Posts Tagged ‘Ιωαννίτες’

Η μελαγχολική ιστορία του πρίγκιπα Τζεμ

Αύγουστος 12, 2011

3 Μαΐου 1481: έξω από την Πόλη, κοντά στην αρχαία Λίβυσσα, εκεί όπου είχε αυτοκτονήσει ο Αννίβας, αφήνει την τελευταία του πνοή ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής. Αν ο διάδοχος είχε σαφώς οριστεί, αν ο πρωτότοκος είχε ήδη ενηλικιωθεί κι οι υπόλοιποι πρίγκιπες ήταν ακόμη ανήλικοι, τότε… ίσως και να μπορούσε να τεθεί σ’ εφαρμογή με κάποια ευκολία το οθωμανικό «έθιμο» της αδελφοκτονίας. Ο Πορθητής, όμως, είχε δυο γιους που ήταν ήδη ενήλικοι: τον Βαγιαζήτ, τον οποίο απέκτησε ενώ ήταν ακόμη έφηβος, το 1447, και τον νεότερο Τζεμ, που γεννήθηκε το 1459.  Και στους δύο είχε αναθέσει τη διοίκηση σημαντικών επαρχιών: ο πρωτότοκος διοικούσε τις περιοχές της Σεβάστειας, της Αμάσειας και του Τοκάτ, ενώ ο νεότερος την Καραμανία και την περιοχή του Ικονίου. Επομένως, τα δυο αδέλφια είχαν ήδη τις προσωπικές αυλές τους, τους πιστούς υποστηρικτές κι ακολούθους τους και, φυσικά, τους στρατούς τους. Επρόκειτο, λοιπόν, να ξαναζήσουμε την πανάρχαια ιστορία των δύο αδελφών που μάχονται μέχρι τελικής πτώσεως για την εξουσία. Την ιστορία του Αρταξέρξη και του Κύρου του Νεότερου, μόνο που αντί για τη δραματική κορύφωση της Μάχης στα Κούναξα, το τέλος του ηττημένου στη σύγκρουση των Οθωμανών πριγκίπων θα είναι βασανιστικά αργό: αυτός που φιλοδόξησε να βασιλέψει στη μεγαλύτερη αυτοκρατορία της εποχής του θα ζήσει χρόνια αιχμάλωτος των υποτιθέμενων προστατών του, οι οποίοι θα τον μεταχειριστούν σαν απλό πιόνι στα διπλωματικά σχέδιά τους και δεν θα διστάσουν να τον εξοντώσουν με συνοπτικές διαδικασίες όταν κρίνουν ότι δεν τους είναι πλέον χρήσιμος.

Ι.   Ο πόλεμος μεταξύ των δύο αδελφών

Ο Βαγιαζήτ έφτασε πρώτος στην Πόλη κι ανακηρύχθηκε σουλτάνος στις 21 Μαΐου. Η πρώτη του κίνηση ήταν να διατάξει τον βεζίρη Αγιάς Πασά να εξοντώσει τον αδελφό του. Ο Τζεμ, όμως, κινήθηκε προς την Προύσα με στράτευμα 4.000 ανδρών και κατάφερε να συντρίψει τις δυνάμεις του αδελφού του στις 28 Μαΐου 1481. Αυτοανακηρύχθηκε σουλτάνος της Ανατολίας με πρωτεύουσά του την Προύσα και πρότεινε στον Βαγιαζήτ να μοιραστούν την αυτοκρατορία, αφήνοντάς του μόνον τα ευρωπαϊκά εδάφη! Ο πρωτότοκος εξοργίστηκε με το θράσος του μικρού: αφού διακήρυξε πως «μεταξύ ηγεμόνων δεν υπάρχει καμιά συγγένεια», συγκέντρωσε στρατό και τον οδήγησε ο ίδιος στη μάχη. Στο Γενίσεχίρ, έξω από την Προύσα, κατατρόπωσε τον Τζεμ. Για να γλιτώσει, ο νεαρός πρίγκιπας υποχώρησε στα νοτιανατολικά των εδαφών που διοικούσε, στην Κιλικία, κι από κει πέρασε στο Χαλέπι της Συρίας, δηλαδή στην επικράτεια των Μαμελούκων σουλτάνων του Καΐρου. Έρχεται σε διαπραγματεύσεις με τον σουλτάνο Καΐτ Μπέη, ο οποίος του παρέχει άσυλο στο Κάιρο. Ενώ ο Τζεμ βρίσκεται στην αιγυπτιακή πρωτεύουσα και προετοιμάζει την αντεπίθεσή του με τη βοήθεια των Μαμελούκων λαμβάνει μια επιστολή από τον αδελφό του. Ο Βαγιαζήτ του υπόσχεται ένα μεγάλο χρηματικό ποσό αν παραιτηθεί από τις αξιώσεις του στον θρόνο. Ο Τζεμ αρνείται την προσφορά. Με τις ενισχύσεις που του προσέφεραν οι Μαμελούκοι, αλλά και οι Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου (πέντε γαλέρες με στρατιώτες και πυροβολικό) περνά την άνοιξη του 1482 στην Καραμανία, όπου βρίσκει τους υποστηρικτές του, και ξεκινά την αντεπίθεσή του. Στα τέλη Μαΐου προσπαθεί ανεπιτυχώς να καταλάβει το Ικόνιο. Αναγκάζεται να κινηθεί προς την Άγκυρα όπου θα γνωρίσει εκ νέου την ήττα. Η πρώτη του σκέψη είναι να καταφύγει και πάλι στο Κάιρο, πλην όμως όλες οι οδοί επικοινωνίας με την επικράτεια των Μαμελούκων ελέγχονται πλέον από τον Βαγιαζήτ.  Ο Τζεμ δεν έχει παρά μία μόνον επιλογή: να ζητήσει βοήθεια από αυτούς που τον έλεγαν Ζιζίμ, τους Λατίνους.

ΙΙ.   Ο Τζεμ υπό την προστασία των Ιωαννιτών

Από το κρησφύγετό του στην οροσειρά του Ταύρου, ο Τζεμ στέλνει μήνυμα στον μεγάλο μάγιστρο των Ιωαννιτών, τον Πέτρο του Ωμπυσσόν, και ζητεί άσυλο στη Ρόδο. Κατόπιν διαβουλεύσεως, ο μάγιστρος και το συμβούλιο του Τάγματος δέχονται και στέλνουν στολίσκο υπό τον Δον Άλβαρεθ δε Θούνιγα, Μέγα Διοικητή της Καστίλλης, για να παραλάβει τον Τζεμ από τις ακτές της Κιλικίας.

Η κατάσταση των Ιωαννιτών το 1482: Το Τάγμα, που από τις αρχές του 14ου αι. έχει εγκαθιδρύσει το δικό του Ordensstaat στα Δωδεκάνησα, βρίσκεται σε μια από τις κρισιμότερες καμπές της ιστορίας του. Η πολιτική και στρατιωτική αντιπαράθεση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία έχει κορυφωθεί από την άνοιξη του 1480, όταν ο Μωάμεθ Β΄ έστειλε τα στρατεύματά του, υπό τον Μισάχ Πασά, βυζαντινό εξωμότη καταγόμενο από την αυτοκρατορική οικογένεια των Παλαιολόγων, να πολιορκήσουν τη Ρόδο. Οι Ιωαννίτες θα αποκρούσουν την επίθεση με πραγματικό ηρωϊσμό, όμως οι απώλειές τους είναι σημαντικές. Οι οχυρώσεις της Ρόδου έχουν υποστεί σημαντικές ζημιές τις οποίες επέτεινε την επόμενη χρονιά σφοδρότατη σεισμική ακολουθία που έπληξε το νησί. Η ευλογία (αν και αργότερα θα αποδειχτεί… και κατάρα) για το Τάγμα έγκειται στο ότι έχει επικεφαλής του μια τεράστια πολιτική προσωπικότητα, όπως είναι ο μάγιστρος Πέτρος του Ωμπυσσόν. Ο Μέγας Μάγιστρος έχει ξεκινήσει μια μεγάλη επιχείρηση αποκατάστασης και ενίσχυσης των οχυρώσεων της πρωτεύουσάς του, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να συνάψει συμμαχίες που θα διασφαλίσουν την επιβίωση του κράτους του Τάγματος. Από την άποψη αυτή, το διάβημα του Τζεμ έρχεται στην καταλληλότερη στιγμή: ο Ωμπυσσόν βλέπει τον Οθωμανό πρίγκηπα σαν τον άσο στο μανίκι που θα του δώσει τη δυνατότητα να κερδίσει τη σημαντικότερη παρτίδα διπλωματικού πόκερ στην Ανατολική Μεσόγειο!

Η υποδοχή στη Ρόδο: Ο Τζεμ γίνεται δεκτός στη Ρόδο με κάθε επισημότητα στις 20 Ιουλίου 1482. Η άφιξη κι η διαμονή του στην πρωτεύουσα των Ιωαννιτών περιγράφονται με κάθε λεπτομέρεια στο έργο του αντικαγκελάριου του Τάγματος, του Γουλιέλμου Καουρσέν, το οποίο συνοδεύεται άλλωστε κι από γλαφυρότατη εικονογράφηση. Ο πρίγκιπας φτάνει στο λιμάνι πάνω στη ναυαρχίδα των Ιπποτών. Επιβιβάζεται σ΄ ένα μικρότερο σκάφος και αποβιβάζεται στην αποβάθρα που βρίσκεται μπροστά στη Θαλασσινή Πύλη υπό τους ήχους μουσικών. Ανεβαίνει σ΄ άλογο και με την ακολουθία του συναντά τον Μεγάλο Μάγιστρο και τους αξιωματούχους του Τάγματος έξω από τον ναό του Αγίου Σεβαστιανού. Όλοι μαζί φτάνουν στην οδό των Ιπποτών και στον Οίκο της Γλώσσας της Γαλλίας, τμήμα του οποίου θα παραχωρηθεί ως κατάλυμα στον Τζεμ και τη συνοδεία του.

«Μόλις ανακοινώνεται η άφιξη του πρίγκιπα, αρχίζουν οι πρέπουσες τελετές. Μια ξύλινη αποβάθρα ρίχνεται πάνω από τη θάλασσα για την υποδοχή του βασιλιά κατά την αποβίβασή του… Η γέφυρα έχει διακοσμηθεί με τον βελγικό τρόπο, με βαριά υφάσματα από το Αρτουά κι άλλα, χρυσοποίκιλτα κι ασημοστολισμένα, μεταξωτά και μάλλινα… Ο δρόμος πάνω στον οποίο θα βαδίσουν οι φιλοξενούμενοι έχει καλυφθεί από πολύχρωμα τουρκικά χαλιά… Ο λαός κι οι σπουδαίοι που έχουν έρθει να παρακολουθήσουν το θέαμα γεμίζουν τους δρόμους. Οι γυναίκες κι οι κοπέλες βγαίνουν στα παραθύρια. Και το υπόλοιπο πλήθος ανεβαίνει στις στέγες για να δει την άφιξη του βασιλιά. Ένα μικρό ροδιακό σκάφος προσεγγίζει το καράβι που αγκυροβόλησε στην είσοδο του λιμανιού, υποδέχεται τον βασιλιά και τον φέρνει κοντά στην αποβάθρα. Αξιωματούχοι του Τάγματος έχουν σταλεί ως προπομποί για να καλωσορίσουν τον Ζιζίμ κατά την άφιξή του. Πίσω από αυτούς ακολουθεί η μακρά πομπή των υπηρετών που φέρουν τα εμβλήματα του Μεγάλου Μαγίστρου και τραγουδούν στα γαλλικά. Κι έπειτα, νεαροί στρατιώτες υπερασπιστές της Ιερουσαλήμ με το άγουρο γένι τους, προχωρούν πάνω σε εξαίσια άλογα… Πίσω από αυτούς, ο Μεγάλος Μάγιστρος πάνω σ’ ένα υπέρλαμπρο άτι… Επιβλητικοί, τον ακολουθούν οι αξιωματούχοι του Τάγματος. Σκοπίμως, ο μάγιστρος σταμάτησε στη μεγάλη πλατεία, στο ύψος της εκκλησίας του Αγίου Σεβαστιανού κι εκεί ακριβώς θα τον συναντήσει ο βασιλιάς Ζιζίμ καβάλα στο μεγαλόπρεπο άτι του, περιστοιχισμένος από τους πιστούς συντρόφους του στη φυγή… Αφού χαιρετηθούν, ο ένας θα σφίξει το χέρι του άλλου κι έπειτα θα καλπάσουν μαζί προς τα καταλύματα που έχουν ετοιμαστεί για τον Ζιζίμ και την ακολουθία του» (Γουλιέλμος Καουρσέν «Υπόμνημα επί της υποθέσεως του βασιλέως Ζιζίμ«, βλ. Nicolas Vatin «Sultan Djem. Un prince ottoman dans l’Europe du XVe siècle d’après deux sources contemporaines: Vâki’ât-i Sultan Cem / Oeuvres de Guillaume Caoursin«, εκδ. T.T.K., Άγκυρα 1997, σελ. 93-96 και «Rhodes et l’ordre de Saint-Jean-de-Jérusalem«, εκδ. CNRS, Παρίσι 2000, σελ. 80).

Η φιλοξενία: Ο Μέγας Μάγιστρος θα βάλει τα δυνατά του για να φιλοξενήσει βασιλικά τον υψηλό προστατευόμενό του. Ιπποτικά τουρνουά, συναυλίες και συμπόσια, όλα προς τιμήν του πρίγκιπα Τζεμ. Χαρακτηριστική είναι και πάλι η περιγραφή του Καουρσέν:

«Σερβιρίστηκαν φαγητά κάθε λογής και, χάρη στην τέχνη των μαγείρων, διόλου δεν έλειπαν τα διάφορα αρτύματα. Ο Βάρβαρος θαυμάζει τις συνήθειες των Λατίνων. Κάθεται, αν και όχι δίχως κάποια δυσκολία, μια και γι’ αυτόν δεν πρόκειται για τη συνηθισμένη στάση φαγητού. Δοκιμάζει πρώτα με τα δάχτυλά του τα αρτύματα: περιφρονεί ό,τι είναι γλυκό και διαλέγει όσα έχουν ξινή γεύση. Τρώγοντας παρατηρεί τους υπηρέτες και σκύβοντας πάνω απ’ το τραπέζι δοκιμάζει από τα φαγητά. Ρίχνει συχνά κλεφτές ματιές προς τον μάγιστρο για να δει πώς τρώει εκείνος. Δεν λείπουν κι οι μουσικοί για να μαγέψουν την ακοή των συνδαιτημόνων με τις αρμονίες τους. Μεταξύ άλλων, ένας Βρετανός παίζει μια πολύ γλυκιά μουσική μ’ ένα όργανο που μοιάζει με ασκό και στο οποίο έχουν δέσει τέσσερις αυλούς… Αλλά ο Βάρβαρος, που δεν είναι συνηθισμένος σε τόσο γλυκό τραγούδι δεν δείχνει να ευχαριστιέται παρά μόνο όταν φτάνει ένας Τούρκος που εργαζόταν στα μαγειρεία κι ο οποίος άρχισε να παίζει ένα βαρβαρικό μουσικό όργανο: ξαναβρίσκοντας τότε τη διάθεσή του ο Ζιζίμ χαμογελά για μια στιγμή” (Γουλιέλμος Καουρσέν όπ.π., βλ. Vatin “Sultan Djem όπ.π.“, σελ. 300 και “Rhodes“, όπ.π., σελ. 61).

Όλα αυτά δεν είναι φυσικά απλώς φιλοφρονήσεις, εκδηλώσεις ευγένειας ή μεγαλοψυχίας προς τον άτυχο Οθωμανό. Για τον Ωμπυσσόν, ο Τζεμ είναι το ιδανικό μέσο πίεσης τόσο προς την Υψηλή Πύλη, όσο και προς τα κέντρα εξουσίας της χριστιανικής Δύσης. Ήδη άλλωστε έχουν σταλεί σχετικώς επιστολές σε όλες τις αυλές. Βάσει του σχεδίου του μαγίστρου, τα χριστιανικά βασίλεια και ο πάπας πρέπει να παράσχουν κάθε δυνατή βοήθεια στον Τζεμ ώστε να ξαναρχίσει ο εμφύλιος στα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (Claude Petiet “Au temps des Chevaliers de Rhodes” εκδ. F. Lanore, 2000, σελ. 62).

Εάν κάποιος γνωρίζει καλά την αξία της παραμονής του Τζεμ στη Ρόδο, αυτός είναι ο αδελφός του. Ο Βαγιαζήτ στέλνει στη Ρόδο απεσταλμένους με προτάσεις ειρήνης, ίσως όμως και κατασκόπους με σκοπό τη δολοφονία του Τζεμ. Ο Ωμπυσσόν αντιλαμβάνεται ότι η προστασία που παρέχει στον Τζεμ ενέχει κινδύνους για το Τάγμα, γιατί μπορεί να προκαλέσει επίθεση του Βαγιαζήτ στη Ρόδο ενώ οι Ιωαννίτες δεν είναι ακόμη έτοιμοι να αντιμετωπίσουν μια νέα πολιορκία. Ο Μέγας Μάγιστρος και το Συμβούλιο αποφασίζουν ότι η μόνη λύση που εγγυάται την ασφάλεια του νησιού και του ίδιου του πρίγκιπα είναι η μεταφορά του δεύτερου στη Δύση. Χωρίς στρατό και χρήματα, άρα δίχως καμία διαπραγματευτική ισχύ, φοβισμένος ίσως κι ο ίδιος για την ασφάλειά του, ο Τζεμ δέχεται. Πριν ξεκινήσει για τον τόπο εξορίας του, δέχεται εγγράφως (31 Αυγούστου 1482) όλα τα αιτήματα που πιεστικά του έχει υποβάλει ο Ωμπυσσόν: αφενός εξουσιοδοτεί τον μάγιστρο να διαπραγματευθεί εξ ονόματός του με τον Βαγιαζήτ, αφετέρου υπόσχεται ότι αν ποτέ ανακτήσει την αυτοκρατορία “θα συνάψει διαρκή ειρήνη με τους Ιωαννίτες, θα ανοίξει στα πλοία τους όλα τα λιμάνια της οθωμανικής επικράτειας, θα απελευθερώνει ετησίως 300 χριστιανούς αιχμαλώτους, ενώ δεσμεύεται να καταβάλει στο Τάγμα ποσό 150.000 χρυσών εκύ σε αποζημίωση των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν οι Ιωαννίτες για τη φιλοξενία του”! Την επομένη, ο Τζεμ επιβιβάζεται σε πλοίο του Τάγματος και συνοδευόμενος από τον ιππότη Γουίδο του Μπλανσφόρ, ανηψιό του Ωμπυσσόν και μετέπειτα μεγάλο μάγιστρο των Ιωαννιτών, αναχωρεί με προορισμό τη Γαλλία (Petiet, όπ.π., σελ. 63-64). Στις 14 Οκτωβρίου 1482 αποβιβάζεται στη Νίκαια και οδηγείται στη συνέχεια στο κάστρο του Ροσσινάρ, στη νοτιοανατολική Γαλλία. Αργότερα, ο Τζεμ και η συνοδεία του θα μεταφερθούν στο κάστρο του Μπουργκανέφ, στην περιοχή της Λιμόζ (απ΄ όπου καταγόταν και ο Μέγας Μάγιστρος), δηλαδή στην έδρα του Τάγματος όσον αφορά τη διοικητική περιφέρεια της Ωβέρνης. Ο ίδιος ο Ωμπυσσόν είχε ζητήσει να χτιστεί στο κάστρο αυτό ένας πύργος για να στεγάσει τον υψηλό φιλοξενούμενό του και την ακολουθία του. Τα χρόνια περνούσαν, κι ενώ ο Τζεμ ζούσε εξόριστος και ουσιαστικά αιχμάλωτος, η διπλωματία οργίαζε σε Δύση κι Ανατολή.

ΙΙΙ.   Πιόνι στα χέρια της δυτικής διπλωματίας

Ο Ωμπυσσόν «πουλά» τον Τζεμ στον Βαγιαζήτ: Πριν καν φτάσει ο Τζεμ στη Γαλλία, ο Ωμπυσσόν θέτει σε εφαρμογή το διπλό παιχνίδι του. Καθώς η ιδέα της σταυροφορίας μοιάζει δύσκολο να πραγματοποιηθεί στο άμεσο μέλλον, ο Μέγας Μάγιστρος στέλνει εκπροσώπους στην Υψηλή Πύλη για να διαπραγματευθούν με τον Βαγιαζήτ. Τον Δεκέμβριο του 1482 το Τάγμα και ο σουλτάνος συνάπτουν συνθήκη ειρήνης. Η συνθήκη περιλαμβάνει σύμφωνο μη επιθέσεως, αποκαθιστά το ελεύθερο εμπόριο μεταξύ των δύο συμβαλλομένων, προβλέπει αμοιβαία ανταλλαγή αιχμαλώτων, καθώς και τη δυνατότητα των Ιπποτών να ανεφοδιάζονται με προϊόντα που θα αγοράζουν στην οθωμανική επικράτεια. Ο Μέγας Μάγιστρος και οι Ιωαννίτες δεσμεύονται με την επίβλεψη του Τζεμ και υπόσχονται να μην επιτρέψουν σε κανένα ηγεμόνα, χριστιανό ή μουσουλμάνο, να χρησιμοποιήσει τον πρίγκιπα με σκοπό να υπονομεύσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Από την πλευρά του, ο Βαγιαζήτ υπόσχεται να καταβάλλει ετησίως στο Τάγμα 35.000 δουκάτα για τα έξοδα συντήρησης του πρίγκιπα, καθώς και, ανά τετραετία, 10.000 δουκάτα ως πολεμική αποζημίωση για την πολιορκία του 1480.

Οι όροι είναι πράγματι εντυπωσιακά ευνοϊκοί για το Τάγμα. Ο σουλτάνος που ζητεί απ΄ όλους φόρο υποτελείας, καταλήγει να πληρώνει αποζημιώσεις και φόρους στους Ιωαννίτες, συγχρηματοδοτώντας ουσιαστικά την επισκευή και ενίσχυση των οχυρώσεων της Ρόδου (Vattin «Rhodes...», όπ.π., σελ. 29/ Petiet, όπ.π., σελ. 64-65). Από ηθική άποψη, όμως, το τίμημα είναι τεράστιο για το Τάγμα. Ο Ωμπυσσόν έχει ουσιαστικά πουλήσει τον προστατευόμενό του Τζεμ στον αδελφό του, καταπατώντας όλους τους όρκους του. Σε μια εποχή που οι ηθικές αξίες διατηρούν τη σημασία τους η στάση του Μεγάλου Μαγίστρου γίνεται αντικείμενο σφοδρών επικρίσεων… κι ανοίγει την όρεξη πολλών που μπορούν να εμφανισθούν ακόμη σαν ηθικότεροί του, αλλά επιδιώκουν στην πραγματικότητα να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα. Ο πάπας, οι Ενετοί, ο Φερδινάνδος της Αραγονίας, ακόμη κι ο Ματθίας Κορβίνος της Ουγγαρίας ή ο Μαμελούκος σουλτάνος Καΐτ Μπέη, ζητούν να τους παραδοθεί ο Τζεμ για να τον θέσουν επικεφαλής των στρατευμάτων τους και να επιτεθούν κατά των Τούρκων!

Ο Ωμπυσσόν «πουλά» τον Τζεμ στον πάπα: Ο μάγιστρος δεν είναι από τους ανθρώπους που παραδίδουν τα όπλα στην πρώτη δυσκολία. Αν δεν μπορεί να εκμεταλλευθεί ο ίδιος τον Τζεμ, είναι πιο βολικό να τον βάλει σε… πλειστηριασμό και να τον πουλήσει σε όποιον κάνει την πιο συμφέρουσα (για τον ίδιο και για το Τάγμα) προσφορά! Δίχως κανένα δισταγμό, ο Ωμπυσσόν θα προδώσει εκ νέου τον Τζεμ και θα τον πουλήσει εκ νέου, σχεδόν κυριολεκτικά τούτη τη φορά. Ο εκλεκτός πλειοδότης δεν είναι άλλος από τον πάπα Ιννοκέντιο Η΄. Ο Άγιος Πατέρας δεσμεύεται να μη θίξει ποτέ τα διοικητικά και οικονομικά προνόμια και κεκτημένα του Τάγματος, να καταβάλλει σ’ αυτό τις ετήσιες δαπάνες για τον Τζεμ αντί του σουλτάνου, να καταργήσει τα τάγματα του Πανάγιου Τάφου και του Αγίου Λαζάρου μεταβιβάζοντας τις περιουσίες τους στους Ιωαννίτες και, τέλος, να ονομάσει τον Ωμπυσσόν καρδινάλιο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και αποστολικό λεγάτο για την Ασία (Petiet, όπ.π., σελ. 65-66). Για το όμορφο καπέλο του καρδινάλιου ο Ωμπυσσόν έγινε δυο φορές επίορκος, προδίδοντας τις υποσχέσεις του και προς τον Τζεμ και προς τον Βαγιαζήτ. Η ηθική αποκαθήλωση του μαγίστρου έχει ολοκληρωθεί. Ο… λογαριασμός δεν θ΄αργήσει!

Αιχμάλωτος του πάπα: Στις 10 Νοεμβρίου 1488, ο Τζεμ αφήνει το Μπουργκανέφ και οδηγείται στην Τουλόν «συνοδευόμενος» από Ιωαννίτες Ιππότες και Γάλλους στρατιώτες. Από εκεί μεταφέρεται στη Ρώμη. Στην αρχή η παπική αιχμαλωσία του Τζεμ είναι σχετικά χαλαρή. Ο πάπας σκέφτεται να χρησιμοποιήσει τον πρίγκιπα στο πλαίσιο μιας νέας σταυροφορίας κατά των Οθωμανών. Λέγεται μάλιστα ότι ο Ιννοκέντιος του πρότεινε να ασπασθεί τον χριστιανισμό, υποσχόμενός του σημαντικά αξιώματα, αλλά εις μάτην. Σε κάθε περίπτωση, ο Τζεμ αποδεικνύεται επιτυχές μέσο πίεσης κάθε φορά που ο αδελφός του σχεδιάζει κάποια εκστρατεία με στόχο χριστιανικά εδάφη.

Το τέλος: Να όμως που τον Ιούλιο του 1492 ο Ιννοκέντιος πεθαίνει και στα μέσα Αυγούστου εκλέγεται πάπας, ως Αλέξανδρος Στ΄, ο πανούργος Ροδρίγο Βοργίας. Ο Βοργίας φυλακίζει αμέσως τον άτυχο Τζεμ στο κάστρο του Aρχαγγέλου Μιχαήλ (Καστέλ Σαντ΄ Άντζελο). Δίχως χρονοτριβή, πληροφορεί τον σουλτάνο Βαγιαζήτ για τα καθέκαστα και απειλώντας εμμέσως πλην σαφώς ότι άμα θέλει μπορεί και ν’ αφήσει ελεύθερο τον διεκδικητή του οθωμανικού θρόνου αποσπά από τον σουλτάνο υπόσχεση καταβολής ποσού 40.000 δουκάτων ετησίως! Τέλος, ακυρώνει τη συμφωνία που είχε συνάψει ο προκάτοχός του με τους Ιωαννίτες, εξαιρουμένου του συμβατικού όρου βάσει του οποίου ο Ωμπυσσόν ονομαζόταν καρδινάλιος. Για τους Ιωαννίτες, όλα τα διπλωματικά ωφέλη που τους έδωσε η αιχμαλωσία του Τζεμ έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί.

Φτάσαμε στα τέλη του 1494 και στην Ιταλία εισβάλλει ο Κάρολος Η΄ της Γαλλίας με σκοπό να διεκδικήσει το Βασίλειο της Νάπολης. Ο παμπόνηρος Βοργίας γράφει αμέσως στον Βαγιαζήτ και του ζητεί οικονομική βοήθεια, μια και σε περίπτωση νίκης του Καρόλου είναι πιθανόν να ελευθερωθεί ο Τζεμ. Ο Βαγιαζήτ υπόσχεται στον πάπα 300.000 δουκάτα προκειμένου να σταλεί ο αδελφός του «σε τόπους αιωνίας αναπαύσεως»! Ο πάπας εισπράττει το ποσό, αλλά όταν ο Κάρολος εμφανίζεται προ των πυλών της Ρώμης και ζητεί να του παραδοθεί ο Οθωμανός πρίγκιπας, ο Βοργίας του τον παραδίδει χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο Τζεμ ξαναβρίσκει την ελευθερία του (;) και ενσωματώνεται στην ακολουθία του Καρόλου. Στις 25 Φεβρουαρίου 1495, όμως, κι ενώ βρίσκεται στην Καπύη μαζί με τα γαλλικά στρατεύματα, ο Τζεμ πεθαίνει ξαφνικά! Ήταν μόλις 36 ετών. Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, λίγο πριν τον παραδώσει στον Κάρολο, ο Βοργίας πρόφτασε να φαρμακώσει τον πρίγκιπα με κάποιο δηλητήριο βραδείας δράσης. Ή ίσως να έστειλε επί τούτου κάποιον σπιούνο στην αυλή του Καρόλου. Ποιος ξέρει…

Τώρα πάντως που είχε εκλείψει κάθε κίνδυνος, ο σουλτάνος Βαγιαζήτ μπορεί πια να συμπεριφερθεί στον νεκρό αδελφό του όπως αρμόζει σ’ έναν πρίγκιπα των Οσμανλήδων. Κήρυξε τριήμερο πένθος σε ολόκληρη την αυτοκρατορία και ζήτησε να του επιστραφεί η σορός του αδελφού του για να ταφεί με τις δέουσες τιμές. Χρειάστηκε να περάσουν τέσσερα χρόνια για να γίνει δεκτό το αίτημα του σουλτάνου και να επιστραφούν τα λείψανα του Τζεμ για να ταφούν στην εφήμερη πρωτεύουσά του, την Προύσα, σ’ ένα μαυσωλείο αντάξιο ανδρός στις φλέβες του οποίου έτρεχε βασιλικό αίμα. Αλλά βέβαια στον κόσμο τούτο όλα είναι σχετικά. Τιμές αποδίδονται μόνο σ’ αυτούς που δεν αποτελούν κίνδυνο για την εξουσία. Όταν, την Πρωτοχρονιά του 1522, ο σουλτάνος Σουλεϊμάν Β΄ ο Μεγαλοπρεπής  (ή, για τους Τούρκους, Νομοθέτης) κατέλαβε τελικά τη Ρόδο των Ιωαννιτών, συνάντησε εκεί τον Μουράτ, γιο του Τζεμ. Χωρίς αναστολές, ο σουλτάνος διέταξε να εκτελεστεί αμέσως μαζί με την οικογένειά του..

Η υστεροφημία του Τζεμ στη χριστιανική Δύση μοιάζει πολύ ωραιότερη από τη ζωή του. Δίχως αμφιβολία, μια μικρή οθωμανική αυλή με ευγενείς από την Ανατολή, γενιτσάρους και σπαχήδες, η οποία μετακινείται μεταξύ Άλπεων, Ωβέρνης και Λιμουζίν δεν ήταν συνηθισμένο θέαμα για τη Γαλλία του 15ου αι., τόσο για τον απλό λαό, όσο και για τους ευγενείς (βλ. Georges Jehel «La Méditerranée médiévale de 350 à 1450«, εκδ. Armand Colin, σειρά Cursus, Παρίσι 1992, σελ. 163). Η παρουσία του Οσμανλή πρέπει να σημάδεψε ανεξίτηλα το φαντασιακό των ανθρώπων της εποχής. Αυτό φαίνεται άλλωστε από το πλήθος θρύλων που συνόδεψαν το πέρασμά του από τη Γαλλία κι όχι μόνο:  από τους (όχι εντελώς απίθανους) έρωτες του Τζεμ με τη Γαλλίδα ευγενή Φιλιππίνη του Σασσνάζ, μέχρι τον μύθο ότι ο Οθωμανός πρίγκιπας ήταν ο δημιουργός της περίφημης ταπισσερί της Κυρίας με τον Μονόκερο (η μάλλον αυτός που την παρήγγειλε).

Έπειτα, ίσως η ζωή του Τζεμ κατά την εξορία του στη Δύση να μην υπήρξε τόσο μελαγχολική όσο εμείς νομίζουμε. Μπορεί να δέχτηκε ασμένως να παίξει τον ρόλο που του επιφύλαξε η μοίρα: εξωτικό αξιοθέατο μεν, αλλά και ομότιμος των Γάλλων ευγενών δε, αν όχι ανώτερός τους σ’ όλα. Άνθρωπος των γραμμάτων και των τεχνών, ως γνήσιος Οθωμανός πρίγκιπας, θα πρέπει να ένιωθε ευχαρίστηση εντυπωσιάζοντας τους καλεσμένους με την καλλιέργειά του. Ή ποζάροντας προκειμένου να του φιλοτεχνήσει το πορτρέτο ο Πιντουρίκιο, ακριβώς όπως κάποτε ζωγράφισε το πορτρέτο του πατέρα του ο Τζεντίλε Μπελλίνι. Μπορεί ακόμη και να του άρεσε που τούτοι οι «βάρβαροι» τον φώναζαν Ζιζίμ, ιδίως όταν το όνομα αυτό το ψιθύριζαν όμορφες Γαλλίδες. Και ίσως τελικά το τέλος του να μην το χαρακτήριζε η απελπισία, γιατί ακόμη και την ύστατη ώρα, με το δηλητήριο του Βοργία στο στόμα του, ο μελαγχολικός μας πρίγκιπας μπορεί να πίστευε ειλικρινά ότι ο νέος του προστάτης θα τον βοηθούσε να κατακτήσει αυτό που πάντοτε ποθούσε.

ΥΓ:  Το ποστ αυτό δικαιωματικά αφιερώνεται στον αγαπητό φίλο (και πραγματικό ειδικό επί του θέματος) Δύτη των Νιπτήρων. Κάποτε είχαμε μάλιστα συζητήσει, κάπως βιαστικά, την πιθανότητα ενός κοινού ποστ για τον Τζεμ, όπου ο ένας θα εξέταζε την ιστορία από την οθωμανική οπτική γωνία κι ο άλλος από αυτήν των Λατίνων. Τελικά, όπως και τα περισσότερα ωραία σχέδια, η φιλοδοξία αυτή δεν πραγματοποιήθηκε. Καθώς κι εκείνος είχε υποσχεθεί κατά καιρούς να γράψει κάτι για τον Τζεμ, του ζητώ συγγνώμη μια και τελικά τον πρόλαβα «κλέβοντάς» του κατά κάποιο τρόπο ένα θέμα ανάρτησης. Γνωρίζω ότι έχει αρκετό υλικό, πολύ πιο πλούσιο από το δικό μου, για να γράψει το δικό του ποστ όταν το θελήσει, αλλά (ελπίζω 🙂 ) και για μερικά πλούσια σχόλια σε τούτο εδώ το κείμενο.

Advertisements

Ιερουσαλήμ-Μαρίενμπουργκ – μέρος ΙI (1250-1400)

Οκτώβριος 16, 2010

Αφήσαμε τους Τεύτονες Ιππότες στα μέσα του 13ου αι., ενώ μάχονται σε δύο εντελώς διαφορετικά μέτωπα. Στη Μέση Ανατολή συμμετέχουν στην υπεράσπιση των φραγκικών κρατών, μαζί με τα άλλα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα. Στη Βαλτική ακολουθούν μια επεκτατική πολιτική σε βάρος των ιθαγενών πληθυσμών και οργανώνουν μεθοδικά το κράτος τους στην Πρωσία και τις κτήσεις τους στη Λιβονία. Η περιπέτεια στην Ανατολική Μεσόγειο θα φτάσει σχετικά γρήγορα στο τέλος της, αναγκάζοντας το Τάγμα να επανακαθορίσει την αποστολή και τους σκοπούς της δράσης του. Τα ίδια τα γεγονότα θα οδηγήσουν τους Τεύτονες να αφοσιωθούν αποκλειστικά στο έργο τους στις εσχατιές της Βορειοανατολικής Ευρώπης, της οποίας την Ιστορία πρόκειται να σημαδέψουν ανεξίτηλα.

Ι. Από το Μονφόρ στο Μαρίενμπουργκ

Α. Οι Τεύτονες κατά τον τελευταίο μισό αιώνα ύπαρξης των χριστιανικών κρατών της Ανατολής

Χωρίς ποτέ να αποκτήσουν τη στρατιωτική και πολιτική επιρροή των «μεγαλύτερων αδελφών» τους, των Ναϊτών και των Ιωαννιτών, οι Τεύτονες συνδράμουν με ενεργό τρόπο στην άμυνα του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ (που βέβαια έχει πλέον ως πρωτεύουσα τον Άγιο Ιωάννη της Άκρας), της Κομητείας της Τριπόλεως, του Πριγκιπάτου της Αντιόχειας και του αρμενικού βασιλείου της Κιλικίας. Η Κύπρος και οι φραγκικές κτήσεις στην Ελλάδα αποτελούν τις προκεχωρημένες βάσεις ανεφοδιασμού του Τάγματος. Οι πρωταγωνιστές των γεγονότων δεν το γνωρίζουν βέβαια, αλλά διανύουμε ήδη τις τελευταίες δεκαετίες ύπαρξης των χριστιανικών κρατών της Ανατολής. Οι συνθήκες έχουν επιδεινωθεί και η ισορροπία δυνάμεων έχει μεταβληθεί δραματικά σε βάρος των Φράγκων.

Αφενός, τα χριστιανικά κράτη και ιδίως το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ σπαράσσονται από έριδες: η μάχη για την εξουσία είναι σκληρή και πρωταγωνιστούν σ’ αυτήν «εξωτερικοί» διεκδικητές (αρχικά οι Στάουφεν, μετέπειτα η Ανδεγαυική δυναστεία της Νεάπολης, οι Λουζινιάν της Κύπρου) και οι ντόπιοι υποστηρικτές τους, τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα, ισχυροί τοπικοί φεουδάρχες που επιθυμούν μια πιο ανεξάρτητη πολιτική και οι ιταλικές «ναυτικές δημοκρατίες» που έχουν κτήσεις και εμπορικά συμφέροντα στην περιοχή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατάστασης αποτελεί ο λεγόμενος Πόλεμος του Αγίου Σάββα (1256-1270): με αφορμή την κυριότητα ενός οικοπέδου (όπου και το ομώνυμο μοναστήρι), το οποίο βρίσκεται στα όρια των αντίστοιχων συνοικιών τους στην Άκρα, Βενετία και Γένοβα ξεκινούν μια σφοδρότατη σύγκρουση που θα χωρίσει σε δύο στρατόπεδα τις δυνάμεις της φραγκικής Ανατολής, με ολέθριες συνέπειες. Οι Τεύτονες θα πάρουν φυσικά το μέρος των Ενετών με τους οποίους διατηρούν στενές πολιτικές και εμπορικές σχέσεις: για τη μεταφορά στρατιωτικών δυνάμεων, εφοδίων και εμπορευμάτων ναυλώνουν κυρίως καράβια της Γαληνοτάτης.  

Αφετέρου, στο Σουλτανάτο του Καΐρου, το 1250, ένα πραξικόπημα ανατρέπει τους Αγιουβίδες, τη δυναστεία που ίδρυσε ο Σαλαδίνος, και φέρνει στην εξουσία τους Μαμελούκους, αξιωματικούς με καταγωγή (συνήθως τουρκική) από τις περιοχές της Μαύρης Θάλασσας, του Καυκάσου και του Τουρκεστάν, οι οποίοι αγοράσθηκαν κατά την παιδική τους ηλικία σαν σκλάβοι για να εκπαιδευθούν και να υπηρετήσουν στον στρατό του σουλτανάτου. Οι Μαμελούκοι εγκαταλείπουν την πολιτική σχετικής ανοχής που ακολουθούσαν οι Αγιουβίδες και θέτουν σε εφαρμογή ένα σχέδιο κατάκτησης του συνόλου των χριστιανικών εδαφών σε Συρία και Παλαιστίνη. Ο σουλτάνος Μπαϋμπάρς κατακτά ολόκληρο το Πριγκιπάτο της Αντιόχειας και πολλά από τα εδάφη του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ. Το 1271 πολιορκεί (για δεύτερη φορά) και τελικά καταλαμβάνει το κάστρο του Μονφόρ, την έδρα του Τάγματος. Οι επιζώντες καταφεύγουν στην Άκρα που γίνεται η νέα έδρα των Τευτόνων. Ο οριστικός αφανισμός των φραγκικών κρατών είναι θέμα χρόνου: το 1289, ο διάδοχος του Μπαϋμπάρς, ο Καλαβούν, κατακτά την Τρίπολη. Ο γιος του τελευταίου, ο Αλ Ασράφ, θα πολιορκήσει την πρωτεύουσα των Χριστιανών, την Άκρα, την άνοιξη του 1291. Οι πολιορκημένου θα αμυνθούν ηρωϊκά, αλλά ο αγώνας τους είναι μάταιος. Στην πολιορκία θα μετέχει το σύνολο σχεδόν των δυνάμεων των Τευτόνων στην Παλαιστίνη, καθώς και ενισχύσεις από τη Σικελία, τις οποίες έστειλε ο μέγας μάγιστρος Κορράδος του Φώυχτβάνγκεν. Στις 28 Μαΐου 1291 σβήνει κι η τελευταία εστία αντίστασης, το οχυρό των Ναϊτών. Το τέλος των χριστιανικών κρατών έχει πλέον γραφτεί.

Β. Από τη Μεσόγειο στην Πρωσία:

Η πτώση της Άκρας και η οριστική απώλεια των φραγκικών κτήσεων στους Άγιους Τόπους υπήρξε τραυματική εμπειρία για το Τάγμα των Τευτόνων, όπως και για τα άλλα δύο στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα. Πρέπει να αναζητηθεί νέα έδρα και να καθοριστεί εκ νέου ο σκοπός του Τάγματος, σε μια εποχή που έχει ατονήσει το ενδιαφέρον για τους Άγιους Τόπους και τα πολιτικά και θρησκευτικά κέντρα εξουσίας στη Δύση αντιμετωπίζουν την ιδέα των σταυροφοριών, γενικά, και τα τάγματα, ειδικότερα, με σκεπτικισμό. Το χρονικό σημείο είναι απολύτως καθοριστικής σημασίας: τα μετέπειτα γεγονότα αποδεικνύουν ότι η επιλογή έδρας και σκοπού έκρινε κυριολεκτικά την επιβίωση των τριών ταγμάτων. Πιο συντηρητικοί, πιο πιστοί (ή προσκολλημένοι) στην ιδέα της ανάκτησης των Αγίων Τόπων, οι Ναΐτες έπεσαν τελικά στα δίχτυα του Φίλιππου του Ωραίου της Γαλλίας και σχεδόν μετά από μια εικοσαετία διαλύθηκαν με τρόπο δραματικό. Πιο προνοητικοί (και πιο τυχεροί), οι Ιωαννίτες μεταφέρθηκαν στα Δωδεκάνησα όπου οργάνωσαν το κράτος τους και συνέχισαν να πολεμούν τους μουσουλμάνους με νέα μέσα και σε νέα μέτωπα. Όσο για τους Τεύτονες…

α. Άκρα-Βενετία: Αντί να επιλέξουν την προσωρινή λύση που προτίμησαν οι άλλοι δύο και να μετεγκασταθούν στην Κύπρο των Λουζινιάν, οι Τεύτονες Ιππότες επέλεξαν να μεταφέρουν την έδρα του τάγματος στη Βενετία. Καταρχάς, η λύση εξηγείται τόσο από την επιθυμία να αποφύγουν τους περιορισμούς που επέβαλαν οι Λουζινιάν στα τάγματα που εγκαταστάθηκαν στο νησί τους όσο και από τις παραδοσιακά εξαίρετες σχέσεις των Τευτόνων με τη Γαληνοτάτη. Επιπλέον, η Βενετία βρισκόταν σχετικά μακριά από την παπική εξουσία, ενώ πλεονεκτούσε έναντι μιας άλλης πιθανής λύσης, της Σικελίας, που την εποχή εκείνη σπαράσσεται από τη σύγκρουση Αραγονέζων και Ανδεγαυών. Κυρίως, όμως, η επιλογή της Βενετίας αποτελεί αποτέλεσμα προσωρινού συμβιβασμού μεταξύ των δύο αντίπαλων τάσεων που έχουν διαμορφωθεί στο εσωτερικό του Τάγματος: η πρώτη τάση προκρίνει τη συνέχιση του αγώνα για την ανάκτηση των εδαφών στην Παλαιστίνη και στη Συρία, ενώ η δεύτερη υποστηρίζει ότι οι Τεύτονες πρέπει να στρέψουν την προσοχή τους αποκλειστικά στη Βαλτική και στο υπό σύσταση κράτος τους. Ταυτόχρονα συγκρούονται και δύο αντικρουόμενες αντιλήψεις σχετικά με την οργάνωση και τη διοίκηση του Τάγματος: ορισμένοι πιστεύουν ότι το Τάγμα πρέπει να διοικείται συλλογικά, άλλοι υποστηρίζουν τη σχεδόν απόλυτη εξουσία του μεγάλου μαγίστρου. Η συνύπαρξη των παρατάξεων δεν είναι ακριβώς ειρηνική: το 1303 οι υποστηρικτές της πρωσικής λύσης θα εξαναγκάσουν σε παραίτηση τον διάδοχο του Κορράδου του Φώυχτβάνγκεν, τον μεγάλο μάγιστρο Γοδεφρείδο του Χοενλόε.

β. Βενετία-Μαρίενμπουργκ: Το Τάγμα θα εκλέξει στη θέση του τελευταίου τον Ζίγκφριντ του Φώυχτβάνγκεν (συγγενή του προναφερθέντος μαγίστρου): πρόκειται για τον μεγάλο μάγιστρο που, το 1309, θα αποφασίσει τη μεταφορά της έδρας του τάγματος στην Πρωσία και συγκεκριμένα στο Μαρίενμπουργκ (σημερινό Μάλμπορκ στην Πολωνία), την πόλη που το 1280 ίδρυσαν οι Τεύτονες στις όχθες του Νόγκατ, ενός παραπόταμου του Βιστούλα. Είναι σαφές ότι ο καταγόμενος από τη Φραγκονία μεγάλος μάγιστρος ανήκε στο «πρωσικό κόμμα», ακολουθώντας την πολιτική γραμμή που εξέφραζε κι ο συγγενής προκάτοχός του Κορράδος. Η μετεγκατάσταση στην Πρωσία εξηγείται από πολλούς λόγους: η Πρωσία παρέχει ασφάλεια και ελευθερία κινήσεων στο Τάγμα, μια και είναι μακριά και από τον πάπα και από τον αυτοκράτορα. Ανήκει στο Τάγμα, άρα του παρέχει πολιτική και οικονομική ανεξαρτησία. Επιπλέον, προσφέρει στον εκάστοτε μεγάλο μάγιστρο τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους σε προσωπικό επίπεδο (μετά την πτώση του Μονφόρ το 1271 ο μεγάλος μάγιστρος δεν είχε ουσιαστικά καμία προσωπική ιδοκτησία). Η επιλογή του Μαρίενμπουργκ ειδικά δικαιολογείται από τη στρατηγική του θέση, στο σημείο που συναντιέται ο άξονας Βιστούλα-Νόγκατ-Βαλτικής με τη χερσαία οδό Ντάντσιχ-Έλμπινγκ-Κένιγκσμπεργκ.

Η μεταφορά της έδρας, παρότι οι εξελίξεις την καθιστούν επιβεβλημένη υπόθεση, δεν θα αποδειχθεί και τόσο απλή υπόθεση. Ο επόμενος μεγάλος μάγιστρος, ο Κάρολος της Τρίερ θα διοικήσει το Τάγμα από τη γενέτειρά του! Ο Κάρολος είχε πραγματοποιήσει το μεγαλύτερο μέρος της σταδιοδρομίας του στη Γαλλία, πριν υπηρετήσει στη Βενετία ως μέγας διοικητής του Τάγματος. Φαίνεται ότι τον εξέλεξαν οι εχθροί του «πρωσικού κόμματος», πιθανώς με την ελπίδα να ματαιωθεί η μεταφορά της έδρας στην Πρωσία. Εντούτοις, ο Κάρολος του Τρίερ, επιδέξιος διπλωμάτης και πολιτικός, θα προτιμήσει να συνεργαστεί με επιφανή στελέχη της πρωσικής παράταξης, προσπαθώντας να κατευνάσει τις αντιπαλότητες. Θα κάνει όμως το λάθος να ευνοήσει τους αστούς των πόλεων της Πρωσίας σε οικονομικά ζητήματα, καταργώντας προνόμια του Τάγματος! Η πολιτική αυτή θα στρέψει την πλειονότητα των ιπποτών εναντίον του. Στο διάστημα 1312-1318 ο Κάρολος είναι κατ’ όνομα μόνο μέγας μάγιστρος και περνά τον χρόνο του μεταξύ Τρίερ και παπικής έδρας στην Αβινιόν. Επιτυγχάνοντας να προσεταιριστεί τον μάγιστρο της Γερμανίας και ορισμένους από τους ιππότες στην Πρωσία, αποκαθίσταται στο αξίωμά του κατά τη συνέλευση του Τάγματος στην Ερφούρτη (1318). Μέχρι τον θάνατό του (1324) δεν πρόκειται πάντως να εγκατασταθεί στο Μαρίενμπουργκ (βλ. Sylvain Gouguennheim “Les Chevaliers Teutoniques“, εκδ. Tallandier, Παρίσι, 2007, σελ. 327-328). Η εγκατάσταση στο Μαρίενμπουργκ θα υλοποιηθεί ουσιαστικά μόλις το 1323.

Η μεταφορά της έδρας του Τάγματος στην Πρωσία έχει ως συνέπεια την αναμόρφωση των δομών και της λειτουργίας του. Η Πρωσία είναι πλέον το έδαφος όπου κυριαρχικά δικαιώματα ασκεί ο μεγάλος μάγιστρος. Οι μάγιστροι της Γερμανίας και της Λιβονίας αποκτούν σχετική αυτονομία και ουσιαστική ελευθερία κινήσεων. Οι κτήσεις στη Μεσόγειο περιθωριοποιούνται. Από το 1367 περνούν στη δικαιοδοσία του μαγίστρου της Γερμανίας (Kristjan Toomaspoeg “Histoire des Chevaliers Teutoniques” εκδ. Flammarion, Παρίσι, 2001, σελ. 78 επ.). Το κέντρο βάρους της δράσης του Τάγματος έχει οριστικά και αμετάκλητα μετατοπιστεί στη Βαλτική. 

ΙΙ. Οι Τεύτονες στη Βαλτική από το 1250 έως το 1400

Στο προηγούμενο μέρος είδαμε τον τρόπο με τον οποίο οι Τεύτονες εγκαταστάθηκαν στην Πρωσία και στη Λιβονία. Έχοντας εξασφαλίσει ευθύς εξαρχής από τον πάπα και τον αυτοκράτορα κυριαρχικά δικαιώματα στην Πρωσία, οι Τεύτονες έχουν τη δυνατότητα να οργανώσουν το δικό τους κράτος. Στη Λιβονία, αντιθέτως, μολονότι ελέγχουν το μεγαλύτερο τμήμα της, οι κτήσεις τους είναι διάσπαρτες, ενώ το Τάγμα πρέπει να συνυπάρξει με μια σειρά από ανταγωνιστικά προς αυτό κέντρα εξουσίας (αρχιεπίσκοπος της Ρίγας, επίσκοποι του Ντόρπατ, της Κουρλάνδης και του Έζελ, και, ως το 1346, κτήσεις του δανικού στέμματος στην Εσθονία). Αφού εξετάσουμε πρώτα τη στρατιωτική δράση του Τάγματος σε ολόκληρο τον χώρο της Ανατολικής Βαλτικής (Α), θα εκθέσουμε συνοπτικά μερικά στοιχεία της οργάνωσης του κράτους των Τευτόνων στην Πρωσία (Β).   

Α. Η στρατιωτική δράση των Τευτόνων στη Βαλτική

Σκοπός των πολέμων στην Πρωσία, τη Λιβονία και τη Λιθουανία είναι η κατάκτηση εδαφών και ο προσηλυτισμός των ειδωλολατρών ιθαγενών.

α. Τα ιστορικά γεγονότα: Στα μέσα του 13ου αι. οι Τεύτονες φαίνεται ότι έχουν σταθεροποιήσει τις θέσεις τους σε Πρωσία και Λιβονία. Παράλληλα, οι σχέσεις τους με τη Λιθουανία μοιάζουν ειρηνικές. Το 1251 ο μεγάλος δούκας Μιντάουγκας ασπάζεται τον χριστιανισμό και παραχωρεί προνόμια στο Τάγμα. Αυτή η αίσθηση ασφάλειας αποδεικνύεται απατηλή. Η επέκταση των Τευτόνων στην Ανατολική Πρωσία προκαλεί υποψίες στον Μιντάουγκας ο οποίος αισθάνεται ότι το κράτος του απειλείται. Η σπίθα που θα προκαλέσει την έκρηξη δεν είναι άλλη από τις εξεγέρσεις των πληθυσμών στις περιοχές ανάμεσα στην Πρωσία και τη Λιθουανία (i), η οποία θα δώσει την ευκαιρία στους Λιθουανούς να αναδειχθούν ως οι κατεξοχήν αντίπαλοι των Τευτόνων (ii). Λίγο αργότερα, οι διαμάχες για την πρωτοκαθεδρία στο χριστιανικό στρατόπεδο θα διαρρήξουν τις σχέσεις του Τάγματος με την Πολωνία (iii).

i. Οι Τεύτονες ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά: Το 1259 ξεσπά συντονισμένη εξέγερση των Σεμιγάλλιων και των Κούρων. Σχεδόν ταυτόχρονα επιτίθενται στους Τεύτονες οι Σαμογέτες που κατοικούν στο βορειοδυτικό τμήμα της Λιθουανίας. Οι Τεύτονες συγκεντρώνουν στρατεύματα τόσο στην Πρωσία όσο και στη Λιβονία και συναντούν τους Σαμογέτες στο Ντούρμπεν της σημερινής Λεττονίας. Στη μάχη που ακολουθεί (13 Ιουλίου 1260) υφίστανται πραγματική πανωλεθρία. Η μάχη κρίθηκε όταν λιποτάκτησαν τα βοηθητικά στρατεύματα των Τευτόνων, που αποτελούνταν από Πρώσους και Κούρους. Οι Τεύτονες έχασαν πάνω από 150 ιππότες, μεταξύ των οποίων ήταν ο μάγιστρος της Λιβονίας (Μπούρχαρντ του Χορνχάουζεν) και ο μαρισκάλδος του Τάγματος (Ερρίκος Μποτέλ). Η συντριβή αυτή παρακινεί τον Μιντάουγκας της Λιθουανίας να αποκηρύξει τον χριστιανισμό και να επιτεθεί κι αυτός στους Τεύτονες. Τον Ιανουάριο του 1261 αντιμετωπίζει τις ενωμένες δυνάμεις των Τευτόνων και των Πολωνών στο Ποκάρβιστ της Μαζοβίας και τις νικά κατά κράτος. Τέλος, οι δυσκολίες του Τάγματος επιδεινώνονται ακόμη περισσότερο όταν οι Πρώσοι βρίσκουν κι αυτοί την ευκαιρία και ξεκινούν μαζική εξέγερση που θα κρατήσει πάνω από είκοσι χρόνια. Καταπιεσμένοι, αγανακτισμένοι από την καταναγκαστική εργασία (π.χ. για την ανέγερση κάστρων και οχυρών) στην οποία τους υποχρεώνουν οι Τεύτονες, οι Πρώσοι εξεγείρονται συντονισμένα στις 21 Σεπτεμβρίου 1260. Μέχρι το 1263 η εξέγερση έχει εξαπλωθεί σε όλο το πρωσικό έδαφος. Οι Τεύτονες δεν ελέγχουν παρά μερικές πόλεις. Μεταξύ των ηγετών της πρωσικής εξέγερσης ξεχωρίζει η μορφή του Έρκους Μόντε. Όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, ο Μόντε ήταν άνθρωπος με άριστη γνώση του εχθρού: γνώριζε πολύ καλά τη γερμανική γλώσσα και τον γερμανικό τρόπο ζωής, μια και είχε σπουδάσει στο Μαγδεβούργο. Πραγματικός ηγέτης για τον λαό του, ο Μόντε υπήρξε αμείλικτος με τους Τεύτονες ιππότες και τους Γερμανούς αποίκους. Νικά τους εχθρούς του σε πολλές μάχες, αλλά το 1272 συλλαμβάνεται και απαγχονίζεται από τους Τεύτονες (Toomaspoeg, όπ.π., σελ. 106). Το 1272 είναι σημαδιακή χρονιά, καθώς οι ιππότες ανακτούν τον έλεγχο της κατάστασης. Η εξέγερση των Πρώσων θα συνεχιστεί, πάντως, μια και θα καταπνιγεί οριστικά μόλις το 1283. Όσο για την εξέγερση των Σεμιγάλλιων που είχε κατά τα φαινόμενα κατασταλεί, ξεσπά εκ νέου το 1280. Οι Τεύτονες θα αναγκαστούν να συντονίσουν τις κινήσεις τους με τον αρχιεπίσκοπο της Ρίγας, ενώ θα χρειαστούν μαζικές σφαγές για να υποταγούν οριστικά οι εξεγερμένοι. Η τελική νίκη επί του «εσωτερικού» εχθρού είχε υψηλό τίμημα. Πλέον απομένει ο «εξωτερικός» εχθρός που είναι, όμως, ακόμη πιο επίφοβος. 

ii. Λιθουανία, η μεγάλη αντίπαλος των Τευτόνων: η αχανής επικράτεια του λιθουανικού κράτους εισχωρεί σαν σφήνα ανάμεσα στην Πρωσία και τις κτήσεις των Τευτόνων στη Λιβονία, καθιστώντας αδύνατη τη μεταξύ τους επικοινωνία μέσω ξηράς. Οι Τεύτονες προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα με την ίδρυση, το 1252, του λιμανιού του Μέμελ (λιθ. Κλαϊπέντα) στο ανατολικό άκρο της Πρωσίας, αλλά η ναυσιπλοΐα δεν αποτελεί ικανοποιητική λύση σε μια περιοχή που η θάλασσα παραμένει παγωμένη για μερικούς μήνες τον χρόνο. Το πρόβλημα αυτό άλλωστε αποτελεί και τον βασικό λόγο για τον οποίο ο γερμανικός αποικισμός στη Λιβονία δεν μπόρεσε ποτέ να φτάσει σε αριθμούς αυτόν της Πρωσίας. Το λιθουανικό κράτος είναι ισχυρό: στηρίζεται σε μια πολυάριθμη και πλούσια στρατιωτική αριστοκρατία, η οποία επιδίδεται σε συνεχείς επιδρομές στα εδάφη των Τευτόνων. Οι πόλεμοι μεταξύ των δύο πλευρών είναι πράγματι αναρίθμητοι: π.χ. το 1297 ο Μπρούνο, μάγιστρος της Λιβονίας, κατορθώνει να αποκρούσει την επίθεση των Λιθουανών και εισβάλλει στα εδάφη τους όπου, όμως, θα ηττηθεί. Το 1299 οι Λιθουανοί εισβάλλουν στην Ανατολική Πρωσία, αλλά αποκρούονται. Αντί να υποχωρήσουν επιχειρούν αντιπερισπασμό και εισβάλλουν στην Πολωνία και τη Νότια Πρωσία, όπου λεηλατούν το Ντόμπριν και το Κουλμ. Οι Πολωνοί ζητούν τη βοήθεια των Τευτόνων και από κοινού νικούν τους Λιθουανούς. Στο διάστημα 1300-1410 καταγράφονται περίπου 300 συγκρούσεις με τους Λιθουανούς! Κατά το πρώτο μισό του 14ου αι. οι Τεύτονες κρατούν τις θέσεις τους χωρίς απώλειες εδαφών, αλλά δίχως να πετύχουν νίκες καθοριστικής σημασίας. Μετά το 1350, ιδίως δε κατά το διάστημα που μέγας μάγιστρος είναι ο Βίνριχ του Κνιπρόντε (1351-1382), μια από τις μεγαλύτερες μορφές της Ιστορίας του Τάγματος, οι Τεύτονες αποκτούν τον έλεγχο του παιχνιδιού. Ο Βίνριχ, «ο άνθρωπος που το όνομά του ταυτίζεται με την παντοδυναμία του Τάγματος» (Gouguenheim, όπ.π., σελ. 329), συνεργάζεται με τον αρχιεπίσκοπο της Ρίγας και κατορθώνει να επιβάλει υποχρέωση στρατιωτικής υπηρεσίας στους αστούς και της Λιβονίας. Το 1370 νικά θριαμβευτικά τους Λιθουανούς στη μάχη του Ρουντάου. Παράλληλα εκμεταλλεύεται τις δυναστικές έριδες στη Λιθουανία: ο μάγιστρος συμμαχεί με τον διάδοχο του δουκάτου, τον Γιογκάιλα, εναντίον του θείου του δεύτερου, του Κεστούτις, ο οποίος έχει σφετεριστεί την εξουσία στη Λιθουανία (1377). 

iii. Από σύμμαχοι εχθροί – οι σχέσεις Τευτόνων και Πολωνών από το 1250 και μετά: Κατά το μεγαλύτερο μέρος του 13ου αι. η συνεργασία Τευτόνων και Πολωνών είναι αγαστή. Συναποτελούν τη χριστιανική συμμαχία που μάχεται τους ειδωλολάτρες Πρώσους και Λιθουανούς. Στο έργο του Πολωνού χρονικογράφου Γιαν Ντλούγκος (δεύτερο μισό του 15ου αι.), συγγραφέα που εμφορείται από εχθρικά για τους Τεύτονες αισθήματα, Πολωνοί και Γερμανοί παρουσιάζονται κατά τον 13ο αι. ως φίλοι και σύμμαχοι, ενώ οι ειδωλολάτρες ως βάρβαροι που σκοτώνουν τους καλούς χριστιανούς. Οι Λιθουανικοί ειδικότερα χαρακτηρίζονται ως οι φυσικοί εχθροί των Πολωνών. Σε όλα τα πεδία των μαχών Πολωνοί και Τεύτονες πολεμούν μαζί. Ωστόσο η σύγκρουση συμφερόντων δεν θα αργήσει να τους φέρει αντιμέτωπους.

Οι πρώτες διαφορές μεταξύ των Πολωνών και του Τάγματος αφορούν την οργάνωση των επισκοπικών περιφερειών: οι Τεύτονες προτιμούν την υπαγωγή του Κουλμ στην αρχιεπισκοπή της Ρίγας κι όχι σε κάποια από τις επισκοπές της Πολωνίας όπως θα ήταν φυσικό από γεωγραφική άποψη. Η διαφορά όμως που θα προκαλέσει την οριστική ρήξη μεταξύ των δύο πλευρών είναι το ζήτημα της Ανατολικής Πομερανίας (ή Πομερελίας). Το 1295 ο δούκας της Πομερελίας, ο Μέστβιν, πεθαίνει άκληρος και κληροδοτεί τα εδάφη του στον Πρεμισλάο Β΄ (πολ. Przemysł), δούκα της Μεγάλης Πολωνίας και μετέπειτα βασιλιά της ενωμένης Πολωνίας. Εσωτερικά προβλήματα δεν επιτρέπουν στον Πρεμισλάο να προσαρτήσει την Πομερελία, την οποία διεκδικούν και οι μαργράβοι του Βρανδεβούργου. Το 1307 ο νέος βασιλιάς της Πολωνίας, ο Λαδισλάος ο Βραχύς (πολ. Władysław I Łokietek) επιχειρεί να ασκήσει τα κυριαρχικά του δικαιώματα στην Ανατολική Πομερανία. Οχυρώνεται στο Γκντανσκ και ζητεί τη βοήθεια των Τευτόνων για να αντιμετωπίσει τους Σάξονες του Βρανδεβούργου. Οι Τεύτονες εκπληρώνουν την αποστολή τους, αλλά καταλαμβάνουν την πόλη και ζητούν από τον Λαδισλάο αποζημίωση για τα έξοδά τους. Το ποσό που ζητείται είναι πολύ υψηλό και οι διαπραγματεύσεις αποτυγχάνουν. Τότε οι Τεύτονες γκρεμίζουν τα τείχη του Γκντανσκ, τρομοκρατούν τον πληθυσμό της πόλης και σφαγιάζουν την πολωνική φρουρά. Στη συνέχεια διαπραγματεύονται με τον μαργράβο του Βρανδεβούργου και αγοράζουν τα υποτιθέμενα δικαιώματά του επί του δουκάτου σε συμφέρουσα τιμή (1309). Το Γκντανσκ έχει πλέον γίνει Ντάντσιχ! Οι Πολωνοί θα επιχειρήσουν να ανακτήσουν την Πομερελία με τα όπλα ή με τη μεσολάβηση του πάπα. Παρότι, όμως, ο ποντίφηκας θα δικαιώσει δύο φορές δικαστικά τους Πολωνούς (1320, 1339), οι αποφάσεις του δεν θα εφαρμοστούν ποτέ. Η στρατιωτική αδυναμία των Πολωνών θα τους αναγκάσει σε συμβιβασμό: με τη συνθήκη ειρήνης του Κάλις (1343) η Πολωνία ανακτά την Κουγιαβία και το Ντόμπριν, αλλά αναγκάζεται να δωρίσει την Ανατολική Πομερανία στους Τεύτονες, οι οποίοι έχουν διευρύνει τα εδάφη τους και έχουν αποκτήσει ένα εξαιρετικό λιμάνι.    

β. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του πολέμου

i. Οι ιδιαιτερότητες ως προς τη διεξαγωγή των πολεμικών επιχειρήσεων: Στην Πρωσία και τις άλλες χώρες της Βαλτικής η μορφολογία του εδάφους και οι κλιματικές συνθήκες καθορίζουν τον τρόπο διεξαγωγής των πολεμικών επιχειρήσεων (Demurger, όπ.π., σελ. 141-142). Η Πρωσία είναι πεδινή χώρα, ελώδης κατά περιοχές (κοντά στις ακτές και σε μεγάλο τμήμα των συνόρων με τη Λιθουανία). Οι επιχειρήσεις μπορούν να διεξάγονται τόσο κατά τη διάρκεια του θέρους όσο και του χειμώνα, υπό συγκεκριμένες, όμως, προϋποθέσεις: το θέρος πρέπει να είναι ξηρό, ο χειμώνας μετρίως ψυχρός (αρκετά ψυχρός ώστε να παγώνουν τα έλη, οι λίμνες και τα ποτάμια, καθιστώντας δυνατή τη μετακίνηση στρατευμάτων) και ξηρός (οι χιονοθύελλες δεν επιτρέπουν καμία στρατιωτική δράση). Ένα κάπως βροχερό καλοκαίρι ή ένας υγρός χειμώνας αρκούν για να αναβάλουν την υλοποίηση οποιουδήποτε στρατιωτικού σχεδίου. Συνήθως πρόκειται για απλές επιδρομές σε εχθρικό έδαφος. Οι μεγαλύτερης κλίμακας επιχειρήσεις διεξάγονται κυρίως το καλοκαίρι. 

ii. Το έμψυχο δυναμικό: η δύναμη του Τάγματος δεν έφτασε ποτέ τους 2.000 ιππότες! Φυσικά υπήρχαν οι υπαξιωματικοί και οι φίλοι των Τευτόνων, αλλά και πάλι η στρατιωτική δύναμη δεν επαρκούσε. Το Τάγμα αντιμετώπιζε την εγγενή αυτή έλλειψη με διάφορους τρόπους. Σποραδικά, ζητούσε από τον πάπα να κηρύξει σταυροφορία για την ενίσχυσή τους στον πόλεμο κατά των ειδωλολατρών. Οι Τεύτονες χρησιμοποιούσαν με μέτρο τη λύση αυτή, γιατί τους ενδιέφερε να διατηρούν πάντα οι ίδιοι τον έλεγχο των επιχειρήσεων. Πολύ συχνότερα στρατολογούσαν εθελοντές από τη Γερμανία. Από ένα χρονικό σημείο και μετά επιστράτευαν τους ευγενείς που ήταν υποτελείς στο Τάγμα, το οποίο τους είχε παραχωρήσει φέουδα στη Βαλτική. Επέβαλλαν επίσης στρατιωτική υποχρέωση στους κατοίκους των πόλεων του κράτους τους. Τέλος, έκαναν εκτεταμένη χρήση βοηθητικών στρατευμάτων που επανδρώνονταν από τους ιθαγενείς πληθυσμούς (π.χ. Πρώσους ή Εσθονούς). 

iii. Η αγριότητα των συγκρούσεων: Στις χώρες της Βαλτικής διεξάγεται ένας εξαιρετικά σκληρός διαρκής πόλεμο. Όπως σημειώνει ο Αλαίν Ντεμυρζέ (“Chevaliers du Christ – Les ordres religieux-militaires au Moyen Âge, XIe-XVIe siècle“, εκδ. Seuil, Παρίσι, 2002, σελ. 143): «οι Τεύτονες δεν είχαν το μονοπώλιο της βίας. Ο Γερμανός ή ο Πολωνός άποικος που έπεφτε στα χέρια των Λιθουανών δεν είχε και πολύ μεγάλη τύχη. Βεβαίως, ο εισβολέας ήταν Τεύτονας και χριστιανός. Σε κάθε περίπτωση, οι πόλεμοι στην Πρωσία και τη Λιθουανία δεν είναι παρά μια ατέλειωτη σειρά από σφαγές, εκτελέσεις αιχμαλώτων, υποδουλώσεις, βασανιστήρια και θανατώσεις στην πυρά, μαζικές εκτοπίσεις πληθυσμών«! Κι έπειτα, ο ιστορικός αναφέρει το παράδειγμα που παρατίθεται στο χρονικό του Βίγκαντ του Μαρβούργου: το 1372, ο Τεύτονας διοκητής του Ίστερμπουργκ στην Ανατολική Πρωσία κάνει μια επιδρομή ρουτίνας στα εδάφη των απίστων. Λεηλατεί και καίει τέσσερα χωριά και στη συνέχεια σφάζει όλους τους κατοίκους τους, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας, χωρίς φυσικά να σκεφτεί καν να προτείνει να τους χαρίσει τη ζωή αν βαφτιστούν χριστιανοί! 

Μπορεί να γίνει λόγος για γενοκτονία των ιθαγενών Πρώσων; Είναι βέβαιο ότι υπήρξαν μαζικές σφαγές πληθυσμών, ωστόσο οι Πρώσοι δεν αφανίστηκαν. Το 1200 (πριν την άφιξη των Τευτόνων) ο ιθαγενής πληθυσμός της Πρωσίας ανερχόταν στις 170.000. Το 1300 είχε πέσει στις 90.000, αλλά εκτός από τις σφαγές η μείωση οφειλόταν και στη μετανάστευση μεγάλου μέρους του πληθυσμού στη Λιθουανία. Το 1400, πάντως, οι ιθαγενείς Πρώσοι ήταν περίπου 140.000, αύξηση σαφώς σημαντική. Είναι, μάλλον, ορθότερο να δεχτούμε ότι τελικά οι ιθαγενείς πληθυσμοί αφομοιώθηκαν (Gouguenheim, όπ.π., σελ. 208-210, 370.373/ Toomaspoeg, όπ.π., σελ. 110). Άλλωστε, αρκετοί από τους Πρώσους αριστοκράτες (και όχι μόνο) επέλεξαν να συνεργαστούν με τους Τεύτονες και ανταμείφθηκαν για τις υπηρεσίες τους. Για παράδειγμα, ο Σκόμαντ, ο οποίος ήταν ένας από τους ηγέτες της μεγάλης εξέγερσης των Πρώσων κατά των Τευτόνων, συνθηκολόγησε τελικά με τους κατακτητές: σε αντάλλαγμα του παραχωρήθηκε το 1285 ένα χωριό ως φέουδο, μαζί με την εξουσία απονομής δικαιοσύνης. Τέλος, μετά από ορισμένη εποχή, οι Πρώσοι αριστοκράτες μπορούσαν να γίνουν δεκτοί ακόμη κι ως ιππότες (όπως ο Ιωάννης της Φόλντε που σταδιοδρόμησε φτάνοντας ως το αξίωμα του γενικού πληρεξούσιου του Τάγματος στη Ρώμη). 

γ. Επικρίσεις και προπαγάνδα

i. Η αντίδραση στις μεθόδους του Τάγματος: οι αμφιλεγόμενες μέθοδοι που χρησιμοποιούν οι Τεύτονες και κυρίως οι φρικαλεότητες με τις οποίες χρεώνονται προκάλεσαν αναπόφευκτα την αντίδραση της χριστιανικής Ευρώπης. Οι εκκλησιαστικοί και πνευματικοί κύκλοι της Δύσης επικρίνουν με ιδιαίτερη αυστηρότητα το Τάγμα. Ο διάσημος Φραγκισκανός λόγιος Ρογήρος Βάκων έγραφε το 1268: «οι Πρώσοι και οι γειτονικοί τους λαοί… επιθυμούν να ασπασθούν τον χριστιανισμό και είναι εξαιρετικά ευτυχείς όταν η Εκκλησία τους επιτρέπει να διατηρήσουν την ελευθερία τους και να χαίρονται ειρηνικά τα αγαθά τους. Πλην όμως οι χριστιανοί ηγεμόνες που εργάζονται για τον προσηλυτισμό τους και ιδίως οι αδελφοί του Τάγματος των Τευτόνων επιθυμούν να τους υποδουλώσουν» (Opus Majus, I, 3).

Αλλά και οι ίδιοι οι ποντίφηκες (π.χ. Κλήμης Ε΄ και Ιωάννης ΚΒ΄) δεν δίστασαν να καταδικάσουν τις μεθόδους των Τευτόνων: σε όλες τις περιπτώσεις που αποφάνθηκαν δικαστικώς επί διαφορών μεταξύ του Τάγματος και τρίτων, δικαίωσαν τους αντιδίκους των Τευτόνων. Εκτός από τις προαναφερθείσες αποφάσεις υπέρ των Πολωνών για το ζήτημα της Πομερελίας, η σημαντικότερη υπόθαση αφορά τη διαφορά μεταξύ του Αρχιεπίσκοπου και των αστών της Ρίγας, αφενός, και των Τευτόνων ιπποτών της λιβονικής πόλης, αφετέρου (Demurger, όπ.π., σελ. 231-232). Αντικείμενο της διαμάχης ήταν τα δικαιώματα ναυσιπλοΐας στον ποταμό Ντύνα. Η διαφορά οξύνθηκε τόσο που οι κάτοικοι της Ρίγας συμμάχησαν με τους Λιθουανούς και κατέστρεψαν ένα κάστρο των Τευτόνων. Σε αντίποινα, οι Τεύτονες σφαγιάζουν τους κατοίκους του Στρασβούργου της Λιβονίας (Μπρόντνιτσας). Γίνεται έκκληση στον πάπα. Οι κατηγορίες κατά του Τάγματος είναι πράγματι φοβερές: οι Τεύτονες αδιαφορούν για το ιεραποστολικό τους έργο και ασχολούνται μόνο με τον πλουτισμό, ενώ καταπιέζουν τους χριστιανούς της Λιβονίας. Ακόμη, με τρόπο που αντιβαίνει στις πλέον θεμελιώδεις αρχές του χριστιανισμού, προτιμούν να θανατώνουν τους τραυματίες τους στη μάχη, ενώ καίνε τους νεκρούς ιππότες! Το 1306, ο Κλήμης Ε΄ διατάσσει τη διενέργεια ανάκρισης. Η διαδικασία ολοκληρώνεται το 1311: οι Τεύτονες της Ρίγας αφορίζονται. Θα χρειαστεί η διπλωματική επιδεξιότητα του μεγάλου μαγίστρου Καρόλου της Τρίερ για να εξευμενιστεί ο πάπας.

ii. Η αντίκρουση των επικρίσεων – σταυροφορίες και προπαγάνδα: Το Τάγμα θα αντιμετωπίσει τις επικρίσεις αυτές με δύο όπλα: τη στρατιωτική υπεροχή του (που το καθιστά τον πιο αξιόπιστο υπερασπιστή των χριστιανικών συμφερόντων στην περιοχή) και την προπαγάνδα (Demurger, όπ.π., σελ. 233). Η πλέον επιτυχής σύνθεση των δύο αυτών πτυχών δεν είναι άλλη από τις ιδιόμορφες «σταυροφορίες» που διοργάνωναν οι Τεύτονες σε τακτά διαστήματα (συνήθως δύο φορές τον χρόνο, χειμώνα και καλοκαίρι). Στις εκστρατείες αυτές, οι οποίες στις πηγές της εποχής ονομάζονται σχεδόν πάντα Reisen, δηλαδή «ταξίδια», συμμετείχε η αφρόκρεμα της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας, όχι μόνο της γερμανικής, αλλά και της γαλλικής και αγγλικής. Το Τάγμα επιτύγχανε μέσω αυτών των «ταξιδιών» στην Πρωσία να ενισχύει τη στρατιωτική δύναμή του και να διεξάγει στρατιωτικές επιχειρήσεις μεγαλύτερης από το σύνηθες εμβέλειας, αλλά κυρίως να διευρύνει το δίκτυο των ισχυρών φίλων και υποστηρικτών του στην Ευρώπη και να επιβάλλει την εικόνα της μεγάλης προστάτιδας του χριστιανισμού στη Βαλτική.

Κάθε χειμώνα (και μερικές φορές και το καλοκαίρι, όταν δεν υπήρχαν εχθροπραξίες στο πλαίσιο του Εκατονταετούς Πολέμου), ευγενείς από τη Γαλλία και την Αγγλία μπάρκαραν στη Λα Ροσέλλ ή στη Μπρυζ κι αποβιβάζονταν στο Ντάντσιχ ή το Κένιγκσμπεργκ, ή πάλι ταξίδευαν διά ξηράς, μέσω Κολωνίας, Πράγας και Μπρεσλάου, κι έφταναν στην Πρωσία για να πολεμήσουν τους «Σαρακηνούς της Λιθουανίας». Στις πρωσικές σταυροφορίες έλαβαν μέρος μεγάλες μορφές της Δύσης, όπως ο Ερρίκος του Ντάρμπυ, μετέπειτα Ερρίκος Δ΄ της Αγγλίας (χειμερινή εκστρατεία του 1390-1391 και θερινή του 1392), ή ο Μαρισκάλδος του Μπουσικώ (θέρος 1384, χειμώνας 1384-1385 και 1390-1391). Στις οικογένειες των ευγενών δημιουργούνταν πραγματικές παραδόσεις, καθώς όλοι, από τον παπού μέχρι τα εγγόνια, είχαν πολεμήσει κάποτε στην Πρωσία (Demurger, όπ.π., σελ. 258). Οι ίδιοι οι Τεύτονες έκαναν ότι μπορούσαν για να μεταδώσουν στους καλεσμένους τους την πεποίθηση ότι πολεμώντας στη Βαλτική γίνονταν μέλη μιας ευγενούς ιπποτικής αδελφότητας. Η προσπάθεια αυτή χαρακτηριζόταν και από υψηλή σκηνοθετική επιδεξιότητα: οι καλεσμένοι κρέμαγαν τις ασπίδες με τους θυρεούς τους στην αίθουσα του κάστρου του μαρισκάλδου του Τάγματος στο Κένιγκσμπεργκ. Και μετά το πέρας κάθε εκστρατείας, ο μεγάλος μάγιστρος δεξιωνόταν τους προσκεκλημένους ιππότες στο κάστρο του στο Μαρίενμπουργκ. Οι δώδεκα γενναιότεροι δειπνούσαν μαζί με τον μεγάλο μάγιστρο, τιμή που δεν αποτελούσε απλώς αλληγορία παραπέμπουσα στον Χριστό και τους Αποστόλους, αλλά κυρίως αναβίωνε τους μύθους των Ιπποτών της Στρογγυλής Τράπεζας και του Βασιλιά Αρθούρου (βλ. Demurger, όπ.π., σελ. 258-259, η ιδέα της σκηνοθεσίας αυτής πρέπει να πιστωθεί στον Βίνριχ του Κνιπρόντε)!

Απολύτως ενδεικτική του ενθουσιασμού με τον οποίο αντιμετώπιζαν οι Ευρωπαίοι ευγενείς τη συμμετοχή τους στις πρωσικές σταυροφορίες είναι και η διήγηση του Ιωάννη του Τυφλού, κόμη του Λουξεμβούργου και βασιλιά της Βοημίας, ο οποίος μόλις είχε συμμετάσχει στη χειμερινή σταυροφορία του 1328-1329: «Όπως ο ίδιος διαπίστωσα, οι αδελφοί του Τάγματος υπέμειναν βαριές κι αβάσταχτες απώλειες και υποβλήθηκαν σε ανυπολόγιστα έξοδα για να εξαπλώσουν την ορθόδοξη πίστη. Έχτισαν μόνοι τους ένα τείχος για να προασπίσουν την πίστη του Κυρίου από τους Λιθουανούς και τους όποιους υποστηριχτές τους, αυτούς τους καταραμένους εχθρούς του Χριστού» (βλ. Demurger, όπ.π., σελ. 233).

Β. Η οργάνωση και η ανάπτυξη του Ordensstaat των Τευτόνων στην Πρωσία

α. Αστική και εμπορική ανάπτυξη: Διεξάγοντας πόλεμο κατάκτησης εδαφών και υποταγής πληθυσμών, το Τάγμα χρειάζεται να διασφαλίσει άμεσα τον έλεγχο των κατακτημένων περιοχών. Αυτό απαιτεί τη συστηματική κατασκευή κάστρων και οχυρών, τα οποία με τη σειρά τους θα αποτελέσουν τους πόλους της αστικής ανάπτυξης της χώρας. Η δημογραφική και οικονομική ανάπτυξη του κράτους προϋποθέτει φυσικά την προσέλκυση αποίκων, πρωτίστως Γερμανών (από τη Σιλεσία, τη Θουριγγία, το Βρανδεβούργο και την Κάτω Σαξονία, τη Φραγκονία, τη Λυβέκη και τις υπόλοιπες χανσεατικές πόλεις), δευτερευόντως Πολωνών. Σ’ αυτούς θα προστεθούν μέχρι ενός σημείου και Πρώσοι ή άλλοι λαοί της Βαλτικής που ασπάζονται τον χριστιανισμό και τον «γερμανικό» τρόπο ζωής. Όπως θα δούμε, άλλωστε, για έναν Πολωνό ή για έναν Πρώσο η μετεγκατάσταση σε μια πόλη γερμανικού χαρακτήρα αποτελούσε κοινωνική και οικονομική προαγωγή. Πόλεις ιδρύονται διαρκώς (ιδίως κατά μήκος του Βιστούλα και στις ακτές της Βαλτικής) και γνωρίζουν γρήγορη ανάπτυξη (Τορν το 1231, Κουλμ το 1232-1233, Έλμπινγκ το 1237-1239, Μέμελ, Κένιγκσμπεργκ το 1255-1256, Ντυναμύντε στη Λιβονία, Νέο Τόρν το 1264). Ο πληθυσμός κάποιων από αυτές θα φτάσει σε αξιοσημείωτα για τον Μεσαίωνα μεγέθη: στις αρχές του 15ου αι. το Ντάντσιχ έχει 20.000 κατοίκους, το Τορν ξεπερνά τις 10.000, ενώ το Κένιγκσμπεργκ έχει πληθυσμό μεταξύ 8 και 10.000 κατοίκων (Demurger, όπ.π., σελ. 173).

Ο αποικισμός και η ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών είναι μεταγενέστερος: όπως είναι εύλογο, σημειώνεται μετά την πλήρη υποταγή της Πρωσίας (1283). Οι Τεύτονες χρησιμοποιούν δύο μεθόδους: είτε παραχωρούν φέουδα σε ευγενείς ή και σε αστούς, υποτελείς του Τάγματος (οι οποίοι με τη σειρά τους εκμισθώνουν τις αγροτικές εκτάσεις σε καλλιεργητές), είτε αναθέτουν την ανάπτυξη, τον αποικισμό και την εκμετάλλευση περιοχών σε  locatores, επιχειρηματίες μισθωτές οι οποίοι αναλαμβάνουν το έργο έναντι ποσοστού από τα κέρδη (Demurger, όπ.π., σ. 173-174/ Gouguenheim, όπ.π., σελ. 333). Συνολικά, η ανάπτυξη της Πρωσίας είναι εντυπωσιακή: μόνο μεταξύ του 1280 και του 1350 ιδρύθηκαν 90 πόλεις και 1400 χωριά, ενώ οργανώθηκαν 735 ενορίες. Το 1410 ο πληθυσμός είχε υπερτριπλασιαστεί σε σχέση με το 1200 (Demurger, όπ.π., σ. 174-175). 

Οι Τεύτονες επιδεικνύουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη του εμπορίου στο κράτος τους. Στην προσπάθεια αυτή συνεργάζονται μοιραία με τις πόλεις της Χανσεατικής Ένωσης. Η Χάνζα, άλλωστε, είχε εγκατασταθεί και διατηρούσε εμπορικούς σταθμούς στην περιοχή πριν την άφιξη των Τευτόνων. Το Τάγμα, όμως, θα αντιμετωπίσει τη μεγάλη εμπορική ένωση με μεγάλη επιφυλακτικότητα, προσέχοντας να μην της παραχωρεί περισσότερα δικαιώματα από τα απαραίτητα. Το σημαντικό για το Τάγμα ήταν να διατηρεί πάντα τον απόλυτο έλεγχο και την εποπτεία των εμπορικών δραστηριοτήτων στο κράτος του, αφού τα έσοδα από δασμούς και φόρους ήταν σημαντικά και εντελώς αναγκαία. Ανάλογη είναι η στάση του Τάγματος και όσον αφορά την οργάνωση και ανάπτυξη της βιοτεχνίας: οι Τεύτονες ενθαρρύνουν τις δραστηριότητες αυτές, αλλά ασκούν εποπτεία στις συντεχνίες. Σε κάθε περίπτωση, η περίοδος 1340-1410 συμπίπτει με τη μέγιστη οικονομική ανάπτυξη της Πρωσίας των Τευτόνων σε όλους τους τομείς (αγροτικό, βιοτεχνικό, εσωτερικού και – μέσω των λιμένων της Βαλτικής – εισαγωγικού-εξαγωγικού εμπορίου).

β. Ανάπτυξη και δίκαιο: Καταρχήν, κάθε υπήκοος του Ordensstaat υπόκειται στο δίκαιο της εθνικότητάς του. Στην πράξη, όμως, το καθοριστικό στοιχείο είναι η ιδιότητα του αστού συγκεκριμένης πόλης: κάθε πόλη διέπεται από το δικό της νομικό καθεστώς. Η πολυμορφία νομικού καθεστώτος ήταν εσκεμμένη και είχε δυναμικό χαρακτήρα, επιτρέποντας στο Τάγμα να εκμεταλλεύεται τις εκάστοτε περιστάσεις σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Το πλέον συνηθισμένο είναι το λεγόμενο «δίκαιο του Κουλμ» (Kulmer Handfeste): διαμορφωμένο με πρότυπο το δίκαιο που ίσχυε στο Μαγδεβούργο ή τη Σιλεσία, περιλαμβάνει τα προνόμια (αυτοδιοίκησης κ.λπ.) που παραχώρησαν οι Τεύτονες στους αστούς του Κουλμ το 1233. Εκτός από το ζήτημα της δημοτικής οργάνωσης και διοίκησης, την απονομή δικαιοσύνης κ.λπ., το Kulmer Handfeste ρυθμίζει και ζητήματα έγγειας ιδιοκτησίας και θέτει το όριο έκτασης όσον αφορά τα κτήματα που παραχωρούνται σε κάθε πολίτη για αγροτική εκμετάλλευση (για το δίκαιο του Κουλμ βλ. Gouguenheim, όπ.π., σελ. 296-297, 342-344, 368 επ., 383 επ.). Το δίκαιο του Κουλμ έφτασε να ισχύει περίπου στα 2/3 της επικράτειας. Από τα υπόλοιπα πρότυπα γερμανικού δικαίου αρκετή διάδοση γνώρισε και το «δίκαιο της Λυβέκης». Ακόμη πιο ευνοϊκό για τους πολίτες σε θέματα τοπικής αυτοδιοίκησης (καθώς τους παρείχε μεγαλύτερη διοικητική αυτονομία), είχε το μειονέκτημα να παρέχει στη χανσεατική πόλη κάποια δικαιώματα ανάμειξης. Με δεδομένο τον σκεπτικισμό του Τάγματος έναντι της Χανσεατικής Ένωσης, λίγες ήταν τελικά οι πόλεις (π.χ. το Έλμπινγκ) στις οποίες αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα να διοικούνται σύμφωνα με το δίκαιο της Λυβέκης.

Εκτός από το γερμανικής έμπνευσης δίκαιο, σε ορισμένες περιοχές του πρωσικού κράτους ίσχυε το πολωνικό δίκαιο. Η επιλογή αυτή δεν οφειλόταν κατ’ ανάγκη στην έντονη παρουσία πολωνικού στοιχείου στη σύνθεση του πληθυσμού. Για παράδειγμα, με τη Συνθήκη του Κρίστμπουργκ (1249) οι προσήλυτοι Πρώσοι επέλεξαν την υπαγωγή τους στο πολωνικό δίκαιο, πιθανώς γιατί τους ήταν πιο οικείο από το αντίστοιχο γερμανικό. Ωστόσο, η υπαγωγή ενός ατόμου ή μιας ολόκληρης πόλης στο γερμανικό δίκαιο συνεπαγόταν μεγάλα πλεονεκτήματα: οι παραχωρούμενες αγροτικές εκτάσεις ήταν μεγαλύτερες, ενώ οι φόροι μικρότεροι. Η πόλη απέλαυε μεγαλύτερης διοικητικής αυτονομίας και οι πολίτες της είχαν περισσότερες ευκαιρίες για να καταλάβουν αξιώματα. Βεβαίως οι Πολωνοί και οι Πρώσοι που αποκτούν δημοτικά αξιώματα είναι λίγοι: ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί ίσως ο Χέννικο ο Προυθηνός, δημοτικός σύμβουλος του Κένιγκσμπεργκ (αυτό με κάποια επιφύλαξη, γιατί ο προσδιορισμός Προυθηνός μπορεί να είναι απλώς γεωγραφικός και όχι εθνοτικός, βλ. Gouguenheim, όπ.π., σελ. 372-373).  

Ο μεγάλος μάγιστρος του Τάγματος κυβερνά την επικράτεια αυτή, μοιράζοντας τον χρόνο του μεταξύ της έδρας του στο Μαρίενμπουργκ και των περιοδειών που κάνει τακτικά (και ακολουθώντας συνήθως το ίδιο εθιμικά καθορισμένο πρόγραμμα) σε ολόκληρη τη χώρα. Όπως, επισημαίνει ο Γκούγκενάιμ «οι περιοδείες του μεγάλου μαγίστρου δεν αποτελούν μέσο ευκαιριακής αντιμετώπισης κάποιας χρόνιας διοικητικής ανεπάρκειας. Αποτελούν εσκεμμένη επιλογή άσκησης πολιτικής και αντικατοπτρίζουν μια συγκεκριμένη αντίληψη περί εξουσίας». Ο μεγάλος μάγιστρος αποκτά ιδία αντίληψη της κατάστασης και των προβλημάτων της χώρας και κάνει αισθητή την παρουσία του στους υπηκόους τους, αποδεικνύοντας το ενδιαφέρον του γι’ αυτούς. 

Με την αυγή του 15ου αι., το Τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών βρίσκεται στο απόγειο της στρατιωτικής, πολιτικής και οικονομικής του δύναμης. Κι όμως, η αντίστροφη μέτρηση για αυτήν την κατά τα φαινόμενα άτρωτη υπερδύναμη έχει ήδη αρχίσει!

Ιερουσαλήμ-Μαρίενμπουργκ – μέρος Ι

Σεπτεμβρίου 26, 2010

   

Από τα τρία μεγάλα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα του Μεσαίωνα, το τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών είναι αυτό με τις περισσότερες ιδιαιτερότητες. Λαμβάνοντας υπόψη τη χρονολογία ίδρυσης, πρόκειται για το νεότερο τάγμα. Σε αντίθεση προς τον πολυεθνικό χαρακτήρα των Ναϊτών και των Ιωαννιτών, οι Τεύτονες έχουν ομοιογενή σύνθεση, καθώς στρατολογούν τα μέλη τους σχεδόν αποκλειστικά στη Γερμανία. Πρόκειται, επίσης, για το τάγμα με τη λιγότερο σημαντική δράση στους Άγιους Τόπους, γεγονός που εξηγείται από το ότι πολύ γρήγορα το κέντρο βάρους των δραστηριοτήτων τους μετατοπίστηκε σε έναν εντελώς διαφορετικό γεωγραφικό χώρο. Τέλος, είναι το ιπποτικό τάγμα του οποίου η σύγχρονη εικόνα έχει υποστεί την πιο έντονη παραμόρφωση: καθώς το όνομά τους είναι συνυφασμένο με την επέκταση του γερμανικού έθνους προς Ανατολάς (Drang_nach_Osten), ο άνθρωπος της εποχής μας συνδέει σχεδόν κατ’ ανάγκη τη δράση των Τευτόνων με παρεμφερή πρόσφατα γεγονότα που συνδέονται με ορισμένες από τις πιο σκοτεινές σελίδες της νεότερης Ιστορίας. Με άλλα λόγια, η εικόνα που έχουμε για τους Τεύτονες Ιππότες ταυτίζεται με τις σεκάνς του μεγαλειώδους φιλμ του Σεργκέι Μιχάιλοβιτς Έιζενστέιν για τον Αλέξανδρο Νιέφσκι: είναι οι κακοί της ιστορίας που κάτω από τις μεσαιωνικές πανοπλίες και τους μανδύες με τον μαύρο σταυρό κρύβουν τη φρίκη του ναζιστικού ολοκληρωτισμού. Χωρίς να απαιτείται να φτάσουμε στο άλλο άκρο, αυτό της αγιογραφικής παρουσίασης, ας προσπαθήσουμε να ξετυλίξουμε τις πιο σημαντικές στιγμές της ιστορίας αυτών των παρεξηγημένων.  

Ι. Οι Τεύτονες Ιππότες στους Αγίους Τόπους 

Α. Ίδρυση και ανάπτυξη του τάγματος.α. Οι απαρχές: από την Ιερουσαλήμ στην Άκρα. Η ιστορία μας ξεκινά κατά κάποιο τρόπο γύρω στα 1120 στη φραγκική Ιερουσαλήμ: Γερμανοί προσκυνητές ιδρύουν ένα «νοσοκομείο» με σκοπό τη φιλοξενία και τη φροντίδα των άπορων κι αρρώστων ομοεθνών τους (το μεσαιωνικό hospitalis είναι πρωτίστως ξενώνας και πτωχοκομείο και, συνακόλουθα, νοσοκομείο με τη σύγχρονη έννοια). Πότε ακριβώς; Ίσως το 1118 ή, αν πιστέψουμε τη μαρτυρία του χρονικογράφου Ιωάννη της Υπρ, το 1127-1128 (Alain Demurger «Chevaliers du Christ – Les ordres religieux-militaires au Moyen Âge, XIe-XVIe siècle«, εκδ. Seuil, Παρίσι, 2002, σελ. 45). Το 1143, ο πάπας Κελεστίνος Β΄ αποφάσισε την υπαγωγή του ιδρύματος και της αδελφότητας που είχε την ευθύνη της λειτουργίας του στο τάγμα των Ιωαννιτών. Η έλλειψη στοιχείων υποδηλώνει ότι η δραστηριότητα του γερμανικού νοσοκομείου της Ιερουσαλήμ μάλλον δεν ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Σε κάθε περίπτωση, μετά τη συντριβή των χριστιανικών δυνάμεων στο Χαττίν και την ανάκτηση της Ιερουσαλήμ από τον Σαλαδίνο, το ίδρυμα και το αφιερωμένο στην Παναγία παρεκκλήσιό του πέρασαν στα χέρια των μουσουλμάνων.    

Τέσσερα χρόνια αργότερα, κι ενώ οι χριστιανοί πολιορκούν την Άκρα προσπαθώντας να ανακτήσουν όσο το δυνατόν περισσότερα από τα χαμένα εδάφη τους στην Παλαιστίνη και στη Συρία, δύο Γερμανοί έμποροι, από τη Βρέμη και τη Λυβέκη αντίστοιχα, οργανώνουν ένα νοσοκομείο εκστρατείας στο στρατόπεδο των σταυροφόρων. Όταν η πόλη καταληφθεί, το νοσοκομείο αυτό θα εγκατασταθεί μόνιμα κοντά στην πύλη του Αγίου Νικολάου. Δεν αποτελεί συνέχεια εκείνου της Ιερουσαλήμ: κανένα από τα πρόσωπα του αρχικού ιδρύματος δεν φαίνεται να εμπλέκεται στην ίδρυση και λειτουργία του νοσοκομείου της Άκρας, μολονότι το χρονικό διάστημα μεταξύ της παύσης λειτουργίας του ενός και της δημιουργίας του δευτέρου είναι σχετικά μικρό (Sylvain Gouguennheim «Les Chevaliers Teutoniques«, εκδ. Tallandier, Παρίσι, 2007, σελ. 24 επ.). Εντούτοις, στα κατοπινά χρόνια, τα μέλη του τάγματος δεν θα σταματήσουν να επικαλούνται το γερμανικό νοσοκομείο της Ιερουσαλήμ, ισχυριζόμενοι ότι το Τάγμα αποτελεί συνέχειά του, τόσο για λόγους απόδειξης αρχαιότητας όσο και λόγω της συμβολικής αξίας που θα είχε μια τέτοια αρχική έδρα. Πάντως, το 1196, ο πάπας Κελεστίνος Γ΄ θα παραχωρήσει προνόμια στο νέο ίδρυμα και θα αναγνωρίσει την αυτονομία του έναντι του Τάγματος του Νοσοκομείου του Αγίου Ιωάννου.

Η κρίσιμη καμπή χρονολογείται στα 1197-1198. Ο Γερμανός αυτοκράτορας και βασιλιάς της Σικελίας και Κάτω Ιταλίας Ερρίκος Στ΄ των Χοχενστάουφεν σχεδίαζε μια μεγάλη σταυροφορία, την οποία δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει ποτέ λόγω του πρόωρου θανάτου του από ελονοσία, τον Αύγουστο του 1197. Ωστόσο, αρκετοί Γερμανοί σταυροφόροι έφτασαν στην Άκρα εκείνη τη χρονιά. Σ’ αυτούς οφείλεται και η απόφαση για την μετατροπή του γερμανικού νοσοκομείου της Άκρας σε στρατιωτικό θρησκευτικό τάγμα (Φεβρουάριος 1198). Το νεοσύστατο τάγμα θα αποκτήσει ένα μικτό Κανόνα: όσον αφορά τη στρατιωτική δράση θα ακολουθεί τον Κανόνα των Ναϊτών, ενώ για τη φιλανθρωπική δράση του τον αντίστοιχο των Ιωαννιτών (βλ. παπική βούλα του Ιννοκέντιου Γ΄ Sacrosancta Romana ecclesia, 19 Φεβρουαρίου 1198). Το Τάγμα της Παναγίας των Τευτόνων έχει μόλις γεννηθεί: Ordo sanctae Mariae teutonicorum (η γαλλική ονομασία θα είναι κάπως πιο φανταχτερή μια και γίνεται λόγος για το Άγιο Ιπποτικό Τάγμα του Νοσοκομείου της Παναγίας του Οίκου των Γερμανών – Saint ordre chevaleresque de l’hôpital de Sainte-Marie de la maison des Allemands -, η γερμανική πολύ πιο λιτή: Deutsche Ritterorden).

Κάθε αρχή και δύσκολη. Το τάγμα έχει να αντιμετωπίσει τα συνήθη προβλήματα οργάνωσης, στρατολόγησης και ανεύρεσης των αναγκαίων πόρων για τη λειτουργία. Έχει να ανταγωνιστεί τους Ναΐτες και τους Ιωαννίτες που μετρούν ήδη τουλάχιστον 70 χρόνια λειτουργίας. Οι δεύτεροι, μάλιστα, δεν θα σταματήσουν να διεκδικούν την κηδεμονία του γερμανικού τάγματος! Όσο για τους πρώτους δεν θα διστάσουν να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο προκειμένου να εμποδίσουν τους Τεύτονες να φορούν τον λευκό μανδύα με τον μαύρο σταυρό που είχαν επιλέξει ως επίσημο ένδυμα. Καθώς οι (αρχαιότεροι) Ναΐτες φορούσαν κι αυτοί λευκό μανδύα (με κόκκινο, πάντως, σταυρό), πίστευαν ότι η επιλογή των Τευτόνων προκαλούσε σύγχυση. Κατάφεραν μάλιστα να πείσουν τον πάπα Ιννοκέντιο να απαγορέψει στους Τεύτονες να φορούν λευκό μανδύα (27 Αυγούστου 1210)! Η απόφαση ανακλήθηκε 11 μήνες αργότερα (Demurger, όπ.π., σελ. 207/ Gouguennheim «Les Chevaliers Teutoniques«, σελ. 29-30).   

β. Ο Χ. φον Ζάλτσα μέγας μάγιστρος των Τευτόνων: Οι Τεύτονες Ιππότες θα γνωρίσουν την πρώτη περίοδο ακμής τους στα χρόνια του τέταρτου κατά σειρά μεγάλου μαγίστρου τους, του ιδιοφυούς πολιτικού και διπλωμάτη Χέρμανν φον Ζάλτσα, ο οποίος κατείχε το αξίωμα από το 1209/1210 έως το 1239 (Demurger, όπ.π., σελ. 46/ Gouguennheim «Les Chevaliers Teutoniques«, σελ. 32-33). Ο φον Ζάλτσα προερχόταν από οικογένεια μινιστράλιων (κατώτερων ευγενών μάλλον ταπεινής καταγωγής) η οποία είχε εκτάσεις κοντά στην Ερφούρτη και βρισκόταν στην υπηρεσία του Λαντγκράβου της Θουριγγίας. Στα χρόνια που κατέχει το αξίωμα του μεγάλου μαγίστρου, το Τάγμα θα κάνει για πρώτη φορά αισθητή την παρουσία του σε στρατιωτικό επίπεδο, συμμετέχοντας στην Ε΄ Σταυροφορία και, ειδικότερα, διακρινόμενο στην πολιορκία της Δαμιέττης (1218-1219). Κυρίως, όμως, ο μάγιστρος θα συνδέσει την τύχη και τα συμφέροντα του τάγματος με αυτά της Αγίας Γερμανικής Αυτοκρατορίας και ειδικότερα του οίκου των Στάουφεν και του αυτοκράτορα Φρειδερίκου Β΄ (για τον οποίο βλ. στο παρόν ιστολόγιο το έκτο και το έβδομο μέρος της σειράς για τους Νορμανδούς στην Κάτω Ιταλία). Ο φον Ζάλτσα είναι αυτός που θα προξενέψει στον Φρειδερίκο την Ισαβέλλα (γνωστότερη ως Γιολάντα), κόρη του βασιλιά της Ιερουσαλήμ Ιωάννη Βριέννιου, προκειμένου ο Στάουφεν ηγεμόνας να γίνει διάδοχος του βασιλείου της Ιερουσαλήμ. Ο ίδιος θα παρακινήσει τον αυτοκράτορα να αναλάβει την (κυρίως διπλωματική) Στ΄ Σταυροφορία, στης οποίας τον σχεδιασμό θα συμμετάσχει ενεργά. Κατά πάσα πιθανότητα, πρέπει να συμμετείχε και στις διαπραγματεύσεις που κατέληξαν στη σύναψη της συνθήκης της Γιάφας (Φεβρουάριος 1129), με την οποία ο Αγιουβίδης σουλτάνος Αλ Καμίλ επέστρεψε την Ιερουσαλήμ στους χριστιανούς, έστω και υπό το καθεστώς της ελεύθερης και ανοχύρωτης πόλης και υπό τον όρο του σεβασμού των ιερών για τους μουσουλμάνους τόπων. Φυσικά, ένα μήνα αργότερα, ο μεγάλος μάγιστρος στεκόταν δίπλα στον αυτοκράτορα όταν ο Φρειδερίκος στέφθηκε βασιλιάς της Ιερουσαλήμ στη βασιλική του Πανάγιου Τάφου. Τέλος, ήταν το πρόσωπο που μεσολάβησε προκειμένου ο πάπας Γρηγόριος Θ΄  να συμφιλιωθεί με τον αυτοκράτορα (Αύγουστος 1229) και να άρει τον αφορισμό που του είχε επιβάλλει το 1227, επειδή ο δεύτερος καθυστερούσε να ξεκινήσει τη σταυροφορία που είχε υποσχεθεί. Πάντως, οι Τεύτονες Ιππότες ουδέποτε θα εγκατασταθούν στην Ιερουσαλήμ. Η έδρα του τάγματος θα παραμείνει στην Άκρα έως το 1230, οπότε και θα μεταφερθεί στο γειτονικό κάστρο του Μονφόρ (βλ. Kristjan Toomaspoeg «Histoire des Chevaliers Teutoniques» εκδ. Flammarion, Παρίσι, 2001, σελ. 27).

Β. Σύνθεση του τάγματος και γεωγραφική εξάπλωση 

α. Γερμανοί και ευγενείς; Η μεγάλη ιδιατερότητα των Τευτόνων σε σχέση με τα άλλα δύο τάγματα είναι βέβαια ο ομοιογενής εθνικός τους χαρακτήρας. Θα μπορούσε η απόφαση δημιουργίας ενός γερμανικού τάγματος να θεωρηθεί εκδήλωση εθνικισμού; Σε μια εποχή που δεν γνωρίζει την έννοια του έθνους με τους σύγχρονους όρους, κάτι τέτοιο θα ήταν εξαιρετικά παρακινδυνευμένο. Στην πραγματικότητα, ο αμιγώς γερμανικός χαρακτήρας του τάγματος οφείλεται σε πρακτικούς λόγους: αφενός, στην καταρχήν γλωσσική (και κατ’ επέκταση πολιτιστική) οικειότητα μεταξύ Γερμανών, οι οποίοι στους Άγιους Τόπους βρίσκονταν κατά κάποιο τρόπο αποκλεισμένοι ανάμεσα σε γαλλόφωνους και ιταλόφωνους. Αφετέρου στις σχέσεις εξάρτησης που συνέδεαν τα μέλη του τάγματος με τους διάφορους ηγεμόνες της Γερμανικής Αυτοκρατορίας (Gouguennheim «Les Chevaliers Teutoniques«, σελ. 23). Έπειτα,  στον Κανόνα και τους κανονισμούς του τάγματος δεν υπήρχε κανένας περιορισμός που να απέκλειε υποψήφιο λόγω εθνοτικής καταγωγής. Φυσικά, η συντριπτική πλειονότητα των μελών ήταν Γερμανοί. Η σύνθεση του τάγματος μπορεί ίσως να συναχθεί έμμεσα κι από τη γλώσσα στην οποία έχουν συνταχθεί τα σωζόμενα αντίγραφα του Κανόνα: 24 είναι γραμμένα στα γερμανικά, 4 στα λατινικά, 1 στα ολλανδικά κι 1 (ημιτελές) στα γαλλικά (Demurger, όπ.π., σελ. 86).

Σε όλα τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα, ο κανόνας είναι ότι οι ιππότες στρατολογούνται από την τάξη των ευγενών. Όπως στους Ναΐτες (και σε μικρότερο βαθμό στους Ιωαννίτες), έτσι και στους Τεύτονες ο μεγάλος όγκος των ιπποτών προέρχεται από την κατώτερη αριστοκρατία. Μόνο ένα ποσοστό που μόλις υπερβαίνει το 10 % ανήκει στους ανώτερους ευγενείς κι ένα αντίστοιχο προέρχεται από την αριστοκρατία των πόλεων (Demurger, όπ.π., σελ. 103). Σε κάθε περίπτωση, η έννοια του ευγενούς στη μεσαιωνική Γερμανία είναι πολύ ελαστικότερη απ’ ό,τι λ.χ. στη Γαλλία. Η κατάσταση αυτή θα επιτρέψει τη στρατολόγηση ιπποτών με αστική καταγωγή (Gouguennheim «Les Chevaliers Teutoniques«, σελ. 68-69/ Toomaspoeg, όπ.π., σελ. 47-49). Ακόμη κι ένας μεγάλος μάγιστρος θα μπορούσε να κατάγεται από οικογένεια αστών (τέτοια είναι η περίπτωση του Καρόλου της Τρίερ, μεγάλου μαγίστρου από το 1311 έως το 1324). 

β. Ένα δίκτυο σε εξάπλωση: Οι Τεύτονες Ιππότες θα εκμεταλλευθούν τις εξαίρετες σχέσεις τους με τον Φρειδερίκο προκειμένου να εξαπλώσουν το δίκτυο των βάσεών τους, όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και στο προσφιλές στον Φρειδερίκο βασίλειο της Σικελίας και Κάτω Ιταλίας (με σημαντικότερες εγκαταστάσεις και έδρες διοίκησης στο Παλέρμο και τη Μπαρλέτα). Ακολουθώντας την πρακτική Ναϊτών και Ιωαννιτών, θα χρησιμοποιήσουν τις περιοχές αυτές προκειμένου, αφενός, να στρατολογούν νέα μέλη και, αφετέρου, να εκμεταλλεύονται τις ιδιοκτησίες τους έτσι ώστε να χρηματοδοτούν τις στρατιωτικές δραστηριότητες στις «εμπόλεμες» ζώνες. Στις πιο «θερμές» ζώνες αποκτούν την ιδιοκτησία εκτάσεων και οχυρώσεων στην Παλαιστίνη, τη Συρία, την Αρμενία, αλλά και την Ελλάδα (η οποία για τους Τεύτονες δεν ήταν τυπικά εμπόλεμη περιοχή, όπως οι άλλες τρεις): θα εγκατασταθούν κυρίως στο Πριγκιπάτο της Αχαΐας (Κορώνη, Μεθώνη, Καλαμάτα), έχοντας την έδρα της διοίκησης της «Επαρχίας της Ρωμανίας» στη Μοστενίστα της Ηλείας (Toomaspoeg όπ.π., σελ. 80-82/ Gouguennheim «Les Chevaliers Teutoniques«, σελ. 35, 95). Εντούτοις, παρ’ όλη τη στρατιωτική και διοικητική δράση των Τευτόνων Ιπποτών στην ανατολική Μεσόγειο, οι πιο λαμπρές σελίδες της ιστορίας επρόκειτο να γραφούν πολύ βορειότερα.

ΙΙ. Οι Τεύτονες Ιππότες στην Ανατολική Ευρώπη

 Α. Η Βορειοανατολική Ευρώπη πριν την έλευση του Τάγματος

α. Drang nach Osten: «Στο τέλος του δέκατου αιώνα αρχίζει η γερμανική επέκταση προς Ανατολάς (Drang nach Osten), μεγάλο μεταναστευτικό κίνημα που συνδυάζει τον αποικισμό με στόχο την αγροτική εκμετάλλευση εδαφών, τον εκγερμανισμό και τον εκχριστιανισμό. Εν μέρει αυθόρμητος, ο αποικισμός αυτός συνήθως πλαισιώθηκε και οργανώθηκε από τους ηγεμόνες της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, λαϊκούς και θρησκευτικούς…» (Demurger, όπ.π., σελ. 67). Φυσικά, ο επεκτατισμός αυτός είχε ως θύματά του τους αυτόχθονες πληθυσμούς των περιοχών των ακτών της Βαλτικής από τα ανατολικά του Έλβα ως τον Φιννικό Κόλπο. Οι λαοί αυτοί, που δεν είχαν ακόμη ασπασθεί τον χριστιανισμό, ανήκαν σε τρεις γλωσσικές οικογένειες: υπήρχαν Σλάβοι, όπως οι Σοραβοί, οι Οβοδρίτες και οι Βένδοι, λαοί που μιλούσαν βαλτικές γλώσσες, όπως οι οι Πρώσοι (ή Προυθηνοί), οι Λεττονοί, οι Σεμιγάλλιοι και οι Λιθουανοί, και, τέλος, πληθυσμοί των οποίων οι γλώσσες ανήκαν στη φιννο-ουγγρική οικογένεια, όπως οι Κούροι, οι Λίβοι ή Λιβονοί και οι Εσθονοί. Μια ζώνη δασών και ελών (Wildnis) χώριζε τα εδάφη αυτά από τα πιο οργανωμένα κράτη της ευρύτερης περιοχής: τις ορθόδοξες ρωσικές ηγεμονίες του Νόφγκοροντ και του Πσκοφ στα βορειοανατολικά, το ειδωλολατρικό κράτος της Λιθουανίας στα ανατολικά και τις καθολικές πολωνικές ηγεμονίες στα νότια και νοτιοδυτικά (βλ. Demurger, όπ.π./ Gouguennheim «Les Chevaliers Teutoniques«, σελ. 145 επ.). Στην περιοχή μεταξύ του Έλβα και του Όντερ ο εκχριστιανισμός επιτεύχθηκε με τη μαζική έλευση Γερμανών αποίκων και την ίδρυση πολυάριθμων μονών από τους Κιστερκιανούς. Ανατολικά του Όντερ, όμως, η κατάσταση ήταν εντελώς ρευστή. Οι χριστιανοί ηγεμόνες προσπάθησαν να επιτύχουν τους στόχους τους μέσω των ιπποτικών ταγμάτων. Πριν την άφιξη των Τευτόνων στην περιοχή, έδρασαν δύο εφήμερα τάγματα: καθώς και τα δύο απέτυχαν στον σκοπό τους, συγχωνεύθηκαν τελικά με τους Τεύτονες Ιππότες.

β. Τα εφήμερα ιπποτικά τάγματα – i. οι Αδελφοί του Ξίφους στη Λιβονία: Στη Λιβονία, το ανατολικό τμήμα της περιοχής που αναφερόμαστε, το οποίο συμπίπτει σε μεγάλο βαθμό με τα εδάφη της σημερινής Λετονίας και Εσθονίας, είχαν εγκατασταθεί πολυάριθμοι Γερμανοί και Σκανδιναβοί (κυρίως Δανοί) που εμπορεύονταν ξυλεία, γούνες και ήλεκτρο. Στα τέλη του 12ου αι. ιδρύεται χριστιανική επισκοπή στο Ύξκυλλ (σημερινό Ίκσκιλλε στη Λεττονία). Καθώς οι ιθαγενείς πληθυσμοί αρνούνται να εκχριστιανισθούν, ο επίσκοπος Αλβέρτος του Μπουξχέφντεν καλεί σε σταυροφορία τους Γερμανούς ευγενείς: τα χριστιανικά εδάφη επεκτείνονται και ιδρύεται η πόλη της Ρίγας (1200) όπου και μεταφέρεται η έδρα της επισκοπής. Για την υπεράσπιση της περιοχής ο Αλβέρτος οργανώνει σε τάγμα τους ιππότες που είχε στρατολογήσει: πρόκειται για τους Αδελφούς του Ιπποτικού Τάγματος του Χριστού της Λιβονίας, τους οποίους αναγνωρίζει επίσημα ο πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ το 1204. Ακολουθούν τον Κανόνα των Ναϊτών και φέρουν λευκό μανδύα τον οποίο στολίζουν κόκκινος σταυρός και ξίφος: για τον λόγο αυτό θα γίνουν γνωστοί και ως Αδελφοί του Ξίφους (Schwertbrüder) ή Ξιφοφόροι. Το πρόβλημα για τους Αδελφούς του Ξίφους ήταν η έλλειψη αυτονομίας: υποτελείς του επίσκοπου της Ρίγας και ηγεμόνα της περιοχής, είχαν επιπροσθέτως να αντιμετωπίσουν τις διεκδικήσεις του βασιλικού οίκου της Δανίας και τις συνεχείς εξεγέρσεις των αυτοχθόνων (ιδίως των Εσθονών). Παρά τις αρχικές επιτυχίες τους (μέχρι το 1230) δεν θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τον λιθουανικό επεκτατισμό. Το 1236 θα συντριβούν από το μεγάλο δούκα της Λιθουανίας, τον Μιντάουγκας, στη Μάχη του Σιαουλιάι: το τάγμα δεν θα συνέλθει ποτέ από την ήττα αυτή.

ii. Το Τάγμα του Ντόμπριν στην Πρωσία. Πιο δυτικά, οι Πολωνοί ηγεμόνες αναζητούσαν στηρίγματα που θα τους προστάτευαν από τις επιδρομές των Πρώσων. Ο Κορράδος Α΄, δούκας της Μαζοβίας, σε συνεργασία με τον πρώτο επίσκοπο Πρωσίας, τον Χριστιανό (ο οποίος είχε διατελέσει μοναχός στην πανίσχυρη μονή Κιστερκιανών της Ολίβα, κοντά στο Γκντάνσκ), αναθέτει την άμυνα της Μαζοβίας έναντι των Πρώσων σε ένα ιπποτικό τάγμα που είχε ιδρύσει ο επίσκοπος με σκοπό την προστασία των ιεραποστολικού έργου στην Πρωσία. Επρόκειτο για το Τάγμα των Ιπποτών του Χριστού της Πρωσίας: καθώς όμως ο Δούκας τους παραχώρησε ως φέουδο την πόλη του Ντόμπριν (πολ. Ντόμπρζυν), όπου και εγκατέστησαν την έδρα τους, έμειναν γνωστοί ως Τάγμα του Ντόμπριν. Οι ιππότες κατόρθωσαν να προσελκύσουν αρκετούς Γερμανούς αποίκους και να μετατρέψουν την έδρα τους σε αληθινή πόλη. Φαίνεται όμως ότι ο δούκας της Μαζοβίας δεν ήταν ιδιαίτερα ικανοποιημένος από τα αποτελέσματά τους όσον αφορά την άμυνα του δουκάτου. Κι έτσι απευθύνθηκε στους Τεύτονες Ιππότες (Demurger, όπ.π., σελ. 70-71).

Β. Οι Τεύτονες Ιππότες στην Ανατολή: τα πρώτα χρόνια.

α. Το ουγγρικό πείραμα: Οι Τεύτονες είχαν ήδη μια εμπειρία, έστω και… τραυματική, στην Ανατολική Ευρώπη (βλ. Gouguennheim «Les Chevaliers Teutoniques«, σελ. 43-53). Το 1211, ο βασιλιάς της Ουγγαρίας Ανδρέας Β΄, τους παραχώρησε τη Μπούρτσενλαντ, περιοχή που βρίσκεται στη σημερινή ρουμανική Τρανσυλβανία, προκειμένου να την προστατέψουν από τις επιδρομές των Κουμάνων. Οι Τεύτονες ανταποκρίθηκαν στο αίτημα του Μαγυάρου μονάρχη, αλλά γρήγορα ήρθαν σε σύγκρουση με τον επίσκοπο της Τρανσυλβανίας. Ο πάπας Ονώριος Γ΄ επίλυσε τη διαφορά υπέρ των ιπποτών, αποσπώντας την περιοχή από την εξουσία του επισκόπου. Κάτι τέτοιο υπερέβαινε τα όρια των παραχωρήσεων που ήταν διατεθειμένος να κάνει ο Ούγγρος βασιλιάς, ο οποίος και εξεδίωξε τους Τεύτονες από τα εδάφη του (1225).

β. Πρωσία και Λιβονία – i. η πρόσκληση του Δούκα της Μαζοβίας και η κατάκτηση της Πρωσίας από τους Τεύτονες Ιππότες: Όταν, πάντως, ο δαιμόνιος μάγιστρος φον Ζάλτσα πληροφορήθηκε το αίτημα του δούκα της Μαζοβίας (λίγους μήνες μετά το άδοξο τέλος της ουγγρικής εμπειρίας), δεν δίστασε καθόλου. Φρόντισε βέβαια να εξασφαλιστεί. Ο Κορράδος υποσχόταν να παραχωρήσει στο Τάγμα την περιοχή του Κουλμ (πολ. Χέουμνο – Chełmno -, με συνήθη μεταγραφή Χέλμνο) και τα μισά από τα εδάφη που θα καταφέρει να κατακτήσει στην Πρωσία. Ο φον Ζάλτσα βρίσκεται εκείνη την περίοδο στη Φότζα, κοντά στον Φρειδερίκο, στον οποίο και στρέφεται για υποστήριξη. Ο δεύτερος, με βούλα χρονολογημένη τον Μάρτιο του 1226, η οποία δημοσιεύθηκε στο Ρίμινι, επικυρώνει τις παραχωρήσεις του δούκα της Μαζοβίας και αναγνωρίζει τα κυριαρχικά δικαιώματα των Τευτόνων στην Πρωσία, χωρίς να κάνει λόγο για συγκυριαρχία του Πολωνού ηγεμόνα. Σήμερα, οι ιστορικοί πιστεύουν ότι η βούλα του Ρίμινι είναι… προχρονολογημένη και ότι συντάχθηκε μόλις το 1235, προκειμένου να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως διαπραγματευτικό όπλο που θα εμποδίσει τον Κορράδο να υπαναχωρήσει από τη δωρεά του (Demurger, όπ.π., σελ. 72-73/ Gouguennheim «Les Chevaliers Teutoniques«, σελ. 179 επ.). Ό,τι κι αν συνέβη πραγματικά, το 1230 ο πάπας Γρηγόριος Θ΄ δίνει στους Τεύτονες την άδεια να εγκατασταθούν στην Πρωσία. Το 1234, ο ίδιος, μολονότι θεωρεί τις κατακτημένες περιοχές εδάφη της Αγίας Έδρας, παραχωρεί τη διοίκησή τους στους ιππότες, χωρίς να αναγνωρίζει δικαίωμα συγκυβέρνησης στον Δούκα της Μαζοβίας (βούλα της 3ης Αυγούστου, η οποία εκδόθηκε στο Ριέτι, βλ. Gouguennheim «Les Chevaliers Teutoniques«, σελ. 173-178).

Ήδη το 1230, ο φον Ζάλτσα διορίζει τον Χέρμανν Μπαλκ μάγιστρο (Landmeister) της Πρωσίας. Μέσα σε 12 χρόνια ο Μπαλκ θα πετύχει να κατακτήσει το μεγαλύτερο τμήμα της Πρωσίας και να το οργανώσει εγκαθιστώντας Γερμανούς αποίκους και χτίζοντας κάστρα κι οχυρά. Η γρήγορη αυτή επιτυχία είναι πρόσκαιρη: το 1242 οι Πρώσοι εξεγείρονται μαζικά, υποκινούμενοι από τον Σβιαντόπελκ Β΄ (πολ. Σβιεζτόπεουκ), τον Πολωνό δούκα της Πομερανίας. Οι Τεύτονες διατηρούν τον έλεγχο μόνο των οχυρωμένων πόλεων του Κουλμ, του Τορν, του Έλμπινγκ και του Ρέντεν. Η ανάκτηση και η διατήρηση των εδαφών θα απαιτήσει σειρά από σταυροφορίες, κατά τη διάρκεια των οποίων θα ενισχύσουν τους Τεύτονες Ιππότες μονάρχες και ευγενείς της χριστιανικής Ευρώπης. Ο βασιλιάς στον οποίο αναφέρεται η ονομασία της ιστορικής πόλης του Κένιγκσμπεργκ, την οποία ίδρυσαν οι Τεύτονες στην Ανατολική Πρωσία το 1255, είναι ο Όττοκαρ Β΄ της Βοημίας που συνέδραμε στρατιωτικά το Τάγμα και συμμετείχε προσωπικά στη σταυροφορία του 1254-1255.

ii. η δράση του Τάγματος στη Λιβονία και η σύγκρουση με τους Ρώσους. Στη Λιβονία, η δράση των ιπποτών διέπεται από διαφορετικό νομικό καθεστώς: το Τάγμα δεν έχει κυριαρχικά δικαιώματα, αλλά υπάγεται στη δικαιοδοσία του επισκόπου της Ρίγας. Για τον λόγο αυτό, παπική βούλα του 1237 διευκρινίζει ότι ο μάγιστρος της Λιβονίας πρέπει να είναι διαφορετικός από αυτόν της Πρωσίας. Ο φον Ζάλτσα θα περιφρονήσει εντελώς τον όρο αυτό, διορίζοντας την ίδια χρονιά τον Μπαλκ μάγιστρο και της Λιβονίας. Η κίνηση θα διαταράξει ανεπανόρθωτα τις σχέσεις των Τευτόνων με την επισκοπή. Επιπλέον, στο ανατολικό τμήμα της Λιβονίας οι Τεύτονες πρέπει να σεβαστούν την κυριαρχία του Δανού βασιλιά σε ορισμένες περιοχές. Η συνύπαρξη θα αποτελέσει μια ακόμη αιτία προστριβών.

Η εξάπλωση της δράσης των Τευτόνων όλο και ανατολικότερα θα τους φέρει μοιραία σε σύγκρουση με τις ρωσικές ηγεμονίες. Το 1240 καταλαμβάνουν το Πσκοφ, προκαλώντας την αντίδραση της ηγεμονίας του Νόφγκοροντ. Ο εξόριστος πρίγκιπας Αλέξανδρος Νιέφσκι καλείται να επιστρέψει για να αντιμετωπίσει τους Γερμανούς. Η αποφασιστική μάχη δίνεται πάνω στην παγωμένη λίμνη Πέιπους (ρωσ. Τσούντσκογιε), στις 5 Απριλίου 1242, και καταλήγει στον θρυλικό πλέον ρωσικό θρίαμβο. Στην πραγματικότητα, δεν επρόκειτο ακριβώς για μια σύγκρουση μεταξύ Ρώσων και Τευτόνων Ιπποτών. Ουσιαστικά επρόκειτο για ένα στράτευμα καθολικών, του οποίου άλλωστε ηγείτο ο Χέρμανν, επίσκοπος του Ντόρπατ και αδελφός του Αλβέρτου της Ρίγας. Εκτός από τους Τεύτονες (οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν στην πραγματικότητα πρώην Ιππότες του Τάγματος της Λιβονίας), πολέμησαν Γερμανοί μισθοφόροι που είχε στρατολογήσει ο επίσκοπος του Ντόρπατ, Δανοί και, κυρίως, Εσθονοί (οι οποίοι αποτελούσαν και την πλειονότητα της δύναμης). Επιπλέον, οι Ρώσοι είχαν και την αριθμητική υπεροχή. Οπωσδήποτε, η έκβαση της μάχης ανέστειλε τα όποια σχέδια περαιτέρω επέκτασης προς τα ανατολικά, εντούτοις η σημασία της ήταν περισσότερο συμβολική παρά ουσιαστική (Gouguennheim «Les Chevaliers Teutoniques«, σελ. 561/ Toomaspoeg, όπ.π., σελ. 125). Οι απώλειες των ιπποτών ανέρχονταν στους 20 νεκρούς και τους 6 αιχμαλώτους! Το έμψυχο δυναμικό τους παρέμενε σχεδόν άθικτο. Κι αν θέλει κανείς να βρει αληθινές συντριβές των Τευτόνων θα πρέπει να αναζητήσει άλλους δράστες. Θα τους συναντήσουμε στα επόμενα επεισόδια…

ΜΚΟ και στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα του Μεσαίωνα – μια αιρετική σύγκριση

Οκτώβριος 28, 2009

Η ιδέα για τη σύγκριση που επιχειρείται με την παρούσα ανάρτηση γεννήθηκε πριν από τρία περίπου χρόνια, εξαιτίας ενός άρθρου γνωστού Έλληνα διανοουμένου, ο οποίος, προκειμένου να αποδείξει τη βασική θέση του ότι η ανθρωπότητα κινείται σε κατεύθυνση διαρκούς προόδου, ανέφερε τις μη κυβερνητικές οργανώσεις ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της εποχής μας. Πόσο πρωτότυπη είναι αυτή η μορφή οργάνωσης και δράσης; Ας το εξετάσουμε μέσα από μια σύγκριση που θα φανεί σε πολλούς παράδοξη, σε κάποιους αιρετική και βέβηλη.

Βεβαίως, εύκολα μπορεί να εμπλακεί κάποιος σε μια ατέρμονη συζήτηση σχετικά με τις μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ). Καλό θα ήταν λοιπόν να διευκρινίσω ευθύς εξαρχής τη θέση μου: η εμφάνιση, η διάδοση και η δράση των ΜΚΟ στις σύγχρονες κοινωνίες αποτελεί αδιαμφισβήτητα θετική εξέλιξη. Οπωσδήποτε υπάρχουν και ΜΚΟ «σφραγίδες», ΜΚΟ που έχουν μόνο σκοπό να αποσπούν οικονομικές ενισχύσεις από κράτη ή από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ΜΚΟ που η δράση τους ταιριάζει περισσότερο σε κρατικές μυστικές υπηρεσίες παρά σε οργανισμούς με ανθρωπιστικούς σκοπούς. Για όλες αυτές τις εξαιρέσεις υπάρχουν ασύγκριτα περισσότερες ΜΚΟ που προασπίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και παρέχουν ανθρωπιστικό έργο σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Ίσως, άλλωστε, το σοβαρότερο μειονέκτημα των ΜΚΟ να έγκειται σε μια έμμεση (και ακούσια) συνέπεια της ύπαρξής τους: η δράση τους προσφέρει στα κράτη την πρόφαση ώστε να ατονίσει η όποια ανάμειξη του Δημοσίου στον χώρο της κοινωνικής αλληλεγγύης. Το κράτος πρόνοιας συρρικνώνεται με την αιτιολογία ότι κάποιοι άλλοι (δηλαδή οι ΜΚΟ) τα καταφέρνουν καλύτερα στον τομέα αυτό. Θα με συγχωρήσετε, αλλά προτιμώ την ενεργό συμμετοχή του κράτους, όχι μόνο γιατί αποτελεί υποχρέωσή του, όχι μόνο γιατί δεν υπάρχει καμία εγγύηση διάρκειας και συνέχειας ως προς την προσφορά έργου εκ μέρους ιδιωτικών οργανώσεων, αλλά κυρίως διότι ως πολίτης μπορώ να ελέγξω το κράτος (κατά κάποιο τρόπο έστω), όχι όμως και έναν ιδιωτικό φορέα. Η συνέργεια δημόσιου και ιδιωτικού τομέα είναι αναγκαία. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η εθύνη για τον κίνδυνο αυτό δεν προσάπτεται στις ΜΚΟ, αλλά στο κράτος.

Ο στόχος, επομένως, δεν είναι να τεθεί υπό αμφισβήτηση η αναντίρρητη χρησιμότητα των ΜΚΟ, αλλά να εξετασθεί το κατά πόσο αποτελούν ένα εντελώς πρωτότυπο για την εποχή μας φαινόμενο. Φυσικά, αν ληφθεί υπόψη το σύνολο των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων τους, οι ΜΚΟ συνιστούν πρωτότυπη έκφραση της σύγχρονης κοινωνίας. Κάποια επιμέρους χαρακτηριστικά τους, όμως, απαντούν σε διάφορες προγενέστερες ιστορικές περιόδους. Πιθανότατα δε, υπάρχει ένα ιστορικό προηγούμενο που συγκεντρώνει την πλειονότητα των γνωρισμάτων των οργανώσεων αυτών.  

Ας βάλουμε, όμως, τα πράγματα σε μια σειρά. Καταρχάς, ο σκοπός: μεγάλη μερίδα ΜΚΟ έχει ως κύριο (ή και αποκλειστικό σκοπό) την παροχή ανθρωπιστικού (σε ευρεία έννοια) έργου. Ο σκοπός αυτός είναι παρεμφερής, και σε σημαντικό βαθμό ταυτίζεται, με τη φιλανθρωπία. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι μέχρι πολύ πρόσφατα συναντούσαμε πολυάριθμες φιλανθρωπικές οργανώσεις και σωματεία με δραστηριότητα παρόμοια αυτής κάποιων ΜΚΟ. Σήμερα, οι πάλαι ποτέ φιλανθρωπικές οργανώσεις εμφανίζονται πλέον ως μη κυβερνητικές. Επίσης, η φιλανθρωπία αποτελεί έργο που απαντά διαχρονικά στις ανθρώπινες κοινωνίες, ανεξαρτήτως ιστορικής περιόδου: η κοινωνική δράση των επιφανών πολιτών των αρχαίων ελληνικών πόλεων, το φιλανθρωπικό έργο της εκκλησίας (χριστιανικής και όχι μόνο) ή των πολιτικά και οικονομικά ισχυρών κατά τον Μεσαίωνα και τα νεότερα χρόνια αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα μιας διαχρονικής ανθρώπινης συμπεριφοράς που, εκτός των άλλων, υπαγορεύεται από θεμελιώδεις ανάγκες του ανθρώπου. Σαφέστατα υπάρχουν κάποιες ουσιαστικές διαφορές: αναφερόμαστε σε δράση πολύ πιο περιορισμένη σε γεωγραφική έκταση (δεδομένου ότι συχνά δεν ξεπερνά τα γεωργαφικά όρια μιας κρατικής οντότητας) και ποικιλία δράσεων και σε ορισμένες περιπτώσεις (όπως αυτή των οργανώσεων που εντάσσονταν στις δομές της εκκλησιαστικής οργάνωσης) οπωσδήποτε πιο περιορισμένης ανεξαρτησίας από τις σημερινές ΜΚΟ.

Υπάρχει, εντούτοις, ένα ιστορικό παράδειγμα οργανωμένης ανθρώπινης δράσης που προσομοιάζει σε αυτήν των ΜΚΟ. Όσο και αν αυτό φαίνεται παράδοξο, πρόκειται για τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα* του Μεσαίωνα και πιο συγκεκριμένα το Τάγμα των Πτωχών Ιπποτών του Χριστού και του Ναού του Σολομώντα, τους γνωστότερους ως Ναΐτες, και το Τάγμα του Νοσοκομείου του Αγίου Ιωάννου της Ιερουσαλήμ, δηλαδή τους Ιωαννίτες (αφήνουμε κατά μέρος τους Τεύτονες Ιππότες, σκοπός των οποίων κατέστη σχετικά γρήγορα η δημιουργία ενός Ordensstaat, δηλαδή μιας ουσιαστικά κρατικής οντότητας διοικούμενης από το Τάγμα). Στο σημείο αυτό, εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς πώς είναι δυνατό να συγκρίνονται ανθρωπιστικές οργανώσεις με τάγματα που υπηρέτησαν ένα θρησκευτικό και πολιτικό ιμπεριαλισμό και είχαν ως κύρια δραστηριότητα τον πόλεμο, την αιτία τόσων δεινών για την ανθρωπότητα. Κι ακόμη, πώς είναι δυνατό να επιχειρείται σύγκριση μεταξύ των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κάποιων θρησκευτικών οργανώσεων που απετέλεσαν έκφραση του επεκτατισμού και της μισσαλοδοξίας των μεσαιωνικών κοινωνιών της Δύσης στο πλαίσιο των σταυροφοριών; Στην πραγματικότητα, η προκείμενη σύγκριση προϋποθέτει ότι δεν θα ληφθούν υπόψη αξιολογικές κρίσεις, όσον αφορά τον σκοπό των μεσαιωνικών ταγμάτων, οι οποίες βασίζονται στις αντιλήψεις της σύγχρονης εποχής. Έτσι κι αλλιώς, κάτι τέτοιο θα ήταν ανακόλουθο από την άποψη των βασικών αρχών περί ιστορικής μελέτης. Εάν ξεχάσουμε αυτό που η σύγχρονη δυτική κοινωνία θεωρεί κατά πλειοψηφία ηθικά ορθό, τότε θα διαπιστώσουμε ότι οι ΜΚΟ και τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα του Μεσαίωνα έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά.

– Ο σκοπός τους (ανθρωπιστικό έργο και προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για τις μεν, υπεράσπιση με στρατιωτικά μέσα των Αγίων Τόπων, δηλ. των φραγκικών κρατών που ιδρύθηκαν στη Συρία-Παλαιστίνη με την πρώτη σταυροφορία, προστασία των προσκυνητών και παροχή σ’ αυτούς καταλύματος και στοιχειώδους ιατρικής περίθαλψης για τα δε) είναι σκοποί που κρίνονται από τις κοινωνίες στις οποίες απευθύνεται το «μήνυμα» των οργανώσεων (δηλ. από τις  ανεπτυγμένες κοινωνίες του λεγόμενου δυτικού κόσμου και την καθολική χριστιανική Δύση, αντίστοιχα) ως «καλοί», ηθικοί, δίκαιοι και άξιοι ενίσχυσης. Εξυπακούεται ότι η κρίση αυτή βασίζεται στις εκάστοτε επικρατούσες αντιλήψεις. Λόγος για ταύτιση ως προς το περιεχόμενο του σκοπού και τη δράση αυτή καθαυτή μπορεί να γίνει, σε κάποιο βαθμό, μεταξύ ορισμένων ΜΚΟ και των Ιωαννιτών για το χρονικό διάστημα μέχρι το 1135-1140, δηλ. πριν αναπτύξουν στρατιωτική δραστηριότητα μιμούμενοι τους Ναΐτες.

– Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε μορφές οργάνωσης οι οποίες είναι «υπερεθνικές»/ μη κρατικές (ως προς τη σύσταση και τη δομή τους) και διεθνείς (όσον αφορά τη στρατολόγηση των μελών τους). Και οι μεν και τα δε δεν έχουν κρατικό χαρακτήρα, είναι οργανώσεις αυτόνομες κα, συνήθως, καιι ουσιαστικά ανεξάρτητες (τα μεσαιωνικά τάγματα χρειάζονταν κατά κάποιο τρόπο την παπική έγκριση. Ακόμη, ο πάπας είχε την τυπική εξουσία να διαλύσει κάποιο από αυτά, όπως συνέβη στην περίπτωση των Ναϊτών και του Κλήμεντος του Ε΄, το 1312. Εντούτοις, στην πράξη τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα διέθεταν μεγάλη αυτονομία στη δράση τους). Επίσης, αν και μη κρατικού χαρακτήρα, τόσο οι ΜΚΟ όσο και τα μεσαιωνικά τάγματα απευθύνονται στα κράτη προκειμένου να τύχουν της ουσιαστικής έγκρισης της δράσης τους και να λάβουν υλική και ηθική ενίσχυση. Το ίδιο πράττουν και σε σχέση με τους πολίτες των κοινωνιών-αποδεκτών του μηνύματός τους επιζητώντας έκριση σκοπού και ενίσχυση.

Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε εσωτερική οργάνωση με σαφή ιεραρχία και διαδικασίες διοίκησης που συχνά δεν είναι διαφανείς για το κοινό/ για αυτούς που δεν είναι μέλη. Υπάρχει κεντρική διοίκηση, πιο δημοκρατική βεβαίως στην περίπτωση των ΜΚΟ (αν και ο μέγας μάγιστρος είναι ουσιαστικά primus inter pares και δεν λαμβάνει ποτέ σημαντικές αποφάσεις χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με τους αξιωματούχους του τάγματος). Επιπλέον, η γεωγραφική οργάνωση είναι αξιοπρόσεκτη και για τις δύο κατηγορίες οργανώσεων: οι σπουδαιότερες ΜΚΟ έχουν μεγάλη γεωγραφική εξάπλωση και διαθέτουν εθνικά/ ανά κράτος παραρτήματα ή και τοπικά παραρτήματα τόσο στις περιοχές δράσης όσο και στις περιοχές ενίσχυσης/ στρατολόγησης. Το ίδιο παρατηρείται και στην περίπτωση των στρατιωτικών θρησκευτικών ταγμάτων με τις διοικητικές υποδιαιρέσεις σε επαρχίες, baillies και διοικήσεις (commanderies) που ισχύουν και στις περιοχές ουσιαστικής (δηλ. στρατιωτικής) δράσης των ταγμάτων (Συρία-Παλαιστίνη, Κύπρος, Ελλάδα, νοτιοδυτική Ισπανία) και στις περιοχές όπου τα τάγματα αναζητούν ηθική και υλική ενίσχυση και στρατολογούν νέα μέλη. Συνήθως οι τοπικοί αξιωματούχοι κατάγονται ακριβώς από τις περιοχές όπου καλούνται να διοικήσουν «παραρτήματα» του τάγματος: η εντοπιότητα είναι συνήθως εχέγγυο για καλύτερες σχέσεις με τις τοπικές κοινωνίες και τις ελίτ τους. Και φυσικά, όπως οι σημαντικές ΜΚΟ έχουν μέλη πολλών και διαφόρων ιθαγενειών, έτσι και τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα είχαν διεθνή σύνθεση. Θα μπορούσε κάποιος να αντιτάξει ότι στα μεσαιωνικά τάγματα παρατηρείται μια ποσοτική και ποιοτική επικράτηση ανθρώπων που κατάγονται από τον γεωγραφικό χώρο της σημερινής Γαλλίας, κάτι που αντικατοπτρίζεται στην καταγωγή και των περισσότερων μεγάλων μαγίστρων**. Αυτό εξηγείται από την πολιτική και δημογραφική σημασία της Γαλλίας κατά τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Πρέπει ακόμη να υπομνησθεί ότι ο γαλλικός γεωγραφικός χώρος δεν αποτελεί ενιαία πολιτική οντότητα, ούτε καν γλωσσική ή εθνοτική. Ο Προβηγκιανός ή ο Ωβερνιάτης του 12ου-13ου αι. δύσκολα θα θεωρήσει ομοεθνή του αυτόν που κατάγεται από το Ιλ ντε Φρανς ή από τη Νορμανδία. Και, φυσικά, δεν υπάρχουν παραδείγματα σύγχρονων ΜΚΟ όπου σε απόλυτους αριθμούς και όσον αφορά την κατοχή νευραλγικών θέσεων υπερτερούν σημαντικά άνθρωποι συγκεκριμένης καταγωγής (λόγω π.χ. ιθαγένειας του ιδρυτή της οργάνωσης ή λόγω της χώρας από την οποία ξεκίνηση η δράση της);          

Επομένως, ομοιότητες υπάρχουν πολλές. Άλλωστε, αν θέλαμε να κάνουμε τη σύγκριση ακόμη πιο προκλητική, πόσο εξωπραγματικό θα μας φαινόταν το ενδεχόμενο μέσα στα επόμενα εκατό χρόνια ένα ισχυρό κράτος να επιχειρήσει να διαλύσει μια μεγάλη ΜΚΟ προβάλλοντας ισχυρισμούς περί διαφθοράς ή ανεπίτρεπτης ανάμειξης σε καθαρά πολιτικά ζητήματα, ακριβώς όπως έκανε ο Φίλιππος ο Ωραίος της Γαλλίας με τους Ναΐτες;

Σε κάθε περίπτωση, είναι νομίζω προφανές ότι μετά από κάποιες χιλιετίες ανθρώπινης δραστηριότητας στο πλαίσιο οργανωμένων κοινωνιών είναι πλέον πολύ δύσκολο μια μορφή οργάνωσης και δράσης να είναι απολύτως πρωτότυπη. Τα βασικά χαρακτηριστικά της θα έχουν σίγουρα εμφανισθεί και σε προγενέστερες ιστορικές περιόδους. Υπό το πρίσμα αυτό, η αντιστοιχία ΜΚΟ και στρατιωτικών θρησκευτικών ταγμάτων είναι σαφής όσον αφορά τον χαρακτήρα του προκρινόμενου σκοπού, τον τρόπο παρουσίασής του στις κοινωνίες-αποδέκτες του μηνύματος, την οργανωτική δομή και τη σύνθεση των μελών. Από κει και πέρα αρχίζουν οι αδιαμφισβήτητες διαφορές. Καλό είναι, άλλωστε, να δεχθούμε ότι κάθε ιστορική εποχή έχει την ιδιαιτερότητά της και, οπωσδήποτε, αυτοτελή αξία. Εξίσου χρήσιμο και το να επιχειρούμε συνδέσεις μεταξύ εποχών με σκοπό την ανεύρεση κοινών χαρακτηριστικών. Είναι κοινότοπο, αλλά το παρελθόν μπορεί πάντα να μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα το παρόν.

 

* Αποφεύγουμε στην προκειμένη περίπτωση τη χρήση του όρου «μοναστικά», καθόσον για την Καθολική Εκκλησία μοναστικά είναι μόνον τα τάγματα που ακολουθούν τον Κανόνα του Αγίου Βενεδίκτου. Αυτό αποκλείει ήδη θρησκευτικά τάγματα όπως οι Φραγκισκανοί, οι Δομηνικανοί ή οι Ιησουΐτες (που και για τους τρεις θα μπορούσε να επιχειρήσει κανείς ένα παραλληλισμό της φιλανθρωπικής και εκπαιδευτικής δράσης τους με αυτήν των ΜΚΟ. Ωστόσο, η στενή εξάρτησή τους από την κεντρική εξουσία της Εκκλησίας καθιστά πιο αδόκιμη τη σύγκριση αυτή), κατά μείζονα δε λόγο τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα.

** Βάσει της διαίρεσης σε διοικητικές επαρχίες που είχαν υιοθετήσει οι Ναΐτες, από το σύνολο των μαγίστρων τους οι 14 ή οι 15 κατάγονταν από την «επαρχία Γαλλίας» (οι δύο, πάντως, εξ αυτών κατάγονταν από περιοχές που δεν υπάγονταν στο Βασίλειο της Γαλλίας), 5 από την επαρχία Προβηγκίας (στην οποία υπαγόταν και το Ανζού, το Μπορντώ, το Πουατού και η Ωβέρνη), 1 ή 2 ήταν απόγονοι Φράγκων αποίκων στη Συρία-Παλαιστίνη, 2 κατάγονταν από την επαρχία Αραγωνίας-Καταλωνίας και ένας ήταν Ιταλός ή Άγγλος (η χρήση εκλατινισμένων ονομάτων και ασαφών τοπωνυμίων καταγωγής καθιστά δυνατή την αμφιβολία μεταξύ δύο τόσο άσχετων μεταξύ τους ενδεχομένων). Όσον αφορά τους Ιωαννίτες (και μόνο για το διάστημα 1307-1522 που έδρα του Τάγματος ήταν η Ρόδος), η κατανομή είναι πολύ πιο «δημοκρατική»: 7 με καταγωγή από την επαρχία («γλώσσα») Γαλλίας (ανάμεσά τους ο Φουλκ ντε Βιλαρέ που μετέφερε την έδρα του τάγματος στη Ρόδο και το προίκισε με το Ordensstaat στα Δωδεκάνησα), 5 από την επαρχία Ωβέρνης (μεταξύ των οποίων ο πολύς Πιερ Ντ’ Ωμπυσόν και ο Φιλίπ Ντε Βιλιέ, τελευταίος μεγάλος μάγιστρος με έδρα τη Ρόδο), 4 από την Αραγωνία (ανάμεσά τους και ο Χουάν Φερνάντεθ δε Ερέδια, κατόπιν παραγγελίας του οποίου μεταφράσθηκε στα αραγωνέζικα το Χρονικό του Μορέως, υπό τον τίτλο «Libro de los fechos et conquistas del principado de la Morea»), 3 Ιταλοί και ένας από την Προβηγκία.

Για μια εντελώς στοιχειώδη βιβλιογραφία για τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα του Μεσαίωνα: Alain DEMURGER «Chevaliers du Christ: les ordres religieux-militaires au Moyen Âge, Seuil, 2002, «Les Templiers: une chevalerie chrétienne au Moyen Âge, Seuil, 2005/ Malcolm BARBER «The New Knighthood: A History of the Order of the Templars», Cambridge University Press, 1993/ Helen NICHOLSON «The Knights Hospitaller», Sutton, 2001, «The Knights Templar: A New History», Sutton, 2001 και 2004/ Jonathan RILEY SMITH «Hospitallers: The History of the Orders of St. John», Hambledon, 1999.  


Αρέσει σε %d bloggers: