Posts Tagged ‘Κίεβο’

«Υπόθεση Μπέιλις» [επειδή τα καλύτερα αστυνομικά μυθιστορήματα τα γράφουν η ζωή κι η Ιστορία]

Ιουνίου 28, 2017

Ο τόπος του εγκλήματος: η σπηλιά στη Λουκιάβινκα

Στο Κίεβο, στη δυτική όχθη του Δνείπερου, εκεί που πάντοτε χτυπούσε η καρδιά της πόλης, υψώνεται μια σειρά από λόφους. Σε κάποιους από αυτούς υπάρχουν σπηλιές. Σ’ αυτές οφείλει την ονομασία της και η ιστορικότερη μονή της ουκρανικής πρωτεύουσας και κοιτίδας του ρωσικού κράτους, η Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου (ρωσ. Киево-Печерская лавра, ουκρ. Києво-Печерська лавра), την οποία είχαν ιδρύσει, τον 11ο αιώνα, Αθωνίτες μοναχοί. Τα μέρη αυτά, από το σημείο που σταματούσε ο ιστός της πόλης, αποτελούσαν τόπο περιπάτων των οικογενειών κι αγαπημένο χώρο παιχνιδιού για τα παιδιά. Το πρωινό της 20ής Μαρτίου 1911, στη συνοικία Λουκιάβινκα, κάποια παιδιά ανηφόρισαν και μπήκαν σε μια σπηλιά για να συνεχίσουν εκεί το παιχνίδι τους. Βρέθηκαν, όμως, μπροστά σ’ ένα φριχτό θέαμα: το άψυχο σώμα ενός συνομηλίκου τους που είχε δολοφονηθεί με τον πλέον ειδεχθή τρόπο. Από την ιατροδικαστική έκθεση προέκυπτε ότι το παιδί έφερε σημάδια από 47 μαχαιριές, στο κεφάλι, το λαιμό και τον θώρακα! Επρόκειτο για τον δωδεκάχρονο Αντρέι Γιούστσινσκι, παιδί διαλυμένης οικογένειας, ο οποίος είχε εξαφανιστεί από τις 12 Μαρτίου. Ήταν μαθητής του εκκλησιαστικού γυμνασίου του μητροπολιτικού ναού της Αγίας Σοφίας του Κιέβου. Λίγο πιο πέρα από τη σπηλιά, η αστυνομία βρήκε το κασκέτο και το σακάκι της σχολικής στολής του, καθώς και τη σάκα με τα τετράδια και τα βιβλία του.

Φωτογραφία του δολοφονημένου Γιούστσινσκι σε αντισημιτικό φυλλάδιο

Ι.   «Λίβελος αίματος»

Η είδηση προκάλεσε σάλο στην κοινωνία του Κιέβου. Ήταν το κύριο θέμα των συζητήσεων και για πολλές ημέρες μονοπωλούσε τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Σχεδόν από την επομένη ημέρα της αποκάλυψης του εγκλήματος, όμως, οι συγγενείς του θύματος και οι αρχές της πόλης άρχισαν να κατακλύζονται από ανώνυμες επιστολές. Το περιεχόμενο των επιστολών αυτών ήταν πανομοιότυπο: υποστηριζόταν ότι ο αδιανόητος αριθμός των χτυπημάτων αποδείκνυε πως το αποτρόπαιο έγκλημα ήταν έργο της εβραϊκής κοινότητας της πόλης. Ο μύθος του λίβελου αίματος αναβίωνε! Στην κηδεία του δύστυχου Αντρέι μοιράστηκε ένα φυλλάδιο στο οποίο αναγράφονταν τα εξής: «Κάθε χρόνο, για να γιορτάσουν το Πάσχα τους, οι Εβραίοι βασανίζουν δεκάδες χριστιανόπουλα! Ανακατεύουν το αίμα των παιδιών με αλεύρι για να παρασκευάσουν τα ματσόθ τους!»

Η εκστρατεία αυτή που στοχοποιεί το πολυπληθές εβραϊκό στοιχείο της ουκρανικής μεγαλούπολης είναι έργο της εθνικιστικής ακροδεξιάς: της Ένωσης του Ρωσικού Λαού και των παραστρατιωτικών οργανώσεών του, των διαβόητων Μαύρων Εκατονταρχιών. Εγκέφαλός της είναι ένας φοιτητής, ο Βλαντίμιρ Στεπάνοβιτς Γκόλουμπεφ, ηγετικό στέλεχος της ακροδεξιάς φοιτητικής οργάνωσης «Δικέφαλος Αετός». Η θεωρία του «τελετουργικού φόνου που διέπραξαν οι μισητοί Εβραίοι» αρχίζει να κερδίζει έδαφος. Την ασπάζεται μεγάλο μέρος του πληθυσμού της πόλης και, κυρίως, των τοπικών αρχών.

Β. Σ. Γκόλουμπεφ

Μια αντισημιτική εκστρατεία δεν είναι βέβαια πρωτοφανής για την τσαρική Ρωσία με τη θλιβερή παράδοση σε αιματηρά πογκρόμ. Η έντασή της, όμως, είναι αλληλένδετη με την πολιτική συγκυρία. Η τσαρική αυτοκρατορία, με την πολιτική και οικονομική της καθυστέρηση και τις τρομαχτικές ανισότητες, συγκλονίζεται εδώ και χρόνια από αγώνες πολιτικών διεκδικήσεων και εργατικές και αγροτικές ταραχές. Καθώς κλυδωνίζεται, το καθεστώς διαβλέπει ότι κύριο στήριγμά του μπορεί να αποτελέσει ο ρωσικός εθνικισμός, ο οποίος ευχερώς μετασχηματίζεται σε πανσλαβισμό, μεταξύ άλλων και για να περιλάβει στα σχέδιά του τους υπόλοιπους σλαβικούς λαούς της αυτοκρατορίας. Ο αντισημιτισμός καταλέγεται μεταξύ των χαρακτηριστικών της τάσης αυτής. Κι έχει ένα επιπρόσθετο πλεονέκτημα: συνδέει τον σλαβικό εθνικισμό με τα πιστεύω όλων των χριστιανικών εθνοτήτων του κράτους. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι το 1902 η Οχράνα, η τσαρική μυστική αστυνομία, εκπονεί το πλέον σιχαμερό πλαστογράφημα της Νεότερης Ιστορίας, τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών», προκειμένου να πείσει τους πάντες για την ύπαρξη μιας τρομερής εβραϊκής συνωμοσίας με στόχο την παγκόσμια κυριαρχία!

Επιθεωρητής Κρασόφσκι

ΙΙ.   Ταχεία διαλεύκανση: Παραδόξως, οι αστυνομικές αρχές του Κιέβου αντιμετωπίζουν αρχικά την υπόθεση της δολοφονίας με ψυχραιμία, ευσυνειδησία και επαγγελματισμό. Αναθέτουν τη διερεύνηση της υπόθεσης στον ικανότερο αστυνομικό, τον επιθεωρητή Νικολάι Κρασόφσκι, αξιωματικό ιδιαιτέρως ευφυή κι εξαιρετικά έντιμο. Ο Κρασόφσκι ενεργεί μεθοδικά και με τη βοήθεια των συνεργατών του φτάνει γρήγορα πολύ κοντά στην αλήθεια. Ο δύστυχος Γιούστσινσκι είχε ως στενότερο φίλο τον συμμαθητή του Γεβγκένι Τσεμπεριάκ. Η μητέρα του Γεβγκένι, η Βέρα Τσεμπεριάκ, ήταν (για κακή τύχη και των δύο, τελικά, παιδιών) μέλος μιας σπείρας κακοποιών με ειδικότητα τις διαρρήξεις εργοστασίων και βιοτεχνιών. Ηγετικό στέλεχος της συμμορίας αυτής ήταν ο αδελφός της Βέρας. Η αποθήκη της οικίας Τσεμπεριάκ χρησίμευε για τη φύλαξη των κλοπιμαίων της σπείρας, πριν αυτά προωθηθούν σε άλλες πόλεις προς μεταπώληση. Φαίνεται ότι ο μικρός Αντρέι είχε ανακαλύψει την κρυψώνα αυτή. Σε κάποιον από τους, τόσο συνηθισμένους μεταξύ παιδιών, καβγάδες, ο Αντρέι, νευριασμένος, απείλησε τον Γεβγκένι: «Ξέρω τα πάντα! Ξέρω πολύ καλά τι κάνει η μάνα σου! Έχω δει που κρύβετε τα κλοπιμαία. Θα πάω στην αστυνομία και θα τους τα πω όλα!» Τρομαγμένος ο Γεβγκένι θα αποκάλυψε την ιστορία στη μητέρα του. Κι εκείνη, ακόμη πιο έντρομη, θα μίλησε στα υπόλοιπα μέλη της συμμορίας, τα οποία αποφάσισαν να ξεμπερδέψουν με τον ενοχλητικό μικρό μάρτυρα. Ή, ίσως, και με τους δύο μικρούς μάρτυρες, μια και τον Αύγουστο ο Γεβγκένι μεταφέρθηκε βαριά άρρωστος στο νοσοκομείο. Κάποιοι έλεγαν ότι τον είχε δηλητηριάσει η ίδια του η μάνα. Μερικές ημέρες μετά (8 Αυγούστου 1911), ο Γεβγκένι έφευγε από τον μάταιο κόσμο μας!

Γεβγκένι (Ζένια) Τσεμπεριάκ

 

Οικία Τσεμπεριάκ

ΙΙΙ.   Ο ιδανικός ένοχος: Η αλήθεια είναι ενοχλητική. Για την ακρίβεια, είναι εξαιρετικά ενοχλητική για όλους τους υψηλά ιστάμενους που είχαν ποντάρει στη θεωρία του φόνου που «διέπραξαν οι Εβραίοι». Ανάμεσά τους βρίσκεται ο προϊστάμενος της εισαγγελίας Κιέβου, ο Γκεόργκι Γκαβρίλοβιτς Τσαπλίνσκι, ο οποίος έχει μιλήσει για την υπόθεση στον Υπουργό Δικαιοσύνης Ιβάν Γκριγκόριεβιτς Στσεγκλοβίτοφ. Ο υπουργός έχει ενθουσιαστεί με την εβραϊκή θεωρία. Είναι εξαιρετικά χρήσιμη πολιτικά, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι στη Δούμα έχει εισαχθεί προς συζήτηση νομοσχέδιο με το οποίο προτείνεται η κατάργηση ορισμένων από τους νομικούς περιορισμούς σε βάρος των Εβραίων. Μια τέτοια εξέλιξη κρίνεται απαράδεκτη από τα πιο συντηρητικά μέλη της κυβέρνησης, όπως είναι ο Στσεγκλοβίτοφ. Η υπόθεση της δολοφονίας Γούστσινσκι πρέπει οπωσδήποτε να αποτελέσει αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης. Η αρμοδιότητα για τη διερεύνηση της δολοφονίας αφαιρείται από τον έντιμο Κρασόφσκι. Εκείνος επιμένει να ασχολείται με την υπόθεση. Θα αποταχθεί από το σώμα της αστυνομίας. Η εισαγγελία εμπλέκει την Οχράνα στην έρευνα. Η μυστική αστυνομία είναι η πιο ικανή για να κατασκευάσει τους ιδανικούς «ενόχους». Το θύμα της σκευωρίας δεν θα αργήσει να βρεθεί.

Ο εισαγγελέας Τσαπλίνσκι

Ο υπουργός Ι. Γκ. Στσεγκλοβίτοφ

Ο Μεναχέμ Μέντελ Τέβιεβιτς Μπέιλις είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Ένας φιλήσυχος οικογενειάρχης, πατέρας πέντε παιδιών. Περίπου σαραντάρης. Οι περισσότερες πηγές αναφέρουν ως χρονολογία γέννησής του το 1874, κάπου όμως μνημονεύεται μια δήλωση της συζυγου του, σύμφωνα με την οποία ο Μεναχέμ-Μέντελ είχε γεννηθεί το 1862. Το παρουσιαστικό του δεν έχει τίποτε το αξιοπρόσεχτο. Μελαχρινός, γενειοφόρος, διοπτροφόρος. Οι πιο πονηροί θα έλεγαν ότι ακριβώς αυτό το παρουσιαστικό ταίριαζε με τις ιδεοληψίες των πλέον ανόητων από τους αντισημίτες. Γιατί η μεγάλη ατυχία του Μπέιλις δεν ήταν άλλη από το ότι ήταν Εβραίος.

Μεναχέμ Μέντελ Μπέιλις

Κι όμως, ο άτυχος Μπέιλις δεν ήταν ιδιαίτερα θρησκευόμενος. Σπανίως πήγαινε στη συναγωγή. Όπως λένε εκείνοι που τον γνώριζαν καλά, γιόρταζε μόνον το Ρος Χασανά, την εβραϊκή Πρωτοχρονιά, και το Γιομ Κιππούρ. Ήταν πρωτίστως άνθρωπος που δούλευε σκληρά για να ζήσει την πολυμελή οικογένειά του. Εργαζόταν ως επιστάτης στην, εβραϊκής ιδιοκτησίας, Τουβλοποιία Ζάιτσεφ, η οποία βρισκόταν κοντά στον τόπο του εγκλήματος που επρόκειτο να του χρεώσουν. Μολονότι Εβραίος, εργαζόταν πάντα το Σάββατο. Κάπως έπρεπε να πληρωθούν τα δίδακτρα των σχολείων των μεγαλύτερων παιδιών.

Αστυνομία και εισαγγελία έφτασαν στον Μπέιλις κατόπιν της μαρτυρίας του Καζίμιρ Σαχόφσκι, δημοτικού υπαλλήλου που άναβε τους φανοστάτες στη συνοικία Λουκιάβινκα. Επρόκειτο, άραγε, για καθαρή περίπτωση ψευδομάρτυρα βαλτού από την αστυνομία ή είχε ειλικρινώς πλανηθεί, δίνοντας αφελώς βάση στις διαδόσεις περί εβραϊκής συνωμοσίας; Στην πρώτη του κατάθεση, ο Σαχόφσκι είχε αναφέρει απλώς μια συνομιλία του με τον μικρό Γεβγκένι Τσεμπεριάκ, ο οποίος του είχε πει ότι «δεν ανεβαίνουμε πια εκεί για να παίξουμε, είναι αυτός ο Εβραίος που μας φοβερίζει». Σε δεύτερη κατάθεσή του, ο Σαχόφσκι φέρεται να δήλωσε τα εξής: «ποιος ξέρει; Μπορεί  να ήταν τελικά αυτός ο Εβραίος που δολοφόνησε τον μικρό Γιούστσινσκι»!

Ο Μπέιλις συλλαμβάνεται

Αστεία «στοιχεία». Υπεραρκετά, όμως, για τη συνεργασία ανάμεσα στην Οχράνα και την τακτική αστυνομία. Στις 21 Ιουλίου, η εισαγγελία Κιέβου εκδίδει ένταλμα σύλληψης του Μπέιλις. Τη νύχτα της 21ης προς την 22α Ιουλίου, ο Μπέιλις συλλαμβάνεται στο σπίτι του. Μάταια θα προσπαθήσει να αποδείξει την αθωότητά του. Για τις αρχές ήταν ο ιδανικός ύποπτος. Έπρεπε να κριθεί ένοχος. Κι όμως… ο επιστάτης είχε ακλόνητο άλλοθι, χάρη ακριβώς στην παράδοξη για Εβραίο συνήθειά του να δουλεύει και τα Σάββατα. Βάσει του πορίσματος της ιατροδικαστικής έκθεσης, η πιθανότερη ημέρα διάπραξης του φόνου ήταν Σάββατο. Εκείνη την ημέρα ο Μπέιλις δούλεψε από νωρίς μέχρι αργά στο εργοστάσιο. Οι άλλοι εργαζόμενοι το επιβεβαίωναν. Κι ο ίδιος προσκόμισε κάμποσα τιμολόγια και παραγγελίες υλικών που έφεραν τη ημερομηνία εκείνη και την υπογραφή του. Του κάκου! Ο Μπέιλις κλείστηκε στις φυλακές. Και μέσα στις φυλακές βρέθηκε ο «μάρτυρας» που θα επέτρεπε στις αρχές να δέσουν τις κατηγορίες. Ήταν κάποιος Ιβάν Κοζατσένκο, σεσημασμένος ποινικός, συγκρατούμενος του Μπέιλις. Αυτός κατέθεσε πως ο κατηγορούμενος του ομολόγησε, τάχα, πως είχε διαπράξει το στυγερό έγκλημα. Τι άλλο χρειαζόταν;

Ο δημοσιογράφος Σ. Μπραζούλ-Μπρισκόφσκι

IV:   Το κίνημα υποστήριξης: Παρά τη φρενίτιδα που προκαλεί η θεωρία του λίβελλου αίματος, σημαντικό μέρος της τοπικής (και όχι μόνο) κοινωνίας θα επιδείξει υγιή αντανακλαστικά. Ήδη τον Αύγουστο του 1911, λίγες ημέρες μόνο μετά τη σύλληψη του Μπέιλις, συγκροτείται Επιτροπή Πολιτών για την Υπεράσπιση του Μέντελ Μπέιλις. Η εβραϊκή κοινότητα της πόλης είχε καθοριστική συμβολή στην ίδρυση της επιτροπής, τα περισσότερα μέλη της, όμως, ήταν χριστιανοί, διανοούμενοι και πολίτες που διαπνέονταν από φιλελεύθερες ιδέες και κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού φάσματος, από το κέντρο και πιο αριστερά. Χάρη στην επιτροπή αυτή, ο Κρασόφσκι μπόρεσε να συνεχίσει και να ολοκληρώσει την έρευνά του, ως ιδιωτικός ντετέκτιβ πλέον. Ιδιαίτερα σημαντικός ήταν κι ο ρόλος του δημοσιογράφου Σεργκεί Μπραζούλ-Μπρισκόφσκι, ο οποίος δεν σταμάτησε να αρθρογραφεί υποστηρίζοντας την αθωότητα του Μπέιλις κι αποκαλύπτοντας στοιχεία από την παράλληλη έρευνα του Κρασόφσκι. Η υπόθεση ξεπέρασε τα σύνορα του Κιέβου για να απασχολήσει την κοινή γνώμη σε ολόκληρη την τσαρική αυτοκρατορία, στην Ευρώπη, ακόμη και στις ΗΠΑ. Τη σκυτάλη πήραν οι διανοούμενοι και οι πολιτικοί, δίνοντας νέες διαστάσεις στην εκστρατεία υπεράσπισης του Μπέιλις. Ο Αλεξάντρ Μπλοκ, ο Βλαντίμιρ Κορολένκο, ο εθνικιστής Ουκρανός ιστορικός Μιχάιλο Χρουσέφσκι, οι Ρώσοι πολιτικοί του Συνταγματικού Δημοκρατικού Κόμματος Πάβελ Νικολάγεβιτς Μιλιουκόφ και Βλαντίμιρ Ντμίτριεβιτς Ναμπόκοφ (πατέρας του εμιγκρέ συγγραφέα) τάχθηκαν υπέρ της αθώωσης του άτυχου επιστάτη από το Κίεβο. Ο Μαξίμ Γκόρκι, που τότε ζούσε στο Κάπρι, ξεσπάθωσε ενάντια στο «κυνήγι μαγισσών με στόχο τους Εβραίους»! Το πύρινο κείμενο διαμαρτυρίας που συνέταξε το υπέγραψαν μεγάλα ονόματα, όπως ο Τόμας Μανν, ο Ανατόλ Φρανς κι ο Τόμας Χάρντυ, καθώς και πανεπιστημιακοί στη Βρετανία και τις ΗΠΑ και πολλοί άλλοι.

V.   Η δίκη: Ο προϊστάμενος της εισαγγελίας Τσαπλίνσκι, ο υπουργός Στσεγκλοβίτοφ, ακόμη κι ο ίδιος ο τσάρος Νικόλαος Β΄, γνώριζαν όλοι πολύ καλά την αλήθεια. Όλοι τους, όμως, επέμειναν στην άποψη ότι, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας ο Εβραίος κατηγορούμενος έπρεπε να καταδικαστεί.

Ο εισαγγελέας Βίππερ

Ο Μπέιλις έμεινε στη φυλακή, περιμένοντας να δικαστεί, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών. Η δίκη του, ενώπιον του Ορκωτού Κακουργιοδικείου Κιέβου, άρχισε στις 23 Σεπτεμβρίου 1913. Οι πρωτεργάτες και οι οπαδοί της σκευωρίας έκαναν ό,τι ήταν δυνατό για να εξασφαλίσουν την επιθυμητή για εκείνους έκβαση της δίκης. Δημόσιος κατήγορος ορίστηκε ο εισαγγελέας Όσκαρ Γιούριεβιτς Βίππερ, ο οποίος μετακλήθηκε ειδικώς προς τούτο από τη Μόσχα. Ήταν άνθρωπος χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς, έτοιμος να κάνει οτιδήποτε τον διέταζαν οι ιεραρχικώς προϊστάμενοί του (ή ό,τι εκείνος πίστευε ότι θα τους ικανοποιούσε). Αρκετοί από τους βασικούς μάρτυρες υπεράσπισης εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς (η αστυνομία δεν είχε κανένα πρόβλημα να τους συλλάβει και να τους απομακρύνει από το Κίεβο μέχρι να περατωθεί η δίκη). Ως κύριο πραγματογνώμονα, η εισαγγελία είχε ορίσει τον Ιβάν Αλεξέγεβιτς Σικόρσκι (πατέρα του γνωστού σχεδιαστή αεροσκαφών Ίγκορ Ιβάνοβιτς Σικόρσκι), καθηγητή ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Κιέβου. Γνωστός για τις εθνικιστικές και πανσλαβιστικές θέσεις του, ο σεβάσμιος καθηγητής ήταν απολύτως πεπεισμένος ότι, από ψυχιατρική άποψη, μόνο η θεωρία του τελετουργικού φόνου (τον οποίο είχαν διαπράξει, προφανώς, Εβραίοι) μπορούσε να εξηγήσει τη δολοφονία. Όσο για το σώμα των ενόρκων, αυτοί επελέγησαν προσεκτικά: στην πλειονότητά τους ήταν αγρότες, άνθρωποι φύσει συντηρητικοί, όλοι διαλεγμένοι από περιοχές με παράδοση σε αντιεβραϊκά πογκρόμ (το σώμα συμπλήρωναν δύο έμποροι και τρεις δημόσιοι υπάλληλοι).

Οι ένορκοι

Όλη αυτή η εξαιρετική προετοιμασία χώλαινε σε ένα σημείο, το οποίο ήταν αδύνατο να διορθωθεί: στους μάρτυρες κατηγορίας. Ελλείψει πραγματικών μαρτύρων που θα κατέθεταν στοιχεία σε βάρος του Μπέιλις, η αστυνομία είχε στρατολογήσει τροφίμους των φυλακών, άτομα με βαρύ ποινικό μητρώο και πόρνες, με δυο λόγια ανθρώπους που μπορούσαν να εκβιαστούν από τις αρχές του νόμου και ήταν υποχρεωμένοι να καταθέσουν ότι αυτές θα τους υποδείκνυαν. Στην πορεία της δίκης τίποτε το ουσιαστικό δεν προέκυψε σε βάρος του κατηγορουμένου, σε τέτοιο σημείο που κάποιος από τους ενόρκους αναφώνησε: «πώς είναι δυνατό να καταδικάσουμε αυτόν τον Μπέιλις, όταν δεν έχουμε ακούσει τίποτε για αυτόν

Από την άλλη πλευρά, η εβραϊκή κοινότητα και η επιτροπή υποστήριξης έβαλαν τα δυνατά τους προκειμένου ο Μπέιλις να τύχει της καλύτερης υπεράσπισης. Εξαίρετοι νομικοί, όπως οι Ν. Π. Καραμπτσέφσκι, Α. Σ. Ζαρούντνι, Ο. Ο. Γκρουζενμπέργκ (ο μοναδικός Εβραίος της ομάδας νομικής συμπαράστασης κατά τη δίκη) και, κυρίως, ο διακεκριμένος δικηγόρος (και πολιτικός) από την Πετρούπολη Βασίλι Αλεξέγεβιτς Μακλακόφ (το παράδοξο της ιστορίας ήταν ότι ο αδερφός του δικηγόρου, ο Νικολάι, ανήκε στο εθνικιστικό κόμμα της Ένωσης του Ρωσικού Λαού και κατείχε τη θέση του Υπουργού Εσωτερικών κατά τον χρόνο της δίκης, έχοντας μάλιστα ενστερνισθεί τη θεωρία του λίβελου αίματος). Σε επίπεδο πραγματογνωμόνων, η υπεράσπιση είχε καλέσει τους επιφανέστερους πανεπιστημιακούς με ειδίκευση στις εβραϊκές σπουδές (Π. Κ. Κοκοφτσόφ, Ι. Γκ. Τρόιτσκι) οι οποίοι δεν είχαν καμιά δυσκολία να αποδείξουν ότι οι αντιεβραϊκές συκοφαντίες ήταν παντελώς αστήρικτες.

Β. Μακλακόφ

Και τότε η εισαγγελία έπαιξε το καλύτερο, υποτίθεται, χαρτί της! Κλήθηκε να καταθέσει ως ειδικός ο Γιουστίνας Πρανάιτις, Λιθουανός καθολικός ιερέας, ο οποίος εμφανιζόταν ως ειδικός του ιουδαϊσμού. Ο Πρανάιτις είχε συγγράψει (στα λατινικά) ένα σύντομο βιβλίο υπό τον τίτλο «Christianus in Talmude Iudaeorum — sive Rabbinicae doctrinae de christianis secreta» («Ο χριστιανός στο Ταλμούδ των Ιουδαίων, ή οι μυστικές ραββινικές θεωρίες σχετικά με τους χριστιανούς»). Στις μεταφράσεις του σε ζωντανές γλώσσες, το βιβλιαράκι του Πρανάιτις είχε πιο απλό και ενδεικτικό των προθέσεών του τίτλο: «Ξεσκεπάζοντας το Ταλμούδ». Επρόκειτο, φυσικά, για σύγγραμμα χωρίς καμία επιστημονική βάση, το οποίο ανακύκλωνε τις πιο ιταμές αντισημιτικές κατηγορίες.

Το σύγγραμμα του Πρανάιτις

Ο Πρανάιτις είχε κάνει πολύ μεγάλο ταξίδι για να φτάσει στο Κίεβο. Ιερουργούσε στην Τασκένδη. Η παραμονή του στην Κεντρική Ασία δεν οφειλόταν στις ιδέες του, όπως ίσως θα υπέθετε κάποιος. Η δυσμενής μετάθεσή του οφειλόταν στο ότι είχε εμπλακεί σε μερικές σκοτεινές υποθέσεις εκβιασμού κι απάτης. Εν πάση περιπτώσει, ο ειδικός μπήκε στην  αίθουσα με ύφος σοβαρό, ιερατικό, έτοιμος ν’ αποκαλύψει τα ανοσιουργήματα των Ιουδαίων. Σωστά δασκαλεμένοι από τους πραγματογνώμονες, οι συνήγοροι υπεράσπισης δεν χρειάστηκαν πολλή ώρα για να κάνουν σκόνη τον Πρανάιτις. Γρήγορα αποδείχτηκε ότι ο Λιθουανός αγνοούσε ακόμη και τα πλέον βασικά στοιχεία της ιουδαϊκής θρησκείας και της εβραϊκής γλώσσας! Δεν ήταν παρά ένας απατεώνας! Οι «ειδικός» αποχωρούσε κάτω από τα χαχανητά του ακροατηρίου.

Γ. Πρανάιτις

Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Στις 28 Οκτωβρίου 1913 οι ένορκοι έδιναν την ετυμηγορία τους. Ο Μπέιλις αθωωνόταν πανυγηρικά!

Ο Μπέιλις στο εδώλιο του κατηγορουμένου

VI.   Τι απέγιναν οι πρωταγωνιστές της υπόθεσης;

  • Ουδέποτε απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε βάρος της Βέρας Τσεμπεριάκ και των υπόλοιπων μελών της συμμορίας. Για κάποιο δάστημα, η Τσεμπεριάκ κέρδιζε χρήματα παίζοντας σε παραστάσεις παντομίμας, σε τσίρκα, με θέμα την υπόθεση της δολοφονίας Γιούστσινσκι! Στην προκειμένη περίπτωση δικαιοσύνη απέδωσαν οι Μπολσεβίκοι, οι οποίοι εκτέλεσαν την Τσεμπεριάκ όταν κατέλαβαν το Κίεβο, στα τέλη του 1918.

Η Τσεμπεριάκ με τον σύζυγό της και την κόρη τους

  • Ο εθνικιστής φοιτητής Γκόλουμπεφ κατατάχθηκε στον τσαρικό στρατό αμέσως μετά την κήρυξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Σκοτώθηκε στο Ανατολικό Μέτωπο τον Οκτώβριο του 1914.
  • Ο απατεωνας «ειδικός» Πρανάιτις πέθανε από ασθένεια στην Πετρούπολη τον Ιανουάριο του 1917.
  • Ο εισαγγελέας Βίππερ προήχθη επανειλημμένα από το τσαρικό καθεστώς. Έλαβε, μάλιστα, και το αξίωμα του κρατικού συμβούλου. Μετά και την Οκτωβριανή Επανάσταση, συνελήφθη από τους Μπολσεβίκους: επαναστατικό δικαστήριο τον καταδίκασε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου και πέθανε από τις κακουχίες το 1920.
  • Ο προϊστάμενος της εισαγγελίας Κιέβου, Γκ. Τσαπλίνσκι δέχθηκε κι αυτός με τη σειρά του πολλές προαγωγές και τιμές από το καθεστώς, φτάνοντας ως το αξίωμα του γερουσιαστή. Συνελήφθη από την Προσωρινή Κυβέρνηση που προέκυψε μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917, καθώς διενεργούνταν έρευνα για παράνομες πράξεις τις οποίες είχε τελέσει κατά τον χειρισμό της υπόθεσης Μπέιλις. Κατόρθωσε να αποφυλακισθεί τον Ιούλιο του ιδίου έτους. Κατόπιν τα ίχνη του χάνονται. Υποθέτουμε ότι δεν θα ξέφυγε από τους Μπολσεβίκους.
  • Ο Υπουργός Δικαιοσύνης Στσεγκλοβίτοφ παρέμεινε στον υπουργικό του θώκο μέχρι το 1915, όταν και ανέλαβε πρόεδρος του Αυτοκρατορικού Συμβουλίου. Συνελήφθη κι αυτός από την Προσωρινή Κυβέρνηση το 1917. Εκτελέστηκε από το κομμουνιστικό καθεστώς τον Οκτώβριο του 1918.
  • Ο δικηγόρος υπεράσπισης Βασίλι Μακλακόφ ανέπτυξε ιδιαίτερα σημαντική πολιτική και δημοσιογραφική δράση. Μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου ήλπιζε να γίνει Υπουργός Δικαιοσύνης, αλλά έχασε τη θέση από τον… Αλέξανδρο Κερένσκι. Συμμετείχε πάντως σε διάφορες επιτροπές που συγκρότησε η Προσωρινή Κυβέρνηση. Στις αρχές Οκτωβρίου του 1917 ονομάσθηκε πρέσβης της Ρωσίας στη Γαλλία. Η Οκτωβριανή Επανάσταση θα τον υποχρέωνε να περάσει σχεδόν ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή του στο Παρίσι. Πέθανε το 1957 στην Ελβετία. Μερικά χρόνια νωρίτερα είχε αφήσει το στίγμα του με μια πράξη που συζητήθηκε πολύ και η οποία τον κατέστησε συμπαθή σε ορισμένους και αντιπαθή σε άλλους (ιδίως δε στα μέλη της ρωσικής κοινότητας των αντικομμουνιστών εμιγκρέδων στη Γαλλία): τον Φεβρουάριο του 1945, προτού τελειώσει ο πόλεμος, προσήλθε στη σοβιετική πρεσβεία στο Παρίσι, προκειμένου να δηλώσει δημόσια κι επίσημα την υπερηφάνεια του ως Ρώσος και την ευγνωμοσύνη του για τις θυσίες του σοβιετικού λαού. Έπειτα εκείνος, ο εξόριστος αστός, σήκωσε το ποτήρι του κι έκανε μια πρόποση: «Για την πατρίδα, τον Κόκκινο Στρατό και τον Ιωσήφ Στάλιν»!
  • Ο Μέντελ Μπέιλις θα μπορούσε να γίνει σταρ. Αμέσως μετά τη δίκη, η αθώωσή του ήταν το θέμα των παραστάσεων σε όλα τα εβραϊκά θέατρα της Νέας Υόρκης. Ο Μπέιλις προτίμησε να μετοικήσει στην Παλαιστίνη και να ασχοληθεί με το αγρόκτημα που του είχαν αγοράσει πλούσιοι υποστηρικτές του. Δεν τα κατάφερε. Αφού εξάντλησε κάθε πιθανότητα βιωσιμότητας της επιχείρησης και υπό το βάρος των χρεών, αναγκάστηκε να ακολουθήσει τη συμβουλή των φίλων του και να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ όπου έζησε την υπόλοιπη ζωή του. Συνέγραψε στα γίντις την αυτοβιογραφία του, υπό τον τίτλο «Η ιστορία των μαρτυρίων μου» (1925). Το βιβλίο μεταφράστηκε στα αγγλικά και τα ρωσικά. Πέθανε αιφνίδια το 1934, σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο Σαρατόγκα Σπρινγκς της Πολιτείας της Νέας Υόρκης. Σε μια συνέντευξη που είχε δώσει λίγους μήνες πριν εξέφραζε την ευγνωμοσύνη του σε όλους εκείνους τους Ρώσους «εθνικούς», όπως ήταν ο επιθεωρητής Κρασόφσκι και ο δημοσιογράφος Μπραζούλ-Μπρισκόφσκι: «επέδειξαν αληθινό ηρωισμό κι αυτοθυσία. Γνώριζαν καλά ότι υπερασπίζοντάς με θα κατέστρεφαν τις σταδιοδρομίες τους, ακόμη κι η ζωή τους θα διέτρεχε κίνδυνο. Ωστόσο επέμειναν, γιατί ήξεραν ότι ήμουν αθώος».

Ο Μπέιλις με την οικογένειά του

Ο διάσημος Αμερικανοεβραίος συγγραφέας Μπέρναρντ Μάλαμουντ χρησιμοποίησε την υπόθεση Μπέιλις ως πηγή έμπνευσης για το μυθιστόρημά του “The Fixer” (1966), το οποίο μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο (1968) από τον Τζων Φράνκενχάιμερ (με πρωταγωνιστές τον Άλαν Μπέητς και τον Ντερκ Μπόγκαρντ – γαλλικός και ελληνικός, αν δεν κάνω λάθος, τίτλος: « L’Homme de Kiev » – «Ο Άνθρωπος από το Κίεβο»). Το βιβλίο είχε εξοργίσει τα παιδιά του Μπέιλις. Πράγματι, ο βλάσφημος, εξεγερμένος εικονοκλάστης Γιάκοφ Μποκ δεν είχε καμία σχέση με τον πραγματικό Μεναχέμ Μέντελ Μπέιλις.

Πολύ συχνά, ειδικά στις ΗΠΑ, η υπόθεση Μπέιλις παραλληλίζεται με την υπόθεση Λήο Φρανκ, την ιστορία του Εβραίου διευθυντή εργοστασίου που καταδικάστηκε σε θάνατο για τη δολοφονία μιας δεκατριάχρονης εργάτριας χωρίς να υπάρχουν ακλόνητες αποδείξεις (1913). Η ποινή του Φρανκ μετατράπηκε εν συνεχεία σε ισόβια κάθειρξη. Όταν όμως ο κατάδικος επρόκειτο να μεταφερθεί σε άλλες φυλακές, ο όχλος που περίμενε τον λύντσαρε! Κάποιος κακεντρεχής (;) θα παρατηρούσε ότι στην απολυταρχική κι οπισθοδρομική τσαρική Ρωσία η αντιεβραϊκή σκευωρία αποκαλύφθηκε και ο άδικα κατηγορηθείς αθωώθηκε, σε μεγάλο βαθμό χάρη στην κινητοποίηση των πολιτών, ενώ στη χώρα της ελευθερίας ο ύποπτος όχι απλώς καταδικάστηκε, αλλά τελικά θανατώθηκε με φριχτό τρόπο από τον όχλο. Μολονότι αληθής, η επισήμανση θα ήταν άδικη, μια και θα εξέφραζε μέρος μόνο μιας σύνθετης πραγματικότητας.

Όσοι ενδιαφέρονται για την υπόθεση Μπέιλις έχουν τη δυνατότητα, εφόσον είναι ρωσομαθείς, να συμβουλευτούν το εξαιρετικό λήμμα της ρωσικής Βικιπαίδειας, το οποίο περιέχει όλες τις χρήσιμες παραπομπές σε επιστημονικές μελέτες (ιστορικές, νομικές και άλλες), τον αντίκτυπο της υπόθεσης στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο και κάθε σχετική πληροφορία. Οι υπόλοιποι ας ανατρέξουν στα κάπως συνοπτικά λήμματα που έχουν συνταχθεί στις πιο γνωστές γλώσσες ή, καλύτερα, ας διαβάσουν τη συναρπαστική διήγηση και ανάλυση του Orlando Figes (“A People’s Tragedy: Russian Revolution 1891–1924”, Jonathan Cape, Λονδίνο, 1996, γαλλική έκδοση: « La Révolution russe. 1891-1924 : la tragédie d’un peuple », εκδ. Denoël, Παρίσι, 2007 και έκδοση τσέπης στη σειρά Folio-Histoire, εκδ. Gallimard, τ. Ι, σελ. 448-453).

Advertisements

Νεότερα από το Ανατολικό Μέτωπο – μέρος 2β (1941: Η Χρονιά του Τρόμου – Η Σοβιετική Ένωση σε πολιορκία)

Ιουλίου 14, 2015
24. Πολιορκούμενο Λενινγκράντ, Λεωφ. Νιέφσκι/ πηγή: RIA Novosti archive, image #324/ φωτογραφία του Борис Кудояров

Πολιορκούμενο Λενινγκράντ, Λεωφ. Νιέφσκι/ πηγή: RIA Novosti archive, image #324/ φωτογραφία του Борис Кудояров

Γ.   ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ

α.   Μέσα από τη νύχτα: η πτώση του Κιέβου και το δράμα των αιχμαλώτων πολέμου

1.   Περικύκλωση και πτώση: Από τις αρχές Αυγούστου του 1941 ο Χίτλερ είχε αποφασίσει να δοθεί προτεραιότητα στην προέλαση στην Ουκρανία, καθυστερώντας το σχέδιο επίθεσης κατά της Μόσχας. Μεταξύ κακής οργάνωσης και πανικού, ο Κόκκινος Στρατός υποχωρούσε στα περισσότερα σημεία του μετώπου. Στις αρχές του Σεπτέμβρη το Κίεβο δεν ήταν παρά το άκρο ενός ιδιαίτερα επιμήκους σοβιετικού θυλάκου ο οποίος μέρα με τη μέρα συρρικνωνόταν δραματικά, μια και τόσο στο βορρά όσο και στο νότο οι γερμανικές δυνάμεις είχαν ήδη προχωρήσει κατά πολύ ανατολικότερα της ουκρανικής πρωτεύουσας.

Η σοβιετική ηγεσία δεν ήταν βέβαιη για τη στρατηγική που έπρεπε να ακολουθήσει. Ο Στάλιν δεν ήθελε καν να ακούσει για υποχώρηση. Ο γενικός γραμματέας του ΚΚ Ουκρανίας Νικήτα Χρουστσόφ είχε καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να τονώσει το πατριωτικό φρόνημα των κατοίκων του Κιέβου. Η πόλη, όμως, παρουσίαζε κάποιες ιδιαιτερότητες που προκαλούσαν στη Μόσχα αμφιβολίες για την πίστη των κατοίκων στο σοβιετικό καθεστώς σε περίπτωση ιδιαιτέρως αντίξοων συνθηκών. Πράγματι, κατά την ταραγμένη διετία 1918-1920, μεταξύ του τέλους του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του ρωσικού εμφυλίου, το Κίεβο είχε αλλάξει χέρια 16 φορές! Αρχικά την πόλη κατέλαβαν οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί. Φεύγοντας, εγκατέστησαν μια «ανεξάρτητη ουκρανική κυβέρνηση» ανδρεικέλων με επικεφαλής τον Πάβλο Σκοροπάντσκι, ο οποίος είχε αυτοανακηρυχθεί «Μέγας Αταμάνος των Κοζάκων». Ακολούθησαν οι Ουκρανοί εθνικιστές του Πετλιούρα, οι Μπολσεβίκοι, οι Λευκοί και πάλι οι Μπολσεβίκοι, ενώ ενδιάμεσα είχε κάνει ένα σύντομο πέρασμα από το Κίεβο κι ο πολωνικός στρατός του Πιουσούτσκι. Οι μεγαλύτεροι θυμούνταν ότι, από όλους αυτούς, οι Γερμανοί κι οι Αυστριακοί δεν ήταν οι χειρότεροι.

Κίεβο, Σεπτέμβριος 1941

Κίεβο, Σεπτέμβριος 1941

Καθώς ολοκληρωνόταν το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτέμβρη, ο Χρουστσόφ, ο διοικητής του Νοτιοδυτικού Άξονα Σιμιόν Μιχάιλοβιτς Μπουντιόννι κι ο υπεύθυνος για την υπεράσπιση του Κιέβου διοικητής του Νοτιοδυτικού Μετώπου Μιχαήλ Πετρόβιτς Κιρπονός αντιλήφθηκαν τον τρομερό κίνδυνο: ήταν πλέον εξαιρετικά πιθανό οι υπερασπιστές της πόλης να περικυκλωθούν από τις γερμανικές δυνάμεις! Λαμβάνοντας υπόψη την αδυναμία ουσιαστικής ενίσχυσής τους, ζήτησαν από τον Στάλιν την άδεια να εκκενώσουν το Κίεβο. Ο σοβιετικός ηγέτης αρνήθηκε επανειλημμένα. Απάλλαξε μάλιστα τον Μπουντιόννι από τα καθήκοντά του, αντικαθιστώντας τον με τον Σεμιόν Τιμοσένκο.

Στρατάρχης Σ. Μ. Μπουντιόννι

Στρατάρχης Σ. Μ. Μπουντιόννι

Καθώς η κατάσταση γινόταν όλο και χειρότερη Χρουστσόφ και Κιρπονός συνέχιζαν να ικετεύουν να τους επιτραπεί η εκκένωση του Κιέβου. Ο γερμανικός κλοιός έσφιγγε ολοένα και περισσότερο. Η άδεια δόθηκε από τον Μπορίς Σάπόσνικοφ, αρχηγό του γενικού επιτελείου, μόλις λίγο πριν το μεσημέρι της 17ης Σεπτεμβρίου. Οι γερμανικές δυνάμεις είχαν ήδη περικυκλώσει ουσιαστικά εκείνες του Κόκκινου Στρατού. Τέσσερις σοβιετικές στρατιές βρίσκονταν μέσα στην παγίδα, ανάμεσά τους κι η 37η που υπερασπιζόταν το Κίεβο. Τα σοβιετικά στρατεύματα προσπάθησαν απεγνωσμένα να σπάσουν τον εχθρικό κλοιό. Λίγοι, πολύ λίγοι ήταν εκείνοι που το κατόρθωσαν. Οι ναζιστικές δυνάμεις αιχμαλώτισαν ασύλληπτο αριθμό σοβιετικών στρατιωτών. Η Βέρμαχτ ισχυριζόταν ότι αιχμαλώτισε περισσότερους από 650.000 στρατιώτες. Η σοβιετική ηγεσία διατεινόταν ότι ο αριθμός των αιχμαλώτων δεν ξεπερνούσε τις 175.000. Η αλήθεια πρέπει να βρισκόταν κάπου στη μέση, ίσως πιο κοντά στους γερμανικούς ισχυρισμούς. Το ίδιο το Κίεβο έπεφτε στα χέρια των ναζί στις 19 Σεπτεμβρίου.

2.   Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου – η διήγηση του Λ. Βολίνσκι: Ήταν η αρχή πολλών τραγωδιών. Μία από αυτές ήταν εκείνη των σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου. Την ιστορία τους τη διηγήθηκε με τον πιο παραστατικό και δραματικό τρόπο ο συγγραφέας και καλλιτέχνης Λεονίντ Ναούμοβιτς Ραμπινόβιτς, γνωστότερος με το ψευδώνυμο Λεονίντ Βολίνσκι, στο διήγημά του «Μέσα από τη νύχτα» («Сквозь Ночь»), που δημοσιεύθηκε το 1963. Το διήγημα παρουσιάζεται ως μυθοπλασία, ωστόσο είναι βασισμένο στην προσωπική εμπειρία του συγγραφέα ο οποίος αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς, αλλά τελικά κατάφερε να αποδράσει.

Λ. Ν. Βολίνσκι

Λ. Ν. Βολίνσκι

Η αφήγηση ξεκινά στις 17 Σεπτεμβρίου 1941 σε κάποιο χωριό της Ουκρανίας, ενώ οι Γερμανοί έχουν σχεδόν περικυκλώσει τους Ρώσους.

«Μετά από αρκετά χρόνια διάβασα το βιβλίο του Γερμανού στρατηγού φον Τίππελσκιρχ: η άποψή του ήταν ότι η περικύκλωση των στρατευμάτων μας ανατολικά του Κιέβου απαίτησε τη συμμετοχή σημαντικών γερμανικών δυνάμεων και ουσιαστικά κατέστρεψε τα σχέδια του Χίτλερ, καθυστερώντας την επίθεση κατά της Μόσχας.

Εμείς, όμως, δεν γνωρίζαμε τίποτε. Οι νύχτες εκείνες, όταν εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες προσπάθησαν να διασπάσουν τον γερμανικό κλοιό, αναζητώντας τον δρόμο τους μέσα από δάση και έλη κάτω από βροχή γερμανικών βομβών κι οβίδων… όλα αυτά δεν ήταν παρά μια τεράστια κι ανεξήγητη τραγωδία.

Τη νύχτα της 17ης Σεπτεμβρίου περιπλανιόμουν… είδα στον δρόμο χιλιάδες οχήματα να καίγονται. Δεν έπρεπε να τα βρουν οι Γερμανοί. Διέκρινα μια ομάδα δέκα περίπου ανώτερων κι ανώτατων αξιωματικών που κατευθύνονταν προς τη Λόχβιτσα, πιστεύοντας ότι εκεί ο δρόμος ήταν ακόμη ελεύθερος. Ανάμεσά τους αναγνώρισα τον διοικητή του Μετώπου, τον στρατηγό Κιρπονός.

Μόνο μετά από χρόνια έμαθα ότι εκείνη τη νύχτα (ή ίσως την επόμενη) είχε αυτοκτονήσει, αφού πρώτα αρνήθηκε να επιβιβαστεί στο αεροσκάφος που του είχαν στείλει με μεγάλη δυσκολία από τη Μόσχα… Μαζί του σκοτώθηκε κι ο Μιχαήλ Μπουρμίστενκο, το πολιτικό μέλος της Επιτροπής του Πολέμου, που πριν από τον πόλεμο ήταν δεύτερος γραμματέας του ΚΚ Ουκρανίας….

Στρατηγός Μ. Π. Κιρπονός

Στρατηγός Μ. Π. Κιρπονός

Το επόμενο πρωί, μαζί με άλλους τρεις συντρόφους είδαμε γερμανικά τεθωρακισμένα. Κρυφτήκαμε σ’ ένα χαντάκι. Οι Γερμανοί μας εντόπισαν κι άρχισαν να μας πυροβολούν με πολυβόλο. Ένας από μας σκοτώθηκε, οι υπόλοιποι παραδοθήκαμε. Ένας Γερμανός στρατιώτης που στην όψη έδειχνε εντάξει άνθρωπος, συμπαθητικός θα έλεγε κανείς, μας χαστούκισε και μας διέταξε να αδειάσουμε τις τσέπες μας. Μας ανάγκασαν να προχωρήσουμε τρέχοντας, ενώ μας ακολουθούσε ένα τεθωρακισμένο, μέχρι που φτάσαμε σε κάποιο χωριό που λεγόταν Κοβαλί. Στο τέλος της ημέρας είχαν συγκεντρωθεί εκεί δέκα χιλιάδες αιχμάλωτοι.

Λ. Βολίνσκι «Μέσα από τη Νύχτα»

Λ. Βολίνσκι «Μέσα από τη Νύχτα»

Την επομένη μας πρόσταξαν να παραταχθούμε. “Οι κομμισσάριοι, οι [υπόλοιποι] κομμουνιστές και οι Εβραίοι” διατάχθηκαν να παρουσιαστούν. Μόλις είχαν φτάσει δεκαπέντε άντρες των Ες Ες με μαύρες στολές και μια νεκροκεφαλή στα κασκέτα τους. Κάπου τριακόσιοι από μας προχώρησαν. Τους διέταξαν να μείνουν γυμνοί από τη μέση και πάνω και να παραταχθούν στην πλατεία. Τότε ο διερμηνέας των Γερμανών, που η έντονη προφορά του πρόδιδε ότι καταγόταν από τη Γαλικία, άρχισε να ουρλιάζει ότι δεν μπορεί να ήταν μόνο αυτοί, κρύβονταν κι άλλοι ανάμεσά μας. Σε όποιον κατέδιδε κάποιον κομμουνιστή, κομμισσάριο ή Εβραίο, υποσχέθηκε ότι θα μπορούσε να πάρει τα ρούχα και τα προσωπικά αντικείμενα του θύματος…. Ανάμεσα σε δέκα χιλιάδες άνδρες πάντα βρίσκεται μια ντουζίνα ανθρώπων αυτού του είδους. Το ποσοστό δεν είναι μεγάλο, αλλά υπάρχει… Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι αυτού του είδους.

Τελικά, εκτελέσθηκαν κάπου τετρακόσιοι άνθρωποι, ανά ομάδες των δέκα, αφού πρώτα υποχρεώθηκαν να σκάψουν οι ίδιοι τους τάφους τους.

Τους υπόλοιπους μας οδήγησαν σε ένα στρατόπεδο, έπειτα σε κάποιο άλλο… οι Γερμανοί στρατιώτες, άντρες που έδειχναν να είναι εντάξει άνθρωποι, ποιος ξέρει ίσως να ήταν κι εργάτες, σκότωναν χωρίς δεύτερη σκέψη όποιον καθυστερούσε στην πορεία ή κατέρρεε από την εξάντληση…»

Η μοίρα των Σοβιετικών αιχμαλώτων ήταν το κρύο, η πείνα, οι αρρώστιες, οι συνεχείς ταπεινώσεις, η απώλεια κάθε ίχνους ανθρώπινης αξιοπρέπειας και, τελικά, για τη συντριπτική πλειονότητά τους, ο θάνατος [Werth, όπ. π., τ. 1, σελ. 287 επ., ειδ. 295-296]. Υπολογίζεται ότι από τα περισσότερα από πέντε εκατομμύρια αιχμαλώτων 3,6 εκατομμύρια δεν γύρισαν ποτέ στην πατρίδα τους.

Η διήγηση του Λεονίντ Κοτλιάρ: Παρόμοια είναι και η διήγηση του Ουκρανοεβραίου Λεονίντ Κοτλιάρ:

«Αιχμαλωτίστηκα στις 9 Σεπτεμβρίου 1941, Βρισκόμασταν τότε κοντά στην Καχόφκα, στην αριστερή όχθη του Δνείπερου… Ως Εβραίος ήξερα ότι γρήγορα θα με εκτελέσουν. Ζούσα επομένως τις τελευταίες στιγμές της ζωής μου. Ο λοχίας μας καθόταν δίπλα μου. Μου ψιθύρισε: “Μη λες τίποτε. Κανείς δεν θα σε καταδώσει”… Μαζί μας ήταν ακόμη ένας κομμουνιστής, ο Νταβιντένκα, κι άλλοι δύο Εβραίοι, ο Ιλιά, δεν θυμάμαι το επώνυμό του, κι ο Μπέικελμαν. Και σ’ εκείνους είχαν υποσχεθεί ότι κανείς δεν θα τους καταδώσει.

Οι Γερμανοί μας διέταξαν να παραταχθούμε. Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά μας. Βγήκε ένας αξιωματικός. Πολύ γρήγορα άκουσα τη γνωστή διαταγή. “Να παρουσιαστούν οι Εβραίοι κι οι κομμουνιστές”. Παρουσιάστηκαν έξι ή επτά άτομα. Ο Μπέικελμαν, που τον είχαν διαβεβαιώσει ότι κανείς δεν επρόκειτο να τον καταδώσει, βγήκε κι εκείνος από τις γραμμές μας… Το βλέμμα μου διασταυρώθηκε μ’ εκείνο ενός Ουκρανού στρατιώτη. Αμέσως κατάλαβα ότι επρόκειτο να με καταδώσει στη στιγμή. Το κατάλαβε κι ο λοχίας μας γιατί του έδωσε μια αγκωνιά και του είπε κάτι στο αυτί. Ο τύπος συγκρατήθηκε…

Δεν θυμάμαι πόσο καιρό μας πήρε για να φτάσουμε στο στρατόπεδο της Βαρβαρόφκα ή σ’ εκείνο του Νικαλάγιεφσκ, όπου βρεθήκαμε στις αρχές του Οκτώβρη. Αλλά σε κάθε στρατόπεδο που σταματούσαμε, οι Γερμανοί διέταζαν συνεχώς: “Εβραίοι και κομμουνιστές, ένα βήμα μπρος!” Και κάθε φορά όλο και βρισκόταν κάποιος να καταγγείλει έναν Εβραίο ή ένα μέλος του Κόμματος.

Οκτώβριος 1941, Σοβιετικοί αιχμάλωτοι στο Μάουτχάουζεν/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 192_100  CC_BY_SA

Οκτώβριος 1941, Σοβιετικοί αιχμάλωτοι στο Μάουτχάουζεν/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 192_100 CC_BY_SA

Μοιραία έφτασε κάποια στιγμή που κανείς δεν παρουσιαζόταν. Οι Γερμανοί ήταν δυσαρεστημένοι. Τότε, σε κάποια από αυτά τα στρατόπεδα, σκέφτηκαν να μας κατατάξουν ανά εθνότητα. Ο Γερμανός καλούσε μιαν εθνότητα και οι Ρώσοι, οι Ουκρανοί, οι Αρμένιοι, οι Γεωργιανοί ή οι Τάταροι έβγαιναν από τη γραμμή. Ήμουν απελπισμένος. Η ώρα περνούσε κι εγώ δεν είχα ακόμη καταχωριστεί. Δεν τολμούσα να διαλέξω… Ξαφνικά, θυμήθηκα ότι κάποτε είχα επισκεφτεί ένα λόχο ναρκαλιευτών ως σύνδεσμος με το γραφείο του τάγματος. Οι στρατιώτες με είχαν ρωτήσει για την καταγωγή μου. “Μαντέψτε!”, τους αποκρίθηκα. Κάποιος είχε απαντήσει ότι πρέπει να ήμουν Τσιγγάνος και κανείς από τους υπόλοιπους δεν διαφώνησε. Αυτό, λοιπόν! Τσιγγάνος! Θα πρέπει να είμαι Τσιγγάνος!…

Στο τέλος, είχαμε απομείνει δύο, εγώ κι ένας τύπος με τεράστια μύτη και σταρένιο δέρμα. Ο κατάλογος των εθνοτήτων είχε εξαντληθεί.

“Τι είσαι εσύ;”, ρώτησε ο Γερμανός αξιωματικός τον διπλανό μου. “Jude, Jude!”, άρχισαν να φωνάζουν μερικοί κοροϊδιάρηδες. Με το άκουσμα της λέξης κι άλλοι αιχμάλωτοι ξέσπασαν σε γέλια. Οι δεσμοφύλακες άρχισαν να τους χτυπούν με τα ραβδιά τους στο κεφάλι και τα γέλια έσβησαν γρήγορα. “Έλληνας”, απάντησε φοβισμένα ο αιχμάλωτος. Όταν ο διερμηνέας στράφηκε στο μέρος μου, εγώ του απάντησα: “Είμαι Ουκρανός από τη μεριά της μάνας μου και Τσιγγάνος από τον πατέρα μου!” Διερμηνέας κι αξιωματικός κοντοστάθηκαν. “Εχμ… καλά. Πήγαινε μαζί με τους Ουκρανούς!”». [Λεονίντ Ισαάκοβιτς Κοτλιάρ σε Jean Lopez και Lasha Otkhmezuri « Grandeur et misère de l’Armée rouge », εκδ. Seuil, Παρίσι 2011, έκδ. τσέπης Perrin (συλλογή Tempus), Παρίσι 2015, κεφ. 5, σελ. 147 επ., ειδικότερα σελ. 148 και 150-152. Ο Κοτλιάρ είναι συγγραφέας του βιβλίου «Воспоминания Еврея-красноармейца» («Απομνημονεύματα ενός Εβραίου του Κόκκινου Στρατού»), 2011]

Ο Κοτλιάρ ήταν πολλαπλά τυχερός. Η μοίρα των Εβραίων στην κατεχόμενη Ουκρανία ήταν τραγική. Στις 29-30 Σεπτεμβρίου 34.000 Εβραίοι του Κιέβου οδηγήθηκαν στην τοποθεσία Μπάμπι Γιαρ και εκτελέστηκαν! Κι αυτό ήταν μόνο η αρχή.

Στα πεδία των μαχών, οι Γερμανοί προέλαυναν: στα μέσα Οκτωβρίου, μαζί με τους Ρουμάνους συμμάχους καταλάμβαναν μετά από πολιορκία την Οδησσό, η οποία προοριζόταν να γίνει η πρωτεύουσα της νέας ρουμανικής επαρχίας της Υπερδνειστερίας. Στα τέλη του μηνός η 6η Στρατιά του φον Ράιχενάου έπαιρνε το Χάρκοβο, οι δυνάμεις του Έριχ φον Μάνστάιν έφταναν στην Κριμαία και άρχιζαν να πολιορκούν τη Σεβαστούπολη. Τέλος, στις 19 Οκτωβρίου, οι στρατιές του φον Ρούντστεντ καταλάμβαναν αιφνιδιαστικά το Ροστόφ επί του Ντον, το «κλειδί του Καυκάσου».

β.   Το μαρτύριο του Λενινγκράντ

Στον Βορρά, τα στρατεύματα του γηραιού Βοροσίλοφ είχαν υποστεί αλλεπάλληλες πανωλεθρίες. Προσπάθησαν να αντισταθούν στο Τάλλιν, αλλά μετά από μια εβδομάδα πολιορκίας (19-26 Σεπτεμβρίου 1941), οι γερμανικές δυνάμεις τα υποχρέωναν να εκκενώσουν την πρωτεύουσα της Εσθονίας. Τώρα πια η Βέρμαχτ βάδιζε από τρεις κατευθύνσεις προς την παλιά πρωτεύουσα των τσάρων, ενώ οι Φινλανδοί σύμμαχοί της πλησίαζαν από τα βόρεια. Ίσως το Λενινγκράντ να έπεφτε, αλλά η Μόσχα έστειλε στις αρχές Σεπτέμβρη τον Ζούκοφ να οργανώσει στοιχειωδώς την άμυνα της πόλης. Το Λενινγκράντ είχε προσωρινά σωθεί, αλλά το μαρτύριό του μόλις άρχιζε στην πραγματικότητα, καθώς η πόλη είχε περικυκλωθεί σχεδόν ολοκληρωτικά! Η πολιορκία θα κρατούσε 872 ημέρες, μέχρι τον Ιανουάριο του 1944. Τρία εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονταν μέσα στην τεράστια παγίδα που είχε στήσει η Βέρμαχτ. Το ένα εκατομμύριο δεν επρόκειτο να επιζήσει.

Οι σοβιετικές αρχές είχαν υποπέσει στα συνήθη εγκληματικά σφάλματα. Δεν είχαν φροντίσει για την εκκένωση της πόλης από τους αμάχους, δεν είχαν φροντίσει για προμήθειες τροφίμων και για αποθήκευση καυσίμων ενόψει μιας μακρόχρονης πολιορκίας. Και αυτά τα λιγοστά τρόφιμα ήταν συχνά άθλια υποκατάστατα. Κάποια στιγμή, οι αρχές ανακάλυψαν στις αποθήκες του λιμανιού 2.000 τόνους εντόσθια προβάτου που κανονικά θα προορίζονταν για υγειονομική ταφή: με αυτά παρασκεύασαν ένα άθλιο ζελέ το οποίο πάστωναν με κάθε μπαχαρικό μήπως και καλύψει την αβάσταχτη αποφορά των εντοσθίων. Αυτό ήταν το «κρέας» που δικαιούνταν οι κάτοικοι του Λενινγκράντ. Χωρίς φαγητό, χωρίς νερό, χωρίς φωτισμό και θέρμανση, οι κάτοικοι είχαν για μόνους συντρόφους τους γερμανικούς βομβαρδισμούς, την πείνα και τον θάνατο. Ειδικά μετά τα μέσα Νοεμβρίου, όταν οι μερίδες τροφίμων που διανέμονταν με δελτίο μειώθηκαν για πέμπτη φορά, οι άνθρωποι άρχισαν να πεθαίνουν μαζικά από λιμό. Για να θερμανθούν έκαιγαν τα βιβλία και τα έπιπλά τους. Για φαγητό έψαχναν στα ντουλάπια των σπιτικών φαρμακείων για γλυκερίνη, βαζελίνη ή μπριγιαντίνη για τα μαλλιά ή έσκιζαν τις ταπετσαρίες και με την ξυλουργική κόλλα που έξυναν από τους τοίχους έφτιαχναν σούπα. Οι άνθρωποι έπεφταν στον δρόμο και δεν ξανασηκώνονταν ποτέ. Πέθαιναν στη δουλειά, σε εργοστάσια και γραφεία, ή στο σπίτι, στον ύπνο τους.

Λενινγκράντ, Δεκέμβριος 1942

Λενινγκράντ, Δεκέμβριος 1942

Οι σοβιετικές αρχές προσπάθησαν να βρουν κάθε πιθανή κι απίθανη λύση που θα καθιστούσε δυνατό τον ανεφοδιασμό του Λενινγκράντ. Μέσω της παγωμένης λίμνης Λαντόγκα, μοναδικής διόδου όταν χάθηκε το Τιχβίν. Όταν το δεύτερο ανακτήθηκε τον Δεκέμβριο από τα στρατεύματα του Μερετσκόφ, μέσω 150 χλμ. δρόμων που βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση. Η αποκατάσταση των σιδηροδρομικών συγκοινωνιών υπήρξε αργή και σταδιακή, αναλόγως της προόδου στο μέτωπο του πολέμου. Αλλά το Λενινγκράντ άντεξε.

γ.   Η Μάχη της Μόσχας

Στις 16 Οκτωβρίου εξαπλώθηκε στη Μόσχα η φήμη ότι δύο γερμανικά τεθωρακισμένα είχαν φτάσει ως το Χίμκι, στα βορειοδυτικά περίχωρα της Μόσχας! Γρήγορα ο πανικός κυρίευσε τους Μοσχοβίτες: οι άνθρωποι συνωστίζονταν στους σιδηροδρομικούς σταθμούς και τα αυτοκίνητα στις εθνικές οδούς που οδηγούσαν στην Ανατολή. Υπουργεία και διπλωματικές αποστολές, όπως είχε ήδη αποφασιστεί, μεταφέρονταν στο Κούιμπισεφ (σημ. Σαμάρα), η Ακαδημία Επιστημών κι άλλα επιστημονικά κι εκπαιδευτικά ιδρύματα στο Καζάν του Ταταρστάν.

Μόσχα, Δεκέμβριος 1941: ενισχύσεις/ πηγή: RIA Novosti archive, image #429

Μόσχα, Δεκέμβριος 1941: ενισχύσεις/ πηγή: RIA Novosti archive, image #429

Στις 2 Οκτώβρη, τα τεθωρακισμένα του στρατηγού Γκουντέριαν έπαιρναν το Αριόλ. Λίγες μέρες μετά περικύκλωναν μεγάλες σοβιετικές δυνάμεις στη Βιάσμα. Οι Ρώσοι έριχναν στη μάχη ό,τι εφεδρεία είχαν, μεταφέροντας δυνάμεις από τη Σιβηρία και την Κεντρική Ασία. Οι Γερμανοί, όμως, προχωρούσαν. Μέχρι τουλάχιστον εκείνη την παράξενη 16η Οκτωβρίου, όταν οι σιβηρικές εφεδρείες του Ροκοσσόφσκι κατόρθωναν να ανακόψουν την προέλασή τους. Η Μόσχα, όμως, βρισκόταν πάντα σε θανάσιμο κίνδυνο.

«Αργότερα, όταν όλα αυτά ανήκαν πια στο παρελθόν κι ενώ οι περισσότεροι ανακαλούσαν στη μνήμη τους εκείνη τη 16η Οκτωβρίου με θλίψη και πικρία, ο Σιντσόφ έμενε πάντα σιωπηλός. Αυτή την εικόνα της Μόσχας δεν μπορούσε να την αντέξει όπως δεν αντέχει κάποιος να βλέπει παραμορφωμένο από τον φόβο το πρόσωπο ενός αγαπημένου. Κι όμως, εκείνη τη μέρα, όχι μόνο γύρω από τη Μόσχα όπου οι στρατιώτες πολεμούσαν και σκοτώνονταν, αλλά και μέσα στην ίδια την πόλη υπήρξαν άνθρωποι που έκαναν οτιδήποτε ήταν δυνατό ώστε η πρωτεύουσα να μην παραδοθεί». [Κ. Μ. Σίμονοφ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί»]

Οι μάχες σε απόσταση 50 χλμ. από τη Μόσχα συνεχίζονταν σφοδρές. Ο Στάλιν, όμως, είχε επιλέξει να παραμείνει στην πρωτεύουσά του. Με δύο ιστορικές ομιλίες έδινε τον τόνο για την αντίσταση, επικαλούμενος τον ρώσικο πατριωτισμό. Ποτέ, άλλωστε, δεν υπήρξε ένθερμος οπαδός του διεθνισμού. Θιασώτης του «σοσιαλισμού σε μία χώρα» δεν είχε κανένα πρόβλημα να παραπέμψει στις ιδέες του κλασσικότερου εθνικισμού. Την παραμονή της επετείου της Οκτωβριανής Επανάστασης, μιλούσε στον σταθμό Μαγιακόφσκι του μοσχοβίτικου μετρό σε εκπροσώπους του τοπικού σοβιέτ, του ΚΚΣΕ και των ενόπλων δυνάμεων:

 Ι. Β. Στάλιν, 1942

Ι. Β. Στάλιν, 1942

«Και αυτοί οι άνθρωποι, δίχως τιμή και συνείδηση, αυτοί οι άνθρωποι που δεν έχουν ούτε ηθική ούτε μυαλό, είναι εκείνοι που διακηρύσσουν την εξόντωση του μεγάλου ρωσικού έθνους. Του έθνους του Πλεχάνοφ και του Λένιν, του Μπιελίνσκι και του Τσερνισέφσκι, του Πούσκιν και του Τολστόι, του Γκόρκι και του Τσέχοφ, του Γκλίνκα και του Τσαϊκόφσκι, του Σέτσενοφ και του Πάβλοφ, του Σουβόροφ και του Κουτούζοφ! Οι Γερμανοί εισβολείς θέλουν ένα πόλεμο εξόντωσης των λαών της Σοβιετικής Ένωσης. Ας κοπιάσουν. Αν θέλουν ένα τέτοιο πόλεμο θα τον έχουν.» (Ι. Β. Στάλιν, λόγος της 6ης Νοεμβρίου 1941)

Ανήμερα της επετείου μιλούσε στην Κόκκινη Πλατεία, σε ένα κοινό που το αποτελούσαν κυρίως στρατιώτες που είχαν μόλις επιστρέψει από το μέτωπο ή επρόκειτο να βρεθούν σε αυτό αμέσως μετά:

Μόσχα, 7 Νοεμβρίου 1941, πίνακας του Κονσταντίν Γιουόν, 1949

Μόσχα, 7 Νοεμβρίου 1941, πίνακας του Κονσταντίν Γιουόν, 1949

«Σύντροφοι, στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού και ναύτες του Κόκκινου Ναυτικού, αξιωματικοί και πολιτικά στελέχη, άνδρες και γυναίκες των ομάδων των παρτιζάνων! Ολόκληρος ο κόσμος έχει στρέψει τα μάτια του πάνω σας, πιστεύοντας ότι είστε η δύναμη που μπορεί να συντρίψει τις γερμανικές ορδές! Οι σκλαβωμένοι λαοί της Ευρώπης σας βλέπουν ως ελευθερωτές τους… Φανείτε άξιοι αυτής της υψηλής αποστολής… Ο πόλεμός σας είναι πόλεμος απελευθερωτικός, πόλεμος δίκαιος. Εμπνευστείτε από τις ηρωϊκές μορφές των μεγάλων προγόνων μας, από τον Αλέξανδρο Νιέφσκι και τον Ντμίτρι Ντανσκόι, τον Μίνιν και τον Παζάρσκι, τον Σουβόροφ και τον Κουτούζοφ! Θάνατος στους Γερμανούς εισβολείς! Ζήτω η ένδοξη πατρίδα μας, η ελευθερία κι η ανεξαρτησία της! Με το λάβαρο του Λένιν, εμπρός για τη νίκη!» (Ι. Β. Στάλιν, λόγος της 7ης Νοεμβρίου 1941)

Οι Σοβιετικοί συνέχιζαν να αμύνονται, ο χειμώνας πλησίαζε κι οι κουρασμένες γερμανικές δυνάμεις δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένες για πόλεμο σε τέτοιες συνθήκες. Η ευκαιρία τους για μια γρήγορη, αποφασιστική επικράτηση είχε χαθεί. Είχε φτάσει η ώρα της χειμερινής σοβιετικής αντεπίθεσης. Η Στάφκα (Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση) είχε θέσει μέγιστους και ελάχιστους στόχους για την αντεπίθεση αυτή. Μόνον οι δεύτεροι επρόκειτο να πραγματοποιηθούν. Στον Βορρά ανακτήθηκε το Τιχβίν, καθιστώντας εκ νέου δυνατό τον ανεφοδιασμό του Λενινγκράντ. Στον Νότο ανακαταλήφθηκε το Ροστόφ, δέκα μόλις ημέρες μετά των απώλειά του. Τα σχέδια για την ανάκτηση του Χαρκόβου αποδείχθηκαν χιμαιρικά. Τα σοβιετικά κέρδη ήταν απλώς η δημιουργία του θυλάκου του Μπαρβένκοβο. Τέλος, ύστερα από μια μεγάλη αμφίβια επιχείρηση, οι Σοβιετικοί δημιούργησαν ένα προγεφύρωμα στη χερσόνησο του Κέρτς, στο νότιο άκρο της Κριμαίας.

Οι επιτυχίες ήταν εντυπωσιακότερες στο Μέτωπο της Μόσχας. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο ΚΣ είχε κατορθώσει να προχωρήσει έως και 300 χλμ. Οι γερμανικές δυνάμεις, όμως, δεν είχαν περικυκλωθεί ούτε υποχωρήσει άτακτα. Είχαν μάλιστα κατορθώσει να κρατήσουν τον μεγάλο θύλακο του τριγώνου Ρζεφ-Γκιατσκ-Βιάσμα, σε απόσταση 120 χλμ. από τη σοβιετική πρωτεύουσα.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΜΕΡΟΥΣ Ι: η κατάσταση των εμπολέμων στα τέλη του 1941

Στο τέλος της χρονιάς και οι δύο δυνάμεις, παρά τις μεγάλες απώλειες, πίστευαν ότι διατηρούσαν ακέραιες τις ελπίδες τους. Οι Σοβιετικοί είχαν την εντύπωση ότι τα δύσκολα είχαν περάσει, η γερμανική προέλαση είχε ανακοπεί και πλέον θα άρχιζε η ανάκτηση εδαφών. Οι Γερμανοί είχαν κατακτήσει μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής ΕΣΣΔ και μπορούσαν εύλογα να θεωρούν την υποχώρηση στη Μόσχα τακτική αναδίπλωση. Είχαν ωστόσο χάσει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και τα μεγαλεπήβολα σχέδια του Χίτλερ είχε αποδειχθεί ότι ήταν μάλλον απραγματοποίητα. Μια αίσθηση δυσαρέσκειας φαινόταν να επικρατεί. Ο Φύρερ ήταν δυσαρεστημένος με τους στρατηγούς του, τους οποίους κατηγορούσε για τις αποτυχίες. Ο φον Λέεμπ έχασε τη θέση του, ο φον Ρούντστεντ έπεσε προσωρινά σε δυσμένεια μετά την απώλεια του Ροστόφ, ο φον Μποκ απομακρύνθηκε ευσχήμως «λόγω ασθενείας».

Νοέμβριος 1941, Γερμανοί στρατιώτες προχωρούν μέσα στη λάσπη/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1981-149-34A

Νοέμβριος 1941, Γερμανοί στρατιώτες προχωρούν μέσα στη λάσπη/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1981-149-34A

Ακόμη πιο έντονη ήταν η δυσαρέσκεια μεταξύ των στρατιωτών. Τον Δεκέμβριο, ο διοικητής της 6ης Στρατιάς στρατάρχης φον Ράιχενάου ανακάλυπτε ότι το κτήριο του στρατηγείου του ήταν γεμάτο αντιπολεμικά συνθήματα. Σε άλλες περιπτώσεις, Γερμανοί κομμουνιστές που υπηρετούσαν στο Μέτωπο καλούσαν τους ομοϊδεάτες τους στη δημιουργία αντιστασιακών οργανώσεων με σκοπό την ανατροπή του ναζιστικού καθεστώτος. Άλλοι, πάλι, προτιμούσαν να αντιμετωπίσουν την κατάσταση με χιούμορ.

«Τα Χριστούγεννα δεν θα εορτασθούν εφέτος για τους εξής λόγους. Ο Ιωσήφ επιστρατεύθηκε. Η Παναγία υπηρετεί ως εθελόντρια στον Ερυθρό Σταυρό. Το Θείο Βρέφος, μαζί με τα άλλα βρέφη και νήπια, στάλθηκε στην εξοχή για προστασία από τους βομβαρδισμούς. Οι τρεις μάγοι δεν πήραν βίζα: δεν κατέστη δυνατό να τους χορηγηθεί πιστοποιητικό αρίας καταγωγής. Το άστρο της Βηθλεέμ δεν πρόκειται να λάμψει λόγω της υποχρεωτικής συσκότισης. Οι βοσκοί είναι πλέον σκοποί ή κάνουν περιπολίες κι οι άγγελοι υπηρετούν στις διαβιβάσεις. Έμεινε μόνο το γαϊδουράκι, αλλά δεν μπορείς να κάνεις Χριστούγεννα μόνο μ’ αυτό.»

η Βέρμαχτ στην ΕΣΣΔ, Οκτώβριος 1941/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1989-030-27

η Βέρμαχτ στην ΕΣΣΔ, Οκτώβριος 1941/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1989-030-27

«Οδηγίες προς αδειούχους

Να θυμάστε ότι εισέρχεστε στην επικράτεια μιας εθνικοσοσιαλιστικής χώρας, στην οποία οι συνθήκες ζωής διαφέρουν αισθητά από εκείνες που έχετε συνηθίσει. Πρέπει να είστε διακριτικοί με τους κατοίκους, να προσαρμόζεστε στα ήθη και τα έθιμά τους και να αποφεύγετε τις συνήθειες που έχετε τόσο αγαπήσει.

– Μην ξηλώνετε το παρκέ και γενικά το πάτωμα. Οι πατάτες φυλάσσονται αλλού.
– Χρησιμοποιήστε κλειδιά για να ανοίγετε τις πόρτες. Η χρήση χειροβομβίδας επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.
– Δεν είναι απαραίτητο να ρωτάτε πολίτες για το σύνθημα και το παρασύνθημα ούτε να πυροβολείτε αν δεν σας δώσουν τη σωστή απάντηση.
– Τα σκυλιά που είναι ζωσμένα με νάρκες και εκρηκτικά αποτελούν ιδιαιτερότητα της ΕΣΣΔ. Τα γερμανικά σκυλιά στη χειρότερη περίπτωση απλώς δαγκώνουν. Αν πυροβολείτε κάθε σκύλο που βλέπετε, μολονότι κάτι τέτοιο επιβάλλεται όταν βρίσκεστε στην ΕΣΣΔ, θα προκαλέσετε άσχημες εντυπώσεις.
– Στη Γερμανία, το γεγονός ότι ένα άτομο φορά γυναικεία ρούχα δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι είναι παρτιζάνος. Πάντως, να έχετε υπόψη ότι οι γυναίκες είναι εν γένει επικίνδυνες για οποιονδήποτε αδειούχο από το Μέτωπο.
– Γενικά, όταν είστε σε άδεια στην πατρίδα, να αποφεύγετε να κάνετε λόγο για την παραδεισένια ζωή σας στην ΕΣΣΔ. Μπορεί να θελήσουν να πάνε εκεί και άλλοι και να καταστρέψουν την ειδυλλιακή καθημερινότητά σας

[αμφότερα τα αποσπάσματα από Antony Beevor “Stalingradˮ, Viking 1998, επανέκδ. Penguin Books, Λονδίνο, σελ. 45-46]

Διά Πυρός και Σιδήρου

Απρίλιος 6, 2012

«Το 1647 ήταν παράξενη χρονιά. Στη γη και στον ουρανό φάνηκαν αλλόκοτα σημάδια, από αυτά που προμηνύουν συμφορές κι ασυνήθιστα γεγονότα. Την άνοιξη, όπως σημειώνουν τα χρονικά της εποχής, σμήνη ακρίδων ξεχύθηκαν από τις Άγριες Στέπες και κατέφαγαν τα σπαρτά και το χορτάρι, κι αυτό το σημάδι ήταν προάγγελος τατάρικων επιδρομών ή ίσως ενός μεγάλου πολέμου. Στις αρχές του καλοκαιριού έγινε μια μεγάλη έκλειψη ηλίου και λίγες ημέρες αργότερα ένας κομήτης εμφανίστηκε στον ουρανό. Στη Βαρσοβία, οι άνθρωποι είδαν στα σύννεφα του ουρανού σχήματα που έμοιζαν με τάφους και με φλογισμένους σταυρούς κι άρχισαν να προσφέρουν ελεημοσύνες και να νηστεύουν, πιστεύοντας ότι συμφορά μεγάλη επρόκειτο να πέσει στη χώρα και ν’ αφανίσει την ανθρωπότητα. Κι έπειτα έφτασε ο χειμώνας κι ήταν τόσο ήπιος που οι γέροντες δεν μπορούσαν να θυμηθούν τίποτε παρόμοιο. Τα ποτάμια στον Νότο δεν πάγωσαν. Φουσκωμένα από τις βροχές κι απ’ τα χιόνια που έλιωναν άρχισαν να ξεχειλίζουν, μετατρέποντας τη στέπα σε απέραντο βούρκο.

Έπειτα από όλα αυτά τα σημάδια και με τη φυσική σειρά των εποχών του χρόνου να έχει αλλάξει, όλα τα μάτια στην Ανατολή στράφηκαν προς τις Άγριες Στέπες, γιατί ο όποιος κίνδυνος θα μπορούσε να φανεί εκεί γρηγορότερα απ’ ό,τι οπουδήποτε αλλού. Κι όμως, στα μέρη αυτά τίποτε το ασυνήθιστο δεν συνέβη εκείνη την παράξενη χρονιά».

Νομίζω πως θυμάμαι πολύ καλά τη σκηνή. Χειμώνας του 1976-77. Είμαι ξαπλωμένος. Ίωση ή κάποια παιδική ασθένεια που θα κόλλησα στο δημοτικό. Ο πατέρας μου γυρίζει στο σπίτι. Κρατά στα χέρια του το λάφυρο που προορίζεται για μένα. Το τελευταίο τεύχος των «Κλασσικών Εικονογραφημένων». Χένρυκ Σενκιέβιτς «Διά Πυρός και Σιδήρου». Το όνομα του συγγραφέα δεν μου είναι άγνωστο. Το προηγούμενο Πάσχα μου είχαν φέρει δώρο το «Κβο Βάντις». Έριξα μια ματιά στο εξώφυλλο και ρώτησα: «για τι ακριβώς μιλά»; «Για τις συγκρούσεις Πολωνών και Κοζάκων», απάντησε ο πατέρας μου, προσθέτοντας, σχεδόν αμέσως, «από τη μεριά των Πολωνών, φυσικά». Μάλιστα! Με κάποιον ασαφή τρόπο γνώριζα ότι η Πολωνία υπήρξε αληθινή υπερδύναμη (θα πρέπει να το είχα δει σε κάποια «Ιστορία των Μεγάλων Μαχών» που είχα διαβάσει: στην εισαγωγή για τη Μάχη της Πολτάβας υπήρχαν αναφορές στο σημαντικό ρόλο που είχε παίξει η Πολωνία). Και γνώριζα για την αντιπαλότητα Κοζάκων και Πολωνών έχοντας ήδη δει την άποψη της άλλης πλευράς: είχα διαβάσει (σε διασκευή για εφήβους ή πάλι στα Κλασσικά Εικονογραφημένα) τον «Ταράς Μπούλμπα» του Γκόγκολ. Άνοιξα το τεύχος: στην πρώτη σελίδα, πάνω από μια εντυπωσιακή συνθετική απεικόνιση γεγονότων ήταν γραμμένα τα παραπάνω λόγια της εισαγωγής του βιβλίου.

Δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο για να με εντυπωσιάσει. Και η υπόθεση ήταν στ’ αλήθεια συναρπαστική. Δεν ήταν πια Μεσαίωνας βέβαια, αλλά πώς θα ήταν δυνατό να μην αντιμετωπίσω σαν ιππότες τους Πολωνούς ουσάρους; Και πώς αλλιώς μπορούσα να ερμηνέψω τον Γιαν Σκρζετούσκι, τη συμπεριφορά του, τον ρομαντικό έρωτά του για την Ελένα, παρά σαν αληθινό ιππότη της εποχής που εγώ αγαπούσα και στην οποία εκείνος, τυπικά, δεν ανήκε;

Μερικά χρόνια αργότερα, κατάφερα στην εφηβεία μου να διαβάσω το κανονικό βιβλίο, στην πρώτη του μετάφραση στα αγγλικά. Κι έπειτα, το βιβλίο έλαμψε διά της απουσίας του από τη βιβλιοθήκη μου. Όποτε το αναζητούσα για να το αγοράσω, σε όποια χώρα κι αν βρισκόμουν, είχα διαλέξει λάθος στιγμή: το βιβλίο ήταν εξαντλημένο. Ας ήταν. Οι πρώτες φράσεις του είχαν χαραχτεί στη μνήμη μου για πάντα. Το 1647 πρέπει να ήταν στ’ αλήθεια πολύ παράξενη χρονιά.

Ι.   Το ιστορικό πλαίσιο του έργου

Στη σειρά των άρθρων για τους Τεύτονες Ιππότες είχαμε τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε παράλληλα την πορεία ανόδου του πολωνικού βασιλείου. Είδαμε την ισχυροποίησή του μετά την Ένωση της Κρέβα με τη Λιθουανία (1384) και την παράδοση του στέμματος στον Λιθουανό Γιογκάιλα/ Γιαγκέουγο που γίνεται βασιλιάς της Πολωνίας με το όνομα Λαδισλάος Β΄. Τον θρίαμβο επί των Τευτόνων στο Τάννενμπεργκ/ Γκρούνβαλντ/ Ζαλγκίρις (1410). Τον περιορισμό της επικράτειας των Γερμανών ιπποτών στο ένα τρίτο της, μετά τον νικηφόρο για τους Πολωνούς Δεκατριετή Πόλεμο και τη δεύτερη συνθήκη ειρήνης του Τορν. Και, τελικά, τη μετατροπή του κάποτε τρομερού Ordensstaat των Τευτόνων σε κοσμικό δουκάτο της Πρωσίας, υποτελές στο πολωνικό στέμμα (1525)!

Στα χρόνια που ακολούθησαν η Ένωση Πολωνίας-Λιθουανίας συνέχισε να ισχυροποιείται και να επεκτείνει τα εδάφη της. Το 1569, με την Ένωση του Λούμπλιν, κατά τη βασιλεία του Σιγισμούνδου Β΄ Αυγούστου, τελευταίου μονάρχη της Γιαγκελλόνιας Δυναστείας, η ένωση των δύο κρατών ολοκληρώνεται (μέχρι τότε η Λιθουανία διατηρούσε σχεδόν απόλυτη αυτονομία). Παράλληλα, αποφασίζεται ότι η μοναρχία δεν θα είναι πλέον κληρονομική, αλλά ότι ο Πολωνός βασιλέας θα εκλέγεται από τη συνέλευση των ευγενών. Με τον τρόπο αυτό, το πολωνικό στέμμα θα περάσει, απροσδόκητα, στον Γάλλο πρίγκιπα Ερρίκο των Βαλουά (1573-1575) και, αργότερα, στον σουηδικό οίκο της Βάζα: ο Σιγισμούνδος Γ΄ (1587-1632) ήταν γιος της Αικατερίνης της Πολωνίας (η εξέλιξη αυτή, όμως, αντί να οδηγήσει στην ένωση των δύο δυνάμεων της Βαλτικής προκάλεσε την αντιπαλότητά τους: το 1599 ο Σιγισμούνδος έχασε τον σουηδικό θρόνο από τους συγγενείς του κι από κει και πέρα οι Πολωνοί μονάρχες βρισκόταν σε διαρκή διαμάχη με τη Σουηδία ως διεκδικητές του θρόνου της).

Α.   Η προοδευτική υπερδύναμη

α. Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βορειοανατολικής Ευρώπης: Κατά τον 17ο αιώνα, η Κοινοπολιτεία Πολωνίας και Λιθουανίας (επίσημη ονομασία: Βασίλειο της Πολωνίας και Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας/ πολ. Królestwo Polskie i Wielkie Księstwo Litewskie/ λιθ. Lenkijos Karalystė ir Lietuvos Didžioji Kunigaikštystė – ανεπίσημη: Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Πολωνίας/ πολ. Najjaśniejsza Rzeczpospolita Polska, λατ. Serenissima Res Publica Poloniae) είναι το μεγαλύτερο σε έκταση κράτος της Ευρώπης (με επικράτεια μεγαλύτερη του 1 εκατομμυρίου τ.χλμ.), ένα από τα μεγαλύτερα σε πληθυσμό (περίπου 11,5 εκατ.) κι ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά και στρατιωτικά, αντιμετωπίζοντας επιτυχώς κάθε επίδοξο αντίπαλο: τα γερμανικά κράτη, τη Σουηδία, την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τα υποτελή σ’ αυτήν ταταρικά χανάτα, ακόμη και τη Ρωσία (το 1610 οι δυνάμεις της φτάνουν μέχρι του σημείου να καταλάβουν τη Μόσχα και να την κρατήσουν για δύο χρόνια). Περιλαμβάνει (λαμβάνοντας υπόψη τα σύνορα των σύγχρονων κρατών) την Πολωνία, τη Λιθουανία, σχεδόν ολόκληρη την Ουκρανία, τη Λευκορωσία, τη Λεττονία, μεγάλο μέρος της Εσθονίας, και εδάφη της Σλοβακίας, της Μολδαβίας και της Ρωσίας. Ο πληθυσμός της είναι εξόχως πολυεθνικός: περιλαμβάνει (με βάση τα στοιχεία του 1618) 4.5 εκατομμύρια Πολωνούς, 3,5 εκατ. Ουκρανούς, 1,5 εκατ. Λευκορώσους (δύο εθνότητες που καταγράφονται αμφότερες στα χρονικά ως Ρουθηνοί), 750.000 Λιθουανούς, 750.000 ιθαγενείς Πρώσους, 500.000 Εβραίους, 500.000 Λιβονούς (Λεττονούς), καθώς και Εσθονούς, Γερμανούς, Κούρους, Σαμογέτες κ.ά. Έντονη είναι η παρουσία Ιταλών, Αρμένιων και Ελλήνων εμπόρων (όπως ο κρητικής καταγωγής Κωνσταντίνος Κορνιακτός, έμπορος από το Μπιαουόμποκ – 1582-1624 – ασχολούμενος κυρίως με εισαγωγές κι εξαγωγές από και προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία).

Κυρίως, όμως, είναι το πιο προοδευτικό ευρωπαϊκό κράτος από άποψη θεσμών: ο βασιλιάς εκλέγεται από τη Συνέλευση των Ευγενών (Σέιμ/ Sejm), των οποίων τις ελευθερίες και τα δικαιώματα υπόσχεται ότι θα σεβαστεί (τα δικαιώματα αυτά είναι και γραπτώς κατοχυρωμένα, βάσει της συνταγματικής συμφωνίας που σύναψαν οι ευγενείς με τον βασιλιά Ερρίκο Γ΄ των Βαλουά, το 1573).  Υπόκειται σε σειρά περιορισμών κατά την άσκηση της εξουσίας του, ενώ είναι υποχρεωμένος να συγκαλεί τη Συνέλευση τουλάχιστον ανά διετία. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο καγκελάριος Γιαν Ζαμόυσκι «ο βασιλιάς βασιλεύει, αλλά δεν κυβερνά (Rex regnat et non gubernat). Επιπλέον, κάθε ευγενής που μετέχει στη Συνέλευση έχει δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) για οποιοδήποτε θέμα κρίνει εκείνος ως ζωτικής σημασίας. Κι αν ο όρος δημοκρατία μοιάζει υπερβολικός για ένα αριστοκρατικό πολίτευμα, ας επισημανθεί ότι οι Πολωνοί ευγενείς (η szlachta) με δικαίωμα συμμετοχής στη Συνέλευση ξεπερνούσαν το 12 % του συνολικού πληθυσμού της Κοινοπολιτείας, φτάνοντας σε κάποιες περιόδους και το 15 % (ενδεικτικά σημειώνεται ότι στη Βρετανία το 1867 δικαίωμα ψήφου είχε μόλις το 3 % του πληθυσμού). Επιπροσθέτως, οι περιοχές απολαύουν μεγάλης αυτονομίας στα θέματα διοίκησης: τόσο οι βοϊβοδίες (που διέθεταν το δικό τους κοινοβούλιο), όσο και οι επαρχίες.

Τέλος, διασφαλίζεται η θρησκευτική ελευθερία, βάσει της λεγόμενης ιδρυτικής πράξης της Συνομοσπονδίας που υπογράφηκε το 1573 στη Βαρσοβία. Ουδέποτε δραστηριοποιήθηκε στα εδάφη της Κοινοπολιτείας η Ιερά Εξέταση. Και ποτέ δεν εξαπλώθηκε ο προτεσταντισμός. Ίσως γιατί η καθολική εκκλησία της Πολωνίας είχε μάθει να συμβιώνει με ορθόδοξους και εβραϊκούς πληθυσμούς. Αυτή η στάση ανεκτικότητας επέτρεψε στην Πολωνία να μην εμπλακεί στους θρησκευτικούς πολέμους που σπαράσσουν τη χριστιανική Ευρώπη του 16ου – 17ου αι. και ιδίως στον Τριακονταετή Πόλεμο. Σ’ αυτό το πλαίσιο ελευθερίας μπορούν να γίνουν ανεκτές ή κατανοητές και ορισμένες γραφικές παραδοξότητες, όπως η βαθύτατα εδραιωμένη πεποίθηση της πολωνικής αριστοκρατίας ότι δεν έχει σλαβική καταγωγή, αλλά ότι πρόγονοί της είναι οι Ιρανοί Σαρμάτες!

Το πολωνολιθουανικό κράτος διαθέτει πραγματικά ισχυρή οικονομία: η χώρα είναι η πρώτη σιτοπαραγωγός στην Ευρώπη (έστω κι αν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής προορίζεται για εσωτερική κατανάλωση). Εξάγει από τα λιμάνια του (κυρίως το Γκντανσκ) ή διά της χερσαίας οδού σιτηρά, ξυλεία και συναφή προϊόντα, αλάτι, καπνά, βαμβάκι και λινά υφάσματα και εισάγει κρασιά και ζύθο, φρούτα, ενδύματα, είδη πολυτελείας, αλιεύματα και βιομηχανικά προϊόντα. Μέχρι τον 17ο αι., το εμπορικό ισοζύγιο παραμένει θετικό.

Πολιτιστικά, η Κοινοπολιτεία γνωρίζει άνθηση. Διαθέτει ένα από τα αρχαιότερα πανεπιστήμια της ηπείρου (αυτό της Κρακοβίας) κι ένα ακόμη σημαντικό ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης στο Βίλνιους. Αναδεικνύει πλήθος επιστημόνων, λογίων και καλλιτεχνών (ξεκινώντας φυσικά με τον Νικόλαο Κοπέρνικο και συνεχίζοντας με τον ιστορικό και χαρτογράφο Μαρτίνο Κρόμερ, τον χημικό Μίχαου Σεντζιβόι, τον μαθηματικό, φυσικό και αστρονόμο Γιαν Μπρόζεκ, τους ιστορικούς Άλμπρυχτ Στανίσουαφ Ρατζίβιου και Γιαν Χρυζόστομ Πάσεκ, τους μουσικούς Γιάτσεκ Ροζύτσκι, Μάρτσιν Μελτσέφσκι και Μικογουάι Ζελένσκι). Η Αναγέννηση φτάνει γρήγορα στην Πολωνία. Ο πολιτικός και ουμανιστής Γιαν Ζαμόυσκι επιχειρεί να ιδρύσει την ιδανική πόλη, καλώντας Ιταλούς αρχιτέκτονες και καλλιτέχνες: το Ζάμοστς μοιάζει σαν ένα κομμάτι της Ιταλίας που κάποια ιστορική παραδοξότητα μεταφύτεψε στην Πολωνία.

β. Εντάσεις κι ανισότητες: Ωστόσο, η ειδυλλιακή αυτή εικόνα κρύβει εντάσεις κι ανισότητες που επιτείνονται με τον χρόνο. Ειδικά στην Ανατολή, το πρότυπο εκμετάλλευσης είναι τα μεγάλα αγροκτήματα που καλλιεργούν δουλοπάροικοι και τα οποία ανήκουν σε μια αριστοκρατία γαιοκτημόνων (π.χ. στις οικογένειες Τσαρτορύσκι, Βισνοβιέτσκι, Ρατζίβιου ή Σαπιέχα) πολωνική ή εκπολωνισμένη (μια και τα μέλη της αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρουθηνοί ως προς την εξ αίματος καταγωγή και Πολωνοί ως προς την Ιθαγένεια). Οι ορθόδοξοι, που αποτελούν την συντριπτική πλειονότητα στον απλό λαό, αισθάνονται πολλαπλά καταπιεσμένοι: πολιτικά, οικονομικά και θρησκευτικά. Η τάση για μια ενιαία εθνική και θρησκευτική ταυτότητα (πολωνική και καθολική) γίνεται αφόρητη για τους Ορθόδοξους που βρίσκονται αντιμέτωποι συχνά με την εκβιαστική επιλογή ανάμεσα στον καθολικισμό και την Ουνία.

Η κατάσταση στην Ανατολή καθίσταται ακόμη πιο περίπλοκη επειδή στην… εξίσωση υπάρχει κι ένας απρόβλεπτος παράγοντας: οι Κοζάκοι (ουκρ.: козаки, ρωσ.: казаки, προφ. και στις δύο περιπτώσεις καζακί, πολ.: kozacy = κοζάτσι). Δεν υπάρχει βεβαιότητα ως προς την προέλευση του ονόματός τους: παλαιοσλαβική με κουμανικό απώτερο έτυμο ή με απευθείας τουρκική προέλευση, η λέξη δηλώνει τον ελεύθερο που ζει νομαδικά. Αυτοί οι ανατολικοσλαβικοί πληθυσμοί (στους οποίους ίσως αναμείχθηκαν και ταταρικά και άλλα τουρκογενή στοιχεία) σχημάτισαν, από τον Ύστερο Μεσαίωνα, αυτόνομες στρατιωτικές κοινότητες στην περιοχή του Δνείπερου και του Δον, προσφέροντας συχνά τις στρατιωτικές υπηρεσίες τους ως μισθοφόροι στις δυνάμεις της περιοχής. Η πιο ονομαστή από τις κοινότητές τους είναι η επικράτεια του Ζαπαρόζε (ρ.)/ Ζαπαρίζια (ουκρ.) (ουκρ.: Запорізька Січ = Ζαπαρίζκα Σιτς/ ρωσ.: Запорожская Сечь = Ζαπαρόζσκαγια Σετς), κέντρο της οποίας είναι μια σειρά από οχυρωμένα νησιά στον Δνείπερο. Στις τάξεις των Κοζάκων ενσωματώνονται διαρκώς φυγάδες δουλοπάροικοι από τις δυο πλευρές των συνόρων (πολωνική και ρωσική) που ξεφεύγουν από τους φεουδάρχες τους για να ζήσουν ελεύθεροι.

Οι κοινότητες των Κοζάκων βρίσκονται εντός της πολωνικής επικράτειας. Τυπικά είναι υπήκοοι του πολωνικού στέμματος. Υπηρετούν στις πολωνικές ένοπλες δυνάμεις είτε περιστασιακά είτε ως τακτικά στρατεύματα, διατηρώντας σχετική αυτονομία. Οι αρχηγοί τους καταλαμβάνουν στρατιωτικά και πολιτικά αξιώματα στο πλαίσιο της πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας. Ωστόσο, από τις αρχές τουλάχιστον του 17ου αι. εμφανίζονται εντάσεις στις σχέσεις μεταξύ Πολωνών και Κοζάκων. Είναι σαφές ότι η Κοινοπολιτεία σκοπεύει να ξοδέψει λιγότερα χρήματα για τη στρατολόγηση Κοζάκων και έχει αποφασίσει να δίνει λιγότερα αξιώματα και εξουσίες στους αρχηγούς τους. Οι πιέσεις για εκπολωνισμό κι απάρνηση της Ορθοδοξίας, τα σχέδια για μετατροπή των αγροτών σε δουλοπάροικους, καθιστούν τις ισορροπίες όλο και πιο εύθραυστες. Η κρίση που σοβεί μοιάζει έτοιμη να εκδηλωθεί.

Β. Η περίοδος των αναταράξεων

Με ειρωνικό τρόπο, ακριβώς τη χρονική στιγμή που τερματίζεται ο Τριακονταετής Πόλεμος από τον οποίο η Πολωνία έχει πετύχει να γλιτώσει, η Κοινοπολιτεία εισέρχεται σε περίοδο έντονων αναταράξεων, η οποία θα σηματοδοτήσει την αμετάκλητη παρακμή της και θα οδηγήσει τελικά, ενάμισι αιώνα αργότερα, στον ολοκληρωτικό αφανισμό του πολωνικού κράτους. Η σπίθα που θα εξελιχτεί σε πυρκαγιά θα προέλθει από την Ανατολή. Κι ο άνθρωπος που θα πυροδοτήσει τις εξελίξεις ονομάζεται Μπαγκντάν Χμελνίτσκι.

α.   Η εξέγερση του Μπαγκντάν Χμελνίτσκι: Ο Μπαγκντάν (δηλ. Θεόδωρος) Χμελνίτσκι (ουκρ. και ρωσ.: Богдан Хмельницький, πολ.: Bohdan Chmielnicki = Μπόχνταν Χμελνίτσκι) γεννιέται το 1595, πιθανώς στο Σουμπότιφ της Ουκρανίας, κοντά στο Τσιγκίριν, παιδί επιφανούς οικογένειας Κοζάκων. Τυγχάνει εξαιρετικής εκπαίδευσης, στο Κολλέγιο των Ιησουητών του Λβούφ/ Λβιβ και σε ορθόδοξα σχολεία του Κιέβου. Αποκτά πολύ καλή γνώση της ευρωπαϊκής Ιστορίας και μαθαίνει αρκετές γλώσσες (πολωνικά, λατινικά, γαλλικά και τουρκικά). Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του (1617) υπηρετεί στα στρατιωτικά σώματα των Κοζάκων για λογαριασμό της Κοινοπολιτείας. Πολεμώντας την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα εδάφη της Μολδαβίας αιχμαλωτίζεται από τους Τούρκους κοντά στο Ιάσιο (1620) και περνά δυο χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Απελευθερώνεται το 1622, όταν ο Πολωνός πρεσβευτής στην Υψηλή Πύλη, ο Κρζύστοφ Ζμπαράσκι καταβάλλει 30.000 τάλερ στους Τούρκους με αντάλλαγμα την απελευθέρωση όλων των Πολωνών στρατιωτικών που είχαν αιχμαλωτιστεί στη Μολδαβία.

Στα επόμενα χρόνια, ο Χμελνίτσκι θα αποδείξει τις αδιαμφισβήτητες πολιτικές και στρατιωτικές του ικανότητες. Χαίρει της εκτίμησης των Κοζάκων συναδέλφων του και της πολωνικής αριστοκρατίας. Κερδίζει τίτλους κι αξιώματα. Όλα μοιάζουν ιδανικά για όλες τις πλευρές, μέχρι που ο Χμελνίτσκι θα έρθει σε σύγκρουση με τον νέο Πολωνό έπαρχο του Τσιγκίριν, τον Ντάνιελ Τσαπλίνσκι. Υπό τις οδηγίες του πανίσχυρου αριστοκράτη Αλεξάντερ Κονιετσπόλσκι, σκληροπυρηνικού οπαδού της πολιτικής του δραστικού περιορισμού των δικαιωμάτων των Κοζάκων, ο Τσαπλίνσκι επιχειρεί να αποσπάσει από τον Χμελνίτσκι το φέουδο του Σουμπότιφ. Ο Χμελνίτσκι προσπάθησε να διευθετήσει το πρόβλημα κάνοντας επανειλημμένα διαβήματα στις αρχές της Βαρσοβίας. Κατόπιν ακροάσεως, ο βασιλιάς Λαδισλάος Δ΄ Βάζα εξέδωσε απόφαση που αναγνώριζε τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του Χμελνίτσκι. Ωστόσο, η πλευρά Κονιετσπόλσκι-Τσαπλίνσκι συνέχισε τις προσπάθειές της και τον Απρίλιο του 1647 εξεδίωξε τον Χμελνίτσκι από το κτήμα του. Ο Κοζάκος ζήτησε νέα ακρόαση από τον βασιλέα. Αυτή τη φορά ο μονάρχης δίστασε να έρθει σε σύγκρουση μ’ έναν από τους ισχυρότερους ευγενείς του. Ο Χμελνίτσκι πείσθηκε ότι χρειάζονταν πιο δραστικές λύσεις. Στράφηκε προς τους Κοζάκους συντρόφους του.

Τα χρονικά της εποχής τονίζουν ως αιτία της εξέγερσης τη διαμάχη του Χμελνίτσκι με τους Πολωνούς ευγενείς. Εντούτοις, όσο ρόλο κι αν πράγματι έπαιξε αυτή η σύγκρουση, είναι δύσκολο να ερμηνεύσουμε ένα γεγονός που άλλαξε την Ιστορία της Ανατολικής Ευρώπης με βάση μια προσωπική βεντέτα. Στην πραγματικότητα, είχαν ωριμάσει οι συνθήκες ώστε οι Κοζάκοι να εκδηλώσουν δυναμικά τη δυσαρέσκειά τους για την πολιτική της πολωνικής αριστοκρατίας. Ύστερα από σειρά επαφών με όλους τους ισχυρούς Κοζάκους παράγοντες, ο Χμελνίτσκι εξελέγη αταμάνος τον Ιανουάριο του 1648 υποσχόμενος να διεκδικήσει δυναμικά τα δικαιώματα των Κοζάκων. Οι διαπραγματεύσεις με τις πολωνικές αρχές δεν κατέληξαν πουθενά. Αναζητώντας συμμάχους για την ένοπλη σύγκρουση που φαινόταν αναπόφευκτη, ο Χμελνίτσκι ήρθε σε διαπραγματεύσεις με τον Τάταρο Χάνο της Κριμαίας, τον Ισλάμ Γ΄ Γκιράυ, ο οποίος του υποσχέθηκε στρατιωτική ενίσχυση και του έστειλε δύναμη ιππικού υπό τον Τουγάυ Μπέη.

Οι Πολωνοί αποφάσισαν να καταπνίξουν την εξέγερση των Κοζάκων το συντομότερο δυνατό. Ο Μικογουάι Ποτότσκι, Μέγας Αταμάνος του Στέμματος (δηλαδή στρατάρχης), έστειλε μια δύναμη 3.000 ανδρών, υπό τη διοίκηση του εικοσιτετράχρονου γιού του Στέφαν, για να αντιμετωπίσει τους Κοζάκους. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στα Ζόφτι Βόντι, στην κεντρική Ουκρανία (ουκρ.: Жовтi Води, ρωσ.: Жёлтые Воды = Ζόλτιγιε Βόντι, πολ.: Żółte Wody = Ζόουτε Βόντυ, κυριολ. κίτρινα νερά), στις 28 Απριλίου 1648. Το βασικό πρόβλημα για τους Πολωνούς ήταν ότι η μισή δύναμή τους αποτελούταν από Κοζάκους οι οποίοι γρήγορα αποσκίρτησαν κι ενώθηκαν με τον στρατό του Χμελνίτσκι. Επιπλέον, οι ενισχύσεις που τους στάλθηκαν ήταν πάλι Κοζάκοι που προσχώρησαν αμέσως μετά την άφιξή τους στους εξεγερμένους. Οι Πολωνοί βρέθηκαν σε θέση δραματικής αριθμητικής αδυναμίας: 1.500 άνδρες έπρεπε να αντιμετωπίσουν 15.000 Κοζάκους και Τάταρους! Χάρη στο πυροβολικό τους και το επίλεκτο ιππικό των Ουσάρων, οι Πολωνοί αντιστάθηκαν για περισσότερες από δύο εβδομάδες. Εξαντλημένοι και με μεγάλες απώλειες, επιχείρησαν να υποχωρήσουν το βράδυ της 15ης– 16ης Μαΐου: το τατάρικο ιππικό του Τουγάυ Μπέη και οι Κοζάκοι, υπό τη διοίκηση του χαρισματικού Μαξίμ Αλσάνσκι «Κριβανός» (παρατσούκλι που σήμαινε ο «Στραβομύτης», «αυτός με τη γαμψή μύτη»), τους επιτέθηκαν και τους κατέσφαξαν. Μετά την αρχική επιτυχία, οι Κοζάκοι του Χμελνίτσκι πετούν από νίκη σε νίκη. Τα Χριστούγεννα του 1648 ο Χμελνίτσκι μπαίνει στο Κίεβο ως ελευθερωτής και «ηγέτης της χώρας των Ρους», ενώ σε ολόκληρη την Ουκρανία οι αγρότες εξεγείρονται διώκοντας τους Πολωνούς ευγενείς που τους δυνάστευαν. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, η αποτίναξη του ζυγού απελευθερώνει και τις δυνάμεις της βίας: την πληρώνουν τα συνήθη θύματα. Ο πολυάριθμος εβραϊκός πληθυσμός της Ουκρανίας υφίσταται τους χειρότερους διωγμούς.

Ο Χμελνίτσκι, παράλληλα με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τις διαπραγματεύσεις, προσπαθεί να οργανώσει το κράτος του. Τα πράγματα όμως αρχίζουν να περιπλέκονται στα πεδία των μαχών. Τον Ιούνιο του 1651 υφίσταται σημαντική ήττα στο Μπερεστέτσκο, όπου τον προδίδουν οι μέχρι τότε σύμμαχοί του Τάταροι. Αναγκάζεται να συνάψει ανακωχή με μάλλον δυσμενείς όρους και προσπαθεί να αναζητήσει εξωτερικούς συμμάχους. Διαπραγματεύεται αρχικά με την Υψηλή Πύλη, αλλά οι Κοζάκοι του δεν είναι πρόθυμοι να γίνουν υποτελείς ενός αλλόθρησκου ηγεμόνα. Έτσι στρέφεται προς τη «φυσική» λύση: τον τσάρο Αλέξιο της Ρωσίας. Ύστερα από δύσκολες διαπραγματεύσεις συνάπτεται η Συνθήκη του Περεγιασλάβ (Ιανουάριος του 1654), βάσει της οποίας οι Κοζάκοι διατηρούν την αυτονομία τους αναγνωρίζοντας την επικυριαρχία του τσάρου. Τα δεδομένα έχουν μεταβληθεί για όλους και μια νέα δύναμη κάνει την εμφάνισή της. Μόνο που δεν θα είναι η μόνη.

β.   Ο «Κατακλυσμός»: Είναι πλέον σαφές ότι το κουτί της Πανδώρας έχει ανοίξει (πότε ακριβώς, όμως, άραγε;) κι ότι οι δυνάμεις της συντέλειας έχουν απελευθερωθεί. Στην πραγματικότητα, η κατάσταση πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο για τους δύο αρχικούς εμπόλεμους. Οι Κοζάκοι, που έχουν απωθήσει τους Πολωνούς από την Ουκρανία και τη Λευκορωσία, διαπιστώνουν ότι ο νέος τους σύμμαχος είναι εξαιρετικά παρεμβατικός και θέλει να έχει λόγο για τα εσωτερικά τους ζητήματα. Ταυτόχρονα, οι πρώην σύμμαχοί τους, οι Τάταροι, λεηλατούν ανεμπόδιστοι τα ουκρανικά εδάφη. Όσο για τους Πολωνούς, εκεί που νόμισαν ότι κατόρθωσαν να ελέγξουν τους Κοζάκους αντιπάλους τους, βρίσκονται μεταξύ δύο τουλάχιστον πυρών. Την ώρα που οι Ρώσοι ετοιμάζονται να εισβάλουν από τα ανατολικά, επιτίθενται στην Πολωνία οι Σουηδοί (Ιούλιος 1655). Αρχίζει αυτό που στην πολωνική Ιστορία καταγράφηκε ως ο (σουηδικός) «Κατακλυσμός» (Potop szwedzki). Το δυτικό τμήμα της Κοινοπολιτείας βρίσκεται γρήγορα υπό (προσωρινή έστω) σουηδική κατοχή, ενώ το ανατολικό το κατέχουν Κοζάκοι και Ρώσοι.

Ο ίδιος ο Χμελνίτσκι δεν θα καταφέρει να χειρισθεί με επιτυχία τις εξελίξεις. Διαπραγματευόμενος ταυτόχρονα με Σουηδούς και Ρώσους (μολονότι η Ρωσία θα κηρύξει τον πόλεμο στη Σουηδία, τον Ιούλιο του 1656), αντιμέτωπος με εσωτερικά προβλήματα κι έριδες, ο Κοζάκος ηγέτης θα κουραστεί. Τον Ιούλιο του 1657 θα υποστεί βαρύτατο εγεφαλικό επεισόδιο και πέντε μέρες αργότερα (27.7) θα πεθάνει.

Σ’ αυτήν την απελπιστική κατάσταση η Πολωνία θα βρει τις δυνάμεις να αντιδράσει. Δύο ευγενείς, ο Στέφαν Τσαρνιέτσκι και ο Μέγας Αταμάνος της Λιθουανίας Πάβεου Γιαν Σαπιέχα, θα οργανώσουν την πολωνική αντίσταση κατά των Σουηδών του Κάρολου Ι΄ Γουστάβου. Το 1657, οι δυνάμεις της Κοινοπολιτείας θα κατορθώσουν να εκδιώξουν τις σουηδικές δυνάμεις από τα πολωνικά εδάφη. Η Κοινοπολιτεία θα προσπαθήσει ακόμη και να προσεταιρισθεί εκ νέου τους Κοζάκους. Με τη Συνθήκη του Χάτζατς (ουκρ.: Γκάντιατς), το 1658, προσφέρεται ξανά στους Κοζάκους η δυνατότητα συνεργασίας με την Κοινοπολιτεία. Η πολωνική συνέλευση και ο βασιλιάς Ιωάννης Β΄ Καζιμίρ θα κυρώσουν τη συνθήκη, την οποία θα δεχθούν μέρος της συνέλευσης των Κοζάκων (της Στάρσυνας) και ο νέος αταμάνος Ιβάν Βυχόφσκι. Δεν θα συμβεί το ίδιο με την πλειονότητα των Κοζάκων. Η συνθήκη θα μείνει νεκρό γράμμα. Τα πράγματα δεν μπορούσαν να είναι ποτέ ξανά ίδια… Ο αγώνας για την Ουκρανία και τη Λευκορωσία, που έχει πλέον πάρει τη μορφή ρωσοπολωνικής σύγκρουσης, θα τερματιστεί το 1667 με τη Συνθήκη του Αντρούσοβο. Η Πολωνία θα περιορίσει τις απώλειές της, διατηρώντας τα εδάφη δυτικά του Δνείπερου.

Έστω και πληγωμένη, η Πολωνία έχει ακόμη στιγμές δόξας μπροστά της. Ο λυτρωτής, άλλωστε, της Βιέννης από την οθωμανική πολιορκία του 1683 πρόκειται να είναι Πολωνός, ο βασιλιάς Ιωάννης Γ΄ Σομπιέσκι. Ωστόσο, τα τραύματα που της προκάλεσαν οι αναταράξεις που ξεκίνησαν με την εξέγερση του Μπαγκντάν Χμελνίτσκι δεν θα γιατρευτούν ποτέ.

ΙΙ.   Ο Σενκιέβιτς και το «Διά Πυρός και Σιδήρου»

Α.   Το πλαίσιο συγγραφής του έργου

Πραγματικά εθνικός συγγραφέας της Πολωνίας, ο νομπελίστας Χένρυκ Σενκιέβιτς (1846-1916), γεννήθηκε στη Βόλα Οκρζέισκα της ρωσοκρατούμενης ανατολικής Πολωνίας, παιδί ξεπεσμένης αριστοκρατικής οικογένειας. Το έργο του χαρακτηρίζεται από τα δύο μεγάλα ιδεολογικά ρεύματα που σημάδεψαν τον 19ο αιώνα, τον ρομαντισμό και τον εθνικισμό. Κατεξοχήν εκπρόσωπος του πολωνικού αλυτρωτισμού, συγγράφει το «Διά Πυρός και Σιδήρου» (Ogniem i Mieczem) το 1884 με σκοπό να τονώσει το ηθικό των υπόδουλων συμπατριωτών του, είκοσι χρόνια μετά την αποτυχημένη εξέγερση του Ιανουαρίου του 1863 κατά των Ρώσων. Το μυθιστόρημα, που δημοσιεύθηκε αρχικά σε συνέχειες στις πολωνικές εφημερίδες, αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας με θέμα την Ιστορία της Πολωνίας κατά τον 17ο αιώνα. Τα άλλα δύο μέρη είναι ο «Κατακλυσμός» («Potop», 1886) και ο «Άρχοντας Βολοντιόφσκι» («Pan Wołodyjowski», pan είναι η πολωνική προσφώνηση για τον κύριο, 1888), που έχει μεταφραστεί και υπό τους τίτλους «Φωτιά στη Στέπα» και «Συνταγματάρχης Βολοντιόφσκι».

Παρά τους σαφείς πατριωτικούς σκοπούς του συγγραφέα, το «Διά Πυρός και Σιδήρου» είναι αρκετά πιστό στα ιστορικά δεδομένα. Προκειμένου να συγγράψει το έργο, ο Σενκιέβιτς μελέτησε τα αρχεία της πολωνικής αριστοκρατίας της εποχής και τα απομνημονεύματα επιφανών μελών της. Υπάρχουν βεβαίως σημεία που ο συγγραφέας επιχειρεί να εξάρει τον ηρωϊσμό των Πολωνών, συνολικά όμως το μυθιστόρημα διακρίνεται αιπό υψηλό βαθμό ιστορικής ακρίβειας. Οι ήρωες τους οποίους δημιούργησε η φαντασία του συγγραφέα συνυπάρχουν με πραγματικά πρόσωπα που σημάδεψαν τα γεγονότα της εποχής (τον βασιλέα Ιωάννη Β΄ Καζιμίρ, τον πρίγκιπα Βισνοβιέτσκι, τους αταμάνους των Κοζάκων Χμελνίτσκι και Βυχόφσκι, τον Τάταρο Τουγάυ Μπέη). Ακόμη κι ο χαρακτήρας του πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος Γιαν Σκρζετούσκι είναι «χτισμένος» πάνω σ’ ένα ιστορικό πρόσωπο: τον υπερασπιστή της πόλης του Ζμπάραζ Μικογουάι Σκρζετούσκι. Επιπλέον, το έργο δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί απλοϊκό ως προς την πλοκή και τους βασικούς χαρακτήρες του. Άλλωστε στερείται ενός πραγματικά «κακού» ήρωα. Ο αντίζηλος του Σκρζετούσκι, ο Κοζάκος Γιούρι Μπόχουν είναι μεν βίαιος και απερίσκεπτος, αλλά επιδεικνύει θάρρος που υπερβαίνει τα όρια του ηρωισμού, ενώ ο έρωτάς του για την Ελένα είναι αληθινός.

Β.   Η υπόθεση του μυθιστορήματος

Ο Γιαν Σκρζετούσκι είναι ένας νεαρός Πολωνός ευγενής, αξιωματικός του επίλεκτου σώματος του ιππικού, των «Φτερωτών» Ουσάρων, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία του πρίγκιπα Γιερέμι Βισνοβιέτσκι. Επιστρέφοντας από αποστολή στην Κριμαία, κι ενώ βρίσκεται κοντά στο Τσιγκίριν σώζει έναν άνδρα που δέχεται επίθεση. Αποκαλύπτεται ότι ο άνθρωπος αυτός είναι ο Μπαγκντάν Χμελνίτσκι τον οποίο επιχείρησαν να σκοτώσουν έμπιστοι του Τσαπλίνσκι. Ο Σκρζετούσκι συνεχίζει τον δρόμο του και πηγαίνει στο Τσιγκίριν όπου γνωρίζεται και αναπτύσσει σχέσεις φιλίας με τον Πολωνό ευγενή Γιαν Ονούφρυ Ζαγκουόμπα και τον Λιθουανό αριστοκράτη Λονγκίνους Ποντμπιπιέντα. Λίγες μέρες αργότερα, ξεκινά με τον Ζαγκουόμπα για το Λούμπνυ. Στον δρόμο συναντά κι ερωτεύεται την ορφανή νεαρή πριγκίπισσα Ελένα Κουρτσεβιτσούβνα, η οποία ταξιδεύει μαζί με τη θεία της. Η θεία καλεί τους αξιωματικούς στο οικογενειακό κτήμα της στο Ροζουόγκι. Κατά τη διάρκεια ενός δείπνου, ο Σκρζετούσκι μαθαίνει ότι η θεία της Ελένας έχει υποσχεθεί να την παντρέψει με τον Κοζάκο συνταγματάρχη Γιούρι Μπόχουν (τον οποίο η ίδια η Ελένα απεχθάνεται γιατί τον έχει δει να σκοτώνει άνθρωπο μπροστά στα μάτια της). Ο ήρωας κάνει ό,τι είναι δυνατό για να μεταπείσει τη θεία.

Στο μεταξύ, ο πρίγκιπας Βισνοβιέτσκι στέλνει τον Σκρζετούσκι ως εκπρόσωπό του στο Ζαπαρόζε, ενώ ετοιμάζεται να ξεσπάσει η εξέγερση των Κοζάκων. Σε μια συμπλοκή ο ήρωας τραυματίζεται κι αιχμαλωτίζεται. Οι Κοζάκοι οδηγούν τον αιχμάλωτο στον αρχηγό τους, που δεν είναι άλλος από τον Χμελνίτσκι. Ο αταμάνος σώζει τον Σκρζετούσκι κι υπόσχεται να τον απελευθερώσει το συντομότερο δυνατό. Μέχρι να συμβεί αυτό, ο Γιαν παρακολουθεί ανήμπορος τη συντριβή των Πολωνών στα Ζόφτι Βόντι.

Ανακαλύπτοντας την «προδοσία» της θείας της Ελένας, ο Μπόχουν επιτίθεται στο Ροζουόγκι με σκοπό να απαγάγει την Ελένα. Στη σύγκρουση σκοτώνονται οι δύο εξάδελφοι της νεαρής, η θεία της στραγγαλίζεται από τους Κοζάκους του Μπόχουν και οι εξεγερμένοι χωρικοί πυρπολούν την έπαυλη. Η ίδια η Ελένα καταφέρνει να ξεφύγει.

Ελεύθερος πια, ο Σκρζετούσκι κατευθύνεται προς το Ροζουόγκι για να βρει την αγαπημένη του. Φτάνοντας αντικρίζει μόνο ερείπια. Πιστεύοντας ότι η Ελένα είναι νεκρή θρηνεί τον θάνατό της κι επιστρέφει στην υπηρεσία του Βισνοβιέτσκι. Εκεί, ο Ζαγκουόμπα τον πληροφορεί ότι η Ελένα είναι σώα κι ασφαλής στο Μπαρ. Ενώ ο ήρωας ετοιμάζεται να πάει στην πόλη αυτή για να συναντήσει την Ελένα πληροφορείται ότι οι δυνάμεις του Μπόχουν κατέλαβαν το Μπαρ. Στον απελπισμένο Σκρζετούσκι φτάνει η ψευτική πληροφορία ότι η αγαπημένη του δολοφονήθηκε σ’ ένα μοναστήρι του Κιέβου όπου την κρατούσαν αιχμάλωτη. Ο ήρωας πέφτει βαριά άρρωστος.

Μετά την ανάρρωσή του, ο Σκρζετούσκι μεταβαίνει στο Ζμπάραζ με σκοπό να οργανώσει την άμυνα της πόλης, την οποία ετοιμάζονται να πολιορκήσουν οι Κοζάκοι. Πολεμά με ηρωϊσμό κατά την πολιορκία. Για να σώσει την πόλη, αποφασίζει να περάσει μέσα από τις γραμμές του εχθρού και να συναντήσει τον βασιλιά Ιωάννη Καζιμίρ ζητώντας του ενισχύσεις. Επιτυγχάνει στην παράτολμη αποστολή του και σώζει την πόλη. Στο μεταξύ μαθαίνει ότι η Ελένα είναι ζωντανή. Οι δύο ερωτευμένοι συναντιούνται στο Λβούφ όπου και παντρεύονται. Μετά το τέλος της εξέγερσης του Χμελνίτσκι θα ζήσουν ευτυχισμένοι, αποκτώντας μια ντουζίνα και περισσότερα παιδιά (αυτό μπορεί να μη μας πολυφαίνεται ρομαντικό, αλλά τα ήθη κι έθιμα της εποχής ήταν μάλλον διαφορετικά από τα σύγχρονά μας).

Γ.   Μεταφορά στον κινηματογράφο: Το μυθιστόρημα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1999 (με ιδιαίτερη επιτυχία) από τον Πολωνό σκηνοθέτη Γιέρζυ Χόφφμαν. Τότε, επρόκειτο για την ακριβότερη πολωνική παραγωγή όλων των εποχών. Ο σκηνοθέτης κατόρθωσε να μεταφέρει κινηματογραφικά ολόκληρη την Τριλογία του Σενκιέβιτς, με την αντίστροφη όμως σειρά (1969: Άρχοντας Βολοντιόφσκι, 1974: Κατακλυσμός, με πρωταγωνιστή τον, γνωστό μας από τις ταινίες του Βάιντα, Ντάνιελ Ολμπρύχσκι). Στην ταινία του 1999, πρωταγωνίστησαν ο Μίχαου Ζεμπρόφσκι ως Γιαν Σκρζετούσκι, η μεγαλωμένη στη Σουηδία Ιζαμπέλλα Σκορούπκο ως Ελένα, ο Ρώσος Αληξάντρ Νταμαγκάροφ ως Μπόχουν κι ο Ουκρανός Μπαγκντάν Στούπκα ως Χμελνίτσκι (προσθέστε και τον Ολμπρύχσκι ως Τουγάυ Μπέη και τον Αντρζέι Σέβερυν ως πρίγκιπα Βισνοβιέτσκι). Η ταινία δέχθηκε κριτικές για κάποιες ανακρίβειες: κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο παρουσίασε τη μάχη στα Ζόφτι Βόντι. Ωστόσο, πώς είναι δυνατόν να παρουσιασθεί με ακρίβεια σε κινηματογραφικό χρόνο μια μάχη που κράτησε κοντά τρεις εβδομάδες; Στην Πολωνία, κάποιοι την κατηγόρησαν κι ως φιλοουκρανική, λόγω του θετικού τρόπου με τον οποίο παρουσίαζε τους Κοζάκους. Αυτή όμως η επίκριση μοιάζει μάλλον με έπαινο, αποδεικνύοντας ότι ο σκηνοθέτης πέτυχε να δώσει μια αρκετά αντικειμενική εικόνα των εμπολέμων. Σε κάθε περίπτωση (και μολονότι το DVD της ταινίας είναι σχετικά δυσεύρετο), μπορείτε να σχηματίσετε προσωπική εντύπωση παρακολουθώντας αποσπάσματά της: τη Μάχη στα Ζόφτι Βόντι (με αγγλικούς υπότιτλους), σκηνές από την ίδια μάχη με μουσική υπόκρουση το εμβατήριο των Κοζάκων του Ζαπαρόζε, το ζεύγος των ερωτευμένων Γιαν και Ελένας, επέλαση των Ουσάρων με σκοπό την απελευθέρωση του Ζμπάραζ. καθώς και ολόκληρο το φιλμ, ατυχώς με κακό ντουμπλάρισμα στα ουκρανικά. Και, πάντως, ό,τι και να πείτε, οι σκηνές μάχης είναι εντυπωσιακότατες.

Ελπίζω να παραβλέψετε την αυτοαναφορικότητα της σημερινής ανάρτησης. Άλλωστε, πέρα από μια ρομαντική και ηρωϊκή ιστορία που σημάδεψε τα παιδικά μου χρόνια, υπάρχουν ιστορικά γεγονότα που καθόρισαν την πορεία της Βόρειας και Ανατολικής Ευρώπης για τους επόμενους αιώνες και τα οποία ακόμη και σήμερα ασκούν επιρροή στις νοοτροπίες λαών και στις πολιτικές κρατών. Κατά τα λοιπά, νομίζω ότι το είπαμε… Το 1647 ήταν παράξενη χρονιά!

Η Σάγκα του Χάραλντ Σίγκουρντσσον

Μαρτίου 28, 2010

Δεν πρόκειται να αλλάξουμε ουσιαστικά εποχή, καθώς θα παραμείνουμε στον 11ο αιώνα. Ούτε θα αλλάξουμε με τρόπο θεαματικό τόπο και θεματολογία. Βέβαια, σε αντίθεση προς τους εκγαλλισμένους Νορμανδούς μας, ο ήρωας τούτης της διήγησης έχει απευθείας σκανδιναβική καταγωγή, είναι ένας Βίκινγκ με όλη τη σημασία της λέξης, έστω κι αν η δράση του τοποθετείται χρονικά στα όρια της περιόδου εκδήλωσης του φαινομένου «Βίκινγκ» (9ος αιώνας-μέσα 11ου αιώνα). Δεν έχουμε επί του παρόντος τη δυνατότητα να αναφερθούμε διεξοδικά στους Βίκινγκς, οι οποίοι αποτέλεσαν αντικείμενο τόσων παρεξηγήσεων, ιδεοληψιών και στερεοτύπων (για περισσότερα βλ. Régis Boyer «Les Vikings: Histoire, Mythes, Dictionnaire«, εκδ. Robert Laffont, Παρίσι 2008, και Sylvain Gouguenheim «Regards sur le Moyen Âge«, εκδ. Tallandier, Παρίσι 2009, κεφ. 34: «Les Vikings«, σελ. 342-351). Θα περιοριστούμε στην επισήμανση ότι ο όρος δεν αποτελεί εθνοτικό ή φυλετικό προσδιορισμό. Αφορά, για τη συγκεκριμένη περίοδο, όλους τους σκανδιναβικούς λαούς, όχι όμως όλους τους Σκανδιναβούς (ως άτομα). Ο όρος υποδηλώνει αφενός τον πεπειραμένο έμπορο που μετέχει σε επιχείρηση η οποία περιλαμβάνει θαλάσσιο ταξίδι και έχει καταρχήν εμπορικό σκοπό που μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν οι συνθήκες, να μετατραπεί, περιστασιακά ή όχι, σε στρατιωτική εκστρατεία λεηλασίας, αφετέρου την ίδια την επιχείρηση. Έργο των Βίκινγκς είναι η έντονη εμπορική δραστηριότητα στον ευρωπαϊκό Βορρά κατά τους πρώτους αιώνες του Μεσαίωνα, οι επιδρομές σε όλη την Ευρώπη, από την Ιρλανδία ως την Ανδαλουσία, το άνοιγμα νέων εμπορικών δρόμων και η ίδρυση ηγεμονιών στη Βαλτική και στη Ρωσία, ο αποικισμός της Ισλανδίας και της Γροιλανδίας, καθώς και οι εξερευνητικές αποστολές μέχρι τις ακτές της Βόρειας Αμερικής.  

Ο «τελευταίος Βίκινγκ»: Ο ήρωάς μας, του οποίου η συναρπαστική και περιπετειώδης ζωή συμπυκνώνει πολλές από τις πτυχές της δράσης των Βίκινγκς (για αυτό και τον αποκάλεσαν «τελευταίο Βίκινγκ»), ονομαζόταν Χάραλντ Σίγκουρντσσον (σε αρχαία σκανδιναβικά: Haraldr Sigurðarson) κι έμεινε στην Ιστορία με το προσωνύμιο Χαρντράαντα (αρχαία σκανδιναβικά: harðráði, το οποίο πιστεύω, όσο μου επιτρέπουν οι ανύπαρκτες γνώσεις μου, ότι πρέπει να προφερόταν περίπου ως «Χαρδράοδι»). Κατά λέξη ο όρος δηλώνει αυτόν που διοικεί με τρόπο αυστηρό και σκληρό, αλλά έχει αποδοθεί συχνά ως «Σκληρόκαρδος», «Ανελέητος» ή «Αμείλικτος». Για τον Χάραλντ διαθέτουμε μια πρώτης τάξεως πηγή: τη Σάγκα με θέμα τη ζωή του που συνέθεσε ο διάσημος Ισλανδός πολιτικός, ιστορικός και λογοτέχνης Σνόρρι Στούρλουσον  (1179-1241) και η οποία περιλαμβάνεται στην Χάιμσκρίνγκλα, το βιβλίο του Στούρλουσον για τους Νορβηγούς βασιλιάδες (είναι η ένατη σάγκα της συλλογής, βλ. Régis Boyer «La Saga de Harald l’Impitoyable«, Payot, Παρίσι 1979, και «Sagas islandaises«, συλλογή «Bibliothèque de la Pléiade«, εκδ. Gallimard, 4η έκδοση, Παρίσι 2006 ). Μολονότι η σάγκα δεν αποτελεί καθαυτό ιστορικό σύγγραμμα (είναι επική διήγηση με ιστορικό περιεχόμενο, σε πεζό λόγο στον οποίο παρεμβάλλονται στίχοι σκαλδικής ποίησης), παρέχει ανεκτίμητες ιστορικές πληροφορίες. Γενικά, ο Χάραλντ αποτελεί τον βασικό ήρωα της μεσαιωνικής σκανδιναβικής λογοτεχνίας, μια και τον συναντούμε και σε πάμπολλες θέττιρ, δηλαδή μικρές σάγκα (βλ. σχετικό λήμμα σε R. Boyer «Les Vikings…», σελ. 830-833). Επιπλέον, καθώς ο Χάραλντ έδρασε για αρκετά χρόνια στο Βυζάντιο, έχουμε στη διάθεσή μας και μια βυζαντινή πηγή που περιέχει μια συνοπτική διήγηση της σταδιοδρομίας του ήρωά μας στην υπηρεσία του Βυζαντίου. Πρόκειται για το λεγόμενο «Στρατηγικόν» του Κεκαυμένου, δηλαδή ένα πρακτικό εγχειρίδιο συμβουλών και νουθεσιών το οποίο χρονολογείται μάλλον στο τελευταίο τέταρτο του 11ου αιώνα και του οποίου συγγραφέας είναι πιθανώς κάποιος από τους δύο βυζαντινούς στρατηγούς, αρμενικής καταγωγής, που έφεραν το όνομα Κατακαλών Κεκαυμένος (βλ. «Κεκαυμένος, Στρατηγικόν», εισαγωγή-μετάφραση: Δημ. Τσουγκαράκης, επιμέλεια: Θεόδ. Μωυσιάδης, εκδ. Κανάκη, Αθήνα 1993, και «Cecaumeni Strategicon et incerti scriptoris De Officiis Regis Libellus«, επιμ. Μπ. Βασσιλιέφσκυ και Β. Γέρνστεντ, έκδ. Αυτοκρατορικής Ακαδημίας Επιστημών, Αγία Πετρούπολη 1896. Το απόσπασμα που μας ενδιαφέρει είναι η αριθ. 81 παράγραφος, η οποία για κάποιους εντάσσεται σε άλλο σύγγραμμα, τον, ανωνύμου συγγραφέα, Λόγο Νουθετητικό προς Βασιλέα). Ας δούμε, όμως, ποιός ήταν ο Χάραλντ, γιος του Σίγκουρντ, ή Αράλτης, για τους Βυζαντινούς.

Το πορτρέτο του Χάραλντ σύμφωνα με τον Σνόρρι Στούρλουσον: «Κατά γενική ομολογία, ο βασιλιάς Χάραλντ ξεπερνούσε όλους τους άλλους σε σοφία και οξυδέρκεια, είτε έπρεπε να ενεργήσει με ταχύτητα είτε να καταστρώσει μακροπρόθεσμα σχέδια, για τον ίδιο ή για άλλους. Στα όπλα, ήταν ο γενναιότερος των ανδρών. Είχε, επίσης, την τύχη να κατακτήσει τη νίκη…. Ο βασιλιάς Χάραλντ ήταν όμορφος άντρας με ευγενικό παρουσιαστικό, ξανθομάλλης και γενειοφόρος, με μακριά μουστάκια… Είχε μακριά και καλοφτιαγμένα μέλη. Ήταν ψηλότερος από κάθε άλλον. Ήταν σκληρός για τους εχθρούς του και αμείλικτος σε όποιον του πρόβαλλε αντίσταση. Ο βασιλιάς Χάραλντ ήταν εξαιρετικά άπληστος για εξουσία και πλούτη. Ήταν πολύ γενναιόδωρος στους φίλους του που αγαπούσε. Ο βασιλιάς Χάραλντ ήταν πενήντα ετών όταν πέθανε.

Δεν έχουμε στη διάθεσή μας κάποια αξιοπρόσεκτη διήγηση για την εποχή της νεότητάς του, παρά μόνον ότι πια είχε ζήσει δεκαπέντε χειμώνες και έλαβε μέρος στη μάχη του Στικλαρστάδιρ με τον αδελφό του, τον βασιλιά Όλαφ. Έπειτα, έζησε τριάντα πέντε χειμώνες. Όμως, όλα αυτά τα χρόνια. δεν γνώρισε παρά αναταραχές και πόλεμο. Ο βασιλιάς Χάραλντ δεν επιδίωξε ποτέ να αποφύγει τη μάχη, συχνά, όμως, κατέφευγε σε τεχνάσματα όταν οι αντίπαλοί του υπερτερούσαν σε αριθμητική δύναμη. Όσοι τον συνόδεψαν σε μάχες και εκστρατείες έλεγαν ότι, όποτε βρισκόταν σε μεγάλο κίνδυνο, έπαιρνε πάντα τις καλύτερες αποφάσεις, όπως αποδεικνυόταν στη συνέχεια από τα γεγονότα» (Σνόρρι Στούρλουσον «Η Σάγκα του Βασιλιά Χάραλντ«. κεφ. 99).   

Τα πρώτα χρόνια – Από τη Νορβηγία στη Ρωσία: Γιος του άρχοντα Σίγκουρντ Συρ Χάλφαντάνσσον, ο Χάραλντ (που γεννήθηκε το 1015) είναι ετεροθαλής αδελφός (μητέρα και των δύο ήταν η Άστα Γκουντμπραντσντόττιρ) του Όλαφ Χάραλντσσον ή Όλαφ Β΄ (995-1030), βασιλιά της Νορβηγίας από το 1016 και υπεύθυνου για τον πλήρη εκχριστιανισμό της χώρας (λόγος για τον οποίο αγιοποιήθηκε). Ο Όλαφ βρίσκεται σε σύγκρουση με τον Δανό βασιλιά Κνουτ, ο οποίος θέλει να ελέγξει και τη Νορβηγία, τοποθετώντας ως κυβερνήτες της ευγενείς της επιλογής του. Χάνοντας τον έλεγχο των Νορβηγών αρχόντων, ο Όλαφ εγκαταλείπει τη χώρα του το 1026. Το 1029-1030, κρίνοντας ότι οι συνθήκες είναι ευνοϊκές για την παλινόστησή του, ο Όλαφ επιστρέφει στη Νορβηγία. Η προσπάθειά του τερματίζεται με τη Μάχη του Στικλαρστάδιρ (1030) όπου θα σκοτωθεί. Όπως αναφέρει και ο Στούρλουσον, η πρώτη ιστορική μνεία στον Χάραλντ Σίγκουρντσσον είναι ακριβώς η συμμετοχή του στη μάχη αυτή. Μετά την ήττα και τον θάνατο του αδελφού του, ο Χάραλντ είναι αναγκασμένος να φύγει από την πατρίδα του και να αναζητήσει καταφύγιο στο Κίεβο.

Οι σχέσεις ανέμεσα στους Νορβηγούς και στους σουηδικής καταγωγής Βαράγγους της Ρωσίας και Ουκρανίας ήταν παλιές και πολύ στενές. Στα χρόνια της εξορίας του, ο βασιλιάς Όλαφ είχε καταφύγει στην αυλή του Σκανδιναβού ηγεμόνα του Νόβγκοροντ και του Κιέβου (για τους Σκανδιναβούς Holmgarðr και Koenugarðr αντίστοιχα), του Γιαροσλάβ Α΄ του Σοφού (ρωσικά: Ярослав Мудрый, αρχαία σκανδιναβικά: Jarizleifr), στην κηδεμονία του οποίου είχε άλλωστε αφήσει και τον γιο του. Με τη φυγή του στο Κίεβο, επομένως, ο Χάραλντ,  ακολούθησε την πεπατημένη. Ο νεαρός Νορβηγός πρέπει να πέρασε μερικά χρόνια (μάλλον πέντε) στην αυλή του Κιέβου, υπηρετώντας τον Γιαροσλάβ: συμμετέχοντας σε πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Πολωνών και άλλων Σλάβων (βλ. Sigfùs Blöndal «The Varangians of Byzantium«, μετάφρ. Benedikt S. Benedikz, Cambridge University Press, 1978, επανέκδοση 2007, σελ. 54-55), κέρδισε την εκτίμηση του ηγεμόνα, ο οποίος του έδωσε ως σύζυγο μια από τις κόρες του, την Ελισσάβετ (αρχαία σκανδιναβικά: Ellisif). Δεν είναι βέβαιο ότι ο γάμος αυτός τελέσθηκε στα χρόνια παραμονής του Χάραλντ στο Κέβο, καθώς οι περισσότεροι εκτιμούν ότι ο Νορβηγός νυμφεύθηκε την Ελισσάβετ αρκετά χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 1043 ή το 1045). Έπειτα έκανε το επιβεβλημένο βήμα για κάθε φιλόδοξο νεαρό Σκανδιναβό που έχει φτάσει μέχρι τα εδάφη των Ρως: πέρασε στο Βυζάντιο.

Ο Χάραλντ στο Βυζάντιο: Ας παραθέσουμε πρώτα τη συνοπτική περιγραφή της βυζαντινής σταδιοδρομίας του Χάραλντ, όπως μνημονεύεται στο «Στρατηγικόν» του Κεκαυμένου.

Η σταδιοδρομία του Χάραλντ στο Βυζάντιο σύμφωνα με το «Στρατηγικόν» του Κεκαυμένου: «Αράλτης βασιλέως μεν Βαραγγίας ην υιός, έχων δε αδελφόν τον Ιούλαβον, ος και μετά θάνατον του πατρός αυτού κατέσχε την πατρικήν βασιλείαν, προβαλόμενος Αράλτην τον αδελφόν αυτού δεύτερον μετ’ αυτού εις την βασιλεία. Ος δη και νέος ων ηθέλησεν εισελθείν και προσκυνήσαι τω μακαριωτάτω βασιλεί κυρ Μιχαήλ τω Παφλάγονι και εν θέα γενέσθαι της ρωμαϊκής καταστάσεως.Ήγαγε δε και μετ’ αυτού και λαόν, άνδρας γενναίους πεντακοσίους και εισήλθε, και εδέξατο αυτόν ο βασιλεύς ως ενεδέχετο, και απέστειλεν αυτόν μετά του λαού αυτού εις Σικελίαν. Εκεί γαρ ην ο ρωμαϊκός στρατός, πολεμών την νήσον. Και απελθών ενεδείξατο έργα μεγάλα. Υποταγείσης δε της Σικελίας υπέστρεψε μετά του λαού αυτού προς τον βασιλέα, και ετίμησεν αυτόν μαγγλαβίτην. Μετά δε ταύτα έλαχε τότε μουλτεύσαι τον Δελιάνον εις Βουλγαρία. Και εσυνεταξίδευσε και ο Αράλτης μετά του βασιλέως, έχων τον λαόν αυτού, και ενεδείξατο έργα εις τους πολεμίους άξια της ευγενείας και της γενναιότητος αυτού. Υποτάξας δε την Βουλγαρίαν ο βασιλεύς υπέστρεψεν. Ήμην δε καγώ τότε αγωνιζόμενος υπέρ του βασιλέως κατά το δυνατόν. Ελθόντων δε ημών εν Μοσυνουπόλει, αμειβόμενος αυτώ ο βασιλεύς υπέρ ων αγωνίσατο ετίμησεν αυτόν σπαθαροκανδιδάτην. Μετά δε την τελευτήν του κυρ Μιχαήλ και του ανεψιού αυτού του αποβασιλέως ηθέλησεν επί του Μονομάχου αιτησάμενος υποχωρήσαι εις την χώραν αυτού, και ου συνεχωρήθη, αλλά γέγονεν αυτώ στενή η έξοδος. Όμως λαθών υπεχώρησεν και εβασίλευσεν εις την χώραν αυτού αντί του αδελφού αυτού Ιουλάβου. Και ουκ εγόγγυσεν υπέρ ων ετιμήθη μαγγλαβίτης ή σπαθαροκανδιδάτης, αλλά μάλλον και βασιλεύων εφύλαξε πίστιν και αγάπην προς Ρωμαίους«.

Ένας Βίκινγκ στην υπηρεσία του Βυζαντίου: ο Χάραλντ βρίσκει το Βυζάντιο στην εποχή του τέλους της Μακεδονικής Δυναστείας. Φορέας της δυναστικής νομιμότητας είναι η αυτοκράτειρα Ζωή η Πορφυρογέννητη (978-1050, αυτοκράτειρα από το 1028), κόρη του Κωνσταντίνου Η΄ και ανηψιά του Βασίλειου Β΄: βασιλεύουν, επομένως, οι κατά καιρούς σύζυγοι της Ζωής (για δύο σχετικά περιορισμένα χρονικά διαστήματα – ένα στις αρχές και ένα πριν από τον τελευταίο γάμο της, η Ζωή συμβασίλεψε και με την αδελφή της, τη Θεοδώρα, η οποία συνήθως ήταν κλεισμένη σε κάποιο μοναστήρι). Όταν ο Χάραλντ φτάνει στη Βασιλεύουσα (τη Mikligarðr, όπως θα την έλεγε στη γλώσσα του), μόλις έχει ανέβει στον θρόνο ο δεύτερος σύζυγος της Ζωής, ο Μιχαήλ Δ΄ ο Παφλαγών, ο οποίος οφείλει το στέμμα στις ραδιουργίες του αδελφού του, του Ιωάννη του Ορφανοτρόφου, και, φυσικά, στον παράφορο έρωτα της πενηνταπεντάχρονης αυτοκράτειρας. Λέγεται μάλιστα ότι το ζεύγος των εραστών, για να επιταχύνει την αλλαγή φρουράς, δηλητηρίαζε τον μέχρι τότε σύζυγο της Ζωής και αυτοκράτορα, τον Ρωμανό Γ΄ Αργυρό, και στο τέλος τον έπνιξε στα λουτρά του ανακτόρου. Παρόλες αυτές τις επιβαρυντικές περιστάσεις, ο Μιχαήλ αποδείχθηκε ικανότατος μονάρχης που αν δεν τον σταματούσε η ασθενική φύση του (ήταν επιληπτικός κι έπασχε από υδρωπικία) ίσως κατόρθωνε να αντιμετωπίσει επιτυχώς όλους τους εξωτερικούς κινδύνους που απειλούσαν την αυτοκρατορία.

Ο Χάραλντ (και προφανώς και οι άνδρες του) στρατολογείται φυσικά στο Τάγμα Βαράγγων, την αυτοκρατορική φρουρά που αποτελούν Σκανδιναβοί μισθοφόροι, και πολύ γρήγορα διορίζεται διοικητής της. Η ταχύτατη άνοδος του Χάραλντ/ Αράλτη εξηγείται όχι μόνο από τη φήμη του ως ικανού στρατιωτικού, αλλά και από την ντε φάκτο ισχύ που του προσέδιδε το γεγονός ότι ηγείτο του προσωπικού στρατιωτικού του σώματος, από τη βασιλική καταγωγή του και τις στενές σχέσεις του με την αυλή του Κιέβου, δηλαδή μιας συμμάχου του Βυζαντίου. Ως διοικητής του Τάγματος Βαράγγων, ο Χάραλντ θα συμμετάσχει σε όλες σχεδόν τις εκστρατείες που διοργανώθηκαν στα χρόνια βασιλείας του Παφλαγόνα. Θα πολεμήσει στη Μικρά Ασία, στη Βουλγαρία – όπου θα καταστείλει μια ιδιαίτερα επικίνδυνη εξέγερση, όπως αναφέρει και το «Στρατηγικόν» – , πιθανώς στη Βόρεια Συρία (γεγονός που θα του δώσει την ευκαιρία να επισκεφτεί για προσκύνημα τους Άγιους Τόπους και την Ιερουσαλήμ ειδικότερα), ίσως στη Βόρεια Αφρική. Το σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μας, γεγονός είναι η συμμετοχή του στη μεγάλη εκστρατεία του στρατηγού Γεώργιου Μανιάκη με σκοπό την ανάκτηση της Σικελίας την οποία κατέχουν οι Άραβες (1038).  Ο Χάραλντ θα πολεμήσει μαζί με Βυζαντινούς, Νορμανδούς και Λομβαρδούς και θα διακριθεί στο πλαίσιο μιας εκστρατείας που σχεδόν ξανάδωσε στο Βυζάντιο την κυριαρχία στη Σικελία. Το 1040 η στρατηγική ιδιοφυία του Μανιάκη και η γενναιότητα των πολεμιστών του Χάραλντ έχουν σχεδόν καταβάλει τη μουσουλμανική αντίσταση: οι Βυζαντινοί  έχουν καταλάβει τις Συρακούσες κι ελέγχουν τα δύο τρίτα του νησιού. Κάπου εκεί, όμως, το χρήμα σταμάτησε να ρέει κι άρχισε η μουρμούρα από τους Νορμανδούς και Ιταλούς μισθοφόρους. Ο Μανιάκης ανακλήθηκε, θύμα συκοφαντιών. Και η εκστρατεία τερματίσθηκε άδοξα. Τόσο άδοξα, που κατέληξε σε μια γενικευμένη εξέγερση στην Απουλία, ενώ από τις σικελικές κτήσεις απέμεινε στους Βυζαντινούς μόνο το προγεφύρωμα της Μεσσήνης. Ο Χάραλντ συνέβαλε στην καταστολή της εξέγερσης στην Απουλία κι επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη (βλ. και Blöndal, όπ.π., σελ. 67 επ.).

Σε αντίθεση με τη λιτή και κατά τα φαινόμενα ιστορικά ακριβή διήγηση του «Στρατηγικού«, η Σάγκα που συνέγραψε για τον Χάραλντ ο Στούρλουσον περιλαμβάνει την αφήγηση αμέτρητων τεχνασμάτων και στρατηγημάτων που φέρεται να χρησιμοποίησε ο ήρωας προκειμένου να πετύχει τους στρατηγικούς στόχους του. Πολλά από αυτά παρατίθενται στην ελληνική έκδοση της Βίκι (λήμμα για τον Χάραλντ Γ΄ της Νορβηγίας). Στην πραγματικότητα, οι ιστορίες αυτές αποτελούν τόπους της σκανδιναβικής λογοτεχνίας, έχουν μόνο σκοπό να ενισχύσουν τη φήμη του ανίκητου και πανέξυπνου ήρωα και δεν ανταποκρίνονται στην ιστορική αλήθεια (βλ. R. Boyer «Les Vikings…», λήμμα «Haraldr l’ Impitoyable…», σελ. 520 επ., ειδ. σελ. 522-523). Σε μια από αυτές τις διηγήσεις (Σνόρρι Στούρλουσον «Η Σάγκα του Βασιλιά Χάραλντ«. κεφ. 10), ο Χάραλντ καθώς δεν κατορθώνει να καταλάβει την πόλη που πολιορκεί προσποιείται τον βαριά άρρωστο. Λίγες μέρες μετά οι άνδρες του ανακοινώνουν στους άρχοντες της πολιορκούμενης πόλης ότι ο αρχηγός τους πέθανε με τελευταία επιθυμία να ταφεί χριστιανικά εντός των τειχών της πόλης. Το αίτημα γίνεται δεκτό. Όταν οι άνδρες του αγήματος που συνοδεύει το φέρετρο του Χάραλντ μπαίνουν στην πόλη, ανοίγουν τις πύλες της ώστε να μπουν όλοι οι συμπολεμιστές τους και η ιστορία τελειώνει με μια ωραία πυρπόληση και ένα ακόμη ωραιότερο (για τους Σκανδιναβούς) πλιάτσικο. Ο μύθος του τεχνάσματος αυτού αποτελεί πολλάκις επαναλαμβανόμενη διήγηση της επικής σκανδιναβικής λογοτεχνίας που χρησιμοποιείται προς επίρρωση του πολυμήχανου πνεύματος των Βίκινγκ πολεμιστών. Θαρρώ πως το τέχνασμα αυτό το διηγείται και ο Μπόρχες σε κάποια από τις σύντομες ιστορίες του, αποδίδοντάς το σε ανώνυμο Βίκινγκ  πολέμαρχο κι όχι στον Χάραλντ. Ο Στούρλουσον μεταφέρει ακόμη τον θρύλο (που δεν αποκλείεται πάντως να είχε κυκλοφορήσει ως κουτσομπολιό και στην αυλή της Βασιλεύουσας) ότι ο Χάραλντ είχε γοητεύσει την αυτοκράτειρα Ζωή, η οποία των ερωτεύτηκε. Δεν παραθέτουμε άλλες λεπτομέρειες αυτής της φήμης, μια και δεν την ενισχύει κανένα απολύτως ιστορικό στοιχείο (βλ. Gwynn Jones «A History of the Vikings«, Oxford University Press, 1968).   

Τα τελευταία χρόνια του Χάραλντ στην αυλή της Κωνσταντινούπολης: Το 1041 πεθαίνει ο Μιχαήλ ο Παφλαγών, αφού πρώτα, ύστερα από παρότρυνση του Ορφανοτρόφου, έχει υιοθετήσει μαζί με τη Ζωή και ορίσει ως διάδοχο τον συνονόματο ανηψιό του. Όχι ιδιαίτερα προικισμένος, ο Μιχαήλ Ε΄ Καλαφάτης αποδεικνύεται εξαιρετικά αδέξιος: προσπαθώντας να βασιλέψει μόνος, ο Μιχαήλ έρχεται σε σύγκρουση με αυτούς που του χάρισαν τη βασιλεία (τη Ζωή και τον Ορφανοτρόφο), την ίδια ώρα που ο λαός τον θεωρεί απλώς σφετεριστή. Το αποτέλεσμα είναι η εκδήλωση πραξικοπήματος, μόλις τέσσερις μήνες μετά την ενθρόνιση του Καλαφάτη, ο οποίος όχι μόνο χάνει τον θρόνο, αλλά τυφλώνεται (φυσικά) και ευνουχίζεται (Απρίλιος 1042). Φαίνεται ότι η φρουρά των Βαράγγων και ο Χάραλντ προσωπικά έπαιξαν οπωσδήποτε κάποιο ρόλο στην ανατροπή του Καλαφάτη. Προσωρινά συμβασιλεύουν η Ζωή με την αδελφή της, τη Θεοδώρα. Δυό μήνες μετά, η Θεοδώρα επιστρέφει στην αγαπημένη της μοναστική ζωή, καθώς η αδελφή της έχει επιλέξει τον νέο σύζυγό της και αυτοκράτορα, τον αριστοκράτη Κωνσταντίνο Μονομάχο (ο οποίος θα βασιλέψει μέχρι τον θάνατό του το 1055). 

Όπως αναφέρει το «Στρατηγικόν«, ο Χάραλντ εξεδήλωσε την επιθυμία να επιστρέψει στην πατρίδα του, πλην όμως δεν του δόθηκε η άδεια να εγκαταλείψει τη Βασιλεύουσα. Για ποιό λόγο άραγε; Η πιο ανώδυνη εξήγηση είναι να υποθέσουμε ότι ο Κωνσταντίνος δεν ήθελε να χάσει έναν τόσο ικανό στρατηγό. Όσο και αν κάτι τέτοιο δεν μπορεί να αποκλεισθεί, άλλες εξηγήσεις είναι πθανότερες. Ίσως ο Μονομάχος να πίστευε ότι ο Νορβηγός δεν ήταν και τόσο πιστός, ότι είχε αναμιχθεί στη συνωμοσία του παλιού συμπολεμιστή του Γεώργιου Μανιάκη. Θυμίζουμε  ότι προς το τέλος της βασιλείας του Παφλαγόνα, ο Μανιάκης ανακλήθηκε κατασυκοφαντημένος στην Κωνσταντινούπολη. Έπειτα, ο Καλαφάτης τον ξαναέστειλε στην Κάτω Ιταλία. Όταν αυτοκράτορας ήταν ο Μονομάχος, ο Μανιάκης στασίασε εναντίον του καθώς έκρινε ότι η Σικελία χανόταν για το Βυζάντιο εξαιτίας της ολιγωρίας και της απροθυμίας της Βασιλεύουσας να του παράσχει τα αναγκαία μέσα για να φέρει σε πέρας τη σικελική εκστρατεία του. Η στάση τερματίσθηκε με τον ξαφνικό θάνατο του Μανιάκη. Πάντως, η πιθανότερη εξήγηση για την εχθρική στάση του Μονομάχου προς τον Χάραλντ μπορεί να έχει σχέση με οικονομικές διαφορές. Η ίδια η σάγκα του Στούρλουσον μαρτυρά ότι ο Χάραλντ επιδίωκε με ιδιαίτερο ζήλο τη συγκέντρωση πλούτου: η περιουσία που συγκέντρωσε τόσο από τις αυτοκρατορικές αμοιβές όσο και από τις λεηλασίες λέγεται ότι, για να εξασφαλισθεί από κάθε κίνδυνο, είχε σταλεί στο Κίεβο και στο Νόβγκοροντ. Φαίνεται ότι είχε ανακύψει μια σημαντική οικονομική διαφορά μεταξύ του Χάραλντ και του θρόνου του Βυζαντίου: ο Νορβηγός κατηγορήθηκε ότι δεν είχε αποδώσει στον θρόνο όσα όφειλε ως μερίδιο λεηλασιών (Σνόρρι Στούρλουσον «Η Σάγκα του Βασιλιά Χάραλντ«. κεφ. 90, Blöndal, όπ.π., σελ. 77-78). Σε κάθε περίπτωση, ο Χάραλντ κατάφερε να φύγει κρυφά από την Κωνσταντινούπολη και ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο (Ουκρανία, Ρωσία, Βαλτική) επέστρεψε στη Νορβηγία μαζί με τη σύζυγό του, την Ελισσάβετ του Κιέβου.

Ο Χάραλντ βασιλιάς της Νορβηγίας: Πίσω στη Νορβηγία, ο Χάραλντ βρίσκει βασιλιά τον ανηψιό του, τον Μάγκνους τον Καλό. Σύμφωνα με την παράδοση, έρχονται σε συνεννόηση και αποφασίζουν να συμβασιλέψουν (1045). Ένα χρόνο μετά, ο Μάγκνους πεθαίνει υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες και ο Χάραλντ βασιλεύει πλέον μόνος. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, αποδεικνύει τις διοικητικές ικανότητές του. Οργανώνει την Εκκλησία της Νορβηγίας και χτίζει πολυάριθμους χριστιανικούς ναούς. Ιδρύει το Όσλο, το οποίο προορίζει για πρωτεύουσα του βασιλείου του αντί του Νίνταρος (του σημερινού Τρόντχαϊμ). Επιχειρεί να τερματίσει με στρατιωτικά μέσα την προαιώνια διαμάχη με τον βασιλικό οίκο της Δανίας. Πολεμά κατά του Δανού βασιλιά Σβεν Έστριντσεν. Στο πλαίσιο της σύγκρουσης αυτής πυρπολεί και καταστρέφει (1049) το δανικό λιμάνι του Χέντεμπυ (σήμερα ανήκει στο γερμανικό ομόσπονδο κράτους του Σλέσβιχ-Χολστάιν), το οποίο για περισσότερους από τρεις αιώνες ήταν ίσως το σημαντικότερο εμπορικό κέντρο των Βίκινγκς. Έπειτα, ενώ έφτανε σε ηλικία πενήντα ετών, μπλέχτηκε στην περιπέτεια που έμελλε να είναι η τελευταία της ζωής του.   

Επίδοξος μονάρχης της Αγγλίας: Εδώ και αιώνες, η Αγγλία αποτελεί παραδοσιακό πεδίο δράσης των Σκανδιναβών, οι οποίοι, ήδη από τον 9ο αιώνα, έχουν εγκατασταθεί μαζικά και ελέγχουν μια μεγάλη περιοχή στα βορειοανατολικά, γύρω από τη Υόρκη (Γιάρβικ), η οποία θα μείνει στην Ιστορία με το όνομα Danelaw. Επιπλέον, χάρη και σε διάφορους δυναστικούς γάμους, επεμβαίνουν συχνά στο νησί και ενίοτε βασιλεύουν σ’ αυτό. Τον Ιανουάριο του 1066 πεθαίνει άκληρος ο μονάρχης της Αγγλίας Εδουάρδος. Με τον θάνατό του ξεσπά μεγάλη δυναστική κρίση. Την εξουσία τη σφετερίζεται ο γαμπρός (;) του Εδουάρδου, ο Αγγλοσάξονας ευγενής Χάρολντ Γκόντγουινσον, άρχοντας του Γουέσσεξ. Ο ίδιος ο Εδουάρδος, όμως, μισός Νορμανδός καθώς ήταν (από τη μητέρα του την Έμμα), φαίνεται ότι είχε υποσχεθεί τον θρόνο στον Δούκα της Νορμανδίας, τον Γουλιέλμο τον Νόθο  (που θα μείνει στην Ιστορία ως ο Κατακτητής). Παρακινημένος από τον Τόστιγκ, άρχοντα του Γουέσσεξ και αδελφό του Χάρολντ με τον οποίο έχει συγκρουσθεί, ο Χάραλντ Σίγκουρντσσον θα προβάλει αίτημα διεκδίκησης του αγγλικού θρόνου. Προς νομιμοποίηση της διεκδίκησής του, ο ήρωάς μας επικαλείται τη συμφωνία που είχαν συνάψει ο ανηψιός του Μάγκνους με τον Δανό βασιλιά Κνουτ Β΄ τον Τολμηρό. Ο Κνουτ ήταν ετεροθαλής αδελφός του Εδουάρδου της Αγγλίας, τον οποίο είχε εκδιώξει από τον αγγλικό θρόνο κατά το διάστημα 1040-1042. Τότε φέρεται να είχε συμφωνήσει με τον Μάγκνους ότι αν πέθαινε άκληρος η βασιλεία της Αγγλίας θα περιερχόταν στον νόμιμο Νορβηγό μονάρχη.

Τυφλωμένος από τις συμβουλές του Τόστιγκ, ο Χάραλντ πιστεύει ότι έφτασε η ώρα να γίνει ο μεγαλύτερος μονάρχης του ευρωπαϊκού Βορρά. Αποβιβάζεται με τον στρατό του στο Γιόρκσιρ (όπου πιστεύει ότι θα τον υποστηρίξει ο σκανδιναβικός πληθυσμός), την ίδια ώρα που ο Γουλιέλμος και οι Νορμανδοί του αποβιβάζονται στα νότια. Εκεί, όμως, τον περιμένει ο Χάρολντ. Τα όσα συνέβησαν πριν τη μάχη που δόθηκε στο Στάμφορντ Μπριτζ, κοντά στην Υόρκη, στις 25 Σεπτεμβρίου 1066, τα περιγράφει γλαφυρά ο Μπόρχες:

«Είκοσι καβαλάρηδες πλησίασαν τις γραμμές του εισβολέα. Άνθρωποι και άλογα ήταν σιδηρόφρακτοι. Ένας καβαλάρης φώναξε:
-Είναι εδώ ο κόντες Τόστιγκ;
-Εδώ είμαι, δεν το αρνούμαι, είπε ο κόντες.
-Αν στ’αλήθεια είσαι ο Τόστιγκ, είπε ο καβαλάρης, έρχομαι να σου πω ότι ο αδελφός σου προσφέρει την συγχωρεσή του και το ένα τρίτο από το βασίλειο.
-Αν δεχτώ, είπε ο Τόστιγκ, τι θα δώσει στον βασιλιά Χάραλντ Ζιγκούρνταρσον;
-Δεν τον ξέχασε ο αφέντης μου, αποκρίθηκε ο καβαλάρης. Θα του δώσει έξι πόδια γης εγγλέζικης, και αφού είναι και θεόψηλος, ένα παραπάνω.
-Ε τότε, είπε ο Τόστιγκ, πες στον βασιλιά πως θα χτυπηθούμε μέχρι τον θάνατο.
Οι καβαλάρηδες έφυγαν. Σκεφτικός ο Χάραλντ Ζιγκούρνταρσον, ρώτησε
-Ποιός ήταν αυτός ο καβαλάρης που μίλησε τόσο όμορφα;
-Ήταν ο Χάρολντ, ο γιος του Γκόντουιν.
Σε άλλα κεφάλαια πιο κάτω είναι γραμμένο πως, πριν πέσει ακόμα ο ήλιος αυτής της ημέρας, ο νορβηγικός στρατός είχε ηττηθεί. Ο Χάραλντ Ζιγκούρνταρσον χάθηκε στην μάχη, το ίδιο και ο κόντες». (Χόρχε Λ. Μπόρχες «Η Σεμνότητα της Ιστορίας», μετάφραση Αχ. Κυριακίδης).

Είναι βέβαιο ότι οι Αγγλοσάξονες του Χάρολντ υπερτερούσαν κατά πολύ σε αριθμό των Σκανδιναβών του Χάραλντ. Σύμφωνα με τη διήγηση του Στούρλουσον («Η Σάγκα του Βασιλιά Χάραλντ«. κεφ. 92), το Αγγλικό ιππικό επιτέθηκε, αλλά αποκρούστηκε. Ακολούθησαν συγκρούσεις μεταξύ του πεζικού των δύο παρατάξεων: οι Νορβηγοί αντιστάθηκαν, αλλά επιχείρησαν να καταδιώξουν τις αγγλικές δυνάμεις. Χάνοντας την αμυντική διάταξή τους, έγιναν εύκολη λεία των εχθρών τους και συνετρίβησαν. Ο Χάραλντ πολέμησε γενναία μέχρι που ένα βέλος τον πέτυχε στον λαιμό και τον σκότωσε. Η διήγηση αυτή ίσως να μην είναι και τόσο αξιόπιστη, μια και ο Στούρλουσον υποπίπτει σε σύγχυση μεταξύ της Μάχης του Στάμφορντ Μπριτζ και της Μάχης του Χάστινγκς, όπου οι δυνάμεις του Χάρολντ ηττήθηκαν επιχειρώντας να καταδιώξουν τους Νορμανδούς (βλ. R. Boyer «Les Vikings…», λήμμα «Batailles – La Bataille de Stamford Bridge«, σελ. 341-342). Σύμφωνα με το  Αγγλοσαξονικό Χρονικό, η μάχη εξελίχθηκε διαφορετικά: οι Νορβηγοί αιφνιδιάστηκαν από την παρουσία των δυνάμεων του Χάρολντ και επιχείρησαν ανεπιτυχώς να κρατήσουν τη γέφυρα του Στάμφορντ. Μετά από αυτό, οι Άγγλοι κατέπεσαν στους Σκανδιναβούς και τους κατέσφαξαν. Ό,τι κι αν συνέβη στην πραγματικότητα, εκείνη η φθινοπωρινή μέρα ήταν η τελευταία της περιπέτειας του Χάραλντ Σίγκουρντσσον. Ακόμη κι έτσι, ο Χάραλντ καθόρισε το μέλλον της Αγγλίας: οι απώλειες που κατάφερε στις δυνάμεις του Χάρολντ αποδείχθηκαν μοιραίες λίγες μέρες μετά, όταν οι Άγγλοι αναμετρήθηκαν στο Χάστινγκς με το στρατό του Δούκα της Νορμανδίας. Η Αγγλία ήταν μοιραίο να καταλήξει σε απογόνους Σκανδιναβών. 

Επίλογος: Μέλος της βασιλικής οικογένειας της Νορβηγίας, νεαρός πολεμιστής στη σκανδιναβοκρατούμενη Ρωσία και Ουκρανία, στρατιωτικός διοικητής στην υπηρεσία του Βυζαντίου που πολεμά από τη Σικελία ως τη Μικρά Ασία, βασιλιάς της πατρίδας του και, στο δειλινό της ζωής του επίδοξος μονάρχης της Αγγλίας, ο Χάραλντ Σίγκουρντσσον αποτελεί την επιτομή του Βίκινγκ πολέμαρχου. Η μυθιστορηματική ζωή του αποδεικνύει ότι οι Σκανδιναβοί, όχι μόνο με τις κατακτήσεις, αλλά και με το εμπόριο και τη διπλωματία, είχαν φτιάξει τη δικιά τους οικουμένη, την οποία διέτρεχαν με άνεση όχι μόνον οι ευγενείς, αλλά και οι κοινοί θνητοί. Πάμπολλες είναι οι επιγραφές με ρουνικούς χαρακτήρες (ο R. Boyer «Les Vikings…», λήμμα «Runes et inscriptions runiques«, σελ. 745, αναφέρει έξι παραδείγματα, η Βίκι κάνει λόγο για 30 ρουνικές επιγραφές), οι οποίες εξιστορούν τα κατορθώματα Σκανδιναβών που έδρασαν και καμιά φορά πέθαναν στο Βυζάντιο, στη χώρα που αποκαλούσαν Ελλάδα (Grikkland, όρος που δεν περιορίζεται στη μητροπολιτική Ελλάδα, αλλά δηλώνει το ελληνόφωνο τμήμα της αυτοκρατορίας). Ας κλείσουμε με το εξής περιστατικό: το 1687 και μετά τον ενετοτουρκικό πόλεμο, ο Ενετός Δόγης Φραντσέσκο Μοροζίνι έφερε ως λάφυρα στην πατρίδα του δύο αρχαιοελληνικά γλυπτά λεόντων από την Αττική, τα οποία τοποθετήθηκαν στην είσοδο του ναύσταθμου της Βενετίας. Το ένα από αυτά, ο Λέων του Πειραιώς, φέρει επιγραφές με ρουνικούς χαρακτήρες, που σκάλισαν Βαράγγοι μισθοφόροι που βρίσκονταν στην υπηρεσία του Βυζαντίου, λίγο μετά από τον Χάραλντ. Οι Σκανδιναβοί (που θέλησαν με τις επιγραφές να τιμήσουν τη μνήμη νεκρών συντρόφων τους) βρέθηκαν στην Αττική για να καταστείλουν μια τοπική εξέγερση, που φαίνεται πως προκλήθηκε λόγω της αβάσταχτης φορολογίας που είχε επιβάλει η κεντρική αυτοκρατορική διοίκηση.

ΥΓ: Η συγγραφή της παρούσας ανάρτησης δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την ανεκτίμητη βοήθεια των εκλεκτών φίλων Νίκου Σαραντάκου και Χρήστου Μακρυπούλια, οι οποίοι όχι μόνο μου έστειλαν σε χρόνο μηδέν τις δύο εκδόσεις του πρωτότυπου κειμένου του «Στρατηγικού» του Κεκαυμένου, αλλά μου προσέφεραν και κάθε αναγκαίο στοιχείο και διευκρίνιση για το συγκεκριμένο σύγγραμμα. Τους είμαι ευγνώμων. Επίσης, με το άρθρο αυτό εκπληρώνεται και η υπόσχεσή μου να ικανοποιήσω τη σχετική παραγγελία του φίλου αναγνώστη Μάριου Μπλέτα για ένα αφιέρωμα στον Χάραλντ. Αμφιβάλλω βέβαια για το αν του προσέφερα κάτι νέο, εκτός από μια αδέξια διήγηση γεγονότων που γνωρίζει καλύτερα από μένα. Πάντως, προσπάθησα.                 


Αρέσει σε %d bloggers: