Posts Tagged ‘Κωνσταντινούπολη’

Η μελαγχολική ιστορία του πρίγκιπα Τζεμ

Αύγουστος 12, 2011

3 Μαΐου 1481: έξω από την Πόλη, κοντά στην αρχαία Λίβυσσα, εκεί όπου είχε αυτοκτονήσει ο Αννίβας, αφήνει την τελευταία του πνοή ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής. Αν ο διάδοχος είχε σαφώς οριστεί, αν ο πρωτότοκος είχε ήδη ενηλικιωθεί κι οι υπόλοιποι πρίγκιπες ήταν ακόμη ανήλικοι, τότε… ίσως και να μπορούσε να τεθεί σ’ εφαρμογή με κάποια ευκολία το οθωμανικό «έθιμο» της αδελφοκτονίας. Ο Πορθητής, όμως, είχε δυο γιους που ήταν ήδη ενήλικοι: τον Βαγιαζήτ, τον οποίο απέκτησε ενώ ήταν ακόμη έφηβος, το 1447, και τον νεότερο Τζεμ, που γεννήθηκε το 1459.  Και στους δύο είχε αναθέσει τη διοίκηση σημαντικών επαρχιών: ο πρωτότοκος διοικούσε τις περιοχές της Σεβάστειας, της Αμάσειας και του Τοκάτ, ενώ ο νεότερος την Καραμανία και την περιοχή του Ικονίου. Επομένως, τα δυο αδέλφια είχαν ήδη τις προσωπικές αυλές τους, τους πιστούς υποστηρικτές κι ακολούθους τους και, φυσικά, τους στρατούς τους. Επρόκειτο, λοιπόν, να ξαναζήσουμε την πανάρχαια ιστορία των δύο αδελφών που μάχονται μέχρι τελικής πτώσεως για την εξουσία. Την ιστορία του Αρταξέρξη και του Κύρου του Νεότερου, μόνο που αντί για τη δραματική κορύφωση της Μάχης στα Κούναξα, το τέλος του ηττημένου στη σύγκρουση των Οθωμανών πριγκίπων θα είναι βασανιστικά αργό: αυτός που φιλοδόξησε να βασιλέψει στη μεγαλύτερη αυτοκρατορία της εποχής του θα ζήσει χρόνια αιχμάλωτος των υποτιθέμενων προστατών του, οι οποίοι θα τον μεταχειριστούν σαν απλό πιόνι στα διπλωματικά σχέδιά τους και δεν θα διστάσουν να τον εξοντώσουν με συνοπτικές διαδικασίες όταν κρίνουν ότι δεν τους είναι πλέον χρήσιμος.

Ι.   Ο πόλεμος μεταξύ των δύο αδελφών

Ο Βαγιαζήτ έφτασε πρώτος στην Πόλη κι ανακηρύχθηκε σουλτάνος στις 21 Μαΐου. Η πρώτη του κίνηση ήταν να διατάξει τον βεζίρη Αγιάς Πασά να εξοντώσει τον αδελφό του. Ο Τζεμ, όμως, κινήθηκε προς την Προύσα με στράτευμα 4.000 ανδρών και κατάφερε να συντρίψει τις δυνάμεις του αδελφού του στις 28 Μαΐου 1481. Αυτοανακηρύχθηκε σουλτάνος της Ανατολίας με πρωτεύουσά του την Προύσα και πρότεινε στον Βαγιαζήτ να μοιραστούν την αυτοκρατορία, αφήνοντάς του μόνον τα ευρωπαϊκά εδάφη! Ο πρωτότοκος εξοργίστηκε με το θράσος του μικρού: αφού διακήρυξε πως «μεταξύ ηγεμόνων δεν υπάρχει καμιά συγγένεια», συγκέντρωσε στρατό και τον οδήγησε ο ίδιος στη μάχη. Στο Γενίσεχίρ, έξω από την Προύσα, κατατρόπωσε τον Τζεμ. Για να γλιτώσει, ο νεαρός πρίγκιπας υποχώρησε στα νοτιανατολικά των εδαφών που διοικούσε, στην Κιλικία, κι από κει πέρασε στο Χαλέπι της Συρίας, δηλαδή στην επικράτεια των Μαμελούκων σουλτάνων του Καΐρου. Έρχεται σε διαπραγματεύσεις με τον σουλτάνο Καΐτ Μπέη, ο οποίος του παρέχει άσυλο στο Κάιρο. Ενώ ο Τζεμ βρίσκεται στην αιγυπτιακή πρωτεύουσα και προετοιμάζει την αντεπίθεσή του με τη βοήθεια των Μαμελούκων λαμβάνει μια επιστολή από τον αδελφό του. Ο Βαγιαζήτ του υπόσχεται ένα μεγάλο χρηματικό ποσό αν παραιτηθεί από τις αξιώσεις του στον θρόνο. Ο Τζεμ αρνείται την προσφορά. Με τις ενισχύσεις που του προσέφεραν οι Μαμελούκοι, αλλά και οι Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου (πέντε γαλέρες με στρατιώτες και πυροβολικό) περνά την άνοιξη του 1482 στην Καραμανία, όπου βρίσκει τους υποστηρικτές του, και ξεκινά την αντεπίθεσή του. Στα τέλη Μαΐου προσπαθεί ανεπιτυχώς να καταλάβει το Ικόνιο. Αναγκάζεται να κινηθεί προς την Άγκυρα όπου θα γνωρίσει εκ νέου την ήττα. Η πρώτη του σκέψη είναι να καταφύγει και πάλι στο Κάιρο, πλην όμως όλες οι οδοί επικοινωνίας με την επικράτεια των Μαμελούκων ελέγχονται πλέον από τον Βαγιαζήτ.  Ο Τζεμ δεν έχει παρά μία μόνον επιλογή: να ζητήσει βοήθεια από αυτούς που τον έλεγαν Ζιζίμ, τους Λατίνους.

ΙΙ.   Ο Τζεμ υπό την προστασία των Ιωαννιτών

Από το κρησφύγετό του στην οροσειρά του Ταύρου, ο Τζεμ στέλνει μήνυμα στον μεγάλο μάγιστρο των Ιωαννιτών, τον Πέτρο του Ωμπυσσόν, και ζητεί άσυλο στη Ρόδο. Κατόπιν διαβουλεύσεως, ο μάγιστρος και το συμβούλιο του Τάγματος δέχονται και στέλνουν στολίσκο υπό τον Δον Άλβαρεθ δε Θούνιγα, Μέγα Διοικητή της Καστίλλης, για να παραλάβει τον Τζεμ από τις ακτές της Κιλικίας.

Η κατάσταση των Ιωαννιτών το 1482: Το Τάγμα, που από τις αρχές του 14ου αι. έχει εγκαθιδρύσει το δικό του Ordensstaat στα Δωδεκάνησα, βρίσκεται σε μια από τις κρισιμότερες καμπές της ιστορίας του. Η πολιτική και στρατιωτική αντιπαράθεση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία έχει κορυφωθεί από την άνοιξη του 1480, όταν ο Μωάμεθ Β΄ έστειλε τα στρατεύματά του, υπό τον Μισάχ Πασά, βυζαντινό εξωμότη καταγόμενο από την αυτοκρατορική οικογένεια των Παλαιολόγων, να πολιορκήσουν τη Ρόδο. Οι Ιωαννίτες θα αποκρούσουν την επίθεση με πραγματικό ηρωϊσμό, όμως οι απώλειές τους είναι σημαντικές. Οι οχυρώσεις της Ρόδου έχουν υποστεί σημαντικές ζημιές τις οποίες επέτεινε την επόμενη χρονιά σφοδρότατη σεισμική ακολουθία που έπληξε το νησί. Η ευλογία (αν και αργότερα θα αποδειχτεί… και κατάρα) για το Τάγμα έγκειται στο ότι έχει επικεφαλής του μια τεράστια πολιτική προσωπικότητα, όπως είναι ο μάγιστρος Πέτρος του Ωμπυσσόν. Ο Μέγας Μάγιστρος έχει ξεκινήσει μια μεγάλη επιχείρηση αποκατάστασης και ενίσχυσης των οχυρώσεων της πρωτεύουσάς του, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να συνάψει συμμαχίες που θα διασφαλίσουν την επιβίωση του κράτους του Τάγματος. Από την άποψη αυτή, το διάβημα του Τζεμ έρχεται στην καταλληλότερη στιγμή: ο Ωμπυσσόν βλέπει τον Οθωμανό πρίγκηπα σαν τον άσο στο μανίκι που θα του δώσει τη δυνατότητα να κερδίσει τη σημαντικότερη παρτίδα διπλωματικού πόκερ στην Ανατολική Μεσόγειο!

Η υποδοχή στη Ρόδο: Ο Τζεμ γίνεται δεκτός στη Ρόδο με κάθε επισημότητα στις 20 Ιουλίου 1482. Η άφιξη κι η διαμονή του στην πρωτεύουσα των Ιωαννιτών περιγράφονται με κάθε λεπτομέρεια στο έργο του αντικαγκελάριου του Τάγματος, του Γουλιέλμου Καουρσέν, το οποίο συνοδεύεται άλλωστε κι από γλαφυρότατη εικονογράφηση. Ο πρίγκιπας φτάνει στο λιμάνι πάνω στη ναυαρχίδα των Ιπποτών. Επιβιβάζεται σ΄ ένα μικρότερο σκάφος και αποβιβάζεται στην αποβάθρα που βρίσκεται μπροστά στη Θαλασσινή Πύλη υπό τους ήχους μουσικών. Ανεβαίνει σ΄ άλογο και με την ακολουθία του συναντά τον Μεγάλο Μάγιστρο και τους αξιωματούχους του Τάγματος έξω από τον ναό του Αγίου Σεβαστιανού. Όλοι μαζί φτάνουν στην οδό των Ιπποτών και στον Οίκο της Γλώσσας της Γαλλίας, τμήμα του οποίου θα παραχωρηθεί ως κατάλυμα στον Τζεμ και τη συνοδεία του.

«Μόλις ανακοινώνεται η άφιξη του πρίγκιπα, αρχίζουν οι πρέπουσες τελετές. Μια ξύλινη αποβάθρα ρίχνεται πάνω από τη θάλασσα για την υποδοχή του βασιλιά κατά την αποβίβασή του… Η γέφυρα έχει διακοσμηθεί με τον βελγικό τρόπο, με βαριά υφάσματα από το Αρτουά κι άλλα, χρυσοποίκιλτα κι ασημοστολισμένα, μεταξωτά και μάλλινα… Ο δρόμος πάνω στον οποίο θα βαδίσουν οι φιλοξενούμενοι έχει καλυφθεί από πολύχρωμα τουρκικά χαλιά… Ο λαός κι οι σπουδαίοι που έχουν έρθει να παρακολουθήσουν το θέαμα γεμίζουν τους δρόμους. Οι γυναίκες κι οι κοπέλες βγαίνουν στα παραθύρια. Και το υπόλοιπο πλήθος ανεβαίνει στις στέγες για να δει την άφιξη του βασιλιά. Ένα μικρό ροδιακό σκάφος προσεγγίζει το καράβι που αγκυροβόλησε στην είσοδο του λιμανιού, υποδέχεται τον βασιλιά και τον φέρνει κοντά στην αποβάθρα. Αξιωματούχοι του Τάγματος έχουν σταλεί ως προπομποί για να καλωσορίσουν τον Ζιζίμ κατά την άφιξή του. Πίσω από αυτούς ακολουθεί η μακρά πομπή των υπηρετών που φέρουν τα εμβλήματα του Μεγάλου Μαγίστρου και τραγουδούν στα γαλλικά. Κι έπειτα, νεαροί στρατιώτες υπερασπιστές της Ιερουσαλήμ με το άγουρο γένι τους, προχωρούν πάνω σε εξαίσια άλογα… Πίσω από αυτούς, ο Μεγάλος Μάγιστρος πάνω σ’ ένα υπέρλαμπρο άτι… Επιβλητικοί, τον ακολουθούν οι αξιωματούχοι του Τάγματος. Σκοπίμως, ο μάγιστρος σταμάτησε στη μεγάλη πλατεία, στο ύψος της εκκλησίας του Αγίου Σεβαστιανού κι εκεί ακριβώς θα τον συναντήσει ο βασιλιάς Ζιζίμ καβάλα στο μεγαλόπρεπο άτι του, περιστοιχισμένος από τους πιστούς συντρόφους του στη φυγή… Αφού χαιρετηθούν, ο ένας θα σφίξει το χέρι του άλλου κι έπειτα θα καλπάσουν μαζί προς τα καταλύματα που έχουν ετοιμαστεί για τον Ζιζίμ και την ακολουθία του» (Γουλιέλμος Καουρσέν «Υπόμνημα επί της υποθέσεως του βασιλέως Ζιζίμ«, βλ. Nicolas Vatin «Sultan Djem. Un prince ottoman dans l’Europe du XVe siècle d’après deux sources contemporaines: Vâki’ât-i Sultan Cem / Oeuvres de Guillaume Caoursin«, εκδ. T.T.K., Άγκυρα 1997, σελ. 93-96 και «Rhodes et l’ordre de Saint-Jean-de-Jérusalem«, εκδ. CNRS, Παρίσι 2000, σελ. 80).

Η φιλοξενία: Ο Μέγας Μάγιστρος θα βάλει τα δυνατά του για να φιλοξενήσει βασιλικά τον υψηλό προστατευόμενό του. Ιπποτικά τουρνουά, συναυλίες και συμπόσια, όλα προς τιμήν του πρίγκιπα Τζεμ. Χαρακτηριστική είναι και πάλι η περιγραφή του Καουρσέν:

«Σερβιρίστηκαν φαγητά κάθε λογής και, χάρη στην τέχνη των μαγείρων, διόλου δεν έλειπαν τα διάφορα αρτύματα. Ο Βάρβαρος θαυμάζει τις συνήθειες των Λατίνων. Κάθεται, αν και όχι δίχως κάποια δυσκολία, μια και γι’ αυτόν δεν πρόκειται για τη συνηθισμένη στάση φαγητού. Δοκιμάζει πρώτα με τα δάχτυλά του τα αρτύματα: περιφρονεί ό,τι είναι γλυκό και διαλέγει όσα έχουν ξινή γεύση. Τρώγοντας παρατηρεί τους υπηρέτες και σκύβοντας πάνω απ’ το τραπέζι δοκιμάζει από τα φαγητά. Ρίχνει συχνά κλεφτές ματιές προς τον μάγιστρο για να δει πώς τρώει εκείνος. Δεν λείπουν κι οι μουσικοί για να μαγέψουν την ακοή των συνδαιτημόνων με τις αρμονίες τους. Μεταξύ άλλων, ένας Βρετανός παίζει μια πολύ γλυκιά μουσική μ’ ένα όργανο που μοιάζει με ασκό και στο οποίο έχουν δέσει τέσσερις αυλούς… Αλλά ο Βάρβαρος, που δεν είναι συνηθισμένος σε τόσο γλυκό τραγούδι δεν δείχνει να ευχαριστιέται παρά μόνο όταν φτάνει ένας Τούρκος που εργαζόταν στα μαγειρεία κι ο οποίος άρχισε να παίζει ένα βαρβαρικό μουσικό όργανο: ξαναβρίσκοντας τότε τη διάθεσή του ο Ζιζίμ χαμογελά για μια στιγμή” (Γουλιέλμος Καουρσέν όπ.π., βλ. Vatin “Sultan Djem όπ.π.“, σελ. 300 και “Rhodes“, όπ.π., σελ. 61).

Όλα αυτά δεν είναι φυσικά απλώς φιλοφρονήσεις, εκδηλώσεις ευγένειας ή μεγαλοψυχίας προς τον άτυχο Οθωμανό. Για τον Ωμπυσσόν, ο Τζεμ είναι το ιδανικό μέσο πίεσης τόσο προς την Υψηλή Πύλη, όσο και προς τα κέντρα εξουσίας της χριστιανικής Δύσης. Ήδη άλλωστε έχουν σταλεί σχετικώς επιστολές σε όλες τις αυλές. Βάσει του σχεδίου του μαγίστρου, τα χριστιανικά βασίλεια και ο πάπας πρέπει να παράσχουν κάθε δυνατή βοήθεια στον Τζεμ ώστε να ξαναρχίσει ο εμφύλιος στα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (Claude Petiet “Au temps des Chevaliers de Rhodes” εκδ. F. Lanore, 2000, σελ. 62).

Εάν κάποιος γνωρίζει καλά την αξία της παραμονής του Τζεμ στη Ρόδο, αυτός είναι ο αδελφός του. Ο Βαγιαζήτ στέλνει στη Ρόδο απεσταλμένους με προτάσεις ειρήνης, ίσως όμως και κατασκόπους με σκοπό τη δολοφονία του Τζεμ. Ο Ωμπυσσόν αντιλαμβάνεται ότι η προστασία που παρέχει στον Τζεμ ενέχει κινδύνους για το Τάγμα, γιατί μπορεί να προκαλέσει επίθεση του Βαγιαζήτ στη Ρόδο ενώ οι Ιωαννίτες δεν είναι ακόμη έτοιμοι να αντιμετωπίσουν μια νέα πολιορκία. Ο Μέγας Μάγιστρος και το Συμβούλιο αποφασίζουν ότι η μόνη λύση που εγγυάται την ασφάλεια του νησιού και του ίδιου του πρίγκιπα είναι η μεταφορά του δεύτερου στη Δύση. Χωρίς στρατό και χρήματα, άρα δίχως καμία διαπραγματευτική ισχύ, φοβισμένος ίσως κι ο ίδιος για την ασφάλειά του, ο Τζεμ δέχεται. Πριν ξεκινήσει για τον τόπο εξορίας του, δέχεται εγγράφως (31 Αυγούστου 1482) όλα τα αιτήματα που πιεστικά του έχει υποβάλει ο Ωμπυσσόν: αφενός εξουσιοδοτεί τον μάγιστρο να διαπραγματευθεί εξ ονόματός του με τον Βαγιαζήτ, αφετέρου υπόσχεται ότι αν ποτέ ανακτήσει την αυτοκρατορία “θα συνάψει διαρκή ειρήνη με τους Ιωαννίτες, θα ανοίξει στα πλοία τους όλα τα λιμάνια της οθωμανικής επικράτειας, θα απελευθερώνει ετησίως 300 χριστιανούς αιχμαλώτους, ενώ δεσμεύεται να καταβάλει στο Τάγμα ποσό 150.000 χρυσών εκύ σε αποζημίωση των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν οι Ιωαννίτες για τη φιλοξενία του”! Την επομένη, ο Τζεμ επιβιβάζεται σε πλοίο του Τάγματος και συνοδευόμενος από τον ιππότη Γουίδο του Μπλανσφόρ, ανηψιό του Ωμπυσσόν και μετέπειτα μεγάλο μάγιστρο των Ιωαννιτών, αναχωρεί με προορισμό τη Γαλλία (Petiet, όπ.π., σελ. 63-64). Στις 14 Οκτωβρίου 1482 αποβιβάζεται στη Νίκαια και οδηγείται στη συνέχεια στο κάστρο του Ροσσινάρ, στη νοτιοανατολική Γαλλία. Αργότερα, ο Τζεμ και η συνοδεία του θα μεταφερθούν στο κάστρο του Μπουργκανέφ, στην περιοχή της Λιμόζ (απ΄ όπου καταγόταν και ο Μέγας Μάγιστρος), δηλαδή στην έδρα του Τάγματος όσον αφορά τη διοικητική περιφέρεια της Ωβέρνης. Ο ίδιος ο Ωμπυσσόν είχε ζητήσει να χτιστεί στο κάστρο αυτό ένας πύργος για να στεγάσει τον υψηλό φιλοξενούμενό του και την ακολουθία του. Τα χρόνια περνούσαν, κι ενώ ο Τζεμ ζούσε εξόριστος και ουσιαστικά αιχμάλωτος, η διπλωματία οργίαζε σε Δύση κι Ανατολή.

ΙΙΙ.   Πιόνι στα χέρια της δυτικής διπλωματίας

Ο Ωμπυσσόν «πουλά» τον Τζεμ στον Βαγιαζήτ: Πριν καν φτάσει ο Τζεμ στη Γαλλία, ο Ωμπυσσόν θέτει σε εφαρμογή το διπλό παιχνίδι του. Καθώς η ιδέα της σταυροφορίας μοιάζει δύσκολο να πραγματοποιηθεί στο άμεσο μέλλον, ο Μέγας Μάγιστρος στέλνει εκπροσώπους στην Υψηλή Πύλη για να διαπραγματευθούν με τον Βαγιαζήτ. Τον Δεκέμβριο του 1482 το Τάγμα και ο σουλτάνος συνάπτουν συνθήκη ειρήνης. Η συνθήκη περιλαμβάνει σύμφωνο μη επιθέσεως, αποκαθιστά το ελεύθερο εμπόριο μεταξύ των δύο συμβαλλομένων, προβλέπει αμοιβαία ανταλλαγή αιχμαλώτων, καθώς και τη δυνατότητα των Ιπποτών να ανεφοδιάζονται με προϊόντα που θα αγοράζουν στην οθωμανική επικράτεια. Ο Μέγας Μάγιστρος και οι Ιωαννίτες δεσμεύονται με την επίβλεψη του Τζεμ και υπόσχονται να μην επιτρέψουν σε κανένα ηγεμόνα, χριστιανό ή μουσουλμάνο, να χρησιμοποιήσει τον πρίγκιπα με σκοπό να υπονομεύσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Από την πλευρά του, ο Βαγιαζήτ υπόσχεται να καταβάλλει ετησίως στο Τάγμα 35.000 δουκάτα για τα έξοδα συντήρησης του πρίγκιπα, καθώς και, ανά τετραετία, 10.000 δουκάτα ως πολεμική αποζημίωση για την πολιορκία του 1480.

Οι όροι είναι πράγματι εντυπωσιακά ευνοϊκοί για το Τάγμα. Ο σουλτάνος που ζητεί απ΄ όλους φόρο υποτελείας, καταλήγει να πληρώνει αποζημιώσεις και φόρους στους Ιωαννίτες, συγχρηματοδοτώντας ουσιαστικά την επισκευή και ενίσχυση των οχυρώσεων της Ρόδου (Vattin «Rhodes...», όπ.π., σελ. 29/ Petiet, όπ.π., σελ. 64-65). Από ηθική άποψη, όμως, το τίμημα είναι τεράστιο για το Τάγμα. Ο Ωμπυσσόν έχει ουσιαστικά πουλήσει τον προστατευόμενό του Τζεμ στον αδελφό του, καταπατώντας όλους τους όρκους του. Σε μια εποχή που οι ηθικές αξίες διατηρούν τη σημασία τους η στάση του Μεγάλου Μαγίστρου γίνεται αντικείμενο σφοδρών επικρίσεων… κι ανοίγει την όρεξη πολλών που μπορούν να εμφανισθούν ακόμη σαν ηθικότεροί του, αλλά επιδιώκουν στην πραγματικότητα να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα. Ο πάπας, οι Ενετοί, ο Φερδινάνδος της Αραγονίας, ακόμη κι ο Ματθίας Κορβίνος της Ουγγαρίας ή ο Μαμελούκος σουλτάνος Καΐτ Μπέη, ζητούν να τους παραδοθεί ο Τζεμ για να τον θέσουν επικεφαλής των στρατευμάτων τους και να επιτεθούν κατά των Τούρκων!

Ο Ωμπυσσόν «πουλά» τον Τζεμ στον πάπα: Ο μάγιστρος δεν είναι από τους ανθρώπους που παραδίδουν τα όπλα στην πρώτη δυσκολία. Αν δεν μπορεί να εκμεταλλευθεί ο ίδιος τον Τζεμ, είναι πιο βολικό να τον βάλει σε… πλειστηριασμό και να τον πουλήσει σε όποιον κάνει την πιο συμφέρουσα (για τον ίδιο και για το Τάγμα) προσφορά! Δίχως κανένα δισταγμό, ο Ωμπυσσόν θα προδώσει εκ νέου τον Τζεμ και θα τον πουλήσει εκ νέου, σχεδόν κυριολεκτικά τούτη τη φορά. Ο εκλεκτός πλειοδότης δεν είναι άλλος από τον πάπα Ιννοκέντιο Η΄. Ο Άγιος Πατέρας δεσμεύεται να μη θίξει ποτέ τα διοικητικά και οικονομικά προνόμια και κεκτημένα του Τάγματος, να καταβάλλει σ’ αυτό τις ετήσιες δαπάνες για τον Τζεμ αντί του σουλτάνου, να καταργήσει τα τάγματα του Πανάγιου Τάφου και του Αγίου Λαζάρου μεταβιβάζοντας τις περιουσίες τους στους Ιωαννίτες και, τέλος, να ονομάσει τον Ωμπυσσόν καρδινάλιο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και αποστολικό λεγάτο για την Ασία (Petiet, όπ.π., σελ. 65-66). Για το όμορφο καπέλο του καρδινάλιου ο Ωμπυσσόν έγινε δυο φορές επίορκος, προδίδοντας τις υποσχέσεις του και προς τον Τζεμ και προς τον Βαγιαζήτ. Η ηθική αποκαθήλωση του μαγίστρου έχει ολοκληρωθεί. Ο… λογαριασμός δεν θ΄αργήσει!

Αιχμάλωτος του πάπα: Στις 10 Νοεμβρίου 1488, ο Τζεμ αφήνει το Μπουργκανέφ και οδηγείται στην Τουλόν «συνοδευόμενος» από Ιωαννίτες Ιππότες και Γάλλους στρατιώτες. Από εκεί μεταφέρεται στη Ρώμη. Στην αρχή η παπική αιχμαλωσία του Τζεμ είναι σχετικά χαλαρή. Ο πάπας σκέφτεται να χρησιμοποιήσει τον πρίγκιπα στο πλαίσιο μιας νέας σταυροφορίας κατά των Οθωμανών. Λέγεται μάλιστα ότι ο Ιννοκέντιος του πρότεινε να ασπασθεί τον χριστιανισμό, υποσχόμενός του σημαντικά αξιώματα, αλλά εις μάτην. Σε κάθε περίπτωση, ο Τζεμ αποδεικνύεται επιτυχές μέσο πίεσης κάθε φορά που ο αδελφός του σχεδιάζει κάποια εκστρατεία με στόχο χριστιανικά εδάφη.

Το τέλος: Να όμως που τον Ιούλιο του 1492 ο Ιννοκέντιος πεθαίνει και στα μέσα Αυγούστου εκλέγεται πάπας, ως Αλέξανδρος Στ΄, ο πανούργος Ροδρίγο Βοργίας. Ο Βοργίας φυλακίζει αμέσως τον άτυχο Τζεμ στο κάστρο του Aρχαγγέλου Μιχαήλ (Καστέλ Σαντ΄ Άντζελο). Δίχως χρονοτριβή, πληροφορεί τον σουλτάνο Βαγιαζήτ για τα καθέκαστα και απειλώντας εμμέσως πλην σαφώς ότι άμα θέλει μπορεί και ν’ αφήσει ελεύθερο τον διεκδικητή του οθωμανικού θρόνου αποσπά από τον σουλτάνο υπόσχεση καταβολής ποσού 40.000 δουκάτων ετησίως! Τέλος, ακυρώνει τη συμφωνία που είχε συνάψει ο προκάτοχός του με τους Ιωαννίτες, εξαιρουμένου του συμβατικού όρου βάσει του οποίου ο Ωμπυσσόν ονομαζόταν καρδινάλιος. Για τους Ιωαννίτες, όλα τα διπλωματικά ωφέλη που τους έδωσε η αιχμαλωσία του Τζεμ έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί.

Φτάσαμε στα τέλη του 1494 και στην Ιταλία εισβάλλει ο Κάρολος Η΄ της Γαλλίας με σκοπό να διεκδικήσει το Βασίλειο της Νάπολης. Ο παμπόνηρος Βοργίας γράφει αμέσως στον Βαγιαζήτ και του ζητεί οικονομική βοήθεια, μια και σε περίπτωση νίκης του Καρόλου είναι πιθανόν να ελευθερωθεί ο Τζεμ. Ο Βαγιαζήτ υπόσχεται στον πάπα 300.000 δουκάτα προκειμένου να σταλεί ο αδελφός του «σε τόπους αιωνίας αναπαύσεως»! Ο πάπας εισπράττει το ποσό, αλλά όταν ο Κάρολος εμφανίζεται προ των πυλών της Ρώμης και ζητεί να του παραδοθεί ο Οθωμανός πρίγκιπας, ο Βοργίας του τον παραδίδει χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο Τζεμ ξαναβρίσκει την ελευθερία του (;) και ενσωματώνεται στην ακολουθία του Καρόλου. Στις 25 Φεβρουαρίου 1495, όμως, κι ενώ βρίσκεται στην Καπύη μαζί με τα γαλλικά στρατεύματα, ο Τζεμ πεθαίνει ξαφνικά! Ήταν μόλις 36 ετών. Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, λίγο πριν τον παραδώσει στον Κάρολο, ο Βοργίας πρόφτασε να φαρμακώσει τον πρίγκιπα με κάποιο δηλητήριο βραδείας δράσης. Ή ίσως να έστειλε επί τούτου κάποιον σπιούνο στην αυλή του Καρόλου. Ποιος ξέρει…

Τώρα πάντως που είχε εκλείψει κάθε κίνδυνος, ο σουλτάνος Βαγιαζήτ μπορεί πια να συμπεριφερθεί στον νεκρό αδελφό του όπως αρμόζει σ’ έναν πρίγκιπα των Οσμανλήδων. Κήρυξε τριήμερο πένθος σε ολόκληρη την αυτοκρατορία και ζήτησε να του επιστραφεί η σορός του αδελφού του για να ταφεί με τις δέουσες τιμές. Χρειάστηκε να περάσουν τέσσερα χρόνια για να γίνει δεκτό το αίτημα του σουλτάνου και να επιστραφούν τα λείψανα του Τζεμ για να ταφούν στην εφήμερη πρωτεύουσά του, την Προύσα, σ’ ένα μαυσωλείο αντάξιο ανδρός στις φλέβες του οποίου έτρεχε βασιλικό αίμα. Αλλά βέβαια στον κόσμο τούτο όλα είναι σχετικά. Τιμές αποδίδονται μόνο σ’ αυτούς που δεν αποτελούν κίνδυνο για την εξουσία. Όταν, την Πρωτοχρονιά του 1522, ο σουλτάνος Σουλεϊμάν Β΄ ο Μεγαλοπρεπής  (ή, για τους Τούρκους, Νομοθέτης) κατέλαβε τελικά τη Ρόδο των Ιωαννιτών, συνάντησε εκεί τον Μουράτ, γιο του Τζεμ. Χωρίς αναστολές, ο σουλτάνος διέταξε να εκτελεστεί αμέσως μαζί με την οικογένειά του..

Η υστεροφημία του Τζεμ στη χριστιανική Δύση μοιάζει πολύ ωραιότερη από τη ζωή του. Δίχως αμφιβολία, μια μικρή οθωμανική αυλή με ευγενείς από την Ανατολή, γενιτσάρους και σπαχήδες, η οποία μετακινείται μεταξύ Άλπεων, Ωβέρνης και Λιμουζίν δεν ήταν συνηθισμένο θέαμα για τη Γαλλία του 15ου αι., τόσο για τον απλό λαό, όσο και για τους ευγενείς (βλ. Georges Jehel «La Méditerranée médiévale de 350 à 1450«, εκδ. Armand Colin, σειρά Cursus, Παρίσι 1992, σελ. 163). Η παρουσία του Οσμανλή πρέπει να σημάδεψε ανεξίτηλα το φαντασιακό των ανθρώπων της εποχής. Αυτό φαίνεται άλλωστε από το πλήθος θρύλων που συνόδεψαν το πέρασμά του από τη Γαλλία κι όχι μόνο:  από τους (όχι εντελώς απίθανους) έρωτες του Τζεμ με τη Γαλλίδα ευγενή Φιλιππίνη του Σασσνάζ, μέχρι τον μύθο ότι ο Οθωμανός πρίγκιπας ήταν ο δημιουργός της περίφημης ταπισσερί της Κυρίας με τον Μονόκερο (η μάλλον αυτός που την παρήγγειλε).

Έπειτα, ίσως η ζωή του Τζεμ κατά την εξορία του στη Δύση να μην υπήρξε τόσο μελαγχολική όσο εμείς νομίζουμε. Μπορεί να δέχτηκε ασμένως να παίξει τον ρόλο που του επιφύλαξε η μοίρα: εξωτικό αξιοθέατο μεν, αλλά και ομότιμος των Γάλλων ευγενών δε, αν όχι ανώτερός τους σ’ όλα. Άνθρωπος των γραμμάτων και των τεχνών, ως γνήσιος Οθωμανός πρίγκιπας, θα πρέπει να ένιωθε ευχαρίστηση εντυπωσιάζοντας τους καλεσμένους με την καλλιέργειά του. Ή ποζάροντας προκειμένου να του φιλοτεχνήσει το πορτρέτο ο Πιντουρίκιο, ακριβώς όπως κάποτε ζωγράφισε το πορτρέτο του πατέρα του ο Τζεντίλε Μπελλίνι. Μπορεί ακόμη και να του άρεσε που τούτοι οι «βάρβαροι» τον φώναζαν Ζιζίμ, ιδίως όταν το όνομα αυτό το ψιθύριζαν όμορφες Γαλλίδες. Και ίσως τελικά το τέλος του να μην το χαρακτήριζε η απελπισία, γιατί ακόμη και την ύστατη ώρα, με το δηλητήριο του Βοργία στο στόμα του, ο μελαγχολικός μας πρίγκιπας μπορεί να πίστευε ειλικρινά ότι ο νέος του προστάτης θα τον βοηθούσε να κατακτήσει αυτό που πάντοτε ποθούσε.

ΥΓ:  Το ποστ αυτό δικαιωματικά αφιερώνεται στον αγαπητό φίλο (και πραγματικό ειδικό επί του θέματος) Δύτη των Νιπτήρων. Κάποτε είχαμε μάλιστα συζητήσει, κάπως βιαστικά, την πιθανότητα ενός κοινού ποστ για τον Τζεμ, όπου ο ένας θα εξέταζε την ιστορία από την οθωμανική οπτική γωνία κι ο άλλος από αυτήν των Λατίνων. Τελικά, όπως και τα περισσότερα ωραία σχέδια, η φιλοδοξία αυτή δεν πραγματοποιήθηκε. Καθώς κι εκείνος είχε υποσχεθεί κατά καιρούς να γράψει κάτι για τον Τζεμ, του ζητώ συγγνώμη μια και τελικά τον πρόλαβα «κλέβοντάς» του κατά κάποιο τρόπο ένα θέμα ανάρτησης. Γνωρίζω ότι έχει αρκετό υλικό, πολύ πιο πλούσιο από το δικό μου, για να γράψει το δικό του ποστ όταν το θελήσει, αλλά (ελπίζω 🙂 ) και για μερικά πλούσια σχόλια σε τούτο εδώ το κείμενο.

Advertisements

Η ιστορία του Ρομάνο Μαϊράνο

Ιανουαρίου 4, 2011

Η υποδοχή της οποίας έτυχε το τελευταίο άρθρο μού έδωσε ιδιαίτερη χαρά. Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους τους φίλους σχολιαστές και αναγνώστες του ιστολογίου! Το μόνο πρόβλημα (ευχάριστο βέβαια) έγκειται στο ότι ένα άρθρο που επιτυγχάνει τους στόχους του δεν είναι ποτέ εύκολο να ακολουθηθεί από κάποιο ισάξιό του. Το «Γιατί ΔΕΝ επιστρέφουμε στον Μεσαίωνα», που είχε χαρακτήρα… μανιφέστου για το ιστολόγιο αυτό, εξέφραζε ιδέες που έχουν αποκρυσταλλωθεί εδώ και χρόνια. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να βρεθεί η κατάλληλη στιγμή για να οργανωθεί με λογικό τρόπο η παρουσίασή τους και η σχετική επιχειρηματολογία. Κατ’ ανάγκη, η συνέχεια θα δοθεί με κάτι πολύ πιο απλό και ταπεινό ως προς τους στόχους του. Ίσως, άλλωστε, να ταιριάζει περισσότερο με το εορταστικό κλίμα των ημερών αυτών. Ο ήρωάς μας δεν είναι πολιτικός ή στρατιωτικός ηγέτης, ούτε μεγάλος καλλιτέχνης ή άνθρωπος του πνεύματος. Είναι ένας επιχειρηματίας, ένας έμπορος. Αυτό φαντάζομαι ότι θ’ αρέσει σε όσους φίλους του ιστολογίου θα επιθυμούσαν να διαβάσουν και κάποιον έπαινο για την ιδιωτική πρωτοβουλία και τον καπιταλισμό. Η περίπτωσή του, που μοιάζει εκ πρώτης όψεως ασυνήθιστη, δεν είναι μοναδική για την πατρίδα και την εποχή του. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ταραχώδης επιχειρηματική σταδιοδρομία του συμβολίζει με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τα έργα και τις ημέρες ενός από τα ισχυρότερα και πιο ιδιόμορφα κράτη του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα (αν όχι κι ολόκληρης της ανθρώπινης Ιστορίας): της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου.

Στους Ενετούς θα μπορούσε κανείς να προσάψει πολλά: άπληστοι έμποροι και αδίστακτοι αποικιοκράτες είναι δύο από τις συνηθέστερες κατηγορίες. Ωστόσο, πρέπει ταυτόχρονα να τους αναγνωριστούν πολλές αρετές. Μεθοδικοί, πειθαρχημένοι και οργανωτικοί (τα περισσότερα κάστρα και οχυρώσεις που βλέπουμε και σήμερα στη χώρα μας είναι δικά τους έργα), πρωτίστως δε άνθρωποι με λαμπρό επιχειρηματικό πνεύμα. Όταν διέκριναν σοβαρή πιθανότητα εμπορικού κέρδους, τίποτε δεν μπορούσε να τους αποθαρρύνει να αναλάβουν την πιο παράτολμη επιχειρηματική δράση. Ο Ενετός έμπορος δεν δειλιάζει ούτε μπροστά στους συνήθεις κινδύνους που ενέχει κάθε εμπορική δραστηριότητα, ούτε μπροστά σ’ αυτούς του θαλάσσιου ταξιδιού (στοιχεία της φύσης και πειρατές). Δεν τον φοβίζουν ούτε οι, εξίσου ικανοί κι αδίστακτοι, εμπορικοί ανταγωνιστές από την Γένοβα και την Πίζα, ούτε το ενδεχόμενο ξαφνικής επιδείνωσης των διπλωματικών σχέσεων της πατρίδας του με κάποιο από τα κράτη εντός του οποίου αναπτύσσει τις δραστηριότητές του (όπως η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, το Σουλτανάτο του Καΐρου ή τα φραγκικά κράτη της Συρίας και Παλαιστίνης).

Μολονότι το όνομά του είναι ίσως άγνωστο στον μέσο άνθρωπο της εποχής μας, ο Ρομάνο Μαϊράνο είναι αληθινός σταρ για όσους μελετούν την Ιστορία του Μεσαίωνα. Για λόγους εν μέρει συγκυριακούς, η σταδιοδρομία του είναι η πληρέστερα καταγεγραμμένη που διαθέτουμε. Η, ευτυχής για τους ιστορικούς, συγκυρία ήταν η εξής: η τελευταία απόγονος της οικογένειας Μαϊράνο αποφάσισε προς το τέλος της ζωής της να μονάσει. Αποσύρθηκε στο κοινόβιο του Αγίου Ζαχαρία όπου και μετέφερε τα οικογενειακά αρχεία, σώζοντάς τα από την καταστροφή (βλ. Jean-Claude Hocquet «Venise au Moyen Âge«, coll. Guides de Civilisations, εκδ. Belles Lettres, Παρίσι 2003, σελ. 271/ «La vie mouvementée du marchand Mairano», περιοδικό Historia Thématique, αριθ. 88, τεύχος 3-2004, Μάρτιος-Απρίλιος 2004, σελ. 12-17). Χάρη σ’ αυτό το τυχαίο γεγονός, έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας κάπου διακόσια εμπορικά έγγραφα, στην πλειονότητά τους συμβάσεις, τα οποία μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε πλήρη εικόνα για την επιχειρηματική σταδιοδρομία του Ρομάνο Μαϊράνο, ενός ικανότατου και γενναίου Ενετού εμπόρου του 12ου αι. Η επιμονή, το θάρρος του, η αποφασιστικότητα και η αυτοπεποίθηση με την οποία αντιμετώπισε τις απογοητεύσεις της ζωής, η ικανότητά του να ορθοποδήσει μολονότι καταστράφηκε οικονομικά, αποτελούν ένα παράδειγμα προς μίμηση που δεν είναι διόλου άχρηστο σε μια εποχή κρίσης και δυσκολιών όπως η σημερινή.

Ι. Η σταδιοδρομία του Ρομάνο Μαϊράνο

Ας δούμε πώς συνοψίζουν την περιπετειώδη σταδιοδρομία του Μαϊράνο ο Ζαν-Κλωντ Οκέ (όπ.π.) και άλλοι ιστορικοί (Yves Renouard «Les hommes d’affaires italiens au Moyen Âge«, εκδ. Armand Colin, Παρίσι 1949, σελ. 56-59/Frederic Chapin Lane «Venice – A Maritime Republic«, The John Hopkins University Press, Βαλτιμόρη 1973, σελ. 52-53/ Christian Bec «Histoire de Venise«, coll. Que sais-je?, αριθ. 522, εκδ. PUF, Παρίσι 1993, σελ. 24-25/ Pierre Racine «Venise et son arrière-pays au temps de la Quatrième Croisade» σε Thomas F. Madden – επιμ. – «The Fourth Crusade: Event, Aftermath and Perceptions – Papers from the Sixth Conference  for the Study of the Crusades and the Latin East, Istanbul, Turkey, 25-29 August 2004«, εκδ. Ashgate 2004, σελ. 15 επ., ειδ. σελ. 23). Πρόκειται πιθανώς για γόνο οικογένειας ευγενών, πρόσφατα όμως εγκατεστημένων στο Ριάλτο. Τα ίχνη των πρώτων εμπορικών κινήσεων του ήρωά μας ανάγονται στα 1150: ο νεότατος τότε Μαϊράνο δανείζεται για την πρώτη εμπορική αποστολή του. Προφανώς η επιχείρηση αποδείχθηκε επικερδής, μια και εξοφλεί χωρίς προβλήματα το ποσό του δανείου. Δύο χρόνια αργότερα παντρεύεται. Η όχι υψηλή προίκα της γυναίκας του αποτελεί ένδειξη για το ότι ο Μαϊράνο ξεκίνησε την επιχειρηματική σταδιοδρομία του με μάλλον ταπεινά οικονομικά μέσα. Σχεδόν αμέσως μετά το γάμο μεταφέρει τις δραστηριότητές του στην Κωνσταντινούπολη (στα πρώτα ταξίδια του μεταφέρει συνήθως στη Βασιλεύουσα φορτία ξυλείας). Συνεργάζεται με τον αδελφό του, τον Σαμουήλ, και μαζί προβαίνουν στη σύσταση μιας οικογενειακής εταιρίας (fraterna societas). Έχουν τακτικές εμπορικές συναλλαγές με την ηπειρωτική Ελλάδα και τα παράλια της Μικράς Ασίας. Παράλληλα, ο Ρομάνο αγοράζει ακίνητα στη Βασιλεύουσα, η εκμετάλλευση των οποίων του αποφέρει ικανά κέρδη για να αναλάβει εμπορικές αποστολές μεγαλύτερης εμβέλειας: πλέον ταξιδεύει προς την Άκρα, την Τύρο, την Αντιόχεια και τα άλλα λιμάνια της φραγκικής Ανατολής, αλλά και προς τη μουσουλμανική Αλεξάνδρεια. Τα συμφέροντα του Μαϊράνο βρίσκονται κυρίως στην Ανατολή κι όχι στην πατρίδα του. Όταν το 1158 εξεγείρεται η κροατική Ζάρα κατά των Ενετών, η Γαληνοτάτη κηρύσσει γενική επιστράτευση των πολιτών της. Ο Μαϊράνο αδιαφορεί για την κλήση: προτιμά να πληρώσει το τεράστιο πρόστιμο που του επιβάλλεται, παρά να υπηρετήσει. Οι δουλειές του, άλλωστε, πηγαίνουν εξαιρετικά. Την ίδια περίοδο καταγράφονται τακτικές εμπορικές και τραπεζικές συναλλαγές του με το Τάγμα των Ναϊτών.

Το 1163, μετά από δεκαετή απουσία από τη μητρόπολη, ο Ρομάνο Μαϊράνο επιστρέφει στη Βενετία. Όχι για πολύ. Σκοπός του είναι η αγορά του πρώτου εμπορικού πλοίου του. Το 1165 τον βρίσκουμε στο χριστιανικό βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Χρηματοδοτεί ένα συμπατριώτη του έμπορο, τον Μάρκο Έντσιο: οι δύο άνδρες αποφασίζουν να ταξιδέψουν με το πλοίο του Μαϊράνο για να πουλήσουν τα εμπορεύματά τους. Από την Άκρα θα βρεθούν στον Χάνδακα της Κρήτης κι από εκεί είτε θα επιστρέψουν κατευθείας στην Άκρα ή στο επίνειο της Αντιόχειας, είτε θα συνεχίσουν ως την Αλεξάνδρεια για να επιστρέψουν από το αιγυπτιακό λιμάνι στη βάση τους. Πιθανότερο φαίνεται να προτιμήθηκε η δεύτερη εναλλακτική λύση. Άλλωστε το 1167 βρίσκουμε τον Μαϊράνο να κινείται μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Αλεξάνδρειας. Προς το τέλος, όμως, της ίδιας χρονιάς επιστρέφει στη Βενετία για να αγοράσει το δεύτερο πλοίο του, αγορά αναγκαία λόγω της ανάπτυξης του κύκλου των δραστηριοτήτων του. Δανείζεται από οχτώ πλούσιους συμπολίτες του συνολικό ποσό 796 υπέρπυρων. Το δάνειο θα επιστραφεί εντόκως την άνοιξη του 1168 (με επιτόκιο 44%!).

Τον Οκτώβριο του 1169 ο Μαϊράνο βρίσκεται πίσω στην Κωνσταντινούπολη, μολονότι οι ενετικές αρχές έχουν προειδοποιήσει τους πολίτες τους για τη ραγδαία επιδείνωση των διπλωματικών σχέσων μεταξύ της Γαληνοτάτης και του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού. Αρχικά, ο φίλος μας φαίνεται να δικαιώνεται για τη ριψοκίνδυνη απόφασή του. Οι δουλειές του στην Πόλη πηγαίνουν όλο και καλύτερα. Εκτός των άλλων, αναλαμβάνει τη διαχείριση της μεγάλης περιουσίας που διαθέτει στη Βασιλεύουσα ο λατίνος πατριάρχης του Γκράντο. Αποκτά επίσης το ιδιαιτέρως επικερδές μονοπώλιο της είσπραξης των δικαιωμάτων για τη ζύγιση των εμπορευμάτων των Ενετών της πόλης. Ωστόσο, το 1171 ξεσπά η καταιγίδα που πολλοί φοβούνταν: ο Μανουήλ διατάσσει τη σύλληψη και απέλαση όλων των Ενετών υπηκόων και τη δήμευση των περιουσιακών στοιχείων τους. Ο Μαϊράνο κατορθώνει να ξεφύγει με το πλοίο του που ήταν ελλιμενισμένο στην Κωνσταντινούπολη, σώζοντας κι αρκετούς συμπατριώτες του, χάνει όμως την περιουσία του. Κατεστραμμένος οικονομικά αδυνατεί να εξοφλήσει τους πιστωτές του. Δίχως να απογοητευτεί, ξαναρίχνεται στον αγώνα, στο δρομολόγιο Βενετία-Αλεξάνδρεια. Το καλοκαίρι του 1173 συμμετέχει με το πλοίο του στον ενετικό στόλο που πολιορκεί (ανεπιτυχώς) την Ανκόνα. Οι πολεμικές επιχειρήσεις αποτελούν πάντως την εξαίρεση στη σταδιοδρομία του Μαϊράνο. Τα χρόνια αυτά τον συναντούμε συνήθως να εμπορεύεται μεταξύ Βενετίας, Αλεξάνδρειας και Αγίων Τόπων. Κύριος χρηματοδότης του είναι η πάμπλουτη και ισχυρή οικογένεια Τζιάνι: ο δόγης (από το 1172 έως το 1178) Σεμπαστιάνο και ο γιος του (και μετέπειτα δόγης κι αυτός, 1205-1229) Πιέτρο, στους οποίους ο Μαϊράνο προμηθεύει φορτία πιπεριού και στυπτηρίας.

Πάντα τολμηρός κι έτοιμος να εκμεταλλευθεί νέους εμπορικούς δρόμους, ο Μαϊράνο διαβλέπει νέες ευκαιρίες στη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ της πατρίδας του και της παραδοσιακής αντιπάλου, της νορμανδικής Σικελίας του Γουλιέλμου Β΄ του Καλού, εξέλιξη που καθιστά ασφαλέστερη για τους Βενετούς τη ναυσιπλοΐα στα νότια και νοτιοδυτικά της Μεσογείου. Παραγγέλλει τη ναυπήγηση ενός ακόμη εμπορικού πλοίου και,ταξιδεύει στο Μαγκρέμπ (Μπουζί και Θέουτα), όπου προμηθεύεται μάλλινα και δέρματα, προϊόντα απαραίτητα για την ενετική βιοτεχνία ένδυσης. Το 1183 έχει πλέον καταφέρει να εξοφλήσει όλα τα χρέη του, και τα προ του 1171 και τα κατοπινά. Η Αλεξάνδρεια και η Άκρα παραμένουν οι βασικοί εμπορικοί προορισμοί του. Μετά το 1184, όταν αποκαθίστανται οι σχέσεις Βενετίας και Βυζαντίου, καθώς ο Ανδρόνικος Α΄ Κομνηνός δέχεται να καταβάλει και κάποιες αποζημιώσεις για τα δημευθέντα περιουσιακά στοιχεία των Ενετών της Πόλης, ο Μαϊράνο επιστρέφει στο δρομολόγιο προς Κωνσταντινούπολη. Φαίνεται μάλιστα ότι το 1190 μεταφέρει ξανά στη Βασιλεύουσα το κέντρο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του: είναι πιθανό ο θρίαμβος του Σαλαδίνου επί των σταυροφορικών κρατών της Ανατολής να έπεισε τον ήρωά μας ότι η Αλεξάνδρεια δεν ήταν πια το ίδιο ασφαλής ως εμπορική βάση. Έχοντας φτάσει σε μάλλον προχωρημένη ηλικία σταματά να ταξιδεύει, αναθέτοντας τις εμπορικές αποστολές στους γιους του. «Περιορίζεται» στον ρόλο του χρηματοδότη και στη διαχείριση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας του. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή χρονολογία ή τον τόπο θανάτου του (Βενετία, Κωνσταντινούπολη ή μήπως Αλεξάνδρεια;), είμαστε όμως βέβαιοι ότι άφησε τον εμπορικό του οίκο σε ανθηρή κατάσταση, καθιστώντας τον μια από τις σπουδαιότερες επιχειρήσεις της Μεσογείου.

ΙΙ. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ενετικού εμπορίου κατά τον Μεσαίωνα

1. Ένα οικουμενικό εμπόριο χωρίς διακρίσεις και φραγμούς: Οι Ενετοί, όπως και γενικά οι έμποροι από τις άλλες ναυτικές δημοκρατίες της Ιταλίας (αρχικά, έως και τον 11ο αι., το Αμάλφι, και μετέπειτα τη Γένοβα και την Πίζα) συνδέουν εμπορικά την καθολική Δύση, το ορθόδοξο Βυζάντιο και τον μουσουλμανικό κόσμο. Μεταφέρουν στην Ανατολή κυρίως πρώτες ύλες (ξυλεία και μέταλλα) και γυρίζουν στη Δύση με προϊόντα πολυτελείας για τις εύπορες τάξεις (μπαχαρικά, μεταξωτά από το Βυζάντιο, κοσμήματα και χειροτεχνήματα), χωρίς να περιφρονούν και την εμπορία φθηνότερων ειδών πρώτης ανάγκης (μάλλινα και δερμάτινα) (βλ. Jean-Claude Hocquet, La vie mouvementée du marchand Mairano, όπ.π.). Η βασική τους επιδίωξη είναι το κέρδος και, όπως είναι φυσικό, δεν υπόκειται σε φραγμούς: όταν εμπορεύονται όπλα (ασπίδες, δόρατα, ξίφη) ή πρώτες ύλες για στρατιωτικό εξοπλισμό (ξυλεία και μέταλλα) εφαρμόζουν, χωρίς αναστολές, τη διαχρονική πολιτική των εμπόρων όπλων, πωλώντας και στις δύο εμπόλεμες πλευρές, δηλ. τους μουσουλμάνους της Αιγύπτου και τους χριστιανούς της Ιερουσαλήμ, της Τρίπολης και της Αντιόχειας. Οι παπικές απαγορεύσεις κι αφορισμοί, ή οι αποφάσεις των χριστιανών ηγεμόνων δεν πτοούν τους Ενετούς, οι οποίοι συνεχίζουν τις εμπορικές δραστηριότητες με τους «απίστους».

Οι δραστηριότητες αυτές εξαρτώνται άμεσα από την ασταθή διπλωματική ισορροπία μεταξύ των διαφόρων δυνάμεων της Μεσογείου. Για ιστορικούς λόγους το Βυζάντιο αποτελεί τον κατεξοχήν εμπορικό εταίρο των Ενετών (ήδη από τον 11ο αι. και επί Αλέξιου Κομνηνού οι Ενετοί έμποροι τυγχάνουν πλήρους απαλλαγής από το κομμέρκιο, δηλαδή τον φόρο ύψους 10% επί της αξίας των εμπορευμάτων), εντούτοις, όπως αποδεικνύει και η ζωή του Μαϊράνο, οι σχέσεις Βενετίας και Βυζαντίου είναι ταραχώδεις. Επομένως, συμφέρον της Βενετίας είναι να διατηρεί πάντα εναλλακτικές εμπορικές οδούς. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορικής περιόδου που εξετάζουμε, βασικό μέλημα των ενετικών αρχών είναι να κρατούν ανοιχτή μία τουλάχιστον από τις τρεις βασικές οδούς (Βενετία-Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια λιμάνια της Μικράς Ασίας ή της Μαύρης Θάλασσας, Βενετία-Αλεξάνδρεια, Βενετία-χριστιανικά λιμάνια της Συρίας και Παλαιστίνης). Φυσικά κάθε νέα προοπτική εμπορικού δρόμου είναι ευπρόσδεκτη για τη Γαληνοτάτη. Το διαπιστώσαμε, άλλωστε, με το παράδειγμα των λιμανιών της βορειοδυτικής Αφρικής.

Εξαιρουμένων των μάλλον σύντομων περιόδων εχθρότητας, τα ξένα κράτη βλέπουν θετικά τις δραστηριότητες των Ενετών εμπόρων. Στα περισσότερα λιμάνια (Αλεξάνδρεια, Άκρα, Τύρος, Κωνσταντινούπολη κ.λπ.) τους παραχωρείται εμπορικός σταθμός (fondaco, από το αραβικό funduk, με αμφιλεγόμενο ελληνικό έτυμο τη λέξη «πανδοχείο», βλ. René Fédou e.a. “Lexique historique du Moyen Âge“, coll. cursus, εκδ. Armand Colin, Παρίσι 1995, λήμμα fondaco, σελ. 74), όπου οι έμποροι συναλλάσσονται με μεγαλύτερη ευκολία, ενώ το κράτος υποδοχής μπορεί να εισπράξει άμεσα φόρους και δασμούς επί των εμπορευμάτων. Παράλληλα, οι Ενετοί (κι οι υπόλοιποι Ιταλοί) έμποροι έχουν στα λιμάνια αυτά τις συνοικίες τους (με την εκκλησία, αφιερωμένη συνήθως στον Άγιο Μάρκο, τον φούρνο. τον μύλο και τα λουτρά τους), όπου ζουν όπως και στην πατρίδα τους, ενώ τα συμφέροντά τους τα εκπροσωπεί ένας ομοεθνής τους πρόξενος.

2. Καινοτόμες μορφές συμβάσεων και εταιριών: Η εφευρετικότητα των Ενετών εμπόρων εκφράζεται με νέες μορφές εμπορικών συμβάσεων και εταιριών. Συχνή είναι η περίπτωση της ρογκαντία: η κεφαλαιουχική εταιρία που έχει την κυριότητα των εμπορευμάτων αναθέτει την πώλησή τους σ’ έναν έμπορο έναντι αμοιβής (Christian Bec, όπ.π., σελ. 17). Η επιχείρηση αποδεικνύεται συνήθως ιδιαίτερα επωφελής και για τον ταξιδιώτη έμπορο. Μπορεί να μη συμμετέχει στα εταιρικά κέρδη, αλλά εκτός της προκαθορισμένης αμοιβής έχει τη δυνατότητα να προβεί κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και σε δικές του συναλλαγές. Για παράδειγμα, το 1156, στο πλαίσιο μιας ρογκαντία, ο Μαϊράνο είναι υπεύθυνος για τη μεταφορά και πώληση εμπορευμάτων στη γραμμή Κωνσταντινούπολη-Σμύρνη-Αλεξάνδρεια. Παρότι δεν έχει συμμετοχή στα κέρδη της εταιρίας, αποκτά σημαντικά ποσά παίρνοντας την πρωτοβουλία να προσθέσει και να πωλήσει και δικά του εμπορεύματα στη διαδρομή.

Ακόμη συχνότερη, όμως, είναι η περίπτωση των εταιρικών μορφών στις οποίες ο έμπορος δεν παρέχει απλώς εργασία, αλλά συμμετέχει και στα κέρδη, συνήθως δε και στο εταιρικό κεφάλαιο. Η σύμβαση έχει  περιορισμένη χρονική ισχύ (μπορεί να αφορά μία μόνον εμπορική αποστολή) και συνάπτεται μεταξύ ενός ή πλειόνων κεφαλαιούχων-χρηματοδοτών και ενός εμπόρου, ο οποίος καθίσταται υπεύθυνος για την πώληση των εμπορευμάτων.  Στη μορφή της κομμέντα (την οποία χρησιμοποιούν συνήθως στη Γένοβα), ο έμπορος δεν μετέχει στο κεφάλαιο, κρατά όμως το 1/4 των κερδών, αποδίδοντας τα υπόλοιπα στους κεφαλαιούχους. Σύμφωνα, όμως, με τη βενετσιάνικη εκδοχή της κομμέντα, δηλ. την κολλεγκάντσα, ο χρηματοδότης παρέχει το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου (συνήθως τα 2/3), ενώ ο έμπορος συνεισφέρει με το υπόλοιπο κεφάλαιο.  Τα κέρδη της επιχείρησης μοιράζονται μεταξύ βασικού κεφαλαιούχου και εμπόρου στο μισό, ενώ τυχόν ζημίες κατανέμονται αναλόγως της εισφοράς του κάθε εταίρου (René Fédou e.a., όπ.π., λήμματα colleganza και commenda, σελ. 42-43/ Christian Bec, όπ.π.). Ως εκ της φύσεώς της, η κολλεγκάντσα είναι ιδιαιτέρως συμφέρουσα για τον έμπορο που μετέχει σ’ αυτήν.

Το αρχείο του Μαϊράνο μας προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κολλεγκάντσας. Το 1167, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου όπου ήταν τότε εγκατεστημένος, ο Μαϊράνο συνάπτει εμπορική σύμβαση με έναν άλλο Βενετό έμπορο, τον Ντομένικο Γιάκομπ. Για τους σκοπούς της εταιρίας, ο Μαϊράνο παρέχει το πλοίο του οποίου είναι ιδιοκτήτης και συμμετέχει με τα 2/3 του κεφαλαίου (κι επομένως των εμπορευμάτων), ενώ ο συνεταίρος του συμμετέχει με το 1/3 του κεφαλαίου και αναλαμβάνει το επιχειρησιακό σκέλος: ο Γιάκομπ θα συνοδέψει τα εμπορεύματα στο ταξίδι από την Αλεξάνδρεια στον Αλμυρό της Μαγνησίας. Στη συνέχεια, θα ενωθεί με την πρώτη ενετική μούδα (βλ. κατωτέρω) που κατευθύνεται στην Κωνσταντινούπολη. Στη Βασιλεύουσα θα λάβει χώρα κι η απόδοση λογαριασμών: ο Γιάκομπ θα επιστρέψει στον Μαϊράνο το κεφάλαιό του (τα 2/3 του εταιρικού), καθώς και το ήμισι των κερδών που απέφερε η επιχείρηση, ενώ ο ίδιος θα κρατήσει το δικό του μερίδιο από το κεφάλαιο (1/3) και τα άλλα μισά κέρδη. Η κολλεγκάντσα, με τις διάφορες παραλλαγές της, συντελεί ευεργετικά στη συσσώρευση κεφαλαίων και γενικά στην ανάπτυξη της εμπορικής κίνησης: ο έμπορος που έχει την ευθύνη της επιχείρησης, συνοδεύοντας το εμπόρευμα, έχει την άδεια να προβεί σε οποιεσδήποτε αγοραπωλησίες κρίνει επικερδείς. Εκμεταλλευόμενος τις διαφορές τιμών των εμπορευμάτων μεταξύ των διαφόρων σταθμών του, πολλαπλασιάζει τα κέρδη της εταιρίας, αλλά και τα προσωπικά του κέρδη.

Παράλληλα, στο πλαίσιο του ενετικού εμπορίου παρατηρείται ευρεία χρήση νέων μέσων που διευκολύνουν τις συναλλαγές και την εμπορική δραστηριότητα εν γένει: αξιόγραφα (κυρίως η συναλλαγματική), διπλή λογιστική (κατά πάσα πιθανότητα ενετική εφεύρεση), αλληλόχρεοι λογαριασμοί κ.λπ.

3. Ο τυπικός  Ενετός έμπορος: Η εκπαίδευση και η κατάρτιση του Ενετού εμπόρου αρχίζει από πολύ νωρίς. Έφηβος ακόμη θα μπαρκάρει και θα του ανατεθούν ορισμένα εμπορεύματα τα οποία θα αναλάβει να πωλήσει. Η μαθητεία του θα συνεχιστεί σε κάποιο λιμάνι του εξωτερικού, δίπλα σε συγγενή ή τον τοπικό συνεργάτη της οικογενειακής εταιρίας. Ολοκληρώνοντας τη μαθητεία του, θα αναλάβει ο ίδιος τον ρόλο συνεργάτη και θα αρχίσει τα εμπορικά ταξίδια.

«Με τα χρόνια κι όταν φτάσει η κατάλληλη στιγμή, αφού κάνει περιουσία, θα επιστρέψει στη Βενετία και θα γίνει επιτέλους οικογενειάρχης. Θα συνεχίσει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες. θ’ αναμιχθεί στην πολιτική, θα κάνει επενδύσεις… Σε αντίθεση προς τους Φλωρεντινούς ομολόγους του με τις φιλολογικές ανησυχίες τους, ο Ενετός έμπορος έχει πρακτικό πνεύμα και γνώσεις κυρίως τεχνικές» ((Christian Bec, όπ.π., σελ. 40). Τα εφόδιά του είναι η εμπειρία, οι γερές βάσεις λογιστικής και γεωγραφίας, η καλή γνώση των ξένων γλωσσών που μιλούν οι αλλοδαποί πελάτες του.

Χαρακτηριστικό του Ενετού επιχειρηματία, όπως είδαμε στην περίπτωση του Ρομάνο Μαϊράνο, είναι ακριβώς η συμμετοχή του σε πολλές εταιρίες διαφορετικών τύπων και εμβέλειας. Εναλλάσσεται στους ρόλους του κεφαλαιούχου και του εμπόρου. Με τον τρόπο αυτό ελαχιστοποιεί τους εμπορικούς κινδύνους, σε τέτοιο σημεία που δεν καταφεύγει σχεδόν ποτέ στην ασφάλιση των εμπορευμάτων του (όπως κάνουν συστηματικά οι Φλωρεντινοί).

4. Μια κρατικώς ελεγχόμενη οικονομία: Το ενετικό οικονομικό θαύμα, πάντως, δεν θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα αποκλειστικά χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Η οικονομία της Βενετίας κατευθύνεται κι ελέγχεται από το Δημόσιο. Η Γαληνοτάτη καθορίζει τα δρομολόγια, τον χρόνο απόπλου και τα εκάστοτε φορτία εμπορευμάτων για τις μούδες (mude), τις οργανωμένες ναυτικές αποστολές που αναχωρούν τακτικά για τους βασικούς εμπορικούς προορισμούς : στα… κονβόϊ αυτά συμμετέχουν εμπορικά πλοία ιδιωτών που συνοδεύονται από γαλέρες, συνήθως ιδιοκτησίας του Δημοσίου. Οι γαλέρες, η καθεμία με 200 κωπηλάτες και 20 βαλλιστριδοφόρους, μεταφέρουν τα μεγάλης αξίας εμπορεύματα και αποτελούν εγγύηση για την ασφάλεια των εμπορικών πλοίων των ιδιωτών. Οι προδιαγραφές ασφάλειας των πλοίων των ιδιωτών, ο εξοπλισμός, το πλήρωμα και οι συνθήκες ασφάλειας και υγιεινής στα πλοία καθορίζονται με νόμους και διοικητικές πράξεις του ενετικού κράτους, ενώ η τήρησή τους ελέγχεται από τους δημοσίους υπαλλήλους. Επιπλέον, η Γαληνοτάτη ρυθμίζει λεπτομερώς τις εμπορικές δραστηριότητες αλλοδαπών σε ενετικό έδαφος, έχει το μονοπώλιο άλατος, ελέγχει αυστηρά το εμπόριο των βασικών καταναλωτικών αγαθών. Τέλος, απαγορεύει στις ενετικές τράπεζες τη δανειοδότηση αλλοδαπών προκειμένου το χρήμα τους να είναι διαθέσιμο αποκλειστικά στους Ενετούς υπηκόους και, φυσικά, στο ίδιο το κράτος (Christian Bec, όπ.π., σελ. 38-39).

Με όλες τις ιδιαιτερότητές της ή τα χαρακτηριστικά που μοιάζουν ασύμβατα με την εποχή μας, η ενετική οικονομία και οι πρωταγωνιστές της διακρίνονται από πολλά στοιχεία ικανά να αποτελέσουν χρήσιμα διδάγματα για τις δύσκολες εποχές που διανύουμε. Θάρρος, επιμονή, ευρύτητα πνεύματος και αξία της προσωπικής προσπάθειας (όπως σημείωνε κι ο Υβ Ρενουάρ «οι μεγάλες περιουσίες οφείλονταν στις πολλές μικρομεσαίες εταιρίες και στη συσσώρευση μικρών κερδών»). Κι όλα αυτά σε πλαίσιο αγαστής συνεργασίας ανάμεσα στην ιδιωτική πρωτοβουλία και το ενετικό Δημόσιο. Διαχρονικά ωφέλιμα μου μοιάζουν όλα αυτά.

Καλή χρονιά, με υγεία, ευτυχία και δημιουργικότητα στις φίλες και στους φίλους του ιστολογίου!

Μερικά πράγματα που γνωρίζουμε για την Υπατία

Φεβρουαρίου 27, 2010

Τώρα που οι περισσότεροι από εσάς έχετε ήδη δει την τελευταία ταινία του Αμενάμπαρ, τώρα που τα μισά σχεδόν ελληνικά ιστολόγια έχουν αφιερώσει αναρτήσεις στην Υπατία, τώρα που οι αντιμαχόμενες παρατάξεις (ας πούμε αντίπαλοι και φίλοι της Εκκλησίας, μια κι ακόμα δεν έχω ξεκαθαρίσει στο μυαλό μου αν όροι όπως «αντικληρικαλιστής» και  «αντικληρικός» είναι δόκιμοι) διασταύρωσαν τα ξίφη τους και τα πνεύματα έχουν κάπως ηρεμήσει, είναι καιρός να δούμε με ψυχραιμία την ιστορία αυτής της γυναίκας που για πολλούς και διάφορους λόγους έγινε, ίσως διαχρονικά, σύμβολο τόσων ιδεών και ιδεολογιών (τόσο αυτοτελώς όσο και «αντιστικτικά»): σύμβολο του τέλους της Αρχαιότητας όπως την αντιλαμβάνεται ο δυτικός άνθρωπος, σύμβολο της ελευθερίας του πνεύματος απέναντι στον σκοταδισμό, σύμβολο του φεμινισμού ενάντια στην ανδρική καταπίεση, σύμβολο της πίστης στο δωδεκάθεο κατά του χριστιανισμού, σύμβολο των ορθόδοξων χριστιανών της Κωνσταντινούπολης ενάντια στους «μιαρούς» της Αλεξάνδρειας που λίγο αργότερα θα προσχωρήσουν μαζικά στον μονοφυσιτισμό, σύμβολο της σωφροσύνης, του μέτρου και της εγκράτειας, σύμβολο του προτεσταντισμού κατά του καθολικισμού, σύμβολο του Διαφωτισμού ενάντια στην Εκκλησία, σύμβολο του ρομαντισμού και… ποιός ξέρει τι άλλο.

Ι. Από τα γεγονότα στον μύθο

Οι πηγές:

«Ην τις γυνὴ ἐν τῇ Ἀλεξανδρείᾳ͵ τοὔνομα Ὑπατία· αὕτη Θέωνος μὲν τοῦ φιλοσόφου θυγάτηρ ἦν· ἐπὶ τοσοῦτον δὲ προὔβη παιδείας͵ ὡς ὑπερακοντίσαι τοὺς κατ΄ αὐτὴν φιλοσόφους͵ τὴν δὲ Πλατωνικὴν ἀπὸ Πλωτίνου καταγομένην διατριβὴν διαδέξασθαι͵ καὶ πάντα τὰ φιλόσοφα μαθήματα τοῖς βουλομένοις ἐκτίθεσθαι· διὸ καὶ οἱ πανταχόθεν φιλοσοφεῖν βουλόμενοι κατέτρεχον παρ΄ αὐτήν. Διὰ τὴν προσοῦσαν αὐτῇ ἐκ τῆς παιδεύσεως σεμνὴν παρρησίαν καὶ τοῖς ἄρχουσι σωφρόνως εἰς πρόσωπον ἤρχετο· καὶ οὐκ ἦν τις αἰσχύνη ἐν μέσῳ ἀνδρῶν παρεῖναι αὐτήν· πάντες γὰρ δι΄ ὑπερβάλλουσαν σωφροσύνην πλέον αὐτὴν ᾐδοῦντο καὶ κατεπλήττοντο. Κατὰ δὴ ταύτης τότε ὁ φθόνος ὡπλίσατο· ἐπεὶ γὰρ συνετύγχανε συχνότερον τῷ Ὀρέστῃ͵ διαβολὴν τοῦτ΄ ἐκίνησε κατ΄ αὐτῆς παρὰ τῷ τῆς ἐκκλησίας λαῷ͵ ὡς ἄρα εἴη αὕτη ἡ μὴ συγχωροῦσα τὸν Ὀρέστην εἰς φιλίαν τῷ ἐπισκόπῳ συμβῆναι. Καὶ δὴ συμφρονήσαντες ἄνδρες τὸ φρόνημα ἔνθερμοι͵ ὧν ἡγεῖτο Πέτρος τις ἀναγνώστης͵ ἐπιτηροῦσι τὴν ἄνθρωπον ἐπανιοῦσαν ἐπὶ οἰκίαν ποθέν· καὶ ἐκ τοῦ δίφρου ἐκβαλόντες͵ ἐπὶ τὴν ἐκκλησίαν ᾗ ἐπώνυμον Καισάριον συνέλκουσιν͵ ἀποδύσαντές τε τὴν ἐσθῆτα ὀστράκοις ἀνεῖλον· καὶ μεληδὸν διασπάσαντες͵ ἐπὶ τὸν καλούμενον Κιναρῶνα τὰ μέλη συνάραντες πυρὶ κατηνάλωσαν. Τοῦτο οὐ μικρὸν μῶμον Κυρίλλῳ καὶ τῇ Ἀλεξανδρέων ἐκκλησίᾳ εἰργάσατο· ἀλλότριον γὰρ παντελῶς τῶν φρονούντων τὰ Χριστοῦ φόνοι καὶ μάχαι καὶ τὰ τούτοις παραπλήσια. Καὶ ταῦτα πέπρακται τῷ τετάρτῳ ἔτει τῆς Κυρίλλου ἐπισκοπῆς͵ ἐν ὑπατείᾳ Ὁνωρίου τὸ δέκατον͵ καὶ Θεοδοσίου τὸ ἕκτον͵ ἐν μηνὶ Μαρτίῳ͵ νηστειῶν οὐσῶν» (Σωκράτης ο Σχολαστικός «Εκκλησιαστική Ιστορία», βιβλίο Ζ΄, κεφάλαιο 15).

Η ιστορία που μας διηγείται ο Κωνσταντινουπολίτης Σωκράτης ο Σχολαστικός  (ή Ιστορικός, 380- περ. 440), χριστιανός, αλλά υποστηρικτής του Νοβατιανού κι επομένως ιδεολογικός αντίπαλος του Κυρίλλου Αλεξανδρείας, είναι καθ’ όλα συναρπαστική και περιέχει όλα τα στοιχεία που θα δημιουργήσουν ένα πραγματικό μύθο γύρω από το πρόσωπο της Υπατίας. Μια γυναίκα, κόρη φιλοσόφου, διδάσκει στην Αλεξάνδρεια φιλοσοφία ακολουθώντας τον κατά Πλωτίνο νεοπλατωνισμό. Και μόνο το γεγονός ότι πρόκειται για γυναίκα καταδεικνύει το εξαιρετικό της περίπτωσης, λαμβάνοντας υπόψη την άθλια κοινωνική θέση της γυναίκας στην ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα (τα παραδείγματα γυναικών της αρχαιότητας με μόρφωση και προσωπικότητα είναι ελάχιστα και αφορούν κυρίως εταίρες, άντε και κάποιες Σπαρτιάτισσες). Υπόδειγμα μόρφωσης και ηθικής αποκτά πολλούς μαθητές από την καλή κοινωνία της πόλης και ασκεί επιρροή σε πρόσωπα που κατέχουν ανώτατα αξιώματα, μεταξύ των οποίων και στον έπαρχο Ορέστη. Αυτή ακριβώς η σχέση προκαλεί την οργή κύκλων προσκείμενων στον πατριάρχη της Αλεξάνδρειας Κύριλλο. Κάποιοι πιστοί του τελευταίου οδηγούν την Υπατία στο Καισάριο, δηλαδή στο κτίριο που κάποτε ήταν ναός αφιερωμένος στον αυτοκράτορα και πλέον έχει μετατραπεί σε χριστιανική εκκλησία, όπου και τη θανατώνουν με τον πλέον ειδεχθή τρόπο: την κατακρεουργούν με θραύσματα αγγείων («όστρακα»), διαμελίζουν το νεκρό σώμα της και το καίνε (άνοιξη του 415). 

Πέρα από τη μαρτυρία του Σωκράτη, οι διαθέσιμες πηγές περιλαμβάνουν: (1) τον Βίο του Ισιδώρου, που γράφτηκε (μεταξύ του 480 και του 495) από τον μαθητή του, τον Δαμάσκιο τον Δαμασκηνό ή Διάδοχο, τελευταίο σχολάρχη της νεοπλατωνικής σχολής των Αθηνών. Το έργο, που διασώθηκε χάρη στον πατριάρχη Φώτιο, είναι καταρχήν ευνοϊκά διακείμενο προς την Υπατία (ο συγγραφέας του ήταν πιστός του δωδεκάθεου), πλην όμως θέτει υπό αμφισβήτηση τις ικανότητές της ως φιλοσόφου (την χαρακτηρίζει ως «γεωμέτρη») και, όλως παραδόξως, της αποδίδει την ιδιότητα της συζύγου του δασκάλου του, του Ισίδωρου, έστω κι αν, κατά τον Δαμάσκιο, επρόκειτο για «λευκό» γάμο (σε κάθε περίπτωση ο γάμος αυτός θεωρείται απίθανος μια και ο Ισίδωρος γεννήθηκε μάλλον μετά τον θάνατο της Υπατίας ). (2) Το Χρονικό του Ιωάννη, επισκόπου Νικίου, στην Αίγυπτο (τέλος 7ου αιώνα), το οποίο υποστηρίζει σαφώς τον Κύριλλο και επικροτεί τη δολοφονία, χαρακτηρίζοντας την Υπατία μάγισσα, λόγω της ενασχόλησής της με την αστρονομία. Η στάση του Ιωάννη μπορεί να εξηγηθεί από δύο λόγους: πρώτον, γράφει στα χρόνια που η Αίγυπτος είναι πια μουσουλμανική και, επομένως, ως εκπρόσωπος μιας απειλούμενης θρησκευτικής μειονότητας, οπότε είναι δύσκολο να κατακρίνει ενέργειες των πιστών της. Δεύτερον, ακριβώς η επίδραση του ισλαμισμού, που είναι ακόμη πιο σκληρός απέναντι στον πολυθεϊσμό απ’ ό,τι ο χριστιανισμός του ελληνόφωνου κόσμου, επιβάλλει στάση καταδίκης των παγανιστικών ιδεών. (3) το βυζαντινό λεξικό που είναι γνωστό με το όνομα Σούδα  ή Σουΐδα (10ος αι.): οι, σαφώς θετικές για τη φιλόσοφο, αναφορές στην Υπατία πρέπει να είχαν ως βασική πηγή το έργο του Δαμάσκιου. (4) Πρωτίστως, οι (συνολικά 159) επιστολές του μαθητή της Υπατίας Συνέσιου του Κυρηναίου, επτά από τις οποίες απευθύνονται προσωπικά στη φιλόσοφο. Το υλικό αυτό παρέχει ανεκτίμητες πληροφορίες για τη ζωή, τη σκέψη και το έργο της Υπατίας και του κύκλου των μαθητών της.

Ο μύθος της Υπατίας. Βυζάντιο και Αναγέννηση: Για το χριστιανικότατο Βυζάντιο, η εικόνα της Υπατίας (όχι και τόσο παράδοξα, αν λάβουμε υπόψη τις θετικές αναφορές στη Σούδα, αλλά και την περιφρόνηση προς τους μετέπειτα Μονοφυσίτες χριστιανούς της Αλεξάνδρειας) είναι αυτή της γυναίκας που συμβολίζει την ηθική και το μέτρο. Δεν είναι τυχαίο που ο ιστορικός και λόγιος Νικηφόρος Γρηγοράς (1295-1360) χαρακτηρίζει την αυτοκράτειρα Ευδοκία Μακρεμβολίτισσα (σύζυγο του Κωνσταντίνου Ι΄ Δούκα και του Ρωμανού Δ΄ Διογένη) ως «δεύτερη Υπατία», προκειμένου να εξάρει την καλλιέργειά της. Όσο για τη δυτική Αναγέννηση, με το πνεύμα λατρείας προς την ελληνική αρχαιότητα, θα ήταν δύσκολο να ξεχάσει εντελώς την Υπατία. Σύμφωνα με μια ιστορία που δεν είναι δυνατό να εξακριβωθεί, στον διάσημο πίνακα «Η Σχολή των Αθηνών» ο Ραφαήλ απεικόνισε μεταξύ των μεγάλων σοφών της Αρχαιότητας και την Υπατία. Για πολλούς, όμως, το πρόσωπο που αποδίδεται στην Υπατία είναι ο Φραντσέσκο Μαρία ντέλλε Ρόβερε, ανηψιός του πάπα Ιουλίου Β΄ και μετέπειτα δούκας του Ούρμπινο. Η παράδοση λέει ότι όταν ο Ραφαήλ παρουσίασε το έργο του και, εξηγώντας τα εικονιζόμενα πρόσωπα, έκανε λόγο για την Υπατία, κάποιος από τους παριστάμενους καρδινάλιους παρατήρησε ότι καλό θα ήταν να σβηστεί από το έργο ένα πρόσωπο που θα μπορούσε να προκαλέσει δυσάρεστους για την Εκκλησία συνειρμούς. Οπότε κι ο Ραφαήλ «μεταμόρφωσε» την Υπατία σε παπικό ανηψιό! 

Νεότεροι χρόνοι: Ο μύθος της Υπατίας θα γιγαντωθεί, όμως, στους νεότερους χρόνους. Η αφετηρία είναι η έκδοση του βιβλίου του Αγγλοϊρλανδού Τζων Τόλαντ, στο Λονδίνο το 1720. Όπως θα έχετε παρατηρήσει, οι τίτλοι των βιβλίων τη εποχής εκείνης δεν διακρίνονταν για τη συντομία τους, καθώς αποτελούσαν μάλλον περίληψη του περιεχομένου και διακήρυξη της βασικής ιδέας του βιβλίου. Με κίνδυνο να υπερβώ το επιτρεπόμενο όριο λέξεων ανά ανάρτηση, παραθέτω ολόκληρο τον τίτλο του συγγράμματος του Τόλαντ: «Hypatia, or the History of a Most Beautiful, Most Virtuous, Most Learned and in Every Way Accomplished Lady; Who was Torn to Pieces by the Clergy of Alexandria, to Gratify the Pride, Emulation and Cruelty of the Archbishop, Commonly but Undeservedly Titled St. Cyril«. Ο τίτλος καθιστά σαφές το περιεχόμενο, καθώς, με δόσεις λογικής, φανατισμού και ρομαντισμού, ο Τόλαντ παρουσιάζει την Υπατία ως σύμβολο της ελεύθερης σκέψης που αντιμετωπίζει τον χριστιανικό σκοταδισμό. Ο Τόλαντ ανατράφηκε ως καθολικός, ασπάστηκε στη συνέχεια τον προτεσταντισμό και, κατά τις πνευματικές του αναζητήσεις, προσέγγισε τις ιδέες του ντεϊσμού. Απάντηση στις ιδέες του Τόλαντ θα δώσει, σε εντελώς ανάλογο ύφος, το βιβλίο του Τόμας Λιούις «The History of Hypatia, a Most Impudent School Mistress. In Defense of Saint Cyril and the Alexandrian Clergy from the Aspersions of Mr Toland» (Λονδίνο 1721). Ευθύς εξαρχής, λοιπόν, η ιστορία της Υπατίας γίνεται αντικείμενο ιδεολογικών αντιπαραθέσεων που διεξάγονται με όρους οπαδικού φανατισμού.  

Τη σκυτάλη παίρνει στη συνέχεια ο γαλλικός Διαφωτισμός, ο οποίος, του Βολταίρου προεξάρχοντος, παρουσιάζει την Υπατία ως προσωποποίηση της καλλιέργειας, της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας και της ελευθερίας του πνεύματος, σε αντίθεση, φυσικά, με τη στάση της Εκκλησίας. «Ο Λόγος και η Ελευθερία δολοφονήθηκαν από τους κεκαρμένους μπράβους του Κύριλλου, τους οποίους ακολουθούσε όχλος φανατικών» (Βολταίρος «Examen important de Milord Bolingbroke ou le tombeau du fanatisme écrit vers la fin de 1736«, Παρίσι 1738, σ. 185).

Ο θαυμασμός προς την Υπατία θα εκφρασθεί κι από πολλούς λογοτέχνες (ιδίως της ρομαντικής περιόδου), όπως ο Λεκόντ ντε Λιλ (ποίημα Υπατία, σε δύο εκδόσεις, 1847 και 1874, από τις οποίες μόνο η δεύτερη υιοθετεί την αντιεκκλησιαστική επιχειρηματολογία, και θεατρικό δράμα Υπατία και Κύριλλος) και ο Νερβάλ (Nouvelles, I: Les Filles du Feu. Angélique, 1854). Αλλά και κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα και των πρώτων χρόνων του αιώνα μας, τα βιβλία (λογοτεχνικά και ιστορικά) που αναφέρονται στην Υπατία είναι αρκετά: για ένα σχεδόν πλήρη κατάλογο μπορεί κανείς να ανατρέξει στο αφιέρωμα που έκανε στην ταινία του Αμενάμπαρ ο εξαιρετικός ιστότοπος Peplum: images de l’ Antiquité: Cinéma et BD. Για λόγους καθαρά προσωπικών προτιμήσεων, αναφέρουμε το μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο «Μπαουντολίνο«, όπου (στα κεφάλαια 32 έως 35) ο επώνυμος ήρωας συναντά, σε συνθήκες που ξεπερνούν κάθε φαντασία, και ερωτεύεται την «Υπατία» του, σε κλίμα γλυκύτατου ρομαντισμού. 

Η πρόσφατη κινηματογραφική ταινία του Αμενάμπαρ: Ο εξαιρετικά προικισμένος Ισπανοχιλιανός σκηνοθέτης Αλεχάνδρο Αμενάμπαρ (γεννήθηκε στο Σαντιάγο της Χιλής το 1972, αλλά μεγάλωσε στην Ισπανία) επέλεξε ως θέμα της τελευταίας ταινίας του την Υπατία. Η  Άγκορα, που άρχισε να προβάλλεται στις ισπανικές κινηματογραφικές αίθουσες τον Σεπτέμβριο του περασμένου έτους, αποτελεί ήδη μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες του ισπανικού κινηματογράφου. Έχοντας ως πρωταγωνίστρια την ωραιότατη Ρέιτσελ Βάις στον ρόλο της Υπατίας, η ταινία είναι υποψήφια για 13 βραβεία Γκόγια (τα ισπανικά Όσκαρ, ας πούμε). Όπως αποδεικνύεται τόσο από την ίδια ταινία όσο και από τις σχετικές δηλώσεις του δημιουργού της, η Άγκορα διαπνέεται από τη μανιχαϊστική λογική της αντιπαράθεσης της ελευθερίας του πνεύματος με τον θρησκευτικό φανατισμό και σκοταδισμό, ενισχυμένη με δόσεις φεμινισμού. Προφανώς μια τέτοια παρουσίαση είναι πολύ πιο βολική για ένα φιλμ από την αναζήτηση της ιστορικής πιστότητας, η οποία δίνει κατ’ ανάγκη πολύ λιγότερο ελκυστικά αποτελέσματα, δίχως απόλυτα καλούς και απόλυτα κακούς. Δεν δικαιολογεί όμως ούτε τις όποιες δηλώσεις του σκηνοθέτη που διακρίνονται από μια αφελή ανάγνωση της Ιστορίας (στο στυλ το τέλος του πνεύματος και η απαρχή δεκαπέντε αιώνων σκοταδισμού) ούτε την προσπάθεια να αποδειχθεί ότι η ταινία είναι ιστορικά ακριβής. Όσον αφορά το αισθητικό αποτέλεσμα, μπορούμε να πούμε ότι μας φάνηκε αρκετά καλό. Επίσης, η προσπάθεια αναπαράστασης της Αλεξάνδρειας του 4ου-5ου αιώνα δεν μπορεί να θεωρηθεί αποτυχημένη (μολονότι οι συντελεστές του φιλμ ενέδωσαν στον πειρασμό των πολλών καθαρά αιγυπτιακών στοιχείων και παρά ορισμένες επιμέρους αστοχίες όπως ο εξοπλισμός των λεγεωνάριων που παραπέμπει σε εποχές ως τον 2ο αιώνα). Όσον αφορά την αμιγώς καλλιτεχνική αξία της ταινίας, περιοριζόμαστε στην επισήμανση ότι οι κριτικοί δεν της επιφύλαξαν διθυράμβους, χωρίς πάντως και να τη θάψουν. Πέρα από τις κριτικές σχετικά με τα μηνύματα και την «ιδεολογία» της ταινίας (όπου, όπως ήταν φυσικό, δεν θα μπορούσε να υπάρξει ομοφωνία), επισημάνθηκαν αδυναμίες που αφορούν τη δομή της. Αρκετές κριτικές, όλων των τάσεων, μπορεί να βρεί κανείς στο αναλυτικό και κατατοπιστικότατο αφιέρωμα του ιστότοπου Peplum. Για μια ενδιαφέρουσα ελληνική κριτική της ταινίας μπορούμε να συστήσουμε την ανάρτηση στο ιστολόγιο του old-boy. Η προβολή του φιλμ στην Ελλάδα προκάλεσε αρκετό θόρυβο, αν κρίνουμε από τον μεγάλο αριθμό άρθρων σε ιστολόγια (το πλήθος τους συναγωνίζεται τις αναρτήσεις που είχαν θέμα το διαζύγιο της εθνικής τηλεπαρουσιάστριας πρωϊνών εκπομπών). Το θέμα της ταινίας προκάλεσε σειρά σφοδρών αντιπαραθέσεων μεταξύ εγχώριων «αντικληρικαλιστών» και υπερασπιστών της Εκκλησίας. Ενδεικτικά αναφέρουμε, για την πρώτη κατηγορία, τη σχετική ανάρτηση του γνωστού ιστολογίου Ροϊδη Εμμονές και, για τη δεύτερη, το άρθρο που δημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο της Ορθόδοξης Ομάδας Δογματικής Έρευνας. Για περισσότερα δεν έχετε παρά να αναζητήσετε την Υπατία π.χ. στο Γκουγκλ και να εκμεταλλευθείτε τα εκατοντάδες αποτελέσματα που θα δώσει η αναζήτηση.

ΙΙ. Η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας

Ωστόσο, οι ιστορικές πηγές μας επιτρέπουν να διαμορφώσουμε μια πληρέστερη, ακριβέστερη και πιο αντικειμενική εικόνα των γεγονότων που αφορούν την Υπατία απ’ ό,τι όλες οι πολεμικές ή οι λογοτεχνικές αναφορές οι οποίες εν πολλοίς στηρίζονται στον μύθο που δημιουργήθηκε για τη φιλόσοφο της Αρχαιότητας. Ας επιχειρήσουμε να ξεδιαλύνουμε το ζήτημα με οδηγό, για μια φορά ακόμη, το προσφιλέστατο σε μας βιβλίο του Γάλλου ιστορικού Μωρίς Σαρτρ «Histoires Grecques» (collection L’ Univers Historique, εκδόσεις Seuil, Παρίσι 2006, ιστορία αριθ. 43 – και τελευταία του βιβλίου –  «La mort d’ Hypatie ou Rester païen dans un monde chrétien», σελ. 437-447, κείμενο που αποτελεί ελαφρώς τροποποιημένη έκδοση άρθρου το οποίο πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό εκλαΐκευσης της Ιστορίας L’ Histoire, αριθ. 306, Φεβρουάριος 2006, σελ. 72-76). Όπως σημειώνει ο ιστορικός (όπ.π., σελ. 438-439) «η ιστορία της Υπατίας εξέφυγε του πεδίου μελέτης των ιστορικών πριν καν βρεθεί σ’ αυτό, ενώ το ιδεολογικό διακύβευμα που, εδώ και σχεδόν τρεις αιώνες, συνέδεε ο καθένας με το όνομά της συσκότισε κατά κάποιο τρόπο την πραγματικότητα. Εντούτοις, παρά τις αβεβαιότητες που χαρακτηρίζουν τις πηγές, είναι δυνατό να κατανοήσουμε καλύτερα τόσο το ιστορικό πρόσωπο της Υπατίας όσο και τις συνθήκες του θανάτου της. Στοιχείο που ουδόλως αναιρεί το ενδιαφέρον που παρουσιάζει το ιστορικό πρόσωπο και το τραγικό τέλος του, μολονότι πρέπει προφανώς να του αποδώσουμε διαφορετική σημασία από αυτήν που φαντάζονταν οι πρώτοι θαυμαστές του».

– Κόρη επιφανούς λογίου, του φιλοσόφου και μαθηματικού Θέωνος (335-405), ο οποίος θα αποτελέσει και τον πρώτο και κύριο δάσκαλό της, η Υπατία γεννιέται στην Αλεξάνδρεια, κατά πάσα πιθανότητα, το 355. Στις επιστολές του, ο μαθητής της Συνέσιος, απευθύνεται στην Υπατία με εκφράσεις σεβασμού που αρμόζουν σε γυναίκα σαφώς μεγαλύτερης ηλικίας από εκείνον. Επομένως, κατά το χρονικό σημείο της δολοφονίας της, η Υπατία έχει φτάσει στην ηλικία των εξήντα ετών, «στοιχείο που δεν αναιρεί το ειδεχθές του εγκλήματος, αλλά πάντως διαλύει τις ερωτικές φαντασιώσεις που προκαλεί το ξεγύμνωμα της παρθένου» (M. Sartre, όπ.π., σελ. 439). Οπότε, όπως αντιλαμβάνεσθε, ουδεμία σχέσις με την ωραία Ρέιτσελ.

– Στο (σχετικά πρόσφατο) παρελθόν, επικρατούσε η ιδέα ότι το σύνολο του έργου της Υπατίας έχει χαθεί. Σήμερα, αντιθέτως, η κυρίαρχη αντίληψη είναι ότι πρέπει να διασώζεται το μεγαλύτερο μέρος του. Για παράδειγμα, οι εκδόσεις των έργων του Κλαύδιου Πτολεμαίου που έφτασαν ως τις μέρες μας είναι μάλλον αυτές που σχολίασε η Υπατία. Σε τέτοια περίπτωση, φυσικά, είναι δυσχερές να διακριθεί ό,τι ανήκει στην Αλεξανδρινή φιλόσοφο. Είναι, όμως, δυνατό να συναχθούν κάποια συμπεράσματα. Το έργο της Υπατίας δεν είναι ριζοσπαστικό και καινοτόμο. Δεν της πιστώνεται κάποια πρωτότυπη θεωρία (μαθηματική ή φιλοσοφική), ούτε κάποια ανακάλυψη. Το έργο της είναι κυρίως διδακτικό και ερμηνευτικό, αφορά τον σχολιασμό μαθηματικών και αστρονομικών συγγραμμάτων (αφενός του Απολλώνιου από την Πέργη της Παμφυλίας και του Διόφαντου του Αλεξανδρέως, αφετέρου του Κλαύδιου Πτολεμαίου). Ο Συνέσιος της αποδίδει την εφεύρεση του αστρολάβου: δεδομένου ότι σώζονται αστρολάβοι παλαιότεροι κατά ένα τουλάχιστον αιώνα από την εποχή της Υπατίας, κάτι τέτοιο αποκλείεται (ο Αμενάμπαρ, ξεπερνώντας κάθε λογική, εμφανίζει την Υπατία σαν ένα πρώιμο… Γαλιλαίο!). Το φιλοσοφικό της έργο διαπνέεται από τον νεοπλατωνισμό του Πλωτίνου. Φαίνεται ότι είχε σχολιάσει έργα του Πυθαγόρα, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη.

– Η Υπατία είχε δημιουργήσει ένα στενό κύκλο πιστών μαθητών. Μεταξύ αυτών που παρακολούθησαν επί σειρά ετών τα μαθήματά της καταλέγονται ο Συνέσιος, χριστιανός που θα γίνει επίσκοπος της Πτολεμαΐδας της Κυρηναϊκής το 411, ο Ολύμπιος, πλούσιος γαιοκτήμονας από τη Σελεύκεια της Πιερίας στη Συρία, και ο Κύρος ο Πανοπολίτης, μετέπειτα επίσκοπος του Κοτυαίου της Φρυγίας. Εκτός από αυτούς, στις επιστολές του Συνέσιου μνημονεύονται πολλά ακόμη ονόματα της αριστοκρατίας της Αλεξάνδρειας και γενικά της ελληνόφωνης Ανατολής. Διαπιστώνεται ότι οι μαθητές της Υπατίας ήταν στην πλειονότητά τους χριστιανοί, κάτι που καταρίπτει τον μύθο της φανατικής πιστής του δωδεκάθεου.

– Η Υπατία δεν διακρίνεται από θερμή πίστη προς το δωδεκάθεο, σε αντίθεση με πολλούς από τους Αλεξανδρινούς λογίους της εποχής της (ο νεπλατωνικός φιλόσοφος Ολύμπιος ιερουργεί παράλληλα στο Σεράπειο, ο Αμμώνιος είναι ιερέας του Ερμή-Θωθ, ο Ελλάδιος ιερέας του Άμμωνος Διός). Κατά τη διάρκεια των ταραχών που προκάλεσε στην Αλεξάνδρεια το 391-392 ο πατριάρχης Θεόφιλος (θείος του Κύριλλου)., ο οποίος παρακίνησε τον χριστιανικό όχλο να καταστρέψει τους ναούς των ειδωλολατρών, μεταξύ των οποίων το Σεράπειο, οι πιστοί του δωδεκάθεου με επικεφαλής τον Ολύμπιο κινητοποιούνται για να υπερασπίσουν το Σεράπειο (το οποίο στέγαζε και μια σημαντικότατη βιβλιοθήκη. Παρά τα διαδραματιζόμενα στην ταινία του Αμενάμπαρ, η Υπατία δεν φαίνεται να έχει καμία συμμετοχή στα γεγονότα αυτά. «Κανείς αρχαίος συγγραφέας δεν αναφέρει το όνομά της σε σχέση με το επεισόδιο του Σεραπείου, σαν η Υπατία να είχε αποστασιοποιηθεί από την Ιστορία αυτή. Η πλέον πιθανή εξήγηση είναι ότι δεν θεωρούσε πως η καταστροφή ενός ειδωλολατρικού ναού, ακόμη και τόσο σημαντικού, αποτελεί γεγονός ιδιαίτερης σπουδαιότητας. Η φιλοσοφία και οι επιστημονικές γνώσεις της θα πρέπει να της είχαν καταστήσει σαφές ότι οι εκδηλώσεις οποιασδήποτε λατρείας είναι μάταιες» (M. Sartre, όπ.π., σελ. 441).

– Η φιλόσοφος ουδέποτε επέδειξε εχθρότητα προς τους χριστιανικούς κύκλους. Οι μαθητές, οι φίλοι και οι κοινωνικές συναναστροφές της ανήκουν στην αλεξανδρινή ελίτ, η οποία (είτε από ειλικρινή πίστη είτε για λόγους που αφορούν την κοινωνική ανέλιξη και τη σταδιοδρομία) είναι κυρίως χριστιανική. Ενδεικτικές της στάσης αυτής είναι και οι στενές σχέσεις της Υπατίας με τον έπαρχο Ορέστη.

– Οι όποιες θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις της Υπατίας δεν έχουν άμεση σχέση με τη δολοφονία της. Το έγκλημα εντάσεται στο πλαίσιο μιας σφοδρότατης αντιπαράθεσης μεταξύ δύο χριστιανικών πόλων εξουσίας, του έπαρχου Ορέστη και του πατριάρχη Κύριλλου. Ο δεύτερος εκλέγεται πατριάρχης τον Οκτώβριο του 412: η εκλογή του ήταν ιδιαίτερη δύσκολη, καθώς είχε να αντιμετωπίσει έναν ισχυρό συνυποψήφιο, τον Τιμόθεο, αρχιδιάκονο του θείου του. Η δύσκολη εκλογή του Κύριλλου εξηγεί εν μέρει και τον φανατικό ζήλο με τον οποίο επιχειρεί να επιβάλει την εξουσία της εκκλησίας του, ακόμη και σε βάρος της κοσμικής εξουσίας. Εκτοπίζει από την Αλεξάνδρεια τους υποστηρικτές του Νοβατιανού και στη συνέχεια στρέφεται κατά των Ιουδαίων της Αλεξάνδρειας. Κάπου εδώ, ξεκινά και η σύγκρουσή του με τον Ορέστη, κίνητρο του οποίου δεν είναι μόνο η διαφύλαξη της τάξης και η προστασία του εβραϊκού στοιχείου, αλλά και η διασφάλιση της εξουσίας του από τις επιβουλές ενός βουλιμικού σφετεριστή. Ο Κύριλλος απαντά προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερες ταραχές κατά των Ιουδαίων: λεηλατούνται συναγωγές και ολόκληρη η ιουδαϊκή συνοικία. Ο Ορέστης, όπως και ο Κύριλλος, ζητεί την υποστήριξη του αυτοκράτορα, Θεοδόσιου Β΄. Ο αυτοκράτορας περιορίζεται σε συστάσεις για συμφιλίωση.

Ο Ορέστης αρνείται να συνεργαστεί με τον πατριάρχη, οπότε ο δεύτερος, σε επίδειξη δύναμης, φέρνει σαν μπράβους του πεντακόσιους μοναχούς από την έρημο της Νιτρίας. Κατά τη διάρκεια ταραχών, ένας από αυτούς, ο Αμμωνιανός, πετά μια πέτρα και τραυματίζει σοβαρά στο κεφάλι τον έπαρχο. Ο δράστης συλλαμβάνεται και εκτελείται. Ο Κύριλλος μπορεί να προσθέσει στο οπλοστάσιό του ένα μάρτυρα.

Η Υπατία στοχοποιείται λόγω των σχέσεών της με τον έπαρχο και την επιρροή που ασκεί σ’ αυτόν. Για τον Κύριλλο είναι ένα εμπόδιο στην προσπάθεια να επιβάλει την εξουσία του. Δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για το αν ο Κύριλλος πρέπει να θεωρηθεί άμεσος ή έμμεσος ηθικός αυτουργός της δολοφονίας της Υπατίας. Οι δολοφόνοι, πάντως, ήταν βέβαιοι ότι η πράξη τους ήταν προς το συμφέρον του ηγέτη τους. Ο Σωκράτης ο Σχολαστικός κατονομάζει έναν από αυτούς: τον Πέτρο, αναγνώστη, δηλαδή κάποιον με τον κατώτερο ιερατικό βαθμό. Κατά πάσα πιθανότητα, οι δολοφόνοι της Υπατίας προέρχονταν από τις τάξεις των «παραβαλανέων», των 800 που είχαν αποστολή την παροχή βοήθειας στους αρρώστους και φτωχούς χριστιανούς, αλλά λειτουργούσαν συχνά στην πράξη και ως πραιτωριανή φρουρά του πατριάρχη. Σε κάθε περίπτωση «ο φόνος της Υπατίας είναι, κατ’ ουσίαν, συνέπεια σύγκρουσης μεταξύ χριστιανών, μεταξύ κοσμικής και πνευματικής εξουσίας. Η Υπατία πληρώνει το τίμημα της φήμης, της επιρροής, του ηθικού κύρους της, καθώς και το γεγονός ότι υποστήριζε τον περιορισμό της εκκλησιαστικής εξουσίας. Περιθωριακά και μόνο μπορεί οι ειδωλολατρικές πεποιθήσεις της να δικαιολογούσαν τον φόνο για κάποιους από τους αμόρφωτους δολοφόνους της» (M. Sartre, όπ.π., σελ. 444). Βρισκόμαστε, επομένως, πολύ μακριά από τις αντιλήψεις του Τόλαντ και του Βολταίρου.   

– Η δολοφονία της Υπατίας δεν αποτελεί το τέλος της αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Στην Αλεξάνδρεια, ο φιλόσοφος Ιεροκλής ιδρύει μια εκλεκτική νεοπλατωνική σχολή που θα συνεχίσει να λειτουργεί μέχρι την αραβική κατάκτηση (648). Τα μαθηματικά και η αστρονομία θα εξακολουθήσουν να αναπτύσσονται. Άλλοι κύκλοι, όπου ξεχωρίζει ο Ωραπόλλων ο Πρεσβύτερος, θα επιχειρήσουν μια μείξη της αρχαίας ελληνικής θρησκείας και φιλοσοφίας με τις αιγυπτιακές παραδόσεις. Γενικά, η Aλεξάνδρεια γνωρίζει πνευματική άνθηση κατά τον 5ο και 6ο αιώνα (Αμμώνιος, Δαμάσκιος, Ασκληπιός, Ολυμπιόδωρος κ.λπ.). Το ίδιο συμβαίνει και στη Συρία.

Όπως σημειώνει ο Σαρτρ (όπ.π., σελ. 446-447), στους πνευματικούς κύκλους της Αλεξάνδρειας και της ελληνικής Ανατολής δεν υπάρχουν διαχωριστικές γραμμές θρησκευτικού χαρακτήρα. Οι άνθρωποι συνδέονται λόγω της μόρφωσης και της καλλιέργειας, του τρόπου ζωής και της οικονομικής άνεσής τους. Αυτό όμως που ισχύει για την κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας δεν αφορά τις λαϊκές μάζες (κατά πλειονότητα ειδωλολατρικές στην ύπαιθρο, χριστιανικές στις πόλεις). Οι εκκλησιαστικοί ηγέτες είναι εύκολο να υποκύψουν στον πειρασμό να χρησιμοποιήσουν τον λαό (ή μάλλλον το λούμπεν προλεταριάτο των πόλεων) ως στήριγμα για να εδραιώσουν και να επεκτείνουν τις εξουσίες τους.

Όσο για τη δολοφονία της Υπατίας, δεν φαίνεται να είχε κάποιες σημαντικές συνέπειες. Κανείς από τους φίλους της δεν επιχείρησε να την εκδικηθεί: ο έπαρχος Ορέστης επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, οι μαθητές της Υπατίας περιορίσθηκαν απλώς στη διατήρηση της ανάμνησής της. Κανείς δεν ενόχλησε τον Κύριλλο. «Η ιστορία της Υπατίας που ξεχάστηκε γρήγορα, εκτός από το τελευταίο επεισόδιό της, μπορούσε πια να θρέψει τη φαντασία των ποιητών, των φιλοσόφων και των υπέρμαχων της ελευθερίας της σκέψης και της πίστης» (όπ.π., σελ. 447).      

Όπως διαπιστώνεται, τα συμπεράσματα τείνουν πάλι προς το γκρίζο. Τί να γίνει, όμως, που η προσεκτικότερη ανάγνωση των ιστορικών στοιχείων δεν επιβεβαιώνει (σχεδόν) ποτέ τις μανιχαϊστικές (ή τις απλώς φανατικές) ερμηνείες; Δυστυχώς, όμως, αυτό ποτέ δεν αποδείχθηκε αρκετό για να πείσει τους οπαδούς των αντίθετων απόψεων να παραδεχθούν τον σύνθετο χαρακτήρα της πραγματικότητας. Ainsi soit-il…           


Αρέσει σε %d bloggers: