Posts Tagged ‘Νορμανδοί’

Μύθοι και στερεότυπα για τον Μεσαίωνα

Νοέμβριος 6, 2014
Αδελφοί του Λιμπούρ "Les Très Riches Heures du duc de Berry", Μάιος

Αδελφοί του Λιμπούρ «Les Très Riches Heures du duc de Berry», Μάιος

[Δεν πρόκειται ακριβώς για νέα ανάρτηση, αλλά για το κείμενο ομιλίας του Ρογήρου στο πλαίσιο εκδήλωσης που διοργάνωσε στις 17 Οκτωβρίου 2014 η Ελληνική Κοινότητα Λουξεμβούργου (Centre culturel Altrimenti, Λουξεμβούργο). Οι φίλοι του ιστολογίου θα διαπιστώσουν ότι το κείμενο περιέχει σχεδόν αυτούσιες κάποιες από τις παλαιότερες αναρτήσεις (όπως το «Γιατί ΔΕΝ επιστρέφουμε στον Μεσαίωνα», την «Ιστορία του Ρομάνο Μαϊράνο», τη «Γυναίκα στον Μεσαίωνα» ή το «Ψάχνοντας για μάγισσες στον Μεσαίωνα»), καθώς και στοιχεία από άλλες. Η όποια αξία του έγκειται στο ότι παρέχει μια συνθετική και, κατά το δυνατόν, συνοπτική εικόνα των θέσεων του ιστολογίου όσον αφορά το πλέον προσφιλές θέμα του. Ακριβώς επειδή πρόκειται για ομιλία, το κείμενο δεν περιέχει παραπομπές. Υπάρχει, όμως, μια ενδεικτική βιβλιογραφία στο τέλος του. Επίσης, για να διατηρήσω τη ροή του, επέλεξα να μην προσθέσω συνδέσμους. Για τις όποιες απορίες, οι φίλοι μπορούν να ανατρέξουν στη Βικιπαίδεια ή, ακόμη καλύτερα, να υποβάλουν το σχετικό ερώτημα μέσω σχολίου, ώστε να έχουμε κι εδώ μια ενδιαφέρουσα συζήτηση.]

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Εάν επιχειρήσετε να εισαγάγετε τη λέξη «Μεσαίωνας» σε κάποια διαδικτυακή μηχανή αναζήτησης, θα δείτε την οθόνη σας να πλημμυρίζει με ευρήματα στα οποία ο όρος και τα παράγωγά του χρησιμοποιούνται με σημασία σαφώς μειωτική. Τα ευρήματα αυτά δεν έχουν σχέση με την ομώνυμη ιστορική περίοδο, αλλά με γεγονότα της επικαιρότητας. Οι κατάφωρες παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας, ο περιορισμός ή η κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων χαρακτηρίζονται πάντα ως «Εργασιακός Μεσαίωνας». Ειδήσεις από ταραγμένες περιοχές του πλανήτη συνοδεύονται από επισημάνσεις περί «μεσαιωνικής βαρβαρότητας» και «μεσαιωνικών σφαγών». Τα, εντελώς σύγχρονα, βασανιστήρια είναι οπωσδήποτε «μεσαιωνικά» για τα ΜΜΕ. Πρωθυπουργός κράτους μέλους της ΕΕ και της Ευρωζώνης χαρακτηρίζει το πρόγραμμα δημοσιονομικής λιτότητας ως «μέτρο καθαρά μεσαιωνικό». Κάποιος άλλος, αναφερόμενος στα μέτρα λιτότητας της Ελληνικής Κυβέρνησης, κυκλοφορεί διαδικτυακή αφίσα στην οποία αναγράφεται ότι «η Κυβέρνηση αποφάσισε να μετατρέψει ολόκληρη της χώρα σε θεματικό πάρκο… για τον Μεσαίωνα»! Η σύγχρονη επιδείνωση της κατάστασης όσον αφορά τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα και, ως εκ τούτου, τις συνθήκες ζωής μεγάλου μέρους του πληθυσμού βαφτίζεται άνευ άλλου τινός «επιστροφή στον Μεσαίωνα». Η πολιτική και οικονομική ολιγαρχία που επωφελείται από αυτήν την αναδιανομή πλούτου και δικαιωμάτων χαρακτηρίζεται ως «νέα φεουδαρχία».

Με άλλα λόγια, η λέξη Μεσαίωνας αποτελεί για τον άνθρωπο της εποχής μας το κατεξοχήν κακέμφατο, τον απολύτως μειωτικό χαρακτηρισμό. Στο φαντασιακό μας, ο Μεσαίωνας έχει καταγραφεί ως εποχή σκοταδισμού και προλήψεων, επιδημιών, κοινωνικής αδικίας και καταπίεσης, βίας και πολέμων. Η εποχή του Μαύρου Θανάτου και της Ιεράς Εξέτασης.

Ανταποκρίνονται, όμως, όλα αυτά στην ιστορική πραγματικότητα; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα θα πρέπει καταρχάς να ορίσουμε την ίδια την έννοια του Μεσαίωνα. Διαπιστώνουμε τότε ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια ιστορική περίοδο χιλίων περίπου χρόνων της οποίας την αρχή και το τέλος δυσκολευόμαστε αφάνταστα να καθορίσουμε, έστω και με τρόπο εντελώς συμβατικό.

Σόλιδος του Οδόακρου

Σόλιδος του Οδόακρου

Πότε αρχίζει ο Μεσαίωνας; Μας απαντούν συνήθως ότι αυτό συνέβη στις 4 Σεπτεμβρίου 476, όταν ο αρχηγός ενός βαρβαρικού μισθοφορικού σώματος, ο Οδόακρος, εκθρόνισε, με τρόπο σχετικά ειρηνικό, τον τελευταίο Ρωμαίο αυτοκράτορα της Δύσης, έναν ανήλικο που έφερε το συμβολικό όνομα Ρωμύλος Αυγουστύλος. Πιστεύετε άραγε ότι το συγκεκριμένο γεγονός σήμαινε για τους ανθρώπους που ζούσαν τότε πραγματική «αλλαγή εποχής»; Πολύ δύσκολα. Ο ίδιος ο Οδόακρος έκανε δέμα τα σύμβολα της αυτοκρατορικής εξουσίας και τα έστειλε συστημένα στον αυτοκράτορα της Ανατολής, τον Ζήνωνα. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν έπαυσε βέβαια να υφίσταται το 476. Γότθοι ηγεμόνες, όπως ο Θεοδώριχος ο Μέγας, θα συνέχιζαν να διοικούν την Ιταλία στο όνομα του αυτοκράτορα. Και ο τρόπος ζωής των ανθρώπων, η κοινωνική οργάνωση κι η νοοτροπία τους δεν θα μεταβληθεί στους αμέσως επόμενους αιώνες κατά τρόπο που να μαρτυρά ρήξη με το παρελθόν. Αυτό θα σας το επιβεβαιώσουν κι οι ιστορικοί που ειδικεύονται στην Ύστερη Αρχαιότητα.

Κωνσταντινούπολη, χάρτης του Φλωρεντινού Κρ. Μπουοντελμόντε, 1422

Κωνσταντινούπολη, χάρτης του Φλωρεντινού Κρ. Μπουοντελμόντε, 1422

Εξίσου δυσχερής είναι και ο καθορισμός του τέλους του Μεσαίωνα. Κάποιοι αναζητούν ένα μεμονωμένο γεγονός που σηματοδοτεί την αλλαγή εποχής. Την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, για παράδειγμα, το 1453, από τον Μωάμεθ τον Πορθητή. Γεγονός αναμφισβήτητα μεγάλης συμβολικής σημασίας, που όμως δεν επηρέασε κατά τρόπο καθοριστικό τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις. Για αυτόν τον λόγο, άλλοι επιλέγουν το 1492, το έτος ανακάλυψης της Αμερικής από τον Χριστόφορο Κολόμβο. Εξαιρετικά σημαντικό γεγονός, μόνο που οι συνέπειές του δεν έγιναν άμεσα αισθητές στην Ευρώπη. Έτσι, μια άλλη σχολή προτιμά ένα κριτήριο πιο λειτουργικό. Μας λένε, έτσι, ότι ο Μεσαίωνας τελειώνει όταν εκδηλώνεται σαφώς η Αναγέννηση. Η συμπαθής αυτή ταυτολογία προσκρούει σε μιαν άλλη δυσκολία: πότε συμβαίνει αυτό; Οι στοιχειωδώς ρεαλιστές θα απαντήσουν ότι δεν συμβαίνει την ίδια χρονική στιγμή για όλη την Ευρώπη, στην Ιταλία ίσως βρισκόμαστε στην Αναγέννηση ήδη από το 1450, ίσως και νωρίτερα (για ορισμένους ήδη από το 1370!), στη Γερμανία και τις Κάτω Χώρες, όμως, πρέπει να φτάσουμε στον 16ο αιώνα για να δώσουμε καταφατική απάντηση στο ερώτημα.

Όποιες χρονολογίες και να επιλέξουμε αυτό που διαπιστώνουμε στην πραγματικότητα είναι ότι, κατά την παγιωμένη αντίληψη, ο Μεσαίωνας ορίζεται εξ αντιδιαστολής και μάλιστα διττής, κάτι που μαρτυρά περιφρόνηση. Μεσαίωνας είναι ό,τι δεν ανήκει ούτε στην Αρχαιότητα ούτε στην Αναγέννηση και τους Νεότερους Χρόνους. Περιφρόνηση ως προς τη μέθοδο οριοθέτησης, περιφρόνηση όμως και ως προς την ονομασία. Πώς είναι δυνατό να ονομάζουμε «μέση», δηλαδή ενδιάμεση, μεταβατική, μια ολόκληρη χιλιετία ανθρώπινης Ιστορίας; Πώς είναι δυνατό να την αντιμετωπίζουμε ως εποχή ομοιόμορφη και στατική;

Ας επιχειρήσουμε να διακρίνουμε την ιστορική αλήθεια για αυτήν την τόσο συκοφαντημένη εποχή του Μεσαίωνα, επισημαίνοντας τα χαρακτηριστικά γνωρίσματά του, τις σταθερές και τις μεταβολές του σε πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο κι εξετάζοντας όλες αυτές τις κατηγορίες που εδώ και μερικούς αιώνες τον αμαυρώνουν.

ΜΕΡΟΣ Ι
ΕΠΟΧΗ ΑΥΘΑΙΡΕΤΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΔΙΚΙΑΣ ΚΑΙ ΟΠΙΣΘΟΔΡΟΜΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ;

Όπως προείπαμε, βιώνουμε σήμερα μια σαφή επιδείνωση των συνθηκών ζωής μεγάλου μέρους του πληθυσμού, στην Ελλάδα μάλιστα με τρόπο ακόμη πιο ακραίο. Συρρίκνωση του δημόσιου τομέα και των υπηρεσιών που παρείχε, κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων, ψαλίδισμα των κοινωνικοασφαλιστικών δικαιωμάτων, εξαφάνιση κάθε στοιχείου κοινωνικής πρόνοιας με «λογικές» εξοικονόμησης πόρων. Διαπιστώνεται μια τάση που θέτει εν αμφιβόλω τον πυρήνα του δημοκρατικού κράτους δικαίου και πρόνοιας. Συνειδητοποιούμε ότι ίσως τα όσα γνωρίζαμε και θεωρούσαμε δεδομένα δεν ήταν παρά ένα διάλειμμα ευημερίας και δικαιοσύνης που αφορούσε ένα σύντομο διάστημα μέσα στην απεραντοσύνη του ιστορικού χρόνου κι ένα περιορισμένο κομμάτι της ανθρωπότητας. Επιστρέφουμε, επομένως, σε εποχές του παρελθόντος και συγκεκριμένα, όπως πολλοί υποστηρίζουν, στον Μεσαίωνα της φεουδαρχίας. Τα σύγχρονα οικονομικά συμφέροντα ταυτίζονται με τους φεουδάρχες, οι εργαζόμενοι με τους δουλοπάροικους. Πόσο ακριβές είναι αυτό;

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα ακόμη στερεότυπο που εκφέρεται με όρους συμβατικού λόγου, χωρίς να προϋποθέτει κάποια διαδικασία στοιχειώδους επιβεβαίωσης ως προς την ιστορική αλήθεια.

Α.   ΤΟ ΦΕΟΥΔΑΛΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ

α.   Άρχοντες και δουλοπάροικοι

Μας διαβεβαιώνουν ότι ο Μεσαίωνας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής ανισότητας κι αδικίας, μια και το μεγαλύτερο μέρος το πληθυσμού ήταν δουλοπάροικοι που εργάζονταν σκληρά και ζούσαν σε συνθήκες απίστευτης εξαθλίωσης, δίχως καθόλου δικαιώματα. Ο ισχυρισμός αυτός ενέχει χονδροειδείς ανακρίβειες.

1.   Οι δουλοπάροικοι του Μεσαίωνα δεν είναι σκλάβοι!

Μολονότι και για τους δουλοπάροικους τα μεσαιωνικά κείμενα χρησιμοποιούν τον όρο servus, δηλαδή αυτόν ακριβώς που για τους Ρωμαίους σήμαινε τον δούλο, το νομικό καθεστώς και η θέση των δουλοπάροικων του Μεσαίωνα απέχει παρασάγγες από εκείνη των δούλων της Αρχαιότητας. Εάν πρέπει οπωσδήποτε να βρούμε αντιστοιχία με θεσμούς της ρωμαϊκής ειδικά εποχής, θα διαπιστώσουμε ότι η σχέση κυρίου και δουλοπάροικου κατά τον Μεσαίωνα βρίσκεται πολύ πιο κοντά στη σχέση κυρίου και πελάτη στα χρόνια της Ρώμης. Ο βασικός περιορισμός έγκειται στο ότι ο δουλοπάροικος δεν μπορεί να εγκαταλείψει χωρίς άδεια τη γη που καλλιεργεί. Ο περιορισμός αυτός δεν είναι τόσο παράλογος για κοινωνίες κατεξοχήν αγροτικές με μεγάλη ανάγκη για εργατικά χέρια.

Δουλοπάροικοι στην Αγγλία, 1310

Δουλοπάροικοι στην Αγγλία, 1310

Κατά τα λοιπά, ο δουλοπάροικος έχει νομική προσωπικότητα, αντιθέτως προς τον δούλο. Ως υποκείμενο δικαίου διαθέτει δικαιοπρακτική ικανότητα, έχει τη δική του περιουσία και φυσικά συνάπτει συμβάσεις για τη διαχείρισή της. Επιπλέον, η μεσαιωνική κοινωνία, ακόμη και στη φεουδαλική εκδοχή της, δεν χαρακτηρίζεται από τα στεγανά που εμείς της αποδίδουμε. Όπως μαρτυρούν τα έγγραφα της εποχής, ο δουλοπάροικος δεν είναι καν απαραίτητο να είναι αγρότης, μπορεί να είναι τεχνίτης που κατοικεί σε μια πόλη, ενώ επίσης μπορεί να συνάψει γάμο με άτομο που τυπικά έχει την ιδιότητα του ελεύθερου. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που αναφέρει ο Ζωρζ Ντυμπύ, σχολιάζοντας το έγγραφο μιας δικαιοπραξίας που βρισκόταν στα αρχεία της μονής του Κλυνύ: ο δουλοπάροικος Αλώμ, κάτοικος της κωμόπολης του Μπλανό, νυμφεύεται στο γειτονικό Οζάν τη Μαρχίλδη, γυναίκα που νομικά χαρακτηρίζεται ως ελεύθερη. Αποκτούν μαζί περιουσιακά στοιχεία τα οποία και διαθέτουν ελεύθερα, ενώ τα παιδιά τους υπάγονται στο νομικά ευνοϊκότερο καθεστώς, εν προκειμένω αυτό του ελεύθερου.

Ακόμη κι ο περιορισμός βάσει του οποίου ο δουλοπάροικος δεν μπορεί να εγκαταλείψει άνευ άλλου τινός τη γη που καλλιεργεί είναι στην πράξη σχετικός: αν το θέλει οπωσδήποτε, ο δουλοπάροικος μπορεί, με λίγο θάρρος, να εγκαταλείψει τον τόπο του και να αναζητήσει τη τύχη του αλλού. Αν ταξιδέψει κάπως μακριά (ας πούμε σε απόσταση 500 χιλιομέτρων), δηλώσει ψευδώς ότι είναι ελεύθερος και δώσει όρκο υποταγής στον τοπικό άρχοντα (που δεν είναι απαραίτητα φυσικό πρόσωπο, μπορεί να πρόκειται για μια μονή ή έναν καθεδρικό ναό) θα καταφέρει να εγκατασταθεί και να προκόψει χωρίς πολλές σκοτούρες ή προβλήματα. Τα εργατικά χέρια είναι πάντα και παντού ευπρόσδεκτα στον Μεσαίωνα κι οι ντόπιοι δεν έχουν κανένα συμφέρον να ψάξουν διεξοδικά μήπως ο νεοφερμένος έχει κάποιον αφέντη που βρίσκεται πέντε μέρες μακριά (πρβλ. το παράδειγμα του πατέρα της Μαρχίλδης στο έγγραφο που παραθέτει ο Ντυμπύ).

2.   Η πλειονότητα των πολιτών δεν έχει την ιδιότητα του δουλοπάροικου

Οι δουλοπάροικοι αποτελούν απλώς ένα τμήμα της φεουδαλικής κοινωνίας. Τα περισσότερα άτομα έχουν την ιδιότητα του ελεύθερου και φυσικά διαθέτουν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στην καθημερινότητά τους. Βεβαίως, ο άρχοντας ασκεί εξουσία, επιβάλλει και εισπράττει φόρους, δικάζει και τιμωρεί, άρα εκ των πραγμάτων καταπιέζει τους υποτελείς του. Ωστόσο, ουδόλως προκύπτει ότι αυτή η καταπίεση παρεκκλίνει σημαντικά από τον μέσο όρο της Ιστορίας. Συνήθως, μάλιστα, η σχέση εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου είναι πολύ χαλαρότερη απ’ ό,τι πιστεύουμε. Ακόμη και σε περιοχές όπου επικρατεί η φεουδαρχία, ο περισσότερος κόσμος δεν πρόκειται να δει σχεδόν ποτέ αυτόν που τυπικά είναι κυρίαρχός του. Ας θυμηθούμε το διάσημο παράδειγμα του Μονταγιού για το οποίο θα μιλήσουμε αναλυτικά στη συνέχεια: το μικρό χωριό των Πυρηναίων υπάγεται στη δικαιοδοσία του κόμητος της Φουά. Αυτός ασκεί την εξουσία του μέσω δύο προσώπων: του καστελλάνου, όσον αφορά τα ζητήματα ασφάλειας, και του βαΐλου, για τις αστικές υποθέσεις (ο δεύτερος είναι σχεδόν πάντα κάποιος από τους προύχοντες του χωριού). Ο κόμης δεν πρέπει να έχει εμφανιστεί ποτέ στο χωριό. Η – απομακρυσμένη – εξουσία του δεν εκλαμβάνεται ως καταπίεση από τους κατοίκους. Αντιθέτως, ο κόμης είναι ιδιαίτερα αγαπητός, κυρίως γιατί αποτελεί τη μόνη ελπίδα προστασίας των χωρικών, πολλοί από τους οποίους έχουν ασπασθεί την «αίρεση» των Καθαρών, έναντι της Εκκλησίας και ειδικά της Ιεράς Εξέτασης.

Συμπερασματικά, αν κάποιος θέλει να βρει παραδείγματα εξαθλίωσης για να τα συγκρίνει με τις ζοφερές προοπτικές των σύγχρονων εργαζομένων, δεν έχει λόγο να τα αναζητήσει ειδικά στο Μεσαίωνα.

β.   Γιατί σήμερα «δεν επιστρέφουμε στον Μεσαίωνα» – Η άσκηση εξουσίας

"Les Très Riches Heures du duc de Berry", Αύγουστος

«Les Très Riches Heures du duc de Berry», Αύγουστος

Ως κοινός παρονομαστής μεταξύ του Μεσαίωνα και των εξελίξεων της εποχής μας προβάλλεται η απίσχνανση της κεντρικής εξουσίας του κράτους και η αντίστοιχη ενδυνάμωση ιδιωτικών κέντρων εξουσίας. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι εσχάτως οι κρατικές οντότητες εμφανίζονται να παραιτούνται από σημαντικό μέρος των εξουσιών τους, τις οποίες μεταθέτουν ή των οποίων αποδέχονται τον σφετερισμό τους από πόλους εξουσίας οικονομικού κι επιχειρηματικού χαρακτήρα. Η τάση αυτή επιδεινώνεται εξαιτίας της αδυναμίας και της έλλειψης βουλήσεως που επιδεικνύει η κρατική εξουσία όσον αφορά τον έλεγχο των οικονομικών παραγόντων, έλεγχος που έχει καταστεί εκ των πραγμάτων δύσκολος εξαιτίας του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου οικονομικού περιβάλλοντος. «Παρομοίως», στον Μεσαίωνα η κεντρική εξουσία εμφανίζεται αδύναμη έναντι των τοπικών φεουδαρχών, οι οποίοι ασκούν σχεδόν απόλυτη εξουσία στην περιοχή δικαιοδοσίας τους. Εντούτοις, και στην περίπτωση αυτή οι ομοιότητες είναι μάλλον επιφανειακές.

1.   Η διαφορά ως προς τον τρόπο κατανομής και άσκησης της εξουσίας

Με κάποια δόση ελευθερίας, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η κατανομή της εξουσίας στον Μεσαίωνα (βασιλιάς-φεουδάρχες) είναι κάθετη, ενώ στην εποχή μας (κρατικές οντότητες-οικονομικά συμφέροντα) οριζόντια. Στον Μεσαίωνα υπάρχει κατά τόπον κατάτμηση ομοειδούς εξουσίας. Η εξουσία που ασκεί ο βασιλιάς δεν διαφοροποιείται ποιοτικά από αυτήν που ασκούν οι φεουδάρχες, παρά μόνον ως προς τα όρια της κατά τόπον δικαιοδοσίας. Κατά τα λοιπά, τόσο στην περίπτωση του βασιλιά όσο και αυτή των φεουδαρχών πρόκειται για την κλασσική μορφή εξουσίας που συναντούμε, σε πιο εξελιγμένη μορφή, και στα σύγχρονα κράτη (εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική, στρατιωτική και αστυνομική, επιβολής φόρων κ.ο.κ.). Το μόνο που διακρίνει την κεντρική εξουσία από τις κατά τόπους, είναι η θέση του βασιλιά ως επικυρίαρχου των φεουδαρχών, η οποία ισοδυναμεί με μια μάλλον χαλαρή εποπτεία. Σήμερα, αντιθέτως, οι οικονομικοί παράγοντες δεν ασκούν εξουσία με τον ίδο τρόπο που το πράττουν τα κράτη: καθορίζουν τις συνθήκες των αγορών, ασκούν οικονομικές και άλλες πιέσεις στην εκτελεστική εξουσία, χειραγωγούν την κοινή γνώμη μέσω φίλα προσκείμενων ΜΜΕ κ.ο.κ. Επιπλέον, το ίδιο οικονομικό κέντρο εξουσίας δεν δρα στην επικράτεια ενός μόνον κρατικού μορφώματος, αλλά περισσοτέρων, ενδεχομένως και σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο ένας πόλος διαφοροποιείται από τον άλλο ως προς την άσκηση εξουσίας και τοπικά και ποιοτικά, στοιχείο που δεν υπάρχει στη φεουδαρχία του Μεσαίωνα.

2.   Η διαφορά ως προς τον χαρακτήρα της εξουσίας

Είναι προφανές ότι η εξουσία που ασκείται σήμερα από οικονομικά συμφέροντα είναι απρόσωπη. Φορείς της είναι επιχειρηματικά σχήματα με μορφή συνήθως εταιρική που είναι δύσκολο έως αδύνατο να προσωποποιηθούν. Άλλωστε και αφεαυτής η άσκηση τέτοιας εξουσίας έχει ακαθόριστο χαρακτήρα, από την άποψη ότι δεν μπορεί να προσδιορισθεί σε ποιό ποσοστό καθόρισε την μία ή την άλλη εξέλιξη καθένας από τους οικονομικούς παράγοντες ξεχωριστά. Σε κάθε περίπτωση, η εξουσία των οικονομικών συμφερόντων εκλαμβάνεται ως απρόσωπη από τους ίδιους τους εξουσιαζόμενους (οι οποίοι συχνά αδυνατούν να κατανοήσουν ποιός ακριβώς είναι ο υπεύθυνος για κάποιο δυσμενές γι’ αυτούς αποτέλεσμα, για αυτό και κατηγορούν συλλήβδην τα κέντρα οικονομικής εξουσίας, συνήθως μαζί με τους εκάστοτε φορείς της εκτελεστικής εξουσίας, ή καταφεύγουν σε θεωρίες συνωμοσίας). Στο σημείο αυτό, η διαφορά με την κατάσταση στα χρόνια του Μεσαίωνα είναι χαοτική.

Η σχέση εξουσιαστή και εξουσιαζομένου κατά τον Μεσαίωνα είναι σαφώς προσωπική. Η σύναψή της προϋποθέτει την αποδοχή και των δύο μερών. Δεν υπάρχει τίποτε χαρακτηριστικότερο ή πιο συμβολικό για τη φεουδαλική κοινωνία του Μεσαίωνα από το hommage (λατ. hommagium, hominium hominagium). Στα ελληνικά το αποδίδουμε συνήθως ως «όρκο υποτελείας», αλλά η μετάφραση αυτή αδυνατεί να περιγράψει επακριβώς την έννοια του θεσμού. Το hommage περιλαμβάνει βεβαίως μια τελετή, κατά την οποία ο υποτελής-βασσάλος γονατίζει μπροστά στον επικυρίαρχό του, του δίνει τα χέρια του και στη συνέχεια προφέρει τον όρκο υποτελείας σ’ αυτόν. Πρωτίστως, όμως, είναι μια αμφοτεροβαρής σύμβαση μεταξύ του βασσάλου και του επικυρίαρχου. Ο βασσάλος αναλαμβάνει στρατιωτική υποχρέωση, δεσμευόμενος να συνδράμει στην άμυνα και ασφάλεια των εδαφών του επικυρίαρχου (ost, υποχρέωση χρονικής διάρκειας 40 ημερών ετησίως) και να συμμετέχει σε στρατιωτικές επιχειρήσεις του δεύτερου εκτός των εδαφών του (chevauchée), να τον συμβουλεύει σε θέματα διοίκησης, άμυνας και απονομής δικαιοσύνης και, τέλος, να του παράσχει τη βοήθειά του στις λεγόμενες τέσσερις περιπτώσεις (συνεισφορά στα λύτρα για την απελευθέρωση του κυρίου σε περίπτωση αιχμαλωσίας του, στα έξοδα για την εκπαίδευση του πρωτότοκου γιου του κυρίου ως ιππότη, στα έξοδα του γάμου της μεγαλύτερης κόρης του και στις δαπάνες που θα υποβληθεί ο κύριος αν εκστρατεύσει σε σταυροφορία). Από την πλευρά του, ο επικυρίαρχος εγγυάται για την ασφάλεια του βασσάλου, της οικογένειας και των ανθρώπων του και του παραχωρεί ένα φέουδο, μεταβιβάσιμο κληρονομικά στους απογόνους του βασσάλου. Βέβαια, οι δομές και οι σχέσεις της μεσαιωνικής κοινωνίας αποδεικνύονται πιο σύνθετες στην πράξη: τίποτε δεν εμποδίζει έναν κατώτερο άρχοντα να δώσει όρκο υποτελείας σε περισσότερους του ενός επικυρίαρχους. Η πλειονότητα κυρίων μπορεί να προκαλέσει σύγκρουση καθηκόντων στον βασσάλο, στην όχι και τόσο απίθανη περίπτωση που θα έρθουν αντιμέτωποι δύο από τους επικυρίαρχούς του. Προκειμένου να επιλυθούν τέτοιες συγκρούσεις, ο Μεσαίωνας εφευρίσκει τον θεσμό του hommage lige, την κατά προτεραιότητα υποτέλεια δηλαδή: στρατιωτική υποχρέωση οφείλεται πρωτίστως στον άρχοντα του οποίου κατέστη λίζιος ο βασσάλος.

Hommage

Hommage

Το hommage δεν περιορίζεται στις σχέσεις μεταξύ αρχόντων. Έστω και χωρίς λαμπρές τελετές, επικυρώνει την ιεραρχική υποταγή και του απλού λαού, περιλαμβανομένων και των δουλοπάροικων. Κατά κανόνα, άλλωστε, κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν θέτει σε αμφισβήτηση τη σχέση υποτέλειας. Όχι μόνο γιατί αυτό επιτάσσει η κυρίαρχη αντίληψη της εποχής, αλλά και γιατί πρακτικά η σχέση είναι ακριβώς αυτή της αμφοτεροβαρούς συμβάσεως. Ο άρχοντας υποχρεούται να εγγυηθεί την προστασία όλων των υποτελών του. Στο κάτω-κάτω, αυτή την έννοια δεν έχει κι η γνωστή γαλλική φράση « noblesse oblige »; Το να είσαι άρχοντας συνεπάγεται υποχρώσεις. Αυτό δηλαδή που δεν συμβαίνει με τους «φεουδάρχες» της εποχής μας, που διεκδικούν τα πάντα, ζητούν οτιδήποτε, επιβάλλουν όσα επιθυμούν, ενώ οι υποτελείς τους (που δεν έδωσαν κανένα όρκο υποτελείας) καταλήγουν να έχουν μόνο υποχρεώσεις.

Β.   ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ Η ΦΕΟΥΔΑΡΧΙΑ

Η επικράτηση της φεουδαρχίας δεν είναι ούτε καθολική, ούτε διαχρονική. Παρότι για τον σύγχρονο άνθρωπο η φεουδαρχία παρουσιάζεται ως το σήμα κατατεθέν του Μεσαίωνα, στην πραγματικότητα δεν αφορά ούτε ολόκληρη την ιστορική περίοδο, ούτε φυσικά όλες τις περιοχές της Ευρώπης (έστω της Δυτικής). Στην ολοκληρωμένη μορφή του, το φεουδαλικό σύστημα επικρατεί κατά τη διάρκεια μιας περιόδου περίπου τριών αιώνων (από το δεύτερο μισό του 11ου έως τα μέσα του 14ου αι.) και απαντά κυρίως στη Βόρεια Γαλλία (όπου και το αρχέτυπο του συστήματος), σε σημαντικό βαθμό στην Αγγλία των Νορμανδών και λιγότερο σε αγροτικές περιοχές της Γερμανίας και της υπόλοιπης Ευρώπης. Σημαντικό μέρος της Ευρώπης δεν γνωρίζει ουσιαστικά ποτέ τη φεουδαρχία. Οι εμπορικές «δημοκρατίες» της Ιταλίας διοικούνται συλλογικά από μια αριστοκρατία εμπόρων και επιχειρηματιών: ήδη από το δεύτερο μισό του δέκατου αιώνα, το Αμάλφι εμφανίζει τα χαρακτηριστικά αυτά και προαναγγέλει τη δράση των πιο ολοκληρωμένων και σαφώς μακροβιότερων περιπτώσεων της Βενετίας, της Γένοβας ή της Πίζας. Η πλειονότητα των ιταλικών πόλεων, τουλάχιστον βορείως της παπικής επικράτειας, λειτουργεί με τον τρόπο αυτό (που είναι σαφέστατα περισσότερο συγκρίσιμος με τον καπιταλισμό των νεότερων χρόνων απ’ ό,τι η φεουδαρχία). Τα ίδια ισχύουν για τις πολυάριθμες ελεύθερες πόλεις της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, από την κοιλάδα του Ρήνου και το Στρασβούργο, έως τη Λυβέκη και τις πόλεις της Χανσεατικής Ένωσης, στη Βόρεια ή στη Βαλτική Θάλασσα, αλλά και για εκείνες των Κάτω Χωρών ή της ανατολικής Γαλλίας που αποτελούν κέντρα έντονης εμπορικής δραστηριότητας.

α.   Η εμπορική και επιχειρηματική δραστηριότητα στα χρόνια του Μεσαίωνα

Μεσαιωνική τράπεζα

Μεσαιωνική τράπεζα

Πολλοί, και μεταξύ τους ακόμη κι οικονομολόγοι και ιστορικοί άλλων περιόδων, έχουν στο μυαλό τους μια πολύ γραφική εικόνα για τον έμπορο του Μεσαίωνα. Τον φαντάζονται να διασχίζει κάποια χερσαία εμπορική οδό που οδηγεί από την Ιταλία σε κάποια πόλη του Βορρά ταλαιπωρημένο και κατάκοπο, οδηγώντας υποζύγια φορτωμένα με εμπορεύματα και σακιά με τορνέζια, υπέρπυρα ή κάποιο άλλο νόμισμα της εποχής, προκειμένου να πραγματοποιήσει τις συναλλαγές του. Κάποιοι, μάλιστα, είναι έτοιμοι να μας διαβεβαιώσουν ότι οι συναλλαγές αυτές γίνονται με αντιπραγματισμό κι ότι υφάσματα ανταλλάσσονται με κοτόπουλο! Μόνο που η αλήθεια είναι διαφορετική.

Ο Ιταλός έμπορος του παραδείγματός μας δεν έχει μαζί του στην πραγματικότητα παρά λίγα μετρητά. Για τις συναλλαγές του θα χρησιμοποιήσει αξιόγραφα (κυρίως συναλλαγματικές, αλλά και επιταγές και γραμμάτια) ή μπορεί να προτιμήσει τη μεταφορά χρηματικού ποσού από την τράπεζά του! Στη έδρα του τηρεί λογιστικά βιβλία (διπλά μάλιστα) και πιθανώς διατηρεί με την τράπεζά του αλληλόχρεο λογαριασμό. Τα εμπορεύματά του συνήθως τα ασφαλίζει έναντι παντός κινδύνου. Οι διαφορές δεν είναι και πολλές από τον επιχειρηματία της εποχής μας.

Οι τράπεζες άλλωστε της εποχής προσφέρουν πολλές και διάφορες χρηματοπιστωτικές κι άλλες υπηρεσίες. Έχουν υποκαταστήματα στα περισσότερα εμπορικά κέντρα της Ευρώπης. Οι πιο πολλές από αυτές είναι ιδιωτικές επιχειρήσεις, όπως αυτές των Μπάρντι, των Περρούτσι και των Ατσαγιόλι στη Φλωρεντία. Οι τελευταίοι, έχοντας αναλάβει τη διαχείριση της περιουσίας του ανδεγαυικού βασιλικού οίκου της Νάπολής, θα ανταμειφθούν με το Δουκάτο των Αθηνών. Με λίγη τύχη θα μπορούσαμε ίσως να θαυμάζουμε τον πύργο τους δίπλα στα Προπύλαια της Ακρόπολης. Τον κατεδάφισε, όμως, το Ελληνικό Δημόσιο (με χρηματοδότηση του Ερρίκου Σλήμαν) στα τέλη του 19ου αιώνα, για να μη «μολύνει» την αγνότητα του Ιερού Βράχου!

Ο πύργος των Ατσαγιόλι στα Προπύλαια πριν γκρεμιστεί το 1874, φωτογρ. Félix Bonfils.

Ο πύργος των Ατσαγιόλι στα Προπύλαια πριν γκρεμιστεί το 1874, φωτογρ. Félix Bonfils.

Υπάρχουν όμως και κρατικές τράπεζες (αυτή της Βενετίας ή η Μόντε ντέι Πάσκι της Σιένας) ή τράπεζες που ανήκουν στα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα (Ναΐτες και Ιωαννίτες). Έτσι, ένας Γάλλος ευγενής που επιθυμεί να ταξιδέψει στα φραγκικά κράτη της Ανατολής και τους Άγιους Τόπους δεν πρόκειται να πάρει μαζί του μετρητά: θα απευθυνθεί στον ειδικό και θα καταθέσει ένα χρηματικό ποσό στο πλησιέστερο διοικητήριο των Ναϊτών. Εφοδιασμένος με τα απαραίτητα αποδεικτικά θα εισπράξει το ποσό σε μετρητά από κάποιο διοικητήριο ή την έδρα του Τάγματος στον προορισμό του. Το Τάγμα θα αφαιρέσει βεβαίως την προμήθειά του για τις υπηρεσίες που προσέφερε.

Μιλώντας όμως για μεσαιωνικό εμπόριο μία είναι η πόλη που έρχεται πρώτη στο μυαλό μας. Η Βενετία.

1.   Η ιστορία του Ρομάνο Μαϊράνο

Το όνομά του είναι άγνωστο στον μέσο άνθρωπο της εποχής μας, αλλά ο Ρομάνο Μαϊράνο είναι αληθινός σταρ για όσους μελετούν την Ιστορία του Μεσαίωνα, τούτο δε χάρη σε μια ευτυχή συγκυρία: η τελευταία απόγονος της οικογένειας αποφάσισε προς το τέλος της ζωής της να μονάσει. Αποσύρθηκε στο κοινόβιο του Αγίου Ζαχαρία όπου και μετέφερε τα οικογενειακά αρχεία, σώζοντάς τα από την καταστροφή. Έτσι, έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας κάπου διακόσια εμπορικά έγγραφα, στην πλειονότητά τους συμβάσεις, τα οποία μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε πλήρη εικόνα για την επιχειρηματική σταδιοδρομία του Ρομάνο Μαϊράνο, Ενετού εμπόρου του 12ου αιώνα.

Ο Μαϊράνο είναι γόνος οικογένειας ευγενών, πρόσφατα εγκατεστημένων στο Ριάλτο. Τα ίχνη των πρώτων εμπορικών κινήσεών του ανάγονται στα 1150, όταν ο νεότατος Μαϊράνο δανείζεται για την πρώτη εμπορική αποστολή του. Προφανώς η επιχείρηση αποδείχθηκε επικερδής, μια και εξοφλεί χωρίς προβλήματα το ποσό του δανείου. Δύο χρόνια αργότερα παντρεύεται. Σχεδόν αμέσως μετά τον γάμο μεταφέρει τις δραστηριότητές του στην Κωνσταντινούπολη (στα πρώτα ταξίδια του μεταφέρει συνήθως στη Βασιλεύουσα φορτία ξυλείας). Συνεργάζεται με τον αδελφό του, τον Σαμουήλ, και μαζί προβαίνουν στη σύσταση μιας οικογενειακής εταιρίας (fraterna societas). Έχουν τακτικές εμπορικές συναλλαγές με την ηπειρωτική Ελλάδα και τα παράλια της Μικράς Ασίας. Παράλληλα, ο Ρομάνο αγοράζει ακίνητα στη Βασιλεύουσα, η εκμετάλλευση των οποίων του αποφέρει ικανά κέρδη για να αναλάβει εμπορικές αποστολές μεγαλύτερης εμβέλειας: πλέον ταξιδεύει προς την Άκρα, την Τύρο, την Αντιόχεια και τα άλλα λιμάνια της φραγκικής Ανατολής, αλλά και προς τη μουσουλμανική Αλεξάνδρεια. Την ίδια περίοδο καταγράφονται τακτικές εμπορικές και τραπεζικές συναλλαγές του με το Τάγμα των Ναϊτών.

Βενετία, Φοντέγκο ντελ Μέτζο

Βενετία, Φοντέγκο ντελ Μέτζο

Το 1163, μετά από δεκαετή απουσία από τη μητρόπολη, ο Ρομάνο Μαϊράνο επιστρέφει στη Βενετία με αποκλειστικό σκοπό την αγορά του πρώτου ιδιόκτητου εμπορικού πλοίου του. Το 1165 τον βρίσκουμε στο χριστιανικό βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Χρηματοδοτεί ένα συμπατριώτη του έμπορο, τον Μάρκο Έντσιο: οι δύο άνδρες αποφασίζουν να ταξιδέψουν με το πλοίο του Μαϊράνο για να πουλήσουν τα εμπορεύματά τους. Από την Άκρα θα βρεθούν στον Χάνδακα της Κρήτης κι από εκεί θα συνεχίσουν ως την Αλεξάνδρεια για να επιστρέψουν από το αιγυπτιακό λιμάνι στη βάση τους. Προς το τέλος του 1167 ο Μαϊράνο επιστρέφει στη Βενετία για να αγοράσει το δεύτερο πλοίο του. Δανείζεται από οχτώ πλούσιους συμπολίτες του συνολικό ποσό 796 υπέρπυρων. Το δάνειο θα επιστραφεί εντόκως την άνοιξη του 1168 (με επιτόκιο 44%!).

Τον Οκτώβριο του 1169 ο Μαϊράνο βρίσκεται πίσω στην Κωνσταντινούπολη, μολονότι οι ενετικές αρχές έχουν προειδοποιήσει τους πολίτες τους για τη ραγδαία επιδείνωση των διπλωματικών σχέσων μεταξύ της Γαληνοτάτης και του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού. Αρχικά, φαίνεται να δικαιώνεται για τη ριψοκίνδυνη απόφασή του. Οι δουλειές του στην Πόλη πηγαίνουν όλο και καλύτερα. Αναλαμβάνει τη διαχείριση της μεγάλης περιουσίας που διαθέτει στη Βασιλεύουσα ο λατίνος πατριάρχης του Γκράντο. Αποκτά επίσης το ιδιαιτέρως επικερδές μονοπώλιο της είσπραξης των δικαιωμάτων για τη ζύγιση των εμπορευμάτων των Ενετών της πόλης. Ωστόσο, το 1171 ξεσπά η καταιγίδα που πολλοί φοβούνταν: ο Μανουήλ διατάσσει τη σύλληψη και απέλαση όλων των Ενετών υπηκόων και τη δήμευση των περιουσιακών στοιχείων τους. Ο Μαϊράνο κατορθώνει να ξεφύγει με το πλοίο του που ήταν ελλιμενισμένο στην Κωνσταντινούπολη, σώζοντας κι αρκετούς συμπατριώτες του, χάνει όμως την περιουσία του. Κατεστραμμένος οικονομικά αδυνατεί να εξοφλήσει τους πιστωτές του. Δίχως να απογοητευτεί, ξαναρίχνεται στον αγώνα, στο δρομολόγιο Βενετία-Αλεξάνδρεια. Κύριος χρηματοδότης του είναι η πάμπλουτη και ισχυρή οικογένεια Τζιάνι: ο δόγης (από το 1172 έως το 1178) Σεμπαστιάνο και ο γιος του (και μετέπειτα δόγης κι αυτός, 1205-1229) Πιέτρο, στους οποίους ο Μαϊράνο προμηθεύει φορτία πιπεριού και στυπτηρίας.

Πάντα έτοιμος να εκμεταλλευθεί νέους εμπορικούς δρόμους, ο Μαϊράνο διαβλέπει ευκαιρίες στη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ της πατρίδας του και της παραδοσιακής αντιπάλου, της νορμανδικής Σικελίας του Γουλιέλμου Β΄ του Καλού. Παραγγέλλει τη ναυπήγηση ενός ακόμη εμπορικού πλοίου και ταξιδεύει στο Μαγκρέμπ, όπου προμηθεύεται μάλλινα και δέρματα, προϊόντα απαραίτητα για την ενετική βιοτεχνία ένδυσης. Το 1183 έχει πλέον εξοφλήσει όλα τα χρέη του. Μετά το 1184, όταν αποκαθίστανται οι σχέσεις Βενετίας και Βυζαντίου, καθώς ο Ανδρόνικος Α΄ Κομνηνός δέχεται να καταβάλει και κάποιες αποζημιώσεις για τα δημευθέντα περιουσιακά στοιχεία των Ενετών της Πόλης, ο Μαϊράνο επιστρέφει στο δρομολόγιο προς Κωνσταντινούπολη. Φαίνεται μάλιστα ότι το 1190 μεταφέρει ξανά στη Βασιλεύουσα το κέντρο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του. Έχοντας φτάσει σε μάλλον προχωρημένη ηλικία σταματά να ταξιδεύει, αναθέτοντας τις εμπορικές αποστολές στους γιους του. Περιορίζεται στον ρόλο του χρηματοδότη και στη διαχείριση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας του. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή χρονολογία ή τον τόπο θανάτου του, είμαστε όμως βέβαιοι ότι άφησε τον εμπορικό του οίκο σε ανθηρή κατάσταση, καθιστώντας τον μια από τις σπουδαιότερες επιχειρήσεις της Μεσογείου.

2.   Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ενετικού εμπορίου κατά τον Μεσαίωνα

Δουκάτο, περ. 1400

Δουκάτο, περ. 1400

i. Ένα οικουμενικό εμπόριο χωρίς διακρίσεις, φραγμούς κι ενδοιασμούς: Οι Ενετοί, όπως και γενικά οι έμποροι από τις άλλες ναυτικές δημοκρατίες της Ιταλίας, συνδέουν εμπορικά την καθολική Δύση, το ορθόδοξο Βυζάντιο και τον μουσουλμανικό κόσμο. Μεταφέρουν στην Ανατολή πρώτες ύλες (ξυλεία και μέταλλα) και γυρίζουν στη Δύση με προϊόντα πολυτελείας για τις εύπορες τάξεις (μπαχαρικά, μεταξωτά από το Βυζάντιο, κοσμήματα και χειροτεχνήματα), χωρίς να περιφρονούν και την εμπορία φθηνότερων ειδών πρώτης ανάγκης (μάλλινα και δερμάτινα). Η βασική τους επιδίωξη είναι το κέρδος και, όπως είναι φυσικό, δεν υπόκειται σε φραγμούς: όταν εμπορεύονται όπλα ή πρώτες ύλες για στρατιωτικό εξοπλισμό εφαρμόζουν τη διαχρονική πολιτική των εμπόρων όπλων, πωλώντας και στις δύο εμπόλεμες πλευρές, δηλ. τους μουσουλμάνους της Αιγύπτου και τους χριστιανούς της Ιερουσαλήμ, της Τρίπολης και της Αντιόχειας. Δεν πτοούνται από τις παπικές απαγορεύσεις και τους αφορισμούς ούτε από τις αποφάσεις των χριστιανών ηγεμόνων.

Οι δραστηριότητες αυτές εξαρτώνται άμεσα από την ασταθή διπλωματική ισορροπία μεταξύ των διαφόρων δυνάμεων της Μεσογείου. Για ιστορικούς λόγους το Βυζάντιο αποτελεί τον κατεξοχήν εμπορικό εταίρο των Ενετών (ήδη από τον 11ο αι. και επί Αλέξιου Κομνηνού οι Ενετοί έμποροι τυγχάνουν πλήρους απαλλαγής από το κομμέρκιο, δηλαδή τον φόρο ύψους 10% επί της αξίας των εμπορευμάτων), εντούτοις, όπως αποδεικνύει και η ζωή του Μαϊράνο, οι σχέσεις Βενετίας και Βυζαντίου είναι ταραχώδεις. Επομένως, συμφέρον της Βενετίας είναι να διατηρεί πάντα εναλλακτικές εμπορικές οδούς. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορικής περιόδου που εξετάζουμε, βασικό μέλημα των ενετικών αρχών είναι να κρατούν ανοιχτή μία τουλάχιστον από τις τρεις βασικές οδούς (Βενετία-Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια λιμάνια της Μικράς Ασίας ή της Μαύρης Θάλασσας, Βενετία-Αλεξάνδρεια, Βενετία-χριστιανικά λιμάνια της Συρίας και Παλαιστίνης). Φυσικά, κάθε νέα προοπτική εμπορικού δρόμου είναι ευπρόσδεκτη για τη Γαληνοτάτη.

Εξαιρουμένων των μάλλον σύντομων περιόδων εχθρότητας, τα ξένα κράτη βλέπουν θετικά τις δραστηριότητες των Ενετών εμπόρων. Στα περισσότερα λιμάνια (Αλεξάνδρεια, Άκρα, Τύρος, Κωνσταντινούπολη) τους παραχωρείται εμπορικός σταθμός (fondaco, από το αραβικό funduk, με αμφιλεγόμενο ελληνικό έτυμο τη λέξη «πανδοχείο»), όπου οι έμποροι συναλλάσσονται με μεγαλύτερη ευκολία, ενώ το κράτος υποδοχής μπορεί να εισπράξει άμεσα φόρους και δασμούς επί των εμπορευμάτων. Παράλληλα, οι Ενετοί (κι οι υπόλοιποι Ιταλοί) έμποροι έχουν στα λιμάνια αυτά τις συνοικίες τους (με την εκκλησία, αφιερωμένη συνήθως στον Άγιο Μάρκο, τον φούρνο. τον μύλο και τα λουτρά τους), όπου ζουν όπως και στην πατρίδα τους, ενώ τα συμφέροντά τους τα εκπροσωπεί ένας ομοεθνής τους πρόξενος.

ii. Καινοτόμες μορφές συμβάσεων και εταιριών: Η εφευρετικότητα των Ενετών εμπόρων εκφράζεται με νέες μορφές εμπορικών συμβάσεων και εταιριών. Συχνή είναι η περίπτωση της ρογκαντία: η κεφαλαιουχική εταιρία που έχει την κυριότητα των εμπορευμάτων αναθέτει την πώλησή τους σ’ έναν έμπορο έναντι αμοιβής. Η επιχείρηση αποδεικνύεται συνήθως ιδιαίτερα επωφελής και για τον ταξιδιώτη έμπορο. Μπορεί να μη συμμετέχει στα εταιρικά κέρδη, αλλά εκτός της προκαθορισμένης αμοιβής έχει τη δυνατότητα να προβεί κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και σε δικές του συναλλαγές. Για παράδειγμα, το 1156, στο πλαίσιο μιας ρογκαντία, ο Μαϊράνο είναι υπεύθυνος για τη μεταφορά και πώληση εμπορευμάτων στη γραμμή Κωνσταντινούπολη-Σμύρνη-Αλεξάνδρεια. Παρότι δεν έχει συμμετοχή στα κέρδη της εταιρίας, αποκτά σημαντικά ποσά παίρνοντας την πρωτοβουλία να προσθέσει και να πωλήσει και δικά του εμπορεύματα στη διαδρομή.

Ακόμη συχνότερη, όμως, είναι η περίπτωση των εταιρικών μορφών στις οποίες ο έμπορος δεν παρέχει απλώς εργασία, αλλά συμμετέχει και στα κέρδη, συνήθως δε και στο εταιρικό κεφάλαιο. Η σύμβαση έχει περιορισμένη χρονική ισχύ (μπορεί να αφορά μία μόνον εμπορική αποστολή) και συνάπτεται μεταξύ ενός ή πλειόνων κεφαλαιούχων-χρηματοδοτών και ενός εμπόρου, ο οποίος καθίσταται υπεύθυνος για την πώληση των εμπορευμάτων. Στη μορφή της κομμέντα (την οποία χρησιμοποιούν συνήθως στη Γένοβα), ο έμπορος δεν μετέχει στο κεφάλαιο, κρατά όμως το 1/4 των κερδών, αποδίδοντας τα υπόλοιπα στους κεφαλαιούχους. Σύμφωνα, όμως, με τη βενετσιάνικη εκδοχή της κομμέντα, δηλ. την κολλεγκάντσα, ο χρηματοδότης παρέχει το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου (συνήθως τα 2/3), ενώ ο έμπορος συνεισφέρει με το υπόλοιπο κεφάλαιο. Τα κέρδη της επιχείρησης μοιράζονται μεταξύ βασικού κεφαλαιούχου και εμπόρου στο μισό, ενώ τυχόν ζημίες κατανέμονται αναλόγως της εισφοράς του κάθε εταίρου. Ως εκ της φύσεώς της, η κολλεγκάντσα είναι ιδιαιτέρως συμφέρουσα για τον έμπορο που μετέχει σ’ αυτήν.

Το αρχείο του Μαϊράνο μας προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κολλεγκάντσας. Το 1167, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου όπου είναι τότε εγκατεστημένος, ο Μαϊράνο συνάπτει εμπορική σύμβαση με έναν άλλο Βενετό έμπορο, τον Ντομένικο Γιάκομπ. Για τους σκοπούς της εταιρίας, ο Μαϊράνο παρέχει το πλοίο του οποίου είναι ιδιοκτήτης και συμμετέχει με τα 2/3 του κεφαλαίου (κι επομένως των εμπορευμάτων), ενώ ο συνεταίρος του συμμετέχει με το 1/3 του κεφαλαίου και αναλαμβάνει το επιχειρησιακό σκέλος: ο Γιάκομπ θα συνοδέψει τα εμπορεύματα στο ταξίδι από την Αλεξάνδρεια στον Αλμυρό της Μαγνησίας. Στη συνέχεια, θα ενωθεί με την πρώτη ενετική μούδα που κατευθύνεται στην Κωνσταντινούπολη. Στη Βασιλεύουσα θα λάβει χώρα κι η απόδοση λογαριασμών: ο Γιάκομπ θα επιστρέψει στον Μαϊράνο το κεφάλαιό του (τα 2/3 του εταιρικού), καθώς και το ήμισι των κερδών που απέφερε η επιχείρηση, ενώ ο ίδιος θα κρατήσει το δικό του μερίδιο από το κεφάλαιο (1/3) και τα άλλα μισά κέρδη. Η κολλεγκάντσα, με τις διάφορες παραλλαγές της, συντελεί ευεργετικά στη συσσώρευση κεφαλαίων και γενικά στην ανάπτυξη της εμπορικής κίνησης: ο έμπορος που έχει την ευθύνη της επιχείρησης, συνοδεύοντας το εμπόρευμα, έχει την άδεια να προβεί σε οποιεσδήποτε αγοραπωλησίες κρίνει επικερδείς. Εκμεταλλευόμενος τις διαφορές τιμών των εμπορευμάτων μεταξύ των διαφόρων σταθμών του, πολλαπλασιάζει τα κέρδη της εταιρίας, αλλά και τα προσωπικά του κέρδη.

Χαρακτηριστικό του Ενετού επιχειρηματία είναι ακριβώς η συμμετοχή του σε πολλές εταιρίες διαφορετικών τύπων και εμβέλειας. Εναλλάσσεται στους ρόλους του κεφαλαιούχου και του εμπόρου. Με τον τρόπο αυτό ελαχιστοποιεί τους εμπορικούς κινδύνους, σε τέτοιο σημεία που δεν καταφεύγει σχεδόν ποτέ στην ασφάλιση των εμπορευμάτων του (όπως κάνουν συστηματικά οι Φλωρεντινοί).

iii. Μια κρατικώς ελεγχόμενη οικονομία: Το ενετικό οικονομικό θαύμα δεν θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα αποκλειστικά χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Η οικονομία της Βενετίας κατευθύνεται κι ελέγχεται από το Δημόσιο. Η Γαληνοτάτη καθορίζει τα δρομολόγια, τον χρόνο απόπλου και τα εκάστοτε φορτία εμπορευμάτων για τις μούδες (mude), τις οργανωμένες ναυτικές αποστολές που αναχωρούν τακτικά για τους βασικούς εμπορικούς προορισμούς: στα κονβόϊ αυτά συμμετέχουν εμπορικά πλοία ιδιωτών που συνοδεύονται από γαλέρες, συνήθως ιδιοκτησίας του Δημοσίου. Οι γαλέρες, η καθεμία με 200 κωπηλάτες και 20 βαλλιστριδοφόρους, μεταφέρουν τα μεγάλης αξίας εμπορεύματα και αποτελούν εγγύηση για την ασφάλεια των εμπορικών πλοίων των ιδιωτών. Οι προδιαγραφές ασφάλειας των πλοίων των ιδιωτών, ο εξοπλισμός, το πλήρωμα και οι συνθήκες ασφάλειας και υγιεινής στα πλοία καθορίζονται με νόμους και διοικητικές πράξεις του ενετικού κράτους, ενώ η τήρησή τους ελέγχεται από τους δημοσίους υπαλλήλους. Επιπλέον, η Γαληνοτάτη ρυθμίζει λεπτομερώς τις εμπορικές δραστηριότητες αλλοδαπών σε ενετικό έδαφος, έχει το μονοπώλιο άλατος, ελέγχει αυστηρά το εμπόριο των βασικών καταναλωτικών αγαθών. Τέλος, απαγορεύει στις ενετικές τράπεζες τη δανειοδότηση αλλοδαπών προκειμένου το χρήμα τους να είναι διαθέσιμο αποκλειστικά στους Ενετούς υπηκόους και, φυσικά, στο ίδιο το κράτος.

Με τους τρόπους αυτούς και με όλες τις ιδιαιτερότητές του, το μεσαιωνικό εμπόριο μοιάζει να αποτελεί μάλλον ευτυχές παράδειγμα συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα κι επιβράβευσης του τολμηρού επιχειρηματικού πνεύματος. Πώς, όμως, διοικούνταν οι εμπορικές πόλεις αυτές;

β.   Απόπειρες δημοκρατικής οργάνωσης

Σιένα

Σιένα

Ανεξάρτητες αρχές και διαμεσολαβητές: Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρούμε στη Δύση (και φυσικά και στην Ελλάδα) να πολλαπλασιάζονται οι λεγόμενες ανεξάρτητες αρχές. Ένας από τους κύριους σκοπούς πολλών από αυτές είναι να ελαχιστοποιήσουν τις περιπτώσεις αντιδικίας στις διαφορές μεταξύ Δημοσίου και πολίτη, προκρίνοντας τη διαμεσολάβηση ως τρόπο επίλυσής τους. Έχουμε έτσι τον Συνήγορο του Πολίτη, τον Συνήγορο του Καταναλωτή, τους διάφορους Συμπαραστάτες του Δημότη και, σε επίπεδο ΕΕ, τον Ευρωπαίο Μεσολαβητή. Λαμπρή ιδέα και μάλιστα πρωτότυπη… ή μήπως όχι;

Διαμεσολαβητές στις ιταλικές πόλεις του Μεσαίωνα – οι Ποδεστάτοι: Λίγες είναι οι ιδέες που δεν έχουν ξαναχρησιμοποιηθεί στην Ιστορία της Ανθρωπότητας κι οι διαμεσολαβητές δεν είναι μία από αυτές. Γιατί, πώς θα σας φαινόταν αν η Πολιτεία ανέθετε τη διακυβέρνησή της συνολικά σ’ έναν διαμεσολαβητή και μάλιστα αλλοδαπό;

Με αυτόν τον τρόπο διακυβέρνησης πειραματίστηκαν οι ιταλικές πόλεις του Μεσαίωνα, μεταξύ του τέλους του 12ου και των μέσων του 13ου αιώνα. Προερχόμενος από την ανώτερη αριστοκρατία κάποιας άλλης πόλης, όχι απαραίτητα γειτονικής, και με θητεία συνήθως ετήσια, ο ποδεστάτος καταφθάνει συνοδευόμενος από στρατιά συμβούλων και προσωπικών φρουρών. Συγκαλεί το δημοτικό συμβούλιο κι αναλαμβάνει την εφαρμογή των αποφάσεών του, όπως και τη συνέλευση των πολιτών (arengo), είναι εγγυητής της ενότητας και της ομόνοιας της πόλης και, κυρίως, επιλύει τις διαφορές μεταξύ των πολιτών, λειτουργώντας καθαρά ως διαμεσολαβητής, χωρίς να δεσμεύεται από ένα σώμα κωδικοποιημένου δικαίου κι εκτιμώντας ελεύθερα τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη κριτήρια όχι μόνο νομικά, αλλά πρωτίστως πολιτικά. Η αλλοδαπή προέλευσή του εγγυάται την έλλειψη οικογενειακών και πελατειακών δεσμών και, επομένως, την ουδετερότητά του.

Ο ρόλος του ποδεστάτου δεν μπορεί να γίνει ευχερώς κατανοητός αν δεν ληφθεί υπόψη ο χαρακτήρας των μεσαιωνικών και αναγεννησιακών ιταλικών πόλεων ως κοινωνιών σύγκρουσης (και ενδημικής βίας). Σύγκρουσης ανάμεσα σε αντίπαλες φράξιες της αριστοκρατίας και σύγκρουσης μεταξύ των ευγενών και των λαϊκών τάξεων (popolo minuto).

Από την ιστορία του θεσμού δεν λείπουν φυσικά κι οι παρεκτροπές. Αν σε κάποιες περιπτώσεις ο θεσμός καταδεικνύει τις σχέσεις ισοτιμίας μεταξύ συμμάχων πόλεων (Σιένα και Περούτζα ανταλλάσσουν εθιμικά ποδεστάτους), συχνά αποτελεί μέσο επιβολής της θέλησης του ισχυρού. Σε διακρατικό επίπεδο, για παράδειγμα, μια τοπική δύναμη σαν τη Φλωρεντία μπορεί να επιβάλλει στις μικρότερες πόλεις της περιοχής (Πράτο, Σαν Τζιμινιάνο) να «επιλέγουν» αποκλειστικά Φλωρεντινούς ποδεστάτους. Σε εσωτερικό επίπεδο, η άνοδος των λαϊκών τάξεων συνεπάγεται και την αμφισβήτηση της ουδετερότητας του ποδεστάτου που κατηγορείται όλο και συχνότερα ότι ευνοεί τους ευγενείς.

Οι «αγανακτισμένοι» στους δρόμους της Φλωρεντίας: Το πείραμα μοιάζει άρρηκτα συνδεδεμένο με τις πολιτικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητες των ιταλικών πόλεων. Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία του συνοδεύεται από διάφορα ενδιαφέροντα περιστατικά. Όπως μας διηγείται ο Φλωρεντινός πολιτικός και ιστορικός Ντίνο Κομπάνι («Cronica delle cose occorrenti ne’ tempi suoi»), το 1295 κάποιος ευγενής, ο Κόρσο Ντονάτι, έστειλε τους μπράβους του να ξυλοκοπήσουν έναν άλλον ευγενή (και συγγενή του), τον Σιμόνε Γκαλαστρόνε. Η συμπλοκή μεταξύ αντίπαλων σωματοφυλάκων είχε ως αποτέλεσμα ένα νεκρό. Κληθείς να επιλύσει τη διαφορά, ο Λομβαρδός ποδεστάτος Ιωάννης του Λουτσίνο δικαίωσε τον Ντονάτι που είχε ξεκινήσει την ιστορία! Η κρίση του ποδεστάτου προκάλεσε την οργή των πολιτών της Φλωρεντίας, οι οποίοι ξεχύθηκαν στους δρόμους φωνάζοντας συνθήματα που θυμίζουν τους σύγχρονους «αγανακτισμένους» «Θάνατος στον Ποδεστάτο» και «Να καεί, να καεί» (όχι βέβαια η χαρακτηριζόμενη ως οίκος ανοχής Βουλή, αλλά) «το μέγαρο του ποδεστάτου»!

Σιένα, Αμπρότζο Λορεντσέτι (14ος αι.), νωπογραφίες με θέμα την καλή διακυβέρνηση, Δημοτικό Μέγαρο

Σιένα, Αμπρότζο Λορεντσέτι (14ος αι.), νωπογραφίες με θέμα την καλή διακυβέρνηση, Δημοτικό Μέγαρο

Οι αποτυχημένες απόπειρες δημοκρατικότερης διακυβέρνησης: Η άνοδος ακριβώς των λαϊκών τάξεων θα οδηγήσει και τον θεσμό του ποδεστάτου σε παρακμή. Δύο είναι τα κύρια μέσα της λαϊκής συμμετοχής στην εξουσία: οι φορολογικές απογραφές (estimi), που συνεπάγονται τη φορολόγηση κάθε προσώπου αναλόγως της περιουσίας του, και η αμιγώς δικαστική επίλυση των διαφορών (βάσει κυρίως του ποινικού δικαίου). Είναι πολύ ενδιαφέρον το ότι οι μεσαιωνικές κοινωνίες οδηγήθηκαν από τη διαμεσολάβηση στη δικαστική επίλυση διαφορών, ενώ οι σύγχρονες ακολούθησαν την αντίστροφη πορεία. Ο χρόνος θα δείξει ποιος είχε δίκιο!

Οι απόπειρες για μια πιο δημοκρατική οργάνωση της κοινωνίας δεν στέφθηκαν τελικά από επιτυχία. Μετά από μια περίοδο έντονων συγκρούσεων, σε όλες σχεδόν τις ιταλικές πόλεις επικράτησαν τελικά ολιγαρχικά καθεστώτα. Στη Βενετία ο κύκλος των ευγενών που είχαν δικαίωμα συμμετοχής στα συμβούλια διοίκησης της πόλης συρρικνωνόταν όλο και περισσότερο, καταλήγοντας σε έναν κλειστό αριθμό λίγων αριστοκρατικών οικογενειών, στη Φλωρεντία ή στο Μιλάνο εκπρόσωποι μίας μόνον οικογένειας κυβερνούσαν συχνά ως ντε φάκτο μονάρχες (Μέδικοι, Βισκόντι, Σφόρτσα).

Η τελική αποτυχία, όμως, δεν αναιρεί την αξία της προσπάθειας. Άλλωστε το μέλλον δεν το γνωρίζουμε και θα ήταν πρόωρο να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο να επιβληθεί εκ νέου στις κοινωνίες μας το πρότυπο της ολιγαρχικής διακυβέρνησης.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ
Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΩΣ ΕΠΟΧΗ ΑΚΡΑΙΑΣ ΒΙΑΣ

Πολιορκία της Ιερουσαλήμ από τους σταυροφόρους, 1099 (μικρογραφία του 13ου αι.)

Πολιορκία της Ιερουσαλήμ από τους σταυροφόρους, 1099 (μικρογραφία του 13ου αι.)

Πολύ συχνά, ο Μεσαίωνας εμφανίζεται ως συνώνυμο της βίας και της βαρβαρότητας. Πιθανότατα θα γνωρίζετε ότι η Α΄ Σταυροφορία ολοκληρώθηκε με λουτρό αίματος: όταν στις 15 Ιουλίου 1099 οι σταυροφόροι κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ κατέσφαξαν το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού της, μουσουλμάνους, Εβραίους, ακόμη και χριστιανούς, μια και μες στη μάχη δεν υπάρχει χρόνος να καταλάβεις τη θρησκεία του καθενός κι άλλωστε «όλοι ίδιοι έμοιαζαν με τις ανατολίτικες φορεσιές τους»! Θα έχετε ίσως ακούσει και για τη σφαγή όλων των κατοίκων της Μπεζιέ στο γαλλικό νότο, το 1209, στο πλαίσιο της Σταυροφορίας κατά των Καθαρών. Σύμφωνα με μία παράδοση που διασώζει ο κιστερκιανός μοναχός Καισάριος Χάιστερμπαχ, όταν οι στρατηγοί ρώτησαν τον παπικό λεγάτο Αρνάλδο Αμαλάριχο, ηγούμενο της μονής του Σιτώ, πώς θα μπορούσαν να διακρίνουν τους καλούς χριστιανούς από τους αιρετικούς όταν θα καταλάμβαναν την πόλη, εκείνος τους απάντησε κυνικά: «Σκοτώστε τους όλους κι ο Θεός θα ξεχωρίσει τους δικούς του»! («Tuez-les tous, Dieu reconnaîtra les siens.»/ «Cædite eos. Novit enim Dominus qui sunt eius.»).

Ποια εποχή, όμως, δεν γνώρισε πολέμους, λεηλασίες και σφαγές;

Α.   Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

α.   Μια δραστηριότητα που αφορά λίγους

Στην πραγματικότητα, ο πόλεμος κατά τον Μεσαίωνα αφορά ένα περιορισμένο μέρος του πληθυσμού το οποίο ασχολείται λόγω θέσεως ή εξ επαγγέλματος με τα στρατιωτικά: άρχοντες, ιππότες και επαγγελματίες/ μισθοφόρους πολεμιστές. Δεν υπάρχει καθολική υποχρέωση στρατιωτικής υπηρεσίας που να βαρύνει το σύνολο του ανδρικού πληθυσμού, όπως στις πόλεις-κράτη της Αρχαιότητας και στα εθνικά κράτη των Νεότερων Χρόνων. Η πολεμική δραστηριότητα είναι περιορισμένη χρονικά (εκστρατείες γίνονται μόνο την άνοιξη και το καλοκαίρι και πάλι όχι σε περιόδους γεωργικών εργασιών), η αριθμητική δύναμη των στρατιωτικών σωμάτων είναι συνήθως μικρή και τα όπλα δεν είναι τόσο φονικά. Προτιμότερο είναι να αιχμαλωτισθεί ο αντίπαλος, γιατί αυτό θα αποφέρει και λύτρα, παρά να φονευθεί. Ακόμη κι ο Εκατονταετής Πόλεμος μεταξύ του γαλλικού και του αγγλικού βασιλικού οίκου, μολονότι διήρκεσε τυπικά περισσότερο από εκατό χρόνια (1337-1453), αποτελείται από διάσπαρτες στον χρόνο ολιγόμηνες εκστρατείες που πλήττουν συγκεκριμένα μόνο τμήματα της γαλλικής επικράτειας.

Η θεωρητική δικαιολόγηση: το σχήμα των τριών τάξεων. Το γεγονός ότι ο μεσαιωνικός πόλεμος αφορά ορισμένους μόνον αποδεικνύεται κι από το αντίστοιχο θεωρητικό υπόβαθρο: στις αρχές του 11ου αιώνα, ο Ανταλμπερόν, επίσκοπος της Λαν, κι ο Γεράρδος, επίσκοπος του Καμπραί, διατύπωναν για πρώτη φορά την τριμερή διάκριση των τάξεων που επρόκειτο να σημαδέψει το φαντασιακό της φεουδαλικής κοινωνίας. Τρεις τάξεις αποτελούν τη μεσαιωνική κοινωνία: οι oratores (αυτοί που προσεύχονται, δηλαδή ο κλήρος περιλαμβανομένων των μοναχών) οι bellatores (αυτοί που πολεμούν για να διασφαλίσουν την ύπαρξη του κράτους, δηλαδή οι ιππότες και κατ’ επέκταση οι ηγεμόνες και οι ευγενείς) και οι laboratores (κυριολεκτικά αυτοί που οργώνουν τη γη και συνεκδοχικά το σύνολο του εργαζόμενου λαού).

Οι Τρεις Τάξεις

Οι Τρεις Τάξεις

Η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα: τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα. Υπάρχει, βεβαίως, μια σημαντική εξαίρεση: πρόκειται για τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα (Ναΐτες, Ιωαννίτες και Τεύτονες ιππότες) τα οποία συγκροτήθηκαν κατά τον 12ο αιώνα για να διασφαλίσουν την άμυνα των χριστιανικών κρατών της Συρίας και Παλαιστίνης. Τα μέλη τους δίνουν θρησκευτικούς όρκους και υποχρεούνται να τηρούν έναν κανόνα που μοιάζει με εκείνους των μοναστικών ταγμάτων, αλλά έχουν ως κύρια ενασχόληση τον πόλεμο με τις δυνάμεις του ισλάμ. Το γεγονός εξηγείται ευχερώς: η συγκρότηση των ΣΘΤ αποτελεί μια ρεαλιστική απάντηση σε ένα υπαρκτό πρόβλημα, τη λειψανδρία όσον αφορά την υπεράσπιση των σταυροφορικών κρατών. Και πάλι, η παρέκκλιση αυτή από τον κανόνα των τριών τάξεων με διακριτούς ρόλους συνάντησε μεγάλες αντιδράσεις. Ο Βερνάρδος του Κλαιρβώ χρειάστηκε να βάλει τα δυνατά του για να δικαιολογήσει την αναγκαιότητα της σύστασης του Τάγματος του Ναού με το «De laude novae militiae».

Η σφραγίδα του Τάγματος των Ναϊτών

Η σφραγίδα του Τάγματος των Ναϊτών

β.   Μια δραστηριότητα που ρυθμίζεται από σαφείς κανόνες

Επιπλέον, ο μεσαιωνικός πόλεμος αποτελεί δραστηριότητα η οποία ρυθμίζεται από σαφείς κανόνες. Από πολύ νωρίς, έχοντας επίγνωση της αποστολής της ως εγγυήτριας της κοινωνικής ειρήνης και προστάτιδας του ποιμνίου της, η Καθολική Εκκλησία θέτει κανόνες στη διεξαγωγή του πολέμου. Οι κανόνες αυτοί θα αναπτυχθούν σταδιακά για να αποτελέσουν στην τελική μορφή τους ένα μεσαιωνικό δίκαιο των ένοπλων συγκρούσεων, αντίστοιχο του οποίου θα αργήσουμε πολύ να συναντήσουμε στους Νεότερους Χρόνους.

Η Ειρήνη του Θεού: Μέσα από συλλογικές διεργασίες και συνελεύσεις κληρικών και λαϊκών, οι πρώτες από τις οποίες ανάγονται ήδη στον 10ο αιώνα, αναπτύσσεται κι επικρατεί η ιδέα της «Ειρήνης του Θεού». Βάσει των κανόνων που θεσπίζονται διασφαλίζεται η προστασία των κληρικών, των ναών και της εκκλησιαστικής περιουσίας, αφενός, και της σωματικής ακεραιότητας και των υλικών αγαθών των αμάχων και δη των φτωχών. Στους εμπόλεμους που παραβιάζουν τους κανόνες αυτούς επιβάλλονται ποινές που φτάνουν μέχρι του αποκλεισμού τους από την κονωνία των πιστών.

Η Ανακωχή του Θεού: Ένα δεύτερο στάδιο θέσπισης περιοριστικών κανόνων, αποτελεί η λεγόμενη «Ανακωχή του Θεού», βάσει της οποίας οι πολεμικές δραστηριότητες απαγορεύονται σε ορισμένο διάστημα της εβδομάδας (από το βράδυ της Τετάρτης έως το πρωί της Δευτέρας) και σε ορισμένες περιόδους του έτους που σχετίζονται με σημαντικές θρησκευτικές εορτές: Σαρακοστή, Πάσχα, σαρανταήμερο 15 Νοεμβρίου έως 24 Δεκεμβρίου και Χριστούγεννα. Με τον τρόπο αυτό η Εκκλησία κατορθώνει να περιορίσει τη δυνατότητα ένοπλων δραστηριοτήτων σε 80 μόλις ημέρες του έτους.

Τελικά, η συλλογική μνήμη της Ευρώπης δεν συγκράτησε τόσο τους μεσαιωνικούς πολέμους. Εν μέσω Αναγέννησης, οι θρησκευτικοί πόλεμοι και ειδικά ο Τριακονταετής είναι αυτοί που θα σημαδέψουν το φαντασιακό των ανθρώπων με τη σκληρότητα και την ανεπανάληπτη βιαιότητά τους. Κατά τη διάρκεια του Β΄ ΠΠ, όταν πολλοί αξιωματικοί της Βέρμαχτ αναζητούν στα ημερολόγια και τα απομνημονεύματά τους ένα ιστορικό προηγούμενο πολέμου εξίσου απάνθρωπου με τον δικό τους, αναφέρουν αυθόρμητα τον Τριακονταετή και ποτέ κάποια μεσαιωνική σύρραξη.

Β.   ΒΙΑΙΗ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΙΩΞΕΙΣ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΩΝ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΩΝ

Η βία δεν περιορίζεται μόνο στις πολεμικές συγκρούσεις. Υπάρχει και η άσκησή της από φορείς εξουσίας στο εσωτερικό των κοινωνιών.

α.   Η Ιερά Εξέταση

Γκόγια, Escena de Inquisición

Γκόγια, Escena de Inquisición

Το 1231, ο πάπας Γρηγόριος Θ΄ ιδρύει την Ιερά Εξέταση με αποστολή τη δίωξη και εξάλειψη των αιρέσεων. Η Ιερά Εξέταση θα στελεχωθεί πρωτίστως από μέλη του Τάγματος των Δομινικανών και, στη συνέχεια, των Φραγκισκανών. Βασικός στόχος της την εποχή εκείνη είναι το δόγμα των Καθαρών. Οι Καθαροί είναι δυϊστές, πιστεύουν στην ύπαρξη δύο αντιπάλων αρχών, αυτής του Καλού, του Θεού, και του Κακού, το οποίο είναι δημιουργός και κύριος του υλικού κόσμου. Για ορισμένους, είναι μια μετεξέλιξη της μεγάλης παράδοσης του Δυϊσμού που ξεκινά με τον ζωροαστρισμό, για να συνεχιστεί με τους Γνωστικούς, τους Μανιχαίους, τους Παυλικιανούς και τους Βογομίλους. Για άλλους, πάλι (κι αυτή είναι σήμερα η κρατούσα άποψη), είναι χριστιανοί αντιφρονούντες που κηρύσσουν την επιστροφή στην αγνότητα των πρωτοχριστιανικών χρόνων. Η αλήθεια ίσως να βρίσκεται κάπου στη μέση. Σε κάθε περίπτωση, οι Καθαροί έχουν τη δική τους εκκλησιαστική οργάνωση κι ιεραρχία και είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στη Λομβαρδία και τη ΝΔ Γαλλία, όπου χαίρουν της συμπάθειας και πολλών τοπικών αρχόντων. Με άλλα λόγια, αποτελούν θανάσιμο κίνδυνο για την Καθολική Εκκλησία, η οποία έχει μόλις διεξαγάγει εναντίον τους μια πολεμική εκστρατεία, τη Σταυροφορία κατά των Καθαρών (1208-1229), που έχει στεφθεί από σχετική μόνον επιτυχία.

Δεν πρόκειται, φυσικά, να υποστηρίξω ότι η Ιερά Εξέταση ήταν κάτι το συμπαθητικό. Αποτέλεσε σαφώς μηχανισμό δίωξης και καταστολής. Η ύπαρξη, όμως, ενός τέτοιου μηχανισμού δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα του Μεσαίωνα: διαχρονικά, οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, οι φορείς εξουσίας καταφεύγουν σε αντίστοιχες πρακτικές. Η Ιερά Εξέταση δεν αποτελεί μέσο άσκησης τυφλής βίας, αντιθέτως υπακούει σε συγκεκριμένους κανόνες που ρυθμίζουν τη δράση της όσον αφορά τη δίωξη, την ανάκριση και την ποινική δίκη των κατηγορουμένων ως αιρετικών. Ο ιεροεξεταστής δεν έχει ως σκοπό να κατασκευάσει ενόχους, ούτε να καταδικάσει χωρίς να δώσει στον κατηγορούμενο την ευκαιρία να συμμορφωθεί προς τους κανόνες της Εκκλησίας. Ένα παράδειγμα ίσως είναι διαφωτιστικό.

β.   Το αρχείο ιεροεξεταστή του Ιάκωβου Φουρνιέ

Ο τάφος του Ιάκωβου Φουρνιέ-Βενέδικτου ΙΒ΄ στην Αβινιόν

Ο τάφος του Ιάκωβου Φουρνιέ-Βενέδικτου ΙΒ΄ στην Αβινιόν

Ο Ιάκωβος Φουρνιέ (1285-1342), είναι ένας κληρικός ταπεινής καταγωγής. Ο πατέρας του ήταν ξυλουργός ή αρτοποιός. Είναι όμως ιδιαίτερα ευφυής κι εξαιρετικά μορφωμένος. Στην περίπτωσή του το «ασανσέρ της κοινωνικής ανόδου» θα λειτουργήσει θαυμάσια. Το 1334, έπειτα από λαμπρή σταδιοδρομία στα εκκλησιαστικά αξιώματα, θα εκλεγεί πάπας, με το όνομα Βενέδικτος ΙΒ΄, θέση στην οποία θα επιδείξει μάλιστα αξιοθαύμαστο μεταρρυθμιστικό έργο.

Ο Φουρνιέ υπήρξε επίσκοπος της πόλης Παμιέ στη νοτιοδυτική Γαλλία από το 1317 ως το 1326. Με την ιδιότητά του αυτή προήδρευε του τοπικού δικαστηρίου της Ιεράς Εξέτασης, στα όρια της κατά τόπον αρμοδιότητας του οποίου περιλάμβανονταν περιοχές όπου επιβίωνε η αίρεση των Καθαρών, μεταξύ αυτών και το γνωστό μας Μονταγιού. Χάρη στην οξυδέρκεια, την εργατικότητα, την προσοχή στη λεπτομέρεια και τη σχολαστική τήρηση της ποινικής δικονομίας που χαρακτήριζαν τον Φουρνιέ γνωρίζουμε σήμερα τα πάντα για την καθημερινή ζωή στο Μονταγιού, όσον αφορά χρονική περίοδο τριάντα χρόνων. Σχηματίστηκαν 98 δικογραφίες που αφορούσαν 114 άτομα (25 από αυτά ήταν από το Μονταγιού). Από τις υποθέσεις μόνο 5 κατέληξαν στην επιβολή της θανατικής ποινής σε αιρετικούς (4 μέλη της αίρεσης των λεγόμενων «Πτωχών της Λυών» και ένας καθ’ υποτροπήν Καθαρός). Το αρχείο ιεροεξεταστή του Φουρνιέ (λατινικό χειρόγραφο αριθ. 4080 της βιβλιοθήκης του Βατικανού) εκδόθηκε και μεταφράστηκε στα γαλλικά με επιμέλεια του Ζαν Ντυβερνουά (Τουλούζη, 1965, 3 τόμοι). Υπήρξε το βασικό υλικό για τη μνημειώδη μελέτη του Γάλλου ιστορικού Εμμανυέλ Λε Ρουά Λαντυρί με θέμα την κοινωνία του Μονταγιού.

Για να αστειευθούμε, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ακόμη και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο θα δυσκολευόταν να εντοπίσει παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις δίκες της Ιεράς Εξέτασης. Υπερβάλλουμε, βέβαια, μια και οι δίκες αυτές διεξάγονταν χωρίς την παρουσία δικηγόρου του κατηγορουμένου, ενώ οι αποφάσεις δεν ήταν δεκτικές εφέσεως. Ωστόσο τηρούνταν πάντα οι κανόνες της εφαρμοστέας ποινικής δικονομίας. Μεταξύ άλλων υπήρχαν πάντα διερμηνείς και μεταφραστές για κάθε εξέταση μάρτυρα ή ανάκριση κατηγορουμένου. Από τις δικογραφίες που χειρίστηκε τότε ο Φουρνιέ διαπιστώνουμε ότι οι κατηγορούμενοι αθωώνονταν στην περισσότερες περιπτώσεις. Οι συχνότερες ποινές ήταν η υποχρέωση κάποιου προσκυνηματικού ταξιδιού κι έπειτα η φυλάκιση ή η κάθειρξη. Η θανατική ποινή επιβαλλόταν μόνον σε όσους είχαν κριθεί καθ’ υποτροπήν αιρετικοί.

Η Ισπανική Ιερά Εξέταση καίει αιρετικούς στο Άμστερνταμ, 1571

Η Ισπανική Ιερά Εξέταση καίει αιρετικούς στο Άμστερνταμ, 1571

Γιατί, όμως, η Ιερά Εξέταση έχει τόσο κακή φήμη; Η απάντηση δεν είναι άλλη από την Ισπανική Ιερά Εξέταση, η οποία κατά τον 16ο και 17ο αιώνα εξαπολύει απηνείς διωγμούς εναντίον των Εβραίων και μουσουλμάνων της Ιβηρικής που είχαν υποχρεωθεί με τη βία να προσηλυτισθούν. Φυσικά δεν βρισκόμαστε πλέον στον Μεσαίωνα. Επιπλέον, η Ισπανική Ιερά Εξέταση δεν ελέγχεται από την Αγία Έδρα, αλλά από το ισπανικό στέμμα. Η αγριότητά της απορρέει άμεσα από τη βούληση της κρατικής εξουσίας να επιβληθεί με κάθε μέσο στους υπηκόους της.

Ο Μεσαίωνας υπήρξε και βίαιος. Το να χαρακτηρίζει, όμως, η εποχή μας το Μεσαίωνα ως κατεξοχήν εποχή βαρβαρότητας αποτελεί τραγική ειρωνεία. Δεν είναι μακρινός, νομίζω, ο 20ός αιώνας των δύο παγκοσμίων πολέμων, των πυρηνικών και των άλλων όπλων μαζικής καταστροφής, των στρατοπέδων του Γκουλάγκ, των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης κι εξόντωσης, της Σοά.

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ
Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΚΑΤΕΞΟΧΗΝ ΕΠΟΧΗ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗΣ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ;

Καταπιεσμένες από αυταρχικούς και βίαιους συζύγους, καταπιεσμένες από τους φεουδάρχες, καταπιεσμένες από την Εκκλησία που τις θεωρεί σύμβολα της αμαρτίας και του κακού, όταν δεν τις στέλνει στην πυρά για να τις κάψει σαν μάγισσες, οι γυναίκες του Μεσαίωνα φαίνεται να ζούσαν σε συνθήκες απόλυτης δυστυχίας. Ή, τουλάχιστον, αυτό μας λέει το σχετικό στερεότυπο. Πόσο, όμως, ανταποκρίνεται στην αλήθεια; Ας εξετάσουμε πρώτα τρεις ευρύτατα διαδεδομένους μύθους σχετικά με τη θέση της Γυναίκας στα χρόνια του Μεσαίωνα, πριν δούμε ποια ήταν στην πραγματικότητα.

Α.   ΟΙ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΕΣ

Οι Νεότεροι Χρόνοι επιχείρησαν να αμαυρώσουν τη φήμη του Μεσαίωνα με δύο εντελώς παράλογες κατηγορίες και με μια αληθοφανή συκοφαντία.

α.   Παντελώς αστήρικτες κατηγορίες

1.   Οι ζώνες αγνότητας

Ζώνη αγνότητας, γερμανική ξυλογραφία του 16ου αι.

Ζώνη αγνότητας, γερμανική ξυλογραφία του 16ου αι.

Ο μύθος: Το στερεότυπο μας είναι πολύ γνώριμο. Πριν ξεκινήσει για κάποια σταυροφορία, ο άρχοντας θέλει να βεβαιωθεί ότι η σύζυγός του θα παραμείνει πιστή καθ’ όλη τη διάρκεια της απουσίας του. Για τον λόγο αυτό, της φορά μια ζώνη αγνότητας, την οποία κλειδώνει και φεύγοντας παίρνει μαζί του το κλειδί. Ο μύθος δεν μας πληροφορεί για το τι θα συμβεί έτσι και χαθεί αυτό το πολύτιμο κλειδί, ενώ ας πούμε ο ήρωάς μας καλπάζει σε κάποιο οροπέδιο της Ανατολίας, αν πέσει σε τρικυμία το γενοβέζικο καράβι που τον μεταφέρει στους Άγιους Τόπους ή ενώ πολεμά τους μουσουλμάνους στην Παλαιστίνη. Ούτε αν, όπως είναι πολύ πιθανό από στατιστική άποψη, δεν επιστρέψει ποτέ στην πατρίδα του.

Η αλήθεια: μια σατανική εφεύρεση των Νεότερων Χρόνων. Η ιστορική πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Η πρώτη περιγραφή αντικειμένου που μοιάζει κάπως με αυτό που αποκαλούμε ζώνη αγνότητας ανάγεται στις αρχές του 15ου αιώνα και περιλαμβάνεται στο σύγγραμμα «Bellifortis» του Γερμανού στρατιωτικού μηχανικού Κορράδου Κάυζερ του Άιχστεττ, ο οποίος σημειώνει ότι, όπως είχε ακούσει, κάποιοι ηλικιωμένοι πλούσιοι Φλωρεντινοί το χρησιμοποιούσαν για να εξασφαλίσουν ότι οι κατά πολύ νεότερες γυναίκες τους δεν θα τους απαιτούσαν. Η διαβολική αυτή εφεύρεση φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε, σπάνια είναι η αλήθεια, κατά τον 16ο και 17ο αιώνα σε γυναίκες… εν μέσω της υπέρλαμπρης Αναγέννησης. Η χρήση της διαδίδεται κατά τον 18ο αιώνα για ένα διαφορετικό σκοπό από αυτόν του μύθου: μέχρι και πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο χρησιμοποιούταν σε αγόρια και κορίτσια για να αποτρέψει την αυτοϊκανοποίηση. Στ’ αλήθεια πονηροί οι Νεότεροι Χρόνοι: καταλόγισαν στον δύσμοιρο Μεσαίωνα μια δικιά τους διεστραμμένη εφεύρεση!

Και να ήταν μόνον οι ζώνες αγνότητας…

2.   Το διαβόητο ius primae noctis

Ο, ιδιαίτερα δημοφιλής, μύθος μάς λέει ότι την πρώτη νύχτα του γάμου ενός ζεύγους δουλοπάροικων δεν κοιμόταν με τη νύφη ο γαμπρός, αλλά ο άρχοντάς τους!

Ούτε αυτός ο μύθος περιέχει έστω κι έναν κόκκο αλήθειας. Η πρώτη μνεία στο υποτιθέμενο αυτό δικαίωμα του φεουδάρχη γίνεται στα μέσα του 16ου αιώνα από τον Γάλλο νομομαθή Ιωάννη Παπόν. Αργότερα ο μύθος του διαβόητου ius primae noctis θα διαδοθεί από μορφές του Διαφωτισμού, όπως ο Βολταίρος («Σπουδή περί των Ηθών», 1756), και ιστορικούς του 19ου αιώνα, όπως ο Ζυλ Μισλέ. Στην πραγματικότητα, ο μύθος οφείλεται σε μια παροιμιώδη γκάφα του Παπόν: μελετώντας μεσαιωνικά έγγραφα της περιοχής του, είδε να αναφέρεται κάποιο «droit de cuissage». Μόνο που το συγκεκριμένο δικαίωμα δεν είχε καμία σχέση με προνόμια ερωτικού χαρακτήρα. Αφορούσε απλώς το προνόμιο κάποιου να ψήνει ψωμί για ολόκληρη την κοινότητα του χωριού!

Μολονότι δεν στηρίζεται σε κανένα απολύτως στοιχείο από τις πηγές, ο μύθος του ius primae noctis εξακολουθεί να γνωρίζει επιτυχία ακόμη και στην εποχή μας. Η ειρωνεία έγκειται στο ότι, όπως αποδεικνύουν κοινωνιολογικές κι ιστορικές μελέτες, στη Γαλλία των χρόνων της βιομηχανικής επανάστασης αναγνωριζόταν ότι ο εργοστασιάρχης κι ο επιστάτης είχαν εθιμικά ένα αντίστοιχο δικαίωμα πάνω στις εργατριές τους!

β.   Έκαιγαν πράγματι μάγισσες τον Μεσαίωνα;

World Without End

World Without End

Δεν πρέπει να υπάρχει μυθιστόρημα, τηλεοπτική σειρά ή κινηματογραφική ταινία με θέμα τον Μεσαίωνα που να μην περιέχει μία τουλάχιστον σκηνή στην οποία κάποια μάγισσα θα καίγεται στην πυρά! Στα πολύ επιτυχημένα μυθιστορήματα του Ουαλού συγγραφέα Κεν Φόλλεττ, τα οποία έχουν μεταφερθεί και στην τηλεόραση, ειδικότερα δε στον «Κόσμο Χωρίς Τέλος», έχει κανείς την εντύπωση ότι κάθε είκοσι σελίδες κάποια γυναίκα κατηγορείται για μαγεία, δικάζεται κι ενίοτε καταδικάζεται σε θάνατο και μάλιστα με πολλούς και διάφορους τρόπους εκτέλεσης. Ακόμη κι ο Ουμπέρτο Έκο, που τον Μεσαίωνα τον γνωρίζει όσο λίγοι, υποκύπτει στον πειρασμό, βάζοντας στο «Όνομα του Ρόδου» την νεαρή χωρική που γνωρίζει ο Άντσο να καταδικάζεται ως μάγισσα. Και στην Ελλάδα, ιστορικός και μέλος του Κοινοβουλίου που δεχόταν επικρίσεις, επειδή είχε επιχειρήσει να αποδομήσει κάποιον από τους μύθους που περιέχει η επίσημη εθνική αφήγηση της Ιστορίας, έβρισκε καταφύγιο στον μύθο περί μαγισσών, δηλώνοντας ότι «στην ελληνική πολιτική σκηνή υπάρχει ένα κυνήγι μαγισσών. Αν θέλουν μάγισσες ας τις αναζητήσουν στον Μεσαίωνα».

Η αδιαφορία του Μεσαίωνα: Δεν θα ήταν δυνατό να υποστηριχθεί ότι οι πρακτικές μαγείας και μαγγανείας ήταν άγνωστες στις μεσαιωνικές κοινωνίες. Απαντούν σε όλες τις εποχές και σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες, ενώ κάποιες από αυτές ενσωματώνονται, επίσημα ή ανεπίσημα, σε θρησκείες. Όποιος όμως προσπαθήσει να μελετήσει τον Μεσαίωνα αναζητώντας ψυχώσεις και κυνήγια μαγισσών θα έχει την εντύπωση ότι διασχίζει μια έρημο και θα απογοητευθεί.

Μερικές παράγραφοι σε ένα σύγγραμμα εκκλησιαστικού δικαίου των αρχών του 9ου αιώνα, όπου ο τότε επίσκοπος Ραιτίας προτείνει την επιβολή ατιμωτικών ποινών (χωρίς να μνημονεύει ρητώς τη θανατική ποινή) σε όσους ασχολούνται με τη μαγεία και μαγγανεία. Στοργικές συμβουλές για την καθοδήγηση των παραπλανημένων αυτών ψυχών από τον ηγούμενο Ρηγίνο της Πρυμ περίπου έναν αιώνα αργότερα. Κανένα ίχνος διωγμών, δικών και καταδικών! Είναι προφανές ότι η μαγεία ως κοινωνικό φαινόμενο δεν απασχόλησε ιδιαίτερα την κοινωνία του Μεσαίωνα.

Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται ακόμη και σε εποχές κατά τις οποίες η Καθολική Εκκλησία εξαπολύει απηνείς διωγμούς κατά των αιρέσεων, έχοντας ήδη προβεί στη σύσταση της Ιεράς Εξέτασης. Στο κλασικό του σύγγραμμα «Practica officii Inquisitionis heretice pravitatis» (Τουλούζη, περ. 1323-1324), γνωστό και ως «Εγχειρίδιο του Ιεροεξεταστή», ο Βερνάρδος Γκι δεν αφιερώνει ούτε δύο σελίδες στη μαγεία, ενώ οι αναφορές στο δυϊστικό δόγμα των Καθαρών καταλαμβάνουν το μισό περίπου βιβλίο και η εξέταση της αίρεσης των Πτωχών της Λυών απαιτεί μερικές δεκάδες σελίδες.

Χανς Μπάλντουνγκ Γκριν, Οι Μάγισσες, 1508

Χανς Μπάλντουνγκ Γκριν, Οι Μάγισσες, 1508

Η μεταστροφή: Είναι αλήθεια ότι το γεγονός που σηματοδοτεί ποιοτική αλλαγή της στάσης της δυτικής Εκκλησίας έναντι της μαγείας είναι σχεδόν σύγχρονο με τη συγγραφή του έργου του δομινικανού ιεροεξεταστή: τον Αύγουστο του 1326, ο πάπας Ιωάννης ΚΒ΄ (Ιάκωβος Ντιέζ της Καόρ) εκδίδει τη βούλλα «super illius specula», με την οποία οι πρακτικές μαγείας και μαγγανείας εξομοιώνονται με αίρεση. Πρέπει, όμως, να επισημανθεί ότι ο Ιωάννης ΚΒ΄ (στον οποίο παραδόξως κάποιοι αποδίδουν τη συγγραφή αλχημιστικών βιβλίων) είχε προσωπικούς λόγους να απεχθάνεται τη μαγεία: παραλίγο να δολοφονηθεί από τον επίσκοπο της γενέτειράς του, τον Ούγο Ζερώ, τον οποίο είχε παραπέμψει σε δίκη για οικονομικές ατασθαλίες. Μέσα στην τρέλα και τον πανικό του, ο Ζερώ δεν είχε αρκεσθεί στην προσπάθειά του να δηλητηριάσει τον ποντίφηκα, αλλά είχε καταφύγει και σε πρακτικές μαγείας, καίγοντας κέρινα ομοιώματα του αντιπάλου του!

Στην πραγματικότητα, το πιο σημαντικό είναι η αλλαγή στάσης της κοινωνίας, η οποία ανάγεται στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Παρέλκει, ίσως, η υπόμνηση, των γεγονότων που σημάδεψαν την εποχή: μακροχρόνια οικονομική κρίση, ραγδαία επιδείνωση των κλιματολογικών συνθηκών και, κυρίως, η τρομακτική επιδημία βουβωνικής πανώλης που ξεκληρίζει το ένα τρίτο τουλάχιστον του πληθυσμού της Ευρώπης. Είναι δύσκολο για τον σύγχρονο άνθρωπο να αντιληφθεί τον τρόπο με τον οποίο σημάδεψε τη συλλογική συνείδηση των κοινωνιών της εποχής μια συμφορά τέτοιου μεγέθους. Σε όλα αυτά ας προστεθεί και η αυξανόμενη τάση της κεντρικής εξουσίας (κρατικής και εκκλησιαστικής) για στενότερο έλεγχο των κοινωνιών, κάτι που συνεπάγεται την όλο και μεγαλύτερη χρήση μεθόδων καταστολής. Πρόκειται, όμως, για στοιχεία που δεν χαρακτηρίζουν τόσο τη φεουδαλική οργάνωση του Μεσαίωνα όσο τα κράτη κατά τους Νεότερους Χρόνους.

Το κυνήγι μαγισσών, χαρακτηριστικό γνώρισμα των Νεότερων Χρόνων: Οι πρώτες δίκες για μαγεία (χωρίς καταδίκες σε θάνατο) καταγράφονται στην περιοχή της Τουλούζης κατά το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Ακόμη, όμως, και κατά τον Ύστερο Μεσαίωνα αποτελούν περιστασιακό φαινόμενο. Η πραγματική φρενίτιδα με τη μαγεία και το κυνήγι μαγισσών αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Αναγέννησης και των Νεότερων Χρόνων! Τα πρώτα εγχειρίδια οδηγιών για την καταπολέμηση της μαγείας συγγράφονται μετά το 1480: οι Γερμανοί δομινικανοί μοναχοί Ερρίκος Κράμερ (γνωστότερος ως Ινστιτόρις) και Ιάκωβος Σπρέγγερ δημοσιεύουν το διαβόητο σύγγραμα «Malleus Maleficarum» το 1486-1487, ο Γάλλος νομικός Ιωάννης Μποντέν δημοσιεύει τη «Démonomanie des sorciers» το 1580 και ο συνάδελφός του από τη Λωρραίνη Νικόλαος Ρεμύ εκδίδει τη «Δαιμονολατρεία» του το 1592. Όσο για τον παροξυσμό των δικών μαγισσών, αυτός είναι υπόθεση του 17ου αιώνα: από την αυλή του Λουδοβίκου ΙΔ΄ μέχρι τον Νέο Κόσμο, όλοι ψάχνουν για μάγισσες! Η πασίγνωστη δίκη των Μαγισσών του Σάλεμ στη Μασσαχουσέττη γίνεται το 1698. Στη Γαλλία, ειδικά, η τελευταία δίκη για μαγεία καταγράφεται στο Μπορντώ το 1718. Μάλλον χρειάζεται διαστροφική φαντασία για να καταλογιστούν όλα αυτά στον άμοιρο Μεσαίωνα.

Για να είμαστε, άλλωστε, ακριβείς και δίκαιοι, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η στάση του μεσαιωνικού ανθρώπου απέναντι στη μαγεία μοιάζει εκπληκτικά σύγχρονη: η μαγεία αντιμετωπιζόταν περισσότερο ως εκδήλωση ψυχικής ασθένειας. Για τον συμπαθή Ρηγίνο, οι ισχυρισμοί κάποιων γυναικών για συναντήσεις με δαίμονες δεν είναι παρά «αποτελέσματα παραισθήσεων». Όσο για τον Ιωάννη του Σώλσμπρυ, επίσκοπο Σαρτρ (12ος αιώνας), αρκεί απλώς «να μη δίνει κανείς προσοχή σε τόσο αξιοθρήνητες παλαβομάρες».

Β.   Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

Η Κυρία με τον Μονόκερω, 15ος αι.

Η Κυρία με τον Μονόκερω, 15ος αι.

α.   Γυναίκες και εξουσία

«Οι γυναίκες δεν ήταν υπόδουλες και υποταγμένες στο πλαίσιο ενός κόσμου ο οποίος εμφανίζεται να κυριαρχείται από τις αντρικές αρετές ιπποτών ή ασκητικών μοναχών; Η εξουσία δεν απέκλειε τις γυναίκες από την κορυφή της κοινωνίας; Η υπόμνηση μερικών ονομάτων αρκεί για να αποδείξει το αντίθετο. Η Αλιενόρ της Ακυιτανίας, η Λευκή της Καστίλλης κι άλλες λιγότερο γνωστές διοίκησαν επικράτειες και κυβέρνησαν υπηκόους» (Συλβαίν Γκούγκενάιμ Regards sur le Moyen Âge, σελ. 103). Πράγματι, δεν είναι λίγα τα παραδείγματα γυναικών που ασκούν τη βασιλική εξουσία όταν ο σύζυγός τους απουσιάζει ή ασθενεί ή αυτών στις οποίες έχει νομίμως ανατεθεί η αντιβασιλεία μέχρι την ενηλικίωση του γιου τους. Άλλες πάλι είναι αρκετά δυναμικές ώστε να πάρουν την εξουσία στα χέρια τους και χωρίς να συμβαίνει κάτι από τα παραπάνω.

1.   Η Αλιενόρ της Ακυιτανίας,
της οποίας το όνομα θα μπορούσαμε να μεταγράψουμε και ως Ελεονόρα, αλλά οι Γάλλοι ακόμη και σήμερα την αποκαλούν με το οξιτανικό της όνομα, είναι μια από τις δυναμικότερες γυναικείες μορφές του Μεσαίωνα. Κληρονόμος του ισχυρού δουκάτου της Ακυιτανίας, παντρεύεται το 1137 (σε ηλικία 15 ετών) τον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο Ζ΄. Η νεαρή με τα πλούσια ενδιαφέροντα και το εκρηκτικό ταμπεραμέντο βρίσκει βαρετό τον μονόχνωτο και ασκητικό σύζυγό της. Η ασυμφωνία χαρακτήρων είναι προφανής: η ρήξη στις σχέσεις των συζύγων καθίσταται οριστική κατά τη διάρκεια της Β΄ Σταυροφορίας (όταν, μεταξύ των άλλων, οι κακές γλώσσες καταλογίζουν στην Αλιενόρ και μια εξωσυζυγική περιπέτεια με τον θείο της και ηγεμόνα της Αντιόχειας, τον Ραϋμόνδο του Πουατιέ). Με την επιστροφή στη Γαλλία, η Αλιενόρ παίρνει την πρωτοβουλία και, το 1152, χωρίζει τον Λουδοβίκο (καθόσον νομικά δεν υφίστατο διαζύγιο, τυπικά επρόκειτο για ακύρωση του γάμου λόγω… μακρινής συγγένειας μεταξύ των συζύγων). Έξι μόλις εβδομάδες μετά την ακύρωση του πρώτου της γάμου παντρεύεται στο Πουατιέ τον Ερρίκο, δούκα της Νορμανδίας και κόμη του Ανζού και του Μαιν, ο οποίος θα γίνει δύο χρόνια αργότερα βασιλιάς της Αγγλίας (ως Ερρίκος Β΄). Ως κυρία της Ακυιτανίας, η Αλιενόρ θα ανατρέψει υπέρ της Αγγλίας την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των δύο βασιλείων. Ως βασίλισσα δεν θα αρκεσθεί στη διοίκηση των προσωπικών κτήσεών της και στην οικονομική διαχείριση της μεγάλης περιουσίας της, ούτε στον ρόλο της προστάτιδας των γραμμάτων και των τεχνών: από το 1160 και μετά είναι ουσιαστικά αυτή που κυβερνά την Αγγλία. Θα φτάσει μέχρι του σημείου να προτρέψει τους γιους της να στασιάσουν κατά του πατέρα τους (1173). Η κίνηση θα στοιχίσει στην Αλιενόρ σχεδόν 15 χρόνια αιχμαλωσίας. Μετά τον θάνατο του συζύγου της (1189), θα επιστρέψει στην πολιτική σκηνή υποστηρίζοντας τον γιο της Ριχάρδο, νέο βασιλιά της Αγγλίας. Μέχρι τον θάνατό της (1204) θα παραμείνει δραστήρια, αναλαμβάνοντας διπλωματικές πρωτοβουλίες και επιχειρώντας να καθορίσει σύμφωνα με τις απόψεις της τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας.

2.   Η Λευκή της Καστίλλης.
Εγγονή της Αλιενόρ, η Λευκή της Καστίλλης παντρεύεται σε ηλικία 12 ετών τον διάδοχο του γαλλικού θρόνου (τον μετέπειτα Λουδοβίκο Η΄). Μετά τον θάνατο του συζύγου της (1226), θα κυβερνήσει το βασίλειο έως την ενηλικίωση του γιου της (Λουδοβίκου Θ΄). Κατά τη διάρκεια της αντιβασιλείας της θα διαπραγματευθεί (με επιτυχία) τους όρους της Συνθήκης του Μω (1229), με την οποία τερματίζεται η σύγκρουση μεταξύ Γαλλίας και κομητείας της Τουλούζης (που προκλήθηκε λόγω της υποστήριξης των αρχόντων της δεύτερης προς την αίρεση των Καθαρών). Η συνθήκη διασφαλίζει κατά τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα της Γαλλίας, απαλλάσσοντάς την ταυτόχρονα από τον κίνδυνο της συνέχισης μιας επικίνδυνης σύρραξης με απρόβλεπτες συνέπειες. Έχοντας εμπιστοσύνη στις πολιτικές ικανότητες της μητέρας του, ο Λουδοβίκος Θ΄ της αναθέτει την αντιβασιλεία κατά την αναχώρησή του για την Ζ΄ Σταυροφορία (1248).

3.   Η Θεοφανώ.
Στα τέλη του 10ου αιώνα, η βυζαντινή πριγκίπισσα Θεοφανώ (ανηψιά του Ιωάννη Α΄ Τσιμισκή) παντρεύεται τον Γερμανό αυτοκράτορα Όθωνα Β΄. Η Θεοφανώ δεν έφερε απλώς στη Δύση τις εκλεπτυσμένες συνήθειες της βυζαντινής αυλής, καθώς και τα γράμματα και τον πολιτισμό της πατρίδας της: μετά τον θάνατο του άντρα της και ως την ενηλικίωση του γιου της (του Όθωνα Γ΄), κυβέρνησε την αυτοκρατορία. Αναφερόμενη ήδη ως «συναυτοκράτειρα» (coimperatrix) ενώ ζει ο σύζυγός της, υπογράφει αποφάσεις στα χρόνια διακυβέρνησής της φέροντας τον τίτλο «Theophanius gratia divina imperator augustus», σαν να ήταν άντρας.

4.   Η Ματθίλδη της Τοσκάνης
(1046-1115) υπήρξε η ισχυρότερη πολιτική προσωπικότητα στην Ιταλία του καιρού της: σε δική της πρωτοβουλία οφείλεται η «συμφιλίωση» μεταξύ του πάπα Γρηγόριου Ζ΄ και του αυτοκράτορα Ερρίκου Δ΄, με την ταπείνωση του δεύτερου στην Κανόσσα (1077).

5.   Η Ισαβέλλα Βιλλαρδουίνη
Στα μέρη μας, τέλος, η πριγκίπισσα της Αχαΐας Ισαβέλλα Βιλλαρδουίνη (1263-1312, η πριγκίπισσα Ζαμπέα του Χρονικού του Μορέως και «Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ» του ομώνυμου μυθιστορήματος του Άγγελου Τερζάκη) κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλίσει την επιβίωση της φραγκικής Πελοποννήσου, παρά τους ασφυκτικούς περιορισμούς που της επέβαλλε η Συνθήκη του Βιτέρμπο (την οποία σύναψε, σε στιγμές μεγάλης πολιτικής αδυναμίας, ο πατέρας της Γουλιέλμος Β΄ Βιλλαρδουίνος με τον Κάρολο Α΄ τον Ανδεγαυικό: βάσει της συνθήκης ο ανδεγαυικός οίκος, ως επικυρίαρχος, έπρεπε να εγκρίνει τους γάμους της διαδόχου του πριγκιπάτου).

Σφραγίδα της Ισαβέλλας Βιλλαρδουίνης

Σφραγίδα της Ισαβέλλας Βιλλαρδουίνης

Σύμβολα και μέσα άσκησης της γυναικείας εξουσίας: Ενδεικτικό των μεσαιωνικών αντιλήψεων είναι και το γεγονός ότι στις γυναίκες που είναι φορείς εξουσίας παρέχεται τόσο η συμβολική αναγνώριση του ρόλου αυτού όσο και τα αναγκαία υλικά μέσα. Σε συμβολικό επίπεδο παρατηρείται ότι όλες οι βασίλισσες στέφονται, όπως ακριβώς και οι βασιλείς. Η τελευταία βασίλισσα της Γαλλίας που στέφθηκε ήταν, το 1610, η Μαρία των Μεδίκων (δεύτερη σύζυγος του Ερρίκου Δ΄ των Βουρβόνων). Εκτός από το στέμμα υπάρχει κι η προσωπική σφραγίδα της βασίλισσας ή τα νομίσματα που φέρουν το όνομά της (Ισαβέλλα της Αχαΐας). Σε επίπεδο υλικών μέσων, όλες οι βασίλισσες και οι γυναίκες της ανώτερης αριστοκρατίας έχουν την προσωπική περιουσία τους: εκτός από την περιουσία με την οποία προικίσθηκαν από τις οικογένειές τους έχουν στην κυριότητά τους και τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία τους δωρίζει ο βασιλιάς ή φεουδάρχης σύζυγός τους. Για παράδειγμα, η αυτοκράτειρα Θεοφανώ λαμβάνει από τον Όθωνα εκτάσεις από τη Θουριγγία και τη Σαξονία μέχρι τη βορειοανατολική Ιταλία.

Αν όμως οι γυναίκες μπορούν να ασκήσουν εξουσία, δεν είναι προαπαιτούμενο να έχουν και πολιτικά δικαιώματα και συμμετοχή στα κοινά;

β.   Γυναίκες και πολιτικά δικαιώματα

Στα χρόνια της ελληνικής και ρωμαϊκής Αρχαιότητας η γυναίκα στερείται πλήρως πολιτικών δικαιωμάτων. Στους Νεότερους Χρόνους πρέπει να φτάσουμε στον 20ό αιώνα για να δοθεί στις γυναίκες δικαίωμα ψήφου. Στο Μεσαίωνα, όμως, οι γυναίκες ψηφίζουν στις συνελεύσεις πόλεων και χωριών που καλύπτουν μεγάλο μέρος της δυτικής Ευρώπης. Συχνά, βεβαίως, δεν ψηφίζουν άτομα, αλλά οικογένειες, οι οποίες εκπροσωπούνται συνήθως από τον άντρα. Όταν όμως αυτός αδυνατεί να συμμετάσχει στη διαδικασία (απουσία ή ασθένεια) ή έχει πεθάνει, τότε η οικογένεια εκπροσωπείται από τη γυναίκα. Ένα ωραίο σχετικό παράδειγμα μας δίνει η Ιστορία της φραγκικής Πελοποννήσου.

Το Παρλαμέντο των Γυναικών
Στα μέσα του 13ου αιώνα, το φραγκικό πριγκιπάτο του Μορέως βρίσκεται στο απόγειο της δόξας του. Ο Φράγκος ηγεμόνας της Πελοποννήσου Γουλιέλμος Βιλλαρδουίνος πιστεύει ότι μπορεί να συντρίψει κάθε αντίπαλο και να κυριαρχήσει στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο. Το 1259, στην Πελαγονία (στον δρόμο από την Καστοριά προς το Μοναστήρι), συγκρούστηκε με τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Μιχαήλ Παλαιολόγο. Προδομένος από τους συμμάχους του, τους δεσπότες της Ηπείρου, ο Βιλλαρδουίνος συνετρίβη και αιχμαλωτίστηκε ο ίδιος, καθώς και οι περισσότεροι από τους υποτελείς του φεουδάρχες και ιππότες. Αναγκασμένος να διαπραγματευθεί με τον Παλαιολόγο, συμφώνησε τελικά να εξαγοράσει την ελευθερία του (και την ελευθερία των υποτελών του), παραχωρώντας στους Βυζαντινούς ορισμένα στρατηγικής σημασίας κάστρα της Πελοποννήσου, ανάμεσα στα οποία και τον Μιστρά. Η συμφωνία αυτή, όμως, έπρεπε να κυρωθεί από την αυλή του πριγκιπάτου. Έτσι, το 1260, συγκεντρώθηκαν στο Νίκλι (κοντά στην Τεγέα) οι ελάχιστοι άνδρες ευγενείς που δεν είχαν αιχμαλωτισθεί στην Πελαγονία και οι εκπρόσωποι όλων των άλλων φέουδων της Πελοποννήσου, εν προκειμένω και κατ’ ανάγκη, οι γυναίκες των αιχμαλώτων ευγενών. Για αυτό τον λόγο άλλωστε η συνέλευση έμεινε γνωστή και ως «παρλαμέντο των γυναικών». Για την ιστορία, σημειώνουμε ότι οι κυρίες ενέκριναν τη συμφωνία του ηγεμόνα τους, η οποία αργότερα ενσωματώθηκε σε μία από τις συνθήκες του Νυμφαίου, κι έτσι ο Βιλλαρδουίνος και οι σύζυγοι των κυριών επέστρεψαν (έστω και με κομμένα τα φτερά) στην Πελοπόννησο.

«Και μετά ταύτα εμίσσεψαν αμφότεροι οι δύο.
Από την Κόρινθο επέρασαν και ήλθαν εις το Νίκλι•
εκεί ηύρον την πριγκίπισσαν με τες κυράδες όλες
όλης της Πελοπόνεσσος, τον λέγουσιν Μορέαν,
όπου είχαν ποήσει σώρεψιν να επάρουν την βουλή τους
διά τα μαντάτα όπου ήκουσαν των τρίων κάστρων εκείνων,
όπου έδιδεν ο πρίγκηπας του βασιλέως ετότε
δια να έβγη από την φυλακήν εκείνος κι’ ο λαός του
οι άπαντες όλοι του Μωρέως, οι φλαμουριάροι όλοι
και οι καβαλλάροι μετ’ αυτούς που ήσαν εκεί στην Πόλιν.
Δια τούτο ήσαν οι αρχόντισσες εκείνων οι γυναίκες
εκεί με την πριγκήπισσαν στο κάστρο του Αμυκλίου
και εκάμνασιν το παρλαμά και επαίρναν την βουλήν τους
και ουκ είχασιν άλλους τινές άντρες εκεί μετ’ αύτες
μόνον και τον μισίρ Λινάρτ όπου ήταν λογοθέτης
και τον μισίρ Πιέρη ντε Βας τον φρόνιμον εκείνον,
όπου ήτο ο φρονιμώτερος όλου του πριγκηπάτου.
Αυτείνοι οι δύο ευρέθησαν στο παρλαμά εκείνο».

Το Χρονικόν του Μορέως», στίχοι 4390-4407)

γ.   Η γυναίκα στις αγροτικές κοινωνίες

Μονταγιού

Μονταγιού

Ωραία όλα τα παραπάνω, αλλά μήπως αφορούν αποκλειστικά τις ανώτερες τάξεις; Σύμφωνοι, αλλά κάτι τέτοιο απαντά διαχρονικά στις ανθρώπινες κοινωνίες. Ας δούμε τι συνέβαινε και στο πλαίσιο των πιο συντηρητικών αγροτικών κοινωνιών του Μεσαίωνα, με οδηγό και πάλι το παράδειγμα του Μονταγιού.

Από τη μελέτη του Λε Ρουά Λαντυρί για το μικρό χωριό των Γαλλικών Πυρηναίων προκύπτουν τα εξής στοιχεία: πράγματι, η θέση της γυναίκας στη συντηρητική αγροτική κοινωνία του Μονταγιού είναι χειρότερη από εκείνη που διαπιστώθηκε όσον αφορά την αριστοκρατία. Υπάρχει μισογυνισμός στη νοοτροπία των χωρικών, καθώς και αρκετά παραδείγματα ενδοοικογενειακής βίας. Ωστόσο, υπάρχουν σχεδόν ισάριθμες περιπτώσεις γυναικών υποταγμένων στους συζύγους τους και γυναικών που έχουν επιβληθεί κυριολεκτικά σ’ αυτούς. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων υπάρχει ισορροπία στους ρόλους των συζύγων όσον αφορά τη διαχείριση των οικιακών και οικογενειακών θεμάτων. Η μόνη γυναίκα ευγενής που διαμένει κατά διαστήματα στο χωριό, η καστελλάνα Βεατρίκη του Πλανισσόλ (χήρα του καστελλάνου του χωριού, δηλαδή του στρατιωτικού διοικητή-εκπροσώπου του τοπικού φεουδάρχη) αποδεικνύει ότι η θέση της γυναίκας των ανώτερων τάξεων είναι σαφώς καλύτερη. Η ερωτική ζωή της είναι αρκετά ελεύθερη: οι δύο σημαντικότεροι εραστές της είναι ιερωμένοι! Αν στην περίπτωση του πρώτου, μπορούμε να μιλήσουμε για αποπλάνηση της γυναίκας (ο ιερέας του χωριού Πιερ Κλεργκ είναι κλασσική μορφή Καζανόβα), σ’ αυτή του δεύτερου, ο ρόλος του «κυνηγού» ανήκει σαφώς στη Βεατρίκη (ο Βαρθολομαίος Αμιλιάκ είναι σχεδόν είκοσι χρόνια νεότερός της). Η τολμηρή καστελλάνα κατορθώνει μάλιστα να πείσει τον τελευταίο να μετοικήσουν σε εκκλησιαστική περιφέρεια όπου η συμβίωση ιερωμένου με γυναίκα είναι ανεπίσημα ανεκτή.

δ.   Η γυναίκα και η μεσαιωνική Εκκλησία

Υπάρχουν τα γνωστά μισογυνικά στερεότυπα που παρουσιάζουν τη γυναίκα ως προσωποποίηση της αμαρτίας. Υπάρχουν και τα ιστορικά στοιχεία που παρέχουν μια πολύ πιο ισορροπημένη εικόνα. Η αντιμετώπιση της γυναίκας στο πλαίσιο της χριστιανικής εκκλησίας είναι πολύ καλύτερη και σε αυτό δεν είναι αμέτοχη η λατρεία της Παναγίας και των γυναικών αγίων.
Η μεσαιωνική Εκκλησία δεν διστάζει να αναθέσει σε γυναίκες θέσεις ευθύνης με πολιτική και οικονομική ισχύ. Οι ηγούμενες των μονών ασκούν εξουσία και διαχειρίζονται τεράστιες περιουσίες. Το 1115, ο μοναχός Ροβέρτος του Αρμπρισέλ, μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του δυτικού μοναστικού κινήματος, αποφασίζει να οργανώσει το αββαείο του Φοντεβρώ: ιδρύει δύο κοινόβια (ανδρών και γυναικών) και αναθέτει τη διοίκηση του αββαείου σε μια γυναίκα, την μόλις 22 ετών Πετρονίλλα του Σεμιγέ!

Φοντεβρώ

Φοντεβρώ

– Την εποχή εκείνη Εκκλησία και γράμματα είναι συνήθως αλληλένδετα. Μια από τις πρώτες εγκυκλοπαίδειες της μεσαιωνικής Δύσης συγγράφηκε από γυναίκα: πρόκειται για τον «Hortus deliciarum» της Αλσατής ηγουμένης Ερράδης του Λάντσμπεργκ (12ος αι.). Μερικές φορές, οι πνευματικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες των γυναικών της Εκκλησίας εκπλήσσουν: στο αββαείο του Γκάντερσάιμ στη Σαξονία βρέθηκαν χειρόγραφα του 10ου αιώνα που περιείχαν κωμωδίες σε στίχους με ομοιοκαταληξία, σε μίμηση των κωμωδιών του Τερέντιου!

ε.   Η θέση της γυναίκας σύμφωνα με το δίκαιο της εποχής

Η γυναίκα ως υποκείμενο δικαίου: Τίποτε δεν είναι περισσότερο ενδεικτικό της θέσης της γυναίκας απ’ ό,τι το εκάστοτε ισχύον δίκαιο. Στην Αρχαία Ελλάδα, η γυναίκα ακόμη κι αν έχει κάποια περιουσία δεν έχει ικανότητα προς δικαιοπραξία. Χαρακτηριστικός της θέσης της γυναίκας κατά την Αρχαιότητα είναι ο θεσμός της επίκληρης. Η «επίκληρος» είναι η γυναίκα χωρίς αδελφούς και χωρίς αρσενικά παιδιά που κανονικά θα έπρεπε να κληρονομήσει την οικογενειακή περιουσία: δεν είναι όμως πραγματικά κληρονόμος, καθώς απλώς «μεταφέρει» την περιουσία. Για να μη χαθεί η περιουσία από την ευρύτερη οικογένεια, η επίκληρος είναι υποχρεωμένη να παντρευτεί τον εγγύτερο άρρενα συγγενή της (π.χ. θείο της), τούτο δε ακόμη κι αν είναι παντρεμένη, οπότε υποχρεούται πρώτα να χωρίσει τον ως τότε σύζυγό της. Στη Ρώμη το οικογενειακό δίκαιο επιβάλλει τον νόμο του pater familias, ο οποίος έχει εξουσία ζωής και θανάτου επί της συζύγου και των τέκνων του. Η εξουσία αυτή κατέχεται δια βίου, δεν σταματά λ.χ. με την ενηλικίωση των παιδιών, στοιχείο που είχε προκαλέσει ιδιαίτερα προβλήματα στις περιοχές της αυτοκρατορίας με ελληνικό πληθυσμό: οι Έλληνες που αποκτούσαν την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη ανακάλυπταν και τις παρενέργειες τις εφαρμογής του ρωμαϊκού δικαίου. Η αδυναμία ενηλίκων να διαχειριστούν την περιουσία τους, μια και χρειάζονταν την έγκριση του πατέρα τους, απαίτησε στην πράξη απίστευτα νομικά τεχνάσματα για να ξεπεραστεί!. Στον Μεσαίωνα αντίθετα ο άντρας είναι διαχειριστής και όχι κύριος. Δεν μπορεί λ.χ. να αποκληρώσει τον γιο του. Επίσης, σε περιπτώσεις γάμου χωρίς τέκνα, τα περιουσιακά στοιχεία καθενός από τους συζύγους κληρονομούνται από τις οικογένειές τους αντιστοίχως, σύμφωνα με την αρχή paterna paternis, materna maternis.

Δικαιοπραξίες: Η μελέτη των συμβάσεων και ειδικότερα των συμβολαιογραφικών πράξεων της μεσαιωνικής περιόδου είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Σε αντίθεση με τις προγενέστερες και μεταγενέστερες ιστορικές περιόδους, οι γυναίκες του Μεσαίωνα έχουν πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και δική τους περιουσία, την οποία διαχειρίζονται μόνες τους. Το ίδιο συμπέρασμα συνάγεται και από τη μελέτη των δωρεών προς τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα που έχουν ως σκοπό την υπεράσπιση των Αγίων Τόπων (Ναΐτες και Ιωαννίτες): περίπου το 40 % των δωρεών προέρχεται από γυναίκες. Από τα συμβόλαια αποδεικνύεται επίσης ότι οι γυναίκες του Μεσαίωνα ασκούσαν σχεδόν όλα τα επαγγέλματα: τόσο αυτά που απαιτούν μόρφωση (εκπαιδευτικοί, γιατροί, φαρμακοποιοί, εικονογράφοι βιβλίων) όσο και τα τεχνικά, καθώς και κάθε είδους εμπορική και επιχειρηματική δραστηριότητα.

Ο μύθος του Νόμου των Σάλιων Φράγκων: Όσοι κατηγορούν τον Μεσαίωνα επικαλούνται συνήθως τον λεγόμενο Νόμο των Σάλιων Φράγκων, σύμφωνα με τον οποίο υποτίθεται ότι οι γυναίκες αποκλείονταν από την κληρονομική διαδοχή. Ο Σαλικός Νόμος με αυτή την μορφή δεν είναι παρά ένας ακόμη μύθος, ένα ερμηνευτικό κατασκεύασμα των Γάλλων νομικών των αρχών του 14ου αιώνα, στην προσπάθεια να αποκλειστούν από τον γαλλικό θρόνο κάποια ανεπιθύμητα γυναικεία μέλη της βασιλικής οικογένειας (ή μάλλον οι ανεπιθύμητοι σύζυγοί τους). Στην πραγματικότητα ο Νόμος των Σάλιων Φράγκων απέκλειε τις γυναίκες από την κληρονομική διαδοχή ορισμένων εδαφών, των οποίων η κυριότητα συνδεόταν με κάποιας μορφής υποχρέωση στρατιωτικής υπηρεσίας – εξ ου και η λογική του αποκλεισμού. Το γεγονός ότι αυτή η επινόηση εφαρμόστηκε πλειστάκις κατά τους Νεότερους Χρόνους για να ρυθμίσει τη δυναστική διαδοχή λησμονείται συστηματικά από τους εχθρούς του Μεσαίωνα (εδώ στο Λουξεμβούργο, ο βασιλεύων οίκος θα απαγκιστρωθεί από τον περιορισμό του σαλικού νόμου μόλις το 1890).

Η επιδείνωση της θέσης της γυναίκας συμπίπτει με την εκ νέου «ανακάλυψη» του ρωμαϊκού δικαίου από τον δυτικό κόσμο. Το ρωμαϊκό δίκαιο παρουσιάζει δύο πλεονεκτήματα: είναι σαφώς καταλληλότερο από τα μεσαιωνικά έθιμα για τη ρύθμιση των εμπορικών και επιχειρηματικών εν γένει συναλλαγών, αφενός, και ευνοεί τη συγκέντρωση της εξουσίας και δη της κρατικής, αφετέρου. Ταυτόχρονα, όμως, είναι εξαιρετικά δυσμενές για τη γυναίκα, που σταδιακά θα βρεθεί σε θέση παρία. Το 1593, εν μέσω της Αναγέννησης, οι γυναίκες θα αποκλειστούν στη Γαλλία από κάθε δημόσιο αξίωμα. Τον 18ο αιώνα θα υποχρεωθούν να παίρνουν το επώνυμο του συζύγου. Το 1804, ο Ναπολεόντειος αστικός κώδικας (άρθρο 1224) καθιστά τις γυναίκες άτομα περιορισμένης (ή μάλλον ανύπαρκτης) δικαιοπρακτικής ικανότητας: «Les personnes privées de droits juridiques sont les mineurs, les femmes mariées, les criminels et les débiles mentaux». Για οποιαδήποτε συναλλαγή με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης από αυτό που έχουν… τα ψώνια της λαϊκής, η γυναίκα χρειάζεται πλέον την έγκριση του συζύγου (αφέντη) της. Διαφωτισμός και Γαλλική Επανάσταση προσέφεραν σπουδαίες υπηρεσίες στη γυναίκα!

ΜΕΡΟΣ IV
ΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟΣ;

Α.   ΘΕΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟΣ

Αναμφίβολα, η θρησκεία και η Εκκλησία αποτελούν τους κύριους πυλώνες της μεσαιωνικής κοινωνίας. Καθορίζουν νοοτροπίες και συμπεριφορές, τον ίδιο τον τρόπο ζωής και σκέψης τόσο των ισχυρών όσο και των απλών ανθρώπων. Αρκεί αυτό για να χαρακτηρίσουμε τον Μεσαίωνα ως θεοκρατία; Για να πιστέψουμε ότι δεν υπάρχει η παραμικρή ελευθερία σκέψης;

Ίσως κάποιοι πιστεύουν ότι ο κυρίαρχος ρόλος της μεσαιωνικής Εκκλησίας σημαίνει ότι η ζωή του ανθρώπου ρυθμιζόταν ανελαστικά από ανθρώπους με τρόπο σκέψης αντίστοιχο κάποιων υπερσυντηρητικών Ελλήνων ιεραρχών της εποχής μας. Η αντίληψη αυτή παραβλέπει ένα γεγονός: όταν μια θρησκευτική οργάνωση καθίσταται φορέας εξουσίας και μάλιστα με ευρύ φάσμα αρμοδιοτήτων προσαρμόζεται στη νέα αποστολή της και υιοθετεί προσεγγίσεις πολύ πιο ρεαλιστικές. Εάν η Εκκλησία της εποχής εκείνης ήταν απλώς φορέας οπισθοδρομικών αντιλήψεων δεν θα αποτελούσε μοχλό ανάπτυξης της τέχνης ούτε θα αναδεικνύονταν μέσα από τις τάξεις της οι μεγαλύτερες μορφές της μεσαιωνικής φιλοσοφίας.

– Ο ορθολογισμός της μεσαιωνικής Εκκλησίας – το παράδειγμα της Σινδόνης του Τορίνου.

Σινδόνη του Τορίνου

Σινδόνη του Τορίνου

Ιερό κειμήλιο και αχειροποίητος εικόνα, η Σινδόνη του Τορίνου, πάνω στην οποία φέρεται να αποτυπώθηκε το πρόσωπο και το σώμα του Κυρίου Ημών, εμφανίζεται για πρώτη φορά στα μέσα του 14ου αιώνα στο Λιρέ της γαλλικής Καμπανίας, λίγο έξω από την Τρουά. Είναι γνωστό ότι πολλοί ιππότες από την Καμπανία είχαν συμμετάσχει στη Δ΄ Σταυροφορία κι είχαν εγακτασταθεί σε εδάφη που ανήκαν στο Βυζάντιο. Ίσως η Σινδόνη να ήρθε από εκεί, στην Ανατολή άλλωστε λεγόταν πως υπήρχαν κι άλλα παρεμφερή κειμήλια, όπως το Μανδήλιον της Εδέσσης. Ίσως πάλι αυτές ακριβώς οι ιστορίες να οδηγήσαν κάποιους στην κατασκευή ενός ψεύτικου κειμηλίου.

Οι εφημέριοι του ναού του Λιρέ αρχίζουν να περιφέρουν με επισημότητα τη Σινδόνη, εμφανίζοντάς την βεβαίως ως αυθεντική. Ο επίσκοπος της Τρουά, ο Ερρίκος του Πουατιέ έχει αντίθετη άποψη, θεωρώντας την πλαστή. Ο διάδοχός του στον επισκοπικό θρόνο, ο Πέτρος του Αρσί, θα προσπαθήσει να απαγορέψει την περιφορά της ως ιερού κειμηλίου: «Οι ιερείς του Λιρέ φλέγονται από το πάθος της φιλοχρηματίας και της φιλαργυρίας… δεν περιφέρουν την εικόνα από ευσέβεια, αλλά για λόγους οικονομικού συμφέροντος… Πρόκειται για πλαστό αντικείμενο, μολονότι διατείνονται ότι πρόκειται για την Ιερά Σινδόνη στην οποία τυλίχθηκε το σώμα του Κυρίου Ημών… κατά τη διάρκεια των περιφορών ορισμένα άτομα προσποιούνται έναντι αμοιβής ότι δήθεν θεραπεύτηκαν χάρη στο υποτιθέμενο ιερό κειμήλιο, για να ξεγελάσουν τους πιστούς και να τους παρακινήσουν να προβούν σε δωρεές… Ο προκάτοχός μου είχε διενεργήσει έρευνα και είχε ανακαλύψει την απάτη, πως φτιάχτηκε το ύφασμα αυτό και πώς χρωματίστηκε με επιδεξιότητα, γεγονότα που αναγνώρισε κι ο ίδιος ο τεχνίτης που είχε αναλάβει την εργασία».

Ο Πέτρος του Αρσί προσέφυγε στον πάπα για να δικαιωθεί. Η εκδίκαση της υπόθεσης καθυστέρησε πολύ. Τελικά, ο πάπας Κλήμης Ζ΄ προτίμησε να δώσει συμβιβαστική λύση. Επέτρεψε τις περιφορές της Σινδόνης υπό τον όρο ότι κάποιος κήρυκας θα προειδοποιούσε τους πιστούς, «με δυνατή και καθαρή φωνή», διευκρινίζοντας ότι «η μορφή ή η απεικόνιση αυτή δεν επιδεικνύεται ως η γνήσια σινδόνη του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού, αλλά ως μορφή ή απεικόνιση που λέγεται ότι είναι εκείνη του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού».

Η Σινδόνη συνέχισε την πορεία της, χωρίς η φήμη της να ξεπεράσει τα όρια του Λιρέ και της Τρουά. Το 1453 πωλήθηκε στον Λουδοβίκο Α΄ της Σαβοΐας. Το 1578 μεταφέρθηκε στο Τορίνο που είχε γίνει πρωτεύουσα του Δουκάτου. Η επίδειξη της Σινδόνης σε όλες τις σημαντικές για τη δυναστεία περιστάσεις, την καθιστά ολοένα και πιο γνωστή, ιδίως από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά. Η παγκόσμια φήμη της οφείλεται στους Νεότερους Χρόνους και δεν είναι βέβαια προϊόν κάποιας μεσαιωνικής θρησκοληψίας. Αντιθέτως, η μεσαιωνική Εκκλησία ήταν εκείνη που υιοθέτησε την πιο ορθολογική στάση στο ζήτημα.

Β.   ΕΝΑΣ ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΣ ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ

α.   Ιδεολογικός και πολιτισμικός απομονωτισμός, έλλειψη ανοχής για όποια αντίληψη αποκλίνει έστω και κατ’ ελάχιστον από τις παραδεκτές, αλλά και για κάθε διαφορετική κουλτούρα, δόγμα ή θρησκεία, ούτε ίχνος συγκρητισμού και πολιτιστικής διάδρασης. Αυτές είναι περίπου οι κατηγορίες. Και είναι πάλι ψευδείς!

Υπάρχουν περιοχές επαφής κι επομένως έντονης διάδρασης μεταξύ χριστιανικής Δύσης, Βυζαντίου και ισλάμ: Ισπανία, Σικελία και Κάτω Ιταλία, Ελλάδα, Μέση Ανατολή.

– Είναι αφελές να πιστεύουμε ότι η σχέση του Βυζαντίου με τη χριστιανική Δύση συνοψίζεται στην αντιπαλότητα που μαρτυρούν τα χολερικά σχόλια της «De Legatione Constantinopolitana» (968) του (όχι εντελώς αδίκως) εξοργισμένου Λιουτπράνδου της Κρεμόνας (πρεσβευτή του Γερμανού αυτοκράτορα Όθωνα Β΄ στην αυλή της Βασιλεύουσας), το άκυρο ψευδοσχίσμα του 1054 (το ανάθεμα κατά του πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου που αποθέτει στην Αγία Σοφία ο λεγάτος Ουμβέρτος του Μουαγιανμουτιέ φέρει το όνομα του πάπα Λέοντος Θ΄, ο οποίος είχε πεθάνει τρεις μήνες νωρίτερα, αιχμάλωτος του Ροβέρτου Γισκάρδου) και, κυρίως, η τραυματική εμπειρία της Δ΄ Σταυροφορίας. Βυζάντιο και Δύση έχουν διαρκείς σχέσεις σε πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο. Υπάρχει αμοιβαία γνώση νοοτροπιών. Στην αυλή των Κομνηνών υπάρχουν Ιταλοί και Φράγκοι σύμβουλοι για εμπορικά και πολιτικά θέματα. Κι όταν ο Ιωάννης Κομνηνός επιχειρεί να ανακτήσει τη φραγκική πλέον ηγεμονία της Αντιόχειας, επικαλείται τον όρκο υποτέλειας που είχε δώσει στον πατέρα του Αλέξιο ο ιδρυτής του προγκιπάτου Βοημούνδος. Κίνηση που δείχνει ότι ο βυζαντινός μονάρχης είχε πολύ καλή γνώση των θεσμών του δικαίου της Δύσης και κατανοούσε τη σημασία της σχέσης επικυριάρχου και βασσάλου.

– Στη Μέση Ανατολή, φραγκικά κράτη και μουσουλμανικά εμιράτα δεν έχουν διαρκώς εμπόλεμες σχέσεις. Με τον καιρό αναπτύσσεται μεταξύ τους ένα modus vivendi, που εκδηλώνεται μέσα από εμπορικές συναλλαγές, περιστασιακές συμμαχίες και πολιτισμικές ανταλλαγές.

Ας δούμε πώς περιγράφει τη σχέση αυτή ο Ουσάμα ιμπν Μουνκίντ (1095-1188), μουσουλμάνος ευγενής από το Σαϋζάρ της βόρειας Συρίας, στο σύγγραμμά του «Κιτάμπ αλ Ίτιμπάρ».
«Αναγνωρίζω πρόθυμα στους Φράγκους δύο αρετές: το θάρρος τους και την εκτίμηση την οποία τρέφουν για τους ιππότες τους. Είχα κάποτε μια διαφορά με τον Ρενιέ, άρχοντα της Πανειάδας, μια και μας είχε κλέψει αιγοπρόβατα σε καιρό ειρήνης. “Ορίστε κάποιος που μας έχει προξενήσει σημαντική ζημιά – είπα στον βασιλιά Φουλκ -, μας έκλεψε ζώα ενώ οι κατσίκες επρόκειτο να γεννήσουν. Μας τις επέστρεψε, όχι όμως και τα μικρά, οπότε εξακολουθούμε να υφιστάμεθα ζημία”. Ο βασιλιάς έκανε νεύμα σε πέντε-έξι ιππότες: “Εμπρός! Αποδώστε δικαιοσύνη”. Βγήκαν από την αίθουσα ακροάσεων για να διασκεφθούν κι επέστρεψαν για να ανακοινώσουν ότι ομόφωνα αποφάσισαν πως ο άρχοντας έπρεπε να μου καταβάλει χρηματικό πρόστιμο Το παράδειγμα καταδεικνύει το πώς αντιμετωπιζόταν μια δικαστική απόφαση που είχαν εκδώσει οι ιππότες. Κανείς, ούτε καν ο ίδιος ο βασιλιάς δεν μπορεί να την αμφισβητήσει…

Θα παραθέσω ως αξιοσημείωτο παράδειγμα την περίπτωση ενός Φράγκου από την Αντιόχεια. Είχα στείλει στην πόλη αυτή έναν από τους συνεργάτες μου ο οποίος, κατόπιν συμβουλής μου, είχε φιλοξενηθεί από τον Θεόδωρο Σοφιανό, ο οποίος έχαιρε μεγάλου κύρους στην πόλη και ήταν αληθινός μου φίλος. Ο Σοφιανός παρακάλεσε τον συνεργάτη μου να τον συνοδέψει σε έναν γνωστό του ο οποίος τον είχε προσκαλέσει. Επρόκειτο για ένα Φράγκο ιππότη της παλιάς γενιάς από αυτούς που είχαν συμμετάσχει στις πρώτες μάχες. Είχε πια εγκαταλείψει την ενεργό δράση κι είχε αποσυρθεί στην Αντιόχεια, σ’ ένα κτήμα από το οποίο ζούσε. Όπως μου είπε ο συνεργάτης μου, τους παρουσίασε ένα τραπέζι με τα πιο εκλεκτά και καθαρά εδέσματα που θα μπορούσε κάποιος να ονειρευτεί: “Δίσταζα παρόλα αυτά, οπότε ο οικοδεσπότης μας με καθησύχασε. Εδώ και χρόνια δεν έτρωγε πια καθόλου φράγκικα φαγητά. Είχε Αιγύπτιες μαγείρισσες στις οποίες είχε απόλυτη εμπιστοσύνη: το χοιρινό κρέας δεν έμπαινε ποτέ στο σπίτι του”.

Αυτούς τους Φράγκους που με συνόδεψαν… σ’ όλη τη διάρκεια της μακράς ζωής μου πώς πρέπει να τους κρίνω τώρα που πλησιάζει ο θάνατος; Ο Θεός μας τους έστειλε, αυτό είναι βέβαιο, για να μας δοκιμάσει, για να μας υπενθυμίσει τις αμαρτίες μας και πάνω απ’ όλα τη μεγαλύτερη απ’ αυτές: τις έριδές μας. Εκμεταλλευόμενές τες, οι Φράγκοι κατόρθωσαν να έρθουν στα μέρη μας και να εγκατασταθούν σ’ αυτά. Συχνά αναρωτιόμουν, τα πρώτα χρόνια, αν με τον καιρό θα μας έμοιαζαν. Χάρη σε μερικούς από αυτούς πίστεψα στο θαύμα: αν όχι να ασπασθούν την πίστη μας, τουλάχιστον θα μπορούσαν, παραμένοντας χριστιανοί, να μάθουν μαζικά τη γλώσσα μας και να μοιραστούν με τους μουσουλμάνους αδελφούς τους τον ίδιο τρόπο ζωής, όπως κι οι ντόπιοι χριστιανοί. Γενικά, όμως, οι Φράγκοι δεν θέλησαν ούτε το ένα ούτε το άλλο».

Στη Συρία και την Παλαιστίνη η προσπάθεια πολιτισμικής προσέγγισης έμεινε ανολοκλήρωτη. Αλλού προχώρησε πολύ περισσότερο.

β.   Το ιδεώδες διαπολιτισμικό πρότυπο της νορμανδικής Σικελίας και Κάτω Ιταλίας

Ο Χριστός στέφει τον Ρογήρο Β΄, Μαρτοράνα, Παλέρμο (μέσα 12ου αι.)

Ο Χριστός στέφει τον Ρογήρο Β΄, Μαρτοράνα, Παλέρμο (μέσα 12ου αι.)

Στα τέλη περίπου του 11ου αιώνα, οι Νορμανδοί, με επικεφαλής δύο αδέλφια από το άσημο φέουδο της Ωτβίλλ, τον Ροβέρτο Γισκάρδο και τον Ρογήρο, κατορθώνουν να επιβληθούν στις διάφορες αντίρροπες δυνάμεις που προσπαθούσαν να ελέγξουν τον ιταλικό Νότο: λομβαρδικές ηγεμονίες της Καπύης, του Σαλέρνο και της Νάπολης, βυζαντινό εξαρχάτο με πρωτεύουσα το Μπάρι, μουσουλμανικά εμιράτα της Σικελίας. Στις αρχές του 12ου αιώνα, ο Ρογήρος Β΄ (1095-1154) θα ενώσει όλα τα εδάφη της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας συγκροτώντας το ισχυρότερο κράτος της εποχής του.

Οι υπήκοοι του Ρογήρου είναι αραβόφωνοι μουσουλμάνοι, ελληνόφωνοι ορθόδοξοι, Ιταλοί και Νορμανδοί καθολικοί και Εβραίοι. Μια τέτοια σύνθεση επιβάλλει ευέλικτες λύσεις. Το εξαιρετικά ανεπτυγμένο αίσθημα πολιτικού ρεαλισμού του Ρογήρου θα οδηγήσει σε ένα υποδειγματικό πρότυπο συγκρητισμού και διαπολιτισμικότητας. Μεγαλωμένος στην ελληνόφωνη Καλαβρία με δάσκαλο τον Χριστόδουλο του Ροσσάνο, που οι αραβόφωνες πηγές της εποχής αποδίδουν ως Αμπν Αρ Ραχμάν αν Νασρανί, ο Ρογήρος εμφανίζεται στα ψηφιδωτά με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, οικειοποιούμενος τα σύμβολα των αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης κι εμφανιζόμενος ως δυνητικός διάδοχός τους. Ο κύριος σύμβουλός του είναι ο Γεώργιος ο Αντιοχεύς, Μελκίτης ελληνόφωνος της Συρίας που υπηρέτησε τους Ζιρίδες εμίρηδες της Τύνιδας, μέχρι να τον ανακαλύψει ο Ρογήρος και να του αναθέσει το ύπατο αξίωμα του εμίρη του εμίρηδων. Στα ανώτατα κλιμάκια της διοίκησης συναντούμε Έλληνες, Άραβες και Νορμανδούς. Η συνεργασία τους οδηγεί στη δημιουργία της πιο εξελιγμένης κι αποδοτικής γραφειοκρατίας της εποχής (κτηματολόγιο, φορολόγηση και λοιπά δημοσιονομικά).

Στον Ρογήρο χρωστάμε τις «Ασσίζες του Αριάνο» την πληρέστερη κωδικοποίηση νομικών διατάξεων του Μεσαίωνα. Στο προοίμιο τους διαβάζουμε ότι:
«οι νόμοι και οι αποφάσεις του βασιλέως ισχύουν για όλους τους υπηκόους, Λατίνους, Έλληνες, Ιουδαίους και Σαρακηνούς. Ουδόλως θίγονται, όμως, τα υφιστάμενα ήθη κι έθιμα και οι νόμοι των λαών αυτών, εκτός κι αν αντιβαίνουν προδήλως στους νόμους και τις αποφάσεις του βασιλέως».

Άτλας του Αλ Ιντρισί

Άτλας του Αλ Ιντρισί

Η ανακτορική γραμματεία εκδίδει έγγραφα σε 5 τουλάχιστον γλώσσες, λατινικά, ελληνικά, γαλλικά, αραβικά κι εβραϊκά. Οι κοινότητες συμβιώνουν αρμονικά. Κι ο Ρογήρος Β΄ συνδέει τη βασιλεία του με μια άνευ προηγουμένου πολιτιστική άνθιση, την οποία μαρτυρούν τα Ανάκτορα των Νορμανδών με το υπέροχο παρεκκλήσιο κι η Μαρτοράνα (Santa Maria dell’Ammiraglio, έργο του Γεωργίου του Αντιοχέα) στο Παλέρμο ή ο καθεδρικός ναός της Τσεφαλού (Κεφαλοίδιον). Στην αυλή του Ρογήρου συχνάζουν Έλληνες κι Άραβες σοφοί: ο θεολόγος Θεοφάνης Κεραμεύς και ο Νείλος Δοξαπατρής, μοναχός από την Καλαβρία, ο οποίος συνέγραψε μια Ιστορία των πέντε Πατριαρχείων, οι ποιητές Ιμπν Ομάρ από τη Μπούτερα και Αμπντ-αρ-ραχμάν από το Τράπανι. Προστατευόμενός του υπήρξε κι ο σπουδαίος Ανδαλουσιανός γεωγράφος Αλ Ιντρισί, ο οποίος ολοκληρώνει το 1154 το περίφημο «Kitâb Nuzhat al-muchtâq fî ikhtirâq al-âfâq», γνωστότερο ως «al-kitâb al-Rudjari», δηλ. το βιβλίο του Ρογήρου, μεγαλειώδες για τα δεδομένα της εποχής γεωγραφικό πόνημα. Στηριζόμενος στις γνώσεις του και στις πληροφορίες που συνέλεξε επί σειρά ετών (όλοι οι ναυτικοί των οποίων τα πλοία αγκυροβολούσαν σε λιμάνια του βασιλείου καλούνταν να συμπληρώσουν τα ερωτηματολόγια του Άραβα γεωγράφου), ο Αλ Ιντρισί ετοίμασε έναν άτλαντα που συνοδευόταν από επτά χάρτες και ένα επιπεδοσφαίριο.

Είναι αλήθεια πως το νορμανδικό πρότυπο αποτελεί εξαίρεση, όπως και ότι δεν άντεξε για περισσότερο από έναν αιώνα. Αν κάποια άλλη εποχή, όμως, έχει να επιδείξει αντίστοιχο παράδειγμα μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας, καλό θα ήταν να το μάθουμε.

Γ.   Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΕΠΟΧΗ ΑΝΘΙΣΗΣ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΕΧΝΩΝ

α.   Σε μια εγκυκλοπαίδεια του 19ου αιώνα διαβάζουμε στο λήμμα «Αναγέννηση» τα εξής: «Οι Τέχνες και τα Γράμματα που φάνηκε ότι είχαν χαθεί στο ίδιο ναυάγιο με τη ρωμαϊκή κοινωνία ανθίζουν και λάμπουν εκ νέου, έπειτα από δέκα αιώνες σκότους»! Κάποια θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι επί μία ολόκληρη χιλιετία η ανθρωπότητα δεν παρήγαγε τίποτε το ωραίο και υψηλό…

Σαρτρ, ο γοτθικός καθεδρικός

Σαρτρ, ο γοτθικός καθεδρικός

Και, όμως, ο Μεσαίωνας είναι η εποχή:

Άνθισης μιας τέχνης που επιζητεί την πρωτοτυπία, σε αντίθεση προς εκείνην της Αναγέννησης, η οποία θέτει ως πρότυπο προς μίμηση την κλασσική Αρχαιότητα, και τη λειτουργικότητα: λ.χ. τα ανάγλυφα των ναών έχουν διδακτική ασποστολή. Τέχνης που ακόμη και σήμερα μας εκπλήσσει, με τη γήινη απλότητα του ρωμανικού ρυθμού, και την αρτιότητα του γοτθικού. Ο Μεσαίωνας είναι η εποχή των γοτθικών καθεδρικών που φτάνουν τον ουρανό: ενός θαύματος της αρχιτεκτονικής, της μηχανικής και της τεχνικής. Της ανθρώπινης δημιουργικότητας, θέλησης κι επιμονής, μια και σπάνια η ομάδα αρχιτέκτονα και τεχνιτών που άρχιζε την ανοικοδόμηση ενός καθεδρικού είχε και την τύχη να δει την ολοκλήρωσή του. Περίτεχνων βιτρώ που σήμερα είναι αδύνατο να φιλοτεχνηθούν. Ανάγλυφων και γλυπτών που εντυπωσιάζουν με την καλλιτεχνική αρτιότητα και, συχνά, με τον ρεαλισμό τους.

 Στρασβούργο, καθεδρικός, αλληγορικό άγαλμα της "Συναγωγής"

Στρασβούργο, καθεδρικός, αλληγορικό άγαλμα της «Συναγωγής»

Της ποίησης των τρουβαδούρων της Οξιτανίας, του Βερνάρδου της Βενταντούρ, του Πέτρου Βιντάλ, του Γουλιέλμου της Ακυιτανίας και του Μαρκαμπρύ, που υμνούν τον αγνό έρωτα. Μια Αμερικανίδα ιστορικός (Μέριλυν Γιάλομ) επιχείρησε μάλιστα πρόσφατα να αποδείξει ότι από μόνη της η ποίηση των τρουβαδούρων οδήγησε σε αναβάθμιση της κοινωνικής θέσης της γυναίκας.
– Του Δάντη, του Πετράρχη, του Βοκάκιου και του Τσώσερ, συγγραφέων των οποίων τα έργα αποτελούν σταθμούς στην Ιστορία της Ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.
Φιλοσόφων όπως ο Πέτρος Αβελάρδος, ο Θωμάς ο Ακινάτης, ο Ρογήρος Βάκων και ο Γουλιέλμος του Όκκαμ, που θέτουν τις βάσεις της δυτικής σκέψης για τους επόμενους αιώνες.

β.   Πανεπιστήμια: ένα δημιούργημα του Μεσαίωνα. Ο Μεσαίωνας είναι επίσης η εποχή κατά την οποία γεννιούνται τα πανεπιστήμια όπως τα γνωρίζουμε σήμερα. Όπως μαρτυρεί κι ο λατινικός όρος universitas πρόκειται για κοινότητες διδασκόντων και φοιτητών οι οποίες αποκτούν θεσμική και υλική υπόσταση και στη συνέχει αναγνωρίζονται από την κοσμική και την εκκλησιαστική εξουσία. Το πρώτο πανεπιστήμιο ιδρύεται στη Μπολόνια στα μέσα του 12ου αιώνα κι αναγνωρίζεται από τον αυτοκράτορα Φρειδερίκο Α΄ των Χοχενστάουφεν. Ακολουθούν το Παρίσι, η Οξφόρδη, η Νάπολη, το Μονπελλιέ και πολλά ακόμη. Το 1231, παραδόξως την ίδια χρονιά που δίνει θεσμική υπόσταση στην Ιερά Εξέταση, ο πάπας Γρηγόριος Θ΄ αναγνωρίζει επίσημα τα προνόμια των πανεπιστημίων με τη βούλλα Parens Scientiarum Universitas. Και ναι, πανεπιστημιακό άσυλο υφίσταται στον Μεσαίωνα και κανείς δεν διανοείται να το αμφισβητήσει.

Οι φοιτητές ξεκινούν σπουδάζοντας τις λεγόμενες ελευθέριες τέχνες, που περιλαμβάνουν τους κύκλους σπουδών του trivium (γραμματική, ρητορική και λογική) και του quadrivium (αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία και μουσική), για να προχωρήσουν εν συνεχεία στις θεωρούμενες ανώτερες σπουδές του δεύτερου κύκλου: ιατρική, αστικό κι εκκλησιαστικό δίκαιο, θεολογία και φιλοσοφία.

Μια λαμπρή εποχή που δεν υστερεί σε τίποτε από τις υπόλοιπες. Πώς κατέληξε να θεωρείται συνώνυμη του σκοταδισμού και όλων των δεινών;

ΕΠΙΛΟΓΟΣ: ΓΙΑΤΙ Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ;

Ο υποτιμητικός όρος «Μεσαίωνας» (Media Tempestas, Medium Aevum) εμφανίζεται για πρώτη φορά στα χρόνια της Αναγέννησης και πιο συγκεκριμένα το 1469 σε ένα σύγγραμμα του Ιταλού λόγιου Τζοβάννι Αντρέα ντέι Μπούσσι. Οι άνθρωποι της εποχής εκείνης έχουν συναίσθηση της αλλαγής ιστορικής εποχής: για την ακρίβεια θέλουν οι ίδιοι να σηματοδοτήσουν μία ρήξη με το πρόσφατο παρελθόν. Η επιθυμία μπορεί να εξηγηθεί μάλλον εύκολα. Οι λόγοι είναι ψυχολογικοί: η εποχή που μόλις προγήθηκε ήταν για την Ευρώπη μια από τις δυσκολότερες της Ιστορίας.

Ο 14ος αιώνας αρχίζει με μία παρατεταμένη οικονομική κρίση που εξαπλώνεται αργά αλλά σταθερά σε ολόκληρη την ήπειρο. Κορεσμός των εμπορικών διαδρομών και δυσλειτουργία των αγορών, επανειλημμένες κακές σοδειές όσον αφορά τα αγροτικά προϊόντα, εξαιτίας της ραγδαίας επιδείνωσης των κλιματικών συνθηκών. Οι επιστήμονες μιλούν για μια σύντομη περίοδο παγετώνων που θα πλήξει την Ευρώπη για πέντε περίπου αιώνες. Στα δεινά αυτά προστίθεται κι ο Εκατονταετής Πόλεμος με όλες τις καταστροφές και τις απώλειες σε ανθρώπινες ζωές που συνεπάγεται. Αποκορύφωμα της κακοδαιμονίας και των συμφορών, η τρομακτική επιδημία βουβωνικής πανώλης που εκδηλώνεται το 1348, εξολοθρεύει τουλάχιστον το ένα τρίτο του ευρωπαϊκού πληθυσμού κι εγκαθίσταται στην Ευρώπη επανεμφανιζόμενη περιοδικά κατά τους επόμενους αιώνες.

"Ο γιατρός της πανώλης", χαρακτικό του Π. Φυρστ, 1656

«Ο γιατρός της πανώλης», χαρακτικό του Π. Φυρστ, 1656

[παρεμπιπτόντως, αρκετοί επιδημιολόγοι και ιστορικοί διατηρούν επιφυλάξεις για το αν εκείνη η ασθένεια ήταν πράγματι η βουβωνική πανώλη. Αφενός, τα συμπτώματα που περιγράφονται στις πηγές της εποχής (λ.χ. στο Δεκαήμερο του Βοκάκιου) δεν είναι αυτά που γνωρίζει η σύγχρονη ιατρική επιστήμη. Αφετέρου, έχει αποδειχθεί ότι ο βάκιλος της βουβωνικής πανώλης δεν επιζεί σε θερμοκρασίες χαμηλότερες των 10 βαθμών Κελσίου. Η μεσαιωνική επιδημία, όμως, διαδόθηκε στη Βόρεια Ευρώπη κατά τη διάρκεια του χειμώνα! Ενδέχεται, επομένως, να επρόκειτο για κάποιο βακτήριο ή βάκιλο που προσβάλλει το αναπνευστικό σύστημα ή… για κάποιον ιό τύπου Έμπολα!]

Ωστόσο, η ρήξη αυτή φαίνεται να είναι κυρίως ιδεολογική: σε επίπεδο πολιτικής και οικονομίας οι τάσεις που χαρακτηρίζουν την Αναγέννηση αποτελούν συνέχεια των μεσαιωνικών. Η πραγματική μεταστροφή ανάγεται στον 17ο αιώνα, όταν ολοκληρώνεται στην Ευρώπη η διαδικασία συγκρότησης ισχυρών κρατών. Το μεσαιωνικό σχήμα, με την προσωπική σχέση εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου και τον αυξημένο ρόλο της θρησκείας και της Εκκλησίας, αρχίζει να κλονίζεται στην πράξη ίσως από τον 15ο αι. για να καταρρεύσει μεταξύ 17ου και 18ου και να αντικατασταθεί από μια νέα διπολική λογική, αυτήν της κεντρικής κρατικής εξουσίας και της οικονομίας της αγοράς. Πρόκειται για τη «διπλή ρήξη», όπως την ονομάζει ο Γάλλος ιστορικός Αλαίν Γκερρώ. Η κρίσιμη καμπή ανάγεται π.χ. για τη Γαλλία στα χρόνια του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Δεν είναι το 1789, όπως θέλει η σύγχρονη αφήγηση.

Για να πετύχει τον σκοπό της, μια «επίσημη» αφήγηση πρέπει να είναι απλή, εύληπτη και πειστική. Ο υποβιβασμός του Μεσαίωνα σε εποχή σκοταδισμού εξυπηρετεί τον ιδρυτικό μύθο της σύγχρονης Δύσης. Προωθεί την ιδέα της γραμμικής προόδου της ανθρωπότητας, ακόμη και σε επίπεδο πολιτικών θεσμών, δικαιωμάτων κι ελευθεριών. Αποσιωπά τις ένοχες στιγμές των Νεότερων Χρόνων. Το γεγονός ότι ήδη πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, δικαιώματα που ονομάζονταν «φεουδαλικά» ανήκαν σε αστούς. Σε αστούς που προσπαθούσαν να επωφεληθούν από κάθε εξουσία η οποία στηριζόταν σε θεσμούς του παρελθόντος, χωρίς να υπέχουν τις υποχρεώσεις που βάρυναν τους φεουδάρχες του Μεσαίωνα. Στη Γαλλία του 18ου αιώνα υπήρχαν ελεύθεροι επαγγελματίες, οι οποίοι είχαν ως αντικείμενο τη μελέτη μεσαιωνικών εγγράφων με σκοπό την ανεύρεση δικαιωμάτων και προνομίων που κάποτε, υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες, συνεπάγονταν τα εμπράγματα αποκτήματα των πλούσιων αστών.

56. Γκ. Ντορέ, Βιομηχανική πόλη

Γκ. Ντορέ, Βιομηχανική πόλη

Αποσιωπάται επίσης η ενοχλητική «λεπτομέρεια» της καταπάτησης των εργασιακών δικαιωμάτων από την ίδια τη Γαλλική Επανάσταση. Στα χρόνια του Μεσαίωνα τα δικαιώματα των εργαζομένων προστατεύονται μέσω των συντεχνιών. Η προστασία αυτή εξαφανίζεται με τη… Γαλλική Επανάσταση, μολονότι αυτή ήταν παιδί του Διαφωτισμού και διαπρύσιος κήρυκας των ατομικών δικαιωμάτων κι ελευθεριών. Το θεωρητικό πρότυπό της, όμως, είναι αυτό της σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ ισότιμων μερών, αντίληψη παρωχημένη ήδη από τον εποχή που πρωτοδιατυπώθηκε. Με τις κοινωνικές μεταλλάξεις που επρόκειτο να φέρει η Βιομηχανική Επανάσταση, όμως, αποδείχθηκε γρήγορα κι εξαιρετικά επιζήμια κι επικίνδυνη. Τον Μάρτιο του 1791, με το αποκαλούμενο «διάταγμα ντε Αλλάρντ» καταργούνται, ως «μεσαιωνικό κατάλοιπο», οι συντεχνίες, στο όνομα της ελευθερίας του εμπορίου και της απελευθέρωσης των επαγγελμάτων. Στις 14 Ιουνίου του ιδίου έτους τίθεται σε ισχύ ο νόμος Λε Σαπλιέ με τον οποίο απαγορεύεται κάθε μορφή συλλογικής οργάνωσης και διαμαρτυρίας των εργαζομένων κι απαγορεύεται παντελώς η απεργία! Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου παρατίθενται αυτούσια αποσπάσματα από το «Κοινωνικό Συμβόλαιο» του Ρουσσώ! Κάπως έτσι (και πάντα στο όνομα της ελευθερίας) οι εργαζόμενοι θα μείνουν εντελώς απροστάτευτοι για δεκαετίες. Μόνο μετά από πολλούς αγώνες θα νομιμοποιηθεί (σταδιακά) η απεργία στη Γαλλία, μόλις το 1864.

Στην πραγματικότητα, το να παρομοιάζουμε τα σύγχρονα δεινά με τον Μεσαίωνα είναι πολλαπλά βολικό. Είναι καταρχάς καθησυχαστικό των φόβων μας, διότι τους εξοβελίζουμε σε μια εποχή πιο μακρινή και ουσιαστικά άγνωστη σε μας, πέρα από μια μυθοποιημένη εικόνα της. Εν συνεχεία, είναι σωτήρια αποπροσανατολιστικό, μια και δεν διαταράσσει την επίσημη αφήγηση της εποχής μας, τον μύθο της εποχής μας, δεν αναδεικνύει τις αντιφάσεις της Αναγέννησης, του Διαφωτισμού ή της Γαλλικής Επανάστασης, δηλαδή συστατικών στοιχείων της αφήγησης αυτής. Στην ουσία, όμως, αυτό που μας απειλεί δεν είναι παρά μια ενδεχόμενη επιστροφή στην εποχή του πρωτόγονου και χωρίς κανόνες καπιταλισμού του τέλους του 18ου και του 19ου αι., εποχή κατά την οποία οι εργαζόμενοι δεν έχουν κανένα άλλο δικαίωμα πέραν του πενιχρού μισθού τους, ενώ οι έννοιες της ασφάλισης, της σύνταξης και των άλλων εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων είναι εντελώς άγνωστες. Είναι, όμως, καλύτερο φαίνεται να αποφεύγονται οι επικίνδυνοι συνειρμοί και η σύνδεση με πιο κοντινές ιστορικές περιόδους, ευχερέστερα συγκρίσιμες με το παρόν. Η καμπούρα της φεουδαρχίας μπορεί να εισπράξει περισσότερες ξυλιές απ’ ό,τι ο πρώιμος καπιταλισμός.

Μαρκ Μπλόκ

Μαρκ Μπλόκ

Ακριβώς επειδή στο γνωστικό αντικείμενό τους βρίσκονταν διαρκώς αντιμέτωποι με μύθους και στερεότυπα, οι ιστορικοί του Μεσαίωνα βρέθηκαν από νωρίς στην πρωτοπορία της επιστημονικής μεθοδολογίας. Ήταν εκείνοι που ελευθέρωσαν την επιστήμη της Ιστορίας από την προσκόλληση στα «σημαντικά» πολιτικά γεγονότα και τους μεγάλους ηγέτες, για να στρέψουν την προσοχή τους στη μελέτη των νοοτροπιών, των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτιστικών σταθερών και αργών μεταλλάξεων.
Το 1929, δύο καθηγητές του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, ο Μαρκ Μπλοκ κι ο Λυσιάν Φεβρ ιδρύουν το περιοδικό «Annales d’histoire économique et sociale», η κυκλοφορία του οποίου αποτελεί σταθμό στην προσπάθεια αυτή.
Το 1941, τρία χρόνια πριν εκτελεστεί από τους ναζί ως αντιστασιακός, ο Μαρκ Μπλοκ συντάσσει τη διαθήκη του, στην οποία γράφει τα εξής:
«Δεν θέλω πάνω από τον τάφο μου να ψαλούν οι θρησκευτικές προσευχές που συνόδεψαν τόσους από τους προγόνους μου στην τελευταία τους κατοικία. Θέλω μόνο να χαραχτεί πάνω στην επιτύμβια πλάκα η εξής απλή φράση: Dilexit veritatem». «Αγαπούσε την αλήθεια»!

Φίλες και φίλοι, την αλήθεια προσπάθησε να υπηρετήσει, ομολογουμένως με αρκετή αδεξιότητα, κι η αποψινή μου φλυαρία. Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Pierre AUBÉ « Les empires normands d’Orient », Tempus, Perrin, Παρίσι 2006 (1η έκδοση 1991).
Michel BALARD « Les Latins en Orient (XIe-XVe siècle) », Nouvelle Clio, PUF, Παρίσι 2006.
Marc BLOCH « La Société féodale », αρχική έκδοση σε 2 τόμους 1939-1940, τελευταία επανέκδοση (σε ένα τόμο): Albin Michel, Παρίσι 1998.
Patrick BOUCHERON « Les villes d’Italie, vers 1150-1350 », Belin sup histoire, Belin, Παρίσι 2004.
Patrick BOUCHERON « Conjurer la peur – Sienne, 1338 : Essai sur la force politique des images », Seuil, Παρίσι 2013.
– Philippe BÜTTGEN, Alain de LIBERA, Marwan RASHED, Irène ROSIER-CATACH (επιμ.) « Les Grecs, les Arabes et nous (enquête sur l’islamophobie savante) », Ouvertures, Fayard, Παρίσι 2009.
Alain DEMURGER « Chevaliers du Christ, les ordres religieux militaires au Moyen Âge », Seuil, Παρίσι 2002.
Georges DUBY « La Société aux XIe et XIIe siècles dans la région mâconnaise », Éditions de l’École des Hautes Études en Sciences Sociales, Παρίσι 1953.
Georges DUBY « Le Temps des cathédrales – L’Art et la société (980-1420) », Bibliothèque des Histoires, Gallimard, Παρίσι 1976.
Georges DUBY « L’histoire continue », Points, Seuil, Παρίσι 1991.
Georges DUBY « Féodalité », Quarto, Gallimard, Παρίσι 1996 [συλλογή βιβλίων και δοκιμίων του ιστορικού, περιέχει μεταξύ άλλων τα: Guerriers et paysans (1973), L’An Mil (1980), Les Trois ordres ou L’imaginaire du féodalisme (1978), Le Dimanche de Bouvines (1973), Le Chevalier, la femme et le prêtre (1981)].
René FÉDOU e.a. « Lexique historique du Moyen Âge », cursus, Armand Colin, Παρίσι 1995.
Jean FLORI « Aliénor d’Aquitaine : la reine insoumise », Payot, Παρίσι 2004.
Claude GAUVARD, Alain de LIBERA, Michel ZINK (επιμ.) « Dictionnaire du Moyen Âge », PUF, Παρίσι 2004 (2η έκδ.).
Jacques Le GOFF « Les Intellectuels au Moyen Age », Points, Seuil, Παρίσι 1985 (1η έκδοση 1957).
Jacques Le GOFF « Pour un autre Moyen Âge », Tel, Gallimard, Παρίσι 1991 (1η έκδοση 1977).
Jacques Le GOFF « Marchands et banquiers du Moyen Âge », Quadrige – Grands textes, PUF,‎ Παρίσι 2011 (1η έκδοση 1957).
Alain GUERREAU « Le féodalisme, un horizon théorique », Le Sycomore, Παρίσι, 1980.
Alain GUERREAU « L’Avenir d’un passé incertain. Quelle histoire du Moyen Âge au XXIe siècle ? », Seuil, Παρίσι 2001.
Sylvain GOUGUENHEIM « Aristote au Mont Saint-Michel (Les racines grecques de l’Europe chrétienne) », L’Univers Historique, Seuil, Παρίσι 2008.
Sylvain GOUGUENHEIM « Regards sur le Moyen Âge », Tallandier, Παρίσι 2009.
Jean-Claude HOCQUET « Venise au Moyen Âge », Guides de Civilisations, Belles Lettres, Παρίσι 2003.
Frederic Chapin LANEVenice – A Maritime Republic”, The John Hopkins University Press, Βαλτιμόρη 1973.
Emmanuel Le ROY LADURIE « Montaillou, village occitan, de 1294 à 1324 », Gallimard, Παρίσι 1975.
Alain de LIBERA « La Philosophie médiévale » Quadrige, PUF, 2004.
André MIQUEL « Ousama, un prince syrien face aux croisés», Les inconnus de l’histoire, Fayard, Παρίσι 1986.
Régine PERNOUD « Pour en finir avec le Moyen Âge », Seuil, Παρίσι 1979.
Régine PERNOUD « Aliénor d’Aquitaine », Albin Michel, Παρίσι 1966.
Gérard SIVÉRY « Blanche de Castille », Fayard, Παρίσι 1994.
Laure VERDON « Le Moyen Âge : 10 siècles d’idées reçues », Le Cavalier Bleu, Παρίσι 2013.
Jacques VERGER « Les universités au Moyen Âge », Quadrige, PUF, Παρίσι 1999 (1η έκδοση 1973).

 

[για τους εξαιρετικά ανθεκτικούς φίλους, υπάρχουν και τα βίντεο της ομιλίας:

Advertisements

Φόνος στον καθεδρικό

Μαΐου 9, 2013
Η δολοφονία του Μπέκετ (αγγλική μικρογραφία του 13ου αι., Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο)

Η δολοφονία του Μπέκετ (αγγλική μικρογραφία του 13ου αι., Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο)

«(Ερρίκος Β΄) – Αν, όμως, ο προκαθήμενος είναι δικός μου άνθρωπος; Αν ο αρχιεπίσκοπος της Καντερβουρίας είναι υποστηρικτής του βασιλιά, πώς μπορεί να μ’ ενοχλήσει η εξουσία του;

(Θωμάς Μπέκετ) – Σωστό αυτό, ηγεμόνα μου, ξεχνάτε, όμως, ότι η εκλογή είναι ελεύθερη.

(Ε) – Όχι! Εσύ ξεχνάς το βασιλικό προνόμιο! Ξέρεις για τι πρόκειται; Όταν ο υποψήφιος δεν είναι αρεστός στον θρόνο, ο βασιλιάς στέλνει τον αρχιδικαστή του στη σύνοδο των επισκόπων… και τον τελευταίο λόγο τον έχει ο βασιλιάς. Κι αυτό έθιμο είναι, μόνο, που στην προκειμένη περίπτωση τουλάχιστον, είναι ευνοϊκό για τα συμφέροντά μου! Εδώ κι εκατό χρόνια η σύνοδος των επισκόπων δεν έχει εκλέξει ενάντια στη βούληση του βασιλιά… Θα πας στην Αγγλία.

(Μπ) – Στις διαταγές σας, ηγεμόνα μου.

(Ε) – Μαντεύεις ποια θα είναι η αποστολή σου;

(Μπ) – Όχι, ηγεμόνα μου.

(Ε) – Θα μεταφέρεις επιστολές μου σε κάθε επίσκοπο προσωπικά. Και ξέρεις τι θα γράφουν αυτές οι επιστολές, Θωμά μου, αδερφούλη μου; Τη βασιλική μου βούληση να εκλεγείς αρχιεπίσκοπος.

(Μπ) – Θα αστειεύεστε, ηγεμόνα μου… Δεν είμαι καν ιερέας, άρχοντά μου.

(Ε) – Είσαι ήδη διάκονος. Προφταίνεις. Μπορείς να δώσεις τους τελευταίους όρκους αύριο και να χειροτονηθείς σ’ ένα μήνα.

(Μπ) – Σκεφτήκατε, όμως, τι θα πει ο πάπας;

(Ε) – Θα πληρώσω!

(Μπ) – Ηγεμόνα μου, καταλαβαίνω πια ότι δεν αστειεύεστε… Μην το κάνετε!

(Ε) – Γιατί;

(Μπ) – Με τρομάζει η ιδέα.

(Ε) – Σε διατάζω, Μπέκετ!

(Μπ) – Αν γίνω αρχιεπίσκοπος δεν θα μπορώ πλέον να είμαι φίλος σας». (Ζαν Ανούιγ «Μπέκετ ή Η Τιμή του Θεού», 1959, επανέκδ. Gallimard, σειρά «Folio», Παρίσι 2010, σελ. 115 επ.)

 

"Το Μαρτύριο του Αγίου Θωμά Μπέκετ", Αγγλία, περ. 1250 (Walters Art Gallery, Βαλτιμόρη)

«Το Μαρτύριο του Αγίου Θωμά Μπέκετ», Αγγλία, περ. 1250 (Walters Art Gallery, Βαλτιμόρη)

Κάντερμπρυ, Αγγλία. Απομεσήμερο της 29ης Δεκεμβρίου 1170. Τέσσερις ιππότες εμφανίζονται στην είσοδο του αρχιεπισκοπικού μεγάρου. Ζητούν να δουν τον αρχιεπίσκοπο Θωμά Μπέκετ που πρόσφατα μόλις έχει επιστρέψει μετά από χρόνια εξορίας στη Γαλλία. Η συνάντηση δεν είναι φιλική. Απαιτούν από τον Μπέκετ να άρει τον αφορισμό των επισκόπων που, μετά από αίτημα του βασιλιά που θέλει να προετοιμάσει τη διαδοχή του και με τη σύμφωνη γνώμη του πάπα, ανακήρυξαν συμβασιλέα τον Ερρίκο τον Νεότερο. Ο αρχιεπίσκοπος αρνείται κατηγορηματικά. Οι ιππότες τον αποκαλούν προδότη, εκείνος τους εγκαλεί στην τάξη, θυμίζοντάς τους ότι του οφείλουν υποτέλεια. Λίγες ώρες μετά οι ιππότες επιστρέφουν. Μπαίνουν οπλισμένοι στον καθεδρικό όπου βρίσκεται ο αρχιεπίσκοπος για τον εσπερινό. Εκείνοι επαναλαμβάνουν την απαίτησή τους, αυτός αρνείται εκ νέου. Χυμούν πάνω του και τον χτυπούν με μανία με τα σπαθιά και τα τσεκούρια τους. Ο αρχιεπίσκοπος σωριάζεται νεκρός…

Ι.   Οι πρωταγωνιστές του δράματος

Α.   Ο βασιλιάς Ερρίκος Β΄

Ερρίκος Β΄

Ερρίκος Β΄

Βασιλεύς της Αγγλίας, Δουξ της Νορμανδίας, Δουξ της Ακυιτανίας και του Πουατού, κόμης του Ανζού και του Μαιν, άρχων της Βρετάνης, της Ιρλανδίας και της Ουαλίας, ο πρώτος από τους Πλανταγενέτες μονάρχες είναι ένας ηγεμόνας που θωρεί το κρατικό συμφέρον σημαντικότερο από οτιδήποτε, ακόμη κι από τους όποιους δεσμούς αίματος και φιλίας. Απολύτως λογικό για κάποιον που από τότε που ήταν μικρό παιδί ενσάρκωνε όλες τις ελπίδες και τις προσδοκίες του περιβάλλοντός του. Γιος του Γοδεφρείδου του επονομαζόμενου και Πλανταγενέτη, κόμη του Ανζού και του Μαιν, και της Ματθίλδης της Αυτοκράτειρας (προσωνύμιο που έλαβε ως χήρα του Γερμανού αυτοκράτορα Ερρίκου Ε΄), κόρης του Νορμανδού βασιλιά της Αγγλίας Ερρίκου Α΄ και νόμιμης κληρονόμου του (ο μοναχογιός και διάδοχός του είχε πνιγεί σε ναυάγιο), οφείλει να αποκαταστήσει τη δυναστική νομιμότητα πέρα από τη Μάγχη και να διασφαλίσει τη μητρική και την πατρική κληρονομιά. Ο Ερρίκος Α΄ πέθανε το 1135, όταν ο εγγονός του ήταν μόλις δύο ετών, αλλά αντί να τον διαδεχθεί η κόρη με τον συζύγό της, κατέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία ο Στέφανος της Μπλουά, ανεψιός του Νορμανδού μονάρχη. Επρόκειτο να ακολουθήσουν είκοσι σχεδόν χρόνια εμφυλίου πολέμου.  Θα χρειαστεί να φτάσουμε στα 1153 για να βρούμε τον Στέφανο, πολιτικά απομονωμένο κι έχοντας χάσει τον πρωτότοκο γιο του, τον Ευστάθιο, αναγκασμένο να συνάψει τη Συνθήκη του Γουώλλινγκφορντ, με την οποία αναγνώριζε ως διάδοχό του τον νεαρό Ερρίκο.

Ο Ερρίκος, βέβαια, είχε αναλάβει τις ευθύνες του πολύ νωρίτερα. Ήταν μόλις 14 ετών όταν ηγήθηκε για πρώτη φορά στρατιωτικής εκστρατείας, το 1147 στην Αγγλία. Και τον Μάιο του 1152 θα βιαστεί να νυμφευθεί την Αλιενόρ (Ελεονόρα) της Ακυιτανίας (με την οποία έχουμε ασχοληθεί και στο παρελθόν), κληρονόμο εδαφών που αντιστοιχούσαν στο ένα τέταρτο της σύγχρονης γαλλικής επικράτειας, μόλις οχτώ εβδομάδες μετά την ακύρωση του γάμου της με τον Λουδοβίκο Ζ΄ της Γαλλίας. Η συμβίωσή του με μια γυναίκα με τόσο ισχυρή προσωπικότητα ξεκίνησε, παραδόξως, αρμονικά. Από την ένωση αυτή γεννήθηκαν πέντε γιοι (ο Γουλιέλμος, που πέθανε μόλις τριών ετών νήπιο, ο Ερρίκος ο Νεότερος, Ο Ριχάρδος, ο Γοδεφρείδος κι ο Ιωάννης) και τρεις κόρες (Ματθίλδη, Αλιενόρ και Ιωάννα). Επρόκειτο, βέβαια, να ακολουθήσουν αρκετές σκοτούρες. Ας μην προτρέχουμε, όμως…

Άγαλμα του Ερρίκου Β΄ στον καθεδρικό του Κάντερμπρυ

Άγαλμα του Ερρίκου Β΄ στον καθεδρικό του Κάντερμπρυ

Το 1154 πέθανε ο Στέφανος της Μπλουά κι ο Ερρίκος στέφθηκε βασιλιάς της Αγγλίας. Βασικό μέλημα ήταν να εδραιώσει την εξουσία του σε όλη την επικράτειά του. Πραγματική αυτοκρατορία για τα δεδομένα του δυτικού Μεσαίωνα ενείχε ένα παράδοξο: κυρίαρχος μονάρχης στην Αγγλία, ο Ερρίκος ήταν υποτελής του Γάλλου βασιλιά όσον αφορά τις ηπειρωτικές του κτήσεις. Σχέση περίπλοκη με λεπτές ισορροπίες όπου η συμμαχία (ο Λουδοβίκος είχε υποστηρίξει τον Ερρίκο στον εμφύλιο με τον Στέφανο της Μπλουά) εναλλασσόταν με τον ανταγωνισμό. Εάν η εξίσωση των σχέσεών του με τους Καπετίδες ήταν εξ ορισμού δυσεπίλυτη, κατά τα λοιπά ο Ερρίκος κατέβαλλε διαρκείς αλλά λελογισμένες προσπάθειες να αυξήσει τα εδάφη του με πολιτικά και στρατιωτικά μέσα: οι στόχοι του ήταν είτε οι περιοχές των οποίων ήταν τυπικά επικυρίαρχος, χωρίς να ασκεί ουσιαστικά την εξουσία (Βρετάνη, Ουαλία, Ιρλανδία), είτε αυτές για τις οποίες μπορούσε να προβάλει διεκδικήσεις η σύζυγός του (όπως ήταν η κομητεία της Τουλούζης). Οι προσπάθειες αυτές έχουν σχετική μόνο επιτυχία (στη δε περίπτωση της Τουλούζης η αποτυχία του Ανδεγαυού υπήρξε μάλλον παταγώδης). Ο επεκτατισμός αυτός, όμως, κρατά τουλάχιστον απασχολημένους υποτελείς και γείτονες, οι οποίοι αδυνατούν να απειλήσουν την εδαφική ακεραιότητα του κράτους του Πλανταγενέτη.

Στο εσωτερικό του κράτους του, οι επιδόσεις του Ερρίκου σε ζητήματα οργάνωσης της διοίκησης είναι αξιόλογες. Το έργο του διευκολύνεται βεβαίως από τους εξελιγμένους, για τα δεδομένα της εποχής, θεσμούς που κληρονομεί από τους προηγούμενους Νορμανδούς μονάρχες, ειδικά σε ό,τι αφορά τους φορολογικούς μηχανισμούς. Με έντονα γραφειοκρατικό χαρακτήρα, η διοίκηση του κράτους του Πλανταγενέτη είναι ιδιαιτέρως αποδοτική. Η βασιλική καγκελαρία εκδίδει πενταπλάσιο αριθμό διοικητικών πράξεων απ’ ό,τι η αντίστοιχη του Γάλλου μονάρχη Λουδοβίκου Ζ΄. Το πιο φιλόδοξο, όμως, σχέδιο του Ερρίκου έχει νομικό χαρακτήρα κι αφορά την ενοποίηση του ισχύοντος δικαίου στο σύνολο της ανομοιογενούς κι από την άποψη αυτή επικράτειάς του. Λέγεται ότι πριν πεθάνει ο πατέρας του Ερρίκου, ο κόμης Γοδεφρείδος, τον συμβούλεψε να μην επιχειρήσει ποτέ να επιβάλει το δίκαιο και τα έθιμα μιας ηγεμονίας του σε κάποιαν άλλη. Ο Ερρίκος αγνόησε επιδεικτικά τη συμβουλή αυτή. Αντιθέτως, σκοπός του ήταν να θεσπίσει ένα δίκαιο κοινό για όλους τους υπηκόους του, παραμερίζοντας το εκκλησιαστικό και το φεουδαλικό των κατά τόπους αρχόντων. Η δημιουργία του common law οφείλεται στον Ερρίκο Β΄! Το κοινό δίκαιο συνεπαγόταν φυσικά και την ύπαρξη ενός και μόνο φορέα απονομής της δικαιοσύνης, που δεν ήταν άλλος από τον ίδιο τον βασιλιά.

Ο τάφος του Ερρίκου Β΄ και της Αλιενόρ της Ακυιτανίας στην εκκλησία του αβαείου του Φοντεβρώ (Ανζού, Γαλλία)

Ο τάφος του Ερρίκου Β΄ και της Αλιενόρ της Ακυιτανίας στην εκκλησία του αβαείου του Φοντεβρώ (Ανζού, Γαλλία)

Τα τελευταία 16 χρόνια της βασιλείας του Ερρίκου (1173-1189) είναι εποχή πόνου, πίκρας και πολιτικού χάους, που οφείλεται στην ίδια την οικογένειά του! Το στερεότυπο, που ανταποκρίνεται εν μέρει στην πραγματικότητα, λέει ότι τα παιδιά ακολουθούν το παράδειγμα που τους δίνουν οι γονείς τους τις στιγμές εκείνες που δεν ενδιαφέρονται να τα διδάξουν και να τα εκπαιδεύσουν. Μεγαλώνοντας μ΄ έναν πατέρα που ανατράφηκε με την υποχρέωση να κατακτήσει το βασίλειό του και έζησε με την έμμονη ιδέα της διασφάλισης της ενότητάς του με κάθε τίμημα, οι γιοι του Ερρίκου κατέληξαν νεαρά λιοντάρια διψασμένα για εξουσία: στην καλύτερη περίπτωση περιμένουν ανυπόμονα να τους αδειάσει τη γωνιά το γέρικο λιοντάρι, στη χειρότερη προσπαθούν να το βγάλουν από τη μέση με κάθε μέσο. Ο Πλανταγενέτης βρίσκεται αντιμέτωπος με επαναλαμβανόμενες εξεγέρσεις των γιων του κι αναγκάζεται να τους πολεμήσει. Οι σχέσεις του με την Αλιενόρ επιδεινώνονται και φτάνουν γρήγορα στο σημείο μηδέν. Ήδη είχαν συγκρουστεί για το θέμα της διαδοχής (ο Ερρίκος προτιμούσε τον συνονόματο γιο του, η Αλιενόρ τον Ριχάρδο). Μετά την πρώτη στάση των γιων του, ο Ερρίκος θεώρησε την Αλιενόρ υποκινήτρια και την υποχρέωσε σε κατ’ οίκον περιορισμό, στο Σινόν και το Σώλσμπρυ. Ποτέ δεν τη συγχώρησε (η Αλιενόρ παρέμεινε «φυλακισμένη» μέχρι τον θάνατο του συζύγου της). Πέθανε αποξενωμένος από την οικογένειά του, εν μέσω εμφύλιας σύγκρουσης. Άδοξο τέλος για έναν αξιόλογο μονάρχη. Κι, όμως, αυτό που αμαύρωσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την υστεροφημία του ήταν το τέλος της ταραχώδους σχέσης του με τον αρχιεπίσκοπο Θωμά Μπέκετ.

Β.   Ο αρχιεπίσκοπος Θωμάς Μπέκετ

Ο Θωμάς Μπέκετ γεννήθηκε την 21η Δεκεμβρίου του 1120 (ή, σύμφωνα με μιαν άλλη εκδοχή, του 1118) στο Τσηπσάιντ του Λονδίνου. Είναι Νορμανδός στην καταγωγή (για αυτό και θα ήταν ορθότερο να κάνουμε λόγο για τον Τομά Μπεκέ, τόσοι αιώνες αγγλικής παράδοσης, όμως, μας υποχρεώνουν σε παροξύτονες λύσεις). Ο πατέρας του, ο Γιλβέρτος Μπεκέ, κατάγεται από την περιοχή της Ρουάν, πιθανώς από την Τιερβίλλ, η μητέρα του, η Ματθίλδη, από την Καν. Το 1106 ο Γιλβέρτος Μπεκέ εγκατέλειψε την πατρίδα του κι εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο. Ασχολήθηκε με το εμπόριο υφασμάτων κι απέκτησε σημαντική περιουσία κι ισχυρούς φίλους. Είναι πιθανό την εποχή που γεννήθηκε ο Θωμάς ο πατέρας του να ζούσε από τα εισοδήματά του, χωρίς να απαιτείται να ασκεί ο ίδιος προσωπικά εμπορικές δραστηριότητες. Για κάποιο χρονικό διάστημα, μάλιστα, ο Γιλβέρτος είχε κατορθώσει να διοριστεί από τον βασιλιά σερίφης του Λονδίνου, δηλαδή αξιωματούχος με στρατιωτικές, δικαστικές και φορολογικές αρμοδιότητες στην περιοχή δικαιοδοσίας του.

Θωμάς Μπέκετ, υαλογράφημα, Καθεδρικός του Κάντερμπρυ

Θωμάς Μπέκετ, υαλογράφημα, Καθεδρικός του Κάντερμπρυ

Ο Θωμάς έτυχε εξαιρετικής εκπαίδευσης σε εκκλησιαστικά και λαϊκά ιδρύματα, στο Σάρρεϋ και στο Λονδίνο. Το 1138 σπούδασε για ένα χρόνο στο Παρίσι. Δεν φαίνεται, ωστόσο, να ολοκλήρωσε τον κύκλο σπουδών του. Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες του πατέρα του δεν πήγαιναν πλέον καλά κι οι οικονομικές δυσχέρειες υποχρέωσαν τον Θωμά να επιστρέψει στην Αγγλία και να εργαστεί για τρία χρόνια ως κατώτερος υπάλληλος του δήμου Λονδίνου. Εκείνη την εποχή οι γονείς του (ή οικογενειακοί φίλοι) θα πρέπει να τον γνώρισαν στον Θεοβάλδο του Μπεκ, αρχιεπίσκοπο Καντερβουρίας, ο οποίος καταγόταν επίσης από την περιοχή της Τιερβίλλ. Ο Θεοβάλδος κατάλαβε πολύ γρήγορα ότι επρόκειτο για έναν ιδιαιτέρως ικανό νέο. Με την οικονομική ενίσχυση του αρχιεπισκόπου ο Θωμάς σπούδασε για ένα έτος στη φημισμένη νομική σχολή του Πανεπιστημίου της Μπολόνιας. Επιστρέφοντας στην Αγγλία ήταν πλέον ένας πολλά υποσχόμενος νέος με λαμπρές σπουδές κι εξαιρετικές ικανότητες, προορισμένος να καταλάβει ανώτερες θέσεις στον διοικητικό μηχανισμό του κράτους ή της Εκκλησίας και, γιατί όχι, εκκλησιαστικά αξιώματα. Ως συνεργάτης του Θεοβάλδου, ανέλαβε διάφορες αποστολές, μεταξύ των οποίων και στην ίδια τη Ρώμη, όπου γνώρισε τον πάπα Ευγένιο Γ΄. Το 1154, ο αρχιεπίσκοπος τον ονόμασε αρχιδιάκονο Καντερβουρίας. Κι όταν την ίδια χρονιά ο βασιλιάς Ερρίκος αναζήτησε πρόσωπο ικανό να καταλάβει το αξίωμα του καγκελάριου, ο Θεοβάλδος του μίλησε για τον Θωμά. Ο μονάρχης ακολούθησε την αρχιεπισκοπική συμβουλή

ΙΙ.   Η ταραχώδης σχέση Ερρίκου Β΄ και Θωμά Μπέκετ

Α.   Βασιλικός καγκελάριος, πιστός υπηρέτης και αγαπημένος φίλος

Η μεγάλη σφραγίδα του Ερρίκου Β΄

Η μεγάλη σφραγίδα του Ερρίκου Β΄

Η ανέλιξη του Μπέκετ είναι από κάθε άποψη εντυπωσιακή. Ως βασιλικός καγκελάριος κατέχει το ανώτερο διοικητικό αξίωμα στην αυτοκρατορία. Βασιλικές αποφάσεις, διατάγματα και νόμοι, επικοινωνία με τις διοικητικές αρχές, βασιλική αλληλογραφία και διπλωματικές σχέσεις, όλα περνούν από τα χέρια του. Συνοδεύει τον Ερρίκο στις περιοδείες του, τόσο στην Αγγλία όσο και στη Νορμανδία και τις υπόλοιπες κτήσεις του σε γαλλικό έδαφος, αλλά και στις στρατιωτικές εκστρατείες του. Αναλαμβάνει δύσκολες διπλωματικές αποστολές (το 1158 διαπραγματεύεται τον γάμο του πρίγκπα Ερρίκου του Νεότερου με τη Μαργαρίτα, την κόρη του Γάλλου βασιλιά) και, περιστασιακά, μετατρέπεται ακόμη και σε στρατηγό (το 1159 ηγείται της εκστρατείας κατά της κομητείας της Τουλούζης). Για τον Ερρίκο είναι ο ικανότερος και ο πλέον έμπιστος συνεργάτης. Η εκτίμηση εξελίσσεται σε στενή φιλία. Δεν είναι τυχαίο ότι ο βασιλιάς εμπιστεύτηκε την ανατροφή του μεγαλύτερου γιου του στον Μπέκετ. Ακολουθώντας το έθιμο των ευγενών της εποχής, ο Ερρίκος ο Νεότερος έζησε για ένα χρονικό διάστημα στο σπίτι του μετέπειτα αρχιεπισκόπου. Λέγεται ότι ο νεαρός εκμυστηρεύθηκε αργότερα πως σε μία μόνο μέρα ο Μπέκετ του είχε δώσει περισσότερη πατρική στοργή απ’ ό,τι ο πραγματικός πατέρας του σε μια ολόκληρη ζωή!

Ο μονάρχης είναι πεπεισμένος ότι ο Θωμάς είναι το κατάλληλο πρόσωπο για να υλοποιήσει το πιο φιλόδοξο σχέδιο. Η διοικητική και δικαστική αυτονομία της Εκκλησίας της Αγγλίας, η υπαγωγή της απευθείας στην παπική εξουσία κι όχι στη βασιλική ενοχλούν τον Ερρίκο. Για να ελέγξει πραγματικά την Εκκλησία, ο βασιλιάς πρέπει να επιβάλει ως προκαθήμενό της έναν δικό του άνθρωπο. Ο Μπέκετ είναι ιδανικός υποψήφιος για αυτόν τον ρόλο. Η ευκαιρία παρουσιάζεται με τον θάνατο του Θεοβάλδου του Μπεκ, τον Απρίλιο του 1161. Μόνο που το εγχείρημα δεν είναι καθόλου εύκολο. Στην εκλογή του αρχιεπισκόπου συμμετέχουν οι μοναχοί της τοπικής μονής της «Εκκλησίας του Χριστού» (οι οποίοι έχουν την ευθύνη του καθεδρικού) και οι επίσκοποι της αρχιεπισκοπικής περιφέρειας Καντερβουρίας. Επιρροή μπορούν να ασκήσουν και οι υπόλοιποι επίσκοποι του νησιού και ιδίως οι σημαντικότεροι από αυτούς (ανάμεσά τους και ο έτερος αρχιεπίσκοπος, αυτός της Υόρκης). Από όλους αυτούς κανείς δεν θα πρέπει να είχε σκεφτεί την υποψηφιότητα του Μπέκετ κι οπωσδήποτε δεν θα επιθυμούσε να εκλέξει έναν άνθρωπο του βασιλιά. Έπειτα, η παράδοση θέλει τον αρχιεπίσκοπο Καντερβουρίας να είναι μοναχός. Από νομική άποψη, τέλος, βάσει του κονκορδάτου του Λονδίνου που είχαν συνάψει ο Ερρίκος Α΄ και ο πάπας Πασχάλης Β΄ το 1107, ο βασιλιάς δεν έχει το δικαίωμα να προτείνει υποψήφιο.

Ερρίκος (Π. Ο'Τουλ) και Μπέκετ (Ρ. Μπέρτον), από το φιλμ του Π. Γκλένβιλλ (1964)

Ερρίκος (Π. Ο’Τουλ) και Μπέκετ (Ρ. Μπέρτον), από το φιλμ του Π. Γκλένβιλλ (1964)

Όλα αυτά στο προσκήνιο, βέβαια. Γιατί στο παρασκήνιο ο βασιλιάς μπορεί να κάνει πολλά. Μπορεί να ασκήσει την επιρροή του ποικιλοτρόπως. Μπορεί εμμέσως να ορίσει την ημερομηνία της εκλογής σε χρονικό σημείο κατά το οποίο η ισορροπία δυνάμεων θα έχει διαμορφωθεί υπέρ του εκλεκτού του. Ο Ερρίκος προσεταιρίζεται και δελεάζει. Ίσως και να δωροδοκεί, να απειλεί και να εκβιάζει. Στρατολογεί επισκόπους προκειμένου να προπαγανδίσουν την υποψηφιότητα του καγκελαρίου του. Θα χρειαστεί κάτι περισσότερο από ένα χρόνο, αλλά τελικά θα τα καταφέρει. Την κρίσιμη ώρα, στις 23 Μαΐου 1162, ο Μπέκετ εκλέγεται παμψηφεί αρχιεπίσκοπος Καντερβουρίας. Χειροτονείται ιερέας στις 2 Ιουνίου και την επομένη αρχιεπίσκοπος.

Β.   Αρχιεπίσκοπος και υπερασπιστής των δικαιωμάτων και των συμφερόντων της Εκκλησίας

Ο Μπέκετ είναι ταυτόχρονα προκαθήμενος της Εκκλησίας στην Αγγλία και, ως καγκελάριος, ανώτατος διοικητικός αξιωματούχος του βασιλείου. Αντί, όμως, να αποδειχθεί υποχείριο του Ερρίκου ή έστω ευφυής πράκτορας των συμφερόντων του ηγεμόνα, όπως σχεδόν όλοι αναμένουν, μετατρέπεται σε ανυποχώρητο υπερασπιστή των συμφερόντων της Εκκλησίας, επιδεικνύοντας επιμονή, ζήλο κι ικανότητα. Στο τέλος του 1162 προβαίνει σε μια εξόχως συμβολική κίνηση: παραιτείται από το αξίωμα του καγκελαρίου, έτσι ώστε να καταδειχθεί ότι έχει πλέον πάψει να υφίσταται η οποιαδήποτε σχέση εξάρτησης από τον μέχρι τότε προστάτη και φίλο του. Και, σχεδόν αμέσως, εγκαταλείπει τις πολυτέλειες και τις κοσμικές ηδονές για να υιοθετήσει έναν τρόπο ζωής σχεδόν ασκητικό. Η μεταστροφή αυτή δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί. Άλλωστε η κατοπινή αγιοποίηση του Μπέκετ κι ο θρύλος που δημιουργήθηκε γύρω από το πρόσωπο και τη ζωή του καθιστούν ακόμη δυσχερέστερο το έργο αυτό. Ήταν βέβαια πάντα άνθρωπος ικανός, ευσυνείδητος και με αρχές. Αρκεί αυτό για να εξηγήσει μια τόσο εντυπωσιακή αλλαγή στάσης; Υπήρχαν άραγε σημεία τριβής στις κατά τα φαινόμενα αρμονικές σχέσεις βασιλιά και καγκελάριου, για τα οποία δεν μας διαφωτίζουν οι χρονικογράφοι της εποχής; Λανθάνουσες αντιπαλότητες; Πικρίες που ο Μπέκετ κρατούσε μέσα του; Μήπως, άραγε, ο αρχιεπίσκοπος είχε αναμειχθεί στις ίντριγκες του παλατιού; Ποιες ακριβώς ήταν πραγματικά οι σχέσεις του με την Αλιενόρ και τους γιους του Ερρίκου; Μήπως υπήρξαν ανάμεσά τους κρυφές συμμαχίες που συνάφθηκαν πίσω από την πλάτη του βασιλιά; Από την άλλη, πρέπει άραγε να είμαστε τόσο δύσπιστοι; Δεν αρκεί η οικονομικότερη εξήγηση, αυτή της ειλικρίνειας και του ρητού «αρχή άνδρα δείκνυσι»; Ανερχόμενος στον αρχιεπισκοπικό θώκο, ο Μπέκετ είχε πλήρη συνείδηση της ευθύνης και της αποστολής που συνεπαγόταν το αξίωμα του. Όφειλε να διασφαλίσει την πνευματική, θεσμική και δικαστική αυτοτέλεια της Εκκλησίας έναντι της βασιλικής εξουσίας.

Ερρίκος Β΄ και αρχιεπίσκοπος Θωμάς Μπέκετ το 1170 (εικονογράφηση του χρονικού του Πέτρου Λάνγκτοφτ, περ. 1300-1320)

Ερρίκος Β΄ και αρχιεπίσκοπος Θωμάς Μπέκετ το 1170 (εικονογράφηση του χρονικού του Πέτρου Λάνγκτοφτ, περ. 1300-1320)

Υποστηριζόμενος σε όλες τις προσπάθειές του από τον πάπα Αλέξανδρο Γ΄, ο Μπέκετ ξεκίνησε ζητώντας να επιστραφούν στην κυριότητα της Εκκλησίας τα περιουσιακά στοιχεία της που είχαν απαλλοτριωθεί στα χρόνια της βασιλείας του σφετεριστή Στέφανου της Μπλουά. Έπειτα, επιχείρησε να κατοχυρώσει την υπαγωγή όλων των δικαστικών υποθέσεων που αφορούσαν κληρικούς στη δικαιοδοσία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων. Το ζήτημα αυτό προκάλεσε και την πιο σφοδρή, μέχρι τότε, σύγκρουση με τον βασιλιά. Λογικό για τη μεσαιωνική κοινωνία που θεωρεί υψίστης σημασίας όσα σχετίζονται με το δίκαιο και την εφαρμογή του. Τον Οκτώβριο του 1163, κατά τη σύνοδο του Γουεστμίνστερ, αρχιεπίσκοπος και βασιλιάς ήρθαν κατά τα φαινόμενα σε συμβιβασμό για το θέμα αυτό. Στην πραγματικότητα, ο Ερρίκος απλώς κέρδιζε χρόνο για να προετοιμάσει την τελική επίθεσή του. Στις 30 Ιανουαρίου 1164 εξέδιδε τις Ασσίζες του Κλάρεντον με τις οποίες ρύθμιζε με τρόπο ευνοϊκό για εκείνον όλα τα ζητήματα σχετικά με τη δικαιοδοσία των βασιλικών και των εκκλησιαστικών δικαστηρίων. Κληρικοί που κατηγορούνταν για αξιόποινες πράξεις θα υπάγονταν πλέον ρητώς στη βασιλική δικαιοσύνη! Ο μονάρχης κατοχύρωνε με γραπτές διατάξεις δικαιώματα που του επέτρεπαν να έχει λόγο στην εκλογή ηγουμένων κι επισκόπων και, τελικά, να ασκεί ουσιαστικό έλεγχο στην Εκκλησία της Αγγλίας.

Ο αρχιεπίσκοπος Θωμάς Μπέκετ περνά τη Μάγχη για να καταφύγει στη Γαλλία (υαλογράφημα στον καθεδρικό της Κουτάνς στη Νορμανδία)

Ο αρχιεπίσκοπος Θωμάς Μπέκετ περνά τη Μάγχη για να καταφύγει στη Γαλλία (υαλογράφημα στον καθεδρικό της Κουτάνς στη Νορμανδία)

Ο Μπέκετ αρνήθηκε να συνυπογράψει τις Ασσίζες. Ο Ερρίκος του επιτέθηκε κατηγορώντας τον για τη διαχείριση χρηματικών ποσών κατά την περίοδο που ο αρχιεπίσκοπος κατείχε το αξίωμα του καγκελαρίου. Επιπλέον, προσπάθησε να τον απομονώσει εντός της Εκκλησίας, αποσπώντας την υποστήριξη αρκετών από τους ανώτερους εκκλησιαστικούς άρχοντες. Διαπιστώνοντας ότι ο παλιός του φίλος ήταν αμετάπειστος, ο μονάρχης αποφάσισε να τον δικάσει με τις κατηγορίες της περιφρόνησης της βασιλικής εξουσίας και της κατάχρησης δημόσιου χρήματος. Η σύγκρουση έφτανε σε σημείο παροξυσμού. Προτιμώντας την εξορία από την ατιμωτική (και άδικη) δίκη, ο αρχιεπίσκοπος πέρασε τη Μάγχη τον Νοέμβριο του 1164 και βρήκε καταφύγιο σε ένα αβαείο βενεδικτίνων στη Σανς, όπου επρόκειτο να περάσει τα επόμενα έξι χρόνια. Με την υποστήριξη του πάπα (ο οποίος τον ονόμασε λεγάτο του το 1166) και του Λουδοβίκου Ζ΄ της Γαλλίας, συνέχισε τις προσπάθεις για να δικαιωθεί και να αποκατασταθεί στο αξίωμά του. Τελικά, οι απειλές αφορισμού που εκτοξεύει ο πάπας και η διαμεσολάβηση του Γάλλου βασιλιά πείθουν τον Ερρίκο να αναγκαστεί να συνάψει ειρήνη με τον αρχιεπίσκοπο και να επιτρέψει την επιστροφή του στο νησί. Στις 5 Δεκεμβρίου 1170, ο Μπέκετ επιστρέφει στο Κάντερμπρυ.

Η συμφιλίωση είναι επίπλαστη. Το μίσος μεταξύ των δύο αντιπάλων και, ίσως ακόμη περισσότερο, των οπαδών τους δεν έχει σβήσει. Το δράμα οδηγείται αναπόδραστα στην κορύφωσή του… Ο Ερρίκος περνά τις γιορτές των Χριστουγέννων στο Μπαγιέ της Νορμανδίας. Όσοι βρέθηκαν στην αυλή του, τον άκουσαν να βλαστημά διαρκώς τον Μπέκετ, χαρακτηρίζοντάς τον προδότη κι αχάριστο και τελικά να αναφωνεί: «Μα δεν υπάρχει κανείς σε τούτο το βασίλειο που να μπορεί να μ’ απαλλάξει από αυτόν τον αλαζόνα κληρικό;»! Είναι η στιγμή που τέσσερις Νορμανδοί ιππότες (ο Ρεγινάλδος φιτζ Ουρς, ο Ούγος της Μορβίλλ, ο Γουλιέλμος του Τρασύ και ο Ριχάρδος Μπρίτο), μέλη της αυλής του Ερρίκου, συνωμοτούν κι αποφασίζουν να περάσουν τη Μάγχη με σκοπό να δολοφονήσουν τον αρχιεπίσκοπο. Η συνέχεια της ιστορίας είναι γνωστή. Ωστόσο και πάλι τα ερωτηματικά είναι πολλά, μολονότι η συνωμοσία των ιπποτών και η δολοφονία του Μπέκετ εξιστορείται από εντυπωσιακά μεγάλο αριθμό χρονικογράφων κι ιστορικών της εποχής. Ενήργησαν οι συνωμότες με αποκλειστικά δική τους πρωτοβουλία ή ο φόνος παραγγέλθηκε κι οργανώθηκε από τον ίδιο τον βασιλιά; Οι συγγραφείς ακολουθούν την πρώτη εκδοχή. Λέγεται ότι τρεις τουλάχιστον από τους δολοφόνους τoυ αρχιεπισκόπου ανήκαν σε οικογένειες που είχαν ταχθεί με το μέρος του Στεφάνου της Μπλουά κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου του 1135-1153 και είχαν ανταμειφθεί από τον σφετεριστή. Είναι πιθανό οι συνωμότες να αισθάνονταν ότι η θέση τους στην αυλή του Ερρίκου (και η περιουσία τους) ήταν κάπως επισφαλής και ότι έπρεπε να προσφέρουν στον βασιλιά κάποια σημαντική υπηρεσία για να αποδείξουν την πίστη τους και να κερδίσουν την ευγνωμοσύνη του. Μπορεί αυτό να αποτελεί επαρκή εξήγηση; Ή, μήπως, αποτελεί απλώς εύσχημο τρόπο για να απαλλάξει τον βασιλιά από την ευθύνη του; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Πώς μπορείς να αναλύσεις επιτυχώς τα κίνητρα ανθρώπων μιας άλλης εποχής και νοοτροπίας;

Ο καθεδρικός της Καντερβουρίας (φωτογραφία του τέλους του 19ου αιώνα)

Ο καθεδρικός της Καντερβουρίας (φωτογραφία του τέλους του 19ου αιώνα)

Σε κάθε περίπτωση, ο Ερρίκος δεν συλλαμβάνει τους δολοφόνους, οι οποίοι καταφεύγουν στη Σκωτία και την Ιρλανδία. Ο πάπας Αλέξανδρος, όμως, τους αφορίζει αμέσως και, θεωρώντας τον ηθικό αυτουργό του εγκλήματος, αποκλείει τον βασιλιά από κάθε θρησκευτική δραστηριότητα. Στη συνέχεια αναθεματίζει τις ηπειρωτικές κτήσεις του Πλανταγενέτη, απαγορεύοντας την τέλεση της θείας λειτουργίας και των μυστηρίων. Ο Ερρίκος θα πρέπει να φοβήθηκε ότι κινδυνεύει να χάσει τον θρόνο του εξαιτίας της υπόθεσης Μπέκετ, κατά μείζονα λόγο όταν έχει κι άλλες σκοτούρες. Ο πάπας, αντιλαμβανόμενος ότι μπορεί να εκμεταλλευθεί τη θέση αδυναμίας στην οποία έχει περιέλθει ο ηγεμόνας της Αγγλίας, επιδεικνύει προχωρημένο πολιτικό ρεαλισμό. Ξεκινά αμέσως διαπραγματεύσεις, γνωρίζοντας ότι έχει τη δυνατότητα να επιβάλει τους όρους του, διασφαλίζοντας τα συμφέροντα της καθολικής Εκκλησίας στο βασίλειο. Τον Μάιο του 1172, έξω από τον καθεδρικό της Αβράνς στη Νορμανδία, ο Ερρίκος Β΄ λαμβάνει άφεση αμαρτιών από τους λεγάτους του πάπα, την οποία επικυρώνει ο ίδιος ο ποντίφηκας με τη βούλλα της 2ας Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους. Τηρώντας την υπόσχεση που είχε δώσει, ο βασιλιάς καταργεί τις Ασσίζες του Κλάρεντον στις 27 Σεπτεμβρίου. Η ταπείνωσή του κορυφώνεται τον Ιούλιο του 1174, με το προσκύνημα εξιλέωσης στον τάφο του αρχιεπισκόπου. Γυμνός από τη μέση και πάνω, γονατίζει μπροστά στον τάφο εκείνου που κάποτε ήταν φίλος του, παρουσία των μοναχών και των επισκόπων, εκλιπαρώντας για συγχώρεση κι έλεος.

Η κληρονομιά του Μπέκετ: Στο μεταξύ, την 21η Φεβρουαρίου 1173, ο Θωμάς Μπέκετ είχε ανακηρυχθεί άγιος. Πολλοί και διάφοροι μιλούσαν, άλλωστε, για τα θαύματα που γίνονταν πάνω από τον τάφο αυτού που θεωρούσαν πια μάρτυρα της πίστης. Γρήγορα η κρύπτη του καθεδρικού της Καντερβουρίας αποτέλεσε τον κατεξοχήν τόπο προσκυνήματος για τους καθολικούς στην Αγγλία. Και ο θρύλος του αγίου Μπέκετ επισκίασε κάθε άλλο στοιχείο της μεσαιωνικής Ιστορίας του νησιού.

Η κληρονομιά αυτή έφτασε μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Το 1935 ο Τ. Σ. Έλιοτ γράφει το έμμετρο θεατρικό δράμα «Murder in the Cathedral« με θέμα τη δολοφονία του Μπέκετ. Το έργο, που ανέβηκε για πρώτη φορά τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς στο Κάντερμπρυ, αποτελείται από δύο πράξεις. Η πρώτη εκτυλίσσεται στις 2 Δεκεμβρίου 1170, ημέρα επιστροφής του αρχιεπισκόπου στην Αγγλία, ενώ η δεύτερη στις 29 Δεκεμβρίου, ημέρα της δολοφονίας του. Για τη συγγραφή του θεατρικού ο Έλιοτ στηρίχθηκε στο χρονικό του Εδουάρδου Γκριμ, κληρικού από το Καίμπριτζ και αυτόπτη μάρτυρα της δολοφονίας. Το έργο έχει αλληγορικό χαρακτήρα, καθώς ο Έλιοτ εμφανίζει τον Μπέκετ ως σύμβολο της αντίστασης του ατόμου στον αυταρχισμό της πολιτικής εξουσίας, παραπέμποντας στην τυραννία του ανερχόμενου την εποχή εκείνη φασισμού και ναζισμού. Μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Γιώργο Σεφέρη με τον τίτλο «Φονικό στην Εκκλησιά».

«Δεν ξέρουμε πάρα πολλά για το μέλλον, μόνο

Πως από γενεά σε γενεά τα ίδια πράγματα

Γίνουνται πάλι και πάλι.

Λίγα μαθαίνουν οι άνθρωποι απ’ την πείρα των άλλων.

Μα στη ζωή ενός ανθρώπου, δε γυρίζει ποτέ

Ο ίδιος καιρός. Κόψε τα σκοινιά,

Ρίξε τα λέπια των περασμένων. Μονάχα

Ο ανόητος, καρφωμένος στην ανοησία, νομίζει

Πως γυρνά τον τροχό που απάνω του ο ίδιος γυρίζει».

Ένα τέταρτο του αιώνα μετά τον Έλιοτ, ο Ζαν Ανούιγ γράφει θεατρικό με το ίδιο ακριβώς θέμα. Ο «Μπέκετ ή η Τιμή του Θεού»έκανε πρεμιέρα στις 8 Οκτωβρίου 1959 στο θέατρο του Μονπαρνάς στο Παρίσι. Δίχως την αλληγορία που χαρακτηρίζει το έργο του Έλιοτ, το θεατρικό του Ανούγ εστιάζει στην εξέλιξη της σχέσης των δύο ανδρών με ύφος γραφής αρκετά ειρωνικό. Ο Ανούγ έγραψε το έργο σε μικρό χρονικό διάστημα βασισμένος σε ένα παλιό και ξεπερασμένο ιστορικό σύγγραμμα, με αποτέλεσμα μια χοντρή ιστορική ανακρίβεια: ο Μπέκετ παρουσιάζεται ως Σάξονας στην καταγωγή, μολονότι είναι διαπιστωμένο ότι ήταν Νορμανδός. Ο Ανούιγ ανακάλυψε τη γκάφα του λίγο πριν το ανέβασμα του έργου, αλλά προτίμησε να μη διορθώσει τίποτε, με τον εξής ειρωνικό αφορισμό: «και τι έγινε που οι ιστορικοί μάς λένε ότι ο Μπέκετ ήταν Νορμανδός; Ποιος ξέρει, μπορεί μετά από μερικές δεκαετίες να ανακαλύψουν ότι ήταν Σάξονας»! Μάλλον ο συγγραφέας υπήρξε δέσμιος των αντιλήψεων της εποχής του περί εθνικού κράτους…

Η γνωστότερη και πλέον επιτυχημένη κινηματογραφική μεταφορά της ιστορίας του Ερρίκου και του Μπέκετ βασίζεται ακριβώς στο θεατρικό του Ανούιγ, μολονότι είναι αγγλική παραγωγή. Πρόκειται για τον «Μπέκετ» του Πήτερ Γκλένβιλλ, ταινία του 1964, με τον Πήτερ Ο’Τουλ στον ρόλο του βασιλιά και τον Ρίτσαρντ Μπέρτον σ’ αυτόν του αρχιεπισκόπου (ο Τζων Γκίλγουντ παίζει τον Λουδοβίκο της Γαλλίας). Καλογυρισμένη και με εξαιρετικές ερμηνείες, η ταινία αξίζει οπωσδήποτε την προσοχή μας [κάποιος στα σχόλια του You Tube γράφει: «δείτε τι είναι ικανοί να κάνουν οι δύο μεγαλύτεροι μεθύστακες της Βρετανίας όταν είναι νηφάλιοι!». Όσο κι αν αμφότεροι τίμησαν το πιοτό όσο λίγοι, θα ήταν άδικο να σταθούμε σ’ αυτό το χαρακτηριστικό τους 😉 ].

Δεν νομίζω ότι χρειαζόμαστε άλλες αποδείξεις για το πόσο επίκαιρη και σημαντική εξακολουθεί να είναι, τόσους αιώνες μετά, η ιστορία της σχέσης δύο προσωπικοτήτων που σημάδεψαν την εποχή τους.

ΥΓ: Την αφορμή για την ανάρτηση αυτή μου την έδωσε το τελευταίο τεύχος της ειδικής έκδοσης του γαλλικού L’HistoireLes Collections de l’Histoire», αριθ. 59, Απρίλιος 2013) με το αφιέρωμα στους Πλανταγενέτες (βλ. ιδίως Véronique Gazeau «Thomas Becket : meurtre dans la cathédrale», σελ. 30-34). Μάλλον πίστεψα ότι χρωστούσα ένα ποστ για τον Ερρίκο και τον Μπέκετ. Ελπίζω να συγχωρεθεί αυτή η μικρή παρασπονδία που διακόπτει μεν πρόσκαιρα τη σειρά για τον δυϊσμό, αλλά σηματοδοτεί και την επιστροφή στην αμιγώς μεσαιωνική θεματολογία. Δεν υπάρχει, πάντως, λόγος ανησυχίας. Παυλικιανοί και Βογόμιλοι περιμένουν για να εμφανιστούν με τη σειρά τους στη σκηνή!

Η ιστορία του Ρομάνο Μαϊράνο

Ιανουαρίου 4, 2011

Η υποδοχή της οποίας έτυχε το τελευταίο άρθρο μού έδωσε ιδιαίτερη χαρά. Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους τους φίλους σχολιαστές και αναγνώστες του ιστολογίου! Το μόνο πρόβλημα (ευχάριστο βέβαια) έγκειται στο ότι ένα άρθρο που επιτυγχάνει τους στόχους του δεν είναι ποτέ εύκολο να ακολουθηθεί από κάποιο ισάξιό του. Το «Γιατί ΔΕΝ επιστρέφουμε στον Μεσαίωνα», που είχε χαρακτήρα… μανιφέστου για το ιστολόγιο αυτό, εξέφραζε ιδέες που έχουν αποκρυσταλλωθεί εδώ και χρόνια. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να βρεθεί η κατάλληλη στιγμή για να οργανωθεί με λογικό τρόπο η παρουσίασή τους και η σχετική επιχειρηματολογία. Κατ’ ανάγκη, η συνέχεια θα δοθεί με κάτι πολύ πιο απλό και ταπεινό ως προς τους στόχους του. Ίσως, άλλωστε, να ταιριάζει περισσότερο με το εορταστικό κλίμα των ημερών αυτών. Ο ήρωάς μας δεν είναι πολιτικός ή στρατιωτικός ηγέτης, ούτε μεγάλος καλλιτέχνης ή άνθρωπος του πνεύματος. Είναι ένας επιχειρηματίας, ένας έμπορος. Αυτό φαντάζομαι ότι θ’ αρέσει σε όσους φίλους του ιστολογίου θα επιθυμούσαν να διαβάσουν και κάποιον έπαινο για την ιδιωτική πρωτοβουλία και τον καπιταλισμό. Η περίπτωσή του, που μοιάζει εκ πρώτης όψεως ασυνήθιστη, δεν είναι μοναδική για την πατρίδα και την εποχή του. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ταραχώδης επιχειρηματική σταδιοδρομία του συμβολίζει με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τα έργα και τις ημέρες ενός από τα ισχυρότερα και πιο ιδιόμορφα κράτη του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα (αν όχι κι ολόκληρης της ανθρώπινης Ιστορίας): της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου.

Στους Ενετούς θα μπορούσε κανείς να προσάψει πολλά: άπληστοι έμποροι και αδίστακτοι αποικιοκράτες είναι δύο από τις συνηθέστερες κατηγορίες. Ωστόσο, πρέπει ταυτόχρονα να τους αναγνωριστούν πολλές αρετές. Μεθοδικοί, πειθαρχημένοι και οργανωτικοί (τα περισσότερα κάστρα και οχυρώσεις που βλέπουμε και σήμερα στη χώρα μας είναι δικά τους έργα), πρωτίστως δε άνθρωποι με λαμπρό επιχειρηματικό πνεύμα. Όταν διέκριναν σοβαρή πιθανότητα εμπορικού κέρδους, τίποτε δεν μπορούσε να τους αποθαρρύνει να αναλάβουν την πιο παράτολμη επιχειρηματική δράση. Ο Ενετός έμπορος δεν δειλιάζει ούτε μπροστά στους συνήθεις κινδύνους που ενέχει κάθε εμπορική δραστηριότητα, ούτε μπροστά σ’ αυτούς του θαλάσσιου ταξιδιού (στοιχεία της φύσης και πειρατές). Δεν τον φοβίζουν ούτε οι, εξίσου ικανοί κι αδίστακτοι, εμπορικοί ανταγωνιστές από την Γένοβα και την Πίζα, ούτε το ενδεχόμενο ξαφνικής επιδείνωσης των διπλωματικών σχέσεων της πατρίδας του με κάποιο από τα κράτη εντός του οποίου αναπτύσσει τις δραστηριότητές του (όπως η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, το Σουλτανάτο του Καΐρου ή τα φραγκικά κράτη της Συρίας και Παλαιστίνης).

Μολονότι το όνομά του είναι ίσως άγνωστο στον μέσο άνθρωπο της εποχής μας, ο Ρομάνο Μαϊράνο είναι αληθινός σταρ για όσους μελετούν την Ιστορία του Μεσαίωνα. Για λόγους εν μέρει συγκυριακούς, η σταδιοδρομία του είναι η πληρέστερα καταγεγραμμένη που διαθέτουμε. Η, ευτυχής για τους ιστορικούς, συγκυρία ήταν η εξής: η τελευταία απόγονος της οικογένειας Μαϊράνο αποφάσισε προς το τέλος της ζωής της να μονάσει. Αποσύρθηκε στο κοινόβιο του Αγίου Ζαχαρία όπου και μετέφερε τα οικογενειακά αρχεία, σώζοντάς τα από την καταστροφή (βλ. Jean-Claude Hocquet «Venise au Moyen Âge«, coll. Guides de Civilisations, εκδ. Belles Lettres, Παρίσι 2003, σελ. 271/ «La vie mouvementée du marchand Mairano», περιοδικό Historia Thématique, αριθ. 88, τεύχος 3-2004, Μάρτιος-Απρίλιος 2004, σελ. 12-17). Χάρη σ’ αυτό το τυχαίο γεγονός, έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας κάπου διακόσια εμπορικά έγγραφα, στην πλειονότητά τους συμβάσεις, τα οποία μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε πλήρη εικόνα για την επιχειρηματική σταδιοδρομία του Ρομάνο Μαϊράνο, ενός ικανότατου και γενναίου Ενετού εμπόρου του 12ου αι. Η επιμονή, το θάρρος του, η αποφασιστικότητα και η αυτοπεποίθηση με την οποία αντιμετώπισε τις απογοητεύσεις της ζωής, η ικανότητά του να ορθοποδήσει μολονότι καταστράφηκε οικονομικά, αποτελούν ένα παράδειγμα προς μίμηση που δεν είναι διόλου άχρηστο σε μια εποχή κρίσης και δυσκολιών όπως η σημερινή.

Ι. Η σταδιοδρομία του Ρομάνο Μαϊράνο

Ας δούμε πώς συνοψίζουν την περιπετειώδη σταδιοδρομία του Μαϊράνο ο Ζαν-Κλωντ Οκέ (όπ.π.) και άλλοι ιστορικοί (Yves Renouard «Les hommes d’affaires italiens au Moyen Âge«, εκδ. Armand Colin, Παρίσι 1949, σελ. 56-59/Frederic Chapin Lane «Venice – A Maritime Republic«, The John Hopkins University Press, Βαλτιμόρη 1973, σελ. 52-53/ Christian Bec «Histoire de Venise«, coll. Que sais-je?, αριθ. 522, εκδ. PUF, Παρίσι 1993, σελ. 24-25/ Pierre Racine «Venise et son arrière-pays au temps de la Quatrième Croisade» σε Thomas F. Madden – επιμ. – «The Fourth Crusade: Event, Aftermath and Perceptions – Papers from the Sixth Conference  for the Study of the Crusades and the Latin East, Istanbul, Turkey, 25-29 August 2004«, εκδ. Ashgate 2004, σελ. 15 επ., ειδ. σελ. 23). Πρόκειται πιθανώς για γόνο οικογένειας ευγενών, πρόσφατα όμως εγκατεστημένων στο Ριάλτο. Τα ίχνη των πρώτων εμπορικών κινήσεων του ήρωά μας ανάγονται στα 1150: ο νεότατος τότε Μαϊράνο δανείζεται για την πρώτη εμπορική αποστολή του. Προφανώς η επιχείρηση αποδείχθηκε επικερδής, μια και εξοφλεί χωρίς προβλήματα το ποσό του δανείου. Δύο χρόνια αργότερα παντρεύεται. Η όχι υψηλή προίκα της γυναίκας του αποτελεί ένδειξη για το ότι ο Μαϊράνο ξεκίνησε την επιχειρηματική σταδιοδρομία του με μάλλον ταπεινά οικονομικά μέσα. Σχεδόν αμέσως μετά το γάμο μεταφέρει τις δραστηριότητές του στην Κωνσταντινούπολη (στα πρώτα ταξίδια του μεταφέρει συνήθως στη Βασιλεύουσα φορτία ξυλείας). Συνεργάζεται με τον αδελφό του, τον Σαμουήλ, και μαζί προβαίνουν στη σύσταση μιας οικογενειακής εταιρίας (fraterna societas). Έχουν τακτικές εμπορικές συναλλαγές με την ηπειρωτική Ελλάδα και τα παράλια της Μικράς Ασίας. Παράλληλα, ο Ρομάνο αγοράζει ακίνητα στη Βασιλεύουσα, η εκμετάλλευση των οποίων του αποφέρει ικανά κέρδη για να αναλάβει εμπορικές αποστολές μεγαλύτερης εμβέλειας: πλέον ταξιδεύει προς την Άκρα, την Τύρο, την Αντιόχεια και τα άλλα λιμάνια της φραγκικής Ανατολής, αλλά και προς τη μουσουλμανική Αλεξάνδρεια. Τα συμφέροντα του Μαϊράνο βρίσκονται κυρίως στην Ανατολή κι όχι στην πατρίδα του. Όταν το 1158 εξεγείρεται η κροατική Ζάρα κατά των Ενετών, η Γαληνοτάτη κηρύσσει γενική επιστράτευση των πολιτών της. Ο Μαϊράνο αδιαφορεί για την κλήση: προτιμά να πληρώσει το τεράστιο πρόστιμο που του επιβάλλεται, παρά να υπηρετήσει. Οι δουλειές του, άλλωστε, πηγαίνουν εξαιρετικά. Την ίδια περίοδο καταγράφονται τακτικές εμπορικές και τραπεζικές συναλλαγές του με το Τάγμα των Ναϊτών.

Το 1163, μετά από δεκαετή απουσία από τη μητρόπολη, ο Ρομάνο Μαϊράνο επιστρέφει στη Βενετία. Όχι για πολύ. Σκοπός του είναι η αγορά του πρώτου εμπορικού πλοίου του. Το 1165 τον βρίσκουμε στο χριστιανικό βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Χρηματοδοτεί ένα συμπατριώτη του έμπορο, τον Μάρκο Έντσιο: οι δύο άνδρες αποφασίζουν να ταξιδέψουν με το πλοίο του Μαϊράνο για να πουλήσουν τα εμπορεύματά τους. Από την Άκρα θα βρεθούν στον Χάνδακα της Κρήτης κι από εκεί είτε θα επιστρέψουν κατευθείας στην Άκρα ή στο επίνειο της Αντιόχειας, είτε θα συνεχίσουν ως την Αλεξάνδρεια για να επιστρέψουν από το αιγυπτιακό λιμάνι στη βάση τους. Πιθανότερο φαίνεται να προτιμήθηκε η δεύτερη εναλλακτική λύση. Άλλωστε το 1167 βρίσκουμε τον Μαϊράνο να κινείται μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Αλεξάνδρειας. Προς το τέλος, όμως, της ίδιας χρονιάς επιστρέφει στη Βενετία για να αγοράσει το δεύτερο πλοίο του, αγορά αναγκαία λόγω της ανάπτυξης του κύκλου των δραστηριοτήτων του. Δανείζεται από οχτώ πλούσιους συμπολίτες του συνολικό ποσό 796 υπέρπυρων. Το δάνειο θα επιστραφεί εντόκως την άνοιξη του 1168 (με επιτόκιο 44%!).

Τον Οκτώβριο του 1169 ο Μαϊράνο βρίσκεται πίσω στην Κωνσταντινούπολη, μολονότι οι ενετικές αρχές έχουν προειδοποιήσει τους πολίτες τους για τη ραγδαία επιδείνωση των διπλωματικών σχέσων μεταξύ της Γαληνοτάτης και του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού. Αρχικά, ο φίλος μας φαίνεται να δικαιώνεται για τη ριψοκίνδυνη απόφασή του. Οι δουλειές του στην Πόλη πηγαίνουν όλο και καλύτερα. Εκτός των άλλων, αναλαμβάνει τη διαχείριση της μεγάλης περιουσίας που διαθέτει στη Βασιλεύουσα ο λατίνος πατριάρχης του Γκράντο. Αποκτά επίσης το ιδιαιτέρως επικερδές μονοπώλιο της είσπραξης των δικαιωμάτων για τη ζύγιση των εμπορευμάτων των Ενετών της πόλης. Ωστόσο, το 1171 ξεσπά η καταιγίδα που πολλοί φοβούνταν: ο Μανουήλ διατάσσει τη σύλληψη και απέλαση όλων των Ενετών υπηκόων και τη δήμευση των περιουσιακών στοιχείων τους. Ο Μαϊράνο κατορθώνει να ξεφύγει με το πλοίο του που ήταν ελλιμενισμένο στην Κωνσταντινούπολη, σώζοντας κι αρκετούς συμπατριώτες του, χάνει όμως την περιουσία του. Κατεστραμμένος οικονομικά αδυνατεί να εξοφλήσει τους πιστωτές του. Δίχως να απογοητευτεί, ξαναρίχνεται στον αγώνα, στο δρομολόγιο Βενετία-Αλεξάνδρεια. Το καλοκαίρι του 1173 συμμετέχει με το πλοίο του στον ενετικό στόλο που πολιορκεί (ανεπιτυχώς) την Ανκόνα. Οι πολεμικές επιχειρήσεις αποτελούν πάντως την εξαίρεση στη σταδιοδρομία του Μαϊράνο. Τα χρόνια αυτά τον συναντούμε συνήθως να εμπορεύεται μεταξύ Βενετίας, Αλεξάνδρειας και Αγίων Τόπων. Κύριος χρηματοδότης του είναι η πάμπλουτη και ισχυρή οικογένεια Τζιάνι: ο δόγης (από το 1172 έως το 1178) Σεμπαστιάνο και ο γιος του (και μετέπειτα δόγης κι αυτός, 1205-1229) Πιέτρο, στους οποίους ο Μαϊράνο προμηθεύει φορτία πιπεριού και στυπτηρίας.

Πάντα τολμηρός κι έτοιμος να εκμεταλλευθεί νέους εμπορικούς δρόμους, ο Μαϊράνο διαβλέπει νέες ευκαιρίες στη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ της πατρίδας του και της παραδοσιακής αντιπάλου, της νορμανδικής Σικελίας του Γουλιέλμου Β΄ του Καλού, εξέλιξη που καθιστά ασφαλέστερη για τους Βενετούς τη ναυσιπλοΐα στα νότια και νοτιοδυτικά της Μεσογείου. Παραγγέλλει τη ναυπήγηση ενός ακόμη εμπορικού πλοίου και,ταξιδεύει στο Μαγκρέμπ (Μπουζί και Θέουτα), όπου προμηθεύεται μάλλινα και δέρματα, προϊόντα απαραίτητα για την ενετική βιοτεχνία ένδυσης. Το 1183 έχει πλέον καταφέρει να εξοφλήσει όλα τα χρέη του, και τα προ του 1171 και τα κατοπινά. Η Αλεξάνδρεια και η Άκρα παραμένουν οι βασικοί εμπορικοί προορισμοί του. Μετά το 1184, όταν αποκαθίστανται οι σχέσεις Βενετίας και Βυζαντίου, καθώς ο Ανδρόνικος Α΄ Κομνηνός δέχεται να καταβάλει και κάποιες αποζημιώσεις για τα δημευθέντα περιουσιακά στοιχεία των Ενετών της Πόλης, ο Μαϊράνο επιστρέφει στο δρομολόγιο προς Κωνσταντινούπολη. Φαίνεται μάλιστα ότι το 1190 μεταφέρει ξανά στη Βασιλεύουσα το κέντρο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του: είναι πιθανό ο θρίαμβος του Σαλαδίνου επί των σταυροφορικών κρατών της Ανατολής να έπεισε τον ήρωά μας ότι η Αλεξάνδρεια δεν ήταν πια το ίδιο ασφαλής ως εμπορική βάση. Έχοντας φτάσει σε μάλλον προχωρημένη ηλικία σταματά να ταξιδεύει, αναθέτοντας τις εμπορικές αποστολές στους γιους του. «Περιορίζεται» στον ρόλο του χρηματοδότη και στη διαχείριση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας του. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή χρονολογία ή τον τόπο θανάτου του (Βενετία, Κωνσταντινούπολη ή μήπως Αλεξάνδρεια;), είμαστε όμως βέβαιοι ότι άφησε τον εμπορικό του οίκο σε ανθηρή κατάσταση, καθιστώντας τον μια από τις σπουδαιότερες επιχειρήσεις της Μεσογείου.

ΙΙ. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ενετικού εμπορίου κατά τον Μεσαίωνα

1. Ένα οικουμενικό εμπόριο χωρίς διακρίσεις και φραγμούς: Οι Ενετοί, όπως και γενικά οι έμποροι από τις άλλες ναυτικές δημοκρατίες της Ιταλίας (αρχικά, έως και τον 11ο αι., το Αμάλφι, και μετέπειτα τη Γένοβα και την Πίζα) συνδέουν εμπορικά την καθολική Δύση, το ορθόδοξο Βυζάντιο και τον μουσουλμανικό κόσμο. Μεταφέρουν στην Ανατολή κυρίως πρώτες ύλες (ξυλεία και μέταλλα) και γυρίζουν στη Δύση με προϊόντα πολυτελείας για τις εύπορες τάξεις (μπαχαρικά, μεταξωτά από το Βυζάντιο, κοσμήματα και χειροτεχνήματα), χωρίς να περιφρονούν και την εμπορία φθηνότερων ειδών πρώτης ανάγκης (μάλλινα και δερμάτινα) (βλ. Jean-Claude Hocquet, La vie mouvementée du marchand Mairano, όπ.π.). Η βασική τους επιδίωξη είναι το κέρδος και, όπως είναι φυσικό, δεν υπόκειται σε φραγμούς: όταν εμπορεύονται όπλα (ασπίδες, δόρατα, ξίφη) ή πρώτες ύλες για στρατιωτικό εξοπλισμό (ξυλεία και μέταλλα) εφαρμόζουν, χωρίς αναστολές, τη διαχρονική πολιτική των εμπόρων όπλων, πωλώντας και στις δύο εμπόλεμες πλευρές, δηλ. τους μουσουλμάνους της Αιγύπτου και τους χριστιανούς της Ιερουσαλήμ, της Τρίπολης και της Αντιόχειας. Οι παπικές απαγορεύσεις κι αφορισμοί, ή οι αποφάσεις των χριστιανών ηγεμόνων δεν πτοούν τους Ενετούς, οι οποίοι συνεχίζουν τις εμπορικές δραστηριότητες με τους «απίστους».

Οι δραστηριότητες αυτές εξαρτώνται άμεσα από την ασταθή διπλωματική ισορροπία μεταξύ των διαφόρων δυνάμεων της Μεσογείου. Για ιστορικούς λόγους το Βυζάντιο αποτελεί τον κατεξοχήν εμπορικό εταίρο των Ενετών (ήδη από τον 11ο αι. και επί Αλέξιου Κομνηνού οι Ενετοί έμποροι τυγχάνουν πλήρους απαλλαγής από το κομμέρκιο, δηλαδή τον φόρο ύψους 10% επί της αξίας των εμπορευμάτων), εντούτοις, όπως αποδεικνύει και η ζωή του Μαϊράνο, οι σχέσεις Βενετίας και Βυζαντίου είναι ταραχώδεις. Επομένως, συμφέρον της Βενετίας είναι να διατηρεί πάντα εναλλακτικές εμπορικές οδούς. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορικής περιόδου που εξετάζουμε, βασικό μέλημα των ενετικών αρχών είναι να κρατούν ανοιχτή μία τουλάχιστον από τις τρεις βασικές οδούς (Βενετία-Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια λιμάνια της Μικράς Ασίας ή της Μαύρης Θάλασσας, Βενετία-Αλεξάνδρεια, Βενετία-χριστιανικά λιμάνια της Συρίας και Παλαιστίνης). Φυσικά κάθε νέα προοπτική εμπορικού δρόμου είναι ευπρόσδεκτη για τη Γαληνοτάτη. Το διαπιστώσαμε, άλλωστε, με το παράδειγμα των λιμανιών της βορειοδυτικής Αφρικής.

Εξαιρουμένων των μάλλον σύντομων περιόδων εχθρότητας, τα ξένα κράτη βλέπουν θετικά τις δραστηριότητες των Ενετών εμπόρων. Στα περισσότερα λιμάνια (Αλεξάνδρεια, Άκρα, Τύρος, Κωνσταντινούπολη κ.λπ.) τους παραχωρείται εμπορικός σταθμός (fondaco, από το αραβικό funduk, με αμφιλεγόμενο ελληνικό έτυμο τη λέξη «πανδοχείο», βλ. René Fédou e.a. “Lexique historique du Moyen Âge“, coll. cursus, εκδ. Armand Colin, Παρίσι 1995, λήμμα fondaco, σελ. 74), όπου οι έμποροι συναλλάσσονται με μεγαλύτερη ευκολία, ενώ το κράτος υποδοχής μπορεί να εισπράξει άμεσα φόρους και δασμούς επί των εμπορευμάτων. Παράλληλα, οι Ενετοί (κι οι υπόλοιποι Ιταλοί) έμποροι έχουν στα λιμάνια αυτά τις συνοικίες τους (με την εκκλησία, αφιερωμένη συνήθως στον Άγιο Μάρκο, τον φούρνο. τον μύλο και τα λουτρά τους), όπου ζουν όπως και στην πατρίδα τους, ενώ τα συμφέροντά τους τα εκπροσωπεί ένας ομοεθνής τους πρόξενος.

2. Καινοτόμες μορφές συμβάσεων και εταιριών: Η εφευρετικότητα των Ενετών εμπόρων εκφράζεται με νέες μορφές εμπορικών συμβάσεων και εταιριών. Συχνή είναι η περίπτωση της ρογκαντία: η κεφαλαιουχική εταιρία που έχει την κυριότητα των εμπορευμάτων αναθέτει την πώλησή τους σ’ έναν έμπορο έναντι αμοιβής (Christian Bec, όπ.π., σελ. 17). Η επιχείρηση αποδεικνύεται συνήθως ιδιαίτερα επωφελής και για τον ταξιδιώτη έμπορο. Μπορεί να μη συμμετέχει στα εταιρικά κέρδη, αλλά εκτός της προκαθορισμένης αμοιβής έχει τη δυνατότητα να προβεί κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και σε δικές του συναλλαγές. Για παράδειγμα, το 1156, στο πλαίσιο μιας ρογκαντία, ο Μαϊράνο είναι υπεύθυνος για τη μεταφορά και πώληση εμπορευμάτων στη γραμμή Κωνσταντινούπολη-Σμύρνη-Αλεξάνδρεια. Παρότι δεν έχει συμμετοχή στα κέρδη της εταιρίας, αποκτά σημαντικά ποσά παίρνοντας την πρωτοβουλία να προσθέσει και να πωλήσει και δικά του εμπορεύματα στη διαδρομή.

Ακόμη συχνότερη, όμως, είναι η περίπτωση των εταιρικών μορφών στις οποίες ο έμπορος δεν παρέχει απλώς εργασία, αλλά συμμετέχει και στα κέρδη, συνήθως δε και στο εταιρικό κεφάλαιο. Η σύμβαση έχει  περιορισμένη χρονική ισχύ (μπορεί να αφορά μία μόνον εμπορική αποστολή) και συνάπτεται μεταξύ ενός ή πλειόνων κεφαλαιούχων-χρηματοδοτών και ενός εμπόρου, ο οποίος καθίσταται υπεύθυνος για την πώληση των εμπορευμάτων.  Στη μορφή της κομμέντα (την οποία χρησιμοποιούν συνήθως στη Γένοβα), ο έμπορος δεν μετέχει στο κεφάλαιο, κρατά όμως το 1/4 των κερδών, αποδίδοντας τα υπόλοιπα στους κεφαλαιούχους. Σύμφωνα, όμως, με τη βενετσιάνικη εκδοχή της κομμέντα, δηλ. την κολλεγκάντσα, ο χρηματοδότης παρέχει το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου (συνήθως τα 2/3), ενώ ο έμπορος συνεισφέρει με το υπόλοιπο κεφάλαιο.  Τα κέρδη της επιχείρησης μοιράζονται μεταξύ βασικού κεφαλαιούχου και εμπόρου στο μισό, ενώ τυχόν ζημίες κατανέμονται αναλόγως της εισφοράς του κάθε εταίρου (René Fédou e.a., όπ.π., λήμματα colleganza και commenda, σελ. 42-43/ Christian Bec, όπ.π.). Ως εκ της φύσεώς της, η κολλεγκάντσα είναι ιδιαιτέρως συμφέρουσα για τον έμπορο που μετέχει σ’ αυτήν.

Το αρχείο του Μαϊράνο μας προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κολλεγκάντσας. Το 1167, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου όπου ήταν τότε εγκατεστημένος, ο Μαϊράνο συνάπτει εμπορική σύμβαση με έναν άλλο Βενετό έμπορο, τον Ντομένικο Γιάκομπ. Για τους σκοπούς της εταιρίας, ο Μαϊράνο παρέχει το πλοίο του οποίου είναι ιδιοκτήτης και συμμετέχει με τα 2/3 του κεφαλαίου (κι επομένως των εμπορευμάτων), ενώ ο συνεταίρος του συμμετέχει με το 1/3 του κεφαλαίου και αναλαμβάνει το επιχειρησιακό σκέλος: ο Γιάκομπ θα συνοδέψει τα εμπορεύματα στο ταξίδι από την Αλεξάνδρεια στον Αλμυρό της Μαγνησίας. Στη συνέχεια, θα ενωθεί με την πρώτη ενετική μούδα (βλ. κατωτέρω) που κατευθύνεται στην Κωνσταντινούπολη. Στη Βασιλεύουσα θα λάβει χώρα κι η απόδοση λογαριασμών: ο Γιάκομπ θα επιστρέψει στον Μαϊράνο το κεφάλαιό του (τα 2/3 του εταιρικού), καθώς και το ήμισι των κερδών που απέφερε η επιχείρηση, ενώ ο ίδιος θα κρατήσει το δικό του μερίδιο από το κεφάλαιο (1/3) και τα άλλα μισά κέρδη. Η κολλεγκάντσα, με τις διάφορες παραλλαγές της, συντελεί ευεργετικά στη συσσώρευση κεφαλαίων και γενικά στην ανάπτυξη της εμπορικής κίνησης: ο έμπορος που έχει την ευθύνη της επιχείρησης, συνοδεύοντας το εμπόρευμα, έχει την άδεια να προβεί σε οποιεσδήποτε αγοραπωλησίες κρίνει επικερδείς. Εκμεταλλευόμενος τις διαφορές τιμών των εμπορευμάτων μεταξύ των διαφόρων σταθμών του, πολλαπλασιάζει τα κέρδη της εταιρίας, αλλά και τα προσωπικά του κέρδη.

Παράλληλα, στο πλαίσιο του ενετικού εμπορίου παρατηρείται ευρεία χρήση νέων μέσων που διευκολύνουν τις συναλλαγές και την εμπορική δραστηριότητα εν γένει: αξιόγραφα (κυρίως η συναλλαγματική), διπλή λογιστική (κατά πάσα πιθανότητα ενετική εφεύρεση), αλληλόχρεοι λογαριασμοί κ.λπ.

3. Ο τυπικός  Ενετός έμπορος: Η εκπαίδευση και η κατάρτιση του Ενετού εμπόρου αρχίζει από πολύ νωρίς. Έφηβος ακόμη θα μπαρκάρει και θα του ανατεθούν ορισμένα εμπορεύματα τα οποία θα αναλάβει να πωλήσει. Η μαθητεία του θα συνεχιστεί σε κάποιο λιμάνι του εξωτερικού, δίπλα σε συγγενή ή τον τοπικό συνεργάτη της οικογενειακής εταιρίας. Ολοκληρώνοντας τη μαθητεία του, θα αναλάβει ο ίδιος τον ρόλο συνεργάτη και θα αρχίσει τα εμπορικά ταξίδια.

«Με τα χρόνια κι όταν φτάσει η κατάλληλη στιγμή, αφού κάνει περιουσία, θα επιστρέψει στη Βενετία και θα γίνει επιτέλους οικογενειάρχης. Θα συνεχίσει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες. θ’ αναμιχθεί στην πολιτική, θα κάνει επενδύσεις… Σε αντίθεση προς τους Φλωρεντινούς ομολόγους του με τις φιλολογικές ανησυχίες τους, ο Ενετός έμπορος έχει πρακτικό πνεύμα και γνώσεις κυρίως τεχνικές» ((Christian Bec, όπ.π., σελ. 40). Τα εφόδιά του είναι η εμπειρία, οι γερές βάσεις λογιστικής και γεωγραφίας, η καλή γνώση των ξένων γλωσσών που μιλούν οι αλλοδαποί πελάτες του.

Χαρακτηριστικό του Ενετού επιχειρηματία, όπως είδαμε στην περίπτωση του Ρομάνο Μαϊράνο, είναι ακριβώς η συμμετοχή του σε πολλές εταιρίες διαφορετικών τύπων και εμβέλειας. Εναλλάσσεται στους ρόλους του κεφαλαιούχου και του εμπόρου. Με τον τρόπο αυτό ελαχιστοποιεί τους εμπορικούς κινδύνους, σε τέτοιο σημεία που δεν καταφεύγει σχεδόν ποτέ στην ασφάλιση των εμπορευμάτων του (όπως κάνουν συστηματικά οι Φλωρεντινοί).

4. Μια κρατικώς ελεγχόμενη οικονομία: Το ενετικό οικονομικό θαύμα, πάντως, δεν θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα αποκλειστικά χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Η οικονομία της Βενετίας κατευθύνεται κι ελέγχεται από το Δημόσιο. Η Γαληνοτάτη καθορίζει τα δρομολόγια, τον χρόνο απόπλου και τα εκάστοτε φορτία εμπορευμάτων για τις μούδες (mude), τις οργανωμένες ναυτικές αποστολές που αναχωρούν τακτικά για τους βασικούς εμπορικούς προορισμούς : στα… κονβόϊ αυτά συμμετέχουν εμπορικά πλοία ιδιωτών που συνοδεύονται από γαλέρες, συνήθως ιδιοκτησίας του Δημοσίου. Οι γαλέρες, η καθεμία με 200 κωπηλάτες και 20 βαλλιστριδοφόρους, μεταφέρουν τα μεγάλης αξίας εμπορεύματα και αποτελούν εγγύηση για την ασφάλεια των εμπορικών πλοίων των ιδιωτών. Οι προδιαγραφές ασφάλειας των πλοίων των ιδιωτών, ο εξοπλισμός, το πλήρωμα και οι συνθήκες ασφάλειας και υγιεινής στα πλοία καθορίζονται με νόμους και διοικητικές πράξεις του ενετικού κράτους, ενώ η τήρησή τους ελέγχεται από τους δημοσίους υπαλλήλους. Επιπλέον, η Γαληνοτάτη ρυθμίζει λεπτομερώς τις εμπορικές δραστηριότητες αλλοδαπών σε ενετικό έδαφος, έχει το μονοπώλιο άλατος, ελέγχει αυστηρά το εμπόριο των βασικών καταναλωτικών αγαθών. Τέλος, απαγορεύει στις ενετικές τράπεζες τη δανειοδότηση αλλοδαπών προκειμένου το χρήμα τους να είναι διαθέσιμο αποκλειστικά στους Ενετούς υπηκόους και, φυσικά, στο ίδιο το κράτος (Christian Bec, όπ.π., σελ. 38-39).

Με όλες τις ιδιαιτερότητές της ή τα χαρακτηριστικά που μοιάζουν ασύμβατα με την εποχή μας, η ενετική οικονομία και οι πρωταγωνιστές της διακρίνονται από πολλά στοιχεία ικανά να αποτελέσουν χρήσιμα διδάγματα για τις δύσκολες εποχές που διανύουμε. Θάρρος, επιμονή, ευρύτητα πνεύματος και αξία της προσωπικής προσπάθειας (όπως σημείωνε κι ο Υβ Ρενουάρ «οι μεγάλες περιουσίες οφείλονταν στις πολλές μικρομεσαίες εταιρίες και στη συσσώρευση μικρών κερδών»). Κι όλα αυτά σε πλαίσιο αγαστής συνεργασίας ανάμεσα στην ιδιωτική πρωτοβουλία και το ενετικό Δημόσιο. Διαχρονικά ωφέλιμα μου μοιάζουν όλα αυτά.

Καλή χρονιά, με υγεία, ευτυχία και δημιουργικότητα στις φίλες και στους φίλους του ιστολογίου!

Η Σάγκα του Χάραλντ Σίγκουρντσσον

Μαρτίου 28, 2010

Δεν πρόκειται να αλλάξουμε ουσιαστικά εποχή, καθώς θα παραμείνουμε στον 11ο αιώνα. Ούτε θα αλλάξουμε με τρόπο θεαματικό τόπο και θεματολογία. Βέβαια, σε αντίθεση προς τους εκγαλλισμένους Νορμανδούς μας, ο ήρωας τούτης της διήγησης έχει απευθείας σκανδιναβική καταγωγή, είναι ένας Βίκινγκ με όλη τη σημασία της λέξης, έστω κι αν η δράση του τοποθετείται χρονικά στα όρια της περιόδου εκδήλωσης του φαινομένου «Βίκινγκ» (9ος αιώνας-μέσα 11ου αιώνα). Δεν έχουμε επί του παρόντος τη δυνατότητα να αναφερθούμε διεξοδικά στους Βίκινγκς, οι οποίοι αποτέλεσαν αντικείμενο τόσων παρεξηγήσεων, ιδεοληψιών και στερεοτύπων (για περισσότερα βλ. Régis Boyer «Les Vikings: Histoire, Mythes, Dictionnaire«, εκδ. Robert Laffont, Παρίσι 2008, και Sylvain Gouguenheim «Regards sur le Moyen Âge«, εκδ. Tallandier, Παρίσι 2009, κεφ. 34: «Les Vikings«, σελ. 342-351). Θα περιοριστούμε στην επισήμανση ότι ο όρος δεν αποτελεί εθνοτικό ή φυλετικό προσδιορισμό. Αφορά, για τη συγκεκριμένη περίοδο, όλους τους σκανδιναβικούς λαούς, όχι όμως όλους τους Σκανδιναβούς (ως άτομα). Ο όρος υποδηλώνει αφενός τον πεπειραμένο έμπορο που μετέχει σε επιχείρηση η οποία περιλαμβάνει θαλάσσιο ταξίδι και έχει καταρχήν εμπορικό σκοπό που μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν οι συνθήκες, να μετατραπεί, περιστασιακά ή όχι, σε στρατιωτική εκστρατεία λεηλασίας, αφετέρου την ίδια την επιχείρηση. Έργο των Βίκινγκς είναι η έντονη εμπορική δραστηριότητα στον ευρωπαϊκό Βορρά κατά τους πρώτους αιώνες του Μεσαίωνα, οι επιδρομές σε όλη την Ευρώπη, από την Ιρλανδία ως την Ανδαλουσία, το άνοιγμα νέων εμπορικών δρόμων και η ίδρυση ηγεμονιών στη Βαλτική και στη Ρωσία, ο αποικισμός της Ισλανδίας και της Γροιλανδίας, καθώς και οι εξερευνητικές αποστολές μέχρι τις ακτές της Βόρειας Αμερικής.  

Ο «τελευταίος Βίκινγκ»: Ο ήρωάς μας, του οποίου η συναρπαστική και περιπετειώδης ζωή συμπυκνώνει πολλές από τις πτυχές της δράσης των Βίκινγκς (για αυτό και τον αποκάλεσαν «τελευταίο Βίκινγκ»), ονομαζόταν Χάραλντ Σίγκουρντσσον (σε αρχαία σκανδιναβικά: Haraldr Sigurðarson) κι έμεινε στην Ιστορία με το προσωνύμιο Χαρντράαντα (αρχαία σκανδιναβικά: harðráði, το οποίο πιστεύω, όσο μου επιτρέπουν οι ανύπαρκτες γνώσεις μου, ότι πρέπει να προφερόταν περίπου ως «Χαρδράοδι»). Κατά λέξη ο όρος δηλώνει αυτόν που διοικεί με τρόπο αυστηρό και σκληρό, αλλά έχει αποδοθεί συχνά ως «Σκληρόκαρδος», «Ανελέητος» ή «Αμείλικτος». Για τον Χάραλντ διαθέτουμε μια πρώτης τάξεως πηγή: τη Σάγκα με θέμα τη ζωή του που συνέθεσε ο διάσημος Ισλανδός πολιτικός, ιστορικός και λογοτέχνης Σνόρρι Στούρλουσον  (1179-1241) και η οποία περιλαμβάνεται στην Χάιμσκρίνγκλα, το βιβλίο του Στούρλουσον για τους Νορβηγούς βασιλιάδες (είναι η ένατη σάγκα της συλλογής, βλ. Régis Boyer «La Saga de Harald l’Impitoyable«, Payot, Παρίσι 1979, και «Sagas islandaises«, συλλογή «Bibliothèque de la Pléiade«, εκδ. Gallimard, 4η έκδοση, Παρίσι 2006 ). Μολονότι η σάγκα δεν αποτελεί καθαυτό ιστορικό σύγγραμμα (είναι επική διήγηση με ιστορικό περιεχόμενο, σε πεζό λόγο στον οποίο παρεμβάλλονται στίχοι σκαλδικής ποίησης), παρέχει ανεκτίμητες ιστορικές πληροφορίες. Γενικά, ο Χάραλντ αποτελεί τον βασικό ήρωα της μεσαιωνικής σκανδιναβικής λογοτεχνίας, μια και τον συναντούμε και σε πάμπολλες θέττιρ, δηλαδή μικρές σάγκα (βλ. σχετικό λήμμα σε R. Boyer «Les Vikings…», σελ. 830-833). Επιπλέον, καθώς ο Χάραλντ έδρασε για αρκετά χρόνια στο Βυζάντιο, έχουμε στη διάθεσή μας και μια βυζαντινή πηγή που περιέχει μια συνοπτική διήγηση της σταδιοδρομίας του ήρωά μας στην υπηρεσία του Βυζαντίου. Πρόκειται για το λεγόμενο «Στρατηγικόν» του Κεκαυμένου, δηλαδή ένα πρακτικό εγχειρίδιο συμβουλών και νουθεσιών το οποίο χρονολογείται μάλλον στο τελευταίο τέταρτο του 11ου αιώνα και του οποίου συγγραφέας είναι πιθανώς κάποιος από τους δύο βυζαντινούς στρατηγούς, αρμενικής καταγωγής, που έφεραν το όνομα Κατακαλών Κεκαυμένος (βλ. «Κεκαυμένος, Στρατηγικόν», εισαγωγή-μετάφραση: Δημ. Τσουγκαράκης, επιμέλεια: Θεόδ. Μωυσιάδης, εκδ. Κανάκη, Αθήνα 1993, και «Cecaumeni Strategicon et incerti scriptoris De Officiis Regis Libellus«, επιμ. Μπ. Βασσιλιέφσκυ και Β. Γέρνστεντ, έκδ. Αυτοκρατορικής Ακαδημίας Επιστημών, Αγία Πετρούπολη 1896. Το απόσπασμα που μας ενδιαφέρει είναι η αριθ. 81 παράγραφος, η οποία για κάποιους εντάσσεται σε άλλο σύγγραμμα, τον, ανωνύμου συγγραφέα, Λόγο Νουθετητικό προς Βασιλέα). Ας δούμε, όμως, ποιός ήταν ο Χάραλντ, γιος του Σίγκουρντ, ή Αράλτης, για τους Βυζαντινούς.

Το πορτρέτο του Χάραλντ σύμφωνα με τον Σνόρρι Στούρλουσον: «Κατά γενική ομολογία, ο βασιλιάς Χάραλντ ξεπερνούσε όλους τους άλλους σε σοφία και οξυδέρκεια, είτε έπρεπε να ενεργήσει με ταχύτητα είτε να καταστρώσει μακροπρόθεσμα σχέδια, για τον ίδιο ή για άλλους. Στα όπλα, ήταν ο γενναιότερος των ανδρών. Είχε, επίσης, την τύχη να κατακτήσει τη νίκη…. Ο βασιλιάς Χάραλντ ήταν όμορφος άντρας με ευγενικό παρουσιαστικό, ξανθομάλλης και γενειοφόρος, με μακριά μουστάκια… Είχε μακριά και καλοφτιαγμένα μέλη. Ήταν ψηλότερος από κάθε άλλον. Ήταν σκληρός για τους εχθρούς του και αμείλικτος σε όποιον του πρόβαλλε αντίσταση. Ο βασιλιάς Χάραλντ ήταν εξαιρετικά άπληστος για εξουσία και πλούτη. Ήταν πολύ γενναιόδωρος στους φίλους του που αγαπούσε. Ο βασιλιάς Χάραλντ ήταν πενήντα ετών όταν πέθανε.

Δεν έχουμε στη διάθεσή μας κάποια αξιοπρόσεκτη διήγηση για την εποχή της νεότητάς του, παρά μόνον ότι πια είχε ζήσει δεκαπέντε χειμώνες και έλαβε μέρος στη μάχη του Στικλαρστάδιρ με τον αδελφό του, τον βασιλιά Όλαφ. Έπειτα, έζησε τριάντα πέντε χειμώνες. Όμως, όλα αυτά τα χρόνια. δεν γνώρισε παρά αναταραχές και πόλεμο. Ο βασιλιάς Χάραλντ δεν επιδίωξε ποτέ να αποφύγει τη μάχη, συχνά, όμως, κατέφευγε σε τεχνάσματα όταν οι αντίπαλοί του υπερτερούσαν σε αριθμητική δύναμη. Όσοι τον συνόδεψαν σε μάχες και εκστρατείες έλεγαν ότι, όποτε βρισκόταν σε μεγάλο κίνδυνο, έπαιρνε πάντα τις καλύτερες αποφάσεις, όπως αποδεικνυόταν στη συνέχεια από τα γεγονότα» (Σνόρρι Στούρλουσον «Η Σάγκα του Βασιλιά Χάραλντ«. κεφ. 99).   

Τα πρώτα χρόνια – Από τη Νορβηγία στη Ρωσία: Γιος του άρχοντα Σίγκουρντ Συρ Χάλφαντάνσσον, ο Χάραλντ (που γεννήθηκε το 1015) είναι ετεροθαλής αδελφός (μητέρα και των δύο ήταν η Άστα Γκουντμπραντσντόττιρ) του Όλαφ Χάραλντσσον ή Όλαφ Β΄ (995-1030), βασιλιά της Νορβηγίας από το 1016 και υπεύθυνου για τον πλήρη εκχριστιανισμό της χώρας (λόγος για τον οποίο αγιοποιήθηκε). Ο Όλαφ βρίσκεται σε σύγκρουση με τον Δανό βασιλιά Κνουτ, ο οποίος θέλει να ελέγξει και τη Νορβηγία, τοποθετώντας ως κυβερνήτες της ευγενείς της επιλογής του. Χάνοντας τον έλεγχο των Νορβηγών αρχόντων, ο Όλαφ εγκαταλείπει τη χώρα του το 1026. Το 1029-1030, κρίνοντας ότι οι συνθήκες είναι ευνοϊκές για την παλινόστησή του, ο Όλαφ επιστρέφει στη Νορβηγία. Η προσπάθειά του τερματίζεται με τη Μάχη του Στικλαρστάδιρ (1030) όπου θα σκοτωθεί. Όπως αναφέρει και ο Στούρλουσον, η πρώτη ιστορική μνεία στον Χάραλντ Σίγκουρντσσον είναι ακριβώς η συμμετοχή του στη μάχη αυτή. Μετά την ήττα και τον θάνατο του αδελφού του, ο Χάραλντ είναι αναγκασμένος να φύγει από την πατρίδα του και να αναζητήσει καταφύγιο στο Κίεβο.

Οι σχέσεις ανέμεσα στους Νορβηγούς και στους σουηδικής καταγωγής Βαράγγους της Ρωσίας και Ουκρανίας ήταν παλιές και πολύ στενές. Στα χρόνια της εξορίας του, ο βασιλιάς Όλαφ είχε καταφύγει στην αυλή του Σκανδιναβού ηγεμόνα του Νόβγκοροντ και του Κιέβου (για τους Σκανδιναβούς Holmgarðr και Koenugarðr αντίστοιχα), του Γιαροσλάβ Α΄ του Σοφού (ρωσικά: Ярослав Мудрый, αρχαία σκανδιναβικά: Jarizleifr), στην κηδεμονία του οποίου είχε άλλωστε αφήσει και τον γιο του. Με τη φυγή του στο Κίεβο, επομένως, ο Χάραλντ,  ακολούθησε την πεπατημένη. Ο νεαρός Νορβηγός πρέπει να πέρασε μερικά χρόνια (μάλλον πέντε) στην αυλή του Κιέβου, υπηρετώντας τον Γιαροσλάβ: συμμετέχοντας σε πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Πολωνών και άλλων Σλάβων (βλ. Sigfùs Blöndal «The Varangians of Byzantium«, μετάφρ. Benedikt S. Benedikz, Cambridge University Press, 1978, επανέκδοση 2007, σελ. 54-55), κέρδισε την εκτίμηση του ηγεμόνα, ο οποίος του έδωσε ως σύζυγο μια από τις κόρες του, την Ελισσάβετ (αρχαία σκανδιναβικά: Ellisif). Δεν είναι βέβαιο ότι ο γάμος αυτός τελέσθηκε στα χρόνια παραμονής του Χάραλντ στο Κέβο, καθώς οι περισσότεροι εκτιμούν ότι ο Νορβηγός νυμφεύθηκε την Ελισσάβετ αρκετά χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 1043 ή το 1045). Έπειτα έκανε το επιβεβλημένο βήμα για κάθε φιλόδοξο νεαρό Σκανδιναβό που έχει φτάσει μέχρι τα εδάφη των Ρως: πέρασε στο Βυζάντιο.

Ο Χάραλντ στο Βυζάντιο: Ας παραθέσουμε πρώτα τη συνοπτική περιγραφή της βυζαντινής σταδιοδρομίας του Χάραλντ, όπως μνημονεύεται στο «Στρατηγικόν» του Κεκαυμένου.

Η σταδιοδρομία του Χάραλντ στο Βυζάντιο σύμφωνα με το «Στρατηγικόν» του Κεκαυμένου: «Αράλτης βασιλέως μεν Βαραγγίας ην υιός, έχων δε αδελφόν τον Ιούλαβον, ος και μετά θάνατον του πατρός αυτού κατέσχε την πατρικήν βασιλείαν, προβαλόμενος Αράλτην τον αδελφόν αυτού δεύτερον μετ’ αυτού εις την βασιλεία. Ος δη και νέος ων ηθέλησεν εισελθείν και προσκυνήσαι τω μακαριωτάτω βασιλεί κυρ Μιχαήλ τω Παφλάγονι και εν θέα γενέσθαι της ρωμαϊκής καταστάσεως.Ήγαγε δε και μετ’ αυτού και λαόν, άνδρας γενναίους πεντακοσίους και εισήλθε, και εδέξατο αυτόν ο βασιλεύς ως ενεδέχετο, και απέστειλεν αυτόν μετά του λαού αυτού εις Σικελίαν. Εκεί γαρ ην ο ρωμαϊκός στρατός, πολεμών την νήσον. Και απελθών ενεδείξατο έργα μεγάλα. Υποταγείσης δε της Σικελίας υπέστρεψε μετά του λαού αυτού προς τον βασιλέα, και ετίμησεν αυτόν μαγγλαβίτην. Μετά δε ταύτα έλαχε τότε μουλτεύσαι τον Δελιάνον εις Βουλγαρία. Και εσυνεταξίδευσε και ο Αράλτης μετά του βασιλέως, έχων τον λαόν αυτού, και ενεδείξατο έργα εις τους πολεμίους άξια της ευγενείας και της γενναιότητος αυτού. Υποτάξας δε την Βουλγαρίαν ο βασιλεύς υπέστρεψεν. Ήμην δε καγώ τότε αγωνιζόμενος υπέρ του βασιλέως κατά το δυνατόν. Ελθόντων δε ημών εν Μοσυνουπόλει, αμειβόμενος αυτώ ο βασιλεύς υπέρ ων αγωνίσατο ετίμησεν αυτόν σπαθαροκανδιδάτην. Μετά δε την τελευτήν του κυρ Μιχαήλ και του ανεψιού αυτού του αποβασιλέως ηθέλησεν επί του Μονομάχου αιτησάμενος υποχωρήσαι εις την χώραν αυτού, και ου συνεχωρήθη, αλλά γέγονεν αυτώ στενή η έξοδος. Όμως λαθών υπεχώρησεν και εβασίλευσεν εις την χώραν αυτού αντί του αδελφού αυτού Ιουλάβου. Και ουκ εγόγγυσεν υπέρ ων ετιμήθη μαγγλαβίτης ή σπαθαροκανδιδάτης, αλλά μάλλον και βασιλεύων εφύλαξε πίστιν και αγάπην προς Ρωμαίους«.

Ένας Βίκινγκ στην υπηρεσία του Βυζαντίου: ο Χάραλντ βρίσκει το Βυζάντιο στην εποχή του τέλους της Μακεδονικής Δυναστείας. Φορέας της δυναστικής νομιμότητας είναι η αυτοκράτειρα Ζωή η Πορφυρογέννητη (978-1050, αυτοκράτειρα από το 1028), κόρη του Κωνσταντίνου Η΄ και ανηψιά του Βασίλειου Β΄: βασιλεύουν, επομένως, οι κατά καιρούς σύζυγοι της Ζωής (για δύο σχετικά περιορισμένα χρονικά διαστήματα – ένα στις αρχές και ένα πριν από τον τελευταίο γάμο της, η Ζωή συμβασίλεψε και με την αδελφή της, τη Θεοδώρα, η οποία συνήθως ήταν κλεισμένη σε κάποιο μοναστήρι). Όταν ο Χάραλντ φτάνει στη Βασιλεύουσα (τη Mikligarðr, όπως θα την έλεγε στη γλώσσα του), μόλις έχει ανέβει στον θρόνο ο δεύτερος σύζυγος της Ζωής, ο Μιχαήλ Δ΄ ο Παφλαγών, ο οποίος οφείλει το στέμμα στις ραδιουργίες του αδελφού του, του Ιωάννη του Ορφανοτρόφου, και, φυσικά, στον παράφορο έρωτα της πενηνταπεντάχρονης αυτοκράτειρας. Λέγεται μάλιστα ότι το ζεύγος των εραστών, για να επιταχύνει την αλλαγή φρουράς, δηλητηρίαζε τον μέχρι τότε σύζυγο της Ζωής και αυτοκράτορα, τον Ρωμανό Γ΄ Αργυρό, και στο τέλος τον έπνιξε στα λουτρά του ανακτόρου. Παρόλες αυτές τις επιβαρυντικές περιστάσεις, ο Μιχαήλ αποδείχθηκε ικανότατος μονάρχης που αν δεν τον σταματούσε η ασθενική φύση του (ήταν επιληπτικός κι έπασχε από υδρωπικία) ίσως κατόρθωνε να αντιμετωπίσει επιτυχώς όλους τους εξωτερικούς κινδύνους που απειλούσαν την αυτοκρατορία.

Ο Χάραλντ (και προφανώς και οι άνδρες του) στρατολογείται φυσικά στο Τάγμα Βαράγγων, την αυτοκρατορική φρουρά που αποτελούν Σκανδιναβοί μισθοφόροι, και πολύ γρήγορα διορίζεται διοικητής της. Η ταχύτατη άνοδος του Χάραλντ/ Αράλτη εξηγείται όχι μόνο από τη φήμη του ως ικανού στρατιωτικού, αλλά και από την ντε φάκτο ισχύ που του προσέδιδε το γεγονός ότι ηγείτο του προσωπικού στρατιωτικού του σώματος, από τη βασιλική καταγωγή του και τις στενές σχέσεις του με την αυλή του Κιέβου, δηλαδή μιας συμμάχου του Βυζαντίου. Ως διοικητής του Τάγματος Βαράγγων, ο Χάραλντ θα συμμετάσχει σε όλες σχεδόν τις εκστρατείες που διοργανώθηκαν στα χρόνια βασιλείας του Παφλαγόνα. Θα πολεμήσει στη Μικρά Ασία, στη Βουλγαρία – όπου θα καταστείλει μια ιδιαίτερα επικίνδυνη εξέγερση, όπως αναφέρει και το «Στρατηγικόν» – , πιθανώς στη Βόρεια Συρία (γεγονός που θα του δώσει την ευκαιρία να επισκεφτεί για προσκύνημα τους Άγιους Τόπους και την Ιερουσαλήμ ειδικότερα), ίσως στη Βόρεια Αφρική. Το σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μας, γεγονός είναι η συμμετοχή του στη μεγάλη εκστρατεία του στρατηγού Γεώργιου Μανιάκη με σκοπό την ανάκτηση της Σικελίας την οποία κατέχουν οι Άραβες (1038).  Ο Χάραλντ θα πολεμήσει μαζί με Βυζαντινούς, Νορμανδούς και Λομβαρδούς και θα διακριθεί στο πλαίσιο μιας εκστρατείας που σχεδόν ξανάδωσε στο Βυζάντιο την κυριαρχία στη Σικελία. Το 1040 η στρατηγική ιδιοφυία του Μανιάκη και η γενναιότητα των πολεμιστών του Χάραλντ έχουν σχεδόν καταβάλει τη μουσουλμανική αντίσταση: οι Βυζαντινοί  έχουν καταλάβει τις Συρακούσες κι ελέγχουν τα δύο τρίτα του νησιού. Κάπου εκεί, όμως, το χρήμα σταμάτησε να ρέει κι άρχισε η μουρμούρα από τους Νορμανδούς και Ιταλούς μισθοφόρους. Ο Μανιάκης ανακλήθηκε, θύμα συκοφαντιών. Και η εκστρατεία τερματίσθηκε άδοξα. Τόσο άδοξα, που κατέληξε σε μια γενικευμένη εξέγερση στην Απουλία, ενώ από τις σικελικές κτήσεις απέμεινε στους Βυζαντινούς μόνο το προγεφύρωμα της Μεσσήνης. Ο Χάραλντ συνέβαλε στην καταστολή της εξέγερσης στην Απουλία κι επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη (βλ. και Blöndal, όπ.π., σελ. 67 επ.).

Σε αντίθεση με τη λιτή και κατά τα φαινόμενα ιστορικά ακριβή διήγηση του «Στρατηγικού«, η Σάγκα που συνέγραψε για τον Χάραλντ ο Στούρλουσον περιλαμβάνει την αφήγηση αμέτρητων τεχνασμάτων και στρατηγημάτων που φέρεται να χρησιμοποίησε ο ήρωας προκειμένου να πετύχει τους στρατηγικούς στόχους του. Πολλά από αυτά παρατίθενται στην ελληνική έκδοση της Βίκι (λήμμα για τον Χάραλντ Γ΄ της Νορβηγίας). Στην πραγματικότητα, οι ιστορίες αυτές αποτελούν τόπους της σκανδιναβικής λογοτεχνίας, έχουν μόνο σκοπό να ενισχύσουν τη φήμη του ανίκητου και πανέξυπνου ήρωα και δεν ανταποκρίνονται στην ιστορική αλήθεια (βλ. R. Boyer «Les Vikings…», λήμμα «Haraldr l’ Impitoyable…», σελ. 520 επ., ειδ. σελ. 522-523). Σε μια από αυτές τις διηγήσεις (Σνόρρι Στούρλουσον «Η Σάγκα του Βασιλιά Χάραλντ«. κεφ. 10), ο Χάραλντ καθώς δεν κατορθώνει να καταλάβει την πόλη που πολιορκεί προσποιείται τον βαριά άρρωστο. Λίγες μέρες μετά οι άνδρες του ανακοινώνουν στους άρχοντες της πολιορκούμενης πόλης ότι ο αρχηγός τους πέθανε με τελευταία επιθυμία να ταφεί χριστιανικά εντός των τειχών της πόλης. Το αίτημα γίνεται δεκτό. Όταν οι άνδρες του αγήματος που συνοδεύει το φέρετρο του Χάραλντ μπαίνουν στην πόλη, ανοίγουν τις πύλες της ώστε να μπουν όλοι οι συμπολεμιστές τους και η ιστορία τελειώνει με μια ωραία πυρπόληση και ένα ακόμη ωραιότερο (για τους Σκανδιναβούς) πλιάτσικο. Ο μύθος του τεχνάσματος αυτού αποτελεί πολλάκις επαναλαμβανόμενη διήγηση της επικής σκανδιναβικής λογοτεχνίας που χρησιμοποιείται προς επίρρωση του πολυμήχανου πνεύματος των Βίκινγκ πολεμιστών. Θαρρώ πως το τέχνασμα αυτό το διηγείται και ο Μπόρχες σε κάποια από τις σύντομες ιστορίες του, αποδίδοντάς το σε ανώνυμο Βίκινγκ  πολέμαρχο κι όχι στον Χάραλντ. Ο Στούρλουσον μεταφέρει ακόμη τον θρύλο (που δεν αποκλείεται πάντως να είχε κυκλοφορήσει ως κουτσομπολιό και στην αυλή της Βασιλεύουσας) ότι ο Χάραλντ είχε γοητεύσει την αυτοκράτειρα Ζωή, η οποία των ερωτεύτηκε. Δεν παραθέτουμε άλλες λεπτομέρειες αυτής της φήμης, μια και δεν την ενισχύει κανένα απολύτως ιστορικό στοιχείο (βλ. Gwynn Jones «A History of the Vikings«, Oxford University Press, 1968).   

Τα τελευταία χρόνια του Χάραλντ στην αυλή της Κωνσταντινούπολης: Το 1041 πεθαίνει ο Μιχαήλ ο Παφλαγών, αφού πρώτα, ύστερα από παρότρυνση του Ορφανοτρόφου, έχει υιοθετήσει μαζί με τη Ζωή και ορίσει ως διάδοχο τον συνονόματο ανηψιό του. Όχι ιδιαίτερα προικισμένος, ο Μιχαήλ Ε΄ Καλαφάτης αποδεικνύεται εξαιρετικά αδέξιος: προσπαθώντας να βασιλέψει μόνος, ο Μιχαήλ έρχεται σε σύγκρουση με αυτούς που του χάρισαν τη βασιλεία (τη Ζωή και τον Ορφανοτρόφο), την ίδια ώρα που ο λαός τον θεωρεί απλώς σφετεριστή. Το αποτέλεσμα είναι η εκδήλωση πραξικοπήματος, μόλις τέσσερις μήνες μετά την ενθρόνιση του Καλαφάτη, ο οποίος όχι μόνο χάνει τον θρόνο, αλλά τυφλώνεται (φυσικά) και ευνουχίζεται (Απρίλιος 1042). Φαίνεται ότι η φρουρά των Βαράγγων και ο Χάραλντ προσωπικά έπαιξαν οπωσδήποτε κάποιο ρόλο στην ανατροπή του Καλαφάτη. Προσωρινά συμβασιλεύουν η Ζωή με την αδελφή της, τη Θεοδώρα. Δυό μήνες μετά, η Θεοδώρα επιστρέφει στην αγαπημένη της μοναστική ζωή, καθώς η αδελφή της έχει επιλέξει τον νέο σύζυγό της και αυτοκράτορα, τον αριστοκράτη Κωνσταντίνο Μονομάχο (ο οποίος θα βασιλέψει μέχρι τον θάνατό του το 1055). 

Όπως αναφέρει το «Στρατηγικόν«, ο Χάραλντ εξεδήλωσε την επιθυμία να επιστρέψει στην πατρίδα του, πλην όμως δεν του δόθηκε η άδεια να εγκαταλείψει τη Βασιλεύουσα. Για ποιό λόγο άραγε; Η πιο ανώδυνη εξήγηση είναι να υποθέσουμε ότι ο Κωνσταντίνος δεν ήθελε να χάσει έναν τόσο ικανό στρατηγό. Όσο και αν κάτι τέτοιο δεν μπορεί να αποκλεισθεί, άλλες εξηγήσεις είναι πθανότερες. Ίσως ο Μονομάχος να πίστευε ότι ο Νορβηγός δεν ήταν και τόσο πιστός, ότι είχε αναμιχθεί στη συνωμοσία του παλιού συμπολεμιστή του Γεώργιου Μανιάκη. Θυμίζουμε  ότι προς το τέλος της βασιλείας του Παφλαγόνα, ο Μανιάκης ανακλήθηκε κατασυκοφαντημένος στην Κωνσταντινούπολη. Έπειτα, ο Καλαφάτης τον ξαναέστειλε στην Κάτω Ιταλία. Όταν αυτοκράτορας ήταν ο Μονομάχος, ο Μανιάκης στασίασε εναντίον του καθώς έκρινε ότι η Σικελία χανόταν για το Βυζάντιο εξαιτίας της ολιγωρίας και της απροθυμίας της Βασιλεύουσας να του παράσχει τα αναγκαία μέσα για να φέρει σε πέρας τη σικελική εκστρατεία του. Η στάση τερματίσθηκε με τον ξαφνικό θάνατο του Μανιάκη. Πάντως, η πιθανότερη εξήγηση για την εχθρική στάση του Μονομάχου προς τον Χάραλντ μπορεί να έχει σχέση με οικονομικές διαφορές. Η ίδια η σάγκα του Στούρλουσον μαρτυρά ότι ο Χάραλντ επιδίωκε με ιδιαίτερο ζήλο τη συγκέντρωση πλούτου: η περιουσία που συγκέντρωσε τόσο από τις αυτοκρατορικές αμοιβές όσο και από τις λεηλασίες λέγεται ότι, για να εξασφαλισθεί από κάθε κίνδυνο, είχε σταλεί στο Κίεβο και στο Νόβγκοροντ. Φαίνεται ότι είχε ανακύψει μια σημαντική οικονομική διαφορά μεταξύ του Χάραλντ και του θρόνου του Βυζαντίου: ο Νορβηγός κατηγορήθηκε ότι δεν είχε αποδώσει στον θρόνο όσα όφειλε ως μερίδιο λεηλασιών (Σνόρρι Στούρλουσον «Η Σάγκα του Βασιλιά Χάραλντ«. κεφ. 90, Blöndal, όπ.π., σελ. 77-78). Σε κάθε περίπτωση, ο Χάραλντ κατάφερε να φύγει κρυφά από την Κωνσταντινούπολη και ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο (Ουκρανία, Ρωσία, Βαλτική) επέστρεψε στη Νορβηγία μαζί με τη σύζυγό του, την Ελισσάβετ του Κιέβου.

Ο Χάραλντ βασιλιάς της Νορβηγίας: Πίσω στη Νορβηγία, ο Χάραλντ βρίσκει βασιλιά τον ανηψιό του, τον Μάγκνους τον Καλό. Σύμφωνα με την παράδοση, έρχονται σε συνεννόηση και αποφασίζουν να συμβασιλέψουν (1045). Ένα χρόνο μετά, ο Μάγκνους πεθαίνει υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες και ο Χάραλντ βασιλεύει πλέον μόνος. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, αποδεικνύει τις διοικητικές ικανότητές του. Οργανώνει την Εκκλησία της Νορβηγίας και χτίζει πολυάριθμους χριστιανικούς ναούς. Ιδρύει το Όσλο, το οποίο προορίζει για πρωτεύουσα του βασιλείου του αντί του Νίνταρος (του σημερινού Τρόντχαϊμ). Επιχειρεί να τερματίσει με στρατιωτικά μέσα την προαιώνια διαμάχη με τον βασιλικό οίκο της Δανίας. Πολεμά κατά του Δανού βασιλιά Σβεν Έστριντσεν. Στο πλαίσιο της σύγκρουσης αυτής πυρπολεί και καταστρέφει (1049) το δανικό λιμάνι του Χέντεμπυ (σήμερα ανήκει στο γερμανικό ομόσπονδο κράτους του Σλέσβιχ-Χολστάιν), το οποίο για περισσότερους από τρεις αιώνες ήταν ίσως το σημαντικότερο εμπορικό κέντρο των Βίκινγκς. Έπειτα, ενώ έφτανε σε ηλικία πενήντα ετών, μπλέχτηκε στην περιπέτεια που έμελλε να είναι η τελευταία της ζωής του.   

Επίδοξος μονάρχης της Αγγλίας: Εδώ και αιώνες, η Αγγλία αποτελεί παραδοσιακό πεδίο δράσης των Σκανδιναβών, οι οποίοι, ήδη από τον 9ο αιώνα, έχουν εγκατασταθεί μαζικά και ελέγχουν μια μεγάλη περιοχή στα βορειοανατολικά, γύρω από τη Υόρκη (Γιάρβικ), η οποία θα μείνει στην Ιστορία με το όνομα Danelaw. Επιπλέον, χάρη και σε διάφορους δυναστικούς γάμους, επεμβαίνουν συχνά στο νησί και ενίοτε βασιλεύουν σ’ αυτό. Τον Ιανουάριο του 1066 πεθαίνει άκληρος ο μονάρχης της Αγγλίας Εδουάρδος. Με τον θάνατό του ξεσπά μεγάλη δυναστική κρίση. Την εξουσία τη σφετερίζεται ο γαμπρός (;) του Εδουάρδου, ο Αγγλοσάξονας ευγενής Χάρολντ Γκόντγουινσον, άρχοντας του Γουέσσεξ. Ο ίδιος ο Εδουάρδος, όμως, μισός Νορμανδός καθώς ήταν (από τη μητέρα του την Έμμα), φαίνεται ότι είχε υποσχεθεί τον θρόνο στον Δούκα της Νορμανδίας, τον Γουλιέλμο τον Νόθο  (που θα μείνει στην Ιστορία ως ο Κατακτητής). Παρακινημένος από τον Τόστιγκ, άρχοντα του Γουέσσεξ και αδελφό του Χάρολντ με τον οποίο έχει συγκρουσθεί, ο Χάραλντ Σίγκουρντσσον θα προβάλει αίτημα διεκδίκησης του αγγλικού θρόνου. Προς νομιμοποίηση της διεκδίκησής του, ο ήρωάς μας επικαλείται τη συμφωνία που είχαν συνάψει ο ανηψιός του Μάγκνους με τον Δανό βασιλιά Κνουτ Β΄ τον Τολμηρό. Ο Κνουτ ήταν ετεροθαλής αδελφός του Εδουάρδου της Αγγλίας, τον οποίο είχε εκδιώξει από τον αγγλικό θρόνο κατά το διάστημα 1040-1042. Τότε φέρεται να είχε συμφωνήσει με τον Μάγκνους ότι αν πέθαινε άκληρος η βασιλεία της Αγγλίας θα περιερχόταν στον νόμιμο Νορβηγό μονάρχη.

Τυφλωμένος από τις συμβουλές του Τόστιγκ, ο Χάραλντ πιστεύει ότι έφτασε η ώρα να γίνει ο μεγαλύτερος μονάρχης του ευρωπαϊκού Βορρά. Αποβιβάζεται με τον στρατό του στο Γιόρκσιρ (όπου πιστεύει ότι θα τον υποστηρίξει ο σκανδιναβικός πληθυσμός), την ίδια ώρα που ο Γουλιέλμος και οι Νορμανδοί του αποβιβάζονται στα νότια. Εκεί, όμως, τον περιμένει ο Χάρολντ. Τα όσα συνέβησαν πριν τη μάχη που δόθηκε στο Στάμφορντ Μπριτζ, κοντά στην Υόρκη, στις 25 Σεπτεμβρίου 1066, τα περιγράφει γλαφυρά ο Μπόρχες:

«Είκοσι καβαλάρηδες πλησίασαν τις γραμμές του εισβολέα. Άνθρωποι και άλογα ήταν σιδηρόφρακτοι. Ένας καβαλάρης φώναξε:
-Είναι εδώ ο κόντες Τόστιγκ;
-Εδώ είμαι, δεν το αρνούμαι, είπε ο κόντες.
-Αν στ’αλήθεια είσαι ο Τόστιγκ, είπε ο καβαλάρης, έρχομαι να σου πω ότι ο αδελφός σου προσφέρει την συγχωρεσή του και το ένα τρίτο από το βασίλειο.
-Αν δεχτώ, είπε ο Τόστιγκ, τι θα δώσει στον βασιλιά Χάραλντ Ζιγκούρνταρσον;
-Δεν τον ξέχασε ο αφέντης μου, αποκρίθηκε ο καβαλάρης. Θα του δώσει έξι πόδια γης εγγλέζικης, και αφού είναι και θεόψηλος, ένα παραπάνω.
-Ε τότε, είπε ο Τόστιγκ, πες στον βασιλιά πως θα χτυπηθούμε μέχρι τον θάνατο.
Οι καβαλάρηδες έφυγαν. Σκεφτικός ο Χάραλντ Ζιγκούρνταρσον, ρώτησε
-Ποιός ήταν αυτός ο καβαλάρης που μίλησε τόσο όμορφα;
-Ήταν ο Χάρολντ, ο γιος του Γκόντουιν.
Σε άλλα κεφάλαια πιο κάτω είναι γραμμένο πως, πριν πέσει ακόμα ο ήλιος αυτής της ημέρας, ο νορβηγικός στρατός είχε ηττηθεί. Ο Χάραλντ Ζιγκούρνταρσον χάθηκε στην μάχη, το ίδιο και ο κόντες». (Χόρχε Λ. Μπόρχες «Η Σεμνότητα της Ιστορίας», μετάφραση Αχ. Κυριακίδης).

Είναι βέβαιο ότι οι Αγγλοσάξονες του Χάρολντ υπερτερούσαν κατά πολύ σε αριθμό των Σκανδιναβών του Χάραλντ. Σύμφωνα με τη διήγηση του Στούρλουσον («Η Σάγκα του Βασιλιά Χάραλντ«. κεφ. 92), το Αγγλικό ιππικό επιτέθηκε, αλλά αποκρούστηκε. Ακολούθησαν συγκρούσεις μεταξύ του πεζικού των δύο παρατάξεων: οι Νορβηγοί αντιστάθηκαν, αλλά επιχείρησαν να καταδιώξουν τις αγγλικές δυνάμεις. Χάνοντας την αμυντική διάταξή τους, έγιναν εύκολη λεία των εχθρών τους και συνετρίβησαν. Ο Χάραλντ πολέμησε γενναία μέχρι που ένα βέλος τον πέτυχε στον λαιμό και τον σκότωσε. Η διήγηση αυτή ίσως να μην είναι και τόσο αξιόπιστη, μια και ο Στούρλουσον υποπίπτει σε σύγχυση μεταξύ της Μάχης του Στάμφορντ Μπριτζ και της Μάχης του Χάστινγκς, όπου οι δυνάμεις του Χάρολντ ηττήθηκαν επιχειρώντας να καταδιώξουν τους Νορμανδούς (βλ. R. Boyer «Les Vikings…», λήμμα «Batailles – La Bataille de Stamford Bridge«, σελ. 341-342). Σύμφωνα με το  Αγγλοσαξονικό Χρονικό, η μάχη εξελίχθηκε διαφορετικά: οι Νορβηγοί αιφνιδιάστηκαν από την παρουσία των δυνάμεων του Χάρολντ και επιχείρησαν ανεπιτυχώς να κρατήσουν τη γέφυρα του Στάμφορντ. Μετά από αυτό, οι Άγγλοι κατέπεσαν στους Σκανδιναβούς και τους κατέσφαξαν. Ό,τι κι αν συνέβη στην πραγματικότητα, εκείνη η φθινοπωρινή μέρα ήταν η τελευταία της περιπέτειας του Χάραλντ Σίγκουρντσσον. Ακόμη κι έτσι, ο Χάραλντ καθόρισε το μέλλον της Αγγλίας: οι απώλειες που κατάφερε στις δυνάμεις του Χάρολντ αποδείχθηκαν μοιραίες λίγες μέρες μετά, όταν οι Άγγλοι αναμετρήθηκαν στο Χάστινγκς με το στρατό του Δούκα της Νορμανδίας. Η Αγγλία ήταν μοιραίο να καταλήξει σε απογόνους Σκανδιναβών. 

Επίλογος: Μέλος της βασιλικής οικογένειας της Νορβηγίας, νεαρός πολεμιστής στη σκανδιναβοκρατούμενη Ρωσία και Ουκρανία, στρατιωτικός διοικητής στην υπηρεσία του Βυζαντίου που πολεμά από τη Σικελία ως τη Μικρά Ασία, βασιλιάς της πατρίδας του και, στο δειλινό της ζωής του επίδοξος μονάρχης της Αγγλίας, ο Χάραλντ Σίγκουρντσσον αποτελεί την επιτομή του Βίκινγκ πολέμαρχου. Η μυθιστορηματική ζωή του αποδεικνύει ότι οι Σκανδιναβοί, όχι μόνο με τις κατακτήσεις, αλλά και με το εμπόριο και τη διπλωματία, είχαν φτιάξει τη δικιά τους οικουμένη, την οποία διέτρεχαν με άνεση όχι μόνον οι ευγενείς, αλλά και οι κοινοί θνητοί. Πάμπολλες είναι οι επιγραφές με ρουνικούς χαρακτήρες (ο R. Boyer «Les Vikings…», λήμμα «Runes et inscriptions runiques«, σελ. 745, αναφέρει έξι παραδείγματα, η Βίκι κάνει λόγο για 30 ρουνικές επιγραφές), οι οποίες εξιστορούν τα κατορθώματα Σκανδιναβών που έδρασαν και καμιά φορά πέθαναν στο Βυζάντιο, στη χώρα που αποκαλούσαν Ελλάδα (Grikkland, όρος που δεν περιορίζεται στη μητροπολιτική Ελλάδα, αλλά δηλώνει το ελληνόφωνο τμήμα της αυτοκρατορίας). Ας κλείσουμε με το εξής περιστατικό: το 1687 και μετά τον ενετοτουρκικό πόλεμο, ο Ενετός Δόγης Φραντσέσκο Μοροζίνι έφερε ως λάφυρα στην πατρίδα του δύο αρχαιοελληνικά γλυπτά λεόντων από την Αττική, τα οποία τοποθετήθηκαν στην είσοδο του ναύσταθμου της Βενετίας. Το ένα από αυτά, ο Λέων του Πειραιώς, φέρει επιγραφές με ρουνικούς χαρακτήρες, που σκάλισαν Βαράγγοι μισθοφόροι που βρίσκονταν στην υπηρεσία του Βυζαντίου, λίγο μετά από τον Χάραλντ. Οι Σκανδιναβοί (που θέλησαν με τις επιγραφές να τιμήσουν τη μνήμη νεκρών συντρόφων τους) βρέθηκαν στην Αττική για να καταστείλουν μια τοπική εξέγερση, που φαίνεται πως προκλήθηκε λόγω της αβάσταχτης φορολογίας που είχε επιβάλει η κεντρική αυτοκρατορική διοίκηση.

ΥΓ: Η συγγραφή της παρούσας ανάρτησης δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την ανεκτίμητη βοήθεια των εκλεκτών φίλων Νίκου Σαραντάκου και Χρήστου Μακρυπούλια, οι οποίοι όχι μόνο μου έστειλαν σε χρόνο μηδέν τις δύο εκδόσεις του πρωτότυπου κειμένου του «Στρατηγικού» του Κεκαυμένου, αλλά μου προσέφεραν και κάθε αναγκαίο στοιχείο και διευκρίνιση για το συγκεκριμένο σύγγραμμα. Τους είμαι ευγνώμων. Επίσης, με το άρθρο αυτό εκπληρώνεται και η υπόσχεσή μου να ικανοποιήσω τη σχετική παραγγελία του φίλου αναγνώστη Μάριου Μπλέτα για ένα αφιέρωμα στον Χάραλντ. Αμφιβάλλω βέβαια για το αν του προσέφερα κάτι νέο, εκτός από μια αδέξια διήγηση γεγονότων που γνωρίζει καλύτερα από μένα. Πάντως, προσπάθησα.                 

Ένας Νορμανδός τυχοδιώκτης στο Βυζάντιο

Μαρτίου 22, 2010

 Από τη διήγηση αυτή δεν πρέπει να περιμένετε βαθυστόχαστες αναλύσεις. Δεν έχει αναφορές σε κοινωνίες διαπολιτισμικές, σε πόλεις λαμπρές και πλούσιες, όπου ζουν διάφορες εθνότητες που εκτός από εμπορεύματα ανταλλάσσουν και τη σοφία των πολιτισμών τους. Ούτε υπάρχει και κάποια προσωπικότητα που με τη δράση της διαμόρφωσε την Ιστορία κρατών και λαών ή άλλαξε τον τρόπο σκέψης και ζωής των ανθρώπων. Ο ήρωάς μας είναι ένας απλός τυχοδιώκτης και τίποτε άλλο. Δεν γνωρίζουμε πού και πότε γεννήθηκε, από πού καταγόταν και ποιός στ’ αλήθεια ήταν. Ξέρουμε μόνο πως απίστευτες συγκυρίες μαζί με τις αδιαμφιβήτητες ικανότητές του ως πολεμιστή τον έφεραν στο προσκήνιο της Ιστορίας και του έδωσαν την ευκαιρία να κυνηγήσει όνειρα που μοιραία αποδείχτηκαν χίμαιρες. Ίσως και να πρόβαρε τα πορφυρά αυτοκρατορικά ενδύματα, μα η πρόβα ήταν ανεπιτυχής. Οι πράξεις του δεν καθόρισαν το μέλλον του χώρου δράσης του. Κάθε αναφορά στο όνομά του θα μπορούσε να παραλειφθεί δίχως να αλλάξει κάτι ουσιαστικό στην κατανόηση της ιστορίας της εποχής του. Κι ούτε γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποιό ακριβώς ήταν το τέλος του. Όπως έγραψε εύστοχα ο ποιητής  για κάποιον που έζησε δώδεκα αιώνες νωρίτερα από τον ήρωά μας κι ήταν μάλλον λιγότερο προικισμένος κι ικανός από αυτόν:

«Το τέλος του κάπου θα γράφηκε κ’ εχάθη·
ή ίσως η ιστορία να το πέρασε,
και, με το δίκιο της, τέτοιο ασήμαντο
πράγμα δεν καταδέχθηκε να το σημειώσει.»

Ακόμη κι έτσι, πάντα έχουν ενδιαφέρουν οι ιστορίες των ωραίων αποτυχημένων που πάσχισαν να πραγματοποιήσουν άπιαστα όνειρα. Η περιπέτεια του Ρουσσέλ του Μπαγιέλ, μια κι αυτό είναι το όνομα του ήρωά μας, έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας τέτοιας ιστορίας.

Ο Ρουσσέλ (ή Ροσκελίνος) πρέπει να γεννήθηκε γύρω στα 1040. Δεν είμαστε βέβαιοι για το πού ακριβώς, καθώς υπάρχουν τουλάχιστον τρία μέρη στη Γαλλία με το τοπωνύμιο Μπαγιέλ: τα δύο από αυτά βρίσκονταν στο Δουκάτο της Νορμανδίας (στους σημερινούς γαλλικούς νομούς του Ορν και του Ερ αντίστοιχα). Ίσως, όμως, να μην ήταν καν Νορμανδός: το τρίτο Μπαγιέλ βρίσκεται στην Πικαρδία, στον νομό του Σομμ. Πριν τρέξουμε να διορθώσουμε τον τίτλο, ας πούμε ότι υπέρ της νορμανδικής καταγωγής συνηγορούν οι όποιες αναφορές στις πηγές, οι στατιστικές πιθανότητες κι ο τυχοδιωκτικός χαρακτήρας του.

Υποθέσεις μόνο μπορούμε να κάνουμε και όσον αφορά τους λόγους που οδήγησαν τον Ρουσσέλ να εγκαταλείψει την πατρίδα του. Μπορεί να διέπραξε κάποιο φόνο ή να μπλέχτηκε σε βεντέτα και να τιμωρήθηκε με την ποινή της εξορίας. Ή, ίσως, αποφάσισε να ξενιτευτεί για τους γνωστούς λόγους που παρακίνησαν τόσους Νορμανδούς να αναζητήσουν την τύχη τους μακριά από το δουκάτο. Η αναζήτηση δόξας, πλούτου και εξουσίας πρέπει να αποτέλεσε το κίνητρο για να βρεθεί ο Ρουσσέλ του Μπαγιέλ στον ιταλικό Νότο. Όπως είδαμε στα δύο πρώτα επεισόδια της διήγησής μας για την εποποιία των Νορμανδών στην Κάτω Ιταλία βρισκόμαστε στην περίοδο που οι δύο αδελφοί Ωτβίλλ, ο Ροβέρτος Γισκάρδος και ο Ρογήρος (μετέπειτα κόμης της Σικελίας), επεκτείνουν και εδραιώνουν τη νορμανδική κυριαρχία στα ιταλικά εδάφη. Η πρώτη χρονικά ιστορική αναφορά στον Ρουσσέλ του Μπαγιέλ τον βρίσκει στην υπηρεσία του «Μεγάλου Κόμη» Ρογήρου. Ο Ρουσσέλ συμμετέχει στην επιχείρηση κατάκτησης της Σικελίας και έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στη μάχη του Τσέραμι (1063) που θα καταλήξει σε θριαμβευτική επικράτηση των Νορμανδών του Ρογήρου επί των μουσουλμάνων. Δεν θα στεριώσει πάντως στη Σικελία ή στη Νότια Ιταλία: δεν θα παραμείνει καν για αρκετό χρόνο για να συμμετάσχει στην ολοκλήρωση της κατάκτησης της Σικελίας από τους Νορμανδούς (1071). Ίσως να μην έμεινε ικανοποιημένος από το φέουδο που θα του πρότειναν οι Ωτβίλλ, μπορεί και να παρεξηγήθηκε μαζί τους. Ακόμη πιθανότερο είναι να επιθυμούσε απλώς να αποδείξει τις ικανότητές του σαν αρχηγός και να αναζητούσε νέες προκλήσεις και διαφορετικά πεδία μαχών. Για τους σκοπούς αυτούς συγκέντρωσε ένα μισθοφορικό στράτευμα που το αποτελούσαν Νορμανδοί και Γάλλοι και επικεφαλής του βρέθηκε στο Βυζάντιο.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1060 ξαναβρίσκουμε τον Ρουσσέλ στην υπηρεσία του βυζαντινού αυτοκράτορα Ρωμανού Δ΄ Διογένη. Διοικεί ένα μεγάλο μισθοφορικό σώμα, στις τάξεις του οποίου συναντάμε όχι μόνο τους Νορμανδούς και τους Γάλλους που έφερε μαζί του ο Νορμανδός τυχοδιώκτης, αλλά και Βαράγγους, Αγγλοσάξονες (που εγκατέλειψαν τη χώρα τους μετά το Χάστινγκες και την κατάκτησή της από τους Νορμανδούς του Γουλιέλμου) και Αγγλοσκανδιναβούς από την περιοχή της Υόρκης. Ο Ρουσσέλ συμμετείχε στην εκστρατεία του Ρωμανού που κατέληξε στη συντριβή του Μαντζικέρτ στα τέλη Αυγούστου του 1071. Γνωρίζουμε ότι του είχε ανατεθεί μια αποστολή αναγνώρισης του εδάφους στην περιοχή νοτιοδυτικά της λίμνης Βαν. Δεν ξέρουμε αν βρέθηκε στο Μαντζικέρτ, αλλά είμαστε βέβαιοι ότι δεν πολέμησε. Πολλοί συμπεραίνουν ότι ο Νορμανδός ιππότης πρόδωσε τον αυτοκράτορά του: είτε ήρθε απευθείας σε συνεννόηση με τους Σελτζούκους Τούρκους του Αλπ Αρσλάν είτε (το πιθανότερο) συμμάχησε με τους Βυζαντινούς ευγενείς που πρόδωσαν τον αυτοκράτορα επιδιώκοντας την πτώση του. Από όσα γνωρίζουμε, άλλωστε, τα στρατεύματα του Ρουσσέλ πρέπει να βρίσκονταν κοντά σ’ αυτά του Ιωσήφ Ταρχανιώτη, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ποτέ στο πεδίο της μάχης για να βοηθήσει τον κακότυχο Ρωμανό. Υπάρχει, τέλος, μια πιθανότητα ο Ρουσσέλ να περίμενε απλά την έκβαση της μάχης και των εσωτερικών συγκρούσεων στο βυζαντινό στρατόπεδο προκειμένου να καθορίσει τη στάση του. Ο ήρωάς μας επέστρεψε στη Βασιλεύουσα και έθεσε εαυτόν στην υπηρεσία του νέου αυτοκράτορα, του Μιχαήλ Ζ΄ Δούκα που έμεινε στην Ιστορία ως Παραπινάκης (=μείον ένα τέταρτο) λόγω των νομισματικών υποτιμήσεων στις οποίες προέβη.

Η επόμενη αποστολή που ανατέθηκε στον Ρουσσέλ του Μπαγιέλ ήταν να συνοδέψει τον στρατηγό Ισαάκιο Κομνηνό σε μια προσπάθεια ανάκτησης των εδαφών της Ανατολίας που κατείχαν πλέον οι Τούρκοι. Όταν τα βυζαντινά στρατεύματα έφτασαν στην Καππαδοκία, ο Νορμανδός στασίασε (1073). Έχοντας παρατηρήσει ότι επικρατούσε αναρχία στα περισσότερα εδάφη της Μικράς Ασίας, φαίνεται να αποφάσισε ότι είχε μπροστά του τη χρυσή ευκαιρία για να γίνει αληθινός ηγεμόνας. Με τους μισθοφόρους του εφορμούσε τόσο εναντίον των Τούρκων όσο και κατά των Βυζαντινών: γρήγορα κατάφερε να θέσει υπό τον έλεγχό του το μεγαλύτερο τμήμα της Μικράς Ασίας και της Ανατολίας, σχηματίζοντας μια ηγεμονία που ξεκινούσε από τη Φρυγία και έφτανε ως τη Λυκαονία. Από το Ικόνιο ως την, ας πούμε «πρωτεύουσά» του, Άγκυρα, ο Ρουσσέλ ήταν απόλυτος κυρίαρχος. Σαστισμένος ο Μιχαήλ προσπάθησε να αντιδράσει κι έστειλε τον θείο του, τον καίσαρα Ιωάννη Δούκα, για να υποτάξει τον ενοχλητικό Νορμανδό. Εννοείται ότι η επιχείρηση είχε ως κατάληξη την παταγώδη αποτυχία: οι Νορμανδοί και άλλοι μισθοφόροι συνέτριψαν τα αυτοκρατορικά στρατεύματα κοντά στον Σαγγάριο ποταμό και αιχμαλώτισαν τον Ιωάννη. Εκείνη τη στιγμή ο Ρουσσέλ θα πρέπει να πίστεψε ότι το πεπρωμένο του συμπλεκόταν στενά με το αυτοκρατορικό μεγαλείο. Δεν έφτασε βέβαια ως το σημείο να αυτοανακηρυχθεί αυτοκράτορας, ήταν όμως βέβαιος ότι μπορούσε να ορίσει το μέλλον της αυτοκρατορίας και, φυσικά, το πρόσωπο που θα καθόταν στον αυτοκρατορικό θρόνο. Μπαίνοντας απόλυτα στο πετσί του ρόλου ενός μαγιορδόμου ή ατάμπεη, ο Ρουσσέλ ανακήρυξε αυτοκράτορα τον αιχμάλωτό του, τον Ιωάννη Δούκα, και κινήθηκε κατά της Κωνσταντινούπολης. Έφτασε μέχρι το Σκουτάρι στη Βιθυνία, το οποίο και πυρπόλησε. Δεν επρόκειτο όμως να φτάσει μέχρι τη Βασιλεύουσα, τουλάχιστον όχι ως θριαμβευτής και αρχιστράτηγος. Ο Μιχαήλ απευθύνθηκε στη μόνη στρατιωτική δύναμη της περιοχής που μπορούσε να εγγυηθεί τη συντριβή του Νορμανδού, δηλαδή τους Σελτζούκους. Πολύ γρήγορα ο στρατός του Ρουσσέλ συνετρίβη στην Καππαδοκία από τον εμίρη Αρτούτς κι ο ίδιος ο στασιαστής βρέθηκε αιχμάλωτος (1074).  

Ο φίλος μας δεν έμεινε πολύ στη φυλακή. Δωροδόκησε και κατάφερε να απελευθερωθεί. Ανασυγκρότησε το στράτευμά του κι επέστρεψε δριμύτερος στο γνώριμο πεδίο δράσης του. Αυτή τη φορά διακρίθηκε σε ληστρικές επιδρομές με νέο στόχο τις ακτές του Ευξείνου Πόντου.  Ωστόσο, και η δεύτερη ηγεμονία του Ρουσσέλ αποδείχτηκε εξίσου εφήμερη με την πρώτη. Για κακή τύχη του Νορμανδού βρέθηκε στον δρόμο του ένας εξαιρετικά ικανός νεαρός στρατηγός, ο μετέπειτα αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός. Ο Αλέξιος, στον οποίο απονεμήθηκε ο τίτλος του στρατοπεδάρχη, έχει λίγα μέσα στη διάθεσήτου (μόλις χίλιους άνδρες) και είναι αναγκασμένος να περιοριστεί σε επιχειρήσεις παρενόχλησης. Συμμαχεί, επομένως, με τον Σελτζουκίδη σουλτάνο Μαλίκ Σαχ, ο οποίος έχει διαδεχτεί τον πατέρα του, τον Αλπ Αρσλάν, από το 1072. Χάρη στην τουρκική ενίσχυση ο Κομνηνός επικρατεί του Ρουσσέλ, ο οποίος αιχμαλωτίζεται (1075). Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι, στην προσπάθειά του, ο νεαρός Κομνηνός θα βρεθεί αντιμέτωπος με τους κατοίκους της Αμάσειας, οι οποίοι παραμένουν πιστοί στον Νορμανδό: όχι μόνο δυσανασχετούν γιατί είναι αναγκασμένοι να συγκεντρώσουν το χρηματικό ποσό που υποσχέθηκε ο Αλέξιος στους Τούρκους, ως αντάλλαγμα για τη βοήθειά τους, αλλά κυρίως θεωρούν ότι ο Ρουσσέλ παρέχει την πλέον αποτελεσματική στρατιωτική προστασία των ελληνικών πόλεων του Πόντου.

Η ιστορία θα επαναληφθεί: ο Ρουσσέλ θα αφήσει γρήγορα τις βυζαντινές φυλακές. Γνωρίζοντας τις στρατιωτικές ικανότητες του Νορμανδού τυχοδιώκτη, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ θα του αναθέσει την αποστολή να αντιμετωπίσει τους στασιαστές που απειλούν τον θρόνο του. Ο Ρουσσέλ θα βρεθεί δίπλα στον πρώην αντίπαλό του, τον Αλέξιο Κομνηνό, προκειμένου να καταπνίξουν την εξέγερση της οποίας ηγείται ο στρατηγός Νικηφόρος Βρυέννιος. Θα αντιμετωπίσουν σε μάχη και θα συντρίψουν τον αδελφό του τελευταίου, τον Ιωάννη Βρυέννιο (Ιανουάριος 1078). Οι εξελίξεις στην αυτοκρατορία, όμως, είναι ραγδαίες: αντιμέτωπος με έναν ακόμη στασιαστή στρατηγό, τον Νικηφόρο Βοτανειάτη, ο πανικόβλητος Μιχαήλ θα παραιτηθεί από τον θρόνο και θα βρεί καταφύγιο ως… μοναχός στη Μονή του Στουδίου (άνοιξη 1078). Ο Βοτανειάτης θα καταλάβει τον αυτοκρατορικό θρόνο. Σε αυτές τις συνθήκες σύγχυσης, ο Ρουσσέλ θα προτιμήσει να εγκαταλείψει τον Αλέξιο και να συγκροτήσει εκ νέου την ηγεμονία του. Ο νέος αυτοκράτορας και ο Αλέξιος Κομνηνός θα έρθουν ξανά σε συνεννόηση με τους Τούρκους οι οποίοι θα συντρίψουν το στράτευμα του Ρουσσέλ κοντά στη Νικομήδεια. Υποθέτουμε ότι κάπου εδώ τερματίζεται η σταδιοδρομία του, καθώς είτε πέθανε στη φυλακή είτε εκτελέσθηκε κατόπιν διαταγής του Νικηφόρου Βοτανειάτη.

Ο Ρουσσέλ του Μπαγιέλ διέθετε τον τυχοδιωκτικό χαρακτήρα, τις στρατιωτικές ικανότητες και την απίστευτη επιθυμία για δόξα και πλούτο του τυπικού Νορμανδού του δεύτερου μισού του 11ου αιώνα. Το ότι τα αποτελέσματα της δράσης του υπήρξαν πρόσκαιρα, μολονότι εντυπωσιακά, οφείλεται σε δύο, κυρίως, λόγους. Δεν διέθετε, καταρχάς, την πολιτική ιδιοφυία ενός Ροβέρτου Γισκάρδου ή ενός Ρογήρου (του πρώτου ή του δεύτερου). Έπειτα, το πεδίο που επέλεξε για  να ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες του δεν ήταν το καλύτερο δυνατό: αντί για το κενό εξουσίας της Νότιας Ιταλίας, βρέθηκε ανάμεσα σε μια υπερδύναμη (έστω και σε περίοδο βαθειάς κρίσης) και σε μια ανερχόμενη στρατιωτική δύναμη. Μεταξύ Βυζαντίου και Σελτζούκων, ο Ρουσσέλ είχε ελάχιστες πιθανότητες τελικής επικράτησης.

Τελικά, η ιστορία του Ρουσσέλ δεν είναι τόσο ασήμαντη όσο αρχικά φαίνεται και, σε κάθε περίπτωση, μας επιτρέπει να συναγάγουμε μερικά χρήσιμα συμπεράσματα για την κατάσταση του Βυζαντίου στα χρόνια της μεγάλης κρίσης που ακολούθησε το τέλος της μακεδονικής δυναστείας. Αν η κυριαρχία ενός στασιαστή σε σημαντικό τμήμα της αυτοκρατορίας και για περιορισμένο χρονικό διάστημα δεν είναι αφεαυτής ασυνήθιστη, το γεγονός ότι αυτός ο ηγεμόνας είναι Νορμανδός δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί αξιοπρόσεκτο. Ιδίως όταν, όπως μαρτυρά και η στάση των Ελλήνων της Αμάσειας που εξακολουθούν να τον υποστηρίζουν και μετά την ήττα του, φαίνεται να διέθετε και κάποιες διοικητικές ικανότητες που θα θέλαμε να γνωρίζουμε καλύτερα απ’ όσο μας επιτρέπουν οι πενιχρές πηγές μας. Αυτό που αποδεικνύεται μετά βεβαιότητας από τη σταδιοδρομία του Ρουσσέλ του Μπαγιέλ είναι το πόσο χαλαρές (για να μην πούμε σαθρές) ήταν οι διοικητικές δομές της αυτοκρατορίας στα χρόνια εκείνα. Και προφανώς πόσο μεγάλη ήταν η αδιαφορία της αριστοκρατίας της Βασιλεύουσας για τις επαρχίες της. Μιλάμε για την ίδια αριστοκρατία που δεν δίστασε να προδώσει τον Ρωμανό σε μια καθοριστικής σημασίας σύγκρουση με τον απειλητικότερο εξωτερικό εχθρό της αυτοκρατορίας και που με τη στάση της επιδείνωσε τις συνέπειες της ήττας του Μαντζικέρτ, επιτρέποντας τη μόνιμη εγκατάσταση των Σελτζούκων στην Ανατολία. Τέλος, οι περιπέτειες του Ρουσσέλ καταδεικνύουν το πόσο σύνθετες ήταν οι σχέσεις Βυζαντινών και Τούρκων κατά τη διάρκεια αυτής της ρευστής και κρίσιμης περιόδου. Όσοι πίστευαν ότι αυτές μπορούν να ερμηνευθούν με όρους απόλυτης αντιπαλότητας αντιλαμβάνονται ότι αστόχησαν στην κρίση τους.   

Η γυναίκα στον Μεσαίωνα

Μαρτίου 12, 2010

     

Αυτή η ανάρτηση ήταν προγραμματισμένο να δημοσιευθεί στις 8 Μαρτίου, ώστε να συμπέσει με την Ημέρα της Γυναίκας. Φαίνεται όμως ότι οι συγκυρίες συμμάχησαν με την άποψη που θεωρεί κενές περιεχομένου τις γιορτές και επετείους αυτού του τύπου: εκτός από τον φόρτο εργασίας, με τσάκισε και μια αναθεματισμένη ίωση, με συνέπεια το άρθρο να δημοσιεύεται με σημαντική καθυστέρηση.  Ας προχωρήσουμε όμως στο θέμα που θα μας απασχολήσει. Ο μέσος σύγχρονος άνθρωπος είναι σχεδόν πεπεισμένος ότι η θέση της γυναίκας στα χρόνια του Μεσαίωνα πρέπει να ήταν άθλια. Καταπιεσμένες από αυταρχικούς και βίαιους συζύγους, καταπιεσμένες από τους φεουδάρχες, καταπιεσμένες από την Εκκλησία που τις θεωρεί σύμβολα της αμαρτίας και του κακού, όταν δεν τις στέλνει στην πυρά για να τις κάψει σαν μάγισσες, οι γυναίκες του Μεσαίωνα φαίνεται να ζούσαν σε συνθήκες απόλυτης δυστυχίας. Επιβεβαιώνεται η αντίληψη αυτή από τα ιστορικά στοιχεία; Την απάντηση τη μαντέψατε: όχι, καθόλου! Χωρίς να ισχυριζόμαστε ότι η γυναίκα του 21ου αιώνα θα αντάλλασσε ανεπιφύλακτα τη θέση της με αυτήν της μεσαιωνικής γυναίκας, δεν υπάρχει αμφιβολία για το ότι ο Μεσαίωνας υπήρξε πολύ καλύτερος για τις γυναίκες απ’ ό,τι η Αρχαιότητα (ιδίως η ελληνική και ρωμαϊκή) ή οι αιώνες που ακολούθησαν την «εποχή της φεουδαρχίας». Ουσιαστικά, πρέπει να φτάσουμε στον 20ό αιώνα (και μάλιστα στο δεύτερο μισό του) για να διαπιστώσουμε θεαματική βελτίωση.     

Βασικός οδηγός στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε τη θέση της γυναίκας στον Μεσαίωνα είναι το σύντομο σύγγραμμα της Γαλλίδας ιστορικού Ρεζίν Περνού (1909-1998) «Pour en finir avec le Moyen Âge» (εκδ. Seuil, Παρίσι 1979), το οποίο αποτελεί γενικά μια από τις πιο σημαντικές προσπάθειες αντίκρουσης των στερεοτύπων με τα οποία οι νεότερες εποχές αμαύρωσαν την εικόνα του Μεσαίωνα. Το έκτο κεφάλαιο του βιβλίου («La femme sans âme«) είναι αφιερωμένο στη θέση της γυναίκας.     

Ι. Γυναίκες και εξουσία: «Οι γυναίκες δεν ήταν υπόδουλες και υποταγμένες στο πλαίσιο ενός κόσμου ο οποίος εμφανίζεται να κυριαρχείται από τις αντρικές αρετές ιπποτών ή ασκητικών μοναχών; Η εξουσία δεν απέκλειε τις γυναίκες από την κορυφή της κοινωνίας; Η υπόμνηση μερικών ονομάτων αρκεί για να αποδείξει το αντίθετο. Η Αλιενόρ της Ακυιτανίας, η Λευκή της Καστίλλης κι άλλες λιγότερο γνωστές διοίκησαν επικράτειες και κυβέρνησαν υπηκόους» [Sylvain Gouguenheim «Regards sur le Moyen Âge«, Tallandier, Παρίσι 2009, κεφ. 10: «Ces Femmes qui eurent le pouvoir (Xe-XIVe siècles)«, σελ. 103-111, ειδ. σελ. 103]. Πράγματι, δεν είναι λίγα τα παραδείγματα γυναικών που ασκούν τη βασιλική εξουσία όταν ο σύζυγός τους απουσιάζει ή ασθενεί ή αυτών στις οποίες έχει νομίμως ανατεθεί η αντιβασιλεία μέχρι την ενηλικίωση του γιου τους. Άλλες πάλι είναι αρκούντως δυναμικές ώστε να πάρουν την εξουσία στα χέρια τους και χωρίς να συμβαίνει κάτι από τα παραπάνω.    

Αλιενόρ: Η Αλιενόρ της Ακυιτανίας (θα μπορούσαμε να μεταγράψουμε το όνομά της ως Ελεονόρα, αλλά οι Γάλλοι και σήμερα την αποκαλούν με το οξιτανικό της όνομα «Αλιενόρ» κι όχι με τη μορφή που αυτό είχε στη langue d’ oil, δηλαδή Eléonore ή Eléanor) είναι μια από τις δυναμικότερες γυναικείες μορφές του Μεσαίωνα. Κληρονόμος του ισχυρού δουκάτου της Ακυιτανίας, παντρεύεται το 1137 (σε ηλικία 15 ετών) τον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο Ζ΄. Η νεαρή με τα πλούσια ενδιαφέροντα και το εκρηκτικό ταμπεραμέντο βρίσκει σαφώς βαρετό τον μονόχνωτο και ασκητικό σύζυγό της. Η ασυμφωνία χαρακτήρων είναι προφανής: η ρήξη στις σχέσεις των συζύγων καθίσταται οριστική κατά τη διάρκεια της Β΄ Σταυροφορίας (όταν, μεταξύ των άλλων, οι κακές γλώσσες καταλογίζουν στην Αλιενόρ και μια εξωσυζυγική περιπέτεια με τον θείο της και ηγεμόνα της Αντιόχειας, τον Ραϋμόνδο του Πουατιέ). Με την επιστροφή στη Γαλλία, η Αλιενόρ παίρνει την πρωτοβουλία και, το 1152, χωρίζει τον Λουδοβίκο (καθόσον νομικά δεν υφίστατο διαζύγιο, τυπικά επρόκειτο για ακύρωση του γάμου λόγω… μακρινής συγγένειας μεταξύ των συζύγων). Έξι μόλις εβδομάδες μετά την ακύρωση του πρώτου της γάμου παντρεύεται στο Πουατιέ τον Ερρίκο, δούκα της Νορμανδίας και κόμη του Ανζού και του Μαιν, ο οποίος θα γίνει δύο χρόνια αργότερα βασιλιάς της Αγγλίας (ως Ερρίκος Β΄). Ως κυρία της Ακυιτανίας, η Αλιενόρ θα ανατρέψει υπέρ της Αγγλίας την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των δύο βασιλείων. Ως βασίλισσα δεν θα αρκεσθεί στη διοίκηση των προσωπικών κτήσεών της και στην οικονομική διαχείριση της μεγάλης περιουσίας της, ούτε στον ρόλο της προστάτιδας των γραμμάτων και των τεχνών: από το 1160 και μετά είναι ουσιαστικά αυτή που κυβερνά την Αγγλία. Θα φτάσει μέχρι του σημείου να προτρέψει τους γιους της να στασιάσουν κατά του πατέρα τους (1173). Η κίνηση θα στοιχίσει στην Αλιενόρ σχεδόν 15 χρόνια αιχμαλωσίας. Μετά τον θάνατο του συζύγου της (1189), θα επιστρέψει στην πολιτική σκηνή υποστηρίζοντας τον γιο της Ριχάρδο, νέο βασιλιά της Αγγλίας. Μέχρι τον θάνατό της (1204) θα παραμείνει δραστήρια, αναλαμβάνοντας διπλωματικές πρωτοβουλίες και επιχειρώντας να καθορίσει σύμφωνα με τις απόψεις της τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας (για την Αλιενόρ, βλ. Régine Pernoud «Aliénor d’ Aquitaine«, Albin Michel, Παρίσι 1966/ Jean Flori «Aliénor d’ Aquitaine: la reine insoumise«, Payot, Παρίσι 2004).     

Λευκή της Καστίλλης: Εγγονή της Αλιενόρ, η Λευκή της Καστίλλης (βλ. Régine Pernoud «La Reine Blanche«, Albin Michel, Παρίσι 1972/ Gérard Sivéry «Blanche de Castille«, Fayard, Παρίσι 1994) παντρεύεται σε ηλικία 12 ετών τον διάδοχο του γαλλικού θρόνου (τον μετέπειτα Λουδοβίκο Η΄). Μετά τον θάνατο του συζύγου της (1226) θα κυβερνήσει το βασίλειο έως την ενηλικίωση του γιου της (Λουδοβίκου Θ΄). Κατά τη διάρκεια της αντιβασιλείας της θα διαπραγματευθεί (με επιτυχία) τους όρους της Συνθήκης του Μω (1229), με την οποία τερματίζεται η σύγκρουση μεταξύ Γαλλίας και κομητείας της Τουλούζης (που προκλήθηκε λόγω της υποστήριξης των αρχόντων της δεύτερης προς την αίρεση των Καθαρών). Η συνθήκη διασφαλίζει κατά τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα της Γαλλίας, απαλλάσσοντάς την ταυτόχρονα από τον κίνδυνο της συνέχισης μιας επικίνδυνης σύρραξης με απρόβλεπτες συνέπειες. Έχοντας εμπιστοσύνη στις πολιτικές ικανότητες της μητέρας του, ο Λουδοβίκος Θ΄ της αναθέτει την αντιβασιλεία κατά την αναχώρησή του για την Ζ΄ Σταυροφορία (1248). 

Και πολλές ακόμη: Τα δύο πολύ γνωστά παραδείγματα από τη γαλλική μεσαιωνική ιστορία δεν είναι φυσικά τα μόνα. Στα τέλη του 10ου αιώνα, η βυζαντινή πριγκίπισσα Θεοφανώ (ανηψιά του Ιωάννη Α΄ Τσιμισκή) παντρεύτηκε τον Γερμανό αυτοκράτορα Όθωνα Β΄. Η Θεοφανώ, που δεν ήταν ιδιαίτερα συμπαθής σε πολλούς Δυτικούς και πρωτίστως στην πεθερά της, δεν έφερε απλώς στη Δύση τις συνήθειες της βυζαντινής αυλής, καθώς και τα γράμματα και τον πολιτισμό της πατρίδας της: μετά τον θάνατο του άντρα της και ως την ενηλικίωση του γιου της (του Όθωνα Γ΄), κυβέρνησε την αυτοκρατορία. Αναφερόμενη ήδη ως «συναυτοκράτειρα» («coimperatrix») ενώ ζει ο σύζυγός της, υπογράφει αποφάσεις στα χρόνια διακυβέρνησής της φέροντας τον τίτλο «Theophanius gratia divina imperator augustus», σαν να ήταν άντρας (Gouguenheim, όπ.π., σελ. 110). Στον μακρινό βορρά, η βασίλισσα Μαργαρίτα  κατόρθωσε να ενώσει σε ένα βασίλειο, του οποίου ηγήθηκε, τη Σουηδία, τη Δανία και τη Νορβηγία (1397). Στην Ιταλία, η Ματθίλδη της Τοσκάνης (1046-1115) υπήρξε η ισχυρότερη πολιτική προσωπικότητα στην Ιταλία του καιρού της: σε δική της πρωτοβουλία οφείλεται η «συμφιλίωση» μεταξύ του πάπα Γρηγόριου Ζ΄ και του αυτοκράτορα Ερρίκου Δ΄, με την ταπείνωση του δεύτερου στην Κανόσσα (1077). Αλλά και στην ιστορία των Νορμανδών της Κάτω Ιταλίας την οποία αφηγούμαστε συναντήσαμε πολλές δυναμικές γυναικείες μορφές, από την κόμισσα Αδελαΐδα τη Μομφερρατική (σύζυγο του Ρογήρου Α΄), η οποία συνέβαλε ιδιαίτερα στη διαμόρφωση του διαπολιτισμικού χαρακτήρα του νορμανδικού κράτους, έως την Κωνσταντία των Ωτβίλλ, μητέρα του Φρειδερίκου Β΄ των Χοχενστάουφεν. Στα μέρη μας, τέλος, η πριγκίπισσα της Αχαΐας Ισαβέλλα Βιλλαρδουίνη (1263-1312, η πριγκίπισσα Ζαμπέα του Χρονικού του Μορέως και «Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ» του ομώνυμου μυθιστορήματος του Άγγελου Τερζάκη) κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλίσει την επιβίωση της φραγκικής Πελοποννήσου, παρά τους ασφυκτικούς περιορισμούς που της επέβαλλε η Συνθήκη του Βιτέρμπο (την οποία σύναψε, σε στιγμές μεγάλης πολιτικής αδυναμίας, ο πατέρας της Γουλιέλμος Β΄ Βιλλαρδουίνος με τον Κάρολο Α΄ τον Ανδεγαυικό: βάσει της συνθήκης ο ανδεγαυικός οίκος, ως επικυρίαρχος, έπρεπε να εγκρίνει τους γάμους της διαδόχου του πριγκιπάτου). 

Σύμβολα και μέσα της γυναικείας εξουσίας: Όπως διαπιστώνουμε, η άσκηση της εξουσίας από γυναίκες είναι φαινόμενο αρκετά συνηθισμένο στα χρόνια του Μεσαίωνα. Αντιθέτως, στην Αρχαιότητα και στους νεότερους χρόνους (ως τον 20ό αιώνα) έχουμε ελάχιστα παραδείγματα γυναικών με ουσιαστική εξουσία. Ενδεικτικό των μεσαιωνικών αντιλήψεων είναι και το γεγονός ότι στις γυναίκες που είναι φορείς εξουσίας (δυνητικά ή ουσιαστικά) παρέχεται τόσο η συμβολική αναγνώριση του ρόλου αυτού όσο και τα αναγκαία υλικά μέσα. Σε συμβολικό επίπεδο (και το συμβολικό στοιχείο έχει μεγάλη σημασία για τη συγκεκριμένη εποχή) παρατηρείται ότι όλες οι βασίλισσες στέφονται, όπως ακριβώς και οι βασιλείς (Pernoud, όπ.π., σελ. 85). Η τελευταία βασίλισσα της Γαλλίας που στέφθηκε ήταν, το 1610, η Μαρία των Μεδίκων (δεύτερη σύζυγος του Ερρίκου Δ΄ των Βουρβόνων). Εκτός από το στέμμα μπορούμε να αναφέρουμε την προσωπική σφραγίδα της βασίλισσας ή τα νομίσματα που φέρουν το όνομά της (περίπτωση της Ισαβέλλας της Αχαΐας). Σε επίπεδο υλικών μέσων, όλες οι βασίλισσες και οι γυναίκες της ανώτερης αριστοκρατίας έχουν την προσωπική περιουσία τους: εκτός από την περιουσία με την οποία προικίσθηκαν από τις οικογένειές τους έχουν στην κυριότητά τους και τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία τους δωρίζει ο βασιλιάς ή φεουδάρχης σύζυγός τους. Για παράδειγμα, η αυτοκράτειρα Θεοφανώ λαμβάνει από τον Όθωνα εκτάσεις από τη Θουριγγία και τη Σαξονία μέχρι τη βορειοανατολική Ιταλία (βλ. Gouguenheim, όπ.π., σελ. 104-105). 

Αν όμως οι γυναίκες μπορούν να ασκήσουν εξουσία, δεν είναι προαπαιτούμενο να έχουν και πολιτικά δικαιώματα και συμμετοχή στα κοινά;

ΙΙ. Γυναίκες και πολιτικά δικαιώματα: Όπως γνωρίζουμε, στα χρόνια της ελληνικής και ρωμαϊκής Αρχαιότητας η γυναίκα στερείται πλήρως πολιτικών δικαιωμάτων. Στους Νεότερους Χρόνους πρέπει να φτάσουμε στον 20ό αιώνα για να δοθεί στις γυναίκες δικαίωμα ψήφου. Στο Μεσαίωνα βλέπουμε τις γυναίκες να ψηφίζουν στις συνελεύσεις πόλεων και χωριών που καλύπτουν ένα ευρύ τμήμα της δυτικής Ευρώπης. Βεβαίως, στην εποχή αυτή δεν ψηφίζουν τα άτομα, αλλά οι οικογένειες, οι οποίες πράγματι εκπροσωπούνται συνήθως από τον άντρα. Όταν όμως αυτός αδυνατεί να συμμετάσχει στη διαδικασία (απουσία ή ασθένεια) ή έχει πεθάνει, τότε η οικογένεια εκπροσωπείται από τη γυναίκα. Ένα ωραίο σχετικό παράδειγμα μας δίνει η Ιστορία της φραγκικής Πελοποννήσου.    

«Το Παρλαμέντο των Γυναικών»: Το 1259 συγκρούστηκαν στην Πελαγονία (στον δρόμο από την Καστοριά προς το Μοναστήρι) ο Φράγκος ηγεμόνας της Πελοποννήσου Γουλιέλμος Βιλλαρδουίνος και ο αυτοκράτορας της Νίκαιας Μιχαήλ Παλαιολόγος. Προδομένος από τους συμμάχους του, τους δεσπότες της Ηπείρου, ο Βιλλαρδουίνος συνετρίβη και αιχμαλωτίστηκε ο ίδιος, καθώς και οι περισσότεροι από τους υποτελείς του φεουδάρχες και ιππότες. Αναγκασμένος να διαπραγματευθεί με τον Παλαιολόγο, συμφώνησε τελικά να εξαγοράσει την ελευθερία του (και την ελευθερία των υποτελών του), παραχωρώντας στους Βυζαντινούς ορισμένα στρατηγικής σημασίας κάστρα της Πελοποννήσου. Η συμφωνία αυτή έπρεπε να κυρωθεί από την αυλή του πριγκιπάτου. Έτσι, το 1260, συγκεντρώθηκαν στο Νίκλι (κοντά στην Τεγέα) οι ελάχιστοι άνδρες ευγενείς που δεν είχαν αιχμαλωτισθεί στην Πελαγονία και οι εκπρόσωποι όλων των άλλων φέουδων της Πελοποννήσου, εν προκειμένω και κατ’ ανάγκη, οι γυναίκες των αιχμαλώτων ευγενών. Για αυτό τον λόγο άλλωστε η συνέλευση έμεινε γνωστή και ως “παρλαμέντο των γυναικών”. Για την ιστορία, σημειώνουμε ότι βεβαίως οι κυρίες ενέκριναν τη συμφωνία του ηγεμόνα τους, η οποία αργότερα ενσωματώθηκε σε μια από τις συνθήκες του Νυμφαίου, κι έτσι ο Βιλλαρδουίνος και οι σύζυγοι των κυριών επέστρεψαν (έστω και με κομμένα τα φτερά) στην Πελοπόννησο.                                              

“Και μετά ταύτα εμίσσεψαν αμφότεροι οι δύο.
Από την Κόρινθο επέρασαν και ήλθαν εις το Νίκλι·
εκεί ηύρον την πριγκίπισσαν με τες κυράδες όλες
όλης της Πελοπόνεσσος, τον λέγουσιν Μορέαν,
όπου είχαν ποήσει σώρεψιν να επάρουν την βουλή τους
διά τα μαντάτα όπου ήκουσαν των τρίων κάστρων εκείνων,
όπου έδιδεν ο πρίγκηπας του βασιλέως ετότε
δια να έβγη από την φυλακήν εκείνος κι’ ο λαός του
οι άπαντες όλοι του Μωρέως, οι φλαμουριάροι όλοι
και οι καβαλλάροι μετ’ αυτούς που ήσαν εκεί στην Πόλιν.
Δια τούτο ήσαν οι αρχόντισσες εκείνων οι γυναίκες
εκεί με την πριγκήπισσαν στο κάστρο του Αμυκλίου
και εκάμνασιν το παρλαμά και επαίρναν την βουλήν τους
και ουκ είχασιν άλλους τινές άντρες εκεί μετ’ αύτες
μόνον και τον μισίρ Λινάρτ όπου ήταν λογοθέτης
και τον μισίρ Πιέρη ντε Βας τον φρόνιμον εκείνον,
όπου ήτο ο φρονιμώτερος όλου του πριγκηπάτου.
Αυτείνοι οι δύο ευρέθησαν στο παρλαμά εκείνο”.  

Το Χρονικόν του Μορέως«, στίχοι 4390-4407)  

 

ΙΙΙ. Η γυναίκα στις αγροτικές κοινωνίες – Το παράδειγμα του Μονταγιού: Τα ανωτέρω μοιάζουν πολύ ωραία, αλλά θα μπορούσε να αντιταχθεί ότι αφορούν μόνο τα ανώτατα κοινωνικά στρώματα, όπου παραδοσιακά η γυναίκα τυγχάνει καλύτερης μεταχείρισης. Ας δούμε λοιπόν τί συνέβαινε και στο πλαίσιο της οπωσδήποτε συντηρητικής αγροτικής κοινωνίας, εξετάζοντας το πολύ γνωστό παράδειγμα του μικρού οξιτανικού χωριού Μονταγιού (στα γαλλικά Πυρηναία). Ο Ιάκωβος Φουρνιέ, κληρικός εξαιρετικής μόρφωσης παρά την ταπεινή κοινωνική καταγωγή του και ο οποίος εξελέγη το 1334 πάπας με το όνομα Βενέδικτος ΙΒ΄, υπήρξε επίσκοπος της πόλης Παμιέ στη νοτιοδυτική Γαλλία από το 1317 ως το 1326. Με την ιδιότητά του αυτή προήδρευε του τοπικού δικαστηρίου της Ιεράς Εξέτασης, στα όρια της κατά τόπον αρμοδιότητας του οποίου περιλαμβανόταν περιοχές όπου επιβίωνε η αίρεση των Καθαρών (μεταξύ αυτών και το Μονταγιού). Χάρη στην οξυδέρκεια, την εργατικότητα, την προσοχή στη λεπτομέρεια και τη σχολαστική τήρηση της ποινικής δικονομίας (ως και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων θα σώπαινε… εντάξει λέμε και καμιά υπερβολή: οι δίκες της Ιεράς Εξέτασης διεξάγονταν χωρίς την παρουσία δικηγόρου του κατηγορουμένου και δεν ήταν δεκτικές εφέσεως) που χαρακτήριζαν τον Φουρνιέ γνωρίζουμε σήμερα τα πάντα για την καθημερινή ζωή στο Μονταγιού, όσον αφορά περίοδο τριάντα χρόνων. Σχηματίστηκαν 98 δικογραφίες που αφορούσαν 114 άτομα (25 από αυτά ήταν από το Μονταγιού). Από τις υποθέσεις μόνο 5 κατέληξαν στην επιβολή της θανατικής ποινής σε αιρετικούς (4 μέλη της αίρεσης των λεγόμενων «Πτωχών της Λυών» ή «Βωντουά» και ένας καθ’ υποτροπήν Καθαρός). Το αρχείο ιεροεξεταστή του Φουρνιέ (λατινικό χειρόγραφο αριθ. 4080 της βιβλιοθήκης του Βατικανού εκδόθηκε και μεταφράστηκε στα γαλλικά με επιμέλεια του Ζαν Ντυβερνουά (Τουλούζ, 1965, 3 τόμοι). Υπήρξε επίσης το βασικό υλικό για τη μνημειώδη μελέτη του Γάλλου ιστορικού Εμμανυέλ Λε Ρουά Λαντυρί με θέμα την κοινωνία του Μονταγιού («Montaillou, village occitan, de 1294 à 1324«, Gallimard, Παρίσι 1975).

Από τη μελέτη του Λαντυρί (κεφ. XII «Mariage et condition féminine«, σελ. 279 επ.) προκύπτουν τα εξής στοιχεία: πράγματι, η θέση της γυναίκας στη συντηρητική αγροτική κοινωνία του Μονταγιού είναι χειρότερη από αυτήν που διαπιστώθηκε όσον αφορά την αριστοκρατία. Υπάρχει μισογυνισμός στη νοοτροπία των χωρικών, καθώς και αρκετά παραδείγματα ενδοοικογενειακής βίας. Εντούτοις, υπάρχουν σχεδόν ισάριθμες περιπτώσεις γυναικών υποταγμένων στους συζύγους τους και γυναικών που έχουν επιβληθεί κυριολεκτικά σ’ αυτούς. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων υπάρχει ισορροπία στους ρόλους των συζύγων όσον αφορά τη διαχείριση των οικιακών και οικογενειακών θεμάτων. Η μόνη γυναίκα ευγενής που διαμένει κατά διαστήματα στο χωριό, η καστελλάνα Βεατρίκη του Πλανισσόλ (χήρα του καστελλάνου του χωριού, δηλαδή του στρατιωτικού διοικητή-εκπροσώπου του τοπικού φεουδάρχη, εν προκειμένω του κόμη της Φουά) αποδεικνύει ότι η θέση της γυναίκας των ανώτερων τάξεων είναι σαφώς καλύτερη. Η ερωτική ζωή της είναι αρκετά ελεύθερη: οι δύο σημαντικότεροι εραστές της είναι ιερωμένοι! Αν στην περίπτωση του πρώτου, μπορούμε να μιλήσουμε για αποπλάνηση της γυναίκας (ο ιερέας του χωριού Πιερ Κλεργκ είναι κλασσική μορφή Καζανόβα), σ’ αυτή του δεύτερου, ο ρόλος του «κυνηγού» ανήκει σαφώς στη Βεατρίκη (ο Βαρθολομαίος Αμιλιάκ είναι σχεδόν είκοσι χρόνια νεότερός της). Η τολμηρή καστελλάνα κατορθώνει μάλιστα να πείσει τον τελευταίο να μετοικήσουν σε εκκλησιαστική περιφέρεια όπου η συμβίωση ιερωμένου με γυναίκα είναι ανεπίσημα ανεκτή.   

IV. Η θέση της γυναίκας και το δίκαιο: Τίποτε δεν είναι περισσότερο ενδεικτικό της εκάστοτε κοινωνικής κατάστασης από το δίκαιο. Στην Αρχαία Ελλάδα, η γυναίκα ακόμη κι αν έχει κάποια περιουσία δεν έχει ικανότητα προς δικαιοπραξία (Edmond Lévy «La Grèce au Ve siècle, de Clisthène à Socrate«, συλλογή «Nouvelle Histoire de l’ Antiquité«, τ. 2, εκδ. Seuil, σελ. 135 επ., ειδ. σελ. 138/ P. Briant, P. Lévêque, P. Brulé, R. Descat, M.-M. Mactoux «Le Monde Grec aux temps classiques«,  τ. I «Le Ve siècle«, Nouvelle Clio, PUF, Παρίσι 1995, σελ. 252-253). Χαρακτηριστικός της θέσης της γυναίκας είναι ο θεσμός της επίκληρης. Η «επίκληρος» είναι η γυναίκα χωρίς αδελφούς και χωρίς αρσενικά παιδιά που κανονικά θα έπρεπε να κληρονομήσει την οικογενειακή περιουσία: δεν είναι όμως πραγματικά κληρονόμος, καθώς, όπως μαρτυρά και ο όρος, απλώς «μεταφέρει» την περιουσία. Για να μη χαθεί η περιουσία από την ευρύτερη οικογένεια, η επίκληρος είναι υποχρεωμένη να παντρευτεί τον εγγύτερο άρρενα συγγενή της (π.χ. θείο της), τούτο δε ακόμη κι αν είναι παντρεμένη, οπότε υποχρεούται πρώτα να χωρίσει τον ως τότε σύζυγό της (στη Σπάρτη, η αντίστοιχη περίπτωση της πατρούχου ρυθμίζεται πάντως κατά τρόπο που δείχνει κάποιο σεβασμό στη γυναίκα).  Στη Ρώμη το οικογενειακό δίκαιο επιβάλλει τον νόμο του pater familias, ο οποίος έχει εξουσία ζωής και θανάτου επί της συζύγου και των τέκνων του. Η εξουσία αυτή κατέχεται δια βίου, δεν σταματά λ.χ. με την ενηλικίωση των παιδιών (αυτό το στοιχείο είχε προκαλέσει ιδιαίτερα προβλήματα στις περιοχές της αυτοκρατορίας με ελληνικό πληθυσμό: οι Έλληνες που αποκτούσαν την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη ανακάλυπταν και τις παρενέργειες τις εφαρμογής του ρωμαϊκού δικαίου. Η αδυναμία ενηλίκων να διαχειριστούν την περιουσία τους, μια και χρειάζονταν την έγκριση του πατέρα τους, απαίτησε στην πράξη απίστευτα νομικά τεχνάσματα για να ξεπεραστεί!). Στον Μεσαίωνα αντίθετα ο άντρας είναι διαχειριστής και όχι κύριος (Pernoud, όπ.π., σελ. 88). Δεν μπορεί λ.χ. να αποκληρώσει τον γιο του. Επίσης, σε περιπτώσεις γάμου χωρίς τέκνα, τα περιουσιακά στοιχεία καθενός από τους συζύγους κληρονομούνται από τις οικογένειές τους αντιστοίχως: paterna paternis, materna maternis (Pernoud, όπ.π.) 

Η μελέτη των συμβάσεων και ειδικότερα των συμβολαιογραφικών πράξεων της μεσαιωνικής περιόδου είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Σε αντίθεση με τις προγενέστερες και μεταγενέστερες ιστορικές περιόδους, οι γυναίκες του Μεσαίωνα έχουν πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και δική τους περιουσία, την οποία διαχειρίζονται μόνες τους χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε έγκριση του συζύγου, του πατέρα ή του γιου τους. Η διαπίστωση αυτή αφορά όλες τις κοινωνικές τάξεις (βλ. Georges Duby «La Société aux XIe et XIIe siècles dans la région mâconnaise», Éditions de l’École des Hautes Études en Sciences Sociales, Παρίσι 1953, και «L’Histoire continue», Odile Jacob, Παρίσι 1991). Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει και από τη μελέτη των δωρεών προς τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα που έχουν ως σκοπό την υπεράσπιση των Αγίων Τόπων (Ναΐτες και Ιωαννίτες): περίπου το 40 % των δωρεών προέρχεται από γυναίκες (βλ. Alain Demurger «Chevaliers du Christ, les ordres religieux militaires au Moyen Âge», εκδ. Seuil, Παρίσι 2002). Από τα συμβόλαια αποδεικνύεται επίσης ότι οι γυναίκες του Μεσαίωνα ασκούσαν σχεδόν όλα τα επαγγέλματα: τόσο αυτά που απαιτούν μόρφωση (εκπαιδευτικοί, γιατροί, φαρμακοποιοί, εικονογράφοι βιβλίων) όσο και τα τεχνικά, καθώς και κάθε είδους εμπορική και επιχειρηματική δραστηριότητα (Pernoud, όπ.π., σελ. 96-97).  

Φυσικά το συνηθισμένο επιχείρημα αυτών που κατηγορούν τον Μεσαίωνα είναι η επίκληση του λεγόμενου Νόμου των Σάλιων Φράγκων, σύμφωνα με τον οποίο υποτίθεται ότι οι γυναίκες αποκλείονταν από την κληρονομική διαδοχή. Ο Σαλικός Νόμος με αυτή την μορφή δεν είναι παρά ένας ακόμη μύθος, ένα ερμηνευτικό κατασκεύασμα των Γάλλων νομικών των αρχών του 14ου αιώνα, στην προσπάθεια να αποκλειστούν από τον γαλλικό θρόνο κάποια ανεπιθύμητα γυναικεία μέλη της βασιλικής οικογένειας (ή μάλλον οι ανεπιθύμητοι σύζυγοί τους). Στην πραγματικότητα ο Νόμος των Σάλιων Φράγκων απέκλειε τις γυναίκες από την κληρονομική διαδοχή ορισμένων εδαφών, των οποίων η κυριότητα συνδεόταν με κάποιας μορφής υποχρέωση στρατιωτικής υπηρεσίας – εξ ου και η λογική του αποκλεισμού – (βλ. Gouguenheim, όπ.π., σελ. 105-106).

Η επιδείνωση της θέσης της γυναίκας συμπίπτει με την εκ νέου «ανακάλυψη» του ρωμαϊκού δικαίου από τον δυτικό κόσμο (Ιταλία και νομική σχολή του Πανεπιστημίου της Μπολόνιας, Γαλλία και βασιλεία του Φίλιππου του Ωραίου, ο οποίος περιτριγυριζόταν από νομικούς καταγόμενους από τον γαλλικό Νότο και, επομένως, άριστους κατά τεκμήριο γνώστες του ρωμαϊκού δικαίου). Το ρωμαϊκό δίκαιο παρουσιάζει δύο πλεονεκτήματα: είναι σαφώς καταλληλότερο από τα μεσαιωνικά έθιμα για τη ρύθμιση των εμπορικών και επιχειρηματικών εν γένει συναλλαγών και ευνοεί τη συγκέντρωση της εξουσίας και δη της κρατικής (για αυτό και θα το λατρέψουν πάπες και αυτοκράτορες, βλ. Pernoud, όπ.π., σελ. 86-88). Ταυτόχρονα, όμως, είναι εξαιρετικά δυσμενές για τη γυναίκα, που σταδιακά θα βρεθεί σε θέση παρία. Το 1593, εν μέσω της Αναγέννησης, οι γυναίκες θα αποκλειστούν στη Γαλλία από κάθε δημόσιο αξίωμα. Τον 18ο αιώνα θα υποχρεωθούν να παίρνουν το επώνυμο του συζύγου. Το 1804, ο Ναπολεόντειος αστικός κώδικας (άρθρο 1224) καθιστά τις γυναίκες άτομα περιορισμένης (ή μάλλον ανύπαρκτης) δικαιοπρακτικής ικανότητας: «Les personnes privées de droits juridiques sont les mineurs, les femmes mariées, les criminels et les débiles mentaux«. Για οποιαδήποτε συναλλαγή με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερο από αυτό που έχουν… τα ψώνια της λαϊκής, η γυναίκα χρειάζεται πλέον την έγκριση του συζύγου (αφέντη) της. Διαφωτισμός και Γαλλική Επανάσταση προσέφεραν σπουδαίες υπηρεσίες στη γυναίκα!

V. Γυναίκες και Εκκλησία: Υπάρχουν βεβαίως τα γνωστά μισογυνικά στερεότυπα που παρουσιάζουν τη γυναίκα ως προσωποποίηση της αμαρτίας. Υπάρχουν και τα ιστορικά στοιχεία που παρέχουν μια πολύ πιο ισορροπημένη εικόνα. Καταρχάς, η μεσαιωνική Εκκλησία δεν διστάζει να αναθέσει σε γυναίκες θέσεις ευθύνης με πολιτική και οικονομική ισχύ. Οι ηγούμενες των μονών ασκούν εξουσία και διαχειρίζονται πολλές φορές τεράστιες περιουσίες. Και, όσον αφορά την εκτίμηση της Εκκλησίας προς τις γυναικείες ικανότητες ας δούμε ακόμη ένα παράδειγμα που παραθέτει η Περνού (όπ.π., σελ. 93): όταν ο μοναχός Ροβέρτος του Αρμπρισέλ, μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του δυτικού μοναστικού κινήματος, αποφασίζει να οργανώσει το αββαείο του Φοντεβρώ, ιδρύει δύο κοινόβια (ένα ανδρών και ένα γυναικών). Ο άνθρωπος αυτός, αληθινός φεμινιστής, θα αναθέσει τη διοίκηση του αββαείου σε μια ηγουμένη, την μόλις 22 ετών Πετρονίλλα του Σεμιγέ (1115)!

Ανάμεσα στις σημαντικές γυναικείες μορφές της Καθολικής Εκκλησίας του Μεσαίωνα δεν λείπουν και οι δυναμικές προσωπικότητες που δεν θα διστάσουν να αναμετρηθούν με την κοσμική εξουσία υπερασπίζοντας τα πιστεύω τους. Έτσι, η ηγουμένη Χίλντεγκαρντ του Μπίνγκεν θα απευθύνει στον πανίσχυρο αυτοκράτορα Φρειδερίκο Α΄ Βαρβαρόσα επιστολές με ιδιαίτερα θαρραλέο, έως και απειλητικό, περιεχόμενο, προκειμένου να σταματήσει την αντιπαπική, και κατ’ επέκταση αντιεκκλησιαστική, πολιτική του (1168).

Στα μεσαιωνική Ευρώπη Εκκλησία και γράμματα είναι συνήθως αλληλένδετα. Όπως είναι λογικό οι γυναίκες δεν λείπουν από τον τομέα αυτό. Η πρώτη εγκυκλοπαίδεια της μεσαιωνικής Δύσης συγγράφηκε από γυναίκα: πρόκειται για τον «Hortus deliciarum» της Αλσατής ηγουμένης Ερράδης του Λάντσμπεργκ (12ος αι.). Μερικές φορές, οι πνευματικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες των γυναικών της Εκκλησίας εκπλήσσουν: στο αββαείο του Γκάντερσάιμ  στη Σαξονία βρέθηκαν χειρόγραφα του 10ου αιώνα που περιείχαν κωμωδίες σε στίχους με ομοιοκαταληξία, σε μίμηση των κωμωδιών του Τερέντιου (βλ. Pernoud, όπ.π., σελ. 92)!

Γενικά, η θέση της γυναίκας στο πλαίσιο της καθολικής Εκκλησίας είναι ακριβώς αυτή που κατέχει η γυναίκα στην κοινωνία τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο (Pernoud, όπ.π., σελ. 94-95). Έτσι, η επιδείνωση παρατηρείται ταυτόχρονα στην κοινωνία και στην Εκκλησία: το 1298 ο πάπας Βονιφάτιος Η΄ επιβάλλει στις μοναχές αυστηρότερους περιορισμούς απ’ ό,τι στους άνδρες μοναχούς ή μέλη θρησκευτικών ταγμάτων, αποκλείοντάς τις από κάθε επαφή με τον έξω κόσμο. Η απώλεια της «αυτονομίας» θα ολοκληρωθεί στη Γαλλία όταν η διοίκηση της Εκκλησίας θα περάσει στα χέρια της κοσμικής εξουσίας: με το Κονκορδάτο της Μπολόνιας (1516) ο πάπας εκχωρεί στον βασιλιά της Γαλλίας την εξουσία να διορίζει επισκόπους και ηγουμένους. 

 

Και οι… μάγισσες; Καλά όλα αυτά θα μου πείτε, αλλά…να, στον Μεσαίωνα δεν έκαιγαν μάγισσες; Όχι και τόσο, ή μάλλον σχεδόν καθόλου, θα σας απαντήσω. Οι πρώτες δίκες (προσοχή, όχι οι πρώτες καταδίκες σε θάνατο) καταγράφονται στην περιοχή της Τουλούζ τον 14ο αιώνα. Τα πρώτα εγχειρίδια οδηγιών για την καταπολέμηση της μαγείας συγγράφονται μετά το 1480 (οι Γερμανοί Δομηνικανοί μοναχοί Ερρίκος Κράμερ, γνωστότερος ως Ινστιτόρις, και Ιάκωβος Σπρέγγερ δημοσιεύουν το διαβόητο σύγγραμα «Malleus Maleficarum» το 1486-1487, ο Ζαν Μποντέν δημοσιεύει τη «Démonomanie des sorciers» το 1580). Το πραγματικό κυνήγι μαγισσών ανάγεται στα χρόνια της Αναγέννησης κι αργότερα: η διαβόητη δίκη των Μαγισσών του Σάλεμ έγινε το 1698 κι όχι βέβαια κατά τα χρόνια του Μεσαίωνα! Στη Γαλλία, η τελευταία δίκη για μαγεία καταγράφεται στο Μπορντώ το 1718. Όπως βλέπετε δεν υπάρχει καμία μανία κατά των «μαγισσών» στον Μεσαίωνα. Οι άνθρωποι της εποχής αντιμετώπιζαν τη  μαγεία περισσότερο ως εκδήλωση ψυχικής ασθένειας, αντίληψη που μοιάζει αρκετά σύγχρονη.     

Συμπέρασμα: Αυτό πρέπει να το αφήσουμε δικαιωματικά στη Ρεζίν Περνού. Τα ιστορικά στοιχεία αποδεικνύουν ότι ο Μεσαίωνας και αναγνώριζε στη γυναίκα θέση πολύ καλύτερη απ’ ό,τι οι περισσότερες περίοδοι της Ιστορίας και δεχόταν την ιδιαιτερότητα του φύλου της, στοιχείο πολύ σημαντικό όταν στην εποχή μας το πρότυπο που, σχεδόν αποκλειστικά, προσφέρεται στη σύγχρονη γυναίκα είναι αυτό της μίμησης του άντρα. Η Γαλλίδα ιστορικός ευχόταν, με μια δόση υπερβολής, οι διαπιστώσεις αυτές να προκαλέσουν την επιθυμία για μια καλύτερη γνώση του Μεσαίωνα σε όλους αυτούς που «καλόπιστα πιστεύουν ότι η γυναίκα βγαίνει επιτέλους από τον Μεσαίωνα: οι γυναίκες θα πρέπει να κάνουν πολλά για να ξαναβρούν τη θέση που είχαν στα χρόνια της βασίλισσας Αλιενόρ και της βασίλισσας Λευκής» (όπ.π., σελ. 98-99). 

Η παρούσα ανάρτηση ήταν κουραστική ως προς την έκτασή της. Θα ήθελα ωστόσο να προσθέσω ακόμη μια γραμμή. Ας μου επιτραπεί, λοιπόν, να αφιερώσω αυτό το άρθρο, που δεν είναι παρά ταπεινή αντιγραφή σκέψεων και ιδεών τόσων άξιων ιστορικών, στις τρεις γυναίκες της ζωής μου: στην κόρη, στη σύζυγο και στη μητέρα μου.

ΟΙ ΝΟΡΜΑΝΔΟΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑ – μέρος VII: από τη σταυροφορία του Φρειδερίκου έως το τέλος του οίκου των Χοχενστάουφεν

Φεβρουαρίου 13, 2010

Η σύγκρουση μεταξύ του Φρειδερίκου και της Αγίας Έδρας ήταν προδιαγεγραμμένη. Το γεγονός ότι το ίδιο πρόσωπο κατείχε τόσο τα εδάφη της Αυτοκρατορίας όσο και το βασίλειο της Σικελίας, περικυκλώνοντας ουσιαστικά τα παπικά κράτη, αποτελούσε πρόκληση για τη Ρώμη. Η άρνηση του Φρειδερίκου να προχωρήσει σε διαχωρισμό των δύο βασιλείων, όπως είχε υποσχεθεί στον πάπα Ονώριο Γ΄ ήδη από το 1220, και η μνημειώδης απροθυμία του να ξεκινήσει σταυροφορία, παρά τον όρκο που είχε δώσει κατά τη στέψη του στο Άαχεν το 1215, αποτελούσαν σοβαρούς λόγους που θα οδηγούσαν τον Φρειδερίκο σε σύγκρουση με τον πάπα.

Η σταυροφορία του Φρειδερίκου (Στ΄ Σταυροφορία): Μετά τον θάνατο της πρώτης συζύγου του, της Κωνσταντίας της Αραγονίας, ο Φρειδερίκος, κατόπιν προτάσεως του Χέρμανν φον Ζάλτσα, μεγάλου μεγίστρου των Τευτόνων Ιπποτών, νυμφεύθηκε το 1225 την Ισαβέλλα (γνωστότερη ως Γιολάντα), κόρη του βασιλιά της Ιερουσαλήμ Ιωάννη Βριέννιου. Φυσικά, δεν αρκέστηκε στο να γίνει με τον γάμο αυτό διάδοχος του θρόνου της Ιερουσαλήμ, αλλά ανακηρύχθηκε σχεδόν αμέσως βασιλιάς στερώντας το στέμμα από τον πεθερό του. Αν και ο Φρειδερίκος μάλλον δεν διακατεχόταν από θρησκευτικό ζήλο για την προάσπιση των Αγίων Τόπων, εντούτοις το βασίλειο της Ιερουσαλήμ τον ενδιάφερε ιδιαίτερα γιατί συνιστούσε ένα σημαντικό βήμα για την υλοποίηση του σχεδίου του για την ηγεμονία στη Μεσόγειο. Βεβαίως την όποια σταυροφορία θα την έκανε με τον τρόπο του, με τα μέσα που θα επέλεγε και στον χρόνο που εκείνος προτιμούσε. Επιχείρησε λοιπόν να ακολουθήσει τη διπλωματική οδό και να συμμαχήσει με τον Αγιουβίδη σουλτάνο της Αιγύπτου Αλ Καμίλ, στρέφοντάς τον κατά του αδελφού του και εμίρη της Δαμασκού, του Αλ Μουαζάμ. Το σχέδιο του Στάουφεν φαίνεται στην εποχή μας ιδιοφυές, καθώς στόχευε στην άνευ αιματοχυσίας ανάκτηση της Ιερουσαλήμ (που έχει χαθεί για τους χριστιανούς μετά τη συντριβή στο Χαττίν το 1187). Για την εποχή του, όμως, αποτελούσε πρόκληση για την κοινή γνώμη και τα κέντρα εξουσίας στην Ευρώπη, ιδίως δε για την Αγία Έδρα. Εξοργισμένος με την ολιγωρία του Φρειδερίκου που όλο αναβάλλει την αναχώρησή του, ο πάπας Γρηγόριος Θ΄ αφόρισε τον αυτοκράτορα και βασιλέα της Σικελίας στις 29 Σεπτεμβρίου 1227. Όταν τον Ιούνιο του 1228 ο Φρειδερίκος ξεκίνησε επιτέλους από το Μπρίντιζι για την Άκρα, για πρώτη φορά άρχιζε σταυροφορία με επικεφαλής έναν αφορισμένο ηγεμόνα!

Ο Φρειδερίκος στην Κύπρο: Η συνέχεια της Στ΄ Σταυροφορίας είναι γεμάτη παράδοξα, παρεξηγήσεις και «εμφύλιες» διαμάχες. Στον δρόμο του προς τους Άγιους Τόπους, ο Φρειδερίκος σταθμεύει στο φραγκικό βασίλειο της Κύπρου. Η υπέρμετρη φιλοδοξία του, η επιθυμία του να ελέγξει τα πάντα, η αλαζονεία του και η περιφρόνηση που επιδεικνύει προς τους ντόπιους βαρόνους προκαλούν ανοιχτή σύγκρουση. Μεγάλος αντίπαλος του αυτοκράτορα αναδεικνύεται ο αντιβασιλέας της Κύπρου (ο βασιλέας Ερρίκος των Λουζινιάν είναι ανήλικος) Ιωάννης του Ιμπλέν, άρχοντας της Βηρυτού και μεγαλύτερος φεουδάρχης τόσο στο βασίλειο της Ιερουσαλήμ όσο και στην Κύπρο. Αναχωρώντας από την Κύπρο ο Φρειδερίκος αφήνει κληρονομιά μια μακροχρόνια σύρραξη μεταξύ του αυτοκρατορικού πληρεξούσιου Ριχάρδου Φιλαντζέρι και των αρχόντων της Κύπρου υπό την ηγεσία του Ιωάννη του Ιμπλέν [για περισσότερα: Peter Edbury «The Kingdom of Cyprus and the Crusades (1191-1374)«, Cambridge University Press, 1993, σελ. 51 επ.].

Ο Φρειδερίκος στους Άγιους Τόπους: Τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλύτερα στους Άγιους Τόπους: η ίδια φιλόδοξη και υπερφίαλη συμπεριφορά, η εξοργιστική για πολλούς επιμονή στις διαπραγματεύσεις με τους «απίστους», η πλήρης απροθυμία για εμπλοκή σε πολεμικές επιχειρήσεις, η περιφρόνηση προς τους ντόπιους ευγενείς και τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα (εκτός από τους ευνοούμενους του αυτοκράτορα, τους Τεύτονες Ιππότες) οδηγούν τον Φρειδερίκο σε απομόνωση. Παρόλα αυτά ο αυτοκράτορας θα συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις με τον σουλτάνο Αλ Καμίλ και τον Φεβρουάριο του 1229 θα επιτύχει τον σκοπό του: με τη συνθήκη της Γιάφας η Ιερουσαλήμ θα επιστραφεί στους χριστιανούς, έστω και υπό το περίεργο καθεστώς της ελεύθερης και ανοχύρωτης πόλης και υπό τον όρο του σεβασμού των ιερών για τους μουσουλμάνους τόπων, μαζί με κάποιες άλλες πόλεις και ένα «διάδρομο» που καθιστούσε δυνατή την επικοινωνία με τα χριστιανικά εδάφη. Ένα μήνα μετά (18 Μαρτίου 1229), ο Φρειδερίκος στεφόταν βασιλιάς της Ιερουσαλήμ στη βασιλική του Πανάγιου Τάφου: κανείς από τους ευγενείς του φραγκικού βασιλείου της Ιερουσαλήμ και τους αξιωματούχους των στρατιωτικών θρησκευτικών ταγμάτων δεν ήταν παρών (εκτός από τον έμπιστο μεγάλο μάγιστρο των Τευτόνων Ιπποτών). Όχι μόνο τους είχε αποξενώσει η προηγούμενη συμπεριφορά του Φρειδερίκου, αλλά κι από στρατηγική άποψη όλοι πίστευαν ότι η παραχώρηση της Ιερουσαλήμ ήταν δώρο άδωρο: με τους όρους που είχαν επιβάλει οι μουσουλμάνοι η άμυνα της πόλης ήταν αδύνατη (πράγματι η πόλη δεν επρόκειτο να μείνει υπό χριστιανικό έλεγχο για περισσότερα από 15 χρόνια).  

Τελικά, ο Φρειδερίκος θα εγκατελείψει σαν κλέφτης το βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Την Πρωτομαγιά του 1229 θα επιβιβασθεί κρυφά στη γαλέρα του και θα σαλπάρει για την Ευρώπη. Διασχίζοντας τους δρόμους του Άγιου Ιωάννη της Άκρας, θα περάσει από τη συνοικία των σφαγείων και των χασάπικων της πόλης: ο κόσμος που τον έβλεπε τον «αποχαιρέτησε» πετώντας του εντόσθια και σάπια κρέατα. Όχι ακριβώς αυτό που θα ανέμενε ο μονάρχης που κατάφερε να ξαναδώσει τα Ιεροσόλυμα στους χριστιανούς. Επιστρέφοντας, πάντως, στην Ευρώπη, ο αυτοκράτορας βρίσκεται θεωρητικά στο απόγειο της δύναμής του. Εκτός των άλλων, μετά από διαμεσολάβηση του Χέρμανν φον Ζάλτσα, θα συμφιλιωθεί με τον πάπα Γρηγόριο (Αύγουστος 1229), ο οποίος θα άρει τον αφορισμό του.

Η ταραγμένη συνέχεια και το τέλος της βασιλείας του Φρειδερίκου: Η τελευταία εικοσαετία της βασιλείας του Στάουφεν είναι μια διαρκής μάχη σε όλα τα μέτωπα. Η αντιπαλότητα με την Αγία Έδρα φουντώνει ξανά γρήγορα. Ο πάπας υποστηρίζει κάθε αποσχιστική τάση στα εδάφη του Φρειδερίκου, γερμανικά και ιταλικά. Στο αποκορύφωμα της διαμάχης, ο Γρηγόριος αφορίζει ξανά τον Φρειδερίκο το 1239. Ο διάδοχος του Γρηγόριου στον θρόνο του Αγίου Πέτρου, ο Ιννοκέντιος Δ΄ θα φτάσει μέχρι του σημείου να συγκαλέσει σύνοδο στη Λυών (1245) προκειμένου να κηρύξει τον Φρειδερίκο έκπτωτο από τον αυτοκρατορικό θρόνο [βλ. Sylvain Gouguenheim «Regards sur le Moyen Âge», Tallandier, Παρίσι 2009, κεφ. 14 «L’ empereur aux yeux de serpent: Frédéric II Staufen (1194-1250)», σ. 143-151, ειδ. σ. 147-149].

Ο Φρειδερίκος θα έρθει σε ανοιχτή σύγκρουση και με τον πρωτότοκο γιο του, τον Ερρίκο, ο οποίος επιθυμούσε να βασιλέψει τουλάχιστον στη Γερμανία. Ο Ερρίκος θα στασιάσει, με αποτέλεσμα να έρθει αντιμέτωπος με τον πατέρα του στο πεδίο της μάχης (1235-1236). Ο Φρειδερίκος θα επικρατήσει και θα φυλακίσει τον στασιαστή. Ο τραγικός επίλογος της σκληρής διαμάχης πατέρα και γιου θα γραφτεί με την αυτοκτονία του δεύτερου το 1242.

Ο αυτοκράτορας έχει πλέον χάσει τον έλεγχο της Γερμανίας και της βόρειας Ιταλίας. Το 1248 ηττήθηκε κατά κράτος από τους παπικούς κοντά στην Πάρμα. Δεν είχε σκοπό να καταθέσει τα όπλα. Ενώ, όμως, βρισκόταν στη Φότζα και συγκέντρωνε στρατεύματα για να πολεμήσει τον Ιννοκέντιο, προσβλήθηκε από δυσεντερία. Στις 13 Δεκεμβρίου 1250 κι ενώ είχε ήδη κάνει τη διαθήκη του κι είχε περιβληθεί το ένδυμα των κιστερκιανών μοναχών (πράξη καταρχήν παράδοξη για κάποιον που θεωρήθηκε άθεος) πέθανε στο Καστέλ Φιορεντίνο κοντά στη Λούτσερα της Απουλίας.   

Το τέλος του οίκου των Χοχενστάουφεν   – Η σύντομη βασιλεία του Κορράδου των Χοχενστάουφεν: Ο Φρειδερίκος είχε ορίσει ως διάδοχο τον δεύτερο γιο του, τον Κορράδο (Konrad), τον οποίο είχε αποκτήσει το 1228 από την άτυχη Ισαβέλλα της Ιερουσαλήμ. Ο Κορράδος είχε διαδεχθεί τον ετεροθαλή αδελφό του Ερρίκο στον θρόνο του «Βασιλέα των Ρωμαίων» (δηλαδή… της Γερμανίας) κι είχε περάσει ολόκληρη την εφηβεία του και τα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής του στη Γερμανία, όπου και βρισκόταν όταν πέθανε ο πατέρας του. Είχε στο μεταξύ νυμφευθεί την Ελισσάβετ της Βαυαρίας, η οποία επρόκειτο να του χαρίσει δύο χρόνια αργότερα ένα γιο, τον Κορραδίνο. Είναι αλήθεια ότι η γερμανική ανατροφή του Κορράδου προκαλούσε σκεπτικισμό στους Σικελούς και Ιταλούς υπηκόους του. Σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν γραφτό να βασιλέψει ουσιαστικά ποτέ στην Κάτω Ιταλία. Όταν την άνοιξη του 1254 αποφάσισε επιτέλους να μεταβεί στις νότιες κτήσεις του προσβλήθηκε από δυσεντερία και πέθανε κοντά στο Μέλφι της Μπαζιλικάτα σε ηλικία μόλις 26 ετών.

Η φιλόδοξη προσπάθεια του Μανφρέδου: Η αντιβασιλεία περιήλθε νόμιμα στον νεότερο γιο του Φρειδερίκου, τον Μανφρέδο (γενν. 1232). Γιος του αυτοκράτορα και της ερωμένης του, της Μπιάνκα Λάντσια, αλλά αναγνωρισμένος ως νόμιμο τέκνο από τον πατέρα του, ο Μανφρέδος φαίνεται πως είχε κληρονομήσει όλα τα χαρίσματα κι όλα τα ελαττώματα του Φρειδερίκου. Μεγαλωμένος στην Ιταλία, ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στους υπηκόους του (βλ. Pierre Aubé “Les empires normands d’ Orient”, εκδ. Perrin 1991, επανέκδοση στη συλλογή Tempus, Παρίσι 2006, σελ. 285 επ.). Οι πρώτες κιόλας κινήσεις του σε στρατιωτικό και διπλωματικό επίπεδο έδειχναν ότι ήταν ικανός να ισχυροποιήσει εκ νέου τη θέση του βασιλείου. Αντιμετώπισε με επιτυχία όλες τις στρατιωτικές προσπάθειες της Αγίας Έδρας, σύναψε συμμαχίες, κατέβαλε προσπάθειες για να τονώσει το εμπόριο και την οικονομία γενικά. Το 1258, νυμφεύθηκε, σε δεύτερο γάμο, την προφυρογένητη πριγκίπισσα Ελένη, κόρη του δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, ισχυριζόμενος ψευδώς ότι ο δίχρονος Κορραδίνος είχε πεθάνει, ο Μανφρέδος στέφθηκε στο Παλέρμο βασιλιάς της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας. Η κίνηση αυτή έπεισε τον πάπα Αλέξανδρο Δ΄ ότι είχε να κάνει με έναν απόλυτα αποφασισμένο αντίπαλο. Ταυτόχρονα, καθώς επρόκειτο για την πρώτη ενέργεια του Μανφρέδου που αντέβαινε πρόδηλα στη νομιμότητα, παρείχε στον πάπα ένα πρώτης τάξεως πρόσχημα για να προσφέρει τον θρόνο της Σικελίας σε οποιον εθελοντή ήταν πρόθυμος να εξαφανίσει από προσώπου γης την «άτιμη γενιά των Χοχενστάουφεν»

Ο Μανφρέδος συνέχισε τις προσπάθειές του σε διπλωματικό επίπεδο. Το 1260 αρραβώνιασε την κόρη του Κωνσταντία, την οποία είχε αποκτήσει από τον πρώτο γάμο του με τη Βεατρίκη της Σαβοΐας, με τον πρίγκιπα Πέτρο, διάδοχο του θρόνου της Αραγονίας. Το 1261, κατόρθωσε να εκλεγεί μέλος της Συγκλήτου της Ρώμης. Ο πάπας υφίστατο ακόμη μια ταπείνωση και μάλιστα στην ίδια την έδρα του!

Η εμφάνιση του Κάρολου του Ανδεγαυικού: Τον Μάϊο του 1261 πέθανε ο πάπας Αλέξανδρος και τον διαδέχτηκε, με το όνομα Ουρβανός Δ΄, ο ικανότατος Ιάκωβος Πανταλέων από την Τρουά της γαλλικής Καμπανίας. Ο Ουρβανός έθεσε ως βασικό στόχο να φέρει σε πέρας το σχέδιο της εξέλειψης των Χοχενστάουφεν και του σικελικού βασιλείου τους. Βέβαια, ήδη από τα χρόνια της σύγκρουσης με τον Φρειδερίκο οι προκαθήμενοι της Αγίας Έδρας αναζητούσαν εναγωνίως κάποιο μέλος ευρωπαϊκού βασιλικού οίκου που θα ήταν διατεθειμένο να εκδιώξει τους Σουηβούς από τον ιταλικό Νότο. Οι προηγούμενες παπικές επιλογές ήταν μάλλον ατυχείς, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον οχτάχρονο πρίγκιπα Εδμούνδο της Αγγλίας (βλ. Steven Runciman «The Sicilian Vespers – A History of the Mediterranean World in the Later Thirteenth Century«, Cambridge University Press, 1958, επανέκδοση στη σειρά Canto 1992, σελ. 53 επ.). Ο Ουρβανός δεν σκόπευε να επαναλάβει τα ίδια λάθη και διάλεξε σωστά: έστρεψε το βλέμμα του στο πιο φιλόδοξο κτήνος της ιστορίας του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα, τον Κάρολο τον Ανδεγαυικό (Charles_d’ Anjou). Νεότερος αδελφός του βασιλιά  της Γαλλίας Λουδοβίκου Θ΄ (του Αγίου Λουδοβίκου), ο Κάρολος διακατέχεται από τον διακαή πόθο να γίνει κι αυτός βασιλιάς και αναζητεί προσεκτικά την κατάλληλη ευκαιρία. Από τον αδελφό του έλαβε ως φέουδο την πλούσια κομητεία του Ανζού και του Μαιν, ενώ χάρη στον γάμο του με τη Βεατρίκη, κόμισσα της Προβηγκίας και του Φοκαλκιέ γίνεται κύριος της Προβηγκίας (η οποία ως τότε δεν ανήκε στη Γαλλία, καθώς συνδεόταν με χαλαρούς δεσμούς υποτέλειας με την Αυτοκρατορία). Έχει ήδη επιδείξει ιδιαίτερες διοικητικές και στρατιωτικές ικανότητες. Πάνω από όλα, είναι υπέρμετρα φιλόδοξος. Το παπικό σχέδιο είναι η ιδανική ευκαιρία για εκείνον (βλ. Runciman, όπ.π., σελ. 65 επ.) .

Οι διαπραγματεύσεις προχωρούν αρκετά ώστε ο Ουρβανός να στείλει στον Κάρολο ένα σχέδιο συνθήκης (Ιούνιος 1263), με το οποίο καθορίζεται ο τρόπος μεταβίβασης της εξουσίας, καθώς και η πολιτική, στρατιωτική και, κυρίως οικονομική ενίσχυση που θα λάβει ο Κάρολος από την Αγία Έδρα, τόσο κατά τη διάρκεια της προσπάθειας εκδίωξης των Χοχενστάουφεν όσο και κατά τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του στην Κάτω Ιταλία. Σκληρός διαπραγμετευτής, ο Γάλλος θα προσπαθήσει να επιβάλει όλους τους όρους του στον πάπα. Θα χρειστεί περισσότερος από ένας χρόνος για να συναφθεί και να επικυρωθεί η συνθήκη, λίγο πριν πεθάνει ο Ουρβανός τον Οκτώβριο του 1264.

Η σύγκρουση Κάρολου και Μανφρέδου: ο Κάρολος θα ξεκινήσει από τη Μασσαλία για τη Ρώμη την άνοιξη του 1265. Θα εκμεταλλευθεί την παραμονή του στην Αιώνια Πόλη για να συνάψει συμμαχίες με τους Γουέλφους διαφόρων ιταλικών πόλεων και για να συγκεντρώσει το ισχυρότερο δυνατό στράτευμα. Την ημέρα των Θεοφανείων του 1266, ο νέος πάπας Κλήμης Δ΄ (επίσης Γάλλος) θα τον στέψει επίσημα βασιλιά της Σικελίας και της Νάπολης. Τις πρώτες μέρες του Φλεβάρη, ο Κάρολος θα ξεκινήσει με τον στρατό του για να αντιμετωπίσει τον Μανφρέδο. Εκείνη τη χρονιά ο χειμώνας στην Ιταλία ήταν ασυνήθιστα ήπιος, γεγονός που ευνόησε την προέλαση του Κάρολου: αφού διέσχισε τον Γκαριλιάνο κι έπειτα από μερικές αψιμαχίες με δυνάμεις του Μανφρέδου κοντά στο Μόντε Κασσίνο, ο Κάρολος πέρασε στα εδάφη της Απουλίας. Η αποφασιστική μάχη δόθηκε κοντά στο Μπενεβέντο στις 26 Φεβρουαρίου 1266. Αμφίρροπη στην αρχή, η σύγκρουση κατέληξε σε συντριβή των δυνάμεων των Χοχενστάουφεν (αναλυτική περιγραφή σε Runciman, όπ.π., σελ. 92-94). Ο Μανφρέδος ήταν μεταξύ των νεκρών. Το πτώμα του βρέθηκε τρεις μέρες αργότερα. Με μια κίνηση απολύτως ενδεικτική του χαρακτήρα του, ο Κάρολος διέταξε να πετάξουν το νεκρό σώμα του εχθρού του στον σκουπιδότοπο του Μπενεβέντο. Αφού έδωσε στους στρατιώτες του την άδεια για τις απαραίτητες λεηλασίες, ο νέος κύριος της Κάτω Ιταλίας μπήκε πανηγυρικά στη Νάπολη, στις 7 Μαρτίου. Μια εβδομάδα αργότερα έφτανε ανενόχλητος στη Μεσσήνη. Το βασίλειο του Μανφρέδου είχε καταρρεύσει. Η συμπεριφορά του Κάρολου προς την οικογένεια του Μανφρέδου ήταν η αναμενόμενη: η βασίλισσα Ελένη φυλακίστηκε στο Καστέλ ντελλ’  Όβο της Νάπολης (όπου και πέθανε, πέντε χρόνια αργότερα), όπως κι η κόρη της (η οποία έμεινε φυλακισμένη για 18 χρόνια), ενώ οι τρεις γιοι του Μανφρέδου τυφλώθηκαν και φυλακίστηκαν στο Καστέλ ντελ Μόντε, στην Απουλία. Δεν θα βγουν ζωντανοί από τη φυλακή.

 Η ρομαντική και μάταιη προσπάθεια του Κορραδίνου: Μες στην απελπισία τους, οι ευγενείς της Σικελίας συνειδητοποίησαν ότι κάπου στη Γερμανία ζούσε ένας ακόμη Χοχενστάουφεν, ο δεκατετράχρονος πλέον Κορραδίνος. Όπως αποδείχτηκε, ο ενθουσιώδης έφηβος δεν περίμενε άλλο πράγμα από την πρόσκληση να τρέξει σε βοήθεια του βασιλείου του οποίου ήταν νόμιμος διάδοχος. Παρά τις αντίθετες συμβουλές των Γερμανών συγγενών του, ο Κορραδίνος άρχισε αμέσως να συγκεντρώνει στρατεύματα στη Γερμανία. Η απάντηση του πάπα ήταν ο αφορισμός του νεαρού Χοχενστάουφεν. Δεν στάθηκε αρκετός για να ανακόψει τον ενθουσιασμό που προκαλούσε ο Κορραδίνος. Την άνοιξη του 1267, συνοδευόμενος από τον φίλο και συνομήλικό του δούκα Φρειδερίκο της Αυστρίας και με κάμποσες χιλιάδες Γερμανούς στρατιώτες, ο Κορραδίνος έφτανε στη Λομβαρδία. Την ίδια ώρα η Σικελία και η Κάτω Ιταλία εξεγείρονταν. Η Ρώμη και μεγάλο μέρος της βόρειας και κεντρικής Ιταλίας περνούσε στον έλεγχο των αυτοκρατορικών. Ο πάπας εγκατέλειψε την Αιώνια Πόλη και κατέφυγε στο Βιτέρμπο. Ο Κάρολος με τους Ανδεγαυούς του αναγκάστηκε να υποχωρήσει στην Απουλία. Στα τέλη του Ιουλίου του 1268, ο Κορραδίνος εισερχόταν πανηγυρικά στη Ρώμη. Έπειτα, κατευθύνθηκε προς την Απουλία. Ενώ, όμως, προσπαθούσε να διασχίσει τα Αμπρούτσι, ο στρατός του βρέθηκε περικυκλωμένος από τις δυνάμεις του Κάρολου στο Ταλιακότσο. Η μάχη που δόθηκε στις 23 Αυγούστου τελείωσε αρκετά γρήγορα με θρίαμβο του Κάρολου. Ο Κορραδίνος και ο Φρειδερίκος που κατάφεραν να σωθούν από τη σφαγή προσπάθησαν να ξεφύγουν για να διαπιστώσουν ότι όλοι αυτοί που μέχρι πριν λίγες μέρες τους υποστήριζαν δεν είχαν καμια διάθεση να τους προστατέψουν. Οι δύο έφηβοι συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν στο Καστέλ ντελλ’ Όβο. Μετά από παρωδία δίκης, μια επιτροπή εκπροσώπων των πόλεων της Καμπανίας τους καταδίκασε σε θάνατο. Στις 29 Οκτωβρίου 1268, ο Κορραδίνος (ο «τελευταίος των Χοχενστάουφεν και των Ωτβίλλ», κατά τον Πιερ Ωμπέ, όπ.π., σελ. 290-291) και ο Φρειδερίκος της Αυστρίας αποκεφαλίστηκαν στην Πιάτσα ντελ Μερκάτο της Νάπολης. Οι παπικές επιθυμίες είχαν εκπληρωθεί: η γενιά των Στάουφεν είχε σβήσει. 

Κι όμως, η τελευταία πράξη του δράματος δεν είχε παιχτεί ακόμη. Οι Σικελοί είχαν κάθε λόγο να αισθάνονται δυστυχείς με την ηγεμονία του Κάρολου. Για πρώτη φορά είχαν μονάρχη χωρίς δεσμούς αίματος ή έστω αγχιστείας με το νησί. Για πρώτη φορά το Παλέρμο δεν ήταν πρωτεύουσα, καθώς ο νέος βασιλιάς μετέφερε σχεδόν αμέσως την έδρα της αυλής στη Νάπολη. Ο πλούτος της Σικελίας είχε περάσει στα χέρια εμπόρων από την Τοσκάνη, τη Λομβαρδία και την Προβηγκία. Και οι Γάλλοι στρατιώτες του Κάρολου συμπεριφέρονταν σαν πραγματικός στρατός κατοχής. Αργά ή γρήγορα το ποτάμι της οργής θα ξεχείλιζε.               

ΟΙ ΝΟΡΜΑΝΔΟΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑ – μέρος VI: το σικελικό κράτος υπό τους Σουηβούς

Φεβρουαρίου 3, 2010

 

Όταν τον Ιανουάριο του 1189 πέθαινε άκληρος ο βασιλιάς Γουλιέλμος Β΄ ο Καλός τερματιζόταν ουσιαστικά η καθαυτό νορμανδική κυριαρχία στη Σικελία και στην Κάτω Ιταλία. Νόμιμη διάδοχος του θρόνου ήταν η θεία του Γουλιέλμου, η Κωνσταντία των Ωτβίλλ, κόρη του Ρογήρου Β΄ και σύζυγος του Ερρίκου Στ΄, γιου του Γερμανού αυτοκράτορα Φρειδερίκου Βαρβαρόσα. Όπως ήταν λογικό, η προοπτική να βασιλέψει στη Σικελία ένας ξένος, ένας Γερμανός που δεν ήταν διατεθειμένος να καταβάλει την παραμικρή προσπάθεια για να κατανοήσει τις ιδιαιτερότητες του τόπου, γέμιζε με τρόμο τους Νορμανδούς ευγενείς. Έπρεπε να βρεθεί οπωσδήποτε μια εναλλακτική λύση κι αυτή δεν ήταν άλλη από τον τελευταίο άρρενα απόγονο  της γενιάς των Ωτβίλλ, έστω και νόθο, τον Τανκρέδο του Λέτσε. Όπως είδαμε και στο προηγούμενο μέρος, ο Τανκρέδος είχε μια πολυτάραχη σταδιοδρομία: από συνωμότης κατά του Γουλιέλμου Α΄, βρέθηκε στα χρόνια του δεύτερου Γουλιέλμου αρχιστράτηγος και ναύαρχος των δυνάμεων του βασιλείου. Είχε, μάλιστα, ηγηθεί, το 1185, της μεγάλης εκστρατείας κατά του Βυζαντίου, εντυπωσιακής επιχείρησης που είχε ως συνέπεια την άλωση και πρόσκαιρη κατοχή της Θεσσαλονίκης, αλλά δεν απέφερε μόνιμα οφέλη στο νορμανδικό βασίλειο. 

Η σύντομη βασιλεία του Τανκρέδου του Λέτσε: Οι προσπάθειες του καγκελάριου Ματθαίου του Αγέλλο έκαμψαν και τους τελευταίους δισταγμούς όσων ευγενών δεν είχαν λησμονήσει ότι λίγα χρόνια πριν, στην Τρόια, είχαν ορκιστεί ενώπιον του μονάρχη τους να σεβαστούν τα δυναστικά δικαιώματα της Κωνσταντίας. Έτσι, στις αρχές του 1190, στέφθηκε στο Παλέρμο βασιλιάς της Σικελίας και της Νότιας Σικελίας ο Τανκρέδος, ο νόθος γιος του Ρογήρου δούκα της Απουλίας και εγγονός του Μεγάλου Ρογήρου. Η μέχρι τότε σταδιοδρομία του Τανκρέδου αποδείκνυε ότι διέθετε πολιτικά και στρατιωτικά χαρίσματα. Υπήρχαν, όμως, και δύο σοβαρά μειονεκτήματα: πρώτον, ο νέος βασιλιάς δεν βρισκόταν ακριβώς στην πρώτη νιότη του, μια και κατά τον χρόνο στέψης του πρέπει να είχε περάσει τα πενήντα. Έπειτα (και παραβλέποντας την απερίγραπτη, σύμφωνα με τα χρονικά της εποχής, ασχήμια του) για όλους τους παράγοντες της διεθνούς διπλωματικής σκηνής της εποχής δεν ήταν παρά ένας σφετεριστής. Την ίδια άποψη φαίνεται πως είχαν και κάποιοι από τους υπηκόους του, μια και πολύ σύντομα χρειάστηκε να καταστείλει δύο εξεγέρσεις: πρώτα αυτή των ευγενών της Απουλίας κι έπειτα των μουσουλμάνων της Σικελίας.

Οι δύο σταυροφόροι: Λίγους μήνες αργότερα, το φθινόπωρο του 1190, ο Τανκρέδος βρέθηκε αντιμέτωπος με μιαν άλλη απειλή, καθώς έφτασαν στα εδάφη του, καθ’ οδόν για τους Άγιους Τόπους, ο Φίλιππος Αύγουστος της Γαλλίας και ο Ριχάρδος Α΄ ο Λεοντόκαρδος της Αγγλίας. Ο μονάρχης της Αγγλίας αποτελούσε τον μεγαλύτερο κίνδυνο: όχι μόνο τον συνόδευε η φήμη του φιλόδοξου, αδίστακτου και διεκδικητικού χαρακτήρα, αλλά είχε ήδη διατυπώσει επίσημα παράπονα για τη μεταχείριση της οποίας είχε τύχει η Ιωάννα, αδελφή του Ριχάρδου και χήρα του εκλιπόντος βασιλιά της Σικελίας Γουλιέλμου Β΄. Οι στρατιώτες του Ριχάρδου λεηλάτησαν τα εδάφη της Καλαβρίας κι έπειτα πέρασαν τα στενά της Μεσσήνης και κατέλαβαν την ομώνυμη πόλη. Προκειμένου, μάλιστα, να ελέγξει τον, στην πλειονότητά του ελληνικό, πληθυσμό της πόλης, ο βασιλιάς της Αγγλίας διέταξε να χτιστεί ένα ξύλινο φρούριο, το οποίο επιδεικτικά ονόμασε «Mate Griffon». Ο Τανκρέδος χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλες τις διπλωματικές ικανότητές του, αλλά και να ενισχύσει οικονομικά τον Ριχάρδο, έτσι ώστε ο ενοχλητικός φιλοξενούμενος να εγκαταλείψει τη Σικελία και να συνεχίσει τον δρόμο του στο πλαίσιο της Γ΄ Σταυροφορίας (10 Απριλίου 1191, δηλαδή δέκα ημέρες μετά από την αναχώρηση του Φιλίππου Αυγούστου. Όσο για τις κατακτητικές βλέψεις του Ριχάρδου, «την πλήρωσε» σε πρώτη φάση η Κύπρος).

Ο Ερρίκος γίνεται αυτοκράτορας: Ωστόσο, ο Τανκρέδος γνώριζε ότι αργά ή γρήγορα θα έπρεπε να αναμετρηθεί με τον νόμιμο διάδοχο του θρόνου, τον Ερρίκο. Τα γεγονότα επίσπευσαν τη σύγκρουση αυτή. Τον Ιούνιο του 1190 κι ενώ κατευθυνόταν ως σταυροφόρος προς τους Άγιους Τόπους, ο Γερμανός αυτοκράτορας Φρειδερίκος πνίγηκε καθώς επιχειρούσε να διαβεί τον Καλύκαδνο ποταμό στην Κιλικία (Σέλεφ ή, για τους Τούρκους, Γκεκσού). Ο Ερρίκος πλέον όφειλε να εξασφαλίσει την αναγνώρισή του ως νέος αυτοκράτορας, έπρεπε επομένως να διαπραγματευθεί με τον πάπα. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για διττή ανάγκη, μια και το βασίλειο της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας ήταν κι αυτό τύποις υποτελές στην Αγία Έδρα. Η τύχη, πάντως, ευνόησε τα σχέδια του Ερρίκου. Την άνοιξη του 1191 πέθανε ο πάπας Κλήμης Γ΄: ο διάδοχός του, ο Κελεστίνος Γ΄, ήταν ένας γέροντας ογδόντα πέντε ετών που, όπως αναμενόταν, αποδείχθηκε σε διπλωματικό επίπεδο παιχνιδάκι στα χέρια του νεαρού Γερμανού μονάρχη. Γρήγορα δέχτηκε όλες τις διεκδικήσεις του Ερρίκου ο οποίος, στις 15 Απριλίου 1191, στέφθηκε στη βασιλική του Αγίου Πέτρου αυτοκράτορας της Αγίας Γερμανικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Όλο και περισσότεροι ευγενείς της νότιας Ιταλίας εγκατέλειπαν το στρατόπεδο του Τανκρέδου για να συνταχθούν με τον Ερρίκο. Βέβαιος για την τελική επικράτησή του, ο Ερρίκος πολιόρκησε τη Νάπολη, ενώ η Κωνσταντία αποσύρθηκε στο Σαλέρνο, παραδοσιακό τόπο διαμονής των Νορμανδών βασιλέων όταν βρίσκονταν στην Καμπανία.

Η μεγάλη προσπάθεια του Τανκρέδου: Κι όμως, ο ηγεμόνας της Σικελίας δεν είχε πει την τελευταία του λέξη. Η πολιορκία της Νάπολης απέτυχε, καθώς σκόνταψε σε επιδημίες, στρατιωτικές απώλειες και λιποταξίες. Οι Σαλερνιτάνοι, διαπιστώνοντας ότι η κατεύθυνση του ανέμου άλλαζε, αιχμαλώτισαν την Κωνσταντία και την έστειλαν πεσκέσι στον Τανκρέδο. Ο πάπας σκέφτηκε ότι ήταν μια καλή ευκαιρία να γλιτώσει από την ηγεμονία των Γερμανών. Έτσι, την άνοιξη του 1192, ο Τανκρέδος αναγνωριζόταν απο τον πάπα (και το σύνολο των φεουδαρχών) ως νόμιμος βασιλιάς της Σικελίας. Εκτός από τις απαραίτητες ενέργειες για την αμυντική θωράκιση του βασιλείου του, ο Τανκρέδος αποδύθηκε σε διπλωματικό αγώνα για να βρει ισχυρούς συμμάχους. Οι προσπάθειές του να συμμαχήσει με το Βυζάντιο στέφθηκαν με επιτυχία: την άνοιξη του 1193 παντρεύτηκαν στο Μπρίντιζι ο μεγαλύτερος γιος του Τανκρέδου, ο Ρογήρος, και η Ειρήνη, κόρη του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ισαάκιου Άγγελου. Κάπου εκεί, όμως, στέρεψε κι η τύχη του Τανκρέδου. Λίγους μήνες μετά πέθανε ο γιος του. Στις 20 Φεβρουαρίου 1194 πέθαινε στο Παλέρμο κι ο ίδιος ο Τανκρέδος. Άφηνε διάδοχο ένα παιδί, τον γιο του Γουλιέλμο (Γ΄).

Ο Ερρίκος Στ΄, δήμιος της νορμανδικής Σικελίας: Ελλείψει ισχυρού αντιπάλου, τίποτε δεν μπορούσε να σταματήσει την προέλαση του Ερρίκου. Η Νάπολη του άνοιξε τις πύλες της. Το Σαλέρνο τιμωρήθηκε παραδειγματικά για την προδοσία του. Στην ίδια τη Σικελία τα στρατεύματα που διοικούσε ο Μάρκβαρντ του Ανβάιλερ προχωρούσαν χωρίς να συναντήσουν ουσιαστική αντίσταση. Στις 20 Νοεμβρίου 1194, ο Ερρίκος εισερχόταν πανηγυρικά στο Παλέρμο. Με την οικογένεια του Τανκρέδου (τη βασίλισσα Σίβυλλα, τον μικρό Γουλιέλμο και τις τρεις αδελφές του), ο Ερρίκος ξεμπέρδεψε στα γρήγορα: τους υποσχέθηκε ότι θα του αφήσει ελεύθερους κι ότι θα δώσει στον Γουλιέλμο ως φέουδα το πριγκιπάτο του Τάραντα και την κομητεία του Λέτσε. Ανήμερα των Χριστουγέννων, ο Ερρίκος στεφόταν βασιλιάς της Σικελίας. Από δω και πέρα θα όριζε τα πράγματα κατά τις δικές του επιθυμίες και με τον δικό του τρόπο. Την επομένη, μετά από μια γιγαντιαία επιχείρηση, συνέλαβε όλους σχεδόν τους Νορμανδούς ευγενείς που βρισκόταν στη σικελική πρωτεύουσα: αφού τους βασάνισε, άλλους τους κρέμασε, άλλους τους έκαψε ζωντανούς, ενώ τους πιο τυχερούς τους εξόρισε στα οικογενειακά του φέουδα στην Αλσατία και στη σημερινή Βάδη-Βυρτεμβέργη. Ανάμεσα στους εξόριστους ήταν κι ο μικρός Γουλιέλμος (τον οποίο τύφλωσαν) με τη μητέρα του, τις αδελφές του και την Ειρήνη του Βυζαντίου.

Το άλλο σημαντικό γεγονός εκείνων των ημερών συνέβη αρκετά βορειότερα σε μια κωμόπολη κοντά στην Ανκόνα. Υπακούοντας στις εντολές του συζύγου της, η Κωνσταντία πορευόταν προς τα πάτρια εδάφη της με τον αργό ρυθμό που επέβαλλε η προχωρημένη εγκυμοσύνη και η ηλικία της (η τελευταία των Ωτβίλλ ήταν σαράντα ετών). Αισθανόμενη τους πόνους του τοκετού, σταμάτησε με τη συνοδεία της στο Ιέζι όπου στις 24 Δεκεμβρίου έφερε στον κόσμο ένα αγόρι που βαφτίστηκε Φρειδερίκος-Ρογήρος, παίρνοντας τα ονόματα των δύο ένδοξων παπούδων του. Έπειτα, όταν πέρασε ο χειμώνας, η Κωνσταντία κατευθύνθηκε νότια και συνάντησε τον σύζυγό της στο Μπάρι, όπου στέφθηκαν εκ νέου. Εκεί θα πρέπει να αντίκρισε με αναστάτωση τους αιχμαλώτους που πορεύονταν προς την εξορία τους στη Γερμανία. Έπειτα πήγε στο Παλέρμο, όπου και θα διαπίστωσε τί πληγές είχε ήδη προκαλέσει στη γη των προγόνων της η ηγεμονία του συζύγου της. Ο Ερρίκος, πάλι, έφυγε για τη Γερμανία με σκοπό να πετύχει την αναγνώριση του γιου του ως κληρονομικού διαδόχου του στο αυτοκρατορικό αξίωμα. Η επιτυχία του ήταν σχετική: αρκέσθηκε στην εκλογή του μικρού Φρειδερίκου ως «Βασιλέα των Ρωμαίων» (Φρανκφούρτη, 25 Δεκεμβρίου 1196). Όσο απουσίαζε, οι εναπομείναντες Νορμανδοί ευγενείς εξεγέρθηκαν στην Καμπανία και στην Απουλία. Και αυτή η εξέγερση καταπνίγηκε με τρόπο εξίσου αιματηρό. Καθώς μάλιστα υποπτευόταν ότι η Κωνσταντία μάλλον έβλεπε με συμπάθεια τους συμπατριώτες της, την έθεσε σε κατ’ οίκον περιορισμό, υπό την επιτήρηση του Γκωτιέ της Παλιάρα, καγκελάριου του βασιλείου και επισκόπου της Τρόια.

Για τον Ερρίκο το παλιό νορμανδικό βασίλειο της νότιας Ιταλίας ήταν απλώς τμήμα ενός οικουμενικού πολιτικού σχεδίου (δεν είναι τυχαίο ότι από τον Ερρίκο αναγνωρίστηκαν ως βασιλείς ο Αμωρύ των Λουζινιάν, βασιλιάς της Κύπρου, και ο Λέων Β΄ του αρμενικού κράτους της Κιλικίας). Σε καμία περίπτωση δεν είχε ενδοιασμούς να εφαρμόσει τα πιο σκληρά και αυταρχικά μέτρα για να εδραιώσει την εξουσία του, ανατρέποντας ισορροπίες ενός και πλέον αιώνα και διαλύοντας την κοινωνική ειρήνη που είχαν πετύχει οι Νορμανδοί βασιλείς. Σε κάθε περίπτωση, η σταδιοδρομία του τερματίστηκε πρόωρα: τον Αύγουστο του 1197 προσβλήθηκε από ελονοσία. Στις 28 Σεπτεμβρίου πέθανε στον δρόμο προς το Παλέρμο,  σε ηλικία μόλις τριάντα τριών ετών.

Φρειδερίκος Β΄ – Φως του Κόσμου ή Θηρίο της Αποκάλυψης; Στις 17 Μαΐου 1198 στέφθηκε βασιλιάς της Σικελίας ο Φρειδερίκος Β΄ των Χοχενστάουφεν. Αυτός που ο λαός επευφημούσε ως «μεγαλοπρεπή, θριαμβευτή και ανίκητο» ήταν ένα ορφανό από πατέρα τετράχρονο αγόρι του οποίου η μητέρα ήταν ήδη βαριά άρρωστη.

Μια δύσκολη παιδική ηλικία: Μετά τον θάνατο του Ερρίκου, η Κωνσταντία έκανε δύο αποφασιστικές κινήσεις: αφενός πήρε κοντά της τον μικρό Φρειδερίκο (στον οποίο ήθελε να δώσει μια αμιγώς γερμανική εκπαίδευση ο θείος του, ο Φίλιππος της Σουηβίας) έτσι ώστε να ανατραφεί στο Παλέρμο σύμφωνα με τις αρχές της νορμανδικής αυλής της Σικελίας, αφετέρου έδιωξε από την αυλή όλους τους Γερμανούς που αντιμετώπιζαν τη Σικελία σαν κατακτημένη χώρα (όπως ο Μάρκβαρντ του Ανβάιλερ) και τους ντόπιους συνεργάτες τους (όπως ήταν ο Γκωτιέ της Παλιάρα). Μετά τη στέψη του γιου της και έχοντας επίγνωση ότι δεν της έμενε πολύς χρόνος έδωσε και την τελευταία ικμάδα των δυνάμεών της για να εξασφαλίσει το μέλλον του Φρειδερίκου: διαπραγματεύτηκε σκληρά με τον νέο πάπα, τον πολύ γνωστό μας Ιννοκέντιο Γ΄, αναγκάστηκε να θυσιάσει την ανεξαρτησία της Εκκλησίας της Σικελίας και όλα τα εκκλησιαστικά προνόμια που είχαν εξασφαλίσει οι Νορμανδοί ηγεμόνες, αλλά πέτυχε να αναγνωρίσει εκ νέου η Αγία Έδρα το βασίλειο της Σικελίας και τα κληρονομικά δικαιώματα του Φρειδερίκου. Στις 27 Νοεμβρίου 1198, η Κωνσταντία πέθανε στα ανάκτορα του Παλέρμου, κι αν πιστέψουμε τον ποιητή πρέπει να ανταμείφθηκε με την αιώνια ευτυχία του Παραδείσου:

«Quest’ è la luce e la gran Constanza, che del secondo vento di Soave, generò ‘l terzo e l’ ultima possanza» (Δάντης «Θεία Κωμωδία«, «Παράδεισος«, άσμα ΙΙΙ, στίχοι 118-120).

Ο Φρειδερίκος μεγάλωσε σε ένα ψυχρό και ενίοτε εχθρικό περιβάλλον που το αποτελούσαν αυλικοί που προσπαθούσαν να μείνουν πιστοί στις επιθυμίες της μητέρας του και φιλόδοξοι ευγενείς που ενδιαφέρονταν να εδραιώσουν την εξουσία τους, μεταξύ των οποίων και οι ορκισμένοι εχθροί της Κωνσταντίας. Ορφανός από γονείς δεν είχε ποτέ τη στοργή και την αγάπη που χρειάζεται κάθε παιδί. Θα πρέπει να αναγκάστηκε να «ενηλικιωθεί» ψυχικά πολύ γρήγορα για να προστατεύσει τον εαυτό του και το βασιλικό μέλλον του. Όλα αυτά εξηγούν πιθανώς πολλές πλευρές του ενήλικου χαρακτήρα του, από τη φαινομική έλλειψη συναισθημάτων ως την υπεροψία και τη σκληρότητα με την οποία αντιμετώπιζε τους ανθρώπους. Το βέβαιο είναι ότι έλαβε εξαίρετη εκπαίδευση και ότι έμαθε να μιλά όλες τις γλώσσες του βασιλείου: λατινικά, ιταλικά, γαλλικά, προβηγκιανά, ελληνικά και αραβικά. Όλοι οι δάσκαλοί του ήταν από την Ιταλία (ο αρχιεπίσκοπος του Τάραντα Πέτρος, ο Γουλιέλμος Φρανκίσιος, ο Ιωάννης Τραγιέττο, ο Γκωτιέ της Παλιάρα). Ως πατρίδα του ένιωθε μόνο τη Σικελία. Μέχρι την ενηλικίωσή του δεν πρέπει να είχε μάθει ούτε λέξη από τη γλώσσα του πατέρα του.

Η κατάκτηση του γερμανικού αυτοκρατορικού θρόνου: Ωστόσο, ως εκλεγείς βασιλεύς των Ρωμαίων, ο Φρειδερίκος προοριζόταν να γίνει Γερμανός αυτοκράτορας. Μόνο που για το αξίωμα αυτό υπήρχαν ήδη δύο ισχυροί διεκδικητές: ο θείος του, ο Φίλιππος της Σουηβίας και ο Όθων Δ΄ του Μπράουνσβάικ, του οίκου των Βελφ, μεγάλου αντιπάλου και ορκισμένου εχθρού των Χοχενστάουφεν. Η δολοφονία του πρώτου (τον Ιούνιο του 1208) κατέστησε τον δεύτερο αδιαφιλονίκητο φαβορί στον αγώνα για τον αυτοκρατορικό τίτλο. Πράγματι, στις 4 Οκτωβρίου 1209, ο πάπας Ιννοκέντιος έστεφε τον Όθωνα αυτοκράτορα. Ο τίτλος άνοιξε την όρεξη του νέου αυτοκράτορα, ο οποίος άρχισε να αποσπά εδάφη στην Καμπανία και στην Απουλία. Αυτή η επεκτατική πολιτική του Όθωνα ανησύχησε τον ποντίφηκα που, εντελώς φυσικά, στράφηκε στον έφηβο Φρειδερίκο: αφού αφόρισε τον αυτοκράτορα (Νοέμβριος του 1210), ο Ιννοκέντιος, ύστερα από πρόταση του Γάλλου βασιλιά Φιλίππου Αυγούστου, άρχισε να προωθεί την υποψηφιότητα του Φρειδερίκου ως νέου αυτοκράτορα. Τον Σεπτέμβριο του 1211, η δίαιτα της Νυρεμβέργης εξέλεγε τον Φρειδερίκο Β΄ των Χοχενστάουφεν, βασιλιά της Σικελίας, ως «βασιλέα των Ρωμαίων προκειμένου να στεφθεί αυτοκράτωρ στη Ρώμη». Ο δεκαεξάχρονος Φρειδερίκος είχε ήδη παντρευτεί, δυο χρόνια νωρίτερα, την κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερή του Κωνσταντία της Αραγονίας, αδελφή του βασιλιά Πέτρου Β΄, κι είχε μόλις αποκτήσει τον πρώτο του γιο. Τον Μάρτιο του 1212 ξεκίνησε από τη Μεσσήνη κι αφού πέρασε από τη Ρώμη, όπου δεσμεύθηκε επίσημα ενώπιον του ποντίφηκα να μη διεκδικήσει τα εδάφη του δευτέρου, μετέβη στη Γερμανία για να συνάψει τις απαραίτητες για τον σκοπό του συμμαχίες.

Απέμενε, βέβαια, ο φιλόδοξος Όθων. Εδώ τη λύση για τον Φρειδερίκο την έδωσε ο γαλλικός παράγοντας. Πράγματι, στη προσπάθεια να σώσει την εξουσία του, ο Όθων σύναψε συμμαχία με τον βασιλιά της Αγγλίας, τον Ιωάννη τον Ακτήμονα. Αν ο Φίλιππος Αύγουστος της Γαλλίας ήταν έτσι κι αλλιώς εχθρός του οίκου των Βελφ, η συμμαχία με τον ενοχλητικό μονάρχη της Αγγλίας τον υποχρέωνε να κινηθεί στρατιωτικά. Στη μάχη της Μπουβίν (27 Ιουλίου 1214) ο Γάλλος μονάρχης συνέτριβε τον Όθωνα και μαζί τις όποιες αυτοκρατορικές φιλοδοξίες του. Ένα χρόνο μετά, ο Φρειδερίκος στεφόταν συμβολικά στο Άαχεν ως άξιος διάδοχος του Καρλομάγνου. Την ίδια μέρα, λίγο μετά τη στέψη, δήλωνε (μάλλον απερίσκεπτα όπως θα διαπιστώσουμε) την απόφασή του «να πάρει τον σταυρό» και να απελευθερώσει την Ιερουσαλήμ.

Σε αναμονή της στέψης στη Ρώμη, ο Φρειδερίκος παρέμεινε στη Γερμανία για πέντε ακόμη χρόνια, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να εδραιώσει την εξουσία του. Θα επιχειρήσει να διασφαλίσει τα φέουδα της οικογένειάς του στην Αλσατία και στη Σουηβία, τα οποία επιβουλεύονταν οι αντίπαλοί του, θα συγκαλέσει αυτοκρατορικές δίαιτες σε διάφορες γερμανικές πόλεις (Ρατισβόννη, Άουγκσμπουργκ, Αγκνώ) και θα αγωνιστεί για να πείσει τους Γερμανούς εκλέκτορες να αναγνωρίσουν τον γιο του Ερρίκο ως διάδοχό του στον αυτοκρατορικό θρόνο (τον Απρίλιο του 1220 οι Γερμανοί ηγεμόνες θα εκλέξουν τον Ερρίκο ως βασιλιά της Γερμανίας).

Στις 22 Νοεμβρίου 1220. ο διάδοχος του Ιννοκέντιου, πάπας Ονώριος Γ ΄, θα στέψει επιτέλους τον Φρειδερίκο ως Ρωμαίο Αυτοκράτορα. Η στέψη αυτή είχε, πάντως, βαρύ τίμημα για τον Στάουφεν: δεσμεύθηκε στον πάπα να χωρίσει τα εδάφη της αυτοκρατορίας και το βασίλειο της Σικελίας, από το οποίο θα έπρεπε να παραιτηθεί παραδίδοντας το στέμμα στον γιο του. Απλώς θα ασκούσε την αντιβασιλεία μέχρι την ενηλικίωση του Ερρίκου.

Λίγες μέρες μετά κι ύστερα από οχτώ χρόνια απουσίας, ο Φρειδερίκος επέστρεφε στα εδάφη της πατρίδας του. Είχε πλέον τη δυνατότητα να αφοσιωθεί στην αναδιοργάνωση του κράτους αυτού του οποίου τυπικά δεν ήταν παρά αντιβασιλέας.

Μια αντιφατική προσωπικότητα; Ο χαρακτήρας και η δράση του Φρειδερίκου παρουσιάζουν καταρχήν τόσες αντιφάσεις που δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι για την προσωπικότητα και τη διακυβέρνησή του εκφράσθηκαν κατά καιρούς απόψεις διαμετρικά αντίθετες. Υπέρλαμπρο φως που θαμπώνει την οικουμένη ή Αντίχριστος και Θηρίο της Αποκάλυψης; Ευσεβής χριστιανός ή άθεος; Φωτισμένος ή δεσποτικός μονάρχης: Διανοούμενος ή δεισιδαίμων; Ανθρωπιστής ή ωμός και κυνικός; Εραστής όλων των πολιτισμών και φίλος όλων των θρησκειών ή ανηλεής διώκτης των μειονοτήτων; Άνθρωπος που προηγείται της εποχής του ή γνήσια έκφραση των πιο ιδιαίτερων παραδόσεων του Μεσαίωνα; Μήπως όλα αυτά μαζί;

Η οργάνωση του κράτους: Το οργανωτικό του έργο είναι πράγματι αξιοθαύμαστο και δικαιολογεί σε σημαντικό βαθμό τον χαρακτηρισμό που του αποδίδει ο Pierre Aubé («Les empires normands d’ Orient», εκδ. Perrin 1991, επανέκδοση στη συλλογή Tempus, Παρίσι 2006, σ. 272), λέγοντας ότι ο Φρειδερίκος αποτελεί την: «Ένδοξη ολοκλήρωση, την πεμπτουσία της νορμανδικότητας». Το 1231 εκδίδει τα «Διατάγματα του Μέλφι», τον πληρέστερο για την εποχή του κώδικα δημόσιου και ποινικού δικαίου. Ήδη το 1224 ή το 1226 ιδρύει το Πανεπιστήμιο της Νάπολης (το οποίο και σήμερα φέρει το όνομά του), από τη νομική σχολή του οποίου αποφοιτούν όλα τα στελέχη της δημόσιας διοίκησης του βασιλείου.

Το κύριο μέλημα του Φρειδερίκου είναι η εδραίωση της βασιλικής εξουσίας. Για τον σκοπό αυτό θα ελέγξει αυστηρά και θα περιορίσει τη δύναμη των ευγενών, αποδυναμώνοντας μεθοδικά τις φεουδαρχικές δομές και ενισχύοντας αντίστοιχα την κεντρική εξουσία. Με τις Ασσίζες της Καπύης επιτυγχάνει την επιστροφή στο στέμμα των εκτάσεων που είχαν σφετεριστεί οι ευγενείς κατά την προηγούμενη περίοδο πολιτικής αστάθειας, καταγράφει τα προνόμιά τους και καταργεί πολλά από αυτά, τους αναγκάζει να του παραδώσουν τα κάστρα και τα φρούριά τους. Παράλληλα, ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την εμπορική και οικονομική ανάπτυξη του κράτους, μεριμνώντας έτσι ώστε το εμπόριο να βρίσκεται υπό τον αυστηρό έλεγχό του. Οι φορολογικές και τελωνειακές διατάξεις του είναι πληρέστατες: οι αλλοδαποί έμποροι που θέλουν να ασκήσουν δραστηριότητες στα εδάφη του Φρειδερίκου είναι υποχρεωμένοι να χρησιμοποιούν το λιμάνι του Παλέρμου και μόνο, όπου φυσικά καταβάλλουν άμεσα τους προβλεπόμενους δασμούς.

Ο Φρειδερίκος και οι θρησκευτικές μειονότητες: Σε προσωπικό επίπεδο, ο Φρειδερίκος ενδιαφερόταν ιδιαίτερα ως διανοούμενος για την ισλαμική κουλτούρα και θεολογία. Διατηρούσε αλληλογραφία με τους σύγχρονούς του μουσουλμάνους ηγεμόνες και δεν δίσταζε να υποβάλει φιλοσοφικά και θεολογικά ερωτήματα σε Άραβες σοφούς. Μπροστά, όμως στο συμφέρον του κράτους, όπως ο ίδιος το αντιλαμβανόταν, όλα αυτά υποχωρούσαν. Το 1224, θεωρώντας τους μουσουλμάνους της Σικελίας δυνητική απειλή για την ασφάλεια του κράτους, τους εκτόπισε μαζικά στη Λούτσερα της Απουλίας, είκοσι χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Φότζα. Εκεί είχαν τη δυνατότητα να ζουν σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο, σε ένα πραγματικό μουσουλμανικό γκέτο, από το οποίο ο αυτοκράτορας μπορεί να στρατολογεί τις αναγκαίες για τους πολέμους του δυνάμεις. Στις πόλεις και τα χωριά που εγκατέλειψαν παρά τη θέλησή τους οι μουσουλμάνοι, ο Φρειδερίκος εγκατέστησε «Λομβαρδούς» εποίκους από τα αυτοκρατορικά εδάφη της βόρειας και κεντρικής Ιταλίας (μια τέτοια περίπτωση είναι και το γνωστό μας Κορλεόνε). Ανάλογη θα είναι και η τύχη των Εβραίων, οι οποίοι μέχρι τότε ουδέποτε είχαν υποστεί περιορισμούς ή διωγμούς από τους Νορμανδούς μονάρχες. Το 1221 θα αποφασιστεί ότι πλέον θα είναι υποχρεωμένοι να φέρουν γαλάζιους μανδύες με διακριτικό σήμα ένα κίτρινο κύκλο!

Ο Φρειδερίκος και η Ιερά Εξέταση: Επιπλέον, μολονότι η προσωπική του συμπεριφορά καταδείκνυε συχνά περιφρόνηση ή και ασέβεια για τις εκδηλώσεις θρησκευτικής λατρείας (σε σημείο που κάποιοι τον χαρακτήρισαν άθεο), δεν είχε κανένα δισταγμό να φέρει στα εδάφη του βασιλείου του τη νεοσύστατη Ιερά Εξέταση και να συνεργαστεί αρμονικότατα μαζί της. Ακόμη χειρότερα, ο Φρειδερίκος χρησιμοποίησε την Ιερά Εξέταση ως ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό μέσο πίεσης και εξόντωσης των αντιπάλων του.

Ο Φρειδερίκος ως διανοούμενος: Αναμφίβολα ο Φρειδερίκος υπήρξε διανοούμενος και αληθινός εστέτ. Η αυλή του Παλέρμου ήταν πάντα γεμάτη ποιητές (ο ίδιος έγραψε αξιοπρεπείς στίχους σε προβηγκιανό στυλ), σε σημείο που αρκετοί να υποστηρίζουν ότι η ιταλική γλώσσα γεννήθηκε στη Σικελία (πριν «ολοκληρωθεί» στη μεσαιωνική Τοσκάνη). Υπήρξε προστάτης των ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών, πολλοί από τους οποίους έζησαν στην αυλή του: χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο  Μιχαήλ ο Σκώτος, φιλόσοφος, μεταφραστής, γιατρός, αλχημιστής και.. αστρολόγος. Ο Φρειδερίκος υπήρξε φίλος και προστάτης του μεγάλου Ιταλού μαθηματικού Λεονάρδου Φιμπονάτσι από την Πίζα, ο οποίος αφιέρωσε κάμποσα βιβλία του στον αυτοκράτορα. Το μεγάλο προσωπικό πάθος του μονάρχη ήταν η ιερακοτροφία: το σχετικό σύγγραμμά του («De arte venandi cum avibus«) υπήρξε το πληρέστερο βιβλίο σχετικά με την εκπαίδευση των αρπακτικών πτηνών. Είχε ειλικρινές και έντονο ενδιαφέρον για τις επιστήμες. Αυτό δεν τον εμπόδιζε να είναι κυριολεκτικά εξαρτημένος από τις αστρολογικές προβλέψεις, ούτε να προβαίνει σε πειράματα που σήμερα θα εντυπωσίαζαν λόγω του παραλογισμού τους και θα σόκαραν λόγω της βιαιότητας και του απάνθρωπου χαρακτήρα τους. Λένε πως κάποτε έκλεισε σε ένα βαρέλι κάποιον υπηρέτη του και τον άφησε να πεθάνει, προκειμένου να διαπιστωθεί «επιστημονικά» αν με τον θάνατο μπορούσε να αποδράσει η ψυχή! Σύμφωνα πάλι με τον Φραγκισκανό χρονικογράφο Σαλιμπένε της Πάρμας, ανέθεσε την ανατροφή ορφανών σε κωφάλαλες για να διαπιστώσει ποιά γλώσσα θα μιλούσαν τα παιδιά: τη γλώσσα των γονιών τους ή κάποια από τις «πρωταρχικές γλώσσες της ανθρωπότητας», δηλαδή τα ελληνικά ή τα εβραϊκά!

Οι όποιες αντιφατικές πτυχές της προσωπικότητάς του μπορούν να εξηγηθούν από τα ψυχικά τραύματα των δύσκολων παιδικών του χρόνων και την έμφυτη ανασφάλεια που θα πρέπει να έκρυβε μέσα του. Ανασφάλεια που σίγουρα θα επέτεινε η μάλλον μειονεκτική εξωτερική εμφάνιση του Φρειδερίκου: κοντός, φαλακρός και σχεδόν καμπούρης, αποτελούσε το αντίθετο του ιδανικού ιππότη της εποχής. Όπως πολύ γλαφυρά περιέγραψε κάποιος μουσουλμάνος (μάλλον ο Μπαντρ-αλ-ντιν): «κοκκινοτρίχης, ασχημομούρης και καχεκτικός, αν ήταν σκλάβος δεν θα πουλιόταν ούτε για διακόσια ντιρχάμ». Η εμφάνιση αυτή κάλυπτε μια εξαιρετικά φιλήδονη φύση, μια και ο Φρειδερίκος δεν αρκέσθηκε στις τέσσερις νόμιμες συζύγους του (τις οποίες μεταχειρίστηκε ουσιαστικά περισσότερο σαν διπλωματικά ατού, παρά σαν συντρόφους ζωής, με την εξαίρεση ίσως της πρώτης, της Κωνσταντίας της Αραγονίας), αλλά διατηρούσε κι ένα πολυπληθές χαρέμι που σκανδάλιζε τους πιστούς χριστιανούς της εποχής του.

 Συμπέρασμα; Τελικά, η δράση του Φρειδερίκου μπορεί να εξηγηθεί από τον θεμελιώδη στόχο του, που δεν είναι άλλος από την απόλυτη θωράκιση της μοναρχικής εξουσίας. Όλα τα μέσα είναι θεμιτά για τον σκοπό αυτό: τόσο η επιμελής οργάνωση του κράτους όσο και η ωμή βία ή, εναλλακτικά, η «επικοινωνιακή» πολιτική. Με τα Διατάγματα του Μέλφι, ο Φρειδερίκος παρουσιάζεται ως ενσάρκωση του νόμου και του δικαίου [Sylvain Gouguenheim «Regards sur le Moyen Âge», Tallandier, Παρίσι 2009, κεφ. 14 «L’ empereur aux yeux de serpent: Frédéric II Staufen (1194-1250)», σ. 143-151, ειδ. σ. 146 και 149-150, και ιδίως Ernst Kantorowicz «Kaiser Friedrich der Zweite«, εκδ. Cotta, Στουτγάρδη 1927, και γαλλική μετάφραση «L’ empereur Frédéric II«, εκδ. Gallimard, Παρίσι 1987]. Περιβάλλεται από ικανούς νομικούς σαν τον  Πέτρο ντελλα Βίνια, που θα παράσχουν την απαραίτητη νομική θεμελίωση κάθε αξίωσης ή ισχυρισμού του ηγεμόνα. Όσο για τις πνευματικές ανησυχίες του Φρειδερίκου αυτές είναι προσωπική υπόθεση, δεν μεταφράζονται σε κάποιας μορφής ουμανισμό και σε κάθε περίπτωση είναι απολύτως διακριτές από το πρακτέο σε πολιτικό επίπεδο.

Ο Φρειδερίκος, συνεπώς, είναι και εξαιρετικά ικανός και υπέρμετρα φιλόδοξος. Οραματίζεται μια οικουμενική μοναρχία που θα περιλαμβάνει ολόκληρη την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή. Αυτή ακριβώς η φιλοδοξία θα προκαλέσει τη μοιραία σύγκρουση με την Αγία Έδρα και θα φέρει τελικά τον αφανισμό της ίδιας της δυναστείας των Στάουφεν.

ΟΙ ΝΟΡΜΑΝΔΟΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑ – μέρος V: οι δύο Γουλιέλμοι

Δεκέμβριος 4, 2009

Ύστερα από μια μεγάλη παρένθεση, κατά τη διάρκεια της οποίας ταξιδέψαμε πρώτα στο Κολμάρ της Αλσατίας κι έπειτα στα ελληνιστικά χρόνια, πρώτα με την εποποιία του Αντίοχου Γ΄ και στη συνέχεια με το θέμα των σχέσεων Ελλήνων και Ιουδαίων, επιστροφή στην ιστορία των Νορμανδών της Κάτω Ιταλίας, την οποία αφήσαμε στο τέλος της ένδοξης βασιλείας του Ρογήρου Β΄.

Γουλιέλμος Α΄: Στις 4 Απριλίου 1154, ένα μήνα μετά τον θάνατο του Ρογήρου Β΄ και τρία χρόνια αφότου είχε ανακηρυχθεί συμβασιλέας, στέφθηκε βασιλιάς της Σικελίας ο Γουλιέλμος, ο μεγαλύτερος εν ζωή γιος του Ρογήρου και της Ελβίρας της Καστίλλης. 34 ετών, ο νέος βασιλιάς ήταν, όπως μας λένε τα χρονικά της εποχής, όμορφος, ψηλός, όπως οι Νορμανδοί πρόγονοί του, και με καστανά μαλλιά, κληρονομιά της Ισπανίδας μητέρας του. Γενναίος, δυνατός, αλλά και βίαιος. Ευφυής, αλλά και οκνηρός και φιλήδονος, προτιμούσε να παραδίδεται στις απολαύσεις του χαρεμιού του, απογοητεύοντας τη νόμιμη σύζυγό του, τη Μαργαρίτα της Ναβάρρας, και αφήνοντας τις κρατικές υποθέσεις στους έμπιστους συμβούλους τους. Μεταξύ αυτών ο ισχυρότερος ήταν ο Μαίων του Μπάρι, γόνος πλούσιας ελληνικής οικογένειας εμπόρων λαδιού και κύριων προμηθευτών του Δημοσίου. Εξαιρετικά μορφωμένος και ικανός στα διοικητικά, ο Μαίων είχε, ήδη από το 1151, ονομαστεί καγκελάριος από τον Ρογήρο Β΄. Τον Ιούνιο του 1154 ο Γουλιέλμος θα του δώσει τον επίζηλο τίτλο του εμίρη των εμίρηδων.

Η πρώτη εξέγερση των βαρόνων: Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, ο Γουλιέλμος θα συνάψει γρήγορα συνθήκη με τον Ενετό δόγη Δομήνικο Μοροζίνι, παραχωρώντας εμπορικά προνόμια στους Ενετούς. Δεν θα έχει την ίδια επιτυχία στις διαπραγματεύσεις του με τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Μανουήλ Κομνηνό. Ο Μανουήλ θα θεωρήσει πιο συμφέρουσα τη συμμαχία με τον νέο Γερμανό αυτοκράτορα, που δεν είναι άλλος από τον Φρειδερίκο Α΄ των Χοχενστάουφεν, τον επονομαζόμενο Βαρβαρόσα. Όταν στα τέλη του 1154 ο Φρειδερίκος περνά σε ιταλικό έδαφος (τον Ιούνιο του επόμενου έτους θα στεφθεί επίσημα στη Ρώμη αυτοκράτωρ), ο Γουλιέλμος εκστρατεύει προληπτικά και λεηλατεί τα παπικά εδάφη. Η άμεση αντίδραση του Άγγλου πάπα Αδριανού Δ΄ είναι ο αφορισμός του Νορμανδού ηγεμόνα. Η διαμάχη αυτή παρέχει στους βαρόνους της Κάτω Ιταλίας την καλύτερη ευκαιρία για να εξεγερθούν κατά του βασιλιά τους. Αρχηγός των στασιαστών είναι ο Ροβέρτος του Λοριτέλλο, εξάδελφος του Γουλιέλμου (είναι γιος του Ροβέρτου του Κονβερσάνο και μιας από τις αδελφές του Ρογήρου Β΄), ο οποίος υποστήριζε ότι με διαθήκη του ο εκλιπών μονάρχης τον είχε ονομάσει διάδοχό του. Καθώς ο Φρειδερίκος επιλέγει να επιστρέψει στη Γερμανία μετά τη στέψη του, οι βαρόνοι στρέφονται για βοήθεια στον πάπα Αδριανό και στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου, οι οποίοι και θα τους υποστηρίξουν. Ο Μανουήλ μάλιστα θα στείλει και στρατεύματα στην Απουλία. Στα τέλη του 1155, όλη η Κάτω Ιταλία (εκτός από κάποιες πόλεις, όπως η Νάπολη, το Σαλέρνο, το Αμάλφι, η Τρόια και το Μέλφι) έχει εξεγερθεί. Ο Γουλιέλμος, όμως, θα αντιδράσει αποφασιστικά. Τον Μάϊο του 1156 θα συντρίψει τις βυζαντινές δυνάμεις κι έπειτα θα τιμωρήσει με σκληρά αντίποινα τις πόλεις και τους βαρόνους που στασίασαν: θα ισοπεδώσει το Μπάρι και το Μπρίντιζι και θα διατάξει να τυφλώσουν τον Ροβέρτο. Αδύναμος πια, ο πάπας Αδριανός θα συνάψει κονκορδάτο με τον Γουλιέλμο (τον Ιούνιο του 1156 στο Μπενεβέντο), αναγνωρίζοντας την εξουσία του.     

Η ελληνική εκστρατεία: Νιώθοντας πια αρκετά ισχυρός, ο Γουλιέλμος θα επιχειρήσει μια επιθετική κίνηση. Βέβαιος ότι ο Φρειδερίκος δεν πρόκειται να αντιδράσει και έχοντας εξασφαλίσει την ουδετερότητα Ενετών και Γενουατών, θα στείλει, το 1157, 140 γαλέρες κατά του Βυζαντίου, αναθέτοντας την αρχηγία στον Στέφανο του Μπάρι, κατεπάνω της Απουλίας και αδελφό του εμίρη των εμίρηδων. Ο νορμανδικός στόλος θα λεηλατήσει τη Χαλκίδα και τις ακτές της Στερεάς και της  Πελοποννήσου και θα επιστρέψει στη Σικελία. Ο Μανουήλ θα λάβει υπόψη την προειδοποίηση και θα κρίνει πιο συμφέρον να συνάψει συνθήκη ειρήνης. Πρώτα, όμως, θα ταλαιπωρήσει τους Νορμανδούς: σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να φανεί ότι σύρεται από αδυναμία σε συνθηκολόγηση. Ενθαρρύνει μια ακόμη εξέγερση των βαρόνων της Απουλίας και λεηλατεί τις ακτές της, την ίδια ώρα που οι συνομιλίες έχουν ήδη αρχίσει. Τελικά, την άνοιξη του 1158, μετά από μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις στο Παλέρμο και την Ανκόνα, συνάπτεται στην Κωνσταντινούπολη συνθήκη τριακονταετούς ειρήνης.   

Η απώλεια των κτήσεων στην Αφρική: Γρήγορα, ωστόσο, οι αρχικές επιτυχίες θα δώσουν τη θέση τους σε σοβαρούς κινδύνους: η πρώτη εξωτερική απειλή θα έχει ως συνέπεια σημαντικές απώλειες για το νορμανδικό βασίλειο. Στη Βόρειο Αφρική, οι Βερβέροι Αλμοάδες εξαπλώνονται, κατακτώντας την αραβική Ανδαλουσία και το μεγαλύτερο μέρος του Μαγκρέμπ. Όταν το 1159 ο αυτοανακηρυχθείς χαλίφης Αμπντ-αλ-Μουμίν εμφανίζεται στον κόλπο της Τύνιδας έχει σημάνει η ώρα του τέλους των νορμανδικών κτήσεων στην Ιφρικίγια. Μόνο η Μαχντία αντιστέκεται και πολιορκείται. Ο νορμανδικός στόλος θα επιχειρήσει να σπάσει τον αποκλεισμό και να βοηθήσει τους πολιορκημένους, αλλά θα αποτύχει. Η νορμανδική φρουρά θα αναγκαστεί να συνθηκολογήσει και να αποχωρήσει από την πόλη τον Ιανουάριο του 1160.    

Το πραξικόπημα του Παλέρμου: Ακόμη φοβερότερος θα αποδειχθεί ο εσωτερικός κίνδυνος. Ο παντοδύναμος Μαίων έχει προκαλέσει την έχθρα όλων των ισχυρών του βασιλείου. Μια μεγάλη συνωμοσία αρχίζει να οργανώνεται, έχοντας ως αρχικό στόχο των εμίρη των εμίρηδων. Στις 10 Νοεμβρίου 1160, ο Μαίων έχει μόλις επισκεφθεί τον Ούγο, αρχιεπίσκοπο του Παλέρμου (ο οποίος είναι συνεννοημένος με τους συνωμότες): μόλις βγαίνει, οι συνωμότες τον δολοφονούν έξω από τον καθεδρικό της πόλης. Μετά τη δολοφονία του πιο έμπιστου συμβούλου του, ο Γουλιέλμος οφείλει να αντιδράσει. Η μόνη του κίνηση θα είναι να αντικαταστήσει τον δολοφονημένο με τον Ερρίκο Αρίστιππο, αρχιδιάκονο της Κατάνης, σπουδαίο λόγιο (είχε μεταφράσει από τα ελληνικά στα λατινικά τα Μετεωρολογικά του Αριστοτέλη, διαλόγους του Πλάτωνα και τα έργα του Γρηγόριου του Ναζιανζηνού), αλλά πολιτικό δίχως πυγμή. Στο μεταξύ, οι τάξεις των συνωμοτών ενισχύονται: προσχωρούν ο Σίμων, νόθος γιος του Ρογήρου Β΄, από τον οποίο ο Γουλιέλμος είχε αφαιρέσει το φέουδο του Τάραντα, και ο Τανκρέδος του Λέτσε, νόθος γιος του Ρογήρου της Απουλίας (άρα εγγονός του Ρογήρου) και της κόρης του κόμη του Λέτσε. Στις 9 Μαρτίου 1161 εκδηλώνεται ένα αληθινό πραξικόπημα: οι στασιαστές καταλαμβάνουν τα ανάκτορα, φυλακίζουν τη βασιλική οικογένεια, λεηλατούν το παλάτι  και δολοφονούν τους έμπιστους αυλικούς του Γουλιέλμου.

Ο λαός, όμως, αντιδρά και πλήθος συγκεντρώνεται έξω από τα ανάκτορα για να υποστηρίξει τον βασιλιά. Προσπαθώντας να κατευνάσουν τον πληθυσμό του Παλέρμου, οι συνωμότες περιφέρουν στους δρόμους της πόλης τον μικρό Ρογήρο, πρωτότοκο γιο του Γουλιέλμου, υποσχόμενοι να τον στέψουν σύντομα βασιλιά. Ο λαός δεν πείθεται: ένοπλοι πολιορκούν το παλάτι για να απελευθερώσουν τον μονάρχη. Μέσα στον πανικό, ένα βέλος βρίσκει καταλάθος τον Ρογήρο και τον σκοτώνει. Οι στασιαστές αναγκάζονται να ελευθερώσουν τον Γουλιέλμο και να διαπραγματευθούν μαζί του. Ψυχικά συντετριμμένος, άβουλος, ο Γουλιέλμος συγχωρεί. Η αδράνεια του βασιλιά δυναμώνει την εξέγερση. Ξαφνικά, ο Γουλιέλμος ξαναβρίσκει τον εαυτό του και αντιδρά: εκτελεί πολλούς από τους συνωμότες και, με λουτρό αίματος, καταστέλει την εξέγερση στη Σικελία και στην Κάτω Ιταλία. Η εξουσία του έχει αποκατασταθεί, αλλά οι πληγές είναι πάρα πολλές για να ξεχαστούν. Τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Γουλιέλμου θα κυλήσουν δίχως ταραχές. Στις 7 Μαΐου 1166, ο Γουλιέλμος θα πεθάνει από χρόνια δυσεντερία και θα ταφεί στο βασιλικό παρεκκλήσιο των ανακτόρων του Παλέρμου. Στην ιστορία θα μείνει ως ο «Γουλιέλμος ο κακός». Στην πραγματικότητα ήταν απλώς κακότυχος.

Γουλιέλμος Β΄: Διάδοχος του νεκρού βασιλιά ήταν ο δεκατριάχρονος γιος του, ο Γουλιέλμος. Καθώς ήταν ανήλικος, η μητέρα του, η βασίλισσα Μαργαρίτα, ανέλαβε την αντιβασιλεία. Το κύριο μέλημά της ήταν να διασφαλίσει την ειρήνη στο εσωτερικό του βασιλείου. Αμνήστευσε τους πολιτικούς κρατουμένους και επιχείρησε να σχηματίσει τη δική της ομάδα έμπιστων συμβούλων, μια και ήταν καχύποπτη απέναντι σε αυτούς του συζύγου της, ακόμη και σε όσους είχαν αποδείξει την αφοσίωσή τους στη δυναστεία των Ωτβίλλ (όπως ο νοτάριος Ματθαίος του Αγιέλλο). Ο πρώτος ευνοούμενος της Μαργαρίτας θα είναι ο Πέτρος, ευνούχος μουσουλμανικής καταγωγής, ο οποίος είχε υπηρετήσει τον Γουλιέλμο Α΄ ως αρχιθαλαμηπόλος. Δεν θα μείνει για πολύ στη θέση του ισχυρού άνδρα του καθεστώτος: έχοντας να αντιμετωπίσει την έχθρα του Ματθαίου και του Γκωτιέ Οφαμίλ (παιδαγωγού του ανήλικου βασιλιά) θα φύγει κρυφά από το Παλέρμο και θα αναζητήσει καταφύγιο στους Αλμοάδες της Βόρειας Αφρικής. Η Μαργαρίτα θα στραφεί τότε στην οικογένειά της: θα ζητήσει από τον θείο της, τον αρχιεπίσκοπο της Ρουέν, να της στείλει κάποιον έμπιστο για να του αναθέσει τις τύχες του βασιλείου. Αυτός θα της στείλει έναν νεαρό και άπειρο ευγενή, τον Στέφανο του Περς, ο οποίος θα ονομαστεί αμέσως αρχιεπίσκοπος του Παλέρμου και καγκελάριος. Η έχθρα των άλλων αυλικών προς τον «αλεξιπτωτιστή», η απειρία του Στέφανου και η επιθυμία του να ελέγξει τα πάντα θα καταδικάσουν γρήγορα το εγχείρημα σε αποτυχία. Ο Στέφανος θα προβεί σε μεταρρύθμιση του καθεστώτος της ανακτορικής καγκελαρίας, καταργώντας όλα τα προνόμια των δημοσίων υπαλλήλων. Άλλες ενέργειές του θα εξοργίσουν τον μουσουλμανικό πληθυσμό. Στο τέλος, το καλοκαίρι του 1168, θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει για πάντα τη Σικελία: θα επιβιβαστεί σε ένα πλοίο και θα αναχωρήσει για τους Άγιους Τόπους. Όλοι οι εχθροί του θα ανταμειφθούν: ο Γκωτιέ Οφαμίλ θα γίνει ο νέος αρχιεπίσκοπος, ο Ματθαίος καγκελάριος, οι υπόλοιποι θα μπουν στο βασιλικό συμβούλιο.

Το 1171, ο Γουλιέλμος Β΄ ενηλικιώνεται και αναλαμβάνει την εξουσία (με κύριους συμβούλους τον Γκωτιέ Οφαμίλ και τον Ματθαίο του Αγιέλλο). Δεν θα αργήσει και η πρώτη πρόταση γάμου, η οποία θα είναι και ιδιαίτερα σημαντική, μια και ο αυτοκράτορας Μανουήλ θα προτείνει τον γάμο του νεαρού Νορμανδού με την κόρη του Μαρία. Ο Γουλιέλμος θα περιμένει στον Τάραντα την μνηστή του, μόνο που το πλοίο που θα μετέφερε την πορφυρογένητη πριγκίπισσα δεν θα φανεί ποτέ, μια και ποτέ δεν ξεκίνησε από την Βασιλεύουσα. Η ταπείνωση αυτή δεν θα ξεχαστεί ποτέ και θα καθορίσει τη μετέπειτα αντιβυζαντινή στάση του. 

Στη συνέχεια, όμως, ο νεαρός Γουλιέλμος θα έχει αρκετές διπλωματικές επιτυχίες, η πρώτη από τις οποίες θα είναι η ειρήνη με τον Γερμανό αυτοκράτορα. Τον Σεπτέμβριο του 1174 ο Φρειδερίκος πέρασε ξανά τις Άλπεις και πολιόρκησε ανεπιτυχώς την Αλεξάνδρεια του Πεδεμοντίου, τη νεοϊδρυθείσα πόλη-σύμβολο της συμμαχίας ανάμεσα στην ένωση των ιταλικών πόλεων και τον πάπα Αλέξανδρο Γ΄. Ο αυτοκράτορας αντιμετώπισε τις ιταλικές και παπικές δυνάμεις στο Λενιάνο της Λομβαρδίας, στις 29 Μαΐου 1176, όπου και συνετρίβη. Τα νέα δεδομένα καθιστούσαν εφικτή τη σύναψη συνθήκης μεταξύ του πάπα και του αυτοκράτορα, κάτι που συνέβη στη μεγάλη διπλωματική διάσκεψη της Βενετίας, τον Ιούλιο του 1176. Στο πλαίσιο της διάσκεψης αυτής, υπογράφηκε συνθήκη ειρήνης και μεταξύ της Αγίας Γερμανικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και του νορμανδικού βασιλείου της Σικελίας και Κάτω Ιταλίας.

Ο Γουλιέλμος, που στις 13 Φεβρουαρίου 1177 νυμφεύθηκε στο Παλέρμο την Ιωάννα της Αγγλίας, κόρη του Ερρίκου Β΄, θα επιτύχει να συνάψει ειρήνη και με τον Αλμοάδα χαλίφη Αμπού Γιουσούφ Γιακούμπ. Ο χαλίφης θα δώσει ως δώρο στον Νορμανδό και δύο λιμάνια στις ακτές της Τυνησίας. Πλέον επικρατεί ειρήνη ανάμεσα στο βασίλειο της Σικελίας και όλους τους παλιούς εχθρούς του, ακόμη και με το Βυζάντιο, εκεί όπου δραματικά γεγονότα συνέβαιναν την ίδια περίοδο.

Η εκστρατεία κατά του Βυζαντίου: Τον Αύγουστο του 1180, πέθανε ο Μανουήλ Κομνηνός, αφήνοντας διάδοχο τον δωδεκάχρονο Αλέξιο. Η άκηση της αντιβασιλείας από τη χήρα του Μανουήλ, τη Μαρία της Αντιοχείας, αποδείχθηκε μάλλον ατυχής. Οι αδεξιότητες της δυτικής αυτοκράτειρας προκάλεσαν την αντίδραση του πληθυσμού, ο οποίος άρχισε τις βιαιοπραγίες κατά των Λατίνων που ζούσαν στη Βασιλεύουσα. Την κατάσταση εκμεταλλεύθηκε ο ο εξάδελφος του Μανουήλ, ο Ανδρόνικος Κομνηνός, ο οποίος σφετερίστηκε την εξουσία. Αφού ανακηρύχθηκε συμβασιλέας, εξολόθρευσε όλους τους πιθανούς αντιπάλους του. Πρώτα δηλητηρίασε την κόρη του Μανουήλ, τη Μαρία, και τον σύζυγό της, τον Ρενιέ τον Μομφερρατικό κι έπειτα έβαλε να πνίξουν με τη χορδή ενός τόξου τον μικρό Αλέξιο.

Την ίδια εποχή, εμφανίστηκε στο Παλέρμο ένας αμφίβολης προέλευσης και ηθικής καλόγερος, ο Σικουντηνός, συνοδευόμενος από έναν έφηβο για τον οποίο ισχυριζόταν ότι ήταν ο νεαρός Αλέξιος. Λίγοι φυσικά ξεγελάστηκαν από μια τόσο χονδροειδή απάτη. Για τον σικελικό θρόνο, όμως, η ιστορία αυτή προσέφερε την τέλεια αφορμή για μια επίθεση κατά του Βυζαντίου. Παρά τις συμβουλές των εμπίστων του, ιδίως του Γκωτιέ Οφαμίλ, ο Γουλιέλμος συγκέντρωσε μια πελώρια αρμάδα και ένα μεγάλο εκστρατευτικό σώμα (αποτελούμενο από 20.000 στρατιώτες), το οποίο, υπό τις διαταγές του Τανκρέδου του Λέτσε και συνοδευόμενο από έναν άλλο Αλέξιο Κομνηνό, τον ανηψιό του Μανουήλ, ξεκίνησε στις 11 Ιουνίου 1185. Στις 24 Ιουνίου καταλήφθηκε το Δυρράχιο. Ο στρατός αποβιβάστηκε, κινήθηκε προς τη Μακεδονία και στις 6 Αυγούστου έφτασε έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκης. Ο στόλος, με τον Τανκρέδο, κατέλαβε τα Επτάνησα, περίπλευσε την Πελοπόννησο και στις 15 Αυγούστου μπήκε στον Θερμαϊκό. Η δεύτερη πόλη της αυτοκρατορίας ήταν πια αποκλεισμένη από ξηράς και θαλάσσης. Ο, όχι ιδιαίτερα ικανός, διοικητής της, ο Δαυίδ Κομνηνός, είχε στη διάθεσή του ένα ανομοιογενές στράτευμα από Σέρβους, Αλανούς και Γερμανούς μισθοφόρους. Γρήγορα, η άμυνα της πόλης κάμφθηκε και στις 24 Αυγούστου οι Νορμανδοί κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη εν μέσω σφαγών και λεηλασιών (αναλυτική περιγραφή τους μπορεί να βρει κανείς στο χρονικό του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Ευστάθιου). Αφού παρέμεινε για ένα διάστημα στη Θεσσαλονίκη, ο νορμανδικός στρατός χωρίστηκε σε δύο τμήματα. Το πρώτο κατευθύνθηκε προς τις Σέρρες για να αντιμετωπίσει τα στρατεύματα που είχε στείλει ο Ανδρόνικος. Το δεύτερο βάδισε προς την Κωνσταντινούπολη. Στη Βασιλεύουσα, όμως, η κατάσταση είχε αλλάξει. Τον Σεπτέμβριο, ο Ισαάκιος Άγγελος είχε ανατρέψει τον Ανδρόνικο. Αφού εκτέλεσε τον προκάτοχό του (τον οποίο πρώτα ο όχλος της Πόλης είχε υποβάλει σε φριχτά βασανιστήρια τα οποία μας διηγείται ο Νικήτας Χωνιάτης), ο Ισαάκιος έστειλε κατά των Νορμανδών έναν ικανό και φιλόδοξο στρατηγό, τον Αλέξιο Βρανά. Ο Βρανάς συνέτριψε πρώτα στη Μοσυνούπολη το στράτευμα που βάδιζε κατά της Βασιλεύουσας κι έπειτα κοντά στον Στρυμώνα το κύριο σώμα των Νορμανδών. Πολλοί αιχμαλωτίστηκαν. Όσοι ξέφυγαν γύρισαν κακήν κακώς στη Θεσσαλονίκη και μπάρκαραν για τη Σικελία. Η εκστρατεία του Γουλιέλμου κατά του Βυζαντίου δεν επρόκειτο να φέρει μεγαλύτερα κέρδη και κτήσεις απ’ ό,τι αυτές των προκατόχων του.

Οι γάμοι του Μιλάνου: Στο μεταξύ, στο πλαίσιο της προσέγγισης του Βασιλείου της Σικελίας με τη Γερμανική Αυτοκρατορία, ο Γουλιέλμος και ο Γκωτιέ Οφαμίλ θα κρίνουν σωστό (παρά την αντίθετη γνώμη του Ματθαίου του Αγιέλλο) να σφραγίσουν τη συμμαχία με ένα δυναστικό γάμο. Έτσι θα συμφωνήσουν με τον Φρειδερίκο Βαρβαρόσα τον γάμου του Ερρίκου, γιου του Φρειδερίκου, Βασιλέα των Ρωμαίων και διαδόχου της αυτοκρατορίας, με την Κωνσταντία, την κόρη του Ρογήρου Β΄. Η τριαντάχρονη Νορμανδή πριγκίπισσα θα αφήσει την ορθόδοξη μονή της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος στο Παλέρμο και θα παντρευτεί τον Ερρίκο στο Μιλάνο, στις 27 Ιανουαρίου 1186.

Ο βασιλιάς Γουλιέλμος δεν είχε αποκτήσει παιδιά από τον γάμο του με την Ιωάννα της Αγγλίας. Πλέον, άρχισε να αποδέχεται την ιδέα ότι δεν θα αποκτούσε ποτέ. Ζήτησε, λοιπόν, από τους Νορμανδούς βαρόνους να ορκιστούν ότι θα τηρήσουν το έθιμο και σε περίπτωση που πεθάνει άκληρος θα δεχθούν ως βασίλισσα την τελευταία νόμιμη απόγονο των Ωτβίλλ, τη θεία του Κωνσταντία. Στις 18 Ιανουαρίου 1189, ο καλός βασιλιάς Γουλιέλμος πέθαινε άκληρος στο Παλέρμο, πριν συμπληρώσει το τριακοστό έβδομο έτος της ζωής του.

Ο καλός βασιλιάς: Η ιστορία τον κατέγραψε με το προσωνύμιο «ο καλός». Ίσως κανένας άλλος μονάρχης της Σικελίας να μην αγαπήθηκε περισσότερο από τον λαό του. Εκατό χρόνια μετά, οι διεκδικητές της Σικελίας δεν θα σταματήσουν να υπόσχονται στους Σικελούς ότι θα τους κυβερνήσουν «όπως στα χρόνια του καλού βασιλιά Γουλιέλμου». Κι όμως, ο Γουλιέλμος δεν προσέφερε νέες κτήσεις στο βασίλειο. Η βασιλεία του δεν απέτρεψε τις τάσεις αποσύνθεσης της διαπολιτισμικής κοινωνίας της Σικελίας: ο εκλατινισμός προχώρησε κι άλλο, κάνοντας τους μουσουλμάνους να νιώθουν ξένοι στην πατρίδα τους και τους Ορθόδοξους πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Το ελληνικό τμήμα της καγκελαρίας του Παλέρμου εξέδιδε όλο και λιγότερα έγγραφα στα ελληνικά: μέσα σε μια πενταετία από τον θάνατο του Γουλιέλμου Β΄ θα σταματήσει εντελώς τη λειτουργία του. Εντούτοις, ο λαός κράτησε την ανάμνηση της μακρόχρονης περιόδου ειρήνης: την έλλειψη εσωτερικών ταραχών και την ειρήνη με τους εξωτερικούς εχθρούς. Κι ίσως δεν είναι άδικο που ήταν αυτή η υστεροφημία του Γουλιέλμου, μια και χάρισε στην ανθρωπότητα ένα από τα πιο λαμπρά αρχιτεκτονικά στολίδια: τον καθεδρικό του Μονρεάλε, στα περίχωρα του Παλέρμου. Πρόκειται αδιαμφισβήτητα για την πιο ολοκληρωμένη έκφραση του συγκρητισμού της νορμανδικής τέχνης της Σικελίας, συνδυάζοντας τον ρωμανικό ρυθμό με βυζαντινά ψηφιδωτά και αραβικά διακοσμητικά στοιχεία. Και μόνο για το μεγαλειώδες δώρο του Μονρεάλε, ο Γουλιέλμος άξιζε να μείνει στην Ιστορία.

Όσο για το βασίλειο, οι μέρες που το περίμεναν ήταν δύσκολες. Η προοπτική να βασιλέψει ένας ξένος, ένας Γερμανός που αγνοούσε τα πάντα για τις ιδιαιτερότητες της Σικελίας, γέμιζε με τρόμο τους αυλικούς, τους Νορμανδούς φεουδάρχες και τον λαό. Τα γεγονότα θα αποδείξουν ότι η ανησυχία αυτή μόνο αδικαιολόγητη δεν ήταν.     

            

ΟΙ ΝΟΡΜΑΝΔΟΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑ – μέρος IV

Νοέμβριος 11, 2009

 Μετά τις απαρχές της νορμανδικής εγκατάστασης στην Κάτω Ιταλία και την εποποιία του Ροβέρτου Γισκάρδου, παρακολουθήσαμε, στο τρίτο μέρος της διήγησης, την ολοκλήρωση της κατάκτησης της Σικελίας και τα πρώτα χρόνια της κυριαρχίας του Ρογήρου του Β΄ μέχρι το χρονικό σημείο της στέψης του στο Παλέρμο ως βασιλιά της Σικελίας, δούκα της Απουλίας και πρίγκιπα της Καπύης. Παρά τη φαινομενική παντοδυναμία του, ο Νορμανδός μονάρχης θα κληθεί πολύ σύντομα να αντιμετωπίσει απίστευτες δυσκολίες. Δύο είναι τα καθοριστικά δεδομένα: πρώτον, η ταραχώδης φύση των Νορμανδών βαρόνων, οι οποίοι περιμένουν την παραμικρή ευκαιρία για να εξεγερθούν, και, δεύτερον, η αστάθεια της διεθνούς πολιτικής σκηνής, λόγω του παπικού σχίσματος μεταξύ Ιννοκέντιου και Ανακλήτου. Ενώ, ο δεύτερος υποστηρίζεται ουσιαστικά μόνον από τον Ρογήρο, ο Ιννοκέντιος καταφέρνει να αποσπάσει τη στήριξη τόσο του Γάλλου βασιλιά όσο και του Γερμανού αυτοκράτορα. Η υπεροχή αυτή του Ιννοκέντιου ενισχύει τις αποσχιστικές τάσεις στο εσωτερικό του βασιλείου του Ρογήρου και σταδιακά θα οδηγήσει σε μια γενικευμένη εξέγερση κατά της εξουσίας του οίκου των Ωτβίλλ.

Κι όμως, η πρώτη σπίθα της φωτιάς έσβησε πολύ γρήγορα. Λίγους μήνες μετά τη στέψη στο Παλέρμο, εξεγέρθηκε κατά του Ρογήρου το Αμάλφι. Ο βασιλιάς αντέδρασε αστραπιαία και οι Αμαλφιτάνοι συνθηκολόγησαν γρήγορα. Έντρομος ο δούκας της Νάπολης Σέργιος ο Ζ΄ έσπευσε να δηλώσει υποτέλεια στον Νορμανδό. Τα δυσκολότερα άρχισαν όταν έγινε γνωστό ότι ο Ιννοκέντιος, υποστηριζόμενος από τον Γερμανό αυτοκράτορα Λοθάριο τον Γ΄, βάδιζε με στρατεύματα κατά της Ρώμης. Ο Ανάκλητος θα ζητήσει βοήθεια από τον Ρογήρο, ο οποίος θα του στείλει ενισχύσεις υπό τον Ραινόλφ της Αλίφε. Το πρόσωπο αξίζει την προσοχή μας, γιατί στα επόμενα χρόνια πρόκειται να ηγηθεί της εξέγερσης. Είναι γαμπρός του Ρογήρου, αλλά οι μεταξύ τους σχέσεις είναι λεπτές: η Ματθίλδη, η αδελφή του Ρογήρου, μόλις έχει εγκαταλείψει τον νόμιμο σύζυγό της παραπονούμενη ότι αυτός την κακομεταχειρίζεται. Παράλληλα, ο Ρογήρος υποπίπτει σε ένα σφάλμα: κατά παράβαση κάθε φεουδαλικού εθίμου κι ενώ ο άρχοντας της Αλίφε βαδίζει προς τη Ρώμη, ο Ρογήρος προσαρτά τα φέουδα του αδελφού του Ραινόλφ, του Ριχάρδου. Η κατάσταση επιδεινώνεται, καθώς οι ταραχές γενικεύονται. Στην Απουλία εξεγείρονται ο Γριμοάλδος του Μπάρι και ο Τανκρέδος του Κονβερσάνο. Κι ενώ αυτούς τους δυο ο Ρογήρος θα τους συντρίψει μάλλον εύκολα την άνοιξη του 1132, η εξέγερση στην Καμπανία θα πάρει πιο επικίνδυνη τροπή. Ο Ραινόλφ θα βρει ένα σπουδαίο σύμμαχο στο πρόσωπο του Ροβέρτου του Β΄ της Καπύης, του άρχοντα που είχε διεκδικήσει παλιότερα μαζί με τον Ρογήρο τη διαδοχή του δουκάτου της Απουλίας. Ροβέρτος και Ραινόλφ συγκεντρώνουν αξιόμαχο στράτευμα και αναγκάζουν τον Ρογήρο να δώσει μάχη στις όχθες του Σάρνου, στις 25 Ιουλίου 1132. Η σύγκρουση είναι αμφίρροπη, αλλά τελικά ο Ρογήρος θα ηττηθεί και θα υποχωρήσει στη Σικελία. Η επικράτηση του συνασπισμού των εξεγερμένων βαρόνων και των υποστηρικτών του Ιννοκέντιου φαίνεται να κερδίζει τη σύγκρουση. Τον Ιούνιο του 1133, ο Ιννοκέντιος θα στέψει με κάθε επισημότητα τον Λοθάριο ως αυτοκράτορα, παρουσία του Ροβέρτου και του άρχοντα της Αλίφε. Κι όμως, ο Ρογήρος θα κατορθώσει να αντεπιτεθεί και να ανατρέψει την κατάσταση: το ίδιο καλοκαίρι, θα αποβιβασθεί στην Καλαβρία με στρατεύματα ως επί το πλείστον αραβικά. Αφού καταστρέψει εκ θεμελίων τη Βενόζα, θα στραφεί κατά της Απουλίας. Υποτάσσει πρώτα τα φέουδα των βαρόνων κι έπειτα τις πόλεις, τη μία μετά την άλλη: Τρόια, Μέλφι, Άσκολι. Την άνοιξη του 1134 θα ολοκληρώσει επιτυχώς την επιχείρηση, ανακτώντας την Καμπανία. Πρώτα ο Ραινόλφ κι έπειτα ο Ροβέρτος της Καπύης θα συνθηκολογήσουν.

Ωστόσο, το έτος 1135 δεν θα αρχίσει καλά για τον Ρογήρο. Πρώτα, θα πεθάνει η σύζυγός του, η Ελβίρα της Καστίλλης. Έπειτα, θα αρρωστήσει σοβαρά ο ίδιος. Οι συνθήκες αυτές προσφέρουν στον Ραινόλφ την ιδανική ευκαιρία για να στασιάσει εκ νέου. Ο Ρογήρος, πάντως, θα προσπαθήσει να θέσει την κατάσταση υπό έλεγχο: θα καταστρέψει την Αβέρσα και θα πολιορκήσει τη Νάπολη. Τα πολύ σοβαρά προβλήματα θα προκληθούν με την παρέμβαση του γερμανικού παράγοντα. Στο τέλος του 1136, ο Λοθάριος συγκεντρώνει ισχυρότατα στρατεύματα και περνά πάλι το Μπρέννερ. Φτάνοντας στην Ιταλία, χωρίζει τον στρατό του σε δύο τμήματα. Το ένα, υπό τον Ερρίκο της Βαυαρίας, ξεκινά να υποτάξει την Τοσκάνη και, έπειτα, να εισβάλει στην Καμπανία και την Καλαβρία. Ο ίδιος ο Λοθάριος θα βαδίσει κατά της Απουλίας. Οι επιχειρήσεις στέφονται από επιτυχία: όλη η νότια Ιταλία παραδίδεται στον αυτοκράτορα. Το Μπάρι τον υποδέχεται ως ελευθερωτή. Όλοι οι εχθροί του Ρογήρου (Ιννοκέντιος, Λοθάριος, Ροβέρτος, Ραινόλφ, Πίζα) ενώνουν τις δυνάμεις τους και καταλαμβάνουν το Σαλέρνο, τη σημαντικότερη ναυτική και στρατιωτική βάση του βασιλιά της Σικελίας. Στις αρχές του φθινοπώρου, ο Λοθάριος αισθάνεται ότι πρέπει να επιστρέψει στη Γερμανία για να ασχοληθεί με τις υποθέσεις της πατρίδας του. Ο Ρογήρος βρίσκει την ευκαιρία να αντεπιτεθεί: ανακαταλαμβάνει την Καμπανία μέχρι το Μπενεβέντο, έπειτα στρέφεται ανατολικά, αλλά οι αντίπαλοί του τον υποχρεώνουν σε μάχη βόρεια της Φότζα. Η σύγκρουση της 30ής Οκτωβρίου 1137 τελειώνει με συντριβή του Ρογήρου. Ο Νορμανδός ηγεμόνας, για δεύτερη φορά μέσα σε πέντε χρόνια, βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού. Κατά τα φαινόμενα, είναι πλέον μια τελειωμένη ιστορία.

Δύο θάνατοι, όμως, θα μεταβάλουν τα δεδομένα. Πρώτος θα πεθάνει ο διεκδικητής του παπικού θρόνου, ο Ανάκλητος ο Β΄. Στις 25 Ιανουαρίου 1138, η χριστιανοσύνη μένει με ένα μόνο πάπα, αυτόν που έχει αφορίσει τον Ρογήρο. Θεωρητικά, η κατάσταση έχει επιδεινωθεί περαιτέρω για τον Σικελό μονάρχη. Στις 30 Απριλίου 1139, όμως, πεθαίνει στην Τρόια και ο άρχοντας της Αλίφε, ο ουσιαστικός ηγέτης του συνασπισμού κατά του Ρογήρου. Ο Νορμανδός ηγεμόνας θα τα παίξει όλα για όλα. Συγκεντρώνει όσες στρατιωτικές δυνάμεις μπορεί και αναθέτει στον πρωτότοκο γιο του, που ονομάζεται κι αυτός Ρογήρος και έχει διορισθεί από τον πατέρα του δούκας της Απουλίας, να ανακαταλάβει το φέουδό του. Ο μικρός Ρογήρος τα καταφέρνει περίφημα. Παράλληλα, ο Ρογήρος ο Β΄ επιδιώκει να δώσει την αποφασιστική μάχη κατά του Ιννοκέντιου και των συμμάχων του. Στις 22 Ιουλίου 1139, συγκρούεται με τα παπικά στρατεύματα στις όχθες του Γκαριλιάνο, κοντά στο Μόντε Κασσίνο. Η μάχη τελειώνει με θρίαμβο του Ρογήρου. Ο Ιννοκέντιος βρίσκεται στο έλεος του Νορμανδού. Τρεις μέρες αργότερα, στο Μινιάνο, θα αναγνωρίσει τον Ρογήρο ως βασιλέα της Σικελίας, δούκα της Απουλίας και πρίγκιπα της Καπύης. Στις 27 Ιουλίου θα εκδοθεί και η σχετική παπική βούλα. Μετά από την εξέλιξη αυτή, όλες οι πόλεις της Κάτω Ιταλίας θα αναγνωρίσουν την κυριαρχία του Ρογήρου. Μόνο το Μπάρι θα προβάλει αντίσταση. Κατόπιν πολιορκίας θα συνθηκολογήσει και θα υποστεί φοβερά αντίποινα.

Αυτή τη φορά ο Ρογήρος ο Β΄ είναι οριστικά και αδιαφιλονίκητα ο ηγεμόνας της Κάτω Ιταλίας. Έχει πλέον τη δυνατότητα να ασχοληθεί με την οργάνωση του βασιλείου του. Το καλοκαίρι του 1140 θα συγκαλέσει τη σύνοδο του Αριάνο, όπου θα μετάσχουν οι άρχοντες, οι αξιωματούχοι και οι νομομαθείς του κράτους με σκοπό να κωδικοποιήσουν και, όπου κρίνεται αναγκαίο, να τροποποιήσουν τους νόμους του νορμανδικού βασιλείου. Οι Ασσίζες του Αριάνο αποτελούν την πληρέστερη, ίσως, κωδικοποίηση νομικών διατάξεων του Μεσαίωνα. Όπως επισημαινόταν «οι νόμοι και οι αποφάσεις του βασιλέως ισχύουν για όλους τους υπηκόους, Λατίνους, Έλληνες, Ιουδαίους και Σαρακηνούς. Ουδόλως θίγονται, όμως, τα υφιστάμενα ήθη κι έθιμα και οι νόμοι των λαών αυτών, εκτός κι αν αντιβαίνουν προδήλως στους νόμους και τις αποφάσεις του βασιλέως». Γενικά, η διοικητική οργάνωση του νορμανδικού βασιλείου φτάνει στα χρόνια αυτά στο υψηλότερο επίπεδο εξέλιξης και πληρότητας. Η γραμματεία των ανακτόρων περιλαμβάνει πλήθος μεταφραστών, δεδομένου ότι οι αποφάσεις και τα διατάγματα εκδίδονται σε πολλές γλώσσες (λατινικά, γαλλικά, ελληνικά, αραβικά, εβραϊκά) αναλόγως των αποδεκτών τους. Το πλέον χαρακτηριστικό διοικητικό όργανο είναι η dohana de secretis, πραγματικό Υπουργείο Οικονομικών και Ελεγκτικό Συνέδριο μαζί. Με όπλα ένα τέλειο κτηματολόγιο και τη λεπτομερέστερη καταγραφή των ανθρώπινων πόρων και των πλουτοπαραγωγικών πηγών του βασιλείου, η dohana μεριμνά για τον ισοβαρή καταμερισμό των φορολογικών βαρών και για την έγκαιρη είσπραξη φόρων, τελών και δασμών και ελέγχει τις δημόσιες δαπάνες.

Παράλληλα, ο Ρογήρος θέτει σε εφαρμογή την επεκτατική εξωτερική πολιτική του. Ο πρώτος στόχος δεν είναι τίποτε λιγότερο από το Βυζάντιο. Επί της αρχής, η συνύπαρξη δύο μοναρχιών που στοχεύουν θεωρητικά στην οικουμενικότητα δεν είναι δυνατή. Έτσι, το 1147, μεγάλος νορμανδικός στόλος με ναύαρχο τον Γεώργιο τον Αντιοχέα σαλπάρει από το Οτράντο: καταλαμβάνει την Κέρκυρα, περιπλέει την Πελοπόννησο και λεηλατεί τις ακτές της Εύβοιας, της Αττικής και της Βοιωτίας. Μετά τη Θήβα, λεηλατείται και η Κόρινθος. Σε επίπεδο εκφοβισμού και συλλογής πλιάτσικου, η ελληνική εκστρατεία συνιστά απόλυτη επιτυχία. Δεν πρόκειται, όμως, να οδηγήσει ούτε σε μόνιμες εδαφικές κτήσεις ούτε, φυσικά, στην ανατροπή της αυτοκρατορίας. Άλλωστε, ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός θα αντιδράσει γρήγορα και τελικά θα αναγκάσει τον στόλο του Γεώργιου σε υποχώρηση.

Πολύ πιο ουσιαστικά και με μεγαλύτερη διάρκεια είναι τα κέρδη που θα αποφέρει η πολιτική επέκτασης στην Ιφρικίγια. Ο Ρογήρος συνάπτει φιλικές σχέσεις με τους Φατιμίδες του Καΐρου και στρέφεται ενάντια στους, διπλωματικά απομονωμένους, Ζιρίδες εμίρηδες. Ήδη από το 1135 η Μαχντία είναι υποτελής στον Νορμανδό ηγεμόνα. Έπειτα, καταλαμβάνεται η νήσος Τζέρμπα, το 1146 η Τρίπολη της Λιβύης και το 1148 το Σφαξ και τα υπόλοιπα εδάφη της σημερινής Τυνησίας και βόρειας Λιβύης. Η κεντρική Μεσόγειος είναι πια, σύμφωνα με τον Γάλλο ιστορικό Πιερ Ωμπέ, «νορμανδική λίμνη». Οι αφρικανικές κτήσεις θα αποτελέσουν βασικό παράγοντα για την ανάπτυξη του εμπορίου στο νορμανδικό βασίλειο.

Πέρα από το εμπόριο και την οικονομία, η ανάπτυξη των γραμμάτων και των τεχνών συνιστά ένα ακόμη χαρακτηριστικό της νορμανδικής Σικελίας και νότιας Ιταλίας στα χρόνια του Ρογήρου του Β΄. H διαπολιτισμικότητα είναι το βασικό γνώρισμα και της πολιτιστικής άνθισης. Αφενός, οι Νορμανδοί εισήγαγαν στη Σικελία τα φραγκικά έπη και το ιπποτικό μυθιστόρημα, από το Τραγούδι του Ρολάνδου ως τον Τριστάνο και την Ιζόλδη. Είναι εντυπωσιακό ότι ακόμη και σήμερα οι ήρωες στο σικελικό θέατρο μαριονετών είναι συχνά ιππότες του Καρλομάγνου. Ταυτόχρονα, παρατηρείται μια έντονη δραστηριότητα συγγραφής χρονικών και ιστορικών κειμένων στη λατινική γλώσσα (δύο από τα σημαντικότερα χρονικά της νορμανδικής Ιταλίας είναι προγενέστερα του Ρογήρου του Β΄, καθόσον γράφτηκαν στα τέλη του 11ου αιώνα: πρόκειται για την Historia sicula του Γοδεφρείδου Μαλατέρρα, που εξιστορεί την κατάκτηση της Σικελίας από τον Ρογήρο τον Α΄, και για τα Gesta Roberti Wiscardi του Γουλιέλμου της Απουλίας,  με θέμα την εποποιία του Ροβέρτου Γισκάρδου. Ένα άλλο έργο, το Liber de regno Siciliae του Ούγου Φαλκάνδου, είναι μεταγενέστερο της βασιλείας του Ρογήρου και αφορά την περίοδο που θα μας απασχολήσει στο επόμενο μέρος). Αφετέρου, ο Ρογήρος, άριστος γνώστης της ελληνικής και της αραβικής, δημιούργησε τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη των γραμμάτων στις δύο αυτές γλώσσες.

Όσον αφορά το ελληνικό στοιχείο, ο Ρογήρος όχι μόνο συνέχισε την πολιτική της μητέρας του για την οικονομική ενίσχυση των ορθόδοξων μονών της Σικελίας και της Καλαβρίας, αλλά ενθάρρυνε στην αυλή και τη δράση διαφόρων Ελλήνων λογίων. Ανάμεσα σε αυτούς, ο θεολόγος Θεοφάνης Κεραμεύς και ο Νείλος Δοξαπατρής, μοναχός από την Καλαβρία, ο οποίος συνέγραψε μια ιστορία των πέντε Πατριαρχείων, με την οποία επιχειρεί να αποδείξει την υπεροχή του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Επίσης, δύο από τις σπουδαιότερες ελληνικές βιβλιοθήκες της εποχής ήταν αυτές των Συρακουσών και της Μεσσήνης.      

Η αραβόφωνη λογοτεχνική παραγωγή εκπροσωπείται από μια σειρά Σικελών ποιητών, όπως ο Ιμπν Ομάρ από τη Μπούτερα ή ο Αμπντ-αρ-ραχμάν από το Τράπανι. Το σημαντικότερο, όμως, αραβόφωνο έργο στα χρόνια του Ρογήρου είναι η γεωγραφία του Αλ Ιντρισί. Γεννημένος το 1100 στη Θέουτα, σπουδασμένος στην Κορδούη και πολυταξιδεμένος, ο Αλ Ιντρισί συνέταξε ένα μεγαλειώδες για τα δεδομένα της εποχής γεωγραφικό πόνημα. Στηριζόμενος στις γνώσεις του αλλά και στις πληροφορίες που συνέλεξε επί σειρά ετών (όλοι οι ναυτικοί των οποίων τα πλοία αγκυροβολούσαν σε λιμάνια του βασιλείου καλούνταν να συμπληρώσουν τα ερωτηματολόγια του Άραβα γεωγράφου), ολοκλήρωσε τον Ιανουάριο του 1154 το «Kitâb Nuzhat al-muchtâq fî ikhtirâq al-âfâq», ευλόγως γνωστότερου ως «al-kitâb al-Rudjari», δηλ. το βιβλίο του Ρογήρου. Ο άτλας συνοδευόταν από επτά χάρτες και ένα επιπεδοσφαίριο. 

Τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Ρογήρου σκιάσθηκαν από τους θανάτους αγαπημένων προσώπων. Το 1152 πέθανε πρώτα ο Γεώργιος ο Αντιοχεύς, λίγο μετά ο πρωτότοκος γιος του βασιλιά, ο δούκας της Απουλίας. Στις 26 Φεβρουαρίου 1154 πέθαινε και ο ίδιος ο μονάρχης που συνδύασε το όνομά του με το απόγειο του νορμανδικού βασιλείου της Σικελίας και Κάτω Ιταλίας. «Rogerius in Christo pius, potens rex et christianorum adjutor», «Ρογέριος ευσεβής εν Χριστώ, ισχυρός Βασιλεύς και προστάτης των χριστιανών», «Mu’adham nâsir al-nasrâniya». Ποτέ δεν θα ξαναγνωρίσει τέτοια ακμή το βασίλειο ούτε οι λαοί του θα ζήσουν ξανά σε τέτοια αρμονία.

Διάδοχος στον σικελικό θρόνο ήταν ο μεγαλύτερος επιζών γιος του Ρογήρου, ο Γουλιέλμος. Ωστόσο, ο Ρογήρος ο Β΄ θα άφηνε και μια άλλη κληρονομιά: όταν πέθανε ο ηγεμόνας, η τρίτη σύζυγός του, η Βεατρίκη, ήταν έγκυος. Η Κωνσταντία, το κορίτσι που θα γενιόταν μετά τον θάνατο του πατέρα της και θα μεγάλωνε σε ένα ορθόδοξο μοναστήρι, επρόκειτο, τριάντα χρόνια αργότερα, να καθορίσει τη μοίρα του νορμανδικού βασιλείου.  

          


Αρέσει σε %d bloggers: