Posts Tagged ‘Ν. Χρουστσόφ’

Νεότερα από το Ανατολικό Μέτωπο – μέρος 2β (1941: Η Χρονιά του Τρόμου – Η Σοβιετική Ένωση σε πολιορκία)

Ιουλίου 14, 2015
24. Πολιορκούμενο Λενινγκράντ, Λεωφ. Νιέφσκι/ πηγή: RIA Novosti archive, image #324/ φωτογραφία του Борис Кудояров

Πολιορκούμενο Λενινγκράντ, Λεωφ. Νιέφσκι/ πηγή: RIA Novosti archive, image #324/ φωτογραφία του Борис Кудояров

Γ.   ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ

α.   Μέσα από τη νύχτα: η πτώση του Κιέβου και το δράμα των αιχμαλώτων πολέμου

1.   Περικύκλωση και πτώση: Από τις αρχές Αυγούστου του 1941 ο Χίτλερ είχε αποφασίσει να δοθεί προτεραιότητα στην προέλαση στην Ουκρανία, καθυστερώντας το σχέδιο επίθεσης κατά της Μόσχας. Μεταξύ κακής οργάνωσης και πανικού, ο Κόκκινος Στρατός υποχωρούσε στα περισσότερα σημεία του μετώπου. Στις αρχές του Σεπτέμβρη το Κίεβο δεν ήταν παρά το άκρο ενός ιδιαίτερα επιμήκους σοβιετικού θυλάκου ο οποίος μέρα με τη μέρα συρρικνωνόταν δραματικά, μια και τόσο στο βορρά όσο και στο νότο οι γερμανικές δυνάμεις είχαν ήδη προχωρήσει κατά πολύ ανατολικότερα της ουκρανικής πρωτεύουσας.

Η σοβιετική ηγεσία δεν ήταν βέβαιη για τη στρατηγική που έπρεπε να ακολουθήσει. Ο Στάλιν δεν ήθελε καν να ακούσει για υποχώρηση. Ο γενικός γραμματέας του ΚΚ Ουκρανίας Νικήτα Χρουστσόφ είχε καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να τονώσει το πατριωτικό φρόνημα των κατοίκων του Κιέβου. Η πόλη, όμως, παρουσίαζε κάποιες ιδιαιτερότητες που προκαλούσαν στη Μόσχα αμφιβολίες για την πίστη των κατοίκων στο σοβιετικό καθεστώς σε περίπτωση ιδιαιτέρως αντίξοων συνθηκών. Πράγματι, κατά την ταραγμένη διετία 1918-1920, μεταξύ του τέλους του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του ρωσικού εμφυλίου, το Κίεβο είχε αλλάξει χέρια 16 φορές! Αρχικά την πόλη κατέλαβαν οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί. Φεύγοντας, εγκατέστησαν μια «ανεξάρτητη ουκρανική κυβέρνηση» ανδρεικέλων με επικεφαλής τον Πάβλο Σκοροπάντσκι, ο οποίος είχε αυτοανακηρυχθεί «Μέγας Αταμάνος των Κοζάκων». Ακολούθησαν οι Ουκρανοί εθνικιστές του Πετλιούρα, οι Μπολσεβίκοι, οι Λευκοί και πάλι οι Μπολσεβίκοι, ενώ ενδιάμεσα είχε κάνει ένα σύντομο πέρασμα από το Κίεβο κι ο πολωνικός στρατός του Πιουσούτσκι. Οι μεγαλύτεροι θυμούνταν ότι, από όλους αυτούς, οι Γερμανοί κι οι Αυστριακοί δεν ήταν οι χειρότεροι.

Κίεβο, Σεπτέμβριος 1941

Κίεβο, Σεπτέμβριος 1941

Καθώς ολοκληρωνόταν το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτέμβρη, ο Χρουστσόφ, ο διοικητής του Νοτιοδυτικού Άξονα Σιμιόν Μιχάιλοβιτς Μπουντιόννι κι ο υπεύθυνος για την υπεράσπιση του Κιέβου διοικητής του Νοτιοδυτικού Μετώπου Μιχαήλ Πετρόβιτς Κιρπονός αντιλήφθηκαν τον τρομερό κίνδυνο: ήταν πλέον εξαιρετικά πιθανό οι υπερασπιστές της πόλης να περικυκλωθούν από τις γερμανικές δυνάμεις! Λαμβάνοντας υπόψη την αδυναμία ουσιαστικής ενίσχυσής τους, ζήτησαν από τον Στάλιν την άδεια να εκκενώσουν το Κίεβο. Ο σοβιετικός ηγέτης αρνήθηκε επανειλημμένα. Απάλλαξε μάλιστα τον Μπουντιόννι από τα καθήκοντά του, αντικαθιστώντας τον με τον Σεμιόν Τιμοσένκο.

Στρατάρχης Σ. Μ. Μπουντιόννι

Στρατάρχης Σ. Μ. Μπουντιόννι

Καθώς η κατάσταση γινόταν όλο και χειρότερη Χρουστσόφ και Κιρπονός συνέχιζαν να ικετεύουν να τους επιτραπεί η εκκένωση του Κιέβου. Ο γερμανικός κλοιός έσφιγγε ολοένα και περισσότερο. Η άδεια δόθηκε από τον Μπορίς Σάπόσνικοφ, αρχηγό του γενικού επιτελείου, μόλις λίγο πριν το μεσημέρι της 17ης Σεπτεμβρίου. Οι γερμανικές δυνάμεις είχαν ήδη περικυκλώσει ουσιαστικά εκείνες του Κόκκινου Στρατού. Τέσσερις σοβιετικές στρατιές βρίσκονταν μέσα στην παγίδα, ανάμεσά τους κι η 37η που υπερασπιζόταν το Κίεβο. Τα σοβιετικά στρατεύματα προσπάθησαν απεγνωσμένα να σπάσουν τον εχθρικό κλοιό. Λίγοι, πολύ λίγοι ήταν εκείνοι που το κατόρθωσαν. Οι ναζιστικές δυνάμεις αιχμαλώτισαν ασύλληπτο αριθμό σοβιετικών στρατιωτών. Η Βέρμαχτ ισχυριζόταν ότι αιχμαλώτισε περισσότερους από 650.000 στρατιώτες. Η σοβιετική ηγεσία διατεινόταν ότι ο αριθμός των αιχμαλώτων δεν ξεπερνούσε τις 175.000. Η αλήθεια πρέπει να βρισκόταν κάπου στη μέση, ίσως πιο κοντά στους γερμανικούς ισχυρισμούς. Το ίδιο το Κίεβο έπεφτε στα χέρια των ναζί στις 19 Σεπτεμβρίου.

2.   Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου – η διήγηση του Λ. Βολίνσκι: Ήταν η αρχή πολλών τραγωδιών. Μία από αυτές ήταν εκείνη των σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου. Την ιστορία τους τη διηγήθηκε με τον πιο παραστατικό και δραματικό τρόπο ο συγγραφέας και καλλιτέχνης Λεονίντ Ναούμοβιτς Ραμπινόβιτς, γνωστότερος με το ψευδώνυμο Λεονίντ Βολίνσκι, στο διήγημά του «Μέσα από τη νύχτα» («Сквозь Ночь»), που δημοσιεύθηκε το 1963. Το διήγημα παρουσιάζεται ως μυθοπλασία, ωστόσο είναι βασισμένο στην προσωπική εμπειρία του συγγραφέα ο οποίος αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς, αλλά τελικά κατάφερε να αποδράσει.

Λ. Ν. Βολίνσκι

Λ. Ν. Βολίνσκι

Η αφήγηση ξεκινά στις 17 Σεπτεμβρίου 1941 σε κάποιο χωριό της Ουκρανίας, ενώ οι Γερμανοί έχουν σχεδόν περικυκλώσει τους Ρώσους.

«Μετά από αρκετά χρόνια διάβασα το βιβλίο του Γερμανού στρατηγού φον Τίππελσκιρχ: η άποψή του ήταν ότι η περικύκλωση των στρατευμάτων μας ανατολικά του Κιέβου απαίτησε τη συμμετοχή σημαντικών γερμανικών δυνάμεων και ουσιαστικά κατέστρεψε τα σχέδια του Χίτλερ, καθυστερώντας την επίθεση κατά της Μόσχας.

Εμείς, όμως, δεν γνωρίζαμε τίποτε. Οι νύχτες εκείνες, όταν εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες προσπάθησαν να διασπάσουν τον γερμανικό κλοιό, αναζητώντας τον δρόμο τους μέσα από δάση και έλη κάτω από βροχή γερμανικών βομβών κι οβίδων… όλα αυτά δεν ήταν παρά μια τεράστια κι ανεξήγητη τραγωδία.

Τη νύχτα της 17ης Σεπτεμβρίου περιπλανιόμουν… είδα στον δρόμο χιλιάδες οχήματα να καίγονται. Δεν έπρεπε να τα βρουν οι Γερμανοί. Διέκρινα μια ομάδα δέκα περίπου ανώτερων κι ανώτατων αξιωματικών που κατευθύνονταν προς τη Λόχβιτσα, πιστεύοντας ότι εκεί ο δρόμος ήταν ακόμη ελεύθερος. Ανάμεσά τους αναγνώρισα τον διοικητή του Μετώπου, τον στρατηγό Κιρπονός.

Μόνο μετά από χρόνια έμαθα ότι εκείνη τη νύχτα (ή ίσως την επόμενη) είχε αυτοκτονήσει, αφού πρώτα αρνήθηκε να επιβιβαστεί στο αεροσκάφος που του είχαν στείλει με μεγάλη δυσκολία από τη Μόσχα… Μαζί του σκοτώθηκε κι ο Μιχαήλ Μπουρμίστενκο, το πολιτικό μέλος της Επιτροπής του Πολέμου, που πριν από τον πόλεμο ήταν δεύτερος γραμματέας του ΚΚ Ουκρανίας….

Στρατηγός Μ. Π. Κιρπονός

Στρατηγός Μ. Π. Κιρπονός

Το επόμενο πρωί, μαζί με άλλους τρεις συντρόφους είδαμε γερμανικά τεθωρακισμένα. Κρυφτήκαμε σ’ ένα χαντάκι. Οι Γερμανοί μας εντόπισαν κι άρχισαν να μας πυροβολούν με πολυβόλο. Ένας από μας σκοτώθηκε, οι υπόλοιποι παραδοθήκαμε. Ένας Γερμανός στρατιώτης που στην όψη έδειχνε εντάξει άνθρωπος, συμπαθητικός θα έλεγε κανείς, μας χαστούκισε και μας διέταξε να αδειάσουμε τις τσέπες μας. Μας ανάγκασαν να προχωρήσουμε τρέχοντας, ενώ μας ακολουθούσε ένα τεθωρακισμένο, μέχρι που φτάσαμε σε κάποιο χωριό που λεγόταν Κοβαλί. Στο τέλος της ημέρας είχαν συγκεντρωθεί εκεί δέκα χιλιάδες αιχμάλωτοι.

Λ. Βολίνσκι «Μέσα από τη Νύχτα»

Λ. Βολίνσκι «Μέσα από τη Νύχτα»

Την επομένη μας πρόσταξαν να παραταχθούμε. “Οι κομμισσάριοι, οι [υπόλοιποι] κομμουνιστές και οι Εβραίοι” διατάχθηκαν να παρουσιαστούν. Μόλις είχαν φτάσει δεκαπέντε άντρες των Ες Ες με μαύρες στολές και μια νεκροκεφαλή στα κασκέτα τους. Κάπου τριακόσιοι από μας προχώρησαν. Τους διέταξαν να μείνουν γυμνοί από τη μέση και πάνω και να παραταχθούν στην πλατεία. Τότε ο διερμηνέας των Γερμανών, που η έντονη προφορά του πρόδιδε ότι καταγόταν από τη Γαλικία, άρχισε να ουρλιάζει ότι δεν μπορεί να ήταν μόνο αυτοί, κρύβονταν κι άλλοι ανάμεσά μας. Σε όποιον κατέδιδε κάποιον κομμουνιστή, κομμισσάριο ή Εβραίο, υποσχέθηκε ότι θα μπορούσε να πάρει τα ρούχα και τα προσωπικά αντικείμενα του θύματος…. Ανάμεσα σε δέκα χιλιάδες άνδρες πάντα βρίσκεται μια ντουζίνα ανθρώπων αυτού του είδους. Το ποσοστό δεν είναι μεγάλο, αλλά υπάρχει… Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι αυτού του είδους.

Τελικά, εκτελέσθηκαν κάπου τετρακόσιοι άνθρωποι, ανά ομάδες των δέκα, αφού πρώτα υποχρεώθηκαν να σκάψουν οι ίδιοι τους τάφους τους.

Τους υπόλοιπους μας οδήγησαν σε ένα στρατόπεδο, έπειτα σε κάποιο άλλο… οι Γερμανοί στρατιώτες, άντρες που έδειχναν να είναι εντάξει άνθρωποι, ποιος ξέρει ίσως να ήταν κι εργάτες, σκότωναν χωρίς δεύτερη σκέψη όποιον καθυστερούσε στην πορεία ή κατέρρεε από την εξάντληση…»

Η μοίρα των Σοβιετικών αιχμαλώτων ήταν το κρύο, η πείνα, οι αρρώστιες, οι συνεχείς ταπεινώσεις, η απώλεια κάθε ίχνους ανθρώπινης αξιοπρέπειας και, τελικά, για τη συντριπτική πλειονότητά τους, ο θάνατος [Werth, όπ. π., τ. 1, σελ. 287 επ., ειδ. 295-296]. Υπολογίζεται ότι από τα περισσότερα από πέντε εκατομμύρια αιχμαλώτων 3,6 εκατομμύρια δεν γύρισαν ποτέ στην πατρίδα τους.

Η διήγηση του Λεονίντ Κοτλιάρ: Παρόμοια είναι και η διήγηση του Ουκρανοεβραίου Λεονίντ Κοτλιάρ:

«Αιχμαλωτίστηκα στις 9 Σεπτεμβρίου 1941, Βρισκόμασταν τότε κοντά στην Καχόφκα, στην αριστερή όχθη του Δνείπερου… Ως Εβραίος ήξερα ότι γρήγορα θα με εκτελέσουν. Ζούσα επομένως τις τελευταίες στιγμές της ζωής μου. Ο λοχίας μας καθόταν δίπλα μου. Μου ψιθύρισε: “Μη λες τίποτε. Κανείς δεν θα σε καταδώσει”… Μαζί μας ήταν ακόμη ένας κομμουνιστής, ο Νταβιντένκα, κι άλλοι δύο Εβραίοι, ο Ιλιά, δεν θυμάμαι το επώνυμό του, κι ο Μπέικελμαν. Και σ’ εκείνους είχαν υποσχεθεί ότι κανείς δεν θα τους καταδώσει.

Οι Γερμανοί μας διέταξαν να παραταχθούμε. Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά μας. Βγήκε ένας αξιωματικός. Πολύ γρήγορα άκουσα τη γνωστή διαταγή. “Να παρουσιαστούν οι Εβραίοι κι οι κομμουνιστές”. Παρουσιάστηκαν έξι ή επτά άτομα. Ο Μπέικελμαν, που τον είχαν διαβεβαιώσει ότι κανείς δεν επρόκειτο να τον καταδώσει, βγήκε κι εκείνος από τις γραμμές μας… Το βλέμμα μου διασταυρώθηκε μ’ εκείνο ενός Ουκρανού στρατιώτη. Αμέσως κατάλαβα ότι επρόκειτο να με καταδώσει στη στιγμή. Το κατάλαβε κι ο λοχίας μας γιατί του έδωσε μια αγκωνιά και του είπε κάτι στο αυτί. Ο τύπος συγκρατήθηκε…

Δεν θυμάμαι πόσο καιρό μας πήρε για να φτάσουμε στο στρατόπεδο της Βαρβαρόφκα ή σ’ εκείνο του Νικαλάγιεφσκ, όπου βρεθήκαμε στις αρχές του Οκτώβρη. Αλλά σε κάθε στρατόπεδο που σταματούσαμε, οι Γερμανοί διέταζαν συνεχώς: “Εβραίοι και κομμουνιστές, ένα βήμα μπρος!” Και κάθε φορά όλο και βρισκόταν κάποιος να καταγγείλει έναν Εβραίο ή ένα μέλος του Κόμματος.

Οκτώβριος 1941, Σοβιετικοί αιχμάλωτοι στο Μάουτχάουζεν/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 192_100  CC_BY_SA

Οκτώβριος 1941, Σοβιετικοί αιχμάλωτοι στο Μάουτχάουζεν/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 192_100 CC_BY_SA

Μοιραία έφτασε κάποια στιγμή που κανείς δεν παρουσιαζόταν. Οι Γερμανοί ήταν δυσαρεστημένοι. Τότε, σε κάποια από αυτά τα στρατόπεδα, σκέφτηκαν να μας κατατάξουν ανά εθνότητα. Ο Γερμανός καλούσε μιαν εθνότητα και οι Ρώσοι, οι Ουκρανοί, οι Αρμένιοι, οι Γεωργιανοί ή οι Τάταροι έβγαιναν από τη γραμμή. Ήμουν απελπισμένος. Η ώρα περνούσε κι εγώ δεν είχα ακόμη καταχωριστεί. Δεν τολμούσα να διαλέξω… Ξαφνικά, θυμήθηκα ότι κάποτε είχα επισκεφτεί ένα λόχο ναρκαλιευτών ως σύνδεσμος με το γραφείο του τάγματος. Οι στρατιώτες με είχαν ρωτήσει για την καταγωγή μου. “Μαντέψτε!”, τους αποκρίθηκα. Κάποιος είχε απαντήσει ότι πρέπει να ήμουν Τσιγγάνος και κανείς από τους υπόλοιπους δεν διαφώνησε. Αυτό, λοιπόν! Τσιγγάνος! Θα πρέπει να είμαι Τσιγγάνος!…

Στο τέλος, είχαμε απομείνει δύο, εγώ κι ένας τύπος με τεράστια μύτη και σταρένιο δέρμα. Ο κατάλογος των εθνοτήτων είχε εξαντληθεί.

“Τι είσαι εσύ;”, ρώτησε ο Γερμανός αξιωματικός τον διπλανό μου. “Jude, Jude!”, άρχισαν να φωνάζουν μερικοί κοροϊδιάρηδες. Με το άκουσμα της λέξης κι άλλοι αιχμάλωτοι ξέσπασαν σε γέλια. Οι δεσμοφύλακες άρχισαν να τους χτυπούν με τα ραβδιά τους στο κεφάλι και τα γέλια έσβησαν γρήγορα. “Έλληνας”, απάντησε φοβισμένα ο αιχμάλωτος. Όταν ο διερμηνέας στράφηκε στο μέρος μου, εγώ του απάντησα: “Είμαι Ουκρανός από τη μεριά της μάνας μου και Τσιγγάνος από τον πατέρα μου!” Διερμηνέας κι αξιωματικός κοντοστάθηκαν. “Εχμ… καλά. Πήγαινε μαζί με τους Ουκρανούς!”». [Λεονίντ Ισαάκοβιτς Κοτλιάρ σε Jean Lopez και Lasha Otkhmezuri « Grandeur et misère de l’Armée rouge », εκδ. Seuil, Παρίσι 2011, έκδ. τσέπης Perrin (συλλογή Tempus), Παρίσι 2015, κεφ. 5, σελ. 147 επ., ειδικότερα σελ. 148 και 150-152. Ο Κοτλιάρ είναι συγγραφέας του βιβλίου «Воспоминания Еврея-красноармейца» («Απομνημονεύματα ενός Εβραίου του Κόκκινου Στρατού»), 2011]

Ο Κοτλιάρ ήταν πολλαπλά τυχερός. Η μοίρα των Εβραίων στην κατεχόμενη Ουκρανία ήταν τραγική. Στις 29-30 Σεπτεμβρίου 34.000 Εβραίοι του Κιέβου οδηγήθηκαν στην τοποθεσία Μπάμπι Γιαρ και εκτελέστηκαν! Κι αυτό ήταν μόνο η αρχή.

Στα πεδία των μαχών, οι Γερμανοί προέλαυναν: στα μέσα Οκτωβρίου, μαζί με τους Ρουμάνους συμμάχους καταλάμβαναν μετά από πολιορκία την Οδησσό, η οποία προοριζόταν να γίνει η πρωτεύουσα της νέας ρουμανικής επαρχίας της Υπερδνειστερίας. Στα τέλη του μηνός η 6η Στρατιά του φον Ράιχενάου έπαιρνε το Χάρκοβο, οι δυνάμεις του Έριχ φον Μάνστάιν έφταναν στην Κριμαία και άρχιζαν να πολιορκούν τη Σεβαστούπολη. Τέλος, στις 19 Οκτωβρίου, οι στρατιές του φον Ρούντστεντ καταλάμβαναν αιφνιδιαστικά το Ροστόφ επί του Ντον, το «κλειδί του Καυκάσου».

β.   Το μαρτύριο του Λενινγκράντ

Στον Βορρά, τα στρατεύματα του γηραιού Βοροσίλοφ είχαν υποστεί αλλεπάλληλες πανωλεθρίες. Προσπάθησαν να αντισταθούν στο Τάλλιν, αλλά μετά από μια εβδομάδα πολιορκίας (19-26 Σεπτεμβρίου 1941), οι γερμανικές δυνάμεις τα υποχρέωναν να εκκενώσουν την πρωτεύουσα της Εσθονίας. Τώρα πια η Βέρμαχτ βάδιζε από τρεις κατευθύνσεις προς την παλιά πρωτεύουσα των τσάρων, ενώ οι Φινλανδοί σύμμαχοί της πλησίαζαν από τα βόρεια. Ίσως το Λενινγκράντ να έπεφτε, αλλά η Μόσχα έστειλε στις αρχές Σεπτέμβρη τον Ζούκοφ να οργανώσει στοιχειωδώς την άμυνα της πόλης. Το Λενινγκράντ είχε προσωρινά σωθεί, αλλά το μαρτύριό του μόλις άρχιζε στην πραγματικότητα, καθώς η πόλη είχε περικυκλωθεί σχεδόν ολοκληρωτικά! Η πολιορκία θα κρατούσε 872 ημέρες, μέχρι τον Ιανουάριο του 1944. Τρία εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονταν μέσα στην τεράστια παγίδα που είχε στήσει η Βέρμαχτ. Το ένα εκατομμύριο δεν επρόκειτο να επιζήσει.

Οι σοβιετικές αρχές είχαν υποπέσει στα συνήθη εγκληματικά σφάλματα. Δεν είχαν φροντίσει για την εκκένωση της πόλης από τους αμάχους, δεν είχαν φροντίσει για προμήθειες τροφίμων και για αποθήκευση καυσίμων ενόψει μιας μακρόχρονης πολιορκίας. Και αυτά τα λιγοστά τρόφιμα ήταν συχνά άθλια υποκατάστατα. Κάποια στιγμή, οι αρχές ανακάλυψαν στις αποθήκες του λιμανιού 2.000 τόνους εντόσθια προβάτου που κανονικά θα προορίζονταν για υγειονομική ταφή: με αυτά παρασκεύασαν ένα άθλιο ζελέ το οποίο πάστωναν με κάθε μπαχαρικό μήπως και καλύψει την αβάσταχτη αποφορά των εντοσθίων. Αυτό ήταν το «κρέας» που δικαιούνταν οι κάτοικοι του Λενινγκράντ. Χωρίς φαγητό, χωρίς νερό, χωρίς φωτισμό και θέρμανση, οι κάτοικοι είχαν για μόνους συντρόφους τους γερμανικούς βομβαρδισμούς, την πείνα και τον θάνατο. Ειδικά μετά τα μέσα Νοεμβρίου, όταν οι μερίδες τροφίμων που διανέμονταν με δελτίο μειώθηκαν για πέμπτη φορά, οι άνθρωποι άρχισαν να πεθαίνουν μαζικά από λιμό. Για να θερμανθούν έκαιγαν τα βιβλία και τα έπιπλά τους. Για φαγητό έψαχναν στα ντουλάπια των σπιτικών φαρμακείων για γλυκερίνη, βαζελίνη ή μπριγιαντίνη για τα μαλλιά ή έσκιζαν τις ταπετσαρίες και με την ξυλουργική κόλλα που έξυναν από τους τοίχους έφτιαχναν σούπα. Οι άνθρωποι έπεφταν στον δρόμο και δεν ξανασηκώνονταν ποτέ. Πέθαιναν στη δουλειά, σε εργοστάσια και γραφεία, ή στο σπίτι, στον ύπνο τους.

Λενινγκράντ, Δεκέμβριος 1942

Λενινγκράντ, Δεκέμβριος 1942

Οι σοβιετικές αρχές προσπάθησαν να βρουν κάθε πιθανή κι απίθανη λύση που θα καθιστούσε δυνατό τον ανεφοδιασμό του Λενινγκράντ. Μέσω της παγωμένης λίμνης Λαντόγκα, μοναδικής διόδου όταν χάθηκε το Τιχβίν. Όταν το δεύτερο ανακτήθηκε τον Δεκέμβριο από τα στρατεύματα του Μερετσκόφ, μέσω 150 χλμ. δρόμων που βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση. Η αποκατάσταση των σιδηροδρομικών συγκοινωνιών υπήρξε αργή και σταδιακή, αναλόγως της προόδου στο μέτωπο του πολέμου. Αλλά το Λενινγκράντ άντεξε.

γ.   Η Μάχη της Μόσχας

Στις 16 Οκτωβρίου εξαπλώθηκε στη Μόσχα η φήμη ότι δύο γερμανικά τεθωρακισμένα είχαν φτάσει ως το Χίμκι, στα βορειοδυτικά περίχωρα της Μόσχας! Γρήγορα ο πανικός κυρίευσε τους Μοσχοβίτες: οι άνθρωποι συνωστίζονταν στους σιδηροδρομικούς σταθμούς και τα αυτοκίνητα στις εθνικές οδούς που οδηγούσαν στην Ανατολή. Υπουργεία και διπλωματικές αποστολές, όπως είχε ήδη αποφασιστεί, μεταφέρονταν στο Κούιμπισεφ (σημ. Σαμάρα), η Ακαδημία Επιστημών κι άλλα επιστημονικά κι εκπαιδευτικά ιδρύματα στο Καζάν του Ταταρστάν.

Μόσχα, Δεκέμβριος 1941: ενισχύσεις/ πηγή: RIA Novosti archive, image #429

Μόσχα, Δεκέμβριος 1941: ενισχύσεις/ πηγή: RIA Novosti archive, image #429

Στις 2 Οκτώβρη, τα τεθωρακισμένα του στρατηγού Γκουντέριαν έπαιρναν το Αριόλ. Λίγες μέρες μετά περικύκλωναν μεγάλες σοβιετικές δυνάμεις στη Βιάσμα. Οι Ρώσοι έριχναν στη μάχη ό,τι εφεδρεία είχαν, μεταφέροντας δυνάμεις από τη Σιβηρία και την Κεντρική Ασία. Οι Γερμανοί, όμως, προχωρούσαν. Μέχρι τουλάχιστον εκείνη την παράξενη 16η Οκτωβρίου, όταν οι σιβηρικές εφεδρείες του Ροκοσσόφσκι κατόρθωναν να ανακόψουν την προέλασή τους. Η Μόσχα, όμως, βρισκόταν πάντα σε θανάσιμο κίνδυνο.

«Αργότερα, όταν όλα αυτά ανήκαν πια στο παρελθόν κι ενώ οι περισσότεροι ανακαλούσαν στη μνήμη τους εκείνη τη 16η Οκτωβρίου με θλίψη και πικρία, ο Σιντσόφ έμενε πάντα σιωπηλός. Αυτή την εικόνα της Μόσχας δεν μπορούσε να την αντέξει όπως δεν αντέχει κάποιος να βλέπει παραμορφωμένο από τον φόβο το πρόσωπο ενός αγαπημένου. Κι όμως, εκείνη τη μέρα, όχι μόνο γύρω από τη Μόσχα όπου οι στρατιώτες πολεμούσαν και σκοτώνονταν, αλλά και μέσα στην ίδια την πόλη υπήρξαν άνθρωποι που έκαναν οτιδήποτε ήταν δυνατό ώστε η πρωτεύουσα να μην παραδοθεί». [Κ. Μ. Σίμονοφ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί»]

Οι μάχες σε απόσταση 50 χλμ. από τη Μόσχα συνεχίζονταν σφοδρές. Ο Στάλιν, όμως, είχε επιλέξει να παραμείνει στην πρωτεύουσά του. Με δύο ιστορικές ομιλίες έδινε τον τόνο για την αντίσταση, επικαλούμενος τον ρώσικο πατριωτισμό. Ποτέ, άλλωστε, δεν υπήρξε ένθερμος οπαδός του διεθνισμού. Θιασώτης του «σοσιαλισμού σε μία χώρα» δεν είχε κανένα πρόβλημα να παραπέμψει στις ιδέες του κλασσικότερου εθνικισμού. Την παραμονή της επετείου της Οκτωβριανής Επανάστασης, μιλούσε στον σταθμό Μαγιακόφσκι του μοσχοβίτικου μετρό σε εκπροσώπους του τοπικού σοβιέτ, του ΚΚΣΕ και των ενόπλων δυνάμεων:

 Ι. Β. Στάλιν, 1942

Ι. Β. Στάλιν, 1942

«Και αυτοί οι άνθρωποι, δίχως τιμή και συνείδηση, αυτοί οι άνθρωποι που δεν έχουν ούτε ηθική ούτε μυαλό, είναι εκείνοι που διακηρύσσουν την εξόντωση του μεγάλου ρωσικού έθνους. Του έθνους του Πλεχάνοφ και του Λένιν, του Μπιελίνσκι και του Τσερνισέφσκι, του Πούσκιν και του Τολστόι, του Γκόρκι και του Τσέχοφ, του Γκλίνκα και του Τσαϊκόφσκι, του Σέτσενοφ και του Πάβλοφ, του Σουβόροφ και του Κουτούζοφ! Οι Γερμανοί εισβολείς θέλουν ένα πόλεμο εξόντωσης των λαών της Σοβιετικής Ένωσης. Ας κοπιάσουν. Αν θέλουν ένα τέτοιο πόλεμο θα τον έχουν.» (Ι. Β. Στάλιν, λόγος της 6ης Νοεμβρίου 1941)

Ανήμερα της επετείου μιλούσε στην Κόκκινη Πλατεία, σε ένα κοινό που το αποτελούσαν κυρίως στρατιώτες που είχαν μόλις επιστρέψει από το μέτωπο ή επρόκειτο να βρεθούν σε αυτό αμέσως μετά:

Μόσχα, 7 Νοεμβρίου 1941, πίνακας του Κονσταντίν Γιουόν, 1949

Μόσχα, 7 Νοεμβρίου 1941, πίνακας του Κονσταντίν Γιουόν, 1949

«Σύντροφοι, στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού και ναύτες του Κόκκινου Ναυτικού, αξιωματικοί και πολιτικά στελέχη, άνδρες και γυναίκες των ομάδων των παρτιζάνων! Ολόκληρος ο κόσμος έχει στρέψει τα μάτια του πάνω σας, πιστεύοντας ότι είστε η δύναμη που μπορεί να συντρίψει τις γερμανικές ορδές! Οι σκλαβωμένοι λαοί της Ευρώπης σας βλέπουν ως ελευθερωτές τους… Φανείτε άξιοι αυτής της υψηλής αποστολής… Ο πόλεμός σας είναι πόλεμος απελευθερωτικός, πόλεμος δίκαιος. Εμπνευστείτε από τις ηρωϊκές μορφές των μεγάλων προγόνων μας, από τον Αλέξανδρο Νιέφσκι και τον Ντμίτρι Ντανσκόι, τον Μίνιν και τον Παζάρσκι, τον Σουβόροφ και τον Κουτούζοφ! Θάνατος στους Γερμανούς εισβολείς! Ζήτω η ένδοξη πατρίδα μας, η ελευθερία κι η ανεξαρτησία της! Με το λάβαρο του Λένιν, εμπρός για τη νίκη!» (Ι. Β. Στάλιν, λόγος της 7ης Νοεμβρίου 1941)

Οι Σοβιετικοί συνέχιζαν να αμύνονται, ο χειμώνας πλησίαζε κι οι κουρασμένες γερμανικές δυνάμεις δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένες για πόλεμο σε τέτοιες συνθήκες. Η ευκαιρία τους για μια γρήγορη, αποφασιστική επικράτηση είχε χαθεί. Είχε φτάσει η ώρα της χειμερινής σοβιετικής αντεπίθεσης. Η Στάφκα (Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση) είχε θέσει μέγιστους και ελάχιστους στόχους για την αντεπίθεση αυτή. Μόνον οι δεύτεροι επρόκειτο να πραγματοποιηθούν. Στον Βορρά ανακτήθηκε το Τιχβίν, καθιστώντας εκ νέου δυνατό τον ανεφοδιασμό του Λενινγκράντ. Στον Νότο ανακαταλήφθηκε το Ροστόφ, δέκα μόλις ημέρες μετά των απώλειά του. Τα σχέδια για την ανάκτηση του Χαρκόβου αποδείχθηκαν χιμαιρικά. Τα σοβιετικά κέρδη ήταν απλώς η δημιουργία του θυλάκου του Μπαρβένκοβο. Τέλος, ύστερα από μια μεγάλη αμφίβια επιχείρηση, οι Σοβιετικοί δημιούργησαν ένα προγεφύρωμα στη χερσόνησο του Κέρτς, στο νότιο άκρο της Κριμαίας.

Οι επιτυχίες ήταν εντυπωσιακότερες στο Μέτωπο της Μόσχας. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο ΚΣ είχε κατορθώσει να προχωρήσει έως και 300 χλμ. Οι γερμανικές δυνάμεις, όμως, δεν είχαν περικυκλωθεί ούτε υποχωρήσει άτακτα. Είχαν μάλιστα κατορθώσει να κρατήσουν τον μεγάλο θύλακο του τριγώνου Ρζεφ-Γκιατσκ-Βιάσμα, σε απόσταση 120 χλμ. από τη σοβιετική πρωτεύουσα.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΜΕΡΟΥΣ Ι: η κατάσταση των εμπολέμων στα τέλη του 1941

Στο τέλος της χρονιάς και οι δύο δυνάμεις, παρά τις μεγάλες απώλειες, πίστευαν ότι διατηρούσαν ακέραιες τις ελπίδες τους. Οι Σοβιετικοί είχαν την εντύπωση ότι τα δύσκολα είχαν περάσει, η γερμανική προέλαση είχε ανακοπεί και πλέον θα άρχιζε η ανάκτηση εδαφών. Οι Γερμανοί είχαν κατακτήσει μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής ΕΣΣΔ και μπορούσαν εύλογα να θεωρούν την υποχώρηση στη Μόσχα τακτική αναδίπλωση. Είχαν ωστόσο χάσει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και τα μεγαλεπήβολα σχέδια του Χίτλερ είχε αποδειχθεί ότι ήταν μάλλον απραγματοποίητα. Μια αίσθηση δυσαρέσκειας φαινόταν να επικρατεί. Ο Φύρερ ήταν δυσαρεστημένος με τους στρατηγούς του, τους οποίους κατηγορούσε για τις αποτυχίες. Ο φον Λέεμπ έχασε τη θέση του, ο φον Ρούντστεντ έπεσε προσωρινά σε δυσμένεια μετά την απώλεια του Ροστόφ, ο φον Μποκ απομακρύνθηκε ευσχήμως «λόγω ασθενείας».

Νοέμβριος 1941, Γερμανοί στρατιώτες προχωρούν μέσα στη λάσπη/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1981-149-34A

Νοέμβριος 1941, Γερμανοί στρατιώτες προχωρούν μέσα στη λάσπη/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1981-149-34A

Ακόμη πιο έντονη ήταν η δυσαρέσκεια μεταξύ των στρατιωτών. Τον Δεκέμβριο, ο διοικητής της 6ης Στρατιάς στρατάρχης φον Ράιχενάου ανακάλυπτε ότι το κτήριο του στρατηγείου του ήταν γεμάτο αντιπολεμικά συνθήματα. Σε άλλες περιπτώσεις, Γερμανοί κομμουνιστές που υπηρετούσαν στο Μέτωπο καλούσαν τους ομοϊδεάτες τους στη δημιουργία αντιστασιακών οργανώσεων με σκοπό την ανατροπή του ναζιστικού καθεστώτος. Άλλοι, πάλι, προτιμούσαν να αντιμετωπίσουν την κατάσταση με χιούμορ.

«Τα Χριστούγεννα δεν θα εορτασθούν εφέτος για τους εξής λόγους. Ο Ιωσήφ επιστρατεύθηκε. Η Παναγία υπηρετεί ως εθελόντρια στον Ερυθρό Σταυρό. Το Θείο Βρέφος, μαζί με τα άλλα βρέφη και νήπια, στάλθηκε στην εξοχή για προστασία από τους βομβαρδισμούς. Οι τρεις μάγοι δεν πήραν βίζα: δεν κατέστη δυνατό να τους χορηγηθεί πιστοποιητικό αρίας καταγωγής. Το άστρο της Βηθλεέμ δεν πρόκειται να λάμψει λόγω της υποχρεωτικής συσκότισης. Οι βοσκοί είναι πλέον σκοποί ή κάνουν περιπολίες κι οι άγγελοι υπηρετούν στις διαβιβάσεις. Έμεινε μόνο το γαϊδουράκι, αλλά δεν μπορείς να κάνεις Χριστούγεννα μόνο μ’ αυτό.»

η Βέρμαχτ στην ΕΣΣΔ, Οκτώβριος 1941/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1989-030-27

η Βέρμαχτ στην ΕΣΣΔ, Οκτώβριος 1941/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1989-030-27

«Οδηγίες προς αδειούχους

Να θυμάστε ότι εισέρχεστε στην επικράτεια μιας εθνικοσοσιαλιστικής χώρας, στην οποία οι συνθήκες ζωής διαφέρουν αισθητά από εκείνες που έχετε συνηθίσει. Πρέπει να είστε διακριτικοί με τους κατοίκους, να προσαρμόζεστε στα ήθη και τα έθιμά τους και να αποφεύγετε τις συνήθειες που έχετε τόσο αγαπήσει.

– Μην ξηλώνετε το παρκέ και γενικά το πάτωμα. Οι πατάτες φυλάσσονται αλλού.
– Χρησιμοποιήστε κλειδιά για να ανοίγετε τις πόρτες. Η χρήση χειροβομβίδας επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.
– Δεν είναι απαραίτητο να ρωτάτε πολίτες για το σύνθημα και το παρασύνθημα ούτε να πυροβολείτε αν δεν σας δώσουν τη σωστή απάντηση.
– Τα σκυλιά που είναι ζωσμένα με νάρκες και εκρηκτικά αποτελούν ιδιαιτερότητα της ΕΣΣΔ. Τα γερμανικά σκυλιά στη χειρότερη περίπτωση απλώς δαγκώνουν. Αν πυροβολείτε κάθε σκύλο που βλέπετε, μολονότι κάτι τέτοιο επιβάλλεται όταν βρίσκεστε στην ΕΣΣΔ, θα προκαλέσετε άσχημες εντυπώσεις.
– Στη Γερμανία, το γεγονός ότι ένα άτομο φορά γυναικεία ρούχα δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι είναι παρτιζάνος. Πάντως, να έχετε υπόψη ότι οι γυναίκες είναι εν γένει επικίνδυνες για οποιονδήποτε αδειούχο από το Μέτωπο.
– Γενικά, όταν είστε σε άδεια στην πατρίδα, να αποφεύγετε να κάνετε λόγο για την παραδεισένια ζωή σας στην ΕΣΣΔ. Μπορεί να θελήσουν να πάνε εκεί και άλλοι και να καταστρέψουν την ειδυλλιακή καθημερινότητά σας

[αμφότερα τα αποσπάσματα από Antony Beevor “Stalingradˮ, Viking 1998, επανέκδ. Penguin Books, Λονδίνο, σελ. 45-46]


Αρέσει σε %d bloggers: