Posts Tagged ‘Νεότεροι Χρόνοι’

«1917 – Η Χρονιά των Επαναστάσεων» – Μέρος 3: Διά πυρός και σιδήρου! Οι Μπολσεβίκοι εδραιώνουν την εξουσία τους

Σεπτεμβρίου 30, 2018

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ

ΔΙΑ ΠΥΡΟΣ ΚΑΙ ΣΙΔΗΡΟΥ! ΟΙ ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΟΙ ΕΔΡΑΙΩΝΟΥΝ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΟΥΣ

Οι ιδρυτικές πράξεις του νέου καθεστώτος είναι τα διατάγματα για την ειρήνη και τη γη, τα οποία ψηφίζονται αμέσως μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Το πρώτο συνιστά μια συμβολική όσο και ουτοπική διακήρυξη αρχών, καθώς καλεί «τους λαούς και τις κυβερνήσεις όλων των εμπολέμων κρατών σε διαπραγματεύσεις με στόχο την επίτευξη ειρήνης χωρίς προσαρτήσεις εδαφών και χωρίς πολεμικές αποζημιώσεις». Το δεύτερο έχεις πολύ πιο ουσιαστικές συνέπειες: καταργεί την ιδιωτική ιδιοκτησία γης και μεταφέρει τον έλεγχο όλων των εκτάσεων στις τοπικές επιτροπές οι οποίες πρέπει να τις αναδιανείμουν στους αγρότες βάσει των αναγκών των δεύτερων. Σε κάθε οικογένεια δίνονται 20 με 30 στρέμματα γης. Η κίνηση αυτή δεν επιλύει το αγροτικό ζήτημα, αλλά εξασφαλίζει στους Μπολσεβίκους την υποστήριξη μεγάλου μέρους του αγροτικού πληθυσμού, υποστήριξη που θα αποδειχθεί κρίσιμη στη συνέχεια.

Για να ασκήσουν στοιχειωδώς εξουσία στις περιοχές που ελέγχουν, οι Μπολσεβίκοι πρέπει να διευθετήσουν μια σειρά από ζητήματα. Πρέπει να δώσουν τέλος στον πόλεμο και να εδραιώσουν την πολιτική κυριαρχία τους (Α). Στη συνέχεια θα βρεθούν αντιμέτωποι με σειρά αντιπάλων οι οποίοι επιλέγουν τον ένοπλο αγώνα με στόχο την ανατροπή της νέας εξουσίας (Β).

Α.   Η ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΩΝ

α.   Μπρεστ-Λιτόφσκ, η ταπεινωτική ειρήνη

Όπως ήταν αναμενόμενο, κανείς από τους εμπολέμους δεν ανταποκρίνεται στην πρόσκληση των Μπολσεβίκων. Γάλλοι και Άγγλοι επιλέγουν τη συνέχιση του πολέμου μέχρι τελικής νίκης. Οι Μπολσεβίκοι αναγκάζονται να αρχίσουν συνομιλίες με τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες και πράγματι, στις 15 Δεκεμβρίου 1917, συνάπτεται ανακωχή, ανανεώσιμης χρονικής διάρκειας τεσσάρων εβδομάδων. Στις συνομιλίες που διεξάγονται καθίσταται σαφές ότι οι απαιτήσεις Γερμανών και Αυστριακών είναι δυσβάσταχτες για τη νέα ρωσική κυβέρνηση, η οποία προσπαθεί να κερδίσει χρόνο. Τρεις απόψεις συγκρούονται στους κόλπους του κόμματος: συνέχιση του πολέμου στο όνομα της σοσιαλιστικής επανάστασης (Μπουχάριν), αποδοχή των γερμανικών αξιώσεων, ώστε η επανάσταση να κερδίσει χρόνο, δίνοντας χώρο (Λένιν), και η εντελώς ουτοπική του Τρότσκι, εντούτοις κύριου διαπραγματευτή, κατά την οποία δεν χρειάζεται να γίνει απολύτως τίποτε, διότι ο πόλεμος έχει τερματιστεί ντε φάκτο.

Τη λύση τη δίνει η πραγματικότητα. Ενώ η ρωσική κυβέρνηση σπαράσσεται από τις διαφωνίες αφήνοντας αναπάντητα τα γερμανικά τελεσίγραφα, ο εχθρός αναλαμβάνει εκ νέου πολεμικές επιχειρήσεις. Οι γερμανικές και αυστριακές δυνάμεις προελαύνουν σε βάθος σχεδόν 400 χιλιομέτρων (23 Φεβρουαρίου 1918). Η Ρωσία είναι αναγκασμένη να ικανοποιήσει όλους τους όρους των νικητών, συνάπτοντας την πλέον ταπεινωτική Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ (3 Μαρτίου). Χάνει τον έλεγχο της Ουκρανίας, αναγνωρίζει την ανεξαρτησία της Φινλανδίας και των Βαλτικών Χωρών και υποχρεώνεται σε εδαφικές παραχωρήσεις προς την Τουρκία. Με τον τρόπο αυτό στερείται περίπου το 25% του πληθυσμού της, το ένα τρίτο της αγροτικής της παραγωγής και ανεκτίμητες πλουτοπαραγωγικές πηγές και βιομηχανικές υποδομές.

Η Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ (το κείμενο στις γλώσσες των 4 νικητριών, ως τότε, δυνάμεων -γερμανικά, ουγγρικά, βουλγαρικά, οθωμανικά τουρκικά- και στα ρωσικά)

β.   Η εξουδετέρωση πολιτικών αντιπάλων και συμμάχων

Προεκλογική αφίσα των Εσέρων, 1917

Οι Μπολσεβίκοι δεν θα μπορούσαν να απαγορεύσουν τις εκλογές για την ανάδειξη Συντακτικής Συνέλευσης. Επί μήνες κατηγορούσαν την Προσωρινή Κυβέρνηση ότι κωλυσιεργεί με στόχο να τις αναβάλει επ’ αόριστον. Πράγματι, οι εκλογές διεξάγονται τον Νοέμβριο (για την ακρίβεια, σε περιοχές που δεν ήλεγχαν οι Μπολσεβίκοι, η εκλογική διαδικασία συνεχίστηκε και κατά το πρώτο δίμηνο του 1918). Δικαίωμα ψήφου είχαν όλοι οι πολίτες ηλικίας 20 ετών και άνω (ειδικώς οι στρατιώτες είχαν δικαίωμα να ψηφίζουν από ηλικίας 18 ετών). Όπως είναι λογικό, καθόσον οι αγρότες αποτελούσαν τη συντριπτική πλειονότητα του ρωσικού πληθυσμού, στις εκλογές αυτές επικρατούν άνετα οι Εσέροι καταλαμβάνοντας περί τις 370 έδρες, ενώ οι Μπολσεβίκοι έχουν 180 και οι σύμμαχοί τους (Εσέροι της αριστερής πτέρυγας) 40. Η Συντακτική Συνέλευση συγκροτείται σε σώμα στις 5 Ιανουαρίου του 1918. Εκλέγει ως πρόεδρο τον ηγέτη των Εσέρων Τσερνόφ και ακυρώνει τα διατάγματα των Μπολσεβίκων. Η πρώτη συνεδρίαση της βουλής αυτής είναι και η τελευταία. Το απόγευμα της επομένης, οι βουλευτές διαπίστωναν ότι το Μέγαρο της Ταυρίδας ήταν σφραγισμένο. Με απόφαση του αρμόδιου Λαϊκού Επιτρόπου Μοϊσέι Σολομόνοβιτς Ουρίτσκι η Συνέλευση διαλυόταν. Δεν υπήρξε καμία σοβαρή λαϊκή αντίδραση.

Αμέσως μετά την Οκτωβριανή, τα αστικά πολιτικά κόμματα και τα έντυπά τους απαγορεύονται. Η θέση των διαφόρων σοσιαλιστικών κομμάτων καθίσταται και αυτή επισφαλής. Στοχεύοντας στον απόλυτο πολιτικό έλεγχο, η νέα ηγεσία της Ρωσίας αποφασίζει να εξουδετερώσει σταδιακά ακόμη και όσους την έχουν ως τώρα υποστηρίξει. Κάποιοι από αυτούς θα τη βοηθήσουν και οι ίδιοι με τα λάθη τους. Εξοργισμένοι με τη Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ, οι αριστεροί Εσέροι δολοφονούν τον Γερμανό πρεσβευτή στη Μόσχα (όπου ήδη από τον Μάρτιο έχει μεταφερθεί η πρωτεύουσα) στις 6 Ιουλίου 1918. Την επομένη επιχειρούν ένα πλημμελώς οργανωμένο ένοπλο πραξικόπημα το οποίο μέσα σε λίγες ώρες καταστέλλουν οι Μπολσεβίκοι υπό τον Αντόνοφ-Οφσεγένκο. Το σοσιαλιστικό καθεστώς μπορεί πλέον να εξαπολύσει απηνείς διώξεις κατά των Εσέρων, χωρίς να συναντήσει σοβαρές αντιδράσεις. Η εξολόθρευσή τους θα ολοκληρωθεί μετά την απόπειρα δολοφονίας του Λένιν (30 Αυγούστου) από τη Φάννι Καπλάν, μέλος των Εσέρων (και πιο πριν, στις 18 Αυγούστου, τη δολοφονία του Ουρίτσκι πάλι από Εσέρους). Το πεδίο δράσης έχει αφεθεί πλέον στην Τσε Κα!

Η απόπειρα δολοφονίας του Λένιν, πίνακας του 1927

Τον Δεκέμβριο του 1917, οι Μπολσεβίκοι ιδρύουν τη δική τους πολιτική αστυνομία, στα πρότυπα της τσαρικής Οχράνα. Επικεφαλής της τίθεται ο Φέλιξ Τζερζίνσκι, Πολωνός αριστοκράτης που ασπάσθηκε την επαναστατική ιδεολογία και είχε περάσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στις τσαρικές φυλακές και την εξορία. Η Τσε Κα (Всероссийская чрезвычайная комиссия по борьбе с контрреволюцией и саботажем, δηλαδή «Πανρωσική Έκτακτη Επιτροπή για την Καταπολέμηση της Αντεπανάστασης και της Δολιοφθοράς»), στελεχώνεται από φανατικά μέλη του κόμματος, πρώην πράκτορες της τσαρικής Οχράνα και στοιχεία του υποκόσμου. Υιοθετεί τις πιο βίαιες μεθόδους των προκατόχων της και τις συστηματοποιεί, προσθέτοντας και νέες (σύλληψη άμαχου πληθυσμού που θα χρησιμεύσει ως όμηρος ώστε να εξαναγκάσει τους αντιπάλους σε παράδοση).

Φ. Τζερζίνσκι

Τέλος, μοιραία είναι η σύγκρουση μεταξύ των Μπολσεβίκων και των υποτιθέμενων φυσικών συμμάχων τους από ταξική άποψη, δηλαδή των εργατών. Τα συνδικάτα, στα οποία διατηρούν ισχυρή παρουσία Μενσεβίκοι και Εσέροι, υποστηρίζουν τη λύση της αυτοδιαχείρισης των βιομηχανικών μονάδων. Το καθεστώς των Μπολσεβίκων ενδιαφέρεται, όμως, για την αύξηση της παραγωγής (η οποία έχει υποχωρήσει στο ένα τέταρτο των προ του 1914 επίπέδων) και για τον λόγο αυτό προκρίνει τη λύση του κρατικού καπιταλισμού. Το σύνολο της οικονομίας περιέρχεται γρήγορα στον έλεγχο του κράτους.

Όπως επισημαίνει ο Ν. Βερτ, σταδιακά και με αυθαίρετες μεθόδους, «η εξουσία μεταβιβάζεται από την κοινωνία στο κράτος και από το κράτος στο κόμμα των Μπολσεβίκων» [1].


[1] N. Werth « Histoire de l’Union Soviétique de Lénine à Staline (1917-1953) », σειρά Que sais-je, αριθ. 2963, PUF, Παρίσι, 2017 (5η έκδ.), σελ. 10.


Β.   ΟΙ ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΟΙ ΣΕ ΠΟΛΕΜΟ

Επικρατεί συνήθως η αντίληψη ότι ο Ρωσικός Εμφύλιος μπορεί να συνοψισθεί σε μια αντιπαράθεση μεταξύ κομμουνιστών και φιλομοναρχικών Λευκών. Στην πραγματικότητα πρέπει να μιλήσουμε για εμφυλίους, και όχι μόνον, πολέμους! Κατά το διάστημα 1918-1921, το καθεστώς της Μόσχας έρχεται αντιμέτωπο με μια πλειάδα κρατικών ή οιονεί κρατικών μορφωμάτων, τα οποία διαθέτουν τακτικό στρατό και ελέγχουν μια κατά το μάλλον ή ήττον μεγάλη εδαφική περιοχή επί της οποίας ασκούν κυριαρχία. Θα διακρίνουμε μεταξύ των καθαυτό εμφυλίων συγκρούσεων (α) και των πολέμων εθνοτικού χαρακτήρα (β).

α.   Ημέτεροι κατά ημετέρων – οι ρωσικοί εμφύλιοι

Μ. Μπουλγκάκοφ (φωτογραφία ληφθείσα κατά τη δεκαετία του 1910)

[Ξημερώνει η 14η Δεκεμβρίου 1918. Μετά το μεθύσι που προηγήθηκε, ο Αλεξέι Βασίλιεβιτς Τουρμπίν έχει εξαιρετικά ανήσυχο ύπνο. Αχ, δεν έπρεπε να ανακατέψει βότκα και λευκό κρασί του Ρήνου. Ονειρεύεται, μα τι λέω, σχεδόν παραληρεί. Στο όνειρό του, εμφανίζεται ο λοχίας ιππικού Ζίλιν που, όπως ήταν παγκοίνως γνωστό, είχε σκοτωθεί από εχθρικά πυρά στην προσπάθεια ανακατάληψης του Βίλνιους, το 1916. Ο Αλεξέι τον γνώριζε καλά. Εκείνος ήταν που πάσχισε μάταια να τον περιθάλψει, να επιδέσει το θανάσιμο τραύμα του. Ο Ζίλιν διηγείται στον Τουρμπίν τις εμπειρίες του απ’ τον παράδεισο.

Πέρασε βέβαια μεγάλη αγωνία. Η ίλη βρέθηκε ολόκληρη στον άλλο κόσμο. Ακόμη κι οι μουσικοί της. Ακόμη κι οι γυναίκες, κάποιες από αυτές αμφιβόλου ηθικής, που είχε περιμαζέψει η μονάδα. Αφήστε τώρα που ο άγιος Πέτρος είναι πολίτης και δεν μπορεί να καταλάβει τη νοοτροπία και τις ανάγκες του στρατιωτικού. «Κι έκανα νεύμα, κύριε ιατρέ, στα παλικάρια του ουλαμού μου να τις κρύψουν, να εκεί πέρα πίσω από κανένα σύννεφο, μα τίποτε. Αυτός ο άγιος έχει εξαιρετική όραση. Κι εδώ που τα λέμε, έτσι όπως ήταν βαμμένες και φτιασιδωμένες οι κοπελιές, τις διέκρινες με γυμνό μάτι κι από ένα βέρστι μακριά!» Και πώς μπόρεσαν να στρατωνισθούν όλοι αυτοί στον παράδεισο, αναρωτιέται ο στρατιωτικός ιατρός Τουρμπίν;

«Ω, Θεέ μου! Μα, κύριε ιατρέ! Αν είχε χώρο εκεί; Είχε όσο χώρο θες… Όπως το έκοψα με μια πρώτη ματιά, είχε εκεί πέρα χώρο για να στρατωνιστούν πέντε σώματα ιππικού μαζί με τις εφεδρικές ίλες τους, –μα τι λέω τώρα, πέντε; Δέκα σώματα χωρούσαν εκεί πέρα! Δίπλα από μας υπήρχε ένα μέγαρο, κάτσε καλά! Τόσο ψηλό που δεν μπορούσες να δεις την οροφή, Και ρωτάω εγώ: «Μα πείτε μου, παρακαλώ, για ποιον είναι όλα αυτά;» Γιατί μου φαινόταν ασυνήθιστο, με όλα αυτά τα κόκκινα αστέρια και τα σύννεφα, κόκκινα κι αυτά σαν τα παντελόνια των στολών μας… «Αυτό, μου λέει ο απόστολος Πέτρος, αυτό είναι για τους Μπολσεβίκους, εκείνους του Περεκόπ».

Περεκόπ; Ποιο Περεκόπ; ρώτησε ο Τουρμπίν, καταβάλλοντας μάταιες προσπάθειες με τη φτωχή γήινη νοημοσύνη του.

Μα, ευγενέστατε κύριε, τα γνωρίζουν όλα εκ των προτέρων εκεί πάνω. Το 1920, όταν οι Μπολσεβίκοι θα καταλάβουν το Περεκόπ, μυριάδες νεκροί θα πέσουν στο πεδίο της μάχης. Για αυτό λοιπόν, τους έχουν ήδη ετοιμάσει ένα μέρος για να τους δεχτούν.

Οι Μπολσεβίκοι; αναρωτήθηκε ο Τουρμπίν, βαθιά αναστατωμένος. Κάποιο λάθος θα πρέπει να κάνετε, Ζίλιν, δεν είναι δυνατό. Ποτέ δεν πρόκειται να φτάσουν ως το Περεκόπ.

Κύριε ιατρέ, αυτό ακριβώς σκεφτόμουν κι εγώ, κι εμένα μου έκανε εντύπωση, για αυτό και ρώτησα τον κύριο Θεό…

Θεό; Ωχ, ωχ… Ζίλιν!

Πιστέψτε με, κύριε ιατρέ, λέω την αλήθεια, δεν θα με ωφελούσε σε τίποτε να πω ψέμματα. Του μίλησα προσωπικά κάμποσες φορές!

Λοιπόν, τον ρωτάω: «Κύριε, του λέω, δεν καταλαβαίνω τίποτε, οι παπάδες σου λένε ότι οι Μπολσεβίκοι θα πάνε στην κόλαση, και τι είναι τώρα αυτό που βλέπω; Δεν πιστεύουν σε σένα και δες σε τι στρατώνες πολυτελείας θα τους βάλεις!

– Μπα; διερωτάται, δεν πιστεύουν σε μένα;

– «Μάρτυς μου ο Θεός», του λέω, κι αμέσως με καταλαμβάνει τρόμος. Φανταστείτε πώς είναι να λες κάτι τέτοιο στον ίδιο τον Θεό! Αλλά τον κοιτάζω και βλέπω ότι χαμογελά. Έπειτα σκέφτομαι: «τι βλάκας που είμαι, να του διηγούμαι όλα αυτά, ενώ εκείνος τα γνωρίζει καλύτερα!». Παρ’ όλα αυτά, είμαι περίεργος να μάθω τι σκέφτεται. Και μου αποκρίνεται.

– Δεν πιστεύουν σε μένα; Ωραία, λοιπόν, και γω τι θέλεις να κάνω γι’ αυτό; Για να είμαι ειλικρινής, δεν μου κάνει ούτε κρύο ούτε ζέστη. Το ίδιο και σε σένα, καθόσον γνωρίζω. Το ίδιο και σ’ αυτούς. Επειδή εγώ από την πίστη σας δεν έχω τίποτε να κερδίσω ή να χάσω. Ο ένας πιστεύει, ο άλλος όχι, μα όλοι σας συμπεριφέρεστε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο: προς το παρόν, αλληλοσφάζεστε. Όσο για τους στρατώνες, Ζίλιν, πρέπει να καταλάβεις ότι για μένα είστε όλοι ίδιοι, είστε όλοι νεκροί στο πεδίο της μάχης. Πρέπει να το καταλάβεις αυτό, Ζίλιν, δεν μπορεί να το καταλάβει όλος ο κόσμος. Άλλωστε, Ζίλιν, μου είπε, δεν πρέπει να παιδεύεσαι με όλα αυτά τα ζητήματα. Χαλάρωσε και διασκέδασε!»

Μιχαήλ Αφανάσιεβιτς Μπουλγκάκοφ «Η Λευκή Φρουρά», κεφ. 5]

1.   Η παράξενη ιστορία της Κομούτς

Τσεχική Λεγεών

Το 1914, Τσέχοι εθνικιστές που ζούσαν εξόριστοι στη Μόσχα ίδρυσαν την «Τσεχική Λεγεώνα», για να πολεμήσουν τις δυνάμεις της Διπλής Μοναρχίας με στόχο την ανεξαρτησία της Τσεχοσλοβακίας. Στις τάξεις της εντάχθηκαν πολλοί αιχμάλωτοι πολέμου, τσεχικής και σλοβακικής καταγωγής. Μετά την επικράτηση των Μπολσεβίκων η παρουσία του τσεχικού σώματος άρχισε να γίνεται ενοχλητική. Τελικά, η ηγεσία του συμφώνησε με τις αρχές να επιτρέψουν την αποχώρηση του σώματος από τη Ρωσία. Οι Τσέχοι θα διατηρούσαν τον οπλισμό τους και θα ακολουθούσαν ένα περίεργο δρομολόγιο, μέσω Σιβηρίας. Από το Βλαντιβοστόκ θα επιβιβάζονταν σε πλοία για να μεταφερθούν στην Αμερική και στη συνέχεια στην Ευρώπη. Αδέξιοι χειρισμοί της κυβέρνησης των Μπολσεβίκων (ιδίως του Τρότσκι) είχαν ως αποτέλεσμα την ανταρσία των Τσέχων. Οι άνδρες της Τσεχικής Λεγεώνας άρχισαν να καταλαμβάνουν πόλεις στην κεντρική Ρωσία και τα Ουράλια. Το μεγαλύτερο μέρος της επρόκειτο να βρεθεί στη Σαμάρα και να αποτελέσει τον κορμό του στρατού μιας παράξενης νέας κρατικής οντότητας, της Κομούτς.

Κομούτς

Η Επιτροπή Μελών της Συντακτικής Συνέλευσης (Комитет членов Учредительного собрания), γνωστότερη με το ακρωνύμιο Κομούτς, ιδρύεται στη Σαμάρα την 8η Ιουνίου 1918 από μέλη της διαλυθείσας Συντακτικής Συνέλευσης, κυρίως Εσέρους. Επαναφέρει την ιδιοκτησία και θέτει ως στόχο την αποκατάσταση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Με τη στρατιωτική υποστήριξη της Τσεχικής Λεγεώνας εξαπλώνει τα εδάφη της και κατορθώνει να ελέγξει το  μεγαλύτερο τμήμα της κοιλάδας του Βόλγα (τέλος του θέρους του 1918). Οι Τσέχοι, όμως, δεν θέλουν να μείνουν για πάντα στη Ρωσία (επιπλέον, όσοι από αυτούς είναι αριστερών πεποιθήσεων λιποτακτούν και ενσωματώνονται στον Κόκκινο Στρατό των Μπολσεβίκων). Τον Σεπτέμβριο, οι Μπολσεβίκοι ξεκινούν μια μεγάλη αντεπίθεση και περιορίζουν την Κομούτς στη Σαμάρα. Προκειμένου να διατηρήσει ένα στοιχειώδες στράτευμα, η Επιτροπή αναγκάζεται να στρατολογήσει συντηρητικούς αξιωματικούς και να συνεργαστεί με τις δυνάμεις των Λευκών που έχουν αρχίσει να ελέγχουν τη δυτική Σιβηρία. Τα μέλη της καταφεύγουν στο Ομσκ. Η «κυβέρνησή» της συνεδριάζει σε ένα παρατημένο βαγόνι τραίνου στα περίχωρα της πόλης. Στις 18 Νοεμβρίου 1918, πραξικόπημα που οργανώνουν φιλομοναρχικοί αξιωματικοί ανατρέπει την Κομούτς και φέρνει στην ηγεσία των αντικομμουνιστικών δυνάμεων της Ανατολής τον ναύαρχο Αλεξάντρ Βασίλιεβιτς Κολτσάκ. Ο τρίτος δρόμος για τη Ρωσία έχει άδοξο τέλος. Ο εμφύλιος μετατρέπεται σε σύγκρουση Κόκκινων και Λευκών.

2.   Κόκκινοι εναντίον Λευκών 

i) Από τον Καλέντιν στον Ντενίκιν: Για αιώνες, οι Κοζάκοι αποτελούσαν επίλεκτο σώμα του τσαρικού στρατού. Υπηρετούσαν μέχρι τα 36 τους χρόνια και στη συνέχεια ανταμείβονταν με εκτάσεις γης, κυρίως στις περιοχές του Ντον και του Κουμπάν. Τα διατάγματα των Μπολσεβίκων για κατάργηση της έγγειας ιδιοκτησίας και των τίτλων και προνομίων που είχε χορηγήσει το παλαιό καθεστώς υποχρέωναν τους Κοζάκους σε αντίδραση. Ο Κοζάκος στρατηγός του ιππικού Αλεξέι Μαξίμοβιτς Καλέντιν ανακηρύσσεται αταμάνος των Κοζάκων και κηρύσσει ένοπλο αγώνα κατά των Μπολσεβίκων. Το Νοέμβριο του 1917 υποδέχεται στο Νοβοτσερκάσκ τον στρατηγό Αλεξέγεφ, πρώην αρχηγό του γενικού επιτελείου, και από κοινού επιχειρούν να συγκροτήσουν στράτευμα.

Αλ. Καλέντιν

Εν τω μεταξύ, ο πρώην αρχιστράτηγος και πραξικοπηματίας Κορνίλοφ μαζί με τον στρατηγό Αντόν Ιβάνοβιτς Ντενίκιν κατορθώνουν να αποδράσουν από τον τόπο κράτησής τους στη Λευκορωσία και, υπό μυθιστορηματικές συνθήκες, να φτάσουν στο Νοβοτσερκάσκ για να ενώσουν τις δυνάμεις τους με εκείνες των Αλεξέγεφ και Καλέντιν. Μαζί θα συγκροτήσουν τον ρωσικό Εθελοντικό Στρατό. Στην αρχή, οι συνθήκες είναι εξαιρετικά δύσκολες, καθώς οι Μπολσεβίκοι εξαπολύουν αντεπίθεση στον ρωσικό νότο. Κορνίλοφ και Ντενίκιν ενημερώνουν τον Καλέντιν ότι είναι αναγκασμένοι να υποχωρήσουν προς το Κουμπάν. Απογοητευμένος και χωρίς στρατεύματα, ο Καλέντιν παραιτείται από το αξίωμα του αταμάνου (29 Ιανουαρίου 1918) και την επομένη αυτοκτονεί.

Κορνίλοφ και Ντενίκιν προχωρούν προς το Κουμπάν και πολιορκούν την πρωτεύουσά του, το Γεκατερινοντάρ. Στο πλαίσιο της πολιορκίας ο Κορνίλοφ σκοτώνεται στο στρατηγείο του από θραύσμα οβίδας (13 Απριλίου 1918). Τυπικά αρχηγός των φιλομοναρχικών δυνάμεων είναι ο Αλεξέγεφ, ο οποίος είναι, όμως, βαριά άρρωστος (θα αποβιώσει τον Οκτώβριο), με υπαρχηγό τον Ντενίκιν.

Αντόν Ντενίκιν

Καθώς το τέλος του Α΄ ΠΠ είναι ορατό, οι Δυτικοί αποφασίζουν να βοηθήσουν τους Λευκούς. Γάλλοι και Βρετανοί αποβιβάζονται στο Αρχάνγκελσκ, για να βοηθήσουν τις δυνάμεις του Κολτσάκ, και στην Οδησσό, προς στήριξη του στρατού του Ντενίκιν. Οι Λευκοί κατορθώνουν να στρατολογήσουν αξιόλογο και πολυάριθμο στράτευμα. Είναι έτοιμοι για το μεγάλο βήμα.

ii) Η εποχή των μεγάλων επιθέσεων: Το 1919, οι δυνάμεις που επιδιώκουν την παλινόρθωση του παλαιού καθεστώτος επιχειρούν τρεις μεγάλες επιθέσεις κατά των κομμουνιστών. Ο πλημμελής συντονισμός, τα προβλήματα διοικητικής μέριμνας και η πολιτική των φιλομοναρχικών δεν θα καταστήσουν δυνατή την επιτυχή έκβασή τους.

Ο ναύαρχος Κολτσάκ

Τον Μάρτιο, οι δυνάμεις του Κολτσάκ ξεκινούν από τη δυτική Σιβηρία και τα Ουράλια και αναπτύσσονται με αρχικό στόχο την κοιλάδα του Βόλγα. Οι αρχικές επιτυχίες αποδεικνύονται πρόσκαιρες. Η αντεπίθεση των Μπολσεβίκων αναγκάζει τον Κολτσάκ να συμπτυχθεί στη Σαμάρα. Χάνοντας και αυτή τη μάχη και αντιμετωπίζοντας συνεχείς αγροτικές εξεγέρσεις στα μετώπισθεν (εξαιτίας της φιλικής προς τους γαιοκτήμονες πολιτικής του), ο Κολτσάκ υποχωρεί άτακτα στη Σιβηρία. Θα συλληφθεί από τους Μπολσεβίκους κοντά στο Ιρκούτσκ και θα τουφεκιστεί τον Φεβρουάριο του 1920.

Ιούνιος 1919, ο Ντενίκιν στο Χάρκοβο με το επιτελείο του

Τον Ιούνιο του 1919 και με ορμητήριο την περιοχή του Ντον, ο Ντενίκιν ξεκινά τη δική του επίθεση. Οι δυνάμεις του αναπτύσονται σε ένα τεράστιο μέτωπο που ξεκινά από το Κίεβο και φτάνει ως το Τσαρίτσιν (το μετέπειτα Σταλινγκράντ) στον Κάτω Βόλγα. Φτάνει ως το Κουρσκ, το Οριόλ και το Βορόνιεζ. Μόλις 400 χιλιόμετρα τον χωρίζουν από την πρωτεύουσα των Μπολσεβίκων. Τον Οκτώβριο, ξεκινά την επίθεσή του με στόχο την Πετρούπολη και ο Νικολάι Νικολάγεβιτς Γιουντένιτς, που είχε συγκροτήσει στρατό στην περιοχή της Βαλτικής με τη βοήθεια των Βρετανών. Ο Γιουντένιτς φτάνει σε απόσταση 30 χιλιομέτρων από τον στόχο του, όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με αντεπίθεση του Κόκκινου Στρατού υπό τον Τρότσκι, η οποία θα τον απωθήσει. Τα προβλήματα ανεφοδιασμού και οι απαραίτητες αγροτικές εξεγέρσεις υποχρεώνουν και τον Ντενίκιν σε υποχώρηση, πόσω μάλλον όταν πλησιάζουν υπέρτερες σε αριθμό δυνάμεις του στρατού των Μπολσεβίκων. Οι Λευκοί οχυρώνονται τελικά στην Κριμαία, όπου ο Ντενίκιν παραδίδει την ηγεσία στον βαρόνο Πιότρ Νικολάγεβιτς Βράνγκελ (Απρίλιος 1920). Με μικρές πλέον δυνάμεις (30 με 40 χιλιάδες άνδρες) ο Βράνγκελ προσπαθεί να αποκρούσει τις πολύ μεγαλύτερες δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού στον Ισθμό του Περεκόπ. Η γραμμή άμυνας δεν μπορεί να αντέξει για πάντα. Τον Νοέμβριο του 1920 ο στρατός του Βράνγκελ και πολύ περισσότεροι άμαχοι εγκαταλείπουν την Κριμαία κι επιβιβάζονται σε πλοία με αρχικό προορισμό την Κωνσταντινούπολη. Οι Κόκκινοι είναι οι νικητές αυτού του σκέλους των εμφυλίων πολέμων.

Πιοτρ Βράνγκελ

iii) Λόγοι αποτυχίας των Λευκών: Θεωρητικά, οι Λευκοί είχαν στη διάθεσή τους στρατιωτικές δυνάμεις ικανές να ανατρέψουν το εύθραυστο καθεστώς των Μπολσεβίκων. Γιατί δεν το κατόρθωσαν;

  • Η βοήθεια των δυτικών συμμάχων δεν υπήρξε ποτέ ουσιαστική. Γάλλοι και Άγγλοι είναι κουρασμένοι από τα τέσσερα χρόνια σκληρού πολέμου, δεν είναι βέβαιοι αν αξίζει να διαθέσουν μεγάλες δυνάμεις για την ανατροπή των κομμουνιστών. Όπως εύστοχα επισημαίνει ο Figes, «αναποφάσιστοι για τον αν θα έπρεπε να πολεμήσουν τους Μπολσεβίκους ή να συνάψουν ειρήνη μαζί τους, οι δυτικοί έκαναν τελικά και τα δύο»!
  • Οι περισσότεροι ηγέτες των Λευκών ήταν στρατιωτικοί και στερούνταν ακόμη και της πλέον στοιχειώδους πολιτικής αντίληψης. Ποτέ δεν κατάλαβαν ότι η επικράτηση στον συγκεκριμένο πόλεμο δεν ήταν απλώς υπόθεση στρατηγικής, αλλά απαιτούσε μια ολιστική προσέγγιση. Η προπαγάνδα ήταν σχεδόν άγνωστη σε αυτούς. Ποτέ δεν αντελήφθησαν ότι η νίκη απαιτούσε ερείσματα και υποστήριξη από τον πληθυσμό των περιοχών που ήλεγχαν. Προσκολλημένοι στο παρελθόν και στο τσαρικό καθεστώς, αρνούνταν να αναγνωρίσουν ακόμη και τις μεταρρυθμίσεις και αλλαγές που είχαν ήδη συντελεστεί. Γιατί να τους υποστηρίξει ο αγροτικός πληθυσμός όταν τον υποχρέωναν να επιστρέψει στους γαιοκτήμονες και τη λιγοστή γη που του είχε δοθεί; Οι Μπολσεβίκοι, τουλάχιστον, κάτι είχαν κάνει για το θέμα αυτό.
  • Με τις αντιλήψεις αυτές, οι Λευκοί μετέθεταν την όποια συζήτηση για μεταρρυθμίσεις σε ένα άγνωστο μέλλον, μετά την υποθετική επικράτησή τους στον πόλεμο. Τότε θα εξετάζονταν τα όποια αιτήματα. Προς το παρόν, η μόνη μεταρρύθμιση που εξετάστηκε κάπως πιο σοβαρά ήταν η απλοποίηση της ορθογραφίας! Ακόμη κι αυτό, όμως, δεν το δέχτηκαν τελικά οι Λευκοί! Κι αυτό καταγράφηκε στο ενεργητικό των Μπολσεβίκων.
  • Τέλος, οι Λευκοί χρησιμοποιούν τις ίδιες και χειρότερες μεθόδους με τους Κόκκινους. Αναγκαστική στρατολόγηση, επίταξη της αγροτικής παραγωγής και βιαιότητες. Οι Κοζάκοι που αποτελούσαν την αιχμή του δόρατος των στρατευμάτων τους είχαν από το ξεκίνημα επιδοθεί σε απίστευτες βιαιοπραγίες και σφαγές των μη κοζακικών πληθυσμών του Ντον και του Κουμπάν (Ρώσων, Ουκρανών και Εβραίων). Καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου συνέχισαν να διακρίνονται σε λεηλασίες, σφαγές και αντιεβραϊκά πογκρόμ (150 χιλιάδες νεκροί, μια και τώρα πλέον οι εβραϊκοί πληθυσμοί σφαγιάζονταν με την αιτιολογία της συμπάθειας προς τον μπολσεβικισμό).

3.   Κόκκινοι εναντίον Πράσινων

Αγανακτισμένοι με την πολιτική και τις πρακτικές τόσο των Κόκκινων όσο και των Λευκών, οι αγροτικοί πληθυσμοί αντιδρούν. Ξεσπούν αγροτικές εξεγέρσεις σε πολλά σημεία της Ρωσίας. Σε αρκετές περιπτώσεις εξελίσσονται σε μακροχρόνιο ανταρτοπόλεμο, όπως συνέβη στην Ουκρανία με τις δυνάμεις του αναρχικού Νέστορ Ιβάνοβιτς Μαχνό ή στην κεντρική Ρωσία.

Α. Σ. Αντόνοφ

Οι πιο δύσκολες περιπτώσεις για τους κομμουνιστές είναι κατά πάσα πιθανότητα αυτές των εξεγέρσεων του 1920-1921 στη Δυτική Σιβηρία, στο Βορόνιεζ και, τέλος, στο Ταμπόφ. Της τελευταίας ένοπλης εξέγερσης ηγείται ο Εσέρος της αριστερής πτέρυγας Αλεξάντρ Στεπάνοβιτς Αντόνοφ. Οι δυνάμεις του αριθμούν τους 50 χιλιάδες άνδρες. Το κομμουνιστικό καθεστώς θα χρειαστεί μήνες προσπαθειών, με στρατιωτικές επιχειρήσεις ευρείας κλίμακος υπό τον στρατηγό Τουχατσέφσκι και σκληρά αντίποινα κατά του άμαχου πληθυσμού για να καταπνίξει τελικά το αγροτικό κίνημα του Αντόνοφ.

β.   Μπολσεβίκοι κατά εθνοτήτων – το Κέντρο ανακτά την Περιφέρεια

Τον Νοέμβριο του 1917, με τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων των Λαών της Ρωσίας και το διάταγμα περί εθνοτήτων, οι Μπολσεβίκοι αναγνωρίζουν καταρχήν το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των λαών της πρώην αυτοκρατορίας. Πολωνοί, Φινλανδοί, Ουκρανοί, λαοί της Βαλτικής και του Καυκάσου σπεύδουν να επωφεληθούν από αυτό. Η νέα κεντρική εξουσία, όμως, δεν μπορεί να ανεχθεί πάρα πολλά. Η επιβίωση ενός καθεστώτος επιτάσσει τη διατήρηση των ζωτικών πλουτοπαραγωγικών πηγών που προσφέρουν πολλές από τις περιφέρειες των ανωτέρω εθνοτήτων.

  1. Η περίπτωση της Ουκρανίας

Μεταξύ πλήθους δυνάμεων που επιδιώκουν να κυριαρχήσουν, η Ουκρανία βυθίζεται στο χάος. Το κρίσιμο διάστημα 1918-1919, το Κίεβο αλλάζει χέρια τουλάχιστον 12-13 φορές! Λίγο μετά την Οκτωβριανή, η «μετριοπαθής» εθνικιστική ηγεσία της Ράντα (Μιχάιλο Χρουσέφσκι, Βολοντίμιρ Βιννιτσένκο) ανακηρύσσει την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΛΔ Ουκρανίας) με πρωτεύουσα το Κίεβο. Στο μεταξύ Ρώσοι ευγενείς και αστοί, φιλομοναρχικοί και φιλελεύθεροι, συρρέουν στην ουκρανική μεγαλούπολη για να ξεφύγουν από το καθεστώς των Μπολσεβίκων. Εκείνοι με τη σειρά τους, ελέγχουν την ανατολική Ουκρανία και ανακηρρύσουν τη ΣΣΔ Ουκρανίας με πρωτεύουσα το Χάρκοβο.

1918, οι Γερμανοί στο Κίεβο

Η προέλαση των γερμανικών και αυστριακών στρατευμάτων που θα έχει ως συνέπεια τη Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ, τα φέρνει στο Κίεβο. Πραξικοπηματικά τοποθετούν στην ηγεσία της Ουκρανίας τον άνθρωπό τους, τον στρατιωτικό Πάβλο Σκοροπάντσκι, που παίρνει τον τίτλο του Μεγάλου Αταμάνου. Η περίοδος αυτή τερματίζεται με την αποχώρηση των Γερμανών, συνεπεία της ήττας τους στον Α΄ ΠΠ, και τη φυγή του αταμάνου. Το Κίεβο το υπερασπίζονται πια λιγοστές δυνάμεις φιλικές προς το προεπαναστατικό καθεστώς. Δεν θα αποτελέσουν σοβαρό εμπόδιο για το στράτευμα ατάκτων του εθνικιστή Σίμον Πετλιούρα που καταλαμβάνει το Κίεβο τον Δεκέμβριο. Ούτε η κυριαρχία του Πετλιούρα θα κρατήσει πολύ. Υποχωρεί στις αρχές του 1919 προ του κινδύνου των Μπολσεβίκων και καταφεύγει στη Βαρσοβία.

Σίμον Πετλιούρα

  1. Σοβιετοπολωνικός Πόλεμος

Η Συνθήκη των Βερσαλιών είχε αναστήσει τη διαμελισμένη και εξαφανισμένη Πολωνία. Ο νέος της εθνάρχης, ο Γιούζεφ Πιουσούτσκι είχε βάλει στόχο να ανακτήσει όλα τα εδάφη που θεωρούσε πολωνικά. Η πολιτική θεωρία του ήταν ο προμηθεΐσμός, δηλαδή η διάσπαση της ρωσικής αυτοκρατορίας (τσαρικής ή κομμουνιστικής) στα συστατικά εθνοτικά στοιχεία της. Εκμεταλλευόμενος το κενό που άφηνε η αποχώρηση των ηττημένων στη Δύση Γερμανών πήρε το Βίλνο/Βίλνιους από τους Λιθουανούς (Απρίλιος 1919) και το Λβουφ/ Λβίου/ Λβοφ στην Ανατολική Γαλικία κι εισέβαλε στη Δυτική Λευκορωσία. Σύναψε σύμφωνο με τον Πετλιούρα, υποσχόμενος να τον εγκαταστήσει ως ηγέτη της Ουκρανίας με αντάλλαγμα την παραχώρηση του δυτικού μέρους των ουκρανικών εδαφών στην Πολωνία. Με φρενήρη προέλαση, ο πολωνικός στρατός έφτασε ως το Κίεβο (7 Μαΐου 1920) και κατέλαβε την ουκρανική πρωτεύουσα.

Γιούζεφ Πιουσούτσκι, ο εθνάρχης της νέας Πολωνίας

Η είδηση προκάλεσε κύμα πατριωτισμού στη Ρωσία, καθώς «ξένοι είχαν καταλάβει τη Μητέρα Όλων των Ρωσικών Πόλεων». Χιλιάδες αξιωματικοί του τσαρικού στρατού δέχτηκαν να καταταγούν στον Κόκκινο Στρατό και πρώτος όλων ο πρώην αρχιστράτηγος Μπρουσίλοφ. Η ρωσική αντεπίθεση ήταν σαρωτική. Το ιππικό του Σεμιόν Μιχάιλοβιτς Μπουντιόννι έδιωξε τους Πολωνούς και τους Ουκρανούς εθνικιστές από το Κίεβο και προχώρησε μέχρι το Λβοφ. Την ίδια ώρα, τα στρατεύματα του Τουχατσέφσκι κινήθηκαν ταχύτατα στον άξονα Σμολένσκ-Μπρεστ-Λιτόφσκ, ανακτώντας γρήγορα τα λευκορωσικά εδάφη και εισερχόμενα στην πολωνική επικράτεια. Ο Κόκκινος Στρατός πλησιάζε επικίνδυνα τη Βαρσοβία, αλλά ο κακός συντονισμός και οι έριδες μεταξύ των διαφόρων στρατιωτικών ηγετών έδωσαν στον Πιουσούτσκι την ευκαιρία να αντεπιτεθεί (Αύγουστος 1920). Οι Πολωνοί ανέκτησαν τα χαμένα εδάφη ως τη Λευκορωσία. Είχε έρθει η σειρά της ρωσικής πλευράς να επιδιώξει την παύση των εχθροπραξιών. Με τη Συνθήκη της Ρίγας (Μάρτιος 1921), η Πολωνία έπαιρνε το δυτικό τμήμα της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας, αφήνοντας το υπόλοιπο στη σοβιετική Ρωσία.

Κονάρμια, το ιππικό του Μπουντιόννι

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Βελτιώθηκε, άραγε, η ζωή των κατοίκων της πάλαι ποτέ ρωσικής αυτοκρατορίας σε αυτά τα χρόνια πολέμων, επαναστάσεων, ταραχών και ανακατατάξεων; Φυσικά και όχι. Οι κάτοικοι των πόλεων υπέφεραν από τις τρομακτικές ελλείψεις σε τρόφιμα. Περιφέρονταν από συσσίτιο σε συσσίτιο, αναζητώντας λίγο φαγητό. Πολλοί εγκατέλειπαν τις πόλεις για την ύπαιθρο. Στην Πετρούπολη απέμενε πλέον μόνον το ένα τέταρτο του προεπαναστατικού πληθυσμού της. Όσο για τις απίστευτες δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι αγροτικοί πληθυσμό, αυτές αναφέρθηκαν ήδη εκτενώς. Επιστέγασμα αυτής της περιόδου αλλεπάλληλων κρίσεων, ο φοβερός λιμός του 1921-1922. Η τρομερή ξηρασία, οι πόλεμοι που προηγήθηκαν και οι αυθαιρεσίες του καθεστώτος είχαν σαν αποτέλεσμα μια άνευ προηγουμένου ανθρωπιστική καταστροφή, ακόμη και για την εξοικειωμένη με τέτοιες καταστάσεις Ρωσία. Τα περιστατικά ανθρωποφαγίας ήταν συχνά. Ούτε οι αρχές ούτε η διεθνής ανθρωπιστική βοήθεια κατόρθωσαν να αντιμετωπίσουν τη συμφορά.

Λιμός του 1921, περιστατικά καννιβαλισμού στο Μπουζουλούκ (περιοχή του Ορενμπούργκ)

Ας κάνουμε έναν απολογισμό: ο Α΄ ΠΠ κόστισε στη Ρωσία 1 έως 2 εκατομμύρια νεκρούς. Ο εμφύλιος 2 εκατομμύρια. Η μεγάλη επιδημία τύφου του 1918-1921, άλλα τόσα. Τέλος, ο λιμός του 1921 πήρε μαζί του 5 εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές!


Πώς άραγε κατόρθωσαν να επικρατήσουν οι Μπολσεβίκοι μέσα από τόσες αντιξοότητες κι ενώ οι συνθήκες ζωής των ανθρώπων επιδεινώνονταν ραγδαία; Με την προσαρμοστικότητα και την οξεία πολιτική διορατικότητά τους.

  • Δεν διστάζουν να προσφύγουν στις υπηρεσίες «εμπειρογνωμόνων» και επαγγελματιών, δηλαδή ανθρώπων του παλαιού καθεστώτος, για να στελεχώσουν τον στρατό και τη δημόσια διοίκηση.
  • Κατορθώνουν πάντα τις κρίσιμες στιγμές, προσαρμόζοντας το πρόγραμμά τους και κάνοντας παραχωρήσεις, να βρουν λαϊκά ερείσματα και να κερδίσουν την υποστήριξη σημαντικού μέρους του πληθυσμού.
  • Προς τον σκοπό αυτό, αντιλαμβάνονται την τεράστια αξία της επικοινωνιακής πολιτικής και της προπαγάνδας. Είναι οι πρώτοι που συνειδητοποιούν τη δύναμη του λόγου, της εικόνας και του ήχου για τον προσηλυτισμό των μαζών. Αφίσες, καλλιτεχνήματα, φυλλάδια και βιβλία, χωρίς να ξεχνάμε τις κινηματογραφικές ταινίες, όλα τίθενται στην υπηρεσία του νέου καθεστώτος και διαδίδουν τα μηνύματά του.

Ελ Λισίτσκι, Με την Κόκκινη σφήνα ας νικήσουμε τους Λευκούς (1920)

Απομένει το μεγάλο θέμα της βίας. Διαπιστώσαμε ότι η βία ήταν ήδη ενδημική στην προεπαναστατική Ρωσία. Βία των καθεστωτικών δυνάμεων καταστολής, τρομοκρατία των επαναστατών, διάχυτη βία στις αγροτικές κινότητες. Τα χρόνια των πολέμων και των επαναστάσεων απελευθερώνουν και παροξύνουν τη βία αυτή. Πολλοί διερωτήθηκαν μήπως η βία αυτή αποτέλεσε τον κινητήριο μοχλό όλων των εξελίξεων (Γκόρκι, Μάρτοφ) [1]. Κάποιοι πιστεύουν ότι οι έκτακτες περιστάσεις αναδεικνύουν τα βίαια «γενετικά χαρακτηριστικά των Ρώσων», στοιχείο που οι Μπολσεβίκοι εκμεταλλεύονται στο έπακρο[2].

Πολλοί είναι οι ιστορικοί που εστιάζουν την προσοχή στην παράμετρο αυτή, παρουσιάζοντάς την ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του νέου καθεστώτος. Ωστόσο, οι Μπολσεβίκοι απλώς χρησιμοποίησαν (συστηματοποιώντας και εξελίσσοντας «επιστημονικά», βεβαίως) μεθόδους ήδη γνωστές και οικείες για τη ρωσική κοινωνία. Για αυτόν, άλλωστε, τον λόγο οι βιαιοπραγίες τους δεν προκάλεσαν αντίδραση τόσο ισχυρή ώστε να επιφέρει την ανατροπή του καθεστώτος, όπως θα συνέβαινε αλλού. Τις βίαιες αυτές μεθόδους τις χρησιμοποιούσαν, άλλωστε, και όλοι οι αντίπαλοί τους, οπότε για τους Ρώσους πολίτες δεν υπήρχε δυνατότητα επιλογής με ηθικά κριτήρια. Για ένα μάλιστα τμήμα του πληθυσμού, δηλαδή το εβραϊκό στοιχείο, οι Μπολσεβίκοι ήταν η μόνη από τις αντίπαλες παρατάξεις που δεν διακρινόταν από ακραίο αντισημιτισμό, την ώρα που τα πογκρόμ των Κοζάκων, των υπόλοιπων Λευκών, των αναρχικών του Μαχνό και των εθνικιστών του Πετλιούρα [3] αποτελούσαν συνήθη πρακτική.


Ο Μπολσεβίκος, πίνακας του Μπορίς Κουστόντιεφ, 1920, Πινακοθήκη Τρετιακόφ, Μόσχα

Η εξιστόρηση επαναστάσεων οδηγεί μοιραία κάποιον να εστιάσει την προσοχή του στις ρήξεις, τις τομές, τις κατακλυσμιαίες αλλαγές που συνεπάγεται η μετάβαση από το παλαιό σε ένα νέο καθεστώς. Ωστόσο, διευρύνοντας χρονικά το αντικείμενο μελέτης, διαπιστώνονται ευχερώς και οι συνέχειες μεταξύ εποχών που θεωρούνται εν πρώτοις ριζικά διαφορετικές. Στην περίπτωση της Ρωσίας/ΕΣΣΔ η αίσθηση αυτή της συνέχειας είναι πολύ έντονη για όποιον δεν αρκείται σε επιφαινόμενα. Η παράδοση της τσαρικής απολυταρχίας καθόρισε σε σημαντικό βαθμό τους τρόπους άσκησης εξουσίας κατά τη σοβιετική περίοδο.

Ίσως, τελικά, η πιο εύστοχη επισήμανση να ήταν αυτή που έκανε ο ανώνυμος πολίτης της επαρχίας του Ιβάνοβο-Βοζνεσένσκ στον απεσταλμένο επιμορφωτή της Προσωρινής Κυβέρνησης: «Δεν έχουμε ανάγκη ούτε το Συμβούλιο της Περιφέρειας (ζέμστβο) ούτε τη Συντακτική Συνέλευση, ούτε καν τη Δημοκρατία. Δώστε μας καλύτερα έναν τσάρο! Μόνο να μην είναι ηλίθιος, όπως ήταν ο Νικόλαος


[1] Κατά τον Figes όπ. π., passim, το μίσος των κατώτερων τάξεων για τις ανώτερες συνιστά τη βασική εξήγηση για ό,τι συνέβη.

[2] Владимир Булдаков «Красная смута. Природа и последствия революционного насилия», Росспен, Μόσχα, 2010.

[3] Κατά τον Ουκρανό εθνικιστή ηγέτη «ένα πογκρόμ δεν είναι, βέβαια, ωραίο πράγμα, αλλά ανυψώνει το ηθικό του στρατεύματος»!

Πετρούπολη, 1917, σκηνή από το φιλμ της Εσφίρ Σουμπ «Η Πτώση της Δυναστείας των Ρομανόφ» (1927)

Advertisements

«1917 – Η Χρονιά των Επαναστάσεων» – Μέρος 2: Η Ρωσία στη δίνη των επαναστάσεων

Μαΐου 11, 2018

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

Η ΡΩΣΙΑ ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΝ

Παρακινημένη από τους Γάλλους και Βρετανούς συμμάχους της και οραματιζόμενη νέες κατακτήσεις, η Ρωσία κηρύσσει τον πόλεμο στην Αυστροουγγαρία και τη Γερμανία. Ονειρεύεται την Κωνσταντινούπολη και τα Στενά, καθώς και κτήσεις στα Βαλκάνια, ώστε να εκπληρώσει την «ιστορική» αποστολή της, ηγούμενη μιας μεγάλης σλαβικής αυτοκρατορίας. Οι αποτυχίες στα πεδία των μαχών και οι εσωτερικές αδυναμίες του καθεστώτος (Α) θα δημιουργήσουν κλίμα γενικευμένης δυσαρέσκειας, η οποία θα πάρει εκρηκτικές διαστάσεις καταλήγοντας στην Επανάσταση του Φεβρουαρίου και την ανατροπή της δυναστείας (Β). Η Προσωρινή Κυβέρνηση που θα σχηματισθεί θα δημιουργήσει μεγάλες προσδοκίες (Γ). Η αδυναμία της να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα προβλήματα που έχουν ανακύψει τη φθείρει και την αποσταθεροποιεί, δίνοντας στους Μπολσεβίκους τη δυνατότητα να καταλάβουν την εξουσία τον Οκτώβριο του 1917 (Δ). Η τελική έκβαση της διαδικασίας αυτής επαναστάσεων και ανατροπών δεν μπορεί να εξηγηθεί ευχερώς με μια απλή παράθεση των γεγονότων, αλλά απαιτεί την ανάλυση όλων των κρίσιμων παραγόντων και συγκυριών (Ε).

Α.   Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΩΣ ΚΑΤΑΛΥΤΗΣ ΤΩΝ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ

Το τσαρικό καθεστώς, προβάλλοντας το ιδανικό του πατριωτισμού, προσδοκά ότι ο πόλεμος θα συσπειρώσει τον λαό γύρω από τη δυναστεία. Πράγματι, στο ξεκίνημα του πολέμου φαίνεται να επικρατεί στη Ρωσία κλίμα πατριωτικού ενθουσιασμού. Στο πλαίσιο αυτό, η πρωτεύουσα μετονομάζεται από Σενκτ-Πετερμπούργκ (όνομα που ηχεί γερμανικό) στο ρωσικότατο Πετρογκράντ. Ο πατριωτισμός αυτός είναι πρόσκαιρος και περιορίζεται στην αριστοκρατία και τις αστικές τάξεις. Οι αγρότες που αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα των στρατιωτών είναι πολύ πιο επιφυλακτικοί [1]. Τελικά, ο πόλεμος θα έχει αποτέλεσμα ακριβώς αντίθετο από το αναμενόμενο. Αναδεικνύει και μεγεθύνει όλες τις παθογένειες και τις αδυναμίες του τσαρικού καθεστώτος, ενώ ταυτόχρονα επιτείνει όλες τις αντιθέσεις που χαρακτηρίζουν τη ρωσική κοινωνία: ανώτερες και κατώτερες τάξεις, αξιωματικοί και στρατιώτες, πόλεις και ύπαιθρος, κυρίαρχες και υποτελείς εθνότητες [2]!

α.   Οι αποτυχίες στα πεδία των μαχών

Ρωσικό ιππικό – ίλη Κοζάκων

Το αρχικό σχέδιο του ρωσικού επιτελείου ήταν και το πιο λογικό. Συνιστούσε στάση αναμονής ως προς τη Γερμανία, προκειμένου το βάρος της επιθετικής προσπάθειας να στραφεί κατά της Αυστροουγγαρίας, η οποία (ευλόγως) θεωρείται ότι αποτελεί τον αδύναμο κρίκο της συμμαχίας των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Εξαιτίας, όμως, των πιέσεων που ασκεί η Γαλλία, η οποία ζητεί επιτακτικά ένα χτύπημα κατά της Γερμανίας, τα σχέδια αλλάζουν, προκρίνοντας μια εκστρατεία στην Ανατολική Πρωσία!

Το ρωσικό γενικό επιτελείο επιλέγει ένα σχέδιο ελιγμών, το οποίο μοιάζει μεγαλοφυές, τουλάχιστον στα χαρτιά. Η 1η Στρατιά, υπό τον Πάβελ Κάρλοβιτς φον Ρεννενκάμπφ, με δύναμη είκοσι μεραρχίες, θα εισβάλει σε γερμανικό έδαφος από τα βορειοανατολικά, ενώ η 2η Στρατιά του Αλεξάντρ Βασίλιεβιτς Σαμσόνοφ, αποτελούμενη από δεκαπέντε μεραρχίες, θα κινηθεί από τα νοτιοδυτικά και θα διεισδύσει στην Ανατολική Πρωσία μέσω της εξέχουσας του πολωνικού θυλάκου. Ο στόχος είναι να περικυκλωθούν οι δυνάμεις της γερμανικής 8ης Στρατιάς, την οποία διοικεί το δίδυμο Πάουλ φον Χίντενμπουργκ και Έριχ Λούντεντορφφ. Η προβληματική εκτέλεση, ο πλημμελέστατος συντονισμός και οι ελλείψεις του τσαρικού στρατού σε θέματα διοικητικής μέριμνας θα μετατρέψουν το σχέδιο σε εφιάλτη, δίνοντας στους Γερμανούς τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν τις δυο στρατιές χωριστά, ξεκινώντας από την πιο αδύναμη. Οι εξαντλημένες δυνάμεις του Σαμσόνοφ συντρίβονται από τους Γερμανούς κοντά στο Άλλενστάιν (Β΄ Μάχη του Τάννενμπεργκ, 26-29 Αυγούστου 1914). Εν συνεχεία, αποδεκατίζουν και τη στρατιά του Ρεννενκάμπφ στην Α΄ Μάχη των Λιμνών της Μαζουρίας (7-15 Σεπτεμβρίου). Η μεγάλη ρωσική επίθεση που θα γονάτιζε τους Γερμανούς και θα τελείωνε τον πόλεμο μέσα σε ένα μήνα, κατέληγε σε παταγώδη αποτυχία.

Ρώσοι αιχμάλωτοι μετά τη Μάχη του Τάννενμπεργκ

Αντιθέτως, όπως ήταν αναμενόμενο, ο τσαρικός στρατός επιδεικνύει πολύ καλύτερες επιδόσεις στο Νοτιοδυτικό Μέτωπο [3]. Τέσσερις ρωσικές στρατιές, με γενικό διοικητή τον Νικολάι Ιούντοβιτς Ιβάνοφ αντιμετωπίζουν σχεδόν ισάριθμες αυστροουγγρικές δυνάμεις. Με αιχμή του δόρατος την 8η Στρατιά του Αλεξέι Αλεξέγεβιτς Μπρουσίλοφ, πιθανώς του ικανότερου Ρώσου στρατηγού, οι ρωσικές δυνάμεις επικρατούν και καταλαμβάνουν το Λέμπεργκ/Λβόφ και ολόκληρη την Ανατολική Γαλικία (6-11 Σεπτεμβρίου 1914) φτάνοντας μέχρι τα Καρπάθια.

Αλ. Μπρουσίλοφ

Στα τέλη της άνοιξης της επόμενης χρονιάς, όμως, Γερμανοί και Αυστριακοί εξαπολύουν συντονισμένη γενική επίθεση με αρχικό στόχο τη νότια Πολωνία. Τα ρωσικά στρατεύματα υφίστανται πανωλεθρία. Υποχωρούν έως τη γραμμή Ρίγα-Πινσκ-Τσερνιφτσί, εγκαταλείποντας στον εχθρό την Πολωνία και τη Λιθουανία, το μεγαλύτερο μέρος της Λεττονίας και τμήμα της δυτικής Ουκρανίας και Λευκορωσίας. Η Ρωσία χάνει το 15% των ευρωπαϊκών εδαφών της, το 20% του πληθυσμού της και το 30% των βιομηχανικών υποδομών της! Η επίθεση υπό τον Μπρουσίλοφ, τον Ιούνιο του 1916 θα βελτιώσει τις ρωσικές θέσεις, αλλά ήδη η ζημιά είναι τεράστια.

Για τη Ρωσία το τίμημα της συμμετοχής στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι βαρύτατο: ένα έως δύο εκατομμύρια νεκροί και αγνοοούμενοι, ακόμη περισσότεροι ανάπηροι πολέμου, 2,5 έως 3 εκατομμύρια αιχμάλωτοι, έξι εκατομμύρια πρόσφυγες. Οι σημαντικές ελλείψεις σε όπλα, πυρομαχικά και υλικό και η ανικανότητα αρκετών από τους ανώτατους αξιωματικούς εξηγούν τις αποτυχίες στο μέτωπο του πολέμου. Έχουν, επίσης, ως αποτέλεσμα την αγανάκτηση των απλών στρατιωτών: οι αξιωματικοί τους όχι μόνον τους κακομεταχειρίζονται, αλλά δεν υπολογίζουν καθόλου τη ζωή τους. Θεωρούν ότι είναι το μόνο όπλο που διαθέτουν σε αφθονία και δεν διστάζουν να το χρησιμοποιήσουν μέχρι σπατάλης. «Τύραννοι, ανίκανοι και προδότες!» Αυτό πιστεύουν πια οι στρατιώτες για τους ανωτέρους τους. Πιο βέβαιοι για αυτό είναι οι στρατιώτες που υπηρετούν ως εφεδρείες στις φρουρές των πόλεων. Διαπιστώνουν, άλλωστε, ότι ο αντίκτυπος του πολέμου είναι ανάλογα καταστροφικός και στα μετώπισθεν.

β.   Ο αντίκτυπος στο εσωτερικό της χώρας

Προφανείς είναι οι συνέπειες, σε ψυχικό και οικονομικό επίπεδο, για τις οικογένειες των θυμάτων του πολέμου, νεκρών, αγνοούμενων και αιχμαλώτων στρατιωτών, ακόμη κι εκείνων που υπηρετούν σε μονάδες της πρώτης γραμμής, μακριά από τους οικείους τους. Το δε προσφυγικό ζήτημα επιδεινώνεται και από την πολιτική των ίδιων των αρχών του καθεστώτος: κρίνοντας ορισμένες εθνότητες συλλήβδην ως αμφίβολης πίστης προς την τσαρική μοναρχία (κι, επομένως, «ύποπτες συνεργασίας με τον εχθρό»), προβαίνουν σε μαζικές εκτοπίσεις, με κύριο θύμα τους εβραϊκούς πληθυσμούς και, εν συνεχεία, τους Πολωνούς και τους Ρώσους γερμανικής καταγωγής. Τέλος, οι μουσουλμάνοι της Κεντρικής Ασίας υφίστανται διώξεις επειδή αρνούνται τη στράτευση.

Ο πόλεμος, όμως, επιτείνει και τις δομικές αδυναμίες της ρωσικής οικονομίας. Πέραν των προβλημάτων που είναι κοινά στις εμπόλεμες χώρες (σημαντική υποτίμηση του νομίσματος, δραματική άνοδος του πληθωρισμού, καθώς οι τιμές των βασικών αγαθών έχουν τριπλασιαστεί έως το 1916), υπάρχουν προβλήματα που οφείλονται στην ατελή εκβιομηχάνιση της χώρας και την εξάρτησή της από τις εισαγωγές, ειδικά σε ό,τι αφορά κρίσιμα προϊόντα προηγμένης τεχνολογίας. Στις αρχές του 1917 οι μισοί συρμοί των ρωσικών σιδηροδρόμων έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας, ελλείψει ανταλλακτικών [4]. Όσοι έχουν απομείνει εξυπηρετούν κατά προτεραιότητα τις ανάγκες των στρατευμάτων. Έτσι, όμως, διαταράσσονται σοβαρά τα δίκτυα διανομής αγαθών από την ύπαιθρο και γενικά τον τόπο παραγωγής προς τα μεγάλα αστικά κέντρα. Καθώς, μάλιστα, η βιομηχανία έχει τεθεί στην υπηρεσία της πολεμικής προσπάθειας, οι ελλείψεις στα τρόφιμα γίνονται όλο και πιο αισθητές.

γ.   Η απολυταρχία σε τροχιά πρόσκρουσης

«Η Ρωσία είναι ένα αυτοκίνητο με ανίκανο οδηγό ο οποίος το κατευθύνει προς τον γκρεμό. Ο οδηγός αρνείται να αφήσει το τιμόνι σε κάποιον άλλο. Ξέρει ότι οι επιβάτες είναι πολύ φοβισμένοι για να του πάρουν το τιμόνι απ’ τα χέρια». [Βασίλι Αλεξέγεβιτς Μακλακόφ, φιλελεύθερος δικηγόρος, συγγραφέας και πολιτικός, Σεπτέμβριος 1915].

Β. Μακλακόφ

Ο πόλεμος κινητοποιεί τις αριστοκρατικές και αστικές ελίτ που επιδιώκουν να συνδράμουν την πατρίδα. Οι πανρωσικές ενώσεις περιφερειακών ΟΤΑ (ζέμστβα) και δήμων συγχωνεύονται και συμβάλλουν στον εφοδιασμό του άμαχου πληθυσμού και του στρατού και στην περίθαλψη των προσφύγων. Οι σημαντικότεροι επιχειρηματίες συγκροτούν την Επιτροπή Βιομηχανίας Πολέμου με σκοπό τον εξορθολογισμό της παραγωγής. Η τσαρική διοίκηση είναι υποχρεωμένη να συνεργαστεί με τις οργανώσεις αυτές, έστω και απρόθυμα. Η σύμπραξη αυτή, όμως, αποκαλύπτει ακόμη περισσότερο τις αδυναμίες του καθεστώτος και εδραιώνει την πεποίθηση των φιλελεύθερων κύκλων για την ανάγκη αλλαγών προς το δημοκρατικότερο.

Αντί να πράξει ό,τι είναι εύλογο και αναγκαίο, το καθεστώς ρέπει όλο και πιο πολύ σε παράλογα συντηρητικές θέσεις. Ο τσάρος υποπίπτει στο ένα σφάλμα μετά το άλλο, εγκλωβισμένος στην ψευδαίσθηση του μονάρχη «πατερούλη» του λαού. Τον Σεπτέμβριο του 1915 καθαιρεί τον θείο του, Μεγάλο Δούκα Νικόλαο Νικολάγεβιτς, κι αναλαμβάνει προσωπικά την αρχιστρατηγία. Απομονωμένος στο γενικό στρατηγείο του, στο Μογκιλιόφ της Λευκορωσίας, με μοναδική πηγή πληροφοριών τη σύζυγό του [5] και τις κλίκες της αυλής, ο Νικόλαος χάνει κάθε επαφή με την πραγματικότητα των πολιτικών εξελίξεων. Διώχνει τους τελευταίους ικανούς υπουργούς του (τον Υπουργό Εξωτερικών Σεργκέι Ντμίτριεβιτς Σαζόνοφ και τον Υπουργό Πολέμου Αλεξέι Αντρέγεβιτς Πολιβάνοφ). Εν γένει, αλλάζει τους υπουργούς του σαν τα πουκάμισα (με ρυθμούς έναν ανά τρίμηνο). Απολύει ως και τον δουλικό πρωθυπουργό του, τον γηραιό Ιβάν Λόγκινοβιτς Γκορεμίκιν, και τον αντικαθιστά με τον αντιδραστικό Μπορίς Βλαντίμιροβιτς Στιούρμερ, εκλεκτό της αυτοκράτειρας και του Ρασπούτιν!

Οι παράλογες αποφάσεις του Νικολάου έχουν πλέον εξοργίσει τους φιλελεύθερους δημοκράτες και μεγαλοαστούς, που λογικά θα έπρεπε να είναι οι φυσικοί του σύμμαχοι. Στη σύντομη σύνοδο της Δ΄ Δούμας, από τον Ιούλιο ως τον Σεπτέμβριο του 1915, οι φιλελεύθεροι Συνταγματικοί Δημοκράτες (Κα Ντε) και οι συντηρητικότεροι Οκτωβριστές συνασπίζονται και καταρτίζουν κοινό πρόγραμμα: χαλάρωση του αστυνομικού κράτους, συνδικαλιστικές ελευθερίες, κατάργηση διακρίσεων λόγω θρησκείας, παραχωρήσεις προς τις εθνότητες. Η απάντηση του τσάρου είναι… η διάλυση της Δούμας! Όταν η Δούμα συγκαλείται εκ νέου τον Νοέμβριο του 1916, τα κόμματα επαναφέρουν τις διεκδικήσεις τους. Ο ηγέτης των Συνταγματικών Δημοκρατών Πάβελ Μιλιουκόφ δηλώνει ξεκάθαρα ότι η πολιτική της τσαρικής κυβέρνησης συνιστά είτε βλακεία είτε προδοσία. Κάποιες προσπάθειες για τον σχηματισμό κυβέρνησης ευρύτερης αποδοχής δεν καρποφορούν. Στις 12 Ιανουαρίου 1917, ο τσάρος διορίζει πρωθυπουργό τον ευγενή Νικολάι Ντμίτριεβιτς Γκολίτσιν, μια πολιτική ασημαντότητα. Ο Νικόλαος είναι αδιόρθωτος! Αυτό τουλάχιστον πιστεύει ένα μεγάλο μέρος του φιλελεύθερου στρατοπέδου. Επιχειρηματίες, πολιτικοί (Γκούτσκοφ, Κερένσκι) και ανώτατοι στρατιωτικοί (Αλεξέγιεφ, Μπρουσίλοφ) εξυφαίνουν συνωμοσία προκειμένου να εξαναγκάσουν τον τσάρο σε παραίτηση υπέρ του Τσαρέβιτς, με αντιβασιλέα τον Μεγάλο Δούκα Μιχαήλ, τον φιλελεύθερων πεποιθήσεων αδελφό του Νικολάου!

Την ίδια εποχή, το σοσιαλιστικό στρατόπεδο είναι βαθιά διαιρεμένο. Ο ιστορικός ηγέτης του ρωσικού σοσιαλισμού, ο Πλεχάνοφ συνιστά τη συνεργασία με το καθεστώς, «για το καλό της πατρίδας». Οι Εργατικοί του Κερένσκι, το μεγαλύτερο μέρος των Μενσεβίκων υπό τον Τσχεΐτζε και οι Εσέροι του Τσερνόφ προκρίνουν τον διπλό αγώνα, τόσο κατά του εξωτερικού εχθρού όσο και κατά της τσαρικής απολυταρχίας. Οι διεθνιστές Μενσεβίκοι του Μάρτοφ και οι Μπολσεβίκοι, που έχουν ξαναβρεθεί στην παρανομία, υποστηρίζουν την άμεση παύση του πολέμου. Ο Λένιν συγγράφει στη Ζυρίχη, την άνοιξη του 1916, το «Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού». Ο πόλεμος έχει ανατρέψει τις αρχές του μαρξιστικού δόγματος: καθιστά δυνατή την επανάσταση ακόμη και σε μια χώρα που δεν έχει ανεπτυγμένο καπιταλισμό. Μάλλον ούτε ο ίδιος δεν πρέπει να πιστεύει ότι το κείμενό του είναι προφητικό κι ότι σε ένα χρόνο η προφητεία του αυτή θα έχει εκπληρωθεί.


[1] Κάποιοι από αυτούς διερωτούνταν: «Μα, εμείς είμαστε από το Ταμπόφ! Μέχρι να φτάσουν εκεί οι Γερμανοί θα έχουν χάσει τον δρόμο

[2] N. Werth Les Révolutions Russes, όπ. π., σελ. 11.

[3] Σαφώς ικανοποιητικές ήταν οι επιδόσεις του τσαρικού στρατού και στο Νοτιοανατολικό Μέτωπο, κατά των οθωμανικών δυνάμεων (οι Ρώσοι φτάνουν ως την Τραπεζούντα).

[4] N. Werth Les Révolutions Russes, όπ. π., σελ. 13 επ.

[5] «Αγάπη μου, πρέπει να φανείς πιο αυταρχικός από τον Μεγάλο Πέτρο και πιο σκληρός από τον Ιβάν τον Τρομερό».


Β.   Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΚΡΗΞΗ – Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

Πετρούπολη, 23 Φεβρουαρίου 1917, εργάτριες της βιομηχανίας Πουτίλοφ διαδηλώνουν.

α.   Από την Ημέρα της Γυναίκας στη σαρωτική επανάσταση: Οι ελλείψεις αναγκάζουν τις αρχές να αποφασίσουν την επιβολή δελτίου στα τρόφιμα. Στις 23 Φεβρουαρίου, με το Ιουλιανό Ημερολόγιο, του 1917 και με αφορμή τον (ανεπίσημο) εορτασμό της Ημέρας της Γυναίκας, τον οποίο είχαν καθιερώσει οι σοσιαλιστικές οργανώσεις, χιλιάδες εργάτριες και νοικοκυρές ξεκίνησαν από το Βίμποργκ και τις άλλες εργατικές συνοικίες για να διαδηλώσουν στις κεντρικές λεωφόρους της Πετρούπολης ζητώντας ψωμί, ειρήνη, αυξήσεις μισθών, ελευθερίες και δικαιώματα. Τις ακολούθησαν οι εργάτες της μεταλουργίας Πουτίλοφ και των υπόλοιπων μεγάλων εργοστασίων. Τις επόμενες ημέρες οι διαδηλώσεις και οι απεργίες γενικεύθηκαν. Τα συνθήματα άρχισαν να στρέφονται κατά του τσάρου και του καθεστώτος. Πληροφορούμενος τις εξελίξεις, ο τσάρος στέλνει από το Μογκιλιόφ τηλεγράφημα και διατάσσει τον στρατιωτικό διοικητή της πρωτεύουσας, τον στρατηγό Σεργκέι Σεμιόνοβιτς Χαμπάλοφ, να καταστείλει τις ταραχές «με κάθε τρόπο και μέσο», δηλαδή ενόπλως. Την 26η Φεβρουαρίου δυνάμεις του στρατού έχουν αναπτυχθεί σε όλα τα νευραλγικά σημεία της πόλης. Όταν φτάνουν οι διαδηλωτές, οι στρατιώτες ανοίγουν πυρ εναντίον τους. Οι νεκροί ξεπερνούν τους εκατό. Η εξέγερση έχει φαινομενικά καταπνιγεί.

Πετρούπολη, 23 Φεβρουαρίου 1917, εργάτριες διαδηλώνουν στη Λεωφόρο Νιέφσκι.

Τη νύχτα, όμως, οι κατώτεροι αξιωματικοί και οι στρατιώτες τριών από τα συντάγματα που είχαν μετάσχει στην καταστολή της εξέγερσης στασιάζουν! Συντάσσεται μαζί τους μεγάλο μέρος της στρατιωτικής φρουράς της Πετρούπολης. Οι στρατιώτες ενώνονται με τους διαδηλωτές. Στις 27 Φεβρουαρίου καταλαμβάνουν ταχυδρομεία, τηλεφωνικά και τηλεγραφικά κέντρα, αστυνομικά τμήματα και αποθήκες όπλων. Καταλαμβάνουν το Οχυρό των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου κι απελευθερώνουν τους πολιτικούς κρατουμένους. Επιτίθενται σε όσους εκπροσώπους της παλαιάς τάξης πραγμάτων συναντούν: αστυνομικούς, επιστάτες εργοστασίων, αστούς και ευγενείς. Η επανάσταση έχει αρχίσει και είναι σαρωτική.

β.   Το νέο δίπολο άσκησης της εξουσίας: Ενώ στην πρωτεύουσα επικρατεί χάος, δύο σχηματισμοί θα επιχειρήσουν να καλύψουν το κενό εξουσίας που αφήνει η κατάρρευση του τσαρικού καθεστώτος. Μολονότι μοιάζουν καταρχήν αντίπαλοι αλληλοτέμνονται ως προς τα πρόσωπα που συμμετέχουν σε αυτούς και επιλέγουν ως έδρα το ίδιο κτήριο, το Μέγαρο της Ταυρίδας, τόπο συνεδριάσεων της Δούμας. Αφενός, υπάρχει το Σοβιέτ της Πετρούπολης ή μάλλον η «Προσωρινή Εκτελεστική Επιτροπή του Σοβιέτ» αποτελούμενη από σοσιαλιστές πολιτικούς. Βέβαια, τα μεγάλα ονόματα βρίσκονται στην εξορία (Λένιν και Μάρτοφ στη Ζυρίχη, Τρότσκι στη Νέα Υόρκη, Τσερνόφ στο Παρίσι, Στάλιν, Κάμενιεφ και Τσερετέλλι στη Σιβηρία). Το προεδρείο της επιτροπής αυτής απαρτίζεται από τον Γεωργιανό Μενσεβίκο Νικολόζ Τσχεΐτζε ως πρόεδρο, και τους Αλεξάντρ Κερένσκι των Εργατικών και Λεφ Σκόμπελεφ των Μενσεβίκων ως αντιπροέδρους. Και οι τρεις είναι βουλευτές στη Δούμα. Αφετέρου, συγκροτείται, κυρίως από βουλευτές που ανήκουν στους Συνταγματικούς Δημοκράτες, η «Προσωρινή Επιτροπή για την Αποκατάσταση της Τάξης».

Συνεδρίαση του Σοβιέτ της Πετρούπολης.

Τα δύο όργανα έχουμε διαφορετικά χαρακτηριστικά και διαφορετική νομιμοποιητική βάση. Πιο αμεσοδημοκρατικό, το Σοβιέτ μπορεί να καθοδηγήσει και μέχρις ενός βαθμού να ελέγξει τους εξεγερμένους εργάτες και στρατιώτες. Η Επιτροπή της Δούμας γνωρίζει καλύτερα τους μηχανισμούς άσκησης εξουσίας και έχει διαύλους επικοινωνίας με το γενικό επιτελείο και τους ανώτατους στρατιωτικούς, επομένως μπορεί να αποτρέψει ενδεχόμενες αντεπαναστατικές κινήσεις εκ μέρους του στρατεύματος. Η συνεργασία μεταξύ των δύο σχηματισμών είναι, επομένως, απολύτως αναγκαία για να κυβερνηθεί η Ρωσία. Ύστερα από σκληρές διαπραγματεύσεις που διαρκούν μια ολόκληρη νύχτα, στις 2 Μαρτίου το Σοβιέτ εγκρίνει τον σχηματισμό προσωρινής κυβέρνησης, υπό τον όρο της εφαρμογής πολιτικής εκδημοκρατισμού: κατοχύρωση των θεμελιωδών ελευθεριών, ατομικών και συλλογικών, πρόβλεψη εκλογών με καθολική και μυστική ψηφοφορία, κατάργηση του αστυνομικού κράτους.

γ.   Η πτώση της δυναστείας των Ρομανόφ: Ο τσάρος κατευθύνεται στην πτώση χωρίς καν να έχει συνειδητοποιήσει ότι η κατάσταση έχει ξεφύγει εντελώς από τον έλεγχό του. Όταν, με το ξεκίνημα των ταραχών, ο Μιχαήλ Ροτζιάνκο, πρόεδρος της Δούμας, τηλεγραφεί στον τσάρο για να τον ενημερώσει για την κατάσταση, ο μονάρχης αντιδρά λέγοντας τα εξής: «Ωχ, είναι πάλι αυτός ο χοντρομπαλάς, ο Ροτζιάνκο! Θα μου γράφει σίγουρα ό,τι ανοησία μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος νους. Δεν θα μπω στον κόπο ούτε καν να του απαντήσω»! Στις 27 Φεβρουαρίου, διατάσσει τον στρατηγό Ιβάνοφ να μεταβεί με στρατιωτικές δυνάμεις στην πρωτεύουσα και να καταστείλει τις ταραχές. Την επομένη, αποφασίζει να επιστρέψει στο Τσάρσκογε Σελό, περισσότερο για να βρεθεί κοντά στην οικογένειά του παρά στο επίκεντρο των πολιτικών εξελίξεων. Το ταξίδι θα αποδειχθεί περιπετειώδες. Καταρχάς, ο αυτοκρατορικός συρμός καθυστερεί για να δώσει προτεραιότητα στη μεταφορά των στρατιωτικών δυνάμεων του Ιβάνοφ. Εν συνεχεία, καθώς οι εξεγερμένοι αποκτούν τον έλεγχο πολλών σταθμών, ο συρμός του Νικόλαου ακολουθεί ένα εντελώς παράδοξο δρομολόγιο για να προσεγγίσει τον προορισμό του. Φθάνοντας την 1η Μαρτίου στο Πσκοφ, ο τσάρος πληροφορείται την επικράτηση της επανάστασης στην Πετρούπολη και την εξάπλωση των ταραχών σε άλλες μεγάλες πόλεις.

Είναι πλέον σαφές ότι ο ηγεμόνας δεν μπορεί να σώσει τη θέση του με κάποιες παραχωρήσεις. Ο αρχηγός του γενικού επιτελείου Αλεξέγεφ, υποστηριζόμενος από το σύνολο σχεδόν των ανώτατων αξιωματικών, καλεί τον τσάρο να παραιτηθεί. Η αρχική σκέψη είναι να παραιτηθεί υπέρ του τσαρέβιτς. Οι γιατροί, όμως, διαβεβαιώνουν τον τσάρο, ότι εξαιτίας της ασθένειάς του, ο Αλέξιος δεν είναι δυνατό να ασκήσει καθήκοντα μονάρχη. Στις 2 Μαρτίου, ο Νικόλαος παραιτείται υπέρ του αδελφού του, του Μεγάλου Δούκα Μιχαήλ! Το αυτοκρατορικό περιβάλλον και όσοι παρευρέθηκαν στην υπογραφή της πράξης παραίτησης ήταν εντυπωσιασμένοι από την ηρεμία του τσάρου: «Παραιτήθηκε από το αυτοκρατορικό αξίωμα όπως ένας αξιωματικός του ιππικού παραδίδει τη διοίκηση της ίλης του σε κάποιον άλλο

Μάρτιος 1917, ο τσάρος μετά την παραίτησή του.

Ο Μιχαήλ δεν είχε ιδιαίτερη επιθυμία να κυβερνήσει, το ενδιαφέρον του για την εξουσία και την πολιτική εν γένει ήταν περιορισμένο. Οι ηγέτες της Προσωρινής Κυβέρνησης δεν είχαν καμία δυσκολία να τον πείσουν να παραιτηθεί με τη σειρά του και αυτός, «για το καλό της πατρίδας» (16 Μαρτίου). Μετά από ακριβώς 304 χρόνια, η δυναστεία των Ρομανόφ έφτανε στο τέλος της. Η Προσωρινή Κυβέρνηση έθεσε τον Νικόλαο και την οικογένειά του υπό περιορισμό στα ανάκτορα του Τσάρσκογε Σελό. Αργότερα (τον Αύγουστο) θα τους μετέφερε στο Τομπόλσκ των Ουραλίων [1].


[1] Τον Απρίλιο του 1918 οι Μπολσεβίκοι μετέφεραν τον τσάρο και την οικογένειά του στο Μέγαρο Ιπάτιεφ, στο Γεκατερινμπούργκ. Στην πόλη αυτή των Ουραλίων ή στα περίχωρά της επρόκειτο να εκτελεσθεί ολόκληρη η αυτοκρατορική οικογένεια υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες τον Ιούλιο του 1918.


Γ.   ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Πρίγκιπας Γκ. Λβοφ

Επικεφαλής της Προσωρινής Κυβέρνησης που συγκροτείται τη 2α Μαρτίου τίθεται ο πρίγκιπας Γκεόργκι Γεβγκένιεβιτς Λβοφ, γόνος μιας από τις πιο αριστοκρατικές οικογένειες της Ρωσίας. Λένε ότι το γενεαλογικό δέντρο της έφτανε ως τους Ρουρικίδες, τους Σκανδιναβούς που είχαν ιδρύσει την ηγεμονία της Ρωσίας του Κιέβου. Στις αρχές της δεκαετίας του 1880, η οικογένεια βρέθηκε υπερχρεωμένη. Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του, στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου της Μόσχας, ο πρίγκιπας μαζί με τους αδελφούς του κατόρθωσε να μετατρέψει τα οικογενειακά κτήματα στην περιοχή της Τούλα σε κερδοφόρα επιχείρηση. Έπειτα, ανακατεύθηκε στους ΟΤΑ, αναλαμβάνοντας αρχικά την προεδρία του ζέμστβο της Τούλα κι έπειτα της Πανρωσικής Ένωσης ΟΤΑ. Εργατικός, εύστροφος, φιλελεύθερος και με ανεπιτήδευτη αγάπη για τον ρωσικό λαό, φάνταζε ως ιδανική επιλογή. Ηγούνταν μιας κυβέρνησης που τη στελέχωναν αριστοκράτες και μεγαλοαστοί, οι οποίοι επιθυμούσαν διακαώς τον εκδυτικισμό της Ρωσίας μέσω του κοινοβουλευτισμού. Στο ξεκίνημα, ο ενθουσιασμός και η αισιοδοξία περίσσευαν.

«Το πνεύμα του ρωσικού λαού αποδείχθηκε πως είναι, ως εκ της φύσεώς του, πνεύμα οικουμενικά δημοκρατικό. Ο ρωσικός λαός είναι έτοιμος όχι απλώς να ενταχθεί στη δημοκρατία αυτή, αλλά και να αναλάβει την πρωτοπορία της, ακολουθώντας τον δρόμο της Προόδου τον οποίο χάραξαν οι μεγάλες αρχές της Γαλλικής Επανάστασης: Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα!» [Πρίγκιπας Γκ. Γ. Λβοφ, λόγος της 20ής Μαρτίου 2017]

α. «Ρωσία, η πιο ελεύθερη χώρα στον κόσμο!» – Η ρωσική δημοκρατική άνοιξη

  1. Η εποχή των δικαιωμάτων και της ελευθερίας

Μετά από αιώνες καταπίεσης, η επανάσταση απελευθερώνει τους ανθρώπους και τους ωθεί να εκφράσουν την απόψεις τους και να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Όλες οι κοινωνικές τάξεις και ομάδες (εργάτες, αγρότες, στρατιώτες, φεμινίστριες κ.λπ.) διατυπώνουν τα αιτήματά τους, με ψηφίσματα ή με επιστολές και τηλεγραφήματα προς το Σοβιέτ και την Προσωρινή Κυβέρνηση.

Σοβιέτ Πετρούπολης

Την τάση αυτή την είχαν ενθαρρύνει και οι δύο θεσμοί. Ήδη την 1η Μαρτίου, το Σοβιέτ είχε εκδώσει την περίφημη υπ’ αριθ. 1 διαταγή. Πραγματική διακήρυξη των δικαιωμάτων του στρατιώτη, το κείμενο αυτό προέβλεπε ότι «ανεξαρτήτως βαθμού και μονάδας στην οποία υπηρετούν, οι στρατιώτες έχουν όλα τα δικαιώματα των οποίων απολαύουν οι πολίτες». Καταργούνται όλες οι πειθαρχικές διατάξεις που κρίνονται υπέρμετρα αυστηρές, απαγορεύεται κάθε μειωτική συμπεριφορά των αξιωματικών προς τους στρατιώτες, οι οποίοι καλούνται να εκλέξουν επιτροπές αντιπροσώπων σε κάθε μονάδα με σκοπό την προάσπιση των δικαιωμάτων τους. Η Προσωρινή Κυβέρνηση, από την πλευρά της και υπό την επιρροή των μετριοπαθών σοσιαλιστών, υιοθετεί σειρά μέτρων ιδιαίτερης συμβολικής σημασίας: κατοχύρωση των θεμελιωδών ελευθεριών, κατάργηση των διακρίσεων, αμνηστεία για τα αδικήματα πολιτικού χαρακτήρα, κατάργηση της θανατικής ποινής, προκήρυξη γενικών εκλογών για την ανάδειξη Συντακτικής Συνέλευσης με καθολική και μυστική ψηφοφορία (ως ημερομηνία των εκλογών ορίστηκε τελικά η 12η Νοεμβρίου), αναγνώριση δικαιωμάτων αυτονομίας των εθνοτήτων.

  1. Ασκήσεις άμεσης δημοκρατίας και αγωγής του πολίτη

Το Σοβιέτ της Πετρούπολης γιγαντώνεται, τουλάχιστον ως προς τη σύνθεσή του, μια και γρήγορα πλησιάζει τον αριθμό των τριών χιλιάδων μελών (850 εκπρόσωποι των εργατών και δύο χιλιάδες των στρατιωτών). Συγκροτούνται σοβιέτ σε όλες τις πόλεις (είναι ήδη εξακόσια στα τέλη Μαρτίου, ενώ ο αριθμός τους θα πλησιάσει τα 1.500 το φθινόπωρο). Ταυτόχρονα δημιουργούνται και άλλοι θεσμοί λαϊκής εκπροσώπησης: επιτροπές εργαζομένων στα εργοστάσια και τις βιοτεχνίες, με σκοπό την προάσπιση των δικαιωμάτων των εργατών, συνοικιακές επιτροπές που μεριμνούν για ζητήματα στέγασης, εφοδιασμού σε τρόφιμα, περίθαλψης των θυμάτων του πολέμου, ιδρύουν βρεφονηπιακούς σταθμούς κ.λπ., εργατικές πολιτοφυλακές για την ένοπλη υπεράσπιση της επανάστασης και των κεκτημένων της, επιτροπές στρατιωτών, τοπικές συνελεύσεις αγροτών. Το σύνολο του πληθυσμού πολιτικοποιείται και συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων.

Αναλαμβάνοντας τιτάνιο έργο, η Προσωρινή Κυβέρνηση συγκροτεί ειδικές επιτροπές, με τη συμμετοχή εκπροσώπων όλων των πολιτικών κομμάτων και εμπειρογνωμόνων, για τη ρύθμιση όλων των μεγάλων εκκρεμών ζητημάτων: εκλογικός νόμος, αγροτική μεταρρύθμιση και αναδιανομή της γης. Εκτός των άλλων κάνει ό,τι είναι δυνατό για να επιμορφώσει τον ρωσικό λαό σε θέματα λειτουργίας του νέου πολιτεύματος και να του εμφυσήσει δημοκρατική συνείδηση. Στο πλαίσιο αυτό, προβαίνει στη σύσταση της Κεντρικής Επιτροπής Κοινωνικής και Πολιτικής Εκπαίδευσης, η οποία στέλνει υπαλλήλους της σε όλες τις επαρχίες για διαλέξεις και μαθήματα αγωγής του πολίτη. Φτάνει ως το σημείο να αναλάβει και την παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών.

Γενικά, για όλα τα κόμματα, ο κύριος στόχος είναι η πολιτική διαπαιδαγώγηση του πληθυσμού. Η κυκλοφορία των εφημερίδων αυξάνεται κατακόρυφα. Ο φιλελεύθερος «Ρωσικός Λόγος» («Русское слово») προσεγγίζει το ένα εκατομμύριο αντίτυπα, η «Ιζβέστια» του Σοβιέτ της Πετρούπολης τα 200.000, ενώ η «Εφημερίδα των Εργατών» («Рабочая газета») των Μενσεβίκων, η «Αλήθεια» («Правда») των Μπολσεβίκων και ο «Λαϊκός Αγώνας» («Дело народа») των Εσέρων έχουν κυκλοφορία που υπερβαίνει τα 100.000 αντίτυπα. Κι όλα αυτά χωρίς να υπολογίζουμε τις εκδόσεις που απευθύνονται σε ειδικό κοινό (οι Μπολσεβίκοι εκδίδουν δύο τουλάχιστον έντυπα ειδικά για τους στρατιώτες) ή τα βιβλία και φυλλάδια που εκδίδουν όλες οι πολιτικές τάσεις. Στο κρίσιμο διάστημα Μαρτίου-Οκτωβρίου, τα διάφορα σοσιαλιστικά κόμματα εκδίδουν 500 τίτλους σε 27 εκατομμύρια αντίτυπα, τα «αστικά» κόμματα 250 τίτλους σε 11 εκατομμύρια αντίτυπα [1].

β.   Φθορά και παρακμή της Προσωρινής Κυβέρνησης

Σε μια χώρα απολυταρχίας και συγκεντρωτικής διοίκησης, η θέση της Προσωρινής Κυβέρνησης είναι ευθύς εξαρχής επισφαλής. Η επιτυχία της αποτελεί ένα μεγάλο στοίχημα που είναι αντικειμενικά δύσκολο να κερδηθεί. Η κυβέρνηση συνυπάρχει ως προς την ντε φάκτο άσκηση εξουσίας με πλήθος αμεσοδημοκρατικών οργάνων, συνήθως αποκεντρωμένου χαρακτήρα. Οι εσωτερικές αντιθέσεις που τη χαρακτηρίζουν υποσκάπτουν ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία της. Τέλος, μοιραία θα αποδειχθεί η αδυναμία της Προσωρινής Κυβέρνησης να υιοθετήσει σαφή και σταθερή στάση στα μεγάλα προβλήματα που καλείται να επιλύσει: αυτό της συνέχισης του πολέμου, το αγροτικό ζήτημα και, δευτερευόντως, εκείνο της αυτοδιάθεσης των εθνοτήτων. Η στάση της στο πρώτο ζήτημα είναι επαμφοτερίζουσα, στα άλλα δύο αναμονής, μια και οι όποιες αποφάσεις μετατίθενται στη Συντακτική Συνέλευση που θα αναδειχθεί με τις εκλογές του Νοεμβρίου.

1.   Από την Πρώτη στη Δεύτερη Προσωρινή Κυβέρνηση       

Πάβελ Μιλιουκόφ

i) Οι ατυχείς πρωτοβουλίες Μιλιουκόφ και η κρίση του Απριλίου: Ενώ το Σοβιέτ της Πετρούπολης ταλαντεύεται μεταξύ ουτοπικού πασιφισμού και «επαναστατικής εθνικής άμυνας» (συνέχιση του πολέμου με ταυτόχρονη προσπάθεια επίτευξης της ειρήνης «χωρίς προσαρτήσεις και πολεμικές αποζημιώσεις») και η Προσωρινή Κυβέρνηση είναι διχασμένη ως προς τη γραμμή που πρέπει να ακολουθήσει, στις 4 Μαρτίου, ο ισχυρός άνδρας της, ο Υπουργός Εξωτερικών Πάβελ Νικολάγεβιτς Μιλιουκόφ, στέλνει με δική του πρωτοβουλία οδηγίες στις διπλωματικές αντιπροσωπείες: η Ρωσία θα τηρήσει όλες τις δεσμεύσεις της και θα συνεχίσει τον πόλεμο ως την τελική νίκη. Δύσπιστοι, οι Γάλλοι και Βρετανοί σύμμαχοι επιμένουν, ζητούν δεσμεύσεις και πιέζουν φορτικά τη Ρωσία να αναλάβει μεγάλης κλίμακας επιθετικές επιχειρήσεις στο Μέτωπο. Στις 18 Απριλίου, ο Μιλιουκόφ επαναλαμβάνει τις θέσεις αυτές επίσημα, απευθυνόμενος προς τους δυτικούς συμμάχους. Η ενέργειά του προκαλεί οξύτατη κυβερνητική κρίση, η οποία θα τερματισθεί με τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης μόλις στις 5 Μαΐου. Οι φιλελεύθεροι διατηρούν την πρωθυπουργία, με τον πρίγκιπα Λβόφ, και έξι υπουργεία, αλλά τα διάφορα σοσιαλιστικά κόμματα από το ένα χαρτοφυλάκιο (Κερένσκι ως Υπουργός Δικαιοσύνης) φτάνουν στα έξι, σε μια προσπάθεια καλύτερης σύνδεσης κυβέρνησης και σοβιέτ και ανεύρεσης ευρύτερων λαϊκών ερεισμάτων. Ο Κερένσκι αναλαμβάνει το Υπουργείο Πολέμου και Ναυτικού, ο ηγέτης των Εσέρων Τσερνόφ το Υπουργείο Γεωργίας και οι Μενσεβίκοι Σκόμπελεφ και Ηράκλι Τσερετέλλι τα υπουργεία Εργασίας και Επικοινωνιών, αντίστοιχα.

ii) Η διάσπαση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου: Η μαζική είσοδος σοσιαλιστών στην κυβέρνηση θα έπρεπε λογικά να ενισχύσει τη θέση τους. Στην πραγματικότητα, έχει ως συνέπεια τη διάσπασή τους. Είναι πολλοί εκείνοι που αντιτίθενται στη συμμετοχή στην κυβέρνηση, ανάμεσά τους ο ιστορικός ηγέτης των Μενσεβίκων Γιούλι Μάρτοφ (και ολόκληρη η «διεθνιστική» πτέρυγα του κόμματος) και η αριστερή πτέρυγα των Εσέρων (Μπόρις Νταβίντοβιτς Κατς «Καμκόφ», Μαρίγια Αλεξάντροβα Σπιριντόνοβα, Ισαάκ Νάχμαν Στέινμπεργκ). Σε αυτούς προστίθεται μια φωνή ακόμη πιο εξτρεμιστική.

Απρίλιος 1917, ο Λένιν φτάνει στον σταθμό Φινλανδίας της Πετρούπολης (πίνακας του Μ. Σοκολόφ).

Στις 28 Μαρτίου, ο Λένιν δέχεται τελικά τις μεσολαβητικές προσπάθειες του Ελβετού σοσιαλδημοκράτη Πλάττεν και τη ναύλωση από τις γερμανικές αρχές ενός συρμού που θα τον μεταφέρει πίσω στη Ρωσία, από την οποία απουσιάζει εδώ και 17 χρόνια. Οι Γερμανοί υποθέτουν ευλόγως ότι ο Λένιν θα αποτελέσει παράγοντα αποσταθεροποίησης της αντιπάλου. Ο ίδιος ο Μπολσεβίκος ηγέτης δεν θέλει με τίποτε να δώσει την εντύπωση ότι επιστρέφει χάρη στους Γερμανούς και επιβάλλει τους όρους του: οι επιβάτες θα καταβάλουν το αντίτιμο του εισιτηρίου τους και θα αναλάβουν τα έξοδα διατροφής τους κατά τη διάρκειά του. Ο συρμός δεν θα ανήκει σε καμία κρατική οντότητα («εξωεδαφικότητα»), ενώ δεν θα επιτρέπεται η αποβίβαση πριν από την άφιξη στον προορισμό του (εξ ου και ο χαρακτηρισμός του ως «σφραγισμένου τραίνου»). Στις 3 Απριλίου, ο Λένιν, συνοδευόμενος από στελέχη του κόμματός του που επέστρεψαν μαζί του, φτάνει στον Σταθμό Φινλανδίας της Πετρόπουλης. Σχεδόν αμέσως διατυπώνει απόψεις που εκπλήσσουν με τον ακραίο χαρακτήρα τους ακόμη και τους Μπολσεβίκους: έλεγχος των βιομηχανικών μονάδων από τους εργάτες, εθνικοποίηση της γης, κατάργηση αστυνομίας και στρατού, αντίθεση στην Προσωρινή Κυβέρνηση. Η πρότασή του συνοψίζεται στο σύνθημα «Όλη η εξουσία στα σοβιέτ».

iii) Οι αποτυχίες της Προσωρινής Κυβέρνησης – (1) Η τελική αποτυχία στο ζήτημα του πολέμου: Όπως, ίσως, ήταν αναμενόμενο, οι προσπάθειες της Προσωρινής Κυβέρνησης για την ανεύρεση διεξόδου στο πολεμικό ζήτημα δεν στέφονται από επιτυχία. Το φιλόδοξο σχέδιο του Τσερετέλλι για μια μεγάλη διεθνή συνδιάσκεψη με στόχο την ειρήνευση αποτυγχάνει εξαιτίας της στάσης της Γαλλικής και της Βρετανικής Κυβέρνησης. Απομένει η ελπίδα της νίκης στα πεδία των μαχών.

Ο Κερένσκι, ως αρμόδιος υπουργός, δεν φείδεται προσπαθειών. Διορίζει αρχιστράτηγο τον ικανότατο Μπρουσίλοφ και ξεκινά μια μεγάλη περιοδεία στις μονάδες της πρώτης γραμμής. Ελπίζει ότι οι ρητορικές του ικανότητες θα ανυψώσουν το ηθικό των στρατιωτών και θα τους παρακινήσουν να αγωνιστούν για την τελική νίκη. Εντούτοις, η χαλάρωση της πειθαρχίας και η κόπωση στέκονται ανυπέρβλητα εμπόδια. «Λέτε πως πρέπει να πολεμήσουμε ώστε, μετά τον πόλεμο, οι αγρότες να έχουν επιτέλους τη δυνατότητα να αποκτήσουν γη. Και τι να την κάνω εγώ αυτή τη γη, αν στο μεταξύ έχω σκοτωθεί

Ο Κερένσκι επιθεωρεί το στράτευμα/ πηγή: NYT Keystone Gamma, via Getty Images.

Ο ρωσικός στρατός εξαπολύει τη μεγάλη επίθεση στις 18 Ιουνίου. Παρά τις ελλείψεις σε όπλα και πολεμοφόδια, επιτυγχάνει στην αρχή κάποιες επιτυχίες σε βάρος των δυνάμεων της Αυστροουγγαρίας. Έπειτα, εκδηλώνεται η γερμανική αντεπίθεση και το μέτωπο καταρρέει: μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα οι Ρώσοι χάνουν 400.000 άνδρες και τη Γαλικία και αναγκάζονται να υποχωρήσουν έως και 300 χιλιόμετρα σε ορισμένα σημεία του μετώπου. Η καταστροφή είναι τέτοια που η Προσωρινή Κυβέρνηση δεν θα μπορέσει ποτέ να συνέλθει από αυτήν. Δεν πρόκειται, άλλωστε, για τη μοναδική αποτυχία της.

Βίκτορ Τσερνόφ

(2) Η αποτυχία στο εσωτερικό μέτωπο: Στο εσωτερικό της χώρας η κατάσταση επιδεινώνεται. Ο καλπάζων πληθωρισμός εκμηδενίζει τις αυξήσεις που είχαν δοθεί στους εργαζόμενους, τα τρόφιμα σπανίζουν και διατίθενται σε αστρονομικές τιμές, τα εργοστάσια αντιμετωπίζουν δραματικές ελλείψεις σε πρώτες ύλες. Στο εκρηκτικό αυτό πλαίσιο και με την κυβέρνηση να αδρανεί ή να χρονοτριβεί οι εντάσεις οξύνονται. Οι εργοδότες απαντούν στις εργατικές διεκδικήσεις και απεργίες με μαζικές απολύσεις και επισχέσεις εργασίας. Η γενική εντύπωση είναι ότι ο Υπουργός Εργασίας Σκόμπελεφ επιδεικνύει πολύ μεγαλύτερη ανοχή στην εργοδοσία. Την ίδια ώρα, τα σχέδια του Υπουργού Γεωργίας Τσερνόφ για μια μεγάλη αγροτική μεταρρύθμιση αναβάλλονται, μια και το θέμα είναι τόσο σοβαρό που μόνον η νέα Συντακτική Συνέλευση μπορεί να το ρυθμίσει. Οι πιέσεις των αγροτών για άμεσες λύσεις, όμως, είναι τεράστιες: συγκροτούνται επιτροπές που προβαίνουν στην αναδιανομή της γης χωρίς να αναμένουν την έγκριση της κυβέρνησης.

(3) Η αμήχανη διαχείριση του ζητήματος των εθνοτήτων: Τον Μάρτιο η Ράντα, η οποία αρχικά δεν ήταν παρά ένωση πολιτιστικών σωματείων, αναδεικνύεται ως ο θεσμός που κατεξοχήν εκφράζει τις διεκδικήσεις των Ουκρανών: αρχικά την ευρύτατη αυτονομία, εν συνεχεία δε την ανεξαρτησία της Ουκρανίας. Ανάλογες είναι οι εξελίξεις στη Φινλανδία, την Πολωνία και τις χώρες της Βαλτικής. Εάν στην περίπτωση της Φινλανδίας, της οποίας το Κοινοβούλιο ανακηρύσσει την ανεξαρτησία στις 23 Ιουνίου, η Προσωρινή Κυβέρνηση θεωρεί ότι μπορεί να τηρήσει στάση αναμονής και σχετικής ανοχής, δεν συμβαίνει το ίδιο και με τη ζωτικής σημασίας Ουκρανία. Στέλνει στο Κίεβο τριμελή αντιπροσωπεία υπουργών (τους Κερένσκι, Τσερετέλλι και τον ουκρανικής καταγωγής Υπουργό Εξωτερικών Μιχαήλ Ιβάνοβιτς Τερέστσενκο) οι οποίοι, κατόπιν διαπραγματεύσεων, συνάπτουν συμφωνία με την ουκρανική Ράντα (2 Ιουλίου): η Ουκρανία θα αποφασίσει με δημοψήφισμα, μετά την εκλογή της Συντακτικής Συνέλευσης, αν επιθυμεί ευρεία αυτονομία στο πλαίσιο μιας ομοσπονδίας ή αν προτιμά την ανεξαρτησία της. Η συμφωνία αυτή προκαλεί νέα κρίση στο εσωτερικό της κυβέρνησης: τρεις από τους υπουργούς που πρόσκεινται στο Συνταγματικό Δημοκρατικό Κόμμα παραιτούνται, γεγονός που έχει ως συνέπεια την πτώση της κυβέρνησης.

Μιχαήλ Τερέστσενκο

2.   Τρίτη Προσωρινή Κυβέρνηση – Η αμφιλεγόμενη διακυβέρνηση Κερένσκι, εποχή πολλαπλής πόλωσης

i) Οι επαναστατικές ταραχές του Ιουλίου: Τον Ιούνιο του 1917 διοργανώνεται στην Πετρούπολη το Α΄ Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ, στο οποίο οι εκπρόσωποι της μετριοπαθούς τάσης που υποστηρίζουν την Προσωρινή Κυβέρνηση έχουν άνετη πλειοψηφία. Η εικόνα αυτή είναι παραπλανητική, διότι δεν απηχεί τη στάση της λαϊκής βάσης η οποία έχει πλέον απογοητεθεί. Οι Μπολσεβίκοι, που εμφανίζονται δυναμικοί κατά τη διάρκεια των εργασιών του συνεδρίου, είναι διστακτικοί ως προς την πολιτική που πρέπει να ακολουθήσουν. Την πρωτοβουλία, στην περίπτωση αυτή, θα την αναλάβει η λαϊκή βάση.

Μετά το φιάσκο της ρωσικής επίθεσης της Ιουνίου και με τις γερμανικές δυνάμεις να προελαύνουν ανενόχλητες στο μέτωπο, η λαϊκή δυσαρέσκεια έχει γιγαντωθεί. Στρατιώτες από την φρουρά της πρωτεύουσας, ναύτες από τη βάση της Κρονστάδης και εργάτες από τα εργοστάσια του Βίμποργκ διοργανώνουν μια μεγάλη διαδήλωση στις 3 Ιουλίου, η οποία καταλήγει μπροστά από το Μέγαρο της Ταυρίδας. Η διαδήλωση επαναλαμβάνεται, ακόμη, μεγαλύτερη, την επομένη. Οι διαδηλωτές φτάνουν στο πρώην ιδιωτικό μέγαρο της μπαλλαρίνας Κσεσίνσκα, όπου βρίσκεται το στρατηγείο των Μπολσεβίκων. Ο Λένιν εκφωνεί ένα σύντομο, μάλλον κατευναστικό λόγο. Μετά την αρχική αμηχανία, οι διαδηλωτές αποφασίζουν να κατευθυνθούν εκ νέου στο Μέγαρο της Ταυρίδας. Οι πρώτοι πυροβολισμοί πέφτουν την ώρα που η πορεία βρίσκεται στη Λεωφόρο Νιέφσκι. Μπροστά από την έδρα της Δούμας σημειώνοντα συμπλοκές κι ανταλλαγές πυροβολισμών μεταξύ των διαδηλωτών και δυνάμεων στρατού που είναι πιστές στην κυβέρνηση. Η τάξη αποκαθίσται βίαια.

Οι ταραχές του Ιουλίου

Την επομένη, λεηλατούνται τα γραφεία της Πράβντα. Το μέγαρο Κσεσίνσκα καταλαμβάνεται από φιλοκυβερνητικούς στρατιώτες [2]. Λένιν και Ζινόβιεφ καταφεύγουν στη Φινλανδία. Δεκάδες μέλη των Μπολσεβίκων, μεταξύ των οποίων και ο Τρότσκι, συλλαμβάνονται και φυλακίζονται.

ii) Κερένσκι: Ο πρίγκιπας Λβοφ αναθέτει τον σχηματισμό κυβέρνησης στον Αλεξάντρ Φιόντοροβιτς Κερένσκι. Ο Κερένσκι έχει πολλά κοινά στοιχεία με τον μεγάλο αντίπαλό του, τον Λένιν. Έχει κι εκείνος γεννηθεί στο Σιμπίρσκ του Βόλγα κι είναι παιδί εκπαιδευτικού που σταδιοδρόμησε ως ανώτατος δημόσιος υπάλληλος. Όταν ήταν έφηβος, ο Αλεξάντρ ήθελε να γίνει ηθοποιός, τελικά όμως σπούδασε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου της Πετρούπολης. Ως δικηγόρος απέκτησε γρήγορα φήμη χάρη στη δράση του σε υποθέσεις σχετικές με την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Εκλέγεται βουλευτής και γρήγορα τίθεται επικεφαλής των Εργατικών, της πλέον μετριοπαθούς πτέρυγας των σοσιαλιστών. Στην επανάσταση του Φεβρουαρίου ήταν ο σύνδεσμος μεταξύ του Σοβιέτ και της Προσωρινής Κυβέρνησης. Το όνειρό του να γίνει ηθοποιός πρέπει να τον βοήθησε να γίνει εξαίρετος ρήτορας. Οι λόγοι του έκαναν ολόκληρη τη Ρωσία να τον θαυμάζει. Ένιωθε ότι είναι ο εκλεκτός του λαού κι ότι μπορούσε να καταφέρει τα πάντα, παρά τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες. Στην περίπτωση του Κερένσκι ο ιακωβινισμός δίνει τη θέση του στον βοναπαρτισμό και, ίσως, στον λουδοβικισμό, μια και ο νέος (και νεαρός, είναι μόλις 36 ετών) πρωθυπουργός εγκαθίσταται στα Χειμερινά Ανάκτορα.

Αλέξανδρος Κερένσκι

Η νέα κυβέρνηση, που συγκροτείται στις 22 Ιουλίου, φαίνεται εξαιρετικά ισορροπημένη: τρεις υπουργοί από το Συνταγματικό Δημοκρατικό Κόμμα, τρεις Μενσεβίκοι, τρεις Εσέροι, τρεις μετριοπαθείς σοσιαλιστές μικρότερων κομματικών σχηματισμών. Στην πράξη, όμως, θα αποδειχθεί ότι πρόκειται για την πιο συντηρητική κυβέρνηση από όλες του 1917. Οι νοοτροπίες έχουν αλλάξει. Παύει κάθε σχέση με το Σοβιέτ και αυτοί που ασκούν την καθοριστική επιρροή είναι οι φιλελεύθεροι. Προκρίνεται μια πιο αυταρχική στάση την οποία υποστηρίζει σειρά οργανώσεων και ομάδων πίεσης του κεντροδεξιού χώρου («Εταιρία για την Οικονομική Αναγέννηση της Ρωσίας» του μεγαλοβιομήχανου Πουτίλοφ, «Δημοκρατικό Κέντρο» του Μοσχοβίτη βιομήχανου Ριαμπουτσίνσκι, ένωση γαιοκτημόνων, σύνδεσμοι ανώτατων αξιωματικών).

iii) Το «πραξικόπημα» Κορνίλοφ:

«Αν δεν υπήρχε το πραξικόπημα Κορνίλοφ, τότε δεν θα υπήρχε κανένας Λένιν.» [Αλ. Φ. Κερένσκι]

Ο Κερένσκι αναθέτει την ηγεσία του στρατεύματος στον Λαβρ Γκεόργκεβιτς Κορνίλοφ, ικανότατο, αλλά σκληρό και μάλλον άξεστο στρατιωτικό [3]. Γρήγορα, ο πρωθυπουργός αντιλαμβάνεται ότι η δημοφιλία του στρατηγού ξεπερνά τη δική του. Πράγματι, ο Κορνίλοφ εκπονεί και προβάλλει ένα πολιτικό πρόγραμμα, υποσχόμενος να αποκαταστήσει την πειθαρχία στο στράτευμα και την τάξη στην κονωνία: επαναφορά της θανατικής ποινής και στα μετώπισθεν (η κυβέρνηση Κερένσκι την είχε ήδη επαναφέρει για τις περιπτώσεις λιποταξίας στο μέτωπο), διάλυση σοβιέτ και επιτροπών, στρατιωτικός έλεγχος των σιδηροδρόμων και των κρίσιμων για την πολεμική προσπάθεια βιομηχανιών, αποστράτευση συγκεκριμένου αριθμού εφέδρων στους οποίους θα δοθούν εκτάσεις γης. Ο Κορνίλοφ προσωποποιεί πλέον τις ελπίδες ολόκληρης της συντηρητικής παράταξης.

Λ. Κορνίλοφ (φωτογραφία του 1916)

Ο Κερένσκι αποφασίζει να αναλάβει πρωτοβουλία και να εξουδετερώσει έναν αντίπαλο που σε μεγάλο βαθμό ήταν δικό του δημιούργημα. Στέλνει τον βουλευτή των Οκτωβριστών Βλαντίμιρ Νικολάγεβιτς Λβοφ (απλή συνωνυμία με τον τέως πρωθυπουργό) να συναντήσει τον αρχιστράτηγο στο Μογκιλιόφ (24 Οκτωβρίου). Ο Κορνίλοφ εξηγεί στον Λβοφ ότι τρεις είναι οι βιώσιμες επιλογές: συγκρότηση μεικτού διευθυντηρίου αποτελούμενου από πολιτικούς και στρατιωτικούς, πολιτική δικτατορία υπό τον Κερένσκι, στρατιωτική δικτατορία υπό τον Κορνίλοφ επικουρούμενη από κυβέρνηση υπό τον Κερένσκι. Όταν ο Κερένσκι πληροφορείται το περιεχόμενο των συζητήσεων αποφασίζει να παγιδέψει τον στρατηγό. Μεταβαίνει στο Υπουργείο Πολέμου και «εμφανιζόμενος» ως Λβοφ επικοινωνεί με τον Κορνίλοφ και του ζητεί να του επιβεβαιώσει τις προτάσεις αυτές. Έχοντας την «ομολογία» στα χέρια του, ο Κερένσκι συγκαλεί έκτακτο υπουργικό συμβούλιο και, τα ξημερώματα της 27ης Αυγούστου, καθαιρεί τον Κορνίλοφ λόγω εσχάτης προδοσίας.

Ο αρχιστράτηγος είναι εκ των πραγμάτων αναγκασμένος να προχωρήσει σε στρατιωτικό πραξικόπημα. Συγκεντρώνει τις μονάδες που του είναι πιστές και βαδίζει προς την πρωτεύουσα. Για να αντιμετωπίσει τον Κορνίλοφ, ο Κερένσκι προσφεύγει στο Σοβιέτ και τα συνδικάτα, όπου οι Μπολσεβίκοι κερδίζουν όλο και περισσότερο έδαφος, σε αγαστή συνεργασία με μέρος των Μενσεβίκων και των Εσέρων. Πράγματι, το συνδικάτο των σιδηροδρομικών εμποδίζει τη μεταφορά των στρατευμάτων του Κορνίλοφ και οι εργατικές πολιτοφυλακές μαζί με στρατιώτες πιστούς στην επανάσταση νικούν τα στρατεύματα του πραξικοπηματία, ο οποίος συλλαμβάνεται. Ο «λαός έχει νικήσει», οι Μπολσεβίκοι έχουν κερδίσει την εκτίμηση των άλλων και αυτοπεποίθηση για το ότι μπορούν να φέρουν εις πέρας ένοπλες επιχειρήσεις. Όσο για τον Κερένσκι, το πολιτικό κύρος του έχει τρωθεί ανεπανόρθωτα.

iv) Πόλωση, αντιπαλότητες, βία και αναρχία: Η κυβέρνηση κλονίζεται. Οι υπουργοί του Κα Ντε είχαν υποστηρίξει τον Κορνίλοφ. Οι σχέσεις με το επιτελείο του στρατεύματος έχουν διαρραγεί. Η κατάσταση ξεφεύγει εντελώς από τον έλεγχο της κυβέρνησης.

Σε πλαίσιο οξείας πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής κρίσης, οι σχέσεις μεταξύ ανώτερων και κατώτερων τάξεων παροξύνονται. Εργοδοσία και εργαζόμενοι βρίσκονται σχεδόν σε ανοιχτό πόλεμο. Ξεσπούν αγροτικές εξεγέρσεις. Οι χωρικοί επιτίθενται στους γαιοκτήμονες και λεηλατούν τις επαύλεις τους. Στο στράτευμα, οι απλοί στρατιώτες έχουν χάσει κάθε ίχνος εμπιστοσύνης προς την ηγεσία. Οι λιποταξίες πολλαπλασιάζονται. Οργανωμένοι σε ένοπλες ομάδες, οι λιποτάκτες επιδίδονται σε βιαιοπραγίες: πογκρόμ κατά του εβραϊκού πληθυσμού (Γκόμελ, Μπομπρούισκ), σφαγές εμπόρων (Βίννιτσα, Μπριάνσκ, Ταμπόφ).


[1] N. Werth Les Révolutions Russes, όπ. π., σελ. 51-52. Θα ήταν παρακινδυνευμένο να ερμηνεύσουμε τους αριθμούς αυτούς ως ενδεικτικούς της επιρροής των δύο χώρων στον ρωσικό πληθυσμό. Η αριθμητική υπεροχή του σοσιαλιστικού χώρου θα πρέπει μάλλον να εξηγηθεί από τον κατακερματισμό του.

[2] Οι Μπολσεβίκοι θα μεταφέρουν το στρατηγείο τους στο Ινστιτούτο Σμόλνι, ένα οικοτροφείο θηλέων της καλής κοινωνίας, στο ανατολικό άκρο του κέντρου της πόλης.

[3] Η καταγωγή του Κορνίλοφ παραμένει αίνιγμα. Ο πατέρας του λέγεται ότι ήταν Κοζάκος του Ντον που είχε εγκαταστεθεί στο Καζακστάν, ίσως, όμως, να είχε εν μέρει και καλμουκική καταγωγή. Όσον αφορά τη μητέρα του στρατηγού, κατά μία άποψη ανήκε εθνοτικά στους Οϊρότους της οροσειράς Αλτάι. Κατά άλλους, ήταν «Κιργίζια», χαρακτηρισμός ο οποίος κατά τις συνήθειες της τσαρικής γραφειοκρατίας παρέπεμπε στους… Καζάκους.


Δ.   ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΚΤΩΒΡΗΣ

Η πατρότητα της κατάληψης της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους ανήκει αποκλειστικά στον Λένιν. Αυτός συλλαμβάνει την ιδέα, σχεδιάζει με ιδιαίτερη επιμέλεια την επιχείρηση και επιβάλλει την υλοποίησή της παρά τις αντιρρήσεις αρκετών στελεχών του κόμματος και την απροθυμία μεγάλου μέρους των μελών του.

Β. Ιλ. Λένιν

α.   Το σχέδιο

Με δύο επιστολές του από τη φινλανδική εξορία του, περί τα μέσα Σεπτεμβρίου, ο Λένιν καλεί τους Μπολσεβίκους να καταλάβουν την εξουσία πριν από το Β΄ Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ (το οποίο προγραμματίζεται τελικώς για τις 25 Οκτωβρίου). Η πρόταση του ηγέτη αντιμετωπίζεται με δυσπιστία από τα στελέχη του κόμματος, ιδίως δε τους Κάμενιεφ και Ζινόβιεφ. Κατά την άποψή τους, η πτώση της κυβέρνησης Κερένσκι είναι θέμα εβδομάδων, το πολύ. Τότε, τα σοβιέτ θα αναλάβουν την εξουσία, με συνεργασία Μπολσεβίκων, Μενσεβίκων και Εσέρων.

Ο Λένιν επιμένει προβάλλοντας το επιχείρημα ότι αν οι Μπολσεβίκοι ολιγωρήσουν, τότε ο Κερένσκι θα παραδώσει την Πετρούπολη στους Γερμανούς, θα μεταφέρει την πρωτεύουσα στη Μόσχα και θα απαγορεύσει το συνέδριο των σοβιέτ. Στην πραγματικότητα, σκοπός του είναι ο αποκλεισμός κάθε κόμματος πλην Μπολσεβίκων από την εξουσία. Γιατί θα πρέπει το κόμμα να μοιραστεί την εξουσία με τα υπόλοιπα σοσιαλιστικά, όταν μπορεί να καταστεί κυρίαρχο των εξελίξεων και να την ασκήσει αποκλειστικά αυτό;

Η μεταμφίεση του Λένιν

Στις 7 Οκτωβρίου, ο ηγέτης των Μπολσεβίκων, μεταμφιεσμένος, επιστρέφει κρυφά στην Πετρούπολη. Στις 10 Οκτωβρίου καλεί τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής. Ύστερα από πολύωρες συζητήσεις, η πρότασή του εγκρίνεται με ψήφους 10 προς 2 (Κάμενιεφ, Ζινόβιεφ). Ο Λένιν κερδίζει την υποστήριξη του Τρότσκι, ο οποίος είναι πλέον πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής του Σοβιέτ της Πετρούπολης. Την προηγούμενη ημέρα, μάλιστα, έχει επιτύχει τη συγκρότηση της Επαναστατικής Στρατιωτικής Επιτροπής της Πετρούπολης, αποστολή της οποίας είναι η ένοπλη αντιμετώπιση της αντεπανάστασης. Η επιτροπή αυτή θα αποδειχτεί πολύτιμη για την υλοποίηση του σχεδίου των Μπολσεβίκων.

Στο μεταξύ, οι αντιρρήσεις στους κόλπους του κόμματος εξακολουθούν να υφίστανται. Από τις διάφορες κομματικές εκθέσεις και αναφορές προκύπτει ότι τα περισσότερα μέλη δεν είναι ιδιαιτέρως πρόθυμα να συμμετάσχουν στο εγχείρημα. Από τις οργανώσεις των συνοικιών της πρωτεύουσας μόνον αυτή της εργατούπολης του Βίμποργκ υποστηρίζει με ζήλο το σχέδιο. Το δίδυμο Κάμενιεφ και Ζινόβιεφ επιμένει. Η Κεντρική Επιτροπή επανεξατάζει το ζήτημα, αλλά και πάλι η πρόταση Λένιν υπερψηφίζεται (15 προς 6).

Την ίδια ώρα, ο Κερένσκι φαίνεται να διακατέχεται από «υπεροψία και μέθη». Ενώ το σχέδιο των Μπολσεβίκων έχει καταστεί παγκοίνως γνωστό (ο Λένιν και οι αντίπαλοί του μάχονται μέσω άρθρων στις εφημερίδες), εκείνος υποτιμά μοιραία την ισχύ των αντιπάλων του και πιστεύει ότι η κίνηση αυτή θα αποτύχει και θα τους απαξιώσει πλήρως πολιτικά! Οι εκκλήσεις του, όμως, προς το γενικό επιτελείο για ενισχύσεις πέφτουν στο κενό. Τα νευραλγικά σημεία της πρωτεύουσας τα φρουρούν μόνο μερικοί ευέλπιδες. Τα χειμερινά ανάκτορα φυλάσσονται από μερικές εκατοντάδες Κοζάκων και το Τάγμα Εθελοντριών της Μποτσκαριόβα.

Μποτσκαριόβα, η επικεφαλής του Τάγματος Εθελοντριών

β.   Η υλοποίηση

Η εκτέλεση του σχεδίου ένοπλης κατάληψης της εξουσίας ανατίθεται στους ικανότερους «στρατηγούς» των Μπολσεβίκων: στον Τρότσκι, στον πρώην εύελπι Βλαντίμιρ Αλεξάντροβιτς Αντόνοφ-Οφσέγιενκο και στον ναύτη Πάβελ Γεφίμοβιτς Ντιμπένκο. Στην επιχείρηση θα συμμετάσχουν στρατεύματα της φρουράς της πρωτεύουσας, ναύτες από τη βάση της Κρονστάδης και τμήματα εργατικών πολιτοφυλακών. Τη νύχτα της 24ης προς την 25η Οκτωβρίου οι μονάδες αυτές καταλαμβάνουν τα νευραλγικά σημεία της πρωτεύουσας (γέφυρες, σιδηροδρομικούς σταθμούς, ταχυδρομεία και τηλεγραφεία, τράπεζες). Διαπιστώνοντας ότι δεν του εστάλη καμία ενίσχυση, ο Κερένσκι μεταμφιέζεται σε Σέρβο αξιωματικό και εγκαταλείπει την Πετρούπολη επιβιβαζόμενος σε αυτοκίνητο της αμερικανικής πρεσβείας. Αν εξαιρεθεί μια εφήμερη και εξαρχής καταδικασμένη σε αποτυχία προσπάθεια ανατροπής του μπολσεβικικού καθεστώτος, ο άνθρωπος που πρόσκαιρα λατρεύτηκε από τον ρωσικό λαό επρόκειτο να ζήσει μισό και πλέον αιώνα στην εξορία.

Ο Λένιν συντάσσει δήλωση βάσει της οποίας η εξουσία μεταβιβάζεται στην Επαναστατική Στρατιωτική Επιτροπή κι αυτή με τη σειρά της στέλνει τελεσίγραφο στην Προσωρινή Κυβέρνηση καλώντας την σε παραίτηση. Το βράδυ, το καταδρομικό Αβρόρα ρίχνει τον κανονιοβολισμό που σηματοδοτεί την επιχείρηση κατάληψης των Χειμερινών Ανακτόρων. Δεν θα χρειαστεί ιδιαίτερη προσπάθεια, δεν θα υπάρξει καμία μάχη. Στα ανάκτορα έχουν απομείνει λίγοι αξιωματικοί και οι εθελόντριες. Οι Μπολσεβίκοι τα καταλαμβάνουν χωρίς να συναντήσουν αντίσταση και, νωρίς το πρωί της 26ης, συλλαμβάνουν τους υπουργούς της Προσωρινής Κυβέρνησης.

Έφοδος στα Χειμερινά Ανάκτορα, σκηνή από το φιλμ Οκτώβρης του Σ. Ειζενστέιν

Στο μεταξύ, έχουν ξεκινήσει κι οι εργασίες του 2ου Πανρωσικού Συνεδρίου των Σοβιέτ, στο οποίο οι Μπολσεβίκοι έχουν την πλεοψηφία μαζί με τους συμμάχους τους: 300 Μπολσεβίκοι, 100 Εσέροι της αριστερής πτέρυγας και 14 διεθνιστές Μενσεβίκοι αντιπαρατίθενται σε 93 Εσέρους της δεξιάς και κεντρώας τάσης, 68 Μενσεβίκους και 95 εκπροσώπους μικρότερων σχηματισμών. Οι αντίπαλοι των Μπολσεβίκων καταδικάζουν τη στρατιωτική συνωμοσία και τα τετελεσμένα που δημιουργεί και αποχωρούν. Ο Μενσεβίκος ηγέτης Μάρτοφ, που ήλπιζε σε μια κυβέρνηση συνασπισμού, αναγκάζεται να αποχωρήσει κι εκείνος. Απομένουν οι Μπολσεβίκοι και οι αριστεροί Εσέροι. Υπερψηφίζουν τα ιδρυτικά διατάγματα του νέου καθεστώτος (περί ειρήνης και αναδιανομής της γης), καθώς και τη συγκρότηση του υπουργικού συμβουλίου της νέας εξουσίας, του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτρόπων.

Το πρώτο Συμβούλιο Λαϊκών Επιτρόπων.

Οι Μπολσεβίκοι έχουν καταλάβει την εξουσία, αλλά οι δυσκολίες τους κι ακόμη περισσότερο το μαρτύριο της Ρωσίας δεν έχουν τελειώσει.

Ε.   ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ

α.   Γιατί απέτυχε η Προσωρινή Κυβέρνηση;

Και στην περίπτωση αυτή, τρεις είναι οι θεωρίες που προσπαθούν να εξηγήσουν την αποτυχία της Προσωρινής Κυβέρνησης [1].

Α΄ Προσωρινή Κυβέρνηση

  1. Η θέση περί «αδυναμίας»: Για πολλούς από τους ιστορικούς της φιλελεύθερης σχολής οι πολιτικοί που μετείχαν στην Προσωρινή Κυβέρνηση διακρίνονταν μεν από ιδεαλισμό, αλλά και από πολιτικό ερασιτεχνισμό. Οι φιλελεύθεροι πολιτικοί είναι καλοί ρήτορες, πλην όμως δεν γνωρίζουν πολλά για τη λειτουργία του κράτους και πιστεύουν αφελώς στην καλοσύνη και τη δημοκρατικότητα του ρωσικού λαού. Όσο για τους μετριοπαθείς σοσιαλιστές, ούτε αυτοί έχουν καλύτερη γνώση της πολιτικής, διακατέχονται δε από έμμονες ιδέες και προσπαθούν να ερμηνεύσουν τα πάντα με γνώμονα την Ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης και της Κομμούνας των Παρισίων. Όλοι μαζί υπέπεσαν σε μοιραία πολιτικά σφάλματα: απολύοντας τους κυβερνήτες των επαρχιών μαζί με τα επιτελεία τους έχασαν την ευκαιρία αποτελεσματικού ελέγχου των επαρχιών. Επιτρέποντας στους στρατιώτες να γίνουν μέλη πολιτικών κομμάτων υπέσκαψαν με μοιραίο τρόπο την πειθαρχία του στρατεύματος.
  2. Η θέση περί «ακραίας σκληρότητας των αστικών κομμάτων»: Κατά τη σοβιετική ιστοριογραφία, η αποτυχία της Προσωρινής Κυβέρνησης οφείλεται στην ολοένα και αυξανόμενη ροπή της προς τον συντηρητισμό. Στόχος της είναι η προστασία των συμφερόντων της μεγαλοαστικής τάξης, η συντριβή των εργατικών και αγροτικών διεκδικήσεων. Στο πλαίσιο αυτό, οι μετριοπαθείς σοσιαλιστές χαρακτηριζόμενοι ως εκπρόσωποι των «μικροαστικών τάξεων» αδυνατούν να μετριάσουν τη σκληρότητα των μεγαλοαστών και καταλήγουν άβουλοι συνοδοιπόροι τους.
  3. Η Προσωρινή Κυβέρνηση θύμα των εσωτερικών αντιφάσεων και της ανομοιογένειάς της: Η θέση περί καλών ρητόρων κι ονειροπόλων χωρίς σχέση με την πολιτική πραγματικότητα, δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Το σχέδιο αγροτικής μεταρρύθμισης του ηγέτη των Εσέρων Τσερνόφ, το νέο εργατικό δίκαιο που επιδίωκε να θεσπίσει ο μενσεβίκος Σκόμπελεφ, τα προγράμματα ελεγχόμενου κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία που είχαν εκπονήσει μενσεβίκοι οικονομολόγοι αποτελούσαν σοβαρότατες μεταρρυθμιστικές προσπάθειας, οι οποίες, αν υλοποιούνταν, θα έθεταν τη Ρωσία στην πρωτοπορία των προοδευτικών κοινοβουλευτικών δημοκρατιών. Όλες μετατέθηκαν για μετά τις εκλογές, υπαγόμενες στη δικαιοδοσίας μιας ανύπαρκτης ακόμη Συντακτικής Συνέλευσης. Ως προς αυτό, η ευθύνη των φιλελεύθερων πολιτικών είναι τεράστια. Δίνοντας προτεραιότητα σε έναν αναβλητικό στόχο τήρησης της τάξης κατέληξαν να εξουδετερώσουν κάθε δυνατότητα της Προσωρινής Κυβέρνησης να ικανοποιήσει τα λαϊκά αιτήματα.

Ο Μενσεβίκος Υπουργός Εργασίας Ματβέι Σκόμπελεφ

Αν θα έπρεπε να σταθούμε οπωσδήποτε σε προσωπικές ευθύνες, τότε θα πρέπει να επισημάνουμε την εγκληματική ανευθυνότητα με την οποία χειρίστηκε ο Κερένσκι την υπόθεση Κορνίλοφ και τη σχεδιαζόμενη οκτωβριανή επιχείρηση των Μπολσεβίκων. Παραφράζοντας τη ρήση του ιδίου και με μεγάλη δόση υπερβολής θα μπορούσε να πούμε ότι χωρίς τον Κερένσκι δεν θα υπήρχε Λένιν.

Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που καταδίκασε την Προσωρινή Κυβέρνηση ήταν οι αντιφάσεις και οι παλινωδίες της που όλες οφείλονταν στη μοιραία για αυτήν ανομοιογένειά της. Μόνον οι καθαρές λύσεις θα μπορούσαν να αποδειχθούν βιώσιμες. Ή θα υιοθετούνταν μια σκληρή, συντηρητική γραμμή αποκατάστασης της τάξης, η οποία θα εξόργιζε το λαϊκό αίσθημα και θα στήριζε την επιτυχία της στην αυστηρή καταστολή ή θα ακολουθούνταν μια πιο σοσιαλιστική γραμμή, η οποία, βεβαίως, θα απαιτούσε την εξεύρεση λύσης στο ζήτημα της συνέχισης του πολέμου. Καθώς τίποτε από τα δύο δεν συνέβη, η Προσωρινή Κυβέρνηση, πατώντας ταυτόχρονα σε δύο βάρκες, υπέγραφε την καταδίκη της. Κι όλα αυτά εξηγούν, ίσως, την τελική επικράτηση των Μπολσεβίκων.

β.   Γιατί επικράτησαν οι Μπολσεβίκοι;

Ο Λένιν διακηρύσσει ότι η εξουσία ανήκει στα σοβιέτ (πίνακας του Βλ. Σερόφ, 1947).

Επανάσταση η πραξικόπημα; Το ερώτημα αυτό φαίνεται να απασχολεί περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τους ιστορικούς και το κοινό. Προϋποθέτει μια επανάσταση την αυθόρμητη συμμετοχή του λαού; Αυτό που συμβαίνει συνήθως δεν είναι η πρόκληση ταραχών λόγω της λαϊκής αγανάκτησης, που συνεπάγεται την πτώση ενός καθεστώτος και ακολουθείται από την κατάληψη της εξουσίας εκ μέρους μίας ή πλειόνων ομάδων  οι οποίες σταδιακά εξελίσσονται σε νέο καθεστώς; Η έννοια του πραξικοπήματος δεν απαιτεί όσοι καταλαμβάνουν την εξουσία να αποτελούν ήδη θεσμούς του πολιτεύματος και να ασκούν μέρος αυτής; Ασκούσαν εξουσία οι Μπολσεβίκοι πριν τον Οκτώβρη; Ίσως μέσω του σοβιέτ, αλλά και πάλι η εξουσία αυτή ήταν εν τοις πράγμασι και όχι τυπικώς αναγνωρισμένη από θεσμική άποψη. Οπότε; Θα μπορούσαμε να εξετάζουμε επί ώρες τα λεξικά και τα ιστορικά στοιχεία, χωρίς να μπορούμε να δώσουμε απάντηση, εκτός, βεβαίως, εκείνης την οποία θα μας υπεδείκνυε η πολιτική ιδεολογία μας. Το πιο δίκαιο θα ήταν να ενστερνισθούμε τον αφορισμό του Μαρκ Φερρό: «Ο Οκτώβριος είναι ταυτόχρονα πραξικόπημα και επανάσταση»! «Για τον λόγο αυτό η Οκτωβριανή Επανάσταση αποτέλεσε μαζικό κίνημα, αλλά μόνο ένας μικρός αριθμός συμμετείχε σε αυτήν».

Σύγκλιση και οππορτουνισμός: Όπως επισημαίνει ο Νικολά Βέρτ: «Το πραξικόπημα αυτό έχει ως πλαίσιο μια τεράστια κοινωνική επανάσταση, πολύμορφη και αυτοτελή» (αγροτικές εξεγέρσεις, αποσύνθεση του στρατεύματος, εργατικές διεκδικήσεις, χειραφέτηση των εθνοτήτων) «Καθένα από τα κινήματα αυτά έχει τους δικούς του ρυθμούς, τη δική του δυναμική, τις δικές του προσδοκίες που δεν μπορούν να εξομοιωθούν ούτε με τα συνθήματα των Μπολσεβίκων ούτε με την πολιτική δράση του κόμματος αυτού. Τα κινήματα αυτά δρουν καθ’ όλη τη διάρκεια του 1917, ως ισάριθμες διαλυτικές δυνάμεις που συμβάλλουν ιδιαιτέρως στην καταστροφή των θεσμών και κάθε μορφής εξουσίας. Για ένα σύντομο, πλην όμως καθοριστικής σημασίας χρονικό διάστημα (Οκτώβριος 1917), η δράση των Μπολσεβίκων, πολιτικής μειοψηφίας που ενεργεί εντός του περιβάλλοντος θεσμικού κενού, κατευθύνεται προς την εκπλήρωση των προσδοκιών των περισσοτέρων, μολονότι οι μεσοπρόθεσμοι και μακροπρόθεσμοι στόχοι των μεν και των δε διαφέρουν. Σε ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο, πολιτικό πραξικόπημα και κοινωνική επανάσταση συγκλίνουν ή μάλλον, ακριβέστερα, συμπίπτουν»[2].

Η νίκη των Μπολσεβίκων ξεπερνά τον άψογο σχεδιασμό κι εκτέλεση ενός επιχειρησιακού σχεδίου, ανεξαρτήτως αν θα χαρακτηρίσουμε το σχέδιο αυτό ως «επανάσταση» ή ως «πραξικόπημα». Το μεγάλο προτέρημα του κόμματος του Λένιν είναι η προσαρμοστικότητά του, η ικανότητά του να ακολουθήσει τις τάσεις που επικρατούν, να ενστερνισθεί τα αιτήματα και τις διεκδικήσεις, να προλάβει ώστε να είναι αυτό που θα διαμορφώσει τις εξελίξεις. Όλοι ήθελαν την ειρήνη, πρωτίστως οι στρατιώτες, και οι Μπολσεβίκοι έκαναν σημαία τους την ειρήνη πάση θυσία. Οι αγρότες επιθυμούσαν διακαώς την αναδιανομή της γης και οι Μπολσεβίκοι το δέχτηκαν, οικειοποιούμενοι το πρόγραμμα των Εσέρων και αρνούμενοι προσωρινά το δικό τους που προέβλεπε εθνικοποίηση και κολλεκτιβοποίηση των γαιών. Οι εργάτες διεκδικούσαν τον έλεγχο της παραγωγής και οι Μπολσεβίκοι διατράνωσαν ότι αυτός ήταν ένας από τους κύριους σκοπούς τους. Οι εθνότητες απαιτούσαν αυτοδιάθεση και οι Μπολσεβίκοι φάνηκαν να αναγνωρίζουν το αίτημα αυτό. Με δυο λόγια, πολιτικός οππορτουνισμός; Ίσως, αλλά μαεστρικά εφαρμοσμένος.


[1] N. Werth Les Révolutions Russes, όπ. π., σελ. 110 επ.

[2] N. Werth Les Révolutions Russes, όπ. π., σελ. 94-95.

«Σκηνές ενός λησμονημένου πολέμου – Τάννενμπεργκ 2»

Ιουλίου 2, 2017

Ρωσικό πεζικό κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο – φωτογραφία του National Geographic, τόμος 31, 1917, σελ. 372

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος οδηγεί συνειρμικά τον άνθρωπο της εποχής μας στο Δυτικό Μέτωπο, στον πόλεμο χαρακωμάτων και τις αδιανόητες εκατόμβες του Βερντέν και του Σομ. Κάτι τέτοιο δεν είναι παράλογο. Ο πόλεμος κρίθηκε τελικά στη Δύση. Για δύο από τις κύριες νικήτριες δυνάμεις της σύγκρουσης, τη Γαλλία και τη Βρετανία, χώρες που για διαφορετικούς λόγους είχαν σχετικά μικρούς αριθμούς θυμάτων κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι μάχες στο Δυτικό Μέτωπο εξακολουθούν να αποτελούν συνώνυμο τόσο της θυσίας σε καιρό πολέμου όσο και του παραλογισμού της ένοπλης αναμέτρησης.

Ωστόσο, μέχρι τις αρχές του 1918, τουλάχιστον οι μισές γερμανικές δυνάμεις, καθώς και η μεγάλη πλειονότητα των δυνάμεων της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, πολεμούσαν στην Ανατολή αντιμετωπίζοντας τον τσαρικό αυτοκρατορικό στρατό, ο οποίος αριθμούσε κάπου δεκαπέντε εκατομμύρια άνδρες. Ο πόλεμος στην Ανατολή είναι πολύ διαφορετικός από τον αντίστοιχό του στη Δύση: δεν υπάρχει ένα ενιαίο μέτωπο, αλλά πολλά επιμέρους. Η μάχη χαρακωμάτων αποτελεί την εξαίρεση. Συνήθως πρόκειται για πόλεμο ελιγμών και μεγάλων κινήσεων στρατευμάτων.

Ειδικά για τη Ρωσία, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος συνεπάγεται βαρύτατο τίμημα: ένα εκατομμύριο νεκροί, ακόμη περισσότεροι ανάπηροι πολέμου, 2,5 έως 3 εκατομμύρια αιχμάλωτοι, έξι εκατομμύρια πρόσφυγες. Για τη Γερμανία οι αντίστοιχοι αριθμοί είναι σαφώς μικρότεροι, όχι όμως και για την Αυστροουγγαρία, στην περίπτωση της οποίας η σύρραξη αποτελεί πραγματική αιμορραγία.

Υπό τις συνθήκες αυτές, πώς μπορεί να εξηγηθεί η απώλεια μνήμης όσον αφορά το Ανατολικό Μέτωπο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου; Η απάντηση αποτελεί συνάρτηση αυτού που επακολούθησε ιστορικά.

Αφενός, η ένταση, η σφοδρότητα, η γενοκτονική μανία και ο ασύλληπτος αριθμός απωλειών, τόσο μεταξύ των μάχιμων όσο και μεταξύ των αμάχων, κατά τον γερμανοσοβιετικό πόλεμο του 1941-1945 (δηλαδή τη μεγαλύτερη και πλέον αιματηρή πολεμική αναμέτρηση ολόκληρης της ανθρώπινης Ιστορίας) κάνουν τα όσα συνέβησαν στο Ανατολικό Μέτωπο κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο να μοιάζουν σχεδόν με παιδικό παιχνίδι σε κάποια σχολική αυλή.

Αφετέρου, οι πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις που άρχισαν να εκδηλώνονται στη Ρωσία ήδη εν μέσω της πολεμικής αναμέτρησης μοιραία την επισκίασαν και είχαν ως αποτέλεσμα μια συγκεκριμένη ανάγνωση της Ιστορίας που αρνείται να αναγνωρίσει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο την αυτοτελή αξία ενός μείζονος σημασίας ιστορικού γεγονότος. Υπό το πρίσμα αυτό, ο «Μεγάλος Πόλεμος» δεν ήταν παρά ο καταλύτης των εξελίξεων που θα οδηγούσαν στις δύο μεγάλες ρωσικές επαναστάσεις του 1917 (την «αστική» του Φεβρουαρίου και την «προλεταριακή» του Οκτωβρίου) και, μέσω μιας αλληλουχίας τεκτονικών κινήσεων, στην εγκαθίδρυση ενός κράτους εντελώς διαφορετικού από την τσαρική αυτοκρατορία. Κι όλα αυτά χωρίς να έχουμε μνημονεύσει ότι, από τη ρωσική σκοπιά, ο πόλεμος αφήνει σαφώς γεύση ημιτελούς κι ανολοκλήρωτου, μια και για τη Ρωσία τερματίστηκε εσπευσμένα κι άδοξα, με την ταπεινωτική Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ (3 Μαρτίου 1918), προκειμένου να δοθεί στους Μπολσεβίκους η ευκαιρία να εδραιώσουν το καθεστώς τους, πλην όμως με τίμημα τη σημαντική απώλεια εδαφών που περιελάμβαναν ορισμένες από τις πλέον ανεπτυγμένες οικονομικά περιοχές της αυτοκρατορίας.

Ρωσικό πεζικό – φωτογραφία του National Geographic, τόμος 31, 1917, σελ. 369.


Με την εξαίρεση της αυστροουγγρικής Γαλικίας, η οποία κατελήφθη δύο φορές από τις ρωσικές δυνάμεις, οι συγκρούσεις του Ανατολικού Μετώπου του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου αποτελούν για τη Ρωσία μια σειρά από φιλόδοξα σχέδια που καταλήγουν σε αποτυχίες, υποχωρήσεις και απώλειες εδαφών. Από την άποψη αυτή, το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα ίσως και να είναι η πρώτη πράξη της αναμέτρησης, η μεγάλη ρωσική εκστρατεία στην Ανατολική Πρωσία.


Ρωσικό ιππικό – προπαγανδιστική εικόνα ενόψει της εκστρατείας στην Ανατολική Πρωσία

Με το ξεκίνημα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο τσαρικός στρατός έχει την ευκαιρία να καταφέρει αποφασιστικό πλήγμα στα γερμανικά στρατεύματα που έχουν συγκεντρωθεί στην Ανατολική Πρωσία. Το ρωσικό γενικό επιτελείο, όμως, αντί να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του και να επιχειρήσει μια κατά μέτωπο επίθεση με στόχο το Κένιγκσμπεργκ, την ιστορική πρωτεύουσα της περιοχής, επιλέγει ένα σχέδιο ελιγμών, το οποίο μοιάζει μεγαλοφυές, τουλάχιστον στα χαρτιά. Η 1η Στρατιά, υπό τον Πάβελ Κάρλοβιτς φον Ρεννενκάμπφ, με δύναμη είκοσι μεραρχίες, θα εισβάλει σε γερμανικό έδαφος από τα βορειοανατολικά, ενώ η 2η Στρατιά του Αλεξάντρ Βασίλιεβιτς Σαμσόνοφ, αποτελούμενη από δεκαπέντε μεραρχίες, θα κινηθεί από τα νοτιοδυτικά και θα διεισδύσει στην Ανατολική Πρωσία μέσω της προεξέχουσας του πολωνικού θυλάκου. Ο στόχος είναι να περικυκλωθούν οι δυνάμεις της γερμανικής 8ης Στρατιάς, την οποία διοικεί το δίδυμο Πάουλ φον Χίντενμπουργκ και Έριχ Λούντεντορφφ.

Χάρτης με τις κινήσεις των αντίπαλων στρατευμάτων μέχρι και τη Μάχη του Τάννενμπεργκ

Η προβληματική εκτέλεση, ο πλημμελέστατος συντονισμός και οι ελλείψεις του τσαρικού στρατού σε θέματα διοικητικής μέριμνας θα μετατρέψουν το σχέδιο σε εφιάλτη. Ο Ρεννενκάμπφ, έχοντας επιτύχει άνετη νίκη επί των δυνάμεων του Γερμανού στρατηγού Μαξιμίλιαν φον Πρίττβιτς κοντά στο Γκουμπίννεν, προχωρά μάλλον χαλαρά. Ο Σαμσόνοφ, όμως, του οποίου οι δυνάμεις πρέπει να διανύσουν πολύ μεγαλύτερη απόσταση, επιβάλλει στους στρατιώτες του ένα πραγματικό σπριντ επί 9 ολόκληρες ημέρες. Με τον τρόπο αυτό αποκόπτεται εντελώς από τις βάσεις ανεφοδιασμού του. Επιπλέον, η επικοινωνία μεταξύ των δύο στρατηγών είναι εξαιρετικά προβληματική. Κι ενώ ο Σαμσόνοφ προσπαθεί να συγκλίνει ώστε οι δύο στρατιές να ενωθούν, ο Ρεννενκάμπφ παρεκκλίνει όλο και περισσότερο προς το Κένιγκσμπεργκ κι απομακρύνεται από τον συνάδελφό του.

Α. Β. Σαμσόνοφ

Το πλέον καθοριστικό στοιχείο έγκειται πρωτίστως στο ότι οι Γερμανοί έχουν όλη την άνεση να παρακολουθήσουν τις κινήσεις του εχθρού και να επιλέξουν να τον χτυπήσουν στο αδύνατο σημείο του. Ο Σαμσόνοφ πέφτει στην παγίδα που του έχει στήσει το «σατανικό» δίδυμο, το οποίο τον περιμένει κοντά στο Άλλενστάιν με φρέσκα στρατεύματα που μόλις έχουν μεταφερθεί σιδηροδρομικώς και κατευθύνονται με επιδεξιότητα στο πεδίο της μάχης μέσω ασυρμάτων. Οι άνδρες του Σαμσόνοφ, εξαντλημένοι, πεινασμένοι και διψασμένοι, αντιστέκονται στον εχθρό για τρεις ημέρες κι έπειτα καταρρέουν (26-29 Αυγούστου 1914). Οι απώλειες είναι τέτοιες που ο ρωσικός στρατός δεν θα συνέλθει ποτέ από τη συμφορά: 90 χιλιάδες αιχμάλωτοι, 80 χιλιάδες νεκροί και τραυματίες. Κι αν από τον Σαμσόνοφ έλειπε η στρατηγική ιδιοφυΐα, δεν συνέβαινε το ίδιο και με τη στρατιωτική τιμή κι αξιοπρέπεια. Βλέποντας τη συντριβή των δυνάμεών του, έστρεψε το περίστροφό του προς τον εαυτό του κι αυτοκτόνησε.

Ο θριαμβευτής Χίντενμπουργκ κατόρθωσε να επιβάλει την ονομασία Μάχη του Τάννενμπεργκ, μολονότι η μάχη δόθηκε 30 χιλιόμετρα μακριά από τη συγκεκριμένη τοποθεσία. Με τον τρόπο αυτό ο γηραιός στρατιωτικός έπαιρνε συμβολικά εκδίκηση για τη συντριβή των Τευτόνων Ιπποτών από τις δυνάμεις της Πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας υπό τον Λαδισλάο Β΄, πέντε αιώνες νωρίτερα (1410).

Απεικόνιση της Μάχης του Τάννενμπεργκ σε γερμανική καρτ ποστάλ της εποχής

Ο Ρεννενκάμπφ συνάντησε τις γερμανικές δυνάμεις μία εβδομάδα αργότερα, βλέποντας με τρόμο τα ρωσικά κανόνια που οι Γερμανοί είχαν πάρει λάφυρο στο Τάννενμπεργκ να βάλλουν κατά των στρατιωτών του. Στην Πρώτη Μάχη των Λιμνών της Μαζουρίας (7-15 Σεπτεμβρίου 1914) οι Ρώσοι συντρίβονταν εκ νέου. Η μεγάλη ρωσική επίθεση στην Ανατολική Πρωσία, αυτή που θα γονάτιζε τους Γερμανούς και θα τελείωνε τον πόλεμο μέσα σε ένα μήνα, κατέληγε σε παταγώδη αποτυχία.

Αφού κατάφερε να χάσει και το Λοτζ, ο Ρεννενκάμπφ πέρασε από στρατοδικείο. Τελικά, εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από το στράτευμα. Αφού φυλακίστηκε από την Προσωρινή Κυβέρνηση Μιλιουκόφ-Κερένσκι το 1917, απελευθερώθηκε μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση κι εγκαταστάθηκε στο Ταγκανρόκ (Ταϊγάνι), στις ακτές της Αζοφικής Θάλασσας με πλαστή ταυτότητα. Διατεινόταν ότι ήταν Έλληνας υπήκοος με το όνομα Μανδουσάκης! Οι Μπολσεβίκοι τον ανακάλυψαν και του ζήτησαν να αναλάβει τη διοίκηση στρατιάς του Κόκκινου Στρατού. Ο Ρεννενκάμπφ αρνήθηκε και, μοιραία, εκτελέστηκε.

Ο στρατηγός Π. Κ. Ρεννενκάμπφ


Η τραγική κατάληξη της φιλόδοξης ρωσικής εκστρατείας στην Ανατολική Πρωσία και η μοίρα των πρωταγωνιστών της εξεικονίζουν με τον πιο παραστατικό τρόπο την πορεία μιας χώρας που είχε εισέλθει σε μακρά περίοδο σφοδρών αναταράξεων.

[κύρια πηγή: Alexandre SUMPF «La Grande Guerre oubliée», εκδόσεις Perrin, συλλογή Tempus, 2η αναθεωρημένη έκδοση, Παρίσι 2017, σελ. 61-63]

  • Το άρθρο αυτό ξεκίνησε από μια πολύ συνοπτικότερη ανάρτηση για τη Β΄ Μάχη του Τάννενμπεργκ, η οποία δημοσιεύθηκε στο FB στις 6 Φεβρουαρίου 2017. Στην πλήρη μορφή του, το κείμενο συντάχθηκε τον Μάρτιο του ιδίου έτους για το περιοδικό της Ελληνικής Κοινότητας Λουξεμβούργου. Δημοσιεύθηκε στο «ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ του Λουξεμβούργου», τεύχος αριθ. 37, Μάιος 2017, σελ. 28-31.

«Υπόθεση Μπέιλις» [επειδή τα καλύτερα αστυνομικά μυθιστορήματα τα γράφουν η ζωή κι η Ιστορία]

Ιουνίου 28, 2017

Ο τόπος του εγκλήματος: η σπηλιά στη Λουκιάβινκα

Στο Κίεβο, στη δυτική όχθη του Δνείπερου, εκεί που πάντοτε χτυπούσε η καρδιά της πόλης, υψώνεται μια σειρά από λόφους. Σε κάποιους από αυτούς υπάρχουν σπηλιές. Σ’ αυτές οφείλει την ονομασία της και η ιστορικότερη μονή της ουκρανικής πρωτεύουσας και κοιτίδας του ρωσικού κράτους, η Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου (ρωσ. Киево-Печерская лавра, ουκρ. Києво-Печерська лавра), την οποία είχαν ιδρύσει, τον 11ο αιώνα, Αθωνίτες μοναχοί. Τα μέρη αυτά, από το σημείο που σταματούσε ο ιστός της πόλης, αποτελούσαν τόπο περιπάτων των οικογενειών κι αγαπημένο χώρο παιχνιδιού για τα παιδιά. Το πρωινό της 20ής Μαρτίου 1911, στη συνοικία Λουκιάβινκα, κάποια παιδιά ανηφόρισαν και μπήκαν σε μια σπηλιά για να συνεχίσουν εκεί το παιχνίδι τους. Βρέθηκαν, όμως, μπροστά σ’ ένα φριχτό θέαμα: το άψυχο σώμα ενός συνομηλίκου τους που είχε δολοφονηθεί με τον πλέον ειδεχθή τρόπο. Από την ιατροδικαστική έκθεση προέκυπτε ότι το παιδί έφερε σημάδια από 47 μαχαιριές, στο κεφάλι, το λαιμό και τον θώρακα! Επρόκειτο για τον δωδεκάχρονο Αντρέι Γιούστσινσκι, παιδί διαλυμένης οικογένειας, ο οποίος είχε εξαφανιστεί από τις 12 Μαρτίου. Ήταν μαθητής του εκκλησιαστικού γυμνασίου του μητροπολιτικού ναού της Αγίας Σοφίας του Κιέβου. Λίγο πιο πέρα από τη σπηλιά, η αστυνομία βρήκε το κασκέτο και το σακάκι της σχολικής στολής του, καθώς και τη σάκα με τα τετράδια και τα βιβλία του.

Φωτογραφία του δολοφονημένου Γιούστσινσκι σε αντισημιτικό φυλλάδιο

Ι.   «Λίβελος αίματος»

Η είδηση προκάλεσε σάλο στην κοινωνία του Κιέβου. Ήταν το κύριο θέμα των συζητήσεων και για πολλές ημέρες μονοπωλούσε τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Σχεδόν από την επομένη ημέρα της αποκάλυψης του εγκλήματος, όμως, οι συγγενείς του θύματος και οι αρχές της πόλης άρχισαν να κατακλύζονται από ανώνυμες επιστολές. Το περιεχόμενο των επιστολών αυτών ήταν πανομοιότυπο: υποστηριζόταν ότι ο αδιανόητος αριθμός των χτυπημάτων αποδείκνυε πως το αποτρόπαιο έγκλημα ήταν έργο της εβραϊκής κοινότητας της πόλης. Ο μύθος του λίβελου αίματος αναβίωνε! Στην κηδεία του δύστυχου Αντρέι μοιράστηκε ένα φυλλάδιο στο οποίο αναγράφονταν τα εξής: «Κάθε χρόνο, για να γιορτάσουν το Πάσχα τους, οι Εβραίοι βασανίζουν δεκάδες χριστιανόπουλα! Ανακατεύουν το αίμα των παιδιών με αλεύρι για να παρασκευάσουν τα ματσόθ τους!»

Η εκστρατεία αυτή που στοχοποιεί το πολυπληθές εβραϊκό στοιχείο της ουκρανικής μεγαλούπολης είναι έργο της εθνικιστικής ακροδεξιάς: της Ένωσης του Ρωσικού Λαού και των παραστρατιωτικών οργανώσεών του, των διαβόητων Μαύρων Εκατονταρχιών. Εγκέφαλός της είναι ένας φοιτητής, ο Βλαντίμιρ Στεπάνοβιτς Γκόλουμπεφ, ηγετικό στέλεχος της ακροδεξιάς φοιτητικής οργάνωσης «Δικέφαλος Αετός». Η θεωρία του «τελετουργικού φόνου που διέπραξαν οι μισητοί Εβραίοι» αρχίζει να κερδίζει έδαφος. Την ασπάζεται μεγάλο μέρος του πληθυσμού της πόλης και, κυρίως, των τοπικών αρχών.

Β. Σ. Γκόλουμπεφ

Μια αντισημιτική εκστρατεία δεν είναι βέβαια πρωτοφανής για την τσαρική Ρωσία με τη θλιβερή παράδοση σε αιματηρά πογκρόμ. Η έντασή της, όμως, είναι αλληλένδετη με την πολιτική συγκυρία. Η τσαρική αυτοκρατορία, με την πολιτική και οικονομική της καθυστέρηση και τις τρομαχτικές ανισότητες, συγκλονίζεται εδώ και χρόνια από αγώνες πολιτικών διεκδικήσεων και εργατικές και αγροτικές ταραχές. Καθώς κλυδωνίζεται, το καθεστώς διαβλέπει ότι κύριο στήριγμά του μπορεί να αποτελέσει ο ρωσικός εθνικισμός, ο οποίος ευχερώς μετασχηματίζεται σε πανσλαβισμό, μεταξύ άλλων και για να περιλάβει στα σχέδιά του τους υπόλοιπους σλαβικούς λαούς της αυτοκρατορίας. Ο αντισημιτισμός καταλέγεται μεταξύ των χαρακτηριστικών της τάσης αυτής. Κι έχει ένα επιπρόσθετο πλεονέκτημα: συνδέει τον σλαβικό εθνικισμό με τα πιστεύω όλων των χριστιανικών εθνοτήτων του κράτους. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι το 1902 η Οχράνα, η τσαρική μυστική αστυνομία, εκπονεί το πλέον σιχαμερό πλαστογράφημα της Νεότερης Ιστορίας, τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών», προκειμένου να πείσει τους πάντες για την ύπαρξη μιας τρομερής εβραϊκής συνωμοσίας με στόχο την παγκόσμια κυριαρχία!

Επιθεωρητής Κρασόφσκι

ΙΙ.   Ταχεία διαλεύκανση: Παραδόξως, οι αστυνομικές αρχές του Κιέβου αντιμετωπίζουν αρχικά την υπόθεση της δολοφονίας με ψυχραιμία, ευσυνειδησία και επαγγελματισμό. Αναθέτουν τη διερεύνηση της υπόθεσης στον ικανότερο αστυνομικό, τον επιθεωρητή Νικολάι Κρασόφσκι, αξιωματικό ιδιαιτέρως ευφυή κι εξαιρετικά έντιμο. Ο Κρασόφσκι ενεργεί μεθοδικά και με τη βοήθεια των συνεργατών του φτάνει γρήγορα πολύ κοντά στην αλήθεια. Ο δύστυχος Γιούστσινσκι είχε ως στενότερο φίλο τον συμμαθητή του Γεβγκένι Τσεμπεριάκ. Η μητέρα του Γεβγκένι, η Βέρα Τσεμπεριάκ, ήταν (για κακή τύχη και των δύο, τελικά, παιδιών) μέλος μιας σπείρας κακοποιών με ειδικότητα τις διαρρήξεις εργοστασίων και βιοτεχνιών. Ηγετικό στέλεχος της συμμορίας αυτής ήταν ο αδελφός της Βέρας. Η αποθήκη της οικίας Τσεμπεριάκ χρησίμευε για τη φύλαξη των κλοπιμαίων της σπείρας, πριν αυτά προωθηθούν σε άλλες πόλεις προς μεταπώληση. Φαίνεται ότι ο μικρός Αντρέι είχε ανακαλύψει την κρυψώνα αυτή. Σε κάποιον από τους, τόσο συνηθισμένους μεταξύ παιδιών, καβγάδες, ο Αντρέι, νευριασμένος, απείλησε τον Γεβγκένι: «Ξέρω τα πάντα! Ξέρω πολύ καλά τι κάνει η μάνα σου! Έχω δει που κρύβετε τα κλοπιμαία. Θα πάω στην αστυνομία και θα τους τα πω όλα!» Τρομαγμένος ο Γεβγκένι θα αποκάλυψε την ιστορία στη μητέρα του. Κι εκείνη, ακόμη πιο έντρομη, θα μίλησε στα υπόλοιπα μέλη της συμμορίας, τα οποία αποφάσισαν να ξεμπερδέψουν με τον ενοχλητικό μικρό μάρτυρα. Ή, ίσως, και με τους δύο μικρούς μάρτυρες, μια και τον Αύγουστο ο Γεβγκένι μεταφέρθηκε βαριά άρρωστος στο νοσοκομείο. Κάποιοι έλεγαν ότι τον είχε δηλητηριάσει η ίδια του η μάνα. Μερικές ημέρες μετά (8 Αυγούστου 1911), ο Γεβγκένι έφευγε από τον μάταιο κόσμο μας!

Γεβγκένι (Ζένια) Τσεμπεριάκ

 

Οικία Τσεμπεριάκ

ΙΙΙ.   Ο ιδανικός ένοχος: Η αλήθεια είναι ενοχλητική. Για την ακρίβεια, είναι εξαιρετικά ενοχλητική για όλους τους υψηλά ιστάμενους που είχαν ποντάρει στη θεωρία του φόνου που «διέπραξαν οι Εβραίοι». Ανάμεσά τους βρίσκεται ο προϊστάμενος της εισαγγελίας Κιέβου, ο Γκεόργκι Γκαβρίλοβιτς Τσαπλίνσκι, ο οποίος έχει μιλήσει για την υπόθεση στον Υπουργό Δικαιοσύνης Ιβάν Γκριγκόριεβιτς Στσεγκλοβίτοφ. Ο υπουργός έχει ενθουσιαστεί με την εβραϊκή θεωρία. Είναι εξαιρετικά χρήσιμη πολιτικά, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι στη Δούμα έχει εισαχθεί προς συζήτηση νομοσχέδιο με το οποίο προτείνεται η κατάργηση ορισμένων από τους νομικούς περιορισμούς σε βάρος των Εβραίων. Μια τέτοια εξέλιξη κρίνεται απαράδεκτη από τα πιο συντηρητικά μέλη της κυβέρνησης, όπως είναι ο Στσεγκλοβίτοφ. Η υπόθεση της δολοφονίας Γούστσινσκι πρέπει οπωσδήποτε να αποτελέσει αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης. Η αρμοδιότητα για τη διερεύνηση της δολοφονίας αφαιρείται από τον έντιμο Κρασόφσκι. Εκείνος επιμένει να ασχολείται με την υπόθεση. Θα αποταχθεί από το σώμα της αστυνομίας. Η εισαγγελία εμπλέκει την Οχράνα στην έρευνα. Η μυστική αστυνομία είναι η πιο ικανή για να κατασκευάσει τους ιδανικούς «ενόχους». Το θύμα της σκευωρίας δεν θα αργήσει να βρεθεί.

Ο εισαγγελέας Τσαπλίνσκι

Ο υπουργός Ι. Γκ. Στσεγκλοβίτοφ

Ο Μεναχέμ Μέντελ Τέβιεβιτς Μπέιλις είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Ένας φιλήσυχος οικογενειάρχης, πατέρας πέντε παιδιών. Περίπου σαραντάρης. Οι περισσότερες πηγές αναφέρουν ως χρονολογία γέννησής του το 1874, κάπου όμως μνημονεύεται μια δήλωση της συζυγου του, σύμφωνα με την οποία ο Μεναχέμ-Μέντελ είχε γεννηθεί το 1862. Το παρουσιαστικό του δεν έχει τίποτε το αξιοπρόσεχτο. Μελαχρινός, γενειοφόρος, διοπτροφόρος. Οι πιο πονηροί θα έλεγαν ότι ακριβώς αυτό το παρουσιαστικό ταίριαζε με τις ιδεοληψίες των πλέον ανόητων από τους αντισημίτες. Γιατί η μεγάλη ατυχία του Μπέιλις δεν ήταν άλλη από το ότι ήταν Εβραίος.

Μεναχέμ Μέντελ Μπέιλις

Κι όμως, ο άτυχος Μπέιλις δεν ήταν ιδιαίτερα θρησκευόμενος. Σπανίως πήγαινε στη συναγωγή. Όπως λένε εκείνοι που τον γνώριζαν καλά, γιόρταζε μόνον το Ρος Χασανά, την εβραϊκή Πρωτοχρονιά, και το Γιομ Κιππούρ. Ήταν πρωτίστως άνθρωπος που δούλευε σκληρά για να ζήσει την πολυμελή οικογένειά του. Εργαζόταν ως επιστάτης στην, εβραϊκής ιδιοκτησίας, Τουβλοποιία Ζάιτσεφ, η οποία βρισκόταν κοντά στον τόπο του εγκλήματος που επρόκειτο να του χρεώσουν. Μολονότι Εβραίος, εργαζόταν πάντα το Σάββατο. Κάπως έπρεπε να πληρωθούν τα δίδακτρα των σχολείων των μεγαλύτερων παιδιών.

Αστυνομία και εισαγγελία έφτασαν στον Μπέιλις κατόπιν της μαρτυρίας του Καζίμιρ Σαχόφσκι, δημοτικού υπαλλήλου που άναβε τους φανοστάτες στη συνοικία Λουκιάβινκα. Επρόκειτο, άραγε, για καθαρή περίπτωση ψευδομάρτυρα βαλτού από την αστυνομία ή είχε ειλικρινώς πλανηθεί, δίνοντας αφελώς βάση στις διαδόσεις περί εβραϊκής συνωμοσίας; Στην πρώτη του κατάθεση, ο Σαχόφσκι είχε αναφέρει απλώς μια συνομιλία του με τον μικρό Γεβγκένι Τσεμπεριάκ, ο οποίος του είχε πει ότι «δεν ανεβαίνουμε πια εκεί για να παίξουμε, είναι αυτός ο Εβραίος που μας φοβερίζει». Σε δεύτερη κατάθεσή του, ο Σαχόφσκι φέρεται να δήλωσε τα εξής: «ποιος ξέρει; Μπορεί  να ήταν τελικά αυτός ο Εβραίος που δολοφόνησε τον μικρό Γιούστσινσκι»!

Ο Μπέιλις συλλαμβάνεται

Αστεία «στοιχεία». Υπεραρκετά, όμως, για τη συνεργασία ανάμεσα στην Οχράνα και την τακτική αστυνομία. Στις 21 Ιουλίου, η εισαγγελία Κιέβου εκδίδει ένταλμα σύλληψης του Μπέιλις. Τη νύχτα της 21ης προς την 22α Ιουλίου, ο Μπέιλις συλλαμβάνεται στο σπίτι του. Μάταια θα προσπαθήσει να αποδείξει την αθωότητά του. Για τις αρχές ήταν ο ιδανικός ύποπτος. Έπρεπε να κριθεί ένοχος. Κι όμως… ο επιστάτης είχε ακλόνητο άλλοθι, χάρη ακριβώς στην παράδοξη για Εβραίο συνήθειά του να δουλεύει και τα Σάββατα. Βάσει του πορίσματος της ιατροδικαστικής έκθεσης, η πιθανότερη ημέρα διάπραξης του φόνου ήταν Σάββατο. Εκείνη την ημέρα ο Μπέιλις δούλεψε από νωρίς μέχρι αργά στο εργοστάσιο. Οι άλλοι εργαζόμενοι το επιβεβαίωναν. Κι ο ίδιος προσκόμισε κάμποσα τιμολόγια και παραγγελίες υλικών που έφεραν τη ημερομηνία εκείνη και την υπογραφή του. Του κάκου! Ο Μπέιλις κλείστηκε στις φυλακές. Και μέσα στις φυλακές βρέθηκε ο «μάρτυρας» που θα επέτρεπε στις αρχές να δέσουν τις κατηγορίες. Ήταν κάποιος Ιβάν Κοζατσένκο, σεσημασμένος ποινικός, συγκρατούμενος του Μπέιλις. Αυτός κατέθεσε πως ο κατηγορούμενος του ομολόγησε, τάχα, πως είχε διαπράξει το στυγερό έγκλημα. Τι άλλο χρειαζόταν;

Ο δημοσιογράφος Σ. Μπραζούλ-Μπρισκόφσκι

IV:   Το κίνημα υποστήριξης: Παρά τη φρενίτιδα που προκαλεί η θεωρία του λίβελλου αίματος, σημαντικό μέρος της τοπικής (και όχι μόνο) κοινωνίας θα επιδείξει υγιή αντανακλαστικά. Ήδη τον Αύγουστο του 1911, λίγες ημέρες μόνο μετά τη σύλληψη του Μπέιλις, συγκροτείται Επιτροπή Πολιτών για την Υπεράσπιση του Μέντελ Μπέιλις. Η εβραϊκή κοινότητα της πόλης είχε καθοριστική συμβολή στην ίδρυση της επιτροπής, τα περισσότερα μέλη της, όμως, ήταν χριστιανοί, διανοούμενοι και πολίτες που διαπνέονταν από φιλελεύθερες ιδέες και κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού φάσματος, από το κέντρο και πιο αριστερά. Χάρη στην επιτροπή αυτή, ο Κρασόφσκι μπόρεσε να συνεχίσει και να ολοκληρώσει την έρευνά του, ως ιδιωτικός ντετέκτιβ πλέον. Ιδιαίτερα σημαντικός ήταν κι ο ρόλος του δημοσιογράφου Σεργκεί Μπραζούλ-Μπρισκόφσκι, ο οποίος δεν σταμάτησε να αρθρογραφεί υποστηρίζοντας την αθωότητα του Μπέιλις κι αποκαλύπτοντας στοιχεία από την παράλληλη έρευνα του Κρασόφσκι. Η υπόθεση ξεπέρασε τα σύνορα του Κιέβου για να απασχολήσει την κοινή γνώμη σε ολόκληρη την τσαρική αυτοκρατορία, στην Ευρώπη, ακόμη και στις ΗΠΑ. Τη σκυτάλη πήραν οι διανοούμενοι και οι πολιτικοί, δίνοντας νέες διαστάσεις στην εκστρατεία υπεράσπισης του Μπέιλις. Ο Αλεξάντρ Μπλοκ, ο Βλαντίμιρ Κορολένκο, ο εθνικιστής Ουκρανός ιστορικός Μιχάιλο Χρουσέφσκι, οι Ρώσοι πολιτικοί του Συνταγματικού Δημοκρατικού Κόμματος Πάβελ Νικολάγεβιτς Μιλιουκόφ και Βλαντίμιρ Ντμίτριεβιτς Ναμπόκοφ (πατέρας του εμιγκρέ συγγραφέα) τάχθηκαν υπέρ της αθώωσης του άτυχου επιστάτη από το Κίεβο. Ο Μαξίμ Γκόρκι, που τότε ζούσε στο Κάπρι, ξεσπάθωσε ενάντια στο «κυνήγι μαγισσών με στόχο τους Εβραίους»! Το πύρινο κείμενο διαμαρτυρίας που συνέταξε το υπέγραψαν μεγάλα ονόματα, όπως ο Τόμας Μανν, ο Ανατόλ Φρανς κι ο Τόμας Χάρντυ, καθώς και πανεπιστημιακοί στη Βρετανία και τις ΗΠΑ και πολλοί άλλοι.

V.   Η δίκη: Ο προϊστάμενος της εισαγγελίας Τσαπλίνσκι, ο υπουργός Στσεγκλοβίτοφ, ακόμη κι ο ίδιος ο τσάρος Νικόλαος Β΄, γνώριζαν όλοι πολύ καλά την αλήθεια. Όλοι τους, όμως, επέμειναν στην άποψη ότι, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας ο Εβραίος κατηγορούμενος έπρεπε να καταδικαστεί.

Ο εισαγγελέας Βίππερ

Ο Μπέιλις έμεινε στη φυλακή, περιμένοντας να δικαστεί, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών. Η δίκη του, ενώπιον του Ορκωτού Κακουργιοδικείου Κιέβου, άρχισε στις 23 Σεπτεμβρίου 1913. Οι πρωτεργάτες και οι οπαδοί της σκευωρίας έκαναν ό,τι ήταν δυνατό για να εξασφαλίσουν την επιθυμητή για εκείνους έκβαση της δίκης. Δημόσιος κατήγορος ορίστηκε ο εισαγγελέας Όσκαρ Γιούριεβιτς Βίππερ, ο οποίος μετακλήθηκε ειδικώς προς τούτο από τη Μόσχα. Ήταν άνθρωπος χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς, έτοιμος να κάνει οτιδήποτε τον διέταζαν οι ιεραρχικώς προϊστάμενοί του (ή ό,τι εκείνος πίστευε ότι θα τους ικανοποιούσε). Αρκετοί από τους βασικούς μάρτυρες υπεράσπισης εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς (η αστυνομία δεν είχε κανένα πρόβλημα να τους συλλάβει και να τους απομακρύνει από το Κίεβο μέχρι να περατωθεί η δίκη). Ως κύριο πραγματογνώμονα, η εισαγγελία είχε ορίσει τον Ιβάν Αλεξέγεβιτς Σικόρσκι (πατέρα του γνωστού σχεδιαστή αεροσκαφών Ίγκορ Ιβάνοβιτς Σικόρσκι), καθηγητή ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Κιέβου. Γνωστός για τις εθνικιστικές και πανσλαβιστικές θέσεις του, ο σεβάσμιος καθηγητής ήταν απολύτως πεπεισμένος ότι, από ψυχιατρική άποψη, μόνο η θεωρία του τελετουργικού φόνου (τον οποίο είχαν διαπράξει, προφανώς, Εβραίοι) μπορούσε να εξηγήσει τη δολοφονία. Όσο για το σώμα των ενόρκων, αυτοί επελέγησαν προσεκτικά: στην πλειονότητά τους ήταν αγρότες, άνθρωποι φύσει συντηρητικοί, όλοι διαλεγμένοι από περιοχές με παράδοση σε αντιεβραϊκά πογκρόμ (το σώμα συμπλήρωναν δύο έμποροι και τρεις δημόσιοι υπάλληλοι).

Οι ένορκοι

Όλη αυτή η εξαιρετική προετοιμασία χώλαινε σε ένα σημείο, το οποίο ήταν αδύνατο να διορθωθεί: στους μάρτυρες κατηγορίας. Ελλείψει πραγματικών μαρτύρων που θα κατέθεταν στοιχεία σε βάρος του Μπέιλις, η αστυνομία είχε στρατολογήσει τροφίμους των φυλακών, άτομα με βαρύ ποινικό μητρώο και πόρνες, με δυο λόγια ανθρώπους που μπορούσαν να εκβιαστούν από τις αρχές του νόμου και ήταν υποχρεωμένοι να καταθέσουν ότι αυτές θα τους υποδείκνυαν. Στην πορεία της δίκης τίποτε το ουσιαστικό δεν προέκυψε σε βάρος του κατηγορουμένου, σε τέτοιο σημείο που κάποιος από τους ενόρκους αναφώνησε: «πώς είναι δυνατό να καταδικάσουμε αυτόν τον Μπέιλις, όταν δεν έχουμε ακούσει τίποτε για αυτόν

Από την άλλη πλευρά, η εβραϊκή κοινότητα και η επιτροπή υποστήριξης έβαλαν τα δυνατά τους προκειμένου ο Μπέιλις να τύχει της καλύτερης υπεράσπισης. Εξαίρετοι νομικοί, όπως οι Ν. Π. Καραμπτσέφσκι, Α. Σ. Ζαρούντνι, Ο. Ο. Γκρουζενμπέργκ (ο μοναδικός Εβραίος της ομάδας νομικής συμπαράστασης κατά τη δίκη) και, κυρίως, ο διακεκριμένος δικηγόρος (και πολιτικός) από την Πετρούπολη Βασίλι Αλεξέγεβιτς Μακλακόφ (το παράδοξο της ιστορίας ήταν ότι ο αδερφός του δικηγόρου, ο Νικολάι, ανήκε στο εθνικιστικό κόμμα της Ένωσης του Ρωσικού Λαού και κατείχε τη θέση του Υπουργού Εσωτερικών κατά τον χρόνο της δίκης, έχοντας μάλιστα ενστερνισθεί τη θεωρία του λίβελου αίματος). Σε επίπεδο πραγματογνωμόνων, η υπεράσπιση είχε καλέσει τους επιφανέστερους πανεπιστημιακούς με ειδίκευση στις εβραϊκές σπουδές (Π. Κ. Κοκοφτσόφ, Ι. Γκ. Τρόιτσκι) οι οποίοι δεν είχαν καμιά δυσκολία να αποδείξουν ότι οι αντιεβραϊκές συκοφαντίες ήταν παντελώς αστήρικτες.

Β. Μακλακόφ

Και τότε η εισαγγελία έπαιξε το καλύτερο, υποτίθεται, χαρτί της! Κλήθηκε να καταθέσει ως ειδικός ο Γιουστίνας Πρανάιτις, Λιθουανός καθολικός ιερέας, ο οποίος εμφανιζόταν ως ειδικός του ιουδαϊσμού. Ο Πρανάιτις είχε συγγράψει (στα λατινικά) ένα σύντομο βιβλίο υπό τον τίτλο «Christianus in Talmude Iudaeorum — sive Rabbinicae doctrinae de christianis secreta» («Ο χριστιανός στο Ταλμούδ των Ιουδαίων, ή οι μυστικές ραββινικές θεωρίες σχετικά με τους χριστιανούς»). Στις μεταφράσεις του σε ζωντανές γλώσσες, το βιβλιαράκι του Πρανάιτις είχε πιο απλό και ενδεικτικό των προθέσεών του τίτλο: «Ξεσκεπάζοντας το Ταλμούδ». Επρόκειτο, φυσικά, για σύγγραμμα χωρίς καμία επιστημονική βάση, το οποίο ανακύκλωνε τις πιο ιταμές αντισημιτικές κατηγορίες.

Το σύγγραμμα του Πρανάιτις

Ο Πρανάιτις είχε κάνει πολύ μεγάλο ταξίδι για να φτάσει στο Κίεβο. Ιερουργούσε στην Τασκένδη. Η παραμονή του στην Κεντρική Ασία δεν οφειλόταν στις ιδέες του, όπως ίσως θα υπέθετε κάποιος. Η δυσμενής μετάθεσή του οφειλόταν στο ότι είχε εμπλακεί σε μερικές σκοτεινές υποθέσεις εκβιασμού κι απάτης. Εν πάση περιπτώσει, ο ειδικός μπήκε στην  αίθουσα με ύφος σοβαρό, ιερατικό, έτοιμος ν’ αποκαλύψει τα ανοσιουργήματα των Ιουδαίων. Σωστά δασκαλεμένοι από τους πραγματογνώμονες, οι συνήγοροι υπεράσπισης δεν χρειάστηκαν πολλή ώρα για να κάνουν σκόνη τον Πρανάιτις. Γρήγορα αποδείχτηκε ότι ο Λιθουανός αγνοούσε ακόμη και τα πλέον βασικά στοιχεία της ιουδαϊκής θρησκείας και της εβραϊκής γλώσσας! Δεν ήταν παρά ένας απατεώνας! Οι «ειδικός» αποχωρούσε κάτω από τα χαχανητά του ακροατηρίου.

Γ. Πρανάιτις

Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Στις 28 Οκτωβρίου 1913 οι ένορκοι έδιναν την ετυμηγορία τους. Ο Μπέιλις αθωωνόταν πανυγηρικά!

Ο Μπέιλις στο εδώλιο του κατηγορουμένου

VI.   Τι απέγιναν οι πρωταγωνιστές της υπόθεσης;

  • Ουδέποτε απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε βάρος της Βέρας Τσεμπεριάκ και των υπόλοιπων μελών της συμμορίας. Για κάποιο δάστημα, η Τσεμπεριάκ κέρδιζε χρήματα παίζοντας σε παραστάσεις παντομίμας, σε τσίρκα, με θέμα την υπόθεση της δολοφονίας Γιούστσινσκι! Στην προκειμένη περίπτωση δικαιοσύνη απέδωσαν οι Μπολσεβίκοι, οι οποίοι εκτέλεσαν την Τσεμπεριάκ όταν κατέλαβαν το Κίεβο, στα τέλη του 1918.

Η Τσεμπεριάκ με τον σύζυγό της και την κόρη τους

  • Ο εθνικιστής φοιτητής Γκόλουμπεφ κατατάχθηκε στον τσαρικό στρατό αμέσως μετά την κήρυξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Σκοτώθηκε στο Ανατολικό Μέτωπο τον Οκτώβριο του 1914.
  • Ο απατεωνας «ειδικός» Πρανάιτις πέθανε από ασθένεια στην Πετρούπολη τον Ιανουάριο του 1917.
  • Ο εισαγγελέας Βίππερ προήχθη επανειλημμένα από το τσαρικό καθεστώς. Έλαβε, μάλιστα, και το αξίωμα του κρατικού συμβούλου. Μετά και την Οκτωβριανή Επανάσταση, συνελήφθη από τους Μπολσεβίκους: επαναστατικό δικαστήριο τον καταδίκασε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου και πέθανε από τις κακουχίες το 1920.
  • Ο προϊστάμενος της εισαγγελίας Κιέβου, Γκ. Τσαπλίνσκι δέχθηκε κι αυτός με τη σειρά του πολλές προαγωγές και τιμές από το καθεστώς, φτάνοντας ως το αξίωμα του γερουσιαστή. Συνελήφθη από την Προσωρινή Κυβέρνηση που προέκυψε μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917, καθώς διενεργούνταν έρευνα για παράνομες πράξεις τις οποίες είχε τελέσει κατά τον χειρισμό της υπόθεσης Μπέιλις. Κατόρθωσε να αποφυλακισθεί τον Ιούλιο του ιδίου έτους. Κατόπιν τα ίχνη του χάνονται. Υποθέτουμε ότι δεν θα ξέφυγε από τους Μπολσεβίκους.
  • Ο Υπουργός Δικαιοσύνης Στσεγκλοβίτοφ παρέμεινε στον υπουργικό του θώκο μέχρι το 1915, όταν και ανέλαβε πρόεδρος του Αυτοκρατορικού Συμβουλίου. Συνελήφθη κι αυτός από την Προσωρινή Κυβέρνηση το 1917. Εκτελέστηκε από το κομμουνιστικό καθεστώς τον Οκτώβριο του 1918.
  • Ο δικηγόρος υπεράσπισης Βασίλι Μακλακόφ ανέπτυξε ιδιαίτερα σημαντική πολιτική και δημοσιογραφική δράση. Μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου ήλπιζε να γίνει Υπουργός Δικαιοσύνης, αλλά έχασε τη θέση από τον… Αλέξανδρο Κερένσκι. Συμμετείχε πάντως σε διάφορες επιτροπές που συγκρότησε η Προσωρινή Κυβέρνηση. Στις αρχές Οκτωβρίου του 1917 ονομάσθηκε πρέσβης της Ρωσίας στη Γαλλία. Η Οκτωβριανή Επανάσταση θα τον υποχρέωνε να περάσει σχεδόν ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή του στο Παρίσι. Πέθανε το 1957 στην Ελβετία. Μερικά χρόνια νωρίτερα είχε αφήσει το στίγμα του με μια πράξη που συζητήθηκε πολύ και η οποία τον κατέστησε συμπαθή σε ορισμένους και αντιπαθή σε άλλους (ιδίως δε στα μέλη της ρωσικής κοινότητας των αντικομμουνιστών εμιγκρέδων στη Γαλλία): τον Φεβρουάριο του 1945, προτού τελειώσει ο πόλεμος, προσήλθε στη σοβιετική πρεσβεία στο Παρίσι, προκειμένου να δηλώσει δημόσια κι επίσημα την υπερηφάνεια του ως Ρώσος και την ευγνωμοσύνη του για τις θυσίες του σοβιετικού λαού. Έπειτα εκείνος, ο εξόριστος αστός, σήκωσε το ποτήρι του κι έκανε μια πρόποση: «Για την πατρίδα, τον Κόκκινο Στρατό και τον Ιωσήφ Στάλιν»!
  • Ο Μέντελ Μπέιλις θα μπορούσε να γίνει σταρ. Αμέσως μετά τη δίκη, η αθώωσή του ήταν το θέμα των παραστάσεων σε όλα τα εβραϊκά θέατρα της Νέας Υόρκης. Ο Μπέιλις προτίμησε να μετοικήσει στην Παλαιστίνη και να ασχοληθεί με το αγρόκτημα που του είχαν αγοράσει πλούσιοι υποστηρικτές του. Δεν τα κατάφερε. Αφού εξάντλησε κάθε πιθανότητα βιωσιμότητας της επιχείρησης και υπό το βάρος των χρεών, αναγκάστηκε να ακολουθήσει τη συμβουλή των φίλων του και να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ όπου έζησε την υπόλοιπη ζωή του. Συνέγραψε στα γίντις την αυτοβιογραφία του, υπό τον τίτλο «Η ιστορία των μαρτυρίων μου» (1925). Το βιβλίο μεταφράστηκε στα αγγλικά και τα ρωσικά. Πέθανε αιφνίδια το 1934, σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο Σαρατόγκα Σπρινγκς της Πολιτείας της Νέας Υόρκης. Σε μια συνέντευξη που είχε δώσει λίγους μήνες πριν εξέφραζε την ευγνωμοσύνη του σε όλους εκείνους τους Ρώσους «εθνικούς», όπως ήταν ο επιθεωρητής Κρασόφσκι και ο δημοσιογράφος Μπραζούλ-Μπρισκόφσκι: «επέδειξαν αληθινό ηρωισμό κι αυτοθυσία. Γνώριζαν καλά ότι υπερασπίζοντάς με θα κατέστρεφαν τις σταδιοδρομίες τους, ακόμη κι η ζωή τους θα διέτρεχε κίνδυνο. Ωστόσο επέμειναν, γιατί ήξεραν ότι ήμουν αθώος».

Ο Μπέιλις με την οικογένειά του

Ο διάσημος Αμερικανοεβραίος συγγραφέας Μπέρναρντ Μάλαμουντ χρησιμοποίησε την υπόθεση Μπέιλις ως πηγή έμπνευσης για το μυθιστόρημά του “The Fixer” (1966), το οποίο μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο (1968) από τον Τζων Φράνκενχάιμερ (με πρωταγωνιστές τον Άλαν Μπέητς και τον Ντερκ Μπόγκαρντ – γαλλικός και ελληνικός, αν δεν κάνω λάθος, τίτλος: « L’Homme de Kiev » – «Ο Άνθρωπος από το Κίεβο»). Το βιβλίο είχε εξοργίσει τα παιδιά του Μπέιλις. Πράγματι, ο βλάσφημος, εξεγερμένος εικονοκλάστης Γιάκοφ Μποκ δεν είχε καμία σχέση με τον πραγματικό Μεναχέμ Μέντελ Μπέιλις.

Πολύ συχνά, ειδικά στις ΗΠΑ, η υπόθεση Μπέιλις παραλληλίζεται με την υπόθεση Λήο Φρανκ, την ιστορία του Εβραίου διευθυντή εργοστασίου που καταδικάστηκε σε θάνατο για τη δολοφονία μιας δεκατριάχρονης εργάτριας χωρίς να υπάρχουν ακλόνητες αποδείξεις (1913). Η ποινή του Φρανκ μετατράπηκε εν συνεχεία σε ισόβια κάθειρξη. Όταν όμως ο κατάδικος επρόκειτο να μεταφερθεί σε άλλες φυλακές, ο όχλος που περίμενε τον λύντσαρε! Κάποιος κακεντρεχής (;) θα παρατηρούσε ότι στην απολυταρχική κι οπισθοδρομική τσαρική Ρωσία η αντιεβραϊκή σκευωρία αποκαλύφθηκε και ο άδικα κατηγορηθείς αθωώθηκε, σε μεγάλο βαθμό χάρη στην κινητοποίηση των πολιτών, ενώ στη χώρα της ελευθερίας ο ύποπτος όχι απλώς καταδικάστηκε, αλλά τελικά θανατώθηκε με φριχτό τρόπο από τον όχλο. Μολονότι αληθής, η επισήμανση θα ήταν άδικη, μια και θα εξέφραζε μέρος μόνο μιας σύνθετης πραγματικότητας.

Όσοι ενδιαφέρονται για την υπόθεση Μπέιλις έχουν τη δυνατότητα, εφόσον είναι ρωσομαθείς, να συμβουλευτούν το εξαιρετικό λήμμα της ρωσικής Βικιπαίδειας, το οποίο περιέχει όλες τις χρήσιμες παραπομπές σε επιστημονικές μελέτες (ιστορικές, νομικές και άλλες), τον αντίκτυπο της υπόθεσης στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο και κάθε σχετική πληροφορία. Οι υπόλοιποι ας ανατρέξουν στα κάπως συνοπτικά λήμματα που έχουν συνταχθεί στις πιο γνωστές γλώσσες ή, καλύτερα, ας διαβάσουν τη συναρπαστική διήγηση και ανάλυση του Orlando Figes (“A People’s Tragedy: Russian Revolution 1891–1924”, Jonathan Cape, Λονδίνο, 1996, γαλλική έκδοση: « La Révolution russe. 1891-1924 : la tragédie d’un peuple », εκδ. Denoël, Παρίσι, 2007 και έκδοση τσέπης στη σειρά Folio-Histoire, εκδ. Gallimard, τ. Ι, σελ. 448-453).

Si me quieres escribir – 80 χρόνια από την έναρξη του Ισπανικού Εμφυλίου – μέρος 2: οι εξηγήσεις

Δεκέμβριος 24, 2016
Αναρχικοί και αστυνομικοί στους δρόμους της Βαρκελώνης, κρατώντας πίνακα με αλληγορική απεικόνιση της Β΄ Δημοκρατίας/ φωτογραφία του Agustí Centelles i Ossó

Αναρχικοί και αστυνομικοί στους δρόμους της Βαρκελώνης, κρατώντας πίνακα με αλληγορική απεικόνιση της Β΄ Δημοκρατίας/ φωτογραφία του Agustí Centelles i Ossó

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

ΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΕΚΡΙΝΑΝ ΤΗΝ ΕΚΒΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ποιοι ήταν, όμως, οι παράγοντες που καθόρισαν, κατά το μάλλον ή ήττον, την έκβαση του Ισπανικού Εμφυλίου; Μπορούμε να ξεχωρίσουμε τέσσερις: την εγγενή στρατιωτική υπεροχή των δυνάμεων του Φράνκο (Α), τη σημασία της ξένης στρατιωτικής βοήθειας (Β), τον βαθμό ομοιογένειας που χαρακτήριζε τους δύο αντιπάλους (Γ) και τη στάση που τήρησαν οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες (Δ).

Α.   Η ΕΓΓΕΝΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΙΣΤΩΝ

Όταν ξεσπά ο εμφύλιος, ο ισπανικός στρατός αριθμεί περί τους 250 χιλιάδες άνδρες, οι οποίοι μοιράζονται σχεδόν εξίσου στις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις. Σε τι συνίσταται η υπεροχή των δυνάμεων του Φράνκο:

α.   Ο Εθνικός Στρατός: Επαγγελματισμός και πολεμική πείρα

Η στρατιωτική υπεροχή της οποίας χαίρει ευθύς εξαρχής ο Φράνκο οφείλεται σε δύο στοιχεία:

– Την επαγγελματική στελέχωση των δυνάμεών του: τα 4/5 των ανώτερων και κατώτερων αξιωματικών (καθώς και των υπαξιωματικών) συντάσσονται με τους στασιαστές. Οι Δημοκρατικοί δεν διαθέτουν σχεδόν καθόλου στελέχη που θα μπορούσαν να οργανώσουν και να καθοδηγήσουν τον στρατό τους. Η κατάσταση που επικρατεί στο ναυτικό είναι εξίσου ενδεικτική: τα πληρώματα παραμένουν, σε συντριπτικό ποσοστό, πιστά στη Δημοκρατία, αλλά το 90 % των αξιωματικών προσχωρεί στο στρατόπεδο των πραξικοπηματιών. Η συνέπεια είναι η εξής: ενώ η Δημοκρατία ελέγχει τα δύο τρίτα του πολεμικού στόλου, μόλις που μπορεί να χρησιμοποιήσει τα μισά από τα διαθέσιμα πλοία, μια και της λείπουν οι αξιωματικοί.

Μαροκινοί Ρεγουλάρες

Μαροκινοί Ρεγουλάρες

– Τον έλεγχο των πιο αξιόμαχων μονάδων του ισπανικού στρατού: οι εθνικιστές ελέγχουν από την έναρξη του εμφυλίου τα δύο πιο αξιόμαχα σώματα του ισπανικού στρατού, αυτά δηλαδή που αποτελούν τη Στρατιά της Αφρικής: την Ισπανική Λεγεώνα των Ξένων (Legión Española/ Tercio de Extranjeros) και τις μονάδες τακτικού στρατού που επανδρώνουν Μαροκινοί ιθαγενείς (Ταμπόρες δε Ρεγουλάρες). Πρόκειται για δύο σώματα απολύτως πειθαρχημένα, εμπειροπόλεμα, ποτισμένα από τις ωμές μεθόδους του αποικιακού πολέμου (τις οποίες και θα μεταφέρουν στη μητροπολιτική Ισπανία) και με νοοτροπία θρησκευτικής σχεδόν λατρείας της βίας (η κραυγή της Λεγεώνας είναι «Ζήτω ο Θάνατος»).

Οι πολιτοφυλακές των φιλομοναρχικών Καρλιστών (Ρεκετέ) και της φασιστικής Ισπανικής Φάλαγγας προσδίδουν στον Εθνικό Στρατό τη δύναμη των αριθμών και διακρίνονται για τον φανατισμό τους (που εκδηλώνεται κυρίως μέσω ενός αμείλικτου αντικομμουνισμού).

Ιερέας ευλογεί Καρλιστές Ρεκετέ

Ιερέας ευλογεί Καρλιστές Ρεκετέ

Τέλος, μολονότι η εθελοντική στρατιωτική συμμετοχή έχει συνδεθεί κυρίως με το στρατόπεδο των Δημοκρατικών, δεν πρέπει να παραβλέπεται το ότι και οι εθνικιστές είχαν τους δικούς τους αλλοδαπούς εθελοντές μαχητές: περίπου 4 χιλιάδες Πορτογάλοι υποστηρικτές του καθεστώτος Σαλαζάρ, 800 Ιρλανδοί υπό τις οδηγίες του ακροδεξιού εθνικιστή στρατηγού Γιούιν Ο’Ντάφυ, 300 έως 400 Γάλλοι ακροδεξιοί κι αντίστοιχος αριθμός Βρετανών (συνολικά, περίπου 15 χιλιάδες άνδρες).

β.   Το στρατόπεδο των Δημοκρατικών: αυτοσχεδιασμοί πάνω στο ίδιο θέμα

i) Στο ξεκίνημα του εμφυλίου οι μόνες πραγματικά αξιόμαχες δυνάμεις των Δημοκρατικών είναι, παραδόξως, τα σώματα ασφαλείας.

– Το Σώμα Ασφάλειας και Εφόδου ή Αστυνομία Εφόδου (Cuerpo de Seguridad y Asalto/ Guardia de Asalto) συγκροτείται το 1932 από τις δημοκρατικές κυβερνήσεις. Οι άνδρες του στρατολογούνται κυρίως μεταξύ των υποστηρικτών των δημοκρατικών κομμάτων. Τα τρία τέταρτα του σώματος παραμένουν πιστά στη νόμιμη κυβέρνηση.

Άνδρες της Αστυνομίας Εφόδου

Άνδρες της Αστυνομίας Εφόδου

– Η Χωροφυλακή (Guardia Civil) είναι οργανωμένη με αμιγώς στρατιωτικά πρότυπα και φημίζεται για τις βίαιες μεθόδους καταστολής τις οποίες μετέρχεται. Περίπου το 60 % των ανδρών της υπηρετούν τη Δημοκρατία. Κατά τους πρώτους μήνες του πολέμου είναι ίσως η μόνη πραγματικά στρατιωτική δύναμη των Δημοκρατικών, κάτι που αποδεικνύει και η συμβολή της στην κατάπνιξη των υποστηρικτών του πραξικοπήματος στη Βαρκελώνη.

Ισπανική Χωροφυλακή

Ισπανική Χωροφυλακή

– Το ίδιο ισχύει και για τους Καραμπινιέρους, οι οποίοι ως τότε ήταν επιφορτισμένοι κυρίως με καθήκοντα φύλαξης τελωνείων και συνόρων.

Στα οδοφράγματα της Μαδρίτης/ φθινόπωρο 1936

Στα οδοφράγματα της Μαδρίτης/ φθινόπωρο 1936

ii) Πολιτοφυλακές. Από ποσοτική άποψη, η κύρια δύναμη των Δημοκρατικών συνίσταται στις πολιτοφυλακές που οργανώνουν κόμματα και συνδικάτα (σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αναρχικοί). Οι πολιτοφυλακές διακρίνονται, ίσως, στον αφοπλισμό αμυνόμενων υποστηρικτών των στασιαστών και στις βιαιοπραγίες κατά των κατά τεκμήριο αντιπάλων της Δημοκρατίας, αλλά η στρατιωτική χρησιμότητά τους είναι περιορισμένη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η φάλαγγα αναρχικών του Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι. Διακρίνεται από σεκταρισμό, αδυναμία συνεννόησης με τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές και πνεύμα ανυπακοής. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις και οι στόχοι τους αποτελούν αντικείμενο συζήτησης σε επιτροπές και συνελεύσεις. Στο πεδίο της μάχης οι επιδόσεις είναι πενιχρές. Το γεγονός δεν είναι τυχαίο αν λάβουμε υπόψη τα ελαστικά κριτήρια στρατολόγησης στις ομάδες των αναρχικών και ελευθεριακών κομμουνιστών. Το αποτέλεσμα είναι να διεισδύουν στις τάξεις τους άτομα μη ικανά για στρατιωτικές επιχειρήσεις, τυχωδιώκτες που θα επιχειρήσουν να αποκομίσουν οικονομικά κέρδη από τη συμμετοχή τους στις επαναστατικές επιτροπές και πράκτορες των εθνικιστών. Τα ποσοστά λιποταξίας και προσχώρησης στον εχθρό είναι υψηλά μεταξύ των πολιτοφυλακών.

Αναρχική μέλος πολιτοφυλακής

Αναρχική μέλος πολιτοφυλακής

Η μόνη πολιτοφυλακή με στρατιωτική οργάνωση και πειθαρχία είναι, αναμενόμενα, το 5ο  Σύνταγμα, η πολιτοφυλακή των κομμουνιστών. Από αυτό και θα αναδειχθούν μερικοί από τους σημαντικότερους στρατιωτικούς διοικητές του πολέμου, όπως, πρωτίστως, ο Ενρίκε Λίστερ, ο Χουάν Γκιγιότο Λεόν ή Μοδέστο και ο, πλέον αμφιλεγόμενος, Βαλεντίν Γονθάλεθ ή Καμπεσίνο.

iii) Διεθνείς Ταξιαρχίες: Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες συγκροτούνται το φθινόπωρο του 1936 με πρωτοβουλία της Κομμιντέρν (Κομμουνιστικής Διεθνούς). Πρωταρχικό ρόλο στη στρατολόγηση και εκπαίδευση των εθελοντών έχει το γαλλικό ΚΚ. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι εθελοντές ήταν κομμουνιστές: υπήρχαν σοσιαλιστές, αναρχικοί, Ρώσοι που είχαν πολεμήσει στον Ρωσικό Εμφύλιο με την πλευρά των ηττηθέντων κι επιθυμούσαν να εξιλεωθούν, Εβραίοι οργανωμένοι στην Μπουντ, ελευθεροτέκτονες κ.ο.κ. Στις ΔΤ υπηρέτησαν συνολικά 35 χιλιάδες άνδρες από 50 τουλάχιστον χώρες, ευρωπαϊκές και μη. Οι Γάλλοι αποτελούσαν σχεδόν το 30 % των εθελοντών, ενώ σημαντικοί ήταν οι αριθμοί των Ιταλών, των Πολωνών, των Γερμανών (Τάγμα Τέλμανν), των Αμερικανών και των Βρετανών. Μεγάλος ήταν ο αριθμός των εθελοντών εβραϊκής καταγωγής (π.χ. περίπου οι μισοί Πολωνοί ήταν ισραηλίτες στο θρήσκευμα). Στις τάξεις των ΔΤ πολέμησαν και περίπου 300 με 400 μαχητές ελληνικής καταγωγής (160 με ελληνική ιθαγένεια, στην πλειονότητά τους κομμουνιστές και ναυτεργάτες, 65 Ελληνοκύπριοι, οι υπόλοιποι ομογενείς από την Αμερική ή τις χώρες της Ευρώπης). Οι γνωστότεροι στρατιωτικοί διοικητές των ΔΤ ήταν ο Πολωνός Κάρολ Βάτσουαφ Σφιερτσέφσκι ή «Βάλτερ», αξιωματικός του σοβιετικού στρατού, και ο Αυστριακός Μάνφρεντ Στερν ή «Κλέμπερ», αξιωματικός της υπηρεσίας πληροφοριών του Κόκκινου Στρατού. Οι ΔΤ διαλύθηκαν τον Οκτώβριο του 1938 με πρωτοβουλία της κυβέρνησης Νεγρίν ως δείγμα καλής θέλησης προς τις δυτικές δημοκρατίες (Γάλλοι και Βρετανοί το είχαν ζητήσει ήδη από το 1937).

Διεθνείς Ταξιαρχίες, Τάγμα Τέλμαν/ φωτογραφία του David "Chim" Seymour/ πρακτορείο Magnum

Διεθνείς Ταξιαρχίες, Τάγμα Τέλμαν/ φωτογραφία του David «Chim» Seymour/ πρακτορείο Magnum

Η στρατιωτική συμβολή των ΔΤ ήταν ιδιαιτέρως σημαντική, ειδικά κατά το πρώτο διάστημα του πολέμου, όταν δεν είχε ακόμη οργανωθεί τακτικός στρατός των Δημοκρατικών. Αποτέλεσαν τη δύναμη κρούσης ειδικά στις μάχες για την υπεράσπιση της Μαδρίτης, αλλά κι αργότερα. Περίπου 10 χιλιάδες μαχητές των ΔΤ έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η συμβολική αξία των ΔΤ ίσως και να ξεπερνά τη στρατιωτική. Ενσάρκωναν την ιδέα ενός οικουμενικού λαϊκού μετώπου. Το ιδανικό τους απαθανατίστηκε στα μεγάλα λογοτεχνικά έργα με θέμα τον Ισπανικό Εμφύλιο, εκείνα του Μαλρώ και του Χέμινγουέυ.

iv) Λαϊκός Στρατός: Στα μέσα Οκτωβρίου 1936, η κυβέρνηση Λάργο Καμπαγέρο αποφασίζει το λογικό και αυτονόητο, δηλαδή τη συγκρότηση ενός τακτικού «Λαϊκού Στρατού», ο οποίος ενσωματώνει πολιτοφυλακές και ΔΤ υπάγοντάς τες στον Στρατιωτικό Ποινικό και Πειθαρχικό Κώδικα. Το κύριο πρόβλημα του Λαϊκού Στρατού είναι η εκπαίδευση και κατάρτιση στελεχών. Ο χρόνος δουλεύσει σε βάρος των Δημοκρατικών, οπότε το πρόβλημα αντιμετωπίζεται με ημίμετρα και αυτοσχέδιες λύσεις: ταχύρρυθμη εκπαίδευση (8 εβδομάδες για τους κατώτερους αξιωματικούς), προγράμματα κατάρτισης στην ΕΣΣΔ κ.λπ. Παρά τις δυσκολίες και την εξαρχής μειονεκτική θέση της, η Δημοκρατία κατορθώνει να συγκροτήσει αξιόμαχο στράτευμα, ιδίως κατά την περίοδο διακυβέρνησης Νεγρίν. Ποτέ δεν θα κατορθώσει, όμως, να υπερβεί τα προβλήματα εξοπλισμού και ανεφοδιασμού της. Ως προς το ζήτημα αυτό, ο ρόλος του ξένου παράγοντα αποδεικνύεται καθοριστικός.

5ο Σύνταγμα, η βάση του Λαϊκού Σρατού

5ο Σύνταγμα, η βάση του Λαϊκού Σρατού

Β.   Η ΞΕΝΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ

Η ξένη στρατιωτική βοήθεια υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξη του Ισπανικού Εμφυλίου. Χωρίς την ενίσχυση της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας, οι πραξικοπηματίες θα αναγκάζονταν γρήγορα να διαπραγματευθούν με τη νόμιμη κυβέρνηση. Χωρίς την ενίσχυση της ΕΣΣΔ, η Μαδρίτη θα έπεφτε και μαζί της η Β΄ Ισπανική Δημοκρατία. Η ξένη ενίσχυση ήταν, εν πολλοίς, ο παράγοντας που μετέτρεψε τη σύγκρουση σε πραγματικό πόλεμο.

α.   Δυνάμεις του Άξονα εναντίον ΕΣΣΔ: Στις 25 Ιουλίου 1936, ο Χίτλερ ικανοποιεί σχεδόν αμέσως το αίτημα του Φράνκο για την παροχή στρατιωτικής βοήθειας. Γνωρίζει ότι η εγκαθίδρυση ενός φασιστικού καθεστώτος στα δυτικά των Πυρηναίων απομονώνει τη Γαλλία κι εξυπηρετεί ιδανικά τα σχέδιά του. Δευτερευόντως, υπάρχει μια σειρά από πρόσθετα οφέλη: προνομιακή εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Ισπανίας και δη των πρώτων υλών της, ευκαιρία να δοκιμαστούν όπλα και στρατεύματα σε συνθήκες πραγματικού πολέμου. Άρματα μάχης, αεροπλάνα και βαρέα όπλα τελειοποιούνται χάρη στα διδάγματα του Ισπανικού Εμφυλίου. Νέες τακτικές δοκιμάζονται: μαζικοί βομβαρδισμοί, σχηματισμοί καταδιωκτικών, χρήση αντιαεροπορικών όπλων κατά των αρμάτων μάχης, βελτιστοποίηση της συνεργασίας μεταξύ αεροπορίας και χερσαίων δυνάμεων. Η Γερμανία θα βοηθήσει, αλλά θα αποκομίσει και πολλά οφέλη από τη συμμετοχή της στον πόλεμο.

Γερμανικό περιοδικό με εξώφυλλο αφιερωμένο στη Λεγεώνα Κόνδωρ

Γερμανικό περιοδικό με εξώφυλλο αφιερωμένο στη Λεγεώνα Κόνδωρ

Ο Μουσσολίνι έχει συμφωνήσει να βοηθήσει τους στασιαστές πριν από την εκδήλωση του πραξικοπήματος. Είναι, πάντως, επιφυλακτικός. Αναμένει τη γαλλική στάση. Όταν πεισθεί ότι οι Γάλλοι δεν θα βοηθήσουν τους Δημοκρατικούς στέλνει το ιταλικό εκστρατευτικό σώμα.

Ο Στάλιν είναι πολύ πιο διστακτικός. Η ΕΣΣΔ αρχικά υπογράφει το Σύμφωνο Μη Επιθέσεως. Αποφασίζει να βοηθήσει όταν πλέον έχουν ήδη επέμβει Γερμανοί και Ιταλοί. Οι λόγοι του είναι ιδεολογικοί και πολιτικοί: δεν μπορεί να αφήσει εντελώς αβοήθητο το ισπανικό προλεταριάτο και δεν μπορεί να επιτρέψει στον Χίτλερ να καταγάγει μια νίκη στη Μεσόγειο.

β.   Η ποιότητα του οπλισμού: Αν πιστέψουμε τα στερεότυπα, τα γερμανικά όπλα ήταν από ποιοτική άποψη τα καλύτερα, τα αντίστοιχα σοβιετικά μέτρια, η ιταλική βοήθεια ελάχιστα σημαντική. Η αλήθεια είναι διαφορετική.

ΤΘ Φίατ Ανσάλντο

ΤΘ Φίατ Ανσάλντο

i) Τεθωρακισμένα: Σε ό,τι αφορά τα άρματα μάχης, τα μικροσκοπικά ιταλικά Φίατ-Ανσάλντο L3/35 προκαλούν στην εποχή μας το γέλιο. Πραγματικά σαρδελοκούτια, χωρίς πυργίσκο, με ελάχιστη θωράκιση και με οπλισμό δύο πολυβόλα των 8 χιλιοστών, δεν μπορούν να συναγωνιστούν στο ελάχιστο τους αντιπάλους τους. Τα γερμανικά Πάντσερ Ι, λίγο μεγαλύτερα από τα ιταλικά άρματα τσέπης, έχουν πυργίσκο, αλλά η θωράκισή τους είναι επίσης πλημμελής. Το μοναδικό ουσιαστικό πλεονέκτημά τους έγκειται στο ότι είναι τα μόνα που διαθέτουν ασύρματο.

Πάντσερ Ι

Πάντσερ Ι

Τα σοβετικά Τ-26, σχεδιασμένα με βάση βρετανικά πρότυπα, αποτελούν εξαιρετικά ελαφρά τεθωρακισμένα που διαθέτουν όχι απλώς πολυβόλο, αλλά και κανόνι των 45 χιλιοστών. Τα πιο εξελιγμένα ΒΤ-5, που τα διαδέχθηκαν, έχουν καλύτερη θωράκιση, μπορούν να αναπτύξουν υψηλή ταχύτητα και παρουσιάζουν μεγάλη αυτονομία στα καύσιμα. Το μειονέκτημά τους είναι ότι έχουν σχεδιασθεί για επιχειρήσεις σε βάθος επί πεδινού εδάφους. Δεν είναι, επομένως, τα καταλληλότερα για το ημιορεινό, ανώμαλο έδαφος των ισπανικών πεδίων μάχης.

Τ-26

Τ-26

ii) Πολεμική αεροπορία: Τα σοβιετικά καταδιωκτικά Πολικάρποφ Ι-15 και Ι-16 (που οι Δημοκρατικοί ονόμαζαν χαϊδευτικά «μύγες», ενώ οι εθνικιστές με περιφρόνηση «αρουραίους») ήταν προϊόντα πρωτοποριακού σχεδιασμού και πραγματικοί κυρίαρχοι των αιθέρων, κατά πολύ ανώτερα των Χάινκελ 51 και των Φίατ Κίρρι. Τα βομβαρδιστικά Τουπόλεφ SB δεν υστερούσαν σε τίποτε έναντι των Γιούνκερς 52 και των Σαβόια Μαρκέτι. Εντούτοις, οι εθνικιστές επικράτησαν τελικά και στη μάχη για τον έλεγχο του εναέριου χώρου. Ακούγεται κοινότοπο, αλλά οι μηχανές δεν πολεμούν μόνες τους.

Η ανάπαυση του πληρώματος ενός Πολικάρποφ/ φωτογραφία του David "Chim" Seymour

Η ανάπαυση του πληρώματος ενός Πολικάρποφ/ φωτογραφία του David «Chim» Seymour

γ.   Η χρήση του έμψυχου και άψυχου δυναμικού: Το «εθνικό» στρατόπεδο χρησιμοποιεί τα όπλα του με τρόπο πολύ αποτελεσματικότερο. Αντιθέτως προς τους Σοβιετικούς, οι δυνάμεις του Άξονα στέλνουν στην Ισπανία δύο ομοιογενή σώματα ενόπλων δυνάμεων. Η γερμανική Λεγεών Κόνδωρ επανδρώνεται κυριολεκτικά από την αφρόκρεμα της Λουφτβάφφε. Πειθαρχία, συνοχή, τακτική και στρατηγική τόλμη, σε συνδυασμό με την καλύτερη συνεργασία μεταξύ εδάφους και αέρος δίνουν στους εθνικιστές σαφές πλεονέκτημα στη μάχη των αιθέρων, την ώρα που οι Δημοκρατικοί δεν διαθέτουν ούτε επαρκή αριθμό καλά εκπαιδευμένων πιλότων ούτε αντιαεροπορική άμυνα. Το ιταλικό Εθελοντικό Εκστρατευτικό Σώμα αποτελεί ένα πλήρες στράτευμα με απόλυτη συνοχή (4 επίλεκτες ιταλικές μεραρχίες, δύο μεικτές ιταλοϊσπανικές, συν ένα σώμα ΤΘ) και μεγάλη αριθμητική δύναμη (συνολικά 50 έως 75 χιλιάδες Ιταλοί πολέμησαν στην Ισπανία). Η συμβολή του στη νίκη των εθνικιστών είναι αναμφίβολα καθοριστική. Τέλος, Ιταλοί και, κυρίως, Γερμανοί βοηθούν με αποτελεσματικό τρόπο στην εκπαίδευση και κατάρτιση του στρατού του Φράνκο.

Σαβόια Μαρκέττι 81, συνοδευόμενο από Φίατ Κίρρι

Σαβόια Μαρκέττι 81, συνοδευόμενο από Φίατ Κίρρι

Οι Σοβιετικοί δεν στέλνουν κάποιο ομοιογενές στρατιωτικό σώμα, αλλά συμβούλους, πιλότους και αρματιστές. Τα εξαιρετικά τεθωρακισμένα τους δεν θα χρησιμοποιηθούν ποτέ με ικανοποιητικό τρόπο από τους Ισπανούς. Το ίδιο ισχύει και για την αεροπορία, όπου παρατηρούνται και σοβαρά προβλήματα συνεργασίας με τις δυνάμεις εδάφους. Εν γένει, τα προβλήματα συνεννόησης μεταξύ Ισπανών και Σοβιετικών είναι αρκετά, συχνά δε οφείλονται σε λόγους που εκπλήσσουν (την εποχή εκείνη δεν υπάρχει καν ρωσοϊσπανικό λεξικό). Η αποτελεσματικότητα των σοβιετικών δυνάμεων πλήτετται και από την πολιτική του Στάλιν, ο οποίος εναλλάσσει διαρκώς το έμψυχο δυναμικό. Τρεις χιλιάδες Σοβιετικοί πολέμησαν στην Ισπανία, αλλά ποτέ ο συνολικός αριθμός όσων υπηρετούσαν δεν ξεπέρασε τους 800 [1]. Κανείς δεν υπηρετούσε περισσότερο από μερικούς μήνες. Ο Στάλιν είχε τις φοβίες του [2]. Βρισκόμαστε, άλλωστε, στην εποχή που ξεκινούν οι μαζικές εκκαθαρίσεις στον Κόκκινο Στρατό. Πάντως, ας μην ξεχνούμε τις αντικειμενικές δυσκολίες για τις οποίες η ΕΣΣΔ δεν είχε ευθύνη: οι γραμμές ανεφοδιασμού ήταν ατελείωτες, κάθε αποστολή, χερσαία ή θαλάσσια, αντιμετώπιζε αμέτρητους κινδύνους λόγω του ναυτικού αποκλεισμού και των κλειστών συνόρων. Την ίδια ώρα, Γερμανοί κι Ιταλοί ανεφοδιάζονταν ανενόχλητοι και τα αεροπλάνα και τα τεθωρακισμένα τους συντηρούνταν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Τέλος, η αριθμητική υπεροχή ανήκει σαφώς στο στρατόπεδο του Άξονα: 55 ως 90 χιλιάδες άνδρες έναντι 3 χιλιάδων, 1350 αεροσκάφη έναντι 650, πάνω από χίλια ΤΘ προς 320 κ.ο.κ.


[1] Μεταξύ των Σοβιετικών στρατιωτικών που υπηρέτησαν στην Ισπανία συναντούμε αρκετούς από τους πρωταγωνιστές του Ανατολικού Μετώπου: τους μετέπειτα στρατάρχες Κιρίλλ Αφανάσιεβιτς Μερετσκόφ (έναν από τους σωτήρες του Λενινγκράντ), Νικολάι Νικολάγεβιτς Βόρονοφ (ΠΒ) και Ροντιόν Μιχάιλοβιτς Μαλινόφσκι ή τον ήρωα του Σταλινγκράντ Αλεξάντρ Ιλίτς Ροντίμτσεφ, χωρίς να ξεχνούμε τον Ντμίτρι Γκριγκόριεβιτς Πάβλοφ που εκτελέστηκε το 1941 μετά την ταπεινωτική συντριβή στη Λευκορωσία.

[2] Ενδεικτικό των αστοχιών των Σοβιετικών είναι και το ότι από τις εμπειρίες τους στον Ισπανικό Εμφύλιο συνήγαγαν εσφαλμένα συμπεράσματα. Π.χ., έκριναν ότι τα άρματα μάχης δεν είχαν ιδιαίτερη αξία ως αυτοτελές όπλο επίθεσης και για αυτό και διέλυσαν τις μονάδες ΤΘ του Κόκκινου Στρατού, κάτι το οποίο πλήρωσαν ακριβά κατά το πρώτο διάστημα της γερμανικής εισβολής. Το μόνο ωφέλιμο συμπέρασμα για τους Σοβιετικούς ήταν τελικά η χρησιμότητα των πολεμικών αεροσκαφών για να πλήττουν στόχους στο έδαφος. Για τον λόγο αυτό σχεδίασαν και ανέπτυξαν το περίφημο Ιλιούσιν 2 Στουρμόβικ το οποίο αποδείχθηκε υπερπολύτιμο κατά τον Β΄ ΠΠ.


Γ.   Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΒΑΘΜΟ ΟΜΟΙΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΩΝ

α.   Ένα συμπαγές εθνικιστικό στρατόπεδο

Ο Φράνκο δεν προοριζόταν από την αρχή για ηγέτης των πραξικοπηματιών. Ο αρχαιότερος κι ανώτερος σε βαθμό ήταν ο στρατηγός Σανχούρχο, σκοτώθηκε όμως σε αεροπορικό δυστύχημα επιχειρώντας να επιστρέψει στην Ισπανία από τον τόπο εξορίας του, το Εστορίλ της Πορτογαλίας [3]. Εγκέφαλος του πραξικοπήματος ήταν ο Εμίλιο Μόλα. Και ο Μόλα σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα κατά την εκστρατεία κατάληψης της Χώρας των Βάσκων, στις αρχές του θέρους του 1937. Πιο εσωστρεφής από τον Φράνκο, είχε χάσει ήδη πολύτιμο έδαφος στον αγώνα για την αρχηγία. Ο Φράνκο έχαιρε, ούτως ή άλλως, εκτίμησης μεταξύ των συναδέλφων του για τις στρατιωτικές ικανότητές του, έχοντας διοικήσει τη Στρατιά της Αφρικής. Ήταν επίσης ο άνθρωπος με τις καλύτερες διασυνδέσεις με το περιβάλλον του Αδόλφου Χίτλερ [4], άρα ο καταλληλότερος για να εξασφαλίσει την απαραίτητη στρατιωτική βοήθεια. Υπήρξε, τέλος, τυχερός και ικανός ώστε να εκμεταλλευθεί όλες τις συγκυρίες και να διαμορφώσει τις κατάλληλες συνθήκες για να εδραιώσει την εξουσία του.

Το εθνικιστικό στρατόπεδο δεν ήταν από την αρχή ομοιογενές. Περιελάμβανε καθολικούς δεξιούς, φιλομοναρχικούς διαφόρων τάσεων, καθαρόαιμους φασίστες όπως τα μέλη της Φάλαγγας κ.ά. Δεν είχαν όλοι τον ίδιο στόχο για το μέλλον. Παλινόστηση της μοναρχίας, εγκαθίδρυση απολυταρχικού καθεστώτος στα πρότυπα της δικτατορίας του Μιγέλ Πρίμο δε Ριβέρα και επιβολή φασιστικού κράτους στα ιταλικά πρότυπα ήταν μερικές μόνον από τις επιλογές. Καθοριστική για τη συνοχή του εθνικιστικού στρατοπέδου υπήρξε η συμβολή της Εκκλησίας που γρήγορα συντάχθηκε με τους στασιαστές. Έδωσε στη στρατιωτική εκστρατεία χαρακτήρα σταυροφορίας κατά των άθεων κομμουνιστών, για την προάσπιση της «αιώνιας Ισπανίας», δίχως άλλο καθολικής. Και διασφάλισε την απαραίτητη λαϊκή υποστήριξη για το εγχείρημα των στασιαστών.

Αντιθέτως προς ό,τι διατείνονται οι Δημοκρατικοί, οι εθνικιστές δεν στερούνταν λαϊκής βάσης. Δεν αμφισβητείται ότι η εκκλησιαστική ιεραρχία και ο κλήρος, οι γαιοκτήμονες και οι βιομήχανοι υποστήριζαν ένθερμα το πραξικόπημα. Δεν ήταν, όμως, μόνον αυτοί. Μεταξύ κυρίως των αγροτικών και πιο συντηρητικών στρωμάτων υπήρχαν αρκετοί που αντιμετώπιζαν με τρόμο την προοπτική ανάληψης της εξουσίας από την Αριστερά.

Ο Φράνκο ομογενοποίησε με επιδεξιότητα το σύνολο αυτό. Όσους θεωρούσε επικίνδυνους πολιτικούς αντιπάλους τους εξόντωσε, πολιτικά, ηθικά, ακόμη και φυσικά. Μετά την εκτέλεση του υιού Πρίμο δε Ριβέρα από τους Δημοκρατικούς τον Νοέμβριο του 1936 μπορούσε ανενόχλητος να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό του: την ενοποίηση όλων των συστατικών στοιχείων του «εθνικού στρατοπέδου» σε ένα ενιαίο κόμμα, το οποίο ονόμασε «Falange Española Tradicionalista y de las Juntas de Ofensiva Nacional Sindicalista (Ισπανική Φάλαγγα των Παραδοσιακών Αξιών και Επιτροπές Συνδικαλιστικής Εθνικής Επίθεσης)» (19 Απριλίου 1937). Η εξουσία του δεν επρόκειτο να αμφισβητηθεί ποτέ ξανά. Οι έριδες και οι αντιπαλότητες αφορούσαν πλέον τη νομή των θέσεων εξουσίας υπό τον Χενεραλίσιμο.

β.   Έριδες κι ανομοιογένεια

Τα συστατικά του δημοκρατικού στρατοπέδου είναι εξαιρετικά ανομοιογενή. Κεντρώα και κεντροαριστερά κόμματα, σοσιαλιστές διαφόρων τάσεων, «ορθόδοξοι» κομμουνιστές, αντιφρονούντες ως προς τη γραμμή της Μόσχας κομμουνιστές, αναρχικοί. Οι μεταξύ τους διαφωνίες θα αποκρυσταλλωθούν μέσω της δημιουργίας δύο τάσεων: διαφύλαξη της αστικής δημοκρατίας ή επανάσταση. Η αντιπαλότητα αυτή θα εξελιχθεί μεταξύ 3ης και 7ης Μαΐου 1937 σε έναν πραγματικό εμφύλιο εντός του μεγαλύτερου, ιδίως στη Βαρκελώνη. Οι δυνάμεις της «τάξης» (σοσιαλιστές, κομμουνιστές, σώματα ασφαλείας) συγκρούονται με εκείνες της «επανάστασης» (αναρχικοί, POUM). Οι ένοπλες συγκρούσεις έχουν ως αποτέλεσμα 400 έως 500 νεκρούς και χίλιους τραυματίες. Στο στόχαστρο των επικρίσεων βρίσκεται το ΚΚΙ. Σταλινικό, ενεργούμενο της Μόσχας, δήμιος της επανάστασης, ολετήρας της ενότητας του δημοκρατικού στρατοπέδου, κι άλλα πολλά. Πόσο δικαιολογημένες είναι, τελικά, οι επικρίσεις αυτές;

– Η διάλυση του POUM

«Η γενικότερη μεταστροφή προς τα δεξιά ανάγεται περίπου στο διάστημα Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 1936, όταν η ΕΣΣΔ άρχισε να προμηθεύει με όπλα την κυβέρνηση και όταν η εξουσία άρχισε να περνά από τους αναρχικούς στους κομμουνιστές… Οι Ρώσοι ήταν σε θέση να επιβάλουν τους όρους τους. Δίχως αμφιβολία, οι όροι αυτοί ήταν οι εξής: “εμποδίστε την επανάσταση, διαφορετικά δεν θα σας δώσουμε όπλα!” Δίχως αμφιβολία, το πρώτο χτύπημα κατά των στοιχείων της επανάστασης, η εκδίωξη του POUM από την Κυβέρνηση της Περιφέρειας της Καταλωνίας, δόθηκε κατόπιν διαταγών της ΕΣΣΔ». [Τζωρτζ Όργουελλ «Φόρος Τιμής στην Καταλωνία»]

Πολιτοφύλακες του POUM στους στρατώνες "Λένιν" της Βαρκελώνης/ στο βάθος ξεχωρίζει λόγω ύψους ο Τζ. Όργουελλ

Πολιτοφύλακες του POUM στους στρατώνες «Λένιν» της Βαρκελώνης/ στο βάθος ξεχωρίζει λόγω ύψους ο Τζ. Όργουελλ

Το 1935, ο Αντρέου Νιν και ο Τζοακίν Μωρίν ιδρύουν στη Βαρκελώνη το Εργατικό Κόμμα Μαρξιστικής Ενοποίησης (Partido Obrero de Unificación Marxista/ Partit Obrer d’Unificació Marxista, POUM). Από την αρχή, υφίσται αντιπαλότητα μεταξύ ΚΚΙ και POUM. Οι «ορθόδοξοι» κομμουνιστές κατηγορούσαν το POUM ως τροτσκιστικό. Είναι αλήθεια ότι τα μέλη του είχαν εκδώσει ψήφισμα με το οποίο ζητούσαν να χορηγηθεί στον Τρότσκι πολιτικό άσυλο στην Καταλωνία. Όμως, η ηγεσία του κόμματος είχε ήδη συγκρουσθεί με τον Τρότσκι, του οποίου τη γραμμή, άλλωστε, δεν είχε ακολουθήσει. Εντούτοις, το ΚΚΙ ζήτησε και πέτυχε την απομάκρυνση του POUM από την Κυβέρνηση της Περιφέρειας της Καταλωνίας τον Δεκέμβριο του 1936. Μερικούς μήνες αργότερα, ενώ εξελίσσονται οι συγκρούσεις του Μαΐου του 1937, πράκτορες του σοβιετικού Εν Κα Βε Ντε (Λαϊκού Επιτροπάτου Εσωτερικών Υποθέσεων), υπό τις διαταγές του επικεφαλής τους Αλεξάντρ Ορλόφ, απάγουν τον Νιν, τον βασανίζουν και τον δολοφονούν. Τα υπόλοιπα ηγετικά στελέχη του POUM προσάγονται σε δίκη με τις κατηγορίες της πρόκλησης επανάστασης και της προετοιμασίας πραξικοπήματος για λογαριασμό των φρανκικών. Πολλοί κάνουν λόγο για μεταφορά των Δικών της Μόσχας στην Ισπανία. Εντούτοις, αν και τα μέλη του POUM καταδικάζονται για την πρώτη κατηγορία (σε ποινές φυλάκισης και κάθειρξης έως 15 ετών), αθωώνονται για τη δεύτερη.

Α. Νιν

Α. Νιν

– Η «απολύμανση» της CNT: Το καλοκαίρι του 1937, ο Παλμίρο Τολιάττι, απεσταλμένος της Κονιντέρν στην Ισπανία, προτείνει την εκκαθάριση της CNT, ώστε αυτή να απαλλαγεί από τα φιλοεπαναστατικά στοιχεία της. Χιλιάδες μέλη της συνελήφθησαν κι εκατοντάδες δικάστηκαν. Η μεγαλη αναρχοσυνδικαλιστική οργάνωση, όμως, δεν διαλύθηκε. Μετά την «απολύμανσή» της επανεντάχθηκε κανονικότατα στο δημοκρατικό στρατόπεδο και την κυβέρνηση.

Μικρή, αλλά αναγκαία απολογία του ΚΚΙ: Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 το ΚΚΙ είναι ένα μικρό κόμμα με 100 περίπου μέλη. Τον Ιούνιο του 1936, λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, τα μέλη του έχουν εκτοξευθεί στις 90 χιλιάδες. Ένα χρόνο αργότερα φθάνουν στον εντυπωσιακό αριθμό των 350 χιλιάδων. Το κόμμα ελέγχει τη συνδικαλιστική συνομοσπονδία της UGT και την κοινή με το Σοσιαλιστικό Κόμμα νεολαία. Η σοβιετική ενίσχυση και ανάμειξη στα πολιτικά πράγματα δεν είναι βέβαια αμέτοχη, αλλά δεν αρκεί για να εξηγήσει το γεγονός ότι, στην πράξη, το ΚΚΙ υπήρξε το πολιτικό κόμμα με τη μεγαλύτερη λαϊκή συμμετοχή. Ας αναφερθεί, ως μέτρο σύγκρισης, το ότι το ισχυρότερο, από άποψη εκλογικής δύναμης, ισπανικό κόμμα, το Σοσιαλιστικό, δεν ξεπερνά τα 75 χιλιάδες μέλη. Το ΚΚΙ ασκεί ιδιαίτερη επιρροή όχι μόνο στο προλεταριάτο, αλλά και στους υπόλοιπους μισθωτούς, τους αγρότες (και μάλιστα όχι τόσο στους ακτήμονες, αλλά τους μικροϊδιοκτήτες γης) και στους διανοούμενους.

Διαδήλωση του ΚΚΙ

Διαδήλωση του ΚΚΙ

Χωρίς να αμφισβητείται η επιρροή της Μόσχας, το ισπανικό κομμουνιστικό κόμμα δεν αποτελεί πάντα πειθήνιο όργανο εκτέλεσης των εντολών της σταλινικής ηγεσίας. Το ΚΚΙ εισέρχεται στην κυβέρνηση το φθινόπωρο του 1936, παρά την αντίθεση του Στάλιν. Συμβάλλει στην απομάκρυνση του Λάργο Καμπαγέρο από την πρωθυπουργία, μολονότι η Μόσχα συνέχιζε να τον υποστηρίζει. Απορρίπτει κατηγορηματικά την πρόταση του Στάλιν για διενέργεια εκλογών ώστε να ενισχυθεί η δημοκρατική νομιμοποίηση της κυβέρνησης με νωπή λαϊκή εντολή.

Σε ό,τι αφορά τον ρόλο του ΚΚΙ στο θέμα της ενότητας του δημοκρατικού στρατοπέδου, αυτό που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι το κομμουνιστικό κόμμα δεν έδρασε μόνο του στην προσπάθεια καταστολής των επαναστατικών στοιχείων. Έδρασε από κοινού με όλα τα κόμματα του κέντρου και της κεντροαριστεράς [Δημοκρατική Αριστερά (Izquierda Republicana) του ΠτΔ Αθάνια, Δημοκρατική Αριστερά της Καταλωνίας (Esquerra Republicana de Catalunya) του Λ. Κομπάνς, Δημοκρατική Ένωση (Unión Republicana) του Ντιέγο Μαρτίνεθ Μπάρριο], τους σοσιαλιστές και το μεγαλύτερο μέρος των ηγετικών στελεχών των αναρχικών οργανώσεων (CNT, FAI, οι οποίοι βρίσκουν την ευκαιρία να ξεφορτωθούν τους πιο ενοχλητικούς πολιτικούς αντιπάλους τους).

Η εμβληματική μορφή του ΚΚΙ: Ντολόρες Ιμπάρρουρι, (Πασιονάρια)

Η εμβληματική μορφή του ΚΚΙ: Ντολόρες Ιμπάρρουρι, (Πασιονάρια)

Το ΚΚΙ πόρρω απέχει από τους χαρακτηρισμούς του άσπιλου και του άμωμου. Η δαιμονοποίησή του, όμως, και η στοχοποίησή του ως υπεύθυνου του συνόλου των δεινών αμφοτέρων των αντιπάλων απέχει ακόμη περισσότερο από την ιστορική αλήθεια.

——————————————————————————————————–

Παρά τις εμφύλιες έριδες από τις οποίες σπαράσσεται, το δημοκρατικό στρατόπεδο θα κατορθώσει, κατά το μεγαλύτερο διάστημα του πολέμου να διατηρήσει την ενότητά του σε κυβερνητικό και στρατιωτικό επίπεδο (στον τομέα αυτό η σοβιετική βοήθεια κι επιρροή ήταν καθοριστική). Θεωρητικά, θα μπορούσε να κερδίσει τον πόλεμο. Εάν και εφόσον, βέβαια, δεχόταν έξωθεν βοήθεια.


[3] Κατά κάποιο τρόπο, ο Σανχούρχο προκάλεσε ο ίδιος τη μοίρα του. Μπορούσε να ταξιδέψει με το ίδιο οκταθέσιο αεροπλάνο που είχε μεταφέρει τον Φράνκο από την Τενερίφη στο Μαρόκο. Προτίμησε να ταξιδέψει με το μικρό διθέσιο που πιλόταρε ο επίλεκτος (και φιλομοναρχικός) αεροπόρος Χουάν Αντόνιο Ανσάλδο. Ο, εύσωμος, Σανχούρχο επέμενε να πάρει μαζί του πολλές αποσκευές. Ο Ανσάλδο τον προειδοποίησε ότι το αεροσκάφος δεν θα άντεχε τέτοιο βάρος. Ο στρατηγός απάντησε ότι «πρέπει να φοράω τα κατάλληλα ρούχα, τώρα που θα είμαι ο νέος καουντίγιο (ηγέτης) της Ισπανίας»! Το αεροπλάνο συνετρίβη κατά τη διαδικασία απογείωσης από το Εστορίλ. Ο πιλότος επέζησε.

[4] Βασικός σύνδεσμος πρέπει να ήταν ο ναύαρχος Βίλχελμ Κανάρις, επικεφαλής της υπηρεσίας πληροφοριών του γερμανικού στρατού. Ορισμένοι υποστηρίζουν επίσης ότι μεταξύ Φράνκο και Χίτλερ μεσολάβησαν Γερμανοί εγκατεστημένοι στο Ισπανικό Μαρόκο οι οποίοι ήταν μέλη της Οργάνωσης Εξωτερικού του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος.


Δ.   Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΔΥΤΙΚΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΩΝ

Η Ισπανική Δημοκρατία θα μπορούσε να επιβιώσει και τελικά να επικρατήσει αν είχε την υποστήριξη των δυτικών δημοκρατιών. Καμία δεν το βοήθησε εκτός από το φιλότιμο Μεξικό (την μόνη χώρα που ενίσχυσε αφιλοκερδώς τη νόμιμη κυβέρνηση), το οποίο έστειλε όσα όπλα μπορούσε, αγόραζε όπλα από τη διεθνή αγορά για λογαριασμό των Δημοκρατικών, παρείχε ανθρωπιστική βοήθεια κι υποσχέθηκε άσυλο σε όποιον κατέφευγε στην επικράτειά του σε περίπτωση ήττας. Ουσιαστική βοήθεια, όμως, μπορούσαν να παράσχουν μόνο η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία. Για διαφορετικούς λόγους και με διαφορετικούς τρόπους, αμφότερες επέλεξαν να κρατήσουν στάση ουδετερότητας που ευνοούσε στην πράξη αποκλειστικά τον Φράνκο.

α.   Γαλλία: Τη νύχτα της 19ης προς την 20ή Ιουλίου 1936, ο Ισπανός πρωθυπουργός Χοσέ Χιράλ ζητεί από τον Γάλλο ομόλογό του Λεόν Μπλουμ στρατιωτική βοήθεια για να καταστείλει το πραξικόπημα: αεροπλάνα, όπλα και πυρομαχικά. Το αίτημα του Χιράλ στηρίζεται σε διμερή συμφωνία που είχαν συνάψει οι δύο χώρες το 1935. Τι πιο λογικό για το ισπανικό Λαϊκό Μέτωπο από το να στραφεί για βοήθεια στους συντρόφους του γαλλικού; Ο Μπλουμ διαβουλεύεται με τους βασικούς υπουργούς του και, παρά τις έντονες μεταξύ τους διαφωνίες, δίνει καταρχήν θετική απάντηση. Πέντε ημέρες αργότερα κι αφού έχει μεσολαβήσει μια επίσημη επίσκεψη στο Λονδίνο αλλάζει την απόφασή του! Τι μεσολάβησε;

Λεόν Μπλουμ

Λεόν Μπλουμ

Οι λόγοι της μεταστροφής του Μπλουμ άπτονται τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής πολιτικής. Στο εσωτερικό ο Μπλουμ έχει να αντιμετωπίσει την κατηγορηματική αντίθεση του ελάσσονος, πλην όμως απαραίτητου, κυβερνητικού εταίρου, του Ριζοσπαστικού Κόμματος, αλλά και τις οργισμένες αντιδράσεις της Δεξιάς, η οποία διατείνεται ότι τυχόν στρατιωτική ενίσχυση στην Ισπανική Κυβέρνηση θα μεταφέρει τον εμφύλιο στη Γαλλία. Επιπλέον, υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες για τη στάση που θα τηρήσει ο στρατός: οι περισσότεροι ανώτατοι αξιωματικοί εμφορούνται από αισθήματα συμπάθειας προς τους Ισπανούς ομολόγους τους και τον Φράνκο.

Ακόμη πιο καθοριστικοί, όμως, είναι οι λόγοι εξωτερικής πολιτικής και, πιο συγκεκριμένα, η βρετανική στάση. Η βρετανική κυβέρνηση απειλεί τον Μπλουμ ότι αν βοηθήσει τους Δημοκρατικούς προκαλώντας γενικευμένη σύρραξη, τότε η Μεγάλη Βρετανία δεν πρόκειται να βοηθήσει τη Γαλλία σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης.

Είναι σαφές ότι ο Μπλουμ δεν ένιωθε ιδιαίτερα περήφανος ή ευτυχής για τις αποφάσεις του. Για αυτό, άλλωστε και επέτρεψε τελικά τη μυστική βοήθεια προς τους Δημοκρατικούς, μέσω ιδιωτικών συμφωνιών συνεργασίας [5].

β.   Μεγάλη Βρετανία: Οι επίσημες βρετανικές δικαιολογίες για την απόφαση περί ουδετερότητας αφορούσαν τη διασφάλιση της ειρήνης και την αποφυγή νέας πανευρωπαϊκής σύρραξης. Αυτό υποστήριζαν οι δύο Βρετανοί πολιτικοί αρχιτέκτονες της πολιτικής της μη επεμβάσεως, ο Υπουργός Εξωτερικών, επί πρωθυπουργίας σερ Στάνλευ Μπώλντουιν, Άντονυ Ήντεν και ο, μετέπειτα, πρωθυπουργός Άρθουρ Νέβιλλ Τσάμπερλαιν. Ο δεύτερος πίστευε επιπλέον ότι απέχοντας από την ισπανική σύγκρουση θα μπορούσε να κρατήσει τον Μουσσολίνι μακριά από τον Χίτλερ. Τα ίδια τα γεγονότα είχαν καταδείξει, πριν καν ο Τσάμπερλαιν γίνει πρωθυπουργός, ότι αυτό ήταν παραλογισμός.

Άντονυ Ήντεν

Άντονυ Ήντεν

Στην πραγματικότητα, η Βρετανική Κυβέρνηση επιλέγει στάση τυπικής ουδετερότητας, η οποία στην ουσία ευνοεί τους εθνικιστές, για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ο αντικομμουνισμός. Οι Βρετανοί πιστεύουν ότι οι κομμουνιστές και η Μόσχα ελέγχουν την ισπανική κυβέρνηση και ότι ενδεχόμενη ενίσχυση των Δημοκρατικών θα οδηγήσει στην επιβολή κομμουνιστικού καθεστώτος. Ο λόγος είναι φοβικός και έχει μεγαλύτερη σχέση με τις ιδεοληψίες παρά με την πραγματικότητα. Ο δεύτερος λόγος, όμως, είναι απολύτως ρεαλιστικός: η Βρετανία θέλει να προστατεύσει τα οικονομικά συμφέροντά της στην Ισπανία και κρίνει ότι η καλύτερη λύση για τον σκοπό αυτό είναι η επικράτηση του Φράνκο. Επισημαίνεται ότι η Βρετανία είναι ο κύριος εμπορικός εταίρος της Ισπανίας και ότι το ήμισυ σχεδόν των ξένων επενδύσεων στην Ισπανία ανήκουν σε βρετανικά συμφέροντα.

Στη Βρετανία, ιδιώτες έμποροι μπορούν να διαθέσουν προς πώληση το σύνολο του οπλισμού που θα χρειαζόταν η Ισπανική Δημοκρατία. Η νόμιμη κυβέρνηση, ελέγχοντας τα αποθέματα της Τράπεζας της Ισπανίας, έχει τα μέσα για να προβεί στην αγορά αυτή. Η Βρετανική Κυβέρνηση, όμως, απαγορεύει στους ιδιώτες να προμηθεύσουν το παραμικρό όπλο στους Δημοκρατικούς. Την ίδια ώρα, στο Γιβραλτάρ, οι βρετανικές αρχές αρνούνται τον ανεφοδιασμό των πλοίων των Δημοκρατικών με καύσιμα.

γ.   Το όνειδος του Συμφώνου Μη Επεμβάσεως και ο ξεπεσμός της Κοινωνίας των Εθνών: Την 1η Αυγούστου 1936, η Γαλλική Κυβέρνηση προτείνει τη σύναψη ενός διεθνούς συμφώνου μη επεμβάσεως. Στις 8 του ιδίου μηνός δίνει το παράδειγμα κλείνοντας τα σύνορα με την Ισπανία. Τελικά, όλα σχεδόν τα κράτη υπογράφουν το σύμφωνο (ανάμεσά τους η Γαλλία, η Βρετανία, η Ιταλία, η Γερμανία, η ΕΣΣΔ και… η Ελλάδα).

Η Ισπανική Κυβέρνηση είχε το διεθνές δίκαιο με το μέρος. Ακόμη κι αν ο πόλεμος ήταν τυπικά εμφύλιος, η έμπρακτη συμμετοχή Γερμανίας και Ιταλίας της έδινε το δικαίωμα να ζητήσει την αρωγή της Κοινωνίας των Εθνών. Η ΚτΕ αγνόησε εντελώς τα ισπανικά αιτήματα και παρέπεμψε το θέμα σε ad hoc επιτροπή η οποία θα είχε ως αρμοδιότητα την εφαρμογή του Συμφώνου Μη Επεμβάσεως!

Η ειδική επιτροπή συγκαλείται για πρώτη φορά στο Λονδίνο (πού αλλού;) στις 9 Σεπτεμβρίου κι αναθέτει στους στόλους της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ιταλίας να περιπολούν στα ισπανικά χωρικά ύδατα προκειμένου να εμποδίζουν κάθε πλοίο που θα μεταφέρει όπλα. Όλα αυτά, την ίδια ώρα που Γερμανία και Ιταλία μετέχουν κανονικότατα στη σύρραξη! Μόνον η ΕΣΣΔ αρθρώνει το αυτονότητο: είτε το σύμφωνο πρέπει να εφαρμοσθεί αυστηρά είτε απλούστατα να ακυρωθεί.

Με τη στάση της, η ΚτΕ έβλαψε πολλαπλά ένα μέλος της που, εν προκειμένω, είχε το δίκιο με το μέρος του:

  • Αρνήθηκε την παροχή βοήθειας μολονότι ήταν υποχρεωμένη προς τούτο.
  • Αναγνώρισε αργότερα (και υπό βρετανική πίεση) στους εθνικιστές την ιδιότητα του εμπολέμου μέρους, επιτρέποντάς τους να προμηθεύονται όπλα νόμιμα στην ελεύθερη αγορά.
  • Τελικά, απαγόρευσε την αγορά όπλων στη νόμιμη κυβέρνηση [6], καταδικάζοντάς την σε ήττα.

Η τελευταία περίοδος του πολέμου συνιστά ολοκληρωτική απογοήτευση σε ό,τι αφορά τη στάση των δημοκρατιών. Η κυβέρνηση Νταλαντιέ κλείνει τα γαλλοϊσπανικά σύνορα τον Ιούλιο του 1938, ενώ το γαλλικό ναυτικό αποκλείει τις ακτές της Καταλωνίας.


[5] Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η πρωτοβουλία του Αντρέ Μαλρώ να συγκροτήσει ένα μισθοφορικό σμήνος (España) που θα βοηθούσε την αεροπορία των Δημοκρατικών.

[6] Ιδιώτες επιχειρηματίες ορισμένων χωρών (Πολωνία, Ελλάδα) πούλησαν τελικά όπλα στην Ισπανική Κυβέρνηση. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Έλληνα επιχειρηματία Μποδοσάκη (ΠΥΡΚΑΛ), ο οποίος προμήθευε με όπλα και πυρομαχικά και τους δύο εμπολέμους: διέθετε στον Φράνκο όπλα τελευταίας τεχνολογίας σε συνήθεις τιμές αγοράς, ενώ στους Δημοκρατικούς όπλα παρωχημένης τεχνολογίας σε τιμές μαύρης αγοράς.


ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Α.   ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΜΙΑΣ ΑΙΜΑΤΗΡΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ

α.   Η ειρήνη ως συνέχεια του πολέμου

Η κατάσταση που διαδέχθηκε τον εμφύλιο δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως κατάσταση ειρήνης. Ο στρατιωτικός νόμος επρόκειτο να συνεχίσει να ισχύει για αρκετά χρόνια ακόμη. Το καθεστώς Φράνκο συνέχισε να εφαρμόζει τις ίδιες μεθόδους καταπίεσης και καταστολής. Οι πολιτικοί αντίπαλοι που δεν κατόρθωσαν να διαφύγουν εκτός Ισπανίας φυλακίζονταν, κρατούνταν σε στρατόπεδα (όπου αρκετοί από αυτούς έχασαν τη ζωή τους από τα βασανιστήρια, την πείνα, τα καταναγκαστικά έργα και τις κακουχίες), εκτελούνταν. Κάποιοι, ίσως πιο τυχεροί, περίπου 7 χιλιάδες αντάρτες, συνέχισαν τον ένοπλο αγώνα μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950, μπορεί κι αργότερα, σε απομακρυσμένες ορεινές περιοχές.

Πρόσφυγες σε στρατόπεδο της νότιας Γαλλίας

Πρόσφυγες σε στρατόπεδο της νότιας Γαλλίας

Οι περισσότεροι εξόριστοι βρίσκονταν στη Γαλλία. Κρατούνταν υπό άθλιες συνθήκες σε στρατόπεδα, από τα οποία δεν μπορούσαν να φύγουν αν δεν έβρισκαν απασχόληση ή κατατάσσονταν στον γαλλικό στρατό και συγκεκριμένα στη Λεγεώνα των Ξένων. Όταν η Γαλλία ηττήθηκε συντριπτικά από τη Γερμανία, πολλοί από αυτούς παραδόθηκαν από την κυβέρνηση του Βισύ και τους Γερμανούς στις ισπανικές αρχές, με τις αναμενόμενες συνέπειες. Περίπου 40 χιλιάδες κατέληξαν στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και θανάτου (οι περισσότεροι στο Μάουτχάουζεν). Αρκετοί βγήκαν στην παρανομία και συμμετείχαν στη γαλλική αντίσταση. Άλλοι υπηρέτησαν στις ελεύθερες γαλλικές δυνάμεις. Μεταξύ των πρώτων που μπήκαν στο Παρίσι μετά την απελευθέρωση ήταν και μονάδες αποτελούμενες από Ισπανούς μαχητές (ο 9ος Λόχος της ΙΙ Τεθωρακισμένης Μεραρχίας των ελεύθερων γαλλικών δυνάμεων).

Όλοι αυτοί ήλπιζαν ότι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ο θρίαμβος των συμμάχων θα είχε ως συνέπεια και την πτώση του καθεστώτος Φράνκο. Πλανήθηκαν πλάνη οικτρά. Ο ψυχρός πόλεμος έδωσε στο καθεστώς της Μαδρίτης δεύτερη πνοή, παρέχοντας στον Φράνκο την ευκαιρία να εμφανισθεί ως υπέρμαχος των δυτικών αξιών στον αγώνα κατά του κομμουνισμού.

β.   Απολογισμός θυμάτων

Ο ακριβής υπολογισμός του αριθμού των θυμάτων είναι ιδιαιτέρως δυσχερής. Υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου έχασαν τη ζωή τους περίπου 600 χιλιάδες άνθρωποι, από τους οποίους οι 330 χιλιάδες ήταν στρατιώτες και οι υπόλοιποι άμαχοι. Μισό εκατομμύριο είναι εξόριστοι, ενώ άλλοι τόσοι κρατούμενοι σε φυλακές και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Φράνκο (είχε και η Ισπανία το γκουλάγκ της). 50 χιλιάδες από τους δεύτερους θα εκτελεστούν στο διάστημα 1939-1945.

γ.   Θηριωδίες

Ανθολογία μίσους και βίας

– Ο Ρικάρδο δε λα Πουέντε Μπααμόνδε ήταν πρώτος εξάδελφος του Φράνκο. Όταν έγινε το πραξικόπημα υπηρετούσε ως διοικητής του στρατιωτικού αεροδρομίου του Τετουάν στο Ισπανικό Μαρόκο. Τόλμησε να ψελλίσει κάτι περί νόμιμης κυβέρνησης και συνελήφθη. Μόλις έφθασε ο εξάδελφός του στο Μαρόκο, οι συνεργάτες του τον ενημέρωσαν: «Όσους δεν συντάσσονται μαζί μας τους περνούμε από στρατοδικείο με συνοπτικές διαδικασίες και τους εκτελούμε. Ξέρετε, όμως, έχουμε τον εξάδελφό σας. Τι να κάνουμε στρατηγέ;» Η απάντηση του Φράνκο ήταν άμεση: «Να τον περάσετε στρατοδικείο και να τον εκτελέσετε»! Ο άτυχος εξάδελφος εκτελέσθηκε στις 4 Αυγούστου [7].

Ρ. δε λα Πουέντε

Ρ. δε λα Πουέντε

– «Αν για να επιτύχω τον σκοπό μου χρειαζόταν να εκτελέσω τον μισό πληθυσμό της Ισπανίας, θα το έκανα δίχως κανένα δισταγμό!» (Φρανθίσκο Φράνκο).

– Τις τελευταίες ημέρες του Ιουλίου του 1936 διοργανώθηκε στη Βαρκελώνη μια μακάβρια έκθεση. Τα εκθέματα δεν ήταν κάτι άλλο παρά τα μουμιοποιημένα πτώματα των καλογριών της παρακείμενης μονής των Σαλεσιανών. Η βεβήλωση αυτή (η οποία υποτίθεται ότι απεδείκνυε στον λαό τα βασανιστήρια που υπέμεναν εν ζωή όσες υπηρετούσαν τη θρησκεία) ζημίωσε ιδιαιτέρως το δημοκρατικό στρατόπεδο σε επικοινωνιακό επίπεδο.

Βαρκελώνη, τέλος Ιουλίου 1936

Βαρκελώνη, τέλος Ιουλίου 1936

– «Κάποτε, δύο αναρχικοί μου διηγήθηκαν τον τρόπο με τον οποίο, μαζί με συντρόφους τους, είχαν αιχμαλωτίσει δύο ιερείς. Τον πρώτο τον εκτέλεσαν επί τόπου με μια πιστολιά, παρουσία του άλλου. Έπειτα είπαν στον δεύτερο ότι ήταν ελεύθερος κι ότι μπορούσε να φύγει. Δεν θα είχε κάνει ούτε είκοσι βήματα όταν τον πυροβόλησαν και τον σκότωσαν κι εκείνον. Ο άνθρωπος που μου διηγούταν την ιστορία έμεινε έκπληκτος όταν διαπίστωσε ότι δεν είχα σκάσει στα γέλια» [8].

–  Το τριήμερο 15-17 Αυγούστου 1936 οι στρατιώτες του Γιαγουέ οδηγούν 2 έως 3 χιλιάδες άτομα, άνδρες και γυναίκες, στην αρένα ταυρομαχιών του Μπαδαχόθ στην Εστρεμαδούρα όπου και τους εκτελούν με πολυβόλα [9].

Μπαδαχόθ

Μπαδαχόθ

Η καταστολή εκ μέρους του εθνικιστικού στρατοπέδου είναι μακροχρόνια (διότι συνεχίζεται και μετά τη λήξη του πολέμου) και συστηματική. Εκτελούνται όλοι όσοι θεωρούνται φύσει και θέσει ύποπτοι για συμπάθεια προς τη Δημοκρατία ή μη συμβατοί με το ιδεώδες της «πατριωτικής και καθολικής Ισπανίας»: μέλη αριστερών κομμάτων, συνδικαλιστές, δήμαρχοι και μέλη δημοτικών συμβουλίων, εκπαιδευτικοί, ελευθεροτέκτονες, ομοφυλόφιλοι. Συνολικά τα θύματα ανέρχονται στις 130 έως 150 χιλιάδες.

Οι θηριωδίες τις οποίες διαπράττει το δημοκρατικό στρατόπεδο είναι πιο «αυθόρμητες» και περιορισμένες χρονικά. Στη συντριπτική πλειονότητά τους ανάγονται στο «σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας» του 1936. Τα θύματα ανήκουν στις κατηγορίες τις οποίες τα επαναστατικά στοιχεία θεωρούν εκπρόσωπους της παλαιάς ολιγαρχίας: ιερείς και μοναχοί, γαιοκτήμονες, βιομήχανοι, δικαστικοί και μέλη ακροδεξιών οργανώσεων (φιλομοναρχικοί και φαλαγγίτες). Μετά το φθινόπωρο του 1936 και τη συγκρότηση ισχυρής κυβερνησης οι εκτελέσεις περιορίζονται στις περιπτώσεις εκείνων που καταδικάζονται από στρατοδικεία. Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων της βίας του δημοκρατικού στρατοπέδου ανέρχεται σε 50 χιλιάδες νεκρούς [10].

Β.   Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥ ΙΣΠΑΝΙΚΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ

Το γεγονός ότι ο Ισπανικός Εμφύλιος έχει χαραχτεί στη μνήμη των Ευρωπαίων και το ότι αποτελεί ακόμη και σήμερα ζήτημα μεγάλου ενδιαφέροντος και έντονης διαμάχης δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει. Από την αρχή του, άλλωστε, ο Ισπανικός Εμφύλιος υπήρξε τόσο πόλεμος όπλων όσο και λέξεων. Η προπαγάνδα, ο ήχος και η εικόνα, χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά κι από τα δύο στρατόπεδα.

Αυτό που εκ πρώτης όψεως εκπλήσσει είναι ότι οι αφηγήσεις για τον Ισπανικό Εμφύλιο είναι περισσότερες από δύο. Εκείνη των νικητών είναι ενιαία, πλην όμως δυναμική, καθώς εξελίσσεται μέσα στον χρόνο προσαρμοζόμενη στις εκάστοτε συγκυρίες. Αντιθέτως, στο στρατόπεδο των ηττημένων οι αφηγήσεις είναι πολλές: κεντροαριστερή, κομμουνιστική, αναρχική, ενδεχομένως κι άλλες. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ότι η πλευρά των νικητών ή των συμπαθούντων τους νικητές χρησιμοποιεί συχνά επιχειρήματα αντλούμενα από κάποιες από τις αφηγήσεις των ηττημένων. Αυτό συνέβαινε συχνά στο πλαίσιο της ψυχροπολεμικής περιόδου, προκειμένου να πληγεί το κύρος των κομμουνιστών. Συνεχίζει να συμβαίνει ακόμη και σήμερα.

α. Η εθνικιστική αφήγηση

Αρχικά, η επίσημη εθνικιστική αφήγηση για τον Ισπανικό Εμφύλιο έχει χαρακτήρα σαφώς πολεμικό (η στάση είναι εύλογη προκειμένου περί καθεστώτος που εδραίωσε τη νομιμοποίησή του ακριβώς στην εμφύλια σύγκρουση). Εντάσσεται στο πλαίσιο μιας συνολικής «πατριωτικής» αναθεώρησης της ισπανικής Ιστορίας, κατά την οποία ο πόλεμος του 1936-1939 αποτελεί το τελευταίο κεφάλαιο μιας ένδοξης πορείας. Ο Φράνκο παρουσιάζεται ως σύγχρονος σταυροφόρος που ηγείται μιας νέας Ρεκονκίστα. Η 1η Απριλίου γιορτάζεται ως Ημέρα της Νίκης. Η αντίσταση της πολιορκημένης φρουράς του Αλκάθαρ του Τολέδου προβάλλεται ως πράξη ύψιστου ηρωϊσμού. Όταν το 1946 εγκαινιάζεται στη Μαδρίτη μουσείο αφιερωμένο στον «πατριωτικό» πόλεμο, η μακέτα του βομβαρδισμένου από τους Δημοκρατικούς Αλκάθαρ κατέχει περίοπτη θέση. Η κωμόπολη του Μπελτσίτε στην Αραγωνία δεν ανοικοδομείται ποτέ: τα ερείπιά της παραμένουν ως αδιάψευστη μαρτυρία της βαρβαρότητας των «κόκκινων και των αυτονομιστών». Ο φόρος τιμής στους «Πεσόντες» (Caídos) αποκτά χαρακτήρα σχεδόν θρησκευτικής λατρείας. Την 1η Απριλίου του 1959 εγκαινιάζεται το πιο μεγαλεπήβολο έργο που οραματίσθηκε ο Φράνκο, η Κοιλάδα των Πεσόντων (Valle de los Caídos), έργο για το οποίο εργάσθηκαν ως δούλοι χιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι. Ένας γιγαντιαίος σταυρός ύψους 140 μέτρων ορθώνεται πάνω από τον βραχώδη λόφο στον οποίο είναι λαξεμένη η βασιλική όπου αναπαύονται οι νεκροί και οι ήρωες του εθνικού στρατοπέδου και όπου τάφηκε κι ο ίδιος ο Φράνκο.

Valle de los Caídos

Valle de los Caídos

Από τη δεκαετία του 1960 και μετέπειτα το καθεστώς Φράνκο αρχίζει να απαλύνει τους τόνους. Επισημαίνεται ο ρόλος του εθνικού στρατοπέδου ως αυτού που χάρισε στην Ισπανία ειρήνη κι ευημερία. Το ύφος γίνεται σχεδόν συμφιλιωτικό, ειδικά αφότου ο Φράνκο αποφασίζει να ορίζει ως διάδοχο στην εξουσία τον μετέπειτα βασιλιά Χουάν Κάρλος των Βουρβώνων (1969).

β.   Η εποχή της συμφιλίωσης;

Μετά τον θάνατο του Φράνκο, η μεταβατική κυβέρνηση επιτυγχάνει το 1977, με ευρεία συναίνεση, την ψήφιση του νόμου περί αμνηστείας όσον αφορά πολιτικά αδικήματα. Ο άμεσος στόχος είναι η απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων και η δυνατότητα επιστροφής στη χώρα όσων είναι εξόριστοι και διώκονται στην  Ισπανία για πράξεις που σχετίζονται με τον εμφύλιο. Ο ίδιος νόμος, όμως, απαλλάσσει από κάθε ποινική ευθύνη και όσους από το στρατόπεδο των εθνικιστών ενέχονται σε ανάλογες πράξεις βίας.

Στον δημόσιο λόγο, επικρατεί μάλλον σιωπή για την εποχή του εμφυλίου. Ο πόλεμος αντιμετωπίζεται ως ένα οδυνηρό γεγονός που έπληξε το σύνολο της ισπανικής κοινωνίας και του ισπανικού έθνους, χωρίς να αναζητούνται και να αποδίδονται ευθύνες. Μνημεία και επέτειοι του φρανκικού καθεστώτος αναβαπτίζονται πρόχειρα (η 1η Απριλίου γίνεται «Ημέρα των Ενόπλων Δυνάμεων») ώστε να δοθεί έμφαση στο πνεύμα συμφιλίωσης και στην παραδοχή ότι κάτι τέτοιο δεν πρέπει να συμβεί ποτέ ξανά. Θα χρειαστεί, πάντως, να φτάσουμε στο 2002 για να καταδικάσει επιτέλους επίσημα το Ισπανικό Κοινοβούλιο, με ψήφισμά του, το πραξικόπημα του 1936. Είχαν προηγηθεί ιδιαιτέρως έντονες πιέσεις της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ [11].

γ.   Εποχή επανεκτίμησης ή εποχή αναζωπύρωσης των παθών

Τα τελευταία είκοσι χρόνια ο εμφύλιος έχει επιστρέψει στο προσκήνιο. Οι αποκαλύψεις για τον αυταρχικό και βίαιο χαρακτήρα του φρανκικού καθεστώτος είναι πολλές. Το 2007, η κυβέρνηση Θαπατέρο θέτει σε ισχύ τον νόμο περί ανακτήσεως της ιστορικής μνήμης. Τα σύμβολα του φρανκισμού αποσύρονται διακριτικά από τον δημόσιο χώρο (αγάλματα, οδωνύμια κ.λπ.). Πολλά, όμως, ζητήματα παραμένουν ανοιχτά.

– Η εκταφή των οστών των θυμάτων εκτελέσεων που βρίσκονται σε μαζικούς τάφους. Η εκταφή είναι νόμιμη βάσει του νόμου του 2007, αλλά καταλείπεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία.

Μαζικός τάφος κοντά στο Μπούργκος

Μαζικός τάφος κοντά στο Μπούργκος

– Μέρος της Αριστεράς επιζητεί την απόδοση ποινικών ευθυνών για τα εγκλήματα του φρανκικού καθεστώτος, παρά τον νόμο περί αμνηστείας (π.χ. προσπάθειες του δικαστή Μπαλτάσαρ Γαρθόν να ασκήσει ποινικές διώξεις επικαλούμενος μη υποκείμενα σε παραγραφή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας).

– Ορισμένα αριστερά κόμματα (Ποδέμος) εστιάζουν την κριτική τους στις ιστορικές ευθύνες για την πολιτική αμνήστευσης, σιωπής και λήθης, κατηγορώντας τη συναίνεση τμήματος της αριστεράς και της κεντροαριστεράς στον νόμο του 1977.

– Μέρος της συντηρητικής παράταξης επιχειρεί με τη σειρά του να αναδείξει τις θηριωδίες του στρατοπέδου των Δημοκρατικών (προσπάθειες της Εκκλησίας για την αγιοποίηση «μαρτύρων», δηλαδή ορισμένων εκ των θυμάτων της κατά των Εμφύλιο). Παράλληλα πληθαίνουν οι εκδόσεις βιβλίων των οποίων οι συγγραφείς [12] δεν είναι συνήθως πανεπιστημιακοί (ή δεν είναι καν ιστορικοί) και στα οποία υποστηρίζεται μια «αναθεωρητική» ερμηνεία των γεγονότων του εμφυλίου: ως αφετηρία δεν λογίζεται πια το 1936 (η θεωρία ότι το πραξικόπημα απέτρεψε επανάσταση έχει πλέον εγκαταλειφθεί), αλλά το 1934 και τα γεγονότα της Αστουρίας, έτσι ώστε το βάρος της ευθύνης να πέσει στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών.

Ο Βάσκος ηγέτης Χ. Α. Αγκίρρε

Ο Βάσκος ηγέτης Χ. Α. Αγκίρρε

– Στην Καταλωνία και τη Χώρα των Βάσκων προωθείται μια νέα «εθνικιστικού» χαρακτήρα ερμηνεία του εμφυλίου. Αποσιωπώντας τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές πτυχές της σύγκρουσης, ορισμένοι παρουσιάζουν τη σύγκρουση ως εθνικού χαρακτήρα: ο Φράνκο είναι ο εξωτερικός εισβολέας που επιτίθεται σε δημοκρατικές κοινωνίες διαφορετικής εθνοτικής σύνθεσης.


80 χρόνια μετά το ξεκίνημά του και 77 μετά το τέλος του, ο Ισπανικός Εμφύλιος δεν παύει να παθιάζει και να διχάζει. Εμπνέει όνειρα και ιδανικά, στοιχειώνει εφιάλτες. Αποτελεί φορέα μύθων και διηγήσεων. Αν οι πληγές του έχουν σε κάποιο βαθμό ξεπεραστεί, με το πέρασμα του χρόνου, η ιστορική ερμηνεία του δεν έχει πάψει να αποτελεί το αντικείμενο έντονων διαφωνιών.


[7] Υποστηρίζεται και η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή η εκτέλεση έγινε εν αγνοία του Φράνκο.

[8] Επιστολή της Σιμόν Βέιγ στον Ζωρζ Μπερνανός, Ζ. Μπερνανός «Ανέκδοτη αλληλογραφία, 1934-1948», εκδ. Plon, Παρίσι 1971, σελ. 200.

[9] Το γεγονός αυτό θα προκαλέσει και τη μεταστροφή του Γάλλου συγγραφέα Φρανσουά Μωριάκ (η οποία θα ολοκληρωθεί με τον βομβαρδισμό της Γκερνίκα). Ο Μωριάκ είχε αρχικά ταχθεί (και αρθρογραφήσει) με θέρμη υπέρ της αρχής της μη επεμβάσεως.

[10] Οι αριθμοί αυτοί των θυμάτων προέρχονται από τους υπολογισμούς του Paul Preston («El holocausto español… », 2011) οι οποίοι είναι και οι πλέον πρόσφατοι. Το 1999 ο Santos Juliá («Victimas de la guerra civil…») υπολόγιζε τα θύματα της βίας των εθνικιστών στις 130 χιλιάδες και των δημοκρατικών στις 55 έως 60 χιλιάδες.

[11] Η καθυστερημένη αυτή καταδίκη είναι κατά μείζονα λόγο επικριτέα αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το ίδιο κοινοβούλιο δεν είχε καμία απολύτως αναστολή να τιμήσει επίσημα τη δράση της ισπανικής Κυανής Μεραρχίας (División Azul), η οποία είχε πολεμήσει στο Ανατολικό Μέτωπο στο πλευρό των ναζί.

[12] Ο Πίο Μόα είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της τάσης. Τα βιβλία του γνωρίζουν μεγάλη εμπορική επιτυχία στην Ισπανία.


 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Michael ALPERTA New International History of the Spanish Civil War”, Palgrave Macmillan, Λονδίνο, 1994 (δεύτερη έκδοση, 2004).

Michael ALPERT «El ejército popular de la República, 1936-1939», Crítica, Βαρκελώνη, 2007/ αγγλική έκδοση: “The Republican Army in the Spanish Civil War”, Cambridge University Press, Καίμπριτζ, 2007.

Julio ARÓSTEGUI και François GODICHEAU (επιμ.)  « Guerra Civil. Mito y Memoria », Marcial Pons, Μαδρίτη, 2006.

Antony BEEVORThe Battle for Spain – The Spanish Civil War, 1936-1939”, Penguin, Λονδίνο 2006/ ελληνική έκδοση: «Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος, 1936-1939», εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα, 2006.

Bartolomé BENNASSAR « Franco », Tempus, Perrin, Παρίσι, 2002 (πρώτη έκδοση: 1995).

Bartolomé BENNASSAR « La guerre d’Espagne et ses lendemains », Tempus, Perrin, Παρίσι, 2006.

Jean-François BERDAH « La démocratie assassinée. La République espagnole et les grandes puissances, 1931-1939 », Berg international, Παρίσι, 2000.

Jean-François BERDAH « L’internationalisation de la guerre », σε CANAL και DUCLERT infra, σελ. 76-87.

Jean-François BERDAH « Solidarités internationales et engagements individuels », σε CANAL και DUCLERT infra, σελ. 117-132.

Burnett BOLLOTENThe Spanish Civil War: Revolution and Counterrevolution”, The University of North Carolina Press, Chapel Hill, 1991, τελευταία έκδοση: 2015/γαλλική έκδοση: « La Guerre d’Espagne. Révolution et contre-révolution, 1934-1939 », Agone, Μασσαλία, 2014.

Tom BUCHANAN “Britain and the Spanish Civil War”, Cambridge University Press, Καίμπριτζ, 1997.

Jordi CANAL και Vincent DUCLERT (επιμ.) « La Guerre d’Espagne – Un conflit qui a façonné l’Europe », Armand Colin, Παρίσι, 2016.

Ricardo de la CIERVA y de HOCES « Historia de la guerra civil española », τ. Ι, « Perspectivas y antecedentes  1898-1936 », San Martín, Μαδρίτη, 1969.

Geneviève DREYFUS-ARMAND και Émile TEMIME « Les camps sur la plage. Un exil espagnol », Autrement, Παρίσι, 1995.

Vincent DUCLERT « L’engagement des intellectuels ou l’examen de conscience de la démocratie européenne », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 174-188.

Diego GASPAR CELAYA « En résistance : la guerre continue », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 150-162.

François GODICHEAU « La Guerre d’Espagne : République et révolution en Catalogne », Odile Jacob, Παρίσι, 2004.

François GODICHEAU « La fin des légendes », L’Histoire, n° 427, septembre 2016, σελ. 34-47.

Eduardo GONZÁLEZ CALLEJA « La Seconde République », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 10-31.

Eduardo GONZÁLEZ CALLEJA « La Guerre Civile dans la mémoire collective des Espagnols », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 263-276.

Fernando HERNÁNDEZ SÁNCHEZ « Les communistes, marionnettes de Moscou ? », L’Histoire, n° 427, septembre 2016, σελ. 48-51.

Santos JULIÁ (επιμ.)  « Victimas de la guerra civil », Temas de Hoy, Μαδρίτη, 1999.

Santos JULIÁ « Vida y tiempo de Manuel Azaña », Taurus, Μαδρίτη, 2008.

Ian KERSHAWTo Hell and Back – Europe 1914-1949”, Allen Lane, Λονδίνο 2015/ επανέκδοση: Penguin Books, Λονδίνο, 2016, σελ. 126-127, 227-228, 238-241, 303-315.

Célia KEREN « Sur les routes – Exilés et réfugiés de la guerre d’Espagne », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 132-149.

Jean LOPEZ « 988 jours de guerre civile », Guerres & Histoire, n° 31, juin 2016, σελ. 34-39.

Jean LOPEZ « L’aide étrangère emporte la décision », Guerres & Histoire, n° 31, juin 2016, σελ. 42-45.

Jean LOPEZ « Un peuple, deux armées très différentes », Guerres & Histoire, n° 31, juin 2016, σελ. 46-49.

Stéphane MICHONNEAU « Les fantômes ont la vie dure », L’Histoire, n° 427, septembre 2016, σελ. 56-61.

Stéphane MICHONNEAU « Ruines et monuments de la Guerre Civile espagnole », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 245-262.

Frédéric MONIER « Le désengagement des démocraties : l’invention française de la non-intervention », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 106-116.

Xavier MORENO JULIÁ « L’Espagne de Franco et l’Axe », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 163-173.

Stanley G. PAYNEThe Spanish Civil War, the Soviet Union, and Communism”, Yale University Press, New Haven, 2004.

Xavier PLA « Le mythe de la Guerre Civile espagnole, la mémoire historique et le roman », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 190-203.

Paul PRESTON (επιμ.) “The Coming of the Spanish Civil War. Reform, reaction and revolution in the Second Republic”, Routledge, Λονδίνο, 1994.

Paul PRESTON « El holocausto español : odio y exterminio en la Guerra Civil y después », Debate, Βαρκελώνη, 2011/ έκδοση στα αγγλικά: “The Spanish Holocaust”, W. W. Norton & Co Inc., Νέα Υόρκη, 2012.

Élodie RICHARD και Charlotte WORMS « Transition historiographique ? Retour sur quatre-vingt ans d’histoire de l’Espagne, de la Seconde République à la transition », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 277-313.

Rémi SKOUTELSKI « L’espoir guidait leur pas : les volontaires français dans les Brigades internationales, 1936-1939 », Grasset, Παρίσι, 1988.

Rémi SKOUTELSKI « Novedad en el frente: las brigadas internacionales en la guerra civil », Temas de Hoy, Μαδρίτη, 2006.

Ángel VIÑAS « El escudo de la República. El oro de España, la apuesta soviética y los hechos de mayo de 1937 », Crítica, Βαρκελώνη, 2010.

Ángel VIÑAS « La República en guerra: contra Franco, Hitler, Mussolini y la hostilidad británica », Crítica, Βαρκελώνη, 2012.

Mercedes YUSTA « Une guerre européenne », L’Histoire, n° 427, septembre 2016, σελ. 52-55.

Mercedes YUSTA « La Guerre Civile espagnole (1936-1939) », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 32-49.

Βαρκελώνη, 21 Ιουλίου 1936: η 17χρονη κομμουνίστρια Marina Ginestà, φωτογραφημένη από τον Juan Guzmán.

Βαρκελώνη, 21 Ιουλίου 1936: η 17χρονη κομμουνίστρια Marina Ginestà, φωτογραφημένη από τον Juan Guzmán.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΕΚΛΑΪΚΕΥΜΕΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Guerres & Histoire, n° 31, juin 2016, « Guerre d’Espagne : les républicains pouvaient-ils gagner ? », σελ. 3, 32-51 (άρθρα του Jean LOPEZ/ συνεντεύξεις των Ángel VIÑAS, Michael ALPERT και James CORUM).

L’Histoire, n° 427, septembre 2016, « Guerre d’Espagne : La fin des légendes – pourquoi la république a perdu », σελ. 3, 30-61 (άρθρα των François GODICHEAU, Fernando HERNÁNDEZ SÁNCHEZ, Mercedes YUSTA και Stéphane MICHONNEAU/ συνέντευξη του Javier CERCAS)

Les Collections de L’Histoire – Hors.série, n° 73, octobre-décembre 2016, « L’Odyssée des Réfugiés »,  Geneviève DREYFUS-ARMAND και Émile TEMINE « Adieu à l’Espagne », σελ. 68-72.

Ligne de Front (Histoire des Conflits du XXe siècle), n° 62, juillet-août 2016, Yann MAHÉ « La Guerre d’Espagne, 1936-1939 », σελ. 10-21.

 

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Georges BERNANOS « Les grands cimetières sous la lune », Sept, Παρίσι, 1937.

Javier CERCAS « Soldados de Salamina », Tusquets Editores, Βαρκελώνη, 2001/ γαλλική έκδοση: « Les soldats de Salamine », μετάφραση Élisabeth Beyer και Aleksandar Grujicic, Actes Sud, Αρλ, 2002.

Hans Magnus ENZENSBERGER «Der kurze Sommer der Anarchie. Buenaventura Durrutis Leben und Tod» Suhrkamp Verlag, Φρανκφούρτη επί του Μάιν, 1972/ γαλλική έκδοση: « Le Bref Été de l’anarchie (La vie et la mort de Buenaventura Durruti) », μετάφραση Lily Jumel, Collection Du monde entier, Gallimard, Παρίσι, 1975.

Ernest HEMINGWAYFor Whom the Bell Tolls”, Scribner, Νέα Υόρκη, 1940/ επανέκδοση: Arrow Books- Penguin Random House, 2004.

Ernest HEMINGWAYThe Fifth Column and Four Stories of the Spanish Civil War”, Scribner, Νέα Υόρκη, 1969/ επανέκδοση: Arrow Books- Penguin Random House, 2013.

Arthur KOESTLERSpanish testament – Dialogue with death”, Victor Gollancz Ltd., Λονδίνο, 1937.

André MALRAUX « L’espoir », Gallimard, Παρίσι, 1937/ επανέκδοση: σειρά Folio n° 20, 1972, 2015.

George ORWELL Homage to Catalonia”, Secker and Warburg, Λονδίνο, 1938.

Joan SALES i VALLÈS « Incerta glòria », Βαρκελώνη, 1956/ γαλλική έκδοση: « Gloire incertaine » suivi de  « Le Vent de la nuit », μετάφραση Bernard Lesfargues και Marie Bohigas, Tinta Blava, Παρίσι, 2007.

Si me quieres escribir – 80 χρόνια από την έναρξη του Ισπανικού Εμφυλίου – μέρος 1: τα γεγονότα

Δεκέμβριος 20, 2016
Πολιτοφύλακες και αστυνομικοί μάχονται κατά των στασιαστών, οδόφραγμα στη διασταύρωση των οδών Βουλής της Περιφέρειας και Ρογήρου της Λαουρία, Βαρκελώνη, Ιούλιος 1936 (φωτογραφία: Agustí Centelles i Ossó/ Centro Documental de la Memoria Histórica

Πολιτοφύλακες και αστυνομικοί μάχονται κατά των στασιαστών, οδόφραγμα στη διασταύρωση των οδών Βουλής της Περιφέρειας και Ρογήρου της Λαουρία, Βαρκελώνη, Ιούλιος 1936 (φωτογραφία: Agustí Centelles i Ossó/ Centro Documental de la Memoria Histórica)

«Vivo estabas, Dios mío, dentro del ostensorio.

Punzado por tu Padre con aguja de lumbre.

Latiendo como el pobre corazón de la rana

que los médicos ponen en el frasco de vidrio

 

Ζωντανός ήσουν, Θεέ μου, μέσα στο αρτοφόριο,

τρυπημένος απ’ τον Πατέρα σου με βελόνες φωτός,

σπαρταρούσες, σαν του βατράχου τη φτωχή καρδιά

που οι γιατροί τοποθετούν σε γυάλινη φιάλη»

Federico García Lorca «Oda al Santísimo Sacramento del altar (Ωδή στο Άχραντο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας)» (1928-29)]

Όπως έγραψε πρόσφατα ο Γάλλος ιστορικός και δημοσιογράφος Ζαν Λοπέζ [1], τέσσερις εμφύλιοι σημάδεψαν την Ιστορία της Ευρώπης κατά τον 20ό αιώνα. Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος του 1944 (ή 1943, σύμφωνα με ορισμένους)-1949, ως θερμή εισαγωγή στον υπό διαμόρφωση ψυχροπολεμικό κόσμο. Ο πλέον πρόσφατος, ο Γιουγκοσλαβικός του 1991-1995, για τον οποίο αρκετοί θα αμφισβητήσουν τον χαρακτηρισμό του ως εμφυλίου. Ο σημαντικότερος όσον αφορά τις συνέπειες για την παγκόσμια Ιστορία, ο Ρωσικός του 1918-1921. Κι αυτός που χαράχτηκε βαθύτερα στη συλλογική μνήμη και το φαντασιακό της Ευρώπης, ο Ισπανικός Εμφύλιος του 1936-1939.

Ο Ισπανικός Εμφύλιος ξεχωρίζει λόγω της έντασής του, της χρήσης όλων των διαθέσιμων την εποχή εκείνη όπλων, της αγριότητάς του, του φανατισμού που διέκρινε τις αντίπαλες παρατάξεις, της εμπλοκής πολλών ευρωπαϊκών, κι όχι μόνο, χωρών, είτε με τη μορφή της επίσημης κρατικής παρέμβασης προς στήριξη ενός εκ των εμπολέμων (φασιστική Ιταλία και ναζιστική Γερμανία για τους εθνικιστές, κομμουνιστική ΕΣΣΔ για τους δημοκρατικούς) είτε της εθελοντικής συμμετοχής ιδιωτών και πολιτικών οργανώσεων. Από πολλές απόψεις, ήταν η γενική πρόβα για τη φριχτή παγκόσμια σύρραξη που θα ακολουθούσε.

Έ. Χέμινγουέυ, Για Ποιόν Χτυπά η Καμπάνα, εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης

Έ. Χέμινγουέυ, Για Ποιόν Χτυπά η Καμπάνα, εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης

Ο Ισπανικός Εμφύλιος ξεχωρίζει, τέλος, επειδή αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης για πολλά σημαντικά λογοτεχνικά έργα και εν γένει έργα τέχνης: από το «Για Ποιον Χτυπά η Καμπάνα» του Χέμινγουέυ και την «Ελπίδα» του Μαλρώ ως τα «Μεγάλα Νεκροταφεία κάτω απ’ το Φεγγάρι» του Μπερνανός και τον «Φόρο Τιμής στην Καταλωνία» του Όργουελλ, χωρίς να ξεχνούμε την «Γκερνίκα» του Πικάσσο ή τις φωτογραφίες του Ρόμπερτ Κάπα και της Γκέρντα Τάρο.

Αντρέ Μαλρώ, Η Ελπίδα

Αντρέ Μαλρώ, Η Ελπίδα

——————————————————————————————————–

Στις 17 Ιουλίου 1936, εκδηλώνεται στο Ισπανικό Μαρόκο το πραξικόπημα των στρατηγών Σανχούρχο, Φράνκο, Μόλα, Κέιπο δε Γιάνο κι άλλων κατά της νεοπαγούς Ισπανικής Δημοκρατίας. Την επομένη εξαπλώνεται στο έδαφος της μητροπολιτικής Ισπανίας.

Οι αρχιπραξικοπηματίες Φράνκο και Μόλα

Οι αρχιπραξικοπηματίες Φράνκο και Μόλα

Κατά κανόνα, η επιτυχία ή η αποτυχία ενός πραξικοπήματος είναι υπόθεση ωρών ή έστω λίγων ημερών. Στην περίπτωση της Ισπανίας το πραξικόπημα θα εξελιχθεί σε έναν εμφύλιο που επρόκειτο να κρατήσει σχεδόν τρία χρόνια. Η αδυναμία των δύο πλευρών να καταγάγουν μια γρήγορη νίκη, η συμβολή του εξωτερικού παράγοντα, η σχεδόν απίστευτη ικανότητα της Δημοκρατίας να αντισταθεί μέχρι το τέλος ενάντια σε έναν υπέρτερο στρατιωτικά αντίπαλο και η τακτική του ίδιου του Φράνκο (που από την ταχεία επικράτηση προτιμούσε τη συστηματική εκκαθάριση των εδαφών από τα εχθρικά για αυτόν «αντεθνικά» στοιχεία) ήταν μερικοί από τους παράγοντες που συνέβαλαν στην εξέλιξη αυτή.

Στρατιωτικά αδύναμη, υποχρεωμένη να συγκροτήσει στράτευμα σχεδόν από το μηδέν, αποτελούμενη από εντελώς ανομοιογενή πολιτικά υλικά, σπαρασσόμενη από εσωτερικές έριδες, η Δημοκρατία είχε μία μόνον ουσιαστική ελπίδα για την τελική επικράτηση: την προσθήκη στη σοβιετική βοήθεια κι εκείνης των μεγάλων δημοκρατιών της Δύσης. Η Γαλλία, όμως, στην οποία κυβερνούσε το 1936 το Λαϊκό Μέτωπο του Λεόν Μπλουμ, υπήρξε τραγικά διστακτική. Έπειτα, παρασύρθηκε με ευκολία από τη Βρετανία. Μια Βρετανία της οποίας η στάση τυπικής ουδετερότητας ήταν, στην ουσία, εξαιρετικά ευνοϊκή για τον «σταυροφόρο που ήρθε από το Μαρόκο», τον Φρανθίσκο Φράνκο.

80 χρόνια μετά το ξεκίνημά του, ο Ισπανικός Εμφύλιος παραμένει παραδόξως για το ευρύ κοινό ένας μεγάλος άγνωστος όσον αφορά τους όρους διεξαγωγής του και τους παράγοντες που έκριναν την τελική έκβασή του. Είναι πάντα δύσκολο να διακρίνεις την αλήθεια όταν πρέπει να διαλύσεις τους μύθους με τους οποίους έχει περιβάλει καθεμία από τις αντιμαχόμενες πλευρές τη μοιραία εκείνη σύγκρουση.

——————————————————————————————————–

Στο εισαγωγικό μέρος θα παρουσιάσουμε τους λόγους που οδήγησαν την Ισπανία στην εμφύλια σύγκρουση του 1936-1939. Εν συνεχεία, θα παρατεθούν συνοπτικά τα γεγονότα του πολέμου (Μέρος Ι), πριν εξεταστούν οι παράγοντες που έκριναν πιθανώς την έκβασή του (Μέρος ΙΙ). Στο καταληκτικό μέρος της παρουσίασης αυτής θα μας απασχολήσουν οι συνέπειες του Ισπανικού Εμφυλίου και, κυρίως, η διαχείριση της ιστορικής μνήμης του εκ μέρους των αντιπάλων παρατάξεων, των επιγόνων τους και της ισπανικής κοινωνίας εν γένει.

«Κι έφτασαν επιτέλους στο νοσοκομείο.

Ένα νοσοκομείο άδειο από ανθρώπους, γεμάτο ακόμη με μηχανήματα, επιδέσμους, κι όλα τα σημάδια του περάσματος του πόνου. Στα άστρωτα και, συχνά, ματωμένα κρεβάτια, το κενό των οποίων αναμειγνύονταν τόσο ωμά με ολόφρεσκα ίχνη παρουσιών, έμοιαζε σαν να μην είχαν ξαπλώσει άνθρωποι, ζωντανοί ή ετοιμοθάνατοι, με τα ιδιαίτερα πρόσωπά τους, αλλά οι ίδιες οι πληγές – το αίμα αντί για το μπράτσο, το κεφάλι, το πόδι. Η ακίνητη βαρύτητα του ηλεκτρικού ρεύματος προσέδιδε σ’ ολόκληρη την αίθουσα όψη εξωπραγματική, η μεγάλη λευκή ενότητα της οποίας θα ήταν εκείνη ενός ονείρου αν οι κηλίδες αίματος και μερικά σώματα δεν επέβαλλαν άγρια την παρουσία της ζωής: τρεις τραυματίες που δεν μπορούσαν να μεταφερθούν περίμεναν τους φασίστες, με τα περίστροφα στο πλάι τους».

[Αντρέ Μαλρώ «Η Ελπίδα», μέρος ΙΙΙ, κεφάλαιο δεύτερο]

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

ΠΩΣ ΟΔΗΓΗΘΗΚΕ Η ΙΣΠΑΝΙΑ ΣΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ

Α.   ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΙΣ, ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ: Η ΙΣΠΑΝΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ

Η Ισπανία των αρχών του 20ού αιώνα είναι μια πάλαι ποτέ αυτοκρατορία που έχει χάσει σχεδόν όλες τις κτήσεις της, μια χώρα που βρίσκεται σχεδόν στο περιθώριο της ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής, ένα κράτος με απαρχαιωμένους θεσμούς και τεράστιες διαφορές και αντιθέσεις, όχι μόνο μεταξύ κοινωνικών τάξεων, αλλά και μεταξύ περιοχών.

Ισπανοί, αιχμάλωτοι πολέμου των Αμερικανών στη Μανίλα, Φιλιππίνες 1898

Ισπανοί, αιχμάλωτοι πολέμου των Αμερικανών στη Μανίλα, Φιλιππίνες 1898

Με τον Ισπανοαμερικανικό Πόλεμο του 1898, η Ισπανία χάνει τις πιο σημαντικές από τις αποικίες της: Κούβα, Πουέρτο Ρίκο, Φιλιππίνες και Γκουάμ. Από την κάποτε μεγαλύτερη αυτοκρατορία της οικουμένης απομένουν μόνο τμήματα του Μαρόκου και της αφρικανικής Γουινέας, καθώς και η Ισπανική Σαχάρα. Κι αυτές οι λιγοστές αποικίες, όμως, αποτελούν εστία προβλημάτων, όπως καταδεικνύει ο αιματηρός Πόλεμος του Ριφ (1921-1926), τον οποίο προκαλεί η εξέγερση του Μαροκινού πολέμαρχου Αμπντελκρίμ Ελ Χατταμπί. Οι ισπανικές στρατιωτικές δυνάμεις θα βρεθούν σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. Την τελική τους επικράτηση θα τη χρωστούν, σε σημαντικό βαθμό, στη βοήθεια της συμμάχου Γαλλίας η οποία θα αποστείλει στρατεύματα ενισχύσεων, αρχικά υπό τον στρατάρχη Λυωτέ και, εν συνεχεία, υπό τον στρατηγό, τότε, Πεταίν.

Πόλεμος του Ριφ, η απόβαση των Ισπανών στην Αλ Χοσέιμα

Πόλεμος του Ριφ, η απόβαση των Ισπανών στην Αλ Χοσέιμα

Η χώρα βρίσκεται ουσιαστικά στο περιθώριο των ευρωπαϊκών εξελίξεων. Δεν συμμετέχει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ανάπτυξη της οικονομίας της εμφανίζει σημαντική καθυστέρηση σε σχέση με τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία). Το ήμισυ του πληθυσμού απασχολείται στην αγροτική παραγωγή. Η κατάσταση εμφανίζεται ακόμη πιο δραματική αν λάβουμε υπόψη την κατανομή όσον αφορά την ιδιοκτησία γης: μερικές εκατοντάδες γαιοκτήμονες, μισό εκατομμύριο μικροϊδιοκτήτες κι άλλοι τόσοι μισθωτές γης και, κυρίως, 2 εκατομμύρια αγροτικοί εργάτες! Με αυτά τα δεδομένα το υψηλότατο ποσοστό αναλφαβητισμού (35 %) δεν προκαλεί έκπληξη.

Αγροτική Ισπανία, 1925, συγκομιδή φακών

Αγροτική Ισπανία, 1925, συγκομιδή φακής

Η Ισπανία αποτελεί μοναρχία στην οποία βασιλεύει (τυπικά από τη γέννησή του, το 1884, ουσιαστικά από την ενηλικίωσή του, το 1902) ο ελάχιστα χαρισματικός και όχι ιδιαίτερα ικανός Αλφόνσος ΙΓ΄. Η μοναρχία είναι κοινοβουλευτική, αλλά οι αρμοδιότητες κοινοβουλίου και κυβέρνησης αρκετά περιορισμένες. Πρόκειται για ένα καθεστώς που υπηρετεί τα συμφέροντα μιας ολιγαρχίας την οποία απαρτίζουν ευγενείς, λοιποί γαιοκτήμονες και βιομήχανοι. Η Καθολική Εκκλησία και ο στρατός (ο οποίος από τις αρχές του 19ου αιώνα ως το 1932 έχει επιχειρήσει περίπου 200 πραξικοπήματα) αποτελούν τους βασικούς θεσμικούς πυλώνες του συστήματος, λειτουργώντας ως θεματοφύλακες των πλέον συντηρητικών πολιτικών, κοινωνικών και ηθικών αξιών.

Αλφόνσος ΙΓ΄

Αλφόνσος ΙΓ΄

Χωρίς κάποιος να υποκύπτει στο στερεότυπο της αντιπαράθεσης συντήρησης και προόδου, οφείλει να ομολογήσει ότι το δομικό πρόβλημα ενός υπερσυντηρητικού συστήματος έγκειται ακριβώς στη νομοτελειακή αδυναμία του να σταματήσει την εξέλιξη. Στην Ισπανία των αρχών του 20ού αιώνα υπάρχει ανάπτυξη, εμπορική και βιομηχανική, η οποία προκαλεί τη δημιουργία μεσοαστικής τάξης και προλεταριάτου. Καμία από τις δύο αυτές τάξεις δεν μπορεί να εκφραστεί μέσω του κατεστημένου συστήματος. Οι αστοί επιζητούν ένα πιο φιλελεύθερο καθεστώς που θα εμπνέεται από το δημοκρατικό κεκτημένο των πιο ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών χωρών. Το προλεταριάτο επιδιώκει να προασπίσει τα δικαιώματά του, που ούτε καν αναγνωρίζονται από την ολιγαρχική άρχουσα τάξη. Οργανώνεται σε συνδικάτα μεταξύ των οποίων κυριαρχούν δύο τάσεις: η αναρχοσυνδικαλιστική (μια και οι ιδέες πολιτικής οργάνωσης του Μπακούνιν και των άλλων θεωρητικών του αναρχισμού γνώρισαν από νωρίς ευρεία εξάπλωση και διάδοση στην Ισπανία), η οποία εκφράζεται από την Εθνική Συνομοσπονδία Εργατών (Confederación Nacional del Trabajo, CNT) και την πολιτική ομόλογό της Ιβηρική Ομοσπονδία Αναρχικών (Federación Anarquista Ibérica, FAI). Και η σοσιαλιστική, με τη Γενική Ένωση Εργατών (Unión General de Trabajadores, UGT), η οποία ελέγχεται από το Ισπανικό Εργατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (Partido Socialista Obrero Español, PSOE). Στους κόλπους αυτής της τάσης αρχίζουν να αναπτύσσονται δειλά και στοιχεία που εμφορούνται από ιδεολογία την οποία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως «ορθόδοξα» κομμουνιστική.

Αφίσα της CNT

Αφίσα της CNT

Το ισπανικό πρόβλημα, όμως, οξύνεται εξαιτίας της ύπαρξης γεωγραφικών διαφορών κοινωνικού και οικονομικού χαρακτήρα που κυριολεκτικά κατακερματίζουν τον χώρο. Αντιθέσεις μεταξύ αστικών κέντρων και υπαίθρου, μεταξύ ανεπτυγμένων εμπορικά και βιομηχανικά περιοχών (Μαδρίτη, Καταλωνία, Λεβάντε, Μάλαγα, Αστουρία) και αγροτικών, αντιθέσεις όσον αφορά τις αγροτικές περιοχές μεταξύ αυτών που κυριαρχούν μικροϊδιοκτήτες γης (Γαλικία κι Εστρεμαδούρα) κι εκείνων που ελέγχονται από γαιοκτήμονες (ανδαλουσιανή ενδοχώρα), διαφορές λόγω βαθμού επιρροής που ασκεί η Καθολική Εκκλησία ή λόγω πολιτικών παραδόσεων (φιλομοναρχική Ναβάρρα). Επιπρόσθετο, αλλά διόλου αμελητέο, πρόβλημα όσον αφορά τις γεωγραφικές αντιθέσεις, οι εθνοτικού χαρακτήρα διαφορές που εκφράζονται μέσω των τάσεων αυτονόμησης στην Καταλωνία και τη Χώρα των Βάσκων (και σε μικρότερο βαθμό στη Γαλικία).

Όλα αυτά τα συστατικά καθιστούν την Ισπανία χώρα πολλαπλά και βαθύτατα διαιρεμένη.

Β.   ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΔΕ ΡΙΒΕΡΑ ΣΤΗ Β΄ ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 συνθήκες οξείας πολιτικής έντασης κλονίζουν την αδύναμη ηγεσία της Ισπανίας. Ασταθή κυβερνητικά σχήματα και επιθέσεις τρομοκρατικού χαρακτήρα εκ μέρους των αναρχικών δημιουργούν σε βασιλιά και στρατό την πεποίθηση ότι απαιτείται η επιβολή δικτατορικού καθεστώτος.

α.   Μια ισπανική απολυταρχία

Στις 13 Σεπτεμβρίου 1923, o στρατηγός Μιγέλ Πρίμο δε Ριβέρα προβαίνει στη Βαρκελώνη σε ένα κλασσικό προνουνθιαμέντο (δημόσια δήλωση στήριξης ορισμένου καθεστώτος), συνοδευόμενο από το απαραίτητο στρατιωτικό πραξικόπημα. Ύστερα από ένα διήμερο σύγχυσης, η κυβέρνηση παραιτείται και, χάρη στη στήριξη του Αλφόνσου ΙΓ΄, ο Ριβέρα αναλαμβάνει την εξουσία.

Μιγέλ Πρίμο δε Ριβέρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 09414 CC-BY-SA 3.0

Μιγέλ Πρίμο δε Ριβέρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 09414 CC-BY-SA 3.0

Μολονότι από ορισμένες απόψεις εμπνέεται από το φασιστικό καθεστώς του Μουσσολίνι, η δικτατορία του Πρίμο δε Ριβέρα είναι περισσότερο μια παραδοσιακή υπερσυντηρητική απολυταρχία. Ορισμένοι χαρακτηρίζουν το καθεστώς δε Ριβέρα ως «ήπιο». Αν το μέτρο σύγκρισης είναι το ναζιστικό ή τα φασιστικά καθεστώτα που επικράτησαν σε διάφορες χώρες της Ευρώπης στη συνέχεια, τότε έχουν σε κάποιο βαθμό δίκιο. Σε κάθε περίπτωση, η τύχη του κρίθηκε από τη διεθνή συγκυρία και δη την οικονομική. Κατά το σύντομο διάστημα οικονομικής ανάπτυξης που χαρακτήρισε το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1920, ο Πρίμο δε Ριβέρα κυβέρνησε σχεδόν ανενόχλητος. Όταν, όμως, οι συνέπειες της μεγάλης οικονομικής κρίσης που προκάλεσε το Κραχ του 1929 άγγιξαν την Ισπανία, ο δικτάτορας έχασε γρήγορα όλα τα στηρίγματά του. Απογοητευμένος και καταβεβλημένος από την ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε (ο Ριβέρα ήταν διαβητικός) έδωσε στον βασιλιά την παραίτησή του στις 28 Ιανουαρίου του 1930, αναχωρώντας για τη (σύντομη, λόγω πρόωρου θανάτου) παρισινή εξορία του.

Αλφόνσος ΙΓ΄ και Μ. Πρίμο δε Ριβέρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 09411 Unknown CC-BY-SA 3.0

Αλφόνσος ΙΓ΄ και Μ. Πρίμο δε Ριβέρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 09411 Unknown CC-BY-SA 3.0

Ο βασιλιάς είχε ως σκοπό την εγκαθίδρυση συνταγματικής μοναρχίας, αλλά η συντριπτική επικράτηση των Δημοκρατικών στις δημοτικές εκλογές του 1931 τον εξανάγκασε σε άτακτη φυγή. Ανέτειλλε τώρα η σύντομη και ταραχώδης εποχή της Β΄ Ισπανικής Δημοκρατίας.

β.   Ελπίδες και περιπέτειες: η Β΄ Ισπανική Δημοκρατία

Η πρώτη διετία της Ισπανικής Δημοκρατίας καθιστούσε βάσιμες τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις για το μέλλον: κυβερνήσεις συνασπισμού με κεντρώο πρόσημο, στις οποίες συμμετείχε το Ισπανικό Εργατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, προώθησαν μια σειρά μεταρρυθμίσεων ευρείας κοινωνικής συναίνεσης. Η εντύπωση αποδείχθηκε απατηλή. Όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα, ώστε η ευρεία αποδοχή να μη μετατραπεί σε καθολική. Και οι εχθροί της Δημοκρατίας ήταν πολλοί και ισχυροί.

i)   Η περίοδος των μεταρρυθμίσεων (1931-1933)

Νιθέτο Αλκαλά Θαμόρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 12783 CC-BY-SA 3.0

Νιθέτο Αλκαλά Θαμόρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 12783 CC-BY-SA 3.0

Μετά τη φυγή και την εξορία του βασιλιά, συγκροτήθηκε προσωρινή κυβέρνηση με επικεφαλής τον κεντροδεξιό πολιτικό Νιθέτο Αλκαλά Θαμόρα, ο οποίος επρόκειτο σύντομα να εκλεγεί πρώτος πρόεδρος της Β΄ Ισπανικής Δημοκρατίας, και κύρια αποστολή τη διοργάνωση βουλευτικών εκλογών. Στις εκλογές του Ιουνίου του 1931 τα δημοκρατικά κόμματα θριάμβευσαν, αποσπώντας συνολικά το 70 % των ψήφων. Κατά το διάστημα που ακολούθησε σχηματίσθηκαν αρκετές κυβερνήσεις συνασπισμού. Πρωθυπουργός των περισσότερων υπήρξε ο κεντροαριστερός Μανουέλ Αθάνια.

Αλκαλά Θαμόρα και Αθάνια

Αλκαλά Θαμόρα και Αθάνια

Η Β΄ Ισπανική Δημοκρατία επιχείρησε να υλοποιήσει ένα εξαιρετικά φιλόδοξο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, εμπνεόμενο σε μεγάλο βαθμό από τη γαλλική Τρίτη Δημοκρατία και τη γερμανική Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, διαχωρισμός κράτους και Εκκλησίας, με κατάργηση των φορολογικών προνομίων της δεύτερης και αποκλεισμό της από την εκπαίδευση, αγροτική μεταρρύθμιση (με αναδιανομή γης και μέτρα ενίσχυσης των φτωχότερων αγροτών), δημιουργία συστήματος δημόσιας εκπαίδευσης, υγείας και πρόνοιας, κατοχύρωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων (δημιουργία μεικτών επιτροπών εργοδοσίας κι εργαζομένων για την επίλυση διαφορών, νόμος περί εργατικών ατυχημάτων), αναγνώριση καθεστώτος αυτονομίας για την Καταλωνία και τη Χώρα των Βάσκων και ένταξή τους σε ομοσπονδιακή κρατική δομή.

Η αντίδραση των θιγομένων, της παλιάς ολιγαρχίας, της Εκκλησίας και του στρατού υπήρξε, όπως αναμενόταν, λυσσαλέα. Εκδηλώθηκε, μεταξύ άλλων, και με το αποτυχημένο πραξικόπημα της Σεβίλλης (10 Αυγούστου 1932), το οποίο επιχείρησε ο στρατηγός Χοσέ Σανχούρχο. Στο άλλο πολιτικό άκρο, οι αναρχοσυνδικαλιστές αντιδρούσαν στο κυβερνητικό πρόγραμμα θεωρώντας το άτολμο!

Χοσέ Σανχούρχο

Χοσέ Σανχούρχο

Αλ. Λερρού

Αλ. Λερρού

Έπειτα, μεταξύ της δημοκρατικής πλειοψηφίας υπήρχε κι ο απαραίτητος αδύναμος κρίκος. Το κεντρώο Ριζοσπαστικό Κόμμα του Αλεχάνδρο Λερρού. Με εκλογική πελατεία αποτελούμενη από μικροϊδιοκτήτες γης και μικροαστούς, ο Λερρού ήταν αμετάπειστος: δεν είχε καμία πρόθεση να δεχτεί τις μεταρρυθμίσεις που έθιγαν την Εκκλησία.

Ο τακτικισμός του Λερρού, η ανασυγκρότηση της αντιδημοκρατικής δεξιάς, υπό τις ευλογίες της Εκκλησίας, και η εκτόπιση του PSOE από την κυβέρνηση οδήγησε σε πολιτική αστάθεια και, τελικά, στην προκήρυξη εκλογών για τα τέλη του 1933. Λίγο νωρίτερα, τον Οκτώβριο του 1933, ο Χοσέ Αντόνιο Πρίμο δε Ριβέρα, γιος του δικτάτορα, ίδρυε την Ισπανική Φάλαγγα, με πρότυπο το φασιστικό κόμμα του Μουσσολίνι.

Χοσέ Αντόνιο Πρίμο δε Ριβέρα

Χοσέ Αντόνιο Πρίμο δε Ριβέρα

ii)   Η περίοδος της οπισθοδρόμησης (1933-1935)

Στις βουλευτικές εκλογές του Νοεμβρίου του 1933, τις πρώτες στις οποίες ψήφισαν και οι Ισπανίδες, το δημοκρατκό στρατόπεδο πλήρωσε τη διάσπασή του. Η Ισπανική Συνομοσπονδία Αυτόνομων Κομμάτων της Δεξιάς (Confederación Española de Derechas Autónomas, CEDA) του Χοσέ Μαρία Χιλ Ρόμπλες αναδεικνυόταν πρώτη δύναμη, χωρίς πάντως κοινοβουλευτική αυτοδυναμία. Όλα τα κόμματα από το κέντρο κι αριστερότερα ήταν κατηγορηματικά αντίθετα στο ενδεχόμενο συμμετοχής της CEDA σε κυβέρνηση. Η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης δόθηκε στον γνωστό και μη εξαιρετέο Αλεχάνδρο Λερρού του Ριζοσπαστικού Κόμματος. Η νέα κυβέρνηση επιχείρησε αμέσως να ακυρώσει μέρος των μεταρρυθμίσεων, ξεκινώντας από αυτές που έθιγαν την Εκκλησία.

Στην αριστερή πτέρυγα της δημοκρατικής κυβέρνησης άρχισε να επικρατεί κλίμα έντονης ανησυχίας και φόβου. Για να κατανοήσουμε την αντίδραση αυτή θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τη διεθνή συγκυρία: επικράτηση του ναζισμού στη Γερμανία, διώξεις κατά του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και βίαιη καταστολή των εργατικών κινητοποιήσεων στην Αυστρία από τον αυταρχικό καγκελάριο Ντόλφους. Ποια, όμως, θα έπρεπε να είναι η στάση των Ισπανών αριστερών; Ως προς αυτό, υπήρχε διάσταση απόψεων ανάμεσα στους δύο ισχυρούς άνδρες του Σοσιαλιστικού Κόμματος, τον Ινταλέθιο Πριέτο (που ήλεγχε τα κομματικά όργανα) και τον συνδικαλιστή Φρανθίσκο Λάργο Καμπαγέρο (που ήλεγχε το συνδικάτο της UGT). Εάν συμφωνούσαν σε κάτι, αυτό ήταν ότι ενδεχόμενη είσοδος της CEDA στην κυβέρνηση θα αποτελούσε τον προάγγελο αντιδραστικού πραξικοπήματος.

Φρανθίσκο Λάργο Καμπαγέρο

Φρανθίσκο Λάργο Καμπαγέρο

Τον Οκτώβριο του 1934, τρεις υπουργοί προερχόμενοι από τη CEDA εισέρχονταν στην κυβέρνηση, προκαλώντας τη σφοδρή σύγκρουση Δεξιάς κι Αριστεράς σε πολιτικό επίπεδο. Στις περισσότερες περιοχές η αντίδραση περιορίσθηκε στην προκήρυξη γενικής απεργίας. Αλλού, όμως, τα πράγματα πήραν πιο επικίνδυνη τροπή. Στη Βαρκελώνη, ο πρόεδρος της περιφερειακής κυβέρνησης (Ζενεραλιτάτ) Λλιουίς Κομπάνς ανακήρυσσε το «Καταλανικό Κράτος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Ισπανίας». Σε περιοχές όπου τα συνδικάτα ήταν ιδαίτερα ισχυρά (Λεόν, Χώρα των Βάσκων και, κυρίως, Αστουρία) η αντίδραση εξελίχθηκε σε πραγματική εξέγερση υπό την καθοδήγηση εργατικών συμβουλίων. Η κυβέρνηση κάλεσε αμέσως τον στρατό να επέμβει. Οι αποικιακές στρατιωτικές δυνάμεις (Ισπανική Λεγεώνα των Ξένων και τακτικά σώματα στρατού αποτελούμενα από Μαροκινούς στρατιώτες), υπό την καθοδήγηση των στρατηγών Φράνκο και Γοδέδ κατέπνιξαν την εξέγερση με πρωτοφανή βιαιότητα. Εκατοντάδες νεκροί, 30 χιλιάδες φυλακισμένοι που υποβάλλονται σε βασανιστήρια, διάλυση κάθε θεσμού κι οργάνωσης που μπορούσε να θεωρηθεί «δημοκρατική». Τώρα πια τις δύο παρατάξεις τις χωρίζει το αίμα.

1934: Δυνάμεις της χωροφυλακής οδηγούν κρατουμένους μετά την εξέγερση στην Αστουρία

1934: Δυνάμεις της χωροφυλακής οδηγούν κρατουμένους μετά την εξέγερση στην Αστουρία

Παρά τη χρήση βίαιων μεθόδων καταστολής και την ενίσχυση της θέσης της αντιδημοκρατικής Δεξιάς, η κυβέρνηση δεν επρόκειτο να μακροημερεύσει. Μια σειρά από σκάνδαλα (οικονομικά και δωροδοκιών) έπληξαν ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία της κι οδήγησαν τον συνασπισμό δεξιών και ριζοσπαστικών σε κατάρρευση.

iii)   Η επάνοδος: το Λαϊκό Μέτωπο

Τον Οκτώβριο του 1935 όλα τα κόμματα της κεντροαριστεράς και της Αριστεράς συγκροτούν το Λαϊκό Μέτωπο με σκοπό την από κοινού κάθοδο στις εκλογές και εξαγγέλλοντας την επαναφορά του προγράμματος μεταρρυθμίσεων του 1931 σε πιο τολμηρή μορφή και τη χορήγηση αμνηστείας στους πολιτικούς κρατουμένους (για τη συμμετοχή στα γεγονότα του 1934). Στις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου/ 4ης Μαρτίου 1936, το Λαϊκό Μέτωπο πρωτεύει, με σχετικά μικρή διαφορά ως προς τον αριθμό ψήφων (47 έως 49 % έναντι 45,6 % που απέσπασαν συνολικά τα δεξιά και κεντροδεξιά κόμματα), αποκτώντας, όμως, ευρεία πλειοψηφία ως προς τις βουλευτικές έδρες.

Αφίσα του ΚΚΙ για τις εκλογές του 1936

Αφίσα του ΚΚΙ για τις εκλογές του 1936

Η νίκη των Δημοκρατικών είχε επιτευχθεί μετά από μια εξαιρετικά αμφίρροπη εκλογική αναμέτρηση, σε συνθήκες πρωτοφανούς έντασης, απίστευτης καχυποψίας και ακραίας πόλωσης. Η στρατηγική αυτή αποτελεί κυρίως έργο του δεξιού στρατοπέδου. Μόλις την επομένη του πρώτου γύρου των εκλογών, ο στρατηγός Φράνκο, αρχηγός τότε του Γενικού Επιτελείου Στρατού επιχειρεί πραξικόπημα. Θα προσκρούσει στην άρνηση του κεντρώου υπηρεσιακού πρωθυπουργού Μανουέλ Πορτέλα να υπογράψει το διάταγμα επιβολής στρατιωτικού νόμου.

Επιχειρώντας να μην προκαλέσουν υπέρμετρες αντιδράσεις, οι Δημοκρατικοί σχηματίζουν κυβέρνηση στην οποία δεν μετέχουν στελέχη των αριστερών κομμάτων. Πρόεδρος εκλέγεται ο Αθάνια και πρωθυπουργός αναλαμβάνει τελικά ο, πρώην υπουργός του των εσωτερικών, Σαντιάγο Κασάρες Κιρόγα. Το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα τίθεται και πάλι σε εφαρμογή. Όσο για τους εχθρικούς προς τη Δημοκρατία στρατιωτικούς, η κυβέρνηση αρκείται να τους μεταθέσει μακριά από τη Μαδρίτη: ο Φράνκο τοποθετείται διοικητής στις Κανάριες Νήσους, ο Εμίλιο Μόλα διορίζεται στρατιωτικός διοικητής στην Παμπλόνα της Ναβάρρας. Επιθυμία επίδειξης πνεύματος συμφιλίωσης ή υποτίμηση του κινδύνου; Την ώρα που οι Δημοκρατικοί προσπαθούν να προωθήσουν τις μεταρρυθμίσεις, οι στρατιωτικοί αντίπαλοί τους έχουν την άνεση να εξυφάνουν τη συνωμοσία τους.

ΜΕΡΟΣ Ι

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ: Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΑΠΌ ΤΟ ΙΟΥΛΙΑΝΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ΕΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ Β΄ ΙΣΠΑΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Α.   ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑΤΟΣ

Υποστηρίζεται συχνά, προς υπεράσπιση των πραξικοπηματιών, ότι η συνωμοσία τους ήταν απλώς αντίδραση για τη σωτηρία της χώρας στην οποία, εξαιτίας των Δημοκρατικών, επικρατούσαν συνθήκες έντασης και αναρχίας. Λέγεται, επίσης, ότι οι συνωμότες είχαν συμφωνήσει να προχωρήσουν το σχέδιό τους σε δύο περιπτώσεις μόνο: αν αναλάμβανε πρωθυπουργός ο σοσιαλιστής συνδικαλιστής Λάργο Καμπαγέρο, τον οποίο κάποιοι, μάλλον άστοχα, είχαν ονομάσει «Λένιν της Ισπανίας», ή αν εκδηλωνόταν επανάσταση εκ μέρους των αναρχικών. Τελικά, όμως, αποφάσισαν να κινηθούν μετά τη δολοφονία του φιλομοναρχικού πολιτικού Χοσέ Κάλβο Σοτέλο στις 13 Ιουλίου 1936 από αστυνομικούς και σοσιαλιστές πολιτοφύλακες.

Χοσέ Κάλβο Σοτέλο

Χοσέ Κάλβο Σοτέλο

Τα διαθέσιμα στοιχεία διαψεύδουν την εκδοχή αυτή.

Καταρχάς, στην Ισπανία δεν παρατηρείται υπέρμετρη έξαρση της έντασης ούτε κλίμα βίας και αναρχίας, τουλάχιστον μέχρι τον Ιούλιο. Ναι μεν υπήρξαν σποραδικά συμβάντα (επιθέσεις σε εκκλησίες και κληρικούς, εκδηλώσεις «ενθουσιασμού» για τη νίκη του Λαϊκού Μετώπου κ.λπ.), αλλά, αντιθέτως, το χαρακτηριστικό γνώρισμα της περιόδου είναι η αύξηση της καταστολής με στόχο περισσότερο τον χώρο της Αριστεράς, ακριβώς επειδή η κυβέρνηση επιδιώκει να ελέγξει τα φαινόμενα αυτά.

Όσον αφορά την εκτέλεση του Κάλβο Σοτέλο, αυτή είναι πράξη αντιποίνων για τη δολοφονία του αξιωματικού της Αστυνομίας Εφόδου Χοσέ Καστίγιο από φαλαγγίτες, την προηγουμένη, 12 Ιουλίου.

Επιπλέον, γνωρίζουμε πλέον ότι το επιχειρησιακό πρόγραμμα για το πραξικόπημα είχε καταρτισθεί από τον Μόλα ήδη από τον Ιούνιο (με σχεδιασμό ακριβώς για τις ημερομηνίες 17-19 Ιουλίου), ενώ την 1η Ιουλίου οι συνωμότες είχαν συνάψει μυστικές συμφωνίες με τη φασιστική Ιταλία για την ενίσχυση σε όπλα και πυρομαχικά.

Εμίλιο Μόλα

Εμίλιο Μόλα

Επομένως, η κατάλυση της δημοκρατίας ήταν ειλημμένη απόφαση κι εκπεφρασμένος στόχος από την πρώτη στιγμή. Η εκδήλωση του πραξικοπήματος ήταν απλώς ζήτημα χρόνου κι εξεύρεσης των αναγκαίων και ικανών στηριγμάτων εντός και εκτός Ισπανίας (οι στασιαστές είχαν αρχικά ορίσει την 8η Απριλίου, αλλά ανέβαλαν την υλοποίηση του σχεδίου ακριβώς επειδή δεν ήταν βέβαιοι για την επιτυχία του). Ο Μόλα, ως διοικητής της Παμπλόνας, έχει την ευκαιρία να διαπραγματευθεί με τους φιλομοναρχικούς της Ναβάρρας και να εξασφαλίσει τη συμμετοχή στον αντικομμουνιστικό αγώνα της περιβόητης πολιτοφυλακής τους, των Ρεκετέ. Λίγο αργότερα, ο φυλακισμένος από την κυβέρνηση ιδρυτής και ηγέτης της Φάλαγγας, ο Χοσέ Αντόνιο Πρίμο δε Ριβέρα θα δηλώσει με επιστολή την υποστήριξή του στο εγχείρημα. Ο Μόλα θα αρχίσει τις επαφές για να εξασφαλίσει την ιταλική βοήθεια, ο Φράνκο θα καλλιεργήσει τις σχέσεις του με το περιβάλλον του Χίτλερ. Τελικά, ο αριθμός των συνωμοτών ανώτατων αξιωματικών είναι εντυπωσιακός: Σανχούρχο, Μόλα, Φράνκο, Φανχούλ, Γοδέδ, Κέιπο δε Γιάνο, Βαρέλα, Οργάθ, Γαλάρθα Μοράντε.

Ο Φρανθίσκο Φράνκο σε φωτογραφία του 1930

Ο Φρανθίσκο Φράνκο σε φωτογραφία του 1930

Στις 17 Ιουλίου 1936 το πραξικόπημα εκδηλώνεται στις Κανάριες Νήσους και το Ισπανικό Μαρόκο (Μελίγια, Θέουτα, Τετουάν). Ο Φράνκο μεταβαίνει αεροπορικώς στο Μαρόκο, με αεροπλάνο που είχε ειδικά ναυλώσει ο τραπεζίτης Τζουάν Μαρτς από τη Μαγιόρκα, για να αναλάβει τη διοίκηση της Στρατιάς της Αφρικής. Τις επόμενες δύο ημέρες στασιάζουν οι στρατιωτικές φρουρές στη μητροπολιτική Ισπανία. Στόχος είναι η κατάληψη της Μαδρίτης και η συγκρότηση στρατιωτικής χούντας. Το πραξικόπημα, όμως, δεν θα επιτύχει ολοκληρωτικά. Η Ισπανία θα εισέλθει σε μια φάση που καμία από τις δυο αντίπαλες πλευρές δεν είχε προβλέψει.

Β.   ΗΜΕΡΕΣ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΡΧΙΑΣ

α.   Λάβετε θέσεις! Μία χώρα, δύο στρατόπεδα, τέσσερα κομμάτια: Μετά το χάος των πρώτων ημερών που ακολούθησαν την εκδήλωση του πραξικοπήματος, η Ισπανία βρίσκεται χωρισμένη σε δύο στρατόπεδα και τέσσερα μέρη! Οι στασιαστές επικρατούν στις αγροτικές και/ή πιο συντηρητικές περιοχές: Γαλικία, Παλαιά Καστίλλη, Λεόν, Ναβάρρα, μεγαλύτερο τμήμα της Αραγωνίας, Βαλεαρίδες (εκτός από τη Μινόρκα) και τμήμα της Εστρεμαδούρας, συν ένα προγεφύρωμα στην Ανδαλουσία, που περιλαμβάνει τη Σεβίλλη και την Κορδούη και είναι σημαντικό γιατί καθιστά δυνατή την έστω και περιορισμένη μεταφορά των αποικιακών στρατευμάτων από το Μαρόκο, και (παραδόξως) το Οβιέδο της Αστουρίας. Οι Δημοκρατικοί διατηρούν τον έλεγχο στη Μαδρίτη και σε ολόκληρη τη Μάντσα, στην Καταλωνία, το ισπανικό Λεβάντε, στο μεγαλύτερο μέρος της Ανδαλουσίας και τις βομηχανικές περιοχές του Βορρά (Χώρα των Βάσκων και Αστουρία).

Η κατάσταση στις αρχές του πολέμου/ πηγή: Wikimedia, χρήστης Grandiose

Η κατάσταση στις αρχές του πολέμου/ πηγή: Wikimedia, χρήστης Grandiose

Τι είχε συμβεί;

β.   Η επανάσταση αρχίζει: Τις ημέρες που προηγήθηκαν του πραξικοπήματος, η κυβέρνηση Κασάρες Κιρόγα δεν είχε εισακούσει τις εκκλήσεις των συνδικάτων «να δώσει όπλα στον λαό». Όταν εκδηλώθηκε το πραξικόπημα αρκέσθηκε στην έκδοση ενός διατάγματος περί διάλυσης του στρατεύματος, απόφαση που επέτεινε τη σύγχυση, ειδικά μεταξύ των στρατιωτικών που παρέμειναν πιστοί στη δημοκρατία. Όσον αφορά τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Μανουέλ Αθάνια, αυτός έδειχνε πανικόβλητος. Οι μόνες λύσεις κατά τη γνώμη του ήταν η διαπραγμάτευση με τους στασιαστές και η διεξαγωγή δημοψηφίσματος! Για τον λόγο αυτό και διόρισε πρωθυπουργό των μετριοπαθέστατο Μαρτίνεθ Μπάρριο ο οποίος πέρασε μια νύχτα διαπραγματευόμενος τηλεφωνικά χωρίς αποτέλεσμα με τους πραξικοπηματίες και, έπειτα, παραιτήθηκε χωρίς να αναλάβει ποτέ ουσιαστικά τα καθήκοντά του. Ο, επίσης μετριοπαθής, διάδοχός του Χοσέ Χιράλ, ως τότε Υπουργός Ναυτικού, αποφάσισε τελικά τη διανομή όπλων στις λαϊκές πολιτοφυλακές. Οι πολιτοφυλακές και οι δυνάμεις ασφαλείας (οι οποίες σε σημαντικό ποσοστό παρέμειναν πιστές στη νόμιμη κυβέρνηση) ήταν αυτές που εξουδετέρωσαν τα στρατεύματα που συντάχθηκαν με τους στασιαστές στις μεγάλες πόλεις. Η πραγματική εξουσία, όμως, είχε ξεφύγει από την κυβέρνηση.

Βαρκελώνη, Ιούλιος 1936/ πολιτοφύλακες των Δημοκρατικών σε οδόφραγμα

Βαρκελώνη, Ιούλιος 1936/ πολιτοφύλακες των Δημοκρατικών σε οδόφραγμα

Σε ένα χρονικό σημείο που η κατάσταση δεν είχε ακόμη μετατραπεί σε πραγματική πολεμική σύρραξη, τα συνδικάτα, πρωτίστως οι αναρχικοί και σε μικρότερο βαθμό οι σοσιαλιστές και κομμουνιστές, ανέλαβαν την εξουσία συγκροτώντας κατά τόπους επαναστατικές επιτροπές (στη Βαρκελώνη, μάλιστα, συγκροτήθηκε και μια Κεντρική Επιτροπή Αντιφασιστικών Πολιτοφυλακών). Οι επιτροπές αυτές ανέλαβαν τη συγκρότηση νέων μονάδων πολιτοφυλακής και προχώρησαν σε κολλεκτιβοποίηση των αγροκτημάτων και των μονάδων βιομηχανικής παραγωγής, ενέργειες που συνοδεύονταν από τις «αναμενόμενες» βιαιοπραγίες κατά των εκπροσώπων της παλαιάς ολιγαρχίας που δεν είχαν προλάβει να διαφύγουν στη ζώνη των στασιαστών. Με άλλα λόγια, τώρα που δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο (ολιγαρχία ή κυβέρνηση), η επανάσταση μπορούσε να αρχίσει! Το πλέον παράδοξο είναι ότι ένα πραξικόπημα του οποίου ο δημοσίως εκπεφρασμένος στόχος ήταν η αποτροπή της επανάστασης, κατέληξε να την προκαλέσει!

Ο επαναστατικός ζήλος δεν αρκεί για τη συγκρότηση αξιόμαχου στρατεύματος και την επιτυχή διεξαγωγή πολέμου. Οι φάλαγγες πολιτοφυλακών που ξεκίνησαν από τη Βαρκελώνη και τη Βαλένθια για να καταλάβουν, αντίστοιχα, τη Θαραγόθα και την Κορδούη απέτυχαν παταγωδώς.

γ.   Οι εθνικιστές εδραιώνουν τις θέσεις τους: Οι στασιαστές είναι στρατιωτικοί και γνωρίζουν πολύ καλά τι ακριβώς θέλουν, χωρίς να ασχολούνται με ουτοπίες. Η σχετική αποτυχία του πραξικοπήματος τους αναγκάζει να αναζητήσουν την ξένη βοήθεια. Στις 25 Ιουλίου ο Χίτλερ συμφωνεί να ενισχύσει στρατιωτικά τους εθνικιστές. Λίγες ημέρες αργότερα το ίδιο πράττει και ο Μουσσολίνι. Η σημασία της ξένης στρατιωτικής βοήθειας αποδεικνύεται από πολύ νωρίς: χάρη στα γερμανικά μεταγωγικά στήνεται η πρώτη αερογέφυρα της Ιστορίας, καθιστώντας δυνατή τη μεταφορά των στρατευμάτων της Αφρικής στη μητροπολιτική Ισπανία. Οι Δημοκρατικοί δεν θα τύχουν αντίστοιχης βοήθειας, παρά τις προσπάθειες του Χιράλ να εξασφαλίσει γαλλική, τουλάχιστον βοήθεια. Παρά την αρχική προθυμία του, ο Λεόν Μπλουμ θα υποκύψει στους φόβους για εσωτερική αναταραχή, τις αντιδράσεις των Γάλλων Ριζοσπαστών και, κυρίως, τις βρετανικές πιέσεις, καταλήγοντας στο τραγικό δόγμα της μη επεμβάσεως.

Οι στρατηγικοί στόχοι των εθνικιστών είναι δύο.

Πρώτον, η διεύρυνση της επικράτειάς τους σε Ανδαλουσία και Εστρεμαδούρα έτσι ώστε, αφενός, να ενοποιήσουν τις δύο ζώνες ελέγχου τους και, αφετέρου, να καταλάβουν το σύνολο της μεθοριακής γραμμής με την Πορτογαλία στην οποία κυβερνά από το 1933 η φιλική προς τους στασιαστές δικτατορία του Αντόνιο Σαλαζάρ. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται χάρη κυρίως στις προσπάθειες του Κέιπο δε Γιάνο.

Η κατάληψη των περιοχών συνοδεύεται από τις συστηματικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Κάθε στοιχείο ύποπτο για φιλικά προς τη Δημοκρατία αισθήματα εκτελείται [2]. Η σταδιακή και μεθοδική κατάληψη εδαφών αποτελεί επιλογή του Φράνκο, όπως ο ίδιος είχε εξομολογηθεί στον Ιταλό στρατηγό Φαλντέλλα:

«Σε έναν εμφύλιο πόλεμο είναι προτιμότερη η συστηματική κατάληψη του εδάφους, η οποία συνοδεύεται από τις αναγκαίες εκκαθαρίσεις, παρά μια γρήγορη συντριβή των εχθρικών στρατευμάτων, ενδεχόμενο το οποίο θα άφηνε τη χώρα μολυσμένη από αντεθνικά στοιχεία

Δεύτερον, ο πλήρης αποκλεισμός της βόρειας ζώνης που ελέγχουν οι Δημοκρατικοί, μέσω της κατάληψης της μεθορίου με τη Γαλλία, έτσι ώστε να καταστεί αδύνατη η ενίσχυση και ο ανεφοδιασμός της Χώρας των Βάσκων και της Αστουρίας. Και ο δεύτερος στόχος επιτυγχάνεται, στις αρχές Σεπτεμβρίου, με την καταληψη του Ιρούν.

Γ.   Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΜΑΔΡΙΤΗΣ

Φ. Λάργο Καμπαγέρο

Φ. Λάργο Καμπαγέρο

Τον Σεπτέμβριο του 1936 σχηματίζεται νέα κυβέρνηση στη Μαδρίτη, υπό την ηγεσία του σοσιαλιστή συνδικαλιστή ηγέτη Λάργο Καμπαγέρο. Στην κυβέρνηση αυτή θα συμμετάσχουν, δύο μήνες αργότερα, και οι αναρχικοί. Την ίδια, όμως, ώρα οι δυνάμεις των στασιαστών βρίσκονται 100 χιλιόμετρα μακριά από την πρωτεύουσα. Ο στρατός των Δημοκρατικών δεν είναι ακόμη παρά ένα συνονθύλευμα πολιτοφυλακών, πλημμελώς εξοπλισμένων και με χαμηλό ηθικό. Αρκετοί υποστηρίζουν ότι αν ο Φράνκο αποφάσιζε να επιτεθεί θα καταλάμβανε εύκολα τη Μαδρίτη και θα τελείωνε τον πόλεμο μέσα σε δύο μήνες.

α. Τολέδο αντί Μαδρίτης

Οι Δημοκρατικοί πολιορκούν το Αλκάθαρ του Τολέδου Σεπτέμβριος 1936/ φωτό του Μιχαήλ Κολτσόφ

Οι Δημοκρατικοί πολιορκούν το Αλκάθαρ του Τολέδου, Σεπτέμβριος 1936/ φωτό του Μιχαήλ Κολτσόφ

Αντί της Μαδρίτης, ο Φράνκο θα επιλέξει ένα συμβολικό στόχο, το Τολέδο. Στο φρούριο της ιστορικής πόλης, το Αλκάθαρ, το οποίο στεγάζει και την τοπική στρατιωτική ακαδημία, έχουν οχυρωθεί οι στρατιωτικοί που συντάχθηκαν με το πραξικόπημα, μαζί με τις οικογένειές τους. Διοικητής είναι ο συνταγματάρχης Χοσέ Μοσκαρδό, αξιωματικός που δεν ήταν ενήμερος για τη συνωμοσία, αλλά προσχώρησε στο στρατόπεδο των στασιαστών αμέσως μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος. Ο Μοσκαρδό ήταν, δίχως, αμφιβολία, ιδιόμορφη περίπτωση αξιωματικού. Κάθε πρωί, παρά την πολιορκία, τις επιθέσεις και τους βομβαρδισμούς, έστελνε στο γενικό επιτελείο των εθνικιστών το ίδιο λακωνικό ανακοινωθέν: «Ουδέν νεώτερον από το Αλκάθαρ» («Sin novedad en el Alcázar»). Στις 23 Ιουλίου, οι Δημοκρατικοί αιχμαλώτισαν τον δεκαεξάχρονο γιο του Μοσκαρδό, τον Λουίς. Τηλεφώνησαν αμέσως στη φρουρά. Το ακουστικό το σήκωσε ο ίδιος ο Μοσκαρδό. Του είπαν να παραδοθεί, αλλιώς ο μικρός θα εκτελούνταν. Ο συνταγματάρχης ζήτησε να μιλήσει με το γιο του. Λέγεται ότι ακολούθησε ο εξής διάλογος:

  • Είσαι καλά παιδί μου;
  • Ναι, πατέρα!
  • Μου είπαν ότι θα σε εκτελέσουν αν δεν παραδοθώ. Το ξέρεις πολύ καλά ότι η τιμή και τα καθήκοντά μου δεν μου επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Δεν μπορώ να το κάνω αυτό.
  • Ναι, πατέρα!
  • Άκου, γιε μου. Θα παραδώσεις την ψυχή σου στον Θεό και θα πεθάνεις ως Ισπανός πατριώτης, φωνάζοντας «Ζήτω ο Βασιλεύς Χριστός» και «Ζήτω η Ισπανία».
  • Μάλιστα, πατέρα! Μπορώ να το κάνω αυτό.
  • Μπράβο, παιδί μου! [ο νεαρός Λουίς εκτελέστηκε ένα μήνα αργότερα σε αντίποινα για κάποια αεροπορική επιδρομή των φρανκικών]
Μοσκαρδό και Φράνκο (πιο πίσω ο στρατηγός Βαρέλα)/ πηγή: Ίδρυμα Φρ. Φράνκο

Μοσκαρδό και Φράνκο (πιο πίσω ο στρατηγός Βαρέλα)/ πηγή: Ίδρυμα Φρ. Φράνκο

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1936, οι δυνάμεις του Φράνκο, έχοντας συντρίψει τους Δημοκρατικούς, εισέρχονται στο Τολέδο και λυτρώνουν την πολιορκημένη φρουρά. Σχεδόν αμέσως, ο Φράνκο δρέπει τις δάφνες του θριάμβου του: ανακηρύσσεται αρχιστράτηγος (Generalísimo) και αρχηγός κράτους, αναλαμβάνοντας τα ηνία της «εθνικής κυβέρνησης» που έχει σχηματισθεί στο Μπούργκος.

β.   Μαδρίτη, πολιορκημένη πόλη

Προέλαση και Πέμπτη Φάλαγγα: Μέχρι να ανασυγκροτηθούν και να ανεφοδιασθούν τα στρατεύματα των εθνικιστών φθάνουμε στις 20 Οκτωβρίου. Τέσσερις φάλαγγες, υπό τους Μόλα, Γιαγουέ, Μπαρρόν και Μοναστέριο, επανδρωμένες κυρίως με λεγεωνάριους και Μαροκινούς, ξεκινούν από διαφορετικά σημεία με στόχο την κατάληψη της ισπανικής πρωτεύουσας. Κατά τη διάρκεια ραδιοφωνικής εκπομπής ρώτησαν τον Μόλα ποια από τις φάλαγγες αυτές θα καταλάμβανε τελικά τη Μαδρίτη. Κι εκείνος απάντησε:

«Την πρωτεύουσα δεν θα την καταλάβει καμία από τις φάλαγγες αυτές. Η Μαδρίτη θα καταληφθεί από την Πέμπτη Φάλαγγα, αυτήν των υποστηρικτών μας που ήδη βρίσκονται μέσα στην πόλη

Ο όρος επρόκειτο να αποκτήσει απροσδόκητες διαστάσεις, να μεταμορφωθεί σε ψύχωση και έμμονη ιδέα που θα στοίχειωνε τη σκέψη αμέτρητων πολιτικών και στρατιωτικών σε πάμπολλες χώρες.

Στις αρχές Νοεμβρίου οι φάλαγγες πλησιάζουν στην πρωτεύουσα, την οποία βομβαρδίζει ανηλεώς η γερμανική αεροπορία. Η κυβέρνηση Λάργο Καμπαγέρο εγκαταλείπει τη Μαδρίτη και καταφεύγει στη Βαλένθια. Την άμυνα της πόλης αναλαμβάνει ο στρατηγός Μιάχα κι ο επιτελάρχης του, αντισυνταγματάρχης Βιθέντε Ρόχο. Στις 6 Νοεμβρίου ήδη διεξάγονται μάχες στην Κάσα δε Κάμπο, το πρώην κυνηγετικό πάρκο των Ισπανών βασιλιάδων, και στην Πανεπιστημιούπολη. Εθελοντές έχουν στήσει οδοφράγματα σε κάθε γωνιά της πόλης.

« ¡No pasarán! » – Η Μαδρίτη αντιστέκεται

«Ας ορθώσουμε όλοι το ανάστημά μας ενάντια στο φασιστικό στρατιωτικό πραξικόπημα! Ας προασπίσουμε τις λαϊκές ελευθερίες και τις δημοκρατικές κατακτήσεις του λαού!… Η χώρα ολόκληρη έχει αγανακτήσει με τούτους τους άθλιους που θέλουν να βυθίσουν τη δημοκρατική και λαϊκή Ισπανία σε κόλαση τρόμου και θανάτου. Μα δεν θα περάσουν! Η Ισπανία ολόκληρη ετοιμάζεται να πολεμήσει.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα σας καλεί στη μάχη. Καλεί ειδικά τους εργάτες, τους αγρότες, τους διανοούμενους να πάρουν θέσεις μάχης για να συντρίψουν οριστικά τους εχθρούς της Δημοκρατίας και των λαϊκών ελευθεριών. Ζήτω το Λαϊκό Μέτωπο! Ζήτω η ενότητα όλων των αντιφασιστών! Ζήτω η δημοκρατία του λαού! Οι φασίστες δεν θα περάσουν! Δεν θα περάσουν

[Ντολόρες Ιμπάρρουρι, η επονομαζόμενη και Πασιονάρια, λόγος που εκφωνήθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών στη Μαδρίτη, στις 19 Ιουλίου 1936]

Πολιορκία της Μαδρίτης ¡No_pasarán!

Πολιορκία της Μαδρίτης ¡No_pasarán!

Ενώ οι εθνικιστές αρχίζουν να πιστεύουν ότι η κατάληψη της Μαδρίτης θα αποδειχθεί σχετικά εύκολη υπόθεση, η κατάσταση αντιστρέφεται. Φθάνουν οι πρώτες Διεθνείς Ταξιαρχίες (11η και 12η) και τα πρώτα σοβιετικά άρματα μάχης και πολεμικά αεροσκάφη. Οι σοβιετικοί πιλότοι παίρνουν τον έλεγχο του εναέριου χώρου από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς, βομβαρδίζουν τις βάσεις των εθνικιστών σε Ανδαλουσία κι Εστρεμαδούρα. Εξαντλημένοι από τις οδομαχίες, οι στρατιώτες του Φράνκο υποχωρούν.

Οι αποτυχημένες «περιφερειακές επιθέσεις»: Ο Φράνκο εγκαταλείπει την ιδέα της κατάκτησης της Μαδρίτης με κατά μέτωπο έφοδο κι επιχειρεί να την καταλάβει επιτιθέμενος από τα βορειοδυτικά (Μάχη της Οδού της Λα Κορούνια, Νοέμβριος-Ιανουάριος) και, στη συνέχεια, από τα νότια (Μάχη της κοιλάδας του ποταμού Χαράμα, Φεβρουάριος 1937). Και οι δύο μάχες αποδεικνύονται ιδιαίτερα αιματηρές (σχεδόν 30 χιλιάδες νεκροί συνολικά για τα δύο στρατόπεδα), πλην όμως οι Μαροκινοί ρεγουλάρες αδυνατούν να διασπάσουν τις γραμμές των Διεθνών Ταξιαρχιών.

Μάχη της Γουαδαλαχάρα, ιταλικά τεθωρακισμένα Φίατ Ανσάλντο/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 183 P0214-516 CC-BY-SA 3.0

Μάχη της Γουαδαλαχάρα, ιταλικά τεθωρακισμένα Φίατ Ανσάλντο/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 183 P0214-516 CC-BY-SA 3.0

Η Μάχη της Γουαδαλαχάρα: Η τελευταία προσπάθεια κατάληψης της Μαδρίτης είναι έργο του ιταλικού Εθελοντικού Εκστρατευτικού Σώματος (Corpo Truppe Volontarie, CTV), το οποίο έχει στείλει ο Μουσσολίνι. Οι δυνάμεις του στρατηγού Ροάττα επιχειρούν να φθάσουν στη Μαδρίτη από βορρά. Οι καιρικές συνθήκες (κατακλυσμιαίες βροχοπτώσεις, τις οποίες διαδέχονται χιονοθύελλες) δυσχεραίνουν το έργο τους, τα σοβιετικά τεθωρακισμένα συντρίβουν τα λιλιπούτεια ιταλικά άρματα μάχης, οι άνδρες των ΔΤ (ανάμεσά τους πολλοί Ιταλοί Γαριβαλδινοί) αποδεικνύονται πιο αξιόμαχοι από τους μελανοχίτωνες. Τελευταίος, αλλά όχι αμελητέος, παράγοντας της ιταλικής αποτυχίας, η στάση του ίδιου του Φράνκο. Προκειμένου να μην οφείλει τίποτε στον Ιταλό δικτάτορα, προτιμά να αφήσει το CTV εντελώς αβοήθητο! Στις 23 Μαρτίου η Μάχη της Μαδρίτης έχει τελειώσει. Η Δημοκρατία έχει προς το παρόν σωθεί, χάρη κυρίως στη σοβιετική βοήθεια.

Δεν είναι, όμως, όλα ρόδινα για αυτήν. Το ιταλικό Εκστρατευτικό Σώμα, το ίδιο που απέτυχε παταγωδώς στη Γουαδαλαχάρα, έχει κατορθώσει να πάρει τη Μάλαγα (8 Φεβρουαρίου), καταλαμβάνοντας μαζί με τη μεγαλούπολη και το υπόλοιπο τμήμα της Ανδαλουσίας που ήλεγχαν οι Δημοκρατικοί.

Δ.   ΠΟΛΕΜΟΣ ΦΘΟΡΑΣ ΚΙ ΑΠΩΛΕΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Έχοντας συναίσθηση της στρατιωτικής υπεροχής των εθνικιστών, το επιτελείο των Δημοκρατικών επιλέγει έναν πόλεμο φθοράς του αντιπάλου κι αντίστασης στις δυνάμεις του, μέχρι να μεταβληθεί η διεθνής συγκυρία. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των δημοκρατικών στρατευμάτων αποτελούν κατ’ ουσίαν αντιπερισπασμούς που θα δυσχεράνουν τις προσπάθειες του Φράνκο να διευρύνει την επικράτεια που ελέγχουν οι εθνικιστές. Κανείς από τους αντιπερισπασμούς αυτούς δεν θα επιτύχει.

α.   Ο Φράνκο καταλαμβάνει τη Χώρα των Βάσκων

Μετά την κατ’ επανάληψη αποτυχία κατάληψης της Μαδρίτης, ο Φράνκο επιλέγει να στραφεί κατά του βόρειου θυλάκου των Δημοκρατικών, δηλαδή τις αποκομένες από την κύρια ζώνη περιοχές της Αστουρίας και της Χώρας των Βάσκων. Ο Φράνκο δίνει στη γερμανική και τη ιταλική αεροπορία το ελεύθερο να βομβαρδίσουν ανηλεώς τις βασκικές πόλεις. Οι βομβαρδισμοί στοχεύουν να πλήξουν κυρίως τους αμάχους, ώστε να κάμψουν το ηθικό των αντιπάλων.

Π. Πικάσσο, Γκερνίκα/ αντίγραφο από πλακίδια στην ομώνυμη πόλη/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Papamanila

Π. Πικάσσο, Γκερνίκα/ αντίγραφο από πλακίδια στην ομώνυμη πόλη/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Papamanila

Ο βομβαρδισμός της Γκερνίκα έχει μείνει στην Ιστορία για πολλούς λόγους, ένας από τους οποίους είναι κι ο διάσημος πίνακας του Πικάσσο. Η Γκερνίκα είχε μεγάλη συμβολική σημασία για τους Βάσκους: ήταν η ιστορική πρωτεύουσά τους, η πόλη γύρω από το Ιερό Δέντρο της οποίας συγκεντρώνονταν οι εθνοσυνελεύσεις τους. Στις 26 Απριλίου 1937, πέντε σμήνη βομβαρδιστικών της γερμανικής Λεγεώνας Κόνδωρ, συνοδευόμενα από ιταλικά βομβαρδιστικά, επιτίθενται κατά της πόλης. Τα τέσσερα πέμπτα των κτηρίων της θα καταστραφούν! Οι νεκροί, όλοι άμαχοι, υπολογίζονται μεταξύ 125 και 300 (κατά τις νεότερες μελέτες βάσει αρχειακών δεδομένων) και 1650 (επίσημος υπολογισμός της βασκικής κυβέρνησης).

Βομβαρδισμένη Γκερνίκα/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_183-H25224

Βομβαρδισμένη Γκερνίκα/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_183-H25224

Δύο κακοσχεδιασμένες επιχειρήσεις αντιπερισπασμού των Δημοκρατικών με στόχους τη Σεγόβια και τη Χουέσκα δεν έχουν κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Ως το τέλος Ιουνίου ο Φράνκο έχει καταλάβει το Μπιλμπάο και ολόκληρη τη χώρα των Βάσκων.

Στο μεταξύ, το στρατόπεδο των Δημοκρατικών κλονίζεται από τη διαμάχη υποστηρικτών της τάξης και οπαδών της επανάστασης. Οι ταραχές οδηγούν τον Λάργο Καμπαγέρο σε παραίτηση. Ο πρόεδρος Αθάνια αναθέτει τον σχηματισμό κυβέρνησης στον σοσιαλιστή Χουάν Νεγρίν, τον μόνο που θεωρεί ικανό να ηγηθεί ενός συνεκτικού κυβερνητικού σχήματος και, ταυτόχρονα, να διαπραγματευθεί με τους Γάλλους και τους Βρετανούς.

Χουάν Νεγρίν

Χουάν Νεγρίν

β.   Αποτυχημένοι αντιπερισπασμοί: Μπρουνέτε και Μπελτσίτε

Μπρουνέτε: Προσπαθώντας να διασώσει ό,τι έχει απομείνει από τον βόρειο θύλακο, το επιτελείο των Δημοκρατικών βάζει σε εφαρμογή μια μεγάλης κλίμακας επιχείρηση αντιπερισπασμού, την οποία έχει σχεδιάσει ο αρχηγός του γενικού επιτελείου Βιθέντε Ρόχο. Οι συγκεντρωμένες δυνάμεις είναι εντυπωσιακές στον αριθμό: 90 χιλιάδες άνδρες, 100 άρματα μάχης, 200 κανόνια και 140 πολεμικά αεροσκάφη. Στις 5 Ιουλίου 1937, τρεις επίλεκτες μεραρχίες τις οποίες διοικούν κομμουνιστές (Λίστερ, Βάλτερ, Καμπεσίνο) επελαύνουν κατά του Μπρουνέτε, στα νοτιοδυτικά της Μαδρίτης, με στόχο να περικυκλώσουν τις φρανκικές δυνάμεις που βρίσκονται συγκεντρωμένες στην περιοχή. Ο στρατός των Δημοκρατικών κατορθώνει να καταλάβει το Μπρουνέτε, έχοντας όμως προχωρήσει λιγότερο απ’ ό,τι υπολόγιζε. Ο Φράνκο διακόπτει τις επιχειρήσεις στον Βορρά και στέλνει ενισχύσεις. Οι εθνικιστές ανακαταλαμβάνουν την πόλη και απωθούν τους Δημοκρατικούς, οι οποίοι έχουν απώλειες 25 χιλιάδων ανδρών. Η εκστρατεία του Φράνκο στα βόρεια συνεχίζεται και στα τέλη Αυγούστου καταλαμβάνεται το Σανταντέρ.

Ενρίκε Λίστερ

Ενρίκε Λίστερ

Μπελτσίτε: Σχεδόν ταυτόχρονα οι Δημοκρατικοί εξαπολύουν μια δεύτερη επίθεση αντιπερισπασμού, αυτή τη φορά στην Αραγωνία με στόχο τη Θαραγόθα. Η ιστορία μοιάζει με επανάληψη της Μάχης του Μπρουνέτε. Το σχέδιο του Ρόχο είναι ιδιαιτέρως τολμηρό, η εκτέλεσή του διστακτική, μια κι ο Λαϊκός Στρατός σκοντάφτει στην αντίδραση της φρουράς του Μπελτσίτε. Οι εθνικιστές στέλνουν ενισχύσεις και ως τις 7 Σεπτεμβρίου έχουν κερδίσει τη μάχη.

Ερείπια του Μπελτσίτε/ πηγή: Wikipedia, χρήστης ecelan

Ερείπια του Μπελτσίτε/ πηγή: Wikipedia, χρήστης ecelan

Ο Φράνκο ολοκληρώνει επιτυχώς την εκστρατεία του Βορρά στα τέλη Οκτωβρίου, έχοντας πλέον κατακτήσει το σύνολο της Αστουρίας. Η βόρεια ζώνη του δημοκρατικού στρατοπέδου έχει πάψει να υπάρχει. Οι Δημοκρατικοί έχουν χάσει 14 μεραρχίες με τον εξοπλισμό τους, τη μοναδική περιοχή με βαριά βιομηχανία που κρατούσαν υπό τον έλεγχό τους και τα πλοία του στόλου του Ατλαντικού. Η πλάστιγγα γέρνει όλο και περισσότερο προς το μέρος των εθνικιστών.

Ε.   ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΠΑΝΙΚΟ ΒΕΡΝΤΕΝ ΣΤΗ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ

α.   Τερουέλ: Στα τέλη του 1937 το ηθικό του δημοκρατικού στρατοπέδου είναι χαμηλό. Υπάρχουν φόβοι ότι σύντομα ο Φράνκο θα επιχειρήσει νέα επίθεση κατά της Μαδρίτης. Ο επιτελάρχης Ρόχο αποφασίζει να θέσει σε εφαρμογή μια επιχείρηση στρατηγικής αντεπίθεσης που θα ανυψώσει το ηθικό του πληθυσμού. Στόχος είναι το Τερουέλ, μια μικρή πόλη της νοτιοδυτικής Αραγωνίας. Στις 15 Δεκεμβρίου, 80 χιλιάδες άνδρες, χωρίς υποστήριξη πυροβολικού και αεροπορίας, επιτίθενται. Μια εβδομάδα αργότερα, έχουν κατορθώσει να καταλάβουν το Τερουέλ.

Μάχη του Τερουέλ

Μάχη του Τερουέλ

Ο Φράνκο έχει δύο επιλογές: να στραφεί κατά της ανυπεράσπιστης Μαδρίτης ή να δώσει ένα γερό μάθημα στους Δημοκρατικούς στερώντας τους ακόμη και την παραμικρή νίκη. Πιστός στη φιλοσοφία του, αποφασίζει να πράξει το δεύτερο. Υπό πολικό ψύχος και με ένα μέτρο χιόνι, ο Εθνικός Στρατός εφορμά στις 17 Ιανουαρίου 1938. Ακολουθούν σφροδρότατες μάχες στο Τερουέλ. Η επίθεση της μιας πλευράς διαδέχεται εκείνη της άλλης. Στις 22 Φεβρουαρίου και με τίμημα απώλειες 40 χιλιάδων ανδρών, οι εθνικιστές ανακτούν το «ισπανικό Βερντέν». Οι αντίπαλοί τους χάνουν 60 χιλιάδες άνδρες και τα περισσότερα από τα εξαιρετικά σοβιετικά τεθωρακισμένα ΒΤ-5.

β.   Μεσόγειος: Η κατάσταση αποδιοργάνωσης του αντιπάλου και η σαφέστατη αριθμητική υπεροχή των εθνικιστικών δυνάμεων δημιουργούν στο επιτελείο του Φράνκο την πεποίθηση ότι είναι η κατάλληλη στιγμή για να καταφέρουν αποφασιστικό πλήγμα στον εχθρό. Με δύναμη μεγαλύτερη των 100 χιλιάδων ανδρών και αιχμή του δόρατος το ιταλικό εκστρατευτικό σώμα, ο Εθνικός Στρατός επιτίθεται στις αρχές Μαρτίου και μέσα σε μια εβδομάδα έχει προχωρήσει πάνω από 100 χιλιόμετρα, κατακτώντας το υπόλοιπο της Αραγωνίας και διεισδύοντας πλέον στην Καταλωνία. Η επίθεση είναι σαρωτική κι αναπτύσσεται σε μέτωπο πλάτους 150 χιλιομέτρων. Μετατοπίζοντας αιφνίδια το κέντρο βάρους της, οι δυνάμεις του Φράνκο φθάνουν ανενόχλητοι στις ακτές της Μεσογείου, στο Βιναρός, ακριβώς στο σύνορο μεταξύ Λεβάντε και Καταλωνίας. Με τον τρόπο αυτό χωρίζουν εκ νέου στα δύο την επικράτεια των Δημοκρατικών, αποκόπτοντας την Καταλωνία από την υπόλοιπη δημοκρατική ζώνη. Την ίδια ώρα, στη Γαλλία, πέφτει η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου και τη θέση της παίρνει η συντηρητική του Νταλαντιέ, η οποία κλείνει οριστικά τα γαλλοϊσπανικά σύνορα, αποκλείοντας κάθε δυνατότητα ανεφοδιασμού της Καταλωνίας.

Η Ισπανία την άνοιξη του 1938/ πηγή: Wikipedia, χρήστης grandiose

Η Ισπανία την άνοιξη του 1938/ πηγή: Wikipedia, χρήστης grandiose

Ο Χενεραλίσιμο έχει τη δυνατότητα να καταλάβει την Καταλωνία με τη Βαρκελώνη, όπου έχει μεταφερθεί η έδρα της κυβέρνησης των Δημοκρατικών. Αντί για αυτό, προτιμά να στραφεί κατά της Βαλένθιας. Ο Ρόχο, όμως, έχει συγκεντρώσει όσες δυνάμεις μπορεί κι έχει οργανώσει πενταπλή γραμμή άμυνας. Οι δυνάμεις του Φράνκο θα προχωρήσουν μόλις 40 χιλιόμετρα σε δύο μήνες και θα εγκαταλείψουν εξουθενωμένες την προσπάθεια (Ιούνιος 1938). Χρόνια αργότερα, ο Χενεραλίσιμο προσπάθησε να δικαιολογήσει την, ακατανόητη από στρατηγική άποψη, απόφασή του διατεινόμενος ότι φοβόταν την αντίδραση της Γαλλίας αν προσέγγιζε τα σύνορά της. Επρόκειτο για ψέμμα: ήδη από τα μέσα Μαρτίου του 1938 οι Γάλλοι είχαν εγγυηθεί στον Φράνκο ότι δεν επρόκειτο να επέμβουν.

γ.   Η Μάχη του Έβρου

Μολονότι η στρατιωτική κατάσταση είναι εξαιρετικά δυσχερής, η διεθνής πολιτική συγκυρία αποτελεί πηγή ελπίδας για τους Δημοκρατικούς. Ξεσπά η κρίση των Σουδητών της Τσεχοσλοβακίας. Οι όλοι και πιο παράλογες απαιτήσεις του Χίτλερ δημιουργούν την πεποίθηση ότι δεν θα αργήσει η σύγκρουση μεταξύ του Άξονα και των δυτικών δημοκρατιών. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Ισπανική Δημοκρατία δεν θα μείνει πλέον αβοήθητη. Για τον λόγο αυτό, πρέπει να τα παίξει όλα για όλα και να επιχειρήσει ένα αποφασιστικό (ή μήπως απεγνωσμένο;) χτύπημα κατά του αντιπάλου, ώστε να αποδείξει την αξία της ως συμμάχου των δυτικών δυνάμεων.

Μάχη του Έβρου

Μάχη του Έβρου

Ο Βιθέντε Ρόχο αποφασίζει να κινητοποιήσει τις δυνάμεις που διαθέτει στην Καταλωνία, περίπου 100 χιλιάδες άνδρες, ελαφρά οπλισμένους, μια και το πυροβολικό με την αεροπορία υπερασπίζονται τη Βαλένθια. Στη μία μετά τα μεσάνυχτα της 25ης Ιουλίου 1938, το 5ο και το 15ο Σώμα Στρατού, υπό τον Λίστερ και τον Ταγουένια (και με γενικό διοικητή τον Χουάν Μοδέστο) περνούν τον Έβρο, συντρίβουν την 50ή μεραρχία των εθνικιστών και προελαύνουν. Ο Φράνκο στέλνει το σύνολο της γερμανικής κι ιταλικής αεροπορίας να βομβαρδίσει τις δυνάμεις των Δημοκρατικών. Παρά τους βομβαρδισμούς και την έλλειψη βαρέος οπλισμού, το πεζικό του Λαϊκού Στρατού μάχεται σώμα με σώμα εναντίον λεγεωνάριων και Μαροκινών και κατορθώνει να προχωρήσει μέχρι την Γκαντέσσα, χωρίς να καταλάβει την πόλη. Εφεξής, οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές καθηλώνονται σε πόλεμο χαρακωμάτων με σφοδρότατες συγκρούσεις. Παρά την υπεροπλία τους, οι δυνάμεις του Φράνκο θα χρειαστούν περισσότερους απο τρεις μήνες για να απωθήσουν τον αντίπαλο. Το βράδυ της 15ης Νοεμβρίου 1938 ο Μανουέλ Ταγουένια δίνει τη διαταγή στις δυνάμεις του να περάσουν και πάλι τον ποταμό, αυτή τη φορά υποχωρώντας.

Η Μάχη του Έβρου στοίχισε σε κάθε πλευρά περισσότερους από 60 χιλιάδες άνδρες. Το πλήγμα είναι μεγαλύτερο για τους Δημοκρατικούς που αδυνατούν να αναπληρώσουν τις απώλειες. Ο πόλεμος έχει ουσιαστικά χαθεί, όπως ακριβώς χάθηκαν και οι ελπίδες ενίσχυσης από τη Γαλλία και τη Βρετανία, ύστερα από τις ντροπιαστικές Συμφωνίες του Μονάχου.

ΣΤ΄.   Η ΕΠΙΘΑΝΑΤΙΑ ΑΓΩΝΙΑ ΤΗΣ Β΄ ΙΣΠΑΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

α.   Η πτώση της Καταλωνίας

Η ήττα στη Μάχη του Έβρου σφραγίζει οριστικά και τη μοίρα της δημοκρατικής Καταλωνίας. Την υπερασπίζονται τα απομεινάρια δύο στρατιών, με πλημμελή οπλισμό και χαμηλό ηθικό. Ο πληθυσμός πεινά, δεν έχει ηλεκτρικό και θέρμανση. Οι πόλεις και ειδικά η Βαρκελώνη έχουν πληγεί από τους σφοδρότατους βομβαρδισμούς της αεροπορίας των εθνικιστών. Με τα γαλλικά σύνορα κλειστά δεν υπάρχει καμία ελπίδα ανεφοδιασμού σε τρόφιμα, όπλα και πυρομαχικά. Η κυβέρνηση Νεγρίν εγκαταλείπει τη Βαρκελώνη και εγκαθίσταται στο κάστρο της Φιγκέρας, στα Πυρηναία, εκεί όπου θα συνεδριάσει για τελευταία φορά και το κοινοβούλιο της Β΄ Ισπανικής Δημοκρατίας.

Λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 1938, ο Φράνκο εξαπολύει το σύνολο σχεδόν των δυνάμεών του, περίπου 300 χιλιάδες άνδρες, κατά της Καταλωνίας. Στα μέσα του Ιανουαρίου του 1939, οι δυνάμεις των Δημοκρατικών αρχίζουν να υποχωρούν. Στις 23 Ιανουαρίου ο Εθνικός Στρατός εισέρχεται θριαμβευτικά στη Βαρκελώνη. Σχεδόν μισό εκατομμύριο άνθρωποι, μαχητές και άμαχοι, παίρνουν τον δρόμο της προσφυγιάς, καταδιωκόμενοι από τα στρατεύματα του Φράνκο και υπό τους συνεχείς βομβαρδισμούς της γερμανικής και ιταλικής αεροπορίας. Οι τυχεροί περνούν τα γαλλικά σύνορα, εκεί που τους περιμένουν οι ταπεινώσεις και τα γαλλικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η φυγή αυτή θα στιγματίσει τη συλλογική μνήμη με την ονομασία Retirada.

Retirada

Retirada

β.   Πραξικόπημα και τέλος

Η κυβέρνηση Νεγρίν καταφεύγει προσωρινά στη Γαλλία. Επιστρέφοντας στην Ισπανία και κινούμενος μεταξύ Βαλένθιας και περιχώρων του Αλικάντε, ο Νεγρίν διερωτάται ως προς τη στάση που πρέπει να κρατήσει. Δεν υπάρχουν πλέον χρήματα, όπλα ή στρατός. Γαλλία και Βρετανία αναγνωρίζουν την κυβέρνηση Φράνκο ως τη μόνη νόμιμη της χώρας. Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες έχουν πια διαλυθεί, ο Στάλιν έχει σταματήσει να παρέχει βοήθεια.

Παρά την απελπιστική κατάσταση, Νεγρίν και κομμουνιστές συμφωνούν ότι ο αγώνας πρέπει να συνεχιστεί μέχρι τέλους. Κεντροαριστεροί και αναρχικοί διαφωνούν και υποστηρίζουν ότι πρέπει να αναζητηθεί συμβιβαστική λύση με τον Φράνκο. Ξεχνούν ότι δεκάδες τέτοιες προσπάθειες απέτυχαν, προσκρούοντας στην κατηγορηματική άρνηση του Χενεραλίσιμο να δεχθεί οποιονδήποτε συμβιβασμό.

Ο στόλος στασιάζει και παραδίδεται στον αντίπαλο. Και στις 5 Μαρτίου 1939, η λύση του δράματος δίνεται από ένα ακόμη πραξικόπημα. Ο συνταγματάρχης Κασάδο, διοικητής της Στρατιάς του Κέντρου, στασιάζει και σε συνεργασία με τους αναρχικούς ανατρέπει την κυβέρνηση Νεγρίν. Οι προσπάθειές του να διαπραγματευθεί με τους εθνικιστές πέφτουν, όπως ήταν αναμενόμενο, στο κενό. Τίποτε άλλο εκτός της άνευ όρων συνθηκολόγησης δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Δίνεται απλώς η υπόσχεση ότι όσοι δεν ενέχονται σε βιαιοπραγίες δεν θα πάθουν τίποτε. Η υπόσχεση, φυσικά δεν θα τηρηθεί. Ακολουθεί ακόμη ένας μικρός εμφύλιος εντός του μεγάλου, μεταξύ κομμουνιστών και αντικομμουνιστών. Μωραίνει Κύριος…

Στις 26 Μαρτίου ο Φράνκο εξαπολύει την τελική επίθεση. Στις 31 Μαρτίου το ιταλικό εκστρατευτικό σώμα μπαίνει στο Αλικάντε, την τελευταία πόλη που κρατούσαν οι Δημοκρατικοί. Την Πρωταπριλιά του 1939 ο ηγέτης των εθνικιστών εκφωνεί το διάγγελμα της νίκης. Ο πόλεμος έχει τελειώσει… αλλά αυτό που τον διαδέχεται δύσκολα μπορεί να ονομαστεί ειρήνη.

Φράνκο

Φράνκο

[Συνεχίζεται]

[1] Guerres & Histoire, αριθ. 31, Ιούνιος 2016, σελ. 3.

[2] Θύμα των εκκαθαρίσεων εκ μέρους των δυνάμεων του Κέιπο δε Γιάνο υπήρξε κι ο μεγάλος ποιητής Φεδερίκο Γαρθία Λόρκα, στις 19 Αυγούστου 1936.

Νεότερα από το Ανατολικό Μέτωπο – μέρος 5: Στο «άντρο του φασιστικού κτήνους» – Συμπεράσματα και επίλογος

Φεβρουαρίου 20, 2016
Ο Κόκκινος Στρατός στο Βερολίνο/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-R77767, Berlin, Rotarmisten Unter den Linden

Ο Κόκκινος Στρατός στο Βερολίνο/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-R77767, Berlin, Rotarmisten Unter den Linden

Γ. ΣΤΟ «ΑΝΤΡΟ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΤΙΚΟΥ ΚΤΗΝΟΥΣ»

Το 1945 ξεκινούσε με τους χειρότερους οιωνούς για τους Γερμανούς. Οι σύμμαχοι είχαν περάσει τα δυτικά σύνορα του Ράιχ και με τους βομβαρδισμούς τους είχαν μετατρέψει τις γερμανικές πόλεις σε ερείπια. Στην Ανατολή, οι Ρώσοι, έχοντας πάρει τον έλεγχο των Βαλκανίων, είχαν ήδη περικυκλώσει τις γερμανικές δυνάμεις που είχαν οχυρωθεί στη Βουδαπέστη και καταλάμβαναν την ερειπωμένη Βαρσοβία και την Κρακοβία. Όλοι οι σύμμαχοι της ναζιστικής Γερμανίας την είχαν πια εγκαταλείψει. Και την ίδια ώρα, ο Κόκκινος Στρατός ετοιμαζόταν να εισβάλει στα γερμανικά εδάφη.

α.   Ο Κόκκινος Στρατός περνά στη Γερμανία

1945, η σοβιετική προέλαση

1945, η σοβιετική προέλαση

Η συντονισμένη σοβιετική επίθεση ξεκινά στις 12 Ιανουαρίου. Ο Κόνιεφ, επικεφαλής του Α΄ Μετώπου Ουκρανίας κινείται προς τη Σιλεσία. Ο Ζούκοφ με το Α΄ Μέτωπο Λευκορωσίας βαδίζει προς την καρδιά της Γερμανίας μέσω της κεντρικής Πολωνίας. Το Β΄ Μέτωπο Λευκορωσίας του στρατάρχη πλέον Ροκοσσόφσκι στοχεύει στο Ντάντσιχ, ενώ το Γ΄ Μέτωπο Λευκορωσίας υπό τον Τσερνιαχόφσκι διεισδύει στην Αν. Πρωσία. Ο ναζί γκάουλάιτερ Κοχ δεν είχε επιτρέψει εγκαίρως την εκκένωση των απειλούμενων περιοχών από τον άμαχο πληθυσμό. Εκατοντάδες χιλιάδες Γερμανοί έπαιρναν τον δρόμο της προσφυγιάς. Μερικοί επέλεξαν να βρουν καταφύγιο στο «απόρθητο» Κένιγκσμπεργκ. Οι περισσότεροι, υπό συνθήκες πολικού ψύχους, πάσχιζαν να διαβούν την παγωμένη λιμνοθάλασσα του Βιστούλα, ελπίζοντας να φτάσουν στο Ντάντσιχ και να καταφύγουν στα δυτικά με πλοία.

Πρόσφυγες στην Ανατολική Πρωσία, Φεβρουάριος 1945/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1976-072-09

Πρόσφυγες στην Ανατολική Πρωσία, Φεβρουάριος 1945/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1976-072-09

Στις 20 Ιανουαρίου πέφτει η πρώτη σημαντική πόλη της Αν. Πρωσίας, το Τιλζίτ, την επομένη τον Γκούμπιννεν. Στις 9 Φεβρουαρίου η πρωτεύουσα της ιστορικής αυτής περιοχής, το Κένιγκσμπεργκ αρχίζει να πολιορκείται από τους Ρώσους. Η πολιορκία θα κρατήσει δύο ολόκληρους μήνες. Κατά τη διάρκειά της θα τραυματιστεί θανάσιμα ο στρατηγός Τσερνιαχόφσκι. Τη θέση του θα πάρει ο στρατάρχης Βασιλιέφσκι. Νοτιότερα, ο Κόκκινος Στρατός έφτανε στον Όντερ, καταλάμβανε το Πόζναν και στα τέλη Μαρτίου οι δυνάμεις του Ζούκοφ και του Ροκοσσόφσκι ενώνονταν και κατακτούσαν το Ντάντσιχ. Οι Γερμανοί αντιστέκονταν παντού λυσσαλέα. Αρνούνταν να παραδοθούν στους Ρώσους και τους πολεμούσαν μέχρι την τελευταία σφαίρα. Αλλά η τύχη και οι αριθμοί δεν ήταν εδώ και καιρό με το μέρος τους.

β.   Επίθεση στο Βερολίνο

Στις 16 Απριλίου άρχιζε η τελική σοβιετική επίθεση με στόχο το Βερολίνο, το «άντρο του φασιστικού κτήνους», και τον τερματισμό του πολέμου με την απόλυτη εξόντωση του αντιπάλου.

Το σοβιετικό πυροβολικό βάλλει κατά των γερμανικών θέσεων κατά την έναρξη της επίθεσης προς το Βερολίνο/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_183-E0406-0022-012

Το σοβιετικό πυροβολικό βάλλει κατά των γερμανικών θέσεων κατά την έναρξη της επίθεσης προς το Βερολίνο/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_183-E0406-0022-012

«Στις τρεις το πρωί, φωτοβολίδες έλαμψαν στον ουρανό της νύχτας, λούζοντας με κόκκινο φως την κεφαλή του προγεφυρώματος του Κύστριν. Ακολούθησε μια στιγμή αγωνιώδους σιωπής κι έπειτα ξέσπασε η καταιγίδα. Η γη έτρεμε σε ολόκληρη την κοιλάδα του Όντερ, μέχρι τη Φρανκφούρτη κι ακόμη πιο μακριά. Σαν να τις ενεργοποίησε κάποιο αόρατο χέρι, οι σειρήνες άρχισαν να ουρλιάζουν, κάποιες στιγμές τις άκουγαν ως και το Βερολίνο, τα τηλέφωνα χτυπούσαν δίχως σταματημό, τα βιβλία έπεφταν από τα ράφια των βιβλιοθηκών… Στις 16 Απριλίου 1945, με είκοσι στρατιές τις οποίες αποτελούσαν δυόμισι εκατομμύρια άνδρες, με πάνω από σαράντα χιλιάδες εκτοξευτές χειροβομβίδων, οβιδοβόλα και κανόνια, και με εκατοντάδες “αρμόνια του Στάλιν” (συνολικά, τριακόσια στοιχεία πυροβολικού ανά χιλιόμετρο), ο Κόκκινος Στρατός εξαπέλυσε τη μεγάλη του επίθεση. Από το Λέτσιν ως το Ζέελο κι από το Φρίντεσντορφ ως το Ντόλγκελιν υψώθηκαν γιγάντιες στήλες φωτιάς και σκόνης, σχηματίζοντας ένα συμπαγές τείχος που το διαπερνούσαν αστραπές. Δάση ολόκληρα παραδίδονταν στις φλόγες. Χρόνια μετά, κάποιοι επιζώντες θα θυμούνταν τους καυτούς ανεμοστρόβιλους που μετέτρεπαν την ύπαιθρο σε εστίες φωτιάς και σε στάχτες.

Έπειτα από μισή ώρα, το πανδαιμόνιο της κόλασης σταμάτησε ξαφνικά. Για μερικά δευτερόλεπτα απλώθηκε μια σιωπή που έκοβε την ανάσα, σιωπή που τη διέκοπτε μονάχα ο ήχος που έκαναν οι φλόγες και το βουητό του ανέμου. Κι ύστερα, πάνω από τις σοβιετικές γραμμές, το φως ενός και μόνο προβολέα έλαμψε στον ουρανό. Μόλις δόθηκε τούτο το σήμα, 143 προβολείς, διατεταγμένοι σε απόσταση διακοσίων μέτρων ο ένας από τον άλλο, άναψαν για να φωτίσουν οριζόντια το πεδίο της μάχης. Αυτοί οι εκτυφλωτικοί διάδρομοι φωτός αποκάλυπταν τώρα ένα τοπίο αγνώριστο, καμένα δέντρα και γη βαθιά οργωμένη από τις οβίδες, για να σβήσουν μερικά χιλιόμετρα πιο μακριά, στα υψώματα του Ζέελο, τα οποία κι αποτελούσαν τον αρχικό επιχειρησιακό στόχο του διοικητή των σοβιετικών δυνάμεων, στρατάρχη Γκιόργκι Ζούκοφ» [Γιόαχιμ ΦΕΣΤ: Der Untergang. Hitler und das Ende des Dritten Reiches, 2002 («Η Πτώση – Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ΄ Ράιχ»), κεφ. 1].

Αυτή η εντυπωσιακή εκκίνηση αποδεικνύεται ένα πελώριο φιάσκο. Ο διοικητής των γερμανικών δυνάμεων, στρατηγός Γκότχαρτ Χάινρισι, έχει αποσύρει το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών του σε αμυντικές θέσεις δυτικότερα. Το σοβιετικό πυροβολικό περισσότερο «καταστρέφει» το έδαφος, καθιστώντας δυσχερή την προέλαση του πεζικού, παρά πλήττει γερμανικές θέσεις. Κι ο Ζούκοφ, πιεσμένος από τον Στάλιν που επιθυμεί μια γρήγορη κατάληψη του Βερολίνου για να προλάβει τους Αμερικανούς, ρίχνει βιαστικά στη μάχη τα τεθωρακισμένα του τα οποία κολλάνε στη λάσπη και στους λάκκους που έχουν ανοίξει οι οβίδες, παρενοχλώντας ακόμη περισσότερο την κίνηση του πεζικού.

Ι. Σ. Κόνιεφ

Ι. Σ. Κόνιεφ

Νοτιότερα, ο στρατάρχης Κόνιεφ τα καταφέρνει πολύ καλύτερα, κερδίζοντας συνεχώς έδαφος. Είναι ο πρώτος που θα πλησιάσει την πρωτεύουσα του Ράιχ. Ο Ζούκοφ, μετά τις αρχικές δυσκολίες, εκμεταλλεύεται τελικά την υπεροπλία του και προχωρά στα δυτικά. Χάρη στις επιτυχίες του στο παρελθόν θα είναι εκείνος στον οποίο ο Στάλιν θα αναθέσει την τιμή να κατακτήσει το Βερολίνο.

Στις 23 Απριλίου οι Σοβιετικοί έφταναν πια στο Βερολίνο. Δυο μέρες αργότερα, οι δυνάμεις του Ζούκοφ και του Κόνιεφ ενώνονταν, περικυκλώνοντας την πρωτεύουσα του Γ΄ Ράιχ. Χωρίς ουσιαστική επαφή με τον εξωτερικό κόσμο, μαζί με τους τελευταίους πιστούς του, ο Χίτλερ έδινε διαταγές σε μονάδες που υπήρχαν μόνο στη φαντασία του. Στις 30, ο Φύρερ αυτοκτονούσε στο καταφύγιο της καγκελαρίας μαζί με τη σύζυγό του πια Εύα Μπράουν. Στις 2 Μαΐου, το Βερολίνο είχε περάσει εξ ολοκλήρου στον σοβιετικό έλεγχο. Την προηγουμένη, η σημαία με το σφυροδρέπανο υψωνόταν στο Ράιχσταγκ.

Η σημαία με το σφυροδρέπανο υψώνεται στο Ράιχσταγκ, 1η Μαΐου 1945

Η σημαία με το σφυροδρέπανο υψώνεται στο Ράιχσταγκ, 1η Μαΐου 1945

Η Γερμανία δεν είχε άλλη επιλογή από την άνευ όρων συνθηκολόγηση. Στις 7 Μαΐου ο στρατηγός Γιοντλ υπέγραφε τη συνθηκολόγηση στη Ρενς, στο στρατηγείο του Άιζενχάουερ, παρουσία εκπροσώπων όλων των συμμάχων. Την επομένη ο στρατάρχης Βίλχελμ Κάιτελ, αρχηγός του γερμανικού γενικού επιτελείου ενόπλων δυνάμεων, υπέγραφε ένα παρόμοιο έγγραφο στο στρατηγείο του Ζούκοφ, στα περίχωρα του Βερολίνου (επρόκειτο για τις εγκαταστάσεις της γερμανικής στρατιωτικής Σχολής Μηχανικού). Στη Μόσχα είχαν περάσει τα μεσάνυχτα και βρισκόμασταν πια στις 9 Μαΐου. Την «Ημέρα της Νίκης στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο».

1945: Γερμανοί πρόσφυγες από τη Σιλεσία κοντά σε κάποιο σιδηροδρομικό σταθμό του Βερολίνου/ φωτογραφία: Fred Ramage/Keystone/Getty Images

1945: Γερμανοί πρόσφυγες από τη Σιλεσία κοντά σε κάποιο σιδηροδρομικό σταθμό του Βερολίνου/ φωτογραφία: Fred Ramage/Keystone/Getty Images

γ.   Σοβιετικά εγκλήματα πολέμου σε γερμανικό έδαφος

Ο βιασμός ίσως κι εκατομμυρίων Γερμανίδων (ο Μπήβορ κάνει λόγο για 2 έως 3 εκατομμύρια, ο, πιο επιφυλακτικός και προσεκτικός ως προς τα στοιχεία, Μπερνάρ θεωρεί τον πραγματικό αριθμό σαφώς μικρότερο [Nicolas BERNARD « La Guerre germano-soviétique », t. 2 « 1943-1945 », Texto, Tallandier, 2013, 2015, σελ. 342 επ.]) και άλλα εγκλήματα σε βάρος του άμαχου πληθυσμού (φόνοι, βιαιοπραγίες, λεηλασίες, καταστροφές) στη Γερμανία κηλιδώνουν την εικόνα του Κόκκινου Στρατού. Πώς άνθρωποι πιθανότατα άκακοι στην ειρηνική ζωή τους μεταμορφώνονταν σε κτήνη;

Είναι βέβαιο ότι η σοβιετική προπαγάνδα, τα πύρινα κείμενα του Ερενμπούργκ και τα υπόλοιπα άρθρα στον Τύπο, τα ποιήματα του Σίμονοφ, η κατήχηση των κομμισσάριων και των πολιτικών καθοδηγητών είχαν ενσταλάξει στον μέσο στρατιώτη θανάσιμο μίσος για τους Γερμανούς. Αλλά για να είμαστε ειλικρινείς, συχνά η προπαγάνδα δεν ήταν αναγκαία: οι περισσότεροι είχαν δει με τα ίδια τους τα μάτια τα αποτελέσματα της γερμανικής θηριωδίας, τους εκτελεσμένους, τα πυρπολημένα χωριά, τα σημάδια του Ολοκαυτώματος. Αρκετοί είχαν συγγενείς και φίλους ανάμεσα στα θύματα.

une femme a berlin

Ένας άλλος παράγοντας, όσον αφορά τους βιασμούς, ήταν η σεξουαλική στέρηση του Σοβιετικού στρατιώτη. Σε αντίθεση με τον αξιωματικό που πάντα μπορούσε να βρει μια «κινητή σύζυγο εκστρατείας», σύμφωνα με τη στρατιωτική αργκώ, ανάμεσα στις νοσοκόμες και τις διαβιβάστριες, ο απλός στρατιώτης δεν είχε καμιά διέξοδο.

Τέλος, καθοριστική ήταν η ίδια η ψυχολογία του πολέμου: η αίσθηση ότι δεν υπάρχουν κανόνες και περιορισμοί, η οποία σε συνδυασμό με τον διαρκή κίνδυνο του θανάτου επιτρέπει τα πάντα. Και περίπλοκα στοιχεία της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης που οδηγούν κάποιους να πιστεύουν ότι η διάπραξη φριχτών εγκλημάτων δημιουργεί άρρηκτους δεσμούς μεταξύ των συναυτουργών. Υπήρχαν και οι καλοί της ιστορίας, αλλά στο τέλος έχαναν…

Έρικα

Ο Ν. Ν. Νικούλιν το 1942

Ο Ν. Ν. Νικούλιν το 1942

Ο Νικολάι Νικολάγιεβιτς Νικούλιν (1923-2009), ιστορικός της Τέχνης, έφορος στο τμήμα φλαμανδικής και γερμανικής ζωγραφικής του 15ου – 16ου αι. στο Ερμιτάζ, μιλά για τον έρωτά του με την κόρη ενός φαρμακοποιού στο Τσόπποτ, κοντά στο Ντάντσιχ (σημ. Σόποτ, Πολωνία). Ο ήρωας επιστρέφει στην πόλη για να βρει την αγαπημένη του:

«Βλέπω ένα γέρο. Τον αναγνωρίζω. Είναι ένας βετεράνος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου που του έδινα λίγο φαγητό όταν έμενα στο Τσόπποτ. Πηγαίνω κοντά του και αρχίζω τις ερωτήσεις. Δείχνει άθλια δυστροφικός. Ανθρώπους σε τέτοια κατάσταση είχα δει στο Λενινγκράντ, την εποχή της πολιορκίας. Εδώ δεν έχουν ούτε 100 γρ. ψωμί τη μέρα για να φάνε, οι Πολωνοί δεν τους δίνουν τίποτε. Μου απαντά διαρκώς μονάχα “Nein, nein”. Βλέπω ότι είναι φοβισμένος, τα χέρια του τρέμουν, το πρόσωπό του είναι γεμάτο οιδήματα. Στο μεταξύ, ο μοτοσυκλετιστής που με περιμένει για να συνεχίσουμε την πορεία μας με βρίζει διαρκώς και απειλεί ότι θα ξεκινήσει μόνος του. Απελπισμένος, δίνω στον γέρο την τσάντα με τα τρόφιμα και κάνω να φύγω. Και τότε εκείνος με σταματά. Η θέα του φαγητού ξανάφερε τη ζωή μέσα του. Έπειτα μου λέει τα εξής: “Ήταν έξι, δικοί σας, αρματιστές… μετά, το κορίτσι πήδησε απ’ το παράθυρο κι αυτοκτόνησε”.» [Николай Николаевич Никулин «Воспоминания о войне», 1975 – απόσπασμα που παρατίθεται και στους Lopez και Otkhmezuri « Grandeur et misère de l’Armée rouge », σελ. 341-342]

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ι.   ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗΣ

Πώς εξηγείται, όμως, η σαρωτική επικράτηση της ΕΣΣΔ στον μεγαλύτερο πόλεμο της Ιστορίας; Στη Δύση επικρατούσε επί μακρόν η αντίληψη ότι η σοβιετική νίκη οφείλεται στη δύναμη των αριθμών: στο ανεξάντλητο ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο ο Στάλιν θυσίαζε χωρίς καμιά φειδώ, και στις τεράστιες πλουτοπαραγωγικές πηγές μιας αχανούς χώρα. Η εξήγηση αυτή συνιστά υπεραπλούστευση. Εύκολα αναγνωρίζει κάποιος τη συνήθη δικαιολογία των Γερμανών στρατιωτικών, οι οποίοι επικαλούνταν μόνο τους αριθμητικούς συσχετισμούς και τα λάθη που διέπραξε η πολιτική ηγεσία τους, επιδεικνύοντας χαρακτηριστική απροθυμία να αποδεχθούν τις όποιες αρετές των αντιπάλων τους. Εξήγηση εύκολη και βολική που βρήκε ευήκοα ώτα σε μέρος της δυτικής ιστοριογραφίας για λόγους που άπτονται περισσότερο της πολιτισμικής συγγένειας και της ψυχροπολεμικής λογικής, παρά της αντικειμενικότητας. Οι λόγοι, όμως, της σοβιετικής επικράτησης είναι πολύ πιο σύνθετοι και αφορούν τόσο γερμανικές αδυναμίες και σφάλματα όσο και, πρωτίστως, ικανότητες της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της ΕΣΣΔ.

– Αναμφίβολα, μαχητές και άμαχοι στην ΕΣΣΔ διακρίνονται από ένθερμο πατριωτικό φρόνημα. Υπομένουν απίστευτες θυσίες πιστεύοντας σε έναν ανώτερο σκοπό. Όλοι, ακόμη και οι αντίπαλοι της κομμουνιστικής ηγεσίας της ΕΣΣΔ, επισημαίνουν ότι ο «Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος» σφυρηλάτησε μια άρρηκτη συμμαχία ανάμεσα στον δήμιο και τα θύματά του *! Το φρόνημα, όμως, δεν αρκεί. Και οι Γερμανοί στρατιώτες πολέμησαν μέχρι τέλους με αυταπάρνηση, το φρόνημά τους συνέχιζε να είναι υψηλό μέχρι και τις αρχές του 1945, εποχή που η μοίρα της χώρας τους είχε ήδη κριθεί.

– Η ΕΣΣΔ κατόρθωσε να εκμεταλλευθεί με εντυπωσιακό τρόπο τη βιομηχανία της, θέτοντας το 100 % της παραγωγής στην υπηρεσία του πολεμικού σκοπού. Αντιθέτως στη Γερμανία το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μικρότερο του 50 % της συνολικής βιομηχανικής παραγωγής, τουλάχιστον μέχρι την τελευταία χρονιά του πολέμου.

Τ-34

Τ-34

– Οι Σοβιετικοί κατορθώνουν από τα τέλη του 1942 να αποκτήσουν σαφή αριθμητική και τεχνολογική υπεροχή σε θέματα εξοπλισμών. Τα όπλα τους είναι σε όλες τις περιπτώσεις ισάξια των γερμανικών, ενώ σε ορισμένες υπερέχουν σημαντικά, όπως π.χ. στον τομέα των τεθωρακισμένων. Το Τ-34 υπήρξε κατά κοινή ομολογία το καλύτερο μεσαίο τεθωρακισμένο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου: καλά θωρακισμένο και με φαρδιές ερπύστριες που του παρείχαν δυνατότητες κίνησης σε ανώμαλο, χιονισμένο και λασπωμένο έδαφος. Το βαρύ KV ήταν ουσιαστικά άτρωτο από τα γερμανικά βλήματα.

Πολιτική και στρατιωτική ηγεσία επιδεικνύουν αυξημένο βαθμό προσαρμοστικότητας στα γεγονότα, μαθαίνουν από τα λάθη τους και τα διορθώνουν. Όσο περνά ο καιρός οι σοβιετικοί διοικητές που έχουν αποδείξει την αξία τους απολαύουν όλο και μεγαλύτερης ευχέρειας και δυνατότητας ανάληψης πρωτοβουλιών. Αυτό ήταν κάποτε χαρακτηριστικό της Βέρμαχτ, μόνο που η συσσώρευση αποτυχιών οδηγεί τον Φύρερ σε δογματισμό και εγκλωβισμό στις ιδεοληψίες του. Στο τέλος παρεμβαίνει στη λήψη αποφάσεων ακόμη και σε επίπεδο τάγματος ή λόχου! Άλλωστε, μεταξύ του Χίτλερ και των ανώτατων στρατιωτικών διοικητών του υφίσταται διάσταση απόψεων ως προς τους θεμελιώδεις στόχους: ο δικτάτορας εμμένει στο αρχικό σχέδιο κατάληψης ολόκληρης της ευρωπαϊκής ΕΣΣΔ, ενώ έχει από την πρώτη χρονιά καταστεί σαφές ότι το σχέδιο αυτό είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί, ενώ οι δεύτεροι (και, κυρίως, ο φον Μάνστάιν επιδιώκουν την «ισοπαλία» που θα επιτρέψει τη σύναψη μιας «έντιμης» συνθήκης ειρήνης μεταξύ των δύο εμπολέμων. Ενδεικτικό της ιδεοληψίας του Φύρερ είναι και το εξής στοιχείο: ό,τι απέμεινε από την Ομάδα Στρατιών Βορρά (περίπου 200 χιλιάδες άνδρες, δηλαδή δύναμη διόλου αμελητέα) παραμένει από τα τέλη του 1944 αποκλεισμένο στη χερσόνησο της Κουρλάνδης, στη Λετονία. Παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της στρατιωτικής ηγεσίας για μεταφορά της δύναμης αυτής στα μέτωπα του Βιστούλα και του Όντερ με σκοπό την υπεράσπιση των εδαφών του Ράιχ, ο Χίτλερ αρνείται πεισματικά διότι, ακόμη και την υστάτη ώρα, πιστεύει ότι η Κουρλάνδη είναι το ιδανικό προγεφύρωμα για να επιχειρηθεί εκ νέου… η κατάκτηση της ΕΣΣΔ!

Μάιος 1945, Ζούκοφ και Ροκοσσόφσκι με τον Μοντγκόμερυ στο Βερολίνο/ πηγή: Library and Archives Canada - Bibliothèque et Archives Canada

Μάιος 1945, Ζούκοφ και Ροκοσσόφσκι με τον Μοντγκόμερυ στο Βερολίνο/ πηγή: Library and Archives Canada – Bibliothèque et Archives Canada

– Η σοβιετική στρατιωτική ηγεσία αποδεικνύεται ικανότατη σε επίπεδο σχεδιασμού και υλοποίησης επιχειρήσεων ευρείας κλίμακας. Πρωτίστως, κυριαρχούν των Γερμανών σε επίπεδο συνολικής στρατηγικής. Οι δεύτεροι αντιλαμβάνονται την πολεμική σύγκρουση ως σειρά μαχών και αναζητούν εκείνη που θα αποδειχθεί καθοριστικής σημασίας. Οι Σοβιετικοί υιοθετούν ολιστική προσέγγιση: ο σύγχρονος πόλεμος καθορίζεται από σύνολο παραγόντων, όπως είναι οι δυνατότητες βιομηχανικής παραγωγής, η στάση και αντοχή του άμαχου πληθυσμού κι όχι μόνο οι στρατιωτικές επιχειρήσεις. «Από το τέλος του 1942… οι Σοβιετικοί, χάρη στην εξαιρετική θεωρητική κατάρτιση και αντίληψή τους, κατανοούν την πραγματική φύση του σύγχρονου πολέμου και, ως εκ τούτου, επικρατούν των Γερμανών τόσο σε επίπεδο αντίληψης όσο και στο πεδίο της μάχης.» [Boris LAURENT « La Guerre Totale à l’Est, 1941-1945 (Nouvelles perspectives sur la guerre germano-soviétique) », Nouveau Monde éditions, Παρίσι, 2014, σελ. 538]

Ό. Φ. Μπεργγόλτς

Ό. Φ. Μπεργγόλτς

[* Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της ποιήτριας Όλγας Φιόντοροβνα Μπεργγόλτς (Ольга Фёдоровна Берггольц, 1910-1975), της φωνής του πολιορκημένου Λενινγκράντ που με τις ραδιοφωνικές εκπομπές έκανε ό,τι μπορούσε για να τονώσει το ηθικό των πεινασμένων, πληγωμένων και βασανισμένων κατοίκων της μαρτυρικής πόλης.
Πέρα από τη σημαντική αξία του λογοτεχνικού έργου της, αυτό που συγκλονίζει στην περίπτωση της Μπεργγόλτς είναι η δύναμη και η γενναιότητα ενάντια σε όλες τις συμφορές που βίωσε. Έχασε δύο συζύγους (ο πρώτος, πατέρας της μεγαλύτερης κόρης της, με τον οποίο είχε ήδη χωρίσει, εκτελέστηκε το 1938 στο πλαίσιο των σταλινικών εκκαθαρίσεων – ο δεύτερος πέθανε, ήδη άρρωστος, τον Νοέμβριο του 1941 όταν ο λιμός της πολιορκημένης πόλης βρισκόταν στο αποκορύφωμά του). Έχασε και τις δυο κόρες της (τη μικρότερη Μάγια το 1934, την Ιρίνα το 1936). Ως «ύποπτη για σχέσεις με τροτσκιστικά στοιχεία» έπεσε στα νύχια του Λαϊκού Επιτροπάτου Εσωτερικών Υποθέσεων στις 13 Δεκεμβρίου 1938, φυλακίστηκε (έως τον Ιούλιο του 1939) και βασανίστηκε. Το τρίτο της παιδί γεννήθηκε νεκρό μέσα στη φυλακή.]

ΙΙ.   ΣΗΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗΣ

Και τι έγινε μ’ αυτό; Δεν ήταν σύγκρουση μεταξύ δύο ολοκληρωτισμών; Έχει σημασία ποιος κέρδισε, κατά μείζονα λόγο όταν κάποιοι ανακηρύσσουν την ημερομηνία υπογραφής του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ σε ημέρα μνήμης του αγώνα κατά του ολοκληρωτισμού, εξομοιώνοντας απολύτως ναζισμό και κομμουνισμό;

Και όμως! Αντικειμενικά, η σοβιετική επικράτηση έχει τεράστια σημασία επειδή καθόρισε την έκβαση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και επιπλέον, επειδή ακόμη και στο «κακό» μπορεί και πρέπει να υπάρχει ιεράρχηση. Ο ναζισμός ήταν μια ιδεολογία μίσους, στηριζόμενη στον ακραίο φυλετισμό: κάποιοι αποκλείονταν απλώς και μόνον επειδή γεννιούνταν με ορισμένη εθνοτική καταγωγή και θρησκεία. Ο κομμουνισμός στηριζόταν σε μια ιδεολογία με ευγενείς αρχές που εφαρμόστηκε με τον χειρότερο δυνατό τρόπο για να καταλήξει σε ένα άγριο, ανελεύθερο, ολοκληρωτικό καθεστώς (είναι, άραγε, τυχαίο, όμως, το γεγονός ότι ο σοβιετικός ολοκληρωτισμός στηρίζεται στη ρωσική παράδοση; Δεν είναι, από άποψη μεθόδων, η άσκηση εξουσίας υπό το κομμουνιστικό καθεστώς συνέχεια της τσαρικής απολυταρχίας; Δεν είναι το Εν Κα Βε Ντε συνεχιστής της Οχράνα;). Το καθεστώς, αυτό, όμως, είχε τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά της απολυταρχίας: ζητούσε «απλώς» την υποταγή του ατόμου, δεν το απέκλειε εξαρχής.

Τόμας Μανν (1937)

Τόμας Μανν (1937)

«Η εξομοίωση, από ηθική άποψη, του ρωσικού κομμουνισμού με τον ναζιστικό φασισμό, με βάση το επιχείρημα ότι αμφότεροι συνιστούν μορφές ολοκληρωτισμού, αποτελεί στην καλύτερη των περιπτώσεων επιφανειακή σκέψη, στη χειρότερη απλώς φασισμό. Εκείνοι που επιμένουν εν προκειμένω στην άποψη περί ισοδυναμίας των δύο αυτών ιδεολογιών μπορεί να εμφανίζονται ως δημοκράτες, στην πραγματικότητα, όμως, και στο βάθος της καρδιάς τους είναι ήδη φασίστες. Βέβαιο είναι ότι δεν θα πολεμήσουν τον φασισμό παρά μόνο για τα προσχήματα και με τρόπο εντελώς ανειλικρινή. Όλο το μίσος τους θα το φυλάξουν για τον κομμουνισμό.» [Τόμας ΜΑΝΝ, εκπομπή του BBC προς τους Γερμανούς ακροατές (Deutsche Hörer!). Κείμενο που γράφηκε κατά τη διάρκεια του Β΄ ΠΠ και διαβάστηκε από τον συγγραφέα σε ραδιοφωνική εκπομπή στις 24.10.1942.]

Βεβαίως, κάποιοι θα αντιτείνουν ότι ο ισχυρισμός του Τόμας Μανν θα πρέπει να ερμηνευθεί σε συνάρτηση με το ιδιαίτερο πλαίσιο της εποχής. Για εκείνους πρόκειται απλώς για προπαγάνδα με στόχο να πείσει ότι οι Σοβιετικοί είναι αξιόπιστοι σύμμαχοι στον αγώνα κατά του ναζισμού.

Κυρίως, όμως, κάποιοι θα προβάλουν το «λογιστικής» φύσης επιχείρημα, όπως ακριβώς ο Στεφάν Κουρτουά στη «Μαύρη Βίβλο του Κομμουνισμού». Για τον Γάλλο ιστορικό, ο κομμουνισμός είχε «100 εκατομμύρια θύματα», ενώ ο ναζισμός «μόνον» «25, περίπου, εκατομμύρια». Η κόκκινη ιδεολογία δολοφονούσε διαρκώς, ενώ ο ναζισμός μόνον με τον πόλεμο και δη την εισβολή στην ΕΣΣΔ. Το στοιχείο αυτό «θα έπρεπε τουλάχιστον να παρακινήσει σε μια συγκριτική εξέταση της ομοιότητας μεταξύ του καθεστώτος που θεωρήθηκε από το 1945 το πλέον εγκληματικό του αιώνα και του κομμουνιστικού συστήματος…» [Stéphane COURTOIS « Les crimes du communisme » σε « Le livre noir du communisme », Éditions Robert Laffont, Παρίσι, 1997, σελ. 24-25]. Με άλλα λόγια, η εξομοίωση είναι ένα ελάχιστο ζητούμενο, το πραγματικό δεν είναι άλλο από την παραδοχή ότι ο κομμουνισμός υπήρξε μεγαλύτερο δεινό απ’ ό,τι ο ναζισμός!

Ας αφήσουμε κατά μέρος τον έλεγχο της ακρίβειας των προβαλλόμενων αριθμών (μολονότι στη μια περίπτωση αθροίζονται στοιχεία, όχι κατ’ ανάγκην εξακριβωμένα, που αφορούν το σύνολο των κομμουνιστικών καθεστώτων ανά τον κόσμο, ενώ στη δεύτερη παρατίθεται αριθμός μικρότερος κι από τον συνολικό αριθμό θυμάτων στην ΕΣΣΔ κατά τη διάρκεια του πολέμου). Το επιχείρημα του Κουρτουά το αντικρούει ο Νικολά Μπερνάρ, συγγραφέας που μόνο για συμπάθεια προς τον κομμουνισμό δεν μπορεί να κατηγορηθεί, πλην όμως δεν επιτρέπει σε ιδεολογικές παρωπίδες να εμποδίσουν την αντικειμενική θεώρηση των ιστορικών δεδομένων:

«Ας αναπτύξουμε, επομένως, περαιτέρω τον συλλογισμό, μεριμνώντας ώστε να μη λησμονήσουμε ένα θεμελιώδες δεδομένο: εάν ο ναζισμός δεν σκότωσε όσο και το σύνολο των κομμουνιστικών καθεστώτων, τούτο συνέβη ακριβώς επειδή έχασε τον πόλεμο. Το να γράφει κάποιος ότι ο ναζιστικό τρόμος, ο οποίος υφίσταται πολύ πριν το 1941, έλαβε τέτοιες διαστάσεις κατά τον πόλεμο δεν έχει αξία παρά μόνον εφόσον υπομνησθεί ότι ο πόλεμος αυτός είχε προγραμματιστεί από τον Χίτλερ από μακρόν… Η γερμανική βαρβαρότητα στην Ανατολή εντάσσεται σε αυτήν την προμελετημένη επιχείρηση κατάκτησης και γενικευμένης σφαγής.

Στην επιχείρηση αυτή προσετίθετο ένα σχέδιο το οποίο, ως εκ της ακραίας φύσεώς του, απουσίαζε από τη σταλινική κτηνωδία, δηλαδή η εξολόθρευση των Εβραίων, που ήταν συνυφασμένη με το ιμπεριαλιστικό πρόγραμμα του Αυστριακού τυράννου. Εάν υποτεθεί ότι το Γ΄ Ράιχ επικρατούσε της Σοβιετικής Ένωσης το 1941, τότε οι Εβραίοι της Ευρώπης και των εδαφών της Ανατολής, εκτοπισμένοι, στειρωμένοι, μαζικά δολοφονημένοι, απλούστατα δεν θα επιβίωναν ως λαός… Δεκάδες εκατομμύρια Σοβιετικοί πολίτες θα πέθαιναν επίσης από λιμό κατά τα πρώτα έτη της κατοχής. Οι επιζώντες θα υποβιβάζονταν σε κατάσταση σκλάβων ή ζώων…

Με δυο λόγια, ολόκληροι λαοί θα εξολοθρεύονταν, θα αποδεκατίζονταν, θα υποδουλώνονταν. Κι αν πρέπει να συνεχίσουμε τη συγκριτική εξέταση, διαπιστώνεται ότι η βαναυσότητα της κατοχής των χωρών της Ανατολής από την ΕΣΣΔ από το 1945 έως το 1989… δεν θα μπορούσε να ξεπεράσει σε φρίκη τη μοίρα που τους επεφύλασσε η ναζιστική Γερμανία: εξαφάνιση του πολωνικού και του τσεχικού κράτους, εξολόθρευση η στείρωση του πληθυσμού που δεν επιδεχόταν εκγερμανισμό, εκτόπιση προς την Ανατολή όσων απέμεναν…

Η ναζιστική φρίκη στην Ανατολή έρχεται σε δραματική αντίθεση με τη συμπεριφορά της ΕΣΣΔ προς τον εισβολέα. Μολονότι το Κρεμλίνο επεδίωκε την κατάλυση του ναζιστικού καθεστώτος, δεν επρόκειτο σε καμία περίπτωση για προσπάθεια εξολόθρευσης του λαού του εχθρού, ούτε καν για υποδούλωσή του…

Αντιμέτωποι με τη ναζιστική εισβολή, οι Σοβιετικοί δεν είχαν άλλη επιλογή από το να επιβιώσουν νικώντας ή να πεθάνουν ηττημένοι. Η Γερμανία, μολονότι ερειπώθηκε, υπέστη καταστροφές και χωρίστηκε στα δύο, ουδέποτε υποχρεώθηκε να αντιμετωπίσει ένα τόσο τρομακτικό δίλημμα…» [N. BERNARD op. cit., σελ. 453-457].

Ο Κούρτσιο Μαλαπάρτε στο Κάπρι

Ο Κούρτσιο Μαλαπάρτε στο Κάπρι

«- Ελπίζω να μην ήλθατε να μου μιλήσετε για τον πόλεμο, μου είπε.
– Δεν θα σας μιλήσω για τον πόλεμο, του απάντησα.
– Ευχαριστώ, είπε ο Μούντε. Έπειτα, ξαφνικά, με ρώτησε αν είναι αλήθεια πως οι Γερμανοί ήταν τόσο τρομερά βάναυσοι.
– Η βαναυσότητά τους οφείλεται στον φόβο, απάντησα. Είναι άρρωστοι από φόβο. Είναι ένας λαός άρρωστος, ένας Krankenvolk.
– Ναι, ένας Krankenvolk, είπε ο Μούντε χτυπώντας τα πλακάκια στο πάτωμα με την άκρη του μπαστουνιού του. Κι έπειτα από μακρά σιωπή, με ρώτησε αν είναι αλήθεια ότι οι Γερμανοί ήταν τόσο διψασμένοι για αίμα και καταστροφή.
– Φοβούνται, απάντησα. Φοβούνται τους πάντες και τα πάντα. Σκοτώνουν και καταστρέφουν από φόβο. Κι όχι επειδή φοβούνται τον θάνατο. Κανένας Γερμανός, άντρας ή γυναίκα, γέρος ή παιδί, δεν φοβάται τον θάνατο. Ούτε φοβούνται να υποφέρουν. Κατά κάποιο τρόπο, θα μπορούσε να πει κανείς ότι αγαπούν τον πόνο. Φοβούνται, όμως, οτιδήποτε ζει, οτιδήποτε ζει πέρα από αυτούς – και φοβούνται οτιδήποτε είναι διαφορετικό από αυτούς. Η ασθένεια από την οποία υποφέρουν είναι μυστηριώδης. Φοβούνται πρωτίστως τις αδύναμες υπάρξεις, τους άμαχους, τους άρρωστους, τις γυναίκες, τα παιδιά. Φοβούνται τους γέρους. Ο φόβος τους πάντα μου προκαλούσε βαθύ οίκτο. Αν η Ευρώπη ένιωθε οίκτο για αυτούς, ίσως τότε οι Γερμανοί να γιατρεύονταν από τη φοβερή ασθένειά τους.
– Είναι, λοιπόν, άγριοι; Είναι, επομένως, αλήθεια ότι σφάζουν κόσμο δίχως κανένα οίκτο; με διέκοψε ο Άξελ Μούντε χτυπώντας ανυπόμονα τα πλακάκια με το μπαστούνι του.
– Ναι, είναι αλήθεια, απάντησα, σκοτώνουν άοπλους, κρεμάνε τους Εβραίους από τα δέντρα στις πλατείες των χωριών, τους καίνε ζωντανούς μέσα στα σπίτια τους σαν τα ποντίκια, τουφεκίζουν τους αγρότες και τους εργάτες στις αυλές των κολχόζ και των εργοστασίων. Τους έχω δει να γελούν, να τρώνε, να κοιμούνται στη σκιά των πτωμάτων που κρέμονταν από τα κλαδιά των δέντρων.
– Είναι ένας Krankenvolk, είπε ο Μούντε βγάζοντας τα μαύρα γυαλιά του για να σκουπίσει προσεχτικά τους φακούς τους με το μαντήλι του. Είχε κλείσει τα βλέφαρά του. Δεν μπορούσα να δω τα μάτια του. Ύστερα με ρώτησε αν ήταν αλήθεια πως οι Γερμανοί σκοτώνουν τα πουλιά.
– Όχι, δεν είναι αλήθεια, απάντησα, δεν έχουν χρόνο να ασχοληθούν με τα πουλιά. Ίσα που τους φτάνει ο χρόνος να ασχοληθούν με τους ανθρώπους. Σφάζουν τους Εβραίους, τους εργάτες, τους αγρότες, πυρπολούν τις πόλεις και τα χωριά με πρωτόγονο μένος, μα δεν σκοτώνουν τα πουλιά. Αχ! Πόσο όμορφα πουλιά υπάρχουν στη Ρωσία. Ίσως πιο όμορφα κι από αυτά στο Κάπρι,
– Πιο όμορφα από αυτά στο Κάπρι; ρώτησε ο Μούντε με ύφος ενοχλημένο.
– Πιο όμορφα, πιο ευτυχισμένα, απάντησα.»
[Κούρτσιο Μαλαπάρτε «Καπούτ», 1943 (Πρώτο Μέρος «Τα Άλογα», κεφάλαιο Ι «Από τη Μεριά του Γκερμάντ», σελ. 24-26 της γαλλικής έκδοσης)]

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Antony BEEVORStalingrad”, Viking, Λονδίνο, 1998/ επανέκδοση: Penguin Books, Λονδίνο, 2011 (1999).
Antony BEEVORBerlin – The Downfall 1945”, Viking, Λονδίνο, 2002/ επανέκδοση: Penguin Books, Λονδίνο, 2007 (2003).
Nicolas BERNARD « La Guerre germano-soviétique », Tallandier, Παρίσι, 2013/ t. I « 1941-1943 », t. II « 1943-1945 », Texto, Tallandier, Παρίσι, 2015.
Joachim FEST « Der Untergang – Hitler und das Ende des Dritten Reiches », Alexander Fest Verlag, Βερολίνο, 2002/ γαλλική έκδοση: « Les derniers jours de Hitler », Perrin, Παρίσι, 2002.                                                                                                 – Orlando FIGESThe Whisperers: Private Life in Stalin’s Russia”, Allen Lane, Λονδίνο 2007/ επανέκδοση: Penguin Books, Λονδίνο, 2007.
David GLANTZ και Jonathan HOUSEWhen Titans Clashed: How the Red Army stopped Hitler”, University of Kansas Press, Lawrence, 1995.
Vassili GROSSMANA Writer at War”, Harvill Press, Λονδίνο, 2005/ γαλλική έκδοση: « Carnets de Guerre – De Moscou à Berlin 1941-1945 » (κείμενα επιλεγμένα και παρουσιασμένα από τον Antony BEEVOR και τη Luba VINOGRADOVA), Calman-Lévy, Παρίσι, 2007/ επανέκδοση: Le Livre de Poche, Παρίσι, 2013 (2008).
Ανώνυμης (= Marta HILLERS) «Eine Frau in Berlin» Eichborn, Φρανκφούρτη, 2003 (πρώτη έκδοση: 1959)/ γαλλική έκδοση: « Une femme à Berlin. Journal, 20 avril-22 juin 1945 », Gallimard, Παρίσι, 2006 – έκδοση τσέπης: Folio, Παρίσι, 2008.
François KERSAUDY « Stalingrad – Le tournant de la Guerre », Un monde en guerre, Perrin, Παρίσι, 2013.
Ian KERSHAWThe End – Hitler’s Germany, 1944-45”, Allen Lane, Λονδίνο, 2011/ γαλλική έκδοση: « La Fin – Allemagne 1944-1945 », L’Univers historique, Seuil, Παρίσι, 2012.
Леонид Исаакович КОТЛЯР «Воспоминания Еврея-красноармейца», Военные тайны ХХ века, Вече, Μόσχα, 2011 [Λεονίντ Ισαάκοβιτς ΚΟΤΛΙΑΡ «Απομνημονεύματα ενός Εβραίου του Κόκκινου Στρατού»].
Boris LAURENT « La Guerre Totale à l’Est, 1941-1945 (Nouvelles perspectives sur la guerre germano-soviétique) », Nouveau Monde éditions, Παρίσι, 2014.
Jean LOPEZ « Stalingrad. La bataille au bord du gouffre », Economica, Παρίσι, 2008.
Jean LOPEZ « Koursk. Les quarante jours qui ont ruiné la Wehrmacht (5 juillet-20 août 1943) », Economica, Παρίσι, 2008.
Jean LOPEZ « Le chaudron de Tcherkassy-Korsun et la bataille pour le Dniepr (septembre 1943-février 1944) », Economica, Παρίσι, 2011.
Jean LOPEZ « Opération Bagration, la revanche de Staline (été 1944) », Economica, Παρίσι, 2014.
Jean LOPEZ « Les cents derniers jours d’Hitler – Chronique de l’apocalypse », Perrin, Παρίσι, 2015.
Jean LOPEZ και Lasha OTKHMEZURI « Grandeur et misère de l’Armée rouge », Seuil, Παρίσι, 2011/ επανέκδοση: Tempus, Perrin, Παρίσι, 2015.
Jean LOPEZ και Lasha OTKHMEZURI « Joukov, l’homme qui a vaincu Hitler », Perrin, Παρίσι, 2013.
Jean LOPEZ και Lasha OTKHMEZURI « Hitler a devancé un attaque de Staline » σε Jean LOPEZ και Olivier WIEVIORKA « Les Mythes de la Seconde Guerre Mondiale », Perrin, Παρίσι, 2015, σελ. 63-91.
Curzio MALAPARTE « Il Volga nasce in Europa » [«Ο Βόλγας πηγάζει από την Ευρώπη»], Bompiani, Μιλάνο, 1943, και πλήρης έκδοση Vallecchi, Φλωρεντία, 1965/ ελληνική έκδοση: «Οι Πηγές του Βόλγα (Γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση – Πολιορκία του Λένινγκραντ, 1941-1942)», σειρά Πόλεμος & Στρατηγική, αριθ. 18, Ιωλκός, Αθήνα, 2007.
Erich von MANSTEIN « Verlorene Siege », Bernard & Graefe Verlag, Κόμπλεντς-Βόννη, 2011 (πρώτη έκδοση: 1955)/ γαλλική έκδοση: « Mémoires » (επιμέλεια: Pierre SERVANT), Perrin, Παρίσι, 2015 (πρώτη γαλλική έκδοση: « Victoires perdues », Plon, Παρίσι, 1958).
Mark MAZOWERHitler’s Empire. Nazi Rule in Occupied Europe”, Allen Lane, Λονδίνο, 2008/ επανέκδοση Penguin Books, Λονδίνο, 2009.
Catherine MERRIDALEIvan’s War: Life and Death in the Red Army, 1939-1945”, Metropolitan Books, Νέα Υόρκη, 2006 / ελληνική έκδοση: «Ο πόλεμος του Ιβάν (Η πορεία του Κόκκινου Στρατού 1939-1945)» σειρά Πόλεμος & Στρατηγική, αριθ. 9, Ιωλκός, Αθήνα, 2007.
Marie MOUTIER « Lettres de la Wehrmacht » (πρόλογος: Timothy SNYDER), Perrin, Παρίσι, 2014.
Николай Николаевич НИКУЛИН «Воспоминания о войне», Издательство Гос. Эрмитажа, Λενινγκράντ/ Πετρούπολη 1975 (δεύτερη έκδοση: 2008).
Friedrich PAULUS « La bataille de Stalingrad » (παρουσίαση, σημειώσεις και επιμέλεια έκδοσης: Boris LAURENT), Nouveau Monde éditions, Παρίσι, 2014.
Pierre SERVANT « Von Manstein – Le stratège du IIIe Reich », Maîtres de Guerre, Perrin, Παρίσι, 2015.
Timothy SNYDERBloodlands: Europe between Hitler and Stalin”, Basic Civitas Books, Νέα Υόρκη, 2012/ γαλλική έκδοση: « Terres de Sang – L’Europe entre Hitler et Staline », Gallimard, Παρίσι, 2012.
Alexander WERTHRussia at War, 1941-1945”, Barrie & Rockliff, Λονδίνο, 1964/ γαλλική έκδοση: « La Russie en guerre », t. 1 « La patrie en danger, 1941-1942», t. 2 « De Stalingrad à Berlin, 1943-1945 », Texto, Tallandier, 2012.
Nicolas WERTH « Histoire de l’Union Soviétique – de l’Empire russe à la Communauté des États indépendants (1900-1991) », PUF, Παρίσι, 2012 (πρώτη έκδοση: 1990).
Olivier WIEVIORKA « L’économie soviétique ne pouvait rivaliser avec le potentiel industriel du Reich » σε Jean LOPEZ και Olivier WIEVIORKA « Les Mythes de la Seconde Guerre Mondiale », Perrin, Παρίσι, 2015, σελ. 129-145.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΕΚΛΑΪΚΕΥΜΕΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Le Figaro Histoire, n° 19, avril-mai 2015, 40-103 « Hitler – Les derniers jours » (κείμενα των: Jean-Louis THIÉRIOT, Jean-Paul BLED, Jean-Paul COINTET, Henri-Christian GIRAUD, Stéphane COURTOIS, Keith LOWE, Geoffroy CAILLET, Albane PIOT).
Ligne de Front (Histoire des Conflits du XXe siècle), n° 57, septembre-octobre 2015, David FRANÇOIS « La Bataille pour le Dniepr – Le choc des titans », σελ. 50-63.
Ligne de Front (Histoire des Conflits du XXe siècle), Hors-série n° 25, août-septembre 2015, « Le Guide de l’Armée Rouge ».
Paris Match & L’Histoire « 1945 – La Chute du Reich : le film des derniers mois » (κείμενα και συνεντεύξεις των: Olivier WIEVIORKA, Antony BEEVOR, Bruno CABANES, Édouard HUSSON, Régis Le SOMMIER, Anja KLABUNDE, Pierre MILZA, Annette WIEVIORKA, Frédérique NEAU-DUFFOUR, Timothy SNYDER, Philippe BURRIN, Anne APPLEBAUM, Fabien THÉOFILAKIS, Guillaume MOURALIS, Jean-Pierre AZÉMA), mars-avril 2015.
Paris Match, Hors-série, « Staline – Terreur, Guerre et Propagande » (κείμενα των: Alain FREREJEAN, Gérard CHAUVY, Sabine DULLIN, Alain BLUM, Nicolas WERTH, Alexandre SUMPH, François KERSAUDY, Philippe RICHARDOT, Simon VEILLE, Jean-Christophe BRISARD, Valérie DELMAS, Clémentine V. BARON, Paul FUKS, Régis Le SOMMIER), octobre 2015.

"Ζωή και Πεπρωμένο"

«Ζωή και Πεπρωμένο»

"Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί"

«Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί»

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Леонид Наумович ВОЛЫНСКИЙ «Сквозь Ночь», 1963, επανέκδοση: Терра, Μόσχα, 2005 [Λεονίντ ΒΟΛΙΝΣΚΙ (ψευδώνυμο του Λεονίντ Ναούμοβιτς ΡΑΜΠΙΝΟΒΙΤΣ) «Μέσα από τη Νύχτα»].
Василий Семёнович ГРОССМАН «Жизнь и судьба» (συγγραφή: 1950-1962), Терра – Книжный клуб, Μόσχα, 2005/ γαλλόφωνη έκδοση: Vassili GROSSMAN «Vie et destin», L’Age d’Homme, Λωζάννη, 1980 (μετάφραση: Alexis Berelowitch και Anne Coldefy-Faucard), επανέκδοση: Le livre de poche, 2005/ ελληνική έκδοση: «Ζωή και Πεπρωμένο», εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα, 2013.
Curzio MALAPARTE « Kaputt » Casella, Νάπολι, 1944/ τελική έκδοση: Guarnati, Μιλάνο, 1948/ γαλλική έκδοση: Éditions Denoël, Παρίσι, 1946 – έκδοση τσέπης: Folio 2014 (1972).
Erich Maria REMARQUE «Zeit zu leben und Zeit zu sterben», Kiepenheuer & Witsch, Κολωνία 1954/ γαλλικές εκδόσεις υπό τους τίτλους « Un temps pour vivre, un temps pour mourir » « L’Île d’espérance » Plon, Παρίσι, 1958/ ελληνική έκδοση υπό τον τίτλο « Ώρες αγάπης, ώρες πολέμου», Δωρικός, Αθήνα, 1975.
Константин Михайлович СИМОНОВ «Живые и мёртвые», 1959, επανέκδοση: Художественная литература, Μόσχα, 1989 [Κονσταντίν Μιχάιλοβιτς ΣΙΜΟΝΟΦ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί»].

Καπούτ

Καπούτ

ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΤΑΙΝΙΩΝ

"Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν" (η σκηνή του φιλιού)

«Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν» (η σκηνή του φιλιού)

– Михаил Константинович Калатозов «Летят журавли», 1957/ Μιχαήλ Κονσταντίνοβιτς Καλατόζοφ «Όταν Πετούν οι Γερανοί».
– Андрей Арсеньевич Тарковский «Иваново детство», 1962/ Αντρέι Αρσένιεβιτς Ταρκόφσκι «Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν».
– Сергей Фёдорович Бондарчук «Они сражались за Родину», 1975/ Σεργκέι Φιόντοροβιτς Μπονταρτσούκ «Πολέμησαν για την Πατρίδα».
– Элем Германович Климов «Иди и смотри», 1985/ Ελέμ Γκέρμανοβιτς Κλίμοφ «Έλα να δεις».
– Joseph Vilsmaier «Stalingrad», 1993.
– Oliver Hirschbiegel «Der Untergang» [«Η Πτώση»], 2004.

"Έλα να δεις"

«Έλα να δεις»

Νεότερα από το Ανατολικό Μέτωπο – μέρος 4 (1943-1944: Η εποχή της σοβιετικής επικράτησης)

Σεπτεμβρίου 3, 2015

Χειμώνας 1943-44, Τ-34

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ

Η ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ

Α.   1943: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΜΦΙΡΡΟΠΗ ΧΡΟΝΙΑ

α.   Η γερμανική αντίσταση στη σοβιετική επέλαση

Ο Κόκκινος Στρατός δεν κατόρθωσε να εκμεταλλευθεί πλήρως τον θρίαμβο του Σταλινγκράντ. Ήδη, την εποχή που εξαπέλυε την επιχείρηση «Ουρανός» είχε προσπαθήσει να πετύχει κάτι σημαντικό και στο κεντρικό μέτωπο του πολέμου με την επιχείρηση «Άρης». Παρά τις σφοδρές μάχες, οι Σοβιετικοί δεν αποκόμισαν ουσιώδη εδαφικά κέρδη. Επρόκειτο για μια τεράστια αποτυχία που ξεχάστηκε χάρη στη λάμψη της μεγαλειώδους νίκης στον Βόλγα; Όχι απαραίτητα. Βάσει των διαθέσιμων στοιχείων (π.χ. λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνο που αφιέρωσε το σοβετικό επιτελείο στην προετοιμασία της μίας και της άλλης επιχείρησης), οι ιστορικοί εκτιμούν πλέον ότι η επιχείρηση «Άρης» αποτελούσε αντιπερισπασμό που θα απασχολούσε τις γερμανικές δυνάμεις της Ομάδας Στρατιών του Κέντρου ώστε να μην ενισχύσουν εκείνες του Νότου όσο εξελισσόταν ο «Ουρανός». Οι απώλειες για τους Σοβιετικούς, πάντως, ήταν πολλές.

Εν γένει, τα μετά το Σταλινγκράντ σοβιετικά κέρδη ήταν αρκετά, αλλά όχι τα μέγιστα, κάποια από αυτά μάλιστα υπήρξαν προσωρινά. Το Βορόνιεζ απελευθερώθηκε πριν την παράδοση της 6ης Στρατιάς. Τον Φεβρουάριο ακολούθησαν το Ροστόφ και το Χάρκοβο, ενώ τον Μάρτιο ανακαταλαμβανόταν το τρίγωνο Ρζεφ-Βιάσμα-Γκιάτσκ, όπου δίνονταν σκληρές μάχης για 1,5 χρόνο.

Χάρκοβο, Φεβρουάριος 1943, 1η Μεραρχία ΤΘ των Ες Ες/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_101III-Roth-173-01

Χάρκοβο, Φεβρουάριος 1943, 1η Μεραρχία ΤΘ των Ες Ες/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_101III-Roth-173-01

Η αντεπίθεση του Μάνστάιν: Όπως φαινόταν, όμως, η ορμή του Κόκκινου Στρατού είχε προς το παρόν εξαντληθεί. Την ευκαιρία αυτή την άδραξε η ιδιοφυΐα του Μάνστάιν για να σταθεροποιήσει την κατάσταση του πολεμικού μετώπου. Στις αρχές Φεβρουαρίου είχε συναντήσει τον Χίτλερ στο Ράστενμπουργκ ζητώντας του να εγκρίνει την αναδίπλωση και ανασυγκρότηση των γερμανικών δυνάμεων στην Ουκρανία, δηλαδή την υποχώρηση πέραν του Μίους σε θέσεις των οποίων η υπεράσπιση είναι δυνατή. Ο Χίτλερ, όπως αναμενόταν, δυσαρεστείται: «Αν η κατάσταση στην Ουκρανία είναι απελπιστική, ποιος ευθύνεται για αυτό, εκτός από εσάς τους στρατηγούς; Τι άλλο κάνετε εκτός από το να αναδιπλώνεστε;» Τελικά, η υποχώρηση πέραν του Μίους εγκρίνεται με δυσφορία από τον Φύρερ. Στις 16 Φεβρουαρίου, όμως, ο Μάνστάιν επανέρχεται με κάτι που μοιάζει πολύ ελκυστικότερο: εκθέτει στον ηγέτη του ένα φιλόδοξο σχέδιο αντεπίθεσης. Βάσει του σχεδίου αυτού η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων και το 2ο Σώμα Τεθωρακισμένων των Ες Ες θα χτυπήσουν στον τομέα Κρασνογκράντ-Παβλογκράντ, ανοίγοντας τον δρόμο για το κύριο σώμα των δυνάμεων που θα κινηθεί προς το Χάρκοβο, με στόχο να εγκλωβίσει στην πορεία τρεις ρώσικες στρατιές! Η επιχείρηση ξεκινά στις 20 Φεβρουαρίου. Στις 15 Μαρτίου 1943 οι Γερμανοί κατακτούν για δεύτερη φορά το Χάρκοβο. Ο Χίτλερ έχει τη νίκη που επιθυμούσε για να ξεπλύνει το όνειδος του Σταλινγκράντ. Όμως, οι Σοβιετικοί έχουν κατορθώσει να υποχωρήσουν έγκαιρα: οι δυνάμεις τους που εξουδετερώθηκαν είναι σχετικά μικρές. Ο φον Μάνστάιν έχει καταγάγει μια μεγάλη νίκη τακτικής, αλλά μεσοπρόθεσμα ο Κόκκινος Στρατός έχει σαφώς το στρατηγικό πλεονέκτημα. Η γερμανική ηγεσία δεν δείχνει να το αντιλαμβάνεται. Θα το πληρώσει ακριβά!

Χίτλερ και Μάνστάιν στην Ουκρανία, Στρατηγείο της Ομάδας Στρατιών Νότου/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1995-041-23A

Χίτλερ και Μάνστάιν στην Ουκρανία, Στρατηγείο της Ομάδας Στρατιών Νότου/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1995-041-23A

β.   Η τιτανομαχία του Κουρσκ

Η κατά τα φαινόμενα αμφίρροπη κατάσταση επιτρέπει στον Χίτλερ και τη Βέρμαχτ να ελπίζουν ότι μπορούν ακόμη να αντιστρέψουν τη ροή του πολέμου προς όφελός τους. Αναζητώντας το καθοριστικής σημασίας χτύπημα και στηρίζοντας πολλές ελπίδες στα νέα όπλα που παρήγε η γερμανική πολεμική βιομηχανία, ιδίως δε τα νέα άρματα μάχης «Τίγρις» και «Πάνθηρ», ο Χίτλερ επιλέγει τον πιο προφανή στόχο: τον μεγάλο ρωσικό θύλακο του Κουρσκ, μεταξύ Αριόλ και Μπιέλγκοροντ. Η επιχείρηση «Ακρόπολη» στόχευε στη διπλή περικύκλωση από βορρά και νότο των μεγάλων δυνάμεων που είχε συγκεντρώσει στην ευρύτερη περιοχή ο Κόκκινος Στρατός. Οι Ρώσοι θα έχαναν μεγάλο αριθμό δυνάμεων και το ορμητήριο για την ανάκτηση εδαφών, ενώ οι επιθετικές δυνατότητες του Κόκκινου Στρατού θα μειώνονταν στο ελάχιστο. Το πρόβλημα συνίσταται στο ότι οι Ρώσοι έχουν οχυρώσει μεθοδικά και μαζικά την περιοχή και, κυρίως, στο ότι λογικά θα πρέπει να αναμένουν να δεχτούν επίθεση ακριβώς στον συγκεκριμένο τομέα έχοντας προετοιμαστεί κατάλληλα.

Ο Χίτλερ, όμως, ήταν ανένδοτος: η επιχείρηση θα αποδεικνυόταν οπωσδήποτε μεγάλη επιτυχία, αρκεί να άρχιζε εγκαίρως. Μόνον που σε τέτοιες περιπτώσεις ο διάβολος (ή, μάλλον, ο θεός) συνωμοτεί ώστε κάτι να πάει στραβά! Οι καιρικές συνθήκες και οι καθυστερήσεις ως προς τον εφοδιασμό σε όπλα και υλικό, πρωτίστως δε σε άρματα μάχης μετέθεσαν την έναρξη της επιχείρησης. Η Μάχη του Κουρσκ ξεκινούσε τελικά στις 5 Ιουλίου. Οι δυνάμεις του Μόντελ εφόρμησαν από βόρεια, εκείνες του Μάνστάιν από νότια, υποστηριζόμενες από τουλάχιστον 2.000 τεθωρακισμένα, τα περισσότερα στον νότιο τομέα των επιχειρήσεων υπό τον στρατηγό Χοτ. Με σημαντικές απώλειες οι Γερμανοί κατόρθωσαν να κερδίσουν κάποιο έδαφος από τους Ρώσους: 15 χιλιόμετρα στον βορρά και 45 στον νότο. Μεταξύ τους, τα δύο σώματα επίθεσης απείχαν ακόμη 150 χλμ. Κάπου εκεί εξαντλούνταν και οι δυνατότητες επίθεσης για τη Βέρμαχτ. Στις 12 Ιουλίου, ο Κόκκινος Στρατός ξεκινούσε τη δική του αντεπίθεση κι αποσπούσε γρήγορα από τη Βέρμαχτ το θύλακο του Αριόλ και το Μπιέλγκοροντ. Στις 16 Ιουλίου ο Χίτλερ, εντελώς απογοητευμένος, διέτασσε τη διακοπή της επιχείρησης.

Κουρσκ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 101III-Merz-014-12A

Κουρσκ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 101III-Merz-014-12A

Ο δρόμος ήταν πλέον ανοιχτός για τους Σοβιετικούς. Στις 23 Αυγούστου ανακτούσαν για δεύτερη φορά (οριστικά πλέον) την ουκρανική μεγαλούπολη του Χαρκόβου. Νοτιότερα, οι ρωσικές δυνάμεις απελευθέρωναν, τον Σεπτέμβριο, το Κουμπάν και το Ντονμπάς, ενώ στον κεντρικό τομέα του μετώπου το Σμολένσκ. Τον επόμενο μήνα έφταναν στον Δνείπερο, ανακτώντας το Ζαπαρόζιε και το Ντνιεπροπετρόφσκ. Στις 6 Νοεμβρίου απελευθέρωναν το Κίεβο και στις 12 το Ζιτόμιρ, το οποίο, όμως, επρόκειτο να ξαναχάσουν μια εβδομάδα αργότερα. Αυτή ήταν και η τελευταία σοβιετική απώλεια εδάφους στον πόλεμο.

Β.   1944: Η «ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ 10 ΝΙΚΩΝ»

Η επίσημη σοβιετική ιστοριογραφία κατέγραφε το 1944 ως το «έτος των 10 νικών». Έχοντας πια συντριπτική αριθμητική υπεροχή κι υπεροπλία, ο Κόκκινος Στρατός βαδίζει από νίκη σε νίκη. Στα τέλη Ιανουαρίου του 1944, οι Σοβιετικοί διαλύουν τα απομεινάρια του γερμανικού κλοιού γύρω από το Λενινγκράντ, δίνοντας οριστικό τέλος στη μακρά πολιορκία της πόλης. Θα ακολουθήσουν το Κορσούν, η Οδησσός και η Κριμαία, η εξουδετέρωση της Φινλανδίας, η απελευθέρωση της Λευκορωσίας και της δυτικής Ουκρανίας, η ανάκτηση της Μολδαβίας και των Βαλτικών Δημοκρατιών, η είσοδος σε Ουγγαρία και Τσεχοσλοβακία και, τέλος, η νίκη επί των Γερμανών στον Απώτατο Βορρά μεταξύ Φινλανδίας και Νορβηγίας.

α.   Η εκκαθάριση του θυλάκου Τσερκάσι-Κορσούν και η ολοκλήρωση της απελευθέρωσης της Ουκρανίας

Στις αρχές του 1944 οι Γερμανοί έχουν κατά βάση υποχωρήσει στη δυτική όχθη του Δνείπερου. Εξακολουθούν, όμως, να κατέχουν ένα μεγάλο θύλακο στην ανατολική όχθη του ποταμού, περίπου 100 χιλιόμετρα νοτίως του Κιέβου. Πρόκειται για το «φρούριο του Κάνιεφ», όπως το λένε οι ίδιοι (το Κάνιεφ είναι μια μάλλον μικρή πόλη με λιμάνι στον Δνείπερο). Για τους Σοβιετικούς είναι ο θύλακος «Κορσούν-Σεφτσενκόφσκι» (και για τη δυτική ιστοριογραφία αυτός του «Τσερκάσι-Κορσούν», ονομασία ανακριβής, μια και το Τσερκάσι βρισκόταν έξω από την περιοχή που ήλεγχαν οι Γερμανοί). Εντός του θυλάκου βρίσκονται 56.000 άνδρες: το 11ο και το 42ο Σώμα Στρατού, η Μεραρχία Ες Ες «Βίκινγκ» και η Ταξιαρχία των Ες Ες «Βαλλονία» με τους Βέλγους εθελοντές του ρεξιστή ηγέτη Λεόν Ντεγκρέλλ (ο οποίος μεταφέρθηκε αεροπορικώς εκτός του θυλάκου πριν την εκκαθάριση).

Φεβρουάριος 1944, γερμανικές μονάδες τεθωρακισμένων προχωρούν για να ενισχύσουν τον θύλακο του Κορσούν Bundesarchiv, Bild 101I 090 3913 24 Etzhold CC BY SA

Γερμανικές μονάδες τεθωρακισμένων προχωρούν για να ενισχύσουν τον θύλακο του Κορσούν/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I 090 3913 24 Etzhold CC BY SA

Ο φον Μάνστάιν αντιλαμβάνεται ότι οι Σοβιετικοί ετοιμάζονταν να προβούν στην εκκαθάριση του θυλάκου με τα δύο Μέτωπα Ουκρανίας των οποίων ηγούνται, αντιστοίχως, οι Ζούκοφ και Κόνιεφ. Προτείνει τον απεγκλωβισμό των γερμανικών δυνάμεων. Ο Χίτλερ, ως συνήθως, αργεί να εγκρίνει μια τέτοια κίνηση. Οι καιρικές συνθήκες καθυστερούν τη δύναμη του Μάνστάιν και, κυρίως, τα τεθωρακισμένα του στρατηγού Χοτ που έχουν αναλάβει το κύριο βάρος της επιχείρησης απεγκλωβισμού. Οι δυνάμεις που βρίσκονται μέσα στον θύλακο, υπό τον στρατηγό Στέμερμανν, θα πρέπει να διασπάσουν οι ίδιες τον κλοιό του Κόνιεφ για να συναντήσουν τα στρατεύματα των Χοτ και Μάνστάιν. Ο απεγκλωβισμός επιχειρείται τη νύχτα της 16ης-17ης Φεβρουαρίου υπό δραματικές συνθήκες: μέσα από φαράγγια, προχωρώντας σε δύο φάλαγγες και με εμπροσθοφυλακή αποτελούμενη από τα Ες Ες, οι Γερμανοί επιχειρούν να διασπάσουν τον σοβιετικό κλοιό υπό συνεχή βομβαρδισμό. Ο στρατηγός Στέμμερμανν πέφτει στο πεδίο της μάχης χτυπημένος από θραύσμα οβίδας. Κάποιοι ξεφεύγουν. Άλλοι όχι: εγκλωβίζονται από τα σοβιετικά τεθωρακισμένα και τρέπονται σε φυγή – αν πιστέψουμε την (ίσως ευφάνταστη) διήγηση του ταγματάρχη Μπορίς Κάμποφ (γνωστότερου με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Μπορίς Πολεβόι) στον Αλεξάντερ Βερτ, μονάδες ιππικού τους κυνηγούν και τους αποτελειώνουν με τα ξίφη τους.

Το παράδοξο του Κορσούν έγκειται στο ότι και οι δύο πλευρές θέλουν να πιστεύουν ότι έχουν νικήσει: οι Γερμανοί υποστηρίζουν ότι διασώθηκαν 30.000 από τους εγκλωβισμένους άνδρες τους, στοιχείο που αποδεικνύει τη «γερμανική υπεροχή σε επίπεδο τακτικής»! Οι Σοβιετικοί από τη μεριά τους ισχυρίζονται ότι ελάχιστοι Γερμανοί διασώθηκαν. Όποια κι αν είναι η αλήθεια για τη συγκεκριμένη επιχείρηση, ένα είναι το αδιαμφισβήτητο γεγονός για τους αντικειμενικούς παρατηρητές της σύρραξης: το στρατηγικό πλεονέκτημα ανήκει πάντα στους Σοβιετικούς.

Μετά την επικράτηση στο Κορσούν, οι Σοβιετικοί έχουν τα χέρια τους ελεύθερα για την εαρινή επίθεση στην Ουκρανία κι όχι μόνο. Μετά τα μέσα Μαρτίου τα στρατεύματα του Κόνιεφ περνούν τον Δνείστερο και φτάνουν στη Μολδαβία κι έπειτα, στις 2 Απριλίου σε ρουμανικό έδαφος. Στις 11 Απριλίου αρχίζει η επιχείρηση απελευθέρωσης της Κριμαίας που θα ολοκληρωθεί μέσα σε ένα περίπου μήνα: 500.000 άνδρες του Κόκκινου Στρατού βρίσκονται αντιμέτωποι με λιγότερους από 200.000 Γερμανούς και (κυρίως) Ρουμάνους. Η απόφαση του Χίτλερ να υπερασπισθεί την Κριμαία με κάθε κόστος ήταν εντελώς παράλογη. Η Σεβαστούπολη απελευθερώθηκε στις 9 Μαΐου, ύστερα από 4 μόλις ημέρες πολιορκίας! Οι Ρώσοι είχαν αντέξει την αντίστοιχη γερμανική πολιορκία το 1941-42 για 250!

β.   «Μπαγκρατιόν» – η σαρωτική επικράτηση στη Λευκορωσία

Ο στρατηγός Ροκοσσόφσκι στον κεντρικό τομέα του Μετώπου (1943)

Ο στρατηγός Ροκοσσόφσκι στον κεντρικό τομέα του Μετώπου (1943)

Όταν οι Αμερικανοί και Βρετανοί σύμμαχοι των Σοβιετικών αποφάσιζαν τελικά την πραγματοποίηση της απόβασης στη Νορμανδία και τη δημιουργία του πραγματικού «Δεύτερου Μετώπου» που θα έφερνε τον πόλεμο μέσα στην επικράτεια του ίδιου του Γ΄ Ράιχ, ο Στάλιν τους υποσχέθηκε να βοηθήσει ένα χτύπημα αντίστοιχης εμβέλειας στο Ανατολικό Μέτωπο. Την ευθύνη για την εκπόνηση του σχεδίου επίθεσης την ανέλαβε ο στρατηγός Ροκοσσόφσκι. Ο ιδιοφυής Ρωσοπολωνός προσήλθε στην κρίσιμη συνεδρίαση της ανώτατης στρατιωτικής διοίκησης με δύο εναλλακτικές προτάσεις. Σύμφωνα με το πρώτο σχέδιο, οι Σοβιετικοί θα χτυπούσαν ανάμεσα στις δύο γερμανικές ομάδες στρατιών (Κέντρου και Νότου), παίρνοντας τον συντομότερο δρόμο για την καρδιά του Γ΄ Ράιχ, μέσω της νότιας Πολωνίας. Το φιλόδοξο αυτό σχέδιο ενείχε υψηλότατο κίνδυνο εγκλωβισμού των σοβιετικών δυνάμεων κι απορρίφθηκε. Η Στάβκα επέλεξε τη δεύτερη πρόταση του Ροκοσσόφσκι: να επιτεθεί στην καρδιά της γερμανικής Ομάδας Στρατιών του Κέντρου, υπό τον στρατάρχη φον Μπους, στην κατεχόμενη Λευκορωσία. Απλωμένη σε μήκος 700 χιλιομέτρων, η σοβιετική δύναμη περιελάμβανε τέσσερα Μέτωπα του Κόκκινου Στρατού: Α΄ Λευκορωσίας (Ροκοσσόφσκι – το σώμα που θα έφερε και το κύριο βάρος της επίθεσης), Β΄ Λευκορωσίας (Ζάχαροφ), Γ΄ Λευκορωσίας (Τσερνιακόφσκι) και Α΄ Βαλτικής (Μπαγκραμιάν). Ο στρατάρχης Ζούκοφ ήταν υπεύθυνος για τα δύο πρώτα μέτωπα, ο στρατάρχης Βασιλιέφσκι για τα υπόλοιπα δύο. 166 μεραρχίες, 31.000 στοιχεία πυροβολικού, 5.000 άρματα μάχης και 6.000 πολεμικά αεροπλάνα. Ο Στάλιν δίνει στην επιχείρηση το όνομα του Γεωργιανού στρατηγού του τσαρικού στρατού που είχε διακριθεί στους πολέμους κατά του Ναπολέοντα κι είχε τραυματισθεί θανάσιμα στη Μάχη του Μποροντινό: «Μπαγκρατιόν».

Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Ημέρα έναρξης της επιχείρησης ορίζεται η 23η Ιουνίου. Τις πρώτες κιόλας μέρες μεγάλες δυνάμεις της Ομάδας Στρατιών Mitte περικυκλώνονται κοντά στο Βιτέμπσκ και το Μπομπρούισκ. Στις 3 Ιουλίου, οι Σοβιετικοί καταλαμβάνουν την πρωτεύουσα της Λευκορωσίας, το Μινσκ, αιχμαλωτίζοντας 100.000 Γερμανούς. Με την ανάκτηση στις 28 Ιουλίου του Μπρεστ-Λιτόφσκ ολοκληρώνεται και η απελευθέρωση της Λευκορωσίας.

Σοβιετικό άρμα μάχης στο Μινσκ κατά την Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Σοβιετικό άρμα μάχης στο Μινσκ κατά την Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Οι Γερμανοί βρίσκονται σε σύγχυση. Άλλωστε, στις 20 Ιουλίου, ομάδα συνωμοτών με εκτελεστή τον συνταγματάρχη κόμη φον Στάουφφενμπεργκ αποπειράται να δολοφονήσει τον Χίτλερ στο στρατηγείο του στο Ράστενμπουργκ της Ανατολικής Πρωσίας. Η απόπειρα αποτυγχάνει εξαιτίας μιας σειράς από συγκυρίες. Έχοντας σωθεί σχεδόν από θαύμα, ο Χίτλερ βρίσκεται σε παροξυσμό και προβαίνει σε εκτεταμένες εκκαθαρίσεις: δεκάδες αξιωματικοί και πολιτικοί εκτελούνται ως ενεχόμενοι στη συνωμοσία. Στο στράτευμα επικρατεί σιδηρά πειθαρχία που ξεπερνά κάθε λογική.

Στο μεταξύ, όμως, τα στρατεύματα του Ροκοσσόφσκι εισχωρούν στην Ανατολική Πολωνία διώχνοντας τους Γερμανούς από το Λούμπλιν. Την τελευταία ημέρα του Ιουλίου, οι εμπροσθοφυλακές φτάνουν στα περίχωρα της Βαρσοβίας. Κάπου εδώ αρχίζει ένα από τα πιο μεγάλα δράματα που παίχτηκαν μεταξύ κατ’ όνομα συμμάχων.

Το δράμα της Βαρσοβίας: Σε συνεννόηση με τη φιλοδυτική εξόριστη πολωνική κυβέρνηση του Λονδίνου, ο στρατηγός Ταντέους «Μπουρ» Κομορόφσκι, επικεφαλής των Πολωνών αντάρτικων δυνάμεων της Άρμια Κραγιόβα (Στρατού του Εσωτερικού) κηρύσσει γενική εξέγερση στην πολωνική πρωτεούσα. Οι ρωσικές δυνάμεις, αντί να συνεχίσουν την προέλασή τους, υποχωρούν. Ο Στάλιν αρνείται την παροχή διευκολύνσεων στη βρετανική κι αμερικανική αεροπορία. Οι Γερμανοί καταπνίγουν την εξέγερση με πρωτοφανή αγριότητα. Όταν οι τελευταίοι μαχητές της εξέγερσης παραδίδονται (2 Οκτωβρίου), η Βαρσοβία είναι πια ένας σωρός από ερείπια. Κάπου 200.000 πολωνικές ζωές έχουν χαθεί.