Posts Tagged ‘Ηρόδοτος’

Σφακτηρία – 425

Σεπτεμβρίου 19, 2010

 Άνοιξη του 425 π.Χ. Βρισκόμαστε στην καρδιά της πρώτης περιόδου του μεγάλου πολέμου που, λόγω των αθηνοκεντρικών πηγών μας, μάθαμε να αποκαλούμε Πελοποννησιακό. Ο αθηναϊκός στόλος που πλέει ανοιχτά της Πελοποννήσου δεν έχει επακριβώς καθορισμένη αποστολή. Ο τελικός προορισμός των 40 πλοίων είναι η Δύση, αλλά οι Αθηναίοι έχουν τρία ανοιχτά μέτωπα στην πορεία. Στην ελληνική Δύση πρέπει να βοηθήσουν τη συμμαχική πόλη του Ρηγίου, την οποία έχουν ζώσει σαν τανάλια Συρακούσιοι και Λοκροί. Πιο ανατολικά, πρέπει να βοηθήσουν το «δημοκρατικό» καθεστώς της Κέρκυρας, καθώς το νησί το έχει αποκλείσει πελοποννησιακός στόλος, ενώ στις απέναντι ακτές έχουν εγκατασταθεί οι ολιγαρχικοί Κερκυραίοι που είναι έτοιμοι να επιχειρήσουν να ανακτήσουν την εξουσία στην πατρίδα τους. Τέλος, πρέπει να συνεχιστεί η τακτική των επιδρομών στις (λακωνικές και μεσσηνιακές) ακτές της σπαρτιατικής επικράτειας. Σύμφωνα με τις οδηγίες της Εκκλησίας του Δήμου, οι τρεις αρχηγοί της αποστολής (Ευρυμέδων, Σοφοκλής και Δημοσθένης) έχουν το ελεύθερο να αποφασίσουν πώς, με ποιά σειρά ή ποιούς από τους στόχους θα προσπαθήσουν να πετύχουν, καθώς και το αν θα διαιρέσουν τις δυνάμεις τους ή όχι. Από τους τρεις, ο Δημοσθένης είναι ο μόνος που έχει στο μυαλό του ένα σαφές σχέδιο για το πώς θα μπορούσε να καταφέρει αποφασιστικό πλήγμα στον αντίπαλο. Ίσως είναι κι ο μόνος που μπορεί εκείνη τη στιγμή να υποψιαστεί ότι οι Αθηναίοι πρόκειται να εμπλακούν σε μια επιχείρηση που θα σημαδέψει την ιστορία του πολέμου και θα φέρει την πόλη μια ανάσα από την οριστική επικράτηση. 

Ι. Τα γεγονότα  

Το παράτολμο σχέδιο του Δημοσθένη: Η πρώτη στρατιωτική αποστολή που ανατέθηκε στον Δημοσθένη, γιο του Αλκισθένους, ήταν την προηγούμενη χρονιά στην Αιτωλία και στην Ακαρνανία. Στο πλαίσιό της, ο Αθηναίος στρατηγός ήρθε σε επαφή και συνεργάστηκε στενά με τους Μεσσήνιους της Ναυπάκτου. Όπως θυμόμαστε, μετά τον μεγάλο σεισμό του 465 στη Σπάρτη, ξέσπασε η πιο σημαντική εξέγερση ειλώτων της Λακωνίας και της Μεσσηνίας. Οι Μεσσήνιοι οχυρώθηκαν στην Ιθώμη, όπου αντιστάθηκαν επί μακρόν στη σπαρτιατική πολιορκία (οι αρχαίες πηγές δεν είναι σαφείς για το αν η πολιορκία διήρκεσε μέχρι το 460 ή το 456 π.Χ.). Οι Σπαρτιάτες δέχθηκαν τελικά να αφήσουν ελεύθερους τους πολιορκημένους υπό τον όρο ότι αυτοί δεν θα ξαναπατούσαν στην Πελοπόννησο. Η μεγάλη διπλωματική επιτυχία των Αθηναίων ήταν ότι πέτυχαν να εγκαταστήσουν τους πρώην είλωτες στη Ναύπακτο, σε μια εξαιρετικά στρατηγική θέση στο βορειοδυτικό άκρο του Κορινθιακού. Κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, οι Μεσσήνιοι της Ναυπάκτου επρόκειτο να αποτελέσουν ένα σπουδαίο ατού για τους Αθηναίους: γνώριζαν τέλεια την τοπογραφία της Μεσσηνίας και της Λακωνίας, είχαν διασυνδέσεις με συγγενείς και φίλους που παρέμειναν ως είλωτες στα σπαρτιατικά εδάφη, ενώ μιλούσαν τη δωρική διάλεκτο, μεγάλο πλεονέκτημα σε αποστολές αναγνώρισης και κατασκοπείας σε εχθρικό έδαφος (Paul Cartledge «Sparta and Lakonia – A Regional History 1300 to 362 BC«, 2η έκδ., Routledge, Λονδίνο και Νέα Υόρκη, 2002, σελ. 206). Ταυτόχρονα, το άσβεστο μίσος για τους Σπαρτιάτες πρώην δυνάστες τους, καθιστούσε τους Μεσσήνιους αφοσιωμένους και φανατικούς μαχητές, έτοιμους να αναλάβουν επικίνδυνες αποστολές. Ο Δημοσθένης είχε στρατολογήσει αρκετούς από αυτούς και τους είχε μαζί του. Ίσως οι Μεσσήνιοι της Ναυπάκτου να ήταν αυτοί που του έδωσαν την ιδέα για το σχέδιο που ετοιμαζόταν να θέσει σε εφαρμογή: ο Αθηναίος στρατηγός θα πρότεινε στους ομοτίμους του να αποβιβασθούν και να οχυρώσουν το Κορυφάσιο, την ομηρική Πύλο. Η θέση είχε εξαιρετική στρατηγική σημασία και βρισκόταν αρκετά κοντά στην Σπάρτη για να συνιστά απειλή για αυτήν, ταυτόχρονα όμως αρκετά μακριά ώστε οι εισβολείς να προλάβουν να οχυρώσουν καλά τις θέσεις τους πριν φτάσει οποιαδήποτε σπαρτιατική δύναμη. Λένε ότι τις αντιρρήσεις των συναδέλφων του Δημοσθένη, τις έκαμψε ένα τυχαίο γεγονός. Μια τρικυμία έφερε τον αθηναϊκό στόλο τόσο κοντά στις μεσσηνιακές ακτές που η υλοποίηση του σχεδίου του Δημοσθένη έμοιαζε σχεδόν επιβεβλημένη. Πράγματι, οι Αθηναίοι αποβιβάσθηκαν στην Πύλο και, σε λιγότερο από μια εβδομάδα, οχύρωσαν τις πιο σημαντικές θέσεις. Ο Δημοσθένης με μια μικρή δύναμη και πέντε πλοία παρέμεινε εκεί, ενώ ο Σοφοκλής κι ο Ευρυμέδων με το μεγαλύτερο μέρος του στόλου ξεκίνησαν με πρώτο προορισμό την Κέρκυρα.

Η σπαρτιατική αντίδραση: Την ώρα που οι Αθηναίοι καταλάμβαναν την Πύλο, οι Σπαρτιάτες ήταν, ως συνήθως, απασχολημένοι με κάποια θρησκευτική γιορτή. Τα νέα δεν τους ανησύχησαν ιδιαίτερα. Δεν ήταν η πρώτη αθηναϊκή επιδρομή στις ακτές της Πελοποννήσου γενικά και της σπαρτιατικής επικράτειας ειδικότερα. Ποτέ μέχρι τότε οι αθηναϊκές δυνάμεις δεν είχαν παραμείνει για τόσο χρόνο ώστε να χρειαστεί οι Σπαρτιάτες να δώσουν μάχη για να τους εκδιώξουν. Σε κάθε περίπτωση, πήραν τα μέτρα τους: ο βασιλιάς Άγις Β΄ αποφάσισε να διακόψει τη συνηθισμένη ετήσια σπαρτιατική εισβολή στην Αττική και να επιστρέψει στη Σπάρτη. Ο ναύαρχος Θρασυμελίδας άφησε κι αυτός την Κέρκυρα κι αποφάσισε να πλεύσει προς την Πύλο. Ένα σώμα οπλιτών από αυτούς που δεν συμμετείχαν στην εισβολή της Αττικής και το οποίο θα ενίσχυαν στην πορεία δυνάμεις Περιοίκων στάλθηκε άμεσα στην Πύλο. Θορυβημένος, ο Δημοσθένης έστειλε αμέσως δύο πλοία να συναντήσουν το κυρίως σώμα του αθηναϊκού στόλου που έπλεε προς την Κέρκυρα και να ζητήσουν βοήθεια.

Το σχέδιο των Σπαρτιατών ήταν να επιτεθούν άμεσα και να καταλάβουν τις αθηναϊκές οχυρώσεις πριν επιστρέψει ο εχθρικός στόλος. Ήταν βέβαιοι ότι η απόπειρά τους θα επιτύγχανε: οι οχυρώσεις ήταν προχειροφτιαγμένες και η αθηναϊκή δύναμη πολύ μικρή για να προβάλει αντίσταση. Αν πάντως το σχέδιο αυτό αποτύγχανε, τότε οι Σπαρτιάτες με τα πλοία τους θα έκλειναν τις εισόδους στον αθηναϊκό στόλο, ενώ ταυτόχρονα θα τοποθετούσαν στρατεύματα στις ακτές της Πύλου και στο νησί της Σφακτηρίας για να αποτρέψουν τυχόν απόβαση αθηναϊκών δυνάμεων. «Σφεῖς δὲ ἄνευ τε ναυμαχίας καὶ κινδύνου ἐκπολιορκήσειν τὸ χωρίον κατὰ τὸ εἰκός, σίτου τε οὐκ ἐνόντος καὶ δι’ ὀλίγης παρασκευῆς κατειλημμένον» (Θουκυδίδης, Δ΄, 8,8).  Πράγματι, οι δυνάμεις του Δημοσθένη ήταν απελπιστικά μικρές: δεν είχε παρά 90 οπλίτες, οι σαράντα από τους οποίους ήταν ενίσχυση που του εξασφάλισαν οι μεσσηνιακές διασυνδέσεις του, και 600 ελαφρά οπλισμένους άντρες από τα πληρώματα των πλοίων του. Προσπάθησε να πετύχει ό,τι καλύτερο μπορούσε με τα μέσα που διέθετε, ελπίζοντας ότι θα κατάφερνε να αντισταθεί μέχρι να φτάσουν οι ενισχύσεις. Οι περισσότεροι άνδρες παρέμειναν στο οχυρό, ενώ ο Δημοσθένης με 60 οπλίτες ανέλαβε την υπεράσπιση της ακτής.

Ο αθηναϊκός θρίαμβος: Ο Δημοσθένης είχε επιλέξει σωστά τις θέσεις άμυνας και οι στρατιώτες του αντιστάθηκαν με επιτυχία στις σπαρτιατικές επιθέσεις. Μετά από δύο ημέρες συγκρούσεων οι Λακεδαιμόνιοι υποχώρησαν. Το πρωί της τρίτης ημέρας ο αθηναϊκός στόλος έφτανε στην Πύλο με 50 πλοία (στα 35 αρχικά είχαν προστεθεί και 15 από τη Χίο και τη Ναύπακτο). Οι αντίπαλοι συγκρούσθηκαν στο λιμάνι της Πύλου όπου περίμενε ο σπαρτιατικός στόλος. Πολύ γρήγορα η αθηναϊκή ναυτική υπεροχή έκρινε τη ναυμαχία: οι σπαρτιατικές δυνάμεις είχαν συντριβεί. Ακόμη χειρότερα, 420 Λακεδαιμόνιοι οπλίτες (από τους οποίους οι 180 Σπαρτιάτες Όμοιοι) με τον επικεφαλής τους, τον Επιτάδα, έμεναν αποκλεισμένοι και ουσιαστικά αιχμάλωτοι στη Σφακτηρία. Τυχόν απώλεια των οπλιτών αυτών θα ήταν καταστροφική για τη Σπάρτη: επρόκειτο για το ένα δέκατο, τουλάχιστον, της συνολικής στρατιωτικής δύναμής της. Πανικόβλητοι με την επαπειλούμενη καταστροφή, οι Σπαρτιάτες ζήτησαν άμεσα από τους Αθηναίους ανακωχή, έτοιμοι να δεχθούν σχεδόν οποιονδήποτε όρο. Συμφώνησαν να παραδώσουν τα πλοία τους στους Αθηναίους και να στείλουν πρεσβευτές στην Αθήνα με πρόταση για συνθήκη ειρήνης. Οι μόνες υποχρεώσεις των Αθηναίων όσο θα διαρκούσαν οι διαπραγματεύσεις ήταν να μην επιτεθούν στη Σφακτηρία και να επιτρέψουν έναν όλως περιορισμένο ανεφοδιασμό των αποκλεισμένων Σπαρτιατών οπλιτών (Cartledge «Sparta and Lakonia…», όπ.π., σελ. 207/ Edmond Lévy «La Grèce au Ve siècle – de Clisthène à Socrate«, σειρά «Nouvelle Histoire de l’ Antiquité«, vol. 2, Coll. Points-Histoire, εκδ. Seuil, Παρίσι 1995, σελ. 93). Όλοι πλέον έχουν συνειδητοποιήσει ότι χάρη στο παράτολμο σχέδιο του Δημοσθένη η Αθήνα βρίσκεται πολύ κοντά στο να κερδίσει τον πόλεμο. Το ζήτημα είναι, όμως, με ποιούς όρους.  

Η πρόταση ειρήνης: Η σπαρτιατική πρόταση είναι εκ πρώτης όψεως ιδιαίτερα δελεαστική. Αν οι Αθηναίοι επιτρέψουν την αποχώρηση των οπλιτών από τη Σφακτηρία, τότε η Σπάρτη θα συνάψει συνθήκη ειρήνης και συμμαχίας. Όσον αφορά τον όποιο εδαφικό διακανονισμό, οι Σπαρτιάτες προτείνουν τη διατήρηση του στάτους κβο: εκτός της Πύλου, οι δύο αντίπαλοι θα διατηρήσουν τα εδάφη που κατέχουν. Πολλοί Αθηναίοι και οπωσδήποτε ο Νικίας και οι οπαδοί του ήταν έτοιμοι να δεχτούν την πρόταση. Όχι όλοι, όμως: ο Κλέων και οι περισσότεροι δημοκρατικοί, είχαν πολλούς λόγους να είναι επιφυλακτικοί. Η σύναψη ειρήνης με αυτούς τους όρους και τη δεδομένη χρονική στιγμή που η Αθήνα έχει το πάνω χέρι στο μέτωπο του πολέμου θα σήμαινε απλά ότι η Αθήνα επαφίεται στην καλή πίστη των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι με άθικτες τις δυνάμεις τους θα μπορούσαν να ξαναρχίσουν τον πόλεμο όποτε το επιθυμούσαν. Έτσι, ο Κλέων αντιπροτείνει να προβούν οι Σπαρτιάτες σε ορισμένες εδαφικές υποχωρήσεις: οι δυνάμεις τους πρέπει να αποχωρήσουν από τα δύο λιμάνια των Μεγάρων (Νίσαια και Πηγές), από την Τροιζήνα και την Αχαΐα. Ουσιαστικά, η αντιπρόταση του Κλέωνα συνιστά επιστροφή στην κατάσταση των πραγμάτων προ του 445 π.Χ. και τη σύναψη της λεγόμενης Τριακονταετούς Ειρήνης [βλ. Donald Kagan «The Peloponnesian War (Athens and Sparta in Savage Conflict 431-404 BC)«, Harper Perennial, Λονδίνο, 2005, σελ. 147]. Οι Σπαρτιάτες, φυσικά, δεν είναι διατεθειμένοι να προβούν σε τέτοιες παραχωρήσεις. Η πρόταση ειρήνης απορρίπτεται και η ανακωχή τερματίζεται.

Ακολουθούν πυρετώδεις διαβουλεύσεις στην Εκκλησία του Δήμου σχετικά με το ποιός θα αναλάβει την αρχηγία του εκστρατευτικού σώματος που θα σταλεί στην Πύλο, με προφανή στόχο την κατάληψη της Σφακτηρίας (Θουκυδίδης, Δ΄, 27 και 28/ Kagan όπ.π., σελ. 147-150). Τελικά ο Κλέων επιτυγχάνει να επιβάλει τους όρους του και αποδέχεται την αρχηγία. Το στράτευμα που επιλέγει αποτελείται αποκλειστικά από ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες από τη Λήμνο και την Ίμβρο, πελταστές και τοξότες. Με αυτούς και τις δυνάμεις του Δημοσθένη, ο Κλέων υπόσχεται στους Αθηναίους ότι μέσα σε είκοσι μέρες θα καταλάβει τη Σφακτηρία και είτε θα φέρει τους Σπαρτιάτες της Σφακτηρίας αιχμάλωτους στην Αθήνα, είτε θα τους εξολοθρεύσει: «ἐντὸς ἡμερῶν εἴκοσιν ἢ ἄξειν Λακεδαιμονίους ζῶντας ἢ αὐτοῦ ἀποκτενεῖν» (Θουκυδίδης, Δ΄, 28, 4-5).

Η κατάληψη της Σφακτηρίας: Όταν ο Κλέων έφτασε στην Πύλο, ο Δημοσθένης είχε ήδη έτοιμο το σχέδιο επίθεσης. Την επομένη, πριν από την αυγή, αποβίβασε 800 οπλίτες σε δύο σημεία του νησιού. Διαπίστωσε ότι οι περισσότεροι Σπαρτιάτες βρίσκονταν στο κέντρο του νησιού και φύλαγαν τη μοναδική πηγή νερού, ενώ οι υπόλοιποι ήταν κοντά στη βόρεια ακτή, απέναντι από την Πύλο. Το νότιο άκρο της Σφακτηρίας ήταν σχεδόν αφύλαχτο. Μετά το ξημέρωμα αποβιβάστηκαν οι υπόλοιπες αθηναϊκές δυνάμεις: ελαφρύ πεζικό που ανερχόταν σε 2.000 άνδρες, 800 τοξότες και 8.000 ελάχιστα οπλισμένοι κωπηλάτες από τα πλοία. Βάσει του σχεδίου, οι Αθηναίοι κατέλαβαν όλα τα υψώματα του νησιού και με ακόντια, βέλη και πέτρες έφθειραν τη σπαρτιατική δύναμη από απόσταση ασφαλείας. Κάποια στιγμή, ο στρατηγός των Μεσσηνίων που είχε στρατολογήσει ο Δημοσθένης ζήτησε να του δώσουν σε ενίσχυση τοξότες και πεζικάριους: θα ακολουθούσαν ένα δύσβατο μονοπάτι δίπλα από τις απόκρημνες ακτές του νησιού και θα εφορμούσαν στους Σπαρτιάτες από τα νότια περικυκλώνοντάς τους. Το σχέδιο πέτυχε απόλυτα. Περικυκλωμένοι, εξαντλημένοι και πεινασμένοι, οι Σπαρτιάτες δεν είχαν καμία ελπίδα σωτηρίας. Ο Κλέων κι ο Δημοσθένης τους πρότειναν να παραδοθούν. Οι Σπαρτιάτες ζήτησαν ανακωχή για να αποφασίσουν τί θα πράξουν. Έστειλαν αγγελιαφόρο στη Σπάρτη για να πάρουν οδηγίες, κι η απάντηση ήταν διφορούμενη: «Λακεδαιμόνιοι κελεύουσιν ὑμᾶς αὐτοὺς περὶ ὑμῶν αὐτῶν βουλεύεσθαι μηδὲν αἰσχρὸν ποιοῦντας» (Θουκυδίδης, Δ΄, 38, 3). Δεν είμαστε στις Θερμοπύλες. Οι επιζώντες της σπαρτιατικής δύναμης στη Σφακτηρία (292 άνδρες, εκ των οποίων 120 Όμοιοι) φέρθηκαν σαν λογικοί άνθρωποι. Δέχτηκαν να παραδοθούν. Κι ο Κλέων, ό,τι κι αν πιστεύουμε όσοι μάθαμε την Ιστορία μέσα από τα μεροληπτικά μάτια του Θουκυδίδη, είχε αποδειχτεί πρώτος μάγκας. Πριν περάσουν οι είκοσι μέρες που είχε ζητήσει, επέστρεφε στην Αθήνα με τους Σπαρτιάτες αιχμαλώτους αλυσοδεμένους! Όπως γράφει κι ο Αθηναίος ιστορικός » καὶ τοῦ Κλέωνος καίπερ μανιώδης οὖσα ἡ ὑπόσχεσις ἀπέβη· ἐντὸς γὰρ εἴκοσιν ἡμερῶν ἤγαγε τοὺς ἄνδρας, ὥσπερ ὑπέστη» (Δ΄, 39, 3), κι είναι σαν τον βλέπουμε με τα ίδια μας τα μάτια να δαγκώνει τα χείλια του και να στάζει χολή καθώς γράφει τούτες τις αράδες.

Στην Αθήνα, η πόλη έδειξε στον Κλέωνα την ευγνωμοσύνη της με κάθε δυνατό τρόπο, με τίτλους, τιμές και αξιώματα. Ο Δημοσθένης παρέμεινε στην Πύλο και ανέλαβε την καλύτερη οχύρωσή της. Οι Μεσσήνιοι της Ναυπάκτου έστειλαν γρήγορα στρατιωτικό σώμα στην Πύλο και άρχισαν να τη χρησιμοποιούν ως βάση για να εξαπολύουν επιδρομές στα σπαρτιατικά εδάφη και να προσελκύουν είλωτες σε λιποταξία. Κι ολόκληρη η Ελλάδα δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που είχε συμβεί, γιατί κατά την κρατούσα γνώμη ήταν αδύνατο Λακεδαιμόνιοι πολεμιστές να παραδοθούν κι όχι να πέσουν ηρωϊκά στη μάχη: «παρὰ γνώμην τε δὴ μάλιστα τῶν κατὰ τὸν πόλεμον τοῦτο τοῖς Ἕλλησιν ἐγένετο· τοὺς γὰρ Λακεδαιμονίους οὔτε λιμῷ οὔτ’ ἀνάγκῃ οὐδεμιᾷ ἠξίουν τὰ ὅπλα παραδοῦναι, ἀλλὰ ἔχοντας καὶ μαχομένους ὡς ἐδύναντο» (Θουκυδίδης Δ΄, 40, 1). Ό,τι καλύτερο για τους Αθηναίους που δεν είχαν καμία δυσκολία να πείσουν τους συμμάχους τους πως είχε φτάσει η ώρα καταβολής του φόρου. Όσο για τους Σπαρτιάτες, θα έστελναν (μάταια) τη μία μετά την άλλη πρεσβείες στην Αθήνα, προσφέροντας ειρήνη με αντάλλαγμα την απελευθέρωση των ανδρών. Βεβαίως, τους ήταν πια αδύνατο να επαναλάβουν τις τακτικές εισβολές τους στην Αττική: η παραμικρή λανθασμένη κίνηση θα σήμαινε και τη θανάτωση των αιχμαλώτων. Στα τέλη του καλοκαιριού του 425, οι Αθηναίοι είχαν το απόλυτο πλεονέκτημα σε όλα τα μέτωπα. Για έναν λογικό παρατηρητή η επικράτησή τους ήταν θέμα χρόνου. Ωστόσο, η στρατιωτική ιδιοφυΐα του Βρασίδα, ο οποίος μετέφερε το κυρίως θέατρο των πολεμικών επιχειρήσεων στο μέτωπο της Μακεδονίας-Θράκης έμελλε να ανατρέψει την κατάσταση. Κι όταν στη μάχη της Αμφίπολης βρήκαν τον θάνατο κι οι δύο ηγέτες των αντιπάλων, οι περισσότεροι πείστηκαν ότι υπήρχε κατάσταση ισορροπίας, χωρίς καμιά από τις αντιμαχόμενες δυνάμεις να έχει ουσιαστική προοπτική επικράτησης. Κάπως έτσι φτάσαμε στην ειρήνη του 421, ένας από τους όρους της οποίας ήταν κι η απελευθέρωση των Λακεδαιμονίων αιχμαλώτων. Από στρατιωτική και διπλωματική άποψη, ο θρίαμβος της Σφακτηρίας ανήκε στο παρελθόν. Όχι, όμως, και τα διδάγματά του.

ΙΙ. Μερικά διδάγματα από το επεισόδιο της Σφακτηρίας

Α. Η απολύτως επιτυχημένη εφαρμογή μιας νέας στρατηγικής: Κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, οι δύο πλευρές, και πρωτίστως οι Αθηναίοι, θέτουν σε εφαρμογή μια καινοτόμο στρατηγική, αυτήν του επιτειχισμού (ή της επιτειχίσεως). Η μέθοδος συνίσταται στην κατάληψη και οχύρωση μιας στρατηγικής σημασίας θέσης στα εδάφη του εχθρού (νησιού, ακτής ή περάσματος): πρόκειται για μια σφήνα στα πλευρά του αντιπάλου που θα του προκαλέσει διαρκή αιμορραγία (βλ. Cartledge «Sparta and Lakonia…», όπ.π., σελ. 196, 204 επ./ Kagan όπ.π., σελ. 424 επ.). Οι Αθηναίοι την εφήρμοσαν πρώτοι καταλαμβάνοντας τη νήσο Μινώα στα ανοιχτά των Μεγάρων (427 π.Χ.). Η περίπτωση της Πύλου αποτελεί φυσικά την πιο ολοκληρωμένη και καθοριστική περίπτωση υλοποίησης της στρατηγικής του επιτειχισμού. Μετά τη Σφακτηρία προέβησαν και σ’ άλλους επιτειχισμούς, με την οχύρωση των Μεθάνων (425) και την κατάληψη των Κυθήρων από τον Νικία (424). Οι Σπαρτιάτες ακολούθησαν και αυτοί την μέθοδο, όταν για παράδειγμα, κατά την τελευταία φάση του πολέμου, κατέλαβαν το οχυρό της Δεκελείας, περίπου στα μισά της απόστασης μεταξύ της πόλης των Αθηνών και των συνόρων της Αττικής με τη Βοιωτία.

Β. Μαθήματα διπλωματίας και πολιτικής: Τα γεγονότα της Πύλου και της Σφακτηρίας μας προσφέρουν πολύτιμες γνώσεις και συμπεράσματα τόσο για το διπλωματικό παιχνίδι μεταξύ των δύο ελληνικών υπερδυνάμεων όσο και σχετικά με την πολιτική ζωή της Αθήνας και τους συσχετισμούς των πολιτικών δυνάμεων στο εσωτερικό της (σε μικρότερο βαθμό το δεύτερο ισχύει και για τη Σπάρτη). Πέρα από τα προφανή (το διαπραγματευτικό παιχνίδι των δύο εμπολέμων στην προσπάθεια να επιτύχουν την πλέον συμφέρουσα λύση, την εναλλαγή ανάμεσα στη σιγουριά μιας συνθήκης ειρήνης και στην ανάληψη υπολογισμένων κινδύνων που μπορεί να οδηγήσουν σε ολοκληρωτική επικράτηση), δεν μπορούμε παρά να θρηνήσουμε που η μοναδική πηγή μας είναι ο Θουκυδίδης: όσο κι αν μιλάμε για το διαχρονικό πρότυπο ιστορικού, η παθολογική εχθρότητά του προς τον Κλέωνα δυσχεραίνει αφάνταστα την όποια προσπάθεια να ανασκευάσουμε μια στοιχειωδώς αντικειμενική εικόνα της αθηναϊκής πολιτικής σκηνής κατά τη συγκεκριμένη περίοδο (Cartledge «Sparta and Lakonia…», όπ.π., σελ. 207/ Kagan όπ.π., σελ. 144-150, 155). Θα ήταν μεγάλη ασέβεια αν λέγαμε ότι τα ίδια τα γεγονότα αναδεικνύουν ένα σπουδαίο πολιτικό (και δευτερευόντως στρατιωτικό) ηγέτη;

Γ. Η κατάρριψη μύθων και στερεοτύπων περί Σπάρτης: Το πιο εντυπωσιακό, όμως, συμπέρασμα που προκύπτει από τα γεγονότα της Σφακτηρίας είναι η σχετικότητα των πραγμάτων, ή μάλλον, για να είμαστε πιο ακριβείς, η κατάρριψη μερικών μύθων που αφορούν τη σπαρτιατική κοινωνία και τις αρχές της. Ο μύθος των ηρωϊκών Σπαρτιατών πολεμιστών που προτιμούν πάντα τον θάνατο στο πεδίο της μάχης από την ατιμωτική παράδοση κι ο μύθος της πόλης που ακολουθεί πάντα τις θεμελιώδεις ηθικές αρχές της, σε πείσμα του στοιχειώδους πολιτικού ρεαλισμού, αντικρούονται αποφασιστικά από τα γεγονότα: την απελπισμένη προσπάθεια των σπαρτιατικών αρχών να εξασφαλίσουν διπλωματικά την απελευθέρωση των αποκλεισμένων οπλιτών τους και την «ατιμωτική» παράδοση των δεύτερων, παράδοση που δεν εμποδίζει καθόλου τη συνέχιση των διπλωματικών προσπαθειών της πολιτείας για την απελευθέρωση των αιχμαλώτων πια ανδρών.

Η σπαρτιατική πολιτική δεν διακρίνεται «ποιοτικά» από την πολιτική οποιουδήποτε άλλου κράτους: ο υπολογισμός και ο ρεαλισμός επιβάλλουν τις λύσεις, όπως είναι εντελώς φυσικό. Η δύναμη που έχει αποκλειστεί στη Σφακτηρία αποτελεί σημαντικό τμήμα των περιορισμένων αριθμητικά δυνάμεων της Σπάρτης. Τυχόν απώλειά της θα έχει σοβαρές και μακροπρόθεσμες συνέπειες. Γι’ αυτό και η πόλη θα ζητήσει άμεσα ανακωχή από τους Αθηναίους, θα δεχτεί όρους εξαιρετικά επαχθείς και θα προσφέρει ειρήνη στον αντίπαλο. Για τον ίδιο λόγο, και μετά από την αποτυχία των διαπραγματεύσεων, θα πάρει κάθε δυνατό μέτρο στην απελπισμένη προσπάθεια διάσωσης των αποκλεισμένων, υποσχόμενη π.χ. να απελευθερώσει όποιον είλωτα κατόρθωνε να ανεφοδιάσει τους αποκλεισμένους (Θουκυδίδης, Δ΄, 26, 5). Και για τον ίδιο πάντα λόγο, θα «ξεχάσει» την ηθικά κατακριτέα (και κυρίως επικοινωνιακά επιζήμια, βλ. Lévy «La Grèce au Ve siècle…», σελ. 94-95) επιλογή των πολεμιστών της Σφακτηρίας. Όπως σημειώνει και ο Cartledge («Sparta and Lakonia…», όπ.π., σελ. 266-267) η αντίθεση ανάμεσα στη μεταχείριση της οποίας έτυχαν οι επιζώντες των Θερμοπυλών και σ’ αυτήν που επιφυλάχθηκε στους αιχμαλώτους της Σφακτηρίας είναι εντυπωσιακή. Βεβαίως, οι Σπαρτιάτες θεωρούσαν ατιμασμένους τους λιποτάκτες, τους οποίους και αποκαλούσαν «κακούς» (δηλ. δειλούς, βλ. Ξενοφώντος «Λακεδαιμονίων Πολιτεία«, 9, 3-6) ή «τρέσαντες» (Ηρόδοτος, βιβλίο Ζ΄, Πολύμνια, 231, «τρέσας Ἀριστόδημος καλεόμενος«/ για τη λέξη βλ. την πολύ ενδιαφέρουσα σχετική ανάρτηση του Ν. Σαραντάκου). Ωστόσο, ενώ ο λιποτάκτης (;) των Θερμοπυλών Αριστόδημος αντιμετωπίζει την καθολική περιφρόνηση κι απόρριψη των συμπολιτών του (κανείς δεν του απευθύνει τον λόγο ούτε του δίνει φωτιά για να ανάψει τον βωμό στο σπίτι του: «οὔτε οἱ πῦρ οὐδεὶς ἔναυε Σπαρτιητέων οὔτε διελέγετο«, Ηρόδοτος, όπ.π.) κι ο σύντροφός του στην ατιμία Παντίτης οδηγείται από τις συμπεριφορές αυτές στην αυτοκτονία (Ηρόδοτος, βιβλίο Ζ΄, Πολύμνια, 232), η ποινή ατιμίας που επιβάλλεται στους τρέσαντες της Σφακτηρίας είναι πολύ ελαφρύτερη και δεν συνοδεύεται από ανάλογη κοινωνική περιφρόνηση (Edmond Lévy «Sparte – Histoire politique et sociale jusqu’à la conquête romaine«, Coll. Points-Histoire, εκδ. Seuil, Παρίσι 2003, σελ. 48-49). Η ποινή περιλαμβάνει αφαίρεση των δικαιωμάτων να ασκούν αρχή, να πωλούν και να αγοράζουν: «τοὺς δἐκ τῆς νήσου ληφθέντας σφῶν καὶ τὰ ὅπλα παραδόντας, δείσαντες μή τι διὰ τὴν ξυμφορὰν νομίσαντες ἐλασσωθήσεσθαι καὶ ὄντες ἐπίτιμοι νεωτερίσωσιν, ἤδη καὶ ἀρχάς τινας ἔχοντας ἀτίμους ἐποίησαν, ἀτιμίαν δὲ τοιάνδε ὥστε μήτε ἄρχειν μήτε πριαμένους τι πωλοῦντας κυρίους εἶναι» (Θουκυδίδης, Ε΄, 34, 2). Δεν προβλέπεται αποκλεισμός από τη συμμετοχή στις συνελεύσεις του σπαρτιατικού Δάμου. Κυρίως, όμως, ένα μόλις χρόνο αργότερα η ποινή έπαψε να ισχύει και οι μαχητές της Σφακτηρίας αποκαστάθηκαν πλήρως στα πολιτικά δικαιώματά τους «ὕστερον δὲ αὖθις χρόνῳ ἐπίτιμοι ἐγένοντο» (Θουκυδίδης, όπ.π.).

Ίσως δεν είναι τυχαίο, όσον αφορά την επιείκια ως προς τις ποινές και την ταχύτατη αποκατάσταση, και το γεγονός ότι μεταξύ αυτών που παραδόθηκαν στη Σφακτηρία καταλέγονταν και αρκετά μέλη των επιφανέστερων οικογενειών της πόλης, αυτών δηλαδή που ουσιαστικά καθόριζαν τη σπαρτιατική πολιτική (Lévy «Sparte…«, σελ. 248, «La Grèce au Ve siècle…», σελ. 93). Ένα επιχείρημα ακόμα για να διαλυθεί κι ο μύθος της απόλυτης ισότητας μεταξύ των Σπαρτιατών πολιτών. Παρά τον τίτλο των Ομοίων που φέρουν οι πολίτες της, η Σπάρτη χαρακτηρίζεται από σαφείς κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες που αντικατοπτρίζονται και στον τρόπο χάραξης και άσκησης πολιτικής.  

Ωστόσο, αυτές οι «αδυναμίες» καθιστούν τελικά την εικόνα της Σπάρτης και των Σπαρτιατών πολύ πιο ανθρώπινη. Κι ίσως δεν υπάρχει πιο εύγλωττη εξεικόνιση αυτής της πραγματικότητας από το ανέκδοτο που μεταφέρει ο Θουκυδίδης. Συναντώντας έναν από τους Σπαρτιάτες αιχμαλώτους, κάποιος σύμμαχος των Αθηναίων προσπάθησε να τον ντροπιάσει και τον ρώτησε: «ήταν γενναίοι στρατιώτες οι σύντροφοί σας που σκοτώθηκαν στη Σφακτηρία;». Κι ο Λακεδαιμόνιος του απάντησε ότι «το βέλος θα πρέπει να ήταν ανεκτίμητης αξίας αντικείμενο, αν ήξερε να πετυχαίνει μόνο τους γενναίους»!

«καί τινος ἐρομένου ποτὲ ὕστερον τῶν Ἀθηναίων ξυμμάχων δι’ ἀχθηδόνα ἕνα τῶν ἐκ τῆς νήσου αἰχμαλώτων εἰ οἱ τεθνεῶτες αὐτῶν καλοὶ κἀγαθοί, ἀπεκρίνατο αὐτῷ πολλοῦ ἂν ἄξιον εἶναι τὸν ἄτρακτον, λέγων τὸν οἰστόν, εἰ τοὺς ἀγαθοὺς διεγίγνωσκε, δήλωσιν ποιούμενος ὅτι ὁ ἐντυγχάνων τοῖς τε λίθοις καὶ τοξεύμασι διεφθείρετο» (Θουκυδίδης, Δ΄, 40, 2).

Η συνωμοσία του Δαρείου

Αύγουστος 8, 2010

    

Βρισκόμαστε στα 522 π.Χ. Η μεγαλύτερη αυτοκρατορία της Οικουμένης συγκλονίζεται από μια δυναστική κρίση η οποία έχει όλα τα χαρακτηριστικά ιστορίας αστυνομικού μυστηρίου. Ο νόμιμος βασιλιάς βρίσκεται σε εκστρατεία στην Αίγυπτο, την οποία και κατακτά. Πάντα ήταν δεσποτικός, φαίνεται όμως πλέον να βυθίζεται στην τρέλα καθώς δολοφονεί μέλη της οικογένειάς του, μεταξύ των οποίων και τον αδελφό του, για τον οποίο, ίσως όχι άδικα, διατηρεί υποψίες ότι επιβουλεύεται τον βασιλικό θρόνο. Στον δρόμο της επιστροφής, ο βασιλιάς δέχεται έναν αγγελιαφόρο ο οποίος τον πληροφορεί ότι στην Περσία την εξουσία έχει αναλάβει ένας σφετεριστής που παρουσιάζεται ως αδελφός του βασιλιά. Λίγο μετά ο ηγεμόνας τραυματίζεται στο πόδι κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες και σύντομα πεθαίνει από το τραύμα του. Μια ομάδα Περσών ευγενών συνωμοτεί για να ανατρέψει τον σφετεριστή. Τα σχέδια των συνωμοτών επιτυγχάνουν και η βασιλική εξουσία καταλήγει στον άνθρωπο που θα φέρει την περσική αυτοκρατορία στο απόγειο της δόξας της.   

Ας δούμε πώς παρουσιάζουν την ιστορία οι διάφορες πηγές που διαθέτουμε, πριν προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τις διηγήσεις αυτές, τις αντιφάσεις τους και τις μεταξύ τους αντιθέσεις, και, έπειτα, να εντοπίσουμε τα όποια στοιχεία ιστορικής πραγματικότητας μπορεί να περιέχουν ή… να αποκρύπτουν.     

 Ι. Οι πηγές   

 Όπως επισημαίνει ο σπουδαιότερος αχαιμενιδολόγος της εποχής μας, ο Πιέρ Μπριάν  [«Histoire de l’Empire Perse (De Cyrus à Alexandre)«, Fayard, Παρίσι, 1996, σελ. 109], ο ιστορικός που επιχειρεί να διαλευκάνει τη δυναστική κρίση του 522 εξαρτάται κατά τρόπο σχεδόν απόλυτο από τις ελληνικές πηγές της κλασσικής αρχαιότητας, ιδίως δε από τον Ηρόδοτο.   

Ι. Α. Οι ελληνικές πηγές   

α. Η εκδοχή του Ηροδότου: Ο ιστορικός από την Αλικαρνασσό παρουσιάζει τον Πέρση βασιλιά Καμβύση σαν ψυχικά διαταραγμένο άτομο. Η παραφροσύνη του εκδηλώνεται έχοντας ως πρώτο θύμα τον αμφιθαλή αδελφό του, τον Σμέρδι. Η οργή του ηγεμόνα κατά του αδελφού του έχει, κατά τον Ηρόδοτο, διττό αίτιο: πρώτον, την προσβολή προς το πρόσωπο του βασιλιά, όταν ο αδελφός του είναι ο μόνος από τους Πέρσες που επιχειρεί και κατορθώνει να λυγίσει το τόξο που φέρνει δώρο στον Καμβύση ο ηγεμόνας των Αιθιόπων. Δεύτερον, το ότι ο Καμβύσης βλέπει σε όνειρο τον αδελφό του να κάθεται στον βασιλικό θρόνο. Οι λόγοι αυτοί είναι αρκετοί για να διατάξει τον ακόλουθό του, τον Πρηξάσπη, να δολοφονήσει τον Σμέρδι:  

«Καμβύσης δέ, ὡς λέγουσι Αἰγύπτιοι, αὐτίκα διὰ τοῦτο τὸ ἀδίκημα ἐμάνη, ἐὼν οὐδὲ πρότερον φρενήρης. καὶ πρῶτα μὲν τῶν κακῶν ἐξεργάσατο τὸν ἀδελφεὸν Σμέρδιν ἐόντα πατρὸς καὶ μητρὸς τῆς αὐτῆς, τὸν ἀπέπεμψε ἐς Πέρσας φθόνῳ ἐξ Αἰγύπτου, ὅτι τὸ τόξον μοῦνος Περσέων ὅσον τε ἐπὶ δύο δακτύλους εἴρυσε, τὸ παρὰ τοῦ Αἰθίοπος ἤνεικαν οἱ Ἰχθυοφάγοι, τῶν δὲ ἄλλων Περσέων οὐδεὶς οἷός τε ἐγένετο. ἀποιχομένου ὦν ἐς Πέρσας τοῦ Σμέρδιος ὄψιν εἶδε ὁ Καμβύσης ἐν τῷ ὕπνῳ τοιήνδε· ἔδοξέ οἱ ἄγγελον ἐλθόντα ἐκ Περσέων ἀγγέλλειν ὡς ἐν τῷ θρόνῳ τῷ βασιληίῳ ἱζόμενος Σμέρδις τῇ κεφαλῇ τοῦ οὐρανοῦ ψαύσειε. πρὸς ὦν ταῦτα δείσας περὶ ἑωυτοῦ μή μιν ἀποκτείνας ὁ ἀδελφεὸς ἄρχῃ, πέμπει Πρηξάσπεα ἐς Πέρσας, ὃς ἦν οἱ ἀνὴρ Περσέων πιστότατος, ἀποκτενέοντά μιν. ὁ δὲ ἀναβὰς ἐς Σοῦσα ἀπέκτεινε Σμέρδιν, οἳ μὲν λέγουσι ἐπ᾽ ἄγρην ἐξαγαγόντα, οἳ δὲ ἐς τὴν Ἐρυθρὴν θάλασσαν προαγαγόντα καταποντῶσαι» (Ηρόδοτος, βιβλίο Γ΄ Θάλεια, 30, 1-3).     

 Ο Αλικαρνασσεύς παραθέτει στη συνέχεια όλα τα εγκλήματα που διαπράττει μέσα στην παράνοιά του ο Καμβύσης: σκοτώνει την αδελφή και σύζυγό του, η οποία μάλιστα εγκυμονεί. Θάβει ζωντανούς δώδεκα νέους ευγενείς Πέρσες. Βασανίζει τον πρώην βασιλιά της Λυδίας, τον Κροίσο. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η φρικιαστική εκτέλεση του βασιλικού δικαστή Σισάμνη, τον οποίο ο Καμβύσης, κρίνοντάς τον ένοχο χρηματισμού, διατάζει να γδάρουν και με το δέρμα του να ντύσουν τον θρόνο στον οποίο θα κάθεται ο νέος βασιλικός δικαστής (ο Οτάνης, γιος του εκτελεσθέντος), έτσι ώστε να είναι διπλά προσεκτικός κατά την έκδοση των αποφάσεών του.   

Ενώ, όμως, ο Καμβύσης παραμένει στην Αίγυπτο, δύο αδέλφια που είναι Μάγοι, ανήκουν δηλαδή στην κάστα των Ιρανών ιερέων, εκμεταλλεύονται το γεγονός ότι η δολοφονία του αδελφού του βασιλιά είχε κρατηθεί μυστική. Ο ένας από αυτούς, ο Πατιζείθης ανέβασε στο βασιλικό θρόνο τον αδελφό του που έφερε το ίδιο όνομα με τον δολοφονημένο αδελφό του Καμβύση και του έμοιαζε πολύ! Τα νέα φτάνουν και στο στρατόπεδο του Καμβύση, κατά την επιστροφή του από την Αίγυπτο, ενώ αυτός βρίσκεται στη Συρία.     

«Καμβύσῃ δὲ τῷ Κύρου χρονίζοντι περὶ Αἴγυπτον καὶ παραφρονήσαντι ἐπανιστέαται ἄνδρες Μάγοι δύο ἀδελφεοί, τῶν τὸν ἕτερον καταλελοίπεε τῶν οἰκίων μελεδωνὸν ὁ Καμβύσης. οὗτος δὴ ὦν οἱ ἐπανέστη μαθών τε τὸν Σμέρδιος θάνατον ὡς κρύπτοιτο γενόμενος, καὶ ὡς ὀλίγοι εἴησαν οἱ ἐπιστάμενοι αὐτὸν Περσέων, οἱ δὲ πολλοὶ περιεόντα μιν εἰδείησαν. Πρὸς ταῦτα βουλεύσας τάδε ἐπεχείρησε τοῖσι βασιληίοισι. ἦν οἱ ἀδελφεός, τὸν εἶπά οἱ συνεπαναστῆναι, οἰκὼς μάλιστα τὸ εἶδος Σμέρδι τῷ Κύρου, τὸν ὁ Καμβύσης ἐόντα ἑωυτοῦ ἀδελφεὸν ἀπέκτεινε· ἦν τε δὴ ὅμοιος εἶδος τῷ Σμέρδι καὶ δὴ καὶ οὔνομα τὠυτὸ εἶχε Σμέρδιν. Τοῦτον τὸν ἄνδρα ἀναγνώσας ὁ Μάγος Πατιζείθης ὥς οἱ αὐτὸς πάντα διαπρήξει, εἷσε ἄγων ἐς τὸν βασιλήιον θρόνον. ποιήσας δὲ τοῦτο κήρυκας τῇ τε ἄλλῃ διέπεμπε καὶ δὴ καὶ ἐς Αἴγυπτον προερέοντα τῷ στρατῷ ὡς Σμέρδιος τοῦ Κύρου ἀκουστέα εἴη τοῦ λοιποῦ ἀλλ᾽ οὐ Καμβύσεω.      

Οἵ τε δὴ ὦν ἄλλοι κήρυκες προηγόρευον ταῦτα καὶ δὴ καὶ ὁ ἐπ᾽ Αἴγυπτον ταχθείς, εὕρισκε γὰρ Καμβύσεα καὶ τὸν στρατὸν ἐόντα τῆς Συρίης ἐν Ἀγβατάνοισι, προηγόρευε στὰς ἐς μέσον τὰ ἐντεταλμένα ἐκ τοῦ Μάγου» (Ηρόδοτος, Θάλεια, 61-62).     

Αρχικά, ο Αχαιμενίδης καταλαμβάνεται από τύψεις, γιατί συνειδητοποιεί ότι μάλλον άδικα είχε εκτελέσει τον αδελφό του, μια και άλλος τελικά ήταν ο σφετεριστής. Έπειτα, η λογική επικρατεί κι ο Καμβύσης αποφασίζει να επιστρέψει το ταχύτερο δυνατό στα Σούσα για να αντιμετωπίσει τον σφετεριστή. Καθώς, όμως, ανεβαίνει στο άλογό του, το ξίφος του φεύγει από τη θήκη και τον τραυματίζει σοβαρά στο πόδι.      

«Ἐνθαῦτα ἀκούσαντα Καμβύσεα τὸ Σμέρδιος οὔνομα ἔτυψε ἡ ἀληθείη τῶν τε λόγων καὶ τοῦ ἐνυπνίου· ὃς ἐδόκεε ἐν τῷ ὕπνῳ ἀπαγγεῖλαι τινά οἱ ὡς Σμέρδις ἱζόμενος ἐς τὸν βασιλήιον θρόνον ψαύσειε τῇ κεφαλῇ τοῦ οὐρανοῦ. Μαθὼν δὲ ὡς μάτην ἀπολωλεκὼς εἴη τὸν ἀδελφεόν, ἀπέκλαιε Σμέρδιν· ἀποκλαύσας δὲ καὶ περιημεκτήσας τῇ ἁπάσῃ συμφορῇ ἀναθρώσκει ἐπὶ τὸν ἵππον, ἐν νόῳ ἔχων τὴν ταχίστην ἐς Σοῦσα στρατεύεσθαι ἐπὶ τὸν Μάγον. Καί οἱ ἀναθρώσκοντι ἐπὶ τὸν ἵππον τοῦ κολεοῦ τοῦ ξίφεος ὁ μύκης ἀποπίπτει, γυμνωθὲν δὲ τὸ ξίφος παίει τὸν μηρόν… τῷ δὲ ἔτι πρότερον ἐκέχρηστο ἐκ Βουτοῦς πόλιος ἐν Ἀγβατάνοισι τελευτήσειν τὸν βίον. ὃ μὲν δὴ ἐν τοῖσι Μηδικοῖσι Ἀγβατάνοισι ἐδόκεε τελευτήσειν γηραιός, ἐν τοῖσί οἱ ἦν τὰ πάντα πρήγματα· τὸ δὲ χρηστήριον ἐν τοῖσι ἐν Συρίῃ Ἀγβατάνοισι ἔλεγε ἄρα. Καὶ δὴ ὡς τότε ἐπειρόμενος ἐπύθετο τῆς πόλιος τὸ οὔνομα, ὑπὸ τῆς συμφορῆς τῆς τε ἐκ τοῦ Μάγου ἐκπεπληγμένος καὶ τοῦ τρώματος ἐσωφρόνησε, συλλαβὼν δὲ τὸ θεοπρόπιον εἶπε “ἐνθαῦτα Καμβύσεα τὸν Κύρου ἐστὶ πεπρωμένον τελευτᾶν„» (64).     

Ο Καμβύσης αντιλαμβάνεται ότι μάλλον το τέλος του πλησιάζει. Καλεί τους ευγενείς και τους αποκαλύπτει την αλήθεια. Τη δολοφονία του αδελφού του, τους λόγους για τους οποίους την αποφάσισε, τον σφετερισμό της εξουσίας από τον Μάγο (65). Πάντως, οι Πέρσες ευγενείς της ακολουθίας του Καμβύση δεν φαίνεται να πιστεύουν τα περί συνωμοσίας Μάγων και μάλλον θεωρούν ότι σφετεριστής είναι ο αδελφός του βασιλιά. Αποδίδουν τα λόγια του Καμβύση στο μίσος που είχε για τον αδελφό του και θεωρούν ότι σκοπός του είναι να κάνει όλους τους Πέρσες να στραφούν κατά του δεύτερου και να μην τον αφήσουν στον θρόνο των Αχαιμενιδών. Λίγες μέρες αργότερα, η γάγγραινα που προκάλεσε το τραύμα παίρνει τον Καμβύση στον κόσμο των νεκρών.     

«μετὰ δὲ ταῦτα ὡς ἐσφακέλισέ τε τὸ ὀστέον καὶ ὁ μηρὸς τάχιστα ἐσάπη, ἀπήνεικε Καμβύσεα τὸν Κύρου, βασιλεύσαντα μὲν τὰ πάντα ἑπτὰ ἔτεα καὶ πέντε μῆνας, ἄπαιδα δὲ τὸ παράπαν ἐόντα ἔρσενος καὶ θήλεος γόνου. Περσέων δὲ τοῖσι παρεοῦσι ἀπιστίη πολλὴ ὑπεκέχυτο τοὺς Μάγους ἔχειν τὰ πρήγματα, ἀλλ᾽ ἠπιστέατο ἐπὶ διαβολῇ εἰπεῖν Καμβύσεα τὰ εἶπε περὶ τοῦ Σμέρδιος θανάτου, ἵνα οἱ ἐκπολεμωθῇ πᾶν τὸ Περσικόν» (66, 2-3).     

Για επτά μήνες ο σφετεριστής βασιλεύει ανενόχλητος. Λαμβάνει μάλιστα και φιλολαϊκά μέτρα για να εδραιώσει την εξουσία του (τριετής φορολογική ατέλεια). Έπειτα, ο Ηρόδοτος εμφανίζει τον Οτάνη, έναν από τους ευγενέστερους των Περσών, να υποψιάζεται την απάτη του ψευδο-Σμέρδιος. Ρωτά την κόρη του, την Φαιδύμη, η οποία ήταν σύζυγος του Καμβύση και τώρα αυτού που εμφανίζεται ως Σμέρδις. Εκείνη του απαντά ότι ποτέ δεν έχει δει τον Σμέρδι κατά πρόσωπο. Ο Οτάνης της λέει να ρωτήσει την Άτοσσα που εκτός από βασιλική σύζυγος είναι και αδελφή του Καμβύση και του Σμέρδιος. Αυτή θα ξέρει καλά αν πρόκειται για τον αδελφό της ή για κάποιον σφετεριστή. Η Φαιδύμη απαντά ότι δεν μπορεί να δει την Άτοσσα, μια και βρίσκονται σε διαφορετικά διαμερίσματα και ο βασιλιάς δεν επιτρέπει στη μια βασιλική σύζυγο να δει την άλλη (68). Ο Οτάνης αρχίζει να βεβαιώνεται για την πλαστοπροσωπία. Γνωρίζοντας ότι ο Καμβύσης είχε τιμωρήσει τον Μάγο Σμέρδι για κάποιο παράπτωμα κόβοντάς του τα αυτιά («τοῦ δὲ Μάγου τούτου τοῦ Σμέρδιος Κῦρος ὁ Καμβύσεω ἄρχων τὰ ὦτα ἀπέταμε ἐπ᾽ αἰτίῃ δή τινι οὐ σμικρῇ»), ζητά από την κόρη του να διαπιστώσει η ίδια αν ο «βασιλιάς» έχει αυτιά ή όχι. Όταν η Φαιδύμη του δίνει την αναμενόμενη αρνητική απάντηση, ο Οτάνης βάζει σε εφαρμογή το σχέδιό του. Καλεί δύο άλλους ευγενείς, τον Ασπαθίνη και τον Γοβρύα και αποφασίζουν να σκοτώσουν τον Μάγο σφετεριστή. Ο κάθε συνωμότης αναλαμβάνει να βρει κι έναν ακόμη συνεργό (ο Οτάνης προσεταιρίζεται τον Ινταφέρνη, ο Γοβρύας τον Μεγάβυζο και ο Ασπαθίνης τον Υδάρνη). Τότε εμφανίζεται στα Σούσα κι ένας άλλος σπουδαίος Πέρσης αριστοκράτης, ο Δαρείος, τον οποίο οι υπόλοιποι καθιστούν αμέσως συμμέτοχο στο σχέδιό τους.       

«γεγονότων δὲ τούτων ἓξ παραγίνεται ἐς τὰ Σοῦσα Δαρεῖος ὁ Ὑστάσπεος ἐκ Περσέων ἥκων· τούτων γὰρ δὴ ἦν οἱ ὁ πατὴρ ὕπαρχος. ἐπεὶ ὦν οὗτος ἀπίκετο, τοῖσι ἓξ τῶν Περσέων ἔδοξε καὶ Δαρεῖον προσεταιρίσασθαι» (70).     

Ο Δαρείος αποκτά ηγετικό ρόλο στη συνωμοσία. Ενώ ο Οτάνης προτείνει να καθυστερήσουν την εφαρμογή του σχεδίου μέχρι να βεβαιωθούν για την επιτυχία τους, ο Δαρείος προτείνει να αναλάβουν αμέσως δράση, άποψη την οποία επιβάλλει (76). Πράγματι, Δαρείος και Γοβρύας εισβάλλουν στα βασιλικά διαμερίσματα του ανακτόρου στα Σούσα κι ο πρώτος σκοτώνει τον Μάγο σφετεριστή, ενώ ο δεύτερος τον έχει προηγουμένως ακινητοποιήσει (78).     

Στη συνέχεια, οι συνωμότες συσκέπτονται για το τι πρέπει να πράξουν όσον αφορά τη διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας. Ο Ηρόδοτος τους εμφανίζει να διατυπώνουν πολιτικές απόψεις εξόχως ελληνικές. Ο Οτάνης υποστηρίζει μια μορφή δημοκρατικού πολιτεύματος, καθώς μιλά για «ισονομία» με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης (δηλ. της ίσης συμμετοχής των πολιτών στα αξιώματα και τις ευθύνες της διακυβέρνησης) (80), ο Μεγάβυζος μιλά ως υποστηρικτής της ολιγαρχίας (81), ενώ ο Δαρείος υποστηρίζει τη διατήρηση του θεσμού της βασιλείας (82). Όπως αναμένεται, η άποψη του Δαρείου επικρατεί και μένει να αποφασισθεί ο τρόπος επιλογής του νέου βασιλέα μεταξύ των επτά. Ο τρόπος αυτός είναι η… ιππομαντεία: βασιλιάς θα γίνει αυτός που την επόμενη αυγή το άλογό του θα χλιμιντρίσει πρώτο (84)! Ο Δαρείος φυσικά θα νικήσει, χάρη στο σόφισμα του ιπποκόμου του, του Οιβάρη (85-87).      

«Δαρεῖός τε δὴ ὁ Ὑστάσπεος βασιλεὺς ἀπεδέδεκτο» (88,1).      

Προκειμένου δε να νομιμοποιήσει περισσότερο την εξουσία του, ο Δαρείος νυμφεύεται δύο κόρες του Κύρου, την Άτοσσα, που υπήρξε σύζυγος και του Καμβύση και του ψευδο-Σμέρδιος, και την Αρτυστώνη, αλλά και την Πάρμυ, κόρη του Σμέρδιος, του αδελφού του Καμβύση, και, φυσικότατα, την κόρη του Οτάνη, η οποία αποκάλυψε την πλαστοπροσωπία του Μάγου, τη Φαιδύμη (88, 2).      

β. Οι υπόλοιπες αρχαιοελληνικές πηγές: Χωρίς να έχουν την έκταση και τη γλαφυρότητα της μυθιστορηματικής διήγησης του ιστορικού από την Αλικαρνασσό, κι άλλοι Έλληνες συγγραφείς αναφέρονται στην περσική δυναστική κρίση του 522 ή σε πρόσωπα και γεγονότα σχετικά με αυτήν.     

Στην Κύρου Παιδεία, ο Ξενοφών δεν ασχολείται με γεγονότα μεταγενέστερα του θανάτου του Κύρου (αν μπορούμε να πούμε ότι στο συγκεκριμένο ηθικοπλαστικό σύγγραμμα ο Αθηναίος ασχολείται με γεγονότα). Μνημονεύει όμως τον αμφιθαλή αδελφό του Καμβύση ως Ταναοξάρη.      

Στους Πέρσες, ο Αισχύλος μνημονεύει τον αδελφό του Καμβύση, τον οποίο ονομάζει Μάρδο: «Κύρου δὲ παῖς… πέμπτος δὲ Μάρδος ἦρξεν, αἰσχύνη πάτρᾳ θρόνοισί τ´ ἀρχαίοισι» (773-775). Αναφέρει ότι βασίλεψε και τον χαρακτηρίζει ντροπή της δυναστείας, αλλά δεν κάνει λόγο για σφετερισμό από κάποιο Μάγο.     

Πολύ πιο εκτενή αναφορά στα γεγονότα κάνει ο Κτησίας, ο Έλληνας αρχίατρος της περσικής αυλής στα χρόνια του Αρταξέρξη Β΄ (405-359). Στα Περσικά, ο Κτησίας ονομάζει Τανυοξάρκη τον αδελφό του Καμβύση. Αιτία του χαμού του Τανυοξάρκη είναι, κατά τον Κτησία, η σφοδρή διαμάχη του με τον Μάγο Σφενδαδάτη. Ο Μάγος καταγγέλει τον Τανυοξάρκη στον Καμβύση, ισχυριζόμενος ότι σκοπεύει να σφετεριστεί την βασιλική εξουσία. Ο Καμβύσης πείθεται και διατάζει την εκτέλεση του αδελφού του. Μετά από αυτό, ο Σφενδαδάτης εκμεταλλεύεται τη μεγάλη εμφανισιακή ομοιότητά του με τον πρίγκιπα και διοικεί τη Βακτριανή ως σατράπης για πέντε χρόνια. Στο σημείο αυτό εμφανίζονται στο προσκήνιο δύο ευνούχοι, ο Αρτασύρας και ο Βαγαπάτης, οι οποίοι ανεβάζουν τον Σφενδαδάτη στον βασιλικό θρόνο. Ένας τρίτος ευνούχος, ο Ιζαβάτης, απειλεί να αποκαλύψει την απάτη. Οι συνωμότες τον δολοφονούν (Περσικά, 10-13).     

Εκτός από τους συγγραφείς της κλασσικής αρχαιότητας, υπάρχει και ο Ιουστίνος, Ρωμαίος ιστορικός του 3ου-4ου αι. μ.Χ. (Ι, 9, 4-11). Και αυτός αναφέρει το όνειρο του Καμβύση στην Αίγυπτο, που βλέπει τον αδελφό του τον… Μέργη να κάθεται στον βασιλικό θρόνο. Ο Καμβύσης αναθέτει σε έναν έμπιστο ακόλουθο, τον Μάγο Κομήτη, να δολοφονήσει τον Μέργη. Ο Κομήτης εκτελεί την αποστολή που του ανατέθηκε, αλλά καθώς στο μεταξύ πεθαίνει ο Καμβύσης ο Μάγος αποφασίζει να ανεβάσει στον θρόνο τον δικό του αδελφό, τον Οροπάστη, ο οποίος έχει το μεγάλο προσόν, καλά το καταλάβατε, να… μοιάζει πολύ στην εξωτερική εμφάνιση με τον δολοφονημένο αδελφό του Καμβύση.     

Μεταξύ των διαφόρων εκδοχών της ιστορίας εντυπωσιάζουν οι διαφορές ως προς το όνομα του αδελφού του Καμβύση (Σμέρδις, Ταναοξάρης, Τανυοξάρκης, Μάρδος και Μέργης), αλλά και του σφετεριστή (Σμέρδις, Σφενδαδάτης, Οροπάστης) ή των συνωμοτών που τον ανεβάζουν στον θρόνο (Πατιζείθης, Αρτασύρας και Βαγοπάτης, Κομήτης). Υπάρχουν, όμως, μερικά θεμελιώδη κοινά στοιχεία, όπως παρατηρεί και ο Μπριάν (όπ.π., σελ. 110-111):     

– Η δολοφονία του αδελφού του Καμβύση, κατόπιν διαταγής του Αχαιμενίδη βασιλέα.     

– Η αντικατάσταση του πρίγκιπα από έναν Μάγο.     

– Η εντυπωσιακή ομοιότητα ως προς την εξωτερική εμφάνιση μεταξύ του Μάγου και του πρίγκιπα.     

Ουσιώδης διαφοροποίηση παρατηρείται ως προς τη χρονική σειρά των γεγονότων. Κατά τον Ηρόδοτο τόσο η δολοφονία του Σμέρδιος όσο και ο σφετερισμός του θρόνου από τον Μάγο με το ίδιο όνομα συμβαίνουν κατά τον χρόνο της εκστρατείας του Καμβύση στην Αίγυπτο. Ο Κτησίας, αντίθετα, τοποθετεί τη δολοφονία του πρίγκιπα πέντε χρόνια πριν τον σφετερισμό. Κατά τον Ιουστίνο, τέλος, και η δολοφονία και ο σφετερισμός έπονται του θανάτου του Καμβύση. Προφανώς, στους κύκλους της περσικής αριστοκρατίας, αλλά και μεταξύ των Ελλήνων στη Μικρά Ασία και στην κυρίως Ελλάδα, θα πρέπει, ήδη από τον 5ο αιώνα, να κυκλοφορούσαν διάφορες ιστορίες σχετικά με την άνοδο του Δαρείου στην εξουσία, τις οποίες μάλλον ανέμιξαν ή ερμήνευσαν ο Ηρόδοτος και οι συνεχιστές του.     

Ι. Β. Η περσική πηγή: η εκδοχή του Δαρείου     

Ευτυχώς, έχουμε στη διάθεσή μας και μια περσική πηγή και μάλιστα αυτήν του μεγάλου πρωταγωνιστή, του Δαρείου. Στη λαξεμένη στον βράχο μνημειακή επιγραφή του Μπεχιστούν, ο Πέρσης ηγεμόνας δίνει τη δική του εκδοχή για το πώς βρέθηκε στον θρόνο των Αχαιμενιδών.     

«Βασίλευε ο Καμβύσης, ο γιος του Κύρου, κι είχε έναν αμφιθαλή αδελφό που ονομαζόταν Μπαρντίγια. Έπειτα ο Καμβύσης σκότωσε τον Μπαρντίγια. Ο φόνος αυτός δεν έγινε γνωστός στον λαό. Αργότερα ο Καμβύσης έφυγε για την Αίγυπτο και, στη συνέχεια, ο λαός επαναστάτησε. Μετά απ’ αυτό, το ψέμα κυριάρχησε στην Περσία, στη Μηδία και στους άλλους λαούς. Έπειτα εμφανίστηκε κάποιος, ένας Μάγος που τον έλεγαν Γκαουμάτα. Αυτός στασίασε στην Παϊσιγιαουβάντα, κοντά στο όρος Αρακάντρι, τη 14η ημέρα του μηνός Βιγιάξνα. Είπε ψέματα στον λαό: «Είμαι ο Μπαρντίγια, ο γιος του Κύρου, ο αδελφός του Καμβύση». Τότε, ο λαός ολόκληρος εξεγέρθηκε κατά του Καμβύση και συντάχθηκε με τον στασιαστή και στην Περσία και στη Μηδία και στις υπόλοιπες χώρες. Ο Μάγος σφετερίστηκε τη βασιλική εξουσία την 9η ημέρα του μηνός Γκαρμαπάντα [= 1.3.522]. Έπειτα ο Καμβύσης πέθανε από φυσικό θάνατο…       

Κανείς, Πέρσης ή Μήδος… δεν μπόρεσε να πάρει τη βασιλεία από τα χέρια του Γκαουμάτα, του Μάγου. Ο λαός τον φοβόταν πολύ. Αυτός σκότωνε πολλούς που είχαν γνωρίσει τον Μπαρντίγια. Να γιατί τους σκότωνε: «Να μη μάθουν ότι δεν είμαι ο Μπαρντίγια, ο γιος του Κύρου». Κανείς δεν τολμούσε πει οτιδήποτε για τον Γκαουμάτα τον Μάγο, ώσπου εμφανίστηκα εγώ…     

Με τη βοήθεια του Αχούρα Μάζδα και με λίγους άντρες σκότωσα τον Μάγο και τους υποστηρικτές του. Τον σκότωσα στο οχυρό που ονομάζεται Σικαγιαουβάτι, στην περιοχή της Νισάγια, στη Μηδία. Του πήρα το βασίλειο και με τη δύναμη του Αχούρα Μάζδα έγινα βασιλιάς…» (επιγραφή του Μπεχιστούν, 1η στήλη, 10-13).     

«Ιδού οι άνδρες που ήταν παρόντες όταν σκότωσα τον Γκαουμάτα, τον Μάγο που υποστήριζε ότι ήταν ο Μπαρντίγια. Συνεργάστηκαν μαζί μου ως πιστοί υποστηρικτές.     

Ο Βιντάρνα,γιος του Βαγιασπάρα [= Ινταφέρνης]     

Ο Ουτάνα, γιος του Θούκρα [= Οτάνης]     

Ο Γκαουμπαρούβα, γιος του Μαρντουνίγια [= Γοβρύας, πατέρας του Μαρδονίου]     

Ο Βιντάρνα, γιος του Μπαγκαμπίνια [= Υδάρνης]     

Ο Μπαγκαμπούξα, γιος του Ντατουβάχυα [= Μεγάβυζος]     

Ο Αρντουμάνις, γιος του Βακάουνα» (επιγραφή του Μπεχιστούν, 4η στήλη, 68-69).     

Μεταξύ της λεπτομερούς εξιστόρησης του Ηροδότου και της διακήρυξης του Δαρείου του Μεγάλου υπάρχουν αρκετά κοινά σημεία, όπως και μερικές ουσιώδεις διαφορές.     

– Ο Δαρείος τοποθετεί χρονικά τη δολοφονία του αδελφού του Καμβύση πριν την αναχώρηση του μονάρχη για την αιγυπτιακή εκστρατεία, ενώ ο Αλικαρνασσεύς στο διάστημα που ο Καμβύσης βρίσκεται στην Αίγυπτο.     

– Διαφέρουν τα ονόματα. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι το «Σμέρδις» αποτελεί μεταγραφή στα ελληνικά του περσικού ονόματος «Μπαρντίγια», παραμένει η διαφοροποίηση ως προς το όνομα του σφετεριστή Μάγου, που κατά τον Ηρόδοτο είναι και πάλι «Σμέρδις», ενώ κατά τον Δαρείο «Γκαουμάτα» (όνομα που παραπέμπει στον Κομήτη του Ιουστίνου, που, όμως, είναι μεν συνωμότης κατά του Καμβύση, πλην όμως ανεβάζει τελικά στον θρόνο τον αδελφό του, τον Οροπάστη).     

– Ο ρόλος του ίδιου του Δαρείου παρουσιάζεται και αξιολογείται με διαφορετικό τρόπο στο ένα και στο άλλο κείμενο (Briant, όπ.π., σελ. 112, 120). Ο Δαρείος δεν κάνει λόγο για συνωμοσία, μνημονεύει μόνο τους πιστούς υποστηρικτές του (οι οποίοι συμπίπτουν σχεδόν απόλυτα με αυτούς που αναφέρει ως συνωμότες ο Ηρόδοτος: η μόνη διαφοροποίηση αφορά τον Αρντουμάνις, ο οποίος δεν μπορεί να ταυτισθεί με τον Ασπαθίνη του Ηροδότου). Τη βασιλική εξουσία, ο Δαρείος την οφείλει στον Αχούρα Μάζδα (και στον εαυτό του).     

– Ο τρόπος και ο τόπος θανάτωσης του σφετεριστή. Αντί της δολοφονίας στα ανάκτορα, ο Δαρείος κάνει λόγο για μάχες και κατάληψη οχυρού στο οποίο είχε καταφύγει με τους υποστηρικτές του ο Μάγος.     

ΙΙ. Μια απόπειρα εξήγησης     

Είναι δυνατόν να συμβιβαστούν όλες αυτές οι διηγήσεις και κυρίως αυτή του Ηροδότου με εκείνην του Δαρείου; Πόση ιστορική αλήθεια περιέχουν; Ας προσπαθήσουμε να δούμε λίγο πιο καθαρά.     

α. Οι αντίπαλοι αδελφοί: Πριν αναχωρήσει για την εκστρατεία στην Κεντρική Ασία, που έμελλε να αποβεί μοιραία για αυτόν, ο Κύρος (πιθανώς το 530) ονόμασε κι επίσημα διάδοχό του τον μεγαλύτερο γιο του, τον Καμβύση. Τον νεότερο γιο, τον Μπαρντίγια, τον «αποζημίωσε» διορίζοντάς τον σατράπη της Βακτριανής, με το προνόμιο μάλιστα της απαλλαγής από την υποχρέωση απόδοσης φόρου υποτελείας στον αδελφό του. (Briant, όπ.π., σελ. 60, 113). Η προτίμηση του Κύρου για τον πρωτότοκο ήταν από καιρό παγιωμένη: ήδη από το 539, τον είχε ονομάσει βασιλέα της Βαβυλώνας.     

Η εντελώς αρνητική εικόνα του Καμβύση την οποία δίνουν οι κλασσικές πηγές πρέπει να αντιμετωπιστεί με πολλές επιφυλάξεις. Όπως επισημαίνει και ο Μπριάν πρόκειται για λογοτεχνικό τόπο που συχνά συνδυάζεται με τη γνωστή επιχειρηματολογία περί περσικής παρακμής (όπ.π., σελ. 60, 109). Συνήθως υπάρχει η αντιστικτική παρουσίαση του «καλού» Κύρου, «πατέρα» της αυτοκρατορίας, και του δεσποτικού και παράφρονα Καμβύση. Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του Ηροδότου «Καμβύσης δὲ δεσπότης, Κῦρος δὲ πατήρ… ὁ δὲ ὅτι χαλεπός τε ἦν καὶ ὀλίγωρος, ὁ δὲ ὅτι ἤπιός τε καὶ ἀγαθά σφι πάντα ἐμηχανήσατο» (Γ΄ «Θάλεια«, 85, 3). Γενικά, όλα τα δεινά και οι αμαρτίες που οι πηγές αποδίδουν στον Καμβύση δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ανταποκρίνονται στην ιστορική πραγματικότητα (βλ. π.χ. Μπριάν, όπ.π., σελ. 66 επ., όπου, βασιζόμενος σε αιγυπτιακές πηγές, ο ιστορικός επιχειρεί να ανασκευάσει τις κατηγορίες περί καταστροφής ιερών από τον Καμβύση).     

Σε κάθε περίπτωση, η έχθρα μεταξύ Καμβύση και Μπαρντίγια/ Σμέρδιος αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός, μια και πολλά στοιχεία καταδεικνύουν ότι ο δεύτερος ποτέ δεν αποδέχθηκε την πατρική επιλογή: η άρνησή του (και μάλιστα δύο φορές) να παρουσιαστεί στη βασιλική αυλή μετά από πρόσκληση του αδελφού του, το ανέκδοτο που καταγράφει ο Ηρόδοτος σχετικά με το τόξο του βασιλιά των Αιθιόπων κ.λπ.     

β. Η μεγάλη απάτη (;) του Δαρείου: Το πιο παράδοξο στοιχείο της ιστορίας είναι τελικά η ύπαρξη του σφετεριστή Μάγου, που εκμεταλλεύεται το γεγονός ότι η «δολοφονία» του αδελφού του βασιλιά είχε κρατηθεί κρυφή. Το στοιχείο αυτό, που προφανώς προέβαλε πρώτος ο ίδιος ο Δαρείος και το δέχτηκαν οι Έλληνες συγγραφείς, είναι εξαρχής ύποπτο. Ο Δαρείος έχει κάθε συμφέρον να παρουσιάσει τον εαυτό του σαν φυσικό συνεχιστή των Αχαιμενιδών και σαν πρωτεργάτη της αποκατάστασης της δυναστικής νομιμότητας. Μήπως, λοιπόν, ο Μάγος σφετεριστής (Γκαουμάτα/ Σμέρδις/ Σφενδαδάτης/ Οροπάστης) είναι απλώς ένα εφεύρημα του Δαρείου, προκειμένου να κρύψει ότι ο πραγματικός σφετεριστής της βασιλικής εξουσίας (και δολοφόνος του αδελφού του Καμβύση και πλέον νόμιμου διαδόχου του) ήταν ο ίδιος; Το ερώτημα αυτό το θέτουν όλοι σχεδόν οι σύγχρονοι ιστορικοί και οι περισσότεροι πιθανολογούν ότι η απάντηση πρέπει να είναι καταφατική! Αυτή είναι και η θέση του Πιέρ Μπριάν (όπ.π., σελ. 112 επ.). Την ίδια εκδοχή παρουσιάζει και ο Γκορ Βιντάλ  στο μυθιστόρημά του Δημιουργία. Εξάλλου, μοιάζει απίστευτο το «γεγονός» ότι οι βασιλικές σύζυγοι Άτοσσα και Φαιδύμη δεν είχαν αντιληφθεί τίποτε σχετικό με τη δολοφονία του αδελφού του Καμβύση και την αντικατάστασή του από έναν Μάγο σφετεριστή (Briant, όπ.π., σελ. 112).     

Επομένως, αν υπήρξε κάποιος σφετεριστής της βασιλικής εξουσίας στα χρόνια του Καμβύση, αυτός πρέπει να ήταν αρχικά ο αδελφός του, ο Μπαρντίγια/ Σμέρδις. Όπως είδαμε προηγουμένως, ακόμη και κατά τον Ηρόδοτο (Γ΄ «Θάλεια«, 66), οι Πέρσες ευγενείς της ακολουθίας του Καμβύση έχουν αυτήν ακριβώς την πεποίθηση. Αν ακολουθήσουμε τη χρονική σειρά των γεγονότων κατά τον Ηρόδοτο, ο Καμβύσης, έχοντας υποτάξει την Αίγυπτο, παίρνει τον δρόμο της επιστροφής την άνοιξη του 522. Ενώ βρίσκεται στη Συρία τραυματίζεται στο πόδι και η γάγγραινα προκαλεί τον θάνατό του στις αρχές περίπου του θέρους. Βάσει της διήγησης του Δαρείου στην επιγραφή του Μπεχιστούν, ο Γκαουμάτα αυτοανακηρύχθηκε βασιλιάς στις αρχές Μαρτίου του 522. Συνδυάζοντας τα στοιχεία αυτά με την έχθρα που χωρίζει τους δύο αδελφούς, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι πράγματι ο Μπαρντίγια στασίασε κατά του αδελφού του. Είτε όμως υπήρξε σφετεριστής, είτε όχι, μετά τον θάνατο του Καμβύση ο Μπαρντίγια/Σμέρδις καθίσταται νόμιμος διάδοχος του αδελφού του, ο οποίος πέθανε άτεκνος.     

γ. Λογοτεχνική φαντασία; Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η διήγηση του Ηροδότου σχετικά με τη συνωμοσία των επτά και την άνοδο του Δαρείου στον θρόνο ανταποκρίνεται στα ιστορικά γεγονότα; Πάρα πολύ δύσκολα. Ο ίδιος ο συμβολικός αριθμός επτά είναι ύποπτος. Τα διάφορα γλαφυρά περιστατικά (η αποκάλυψη της ταυτότητας του Μάγου από τη Φαιδύμη, η επιλογή του νέου βασιλιά με χρήση της ιππομαντείας, το τέχνασμα του ιπποκόμου του Δαρείου) μοιάζουν να αποτελούν στοιχεία ενός ευφάνταστου λογοτεχνικού σεναρίου και μόνο. Όσο για τις διαβουλεύσεις των Επτά περί του μελλοντικού πολιτεύματος της Περσίας, αυτές είναι κατευθείαν βγαλμένες από ελληνικές πολιτικές συζητήσεις (Briant, όπ.π., σελ. 121).     

Συνωμοσία, βεβαίως, πρέπει να υπήρξε. Οι συμμετέχοντες είναι όλοι ανώτεροι Πέρσες ευγενείς που πιθανώς ανήκαν στο στενό περιβάλλον του Καμβύση και είχαν κάθε λόγο να πιστεύουν ότι ο αδελφός και διάδοχός του θα τους συμπεριφερόταν απολύτως εχθρικά. Ο Οτάνης καταλεγόταν όντως μεταξύ των σημαντικότερων ευγενών: η αδελφή του, η Κασσανδάνη, ήταν σύζυγος του Κύρου, η κόρη του η Φαιδύμη είχε παντρευτεί τον Καμβύση (κι έπειτα τον Μπαρντίγια. Ο Δαρείος είναι γιος του Υστάσπη, τον οποίο εκ παραδρομής ο Ηρόδοτος (Γ΄»Θάλεια«, 70) παρουσιάζει ως κυβερνήτη της Περσίας, αλλά στην πραγματικότητα ήταν μάλλον σατράπης της Παρθίας κατά την περίοδο εκείνη (επιγραφή του Μπεχιστούν, 2η στήλη, 35/ Briant, όπ.π., σελ. 124), είχε δε συνοδέψει τον Κύρο στην εκστρατεία του στα βόρεια της Κεντρικής Ασίας. Ο ίδιος ο Δαρείος είχε ήδη διακριθεί προσωπικά, έχοντας διατελέσει φαρετροφόρος του Κύρου και δορυφόρος (arshtibara) του Καμβύση, κατείχε δηλαδή αξίωμα που τον καθιστούσε πρώτο τη τάξει μεταξύ των ευγενών της ακολουθίας του βασιλιά. Φυσικά, όσο κι αν ο Δαρείος προσπαθεί να παρουσιάσει εαυτόν ως νόμιμο διάδοχο, αποκλείεται να είχε στενή συγγένεια με τον Κύρο και τον Καμβύση, ενώ δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό ότι ανήκε σε ελάσσονα κλάδο της βασιλικής οικογένειας (Briant, όπ.π., σελ. 122 επ.). Η απόπειρά του (στην επιγραφή του Μπεχιστούν) να εμφανίσει ένα γενεαλογικό δέντρο που τον φέρνει δισέγγονο του ιδρυτή της δυναστείας Αχαιμένη (πρόσωπο που δεν μνημονεύεται από καμία προγενέστερη περσική πηγή) αποτελεί, κατά τον Μπριάν, απλώς επανακαθορισμό της δυναστικής νομιμότητας με αποκλειστική βάση το συμφέρον του Δαρείου.     

Φυσικά, υπάρχει και η παραλλαγή που απαξιώνει ηθικά τον Δαρείο κατά τρόπο απόλυτο. Να θεωρηθεί δηλαδή υπεύθυνος και του ατυχήματος που στέρησε τη ζωή του Καμβύση. Σε τέτοια περίπτωση, ο Δαρείος είναι το πρότυπο του ανήθικου συνωμότη και ο εξολοθρευτής της νόμιμης αυτοκρατορικής δυναστείας. Δεν είναι όμως ανάγκη να πάμε τόσο μακριά και να δεχτούμε τόσο τραβηγμένες υποθέσεις (εκτός ίσως κι αν ζηλεύουμε τη δόξα και τη φαντασία του Ηροδότου).     

Άλλωστε, η αυτοκρατορία μάλλον κέρδισε με τη δυναστική αλλαγή. Ο Δαρείος έμελλε να αποδειχθεί ο ικανότερος μονάρχης της: χαρίζοντάς της όχι μόνο τη μεγαλύτερη εδαφική επικράτεια (με την προσάρτηση των τριών σατραπειών του Ινδού), αλλά και τη σημαντικότερη οικονομική ανάπτυξη. Άδικα δηλαδή τον χαρακτήρισε ο Ηρόδοτος «κάπηλο»;

Κάτι οφείλουμε και στους Αχαιμενίδες

Ιανουαρίου 19, 2010

 

 

Σε αναμονή της ολοκλήρωσης της σειράς για τους Έλληνες της Βακτριανής και λόγω φόρτου εργασίας ένα πιο βιαστικό και ελαφρύ κομμάτι που μπαίνει λίγο και σε χωράφια όπου άλλοι είναι πιο ειδικοί. 

Έλληνες και Πέρσες, μια παρεξηγημένη, περίπλοκη ιστορία: Αν περιοριστούμε στη σχολική θεώρηση της Ιστορίας (η οποία πάντως συνεχίζει να βρίσκει πιστούς και μιμητές και μάλιστα όχι μόνον εντός συνόρων), οι σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και περσικής αυτοκρατορίας χαρακτηρίζονταν από αντιπαλότητα, κορύφωση της οποίας είναι αφενός οι Μηδικοί Πόλεμοι, όπου «οι Έλληνες θα σώσουν τη δημοκρατία και τον δυτικό πολιτισμό από τους Βαρβάρους», και αφετέρου η εκστρατεία και οι κατακτήσεις του Αλεξάνδρου, όταν πια «ο ελληνισμός θα μεταλαμπαδεύσει τα φώτα του πολιτισμού στους άξεστους βαρβάρους της Ανατολής». Βεβαίως, οι αντιλήψεις αυτές είναι εδώ και πολλές δεκαετίες ξεπερασμένες και απολύτως «ανιστορικές». Όχι μόνο παραγνωρίζουν τη σημασία της περσικής αυτοκρατορίας (δηλαδή ενός από τα πλέον σύνθετα, εξελιγμένα και ως εκ τούτου εξαιρετικά ενδιαφέροντα κρατικά μορφώματα) για την Ιστορία της αρχαιότητας, αλλά και την αυτοτελή αξία του αρχαίου περσικού πολιτισμού, άξιου διαδόχου και συνεχιστή των πολιτισμών της Μεσοποταμίας, του Ελάμ και της Μηδίας. Αγνοούν επίσης τον κατ’ ανάγκη σύνθετο χαρακτήρα της σχέσης μεταξύ λαών με διαφορετικό πολιτισμό και κοινωνικές και πολιτικές παραδόσεις και αντιλήψεις, αλλά και την πολιτισμική διάδραση που αναπόφευκτα προκύπτει από τη συνάντησή τους.    

Καταρχάς, πολλοί Έλληνες έζησαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα υπό την κυριαρχία ή την επικυριαρχία των Αχαιμενιδών: οι Ίωνες των μικρασιατικών παραλίων, οι Αιολείς της βορειοδυτικής Μικράς Ασίας, οι Δωριείς της Καρίας κ.λπ. Πολλοί Έλληνες, επομένως, είχαν διαρκείς επαφές και σχέσεις (από αρμονικές έως ταραχώδεις, ανάλογα με την περίοδο και την περιοχή) με την αχαιμενιδική διοίκηση, Έλληνες είχαν αναλάβει μεγάλο μέρος των εμπορικών δραστηριοτήτων εντός και εκτός της αυτοκρατορίας (και βεβαίως οι Αχαιμενίδες ενθάρρυναν τη δράση αυτή μια και αύξανε σημαντικά τα έσοδά τους από φόρους: πού είσαι Δαρείε «κάπηλε» να ανορθώσεις τη σκληρά δοκιμαζόμενη οικονομία του σύγχρονου ελληνικού κράτους!) και σε Έλληνες ανέθεταν συχνά οι Πέρσες βασιλείς διάφορες αποστολές (όπως π.χ. η εξερευνητική αποστολή που ανέθεσε ο Δαρείος ο Μέγας στον Έλληνα ναυτικό από την Καρία Σκύλακα τον Καρυανδέα, ο οποίος αφού ακολούθησε τον ρου του Ινδού ποταμού ξεκινώντας από τις πηγές του στην περιοχή της Γκαντάρα, έπλευσε κατά μήκος των ασιατικών ακτών από τις εκβολές του Ινδού ως την αραβική χερσόνησο και την Ερυθρά Θάλασσα). 

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η επιρροή που άσκησε η περσική αυτοκρατορία στην ελληνική πολιτική σκηνή. Η αυλή του Μεγάλου Βασιλέως ήταν πάντα γεμάτη από Έλληνες πολιτικούς, εξόριστους και μη. Ανάμεσα σ’ αυτούς δεν συναντάμε μόνο τους «συνήθεις υπόπτους», δηλαδή τυράννους κι εκπροσώπους ολιγαρχικών καθεστώτων ελληνικών πόλεων (τους οποίους παραδοσιακά υποστήριζαν οι Πέρσες), όπως ο Ιστιαίος της Μιλήτου κι ο Ιππίας της Αθήνας, αλλά και ξεχωριστές περιπτώσεις σαν τον Σπαρτιάτη βασιλιά Δημάρατο, ο οποίος καθαιρέθηκε από το αξίωμά του όταν το μαντείο των Δελφών (κατά πάσα πιθανότητα αφού δωροδοκήθηκε από τον συμβασιλέα και πολιτικό αντίπαλο του Δημάρατου, τον Κλεομένη) έκρινε ότι δεν ήταν γνήσιο τέκνο του βασιλιά Αρίστωνα, κι ακόμη περισσότερο τον θριαμβευτή της Σαλαμίνας Θεμιστοκλή που μετά τον εξοστρακισμό του κατέφυγε στην αυλή του Αρταξέρξη Α΄ (του επονομαζόμενου και Μακρόχειρα), ο οποίος του ανέθεσε τη διοίκηση των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας. Αυτό που πρέπει κυρίως να επισημανθεί είναι ότι, από τα τέλη του 5ου αιώνα μέχρι και τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., η Περσία είναι ο βασικός ρυθμιστής των ελληνικών πολιτικών εξελίξεων. Η έκβαση του Πελοποννησιακού Πολέμου καθορίσθηκε ουσιαστικά από την περσική παρέμβαση: ο Λύσανδρος χαρίζει τη νίκη στη Σπάρτη γιατί η συμμαχία με τους Πέρσες (με τον σατράπη της Λυδίας Τισσαφέρνη και τον πρίγκιπα Κύρο τον Νεότερο που έχει τοποθετηθεί ως «κάρανος», δηλαδή γενικός διοικητής, των δυτικών σατραπειών) του παρέχει την αναγκαία οικονομική και στρατιωτική ενίσχυση για να καταφέρει το αποφασιστικό πλήγμα στους Αθηναίους. Βεβαίως, από τα μέσα του 4ου αιώνα το εκκρεμές κινείται με αντίθετη φορά: ο Αλέξανδρος κατακτά την περσική αυτοκρατορία κι εμφανίζεται ως διάδοχος των Αχαιμενιδών και συνεχιστής του έργου τους, θέτοντας τελικά σε εφαρμογή πολιτική συνεργασίας της ελληνομακεδονικής και της ιρανικής ελίτ. Για μεγάλο χρονικό διάστημα (έως τα μέσα του 2ου αι. και την παρθική εισβολή στη Μεσοποταμία) οι Σελευκίδες θα αποτελέσουν τους συνεχιστές της αυτοκρατορίας αυτής. 

Σύνθετη, συνεπώς, είναι και η εντύπωση των Ελλήνων για τον πανίσχυρο γείτονα (κάποτε εχθρό και κάποτε σύμμαχο) από την Ανατολή: συνυπάρχουν η περιέργεια, η αντιπαλότητα, το ενδιαφέρον ή ακόμη κι ο θαυμασμός. Μπορούμε να το παρατηρήσουμε στα κείμενα αρκετών αρχαίων συγγραφέων που έδωσαν μια σχετικά αντικειμενική εικόνα της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών: στην Ιστορία του Ηροδότου, στην Κύρου Ανάβαση του Ξενοφώντα ή στην Κύρου Παιδεία του ίδιου συγγραφέα (όπου ο Αθηναίος επιχειρεί μια εξιδανικευμένη και μυθοποιημένη διήγηση της ζωής και του έργου του ιδρυτή της αυτοκρατορίας). Άλλωστε, από τα κείμενα αυτά προέρχεται και το μεγαλύτερο ίσως τμήμα των γνώσεών μας για τους Αχαιμενίδες και την Περσία της Αρχαιότητας (οι ίδιοι οι Πέρσες δεν μας άφησαν «αφηγηματική Ιστορία», μόνο επιγραφές στις οποίες οι Μεγάλοι Βασιλείς προβαίνουν σε διακηρύξεις αρχών και… προπαγάνδας). 

Ακόμη και η πιο συνοπτική παράθεση της ιστορίας της περσικής αυτοκρατορίας θα απαιτούσε πολλές σελίδες. Αρκούμαστε συνεπώς να παραπέμψουμε στο πληρέστερο σύγχρονο σχετικό σύγγραμμα, την «Ιστορία της Περσικής Αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών» του Γάλλου ιστορικού Pierre_Briant («Histoire de l’Empire perse achéménide. De Cyrus à Alexandre», εκδ. Fayard, Παρίσι, 1996 – πάνω από 1200 πυκνογραμμένες σελίδες με οτιδήποτε μπορεί να θέλει κάποιος να μάθει για την Αρχαία Περσία), καθώς και στον εξαιρετικό ιστότοπο achemenet. Για κάτι λιγότερο «βαρύ», το συναρπαστικό ιστορικό μυθιστόρημα του Γκορ Βιντάλ «Δημιουργία» (εκδ. Random House, 1981/ ελληνική έκδοση: ΕΞΑΝΤΑΣ, 1994) είναι μάλλον ό,τι ωραιότερο έχει γράψει δυτικός συγγραφέας για την αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών.  

Περσικά γλωσσικά δάνεια στην ελληνική γλώσσα: Η έντονη και μακροχρόνια σχέση πολιτισμικής (και όχι μόνο) διάδρασης μεταξύ Ελλήνων και Περσών είχε ως αναπόφευκτη συνέπεια και ορισμένα γλωσσικά δάνεια. Αφήνουμε επί του παρόντος το ζήτημα των αδιαμφισβήτητων δανείων της αρχαίας ελληνικής στην αρχαία περσική (θαρρώ πως οι γλωσσολόγοι μιλούν για «παλαιοπερσική γλώσσα», αλλά για λόγους απλότητας ας κρατήσουμε το «αρχαία») για να δούμε βιαστικά ορισμένα από τα γλωσσικά δάνεια της δεύτερης στην πρώτη. Μια κλασσική περίπτωση είναι ο περίφημος «παρασάγγης«, δηλ. το αρχαίο περσικό μέτρο μήκους (ίσο με 30 στάδια, δηλ. περίπου 5.200 μέτρα), που επιβιώνει ακόμη και σήμερα σε εκφράσεις της νέας ελληνικής, όπως το «απέχει παρασάγγες (ή παρασάγγας, επί το αρχαιοπρεπέστερο)», όταν θέλουμε να δείξουμε τη μεγάλη απόσταση ή διαφορά που χωρίζει απόψεις (κυρίως) ή αντικείμενα. 

«καὶ ἐξελαύνει διὰ τῆς Λυδίας σταθμοὺς τρεῖς παρασάγγας εἴκοσι καὶ δύο ἐπὶ τὸν Μαίανδρον ποταμόν» (Ξενοφώντος «Κύρου Ανάβασις«, βιβλίο Α΄, 1.2.5). 

Ακόμη πιο χαρακτηριστική και με ευρεία διάδοση είναι η λέξη «παράδεισος» που προέρχεται από το περσικό «pairi daêza». Σήμερα η λέξη έχει κυρίως τη σημασία του «[νοητού ουράνιου χώρου] στον οποίο, κατά τη χριστιανική παράδοση, εγκαθίστανται ο ψυχές των δικαίων μετά θάνατον… [και της κατάστασης] της ουράνιας ευτυχίας και μακαριότητας των δικαίων, οι οποίοι μετά τη μέλλουσα κρίση θα κληρονομήσουν τη βασιλεία του Θεού… [γενικότερα δε σημαίνει τον τόπο της] μεταθανάτιας ευδαιμονίας σύμφωνα με [διάφορες θρησκείες]» (ΛΝΕΓ). Η σημασιολογική κατεύθυνση αυτή πρέπει να δόθηκε με τη μετάφραση των Εβδομήκοντα, όταν αποδόθηκε ως «παράδεισος» ο κήπος της Εδέμ στον οποίο εγκατέστησε τους Πρωτόπλαστους ο Θεός. Για τους Πέρσες, όμως, η λέξη σήμαινε τον περίκλειστο χώρο που αποτελούσε βασιλικό (ή σατραπικό ως προς τη χρήση) πάρκο, με κήπους, καλλιέργειες δέντρων και άλλων φυτών και εκτάσεις εκτροφής άγριων ζώων, τα οποία μπορούσε να κυνηγήσει ο Μεγάλος Βασιλέας και οι αυλικοί του. 

«εἰς Κελαινάς, τῆς Φρυγίας πόλιν οἰκουμένην, μεγάλην καὶ εὐδαίμονα. ἐνταῦθα Κύρῳ βασίλεια ἦν καὶ παράδεισος μέγας ἀγρίων θηρίων πλήρης, ἃ ἐκεῖνος ἐθήρευεν ἀπὸ ἵππου, ὁπότε γυμνάσαι βούλοιτο ἑαυτόν τε καὶ τοὺς ἵππους. διὰ μέσου δὲ τοῦ παραδείσου ῥεῖ ὁ Μαίανδρος ποταμός·» (Ξενοφώντος «Κύρου Ανάβασις«, βιβλίο Α΄, 1.2.7).     

Μια ωραία ιστορία σχετική με περσικό παράδεισο μας διηγείται μια επιγραφική μαρτυρία που σώθηκε ως τις μέρες μας. Πρόκειται για την πολύ γνωστή Επιστολή του Δαρείου Α΄προς τον Γαδάτα. Ο Γαδάτας (του οποίου το όνομα στα περσικά θα πρέπει να ήταν κάτι σαν «Bagadata») είναι ένας Πέρσης αξιωματούχος (κατά πάσα πιθανότητα όχι σατράπης), του οποίου η περιοχή δικαιοδοσίας περιλαμβάνει εδάφη στη Μικρά Ασία, μεταξύ των οποίων και η πόλη της Μαγνησίας του Μαιάνδρου. Είναι υπεύθυνος και για τον βασιλικό παράδεισο που βρίσκεται έξω από την πόλη και συνορεύει με τις εκτάσεις του τοπικού ιερού του Απόλλωνα. Με την επιστολή του, ο Μεγάλος Βασιλιάς αφενός μεν συγχαίρει τον Γαδάτα για το ότι κατάφερε να καλλιεργήσει στον παράδεισο φυτά από την περιοχή του Ευφράτη, αφετέρου δε τον επιπλήττει διότι δεν σεβάστηκε τη φορολογική ατέλεια της οποίας απολαύει ο ναός του Απόλλωνα.

Περσικά σημασιολογικά δάνεια: Σύμφωνα με τα λεξικά, ο «δορυφόρος» είναι: «1. ΑΣΤΡΟΝ. το ουράνιο σώμα που περιστρέφεται γύρω από πλανήτη… 2. η συσκευή που εκτοξεύεται… στο Διάστημα και κινείται γύρω από την επιφάνεια της Γης… 3. (στην αρχαιότητα) ο οπλισμένος με δόρυ φρουρός σημαντικού προσώπου ΣΥΝ. ακόλουθος, σωματοφύλακας, υπασπιστής 4. (μτφ.) πρόσωπο ή κράτος που εξαρτάται πολιτικώς από άλλο ισχυρότερο…» (ΛΝΕΓ). Γιατί επιλέξαμε στα ελληνικά μια λέξη που αρχικά σήμαινε τον οπλισμένο με δόρυ στρατιώτη για να αποδώσουμε το γαλλικό και αγγλικό «satellite», δηλαδή το ουράνιο σώμα ή τη συσκευή που ακολουθεί σε σταθερή απόσταση την κίνηση πλανήτη και μεταφορικά το πρόσωπο ή το κράτος που εξαρτάται από ισχυρότερο του οποίου ακολουθεί τις επιλογές; Ποιός μπορεί να ήταν ο σωματοφύλακας που ακολουθούσε σε σταθερή απόσταση τον άρχοντά του; Την απάντηση μας τη δίνουν οι παραδόσεις της αυλής των Αχαιμενιδών. Ο Μεγάλος Βασιλεύς δεν φέρει όπλα (τουλάχιστον όσο βρίσκεται στα ανάκτορα ή συμμετέχει σε τελετές), εκτός ίσως από το κοντό ξίφος του, τον ακινάκη. Τα όπλα του τα φέρουν οι πλέον έμπιστοι φίλοι του βασιλέως, ευγενείς που επιλέγονται μεταξύ των «αρίστων των Περσών» και οι οποίοι ακολουθούν τον ηγεμόνα σε σταθερή απόσταση. Σημαντικότερος από αυτούς είναι ο «δορυφόρος», ο οποίος φυσικά βρίσκεται πιο κοντά από κάθε άλλον στον βασιλιά του. Ξέρουμε για παράδειγμα ότι ο Δαρείος Α΄, πριν γίνει βασιλιάς, υπήρξε στην αρχή της σταδιοδρομίας του «φαρετροφόρος» του Κύρου κι έπειτα «δορυφόρος» του Καμβύση: «ἰδὼν δὲ αὐτὸν Δαρεῖος, δορυφόρος τε ἐὼν Καμβύσεω καὶ λόγου οὐδενός κω μεγάλου, ἐπεθύμησε τῆς χλανίδος καὶ αὐτὴν προσελθὼν ὠνέετο» (Ηρόδοτος, βιβλίο Γ΄, «Θάλεια», 3, 139, 2).

Μια περσική επιλογή που επιβίωσε: οι Πέρσες ονόμαζαν όλους τους Έλληνες αδιακρίτως «Yauna», δηλαδή Ίωνες. Η επιλογή τους ήταν καθ’ όλα λογική: οι περισσότεροι Έλληνες υπήκοοι του Μεγάλου Βασιλέως ήταν Ίωνες. Κι άλλωστε οι Ίωνες ήταν, μεταξύ των Ελλήνων, αυτοί που προκαλούσαν τις χειρότερες σκοτούρες στους Αχαιμενίδες (από την άποψη αυτή οι Αιολείς και οι Δωριείς της Καρίας υπήρξαν κατά κανόνα πιστοί υπήκοοι της αυτοκρατορίας). Η περσική ονομασία των Ελλήνων διαδόθηκε  σε όλους τους λαούς που υπήρξαν υποτελείς των Περσών ή είχαν επαφές μ’ αυτούς, αλλά και αργότερα σε πολλούς λαούς που επηρεάστηκαν από τον περσικό πολιτισμό: έτσι από το σανσκριτικό «Yavana» και τις λέξεις στα pali ινδικά «Yona» και «Yonaka», φτάσαμε στα γνωστά μας τουρκικά «Yunan/ Yunanlar» (ο όρος «Yunan» χρησιμοποιείται από πολλές σύχρονες ασιατικές γλώσσες, εκτός των τουρκικών και των λοιπών τουρκικών γλωσσών: περσικά, αραβικά, χίντι κ.λπ.). Ειδικά για τους Τούρκους, η εξήγηση για την επιλογή αυτής της ονομασίας των Ελλήνων είναι απλή: πρόκειται καθαρά για περσική επιρροή. Όταν οι Τούρκοι φτάνουν στη Μικρά Ασία και στον χώρο του Αιγαίου, κατά τον 11ο αι., η ονομασία «Ίωνες» έχει παύσει να χρησιμοποιείται ως εθνικός ή φυλετικός προσδιορισμός. Ο όρος έχει υιοθετηθεί προγενέστερα ως δάνειο. Στη μακρά πορεία από την κοιτίδα τους, τη λεγόμενη στέππα του Ορχόν (παραπόταμος του Σελενγκά, στη σημερινή Μογγολία, στις όχθες του οποίου βρέθηκαν οι πρώτες  επιγραφικές μαρτυρίες στην τουρκική γλώσσα), προς τη Μέση Ανατολή και τη Μεσόγειο ήρθαν καταρχάς σε επαφή με τον περσικό πολιτισμό. Η περσική επιρροή καταδεικνύεται και από τον μεγάλο αριθμό περσικών λέξεων που δανείσθηκε η τουρκική.

Η περσική αποτέλεσε για τους Τούρκους την κατεξοχή γλώσσα του πολιτισμού και της μόρφωσης. Και, βέβαια, ήταν για αιώνες η κύρια γλώσσα της οθωμανικής αυλής. Φαντάζομαι ότι κάπως έτσι εξηγείται και η έκφρασή μας «τα μιλάει φαρσί«, όποτε θέλουμε να δείξουμε ότι κάποιος μιλά άπταιστα μια ξένη γλώσσα. Farsi (ή Parsi) είναι η περσική γλώσσα (Fars ή Pars η Περσία). Η σύγχρονη ελληνική έκφραση είναι τουρκικό κατάλοιπο και παραπέμπει στην εποχή που για ένα Τούρκο (τουλάχιστον για τον μορφωμένο και ανώτερης κοινωνικής τάξης Τούρκο) η άριστη γνώση της περσικής ήταν κάτι το αναγκαίο και φυσικό. Βεβαίως, οι περσικές επιρροές στην ελληνική με ενδιάμεσο την τουρκική επίδραση δεν σταματούν στην έκφραση αυτή: η νέα ελληνική δανείστηκε μέσω της τουρκικής κάμποσες λέξεις με περσικό απώτερο έτυμο (για αυτές, όμως, ας μιλήσουν οι γνώστες του αντικειμένου). Έστω και μ’ αυτόν τον τρόπο, οι ελληνοπερσικές ανταλλαγές αποδεικνύονται πιο διαχρονικές απ’ ό,τι νομίζαμε.           

 


Αρέσει σε %d bloggers: