλίου τα δύο πιο αξιόμαχα σώματα του ισπανικού στρατού, αυτά δηλαδή που αποτελούν τη Στρατιά της Αφρικής: την Ισπανική Λεγεώνα των Ξένων (Legión Española/ Tercio de Extranjeros) και τις μονάδες τακτικού στρατού που επανδρώνουν Μαροκινοί ιθαγενείς (Ταμπόρες δε Ρεγουλάρες). Πρόκειται για δύο σώματα απολύτως πειθαρχημένα, εμπειροπόλεμα, ποτισμένα από τις ωμές μεθόδους του αποικιακού πολέμου (τις οποίες και θα μεταφέρουν στη μητροπολιτική Ισπανία) και με νοοτροπία θρησκευτικής σχεδόν λατρείας της βίας (η κραυγή της Λεγεώνας είναι «Ζήτω ο Θάνατος»).

Οι πολιτοφυλακές των φιλομοναρχικών Καρλιστών (Ρεκετέ) και της φασιστικής Ισπανικής Φάλαγγας προσδίδουν στον Εθνικό Στρατό τη δύναμη των αριθμών και διακρίνονται για τον φανατισμό τους (που εκδηλώνεται κυρίως μέσω ενός αμείλικτου αντικομμουνισμού).

Ιερέας ευλογεί Καρλιστές Ρεκετέ

Ιερέας ευλογεί Καρλιστές Ρεκετέ

Τέλος, μολονότι η εθελοντική στρατιωτική συμμετοχή έχει συνδεθεί κυρίως με το στρατόπεδο των Δημοκρατικών, δεν πρέπει να παραβλέπεται το ότι και οι εθνικιστές είχαν τους δικούς τους αλλοδαπούς εθελοντές μαχητές: περίπου 4 χιλιάδες Πορτογάλοι υποστηρικτές του καθεστώτος Σαλαζάρ, 800 Ιρλανδοί υπό τις οδηγίες του ακροδεξιού εθνικιστή στρατηγού Γιούιν Ο’Ντάφυ, 300 έως 400 Γάλλοι ακροδεξιοί κι αντίστοιχος αριθμός Βρετανών (συνολικά, περίπου 15 χιλιάδες άνδρες).

β.   Το στρατόπεδο των Δημοκρατικών: αυτοσχεδιασμοί πάνω στο ίδιο θέμα

i) Στο ξεκίνημα του εμφυλίου οι μόνες πραγματικά αξιόμαχες δυνάμεις των Δημοκρατικών είναι, παραδόξως, τα σώματα ασφαλείας.

– Το Σώμα Ασφάλειας και Εφόδου ή Αστυνομία Εφόδου (Cuerpo de Seguridad y Asalto/ Guardia de Asalto) συγκροτείται το 1932 από τις δημοκρατικές κυβερνήσεις. Οι άνδρες του στρατολογούνται κυρίως μεταξύ των υποστηρικτών των δημοκρατικών κομμάτων. Τα τρία τέταρτα του σώματος παραμένουν πιστά στη νόμιμη κυβέρνηση.

Άνδρες της Αστυνομίας Εφόδου

Άνδρες της Αστυνομίας Εφόδου

– Η Χωροφυλακή (Guardia Civil) είναι οργανωμένη με αμιγώς στρατιωτικά πρότυπα και φημίζεται για τις βίαιες μεθόδους καταστολής τις οποίες μετέρχεται. Περίπου το 60 % των ανδρών της υπηρετούν τη Δημοκρατία. Κατά τους πρώτους μήνες του πολέμου είναι ίσως η μόνη πραγματικά στρατιωτική δύναμη των Δημοκρατικών, κάτι που αποδεικνύει και η συμβολή της στην κατάπνιξη των υποστηρικτών του πραξικοπήματος στη Βαρκελώνη.

Ισπανική Χωροφυλακή

Ισπανική Χωροφυλακή

– Το ίδιο ισχύει και για τους Καραμπινιέρους, οι οποίοι ως τότε ήταν επιφορτισμένοι κυρίως με καθήκοντα φύλαξης τελωνείων και συνόρων.

Στα οδοφράγματα της Μαδρίτης/ φθινόπωρο 1936

Στα οδοφράγματα της Μαδρίτης/ φθινόπωρο 1936

ii) Πολιτοφυλακές. Από ποσοτική άποψη, η κύρια δύναμη των Δημοκρατικών συνίσταται στις πολιτοφυλακές που οργανώνουν κόμματα και συνδικάτα (σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αναρχικοί). Οι πολιτοφυλακές διακρίνονται, ίσως, στον αφοπλισμό αμυνόμενων υποστηρικτών των στασιαστών και στις βιαιοπραγίες κατά των κατά τεκμήριο αντιπάλων της Δημοκρατίας, αλλά η στρατιωτική χρησιμότητά τους είναι περιορισμένη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η φάλαγγα αναρχικών του Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι. Διακρίνεται από σεκταρισμό, αδυναμία συνεννόησης με τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές και πνεύμα ανυπακοής. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις και οι στόχοι τους αποτελούν αντικείμενο συζήτησης σε επιτροπές και συνελεύσεις. Στο πεδίο της μάχης οι επιδόσεις είναι πενιχρές. Το γεγονός δεν είναι τυχαίο αν λάβουμε υπόψη τα ελαστικά κριτήρια στρατολόγησης στις ομάδες των αναρχικών και ελευθεριακών κομμουνιστών. Το αποτέλεσμα είναι να διεισδύουν στις τάξεις τους άτομα μη ικανά για στρατιωτικές επιχειρήσεις, τυχωδιώκτες που θα επιχειρήσουν να αποκομίσουν οικονομικά κέρδη από τη συμμετοχή τους στις επαναστατικές επιτροπές και πράκτορες των εθνικιστών. Τα ποσοστά λιποταξίας και προσχώρησης στον εχθρό είναι υψηλά μεταξύ των πολιτοφυλακών.

Αναρχική μέλος πολιτοφυλακής

Αναρχική μέλος πολιτοφυλακής

Η μόνη πολιτοφυλακή με στρατιωτική οργάνωση και πειθαρχία είναι, αναμενόμενα, το 5ο  Σύνταγμα, η πολιτοφυλακή των κομμουνιστών. Από αυτό και θα αναδειχθούν μερικοί από τους σημαντικότερους στρατιωτικούς διοικητές του πολέμου, όπως, πρωτίστως, ο Ενρίκε Λίστερ, ο Χουάν Γκιγιότο Λεόν ή Μοδέστο και ο, πλέον αμφιλεγόμενος, Βαλεντίν Γονθάλεθ ή Καμπεσίνο.

iii) Διεθνείς Ταξιαρχίες: Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες συγκροτούνται το φθινόπωρο του 1936 με πρωτοβουλία της Κομμιντέρν (Κομμουνιστικής Διεθνούς). Πρωταρχικό ρόλο στη στρατολόγηση και εκπαίδευση των εθελοντών έχει το γαλλικό ΚΚ. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι εθελοντές ήταν κομμουνιστές: υπήρχαν σοσιαλιστές, αναρχικοί, Ρώσοι που είχαν πολεμήσει στον Ρωσικό Εμφύλιο με την πλευρά των ηττηθέντων κι επιθυμούσαν να εξιλεωθούν, Εβραίοι οργανωμένοι στην Μπουντ, ελευθεροτέκτονες κ.ο.κ. Στις ΔΤ υπηρέτησαν συνολικά 35 χιλιάδες άνδρες από 50 τουλάχιστον χώρες, ευρωπαϊκές και μη. Οι Γάλλοι αποτελούσαν σχεδόν το 30 % των εθελοντών, ενώ σημαντικοί ήταν οι αριθμοί των Ιταλών, των Πολωνών, των Γερμανών (Τάγμα Τέλμανν), των Αμερικανών και των Βρετανών. Μεγάλος ήταν ο αριθμός των εθελοντών εβραϊκής καταγωγής (π.χ. περίπου οι μισοί Πολωνοί ήταν ισραηλίτες στο θρήσκευμα). Στις τάξεις των ΔΤ πολέμησαν και περίπου 300 με 400 μαχητές ελληνικής καταγωγής (160 με ελληνική ιθαγένεια, στην πλειονότητά τους κομμουνιστές και ναυτεργάτες, 65 Ελληνοκύπριοι, οι υπόλοιποι ομογενείς από την Αμερική ή τις χώρες της Ευρώπης). Οι γνωστότεροι στρατιωτικοί διοικητές των ΔΤ ήταν ο Πολωνός Κάρολ Βάτσουαφ Σφιερτσέφσκι ή «Βάλτερ», αξιωματικός του σοβιετικού στρατού, και ο Αυστριακός Μάνφρεντ Στερν ή «Κλέμπερ», αξιωματικός της υπηρεσίας πληροφοριών του Κόκκινου Στρατού. Οι ΔΤ διαλύθηκαν τον Οκτώβριο του 1938 με πρωτοβουλία της κυβέρνησης Νεγρίν ως δείγμα καλής θέλησης προς τις δυτικές δημοκρατίες (Γάλλοι και Βρετανοί το είχαν ζητήσει ήδη από το 1937).

Διεθνείς Ταξιαρχίες, Τάγμα Τέλμαν/ φωτογραφία του David "Chim" Seymour/ πρακτορείο Magnum

Διεθνείς Ταξιαρχίες, Τάγμα Τέλμαν/ φωτογραφία του David «Chim» Seymour/ πρακτορείο Magnum

Η στρατιωτική συμβολή των ΔΤ ήταν ιδιαιτέρως σημαντική, ειδικά κατά το πρώτο διάστημα του πολέμου, όταν δεν είχε ακόμη οργανωθεί τακτικός στρατός των Δημοκρατικών. Αποτέλεσαν τη δύναμη κρούσης ειδικά στις μάχες για την υπεράσπιση της Μαδρίτης, αλλά κι αργότερα. Περίπου 10 χιλιάδες μαχητές των ΔΤ έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η συμβολική αξία των ΔΤ ίσως και να ξεπερνά τη στρατιωτική. Ενσάρκωναν την ιδέα ενός οικουμενικού λαϊκού μετώπου. Το ιδανικό τους απαθανατίστηκε στα μεγάλα λογοτεχνικά έργα με θέμα τον Ισπανικό Εμφύλιο, εκείνα του Μαλρώ και του Χέμινγουέυ.

iv) Λαϊκός Στρατός: Στα μέσα Οκτωβρίου 1936, η κυβέρνηση Λάργο Καμπαγέρο αποφασίζει το λογικό και αυτονόητο, δηλαδή τη συγκρότηση ενός τακτικού «Λαϊκού Στρατού», ο οποίος ενσωματώνει πολιτοφυλακές και ΔΤ υπάγοντάς τες στον Στρατιωτικό Ποινικό και Πειθαρχικό Κώδικα. Το κύριο πρόβλημα του Λαϊκού Στρατού είναι η εκπαίδευση και κατάρτιση στελεχών. Ο χρόνος δουλεύσει σε βάρος των Δημοκρατικών, οπότε το πρόβλημα αντιμετωπίζεται με ημίμετρα και αυτοσχέδιες λύσεις: ταχύρρυθμη εκπαίδευση (8 εβδομάδες για τους κατώτερους αξιωματικούς), προγράμματα κατάρτισης στην ΕΣΣΔ κ.λπ. Παρά τις δυσκολίες και την εξαρχής μειονεκτική θέση της, η Δημοκρατία κατορθώνει να συγκροτήσει αξιόμαχο στράτευμα, ιδίως κατά την περίοδο διακυβέρνησης Νεγρίν. Ποτέ δεν θα κατορθώσει, όμως, να υπερβεί τα προβλήματα εξοπλισμού και ανεφοδιασμού της. Ως προς το ζήτημα αυτό, ο ρόλος του ξένου παράγοντα αποδεικνύεται καθοριστικός.

5ο Σύνταγμα, η βάση του Λαϊκού Σρατού

5ο Σύνταγμα, η βάση του Λαϊκού Σρατού

Β.   Η ΞΕΝΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ

Η ξένη στρατιωτική βοήθεια υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξη του Ισπανικού Εμφυλίου. Χωρίς την ενίσχυση της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας, οι πραξικοπηματίες θα αναγκάζονταν γρήγορα να διαπραγματευθούν με τη νόμιμη κυβέρνηση. Χωρίς την ενίσχυση της ΕΣΣΔ, η Μαδρίτη θα έπεφτε και μαζί της η Β΄ Ισπανική Δημοκρατία. Η ξένη ενίσχυση ήταν, εν πολλοίς, ο παράγοντας που μετέτρεψε τη σύγκρουση σε πραγματικό πόλεμο.

α.   Δυνάμεις του Άξονα εναντίον ΕΣΣΔ: Στις 25 Ιουλίου 1936, ο Χίτλερ ικανοποιεί σχεδόν αμέσως το αίτημα του Φράνκο για την παροχή στρατιωτικής βοήθειας. Γνωρίζει ότι η εγκαθίδρυση ενός φασιστικού καθεστώτος στα δυτικά των Πυρηναίων απομονώνει τη Γαλλία κι εξυπηρετεί ιδανικά τα σχέδιά του. Δευτερευόντως, υπάρχει μια σειρά από πρόσθετα οφέλη: προνομιακή εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Ισπανίας και δη των πρώτων υλών της, ευκαιρία να δοκιμαστούν όπλα και στρατεύματα σε συνθήκες πραγματικού πολέμου. Άρματα μάχης, αεροπλάνα και βαρέα όπλα τελειοποιούνται χάρη στα διδάγματα του Ισπανικού Εμφυλίου. Νέες τακτικές δοκιμάζονται: μαζικοί βομβαρδισμοί, σχηματισμοί καταδιωκτικών, χρήση αντιαεροπορικών όπλων κατά των αρμάτων μάχης, βελτιστοποίηση της συνεργασίας μεταξύ αεροπορίας και χερσαίων δυνάμεων. Η Γερμανία θα βοηθήσει, αλλά θα αποκομίσει και πολλά οφέλη από τη συμμετοχή της στον πόλεμο.

Γερμανικό περιοδικό με εξώφυλλο αφιερωμένο στη Λεγεώνα Κόνδωρ

Γερμανικό περιοδικό με εξώφυλλο αφιερωμένο στη Λεγεώνα Κόνδωρ

Ο Μουσσολίνι έχει συμφωνήσει να βοηθήσει τους στασιαστές πριν από την εκδήλωση του πραξικοπήματος. Είναι, πάντως, επιφυλακτικός. Αναμένει τη γαλλική στάση. Όταν πεισθεί ότι οι Γάλλοι δεν θα βοηθήσουν τους Δημοκρατικούς στέλνει το ιταλικό εκστρατευτικό σώμα.

Ο Στάλιν είναι πολύ πιο διστακτικός. Η ΕΣΣΔ αρχικά υπογράφει το Σύμφωνο Μη Επιθέσεως. Αποφασίζει να βοηθήσει όταν πλέον έχουν ήδη επέμβει Γερμανοί και Ιταλοί. Οι λόγοι του είναι ιδεολογικοί και πολιτικοί: δεν μπορεί να αφήσει εντελώς αβοήθητο το ισπανικό προλεταριάτο και δεν μπορεί να επιτρέψει στον Χίτλερ να καταγάγει μια νίκη στη Μεσόγειο.

β.   Η ποιότητα του οπλισμού: Αν πιστέψουμε τα στερεότυπα, τα γερμανικά όπλα ήταν από ποιοτική άποψη τα καλύτερα, τα αντίστοιχα σοβιετικά μέτρια, η ιταλική βοήθεια ελάχιστα σημαντική. Η αλήθεια είναι διαφορετική.

ΤΘ Φίατ Ανσάλντο

ΤΘ Φίατ Ανσάλντο

i) Τεθωρακισμένα: Σε ό,τι αφορά τα άρματα μάχης, τα μικροσκοπικά ιταλικά Φίατ-Ανσάλντο L3/35 προκαλούν στην εποχή μας το γέλιο. Πραγματικά σαρδελοκούτια, χωρίς πυργίσκο, με ελάχιστη θωράκιση και με οπλισμό δύο πολυβόλα των 8 χιλιοστών, δεν μπορούν να συναγωνιστούν στο ελάχιστο τους αντιπάλους τους. Τα γερμανικά Πάντσερ Ι, λίγο μεγαλύτερα από τα ιταλικά άρματα τσέπης, έχουν πυργίσκο, αλλά η θωράκισή τους είναι επίσης πλημμελής. Το μοναδικό ουσιαστικό πλεονέκτημά τους έγκειται στο ότι είναι τα μόνα που διαθέτουν ασύρματο.

Πάντσερ Ι

Πάντσερ Ι

Τα σοβετικά Τ-26, σχεδιασμένα με βάση βρετανικά πρότυπα, αποτελούν εξαιρετικά ελαφρά τεθωρακισμένα που διαθέτουν όχι απλώς πολυβόλο, αλλά και κανόνι των 45 χιλιοστών. Τα πιο εξελιγμένα ΒΤ-5, που τα διαδέχθηκαν, έχουν καλύτερη θωράκιση, μπορούν να αναπτύξουν υψηλή ταχύτητα και παρουσιάζουν μεγάλη αυτονομία στα καύσιμα. Το μειονέκτημά τους είναι ότι έχουν σχεδιασθεί για επιχειρήσεις σε βάθος επί πεδινού εδάφους. Δεν είναι, επομένως, τα καταλληλότερα για το ημιορεινό, ανώμαλο έδαφος των ισπανικών πεδίων μάχης.

Τ-26

Τ-26

ii) Πολεμική αεροπορία: Τα σοβιετικά καταδιωκτικά Πολικάρποφ Ι-15 και Ι-16 (που οι Δημοκρατικοί ονόμαζαν χαϊδευτικά «μύγες», ενώ οι εθνικιστές με περιφρόνηση «αρουραίους») ήταν προϊόντα πρωτοποριακού σχεδιασμού και πραγματικοί κυρίαρχοι των αιθέρων, κατά πολύ ανώτερα των Χάινκελ 51 και των Φίατ Κίρρι. Τα βομβαρδιστικά Τουπόλεφ SB δεν υστερούσαν σε τίποτε έναντι των Γιούνκερς 52 και των Σαβόια Μαρκέτι. Εντούτοις, οι εθνικιστές επικράτησαν τελικά και στη μάχη για τον έλεγχο του εναέριου χώρου. Ακούγεται κοινότοπο, αλλά οι μηχανές δεν πολεμούν μόνες τους.

Η ανάπαυση του πληρώματος ενός Πολικάρποφ/ φωτογραφία του David "Chim" Seymour

Η ανάπαυση του πληρώματος ενός Πολικάρποφ/ φωτογραφία του David «Chim» Seymour

γ.   Η χρήση του έμψυχου και άψυχου δυναμικού: Το «εθνικό» στρατόπεδο χρησιμοποιεί τα όπλα του με τρόπο πολύ αποτελεσματικότερο. Αντιθέτως προς τους Σοβιετικούς, οι δυνάμεις του Άξονα στέλνουν στην Ισπανία δύο ομοιογενή σώματα ενόπλων δυνάμεων. Η γερμανική Λεγεών Κόνδωρ επανδρώνεται κυριολεκτικά από την αφρόκρεμα της Λουφτβάφφε. Πειθαρχία, συνοχή, τακτική και στρατηγική τόλμη, σε συνδυασμό με την καλύτερη συνεργασία μεταξύ εδάφους και αέρος δίνουν στους εθνικιστές σαφές πλεονέκτημα στη μάχη των αιθέρων, την ώρα που οι Δημοκρατικοί δεν διαθέτουν ούτε επαρκή αριθμό καλά εκπαιδευμένων πιλότων ούτε αντιαεροπορική άμυνα. Το ιταλικό Εθελοντικό Εκστρατευτικό Σώμα αποτελεί ένα πλήρες στράτευμα με απόλυτη συνοχή (4 επίλεκτες ιταλικές μεραρχίες, δύο μεικτές ιταλοϊσπανικές, συν ένα σώμα ΤΘ) και μεγάλη αριθμητική δύναμη (συνολικά 50 έως 75 χιλιάδες Ιταλοί πολέμησαν στην Ισπανία). Η συμβολή του στη νίκη των εθνικιστών είναι αναμφίβολα καθοριστική. Τέλος, Ιταλοί και, κυρίως, Γερμανοί βοηθούν με αποτελεσματικό τρόπο στην εκπαίδευση και κατάρτιση του στρατού του Φράνκο.

Σαβόια Μαρκέττι 81, συνοδευόμενο από Φίατ Κίρρι

Σαβόια Μαρκέττι 81, συνοδευόμενο από Φίατ Κίρρι

Οι Σοβιετικοί δεν στέλνουν κάποιο ομοιογενές στρατιωτικό σώμα, αλλά συμβούλους, πιλότους και αρματιστές. Τα εξαιρετικά τεθωρακισμένα τους δεν θα χρησιμοποιηθούν ποτέ με ικανοποιητικό τρόπο από τους Ισπανούς. Το ίδιο ισχύει και για την αεροπορία, όπου παρατηρούνται και σοβαρά προβλήματα συνεργασίας με τις δυνάμεις εδάφους. Εν γένει, τα προβλήματα συνεννόησης μεταξύ Ισπανών και Σοβιετικών είναι αρκετά, συχνά δε οφείλονται σε λόγους που εκπλήσσουν (την εποχή εκείνη δεν υπάρχει καν ρωσοϊσπανικό λεξικό). Η αποτελεσματικότητα των σοβιετικών δυνάμεων πλήτετται και από την πολιτική του Στάλιν, ο οποίος εναλλάσσει διαρκώς το έμψυχο δυναμικό. Τρεις χιλιάδες Σοβιετικοί πολέμησαν στην Ισπανία, αλλά ποτέ ο συνολικός αριθμός όσων υπηρετούσαν δεν ξεπέρασε τους 800 [1]. Κανείς δεν υπηρετούσε περισσότερο από μερικούς μήνες. Ο Στάλιν είχε τις φοβίες του [2]. Βρισκόμαστε, άλλωστε, στην εποχή που ξεκινούν οι μαζικές εκκαθαρίσεις στον Κόκκινο Στρατό. Πάντως, ας μην ξεχνούμε τις αντικειμενικές δυσκολίες για τις οποίες η ΕΣΣΔ δεν είχε ευθύνη: οι γραμμές ανεφοδιασμού ήταν ατελείωτες, κάθε αποστολή, χερσαία ή θαλάσσια, αντιμετώπιζε αμέτρητους κινδύνους λόγω του ναυτικού αποκλεισμού και των κλειστών συνόρων. Την ίδια ώρα, Γερμανοί κι Ιταλοί ανεφοδιάζονταν ανενόχλητοι και τα αεροπλάνα και τα τεθωρακισμένα τους συντηρούνταν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Τέλος, η αριθμητική υπεροχή ανήκει σαφώς στο στρατόπεδο του Άξονα: 55 ως 90 χιλιάδες άνδρες έναντι 3 χιλιάδων, 1350 αεροσκάφη έναντι 650, πάνω από χίλια ΤΘ προς 320 κ.ο.κ.


[1] Μεταξύ των Σοβιετικών στρατιωτικών που υπηρέτησαν στην Ισπανία συναντούμε αρκετούς από τους πρωταγωνιστές του Ανατολικού Μετώπου: τους μετέπειτα στρατάρχες Κιρίλλ Αφανάσιεβιτς Μερετσκόφ (έναν από τους σωτήρες του Λενινγκράντ), Νικολάι Νικολάγεβιτς Βόρονοφ (ΠΒ) και Ροντιόν Μιχάιλοβιτς Μαλινόφσκι ή τον ήρωα του Σταλινγκράντ Αλεξάντρ Ιλίτς Ροντίμτσεφ, χωρίς να ξεχνούμε τον Ντμίτρι Γκριγκόριεβιτς Πάβλοφ που εκτελέστηκε το 1941 μετά την ταπεινωτική συντριβή στη Λευκορωσία.

[2] Ενδεικτικό των αστοχιών των Σοβιετικών είναι και το ότι από τις εμπειρίες τους στον Ισπανικό Εμφύλιο συνήγαγαν εσφαλμένα συμπεράσματα. Π.χ., έκριναν ότι τα άρματα μάχης δεν είχαν ιδιαίτερη αξία ως αυτοτελές όπλο επίθεσης και για αυτό και διέλυσαν τις μονάδες ΤΘ του Κόκκινου Στρατού, κάτι το οποίο πλήρωσαν ακριβά κατά το πρώτο διάστημα της γερμανικής εισβολής. Το μόνο ωφέλιμο συμπέρασμα για τους Σοβιετικούς ήταν τελικά η χρησιμότητα των πολεμικών αεροσκαφών για να πλήττουν στόχους στο έδαφος. Για τον λόγο αυτό σχεδίασαν και ανέπτυξαν το περίφημο Ιλιούσιν 2 Στουρμόβικ το οποίο αποδείχθηκε υπερπολύτιμο κατά τον Β΄ ΠΠ.


Γ.   Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΒΑΘΜΟ ΟΜΟΙΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΩΝ

α.   Ένα συμπαγές εθνικιστικό στρατόπεδο

Ο Φράνκο δεν προοριζόταν από την αρχή για ηγέτης των πραξικοπηματιών. Ο αρχαιότερος κι ανώτερος σε βαθμό ήταν ο στρατηγός Σανχούρχο, σκοτώθηκε όμως σε αεροπορικό δυστύχημα επιχειρώντας να επιστρέψει στην Ισπανία από τον τόπο εξορίας του, το Εστορίλ της Πορτογαλίας [3]. Εγκέφαλος του πραξικοπήματος ήταν ο Εμίλιο Μόλα. Και ο Μόλα σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα κατά την εκστρατεία κατάληψης της Χώρας των Βάσκων, στις αρχές του θέρους του 1937. Πιο εσωστρεφής από τον Φράνκο, είχε χάσει ήδη πολύτιμο έδαφος στον αγώνα για την αρχηγία. Ο Φράνκο έχαιρε, ούτως ή άλλως, εκτίμησης μεταξύ των συναδέλφων του για τις στρατιωτικές ικανότητές του, έχοντας διοικήσει τη Στρατιά της Αφρικής. Ήταν επίσης ο άνθρωπος με τις καλύτερες διασυνδέσεις με το περιβάλλον του Αδόλφου Χίτλερ [4], άρα ο καταλληλότερος για να εξασφαλίσει την απαραίτητη στρατιωτική βοήθεια. Υπήρξε, τέλος, τυχερός και ικανός ώστε να εκμεταλλευθεί όλες τις συγκυρίες και να διαμορφώσει τις κατάλληλες συνθήκες για να εδραιώσει την εξουσία του.

Το εθνικιστικό στρατόπεδο δεν ήταν από την αρχή ομοιογενές. Περιελάμβανε καθολικούς δεξιούς, φιλομοναρχικούς διαφόρων τάσεων, καθαρόαιμους φασίστες όπως τα μέλη της Φάλαγγας κ.ά. Δεν είχαν όλοι τον ίδιο στόχο για το μέλλον. Παλινόστηση της μοναρχίας, εγκαθίδρυση απολυταρχικού καθεστώτος στα πρότυπα της δικτατορίας του Μιγέλ Πρίμο δε Ριβέρα και επιβολή φασιστικού κράτους στα ιταλικά πρότυπα ήταν μερικές μόνον από τις επιλογές. Καθοριστική για τη συνοχή του εθνικιστικού στρατοπέδου υπήρξε η συμβολή της Εκκλησίας που γρήγορα συντάχθηκε με τους στασιαστές. Έδωσε στη στρατιωτική εκστρατεία χαρακτήρα σταυροφορίας κατά των άθεων κομμουνιστών, για την προάσπιση της «αιώνιας Ισπανίας», δίχως άλλο καθολικής. Και διασφάλισε την απαραίτητη λαϊκή υποστήριξη για το εγχείρημα των στασιαστών.

Αντιθέτως προς ό,τι διατείνονται οι Δημοκρατικοί, οι εθνικιστές δεν στερούνταν λαϊκής βάσης. Δεν αμφισβητείται ότι η εκκλησιαστική ιεραρχία και ο κλήρος, οι γαιοκτήμονες και οι βιομήχανοι υποστήριζαν ένθερμα το πραξικόπημα. Δεν ήταν, όμως, μόνον αυτοί. Μεταξύ κυρίως των αγροτικών και πιο συντηρητικών στρωμάτων υπήρχαν αρκετοί που αντιμετώπιζαν με τρόμο την προοπτική ανάληψης της εξουσίας από την Αριστερά.

Ο Φράνκο ομογενοποίησε με επιδεξιότητα το σύνολο αυτό. Όσους θεωρούσε επικίνδυνους πολιτικούς αντιπάλους τους εξόντωσε, πολιτικά, ηθικά, ακόμη και φυσικά. Μετά την εκτέλεση του υιού Πρίμο δε Ριβέρα από τους Δημοκρατικούς τον Νοέμβριο του 1936 μπορούσε ανενόχλητος να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό του: την ενοποίηση όλων των συστατικών στοιχείων του «εθνικού στρατοπέδου» σε ένα ενιαίο κόμμα, το οποίο ονόμασε «Falange Española Tradicionalista y de las Juntas de Ofensiva Nacional Sindicalista (Ισπανική Φάλαγγα των Παραδοσιακών Αξιών και Επιτροπές Συνδικαλιστικής Εθνικής Επίθεσης)» (19 Απριλίου 1937). Η εξουσία του δεν επρόκειτο να αμφισβητηθεί ποτέ ξανά. Οι έριδες και οι αντιπαλότητες αφορούσαν πλέον τη νομή των θέσεων εξουσίας υπό τον Χενεραλίσιμο.

β.   Έριδες κι ανομοιογένεια

Τα συστατικά του δημοκρατικού στρατοπέδου είναι εξαιρετικά ανομοιογενή. Κεντρώα και κεντροαριστερά κόμματα, σοσιαλιστές διαφόρων τάσεων, «ορθόδοξοι» κομμουνιστές, αντιφρονούντες ως προς τη γραμμή της Μόσχας κομμουνιστές, αναρχικοί. Οι μεταξύ τους διαφωνίες θα αποκρυσταλλωθούν μέσω της δημιουργίας δύο τάσεων: διαφύλαξη της αστικής δημοκρατίας ή επανάσταση. Η αντιπαλότητα αυτή θα εξελιχθεί μεταξύ 3ης και 7ης Μαΐου 1937 σε έναν πραγματικό εμφύλιο εντός του μεγαλύτερου, ιδίως στη Βαρκελώνη. Οι δυνάμεις της «τάξης» (σοσιαλιστές, κομμουνιστές, σώματα ασφαλείας) συγκρούονται με εκείνες της «επανάστασης» (αναρχικοί, POUM). Οι ένοπλες συγκρούσεις έχουν ως αποτέλεσμα 400 έως 500 νεκρούς και χίλιους τραυματίες. Στο στόχαστρο των επικρίσεων βρίσκεται το ΚΚΙ. Σταλινικό, ενεργούμενο της Μόσχας, δήμιος της επανάστασης, ολετήρας της ενότητας του δημοκρατικού στρατοπέδου, κι άλλα πολλά. Πόσο δικαιολογημένες είναι, τελικά, οι επικρίσεις αυτές;

– Η διάλυση του POUM

«Η γενικότερη μεταστροφή προς τα δεξιά ανάγεται περίπου στο διάστημα Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 1936, όταν η ΕΣΣΔ άρχισε να προμηθεύει με όπλα την κυβέρνηση και όταν η εξουσία άρχισε να περνά από τους αναρχικούς στους κομμουνιστές… Οι Ρώσοι ήταν σε θέση να επιβάλουν τους όρους τους. Δίχως αμφιβολία, οι όροι αυτοί ήταν οι εξής: “εμποδίστε την επανάσταση, διαφορετικά δεν θα σας δώσουμε όπλα!” Δίχως αμφιβολία, το πρώτο χτύπημα κατά των στοιχείων της επανάστασης, η εκδίωξη του POUM από την Κυβέρνηση της Περιφέρειας της Καταλωνίας, δόθηκε κατόπιν διαταγών της ΕΣΣΔ». [Τζωρτζ Όργουελλ «Φόρος Τιμής στην Καταλωνία»]

Πολιτοφύλακες του POUM στους στρατώνες "Λένιν" της Βαρκελώνης/ στο βάθος ξεχωρίζει λόγω ύψους ο Τζ. Όργουελλ

Πολιτοφύλακες του POUM στους στρατώνες «Λένιν» της Βαρκελώνης/ στο βάθος ξεχωρίζει λόγω ύψους ο Τζ. Όργουελλ

Το 1935, ο Αντρέου Νιν και ο Τζοακίν Μωρίν ιδρύουν στη Βαρκελώνη το Εργατικό Κόμμα Μαρξιστικής Ενοποίησης (Partido Obrero de Unificación Marxista/ Partit Obrer d’Unificació Marxista, POUM). Από την αρχή, υφίσται αντιπαλότητα μεταξύ ΚΚΙ και POUM. Οι «ορθόδοξοι» κομμουνιστές κατηγορούσαν το POUM ως τροτσκιστικό. Είναι αλήθεια ότι τα μέλη του είχαν εκδώσει ψήφισμα με το οποίο ζητούσαν να χορηγηθεί στον Τρότσκι πολιτικό άσυλο στην Καταλωνία. Όμως, η ηγεσία του κόμματος είχε ήδη συγκρουσθεί με τον Τρότσκι, του οποίου τη γραμμή, άλλωστε, δεν είχε ακολουθήσει. Εντούτοις, το ΚΚΙ ζήτησε και πέτυχε την απομάκρυνση του POUM από την Κυβέρνηση της Περιφέρειας της Καταλωνίας τον Δεκέμβριο του 1936. Μερικούς μήνες αργότερα, ενώ εξελίσσονται οι συγκρούσεις του Μαΐου του 1937, πράκτορες του σοβιετικού Εν Κα Βε Ντε (Λαϊκού Επιτροπάτου Εσωτερικών Υποθέσεων), υπό τις διαταγές του επικεφαλής τους Αλεξάντρ Ορλόφ, απάγουν τον Νιν, τον βασανίζουν και τον δολοφονούν. Τα υπόλοιπα ηγετικά στελέχη του POUM προσάγονται σε δίκη με τις κατηγορίες της πρόκλησης επανάστασης και της προετοιμασίας πραξικοπήματος για λογαριασμό των φρανκικών. Πολλοί κάνουν λόγο για μεταφορά των Δικών της Μόσχας στην Ισπανία. Εντούτοις, αν και τα μέλη του POUM καταδικάζονται για την πρώτη κατηγορία (σε ποινές φυλάκισης και κάθειρξης έως 15 ετών), αθωώνονται για τη δεύτερη.

Α. Νιν

Α. Νιν

– Η «απολύμανση» της CNT: Το καλοκαίρι του 1937, ο Παλμίρο Τολιάττι, απεσταλμένος της Κονιντέρν στην Ισπανία, προτείνει την εκκαθάριση της CNT, ώστε αυτή να απαλλαγεί από τα φιλοεπαναστατικά στοιχεία της. Χιλιάδες μέλη της συνελήφθησαν κι εκατοντάδες δικάστηκαν. Η μεγαλη αναρχοσυνδικαλιστική οργάνωση, όμως, δεν διαλύθηκε. Μετά την «απολύμανσή» της επανεντάχθηκε κανονικότατα στο δημοκρατικό στρατόπεδο και την κυβέρνηση.

Μικρή, αλλά αναγκαία απολογία του ΚΚΙ: Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 το ΚΚΙ είναι ένα μικρό κόμμα με 100 περίπου μέλη. Τον Ιούνιο του 1936, λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, τα μέλη του έχουν εκτοξευθεί στις 90 χιλιάδες. Ένα χρόνο αργότερα φθάνουν στον εντυπωσιακό αριθμό των 350 χιλιάδων. Το κόμμα ελέγχει τη συνδικαλιστική συνομοσπονδία της UGT και την κοινή με το Σοσιαλιστικό Κόμμα νεολαία. Η σοβιετική ενίσχυση και ανάμειξη στα πολιτικά πράγματα δεν είναι βέβαια αμέτοχη, αλλά δεν αρκεί για να εξηγήσει το γεγονός ότι, στην πράξη, το ΚΚΙ υπήρξε το πολιτικό κόμμα με τη μεγαλύτερη λαϊκή συμμετοχή. Ας αναφερθεί, ως μέτρο σύγκρισης, το ότι το ισχυρότερο, από άποψη εκλογικής δύναμης, ισπανικό κόμμα, το Σοσιαλιστικό, δεν ξεπερνά τα 75 χιλιάδες μέλη. Το ΚΚΙ ασκεί ιδιαίτερη επιρροή όχι μόνο στο προλεταριάτο, αλλά και στους υπόλοιπους μισθωτούς, τους αγρότες (και μάλιστα όχι τόσο στους ακτήμονες, αλλά τους μικροϊδιοκτήτες γης) και στους διανοούμενους.

Διαδήλωση του ΚΚΙ

Διαδήλωση του ΚΚΙ

Χωρίς να αμφισβητείται η επιρροή της Μόσχας, το ισπανικό κομμουνιστικό κόμμα δεν αποτελεί πάντα πειθήνιο όργανο εκτέλεσης των εντολών της σταλινικής ηγεσίας. Το ΚΚΙ εισέρχεται στην κυβέρνηση το φθινόπωρο του 1936, παρά την αντίθεση του Στάλιν. Συμβάλλει στην απομάκρυνση του Λάργο Καμπαγέρο από την πρωθυπουργία, μολονότι η Μόσχα συνέχιζε να τον υποστηρίζει. Απορρίπτει κατηγορηματικά την πρόταση του Στάλιν για διενέργεια εκλογών ώστε να ενισχυθεί η δημοκρατική νομιμοποίηση της κυβέρνησης με νωπή λαϊκή εντολή.

Σε ό,τι αφορά τον ρόλο του ΚΚΙ στο θέμα της ενότητας του δημοκρατικού στρατοπέδου, αυτό που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι το κομμουνιστικό κόμμα δεν έδρασε μόνο του στην προσπάθεια καταστολής των επαναστατικών στοιχείων. Έδρασε από κοινού με όλα τα κόμματα του κέντρου και της κεντροαριστεράς [Δημοκρατική Αριστερά (Izquierda Republicana) του ΠτΔ Αθάνια, Δημοκρατική Αριστερά της Καταλωνίας (Esquerra Republicana de Catalunya) του Λ. Κομπάνς, Δημοκρατική Ένωση (Unión Republicana) του Ντιέγο Μαρτίνεθ Μπάρριο], τους σοσιαλιστές και το μεγαλύτερο μέρος των ηγετικών στελεχών των αναρχικών οργανώσεων (CNT, FAI, οι οποίοι βρίσκουν την ευκαιρία να ξεφορτωθούν τους πιο ενοχλητικούς πολιτικούς αντιπάλους τους).

Η εμβληματική μορφή του ΚΚΙ: Ντολόρες Ιμπάρρουρι, (Πασιονάρια)

Η εμβληματική μορφή του ΚΚΙ: Ντολόρες Ιμπάρρουρι, (Πασιονάρια)

Το ΚΚΙ πόρρω απέχει από τους χαρακτηρισμούς του άσπιλου και του άμωμου. Η δαιμονοποίησή του, όμως, και η στοχοποίησή του ως υπεύθυνου του συνόλου των δεινών αμφοτέρων των αντιπάλων απέχει ακόμη περισσότερο από την ιστορική αλήθεια.

——————————————————————————————————–

Παρά τις εμφύλιες έριδες από τις οποίες σπαράσσεται, το δημοκρατικό στρατόπεδο θα κατορθώσει, κατά το μεγαλύτερο διάστημα του πολέμου να διατηρήσει την ενότητά του σε κυβερνητικό και στρατιωτικό επίπεδο (στον τομέα αυτό η σοβιετική βοήθεια κι επιρροή ήταν καθοριστική). Θεωρητικά, θα μπορούσε να κερδίσει τον πόλεμο. Εάν και εφόσον, βέβαια, δεχόταν έξωθεν βοήθεια.


[3] Κατά κάποιο τρόπο, ο Σανχούρχο προκάλεσε ο ίδιος τη μοίρα του. Μπορούσε να ταξιδέψει με το ίδιο οκταθέσιο αεροπλάνο που είχε μεταφέρει τον Φράνκο από την Τενερίφη στο Μαρόκο. Προτίμησε να ταξιδέψει με το μικρό διθέσιο που πιλόταρε ο επίλεκτος (και φιλομοναρχικός) αεροπόρος Χουάν Αντόνιο Ανσάλδο. Ο, εύσωμος, Σανχούρχο επέμενε να πάρει μαζί του πολλές αποσκευές. Ο Ανσάλδο τον προειδοποίησε ότι το αεροσκάφος δεν θα άντεχε τέτοιο βάρος. Ο στρατηγός απάντησε ότι «πρέπει να φοράω τα κατάλληλα ρούχα, τώρα που θα είμαι ο νέος καουντίγιο (ηγέτης) της Ισπανίας»! Το αεροπλάνο συνετρίβη κατά τη διαδικασία απογείωσης από το Εστορίλ. Ο πιλότος επέζησε.

[4] Βασικός σύνδεσμος πρέπει να ήταν ο ναύαρχος Βίλχελμ Κανάρις, επικεφαλής της υπηρεσίας πληροφοριών του γερμανικού στρατού. Ορισμένοι υποστηρίζουν επίσης ότι μεταξύ Φράνκο και Χίτλερ μεσολάβησαν Γερμανοί εγκατεστημένοι στο Ισπανικό Μαρόκο οι οποίοι ήταν μέλη της Οργάνωσης Εξωτερικού του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος.


Δ.   Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΔΥΤΙΚΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΩΝ

Η Ισπανική Δημοκρατία θα μπορούσε να επιβιώσει και τελικά να επικρατήσει αν είχε την υποστήριξη των δυτικών δημοκρατιών. Καμία δεν το βοήθησε εκτός από το φιλότιμο Μεξικό (την μόνη χώρα που ενίσχυσε αφιλοκερδώς τη νόμιμη κυβέρνηση), το οποίο έστειλε όσα όπλα μπορούσε, αγόραζε όπλα από τη διεθνή αγορά για λογαριασμό των Δημοκρατικών, παρείχε ανθρωπιστική βοήθεια κι υποσχέθηκε άσυλο σε όποιον κατέφευγε στην επικράτειά του σε περίπτωση ήττας. Ουσιαστική βοήθεια, όμως, μπορούσαν να παράσχουν μόνο η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία. Για διαφορετικούς λόγους και με διαφορετικούς τρόπους, αμφότερες επέλεξαν να κρατήσουν στάση ουδετερότητας που ευνοούσε στην πράξη αποκλειστικά τον Φράνκο.

α.   Γαλλία: Τη νύχτα της 19ης προς την 20ή Ιουλίου 1936, ο Ισπανός πρωθυπουργός Χοσέ Χιράλ ζητεί από τον Γάλλο ομόλογό του Λεόν Μπλουμ στρατιωτική βοήθεια για να καταστείλει το πραξικόπημα: αεροπλάνα, όπλα και πυρομαχικά. Το αίτημα του Χιράλ στηρίζεται σε διμερή συμφωνία που είχαν συνάψει οι δύο χώρες το 1935. Τι πιο λογικό για το ισπανικό Λαϊκό Μέτωπο από το να στραφεί για βοήθεια στους συντρόφους του γαλλικού; Ο Μπλουμ διαβουλεύεται με τους βασικούς υπουργούς του και, παρά τις έντονες μεταξύ τους διαφωνίες, δίνει καταρχήν θετική απάντηση. Πέντε ημέρες αργότερα κι αφού έχει μεσολαβήσει μια επίσημη επίσκεψη στο Λονδίνο αλλάζει την απόφασή του! Τι μεσολάβησε;

Λεόν Μπλουμ

Λεόν Μπλουμ

Οι λόγοι της μεταστροφής του Μπλουμ άπτονται τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής πολιτικής. Στο εσωτερικό ο Μπλουμ έχει να αντιμετωπίσει την κατηγορηματική αντίθεση του ελάσσονος, πλην όμως απαραίτητου, κυβερνητικού εταίρου, του Ριζοσπαστικού Κόμματος, αλλά και τις οργισμένες αντιδράσεις της Δεξιάς, η οποία διατείνεται ότι τυχόν στρατιωτική ενίσχυση στην Ισπανική Κυβέρνηση θα μεταφέρει τον εμφύλιο στη Γαλλία. Επιπλέον, υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες για τη στάση που θα τηρήσει ο στρατός: οι περισσότεροι ανώτατοι αξιωματικοί εμφορούνται από αισθήματα συμπάθειας προς τους Ισπανούς ομολόγους τους και τον Φράνκο.

Ακόμη πιο καθοριστικοί, όμως, είναι οι λόγοι εξωτερικής πολιτικής και, πιο συγκεκριμένα, η βρετανική στάση. Η βρετανική κυβέρνηση απειλεί τον Μπλουμ ότι αν βοηθήσει τους Δημοκρατικούς προκαλώντας γενικευμένη σύρραξη, τότε η Μεγάλη Βρετανία δεν πρόκειται να βοηθήσει τη Γαλλία σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης.

Είναι σαφές ότι ο Μπλουμ δεν ένιωθε ιδιαίτερα περήφανος ή ευτυχής για τις αποφάσεις του. Για αυτό, άλλωστε και επέτρεψε τελικά τη μυστική βοήθεια προς τους Δημοκρατικούς, μέσω ιδιωτικών συμφωνιών συνεργασίας [5].

β.   Μεγάλη Βρετανία: Οι επίσημες βρετανικές δικαιολογίες για την απόφαση περί ουδετερότητας αφορούσαν τη διασφάλιση της ειρήνης και την αποφυγή νέας πανευρωπαϊκής σύρραξης. Αυτό υποστήριζαν οι δύο Βρετανοί πολιτικοί αρχιτέκτονες της πολιτικής της μη επεμβάσεως, ο Υπουργός Εξωτερικών, επί πρωθυπουργίας σερ Στάνλευ Μπώλντουιν, Άντονυ Ήντεν και ο, μετέπειτα, πρωθυπουργός Άρθουρ Νέβιλλ Τσάμπερλαιν. Ο δεύτερος πίστευε επιπλέον ότι απέχοντας από την ισπανική σύγκρουση θα μπορούσε να κρατήσει τον Μουσσολίνι μακριά από τον Χίτλερ. Τα ίδια τα γεγονότα είχαν καταδείξει, πριν καν ο Τσάμπερλαιν γίνει πρωθυπουργός, ότι αυτό ήταν παραλογισμός.

Άντονυ Ήντεν

Άντονυ Ήντεν

Στην πραγματικότητα, η Βρετανική Κυβέρνηση επιλέγει στάση τυπικής ουδετερότητας, η οποία στην ουσία ευνοεί τους εθνικιστές, για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ο αντικομμουνισμός. Οι Βρετανοί πιστεύουν ότι οι κομμουνιστές και η Μόσχα ελέγχουν την ισπανική κυβέρνηση και ότι ενδεχόμενη ενίσχυση των Δημοκρατικών θα οδηγήσει στην επιβολή κομμουνιστικού καθεστώτος. Ο λόγος είναι φοβικός και έχει μεγαλύτερη σχέση με τις ιδεοληψίες παρά με την πραγματικότητα. Ο δεύτερος λόγος, όμως, είναι απολύτως ρεαλιστικός: η Βρετανία θέλει να προστατεύσει τα οικονομικά συμφέροντά της στην Ισπανία και κρίνει ότι η καλύτερη λύση για τον σκοπό αυτό είναι η επικράτηση του Φράνκο. Επισημαίνεται ότι η Βρετανία είναι ο κύριος εμπορικός εταίρος της Ισπανίας και ότι το ήμισυ σχεδόν των ξένων επενδύσεων στην Ισπανία ανήκουν σε βρετανικά συμφέροντα.

Στη Βρετανία, ιδιώτες έμποροι μπορούν να διαθέσουν προς πώληση το σύνολο του οπλισμού που θα χρειαζόταν η Ισπανική Δημοκρατία. Η νόμιμη κυβέρνηση, ελέγχοντας τα αποθέματα της Τράπεζας της Ισπανίας, έχει τα μέσα για να προβεί στην αγορά αυτή. Η Βρετανική Κυβέρνηση, όμως, απαγορεύει στους ιδιώτες να προμηθεύσουν το παραμικρό όπλο στους Δημοκρατικούς. Την ίδια ώρα, στο Γιβραλτάρ, οι βρετανικές αρχές αρνούνται τον ανεφοδιασμό των πλοίων των Δημοκρατικών με καύσιμα.

γ.   Το όνειδος του Συμφώνου Μη Επεμβάσεως και ο ξεπεσμός της Κοινωνίας των Εθνών: Την 1η Αυγούστου 1936, η Γαλλική Κυβέρνηση προτείνει τη σύναψη ενός διεθνούς συμφώνου μη επεμβάσεως. Στις 8 του ιδίου μηνός δίνει το παράδειγμα κλείνοντας τα σύνορα με την Ισπανία. Τελικά, όλα σχεδόν τα κράτη υπογράφουν το σύμφωνο (ανάμεσά τους η Γαλλία, η Βρετανία, η Ιταλία, η Γερμανία, η ΕΣΣΔ και… η Ελλάδα).

Η Ισπανική Κυβέρνηση είχε το διεθνές δίκαιο με το μέρος. Ακόμη κι αν ο πόλεμος ήταν τυπικά εμφύλιος, η έμπρακτη συμμετοχή Γερμανίας και Ιταλίας της έδινε το δικαίωμα να ζητήσει την αρωγή της Κοινωνίας των Εθνών. Η ΚτΕ αγνόησε εντελώς τα ισπανικά αιτήματα και παρέπεμψε το θέμα σε ad hoc επιτροπή η οποία θα είχε ως αρμοδιότητα την εφαρμογή του Συμφώνου Μη Επεμβάσεως!

Η ειδική επιτροπή συγκαλείται για πρώτη φορά στο Λονδίνο (πού αλλού;) στις 9 Σεπτεμβρίου κι αναθέτει στους στόλους της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ιταλίας να περιπολούν στα ισπανικά χωρικά ύδατα προκειμένου να εμποδίζουν κάθε πλοίο που θα μεταφέρει όπλα. Όλα αυτά, την ίδια ώρα που Γερμανία και Ιταλία μετέχουν κανονικότατα στη σύρραξη! Μόνον η ΕΣΣΔ αρθρώνει το αυτονότητο: είτε το σύμφωνο πρέπει να εφαρμοσθεί αυστηρά είτε απλούστατα να ακυρωθεί.

Με τη στάση της, η ΚτΕ έβλαψε πολλαπλά ένα μέλος της που, εν προκειμένω, είχε το δίκιο με το μέρος του:

  • Αρνήθηκε την παροχή βοήθειας μολονότι ήταν υποχρεωμένη προς τούτο.
  • Αναγνώρισε αργότερα (και υπό βρετανική πίεση) στους εθνικιστές την ιδιότητα του εμπολέμου μέρους, επιτρέποντάς τους να προμηθεύονται όπλα νόμιμα στην ελεύθερη αγορά.
  • Τελικά, απαγόρευσε την αγορά όπλων στη νόμιμη κυβέρνηση [6], καταδικάζοντάς την σε ήττα.

Η τελευταία περίοδος του πολέμου συνιστά ολοκληρωτική απογοήτευση σε ό,τι αφορά τη στάση των δημοκρατιών. Η κυβέρνηση Νταλαντιέ κλείνει τα γαλλοϊσπανικά σύνορα τον Ιούλιο του 1938, ενώ το γαλλικό ναυτικό αποκλείει τις ακτές της Καταλωνίας.


[5] Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η πρωτοβουλία του Αντρέ Μαλρώ να συγκροτήσει ένα μισθοφορικό σμήνος (España) που θα βοηθούσε την αεροπορία των Δημοκρατικών.

[6] Ιδιώτες επιχειρηματίες ορισμένων χωρών (Πολωνία, Ελλάδα) πούλησαν τελικά όπλα στην Ισπανική Κυβέρνηση. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Έλληνα επιχειρηματία Μποδοσάκη (ΠΥΡΚΑΛ), ο οποίος προμήθευε με όπλα και πυρομαχικά και τους δύο εμπολέμους: διέθετε στον Φράνκο όπλα τελευταίας τεχνολογίας σε συνήθεις τιμές αγοράς, ενώ στους Δημοκρατικούς όπλα παρωχημένης τεχνολογίας σε τιμές μαύρης αγοράς.


ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Α.   ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΜΙΑΣ ΑΙΜΑΤΗΡΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ

α.   Η ειρήνη ως συνέχεια του πολέμου

Η κατάσταση που διαδέχθηκε τον εμφύλιο δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως κατάσταση ειρήνης. Ο στρατιωτικός νόμος επρόκειτο να συνεχίσει να ισχύει για αρκετά χρόνια ακόμη. Το καθεστώς Φράνκο συνέχισε να εφαρμόζει τις ίδιες μεθόδους καταπίεσης και καταστολής. Οι πολιτικοί αντίπαλοι που δεν κατόρθωσαν να διαφύγουν εκτός Ισπανίας φυλακίζονταν, κρατούνταν σε στρατόπεδα (όπου αρκετοί από αυτούς έχασαν τη ζωή τους από τα βασανιστήρια, την πείνα, τα καταναγκαστικά έργα και τις κακουχίες), εκτελούνταν. Κάποιοι, ίσως πιο τυχεροί, περίπου 7 χιλιάδες αντάρτες, συνέχισαν τον ένοπλο αγώνα μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950, μπορεί κι αργότερα, σε απομακρυσμένες ορεινές περιοχές.

Πρόσφυγες σε στρατόπεδο της νότιας Γαλλίας

Πρόσφυγες σε στρατόπεδο της νότιας Γαλλίας

Οι περισσότεροι εξόριστοι βρίσκονταν στη Γαλλία. Κρατούνταν υπό άθλιες συνθήκες σε στρατόπεδα, από τα οποία δεν μπορούσαν να φύγουν αν δεν έβρισκαν απασχόληση ή κατατάσσονταν στον γαλλικό στρατό και συγκεκριμένα στη Λεγεώνα των Ξένων. Όταν η Γαλλία ηττήθηκε συντριπτικά από τη Γερμανία, πολλοί από αυτούς παραδόθηκαν από την κυβέρνηση του Βισύ και τους Γερμανούς στις ισπανικές αρχές, με τις αναμενόμενες συνέπειες. Περίπου 40 χιλιάδες κατέληξαν στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και θανάτου (οι περισσότεροι στο Μάουτχάουζεν). Αρκετοί βγήκαν στην παρανομία και συμμετείχαν στη γαλλική αντίσταση. Άλλοι υπηρέτησαν στις ελεύθερες γαλλικές δυνάμεις. Μεταξύ των πρώτων που μπήκαν στο Παρίσι μετά την απελευθέρωση ήταν και μονάδες αποτελούμενες από Ισπανούς μαχητές (ο 9ος Λόχος της ΙΙ Τεθωρακισμένης Μεραρχίας των ελεύθερων γαλλικών δυνάμεων).

Όλοι αυτοί ήλπιζαν ότι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ο θρίαμβος των συμμάχων θα είχε ως συνέπεια και την πτώση του καθεστώτος Φράνκο. Πλανήθηκαν πλάνη οικτρά. Ο ψυχρός πόλεμος έδωσε στο καθεστώς της Μαδρίτης δεύτερη πνοή, παρέχοντας στον Φράνκο την ευκαιρία να εμφανισθεί ως υπέρμαχος των δυτικών αξιών στον αγώνα κατά του κομμουνισμού.

β.   Απολογισμός θυμάτων

Ο ακριβής υπολογισμός του αριθμού των θυμάτων είναι ιδιαιτέρως δυσχερής. Υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου έχασαν τη ζωή τους περίπου 600 χιλιάδες άνθρωποι, από τους οποίους οι 330 χιλιάδες ήταν στρατιώτες και οι υπόλοιποι άμαχοι. Μισό εκατομμύριο είναι εξόριστοι, ενώ άλλοι τόσοι κρατούμενοι σε φυλακές και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Φράνκο (είχε και η Ισπανία το γκουλάγκ της). 50 χιλιάδες από τους δεύτερους θα εκτελεστούν στο διάστημα 1939-1945.

γ.   Θηριωδίες

Ανθολογία μίσους και βίας

– Ο Ρικάρδο δε λα Πουέντε Μπααμόνδε ήταν πρώτος εξάδελφος του Φράνκο. Όταν έγινε το πραξικόπημα υπηρετούσε ως διοικητής του στρατιωτικού αεροδρομίου του Τετουάν στο Ισπανικό Μαρόκο. Τόλμησε να ψελλίσει κάτι περί νόμιμης κυβέρνησης και συνελήφθη. Μόλις έφθασε ο εξάδελφός του στο Μαρόκο, οι συνεργάτες του τον ενημέρωσαν: «Όσους δεν συντάσσονται μαζί μας τους περνούμε από στρατοδικείο με συνοπτικές διαδικασίες και τους εκτελούμε. Ξέρετε, όμως, έχουμε τον εξάδελφό σας. Τι να κάνουμε στρατηγέ;» Η απάντηση του Φράνκο ήταν άμεση: «Να τον περάσετε στρατοδικείο και να τον εκτελέσετε»! Ο άτυχος εξάδελφος εκτελέσθηκε στις 4 Αυγούστου [7].

Ρ. δε λα Πουέντε

Ρ. δε λα Πουέντε

– «Αν για να επιτύχω τον σκοπό μου χρειαζόταν να εκτελέσω τον μισό πληθυσμό της Ισπανίας, θα το έκανα δίχως κανένα δισταγμό!» (Φρανθίσκο Φράνκο).

– Τις τελευταίες ημέρες του Ιουλίου του 1936 διοργανώθηκε στη Βαρκελώνη μια μακάβρια έκθεση. Τα εκθέματα δεν ήταν κάτι άλλο παρά τα μουμιοποιημένα πτώματα των καλογριών της παρακείμενης μονής των Σαλεσιανών. Η βεβήλωση αυτή (η οποία υποτίθεται ότι απεδείκνυε στον λαό τα βασανιστήρια που υπέμεναν εν ζωή όσες υπηρετούσαν τη θρησκεία) ζημίωσε ιδιαιτέρως το δημοκρατικό στρατόπεδο σε επικοινωνιακό επίπεδο.

Βαρκελώνη, τέλος Ιουλίου 1936

Βαρκελώνη, τέλος Ιουλίου 1936

– «Κάποτε, δύο αναρχικοί μου διηγήθηκαν τον τρόπο με τον οποίο, μαζί με συντρόφους τους, είχαν αιχμαλωτίσει δύο ιερείς. Τον πρώτο τον εκτέλεσαν επί τόπου με μια πιστολιά, παρουσία του άλλου. Έπειτα είπαν στον δεύτερο ότι ήταν ελεύθερος κι ότι μπορούσε να φύγει. Δεν θα είχε κάνει ούτε είκοσι βήματα όταν τον πυροβόλησαν και τον σκότωσαν κι εκείνον. Ο άνθρωπος που μου διηγούταν την ιστορία έμεινε έκπληκτος όταν διαπίστωσε ότι δεν είχα σκάσει στα γέλια» [8].

–  Το τριήμερο 15-17 Αυγούστου 1936 οι στρατιώτες του Γιαγουέ οδηγούν 2 έως 3 χιλιάδες άτομα, άνδρες και γυναίκες, στην αρένα ταυρομαχιών του Μπαδαχόθ στην Εστρεμαδούρα όπου και τους εκτελούν με πολυβόλα [9].

Μπαδαχόθ

Μπαδαχόθ

Η καταστολή εκ μέρους του εθνικιστικού στρατοπέδου είναι μακροχρόνια (διότι συνεχίζεται και μετά τη λήξη του πολέμου) και συστηματική. Εκτελούνται όλοι όσοι θεωρούνται φύσει και θέσει ύποπτοι για συμπάθεια προς τη Δημοκρατία ή μη συμβατοί με το ιδεώδες της «πατριωτικής και καθολικής Ισπανίας»: μέλη αριστερών κομμάτων, συνδικαλιστές, δήμαρχοι και μέλη δημοτικών συμβουλίων, εκπαιδευτικοί, ελευθεροτέκτονες, ομοφυλόφιλοι. Συνολικά τα θύματα ανέρχονται στις 130 έως 150 χιλιάδες.

Οι θηριωδίες τις οποίες διαπράττει το δημοκρατικό στρατόπεδο είναι πιο «αυθόρμητες» και περιορισμένες χρονικά. Στη συντριπτική πλειονότητά τους ανάγονται στο «σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας» του 1936. Τα θύματα ανήκουν στις κατηγορίες τις οποίες τα επαναστατικά στοιχεία θεωρούν εκπρόσωπους της παλαιάς ολιγαρχίας: ιερείς και μοναχοί, γαιοκτήμονες, βιομήχανοι, δικαστικοί και μέλη ακροδεξιών οργανώσεων (φιλομοναρχικοί και φαλαγγίτες). Μετά το φθινόπωρο του 1936 και τη συγκρότηση ισχυρής κυβερνησης οι εκτελέσεις περιορίζονται στις περιπτώσεις εκείνων που καταδικάζονται από στρατοδικεία. Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων της βίας του δημοκρατικού στρατοπέδου ανέρχεται σε 50 χιλιάδες νεκρούς [10].

Β.   Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥ ΙΣΠΑΝΙΚΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ

Το γεγονός ότι ο Ισπανικός Εμφύλιος έχει χαραχτεί στη μνήμη των Ευρωπαίων και το ότι αποτελεί ακόμη και σήμερα ζήτημα μεγάλου ενδιαφέροντος και έντονης διαμάχης δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει. Από την αρχή του, άλλωστε, ο Ισπανικός Εμφύλιος υπήρξε τόσο πόλεμος όπλων όσο και λέξεων. Η προπαγάνδα, ο ήχος και η εικόνα, χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά κι από τα δύο στρατόπεδα.

Αυτό που εκ πρώτης όψεως εκπλήσσει είναι ότι οι αφηγήσεις για τον Ισπανικό Εμφύλιο είναι περισσότερες από δύο. Εκείνη των νικητών είναι ενιαία, πλην όμως δυναμική, καθώς εξελίσσεται μέσα στον χρόνο προσαρμοζόμενη στις εκάστοτε συγκυρίες. Αντιθέτως, στο στρατόπεδο των ηττημένων οι αφηγήσεις είναι πολλές: κεντροαριστερή, κομμουνιστική, αναρχική, ενδεχομένως κι άλλες. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ότι η πλευρά των νικητών ή των συμπαθούντων τους νικητές χρησιμοποιεί συχνά επιχειρήματα αντλούμενα από κάποιες από τις αφηγήσεις των ηττημένων. Αυτό συνέβαινε συχνά στο πλαίσιο της ψυχροπολεμικής περιόδου, προκειμένου να πληγεί το κύρος των κομμουνιστών. Συνεχίζει να συμβαίνει ακόμη και σήμερα.

α. Η εθνικιστική αφήγηση

Αρχικά, η επίσημη εθνικιστική αφήγηση για τον Ισπανικό Εμφύλιο έχει χαρακτήρα σαφώς πολεμικό (η στάση είναι εύλογη προκειμένου περί καθεστώτος που εδραίωσε τη νομιμοποίησή του ακριβώς στην εμφύλια σύγκρουση). Εντάσσεται στο πλαίσιο μιας συνολικής «πατριωτικής» αναθεώρησης της ισπανικής Ιστορίας, κατά την οποία ο πόλεμος του 1936-1939 αποτελεί το τελευταίο κεφάλαιο μιας ένδοξης πορείας. Ο Φράνκο παρουσιάζεται ως σύγχρονος σταυροφόρος που ηγείται μιας νέας Ρεκονκίστα. Η 1η Απριλίου γιορτάζεται ως Ημέρα της Νίκης. Η αντίσταση της πολιορκημένης φρουράς του Αλκάθαρ του Τολέδου προβάλλεται ως πράξη ύψιστου ηρωϊσμού. Όταν το 1946 εγκαινιάζεται στη Μαδρίτη μουσείο αφιερωμένο στον «πατριωτικό» πόλεμο, η μακέτα του βομβαρδισμένου από τους Δημοκρατικούς Αλκάθαρ κατέχει περίοπτη θέση. Η κωμόπολη του Μπελτσίτε στην Αραγωνία δεν ανοικοδομείται ποτέ: τα ερείπιά της παραμένουν ως αδιάψευστη μαρτυρία της βαρβαρότητας των «κόκκινων και των αυτονομιστών». Ο φόρος τιμής στους «Πεσόντες» (Caídos) αποκτά χαρακτήρα σχεδόν θρησκευτικής λατρείας. Την 1η Απριλίου του 1959 εγκαινιάζεται το πιο μεγαλεπήβολο έργο που οραματίσθηκε ο Φράνκο, η Κοιλάδα των Πεσόντων (Valle de los Caídos), έργο για το οποίο εργάσθηκαν ως δούλοι χιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι. Ένας γιγαντιαίος σταυρός ύψους 140 μέτρων ορθώνεται πάνω από τον βραχώδη λόφο στον οποίο είναι λαξεμένη η βασιλική όπου αναπαύονται οι νεκροί και οι ήρωες του εθνικού στρατοπέδου και όπου τάφηκε κι ο ίδιος ο Φράνκο.

Valle de los Caídos

Valle de los Caídos

Από τη δεκαετία του 1960 και μετέπειτα το καθεστώς Φράνκο αρχίζει να απαλύνει τους τόνους. Επισημαίνεται ο ρόλος του εθνικού στρατοπέδου ως αυτού που χάρισε στην Ισπανία ειρήνη κι ευημερία. Το ύφος γίνεται σχεδόν συμφιλιωτικό, ειδικά αφότου ο Φράνκο αποφασίζει να ορίζει ως διάδοχο στην εξουσία τον μετέπειτα βασιλιά Χουάν Κάρλος των Βουρβώνων (1969).

β.   Η εποχή της συμφιλίωσης;

Μετά τον θάνατο του Φράνκο, η μεταβατική κυβέρνηση επιτυγχάνει το 1977, με ευρεία συναίνεση, την ψήφιση του νόμου περί αμνηστείας όσον αφορά πολιτικά αδικήματα. Ο άμεσος στόχος είναι η απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων και η δυνατότητα επιστροφής στη χώρα όσων είναι εξόριστοι και διώκονται στην  Ισπανία για πράξεις που σχετίζονται με τον εμφύλιο. Ο ίδιος νόμος, όμως, απαλλάσσει από κάθε ποινική ευθύνη και όσους από το στρατόπεδο των εθνικιστών ενέχονται σε ανάλογες πράξεις βίας.

Στον δημόσιο λόγο, επικρατεί μάλλον σιωπή για την εποχή του εμφυλίου. Ο πόλεμος αντιμετωπίζεται ως ένα οδυνηρό γεγονός που έπληξε το σύνολο της ισπανικής κοινωνίας και του ισπανικού έθνους, χωρίς να αναζητούνται και να αποδίδονται ευθύνες. Μνημεία και επέτειοι του φρανκικού καθεστώτος αναβαπτίζονται πρόχειρα (η 1η Απριλίου γίνεται «Ημέρα των Ενόπλων Δυνάμεων») ώστε να δοθεί έμφαση στο πνεύμα συμφιλίωσης και στην παραδοχή ότι κάτι τέτοιο δεν πρέπει να συμβεί ποτέ ξανά. Θα χρειαστεί, πάντως, να φτάσουμε στο 2002 για να καταδικάσει επιτέλους επίσημα το Ισπανικό Κοινοβούλιο, με ψήφισμά του, το πραξικόπημα του 1936. Είχαν προηγηθεί ιδιαιτέρως έντονες πιέσεις της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ [11].

γ.   Εποχή επανεκτίμησης ή εποχή αναζωπύρωσης των παθών

Τα τελευταία είκοσι χρόνια ο εμφύλιος έχει επιστρέψει στο προσκήνιο. Οι αποκαλύψεις για τον αυταρχικό και βίαιο χαρακτήρα του φρανκικού καθεστώτος είναι πολλές. Το 2007, η κυβέρνηση Θαπατέρο θέτει σε ισχύ τον νόμο περί ανακτήσεως της ιστορικής μνήμης. Τα σύμβολα του φρανκισμού αποσύρονται διακριτικά από τον δημόσιο χώρο (αγάλματα, οδωνύμια κ.λπ.). Πολλά, όμως, ζητήματα παραμένουν ανοιχτά.

– Η εκταφή των οστών των θυμάτων εκτελέσεων που βρίσκονται σε μαζικούς τάφους. Η εκταφή είναι νόμιμη βάσει του νόμου του 2007, αλλά καταλείπεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία.

Μαζικός τάφος κοντά στο Μπούργκος

Μαζικός τάφος κοντά στο Μπούργκος

– Μέρος της Αριστεράς επιζητεί την απόδοση ποινικών ευθυνών για τα εγκλήματα του φρανκικού καθεστώτος, παρά τον νόμο περί αμνηστείας (π.χ. προσπάθειες του δικαστή Μπαλτάσαρ Γαρθόν να ασκήσει ποινικές διώξεις επικαλούμενος μη υποκείμενα σε παραγραφή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας).

– Ορισμένα αριστερά κόμματα (Ποδέμος) εστιάζουν την κριτική τους στις ιστορικές ευθύνες για την πολιτική αμνήστευσης, σιωπής και λήθης, κατηγορώντας τη συναίνεση τμήματος της αριστεράς και της κεντροαριστεράς στον νόμο του 1977.

– Μέρος της συντηρητικής παράταξης επιχειρεί με τη σειρά του να αναδείξει τις θηριωδίες του στρατοπέδου των Δημοκρατικών (προσπάθειες της Εκκλησίας για την αγιοποίηση «μαρτύρων», δηλαδή ορισμένων εκ των θυμάτων της κατά των Εμφύλιο). Παράλληλα πληθαίνουν οι εκδόσεις βιβλίων των οποίων οι συγγραφείς [12] δεν είναι συνήθως πανεπιστημιακοί (ή δεν είναι καν ιστορικοί) και στα οποία υποστηρίζεται μια «αναθεωρητική» ερμηνεία των γεγονότων του εμφυλίου: ως αφετηρία δεν λογίζεται πια το 1936 (η θεωρία ότι το πραξικόπημα απέτρεψε επανάσταση έχει πλέον εγκαταλειφθεί), αλλά το 1934 και τα γεγονότα της Αστουρίας, έτσι ώστε το βάρος της ευθύνης να πέσει στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών.

Ο Βάσκος ηγέτης Χ. Α. Αγκίρρε

Ο Βάσκος ηγέτης Χ. Α. Αγκίρρε

– Στην Καταλωνία και τη Χώρα των Βάσκων προωθείται μια νέα «εθνικιστικού» χαρακτήρα ερμηνεία του εμφυλίου. Αποσιωπώντας τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές πτυχές της σύγκρουσης, ορισμένοι παρουσιάζουν τη σύγκρουση ως εθνικού χαρακτήρα: ο Φράνκο είναι ο εξωτερικός εισβολέας που επιτίθεται σε δημοκρατικές κοινωνίες διαφορετικής εθνοτικής σύνθεσης.


80 χρόνια μετά το ξεκίνημά του και 77 μετά το τέλος του, ο Ισπανικός Εμφύλιος δεν παύει να παθιάζει και να διχάζει. Εμπνέει όνειρα και ιδανικά, στοιχειώνει εφιάλτες. Αποτελεί φορέα μύθων και διηγήσεων. Αν οι πληγές του έχουν σε κάποιο βαθμό ξεπεραστεί, με το πέρασμα του χρόνου, η ιστορική ερμηνεία του δεν έχει πάψει να αποτελεί το αντικείμενο έντονων διαφωνιών.


[7] Υποστηρίζεται και η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή η εκτέλεση έγινε εν αγνοία του Φράνκο.

[8] Επιστολή της Σιμόν Βέιγ στον Ζωρζ Μπερνανός, Ζ. Μπερνανός «Ανέκδοτη αλληλογραφία, 1934-1948», εκδ. Plon, Παρίσι 1971, σελ. 200.

[9] Το γεγονός αυτό θα προκαλέσει και τη μεταστροφή του Γάλλου συγγραφέα Φρανσουά Μωριάκ (η οποία θα ολοκληρωθεί με τον βομβαρδισμό της Γκερνίκα). Ο Μωριάκ είχε αρχικά ταχθεί (και αρθρογραφήσει) με θέρμη υπέρ της αρχής της μη επεμβάσεως.

[10] Οι αριθμοί αυτοί των θυμάτων προέρχονται από τους υπολογισμούς του Paul Preston («El holocausto español… », 2011) οι οποίοι είναι και οι πλέον πρόσφατοι. Το 1999 ο Santos Juliá («Victimas de la guerra civil…») υπολόγιζε τα θύματα της βίας των εθνικιστών στις 130 χιλιάδες και των δημοκρατικών στις 55 έως 60 χιλιάδες.

[11] Η καθυστερημένη αυτή καταδίκη είναι κατά μείζονα λόγο επικριτέα αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το ίδιο κοινοβούλιο δεν είχε καμία απολύτως αναστολή να τιμήσει επίσημα τη δράση της ισπανικής Κυανής Μεραρχίας (División Azul), η οποία είχε πολεμήσει στο Ανατολικό Μέτωπο στο πλευρό των ναζί.

[12] Ο Πίο Μόα είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της τάσης. Τα βιβλία του γνωρίζουν μεγάλη εμπορική επιτυχία στην Ισπανία.


 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Michael ALPERTA New International History of the Spanish Civil War”, Palgrave Macmillan, Λονδίνο, 1994 (δεύτερη έκδοση, 2004).

Michael ALPERT «El ejército popular de la República, 1936-1939», Crítica, Βαρκελώνη, 2007/ αγγλική έκδοση: “The Republican Army in the Spanish Civil War”, Cambridge University Press, Καίμπριτζ, 2007.

Julio ARÓSTEGUI και François GODICHEAU (επιμ.)  « Guerra Civil. Mito y Memoria », Marcial Pons, Μαδρίτη, 2006.

Antony BEEVORThe Battle for Spain – The Spanish Civil War, 1936-1939”, Penguin, Λονδίνο 2006/ ελληνική έκδοση: «Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος, 1936-1939», εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα, 2006.

Bartolomé BENNASSAR « Franco », Tempus, Perrin, Παρίσι, 2002 (πρώτη έκδοση: 1995).

Bartolomé BENNASSAR « La guerre d’Espagne et ses lendemains », Tempus, Perrin, Παρίσι, 2006.

Jean-François BERDAH « La démocratie assassinée. La République espagnole et les grandes puissances, 1931-1939 », Berg international, Παρίσι, 2000.

Jean-François BERDAH « L’internationalisation de la guerre », σε CANAL και DUCLERT infra, σελ. 76-87.

Jean-François BERDAH « Solidarités internationales et engagements individuels », σε CANAL και DUCLERT infra, σελ. 117-132.

Burnett BOLLOTENThe Spanish Civil War: Revolution and Counterrevolution”, The University of North Carolina Press, Chapel Hill, 1991, τελευταία έκδοση: 2015/γαλλική έκδοση: « La Guerre d’Espagne. Révolution et contre-révolution, 1934-1939 », Agone, Μασσαλία, 2014.

Tom BUCHANAN “Britain and the Spanish Civil War”, Cambridge University Press, Καίμπριτζ, 1997.

Jordi CANAL και Vincent DUCLERT (επιμ.) « La Guerre d’Espagne – Un conflit qui a façonné l’Europe », Armand Colin, Παρίσι, 2016.

Ricardo de la CIERVA y de HOCES « Historia de la guerra civil española », τ. Ι, « Perspectivas y antecedentes  1898-1936 », San Martín, Μαδρίτη, 1969.

Geneviève DREYFUS-ARMAND και Émile TEMIME « Les camps sur la plage. Un exil espagnol », Autrement, Παρίσι, 1995.

Vincent DUCLERT « L’engagement des intellectuels ou l’examen de conscience de la démocratie européenne », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 174-188.

Diego GASPAR CELAYA « En résistance : la guerre continue », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 150-162.

François GODICHEAU « La Guerre d’Espagne : République et révolution en Catalogne », Odile Jacob, Παρίσι, 2004.

François GODICHEAU « La fin des légendes », L’Histoire, n° 427, septembre 2016, σελ. 34-47.

Eduardo GONZÁLEZ CALLEJA « La Seconde République », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 10-31.

Eduardo GONZÁLEZ CALLEJA « La Guerre Civile dans la mémoire collective des Espagnols », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 263-276.

Fernando HERNÁNDEZ SÁNCHEZ « Les communistes, marionnettes de Moscou ? », L’Histoire, n° 427, septembre 2016, σελ. 48-51.

Santos JULIÁ (επιμ.)  « Victimas de la guerra civil », Temas de Hoy, Μαδρίτη, 1999.

Santos JULIÁ « Vida y tiempo de Manuel Azaña », Taurus, Μαδρίτη, 2008.

Ian KERSHAWTo Hell and Back – Europe 1914-1949”, Allen Lane, Λονδίνο 2015/ επανέκδοση: Penguin Books, Λονδίνο, 2016, σελ. 126-127, 227-228, 238-241, 303-315.

Célia KEREN « Sur les routes – Exilés et réfugiés de la guerre d’Espagne », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 132-149.

Jean LOPEZ « 988 jours de guerre civile », Guerres & Histoire, n° 31, juin 2016, σελ. 34-39.

Jean LOPEZ « L’aide étrangère emporte la décision », Guerres & Histoire, n° 31, juin 2016, σελ. 42-45.

Jean LOPEZ « Un peuple, deux armées très différentes », Guerres & Histoire, n° 31, juin 2016, σελ. 46-49.

Stéphane MICHONNEAU « Les fantômes ont la vie dure », L’Histoire, n° 427, septembre 2016, σελ. 56-61.

Stéphane MICHONNEAU « Ruines et monuments de la Guerre Civile espagnole », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 245-262.

Frédéric MONIER « Le désengagement des démocraties : l’invention française de la non-intervention », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 106-116.

Xavier MORENO JULIÁ « L’Espagne de Franco et l’Axe », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 163-173.

Stanley G. PAYNEThe Spanish Civil War, the Soviet Union, and Communism”, Yale University Press, New Haven, 2004.

Xavier PLA « Le mythe de la Guerre Civile espagnole, la mémoire historique et le roman », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 190-203.

Paul PRESTON (επιμ.) “The Coming of the Spanish Civil War. Reform, reaction and revolution in the Second Republic”, Routledge, Λονδίνο, 1994.

Paul PRESTON « El holocausto español : odio y exterminio en la Guerra Civil y después », Debate, Βαρκελώνη, 2011/ έκδοση στα αγγλικά: “The Spanish Holocaust”, W. W. Norton & Co Inc., Νέα Υόρκη, 2012.

Élodie RICHARD και Charlotte WORMS « Transition historiographique ? Retour sur quatre-vingt ans d’histoire de l’Espagne, de la Seconde République à la transition », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 277-313.

Rémi SKOUTELSKI « L’espoir guidait leur pas : les volontaires français dans les Brigades internationales, 1936-1939 », Grasset, Παρίσι, 1988.

Rémi SKOUTELSKI « Novedad en el frente: las brigadas internacionales en la guerra civil », Temas de Hoy, Μαδρίτη, 2006.

Ángel VIÑAS « El escudo de la República. El oro de España, la apuesta soviética y los hechos de mayo de 1937 », Crítica, Βαρκελώνη, 2010.

Ángel VIÑAS « La República en guerra: contra Franco, Hitler, Mussolini y la hostilidad británica », Crítica, Βαρκελώνη, 2012.

Mercedes YUSTA « Une guerre européenne », L’Histoire, n° 427, septembre 2016, σελ. 52-55.

Mercedes YUSTA « La Guerre Civile espagnole (1936-1939) », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 32-49.

Βαρκελώνη, 21 Ιουλίου 1936: η 17χρονη κομμουνίστρια Marina Ginestà, φωτογραφημένη από τον Juan Guzmán.

Βαρκελώνη, 21 Ιουλίου 1936: η 17χρονη κομμουνίστρια Marina Ginestà, φωτογραφημένη από τον Juan Guzmán.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΕΚΛΑΪΚΕΥΜΕΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Guerres & Histoire, n° 31, juin 2016, « Guerre d’Espagne : les républicains pouvaient-ils gagner ? », σελ. 3, 32-51 (άρθρα του Jean LOPEZ/ συνεντεύξεις των Ángel VIÑAS, Michael ALPERT και James CORUM).

L’Histoire, n° 427, septembre 2016, « Guerre d’Espagne : La fin des légendes – pourquoi la république a perdu », σελ. 3, 30-61 (άρθρα των François GODICHEAU, Fernando HERNÁNDEZ SÁNCHEZ, Mercedes YUSTA και Stéphane MICHONNEAU/ συνέντευξη του Javier CERCAS)

Les Collections de L’Histoire – Hors.série, n° 73, octobre-décembre 2016, « L’Odyssée des Réfugiés »,  Geneviève DREYFUS-ARMAND και Émile TEMINE « Adieu à l’Espagne », σελ. 68-72.

Ligne de Front (Histoire des Conflits du XXe siècle), n° 62, juillet-août 2016, Yann MAHÉ « La Guerre d’Espagne, 1936-1939 », σελ. 10-21.

 

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Georges BERNANOS « Les grands cimetières sous la lune », Sept, Παρίσι, 1937.

Javier CERCAS « Soldados de Salamina », Tusquets Editores, Βαρκελώνη, 2001/ γαλλική έκδοση: « Les soldats de Salamine », μετάφραση Élisabeth Beyer και Aleksandar Grujicic, Actes Sud, Αρλ, 2002.

Hans Magnus ENZENSBERGER «Der kurze Sommer der Anarchie. Buenaventura Durrutis Leben und Tod» Suhrkamp Verlag, Φρανκφούρτη επί του Μάιν, 1972/ γαλλική έκδοση: « Le Bref Été de l’anarchie (La vie et la mort de Buenaventura Durruti) », μετάφραση Lily Jumel, Collection Du monde entier, Gallimard, Παρίσι, 1975.

Ernest HEMINGWAYFor Whom the Bell Tolls”, Scribner, Νέα Υόρκη, 1940/ επανέκδοση: Arrow Books- Penguin Random House, 2004.

Ernest HEMINGWAYThe Fifth Column and Four Stories of the Spanish Civil War”, Scribner, Νέα Υόρκη, 1969/ επανέκδοση: Arrow Books- Penguin Random House, 2013.

Arthur KOESTLERSpanish testament – Dialogue with death”, Victor Gollancz Ltd., Λονδίνο, 1937.

André MALRAUX « L’espoir », Gallimard, Παρίσι, 1937/ επανέκδοση: σειρά Folio n° 20, 1972, 2015.

George ORWELL Homage to Catalonia”, Secker and Warburg, Λονδίνο, 1938.

Joan SALES i VALLÈS « Incerta glòria », Βαρκελώνη, 1956/ γαλλική έκδοση: « Gloire incertaine » suivi de  « Le Vent de la nuit », μετάφραση Bernard Lesfargues και Marie Bohigas, Tinta Blava, Παρίσι, 2007.

Νεότερα από το Ανατολικό Μέτωπο – μέρος 4 (1943-1944: Η εποχή της σοβιετικής επικράτησης)

Σεπτεμβρίου 3, 2015

Χειμώνας 1943-44, Τ-34

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ

Η ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ

Α.   1943: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΜΦΙΡΡΟΠΗ ΧΡΟΝΙΑ

α.   Η γερμανική αντίσταση στη σοβιετική επέλαση

Ο Κόκκινος Στρατός δεν κατόρθωσε να εκμεταλλευθεί πλήρως τον θρίαμβο του Σταλινγκράντ. Ήδη, την εποχή που εξαπέλυε την επιχείρηση «Ουρανός» είχε προσπαθήσει να πετύχει κάτι σημαντικό και στο κεντρικό μέτωπο του πολέμου με την επιχείρηση «Άρης». Παρά τις σφοδρές μάχες, οι Σοβιετικοί δεν αποκόμισαν ουσιώδη εδαφικά κέρδη. Επρόκειτο για μια τεράστια αποτυχία που ξεχάστηκε χάρη στη λάμψη της μεγαλειώδους νίκης στον Βόλγα; Όχι απαραίτητα. Βάσει των διαθέσιμων στοιχείων (π.χ. λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνο που αφιέρωσε το σοβετικό επιτελείο στην προετοιμασία της μίας και της άλλης επιχείρησης), οι ιστορικοί εκτιμούν πλέον ότι η επιχείρηση «Άρης» αποτελούσε αντιπερισπασμό που θα απασχολούσε τις γερμανικές δυνάμεις της Ομάδας Στρατιών του Κέντρου ώστε να μην ενισχύσουν εκείνες του Νότου όσο εξελισσόταν ο «Ουρανός». Οι απώλειες για τους Σοβιετικούς, πάντως, ήταν πολλές.

Εν γένει, τα μετά το Σταλινγκράντ σοβιετικά κέρδη ήταν αρκετά, αλλά όχι τα μέγιστα, κάποια από αυτά μάλιστα υπήρξαν προσωρινά. Το Βορόνιεζ απελευθερώθηκε πριν την παράδοση της 6ης Στρατιάς. Τον Φεβρουάριο ακολούθησαν το Ροστόφ και το Χάρκοβο, ενώ τον Μάρτιο ανακαταλαμβανόταν το τρίγωνο Ρζεφ-Βιάσμα-Γκιάτσκ, όπου δίνονταν σκληρές μάχης για 1,5 χρόνο.

Χάρκοβο, Φεβρουάριος 1943, 1η Μεραρχία ΤΘ των Ες Ες/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_101III-Roth-173-01

Χάρκοβο, Φεβρουάριος 1943, 1η Μεραρχία ΤΘ των Ες Ες/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_101III-Roth-173-01

Η αντεπίθεση του Μάνστάιν: Όπως φαινόταν, όμως, η ορμή του Κόκκινου Στρατού είχε προς το παρόν εξαντληθεί. Την ευκαιρία αυτή την άδραξε η ιδιοφυΐα του Μάνστάιν για να σταθεροποιήσει την κατάσταση του πολεμικού μετώπου. Στις αρχές Φεβρουαρίου είχε συναντήσει τον Χίτλερ στο Ράστενμπουργκ ζητώντας του να εγκρίνει την αναδίπλωση και ανασυγκρότηση των γερμανικών δυνάμεων στην Ουκρανία, δηλαδή την υποχώρηση πέραν του Μίους σε θέσεις των οποίων η υπεράσπιση είναι δυνατή. Ο Χίτλερ, όπως αναμενόταν, δυσαρεστείται: «Αν η κατάσταση στην Ουκρανία είναι απελπιστική, ποιος ευθύνεται για αυτό, εκτός από εσάς τους στρατηγούς; Τι άλλο κάνετε εκτός από το να αναδιπλώνεστε;» Τελικά, η υποχώρηση πέραν του Μίους εγκρίνεται με δυσφορία από τον Φύρερ. Στις 16 Φεβρουαρίου, όμως, ο Μάνστάιν επανέρχεται με κάτι που μοιάζει πολύ ελκυστικότερο: εκθέτει στον ηγέτη του ένα φιλόδοξο σχέδιο αντεπίθεσης. Βάσει του σχεδίου αυτού η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων και το 2ο Σώμα Τεθωρακισμένων των Ες Ες θα χτυπήσουν στον τομέα Κρασνογκράντ-Παβλογκράντ, ανοίγοντας τον δρόμο για το κύριο σώμα των δυνάμεων που θα κινηθεί προς το Χάρκοβο, με στόχο να εγκλωβίσει στην πορεία τρεις ρώσικες στρατιές! Η επιχείρηση ξεκινά στις 20 Φεβρουαρίου. Στις 15 Μαρτίου 1943 οι Γερμανοί κατακτούν για δεύτερη φορά το Χάρκοβο. Ο Χίτλερ έχει τη νίκη που επιθυμούσε για να ξεπλύνει το όνειδος του Σταλινγκράντ. Όμως, οι Σοβιετικοί έχουν κατορθώσει να υποχωρήσουν έγκαιρα: οι δυνάμεις τους που εξουδετερώθηκαν είναι σχετικά μικρές. Ο φον Μάνστάιν έχει καταγάγει μια μεγάλη νίκη τακτικής, αλλά μεσοπρόθεσμα ο Κόκκινος Στρατός έχει σαφώς το στρατηγικό πλεονέκτημα. Η γερμανική ηγεσία δεν δείχνει να το αντιλαμβάνεται. Θα το πληρώσει ακριβά!

Χίτλερ και Μάνστάιν στην Ουκρανία, Στρατηγείο της Ομάδας Στρατιών Νότου/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1995-041-23A

Χίτλερ και Μάνστάιν στην Ουκρανία, Στρατηγείο της Ομάδας Στρατιών Νότου/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1995-041-23A

β.   Η τιτανομαχία του Κουρσκ

Η κατά τα φαινόμενα αμφίρροπη κατάσταση επιτρέπει στον Χίτλερ και τη Βέρμαχτ να ελπίζουν ότι μπορούν ακόμη να αντιστρέψουν τη ροή του πολέμου προς όφελός τους. Αναζητώντας το καθοριστικής σημασίας χτύπημα και στηρίζοντας πολλές ελπίδες στα νέα όπλα που παρήγε η γερμανική πολεμική βιομηχανία, ιδίως δε τα νέα άρματα μάχης «Τίγρις» και «Πάνθηρ», ο Χίτλερ επιλέγει τον πιο προφανή στόχο: τον μεγάλο ρωσικό θύλακο του Κουρσκ, μεταξύ Αριόλ και Μπιέλγκοροντ. Η επιχείρηση «Ακρόπολη» στόχευε στη διπλή περικύκλωση από βορρά και νότο των μεγάλων δυνάμεων που είχε συγκεντρώσει στην ευρύτερη περιοχή ο Κόκκινος Στρατός. Οι Ρώσοι θα έχαναν μεγάλο αριθμό δυνάμεων και το ορμητήριο για την ανάκτηση εδαφών, ενώ οι επιθετικές δυνατότητες του Κόκκινου Στρατού θα μειώνονταν στο ελάχιστο. Το πρόβλημα συνίσταται στο ότι οι Ρώσοι έχουν οχυρώσει μεθοδικά και μαζικά την περιοχή και, κυρίως, στο ότι λογικά θα πρέπει να αναμένουν να δεχτούν επίθεση ακριβώς στον συγκεκριμένο τομέα έχοντας προετοιμαστεί κατάλληλα.

Ο Χίτλερ, όμως, ήταν ανένδοτος: η επιχείρηση θα αποδεικνυόταν οπωσδήποτε μεγάλη επιτυχία, αρκεί να άρχιζε εγκαίρως. Μόνον που σε τέτοιες περιπτώσεις ο διάβολος (ή, μάλλον, ο θεός) συνωμοτεί ώστε κάτι να πάει στραβά! Οι καιρικές συνθήκες και οι καθυστερήσεις ως προς τον εφοδιασμό σε όπλα και υλικό, πρωτίστως δε σε άρματα μάχης μετέθεσαν την έναρξη της επιχείρησης. Η Μάχη του Κουρσκ ξεκινούσε τελικά στις 5 Ιουλίου. Οι δυνάμεις του Μόντελ εφόρμησαν από βόρεια, εκείνες του Μάνστάιν από νότια, υποστηριζόμενες από τουλάχιστον 2.000 τεθωρακισμένα, τα περισσότερα στον νότιο τομέα των επιχειρήσεων υπό τον στρατηγό Χοτ. Με σημαντικές απώλειες οι Γερμανοί κατόρθωσαν να κερδίσουν κάποιο έδαφος από τους Ρώσους: 15 χιλιόμετρα στον βορρά και 45 στον νότο. Μεταξύ τους, τα δύο σώματα επίθεσης απείχαν ακόμη 150 χλμ. Κάπου εκεί εξαντλούνταν και οι δυνατότητες επίθεσης για τη Βέρμαχτ. Στις 12 Ιουλίου, ο Κόκκινος Στρατός ξεκινούσε τη δική του αντεπίθεση κι αποσπούσε γρήγορα από τη Βέρμαχτ το θύλακο του Αριόλ και το Μπιέλγκοροντ. Στις 16 Ιουλίου ο Χίτλερ, εντελώς απογοητευμένος, διέτασσε τη διακοπή της επιχείρησης.

Κουρσκ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 101III-Merz-014-12A

Κουρσκ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 101III-Merz-014-12A

Ο δρόμος ήταν πλέον ανοιχτός για τους Σοβιετικούς. Στις 23 Αυγούστου ανακτούσαν για δεύτερη φορά (οριστικά πλέον) την ουκρανική μεγαλούπολη του Χαρκόβου. Νοτιότερα, οι ρωσικές δυνάμεις απελευθέρωναν, τον Σεπτέμβριο, το Κουμπάν και το Ντονμπάς, ενώ στον κεντρικό τομέα του μετώπου το Σμολένσκ. Τον επόμενο μήνα έφταναν στον Δνείπερο, ανακτώντας το Ζαπαρόζιε και το Ντνιεπροπετρόφσκ. Στις 6 Νοεμβρίου απελευθέρωναν το Κίεβο και στις 12 το Ζιτόμιρ, το οποίο, όμως, επρόκειτο να ξαναχάσουν μια εβδομάδα αργότερα. Αυτή ήταν και η τελευταία σοβιετική απώλεια εδάφους στον πόλεμο.

Β.   1944: Η «ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ 10 ΝΙΚΩΝ»

Η επίσημη σοβιετική ιστοριογραφία κατέγραφε το 1944 ως το «έτος των 10 νικών». Έχοντας πια συντριπτική αριθμητική υπεροχή κι υπεροπλία, ο Κόκκινος Στρατός βαδίζει από νίκη σε νίκη. Στα τέλη Ιανουαρίου του 1944, οι Σοβιετικοί διαλύουν τα απομεινάρια του γερμανικού κλοιού γύρω από το Λενινγκράντ, δίνοντας οριστικό τέλος στη μακρά πολιορκία της πόλης. Θα ακολουθήσουν το Κορσούν, η Οδησσός και η Κριμαία, η εξουδετέρωση της Φινλανδίας, η απελευθέρωση της Λευκορωσίας και της δυτικής Ουκρανίας, η ανάκτηση της Μολδαβίας και των Βαλτικών Δημοκρατιών, η είσοδος σε Ουγγαρία και Τσεχοσλοβακία και, τέλος, η νίκη επί των Γερμανών στον Απώτατο Βορρά μεταξύ Φινλανδίας και Νορβηγίας.

α.   Η εκκαθάριση του θυλάκου Τσερκάσι-Κορσούν και η ολοκλήρωση της απελευθέρωσης της Ουκρανίας

Στις αρχές του 1944 οι Γερμανοί έχουν κατά βάση υποχωρήσει στη δυτική όχθη του Δνείπερου. Εξακολουθούν, όμως, να κατέχουν ένα μεγάλο θύλακο στην ανατολική όχθη του ποταμού, περίπου 100 χιλιόμετρα νοτίως του Κιέβου. Πρόκειται για το «φρούριο του Κάνιεφ», όπως το λένε οι ίδιοι (το Κάνιεφ είναι μια μάλλον μικρή πόλη με λιμάνι στον Δνείπερο). Για τους Σοβιετικούς είναι ο θύλακος «Κορσούν-Σεφτσενκόφσκι» (και για τη δυτική ιστοριογραφία αυτός του «Τσερκάσι-Κορσούν», ονομασία ανακριβής, μια και το Τσερκάσι βρισκόταν έξω από την περιοχή που ήλεγχαν οι Γερμανοί). Εντός του θυλάκου βρίσκονται 56.000 άνδρες: το 11ο και το 42ο Σώμα Στρατού, η Μεραρχία Ες Ες «Βίκινγκ» και η Ταξιαρχία των Ες Ες «Βαλλονία» με τους Βέλγους εθελοντές του ρεξιστή ηγέτη Λεόν Ντεγκρέλλ (ο οποίος μεταφέρθηκε αεροπορικώς εκτός του θυλάκου πριν την εκκαθάριση).

Φεβρουάριος 1944, γερμανικές μονάδες τεθωρακισμένων προχωρούν για να ενισχύσουν τον θύλακο του Κορσούν Bundesarchiv, Bild 101I 090 3913 24 Etzhold CC BY SA

Γερμανικές μονάδες τεθωρακισμένων προχωρούν για να ενισχύσουν τον θύλακο του Κορσούν/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I 090 3913 24 Etzhold CC BY SA

Ο φον Μάνστάιν αντιλαμβάνεται ότι οι Σοβιετικοί ετοιμάζονταν να προβούν στην εκκαθάριση του θυλάκου με τα δύο Μέτωπα Ουκρανίας των οποίων ηγούνται, αντιστοίχως, οι Ζούκοφ και Κόνιεφ. Προτείνει τον απεγκλωβισμό των γερμανικών δυνάμεων. Ο Χίτλερ, ως συνήθως, αργεί να εγκρίνει μια τέτοια κίνηση. Οι καιρικές συνθήκες καθυστερούν τη δύναμη του Μάνστάιν και, κυρίως, τα τεθωρακισμένα του στρατηγού Χοτ που έχουν αναλάβει το κύριο βάρος της επιχείρησης απεγκλωβισμού. Οι δυνάμεις που βρίσκονται μέσα στον θύλακο, υπό τον στρατηγό Στέμερμανν, θα πρέπει να διασπάσουν οι ίδιες τον κλοιό του Κόνιεφ για να συναντήσουν τα στρατεύματα των Χοτ και Μάνστάιν. Ο απεγκλωβισμός επιχειρείται τη νύχτα της 16ης-17ης Φεβρουαρίου υπό δραματικές συνθήκες: μέσα από φαράγγια, προχωρώντας σε δύο φάλαγγες και με εμπροσθοφυλακή αποτελούμενη από τα Ες Ες, οι Γερμανοί επιχειρούν να διασπάσουν τον σοβιετικό κλοιό υπό συνεχή βομβαρδισμό. Ο στρατηγός Στέμμερμανν πέφτει στο πεδίο της μάχης χτυπημένος από θραύσμα οβίδας. Κάποιοι ξεφεύγουν. Άλλοι όχι: εγκλωβίζονται από τα σοβιετικά τεθωρακισμένα και τρέπονται σε φυγή – αν πιστέψουμε την (ίσως ευφάνταστη) διήγηση του ταγματάρχη Μπορίς Κάμποφ (γνωστότερου με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Μπορίς Πολεβόι) στον Αλεξάντερ Βερτ, μονάδες ιππικού τους κυνηγούν και τους αποτελειώνουν με τα ξίφη τους.

Το παράδοξο του Κορσούν έγκειται στο ότι και οι δύο πλευρές θέλουν να πιστεύουν ότι έχουν νικήσει: οι Γερμανοί υποστηρίζουν ότι διασώθηκαν 30.000 από τους εγκλωβισμένους άνδρες τους, στοιχείο που αποδεικνύει τη «γερμανική υπεροχή σε επίπεδο τακτικής»! Οι Σοβιετικοί από τη μεριά τους ισχυρίζονται ότι ελάχιστοι Γερμανοί διασώθηκαν. Όποια κι αν είναι η αλήθεια για τη συγκεκριμένη επιχείρηση, ένα είναι το αδιαμφισβήτητο γεγονός για τους αντικειμενικούς παρατηρητές της σύρραξης: το στρατηγικό πλεονέκτημα ανήκει πάντα στους Σοβιετικούς.

Μετά την επικράτηση στο Κορσούν, οι Σοβιετικοί έχουν τα χέρια τους ελεύθερα για την εαρινή επίθεση στην Ουκρανία κι όχι μόνο. Μετά τα μέσα Μαρτίου τα στρατεύματα του Κόνιεφ περνούν τον Δνείστερο και φτάνουν στη Μολδαβία κι έπειτα, στις 2 Απριλίου σε ρουμανικό έδαφος. Στις 11 Απριλίου αρχίζει η επιχείρηση απελευθέρωσης της Κριμαίας που θα ολοκληρωθεί μέσα σε ένα περίπου μήνα: 500.000 άνδρες του Κόκκινου Στρατού βρίσκονται αντιμέτωποι με λιγότερους από 200.000 Γερμανούς και (κυρίως) Ρουμάνους. Η απόφαση του Χίτλερ να υπερασπισθεί την Κριμαία με κάθε κόστος ήταν εντελώς παράλογη. Η Σεβαστούπολη απελευθερώθηκε στις 9 Μαΐου, ύστερα από 4 μόλις ημέρες πολιορκίας! Οι Ρώσοι είχαν αντέξει την αντίστοιχη γερμανική πολιορκία το 1941-42 για 250!

β.   «Μπαγκρατιόν» – η σαρωτική επικράτηση στη Λευκορωσία

Ο στρατηγός Ροκοσσόφσκι στον κεντρικό τομέα του Μετώπου (1943)

Ο στρατηγός Ροκοσσόφσκι στον κεντρικό τομέα του Μετώπου (1943)

Όταν οι Αμερικανοί και Βρετανοί σύμμαχοι των Σοβιετικών αποφάσιζαν τελικά την πραγματοποίηση της απόβασης στη Νορμανδία και τη δημιουργία του πραγματικού «Δεύτερου Μετώπου» που θα έφερνε τον πόλεμο μέσα στην επικράτεια του ίδιου του Γ΄ Ράιχ, ο Στάλιν τους υποσχέθηκε να βοηθήσει ένα χτύπημα αντίστοιχης εμβέλειας στο Ανατολικό Μέτωπο. Την ευθύνη για την εκπόνηση του σχεδίου επίθεσης την ανέλαβε ο στρατηγός Ροκοσσόφσκι. Ο ιδιοφυής Ρωσοπολωνός προσήλθε στην κρίσιμη συνεδρίαση της ανώτατης στρατιωτικής διοίκησης με δύο εναλλακτικές προτάσεις. Σύμφωνα με το πρώτο σχέδιο, οι Σοβιετικοί θα χτυπούσαν ανάμεσα στις δύο γερμανικές ομάδες στρατιών (Κέντρου και Νότου), παίρνοντας τον συντομότερο δρόμο για την καρδιά του Γ΄ Ράιχ, μέσω της νότιας Πολωνίας. Το φιλόδοξο αυτό σχέδιο ενείχε υψηλότατο κίνδυνο εγκλωβισμού των σοβιετικών δυνάμεων κι απορρίφθηκε. Η Στάβκα επέλεξε τη δεύτερη πρόταση του Ροκοσσόφσκι: να επιτεθεί στην καρδιά της γερμανικής Ομάδας Στρατιών του Κέντρου, υπό τον στρατάρχη φον Μπους, στην κατεχόμενη Λευκορωσία. Απλωμένη σε μήκος 700 χιλιομέτρων, η σοβιετική δύναμη περιελάμβανε τέσσερα Μέτωπα του Κόκκινου Στρατού: Α΄ Λευκορωσίας (Ροκοσσόφσκι – το σώμα που θα έφερε και το κύριο βάρος της επίθεσης), Β΄ Λευκορωσίας (Ζάχαροφ), Γ΄ Λευκορωσίας (Τσερνιακόφσκι) και Α΄ Βαλτικής (Μπαγκραμιάν). Ο στρατάρχης Ζούκοφ ήταν υπεύθυνος για τα δύο πρώτα μέτωπα, ο στρατάρχης Βασιλιέφσκι για τα υπόλοιπα δύο. 166 μεραρχίες, 31.000 στοιχεία πυροβολικού, 5.000 άρματα μάχης και 6.000 πολεμικά αεροπλάνα. Ο Στάλιν δίνει στην επιχείρηση το όνομα του Γεωργιανού στρατηγού του τσαρικού στρατού που είχε διακριθεί στους πολέμους κατά του Ναπολέοντα κι είχε τραυματισθεί θανάσιμα στη Μάχη του Μποροντινό: «Μπαγκρατιόν».

Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Ημέρα έναρξης της επιχείρησης ορίζεται η 23η Ιουνίου. Τις πρώτες κιόλας μέρες μεγάλες δυνάμεις της Ομάδας Στρατιών Mitte περικυκλώνονται κοντά στο Βιτέμπσκ και το Μπομπρούισκ. Στις 3 Ιουλίου, οι Σοβιετικοί καταλαμβάνουν την πρωτεύουσα της Λευκορωσίας, το Μινσκ, αιχμαλωτίζοντας 100.000 Γερμανούς. Με την ανάκτηση στις 28 Ιουλίου του Μπρεστ-Λιτόφσκ ολοκληρώνεται και η απελευθέρωση της Λευκορωσίας.

Σοβιετικό άρμα μάχης στο Μινσκ κατά την Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Σοβιετικό άρμα μάχης στο Μινσκ κατά την Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Οι Γερμανοί βρίσκονται σε σύγχυση. Άλλωστε, στις 20 Ιουλίου, ομάδα συνωμοτών με εκτελεστή τον συνταγματάρχη κόμη φον Στάουφφενμπεργκ αποπειράται να δολοφονήσει τον Χίτλερ στο στρατηγείο του στο Ράστενμπουργκ της Ανατολικής Πρωσίας. Η απόπειρα αποτυγχάνει εξαιτίας μιας σειράς από συγκυρίες. Έχοντας σωθεί σχεδόν από θαύμα, ο Χίτλερ βρίσκεται σε παροξυσμό και προβαίνει σε εκτεταμένες εκκαθαρίσεις: δεκάδες αξιωματικοί και πολιτικοί εκτελούνται ως ενεχόμενοι στη συνωμοσία. Στο στράτευμα επικρατεί σιδηρά πειθαρχία που ξεπερνά κάθε λογική.

Στο μεταξύ, όμως, τα στρατεύματα του Ροκοσσόφσκι εισχωρούν στην Ανατολική Πολωνία διώχνοντας τους Γερμανούς από το Λούμπλιν. Την τελευταία ημέρα του Ιουλίου, οι εμπροσθοφυλακές φτάνουν στα περίχωρα της Βαρσοβίας. Κάπου εδώ αρχίζει ένα από τα πιο μεγάλα δράματα που παίχτηκαν μεταξύ κατ’ όνομα συμμάχων.

Το δράμα της Βαρσοβίας: Σε συνεννόηση με τη φιλοδυτική εξόριστη πολωνική κυβέρνηση του Λονδίνου, ο στρατηγός Ταντέους «Μπουρ» Κομορόφσκι, επικεφαλής των Πολωνών αντάρτικων δυνάμεων της Άρμια Κραγιόβα (Στρατού του Εσωτερικού) κηρύσσει γενική εξέγερση στην πολωνική πρωτεούσα. Οι ρωσικές δυνάμεις, αντί να συνεχίσουν την προέλασή τους, υποχωρούν. Ο Στάλιν αρνείται την παροχή διευκολύνσεων στη βρετανική κι αμερικανική αεροπορία. Οι Γερμανοί καταπνίγουν την εξέγερση με πρωτοφανή αγριότητα. Όταν οι τελευταίοι μαχητές της εξέγερσης παραδίδονται (2 Οκτωβρίου), η Βαρσοβία είναι πια ένας σωρός από ερείπια. Κάπου 200.000 πολωνικές ζωές έχουν χαθεί.

Εξέγερση της Βαρσοβίας

Ανήκει στους Σοβιετικούς η ευθύνη για την τραγωδία της Βαρσοβίας; Το ερώτημα δεν επιδέχεται μονοσήμαντες απαντήσεις. Οι δυνάμεις του Ροκοσσόφκι είχαν εξαντληθεί μετά από προέλαση τόσων χιλιομέτρων σε εχθρικό έδαφος. Οι γραμμές ανεφοδιασμού τους είχαν επιμηκυνθεί τόσο που δεν λειτουργούσαν πια αποτελεσματικά. Έχοντας συναντήσει σθεναρή αντίσταση από τους Γερμανούς, ο Κόκκινος Στρατός δεν μπορούσε να καταλάβει τη Βαρσοβία τον Αύγουστο. Και, βέβαια, ο Στάλιν δεν ήθελε σε καμιά περίπτωση να αναλάβει τον κίνδυνο τεράστιων απωλειών κι αποτυχίας των σχεδίων του για να βοηθήσει τους Πολωνούς.

  • Όλοι γνωρίζουμε για την απόβαση στη Νορμανδία, μάλλον λίγοι για την επιχείρηση Μπαγκρατιόν. Κι όμως, επρόκειτο για το πλέον συντριπτικό πλήγμα που δέχθηκε η Βέρμαχτ καθ’ όλη τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, πλήγμα από το οποίο δεν επρόκειτο να συνέλθει ποτέ! Στα μέσα Ιουλίου, ως απόδειξη της σοβιετικής ισχύος, δεκάδες χιλιάδες Γερμανοί αιχμάλωτοι «παρήλαυναν» αξιοθρήνητα στους δρόμους της Μόσχας. Παραδόξως, οι αντιδράσεις του κοινού που παρακολουθούσε ήταν ιδιαιτέρως συγκρατημένες. Κάποιες ηλικιωμένες άλλωστε, που ίσως και να είχαν χάσει γιους στον πόλεμο, μονολογούσαν: «κακόμοιρα παιδιά! Κι αυτούς κάποιοι άλλοι τους έστειλαν να πολεμήσουν και να σκοτωθούν!»

γ.   Εγκλήματα Πολέμου

Σεπτέμβριος 1943, ερείπια σπιτού/ πηγή: RIA Novosti

Σεπτέμβριος 1943, ερείπια σπιτού/ πηγή: RIA Novosti

Η στάση της Βέρμαχτ και των γερμανικών αρχών στα κατεχόμενα εδάφη: Η ανάκτηση εδαφών από τον Κόκκινο Στρατό, πρώτα στην Ουκρανία κι έπειτα στη Λευκορωσία, έφερνε στο φως και τα εγκλήματα πολέμου που είχαν διαπράξει οι γερμανικές δυνάμεις, εγκλήματα στα οποία δεν εμπλέκονταν μόνον οι ειδικές δυνάμεις των Ες Ες, αλλά το σύνολο της Βέρμαχτ. Μαζικές εκτελέσεις, πυρπολήσεις χωριών και πόλεων «σε αντίποινα για τη συνεργασία με τους παρτιζάνους», λιμός (μια και όλα σχεδόν τα τρόφιμα κατάσχονταν από τις δυνάμεις κατοχής) και, τέλος, ολοκληρωτική εξόντωση των πολυπληθών εβραϊκών πληθυσμών της Ουκρανίας, της Λευκορωσίας και της δυτικής Ρωσίας.

Η στάση των Γερμανών στις κατεχόμενες περιοχές χαρακτηριζόταν από παλινωδίες μεταξύ της ανάγκης τους να βρουν συμμάχους και να στρατολογήσουν άνδρες, εκμεταλλευόμενοι εθνοτικές ή πολιτικές διαφορές, αφενός, και της ανάγκης για τον ζωτικό χώρο μιας γερμανικής αυτοκρατορίας στην Ανατολή, της περιφρόνησης προς τους Σλάβους «υπανθρώπους» και του θανάσιμου μίσους προς το εβραϊκό στοιχείο.

Η Κριμαία αποτελούσε μια ξεχωριστή περίπτωση: όλος ο πληθυσμός της θα εκτοπιζόταν, ακόμη κι οι Τάταροι που είχαν συνεργαστεί με ζήλο με τους κατακτητές, προκειμένου η χερσόνησος να γίνει μια γερμανική Ριβιέρα. Για να θεμελιωθεί η διεκδίκηση, ο θεωρητικός τους ναζιστικού καθεστώτος Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ υποστήριζε ότι η Κριμαία ήταν περιοχή που ανήκε στο παρελθόν στους Γότθους: θα μετονομαζόταν σε Gotenland!

Γερμανοί στρατιώτες με νεαρές Ουκρανές

Γερμανοί στρατιώτες με νεαρές Ουκρανές

Στην Ουκρανία, όπου ειδικά στις δυτικές περιοχές ο πληθυσμός είχε υποδεχτεί τους Γερμανούς σχεδόν σαν απελευθερωτές, τα πράγματα ήταν ασαφή. Για ευνόητους λόγους οι ναζί υποδαύλιζαν την αντιπαλότητα Ουκρανών και Ρώσων. Συγκρότησαν σώμα ουκρανικής αστυνομίας στρατολογώντας τα μέλη της μεταξύ των οπαδών των διαφόρων εθνικιστικών οργανώσεων: όλοι αυτοί υπήρξαν χρήσιμοι για τις πιο «άχαρες» δουλειές. Δεσμοφύλακες σε στρατόπεδα αιχμαλώτων, πρόθυμοι συνεργοί στη Σοά. Από την άλλη πλευρά, δεν ήθελαν να δώσουν και πολύ αέρα στους Ουκρανούς εθνικιστές που τους θεωρούσαν πολιτικά και στρατιωτικά ανεξέλεγκτους κι επικίνδυνους: ο Στεπάν Μπαντέρα φυλακίστηκε για να απελευθερωθεί προς το τέλος του πολέμου, όταν όλα πήγαιναν στραβά για τους ναζί. Και ο επίτροπος του Ράιχ για την Ουκρανία, ο διαβόητος γκάουλάιτερ της Ανατολικής Πρωσίας Έριχ Κοχ, διοικούσε την Ουκρανία ως αποικία. Αυτό που είχε σημασία ήταν η προμήθεια πρώτων υλών, σιτηρών κι άλλων τροφίμων για τη Γερμανία και η καταναγκαστική εργασία εκατοντάδων χιλιάδων ανδρών και γυναικών που στέλνονταν να δουλέψουν στη γερμανική βιομηχανία.

Άνδρες των Ες Ες σε ουκρανική γιορτή

Άνδρες των Ες Ες σε ουκρανική γιορτή

Λησμονημένες εθνοκαθάρσεις – η περίπτωση της Βολυνίας

Ο εθνικισμός μπορεί να έχει πρωτεϊκό χαρακτήρα και να μεταβάλλεται αναλόγως των ιδιαιτεροτήτων κάθε περιοχής, κατά μείζονα λόγο όταν η εθνογένεση ενός λαού είναι ατελής. Ο ουκρανικός εθνικισμός δεν είναι μόνον αντιρωσικός. Είναι και αντισημιτικός («είπαμε να τους εκτοπίσουν, όχι όμως και να τους σκοτώσουν όλους, ακόμα και τις γυναίκες και τα παιδιά»). Στη Δυτική Ουκρανία, για ευνόητους ιστορικούς λόγους, ήταν ανέκαθεν πρωτίστως αντιπολωνικός.

Βορειοανατολικά της Γαλικίας, ανάμεσα στον Πριπέτ και τον Μπουγκ, απλώνεται η περιοχή της Βολυνίας, γνωστή κάποτε κι ως Λοδομερία. Χώρος αρχικά νομαδικών σκυθικών φύλων κατά την Αρχαιότητα κι έπειτα εγκατάστασης πρωτοσλαβικών πληθυσμών, η Βολυνία μοιράζεται μεταξύ Πολωνών και Λιθουανών ηγεμόνων στα χρόνια του Μεσαίωνα. Από τον 16ο αιώνα ανήκει στην Κοινοπολιτεία Πολωνίας-Λιθουανίας. Με τον Τρίτο Διαμελισμό της Πολωνίας (1795) περνά υπό ρωσική κυριαρχία. Το 1921 επιστρέφει στο νεοσύστατο πολωνικό κράτος, μετά τον Ρωσοπολωνικό Πόλεμο του 1920. Η Βοϊβοδία της Βολυνίας θα κρατήσει μέχρι το 1939 και τη γερμανική εισβολή. Βάσει του γερμανοσοβιετικού συμφώνου, η περιοχή θα καταληφθεί από την ΕΣΣΔ και θα ενταχθεί στη ΣΣΔ Ουκρανίας. Θα ακολουθήσει η Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα κι η ναζιστική κατοχή.

Ευρισκόμενη στα όρια των χώρων εξάπλωσης καθολικισμού κι ορθοδοξίας, η Βολυνία είχε μεικτή πληθυσμιακή σύνθεση. Οι Ουκρανοί (κάποτε Ρουθηνοί) αποτελούσαν την πλειονότητα, συμβίωναν όμως με Πολωνούς, Εβραίους και Γερμανούς.

Στα τέλη του 1942 το πλέον ακραίο τμήμα της Οργάνωσης Ουκρανών Εθνικιστών [Організація Українських Націоналістів (ΟΟΥΝ)], εκείνο του Στεπάν Μπαντέρα, πρωτοστάτησε στη συγκρότηση του Ουκρανικού Αντάρτικου Στρατού [Українська Повстанська Армія (ΟΥΠΑ)], καθιστώντας τον ουσιαστικά στρατιωτικό σκέλος της. Τα περισσότερα μέλη του ΟΥΠΑ, ο οποίος αριθμούσε αρχικά περί τους 20.000 άνδρες, προέρχονταν από την ουκρανική αστυνομία που είχαν οργανώσει οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Ήδη είχαν βοηθήσει τα μέγιστα τους Γερμανούς στην εξολόθρευση του εβραϊκού στοιχείου της Ουκρανίας.

Plaque_for_victims_of_Volhynia_massacres_at_Church_of_St._Bridget_in_Gdańsk

Μνημείο σε ναό του Γκντανσκ για τα θύματα της εθνοκάθαρσης στη Βολυνία/ πηγή: Βικιπαίδεια, χρήστης Starscream

Στις αρχές του 1943 και μετά τον σοβιετικό θρίαμβο στο Σταλινγκράντ, ΟΟΥΝ και ΟΥΠΑ αποφάσισαν να αναλάβουν δράση. Αφενός μεν οι συνθήκες ήταν πιο ευνοϊκές διότι οι Γερμανοί είχαν πια άλλες σκοτούρες κι η επιτήρησή τους είχε χαλαρώσει, αφετέρου δε οι Ουκρανοί εθνικιστές ήθελαν να προλάβουν τις σοβιετικές δυνάμεις δημιουργώντας τετελεσμένα. Έθεσαν σε εφαρμογή ένα από τα πιο τρομακτικά σχέδια εθνοκάθαρσης με στόχο τους κάποτε κυρίαρχους της περιοχής, τους Πολωνούς. Η εθνοκάθαρση αυτή, της οποίας ο παροξυσμός τοποθετείται χρονικά στο θέρος του 1943 (όταν Γερμανοί και Σοβιετικοί συγκρούονταν στο Κουρσκ), κατέληξε στη σφαγή 35 έως 80 χιλιάδων Πολωνών, μόνο στη Βολυνία (ο ακριβής αριθμός των θυμάτων είναι άγνωστος κι αποτελεί αντικείμενο έντονης διαμάχης μεταξύ των ιστορικών).

Η αγριότητα των σφαγών ήταν πρωτοφανής ακόμη και για τα δεδομένα της Ανατολικής Ευρώπης. Οι δυνάμεις του ΟΥΠΑ περικύκλωναν τα πολωνικά χωριά λίγο πριν την αυγή, σκότωναν όλους τους κατοίκους κι έπειτα πυρπολούσαν τα κτίρια.

Το ύφος των διαταγών της ΟΟΥΝ τρομάζει ακόμη και τους πιο κυνικούς: «Εξαφανίστε κάθε πολωνικό ίχνος. Γκρεμίστε τους τοίχους της καθολικής εκκλησίας και κάθε οικήματος που χρησιμοποιούσαν ως χώρο λατρείας οι Πολωνοί. Καταστρέψτε τους κήπους και κάψτε τα δέντρα στις αυλές. Να μην υπάρχει κανένα ίχνος που να μαρτυρά ότι εδώ κάποτε ζούσαν άνθρωποι. Να έχετε υπόψη ότι όσο εξακολουθεί να υπάρχει κάτι το πολωνικό, οι Πολωνοί θα έχουν πάντα αξιώσεις στη γη μας!»

Βολυνία, τα θύματα του ΟΥΠΑ

Βολυνία, τα θύματα του ΟΥΠΑ

Οι Γερμανοί που ήλεγχαν τη Βολυνία δεν έκαναν τίποτε για να σταματήσουν τη σφαγή. Για την ακρίβεια, λέγεται ότι εξόπλιζαν και τις δύο πλευρές ελπίζοντας στην αλληλοεξόντωσή τους. Οι σφαγές σταμάτησαν μόνο όταν ο Κόκκινος Στρατός ανακατέλαβε τα εδάφη της δυτικής Ουκρανίας.

Σοά

Ιβανγκόροντ, Ουκρανία, 1942: εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά του εβραϊκού πληθυσμού

Ιβανγκόροντ, Ουκρανία, 1942: εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά του εβραϊκού πληθυσμού

Ι. Διωγμοί στην Ουκρανία: Το Μπερντίτσεφ της Ουκρανίας, πατρίδα του Βασίλι Γκρόσσμαν, είχε πληθυσμό κατά πλειονότητα εβραϊκό. Όσοι δεν πρόλαβαν να ξεφύγουν από την προέλαση της Βέρμαχτ εξολοθρεύτηκαν, εκτός από ελάχιστους. Τα θύματα ήταν περισσότερα από 30.000 (ανάμεσά τους κι η μητέρα του συγγραφέα). Το πιο θλιβερό για τον Γκρόσσμαν ήταν η προθυμία του ουκρανικού πληθυσμού να συνεργαστεί με τους ναζί (εκτός των άλλων, οι Ουκρανοί αντιμετώπιζαν τους Εβραίους και ως αποδιοπομπαίους τράγους για τους λιμούς της δεκαετίας του 1930). Υπήρξαν ευτυχώς κι εξαιρέσεις…

«Με φώναζαν Μίτια Ασταπτσούκ, αλλά το όνομά μου είναι Χαΐμ Ρόιτμαν. Κατάγομαι από το Μπερντίτσεφ και τώρα πια είμαι δεκατριών ετών. Οι Γερμανοί σκότωσαν τον πατέρα και τη μητέρα μου. Είχα κι ένα μικρότερο αδελφό, τον Μπόρια. Ένας Γερμανός τον σκότωσε με το υποπολυβόλο του, τον σκότωσε μπροστά στα μάτια μου… Όλα έμοιαζαν τόσο αλλόκοτα, η γη έτρεμε.

Στεκόμουνα στην άκρη του χαντακιού και περίμενα… Να, τώρα θα πυροβολήσουν! Με πλησίασε ένας Γερμανός, ανοιγόκλεινε τα μάτια του. Στο έδαφος υπήρχε ένα θραύσμα γυαλιού που λαμπύριζε. Ο Γερμανός πλησίασε κι έσκυψε να το μαζέψει και τότε άρχισα να τρέχω σαν τρελός. Εκείνος άρχισε να με κυνηγά και να πυροβολεί, το κασκέτο μου έχει μια τρύπα από σφαίρα του. Έτρεχα, έτρεχα και στο τέλος σωριάστηκα στο έδαφος. Δεν θυμάμαι τι συνέβη μετά. Με περιμάζεψε ένας ηλικιωμένος, ο Γκεράσιμ Πρακόφιεβιτς Ασταπτσούκ. Μου είπε: “Τώρα πια είσαι ο Μίτια, ο γιος μου”. Είχε εφτά παιδιά δικά του κι εγώ έγινα το όγδοο.

Στο σπίτι ήρθαν Γερμανοί, ήταν μεθυσμένοι, άρχισαν να φωνάζουν, είχαν προσέξει ότι ήμουν πιο μαυριδερός. Ρωτούν τον Γκεράσιμ Πρακόφιεβιτς. “ποιανού παιδί είναι τούτος εδώ;”, “Δικό μου είναι!” τους απαντά. Αρχίζουν να τον βρίζουν, να τον λένε ψεύτη. Εκείνος, όμως, τους απαντά με ηρεμία: “Είναι γιος μου από την πρώτη μου γυναίκα που ήταν τσιγγάνα”.

Όταν ελευθερώθηκε το Μπερντίτσεφ πήγα στην πόλη. Ξαναβρήκα τον μεγάλο αδελφό μου, τον Γιάσα. Επέζησε κι εκείνος. Ο Γιάσα είναι μεγάλος, είναι δεκαέξι χρονών, πολεμά. Όταν έφευγαν οι Γερμανοί βρήκε το κάθαρμα που είχε σκοτώσει τη μάνα μας και τον τουφέκισε». [«Βασίλι Γκρόσσμαν – Ένας συγγραφέας στον Πόλεμο (κείμενα επιλεγμένα και σχολιασμένα από τον Άντονι Μπήβορ και τη Λιούμπα Βιναγκράνταβα)», Τέταρτο μέρος “Από τον Δνείπερο στον Βιστούλα, 1944”, κεφάλαιο 21 “Οι σφαγές στο Μπερντίτσεφ”]

ΙΙ. Τα στρατόπεδα του θανάτου: Καθώς ο Κόκκινος Στρατός προέλαυνε πια σε πολωνικό έδαφος, ακόμη πιο συγκλονιστική ήταν η ανακάλυψη των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, θανάτου και εξόντωσης, η ανακάλυψη του πιο φριχτού εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκε στην Ιστορία. Πρώτα το Μαιντάνεκ, κοντά στο Λούμπλιν, η Τρεμπλίνκα, το Άουσβιτς.

Τρεμπλίνκα

Τρεμπλίνκα

«Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί τι είναι πιο τρομερό: να οδηγηθείς στον θάνατο μέσα σε φριχτά μαρτύρια, γνωρίζοντας ότι αυτός βρίσκεται εκεί δίπλα σου, ή αγνοώντας εντελώς το τέλος που πλησιάζει, κοιτάζοντας από το παράθυρο ενός βαγονιού της πρώτης θέσης, την ίδια ώρα που από τον σταθμό της Τρεμπλίνκα τηλεφωνούν ήδη στο στρατόπεδο για να αναγγείλουν την άφιξη του τραίνου και να ενημερώσουν για τον αριθμό των επιβατών του;

Με σκοπό προφανώς να ξεγελάσουν για μια τελευταία φορά εκείνους που έφθαναν από την Ευρώπη, είχαν διαμορφώσει το τέλος της σιδηροδρομικής γραμμής στο στρατόπεδο του θανάτου σαν σταθμό επιβατών. Στην άκρη της αποβάθρας… υπήρχε ένας σιδηροδρομικός σταθμός με εκδοτήρια εισιτηρίων, χώρο φύλαξης αποσκευών, κυλικείο. Παντού επιγραφές: “Προς Μπιαουύστοκ”, “Μπαρανοβίτσε”, “Βολκόβυσκ”. Κατά την άφιξη της αμαξοστοιχίας, μια ορχήστρα έπαιζε στον σταθμό κι οι μουσικοί της ήταν άψογα ντυμένοι. Ένας ελεγκτής με στολή της εταιρίας σιδηροδρόμων ζητούσε από τους επιβάτες τα εισιτήριά τους και τους οδηγούσε σε μια πλατεία…

Υπήρχε κάτι το δυσοίωνο και το τρομαχτικό στην πλατεία εκείνη. Ένα προσεχτικό βλέμμα αντιλαμβανόταν αμέσως ανησυχητικές λεπτομέρειες. Στο δάπεδο που είχε σκουπιστεί βιαστικά, μάλλον λίγα λεπτά μόνον πριν φτάσει η καινούρια φουρνιά, έβλεπες παρατημένα σκόρπια αντικείμενα: ένα δέμα με ρούχα, μια μισάνοιχτη μικρή αποσκευή, κάποια κατσαρολικά. Πώς είχαν βρεθεί εκεί; Και για ποιο λόγο η σιδηροδρομική γραμμή σταματά αμέσως μετά την αποβάθρα του σταθμού, εκεί που φυτρώνει ένα κιτρινωπό χορτάρι κι υψώνονται συρματοπλέγματα ύψους τριών μέτρων; Πού είναι λοιπόν οι γραμμές για το Μπιαουύστοκ, για το Σέντλτσε, τη Βαρσοβία και το Βολκόβυσκ;» [Βασίλι Γκρόσσμαν «Η Κόλαση της Τρεμπλίνκα», 1944]

Β. Γκρόσσμαν

Β. Γκρόσσμαν

Ιερουσαλήμ-Μαρίενμπουργκ – μέρος IV: το τέλος (;) και η υστεροφημία του Τάγματος

Φεβρουαρίου 27, 2011

Οστερόντε, Πρωσία, 6 Ιανουαρίου 1453. Παραμονές, σχεδόν, του Δεκατριετούς Πολέμου που θα αποβεί μοιραίος για το κράτος των Τευτόνων. Ο τοπικός Τεύτονας διοικητής συντάσσει επιστολή προς τον Λουδοβίκο του Έρλιχσχάουζεν, μεγάλο μάγιστρο του Τάγματος. Του εκθέτει τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει στη συνεργασία του με τους ντόπιους ευγενείς. Μόλις συναντήθηκε με έναν από αυτούς τους γαιοκτήμονες, τον Πέτρες του Αρβάυντεν, από τον οποίο ζήτησε να παραχωρήσει στο Τάγμα για κάποιες εβδομάδες τους υποτελείς του χωρικούς, προκειμένου να βοηθήσουν σε εργασίες συντήρησης του κάστρου της περιοχής. Ο Πρώσος γαιοκτήμονας αρνείται. Ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος, τον οποίο παραθέτει αυτολεξεί στην επιστολή του ο διοικητής (βλ. Sylvain Gouguennheim “Les Chevaliers Teutoniques”, εκδ. Tallandier, Παρίσι, 2007, σελ. 551-552).

«- Άρχοντα! Κύριε Διοικητά! Κι εγώ είμαι ευγενής, όπως ακριβώς κι εσείς, κι αν παρίσταται ανάγκη μπορώ να το αποδείξω, όπως κάθε ευγενής. Ξέρετε, κύριε, αν δεν είχατε έρθει σ’ αυτήν εδώ τη χώρα δεν θα είχατε γίνει ποτέ άρχοντας…

– Τι είναι όλα αυτά που μου τσαμπουνάς βρε Πέτρες; Άν δεν ήμουν εγώ ο άρχοντάς σου, θα ήταν κάποιος άλλος στη θέση μου. Εσύ, πάντως, Πέτρες θα πρέπει οπωσδήποτε να έχεις έναν άρχοντα πάνω από σένα, γιατί είσαι τόσο ευγενής όσο μπορεί να είναι ευγενής μια αγριόκοτα!».

Το περιστατικό είναι ενδεικτικό του χάσματος ανάμεσα στο Τάγμα και τους υπηκόους του. Όπως ήταν μοιραίο, μετά από δύο και πλέον αιώνες κυριαρχίας των Τευτόνων έχει διαμορφωθεί αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε πρωσικό έθνος, με τις ελίτ του, γερμανικές ή εκγερμανισμένες, γαιοκτημόνων και πλουσίων εμπόρων, οι οποίες διεκδικούν το μερίδιό τους στην άσκηση εξουσίας. Το Τάγμα, όμως, δεν είναι διατεθειμένο να κάνει παραχωρήσεις. Αυτό που οπουδήποτε αλλού θα αποτελούσε φυσική εξέλιξη, δηλαδή η σταδιακή δημιουργία ενός έθνους σύμφωνα με τα πρότυπα των νεότερων χρόνων, έρχεται σε αντίθεση με την ίδια τη φιλοσοφία του κράτους ενός στρατιωτικού θρησκευτικού τάγματος το οποίο αποκλείει από την εξουσία οποιοδήποτε εξωτερικό προς αυτό στοιχείο. Ως εκ της φύσεως του τρόπου επάνδρωσης και λειτουργίας του Τάγματος, τα πρόσωπα που ασκούν εξουσία στην Πρωσία δεν έχουν ρίζες στον τόπο αυτό. Όσο για τους Πρώσους αριστοκράτες, ο μόνος τρόπος να διοικήσουν στην πατρίδα τους είναι να καταταγούν στο Τάγμα, δηλαδή να απεκδυθούν την ταυτότητά τους, χωρίς να είναι βέβαιο ότι το όνειρό τους θα εκπληρωθεί. Όλα αυτά έχουν ως συνέπεια την αποξένωση των Τευτόνων από τις τοπικές ελίτ, η οποία αποτυπώνεται στο παραπάνω περιστατικό μέσω μιας αμοιβαίας αμφισβήτησης της ιδιότητας του ευγενούς. Για τον γαιοκτήμονα, ο διοικητής είναι φορέας μιας δοτής εξουσίας που εκπορεύεται από έναν απρόσωπο οργανισμό. Για αυτό και ο υπαινιγμός («αν δεν είχατε έρθει σ’ αυτήν εδώ τη χώρα δεν θα είχατε γίνει ποτέ άρχοντας«): οι περισσότεροι από τους ιππότες κατάγονταν από οικογένειες μινιστράλιων, κατώτερων ευγενών, συχνά ταπεινής καταγωγής, που προήχθηκαν λόγω προσωπικής αξίας από τον αυτοκράτορα, δεν διέθεταν συνήθως φέουδα και αρκούνταν στην άσκηση καθηκόντων συμβούλου στην αυτοκρατορική ή σε κάποια φεουδαλική αυλή. Όσο για την οργισμένη απάντηση του διοικητή (σε ενικό, ενώ ο γαιοκτήμονας κρατά έστω τα προσχήματα χρησιμοποιώντας πληθυντικό), αποδεικνύει ότι για έναν Τεύτονα Ιππότη ο Πρώσος αριστοκράτης δεν είναι παρά ένας υποτελής που χρωστά την ανέλιξή του αποκλειστικά στο Τάγμα. Η σύγκρουση θα πληρωθεί ακριβά: τρεις μήνες αργότερα, η πρωσική Δίαιτα θα δηλώσει υποτέλεια στον Πολωνό μονάρχη και θα τον καλέσει να καταλάβει τη χώρα. Τη συνέχεια την είδαμε στο τρίτο μέρος της σειράς.

Με άλλα λόγια, η παρακμή και το ουσιαστικό τέλος του Ordensstaat δεν οφείλεται απλά στο ότι το Τάγμα έχασε, παρά την όποια ηρωϊκή αντίσταση, έναν κρίσιμο πόλεμο, αλλά στη διττή αδυναμία προσαρμογής στις εξελίξεις: αφενός, μετά τον προσηλυτισμό και των Λιθουανών στον χριστιανισμό, η Πρωσία είναι ένα κράτος σαν όλα τ’ άλλα. Οι Τεύτονες δεν μπορούν πλέον να καλούν σε σταυροφορίες ή να εμφανίζονται ως προστάτες της πίστης, κατά μείζονα λόγο όταν το ιδανικό των σταυροφοριών έχει ξεθυμάνει. Υποχρεωμένοι να αναζητήσουν συμμαχίες στη διεθνή διπλωματική σκηνή, χωρίς εγγενή επικοινωνιακά πλεονεκτήματα, δεν θα αποδειχθούν αρκετά επιδέξιοι ή τυχεροί. Αφετέρου, η ίδια η φύση ενός Ordensstaat αποδεικνύεται ασύμβατη με το υπό διαμόρφωση εθνικό κράτος. Το κράτος των ιπποτών ήταν καταδικασμένο να χαθεί γιατί η ίδια η εξέλιξη της Ιστορίας το είχε ξεπεράσει. Από την άποψη αυτή, το τέλος της Πρωσίας των Τευτόνων σηματοδοτεί την αλλαγή εποχής, τη μετάβαση από τον Μεσαίωνα (τις δομές και τις αντιλήψεις του οποίου εξέφραζε με απόλυτη επιτυχία) στους νεότερους χρόνους. Ας δούμε πώς ακριβώς γράφτηκε ο επίλογος πρώτα του κράτους κι έπειτα του ίδιου του Τάγματος (Ι), για να εξετάσουμε στη συνέχεια τον τρόπο με τον οποίο εκτιμήθηκε η κληρονομιά των Τευτόνων Ιπποτών στον χώρο δράσης τους (ΙΙ).

Ι. Το τέλος (;)

Όπως είδαμε στο προηγούμενο επεισόδιο, μετά την ταπεινωτική δεύτερη συνθήκη ειρήνης του Τορν το 1466, οι Τεύτονες έχασαν το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών τους, εκτός από την Ανατολική Πρωσία και την Πομεσανία. Διατηρούνται, βέβαια, οι εκτεταμένες κτήσεις του Τάγματος στη Λιβονία, όπου όμως οι Τεύτονες αποτελούν απλώς μία μεταξύ πλειόνων δυνάμεων εξουσίας, καθώς και αυτές στα εδάφη της Γερμανικής Αυτοκρατορίας κι αλλού στην Ευρώπη. Η κατάσταση είναι δυσχερέστατη, συγκρινόμενη με το άμεσο παρελθόν, αλλά όχι απαραίτητα καταδικαστική. Οι ίδιοι θα αναζητήσουν τρόπους επιβίωσης και, ει δυνατόν, ανάκτησης των χαμένων εδαφών. Ιστορικές εξελίξεις και συγκυρίες μάλλον απρόβλεπτες για τον άνθρωπο του τέλους του 15ου αιώνα θα φέρουν το οριστικό τέλος του Ordensstaat (Α). Όχι πάντως και του ίδιου του Τάγματος, το οποίο θα προσπαθήσει να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Σε σχέση με τα περασμένα μεγαλεία, θα μπορούσε να γίνει λόγος για παρακμή, ακόμη και για εκφυλισμό. Μια τέτοια εκτίμηση θα παρέβλεπε τη διαρκή προσπάθεια ενός τάγματος το οποίο, παρά τις τόσες αντιξοότητες, εξακολουθεί να υφίσταται, τυπικά τουλάχιστον, ακόμη και σήμερα (Β).

Α. Το τέλος του Ordensstaat

α. Ο αγώνας για την επιβίωση: Σε ό,τι έχει απομείνει από την Πρωσία το έργο της ανασυγκρότησης είναι δύσκολο. Ο πόλεμος προκάλεσε ανυπολόγιστες καταστροφές. Το 80 % των χωριών έχουν καταστραφεί ή εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους τους (Alain Demurger “Chevaliers du Christ – Les ordres religieux-militaires au Moyen Âge, XIe-XVIe siècle, εκδ. Seuil, Παρίσι, 2002, σελ. 271). Στη Λιβονία, το Τάγμα βρίσκεται σε διαρκή διαμάχη με τους άλλους δύο πόλους εξουσίας, δηλαδή την Εκκλησία και τους αστούς της Ρίγας και των μεγαλύτερων πόλεων. Ωστόσο, οι Τεύτονες αποτελούν σημαντική στρατιωτική δύναμη, ιδίως στη Λιβονία. Σ’ αυτό ακριβώς το στοιχείο στηρίζεται η ουσιαστικότερη ίσως από τις τελευταίες ελπίδες του Τάγματος για επιβίωση.

1. Σε αναζήτηση νέας νομιμοποίησης: Το Τάγμα χρειάζεται νέους αντιπάλους οι οποίοι θα νομιμοποιούν τη δράση του στα μάτια της χριστιανικής Ευρώπης. Πρέπει επομένως να πρόκειται για αλλόθρησκους ή έστω αλλόδοξους εχθρούς. Στη Λιβονία ο προφανής αντίπαλος είναι η όλο και ισχυρότερη ορθόδοξη Ρωσία: ήδη από το 1450 οι Τεύτονες Ιππότες κινητοποιούν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν τη ρωσική απειλή. Προκειμένου να αντιμετωπίσει καλύτερα τον κίνδυνο (αλλά και για να απομακρυνθεί από την πίεση που ασκούν ο αρχιεπίσκοπος και οι αστοί της Ρίγας), ο μάγιστρος της Λιβονίας Ιωάννης Βαλντχάους του Χέερζε μεταφέρει, γύρω στα 1470, την έδρα του στο Φέλλιν (σημερινό Βιλιάντι στην Εσθονία). Ο ηγεμόνας της Μόσχας και του Βλαντίμιρ, ο φιλόδοξος Ιβάν Γ΄ (σύζυγος της Ζωής – Σοφίας για τους Ρώσους – Παλαιολογίνας, η οποία θα φέρει σαν προίκα της τον βυζαντινό δικέφαλο αετό που πρόκειται να γίνει σύμβολο της ρωσικής μοναρχίας) θα απειλήσει σοβαρά τους καθολικούς της Λιβονίας: αφού κατακτήσει το Νόβγκοροντ και τις υπόλοιπες ρωσικές ηγεμονίες, ο Ιβάν στρέφεται προς δυσμάς. Το 1480 πολιορκεί το Φέλλιν, το 1492 κατασκευάζει το οχυρό του Ιβάνγκοροντ, ακριβώς απέναντι από το κάστρο των Τευτόνων στη Νάρβα, δυο χρόνια μετά συλλαμβάνει και φυλακίζει όλους τους Γερμανούς εμπόρους που βρίσκονται στο Νόβγκοροντ. Το καλοκαίρι του 1502, ο Βόλτερ του Πλέττενμπεργκ, μάγιστρος της Λιβονίας, ενισχυμένος με μισθοφορικά στρατεύματα που στρατολόγησε στη Γερμανία και βοηθούμενος από τους Λιθουανούς, κινείται εναντίον του Ρώσου ηγεμόνα. Στην αποφασιστική μάχη που θα δοθεί κοντά στη λίμνη Σμόλινα (13 Σεπτεμβρίου) ο ρωσικός στρατός θα συντριβεί.

Ο ιδανικός, όμως, αντίπαλος από άποψη νομιμοποίησης είναι οι Τούρκοι, που έχοντας κυριαρχήσει σε ολόκληρη τη βαλκανική χερσόνησο επιχειρούν να επεκταθούν προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Το Τάγμα αποφασίζει να συνδράμει τους Πολωνούς και τους Ούγγρους που βρίσκονται πια στην πρώτη γραμμή της σύγκρουσης με τους Οθωμανούς. Έτσι, το 1497 ο μέγας μάγιστρος Ιωάννης του Τίφεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμα του επικυρίαρχού του Πολωνού μονάρχη και προστρέχει να τον βοηθήσει με 4.000 άνδρες στον πόλεμο κατά των Τούρκων. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας και ενώ η στρατιά προχωρούσε κατά μήκος του Δνείστερου θα προσβληθεί από δυσεντερία και θα πεθάνει λίγες εβδομάδες αργότερα.

2. Σε αναζήτηση προστάτη: Το 1498, η συνέλευση του Τάγματος λαμβάνει μια απόφαση που σηματοδοτεί ουσιώδη πολιτική μεταστροφή: για πρώτη φορά εκλέγει για μεγάλο μάγιστρο πρόσωπο εκτός του Τάγματος. Ο εκλεκτός της συνέλευσης είναι ο Φρειδερίκος της Σαξονίας. Θέτοντας επικεφαλής του ένα Γερμανό ηγεμόνα, το Τάγμα αποκτά έναν ήδη ισχυρό αρχηγό με έτοιμες συμμαχίες και εκ των πραγμάτων μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ. Πράγματι, η πρώτη κίνηση του Φρειδερίκου είναι να αρνηθεί να ορκισθεί υποτέλεια στον βασιλέα της Πολωνίας. Ο Φρειδερίκος θέλει να διακηρύξει ότι το Τάγμα είναι ανεξάρτητο και έτσι σκοπεύει να πορευτεί στο μέλλον. Η Πολωνία σε πρώτο χρόνο δεν αντιδρά. Δώδεκα χρόνια αργότερα, το Τάγμα ακολουθεί την ίδια οδό, επιλέγοντας ξανά ένα Γερμανό ηγεμόνα ως μεγάλο μάγιστρο: τον Αλβέρτο του Βρανδεβούργου από τον οίκο των Χοεντσόλλερν. Ούτε ο Αλβέρτος δέχεται να δώσει όρκο υποτέλειας στον Πολωνό μονάρχη, αυτή τη φορά, όμως, οι Πολωνοί αντιδρούν. Η διαμεσολάβηση του αυτοκράτορα Κάρολου Κουίντου αποτυγχάνει, ο Αλβέρτος αρνείται να υποχωρήσει. Πρωσία και Πολωνία ετοιμάζονται για πόλεμο. Μια από τις σημαντικότερες καθολικές μοναρχίες κι ένα καθολικό τάγμα πρόκειται ν’ αλληλοσπαραχθούν την ώρα που η Γερμανία διχάζεται από το κήρυγμα του Λούθηρου. Ο αυτοκράτορας επιβάλλει ανακωχή στους δύο αντιπάλους. Και τότε θα συμβεί το φαινομενικά απροσδόκητο που θα σφραγίσει την ιστορία των Τευτόνων και της Πρωσίας.

β. Η στροφή στον Προτεσταντισμό – 1. Στην Ανατολική Πρωσία: Ο Αλβέρτος αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα: ταξίδεψε στη Βιττεμβέργη και συνάντησε τον Λούθηρο! Επιστρέφοντας στο Κένιγκσμπεργκ δήλωσε την απόφασή του να διαρρήξει τις σχέσεις του με την Αγία Έδρα, ασπαζόμενος το λουθηρανικό κήρυγμα, και να ελευθερωθεί από τους θρησκευτικούς όρκους του. Ειλικρινής πίστη στη διδασκαλία του Λούθηρου ή υπολογισμένη πολιτική απόφαση; Πιθανότατα και τα δύο (ο Αλβέρτος αλληλογραφούσε με τον Λούθηρο από το 1523 τουλάχιστον). Στην πλειονότητά τους, πάντως, οι ιππότες του Τάγματος στην Πρωσία τον ακολούθησαν: το 1523, το Ordensstaat μεταλλασσόταν σε κοσμικό δουκάτο πιστό στη Μεταρρύθμιση (Demurger, όπ.π., σελ. 272) !  Έπειτα, ο Αλβέρτος στράφηκε στην Πολωνία ζητώντας διαπραγματεύσεις: τον Απρίλιο του 1525 υπογράφηκε στην Κρακοβία συνθήκη ειρήνης. Ο Πολωνός βασιλέας Σιγισμούνδος Α΄, αναγνώρισε το δουκάτο της Ανατολικής Πρωσίας. Ο Αλβέρτος ορκίσθηκε υποτέλεια στον θρόνο της Πολωνίας και έλαβε το δουκάτο του ως κληρονομικό φέουδο πλέον. Οι αδελφοί του Τάγματος στη Γερμανία και στη Λιβονία αντέδρασαν στην, κατ’ αυτούς, προδοσία του Αλβέρτου του Βρανδεβούργου, που δεν δίστασε να δηλώσει υποτέλεια στους Πολωνούς με όρους πολύ πιο επαχθείς από αυτούς της δεύτερης συνθήκης του Τορν. Το 1526 εξέλεξαν ως μεγάλο μάγιστρο τον Βάλτερ του Κρόνμπεργκ, έως τότε μάγιστρο της Γερμανίας, και διεκδίκησαν την επιστροφή του Κένιγκσμπεργκ και της υπόλοιπης Ανατολικής Πρωσίας, προσφεύγοντας στο Δικαστήριο της Αυτοκρατορίας (Reichskammergericht). Μολονότι αυτό τους δικαίωσε με την απόφαση που εξέδωσε το 1532, ο Αλβέρτος πρόλαβε να συνάψει συμμαχίες με τους υπόλοιπους προτεστάντες ηγεμόνες και δεν κινδύνεψε ουσιαστικά ποτέ να χάσει το δουκάτο του.

2. Στη Λιβονία: Ο μάγιστρος Πλέττενμπεργκ δεν ακολούθησε το παράδειγμα του Αλβέρτου και παρέμεινε πιστός στη Ρώμη. Καθώς, όμως, η Μεταρρύθμιση κέρδιζε όλο και περισσότερους πιστούς, ακόμη και μεταξύ των ίδιων των ιπποτών, αναγκάστηκε να εκδώσει διάταγμα ανοχής προς τους προτεστάντες. Παρά τις όλο και αυξανόμενες αντιξοότητες, το Τάγμα κατόρθωσε να επιβιώσει στη Λιβονία για άλλα 40 περίπου χρόνια. Το μέλλον, όμως, διαγραφόταν όλο και πιο αβέβαιο μεταξύ της ρωσικής σφύρας και του πολωνικού άκμονος, ιδίως μετά την άνοδο του Ιβάν Δ΄ του Τρομερού στον ρωσικό θρόνο.  Το 1551 ο Ρώσος μονάρχης επέβαλε φόρο υποτέλειας στους Τεύτονες, το 1558 κατέκτησε τη Νάρβα και το Ντόρπατ, το 1561 το Φέλλιν. Ενδιαμέσως, οι Τεύτονες είχαν υποστεί συντριπτική ήττα από τους Ρώσους στο Έργκεμε (2 Αυγούστου 1560). Ταυτόχρονα Δανοί και Σουηδοί αποσπούσαν τμήματα της Εσθονίας. Έτσι, ο μάγιστρος της Λιβονίας Γοττάρδος Κέττλερ αποφάσισε να εφαρμόσει κατά γράμμα τη στρατηγική του Αλβέρτου του Βρανδεβούργου: ασπάσθηκε τον προτεσταντισμό και, στις 28 Νοεμβρίου 1561, σύναψε συνθήκη ειρήνης με την Πολωνία στο Βίλνιους. Ο Κέττλερ παρέδωσε τη Λιβονία στους Πολωνούς, απαρνήθηκε το Τάγμα, δήλωσε υποτέλεια στον Πολωνό μονάρχη και σε αντάλλαγμα έλαβε ως κληρονομικό φέουδο το δουκάτο της Κουρλάνδης. Όπως σημειώνει ο Ντεμυρζέ (όπ.π., σελ. 273) «η καθολικότατη Πολωνία, ορκισμένη εχθρός του καθολικού τάγματος των Τευτόνων κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων του Μεσαίωνα, είχε πλέον υποτελείς δύο προτεστάντες, κληρονόμους και ολετήρες ταυτόχρονα του Τάγματος στη Βαλτική!«

Β. Ζωή χωρίς κράτος – Το Τάγμα στην υπηρεσία της Γερμανικής αυτοκρατορίας

Η απώλεια του κράτους της Ανατολικής Πρωσίας και των κτήσεων της Λιβονίας δεν σήμαινε και το τέλος του Τάγματος των Τευτόνων, το οποίο επέλεξε τη πλέον φυσική λύση για τα συμφέροντά του. Επικέντρωσε το ενδιαφέρον του και συνέδεσε τη μοίρα του με τη Γερμανική Αυτοκρατορία, ιδίως δε με τoν οίκο των Αψβούργων, οι εκπρόσωποι του οποίου σχεδόν μονοπωλούν τον αυτοκρατορικό θώκο ήδη από τα τέλη του 13ου αιώνα.

Η εξέλιξη αυτή έχει προετοιμαστεί σταδιακά, κυρίως από τους μάγιστρους της Γερμανίας. Άλλωστε, από το 1494 ο αυτοκράτορας Μαξιμιλιανός Α΄ ανακηρύσει τον μάγιστρο της Γερμανίας Ανδρέα του Γκρούμπαχ «ηγεμόνα της Αυτοκρατορίας» με εκλεκτορικά δικαιώματα (Reichsfürst), δηλαδή ανώτατο ευγενή με δικαίωμα ψήφου στην αυτοκρατορική Δίαιτα. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Γκούγκενάιμ (όπ.π., σελ. 590), ο μεγάλος μάγιστρος θα λάβει τον ίδιο τίτλο μόλις το 1524. Λαμβανομένης υπόψη της μεταστροφής στον προτεσταντισμό του Αλβέρτου του Βρανδεβούργου την επόμενη χρονιά, το Τάγμα είχε στις τάξεις του δύο εκλέκτορες μόλις για ένα χρόνο, μια και μετά την ανάδειξη του Βάλτερ του Κρόνμπεργκ στο ύπατο αξίωμα ο μεγάλος μάγιστρος είναι ταυτόχρονα και μάγιστρος της Γερμανίας. Βεβαίως, το Τάγμα έπρεπε να επιλέξει και νέα έδρα: ο Κρόνμπεργκ προτίμησε το Μέργκεντχάιμ στη Βυρττεμβέργη, πιο κοντά στους κύριους συγκοινωνιακούς άξονες από τη μέχρι τότε έδρα του μαγίστρου της Γερμανίας, το Μπουργκ Χόρνεκ (στην ίδια περιοχή, αλλά λίγο δυτικότερα).

α. Η περίοδος των στοχαστικών προσαρμογών – Το Τάγμα απέναντι στον προτεσταντισμό: Το πρόβλημα για τους Τεύτονες είναι ότι η μεταφορά της έδρας στη Γερμανία συμπίπτει με μια περίοδο κρίσεων, αναβρασμού και ταραχών. Η θρησκευτική διαμάχη μεταξύ Καθολικής Εκκλησίας και Μεταρρύθμισης ανοίγει τον ασκό του Αιόλου δίνοντας την ευκαιρία δυναμικής διεκδίκησης κοινωνικών και πολιτικών αιτημάτων. Είναι η εποχή της εξέγερσης που έμεινε στην Ιστορία ως ο Πόλεμος των Χωρικών (Bauernkrieg). Η εξέγερση προκαλεί μεγάλες καταστροφές στις κτήσεις των Τευτόνων: μεταξύ άλλων, τον Μάΐο του 1525 λεηλατείται και πυρπολείται το κάστρο του Χόρνεκ. Τα αρχεία του μαγίστρου της Γερμανίας καταστρέφονται. Αν, όμως, οι ταραχές ήταν ένα παροδικό πρόβλημα, το ζήτημα της θρησκευτικής διαμάχης έθετε σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη του καθολικού Τάγματος. Η Μεταρρύθμιση εξαπλωνόταν με ραγδαίους ρυθμούς στη Γερμανία: οι περισσότεροι από τους ιερείς του Τάγματος ασπάστηκαν γρήγορα τον προτεσταντισμό. Αν και η πλειονότητα των ιπποτών παρέμεινε πιστή στη Ρώμη, ωστόσο οι απώλειες ήταν σημαντικές, τόσο σε επίπεδο έμψυχου δυναμικού όσο και από οικονομική άποψη. Όταν σε μια περιφέρεια οι προτεστάντες ξεπερνούσαν τους καθολικούς, το Τάγμα κινδύνευε να τη χάσει. Έπρεπε, επομένως, να βρεθούν ευέλικτες λύσεις που θα επέτρεπαν τη συνύπαρξη διαφορετικών δογμάτων προς το συμφέρον του Τάγματος.

Στα μέσα του 16ου αιώνα, τρεις διοικητικές περιφέρειες των Τευτόνων είχαν περάσει στο στρατόπεδο της Μεταρρρύθμισης (Θουριγγία, Σαξονία, Ουτρέχτη). Η Έσση παρουσίαζε την απίστευτη ιδιατερότητα να είναι τρι-δογματική! Στο αξίωμα του βαΐλου της περιφέρειας εναλλάσσονταν καθολικοί, λουθηρανοί και καλβινιστές ιππότες (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 592). Οι υπόλοιπες περιφέρειες και ο μεγάλος μάγιστρος παρέμεναν στις τάξεις του καθολικισμού. Η ανάγκη να αποτραπεί ο διχασμός ή έστω να μειωθούν οι απώλειες οδήγησε τη γενική συνέλευση των Τευτόνων να αποφασίσει στο Μέργκεντχάιμ το 1557 ότι οι αδελφοί ήταν ελεύθεροι να επιλέξουν δόγμα, δίνοντας όμως όρκο ότι θα σέβονταν την κυριότητα των περιουσιακών στοιχείων του Τάγματος. Το 1575, στην Ερφούρτη, το Τάγμα αποφάσιζε ότι μπορούσε να δέχεται στις τάξεις του προτεστάντες και ως νέους ιππότες. Καταστατικό και κανονισμοί αναθεωρήθηκαν προκειμένου να διασφαλισθεί η μεγαλύτερη δυνατή θρησκευτική ελευθερία των μελών. Ο συνεκτικός κρίκος δεν ήταν πια ο καθολικισμός, αλλά η ένωση των αδελφών του Τάγματος στην τήρηση των τριών όρκων (πενίας, αγνότητας και υπακοής).

Οι Τεύτονες και η Αγία Έδρα: Η ρεαλιστική στάση του Τάγματος στο ζήτημα του προτεσταντισμού το απομάκρυνε μοιραία από την Αγία Έδρα, η οποία έτσι κι αλλιώς δεν έδειχνε εδώ και καιρό το ίδιο ενδιαφέρον για τη διασφάλιση των προνομίων των Τευτόνων (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 596). Το 1494, ο πάπας Ιννοκέντιος Η΄ δεν δίστασε να μεταβιβάσει, χωρίς τη συγκατάθεση του Τάγματος, στον διαβόητο καρδινάλιο (και μετέπειτα πάπα Αλέξανδρο Στ΄) Ροδρίγο Βοργία όλα τα περιουσιακά στοιχεία που είχαν οι Τεύτονες στη Σικελία. Ο Βοργίας, όταν έγινε πάπας, πούλησε την περιουσία αυτή στον αρχιεπίσκοπο της Σαραγόσας. Βεβαίως, το ίδιο το Τάγμα με την αδιαφορία που είχε επιδείξει για τις σικελικές κτήσεις του είχε εμμέσως βοηθήσει την όποια παπική αυθαιρεσία. Κάποτε στρατηγικής σημασίας, ως βάση ανεφοδιασμού των Αγίων Τόπων, η περιφέρεια της Σικελίας είχε από καιρό πέσει σε αφάνεια, όταν το Τάγμα είχε στρέψει το ενδιαφέρον του στη Βαλτική. Τώρα που το κράτος και οι κτήσεις της Βαλτικής χάνονταν και οι ιταλικές κτήσεις αποκτούσαν και πάλι οικονομικό και στρατηγικό ενδιαφέρον για τον αγώνα κατά των Τούρκων ήταν πολύ αργά! Όσες προσπάθειες κι αν έκαναν οι Τεύτονες για την ανάκτηση των περιουσιακών στοιχείων τους στη Νότια Ιταλία (μεσολάβηση των Αψβούργων ή διαφόρων καρδιναλίων) όλες έπεσαν στο κενό.

Χαρακτηριστικό της κατάστασης που επικρατούσε κατά τα τελευταία χρόνια της τευτονικής διοίκησης Σικελίας είναι και το ακόλουθο περιστατικό (Kristjan Toomaspoeg “Histoire des Chevaliers Teutoniques” εκδ. Flammarion, Παρίσι, 2001, σελ. 59): όταν το 1491 επισκέπτονται το διοικητήριο του Παλέρμου οι επιθεωρητές του Τάγματος διαπιστώνουν ότι η πραγματικότητα ξεπερνά τους χειρότερους φόβους τους. Ο Τεύτονας διοικητής στο Παλέρμο είναι ύποπτος για σειρά οικονομικών σκανδάλων, έχει πέντε τουλάχιστον ερωμένες κι αμέτρητα παιδιά, ενώ σπαταλά τα χρήματα του Τάγματος για να ικανοποιήσει το πάθος του για τα ακριβά ενδύματα και για τη χαρτοπαιξία. Ταυτόχρονα, όπως κι ένας ακόμη αδελφός του Τάγματος, κατηγορείται ότι διατηρεί ομοφυλοφυλικές σχέσεις με υπηρέτες. Ο ιερέας που υπηρετεί στην περιφερειακή διοίκηση Σικελίας συζεί με μια γυναίκα. Δύο άλλοι αδελφοί είναι κλεισμένοι στη φυλακή για κλοπή. Κι ο μοναδικός «καλός» Τεύτονας ιππότης της υπηρεσίας δεν μπορεί να αντιδράσει σ’ αυτό το κλίμα σήψης και διαφθοράς, για τον απλό λόγο ότι τον έχει ρημάξει το πιοτό!

Το Τάγμα στάθηκε πιο τυχερό όσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία του στα παπικά κράτη. Επέδειξε άλλωστε πολύ μεγαλύτερο κι έγκαιρο ενδιαφέρον γι’ αυτά, μια και ήταν απαραίτητα (από οικονομική άποψη) προκειμένου να συνεχίσει να έχει διπλωματική εκπροσώπηση στην παπική αυλή. Η μόνιμη αντιπροσωπεία των Τευτόνων στην Αγία Έδρα καθιστά δυνατή την καλύτερη υποστήριξη και διεκδίκηση των αιτημάτων του Τάγματος: διατήρηση των προνομίων που αποκτήθηκαν κατά τον Μεσαίωνα, τυπική και ουσιαστική ισότητα με το άλλο στρατιωτικό θρησκευτικό τάγμα (τους Ιωαννίτες) κ.ο.κ.

β. Οι Τεύτονες και η Αυτοκρατορία: Καθ’ όλη τη διάρκεια του 16ου αιώνα οι σχέσεις του Τάγματος με τον οίκο των Αψβούργων γίνονται όλο και στενότερες. Οι Τεύτονες διευρύνουν τους ορίζοντες της πολιτικής δράσης τους, αλλά χάνουν μέρος της αυτονομίας τους (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 593 επ.). Το 1590 εκλέγεται ως μεγάλος μάγιστρος ο αρχιδούξ Μαξιμιλιανός των Αψβούργων, ο οποίος τροποποιεί τους κανονισμούς του Τάγματος, επιβάλλοντας την υποχρέωση κάθε ιππότη να μετέχει σε πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Τούρκων για τουλάχιστον τρία χρόνια. Μετά τον Μαξιμιλιανό, στο αξίωμα του μεγάλου μαγίστρου ανέρχονται πλέον μόνο μέλη της οικογένειας των Αψβούργων ή των πιστότερων σ’ αυτούς οικογενειών ευγενών (όπως οι Βίττελσμπαχ). Συνήθως, ο μεγάλος μάγιστρος είχε και πλήθος άλλων τίτλων και αξιωμάτων (κοσμικών και εκκκλησιαστικών): ο Λεοπόλδος Γουλιέλμος της Αυστρίας (μεγάλος μάγιστρος από το 1641 έως το 1662) ήταν ταυτόχρονα και αρχιδούξ της Αυστρίας, επίσκοπος-ηγεμόνας του Πασσάου και του Στρασβούργου, αρχιεπίσκοπος Βρέμης και Μαγδεβούργου, ηγούμενος της ιστορικής μονής του Μούρμπαχ, αυτοκρατορικός αρχιστράτηγος και πολλά ακόμη.

Η πολεμική δράση του Τάγματος: Η ουσιαστική νομιμοποίηση της ύπαρξης του Τάγματος δεν έπαψε να είναι ο αγώνας κατά των απίστων. Οι Τεύτονες συμμετέχουν με τις περισσότερες στρατιωτικές δυνάμεις τους στις προσπάθειες των Αψβούργων να συγκρατήσουν την επεκτατική ορμή των Οθωμανών. Αργότερα θα συσταθεί ένα ειδικό σύνταγμα για τα μέλη του Τάγματος, το οποίο θα ονομασθεί Hoch- und Deutschmeister Regiment. Το σύνταγμα αυτό θα πολεμήσει μεταξύ άλλων για την υπεράσπιση της Ουγγαρίας από την τουρκική εισβολή (1696-98) και στην Ολλανδία εναντίον των δυνάμεων του Λουδοβίκου ΙΔ΄.

Το 1809, ο Ναπολέων διαλύει το Τάγμα των Τευτόνων σε όλα τα εδάφη της λεγόμενης «Συνομοσπονδίας του Ρήνου» και διανέμει την περιουσία τους στους διάφορους Γερμανούς ηγεμόνες. Το Τάγμα επιβιώνει μόνο στα εδάφη που εξακολουθούν να ελέγχουν οι Αψβούργοι. Μεταφέρει την έδρα του στη Βιέννη και, βάσει καταστατικού πλέον, επιλέγει τον εκάστοτε μεγάλο μάγιστρο αποκλειστικά μεταξύ των μελών της αυτοκρατορικής οικογένειας.  Το σύνταγμα των Τευτόνων θα παραμείνει στην υπηρεσία των Αψβούργων και της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας μέχρι την κατάλυση της μοναρχίας το 1918. Την επόμενη χρονιά, ο νόμος περί καταργήσεως των τίτλων ευγενείας [Gesetz vom 3. April 1919 über die Aufhebung des Adels, der weltlichen Ritter- und Damenorden und gewisser Titel und Würden (Adelsaufhebungsgesetz)] θα δώσει τυπικό τέλος στην ύπαρξη του Τάγματος. Ωστόσο, θα συνεχίσει να υφίσταται σύνταγμα πεζικού με το όνομα Hoch- und Deutschmeister Regiment. Μάλιστα, οι συνωμότες που ανέτρεψαν και δολοφόνησαν τον καγκελάριο Ντόλλφους φορούσαν τη στολή του συντάγματος αυτού! Μετά την προσάρτηση της Αυστρίας από τη ναζιστική Γερμανία (Anschluß), το σύνταγμα μοιράστηκε σε δύο που ανήκαν στην 44η Μεραρχία Πεζικού της Βέρμαχτ και πολέμησε κυρίως στο ρωσικό μέτωπο. Το ουσιαστικό τέλος του γράφτηκε στο Σταλινγκράντ.

Το ίδιο το Τάγμα των Τευτόνων, μετονομασμένο από το 1929 σε «Γερμανικό Τάγμα», αποκτά τη μορφή αμιγώς εκκλησιαστικής οργάνωσης. Για πρώτη φορά οι μεγάλοι μάγιστροι είναι ιερωμένοι. Μετά το Άνσλους, το ναζιστικό καθεστώς απαγορεύει το Τάγμα και φυλακίζει ή εκτοπίζει τους αξιωματούχους του. Παρ’ όλα αυτά, το πάλαι ποτέ Τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών θα ανασυσταθεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Με έδρα πάντα τη Βιέννη συνεχίζει να υπάρχει ακόμη και σήμερα με αποστολή αποκλειστικά φιλανθρωπική (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 598/ Toomaspoeg, όπ.π., σελ. 161-162).

Κάπως έτσι το Τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών κατόρθωσε να διαβεί τους αιώνες για να φτάσει μέχρι τις μέρες μας. Λιγότερο εντυπωσιακή απ’ ότι στα χρόνια του Μεσαίωνα, η δράση του δεν υπήρξε αμελητέα. Σίγουρα, όμως, δεν έχει καμία σχέση με τον μύθο ή μάλλον τους μύθους του Τάγματος, όπως καλλιεργήθηκαν από δυνάμεις εξουσίας κι ιστορικούς.

ΙΙ. Υστεροφημία: η εικόνα και ο μύθος του Τάγματος μέσα από την ιστοριογραφία

Ποια ακριβώς ανάμνηση άφησε το Τάγμα στις περιοχές δράσης του; Ποια εικόνα του προτίμησαν να δώσουν οι εκάστοτε πολιτικές εξουσίες και η επίσημη ιστοριογραφία; Το εντυπωσιακό είναι ότι σχεδόν πάντα έχουμε να κάνουμε περισσότερο με ένα μύθο που μεταλλάσσεται αναλόγως των εποχών και των συγκυριών, παρά με μια ιστορικά πιστή εικόνα. Η στρατευμένη ιστοριογραφία και η προπαγάνδα κάνουν θαύματα! Ακολουθώντας την εμπεριστατωμένη ανάλυση στην οποία προβαίνει ο Γκούγκενάιμ στη μονογραφία του (όπ.π., σελ. 598-620), διαπιστώνουμε ότι ύστερα από μια εποχή απόρριψης της τευτονικής κληρονομιάς (Α), η ιστορία του Τάγματος χρησιμοποιήθηκε κατά το δοκούν από τον γερμανικό και τον πολωνικό εθνικισμό (Β).

Α. Η απόρριψη

Στην Πρωσία του 17ου αιώνα οι ιστοριογράφοι έρχονταν αντιμέτωποι με αγεφύρωτες αντιφάσεις: η οικειοποίηση της ένδοξης κληρονομιάς των Τευτόνων ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με την ανάγκη να αποκρουσθούν οι εδαφικές διεκδικήσεις του Τάγματος και με το κοινό αίσθημα που θεωρούσε τους Τεύτονες κατακτητές και καταπιεστές από τους οποίους αποκτήθηκε η ελευθερία χάρη στην εξέγερση του 1454. Για κάποιους η λύση συνίστατο σε μια εντελώς  αυθαίρετη διάκριση μεταξύ ενός Τάγματος που αναλαμβάνει τον ρόλο του εκπολιτιστή των ειδωλολατρών και του προστάτη των χριστιανών κατά τον 13ο-14ο αιώνα και ενός δεσποτικού κυρίαρχου του 15ου αιώνα. Άλλοι, πάλι, απέρριπταν συνολικά τους Τεύτονες ως βίαιους και άπληστους εισβολείς.

Η εχθρότητα προς το Τάγμα ήταν εντονότερη στην πολωνοκρατούμενη Δυτική και Κεντρική Πρωσία, παρά στο δουκάτο των Χοεντσόλλερν. Στο Κένιγκσμπεργκ κυβέρνησαν οι απόγονοι του Αλβέρτου μέχρι το 1618, όταν, μέσω γάμου, το δουκάτο πέρασε στα χέρια του μείζονος κλάδου των Χοεντσόλλερν, αυτού των εκλεκτόρων του Βρανδεβούργου. Από εδαφική άποψη το κράτος της Πρωσίας όπως το γνωρίζουμε στη νεότερη Ιστορία είχε ήδη συσταθεί. Το 1701, ο Φρειδερίκος της Πρωσίας απέκτησε τον τίτλο του βασιλέα, χάρη στην υποστήριξη που παρείχε στον αυτοκράτορα Λεοπόλδο Α΄ κατά τον Πόλεμο της Ισπανικής Διαδοχής. Η εξέλιξη αυτή θα επηρεάσει ριζικά τις κρατούσες αντιλήψεις σχετικά με το Τάγμα των Τευτόνων. Η εικόνα του Τάγματος επρόκειτο να σπιλωθεί από μια ιστοριογραφία (α) προτεσταντική, που απέρριπτε χωρίς συζήτηση ένα καθολικό τάγμα το οποίο υπηρετούσε τα παπικά συμφέροντα, (β) επηρεασμένη από τις ιδέες του Διαφωτισμού, εξ ορισμού εχθρικές προς οτιδήποτε μεσαιωνικό, συνδεδεμένο με την Εκκλησία και βεβαρυμένο με μια απροκάλυπτα επεκτατική πολιτική, και (γ) υποχρεωμένη να αγωνιστεί για τη νομιμοποίηση της μοναρχίας των Χοεντσόλλερν. Προτιμήθηκε έτσι να προβληθεί μια εντελώς αντίθετη προς την ιστορική πραγματικότητα ιδέα αδιάρρηκτης συνέχειας του πρωσικού έθνους: οι μεν υπήκοοι των Χοεντσόλλερν παρουσιάζονταν συλλήβδην ως απόγονοι των ιθαγενών Πρώσων, οι δε βασιλείς της Πρωσίας ως απόγονοι ενός μυθικού Πρώσου μονάρχη, ονόματι Βάιντεβουτ! Οι Τεύτονες βρέθηκαν εντελώς αποκλεισμένοι από τον ιδρυτικό μύθο της νεότερης Πρωσίας: κατακτητές χωρίς δικαιώματα (η δωρεά του Φρειδερίκου Β΄ των Χοχενστάουφεν ήταν άκυρη, μια κι ο αυτοκράτορας δεν μπορούσε να δανείσει κάτι που δεν του ανήκε), βίαιοι, ένοχοι σχεδόν γενοκτονίας (οι Πρώσοι συγγραφείς του 18ου αιώνα τους παρομοίαζαν με τους Ισπανούς κονκισταδόρες).

Β. Ο μύθος του Τάγματος στην υπηρεσία των εθνικισμών

α. Η εικόνα των Τευτόνων σύμφωνα με τον γερμανικό εθνικισμό: Τα πράγματα αλλάζουν σταδιακά, καθώς αρχίζουν να επικρατούν εθνικιστικές ιδέες. Ο παγγερμανισμός, οι φιλοδοξίες των Χοεντσόλλερν να διεκδικήσουν ηγεμονικό ρόλο στον ευρύτερο γερμανικό χώρο, η ανάγκη να αποκρουσθούν οι όποιες πολωνικές διεκδικήσεις, οδηγούν σε αποκατάσταση της εικόνας του Τάγματος (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 601 επ.). Ο πρωσικός, καταρχήν, εθνικισμός είχε κάθε λόγο να οικειοποιηθεί την ιστορική κληρονομιά των Τευτόνων, ένδοξων υπερασπιστών της Πρωσίας έναντι των Πολωνών. Η κίνηση βοηθούσε στην προώθηση αλυτρωτικών διεκδικήσεων σε βάρος του εξασθενημένου βασιλείου της Πολωνίας, ιδίως όσον αφορά τη Δυτική Πρωσία όπου οι εθνοτικές/ θρησκευτικές ταραχές μεταξύ προτεσταντών Γερμανών και καθολικών Πολωνών ήταν αρκετά συχνές. Η εκμετάλλευση του τευτονικού μύθου έγινε ακόμη εντονότερη με την εμφάνιση ενός γερμανικού πλέον εθνικισμού: τρία στοιχεία χαρακτήριζαν αυτή τη νέα γερμανική ερμηνεία της Ιστορίας: «βίαιη εχθρότητα έναντι της Πολωνίας, εκγερμανισμός της κληρονομιάς του Τάγματος [η οποία τίθεται στην υπηρεσία των φιλοδοξιών του γερμανικού έθνους κι όχι μόνον της Πρωσίας] και, τέλος, η ανάδειξη του Τάγματος σε πρότυπο, ιδρυτικό μύθο και παράδειγμα για το μέλλον» (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 603). Οι ιδέες αυτές θα χρησιμοποιηθούν ακόμη και ως ιστορικοφανής δικαιολόγηση των διαμελισμών της Πολωνίας (1772, 1793, 1795), χάρη στους οποίους το βασίλειο της Πρωσίας δεν θα ικανοποιήσει απλώς όλες τις εδαφικές διεκδικήσεις του όσον αφορά περιοχές που κάποτε ανήκαν στο Ordensstaat των Τευτόνων, αλλά θα αποκτήσει και εδάφη κατοικούμενα αποκλειστικά από πολωνικούς πληθυσμούς. Ο βασιλιάς της Πρωσίας Φρειδερίκος-Γουλιέλμος Δ΄ (1840-1862) επιχειρεί να επισκευάσει το κάστρο του Μαρίενμπουργκ, ενώ επισκέπτεται το πεδίο της μάχης του Τάννενμπεργκ αποτίοντας φόρο τιμής στους Τεύτονες. Προπαγάνδα και επίσημη ιστορία εκθειάζουν τους Τεύτονες ως «ανάχωμα» κατά των «βάρβαρων» Σλάβων και ως εκπολιτιστές των βαλτικών και σλαβικών λαών. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της τάσης, ο καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και «επίσημος» ιστορικός της πρωσικής μοναρχίας Χάινριχ φον Τράιτσκε (1834-1896): πρόχειρη και όλως επιλεκτική χρήση των πηγών, απροκάλυπτος εθνικισμός και ωμός «δαρβινισμός» (που εμφανίζει την εξολόθρευση των ιθαγενών Προυθηνών σαν ιστορική αναγκαιότητα), διακρίνουν το έργο ενός ιστορικού που διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τις αντιλήψεις των Γερμανών του τέλους του 19ου αιώνα σχετικά με το Τάγμα.

Οι ιδέες αυτές που εμφανίζουν τους Τεύτονες Ιππότες ως αρχέτυπο του Γερμανού πολεμιστή κυριαρχούν όλο και περισσότερο μετά την ένωση της Γερμανίας και το Β΄ Ράιχ. Στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, μετά την ταπεινωτική συνθήκη των Βερσαλλιών, συνδυάζονται με αλυτρωτικές τάσεις και τη δίψα για εκδίκηση: το Τάγμα υμνείται ως «Νέα Σπάρτη» και «πρότυπο της ιδανικής Γερμανίας». Μαζί με άλλα σύμβολα όπως ο Αρμίνιος, η Αγία Γερμανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η Χάνζα, ο Φρειδερίκος Β΄ της Πρωσίας, το κράτος του Μαρίενμπουργκ παρουσιάστηκε ως «η μήτρα μιας νέας Γερμανίας, της οποίας το πεπρωμένο ήταν ν’ αναστηθεί μετά την ταπείνωση του 1919» (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 608). «Ο μύθος που δημιουργήθηκε γύρω από το Ordensstaat κατέστη ένα από τα συστατικά στοιχεία ενός ευρύτερου συνόλου, του μεγάλου γερμανικού μεσιανικού μύθου της δεκαετίας του 1920 και του Γ΄ Ράιχ» (Jean F. Neurohr «Der Mythos vom Dritten Reich. Zur Geschichte des National-Sozialismus» εκδ. Cotta, Στουτγάρδη 1957).

Παραδόξως (;), το ίδιο το Γ΄ Ράιχ δεν έδωσε στον τευτονικό μύθο παρά μια εντελώς επιφανειακή θέση (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 609). Στο «Mein Kampf», ο Χίτλερ περιορίσθηκε σε μερικές αόριστες αναφορές στα ιπποτικά τάγματα, χωρίς να κατονομάζει τους Τεύτονες. Δύο μόνο στελέχη του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος έδειξαν ενδιαφέρον για τον μύθο του Τάγματος. Ο εκ των θεωρητικών του κόμματος Άλφρεντ Ρόσενμπεργκ διακατεχόταν από αληθινό πάθος για την ιστορία των Τευτόνων (πιθανότατα λόγω της καταγωγής του, μια και προερχόταν από τη γερμανική μειονότητα της Εσθονίας), αλλά δεν είχε ποτέ ιδιαίτερη επιρροή στα πολιτικά πράγματα (ο ίδιος ο Χίτλερ χαρακτήριζε τις θεωρίες του Ρόζενμπεργκ ως ασυναρτησίες). Πολύ σημαντικότερος ήταν βέβαια ο ρόλος του Χάινριχ Χίμμλερ ο οποίος χρησιμοποίησε το Τάγμα ως πηγή έμπνευσης και πρότυπο για την εκπαίδευση και οργάνωση των Ες Ες, διοργανώνοντας μεσαιωνικοφανείς τελετές σε κάστρα.

β. Η δαιμονοποίηση των Τευτόνων σύμφωνα με τον πολωνικό εθνικισμό: Όπως είναι λογικό, η εντελώς αντίθετη εικόνα επικράτησε στις πολωνικές αντιλήψεις. Για τους Πολωνούς οι Τεύτονες ήταν ο μισητός προαιώνιος εχθρός, αυτός που με πανουργία, κυνισμό και βία απείλησε την ύπαρξη του έθνους, σύμβολο και προάγγελος των μετέπειτα κατακτητών και καταπιεστών της Πολωνίας. Ο μύθος του απόλυτου δαίμονα πρωτοεμφανίζεται στο έργο του Γιαν Ντλούγκος (1415-1480) και επιστρέφει με μεγαλύτερη ένταση στα κείμενα του Ματθαίου Πραιτώριου (1635-1707), βασιλικού ιστοριογράφου στα χρόνια της ακμής της πολωνικής μοναρχίας («Orbis gothicus«).  Μετά τους διαμελισμούς της Πολωνίας, ο «μαύρος» μύθος του Τάγματος συνδυάζεται με τον αλυτρωτισμό των κατακτημένων Πολωνών: οι Τεύτονες ενσαρκώνουν όλα τα εθνικιστικά στερεότυπα του εχθρού. Δεν είναι τυχαίο ότι δύο από τους μεγαλύτερους λογοτέχνες της Πολωνίας υιοθετούν άνευ όρων την αντίληψη αυτή, σε εποχές βεβαίως που ο πολωνικός εθνικισμός έχει χαρακτήρα απελευθερωτικού πατριωτισμού: πρόκειται για τον Άνταμ Μιτσκιέβιτς με το ποίημά του Κόνραντ Βάλλενροντ (1828) και τον Χένρυκ Σενκιέβιτς, ο οποίος συγγράφει μεταξύ 1897 και 1900 το επικό μυθιστόρημά του για τους Τεύτονες Ιππότες και τη μάχη του Τάννενμπεργκ. Αξίζει να σημειωθεί (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 613) ότι στα πολωνικά υπάρχουν δύο λέξεις με τη σημασία «σταυροφόροι»: Krzyzovy και Krzyżacy. Η πρώτη χρησιμοποιείται συνήθως για τους πολεμιστές στους Αγίους Τόπους. Η δεύτερη έχει αρνητικό σημασιολογικό περιεχόμενο και χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τους Τεύτονες Ιππότες. Αυτήν ακριβώς διάλεξε για τίτλο του μυθιστορήματός του ο Σενκιέβιτς.  Όσο για τους Πολωνούς ιστορικούς του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, κι αυτοί ακολούθησαν τη γραμμή του εθνικισμού.

Ωστόσο, η σύγκρουση των αντιμαχόμενων εθνικισμών είχε κάποιες παράπλευρες θετικές συνέπειες. Στην προσπάθειά τους να αποδείξουν τις θέσεις που θα δικαίωναν την πλευρά που υποστήριζαν, Γερμανοί και Πολωνοί ιστορικοί αναλώθηκαν σ’ έναν αδυσώπητο αγώνα ελέγχου της γνησιότητας των εγγράφων στα οποία στήριζαν δικαιώματα, τίτλους ιδιοκτησίας και προνόμια οι Τεύτονες ή η πολωνική μοναρχία. Σπάνια υπήρξε τόσο κριτική εξέταση των πηγών για ένα θέμα της Ιστορίας του Μεσαίωνα. Έπειτα, ποτέ δεν έλειψαν οι φωνές που αγωνίστηκαν για μια πιο επιστημονική και, ως εκ τούτου, αντικειμενική θεώρηση της Ιστορίας (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 613-617), όπως ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Κένιγκσμπεργκ Γιοχάννες Φόιγκτ (1786-1863) ή οι ιστορικοί του Μεσοπολέμου που δεν έκαναν εκπτώσεις στην αντικειμενικότητα του έργου τους προς όφελος των εθνικισμών.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ιστορία των Τευτόνων υπέφερε και πάλι εξαιτίας των κυρίαρχων πολιτικών αντιλήψεων, κυρίως στη Γερμανία. Στη μεν ΛΔΓ, οι Τεύτονες καταδικάζονταν ως ιμπεριαλιστές, καταπιεστές λαών και… πρώιμοι καπιταλιστές, ενώ στην ΟΔΓ οι ενοχές για το ναζιστικό παρελθόν σε συνδυασμό με το ότι ο μύθος του Τάγματος συνδέθηκε με την εθνικοσοσιαλιστική προπαγάνδα είχε ως αποτέλεσμα την αδιαφορία για το θέμα κι επομένως τη μείωση του σχετικού ερευνητικού έργου. Τις τελευταίες δύο τουλάχιστον δεκαετίες η κατάσταση έχει αλλάξει και στη Γερμανία και στην Πολωνία προς την κατεύθυνση της αντικειμενικής παρουσίασης της Ιστορίας, πλην όμως η διάδοση του επιστημονικού έργου δεν φαίνεται να ξεπερνά τα όρια των κύκλων των ειδικών και ένα περιορισμένο κοινό που ενδιαφέρεται για το θέμα. Η μεγαλύτερη αποτυχία των ιστορικών έγκειται στο ότι δεν έχουν ακόμη πετύχει να διαλύσουν τα στερεότυπα με τα οποία συνδέει το Τάγμα η κοινή γνώμη (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 620). Γιατί τελικά, η εικόνα που έχει για τους Τεύτονες ο σύγχρονος άνθρωπος δεν είναι άλλη από αυτήν της κατά Ειζενστέιν  δαιμονοποίησης…

Θύματα των μύθων και των στερεοτύπων που καλλιέργησαν οι διάφοροι εθνικισμοί και οι ψευδοϊστορικές υπεραπλουστεύσεις, οι Τεύτονες Ιππότες υπήρξαν πρωταγωνιστές μιας από τις πιο συναρπαστικές περιπέτειας της μεσαιωνικής και όχι μόνον Ιστορίας. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστέψουμε ότι τους οδήγησε κάποιο μυστηριώδες πεπρωμένο ή η αίσθηση μιας γερμανικής εθνικής ταυτότητας, ανύπαρκτης εξάλλου κατά τον Μεσαίωνα. Οι Τεύτονες ξεκίνησαν την πορεία τους σαν ένα στρατιωτικό θρησκευτικό τάγμα όπως όλα τ’ άλλα, ταγμένα στην υπεράσπιση των χριστιανικών εδαφών της Ανατολής. Οι συγκυρίες ήταν αυτές που τους έκαναν να στρέψουν βαθμιαία το ενδιαφέρον τους στις ακτές της Βαλτικής. Στην πρόκληση αυτή ανταποκρίθηκαν με απόλυτη επιτυχία. Βεβαίως, ως πολεμιστές και κατακτητές δεν υπήρξαν άγγελοι. Ούτε και δαίμονες, όμως, ή τουλάχιστον όχι πολύ περισσότερο απ’ ό,τι οι αντίπαλοί τους. Το πιο θαυμαστό επίτευγμά τους υπήρξε αναμφίβολα η ίδρυση και η οργάνωση του Ordensstaat της Πρωσίας, του πρώτου και σημαντικότερου κρατικού μορφώματος στο οποίο η εξουσία ταυτίστηκε μ’ ένα θρησκευτικό τάγμα. Το αξιοσημείωτο ήταν ότι παρά την ιδιομορφία του (τη μοναδικότητά του θα λέγαμε καλύτερα) το Ordensstaat πληρούσε απολύτως τις απαιτήσεις της εποχής του και μπορούσε να εμφανιστεί ως ιδανική πραγμάτωση των αντιλήψεων της χριστιανικής Ευρώπης του Μεσαίωνα. Η απώλεια της νομιμοποίησης που του παρείχε το σταυροφορικό έργο του και η τάση προς τη διαμόρφωση εθνικών κρατών επέσπευσαν το τέλος του. Κι άφησαν το πεδίο ελεύθερο για να αναπτυχθεί ο μύθος του Τάγματος.


Αρέσει σε %d bloggers: