Posts Tagged ‘Λευκορωσία’

Νεότερα από το Ανατολικό Μέτωπο – μέρος 4 (1943-1944: Η εποχή της σοβιετικής επικράτησης)

Σεπτεμβρίου 3, 2015

Χειμώνας 1943-44, Τ-34

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ

Η ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ

Α.   1943: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΜΦΙΡΡΟΠΗ ΧΡΟΝΙΑ

α.   Η γερμανική αντίσταση στη σοβιετική επέλαση

Ο Κόκκινος Στρατός δεν κατόρθωσε να εκμεταλλευθεί πλήρως τον θρίαμβο του Σταλινγκράντ. Ήδη, την εποχή που εξαπέλυε την επιχείρηση «Ουρανός» είχε προσπαθήσει να πετύχει κάτι σημαντικό και στο κεντρικό μέτωπο του πολέμου με την επιχείρηση «Άρης». Παρά τις σφοδρές μάχες, οι Σοβιετικοί δεν αποκόμισαν ουσιώδη εδαφικά κέρδη. Επρόκειτο για μια τεράστια αποτυχία που ξεχάστηκε χάρη στη λάμψη της μεγαλειώδους νίκης στον Βόλγα; Όχι απαραίτητα. Βάσει των διαθέσιμων στοιχείων (π.χ. λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνο που αφιέρωσε το σοβετικό επιτελείο στην προετοιμασία της μίας και της άλλης επιχείρησης), οι ιστορικοί εκτιμούν πλέον ότι η επιχείρηση «Άρης» αποτελούσε αντιπερισπασμό που θα απασχολούσε τις γερμανικές δυνάμεις της Ομάδας Στρατιών του Κέντρου ώστε να μην ενισχύσουν εκείνες του Νότου όσο εξελισσόταν ο «Ουρανός». Οι απώλειες για τους Σοβιετικούς, πάντως, ήταν πολλές.

Εν γένει, τα μετά το Σταλινγκράντ σοβιετικά κέρδη ήταν αρκετά, αλλά όχι τα μέγιστα, κάποια από αυτά μάλιστα υπήρξαν προσωρινά. Το Βορόνιεζ απελευθερώθηκε πριν την παράδοση της 6ης Στρατιάς. Τον Φεβρουάριο ακολούθησαν το Ροστόφ και το Χάρκοβο, ενώ τον Μάρτιο ανακαταλαμβανόταν το τρίγωνο Ρζεφ-Βιάσμα-Γκιάτσκ, όπου δίνονταν σκληρές μάχης για 1,5 χρόνο.

Χάρκοβο, Φεβρουάριος 1943, 1η Μεραρχία ΤΘ των Ες Ες/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_101III-Roth-173-01

Χάρκοβο, Φεβρουάριος 1943, 1η Μεραρχία ΤΘ των Ες Ες/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_101III-Roth-173-01

Η αντεπίθεση του Μάνστάιν: Όπως φαινόταν, όμως, η ορμή του Κόκκινου Στρατού είχε προς το παρόν εξαντληθεί. Την ευκαιρία αυτή την άδραξε η ιδιοφυΐα του Μάνστάιν για να σταθεροποιήσει την κατάσταση του πολεμικού μετώπου. Στις αρχές Φεβρουαρίου είχε συναντήσει τον Χίτλερ στο Ράστενμπουργκ ζητώντας του να εγκρίνει την αναδίπλωση και ανασυγκρότηση των γερμανικών δυνάμεων στην Ουκρανία, δηλαδή την υποχώρηση πέραν του Μίους σε θέσεις των οποίων η υπεράσπιση είναι δυνατή. Ο Χίτλερ, όπως αναμενόταν, δυσαρεστείται: «Αν η κατάσταση στην Ουκρανία είναι απελπιστική, ποιος ευθύνεται για αυτό, εκτός από εσάς τους στρατηγούς; Τι άλλο κάνετε εκτός από το να αναδιπλώνεστε;» Τελικά, η υποχώρηση πέραν του Μίους εγκρίνεται με δυσφορία από τον Φύρερ. Στις 16 Φεβρουαρίου, όμως, ο Μάνστάιν επανέρχεται με κάτι που μοιάζει πολύ ελκυστικότερο: εκθέτει στον ηγέτη του ένα φιλόδοξο σχέδιο αντεπίθεσης. Βάσει του σχεδίου αυτού η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων και το 2ο Σώμα Τεθωρακισμένων των Ες Ες θα χτυπήσουν στον τομέα Κρασνογκράντ-Παβλογκράντ, ανοίγοντας τον δρόμο για το κύριο σώμα των δυνάμεων που θα κινηθεί προς το Χάρκοβο, με στόχο να εγκλωβίσει στην πορεία τρεις ρώσικες στρατιές! Η επιχείρηση ξεκινά στις 20 Φεβρουαρίου. Στις 15 Μαρτίου 1943 οι Γερμανοί κατακτούν για δεύτερη φορά το Χάρκοβο. Ο Χίτλερ έχει τη νίκη που επιθυμούσε για να ξεπλύνει το όνειδος του Σταλινγκράντ. Όμως, οι Σοβιετικοί έχουν κατορθώσει να υποχωρήσουν έγκαιρα: οι δυνάμεις τους που εξουδετερώθηκαν είναι σχετικά μικρές. Ο φον Μάνστάιν έχει καταγάγει μια μεγάλη νίκη τακτικής, αλλά μεσοπρόθεσμα ο Κόκκινος Στρατός έχει σαφώς το στρατηγικό πλεονέκτημα. Η γερμανική ηγεσία δεν δείχνει να το αντιλαμβάνεται. Θα το πληρώσει ακριβά!

Χίτλερ και Μάνστάιν στην Ουκρανία, Στρατηγείο της Ομάδας Στρατιών Νότου/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1995-041-23A

Χίτλερ και Μάνστάιν στην Ουκρανία, Στρατηγείο της Ομάδας Στρατιών Νότου/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1995-041-23A

β.   Η τιτανομαχία του Κουρσκ

Η κατά τα φαινόμενα αμφίρροπη κατάσταση επιτρέπει στον Χίτλερ και τη Βέρμαχτ να ελπίζουν ότι μπορούν ακόμη να αντιστρέψουν τη ροή του πολέμου προς όφελός τους. Αναζητώντας το καθοριστικής σημασίας χτύπημα και στηρίζοντας πολλές ελπίδες στα νέα όπλα που παρήγε η γερμανική πολεμική βιομηχανία, ιδίως δε τα νέα άρματα μάχης «Τίγρις» και «Πάνθηρ», ο Χίτλερ επιλέγει τον πιο προφανή στόχο: τον μεγάλο ρωσικό θύλακο του Κουρσκ, μεταξύ Αριόλ και Μπιέλγκοροντ. Η επιχείρηση «Ακρόπολη» στόχευε στη διπλή περικύκλωση από βορρά και νότο των μεγάλων δυνάμεων που είχε συγκεντρώσει στην ευρύτερη περιοχή ο Κόκκινος Στρατός. Οι Ρώσοι θα έχαναν μεγάλο αριθμό δυνάμεων και το ορμητήριο για την ανάκτηση εδαφών, ενώ οι επιθετικές δυνατότητες του Κόκκινου Στρατού θα μειώνονταν στο ελάχιστο. Το πρόβλημα συνίσταται στο ότι οι Ρώσοι έχουν οχυρώσει μεθοδικά και μαζικά την περιοχή και, κυρίως, στο ότι λογικά θα πρέπει να αναμένουν να δεχτούν επίθεση ακριβώς στον συγκεκριμένο τομέα έχοντας προετοιμαστεί κατάλληλα.

Ο Χίτλερ, όμως, ήταν ανένδοτος: η επιχείρηση θα αποδεικνυόταν οπωσδήποτε μεγάλη επιτυχία, αρκεί να άρχιζε εγκαίρως. Μόνον που σε τέτοιες περιπτώσεις ο διάβολος (ή, μάλλον, ο θεός) συνωμοτεί ώστε κάτι να πάει στραβά! Οι καιρικές συνθήκες και οι καθυστερήσεις ως προς τον εφοδιασμό σε όπλα και υλικό, πρωτίστως δε σε άρματα μάχης μετέθεσαν την έναρξη της επιχείρησης. Η Μάχη του Κουρσκ ξεκινούσε τελικά στις 5 Ιουλίου. Οι δυνάμεις του Μόντελ εφόρμησαν από βόρεια, εκείνες του Μάνστάιν από νότια, υποστηριζόμενες από τουλάχιστον 2.000 τεθωρακισμένα, τα περισσότερα στον νότιο τομέα των επιχειρήσεων υπό τον στρατηγό Χοτ. Με σημαντικές απώλειες οι Γερμανοί κατόρθωσαν να κερδίσουν κάποιο έδαφος από τους Ρώσους: 15 χιλιόμετρα στον βορρά και 45 στον νότο. Μεταξύ τους, τα δύο σώματα επίθεσης απείχαν ακόμη 150 χλμ. Κάπου εκεί εξαντλούνταν και οι δυνατότητες επίθεσης για τη Βέρμαχτ. Στις 12 Ιουλίου, ο Κόκκινος Στρατός ξεκινούσε τη δική του αντεπίθεση κι αποσπούσε γρήγορα από τη Βέρμαχτ το θύλακο του Αριόλ και το Μπιέλγκοροντ. Στις 16 Ιουλίου ο Χίτλερ, εντελώς απογοητευμένος, διέτασσε τη διακοπή της επιχείρησης.

Κουρσκ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 101III-Merz-014-12A

Κουρσκ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 101III-Merz-014-12A

Ο δρόμος ήταν πλέον ανοιχτός για τους Σοβιετικούς. Στις 23 Αυγούστου ανακτούσαν για δεύτερη φορά (οριστικά πλέον) την ουκρανική μεγαλούπολη του Χαρκόβου. Νοτιότερα, οι ρωσικές δυνάμεις απελευθέρωναν, τον Σεπτέμβριο, το Κουμπάν και το Ντονμπάς, ενώ στον κεντρικό τομέα του μετώπου το Σμολένσκ. Τον επόμενο μήνα έφταναν στον Δνείπερο, ανακτώντας το Ζαπαρόζιε και το Ντνιεπροπετρόφσκ. Στις 6 Νοεμβρίου απελευθέρωναν το Κίεβο και στις 12 το Ζιτόμιρ, το οποίο, όμως, επρόκειτο να ξαναχάσουν μια εβδομάδα αργότερα. Αυτή ήταν και η τελευταία σοβιετική απώλεια εδάφους στον πόλεμο.

Β.   1944: Η «ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ 10 ΝΙΚΩΝ»

Η επίσημη σοβιετική ιστοριογραφία κατέγραφε το 1944 ως το «έτος των 10 νικών». Έχοντας πια συντριπτική αριθμητική υπεροχή κι υπεροπλία, ο Κόκκινος Στρατός βαδίζει από νίκη σε νίκη. Στα τέλη Ιανουαρίου του 1944, οι Σοβιετικοί διαλύουν τα απομεινάρια του γερμανικού κλοιού γύρω από το Λενινγκράντ, δίνοντας οριστικό τέλος στη μακρά πολιορκία της πόλης. Θα ακολουθήσουν το Κορσούν, η Οδησσός και η Κριμαία, η εξουδετέρωση της Φινλανδίας, η απελευθέρωση της Λευκορωσίας και της δυτικής Ουκρανίας, η ανάκτηση της Μολδαβίας και των Βαλτικών Δημοκρατιών, η είσοδος σε Ουγγαρία και Τσεχοσλοβακία και, τέλος, η νίκη επί των Γερμανών στον Απώτατο Βορρά μεταξύ Φινλανδίας και Νορβηγίας.

α.   Η εκκαθάριση του θυλάκου Τσερκάσι-Κορσούν και η ολοκλήρωση της απελευθέρωσης της Ουκρανίας

Στις αρχές του 1944 οι Γερμανοί έχουν κατά βάση υποχωρήσει στη δυτική όχθη του Δνείπερου. Εξακολουθούν, όμως, να κατέχουν ένα μεγάλο θύλακο στην ανατολική όχθη του ποταμού, περίπου 100 χιλιόμετρα νοτίως του Κιέβου. Πρόκειται για το «φρούριο του Κάνιεφ», όπως το λένε οι ίδιοι (το Κάνιεφ είναι μια μάλλον μικρή πόλη με λιμάνι στον Δνείπερο). Για τους Σοβιετικούς είναι ο θύλακος «Κορσούν-Σεφτσενκόφσκι» (και για τη δυτική ιστοριογραφία αυτός του «Τσερκάσι-Κορσούν», ονομασία ανακριβής, μια και το Τσερκάσι βρισκόταν έξω από την περιοχή που ήλεγχαν οι Γερμανοί). Εντός του θυλάκου βρίσκονται 56.000 άνδρες: το 11ο και το 42ο Σώμα Στρατού, η Μεραρχία Ες Ες «Βίκινγκ» και η Ταξιαρχία των Ες Ες «Βαλλονία» με τους Βέλγους εθελοντές του ρεξιστή ηγέτη Λεόν Ντεγκρέλλ (ο οποίος μεταφέρθηκε αεροπορικώς εκτός του θυλάκου πριν την εκκαθάριση).

Φεβρουάριος 1944, γερμανικές μονάδες τεθωρακισμένων προχωρούν για να ενισχύσουν τον θύλακο του Κορσούν Bundesarchiv, Bild 101I 090 3913 24 Etzhold CC BY SA

Γερμανικές μονάδες τεθωρακισμένων προχωρούν για να ενισχύσουν τον θύλακο του Κορσούν/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I 090 3913 24 Etzhold CC BY SA

Ο φον Μάνστάιν αντιλαμβάνεται ότι οι Σοβιετικοί ετοιμάζονταν να προβούν στην εκκαθάριση του θυλάκου με τα δύο Μέτωπα Ουκρανίας των οποίων ηγούνται, αντιστοίχως, οι Ζούκοφ και Κόνιεφ. Προτείνει τον απεγκλωβισμό των γερμανικών δυνάμεων. Ο Χίτλερ, ως συνήθως, αργεί να εγκρίνει μια τέτοια κίνηση. Οι καιρικές συνθήκες καθυστερούν τη δύναμη του Μάνστάιν και, κυρίως, τα τεθωρακισμένα του στρατηγού Χοτ που έχουν αναλάβει το κύριο βάρος της επιχείρησης απεγκλωβισμού. Οι δυνάμεις που βρίσκονται μέσα στον θύλακο, υπό τον στρατηγό Στέμερμανν, θα πρέπει να διασπάσουν οι ίδιες τον κλοιό του Κόνιεφ για να συναντήσουν τα στρατεύματα των Χοτ και Μάνστάιν. Ο απεγκλωβισμός επιχειρείται τη νύχτα της 16ης-17ης Φεβρουαρίου υπό δραματικές συνθήκες: μέσα από φαράγγια, προχωρώντας σε δύο φάλαγγες και με εμπροσθοφυλακή αποτελούμενη από τα Ες Ες, οι Γερμανοί επιχειρούν να διασπάσουν τον σοβιετικό κλοιό υπό συνεχή βομβαρδισμό. Ο στρατηγός Στέμμερμανν πέφτει στο πεδίο της μάχης χτυπημένος από θραύσμα οβίδας. Κάποιοι ξεφεύγουν. Άλλοι όχι: εγκλωβίζονται από τα σοβιετικά τεθωρακισμένα και τρέπονται σε φυγή – αν πιστέψουμε την (ίσως ευφάνταστη) διήγηση του ταγματάρχη Μπορίς Κάμποφ (γνωστότερου με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Μπορίς Πολεβόι) στον Αλεξάντερ Βερτ, μονάδες ιππικού τους κυνηγούν και τους αποτελειώνουν με τα ξίφη τους.

Το παράδοξο του Κορσούν έγκειται στο ότι και οι δύο πλευρές θέλουν να πιστεύουν ότι έχουν νικήσει: οι Γερμανοί υποστηρίζουν ότι διασώθηκαν 30.000 από τους εγκλωβισμένους άνδρες τους, στοιχείο που αποδεικνύει τη «γερμανική υπεροχή σε επίπεδο τακτικής»! Οι Σοβιετικοί από τη μεριά τους ισχυρίζονται ότι ελάχιστοι Γερμανοί διασώθηκαν. Όποια κι αν είναι η αλήθεια για τη συγκεκριμένη επιχείρηση, ένα είναι το αδιαμφισβήτητο γεγονός για τους αντικειμενικούς παρατηρητές της σύρραξης: το στρατηγικό πλεονέκτημα ανήκει πάντα στους Σοβιετικούς.

Μετά την επικράτηση στο Κορσούν, οι Σοβιετικοί έχουν τα χέρια τους ελεύθερα για την εαρινή επίθεση στην Ουκρανία κι όχι μόνο. Μετά τα μέσα Μαρτίου τα στρατεύματα του Κόνιεφ περνούν τον Δνείστερο και φτάνουν στη Μολδαβία κι έπειτα, στις 2 Απριλίου σε ρουμανικό έδαφος. Στις 11 Απριλίου αρχίζει η επιχείρηση απελευθέρωσης της Κριμαίας που θα ολοκληρωθεί μέσα σε ένα περίπου μήνα: 500.000 άνδρες του Κόκκινου Στρατού βρίσκονται αντιμέτωποι με λιγότερους από 200.000 Γερμανούς και (κυρίως) Ρουμάνους. Η απόφαση του Χίτλερ να υπερασπισθεί την Κριμαία με κάθε κόστος ήταν εντελώς παράλογη. Η Σεβαστούπολη απελευθερώθηκε στις 9 Μαΐου, ύστερα από 4 μόλις ημέρες πολιορκίας! Οι Ρώσοι είχαν αντέξει την αντίστοιχη γερμανική πολιορκία το 1941-42 για 250!

β.   «Μπαγκρατιόν» – η σαρωτική επικράτηση στη Λευκορωσία

Ο στρατηγός Ροκοσσόφσκι στον κεντρικό τομέα του Μετώπου (1943)

Ο στρατηγός Ροκοσσόφσκι στον κεντρικό τομέα του Μετώπου (1943)

Όταν οι Αμερικανοί και Βρετανοί σύμμαχοι των Σοβιετικών αποφάσιζαν τελικά την πραγματοποίηση της απόβασης στη Νορμανδία και τη δημιουργία του πραγματικού «Δεύτερου Μετώπου» που θα έφερνε τον πόλεμο μέσα στην επικράτεια του ίδιου του Γ΄ Ράιχ, ο Στάλιν τους υποσχέθηκε να βοηθήσει ένα χτύπημα αντίστοιχης εμβέλειας στο Ανατολικό Μέτωπο. Την ευθύνη για την εκπόνηση του σχεδίου επίθεσης την ανέλαβε ο στρατηγός Ροκοσσόφσκι. Ο ιδιοφυής Ρωσοπολωνός προσήλθε στην κρίσιμη συνεδρίαση της ανώτατης στρατιωτικής διοίκησης με δύο εναλλακτικές προτάσεις. Σύμφωνα με το πρώτο σχέδιο, οι Σοβιετικοί θα χτυπούσαν ανάμεσα στις δύο γερμανικές ομάδες στρατιών (Κέντρου και Νότου), παίρνοντας τον συντομότερο δρόμο για την καρδιά του Γ΄ Ράιχ, μέσω της νότιας Πολωνίας. Το φιλόδοξο αυτό σχέδιο ενείχε υψηλότατο κίνδυνο εγκλωβισμού των σοβιετικών δυνάμεων κι απορρίφθηκε. Η Στάβκα επέλεξε τη δεύτερη πρόταση του Ροκοσσόφσκι: να επιτεθεί στην καρδιά της γερμανικής Ομάδας Στρατιών του Κέντρου, υπό τον στρατάρχη φον Μπους, στην κατεχόμενη Λευκορωσία. Απλωμένη σε μήκος 700 χιλιομέτρων, η σοβιετική δύναμη περιελάμβανε τέσσερα Μέτωπα του Κόκκινου Στρατού: Α΄ Λευκορωσίας (Ροκοσσόφσκι – το σώμα που θα έφερε και το κύριο βάρος της επίθεσης), Β΄ Λευκορωσίας (Ζάχαροφ), Γ΄ Λευκορωσίας (Τσερνιακόφσκι) και Α΄ Βαλτικής (Μπαγκραμιάν). Ο στρατάρχης Ζούκοφ ήταν υπεύθυνος για τα δύο πρώτα μέτωπα, ο στρατάρχης Βασιλιέφσκι για τα υπόλοιπα δύο. 166 μεραρχίες, 31.000 στοιχεία πυροβολικού, 5.000 άρματα μάχης και 6.000 πολεμικά αεροπλάνα. Ο Στάλιν δίνει στην επιχείρηση το όνομα του Γεωργιανού στρατηγού του τσαρικού στρατού που είχε διακριθεί στους πολέμους κατά του Ναπολέοντα κι είχε τραυματισθεί θανάσιμα στη Μάχη του Μποροντινό: «Μπαγκρατιόν».

Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Ημέρα έναρξης της επιχείρησης ορίζεται η 23η Ιουνίου. Τις πρώτες κιόλας μέρες μεγάλες δυνάμεις της Ομάδας Στρατιών Mitte περικυκλώνονται κοντά στο Βιτέμπσκ και το Μπομπρούισκ. Στις 3 Ιουλίου, οι Σοβιετικοί καταλαμβάνουν την πρωτεύουσα της Λευκορωσίας, το Μινσκ, αιχμαλωτίζοντας 100.000 Γερμανούς. Με την ανάκτηση στις 28 Ιουλίου του Μπρεστ-Λιτόφσκ ολοκληρώνεται και η απελευθέρωση της Λευκορωσίας.

Σοβιετικό άρμα μάχης στο Μινσκ κατά την Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Σοβιετικό άρμα μάχης στο Μινσκ κατά την Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Οι Γερμανοί βρίσκονται σε σύγχυση. Άλλωστε, στις 20 Ιουλίου, ομάδα συνωμοτών με εκτελεστή τον συνταγματάρχη κόμη φον Στάουφφενμπεργκ αποπειράται να δολοφονήσει τον Χίτλερ στο στρατηγείο του στο Ράστενμπουργκ της Ανατολικής Πρωσίας. Η απόπειρα αποτυγχάνει εξαιτίας μιας σειράς από συγκυρίες. Έχοντας σωθεί σχεδόν από θαύμα, ο Χίτλερ βρίσκεται σε παροξυσμό και προβαίνει σε εκτεταμένες εκκαθαρίσεις: δεκάδες αξιωματικοί και πολιτικοί εκτελούνται ως ενεχόμενοι στη συνωμοσία. Στο στράτευμα επικρατεί σιδηρά πειθαρχία που ξεπερνά κάθε λογική.

Στο μεταξύ, όμως, τα στρατεύματα του Ροκοσσόφσκι εισχωρούν στην Ανατολική Πολωνία διώχνοντας τους Γερμανούς από το Λούμπλιν. Την τελευταία ημέρα του Ιουλίου, οι εμπροσθοφυλακές φτάνουν στα περίχωρα της Βαρσοβίας. Κάπου εδώ αρχίζει ένα από τα πιο μεγάλα δράματα που παίχτηκαν μεταξύ κατ’ όνομα συμμάχων.

Το δράμα της Βαρσοβίας: Σε συνεννόηση με τη φιλοδυτική εξόριστη πολωνική κυβέρνηση του Λονδίνου, ο στρατηγός Ταντέους «Μπουρ» Κομορόφσκι, επικεφαλής των Πολωνών αντάρτικων δυνάμεων της Άρμια Κραγιόβα (Στρατού του Εσωτερικού) κηρύσσει γενική εξέγερση στην πολωνική πρωτεούσα. Οι ρωσικές δυνάμεις, αντί να συνεχίσουν την προέλασή τους, υποχωρούν. Ο Στάλιν αρνείται την παροχή διευκολύνσεων στη βρετανική κι αμερικανική αεροπορία. Οι Γερμανοί καταπνίγουν την εξέγερση με πρωτοφανή αγριότητα. Όταν οι τελευταίοι μαχητές της εξέγερσης παραδίδονται (2 Οκτωβρίου), η Βαρσοβία είναι πια ένας σωρός από ερείπια. Κάπου 200.000 πολωνικές ζωές έχουν χαθεί.

Εξέγερση της Βαρσοβίας

Ανήκει στους Σοβιετικούς η ευθύνη για την τραγωδία της Βαρσοβίας; Το ερώτημα δεν επιδέχεται μονοσήμαντες απαντήσεις. Οι δυνάμεις του Ροκοσσόφκι είχαν εξαντληθεί μετά από προέλαση τόσων χιλιομέτρων σε εχθρικό έδαφος. Οι γραμμές ανεφοδιασμού τους είχαν επιμηκυνθεί τόσο που δεν λειτουργούσαν πια αποτελεσματικά. Έχοντας συναντήσει σθεναρή αντίσταση από τους Γερμανούς, ο Κόκκινος Στρατός δεν μπορούσε να καταλάβει τη Βαρσοβία τον Αύγουστο. Και, βέβαια, ο Στάλιν δεν ήθελε σε καμιά περίπτωση να αναλάβει τον κίνδυνο τεράστιων απωλειών κι αποτυχίας των σχεδίων του για να βοηθήσει τους Πολωνούς.

  • Όλοι γνωρίζουμε για την απόβαση στη Νορμανδία, μάλλον λίγοι για την επιχείρηση Μπαγκρατιόν. Κι όμως, επρόκειτο για το πλέον συντριπτικό πλήγμα που δέχθηκε η Βέρμαχτ καθ’ όλη τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, πλήγμα από το οποίο δεν επρόκειτο να συνέλθει ποτέ! Στα μέσα Ιουλίου, ως απόδειξη της σοβιετικής ισχύος, δεκάδες χιλιάδες Γερμανοί αιχμάλωτοι «παρήλαυναν» αξιοθρήνητα στους δρόμους της Μόσχας. Παραδόξως, οι αντιδράσεις του κοινού που παρακολουθούσε ήταν ιδιαιτέρως συγκρατημένες. Κάποιες ηλικιωμένες άλλωστε, που ίσως και να είχαν χάσει γιους στον πόλεμο, μονολογούσαν: «κακόμοιρα παιδιά! Κι αυτούς κάποιοι άλλοι τους έστειλαν να πολεμήσουν και να σκοτωθούν!»

γ.   Εγκλήματα Πολέμου

Σεπτέμβριος 1943, ερείπια σπιτού/ πηγή: RIA Novosti

Σεπτέμβριος 1943, ερείπια σπιτού/ πηγή: RIA Novosti

Η στάση της Βέρμαχτ και των γερμανικών αρχών στα κατεχόμενα εδάφη: Η ανάκτηση εδαφών από τον Κόκκινο Στρατό, πρώτα στην Ουκρανία κι έπειτα στη Λευκορωσία, έφερνε στο φως και τα εγκλήματα πολέμου που είχαν διαπράξει οι γερμανικές δυνάμεις, εγκλήματα στα οποία δεν εμπλέκονταν μόνον οι ειδικές δυνάμεις των Ες Ες, αλλά το σύνολο της Βέρμαχτ. Μαζικές εκτελέσεις, πυρπολήσεις χωριών και πόλεων «σε αντίποινα για τη συνεργασία με τους παρτιζάνους», λιμός (μια και όλα σχεδόν τα τρόφιμα κατάσχονταν από τις δυνάμεις κατοχής) και, τέλος, ολοκληρωτική εξόντωση των πολυπληθών εβραϊκών πληθυσμών της Ουκρανίας, της Λευκορωσίας και της δυτικής Ρωσίας.

Η στάση των Γερμανών στις κατεχόμενες περιοχές χαρακτηριζόταν από παλινωδίες μεταξύ της ανάγκης τους να βρουν συμμάχους και να στρατολογήσουν άνδρες, εκμεταλλευόμενοι εθνοτικές ή πολιτικές διαφορές, αφενός, και της ανάγκης για τον ζωτικό χώρο μιας γερμανικής αυτοκρατορίας στην Ανατολή, της περιφρόνησης προς τους Σλάβους «υπανθρώπους» και του θανάσιμου μίσους προς το εβραϊκό στοιχείο.

Η Κριμαία αποτελούσε μια ξεχωριστή περίπτωση: όλος ο πληθυσμός της θα εκτοπιζόταν, ακόμη κι οι Τάταροι που είχαν συνεργαστεί με ζήλο με τους κατακτητές, προκειμένου η χερσόνησος να γίνει μια γερμανική Ριβιέρα. Για να θεμελιωθεί η διεκδίκηση, ο θεωρητικός τους ναζιστικού καθεστώτος Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ υποστήριζε ότι η Κριμαία ήταν περιοχή που ανήκε στο παρελθόν στους Γότθους: θα μετονομαζόταν σε Gotenland!

Γερμανοί στρατιώτες με νεαρές Ουκρανές

Γερμανοί στρατιώτες με νεαρές Ουκρανές

Στην Ουκρανία, όπου ειδικά στις δυτικές περιοχές ο πληθυσμός είχε υποδεχτεί τους Γερμανούς σχεδόν σαν απελευθερωτές, τα πράγματα ήταν ασαφή. Για ευνόητους λόγους οι ναζί υποδαύλιζαν την αντιπαλότητα Ουκρανών και Ρώσων. Συγκρότησαν σώμα ουκρανικής αστυνομίας στρατολογώντας τα μέλη της μεταξύ των οπαδών των διαφόρων εθνικιστικών οργανώσεων: όλοι αυτοί υπήρξαν χρήσιμοι για τις πιο «άχαρες» δουλειές. Δεσμοφύλακες σε στρατόπεδα αιχμαλώτων, πρόθυμοι συνεργοί στη Σοά. Από την άλλη πλευρά, δεν ήθελαν να δώσουν και πολύ αέρα στους Ουκρανούς εθνικιστές που τους θεωρούσαν πολιτικά και στρατιωτικά ανεξέλεγκτους κι επικίνδυνους: ο Στεπάν Μπαντέρα φυλακίστηκε για να απελευθερωθεί προς το τέλος του πολέμου, όταν όλα πήγαιναν στραβά για τους ναζί. Και ο επίτροπος του Ράιχ για την Ουκρανία, ο διαβόητος γκάουλάιτερ της Ανατολικής Πρωσίας Έριχ Κοχ, διοικούσε την Ουκρανία ως αποικία. Αυτό που είχε σημασία ήταν η προμήθεια πρώτων υλών, σιτηρών κι άλλων τροφίμων για τη Γερμανία και η καταναγκαστική εργασία εκατοντάδων χιλιάδων ανδρών και γυναικών που στέλνονταν να δουλέψουν στη γερμανική βιομηχανία.

Άνδρες των Ες Ες σε ουκρανική γιορτή

Άνδρες των Ες Ες σε ουκρανική γιορτή

Λησμονημένες εθνοκαθάρσεις – η περίπτωση της Βολυνίας

Ο εθνικισμός μπορεί να έχει πρωτεϊκό χαρακτήρα και να μεταβάλλεται αναλόγως των ιδιαιτεροτήτων κάθε περιοχής, κατά μείζονα λόγο όταν η εθνογένεση ενός λαού είναι ατελής. Ο ουκρανικός εθνικισμός δεν είναι μόνον αντιρωσικός. Είναι και αντισημιτικός («είπαμε να τους εκτοπίσουν, όχι όμως και να τους σκοτώσουν όλους, ακόμα και τις γυναίκες και τα παιδιά»). Στη Δυτική Ουκρανία, για ευνόητους ιστορικούς λόγους, ήταν ανέκαθεν πρωτίστως αντιπολωνικός.

Βορειοανατολικά της Γαλικίας, ανάμεσα στον Πριπέτ και τον Μπουγκ, απλώνεται η περιοχή της Βολυνίας, γνωστή κάποτε κι ως Λοδομερία. Χώρος αρχικά νομαδικών σκυθικών φύλων κατά την Αρχαιότητα κι έπειτα εγκατάστασης πρωτοσλαβικών πληθυσμών, η Βολυνία μοιράζεται μεταξύ Πολωνών και Λιθουανών ηγεμόνων στα χρόνια του Μεσαίωνα. Από τον 16ο αιώνα ανήκει στην Κοινοπολιτεία Πολωνίας-Λιθουανίας. Με τον Τρίτο Διαμελισμό της Πολωνίας (1795) περνά υπό ρωσική κυριαρχία. Το 1921 επιστρέφει στο νεοσύστατο πολωνικό κράτος, μετά τον Ρωσοπολωνικό Πόλεμο του 1920. Η Βοϊβοδία της Βολυνίας θα κρατήσει μέχρι το 1939 και τη γερμανική εισβολή. Βάσει του γερμανοσοβιετικού συμφώνου, η περιοχή θα καταληφθεί από την ΕΣΣΔ και θα ενταχθεί στη ΣΣΔ Ουκρανίας. Θα ακολουθήσει η Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα κι η ναζιστική κατοχή.

Ευρισκόμενη στα όρια των χώρων εξάπλωσης καθολικισμού κι ορθοδοξίας, η Βολυνία είχε μεικτή πληθυσμιακή σύνθεση. Οι Ουκρανοί (κάποτε Ρουθηνοί) αποτελούσαν την πλειονότητα, συμβίωναν όμως με Πολωνούς, Εβραίους και Γερμανούς.

Στα τέλη του 1942 το πλέον ακραίο τμήμα της Οργάνωσης Ουκρανών Εθνικιστών [Організація Українських Націоналістів (ΟΟΥΝ)], εκείνο του Στεπάν Μπαντέρα, πρωτοστάτησε στη συγκρότηση του Ουκρανικού Αντάρτικου Στρατού [Українська Повстанська Армія (ΟΥΠΑ)], καθιστώντας τον ουσιαστικά στρατιωτικό σκέλος της. Τα περισσότερα μέλη του ΟΥΠΑ, ο οποίος αριθμούσε αρχικά περί τους 20.000 άνδρες, προέρχονταν από την ουκρανική αστυνομία που είχαν οργανώσει οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Ήδη είχαν βοηθήσει τα μέγιστα τους Γερμανούς στην εξολόθρευση του εβραϊκού στοιχείου της Ουκρανίας.

Plaque_for_victims_of_Volhynia_massacres_at_Church_of_St._Bridget_in_Gdańsk

Μνημείο σε ναό του Γκντανσκ για τα θύματα της εθνοκάθαρσης στη Βολυνία/ πηγή: Βικιπαίδεια, χρήστης Starscream

Στις αρχές του 1943 και μετά τον σοβιετικό θρίαμβο στο Σταλινγκράντ, ΟΟΥΝ και ΟΥΠΑ αποφάσισαν να αναλάβουν δράση. Αφενός μεν οι συνθήκες ήταν πιο ευνοϊκές διότι οι Γερμανοί είχαν πια άλλες σκοτούρες κι η επιτήρησή τους είχε χαλαρώσει, αφετέρου δε οι Ουκρανοί εθνικιστές ήθελαν να προλάβουν τις σοβιετικές δυνάμεις δημιουργώντας τετελεσμένα. Έθεσαν σε εφαρμογή ένα από τα πιο τρομακτικά σχέδια εθνοκάθαρσης με στόχο τους κάποτε κυρίαρχους της περιοχής, τους Πολωνούς. Η εθνοκάθαρση αυτή, της οποίας ο παροξυσμός τοποθετείται χρονικά στο θέρος του 1943 (όταν Γερμανοί και Σοβιετικοί συγκρούονταν στο Κουρσκ), κατέληξε στη σφαγή 35 έως 80 χιλιάδων Πολωνών, μόνο στη Βολυνία (ο ακριβής αριθμός των θυμάτων είναι άγνωστος κι αποτελεί αντικείμενο έντονης διαμάχης μεταξύ των ιστορικών).

Η αγριότητα των σφαγών ήταν πρωτοφανής ακόμη και για τα δεδομένα της Ανατολικής Ευρώπης. Οι δυνάμεις του ΟΥΠΑ περικύκλωναν τα πολωνικά χωριά λίγο πριν την αυγή, σκότωναν όλους τους κατοίκους κι έπειτα πυρπολούσαν τα κτίρια.

Το ύφος των διαταγών της ΟΟΥΝ τρομάζει ακόμη και τους πιο κυνικούς: «Εξαφανίστε κάθε πολωνικό ίχνος. Γκρεμίστε τους τοίχους της καθολικής εκκλησίας και κάθε οικήματος που χρησιμοποιούσαν ως χώρο λατρείας οι Πολωνοί. Καταστρέψτε τους κήπους και κάψτε τα δέντρα στις αυλές. Να μην υπάρχει κανένα ίχνος που να μαρτυρά ότι εδώ κάποτε ζούσαν άνθρωποι. Να έχετε υπόψη ότι όσο εξακολουθεί να υπάρχει κάτι το πολωνικό, οι Πολωνοί θα έχουν πάντα αξιώσεις στη γη μας!»

Βολυνία, τα θύματα του ΟΥΠΑ

Βολυνία, τα θύματα του ΟΥΠΑ

Οι Γερμανοί που ήλεγχαν τη Βολυνία δεν έκαναν τίποτε για να σταματήσουν τη σφαγή. Για την ακρίβεια, λέγεται ότι εξόπλιζαν και τις δύο πλευρές ελπίζοντας στην αλληλοεξόντωσή τους. Οι σφαγές σταμάτησαν μόνο όταν ο Κόκκινος Στρατός ανακατέλαβε τα εδάφη της δυτικής Ουκρανίας.

Σοά

Ιβανγκόροντ, Ουκρανία, 1942: εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά του εβραϊκού πληθυσμού

Ιβανγκόροντ, Ουκρανία, 1942: εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά του εβραϊκού πληθυσμού

Ι. Διωγμοί στην Ουκρανία: Το Μπερντίτσεφ της Ουκρανίας, πατρίδα του Βασίλι Γκρόσσμαν, είχε πληθυσμό κατά πλειονότητα εβραϊκό. Όσοι δεν πρόλαβαν να ξεφύγουν από την προέλαση της Βέρμαχτ εξολοθρεύτηκαν, εκτός από ελάχιστους. Τα θύματα ήταν περισσότερα από 30.000 (ανάμεσά τους κι η μητέρα του συγγραφέα). Το πιο θλιβερό για τον Γκρόσσμαν ήταν η προθυμία του ουκρανικού πληθυσμού να συνεργαστεί με τους ναζί (εκτός των άλλων, οι Ουκρανοί αντιμετώπιζαν τους Εβραίους και ως αποδιοπομπαίους τράγους για τους λιμούς της δεκαετίας του 1930). Υπήρξαν ευτυχώς κι εξαιρέσεις…

«Με φώναζαν Μίτια Ασταπτσούκ, αλλά το όνομά μου είναι Χαΐμ Ρόιτμαν. Κατάγομαι από το Μπερντίτσεφ και τώρα πια είμαι δεκατριών ετών. Οι Γερμανοί σκότωσαν τον πατέρα και τη μητέρα μου. Είχα κι ένα μικρότερο αδελφό, τον Μπόρια. Ένας Γερμανός τον σκότωσε με το υποπολυβόλο του, τον σκότωσε μπροστά στα μάτια μου… Όλα έμοιαζαν τόσο αλλόκοτα, η γη έτρεμε.

Στεκόμουνα στην άκρη του χαντακιού και περίμενα… Να, τώρα θα πυροβολήσουν! Με πλησίασε ένας Γερμανός, ανοιγόκλεινε τα μάτια του. Στο έδαφος υπήρχε ένα θραύσμα γυαλιού που λαμπύριζε. Ο Γερμανός πλησίασε κι έσκυψε να το μαζέψει και τότε άρχισα να τρέχω σαν τρελός. Εκείνος άρχισε να με κυνηγά και να πυροβολεί, το κασκέτο μου έχει μια τρύπα από σφαίρα του. Έτρεχα, έτρεχα και στο τέλος σωριάστηκα στο έδαφος. Δεν θυμάμαι τι συνέβη μετά. Με περιμάζεψε ένας ηλικιωμένος, ο Γκεράσιμ Πρακόφιεβιτς Ασταπτσούκ. Μου είπε: “Τώρα πια είσαι ο Μίτια, ο γιος μου”. Είχε εφτά παιδιά δικά του κι εγώ έγινα το όγδοο.

Στο σπίτι ήρθαν Γερμανοί, ήταν μεθυσμένοι, άρχισαν να φωνάζουν, είχαν προσέξει ότι ήμουν πιο μαυριδερός. Ρωτούν τον Γκεράσιμ Πρακόφιεβιτς. “ποιανού παιδί είναι τούτος εδώ;”, “Δικό μου είναι!” τους απαντά. Αρχίζουν να τον βρίζουν, να τον λένε ψεύτη. Εκείνος, όμως, τους απαντά με ηρεμία: “Είναι γιος μου από την πρώτη μου γυναίκα που ήταν τσιγγάνα”.

Όταν ελευθερώθηκε το Μπερντίτσεφ πήγα στην πόλη. Ξαναβρήκα τον μεγάλο αδελφό μου, τον Γιάσα. Επέζησε κι εκείνος. Ο Γιάσα είναι μεγάλος, είναι δεκαέξι χρονών, πολεμά. Όταν έφευγαν οι Γερμανοί βρήκε το κάθαρμα που είχε σκοτώσει τη μάνα μας και τον τουφέκισε». [«Βασίλι Γκρόσσμαν – Ένας συγγραφέας στον Πόλεμο (κείμενα επιλεγμένα και σχολιασμένα από τον Άντονι Μπήβορ και τη Λιούμπα Βιναγκράνταβα)», Τέταρτο μέρος “Από τον Δνείπερο στον Βιστούλα, 1944”, κεφάλαιο 21 “Οι σφαγές στο Μπερντίτσεφ”]

ΙΙ. Τα στρατόπεδα του θανάτου: Καθώς ο Κόκκινος Στρατός προέλαυνε πια σε πολωνικό έδαφος, ακόμη πιο συγκλονιστική ήταν η ανακάλυψη των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, θανάτου και εξόντωσης, η ανακάλυψη του πιο φριχτού εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκε στην Ιστορία. Πρώτα το Μαιντάνεκ, κοντά στο Λούμπλιν, η Τρεμπλίνκα, το Άουσβιτς.

Τρεμπλίνκα

Τρεμπλίνκα

«Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί τι είναι πιο τρομερό: να οδηγηθείς στον θάνατο μέσα σε φριχτά μαρτύρια, γνωρίζοντας ότι αυτός βρίσκεται εκεί δίπλα σου, ή αγνοώντας εντελώς το τέλος που πλησιάζει, κοιτάζοντας από το παράθυρο ενός βαγονιού της πρώτης θέσης, την ίδια ώρα που από τον σταθμό της Τρεμπλίνκα τηλεφωνούν ήδη στο στρατόπεδο για να αναγγείλουν την άφιξη του τραίνου και να ενημερώσουν για τον αριθμό των επιβατών του;

Με σκοπό προφανώς να ξεγελάσουν για μια τελευταία φορά εκείνους που έφθαναν από την Ευρώπη, είχαν διαμορφώσει το τέλος της σιδηροδρομικής γραμμής στο στρατόπεδο του θανάτου σαν σταθμό επιβατών. Στην άκρη της αποβάθρας… υπήρχε ένας σιδηροδρομικός σταθμός με εκδοτήρια εισιτηρίων, χώρο φύλαξης αποσκευών, κυλικείο. Παντού επιγραφές: “Προς Μπιαουύστοκ”, “Μπαρανοβίτσε”, “Βολκόβυσκ”. Κατά την άφιξη της αμαξοστοιχίας, μια ορχήστρα έπαιζε στον σταθμό κι οι μουσικοί της ήταν άψογα ντυμένοι. Ένας ελεγκτής με στολή της εταιρίας σιδηροδρόμων ζητούσε από τους επιβάτες τα εισιτήριά τους και τους οδηγούσε σε μια πλατεία…

Υπήρχε κάτι το δυσοίωνο και το τρομαχτικό στην πλατεία εκείνη. Ένα προσεχτικό βλέμμα αντιλαμβανόταν αμέσως ανησυχητικές λεπτομέρειες. Στο δάπεδο που είχε σκουπιστεί βιαστικά, μάλλον λίγα λεπτά μόνον πριν φτάσει η καινούρια φουρνιά, έβλεπες παρατημένα σκόρπια αντικείμενα: ένα δέμα με ρούχα, μια μισάνοιχτη μικρή αποσκευή, κάποια κατσαρολικά. Πώς είχαν βρεθεί εκεί; Και για ποιο λόγο η σιδηροδρομική γραμμή σταματά αμέσως μετά την αποβάθρα του σταθμού, εκεί που φυτρώνει ένα κιτρινωπό χορτάρι κι υψώνονται συρματοπλέγματα ύψους τριών μέτρων; Πού είναι λοιπόν οι γραμμές για το Μπιαουύστοκ, για το Σέντλτσε, τη Βαρσοβία και το Βολκόβυσκ;» [Βασίλι Γκρόσσμαν «Η Κόλαση της Τρεμπλίνκα», 1944]

Β. Γκρόσσμαν

Β. Γκρόσσμαν

Νεότερα από το Ανατολικό Μέτωπο – μέρη 1 (Η ΕΣΣΔ στα τέλη της δεκαετίας του 1930) και 2α (1941: Η Χρονιά του Τρόμου – Η Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα και η σοβιετική αντίδραση)

Ιουνίου 21, 2015

«Ο πόλεμος είναι μια πράξη βίας. Ως προς την εκδήλωση της βίας αυτής δεν υπάρχει κανένα όριο». (Κάρολος φον Κλάουζεβιτς, 1780-1831, «Περί Πολέμου», βιβλίο Ι, κεφ. 1)

 Ο Κόκκινος Στρατός στο Σταλινγκράντ, φθινόπωρο 1942

Ο Κόκκινος Στρατός στο Σταλινγκράντ, φθινόπωρο 1942

Η σύγκρουση μεταξύ της ναζιστικής Γερμανίας και της κομμουνιστικής ΕΣΣΔ υπήρξε η μεγαλύτερη, η πιο αιματηρή ένοπλη σύρραξη στην Ιστορία της Ανθρωπότητας. Μια σύγκρουση λαών και ιδεολογιών, ένας ολοκληρωτικός πόλεμος που θα μπορούσε να λήξει μόνο με την εξόντωση ενός εκ των δύο εμπολέμων. Όχι μόνο η έκβασή του, αλλά κι ο ίδιος ο τρόπος διεξαγωγής του καθόρισε το μέλλον της Ευρώπης για δεκαετίες, κι ίσως το καθορίζει ακόμη. Ο πόλεμος αυτός διεξήχθη σε μια αχανή έκταση 1,5 εκ. τετραγωνικών χιλιομέτρων και «κατάπιε» 4,3 εκ. Γερμανούς και 10,6 εκ. Σοβιετικούς στρατιώτες. Στα θύματά του πρέπει να προσμετρήσουμε και τα πολλά εκατομμύρια αμάχων, κυρίως από σοβιετικής πλευράς. Ο πόλεμος αυτός περιλαμβάνει πράξεις απαράμιλλου θάρρους και πράξεις επονείδιστης δειλίας. Πράξεις στρατηγικής ιδιοφυΐας κι εγκληματικές αμέλειες. Βιαιοπραγίες, εκτελέσεις, σφαγές αμάχων. Το δράμα των αιχμαλώτων πολέμου. Εθνοκαθάρσεις και γενοκτονίες με αποκορύφωμα το αίσχος της Σοά. Αμέτρητες ζωές που θυσιάστηκαν στο βωμό της Μεγάλης Ιστορίας.

Η αποτίμηση της σύγκρουσης αυτής στη δυτική ιστοριογραφία ταλανιζόταν επί μακρόν από στερεότυπα: παραδοχή των εξηγήσεων που έδιναν Γερμανοί στρατιωτικοί στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν την τελική αποτυχία τους, απόρριψη των σοβιετικών ιστορικών μελετών ως αμιγώς προπαγανδιστικών έργων (συχνά, όχι αδικαιολόγητα), αντιλήψεις που αποτελούσαν απόρροια του Ψυχρού Πολέμου, θεμελιώδης εχθρότητα προς την κομμουνιστική ΕΣΣΔ και γεωπολιτική αντιπαλότητα της Δύσης προς τη Ρωσία. Η επικράτηση της Σοβιετικής Ένωσης εξηγείται υπεραπλουστευτικά ως συνέπεια της αριθμητικής υπεροχής και του ανεξάντλητου ανθρώπινου και υλικού δυναμικού της. Οι ιδέες αυτές συσκότιζαν την ιστορική αλήθεια και δυσχέραιναν τις προσπάθειες κατανόησης ενός από τα σημαντικότερα γεγονότα του 20ού αιώνα.

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Η ΕΣΣΔ ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ 1930

Χάρτης των περιοχών που πλήγηκαν από λιμό το 1933

Στο εσωτερικό της, η Σοβιετική Ένωση φέρει το βάρος δύο μεγάλων ανθρωπογενών καταστροφών. Κατά το χρονικό διάστημα 1931-1933, τραγικές αποφάσεις της πολιτικής ηγεσίας της ΕΣΣΔ έχουν ως αποτέλεσμα την εκδήλωση μιας σειράς φοβερών λιμών: η βίαιη και αδέξια μετάβαση από την παραδοσιακή οργάνωση της αγροτικής οικονομίας στη σοβιετική των κολχόζ και σοβχόζ, η στενόμυαλη επιμονή να τηρηθούν απαρεγκλίτως εντελώς εξωπραγματικά οικονομικά πλάνα, η εγκληματική απαίτηση της πολιτικής ηγεσίας για συμμόρφωση προς τις αποφάσεις της ανεξαρτήτως κόστους έχουν ως αποτέλεσμα την απώλεια περισσότερων από 6 εκατομμύρια ανθρώπινων ζωών, κυρίως στην Ουκρανία, τη νότια Ρωσία (περιοχές του Κουμπάν και του Κάτω Βόλγα), τα νότια Ουράλια, τη Δυτική Σιβηρία και την Κεντρική Ασία. Το 1937-38, εξίσου καταστροφικές αποδεικνύονται οι σταλινικές εκκαθαρίσεις στο στράτευμα, το κόμμα και τους κύκλους των διανοουμένων. Ακόμη και σήμερα είναι δυσχερής ο υπολογισμός του ακριβούς αριθμού εκείνων που εκτελέστηκαν, φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν ή εκτοπίστηκαν στα στρατόπεδα του Γκουλάγκ.

Παρ’ όλα αυτά, η οικονομική ανάπτυξη, η μαζική παραγωγή καταναλωτικών αγαθών και η βελτίωση των συνθηκών ζωής του πληθυσμού δημιουργούν την πεποίθηση ότι το μέλλον θα είναι καλύτερο.

Στο εξωτερικό, η θέση της ΕΣΣΔ σε ένα ευμετάβλητο, εξαιρετικά ασταθές και επικίνδυνο περιβάλλον είναι ιδιαίτερα περίπλοκη: καθεστώς πολιτικά ανάδελφο, η Σοβιετική Ένωση αντιμετωπίζει με δυσπιστία τόσο τις καπιταλιστικές δυνάμεις της Δύσης όσο και την ιδεολογικά αντίπαλη ναζιστική Γερμανία. Η σοβιετική ηγεσία δεν έχει ξεχάσει τη συμμετοχή των Βρετανών και των Γάλλων (μαζί με τους Έλληνες, Πολωνούς, Ρουμάνους και άλλους συμμάχους τους) στον ρωσικό εμφύλιο πόλεμο. Φοβάται επίσης ότι οι δυτικοί θα προσπαθήσουν να στρέψουν τη γερμανική επιθετικότητα εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Όταν, πάντως, ξεσπάσει η κρίση μεταξύ Γερμανίας και Τσεχοσλοβακίας για το ζήτημα των Σουδητών, ο Στάλιν θα προσφερθεί να στείλει στρατεύματα για να εγγυηθεί την εδαφική ακεραιότητα της Τσεχοσλοβακίας. Τα στρατεύματα αυτά, όμως, πρέπει να περάσουν από πολωνικό έδαφος κι η Πολωνία δεν θα δώσει άδεια διέλευσης. Για εύλογους ιστορικούς λόγους, φοβάται εξίσου τη Γερμανία και τη σοβιετική Ρωσία, πιστεύει δε ότι όσο δεν συμμαχεί με τη δεύτερη μπορεί να γλιτώσει από τυχόν επίθεση της πρώτης. Επιπλέον, διεκδικεί κι εκείνη το μερίδιό της από ενδεχόμενο διαμελισμό της Τσεχοσλοβακίας. Με αυτά τα δεδομένα και την ενδοτικότητα της Βρετανίας του Τσάμπερλαιν και της Γαλλίας του Νταλαντιέ φτάνουμε στις επονείδιστες Συμφωνίες του Μονάχου, στις 29-30 Σεπτεμβρίου 1938, όταν η εδαφική ακεραιότητα της Τσεχοσλοβακίας θυσιάζεται από τους δυτικούς στον βωμό της πολιτικής του κατευνασμού της χιτλερικής Γερμανίας.

Συμφωνίες του Μονάχου, 29 Σεπτεμβρίου 1938: Τσάμπερλαιν, Νταλαντιέ, Χίτλερ, Μουσσολίνι και Τσάνο. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 183-R69173 / CC-BY-SA

Α.   ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΩΣ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΡΙΜΠΕΝΤΡΟΠ-ΜΟΛΟΤΟΦ

Οι φόβοι των Σοβιετικών για τη θέση της Δύσης ενισχύονται: στο διάστημα μεταξύ των Συμφωνιών του Μονάχου και της εισβολής των στρατευμάτων του Γ΄ Ράιχ στην Τσεχοσλοβακία (Μάρτιος 1939), ιδίως δε μετά τη συνάντηση του Γάλλου Υπουργού Εξωτερικών Ζωρζ Μποννέ με τον Γερμανό ομόλογό του Γ. φον Ρίμπεντροπ (Δεκέμβριος 1938), οι γαλλικές εφημερίδες επιδίδονται σε εκστρατεία προπαγάνδας για τη δημιουργία μιας «Μεγάλης Ουκρανίας» η οποία θα αποσχιζόταν από την ΕΣΣΔ. Του νέου κράτους θα ηγούταν κάποιο ανδρείκελο, χρηματοδοτούμενο από τη Γερμανία, σαν τον Βασίλι Μπισκούπσκι ή τον Πάβλο Σκοροπάντσκι.

Β. Μ. Μόλοτοφ

Η «εκατονταετής» ειρήνη που θα διασφάλιζαν οι Συμφωνίες του Μονάχου, όπως έλεγαν κάποιοι στη Δύση, δεν κράτησε ούτε έξι μήνες! Στις 15 Μαρτίου 1939, η Γερμανία εισέβαλλε στην Τσεχοσλοβακία. Οχτώ ημέρες μετά, αποσπούσε το Μέμελ/ Κλάιπεντα από τη Λιθουανία. Στη Μόσχα, με διάταγμα του Ανωτάτου Σοβιέτ της 4ης Μαΐου 1939, ο Βιατσεσλάφ Μ. Μόλοτοφ, πρόεδρος του Συμβουλίου Λαϊκών Επιτρόπων της ΕΣΣΔ, αντικαθιστούσε τον Μαξίμ Λίτβινοφ, ένθερμο θιασώτη της συνεργασίας με τη Δύση εναντίον της ναζιστικής Γερμανίας, στη θέση του Υπουργού Εξωτερικών. Ήταν αυτό μια ένδειξη ότι θα άλλαζε κι η σοβιετική εξωτερική πολιτική;

Όχι απαραίτητα. Οι Σοβιετικοί φαίνεται να κατέβαλαν κάθε προσπάθεια για την επίτευξη συμφωνίας με τη Δύση. Από τον Ιούνιο μέχρι τον Αύγουστο του 1939 διαπραγματεύονται διαρκώς με τους Βρετανούς και τους Γάλλους με σκοπό τη συμμαχία κατά των ναζί. Η ΕΣΣΔ επιθυμεί μια συμμαχία με συγκεκριμένους όρους: πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς οι στρατιωτικές δυνάμεις που θα διαθέσει κάθε χώρα σε περίπτωση πολέμου. Σύμφωνα με το σχέδιο συμφωνίας που πρότειναν οι Σοβιετικοί, αν η Γερμανία στραφεί κατά της Γαλλίας και της Βρετανίας, η ΕΣΣΔ θα συμβάλει με δυνάμεις ίσες με το 60 % των αγγλογαλλικών. Εάν στραφεί κατά της Πολωνίας ή της Ρουμανίας, η ΕΣΣΔ θα διαθέσει τις ίδιες δυνάμεις με το ΗΒ και τη Γαλλία. Εάν, τέλος, στόχος της επίθεσης είναι η ίδια η Σοβιετική Ένωση, τότε Βρετανία και Γαλλία θα πρέπει να διαθέσουν δυνάμεις ίσες με το 70 % των σοβιετικών. Οι Γάλλοι δεν είναι αρνητικοί, αλλά αργούν να συμφωνήσουν. Οι Βρετανοί δεν έχουν καμία διάθεση να δεσμευθούν με τέτοιο τρόπο. Προτιμούν μια συμφωνία με ασαφείς όρους, την οποία πιστεύουν ότι θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν ως διπλωματικό χαρτί στο μέλλον. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι διαπραγματεύσεις δεν καταλήγουν πουθενά.

Β.   ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΡΙΜΠΕΝΤΡΟΠ-ΜΟΛΟΤΟΦ ΩΣ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣΟΒΙΕΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Η διστακτικότητα της Δύσης, θα οδηγήσει τη σοβιετική ηγεσία στον κυνικό ρεαλισμό. Η γερμανική ηγεσία, προκειμένου να διασφαλίσει τα νώτα της λίγο πριν εισβάλει στην Πολωνία, προσεγγίζει την ΕΣΣΔ. Τον Αύγουστο του 1939, ο Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών Γιόαχιμ φον Ρίμπεντροπ και ο πρέσβης στη Μόσχα κόμης Φρήντριχ-Βέρνερ φον Σούλενμπουργκ προτείνουν στους Σοβιετικούς την υπογραφή συμφώνου μη επιθέσεως. Το δέλεαρ είναι σημαντικό: διασφάλιση της ειρήνης, έστω και προσωρινή, ανάπτυξη των εμπορικών σχέσεων (η γερμανική πολεμική βιομηχανία χρειάζεται απεγνωσμένα τις πρώτες ύλες που παράγει η ΕΣΣΔ), κατευνασμός της Ιαπωνίας με την οποία η ΕΣΣΔ βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση και δυνατότητες εδαφικής επέκτασης για τους Σοβιετικούς με τρόπο που θα εγγυάται μεγαλύτερη ζώνη ασφάλειας. Με ιδιαίτερη διακριτικότητα όσον αφορά τη δημοσιότητα του γεγονότος, οι δύο ΥπΕξ υπογράφουν το σύμφωνο στις 23 Αυγούστου.

28 8 1939, υπογραφή Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ

Την 1η Σεπτεμβρίου 1939, η ναζιστική Γερμανία εισβάλλει απρόκλητα στην Πολωνία. Κι ενώ οι γερμανικές δυνάμεις προελαύνουν παρά την ηρωϊκή, μα απέλπιδα, αντίσταση των Πολωνών, αρχίζουν να γίνονται αντιληπτοί και οι μυστικοί όροι του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ: στις 17 Σεπτεμβρίου ο Κόκκινος Στρατός εισβάλλει στην ανατολική Πολωνία. Τρεις ημέρες αργότερα έχει ήδη καταλάβει το Λβίφ, το Κόβελ, το Βίλνο/ Βίλνιους και το Γκρόντνο, αιχμαλωτίζοντας χιλιάδες Πολωνούς αξιωματικούς και στρατιώτες. Οι απλοί στρατιώτες απελευθερώθηκαν σχετικά γρήγορα, όχι όμως και οι αξιωματικοί. Αρκετοί από τους δεύτερους δεν θα επιζήσουν της αιχμαλωσίας: τον Απρίλιο του 1943 γερμανικές δυνάμεις ανακάλυπταν στο δάσος του Κάτυν, κοντά στο κατεχόμενο Σμολένσκ, τους μαζικούς τάφους χιλιάδων Πολωνών αξιωματικών που είχαν εκτελεστεί, πιθανώς το 1940, από τους πράκτορες του Εν Κα Βε Ντε (του διαβόητου Λαϊκού Επιτροπάτου Εσωτερικών Υποθέσεων/ Народный комиссариат внутренних дел). Η επιχείρηση στην Πολωνία παρουσιάζεται στη σοβιετική κοινή γνώμη ως απελευθέρωση της δυτικής Λευκορωσίας και Ουκρανίας!

Φινλανδός πολυβολητής

Ο Χειμερινός Πόλεμος με τη Φινλανδία: Με την ασφάλεια που της παρέχει το Σύμφωνο Ρ.-Μ., η ΕΣΣΔ συνεχίζει την επιχείρηση εδαφικής επέκτασης, αυτή τη φορά προς Βορρά. Τα σοβιετοφινλανδικά σύνορα απέχουν μόλις 30 χλμ. από τη μεγαλούπολή του Λενινγκράντ. Η σοβιετική ηγεσία αποστέλλει στη φινλανδική τελεσίγραφο ζητώντας εδαφικές παραχωρήσεις (προτείνοντας πάντως και αμοιβαίες ανταλλαγές εδαφών). Για να αυξήσει την πίεση, προχωρά και στη συγκρότηση μιας κυβέρνησης ανδρεικέλων, αυτής της «ΛΔ Φινλανδίας», υπό τον Όττο Κουουσίνεν, η οποία θα μείνει γνωστή στην Ιστορία ως «κυβέρνηση του Τεριγιόκι». Οι Φινλανδοί αρνούνται τους όρους του τελεσιγράφου και στις 30 Νοεμβρίου ξεσπά ο πόλεμος. Οι Σοβιετικοί αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες: αφού ο Κόκκινος Στρατός προχώρησε σε φινλανδικό έδαφος σταματά στην αμυντική γραμμή Μάννερχάιμ, όπου θα καθηλωθεί για πάνω από δύο μήνες. Μπορεί η αριθμητική υπεροχή να ανήκει στους Σοβιετικούς, αλλά οι Φινλανδοί έχουν καλύτερο οπλισμό και είναι κατάλληλα εκπαιδευμένοι για ένα χειμερινό πόλεμο στον Βορρά. Μόλις στα τέλη Φεβρουαρίου ο Κόκκινος Στρατός κατορθώνει να διασπάσει τη φινλανδική άμυνα και να αναγκάσει τον Φινλανδό στρατάρχη Μάννερχάιμ σε συνθηκολόγηση (12 Μαρτίου). Οι όροι της είναι χειρότεροι για τους Φινλανδούς από το τελεσίγραφο του Νοεμβρίου: ειδικά η παραχώρηση του Βίμποργκ και οι χιλιάδες πρόσφυγες που θα εγκαταλείψουν την πόλη θα ενισχύσουν μοιραία τα εχθρικά αισθήματα για την ΕΣΣΔ. Επιπλέον, ο Πόλεμος του Χειμώνα κόστισε στην ΕΣΣΔ μεγάλες απώλειες (48 χιλ. νεκροί, 158 χιλ. τραυματίες), ενώ οι αποτυχίες του Κόκκινου Στρατού θα πρέπει να επέτρεψαν σε κάποιους να συναγάγουν συμπεράσματα για το πραγματικό αξιόμαχό του.

Η παράλληλη επέκταση: Τον Απρίλιο του 1940, η Γερμανία καταλαμβάνει τη Δανία και τη Νορβηγία. Ένα μήνα αργότερα ξεκινά την εντυπωσιακή επίθεσή της κατά των χωρών της Μπενελούξ και της Γαλλίας. Στις 14 Ιουνίου οι γερμανικές δυνάμεις εισέρχονται στο Παρίσι. Στις 22 Ιουνίου ο στρατάρχης Πεταίν συνθηκολογεί. Στο μεταξύ, η ΕΣΣΔ συνεχίζει την επέκτασή της: στις 17-23 Ιουνίου καταλαμβάνει αστραπιαία τις τρεις Βαλτικές Δημοκρατίες (Λιθουανία, Λεττονία, Εσθονία), και στο τέλος του μήνα αποσπά από τη Ρουμανία τη Βεσσαραβία και τη Μπουκοβίνα. Έχει πλέον ανακτήσει σχεδόν το σύνολο των εδαφών της τσαρικής Ρωσίας (με την εξαίρεση μέρους της γερμανοκρατούμενης Πολωνίας), αλλά κατέχει πλέον και εδάφη που δεν ανήκαν ποτέ στην αυτοκρατορία των τσάρων (η Γαλικία και η Μπουκοβίνα ανήκαν ως το 1918 στην Αυτοκρατορία των Αψβούργων).

Το Λονδίνο κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών, φθινόπωρο 1940

Η Μάχη της Αγγλίας και η σταδιακή σοβιετική μεταστροφή: Τον Ιούλιο του 1940, οι Γερμανοί αρχίζουν να βομβαρδίζουν τη Βρετανία. Ο πρώτος μεγάλος βομβαρδισμός του Λονδίνου ανάγεται στις 7 Σεπτεμβρίου. Τα γεγονότα αυτά σηματοδοτούν μια σταδιακή μεταστροφή της σοβιετικής κοινής γνώμης, προφανώς με την άτυπη έγκριση της πολιτικής ηγεσίας: τον Οκτώβριο, η Πράφντα δημοσιεύει ρεπορτάζ του ανταποκριτή της στο Λονδίνο στα οποία παρουσιάζεται με ιδιαίτερη συμπάθεια η βρετανική αντίσταση στις γερμανικές επιθέσεις. Η μεταστροφή αυτή παρατηρείται και στους κύκλους των διανοουμένων: την ίδια εποχή, η Αχμάτοβα γράφει το ποίημά της «Προς Λονδρέζους»:

«Του Σαίξπηρ το εικοστό τέταρτο το δράμα
γράφει ο Χρόνος με το αμείλικτό του χέρι.
Κι εμείς, οι καλεσμένοι στη φριχτή γιορτή,
πέρα από το σκοτεινό ποτάμι,
κάλλιο να διαβάσουμε τον Άμλετ, τον Καίσαρα, τον Βασιλέα Ληρ.
Κάλλιο στον τάφο της να συνοδέψουμε τη λατρευτή Ιουλιέττα,
δαυλούς κρατώντας, τραγουδώντας.
Κάλλιο να δούμε μέσα απ’ του Μακμπέθ το παραθύρι.
ρίγη να νιώσουμε μπρος στους φονιάδες, τους κακούργους.
Μα όχι αυτό, όχι αυτό, όχι αυτό…
το δράμα αυτό είναι αβάσταχτο να το διαβάσουμε!» [Άννα Αχμάτοβα «Προς Λονδρέζους», πιθ. φθινόπωρο 1940, εκδόθηκε στη Συλλογή «Избранное Стихи», Τασκένδη 1943.]

Οι γερμανοσοβιετικές σχέσεις διαταράσσονται – η επίσκεψη Μόλοτοφ στο Βερολίνο: Και κάπως έτσι, παρά τη φαινομενική ηρεμία, καθίσταται σαφές ότι κάτι δεν πάει καλά στις γερμανοσοβιετικές σχέσεις. Και οι δύο πλευρές έχουν την αίσθηση ότι πρόκειται για παρά φύση «συμμαχία». Οι Γερμανοί είναι ανήσυχοι με τη σοβιετική εδαφική επέκταση, ιδίως όταν πια οι τυπικά σύμμαχοι έχουν πλησιάσει πολύ τις ρουμανικές πετρελαιοπηγές. Επομένως, είτε η ΕΣΣΔ θα συμμετάσχει ουσιαστικά στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας είτε θα είναι καλύτερο για τη δεύτερη να ξεμπερδεύει μιαν ώρα αρχύτερα με τον ιδεολογικό εχθρό του «ιουδαιομπολσεβικισμού»! Όλα αυτά θα φανούν ακόμη περισσότερο κατά την επίσκεψη του Μόλοτοφ στο Βερολίνο (12-14 Νοεμβρίου). Ο Χίτλερ προτείνει τη σοβιετική συμμετοχή στον διαμελισμό της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, αλλά οι Σοβιετικοί ενδιαφέρονται περισσότερο για τη σταθερότητα στα Βαλκάνια.

Νοέμβριος 1940, Ρίμπεντροπ και Μόλοτοφ, πηγή: Bundesarchiv, Bild 183-1984-1206-523 / CC-BY-SA

Νοέμβριος 1940, Ρίμπεντροπ και Μόλοτοφ, πηγή: Bundesarchiv, Bild 183-1984-1206-523 / CC-BY-SA

Το βράδυ της 13ης Νοεμβρίου, παρατίθεται επίσημο δείπνο στη σοβιετική πρεσβεία στο Βερολίνο, το οποίο διακόπτεται λόγω βρετανικού βομβαρδισμού. Στο καταφύγιο του υπουργείου εξωτερικών, ο Ρίμπεντροπ επαναλαμβάνει στον Μόλοτοφ τη γερμανική πρόταση. Ακολουθεί η εξής στιχομυθία (η οποία, βέβαια, δεν δημοσιεύθηκε ποτέ στον σοβιετικό τύπο: την εκμυστηρεύθηκε ο Στάλιν στον Τσέρτσιλλ, ο οποίος και την κατέγραψε στα απομνημονεύματά του):
Ρίμπεντροπ: «Δεν έχετε, όμως, απαντήσει ακόμη στο ουσιώδες ερώτημα. Θα συνεργαστεί η ΕΣΣΔ στη μεγάλη εκκαθάριση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας;
Μόλοτοφ: «Αν είστε τόσο βέβαιος ότι η Αγγλία είναι τελειωμένη, τότε τι στο καλό κάνουμε σε αυτό το καταφύγιο

ΜΕΡΟΣ Ι

Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ: Από την έναρξη της επιχείρησης Μπαρμπαρόσσα ως και τη Μάχη της Μόσχας

«Θα έλεγε κάποιος ότι όλοι περίμεναν τον πόλεμο εδώ και καιρό, κι όμως, την τελευταία ώρα, το ξέσπασμα του πολέμου ήταν κάτι σαν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν προφανώς αδύνατο να προετοιμαστείς για μια δυστυχία τόσο φριχτή». [Κονσταντίν Μιχάιλοβιτς Σίμονοφ (1915-1979) «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί» («Живые и мёртвые»), 1959]

Α.   ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΜΠΑΡΜΠΑΡΟΣΣΑ

α.   Ο Χίτλερ αποφασίζει να επιτεθεί στην ΕΣΣΔ

Κατά τα φαινόμενα, η επόμενη κίνηση του Χίτλερ θα πρέπει να ήταν η εισβολή στη Βρετανία. Μόνο που λόγοι τόσο «τεχνικής» όσο και ιδεολογικής φύσης καθιστούσαν το εγχείρημα αυτό εξαιρετικά δυσχερές. Το σχέδιο μιας απόβασης στη Βρετανία ενείχε σχεδόν αξεπέραστες δυσκολίες. Ο τελευταίος στην ιστορία που τα είχε καταφέρει, χάρη σε ευνοϊκές συγκυρίες, ήταν ένας Νορμανδός Δούκας σχεδόν 900 χρόνια πιο πριν. Επιπλέον, για τον Χίτλερ, μια τέτοια επίθεση κατά των Άγγλων ήταν αντίθετη προς τις ιδεολογικές πεποιθήσεις του. Ο ηγέτης του ναζισμού ποτέ δεν είχε κρύψει τον θαυμασμό του για τους Άγγλους: ήταν η άλλη «κυρίαρχη» φυλή, με την οποία θα μοιραζόταν τον κόσμο. Το πρότυπο του Χίτλερ για μια αχανή γερμανική αυτοκρατορία στην Ανατολή δεν ήταν άλλο από τη βρετανική Ινδία: πώς λίγοι κυρίαρχοι κατορθώνουν να επιβληθούν στα εκατομμύρια των ιθαγενών. Αργά ή γρήγορα, Γερμανία και Βρετανία θα έφταναν σε φιλικό διακανονισμό. Αν μάλιστα έβγαινε από τη μέση ο μόνος σοβαρός δυνητικός σύμμαχος των Βρετανών, η ΕΣΣΔ, τότε όλα θα γίνονταν πιο απλά. Επιπλέον, η Γερμανία θα ξεμπέρδευε με τον αιώνιο ιδεολογικό αντίπαλο, «το όνειδος του ιουδαιομπολσεβικισμού». Στις 18 Δεκεμβρίου 1940, ο Χίτλερ παίρνει την οριστική απόφασή του να επιτεθεί στην ΕΣΣΔ! Ήταν περήφανος για την επιχείρηση που είχσ σχεδιασθεί κι απόλυτα αισιόδοξος για την κατάληξή της.

«Όταν η Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα αρχίσει, ολόκληρη η υφήλιος θα κρατήσει την ανάσα της

«Απλώς θα χτυπήσουμε την πόρτα κι ολόκληρο το σαθρό οικοδόμημα θα καταρρεύσει μονομιάς!»

Ο πόλεμος αυτός θα ήταν διαφορετικός: φυλετικός, δίχως περιορισμούς. Η Βέρμαχτ δεν όφειλε να τηρήσει το δίκαιο του πολέμου, μια και «η ΕΣΣΔ δεν δεσμευόταν από τις σχετικές συνθήκες». Κομμισσάριοι και στελέχη του ΚΚΣΕ, Εβραίοι και αντάρτες θα παραδίδονταν στις ειδικές ομάδες των Ες Ες και τη στρατιωτική αστυνομία προς εκτέλεση. Ο άμαχος πληθυσμός, ως «Σλάβοι υπάνθρωποι», δεν θα ετύγχαναν καμιάς προστασίας, ούτε θα δικαιούνταν τρόφιμα ή ό,τι άλλο.

Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα, Ιούνιος-Δεκέμβριος 194- Πηγή: χρήστης Gdr στην αγγλική έκδοση της Βικιπαίδειας [en.wikipedia]

Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα, Ιούνιος-Δεκέμβριος 194- Πηγή: χρήστης Gdr στην αγγλική έκδοση της Βικιπαίδειας [en.wikipedia]

Σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο, τα γερμανικά στρατεύματα θα εισβάλουν στη Σοβιετική Ένωση σε διάταξη τρίαινας αποτελούμενης από τρεις ομάδες στρατιών: Βορρά, υπό τον Βίλχελμ φον Λέεμπ, Κέντρου, υπό τον Φέντορ φον Μποκ, και Νότου, υπό τον Γκερτ φον Ρούντστεντ. Ο τρομερά φιλόδοξος στόχος είναι η κατάληψη ολόκληρης της ευρωπαϊκής ΕΣΣΔ μέχρι το Αρχανγκέλσκ, τα Ουράλια και το Αστραχάν στις εκβολές του Βόλγα!

β.   Το σοβιετικό «μούδιασμα» και η έναρξη του πολέμου

Όσο πλησίαζε το θέρος του 1941 τόσο πύκνωναν τα μηνύματα με αποδέκτη τη σοβιετική κυβέρνηση σχετικά με επικείμενη γερμανική εισβολή. Έχοντας προφανώς επίγνωση του ότι ο Κόκκινος Στρατός ήταν ανέτοιμος για μια τέτοια σύγκρουση, η ηγεσία της ΕΣΣΔ προσπαθούσε απελπισμένα να αναβάλει το μοιραίο, προσποιούμενη ότι όλα έβαιναν καλώς όσον αφορά τις γερμανοσοβιετικές σχέσεις.

Στις 5 Μαΐου, ο Στάλιν δεξιωνόταν στο Κρεμλίνο αποφοίτους στρατιωτικών σχολών. Τους μίλησε για περίπου σαράντα λεπτά. Την επομένη, η Πράβντα συνόψιζε τον λόγο σε πέντε ή έξι ανώδυνες γραμμές. Το περιεχόμενο της ομιλίας επρόκειτο να γίνει γνωστό πολύ αργότερα.

«Η κατάσταση είναι εξαιρετικά σοβαρή και δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο γερμανικής επίθεσης πολύ σύντομα… Με όλα τα διπλωματικά μέσα που διαθέτει, η σοβιετική κυβέρνηση θα προσπαθήσει να αποτρέψει το ενδεχόμενο αυτό, τουλάχιστον μέχρι το φθινόπωρο. Τότε θα είναι πολύ αργά για τους Γερμανούς. Μπορεί να το κατορθώσουμε, μπορεί και όχι…».

Επισήμως όλα συνέχιζαν να είναι ήρεμα. Άλλωστε, οι μεθοριακές σοβιετικές δυνάμεις είχαν λάβει διαταγές να μην αντιδρούν σε ύποπτες κινήσεις των γερμανικών στρατευμάτων, προκλήσεις ή παραβιάσεις του εναέριου χώρου της ΕΣΣΔ. Στις 14 Ιουνίου, το πρακτορείο ΤΑΣΣ εξέδιδε το περιβόητο ανακοινωθέν με το οποίο προσπαθούσε να πείσει ότι οι σχέσεις της ΕΣΣΔ με τη Γερμανία ήταν περίπου ανέφελες. Οι προσεκτικοί παρατηρητές περίμεναν τις γερμανικές αντιδράσεις. Δεν υπήρξε καμία.

Στα απομνημονεύματά του, ο Σοβιετικός στρατηγός Ιβάν Φεντιουνίνσκι διηγείται ένα παράξενο περιστατικό:

«Στις 18 Ιουνίου, εμφανίστηκε σε κάποιο σοβιετικό φυλάκιο ένας Γερμανός λιποτάκτης. Ισχυριζόταν πως, ενώ ήταν μεθυσμένος, χτύπησε έναν αξιωματικό. Είχε τον φόβο ότι θα τον περνούσαν από στρατοδικείο και θα τον τουφέκιζαν. Διατεινόταν ότι συμπαθούσε τους Ρώσους γιατί ο πατέρας του ήταν κομμουνιστής. Στο τέλος, είπε σε αυτούς που τον ανέκριναν ότι, στις 22 Ιουνίου στις 4 το πρωί, ο γερμανικός στρατός θα εισέβαλε στη Ρωσία

Είχε ήδη πέσει η σύντομη νύχτα της 21ης Ιουνίου όταν ο Γερμανός πρεσβευτής στη Μόσχα, o κόμης Φρήντριχ-Βέρνερ φον Σούλενμπουργκ επισκέφτηκε τον Λαϊκό Επίτροπο Εξωτερικών Υποθέσεων Βιατσεσλάφ Μιχάιλοβιτς Μόλοτοφ, έπειτα από επανειλημμένες τηλεφωνικές κλήσεις του δεύτερου. Ο φον Σούλενμπουργκ, που αγνοούσε τα πάντα για τις αποφάσεις που είχε λάβει ο Χίτλερ κι η ναζιστική ηγεσία εδώ και μήνες, κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Επιστρέφοντας στην πρεσβεία, βρήκε τις οδηγίες του ΥπΕξ φον Ρίμπεντροπ: θα έπρεπε να μεταβεί αμέσως εκ νέου στο Κρεμλίνο και, χωρίς καμία συζήτηση, να διαβάσει στον Μόλοτοφ ένα τηλεγράφημα του Χίτλερ που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά συγκεκαλυμμένη κήρυξη πολέμου. Ο Ρώσος ΥπΕξ άκουσε αμίλητος το τηλεγράφημα κι έπειτα είπε στον φον Σούλενμπουργκ: «Πόλεμος, λοιπόν… Πιστεύετε ότι αξίζαμε κάτι τέτοιο;» [Alexander Werth (Александр Верт) “Russia At War, 1941-1945”, Barrie & Rockliff, Λονδίνο, 1964/ γαλλική έκδοση: « La Russie en guerre », t. 1 « La patrie en danger, 1941-1942 », τελευταία αναθεωρημένη έκδοση, Tallandier, σειρά Texto, Παρίσι, 2012, σελ. 195-201, 225]

Είχε αρχίσει να χαράζει. Την ίδια ώρα, τρία εκατομμύρια Γερμανοί στρατιώτες, μαζί με ένα εκατομμύριο συμμάχους τους, (Ρουμάνους, Ούγγρους, Σλοβάκους και Ιταλούς) εισέβαλλαν στη Σοβιετική Ένωση, αρχίζοντας μια προέλαση που επρόκειτο σύντομα να τους φέρει στα περίχωρα της Μόσχας και του Λενινγκράντ και στις όχθες του Βόλγα. Η πιο μεγάλη πολεμική αναμέτρηση της Ιστορίας είχε μόλις αρχίσει.

Γερμανικές δυνάμεις τεθωρακισμένων περνούν τα πολωνοσοβιετικά σύνορα φωτογραφία Bundesarchiv, Bild 101I-185-0139-20  Grimm, Arthur  CC-BY-SA

Γερμανικές δυνάμεις τεθωρακισμένων περνούν τα πολωνοσοβιετικά σύνορα. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-185-0139-20 Grimm, Arthur CC-BY-SA

γ.   Η γερμανική προέλαση και η πανωλεθρία του Κόκκινου Στρατού

Οι πρώτες εβδομάδες του πολέμου αποτελούν πραγματική πανωλεθρία για τον Κόκκινο Στρατό. Σε πολλές περιπτώσεις, οι δυνάμεις του υποχωρούν άτακτα ή προβάλλουν αντίσταση χωρίς συντονισμό και υποστήριξη και συχνά περικυκλώνονται από τις γερμανικές. Μεγάλος αριθμός αεροσκαφών και αρμάτων μάχης καταστρέφονται. Στη Μόσχα, η σύγχυση της ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας είναι πρόδηλη: υπάρχει απόλυτη αδυναμία κατανόησης της κατάστασης. Οι αρχικές διαταγές της πρώτης ημέρας καταδεικνύουν ότι στο σοβιετικό επιτελείο νομίζουν πως είναι απλώς κάποια γερμανική πρόκληση στην οποία δεν πρέπει να ενδώσουν οι σοβιετικές δυνάμεις. Όταν πλέον γίνεται αντιληπτό ότι πρόκειται για κανονική εισβολή, οι διαταγές που δίνονται είναι εντελώς εξωπραγματικές. Το επιτελείο κάνει λόγο για επιχειρήσεις στο εχθρικό έδαφος και βομβαρδισμό των πόλεων της Ανατολικής Πρωσίας, τη στιγμή που ο Κόκκινος Στρατός υποχωρεί παντού!
Στην Ουκρανία, ήδη από τις αρχές του Ιουλίου, οι σοβιετικές δυνάμεις έχουν υποχωρήσει πέρα από τα παλαιά (προ του 1939) σύνορα! Σχεδόν ολόκληρη η Λευκορωσία και η πρωτεύουσά της, το Μινσκ, είχε καταληφθεί, όπως και μεγάλο μέρος των Βαλτικών Δημοκρατιών.

Εξηγήσεις για την υποχώρηση: Πώς εξηγείται η πανωλεθρία αυτή των Σοβιετικών;

– Οι Γερμανοί έχουν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, υπεροχή σε ανθρώπινο δυναμικό και εξοπλισμό (αριθμητική και ποιοτική). Έχουν ένα συγκεκριμένο σχέδιο το οποίο εκτελούν. Τα στρατεύματά τους είναι εμπειροπόλεμα και έχουν άριστο ηθικό, ειδικά μετά τον αστραπιαίο θρίαμβο της προηγούμενης χρονιάς στη Δύση.

– Ο Κόκκινος Στρατός πληρώνει διπλά το τίμημα των εκκαθαρίσεων του 1937-38, όταν διώχθηκαν κάπου 15.000 αξιωματικοί, δηλαδή ποσοστό περίπου 15 % του σώματος (το οποίο είναι πολύ μεγαλύτερο όσον αφορά τους ανώτατους αξιωματικούς). Όσοι έχουν απομείνει είναι σε μεγάλο βαθμό άπειροι (οι μόνες πρόσφατες πολεμικές εμπειρίες του Κόκκινου Στρατού αφορούσαν ειδικές περιπτώσεις: τον Ισπανικό Εμφύλιο και τον πόλεμο στην Άπω Ανατολή κατά των Ιαπώνων, όταν ο Ζούκοφ είχε συντρίψει τους Ιάπωνες στον ποταμό Χαλκίν-Γκολ της Μογγολίας το 1939). Επιπλέον, οι εκκαθαρίσεις αποδεικνύονται καταστροφικές και διότι έχουν ενισχύσει διάφορες ιδεοληψίες και τον στείρο δογματισμό σε επίπεδο τακτικής και στρατηγικής. Η άμυνα παραμελείται εντελώς. Η αξία των τεθωρακισμένων και της κινητικότητας των μονάδων απορρίπτεται ως «ξεπερασμένη αστική ιδεοληψία». Ας θυμηθούμε ότι το γνωστότερο θύμα των εκκαθαρίσεων ήταν ο εκτελεσθείς στρατάρχης Μιχαήλ Νικολάγιεβιτς Τουχατσέφσκι, ο οποίος είχε αναπτύξει ιδιαίτερα πρωτοποριακές θεωρίες στρατηγικής και τακτικής (πίστευε λ.χ. ότι η πραγματική αξία μιας μονάδας βρίσκεται στον συσχετισμό της δύναμης πυρός και των δυνατοτήτων της κίνησης – ήταν θιασώτης των επιχειρήσεων σε βάθος κ.λπ.).

– Η γερμανική εισβολή βρίσκει τον Κόκκινο Στρατό ενώ ακόμη εξελίσσεται πρόγραμμα ριζικής αναδιοργάνωσης και εξοπλισμού του (βλ. άρθρο του, τότε, στρατηγού Ζούκοφ στην Πράφντα της 23ης Φεβρουαρίου 1941). Τα περισσότερα αεροσκάφη και άρματα μάχης που διαθέτει ανήκουν σε ξεπερασμένους τύπους. Επιπλέον, τα πληρώματά τους είναι ελλιπώς εκπαιδευμένα. Π.χ. οι πιλότοι των σοβιετικών αεροπλάνων που προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν τη γερμανική εισβολή είχαν σε αρκετές περιπτώσεις μόλις 4-15 ώρες πτήσης, την ώρα που ο αντίστοιχος αμερικανικός στρατιωτικός κανονισμός απαιτούσε 150 ώρες πτήσης για να κριθεί πιλότος ως μάχιμος! Κι ακόμη, η ΕΣΣΔ δεν διέθετε σοβαρή αυτοκινητοβιομηχανία: η έλλειψη αυτή συνεπαγόταν θεμελιώδη αδυναμία του Κόκκινου Στρατού σε θέματα συγκρότησης μηχανοκίνητων μονάδων, μεταφορών, εφοδιασμού και υποστήριξης.

– Τέλος, η εδαφική επέκταση της ΕΣΣΔ προς Δυσμάς αποτελούσε επιπρόσθετο μειονέκτημα σε περίπτωση εχθρικής επίθεσης: οι αμυντικές οχυρώσεις ήταν πρόχειρες κι ελλιπείς, τα στρατιωτικά αεροδρόμια λιγοστά. Ειδικά στις περιπτώσεις εδαφών που ποτέ δεν ανήκαν στη Ρωσία (Γαλικία, Μπουκοβίνα) η στάση του πληθυσμού ήταν έως και εχθρική προς τις σοβιετικές δυνάμεις. Στη δυτική Ουκρανία λ.χ., οι ομάδες των εθνικιστών ανταρτών του Μπαντέρα είχαν την ευκαιρία να εκμεταλλευθούν το ξεκίνημα της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσσα προβαίνοντας σε πολυάριθμα σαμποτάζ που επέτειναν τη σύγχυση και τον πανικό του σοβιετικού στρατού.

Στο οχυρό του Μπρεστ-Λιτόφσκ: Και όμως… όπου υπήρχαν οι στοιχειώδεις έστω προϋποθέσεις, ο Κόκκινος Στρατός προέβαλε αντίσταση έως κι ηρωική. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ήταν αυτό της φρουράς του οχυρού του Μπρεστ-Λιτόφσκ.

Η Πύλη του Χολμ στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ

Η Πύλη του Χολμ στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ

Το Μπρεστ, κάποτε Μπρεστ-Λιτόφσκ, βρίσκεται στη Λευκορωσία στα σύνορα της χώρας με την Πολωνία. Η πόλη αποτελούσε πολωνικό έδαφος μέχρι το 1795, όταν, με τον τρίτο διαμελισμό της Πολωνίας, κατέληξε στη Ρωσία. Για να διασφαλισθεί η άμυνα της πόλης και της περιοχής της από κάθε πιθανό εισβολέα, οι Ρώσοι έχτισαν στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα ένα από τα πιο επιβλητικά φρούρια της εποχής σε ένα νησί που σχηματίζεται ανάμεσα στους ποταμούς Μπουγκ και Μοχαβέτς.

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το φρούριο κατελήφθη από τους Γερμανούς. Από την πόλη του Μπρεστ-Λιτόφσκ έστειλαν οι Γερμανοί ένα από τα πιο προκλητικά τελεσίγραφα στη Ρωσία των Μπολσεβίκων πλέον, στα τέλη του 1917. Στο οχυρό της πόλης υπογράφηκε τον Μάρτιο του 1918, μετά από διαπραγματεύσεις μηνών, η Συνθήκη ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόφσκ η οποία έθετε τέρμα στον πόλεμο μεταξύ Γερμανικής Αυτοκρατορίας και Ρωσίας των Λένιν και Τρότσκι.

Η πόλη αλλάζει χέρια κάμποσες φορές μεταξύ Γερμανών, Ρώσων και Πολωνών στους οποίους και καταλήγει το 1921. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα αποτελέσει το θέατρο σκληρών μαχών δύο φορές. Η πρώτη πολιορκία της πόλης και του οχυρού ανάγεται στον Σεπτέμβριο του 1939, όταν η πολωνική φρουρά του οχυρού υπό τον στρατηγό Κονστάντυ Πλισόφσκι θα προσπαθήσει ανεπιτυχώς να αποκρούσει την επίθεση των γερμανικών δυνάμεων του στρατηγού Χάιντς Γκουντέριαν. Οι Γερμανοί καταλαμβάνουν το φρούριο στις 17/18-9-1939, αλλά 4 ημέρες μετά το παραδίδουν στους Σοβιετικούς σύμφωνα με τους όρους του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ. Σε λιγότερο από δύο χρόνια θα χρειαστεί να το πολιορκήσουν εκ νέου.

Οι Γερμανοί έφτασαν στην πόλη ήδη από την πρώτη ημέρα της εισβολής. Δύο ημέρες μετά, στις 24 Ιουνίου 1941, η πόλη είχε καταληφθεί, όχι όμως και το οχυρό της, όπου αντιστέκεται ηρωϊκά ισχυρή σοβιετική δύναμη. Μέχρι το τέλος του Ιουνίου οι Γερμανοί έχουν καταλάβει το μεγαλύτερο τμήμα του οχυρού. Ωστόσο θα συνεχίσουν να υπάρχουν μεμονωμένα σημεία αντίστασης μέσα στο φρούριο τουλάχιστον έως τις 24 Ιουλίου. Σε κάποιον από εκείνους τους γενναίους υπερασπιστές ανήκει κι η χαραγμένη στον τοίχο θρυλική επιγραφή: «Я умираю, но не сдаюсь! Прощай, Родина! 20.VII.41» («Εγώ πεθαίνω, αλλά δεν παραδίνομαι! Αντίο Πατρίδα! 20 Ιουλίου 1941»). Τον συγκεκριμένο χώρο στον οποίο βρέθηκε η επιγραφή τον υπερασπίζονταν στρατιωτικές μονάδες του Εν Κα Βε Ντε.

Η θρυλική επιγραφή «Πεθαίνω, αλλά δεν παραδίνομαι» στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ, σήμερα στο Μουσείο Ενόπλων Δυνάμεων στη Μόσχα

Η θρυλική επιγραφή «Πεθαίνω, αλλά δεν παραδίνομαι» στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ, σήμερα στο Μουσείο Ενόπλων Δυνάμεων στη Μόσχα

Το σύνολο σχεδόν της φρουράς θυσιάστηκε, εκτός από λίγους βαριά τραυματισμένους τους οποίους αιχμαλώτισαν οι Γερμανοί. Κάποιοι από αυτούς κατόρθωσαν να επιζήσουν στην αιχμαλωσία. Η τραγική ειρωνεία έγκειται στο ότι, μετά την απελευθέρωσή τους το 1945, αντί να τους υποδεχτούν στην πατρίδα ως ήρωες, τους έστειλαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Γκουλάγκ ως ύποπτους συνεργασίας με τον εχθρό.

Β.   Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗΣ

α.   Η σοβιετική ηγεσία παίρνει τον λόγο

Ο πρώτος που απευθύνθηκε στον σοβιετικό λαό μετά τη γερμανική εισβολή ήταν ο ΥπΕξ Μόλοτοφ, το βράδυ της 22ας Ιουνίου. Ο Μόλοτοφ δεν ήταν σπουδαίος ρήτορας κι η κάπως εκνευριστική ένρινη φωνή του δεν βοηθούσε τα πράγματα. Ίσως, όμως, τα κομπιάσματα του λόγου του Μόλοτοφ να ήταν ό,τι πιο κατάλληλο για να φανεί η έκπληξη της σοβιετικής ηγεσίας. Ο Μόλοτοφ στάθηκε στον απρόκλητο και άδικο χαρακτήρα της εισβολής, προσπάθησε να φανεί πατριωτικός, αλλά οι λέξεις κι ο τόνος του πρόδιναν πικρία, ταπείνωση και κάποια αμηχανία. Ίσα που κατάφερε να ψελλίσει ότι «ο αγώνας μας είναι δίκαιος, θα νικήσουμε».

Πολύ πιο ενδιαφέρων και γλαφυρός υπήρξε ο λόγος που εκφώνησε λίγο αργότερα ο Βρετανός πρωθυπουργός Γουίνστον Τσέρτσιλλ:

«Κανείς δεν υπήρξε σταθερότερος πολέμιος του κομμουνισμού κατά τη διάρκεια των τελευταίων 25 ετών απ’ ό,τι εγώ. Δεν πρόκειται να απαρνηθώ τίποτε από όσα έχω πει επί του θέματος αυτού. Όμως…
Βλέπω τους Ρώσους στρατιώτες πάνω στη γενέθλια γη τους. Τους βλέπω να υπερασπίζουν τις εστίες τους, εκεί που οι μάνες και οι γυναίκες τους προσεύχονται (ω, ναι, υπάρχουν στιγμές που όλοι προσεύχονται) για τη σωτηρία των αγαπημένων τους. Βλέπω χιλιάδες ρώσικα χωριά όπου οι άνθρωποι μοχθούν σκληρά καλλιεργώντας τη γη για να επιβιώσουν, εκεί, όμως, όπου υπάρχουν οι πρωταρχικές χαρές της ανθρώπινης ζωής, εκεί όπου παίζουν κοπέλες και παιδιά. Και βλέπω να εφορμά ενάντια σε αυτούς τους ανθρώπους η τρομακτική πολεμική μηχανή των ναζί. Βλέπω τον ανόητο Ούνο, υπάκουο και βίαιο ρομπότ, να ορμά σαν τις ακρίδες

Ο λόγος του Βρετανού πρωθυπουργού ήταν υπόσχεση άμεσης συμμαχίας. Ήταν πιθανώς το πρώτο ενθαρρυντικό μήνυμα που λάμβανε η σοβιετική ηγεσία την αποφράδα εκείνη 22α Ιουνίου.

Κι έπειτα, αφού πέρασαν δώδεκα ολόκληρες δραματικές ημέρες, ο Στάλιν μίλησε. Ο λόγος του μεγάλου αρχηγού άρχιζε απροσδόκητα:

Στάλιν, 3 Ιουλίου 1941

Στάλιν, 3 Ιουλίου 1941

«Σύντροφοι, πολίτες, αδερφοί κι αδερφές μου, μαχητές του στρατού και του ναυτικού μας! Απευθύνομαι σε σας, φίλοι μου

Ο Στάλιν δεν προσπάθησε να εξωραΐσει την κατάσταση. Την περιέγραψε με ακρίβεια και, παρά τον δραματικό χαρακτήρα της με ψυχραιμία. Δικαιολόγησε το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ ως μοναδικό τρόπο για διασφάλιση της ειρήνης. Έπειτα, εξέθεσε ένα πραγματικό πρόγραμμα πολέμου, ενός πολέμου ολοκληρωτικού που θα απαιτούσε τη συστράτευση όλων των δυνάμεων της σοβιετικής κοινωνίας και, δίχως αμφιβολία, μεγάλες θυσίες. Μαζική επιστράτευση, συγκρότηση ομάδων πολιτοφυλακής, οργάνωση πολιτικής άμυνας, χρήση όλων των παραγωγικών δομών στην υπηρεσία της πολεμικής προσπάθειας, διαταγή περί «καμμένης γης» ώστε ο εισβολέας να μη βρίσκει τίποτε, ανταρτοπόλεμος στα κατεχόμενα από τον εχθρό εδάφη. Τέλος εξέφρασε ευγνωμοσύνη προς τον Τσέρτσιλλ και τη Βρετανία, καθώς και στην κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Η καλύτερη περιγραφή της αίσθησης που προκάλεσε στον σοβιετικό λαό το διάγγελμα του Στάλιν περιέχεται στο μυθιστόρημα του Σίμονοφ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί»:

Κ. Μ. Σίμονοφ

Κ. Μ. Σίμονοφ

«Ο Στάλιν μιλούσε αργά, βαριά, με έντονη γεωργιανή προφορά. Κάποια στιγμή, στη μέση του λόγου του, τον ακούσαμε, μετά τον ήχο του κρυστάλλου ενός ποτηριού, να πίνει νερό. Μιλούσε χαμηλόφωνα και θα μπορούσε να φαίνεται απολύτως ήρεμος αν δεν ήταν η βαριά, λαχανιασμένη ανάσα κι ο ήχος του νερού που έπινε.

Μολονότι, όμως, ήταν συγκινημένος, ο τόνος του εξακολουθούσε να είναι σταθερός, η σιγανή φωνή του ηχούσε δίχως διακυμάνσεις, δίχως ερωτηματικά… Κι από την αντίθεση μεταξύ αυτού του σταθερού λόγου και του τραγικού χαρακτήρα της κατάστασης την οποία εξέθετε, διαφαινόταν μια δύναμη, μια δύναμη που δεν ξάφνιαζε. Από τον Στάλιν θα το περίμενε κανείς.

Τον Στάλιν μπορούσε να τον συμπαθεί κάποιος με διάφορους τρόπους: απεριόριστα ή με επιφυλάξεις, με θαυμασμό και ορισμένο φόβο. Ορισμένοι, μάλιστα, δεν τον συμπαθούσαν καν. Κανείς, όμως, δεν αμφέβαλλε για το θάρρος και τη σιδερένια του θέληση. Ακριβώς αυτές οι ικανότητες έμοιαζαν τώρα οι πλέον απαραίτητες για τον άνθρωπο που ηγείται μιας εμπόλεμης χώρας.

Ο Στάλιν δεν χαρακτήριζε την κατάσταση ως τραγική. Ήταν δύσκολο να τον φανταστείς να προφέρει αυτή τη λέξη. Εκείνα, όμως, για τα οποία μιλούσε – η μαζική επιστράτευση, τα κατεχόμενα εδάφη, ο ανταρτοπόλεμος – σήμαιναν το τέλος των ψευδαισθήσεων. Είχαμε υποχωρήσει σχεδόν παντού και μάλιστα κατά πολύ. Η αλήθεια ήταν πικρή, αλλά κάποιος την έλεγε επιτέλους, και μαζί με την αλήθεια νιώθαμε τη γη πιο στέρεη κάτω από τα πόδια μας.

Ο Στάλιν περιέγραφε το δυστυχές ξεκίνημα αυτού του γιγάντιου και τρομερού πολέμου δίχως να αλλάξει το συνηθισμένο λεξιλόγιό του, μιλούσε για τις μεγάλες δυσκολίες που έπρεπε να ξεπεράσουμε το ταχύτερο δυνατό και σε όλα αυτά δεν διαισθανόσουν την αδυναμία, αλλά τη δύναμη.

Αυτά τουλάχιστον σκεφτόταν ο Σιντσόφ ξαπλωμένος, ενώ βογγούσε ο ετοιμοθάνατος διπλανός του, και δεν σταματούσε να αναθυμάται κάθε λεπτομέρεια του λόγου του Στάλιν και το κάλεσμά του που συγκινούσε κατευθείαν τις καρδιές: “Φίλοι μου!”, λέξεις που ολόκληρο το νοσοκομείο τις επαναλάμβανε εκείνη την ημέρα.

“Φίλοι μου…”, μουρμούριζε ο Σιντσόφ και ξαφνικά κατάλαβε πως απ’ οτιδήποτε σπουδαίο, ακόμη και τεράστιο, είχε πετύχει ο Στάλιν έλειπαν πάντα αυτές οι λέξεις που ακούστηκαν σήμερα: “Αδερφοί κι αδερφές μου! Φίλοι μου!”. Ή μάλλον έλειπε το αίσθημα που έκρυβαν τούτες οι λέξεις. Να ήταν άραγε μοναχά η τραγωδία ενός πολέμου που γέννησε τις λέξεις αυτές, το αίσθημα αυτό;

Το ουσιώδες, αυτό που έμενε στην ψυχή μετά το διάγγελμα του Στάλιν, ήταν η πελώρια προσδοκία μιας αλλαγής: ότι όλα θα πήγαιναν καλύτερα…»

β.   Η πρώτη αναχαίτιση του γερμανικού Blitzkrieg: Σμολένσκ

Το πρόγραμμα πολέμου που είχε εξαγγείλει στις 3 Ιουλίου ο Στάλιν άρχισε σταδιακά να τίθεται σε εφαρμογή. Η στρατιωτική διοίκηση χωρίστηκε σε τρεις «άξονες»: ΒΔ με επικεφαλής τον στρατάρχη Βοροσίλοφ (και πολιτικό επίτροπο τον Ζντάνοφ), Δ με επικεφαλής τον στρατάρχη Τιμοσένκο (π.επ. Μπουλγκάνιν) και ΝΔ υπό τον στρατάρχη Μπουντιόννι (π.επ. Χρουστσόφ). Στις 16 Ιουλίου επανήλθε στο στράτευμα ο θεσμός της διπλής διοίκησης: δίπλα σε κάθε αξιωματικό, διοίκηση ασκούσε και ο κομμισσάριος του κόμματος (σε επίπεδο λόχου: πολιτικός καθοδηγητής/ политический руководитель). Σχεδόν ταυτόχρονα ξεκινούσε η τεράστια προσπάθεια μετεγκατάστασης των βιομηχανικών μονάδων από τη Δύση στα Ουράλια, τον Βόλγα και την Κεντρική Ασία.

Την ίδια μέρα, οι εμπροσθοφυλακές των στρατευμάτων του φον Μποκ συνάντησαν απροσδόκητα σκληρή αντίσταση ενώ πλησίαζαν στο Σμολένσκ. Η σοβιετική διοίκηση είχε αποφασίσει να δώσει απόλυτη προτεραιότητα στον άξονα Σμολένσκ-Μόσχας παρατάσσοντας ό,τι καλύτερο διέθετε σε στράτευμα και οπλισμό. Στο Σμολένσκ, επίσης, ο ΚΣ εμφάνισε για πρώτη φορά κι ένα όπλο σχεδόν μυθικό: τους πολλαπλούς εκτοξευτήρες πυραύλων που έμειναν στην Ιστορία με το προσωνύμιο «Κατιούσα». Πολύ πιο εξελιγμένοι και αποτελεσματικοί από τους αντίστοιχους γερμανικούς, σκόρπιζαν τον τρόμο στις τάξεις της Βέρμαχτ. Οι Γερμανοί στρατιώτες έκαναν λόγο για «αρμόνιο του Στάλιν»!

"Κατυούσα"

«Κατυούσα»

Τυπικά η Μάχη του Σμολένσκ είναι σοβιετική ήττα, μια και η πόλη έπεσε. Στην πραγματικότητα αποτελεί κομβικό σημείο του πολέμου, δεδομένου ότι η αντίσταση του Κόκκινου Στρατού καθυστέρησε δραματικά τη γερμανική προέλαση. Μέχρι τον Αύγουστο οι δυνάμεις της Βέρμαχτ δεν είχαν κατορθώσει να διασπάσουν τη σοβιετική άμυνα στη γραμμή Γιάρτσεβο-Γέλνιγια-Ντέσνα, κάπου 30 χλμ. ανατολικά του Σμολένσκ. Ίσως αυτή η καθυστέρηση να ήταν το γεγονός που απέτρεψε την πραγματοποίηση του μαξιμαλιστικού σχεδίου του Χίτλερ για προέλαση μέχρι τα Ουράλια!

Η αξία αυτής της σχετικής επιτυχίας που κόστισε αρκετές απώλειες επρόκειτο να αποδειχθεί πολύ αργότερα. Προς το παρόν, νέες μεγάλες συμφορές περίμεναν τη Σοβιετική Ένωση.

[Πρόκειται, εκ νέου, για το κείμενο ομιλίας του Ρογήρου στο πλαίσιο εκδήλωσης που οργάνωσε, στις 19 Ιουνίου 2015, η Ελληνική Κοινότητα Λουξεμβούργου. Για να μη διαταράξω τη ροή του κειμένου, προτίμησα να μην παραθέσω διαδικτυακούς συνδέσμους (ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να αναζητήσει ευχερώς πληροφορίες για πρόσωπα και γεγονότα στις διάφορες γλωσσικές εκδόσεις της Βικιπαίδειας) ούτε και πλήρεις παραπομπές. Το βασικό βοήθημα (που οδήγησε στη διαμόρφωση της δομής του κειμένου και αποτέλεσε την πηγή των περισσότερων από τα πρωτότυπα κείμενα που παρατίθενται) είναι το συγκλονιστικό έργο του Alexander Werth (Александр Верт) «Η Ρωσία σε πόλεμο». Πολλά στοιχεία αντλήθηκαν και από τα βιβλία και άρθρα των Ζαν Λοπέζ, Ντ, Γκλάντς, Μπορίς Λωράντ και Άντονυ Μπήβορ. Στο τέλος της σειράς των αναρτήσεων θα παρατεθεί ενδεικτική βιβλιογραφία. Τέλος, αποκλίνοντας από τη συνήθη τακτική μου, επέλεξα να μεταγράψω τα ρωσικά ονόματα συμβατικά, με βάση τη γραφή και όχι την προφορά, διορθώνοντας μόνο τα σφάλματα τονισμού: π.χ. Μόλοτοφ (και όχι Μολότοφ, κατά τη συνήθη ελληνική μεταγραφή, ή Μόλαταφ, κατά τη ρωσική προφορά). Έχω την εντύπωση ότι κάτι τέτοιο θα προκαλέσει μικρότερη σύγχυση στους αναγνώστες.]

Διά Πυρός και Σιδήρου

Απρίλιος 6, 2012

«Το 1647 ήταν παράξενη χρονιά. Στη γη και στον ουρανό φάνηκαν αλλόκοτα σημάδια, από αυτά που προμηνύουν συμφορές κι ασυνήθιστα γεγονότα. Την άνοιξη, όπως σημειώνουν τα χρονικά της εποχής, σμήνη ακρίδων ξεχύθηκαν από τις Άγριες Στέπες και κατέφαγαν τα σπαρτά και το χορτάρι, κι αυτό το σημάδι ήταν προάγγελος τατάρικων επιδρομών ή ίσως ενός μεγάλου πολέμου. Στις αρχές του καλοκαιριού έγινε μια μεγάλη έκλειψη ηλίου και λίγες ημέρες αργότερα ένας κομήτης εμφανίστηκε στον ουρανό. Στη Βαρσοβία, οι άνθρωποι είδαν στα σύννεφα του ουρανού σχήματα που έμοιζαν με τάφους και με φλογισμένους σταυρούς κι άρχισαν να προσφέρουν ελεημοσύνες και να νηστεύουν, πιστεύοντας ότι συμφορά μεγάλη επρόκειτο να πέσει στη χώρα και ν’ αφανίσει την ανθρωπότητα. Κι έπειτα έφτασε ο χειμώνας κι ήταν τόσο ήπιος που οι γέροντες δεν μπορούσαν να θυμηθούν τίποτε παρόμοιο. Τα ποτάμια στον Νότο δεν πάγωσαν. Φουσκωμένα από τις βροχές κι απ’ τα χιόνια που έλιωναν άρχισαν να ξεχειλίζουν, μετατρέποντας τη στέπα σε απέραντο βούρκο.

Έπειτα από όλα αυτά τα σημάδια και με τη φυσική σειρά των εποχών του χρόνου να έχει αλλάξει, όλα τα μάτια στην Ανατολή στράφηκαν προς τις Άγριες Στέπες, γιατί ο όποιος κίνδυνος θα μπορούσε να φανεί εκεί γρηγορότερα απ’ ό,τι οπουδήποτε αλλού. Κι όμως, στα μέρη αυτά τίποτε το ασυνήθιστο δεν συνέβη εκείνη την παράξενη χρονιά».

Νομίζω πως θυμάμαι πολύ καλά τη σκηνή. Χειμώνας του 1976-77. Είμαι ξαπλωμένος. Ίωση ή κάποια παιδική ασθένεια που θα κόλλησα στο δημοτικό. Ο πατέρας μου γυρίζει στο σπίτι. Κρατά στα χέρια του το λάφυρο που προορίζεται για μένα. Το τελευταίο τεύχος των «Κλασσικών Εικονογραφημένων». Χένρυκ Σενκιέβιτς «Διά Πυρός και Σιδήρου». Το όνομα του συγγραφέα δεν μου είναι άγνωστο. Το προηγούμενο Πάσχα μου είχαν φέρει δώρο το «Κβο Βάντις». Έριξα μια ματιά στο εξώφυλλο και ρώτησα: «για τι ακριβώς μιλά»; «Για τις συγκρούσεις Πολωνών και Κοζάκων», απάντησε ο πατέρας μου, προσθέτοντας, σχεδόν αμέσως, «από τη μεριά των Πολωνών, φυσικά». Μάλιστα! Με κάποιον ασαφή τρόπο γνώριζα ότι η Πολωνία υπήρξε αληθινή υπερδύναμη (θα πρέπει να το είχα δει σε κάποια «Ιστορία των Μεγάλων Μαχών» που είχα διαβάσει: στην εισαγωγή για τη Μάχη της Πολτάβας υπήρχαν αναφορές στο σημαντικό ρόλο που είχε παίξει η Πολωνία). Και γνώριζα για την αντιπαλότητα Κοζάκων και Πολωνών έχοντας ήδη δει την άποψη της άλλης πλευράς: είχα διαβάσει (σε διασκευή για εφήβους ή πάλι στα Κλασσικά Εικονογραφημένα) τον «Ταράς Μπούλμπα» του Γκόγκολ. Άνοιξα το τεύχος: στην πρώτη σελίδα, πάνω από μια εντυπωσιακή συνθετική απεικόνιση γεγονότων ήταν γραμμένα τα παραπάνω λόγια της εισαγωγής του βιβλίου.

Δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο για να με εντυπωσιάσει. Και η υπόθεση ήταν στ’ αλήθεια συναρπαστική. Δεν ήταν πια Μεσαίωνας βέβαια, αλλά πώς θα ήταν δυνατό να μην αντιμετωπίσω σαν ιππότες τους Πολωνούς ουσάρους; Και πώς αλλιώς μπορούσα να ερμηνέψω τον Γιαν Σκρζετούσκι, τη συμπεριφορά του, τον ρομαντικό έρωτά του για την Ελένα, παρά σαν αληθινό ιππότη της εποχής που εγώ αγαπούσα και στην οποία εκείνος, τυπικά, δεν ανήκε;

Μερικά χρόνια αργότερα, κατάφερα στην εφηβεία μου να διαβάσω το κανονικό βιβλίο, στην πρώτη του μετάφραση στα αγγλικά. Κι έπειτα, το βιβλίο έλαμψε διά της απουσίας του από τη βιβλιοθήκη μου. Όποτε το αναζητούσα για να το αγοράσω, σε όποια χώρα κι αν βρισκόμουν, είχα διαλέξει λάθος στιγμή: το βιβλίο ήταν εξαντλημένο. Ας ήταν. Οι πρώτες φράσεις του είχαν χαραχτεί στη μνήμη μου για πάντα. Το 1647 πρέπει να ήταν στ’ αλήθεια πολύ παράξενη χρονιά.

Ι.   Το ιστορικό πλαίσιο του έργου

Στη σειρά των άρθρων για τους Τεύτονες Ιππότες είχαμε τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε παράλληλα την πορεία ανόδου του πολωνικού βασιλείου. Είδαμε την ισχυροποίησή του μετά την Ένωση της Κρέβα με τη Λιθουανία (1384) και την παράδοση του στέμματος στον Λιθουανό Γιογκάιλα/ Γιαγκέουγο που γίνεται βασιλιάς της Πολωνίας με το όνομα Λαδισλάος Β΄. Τον θρίαμβο επί των Τευτόνων στο Τάννενμπεργκ/ Γκρούνβαλντ/ Ζαλγκίρις (1410). Τον περιορισμό της επικράτειας των Γερμανών ιπποτών στο ένα τρίτο της, μετά τον νικηφόρο για τους Πολωνούς Δεκατριετή Πόλεμο και τη δεύτερη συνθήκη ειρήνης του Τορν. Και, τελικά, τη μετατροπή του κάποτε τρομερού Ordensstaat των Τευτόνων σε κοσμικό δουκάτο της Πρωσίας, υποτελές στο πολωνικό στέμμα (1525)!

Στα χρόνια που ακολούθησαν η Ένωση Πολωνίας-Λιθουανίας συνέχισε να ισχυροποιείται και να επεκτείνει τα εδάφη της. Το 1569, με την Ένωση του Λούμπλιν, κατά τη βασιλεία του Σιγισμούνδου Β΄ Αυγούστου, τελευταίου μονάρχη της Γιαγκελλόνιας Δυναστείας, η ένωση των δύο κρατών ολοκληρώνεται (μέχρι τότε η Λιθουανία διατηρούσε σχεδόν απόλυτη αυτονομία). Παράλληλα, αποφασίζεται ότι η μοναρχία δεν θα είναι πλέον κληρονομική, αλλά ότι ο Πολωνός βασιλέας θα εκλέγεται από τη συνέλευση των ευγενών. Με τον τρόπο αυτό, το πολωνικό στέμμα θα περάσει, απροσδόκητα, στον Γάλλο πρίγκιπα Ερρίκο των Βαλουά (1573-1575) και, αργότερα, στον σουηδικό οίκο της Βάζα: ο Σιγισμούνδος Γ΄ (1587-1632) ήταν γιος της Αικατερίνης της Πολωνίας (η εξέλιξη αυτή, όμως, αντί να οδηγήσει στην ένωση των δύο δυνάμεων της Βαλτικής προκάλεσε την αντιπαλότητά τους: το 1599 ο Σιγισμούνδος έχασε τον σουηδικό θρόνο από τους συγγενείς του κι από κει και πέρα οι Πολωνοί μονάρχες βρισκόταν σε διαρκή διαμάχη με τη Σουηδία ως διεκδικητές του θρόνου της).

Α.   Η προοδευτική υπερδύναμη

α. Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βορειοανατολικής Ευρώπης: Κατά τον 17ο αιώνα, η Κοινοπολιτεία Πολωνίας και Λιθουανίας (επίσημη ονομασία: Βασίλειο της Πολωνίας και Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας/ πολ. Królestwo Polskie i Wielkie Księstwo Litewskie/ λιθ. Lenkijos Karalystė ir Lietuvos Didžioji Kunigaikštystė – ανεπίσημη: Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Πολωνίας/ πολ. Najjaśniejsza Rzeczpospolita Polska, λατ. Serenissima Res Publica Poloniae) είναι το μεγαλύτερο σε έκταση κράτος της Ευρώπης (με επικράτεια μεγαλύτερη του 1 εκατομμυρίου τ.χλμ.), ένα από τα μεγαλύτερα σε πληθυσμό (περίπου 11,5 εκατ.) κι ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά και στρατιωτικά, αντιμετωπίζοντας επιτυχώς κάθε επίδοξο αντίπαλο: τα γερμανικά κράτη, τη Σουηδία, την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τα υποτελή σ’ αυτήν ταταρικά χανάτα, ακόμη και τη Ρωσία (το 1610 οι δυνάμεις της φτάνουν μέχρι του σημείου να καταλάβουν τη Μόσχα και να την κρατήσουν για δύο χρόνια). Περιλαμβάνει (λαμβάνοντας υπόψη τα σύνορα των σύγχρονων κρατών) την Πολωνία, τη Λιθουανία, σχεδόν ολόκληρη την Ουκρανία, τη Λευκορωσία, τη Λεττονία, μεγάλο μέρος της Εσθονίας, και εδάφη της Σλοβακίας, της Μολδαβίας και της Ρωσίας. Ο πληθυσμός της είναι εξόχως πολυεθνικός: περιλαμβάνει (με βάση τα στοιχεία του 1618) 4.5 εκατομμύρια Πολωνούς, 3,5 εκατ. Ουκρανούς, 1,5 εκατ. Λευκορώσους (δύο εθνότητες που καταγράφονται αμφότερες στα χρονικά ως Ρουθηνοί), 750.000 Λιθουανούς, 750.000 ιθαγενείς Πρώσους, 500.000 Εβραίους, 500.000 Λιβονούς (Λεττονούς), καθώς και Εσθονούς, Γερμανούς, Κούρους, Σαμογέτες κ.ά. Έντονη είναι η παρουσία Ιταλών, Αρμένιων και Ελλήνων εμπόρων (όπως ο κρητικής καταγωγής Κωνσταντίνος Κορνιακτός, έμπορος από το Μπιαουόμποκ – 1582-1624 – ασχολούμενος κυρίως με εισαγωγές κι εξαγωγές από και προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία).

Κυρίως, όμως, είναι το πιο προοδευτικό ευρωπαϊκό κράτος από άποψη θεσμών: ο βασιλιάς εκλέγεται από τη Συνέλευση των Ευγενών (Σέιμ/ Sejm), των οποίων τις ελευθερίες και τα δικαιώματα υπόσχεται ότι θα σεβαστεί (τα δικαιώματα αυτά είναι και γραπτώς κατοχυρωμένα, βάσει της συνταγματικής συμφωνίας που σύναψαν οι ευγενείς με τον βασιλιά Ερρίκο Γ΄ των Βαλουά, το 1573).  Υπόκειται σε σειρά περιορισμών κατά την άσκηση της εξουσίας του, ενώ είναι υποχρεωμένος να συγκαλεί τη Συνέλευση τουλάχιστον ανά διετία. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο καγκελάριος Γιαν Ζαμόυσκι «ο βασιλιάς βασιλεύει, αλλά δεν κυβερνά (Rex regnat et non gubernat). Επιπλέον, κάθε ευγενής που μετέχει στη Συνέλευση έχει δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) για οποιοδήποτε θέμα κρίνει εκείνος ως ζωτικής σημασίας. Κι αν ο όρος δημοκρατία μοιάζει υπερβολικός για ένα αριστοκρατικό πολίτευμα, ας επισημανθεί ότι οι Πολωνοί ευγενείς (η szlachta) με δικαίωμα συμμετοχής στη Συνέλευση ξεπερνούσαν το 12 % του συνολικού πληθυσμού της Κοινοπολιτείας, φτάνοντας σε κάποιες περιόδους και το 15 % (ενδεικτικά σημειώνεται ότι στη Βρετανία το 1867 δικαίωμα ψήφου είχε μόλις το 3 % του πληθυσμού). Επιπροσθέτως, οι περιοχές απολαύουν μεγάλης αυτονομίας στα θέματα διοίκησης: τόσο οι βοϊβοδίες (που διέθεταν το δικό τους κοινοβούλιο), όσο και οι επαρχίες.

Τέλος, διασφαλίζεται η θρησκευτική ελευθερία, βάσει της λεγόμενης ιδρυτικής πράξης της Συνομοσπονδίας που υπογράφηκε το 1573 στη Βαρσοβία. Ουδέποτε δραστηριοποιήθηκε στα εδάφη της Κοινοπολιτείας η Ιερά Εξέταση. Και ποτέ δεν εξαπλώθηκε ο προτεσταντισμός. Ίσως γιατί η καθολική εκκλησία της Πολωνίας είχε μάθει να συμβιώνει με ορθόδοξους και εβραϊκούς πληθυσμούς. Αυτή η στάση ανεκτικότητας επέτρεψε στην Πολωνία να μην εμπλακεί στους θρησκευτικούς πολέμους που σπαράσσουν τη χριστιανική Ευρώπη του 16ου – 17ου αι. και ιδίως στον Τριακονταετή Πόλεμο. Σ’ αυτό το πλαίσιο ελευθερίας μπορούν να γίνουν ανεκτές ή κατανοητές και ορισμένες γραφικές παραδοξότητες, όπως η βαθύτατα εδραιωμένη πεποίθηση της πολωνικής αριστοκρατίας ότι δεν έχει σλαβική καταγωγή, αλλά ότι πρόγονοί της είναι οι Ιρανοί Σαρμάτες!

Το πολωνολιθουανικό κράτος διαθέτει πραγματικά ισχυρή οικονομία: η χώρα είναι η πρώτη σιτοπαραγωγός στην Ευρώπη (έστω κι αν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής προορίζεται για εσωτερική κατανάλωση). Εξάγει από τα λιμάνια του (κυρίως το Γκντανσκ) ή διά της χερσαίας οδού σιτηρά, ξυλεία και συναφή προϊόντα, αλάτι, καπνά, βαμβάκι και λινά υφάσματα και εισάγει κρασιά και ζύθο, φρούτα, ενδύματα, είδη πολυτελείας, αλιεύματα και βιομηχανικά προϊόντα. Μέχρι τον 17ο αι., το εμπορικό ισοζύγιο παραμένει θετικό.

Πολιτιστικά, η Κοινοπολιτεία γνωρίζει άνθηση. Διαθέτει ένα από τα αρχαιότερα πανεπιστήμια της ηπείρου (αυτό της Κρακοβίας) κι ένα ακόμη σημαντικό ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης στο Βίλνιους. Αναδεικνύει πλήθος επιστημόνων, λογίων και καλλιτεχνών (ξεκινώντας φυσικά με τον Νικόλαο Κοπέρνικο και συνεχίζοντας με τον ιστορικό και χαρτογράφο Μαρτίνο Κρόμερ, τον χημικό Μίχαου Σεντζιβόι, τον μαθηματικό, φυσικό και αστρονόμο Γιαν Μπρόζεκ, τους ιστορικούς Άλμπρυχτ Στανίσουαφ Ρατζίβιου και Γιαν Χρυζόστομ Πάσεκ, τους μουσικούς Γιάτσεκ Ροζύτσκι, Μάρτσιν Μελτσέφσκι και Μικογουάι Ζελένσκι). Η Αναγέννηση φτάνει γρήγορα στην Πολωνία. Ο πολιτικός και ουμανιστής Γιαν Ζαμόυσκι επιχειρεί να ιδρύσει την ιδανική πόλη, καλώντας Ιταλούς αρχιτέκτονες και καλλιτέχνες: το Ζάμοστς μοιάζει σαν ένα κομμάτι της Ιταλίας που κάποια ιστορική παραδοξότητα μεταφύτεψε στην Πολωνία.

β. Εντάσεις κι ανισότητες: Ωστόσο, η ειδυλλιακή αυτή εικόνα κρύβει εντάσεις κι ανισότητες που επιτείνονται με τον χρόνο. Ειδικά στην Ανατολή, το πρότυπο εκμετάλλευσης είναι τα μεγάλα αγροκτήματα που καλλιεργούν δουλοπάροικοι και τα οποία ανήκουν σε μια αριστοκρατία γαιοκτημόνων (π.χ. στις οικογένειες Τσαρτορύσκι, Βισνοβιέτσκι, Ρατζίβιου ή Σαπιέχα) πολωνική ή εκπολωνισμένη (μια και τα μέλη της αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρουθηνοί ως προς την εξ αίματος καταγωγή και Πολωνοί ως προς την Ιθαγένεια). Οι ορθόδοξοι, που αποτελούν την συντριπτική πλειονότητα στον απλό λαό, αισθάνονται πολλαπλά καταπιεσμένοι: πολιτικά, οικονομικά και θρησκευτικά. Η τάση για μια ενιαία εθνική και θρησκευτική ταυτότητα (πολωνική και καθολική) γίνεται αφόρητη για τους Ορθόδοξους που βρίσκονται αντιμέτωποι συχνά με την εκβιαστική επιλογή ανάμεσα στον καθολικισμό και την Ουνία.

Η κατάσταση στην Ανατολή καθίσταται ακόμη πιο περίπλοκη επειδή στην… εξίσωση υπάρχει κι ένας απρόβλεπτος παράγοντας: οι Κοζάκοι (ουκρ.: козаки, ρωσ.: казаки, προφ. και στις δύο περιπτώσεις καζακί, πολ.: kozacy = κοζάτσι). Δεν υπάρχει βεβαιότητα ως προς την προέλευση του ονόματός τους: παλαιοσλαβική με κουμανικό απώτερο έτυμο ή με απευθείας τουρκική προέλευση, η λέξη δηλώνει τον ελεύθερο που ζει νομαδικά. Αυτοί οι ανατολικοσλαβικοί πληθυσμοί (στους οποίους ίσως αναμείχθηκαν και ταταρικά και άλλα τουρκογενή στοιχεία) σχημάτισαν, από τον Ύστερο Μεσαίωνα, αυτόνομες στρατιωτικές κοινότητες στην περιοχή του Δνείπερου και του Δον, προσφέροντας συχνά τις στρατιωτικές υπηρεσίες τους ως μισθοφόροι στις δυνάμεις της περιοχής. Η πιο ονομαστή από τις κοινότητές τους είναι η επικράτεια του Ζαπαρόζε (ρ.)/ Ζαπαρίζια (ουκρ.) (ουκρ.: Запорізька Січ = Ζαπαρίζκα Σιτς/ ρωσ.: Запорожская Сечь = Ζαπαρόζσκαγια Σετς), κέντρο της οποίας είναι μια σειρά από οχυρωμένα νησιά στον Δνείπερο. Στις τάξεις των Κοζάκων ενσωματώνονται διαρκώς φυγάδες δουλοπάροικοι από τις δυο πλευρές των συνόρων (πολωνική και ρωσική) που ξεφεύγουν από τους φεουδάρχες τους για να ζήσουν ελεύθεροι.

Οι κοινότητες των Κοζάκων βρίσκονται εντός της πολωνικής επικράτειας. Τυπικά είναι υπήκοοι του πολωνικού στέμματος. Υπηρετούν στις πολωνικές ένοπλες δυνάμεις είτε περιστασιακά είτε ως τακτικά στρατεύματα, διατηρώντας σχετική αυτονομία. Οι αρχηγοί τους καταλαμβάνουν στρατιωτικά και πολιτικά αξιώματα στο πλαίσιο της πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας. Ωστόσο, από τις αρχές τουλάχιστον του 17ου αι. εμφανίζονται εντάσεις στις σχέσεις μεταξύ Πολωνών και Κοζάκων. Είναι σαφές ότι η Κοινοπολιτεία σκοπεύει να ξοδέψει λιγότερα χρήματα για τη στρατολόγηση Κοζάκων και έχει αποφασίσει να δίνει λιγότερα αξιώματα και εξουσίες στους αρχηγούς τους. Οι πιέσεις για εκπολωνισμό κι απάρνηση της Ορθοδοξίας, τα σχέδια για μετατροπή των αγροτών σε δουλοπάροικους, καθιστούν τις ισορροπίες όλο και πιο εύθραυστες. Η κρίση που σοβεί μοιάζει έτοιμη να εκδηλωθεί.

Β. Η περίοδος των αναταράξεων

Με ειρωνικό τρόπο, ακριβώς τη χρονική στιγμή που τερματίζεται ο Τριακονταετής Πόλεμος από τον οποίο η Πολωνία έχει πετύχει να γλιτώσει, η Κοινοπολιτεία εισέρχεται σε περίοδο έντονων αναταράξεων, η οποία θα σηματοδοτήσει την αμετάκλητη παρακμή της και θα οδηγήσει τελικά, ενάμισι αιώνα αργότερα, στον ολοκληρωτικό αφανισμό του πολωνικού κράτους. Η σπίθα που θα εξελιχτεί σε πυρκαγιά θα προέλθει από την Ανατολή. Κι ο άνθρωπος που θα πυροδοτήσει τις εξελίξεις ονομάζεται Μπαγκντάν Χμελνίτσκι.

α.   Η εξέγερση του Μπαγκντάν Χμελνίτσκι: Ο Μπαγκντάν (δηλ. Θεόδωρος) Χμελνίτσκι (ουκρ. και ρωσ.: Богдан Хмельницький, πολ.: Bohdan Chmielnicki = Μπόχνταν Χμελνίτσκι) γεννιέται το 1595, πιθανώς στο Σουμπότιφ της Ουκρανίας, κοντά στο Τσιγκίριν, παιδί επιφανούς οικογένειας Κοζάκων. Τυγχάνει εξαιρετικής εκπαίδευσης, στο Κολλέγιο των Ιησουητών του Λβούφ/ Λβιβ και σε ορθόδοξα σχολεία του Κιέβου. Αποκτά πολύ καλή γνώση της ευρωπαϊκής Ιστορίας και μαθαίνει αρκετές γλώσσες (πολωνικά, λατινικά, γαλλικά και τουρκικά). Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του (1617) υπηρετεί στα στρατιωτικά σώματα των Κοζάκων για λογαριασμό της Κοινοπολιτείας. Πολεμώντας την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα εδάφη της Μολδαβίας αιχμαλωτίζεται από τους Τούρκους κοντά στο Ιάσιο (1620) και περνά δυο χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Απελευθερώνεται το 1622, όταν ο Πολωνός πρεσβευτής στην Υψηλή Πύλη, ο Κρζύστοφ Ζμπαράσκι καταβάλλει 30.000 τάλερ στους Τούρκους με αντάλλαγμα την απελευθέρωση όλων των Πολωνών στρατιωτικών που είχαν αιχμαλωτιστεί στη Μολδαβία.

Στα επόμενα χρόνια, ο Χμελνίτσκι θα αποδείξει τις αδιαμφισβήτητες πολιτικές και στρατιωτικές του ικανότητες. Χαίρει της εκτίμησης των Κοζάκων συναδέλφων του και της πολωνικής αριστοκρατίας. Κερδίζει τίτλους κι αξιώματα. Όλα μοιάζουν ιδανικά για όλες τις πλευρές, μέχρι που ο Χμελνίτσκι θα έρθει σε σύγκρουση με τον νέο Πολωνό έπαρχο του Τσιγκίριν, τον Ντάνιελ Τσαπλίνσκι. Υπό τις οδηγίες του πανίσχυρου αριστοκράτη Αλεξάντερ Κονιετσπόλσκι, σκληροπυρηνικού οπαδού της πολιτικής του δραστικού περιορισμού των δικαιωμάτων των Κοζάκων, ο Τσαπλίνσκι επιχειρεί να αποσπάσει από τον Χμελνίτσκι το φέουδο του Σουμπότιφ. Ο Χμελνίτσκι προσπάθησε να διευθετήσει το πρόβλημα κάνοντας επανειλημμένα διαβήματα στις αρχές της Βαρσοβίας. Κατόπιν ακροάσεως, ο βασιλιάς Λαδισλάος Δ΄ Βάζα εξέδωσε απόφαση που αναγνώριζε τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του Χμελνίτσκι. Ωστόσο, η πλευρά Κονιετσπόλσκι-Τσαπλίνσκι συνέχισε τις προσπάθειές της και τον Απρίλιο του 1647 εξεδίωξε τον Χμελνίτσκι από το κτήμα του. Ο Κοζάκος ζήτησε νέα ακρόαση από τον βασιλέα. Αυτή τη φορά ο μονάρχης δίστασε να έρθει σε σύγκρουση μ’ έναν από τους ισχυρότερους ευγενείς του. Ο Χμελνίτσκι πείσθηκε ότι χρειάζονταν πιο δραστικές λύσεις. Στράφηκε προς τους Κοζάκους συντρόφους του.

Τα χρονικά της εποχής τονίζουν ως αιτία της εξέγερσης τη διαμάχη του Χμελνίτσκι με τους Πολωνούς ευγενείς. Εντούτοις, όσο ρόλο κι αν πράγματι έπαιξε αυτή η σύγκρουση, είναι δύσκολο να ερμηνεύσουμε ένα γεγονός που άλλαξε την Ιστορία της Ανατολικής Ευρώπης με βάση μια προσωπική βεντέτα. Στην πραγματικότητα, είχαν ωριμάσει οι συνθήκες ώστε οι Κοζάκοι να εκδηλώσουν δυναμικά τη δυσαρέσκειά τους για την πολιτική της πολωνικής αριστοκρατίας. Ύστερα από σειρά επαφών με όλους τους ισχυρούς Κοζάκους παράγοντες, ο Χμελνίτσκι εξελέγη αταμάνος τον Ιανουάριο του 1648 υποσχόμενος να διεκδικήσει δυναμικά τα δικαιώματα των Κοζάκων. Οι διαπραγματεύσεις με τις πολωνικές αρχές δεν κατέληξαν πουθενά. Αναζητώντας συμμάχους για την ένοπλη σύγκρουση που φαινόταν αναπόφευκτη, ο Χμελνίτσκι ήρθε σε διαπραγματεύσεις με τον Τάταρο Χάνο της Κριμαίας, τον Ισλάμ Γ΄ Γκιράυ, ο οποίος του υποσχέθηκε στρατιωτική ενίσχυση και του έστειλε δύναμη ιππικού υπό τον Τουγάυ Μπέη.

Οι Πολωνοί αποφάσισαν να καταπνίξουν την εξέγερση των Κοζάκων το συντομότερο δυνατό. Ο Μικογουάι Ποτότσκι, Μέγας Αταμάνος του Στέμματος (δηλαδή στρατάρχης), έστειλε μια δύναμη 3.000 ανδρών, υπό τη διοίκηση του εικοσιτετράχρονου γιού του Στέφαν, για να αντιμετωπίσει τους Κοζάκους. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στα Ζόφτι Βόντι, στην κεντρική Ουκρανία (ουκρ.: Жовтi Води, ρωσ.: Жёлтые Воды = Ζόλτιγιε Βόντι, πολ.: Żółte Wody = Ζόουτε Βόντυ, κυριολ. κίτρινα νερά), στις 28 Απριλίου 1648. Το βασικό πρόβλημα για τους Πολωνούς ήταν ότι η μισή δύναμή τους αποτελούταν από Κοζάκους οι οποίοι γρήγορα αποσκίρτησαν κι ενώθηκαν με τον στρατό του Χμελνίτσκι. Επιπλέον, οι ενισχύσεις που τους στάλθηκαν ήταν πάλι Κοζάκοι που προσχώρησαν αμέσως μετά την άφιξή τους στους εξεγερμένους. Οι Πολωνοί βρέθηκαν σε θέση δραματικής αριθμητικής αδυναμίας: 1.500 άνδρες έπρεπε να αντιμετωπίσουν 15.000 Κοζάκους και Τάταρους! Χάρη στο πυροβολικό τους και το επίλεκτο ιππικό των Ουσάρων, οι Πολωνοί αντιστάθηκαν για περισσότερες από δύο εβδομάδες. Εξαντλημένοι και με μεγάλες απώλειες, επιχείρησαν να υποχωρήσουν το βράδυ της 15ης– 16ης Μαΐου: το τατάρικο ιππικό του Τουγάυ Μπέη και οι Κοζάκοι, υπό τη διοίκηση του χαρισματικού Μαξίμ Αλσάνσκι «Κριβανός» (παρατσούκλι που σήμαινε ο «Στραβομύτης», «αυτός με τη γαμψή μύτη»), τους επιτέθηκαν και τους κατέσφαξαν. Μετά την αρχική επιτυχία, οι Κοζάκοι του Χμελνίτσκι πετούν από νίκη σε νίκη. Τα Χριστούγεννα του 1648 ο Χμελνίτσκι μπαίνει στο Κίεβο ως ελευθερωτής και «ηγέτης της χώρας των Ρους», ενώ σε ολόκληρη την Ουκρανία οι αγρότες εξεγείρονται διώκοντας τους Πολωνούς ευγενείς που τους δυνάστευαν. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, η αποτίναξη του ζυγού απελευθερώνει και τις δυνάμεις της βίας: την πληρώνουν τα συνήθη θύματα. Ο πολυάριθμος εβραϊκός πληθυσμός της Ουκρανίας υφίσταται τους χειρότερους διωγμούς.

Ο Χμελνίτσκι, παράλληλα με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τις διαπραγματεύσεις, προσπαθεί να οργανώσει το κράτος του. Τα πράγματα όμως αρχίζουν να περιπλέκονται στα πεδία των μαχών. Τον Ιούνιο του 1651 υφίσταται σημαντική ήττα στο Μπερεστέτσκο, όπου τον προδίδουν οι μέχρι τότε σύμμαχοί του Τάταροι. Αναγκάζεται να συνάψει ανακωχή με μάλλον δυσμενείς όρους και προσπαθεί να αναζητήσει εξωτερικούς συμμάχους. Διαπραγματεύεται αρχικά με την Υψηλή Πύλη, αλλά οι Κοζάκοι του δεν είναι πρόθυμοι να γίνουν υποτελείς ενός αλλόθρησκου ηγεμόνα. Έτσι στρέφεται προς τη «φυσική» λύση: τον τσάρο Αλέξιο της Ρωσίας. Ύστερα από δύσκολες διαπραγματεύσεις συνάπτεται η Συνθήκη του Περεγιασλάβ (Ιανουάριος του 1654), βάσει της οποίας οι Κοζάκοι διατηρούν την αυτονομία τους αναγνωρίζοντας την επικυριαρχία του τσάρου. Τα δεδομένα έχουν μεταβληθεί για όλους και μια νέα δύναμη κάνει την εμφάνισή της. Μόνο που δεν θα είναι η μόνη.

β.   Ο «Κατακλυσμός»: Είναι πλέον σαφές ότι το κουτί της Πανδώρας έχει ανοίξει (πότε ακριβώς, όμως, άραγε;) κι ότι οι δυνάμεις της συντέλειας έχουν απελευθερωθεί. Στην πραγματικότητα, η κατάσταση πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο για τους δύο αρχικούς εμπόλεμους. Οι Κοζάκοι, που έχουν απωθήσει τους Πολωνούς από την Ουκρανία και τη Λευκορωσία, διαπιστώνουν ότι ο νέος τους σύμμαχος είναι εξαιρετικά παρεμβατικός και θέλει να έχει λόγο για τα εσωτερικά τους ζητήματα. Ταυτόχρονα, οι πρώην σύμμαχοί τους, οι Τάταροι, λεηλατούν ανεμπόδιστοι τα ουκρανικά εδάφη. Όσο για τους Πολωνούς, εκεί που νόμισαν ότι κατόρθωσαν να ελέγξουν τους Κοζάκους αντιπάλους τους, βρίσκονται μεταξύ δύο τουλάχιστον πυρών. Την ώρα που οι Ρώσοι ετοιμάζονται να εισβάλουν από τα ανατολικά, επιτίθενται στην Πολωνία οι Σουηδοί (Ιούλιος 1655). Αρχίζει αυτό που στην πολωνική Ιστορία καταγράφηκε ως ο (σουηδικός) «Κατακλυσμός» (Potop szwedzki). Το δυτικό τμήμα της Κοινοπολιτείας βρίσκεται γρήγορα υπό (προσωρινή έστω) σουηδική κατοχή, ενώ το ανατολικό το κατέχουν Κοζάκοι και Ρώσοι.

Ο ίδιος ο Χμελνίτσκι δεν θα καταφέρει να χειρισθεί με επιτυχία τις εξελίξεις. Διαπραγματευόμενος ταυτόχρονα με Σουηδούς και Ρώσους (μολονότι η Ρωσία θα κηρύξει τον πόλεμο στη Σουηδία, τον Ιούλιο του 1656), αντιμέτωπος με εσωτερικά προβλήματα κι έριδες, ο Κοζάκος ηγέτης θα κουραστεί. Τον Ιούλιο του 1657 θα υποστεί βαρύτατο εγεφαλικό επεισόδιο και πέντε μέρες αργότερα (27.7) θα πεθάνει.

Σ’ αυτήν την απελπιστική κατάσταση η Πολωνία θα βρει τις δυνάμεις να αντιδράσει. Δύο ευγενείς, ο Στέφαν Τσαρνιέτσκι και ο Μέγας Αταμάνος της Λιθουανίας Πάβεου Γιαν Σαπιέχα, θα οργανώσουν την πολωνική αντίσταση κατά των Σουηδών του Κάρολου Ι΄ Γουστάβου. Το 1657, οι δυνάμεις της Κοινοπολιτείας θα κατορθώσουν να εκδιώξουν τις σουηδικές δυνάμεις από τα πολωνικά εδάφη. Η Κοινοπολιτεία θα προσπαθήσει ακόμη και να προσεταιρισθεί εκ νέου τους Κοζάκους. Με τη Συνθήκη του Χάτζατς (ουκρ.: Γκάντιατς), το 1658, προσφέρεται ξανά στους Κοζάκους η δυνατότητα συνεργασίας με την Κοινοπολιτεία. Η πολωνική συνέλευση και ο βασιλιάς Ιωάννης Β΄ Καζιμίρ θα κυρώσουν τη συνθήκη, την οποία θα δεχθούν μέρος της συνέλευσης των Κοζάκων (της Στάρσυνας) και ο νέος αταμάνος Ιβάν Βυχόφσκι. Δεν θα συμβεί το ίδιο με την πλειονότητα των Κοζάκων. Η συνθήκη θα μείνει νεκρό γράμμα. Τα πράγματα δεν μπορούσαν να είναι ποτέ ξανά ίδια… Ο αγώνας για την Ουκρανία και τη Λευκορωσία, που έχει πλέον πάρει τη μορφή ρωσοπολωνικής σύγκρουσης, θα τερματιστεί το 1667 με τη Συνθήκη του Αντρούσοβο. Η Πολωνία θα περιορίσει τις απώλειές της, διατηρώντας τα εδάφη δυτικά του Δνείπερου.

Έστω και πληγωμένη, η Πολωνία έχει ακόμη στιγμές δόξας μπροστά της. Ο λυτρωτής, άλλωστε, της Βιέννης από την οθωμανική πολιορκία του 1683 πρόκειται να είναι Πολωνός, ο βασιλιάς Ιωάννης Γ΄ Σομπιέσκι. Ωστόσο, τα τραύματα που της προκάλεσαν οι αναταράξεις που ξεκίνησαν με την εξέγερση του Μπαγκντάν Χμελνίτσκι δεν θα γιατρευτούν ποτέ.

ΙΙ.   Ο Σενκιέβιτς και το «Διά Πυρός και Σιδήρου»

Α.   Το πλαίσιο συγγραφής του έργου

Πραγματικά εθνικός συγγραφέας της Πολωνίας, ο νομπελίστας Χένρυκ Σενκιέβιτς (1846-1916), γεννήθηκε στη Βόλα Οκρζέισκα της ρωσοκρατούμενης ανατολικής Πολωνίας, παιδί ξεπεσμένης αριστοκρατικής οικογένειας. Το έργο του χαρακτηρίζεται από τα δύο μεγάλα ιδεολογικά ρεύματα που σημάδεψαν τον 19ο αιώνα, τον ρομαντισμό και τον εθνικισμό. Κατεξοχήν εκπρόσωπος του πολωνικού αλυτρωτισμού, συγγράφει το «Διά Πυρός και Σιδήρου» (Ogniem i Mieczem) το 1884 με σκοπό να τονώσει το ηθικό των υπόδουλων συμπατριωτών του, είκοσι χρόνια μετά την αποτυχημένη εξέγερση του Ιανουαρίου του 1863 κατά των Ρώσων. Το μυθιστόρημα, που δημοσιεύθηκε αρχικά σε συνέχειες στις πολωνικές εφημερίδες, αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας με θέμα την Ιστορία της Πολωνίας κατά τον 17ο αιώνα. Τα άλλα δύο μέρη είναι ο «Κατακλυσμός» («Potop», 1886) και ο «Άρχοντας Βολοντιόφσκι» («Pan Wołodyjowski», pan είναι η πολωνική προσφώνηση για τον κύριο, 1888), που έχει μεταφραστεί και υπό τους τίτλους «Φωτιά στη Στέπα» και «Συνταγματάρχης Βολοντιόφσκι».

Παρά τους σαφείς πατριωτικούς σκοπούς του συγγραφέα, το «Διά Πυρός και Σιδήρου» είναι αρκετά πιστό στα ιστορικά δεδομένα. Προκειμένου να συγγράψει το έργο, ο Σενκιέβιτς μελέτησε τα αρχεία της πολωνικής αριστοκρατίας της εποχής και τα απομνημονεύματα επιφανών μελών της. Υπάρχουν βεβαίως σημεία που ο συγγραφέας επιχειρεί να εξάρει τον ηρωϊσμό των Πολωνών, συνολικά όμως το μυθιστόρημα διακρίνεται αιπό υψηλό βαθμό ιστορικής ακρίβειας. Οι ήρωες τους οποίους δημιούργησε η φαντασία του συγγραφέα συνυπάρχουν με πραγματικά πρόσωπα που σημάδεψαν τα γεγονότα της εποχής (τον βασιλέα Ιωάννη Β΄ Καζιμίρ, τον πρίγκιπα Βισνοβιέτσκι, τους αταμάνους των Κοζάκων Χμελνίτσκι και Βυχόφσκι, τον Τάταρο Τουγάυ Μπέη). Ακόμη κι ο χαρακτήρας του πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος Γιαν Σκρζετούσκι είναι «χτισμένος» πάνω σ’ ένα ιστορικό πρόσωπο: τον υπερασπιστή της πόλης του Ζμπάραζ Μικογουάι Σκρζετούσκι. Επιπλέον, το έργο δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί απλοϊκό ως προς την πλοκή και τους βασικούς χαρακτήρες του. Άλλωστε στερείται ενός πραγματικά «κακού» ήρωα. Ο αντίζηλος του Σκρζετούσκι, ο Κοζάκος Γιούρι Μπόχουν είναι μεν βίαιος και απερίσκεπτος, αλλά επιδεικνύει θάρρος που υπερβαίνει τα όρια του ηρωισμού, ενώ ο έρωτάς του για την Ελένα είναι αληθινός.

Β.   Η υπόθεση του μυθιστορήματος

Ο Γιαν Σκρζετούσκι είναι ένας νεαρός Πολωνός ευγενής, αξιωματικός του επίλεκτου σώματος του ιππικού, των «Φτερωτών» Ουσάρων, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία του πρίγκιπα Γιερέμι Βισνοβιέτσκι. Επιστρέφοντας από αποστολή στην Κριμαία, κι ενώ βρίσκεται κοντά στο Τσιγκίριν σώζει έναν άνδρα που δέχεται επίθεση. Αποκαλύπτεται ότι ο άνθρωπος αυτός είναι ο Μπαγκντάν Χμελνίτσκι τον οποίο επιχείρησαν να σκοτώσουν έμπιστοι του Τσαπλίνσκι. Ο Σκρζετούσκι συνεχίζει τον δρόμο του και πηγαίνει στο Τσιγκίριν όπου γνωρίζεται και αναπτύσσει σχέσεις φιλίας με τον Πολωνό ευγενή Γιαν Ονούφρυ Ζαγκουόμπα και τον Λιθουανό αριστοκράτη Λονγκίνους Ποντμπιπιέντα. Λίγες μέρες αργότερα, ξεκινά με τον Ζαγκουόμπα για το Λούμπνυ. Στον δρόμο συναντά κι ερωτεύεται την ορφανή νεαρή πριγκίπισσα Ελένα Κουρτσεβιτσούβνα, η οποία ταξιδεύει μαζί με τη θεία της. Η θεία καλεί τους αξιωματικούς στο οικογενειακό κτήμα της στο Ροζουόγκι. Κατά τη διάρκεια ενός δείπνου, ο Σκρζετούσκι μαθαίνει ότι η θεία της Ελένας έχει υποσχεθεί να την παντρέψει με τον Κοζάκο συνταγματάρχη Γιούρι Μπόχουν (τον οποίο η ίδια η Ελένα απεχθάνεται γιατί τον έχει δει να σκοτώνει άνθρωπο μπροστά στα μάτια της). Ο ήρωας κάνει ό,τι είναι δυνατό για να μεταπείσει τη θεία.

Στο μεταξύ, ο πρίγκιπας Βισνοβιέτσκι στέλνει τον Σκρζετούσκι ως εκπρόσωπό του στο Ζαπαρόζε, ενώ ετοιμάζεται να ξεσπάσει η εξέγερση των Κοζάκων. Σε μια συμπλοκή ο ήρωας τραυματίζεται κι αιχμαλωτίζεται. Οι Κοζάκοι οδηγούν τον αιχμάλωτο στον αρχηγό τους, που δεν είναι άλλος από τον Χμελνίτσκι. Ο αταμάνος σώζει τον Σκρζετούσκι κι υπόσχεται να τον απελευθερώσει το συντομότερο δυνατό. Μέχρι να συμβεί αυτό, ο Γιαν παρακολουθεί ανήμπορος τη συντριβή των Πολωνών στα Ζόφτι Βόντι.

Ανακαλύπτοντας την «προδοσία» της θείας της Ελένας, ο Μπόχουν επιτίθεται στο Ροζουόγκι με σκοπό να απαγάγει την Ελένα. Στη σύγκρουση σκοτώνονται οι δύο εξάδελφοι της νεαρής, η θεία της στραγγαλίζεται από τους Κοζάκους του Μπόχουν και οι εξεγερμένοι χωρικοί πυρπολούν την έπαυλη. Η ίδια η Ελένα καταφέρνει να ξεφύγει.

Ελεύθερος πια, ο Σκρζετούσκι κατευθύνεται προς το Ροζουόγκι για να βρει την αγαπημένη του. Φτάνοντας αντικρίζει μόνο ερείπια. Πιστεύοντας ότι η Ελένα είναι νεκρή θρηνεί τον θάνατό της κι επιστρέφει στην υπηρεσία του Βισνοβιέτσκι. Εκεί, ο Ζαγκουόμπα τον πληροφορεί ότι η Ελένα είναι σώα κι ασφαλής στο Μπαρ. Ενώ ο ήρωας ετοιμάζεται να πάει στην πόλη αυτή για να συναντήσει την Ελένα πληροφορείται ότι οι δυνάμεις του Μπόχουν κατέλαβαν το Μπαρ. Στον απελπισμένο Σκρζετούσκι φτάνει η ψευτική πληροφορία ότι η αγαπημένη του δολοφονήθηκε σ’ ένα μοναστήρι του Κιέβου όπου την κρατούσαν αιχμάλωτη. Ο ήρωας πέφτει βαριά άρρωστος.

Μετά την ανάρρωσή του, ο Σκρζετούσκι μεταβαίνει στο Ζμπάραζ με σκοπό να οργανώσει την άμυνα της πόλης, την οποία ετοιμάζονται να πολιορκήσουν οι Κοζάκοι. Πολεμά με ηρωϊσμό κατά την πολιορκία. Για να σώσει την πόλη, αποφασίζει να περάσει μέσα από τις γραμμές του εχθρού και να συναντήσει τον βασιλιά Ιωάννη Καζιμίρ ζητώντας του ενισχύσεις. Επιτυγχάνει στην παράτολμη αποστολή του και σώζει την πόλη. Στο μεταξύ μαθαίνει ότι η Ελένα είναι ζωντανή. Οι δύο ερωτευμένοι συναντιούνται στο Λβούφ όπου και παντρεύονται. Μετά το τέλος της εξέγερσης του Χμελνίτσκι θα ζήσουν ευτυχισμένοι, αποκτώντας μια ντουζίνα και περισσότερα παιδιά (αυτό μπορεί να μη μας πολυφαίνεται ρομαντικό, αλλά τα ήθη κι έθιμα της εποχής ήταν μάλλον διαφορετικά από τα σύγχρονά μας).

Γ.   Μεταφορά στον κινηματογράφο: Το μυθιστόρημα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1999 (με ιδιαίτερη επιτυχία) από τον Πολωνό σκηνοθέτη Γιέρζυ Χόφφμαν. Τότε, επρόκειτο για την ακριβότερη πολωνική παραγωγή όλων των εποχών. Ο σκηνοθέτης κατόρθωσε να μεταφέρει κινηματογραφικά ολόκληρη την Τριλογία του Σενκιέβιτς, με την αντίστροφη όμως σειρά (1969: Άρχοντας Βολοντιόφσκι, 1974: Κατακλυσμός, με πρωταγωνιστή τον, γνωστό μας από τις ταινίες του Βάιντα, Ντάνιελ Ολμπρύχσκι). Στην ταινία του 1999, πρωταγωνίστησαν ο Μίχαου Ζεμπρόφσκι ως Γιαν Σκρζετούσκι, η μεγαλωμένη στη Σουηδία Ιζαμπέλλα Σκορούπκο ως Ελένα, ο Ρώσος Αληξάντρ Νταμαγκάροφ ως Μπόχουν κι ο Ουκρανός Μπαγκντάν Στούπκα ως Χμελνίτσκι (προσθέστε και τον Ολμπρύχσκι ως Τουγάυ Μπέη και τον Αντρζέι Σέβερυν ως πρίγκιπα Βισνοβιέτσκι). Η ταινία δέχθηκε κριτικές για κάποιες ανακρίβειες: κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο παρουσίασε τη μάχη στα Ζόφτι Βόντι. Ωστόσο, πώς είναι δυνατόν να παρουσιασθεί με ακρίβεια σε κινηματογραφικό χρόνο μια μάχη που κράτησε κοντά τρεις εβδομάδες; Στην Πολωνία, κάποιοι την κατηγόρησαν κι ως φιλοουκρανική, λόγω του θετικού τρόπου με τον οποίο παρουσίαζε τους Κοζάκους. Αυτή όμως η επίκριση μοιάζει μάλλον με έπαινο, αποδεικνύοντας ότι ο σκηνοθέτης πέτυχε να δώσει μια αρκετά αντικειμενική εικόνα των εμπολέμων. Σε κάθε περίπτωση (και μολονότι το DVD της ταινίας είναι σχετικά δυσεύρετο), μπορείτε να σχηματίσετε προσωπική εντύπωση παρακολουθώντας αποσπάσματά της: τη Μάχη στα Ζόφτι Βόντι (με αγγλικούς υπότιτλους), σκηνές από την ίδια μάχη με μουσική υπόκρουση το εμβατήριο των Κοζάκων του Ζαπαρόζε, το ζεύγος των ερωτευμένων Γιαν και Ελένας, επέλαση των Ουσάρων με σκοπό την απελευθέρωση του Ζμπάραζ. καθώς και ολόκληρο το φιλμ, ατυχώς με κακό ντουμπλάρισμα στα ουκρανικά. Και, πάντως, ό,τι και να πείτε, οι σκηνές μάχης είναι εντυπωσιακότατες.

Ελπίζω να παραβλέψετε την αυτοαναφορικότητα της σημερινής ανάρτησης. Άλλωστε, πέρα από μια ρομαντική και ηρωϊκή ιστορία που σημάδεψε τα παιδικά μου χρόνια, υπάρχουν ιστορικά γεγονότα που καθόρισαν την πορεία της Βόρειας και Ανατολικής Ευρώπης για τους επόμενους αιώνες και τα οποία ακόμη και σήμερα ασκούν επιρροή στις νοοτροπίες λαών και στις πολιτικές κρατών. Κατά τα λοιπά, νομίζω ότι το είπαμε… Το 1647 ήταν παράξενη χρονιά!


Αρέσει σε %d bloggers: