Posts Tagged ‘Ιταλία’

Si me quieres escribir – 80 χρόνια από την έναρξη του Ισπανικού Εμφυλίου – μέρος 2: οι εξηγήσεις

Δεκέμβριος 24, 2016
Αναρχικοί και αστυνομικοί στους δρόμους της Βαρκελώνης, κρατώντας πίνακα με αλληγορική απεικόνιση της Β΄ Δημοκρατίας/ φωτογραφία του Agustí Centelles i Ossó

Αναρχικοί και αστυνομικοί στους δρόμους της Βαρκελώνης, κρατώντας πίνακα με αλληγορική απεικόνιση της Β΄ Δημοκρατίας/ φωτογραφία του Agustí Centelles i Ossó

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

ΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΕΚΡΙΝΑΝ ΤΗΝ ΕΚΒΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ποιοι ήταν, όμως, οι παράγοντες που καθόρισαν, κατά το μάλλον ή ήττον, την έκβαση του Ισπανικού Εμφυλίου; Μπορούμε να ξεχωρίσουμε τέσσερις: την εγγενή στρατιωτική υπεροχή των δυνάμεων του Φράνκο (Α), τη σημασία της ξένης στρατιωτικής βοήθειας (Β), τον βαθμό ομοιογένειας που χαρακτήριζε τους δύο αντιπάλους (Γ) και τη στάση που τήρησαν οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες (Δ).

Α.   Η ΕΓΓΕΝΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΙΣΤΩΝ

Όταν ξεσπά ο εμφύλιος, ο ισπανικός στρατός αριθμεί περί τους 250 χιλιάδες άνδρες, οι οποίοι μοιράζονται σχεδόν εξίσου στις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις. Σε τι συνίσταται η υπεροχή των δυνάμεων του Φράνκο:

α.   Ο Εθνικός Στρατός: Επαγγελματισμός και πολεμική πείρα

Η στρατιωτική υπεροχή της οποίας χαίρει ευθύς εξαρχής ο Φράνκο οφείλεται σε δύο στοιχεία:

– Την επαγγελματική στελέχωση των δυνάμεών του: τα 4/5 των ανώτερων και κατώτερων αξιωματικών (καθώς και των υπαξιωματικών) συντάσσονται με τους στασιαστές. Οι Δημοκρατικοί δεν διαθέτουν σχεδόν καθόλου στελέχη που θα μπορούσαν να οργανώσουν και να καθοδηγήσουν τον στρατό τους. Η κατάσταση που επικρατεί στο ναυτικό είναι εξίσου ενδεικτική: τα πληρώματα παραμένουν, σε συντριπτικό ποσοστό, πιστά στη Δημοκρατία, αλλά το 90 % των αξιωματικών προσχωρεί στο στρατόπεδο των πραξικοπηματιών. Η συνέπεια είναι η εξής: ενώ η Δημοκρατία ελέγχει τα δύο τρίτα του πολεμικού στόλου, μόλις που μπορεί να χρησιμοποιήσει τα μισά από τα διαθέσιμα πλοία, μια και της λείπουν οι αξιωματικοί.

Μαροκινοί Ρεγουλάρες

Μαροκινοί Ρεγουλάρες

– Τον έλεγχο των πιο αξιόμαχων μονάδων του ισπανικού στρατού: οι εθνικιστές ελέγχουν από την έναρξη του εμφυλίου τα δύο πιο αξιόμαχα σώματα του ισπανικού στρατού, αυτά δηλαδή που αποτελούν τη Στρατιά της Αφρικής: την Ισπανική Λεγεώνα των Ξένων (Legión Española/ Tercio de Extranjeros) και τις μονάδες τακτικού στρατού που επανδρώνουν Μαροκινοί ιθαγενείς (Ταμπόρες δε Ρεγουλάρες). Πρόκειται για δύο σώματα απολύτως πειθαρχημένα, εμπειροπόλεμα, ποτισμένα από τις ωμές μεθόδους του αποικιακού πολέμου (τις οποίες και θα μεταφέρουν στη μητροπολιτική Ισπανία) και με νοοτροπία θρησκευτικής σχεδόν λατρείας της βίας (η κραυγή της Λεγεώνας είναι «Ζήτω ο Θάνατος»).

Οι πολιτοφυλακές των φιλομοναρχικών Καρλιστών (Ρεκετέ) και της φασιστικής Ισπανικής Φάλαγγας προσδίδουν στον Εθνικό Στρατό τη δύναμη των αριθμών και διακρίνονται για τον φανατισμό τους (που εκδηλώνεται κυρίως μέσω ενός αμείλικτου αντικομμουνισμού).

Ιερέας ευλογεί Καρλιστές Ρεκετέ

Ιερέας ευλογεί Καρλιστές Ρεκετέ

Τέλος, μολονότι η εθελοντική στρατιωτική συμμετοχή έχει συνδεθεί κυρίως με το στρατόπεδο των Δημοκρατικών, δεν πρέπει να παραβλέπεται το ότι και οι εθνικιστές είχαν τους δικούς τους αλλοδαπούς εθελοντές μαχητές: περίπου 4 χιλιάδες Πορτογάλοι υποστηρικτές του καθεστώτος Σαλαζάρ, 800 Ιρλανδοί υπό τις οδηγίες του ακροδεξιού εθνικιστή στρατηγού Γιούιν Ο’Ντάφυ, 300 έως 400 Γάλλοι ακροδεξιοί κι αντίστοιχος αριθμός Βρετανών (συνολικά, περίπου 15 χιλιάδες άνδρες).

β.   Το στρατόπεδο των Δημοκρατικών: αυτοσχεδιασμοί πάνω στο ίδιο θέμα

i) Στο ξεκίνημα του εμφυλίου οι μόνες πραγματικά αξιόμαχες δυνάμεις των Δημοκρατικών είναι, παραδόξως, τα σώματα ασφαλείας.

– Το Σώμα Ασφάλειας και Εφόδου ή Αστυνομία Εφόδου (Cuerpo de Seguridad y Asalto/ Guardia de Asalto) συγκροτείται το 1932 από τις δημοκρατικές κυβερνήσεις. Οι άνδρες του στρατολογούνται κυρίως μεταξύ των υποστηρικτών των δημοκρατικών κομμάτων. Τα τρία τέταρτα του σώματος παραμένουν πιστά στη νόμιμη κυβέρνηση.

Άνδρες της Αστυνομίας Εφόδου

Άνδρες της Αστυνομίας Εφόδου

– Η Χωροφυλακή (Guardia Civil) είναι οργανωμένη με αμιγώς στρατιωτικά πρότυπα και φημίζεται για τις βίαιες μεθόδους καταστολής τις οποίες μετέρχεται. Περίπου το 60 % των ανδρών της υπηρετούν τη Δημοκρατία. Κατά τους πρώτους μήνες του πολέμου είναι ίσως η μόνη πραγματικά στρατιωτική δύναμη των Δημοκρατικών, κάτι που αποδεικνύει και η συμβολή της στην κατάπνιξη των υποστηρικτών του πραξικοπήματος στη Βαρκελώνη.

Ισπανική Χωροφυλακή

Ισπανική Χωροφυλακή

– Το ίδιο ισχύει και για τους Καραμπινιέρους, οι οποίοι ως τότε ήταν επιφορτισμένοι κυρίως με καθήκοντα φύλαξης τελωνείων και συνόρων.

Στα οδοφράγματα της Μαδρίτης/ φθινόπωρο 1936

Στα οδοφράγματα της Μαδρίτης/ φθινόπωρο 1936

ii) Πολιτοφυλακές. Από ποσοτική άποψη, η κύρια δύναμη των Δημοκρατικών συνίσταται στις πολιτοφυλακές που οργανώνουν κόμματα και συνδικάτα (σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αναρχικοί). Οι πολιτοφυλακές διακρίνονται, ίσως, στον αφοπλισμό αμυνόμενων υποστηρικτών των στασιαστών και στις βιαιοπραγίες κατά των κατά τεκμήριο αντιπάλων της Δημοκρατίας, αλλά η στρατιωτική χρησιμότητά τους είναι περιορισμένη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η φάλαγγα αναρχικών του Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι. Διακρίνεται από σεκταρισμό, αδυναμία συνεννόησης με τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές και πνεύμα ανυπακοής. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις και οι στόχοι τους αποτελούν αντικείμενο συζήτησης σε επιτροπές και συνελεύσεις. Στο πεδίο της μάχης οι επιδόσεις είναι πενιχρές. Το γεγονός δεν είναι τυχαίο αν λάβουμε υπόψη τα ελαστικά κριτήρια στρατολόγησης στις ομάδες των αναρχικών και ελευθεριακών κομμουνιστών. Το αποτέλεσμα είναι να διεισδύουν στις τάξεις τους άτομα μη ικανά για στρατιωτικές επιχειρήσεις, τυχωδιώκτες που θα επιχειρήσουν να αποκομίσουν οικονομικά κέρδη από τη συμμετοχή τους στις επαναστατικές επιτροπές και πράκτορες των εθνικιστών. Τα ποσοστά λιποταξίας και προσχώρησης στον εχθρό είναι υψηλά μεταξύ των πολιτοφυλακών.

Αναρχική μέλος πολιτοφυλακής

Αναρχική μέλος πολιτοφυλακής

Η μόνη πολιτοφυλακή με στρατιωτική οργάνωση και πειθαρχία είναι, αναμενόμενα, το 5ο  Σύνταγμα, η πολιτοφυλακή των κομμουνιστών. Από αυτό και θα αναδειχθούν μερικοί από τους σημαντικότερους στρατιωτικούς διοικητές του πολέμου, όπως, πρωτίστως, ο Ενρίκε Λίστερ, ο Χουάν Γκιγιότο Λεόν ή Μοδέστο και ο, πλέον αμφιλεγόμενος, Βαλεντίν Γονθάλεθ ή Καμπεσίνο.

iii) Διεθνείς Ταξιαρχίες: Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες συγκροτούνται το φθινόπωρο του 1936 με πρωτοβουλία της Κομμιντέρν (Κομμουνιστικής Διεθνούς). Πρωταρχικό ρόλο στη στρατολόγηση και εκπαίδευση των εθελοντών έχει το γαλλικό ΚΚ. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι εθελοντές ήταν κομμουνιστές: υπήρχαν σοσιαλιστές, αναρχικοί, Ρώσοι που είχαν πολεμήσει στον Ρωσικό Εμφύλιο με την πλευρά των ηττηθέντων κι επιθυμούσαν να εξιλεωθούν, Εβραίοι οργανωμένοι στην Μπουντ, ελευθεροτέκτονες κ.ο.κ. Στις ΔΤ υπηρέτησαν συνολικά 35 χιλιάδες άνδρες από 50 τουλάχιστον χώρες, ευρωπαϊκές και μη. Οι Γάλλοι αποτελούσαν σχεδόν το 30 % των εθελοντών, ενώ σημαντικοί ήταν οι αριθμοί των Ιταλών, των Πολωνών, των Γερμανών (Τάγμα Τέλμανν), των Αμερικανών και των Βρετανών. Μεγάλος ήταν ο αριθμός των εθελοντών εβραϊκής καταγωγής (π.χ. περίπου οι μισοί Πολωνοί ήταν ισραηλίτες στο θρήσκευμα). Στις τάξεις των ΔΤ πολέμησαν και περίπου 300 με 400 μαχητές ελληνικής καταγωγής (160 με ελληνική ιθαγένεια, στην πλειονότητά τους κομμουνιστές και ναυτεργάτες, 65 Ελληνοκύπριοι, οι υπόλοιποι ομογενείς από την Αμερική ή τις χώρες της Ευρώπης). Οι γνωστότεροι στρατιωτικοί διοικητές των ΔΤ ήταν ο Πολωνός Κάρολ Βάτσουαφ Σφιερτσέφσκι ή «Βάλτερ», αξιωματικός του σοβιετικού στρατού, και ο Αυστριακός Μάνφρεντ Στερν ή «Κλέμπερ», αξιωματικός της υπηρεσίας πληροφοριών του Κόκκινου Στρατού. Οι ΔΤ διαλύθηκαν τον Οκτώβριο του 1938 με πρωτοβουλία της κυβέρνησης Νεγρίν ως δείγμα καλής θέλησης προς τις δυτικές δημοκρατίες (Γάλλοι και Βρετανοί το είχαν ζητήσει ήδη από το 1937).

Διεθνείς Ταξιαρχίες, Τάγμα Τέλμαν/ φωτογραφία του David "Chim" Seymour/ πρακτορείο Magnum

Διεθνείς Ταξιαρχίες, Τάγμα Τέλμαν/ φωτογραφία του David «Chim» Seymour/ πρακτορείο Magnum

Η στρατιωτική συμβολή των ΔΤ ήταν ιδιαιτέρως σημαντική, ειδικά κατά το πρώτο διάστημα του πολέμου, όταν δεν είχε ακόμη οργανωθεί τακτικός στρατός των Δημοκρατικών. Αποτέλεσαν τη δύναμη κρούσης ειδικά στις μάχες για την υπεράσπιση της Μαδρίτης, αλλά κι αργότερα. Περίπου 10 χιλιάδες μαχητές των ΔΤ έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η συμβολική αξία των ΔΤ ίσως και να ξεπερνά τη στρατιωτική. Ενσάρκωναν την ιδέα ενός οικουμενικού λαϊκού μετώπου. Το ιδανικό τους απαθανατίστηκε στα μεγάλα λογοτεχνικά έργα με θέμα τον Ισπανικό Εμφύλιο, εκείνα του Μαλρώ και του Χέμινγουέυ.

iv) Λαϊκός Στρατός: Στα μέσα Οκτωβρίου 1936, η κυβέρνηση Λάργο Καμπαγέρο αποφασίζει το λογικό και αυτονόητο, δηλαδή τη συγκρότηση ενός τακτικού «Λαϊκού Στρατού», ο οποίος ενσωματώνει πολιτοφυλακές και ΔΤ υπάγοντάς τες στον Στρατιωτικό Ποινικό και Πειθαρχικό Κώδικα. Το κύριο πρόβλημα του Λαϊκού Στρατού είναι η εκπαίδευση και κατάρτιση στελεχών. Ο χρόνος δουλεύσει σε βάρος των Δημοκρατικών, οπότε το πρόβλημα αντιμετωπίζεται με ημίμετρα και αυτοσχέδιες λύσεις: ταχύρρυθμη εκπαίδευση (8 εβδομάδες για τους κατώτερους αξιωματικούς), προγράμματα κατάρτισης στην ΕΣΣΔ κ.λπ. Παρά τις δυσκολίες και την εξαρχής μειονεκτική θέση της, η Δημοκρατία κατορθώνει να συγκροτήσει αξιόμαχο στράτευμα, ιδίως κατά την περίοδο διακυβέρνησης Νεγρίν. Ποτέ δεν θα κατορθώσει, όμως, να υπερβεί τα προβλήματα εξοπλισμού και ανεφοδιασμού της. Ως προς το ζήτημα αυτό, ο ρόλος του ξένου παράγοντα αποδεικνύεται καθοριστικός.

5ο Σύνταγμα, η βάση του Λαϊκού Σρατού

5ο Σύνταγμα, η βάση του Λαϊκού Σρατού

Β.   Η ΞΕΝΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ

Η ξένη στρατιωτική βοήθεια υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξη του Ισπανικού Εμφυλίου. Χωρίς την ενίσχυση της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας, οι πραξικοπηματίες θα αναγκάζονταν γρήγορα να διαπραγματευθούν με τη νόμιμη κυβέρνηση. Χωρίς την ενίσχυση της ΕΣΣΔ, η Μαδρίτη θα έπεφτε και μαζί της η Β΄ Ισπανική Δημοκρατία. Η ξένη ενίσχυση ήταν, εν πολλοίς, ο παράγοντας που μετέτρεψε τη σύγκρουση σε πραγματικό πόλεμο.

α.   Δυνάμεις του Άξονα εναντίον ΕΣΣΔ: Στις 25 Ιουλίου 1936, ο Χίτλερ ικανοποιεί σχεδόν αμέσως το αίτημα του Φράνκο για την παροχή στρατιωτικής βοήθειας. Γνωρίζει ότι η εγκαθίδρυση ενός φασιστικού καθεστώτος στα δυτικά των Πυρηναίων απομονώνει τη Γαλλία κι εξυπηρετεί ιδανικά τα σχέδιά του. Δευτερευόντως, υπάρχει μια σειρά από πρόσθετα οφέλη: προνομιακή εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Ισπανίας και δη των πρώτων υλών της, ευκαιρία να δοκιμαστούν όπλα και στρατεύματα σε συνθήκες πραγματικού πολέμου. Άρματα μάχης, αεροπλάνα και βαρέα όπλα τελειοποιούνται χάρη στα διδάγματα του Ισπανικού Εμφυλίου. Νέες τακτικές δοκιμάζονται: μαζικοί βομβαρδισμοί, σχηματισμοί καταδιωκτικών, χρήση αντιαεροπορικών όπλων κατά των αρμάτων μάχης, βελτιστοποίηση της συνεργασίας μεταξύ αεροπορίας και χερσαίων δυνάμεων. Η Γερμανία θα βοηθήσει, αλλά θα αποκομίσει και πολλά οφέλη από τη συμμετοχή της στον πόλεμο.

Γερμανικό περιοδικό με εξώφυλλο αφιερωμένο στη Λεγεώνα Κόνδωρ

Γερμανικό περιοδικό με εξώφυλλο αφιερωμένο στη Λεγεώνα Κόνδωρ

Ο Μουσσολίνι έχει συμφωνήσει να βοηθήσει τους στασιαστές πριν από την εκδήλωση του πραξικοπήματος. Είναι, πάντως, επιφυλακτικός. Αναμένει τη γαλλική στάση. Όταν πεισθεί ότι οι Γάλλοι δεν θα βοηθήσουν τους Δημοκρατικούς στέλνει το ιταλικό εκστρατευτικό σώμα.

Ο Στάλιν είναι πολύ πιο διστακτικός. Η ΕΣΣΔ αρχικά υπογράφει το Σύμφωνο Μη Επιθέσεως. Αποφασίζει να βοηθήσει όταν πλέον έχουν ήδη επέμβει Γερμανοί και Ιταλοί. Οι λόγοι του είναι ιδεολογικοί και πολιτικοί: δεν μπορεί να αφήσει εντελώς αβοήθητο το ισπανικό προλεταριάτο και δεν μπορεί να επιτρέψει στον Χίτλερ να καταγάγει μια νίκη στη Μεσόγειο.

β.   Η ποιότητα του οπλισμού: Αν πιστέψουμε τα στερεότυπα, τα γερμανικά όπλα ήταν από ποιοτική άποψη τα καλύτερα, τα αντίστοιχα σοβιετικά μέτρια, η ιταλική βοήθεια ελάχιστα σημαντική. Η αλήθεια είναι διαφορετική.

ΤΘ Φίατ Ανσάλντο

ΤΘ Φίατ Ανσάλντο

i) Τεθωρακισμένα: Σε ό,τι αφορά τα άρματα μάχης, τα μικροσκοπικά ιταλικά Φίατ-Ανσάλντο L3/35 προκαλούν στην εποχή μας το γέλιο. Πραγματικά σαρδελοκούτια, χωρίς πυργίσκο, με ελάχιστη θωράκιση και με οπλισμό δύο πολυβόλα των 8 χιλιοστών, δεν μπορούν να συναγωνιστούν στο ελάχιστο τους αντιπάλους τους. Τα γερμανικά Πάντσερ Ι, λίγο μεγαλύτερα από τα ιταλικά άρματα τσέπης, έχουν πυργίσκο, αλλά η θωράκισή τους είναι επίσης πλημμελής. Το μοναδικό ουσιαστικό πλεονέκτημά τους έγκειται στο ότι είναι τα μόνα που διαθέτουν ασύρματο.

Πάντσερ Ι

Πάντσερ Ι

Τα σοβετικά Τ-26, σχεδιασμένα με βάση βρετανικά πρότυπα, αποτελούν εξαιρετικά ελαφρά τεθωρακισμένα που διαθέτουν όχι απλώς πολυβόλο, αλλά και κανόνι των 45 χιλιοστών. Τα πιο εξελιγμένα ΒΤ-5, που τα διαδέχθηκαν, έχουν καλύτερη θωράκιση, μπορούν να αναπτύξουν υψηλή ταχύτητα και παρουσιάζουν μεγάλη αυτονομία στα καύσιμα. Το μειονέκτημά τους είναι ότι έχουν σχεδιασθεί για επιχειρήσεις σε βάθος επί πεδινού εδάφους. Δεν είναι, επομένως, τα καταλληλότερα για το ημιορεινό, ανώμαλο έδαφος των ισπανικών πεδίων μάχης.

Τ-26

Τ-26

ii) Πολεμική αεροπορία: Τα σοβιετικά καταδιωκτικά Πολικάρποφ Ι-15 και Ι-16 (που οι Δημοκρατικοί ονόμαζαν χαϊδευτικά «μύγες», ενώ οι εθνικιστές με περιφρόνηση «αρουραίους») ήταν προϊόντα πρωτοποριακού σχεδιασμού και πραγματικοί κυρίαρχοι των αιθέρων, κατά πολύ ανώτερα των Χάινκελ 51 και των Φίατ Κίρρι. Τα βομβαρδιστικά Τουπόλεφ SB δεν υστερούσαν σε τίποτε έναντι των Γιούνκερς 52 και των Σαβόια Μαρκέτι. Εντούτοις, οι εθνικιστές επικράτησαν τελικά και στη μάχη για τον έλεγχο του εναέριου χώρου. Ακούγεται κοινότοπο, αλλά οι μηχανές δεν πολεμούν μόνες τους.

Η ανάπαυση του πληρώματος ενός Πολικάρποφ/ φωτογραφία του David "Chim" Seymour

Η ανάπαυση του πληρώματος ενός Πολικάρποφ/ φωτογραφία του David «Chim» Seymour

γ.   Η χρήση του έμψυχου και άψυχου δυναμικού: Το «εθνικό» στρατόπεδο χρησιμοποιεί τα όπλα του με τρόπο πολύ αποτελεσματικότερο. Αντιθέτως προς τους Σοβιετικούς, οι δυνάμεις του Άξονα στέλνουν στην Ισπανία δύο ομοιογενή σώματα ενόπλων δυνάμεων. Η γερμανική Λεγεών Κόνδωρ επανδρώνεται κυριολεκτικά από την αφρόκρεμα της Λουφτβάφφε. Πειθαρχία, συνοχή, τακτική και στρατηγική τόλμη, σε συνδυασμό με την καλύτερη συνεργασία μεταξύ εδάφους και αέρος δίνουν στους εθνικιστές σαφές πλεονέκτημα στη μάχη των αιθέρων, την ώρα που οι Δημοκρατικοί δεν διαθέτουν ούτε επαρκή αριθμό καλά εκπαιδευμένων πιλότων ούτε αντιαεροπορική άμυνα. Το ιταλικό Εθελοντικό Εκστρατευτικό Σώμα αποτελεί ένα πλήρες στράτευμα με απόλυτη συνοχή (4 επίλεκτες ιταλικές μεραρχίες, δύο μεικτές ιταλοϊσπανικές, συν ένα σώμα ΤΘ) και μεγάλη αριθμητική δύναμη (συνολικά 50 έως 75 χιλιάδες Ιταλοί πολέμησαν στην Ισπανία). Η συμβολή του στη νίκη των εθνικιστών είναι αναμφίβολα καθοριστική. Τέλος, Ιταλοί και, κυρίως, Γερμανοί βοηθούν με αποτελεσματικό τρόπο στην εκπαίδευση και κατάρτιση του στρατού του Φράνκο.

Σαβόια Μαρκέττι 81, συνοδευόμενο από Φίατ Κίρρι

Σαβόια Μαρκέττι 81, συνοδευόμενο από Φίατ Κίρρι

Οι Σοβιετικοί δεν στέλνουν κάποιο ομοιογενές στρατιωτικό σώμα, αλλά συμβούλους, πιλότους και αρματιστές. Τα εξαιρετικά τεθωρακισμένα τους δεν θα χρησιμοποιηθούν ποτέ με ικανοποιητικό τρόπο από τους Ισπανούς. Το ίδιο ισχύει και για την αεροπορία, όπου παρατηρούνται και σοβαρά προβλήματα συνεργασίας με τις δυνάμεις εδάφους. Εν γένει, τα προβλήματα συνεννόησης μεταξύ Ισπανών και Σοβιετικών είναι αρκετά, συχνά δε οφείλονται σε λόγους που εκπλήσσουν (την εποχή εκείνη δεν υπάρχει καν ρωσοϊσπανικό λεξικό). Η αποτελεσματικότητα των σοβιετικών δυνάμεων πλήτετται και από την πολιτική του Στάλιν, ο οποίος εναλλάσσει διαρκώς το έμψυχο δυναμικό. Τρεις χιλιάδες Σοβιετικοί πολέμησαν στην Ισπανία, αλλά ποτέ ο συνολικός αριθμός όσων υπηρετούσαν δεν ξεπέρασε τους 800 [1]. Κανείς δεν υπηρετούσε περισσότερο από μερικούς μήνες. Ο Στάλιν είχε τις φοβίες του [2]. Βρισκόμαστε, άλλωστε, στην εποχή που ξεκινούν οι μαζικές εκκαθαρίσεις στον Κόκκινο Στρατό. Πάντως, ας μην ξεχνούμε τις αντικειμενικές δυσκολίες για τις οποίες η ΕΣΣΔ δεν είχε ευθύνη: οι γραμμές ανεφοδιασμού ήταν ατελείωτες, κάθε αποστολή, χερσαία ή θαλάσσια, αντιμετώπιζε αμέτρητους κινδύνους λόγω του ναυτικού αποκλεισμού και των κλειστών συνόρων. Την ίδια ώρα, Γερμανοί κι Ιταλοί ανεφοδιάζονταν ανενόχλητοι και τα αεροπλάνα και τα τεθωρακισμένα τους συντηρούνταν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Τέλος, η αριθμητική υπεροχή ανήκει σαφώς στο στρατόπεδο του Άξονα: 55 ως 90 χιλιάδες άνδρες έναντι 3 χιλιάδων, 1350 αεροσκάφη έναντι 650, πάνω από χίλια ΤΘ προς 320 κ.ο.κ.


[1] Μεταξύ των Σοβιετικών στρατιωτικών που υπηρέτησαν στην Ισπανία συναντούμε αρκετούς από τους πρωταγωνιστές του Ανατολικού Μετώπου: τους μετέπειτα στρατάρχες Κιρίλλ Αφανάσιεβιτς Μερετσκόφ (έναν από τους σωτήρες του Λενινγκράντ), Νικολάι Νικολάγεβιτς Βόρονοφ (ΠΒ) και Ροντιόν Μιχάιλοβιτς Μαλινόφσκι ή τον ήρωα του Σταλινγκράντ Αλεξάντρ Ιλίτς Ροντίμτσεφ, χωρίς να ξεχνούμε τον Ντμίτρι Γκριγκόριεβιτς Πάβλοφ που εκτελέστηκε το 1941 μετά την ταπεινωτική συντριβή στη Λευκορωσία.

[2] Ενδεικτικό των αστοχιών των Σοβιετικών είναι και το ότι από τις εμπειρίες τους στον Ισπανικό Εμφύλιο συνήγαγαν εσφαλμένα συμπεράσματα. Π.χ., έκριναν ότι τα άρματα μάχης δεν είχαν ιδιαίτερη αξία ως αυτοτελές όπλο επίθεσης και για αυτό και διέλυσαν τις μονάδες ΤΘ του Κόκκινου Στρατού, κάτι το οποίο πλήρωσαν ακριβά κατά το πρώτο διάστημα της γερμανικής εισβολής. Το μόνο ωφέλιμο συμπέρασμα για τους Σοβιετικούς ήταν τελικά η χρησιμότητα των πολεμικών αεροσκαφών για να πλήττουν στόχους στο έδαφος. Για τον λόγο αυτό σχεδίασαν και ανέπτυξαν το περίφημο Ιλιούσιν 2 Στουρμόβικ το οποίο αποδείχθηκε υπερπολύτιμο κατά τον Β΄ ΠΠ.


Γ.   Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΒΑΘΜΟ ΟΜΟΙΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΩΝ

α.   Ένα συμπαγές εθνικιστικό στρατόπεδο

Ο Φράνκο δεν προοριζόταν από την αρχή για ηγέτης των πραξικοπηματιών. Ο αρχαιότερος κι ανώτερος σε βαθμό ήταν ο στρατηγός Σανχούρχο, σκοτώθηκε όμως σε αεροπορικό δυστύχημα επιχειρώντας να επιστρέψει στην Ισπανία από τον τόπο εξορίας του, το Εστορίλ της Πορτογαλίας [3]. Εγκέφαλος του πραξικοπήματος ήταν ο Εμίλιο Μόλα. Και ο Μόλα σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα κατά την εκστρατεία κατάληψης της Χώρας των Βάσκων, στις αρχές του θέρους του 1937. Πιο εσωστρεφής από τον Φράνκο, είχε χάσει ήδη πολύτιμο έδαφος στον αγώνα για την αρχηγία. Ο Φράνκο έχαιρε, ούτως ή άλλως, εκτίμησης μεταξύ των συναδέλφων του για τις στρατιωτικές ικανότητές του, έχοντας διοικήσει τη Στρατιά της Αφρικής. Ήταν επίσης ο άνθρωπος με τις καλύτερες διασυνδέσεις με το περιβάλλον του Αδόλφου Χίτλερ [4], άρα ο καταλληλότερος για να εξασφαλίσει την απαραίτητη στρατιωτική βοήθεια. Υπήρξε, τέλος, τυχερός και ικανός ώστε να εκμεταλλευθεί όλες τις συγκυρίες και να διαμορφώσει τις κατάλληλες συνθήκες για να εδραιώσει την εξουσία του.

Το εθνικιστικό στρατόπεδο δεν ήταν από την αρχή ομοιογενές. Περιελάμβανε καθολικούς δεξιούς, φιλομοναρχικούς διαφόρων τάσεων, καθαρόαιμους φασίστες όπως τα μέλη της Φάλαγγας κ.ά. Δεν είχαν όλοι τον ίδιο στόχο για το μέλλον. Παλινόστηση της μοναρχίας, εγκαθίδρυση απολυταρχικού καθεστώτος στα πρότυπα της δικτατορίας του Μιγέλ Πρίμο δε Ριβέρα και επιβολή φασιστικού κράτους στα ιταλικά πρότυπα ήταν μερικές μόνον από τις επιλογές. Καθοριστική για τη συνοχή του εθνικιστικού στρατοπέδου υπήρξε η συμβολή της Εκκλησίας που γρήγορα συντάχθηκε με τους στασιαστές. Έδωσε στη στρατιωτική εκστρατεία χαρακτήρα σταυροφορίας κατά των άθεων κομμουνιστών, για την προάσπιση της «αιώνιας Ισπανίας», δίχως άλλο καθολικής. Και διασφάλισε την απαραίτητη λαϊκή υποστήριξη για το εγχείρημα των στασιαστών.

Αντιθέτως προς ό,τι διατείνονται οι Δημοκρατικοί, οι εθνικιστές δεν στερούνταν λαϊκής βάσης. Δεν αμφισβητείται ότι η εκκλησιαστική ιεραρχία και ο κλήρος, οι γαιοκτήμονες και οι βιομήχανοι υποστήριζαν ένθερμα το πραξικόπημα. Δεν ήταν, όμως, μόνον αυτοί. Μεταξύ κυρίως των αγροτικών και πιο συντηρητικών στρωμάτων υπήρχαν αρκετοί που αντιμετώπιζαν με τρόμο την προοπτική ανάληψης της εξουσίας από την Αριστερά.

Ο Φράνκο ομογενοποίησε με επιδεξιότητα το σύνολο αυτό. Όσους θεωρούσε επικίνδυνους πολιτικούς αντιπάλους τους εξόντωσε, πολιτικά, ηθικά, ακόμη και φυσικά. Μετά την εκτέλεση του υιού Πρίμο δε Ριβέρα από τους Δημοκρατικούς τον Νοέμβριο του 1936 μπορούσε ανενόχλητος να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό του: την ενοποίηση όλων των συστατικών στοιχείων του «εθνικού στρατοπέδου» σε ένα ενιαίο κόμμα, το οποίο ονόμασε «Falange Española Tradicionalista y de las Juntas de Ofensiva Nacional Sindicalista (Ισπανική Φάλαγγα των Παραδοσιακών Αξιών και Επιτροπές Συνδικαλιστικής Εθνικής Επίθεσης)» (19 Απριλίου 1937). Η εξουσία του δεν επρόκειτο να αμφισβητηθεί ποτέ ξανά. Οι έριδες και οι αντιπαλότητες αφορούσαν πλέον τη νομή των θέσεων εξουσίας υπό τον Χενεραλίσιμο.

β.   Έριδες κι ανομοιογένεια

Τα συστατικά του δημοκρατικού στρατοπέδου είναι εξαιρετικά ανομοιογενή. Κεντρώα και κεντροαριστερά κόμματα, σοσιαλιστές διαφόρων τάσεων, «ορθόδοξοι» κομμουνιστές, αντιφρονούντες ως προς τη γραμμή της Μόσχας κομμουνιστές, αναρχικοί. Οι μεταξύ τους διαφωνίες θα αποκρυσταλλωθούν μέσω της δημιουργίας δύο τάσεων: διαφύλαξη της αστικής δημοκρατίας ή επανάσταση. Η αντιπαλότητα αυτή θα εξελιχθεί μεταξύ 3ης και 7ης Μαΐου 1937 σε έναν πραγματικό εμφύλιο εντός του μεγαλύτερου, ιδίως στη Βαρκελώνη. Οι δυνάμεις της «τάξης» (σοσιαλιστές, κομμουνιστές, σώματα ασφαλείας) συγκρούονται με εκείνες της «επανάστασης» (αναρχικοί, POUM). Οι ένοπλες συγκρούσεις έχουν ως αποτέλεσμα 400 έως 500 νεκρούς και χίλιους τραυματίες. Στο στόχαστρο των επικρίσεων βρίσκεται το ΚΚΙ. Σταλινικό, ενεργούμενο της Μόσχας, δήμιος της επανάστασης, ολετήρας της ενότητας του δημοκρατικού στρατοπέδου, κι άλλα πολλά. Πόσο δικαιολογημένες είναι, τελικά, οι επικρίσεις αυτές;

– Η διάλυση του POUM

«Η γενικότερη μεταστροφή προς τα δεξιά ανάγεται περίπου στο διάστημα Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 1936, όταν η ΕΣΣΔ άρχισε να προμηθεύει με όπλα την κυβέρνηση και όταν η εξουσία άρχισε να περνά από τους αναρχικούς στους κομμουνιστές… Οι Ρώσοι ήταν σε θέση να επιβάλουν τους όρους τους. Δίχως αμφιβολία, οι όροι αυτοί ήταν οι εξής: “εμποδίστε την επανάσταση, διαφορετικά δεν θα σας δώσουμε όπλα!” Δίχως αμφιβολία, το πρώτο χτύπημα κατά των στοιχείων της επανάστασης, η εκδίωξη του POUM από την Κυβέρνηση της Περιφέρειας της Καταλωνίας, δόθηκε κατόπιν διαταγών της ΕΣΣΔ». [Τζωρτζ Όργουελλ «Φόρος Τιμής στην Καταλωνία»]

Πολιτοφύλακες του POUM στους στρατώνες "Λένιν" της Βαρκελώνης/ στο βάθος ξεχωρίζει λόγω ύψους ο Τζ. Όργουελλ

Πολιτοφύλακες του POUM στους στρατώνες «Λένιν» της Βαρκελώνης/ στο βάθος ξεχωρίζει λόγω ύψους ο Τζ. Όργουελλ

Το 1935, ο Αντρέου Νιν και ο Τζοακίν Μωρίν ιδρύουν στη Βαρκελώνη το Εργατικό Κόμμα Μαρξιστικής Ενοποίησης (Partido Obrero de Unificación Marxista/ Partit Obrer d’Unificació Marxista, POUM). Από την αρχή, υφίσται αντιπαλότητα μεταξύ ΚΚΙ και POUM. Οι «ορθόδοξοι» κομμουνιστές κατηγορούσαν το POUM ως τροτσκιστικό. Είναι αλήθεια ότι τα μέλη του είχαν εκδώσει ψήφισμα με το οποίο ζητούσαν να χορηγηθεί στον Τρότσκι πολιτικό άσυλο στην Καταλωνία. Όμως, η ηγεσία του κόμματος είχε ήδη συγκρουσθεί με τον Τρότσκι, του οποίου τη γραμμή, άλλωστε, δεν είχε ακολουθήσει. Εντούτοις, το ΚΚΙ ζήτησε και πέτυχε την απομάκρυνση του POUM από την Κυβέρνηση της Περιφέρειας της Καταλωνίας τον Δεκέμβριο του 1936. Μερικούς μήνες αργότερα, ενώ εξελίσσονται οι συγκρούσεις του Μαΐου του 1937, πράκτορες του σοβιετικού Εν Κα Βε Ντε (Λαϊκού Επιτροπάτου Εσωτερικών Υποθέσεων), υπό τις διαταγές του επικεφαλής τους Αλεξάντρ Ορλόφ, απάγουν τον Νιν, τον βασανίζουν και τον δολοφονούν. Τα υπόλοιπα ηγετικά στελέχη του POUM προσάγονται σε δίκη με τις κατηγορίες της πρόκλησης επανάστασης και της προετοιμασίας πραξικοπήματος για λογαριασμό των φρανκικών. Πολλοί κάνουν λόγο για μεταφορά των Δικών της Μόσχας στην Ισπανία. Εντούτοις, αν και τα μέλη του POUM καταδικάζονται για την πρώτη κατηγορία (σε ποινές φυλάκισης και κάθειρξης έως 15 ετών), αθωώνονται για τη δεύτερη.

Α. Νιν

Α. Νιν

– Η «απολύμανση» της CNT: Το καλοκαίρι του 1937, ο Παλμίρο Τολιάττι, απεσταλμένος της Κονιντέρν στην Ισπανία, προτείνει την εκκαθάριση της CNT, ώστε αυτή να απαλλαγεί από τα φιλοεπαναστατικά στοιχεία της. Χιλιάδες μέλη της συνελήφθησαν κι εκατοντάδες δικάστηκαν. Η μεγαλη αναρχοσυνδικαλιστική οργάνωση, όμως, δεν διαλύθηκε. Μετά την «απολύμανσή» της επανεντάχθηκε κανονικότατα στο δημοκρατικό στρατόπεδο και την κυβέρνηση.

Μικρή, αλλά αναγκαία απολογία του ΚΚΙ: Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 το ΚΚΙ είναι ένα μικρό κόμμα με 100 περίπου μέλη. Τον Ιούνιο του 1936, λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, τα μέλη του έχουν εκτοξευθεί στις 90 χιλιάδες. Ένα χρόνο αργότερα φθάνουν στον εντυπωσιακό αριθμό των 350 χιλιάδων. Το κόμμα ελέγχει τη συνδικαλιστική συνομοσπονδία της UGT και την κοινή με το Σοσιαλιστικό Κόμμα νεολαία. Η σοβιετική ενίσχυση και ανάμειξη στα πολιτικά πράγματα δεν είναι βέβαια αμέτοχη, αλλά δεν αρκεί για να εξηγήσει το γεγονός ότι, στην πράξη, το ΚΚΙ υπήρξε το πολιτικό κόμμα με τη μεγαλύτερη λαϊκή συμμετοχή. Ας αναφερθεί, ως μέτρο σύγκρισης, το ότι το ισχυρότερο, από άποψη εκλογικής δύναμης, ισπανικό κόμμα, το Σοσιαλιστικό, δεν ξεπερνά τα 75 χιλιάδες μέλη. Το ΚΚΙ ασκεί ιδιαίτερη επιρροή όχι μόνο στο προλεταριάτο, αλλά και στους υπόλοιπους μισθωτούς, τους αγρότες (και μάλιστα όχι τόσο στους ακτήμονες, αλλά τους μικροϊδιοκτήτες γης) και στους διανοούμενους.

Διαδήλωση του ΚΚΙ

Διαδήλωση του ΚΚΙ

Χωρίς να αμφισβητείται η επιρροή της Μόσχας, το ισπανικό κομμουνιστικό κόμμα δεν αποτελεί πάντα πειθήνιο όργανο εκτέλεσης των εντολών της σταλινικής ηγεσίας. Το ΚΚΙ εισέρχεται στην κυβέρνηση το φθινόπωρο του 1936, παρά την αντίθεση του Στάλιν. Συμβάλλει στην απομάκρυνση του Λάργο Καμπαγέρο από την πρωθυπουργία, μολονότι η Μόσχα συνέχιζε να τον υποστηρίζει. Απορρίπτει κατηγορηματικά την πρόταση του Στάλιν για διενέργεια εκλογών ώστε να ενισχυθεί η δημοκρατική νομιμοποίηση της κυβέρνησης με νωπή λαϊκή εντολή.

Σε ό,τι αφορά τον ρόλο του ΚΚΙ στο θέμα της ενότητας του δημοκρατικού στρατοπέδου, αυτό που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι το κομμουνιστικό κόμμα δεν έδρασε μόνο του στην προσπάθεια καταστολής των επαναστατικών στοιχείων. Έδρασε από κοινού με όλα τα κόμματα του κέντρου και της κεντροαριστεράς [Δημοκρατική Αριστερά (Izquierda Republicana) του ΠτΔ Αθάνια, Δημοκρατική Αριστερά της Καταλωνίας (Esquerra Republicana de Catalunya) του Λ. Κομπάνς, Δημοκρατική Ένωση (Unión Republicana) του Ντιέγο Μαρτίνεθ Μπάρριο], τους σοσιαλιστές και το μεγαλύτερο μέρος των ηγετικών στελεχών των αναρχικών οργανώσεων (CNT, FAI, οι οποίοι βρίσκουν την ευκαιρία να ξεφορτωθούν τους πιο ενοχλητικούς πολιτικούς αντιπάλους τους).

Η εμβληματική μορφή του ΚΚΙ: Ντολόρες Ιμπάρρουρι, (Πασιονάρια)

Η εμβληματική μορφή του ΚΚΙ: Ντολόρες Ιμπάρρουρι, (Πασιονάρια)

Το ΚΚΙ πόρρω απέχει από τους χαρακτηρισμούς του άσπιλου και του άμωμου. Η δαιμονοποίησή του, όμως, και η στοχοποίησή του ως υπεύθυνου του συνόλου των δεινών αμφοτέρων των αντιπάλων απέχει ακόμη περισσότερο από την ιστορική αλήθεια.

——————————————————————————————————–

Παρά τις εμφύλιες έριδες από τις οποίες σπαράσσεται, το δημοκρατικό στρατόπεδο θα κατορθώσει, κατά το μεγαλύτερο διάστημα του πολέμου να διατηρήσει την ενότητά του σε κυβερνητικό και στρατιωτικό επίπεδο (στον τομέα αυτό η σοβιετική βοήθεια κι επιρροή ήταν καθοριστική). Θεωρητικά, θα μπορούσε να κερδίσει τον πόλεμο. Εάν και εφόσον, βέβαια, δεχόταν έξωθεν βοήθεια.


[3] Κατά κάποιο τρόπο, ο Σανχούρχο προκάλεσε ο ίδιος τη μοίρα του. Μπορούσε να ταξιδέψει με το ίδιο οκταθέσιο αεροπλάνο που είχε μεταφέρει τον Φράνκο από την Τενερίφη στο Μαρόκο. Προτίμησε να ταξιδέψει με το μικρό διθέσιο που πιλόταρε ο επίλεκτος (και φιλομοναρχικός) αεροπόρος Χουάν Αντόνιο Ανσάλδο. Ο, εύσωμος, Σανχούρχο επέμενε να πάρει μαζί του πολλές αποσκευές. Ο Ανσάλδο τον προειδοποίησε ότι το αεροσκάφος δεν θα άντεχε τέτοιο βάρος. Ο στρατηγός απάντησε ότι «πρέπει να φοράω τα κατάλληλα ρούχα, τώρα που θα είμαι ο νέος καουντίγιο (ηγέτης) της Ισπανίας»! Το αεροπλάνο συνετρίβη κατά τη διαδικασία απογείωσης από το Εστορίλ. Ο πιλότος επέζησε.

[4] Βασικός σύνδεσμος πρέπει να ήταν ο ναύαρχος Βίλχελμ Κανάρις, επικεφαλής της υπηρεσίας πληροφοριών του γερμανικού στρατού. Ορισμένοι υποστηρίζουν επίσης ότι μεταξύ Φράνκο και Χίτλερ μεσολάβησαν Γερμανοί εγκατεστημένοι στο Ισπανικό Μαρόκο οι οποίοι ήταν μέλη της Οργάνωσης Εξωτερικού του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος.


Δ.   Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΔΥΤΙΚΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΩΝ

Η Ισπανική Δημοκρατία θα μπορούσε να επιβιώσει και τελικά να επικρατήσει αν είχε την υποστήριξη των δυτικών δημοκρατιών. Καμία δεν το βοήθησε εκτός από το φιλότιμο Μεξικό (την μόνη χώρα που ενίσχυσε αφιλοκερδώς τη νόμιμη κυβέρνηση), το οποίο έστειλε όσα όπλα μπορούσε, αγόραζε όπλα από τη διεθνή αγορά για λογαριασμό των Δημοκρατικών, παρείχε ανθρωπιστική βοήθεια κι υποσχέθηκε άσυλο σε όποιον κατέφευγε στην επικράτειά του σε περίπτωση ήττας. Ουσιαστική βοήθεια, όμως, μπορούσαν να παράσχουν μόνο η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία. Για διαφορετικούς λόγους και με διαφορετικούς τρόπους, αμφότερες επέλεξαν να κρατήσουν στάση ουδετερότητας που ευνοούσε στην πράξη αποκλειστικά τον Φράνκο.

α.   Γαλλία: Τη νύχτα της 19ης προς την 20ή Ιουλίου 1936, ο Ισπανός πρωθυπουργός Χοσέ Χιράλ ζητεί από τον Γάλλο ομόλογό του Λεόν Μπλουμ στρατιωτική βοήθεια για να καταστείλει το πραξικόπημα: αεροπλάνα, όπλα και πυρομαχικά. Το αίτημα του Χιράλ στηρίζεται σε διμερή συμφωνία που είχαν συνάψει οι δύο χώρες το 1935. Τι πιο λογικό για το ισπανικό Λαϊκό Μέτωπο από το να στραφεί για βοήθεια στους συντρόφους του γαλλικού; Ο Μπλουμ διαβουλεύεται με τους βασικούς υπουργούς του και, παρά τις έντονες μεταξύ τους διαφωνίες, δίνει καταρχήν θετική απάντηση. Πέντε ημέρες αργότερα κι αφού έχει μεσολαβήσει μια επίσημη επίσκεψη στο Λονδίνο αλλάζει την απόφασή του! Τι μεσολάβησε;

Λεόν Μπλουμ

Λεόν Μπλουμ

Οι λόγοι της μεταστροφής του Μπλουμ άπτονται τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής πολιτικής. Στο εσωτερικό ο Μπλουμ έχει να αντιμετωπίσει την κατηγορηματική αντίθεση του ελάσσονος, πλην όμως απαραίτητου, κυβερνητικού εταίρου, του Ριζοσπαστικού Κόμματος, αλλά και τις οργισμένες αντιδράσεις της Δεξιάς, η οποία διατείνεται ότι τυχόν στρατιωτική ενίσχυση στην Ισπανική Κυβέρνηση θα μεταφέρει τον εμφύλιο στη Γαλλία. Επιπλέον, υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες για τη στάση που θα τηρήσει ο στρατός: οι περισσότεροι ανώτατοι αξιωματικοί εμφορούνται από αισθήματα συμπάθειας προς τους Ισπανούς ομολόγους τους και τον Φράνκο.

Ακόμη πιο καθοριστικοί, όμως, είναι οι λόγοι εξωτερικής πολιτικής και, πιο συγκεκριμένα, η βρετανική στάση. Η βρετανική κυβέρνηση απειλεί τον Μπλουμ ότι αν βοηθήσει τους Δημοκρατικούς προκαλώντας γενικευμένη σύρραξη, τότε η Μεγάλη Βρετανία δεν πρόκειται να βοηθήσει τη Γαλλία σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης.

Είναι σαφές ότι ο Μπλουμ δεν ένιωθε ιδιαίτερα περήφανος ή ευτυχής για τις αποφάσεις του. Για αυτό, άλλωστε και επέτρεψε τελικά τη μυστική βοήθεια προς τους Δημοκρατικούς, μέσω ιδιωτικών συμφωνιών συνεργασίας [5].

β.   Μεγάλη Βρετανία: Οι επίσημες βρετανικές δικαιολογίες για την απόφαση περί ουδετερότητας αφορούσαν τη διασφάλιση της ειρήνης και την αποφυγή νέας πανευρωπαϊκής σύρραξης. Αυτό υποστήριζαν οι δύο Βρετανοί πολιτικοί αρχιτέκτονες της πολιτικής της μη επεμβάσεως, ο Υπουργός Εξωτερικών, επί πρωθυπουργίας σερ Στάνλευ Μπώλντουιν, Άντονυ Ήντεν και ο, μετέπειτα, πρωθυπουργός Άρθουρ Νέβιλλ Τσάμπερλαιν. Ο δεύτερος πίστευε επιπλέον ότι απέχοντας από την ισπανική σύγκρουση θα μπορούσε να κρατήσει τον Μουσσολίνι μακριά από τον Χίτλερ. Τα ίδια τα γεγονότα είχαν καταδείξει, πριν καν ο Τσάμπερλαιν γίνει πρωθυπουργός, ότι αυτό ήταν παραλογισμός.

Άντονυ Ήντεν

Άντονυ Ήντεν

Στην πραγματικότητα, η Βρετανική Κυβέρνηση επιλέγει στάση τυπικής ουδετερότητας, η οποία στην ουσία ευνοεί τους εθνικιστές, για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ο αντικομμουνισμός. Οι Βρετανοί πιστεύουν ότι οι κομμουνιστές και η Μόσχα ελέγχουν την ισπανική κυβέρνηση και ότι ενδεχόμενη ενίσχυση των Δημοκρατικών θα οδηγήσει στην επιβολή κομμουνιστικού καθεστώτος. Ο λόγος είναι φοβικός και έχει μεγαλύτερη σχέση με τις ιδεοληψίες παρά με την πραγματικότητα. Ο δεύτερος λόγος, όμως, είναι απολύτως ρεαλιστικός: η Βρετανία θέλει να προστατεύσει τα οικονομικά συμφέροντά της στην Ισπανία και κρίνει ότι η καλύτερη λύση για τον σκοπό αυτό είναι η επικράτηση του Φράνκο. Επισημαίνεται ότι η Βρετανία είναι ο κύριος εμπορικός εταίρος της Ισπανίας και ότι το ήμισυ σχεδόν των ξένων επενδύσεων στην Ισπανία ανήκουν σε βρετανικά συμφέροντα.

Στη Βρετανία, ιδιώτες έμποροι μπορούν να διαθέσουν προς πώληση το σύνολο του οπλισμού που θα χρειαζόταν η Ισπανική Δημοκρατία. Η νόμιμη κυβέρνηση, ελέγχοντας τα αποθέματα της Τράπεζας της Ισπανίας, έχει τα μέσα για να προβεί στην αγορά αυτή. Η Βρετανική Κυβέρνηση, όμως, απαγορεύει στους ιδιώτες να προμηθεύσουν το παραμικρό όπλο στους Δημοκρατικούς. Την ίδια ώρα, στο Γιβραλτάρ, οι βρετανικές αρχές αρνούνται τον ανεφοδιασμό των πλοίων των Δημοκρατικών με καύσιμα.

γ.   Το όνειδος του Συμφώνου Μη Επεμβάσεως και ο ξεπεσμός της Κοινωνίας των Εθνών: Την 1η Αυγούστου 1936, η Γαλλική Κυβέρνηση προτείνει τη σύναψη ενός διεθνούς συμφώνου μη επεμβάσεως. Στις 8 του ιδίου μηνός δίνει το παράδειγμα κλείνοντας τα σύνορα με την Ισπανία. Τελικά, όλα σχεδόν τα κράτη υπογράφουν το σύμφωνο (ανάμεσά τους η Γαλλία, η Βρετανία, η Ιταλία, η Γερμανία, η ΕΣΣΔ και… η Ελλάδα).

Η Ισπανική Κυβέρνηση είχε το διεθνές δίκαιο με το μέρος. Ακόμη κι αν ο πόλεμος ήταν τυπικά εμφύλιος, η έμπρακτη συμμετοχή Γερμανίας και Ιταλίας της έδινε το δικαίωμα να ζητήσει την αρωγή της Κοινωνίας των Εθνών. Η ΚτΕ αγνόησε εντελώς τα ισπανικά αιτήματα και παρέπεμψε το θέμα σε ad hoc επιτροπή η οποία θα είχε ως αρμοδιότητα την εφαρμογή του Συμφώνου Μη Επεμβάσεως!

Η ειδική επιτροπή συγκαλείται για πρώτη φορά στο Λονδίνο (πού αλλού;) στις 9 Σεπτεμβρίου κι αναθέτει στους στόλους της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ιταλίας να περιπολούν στα ισπανικά χωρικά ύδατα προκειμένου να εμποδίζουν κάθε πλοίο που θα μεταφέρει όπλα. Όλα αυτά, την ίδια ώρα που Γερμανία και Ιταλία μετέχουν κανονικότατα στη σύρραξη! Μόνον η ΕΣΣΔ αρθρώνει το αυτονότητο: είτε το σύμφωνο πρέπει να εφαρμοσθεί αυστηρά είτε απλούστατα να ακυρωθεί.

Με τη στάση της, η ΚτΕ έβλαψε πολλαπλά ένα μέλος της που, εν προκειμένω, είχε το δίκιο με το μέρος του:

  • Αρνήθηκε την παροχή βοήθειας μολονότι ήταν υποχρεωμένη προς τούτο.
  • Αναγνώρισε αργότερα (και υπό βρετανική πίεση) στους εθνικιστές την ιδιότητα του εμπολέμου μέρους, επιτρέποντάς τους να προμηθεύονται όπλα νόμιμα στην ελεύθερη αγορά.
  • Τελικά, απαγόρευσε την αγορά όπλων στη νόμιμη κυβέρνηση [6], καταδικάζοντάς την σε ήττα.

Η τελευταία περίοδος του πολέμου συνιστά ολοκληρωτική απογοήτευση σε ό,τι αφορά τη στάση των δημοκρατιών. Η κυβέρνηση Νταλαντιέ κλείνει τα γαλλοϊσπανικά σύνορα τον Ιούλιο του 1938, ενώ το γαλλικό ναυτικό αποκλείει τις ακτές της Καταλωνίας.


[5] Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η πρωτοβουλία του Αντρέ Μαλρώ να συγκροτήσει ένα μισθοφορικό σμήνος (España) που θα βοηθούσε την αεροπορία των Δημοκρατικών.

[6] Ιδιώτες επιχειρηματίες ορισμένων χωρών (Πολωνία, Ελλάδα) πούλησαν τελικά όπλα στην Ισπανική Κυβέρνηση. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Έλληνα επιχειρηματία Μποδοσάκη (ΠΥΡΚΑΛ), ο οποίος προμήθευε με όπλα και πυρομαχικά και τους δύο εμπολέμους: διέθετε στον Φράνκο όπλα τελευταίας τεχνολογίας σε συνήθεις τιμές αγοράς, ενώ στους Δημοκρατικούς όπλα παρωχημένης τεχνολογίας σε τιμές μαύρης αγοράς.


ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Α.   ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΜΙΑΣ ΑΙΜΑΤΗΡΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ

α.   Η ειρήνη ως συνέχεια του πολέμου

Η κατάσταση που διαδέχθηκε τον εμφύλιο δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως κατάσταση ειρήνης. Ο στρατιωτικός νόμος επρόκειτο να συνεχίσει να ισχύει για αρκετά χρόνια ακόμη. Το καθεστώς Φράνκο συνέχισε να εφαρμόζει τις ίδιες μεθόδους καταπίεσης και καταστολής. Οι πολιτικοί αντίπαλοι που δεν κατόρθωσαν να διαφύγουν εκτός Ισπανίας φυλακίζονταν, κρατούνταν σε στρατόπεδα (όπου αρκετοί από αυτούς έχασαν τη ζωή τους από τα βασανιστήρια, την πείνα, τα καταναγκαστικά έργα και τις κακουχίες), εκτελούνταν. Κάποιοι, ίσως πιο τυχεροί, περίπου 7 χιλιάδες αντάρτες, συνέχισαν τον ένοπλο αγώνα μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950, μπορεί κι αργότερα, σε απομακρυσμένες ορεινές περιοχές.

Πρόσφυγες σε στρατόπεδο της νότιας Γαλλίας

Πρόσφυγες σε στρατόπεδο της νότιας Γαλλίας

Οι περισσότεροι εξόριστοι βρίσκονταν στη Γαλλία. Κρατούνταν υπό άθλιες συνθήκες σε στρατόπεδα, από τα οποία δεν μπορούσαν να φύγουν αν δεν έβρισκαν απασχόληση ή κατατάσσονταν στον γαλλικό στρατό και συγκεκριμένα στη Λεγεώνα των Ξένων. Όταν η Γαλλία ηττήθηκε συντριπτικά από τη Γερμανία, πολλοί από αυτούς παραδόθηκαν από την κυβέρνηση του Βισύ και τους Γερμανούς στις ισπανικές αρχές, με τις αναμενόμενες συνέπειες. Περίπου 40 χιλιάδες κατέληξαν στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και θανάτου (οι περισσότεροι στο Μάουτχάουζεν). Αρκετοί βγήκαν στην παρανομία και συμμετείχαν στη γαλλική αντίσταση. Άλλοι υπηρέτησαν στις ελεύθερες γαλλικές δυνάμεις. Μεταξύ των πρώτων που μπήκαν στο Παρίσι μετά την απελευθέρωση ήταν και μονάδες αποτελούμενες από Ισπανούς μαχητές (ο 9ος Λόχος της ΙΙ Τεθωρακισμένης Μεραρχίας των ελεύθερων γαλλικών δυνάμεων).

Όλοι αυτοί ήλπιζαν ότι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ο θρίαμβος των συμμάχων θα είχε ως συνέπεια και την πτώση του καθεστώτος Φράνκο. Πλανήθηκαν πλάνη οικτρά. Ο ψυχρός πόλεμος έδωσε στο καθεστώς της Μαδρίτης δεύτερη πνοή, παρέχοντας στον Φράνκο την ευκαιρία να εμφανισθεί ως υπέρμαχος των δυτικών αξιών στον αγώνα κατά του κομμουνισμού.

β.   Απολογισμός θυμάτων

Ο ακριβής υπολογισμός του αριθμού των θυμάτων είναι ιδιαιτέρως δυσχερής. Υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου έχασαν τη ζωή τους περίπου 600 χιλιάδες άνθρωποι, από τους οποίους οι 330 χιλιάδες ήταν στρατιώτες και οι υπόλοιποι άμαχοι. Μισό εκατομμύριο είναι εξόριστοι, ενώ άλλοι τόσοι κρατούμενοι σε φυλακές και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Φράνκο (είχε και η Ισπανία το γκουλάγκ της). 50 χιλιάδες από τους δεύτερους θα εκτελεστούν στο διάστημα 1939-1945.

γ.   Θηριωδίες

Ανθολογία μίσους και βίας

– Ο Ρικάρδο δε λα Πουέντε Μπααμόνδε ήταν πρώτος εξάδελφος του Φράνκο. Όταν έγινε το πραξικόπημα υπηρετούσε ως διοικητής του στρατιωτικού αεροδρομίου του Τετουάν στο Ισπανικό Μαρόκο. Τόλμησε να ψελλίσει κάτι περί νόμιμης κυβέρνησης και συνελήφθη. Μόλις έφθασε ο εξάδελφός του στο Μαρόκο, οι συνεργάτες του τον ενημέρωσαν: «Όσους δεν συντάσσονται μαζί μας τους περνούμε από στρατοδικείο με συνοπτικές διαδικασίες και τους εκτελούμε. Ξέρετε, όμως, έχουμε τον εξάδελφό σας. Τι να κάνουμε στρατηγέ;» Η απάντηση του Φράνκο ήταν άμεση: «Να τον περάσετε στρατοδικείο και να τον εκτελέσετε»! Ο άτυχος εξάδελφος εκτελέσθηκε στις 4 Αυγούστου [7].

Ρ. δε λα Πουέντε

Ρ. δε λα Πουέντε

– «Αν για να επιτύχω τον σκοπό μου χρειαζόταν να εκτελέσω τον μισό πληθυσμό της Ισπανίας, θα το έκανα δίχως κανένα δισταγμό!» (Φρανθίσκο Φράνκο).

– Τις τελευταίες ημέρες του Ιουλίου του 1936 διοργανώθηκε στη Βαρκελώνη μια μακάβρια έκθεση. Τα εκθέματα δεν ήταν κάτι άλλο παρά τα μουμιοποιημένα πτώματα των καλογριών της παρακείμενης μονής των Σαλεσιανών. Η βεβήλωση αυτή (η οποία υποτίθεται ότι απεδείκνυε στον λαό τα βασανιστήρια που υπέμεναν εν ζωή όσες υπηρετούσαν τη θρησκεία) ζημίωσε ιδιαιτέρως το δημοκρατικό στρατόπεδο σε επικοινωνιακό επίπεδο.

Βαρκελώνη, τέλος Ιουλίου 1936

Βαρκελώνη, τέλος Ιουλίου 1936

– «Κάποτε, δύο αναρχικοί μου διηγήθηκαν τον τρόπο με τον οποίο, μαζί με συντρόφους τους, είχαν αιχμαλωτίσει δύο ιερείς. Τον πρώτο τον εκτέλεσαν επί τόπου με μια πιστολιά, παρουσία του άλλου. Έπειτα είπαν στον δεύτερο ότι ήταν ελεύθερος κι ότι μπορούσε να φύγει. Δεν θα είχε κάνει ούτε είκοσι βήματα όταν τον πυροβόλησαν και τον σκότωσαν κι εκείνον. Ο άνθρωπος που μου διηγούταν την ιστορία έμεινε έκπληκτος όταν διαπίστωσε ότι δεν είχα σκάσει στα γέλια» [8].

–  Το τριήμερο 15-17 Αυγούστου 1936 οι στρατιώτες του Γιαγουέ οδηγούν 2 έως 3 χιλιάδες άτομα, άνδρες και γυναίκες, στην αρένα ταυρομαχιών του Μπαδαχόθ στην Εστρεμαδούρα όπου και τους εκτελούν με πολυβόλα [9].

Μπαδαχόθ

Μπαδαχόθ

Η καταστολή εκ μέρους του εθνικιστικού στρατοπέδου είναι μακροχρόνια (διότι συνεχίζεται και μετά τη λήξη του πολέμου) και συστηματική. Εκτελούνται όλοι όσοι θεωρούνται φύσει και θέσει ύποπτοι για συμπάθεια προς τη Δημοκρατία ή μη συμβατοί με το ιδεώδες της «πατριωτικής και καθολικής Ισπανίας»: μέλη αριστερών κομμάτων, συνδικαλιστές, δήμαρχοι και μέλη δημοτικών συμβουλίων, εκπαιδευτικοί, ελευθεροτέκτονες, ομοφυλόφιλοι. Συνολικά τα θύματα ανέρχονται στις 130 έως 150 χιλιάδες.

Οι θηριωδίες τις οποίες διαπράττει το δημοκρατικό στρατόπεδο είναι πιο «αυθόρμητες» και περιορισμένες χρονικά. Στη συντριπτική πλειονότητά τους ανάγονται στο «σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας» του 1936. Τα θύματα ανήκουν στις κατηγορίες τις οποίες τα επαναστατικά στοιχεία θεωρούν εκπρόσωπους της παλαιάς ολιγαρχίας: ιερείς και μοναχοί, γαιοκτήμονες, βιομήχανοι, δικαστικοί και μέλη ακροδεξιών οργανώσεων (φιλομοναρχικοί και φαλαγγίτες). Μετά το φθινόπωρο του 1936 και τη συγκρότηση ισχυρής κυβερνησης οι εκτελέσεις περιορίζονται στις περιπτώσεις εκείνων που καταδικάζονται από στρατοδικεία. Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων της βίας του δημοκρατικού στρατοπέδου ανέρχεται σε 50 χιλιάδες νεκρούς [10].

Β.   Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥ ΙΣΠΑΝΙΚΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ

Το γεγονός ότι ο Ισπανικός Εμφύλιος έχει χαραχτεί στη μνήμη των Ευρωπαίων και το ότι αποτελεί ακόμη και σήμερα ζήτημα μεγάλου ενδιαφέροντος και έντονης διαμάχης δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει. Από την αρχή του, άλλωστε, ο Ισπανικός Εμφύλιος υπήρξε τόσο πόλεμος όπλων όσο και λέξεων. Η προπαγάνδα, ο ήχος και η εικόνα, χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά κι από τα δύο στρατόπεδα.

Αυτό που εκ πρώτης όψεως εκπλήσσει είναι ότι οι αφηγήσεις για τον Ισπανικό Εμφύλιο είναι περισσότερες από δύο. Εκείνη των νικητών είναι ενιαία, πλην όμως δυναμική, καθώς εξελίσσεται μέσα στον χρόνο προσαρμοζόμενη στις εκάστοτε συγκυρίες. Αντιθέτως, στο στρατόπεδο των ηττημένων οι αφηγήσεις είναι πολλές: κεντροαριστερή, κομμουνιστική, αναρχική, ενδεχομένως κι άλλες. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ότι η πλευρά των νικητών ή των συμπαθούντων τους νικητές χρησιμοποιεί συχνά επιχειρήματα αντλούμενα από κάποιες από τις αφηγήσεις των ηττημένων. Αυτό συνέβαινε συχνά στο πλαίσιο της ψυχροπολεμικής περιόδου, προκειμένου να πληγεί το κύρος των κομμουνιστών. Συνεχίζει να συμβαίνει ακόμη και σήμερα.

α. Η εθνικιστική αφήγηση

Αρχικά, η επίσημη εθνικιστική αφήγηση για τον Ισπανικό Εμφύλιο έχει χαρακτήρα σαφώς πολεμικό (η στάση είναι εύλογη προκειμένου περί καθεστώτος που εδραίωσε τη νομιμοποίησή του ακριβώς στην εμφύλια σύγκρουση). Εντάσσεται στο πλαίσιο μιας συνολικής «πατριωτικής» αναθεώρησης της ισπανικής Ιστορίας, κατά την οποία ο πόλεμος του 1936-1939 αποτελεί το τελευταίο κεφάλαιο μιας ένδοξης πορείας. Ο Φράνκο παρουσιάζεται ως σύγχρονος σταυροφόρος που ηγείται μιας νέας Ρεκονκίστα. Η 1η Απριλίου γιορτάζεται ως Ημέρα της Νίκης. Η αντίσταση της πολιορκημένης φρουράς του Αλκάθαρ του Τολέδου προβάλλεται ως πράξη ύψιστου ηρωϊσμού. Όταν το 1946 εγκαινιάζεται στη Μαδρίτη μουσείο αφιερωμένο στον «πατριωτικό» πόλεμο, η μακέτα του βομβαρδισμένου από τους Δημοκρατικούς Αλκάθαρ κατέχει περίοπτη θέση. Η κωμόπολη του Μπελτσίτε στην Αραγωνία δεν ανοικοδομείται ποτέ: τα ερείπιά της παραμένουν ως αδιάψευστη μαρτυρία της βαρβαρότητας των «κόκκινων και των αυτονομιστών». Ο φόρος τιμής στους «Πεσόντες» (Caídos) αποκτά χαρακτήρα σχεδόν θρησκευτικής λατρείας. Την 1η Απριλίου του 1959 εγκαινιάζεται το πιο μεγαλεπήβολο έργο που οραματίσθηκε ο Φράνκο, η Κοιλάδα των Πεσόντων (Valle de los Caídos), έργο για το οποίο εργάσθηκαν ως δούλοι χιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι. Ένας γιγαντιαίος σταυρός ύψους 140 μέτρων ορθώνεται πάνω από τον βραχώδη λόφο στον οποίο είναι λαξεμένη η βασιλική όπου αναπαύονται οι νεκροί και οι ήρωες του εθνικού στρατοπέδου και όπου τάφηκε κι ο ίδιος ο Φράνκο.

Valle de los Caídos

Valle de los Caídos

Από τη δεκαετία του 1960 και μετέπειτα το καθεστώς Φράνκο αρχίζει να απαλύνει τους τόνους. Επισημαίνεται ο ρόλος του εθνικού στρατοπέδου ως αυτού που χάρισε στην Ισπανία ειρήνη κι ευημερία. Το ύφος γίνεται σχεδόν συμφιλιωτικό, ειδικά αφότου ο Φράνκο αποφασίζει να ορίζει ως διάδοχο στην εξουσία τον μετέπειτα βασιλιά Χουάν Κάρλος των Βουρβώνων (1969).

β.   Η εποχή της συμφιλίωσης;

Μετά τον θάνατο του Φράνκο, η μεταβατική κυβέρνηση επιτυγχάνει το 1977, με ευρεία συναίνεση, την ψήφιση του νόμου περί αμνηστείας όσον αφορά πολιτικά αδικήματα. Ο άμεσος στόχος είναι η απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων και η δυνατότητα επιστροφής στη χώρα όσων είναι εξόριστοι και διώκονται στην  Ισπανία για πράξεις που σχετίζονται με τον εμφύλιο. Ο ίδιος νόμος, όμως, απαλλάσσει από κάθε ποινική ευθύνη και όσους από το στρατόπεδο των εθνικιστών ενέχονται σε ανάλογες πράξεις βίας.

Στον δημόσιο λόγο, επικρατεί μάλλον σιωπή για την εποχή του εμφυλίου. Ο πόλεμος αντιμετωπίζεται ως ένα οδυνηρό γεγονός που έπληξε το σύνολο της ισπανικής κοινωνίας και του ισπανικού έθνους, χωρίς να αναζητούνται και να αποδίδονται ευθύνες. Μνημεία και επέτειοι του φρανκικού καθεστώτος αναβαπτίζονται πρόχειρα (η 1η Απριλίου γίνεται «Ημέρα των Ενόπλων Δυνάμεων») ώστε να δοθεί έμφαση στο πνεύμα συμφιλίωσης και στην παραδοχή ότι κάτι τέτοιο δεν πρέπει να συμβεί ποτέ ξανά. Θα χρειαστεί, πάντως, να φτάσουμε στο 2002 για να καταδικάσει επιτέλους επίσημα το Ισπανικό Κοινοβούλιο, με ψήφισμά του, το πραξικόπημα του 1936. Είχαν προηγηθεί ιδιαιτέρως έντονες πιέσεις της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ [11].

γ.   Εποχή επανεκτίμησης ή εποχή αναζωπύρωσης των παθών

Τα τελευταία είκοσι χρόνια ο εμφύλιος έχει επιστρέψει στο προσκήνιο. Οι αποκαλύψεις για τον αυταρχικό και βίαιο χαρακτήρα του φρανκικού καθεστώτος είναι πολλές. Το 2007, η κυβέρνηση Θαπατέρο θέτει σε ισχύ τον νόμο περί ανακτήσεως της ιστορικής μνήμης. Τα σύμβολα του φρανκισμού αποσύρονται διακριτικά από τον δημόσιο χώρο (αγάλματα, οδωνύμια κ.λπ.). Πολλά, όμως, ζητήματα παραμένουν ανοιχτά.

– Η εκταφή των οστών των θυμάτων εκτελέσεων που βρίσκονται σε μαζικούς τάφους. Η εκταφή είναι νόμιμη βάσει του νόμου του 2007, αλλά καταλείπεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία.

Μαζικός τάφος κοντά στο Μπούργκος

Μαζικός τάφος κοντά στο Μπούργκος

– Μέρος της Αριστεράς επιζητεί την απόδοση ποινικών ευθυνών για τα εγκλήματα του φρανκικού καθεστώτος, παρά τον νόμο περί αμνηστείας (π.χ. προσπάθειες του δικαστή Μπαλτάσαρ Γαρθόν να ασκήσει ποινικές διώξεις επικαλούμενος μη υποκείμενα σε παραγραφή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας).

– Ορισμένα αριστερά κόμματα (Ποδέμος) εστιάζουν την κριτική τους στις ιστορικές ευθύνες για την πολιτική αμνήστευσης, σιωπής και λήθης, κατηγορώντας τη συναίνεση τμήματος της αριστεράς και της κεντροαριστεράς στον νόμο του 1977.

– Μέρος της συντηρητικής παράταξης επιχειρεί με τη σειρά του να αναδείξει τις θηριωδίες του στρατοπέδου των Δημοκρατικών (προσπάθειες της Εκκλησίας για την αγιοποίηση «μαρτύρων», δηλαδή ορισμένων εκ των θυμάτων της κατά των Εμφύλιο). Παράλληλα πληθαίνουν οι εκδόσεις βιβλίων των οποίων οι συγγραφείς [12] δεν είναι συνήθως πανεπιστημιακοί (ή δεν είναι καν ιστορικοί) και στα οποία υποστηρίζεται μια «αναθεωρητική» ερμηνεία των γεγονότων του εμφυλίου: ως αφετηρία δεν λογίζεται πια το 1936 (η θεωρία ότι το πραξικόπημα απέτρεψε επανάσταση έχει πλέον εγκαταλειφθεί), αλλά το 1934 και τα γεγονότα της Αστουρίας, έτσι ώστε το βάρος της ευθύνης να πέσει στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών.

Ο Βάσκος ηγέτης Χ. Α. Αγκίρρε

Ο Βάσκος ηγέτης Χ. Α. Αγκίρρε

– Στην Καταλωνία και τη Χώρα των Βάσκων προωθείται μια νέα «εθνικιστικού» χαρακτήρα ερμηνεία του εμφυλίου. Αποσιωπώντας τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές πτυχές της σύγκρουσης, ορισμένοι παρουσιάζουν τη σύγκρουση ως εθνικού χαρακτήρα: ο Φράνκο είναι ο εξωτερικός εισβολέας που επιτίθεται σε δημοκρατικές κοινωνίες διαφορετικής εθνοτικής σύνθεσης.


80 χρόνια μετά το ξεκίνημά του και 77 μετά το τέλος του, ο Ισπανικός Εμφύλιος δεν παύει να παθιάζει και να διχάζει. Εμπνέει όνειρα και ιδανικά, στοιχειώνει εφιάλτες. Αποτελεί φορέα μύθων και διηγήσεων. Αν οι πληγές του έχουν σε κάποιο βαθμό ξεπεραστεί, με το πέρασμα του χρόνου, η ιστορική ερμηνεία του δεν έχει πάψει να αποτελεί το αντικείμενο έντονων διαφωνιών.


[7] Υποστηρίζεται και η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή η εκτέλεση έγινε εν αγνοία του Φράνκο.

[8] Επιστολή της Σιμόν Βέιγ στον Ζωρζ Μπερνανός, Ζ. Μπερνανός «Ανέκδοτη αλληλογραφία, 1934-1948», εκδ. Plon, Παρίσι 1971, σελ. 200.

[9] Το γεγονός αυτό θα προκαλέσει και τη μεταστροφή του Γάλλου συγγραφέα Φρανσουά Μωριάκ (η οποία θα ολοκληρωθεί με τον βομβαρδισμό της Γκερνίκα). Ο Μωριάκ είχε αρχικά ταχθεί (και αρθρογραφήσει) με θέρμη υπέρ της αρχής της μη επεμβάσεως.

[10] Οι αριθμοί αυτοί των θυμάτων προέρχονται από τους υπολογισμούς του Paul Preston («El holocausto español… », 2011) οι οποίοι είναι και οι πλέον πρόσφατοι. Το 1999 ο Santos Juliá («Victimas de la guerra civil…») υπολόγιζε τα θύματα της βίας των εθνικιστών στις 130 χιλιάδες και των δημοκρατικών στις 55 έως 60 χιλιάδες.

[11] Η καθυστερημένη αυτή καταδίκη είναι κατά μείζονα λόγο επικριτέα αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το ίδιο κοινοβούλιο δεν είχε καμία απολύτως αναστολή να τιμήσει επίσημα τη δράση της ισπανικής Κυανής Μεραρχίας (División Azul), η οποία είχε πολεμήσει στο Ανατολικό Μέτωπο στο πλευρό των ναζί.

[12] Ο Πίο Μόα είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της τάσης. Τα βιβλία του γνωρίζουν μεγάλη εμπορική επιτυχία στην Ισπανία.


 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Michael ALPERTA New International History of the Spanish Civil War”, Palgrave Macmillan, Λονδίνο, 1994 (δεύτερη έκδοση, 2004).

Michael ALPERT «El ejército popular de la República, 1936-1939», Crítica, Βαρκελώνη, 2007/ αγγλική έκδοση: “The Republican Army in the Spanish Civil War”, Cambridge University Press, Καίμπριτζ, 2007.

Julio ARÓSTEGUI και François GODICHEAU (επιμ.)  « Guerra Civil. Mito y Memoria », Marcial Pons, Μαδρίτη, 2006.

Antony BEEVORThe Battle for Spain – The Spanish Civil War, 1936-1939”, Penguin, Λονδίνο 2006/ ελληνική έκδοση: «Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος, 1936-1939», εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα, 2006.

Bartolomé BENNASSAR « Franco », Tempus, Perrin, Παρίσι, 2002 (πρώτη έκδοση: 1995).

Bartolomé BENNASSAR « La guerre d’Espagne et ses lendemains », Tempus, Perrin, Παρίσι, 2006.

Jean-François BERDAH « La démocratie assassinée. La République espagnole et les grandes puissances, 1931-1939 », Berg international, Παρίσι, 2000.

Jean-François BERDAH « L’internationalisation de la guerre », σε CANAL και DUCLERT infra, σελ. 76-87.

Jean-François BERDAH « Solidarités internationales et engagements individuels », σε CANAL και DUCLERT infra, σελ. 117-132.

Burnett BOLLOTENThe Spanish Civil War: Revolution and Counterrevolution”, The University of North Carolina Press, Chapel Hill, 1991, τελευταία έκδοση: 2015/γαλλική έκδοση: « La Guerre d’Espagne. Révolution et contre-révolution, 1934-1939 », Agone, Μασσαλία, 2014.

Tom BUCHANAN “Britain and the Spanish Civil War”, Cambridge University Press, Καίμπριτζ, 1997.

Jordi CANAL και Vincent DUCLERT (επιμ.) « La Guerre d’Espagne – Un conflit qui a façonné l’Europe », Armand Colin, Παρίσι, 2016.

Ricardo de la CIERVA y de HOCES « Historia de la guerra civil española », τ. Ι, « Perspectivas y antecedentes  1898-1936 », San Martín, Μαδρίτη, 1969.

Geneviève DREYFUS-ARMAND και Émile TEMIME « Les camps sur la plage. Un exil espagnol », Autrement, Παρίσι, 1995.

Vincent DUCLERT « L’engagement des intellectuels ou l’examen de conscience de la démocratie européenne », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 174-188.

Diego GASPAR CELAYA « En résistance : la guerre continue », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 150-162.

François GODICHEAU « La Guerre d’Espagne : République et révolution en Catalogne », Odile Jacob, Παρίσι, 2004.

François GODICHEAU « La fin des légendes », L’Histoire, n° 427, septembre 2016, σελ. 34-47.

Eduardo GONZÁLEZ CALLEJA « La Seconde République », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 10-31.

Eduardo GONZÁLEZ CALLEJA « La Guerre Civile dans la mémoire collective des Espagnols », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 263-276.

Fernando HERNÁNDEZ SÁNCHEZ « Les communistes, marionnettes de Moscou ? », L’Histoire, n° 427, septembre 2016, σελ. 48-51.

Santos JULIÁ (επιμ.)  « Victimas de la guerra civil », Temas de Hoy, Μαδρίτη, 1999.

Santos JULIÁ « Vida y tiempo de Manuel Azaña », Taurus, Μαδρίτη, 2008.

Ian KERSHAWTo Hell and Back – Europe 1914-1949”, Allen Lane, Λονδίνο 2015/ επανέκδοση: Penguin Books, Λονδίνο, 2016, σελ. 126-127, 227-228, 238-241, 303-315.

Célia KEREN « Sur les routes – Exilés et réfugiés de la guerre d’Espagne », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 132-149.

Jean LOPEZ « 988 jours de guerre civile », Guerres & Histoire, n° 31, juin 2016, σελ. 34-39.

Jean LOPEZ « L’aide étrangère emporte la décision », Guerres & Histoire, n° 31, juin 2016, σελ. 42-45.

Jean LOPEZ « Un peuple, deux armées très différentes », Guerres & Histoire, n° 31, juin 2016, σελ. 46-49.

Stéphane MICHONNEAU « Les fantômes ont la vie dure », L’Histoire, n° 427, septembre 2016, σελ. 56-61.

Stéphane MICHONNEAU « Ruines et monuments de la Guerre Civile espagnole », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 245-262.

Frédéric MONIER « Le désengagement des démocraties : l’invention française de la non-intervention », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 106-116.

Xavier MORENO JULIÁ « L’Espagne de Franco et l’Axe », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 163-173.

Stanley G. PAYNEThe Spanish Civil War, the Soviet Union, and Communism”, Yale University Press, New Haven, 2004.

Xavier PLA « Le mythe de la Guerre Civile espagnole, la mémoire historique et le roman », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 190-203.

Paul PRESTON (επιμ.) “The Coming of the Spanish Civil War. Reform, reaction and revolution in the Second Republic”, Routledge, Λονδίνο, 1994.

Paul PRESTON « El holocausto español : odio y exterminio en la Guerra Civil y después », Debate, Βαρκελώνη, 2011/ έκδοση στα αγγλικά: “The Spanish Holocaust”, W. W. Norton & Co Inc., Νέα Υόρκη, 2012.

Élodie RICHARD και Charlotte WORMS « Transition historiographique ? Retour sur quatre-vingt ans d’histoire de l’Espagne, de la Seconde République à la transition », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 277-313.

Rémi SKOUTELSKI « L’espoir guidait leur pas : les volontaires français dans les Brigades internationales, 1936-1939 », Grasset, Παρίσι, 1988.

Rémi SKOUTELSKI « Novedad en el frente: las brigadas internacionales en la guerra civil », Temas de Hoy, Μαδρίτη, 2006.

Ángel VIÑAS « El escudo de la República. El oro de España, la apuesta soviética y los hechos de mayo de 1937 », Crítica, Βαρκελώνη, 2010.

Ángel VIÑAS « La República en guerra: contra Franco, Hitler, Mussolini y la hostilidad británica », Crítica, Βαρκελώνη, 2012.

Mercedes YUSTA « Une guerre européenne », L’Histoire, n° 427, septembre 2016, σελ. 52-55.

Mercedes YUSTA « La Guerre Civile espagnole (1936-1939) », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 32-49.

Βαρκελώνη, 21 Ιουλίου 1936: η 17χρονη κομμουνίστρια Marina Ginestà, φωτογραφημένη από τον Juan Guzmán.

Βαρκελώνη, 21 Ιουλίου 1936: η 17χρονη κομμουνίστρια Marina Ginestà, φωτογραφημένη από τον Juan Guzmán.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΕΚΛΑΪΚΕΥΜΕΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Guerres & Histoire, n° 31, juin 2016, « Guerre d’Espagne : les républicains pouvaient-ils gagner ? », σελ. 3, 32-51 (άρθρα του Jean LOPEZ/ συνεντεύξεις των Ángel VIÑAS, Michael ALPERT και James CORUM).

L’Histoire, n° 427, septembre 2016, « Guerre d’Espagne : La fin des légendes – pourquoi la république a perdu », σελ. 3, 30-61 (άρθρα των François GODICHEAU, Fernando HERNÁNDEZ SÁNCHEZ, Mercedes YUSTA και Stéphane MICHONNEAU/ συνέντευξη του Javier CERCAS)

Les Collections de L’Histoire – Hors.série, n° 73, octobre-décembre 2016, « L’Odyssée des Réfugiés »,  Geneviève DREYFUS-ARMAND και Émile TEMINE « Adieu à l’Espagne », σελ. 68-72.

Ligne de Front (Histoire des Conflits du XXe siècle), n° 62, juillet-août 2016, Yann MAHÉ « La Guerre d’Espagne, 1936-1939 », σελ. 10-21.

 

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Georges BERNANOS « Les grands cimetières sous la lune », Sept, Παρίσι, 1937.

Javier CERCAS « Soldados de Salamina », Tusquets Editores, Βαρκελώνη, 2001/ γαλλική έκδοση: « Les soldats de Salamine », μετάφραση Élisabeth Beyer και Aleksandar Grujicic, Actes Sud, Αρλ, 2002.

Hans Magnus ENZENSBERGER «Der kurze Sommer der Anarchie. Buenaventura Durrutis Leben und Tod» Suhrkamp Verlag, Φρανκφούρτη επί του Μάιν, 1972/ γαλλική έκδοση: « Le Bref Été de l’anarchie (La vie et la mort de Buenaventura Durruti) », μετάφραση Lily Jumel, Collection Du monde entier, Gallimard, Παρίσι, 1975.

Ernest HEMINGWAYFor Whom the Bell Tolls”, Scribner, Νέα Υόρκη, 1940/ επανέκδοση: Arrow Books- Penguin Random House, 2004.

Ernest HEMINGWAYThe Fifth Column and Four Stories of the Spanish Civil War”, Scribner, Νέα Υόρκη, 1969/ επανέκδοση: Arrow Books- Penguin Random House, 2013.

Arthur KOESTLERSpanish testament – Dialogue with death”, Victor Gollancz Ltd., Λονδίνο, 1937.

André MALRAUX « L’espoir », Gallimard, Παρίσι, 1937/ επανέκδοση: σειρά Folio n° 20, 1972, 2015.

George ORWELL Homage to Catalonia”, Secker and Warburg, Λονδίνο, 1938.

Joan SALES i VALLÈS « Incerta glòria », Βαρκελώνη, 1956/ γαλλική έκδοση: « Gloire incertaine » suivi de  « Le Vent de la nuit », μετάφραση Bernard Lesfargues και Marie Bohigas, Tinta Blava, Παρίσι, 2007.

Si me quieres escribir – 80 χρόνια από την έναρξη του Ισπανικού Εμφυλίου – μέρος 1: τα γεγονότα

Δεκέμβριος 20, 2016
Πολιτοφύλακες και αστυνομικοί μάχονται κατά των στασιαστών, οδόφραγμα στη διασταύρωση των οδών Βουλής της Περιφέρειας και Ρογήρου της Λαουρία, Βαρκελώνη, Ιούλιος 1936 (φωτογραφία: Agustí Centelles i Ossó/ Centro Documental de la Memoria Histórica

Πολιτοφύλακες και αστυνομικοί μάχονται κατά των στασιαστών, οδόφραγμα στη διασταύρωση των οδών Βουλής της Περιφέρειας και Ρογήρου της Λαουρία, Βαρκελώνη, Ιούλιος 1936 (φωτογραφία: Agustí Centelles i Ossó/ Centro Documental de la Memoria Histórica)

«Vivo estabas, Dios mío, dentro del ostensorio.

Punzado por tu Padre con aguja de lumbre.

Latiendo como el pobre corazón de la rana

que los médicos ponen en el frasco de vidrio

 

Ζωντανός ήσουν, Θεέ μου, μέσα στο αρτοφόριο,

τρυπημένος απ’ τον Πατέρα σου με βελόνες φωτός,

σπαρταρούσες, σαν του βατράχου τη φτωχή καρδιά

που οι γιατροί τοποθετούν σε γυάλινη φιάλη»

Federico García Lorca «Oda al Santísimo Sacramento del altar (Ωδή στο Άχραντο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας)» (1928-29)]

Όπως έγραψε πρόσφατα ο Γάλλος ιστορικός και δημοσιογράφος Ζαν Λοπέζ [1], τέσσερις εμφύλιοι σημάδεψαν την Ιστορία της Ευρώπης κατά τον 20ό αιώνα. Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος του 1944 (ή 1943, σύμφωνα με ορισμένους)-1949, ως θερμή εισαγωγή στον υπό διαμόρφωση ψυχροπολεμικό κόσμο. Ο πλέον πρόσφατος, ο Γιουγκοσλαβικός του 1991-1995, για τον οποίο αρκετοί θα αμφισβητήσουν τον χαρακτηρισμό του ως εμφυλίου. Ο σημαντικότερος όσον αφορά τις συνέπειες για την παγκόσμια Ιστορία, ο Ρωσικός του 1918-1921. Κι αυτός που χαράχτηκε βαθύτερα στη συλλογική μνήμη και το φαντασιακό της Ευρώπης, ο Ισπανικός Εμφύλιος του 1936-1939.

Ο Ισπανικός Εμφύλιος ξεχωρίζει λόγω της έντασής του, της χρήσης όλων των διαθέσιμων την εποχή εκείνη όπλων, της αγριότητάς του, του φανατισμού που διέκρινε τις αντίπαλες παρατάξεις, της εμπλοκής πολλών ευρωπαϊκών, κι όχι μόνο, χωρών, είτε με τη μορφή της επίσημης κρατικής παρέμβασης προς στήριξη ενός εκ των εμπολέμων (φασιστική Ιταλία και ναζιστική Γερμανία για τους εθνικιστές, κομμουνιστική ΕΣΣΔ για τους δημοκρατικούς) είτε της εθελοντικής συμμετοχής ιδιωτών και πολιτικών οργανώσεων. Από πολλές απόψεις, ήταν η γενική πρόβα για τη φριχτή παγκόσμια σύρραξη που θα ακολουθούσε.

Έ. Χέμινγουέυ, Για Ποιόν Χτυπά η Καμπάνα, εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης

Έ. Χέμινγουέυ, Για Ποιόν Χτυπά η Καμπάνα, εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης

Ο Ισπανικός Εμφύλιος ξεχωρίζει, τέλος, επειδή αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης για πολλά σημαντικά λογοτεχνικά έργα και εν γένει έργα τέχνης: από το «Για Ποιον Χτυπά η Καμπάνα» του Χέμινγουέυ και την «Ελπίδα» του Μαλρώ ως τα «Μεγάλα Νεκροταφεία κάτω απ’ το Φεγγάρι» του Μπερνανός και τον «Φόρο Τιμής στην Καταλωνία» του Όργουελλ, χωρίς να ξεχνούμε την «Γκερνίκα» του Πικάσσο ή τις φωτογραφίες του Ρόμπερτ Κάπα και της Γκέρντα Τάρο.

Αντρέ Μαλρώ, Η Ελπίδα

Αντρέ Μαλρώ, Η Ελπίδα

——————————————————————————————————–

Στις 17 Ιουλίου 1936, εκδηλώνεται στο Ισπανικό Μαρόκο το πραξικόπημα των στρατηγών Σανχούρχο, Φράνκο, Μόλα, Κέιπο δε Γιάνο κι άλλων κατά της νεοπαγούς Ισπανικής Δημοκρατίας. Την επομένη εξαπλώνεται στο έδαφος της μητροπολιτικής Ισπανίας.

Οι αρχιπραξικοπηματίες Φράνκο και Μόλα

Οι αρχιπραξικοπηματίες Φράνκο και Μόλα

Κατά κανόνα, η επιτυχία ή η αποτυχία ενός πραξικοπήματος είναι υπόθεση ωρών ή έστω λίγων ημερών. Στην περίπτωση της Ισπανίας το πραξικόπημα θα εξελιχθεί σε έναν εμφύλιο που επρόκειτο να κρατήσει σχεδόν τρία χρόνια. Η αδυναμία των δύο πλευρών να καταγάγουν μια γρήγορη νίκη, η συμβολή του εξωτερικού παράγοντα, η σχεδόν απίστευτη ικανότητα της Δημοκρατίας να αντισταθεί μέχρι το τέλος ενάντια σε έναν υπέρτερο στρατιωτικά αντίπαλο και η τακτική του ίδιου του Φράνκο (που από την ταχεία επικράτηση προτιμούσε τη συστηματική εκκαθάριση των εδαφών από τα εχθρικά για αυτόν «αντεθνικά» στοιχεία) ήταν μερικοί από τους παράγοντες που συνέβαλαν στην εξέλιξη αυτή.

Στρατιωτικά αδύναμη, υποχρεωμένη να συγκροτήσει στράτευμα σχεδόν από το μηδέν, αποτελούμενη από εντελώς ανομοιογενή πολιτικά υλικά, σπαρασσόμενη από εσωτερικές έριδες, η Δημοκρατία είχε μία μόνον ουσιαστική ελπίδα για την τελική επικράτηση: την προσθήκη στη σοβιετική βοήθεια κι εκείνης των μεγάλων δημοκρατιών της Δύσης. Η Γαλλία, όμως, στην οποία κυβερνούσε το 1936 το Λαϊκό Μέτωπο του Λεόν Μπλουμ, υπήρξε τραγικά διστακτική. Έπειτα, παρασύρθηκε με ευκολία από τη Βρετανία. Μια Βρετανία της οποίας η στάση τυπικής ουδετερότητας ήταν, στην ουσία, εξαιρετικά ευνοϊκή για τον «σταυροφόρο που ήρθε από το Μαρόκο», τον Φρανθίσκο Φράνκο.

80 χρόνια μετά το ξεκίνημά του, ο Ισπανικός Εμφύλιος παραμένει παραδόξως για το ευρύ κοινό ένας μεγάλος άγνωστος όσον αφορά τους όρους διεξαγωγής του και τους παράγοντες που έκριναν την τελική έκβασή του. Είναι πάντα δύσκολο να διακρίνεις την αλήθεια όταν πρέπει να διαλύσεις τους μύθους με τους οποίους έχει περιβάλει καθεμία από τις αντιμαχόμενες πλευρές τη μοιραία εκείνη σύγκρουση.

——————————————————————————————————–

Στο εισαγωγικό μέρος θα παρουσιάσουμε τους λόγους που οδήγησαν την Ισπανία στην εμφύλια σύγκρουση του 1936-1939. Εν συνεχεία, θα παρατεθούν συνοπτικά τα γεγονότα του πολέμου (Μέρος Ι), πριν εξεταστούν οι παράγοντες που έκριναν πιθανώς την έκβασή του (Μέρος ΙΙ). Στο καταληκτικό μέρος της παρουσίασης αυτής θα μας απασχολήσουν οι συνέπειες του Ισπανικού Εμφυλίου και, κυρίως, η διαχείριση της ιστορικής μνήμης του εκ μέρους των αντιπάλων παρατάξεων, των επιγόνων τους και της ισπανικής κοινωνίας εν γένει.

«Κι έφτασαν επιτέλους στο νοσοκομείο.

Ένα νοσοκομείο άδειο από ανθρώπους, γεμάτο ακόμη με μηχανήματα, επιδέσμους, κι όλα τα σημάδια του περάσματος του πόνου. Στα άστρωτα και, συχνά, ματωμένα κρεβάτια, το κενό των οποίων αναμειγνύονταν τόσο ωμά με ολόφρεσκα ίχνη παρουσιών, έμοιαζε σαν να μην είχαν ξαπλώσει άνθρωποι, ζωντανοί ή ετοιμοθάνατοι, με τα ιδιαίτερα πρόσωπά τους, αλλά οι ίδιες οι πληγές – το αίμα αντί για το μπράτσο, το κεφάλι, το πόδι. Η ακίνητη βαρύτητα του ηλεκτρικού ρεύματος προσέδιδε σ’ ολόκληρη την αίθουσα όψη εξωπραγματική, η μεγάλη λευκή ενότητα της οποίας θα ήταν εκείνη ενός ονείρου αν οι κηλίδες αίματος και μερικά σώματα δεν επέβαλλαν άγρια την παρουσία της ζωής: τρεις τραυματίες που δεν μπορούσαν να μεταφερθούν περίμεναν τους φασίστες, με τα περίστροφα στο πλάι τους».

[Αντρέ Μαλρώ «Η Ελπίδα», μέρος ΙΙΙ, κεφάλαιο δεύτερο]

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

ΠΩΣ ΟΔΗΓΗΘΗΚΕ Η ΙΣΠΑΝΙΑ ΣΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ

Α.   ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΙΣ, ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ: Η ΙΣΠΑΝΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ

Η Ισπανία των αρχών του 20ού αιώνα είναι μια πάλαι ποτέ αυτοκρατορία που έχει χάσει σχεδόν όλες τις κτήσεις της, μια χώρα που βρίσκεται σχεδόν στο περιθώριο της ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής, ένα κράτος με απαρχαιωμένους θεσμούς και τεράστιες διαφορές και αντιθέσεις, όχι μόνο μεταξύ κοινωνικών τάξεων, αλλά και μεταξύ περιοχών.

Ισπανοί, αιχμάλωτοι πολέμου των Αμερικανών στη Μανίλα, Φιλιππίνες 1898

Ισπανοί, αιχμάλωτοι πολέμου των Αμερικανών στη Μανίλα, Φιλιππίνες 1898

Με τον Ισπανοαμερικανικό Πόλεμο του 1898, η Ισπανία χάνει τις πιο σημαντικές από τις αποικίες της: Κούβα, Πουέρτο Ρίκο, Φιλιππίνες και Γκουάμ. Από την κάποτε μεγαλύτερη αυτοκρατορία της οικουμένης απομένουν μόνο τμήματα του Μαρόκου και της αφρικανικής Γουινέας, καθώς και η Ισπανική Σαχάρα. Κι αυτές οι λιγοστές αποικίες, όμως, αποτελούν εστία προβλημάτων, όπως καταδεικνύει ο αιματηρός Πόλεμος του Ριφ (1921-1926), τον οποίο προκαλεί η εξέγερση του Μαροκινού πολέμαρχου Αμπντελκρίμ Ελ Χατταμπί. Οι ισπανικές στρατιωτικές δυνάμεις θα βρεθούν σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. Την τελική τους επικράτηση θα τη χρωστούν, σε σημαντικό βαθμό, στη βοήθεια της συμμάχου Γαλλίας η οποία θα αποστείλει στρατεύματα ενισχύσεων, αρχικά υπό τον στρατάρχη Λυωτέ και, εν συνεχεία, υπό τον στρατηγό, τότε, Πεταίν.

Πόλεμος του Ριφ, η απόβαση των Ισπανών στην Αλ Χοσέιμα

Πόλεμος του Ριφ, η απόβαση των Ισπανών στην Αλ Χοσέιμα

Η χώρα βρίσκεται ουσιαστικά στο περιθώριο των ευρωπαϊκών εξελίξεων. Δεν συμμετέχει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ανάπτυξη της οικονομίας της εμφανίζει σημαντική καθυστέρηση σε σχέση με τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία). Το ήμισυ του πληθυσμού απασχολείται στην αγροτική παραγωγή. Η κατάσταση εμφανίζεται ακόμη πιο δραματική αν λάβουμε υπόψη την κατανομή όσον αφορά την ιδιοκτησία γης: μερικές εκατοντάδες γαιοκτήμονες, μισό εκατομμύριο μικροϊδιοκτήτες κι άλλοι τόσοι μισθωτές γης και, κυρίως, 2 εκατομμύρια αγροτικοί εργάτες! Με αυτά τα δεδομένα το υψηλότατο ποσοστό αναλφαβητισμού (35 %) δεν προκαλεί έκπληξη.

Αγροτική Ισπανία, 1925, συγκομιδή φακών

Αγροτική Ισπανία, 1925, συγκομιδή φακής

Η Ισπανία αποτελεί μοναρχία στην οποία βασιλεύει (τυπικά από τη γέννησή του, το 1884, ουσιαστικά από την ενηλικίωσή του, το 1902) ο ελάχιστα χαρισματικός και όχι ιδιαίτερα ικανός Αλφόνσος ΙΓ΄. Η μοναρχία είναι κοινοβουλευτική, αλλά οι αρμοδιότητες κοινοβουλίου και κυβέρνησης αρκετά περιορισμένες. Πρόκειται για ένα καθεστώς που υπηρετεί τα συμφέροντα μιας ολιγαρχίας την οποία απαρτίζουν ευγενείς, λοιποί γαιοκτήμονες και βιομήχανοι. Η Καθολική Εκκλησία και ο στρατός (ο οποίος από τις αρχές του 19ου αιώνα ως το 1932 έχει επιχειρήσει περίπου 200 πραξικοπήματα) αποτελούν τους βασικούς θεσμικούς πυλώνες του συστήματος, λειτουργώντας ως θεματοφύλακες των πλέον συντηρητικών πολιτικών, κοινωνικών και ηθικών αξιών.

Αλφόνσος ΙΓ΄

Αλφόνσος ΙΓ΄

Χωρίς κάποιος να υποκύπτει στο στερεότυπο της αντιπαράθεσης συντήρησης και προόδου, οφείλει να ομολογήσει ότι το δομικό πρόβλημα ενός υπερσυντηρητικού συστήματος έγκειται ακριβώς στη νομοτελειακή αδυναμία του να σταματήσει την εξέλιξη. Στην Ισπανία των αρχών του 20ού αιώνα υπάρχει ανάπτυξη, εμπορική και βιομηχανική, η οποία προκαλεί τη δημιουργία μεσοαστικής τάξης και προλεταριάτου. Καμία από τις δύο αυτές τάξεις δεν μπορεί να εκφραστεί μέσω του κατεστημένου συστήματος. Οι αστοί επιζητούν ένα πιο φιλελεύθερο καθεστώς που θα εμπνέεται από το δημοκρατικό κεκτημένο των πιο ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών χωρών. Το προλεταριάτο επιδιώκει να προασπίσει τα δικαιώματά του, που ούτε καν αναγνωρίζονται από την ολιγαρχική άρχουσα τάξη. Οργανώνεται σε συνδικάτα μεταξύ των οποίων κυριαρχούν δύο τάσεις: η αναρχοσυνδικαλιστική (μια και οι ιδέες πολιτικής οργάνωσης του Μπακούνιν και των άλλων θεωρητικών του αναρχισμού γνώρισαν από νωρίς ευρεία εξάπλωση και διάδοση στην Ισπανία), η οποία εκφράζεται από την Εθνική Συνομοσπονδία Εργατών (Confederación Nacional del Trabajo, CNT) και την πολιτική ομόλογό της Ιβηρική Ομοσπονδία Αναρχικών (Federación Anarquista Ibérica, FAI). Και η σοσιαλιστική, με τη Γενική Ένωση Εργατών (Unión General de Trabajadores, UGT), η οποία ελέγχεται από το Ισπανικό Εργατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (Partido Socialista Obrero Español, PSOE). Στους κόλπους αυτής της τάσης αρχίζουν να αναπτύσσονται δειλά και στοιχεία που εμφορούνται από ιδεολογία την οποία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως «ορθόδοξα» κομμουνιστική.

Αφίσα της CNT

Αφίσα της CNT

Το ισπανικό πρόβλημα, όμως, οξύνεται εξαιτίας της ύπαρξης γεωγραφικών διαφορών κοινωνικού και οικονομικού χαρακτήρα που κυριολεκτικά κατακερματίζουν τον χώρο. Αντιθέσεις μεταξύ αστικών κέντρων και υπαίθρου, μεταξύ ανεπτυγμένων εμπορικά και βιομηχανικά περιοχών (Μαδρίτη, Καταλωνία, Λεβάντε, Μάλαγα, Αστουρία) και αγροτικών, αντιθέσεις όσον αφορά τις αγροτικές περιοχές μεταξύ αυτών που κυριαρχούν μικροϊδιοκτήτες γης (Γαλικία κι Εστρεμαδούρα) κι εκείνων που ελέγχονται από γαιοκτήμονες (ανδαλουσιανή ενδοχώρα), διαφορές λόγω βαθμού επιρροής που ασκεί η Καθολική Εκκλησία ή λόγω πολιτικών παραδόσεων (φιλομοναρχική Ναβάρρα). Επιπρόσθετο, αλλά διόλου αμελητέο, πρόβλημα όσον αφορά τις γεωγραφικές αντιθέσεις, οι εθνοτικού χαρακτήρα διαφορές που εκφράζονται μέσω των τάσεων αυτονόμησης στην Καταλωνία και τη Χώρα των Βάσκων (και σε μικρότερο βαθμό στη Γαλικία).

Όλα αυτά τα συστατικά καθιστούν την Ισπανία χώρα πολλαπλά και βαθύτατα διαιρεμένη.

Β.   ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΔΕ ΡΙΒΕΡΑ ΣΤΗ Β΄ ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 συνθήκες οξείας πολιτικής έντασης κλονίζουν την αδύναμη ηγεσία της Ισπανίας. Ασταθή κυβερνητικά σχήματα και επιθέσεις τρομοκρατικού χαρακτήρα εκ μέρους των αναρχικών δημιουργούν σε βασιλιά και στρατό την πεποίθηση ότι απαιτείται η επιβολή δικτατορικού καθεστώτος.

α.   Μια ισπανική απολυταρχία

Στις 13 Σεπτεμβρίου 1923, o στρατηγός Μιγέλ Πρίμο δε Ριβέρα προβαίνει στη Βαρκελώνη σε ένα κλασσικό προνουνθιαμέντο (δημόσια δήλωση στήριξης ορισμένου καθεστώτος), συνοδευόμενο από το απαραίτητο στρατιωτικό πραξικόπημα. Ύστερα από ένα διήμερο σύγχυσης, η κυβέρνηση παραιτείται και, χάρη στη στήριξη του Αλφόνσου ΙΓ΄, ο Ριβέρα αναλαμβάνει την εξουσία.

Μιγέλ Πρίμο δε Ριβέρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 09414 CC-BY-SA 3.0

Μιγέλ Πρίμο δε Ριβέρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 09414 CC-BY-SA 3.0

Μολονότι από ορισμένες απόψεις εμπνέεται από το φασιστικό καθεστώς του Μουσσολίνι, η δικτατορία του Πρίμο δε Ριβέρα είναι περισσότερο μια παραδοσιακή υπερσυντηρητική απολυταρχία. Ορισμένοι χαρακτηρίζουν το καθεστώς δε Ριβέρα ως «ήπιο». Αν το μέτρο σύγκρισης είναι το ναζιστικό ή τα φασιστικά καθεστώτα που επικράτησαν σε διάφορες χώρες της Ευρώπης στη συνέχεια, τότε έχουν σε κάποιο βαθμό δίκιο. Σε κάθε περίπτωση, η τύχη του κρίθηκε από τη διεθνή συγκυρία και δη την οικονομική. Κατά το σύντομο διάστημα οικονομικής ανάπτυξης που χαρακτήρισε το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1920, ο Πρίμο δε Ριβέρα κυβέρνησε σχεδόν ανενόχλητος. Όταν, όμως, οι συνέπειες της μεγάλης οικονομικής κρίσης που προκάλεσε το Κραχ του 1929 άγγιξαν την Ισπανία, ο δικτάτορας έχασε γρήγορα όλα τα στηρίγματά του. Απογοητευμένος και καταβεβλημένος από την ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε (ο Ριβέρα ήταν διαβητικός) έδωσε στον βασιλιά την παραίτησή του στις 28 Ιανουαρίου του 1930, αναχωρώντας για τη (σύντομη, λόγω πρόωρου θανάτου) παρισινή εξορία του.

Αλφόνσος ΙΓ΄ και Μ. Πρίμο δε Ριβέρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 09411 Unknown CC-BY-SA 3.0

Αλφόνσος ΙΓ΄ και Μ. Πρίμο δε Ριβέρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 09411 Unknown CC-BY-SA 3.0

Ο βασιλιάς είχε ως σκοπό την εγκαθίδρυση συνταγματικής μοναρχίας, αλλά η συντριπτική επικράτηση των Δημοκρατικών στις δημοτικές εκλογές του 1931 τον εξανάγκασε σε άτακτη φυγή. Ανέτειλλε τώρα η σύντομη και ταραχώδης εποχή της Β΄ Ισπανικής Δημοκρατίας.

β.   Ελπίδες και περιπέτειες: η Β΄ Ισπανική Δημοκρατία

Η πρώτη διετία της Ισπανικής Δημοκρατίας καθιστούσε βάσιμες τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις για το μέλλον: κυβερνήσεις συνασπισμού με κεντρώο πρόσημο, στις οποίες συμμετείχε το Ισπανικό Εργατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, προώθησαν μια σειρά μεταρρυθμίσεων ευρείας κοινωνικής συναίνεσης. Η εντύπωση αποδείχθηκε απατηλή. Όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα, ώστε η ευρεία αποδοχή να μη μετατραπεί σε καθολική. Και οι εχθροί της Δημοκρατίας ήταν πολλοί και ισχυροί.

i)   Η περίοδος των μεταρρυθμίσεων (1931-1933)

Νιθέτο Αλκαλά Θαμόρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 12783 CC-BY-SA 3.0

Νιθέτο Αλκαλά Θαμόρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 12783 CC-BY-SA 3.0

Μετά τη φυγή και την εξορία του βασιλιά, συγκροτήθηκε προσωρινή κυβέρνηση με επικεφαλής τον κεντροδεξιό πολιτικό Νιθέτο Αλκαλά Θαμόρα, ο οποίος επρόκειτο σύντομα να εκλεγεί πρώτος πρόεδρος της Β΄ Ισπανικής Δημοκρατίας, και κύρια αποστολή τη διοργάνωση βουλευτικών εκλογών. Στις εκλογές του Ιουνίου του 1931 τα δημοκρατικά κόμματα θριάμβευσαν, αποσπώντας συνολικά το 70 % των ψήφων. Κατά το διάστημα που ακολούθησε σχηματίσθηκαν αρκετές κυβερνήσεις συνασπισμού. Πρωθυπουργός των περισσότερων υπήρξε ο κεντροαριστερός Μανουέλ Αθάνια.

Αλκαλά Θαμόρα και Αθάνια

Αλκαλά Θαμόρα και Αθάνια

Η Β΄ Ισπανική Δημοκρατία επιχείρησε να υλοποιήσει ένα εξαιρετικά φιλόδοξο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, εμπνεόμενο σε μεγάλο βαθμό από τη γαλλική Τρίτη Δημοκρατία και τη γερμανική Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, διαχωρισμός κράτους και Εκκλησίας, με κατάργηση των φορολογικών προνομίων της δεύτερης και αποκλεισμό της από την εκπαίδευση, αγροτική μεταρρύθμιση (με αναδιανομή γης και μέτρα ενίσχυσης των φτωχότερων αγροτών), δημιουργία συστήματος δημόσιας εκπαίδευσης, υγείας και πρόνοιας, κατοχύρωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων (δημιουργία μεικτών επιτροπών εργοδοσίας κι εργαζομένων για την επίλυση διαφορών, νόμος περί εργατικών ατυχημάτων), αναγνώριση καθεστώτος αυτονομίας για την Καταλωνία και τη Χώρα των Βάσκων και ένταξή τους σε ομοσπονδιακή κρατική δομή.

Η αντίδραση των θιγομένων, της παλιάς ολιγαρχίας, της Εκκλησίας και του στρατού υπήρξε, όπως αναμενόταν, λυσσαλέα. Εκδηλώθηκε, μεταξύ άλλων, και με το αποτυχημένο πραξικόπημα της Σεβίλλης (10 Αυγούστου 1932), το οποίο επιχείρησε ο στρατηγός Χοσέ Σανχούρχο. Στο άλλο πολιτικό άκρο, οι αναρχοσυνδικαλιστές αντιδρούσαν στο κυβερνητικό πρόγραμμα θεωρώντας το άτολμο!

Χοσέ Σανχούρχο

Χοσέ Σανχούρχο

Αλ. Λερρού

Αλ. Λερρού

Έπειτα, μεταξύ της δημοκρατικής πλειοψηφίας υπήρχε κι ο απαραίτητος αδύναμος κρίκος. Το κεντρώο Ριζοσπαστικό Κόμμα του Αλεχάνδρο Λερρού. Με εκλογική πελατεία αποτελούμενη από μικροϊδιοκτήτες γης και μικροαστούς, ο Λερρού ήταν αμετάπειστος: δεν είχε καμία πρόθεση να δεχτεί τις μεταρρυθμίσεις που έθιγαν την Εκκλησία.

Ο τακτικισμός του Λερρού, η ανασυγκρότηση της αντιδημοκρατικής δεξιάς, υπό τις ευλογίες της Εκκλησίας, και η εκτόπιση του PSOE από την κυβέρνηση οδήγησε σε πολιτική αστάθεια και, τελικά, στην προκήρυξη εκλογών για τα τέλη του 1933. Λίγο νωρίτερα, τον Οκτώβριο του 1933, ο Χοσέ Αντόνιο Πρίμο δε Ριβέρα, γιος του δικτάτορα, ίδρυε την Ισπανική Φάλαγγα, με πρότυπο το φασιστικό κόμμα του Μουσσολίνι.

Χοσέ Αντόνιο Πρίμο δε Ριβέρα

Χοσέ Αντόνιο Πρίμο δε Ριβέρα

ii)   Η περίοδος της οπισθοδρόμησης (1933-1935)

Στις βουλευτικές εκλογές του Νοεμβρίου του 1933, τις πρώτες στις οποίες ψήφισαν και οι Ισπανίδες, το δημοκρατκό στρατόπεδο πλήρωσε τη διάσπασή του. Η Ισπανική Συνομοσπονδία Αυτόνομων Κομμάτων της Δεξιάς (Confederación Española de Derechas Autónomas, CEDA) του Χοσέ Μαρία Χιλ Ρόμπλες αναδεικνυόταν πρώτη δύναμη, χωρίς πάντως κοινοβουλευτική αυτοδυναμία. Όλα τα κόμματα από το κέντρο κι αριστερότερα ήταν κατηγορηματικά αντίθετα στο ενδεχόμενο συμμετοχής της CEDA σε κυβέρνηση. Η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης δόθηκε στον γνωστό και μη εξαιρετέο Αλεχάνδρο Λερρού του Ριζοσπαστικού Κόμματος. Η νέα κυβέρνηση επιχείρησε αμέσως να ακυρώσει μέρος των μεταρρυθμίσεων, ξεκινώντας από αυτές που έθιγαν την Εκκλησία.

Στην αριστερή πτέρυγα της δημοκρατικής κυβέρνησης άρχισε να επικρατεί κλίμα έντονης ανησυχίας και φόβου. Για να κατανοήσουμε την αντίδραση αυτή θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τη διεθνή συγκυρία: επικράτηση του ναζισμού στη Γερμανία, διώξεις κατά του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και βίαιη καταστολή των εργατικών κινητοποιήσεων στην Αυστρία από τον αυταρχικό καγκελάριο Ντόλφους. Ποια, όμως, θα έπρεπε να είναι η στάση των Ισπανών αριστερών; Ως προς αυτό, υπήρχε διάσταση απόψεων ανάμεσα στους δύο ισχυρούς άνδρες του Σοσιαλιστικού Κόμματος, τον Ινταλέθιο Πριέτο (που ήλεγχε τα κομματικά όργανα) και τον συνδικαλιστή Φρανθίσκο Λάργο Καμπαγέρο (που ήλεγχε το συνδικάτο της UGT). Εάν συμφωνούσαν σε κάτι, αυτό ήταν ότι ενδεχόμενη είσοδος της CEDA στην κυβέρνηση θα αποτελούσε τον προάγγελο αντιδραστικού πραξικοπήματος.

Φρανθίσκο Λάργο Καμπαγέρο

Φρανθίσκο Λάργο Καμπαγέρο

Τον Οκτώβριο του 1934, τρεις υπουργοί προερχόμενοι από τη CEDA εισέρχονταν στην κυβέρνηση, προκαλώντας τη σφοδρή σύγκρουση Δεξιάς κι Αριστεράς σε πολιτικό επίπεδο. Στις περισσότερες περιοχές η αντίδραση περιορίσθηκε στην προκήρυξη γενικής απεργίας. Αλλού, όμως, τα πράγματα πήραν πιο επικίνδυνη τροπή. Στη Βαρκελώνη, ο πρόεδρος της περιφερειακής κυβέρνησης (Ζενεραλιτάτ) Λλιουίς Κομπάνς ανακήρυσσε το «Καταλανικό Κράτος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Ισπανίας». Σε περιοχές όπου τα συνδικάτα ήταν ιδαίτερα ισχυρά (Λεόν, Χώρα των Βάσκων και, κυρίως, Αστουρία) η αντίδραση εξελίχθηκε σε πραγματική εξέγερση υπό την καθοδήγηση εργατικών συμβουλίων. Η κυβέρνηση κάλεσε αμέσως τον στρατό να επέμβει. Οι αποικιακές στρατιωτικές δυνάμεις (Ισπανική Λεγεώνα των Ξένων και τακτικά σώματα στρατού αποτελούμενα από Μαροκινούς στρατιώτες), υπό την καθοδήγηση των στρατηγών Φράνκο και Γοδέδ κατέπνιξαν την εξέγερση με πρωτοφανή βιαιότητα. Εκατοντάδες νεκροί, 30 χιλιάδες φυλακισμένοι που υποβάλλονται σε βασανιστήρια, διάλυση κάθε θεσμού κι οργάνωσης που μπορούσε να θεωρηθεί «δημοκρατική». Τώρα πια τις δύο παρατάξεις τις χωρίζει το αίμα.

1934: Δυνάμεις της χωροφυλακής οδηγούν κρατουμένους μετά την εξέγερση στην Αστουρία

1934: Δυνάμεις της χωροφυλακής οδηγούν κρατουμένους μετά την εξέγερση στην Αστουρία

Παρά τη χρήση βίαιων μεθόδων καταστολής και την ενίσχυση της θέσης της αντιδημοκρατικής Δεξιάς, η κυβέρνηση δεν επρόκειτο να μακροημερεύσει. Μια σειρά από σκάνδαλα (οικονομικά και δωροδοκιών) έπληξαν ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία της κι οδήγησαν τον συνασπισμό δεξιών και ριζοσπαστικών σε κατάρρευση.

iii)   Η επάνοδος: το Λαϊκό Μέτωπο

Τον Οκτώβριο του 1935 όλα τα κόμματα της κεντροαριστεράς και της Αριστεράς συγκροτούν το Λαϊκό Μέτωπο με σκοπό την από κοινού κάθοδο στις εκλογές και εξαγγέλλοντας την επαναφορά του προγράμματος μεταρρυθμίσεων του 1931 σε πιο τολμηρή μορφή και τη χορήγηση αμνηστείας στους πολιτικούς κρατουμένους (για τη συμμετοχή στα γεγονότα του 1934). Στις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου/ 4ης Μαρτίου 1936, το Λαϊκό Μέτωπο πρωτεύει, με σχετικά μικρή διαφορά ως προς τον αριθμό ψήφων (47 έως 49 % έναντι 45,6 % που απέσπασαν συνολικά τα δεξιά και κεντροδεξιά κόμματα), αποκτώντας, όμως, ευρεία πλειοψηφία ως προς τις βουλευτικές έδρες.

Αφίσα του ΚΚΙ για τις εκλογές του 1936

Αφίσα του ΚΚΙ για τις εκλογές του 1936

Η νίκη των Δημοκρατικών είχε επιτευχθεί μετά από μια εξαιρετικά αμφίρροπη εκλογική αναμέτρηση, σε συνθήκες πρωτοφανούς έντασης, απίστευτης καχυποψίας και ακραίας πόλωσης. Η στρατηγική αυτή αποτελεί κυρίως έργο του δεξιού στρατοπέδου. Μόλις την επομένη του πρώτου γύρου των εκλογών, ο στρατηγός Φράνκο, αρχηγός τότε του Γενικού Επιτελείου Στρατού επιχειρεί πραξικόπημα. Θα προσκρούσει στην άρνηση του κεντρώου υπηρεσιακού πρωθυπουργού Μανουέλ Πορτέλα να υπογράψει το διάταγμα επιβολής στρατιωτικού νόμου.

Επιχειρώντας να μην προκαλέσουν υπέρμετρες αντιδράσεις, οι Δημοκρατικοί σχηματίζουν κυβέρνηση στην οποία δεν μετέχουν στελέχη των αριστερών κομμάτων. Πρόεδρος εκλέγεται ο Αθάνια και πρωθυπουργός αναλαμβάνει τελικά ο, πρώην υπουργός του των εσωτερικών, Σαντιάγο Κασάρες Κιρόγα. Το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα τίθεται και πάλι σε εφαρμογή. Όσο για τους εχθρικούς προς τη Δημοκρατία στρατιωτικούς, η κυβέρνηση αρκείται να τους μεταθέσει μακριά από τη Μαδρίτη: ο Φράνκο τοποθετείται διοικητής στις Κανάριες Νήσους, ο Εμίλιο Μόλα διορίζεται στρατιωτικός διοικητής στην Παμπλόνα της Ναβάρρας. Επιθυμία επίδειξης πνεύματος συμφιλίωσης ή υποτίμηση του κινδύνου; Την ώρα που οι Δημοκρατικοί προσπαθούν να προωθήσουν τις μεταρρυθμίσεις, οι στρατιωτικοί αντίπαλοί τους έχουν την άνεση να εξυφάνουν τη συνωμοσία τους.

ΜΕΡΟΣ Ι

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ: Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΑΠΌ ΤΟ ΙΟΥΛΙΑΝΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ΕΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ Β΄ ΙΣΠΑΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Α.   ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑΤΟΣ

Υποστηρίζεται συχνά, προς υπεράσπιση των πραξικοπηματιών, ότι η συνωμοσία τους ήταν απλώς αντίδραση για τη σωτηρία της χώρας στην οποία, εξαιτίας των Δημοκρατικών, επικρατούσαν συνθήκες έντασης και αναρχίας. Λέγεται, επίσης, ότι οι συνωμότες είχαν συμφωνήσει να προχωρήσουν το σχέδιό τους σε δύο περιπτώσεις μόνο: αν αναλάμβανε πρωθυπουργός ο σοσιαλιστής συνδικαλιστής Λάργο Καμπαγέρο, τον οποίο κάποιοι, μάλλον άστοχα, είχαν ονομάσει «Λένιν της Ισπανίας», ή αν εκδηλωνόταν επανάσταση εκ μέρους των αναρχικών. Τελικά, όμως, αποφάσισαν να κινηθούν μετά τη δολοφονία του φιλομοναρχικού πολιτικού Χοσέ Κάλβο Σοτέλο στις 13 Ιουλίου 1936 από αστυνομικούς και σοσιαλιστές πολιτοφύλακες.

Χοσέ Κάλβο Σοτέλο

Χοσέ Κάλβο Σοτέλο

Τα διαθέσιμα στοιχεία διαψεύδουν την εκδοχή αυτή.

Καταρχάς, στην Ισπανία δεν παρατηρείται υπέρμετρη έξαρση της έντασης ούτε κλίμα βίας και αναρχίας, τουλάχιστον μέχρι τον Ιούλιο. Ναι μεν υπήρξαν σποραδικά συμβάντα (επιθέσεις σε εκκλησίες και κληρικούς, εκδηλώσεις «ενθουσιασμού» για τη νίκη του Λαϊκού Μετώπου κ.λπ.), αλλά, αντιθέτως, το χαρακτηριστικό γνώρισμα της περιόδου είναι η αύξηση της καταστολής με στόχο περισσότερο τον χώρο της Αριστεράς, ακριβώς επειδή η κυβέρνηση επιδιώκει να ελέγξει τα φαινόμενα αυτά.

Όσον αφορά την εκτέλεση του Κάλβο Σοτέλο, αυτή είναι πράξη αντιποίνων για τη δολοφονία του αξιωματικού της Αστυνομίας Εφόδου Χοσέ Καστίγιο από φαλαγγίτες, την προηγουμένη, 12 Ιουλίου.

Επιπλέον, γνωρίζουμε πλέον ότι το επιχειρησιακό πρόγραμμα για το πραξικόπημα είχε καταρτισθεί από τον Μόλα ήδη από τον Ιούνιο (με σχεδιασμό ακριβώς για τις ημερομηνίες 17-19 Ιουλίου), ενώ την 1η Ιουλίου οι συνωμότες είχαν συνάψει μυστικές συμφωνίες με τη φασιστική Ιταλία για την ενίσχυση σε όπλα και πυρομαχικά.

Εμίλιο Μόλα

Εμίλιο Μόλα

Επομένως, η κατάλυση της δημοκρατίας ήταν ειλημμένη απόφαση κι εκπεφρασμένος στόχος από την πρώτη στιγμή. Η εκδήλωση του πραξικοπήματος ήταν απλώς ζήτημα χρόνου κι εξεύρεσης των αναγκαίων και ικανών στηριγμάτων εντός και εκτός Ισπανίας (οι στασιαστές είχαν αρχικά ορίσει την 8η Απριλίου, αλλά ανέβαλαν την υλοποίηση του σχεδίου ακριβώς επειδή δεν ήταν βέβαιοι για την επιτυχία του). Ο Μόλα, ως διοικητής της Παμπλόνας, έχει την ευκαιρία να διαπραγματευθεί με τους φιλομοναρχικούς της Ναβάρρας και να εξασφαλίσει τη συμμετοχή στον αντικομμουνιστικό αγώνα της περιβόητης πολιτοφυλακής τους, των Ρεκετέ. Λίγο αργότερα, ο φυλακισμένος από την κυβέρνηση ιδρυτής και ηγέτης της Φάλαγγας, ο Χοσέ Αντόνιο Πρίμο δε Ριβέρα θα δηλώσει με επιστολή την υποστήριξή του στο εγχείρημα. Ο Μόλα θα αρχίσει τις επαφές για να εξασφαλίσει την ιταλική βοήθεια, ο Φράνκο θα καλλιεργήσει τις σχέσεις του με το περιβάλλον του Χίτλερ. Τελικά, ο αριθμός των συνωμοτών ανώτατων αξιωματικών είναι εντυπωσιακός: Σανχούρχο, Μόλα, Φράνκο, Φανχούλ, Γοδέδ, Κέιπο δε Γιάνο, Βαρέλα, Οργάθ, Γαλάρθα Μοράντε.

Ο Φρανθίσκο Φράνκο σε φωτογραφία του 1930

Ο Φρανθίσκο Φράνκο σε φωτογραφία του 1930

Στις 17 Ιουλίου 1936 το πραξικόπημα εκδηλώνεται στις Κανάριες Νήσους και το Ισπανικό Μαρόκο (Μελίγια, Θέουτα, Τετουάν). Ο Φράνκο μεταβαίνει αεροπορικώς στο Μαρόκο, με αεροπλάνο που είχε ειδικά ναυλώσει ο τραπεζίτης Τζουάν Μαρτς από τη Μαγιόρκα, για να αναλάβει τη διοίκηση της Στρατιάς της Αφρικής. Τις επόμενες δύο ημέρες στασιάζουν οι στρατιωτικές φρουρές στη μητροπολιτική Ισπανία. Στόχος είναι η κατάληψη της Μαδρίτης και η συγκρότηση στρατιωτικής χούντας. Το πραξικόπημα, όμως, δεν θα επιτύχει ολοκληρωτικά. Η Ισπανία θα εισέλθει σε μια φάση που καμία από τις δυο αντίπαλες πλευρές δεν είχε προβλέψει.

Β.   ΗΜΕΡΕΣ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΡΧΙΑΣ

α.   Λάβετε θέσεις! Μία χώρα, δύο στρατόπεδα, τέσσερα κομμάτια: Μετά το χάος των πρώτων ημερών που ακολούθησαν την εκδήλωση του πραξικοπήματος, η Ισπανία βρίσκεται χωρισμένη σε δύο στρατόπεδα και τέσσερα μέρη! Οι στασιαστές επικρατούν στις αγροτικές και/ή πιο συντηρητικές περιοχές: Γαλικία, Παλαιά Καστίλλη, Λεόν, Ναβάρρα, μεγαλύτερο τμήμα της Αραγωνίας, Βαλεαρίδες (εκτός από τη Μινόρκα) και τμήμα της Εστρεμαδούρας, συν ένα προγεφύρωμα στην Ανδαλουσία, που περιλαμβάνει τη Σεβίλλη και την Κορδούη και είναι σημαντικό γιατί καθιστά δυνατή την έστω και περιορισμένη μεταφορά των αποικιακών στρατευμάτων από το Μαρόκο, και (παραδόξως) το Οβιέδο της Αστουρίας. Οι Δημοκρατικοί διατηρούν τον έλεγχο στη Μαδρίτη και σε ολόκληρη τη Μάντσα, στην Καταλωνία, το ισπανικό Λεβάντε, στο μεγαλύτερο μέρος της Ανδαλουσίας και τις βομηχανικές περιοχές του Βορρά (Χώρα των Βάσκων και Αστουρία).

Η κατάσταση στις αρχές του πολέμου/ πηγή: Wikimedia, χρήστης Grandiose

Η κατάσταση στις αρχές του πολέμου/ πηγή: Wikimedia, χρήστης Grandiose

Τι είχε συμβεί;

β.   Η επανάσταση αρχίζει: Τις ημέρες που προηγήθηκαν του πραξικοπήματος, η κυβέρνηση Κασάρες Κιρόγα δεν είχε εισακούσει τις εκκλήσεις των συνδικάτων «να δώσει όπλα στον λαό». Όταν εκδηλώθηκε το πραξικόπημα αρκέσθηκε στην έκδοση ενός διατάγματος περί διάλυσης του στρατεύματος, απόφαση που επέτεινε τη σύγχυση, ειδικά μεταξύ των στρατιωτικών που παρέμειναν πιστοί στη δημοκρατία. Όσον αφορά τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Μανουέλ Αθάνια, αυτός έδειχνε πανικόβλητος. Οι μόνες λύσεις κατά τη γνώμη του ήταν η διαπραγμάτευση με τους στασιαστές και η διεξαγωγή δημοψηφίσματος! Για τον λόγο αυτό και διόρισε πρωθυπουργό των μετριοπαθέστατο Μαρτίνεθ Μπάρριο ο οποίος πέρασε μια νύχτα διαπραγματευόμενος τηλεφωνικά χωρίς αποτέλεσμα με τους πραξικοπηματίες και, έπειτα, παραιτήθηκε χωρίς να αναλάβει ποτέ ουσιαστικά τα καθήκοντά του. Ο, επίσης μετριοπαθής, διάδοχός του Χοσέ Χιράλ, ως τότε Υπουργός Ναυτικού, αποφάσισε τελικά τη διανομή όπλων στις λαϊκές πολιτοφυλακές. Οι πολιτοφυλακές και οι δυνάμεις ασφαλείας (οι οποίες σε σημαντικό ποσοστό παρέμειναν πιστές στη νόμιμη κυβέρνηση) ήταν αυτές που εξουδετέρωσαν τα στρατεύματα που συντάχθηκαν με τους στασιαστές στις μεγάλες πόλεις. Η πραγματική εξουσία, όμως, είχε ξεφύγει από την κυβέρνηση.

Βαρκελώνη, Ιούλιος 1936/ πολιτοφύλακες των Δημοκρατικών σε οδόφραγμα

Βαρκελώνη, Ιούλιος 1936/ πολιτοφύλακες των Δημοκρατικών σε οδόφραγμα

Σε ένα χρονικό σημείο που η κατάσταση δεν είχε ακόμη μετατραπεί σε πραγματική πολεμική σύρραξη, τα συνδικάτα, πρωτίστως οι αναρχικοί και σε μικρότερο βαθμό οι σοσιαλιστές και κομμουνιστές, ανέλαβαν την εξουσία συγκροτώντας κατά τόπους επαναστατικές επιτροπές (στη Βαρκελώνη, μάλιστα, συγκροτήθηκε και μια Κεντρική Επιτροπή Αντιφασιστικών Πολιτοφυλακών). Οι επιτροπές αυτές ανέλαβαν τη συγκρότηση νέων μονάδων πολιτοφυλακής και προχώρησαν σε κολλεκτιβοποίηση των αγροκτημάτων και των μονάδων βιομηχανικής παραγωγής, ενέργειες που συνοδεύονταν από τις «αναμενόμενες» βιαιοπραγίες κατά των εκπροσώπων της παλαιάς ολιγαρχίας που δεν είχαν προλάβει να διαφύγουν στη ζώνη των στασιαστών. Με άλλα λόγια, τώρα που δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο (ολιγαρχία ή κυβέρνηση), η επανάσταση μπορούσε να αρχίσει! Το πλέον παράδοξο είναι ότι ένα πραξικόπημα του οποίου ο δημοσίως εκπεφρασμένος στόχος ήταν η αποτροπή της επανάστασης, κατέληξε να την προκαλέσει!

Ο επαναστατικός ζήλος δεν αρκεί για τη συγκρότηση αξιόμαχου στρατεύματος και την επιτυχή διεξαγωγή πολέμου. Οι φάλαγγες πολιτοφυλακών που ξεκίνησαν από τη Βαρκελώνη και τη Βαλένθια για να καταλάβουν, αντίστοιχα, τη Θαραγόθα και την Κορδούη απέτυχαν παταγωδώς.

γ.   Οι εθνικιστές εδραιώνουν τις θέσεις τους: Οι στασιαστές είναι στρατιωτικοί και γνωρίζουν πολύ καλά τι ακριβώς θέλουν, χωρίς να ασχολούνται με ουτοπίες. Η σχετική αποτυχία του πραξικοπήματος τους αναγκάζει να αναζητήσουν την ξένη βοήθεια. Στις 25 Ιουλίου ο Χίτλερ συμφωνεί να ενισχύσει στρατιωτικά τους εθνικιστές. Λίγες ημέρες αργότερα το ίδιο πράττει και ο Μουσσολίνι. Η σημασία της ξένης στρατιωτικής βοήθειας αποδεικνύεται από πολύ νωρίς: χάρη στα γερμανικά μεταγωγικά στήνεται η πρώτη αερογέφυρα της Ιστορίας, καθιστώντας δυνατή τη μεταφορά των στρατευμάτων της Αφρικής στη μητροπολιτική Ισπανία. Οι Δημοκρατικοί δεν θα τύχουν αντίστοιχης βοήθειας, παρά τις προσπάθειες του Χιράλ να εξασφαλίσει γαλλική, τουλάχιστον βοήθεια. Παρά την αρχική προθυμία του, ο Λεόν Μπλουμ θα υποκύψει στους φόβους για εσωτερική αναταραχή, τις αντιδράσεις των Γάλλων Ριζοσπαστών και, κυρίως, τις βρετανικές πιέσεις, καταλήγοντας στο τραγικό δόγμα της μη επεμβάσεως.

Οι στρατηγικοί στόχοι των εθνικιστών είναι δύο.

Πρώτον, η διεύρυνση της επικράτειάς τους σε Ανδαλουσία και Εστρεμαδούρα έτσι ώστε, αφενός, να ενοποιήσουν τις δύο ζώνες ελέγχου τους και, αφετέρου, να καταλάβουν το σύνολο της μεθοριακής γραμμής με την Πορτογαλία στην οποία κυβερνά από το 1933 η φιλική προς τους στασιαστές δικτατορία του Αντόνιο Σαλαζάρ. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται χάρη κυρίως στις προσπάθειες του Κέιπο δε Γιάνο.

Η κατάληψη των περιοχών συνοδεύεται από τις συστηματικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Κάθε στοιχείο ύποπτο για φιλικά προς τη Δημοκρατία αισθήματα εκτελείται [2]. Η σταδιακή και μεθοδική κατάληψη εδαφών αποτελεί επιλογή του Φράνκο, όπως ο ίδιος είχε εξομολογηθεί στον Ιταλό στρατηγό Φαλντέλλα:

«Σε έναν εμφύλιο πόλεμο είναι προτιμότερη η συστηματική κατάληψη του εδάφους, η οποία συνοδεύεται από τις αναγκαίες εκκαθαρίσεις, παρά μια γρήγορη συντριβή των εχθρικών στρατευμάτων, ενδεχόμενο το οποίο θα άφηνε τη χώρα μολυσμένη από αντεθνικά στοιχεία

Δεύτερον, ο πλήρης αποκλεισμός της βόρειας ζώνης που ελέγχουν οι Δημοκρατικοί, μέσω της κατάληψης της μεθορίου με τη Γαλλία, έτσι ώστε να καταστεί αδύνατη η ενίσχυση και ο ανεφοδιασμός της Χώρας των Βάσκων και της Αστουρίας. Και ο δεύτερος στόχος επιτυγχάνεται, στις αρχές Σεπτεμβρίου, με την καταληψη του Ιρούν.

Γ.   Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΜΑΔΡΙΤΗΣ

Φ. Λάργο Καμπαγέρο

Φ. Λάργο Καμπαγέρο

Τον Σεπτέμβριο του 1936 σχηματίζεται νέα κυβέρνηση στη Μαδρίτη, υπό την ηγεσία του σοσιαλιστή συνδικαλιστή ηγέτη Λάργο Καμπαγέρο. Στην κυβέρνηση αυτή θα συμμετάσχουν, δύο μήνες αργότερα, και οι αναρχικοί. Την ίδια, όμως, ώρα οι δυνάμεις των στασιαστών βρίσκονται 100 χιλιόμετρα μακριά από την πρωτεύουσα. Ο στρατός των Δημοκρατικών δεν είναι ακόμη παρά ένα συνονθύλευμα πολιτοφυλακών, πλημμελώς εξοπλισμένων και με χαμηλό ηθικό. Αρκετοί υποστηρίζουν ότι αν ο Φράνκο αποφάσιζε να επιτεθεί θα καταλάμβανε εύκολα τη Μαδρίτη και θα τελείωνε τον πόλεμο μέσα σε δύο μήνες.

α. Τολέδο αντί Μαδρίτης

Οι Δημοκρατικοί πολιορκούν το Αλκάθαρ του Τολέδου Σεπτέμβριος 1936/ φωτό του Μιχαήλ Κολτσόφ

Οι Δημοκρατικοί πολιορκούν το Αλκάθαρ του Τολέδου, Σεπτέμβριος 1936/ φωτό του Μιχαήλ Κολτσόφ

Αντί της Μαδρίτης, ο Φράνκο θα επιλέξει ένα συμβολικό στόχο, το Τολέδο. Στο φρούριο της ιστορικής πόλης, το Αλκάθαρ, το οποίο στεγάζει και την τοπική στρατιωτική ακαδημία, έχουν οχυρωθεί οι στρατιωτικοί που συντάχθηκαν με το πραξικόπημα, μαζί με τις οικογένειές τους. Διοικητής είναι ο συνταγματάρχης Χοσέ Μοσκαρδό, αξιωματικός που δεν ήταν ενήμερος για τη συνωμοσία, αλλά προσχώρησε στο στρατόπεδο των στασιαστών αμέσως μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος. Ο Μοσκαρδό ήταν, δίχως, αμφιβολία, ιδιόμορφη περίπτωση αξιωματικού. Κάθε πρωί, παρά την πολιορκία, τις επιθέσεις και τους βομβαρδισμούς, έστελνε στο γενικό επιτελείο των εθνικιστών το ίδιο λακωνικό ανακοινωθέν: «Ουδέν νεώτερον από το Αλκάθαρ» («Sin novedad en el Alcázar»). Στις 23 Ιουλίου, οι Δημοκρατικοί αιχμαλώτισαν τον δεκαεξάχρονο γιο του Μοσκαρδό, τον Λουίς. Τηλεφώνησαν αμέσως στη φρουρά. Το ακουστικό το σήκωσε ο ίδιος ο Μοσκαρδό. Του είπαν να παραδοθεί, αλλιώς ο μικρός θα εκτελούνταν. Ο συνταγματάρχης ζήτησε να μιλήσει με το γιο του. Λέγεται ότι ακολούθησε ο εξής διάλογος:

  • Είσαι καλά παιδί μου;
  • Ναι, πατέρα!
  • Μου είπαν ότι θα σε εκτελέσουν αν δεν παραδοθώ. Το ξέρεις πολύ καλά ότι η τιμή και τα καθήκοντά μου δεν μου επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Δεν μπορώ να το κάνω αυτό.
  • Ναι, πατέρα!
  • Άκου, γιε μου. Θα παραδώσεις την ψυχή σου στον Θεό και θα πεθάνεις ως Ισπανός πατριώτης, φωνάζοντας «Ζήτω ο Βασιλεύς Χριστός» και «Ζήτω η Ισπανία».
  • Μάλιστα, πατέρα! Μπορώ να το κάνω αυτό.
  • Μπράβο, παιδί μου! [ο νεαρός Λουίς εκτελέστηκε ένα μήνα αργότερα σε αντίποινα για κάποια αεροπορική επιδρομή των φρανκικών]
Μοσκαρδό και Φράνκο (πιο πίσω ο στρατηγός Βαρέλα)/ πηγή: Ίδρυμα Φρ. Φράνκο

Μοσκαρδό και Φράνκο (πιο πίσω ο στρατηγός Βαρέλα)/ πηγή: Ίδρυμα Φρ. Φράνκο

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1936, οι δυνάμεις του Φράνκο, έχοντας συντρίψει τους Δημοκρατικούς, εισέρχονται στο Τολέδο και λυτρώνουν την πολιορκημένη φρουρά. Σχεδόν αμέσως, ο Φράνκο δρέπει τις δάφνες του θριάμβου του: ανακηρύσσεται αρχιστράτηγος (Generalísimo) και αρχηγός κράτους, αναλαμβάνοντας τα ηνία της «εθνικής κυβέρνησης» που έχει σχηματισθεί στο Μπούργκος.

β.   Μαδρίτη, πολιορκημένη πόλη

Προέλαση και Πέμπτη Φάλαγγα: Μέχρι να ανασυγκροτηθούν και να ανεφοδιασθούν τα στρατεύματα των εθνικιστών φθάνουμε στις 20 Οκτωβρίου. Τέσσερις φάλαγγες, υπό τους Μόλα, Γιαγουέ, Μπαρρόν και Μοναστέριο, επανδρωμένες κυρίως με λεγεωνάριους και Μαροκινούς, ξεκινούν από διαφορετικά σημεία με στόχο την κατάληψη της ισπανικής πρωτεύουσας. Κατά τη διάρκεια ραδιοφωνικής εκπομπής ρώτησαν τον Μόλα ποια από τις φάλαγγες αυτές θα καταλάμβανε τελικά τη Μαδρίτη. Κι εκείνος απάντησε:

«Την πρωτεύουσα δεν θα την καταλάβει καμία από τις φάλαγγες αυτές. Η Μαδρίτη θα καταληφθεί από την Πέμπτη Φάλαγγα, αυτήν των υποστηρικτών μας που ήδη βρίσκονται μέσα στην πόλη

Ο όρος επρόκειτο να αποκτήσει απροσδόκητες διαστάσεις, να μεταμορφωθεί σε ψύχωση και έμμονη ιδέα που θα στοίχειωνε τη σκέψη αμέτρητων πολιτικών και στρατιωτικών σε πάμπολλες χώρες.

Στις αρχές Νοεμβρίου οι φάλαγγες πλησιάζουν στην πρωτεύουσα, την οποία βομβαρδίζει ανηλεώς η γερμανική αεροπορία. Η κυβέρνηση Λάργο Καμπαγέρο εγκαταλείπει τη Μαδρίτη και καταφεύγει στη Βαλένθια. Την άμυνα της πόλης αναλαμβάνει ο στρατηγός Μιάχα κι ο επιτελάρχης του, αντισυνταγματάρχης Βιθέντε Ρόχο. Στις 6 Νοεμβρίου ήδη διεξάγονται μάχες στην Κάσα δε Κάμπο, το πρώην κυνηγετικό πάρκο των Ισπανών βασιλιάδων, και στην Πανεπιστημιούπολη. Εθελοντές έχουν στήσει οδοφράγματα σε κάθε γωνιά της πόλης.

« ¡No pasarán! » – Η Μαδρίτη αντιστέκεται

«Ας ορθώσουμε όλοι το ανάστημά μας ενάντια στο φασιστικό στρατιωτικό πραξικόπημα! Ας προασπίσουμε τις λαϊκές ελευθερίες και τις δημοκρατικές κατακτήσεις του λαού!… Η χώρα ολόκληρη έχει αγανακτήσει με τούτους τους άθλιους που θέλουν να βυθίσουν τη δημοκρατική και λαϊκή Ισπανία σε κόλαση τρόμου και θανάτου. Μα δεν θα περάσουν! Η Ισπανία ολόκληρη ετοιμάζεται να πολεμήσει.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα σας καλεί στη μάχη. Καλεί ειδικά τους εργάτες, τους αγρότες, τους διανοούμενους να πάρουν θέσεις μάχης για να συντρίψουν οριστικά τους εχθρούς της Δημοκρατίας και των λαϊκών ελευθεριών. Ζήτω το Λαϊκό Μέτωπο! Ζήτω η ενότητα όλων των αντιφασιστών! Ζήτω η δημοκρατία του λαού! Οι φασίστες δεν θα περάσουν! Δεν θα περάσουν

[Ντολόρες Ιμπάρρουρι, η επονομαζόμενη και Πασιονάρια, λόγος που εκφωνήθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών στη Μαδρίτη, στις 19 Ιουλίου 1936]

Πολιορκία της Μαδρίτης ¡No_pasarán!

Πολιορκία της Μαδρίτης ¡No_pasarán!

Ενώ οι εθνικιστές αρχίζουν να πιστεύουν ότι η κατάληψη της Μαδρίτης θα αποδειχθεί σχετικά εύκολη υπόθεση, η κατάσταση αντιστρέφεται. Φθάνουν οι πρώτες Διεθνείς Ταξιαρχίες (11η και 12η) και τα πρώτα σοβιετικά άρματα μάχης και πολεμικά αεροσκάφη. Οι σοβιετικοί πιλότοι παίρνουν τον έλεγχο του εναέριου χώρου από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς, βομβαρδίζουν τις βάσεις των εθνικιστών σε Ανδαλουσία κι Εστρεμαδούρα. Εξαντλημένοι από τις οδομαχίες, οι στρατιώτες του Φράνκο υποχωρούν.

Οι αποτυχημένες «περιφερειακές επιθέσεις»: Ο Φράνκο εγκαταλείπει την ιδέα της κατάκτησης της Μαδρίτης με κατά μέτωπο έφοδο κι επιχειρεί να την καταλάβει επιτιθέμενος από τα βορειοδυτικά (Μάχη της Οδού της Λα Κορούνια, Νοέμβριος-Ιανουάριος) και, στη συνέχεια, από τα νότια (Μάχη της κοιλάδας του ποταμού Χαράμα, Φεβρουάριος 1937). Και οι δύο μάχες αποδεικνύονται ιδιαίτερα αιματηρές (σχεδόν 30 χιλιάδες νεκροί συνολικά για τα δύο στρατόπεδα), πλην όμως οι Μαροκινοί ρεγουλάρες αδυνατούν να διασπάσουν τις γραμμές των Διεθνών Ταξιαρχιών.

Μάχη της Γουαδαλαχάρα, ιταλικά τεθωρακισμένα Φίατ Ανσάλντο/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 183 P0214-516 CC-BY-SA 3.0

Μάχη της Γουαδαλαχάρα, ιταλικά τεθωρακισμένα Φίατ Ανσάλντο/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 183 P0214-516 CC-BY-SA 3.0

Η Μάχη της Γουαδαλαχάρα: Η τελευταία προσπάθεια κατάληψης της Μαδρίτης είναι έργο του ιταλικού Εθελοντικού Εκστρατευτικού Σώματος (Corpo Truppe Volontarie, CTV), το οποίο έχει στείλει ο Μουσσολίνι. Οι δυνάμεις του στρατηγού Ροάττα επιχειρούν να φθάσουν στη Μαδρίτη από βορρά. Οι καιρικές συνθήκες (κατακλυσμιαίες βροχοπτώσεις, τις οποίες διαδέχονται χιονοθύελλες) δυσχεραίνουν το έργο τους, τα σοβιετικά τεθωρακισμένα συντρίβουν τα λιλιπούτεια ιταλικά άρματα μάχης, οι άνδρες των ΔΤ (ανάμεσά τους πολλοί Ιταλοί Γαριβαλδινοί) αποδεικνύονται πιο αξιόμαχοι από τους μελανοχίτωνες. Τελευταίος, αλλά όχι αμελητέος, παράγοντας της ιταλικής αποτυχίας, η στάση του ίδιου του Φράνκο. Προκειμένου να μην οφείλει τίποτε στον Ιταλό δικτάτορα, προτιμά να αφήσει το CTV εντελώς αβοήθητο! Στις 23 Μαρτίου η Μάχη της Μαδρίτης έχει τελειώσει. Η Δημοκρατία έχει προς το παρόν σωθεί, χάρη κυρίως στη σοβιετική βοήθεια.

Δεν είναι, όμως, όλα ρόδινα για αυτήν. Το ιταλικό Εκστρατευτικό Σώμα, το ίδιο που απέτυχε παταγωδώς στη Γουαδαλαχάρα, έχει κατορθώσει να πάρει τη Μάλαγα (8 Φεβρουαρίου), καταλαμβάνοντας μαζί με τη μεγαλούπολη και το υπόλοιπο τμήμα της Ανδαλουσίας που ήλεγχαν οι Δημοκρατικοί.

Δ.   ΠΟΛΕΜΟΣ ΦΘΟΡΑΣ ΚΙ ΑΠΩΛΕΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Έχοντας συναίσθηση της στρατιωτικής υπεροχής των εθνικιστών, το επιτελείο των Δημοκρατικών επιλέγει έναν πόλεμο φθοράς του αντιπάλου κι αντίστασης στις δυνάμεις του, μέχρι να μεταβληθεί η διεθνής συγκυρία. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των δημοκρατικών στρατευμάτων αποτελούν κατ’ ουσίαν αντιπερισπασμούς που θα δυσχεράνουν τις προσπάθειες του Φράνκο να διευρύνει την επικράτεια που ελέγχουν οι εθνικιστές. Κανείς από τους αντιπερισπασμούς αυτούς δεν θα επιτύχει.

α.   Ο Φράνκο καταλαμβάνει τη Χώρα των Βάσκων

Μετά την κατ’ επανάληψη αποτυχία κατάληψης της Μαδρίτης, ο Φράνκο επιλέγει να στραφεί κατά του βόρειου θυλάκου των Δημοκρατικών, δηλαδή τις αποκομένες από την κύρια ζώνη περιοχές της Αστουρίας και της Χώρας των Βάσκων. Ο Φράνκο δίνει στη γερμανική και τη ιταλική αεροπορία το ελεύθερο να βομβαρδίσουν ανηλεώς τις βασκικές πόλεις. Οι βομβαρδισμοί στοχεύουν να πλήξουν κυρίως τους αμάχους, ώστε να κάμψουν το ηθικό των αντιπάλων.

Π. Πικάσσο, Γκερνίκα/ αντίγραφο από πλακίδια στην ομώνυμη πόλη/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Papamanila

Π. Πικάσσο, Γκερνίκα/ αντίγραφο από πλακίδια στην ομώνυμη πόλη/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Papamanila

Ο βομβαρδισμός της Γκερνίκα έχει μείνει στην Ιστορία για πολλούς λόγους, ένας από τους οποίους είναι κι ο διάσημος πίνακας του Πικάσσο. Η Γκερνίκα είχε μεγάλη συμβολική σημασία για τους Βάσκους: ήταν η ιστορική πρωτεύουσά τους, η πόλη γύρω από το Ιερό Δέντρο της οποίας συγκεντρώνονταν οι εθνοσυνελεύσεις τους. Στις 26 Απριλίου 1937, πέντε σμήνη βομβαρδιστικών της γερμανικής Λεγεώνας Κόνδωρ, συνοδευόμενα από ιταλικά βομβαρδιστικά, επιτίθενται κατά της πόλης. Τα τέσσερα πέμπτα των κτηρίων της θα καταστραφούν! Οι νεκροί, όλοι άμαχοι, υπολογίζονται μεταξύ 125 και 300 (κατά τις νεότερες μελέτες βάσει αρχειακών δεδομένων) και 1650 (επίσημος υπολογισμός της βασκικής κυβέρνησης).

Βομβαρδισμένη Γκερνίκα/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_183-H25224

Βομβαρδισμένη Γκερνίκα/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_183-H25224

Δύο κακοσχεδιασμένες επιχειρήσεις αντιπερισπασμού των Δημοκρατικών με στόχους τη Σεγόβια και τη Χουέσκα δεν έχουν κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Ως το τέλος Ιουνίου ο Φράνκο έχει καταλάβει το Μπιλμπάο και ολόκληρη τη χώρα των Βάσκων.

Στο μεταξύ, το στρατόπεδο των Δημοκρατικών κλονίζεται από τη διαμάχη υποστηρικτών της τάξης και οπαδών της επανάστασης. Οι ταραχές οδηγούν τον Λάργο Καμπαγέρο σε παραίτηση. Ο πρόεδρος Αθάνια αναθέτει τον σχηματισμό κυβέρνησης στον σοσιαλιστή Χουάν Νεγρίν, τον μόνο που θεωρεί ικανό να ηγηθεί ενός συνεκτικού κυβερνητικού σχήματος και, ταυτόχρονα, να διαπραγματευθεί με τους Γάλλους και τους Βρετανούς.

Χουάν Νεγρίν

Χουάν Νεγρίν

β.   Αποτυχημένοι αντιπερισπασμοί: Μπρουνέτε και Μπελτσίτε

Μπρουνέτε: Προσπαθώντας να διασώσει ό,τι έχει απομείνει από τον βόρειο θύλακο, το επιτελείο των Δημοκρατικών βάζει σε εφαρμογή μια μεγάλης κλίμακας επιχείρηση αντιπερισπασμού, την οποία έχει σχεδιάσει ο αρχηγός του γενικού επιτελείου Βιθέντε Ρόχο. Οι συγκεντρωμένες δυνάμεις είναι εντυπωσιακές στον αριθμό: 90 χιλιάδες άνδρες, 100 άρματα μάχης, 200 κανόνια και 140 πολεμικά αεροσκάφη. Στις 5 Ιουλίου 1937, τρεις επίλεκτες μεραρχίες τις οποίες διοικούν κομμουνιστές (Λίστερ, Βάλτερ, Καμπεσίνο) επελαύνουν κατά του Μπρουνέτε, στα νοτιοδυτικά της Μαδρίτης, με στόχο να περικυκλώσουν τις φρανκικές δυνάμεις που βρίσκονται συγκεντρωμένες στην περιοχή. Ο στρατός των Δημοκρατικών κατορθώνει να καταλάβει το Μπρουνέτε, έχοντας όμως προχωρήσει λιγότερο απ’ ό,τι υπολόγιζε. Ο Φράνκο διακόπτει τις επιχειρήσεις στον Βορρά και στέλνει ενισχύσεις. Οι εθνικιστές ανακαταλαμβάνουν την πόλη και απωθούν τους Δημοκρατικούς, οι οποίοι έχουν απώλειες 25 χιλιάδων ανδρών. Η εκστρατεία του Φράνκο στα βόρεια συνεχίζεται και στα τέλη Αυγούστου καταλαμβάνεται το Σανταντέρ.

Ενρίκε Λίστερ

Ενρίκε Λίστερ

Μπελτσίτε: Σχεδόν ταυτόχρονα οι Δημοκρατικοί εξαπολύουν μια δεύτερη επίθεση αντιπερισπασμού, αυτή τη φορά στην Αραγωνία με στόχο τη Θαραγόθα. Η ιστορία μοιάζει με επανάληψη της Μάχης του Μπρουνέτε. Το σχέδιο του Ρόχο είναι ιδιαιτέρως τολμηρό, η εκτέλεσή του διστακτική, μια κι ο Λαϊκός Στρατός σκοντάφτει στην αντίδραση της φρουράς του Μπελτσίτε. Οι εθνικιστές στέλνουν ενισχύσεις και ως τις 7 Σεπτεμβρίου έχουν κερδίσει τη μάχη.

Ερείπια του Μπελτσίτε/ πηγή: Wikipedia, χρήστης ecelan

Ερείπια του Μπελτσίτε/ πηγή: Wikipedia, χρήστης ecelan

Ο Φράνκο ολοκληρώνει επιτυχώς την εκστρατεία του Βορρά στα τέλη Οκτωβρίου, έχοντας πλέον κατακτήσει το σύνολο της Αστουρίας. Η βόρεια ζώνη του δημοκρατικού στρατοπέδου έχει πάψει να υπάρχει. Οι Δημοκρατικοί έχουν χάσει 14 μεραρχίες με τον εξοπλισμό τους, τη μοναδική περιοχή με βαριά βιομηχανία που κρατούσαν υπό τον έλεγχό τους και τα πλοία του στόλου του Ατλαντικού. Η πλάστιγγα γέρνει όλο και περισσότερο προς το μέρος των εθνικιστών.

Ε.   ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΠΑΝΙΚΟ ΒΕΡΝΤΕΝ ΣΤΗ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ

α.   Τερουέλ: Στα τέλη του 1937 το ηθικό του δημοκρατικού στρατοπέδου είναι χαμηλό. Υπάρχουν φόβοι ότι σύντομα ο Φράνκο θα επιχειρήσει νέα επίθεση κατά της Μαδρίτης. Ο επιτελάρχης Ρόχο αποφασίζει να θέσει σε εφαρμογή μια επιχείρηση στρατηγικής αντεπίθεσης που θα ανυψώσει το ηθικό του πληθυσμού. Στόχος είναι το Τερουέλ, μια μικρή πόλη της νοτιοδυτικής Αραγωνίας. Στις 15 Δεκεμβρίου, 80 χιλιάδες άνδρες, χωρίς υποστήριξη πυροβολικού και αεροπορίας, επιτίθενται. Μια εβδομάδα αργότερα, έχουν κατορθώσει να καταλάβουν το Τερουέλ.

Μάχη του Τερουέλ

Μάχη του Τερουέλ

Ο Φράνκο έχει δύο επιλογές: να στραφεί κατά της ανυπεράσπιστης Μαδρίτης ή να δώσει ένα γερό μάθημα στους Δημοκρατικούς στερώντας τους ακόμη και την παραμικρή νίκη. Πιστός στη φιλοσοφία του, αποφασίζει να πράξει το δεύτερο. Υπό πολικό ψύχος και με ένα μέτρο χιόνι, ο Εθνικός Στρατός εφορμά στις 17 Ιανουαρίου 1938. Ακολουθούν σφροδρότατες μάχες στο Τερουέλ. Η επίθεση της μιας πλευράς διαδέχεται εκείνη της άλλης. Στις 22 Φεβρουαρίου και με τίμημα απώλειες 40 χιλιάδων ανδρών, οι εθνικιστές ανακτούν το «ισπανικό Βερντέν». Οι αντίπαλοί τους χάνουν 60 χιλιάδες άνδρες και τα περισσότερα από τα εξαιρετικά σοβιετικά τεθωρακισμένα ΒΤ-5.

β.   Μεσόγειος: Η κατάσταση αποδιοργάνωσης του αντιπάλου και η σαφέστατη αριθμητική υπεροχή των εθνικιστικών δυνάμεων δημιουργούν στο επιτελείο του Φράνκο την πεποίθηση ότι είναι η κατάλληλη στιγμή για να καταφέρουν αποφασιστικό πλήγμα στον εχθρό. Με δύναμη μεγαλύτερη των 100 χιλιάδων ανδρών και αιχμή του δόρατος το ιταλικό εκστρατευτικό σώμα, ο Εθνικός Στρατός επιτίθεται στις αρχές Μαρτίου και μέσα σε μια εβδομάδα έχει προχωρήσει πάνω από 100 χιλιόμετρα, κατακτώντας το υπόλοιπο της Αραγωνίας και διεισδύοντας πλέον στην Καταλωνία. Η επίθεση είναι σαρωτική κι αναπτύσσεται σε μέτωπο πλάτους 150 χιλιομέτρων. Μετατοπίζοντας αιφνίδια το κέντρο βάρους της, οι δυνάμεις του Φράνκο φθάνουν ανενόχλητοι στις ακτές της Μεσογείου, στο Βιναρός, ακριβώς στο σύνορο μεταξύ Λεβάντε και Καταλωνίας. Με τον τρόπο αυτό χωρίζουν εκ νέου στα δύο την επικράτεια των Δημοκρατικών, αποκόπτοντας την Καταλωνία από την υπόλοιπη δημοκρατική ζώνη. Την ίδια ώρα, στη Γαλλία, πέφτει η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου και τη θέση της παίρνει η συντηρητική του Νταλαντιέ, η οποία κλείνει οριστικά τα γαλλοϊσπανικά σύνορα, αποκλείοντας κάθε δυνατότητα ανεφοδιασμού της Καταλωνίας.

Η Ισπανία την άνοιξη του 1938/ πηγή: Wikipedia, χρήστης grandiose

Η Ισπανία την άνοιξη του 1938/ πηγή: Wikipedia, χρήστης grandiose

Ο Χενεραλίσιμο έχει τη δυνατότητα να καταλάβει την Καταλωνία με τη Βαρκελώνη, όπου έχει μεταφερθεί η έδρα της κυβέρνησης των Δημοκρατικών. Αντί για αυτό, προτιμά να στραφεί κατά της Βαλένθιας. Ο Ρόχο, όμως, έχει συγκεντρώσει όσες δυνάμεις μπορεί κι έχει οργανώσει πενταπλή γραμμή άμυνας. Οι δυνάμεις του Φράνκο θα προχωρήσουν μόλις 40 χιλιόμετρα σε δύο μήνες και θα εγκαταλείψουν εξουθενωμένες την προσπάθεια (Ιούνιος 1938). Χρόνια αργότερα, ο Χενεραλίσιμο προσπάθησε να δικαιολογήσει την, ακατανόητη από στρατηγική άποψη, απόφασή του διατεινόμενος ότι φοβόταν την αντίδραση της Γαλλίας αν προσέγγιζε τα σύνορά της. Επρόκειτο για ψέμμα: ήδη από τα μέσα Μαρτίου του 1938 οι Γάλλοι είχαν εγγυηθεί στον Φράνκο ότι δεν επρόκειτο να επέμβουν.

γ.   Η Μάχη του Έβρου

Μολονότι η στρατιωτική κατάσταση είναι εξαιρετικά δυσχερής, η διεθνής πολιτική συγκυρία αποτελεί πηγή ελπίδας για τους Δημοκρατικούς. Ξεσπά η κρίση των Σουδητών της Τσεχοσλοβακίας. Οι όλοι και πιο παράλογες απαιτήσεις του Χίτλερ δημιουργούν την πεποίθηση ότι δεν θα αργήσει η σύγκρουση μεταξύ του Άξονα και των δυτικών δημοκρατιών. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Ισπανική Δημοκρατία δεν θα μείνει πλέον αβοήθητη. Για τον λόγο αυτό, πρέπει να τα παίξει όλα για όλα και να επιχειρήσει ένα αποφασιστικό (ή μήπως απεγνωσμένο;) χτύπημα κατά του αντιπάλου, ώστε να αποδείξει την αξία της ως συμμάχου των δυτικών δυνάμεων.

Μάχη του Έβρου

Μάχη του Έβρου

Ο Βιθέντε Ρόχο αποφασίζει να κινητοποιήσει τις δυνάμεις που διαθέτει στην Καταλωνία, περίπου 100 χιλιάδες άνδρες, ελαφρά οπλισμένους, μια και το πυροβολικό με την αεροπορία υπερασπίζονται τη Βαλένθια. Στη μία μετά τα μεσάνυχτα της 25ης Ιουλίου 1938, το 5ο και το 15ο Σώμα Στρατού, υπό τον Λίστερ και τον Ταγουένια (και με γενικό διοικητή τον Χουάν Μοδέστο) περνούν τον Έβρο, συντρίβουν την 50ή μεραρχία των εθνικιστών και προελαύνουν. Ο Φράνκο στέλνει το σύνολο της γερμανικής κι ιταλικής αεροπορίας να βομβαρδίσει τις δυνάμεις των Δημοκρατικών. Παρά τους βομβαρδισμούς και την έλλειψη βαρέος οπλισμού, το πεζικό του Λαϊκού Στρατού μάχεται σώμα με σώμα εναντίον λεγεωνάριων και Μαροκινών και κατορθώνει να προχωρήσει μέχρι την Γκαντέσσα, χωρίς να καταλάβει την πόλη. Εφεξής, οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές καθηλώνονται σε πόλεμο χαρακωμάτων με σφοδρότατες συγκρούσεις. Παρά την υπεροπλία τους, οι δυνάμεις του Φράνκο θα χρειαστούν περισσότερους απο τρεις μήνες για να απωθήσουν τον αντίπαλο. Το βράδυ της 15ης Νοεμβρίου 1938 ο Μανουέλ Ταγουένια δίνει τη διαταγή στις δυνάμεις του να περάσουν και πάλι τον ποταμό, αυτή τη φορά υποχωρώντας.

Η Μάχη του Έβρου στοίχισε σε κάθε πλευρά περισσότερους από 60 χιλιάδες άνδρες. Το πλήγμα είναι μεγαλύτερο για τους Δημοκρατικούς που αδυνατούν να αναπληρώσουν τις απώλειες. Ο πόλεμος έχει ουσιαστικά χαθεί, όπως ακριβώς χάθηκαν και οι ελπίδες ενίσχυσης από τη Γαλλία και τη Βρετανία, ύστερα από τις ντροπιαστικές Συμφωνίες του Μονάχου.

ΣΤ΄.   Η ΕΠΙΘΑΝΑΤΙΑ ΑΓΩΝΙΑ ΤΗΣ Β΄ ΙΣΠΑΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

α.   Η πτώση της Καταλωνίας

Η ήττα στη Μάχη του Έβρου σφραγίζει οριστικά και τη μοίρα της δημοκρατικής Καταλωνίας. Την υπερασπίζονται τα απομεινάρια δύο στρατιών, με πλημμελή οπλισμό και χαμηλό ηθικό. Ο πληθυσμός πεινά, δεν έχει ηλεκτρικό και θέρμανση. Οι πόλεις και ειδικά η Βαρκελώνη έχουν πληγεί από τους σφοδρότατους βομβαρδισμούς της αεροπορίας των εθνικιστών. Με τα γαλλικά σύνορα κλειστά δεν υπάρχει καμία ελπίδα ανεφοδιασμού σε τρόφιμα, όπλα και πυρομαχικά. Η κυβέρνηση Νεγρίν εγκαταλείπει τη Βαρκελώνη και εγκαθίσταται στο κάστρο της Φιγκέρας, στα Πυρηναία, εκεί όπου θα συνεδριάσει για τελευταία φορά και το κοινοβούλιο της Β΄ Ισπανικής Δημοκρατίας.

Λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 1938, ο Φράνκο εξαπολύει το σύνολο σχεδόν των δυνάμεών του, περίπου 300 χιλιάδες άνδρες, κατά της Καταλωνίας. Στα μέσα του Ιανουαρίου του 1939, οι δυνάμεις των Δημοκρατικών αρχίζουν να υποχωρούν. Στις 23 Ιανουαρίου ο Εθνικός Στρατός εισέρχεται θριαμβευτικά στη Βαρκελώνη. Σχεδόν μισό εκατομμύριο άνθρωποι, μαχητές και άμαχοι, παίρνουν τον δρόμο της προσφυγιάς, καταδιωκόμενοι από τα στρατεύματα του Φράνκο και υπό τους συνεχείς βομβαρδισμούς της γερμανικής και ιταλικής αεροπορίας. Οι τυχεροί περνούν τα γαλλικά σύνορα, εκεί που τους περιμένουν οι ταπεινώσεις και τα γαλλικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η φυγή αυτή θα στιγματίσει τη συλλογική μνήμη με την ονομασία Retirada.

Retirada

Retirada

β.   Πραξικόπημα και τέλος

Η κυβέρνηση Νεγρίν καταφεύγει προσωρινά στη Γαλλία. Επιστρέφοντας στην Ισπανία και κινούμενος μεταξύ Βαλένθιας και περιχώρων του Αλικάντε, ο Νεγρίν διερωτάται ως προς τη στάση που πρέπει να κρατήσει. Δεν υπάρχουν πλέον χρήματα, όπλα ή στρατός. Γαλλία και Βρετανία αναγνωρίζουν την κυβέρνηση Φράνκο ως τη μόνη νόμιμη της χώρας. Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες έχουν πια διαλυθεί, ο Στάλιν έχει σταματήσει να παρέχει βοήθεια.

Παρά την απελπιστική κατάσταση, Νεγρίν και κομμουνιστές συμφωνούν ότι ο αγώνας πρέπει να συνεχιστεί μέχρι τέλους. Κεντροαριστεροί και αναρχικοί διαφωνούν και υποστηρίζουν ότι πρέπει να αναζητηθεί συμβιβαστική λύση με τον Φράνκο. Ξεχνούν ότι δεκάδες τέτοιες προσπάθειες απέτυχαν, προσκρούοντας στην κατηγορηματική άρνηση του Χενεραλίσιμο να δεχθεί οποιονδήποτε συμβιβασμό.

Ο στόλος στασιάζει και παραδίδεται στον αντίπαλο. Και στις 5 Μαρτίου 1939, η λύση του δράματος δίνεται από ένα ακόμη πραξικόπημα. Ο συνταγματάρχης Κασάδο, διοικητής της Στρατιάς του Κέντρου, στασιάζει και σε συνεργασία με τους αναρχικούς ανατρέπει την κυβέρνηση Νεγρίν. Οι προσπάθειές του να διαπραγματευθεί με τους εθνικιστές πέφτουν, όπως ήταν αναμενόμενο, στο κενό. Τίποτε άλλο εκτός της άνευ όρων συνθηκολόγησης δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Δίνεται απλώς η υπόσχεση ότι όσοι δεν ενέχονται σε βιαιοπραγίες δεν θα πάθουν τίποτε. Η υπόσχεση, φυσικά δεν θα τηρηθεί. Ακολουθεί ακόμη ένας μικρός εμφύλιος εντός του μεγάλου, μεταξύ κομμουνιστών και αντικομμουνιστών. Μωραίνει Κύριος…

Στις 26 Μαρτίου ο Φράνκο εξαπολύει την τελική επίθεση. Στις 31 Μαρτίου το ιταλικό εκστρατευτικό σώμα μπαίνει στο Αλικάντε, την τελευταία πόλη που κρατούσαν οι Δημοκρατικοί. Την Πρωταπριλιά του 1939 ο ηγέτης των εθνικιστών εκφωνεί το διάγγελμα της νίκης. Ο πόλεμος έχει τελειώσει… αλλά αυτό που τον διαδέχεται δύσκολα μπορεί να ονομαστεί ειρήνη.

Φράνκο

Φράνκο

[Συνεχίζεται]

[1] Guerres & Histoire, αριθ. 31, Ιούνιος 2016, σελ. 3.

[2] Θύμα των εκκαθαρίσεων εκ μέρους των δυνάμεων του Κέιπο δε Γιάνο υπήρξε κι ο μεγάλος ποιητής Φεδερίκο Γαρθία Λόρκα, στις 19 Αυγούστου 1936.

Μύθοι και στερεότυπα για τον Μεσαίωνα

Νοέμβριος 6, 2014
Αδελφοί του Λιμπούρ "Les Très Riches Heures du duc de Berry", Μάιος

Αδελφοί του Λιμπούρ «Les Très Riches Heures du duc de Berry», Μάιος

[Δεν πρόκειται ακριβώς για νέα ανάρτηση, αλλά για το κείμενο ομιλίας του Ρογήρου στο πλαίσιο εκδήλωσης που διοργάνωσε στις 17 Οκτωβρίου 2014 η Ελληνική Κοινότητα Λουξεμβούργου (Centre culturel Altrimenti, Λουξεμβούργο). Οι φίλοι του ιστολογίου θα διαπιστώσουν ότι το κείμενο περιέχει σχεδόν αυτούσιες κάποιες από τις παλαιότερες αναρτήσεις (όπως το «Γιατί ΔΕΝ επιστρέφουμε στον Μεσαίωνα», την «Ιστορία του Ρομάνο Μαϊράνο», τη «Γυναίκα στον Μεσαίωνα» ή το «Ψάχνοντας για μάγισσες στον Μεσαίωνα»), καθώς και στοιχεία από άλλες. Η όποια αξία του έγκειται στο ότι παρέχει μια συνθετική και, κατά το δυνατόν, συνοπτική εικόνα των θέσεων του ιστολογίου όσον αφορά το πλέον προσφιλές θέμα του. Ακριβώς επειδή πρόκειται για ομιλία, το κείμενο δεν περιέχει παραπομπές. Υπάρχει, όμως, μια ενδεικτική βιβλιογραφία στο τέλος του. Επίσης, για να διατηρήσω τη ροή του, επέλεξα να μην προσθέσω συνδέσμους. Για τις όποιες απορίες, οι φίλοι μπορούν να ανατρέξουν στη Βικιπαίδεια ή, ακόμη καλύτερα, να υποβάλουν το σχετικό ερώτημα μέσω σχολίου, ώστε να έχουμε κι εδώ μια ενδιαφέρουσα συζήτηση.]

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Εάν επιχειρήσετε να εισαγάγετε τη λέξη «Μεσαίωνας» σε κάποια διαδικτυακή μηχανή αναζήτησης, θα δείτε την οθόνη σας να πλημμυρίζει με ευρήματα στα οποία ο όρος και τα παράγωγά του χρησιμοποιούνται με σημασία σαφώς μειωτική. Τα ευρήματα αυτά δεν έχουν σχέση με την ομώνυμη ιστορική περίοδο, αλλά με γεγονότα της επικαιρότητας. Οι κατάφωρες παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας, ο περιορισμός ή η κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων χαρακτηρίζονται πάντα ως «Εργασιακός Μεσαίωνας». Ειδήσεις από ταραγμένες περιοχές του πλανήτη συνοδεύονται από επισημάνσεις περί «μεσαιωνικής βαρβαρότητας» και «μεσαιωνικών σφαγών». Τα, εντελώς σύγχρονα, βασανιστήρια είναι οπωσδήποτε «μεσαιωνικά» για τα ΜΜΕ. Πρωθυπουργός κράτους μέλους της ΕΕ και της Ευρωζώνης χαρακτηρίζει το πρόγραμμα δημοσιονομικής λιτότητας ως «μέτρο καθαρά μεσαιωνικό». Κάποιος άλλος, αναφερόμενος στα μέτρα λιτότητας της Ελληνικής Κυβέρνησης, κυκλοφορεί διαδικτυακή αφίσα στην οποία αναγράφεται ότι «η Κυβέρνηση αποφάσισε να μετατρέψει ολόκληρη της χώρα σε θεματικό πάρκο… για τον Μεσαίωνα»! Η σύγχρονη επιδείνωση της κατάστασης όσον αφορά τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα και, ως εκ τούτου, τις συνθήκες ζωής μεγάλου μέρους του πληθυσμού βαφτίζεται άνευ άλλου τινός «επιστροφή στον Μεσαίωνα». Η πολιτική και οικονομική ολιγαρχία που επωφελείται από αυτήν την αναδιανομή πλούτου και δικαιωμάτων χαρακτηρίζεται ως «νέα φεουδαρχία».

Με άλλα λόγια, η λέξη Μεσαίωνας αποτελεί για τον άνθρωπο της εποχής μας το κατεξοχήν κακέμφατο, τον απολύτως μειωτικό χαρακτηρισμό. Στο φαντασιακό μας, ο Μεσαίωνας έχει καταγραφεί ως εποχή σκοταδισμού και προλήψεων, επιδημιών, κοινωνικής αδικίας και καταπίεσης, βίας και πολέμων. Η εποχή του Μαύρου Θανάτου και της Ιεράς Εξέτασης.

Ανταποκρίνονται, όμως, όλα αυτά στην ιστορική πραγματικότητα; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα θα πρέπει καταρχάς να ορίσουμε την ίδια την έννοια του Μεσαίωνα. Διαπιστώνουμε τότε ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια ιστορική περίοδο χιλίων περίπου χρόνων της οποίας την αρχή και το τέλος δυσκολευόμαστε αφάνταστα να καθορίσουμε, έστω και με τρόπο εντελώς συμβατικό.

Σόλιδος του Οδόακρου

Σόλιδος του Οδόακρου

Πότε αρχίζει ο Μεσαίωνας; Μας απαντούν συνήθως ότι αυτό συνέβη στις 4 Σεπτεμβρίου 476, όταν ο αρχηγός ενός βαρβαρικού μισθοφορικού σώματος, ο Οδόακρος, εκθρόνισε, με τρόπο σχετικά ειρηνικό, τον τελευταίο Ρωμαίο αυτοκράτορα της Δύσης, έναν ανήλικο που έφερε το συμβολικό όνομα Ρωμύλος Αυγουστύλος. Πιστεύετε άραγε ότι το συγκεκριμένο γεγονός σήμαινε για τους ανθρώπους που ζούσαν τότε πραγματική «αλλαγή εποχής»; Πολύ δύσκολα. Ο ίδιος ο Οδόακρος έκανε δέμα τα σύμβολα της αυτοκρατορικής εξουσίας και τα έστειλε συστημένα στον αυτοκράτορα της Ανατολής, τον Ζήνωνα. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν έπαυσε βέβαια να υφίσταται το 476. Γότθοι ηγεμόνες, όπως ο Θεοδώριχος ο Μέγας, θα συνέχιζαν να διοικούν την Ιταλία στο όνομα του αυτοκράτορα. Και ο τρόπος ζωής των ανθρώπων, η κοινωνική οργάνωση κι η νοοτροπία τους δεν θα μεταβληθεί στους αμέσως επόμενους αιώνες κατά τρόπο που να μαρτυρά ρήξη με το παρελθόν. Αυτό θα σας το επιβεβαιώσουν κι οι ιστορικοί που ειδικεύονται στην Ύστερη Αρχαιότητα.

Κωνσταντινούπολη, χάρτης του Φλωρεντινού Κρ. Μπουοντελμόντε, 1422

Κωνσταντινούπολη, χάρτης του Φλωρεντινού Κρ. Μπουοντελμόντε, 1422

Εξίσου δυσχερής είναι και ο καθορισμός του τέλους του Μεσαίωνα. Κάποιοι αναζητούν ένα μεμονωμένο γεγονός που σηματοδοτεί την αλλαγή εποχής. Την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, για παράδειγμα, το 1453, από τον Μωάμεθ τον Πορθητή. Γεγονός αναμφισβήτητα μεγάλης συμβολικής σημασίας, που όμως δεν επηρέασε κατά τρόπο καθοριστικό τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις. Για αυτόν τον λόγο, άλλοι επιλέγουν το 1492, το έτος ανακάλυψης της Αμερικής από τον Χριστόφορο Κολόμβο. Εξαιρετικά σημαντικό γεγονός, μόνο που οι συνέπειές του δεν έγιναν άμεσα αισθητές στην Ευρώπη. Έτσι, μια άλλη σχολή προτιμά ένα κριτήριο πιο λειτουργικό. Μας λένε, έτσι, ότι ο Μεσαίωνας τελειώνει όταν εκδηλώνεται σαφώς η Αναγέννηση. Η συμπαθής αυτή ταυτολογία προσκρούει σε μιαν άλλη δυσκολία: πότε συμβαίνει αυτό; Οι στοιχειωδώς ρεαλιστές θα απαντήσουν ότι δεν συμβαίνει την ίδια χρονική στιγμή για όλη την Ευρώπη, στην Ιταλία ίσως βρισκόμαστε στην Αναγέννηση ήδη από το 1450, ίσως και νωρίτερα (για ορισμένους ήδη από το 1370!), στη Γερμανία και τις Κάτω Χώρες, όμως, πρέπει να φτάσουμε στον 16ο αιώνα για να δώσουμε καταφατική απάντηση στο ερώτημα.

Όποιες χρονολογίες και να επιλέξουμε αυτό που διαπιστώνουμε στην πραγματικότητα είναι ότι, κατά την παγιωμένη αντίληψη, ο Μεσαίωνας ορίζεται εξ αντιδιαστολής και μάλιστα διττής, κάτι που μαρτυρά περιφρόνηση. Μεσαίωνας είναι ό,τι δεν ανήκει ούτε στην Αρχαιότητα ούτε στην Αναγέννηση και τους Νεότερους Χρόνους. Περιφρόνηση ως προς τη μέθοδο οριοθέτησης, περιφρόνηση όμως και ως προς την ονομασία. Πώς είναι δυνατό να ονομάζουμε «μέση», δηλαδή ενδιάμεση, μεταβατική, μια ολόκληρη χιλιετία ανθρώπινης Ιστορίας; Πώς είναι δυνατό να την αντιμετωπίζουμε ως εποχή ομοιόμορφη και στατική;

Ας επιχειρήσουμε να διακρίνουμε την ιστορική αλήθεια για αυτήν την τόσο συκοφαντημένη εποχή του Μεσαίωνα, επισημαίνοντας τα χαρακτηριστικά γνωρίσματά του, τις σταθερές και τις μεταβολές του σε πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο κι εξετάζοντας όλες αυτές τις κατηγορίες που εδώ και μερικούς αιώνες τον αμαυρώνουν.

ΜΕΡΟΣ Ι
ΕΠΟΧΗ ΑΥΘΑΙΡΕΤΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΔΙΚΙΑΣ ΚΑΙ ΟΠΙΣΘΟΔΡΟΜΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ;

Όπως προείπαμε, βιώνουμε σήμερα μια σαφή επιδείνωση των συνθηκών ζωής μεγάλου μέρους του πληθυσμού, στην Ελλάδα μάλιστα με τρόπο ακόμη πιο ακραίο. Συρρίκνωση του δημόσιου τομέα και των υπηρεσιών που παρείχε, κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων, ψαλίδισμα των κοινωνικοασφαλιστικών δικαιωμάτων, εξαφάνιση κάθε στοιχείου κοινωνικής πρόνοιας με «λογικές» εξοικονόμησης πόρων. Διαπιστώνεται μια τάση που θέτει εν αμφιβόλω τον πυρήνα του δημοκρατικού κράτους δικαίου και πρόνοιας. Συνειδητοποιούμε ότι ίσως τα όσα γνωρίζαμε και θεωρούσαμε δεδομένα δεν ήταν παρά ένα διάλειμμα ευημερίας και δικαιοσύνης που αφορούσε ένα σύντομο διάστημα μέσα στην απεραντοσύνη του ιστορικού χρόνου κι ένα περιορισμένο κομμάτι της ανθρωπότητας. Επιστρέφουμε, επομένως, σε εποχές του παρελθόντος και συγκεκριμένα, όπως πολλοί υποστηρίζουν, στον Μεσαίωνα της φεουδαρχίας. Τα σύγχρονα οικονομικά συμφέροντα ταυτίζονται με τους φεουδάρχες, οι εργαζόμενοι με τους δουλοπάροικους. Πόσο ακριβές είναι αυτό;

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα ακόμη στερεότυπο που εκφέρεται με όρους συμβατικού λόγου, χωρίς να προϋποθέτει κάποια διαδικασία στοιχειώδους επιβεβαίωσης ως προς την ιστορική αλήθεια.

Α.   ΤΟ ΦΕΟΥΔΑΛΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ

α.   Άρχοντες και δουλοπάροικοι

Μας διαβεβαιώνουν ότι ο Μεσαίωνας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής ανισότητας κι αδικίας, μια και το μεγαλύτερο μέρος το πληθυσμού ήταν δουλοπάροικοι που εργάζονταν σκληρά και ζούσαν σε συνθήκες απίστευτης εξαθλίωσης, δίχως καθόλου δικαιώματα. Ο ισχυρισμός αυτός ενέχει χονδροειδείς ανακρίβειες.

1.   Οι δουλοπάροικοι του Μεσαίωνα δεν είναι σκλάβοι!

Μολονότι και για τους δουλοπάροικους τα μεσαιωνικά κείμενα χρησιμοποιούν τον όρο servus, δηλαδή αυτόν ακριβώς που για τους Ρωμαίους σήμαινε τον δούλο, το νομικό καθεστώς και η θέση των δουλοπάροικων του Μεσαίωνα απέχει παρασάγγες από εκείνη των δούλων της Αρχαιότητας. Εάν πρέπει οπωσδήποτε να βρούμε αντιστοιχία με θεσμούς της ρωμαϊκής ειδικά εποχής, θα διαπιστώσουμε ότι η σχέση κυρίου και δουλοπάροικου κατά τον Μεσαίωνα βρίσκεται πολύ πιο κοντά στη σχέση κυρίου και πελάτη στα χρόνια της Ρώμης. Ο βασικός περιορισμός έγκειται στο ότι ο δουλοπάροικος δεν μπορεί να εγκαταλείψει χωρίς άδεια τη γη που καλλιεργεί. Ο περιορισμός αυτός δεν είναι τόσο παράλογος για κοινωνίες κατεξοχήν αγροτικές με μεγάλη ανάγκη για εργατικά χέρια.

Δουλοπάροικοι στην Αγγλία, 1310

Δουλοπάροικοι στην Αγγλία, 1310

Κατά τα λοιπά, ο δουλοπάροικος έχει νομική προσωπικότητα, αντιθέτως προς τον δούλο. Ως υποκείμενο δικαίου διαθέτει δικαιοπρακτική ικανότητα, έχει τη δική του περιουσία και φυσικά συνάπτει συμβάσεις για τη διαχείρισή της. Επιπλέον, η μεσαιωνική κοινωνία, ακόμη και στη φεουδαλική εκδοχή της, δεν χαρακτηρίζεται από τα στεγανά που εμείς της αποδίδουμε. Όπως μαρτυρούν τα έγγραφα της εποχής, ο δουλοπάροικος δεν είναι καν απαραίτητο να είναι αγρότης, μπορεί να είναι τεχνίτης που κατοικεί σε μια πόλη, ενώ επίσης μπορεί να συνάψει γάμο με άτομο που τυπικά έχει την ιδιότητα του ελεύθερου. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που αναφέρει ο Ζωρζ Ντυμπύ, σχολιάζοντας το έγγραφο μιας δικαιοπραξίας που βρισκόταν στα αρχεία της μονής του Κλυνύ: ο δουλοπάροικος Αλώμ, κάτοικος της κωμόπολης του Μπλανό, νυμφεύεται στο γειτονικό Οζάν τη Μαρχίλδη, γυναίκα που νομικά χαρακτηρίζεται ως ελεύθερη. Αποκτούν μαζί περιουσιακά στοιχεία τα οποία και διαθέτουν ελεύθερα, ενώ τα παιδιά τους υπάγονται στο νομικά ευνοϊκότερο καθεστώς, εν προκειμένω αυτό του ελεύθερου.

Ακόμη κι ο περιορισμός βάσει του οποίου ο δουλοπάροικος δεν μπορεί να εγκαταλείψει άνευ άλλου τινός τη γη που καλλιεργεί είναι στην πράξη σχετικός: αν το θέλει οπωσδήποτε, ο δουλοπάροικος μπορεί, με λίγο θάρρος, να εγκαταλείψει τον τόπο του και να αναζητήσει τη τύχη του αλλού. Αν ταξιδέψει κάπως μακριά (ας πούμε σε απόσταση 500 χιλιομέτρων), δηλώσει ψευδώς ότι είναι ελεύθερος και δώσει όρκο υποταγής στον τοπικό άρχοντα (που δεν είναι απαραίτητα φυσικό πρόσωπο, μπορεί να πρόκειται για μια μονή ή έναν καθεδρικό ναό) θα καταφέρει να εγκατασταθεί και να προκόψει χωρίς πολλές σκοτούρες ή προβλήματα. Τα εργατικά χέρια είναι πάντα και παντού ευπρόσδεκτα στον Μεσαίωνα κι οι ντόπιοι δεν έχουν κανένα συμφέρον να ψάξουν διεξοδικά μήπως ο νεοφερμένος έχει κάποιον αφέντη που βρίσκεται πέντε μέρες μακριά (πρβλ. το παράδειγμα του πατέρα της Μαρχίλδης στο έγγραφο που παραθέτει ο Ντυμπύ).

2.   Η πλειονότητα των πολιτών δεν έχει την ιδιότητα του δουλοπάροικου

Οι δουλοπάροικοι αποτελούν απλώς ένα τμήμα της φεουδαλικής κοινωνίας. Τα περισσότερα άτομα έχουν την ιδιότητα του ελεύθερου και φυσικά διαθέτουν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στην καθημερινότητά τους. Βεβαίως, ο άρχοντας ασκεί εξουσία, επιβάλλει και εισπράττει φόρους, δικάζει και τιμωρεί, άρα εκ των πραγμάτων καταπιέζει τους υποτελείς του. Ωστόσο, ουδόλως προκύπτει ότι αυτή η καταπίεση παρεκκλίνει σημαντικά από τον μέσο όρο της Ιστορίας. Συνήθως, μάλιστα, η σχέση εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου είναι πολύ χαλαρότερη απ’ ό,τι πιστεύουμε. Ακόμη και σε περιοχές όπου επικρατεί η φεουδαρχία, ο περισσότερος κόσμος δεν πρόκειται να δει σχεδόν ποτέ αυτόν που τυπικά είναι κυρίαρχός του. Ας θυμηθούμε το διάσημο παράδειγμα του Μονταγιού για το οποίο θα μιλήσουμε αναλυτικά στη συνέχεια: το μικρό χωριό των Πυρηναίων υπάγεται στη δικαιοδοσία του κόμητος της Φουά. Αυτός ασκεί την εξουσία του μέσω δύο προσώπων: του καστελλάνου, όσον αφορά τα ζητήματα ασφάλειας, και του βαΐλου, για τις αστικές υποθέσεις (ο δεύτερος είναι σχεδόν πάντα κάποιος από τους προύχοντες του χωριού). Ο κόμης δεν πρέπει να έχει εμφανιστεί ποτέ στο χωριό. Η – απομακρυσμένη – εξουσία του δεν εκλαμβάνεται ως καταπίεση από τους κατοίκους. Αντιθέτως, ο κόμης είναι ιδιαίτερα αγαπητός, κυρίως γιατί αποτελεί τη μόνη ελπίδα προστασίας των χωρικών, πολλοί από τους οποίους έχουν ασπασθεί την «αίρεση» των Καθαρών, έναντι της Εκκλησίας και ειδικά της Ιεράς Εξέτασης.

Συμπερασματικά, αν κάποιος θέλει να βρει παραδείγματα εξαθλίωσης για να τα συγκρίνει με τις ζοφερές προοπτικές των σύγχρονων εργαζομένων, δεν έχει λόγο να τα αναζητήσει ειδικά στο Μεσαίωνα.

β.   Γιατί σήμερα «δεν επιστρέφουμε στον Μεσαίωνα» – Η άσκηση εξουσίας

"Les Très Riches Heures du duc de Berry", Αύγουστος

«Les Très Riches Heures du duc de Berry», Αύγουστος

Ως κοινός παρονομαστής μεταξύ του Μεσαίωνα και των εξελίξεων της εποχής μας προβάλλεται η απίσχνανση της κεντρικής εξουσίας του κράτους και η αντίστοιχη ενδυνάμωση ιδιωτικών κέντρων εξουσίας. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι εσχάτως οι κρατικές οντότητες εμφανίζονται να παραιτούνται από σημαντικό μέρος των εξουσιών τους, τις οποίες μεταθέτουν ή των οποίων αποδέχονται τον σφετερισμό τους από πόλους εξουσίας οικονομικού κι επιχειρηματικού χαρακτήρα. Η τάση αυτή επιδεινώνεται εξαιτίας της αδυναμίας και της έλλειψης βουλήσεως που επιδεικνύει η κρατική εξουσία όσον αφορά τον έλεγχο των οικονομικών παραγόντων, έλεγχος που έχει καταστεί εκ των πραγμάτων δύσκολος εξαιτίας του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου οικονομικού περιβάλλοντος. «Παρομοίως», στον Μεσαίωνα η κεντρική εξουσία εμφανίζεται αδύναμη έναντι των τοπικών φεουδαρχών, οι οποίοι ασκούν σχεδόν απόλυτη εξουσία στην περιοχή δικαιοδοσίας τους. Εντούτοις, και στην περίπτωση αυτή οι ομοιότητες είναι μάλλον επιφανειακές.

1.   Η διαφορά ως προς τον τρόπο κατανομής και άσκησης της εξουσίας

Με κάποια δόση ελευθερίας, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η κατανομή της εξουσίας στον Μεσαίωνα (βασιλιάς-φεουδάρχες) είναι κάθετη, ενώ στην εποχή μας (κρατικές οντότητες-οικονομικά συμφέροντα) οριζόντια. Στον Μεσαίωνα υπάρχει κατά τόπον κατάτμηση ομοειδούς εξουσίας. Η εξουσία που ασκεί ο βασιλιάς δεν διαφοροποιείται ποιοτικά από αυτήν που ασκούν οι φεουδάρχες, παρά μόνον ως προς τα όρια της κατά τόπον δικαιοδοσίας. Κατά τα λοιπά, τόσο στην περίπτωση του βασιλιά όσο και αυτή των φεουδαρχών πρόκειται για την κλασσική μορφή εξουσίας που συναντούμε, σε πιο εξελιγμένη μορφή, και στα σύγχρονα κράτη (εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική, στρατιωτική και αστυνομική, επιβολής φόρων κ.ο.κ.). Το μόνο που διακρίνει την κεντρική εξουσία από τις κατά τόπους, είναι η θέση του βασιλιά ως επικυρίαρχου των φεουδαρχών, η οποία ισοδυναμεί με μια μάλλον χαλαρή εποπτεία. Σήμερα, αντιθέτως, οι οικονομικοί παράγοντες δεν ασκούν εξουσία με τον ίδο τρόπο που το πράττουν τα κράτη: καθορίζουν τις συνθήκες των αγορών, ασκούν οικονομικές και άλλες πιέσεις στην εκτελεστική εξουσία, χειραγωγούν την κοινή γνώμη μέσω φίλα προσκείμενων ΜΜΕ κ.ο.κ. Επιπλέον, το ίδιο οικονομικό κέντρο εξουσίας δεν δρα στην επικράτεια ενός μόνον κρατικού μορφώματος, αλλά περισσοτέρων, ενδεχομένως και σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο ένας πόλος διαφοροποιείται από τον άλλο ως προς την άσκηση εξουσίας και τοπικά και ποιοτικά, στοιχείο που δεν υπάρχει στη φεουδαρχία του Μεσαίωνα.

2.   Η διαφορά ως προς τον χαρακτήρα της εξουσίας

Είναι προφανές ότι η εξουσία που ασκείται σήμερα από οικονομικά συμφέροντα είναι απρόσωπη. Φορείς της είναι επιχειρηματικά σχήματα με μορφή συνήθως εταιρική που είναι δύσκολο έως αδύνατο να προσωποποιηθούν. Άλλωστε και αφεαυτής η άσκηση τέτοιας εξουσίας έχει ακαθόριστο χαρακτήρα, από την άποψη ότι δεν μπορεί να προσδιορισθεί σε ποιό ποσοστό καθόρισε την μία ή την άλλη εξέλιξη καθένας από τους οικονομικούς παράγοντες ξεχωριστά. Σε κάθε περίπτωση, η εξουσία των οικονομικών συμφερόντων εκλαμβάνεται ως απρόσωπη από τους ίδιους τους εξουσιαζόμενους (οι οποίοι συχνά αδυνατούν να κατανοήσουν ποιός ακριβώς είναι ο υπεύθυνος για κάποιο δυσμενές γι’ αυτούς αποτέλεσμα, για αυτό και κατηγορούν συλλήβδην τα κέντρα οικονομικής εξουσίας, συνήθως μαζί με τους εκάστοτε φορείς της εκτελεστικής εξουσίας, ή καταφεύγουν σε θεωρίες συνωμοσίας). Στο σημείο αυτό, η διαφορά με την κατάσταση στα χρόνια του Μεσαίωνα είναι χαοτική.

Η σχέση εξουσιαστή και εξουσιαζομένου κατά τον Μεσαίωνα είναι σαφώς προσωπική. Η σύναψή της προϋποθέτει την αποδοχή και των δύο μερών. Δεν υπάρχει τίποτε χαρακτηριστικότερο ή πιο συμβολικό για τη φεουδαλική κοινωνία του Μεσαίωνα από το hommage (λατ. hommagium, hominium hominagium). Στα ελληνικά το αποδίδουμε συνήθως ως «όρκο υποτελείας», αλλά η μετάφραση αυτή αδυνατεί να περιγράψει επακριβώς την έννοια του θεσμού. Το hommage περιλαμβάνει βεβαίως μια τελετή, κατά την οποία ο υποτελής-βασσάλος γονατίζει μπροστά στον επικυρίαρχό του, του δίνει τα χέρια του και στη συνέχεια προφέρει τον όρκο υποτελείας σ’ αυτόν. Πρωτίστως, όμως, είναι μια αμφοτεροβαρής σύμβαση μεταξύ του βασσάλου και του επικυρίαρχου. Ο βασσάλος αναλαμβάνει στρατιωτική υποχρέωση, δεσμευόμενος να συνδράμει στην άμυνα και ασφάλεια των εδαφών του επικυρίαρχου (ost, υποχρέωση χρονικής διάρκειας 40 ημερών ετησίως) και να συμμετέχει σε στρατιωτικές επιχειρήσεις του δεύτερου εκτός των εδαφών του (chevauchée), να τον συμβουλεύει σε θέματα διοίκησης, άμυνας και απονομής δικαιοσύνης και, τέλος, να του παράσχει τη βοήθειά του στις λεγόμενες τέσσερις περιπτώσεις (συνεισφορά στα λύτρα για την απελευθέρωση του κυρίου σε περίπτωση αιχμαλωσίας του, στα έξοδα για την εκπαίδευση του πρωτότοκου γιου του κυρίου ως ιππότη, στα έξοδα του γάμου της μεγαλύτερης κόρης του και στις δαπάνες που θα υποβληθεί ο κύριος αν εκστρατεύσει σε σταυροφορία). Από την πλευρά του, ο επικυρίαρχος εγγυάται για την ασφάλεια του βασσάλου, της οικογένειας και των ανθρώπων του και του παραχωρεί ένα φέουδο, μεταβιβάσιμο κληρονομικά στους απογόνους του βασσάλου. Βέβαια, οι δομές και οι σχέσεις της μεσαιωνικής κοινωνίας αποδεικνύονται πιο σύνθετες στην πράξη: τίποτε δεν εμποδίζει έναν κατώτερο άρχοντα να δώσει όρκο υποτελείας σε περισσότερους του ενός επικυρίαρχους. Η πλειονότητα κυρίων μπορεί να προκαλέσει σύγκρουση καθηκόντων στον βασσάλο, στην όχι και τόσο απίθανη περίπτωση που θα έρθουν αντιμέτωποι δύο από τους επικυρίαρχούς του. Προκειμένου να επιλυθούν τέτοιες συγκρούσεις, ο Μεσαίωνας εφευρίσκει τον θεσμό του hommage lige, την κατά προτεραιότητα υποτέλεια δηλαδή: στρατιωτική υποχρέωση οφείλεται πρωτίστως στον άρχοντα του οποίου κατέστη λίζιος ο βασσάλος.

Hommage

Hommage

Το hommage δεν περιορίζεται στις σχέσεις μεταξύ αρχόντων. Έστω και χωρίς λαμπρές τελετές, επικυρώνει την ιεραρχική υποταγή και του απλού λαού, περιλαμβανομένων και των δουλοπάροικων. Κατά κανόνα, άλλωστε, κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν θέτει σε αμφισβήτηση τη σχέση υποτέλειας. Όχι μόνο γιατί αυτό επιτάσσει η κυρίαρχη αντίληψη της εποχής, αλλά και γιατί πρακτικά η σχέση είναι ακριβώς αυτή της αμφοτεροβαρούς συμβάσεως. Ο άρχοντας υποχρεούται να εγγυηθεί την προστασία όλων των υποτελών του. Στο κάτω-κάτω, αυτή την έννοια δεν έχει κι η γνωστή γαλλική φράση « noblesse oblige »; Το να είσαι άρχοντας συνεπάγεται υποχρώσεις. Αυτό δηλαδή που δεν συμβαίνει με τους «φεουδάρχες» της εποχής μας, που διεκδικούν τα πάντα, ζητούν οτιδήποτε, επιβάλλουν όσα επιθυμούν, ενώ οι υποτελείς τους (που δεν έδωσαν κανένα όρκο υποτελείας) καταλήγουν να έχουν μόνο υποχρεώσεις.

Β.   ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ Η ΦΕΟΥΔΑΡΧΙΑ

Η επικράτηση της φεουδαρχίας δεν είναι ούτε καθολική, ούτε διαχρονική. Παρότι για τον σύγχρονο άνθρωπο η φεουδαρχία παρουσιάζεται ως το σήμα κατατεθέν του Μεσαίωνα, στην πραγματικότητα δεν αφορά ούτε ολόκληρη την ιστορική περίοδο, ούτε φυσικά όλες τις περιοχές της Ευρώπης (έστω της Δυτικής). Στην ολοκληρωμένη μορφή του, το φεουδαλικό σύστημα επικρατεί κατά τη διάρκεια μιας περιόδου περίπου τριών αιώνων (από το δεύτερο μισό του 11ου έως τα μέσα του 14ου αι.) και απαντά κυρίως στη Βόρεια Γαλλία (όπου και το αρχέτυπο του συστήματος), σε σημαντικό βαθμό στην Αγγλία των Νορμανδών και λιγότερο σε αγροτικές περιοχές της Γερμανίας και της υπόλοιπης Ευρώπης. Σημαντικό μέρος της Ευρώπης δεν γνωρίζει ουσιαστικά ποτέ τη φεουδαρχία. Οι εμπορικές «δημοκρατίες» της Ιταλίας διοικούνται συλλογικά από μια αριστοκρατία εμπόρων και επιχειρηματιών: ήδη από το δεύτερο μισό του δέκατου αιώνα, το Αμάλφι εμφανίζει τα χαρακτηριστικά αυτά και προαναγγέλει τη δράση των πιο ολοκληρωμένων και σαφώς μακροβιότερων περιπτώσεων της Βενετίας, της Γένοβας ή της Πίζας. Η πλειονότητα των ιταλικών πόλεων, τουλάχιστον βορείως της παπικής επικράτειας, λειτουργεί με τον τρόπο αυτό (που είναι σαφέστατα περισσότερο συγκρίσιμος με τον καπιταλισμό των νεότερων χρόνων απ’ ό,τι η φεουδαρχία). Τα ίδια ισχύουν για τις πολυάριθμες ελεύθερες πόλεις της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, από την κοιλάδα του Ρήνου και το Στρασβούργο, έως τη Λυβέκη και τις πόλεις της Χανσεατικής Ένωσης, στη Βόρεια ή στη Βαλτική Θάλασσα, αλλά και για εκείνες των Κάτω Χωρών ή της ανατολικής Γαλλίας που αποτελούν κέντρα έντονης εμπορικής δραστηριότητας.

α.   Η εμπορική και επιχειρηματική δραστηριότητα στα χρόνια του Μεσαίωνα

Μεσαιωνική τράπεζα

Μεσαιωνική τράπεζα

Πολλοί, και μεταξύ τους ακόμη κι οικονομολόγοι και ιστορικοί άλλων περιόδων, έχουν στο μυαλό τους μια πολύ γραφική εικόνα για τον έμπορο του Μεσαίωνα. Τον φαντάζονται να διασχίζει κάποια χερσαία εμπορική οδό που οδηγεί από την Ιταλία σε κάποια πόλη του Βορρά ταλαιπωρημένο και κατάκοπο, οδηγώντας υποζύγια φορτωμένα με εμπορεύματα και σακιά με τορνέζια, υπέρπυρα ή κάποιο άλλο νόμισμα της εποχής, προκειμένου να πραγματοποιήσει τις συναλλαγές του. Κάποιοι, μάλιστα, είναι έτοιμοι να μας διαβεβαιώσουν ότι οι συναλλαγές αυτές γίνονται με αντιπραγματισμό κι ότι υφάσματα ανταλλάσσονται με κοτόπουλο! Μόνο που η αλήθεια είναι διαφορετική.

Ο Ιταλός έμπορος του παραδείγματός μας δεν έχει μαζί του στην πραγματικότητα παρά λίγα μετρητά. Για τις συναλλαγές του θα χρησιμοποιήσει αξιόγραφα (κυρίως συναλλαγματικές, αλλά και επιταγές και γραμμάτια) ή μπορεί να προτιμήσει τη μεταφορά χρηματικού ποσού από την τράπεζά του! Στη έδρα του τηρεί λογιστικά βιβλία (διπλά μάλιστα) και πιθανώς διατηρεί με την τράπεζά του αλληλόχρεο λογαριασμό. Τα εμπορεύματά του συνήθως τα ασφαλίζει έναντι παντός κινδύνου. Οι διαφορές δεν είναι και πολλές από τον επιχειρηματία της εποχής μας.

Οι τράπεζες άλλωστε της εποχής προσφέρουν πολλές και διάφορες χρηματοπιστωτικές κι άλλες υπηρεσίες. Έχουν υποκαταστήματα στα περισσότερα εμπορικά κέντρα της Ευρώπης. Οι πιο πολλές από αυτές είναι ιδιωτικές επιχειρήσεις, όπως αυτές των Μπάρντι, των Περρούτσι και των Ατσαγιόλι στη Φλωρεντία. Οι τελευταίοι, έχοντας αναλάβει τη διαχείριση της περιουσίας του ανδεγαυικού βασιλικού οίκου της Νάπολής, θα ανταμειφθούν με το Δουκάτο των Αθηνών. Με λίγη τύχη θα μπορούσαμε ίσως να θαυμάζουμε τον πύργο τους δίπλα στα Προπύλαια της Ακρόπολης. Τον κατεδάφισε, όμως, το Ελληνικό Δημόσιο (με χρηματοδότηση του Ερρίκου Σλήμαν) στα τέλη του 19ου αιώνα, για να μη «μολύνει» την αγνότητα του Ιερού Βράχου!

Ο πύργος των Ατσαγιόλι στα Προπύλαια πριν γκρεμιστεί το 1874, φωτογρ. Félix Bonfils.

Ο πύργος των Ατσαγιόλι στα Προπύλαια πριν γκρεμιστεί το 1874, φωτογρ. Félix Bonfils.

Υπάρχουν όμως και κρατικές τράπεζες (αυτή της Βενετίας ή η Μόντε ντέι Πάσκι της Σιένας) ή τράπεζες που ανήκουν στα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα (Ναΐτες και Ιωαννίτες). Έτσι, ένας Γάλλος ευγενής που επιθυμεί να ταξιδέψει στα φραγκικά κράτη της Ανατολής και τους Άγιους Τόπους δεν πρόκειται να πάρει μαζί του μετρητά: θα απευθυνθεί στον ειδικό και θα καταθέσει ένα χρηματικό ποσό στο πλησιέστερο διοικητήριο των Ναϊτών. Εφοδιασμένος με τα απαραίτητα αποδεικτικά θα εισπράξει το ποσό σε μετρητά από κάποιο διοικητήριο ή την έδρα του Τάγματος στον προορισμό του. Το Τάγμα θα αφαιρέσει βεβαίως την προμήθειά του για τις υπηρεσίες που προσέφερε.

Μιλώντας όμως για μεσαιωνικό εμπόριο μία είναι η πόλη που έρχεται πρώτη στο μυαλό μας. Η Βενετία.

1.   Η ιστορία του Ρομάνο Μαϊράνο

Το όνομά του είναι άγνωστο στον μέσο άνθρωπο της εποχής μας, αλλά ο Ρομάνο Μαϊράνο είναι αληθινός σταρ για όσους μελετούν την Ιστορία του Μεσαίωνα, τούτο δε χάρη σε μια ευτυχή συγκυρία: η τελευταία απόγονος της οικογένειας αποφάσισε προς το τέλος της ζωής της να μονάσει. Αποσύρθηκε στο κοινόβιο του Αγίου Ζαχαρία όπου και μετέφερε τα οικογενειακά αρχεία, σώζοντάς τα από την καταστροφή. Έτσι, έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας κάπου διακόσια εμπορικά έγγραφα, στην πλειονότητά τους συμβάσεις, τα οποία μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε πλήρη εικόνα για την επιχειρηματική σταδιοδρομία του Ρομάνο Μαϊράνο, Ενετού εμπόρου του 12ου αιώνα.

Ο Μαϊράνο είναι γόνος οικογένειας ευγενών, πρόσφατα εγκατεστημένων στο Ριάλτο. Τα ίχνη των πρώτων εμπορικών κινήσεών του ανάγονται στα 1150, όταν ο νεότατος Μαϊράνο δανείζεται για την πρώτη εμπορική αποστολή του. Προφανώς η επιχείρηση αποδείχθηκε επικερδής, μια και εξοφλεί χωρίς προβλήματα το ποσό του δανείου. Δύο χρόνια αργότερα παντρεύεται. Σχεδόν αμέσως μετά τον γάμο μεταφέρει τις δραστηριότητές του στην Κωνσταντινούπολη (στα πρώτα ταξίδια του μεταφέρει συνήθως στη Βασιλεύουσα φορτία ξυλείας). Συνεργάζεται με τον αδελφό του, τον Σαμουήλ, και μαζί προβαίνουν στη σύσταση μιας οικογενειακής εταιρίας (fraterna societas). Έχουν τακτικές εμπορικές συναλλαγές με την ηπειρωτική Ελλάδα και τα παράλια της Μικράς Ασίας. Παράλληλα, ο Ρομάνο αγοράζει ακίνητα στη Βασιλεύουσα, η εκμετάλλευση των οποίων του αποφέρει ικανά κέρδη για να αναλάβει εμπορικές αποστολές μεγαλύτερης εμβέλειας: πλέον ταξιδεύει προς την Άκρα, την Τύρο, την Αντιόχεια και τα άλλα λιμάνια της φραγκικής Ανατολής, αλλά και προς τη μουσουλμανική Αλεξάνδρεια. Την ίδια περίοδο καταγράφονται τακτικές εμπορικές και τραπεζικές συναλλαγές του με το Τάγμα των Ναϊτών.

Βενετία, Φοντέγκο ντελ Μέτζο

Βενετία, Φοντέγκο ντελ Μέτζο

Το 1163, μετά από δεκαετή απουσία από τη μητρόπολη, ο Ρομάνο Μαϊράνο επιστρέφει στη Βενετία με αποκλειστικό σκοπό την αγορά του πρώτου ιδιόκτητου εμπορικού πλοίου του. Το 1165 τον βρίσκουμε στο χριστιανικό βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Χρηματοδοτεί ένα συμπατριώτη του έμπορο, τον Μάρκο Έντσιο: οι δύο άνδρες αποφασίζουν να ταξιδέψουν με το πλοίο του Μαϊράνο για να πουλήσουν τα εμπορεύματά τους. Από την Άκρα θα βρεθούν στον Χάνδακα της Κρήτης κι από εκεί θα συνεχίσουν ως την Αλεξάνδρεια για να επιστρέψουν από το αιγυπτιακό λιμάνι στη βάση τους. Προς το τέλος του 1167 ο Μαϊράνο επιστρέφει στη Βενετία για να αγοράσει το δεύτερο πλοίο του. Δανείζεται από οχτώ πλούσιους συμπολίτες του συνολικό ποσό 796 υπέρπυρων. Το δάνειο θα επιστραφεί εντόκως την άνοιξη του 1168 (με επιτόκιο 44%!).

Τον Οκτώβριο του 1169 ο Μαϊράνο βρίσκεται πίσω στην Κωνσταντινούπολη, μολονότι οι ενετικές αρχές έχουν προειδοποιήσει τους πολίτες τους για τη ραγδαία επιδείνωση των διπλωματικών σχέσων μεταξύ της Γαληνοτάτης και του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού. Αρχικά, φαίνεται να δικαιώνεται για τη ριψοκίνδυνη απόφασή του. Οι δουλειές του στην Πόλη πηγαίνουν όλο και καλύτερα. Αναλαμβάνει τη διαχείριση της μεγάλης περιουσίας που διαθέτει στη Βασιλεύουσα ο λατίνος πατριάρχης του Γκράντο. Αποκτά επίσης το ιδιαιτέρως επικερδές μονοπώλιο της είσπραξης των δικαιωμάτων για τη ζύγιση των εμπορευμάτων των Ενετών της πόλης. Ωστόσο, το 1171 ξεσπά η καταιγίδα που πολλοί φοβούνταν: ο Μανουήλ διατάσσει τη σύλληψη και απέλαση όλων των Ενετών υπηκόων και τη δήμευση των περιουσιακών στοιχείων τους. Ο Μαϊράνο κατορθώνει να ξεφύγει με το πλοίο του που ήταν ελλιμενισμένο στην Κωνσταντινούπολη, σώζοντας κι αρκετούς συμπατριώτες του, χάνει όμως την περιουσία του. Κατεστραμμένος οικονομικά αδυνατεί να εξοφλήσει τους πιστωτές του. Δίχως να απογοητευτεί, ξαναρίχνεται στον αγώνα, στο δρομολόγιο Βενετία-Αλεξάνδρεια. Κύριος χρηματοδότης του είναι η πάμπλουτη και ισχυρή οικογένεια Τζιάνι: ο δόγης (από το 1172 έως το 1178) Σεμπαστιάνο και ο γιος του (και μετέπειτα δόγης κι αυτός, 1205-1229) Πιέτρο, στους οποίους ο Μαϊράνο προμηθεύει φορτία πιπεριού και στυπτηρίας.

Πάντα έτοιμος να εκμεταλλευθεί νέους εμπορικούς δρόμους, ο Μαϊράνο διαβλέπει ευκαιρίες στη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ της πατρίδας του και της παραδοσιακής αντιπάλου, της νορμανδικής Σικελίας του Γουλιέλμου Β΄ του Καλού. Παραγγέλλει τη ναυπήγηση ενός ακόμη εμπορικού πλοίου και ταξιδεύει στο Μαγκρέμπ, όπου προμηθεύεται μάλλινα και δέρματα, προϊόντα απαραίτητα για την ενετική βιοτεχνία ένδυσης. Το 1183 έχει πλέον εξοφλήσει όλα τα χρέη του. Μετά το 1184, όταν αποκαθίστανται οι σχέσεις Βενετίας και Βυζαντίου, καθώς ο Ανδρόνικος Α΄ Κομνηνός δέχεται να καταβάλει και κάποιες αποζημιώσεις για τα δημευθέντα περιουσιακά στοιχεία των Ενετών της Πόλης, ο Μαϊράνο επιστρέφει στο δρομολόγιο προς Κωνσταντινούπολη. Φαίνεται μάλιστα ότι το 1190 μεταφέρει ξανά στη Βασιλεύουσα το κέντρο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του. Έχοντας φτάσει σε μάλλον προχωρημένη ηλικία σταματά να ταξιδεύει, αναθέτοντας τις εμπορικές αποστολές στους γιους του. Περιορίζεται στον ρόλο του χρηματοδότη και στη διαχείριση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας του. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή χρονολογία ή τον τόπο θανάτου του, είμαστε όμως βέβαιοι ότι άφησε τον εμπορικό του οίκο σε ανθηρή κατάσταση, καθιστώντας τον μια από τις σπουδαιότερες επιχειρήσεις της Μεσογείου.

2.   Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ενετικού εμπορίου κατά τον Μεσαίωνα

Δουκάτο, περ. 1400

Δουκάτο, περ. 1400

i. Ένα οικουμενικό εμπόριο χωρίς διακρίσεις, φραγμούς κι ενδοιασμούς: Οι Ενετοί, όπως και γενικά οι έμποροι από τις άλλες ναυτικές δημοκρατίες της Ιταλίας, συνδέουν εμπορικά την καθολική Δύση, το ορθόδοξο Βυζάντιο και τον μουσουλμανικό κόσμο. Μεταφέρουν στην Ανατολή πρώτες ύλες (ξυλεία και μέταλλα) και γυρίζουν στη Δύση με προϊόντα πολυτελείας για τις εύπορες τάξεις (μπαχαρικά, μεταξωτά από το Βυζάντιο, κοσμήματα και χειροτεχνήματα), χωρίς να περιφρονούν και την εμπορία φθηνότερων ειδών πρώτης ανάγκης (μάλλινα και δερμάτινα). Η βασική τους επιδίωξη είναι το κέρδος και, όπως είναι φυσικό, δεν υπόκειται σε φραγμούς: όταν εμπορεύονται όπλα ή πρώτες ύλες για στρατιωτικό εξοπλισμό εφαρμόζουν τη διαχρονική πολιτική των εμπόρων όπλων, πωλώντας και στις δύο εμπόλεμες πλευρές, δηλ. τους μουσουλμάνους της Αιγύπτου και τους χριστιανούς της Ιερουσαλήμ, της Τρίπολης και της Αντιόχειας. Δεν πτοούνται από τις παπικές απαγορεύσεις και τους αφορισμούς ούτε από τις αποφάσεις των χριστιανών ηγεμόνων.

Οι δραστηριότητες αυτές εξαρτώνται άμεσα από την ασταθή διπλωματική ισορροπία μεταξύ των διαφόρων δυνάμεων της Μεσογείου. Για ιστορικούς λόγους το Βυζάντιο αποτελεί τον κατεξοχήν εμπορικό εταίρο των Ενετών (ήδη από τον 11ο αι. και επί Αλέξιου Κομνηνού οι Ενετοί έμποροι τυγχάνουν πλήρους απαλλαγής από το κομμέρκιο, δηλαδή τον φόρο ύψους 10% επί της αξίας των εμπορευμάτων), εντούτοις, όπως αποδεικνύει και η ζωή του Μαϊράνο, οι σχέσεις Βενετίας και Βυζαντίου είναι ταραχώδεις. Επομένως, συμφέρον της Βενετίας είναι να διατηρεί πάντα εναλλακτικές εμπορικές οδούς. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορικής περιόδου που εξετάζουμε, βασικό μέλημα των ενετικών αρχών είναι να κρατούν ανοιχτή μία τουλάχιστον από τις τρεις βασικές οδούς (Βενετία-Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια λιμάνια της Μικράς Ασίας ή της Μαύρης Θάλασσας, Βενετία-Αλεξάνδρεια, Βενετία-χριστιανικά λιμάνια της Συρίας και Παλαιστίνης). Φυσικά, κάθε νέα προοπτική εμπορικού δρόμου είναι ευπρόσδεκτη για τη Γαληνοτάτη.

Εξαιρουμένων των μάλλον σύντομων περιόδων εχθρότητας, τα ξένα κράτη βλέπουν θετικά τις δραστηριότητες των Ενετών εμπόρων. Στα περισσότερα λιμάνια (Αλεξάνδρεια, Άκρα, Τύρος, Κωνσταντινούπολη) τους παραχωρείται εμπορικός σταθμός (fondaco, από το αραβικό funduk, με αμφιλεγόμενο ελληνικό έτυμο τη λέξη «πανδοχείο»), όπου οι έμποροι συναλλάσσονται με μεγαλύτερη ευκολία, ενώ το κράτος υποδοχής μπορεί να εισπράξει άμεσα φόρους και δασμούς επί των εμπορευμάτων. Παράλληλα, οι Ενετοί (κι οι υπόλοιποι Ιταλοί) έμποροι έχουν στα λιμάνια αυτά τις συνοικίες τους (με την εκκλησία, αφιερωμένη συνήθως στον Άγιο Μάρκο, τον φούρνο. τον μύλο και τα λουτρά τους), όπου ζουν όπως και στην πατρίδα τους, ενώ τα συμφέροντά τους τα εκπροσωπεί ένας ομοεθνής τους πρόξενος.

ii. Καινοτόμες μορφές συμβάσεων και εταιριών: Η εφευρετικότητα των Ενετών εμπόρων εκφράζεται με νέες μορφές εμπορικών συμβάσεων και εταιριών. Συχνή είναι η περίπτωση της ρογκαντία: η κεφαλαιουχική εταιρία που έχει την κυριότητα των εμπορευμάτων αναθέτει την πώλησή τους σ’ έναν έμπορο έναντι αμοιβής. Η επιχείρηση αποδεικνύεται συνήθως ιδιαίτερα επωφελής και για τον ταξιδιώτη έμπορο. Μπορεί να μη συμμετέχει στα εταιρικά κέρδη, αλλά εκτός της προκαθορισμένης αμοιβής έχει τη δυνατότητα να προβεί κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και σε δικές του συναλλαγές. Για παράδειγμα, το 1156, στο πλαίσιο μιας ρογκαντία, ο Μαϊράνο είναι υπεύθυνος για τη μεταφορά και πώληση εμπορευμάτων στη γραμμή Κωνσταντινούπολη-Σμύρνη-Αλεξάνδρεια. Παρότι δεν έχει συμμετοχή στα κέρδη της εταιρίας, αποκτά σημαντικά ποσά παίρνοντας την πρωτοβουλία να προσθέσει και να πωλήσει και δικά του εμπορεύματα στη διαδρομή.

Ακόμη συχνότερη, όμως, είναι η περίπτωση των εταιρικών μορφών στις οποίες ο έμπορος δεν παρέχει απλώς εργασία, αλλά συμμετέχει και στα κέρδη, συνήθως δε και στο εταιρικό κεφάλαιο. Η σύμβαση έχει περιορισμένη χρονική ισχύ (μπορεί να αφορά μία μόνον εμπορική αποστολή) και συνάπτεται μεταξύ ενός ή πλειόνων κεφαλαιούχων-χρηματοδοτών και ενός εμπόρου, ο οποίος καθίσταται υπεύθυνος για την πώληση των εμπορευμάτων. Στη μορφή της κομμέντα (την οποία χρησιμοποιούν συνήθως στη Γένοβα), ο έμπορος δεν μετέχει στο κεφάλαιο, κρατά όμως το 1/4 των κερδών, αποδίδοντας τα υπόλοιπα στους κεφαλαιούχους. Σύμφωνα, όμως, με τη βενετσιάνικη εκδοχή της κομμέντα, δηλ. την κολλεγκάντσα, ο χρηματοδότης παρέχει το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου (συνήθως τα 2/3), ενώ ο έμπορος συνεισφέρει με το υπόλοιπο κεφάλαιο. Τα κέρδη της επιχείρησης μοιράζονται μεταξύ βασικού κεφαλαιούχου και εμπόρου στο μισό, ενώ τυχόν ζημίες κατανέμονται αναλόγως της εισφοράς του κάθε εταίρου. Ως εκ της φύσεώς της, η κολλεγκάντσα είναι ιδιαιτέρως συμφέρουσα για τον έμπορο που μετέχει σ’ αυτήν.

Το αρχείο του Μαϊράνο μας προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κολλεγκάντσας. Το 1167, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου όπου είναι τότε εγκατεστημένος, ο Μαϊράνο συνάπτει εμπορική σύμβαση με έναν άλλο Βενετό έμπορο, τον Ντομένικο Γιάκομπ. Για τους σκοπούς της εταιρίας, ο Μαϊράνο παρέχει το πλοίο του οποίου είναι ιδιοκτήτης και συμμετέχει με τα 2/3 του κεφαλαίου (κι επομένως των εμπορευμάτων), ενώ ο συνεταίρος του συμμετέχει με το 1/3 του κεφαλαίου και αναλαμβάνει το επιχειρησιακό σκέλος: ο Γιάκομπ θα συνοδέψει τα εμπορεύματα στο ταξίδι από την Αλεξάνδρεια στον Αλμυρό της Μαγνησίας. Στη συνέχεια, θα ενωθεί με την πρώτη ενετική μούδα που κατευθύνεται στην Κωνσταντινούπολη. Στη Βασιλεύουσα θα λάβει χώρα κι η απόδοση λογαριασμών: ο Γιάκομπ θα επιστρέψει στον Μαϊράνο το κεφάλαιό του (τα 2/3 του εταιρικού), καθώς και το ήμισι των κερδών που απέφερε η επιχείρηση, ενώ ο ίδιος θα κρατήσει το δικό του μερίδιο από το κεφάλαιο (1/3) και τα άλλα μισά κέρδη. Η κολλεγκάντσα, με τις διάφορες παραλλαγές της, συντελεί ευεργετικά στη συσσώρευση κεφαλαίων και γενικά στην ανάπτυξη της εμπορικής κίνησης: ο έμπορος που έχει την ευθύνη της επιχείρησης, συνοδεύοντας το εμπόρευμα, έχει την άδεια να προβεί σε οποιεσδήποτε αγοραπωλησίες κρίνει επικερδείς. Εκμεταλλευόμενος τις διαφορές τιμών των εμπορευμάτων μεταξύ των διαφόρων σταθμών του, πολλαπλασιάζει τα κέρδη της εταιρίας, αλλά και τα προσωπικά του κέρδη.

Χαρακτηριστικό του Ενετού επιχειρηματία είναι ακριβώς η συμμετοχή του σε πολλές εταιρίες διαφορετικών τύπων και εμβέλειας. Εναλλάσσεται στους ρόλους του κεφαλαιούχου και του εμπόρου. Με τον τρόπο αυτό ελαχιστοποιεί τους εμπορικούς κινδύνους, σε τέτοιο σημεία που δεν καταφεύγει σχεδόν ποτέ στην ασφάλιση των εμπορευμάτων του (όπως κάνουν συστηματικά οι Φλωρεντινοί).

iii. Μια κρατικώς ελεγχόμενη οικονομία: Το ενετικό οικονομικό θαύμα δεν θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα αποκλειστικά χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Η οικονομία της Βενετίας κατευθύνεται κι ελέγχεται από το Δημόσιο. Η Γαληνοτάτη καθορίζει τα δρομολόγια, τον χρόνο απόπλου και τα εκάστοτε φορτία εμπορευμάτων για τις μούδες (mude), τις οργανωμένες ναυτικές αποστολές που αναχωρούν τακτικά για τους βασικούς εμπορικούς προορισμούς: στα κονβόϊ αυτά συμμετέχουν εμπορικά πλοία ιδιωτών που συνοδεύονται από γαλέρες, συνήθως ιδιοκτησίας του Δημοσίου. Οι γαλέρες, η καθεμία με 200 κωπηλάτες και 20 βαλλιστριδοφόρους, μεταφέρουν τα μεγάλης αξίας εμπορεύματα και αποτελούν εγγύηση για την ασφάλεια των εμπορικών πλοίων των ιδιωτών. Οι προδιαγραφές ασφάλειας των πλοίων των ιδιωτών, ο εξοπλισμός, το πλήρωμα και οι συνθήκες ασφάλειας και υγιεινής στα πλοία καθορίζονται με νόμους και διοικητικές πράξεις του ενετικού κράτους, ενώ η τήρησή τους ελέγχεται από τους δημοσίους υπαλλήλους. Επιπλέον, η Γαληνοτάτη ρυθμίζει λεπτομερώς τις εμπορικές δραστηριότητες αλλοδαπών σε ενετικό έδαφος, έχει το μονοπώλιο άλατος, ελέγχει αυστηρά το εμπόριο των βασικών καταναλωτικών αγαθών. Τέλος, απαγορεύει στις ενετικές τράπεζες τη δανειοδότηση αλλοδαπών προκειμένου το χρήμα τους να είναι διαθέσιμο αποκλειστικά στους Ενετούς υπηκόους και, φυσικά, στο ίδιο το κράτος.

Με τους τρόπους αυτούς και με όλες τις ιδιαιτερότητές του, το μεσαιωνικό εμπόριο μοιάζει να αποτελεί μάλλον ευτυχές παράδειγμα συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα κι επιβράβευσης του τολμηρού επιχειρηματικού πνεύματος. Πώς, όμως, διοικούνταν οι εμπορικές πόλεις αυτές;

β.   Απόπειρες δημοκρατικής οργάνωσης

Σιένα

Σιένα

Ανεξάρτητες αρχές και διαμεσολαβητές: Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρούμε στη Δύση (και φυσικά και στην Ελλάδα) να πολλαπλασιάζονται οι λεγόμενες ανεξάρτητες αρχές. Ένας από τους κύριους σκοπούς πολλών από αυτές είναι να ελαχιστοποιήσουν τις περιπτώσεις αντιδικίας στις διαφορές μεταξύ Δημοσίου και πολίτη, προκρίνοντας τη διαμεσολάβηση ως τρόπο επίλυσής τους. Έχουμε έτσι τον Συνήγορο του Πολίτη, τον Συνήγορο του Καταναλωτή, τους διάφορους Συμπαραστάτες του Δημότη και, σε επίπεδο ΕΕ, τον Ευρωπαίο Μεσολαβητή. Λαμπρή ιδέα και μάλιστα πρωτότυπη… ή μήπως όχι;

Διαμεσολαβητές στις ιταλικές πόλεις του Μεσαίωνα – οι Ποδεστάτοι: Λίγες είναι οι ιδέες που δεν έχουν ξαναχρησιμοποιηθεί στην Ιστορία της Ανθρωπότητας κι οι διαμεσολαβητές δεν είναι μία από αυτές. Γιατί, πώς θα σας φαινόταν αν η Πολιτεία ανέθετε τη διακυβέρνησή της συνολικά σ’ έναν διαμεσολαβητή και μάλιστα αλλοδαπό;

Με αυτόν τον τρόπο διακυβέρνησης πειραματίστηκαν οι ιταλικές πόλεις του Μεσαίωνα, μεταξύ του τέλους του 12ου και των μέσων του 13ου αιώνα. Προερχόμενος από την ανώτερη αριστοκρατία κάποιας άλλης πόλης, όχι απαραίτητα γειτονικής, και με θητεία συνήθως ετήσια, ο ποδεστάτος καταφθάνει συνοδευόμενος από στρατιά συμβούλων και προσωπικών φρουρών. Συγκαλεί το δημοτικό συμβούλιο κι αναλαμβάνει την εφαρμογή των αποφάσεών του, όπως και τη συνέλευση των πολιτών (arengo), είναι εγγυητής της ενότητας και της ομόνοιας της πόλης και, κυρίως, επιλύει τις διαφορές μεταξύ των πολιτών, λειτουργώντας καθαρά ως διαμεσολαβητής, χωρίς να δεσμεύεται από ένα σώμα κωδικοποιημένου δικαίου κι εκτιμώντας ελεύθερα τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη κριτήρια όχι μόνο νομικά, αλλά πρωτίστως πολιτικά. Η αλλοδαπή προέλευσή του εγγυάται την έλλειψη οικογενειακών και πελατειακών δεσμών και, επομένως, την ουδετερότητά του.

Ο ρόλος του ποδεστάτου δεν μπορεί να γίνει ευχερώς κατανοητός αν δεν ληφθεί υπόψη ο χαρακτήρας των μεσαιωνικών και αναγεννησιακών ιταλικών πόλεων ως κοινωνιών σύγκρουσης (και ενδημικής βίας). Σύγκρουσης ανάμεσα σε αντίπαλες φράξιες της αριστοκρατίας και σύγκρουσης μεταξύ των ευγενών και των λαϊκών τάξεων (popolo minuto).

Από την ιστορία του θεσμού δεν λείπουν φυσικά κι οι παρεκτροπές. Αν σε κάποιες περιπτώσεις ο θεσμός καταδεικνύει τις σχέσεις ισοτιμίας μεταξύ συμμάχων πόλεων (Σιένα και Περούτζα ανταλλάσσουν εθιμικά ποδεστάτους), συχνά αποτελεί μέσο επιβολής της θέλησης του ισχυρού. Σε διακρατικό επίπεδο, για παράδειγμα, μια τοπική δύναμη σαν τη Φλωρεντία μπορεί να επιβάλλει στις μικρότερες πόλεις της περιοχής (Πράτο, Σαν Τζιμινιάνο) να «επιλέγουν» αποκλειστικά Φλωρεντινούς ποδεστάτους. Σε εσωτερικό επίπεδο, η άνοδος των λαϊκών τάξεων συνεπάγεται και την αμφισβήτηση της ουδετερότητας του ποδεστάτου που κατηγορείται όλο και συχνότερα ότι ευνοεί τους ευγενείς.

Οι «αγανακτισμένοι» στους δρόμους της Φλωρεντίας: Το πείραμα μοιάζει άρρηκτα συνδεδεμένο με τις πολιτικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητες των ιταλικών πόλεων. Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία του συνοδεύεται από διάφορα ενδιαφέροντα περιστατικά. Όπως μας διηγείται ο Φλωρεντινός πολιτικός και ιστορικός Ντίνο Κομπάνι («Cronica delle cose occorrenti ne’ tempi suoi»), το 1295 κάποιος ευγενής, ο Κόρσο Ντονάτι, έστειλε τους μπράβους του να ξυλοκοπήσουν έναν άλλον ευγενή (και συγγενή του), τον Σιμόνε Γκαλαστρόνε. Η συμπλοκή μεταξύ αντίπαλων σωματοφυλάκων είχε ως αποτέλεσμα ένα νεκρό. Κληθείς να επιλύσει τη διαφορά, ο Λομβαρδός ποδεστάτος Ιωάννης του Λουτσίνο δικαίωσε τον Ντονάτι που είχε ξεκινήσει την ιστορία! Η κρίση του ποδεστάτου προκάλεσε την οργή των πολιτών της Φλωρεντίας, οι οποίοι ξεχύθηκαν στους δρόμους φωνάζοντας συνθήματα που θυμίζουν τους σύγχρονους «αγανακτισμένους» «Θάνατος στον Ποδεστάτο» και «Να καεί, να καεί» (όχι βέβαια η χαρακτηριζόμενη ως οίκος ανοχής Βουλή, αλλά) «το μέγαρο του ποδεστάτου»!

Σιένα, Αμπρότζο Λορεντσέτι (14ος αι.), νωπογραφίες με θέμα την καλή διακυβέρνηση, Δημοτικό Μέγαρο

Σιένα, Αμπρότζο Λορεντσέτι (14ος αι.), νωπογραφίες με θέμα την καλή διακυβέρνηση, Δημοτικό Μέγαρο

Οι αποτυχημένες απόπειρες δημοκρατικότερης διακυβέρνησης: Η άνοδος ακριβώς των λαϊκών τάξεων θα οδηγήσει και τον θεσμό του ποδεστάτου σε παρακμή. Δύο είναι τα κύρια μέσα της λαϊκής συμμετοχής στην εξουσία: οι φορολογικές απογραφές (estimi), που συνεπάγονται τη φορολόγηση κάθε προσώπου αναλόγως της περιουσίας του, και η αμιγώς δικαστική επίλυση των διαφορών (βάσει κυρίως του ποινικού δικαίου). Είναι πολύ ενδιαφέρον το ότι οι μεσαιωνικές κοινωνίες οδηγήθηκαν από τη διαμεσολάβηση στη δικαστική επίλυση διαφορών, ενώ οι σύγχρονες ακολούθησαν την αντίστροφη πορεία. Ο χρόνος θα δείξει ποιος είχε δίκιο!

Οι απόπειρες για μια πιο δημοκρατική οργάνωση της κοινωνίας δεν στέφθηκαν τελικά από επιτυχία. Μετά από μια περίοδο έντονων συγκρούσεων, σε όλες σχεδόν τις ιταλικές πόλεις επικράτησαν τελικά ολιγαρχικά καθεστώτα. Στη Βενετία ο κύκλος των ευγενών που είχαν δικαίωμα συμμετοχής στα συμβούλια διοίκησης της πόλης συρρικνωνόταν όλο και περισσότερο, καταλήγοντας σε έναν κλειστό αριθμό λίγων αριστοκρατικών οικογενειών, στη Φλωρεντία ή στο Μιλάνο εκπρόσωποι μίας μόνον οικογένειας κυβερνούσαν συχνά ως ντε φάκτο μονάρχες (Μέδικοι, Βισκόντι, Σφόρτσα).

Η τελική αποτυχία, όμως, δεν αναιρεί την αξία της προσπάθειας. Άλλωστε το μέλλον δεν το γνωρίζουμε και θα ήταν πρόωρο να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο να επιβληθεί εκ νέου στις κοινωνίες μας το πρότυπο της ολιγαρχικής διακυβέρνησης.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ
Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΩΣ ΕΠΟΧΗ ΑΚΡΑΙΑΣ ΒΙΑΣ

Πολιορκία της Ιερουσαλήμ από τους σταυροφόρους, 1099 (μικρογραφία του 13ου αι.)

Πολιορκία της Ιερουσαλήμ από τους σταυροφόρους, 1099 (μικρογραφία του 13ου αι.)

Πολύ συχνά, ο Μεσαίωνας εμφανίζεται ως συνώνυμο της βίας και της βαρβαρότητας. Πιθανότατα θα γνωρίζετε ότι η Α΄ Σταυροφορία ολοκληρώθηκε με λουτρό αίματος: όταν στις 15 Ιουλίου 1099 οι σταυροφόροι κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ κατέσφαξαν το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού της, μουσουλμάνους, Εβραίους, ακόμη και χριστιανούς, μια και μες στη μάχη δεν υπάρχει χρόνος να καταλάβεις τη θρησκεία του καθενός κι άλλωστε «όλοι ίδιοι έμοιαζαν με τις ανατολίτικες φορεσιές τους»! Θα έχετε ίσως ακούσει και για τη σφαγή όλων των κατοίκων της Μπεζιέ στο γαλλικό νότο, το 1209, στο πλαίσιο της Σταυροφορίας κατά των Καθαρών. Σύμφωνα με μία παράδοση που διασώζει ο κιστερκιανός μοναχός Καισάριος Χάιστερμπαχ, όταν οι στρατηγοί ρώτησαν τον παπικό λεγάτο Αρνάλδο Αμαλάριχο, ηγούμενο της μονής του Σιτώ, πώς θα μπορούσαν να διακρίνουν τους καλούς χριστιανούς από τους αιρετικούς όταν θα καταλάμβαναν την πόλη, εκείνος τους απάντησε κυνικά: «Σκοτώστε τους όλους κι ο Θεός θα ξεχωρίσει τους δικούς του»! («Tuez-les tous, Dieu reconnaîtra les siens.»/ «Cædite eos. Novit enim Dominus qui sunt eius.»).

Ποια εποχή, όμως, δεν γνώρισε πολέμους, λεηλασίες και σφαγές;

Α.   Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

α.   Μια δραστηριότητα που αφορά λίγους

Στην πραγματικότητα, ο πόλεμος κατά τον Μεσαίωνα αφορά ένα περιορισμένο μέρος του πληθυσμού το οποίο ασχολείται λόγω θέσεως ή εξ επαγγέλματος με τα στρατιωτικά: άρχοντες, ιππότες και επαγγελματίες/ μισθοφόρους πολεμιστές. Δεν υπάρχει καθολική υποχρέωση στρατιωτικής υπηρεσίας που να βαρύνει το σύνολο του ανδρικού πληθυσμού, όπως στις πόλεις-κράτη της Αρχαιότητας και στα εθνικά κράτη των Νεότερων Χρόνων. Η πολεμική δραστηριότητα είναι περιορισμένη χρονικά (εκστρατείες γίνονται μόνο την άνοιξη και το καλοκαίρι και πάλι όχι σε περιόδους γεωργικών εργασιών), η αριθμητική δύναμη των στρατιωτικών σωμάτων είναι συνήθως μικρή και τα όπλα δεν είναι τόσο φονικά. Προτιμότερο είναι να αιχμαλωτισθεί ο αντίπαλος, γιατί αυτό θα αποφέρει και λύτρα, παρά να φονευθεί. Ακόμη κι ο Εκατονταετής Πόλεμος μεταξύ του γαλλικού και του αγγλικού βασιλικού οίκου, μολονότι διήρκεσε τυπικά περισσότερο από εκατό χρόνια (1337-1453), αποτελείται από διάσπαρτες στον χρόνο ολιγόμηνες εκστρατείες που πλήττουν συγκεκριμένα μόνο τμήματα της γαλλικής επικράτειας.

Η θεωρητική δικαιολόγηση: το σχήμα των τριών τάξεων. Το γεγονός ότι ο μεσαιωνικός πόλεμος αφορά ορισμένους μόνον αποδεικνύεται κι από το αντίστοιχο θεωρητικό υπόβαθρο: στις αρχές του 11ου αιώνα, ο Ανταλμπερόν, επίσκοπος της Λαν, κι ο Γεράρδος, επίσκοπος του Καμπραί, διατύπωναν για πρώτη φορά την τριμερή διάκριση των τάξεων που επρόκειτο να σημαδέψει το φαντασιακό της φεουδαλικής κοινωνίας. Τρεις τάξεις αποτελούν τη μεσαιωνική κοινωνία: οι oratores (αυτοί που προσεύχονται, δηλαδή ο κλήρος περιλαμβανομένων των μοναχών) οι bellatores (αυτοί που πολεμούν για να διασφαλίσουν την ύπαρξη του κράτους, δηλαδή οι ιππότες και κατ’ επέκταση οι ηγεμόνες και οι ευγενείς) και οι laboratores (κυριολεκτικά αυτοί που οργώνουν τη γη και συνεκδοχικά το σύνολο του εργαζόμενου λαού).

Οι Τρεις Τάξεις

Οι Τρεις Τάξεις

Η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα: τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα. Υπάρχει, βεβαίως, μια σημαντική εξαίρεση: πρόκειται για τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα (Ναΐτες, Ιωαννίτες και Τεύτονες ιππότες) τα οποία συγκροτήθηκαν κατά τον 12ο αιώνα για να διασφαλίσουν την άμυνα των χριστιανικών κρατών της Συρίας και Παλαιστίνης. Τα μέλη τους δίνουν θρησκευτικούς όρκους και υποχρεούνται να τηρούν έναν κανόνα που μοιάζει με εκείνους των μοναστικών ταγμάτων, αλλά έχουν ως κύρια ενασχόληση τον πόλεμο με τις δυνάμεις του ισλάμ. Το γεγονός εξηγείται ευχερώς: η συγκρότηση των ΣΘΤ αποτελεί μια ρεαλιστική απάντηση σε ένα υπαρκτό πρόβλημα, τη λειψανδρία όσον αφορά την υπεράσπιση των σταυροφορικών κρατών. Και πάλι, η παρέκκλιση αυτή από τον κανόνα των τριών τάξεων με διακριτούς ρόλους συνάντησε μεγάλες αντιδράσεις. Ο Βερνάρδος του Κλαιρβώ χρειάστηκε να βάλει τα δυνατά του για να δικαιολογήσει την αναγκαιότητα της σύστασης του Τάγματος του Ναού με το «De laude novae militiae».

Η σφραγίδα του Τάγματος των Ναϊτών

Η σφραγίδα του Τάγματος των Ναϊτών

β.   Μια δραστηριότητα που ρυθμίζεται από σαφείς κανόνες

Επιπλέον, ο μεσαιωνικός πόλεμος αποτελεί δραστηριότητα η οποία ρυθμίζεται από σαφείς κανόνες. Από πολύ νωρίς, έχοντας επίγνωση της αποστολής της ως εγγυήτριας της κοινωνικής ειρήνης και προστάτιδας του ποιμνίου της, η Καθολική Εκκλησία θέτει κανόνες στη διεξαγωγή του πολέμου. Οι κανόνες αυτοί θα αναπτυχθούν σταδιακά για να αποτελέσουν στην τελική μορφή τους ένα μεσαιωνικό δίκαιο των ένοπλων συγκρούσεων, αντίστοιχο του οποίου θα αργήσουμε πολύ να συναντήσουμε στους Νεότερους Χρόνους.

Η Ειρήνη του Θεού: Μέσα από συλλογικές διεργασίες και συνελεύσεις κληρικών και λαϊκών, οι πρώτες από τις οποίες ανάγονται ήδη στον 10ο αιώνα, αναπτύσσεται κι επικρατεί η ιδέα της «Ειρήνης του Θεού». Βάσει των κανόνων που θεσπίζονται διασφαλίζεται η προστασία των κληρικών, των ναών και της εκκλησιαστικής περιουσίας, αφενός, και της σωματικής ακεραιότητας και των υλικών αγαθών των αμάχων και δη των φτωχών. Στους εμπόλεμους που παραβιάζουν τους κανόνες αυτούς επιβάλλονται ποινές που φτάνουν μέχρι του αποκλεισμού τους από την κονωνία των πιστών.

Η Ανακωχή του Θεού: Ένα δεύτερο στάδιο θέσπισης περιοριστικών κανόνων, αποτελεί η λεγόμενη «Ανακωχή του Θεού», βάσει της οποίας οι πολεμικές δραστηριότητες απαγορεύονται σε ορισμένο διάστημα της εβδομάδας (από το βράδυ της Τετάρτης έως το πρωί της Δευτέρας) και σε ορισμένες περιόδους του έτους που σχετίζονται με σημαντικές θρησκευτικές εορτές: Σαρακοστή, Πάσχα, σαρανταήμερο 15 Νοεμβρίου έως 24 Δεκεμβρίου και Χριστούγεννα. Με τον τρόπο αυτό η Εκκλησία κατορθώνει να περιορίσει τη δυνατότητα ένοπλων δραστηριοτήτων σε 80 μόλις ημέρες του έτους.

Τελικά, η συλλογική μνήμη της Ευρώπης δεν συγκράτησε τόσο τους μεσαιωνικούς πολέμους. Εν μέσω Αναγέννησης, οι θρησκευτικοί πόλεμοι και ειδικά ο Τριακονταετής είναι αυτοί που θα σημαδέψουν το φαντασιακό των ανθρώπων με τη σκληρότητα και την ανεπανάληπτη βιαιότητά τους. Κατά τη διάρκεια του Β΄ ΠΠ, όταν πολλοί αξιωματικοί της Βέρμαχτ αναζητούν στα ημερολόγια και τα απομνημονεύματά τους ένα ιστορικό προηγούμενο πολέμου εξίσου απάνθρωπου με τον δικό τους, αναφέρουν αυθόρμητα τον Τριακονταετή και ποτέ κάποια μεσαιωνική σύρραξη.

Β.   ΒΙΑΙΗ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΙΩΞΕΙΣ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΩΝ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΩΝ

Η βία δεν περιορίζεται μόνο στις πολεμικές συγκρούσεις. Υπάρχει και η άσκησή της από φορείς εξουσίας στο εσωτερικό των κοινωνιών.

α.   Η Ιερά Εξέταση

Γκόγια, Escena de Inquisición

Γκόγια, Escena de Inquisición

Το 1231, ο πάπας Γρηγόριος Θ΄ ιδρύει την Ιερά Εξέταση με αποστολή τη δίωξη και εξάλειψη των αιρέσεων. Η Ιερά Εξέταση θα στελεχωθεί πρωτίστως από μέλη του Τάγματος των Δομινικανών και, στη συνέχεια, των Φραγκισκανών. Βασικός στόχος της την εποχή εκείνη είναι το δόγμα των Καθαρών. Οι Καθαροί είναι δυϊστές, πιστεύουν στην ύπαρξη δύο αντιπάλων αρχών, αυτής του Καλού, του Θεού, και του Κακού, το οποίο είναι δημιουργός και κύριος του υλικού κόσμου. Για ορισμένους, είναι μια μετεξέλιξη της μεγάλης παράδοσης του Δυϊσμού που ξεκινά με τον ζωροαστρισμό, για να συνεχιστεί με τους Γνωστικούς, τους Μανιχαίους, τους Παυλικιανούς και τους Βογομίλους. Για άλλους, πάλι (κι αυτή είναι σήμερα η κρατούσα άποψη), είναι χριστιανοί αντιφρονούντες που κηρύσσουν την επιστροφή στην αγνότητα των πρωτοχριστιανικών χρόνων. Η αλήθεια ίσως να βρίσκεται κάπου στη μέση. Σε κάθε περίπτωση, οι Καθαροί έχουν τη δική τους εκκλησιαστική οργάνωση κι ιεραρχία και είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στη Λομβαρδία και τη ΝΔ Γαλλία, όπου χαίρουν της συμπάθειας και πολλών τοπικών αρχόντων. Με άλλα λόγια, αποτελούν θανάσιμο κίνδυνο για την Καθολική Εκκλησία, η οποία έχει μόλις διεξαγάγει εναντίον τους μια πολεμική εκστρατεία, τη Σταυροφορία κατά των Καθαρών (1208-1229), που έχει στεφθεί από σχετική μόνον επιτυχία.

Δεν πρόκειται, φυσικά, να υποστηρίξω ότι η Ιερά Εξέταση ήταν κάτι το συμπαθητικό. Αποτέλεσε σαφώς μηχανισμό δίωξης και καταστολής. Η ύπαρξη, όμως, ενός τέτοιου μηχανισμού δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα του Μεσαίωνα: διαχρονικά, οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, οι φορείς εξουσίας καταφεύγουν σε αντίστοιχες πρακτικές. Η Ιερά Εξέταση δεν αποτελεί μέσο άσκησης τυφλής βίας, αντιθέτως υπακούει σε συγκεκριμένους κανόνες που ρυθμίζουν τη δράση της όσον αφορά τη δίωξη, την ανάκριση και την ποινική δίκη των κατηγορουμένων ως αιρετικών. Ο ιεροεξεταστής δεν έχει ως σκοπό να κατασκευάσει ενόχους, ούτε να καταδικάσει χωρίς να δώσει στον κατηγορούμενο την ευκαιρία να συμμορφωθεί προς τους κανόνες της Εκκλησίας. Ένα παράδειγμα ίσως είναι διαφωτιστικό.

β.   Το αρχείο ιεροεξεταστή του Ιάκωβου Φουρνιέ

Ο τάφος του Ιάκωβου Φουρνιέ-Βενέδικτου ΙΒ΄ στην Αβινιόν

Ο τάφος του Ιάκωβου Φουρνιέ-Βενέδικτου ΙΒ΄ στην Αβινιόν

Ο Ιάκωβος Φουρνιέ (1285-1342), είναι ένας κληρικός ταπεινής καταγωγής. Ο πατέρας του ήταν ξυλουργός ή αρτοποιός. Είναι όμως ιδιαίτερα ευφυής κι εξαιρετικά μορφωμένος. Στην περίπτωσή του το «ασανσέρ της κοινωνικής ανόδου» θα λειτουργήσει θαυμάσια. Το 1334, έπειτα από λαμπρή σταδιοδρομία στα εκκλησιαστικά αξιώματα, θα εκλεγεί πάπας, με το όνομα Βενέδικτος ΙΒ΄, θέση στην οποία θα επιδείξει μάλιστα αξιοθαύμαστο μεταρρυθμιστικό έργο.

Ο Φουρνιέ υπήρξε επίσκοπος της πόλης Παμιέ στη νοτιοδυτική Γαλλία από το 1317 ως το 1326. Με την ιδιότητά του αυτή προήδρευε του τοπικού δικαστηρίου της Ιεράς Εξέτασης, στα όρια της κατά τόπον αρμοδιότητας του οποίου περιλάμβανονταν περιοχές όπου επιβίωνε η αίρεση των Καθαρών, μεταξύ αυτών και το γνωστό μας Μονταγιού. Χάρη στην οξυδέρκεια, την εργατικότητα, την προσοχή στη λεπτομέρεια και τη σχολαστική τήρηση της ποινικής δικονομίας που χαρακτήριζαν τον Φουρνιέ γνωρίζουμε σήμερα τα πάντα για την καθημερινή ζωή στο Μονταγιού, όσον αφορά χρονική περίοδο τριάντα χρόνων. Σχηματίστηκαν 98 δικογραφίες που αφορούσαν 114 άτομα (25 από αυτά ήταν από το Μονταγιού). Από τις υποθέσεις μόνο 5 κατέληξαν στην επιβολή της θανατικής ποινής σε αιρετικούς (4 μέλη της αίρεσης των λεγόμενων «Πτωχών της Λυών» και ένας καθ’ υποτροπήν Καθαρός). Το αρχείο ιεροεξεταστή του Φουρνιέ (λατινικό χειρόγραφο αριθ. 4080 της βιβλιοθήκης του Βατικανού) εκδόθηκε και μεταφράστηκε στα γαλλικά με επιμέλεια του Ζαν Ντυβερνουά (Τουλούζη, 1965, 3 τόμοι). Υπήρξε το βασικό υλικό για τη μνημειώδη μελέτη του Γάλλου ιστορικού Εμμανυέλ Λε Ρουά Λαντυρί με θέμα την κοινωνία του Μονταγιού.

Για να αστειευθούμε, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ακόμη και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο θα δυσκολευόταν να εντοπίσει παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις δίκες της Ιεράς Εξέτασης. Υπερβάλλουμε, βέβαια, μια και οι δίκες αυτές διεξάγονταν χωρίς την παρουσία δικηγόρου του κατηγορουμένου, ενώ οι αποφάσεις δεν ήταν δεκτικές εφέσεως. Ωστόσο τηρούνταν πάντα οι κανόνες της εφαρμοστέας ποινικής δικονομίας. Μεταξύ άλλων υπήρχαν πάντα διερμηνείς και μεταφραστές για κάθε εξέταση μάρτυρα ή ανάκριση κατηγορουμένου. Από τις δικογραφίες που χειρίστηκε τότε ο Φουρνιέ διαπιστώνουμε ότι οι κατηγορούμενοι αθωώνονταν στην περισσότερες περιπτώσεις. Οι συχνότερες ποινές ήταν η υποχρέωση κάποιου προσκυνηματικού ταξιδιού κι έπειτα η φυλάκιση ή η κάθειρξη. Η θανατική ποινή επιβαλλόταν μόνον σε όσους είχαν κριθεί καθ’ υποτροπήν αιρετικοί.

Η Ισπανική Ιερά Εξέταση καίει αιρετικούς στο Άμστερνταμ, 1571

Η Ισπανική Ιερά Εξέταση καίει αιρετικούς στο Άμστερνταμ, 1571

Γιατί, όμως, η Ιερά Εξέταση έχει τόσο κακή φήμη; Η απάντηση δεν είναι άλλη από την Ισπανική Ιερά Εξέταση, η οποία κατά τον 16ο και 17ο αιώνα εξαπολύει απηνείς διωγμούς εναντίον των Εβραίων και μουσουλμάνων της Ιβηρικής που είχαν υποχρεωθεί με τη βία να προσηλυτισθούν. Φυσικά δεν βρισκόμαστε πλέον στον Μεσαίωνα. Επιπλέον, η Ισπανική Ιερά Εξέταση δεν ελέγχεται από την Αγία Έδρα, αλλά από το ισπανικό στέμμα. Η αγριότητά της απορρέει άμεσα από τη βούληση της κρατικής εξουσίας να επιβληθεί με κάθε μέσο στους υπηκόους της.

Ο Μεσαίωνας υπήρξε και βίαιος. Το να χαρακτηρίζει, όμως, η εποχή μας το Μεσαίωνα ως κατεξοχήν εποχή βαρβαρότητας αποτελεί τραγική ειρωνεία. Δεν είναι μακρινός, νομίζω, ο 20ός αιώνας των δύο παγκοσμίων πολέμων, των πυρηνικών και των άλλων όπλων μαζικής καταστροφής, των στρατοπέδων του Γκουλάγκ, των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης κι εξόντωσης, της Σοά.

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ
Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΚΑΤΕΞΟΧΗΝ ΕΠΟΧΗ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗΣ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ;

Καταπιεσμένες από αυταρχικούς και βίαιους συζύγους, καταπιεσμένες από τους φεουδάρχες, καταπιεσμένες από την Εκκλησία που τις θεωρεί σύμβολα της αμαρτίας και του κακού, όταν δεν τις στέλνει στην πυρά για να τις κάψει σαν μάγισσες, οι γυναίκες του Μεσαίωνα φαίνεται να ζούσαν σε συνθήκες απόλυτης δυστυχίας. Ή, τουλάχιστον, αυτό μας λέει το σχετικό στερεότυπο. Πόσο, όμως, ανταποκρίνεται στην αλήθεια; Ας εξετάσουμε πρώτα τρεις ευρύτατα διαδεδομένους μύθους σχετικά με τη θέση της Γυναίκας στα χρόνια του Μεσαίωνα, πριν δούμε ποια ήταν στην πραγματικότητα.

Α.   ΟΙ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΕΣ

Οι Νεότεροι Χρόνοι επιχείρησαν να αμαυρώσουν τη φήμη του Μεσαίωνα με δύο εντελώς παράλογες κατηγορίες και με μια αληθοφανή συκοφαντία.

α.   Παντελώς αστήρικτες κατηγορίες

1.   Οι ζώνες αγνότητας

Ζώνη αγνότητας, γερμανική ξυλογραφία του 16ου αι.

Ζώνη αγνότητας, γερμανική ξυλογραφία του 16ου αι.

Ο μύθος: Το στερεότυπο μας είναι πολύ γνώριμο. Πριν ξεκινήσει για κάποια σταυροφορία, ο άρχοντας θέλει να βεβαιωθεί ότι η σύζυγός του θα παραμείνει πιστή καθ’ όλη τη διάρκεια της απουσίας του. Για τον λόγο αυτό, της φορά μια ζώνη αγνότητας, την οποία κλειδώνει και φεύγοντας παίρνει μαζί του το κλειδί. Ο μύθος δεν μας πληροφορεί για το τι θα συμβεί έτσι και χαθεί αυτό το πολύτιμο κλειδί, ενώ ας πούμε ο ήρωάς μας καλπάζει σε κάποιο οροπέδιο της Ανατολίας, αν πέσει σε τρικυμία το γενοβέζικο καράβι που τον μεταφέρει στους Άγιους Τόπους ή ενώ πολεμά τους μουσουλμάνους στην Παλαιστίνη. Ούτε αν, όπως είναι πολύ πιθανό από στατιστική άποψη, δεν επιστρέψει ποτέ στην πατρίδα του.

Η αλήθεια: μια σατανική εφεύρεση των Νεότερων Χρόνων. Η ιστορική πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Η πρώτη περιγραφή αντικειμένου που μοιάζει κάπως με αυτό που αποκαλούμε ζώνη αγνότητας ανάγεται στις αρχές του 15ου αιώνα και περιλαμβάνεται στο σύγγραμμα «Bellifortis» του Γερμανού στρατιωτικού μηχανικού Κορράδου Κάυζερ του Άιχστεττ, ο οποίος σημειώνει ότι, όπως είχε ακούσει, κάποιοι ηλικιωμένοι πλούσιοι Φλωρεντινοί το χρησιμοποιούσαν για να εξασφαλίσουν ότι οι κατά πολύ νεότερες γυναίκες τους δεν θα τους απαιτούσαν. Η διαβολική αυτή εφεύρεση φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε, σπάνια είναι η αλήθεια, κατά τον 16ο και 17ο αιώνα σε γυναίκες… εν μέσω της υπέρλαμπρης Αναγέννησης. Η χρήση της διαδίδεται κατά τον 18ο αιώνα για ένα διαφορετικό σκοπό από αυτόν του μύθου: μέχρι και πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο χρησιμοποιούταν σε αγόρια και κορίτσια για να αποτρέψει την αυτοϊκανοποίηση. Στ’ αλήθεια πονηροί οι Νεότεροι Χρόνοι: καταλόγισαν στον δύσμοιρο Μεσαίωνα μια δικιά τους διεστραμμένη εφεύρεση!

Και να ήταν μόνον οι ζώνες αγνότητας…

2.   Το διαβόητο ius primae noctis

Ο, ιδιαίτερα δημοφιλής, μύθος μάς λέει ότι την πρώτη νύχτα του γάμου ενός ζεύγους δουλοπάροικων δεν κοιμόταν με τη νύφη ο γαμπρός, αλλά ο άρχοντάς τους!

Ούτε αυτός ο μύθος περιέχει έστω κι έναν κόκκο αλήθειας. Η πρώτη μνεία στο υποτιθέμενο αυτό δικαίωμα του φεουδάρχη γίνεται στα μέσα του 16ου αιώνα από τον Γάλλο νομομαθή Ιωάννη Παπόν. Αργότερα ο μύθος του διαβόητου ius primae noctis θα διαδοθεί από μορφές του Διαφωτισμού, όπως ο Βολταίρος («Σπουδή περί των Ηθών», 1756), και ιστορικούς του 19ου αιώνα, όπως ο Ζυλ Μισλέ. Στην πραγματικότητα, ο μύθος οφείλεται σε μια παροιμιώδη γκάφα του Παπόν: μελετώντας μεσαιωνικά έγγραφα της περιοχής του, είδε να αναφέρεται κάποιο «droit de cuissage». Μόνο που το συγκεκριμένο δικαίωμα δεν είχε καμία σχέση με προνόμια ερωτικού χαρακτήρα. Αφορούσε απλώς το προνόμιο κάποιου να ψήνει ψωμί για ολόκληρη την κοινότητα του χωριού!

Μολονότι δεν στηρίζεται σε κανένα απολύτως στοιχείο από τις πηγές, ο μύθος του ius primae noctis εξακολουθεί να γνωρίζει επιτυχία ακόμη και στην εποχή μας. Η ειρωνεία έγκειται στο ότι, όπως αποδεικνύουν κοινωνιολογικές κι ιστορικές μελέτες, στη Γαλλία των χρόνων της βιομηχανικής επανάστασης αναγνωριζόταν ότι ο εργοστασιάρχης κι ο επιστάτης είχαν εθιμικά ένα αντίστοιχο δικαίωμα πάνω στις εργατριές τους!

β.   Έκαιγαν πράγματι μάγισσες τον Μεσαίωνα;

World Without End

World Without End

Δεν πρέπει να υπάρχει μυθιστόρημα, τηλεοπτική σειρά ή κινηματογραφική ταινία με θέμα τον Μεσαίωνα που να μην περιέχει μία τουλάχιστον σκηνή στην οποία κάποια μάγισσα θα καίγεται στην πυρά! Στα πολύ επιτυχημένα μυθιστορήματα του Ουαλού συγγραφέα Κεν Φόλλεττ, τα οποία έχουν μεταφερθεί και στην τηλεόραση, ειδικότερα δε στον «Κόσμο Χωρίς Τέλος», έχει κανείς την εντύπωση ότι κάθε είκοσι σελίδες κάποια γυναίκα κατηγορείται για μαγεία, δικάζεται κι ενίοτε καταδικάζεται σε θάνατο και μάλιστα με πολλούς και διάφορους τρόπους εκτέλεσης. Ακόμη κι ο Ουμπέρτο Έκο, που τον Μεσαίωνα τον γνωρίζει όσο λίγοι, υποκύπτει στον πειρασμό, βάζοντας στο «Όνομα του Ρόδου» την νεαρή χωρική που γνωρίζει ο Άντσο να καταδικάζεται ως μάγισσα. Και στην Ελλάδα, ιστορικός και μέλος του Κοινοβουλίου που δεχόταν επικρίσεις, επειδή είχε επιχειρήσει να αποδομήσει κάποιον από τους μύθους που περιέχει η επίσημη εθνική αφήγηση της Ιστορίας, έβρισκε καταφύγιο στον μύθο περί μαγισσών, δηλώνοντας ότι «στην ελληνική πολιτική σκηνή υπάρχει ένα κυνήγι μαγισσών. Αν θέλουν μάγισσες ας τις αναζητήσουν στον Μεσαίωνα».

Η αδιαφορία του Μεσαίωνα: Δεν θα ήταν δυνατό να υποστηριχθεί ότι οι πρακτικές μαγείας και μαγγανείας ήταν άγνωστες στις μεσαιωνικές κοινωνίες. Απαντούν σε όλες τις εποχές και σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες, ενώ κάποιες από αυτές ενσωματώνονται, επίσημα ή ανεπίσημα, σε θρησκείες. Όποιος όμως προσπαθήσει να μελετήσει τον Μεσαίωνα αναζητώντας ψυχώσεις και κυνήγια μαγισσών θα έχει την εντύπωση ότι διασχίζει μια έρημο και θα απογοητευθεί.

Μερικές παράγραφοι σε ένα σύγγραμμα εκκλησιαστικού δικαίου των αρχών του 9ου αιώνα, όπου ο τότε επίσκοπος Ραιτίας προτείνει την επιβολή ατιμωτικών ποινών (χωρίς να μνημονεύει ρητώς τη θανατική ποινή) σε όσους ασχολούνται με τη μαγεία και μαγγανεία. Στοργικές συμβουλές για την καθοδήγηση των παραπλανημένων αυτών ψυχών από τον ηγούμενο Ρηγίνο της Πρυμ περίπου έναν αιώνα αργότερα. Κανένα ίχνος διωγμών, δικών και καταδικών! Είναι προφανές ότι η μαγεία ως κοινωνικό φαινόμενο δεν απασχόλησε ιδιαίτερα την κοινωνία του Μεσαίωνα.

Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται ακόμη και σε εποχές κατά τις οποίες η Καθολική Εκκλησία εξαπολύει απηνείς διωγμούς κατά των αιρέσεων, έχοντας ήδη προβεί στη σύσταση της Ιεράς Εξέτασης. Στο κλασικό του σύγγραμμα «Practica officii Inquisitionis heretice pravitatis» (Τουλούζη, περ. 1323-1324), γνωστό και ως «Εγχειρίδιο του Ιεροεξεταστή», ο Βερνάρδος Γκι δεν αφιερώνει ούτε δύο σελίδες στη μαγεία, ενώ οι αναφορές στο δυϊστικό δόγμα των Καθαρών καταλαμβάνουν το μισό περίπου βιβλίο και η εξέταση της αίρεσης των Πτωχών της Λυών απαιτεί μερικές δεκάδες σελίδες.

Χανς Μπάλντουνγκ Γκριν, Οι Μάγισσες, 1508

Χανς Μπάλντουνγκ Γκριν, Οι Μάγισσες, 1508

Η μεταστροφή: Είναι αλήθεια ότι το γεγονός που σηματοδοτεί ποιοτική αλλαγή της στάσης της δυτικής Εκκλησίας έναντι της μαγείας είναι σχεδόν σύγχρονο με τη συγγραφή του έργου του δομινικανού ιεροεξεταστή: τον Αύγουστο του 1326, ο πάπας Ιωάννης ΚΒ΄ (Ιάκωβος Ντιέζ της Καόρ) εκδίδει τη βούλλα «super illius specula», με την οποία οι πρακτικές μαγείας και μαγγανείας εξομοιώνονται με αίρεση. Πρέπει, όμως, να επισημανθεί ότι ο Ιωάννης ΚΒ΄ (στον οποίο παραδόξως κάποιοι αποδίδουν τη συγγραφή αλχημιστικών βιβλίων) είχε προσωπικούς λόγους να απεχθάνεται τη μαγεία: παραλίγο να δολοφονηθεί από τον επίσκοπο της γενέτειράς του, τον Ούγο Ζερώ, τον οποίο είχε παραπέμψει σε δίκη για οικονομικές ατασθαλίες. Μέσα στην τρέλα και τον πανικό του, ο Ζερώ δεν είχε αρκεσθεί στην προσπάθειά του να δηλητηριάσει τον ποντίφηκα, αλλά είχε καταφύγει και σε πρακτικές μαγείας, καίγοντας κέρινα ομοιώματα του αντιπάλου του!

Στην πραγματικότητα, το πιο σημαντικό είναι η αλλαγή στάσης της κοινωνίας, η οποία ανάγεται στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Παρέλκει, ίσως, η υπόμνηση, των γεγονότων που σημάδεψαν την εποχή: μακροχρόνια οικονομική κρίση, ραγδαία επιδείνωση των κλιματολογικών συνθηκών και, κυρίως, η τρομακτική επιδημία βουβωνικής πανώλης που ξεκληρίζει το ένα τρίτο τουλάχιστον του πληθυσμού της Ευρώπης. Είναι δύσκολο για τον σύγχρονο άνθρωπο να αντιληφθεί τον τρόπο με τον οποίο σημάδεψε τη συλλογική συνείδηση των κοινωνιών της εποχής μια συμφορά τέτοιου μεγέθους. Σε όλα αυτά ας προστεθεί και η αυξανόμενη τάση της κεντρικής εξουσίας (κρατικής και εκκλησιαστικής) για στενότερο έλεγχο των κοινωνιών, κάτι που συνεπάγεται την όλο και μεγαλύτερη χρήση μεθόδων καταστολής. Πρόκειται, όμως, για στοιχεία που δεν χαρακτηρίζουν τόσο τη φεουδαλική οργάνωση του Μεσαίωνα όσο τα κράτη κατά τους Νεότερους Χρόνους.

Το κυνήγι μαγισσών, χαρακτηριστικό γνώρισμα των Νεότερων Χρόνων: Οι πρώτες δίκες για μαγεία (χωρίς καταδίκες σε θάνατο) καταγράφονται στην περιοχή της Τουλούζης κατά το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Ακόμη, όμως, και κατά τον Ύστερο Μεσαίωνα αποτελούν περιστασιακό φαινόμενο. Η πραγματική φρενίτιδα με τη μαγεία και το κυνήγι μαγισσών αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Αναγέννησης και των Νεότερων Χρόνων! Τα πρώτα εγχειρίδια οδηγιών για την καταπολέμηση της μαγείας συγγράφονται μετά το 1480: οι Γερμανοί δομινικανοί μοναχοί Ερρίκος Κράμερ (γνωστότερος ως Ινστιτόρις) και Ιάκωβος Σπρέγγερ δημοσιεύουν το διαβόητο σύγγραμα «Malleus Maleficarum» το 1486-1487, ο Γάλλος νομικός Ιωάννης Μποντέν δημοσιεύει τη «Démonomanie des sorciers» το 1580 και ο συνάδελφός του από τη Λωρραίνη Νικόλαος Ρεμύ εκδίδει τη «Δαιμονολατρεία» του το 1592. Όσο για τον παροξυσμό των δικών μαγισσών, αυτός είναι υπόθεση του 17ου αιώνα: από την αυλή του Λουδοβίκου ΙΔ΄ μέχρι τον Νέο Κόσμο, όλοι ψάχνουν για μάγισσες! Η πασίγνωστη δίκη των Μαγισσών του Σάλεμ στη Μασσαχουσέττη γίνεται το 1698. Στη Γαλλία, ειδικά, η τελευταία δίκη για μαγεία καταγράφεται στο Μπορντώ το 1718. Μάλλον χρειάζεται διαστροφική φαντασία για να καταλογιστούν όλα αυτά στον άμοιρο Μεσαίωνα.

Για να είμαστε, άλλωστε, ακριβείς και δίκαιοι, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η στάση του μεσαιωνικού ανθρώπου απέναντι στη μαγεία μοιάζει εκπληκτικά σύγχρονη: η μαγεία αντιμετωπιζόταν περισσότερο ως εκδήλωση ψυχικής ασθένειας. Για τον συμπαθή Ρηγίνο, οι ισχυρισμοί κάποιων γυναικών για συναντήσεις με δαίμονες δεν είναι παρά «αποτελέσματα παραισθήσεων». Όσο για τον Ιωάννη του Σώλσμπρυ, επίσκοπο Σαρτρ (12ος αιώνας), αρκεί απλώς «να μη δίνει κανείς προσοχή σε τόσο αξιοθρήνητες παλαβομάρες».

Β.   Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

Η Κυρία με τον Μονόκερω, 15ος αι.

Η Κυρία με τον Μονόκερω, 15ος αι.

α.   Γυναίκες και εξουσία

«Οι γυναίκες δεν ήταν υπόδουλες και υποταγμένες στο πλαίσιο ενός κόσμου ο οποίος εμφανίζεται να κυριαρχείται από τις αντρικές αρετές ιπποτών ή ασκητικών μοναχών; Η εξουσία δεν απέκλειε τις γυναίκες από την κορυφή της κοινωνίας; Η υπόμνηση μερικών ονομάτων αρκεί για να αποδείξει το αντίθετο. Η Αλιενόρ της Ακυιτανίας, η Λευκή της Καστίλλης κι άλλες λιγότερο γνωστές διοίκησαν επικράτειες και κυβέρνησαν υπηκόους» (Συλβαίν Γκούγκενάιμ Regards sur le Moyen Âge, σελ. 103). Πράγματι, δεν είναι λίγα τα παραδείγματα γυναικών που ασκούν τη βασιλική εξουσία όταν ο σύζυγός τους απουσιάζει ή ασθενεί ή αυτών στις οποίες έχει νομίμως ανατεθεί η αντιβασιλεία μέχρι την ενηλικίωση του γιου τους. Άλλες πάλι είναι αρκετά δυναμικές ώστε να πάρουν την εξουσία στα χέρια τους και χωρίς να συμβαίνει κάτι από τα παραπάνω.

1.   Η Αλιενόρ της Ακυιτανίας,
της οποίας το όνομα θα μπορούσαμε να μεταγράψουμε και ως Ελεονόρα, αλλά οι Γάλλοι ακόμη και σήμερα την αποκαλούν με το οξιτανικό της όνομα, είναι μια από τις δυναμικότερες γυναικείες μορφές του Μεσαίωνα. Κληρονόμος του ισχυρού δουκάτου της Ακυιτανίας, παντρεύεται το 1137 (σε ηλικία 15 ετών) τον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο Ζ΄. Η νεαρή με τα πλούσια ενδιαφέροντα και το εκρηκτικό ταμπεραμέντο βρίσκει βαρετό τον μονόχνωτο και ασκητικό σύζυγό της. Η ασυμφωνία χαρακτήρων είναι προφανής: η ρήξη στις σχέσεις των συζύγων καθίσταται οριστική κατά τη διάρκεια της Β΄ Σταυροφορίας (όταν, μεταξύ των άλλων, οι κακές γλώσσες καταλογίζουν στην Αλιενόρ και μια εξωσυζυγική περιπέτεια με τον θείο της και ηγεμόνα της Αντιόχειας, τον Ραϋμόνδο του Πουατιέ). Με την επιστροφή στη Γαλλία, η Αλιενόρ παίρνει την πρωτοβουλία και, το 1152, χωρίζει τον Λουδοβίκο (καθόσον νομικά δεν υφίστατο διαζύγιο, τυπικά επρόκειτο για ακύρωση του γάμου λόγω… μακρινής συγγένειας μεταξύ των συζύγων). Έξι μόλις εβδομάδες μετά την ακύρωση του πρώτου της γάμου παντρεύεται στο Πουατιέ τον Ερρίκο, δούκα της Νορμανδίας και κόμη του Ανζού και του Μαιν, ο οποίος θα γίνει δύο χρόνια αργότερα βασιλιάς της Αγγλίας (ως Ερρίκος Β΄). Ως κυρία της Ακυιτανίας, η Αλιενόρ θα ανατρέψει υπέρ της Αγγλίας την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των δύο βασιλείων. Ως βασίλισσα δεν θα αρκεσθεί στη διοίκηση των προσωπικών κτήσεών της και στην οικονομική διαχείριση της μεγάλης περιουσίας της, ούτε στον ρόλο της προστάτιδας των γραμμάτων και των τεχνών: από το 1160 και μετά είναι ουσιαστικά αυτή που κυβερνά την Αγγλία. Θα φτάσει μέχρι του σημείου να προτρέψει τους γιους της να στασιάσουν κατά του πατέρα τους (1173). Η κίνηση θα στοιχίσει στην Αλιενόρ σχεδόν 15 χρόνια αιχμαλωσίας. Μετά τον θάνατο του συζύγου της (1189), θα επιστρέψει στην πολιτική σκηνή υποστηρίζοντας τον γιο της Ριχάρδο, νέο βασιλιά της Αγγλίας. Μέχρι τον θάνατό της (1204) θα παραμείνει δραστήρια, αναλαμβάνοντας διπλωματικές πρωτοβουλίες και επιχειρώντας να καθορίσει σύμφωνα με τις απόψεις της τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας.

2.   Η Λευκή της Καστίλλης.
Εγγονή της Αλιενόρ, η Λευκή της Καστίλλης παντρεύεται σε ηλικία 12 ετών τον διάδοχο του γαλλικού θρόνου (τον μετέπειτα Λουδοβίκο Η΄). Μετά τον θάνατο του συζύγου της (1226), θα κυβερνήσει το βασίλειο έως την ενηλικίωση του γιου της (Λουδοβίκου Θ΄). Κατά τη διάρκεια της αντιβασιλείας της θα διαπραγματευθεί (με επιτυχία) τους όρους της Συνθήκης του Μω (1229), με την οποία τερματίζεται η σύγκρουση μεταξύ Γαλλίας και κομητείας της Τουλούζης (που προκλήθηκε λόγω της υποστήριξης των αρχόντων της δεύτερης προς την αίρεση των Καθαρών). Η συνθήκη διασφαλίζει κατά τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα της Γαλλίας, απαλλάσσοντάς την ταυτόχρονα από τον κίνδυνο της συνέχισης μιας επικίνδυνης σύρραξης με απρόβλεπτες συνέπειες. Έχοντας εμπιστοσύνη στις πολιτικές ικανότητες της μητέρας του, ο Λουδοβίκος Θ΄ της αναθέτει την αντιβασιλεία κατά την αναχώρησή του για την Ζ΄ Σταυροφορία (1248).

3.   Η Θεοφανώ.
Στα τέλη του 10ου αιώνα, η βυζαντινή πριγκίπισσα Θεοφανώ (ανηψιά του Ιωάννη Α΄ Τσιμισκή) παντρεύεται τον Γερμανό αυτοκράτορα Όθωνα Β΄. Η Θεοφανώ δεν έφερε απλώς στη Δύση τις εκλεπτυσμένες συνήθειες της βυζαντινής αυλής, καθώς και τα γράμματα και τον πολιτισμό της πατρίδας της: μετά τον θάνατο του άντρα της και ως την ενηλικίωση του γιου της (του Όθωνα Γ΄), κυβέρνησε την αυτοκρατορία. Αναφερόμενη ήδη ως «συναυτοκράτειρα» (coimperatrix) ενώ ζει ο σύζυγός της, υπογράφει αποφάσεις στα χρόνια διακυβέρνησής της φέροντας τον τίτλο «Theophanius gratia divina imperator augustus», σαν να ήταν άντρας.

4.   Η Ματθίλδη της Τοσκάνης
(1046-1115) υπήρξε η ισχυρότερη πολιτική προσωπικότητα στην Ιταλία του καιρού της: σε δική της πρωτοβουλία οφείλεται η «συμφιλίωση» μεταξύ του πάπα Γρηγόριου Ζ΄ και του αυτοκράτορα Ερρίκου Δ΄, με την ταπείνωση του δεύτερου στην Κανόσσα (1077).

5.   Η Ισαβέλλα Βιλλαρδουίνη
Στα μέρη μας, τέλος, η πριγκίπισσα της Αχαΐας Ισαβέλλα Βιλλαρδουίνη (1263-1312, η πριγκίπισσα Ζαμπέα του Χρονικού του Μορέως και «Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ» του ομώνυμου μυθιστορήματος του Άγγελου Τερζάκη) κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλίσει την επιβίωση της φραγκικής Πελοποννήσου, παρά τους ασφυκτικούς περιορισμούς που της επέβαλλε η Συνθήκη του Βιτέρμπο (την οποία σύναψε, σε στιγμές μεγάλης πολιτικής αδυναμίας, ο πατέρας της Γουλιέλμος Β΄ Βιλλαρδουίνος με τον Κάρολο Α΄ τον Ανδεγαυικό: βάσει της συνθήκης ο ανδεγαυικός οίκος, ως επικυρίαρχος, έπρεπε να εγκρίνει τους γάμους της διαδόχου του πριγκιπάτου).

Σφραγίδα της Ισαβέλλας Βιλλαρδουίνης

Σφραγίδα της Ισαβέλλας Βιλλαρδουίνης

Σύμβολα και μέσα άσκησης της γυναικείας εξουσίας: Ενδεικτικό των μεσαιωνικών αντιλήψεων είναι και το γεγονός ότι στις γυναίκες που είναι φορείς εξουσίας παρέχεται τόσο η συμβολική αναγνώριση του ρόλου αυτού όσο και τα αναγκαία υλικά μέσα. Σε συμβολικό επίπεδο παρατηρείται ότι όλες οι βασίλισσες στέφονται, όπως ακριβώς και οι βασιλείς. Η τελευταία βασίλισσα της Γαλλίας που στέφθηκε ήταν, το 1610, η Μαρία των Μεδίκων (δεύτερη σύζυγος του Ερρίκου Δ΄ των Βουρβόνων). Εκτός από το στέμμα υπάρχει κι η προσωπική σφραγίδα της βασίλισσας ή τα νομίσματα που φέρουν το όνομά της (Ισαβέλλα της Αχαΐας). Σε επίπεδο υλικών μέσων, όλες οι βασίλισσες και οι γυναίκες της ανώτερης αριστοκρατίας έχουν την προσωπική περιουσία τους: εκτός από την περιουσία με την οποία προικίσθηκαν από τις οικογένειές τους έχουν στην κυριότητά τους και τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία τους δωρίζει ο βασιλιάς ή φεουδάρχης σύζυγός τους. Για παράδειγμα, η αυτοκράτειρα Θεοφανώ λαμβάνει από τον Όθωνα εκτάσεις από τη Θουριγγία και τη Σαξονία μέχρι τη βορειοανατολική Ιταλία.

Αν όμως οι γυναίκες μπορούν να ασκήσουν εξουσία, δεν είναι προαπαιτούμενο να έχουν και πολιτικά δικαιώματα και συμμετοχή στα κοινά;

β.   Γυναίκες και πολιτικά δικαιώματα

Στα χρόνια της ελληνικής και ρωμαϊκής Αρχαιότητας η γυναίκα στερείται πλήρως πολιτικών δικαιωμάτων. Στους Νεότερους Χρόνους πρέπει να φτάσουμε στον 20ό αιώνα για να δοθεί στις γυναίκες δικαίωμα ψήφου. Στο Μεσαίωνα, όμως, οι γυναίκες ψηφίζουν στις συνελεύσεις πόλεων και χωριών που καλύπτουν μεγάλο μέρος της δυτικής Ευρώπης. Συχνά, βεβαίως, δεν ψηφίζουν άτομα, αλλά οικογένειες, οι οποίες εκπροσωπούνται συνήθως από τον άντρα. Όταν όμως αυτός αδυνατεί να συμμετάσχει στη διαδικασία (απουσία ή ασθένεια) ή έχει πεθάνει, τότε η οικογένεια εκπροσωπείται από τη γυναίκα. Ένα ωραίο σχετικό παράδειγμα μας δίνει η Ιστορία της φραγκικής Πελοποννήσου.

Το Παρλαμέντο των Γυναικών
Στα μέσα του 13ου αιώνα, το φραγκικό πριγκιπάτο του Μορέως βρίσκεται στο απόγειο της δόξας του. Ο Φράγκος ηγεμόνας της Πελοποννήσου Γουλιέλμος Βιλλαρδουίνος πιστεύει ότι μπορεί να συντρίψει κάθε αντίπαλο και να κυριαρχήσει στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο. Το 1259, στην Πελαγονία (στον δρόμο από την Καστοριά προς το Μοναστήρι), συγκρούστηκε με τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Μιχαήλ Παλαιολόγο. Προδομένος από τους συμμάχους του, τους δεσπότες της Ηπείρου, ο Βιλλαρδουίνος συνετρίβη και αιχμαλωτίστηκε ο ίδιος, καθώς και οι περισσότεροι από τους υποτελείς του φεουδάρχες και ιππότες. Αναγκασμένος να διαπραγματευθεί με τον Παλαιολόγο, συμφώνησε τελικά να εξαγοράσει την ελευθερία του (και την ελευθερία των υποτελών του), παραχωρώντας στους Βυζαντινούς ορισμένα στρατηγικής σημασίας κάστρα της Πελοποννήσου, ανάμεσα στα οποία και τον Μιστρά. Η συμφωνία αυτή, όμως, έπρεπε να κυρωθεί από την αυλή του πριγκιπάτου. Έτσι, το 1260, συγκεντρώθηκαν στο Νίκλι (κοντά στην Τεγέα) οι ελάχιστοι άνδρες ευγενείς που δεν είχαν αιχμαλωτισθεί στην Πελαγονία και οι εκπρόσωποι όλων των άλλων φέουδων της Πελοποννήσου, εν προκειμένω και κατ’ ανάγκη, οι γυναίκες των αιχμαλώτων ευγενών. Για αυτό τον λόγο άλλωστε η συνέλευση έμεινε γνωστή και ως «παρλαμέντο των γυναικών». Για την ιστορία, σημειώνουμε ότι οι κυρίες ενέκριναν τη συμφωνία του ηγεμόνα τους, η οποία αργότερα ενσωματώθηκε σε μία από τις συνθήκες του Νυμφαίου, κι έτσι ο Βιλλαρδουίνος και οι σύζυγοι των κυριών επέστρεψαν (έστω και με κομμένα τα φτερά) στην Πελοπόννησο.

«Και μετά ταύτα εμίσσεψαν αμφότεροι οι δύο.
Από την Κόρινθο επέρασαν και ήλθαν εις το Νίκλι•
εκεί ηύρον την πριγκίπισσαν με τες κυράδες όλες
όλης της Πελοπόνεσσος, τον λέγουσιν Μορέαν,
όπου είχαν ποήσει σώρεψιν να επάρουν την βουλή τους
διά τα μαντάτα όπου ήκουσαν των τρίων κάστρων εκείνων,
όπου έδιδεν ο πρίγκηπας του βασιλέως ετότε
δια να έβγη από την φυλακήν εκείνος κι’ ο λαός του
οι άπαντες όλοι του Μωρέως, οι φλαμουριάροι όλοι
και οι καβαλλάροι μετ’ αυτούς που ήσαν εκεί στην Πόλιν.
Δια τούτο ήσαν οι αρχόντισσες εκείνων οι γυναίκες
εκεί με την πριγκήπισσαν στο κάστρο του Αμυκλίου
και εκάμνασιν το παρλαμά και επαίρναν την βουλήν τους
και ουκ είχασιν άλλους τινές άντρες εκεί μετ’ αύτες
μόνον και τον μισίρ Λινάρτ όπου ήταν λογοθέτης
και τον μισίρ Πιέρη ντε Βας τον φρόνιμον εκείνον,
όπου ήτο ο φρονιμώτερος όλου του πριγκηπάτου.
Αυτείνοι οι δύο ευρέθησαν στο παρλαμά εκείνο».

Το Χρονικόν του Μορέως», στίχοι 4390-4407)

γ.   Η γυναίκα στις αγροτικές κοινωνίες

Μονταγιού

Μονταγιού

Ωραία όλα τα παραπάνω, αλλά μήπως αφορούν αποκλειστικά τις ανώτερες τάξεις; Σύμφωνοι, αλλά κάτι τέτοιο απαντά διαχρονικά στις ανθρώπινες κοινωνίες. Ας δούμε τι συνέβαινε και στο πλαίσιο των πιο συντηρητικών αγροτικών κοινωνιών του Μεσαίωνα, με οδηγό και πάλι το παράδειγμα του Μονταγιού.

Από τη μελέτη του Λε Ρουά Λαντυρί για το μικρό χωριό των Γαλλικών Πυρηναίων προκύπτουν τα εξής στοιχεία: πράγματι, η θέση της γυναίκας στη συντηρητική αγροτική κοινωνία του Μονταγιού είναι χειρότερη από εκείνη που διαπιστώθηκε όσον αφορά την αριστοκρατία. Υπάρχει μισογυνισμός στη νοοτροπία των χωρικών, καθώς και αρκετά παραδείγματα ενδοοικογενειακής βίας. Ωστόσο, υπάρχουν σχεδόν ισάριθμες περιπτώσεις γυναικών υποταγμένων στους συζύγους τους και γυναικών που έχουν επιβληθεί κυριολεκτικά σ’ αυτούς. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων υπάρχει ισορροπία στους ρόλους των συζύγων όσον αφορά τη διαχείριση των οικιακών και οικογενειακών θεμάτων. Η μόνη γυναίκα ευγενής που διαμένει κατά διαστήματα στο χωριό, η καστελλάνα Βεατρίκη του Πλανισσόλ (χήρα του καστελλάνου του χωριού, δηλαδή του στρατιωτικού διοικητή-εκπροσώπου του τοπικού φεουδάρχη) αποδεικνύει ότι η θέση της γυναίκας των ανώτερων τάξεων είναι σαφώς καλύτερη. Η ερωτική ζωή της είναι αρκετά ελεύθερη: οι δύο σημαντικότεροι εραστές της είναι ιερωμένοι! Αν στην περίπτωση του πρώτου, μπορούμε να μιλήσουμε για αποπλάνηση της γυναίκας (ο ιερέας του χωριού Πιερ Κλεργκ είναι κλασσική μορφή Καζανόβα), σ’ αυτή του δεύτερου, ο ρόλος του «κυνηγού» ανήκει σαφώς στη Βεατρίκη (ο Βαρθολομαίος Αμιλιάκ είναι σχεδόν είκοσι χρόνια νεότερός της). Η τολμηρή καστελλάνα κατορθώνει μάλιστα να πείσει τον τελευταίο να μετοικήσουν σε εκκλησιαστική περιφέρεια όπου η συμβίωση ιερωμένου με γυναίκα είναι ανεπίσημα ανεκτή.

δ.   Η γυναίκα και η μεσαιωνική Εκκλησία

Υπάρχουν τα γνωστά μισογυνικά στερεότυπα που παρουσιάζουν τη γυναίκα ως προσωποποίηση της αμαρτίας. Υπάρχουν και τα ιστορικά στοιχεία που παρέχουν μια πολύ πιο ισορροπημένη εικόνα. Η αντιμετώπιση της γυναίκας στο πλαίσιο της χριστιανικής εκκλησίας είναι πολύ καλύτερη και σε αυτό δεν είναι αμέτοχη η λατρεία της Παναγίας και των γυναικών αγίων.
Η μεσαιωνική Εκκλησία δεν διστάζει να αναθέσει σε γυναίκες θέσεις ευθύνης με πολιτική και οικονομική ισχύ. Οι ηγούμενες των μονών ασκούν εξουσία και διαχειρίζονται τεράστιες περιουσίες. Το 1115, ο μοναχός Ροβέρτος του Αρμπρισέλ, μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του δυτικού μοναστικού κινήματος, αποφασίζει να οργανώσει το αββαείο του Φοντεβρώ: ιδρύει δύο κοινόβια (ανδρών και γυναικών) και αναθέτει τη διοίκηση του αββαείου σε μια γυναίκα, την μόλις 22 ετών Πετρονίλλα του Σεμιγέ!

Φοντεβρώ

Φοντεβρώ

– Την εποχή εκείνη Εκκλησία και γράμματα είναι συνήθως αλληλένδετα. Μια από τις πρώτες εγκυκλοπαίδειες της μεσαιωνικής Δύσης συγγράφηκε από γυναίκα: πρόκειται για τον «Hortus deliciarum» της Αλσατής ηγουμένης Ερράδης του Λάντσμπεργκ (12ος αι.). Μερικές φορές, οι πνευματικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες των γυναικών της Εκκλησίας εκπλήσσουν: στο αββαείο του Γκάντερσάιμ στη Σαξονία βρέθηκαν χειρόγραφα του 10ου αιώνα που περιείχαν κωμωδίες σε στίχους με ομοιοκαταληξία, σε μίμηση των κωμωδιών του Τερέντιου!

ε.   Η θέση της γυναίκας σύμφωνα με το δίκαιο της εποχής

Η γυναίκα ως υποκείμενο δικαίου: Τίποτε δεν είναι περισσότερο ενδεικτικό της θέσης της γυναίκας απ’ ό,τι το εκάστοτε ισχύον δίκαιο. Στην Αρχαία Ελλάδα, η γυναίκα ακόμη κι αν έχει κάποια περιουσία δεν έχει ικανότητα προς δικαιοπραξία. Χαρακτηριστικός της θέσης της γυναίκας κατά την Αρχαιότητα είναι ο θεσμός της επίκληρης. Η «επίκληρος» είναι η γυναίκα χωρίς αδελφούς και χωρίς αρσενικά παιδιά που κανονικά θα έπρεπε να κληρονομήσει την οικογενειακή περιουσία: δεν είναι όμως πραγματικά κληρονόμος, καθώς απλώς «μεταφέρει» την περιουσία. Για να μη χαθεί η περιουσία από την ευρύτερη οικογένεια, η επίκληρος είναι υποχρεωμένη να παντρευτεί τον εγγύτερο άρρενα συγγενή της (π.χ. θείο της), τούτο δε ακόμη κι αν είναι παντρεμένη, οπότε υποχρεούται πρώτα να χωρίσει τον ως τότε σύζυγό της. Στη Ρώμη το οικογενειακό δίκαιο επιβάλλει τον νόμο του pater familias, ο οποίος έχει εξουσία ζωής και θανάτου επί της συζύγου και των τέκνων του. Η εξουσία αυτή κατέχεται δια βίου, δεν σταματά λ.χ. με την ενηλικίωση των παιδιών, στοιχείο που είχε προκαλέσει ιδιαίτερα προβλήματα στις περιοχές της αυτοκρατορίας με ελληνικό πληθυσμό: οι Έλληνες που αποκτούσαν την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη ανακάλυπταν και τις παρενέργειες τις εφαρμογής του ρωμαϊκού δικαίου. Η αδυναμία ενηλίκων να διαχειριστούν την περιουσία τους, μια και χρειάζονταν την έγκριση του πατέρα τους, απαίτησε στην πράξη απίστευτα νομικά τεχνάσματα για να ξεπεραστεί!. Στον Μεσαίωνα αντίθετα ο άντρας είναι διαχειριστής και όχι κύριος. Δεν μπορεί λ.χ. να αποκληρώσει τον γιο του. Επίσης, σε περιπτώσεις γάμου χωρίς τέκνα, τα περιουσιακά στοιχεία καθενός από τους συζύγους κληρονομούνται από τις οικογένειές τους αντιστοίχως, σύμφωνα με την αρχή paterna paternis, materna maternis.

Δικαιοπραξίες: Η μελέτη των συμβάσεων και ειδικότερα των συμβολαιογραφικών πράξεων της μεσαιωνικής περιόδου είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Σε αντίθεση με τις προγενέστερες και μεταγενέστερες ιστορικές περιόδους, οι γυναίκες του Μεσαίωνα έχουν πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και δική τους περιουσία, την οποία διαχειρίζονται μόνες τους. Το ίδιο συμπέρασμα συνάγεται και από τη μελέτη των δωρεών προς τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα που έχουν ως σκοπό την υπεράσπιση των Αγίων Τόπων (Ναΐτες και Ιωαννίτες): περίπου το 40 % των δωρεών προέρχεται από γυναίκες. Από τα συμβόλαια αποδεικνύεται επίσης ότι οι γυναίκες του Μεσαίωνα ασκούσαν σχεδόν όλα τα επαγγέλματα: τόσο αυτά που απαιτούν μόρφωση (εκπαιδευτικοί, γιατροί, φαρμακοποιοί, εικονογράφοι βιβλίων) όσο και τα τεχνικά, καθώς και κάθε είδους εμπορική και επιχειρηματική δραστηριότητα.

Ο μύθος του Νόμου των Σάλιων Φράγκων: Όσοι κατηγορούν τον Μεσαίωνα επικαλούνται συνήθως τον λεγόμενο Νόμο των Σάλιων Φράγκων, σύμφωνα με τον οποίο υποτίθεται ότι οι γυναίκες αποκλείονταν από την κληρονομική διαδοχή. Ο Σαλικός Νόμος με αυτή την μορφή δεν είναι παρά ένας ακόμη μύθος, ένα ερμηνευτικό κατασκεύασμα των Γάλλων νομικών των αρχών του 14ου αιώνα, στην προσπάθεια να αποκλειστούν από τον γαλλικό θρόνο κάποια ανεπιθύμητα γυναικεία μέλη της βασιλικής οικογένειας (ή μάλλον οι ανεπιθύμητοι σύζυγοί τους). Στην πραγματικότητα ο Νόμος των Σάλιων Φράγκων απέκλειε τις γυναίκες από την κληρονομική διαδοχή ορισμένων εδαφών, των οποίων η κυριότητα συνδεόταν με κάποιας μορφής υποχρέωση στρατιωτικής υπηρεσίας – εξ ου και η λογική του αποκλεισμού. Το γεγονός ότι αυτή η επινόηση εφαρμόστηκε πλειστάκις κατά τους Νεότερους Χρόνους για να ρυθμίσει τη δυναστική διαδοχή λησμονείται συστηματικά από τους εχθρούς του Μεσαίωνα (εδώ στο Λουξεμβούργο, ο βασιλεύων οίκος θα απαγκιστρωθεί από τον περιορισμό του σαλικού νόμου μόλις το 1890).

Η επιδείνωση της θέσης της γυναίκας συμπίπτει με την εκ νέου «ανακάλυψη» του ρωμαϊκού δικαίου από τον δυτικό κόσμο. Το ρωμαϊκό δίκαιο παρουσιάζει δύο πλεονεκτήματα: είναι σαφώς καταλληλότερο από τα μεσαιωνικά έθιμα για τη ρύθμιση των εμπορικών και επιχειρηματικών εν γένει συναλλαγών, αφενός, και ευνοεί τη συγκέντρωση της εξουσίας και δη της κρατικής, αφετέρου. Ταυτόχρονα, όμως, είναι εξαιρετικά δυσμενές για τη γυναίκα, που σταδιακά θα βρεθεί σε θέση παρία. Το 1593, εν μέσω της Αναγέννησης, οι γυναίκες θα αποκλειστούν στη Γαλλία από κάθε δημόσιο αξίωμα. Τον 18ο αιώνα θα υποχρεωθούν να παίρνουν το επώνυμο του συζύγου. Το 1804, ο Ναπολεόντειος αστικός κώδικας (άρθρο 1224) καθιστά τις γυναίκες άτομα περιορισμένης (ή μάλλον ανύπαρκτης) δικαιοπρακτικής ικανότητας: «Les personnes privées de droits juridiques sont les mineurs, les femmes mariées, les criminels et les débiles mentaux». Για οποιαδήποτε συναλλαγή με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης από αυτό που έχουν… τα ψώνια της λαϊκής, η γυναίκα χρειάζεται πλέον την έγκριση του συζύγου (αφέντη) της. Διαφωτισμός και Γαλλική Επανάσταση προσέφεραν σπουδαίες υπηρεσίες στη γυναίκα!

ΜΕΡΟΣ IV
ΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟΣ;

Α.   ΘΕΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟΣ

Αναμφίβολα, η θρησκεία και η Εκκλησία αποτελούν τους κύριους πυλώνες της μεσαιωνικής κοινωνίας. Καθορίζουν νοοτροπίες και συμπεριφορές, τον ίδιο τον τρόπο ζωής και σκέψης τόσο των ισχυρών όσο και των απλών ανθρώπων. Αρκεί αυτό για να χαρακτηρίσουμε τον Μεσαίωνα ως θεοκρατία; Για να πιστέψουμε ότι δεν υπάρχει η παραμικρή ελευθερία σκέψης;

Ίσως κάποιοι πιστεύουν ότι ο κυρίαρχος ρόλος της μεσαιωνικής Εκκλησίας σημαίνει ότι η ζωή του ανθρώπου ρυθμιζόταν ανελαστικά από ανθρώπους με τρόπο σκέψης αντίστοιχο κάποιων υπερσυντηρητικών Ελλήνων ιεραρχών της εποχής μας. Η αντίληψη αυτή παραβλέπει ένα γεγονός: όταν μια θρησκευτική οργάνωση καθίσταται φορέας εξουσίας και μάλιστα με ευρύ φάσμα αρμοδιοτήτων προσαρμόζεται στη νέα αποστολή της και υιοθετεί προσεγγίσεις πολύ πιο ρεαλιστικές. Εάν η Εκκλησία της εποχής εκείνης ήταν απλώς φορέας οπισθοδρομικών αντιλήψεων δεν θα αποτελούσε μοχλό ανάπτυξης της τέχνης ούτε θα αναδεικνύονταν μέσα από τις τάξεις της οι μεγαλύτερες μορφές της μεσαιωνικής φιλοσοφίας.

– Ο ορθολογισμός της μεσαιωνικής Εκκλησίας – το παράδειγμα της Σινδόνης του Τορίνου.

Σινδόνη του Τορίνου

Σινδόνη του Τορίνου

Ιερό κειμήλιο και αχειροποίητος εικόνα, η Σινδόνη του Τορίνου, πάνω στην οποία φέρεται να αποτυπώθηκε το πρόσωπο και το σώμα του Κυρίου Ημών, εμφανίζεται για πρώτη φορά στα μέσα του 14ου αιώνα στο Λιρέ της γαλλικής Καμπανίας, λίγο έξω από την Τρουά. Είναι γνωστό ότι πολλοί ιππότες από την Καμπανία είχαν συμμετάσχει στη Δ΄ Σταυροφορία κι είχαν εγακτασταθεί σε εδάφη που ανήκαν στο Βυζάντιο. Ίσως η Σινδόνη να ήρθε από εκεί, στην Ανατολή άλλωστε λεγόταν πως υπήρχαν κι άλλα παρεμφερή κειμήλια, όπως το Μανδήλιον της Εδέσσης. Ίσως πάλι αυτές ακριβώς οι ιστορίες να οδηγήσαν κάποιους στην κατασκευή ενός ψεύτικου κειμηλίου.

Οι εφημέριοι του ναού του Λιρέ αρχίζουν να περιφέρουν με επισημότητα τη Σινδόνη, εμφανίζοντάς την βεβαίως ως αυθεντική. Ο επίσκοπος της Τρουά, ο Ερρίκος του Πουατιέ έχει αντίθετη άποψη, θεωρώντας την πλαστή. Ο διάδοχός του στον επισκοπικό θρόνο, ο Πέτρος του Αρσί, θα προσπαθήσει να απαγορέψει την περιφορά της ως ιερού κειμηλίου: «Οι ιερείς του Λιρέ φλέγονται από το πάθος της φιλοχρηματίας και της φιλαργυρίας… δεν περιφέρουν την εικόνα από ευσέβεια, αλλά για λόγους οικονομικού συμφέροντος… Πρόκειται για πλαστό αντικείμενο, μολονότι διατείνονται ότι πρόκειται για την Ιερά Σινδόνη στην οποία τυλίχθηκε το σώμα του Κυρίου Ημών… κατά τη διάρκεια των περιφορών ορισμένα άτομα προσποιούνται έναντι αμοιβής ότι δήθεν θεραπεύτηκαν χάρη στο υποτιθέμενο ιερό κειμήλιο, για να ξεγελάσουν τους πιστούς και να τους παρακινήσουν να προβούν σε δωρεές… Ο προκάτοχός μου είχε διενεργήσει έρευνα και είχε ανακαλύψει την απάτη, πως φτιάχτηκε το ύφασμα αυτό και πώς χρωματίστηκε με επιδεξιότητα, γεγονότα που αναγνώρισε κι ο ίδιος ο τεχνίτης που είχε αναλάβει την εργασία».

Ο Πέτρος του Αρσί προσέφυγε στον πάπα για να δικαιωθεί. Η εκδίκαση της υπόθεσης καθυστέρησε πολύ. Τελικά, ο πάπας Κλήμης Ζ΄ προτίμησε να δώσει συμβιβαστική λύση. Επέτρεψε τις περιφορές της Σινδόνης υπό τον όρο ότι κάποιος κήρυκας θα προειδοποιούσε τους πιστούς, «με δυνατή και καθαρή φωνή», διευκρινίζοντας ότι «η μορφή ή η απεικόνιση αυτή δεν επιδεικνύεται ως η γνήσια σινδόνη του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού, αλλά ως μορφή ή απεικόνιση που λέγεται ότι είναι εκείνη του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού».

Η Σινδόνη συνέχισε την πορεία της, χωρίς η φήμη της να ξεπεράσει τα όρια του Λιρέ και της Τρουά. Το 1453 πωλήθηκε στον Λουδοβίκο Α΄ της Σαβοΐας. Το 1578 μεταφέρθηκε στο Τορίνο που είχε γίνει πρωτεύουσα του Δουκάτου. Η επίδειξη της Σινδόνης σε όλες τις σημαντικές για τη δυναστεία περιστάσεις, την καθιστά ολοένα και πιο γνωστή, ιδίως από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά. Η παγκόσμια φήμη της οφείλεται στους Νεότερους Χρόνους και δεν είναι βέβαια προϊόν κάποιας μεσαιωνικής θρησκοληψίας. Αντιθέτως, η μεσαιωνική Εκκλησία ήταν εκείνη που υιοθέτησε την πιο ορθολογική στάση στο ζήτημα.

Β.   ΕΝΑΣ ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΣ ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ

α.   Ιδεολογικός και πολιτισμικός απομονωτισμός, έλλειψη ανοχής για όποια αντίληψη αποκλίνει έστω και κατ’ ελάχιστον από τις παραδεκτές, αλλά και για κάθε διαφορετική κουλτούρα, δόγμα ή θρησκεία, ούτε ίχνος συγκρητισμού και πολιτιστικής διάδρασης. Αυτές είναι περίπου οι κατηγορίες. Και είναι πάλι ψευδείς!

Υπάρχουν περιοχές επαφής κι επομένως έντονης διάδρασης μεταξύ χριστιανικής Δύσης, Βυζαντίου και ισλάμ: Ισπανία, Σικελία και Κάτω Ιταλία, Ελλάδα, Μέση Ανατολή.

– Είναι αφελές να πιστεύουμε ότι η σχέση του Βυζαντίου με τη χριστιανική Δύση συνοψίζεται στην αντιπαλότητα που μαρτυρούν τα χολερικά σχόλια της «De Legatione Constantinopolitana» (968) του (όχι εντελώς αδίκως) εξοργισμένου Λιουτπράνδου της Κρεμόνας (πρεσβευτή του Γερμανού αυτοκράτορα Όθωνα Β΄ στην αυλή της Βασιλεύουσας), το άκυρο ψευδοσχίσμα του 1054 (το ανάθεμα κατά του πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου που αποθέτει στην Αγία Σοφία ο λεγάτος Ουμβέρτος του Μουαγιανμουτιέ φέρει το όνομα του πάπα Λέοντος Θ΄, ο οποίος είχε πεθάνει τρεις μήνες νωρίτερα, αιχμάλωτος του Ροβέρτου Γισκάρδου) και, κυρίως, η τραυματική εμπειρία της Δ΄ Σταυροφορίας. Βυζάντιο και Δύση έχουν διαρκείς σχέσεις σε πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο. Υπάρχει αμοιβαία γνώση νοοτροπιών. Στην αυλή των Κομνηνών υπάρχουν Ιταλοί και Φράγκοι σύμβουλοι για εμπορικά και πολιτικά θέματα. Κι όταν ο Ιωάννης Κομνηνός επιχειρεί να ανακτήσει τη φραγκική πλέον ηγεμονία της Αντιόχειας, επικαλείται τον όρκο υποτέλειας που είχε δώσει στον πατέρα του Αλέξιο ο ιδρυτής του προγκιπάτου Βοημούνδος. Κίνηση που δείχνει ότι ο βυζαντινός μονάρχης είχε πολύ καλή γνώση των θεσμών του δικαίου της Δύσης και κατανοούσε τη σημασία της σχέσης επικυριάρχου και βασσάλου.

– Στη Μέση Ανατολή, φραγκικά κράτη και μουσουλμανικά εμιράτα δεν έχουν διαρκώς εμπόλεμες σχέσεις. Με τον καιρό αναπτύσσεται μεταξύ τους ένα modus vivendi, που εκδηλώνεται μέσα από εμπορικές συναλλαγές, περιστασιακές συμμαχίες και πολιτισμικές ανταλλαγές.

Ας δούμε πώς περιγράφει τη σχέση αυτή ο Ουσάμα ιμπν Μουνκίντ (1095-1188), μουσουλμάνος ευγενής από το Σαϋζάρ της βόρειας Συρίας, στο σύγγραμμά του «Κιτάμπ αλ Ίτιμπάρ».
«Αναγνωρίζω πρόθυμα στους Φράγκους δύο αρετές: το θάρρος τους και την εκτίμηση την οποία τρέφουν για τους ιππότες τους. Είχα κάποτε μια διαφορά με τον Ρενιέ, άρχοντα της Πανειάδας, μια και μας είχε κλέψει αιγοπρόβατα σε καιρό ειρήνης. “Ορίστε κάποιος που μας έχει προξενήσει σημαντική ζημιά – είπα στον βασιλιά Φουλκ -, μας έκλεψε ζώα ενώ οι κατσίκες επρόκειτο να γεννήσουν. Μας τις επέστρεψε, όχι όμως και τα μικρά, οπότε εξακολουθούμε να υφιστάμεθα ζημία”. Ο βασιλιάς έκανε νεύμα σε πέντε-έξι ιππότες: “Εμπρός! Αποδώστε δικαιοσύνη”. Βγήκαν από την αίθουσα ακροάσεων για να διασκεφθούν κι επέστρεψαν για να ανακοινώσουν ότι ομόφωνα αποφάσισαν πως ο άρχοντας έπρεπε να μου καταβάλει χρηματικό πρόστιμο Το παράδειγμα καταδεικνύει το πώς αντιμετωπιζόταν μια δικαστική απόφαση που είχαν εκδώσει οι ιππότες. Κανείς, ούτε καν ο ίδιος ο βασιλιάς δεν μπορεί να την αμφισβητήσει…

Θα παραθέσω ως αξιοσημείωτο παράδειγμα την περίπτωση ενός Φράγκου από την Αντιόχεια. Είχα στείλει στην πόλη αυτή έναν από τους συνεργάτες μου ο οποίος, κατόπιν συμβουλής μου, είχε φιλοξενηθεί από τον Θεόδωρο Σοφιανό, ο οποίος έχαιρε μεγάλου κύρους στην πόλη και ήταν αληθινός μου φίλος. Ο Σοφιανός παρακάλεσε τον συνεργάτη μου να τον συνοδέψει σε έναν γνωστό του ο οποίος τον είχε προσκαλέσει. Επρόκειτο για ένα Φράγκο ιππότη της παλιάς γενιάς από αυτούς που είχαν συμμετάσχει στις πρώτες μάχες. Είχε πια εγκαταλείψει την ενεργό δράση κι είχε αποσυρθεί στην Αντιόχεια, σ’ ένα κτήμα από το οποίο ζούσε. Όπως μου είπε ο συνεργάτης μου, τους παρουσίασε ένα τραπέζι με τα πιο εκλεκτά και καθαρά εδέσματα που θα μπορούσε κάποιος να ονειρευτεί: “Δίσταζα παρόλα αυτά, οπότε ο οικοδεσπότης μας με καθησύχασε. Εδώ και χρόνια δεν έτρωγε πια καθόλου φράγκικα φαγητά. Είχε Αιγύπτιες μαγείρισσες στις οποίες είχε απόλυτη εμπιστοσύνη: το χοιρινό κρέας δεν έμπαινε ποτέ στο σπίτι του”.

Αυτούς τους Φράγκους που με συνόδεψαν… σ’ όλη τη διάρκεια της μακράς ζωής μου πώς πρέπει να τους κρίνω τώρα που πλησιάζει ο θάνατος; Ο Θεός μας τους έστειλε, αυτό είναι βέβαιο, για να μας δοκιμάσει, για να μας υπενθυμίσει τις αμαρτίες μας και πάνω απ’ όλα τη μεγαλύτερη απ’ αυτές: τις έριδές μας. Εκμεταλλευόμενές τες, οι Φράγκοι κατόρθωσαν να έρθουν στα μέρη μας και να εγκατασταθούν σ’ αυτά. Συχνά αναρωτιόμουν, τα πρώτα χρόνια, αν με τον καιρό θα μας έμοιαζαν. Χάρη σε μερικούς από αυτούς πίστεψα στο θαύμα: αν όχι να ασπασθούν την πίστη μας, τουλάχιστον θα μπορούσαν, παραμένοντας χριστιανοί, να μάθουν μαζικά τη γλώσσα μας και να μοιραστούν με τους μουσουλμάνους αδελφούς τους τον ίδιο τρόπο ζωής, όπως κι οι ντόπιοι χριστιανοί. Γενικά, όμως, οι Φράγκοι δεν θέλησαν ούτε το ένα ούτε το άλλο».

Στη Συρία και την Παλαιστίνη η προσπάθεια πολιτισμικής προσέγγισης έμεινε ανολοκλήρωτη. Αλλού προχώρησε πολύ περισσότερο.

β.   Το ιδεώδες διαπολιτισμικό πρότυπο της νορμανδικής Σικελίας και Κάτω Ιταλίας

Ο Χριστός στέφει τον Ρογήρο Β΄, Μαρτοράνα, Παλέρμο (μέσα 12ου αι.)

Ο Χριστός στέφει τον Ρογήρο Β΄, Μαρτοράνα, Παλέρμο (μέσα 12ου αι.)

Στα τέλη περίπου του 11ου αιώνα, οι Νορμανδοί, με επικεφαλής δύο αδέλφια από το άσημο φέουδο της Ωτβίλλ, τον Ροβέρτο Γισκάρδο και τον Ρογήρο, κατορθώνουν να επιβληθούν στις διάφορες αντίρροπες δυνάμεις που προσπαθούσαν να ελέγξουν τον ιταλικό Νότο: λομβαρδικές ηγεμονίες της Καπύης, του Σαλέρνο και της Νάπολης, βυζαντινό εξαρχάτο με πρωτεύουσα το Μπάρι, μουσουλμανικά εμιράτα της Σικελίας. Στις αρχές του 12ου αιώνα, ο Ρογήρος Β΄ (1095-1154) θα ενώσει όλα τα εδάφη της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας συγκροτώντας το ισχυρότερο κράτος της εποχής του.

Οι υπήκοοι του Ρογήρου είναι αραβόφωνοι μουσουλμάνοι, ελληνόφωνοι ορθόδοξοι, Ιταλοί και Νορμανδοί καθολικοί και Εβραίοι. Μια τέτοια σύνθεση επιβάλλει ευέλικτες λύσεις. Το εξαιρετικά ανεπτυγμένο αίσθημα πολιτικού ρεαλισμού του Ρογήρου θα οδηγήσει σε ένα υποδειγματικό πρότυπο συγκρητισμού και διαπολιτισμικότητας. Μεγαλωμένος στην ελληνόφωνη Καλαβρία με δάσκαλο τον Χριστόδουλο του Ροσσάνο, που οι αραβόφωνες πηγές της εποχής αποδίδουν ως Αμπν Αρ Ραχμάν αν Νασρανί, ο Ρογήρος εμφανίζεται στα ψηφιδωτά με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, οικειοποιούμενος τα σύμβολα των αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης κι εμφανιζόμενος ως δυνητικός διάδοχός τους. Ο κύριος σύμβουλός του είναι ο Γεώργιος ο Αντιοχεύς, Μελκίτης ελληνόφωνος της Συρίας που υπηρέτησε τους Ζιρίδες εμίρηδες της Τύνιδας, μέχρι να τον ανακαλύψει ο Ρογήρος και να του αναθέσει το ύπατο αξίωμα του εμίρη του εμίρηδων. Στα ανώτατα κλιμάκια της διοίκησης συναντούμε Έλληνες, Άραβες και Νορμανδούς. Η συνεργασία τους οδηγεί στη δημιουργία της πιο εξελιγμένης κι αποδοτικής γραφειοκρατίας της εποχής (κτηματολόγιο, φορολόγηση και λοιπά δημοσιονομικά).

Στον Ρογήρο χρωστάμε τις «Ασσίζες του Αριάνο» την πληρέστερη κωδικοποίηση νομικών διατάξεων του Μεσαίωνα. Στο προοίμιο τους διαβάζουμε ότι:
«οι νόμοι και οι αποφάσεις του βασιλέως ισχύουν για όλους τους υπηκόους, Λατίνους, Έλληνες, Ιουδαίους και Σαρακηνούς. Ουδόλως θίγονται, όμως, τα υφιστάμενα ήθη κι έθιμα και οι νόμοι των λαών αυτών, εκτός κι αν αντιβαίνουν προδήλως στους νόμους και τις αποφάσεις του βασιλέως».

Άτλας του Αλ Ιντρισί

Άτλας του Αλ Ιντρισί

Η ανακτορική γραμματεία εκδίδει έγγραφα σε 5 τουλάχιστον γλώσσες, λατινικά, ελληνικά, γαλλικά, αραβικά κι εβραϊκά. Οι κοινότητες συμβιώνουν αρμονικά. Κι ο Ρογήρος Β΄ συνδέει τη βασιλεία του με μια άνευ προηγουμένου πολιτιστική άνθιση, την οποία μαρτυρούν τα Ανάκτορα των Νορμανδών με το υπέροχο παρεκκλήσιο κι η Μαρτοράνα (Santa Maria dell’Ammiraglio, έργο του Γεωργίου του Αντιοχέα) στο Παλέρμο ή ο καθεδρικός ναός της Τσεφαλού (Κεφαλοίδιον). Στην αυλή του Ρογήρου συχνάζουν Έλληνες κι Άραβες σοφοί: ο θεολόγος Θεοφάνης Κεραμεύς και ο Νείλος Δοξαπατρής, μοναχός από την Καλαβρία, ο οποίος συνέγραψε μια Ιστορία των πέντε Πατριαρχείων, οι ποιητές Ιμπν Ομάρ από τη Μπούτερα και Αμπντ-αρ-ραχμάν από το Τράπανι. Προστατευόμενός του υπήρξε κι ο σπουδαίος Ανδαλουσιανός γεωγράφος Αλ Ιντρισί, ο οποίος ολοκληρώνει το 1154 το περίφημο «Kitâb Nuzhat al-muchtâq fî ikhtirâq al-âfâq», γνωστότερο ως «al-kitâb al-Rudjari», δηλ. το βιβλίο του Ρογήρου, μεγαλειώδες για τα δεδομένα της εποχής γεωγραφικό πόνημα. Στηριζόμενος στις γνώσεις του και στις πληροφορίες που συνέλεξε επί σειρά ετών (όλοι οι ναυτικοί των οποίων τα πλοία αγκυροβολούσαν σε λιμάνια του βασιλείου καλούνταν να συμπληρώσουν τα ερωτηματολόγια του Άραβα γεωγράφου), ο Αλ Ιντρισί ετοίμασε έναν άτλαντα που συνοδευόταν από επτά χάρτες και ένα επιπεδοσφαίριο.

Είναι αλήθεια πως το νορμανδικό πρότυπο αποτελεί εξαίρεση, όπως και ότι δεν άντεξε για περισσότερο από έναν αιώνα. Αν κάποια άλλη εποχή, όμως, έχει να επιδείξει αντίστοιχο παράδειγμα μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας, καλό θα ήταν να το μάθουμε.

Γ.   Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΕΠΟΧΗ ΑΝΘΙΣΗΣ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΕΧΝΩΝ

α.   Σε μια εγκυκλοπαίδεια του 19ου αιώνα διαβάζουμε στο λήμμα «Αναγέννηση» τα εξής: «Οι Τέχνες και τα Γράμματα που φάνηκε ότι είχαν χαθεί στο ίδιο ναυάγιο με τη ρωμαϊκή κοινωνία ανθίζουν και λάμπουν εκ νέου, έπειτα από δέκα αιώνες σκότους»! Κάποια θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι επί μία ολόκληρη χιλιετία η ανθρωπότητα δεν παρήγαγε τίποτε το ωραίο και υψηλό…

Σαρτρ, ο γοτθικός καθεδρικός

Σαρτρ, ο γοτθικός καθεδρικός

Και, όμως, ο Μεσαίωνας είναι η εποχή:

Άνθισης μιας τέχνης που επιζητεί την πρωτοτυπία, σε αντίθεση προς εκείνην της Αναγέννησης, η οποία θέτει ως πρότυπο προς μίμηση την κλασσική Αρχαιότητα, και τη λειτουργικότητα: λ.χ. τα ανάγλυφα των ναών έχουν διδακτική ασποστολή. Τέχνης που ακόμη και σήμερα μας εκπλήσσει, με τη γήινη απλότητα του ρωμανικού ρυθμού, και την αρτιότητα του γοτθικού. Ο Μεσαίωνας είναι η εποχή των γοτθικών καθεδρικών που φτάνουν τον ουρανό: ενός θαύματος της αρχιτεκτονικής, της μηχανικής και της τεχνικής. Της ανθρώπινης δημιουργικότητας, θέλησης κι επιμονής, μια και σπάνια η ομάδα αρχιτέκτονα και τεχνιτών που άρχιζε την ανοικοδόμηση ενός καθεδρικού είχε και την τύχη να δει την ολοκλήρωσή του. Περίτεχνων βιτρώ που σήμερα είναι αδύνατο να φιλοτεχνηθούν. Ανάγλυφων και γλυπτών που εντυπωσιάζουν με την καλλιτεχνική αρτιότητα και, συχνά, με τον ρεαλισμό τους.

 Στρασβούργο, καθεδρικός, αλληγορικό άγαλμα της "Συναγωγής"

Στρασβούργο, καθεδρικός, αλληγορικό άγαλμα της «Συναγωγής»

Της ποίησης των τρουβαδούρων της Οξιτανίας, του Βερνάρδου της Βενταντούρ, του Πέτρου Βιντάλ, του Γουλιέλμου της Ακυιτανίας και του Μαρκαμπρύ, που υμνούν τον αγνό έρωτα. Μια Αμερικανίδα ιστορικός (Μέριλυν Γιάλομ) επιχείρησε μάλιστα πρόσφατα να αποδείξει ότι από μόνη της η ποίηση των τρουβαδούρων οδήγησε σε αναβάθμιση της κοινωνικής θέσης της γυναίκας.
– Του Δάντη, του Πετράρχη, του Βοκάκιου και του Τσώσερ, συγγραφέων των οποίων τα έργα αποτελούν σταθμούς στην Ιστορία της Ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.
Φιλοσόφων όπως ο Πέτρος Αβελάρδος, ο Θωμάς ο Ακινάτης, ο Ρογήρος Βάκων και ο Γουλιέλμος του Όκκαμ, που θέτουν τις βάσεις της δυτικής σκέψης για τους επόμενους αιώνες.

β.   Πανεπιστήμια: ένα δημιούργημα του Μεσαίωνα. Ο Μεσαίωνας είναι επίσης η εποχή κατά την οποία γεννιούνται τα πανεπιστήμια όπως τα γνωρίζουμε σήμερα. Όπως μαρτυρεί κι ο λατινικός όρος universitas πρόκειται για κοινότητες διδασκόντων και φοιτητών οι οποίες αποκτούν θεσμική και υλική υπόσταση και στη συνέχει αναγνωρίζονται από την κοσμική και την εκκλησιαστική εξουσία. Το πρώτο πανεπιστήμιο ιδρύεται στη Μπολόνια στα μέσα του 12ου αιώνα κι αναγνωρίζεται από τον αυτοκράτορα Φρειδερίκο Α΄ των Χοχενστάουφεν. Ακολουθούν το Παρίσι, η Οξφόρδη, η Νάπολη, το Μονπελλιέ και πολλά ακόμη. Το 1231, παραδόξως την ίδια χρονιά που δίνει θεσμική υπόσταση στην Ιερά Εξέταση, ο πάπας Γρηγόριος Θ΄ αναγνωρίζει επίσημα τα προνόμια των πανεπιστημίων με τη βούλλα Parens Scientiarum Universitas. Και ναι, πανεπιστημιακό άσυλο υφίσταται στον Μεσαίωνα και κανείς δεν διανοείται να το αμφισβητήσει.

Οι φοιτητές ξεκινούν σπουδάζοντας τις λεγόμενες ελευθέριες τέχνες, που περιλαμβάνουν τους κύκλους σπουδών του trivium (γραμματική, ρητορική και λογική) και του quadrivium (αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία και μουσική), για να προχωρήσουν εν συνεχεία στις θεωρούμενες ανώτερες σπουδές του δεύτερου κύκλου: ιατρική, αστικό κι εκκλησιαστικό δίκαιο, θεολογία και φιλοσοφία.

Μια λαμπρή εποχή που δεν υστερεί σε τίποτε από τις υπόλοιπες. Πώς κατέληξε να θεωρείται συνώνυμη του σκοταδισμού και όλων των δεινών;

ΕΠΙΛΟΓΟΣ: ΓΙΑΤΙ Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ;

Ο υποτιμητικός όρος «Μεσαίωνας» (Media Tempestas, Medium Aevum) εμφανίζεται για πρώτη φορά στα χρόνια της Αναγέννησης και πιο συγκεκριμένα το 1469 σε ένα σύγγραμμα του Ιταλού λόγιου Τζοβάννι Αντρέα ντέι Μπούσσι. Οι άνθρωποι της εποχής εκείνης έχουν συναίσθηση της αλλαγής ιστορικής εποχής: για την ακρίβεια θέλουν οι ίδιοι να σηματοδοτήσουν μία ρήξη με το πρόσφατο παρελθόν. Η επιθυμία μπορεί να εξηγηθεί μάλλον εύκολα. Οι λόγοι είναι ψυχολογικοί: η εποχή που μόλις προγήθηκε ήταν για την Ευρώπη μια από τις δυσκολότερες της Ιστορίας.

Ο 14ος αιώνας αρχίζει με μία παρατεταμένη οικονομική κρίση που εξαπλώνεται αργά αλλά σταθερά σε ολόκληρη την ήπειρο. Κορεσμός των εμπορικών διαδρομών και δυσλειτουργία των αγορών, επανειλημμένες κακές σοδειές όσον αφορά τα αγροτικά προϊόντα, εξαιτίας της ραγδαίας επιδείνωσης των κλιματικών συνθηκών. Οι επιστήμονες μιλούν για μια σύντομη περίοδο παγετώνων που θα πλήξει την Ευρώπη για πέντε περίπου αιώνες. Στα δεινά αυτά προστίθεται κι ο Εκατονταετής Πόλεμος με όλες τις καταστροφές και τις απώλειες σε ανθρώπινες ζωές που συνεπάγεται. Αποκορύφωμα της κακοδαιμονίας και των συμφορών, η τρομακτική επιδημία βουβωνικής πανώλης που εκδηλώνεται το 1348, εξολοθρεύει τουλάχιστον το ένα τρίτο του ευρωπαϊκού πληθυσμού κι εγκαθίσταται στην Ευρώπη επανεμφανιζόμενη περιοδικά κατά τους επόμενους αιώνες.

"Ο γιατρός της πανώλης", χαρακτικό του Π. Φυρστ, 1656

«Ο γιατρός της πανώλης», χαρακτικό του Π. Φυρστ, 1656

[παρεμπιπτόντως, αρκετοί επιδημιολόγοι και ιστορικοί διατηρούν επιφυλάξεις για το αν εκείνη η ασθένεια ήταν πράγματι η βουβωνική πανώλη. Αφενός, τα συμπτώματα που περιγράφονται στις πηγές της εποχής (λ.χ. στο Δεκαήμερο του Βοκάκιου) δεν είναι αυτά που γνωρίζει η σύγχρονη ιατρική επιστήμη. Αφετέρου, έχει αποδειχθεί ότι ο βάκιλος της βουβωνικής πανώλης δεν επιζεί σε θερμοκρασίες χαμηλότερες των 10 βαθμών Κελσίου. Η μεσαιωνική επιδημία, όμως, διαδόθηκε στη Βόρεια Ευρώπη κατά τη διάρκεια του χειμώνα! Ενδέχεται, επομένως, να επρόκειτο για κάποιο βακτήριο ή βάκιλο που προσβάλλει το αναπνευστικό σύστημα ή… για κάποιον ιό τύπου Έμπολα!]

Ωστόσο, η ρήξη αυτή φαίνεται να είναι κυρίως ιδεολογική: σε επίπεδο πολιτικής και οικονομίας οι τάσεις που χαρακτηρίζουν την Αναγέννηση αποτελούν συνέχεια των μεσαιωνικών. Η πραγματική μεταστροφή ανάγεται στον 17ο αιώνα, όταν ολοκληρώνεται στην Ευρώπη η διαδικασία συγκρότησης ισχυρών κρατών. Το μεσαιωνικό σχήμα, με την προσωπική σχέση εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου και τον αυξημένο ρόλο της θρησκείας και της Εκκλησίας, αρχίζει να κλονίζεται στην πράξη ίσως από τον 15ο αι. για να καταρρεύσει μεταξύ 17ου και 18ου και να αντικατασταθεί από μια νέα διπολική λογική, αυτήν της κεντρικής κρατικής εξουσίας και της οικονομίας της αγοράς. Πρόκειται για τη «διπλή ρήξη», όπως την ονομάζει ο Γάλλος ιστορικός Αλαίν Γκερρώ. Η κρίσιμη καμπή ανάγεται π.χ. για τη Γαλλία στα χρόνια του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Δεν είναι το 1789, όπως θέλει η σύγχρονη αφήγηση.

Για να πετύχει τον σκοπό της, μια «επίσημη» αφήγηση πρέπει να είναι απλή, εύληπτη και πειστική. Ο υποβιβασμός του Μεσαίωνα σε εποχή σκοταδισμού εξυπηρετεί τον ιδρυτικό μύθο της σύγχρονης Δύσης. Προωθεί την ιδέα της γραμμικής προόδου της ανθρωπότητας, ακόμη και σε επίπεδο πολιτικών θεσμών, δικαιωμάτων κι ελευθεριών. Αποσιωπά τις ένοχες στιγμές των Νεότερων Χρόνων. Το γεγονός ότι ήδη πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, δικαιώματα που ονομάζονταν «φεουδαλικά» ανήκαν σε αστούς. Σε αστούς που προσπαθούσαν να επωφεληθούν από κάθε εξουσία η οποία στηριζόταν σε θεσμούς του παρελθόντος, χωρίς να υπέχουν τις υποχρεώσεις που βάρυναν τους φεουδάρχες του Μεσαίωνα. Στη Γαλλία του 18ου αιώνα υπήρχαν ελεύθεροι επαγγελματίες, οι οποίοι είχαν ως αντικείμενο τη μελέτη μεσαιωνικών εγγράφων με σκοπό την ανεύρεση δικαιωμάτων και προνομίων που κάποτε, υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες, συνεπάγονταν τα εμπράγματα αποκτήματα των πλούσιων αστών.

56. Γκ. Ντορέ, Βιομηχανική πόλη

Γκ. Ντορέ, Βιομηχανική πόλη

Αποσιωπάται επίσης η ενοχλητική «λεπτομέρεια» της καταπάτησης των εργασιακών δικαιωμάτων από την ίδια τη Γαλλική Επανάσταση. Στα χρόνια του Μεσαίωνα τα δικαιώματα των εργαζομένων προστατεύονται μέσω των συντεχνιών. Η προστασία αυτή εξαφανίζεται με τη… Γαλλική Επανάσταση, μολονότι αυτή ήταν παιδί του Διαφωτισμού και διαπρύσιος κήρυκας των ατομικών δικαιωμάτων κι ελευθεριών. Το θεωρητικό πρότυπό της, όμως, είναι αυτό της σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ ισότιμων μερών, αντίληψη παρωχημένη ήδη από τον εποχή που πρωτοδιατυπώθηκε. Με τις κοινωνικές μεταλλάξεις που επρόκειτο να φέρει η Βιομηχανική Επανάσταση, όμως, αποδείχθηκε γρήγορα κι εξαιρετικά επιζήμια κι επικίνδυνη. Τον Μάρτιο του 1791, με το αποκαλούμενο «διάταγμα ντε Αλλάρντ» καταργούνται, ως «μεσαιωνικό κατάλοιπο», οι συντεχνίες, στο όνομα της ελευθερίας του εμπορίου και της απελευθέρωσης των επαγγελμάτων. Στις 14 Ιουνίου του ιδίου έτους τίθεται σε ισχύ ο νόμος Λε Σαπλιέ με τον οποίο απαγορεύεται κάθε μορφή συλλογικής οργάνωσης και διαμαρτυρίας των εργαζομένων κι απαγορεύεται παντελώς η απεργία! Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου παρατίθενται αυτούσια αποσπάσματα από το «Κοινωνικό Συμβόλαιο» του Ρουσσώ! Κάπως έτσι (και πάντα στο όνομα της ελευθερίας) οι εργαζόμενοι θα μείνουν εντελώς απροστάτευτοι για δεκαετίες. Μόνο μετά από πολλούς αγώνες θα νομιμοποιηθεί (σταδιακά) η απεργία στη Γαλλία, μόλις το 1864.

Στην πραγματικότητα, το να παρομοιάζουμε τα σύγχρονα δεινά με τον Μεσαίωνα είναι πολλαπλά βολικό. Είναι καταρχάς καθησυχαστικό των φόβων μας, διότι τους εξοβελίζουμε σε μια εποχή πιο μακρινή και ουσιαστικά άγνωστη σε μας, πέρα από μια μυθοποιημένη εικόνα της. Εν συνεχεία, είναι σωτήρια αποπροσανατολιστικό, μια και δεν διαταράσσει την επίσημη αφήγηση της εποχής μας, τον μύθο της εποχής μας, δεν αναδεικνύει τις αντιφάσεις της Αναγέννησης, του Διαφωτισμού ή της Γαλλικής Επανάστασης, δηλαδή συστατικών στοιχείων της αφήγησης αυτής. Στην ουσία, όμως, αυτό που μας απειλεί δεν είναι παρά μια ενδεχόμενη επιστροφή στην εποχή του πρωτόγονου και χωρίς κανόνες καπιταλισμού του τέλους του 18ου και του 19ου αι., εποχή κατά την οποία οι εργαζόμενοι δεν έχουν κανένα άλλο δικαίωμα πέραν του πενιχρού μισθού τους, ενώ οι έννοιες της ασφάλισης, της σύνταξης και των άλλων εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων είναι εντελώς άγνωστες. Είναι, όμως, καλύτερο φαίνεται να αποφεύγονται οι επικίνδυνοι συνειρμοί και η σύνδεση με πιο κοντινές ιστορικές περιόδους, ευχερέστερα συγκρίσιμες με το παρόν. Η καμπούρα της φεουδαρχίας μπορεί να εισπράξει περισσότερες ξυλιές απ’ ό,τι ο πρώιμος καπιταλισμός.

Μαρκ Μπλόκ

Μαρκ Μπλόκ

Ακριβώς επειδή στο γνωστικό αντικείμενό τους βρίσκονταν διαρκώς αντιμέτωποι με μύθους και στερεότυπα, οι ιστορικοί του Μεσαίωνα βρέθηκαν από νωρίς στην πρωτοπορία της επιστημονικής μεθοδολογίας. Ήταν εκείνοι που ελευθέρωσαν την επιστήμη της Ιστορίας από την προσκόλληση στα «σημαντικά» πολιτικά γεγονότα και τους μεγάλους ηγέτες, για να στρέψουν την προσοχή τους στη μελέτη των νοοτροπιών, των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτιστικών σταθερών και αργών μεταλλάξεων.
Το 1929, δύο καθηγητές του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, ο Μαρκ Μπλοκ κι ο Λυσιάν Φεβρ ιδρύουν το περιοδικό «Annales d’histoire économique et sociale», η κυκλοφορία του οποίου αποτελεί σταθμό στην προσπάθεια αυτή.
Το 1941, τρία χρόνια πριν εκτελεστεί από τους ναζί ως αντιστασιακός, ο Μαρκ Μπλοκ συντάσσει τη διαθήκη του, στην οποία γράφει τα εξής:
«Δεν θέλω πάνω από τον τάφο μου να ψαλούν οι θρησκευτικές προσευχές που συνόδεψαν τόσους από τους προγόνους μου στην τελευταία τους κατοικία. Θέλω μόνο να χαραχτεί πάνω στην επιτύμβια πλάκα η εξής απλή φράση: Dilexit veritatem». «Αγαπούσε την αλήθεια»!

Φίλες και φίλοι, την αλήθεια προσπάθησε να υπηρετήσει, ομολογουμένως με αρκετή αδεξιότητα, κι η αποψινή μου φλυαρία. Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Pierre AUBÉ « Les empires normands d’Orient », Tempus, Perrin, Παρίσι 2006 (1η έκδοση 1991).
Michel BALARD « Les Latins en Orient (XIe-XVe siècle) », Nouvelle Clio, PUF, Παρίσι 2006.
Marc BLOCH « La Société féodale », αρχική έκδοση σε 2 τόμους 1939-1940, τελευταία επανέκδοση (σε ένα τόμο): Albin Michel, Παρίσι 1998.
Patrick BOUCHERON « Les villes d’Italie, vers 1150-1350 », Belin sup histoire, Belin, Παρίσι 2004.
Patrick BOUCHERON « Conjurer la peur – Sienne, 1338 : Essai sur la force politique des images », Seuil, Παρίσι 2013.
– Philippe BÜTTGEN, Alain de LIBERA, Marwan RASHED, Irène ROSIER-CATACH (επιμ.) « Les Grecs, les Arabes et nous (enquête sur l’islamophobie savante) », Ouvertures, Fayard, Παρίσι 2009.
Alain DEMURGER « Chevaliers du Christ, les ordres religieux militaires au Moyen Âge », Seuil, Παρίσι 2002.
Georges DUBY « La Société aux XIe et XIIe siècles dans la région mâconnaise », Éditions de l’École des Hautes Études en Sciences Sociales, Παρίσι 1953.
Georges DUBY « Le Temps des cathédrales – L’Art et la société (980-1420) », Bibliothèque des Histoires, Gallimard, Παρίσι 1976.
Georges DUBY « L’histoire continue », Points, Seuil, Παρίσι 1991.
Georges DUBY « Féodalité », Quarto, Gallimard, Παρίσι 1996 [συλλογή βιβλίων και δοκιμίων του ιστορικού, περιέχει μεταξύ άλλων τα: Guerriers et paysans (1973), L’An Mil (1980), Les Trois ordres ou L’imaginaire du féodalisme (1978), Le Dimanche de Bouvines (1973), Le Chevalier, la femme et le prêtre (1981)].
René FÉDOU e.a. « Lexique historique du Moyen Âge », cursus, Armand Colin, Παρίσι 1995.
Jean FLORI « Aliénor d’Aquitaine : la reine insoumise », Payot, Παρίσι 2004.
Claude GAUVARD, Alain de LIBERA, Michel ZINK (επιμ.) « Dictionnaire du Moyen Âge », PUF, Παρίσι 2004 (2η έκδ.).
Jacques Le GOFF « Les Intellectuels au Moyen Age », Points, Seuil, Παρίσι 1985 (1η έκδοση 1957).
Jacques Le GOFF « Pour un autre Moyen Âge », Tel, Gallimard, Παρίσι 1991 (1η έκδοση 1977).
Jacques Le GOFF « Marchands et banquiers du Moyen Âge », Quadrige – Grands textes, PUF,‎ Παρίσι 2011 (1η έκδοση 1957).
Alain GUERREAU « Le féodalisme, un horizon théorique », Le Sycomore, Παρίσι, 1980.
Alain GUERREAU « L’Avenir d’un passé incertain. Quelle histoire du Moyen Âge au XXIe siècle ? », Seuil, Παρίσι 2001.
Sylvain GOUGUENHEIM « Aristote au Mont Saint-Michel (Les racines grecques de l’Europe chrétienne) », L’Univers Historique, Seuil, Παρίσι 2008.
Sylvain GOUGUENHEIM « Regards sur le Moyen Âge », Tallandier, Παρίσι 2009.
Jean-Claude HOCQUET « Venise au Moyen Âge », Guides de Civilisations, Belles Lettres, Παρίσι 2003.
Frederic Chapin LANEVenice – A Maritime Republic”, The John Hopkins University Press, Βαλτιμόρη 1973.
Emmanuel Le ROY LADURIE « Montaillou, village occitan, de 1294 à 1324 », Gallimard, Παρίσι 1975.
Alain de LIBERA « La Philosophie médiévale » Quadrige, PUF, 2004.
André MIQUEL « Ousama, un prince syrien face aux croisés», Les inconnus de l’histoire, Fayard, Παρίσι 1986.
Régine PERNOUD « Pour en finir avec le Moyen Âge », Seuil, Παρίσι 1979.
Régine PERNOUD « Aliénor d’Aquitaine », Albin Michel, Παρίσι 1966.
Gérard SIVÉRY « Blanche de Castille », Fayard, Παρίσι 1994.
Laure VERDON « Le Moyen Âge : 10 siècles d’idées reçues », Le Cavalier Bleu, Παρίσι 2013.
Jacques VERGER « Les universités au Moyen Âge », Quadrige, PUF, Παρίσι 1999 (1η έκδοση 1973).

 

[για τους εξαιρετικά ανθεκτικούς φίλους, υπάρχουν και τα βίντεο της ομιλίας:

Η μελαγχολική ιστορία του πρίγκιπα Τζεμ

Αύγουστος 12, 2011

3 Μαΐου 1481: έξω από την Πόλη, κοντά στην αρχαία Λίβυσσα, εκεί όπου είχε αυτοκτονήσει ο Αννίβας, αφήνει την τελευταία του πνοή ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής. Αν ο διάδοχος είχε σαφώς οριστεί, αν ο πρωτότοκος είχε ήδη ενηλικιωθεί κι οι υπόλοιποι πρίγκιπες ήταν ακόμη ανήλικοι, τότε… ίσως και να μπορούσε να τεθεί σ’ εφαρμογή με κάποια ευκολία το οθωμανικό «έθιμο» της αδελφοκτονίας. Ο Πορθητής, όμως, είχε δυο γιους που ήταν ήδη ενήλικοι: τον Βαγιαζήτ, τον οποίο απέκτησε ενώ ήταν ακόμη έφηβος, το 1447, και τον νεότερο Τζεμ, που γεννήθηκε το 1459.  Και στους δύο είχε αναθέσει τη διοίκηση σημαντικών επαρχιών: ο πρωτότοκος διοικούσε τις περιοχές της Σεβάστειας, της Αμάσειας και του Τοκάτ, ενώ ο νεότερος την Καραμανία και την περιοχή του Ικονίου. Επομένως, τα δυο αδέλφια είχαν ήδη τις προσωπικές αυλές τους, τους πιστούς υποστηρικτές κι ακολούθους τους και, φυσικά, τους στρατούς τους. Επρόκειτο, λοιπόν, να ξαναζήσουμε την πανάρχαια ιστορία των δύο αδελφών που μάχονται μέχρι τελικής πτώσεως για την εξουσία. Την ιστορία του Αρταξέρξη και του Κύρου του Νεότερου, μόνο που αντί για τη δραματική κορύφωση της Μάχης στα Κούναξα, το τέλος του ηττημένου στη σύγκρουση των Οθωμανών πριγκίπων θα είναι βασανιστικά αργό: αυτός που φιλοδόξησε να βασιλέψει στη μεγαλύτερη αυτοκρατορία της εποχής του θα ζήσει χρόνια αιχμάλωτος των υποτιθέμενων προστατών του, οι οποίοι θα τον μεταχειριστούν σαν απλό πιόνι στα διπλωματικά σχέδιά τους και δεν θα διστάσουν να τον εξοντώσουν με συνοπτικές διαδικασίες όταν κρίνουν ότι δεν τους είναι πλέον χρήσιμος.

Ι.   Ο πόλεμος μεταξύ των δύο αδελφών

Ο Βαγιαζήτ έφτασε πρώτος στην Πόλη κι ανακηρύχθηκε σουλτάνος στις 21 Μαΐου. Η πρώτη του κίνηση ήταν να διατάξει τον βεζίρη Αγιάς Πασά να εξοντώσει τον αδελφό του. Ο Τζεμ, όμως, κινήθηκε προς την Προύσα με στράτευμα 4.000 ανδρών και κατάφερε να συντρίψει τις δυνάμεις του αδελφού του στις 28 Μαΐου 1481. Αυτοανακηρύχθηκε σουλτάνος της Ανατολίας με πρωτεύουσά του την Προύσα και πρότεινε στον Βαγιαζήτ να μοιραστούν την αυτοκρατορία, αφήνοντάς του μόνον τα ευρωπαϊκά εδάφη! Ο πρωτότοκος εξοργίστηκε με το θράσος του μικρού: αφού διακήρυξε πως «μεταξύ ηγεμόνων δεν υπάρχει καμιά συγγένεια», συγκέντρωσε στρατό και τον οδήγησε ο ίδιος στη μάχη. Στο Γενίσεχίρ, έξω από την Προύσα, κατατρόπωσε τον Τζεμ. Για να γλιτώσει, ο νεαρός πρίγκιπας υποχώρησε στα νοτιανατολικά των εδαφών που διοικούσε, στην Κιλικία, κι από κει πέρασε στο Χαλέπι της Συρίας, δηλαδή στην επικράτεια των Μαμελούκων σουλτάνων του Καΐρου. Έρχεται σε διαπραγματεύσεις με τον σουλτάνο Καΐτ Μπέη, ο οποίος του παρέχει άσυλο στο Κάιρο. Ενώ ο Τζεμ βρίσκεται στην αιγυπτιακή πρωτεύουσα και προετοιμάζει την αντεπίθεσή του με τη βοήθεια των Μαμελούκων λαμβάνει μια επιστολή από τον αδελφό του. Ο Βαγιαζήτ του υπόσχεται ένα μεγάλο χρηματικό ποσό αν παραιτηθεί από τις αξιώσεις του στον θρόνο. Ο Τζεμ αρνείται την προσφορά. Με τις ενισχύσεις που του προσέφεραν οι Μαμελούκοι, αλλά και οι Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου (πέντε γαλέρες με στρατιώτες και πυροβολικό) περνά την άνοιξη του 1482 στην Καραμανία, όπου βρίσκει τους υποστηρικτές του, και ξεκινά την αντεπίθεσή του. Στα τέλη Μαΐου προσπαθεί ανεπιτυχώς να καταλάβει το Ικόνιο. Αναγκάζεται να κινηθεί προς την Άγκυρα όπου θα γνωρίσει εκ νέου την ήττα. Η πρώτη του σκέψη είναι να καταφύγει και πάλι στο Κάιρο, πλην όμως όλες οι οδοί επικοινωνίας με την επικράτεια των Μαμελούκων ελέγχονται πλέον από τον Βαγιαζήτ.  Ο Τζεμ δεν έχει παρά μία μόνον επιλογή: να ζητήσει βοήθεια από αυτούς που τον έλεγαν Ζιζίμ, τους Λατίνους.

ΙΙ.   Ο Τζεμ υπό την προστασία των Ιωαννιτών

Από το κρησφύγετό του στην οροσειρά του Ταύρου, ο Τζεμ στέλνει μήνυμα στον μεγάλο μάγιστρο των Ιωαννιτών, τον Πέτρο του Ωμπυσσόν, και ζητεί άσυλο στη Ρόδο. Κατόπιν διαβουλεύσεως, ο μάγιστρος και το συμβούλιο του Τάγματος δέχονται και στέλνουν στολίσκο υπό τον Δον Άλβαρεθ δε Θούνιγα, Μέγα Διοικητή της Καστίλλης, για να παραλάβει τον Τζεμ από τις ακτές της Κιλικίας.

Η κατάσταση των Ιωαννιτών το 1482: Το Τάγμα, που από τις αρχές του 14ου αι. έχει εγκαθιδρύσει το δικό του Ordensstaat στα Δωδεκάνησα, βρίσκεται σε μια από τις κρισιμότερες καμπές της ιστορίας του. Η πολιτική και στρατιωτική αντιπαράθεση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία έχει κορυφωθεί από την άνοιξη του 1480, όταν ο Μωάμεθ Β΄ έστειλε τα στρατεύματά του, υπό τον Μισάχ Πασά, βυζαντινό εξωμότη καταγόμενο από την αυτοκρατορική οικογένεια των Παλαιολόγων, να πολιορκήσουν τη Ρόδο. Οι Ιωαννίτες θα αποκρούσουν την επίθεση με πραγματικό ηρωϊσμό, όμως οι απώλειές τους είναι σημαντικές. Οι οχυρώσεις της Ρόδου έχουν υποστεί σημαντικές ζημιές τις οποίες επέτεινε την επόμενη χρονιά σφοδρότατη σεισμική ακολουθία που έπληξε το νησί. Η ευλογία (αν και αργότερα θα αποδειχτεί… και κατάρα) για το Τάγμα έγκειται στο ότι έχει επικεφαλής του μια τεράστια πολιτική προσωπικότητα, όπως είναι ο μάγιστρος Πέτρος του Ωμπυσσόν. Ο Μέγας Μάγιστρος έχει ξεκινήσει μια μεγάλη επιχείρηση αποκατάστασης και ενίσχυσης των οχυρώσεων της πρωτεύουσάς του, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να συνάψει συμμαχίες που θα διασφαλίσουν την επιβίωση του κράτους του Τάγματος. Από την άποψη αυτή, το διάβημα του Τζεμ έρχεται στην καταλληλότερη στιγμή: ο Ωμπυσσόν βλέπει τον Οθωμανό πρίγκηπα σαν τον άσο στο μανίκι που θα του δώσει τη δυνατότητα να κερδίσει τη σημαντικότερη παρτίδα διπλωματικού πόκερ στην Ανατολική Μεσόγειο!

Η υποδοχή στη Ρόδο: Ο Τζεμ γίνεται δεκτός στη Ρόδο με κάθε επισημότητα στις 20 Ιουλίου 1482. Η άφιξη κι η διαμονή του στην πρωτεύουσα των Ιωαννιτών περιγράφονται με κάθε λεπτομέρεια στο έργο του αντικαγκελάριου του Τάγματος, του Γουλιέλμου Καουρσέν, το οποίο συνοδεύεται άλλωστε κι από γλαφυρότατη εικονογράφηση. Ο πρίγκιπας φτάνει στο λιμάνι πάνω στη ναυαρχίδα των Ιπποτών. Επιβιβάζεται σ΄ ένα μικρότερο σκάφος και αποβιβάζεται στην αποβάθρα που βρίσκεται μπροστά στη Θαλασσινή Πύλη υπό τους ήχους μουσικών. Ανεβαίνει σ΄ άλογο και με την ακολουθία του συναντά τον Μεγάλο Μάγιστρο και τους αξιωματούχους του Τάγματος έξω από τον ναό του Αγίου Σεβαστιανού. Όλοι μαζί φτάνουν στην οδό των Ιπποτών και στον Οίκο της Γλώσσας της Γαλλίας, τμήμα του οποίου θα παραχωρηθεί ως κατάλυμα στον Τζεμ και τη συνοδεία του.

«Μόλις ανακοινώνεται η άφιξη του πρίγκιπα, αρχίζουν οι πρέπουσες τελετές. Μια ξύλινη αποβάθρα ρίχνεται πάνω από τη θάλασσα για την υποδοχή του βασιλιά κατά την αποβίβασή του… Η γέφυρα έχει διακοσμηθεί με τον βελγικό τρόπο, με βαριά υφάσματα από το Αρτουά κι άλλα, χρυσοποίκιλτα κι ασημοστολισμένα, μεταξωτά και μάλλινα… Ο δρόμος πάνω στον οποίο θα βαδίσουν οι φιλοξενούμενοι έχει καλυφθεί από πολύχρωμα τουρκικά χαλιά… Ο λαός κι οι σπουδαίοι που έχουν έρθει να παρακολουθήσουν το θέαμα γεμίζουν τους δρόμους. Οι γυναίκες κι οι κοπέλες βγαίνουν στα παραθύρια. Και το υπόλοιπο πλήθος ανεβαίνει στις στέγες για να δει την άφιξη του βασιλιά. Ένα μικρό ροδιακό σκάφος προσεγγίζει το καράβι που αγκυροβόλησε στην είσοδο του λιμανιού, υποδέχεται τον βασιλιά και τον φέρνει κοντά στην αποβάθρα. Αξιωματούχοι του Τάγματος έχουν σταλεί ως προπομποί για να καλωσορίσουν τον Ζιζίμ κατά την άφιξή του. Πίσω από αυτούς ακολουθεί η μακρά πομπή των υπηρετών που φέρουν τα εμβλήματα του Μεγάλου Μαγίστρου και τραγουδούν στα γαλλικά. Κι έπειτα, νεαροί στρατιώτες υπερασπιστές της Ιερουσαλήμ με το άγουρο γένι τους, προχωρούν πάνω σε εξαίσια άλογα… Πίσω από αυτούς, ο Μεγάλος Μάγιστρος πάνω σ’ ένα υπέρλαμπρο άτι… Επιβλητικοί, τον ακολουθούν οι αξιωματούχοι του Τάγματος. Σκοπίμως, ο μάγιστρος σταμάτησε στη μεγάλη πλατεία, στο ύψος της εκκλησίας του Αγίου Σεβαστιανού κι εκεί ακριβώς θα τον συναντήσει ο βασιλιάς Ζιζίμ καβάλα στο μεγαλόπρεπο άτι του, περιστοιχισμένος από τους πιστούς συντρόφους του στη φυγή… Αφού χαιρετηθούν, ο ένας θα σφίξει το χέρι του άλλου κι έπειτα θα καλπάσουν μαζί προς τα καταλύματα που έχουν ετοιμαστεί για τον Ζιζίμ και την ακολουθία του» (Γουλιέλμος Καουρσέν «Υπόμνημα επί της υποθέσεως του βασιλέως Ζιζίμ«, βλ. Nicolas Vatin «Sultan Djem. Un prince ottoman dans l’Europe du XVe siècle d’après deux sources contemporaines: Vâki’ât-i Sultan Cem / Oeuvres de Guillaume Caoursin«, εκδ. T.T.K., Άγκυρα 1997, σελ. 93-96 και «Rhodes et l’ordre de Saint-Jean-de-Jérusalem«, εκδ. CNRS, Παρίσι 2000, σελ. 80).

Η φιλοξενία: Ο Μέγας Μάγιστρος θα βάλει τα δυνατά του για να φιλοξενήσει βασιλικά τον υψηλό προστατευόμενό του. Ιπποτικά τουρνουά, συναυλίες και συμπόσια, όλα προς τιμήν του πρίγκιπα Τζεμ. Χαρακτηριστική είναι και πάλι η περιγραφή του Καουρσέν:

«Σερβιρίστηκαν φαγητά κάθε λογής και, χάρη στην τέχνη των μαγείρων, διόλου δεν έλειπαν τα διάφορα αρτύματα. Ο Βάρβαρος θαυμάζει τις συνήθειες των Λατίνων. Κάθεται, αν και όχι δίχως κάποια δυσκολία, μια και γι’ αυτόν δεν πρόκειται για τη συνηθισμένη στάση φαγητού. Δοκιμάζει πρώτα με τα δάχτυλά του τα αρτύματα: περιφρονεί ό,τι είναι γλυκό και διαλέγει όσα έχουν ξινή γεύση. Τρώγοντας παρατηρεί τους υπηρέτες και σκύβοντας πάνω απ’ το τραπέζι δοκιμάζει από τα φαγητά. Ρίχνει συχνά κλεφτές ματιές προς τον μάγιστρο για να δει πώς τρώει εκείνος. Δεν λείπουν κι οι μουσικοί για να μαγέψουν την ακοή των συνδαιτημόνων με τις αρμονίες τους. Μεταξύ άλλων, ένας Βρετανός παίζει μια πολύ γλυκιά μουσική μ’ ένα όργανο που μοιάζει με ασκό και στο οποίο έχουν δέσει τέσσερις αυλούς… Αλλά ο Βάρβαρος, που δεν είναι συνηθισμένος σε τόσο γλυκό τραγούδι δεν δείχνει να ευχαριστιέται παρά μόνο όταν φτάνει ένας Τούρκος που εργαζόταν στα μαγειρεία κι ο οποίος άρχισε να παίζει ένα βαρβαρικό μουσικό όργανο: ξαναβρίσκοντας τότε τη διάθεσή του ο Ζιζίμ χαμογελά για μια στιγμή” (Γουλιέλμος Καουρσέν όπ.π., βλ. Vatin “Sultan Djem όπ.π.“, σελ. 300 και “Rhodes“, όπ.π., σελ. 61).

Όλα αυτά δεν είναι φυσικά απλώς φιλοφρονήσεις, εκδηλώσεις ευγένειας ή μεγαλοψυχίας προς τον άτυχο Οθωμανό. Για τον Ωμπυσσόν, ο Τζεμ είναι το ιδανικό μέσο πίεσης τόσο προς την Υψηλή Πύλη, όσο και προς τα κέντρα εξουσίας της χριστιανικής Δύσης. Ήδη άλλωστε έχουν σταλεί σχετικώς επιστολές σε όλες τις αυλές. Βάσει του σχεδίου του μαγίστρου, τα χριστιανικά βασίλεια και ο πάπας πρέπει να παράσχουν κάθε δυνατή βοήθεια στον Τζεμ ώστε να ξαναρχίσει ο εμφύλιος στα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (Claude Petiet “Au temps des Chevaliers de Rhodes” εκδ. F. Lanore, 2000, σελ. 62).

Εάν κάποιος γνωρίζει καλά την αξία της παραμονής του Τζεμ στη Ρόδο, αυτός είναι ο αδελφός του. Ο Βαγιαζήτ στέλνει στη Ρόδο απεσταλμένους με προτάσεις ειρήνης, ίσως όμως και κατασκόπους με σκοπό τη δολοφονία του Τζεμ. Ο Ωμπυσσόν αντιλαμβάνεται ότι η προστασία που παρέχει στον Τζεμ ενέχει κινδύνους για το Τάγμα, γιατί μπορεί να προκαλέσει επίθεση του Βαγιαζήτ στη Ρόδο ενώ οι Ιωαννίτες δεν είναι ακόμη έτοιμοι να αντιμετωπίσουν μια νέα πολιορκία. Ο Μέγας Μάγιστρος και το Συμβούλιο αποφασίζουν ότι η μόνη λύση που εγγυάται την ασφάλεια του νησιού και του ίδιου του πρίγκιπα είναι η μεταφορά του δεύτερου στη Δύση. Χωρίς στρατό και χρήματα, άρα δίχως καμία διαπραγματευτική ισχύ, φοβισμένος ίσως κι ο ίδιος για την ασφάλειά του, ο Τζεμ δέχεται. Πριν ξεκινήσει για τον τόπο εξορίας του, δέχεται εγγράφως (31 Αυγούστου 1482) όλα τα αιτήματα που πιεστικά του έχει υποβάλει ο Ωμπυσσόν: αφενός εξουσιοδοτεί τον μάγιστρο να διαπραγματευθεί εξ ονόματός του με τον Βαγιαζήτ, αφετέρου υπόσχεται ότι αν ποτέ ανακτήσει την αυτοκρατορία “θα συνάψει διαρκή ειρήνη με τους Ιωαννίτες, θα ανοίξει στα πλοία τους όλα τα λιμάνια της οθωμανικής επικράτειας, θα απελευθερώνει ετησίως 300 χριστιανούς αιχμαλώτους, ενώ δεσμεύεται να καταβάλει στο Τάγμα ποσό 150.000 χρυσών εκύ σε αποζημίωση των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν οι Ιωαννίτες για τη φιλοξενία του”! Την επομένη, ο Τζεμ επιβιβάζεται σε πλοίο του Τάγματος και συνοδευόμενος από τον ιππότη Γουίδο του Μπλανσφόρ, ανηψιό του Ωμπυσσόν και μετέπειτα μεγάλο μάγιστρο των Ιωαννιτών, αναχωρεί με προορισμό τη Γαλλία (Petiet, όπ.π., σελ. 63-64). Στις 14 Οκτωβρίου 1482 αποβιβάζεται στη Νίκαια και οδηγείται στη συνέχεια στο κάστρο του Ροσσινάρ, στη νοτιοανατολική Γαλλία. Αργότερα, ο Τζεμ και η συνοδεία του θα μεταφερθούν στο κάστρο του Μπουργκανέφ, στην περιοχή της Λιμόζ (απ΄ όπου καταγόταν και ο Μέγας Μάγιστρος), δηλαδή στην έδρα του Τάγματος όσον αφορά τη διοικητική περιφέρεια της Ωβέρνης. Ο ίδιος ο Ωμπυσσόν είχε ζητήσει να χτιστεί στο κάστρο αυτό ένας πύργος για να στεγάσει τον υψηλό φιλοξενούμενό του και την ακολουθία του. Τα χρόνια περνούσαν, κι ενώ ο Τζεμ ζούσε εξόριστος και ουσιαστικά αιχμάλωτος, η διπλωματία οργίαζε σε Δύση κι Ανατολή.

ΙΙΙ.   Πιόνι στα χέρια της δυτικής διπλωματίας

Ο Ωμπυσσόν «πουλά» τον Τζεμ στον Βαγιαζήτ: Πριν καν φτάσει ο Τζεμ στη Γαλλία, ο Ωμπυσσόν θέτει σε εφαρμογή το διπλό παιχνίδι του. Καθώς η ιδέα της σταυροφορίας μοιάζει δύσκολο να πραγματοποιηθεί στο άμεσο μέλλον, ο Μέγας Μάγιστρος στέλνει εκπροσώπους στην Υψηλή Πύλη για να διαπραγματευθούν με τον Βαγιαζήτ. Τον Δεκέμβριο του 1482 το Τάγμα και ο σουλτάνος συνάπτουν συνθήκη ειρήνης. Η συνθήκη περιλαμβάνει σύμφωνο μη επιθέσεως, αποκαθιστά το ελεύθερο εμπόριο μεταξύ των δύο συμβαλλομένων, προβλέπει αμοιβαία ανταλλαγή αιχμαλώτων, καθώς και τη δυνατότητα των Ιπποτών να ανεφοδιάζονται με προϊόντα που θα αγοράζουν στην οθωμανική επικράτεια. Ο Μέγας Μάγιστρος και οι Ιωαννίτες δεσμεύονται με την επίβλεψη του Τζεμ και υπόσχονται να μην επιτρέψουν σε κανένα ηγεμόνα, χριστιανό ή μουσουλμάνο, να χρησιμοποιήσει τον πρίγκιπα με σκοπό να υπονομεύσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Από την πλευρά του, ο Βαγιαζήτ υπόσχεται να καταβάλλει ετησίως στο Τάγμα 35.000 δουκάτα για τα έξοδα συντήρησης του πρίγκιπα, καθώς και, ανά τετραετία, 10.000 δουκάτα ως πολεμική αποζημίωση για την πολιορκία του 1480.

Οι όροι είναι πράγματι εντυπωσιακά ευνοϊκοί για το Τάγμα. Ο σουλτάνος που ζητεί απ΄ όλους φόρο υποτελείας, καταλήγει να πληρώνει αποζημιώσεις και φόρους στους Ιωαννίτες, συγχρηματοδοτώντας ουσιαστικά την επισκευή και ενίσχυση των οχυρώσεων της Ρόδου (Vattin «Rhodes...», όπ.π., σελ. 29/ Petiet, όπ.π., σελ. 64-65). Από ηθική άποψη, όμως, το τίμημα είναι τεράστιο για το Τάγμα. Ο Ωμπυσσόν έχει ουσιαστικά πουλήσει τον προστατευόμενό του Τζεμ στον αδελφό του, καταπατώντας όλους τους όρκους του. Σε μια εποχή που οι ηθικές αξίες διατηρούν τη σημασία τους η στάση του Μεγάλου Μαγίστρου γίνεται αντικείμενο σφοδρών επικρίσεων… κι ανοίγει την όρεξη πολλών που μπορούν να εμφανισθούν ακόμη σαν ηθικότεροί του, αλλά επιδιώκουν στην πραγματικότητα να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα. Ο πάπας, οι Ενετοί, ο Φερδινάνδος της Αραγονίας, ακόμη κι ο Ματθίας Κορβίνος της Ουγγαρίας ή ο Μαμελούκος σουλτάνος Καΐτ Μπέη, ζητούν να τους παραδοθεί ο Τζεμ για να τον θέσουν επικεφαλής των στρατευμάτων τους και να επιτεθούν κατά των Τούρκων!

Ο Ωμπυσσόν «πουλά» τον Τζεμ στον πάπα: Ο μάγιστρος δεν είναι από τους ανθρώπους που παραδίδουν τα όπλα στην πρώτη δυσκολία. Αν δεν μπορεί να εκμεταλλευθεί ο ίδιος τον Τζεμ, είναι πιο βολικό να τον βάλει σε… πλειστηριασμό και να τον πουλήσει σε όποιον κάνει την πιο συμφέρουσα (για τον ίδιο και για το Τάγμα) προσφορά! Δίχως κανένα δισταγμό, ο Ωμπυσσόν θα προδώσει εκ νέου τον Τζεμ και θα τον πουλήσει εκ νέου, σχεδόν κυριολεκτικά τούτη τη φορά. Ο εκλεκτός πλειοδότης δεν είναι άλλος από τον πάπα Ιννοκέντιο Η΄. Ο Άγιος Πατέρας δεσμεύεται να μη θίξει ποτέ τα διοικητικά και οικονομικά προνόμια και κεκτημένα του Τάγματος, να καταβάλλει σ’ αυτό τις ετήσιες δαπάνες για τον Τζεμ αντί του σουλτάνου, να καταργήσει τα τάγματα του Πανάγιου Τάφου και του Αγίου Λαζάρου μεταβιβάζοντας τις περιουσίες τους στους Ιωαννίτες και, τέλος, να ονομάσει τον Ωμπυσσόν καρδινάλιο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και αποστολικό λεγάτο για την Ασία (Petiet, όπ.π., σελ. 65-66). Για το όμορφο καπέλο του καρδινάλιου ο Ωμπυσσόν έγινε δυο φορές επίορκος, προδίδοντας τις υποσχέσεις του και προς τον Τζεμ και προς τον Βαγιαζήτ. Η ηθική αποκαθήλωση του μαγίστρου έχει ολοκληρωθεί. Ο… λογαριασμός δεν θ΄αργήσει!

Αιχμάλωτος του πάπα: Στις 10 Νοεμβρίου 1488, ο Τζεμ αφήνει το Μπουργκανέφ και οδηγείται στην Τουλόν «συνοδευόμενος» από Ιωαννίτες Ιππότες και Γάλλους στρατιώτες. Από εκεί μεταφέρεται στη Ρώμη. Στην αρχή η παπική αιχμαλωσία του Τζεμ είναι σχετικά χαλαρή. Ο πάπας σκέφτεται να χρησιμοποιήσει τον πρίγκιπα στο πλαίσιο μιας νέας σταυροφορίας κατά των Οθωμανών. Λέγεται μάλιστα ότι ο Ιννοκέντιος του πρότεινε να ασπασθεί τον χριστιανισμό, υποσχόμενός του σημαντικά αξιώματα, αλλά εις μάτην. Σε κάθε περίπτωση, ο Τζεμ αποδεικνύεται επιτυχές μέσο πίεσης κάθε φορά που ο αδελφός του σχεδιάζει κάποια εκστρατεία με στόχο χριστιανικά εδάφη.

Το τέλος: Να όμως που τον Ιούλιο του 1492 ο Ιννοκέντιος πεθαίνει και στα μέσα Αυγούστου εκλέγεται πάπας, ως Αλέξανδρος Στ΄, ο πανούργος Ροδρίγο Βοργίας. Ο Βοργίας φυλακίζει αμέσως τον άτυχο Τζεμ στο κάστρο του Aρχαγγέλου Μιχαήλ (Καστέλ Σαντ΄ Άντζελο). Δίχως χρονοτριβή, πληροφορεί τον σουλτάνο Βαγιαζήτ για τα καθέκαστα και απειλώντας εμμέσως πλην σαφώς ότι άμα θέλει μπορεί και ν’ αφήσει ελεύθερο τον διεκδικητή του οθωμανικού θρόνου αποσπά από τον σουλτάνο υπόσχεση καταβολής ποσού 40.000 δουκάτων ετησίως! Τέλος, ακυρώνει τη συμφωνία που είχε συνάψει ο προκάτοχός του με τους Ιωαννίτες, εξαιρουμένου του συμβατικού όρου βάσει του οποίου ο Ωμπυσσόν ονομαζόταν καρδινάλιος. Για τους Ιωαννίτες, όλα τα διπλωματικά ωφέλη που τους έδωσε η αιχμαλωσία του Τζεμ έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί.

Φτάσαμε στα τέλη του 1494 και στην Ιταλία εισβάλλει ο Κάρολος Η΄ της Γαλλίας με σκοπό να διεκδικήσει το Βασίλειο της Νάπολης. Ο παμπόνηρος Βοργίας γράφει αμέσως στον Βαγιαζήτ και του ζητεί οικονομική βοήθεια, μια και σε περίπτωση νίκης του Καρόλου είναι πιθανόν να ελευθερωθεί ο Τζεμ. Ο Βαγιαζήτ υπόσχεται στον πάπα 300.000 δουκάτα προκειμένου να σταλεί ο αδελφός του «σε τόπους αιωνίας αναπαύσεως»! Ο πάπας εισπράττει το ποσό, αλλά όταν ο Κάρολος εμφανίζεται προ των πυλών της Ρώμης και ζητεί να του παραδοθεί ο Οθωμανός πρίγκιπας, ο Βοργίας του τον παραδίδει χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο Τζεμ ξαναβρίσκει την ελευθερία του (;) και ενσωματώνεται στην ακολουθία του Καρόλου. Στις 25 Φεβρουαρίου 1495, όμως, κι ενώ βρίσκεται στην Καπύη μαζί με τα γαλλικά στρατεύματα, ο Τζεμ πεθαίνει ξαφνικά! Ήταν μόλις 36 ετών. Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, λίγο πριν τον παραδώσει στον Κάρολο, ο Βοργίας πρόφτασε να φαρμακώσει τον πρίγκιπα με κάποιο δηλητήριο βραδείας δράσης. Ή ίσως να έστειλε επί τούτου κάποιον σπιούνο στην αυλή του Καρόλου. Ποιος ξέρει…

Τώρα πάντως που είχε εκλείψει κάθε κίνδυνος, ο σουλτάνος Βαγιαζήτ μπορεί πια να συμπεριφερθεί στον νεκρό αδελφό του όπως αρμόζει σ’ έναν πρίγκιπα των Οσμανλήδων. Κήρυξε τριήμερο πένθος σε ολόκληρη την αυτοκρατορία και ζήτησε να του επιστραφεί η σορός του αδελφού του για να ταφεί με τις δέουσες τιμές. Χρειάστηκε να περάσουν τέσσερα χρόνια για να γίνει δεκτό το αίτημα του σουλτάνου και να επιστραφούν τα λείψανα του Τζεμ για να ταφούν στην εφήμερη πρωτεύουσά του, την Προύσα, σ’ ένα μαυσωλείο αντάξιο ανδρός στις φλέβες του οποίου έτρεχε βασιλικό αίμα. Αλλά βέβαια στον κόσμο τούτο όλα είναι σχετικά. Τιμές αποδίδονται μόνο σ’ αυτούς που δεν αποτελούν κίνδυνο για την εξουσία. Όταν, την Πρωτοχρονιά του 1522, ο σουλτάνος Σουλεϊμάν Β΄ ο Μεγαλοπρεπής  (ή, για τους Τούρκους, Νομοθέτης) κατέλαβε τελικά τη Ρόδο των Ιωαννιτών, συνάντησε εκεί τον Μουράτ, γιο του Τζεμ. Χωρίς αναστολές, ο σουλτάνος διέταξε να εκτελεστεί αμέσως μαζί με την οικογένειά του..

Η υστεροφημία του Τζεμ στη χριστιανική Δύση μοιάζει πολύ ωραιότερη από τη ζωή του. Δίχως αμφιβολία, μια μικρή οθωμανική αυλή με ευγενείς από την Ανατολή, γενιτσάρους και σπαχήδες, η οποία μετακινείται μεταξύ Άλπεων, Ωβέρνης και Λιμουζίν δεν ήταν συνηθισμένο θέαμα για τη Γαλλία του 15ου αι., τόσο για τον απλό λαό, όσο και για τους ευγενείς (βλ. Georges Jehel «La Méditerranée médiévale de 350 à 1450«, εκδ. Armand Colin, σειρά Cursus, Παρίσι 1992, σελ. 163). Η παρουσία του Οσμανλή πρέπει να σημάδεψε ανεξίτηλα το φαντασιακό των ανθρώπων της εποχής. Αυτό φαίνεται άλλωστε από το πλήθος θρύλων που συνόδεψαν το πέρασμά του από τη Γαλλία κι όχι μόνο:  από τους (όχι εντελώς απίθανους) έρωτες του Τζεμ με τη Γαλλίδα ευγενή Φιλιππίνη του Σασσνάζ, μέχρι τον μύθο ότι ο Οθωμανός πρίγκιπας ήταν ο δημιουργός της περίφημης ταπισσερί της Κυρίας με τον Μονόκερο (η μάλλον αυτός που την παρήγγειλε).

Έπειτα, ίσως η ζωή του Τζεμ κατά την εξορία του στη Δύση να μην υπήρξε τόσο μελαγχολική όσο εμείς νομίζουμε. Μπορεί να δέχτηκε ασμένως να παίξει τον ρόλο που του επιφύλαξε η μοίρα: εξωτικό αξιοθέατο μεν, αλλά και ομότιμος των Γάλλων ευγενών δε, αν όχι ανώτερός τους σ’ όλα. Άνθρωπος των γραμμάτων και των τεχνών, ως γνήσιος Οθωμανός πρίγκιπας, θα πρέπει να ένιωθε ευχαρίστηση εντυπωσιάζοντας τους καλεσμένους με την καλλιέργειά του. Ή ποζάροντας προκειμένου να του φιλοτεχνήσει το πορτρέτο ο Πιντουρίκιο, ακριβώς όπως κάποτε ζωγράφισε το πορτρέτο του πατέρα του ο Τζεντίλε Μπελλίνι. Μπορεί ακόμη και να του άρεσε που τούτοι οι «βάρβαροι» τον φώναζαν Ζιζίμ, ιδίως όταν το όνομα αυτό το ψιθύριζαν όμορφες Γαλλίδες. Και ίσως τελικά το τέλος του να μην το χαρακτήριζε η απελπισία, γιατί ακόμη και την ύστατη ώρα, με το δηλητήριο του Βοργία στο στόμα του, ο μελαγχολικός μας πρίγκιπας μπορεί να πίστευε ειλικρινά ότι ο νέος του προστάτης θα τον βοηθούσε να κατακτήσει αυτό που πάντοτε ποθούσε.

ΥΓ:  Το ποστ αυτό δικαιωματικά αφιερώνεται στον αγαπητό φίλο (και πραγματικό ειδικό επί του θέματος) Δύτη των Νιπτήρων. Κάποτε είχαμε μάλιστα συζητήσει, κάπως βιαστικά, την πιθανότητα ενός κοινού ποστ για τον Τζεμ, όπου ο ένας θα εξέταζε την ιστορία από την οθωμανική οπτική γωνία κι ο άλλος από αυτήν των Λατίνων. Τελικά, όπως και τα περισσότερα ωραία σχέδια, η φιλοδοξία αυτή δεν πραγματοποιήθηκε. Καθώς κι εκείνος είχε υποσχεθεί κατά καιρούς να γράψει κάτι για τον Τζεμ, του ζητώ συγγνώμη μια και τελικά τον πρόλαβα «κλέβοντάς» του κατά κάποιο τρόπο ένα θέμα ανάρτησης. Γνωρίζω ότι έχει αρκετό υλικό, πολύ πιο πλούσιο από το δικό μου, για να γράψει το δικό του ποστ όταν το θελήσει, αλλά (ελπίζω 🙂 ) και για μερικά πλούσια σχόλια σε τούτο εδώ το κείμενο.


Αρέσει σε %d bloggers: