Posts Tagged ‘Μανουήλ Κομνηνός’

Οι αναμνήσεις μιας ζωής

Σεπτεμβρίου 27, 2011

Οι διηγήσεις των μεγάλων ιστορικών γεγονότων από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές τους, αυτόπτες μάρτυρες ή συγχρόνους τους δεν είναι τελικά και τόσο συχνές, τουλάχιστον όσον αφορά ορισμένες περιόδους. Κι έπειτα, από όσες έχουμε στη διάθεσή μας, αρκετές δεν είναι παρά ασκήσεις προπαγάνδας ή προσπάθειες να δικαιολογηθούν τα αδικαιολόγητα. Οι συγγραφείς κατορθώνουν μάλλον σπάνια να περιγράψουν και να αναλύσουν με τρόπο εναργή την κοινωνία στο πλαίσιο της οποίας έδρασαν. Ακόμη σπανιότερα προσεγγίζουν με διάθεση κατανόησης και με αντικειμενικότητα τον Άλλο, τον ξένο και αλλόθρησκο, με μια λέξη τον εχθρό. Από την άποψη αυτή το Κιτάμπ αλ Ίτιμπάρ του Ουσάμα ιμπν Μουνκίντ αποτελεί πραγματικό θησαυρό που αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία αν λάβουμε υπόψη ότι το μεσαιωνικό ισλάμ δεν έχει να επιδείξει ιδιαίτερη παράδοση συγγραφής απομνημονευμάτων και αυτοβιογραφιών. Ικανός στρατιωτικός, εξαίρετος διπλωμάτης και σύμβουλος ηγεμόνων, λόγιος και ποιητής, ο Ουσάμα γεννήθηκε την εικοστή έβδομη ημέρα του δευτέρου μηνός Τζουμάαντά του έτους Εγίρας 488, δηλαδή στις 4 Ιουλίου 1095, λίγους μήνες πριν ο πάπας Ουρβανός Β΄ κηρύξει τη σταυροφορία στη Σύνοδο της Κλερμόν, και πέθανε στη Δαμασκό στις 17 Νοεμβρίου 1188, ένα χρόνο μετά τον θρίαμβο του Σαλαδίνου στη Μάχη του Χαττίν και την ανάκτηση της Ιερουσαλήμ από τις δυνάμεις του Ισλάμ. Γνώρισε από μικρός τη διάσπαση της επικράτειας του Ισλάμ σε αμέτρητες ηγεμονίες, τον Φράγκο εισβολέα, τη βυζαντινή απειλή. Στη μακρά διάρκεια της ζωής του υπηρέτησε τους τρεις σπουδαιότερους μουσουλμάνους ηγέτες της εποχής του, αυτούς που πραγματικά ενσάρκωσαν το ιδανικό του ιερού πολέμου κατά των απίστων: τον Τούρκο Ζενγκί, τον Νουρ αλ-Ντιν (γιο του Ζενγκί) και, φυσικά, τον Κούρδο Σαλαδίνο. Υπήρξε διπλωματικός και πολιτικός σύμβουλος κι άλλων σημαντικών ηγεμόνων, όπως ήταν οι Μπουρίδες της Δαμασκού, οι Φατιμίδες του Καϊρου και οι Αρτουκίδες της Βόρειας Μεσοποταμίας. Αληθινός homo universalis, απέκτησε εν ζωή τη φήμη σπουδαίου ανθρώπου των γραμμάτων συγγράφοντας πραγματείες με ποικίλη θεματολογία, συνθέτοντας ποιήματα κι επιμελούμενος τη συλλογή και την έκδοση ανθολογιών αραβικής ποίησης. Αδύνατο να βρούμε καλύτερο αφηγητή της Ιστορίας της Μέσης Ανατολής κατά τον 12ο αι. από τον Ουσάμα!

Ι. Η ζωή του Ουσάμα ιμπν Μουνκίντ

Α. Τα παιδικά και νεανικά χρόνια στο Σαϋζάρ (1095-1130): Πατρίδα του Ουσάμα είναι η Βόρεια Συρία και συγκεκριμένα το Σαϋζάρ, το απόρθητο κάστρο του οποίου δεσπόζει πάνω από την κοιλάδα του Ορόντη. Πανάρχαιος σημιτικός οικισμός, είχε μετονομαστεί στα χρόνια των Σελευκιδών σε Λάρισα, καθώς στην πόλη είχε εγκατασταθεί μεγάλος αριθμός αποίκων από τη Θεσσαλία. Μερικούς αιώνες αργότερα η περιοχή βρέθηκε στη διαφιλονικούμενη ζώνη μεταξύ επικράτειας του Ισλάμ και Βυζαντινής αυτοκρατορίας κι άλλαξε χέρια κάμποσες φορές. Από τον Δεκέμβριο του 1081 το κάστρο κι η πόλη του Σαϋζάρ ανήκαν στη οικογένεια του Ουσάμα, τους Άραβες Μπανού Μουνκίντ από τη φυλή Κινάνα. Ο παππούς του συγγραφέα, ο Σαντίντ αλ-Μουλκ Άλι μάλλον αγόρασε το κάστρο από τον τοπικό ορθόδοξο επίσκοπο.

Όταν ο Ουσάμα ήταν τριών χρονών ο πατέρας του, μολονότι νόμιμος διάδοχος, προτίμησε να παραιτηθεί αφήνοντας την εξουσία στον αδελφό του και θείο του συγγραφέα, τον Σουλτάν. Ο Ουσάμα δεν είναι βέβαιος για τους λόγους που οδήγησαν τον πατέρα του στην απόφαση αυτή (η οποία στέρησε από τον μικρό τη δυνατότητα να γίνει μια μέρα εμίρης του Σαϋζάρ), υποθέτει όμως ότι θα πρέπει να οφειλόταν στη μεγάλη του ευσέβεια: τα θρησκευτικά καθήκοντα και η θεολογική μελέτη είχαν μεγαλύτερη σημασία από την άσκηση εξουσίας για τον Μουρσίντ ιμπν Μουνκίντ, έναν άνθρωπο που σε απόδειξη της βαθιάς του πίστης αντέγραψε το Κοράνι δεκάδες φορές. Ό,τι κι αν συνέβη, ο ήρωάς μας μεγάλωσε στο κάστρο του Σαϋζάρ ανάμεσα στην πολυπληθή οικογένεια των Μουνκίντ, τους στρατιώτες και τους υπηρέτες της. Έτυχε εξαιρετικής μόρφωσης: γραμματική, ρητορική, ποίηση, ιστορία και θεολογία περιλαμβάνονται στα όσα διδάχτηκε από τους σπουδαίους λόγιους που βρέθηκαν να υπηρετούν την οικογένεια. Ο ίδιος μιλά με σεβασμό και θαυμασμό για τον δάσκαλό του Αμπού Αμπνταλλάχ αλ-Τουλαϋτουλί, ο οποίος ήταν βιβλιοθηκάριος στην Τρίπολη του Λιβάνου κι όταν οι Φράγκοι κατέκτησαν την πόλη κατέφυγε στο Σαϋζάρ. Όταν ξεκίνησαν τα μαθήματα, ο Ουσάμα ρώτησε τον δάσκαλό του αν είχε διαβάσει όλα τα βιβλία που βρίσκονταν στη βιβλιοθήκη του γραφείου του. Εκείνος του απάντησε να διαλέξει όποιο βιβλίο ήθελε, να ανοίξει μια σελίδα στην τύχη και να του διαβάσει τις δυο πρώτες γραμμές: ο δάσκαλος θα του έλεγε στη συνέχεια από μνήμης ολόκληρη τη σελίδα. Το παιχνίδι αυτό επαναλήφθηκε πάμπολλες φορές και ποτέ ο Ουσάμα δεν κατάφερε να πιάσει τον δάσκαλό του αδιάβαστο. Παράλληλα, ο νεαρός ακολουθεί την απαραίτητη εκπαίδευση για να γίνει ικανός πολεμιστής και στρατιωτικός ηγέτης, ενώ ακολουθεί τον πατέρα και τον θείο του στις συχνές κυνηγετικές τους εξορμήσεις.

Ο Ουσάμα μαθαίνει από μικρός όχι μόνο τι είναι ο πόλεμος, αλλά και πόσο περίπλοκοι είναι οι συσχετισμοί δυνάμεων στην περιοχή. Ο κύριος εχθρός είναι ο Φράγκος έποικος (κι ο συγγραφέας αναφέρεται εκτενώς στους επικίνδυνους γείτονες του Πριγκιπάτου της Αντιόχειας, στον Τανκρέδο και στον Ρογήρο του Σαλέρνο που άσκησαν την αντιβασιλεία στην ηγεμονία αυτή, στους υπόλοιπους χριστιανούς ηγέτες, αλλά και στους μικρότερους φεουδάρχες). Εξίσου συχνές, όμως, είναι κι οι συγκρούσεις με τους ομόθρησκους. Όπως ας πούμε με τους γείτονες της Χάμα: συχνά-πυκνά διαφορές όπως η κλοπή κοπαδιών ή η διεκδίκηση κάποιων χωραφιών λύνονται με τα όπλα. Κι έπειτα, ο ίδιος ο Ουσάμα μας λέει ότι η πιο επικίνδυνη πολιορκία του κάστρου του Σαϋζάρ δεν ήταν έργο απίστων, αλλά των Ισμαηλιτών Ασσασίνων. Τέλος, δεν ήταν σπάνιες κι οι εντελώς ετερόκλητες συμμαχίες, όπως αυτή του 1110 όταν το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ, το Πριγκιπάτο της Αντιόχειας και η Κομητεία της Τριπόλεως συνασπίστηκαν με τον Τούρκο ατάμπεη της Δαμασκού, τον Τουγτεκίν, καθώς και με τον Αρτουκίδη ηγεμόνα του Μαρντίν και τον ισχυρό άνδρα του Χαλεπιού για να πολεμήσουν τον Σελτζουκίδη σουλτάνο του Ισπαχάν.

Σε ηλικία 24 ετών ο Ουσάμα συμμετέχει στην πρώτη του μάχη, τον Αύγουστο του 1119. Η ιστορία δείχνει πώς ακριβώς διεξάγονταν οι συνηθισμένες συγκρούσεις μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων στη Συρία του 12ου αι. Μην περιμένετε μάχες ανάμεσα σε τακτικά στρατεύματα ή ιερούς πολέμους στους οποίους συγκρούονται φανατισμένοι μέχρι το μεδούλι πολεμιστές. Ο ήρωάς μας παίρνει εντολή από τον εμίρη θείο του να προκαλέσει ζημιές στα χωράφια των χριστιανών κοντά στην Απάμεια. Έχει υπό τις διαταγές του είκοσι ιππείς που θα οδηγήσουν στη μάχη ένα μπουλούκι πλιατσικολόγων και μερικές δεκάδες Άραβες νομάδες (η διαφορά δεν είναι μεγάλη μεταξύ των δύο κατηγοριών). Ενώ αυτό το περίπου στράτευμα καταστρέφει τις σοδειές των εχθρών, εμφανίζονται μερικοί ένοπλοι χριστιανοί, μεταξύ των οποίων και κάποιοι ιππότες. Ακολουθεί μια άτακτη σύγκρουση που κορυφώνεται με δυο-τρεις μονομαχίες. Οι μουσουλμάνοι γυρίζουν όλοι σώοι στο Σαϋζάρ, ενώ οι απώλειες των χριστιανών είναι απλώς κάποιοι τραυματίες. Ο Ουσάμα νομίζει ότι σκότωσε τον ιππότη που αντιμετώπισε σε μονομαχία: το δόρυ του διαπέρασε τον διπλό αλυσιδωτό θώρακα και το σώμα του ιππότη. Λίγες ημέρες αργότερα μαθαίνει ότι το χτύπημα δεν πείραξε κανένα ζωτικό όργανο κι ο αντίπαλος επέζησε. «Εκείνη την ημέρα έμαθα για τα καλά ότι το πεπρωμένο είναι το ισχυρότερο φρούριο».

Β. Στην υπηρεσία του Ζενγκί (1130-1138): Οι σχέσεις ανάμεσα στον Ουσάμα και τον θείο του Σουλτάν, εμίρη του Σαϋζάρ, ήταν αρχικά εξαιρετικές. Ο θείος, όμως, έκανε οικογένεια κι απέκτησε γιους. Άρχισε πια να θεωρεί ενοχλητική την παρουσία του Ουσάμα στο κάστρο του Σαϋζάρ: θα μπορούσε να αποδειχτεί σφετεριστής της εξουσίας την οποία ο Σουλτάν σκόπευε να μεταβιβάσει στους απογόνους του. Ο Ουσάμα έκρινε καλύτερο να αναζητήσει αλλού την τύχη του κι αποφάσισε να θέσει τον εαυτό του στην υπηρεσία του ισχυρότερου μουσουλμάνου ηγεμόνα της εποχής, του ατάμπεη της Μοσούλης και του Χαλεπιού, με τον οποίο οι Μουνκίδες διατηρούσαν άριστες σχέσεις. Το 1130 ξεκίνησε για το Χαλέπι και εντάχθηκε στην ακολουθία του Ζενγκί. Συνόδεψε τον Τούρκο ηγεμόνα και τους στρατηγούς του στις περισσότερες εκστρατείες τους. Συνήθως ενάντια σε άλλους μουσουλμάνους, κι ας εμφανιζόταν ο Ζενγκί ως ο κύριος υπέρμαχος του τζιχάντ. Κάποιες φορές ενάντια στους χριστιανούς, όπως η εκστρατεία του 1136-1137 με στόχο εδάφη του Πριγκιπάτου της Αντιόχειας.

Στο διάστημα αυτό, ο Ουσάμα επιστρέφει στο Σαϋζάρ δύο φορές: τον Μάϊο του 1137 για την κηδεία του πατέρα του και την άνοιξη του 1138, όταν ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιωάννης Β΄ Κομνηνός, έχοντας συμμαχήσει με τους Φράγκους ηγεμόνες, πολιορκεί το κάστρο στην προσπάθειά του να ανακτήσει εδάφη της Βόρειας Συρίας. Ο Ουσάμα βρέθηκε στην πατρίδα του μαζί με τον στρατηγό αλ-Γκισιανί, μια και βάσει του αρχικού σχεδίου οι δυνάμεις του Ζενγκί θα βοηθούσαν στην άμυνα του Σαϋζάρ. Μια μέρα, ο αλ-Γκισιανί ανακοινώνει στον Σύρο ευγενή ότι η τελική απόφαση είναι να υποχωρήσουν στη Μοσούλη. Ο Ουσάμα ζητεί την άδεια να επιστρέψει στο κάστρο για να πάρει μαζί την οικογένειά του, στην πραγματικότητα όμως έχει πάρει την απόφαση να παραμείνει στο Σαϋζάρ και να το υπερασπιστεί. Ο στρατός φεύγει χωρίς τον ήρωά μας. Το περιστατικό αυτό γίνεται αιτία ρήξης με τον Ζενγκί.

Όπως αναμενόταν, η πολιορκία θέτει σε μεγάλη δοκιμασία το Σαϋζάρ. Οι απώλειες είναι μεγάλες. Τελικά, ο εμίρης Σουλτάν αποφασίζει να ακολουθήσει, όπως γράφει ο ανηψιός του, τον «δρόμο της σοφίας». Εκμεταλλεύται τις διαφωνίες του αντίπαλου στρατοπέδου και διαπραγματεύεται με τον βυζαντινό αυτοκράτορα, ο οποίος δέχεται να αποχωρήσει έναντι μεγάλου χρηματικού ποσού. Για τον Ουσάμα, πάντως, δεν είναι γραφτό να ζήσει για πολύ ακόμη στη γενέτειρά του. Οι σχέσεις με τον θείο του οδηγούνται σε οριστική ρήξη: ο Σουλτάν τον εξορίζει ισόβια από το Σαϋζάρ.

Γ. Τα χρόνια της Δαμασκού και οι διπλωματικές αποστολές στα φραγκικά κράτη (1138-1144): Εξόριστος από την πατρίδα του κι έχοντας πέσει στη δυσμένεια του Ζενγκί (όχι μόνο γιατί δεν υπάκουσε σε διαταγές του στρατηγού του, αλλά και γιατί ο Τούρκος ηγεμόνας δεν θα διακινδύνευε να χαλάσει τις σχέσεις του με τον φίλο του εμίρη του Σαϋζάρ φιλοξενώντας έναν εξόριστο), ο Ουσάμα στρέφεται αναγκαστικά στους μεγάλους αντιπάλους του Ζενγκί, τους Μπουρίδες της Δαμασκού. Το καλοκαίρι του 1138 φτάνει στην πόλη που πρόκειται να γίνει δεύτερη πατρίδα του και γρήγορα κερδίζει την εκτίμηση και τη φιλία του ισχυρού άνδρα του καθεστώτος, του βεζίρη Μουίν αλ-Ντιν Ουνούρ. Το βασικό μέλημα της Δαμασκού είναι η αναχαίτιση των επεκτατικών βλέψεων του Ζενγκί. Εφαρμόζοντας το αξίωμα βάσει του οποίου ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου, η ηγεσία της συριακής μητρόπολης στρέφεται στο χριστιανικό βασίλειο της Ιερουσαλήμ και στα υπόλοιπα φραγκικά κράτη. Ήδη τον Σεπτέμβριο του 1138 ο Ουσάμα ιμπν Μουνκίντ θα ξεκινήσει για την πρώτη του διπλωματική αποστολή στα Ιεροσόλυμα. Θα ακολουθήσουν πολλές ακόμη. Μόνος του ή συνοδεύοντας τον Ουνούρ, ο Ουσάμα θα περάσει αρκετό χρόνο στην Ιερουσαλήμ και σε άλλες πόλεις που ελέγχουν οι Φράγκοι. Θα γνωρίσει προσωπικά τον βασιλιά Φουλκ Ε΄, όπως κι αρκετούς από τους επιφανέστερους χριστιανούς ευγενείς.

Ο Ουσάμα αντιλαμβάνεται ότι, εφόσον οι Φράγκοι έχουν έρθει με σκοπό να μείνουν στη Συρία και στην Παλαιστίνη, το καλύτερο είναι να βρεθεί ένας τρόπος συμβίωσης των δύο λαών ο οποίος θα καταστήσει δυνατή τη σταδιακή πολιτιστική προσέγγιση μεταξύ τους. Ως προς το ζήτημα αυτό, ο συγγραφέας διακρίνει λογικότατα μεταξύ νεοφερμένων από τη Δύση σταυροφόρων, οι οποίοι δεν γνωρίζουν τίποτε από την πραγματικότητα στη Μέση Ανατολή κι απλώς ανυπομονούν να σφάξουν μουσουλμάνους, και εγκατεστημένων από καιρό στην περιοχή Φράγκων (φεουδάρχες και στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα όπως οι Ναΐτες), τους οποίους θεωρεί ανθρώπους με τους οποίους μπορεί να συνεννοηθεί και να αναπτύξει σχέσεις εμπιστοσύνης και φιλίας. Οι εντυπώσεις και οι κρίσεις του Ουσάμα για τα ήθη και τα έθιμα των Φράγκων είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες. Από κάποιες απόψεις βρίσκονται πιο κοντά στις σύγχρονες αντιλήψεις, σε άλλα σημεία οι επιλογές των χριστιανών μας φαίνονται πιο οικείες. Για παράδειγμα, ο Ουσάμα εκφράζει τον θαυμασμό του για τον τρόπο με τον οποίο αποδίδει δικαιοσύνη η αυλή του βασιλιά της Ιερουσαλήμ. Εντούτοις, η χρήση της θεοδικίας εκ μέρους των Φράγκων του φαίνεται όχι μόνο απάνθρωπος, αλλά και βλακώδης τρόπος απονομής δικαιοσύνης. Σε ιατρικά ζητήματα, οι εντυπώσεις του είναι ανάμεικτες: οι Φράγκοι σε μερικές περιπτώσεις τα καταφέρνουν καλύτερα από τους μουσουλμάνους γιατρούς. Σε άλλες επιδεικνύουν άγνοια κι ανοησία, ειδικά όταν μπλέκονται στην ιστορία κομπογιαννίτες (π.χ. αχρείαστος ακρωτηριασμός που καταλήγει στον θάνατο του τραυματία) και ιερείς. Όσον αφορά τη θρησκεία, ο συγγραφέας εκτιμά την πίστη τους και μάλιστα σε μια θρησκεία που έχει αποκαλυφθεί από τον ίδιο τον θεό «όπως κι η δική μας», αλλά αδυνατεί να κατανοήσει «τις υπερβολές στις οποίες τους οδηγεί η ειδωλολατρεία που επιδεικνύουν για τον Ιησού και την Παναγία» (σελ. 88-89). Σε ό,τι έχει να κάνει με τις σχέσεις ανδρών και γυναικών, ο Ουσάμα θεωρεί ότι οι χριστιανοί δίνουν μεγάλη ελευθερία στις γυναίκες τους, με συνέπεια να θέτουν σε κίνδυνο την τιμή και την αξιοπρέπειά τους. Το γεγονός ότι μια γυναίκα που περπατά στον δρόμο με τον σύζυγό της μπορεί να τον αφήσει για να πιάσει κουβέντα με μια φίλη της τον εκπλήσσει αρνητικά! Κι αν για τις παρατηρήσεις αυτές μπορούμε με τις σύγχρονες αντιλήψεις μας να κατηγορήσουμε εύλογα τον συγγραφέα για συντηρητισμό, σε μια άλλη περίπτωση θα του δώσουμε απόλυτο δίκιο όταν θεωρεί αναξιοπρεπές αυτό που είδε κάποτε στην Τιβεριάδα: σε μια μεγάλη θρησκευτική γιορτή, έπειτα από τις καθιερωμένες κονταρομαχίες μεταξύ ιπποτών, οι διοργανωτές είχαν βάλει δύο γριες να κάνουν αγώνα δρόμου με έπαθλο ένα ψητό γουρουνόπουλο που είχαν τοποθετήσει στη γραμμή του τερματισμού!

Από το ύφος του κειμένου μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο συγγραφέας πέρασε ευχάριστα χρόνια ανάμεσα στην όμορφη Δαμασκό και στα φραγκικά κράτη. Όλα τα ωραία, όμως, τελειώνουν κάποτε! Εκτός του προστάτη του, ο Ουσάμα δεν πρέπει να είχε πολλές συμπάθειες μεταξύ των αυλικών και των πολιτικών της Δαμασκού. Κι έτσι, το 1144, αναγκάζεται να αναζητήσει νέο καταφύγιο.

Δ. Στο φατμιδικό χαλιφάτο της Αιγύπτου (1144-1154): Ένας από τους θείους του Ουσάμα είχε εγκατασταθεί εδώ και χρόνια στην Αίγυπτο. Αυτός μεσολάβησε στον Φατιμίδη χαλίφη Αλ Χάφιζ, ο οποίος πράγματι υποδέχεται στο Κάιρο τον Ουσάμα με όλες τις τιμές: του παραχωρεί έπαυλη για να ζει με την οικογένειά του και κτήματα για να διαθέτει τα αναγκαία για μια πλούσια ζωή εισοδήματα. Τα πέντε χρόνια μέχρι τον θάνατο του χαλίφη (1149) θα περάσουν ευχάριστα για τον ήρωά μας, ο οποίος ανακαλύπτει τα θαύματα της Αιγύπτου. Ο θάνατος του 11ου χαλίφη της δυναστείας σηματοδοτεί όμως την οριστική απώλεια της εύθραυστης ισορροπίας που χαρακτήριζε το φατιμιδικό χαλιφάτο: πίσω από τον πλούτο και τις ομορφιές του Αιγύπτου αποκαλύπτεται ένας κόσμος αντίρροπων κέντρων εξουσίας τα οποία είναι έτοιμα ν’ αλληλοσπαραχθούν. Πανίσχυροι βεζίρηδες και διοικητές επαρχιών, ανακτορικές ίντριγκες και συνωμοσίες, επίλεκτα στρατιωτικά σώματα που τύποις υπηρετούν τον ηγέτη των πιστών, αλλά στην πράξη συγκρούονται μεταξύ τους με στόχο την απόκτηση περισσότερων προνομίων, ιδιωτικοί στρατοί, όχλος κι οδομαχίες. Κόλαση! Ο νέος χαλίφης, ο Αζ-Ζάφιρ επιλέγει για νέο βεζίρη τον γηραιό κι άβουλο ιμπν Μασάλ. Η αριστοκρατία, όμως, υποστηρίζει τον πανίσχυρο κυβερνήτη της Αλεξάνδρειας, τον ιμπν αλ-Σαλλάρ, ο οποίος και θα επιβληθεί με τη δύναμη των όπλων. Ακολουθεί μία περίοδος ισορροπίας του τρόμου μεταξύ του χαλίφη και του αυτοδιορισμένου βεζίρη του. Ο δεύτερος είχε εμπιστευτεί τη διοίκηση της Αλεξάνδρειας στον γαμπρό του τον Αμπάς. Μόνο που ο Αμπάς έχει ένα γιο, τον Νασρ, που είναι απίστευτα φιλόδοξος. Αυτόν προσεταιρίζεται ο χαλίφης για να τον κάνει εκτελεστικό όργανο των πιο σκοτεινών του σχεδίων. Ο Νασρ δολοφονεί τον αλ-Σαλλάρ (1153) κι ο Αζ-Ζάφιρ ονομάζει  βεζίρη τον Αμπάς. Μόνο που η ιστορία δεν σταματά εδώ: ο χαλίφης προτείνει στον Νασρ να βγάλει από τη μέση και τον ίδιο τον πατέρα του! Ακόμα κι ο δολοφόνος έχει τελικά κάποιες αναστολές. Το σχέδιο του χαλίφη στρέφεται τελικά εναντίον του. Από έναν πατροκτόνο καλύτεροι είναι οι δυο βασιλοκτόνοι! Γιος και πατέρας δολοφονούν τον χαλίφη και κάμποσους από τους αδελφούς του (1154), ονομάζοντας τυπικά χαλίφη τον γιο του Αζ-Ζάφιρ, ένα νήπιο 5 ετών. Αν ο Αμπάς κι ο Νασρ πίστεψαν ότι έγιναν κύριοι της Αιγύπτου, η χαρά τους δεν κράτησε πολύ. Είχαν κάνει πολλούς εχθρούς μέσα κι έξω απ΄ το παλάτι. Όλοι αυτοί υποστήριξαν τον ιμπν Ρουζζίκ, έπαρχο της Άνω Αιγύπτου, ο οποίος κινήθηκε με τον στρατό του προς το Κάιρο. Ακολούθησε πραγματικός εμφύλιος. Νικημένος, ο Αμπάς αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την πόλη. Ο Ουσάμα ήταν από παλιά φίλος με τον ιμπν Ρουζζίκ, είχε όμως συνεργαστεί και με τον Αμπάς, ο οποίος και τον ανάγκασε να τον ακολουθήσει στη φυγή του. Το μέγαρο και τα κτήματα του Ουσάμα λεηλατήθηκαν από τον όχλο. Όσο για τον Αμπάς, αντί να οχυρωθεί στην Αλεξάνδρεια όπου ήταν κι η βάση των πιστών οπαδών του, προτίμησε να κινηθεί προς τη Συρία σε αναζήτηση ένας θεός ξέρει ποιας συμμαχίας. Οι φυγάδες βρέθηκαν τυχαία αντιμέτωποι με τον στρατό των Φράγκων της Ιερουσαλήμ. Ο Αμπάς σκοτώθηκε. Ο Νασρ αιχμαλωτίστηκε: οι Ναΐτες τον πούλησαν στον ιμπν Ρουζζίκ για 60.000 δηνάρια κι αυτός τον παρέδωσε στις χήρες του Αζ-Ζάφιρ. Αφού τον βασάνισαν τον σταύρωσαν έξω από τις πύλες του Καΐρου.

Ε. Η επιστροφή στη Δαμασκό – τα χρόνια δίπλα στον Νουρ αλ-Ντιν (1154-1164): Ο Ουσάμα αναζήτησε ξανά καταφύγιο στη δεύτερη πατρίδα του (19 Ιουνίου 1154). Ο παλιός του προστάτης, ο Ουνούρ, είχε πια πεθάνει. Η δυναστεία των Μπουριδών είχε σβήσει και νέος κύριος της Δαμασκού ήταν ο γιος του Ζενγκί, ο Νουρ αλ-Ντιν. Ο Ουσάμα τον είχε ξαναδεί κάποια χρόνια νωρίτερα, όταν τον είχε επισκεφτεί ως απεσταλμένος του χαλιφάτου για να συνάψει συμμαχία κατά τον Φράγκων. Το σχέδιο δεν είχε ουσιαστικά ευοδωθεί, αλλά ο ιμπν Μουνκίντ πρέπει να έκαμψε κάποιες από τις εναντίον του προκαταλήψεις που ο  Ζενγκί θα είχε σίγουρα μεταδώσει στον γιο του. Ο Νουρ αλ-Ντιν υποδέχτηκε τον Ουσάμα με όλες τις τιμές και τον έκανε σύμβουλό του. Τον βοήθησε να φέρει από την Αίγυπτο την οικογένειά του. Αν και η ατυχία δεν άφησε τον Ουσάμα: ενώ το πλοίο που μετέφερε τις συζύγους και τα παιδιά του έπλεε έξω από την Άκρα του επιτέθηκαν οι άνδρες του βασιλιά του Ιερουσαλήμ. Κανείς δεν πειράχτηκε, αλλά κλάπηκαν τα χρήματα, η οικοσκευή κι ό,τι πολύτιμο μετέφεραν (συνολικής αξίας 30.000 δηναρίων). Μαζί κι όλα τα βιβλία του Ουσάμα.

Μετά από αυτό το ατυχές περιστατικό, τα πράγματα πηγαίνουν καλύτερα. Ο Ουσάμα συνοδεύει τον Νουρ αλ-Ντιν σ’ όλες τις εκστρατείες του, ενάντια σε Φράγκους ή μουσουλμάνους. Ακολουθεί τον ηγεμόνα και τις μετακινήσεις της αυλής του μεταξύ Δαμασκού και Χαλεπιού. Δύο γεγονότα τον σημαδεύουν: το 1157 ένας σφοδρός σεισμός συγκλονίζει τη Βόρεια Συρία. Το κάστρο του Σαϋζάρ γκρεμίζεται και παίρνει μαζί του όλους σχεδόν τους συγγενείς του Ουσάμα. Μια μόνο πατρίδα απομένει για τον ήρωά μας. Τρία χρόνια αργότερα, αποφασίζει να εκπληρώσει το θρησκευτικό καθήκον του προσκυνήματος στη Μέκκα. Στο μεταξύ, η υγεία του Νουρ αλ-Ντιν γίνεται όλο και πιο εύθραυστη. Ο ατάμπεης βρίσκει παρηγοριά στη θρησκεία: στην αυλή κυριαρχεί ατμόσφαιρα θρησκευτικής αυστηρότητας κι ασκητισμού που θυμίζει μοναστήρι. Όσον αφορά τα στρατιωτικά, ο Νουρ αλ-Ντιν θα συγκεντρώσει τις δυνάμεις του με σκοπό να επιφέρει αποφασιστικό χτύπημα στους Φράγκους: πράγματι, την εικοστή δεύτερη ημέρα του μηνός του ραμαζανιού του 559 (12 Αυγούστου 1164) ο Νουρ αλ-Ντιν θα συντρίψει τις χριστιανικές δυνάμεις, θα καταλάβει το φρούριο του Χαρίμ και θα αιχμαλωτίσει τον Βοημούνδο Γ΄ της Αντιόχειας, τον Ραϋμόνδο Γ΄ της Τριπόλεως, και τον διοικητή των βυζαντινών δυνάμεων που είχε στείλει ο Μανουήλ Κομνηνός.

ΣΤ΄. Στην αυλή του Καρά Αρσλάν: Παρά τους στρατιωτικούς θριάμβους, η παραμονή στην αυλή του Νουρ αλ-Ντιν έχει κουράσει τον Ουσάμα ιμπν Μουνκίντ. Ο ηγεμόνας δείχνει άλλωστε να προτιμά πια νεότερους συμβούλους. Έτσι, ο Ουσάμα αποφασίζει να ανταποκριθεί στην πρόσκληση του φίλου του Καρά Αρσλάν, του Τούρκου Αρτουκίδη ηγεμόνα της Βόρειας Μεσοποταμίας. Έδρα του Καρά Αρσλάν είναι η Χισν Κάυφα (τουρκικά Χασάνκεΰφ), στο σημερινό τουρκικό Κουρδιστάν. Ο Ουσάμα μας την παρουσιάζει σαν μια όμορφη πόλη που τη διασχίζει ο Τίγρης και την περιβάλλουν βουνά. Αλλά φυσικά η κρίση του είναι υποκειμενική, μια και η διαμονή του εκεί αποδεικνυόταν εξαιρετικά ευχάριστη: «μακριά από τον Νουρ αλ-Ντιν… η μεγάλη ηλικία μου, συνώνυμη της πείρας, και το μικρό μέγεθος της κοινωνίας στην οποία είχα προσκληθεί αποτελούσαν ευνοϊκούς παράγοντες για μένα. Με δυο λόγια, ήταν σαν να με περίμεναν εκεί. Ο Καρά Αρλάν αισθανόταν δόξα και τιμή που με είχε φέρει μαζί του… Πίστευα ότι θα σταματήσω να είμαι αυτό που ήμουν μέχρι τότε: ένας νομάδας της πολιτικής και των όπλων (σελ. 164)». Οι μέρες του Ουσάμα γεμίζουν με μελέτη και διαλέξεις, κυνήγι και ταξίδια (Μαγιαφαρικίν, Μοσούλη). Η μόνη στρατιωτική περιπέτεια ήταν μια άτυχη προσπάθεια του Καρά Αρσλάν να καταλάβει το Ντιγιάρμπακίρ, την αρχαία Άμιδα. Η παραμονή του Ουσάμα στη Βόρεια Μεσοποταμία θα τερματιστεί το φθινόπωρο του 1174, λίγο μετά τον θάνατο του Καρά Αρσλάν. Οι γιοι του ηγεμόνα έκριναν ότι ο γηραιός λόγιος και σύμβουλος του πατέρα τους κόστιζε πολλά χρήματα!

Ζ΄. Και πάλι στη Δαμασκό – τα χρόνια του Σαλαδίνου και το τέλος (1174-1188): «Εκείνο το φθινόπωρο του έτους 570 της Εγίρας… ξαναέβλεπα επιτέλους τη Δαμασκό. Με είχε ήδη δεχτεί δυο φορές, εξόριστο από το Σαϋζάρ και φυγά από το Κάιρο. Πόλη εξορίας κι έπειτα πατρίδα μου. Την είχα εγκαταλείψει για τη Χισν Κάυφα. Γενναιόδωρη, με ξαναδεχόταν. Σαν τον άσωτο υιό… επέστρεφα στη μητέρα μου…» (σελ. 178-179). Μετά τον θάνατο του Νουρ αλ-Ντιν την ίδια χρονιά (1174), η Δαμασκός ανήκει πια στον Σαλαδίνο, ήδη κύριο εδώ και κάποια χρόνια της Αιγύπτου. Ο αγαπημένος γιος του Ουσάμα, ο Μουρχάφ, ανήκει στο στενό περιβάλλον του Σαλαδίνου κι ο νέος μεγάλος ηγεμόνας έστελνε δώρα στον σεβάσμιο λόγιο και πολιτικό από τη Βόρεια Συρία ενώ αυτός βρισκόταν ακόμη στη Μεσοποταμία. Ο Ουσάμα γνωρίζει προσωπικά τον νέο ισχυρό ηγέτη του Ισλάμ, χαίρει της εύνοιάς του, συμμετέχει στις λογοτεχνικές βραδιές που διοργανώνει ο Κούρδος ηγεμόνας στη Δαμασκό και παρακολουθεί τις στρατιωτικές επιτυχίες του. Ο Σαλαδίνος ενώνει ολόκληρη την ανατολική επικράτεια του Ισλάμ: το 1184 κατακτά και το Χαλέπι. Μπορεί πια να στραφεί απερίσπαστος κατά των Φράγκων: «το ευλογημένο έτος 583 της Εγίρας… ο Σαλαδίνος συνέτριψε τους Φράγκους στο Χαττίν, δυτικά της Τιβεριάδας. Η νίκη άνοιγε κι άλλες πύλες. Την εικοστή εβδόμη ημέρα του μηνός ρατζάμπ ο Σαλαδίνος έμπαινε στην Ιερουσαλήμ, την Αγία Πόλη που το Ισλάμ ξαναέβρισκε σαν νύφη απ’ την οποία το χώρισαν σχεδόν έναν αιώνα πριν» (σελ. 189). Ευτυχισμένος και γεμάτος εμπειρίες, ύστερα από 93 χρόνια ζωής, ο Ουσάμα εγκατέλειπε τον μάταιο τούτο κόσμο το 1188.

ΙΙ. Ιστορίες, περιστατικά και ανέκδοτα από το Κιτάμπ αλ Ίτιμπάρ

Το μοναδικό σωζόμενο χειρόγραφο της αυτοβιογραφίας του Ουσάμα το ανακάλυψε στο Εσκοριάλ της Μαδρίτης ο Αρτβίγκ Ντερενμπούρ, ο οποίος υπήρξε κι ο πρώτος μεταφραστής του έργου στα γαλλικά, και γενικά σε δυτικοευρωπαϊκή γλώσσα [«Ousama ibn Mounkidh, un emir Syrien au premier siècle des croisades (1095–1188)», Παρίσι 1889]. Η πλέον πρόσφατη μετάφραση στα γαλλικά ανήκει στον Αντρέ ΜικέλUsâma Ibn Munqidh. Des enseignements de la vie (Kitâb al‐I’tibâr). Souvenirs d’un gentilhomme syrien du temps des Croisades, traduction, introduction et notes», Imprimerie Nationale, Παρίσι 1983, και, σε ελαφρώς διασκευασμένη/ απλουστευμένη έκδοση, «Ousama, un prince syrien face aux croisés», Fayard, σειρά «Les inconnus de l’histoire», Παρίσι 1986, απ’ όπου και τα αποσπάσματα που παρατίθενται κατωτέρω]. Η πρώτη αγγλική μετάφραση ήταν έργο του λιβανέζικης καταγωγής Φίλιπ Χουρί ΧιττίAn Arab-Syrian Gentlemen in the Period of the Crusades: Memoirs of Usamah ibn-Munqidh», 1929), ενώ η πλέον πρόσφατη είναι αυτή του Πωλ Μ. Κομπ («The Book of Contemplation: Islam and the Crusades», Penguin Classics, 2008).

Το βιβλίο του Ουσάμα δεν είναι μια αυτοβιογραφία με τη σύγχρονη δυτική έννοια του όρου, ούτε αποτελεί ιστορικό σύγγραμμα. Δεν πρόκειται για μια γραμμική αφήγηση των γεγονότων που έζησε ο συγγραφέας. Φυσικά, ο Ουσάμα εξιστορεί τα σημαντικότερα συμβάντα και τους σταθμούς της ζωής του. Κύριος σκοπός του έργου, όμως, είναι ο διδακτικός. Ο συγγραφέας θέλει να «μεταδώσει σ’ άλλους τη γνώση, τις σκέψεις και την εμπειρία που συσσώρευσε κατά τη διάρκεια της ζωής του» (σελ. 173). Το Κιτάμπ αλ Ίτιμπάρ ανοίγει και κλείνει με στοχασμούς του συγγραφέα γύρω από τη ζωή, τον θάνατο και την ανθρώπινη μοίρα. Είναι γεμάτο με ιστορίες και περιστατικά που έζησε ο συγγραφέας ή του τα διηγήθηκαν. Όλα αυτά παρατίθενται ως εκδηλώσεις και σημάδια της θείας βούλησης. Για αυτόν τον λόγο και η αναφορά σε διάφορα ιατρικά περιστατικά (εξ ορισμού υποθέσεις ζωής και θανάτου, ή έστω σχεδόν έτσι) ή κατά τα φαινόμενα θαύματα. Αυτό που τελικά πρέπει να καταδειχθεί είναι «η απόλυτη ελευθερία του Θεού και η παντοδυναμία του οργάνου Του αυτού που αποκαλούμε πεπρωμένο» (σελ. 175). Η μόνη καθαρά προσωπική πινελιά είναι οι συνεχείς αναφορές στο μεγάλο πάθος του Ουσάμα, το κυνήγι: άπειρες κυνηγετικές ιστορίες, διηγήσεις για κυνηγόσκυλα και, κυρίως, για κυνηγετικά πτηνά. Κατά τα λοιπά, ο συγγραφέας είναι εξαιρετικά φειδωλός σε ό,τι αφορά την προσωπική του ζωή (δεν κατονομάζει καμία από τις συζύγους του κι από τα παιδιά του μνημονεύει μόνο τον αγαπημένο του γιο, τον Μουρχάφ) ή τη θρησκευτική του πίστη.

Ας διαβάσουμε στα γρήγορα ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το βιβλίο του Ουσάμα ιμπν Μουνκίντ. Πρώτα αυτά που περιέχουν τις σκέψεις του σχετικά με τους Φράγκους κι έπειτα διάφορα περιστατικά από τις περιπλανήσεις του στην επικράτεια του Ισλάμ.

Α. Ο Ουσάμα και οι Φράγκοι

«Εξετάζοντας τη ζωή μου για τελευταία φορά, όπως κάνω τούτη τη στιγμή, θα έλεγα πάντως ότι κανένας συγγενής, φίλος ή υπηρέτης δεν με συντρόφεψε για τόσο πολύ χρόνο όσο οι Φράγκοι. Ήταν εδώ σχεδόν από τότε που γεννήθηκα. Ήμουν τεσσάρων μηνών όταν ο πάπας της Ρώμης παρακίνησε αυτούς τους καταραμένους να έρθουν στα μέρη μας, ξεκινώντας από την άλλη άκρη της θάλασσας, για να ανακτήσουν τον τάφο του Χριστού. Λες κι εμείς τον είχαμε κλέψει από κάποιον… Τέσσερα χρόνια αργότερα βρίσκονταν στα μέρη μας, στην Έδεσσα και στην Αντιόχεια. Άλλα δέκα χρόνια μετά κι ήταν η σειρά της Τρίπολης. Ο Θεός το θέλησε για να μας τιμωρήσει για τις έριδές μας. Αντιμέτωποι με τους νεοφερμένους και τους πάντοτε απειλητικούς Ρωμιούς, εμείς αναλωνόμασταν σε διαμάχες μεταξύ μας. Αντί για ένα Ισλάμ είχαμε χίλια, κι άλλους τόσους αρχηγούς… Για να το πω με συντομία, δεν είχαμε να αντιπαραθέσουμε στον εχθρό παρά μύρια αλληλοαντικρουόμενα συμφέροντα, οπότε, για να υπερασπίσουμε το Σαϋζάρ από τους ομόθρησκους αδελφούς μας, χρειάστηκε μερικές φορές να ζητήσουμε βοήθεια – ο Θεός να με συγχωρά – από τους εχθρούς (σελ. 33-34)…

Αναγνωρίζω πρόθυμα στους Φράγκους δύο αρετές: το θάρρος τους και την εκτίμηση την οποία τρέφουν για τους ιππότες τους. Είχα κάποτε μια διαφορά με τον Ρενιέ, άρχοντα της Πανειάδας, μια και μας είχε κλέψει αιγοπρόβατα σε καιρό ειρήνης. «Ορίστε κάποιος που μας έχει προξενήσει σημαντική ζημιά – είπα στον βασιλιά Φουλκ -, μας έκλεψε ζώα ενώ οι κατσίκες επρόκειτο να γεννήσουν. Μας τις επέστρεψε, όχι όμως και τα μικρά, οπότε εξακολουθούμε να υφιστάμεθα ζημία«. Ο βασιλιάς έκανε νεύμα σε πέντε-έξι ιππότες: «Εμπρός! Αποδώστε δικαιοσύνη«. Βγήκαν από την αίθουσα ακροάσεων για να διασκεφθούν κι επέστρεψαν για να ανακοινώσουν ότι ομόφωνα αποφάσισαν πως ο άρχοντας έπρεπε να καταβάλει χρηματικό πρόστιμο [το ύψος του οποίου θα καθόριζα εγώ ο ίδιος]. Ο Ρενιέ παρακάλεσε να φανώ επιεικής κι υπήρξε τόσο πειστικός που αρκέστηκα σε 400 δηνάρια. Το παράδειγμα καταδεικνύει το πώς αντιμετωπιζόταν μια δικαστική απόφαση που είχαν εκδώσει οι ιππότες. Κανείς, ούτε καν ο ίδιος ο βασιλιάς δεν μπορεί να την αμφισβητήσει (σελ. 83)…

Θα παραθέσω ως αξιοσημείωτο παράδειγμα την περίπτωση ενός Φράγκου από την Αντιόχεια. Είχα στείλει στην πόλη αυτή έναν από τους συνεργάτες μου ο οποίος, κατόπιν συμβουλής μου, είχε φιλοξενηθεί από τον Θεόδωρο Σοφιανό, ο οποίος έχαιρε μεγάλου κύρους στην πόλη και ήταν αληθινός μου φίλος. Ο Σοφιανός παρακάλεσε τον συνεργάτη μου να τον συνοδέψει σε έναν γνωστό του ο οποίος τον είχε προσκαλέσει. Επρόκειτο για ένα Φράγκο ιππότη της παλιάς γενιάς από αυτούς που είχαν συμμετάσχει στις πρώτες μάχες. Είχε πια εγκαταλείψει την ενεργό δράση κι είχε αποσυρθεί στην Αντιόχεια, σ’ ένα κτήμα από το οποίο ζούσε. Όπως μου είπε ο συνεργάτης μου, τους παρουσίασε ένα τραπέζι με τα πιο εκλεκτά και καθαρά εδέσματα που θα μπορούσε κάποιος να ονειρευτεί: «Δίσταζα παρόλα αυτά, οπότε ο οικοδεσπότης μας με καθησύχασε. Εδώ και χρόνια δεν έτρωγε πια καθόλου φράγκικα φαγητά. Είχε Αιγύπτιες μαγείρισσες στις οποίες είχε απόλυτη εμπιστοσύνη: το χοιρινό κρέας δεν έμπαινε ποτέ στο σπίτι του«.

Αυτούς τους Φράγκους που με συνόδεψαν… σ’ όλη τη διάρκεια της μακράς ζωής μου πώς πρέπει να τους κρίνω τώρα που πλησιάζει ο θάνατος; Ο Θεός μας τους έστειλε, αυτό είναι βέβαιο, για να μας δοκιμάσει, για να μας υπενθυμίσει τις αμαρτίες μας και πάνω απ’ όλα τη μεγαλύτερη απ’ αυτές: τις έριδές μας. Εκμεταλλευόμενές τες, οι Φράγκοι κατόρθωσαν να έρθουν στα μέρη μας και να εγκατασταθούν σ’ αυτά. Συχνά αναρωτιόμουν, τα πρώτα χρόνια, αν με τον καιρό θα μας έμοιαζαν. Χάρη σε μερικούς από αυτούς πίστεψα στο θαύμα: αν όχι να ασπασθούν την πίστη μας, τουλάχιστον θα μπορούσαν, παραμένοντας χριστιανοί, να μάθουν μαζικά τη γλώσσα μας και να μοιραστούν με τους μουσουλμάνους αδελφούς τους τον ίδιο τρόπο ζωής, όπως κι οι ντόπιοι χριστιανοί. Γενικά, όμως, οι Φράγκοι δεν θέλησαν ούτε το ένα ούτε το άλλο (σελ. 97-99)».

Β. Περιπλανώμενος αριστοκράτης στην επικράτεια του Ισλάμ

α. Τα χρόνια δίπλα στον Ζενγκί: [1. Ο Ζενγκί κι οι στρατηγοί του] «Αναφερόμενος στους στρατηγούς του, ο Ζενγκί έλεγε συχνά: «Έχω στις διαταγές μου τρεις έμπιστους άντρες: τον Αλί Κουτζάκ που φοβάται τον Θεό, αλλά όχι κι εμένα. Τον Σουνκούρ που με φοβάται, αλλά δεν φοβάται τον Θεό. Και τον Μουχάμαντ αλ-Γκισιανί ο οποίος δεν φοβάται ούτε τον Θεό ούτε κι εμένα»! (σελ. 69)».

[2. Το καταραμένο κάστρο]

«Ευτυχώς, το έτος 526 της Εγίρας [1132] ξέσπασε πάλι πόλεμος, όπου επιθυμούσα διακαώς να αποδείξω την αξία μου στον Ζενγκί. Πρέπει να ομολογήσω ότι η ιστορία άρχιζε άσχημα για μένα, μια και οι αντίπαλοι ήταν αδέρφια μας μουσουλμάνοι. Ο Ζενγκί είχε αποφασίσει να κάνει επίδειξη δύναμης στη Βαγδάτη όπου βασίλευε ο χαλίφης Αλ-Μουσταρσίντ. Ένιωθα σχεδόν ευχαριστημένος όταν τα πράγματα δεν πήγαν καλά κι αναγκαστήκαμε να υποχωρήσουμε. Στον δρόμο της επιστροφής ο ατάμπεης διέταξε έναν από τους στρατηγούς του, τον Μουχάμαντ αλ-Γκισιανί, να πολιορκήσει τον εμίρη Καφτζάκ, ο οποίος είχε οχυρωθεί σ’ ένα φρούριο αληθινή αετοφωλιά, στη Μασούρρα του Κουχιστάν, νότια της λίμνης Ούρμια. Μόλις είχαμε στρατοπεδεύσει όταν εμφανίστηκε στις επάλξεις μια γυναίκα και μας φώναξε: «μήπως έχετε καλό βαμβακερό ύφασμα σε μεγάλη ποσότητα«; Κάποιος από τους δικούς μας της απάντησε «την κατάλληλη στιγμή βρήκες για να ψωνίσεις» κι εκείνη τότε είπε: «το χρειαζόμαστε για να σας φτιάξουμε σάβανα, μια και σε πέντε μέρες το πολύ θα είστε όλοι νεκροί«! Πράγματι στο μέρος εκείνο επικρατούσε μια νοσηρή ατμόσφαιρα και θέριζαν οι αρρώστειες, οπότε ο αλ-Γκισιανί αποφάσισε να επισπεύσει τις επιχειρήσεις…. ανέλαβαν δράση οι σκαπανείς μας από το Χορασάν. Έσκαψαν κάτω από τα θεμέλια του φρουρίου, ένας πύργος του γκρεμίστηκε και συλλάβαμε έναν αιχμάλωτο. Ο αλ-Γκισιανί διέταξε να τον κόψουν στα δύο. Μπήκα στη μέση. «Κύριε, βρισκόμαστε στον ιερό μήνα του ραμαζανιού. Αυτός ο άνθρωπος είναι μουσουλμάνος κι η θανάτωσή του θα είναι ένα έγκλημα για το οποίο θα λογοδοτήσεις στον άλλο κόσμο«! «Κόψτε τον στα δύο – διέταξε και πάλι ο στρατηγός – ! Ο φόβος είναι το καλύτερο όπλο μας ενάντια σ’ αυτούς που είναι μέσα στο φρούριο«. Επέμεινα: «Κύριε, το φρούριο θα το καταλάβεις έτσι κι αλλιώς σύντομα«. Ο αλ-Γκισιανί είχε όμως πεισμώσει. «Έδωσα μια διαταγή«! Η διαταγή του εκτελέσθηκε κι όσο για το φρούριο, αυτό καταλήφθηκε λίγο αργότερα (σελ. 61-62)».

β. Από τα χρόνια στη Μεσοποταμία: [Ο γέρος κι ο σουλτάνος] «Την ιστορία… μου τη διηγήθηκε ο καδής και ιμάμης Αμπού Σουλεϋμάν Νταβούντ, την εικοστή δεύτερη ημέρα του πρώτου μηνός ραμπί, κατά το έτος 556 της Εγίρας [3.12.1170], ενώ βρισκόμασταν στα περίχωρα της Χισν Κάυφα. Μου είπε ότι, όπως είχε μάθει από σίγουρη πηγή, μια μέρα στην αίθουσα ακροάσεων του Νιζάμ αλ-Μουλκ, του βεζίρη του Σελτζουκίδη μεγάλου σουλτάνου της Περσίας, του Μαλίκ Σαχ, εμφανίστηκε ένας πολύ ηλικιωμένος άντρας. Τον ρώτησαν από πού είχε έρθει κι αυτός αποκρίθηκε: «από μια ξένη χώρα». «Χρειάζεσαι κάτι;», τον ξαναρώτησε ο Νιζάμ αλ-Μουλκ. Ο γέρος εξήγησε: «Έρχομαι εκ μέρους του Προφήτη μας – ο Θεός να τον ευλογεί – και θέλω να δω τον σουλτάνο».  «Μας κοροϊδεύεις, λοιπόν», απάντησε σαρκαστικά ο βεζίρης. «Καθόλου. Πρέπει να δω τον σουλτάνο και δεν πρόκειται να το κουνήσω ρούπι από δω πέρα αν δεν του δώσω το μήνυμα που μεταφέρω». Όταν ο σουλτάνος πληροφορήθηκε τα καθέκαστα εμφανίστηκε κι άκουσε τον γέρο να του λέει: «Έχω πολλές κόρες, μα είμαι τόσο φτωχός που δεν μπορώ να τις παντρέψω. Μια νύχτα που προσευχόμουν στον Ύψιστο να με βοηθήσει, ή μάλλον να βοηθήσει τις κόρες μου, είδα σε όραμα τον Προφήτη μας που με συμβούλεψε να πάω να δω τον σουλτάνο και να του πω ότι ο Απεσταλμένος του Θεού του ζητεί να κάνει κάτι για τις κόρες μου. Δίστασα στο όνειρό μου, εξήγησα στον Προφήτη ότι θάπρεπε να δώσω στον σουλτάνο μια απόδειξη για το ότι λέω αλήθεια. Ποιαν, όμως; Τότε Αυτός μου αποκάλυψε ότι κάθε βράδυ, πριν κοιμηθεί, ο σουλτάνος απαγγέλλει την εξηκοστή έβδομη σουράτα του σεβαστού μας Κορανίου». Ακούγοντας τούτα τα λόγια, ο σουλτάνος αναφώνησε: «Να ένα αληθινό σημάδι από τους Ουρανούς. Μόνον ο Ύψιστος μπορεί να ξέρει ότι έχω αυτή τη συνήθεια, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, από τότε που ο κατηχητής μου με πρόσταξε ν’ απαγγέλλω κάθε βράδυ αυτήν τη σουράτα».Κι ύστερα, προίκισε τις κόρες του γέρου και τον γέμισε με δώρα (σελ. 170-171)».

γ. Η τελευταία περίοδος παραμονής στη Δαμασκό: [Το περιδέραιο] «Μια ιστορία ακόμη, την οποία άκουσα το 572 της Εγίρας [1176]. Ανήκει στον ιμπν Αμπντάλμπάκι, καδή τοποθετημένο στο νοσοκομείο της Βαγδάτης. “Ενώ βρισκόμουν στη Μέκκα και συμμετείχα στην ιεροτελεστία κατά την οποία οι πιστοί βηματίζουν γύρω από την ιερή Κααμπά, η ματιά μου έπεσε πάνω σ’ ένα μαργαριταρένιο περιδέραιο το οποίο σήκωσα και έβαλα σε μια από τις πτυχώσεις του μανδύα μου. Σχεδόν αμέσως κατάλαβα ότι κάποιος θα το έψαχνε. Τελικά βρήκα αυτόν τον άνδρα κι αφού μου περιέγραψε σωστά το περιδέραιο του το επέστρεψα. Αρνήθηκα την αμοιβή που μου προσέφερε και του είπα ότι αν δεχόμουν θα προσέβαλα την ιερότητα του τόπου όπου βρισκόμασταν. Τότε μου ζήτησε να στραφώ προς το μέρος της Κααμπά και να πω «αμήν» μόλις ολοκληρώσει την προσευχή που επρόκειτο να πει. «Θεέ, αναφώνησε τότε, συγχώρεσε τις αμαρτίες αυτού του ανθρώπου και δώσε μου τη δυνατότητα να του ξεπληρώσω την ευγενική χειρονομία του«. Κι εγώ είπα: «αμήν«.

Όταν μπάρκαρα για να πάω στο Μαγκρέμπ κατέληξα αιχμάλωτος των Ρωμιών. Με πούλησαν τελικά σ’ έναν ιερέα, ο οποίος με κράτησε κοντά του μέχρι τον θάνατό του. Απελεύθερος, σύμφωνα με την τελευταία του βούληση, έφτασα στο Μαγκρέμπ κι έγινα γραφέας ενός αρτοποιού που είχε μεταξύ των πελατών του κάποιον προύχοντα του τόπου εκείνου. Έχοντας πληροφορηθεί ότι ξέρω να γράφω και να κάνω λογαριασμούς πολύ καλά, ο άνδρας αυτός με πήρε στη δούλεψή του: μου έδωσε διαμέρισμα σε μια πτέρυγα της έπαυλής του και μου ανέθεσε να εισπράττω τα έσοδα από το κτήμα του και να κρατάω τα λογιστικά βιβλία του.

Λίγο καιρό αργότερα μου είπε: «Αμπού Μπακρ, τι γνώμη έχεις για τον γάμο;

– Κύριε, απάντησα, ζω χάρη στη γενναιοδωρία σου. Πώς θα βρω τα αναγκαία για να συντηρήσω μια γυναίκα;

– Τα αναλαμβάνω εγώ όλα: προίκα, σπίτι, ρούχα κι όλα τα αναγκαία.

– Εσύ αποφασίζεις, κύριε.

– Παιδί μου, η σύζυγος που προορίζω για σένα έχει όλα τα ελαττώματα«. Κι άρχισε να περιγράφει την ασχήμεια της νύφης, απ’ την κορφή ως τα νύχια της. «Για μένα είναι εντάξει«, απαντούσα κάθε φορά και πράγματι αυτό πίστευα. Μα εκείνος μου είπε: «Παιδί μου, θα παντρευτείς την κόρη μου«. Άμ’ έπος άμ’ έργον! Κλήθηκαν οι μάρτυρες και υπογράφηκε το συμβόλαιο. Έπειτα από λίγες μέρες παντρευτήκαμε. Μπήκα σ’ ένα υπέροχο σπίτι όπου μου παρουσίασαν τη σύζυγό μου. Οποία έκπληξη! Αντίκρισα την ομορφότερη εικόνα που είχα ποτέ ονειρευτεί. Το έβαλα στα πόδια. Ο γέροντας με πρόφτασε. «Γιατί φεύγεις;«, μου είπε. «Η γυναίκα μου δεν είναι αυτή που μου περιέγραψες«, αποκρίθηκα. «Μα, παιδί μου, είναι πραγματικά η σύζυγός σου και κόρη μου. Δεν έχω άλλο παιδί. Αν σου μίλησα γι’ αυτήν έτσι, το έκανα για να μην την απαξιώσεις αργότερα«. Γύρισα στο σπίτι περιχαρής.

Την επομένη, παρατηρούσα, χωρίς να μπορώ να πιστέψω στα μάτια μου, τα υπέροχα κοσμήματα και τους πολύτιμους λίθους που μου επιδείκνυε με περηφάνεια η γυναίκα μου. Νέα έκπληξη! Ανάμεσά τους υπήρχε ένα περιδέραιο ολόιδιο με κείνο που είχα βρει κάποτε στη Μέκκα. Έφυγα αναστατωμένος και βρήκα τον πεθερό μου. Τον ευχαρίστησα για όλα όσα μου είχε χαρίσει, δίχως να καταφέρω όμως να κρύψω ότι το μυαλό μου βρισκόταν αλλού. «Τι σκέφτεσαι;«, μου είπε τελικά. «Πρέπει να στο ομολογήσω. Να σου πω για ένα περιδέραιο που είχα βρει πριν πολλά χρόνια στη Μέκκα και το οποίο ξαναείδα εδώ, το ίδιο ή κάποιο πανομοιότυπο με κείνο, ανάμεσα στα κοσμήματα της γυναίκας μου«.

– «Εσύ ήσουν λοιπόν αυτός που μου το επέστρεψε εκείνη την περίφημη ημέρα, αναφώνησε ο πεθερός μου.

– Έτσι ακριβώς.

– Αχ, αγόρι μου, ας χαρούμε γιατί ο Θεός μας λύτρωσε και τους δυο από τις αμαρτίες μας και σε μένα έδωσε τη δυνατότητα να σε ανταμείψω για την ευγενική σου πράξη. Είμαι ευτυχισμένος που σου εμπιστεύτηκα τη μοναχοκόρη, το σπίτι και τα υπάρχοντά μου. Τώρα, μπορώ να πεθάνω«!

Συνέταξε τη διαθήκη του, ορίζοντάς με κληρονόμο, και πράγματι πέθανε λίγο καιρό μετά. Ο Θεός να τον σπλαχνισθεί!”» (σελ. 183-186).

δ. Προσωπικά: [1. Οι γυναίκες] «[Ενώ βρισκόμουν στην αυλή του Ζενγκί] εκμεταλλευόμουν τον ελεύθερο χρόνο μου διατηρώντας τακτική αλληλογραφία με τον πατέρα μου, ο οποίος μου έγραφε τα νέα των συζύγων και των παιδιών μου. Είχα πράγματι παντρευτεί μερικά χρόνια πριν κι αν αναφέρω παρεμπιπτόντως το γεγονός αυτό, το κάνω γιατί η προσωπική ζωή μου αφορά αποκλειστικά εμένα και κανέναν άλλο (σελ. 60-61)».

[2. Τα βιβλία] «Έμαθα το νέο [της σύντομης αιχμαλωσίας της οικογένειάς του και της κλοπής της περιουσίας του από τους άνδρες του βασιλιά της Ιερουσαλήμ] ενώ είχα αφήσει τη Δαμασκό για να συνοδέψω τον Νουρ αλ-Ντιν σε κάποια από τις εκστρατείες του. Δίχως αμφιβολία η σωτηρία των συζύγων μου, των παιδιών και των ανηψιών μου με αποζημίωνε για όλα τα υπόλοιπα, την απώλεια τόσων αγαθών που είχα κατορθώσει να διασώσω από την καταστροφή μου στην Αίγυπτο. Δεν μπορώ όμως να μη μιλήσω για τα βιβλία μου, τους τέσσερις χιλιάδες τόμους, όλοι τους πολύτιμοι, των οποίων την απώλεια νιώθω κάθε μέρα από τότε σαν ένα πόνο που μου σπαράσσει την καρδιά (σελ. 152)».

————————————————————————————————

Τα βιβλία που γράφτηκαν αρκετούς αιώνες πριν είναι πάντα εξαιρετικά ενδιαφέροντα και χρήσιμα στο πλαίσιο της ιστορικής μελέτης. Κι από την άποψη αυτή, το βιβλίο του Ουσάμα είναι υπερπολύτιμο: όχι μόνο μας δίνει μια σαφή εικόνα των μεσαιωνικών μουσουλμανικών κοινωνιών της Μέσης Ανατολής, αλλά και, μακριά από το στερεότυπο του διαρκούς πολέμου μεταξύ φανατικών, μας επιτρέπει να κατανοήσουμε ότι η εποχή των σταυροφοριών υπήρξε και περίοδος συμβίωσης, ανταλλαγών και προσπαθειών προσέγγισης μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων. Εντούτοις, σπάνια τα βιβλία αυτού του είδους είναι συναρπαστικά: δέσμια τους ύφους και των συμβάσεων περασμένων εποχών φαντάζουν ανιαρά στον σύγχρονο αναγνώστη. Το Κιτάμπ αλ Ίτιμπάρ διαβάζεται μονορούφι σαν συναρπαστικό μυθιστόρημα, ίσως γιατί κι η ζωή του συγγραφέα υπήρξε συναρπαστική. Κι έπειτα ακόμη και τα ανέκδοτα κι οι ιστορίες που διηγείται είναι γλυκύτατες, ακόμη και μέσα στην αφέλειά τους. Πολλές από αυτές μοιάζουν φτιαγμένες για υλικό αφηγήσεων του Μπόρχες. Και σε κάθε περίπτωση, μετά από όλα αυτά έχουμε γνωρίσει τον Ουσάμα τόσο καλά που είναι πρόσωπο σχεδόν οικείο, κάποιος που ήρθε για να μας συμβουλέψει με τη δύναμη της εμπειρίας του. Δεν είναι μικρό πράγμα αυτό…

Advertisements

Η ιστορία του Ρομάνο Μαϊράνο

Ιανουαρίου 4, 2011

Η υποδοχή της οποίας έτυχε το τελευταίο άρθρο μού έδωσε ιδιαίτερη χαρά. Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους τους φίλους σχολιαστές και αναγνώστες του ιστολογίου! Το μόνο πρόβλημα (ευχάριστο βέβαια) έγκειται στο ότι ένα άρθρο που επιτυγχάνει τους στόχους του δεν είναι ποτέ εύκολο να ακολουθηθεί από κάποιο ισάξιό του. Το «Γιατί ΔΕΝ επιστρέφουμε στον Μεσαίωνα», που είχε χαρακτήρα… μανιφέστου για το ιστολόγιο αυτό, εξέφραζε ιδέες που έχουν αποκρυσταλλωθεί εδώ και χρόνια. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να βρεθεί η κατάλληλη στιγμή για να οργανωθεί με λογικό τρόπο η παρουσίασή τους και η σχετική επιχειρηματολογία. Κατ’ ανάγκη, η συνέχεια θα δοθεί με κάτι πολύ πιο απλό και ταπεινό ως προς τους στόχους του. Ίσως, άλλωστε, να ταιριάζει περισσότερο με το εορταστικό κλίμα των ημερών αυτών. Ο ήρωάς μας δεν είναι πολιτικός ή στρατιωτικός ηγέτης, ούτε μεγάλος καλλιτέχνης ή άνθρωπος του πνεύματος. Είναι ένας επιχειρηματίας, ένας έμπορος. Αυτό φαντάζομαι ότι θ’ αρέσει σε όσους φίλους του ιστολογίου θα επιθυμούσαν να διαβάσουν και κάποιον έπαινο για την ιδιωτική πρωτοβουλία και τον καπιταλισμό. Η περίπτωσή του, που μοιάζει εκ πρώτης όψεως ασυνήθιστη, δεν είναι μοναδική για την πατρίδα και την εποχή του. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ταραχώδης επιχειρηματική σταδιοδρομία του συμβολίζει με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τα έργα και τις ημέρες ενός από τα ισχυρότερα και πιο ιδιόμορφα κράτη του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα (αν όχι κι ολόκληρης της ανθρώπινης Ιστορίας): της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου.

Στους Ενετούς θα μπορούσε κανείς να προσάψει πολλά: άπληστοι έμποροι και αδίστακτοι αποικιοκράτες είναι δύο από τις συνηθέστερες κατηγορίες. Ωστόσο, πρέπει ταυτόχρονα να τους αναγνωριστούν πολλές αρετές. Μεθοδικοί, πειθαρχημένοι και οργανωτικοί (τα περισσότερα κάστρα και οχυρώσεις που βλέπουμε και σήμερα στη χώρα μας είναι δικά τους έργα), πρωτίστως δε άνθρωποι με λαμπρό επιχειρηματικό πνεύμα. Όταν διέκριναν σοβαρή πιθανότητα εμπορικού κέρδους, τίποτε δεν μπορούσε να τους αποθαρρύνει να αναλάβουν την πιο παράτολμη επιχειρηματική δράση. Ο Ενετός έμπορος δεν δειλιάζει ούτε μπροστά στους συνήθεις κινδύνους που ενέχει κάθε εμπορική δραστηριότητα, ούτε μπροστά σ’ αυτούς του θαλάσσιου ταξιδιού (στοιχεία της φύσης και πειρατές). Δεν τον φοβίζουν ούτε οι, εξίσου ικανοί κι αδίστακτοι, εμπορικοί ανταγωνιστές από την Γένοβα και την Πίζα, ούτε το ενδεχόμενο ξαφνικής επιδείνωσης των διπλωματικών σχέσεων της πατρίδας του με κάποιο από τα κράτη εντός του οποίου αναπτύσσει τις δραστηριότητές του (όπως η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, το Σουλτανάτο του Καΐρου ή τα φραγκικά κράτη της Συρίας και Παλαιστίνης).

Μολονότι το όνομά του είναι ίσως άγνωστο στον μέσο άνθρωπο της εποχής μας, ο Ρομάνο Μαϊράνο είναι αληθινός σταρ για όσους μελετούν την Ιστορία του Μεσαίωνα. Για λόγους εν μέρει συγκυριακούς, η σταδιοδρομία του είναι η πληρέστερα καταγεγραμμένη που διαθέτουμε. Η, ευτυχής για τους ιστορικούς, συγκυρία ήταν η εξής: η τελευταία απόγονος της οικογένειας Μαϊράνο αποφάσισε προς το τέλος της ζωής της να μονάσει. Αποσύρθηκε στο κοινόβιο του Αγίου Ζαχαρία όπου και μετέφερε τα οικογενειακά αρχεία, σώζοντάς τα από την καταστροφή (βλ. Jean-Claude Hocquet «Venise au Moyen Âge«, coll. Guides de Civilisations, εκδ. Belles Lettres, Παρίσι 2003, σελ. 271/ «La vie mouvementée du marchand Mairano», περιοδικό Historia Thématique, αριθ. 88, τεύχος 3-2004, Μάρτιος-Απρίλιος 2004, σελ. 12-17). Χάρη σ’ αυτό το τυχαίο γεγονός, έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας κάπου διακόσια εμπορικά έγγραφα, στην πλειονότητά τους συμβάσεις, τα οποία μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε πλήρη εικόνα για την επιχειρηματική σταδιοδρομία του Ρομάνο Μαϊράνο, ενός ικανότατου και γενναίου Ενετού εμπόρου του 12ου αι. Η επιμονή, το θάρρος του, η αποφασιστικότητα και η αυτοπεποίθηση με την οποία αντιμετώπισε τις απογοητεύσεις της ζωής, η ικανότητά του να ορθοποδήσει μολονότι καταστράφηκε οικονομικά, αποτελούν ένα παράδειγμα προς μίμηση που δεν είναι διόλου άχρηστο σε μια εποχή κρίσης και δυσκολιών όπως η σημερινή.

Ι. Η σταδιοδρομία του Ρομάνο Μαϊράνο

Ας δούμε πώς συνοψίζουν την περιπετειώδη σταδιοδρομία του Μαϊράνο ο Ζαν-Κλωντ Οκέ (όπ.π.) και άλλοι ιστορικοί (Yves Renouard «Les hommes d’affaires italiens au Moyen Âge«, εκδ. Armand Colin, Παρίσι 1949, σελ. 56-59/Frederic Chapin Lane «Venice – A Maritime Republic«, The John Hopkins University Press, Βαλτιμόρη 1973, σελ. 52-53/ Christian Bec «Histoire de Venise«, coll. Que sais-je?, αριθ. 522, εκδ. PUF, Παρίσι 1993, σελ. 24-25/ Pierre Racine «Venise et son arrière-pays au temps de la Quatrième Croisade» σε Thomas F. Madden – επιμ. – «The Fourth Crusade: Event, Aftermath and Perceptions – Papers from the Sixth Conference  for the Study of the Crusades and the Latin East, Istanbul, Turkey, 25-29 August 2004«, εκδ. Ashgate 2004, σελ. 15 επ., ειδ. σελ. 23). Πρόκειται πιθανώς για γόνο οικογένειας ευγενών, πρόσφατα όμως εγκατεστημένων στο Ριάλτο. Τα ίχνη των πρώτων εμπορικών κινήσεων του ήρωά μας ανάγονται στα 1150: ο νεότατος τότε Μαϊράνο δανείζεται για την πρώτη εμπορική αποστολή του. Προφανώς η επιχείρηση αποδείχθηκε επικερδής, μια και εξοφλεί χωρίς προβλήματα το ποσό του δανείου. Δύο χρόνια αργότερα παντρεύεται. Η όχι υψηλή προίκα της γυναίκας του αποτελεί ένδειξη για το ότι ο Μαϊράνο ξεκίνησε την επιχειρηματική σταδιοδρομία του με μάλλον ταπεινά οικονομικά μέσα. Σχεδόν αμέσως μετά το γάμο μεταφέρει τις δραστηριότητές του στην Κωνσταντινούπολη (στα πρώτα ταξίδια του μεταφέρει συνήθως στη Βασιλεύουσα φορτία ξυλείας). Συνεργάζεται με τον αδελφό του, τον Σαμουήλ, και μαζί προβαίνουν στη σύσταση μιας οικογενειακής εταιρίας (fraterna societas). Έχουν τακτικές εμπορικές συναλλαγές με την ηπειρωτική Ελλάδα και τα παράλια της Μικράς Ασίας. Παράλληλα, ο Ρομάνο αγοράζει ακίνητα στη Βασιλεύουσα, η εκμετάλλευση των οποίων του αποφέρει ικανά κέρδη για να αναλάβει εμπορικές αποστολές μεγαλύτερης εμβέλειας: πλέον ταξιδεύει προς την Άκρα, την Τύρο, την Αντιόχεια και τα άλλα λιμάνια της φραγκικής Ανατολής, αλλά και προς τη μουσουλμανική Αλεξάνδρεια. Τα συμφέροντα του Μαϊράνο βρίσκονται κυρίως στην Ανατολή κι όχι στην πατρίδα του. Όταν το 1158 εξεγείρεται η κροατική Ζάρα κατά των Ενετών, η Γαληνοτάτη κηρύσσει γενική επιστράτευση των πολιτών της. Ο Μαϊράνο αδιαφορεί για την κλήση: προτιμά να πληρώσει το τεράστιο πρόστιμο που του επιβάλλεται, παρά να υπηρετήσει. Οι δουλειές του, άλλωστε, πηγαίνουν εξαιρετικά. Την ίδια περίοδο καταγράφονται τακτικές εμπορικές και τραπεζικές συναλλαγές του με το Τάγμα των Ναϊτών.

Το 1163, μετά από δεκαετή απουσία από τη μητρόπολη, ο Ρομάνο Μαϊράνο επιστρέφει στη Βενετία. Όχι για πολύ. Σκοπός του είναι η αγορά του πρώτου εμπορικού πλοίου του. Το 1165 τον βρίσκουμε στο χριστιανικό βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Χρηματοδοτεί ένα συμπατριώτη του έμπορο, τον Μάρκο Έντσιο: οι δύο άνδρες αποφασίζουν να ταξιδέψουν με το πλοίο του Μαϊράνο για να πουλήσουν τα εμπορεύματά τους. Από την Άκρα θα βρεθούν στον Χάνδακα της Κρήτης κι από εκεί είτε θα επιστρέψουν κατευθείας στην Άκρα ή στο επίνειο της Αντιόχειας, είτε θα συνεχίσουν ως την Αλεξάνδρεια για να επιστρέψουν από το αιγυπτιακό λιμάνι στη βάση τους. Πιθανότερο φαίνεται να προτιμήθηκε η δεύτερη εναλλακτική λύση. Άλλωστε το 1167 βρίσκουμε τον Μαϊράνο να κινείται μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Αλεξάνδρειας. Προς το τέλος, όμως, της ίδιας χρονιάς επιστρέφει στη Βενετία για να αγοράσει το δεύτερο πλοίο του, αγορά αναγκαία λόγω της ανάπτυξης του κύκλου των δραστηριοτήτων του. Δανείζεται από οχτώ πλούσιους συμπολίτες του συνολικό ποσό 796 υπέρπυρων. Το δάνειο θα επιστραφεί εντόκως την άνοιξη του 1168 (με επιτόκιο 44%!).

Τον Οκτώβριο του 1169 ο Μαϊράνο βρίσκεται πίσω στην Κωνσταντινούπολη, μολονότι οι ενετικές αρχές έχουν προειδοποιήσει τους πολίτες τους για τη ραγδαία επιδείνωση των διπλωματικών σχέσων μεταξύ της Γαληνοτάτης και του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού. Αρχικά, ο φίλος μας φαίνεται να δικαιώνεται για τη ριψοκίνδυνη απόφασή του. Οι δουλειές του στην Πόλη πηγαίνουν όλο και καλύτερα. Εκτός των άλλων, αναλαμβάνει τη διαχείριση της μεγάλης περιουσίας που διαθέτει στη Βασιλεύουσα ο λατίνος πατριάρχης του Γκράντο. Αποκτά επίσης το ιδιαιτέρως επικερδές μονοπώλιο της είσπραξης των δικαιωμάτων για τη ζύγιση των εμπορευμάτων των Ενετών της πόλης. Ωστόσο, το 1171 ξεσπά η καταιγίδα που πολλοί φοβούνταν: ο Μανουήλ διατάσσει τη σύλληψη και απέλαση όλων των Ενετών υπηκόων και τη δήμευση των περιουσιακών στοιχείων τους. Ο Μαϊράνο κατορθώνει να ξεφύγει με το πλοίο του που ήταν ελλιμενισμένο στην Κωνσταντινούπολη, σώζοντας κι αρκετούς συμπατριώτες του, χάνει όμως την περιουσία του. Κατεστραμμένος οικονομικά αδυνατεί να εξοφλήσει τους πιστωτές του. Δίχως να απογοητευτεί, ξαναρίχνεται στον αγώνα, στο δρομολόγιο Βενετία-Αλεξάνδρεια. Το καλοκαίρι του 1173 συμμετέχει με το πλοίο του στον ενετικό στόλο που πολιορκεί (ανεπιτυχώς) την Ανκόνα. Οι πολεμικές επιχειρήσεις αποτελούν πάντως την εξαίρεση στη σταδιοδρομία του Μαϊράνο. Τα χρόνια αυτά τον συναντούμε συνήθως να εμπορεύεται μεταξύ Βενετίας, Αλεξάνδρειας και Αγίων Τόπων. Κύριος χρηματοδότης του είναι η πάμπλουτη και ισχυρή οικογένεια Τζιάνι: ο δόγης (από το 1172 έως το 1178) Σεμπαστιάνο και ο γιος του (και μετέπειτα δόγης κι αυτός, 1205-1229) Πιέτρο, στους οποίους ο Μαϊράνο προμηθεύει φορτία πιπεριού και στυπτηρίας.

Πάντα τολμηρός κι έτοιμος να εκμεταλλευθεί νέους εμπορικούς δρόμους, ο Μαϊράνο διαβλέπει νέες ευκαιρίες στη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ της πατρίδας του και της παραδοσιακής αντιπάλου, της νορμανδικής Σικελίας του Γουλιέλμου Β΄ του Καλού, εξέλιξη που καθιστά ασφαλέστερη για τους Βενετούς τη ναυσιπλοΐα στα νότια και νοτιοδυτικά της Μεσογείου. Παραγγέλλει τη ναυπήγηση ενός ακόμη εμπορικού πλοίου και,ταξιδεύει στο Μαγκρέμπ (Μπουζί και Θέουτα), όπου προμηθεύεται μάλλινα και δέρματα, προϊόντα απαραίτητα για την ενετική βιοτεχνία ένδυσης. Το 1183 έχει πλέον καταφέρει να εξοφλήσει όλα τα χρέη του, και τα προ του 1171 και τα κατοπινά. Η Αλεξάνδρεια και η Άκρα παραμένουν οι βασικοί εμπορικοί προορισμοί του. Μετά το 1184, όταν αποκαθίστανται οι σχέσεις Βενετίας και Βυζαντίου, καθώς ο Ανδρόνικος Α΄ Κομνηνός δέχεται να καταβάλει και κάποιες αποζημιώσεις για τα δημευθέντα περιουσιακά στοιχεία των Ενετών της Πόλης, ο Μαϊράνο επιστρέφει στο δρομολόγιο προς Κωνσταντινούπολη. Φαίνεται μάλιστα ότι το 1190 μεταφέρει ξανά στη Βασιλεύουσα το κέντρο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του: είναι πιθανό ο θρίαμβος του Σαλαδίνου επί των σταυροφορικών κρατών της Ανατολής να έπεισε τον ήρωά μας ότι η Αλεξάνδρεια δεν ήταν πια το ίδιο ασφαλής ως εμπορική βάση. Έχοντας φτάσει σε μάλλον προχωρημένη ηλικία σταματά να ταξιδεύει, αναθέτοντας τις εμπορικές αποστολές στους γιους του. «Περιορίζεται» στον ρόλο του χρηματοδότη και στη διαχείριση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας του. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή χρονολογία ή τον τόπο θανάτου του (Βενετία, Κωνσταντινούπολη ή μήπως Αλεξάνδρεια;), είμαστε όμως βέβαιοι ότι άφησε τον εμπορικό του οίκο σε ανθηρή κατάσταση, καθιστώντας τον μια από τις σπουδαιότερες επιχειρήσεις της Μεσογείου.

ΙΙ. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ενετικού εμπορίου κατά τον Μεσαίωνα

1. Ένα οικουμενικό εμπόριο χωρίς διακρίσεις και φραγμούς: Οι Ενετοί, όπως και γενικά οι έμποροι από τις άλλες ναυτικές δημοκρατίες της Ιταλίας (αρχικά, έως και τον 11ο αι., το Αμάλφι, και μετέπειτα τη Γένοβα και την Πίζα) συνδέουν εμπορικά την καθολική Δύση, το ορθόδοξο Βυζάντιο και τον μουσουλμανικό κόσμο. Μεταφέρουν στην Ανατολή κυρίως πρώτες ύλες (ξυλεία και μέταλλα) και γυρίζουν στη Δύση με προϊόντα πολυτελείας για τις εύπορες τάξεις (μπαχαρικά, μεταξωτά από το Βυζάντιο, κοσμήματα και χειροτεχνήματα), χωρίς να περιφρονούν και την εμπορία φθηνότερων ειδών πρώτης ανάγκης (μάλλινα και δερμάτινα) (βλ. Jean-Claude Hocquet, La vie mouvementée du marchand Mairano, όπ.π.). Η βασική τους επιδίωξη είναι το κέρδος και, όπως είναι φυσικό, δεν υπόκειται σε φραγμούς: όταν εμπορεύονται όπλα (ασπίδες, δόρατα, ξίφη) ή πρώτες ύλες για στρατιωτικό εξοπλισμό (ξυλεία και μέταλλα) εφαρμόζουν, χωρίς αναστολές, τη διαχρονική πολιτική των εμπόρων όπλων, πωλώντας και στις δύο εμπόλεμες πλευρές, δηλ. τους μουσουλμάνους της Αιγύπτου και τους χριστιανούς της Ιερουσαλήμ, της Τρίπολης και της Αντιόχειας. Οι παπικές απαγορεύσεις κι αφορισμοί, ή οι αποφάσεις των χριστιανών ηγεμόνων δεν πτοούν τους Ενετούς, οι οποίοι συνεχίζουν τις εμπορικές δραστηριότητες με τους «απίστους».

Οι δραστηριότητες αυτές εξαρτώνται άμεσα από την ασταθή διπλωματική ισορροπία μεταξύ των διαφόρων δυνάμεων της Μεσογείου. Για ιστορικούς λόγους το Βυζάντιο αποτελεί τον κατεξοχήν εμπορικό εταίρο των Ενετών (ήδη από τον 11ο αι. και επί Αλέξιου Κομνηνού οι Ενετοί έμποροι τυγχάνουν πλήρους απαλλαγής από το κομμέρκιο, δηλαδή τον φόρο ύψους 10% επί της αξίας των εμπορευμάτων), εντούτοις, όπως αποδεικνύει και η ζωή του Μαϊράνο, οι σχέσεις Βενετίας και Βυζαντίου είναι ταραχώδεις. Επομένως, συμφέρον της Βενετίας είναι να διατηρεί πάντα εναλλακτικές εμπορικές οδούς. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορικής περιόδου που εξετάζουμε, βασικό μέλημα των ενετικών αρχών είναι να κρατούν ανοιχτή μία τουλάχιστον από τις τρεις βασικές οδούς (Βενετία-Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια λιμάνια της Μικράς Ασίας ή της Μαύρης Θάλασσας, Βενετία-Αλεξάνδρεια, Βενετία-χριστιανικά λιμάνια της Συρίας και Παλαιστίνης). Φυσικά κάθε νέα προοπτική εμπορικού δρόμου είναι ευπρόσδεκτη για τη Γαληνοτάτη. Το διαπιστώσαμε, άλλωστε, με το παράδειγμα των λιμανιών της βορειοδυτικής Αφρικής.

Εξαιρουμένων των μάλλον σύντομων περιόδων εχθρότητας, τα ξένα κράτη βλέπουν θετικά τις δραστηριότητες των Ενετών εμπόρων. Στα περισσότερα λιμάνια (Αλεξάνδρεια, Άκρα, Τύρος, Κωνσταντινούπολη κ.λπ.) τους παραχωρείται εμπορικός σταθμός (fondaco, από το αραβικό funduk, με αμφιλεγόμενο ελληνικό έτυμο τη λέξη «πανδοχείο», βλ. René Fédou e.a. “Lexique historique du Moyen Âge“, coll. cursus, εκδ. Armand Colin, Παρίσι 1995, λήμμα fondaco, σελ. 74), όπου οι έμποροι συναλλάσσονται με μεγαλύτερη ευκολία, ενώ το κράτος υποδοχής μπορεί να εισπράξει άμεσα φόρους και δασμούς επί των εμπορευμάτων. Παράλληλα, οι Ενετοί (κι οι υπόλοιποι Ιταλοί) έμποροι έχουν στα λιμάνια αυτά τις συνοικίες τους (με την εκκλησία, αφιερωμένη συνήθως στον Άγιο Μάρκο, τον φούρνο. τον μύλο και τα λουτρά τους), όπου ζουν όπως και στην πατρίδα τους, ενώ τα συμφέροντά τους τα εκπροσωπεί ένας ομοεθνής τους πρόξενος.

2. Καινοτόμες μορφές συμβάσεων και εταιριών: Η εφευρετικότητα των Ενετών εμπόρων εκφράζεται με νέες μορφές εμπορικών συμβάσεων και εταιριών. Συχνή είναι η περίπτωση της ρογκαντία: η κεφαλαιουχική εταιρία που έχει την κυριότητα των εμπορευμάτων αναθέτει την πώλησή τους σ’ έναν έμπορο έναντι αμοιβής (Christian Bec, όπ.π., σελ. 17). Η επιχείρηση αποδεικνύεται συνήθως ιδιαίτερα επωφελής και για τον ταξιδιώτη έμπορο. Μπορεί να μη συμμετέχει στα εταιρικά κέρδη, αλλά εκτός της προκαθορισμένης αμοιβής έχει τη δυνατότητα να προβεί κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και σε δικές του συναλλαγές. Για παράδειγμα, το 1156, στο πλαίσιο μιας ρογκαντία, ο Μαϊράνο είναι υπεύθυνος για τη μεταφορά και πώληση εμπορευμάτων στη γραμμή Κωνσταντινούπολη-Σμύρνη-Αλεξάνδρεια. Παρότι δεν έχει συμμετοχή στα κέρδη της εταιρίας, αποκτά σημαντικά ποσά παίρνοντας την πρωτοβουλία να προσθέσει και να πωλήσει και δικά του εμπορεύματα στη διαδρομή.

Ακόμη συχνότερη, όμως, είναι η περίπτωση των εταιρικών μορφών στις οποίες ο έμπορος δεν παρέχει απλώς εργασία, αλλά συμμετέχει και στα κέρδη, συνήθως δε και στο εταιρικό κεφάλαιο. Η σύμβαση έχει  περιορισμένη χρονική ισχύ (μπορεί να αφορά μία μόνον εμπορική αποστολή) και συνάπτεται μεταξύ ενός ή πλειόνων κεφαλαιούχων-χρηματοδοτών και ενός εμπόρου, ο οποίος καθίσταται υπεύθυνος για την πώληση των εμπορευμάτων.  Στη μορφή της κομμέντα (την οποία χρησιμοποιούν συνήθως στη Γένοβα), ο έμπορος δεν μετέχει στο κεφάλαιο, κρατά όμως το 1/4 των κερδών, αποδίδοντας τα υπόλοιπα στους κεφαλαιούχους. Σύμφωνα, όμως, με τη βενετσιάνικη εκδοχή της κομμέντα, δηλ. την κολλεγκάντσα, ο χρηματοδότης παρέχει το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου (συνήθως τα 2/3), ενώ ο έμπορος συνεισφέρει με το υπόλοιπο κεφάλαιο.  Τα κέρδη της επιχείρησης μοιράζονται μεταξύ βασικού κεφαλαιούχου και εμπόρου στο μισό, ενώ τυχόν ζημίες κατανέμονται αναλόγως της εισφοράς του κάθε εταίρου (René Fédou e.a., όπ.π., λήμματα colleganza και commenda, σελ. 42-43/ Christian Bec, όπ.π.). Ως εκ της φύσεώς της, η κολλεγκάντσα είναι ιδιαιτέρως συμφέρουσα για τον έμπορο που μετέχει σ’ αυτήν.

Το αρχείο του Μαϊράνο μας προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κολλεγκάντσας. Το 1167, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου όπου ήταν τότε εγκατεστημένος, ο Μαϊράνο συνάπτει εμπορική σύμβαση με έναν άλλο Βενετό έμπορο, τον Ντομένικο Γιάκομπ. Για τους σκοπούς της εταιρίας, ο Μαϊράνο παρέχει το πλοίο του οποίου είναι ιδιοκτήτης και συμμετέχει με τα 2/3 του κεφαλαίου (κι επομένως των εμπορευμάτων), ενώ ο συνεταίρος του συμμετέχει με το 1/3 του κεφαλαίου και αναλαμβάνει το επιχειρησιακό σκέλος: ο Γιάκομπ θα συνοδέψει τα εμπορεύματα στο ταξίδι από την Αλεξάνδρεια στον Αλμυρό της Μαγνησίας. Στη συνέχεια, θα ενωθεί με την πρώτη ενετική μούδα (βλ. κατωτέρω) που κατευθύνεται στην Κωνσταντινούπολη. Στη Βασιλεύουσα θα λάβει χώρα κι η απόδοση λογαριασμών: ο Γιάκομπ θα επιστρέψει στον Μαϊράνο το κεφάλαιό του (τα 2/3 του εταιρικού), καθώς και το ήμισι των κερδών που απέφερε η επιχείρηση, ενώ ο ίδιος θα κρατήσει το δικό του μερίδιο από το κεφάλαιο (1/3) και τα άλλα μισά κέρδη. Η κολλεγκάντσα, με τις διάφορες παραλλαγές της, συντελεί ευεργετικά στη συσσώρευση κεφαλαίων και γενικά στην ανάπτυξη της εμπορικής κίνησης: ο έμπορος που έχει την ευθύνη της επιχείρησης, συνοδεύοντας το εμπόρευμα, έχει την άδεια να προβεί σε οποιεσδήποτε αγοραπωλησίες κρίνει επικερδείς. Εκμεταλλευόμενος τις διαφορές τιμών των εμπορευμάτων μεταξύ των διαφόρων σταθμών του, πολλαπλασιάζει τα κέρδη της εταιρίας, αλλά και τα προσωπικά του κέρδη.

Παράλληλα, στο πλαίσιο του ενετικού εμπορίου παρατηρείται ευρεία χρήση νέων μέσων που διευκολύνουν τις συναλλαγές και την εμπορική δραστηριότητα εν γένει: αξιόγραφα (κυρίως η συναλλαγματική), διπλή λογιστική (κατά πάσα πιθανότητα ενετική εφεύρεση), αλληλόχρεοι λογαριασμοί κ.λπ.

3. Ο τυπικός  Ενετός έμπορος: Η εκπαίδευση και η κατάρτιση του Ενετού εμπόρου αρχίζει από πολύ νωρίς. Έφηβος ακόμη θα μπαρκάρει και θα του ανατεθούν ορισμένα εμπορεύματα τα οποία θα αναλάβει να πωλήσει. Η μαθητεία του θα συνεχιστεί σε κάποιο λιμάνι του εξωτερικού, δίπλα σε συγγενή ή τον τοπικό συνεργάτη της οικογενειακής εταιρίας. Ολοκληρώνοντας τη μαθητεία του, θα αναλάβει ο ίδιος τον ρόλο συνεργάτη και θα αρχίσει τα εμπορικά ταξίδια.

«Με τα χρόνια κι όταν φτάσει η κατάλληλη στιγμή, αφού κάνει περιουσία, θα επιστρέψει στη Βενετία και θα γίνει επιτέλους οικογενειάρχης. Θα συνεχίσει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες. θ’ αναμιχθεί στην πολιτική, θα κάνει επενδύσεις… Σε αντίθεση προς τους Φλωρεντινούς ομολόγους του με τις φιλολογικές ανησυχίες τους, ο Ενετός έμπορος έχει πρακτικό πνεύμα και γνώσεις κυρίως τεχνικές» ((Christian Bec, όπ.π., σελ. 40). Τα εφόδιά του είναι η εμπειρία, οι γερές βάσεις λογιστικής και γεωγραφίας, η καλή γνώση των ξένων γλωσσών που μιλούν οι αλλοδαποί πελάτες του.

Χαρακτηριστικό του Ενετού επιχειρηματία, όπως είδαμε στην περίπτωση του Ρομάνο Μαϊράνο, είναι ακριβώς η συμμετοχή του σε πολλές εταιρίες διαφορετικών τύπων και εμβέλειας. Εναλλάσσεται στους ρόλους του κεφαλαιούχου και του εμπόρου. Με τον τρόπο αυτό ελαχιστοποιεί τους εμπορικούς κινδύνους, σε τέτοιο σημεία που δεν καταφεύγει σχεδόν ποτέ στην ασφάλιση των εμπορευμάτων του (όπως κάνουν συστηματικά οι Φλωρεντινοί).

4. Μια κρατικώς ελεγχόμενη οικονομία: Το ενετικό οικονομικό θαύμα, πάντως, δεν θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα αποκλειστικά χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Η οικονομία της Βενετίας κατευθύνεται κι ελέγχεται από το Δημόσιο. Η Γαληνοτάτη καθορίζει τα δρομολόγια, τον χρόνο απόπλου και τα εκάστοτε φορτία εμπορευμάτων για τις μούδες (mude), τις οργανωμένες ναυτικές αποστολές που αναχωρούν τακτικά για τους βασικούς εμπορικούς προορισμούς : στα… κονβόϊ αυτά συμμετέχουν εμπορικά πλοία ιδιωτών που συνοδεύονται από γαλέρες, συνήθως ιδιοκτησίας του Δημοσίου. Οι γαλέρες, η καθεμία με 200 κωπηλάτες και 20 βαλλιστριδοφόρους, μεταφέρουν τα μεγάλης αξίας εμπορεύματα και αποτελούν εγγύηση για την ασφάλεια των εμπορικών πλοίων των ιδιωτών. Οι προδιαγραφές ασφάλειας των πλοίων των ιδιωτών, ο εξοπλισμός, το πλήρωμα και οι συνθήκες ασφάλειας και υγιεινής στα πλοία καθορίζονται με νόμους και διοικητικές πράξεις του ενετικού κράτους, ενώ η τήρησή τους ελέγχεται από τους δημοσίους υπαλλήλους. Επιπλέον, η Γαληνοτάτη ρυθμίζει λεπτομερώς τις εμπορικές δραστηριότητες αλλοδαπών σε ενετικό έδαφος, έχει το μονοπώλιο άλατος, ελέγχει αυστηρά το εμπόριο των βασικών καταναλωτικών αγαθών. Τέλος, απαγορεύει στις ενετικές τράπεζες τη δανειοδότηση αλλοδαπών προκειμένου το χρήμα τους να είναι διαθέσιμο αποκλειστικά στους Ενετούς υπηκόους και, φυσικά, στο ίδιο το κράτος (Christian Bec, όπ.π., σελ. 38-39).

Με όλες τις ιδιαιτερότητές της ή τα χαρακτηριστικά που μοιάζουν ασύμβατα με την εποχή μας, η ενετική οικονομία και οι πρωταγωνιστές της διακρίνονται από πολλά στοιχεία ικανά να αποτελέσουν χρήσιμα διδάγματα για τις δύσκολες εποχές που διανύουμε. Θάρρος, επιμονή, ευρύτητα πνεύματος και αξία της προσωπικής προσπάθειας (όπως σημείωνε κι ο Υβ Ρενουάρ «οι μεγάλες περιουσίες οφείλονταν στις πολλές μικρομεσαίες εταιρίες και στη συσσώρευση μικρών κερδών»). Κι όλα αυτά σε πλαίσιο αγαστής συνεργασίας ανάμεσα στην ιδιωτική πρωτοβουλία και το ενετικό Δημόσιο. Διαχρονικά ωφέλιμα μου μοιάζουν όλα αυτά.

Καλή χρονιά, με υγεία, ευτυχία και δημιουργικότητα στις φίλες και στους φίλους του ιστολογίου!

ΟΙ ΝΟΡΜΑΝΔΟΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑ – μέρος V: οι δύο Γουλιέλμοι

Δεκέμβριος 4, 2009

Ύστερα από μια μεγάλη παρένθεση, κατά τη διάρκεια της οποίας ταξιδέψαμε πρώτα στο Κολμάρ της Αλσατίας κι έπειτα στα ελληνιστικά χρόνια, πρώτα με την εποποιία του Αντίοχου Γ΄ και στη συνέχεια με το θέμα των σχέσεων Ελλήνων και Ιουδαίων, επιστροφή στην ιστορία των Νορμανδών της Κάτω Ιταλίας, την οποία αφήσαμε στο τέλος της ένδοξης βασιλείας του Ρογήρου Β΄.

Γουλιέλμος Α΄: Στις 4 Απριλίου 1154, ένα μήνα μετά τον θάνατο του Ρογήρου Β΄ και τρία χρόνια αφότου είχε ανακηρυχθεί συμβασιλέας, στέφθηκε βασιλιάς της Σικελίας ο Γουλιέλμος, ο μεγαλύτερος εν ζωή γιος του Ρογήρου και της Ελβίρας της Καστίλλης. 34 ετών, ο νέος βασιλιάς ήταν, όπως μας λένε τα χρονικά της εποχής, όμορφος, ψηλός, όπως οι Νορμανδοί πρόγονοί του, και με καστανά μαλλιά, κληρονομιά της Ισπανίδας μητέρας του. Γενναίος, δυνατός, αλλά και βίαιος. Ευφυής, αλλά και οκνηρός και φιλήδονος, προτιμούσε να παραδίδεται στις απολαύσεις του χαρεμιού του, απογοητεύοντας τη νόμιμη σύζυγό του, τη Μαργαρίτα της Ναβάρρας, και αφήνοντας τις κρατικές υποθέσεις στους έμπιστους συμβούλους τους. Μεταξύ αυτών ο ισχυρότερος ήταν ο Μαίων του Μπάρι, γόνος πλούσιας ελληνικής οικογένειας εμπόρων λαδιού και κύριων προμηθευτών του Δημοσίου. Εξαιρετικά μορφωμένος και ικανός στα διοικητικά, ο Μαίων είχε, ήδη από το 1151, ονομαστεί καγκελάριος από τον Ρογήρο Β΄. Τον Ιούνιο του 1154 ο Γουλιέλμος θα του δώσει τον επίζηλο τίτλο του εμίρη των εμίρηδων.

Η πρώτη εξέγερση των βαρόνων: Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, ο Γουλιέλμος θα συνάψει γρήγορα συνθήκη με τον Ενετό δόγη Δομήνικο Μοροζίνι, παραχωρώντας εμπορικά προνόμια στους Ενετούς. Δεν θα έχει την ίδια επιτυχία στις διαπραγματεύσεις του με τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Μανουήλ Κομνηνό. Ο Μανουήλ θα θεωρήσει πιο συμφέρουσα τη συμμαχία με τον νέο Γερμανό αυτοκράτορα, που δεν είναι άλλος από τον Φρειδερίκο Α΄ των Χοχενστάουφεν, τον επονομαζόμενο Βαρβαρόσα. Όταν στα τέλη του 1154 ο Φρειδερίκος περνά σε ιταλικό έδαφος (τον Ιούνιο του επόμενου έτους θα στεφθεί επίσημα στη Ρώμη αυτοκράτωρ), ο Γουλιέλμος εκστρατεύει προληπτικά και λεηλατεί τα παπικά εδάφη. Η άμεση αντίδραση του Άγγλου πάπα Αδριανού Δ΄ είναι ο αφορισμός του Νορμανδού ηγεμόνα. Η διαμάχη αυτή παρέχει στους βαρόνους της Κάτω Ιταλίας την καλύτερη ευκαιρία για να εξεγερθούν κατά του βασιλιά τους. Αρχηγός των στασιαστών είναι ο Ροβέρτος του Λοριτέλλο, εξάδελφος του Γουλιέλμου (είναι γιος του Ροβέρτου του Κονβερσάνο και μιας από τις αδελφές του Ρογήρου Β΄), ο οποίος υποστήριζε ότι με διαθήκη του ο εκλιπών μονάρχης τον είχε ονομάσει διάδοχό του. Καθώς ο Φρειδερίκος επιλέγει να επιστρέψει στη Γερμανία μετά τη στέψη του, οι βαρόνοι στρέφονται για βοήθεια στον πάπα Αδριανό και στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου, οι οποίοι και θα τους υποστηρίξουν. Ο Μανουήλ μάλιστα θα στείλει και στρατεύματα στην Απουλία. Στα τέλη του 1155, όλη η Κάτω Ιταλία (εκτός από κάποιες πόλεις, όπως η Νάπολη, το Σαλέρνο, το Αμάλφι, η Τρόια και το Μέλφι) έχει εξεγερθεί. Ο Γουλιέλμος, όμως, θα αντιδράσει αποφασιστικά. Τον Μάϊο του 1156 θα συντρίψει τις βυζαντινές δυνάμεις κι έπειτα θα τιμωρήσει με σκληρά αντίποινα τις πόλεις και τους βαρόνους που στασίασαν: θα ισοπεδώσει το Μπάρι και το Μπρίντιζι και θα διατάξει να τυφλώσουν τον Ροβέρτο. Αδύναμος πια, ο πάπας Αδριανός θα συνάψει κονκορδάτο με τον Γουλιέλμο (τον Ιούνιο του 1156 στο Μπενεβέντο), αναγνωρίζοντας την εξουσία του.     

Η ελληνική εκστρατεία: Νιώθοντας πια αρκετά ισχυρός, ο Γουλιέλμος θα επιχειρήσει μια επιθετική κίνηση. Βέβαιος ότι ο Φρειδερίκος δεν πρόκειται να αντιδράσει και έχοντας εξασφαλίσει την ουδετερότητα Ενετών και Γενουατών, θα στείλει, το 1157, 140 γαλέρες κατά του Βυζαντίου, αναθέτοντας την αρχηγία στον Στέφανο του Μπάρι, κατεπάνω της Απουλίας και αδελφό του εμίρη των εμίρηδων. Ο νορμανδικός στόλος θα λεηλατήσει τη Χαλκίδα και τις ακτές της Στερεάς και της  Πελοποννήσου και θα επιστρέψει στη Σικελία. Ο Μανουήλ θα λάβει υπόψη την προειδοποίηση και θα κρίνει πιο συμφέρον να συνάψει συνθήκη ειρήνης. Πρώτα, όμως, θα ταλαιπωρήσει τους Νορμανδούς: σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να φανεί ότι σύρεται από αδυναμία σε συνθηκολόγηση. Ενθαρρύνει μια ακόμη εξέγερση των βαρόνων της Απουλίας και λεηλατεί τις ακτές της, την ίδια ώρα που οι συνομιλίες έχουν ήδη αρχίσει. Τελικά, την άνοιξη του 1158, μετά από μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις στο Παλέρμο και την Ανκόνα, συνάπτεται στην Κωνσταντινούπολη συνθήκη τριακονταετούς ειρήνης.   

Η απώλεια των κτήσεων στην Αφρική: Γρήγορα, ωστόσο, οι αρχικές επιτυχίες θα δώσουν τη θέση τους σε σοβαρούς κινδύνους: η πρώτη εξωτερική απειλή θα έχει ως συνέπεια σημαντικές απώλειες για το νορμανδικό βασίλειο. Στη Βόρειο Αφρική, οι Βερβέροι Αλμοάδες εξαπλώνονται, κατακτώντας την αραβική Ανδαλουσία και το μεγαλύτερο μέρος του Μαγκρέμπ. Όταν το 1159 ο αυτοανακηρυχθείς χαλίφης Αμπντ-αλ-Μουμίν εμφανίζεται στον κόλπο της Τύνιδας έχει σημάνει η ώρα του τέλους των νορμανδικών κτήσεων στην Ιφρικίγια. Μόνο η Μαχντία αντιστέκεται και πολιορκείται. Ο νορμανδικός στόλος θα επιχειρήσει να σπάσει τον αποκλεισμό και να βοηθήσει τους πολιορκημένους, αλλά θα αποτύχει. Η νορμανδική φρουρά θα αναγκαστεί να συνθηκολογήσει και να αποχωρήσει από την πόλη τον Ιανουάριο του 1160.    

Το πραξικόπημα του Παλέρμου: Ακόμη φοβερότερος θα αποδειχθεί ο εσωτερικός κίνδυνος. Ο παντοδύναμος Μαίων έχει προκαλέσει την έχθρα όλων των ισχυρών του βασιλείου. Μια μεγάλη συνωμοσία αρχίζει να οργανώνεται, έχοντας ως αρχικό στόχο των εμίρη των εμίρηδων. Στις 10 Νοεμβρίου 1160, ο Μαίων έχει μόλις επισκεφθεί τον Ούγο, αρχιεπίσκοπο του Παλέρμου (ο οποίος είναι συνεννοημένος με τους συνωμότες): μόλις βγαίνει, οι συνωμότες τον δολοφονούν έξω από τον καθεδρικό της πόλης. Μετά τη δολοφονία του πιο έμπιστου συμβούλου του, ο Γουλιέλμος οφείλει να αντιδράσει. Η μόνη του κίνηση θα είναι να αντικαταστήσει τον δολοφονημένο με τον Ερρίκο Αρίστιππο, αρχιδιάκονο της Κατάνης, σπουδαίο λόγιο (είχε μεταφράσει από τα ελληνικά στα λατινικά τα Μετεωρολογικά του Αριστοτέλη, διαλόγους του Πλάτωνα και τα έργα του Γρηγόριου του Ναζιανζηνού), αλλά πολιτικό δίχως πυγμή. Στο μεταξύ, οι τάξεις των συνωμοτών ενισχύονται: προσχωρούν ο Σίμων, νόθος γιος του Ρογήρου Β΄, από τον οποίο ο Γουλιέλμος είχε αφαιρέσει το φέουδο του Τάραντα, και ο Τανκρέδος του Λέτσε, νόθος γιος του Ρογήρου της Απουλίας (άρα εγγονός του Ρογήρου) και της κόρης του κόμη του Λέτσε. Στις 9 Μαρτίου 1161 εκδηλώνεται ένα αληθινό πραξικόπημα: οι στασιαστές καταλαμβάνουν τα ανάκτορα, φυλακίζουν τη βασιλική οικογένεια, λεηλατούν το παλάτι  και δολοφονούν τους έμπιστους αυλικούς του Γουλιέλμου.

Ο λαός, όμως, αντιδρά και πλήθος συγκεντρώνεται έξω από τα ανάκτορα για να υποστηρίξει τον βασιλιά. Προσπαθώντας να κατευνάσουν τον πληθυσμό του Παλέρμου, οι συνωμότες περιφέρουν στους δρόμους της πόλης τον μικρό Ρογήρο, πρωτότοκο γιο του Γουλιέλμου, υποσχόμενοι να τον στέψουν σύντομα βασιλιά. Ο λαός δεν πείθεται: ένοπλοι πολιορκούν το παλάτι για να απελευθερώσουν τον μονάρχη. Μέσα στον πανικό, ένα βέλος βρίσκει καταλάθος τον Ρογήρο και τον σκοτώνει. Οι στασιαστές αναγκάζονται να ελευθερώσουν τον Γουλιέλμο και να διαπραγματευθούν μαζί του. Ψυχικά συντετριμμένος, άβουλος, ο Γουλιέλμος συγχωρεί. Η αδράνεια του βασιλιά δυναμώνει την εξέγερση. Ξαφνικά, ο Γουλιέλμος ξαναβρίσκει τον εαυτό του και αντιδρά: εκτελεί πολλούς από τους συνωμότες και, με λουτρό αίματος, καταστέλει την εξέγερση στη Σικελία και στην Κάτω Ιταλία. Η εξουσία του έχει αποκατασταθεί, αλλά οι πληγές είναι πάρα πολλές για να ξεχαστούν. Τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Γουλιέλμου θα κυλήσουν δίχως ταραχές. Στις 7 Μαΐου 1166, ο Γουλιέλμος θα πεθάνει από χρόνια δυσεντερία και θα ταφεί στο βασιλικό παρεκκλήσιο των ανακτόρων του Παλέρμου. Στην ιστορία θα μείνει ως ο «Γουλιέλμος ο κακός». Στην πραγματικότητα ήταν απλώς κακότυχος.

Γουλιέλμος Β΄: Διάδοχος του νεκρού βασιλιά ήταν ο δεκατριάχρονος γιος του, ο Γουλιέλμος. Καθώς ήταν ανήλικος, η μητέρα του, η βασίλισσα Μαργαρίτα, ανέλαβε την αντιβασιλεία. Το κύριο μέλημά της ήταν να διασφαλίσει την ειρήνη στο εσωτερικό του βασιλείου. Αμνήστευσε τους πολιτικούς κρατουμένους και επιχείρησε να σχηματίσει τη δική της ομάδα έμπιστων συμβούλων, μια και ήταν καχύποπτη απέναντι σε αυτούς του συζύγου της, ακόμη και σε όσους είχαν αποδείξει την αφοσίωσή τους στη δυναστεία των Ωτβίλλ (όπως ο νοτάριος Ματθαίος του Αγιέλλο). Ο πρώτος ευνοούμενος της Μαργαρίτας θα είναι ο Πέτρος, ευνούχος μουσουλμανικής καταγωγής, ο οποίος είχε υπηρετήσει τον Γουλιέλμο Α΄ ως αρχιθαλαμηπόλος. Δεν θα μείνει για πολύ στη θέση του ισχυρού άνδρα του καθεστώτος: έχοντας να αντιμετωπίσει την έχθρα του Ματθαίου και του Γκωτιέ Οφαμίλ (παιδαγωγού του ανήλικου βασιλιά) θα φύγει κρυφά από το Παλέρμο και θα αναζητήσει καταφύγιο στους Αλμοάδες της Βόρειας Αφρικής. Η Μαργαρίτα θα στραφεί τότε στην οικογένειά της: θα ζητήσει από τον θείο της, τον αρχιεπίσκοπο της Ρουέν, να της στείλει κάποιον έμπιστο για να του αναθέσει τις τύχες του βασιλείου. Αυτός θα της στείλει έναν νεαρό και άπειρο ευγενή, τον Στέφανο του Περς, ο οποίος θα ονομαστεί αμέσως αρχιεπίσκοπος του Παλέρμου και καγκελάριος. Η έχθρα των άλλων αυλικών προς τον «αλεξιπτωτιστή», η απειρία του Στέφανου και η επιθυμία του να ελέγξει τα πάντα θα καταδικάσουν γρήγορα το εγχείρημα σε αποτυχία. Ο Στέφανος θα προβεί σε μεταρρύθμιση του καθεστώτος της ανακτορικής καγκελαρίας, καταργώντας όλα τα προνόμια των δημοσίων υπαλλήλων. Άλλες ενέργειές του θα εξοργίσουν τον μουσουλμανικό πληθυσμό. Στο τέλος, το καλοκαίρι του 1168, θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει για πάντα τη Σικελία: θα επιβιβαστεί σε ένα πλοίο και θα αναχωρήσει για τους Άγιους Τόπους. Όλοι οι εχθροί του θα ανταμειφθούν: ο Γκωτιέ Οφαμίλ θα γίνει ο νέος αρχιεπίσκοπος, ο Ματθαίος καγκελάριος, οι υπόλοιποι θα μπουν στο βασιλικό συμβούλιο.

Το 1171, ο Γουλιέλμος Β΄ ενηλικιώνεται και αναλαμβάνει την εξουσία (με κύριους συμβούλους τον Γκωτιέ Οφαμίλ και τον Ματθαίο του Αγιέλλο). Δεν θα αργήσει και η πρώτη πρόταση γάμου, η οποία θα είναι και ιδιαίτερα σημαντική, μια και ο αυτοκράτορας Μανουήλ θα προτείνει τον γάμο του νεαρού Νορμανδού με την κόρη του Μαρία. Ο Γουλιέλμος θα περιμένει στον Τάραντα την μνηστή του, μόνο που το πλοίο που θα μετέφερε την πορφυρογένητη πριγκίπισσα δεν θα φανεί ποτέ, μια και ποτέ δεν ξεκίνησε από την Βασιλεύουσα. Η ταπείνωση αυτή δεν θα ξεχαστεί ποτέ και θα καθορίσει τη μετέπειτα αντιβυζαντινή στάση του. 

Στη συνέχεια, όμως, ο νεαρός Γουλιέλμος θα έχει αρκετές διπλωματικές επιτυχίες, η πρώτη από τις οποίες θα είναι η ειρήνη με τον Γερμανό αυτοκράτορα. Τον Σεπτέμβριο του 1174 ο Φρειδερίκος πέρασε ξανά τις Άλπεις και πολιόρκησε ανεπιτυχώς την Αλεξάνδρεια του Πεδεμοντίου, τη νεοϊδρυθείσα πόλη-σύμβολο της συμμαχίας ανάμεσα στην ένωση των ιταλικών πόλεων και τον πάπα Αλέξανδρο Γ΄. Ο αυτοκράτορας αντιμετώπισε τις ιταλικές και παπικές δυνάμεις στο Λενιάνο της Λομβαρδίας, στις 29 Μαΐου 1176, όπου και συνετρίβη. Τα νέα δεδομένα καθιστούσαν εφικτή τη σύναψη συνθήκης μεταξύ του πάπα και του αυτοκράτορα, κάτι που συνέβη στη μεγάλη διπλωματική διάσκεψη της Βενετίας, τον Ιούλιο του 1176. Στο πλαίσιο της διάσκεψης αυτής, υπογράφηκε συνθήκη ειρήνης και μεταξύ της Αγίας Γερμανικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και του νορμανδικού βασιλείου της Σικελίας και Κάτω Ιταλίας.

Ο Γουλιέλμος, που στις 13 Φεβρουαρίου 1177 νυμφεύθηκε στο Παλέρμο την Ιωάννα της Αγγλίας, κόρη του Ερρίκου Β΄, θα επιτύχει να συνάψει ειρήνη και με τον Αλμοάδα χαλίφη Αμπού Γιουσούφ Γιακούμπ. Ο χαλίφης θα δώσει ως δώρο στον Νορμανδό και δύο λιμάνια στις ακτές της Τυνησίας. Πλέον επικρατεί ειρήνη ανάμεσα στο βασίλειο της Σικελίας και όλους τους παλιούς εχθρούς του, ακόμη και με το Βυζάντιο, εκεί όπου δραματικά γεγονότα συνέβαιναν την ίδια περίοδο.

Η εκστρατεία κατά του Βυζαντίου: Τον Αύγουστο του 1180, πέθανε ο Μανουήλ Κομνηνός, αφήνοντας διάδοχο τον δωδεκάχρονο Αλέξιο. Η άκηση της αντιβασιλείας από τη χήρα του Μανουήλ, τη Μαρία της Αντιοχείας, αποδείχθηκε μάλλον ατυχής. Οι αδεξιότητες της δυτικής αυτοκράτειρας προκάλεσαν την αντίδραση του πληθυσμού, ο οποίος άρχισε τις βιαιοπραγίες κατά των Λατίνων που ζούσαν στη Βασιλεύουσα. Την κατάσταση εκμεταλλεύθηκε ο ο εξάδελφος του Μανουήλ, ο Ανδρόνικος Κομνηνός, ο οποίος σφετερίστηκε την εξουσία. Αφού ανακηρύχθηκε συμβασιλέας, εξολόθρευσε όλους τους πιθανούς αντιπάλους του. Πρώτα δηλητηρίασε την κόρη του Μανουήλ, τη Μαρία, και τον σύζυγό της, τον Ρενιέ τον Μομφερρατικό κι έπειτα έβαλε να πνίξουν με τη χορδή ενός τόξου τον μικρό Αλέξιο.

Την ίδια εποχή, εμφανίστηκε στο Παλέρμο ένας αμφίβολης προέλευσης και ηθικής καλόγερος, ο Σικουντηνός, συνοδευόμενος από έναν έφηβο για τον οποίο ισχυριζόταν ότι ήταν ο νεαρός Αλέξιος. Λίγοι φυσικά ξεγελάστηκαν από μια τόσο χονδροειδή απάτη. Για τον σικελικό θρόνο, όμως, η ιστορία αυτή προσέφερε την τέλεια αφορμή για μια επίθεση κατά του Βυζαντίου. Παρά τις συμβουλές των εμπίστων του, ιδίως του Γκωτιέ Οφαμίλ, ο Γουλιέλμος συγκέντρωσε μια πελώρια αρμάδα και ένα μεγάλο εκστρατευτικό σώμα (αποτελούμενο από 20.000 στρατιώτες), το οποίο, υπό τις διαταγές του Τανκρέδου του Λέτσε και συνοδευόμενο από έναν άλλο Αλέξιο Κομνηνό, τον ανηψιό του Μανουήλ, ξεκίνησε στις 11 Ιουνίου 1185. Στις 24 Ιουνίου καταλήφθηκε το Δυρράχιο. Ο στρατός αποβιβάστηκε, κινήθηκε προς τη Μακεδονία και στις 6 Αυγούστου έφτασε έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης. Ο στόλος, με τον Τανκρέδο, κατέλαβε τα Επτάνησα, περίπλευσε την Πελοπόννησο και στις 15 Αυγούστου μπήκε στον Θερμαϊκό. Η δεύτερη πόλη της αυτοκρατορίας ήταν πια αποκλεισμένη από ξηράς και θαλάσσης. Ο, όχι ιδιαίτερα ικανός, διοικητής της, ο Δαυίδ Κομνηνός, είχε στη διάθεσή του ένα ανομοιογενές στράτευμα από Σέρβους, Αλανούς και Γερμανούς μισθοφόρους. Γρήγορα, η άμυνα της πόλης κάμφθηκε και στις 24 Αυγούστου οι Νορμανδοί κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη εν μέσω σφαγών και λεηλασιών (αναλυτική περιγραφή τους μπορεί να βρει κανείς στο χρονικό του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Ευστάθιου). Αφού παρέμεινε για ένα διάστημα στη Θεσσαλονίκη, ο νορμανδικός στρατός χωρίστηκε σε δύο τμήματα. Το πρώτο κατευθύνθηκε προς τις Σέρρες για να αντιμετωπίσει τα στρατεύματα που είχε στείλει ο Ανδρόνικος. Το δεύτερο βάδισε προς την Κωνσταντινούπολη. Στη Βασιλεύουσα, όμως, η κατάσταση είχε αλλάξει. Τον Σεπτέμβριο, ο Ισαάκιος Άγγελος είχε ανατρέψει τον Ανδρόνικο. Αφού εκτέλεσε τον προκάτοχό του (τον οποίο πρώτα ο όχλος της Πόλης είχε υποβάλει σε φριχτά βασανιστήρια τα οποία μας διηγείται ο Νικήτας Χωνιάτης), ο Ισαάκιος έστειλε κατά των Νορμανδών έναν ικανό και φιλόδοξο στρατηγό, τον Αλέξιο Βρανά. Ο Βρανάς συνέτριψε πρώτα στη Μοσυνούπολη το στράτευμα που βάδιζε κατά της Βασιλεύουσας κι έπειτα κοντά στον Στρυμώνα το κύριο σώμα των Νορμανδών. Πολλοί αιχμαλωτίστηκαν. Όσοι ξέφυγαν γύρισαν κακήν κακώς στη Θεσσαλονίκη και μπάρκαραν για τη Σικελία. Η εκστρατεία του Γουλιέλμου κατά του Βυζαντίου δεν επρόκειτο να φέρει μεγαλύτερα κέρδη και κτήσεις απ’ ό,τι αυτές των προκατόχων του.

Οι γάμοι του Μιλάνου: Στο μεταξύ, στο πλαίσιο της προσέγγισης του Βασιλείου της Σικελίας με τη Γερμανική Αυτοκρατορία, ο Γουλιέλμος και ο Γκωτιέ Οφαμίλ θα κρίνουν σωστό (παρά την αντίθετη γνώμη του Ματθαίου του Αγιέλλο) να σφραγίσουν τη συμμαχία με ένα δυναστικό γάμο. Έτσι θα συμφωνήσουν με τον Φρειδερίκο Βαρβαρόσα τον γάμου του Ερρίκου, γιου του Φρειδερίκου, Βασιλέα των Ρωμαίων και διαδόχου της αυτοκρατορίας, με την Κωνσταντία, την κόρη του Ρογήρου Β΄. Η τριαντάχρονη Νορμανδή πριγκίπισσα θα αφήσει την ορθόδοξη μονή της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος στο Παλέρμο και θα παντρευτεί τον Ερρίκο στο Μιλάνο, στις 27 Ιανουαρίου 1186.

Ο βασιλιάς Γουλιέλμος δεν είχε αποκτήσει παιδιά από τον γάμο του με την Ιωάννα της Αγγλίας. Πλέον, άρχισε να αποδέχεται την ιδέα ότι δεν θα αποκτούσε ποτέ. Ζήτησε, λοιπόν, από τους Νορμανδούς βαρόνους να ορκιστούν ότι θα τηρήσουν το έθιμο και σε περίπτωση που πεθάνει άκληρος θα δεχθούν ως βασίλισσα την τελευταία νόμιμη απόγονο των Ωτβίλλ, τη θεία του Κωνσταντία. Στις 18 Ιανουαρίου 1189, ο καλός βασιλιάς Γουλιέλμος πέθαινε άκληρος στο Παλέρμο, πριν συμπληρώσει το τριακοστό έβδομο έτος της ζωής του.

Ο καλός βασιλιάς: Η ιστορία τον κατέγραψε με το προσωνύμιο «ο καλός». Ίσως κανένας άλλος μονάρχης της Σικελίας να μην αγαπήθηκε περισσότερο από τον λαό του. Εκατό χρόνια μετά, οι διεκδικητές της Σικελίας δεν θα σταματήσουν να υπόσχονται στους Σικελούς ότι θα τους κυβερνήσουν «όπως στα χρόνια του καλού βασιλιά Γουλιέλμου». Κι όμως, ο Γουλιέλμος δεν προσέφερε νέες κτήσεις στο βασίλειο. Η βασιλεία του δεν απέτρεψε τις τάσεις αποσύνθεσης της διαπολιτισμικής κοινωνίας της Σικελίας: ο εκλατινισμός προχώρησε κι άλλο, κάνοντας τους μουσουλμάνους να νιώθουν ξένοι στην πατρίδα τους και τους Ορθόδοξους πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Το ελληνικό τμήμα της καγκελαρίας του Παλέρμου εξέδιδε όλο και λιγότερα έγγραφα στα ελληνικά: μέσα σε μια πενταετία από τον θάνατο του Γουλιέλμου Β΄ θα σταματήσει εντελώς τη λειτουργία του. Εντούτοις, ο λαός κράτησε την ανάμνηση της μακρόχρονης περιόδου ειρήνης: την έλλειψη εσωτερικών ταραχών και την ειρήνη με τους εξωτερικούς εχθρούς. Κι ίσως δεν είναι άδικο που ήταν αυτή η υστεροφημία του Γουλιέλμου, μια και χάρισε στην ανθρωπότητα ένα από τα πιο λαμπρά αρχιτεκτονικά στολίδια: τον καθεδρικό του Μονρεάλε, στα περίχωρα του Παλέρμου. Πρόκειται αδιαμφισβήτητα για την πιο ολοκληρωμένη έκφραση του συγκρητισμού της νορμανδικής τέχνης της Σικελίας, συνδυάζοντας τον ρωμανικό ρυθμό με βυζαντινά ψηφιδωτά και αραβικά διακοσμητικά στοιχεία. Και μόνο για το μεγαλειώδες δώρο του Μονρεάλε, ο Γουλιέλμος άξιζε να μείνει στην Ιστορία.

Όσο για το βασίλειο, οι μέρες που το περίμεναν ήταν δύσκολες. Η προοπτική να βασιλέψει ένας ξένος, ένας Γερμανός που αγνοούσε τα πάντα για τις ιδιαιτερότητες της Σικελίας, γέμιζε με τρόμο τους αυλικούς, τους Νορμανδούς φεουδάρχες και τον λαό. Τα γεγονότα θα αποδείξουν ότι η ανησυχία αυτή μόνο αδικαιολόγητη δεν ήταν.     

            

ΟΙ ΝΟΡΜΑΝΔΟΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑ – μέρος IV

Νοέμβριος 11, 2009

 Μετά τις απαρχές της νορμανδικής εγκατάστασης στην Κάτω Ιταλία και την εποποιία του Ροβέρτου Γισκάρδου, παρακολουθήσαμε, στο τρίτο μέρος της διήγησης, την ολοκλήρωση της κατάκτησης της Σικελίας και τα πρώτα χρόνια της κυριαρχίας του Ρογήρου του Β΄ μέχρι το χρονικό σημείο της στέψης του στο Παλέρμο ως βασιλιά της Σικελίας, δούκα της Απουλίας και πρίγκιπα της Καπύης. Παρά τη φαινομενική παντοδυναμία του, ο Νορμανδός μονάρχης θα κληθεί πολύ σύντομα να αντιμετωπίσει απίστευτες δυσκολίες. Δύο είναι τα καθοριστικά δεδομένα: πρώτον, η ταραχώδης φύση των Νορμανδών βαρόνων, οι οποίοι περιμένουν την παραμικρή ευκαιρία για να εξεγερθούν, και, δεύτερον, η αστάθεια της διεθνούς πολιτικής σκηνής, λόγω του παπικού σχίσματος μεταξύ Ιννοκέντιου και Ανακλήτου. Ενώ, ο δεύτερος υποστηρίζεται ουσιαστικά μόνον από τον Ρογήρο, ο Ιννοκέντιος καταφέρνει να αποσπάσει τη στήριξη τόσο του Γάλλου βασιλιά όσο και του Γερμανού αυτοκράτορα. Η υπεροχή αυτή του Ιννοκέντιου ενισχύει τις αποσχιστικές τάσεις στο εσωτερικό του βασιλείου του Ρογήρου και σταδιακά θα οδηγήσει σε μια γενικευμένη εξέγερση κατά της εξουσίας του οίκου των Ωτβίλλ.

Κι όμως, η πρώτη σπίθα της φωτιάς έσβησε πολύ γρήγορα. Λίγους μήνες μετά τη στέψη στο Παλέρμο, εξεγέρθηκε κατά του Ρογήρου το Αμάλφι. Ο βασιλιάς αντέδρασε αστραπιαία και οι Αμαλφιτάνοι συνθηκολόγησαν γρήγορα. Έντρομος ο δούκας της Νάπολης Σέργιος ο Ζ΄ έσπευσε να δηλώσει υποτέλεια στον Νορμανδό. Τα δυσκολότερα άρχισαν όταν έγινε γνωστό ότι ο Ιννοκέντιος, υποστηριζόμενος από τον Γερμανό αυτοκράτορα Λοθάριο τον Γ΄, βάδιζε με στρατεύματα κατά της Ρώμης. Ο Ανάκλητος θα ζητήσει βοήθεια από τον Ρογήρο, ο οποίος θα του στείλει ενισχύσεις υπό τον Ραινόλφ της Αλίφε. Το πρόσωπο αξίζει την προσοχή μας, γιατί στα επόμενα χρόνια πρόκειται να ηγηθεί της εξέγερσης. Είναι γαμπρός του Ρογήρου, αλλά οι μεταξύ τους σχέσεις είναι λεπτές: η Ματθίλδη, η αδελφή του Ρογήρου, μόλις έχει εγκαταλείψει τον νόμιμο σύζυγό της παραπονούμενη ότι αυτός την κακομεταχειρίζεται. Παράλληλα, ο Ρογήρος υποπίπτει σε ένα σφάλμα: κατά παράβαση κάθε φεουδαλικού εθίμου κι ενώ ο άρχοντας της Αλίφε βαδίζει προς τη Ρώμη, ο Ρογήρος προσαρτά τα φέουδα του αδελφού του Ραινόλφ, του Ριχάρδου. Η κατάσταση επιδεινώνεται, καθώς οι ταραχές γενικεύονται. Στην Απουλία εξεγείρονται ο Γριμοάλδος του Μπάρι και ο Τανκρέδος του Κονβερσάνο. Κι ενώ αυτούς τους δυο ο Ρογήρος θα τους συντρίψει μάλλον εύκολα την άνοιξη του 1132, η εξέγερση στην Καμπανία θα πάρει πιο επικίνδυνη τροπή. Ο Ραινόλφ θα βρει ένα σπουδαίο σύμμαχο στο πρόσωπο του Ροβέρτου του Β΄ της Καπύης, του άρχοντα που είχε διεκδικήσει παλιότερα μαζί με τον Ρογήρο τη διαδοχή του δουκάτου της Απουλίας. Ροβέρτος και Ραινόλφ συγκεντρώνουν αξιόμαχο στράτευμα και αναγκάζουν τον Ρογήρο να δώσει μάχη στις όχθες του Σάρνου, στις 25 Ιουλίου 1132. Η σύγκρουση είναι αμφίρροπη, αλλά τελικά ο Ρογήρος θα ηττηθεί και θα υποχωρήσει στη Σικελία. Η επικράτηση του συνασπισμού των εξεγερμένων βαρόνων και των υποστηρικτών του Ιννοκέντιου φαίνεται να κερδίζει τη σύγκρουση. Τον Ιούνιο του 1133, ο Ιννοκέντιος θα στέψει με κάθε επισημότητα τον Λοθάριο ως αυτοκράτορα, παρουσία του Ροβέρτου και του άρχοντα της Αλίφε. Κι όμως, ο Ρογήρος θα κατορθώσει να αντεπιτεθεί και να ανατρέψει την κατάσταση: το ίδιο καλοκαίρι, θα αποβιβασθεί στην Καλαβρία με στρατεύματα ως επί το πλείστον αραβικά. Αφού καταστρέψει εκ θεμελίων τη Βενόζα, θα στραφεί κατά της Απουλίας. Υποτάσσει πρώτα τα φέουδα των βαρόνων κι έπειτα τις πόλεις, τη μία μετά την άλλη: Τρόια, Μέλφι, Άσκολι. Την άνοιξη του 1134 θα ολοκληρώσει επιτυχώς την επιχείρηση, ανακτώντας την Καμπανία. Πρώτα ο Ραινόλφ κι έπειτα ο Ροβέρτος της Καπύης θα συνθηκολογήσουν.

Ωστόσο, το έτος 1135 δεν θα αρχίσει καλά για τον Ρογήρο. Πρώτα, θα πεθάνει η σύζυγός του, η Ελβίρα της Καστίλλης. Έπειτα, θα αρρωστήσει σοβαρά ο ίδιος. Οι συνθήκες αυτές προσφέρουν στον Ραινόλφ την ιδανική ευκαιρία για να στασιάσει εκ νέου. Ο Ρογήρος, πάντως, θα προσπαθήσει να θέσει την κατάσταση υπό έλεγχο: θα καταστρέψει την Αβέρσα και θα πολιορκήσει τη Νάπολη. Τα πολύ σοβαρά προβλήματα θα προκληθούν με την παρέμβαση του γερμανικού παράγοντα. Στο τέλος του 1136, ο Λοθάριος συγκεντρώνει ισχυρότατα στρατεύματα και περνά πάλι το Μπρέννερ. Φτάνοντας στην Ιταλία, χωρίζει τον στρατό του σε δύο τμήματα. Το ένα, υπό τον Ερρίκο της Βαυαρίας, ξεκινά να υποτάξει την Τοσκάνη και, έπειτα, να εισβάλει στην Καμπανία και την Καλαβρία. Ο ίδιος ο Λοθάριος θα βαδίσει κατά της Απουλίας. Οι επιχειρήσεις στέφονται από επιτυχία: όλη η νότια Ιταλία παραδίδεται στον αυτοκράτορα. Το Μπάρι τον υποδέχεται ως ελευθερωτή. Όλοι οι εχθροί του Ρογήρου (Ιννοκέντιος, Λοθάριος, Ροβέρτος, Ραινόλφ, Πίζα) ενώνουν τις δυνάμεις τους και καταλαμβάνουν το Σαλέρνο, τη σημαντικότερη ναυτική και στρατιωτική βάση του βασιλιά της Σικελίας. Στις αρχές του φθινοπώρου, ο Λοθάριος αισθάνεται ότι πρέπει να επιστρέψει στη Γερμανία για να ασχοληθεί με τις υποθέσεις της πατρίδας του. Ο Ρογήρος βρίσκει την ευκαιρία να αντεπιτεθεί: ανακαταλαμβάνει την Καμπανία μέχρι το Μπενεβέντο, έπειτα στρέφεται ανατολικά, αλλά οι αντίπαλοί του τον υποχρεώνουν σε μάχη βόρεια της Φότζα. Η σύγκρουση της 30ής Οκτωβρίου 1137 τελειώνει με συντριβή του Ρογήρου. Ο Νορμανδός ηγεμόνας, για δεύτερη φορά μέσα σε πέντε χρόνια, βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού. Κατά τα φαινόμενα, είναι πλέον μια τελειωμένη ιστορία.

Δύο θάνατοι, όμως, θα μεταβάλουν τα δεδομένα. Πρώτος θα πεθάνει ο διεκδικητής του παπικού θρόνου, ο Ανάκλητος ο Β΄. Στις 25 Ιανουαρίου 1138, η χριστιανοσύνη μένει με ένα μόνο πάπα, αυτόν που έχει αφορίσει τον Ρογήρο. Θεωρητικά, η κατάσταση έχει επιδεινωθεί περαιτέρω για τον Σικελό μονάρχη. Στις 30 Απριλίου 1139, όμως, πεθαίνει στην Τρόια και ο άρχοντας της Αλίφε, ο ουσιαστικός ηγέτης του συνασπισμού κατά του Ρογήρου. Ο Νορμανδός ηγεμόνας θα τα παίξει όλα για όλα. Συγκεντρώνει όσες στρατιωτικές δυνάμεις μπορεί και αναθέτει στον πρωτότοκο γιο του, που ονομάζεται κι αυτός Ρογήρος και έχει διορισθεί από τον πατέρα του δούκας της Απουλίας, να ανακαταλάβει το φέουδό του. Ο μικρός Ρογήρος τα καταφέρνει περίφημα. Παράλληλα, ο Ρογήρος ο Β΄ επιδιώκει να δώσει την αποφασιστική μάχη κατά του Ιννοκέντιου και των συμμάχων του. Στις 22 Ιουλίου 1139, συγκρούεται με τα παπικά στρατεύματα στις όχθες του Γκαριλιάνο, κοντά στο Μόντε Κασσίνο. Η μάχη τελειώνει με θρίαμβο του Ρογήρου. Ο Ιννοκέντιος βρίσκεται στο έλεος του Νορμανδού. Τρεις μέρες αργότερα, στο Μινιάνο, θα αναγνωρίσει τον Ρογήρο ως βασιλέα της Σικελίας, δούκα της Απουλίας και πρίγκιπα της Καπύης. Στις 27 Ιουλίου θα εκδοθεί και η σχετική παπική βούλα. Μετά από την εξέλιξη αυτή, όλες οι πόλεις της Κάτω Ιταλίας θα αναγνωρίσουν την κυριαρχία του Ρογήρου. Μόνο το Μπάρι θα προβάλει αντίσταση. Κατόπιν πολιορκίας θα συνθηκολογήσει και θα υποστεί φοβερά αντίποινα.

Αυτή τη φορά ο Ρογήρος ο Β΄ είναι οριστικά και αδιαφιλονίκητα ο ηγεμόνας της Κάτω Ιταλίας. Έχει πλέον τη δυνατότητα να ασχοληθεί με την οργάνωση του βασιλείου του. Το καλοκαίρι του 1140 θα συγκαλέσει τη σύνοδο του Αριάνο, όπου θα μετάσχουν οι άρχοντες, οι αξιωματούχοι και οι νομομαθείς του κράτους με σκοπό να κωδικοποιήσουν και, όπου κρίνεται αναγκαίο, να τροποποιήσουν τους νόμους του νορμανδικού βασιλείου. Οι Ασσίζες του Αριάνο αποτελούν την πληρέστερη, ίσως, κωδικοποίηση νομικών διατάξεων του Μεσαίωνα. Όπως επισημαινόταν «οι νόμοι και οι αποφάσεις του βασιλέως ισχύουν για όλους τους υπηκόους, Λατίνους, Έλληνες, Ιουδαίους και Σαρακηνούς. Ουδόλως θίγονται, όμως, τα υφιστάμενα ήθη κι έθιμα και οι νόμοι των λαών αυτών, εκτός κι αν αντιβαίνουν προδήλως στους νόμους και τις αποφάσεις του βασιλέως». Γενικά, η διοικητική οργάνωση του νορμανδικού βασιλείου φτάνει στα χρόνια αυτά στο υψηλότερο επίπεδο εξέλιξης και πληρότητας. Η γραμματεία των ανακτόρων περιλαμβάνει πλήθος μεταφραστών, δεδομένου ότι οι αποφάσεις και τα διατάγματα εκδίδονται σε πολλές γλώσσες (λατινικά, γαλλικά, ελληνικά, αραβικά, εβραϊκά) αναλόγως των αποδεκτών τους. Το πλέον χαρακτηριστικό διοικητικό όργανο είναι η dohana de secretis, πραγματικό Υπουργείο Οικονομικών και Ελεγκτικό Συνέδριο μαζί. Με όπλα ένα τέλειο κτηματολόγιο και τη λεπτομερέστερη καταγραφή των ανθρώπινων πόρων και των πλουτοπαραγωγικών πηγών του βασιλείου, η dohana μεριμνά για τον ισοβαρή καταμερισμό των φορολογικών βαρών και για την έγκαιρη είσπραξη φόρων, τελών και δασμών και ελέγχει τις δημόσιες δαπάνες.

Παράλληλα, ο Ρογήρος θέτει σε εφαρμογή την επεκτατική εξωτερική πολιτική του. Ο πρώτος στόχος δεν είναι τίποτε λιγότερο από το Βυζάντιο. Επί της αρχής, η συνύπαρξη δύο μοναρχιών που στοχεύουν θεωρητικά στην οικουμενικότητα δεν είναι δυνατή. Έτσι, το 1147, μεγάλος νορμανδικός στόλος με ναύαρχο τον Γεώργιο τον Αντιοχέα σαλπάρει από το Οτράντο: καταλαμβάνει την Κέρκυρα, περιπλέει την Πελοπόννησο και λεηλατεί τις ακτές της Εύβοιας, της Αττικής και της Βοιωτίας. Μετά τη Θήβα, λεηλατείται και η Κόρινθος. Σε επίπεδο εκφοβισμού και συλλογής πλιάτσικου, η ελληνική εκστρατεία συνιστά απόλυτη επιτυχία. Δεν πρόκειται, όμως, να οδηγήσει ούτε σε μόνιμες εδαφικές κτήσεις ούτε, φυσικά, στην ανατροπή της αυτοκρατορίας. Άλλωστε, ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός θα αντιδράσει γρήγορα και τελικά θα αναγκάσει τον στόλο του Γεώργιου σε υποχώρηση.

Πολύ πιο ουσιαστικά και με μεγαλύτερη διάρκεια είναι τα κέρδη που θα αποφέρει η πολιτική επέκτασης στην Ιφρικίγια. Ο Ρογήρος συνάπτει φιλικές σχέσεις με τους Φατιμίδες του Καΐρου και στρέφεται ενάντια στους, διπλωματικά απομονωμένους, Ζιρίδες εμίρηδες. Ήδη από το 1135 η Μαχντία είναι υποτελής στον Νορμανδό ηγεμόνα. Έπειτα, καταλαμβάνεται η νήσος Τζέρμπα, το 1146 η Τρίπολη της Λιβύης και το 1148 το Σφαξ και τα υπόλοιπα εδάφη της σημερινής Τυνησίας και βόρειας Λιβύης. Η κεντρική Μεσόγειος είναι πια, σύμφωνα με τον Γάλλο ιστορικό Πιερ Ωμπέ, «νορμανδική λίμνη». Οι αφρικανικές κτήσεις θα αποτελέσουν βασικό παράγοντα για την ανάπτυξη του εμπορίου στο νορμανδικό βασίλειο.

Πέρα από το εμπόριο και την οικονομία, η ανάπτυξη των γραμμάτων και των τεχνών συνιστά ένα ακόμη χαρακτηριστικό της νορμανδικής Σικελίας και νότιας Ιταλίας στα χρόνια του Ρογήρου του Β΄. H διαπολιτισμικότητα είναι το βασικό γνώρισμα και της πολιτιστικής άνθισης. Αφενός, οι Νορμανδοί εισήγαγαν στη Σικελία τα φραγκικά έπη και το ιπποτικό μυθιστόρημα, από το Τραγούδι του Ρολάνδου ως τον Τριστάνο και την Ιζόλδη. Είναι εντυπωσιακό ότι ακόμη και σήμερα οι ήρωες στο σικελικό θέατρο μαριονετών είναι συχνά ιππότες του Καρλομάγνου. Ταυτόχρονα, παρατηρείται μια έντονη δραστηριότητα συγγραφής χρονικών και ιστορικών κειμένων στη λατινική γλώσσα (δύο από τα σημαντικότερα χρονικά της νορμανδικής Ιταλίας είναι προγενέστερα του Ρογήρου του Β΄, καθόσον γράφτηκαν στα τέλη του 11ου αιώνα: πρόκειται για την Historia sicula του Γοδεφρείδου Μαλατέρρα, που εξιστορεί την κατάκτηση της Σικελίας από τον Ρογήρο τον Α΄, και για τα Gesta Roberti Wiscardi του Γουλιέλμου της Απουλίας,  με θέμα την εποποιία του Ροβέρτου Γισκάρδου. Ένα άλλο έργο, το Liber de regno Siciliae του Ούγου Φαλκάνδου, είναι μεταγενέστερο της βασιλείας του Ρογήρου και αφορά την περίοδο που θα μας απασχολήσει στο επόμενο μέρος). Αφετέρου, ο Ρογήρος, άριστος γνώστης της ελληνικής και της αραβικής, δημιούργησε τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη των γραμμάτων στις δύο αυτές γλώσσες.

Όσον αφορά το ελληνικό στοιχείο, ο Ρογήρος όχι μόνο συνέχισε την πολιτική της μητέρας του για την οικονομική ενίσχυση των ορθόδοξων μονών της Σικελίας και της Καλαβρίας, αλλά ενθάρρυνε στην αυλή και τη δράση διαφόρων Ελλήνων λογίων. Ανάμεσα σε αυτούς, ο θεολόγος Θεοφάνης Κεραμεύς και ο Νείλος Δοξαπατρής, μοναχός από την Καλαβρία, ο οποίος συνέγραψε μια ιστορία των πέντε Πατριαρχείων, με την οποία επιχειρεί να αποδείξει την υπεροχή του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Επίσης, δύο από τις σπουδαιότερες ελληνικές βιβλιοθήκες της εποχής ήταν αυτές των Συρακουσών και της Μεσσήνης.      

Η αραβόφωνη λογοτεχνική παραγωγή εκπροσωπείται από μια σειρά Σικελών ποιητών, όπως ο Ιμπν Ομάρ από τη Μπούτερα ή ο Αμπντ-αρ-ραχμάν από το Τράπανι. Το σημαντικότερο, όμως, αραβόφωνο έργο στα χρόνια του Ρογήρου είναι η γεωγραφία του Αλ Ιντρισί. Γεννημένος το 1100 στη Θέουτα, σπουδασμένος στην Κορδούη και πολυταξιδεμένος, ο Αλ Ιντρισί συνέταξε ένα μεγαλειώδες για τα δεδομένα της εποχής γεωγραφικό πόνημα. Στηριζόμενος στις γνώσεις του αλλά και στις πληροφορίες που συνέλεξε επί σειρά ετών (όλοι οι ναυτικοί των οποίων τα πλοία αγκυροβολούσαν σε λιμάνια του βασιλείου καλούνταν να συμπληρώσουν τα ερωτηματολόγια του Άραβα γεωγράφου), ολοκλήρωσε τον Ιανουάριο του 1154 το «Kitâb Nuzhat al-muchtâq fî ikhtirâq al-âfâq», ευλόγως γνωστότερου ως «al-kitâb al-Rudjari», δηλ. το βιβλίο του Ρογήρου. Ο άτλας συνοδευόταν από επτά χάρτες και ένα επιπεδοσφαίριο. 

Τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Ρογήρου σκιάσθηκαν από τους θανάτους αγαπημένων προσώπων. Το 1152 πέθανε πρώτα ο Γεώργιος ο Αντιοχεύς, λίγο μετά ο πρωτότοκος γιος του βασιλιά, ο δούκας της Απουλίας. Στις 26 Φεβρουαρίου 1154 πέθαινε και ο ίδιος ο μονάρχης που συνδύασε το όνομά του με το απόγειο του νορμανδικού βασιλείου της Σικελίας και Κάτω Ιταλίας. «Rogerius in Christo pius, potens rex et christianorum adjutor», «Ρογέριος ευσεβής εν Χριστώ, ισχυρός Βασιλεύς και προστάτης των χριστιανών», «Mu’adham nâsir al-nasrâniya». Ποτέ δεν θα ξαναγνωρίσει τέτοια ακμή το βασίλειο ούτε οι λαοί του θα ζήσουν ξανά σε τέτοια αρμονία.

Διάδοχος στον σικελικό θρόνο ήταν ο μεγαλύτερος επιζών γιος του Ρογήρου, ο Γουλιέλμος. Ωστόσο, ο Ρογήρος ο Β΄ θα άφηνε και μια άλλη κληρονομιά: όταν πέθανε ο ηγεμόνας, η τρίτη σύζυγός του, η Βεατρίκη, ήταν έγκυος. Η Κωνσταντία, το κορίτσι που θα γενιόταν μετά τον θάνατο του πατέρα της και θα μεγάλωνε σε ένα ορθόδοξο μοναστήρι, επρόκειτο, τριάντα χρόνια αργότερα, να καθορίσει τη μοίρα του νορμανδικού βασιλείου.  

          


Αρέσει σε %d bloggers: