Posts Tagged ‘Ουκρανία’

«Υπόθεση Μπέιλις» [επειδή τα καλύτερα αστυνομικά μυθιστορήματα τα γράφουν η ζωή κι η Ιστορία]

Ιουνίου 28, 2017

Ο τόπος του εγκλήματος: η σπηλιά στη Λουκιάβινκα

Στο Κίεβο, στη δυτική όχθη του Δνείπερου, εκεί που πάντοτε χτυπούσε η καρδιά της πόλης, υψώνεται μια σειρά από λόφους. Σε κάποιους από αυτούς υπάρχουν σπηλιές. Σ’ αυτές οφείλει την ονομασία της και η ιστορικότερη μονή της ουκρανικής πρωτεύουσας και κοιτίδας του ρωσικού κράτους, η Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου (ρωσ. Киево-Печерская лавра, ουκρ. Києво-Печерська лавра), την οποία είχαν ιδρύσει, τον 11ο αιώνα, Αθωνίτες μοναχοί. Τα μέρη αυτά, από το σημείο που σταματούσε ο ιστός της πόλης, αποτελούσαν τόπο περιπάτων των οικογενειών κι αγαπημένο χώρο παιχνιδιού για τα παιδιά. Το πρωινό της 20ής Μαρτίου 1911, στη συνοικία Λουκιάβινκα, κάποια παιδιά ανηφόρισαν και μπήκαν σε μια σπηλιά για να συνεχίσουν εκεί το παιχνίδι τους. Βρέθηκαν, όμως, μπροστά σ’ ένα φριχτό θέαμα: το άψυχο σώμα ενός συνομηλίκου τους που είχε δολοφονηθεί με τον πλέον ειδεχθή τρόπο. Από την ιατροδικαστική έκθεση προέκυπτε ότι το παιδί έφερε σημάδια από 47 μαχαιριές, στο κεφάλι, το λαιμό και τον θώρακα! Επρόκειτο για τον δωδεκάχρονο Αντρέι Γιούστσινσκι, παιδί διαλυμένης οικογένειας, ο οποίος είχε εξαφανιστεί από τις 12 Μαρτίου. Ήταν μαθητής του εκκλησιαστικού γυμνασίου του μητροπολιτικού ναού της Αγίας Σοφίας του Κιέβου. Λίγο πιο πέρα από τη σπηλιά, η αστυνομία βρήκε το κασκέτο και το σακάκι της σχολικής στολής του, καθώς και τη σάκα με τα τετράδια και τα βιβλία του.

Φωτογραφία του δολοφονημένου Γιούστσινσκι σε αντισημιτικό φυλλάδιο

Ι.   «Λίβελος αίματος»

Η είδηση προκάλεσε σάλο στην κοινωνία του Κιέβου. Ήταν το κύριο θέμα των συζητήσεων και για πολλές ημέρες μονοπωλούσε τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Σχεδόν από την επομένη ημέρα της αποκάλυψης του εγκλήματος, όμως, οι συγγενείς του θύματος και οι αρχές της πόλης άρχισαν να κατακλύζονται από ανώνυμες επιστολές. Το περιεχόμενο των επιστολών αυτών ήταν πανομοιότυπο: υποστηριζόταν ότι ο αδιανόητος αριθμός των χτυπημάτων αποδείκνυε πως το αποτρόπαιο έγκλημα ήταν έργο της εβραϊκής κοινότητας της πόλης. Ο μύθος του λίβελου αίματος αναβίωνε! Στην κηδεία του δύστυχου Αντρέι μοιράστηκε ένα φυλλάδιο στο οποίο αναγράφονταν τα εξής: «Κάθε χρόνο, για να γιορτάσουν το Πάσχα τους, οι Εβραίοι βασανίζουν δεκάδες χριστιανόπουλα! Ανακατεύουν το αίμα των παιδιών με αλεύρι για να παρασκευάσουν τα ματσόθ τους!»

Η εκστρατεία αυτή που στοχοποιεί το πολυπληθές εβραϊκό στοιχείο της ουκρανικής μεγαλούπολης είναι έργο της εθνικιστικής ακροδεξιάς: της Ένωσης του Ρωσικού Λαού και των παραστρατιωτικών οργανώσεών του, των διαβόητων Μαύρων Εκατονταρχιών. Εγκέφαλός της είναι ένας φοιτητής, ο Βλαντίμιρ Στεπάνοβιτς Γκόλουμπεφ, ηγετικό στέλεχος της ακροδεξιάς φοιτητικής οργάνωσης «Δικέφαλος Αετός». Η θεωρία του «τελετουργικού φόνου που διέπραξαν οι μισητοί Εβραίοι» αρχίζει να κερδίζει έδαφος. Την ασπάζεται μεγάλο μέρος του πληθυσμού της πόλης και, κυρίως, των τοπικών αρχών.

Β. Σ. Γκόλουμπεφ

Μια αντισημιτική εκστρατεία δεν είναι βέβαια πρωτοφανής για την τσαρική Ρωσία με τη θλιβερή παράδοση σε αιματηρά πογκρόμ. Η έντασή της, όμως, είναι αλληλένδετη με την πολιτική συγκυρία. Η τσαρική αυτοκρατορία, με την πολιτική και οικονομική της καθυστέρηση και τις τρομαχτικές ανισότητες, συγκλονίζεται εδώ και χρόνια από αγώνες πολιτικών διεκδικήσεων και εργατικές και αγροτικές ταραχές. Καθώς κλυδωνίζεται, το καθεστώς διαβλέπει ότι κύριο στήριγμά του μπορεί να αποτελέσει ο ρωσικός εθνικισμός, ο οποίος ευχερώς μετασχηματίζεται σε πανσλαβισμό, μεταξύ άλλων και για να περιλάβει στα σχέδιά του τους υπόλοιπους σλαβικούς λαούς της αυτοκρατορίας. Ο αντισημιτισμός καταλέγεται μεταξύ των χαρακτηριστικών της τάσης αυτής. Κι έχει ένα επιπρόσθετο πλεονέκτημα: συνδέει τον σλαβικό εθνικισμό με τα πιστεύω όλων των χριστιανικών εθνοτήτων του κράτους. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι το 1902 η Οχράνα, η τσαρική μυστική αστυνομία, εκπονεί το πλέον σιχαμερό πλαστογράφημα της Νεότερης Ιστορίας, τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών», προκειμένου να πείσει τους πάντες για την ύπαρξη μιας τρομερής εβραϊκής συνωμοσίας με στόχο την παγκόσμια κυριαρχία!

Επιθεωρητής Κρασόφσκι

ΙΙ.   Ταχεία διαλεύκανση: Παραδόξως, οι αστυνομικές αρχές του Κιέβου αντιμετωπίζουν αρχικά την υπόθεση της δολοφονίας με ψυχραιμία, ευσυνειδησία και επαγγελματισμό. Αναθέτουν τη διερεύνηση της υπόθεσης στον ικανότερο αστυνομικό, τον επιθεωρητή Νικολάι Κρασόφσκι, αξιωματικό ιδιαιτέρως ευφυή κι εξαιρετικά έντιμο. Ο Κρασόφσκι ενεργεί μεθοδικά και με τη βοήθεια των συνεργατών του φτάνει γρήγορα πολύ κοντά στην αλήθεια. Ο δύστυχος Γιούστσινσκι είχε ως στενότερο φίλο τον συμμαθητή του Γεβγκένι Τσεμπεριάκ. Η μητέρα του Γεβγκένι, η Βέρα Τσεμπεριάκ, ήταν (για κακή τύχη και των δύο, τελικά, παιδιών) μέλος μιας σπείρας κακοποιών με ειδικότητα τις διαρρήξεις εργοστασίων και βιοτεχνιών. Ηγετικό στέλεχος της συμμορίας αυτής ήταν ο αδελφός της Βέρας. Η αποθήκη της οικίας Τσεμπεριάκ χρησίμευε για τη φύλαξη των κλοπιμαίων της σπείρας, πριν αυτά προωθηθούν σε άλλες πόλεις προς μεταπώληση. Φαίνεται ότι ο μικρός Αντρέι είχε ανακαλύψει την κρυψώνα αυτή. Σε κάποιον από τους, τόσο συνηθισμένους μεταξύ παιδιών, καβγάδες, ο Αντρέι, νευριασμένος, απείλησε τον Γεβγκένι: «Ξέρω τα πάντα! Ξέρω πολύ καλά τι κάνει η μάνα σου! Έχω δει που κρύβετε τα κλοπιμαία. Θα πάω στην αστυνομία και θα τους τα πω όλα!» Τρομαγμένος ο Γεβγκένι θα αποκάλυψε την ιστορία στη μητέρα του. Κι εκείνη, ακόμη πιο έντρομη, θα μίλησε στα υπόλοιπα μέλη της συμμορίας, τα οποία αποφάσισαν να ξεμπερδέψουν με τον ενοχλητικό μικρό μάρτυρα. Ή, ίσως, και με τους δύο μικρούς μάρτυρες, μια και τον Αύγουστο ο Γεβγκένι μεταφέρθηκε βαριά άρρωστος στο νοσοκομείο. Κάποιοι έλεγαν ότι τον είχε δηλητηριάσει η ίδια του η μάνα. Μερικές ημέρες μετά (8 Αυγούστου 1911), ο Γεβγκένι έφευγε από τον μάταιο κόσμο μας!

Γεβγκένι (Ζένια) Τσεμπεριάκ

 

Οικία Τσεμπεριάκ

ΙΙΙ.   Ο ιδανικός ένοχος: Η αλήθεια είναι ενοχλητική. Για την ακρίβεια, είναι εξαιρετικά ενοχλητική για όλους τους υψηλά ιστάμενους που είχαν ποντάρει στη θεωρία του φόνου που «διέπραξαν οι Εβραίοι». Ανάμεσά τους βρίσκεται ο προϊστάμενος της εισαγγελίας Κιέβου, ο Γκεόργκι Γκαβρίλοβιτς Τσαπλίνσκι, ο οποίος έχει μιλήσει για την υπόθεση στον Υπουργό Δικαιοσύνης Ιβάν Γκριγκόριεβιτς Στσεγκλοβίτοφ. Ο υπουργός έχει ενθουσιαστεί με την εβραϊκή θεωρία. Είναι εξαιρετικά χρήσιμη πολιτικά, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι στη Δούμα έχει εισαχθεί προς συζήτηση νομοσχέδιο με το οποίο προτείνεται η κατάργηση ορισμένων από τους νομικούς περιορισμούς σε βάρος των Εβραίων. Μια τέτοια εξέλιξη κρίνεται απαράδεκτη από τα πιο συντηρητικά μέλη της κυβέρνησης, όπως είναι ο Στσεγκλοβίτοφ. Η υπόθεση της δολοφονίας Γούστσινσκι πρέπει οπωσδήποτε να αποτελέσει αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης. Η αρμοδιότητα για τη διερεύνηση της δολοφονίας αφαιρείται από τον έντιμο Κρασόφσκι. Εκείνος επιμένει να ασχολείται με την υπόθεση. Θα αποταχθεί από το σώμα της αστυνομίας. Η εισαγγελία εμπλέκει την Οχράνα στην έρευνα. Η μυστική αστυνομία είναι η πιο ικανή για να κατασκευάσει τους ιδανικούς «ενόχους». Το θύμα της σκευωρίας δεν θα αργήσει να βρεθεί.

Ο εισαγγελέας Τσαπλίνσκι

Ο υπουργός Ι. Γκ. Στσεγκλοβίτοφ

Ο Μεναχέμ Μέντελ Τέβιεβιτς Μπέιλις είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Ένας φιλήσυχος οικογενειάρχης, πατέρας πέντε παιδιών. Περίπου σαραντάρης. Οι περισσότερες πηγές αναφέρουν ως χρονολογία γέννησής του το 1874, κάπου όμως μνημονεύεται μια δήλωση της συζυγου του, σύμφωνα με την οποία ο Μεναχέμ-Μέντελ είχε γεννηθεί το 1862. Το παρουσιαστικό του δεν έχει τίποτε το αξιοπρόσεχτο. Μελαχρινός, γενειοφόρος, διοπτροφόρος. Οι πιο πονηροί θα έλεγαν ότι ακριβώς αυτό το παρουσιαστικό ταίριαζε με τις ιδεοληψίες των πλέον ανόητων από τους αντισημίτες. Γιατί η μεγάλη ατυχία του Μπέιλις δεν ήταν άλλη από το ότι ήταν Εβραίος.

Μεναχέμ Μέντελ Μπέιλις

Κι όμως, ο άτυχος Μπέιλις δεν ήταν ιδιαίτερα θρησκευόμενος. Σπανίως πήγαινε στη συναγωγή. Όπως λένε εκείνοι που τον γνώριζαν καλά, γιόρταζε μόνον το Ρος Χασανά, την εβραϊκή Πρωτοχρονιά, και το Γιομ Κιππούρ. Ήταν πρωτίστως άνθρωπος που δούλευε σκληρά για να ζήσει την πολυμελή οικογένειά του. Εργαζόταν ως επιστάτης στην, εβραϊκής ιδιοκτησίας, Τουβλοποιία Ζάιτσεφ, η οποία βρισκόταν κοντά στον τόπο του εγκλήματος που επρόκειτο να του χρεώσουν. Μολονότι Εβραίος, εργαζόταν πάντα το Σάββατο. Κάπως έπρεπε να πληρωθούν τα δίδακτρα των σχολείων των μεγαλύτερων παιδιών.

Αστυνομία και εισαγγελία έφτασαν στον Μπέιλις κατόπιν της μαρτυρίας του Καζίμιρ Σαχόφσκι, δημοτικού υπαλλήλου που άναβε τους φανοστάτες στη συνοικία Λουκιάβινκα. Επρόκειτο, άραγε, για καθαρή περίπτωση ψευδομάρτυρα βαλτού από την αστυνομία ή είχε ειλικρινώς πλανηθεί, δίνοντας αφελώς βάση στις διαδόσεις περί εβραϊκής συνωμοσίας; Στην πρώτη του κατάθεση, ο Σαχόφσκι είχε αναφέρει απλώς μια συνομιλία του με τον μικρό Γεβγκένι Τσεμπεριάκ, ο οποίος του είχε πει ότι «δεν ανεβαίνουμε πια εκεί για να παίξουμε, είναι αυτός ο Εβραίος που μας φοβερίζει». Σε δεύτερη κατάθεσή του, ο Σαχόφσκι φέρεται να δήλωσε τα εξής: «ποιος ξέρει; Μπορεί  να ήταν τελικά αυτός ο Εβραίος που δολοφόνησε τον μικρό Γιούστσινσκι»!

Ο Μπέιλις συλλαμβάνεται

Αστεία «στοιχεία». Υπεραρκετά, όμως, για τη συνεργασία ανάμεσα στην Οχράνα και την τακτική αστυνομία. Στις 21 Ιουλίου, η εισαγγελία Κιέβου εκδίδει ένταλμα σύλληψης του Μπέιλις. Τη νύχτα της 21ης προς την 22α Ιουλίου, ο Μπέιλις συλλαμβάνεται στο σπίτι του. Μάταια θα προσπαθήσει να αποδείξει την αθωότητά του. Για τις αρχές ήταν ο ιδανικός ύποπτος. Έπρεπε να κριθεί ένοχος. Κι όμως… ο επιστάτης είχε ακλόνητο άλλοθι, χάρη ακριβώς στην παράδοξη για Εβραίο συνήθειά του να δουλεύει και τα Σάββατα. Βάσει του πορίσματος της ιατροδικαστικής έκθεσης, η πιθανότερη ημέρα διάπραξης του φόνου ήταν Σάββατο. Εκείνη την ημέρα ο Μπέιλις δούλεψε από νωρίς μέχρι αργά στο εργοστάσιο. Οι άλλοι εργαζόμενοι το επιβεβαίωναν. Κι ο ίδιος προσκόμισε κάμποσα τιμολόγια και παραγγελίες υλικών που έφεραν τη ημερομηνία εκείνη και την υπογραφή του. Του κάκου! Ο Μπέιλις κλείστηκε στις φυλακές. Και μέσα στις φυλακές βρέθηκε ο «μάρτυρας» που θα επέτρεπε στις αρχές να δέσουν τις κατηγορίες. Ήταν κάποιος Ιβάν Κοζατσένκο, σεσημασμένος ποινικός, συγκρατούμενος του Μπέιλις. Αυτός κατέθεσε πως ο κατηγορούμενος του ομολόγησε, τάχα, πως είχε διαπράξει το στυγερό έγκλημα. Τι άλλο χρειαζόταν;

Ο δημοσιογράφος Σ. Μπραζούλ-Μπρισκόφσκι

IV:   Το κίνημα υποστήριξης: Παρά τη φρενίτιδα που προκαλεί η θεωρία του λίβελλου αίματος, σημαντικό μέρος της τοπικής (και όχι μόνο) κοινωνίας θα επιδείξει υγιή αντανακλαστικά. Ήδη τον Αύγουστο του 1911, λίγες ημέρες μόνο μετά τη σύλληψη του Μπέιλις, συγκροτείται Επιτροπή Πολιτών για την Υπεράσπιση του Μέντελ Μπέιλις. Η εβραϊκή κοινότητα της πόλης είχε καθοριστική συμβολή στην ίδρυση της επιτροπής, τα περισσότερα μέλη της, όμως, ήταν χριστιανοί, διανοούμενοι και πολίτες που διαπνέονταν από φιλελεύθερες ιδέες και κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού φάσματος, από το κέντρο και πιο αριστερά. Χάρη στην επιτροπή αυτή, ο Κρασόφσκι μπόρεσε να συνεχίσει και να ολοκληρώσει την έρευνά του, ως ιδιωτικός ντετέκτιβ πλέον. Ιδιαίτερα σημαντικός ήταν κι ο ρόλος του δημοσιογράφου Σεργκεί Μπραζούλ-Μπρισκόφσκι, ο οποίος δεν σταμάτησε να αρθρογραφεί υποστηρίζοντας την αθωότητα του Μπέιλις κι αποκαλύπτοντας στοιχεία από την παράλληλη έρευνα του Κρασόφσκι. Η υπόθεση ξεπέρασε τα σύνορα του Κιέβου για να απασχολήσει την κοινή γνώμη σε ολόκληρη την τσαρική αυτοκρατορία, στην Ευρώπη, ακόμη και στις ΗΠΑ. Τη σκυτάλη πήραν οι διανοούμενοι και οι πολιτικοί, δίνοντας νέες διαστάσεις στην εκστρατεία υπεράσπισης του Μπέιλις. Ο Αλεξάντρ Μπλοκ, ο Βλαντίμιρ Κορολένκο, ο εθνικιστής Ουκρανός ιστορικός Μιχάιλο Χρουσέφσκι, οι Ρώσοι πολιτικοί του Συνταγματικού Δημοκρατικού Κόμματος Πάβελ Νικολάγεβιτς Μιλιουκόφ και Βλαντίμιρ Ντμίτριεβιτς Ναμπόκοφ (πατέρας του εμιγκρέ συγγραφέα) τάχθηκαν υπέρ της αθώωσης του άτυχου επιστάτη από το Κίεβο. Ο Μαξίμ Γκόρκι, που τότε ζούσε στο Κάπρι, ξεσπάθωσε ενάντια στο «κυνήγι μαγισσών με στόχο τους Εβραίους»! Το πύρινο κείμενο διαμαρτυρίας που συνέταξε το υπέγραψαν μεγάλα ονόματα, όπως ο Τόμας Μανν, ο Ανατόλ Φρανς κι ο Τόμας Χάρντυ, καθώς και πανεπιστημιακοί στη Βρετανία και τις ΗΠΑ και πολλοί άλλοι.

V.   Η δίκη: Ο προϊστάμενος της εισαγγελίας Τσαπλίνσκι, ο υπουργός Στσεγκλοβίτοφ, ακόμη κι ο ίδιος ο τσάρος Νικόλαος Β΄, γνώριζαν όλοι πολύ καλά την αλήθεια. Όλοι τους, όμως, επέμειναν στην άποψη ότι, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας ο Εβραίος κατηγορούμενος έπρεπε να καταδικαστεί.

Ο εισαγγελέας Βίππερ

Ο Μπέιλις έμεινε στη φυλακή, περιμένοντας να δικαστεί, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών. Η δίκη του, ενώπιον του Ορκωτού Κακουργιοδικείου Κιέβου, άρχισε στις 23 Σεπτεμβρίου 1913. Οι πρωτεργάτες και οι οπαδοί της σκευωρίας έκαναν ό,τι ήταν δυνατό για να εξασφαλίσουν την επιθυμητή για εκείνους έκβαση της δίκης. Δημόσιος κατήγορος ορίστηκε ο εισαγγελέας Όσκαρ Γιούριεβιτς Βίππερ, ο οποίος μετακλήθηκε ειδικώς προς τούτο από τη Μόσχα. Ήταν άνθρωπος χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς, έτοιμος να κάνει οτιδήποτε τον διέταζαν οι ιεραρχικώς προϊστάμενοί του (ή ό,τι εκείνος πίστευε ότι θα τους ικανοποιούσε). Αρκετοί από τους βασικούς μάρτυρες υπεράσπισης εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς (η αστυνομία δεν είχε κανένα πρόβλημα να τους συλλάβει και να τους απομακρύνει από το Κίεβο μέχρι να περατωθεί η δίκη). Ως κύριο πραγματογνώμονα, η εισαγγελία είχε ορίσει τον Ιβάν Αλεξέγεβιτς Σικόρσκι (πατέρα του γνωστού σχεδιαστή αεροσκαφών Ίγκορ Ιβάνοβιτς Σικόρσκι), καθηγητή ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Κιέβου. Γνωστός για τις εθνικιστικές και πανσλαβιστικές θέσεις του, ο σεβάσμιος καθηγητής ήταν απολύτως πεπεισμένος ότι, από ψυχιατρική άποψη, μόνο η θεωρία του τελετουργικού φόνου (τον οποίο είχαν διαπράξει, προφανώς, Εβραίοι) μπορούσε να εξηγήσει τη δολοφονία. Όσο για το σώμα των ενόρκων, αυτοί επελέγησαν προσεκτικά: στην πλειονότητά τους ήταν αγρότες, άνθρωποι φύσει συντηρητικοί, όλοι διαλεγμένοι από περιοχές με παράδοση σε αντιεβραϊκά πογκρόμ (το σώμα συμπλήρωναν δύο έμποροι και τρεις δημόσιοι υπάλληλοι).

Οι ένορκοι

Όλη αυτή η εξαιρετική προετοιμασία χώλαινε σε ένα σημείο, το οποίο ήταν αδύνατο να διορθωθεί: στους μάρτυρες κατηγορίας. Ελλείψει πραγματικών μαρτύρων που θα κατέθεταν στοιχεία σε βάρος του Μπέιλις, η αστυνομία είχε στρατολογήσει τροφίμους των φυλακών, άτομα με βαρύ ποινικό μητρώο και πόρνες, με δυο λόγια ανθρώπους που μπορούσαν να εκβιαστούν από τις αρχές του νόμου και ήταν υποχρεωμένοι να καταθέσουν ότι αυτές θα τους υποδείκνυαν. Στην πορεία της δίκης τίποτε το ουσιαστικό δεν προέκυψε σε βάρος του κατηγορουμένου, σε τέτοιο σημείο που κάποιος από τους ενόρκους αναφώνησε: «πώς είναι δυνατό να καταδικάσουμε αυτόν τον Μπέιλις, όταν δεν έχουμε ακούσει τίποτε για αυτόν

Από την άλλη πλευρά, η εβραϊκή κοινότητα και η επιτροπή υποστήριξης έβαλαν τα δυνατά τους προκειμένου ο Μπέιλις να τύχει της καλύτερης υπεράσπισης. Εξαίρετοι νομικοί, όπως οι Ν. Π. Καραμπτσέφσκι, Α. Σ. Ζαρούντνι, Ο. Ο. Γκρουζενμπέργκ (ο μοναδικός Εβραίος της ομάδας νομικής συμπαράστασης κατά τη δίκη) και, κυρίως, ο διακεκριμένος δικηγόρος (και πολιτικός) από την Πετρούπολη Βασίλι Αλεξέγεβιτς Μακλακόφ (το παράδοξο της ιστορίας ήταν ότι ο αδερφός του δικηγόρου, ο Νικολάι, ανήκε στο εθνικιστικό κόμμα της Ένωσης του Ρωσικού Λαού και κατείχε τη θέση του Υπουργού Εσωτερικών κατά τον χρόνο της δίκης, έχοντας μάλιστα ενστερνισθεί τη θεωρία του λίβελου αίματος). Σε επίπεδο πραγματογνωμόνων, η υπεράσπιση είχε καλέσει τους επιφανέστερους πανεπιστημιακούς με ειδίκευση στις εβραϊκές σπουδές (Π. Κ. Κοκοφτσόφ, Ι. Γκ. Τρόιτσκι) οι οποίοι δεν είχαν καμιά δυσκολία να αποδείξουν ότι οι αντιεβραϊκές συκοφαντίες ήταν παντελώς αστήρικτες.

Β. Μακλακόφ

Και τότε η εισαγγελία έπαιξε το καλύτερο, υποτίθεται, χαρτί της! Κλήθηκε να καταθέσει ως ειδικός ο Γιουστίνας Πρανάιτις, Λιθουανός καθολικός ιερέας, ο οποίος εμφανιζόταν ως ειδικός του ιουδαϊσμού. Ο Πρανάιτις είχε συγγράψει (στα λατινικά) ένα σύντομο βιβλίο υπό τον τίτλο «Christianus in Talmude Iudaeorum — sive Rabbinicae doctrinae de christianis secreta» («Ο χριστιανός στο Ταλμούδ των Ιουδαίων, ή οι μυστικές ραββινικές θεωρίες σχετικά με τους χριστιανούς»). Στις μεταφράσεις του σε ζωντανές γλώσσες, το βιβλιαράκι του Πρανάιτις είχε πιο απλό και ενδεικτικό των προθέσεών του τίτλο: «Ξεσκεπάζοντας το Ταλμούδ». Επρόκειτο, φυσικά, για σύγγραμμα χωρίς καμία επιστημονική βάση, το οποίο ανακύκλωνε τις πιο ιταμές αντισημιτικές κατηγορίες.

Το σύγγραμμα του Πρανάιτις

Ο Πρανάιτις είχε κάνει πολύ μεγάλο ταξίδι για να φτάσει στο Κίεβο. Ιερουργούσε στην Τασκένδη. Η παραμονή του στην Κεντρική Ασία δεν οφειλόταν στις ιδέες του, όπως ίσως θα υπέθετε κάποιος. Η δυσμενής μετάθεσή του οφειλόταν στο ότι είχε εμπλακεί σε μερικές σκοτεινές υποθέσεις εκβιασμού κι απάτης. Εν πάση περιπτώσει, ο ειδικός μπήκε στην  αίθουσα με ύφος σοβαρό, ιερατικό, έτοιμος ν’ αποκαλύψει τα ανοσιουργήματα των Ιουδαίων. Σωστά δασκαλεμένοι από τους πραγματογνώμονες, οι συνήγοροι υπεράσπισης δεν χρειάστηκαν πολλή ώρα για να κάνουν σκόνη τον Πρανάιτις. Γρήγορα αποδείχτηκε ότι ο Λιθουανός αγνοούσε ακόμη και τα πλέον βασικά στοιχεία της ιουδαϊκής θρησκείας και της εβραϊκής γλώσσας! Δεν ήταν παρά ένας απατεώνας! Οι «ειδικός» αποχωρούσε κάτω από τα χαχανητά του ακροατηρίου.

Γ. Πρανάιτις

Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Στις 28 Οκτωβρίου 1913 οι ένορκοι έδιναν την ετυμηγορία τους. Ο Μπέιλις αθωωνόταν πανυγηρικά!

Ο Μπέιλις στο εδώλιο του κατηγορουμένου

VI.   Τι απέγιναν οι πρωταγωνιστές της υπόθεσης;

  • Ουδέποτε απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε βάρος της Βέρας Τσεμπεριάκ και των υπόλοιπων μελών της συμμορίας. Για κάποιο δάστημα, η Τσεμπεριάκ κέρδιζε χρήματα παίζοντας σε παραστάσεις παντομίμας, σε τσίρκα, με θέμα την υπόθεση της δολοφονίας Γιούστσινσκι! Στην προκειμένη περίπτωση δικαιοσύνη απέδωσαν οι Μπολσεβίκοι, οι οποίοι εκτέλεσαν την Τσεμπεριάκ όταν κατέλαβαν το Κίεβο, στα τέλη του 1918.

Η Τσεμπεριάκ με τον σύζυγό της και την κόρη τους

  • Ο εθνικιστής φοιτητής Γκόλουμπεφ κατατάχθηκε στον τσαρικό στρατό αμέσως μετά την κήρυξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Σκοτώθηκε στο Ανατολικό Μέτωπο τον Οκτώβριο του 1914.
  • Ο απατεωνας «ειδικός» Πρανάιτις πέθανε από ασθένεια στην Πετρούπολη τον Ιανουάριο του 1917.
  • Ο εισαγγελέας Βίππερ προήχθη επανειλημμένα από το τσαρικό καθεστώς. Έλαβε, μάλιστα, και το αξίωμα του κρατικού συμβούλου. Μετά και την Οκτωβριανή Επανάσταση, συνελήφθη από τους Μπολσεβίκους: επαναστατικό δικαστήριο τον καταδίκασε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου και πέθανε από τις κακουχίες το 1920.
  • Ο προϊστάμενος της εισαγγελίας Κιέβου, Γκ. Τσαπλίνσκι δέχθηκε κι αυτός με τη σειρά του πολλές προαγωγές και τιμές από το καθεστώς, φτάνοντας ως το αξίωμα του γερουσιαστή. Συνελήφθη από την Προσωρινή Κυβέρνηση που προέκυψε μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917, καθώς διενεργούνταν έρευνα για παράνομες πράξεις τις οποίες είχε τελέσει κατά τον χειρισμό της υπόθεσης Μπέιλις. Κατόρθωσε να αποφυλακισθεί τον Ιούλιο του ιδίου έτους. Κατόπιν τα ίχνη του χάνονται. Υποθέτουμε ότι δεν θα ξέφυγε από τους Μπολσεβίκους.
  • Ο Υπουργός Δικαιοσύνης Στσεγκλοβίτοφ παρέμεινε στον υπουργικό του θώκο μέχρι το 1915, όταν και ανέλαβε πρόεδρος του Αυτοκρατορικού Συμβουλίου. Συνελήφθη κι αυτός από την Προσωρινή Κυβέρνηση το 1917. Εκτελέστηκε από το κομμουνιστικό καθεστώς τον Οκτώβριο του 1918.
  • Ο δικηγόρος υπεράσπισης Βασίλι Μακλακόφ ανέπτυξε ιδιαίτερα σημαντική πολιτική και δημοσιογραφική δράση. Μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου ήλπιζε να γίνει Υπουργός Δικαιοσύνης, αλλά έχασε τη θέση από τον… Αλέξανδρο Κερένσκι. Συμμετείχε πάντως σε διάφορες επιτροπές που συγκρότησε η Προσωρινή Κυβέρνηση. Στις αρχές Οκτωβρίου του 1917 ονομάσθηκε πρέσβης της Ρωσίας στη Γαλλία. Η Οκτωβριανή Επανάσταση θα τον υποχρέωνε να περάσει σχεδόν ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή του στο Παρίσι. Πέθανε το 1957 στην Ελβετία. Μερικά χρόνια νωρίτερα είχε αφήσει το στίγμα του με μια πράξη που συζητήθηκε πολύ και η οποία τον κατέστησε συμπαθή σε ορισμένους και αντιπαθή σε άλλους (ιδίως δε στα μέλη της ρωσικής κοινότητας των αντικομμουνιστών εμιγκρέδων στη Γαλλία): τον Φεβρουάριο του 1945, προτού τελειώσει ο πόλεμος, προσήλθε στη σοβιετική πρεσβεία στο Παρίσι, προκειμένου να δηλώσει δημόσια κι επίσημα την υπερηφάνεια του ως Ρώσος και την ευγνωμοσύνη του για τις θυσίες του σοβιετικού λαού. Έπειτα εκείνος, ο εξόριστος αστός, σήκωσε το ποτήρι του κι έκανε μια πρόποση: «Για την πατρίδα, τον Κόκκινο Στρατό και τον Ιωσήφ Στάλιν»!
  • Ο Μέντελ Μπέιλις θα μπορούσε να γίνει σταρ. Αμέσως μετά τη δίκη, η αθώωσή του ήταν το θέμα των παραστάσεων σε όλα τα εβραϊκά θέατρα της Νέας Υόρκης. Ο Μπέιλις προτίμησε να μετοικήσει στην Παλαιστίνη και να ασχοληθεί με το αγρόκτημα που του είχαν αγοράσει πλούσιοι υποστηρικτές του. Δεν τα κατάφερε. Αφού εξάντλησε κάθε πιθανότητα βιωσιμότητας της επιχείρησης και υπό το βάρος των χρεών, αναγκάστηκε να ακολουθήσει τη συμβουλή των φίλων του και να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ όπου έζησε την υπόλοιπη ζωή του. Συνέγραψε στα γίντις την αυτοβιογραφία του, υπό τον τίτλο «Η ιστορία των μαρτυρίων μου» (1925). Το βιβλίο μεταφράστηκε στα αγγλικά και τα ρωσικά. Πέθανε αιφνίδια το 1934, σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο Σαρατόγκα Σπρινγκς της Πολιτείας της Νέας Υόρκης. Σε μια συνέντευξη που είχε δώσει λίγους μήνες πριν εξέφραζε την ευγνωμοσύνη του σε όλους εκείνους τους Ρώσους «εθνικούς», όπως ήταν ο επιθεωρητής Κρασόφσκι και ο δημοσιογράφος Μπραζούλ-Μπρισκόφσκι: «επέδειξαν αληθινό ηρωισμό κι αυτοθυσία. Γνώριζαν καλά ότι υπερασπίζοντάς με θα κατέστρεφαν τις σταδιοδρομίες τους, ακόμη κι η ζωή τους θα διέτρεχε κίνδυνο. Ωστόσο επέμειναν, γιατί ήξεραν ότι ήμουν αθώος».

Ο Μπέιλις με την οικογένειά του

Ο διάσημος Αμερικανοεβραίος συγγραφέας Μπέρναρντ Μάλαμουντ χρησιμοποίησε την υπόθεση Μπέιλις ως πηγή έμπνευσης για το μυθιστόρημά του “The Fixer” (1966), το οποίο μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο (1968) από τον Τζων Φράνκενχάιμερ (με πρωταγωνιστές τον Άλαν Μπέητς και τον Ντερκ Μπόγκαρντ – γαλλικός και ελληνικός, αν δεν κάνω λάθος, τίτλος: « L’Homme de Kiev » – «Ο Άνθρωπος από το Κίεβο»). Το βιβλίο είχε εξοργίσει τα παιδιά του Μπέιλις. Πράγματι, ο βλάσφημος, εξεγερμένος εικονοκλάστης Γιάκοφ Μποκ δεν είχε καμία σχέση με τον πραγματικό Μεναχέμ Μέντελ Μπέιλις.

Πολύ συχνά, ειδικά στις ΗΠΑ, η υπόθεση Μπέιλις παραλληλίζεται με την υπόθεση Λήο Φρανκ, την ιστορία του Εβραίου διευθυντή εργοστασίου που καταδικάστηκε σε θάνατο για τη δολοφονία μιας δεκατριάχρονης εργάτριας χωρίς να υπάρχουν ακλόνητες αποδείξεις (1913). Η ποινή του Φρανκ μετατράπηκε εν συνεχεία σε ισόβια κάθειρξη. Όταν όμως ο κατάδικος επρόκειτο να μεταφερθεί σε άλλες φυλακές, ο όχλος που περίμενε τον λύντσαρε! Κάποιος κακεντρεχής (;) θα παρατηρούσε ότι στην απολυταρχική κι οπισθοδρομική τσαρική Ρωσία η αντιεβραϊκή σκευωρία αποκαλύφθηκε και ο άδικα κατηγορηθείς αθωώθηκε, σε μεγάλο βαθμό χάρη στην κινητοποίηση των πολιτών, ενώ στη χώρα της ελευθερίας ο ύποπτος όχι απλώς καταδικάστηκε, αλλά τελικά θανατώθηκε με φριχτό τρόπο από τον όχλο. Μολονότι αληθής, η επισήμανση θα ήταν άδικη, μια και θα εξέφραζε μέρος μόνο μιας σύνθετης πραγματικότητας.

Όσοι ενδιαφέρονται για την υπόθεση Μπέιλις έχουν τη δυνατότητα, εφόσον είναι ρωσομαθείς, να συμβουλευτούν το εξαιρετικό λήμμα της ρωσικής Βικιπαίδειας, το οποίο περιέχει όλες τις χρήσιμες παραπομπές σε επιστημονικές μελέτες (ιστορικές, νομικές και άλλες), τον αντίκτυπο της υπόθεσης στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο και κάθε σχετική πληροφορία. Οι υπόλοιποι ας ανατρέξουν στα κάπως συνοπτικά λήμματα που έχουν συνταχθεί στις πιο γνωστές γλώσσες ή, καλύτερα, ας διαβάσουν τη συναρπαστική διήγηση και ανάλυση του Orlando Figes (“A People’s Tragedy: Russian Revolution 1891–1924”, Jonathan Cape, Λονδίνο, 1996, γαλλική έκδοση: « La Révolution russe. 1891-1924 : la tragédie d’un peuple », εκδ. Denoël, Παρίσι, 2007 και έκδοση τσέπης στη σειρά Folio-Histoire, εκδ. Gallimard, τ. Ι, σελ. 448-453).

Νεότερα από το Ανατολικό Μέτωπο – μέρος 4 (1943-1944: Η εποχή της σοβιετικής επικράτησης)

Σεπτεμβρίου 3, 2015

Χειμώνας 1943-44, Τ-34

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ

Η ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ

Α.   1943: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΜΦΙΡΡΟΠΗ ΧΡΟΝΙΑ

α.   Η γερμανική αντίσταση στη σοβιετική επέλαση

Ο Κόκκινος Στρατός δεν κατόρθωσε να εκμεταλλευθεί πλήρως τον θρίαμβο του Σταλινγκράντ. Ήδη, την εποχή που εξαπέλυε την επιχείρηση «Ουρανός» είχε προσπαθήσει να πετύχει κάτι σημαντικό και στο κεντρικό μέτωπο του πολέμου με την επιχείρηση «Άρης». Παρά τις σφοδρές μάχες, οι Σοβιετικοί δεν αποκόμισαν ουσιώδη εδαφικά κέρδη. Επρόκειτο για μια τεράστια αποτυχία που ξεχάστηκε χάρη στη λάμψη της μεγαλειώδους νίκης στον Βόλγα; Όχι απαραίτητα. Βάσει των διαθέσιμων στοιχείων (π.χ. λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνο που αφιέρωσε το σοβετικό επιτελείο στην προετοιμασία της μίας και της άλλης επιχείρησης), οι ιστορικοί εκτιμούν πλέον ότι η επιχείρηση «Άρης» αποτελούσε αντιπερισπασμό που θα απασχολούσε τις γερμανικές δυνάμεις της Ομάδας Στρατιών του Κέντρου ώστε να μην ενισχύσουν εκείνες του Νότου όσο εξελισσόταν ο «Ουρανός». Οι απώλειες για τους Σοβιετικούς, πάντως, ήταν πολλές.

Εν γένει, τα μετά το Σταλινγκράντ σοβιετικά κέρδη ήταν αρκετά, αλλά όχι τα μέγιστα, κάποια από αυτά μάλιστα υπήρξαν προσωρινά. Το Βορόνιεζ απελευθερώθηκε πριν την παράδοση της 6ης Στρατιάς. Τον Φεβρουάριο ακολούθησαν το Ροστόφ και το Χάρκοβο, ενώ τον Μάρτιο ανακαταλαμβανόταν το τρίγωνο Ρζεφ-Βιάσμα-Γκιάτσκ, όπου δίνονταν σκληρές μάχης για 1,5 χρόνο.

Χάρκοβο, Φεβρουάριος 1943, 1η Μεραρχία ΤΘ των Ες Ες/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_101III-Roth-173-01

Χάρκοβο, Φεβρουάριος 1943, 1η Μεραρχία ΤΘ των Ες Ες/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_101III-Roth-173-01

Η αντεπίθεση του Μάνστάιν: Όπως φαινόταν, όμως, η ορμή του Κόκκινου Στρατού είχε προς το παρόν εξαντληθεί. Την ευκαιρία αυτή την άδραξε η ιδιοφυΐα του Μάνστάιν για να σταθεροποιήσει την κατάσταση του πολεμικού μετώπου. Στις αρχές Φεβρουαρίου είχε συναντήσει τον Χίτλερ στο Ράστενμπουργκ ζητώντας του να εγκρίνει την αναδίπλωση και ανασυγκρότηση των γερμανικών δυνάμεων στην Ουκρανία, δηλαδή την υποχώρηση πέραν του Μίους σε θέσεις των οποίων η υπεράσπιση είναι δυνατή. Ο Χίτλερ, όπως αναμενόταν, δυσαρεστείται: «Αν η κατάσταση στην Ουκρανία είναι απελπιστική, ποιος ευθύνεται για αυτό, εκτός από εσάς τους στρατηγούς; Τι άλλο κάνετε εκτός από το να αναδιπλώνεστε;» Τελικά, η υποχώρηση πέραν του Μίους εγκρίνεται με δυσφορία από τον Φύρερ. Στις 16 Φεβρουαρίου, όμως, ο Μάνστάιν επανέρχεται με κάτι που μοιάζει πολύ ελκυστικότερο: εκθέτει στον ηγέτη του ένα φιλόδοξο σχέδιο αντεπίθεσης. Βάσει του σχεδίου αυτού η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων και το 2ο Σώμα Τεθωρακισμένων των Ες Ες θα χτυπήσουν στον τομέα Κρασνογκράντ-Παβλογκράντ, ανοίγοντας τον δρόμο για το κύριο σώμα των δυνάμεων που θα κινηθεί προς το Χάρκοβο, με στόχο να εγκλωβίσει στην πορεία τρεις ρώσικες στρατιές! Η επιχείρηση ξεκινά στις 20 Φεβρουαρίου. Στις 15 Μαρτίου 1943 οι Γερμανοί κατακτούν για δεύτερη φορά το Χάρκοβο. Ο Χίτλερ έχει τη νίκη που επιθυμούσε για να ξεπλύνει το όνειδος του Σταλινγκράντ. Όμως, οι Σοβιετικοί έχουν κατορθώσει να υποχωρήσουν έγκαιρα: οι δυνάμεις τους που εξουδετερώθηκαν είναι σχετικά μικρές. Ο φον Μάνστάιν έχει καταγάγει μια μεγάλη νίκη τακτικής, αλλά μεσοπρόθεσμα ο Κόκκινος Στρατός έχει σαφώς το στρατηγικό πλεονέκτημα. Η γερμανική ηγεσία δεν δείχνει να το αντιλαμβάνεται. Θα το πληρώσει ακριβά!

Χίτλερ και Μάνστάιν στην Ουκρανία, Στρατηγείο της Ομάδας Στρατιών Νότου/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1995-041-23A

Χίτλερ και Μάνστάιν στην Ουκρανία, Στρατηγείο της Ομάδας Στρατιών Νότου/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1995-041-23A

β.   Η τιτανομαχία του Κουρσκ

Η κατά τα φαινόμενα αμφίρροπη κατάσταση επιτρέπει στον Χίτλερ και τη Βέρμαχτ να ελπίζουν ότι μπορούν ακόμη να αντιστρέψουν τη ροή του πολέμου προς όφελός τους. Αναζητώντας το καθοριστικής σημασίας χτύπημα και στηρίζοντας πολλές ελπίδες στα νέα όπλα που παρήγε η γερμανική πολεμική βιομηχανία, ιδίως δε τα νέα άρματα μάχης «Τίγρις» και «Πάνθηρ», ο Χίτλερ επιλέγει τον πιο προφανή στόχο: τον μεγάλο ρωσικό θύλακο του Κουρσκ, μεταξύ Αριόλ και Μπιέλγκοροντ. Η επιχείρηση «Ακρόπολη» στόχευε στη διπλή περικύκλωση από βορρά και νότο των μεγάλων δυνάμεων που είχε συγκεντρώσει στην ευρύτερη περιοχή ο Κόκκινος Στρατός. Οι Ρώσοι θα έχαναν μεγάλο αριθμό δυνάμεων και το ορμητήριο για την ανάκτηση εδαφών, ενώ οι επιθετικές δυνατότητες του Κόκκινου Στρατού θα μειώνονταν στο ελάχιστο. Το πρόβλημα συνίσταται στο ότι οι Ρώσοι έχουν οχυρώσει μεθοδικά και μαζικά την περιοχή και, κυρίως, στο ότι λογικά θα πρέπει να αναμένουν να δεχτούν επίθεση ακριβώς στον συγκεκριμένο τομέα έχοντας προετοιμαστεί κατάλληλα.

Ο Χίτλερ, όμως, ήταν ανένδοτος: η επιχείρηση θα αποδεικνυόταν οπωσδήποτε μεγάλη επιτυχία, αρκεί να άρχιζε εγκαίρως. Μόνον που σε τέτοιες περιπτώσεις ο διάβολος (ή, μάλλον, ο θεός) συνωμοτεί ώστε κάτι να πάει στραβά! Οι καιρικές συνθήκες και οι καθυστερήσεις ως προς τον εφοδιασμό σε όπλα και υλικό, πρωτίστως δε σε άρματα μάχης μετέθεσαν την έναρξη της επιχείρησης. Η Μάχη του Κουρσκ ξεκινούσε τελικά στις 5 Ιουλίου. Οι δυνάμεις του Μόντελ εφόρμησαν από βόρεια, εκείνες του Μάνστάιν από νότια, υποστηριζόμενες από τουλάχιστον 2.000 τεθωρακισμένα, τα περισσότερα στον νότιο τομέα των επιχειρήσεων υπό τον στρατηγό Χοτ. Με σημαντικές απώλειες οι Γερμανοί κατόρθωσαν να κερδίσουν κάποιο έδαφος από τους Ρώσους: 15 χιλιόμετρα στον βορρά και 45 στον νότο. Μεταξύ τους, τα δύο σώματα επίθεσης απείχαν ακόμη 150 χλμ. Κάπου εκεί εξαντλούνταν και οι δυνατότητες επίθεσης για τη Βέρμαχτ. Στις 12 Ιουλίου, ο Κόκκινος Στρατός ξεκινούσε τη δική του αντεπίθεση κι αποσπούσε γρήγορα από τη Βέρμαχτ το θύλακο του Αριόλ και το Μπιέλγκοροντ. Στις 16 Ιουλίου ο Χίτλερ, εντελώς απογοητευμένος, διέτασσε τη διακοπή της επιχείρησης.

Κουρσκ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 101III-Merz-014-12A

Κουρσκ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 101III-Merz-014-12A

Ο δρόμος ήταν πλέον ανοιχτός για τους Σοβιετικούς. Στις 23 Αυγούστου ανακτούσαν για δεύτερη φορά (οριστικά πλέον) την ουκρανική μεγαλούπολη του Χαρκόβου. Νοτιότερα, οι ρωσικές δυνάμεις απελευθέρωναν, τον Σεπτέμβριο, το Κουμπάν και το Ντονμπάς, ενώ στον κεντρικό τομέα του μετώπου το Σμολένσκ. Τον επόμενο μήνα έφταναν στον Δνείπερο, ανακτώντας το Ζαπαρόζιε και το Ντνιεπροπετρόφσκ. Στις 6 Νοεμβρίου απελευθέρωναν το Κίεβο και στις 12 το Ζιτόμιρ, το οποίο, όμως, επρόκειτο να ξαναχάσουν μια εβδομάδα αργότερα. Αυτή ήταν και η τελευταία σοβιετική απώλεια εδάφους στον πόλεμο.

Β.   1944: Η «ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ 10 ΝΙΚΩΝ»

Η επίσημη σοβιετική ιστοριογραφία κατέγραφε το 1944 ως το «έτος των 10 νικών». Έχοντας πια συντριπτική αριθμητική υπεροχή κι υπεροπλία, ο Κόκκινος Στρατός βαδίζει από νίκη σε νίκη. Στα τέλη Ιανουαρίου του 1944, οι Σοβιετικοί διαλύουν τα απομεινάρια του γερμανικού κλοιού γύρω από το Λενινγκράντ, δίνοντας οριστικό τέλος στη μακρά πολιορκία της πόλης. Θα ακολουθήσουν το Κορσούν, η Οδησσός και η Κριμαία, η εξουδετέρωση της Φινλανδίας, η απελευθέρωση της Λευκορωσίας και της δυτικής Ουκρανίας, η ανάκτηση της Μολδαβίας και των Βαλτικών Δημοκρατιών, η είσοδος σε Ουγγαρία και Τσεχοσλοβακία και, τέλος, η νίκη επί των Γερμανών στον Απώτατο Βορρά μεταξύ Φινλανδίας και Νορβηγίας.

α.   Η εκκαθάριση του θυλάκου Τσερκάσι-Κορσούν και η ολοκλήρωση της απελευθέρωσης της Ουκρανίας

Στις αρχές του 1944 οι Γερμανοί έχουν κατά βάση υποχωρήσει στη δυτική όχθη του Δνείπερου. Εξακολουθούν, όμως, να κατέχουν ένα μεγάλο θύλακο στην ανατολική όχθη του ποταμού, περίπου 100 χιλιόμετρα νοτίως του Κιέβου. Πρόκειται για το «φρούριο του Κάνιεφ», όπως το λένε οι ίδιοι (το Κάνιεφ είναι μια μάλλον μικρή πόλη με λιμάνι στον Δνείπερο). Για τους Σοβιετικούς είναι ο θύλακος «Κορσούν-Σεφτσενκόφσκι» (και για τη δυτική ιστοριογραφία αυτός του «Τσερκάσι-Κορσούν», ονομασία ανακριβής, μια και το Τσερκάσι βρισκόταν έξω από την περιοχή που ήλεγχαν οι Γερμανοί). Εντός του θυλάκου βρίσκονται 56.000 άνδρες: το 11ο και το 42ο Σώμα Στρατού, η Μεραρχία Ες Ες «Βίκινγκ» και η Ταξιαρχία των Ες Ες «Βαλλονία» με τους Βέλγους εθελοντές του ρεξιστή ηγέτη Λεόν Ντεγκρέλλ (ο οποίος μεταφέρθηκε αεροπορικώς εκτός του θυλάκου πριν την εκκαθάριση).

Φεβρουάριος 1944, γερμανικές μονάδες τεθωρακισμένων προχωρούν για να ενισχύσουν τον θύλακο του Κορσούν Bundesarchiv, Bild 101I 090 3913 24 Etzhold CC BY SA

Γερμανικές μονάδες τεθωρακισμένων προχωρούν για να ενισχύσουν τον θύλακο του Κορσούν/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I 090 3913 24 Etzhold CC BY SA

Ο φον Μάνστάιν αντιλαμβάνεται ότι οι Σοβιετικοί ετοιμάζονταν να προβούν στην εκκαθάριση του θυλάκου με τα δύο Μέτωπα Ουκρανίας των οποίων ηγούνται, αντιστοίχως, οι Ζούκοφ και Κόνιεφ. Προτείνει τον απεγκλωβισμό των γερμανικών δυνάμεων. Ο Χίτλερ, ως συνήθως, αργεί να εγκρίνει μια τέτοια κίνηση. Οι καιρικές συνθήκες καθυστερούν τη δύναμη του Μάνστάιν και, κυρίως, τα τεθωρακισμένα του στρατηγού Χοτ που έχουν αναλάβει το κύριο βάρος της επιχείρησης απεγκλωβισμού. Οι δυνάμεις που βρίσκονται μέσα στον θύλακο, υπό τον στρατηγό Στέμερμανν, θα πρέπει να διασπάσουν οι ίδιες τον κλοιό του Κόνιεφ για να συναντήσουν τα στρατεύματα των Χοτ και Μάνστάιν. Ο απεγκλωβισμός επιχειρείται τη νύχτα της 16ης-17ης Φεβρουαρίου υπό δραματικές συνθήκες: μέσα από φαράγγια, προχωρώντας σε δύο φάλαγγες και με εμπροσθοφυλακή αποτελούμενη από τα Ες Ες, οι Γερμανοί επιχειρούν να διασπάσουν τον σοβιετικό κλοιό υπό συνεχή βομβαρδισμό. Ο στρατηγός Στέμμερμανν πέφτει στο πεδίο της μάχης χτυπημένος από θραύσμα οβίδας. Κάποιοι ξεφεύγουν. Άλλοι όχι: εγκλωβίζονται από τα σοβιετικά τεθωρακισμένα και τρέπονται σε φυγή – αν πιστέψουμε την (ίσως ευφάνταστη) διήγηση του ταγματάρχη Μπορίς Κάμποφ (γνωστότερου με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Μπορίς Πολεβόι) στον Αλεξάντερ Βερτ, μονάδες ιππικού τους κυνηγούν και τους αποτελειώνουν με τα ξίφη τους.

Το παράδοξο του Κορσούν έγκειται στο ότι και οι δύο πλευρές θέλουν να πιστεύουν ότι έχουν νικήσει: οι Γερμανοί υποστηρίζουν ότι διασώθηκαν 30.000 από τους εγκλωβισμένους άνδρες τους, στοιχείο που αποδεικνύει τη «γερμανική υπεροχή σε επίπεδο τακτικής»! Οι Σοβιετικοί από τη μεριά τους ισχυρίζονται ότι ελάχιστοι Γερμανοί διασώθηκαν. Όποια κι αν είναι η αλήθεια για τη συγκεκριμένη επιχείρηση, ένα είναι το αδιαμφισβήτητο γεγονός για τους αντικειμενικούς παρατηρητές της σύρραξης: το στρατηγικό πλεονέκτημα ανήκει πάντα στους Σοβιετικούς.

Μετά την επικράτηση στο Κορσούν, οι Σοβιετικοί έχουν τα χέρια τους ελεύθερα για την εαρινή επίθεση στην Ουκρανία κι όχι μόνο. Μετά τα μέσα Μαρτίου τα στρατεύματα του Κόνιεφ περνούν τον Δνείστερο και φτάνουν στη Μολδαβία κι έπειτα, στις 2 Απριλίου σε ρουμανικό έδαφος. Στις 11 Απριλίου αρχίζει η επιχείρηση απελευθέρωσης της Κριμαίας που θα ολοκληρωθεί μέσα σε ένα περίπου μήνα: 500.000 άνδρες του Κόκκινου Στρατού βρίσκονται αντιμέτωποι με λιγότερους από 200.000 Γερμανούς και (κυρίως) Ρουμάνους. Η απόφαση του Χίτλερ να υπερασπισθεί την Κριμαία με κάθε κόστος ήταν εντελώς παράλογη. Η Σεβαστούπολη απελευθερώθηκε στις 9 Μαΐου, ύστερα από 4 μόλις ημέρες πολιορκίας! Οι Ρώσοι είχαν αντέξει την αντίστοιχη γερμανική πολιορκία το 1941-42 για 250!

β.   «Μπαγκρατιόν» – η σαρωτική επικράτηση στη Λευκορωσία

Ο στρατηγός Ροκοσσόφσκι στον κεντρικό τομέα του Μετώπου (1943)

Ο στρατηγός Ροκοσσόφσκι στον κεντρικό τομέα του Μετώπου (1943)

Όταν οι Αμερικανοί και Βρετανοί σύμμαχοι των Σοβιετικών αποφάσιζαν τελικά την πραγματοποίηση της απόβασης στη Νορμανδία και τη δημιουργία του πραγματικού «Δεύτερου Μετώπου» που θα έφερνε τον πόλεμο μέσα στην επικράτεια του ίδιου του Γ΄ Ράιχ, ο Στάλιν τους υποσχέθηκε να βοηθήσει ένα χτύπημα αντίστοιχης εμβέλειας στο Ανατολικό Μέτωπο. Την ευθύνη για την εκπόνηση του σχεδίου επίθεσης την ανέλαβε ο στρατηγός Ροκοσσόφσκι. Ο ιδιοφυής Ρωσοπολωνός προσήλθε στην κρίσιμη συνεδρίαση της ανώτατης στρατιωτικής διοίκησης με δύο εναλλακτικές προτάσεις. Σύμφωνα με το πρώτο σχέδιο, οι Σοβιετικοί θα χτυπούσαν ανάμεσα στις δύο γερμανικές ομάδες στρατιών (Κέντρου και Νότου), παίρνοντας τον συντομότερο δρόμο για την καρδιά του Γ΄ Ράιχ, μέσω της νότιας Πολωνίας. Το φιλόδοξο αυτό σχέδιο ενείχε υψηλότατο κίνδυνο εγκλωβισμού των σοβιετικών δυνάμεων κι απορρίφθηκε. Η Στάβκα επέλεξε τη δεύτερη πρόταση του Ροκοσσόφσκι: να επιτεθεί στην καρδιά της γερμανικής Ομάδας Στρατιών του Κέντρου, υπό τον στρατάρχη φον Μπους, στην κατεχόμενη Λευκορωσία. Απλωμένη σε μήκος 700 χιλιομέτρων, η σοβιετική δύναμη περιελάμβανε τέσσερα Μέτωπα του Κόκκινου Στρατού: Α΄ Λευκορωσίας (Ροκοσσόφσκι – το σώμα που θα έφερε και το κύριο βάρος της επίθεσης), Β΄ Λευκορωσίας (Ζάχαροφ), Γ΄ Λευκορωσίας (Τσερνιακόφσκι) και Α΄ Βαλτικής (Μπαγκραμιάν). Ο στρατάρχης Ζούκοφ ήταν υπεύθυνος για τα δύο πρώτα μέτωπα, ο στρατάρχης Βασιλιέφσκι για τα υπόλοιπα δύο. 166 μεραρχίες, 31.000 στοιχεία πυροβολικού, 5.000 άρματα μάχης και 6.000 πολεμικά αεροπλάνα. Ο Στάλιν δίνει στην επιχείρηση το όνομα του Γεωργιανού στρατηγού του τσαρικού στρατού που είχε διακριθεί στους πολέμους κατά του Ναπολέοντα κι είχε τραυματισθεί θανάσιμα στη Μάχη του Μποροντινό: «Μπαγκρατιόν».

Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Ημέρα έναρξης της επιχείρησης ορίζεται η 23η Ιουνίου. Τις πρώτες κιόλας μέρες μεγάλες δυνάμεις της Ομάδας Στρατιών Mitte περικυκλώνονται κοντά στο Βιτέμπσκ και το Μπομπρούισκ. Στις 3 Ιουλίου, οι Σοβιετικοί καταλαμβάνουν την πρωτεύουσα της Λευκορωσίας, το Μινσκ, αιχμαλωτίζοντας 100.000 Γερμανούς. Με την ανάκτηση στις 28 Ιουλίου του Μπρεστ-Λιτόφσκ ολοκληρώνεται και η απελευθέρωση της Λευκορωσίας.

Σοβιετικό άρμα μάχης στο Μινσκ κατά την Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Σοβιετικό άρμα μάχης στο Μινσκ κατά την Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Οι Γερμανοί βρίσκονται σε σύγχυση. Άλλωστε, στις 20 Ιουλίου, ομάδα συνωμοτών με εκτελεστή τον συνταγματάρχη κόμη φον Στάουφφενμπεργκ αποπειράται να δολοφονήσει τον Χίτλερ στο στρατηγείο του στο Ράστενμπουργκ της Ανατολικής Πρωσίας. Η απόπειρα αποτυγχάνει εξαιτίας μιας σειράς από συγκυρίες. Έχοντας σωθεί σχεδόν από θαύμα, ο Χίτλερ βρίσκεται σε παροξυσμό και προβαίνει σε εκτεταμένες εκκαθαρίσεις: δεκάδες αξιωματικοί και πολιτικοί εκτελούνται ως ενεχόμενοι στη συνωμοσία. Στο στράτευμα επικρατεί σιδηρά πειθαρχία που ξεπερνά κάθε λογική.

Στο μεταξύ, όμως, τα στρατεύματα του Ροκοσσόφσκι εισχωρούν στην Ανατολική Πολωνία διώχνοντας τους Γερμανούς από το Λούμπλιν. Την τελευταία ημέρα του Ιουλίου, οι εμπροσθοφυλακές φτάνουν στα περίχωρα της Βαρσοβίας. Κάπου εδώ αρχίζει ένα από τα πιο μεγάλα δράματα που παίχτηκαν μεταξύ κατ’ όνομα συμμάχων.

Το δράμα της Βαρσοβίας: Σε συνεννόηση με τη φιλοδυτική εξόριστη πολωνική κυβέρνηση του Λονδίνου, ο στρατηγός Ταντέους «Μπουρ» Κομορόφσκι, επικεφαλής των Πολωνών αντάρτικων δυνάμεων της Άρμια Κραγιόβα (Στρατού του Εσωτερικού) κηρύσσει γενική εξέγερση στην πολωνική πρωτεούσα. Οι ρωσικές δυνάμεις, αντί να συνεχίσουν την προέλασή τους, υποχωρούν. Ο Στάλιν αρνείται την παροχή διευκολύνσεων στη βρετανική κι αμερικανική αεροπορία. Οι Γερμανοί καταπνίγουν την εξέγερση με πρωτοφανή αγριότητα. Όταν οι τελευταίοι μαχητές της εξέγερσης παραδίδονται (2 Οκτωβρίου), η Βαρσοβία είναι πια ένας σωρός από ερείπια. Κάπου 200.000 πολωνικές ζωές έχουν χαθεί.

Εξέγερση της Βαρσοβίας

Ανήκει στους Σοβιετικούς η ευθύνη για την τραγωδία της Βαρσοβίας; Το ερώτημα δεν επιδέχεται μονοσήμαντες απαντήσεις. Οι δυνάμεις του Ροκοσσόφκι είχαν εξαντληθεί μετά από προέλαση τόσων χιλιομέτρων σε εχθρικό έδαφος. Οι γραμμές ανεφοδιασμού τους είχαν επιμηκυνθεί τόσο που δεν λειτουργούσαν πια αποτελεσματικά. Έχοντας συναντήσει σθεναρή αντίσταση από τους Γερμανούς, ο Κόκκινος Στρατός δεν μπορούσε να καταλάβει τη Βαρσοβία τον Αύγουστο. Και, βέβαια, ο Στάλιν δεν ήθελε σε καμιά περίπτωση να αναλάβει τον κίνδυνο τεράστιων απωλειών κι αποτυχίας των σχεδίων του για να βοηθήσει τους Πολωνούς.

  • Όλοι γνωρίζουμε για την απόβαση στη Νορμανδία, μάλλον λίγοι για την επιχείρηση Μπαγκρατιόν. Κι όμως, επρόκειτο για το πλέον συντριπτικό πλήγμα που δέχθηκε η Βέρμαχτ καθ’ όλη τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, πλήγμα από το οποίο δεν επρόκειτο να συνέλθει ποτέ! Στα μέσα Ιουλίου, ως απόδειξη της σοβιετικής ισχύος, δεκάδες χιλιάδες Γερμανοί αιχμάλωτοι «παρήλαυναν» αξιοθρήνητα στους δρόμους της Μόσχας. Παραδόξως, οι αντιδράσεις του κοινού που παρακολουθούσε ήταν ιδιαιτέρως συγκρατημένες. Κάποιες ηλικιωμένες άλλωστε, που ίσως και να είχαν χάσει γιους στον πόλεμο, μονολογούσαν: «κακόμοιρα παιδιά! Κι αυτούς κάποιοι άλλοι τους έστειλαν να πολεμήσουν και να σκοτωθούν!»

γ.   Εγκλήματα Πολέμου

Σεπτέμβριος 1943, ερείπια σπιτού/ πηγή: RIA Novosti

Σεπτέμβριος 1943, ερείπια σπιτού/ πηγή: RIA Novosti

Η στάση της Βέρμαχτ και των γερμανικών αρχών στα κατεχόμενα εδάφη: Η ανάκτηση εδαφών από τον Κόκκινο Στρατό, πρώτα στην Ουκρανία κι έπειτα στη Λευκορωσία, έφερνε στο φως και τα εγκλήματα πολέμου που είχαν διαπράξει οι γερμανικές δυνάμεις, εγκλήματα στα οποία δεν εμπλέκονταν μόνον οι ειδικές δυνάμεις των Ες Ες, αλλά το σύνολο της Βέρμαχτ. Μαζικές εκτελέσεις, πυρπολήσεις χωριών και πόλεων «σε αντίποινα για τη συνεργασία με τους παρτιζάνους», λιμός (μια και όλα σχεδόν τα τρόφιμα κατάσχονταν από τις δυνάμεις κατοχής) και, τέλος, ολοκληρωτική εξόντωση των πολυπληθών εβραϊκών πληθυσμών της Ουκρανίας, της Λευκορωσίας και της δυτικής Ρωσίας.

Η στάση των Γερμανών στις κατεχόμενες περιοχές χαρακτηριζόταν από παλινωδίες μεταξύ της ανάγκης τους να βρουν συμμάχους και να στρατολογήσουν άνδρες, εκμεταλλευόμενοι εθνοτικές ή πολιτικές διαφορές, αφενός, και της ανάγκης για τον ζωτικό χώρο μιας γερμανικής αυτοκρατορίας στην Ανατολή, της περιφρόνησης προς τους Σλάβους «υπανθρώπους» και του θανάσιμου μίσους προς το εβραϊκό στοιχείο.

Η Κριμαία αποτελούσε μια ξεχωριστή περίπτωση: όλος ο πληθυσμός της θα εκτοπιζόταν, ακόμη κι οι Τάταροι που είχαν συνεργαστεί με ζήλο με τους κατακτητές, προκειμένου η χερσόνησος να γίνει μια γερμανική Ριβιέρα. Για να θεμελιωθεί η διεκδίκηση, ο θεωρητικός τους ναζιστικού καθεστώτος Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ υποστήριζε ότι η Κριμαία ήταν περιοχή που ανήκε στο παρελθόν στους Γότθους: θα μετονομαζόταν σε Gotenland!

Γερμανοί στρατιώτες με νεαρές Ουκρανές

Γερμανοί στρατιώτες με νεαρές Ουκρανές

Στην Ουκρανία, όπου ειδικά στις δυτικές περιοχές ο πληθυσμός είχε υποδεχτεί τους Γερμανούς σχεδόν σαν απελευθερωτές, τα πράγματα ήταν ασαφή. Για ευνόητους λόγους οι ναζί υποδαύλιζαν την αντιπαλότητα Ουκρανών και Ρώσων. Συγκρότησαν σώμα ουκρανικής αστυνομίας στρατολογώντας τα μέλη της μεταξύ των οπαδών των διαφόρων εθνικιστικών οργανώσεων: όλοι αυτοί υπήρξαν χρήσιμοι για τις πιο «άχαρες» δουλειές. Δεσμοφύλακες σε στρατόπεδα αιχμαλώτων, πρόθυμοι συνεργοί στη Σοά. Από την άλλη πλευρά, δεν ήθελαν να δώσουν και πολύ αέρα στους Ουκρανούς εθνικιστές που τους θεωρούσαν πολιτικά και στρατιωτικά ανεξέλεγκτους κι επικίνδυνους: ο Στεπάν Μπαντέρα φυλακίστηκε για να απελευθερωθεί προς το τέλος του πολέμου, όταν όλα πήγαιναν στραβά για τους ναζί. Και ο επίτροπος του Ράιχ για την Ουκρανία, ο διαβόητος γκάουλάιτερ της Ανατολικής Πρωσίας Έριχ Κοχ, διοικούσε την Ουκρανία ως αποικία. Αυτό που είχε σημασία ήταν η προμήθεια πρώτων υλών, σιτηρών κι άλλων τροφίμων για τη Γερμανία και η καταναγκαστική εργασία εκατοντάδων χιλιάδων ανδρών και γυναικών που στέλνονταν να δουλέψουν στη γερμανική βιομηχανία.

Άνδρες των Ες Ες σε ουκρανική γιορτή

Άνδρες των Ες Ες σε ουκρανική γιορτή

Λησμονημένες εθνοκαθάρσεις – η περίπτωση της Βολυνίας

Ο εθνικισμός μπορεί να έχει πρωτεϊκό χαρακτήρα και να μεταβάλλεται αναλόγως των ιδιαιτεροτήτων κάθε περιοχής, κατά μείζονα λόγο όταν η εθνογένεση ενός λαού είναι ατελής. Ο ουκρανικός εθνικισμός δεν είναι μόνον αντιρωσικός. Είναι και αντισημιτικός («είπαμε να τους εκτοπίσουν, όχι όμως και να τους σκοτώσουν όλους, ακόμα και τις γυναίκες και τα παιδιά»). Στη Δυτική Ουκρανία, για ευνόητους ιστορικούς λόγους, ήταν ανέκαθεν πρωτίστως αντιπολωνικός.

Βορειοανατολικά της Γαλικίας, ανάμεσα στον Πριπέτ και τον Μπουγκ, απλώνεται η περιοχή της Βολυνίας, γνωστή κάποτε κι ως Λοδομερία. Χώρος αρχικά νομαδικών σκυθικών φύλων κατά την Αρχαιότητα κι έπειτα εγκατάστασης πρωτοσλαβικών πληθυσμών, η Βολυνία μοιράζεται μεταξύ Πολωνών και Λιθουανών ηγεμόνων στα χρόνια του Μεσαίωνα. Από τον 16ο αιώνα ανήκει στην Κοινοπολιτεία Πολωνίας-Λιθουανίας. Με τον Τρίτο Διαμελισμό της Πολωνίας (1795) περνά υπό ρωσική κυριαρχία. Το 1921 επιστρέφει στο νεοσύστατο πολωνικό κράτος, μετά τον Ρωσοπολωνικό Πόλεμο του 1920. Η Βοϊβοδία της Βολυνίας θα κρατήσει μέχρι το 1939 και τη γερμανική εισβολή. Βάσει του γερμανοσοβιετικού συμφώνου, η περιοχή θα καταληφθεί από την ΕΣΣΔ και θα ενταχθεί στη ΣΣΔ Ουκρανίας. Θα ακολουθήσει η Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα κι η ναζιστική κατοχή.

Ευρισκόμενη στα όρια των χώρων εξάπλωσης καθολικισμού κι ορθοδοξίας, η Βολυνία είχε μεικτή πληθυσμιακή σύνθεση. Οι Ουκρανοί (κάποτε Ρουθηνοί) αποτελούσαν την πλειονότητα, συμβίωναν όμως με Πολωνούς, Εβραίους και Γερμανούς.

Στα τέλη του 1942 το πλέον ακραίο τμήμα της Οργάνωσης Ουκρανών Εθνικιστών [Організація Українських Націоналістів (ΟΟΥΝ)], εκείνο του Στεπάν Μπαντέρα, πρωτοστάτησε στη συγκρότηση του Ουκρανικού Αντάρτικου Στρατού [Українська Повстанська Армія (ΟΥΠΑ)], καθιστώντας τον ουσιαστικά στρατιωτικό σκέλος της. Τα περισσότερα μέλη του ΟΥΠΑ, ο οποίος αριθμούσε αρχικά περί τους 20.000 άνδρες, προέρχονταν από την ουκρανική αστυνομία που είχαν οργανώσει οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Ήδη είχαν βοηθήσει τα μέγιστα τους Γερμανούς στην εξολόθρευση του εβραϊκού στοιχείου της Ουκρανίας.

Plaque_for_victims_of_Volhynia_massacres_at_Church_of_St._Bridget_in_Gdańsk

Μνημείο σε ναό του Γκντανσκ για τα θύματα της εθνοκάθαρσης στη Βολυνία/ πηγή: Βικιπαίδεια, χρήστης Starscream

Στις αρχές του 1943 και μετά τον σοβιετικό θρίαμβο στο Σταλινγκράντ, ΟΟΥΝ και ΟΥΠΑ αποφάσισαν να αναλάβουν δράση. Αφενός μεν οι συνθήκες ήταν πιο ευνοϊκές διότι οι Γερμανοί είχαν πια άλλες σκοτούρες κι η επιτήρησή τους είχε χαλαρώσει, αφετέρου δε οι Ουκρανοί εθνικιστές ήθελαν να προλάβουν τις σοβιετικές δυνάμεις δημιουργώντας τετελεσμένα. Έθεσαν σε εφαρμογή ένα από τα πιο τρομακτικά σχέδια εθνοκάθαρσης με στόχο τους κάποτε κυρίαρχους της περιοχής, τους Πολωνούς. Η εθνοκάθαρση αυτή, της οποίας ο παροξυσμός τοποθετείται χρονικά στο θέρος του 1943 (όταν Γερμανοί και Σοβιετικοί συγκρούονταν στο Κουρσκ), κατέληξε στη σφαγή 35 έως 80 χιλιάδων Πολωνών, μόνο στη Βολυνία (ο ακριβής αριθμός των θυμάτων είναι άγνωστος κι αποτελεί αντικείμενο έντονης διαμάχης μεταξύ των ιστορικών).

Η αγριότητα των σφαγών ήταν πρωτοφανής ακόμη και για τα δεδομένα της Ανατολικής Ευρώπης. Οι δυνάμεις του ΟΥΠΑ περικύκλωναν τα πολωνικά χωριά λίγο πριν την αυγή, σκότωναν όλους τους κατοίκους κι έπειτα πυρπολούσαν τα κτίρια.

Το ύφος των διαταγών της ΟΟΥΝ τρομάζει ακόμη και τους πιο κυνικούς: «Εξαφανίστε κάθε πολωνικό ίχνος. Γκρεμίστε τους τοίχους της καθολικής εκκλησίας και κάθε οικήματος που χρησιμοποιούσαν ως χώρο λατρείας οι Πολωνοί. Καταστρέψτε τους κήπους και κάψτε τα δέντρα στις αυλές. Να μην υπάρχει κανένα ίχνος που να μαρτυρά ότι εδώ κάποτε ζούσαν άνθρωποι. Να έχετε υπόψη ότι όσο εξακολουθεί να υπάρχει κάτι το πολωνικό, οι Πολωνοί θα έχουν πάντα αξιώσεις στη γη μας!»

Βολυνία, τα θύματα του ΟΥΠΑ

Βολυνία, τα θύματα του ΟΥΠΑ

Οι Γερμανοί που ήλεγχαν τη Βολυνία δεν έκαναν τίποτε για να σταματήσουν τη σφαγή. Για την ακρίβεια, λέγεται ότι εξόπλιζαν και τις δύο πλευρές ελπίζοντας στην αλληλοεξόντωσή τους. Οι σφαγές σταμάτησαν μόνο όταν ο Κόκκινος Στρατός ανακατέλαβε τα εδάφη της δυτικής Ουκρανίας.

Σοά

Ιβανγκόροντ, Ουκρανία, 1942: εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά του εβραϊκού πληθυσμού

Ιβανγκόροντ, Ουκρανία, 1942: εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά του εβραϊκού πληθυσμού

Ι. Διωγμοί στην Ουκρανία: Το Μπερντίτσεφ της Ουκρανίας, πατρίδα του Βασίλι Γκρόσσμαν, είχε πληθυσμό κατά πλειονότητα εβραϊκό. Όσοι δεν πρόλαβαν να ξεφύγουν από την προέλαση της Βέρμαχτ εξολοθρεύτηκαν, εκτός από ελάχιστους. Τα θύματα ήταν περισσότερα από 30.000 (ανάμεσά τους κι η μητέρα του συγγραφέα). Το πιο θλιβερό για τον Γκρόσσμαν ήταν η προθυμία του ουκρανικού πληθυσμού να συνεργαστεί με τους ναζί (εκτός των άλλων, οι Ουκρανοί αντιμετώπιζαν τους Εβραίους και ως αποδιοπομπαίους τράγους για τους λιμούς της δεκαετίας του 1930). Υπήρξαν ευτυχώς κι εξαιρέσεις…

«Με φώναζαν Μίτια Ασταπτσούκ, αλλά το όνομά μου είναι Χαΐμ Ρόιτμαν. Κατάγομαι από το Μπερντίτσεφ και τώρα πια είμαι δεκατριών ετών. Οι Γερμανοί σκότωσαν τον πατέρα και τη μητέρα μου. Είχα κι ένα μικρότερο αδελφό, τον Μπόρια. Ένας Γερμανός τον σκότωσε με το υποπολυβόλο του, τον σκότωσε μπροστά στα μάτια μου… Όλα έμοιαζαν τόσο αλλόκοτα, η γη έτρεμε.

Στεκόμουνα στην άκρη του χαντακιού και περίμενα… Να, τώρα θα πυροβολήσουν! Με πλησίασε ένας Γερμανός, ανοιγόκλεινε τα μάτια του. Στο έδαφος υπήρχε ένα θραύσμα γυαλιού που λαμπύριζε. Ο Γερμανός πλησίασε κι έσκυψε να το μαζέψει και τότε άρχισα να τρέχω σαν τρελός. Εκείνος άρχισε να με κυνηγά και να πυροβολεί, το κασκέτο μου έχει μια τρύπα από σφαίρα του. Έτρεχα, έτρεχα και στο τέλος σωριάστηκα στο έδαφος. Δεν θυμάμαι τι συνέβη μετά. Με περιμάζεψε ένας ηλικιωμένος, ο Γκεράσιμ Πρακόφιεβιτς Ασταπτσούκ. Μου είπε: “Τώρα πια είσαι ο Μίτια, ο γιος μου”. Είχε εφτά παιδιά δικά του κι εγώ έγινα το όγδοο.

Στο σπίτι ήρθαν Γερμανοί, ήταν μεθυσμένοι, άρχισαν να φωνάζουν, είχαν προσέξει ότι ήμουν πιο μαυριδερός. Ρωτούν τον Γκεράσιμ Πρακόφιεβιτς. “ποιανού παιδί είναι τούτος εδώ;”, “Δικό μου είναι!” τους απαντά. Αρχίζουν να τον βρίζουν, να τον λένε ψεύτη. Εκείνος, όμως, τους απαντά με ηρεμία: “Είναι γιος μου από την πρώτη μου γυναίκα που ήταν τσιγγάνα”.

Όταν ελευθερώθηκε το Μπερντίτσεφ πήγα στην πόλη. Ξαναβρήκα τον μεγάλο αδελφό μου, τον Γιάσα. Επέζησε κι εκείνος. Ο Γιάσα είναι μεγάλος, είναι δεκαέξι χρονών, πολεμά. Όταν έφευγαν οι Γερμανοί βρήκε το κάθαρμα που είχε σκοτώσει τη μάνα μας και τον τουφέκισε». [«Βασίλι Γκρόσσμαν – Ένας συγγραφέας στον Πόλεμο (κείμενα επιλεγμένα και σχολιασμένα από τον Άντονι Μπήβορ και τη Λιούμπα Βιναγκράνταβα)», Τέταρτο μέρος “Από τον Δνείπερο στον Βιστούλα, 1944”, κεφάλαιο 21 “Οι σφαγές στο Μπερντίτσεφ”]

ΙΙ. Τα στρατόπεδα του θανάτου: Καθώς ο Κόκκινος Στρατός προέλαυνε πια σε πολωνικό έδαφος, ακόμη πιο συγκλονιστική ήταν η ανακάλυψη των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, θανάτου και εξόντωσης, η ανακάλυψη του πιο φριχτού εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκε στην Ιστορία. Πρώτα το Μαιντάνεκ, κοντά στο Λούμπλιν, η Τρεμπλίνκα, το Άουσβιτς.

Τρεμπλίνκα

Τρεμπλίνκα

«Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί τι είναι πιο τρομερό: να οδηγηθείς στον θάνατο μέσα σε φριχτά μαρτύρια, γνωρίζοντας ότι αυτός βρίσκεται εκεί δίπλα σου, ή αγνοώντας εντελώς το τέλος που πλησιάζει, κοιτάζοντας από το παράθυρο ενός βαγονιού της πρώτης θέσης, την ίδια ώρα που από τον σταθμό της Τρεμπλίνκα τηλεφωνούν ήδη στο στρατόπεδο για να αναγγείλουν την άφιξη του τραίνου και να ενημερώσουν για τον αριθμό των επιβατών του;

Με σκοπό προφανώς να ξεγελάσουν για μια τελευταία φορά εκείνους που έφθαναν από την Ευρώπη, είχαν διαμορφώσει το τέλος της σιδηροδρομικής γραμμής στο στρατόπεδο του θανάτου σαν σταθμό επιβατών. Στην άκρη της αποβάθρας… υπήρχε ένας σιδηροδρομικός σταθμός με εκδοτήρια εισιτηρίων, χώρο φύλαξης αποσκευών, κυλικείο. Παντού επιγραφές: “Προς Μπιαουύστοκ”, “Μπαρανοβίτσε”, “Βολκόβυσκ”. Κατά την άφιξη της αμαξοστοιχίας, μια ορχήστρα έπαιζε στον σταθμό κι οι μουσικοί της ήταν άψογα ντυμένοι. Ένας ελεγκτής με στολή της εταιρίας σιδηροδρόμων ζητούσε από τους επιβάτες τα εισιτήριά τους και τους οδηγούσε σε μια πλατεία…

Υπήρχε κάτι το δυσοίωνο και το τρομαχτικό στην πλατεία εκείνη. Ένα προσεχτικό βλέμμα αντιλαμβανόταν αμέσως ανησυχητικές λεπτομέρειες. Στο δάπεδο που είχε σκουπιστεί βιαστικά, μάλλον λίγα λεπτά μόνον πριν φτάσει η καινούρια φουρνιά, έβλεπες παρατημένα σκόρπια αντικείμενα: ένα δέμα με ρούχα, μια μισάνοιχτη μικρή αποσκευή, κάποια κατσαρολικά. Πώς είχαν βρεθεί εκεί; Και για ποιο λόγο η σιδηροδρομική γραμμή σταματά αμέσως μετά την αποβάθρα του σταθμού, εκεί που φυτρώνει ένα κιτρινωπό χορτάρι κι υψώνονται συρματοπλέγματα ύψους τριών μέτρων; Πού είναι λοιπόν οι γραμμές για το Μπιαουύστοκ, για το Σέντλτσε, τη Βαρσοβία και το Βολκόβυσκ;» [Βασίλι Γκρόσσμαν «Η Κόλαση της Τρεμπλίνκα», 1944]

Β. Γκρόσσμαν

Β. Γκρόσσμαν

Νεότερα από το Ανατολικό Μέτωπο – μέρος 3 (1942: Η Χρονιά της Κρίσης – Η Χρονιά του Σταλινγκράντ)

Ιουλίου 24, 2015
Γερμανοί εφορμούν μέσα στα ερείπια του Σταλινγκράντ

Γερμανοί εφορμούν μέσα στα ερείπια του Σταλινγκράντ

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

1942: Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ – Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ

Α.   ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΗ FALL BLAU

α.   Τα σχέδια της Στάφκα αποτυγχάνουν

Ο Στάλιν είχε φιλόδοξα σχέδια για την εαρινή σοβιετική αντεπίθεση. Όλα κατέληξαν σε παταγώδη αποτυχία.

Με ορμητήριο το προγεφύρωμα του Κερτς, ο Κόκκινος Στρατός επιχείρησε να ανακαταλάβει την Κριμαία τον Μάιο του 1942. Πλημμελώς σχεδιασμένη, με σοβαρές ελλείψεις σε εμπειροπόλεμους άνδρες κι οπλισμό, η επιχείρηση κατέληξε σχετικά γρήγορα σε συντριβή των Σοβιετικών. Ο φον Μάνστάιν τους πέταξε κυριολεκτικά στη θάλασσα.

Η αποτυχία αυτή καταδίκαζε ουσιαστικά και την πολιορκούμενη από τον Οκτώβριο Σεβαστούπολη. Aπό τις 2 Ιουνίου η γερμανική αεροπορία άρχισε να βομβαρδίζει μαζικά το μεγάλο λιμάνι της Κριμαίας. Οι πολιορκητές είχαν φέρει κι ένα γιγάντιο κανόνι πολιορκίας στο οποίο είχαν δώσει το προσωνύμιο «Ντόρα», το μεγαλύτερο της πολεμικής Ιστορίας, για να πλήξουν τις οχυρώσεις της Σεβαστούπολης. Στις 7 Ιουνίου, οι δυνάμεις του φον Μάνστάιν και οι Ρουμάνοι σύμμαχοί τους ξεκινούσαν την τελική επίθεσή τους. Ακολούθησαν τρεις εβδομάδες σκληρών μαχών, στο τέλος μέσα στους δρόμους της πόλης. Στις 3 Ιουλίου οι Γερμανοί καταλάμβαναν μια Σεβαστούπολη στην οποία δεν υπήρχαν παρά μόνον ερείπια και πτώματα των υπερασπιστών της.

Αλικσάντρ Ντεϊνέκα «Η Άμυνα της Σεβαστούπολής», 1942

Αλικσάντρ Ντεϊνέκα «Η Άμυνα της Σεβαστούπολής», 1942

Τον Μάιο, επίσης, ξεκινούσε μια τεράστια επίθεση με στόχο την ανάκτηση του Χαρκόβου υπό τον στρατάρχη Τιμοσένκο, με ορμητήριο τον, σχετικά μικρό σε έκταση, θύλακο του Μπαρβένκοβο (που κάποιοι ονόμαζαν και θύλακο του Ιζιούμ). Οι Σοβιετικοί δεν μπορούσαν ίσως να το γνωρίζουν, αλλά οι Γερμανοί ήταν πανέτοιμοι μια και ετοίμαζαν για το καλοκαίρι μαζική επίθεση που αφορούσε και τον συγκεκριμένο τομέα. Όταν αυτό έγινε φανερό, οι πιο φρόνιμοι συμβούλεψαν την υποχώρηση, αλλά ο Στάλιν ήταν ανένδοτος. Το αποτέλεσμα ήταν οι σοβιετικές δυνάμεις να περικυκλωθούν και να αιχμαλωτιστούν τρεις ολόκληρες στρατιές.

Σοβιετικοί αιχμάλωτοι μετά την αποτυχημένη προσπάθεια ανάκτησης του Χαρκόβου.

Σοβιετικοί αιχμάλωτοι μετά την αποτυχημένη προσπάθεια ανάκτησης του Χαρκόβου.

β.   Fall Blau

Στις 19 Ιουνίου 1942 ένα γερμανικό αναγνωριστικό αεροσκάφος καταρρίπτεται ενώ πετά πάνω από τις σοβιετικές γραμμές. Επιβάτης του είναι ο ταγματάρχης Ράιχελ, επιτελάρχης της 23ης Μεραρχίας Τεθωρακισμένων. Οι Σοβιετικοί βρίσκουν πάνω του χάρτες και σημειώσεις όπου, κατά παράβαση όλων των διαταγών περί άκρας μυστικότητας, σκιαγραφούνται τα βασικά σημεία του σχεδίου της μεγάλης γερμανικής επίθεσης με στόχο το νότο. Τα έγγραφα μεταφράζονται και διαβιβάζονται άμεσα στη Στάφκα. Ο Στάλιν, όμως, αρνείται αυτό το θείο δώρο. Είναι πεπεισμένος ότι η κύρια γερμανική επίθεση θα στοχεύει στη Μόσχα. Τα έγγραφα πρέπει να είναι απλώς προσπάθεια των Γερμανών να παραπλανήσουν τους αντιπάλους τους, Κι άλλωστε, μέσα στους στόχους αναφέρεται και το Βορονέζ. Το Βορονέζ έχει στρατηγική σημασία για την κατάληψη της Μόσχας!

Με την υπ’ αριθ. 41 οδηγία του, ο Χίτλερ καθόριζε τους κύριους στόχους της θερινής εκστρατείας του 1942: το βάρος της προσπάθειας θα έπεφτε στο νότιο μέτωπο. Τα στρατεύματα θα προέλαυναν προς τον Ντον με στόχο να περικυκλώσουν τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό σοβιετικών δυνάμεων και εν συνεχεία θα κινούνταν αφενός μεν προς τον Βόλγα, αφετέρου δε προς τον Καύκασο και τις πετρελαιοπηγές του Μαϊκόπ, του Γκρόζνι και του Μπακού, πραγματική εμμονή του Φύρερ.

Fall Blau 1942/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Gdr.

Fall Blau 1942/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Gdr.

Η επιχείρηση «Γαλάζιο» ξεκίνησε τον Ιούλιο. Εξαιρουμένου του βόρειου τομέα της επίθεσης, όπου οι Γερμανοί σκόνταψαν στο Βορονέζ (η καθυστέρηση ως προς την κατάληψη της πόλης στοίχισε στον στρατάρχη φον Μποκ την αρχηγία της Ομάδας Στρατιών Νότου), σε όλα τα άλα σημεία η Βέρμαχτ προχωρούσε ακάθεκτη. Στις 19 Ιουλίου έπαιρνε το Βοροσίλοφγκραντ/ Λουχάνσκ στα σύνορα Ουκρανίας-Ρωσίας και στις 28 ανακαταλάμβανε το Ροστόφ αιφνιδιάζοντας τους Σοβιετικούς, μια και οι Γερμανοί επιτέθηκαν στην πόλη από τα βορειοανατολικά! Η απώλεια του Ροστόφ ήταν πραγματικό σοκ για τους Ρώσους. Οι Γερμανοί βάδιζαν ανενόχλητοι προς το Κουμπάν, τον Καύκασο και τον Βόλγα. Οι σοβιετικές δυνάμεις υποχωρούσαν παντού. Το μόνο αισιόδοξο στοιχείο για τη Στάφκα ήταν ότι τουλάχιστον οι δυνάμεις της απέφευγαν τις γερμανικές προσπάθειες περικύκλωσης και δεν αιχμαλωτίζονταν, όπως την πρώτη χρονιά του πολέμου.

Ιούνιος 1942, o Χίτλερ στην Πολτάβα, στρατηγείο της Ομάδας Στρατιών Νότου με τους φον Μποκ και Πάουλους/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-B24543.

Ιούνιος 1942, o Χίτλερ στην Πολτάβα, στρατηγείο της Ομάδας Στρατιών Νότου με τους φον Μποκ και Πάουλους/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-B24543.

γ.   Η σοβιετική αντίδραση: αναδιοργάνωση του στρατεύματος και εκστρατείες προπαγάνδας

1.   Ούτε βήμα πίσω! Χρειαζόταν, όμως, μια αντίδραση. Κι αυτή δεν άργησε να έρθει. Το στράτευμα έπρεπε να αναδιοργανωθεί με βάση τη σιδηρά πειθαρχία. Στις 28 Ιουλίου, ο Στάλιν υπογράφει την υπ’ αριθ. 227 διαταγή, γνωστότερη με το όνομα «Ούτε βήμα πίσω! (Ни шагу назад!)». Υποχώρηση χωρίς διαταγή ανωτέρου επισύρει στρατοδικείο με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Συγκροτούνται ειδικές ομάδες (заградотряд, заградительный отряд) που παρατάσσονται πίσω από την πρώτη γραμμή προκειμένου να μην επιτρέπουν σε κανένα να υποχωρεί. Δημιουργούνται ειδικά πειθαρχικά τάγματα (штрафбат, штрафной батальон), στα οποία μετατάσσονται όσοι κρίθηκαν ένοχοι δειλίας: σε αυτά ανατίθενται αποστολές αυτοκτονίας, έτσι ώστε τα μέλη να εξιλεωθούν για τις αμαρτίες τους προσφέροντας το αίμα τους! Οι άνδρες των ειδικών μονάδων του Εν Κα Βε Ντε οφείλουν να εντείνουν τις προσπάθειές τους για τη διερεύνηση «ασυνήθιστων περιστατικών» (αυτοτραυματισμών/ λιποταξιών/ συνεργασίας με τον εχθρό).

Ούτε βήμα πίσω!

Ούτε βήμα πίσω!

2.   Μια νέα ιδεολογική και επικοινωνιακή διαχείριση: Παράλληλα αρχίζει να προβάλλεται ως πρότυπο αυτό του επαγγελματία αξιωματικού που είναι εξοικειωμένος με τις σύγχρονες τεχνικές πολέμου κι αποδεικνύει τις ικανότητές του στο πεδίο της μάχης. Ο καιρός του βετεράνου της Επανάστασης και του Εμφυλίου Πολέμου ή του πιστού στο Κόμμα, έχει πια περάσει. Δημιουργούνται τάγματα των οποίων τα παράσημα απονέμονταν στους αξιωματικούς. Όλως τυχαίως φέρουν τα ονόματα των ένδοξων στρατηγών της τσαρικής περιόδου, του Σουβόροφ και του Κουτούζοφ. Επανέρχονται οι επωμίδες και τα χρυσά γαλόνια. Οι άξιοι έπρεπε να ξεχωρίζουν. Πολιτρούκ και κομμισσάριοι περνούν σε δεύτερο πλάνο. Δεν θα αργούσε η ώρα της κατάργησης του θεσμού της διπλής διοίκησης.

Σε επίπεδο προπαγάνδας η προσπάθεια ήταν αντίστοιχης έντασης. Άρθρα, ποιήματα, θεατρικά έργα, όλα έπρεπε να τεθούν στην υπηρεσία της: να εμφυσήσουν «ιερό» μίσος για τον εισβολέα και να προωθήσουν τις νέες αξίες που θα διέκριναν τον Κόκκινο Στρατό και τα στελέχη του.

«Όλα μπορεί να τα αντέξει κάποιος: την πανούκλα, την πείνα, τον θάνατο. Δεν μπορεί, όμως, να αντέξει τους Γερμανούς. Δεν μπορεί να αντέξει να βλέπει μισθοφόρους με μάτια σαν του ψαριού να φτύνουν την περιφρόνησή τους κατάμουτρα σε κάθε Ρώσο… Δεν πρέπει να στηρίζουμε τις ελπίδες μας στους ποταμούς και στα βουνά. Μπορούμε να λογαριάζουμε μόνο στις δικές μας δυνάμεις. Τους Γερμανούς δεν θα τους σταματήσουν οι Θερμοπύλες ούτε η θάλασσα της Κρήτης. Οι άνθρωποι μπόρεσαν να τους σταματήσουν, κι όχι στα βουνά, αλλά στα περίχωρα της Μόσχας. Θα τους σκοτώσουμε όλους. Μα πρέπει να βιαστούμε, ειδάλλως αυτοί θα μολύνουν τη Ρωσία ολόκληρη και θα βασανίσουν μέχρι θανάτου εκατομμύρια Ρώσους!» [Ιλιά Ερενμπούργκ, άρθρο στον Ερυθρό Αστέρα, 13 Αυγούστου 1942]

Χαρακτηριστικό της νέας νοοτροπίας ήταν το θεατρικό έργο του Αλεξάντρ Γιεφντοκίμοβιτς Κορνεϊτσούκ «Το Μέτωπο». Ο συγγραφέας εκμυστηρεύθηκε κάποτε ότι την κεντρική ιδέα του έργου την είχε δώσει ο ίδιος ο Στάλιν. Οι βασικοί πρωταγωνιστές είναι ο στρατηγός Γκορλόφ, διοικητής Μετώπου, παλιοσειρά που επαναπαύεται στις δάφνες του παρελθόντος, και ο νεότερος υποστράτηγος Αγκνιόφ που ενσαρκώνει τις αρετές του σύγχρονου αξιωματικού.

«Γκορλόφ: – Πόσα γερμανικά τεθωρακισμένα υπάρχουν στον σιδηροδρομικό σταθμό του Καλακόλ;
Ουντιβίτελνι (επικεφαλής του επιτελικού γραφείου πληροφοριών): – 50, σύντροφε διοικητά!
Γκ. – Όχι περισσότερα;
Ουντ. – Μπορεί και να έφεραν κι άλλα τις τελευταίες μέρες, αλλά δεν το νομίζω.
Γκ. – Μα, ο Αγκνιόφ λέει πως έχουνε 300.
Ουντ. – Πώς είναι δυνατόν; Δεν νομίζω να έχουν περισσότερα από 500 σε ολόκληρο το Μέτωπο.
Γκ. – Βλέπετε;
Αγκνιόφ: – Τότε γιατί κουβάλησαν τόσα καύσιμα εκεί;
Ουντ. – Δεν ξέρω γιατί. Υποθέτω ότι ετοιμάζουν νέα επίθεση. Οπότε συγκεντρώνουν αποθέματα.
Αγκν. – Ποιος είναι διοικητής των Γερμανών;
Ουντ. – Δεν ξέρω ακριβώς. Πριν είχαν για διοικητή… δεν θυμάμαι ποιον… Δύσκολο όνομα, αντιστράτηγος φον κάτι. Τον αντικατέστησαν. Δεν γνωρίζω ποιος είναι ο τωρινός φον.
Αγκν. – Ποια είναι η δύναμη πυρός τους;
Ουντ. – Έ, λοιπόν… οι τέσσερις συνήθεις μεραρχίες, ενισχυμένες κατά το 70 %… έ, δεν μπορώ να σας πω ακριβώς.
Αγκν. – Έχουν και μονάδες χιονοδρόμων;
Ουντ. – Δεν το νομίζω. Μπορεί κάποιες ομάδες. Μα, είναι γνωστό ότι οι Γερμανοί δεν είχαν προετοιμαστεί για τον χειμώνα.
Αγκν. – Θεέ μου! Τι να κάνω εγώ με αυτά που εσείς νομίζετε; Αυτό που θέλω να γνωρίζω είναι τι έχουν οι Γερμανοί στην πραγματικότητα. Απαντήστε μου! Το γνωρίζετε ή όχι;
(διοικητής ιππικού): – Βολόντια, σας ικετεύω!
Γκ. – Γιατί φωνάζετε έτσι; Δεν είμαστε στη λαχαναγορά!
Αγκν. – Τότε ρωτήστε τον γιατί λέει ψέμματα σαν να είναι έμπορος χαλιών σε πανηγύρι. Τι εννοεί με τα μπορεί, τα νομίζω, δεν νομίζω, τα πιθανόν; Πώς μπορείτε να δίνετε διαταγές αν το γραφείο πληροφοριών σάς παρέχει τέτοια στοιχεία; Τι αριθμούς έχετε στη διάθεσή σας; Με τη χιονοθύελλα που μαίνεται εδώ και πέντε μέρες, τι πληροφορίες μπορούσαν να σας δώσουν τα αναγνωριστικά αεροσκάφη; Τι άλλο γνωρίζετε; Τίποτε! Και μέσα σε πέντε μέρες, οι Γερμανοί μπορεί να έχουν ετοιμάσει οτιδήποτε!» [αποσπάσματα από το βιβλίο τουWerth, όπ. π., τ. 1]

12 Ιουλίου 1942: ο υπολοχαγός και πολιτρούκ Α. Γκ. Γεριόμενκο οδηγεί τους άνδρες του στη μάχη, κοντά στο Βοροσίλοφγκραντ/ πηγή: RIA Novosti.

12 Ιουλίου 1942: ο υπολοχαγός και πολιτρούκ Α. Γκ. Γεριόμενκο οδηγεί τους άνδρες του στη μάχη, κοντά στο Βοροσίλοφγκραντ/ πηγή: RIA Novosti.

Β.   ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΚΑΙ Η ΕΠΟΠΟΙΙΑ ΤΟΥ ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ

Βάσει του αρχικού σχεδιασμού της γερμανικής θερινής επίθεσης, το Σταλινγκράντ δεν ήταν απαραίτητο να καταληφθεί. Αρκούσε να πληγεί με βομβαρδισμούς ώστε να πάψει να είναι κέντρο μεταφορών και ανεφοδιασμού των σοβιετικών δυνάμεων. Τα πράγματα άλλαξαν στην πορεία. Το Σταλινγκράντ, κάποτε Τσαρίτσιν, χρωστούσε τη φήμη και το όνομά του στο ότι κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο ο Στάλιν είχε πετύχει μια νίκη, που έλεγαν πως ήταν σημαντική, κατά των τσαρικών. Επρόκειτο για μια μεγαλούπολη με περισσότερους από 500 χιλ. κατοίκους, η οποία απλωνόταν για πάνω από 45 χλμ. κατά μήκος του Βόλγα. Μετά τα βόρεια προάστιά του, υπήρχαν οι κηπουπόλεις όπου εναλλάσσονταν οι μεγαλύτερες βιομηχανίες της πόλης και μεγάλες εκτάσεις πρασίνου κι εργατικών κατοικιών. Ο Τύμβος Μαμάγιεφ, όπου είχε ταφεί κάποιος Τάταρος πολέμαρχος του 14ου αι. ήταν το σύνορο μεταξύ της βιομηχανικής ζώνης και του ιστορικού κέντρου της πόλης, με τις διοικητικές υπηρεσίες, τα εμπορικά καταστήματα, τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό και τις συνοικίες κατοικιών στα νότια.

Σταλινγκράντ

Σταλινγκράντ

α.   Η Μάχη του Σταλινγκράντ – η 6η Στρατιά πολιορκεί την πόλη: Στις αρχές Αυγούστου του 1942, η 6η Στρατιά του Πάουλους επικουρούμενη από τα τεθωρακισμένα του Χοτ βαδίζει προς το Σταλινγκράντ περνώντας από το Κοτελνίκοβο και το Αμπγκανέροβο. Μετά τα μέσα Αυγούστου οι μάχες μαίνονται μεταξύ του Ντον και του Βόλγα, στον οποίο φθάνουν οι Γερμανοί στις 23 Αυγούστου, βορείως του Σταλινγκράντ. Την ίδια ημέρα, τα βομβαρδιστικά του πτέραρχου φον Ριχτχόφεν προβαίνουν σε έναν από τους φοβερότερους βομβαρδισμούς της Ιστορίας: πάνω από 40 χιλ. κάτοικοι του Σταλινγκράντ χάνουν τη ζωή της, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της πόλης έχει μεταβληθεί σε ερείπια. Οι σοβιετικές δυνάμεις υποχωρούν και οχυρώνονται εντός της πόλης. Τις πρώτες ημέρες του Σεπτέμβρη, οι Γερμανοί αποκτούν τον έλεγχο των βορείων προαστίων του Σταλινγκράντ (Ρίνοκ και Σπαρτακόφκα), ταυτόχρονα όμως φτάνουν στον Βόλγα και από τα νότια, απομονώνοντας ουσιαστικά τη σοβιετική 62η Στρατιά.

Γερμανοί στρατιώτες προχωρούν στη στέπα του Ντον προς το Σταλινγκράντ/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-217-0465-32A

Γερμανοί στρατιώτες προχωρούν στη στέπα του Ντον προς το Σταλινγκράντ/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-217-0465-32A

Τσουικόφ: Στις 12 Σεπτεμβρίου, ορίζεται διοικητής της 62ης Στρατιάς ο στρατηγός Βασίλι Ιβάνοβιτς Τσουικόφ. Μέχρι τις αρχές του 1942, υπηρετούσε ως στρατιωτικός σύμβουλος του Τσανγκ Κάι Σεκ, στην Κίνα. Αν η Μάχη του Σταλινγκράντ μπορούσε να νοηθεί ως μονομαχία μεταξύ των δύο επικεφαλής θα ήταν δύσκολο να βρει κανείς πιο διαφορετικές προσωπικότητες. Ο Τσουικόφ έχει πρόσωπο Ρώσου χωρικού, κοντόχοντρη κοψιά, γελά φωναχτά δείχνοντας τα χρυσά του δόντια. Ο Πάουλους, παρά την μικροαστική καταγωγή του (ο πατέρας του ήταν λογιστής που σταδιοδρόμησε στο Δημόσιο για να γίνει προϊστάμενος του γενικού λογιστηρίου της Έσσης), είναι ψηλός, αριστοκρατικός στην όψη και τους τρόπους (δεν αγγίζει τίποτε δίχως να φορά γάντια). Έχει τη φήμη επιτελικού αξιωματικού (ο σχεδιασμός της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσσα ήταν κυρίως δικό του έργο). Στην πορεία, και στους δύο ηγέτες θα εμφανιστούν τα σημάδια του άγχους και της αγωνίας: χρόνια δυσεντερία και έντονο τικ στο δεξί μάτι για τον Πάουλους, εκζέματα για τον Τσουικόφ.

Ο Τσουικόφ στο στρατηγείο της 62ης Στρατιάς με τους Κριλόφ, Γκούροφ και Ροντίμτσεφ, Δεκέμβριος 1942

Ο Τσουικόφ στο στρατηγείο της 62ης Στρατιάς με τους Κριλόφ, Γκούροφ και Ροντίμτσεφ, Δεκέμβριος 1942

Φρήντριχ Πάουλους/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-B24575ADN-ZB/Archiv General der Panzertruppen Friedrich Paulus, Oberbefehlshaber der faschistischen deutschen 6. Armee, die Ende Januar 1943 bei Stalingrad vernichtet wurde. Aufgenommen im Juni 1942 in Charkow

Φρήντριχ Πάουλους/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-B24575ADN-ZB/ Ιούνιος 1942

Οικία Πάβλοφ

Οικία Πάβλοφ

Πόλεμος αρουραίων: Η ιδέα του Τσουικόφ είναι να μειώσει στο ελάχιστο τις αποστάσεις ανάμεσα στις δυνάμεις του και τον εχθρό. Με τον τρόπο αυτό, η γερμανική αεροπορία δεν μπορεί να βομβαρδίζει εχθρικές θέσεις χωρίς να πλήξει τις δικές της. Επιπλέον, οι Γερμανοί αδυνατούν να χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά τα τεθωρακισμένα τους, τα οποία δεν μπορούν να κινηθούν μέσα στα χαλάσματα της πόλης. Οι μάχες στο Σταλινγκράντ έχουν τον χαρακτήρα οδομαχιών: οι εμπόλεμοι παλεύουν από σπίτι σε σπίτι κι από όροφο σε όροφο. Συχνά, στο ίδιο κτίριο υπάρχουν άνδρες και των δύο εμπολέμων. Οι άντρες πολεμούν πρώτα με χειροβομβίδες και φλογοβόλα κι έπειτα σώμα με σώμα, με ξιφολόγχες και μαχαίρια! Για τον έλεγχο ενός κτηρίου οι δύο πλευρές μπορεί να μάχονταν και για εβδομάδες: Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της θρυλικής «Οικίας Πάβλοφ», τετραώροφου οικήματος που ανέκτησαν οι Ρώσοι το βράδυ της 27ης Σεπτεμβρίου: ο αρχιλοχίας Γιάκοφ Πάβλοφ και οι άνδρες του αντιστάθηκαν στις γερμανικές επιθέσεις μέχρι τέλους της Μάχης. Οι Γερμανοί μιλούσαν για «πόλεμο αρουραίων» (Rattenkrieg), ενώ οι Ρώσοι δεν τους άφηναν να πάρουν ανάσες πυκνώνοντας τις νυχτερινές επιθέσεις και βομβαρδισμούς. Επιπλέον, χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο ελεύθερους σκοπευτές όπως τον Βασίλι Ζάιτσεφ και τον Ανατόλι Τσέχοφ, για να πλήξουν και να τρομοκρατήσουν τον εχθρό.

Β. Ζάιτσεφ, Δεκέμβριος 1942

Β. Ζάιτσεφ, Δεκέμβριος 1942

Κάποιοι Γερμανοί, βεβαίως, δεν χάνουν το χιούμορ τους, ειδικά όταν μπλέκονται οι «γραμμές» των ασυρμάτων:

«Έι, Ρωσάκι, τι λές; Να ανταλλάξουμε έναν Ουζμπέκο μ’ έναν Ρουμάνο;»

«Ρωσάκι, πρέπει να βγω έξω, να φέρω νερό για τη διμοιρία μου. Άμα θες οπωσδήποτε να με πυροβολήσεις μη μου ρίξεις στο κεφάλι, ρίξε μου στα πόδια. Έχω μικρά παιδιά και μια γρια μάνα πίσω στην πατρίδα!»

[Από διήγηση του συνταγματάρχη Μπατιούκ στον Βασίλι Γκρόσσμαν: «Βασίλι Γκρόσσμαν – Ένας συγγραφέας στον Πόλεμο (κείμενα επιλεγμένα και σχολιασμένα από τον Άντονι Μπήβορ και τη Λιούμπα Βιναγκράνταβα)», Δεύτερο μέρος “Η Χρονιά του Σταλινγκράντ, 1942”, κεφάλαιο 15, “Η Ακαδημία του Σταλινγκράντ”]

Η 62η Στρατιά δέχεται ενισχύσεις, πυρομαχικά κι εφόδια μέσω του Βόλγα. Ταυτόχρονα, υποστηρίζεται από το βαρύ πυροβολικό που είναι εγκατεστημένο, κατόπιν διαταγής του Τσουικόφ, σε σχετική ασφάλεια, στην ανατολική όχθη του Βόλγα, ενώ οι παρατηρητές του παραμένουν εντός της πόλης, ενημερώνοντας όταν αντιλαμβάνονται συγκεντρώσεις γερμανικών στρατευμάτων.

Σταλινγκράντ, Γερμανός στρατιώτης

Σταλινγκράντ, Γερμανός στρατιώτης

«Το Σταλινγκράντ δεν είναι πια πόλη: τη μέρα είναι ένα πελώριο σύννεφο καπνού που σε τυφλώνει, ένας τεράστιος φούρνος που τον φωτίζει η αντανάκλαση από τις φλόγες. Όταν πέφτει η νύχτα, μια νύχτα που καίει και ουρλιάζει, μια νύχτα φριχτή, τα σκυλιά πέφτουν στον Βόλγα και κολυμπούν προς την απέναντι όχθη. Οι νύχτες του Σταλινγκράντ τα στοιχειώνουν. Τα ζώα πασχίζουν να ξεφύγουν από αυτήν την κόλαση. Μόνον οι άνθρωποι μπορούν να την αντέξουν!» [ανώνυμος αξιωματικός της γερμανικής 24ης Μεραρχίας Τεθωρακισμένων]

Η πρώτη μεγάλη γερμανική επίθεση εξαπολύται στις 13 Σεπτέμβρη με στόχο τον Τύμβο Μαμάγιεφ πολύ κοντά στο στρατηγείο του Τσουικόφ. Οι δυνάμεις του ενισχύονται από τη φημισμένη Μεραρχία του Ροντίμτσεφ που περνά τον Βόλγα (στα τέλη του ιδίου μήνα, θα αολουθήσει η ενίσχυση από τη Μεραρχία του συνταγματάρχη Μπατιούκ, αποτελούμενη κυρίως από άνδρες από τη Σιβηρία). Μέσα σε πέντε μέρες (15-19 Σεπτεμβρίου) ο κεντρικός σιδηροδρομικός σταθμός αλλάζει χέρια 15 φορές, με τελευταίους κατόχους τους Γερμανούς.

Μαχόμενος για τον έλεγχο του εργοστασίου "Οδοφράγματα"/ πηγή: Bundesarchiv Bild 116-168-618

Μαχόμενος για τον έλεγχο του εργοστασίου «Οδοφράγματα»/ πηγή: Bundesarchiv Bild 116-168-618

Την 1η Οκτωβρίου φτάνει στο Σταλινγκράντ η 39η Μεραρχία της Φρουράς, υπό τον υποστράτηγο Γκουρτίεφ, με αποστολή την υπεράσπιση του εργοστασίου «Κόκκινος Οχτώβρης». Στις 14 Οκτωβρίου οι Γερμανοί καταλάμβαναν το εργοστάσιο τρακτέρ «Φ. Τζερζίνσκι». Οι Ρώσοι έχουν μείνει πλέον μόνο με τρία μικρά προγεφυρώματα: εργοστάσιο «Κόκκινος Οχτώβρης», εργοστάσιο «Οδοφράγματα», Τύμβος Μαμάγιεφ. Παρ’ όλα αυτά, οι Γερμανοί αδυνατούν να τους πετάξουν στον Βόλγα. Η τελευταία τους μεγάλη επίθεση για την οριστική κατάληψη της πόλης ήταν στις 11 Νοεμβρίου. Δεν προχώρησε αρκετά. Πλησίαζε όμως η ώρα που ο Βόλγας θα έπαυε να είναι πλωτός: η 62η Στρατιά δεν θα μπορούσε να ενισχυθεί με άνδρες, πυρομαχικά κι εφόδια μέχρι ο μεγάλος ποταμός να παγώσει αρκετά ώστε να μπορούν να κινηθούν με ασφάλεια επάνω του άνδρες και οχήματα. Ίσως έλεγε κάποιος ότι ήταν καταδικασμένη. Μόνο που κάτι μεγάλο ετοιμαζόταν. Μόνο αόριστες νύξεις είχαν γίνει για αυτό στον Τσουικόφ. Σε λίγες ημέρες, οι κουρασμένοι άνδρες της 6ης Στρατιάς του Πάουλους επρόκειτο να μετατραπούν από πολιορκητές σε πολιορκημένους!

β.   Επιχείρηση Ουρανός

1.   Πώς σχεδιάστηκε η επιχείρηση Ουρανός:

Σύντομη επιστροφή στο παρελθόν: στις 27 Αυγούστου 1942, ο Στάλιν διορίζει τον στρατηγό Γκιόργκι Ζούκοφ αναπληρωτή του στη Στάφκα. Φτάνοντας στο θέατρο των πολεμικών επιχειρήσεων, ο Ζούκοφ αντιλαμβάνεται πολύ γρήγορα ότι η θέση των σοβιετικών δυνάμεων είναι εξαιρετικά δυσχερής. Στις 10 Σεπτεμβρίου τηλεγραφεί στον Στάλιν: «Με τις δυνάμεις που έχει επί του παρόντος στη διάθεσή του το Μέτωπο του Σταλινγκράντ θα είναι εντελώς αδύνατο να διασπάσει τις γραμμές του εχθρού και να ενωθεί με τα στρατεύματα του Νοτιοανατολικού Μετώπου που βρίσκονται εντός της πόλης». Η απάντηση του Κρεμλίνου είναι άμεση: ο αναπληρωτής διοικητής καλείται για διαβουλεύσεις στη Μόσχα.

Γκ. Ζούκοφ

Γκ. Ζούκοφ

Στο Κρεμλίνο, στις 12 Σεπτεμβρίου, ο Ζούκοφ συναντά τον αρχηγό του γενικού επιτελείου, στρατηγό Βασιλιέφσκι, ο οποίος έχει έρθει με σκοπό να εκθέσει στον Στάλιν την κατάσταση στον Καύκασο. Μετά την εντελώς απαισιόδοξη αναφορά του Βασιλιέφσκι, έρχεται η σειρά του Ζούκοφ που ζητεί σημαντικές ενισχύσεις για να ανατρέψει τον συσχετισμό δυνάμεων στον Βόλγα: «Χρειαζόμαστε τουλάχιστον μια στρατιά με πλήρες έμψυχο δυναμικό κι εξοπλισμό, ένα σώμα συν τρεις ταξιαρχίες τεθωρακισμένων, τετρακόσια οβιδοβόλα, συν την υποστήριξη μίας τουλάχιστον πτέρυγας μάχης της αεροπορίας μας».

Ο Στάλιν ακούει χωρίς να πει τίποτε. Σκύβει πάνω από ένα χάρτη στον οποίο σημειώνεται η θέση των εφεδρικών στρατευμάτων, προσπαθώντας προφανώς να βρει μια απάντηση για τη μάλλον άλυτη εξίσωση των ενισχύσεων που μόλις ζητήθηκαν. Ο Βασιλιέφσκι κι ο Ζούκοφ σηκώθηκαν από το τραπέζι της αίθουσας συσκέψεων, στάθηκαν παράμερα και χαμηλόφωνα, μάλλον ψιθυριστά, λένε πως κατά πάσα πιθανότητα θα πρέπει να αναζητήσουν μιαν άλλη λύση.

Τότε εκείνος σήκωσε το κεφάλι από τον χάρτη και με τη βαριά φωνή του ρώτησε: «Και ποια θα μπορούσε να είναι αυτή η άλλη λύση για την οποία συζητάτε εσείς οι δυο;» Οι στρατηγοί έμειναν άφωνοι. «Λοιπόν, πηγαίνετε στο Γενικό Επιτελείο και δείτε τι μπορούμε να κάνουμε για το Σταλινγκράντ… ά, ναι, και για το Μέτωπο του Καυκάσου. Θα τα πούμε πάλι εδώ αύριο, στις εννιά το βράδυ».

Α. Μ. Βασιλιέφσκι

Α. Μ. Βασιλιέφσκι

Το ίδιο βράδυ στρώθηκαν στη δουλειά τα καλύτερα μυαλά του επιτελείου. Το επόμενο, οι δύο στρατηγοί παρουσιάστηκαν στον Στάλιν. «Ποιες είναι οι προτάσεις σας; Ποιος θα τις εκθέσει;» – «Όποιος θέλετε εσείς, έτσι κι αλλιώς οι απόψεις μας είναι ταυτόσημες», απάντησε ο Βασιλιέφσκι. «Καλώς»! «Η 6η Στρατιά και η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων των Γερμανών έχουν κουραστεί μετά από τέσσερις μήνες αδιάκοπων μαχών. Δεν διαθέτουν σοβαρές εφεδρείες. Τα καύσιμα έχουν αρχίσει ήδη να τους λείπουν. Και τα νώτα τους, τα φυλάνε συμμαχικές δυνάμεις των Ναζί. Ιταλοί, Ούγγροι και Ρουμάνοι με χαμηλό ηθικό και ακατάλληλο εξοπλισμό. Πρώτα θα φθείρουμε τον εχθρό. Έπειτα θα ξεκινήσει η μεγάλη αντεπίθεση, ταυτόχρονα από τα βορειοδυτικά και τα νοτιοανατολικά. Οι στρατιές μας θα απομονώσουν τους Γερμανούς κι έπειτα θα τους συντρίψουν σαν τανάλια με τις δαγκάνες της».- «Κι έχουμε στη διάθεσή μας τις δυνάμεις για μια επιχείρηση τέτοιου μεγέθους;», ρώτησε πάλι ο «πατερούλης». «Θα τις έχουμε σε 45 ημέρες», απάντησε ο Ζούκοφ. Το σχέδιο «Ουρανός» είχε γεννηθεί.

Επιχείρηση Ουρανός

Επιχείρηση Ουρανός

2.   Η επιχείρηση αρχίζει

Στις 6 το πρωί της 19ης Νοεμβρίου, ώρα που συνήθως επικρατούσε απόλυτη ησυχία στην ερειπωμένη πόλη, οι υπερασπιστές του Σταλινγκράντ ξύπνησαν από ομοβροντίες κανονιών. Την ίδια ώρα, αρκετά χιλιόμετρα μακριά, σε διάφορα σημεία της στέπας του Ντον, οι ίδιοι ήχοι γεννούσαν αντίθετα συναισθήματα στους Γερμανούς και Ρουμάνους πολεμιστές που φύλαγαν τα μετώπισθεν της 6ης Στρατιάς. Όταν μετά από μισή περίπου ώρα σταμάτησαν οι κανονιοβολισμοί, πεζικό και άρματα μάχης ρίχνονταν στη μάχη. Τα στρατεύματα του Μετώπου του Ντον, υπό τον Ροκοσσόφκυ, και εκείνα του ΝΔ Μετώπου, υπό τον στρατηγό Βατούτιν, ξεκινούσαν την πορεία τους με στόχο το Καλάτς, 70 χλμ. δυτικά του Σταλινγκράντ. Την επομένη θα ξεκινούσαν κι οι δυνάμεις του Μετώπου του Σταλινγκράντ, υπό τον στρατηγό Γεριόμενκο. Μέσα σε λιγότερο από 5 μέρες, οι γερμανικές δυνάμεις που πολιορκούσαν την πόλη με το όνομα του Στάλιν είχαν περικυκλωθεί.

Πώς να εξηγηθεί αυτό το κατόρθωμα του Κόκκινου Στρατού; Οι σοβιετικές δυνάμεις αριθμούσαν περισσότερους από 1 εκ. άνδρες κι είχαν υπεροπλία σε άρματα μάχης, πυροβολικό και αεροπλάνα. Το σχέδιο επίθεσης είχε καταστρωθεί με μαεστρία σε κάθε λεπτομέρειά του από τον Ζούκοφ (κυρίως) και τον Βασιλιέφσκι. Πραγματικοί άσσοι της «μασκιρόφκα», της τέχνης απόκρυψης στρατηγικών σχεδίων κι εξαπάτησης του εχθρού, οι υπεύθυνοι του σοβιετικού επιτελείου είχαν κρατήσει μυστική τη συγκέντρωση στρατευμάτων με στόχο την απελευθέρωση του Σταλινγκράντ. Μόνον όσοι θα μετείχαν στην επιχείρηση «Ουρανός» γνώριζαν κάτι για αυτήν και πάλι μόνον όσα ήταν αναγκαία για την αποστολή τους. Οι Γερμανοί έπεφταν θύματα των ιδεοληψιών τους: πίστευαν ότι οι Ρώσοι ήταν ικανοί μόνο για σπασμωδικές αντεπιθέσεις κι όχι για επιχειρήσεις μεγάλης στρατηγικής εμβέλειας. Οι κυκλωτικές κινήσεις ήταν γερμανική αποκλειστικότητα, καθώς πίστευαν. Ο ίδιος ο Χίτλερ είχε πλέον ψύχωση να καταλάβει το Σταλινγκράντ ανεξαρτήτως κόστους. Τέλος, οι Γερμανοί είχαν εμπιστευθεί τα μετώπισθεν της στρατιάς του Πάουλους κυρίως στους Ρουμάνους συμμάχους τους. Μολονότι δεν είχαν τη φήμη σπουδαίων πολεμιστών, οι Ρουμάνοι είχαν πολεμήσει με ανδρεία στην Οδησσό και τη Σεβαστούπολη. Τους έλειπαν, όμως, τελείως τα αντιαρματικά όπλα κι όχι άδικα καταλαμβάνονταν από φόβο σχεδόν παθολογικό βλέποντας τα σοβιετικά Τ-34 και Κα Βε. Οι απλοί στρατιώτες είχαν να αντιμετωπίσουν όχι μόνο την περιφρόνηση των Γερμανών συμμάχων τους, αλλά και την άθλια συμπεριφορά των αξιωματικών τους. Το ηθικό τους ήταν πολύ χαμηλό. Σε κάθε περίπτωση δεν ήταν κατάλληλο για την αποστολή που τους είχε ανατεθεί.

Ρουμάνοι κοντά στο Σταλινγκράντ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 101I-218-0501-27

Ρουμάνοι κοντά στο Σταλινγκράντ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 101I-218-0501-27

«Στο πεδίο της μάχης, δίπλα-δίπλα, ένας σκοτωμένος Ρουμάνος κι ένας δικός μας, κι αυτός νεκρός. Ο Ρουμάνος έχει πάνω του ένα χαρτί με παιδικά σχέδια: ένα κουνελάκι κι ένα καράβι. Ο δικός μας έχει ένα γράμμα.
“Καλημέρα ή μήπως καληνύχτα; Γεια σου πατερούλη… Επιστρέψτε πατερούλη, χωρίς εσάς γυρίζουμε το βράδυ στο σπίτι κι είναι σαν να βρισκόμαστε σε ξένο σπίτι κι όχι το δικό μας. Χωρίς εσάς στεναχωριέμαι πολύ. Ελάτε να σας ξαναδώ κι ας ήταν μόνο για μια ώρα. Γράφω και τα δάκρυά μου κυλάνε ποτάμι. Η κόρη σας, Νίνα…”» [«Βασίλι Γκρόσσμαν – Ένας συγγραφέας στον Πόλεμο…», Δεύτερο μέρος “Η Χρονιά του Σταλινγκράντ, 1942”, κεφάλαιο 17]

Μέχρι να καταλάβει το επιτελείο του Πάουλους τι κίνδυνος απειλούσε την 6η Στρατιά, το κακό είχε ήδη συντελεστεί. Κανείς δεν περίμενε από τους Σοβιετικούς επιχείρηση τέτοιας εμβέλειας. Κανείς δεν δοκίμασε να ανακόψει ουσιαστικά, π.χ. με μονάδες τεθωρακισμένων, την προέλαση του Ροκοσσόφσκι και του Βατούτιν. Όταν πια είχαν περικυκλωθεί, οι Γερμανοί δεν είχαν άλλη επιλογή από το να οχυρωθούν στον θύλακο που περιελάμβανε τη στέπα μεταξύ Ντον και Βόλγα και το ελεγχόμενο από αυτούς τμήμα της πόλης του Σταλινγκράντ. Το ηθικό των ανδρών, πάντως, διατηρήθηκε υψηλό. Αξιωματικοί και στρατιώτες ήταν βέβαιοι ότι ο Φύρερ δεν θα τους εγκατέλειπε. Ο αποκλεισμός τους θα ήταν προσωρινός. Και στα νότια υπήρχαν οι δυνάμεις του Μάνστάιν.

3.   «Ο Μάνστάιν έρχεται!»

Έριχ φιν Μάνστάιν/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-H01757

Έριχ φιν Μάνστάιν/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-H01757

Οι Γερμανοί είχαν μια μεγάλη ελπίδα σωτηρίας. Πίστευαν ότι θα έσπαγε τον κλοιό για να τους απελευθερώσει ο φον Μάνστάιν. Και πράγματι, στις 12 Δεκεμβρίου, τα στρατεύματα του Μάνστάιν και τα τεθωρακισμένα του Χοτ ξεκινούσαν: στις 15 διέβαιναν τον ποταμό Αξάι και στις 19 τον Μισκόβα, τελευταίο φυσικό εμπόδιο πριν από την πολιορκημένη πόλη. Η δύναμη σωτηρίας δεν απείχε παρά 38 χλμ. από τον σοβιετικό κλοιό. Δεν επρόκειτο να προχωρήσει παραπέρα. Οι Σοβιετικοί έστελναν προς ενίσχυση τις δυνάμεις του στρατηγού Μαλινόφσκι μέσα από την παγωμένη στέπα και κάπου εκεί, στις 24 Δεκέμβρη, η γερμανική προέλαση σταματούσε. Λένε πως ο κυβερνήτης ενός γερμανικού άρματος μάχης άνοιξε το κουβούκλιο του πυργίσκου του τεθωρακισμένου και χαιρέτισε σιωπηλός στρατιωτικά προς την κατεύθυνση του Σταλινγκράντ. Η μοίρα των ανδρών της 6ης Στρατιάς είχε οριστικά κριθεί.

Στην πραγματικότητα, η επιχείρηση του φον Μάνστάιν δεν ήταν καλοσχεδιασμένη κι οι στόχοι της ήταν ασαφείς. Η μόνη ελπίδα ήταν να άνοιγε μια δίοδο διαφυγής για τη στρατιά του Πάουλους. Ο Χίτλερ, όμως, δεν θα ενέκρινε ποτέ μια τέτοια υποχώρηση κι ο Πάουλους δεν ήταν άνθρωπος που θα έδειχνε ανυπακοή προς τους ανωτέρους και κατά μείζονα λόγο στον Φύρερ. Έπειτα, δεν ήταν βέβαιο ότι μια προσπάθεια υποχώρησης θα είχε ουσιαστικές πιθανότητες επιτυχίας: οι άνδρες του Πάουλους ήταν εξαντλημένοι και δεν είχαν καύσιμα. Κανείς δεν ξέρει στ’ αλήθεια τι διαμείφθηκε μεταξύ του Πάουλους και του Μάνστάιν εκείνες τις κρίσιμες ημέρες. Λαμβανομένης υπόψη, όμως, της αμφιλεγόμενης προσωπικότητας του δεύτερου, κάποιοι θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ότι ο Μάνστάιν δεν ενδιαφερόταν παρά να δώσει κάποιες ελπίδες στους πολιορκημένους της 6ης Στρατιάς ώστε να συνεχίσουν να μάχονται, απασχολώντας μεγάλες ρωσικές δυνάμεις. Ήταν, ίσως, ο μόνος τρόπος για να σώσει ο τα γερμανικά στρατεύματα που βρίσκονταν ακόμη στον Καύκασο από τον κίνδυνο να αποκλειστούν και να εξολοθρευτούν.

4.   Η αποτυχημένη αερογέφυρα κι ο αργός θάνατος της 6ης Στρατιάς

Όσο για τον Πάουλους, μπορούσε να κρατηθεί από την υπόσχεση του Χίτλερ και του Γκέρινγκ ότι θα τον ανεφοδίαζαν επαρκώς από αέρος μέχρι να στείλουν τις ενισχύσεις που θα τον έσωζαν. Οι ελπίδες αυτές αποδείχτηκαν γρήγορα φρούδες. Όταν έγινε αντιληπτή η περικύκλωση της 6ης Στρατιάς, ο Γκέρινγκ και ο Α/ΓΕΑ Γιέσονεκ είχαν διαβεβαιώσει τον Χίτλερ ότι ο από αέρος ανεφοδιασμός ήταν εφικτός. Επρόκειτο για εγκληματικό σφάλμα. Τις καλύτερες ημέρες, τις πρώτες της επιχείρησης, η Λουφτβάφφε κατόρθωνε να καλύψει μόλις το 50 % των αναγκών της 6ης Στρατιάς σε πυρομαχικά, τρόφιμα και καύσιμα. Ακολούθησαν αρκετές ημέρες που οι καιρικές συνθήκες σχεδόν απαγόρευαν τις πτήσεις, ενώ ο αριθμός των αεροσκαφών όλο και μειωνόταν εξαιτίας των απωλειών.

Οι άνδρες άρχισαν να πεθαίνουν μαζικά από την πείνα, την εξάντληση και τις αρρώστιες. Στα αεροδρόμια του Πιτόμνικ και του Γκουμράκ οι τραυματίες προσπαθούσαν να φτάσουν έρποντας με τις τελευταίες δυνάμεις τους σε κάποιο αεροσκάφος που θα τους έπαιρνε μακριά από την κόλαση. Οι πιλότοι πάγωναν αντικρίζοντας δίπλα στους διαδρόμους προσγείωσης εκατοντάδες τραυματίες και, κυρίως, τα αμέτρητα στοιβαγμένα πτώματα.

Και όμως, μέσα σε αυτήν την κόλαση, κάποιοι αναζητούσαν την ελπίδα.

Παναγία του Σταλινγκράντ

Παναγία του Σταλινγκράντ

Η Παναγία του Φρουρίου: Η «Παναγία του Φρουρίου» ή «Παναγία του Σταλινγκράντ» είναι έργο του προτεστάντη πάστορα Κουρτ Ρώυμπερ, ο οποίος υπηρετούσε ως γιατρός στη 16η Μεραρχία Τεθωρακισμένων της 6ης Στρατιάς. Τη σχεδίασε στην οπίσθια πλευρά ενός ρωσικού στρατιωτικού χάρτη τον Δεκέμβριο του 1942, ενώ βρισκόταν στο καταφύγιό του, ένα απλό όρυγμα στη στέπα βορειοδυτικά του Σταλινγκράντ. Ήδη οι σοβιετικές δυνάμεις είχαν περικυκλώσει την 6η Στρατιά, της οποίας οι μέρες ήταν πια μετρημένες.

Στο σχέδιο απεικονίζεται η Παναγία με το βρέφος. Γύρω από την εικόνα ο Ρώυμπερ έγραψε τα εξής: «1942 – Χριστούγεννα στο Καζάνι – Φρούριο Σταλινγκράντ» [με τη λέξη Kessel (καζάνι) οι Γερμανοί δήλωναν τον χώρο στον οποίο μια στρατιωτική δύναμη βρίσκεται περικυκλωμένη από τον εχθρό. Η επίσημη προπαγάνδα των ναζί το χαρακτήριζε πάντα ως Festung (φρούριο)] και «Φως, Ζωή, Αγάπη».

Το σχέδιο, που μπορούμε να φανταστούμε πόσο είχε συγκινήσει τους συντρόφους στα όπλα του Ρώυμπερ, το παρέδωσε ο δημιουργός του στον ταγματάρχη του, ο οποίος, τον Ιανουάριο του 1943, μεταφέρθηκε αεροπορικά λόγω ασθενείας στα μετώπισθεν. Η «Παναγία του Φρουρίου» βρίσκεται σήμερα στην Kaiser-Wilhelm-Gedächtniskirche του Βερολίνου. Αντίγραφά της υπάρχουν σε πολλές γερμανικές πόλεις, αλλά και στον Καθεδρικό του σημερινού Βολγκογκράντ και στο Κόβεντρυ της Αγγλίας ως σύμβολα συμφιλίωσης μεταξύ των τότε εμπολέμων.

Ο ίδιος ο Ρώυμπερ αιχμαλωτίσθηκε από τους Ρώσους με την παράδοση της 6ης Στρατιάς. Πέθανε ένα χρόνο αργότερα, στις 20 Ιανουαρίου 1944, στο στρατόπεδο αιχμαλώτων της Γιελάμπουγκα, στο Ταταρστάν του Βόλγα, πολύ μακριά από τη γενέτειρά του, το Κάσσελ της Έσσης.

Η απόφαση για την τελική εκκαθάριση του θυλάκου: Βρισκόμαστε στα τέλη του 1942. Έχει περάσει ένας μήνας από τότε που ο Κόκκινος Στρατός περικύκλωσε την 6η Στρατιά του Πάουλους στο Σταλινγκράντ. Στη Στάφκα, την ανώτατη διοίκηση των σοβιετικών ενόπλων δυνάμεων, πρέπει να αποφασιστεί σε ποιον στρατηγό θα ανατεθεί η ευθύνη για την τελική εκκαθάριση του εχθρικού θυλάκου. Οι βασικοί υποψήφιοι είναι ο Αντρέι Γεριόμενκο, επικεφαλής του Μετώπου του Σταλινγκράντ, κι ο Κονσταντίν Ροκοσσόφσκι, ο οποίος ηγείται του Μετώπου του Ντόν. Το πρόβλημα είναι ακανθώδες καθώς οι προσωπικές σχέσεις μεταξύ των δύο στρατηγών δεν είναι ιδιαιτέρως καλές. Κατά τη διάρκεια της κρίσιμης σύσκεψης, ο Στάλιν θέτει ευθέως το ερώτημα. «Σε ποιον πρέπει να αναθέσουμε την ευθύνη της επιχείρησης;» Κάποιος απαντά: «Στον στρατηγό Ροκοσσόφσκι». Ο Στάλιν, τότε, απευθύνει τον λόγο στον Ζούκοφ, «Εσύ τι νομίζεις;». Ο Ζούκοφ απαντά ήρεμα και χαμηλόφωνα: «Νομίζω ότι ο Γεριόμενκο θα το πάρει κατάκαρδα. Θα πληγωθεί». Κι ο Στάλιν απαντά με τρόπο που δεν αφήνει πολλά περιθώρια για συζήτηση: «Έι, δεν είμαστε τίποτε μαθητριούλες του Γυμνασίου! Είμαστε Μπολσεβίκοι και θα αναθέσουμε την ευθύνη της επιχείρησης στον στρατηγό που θεωρούμε καταλληλότερο για να τη φέρει σε πέρας».

Α. Γεριόμενκο

Α. Γεριόμενκο

Και κάπως έτσι ο πολωνοφοβικός Στάλιν ανέθεσε την ολοκλήρωση της πιο κρίσιμης επιχείρησης του Ανατολικού Μετώπου στον στρατηγό που ήταν κατά το ήμισυ Πολωνός κι είχε επιβιώσει σχεδόν ως εκ θαύματος από τις μεγάλες εκκαθαρίσεις του 1937-38. Τον Ροκοσσόφσκι τον είχαν συλλάβει το ’37, με τις συνήθεις αστήριχτες κατηγορίες. Τον είχαν βασανίσει (του έσπασαν τα δόντια και τα πλευρά, τον υπέβαλαν στο μαρτύριο της εικονικής εκτέλεσης). Εκείνος, όμως, είχε το κουράγιο και την πνευματική διαύγεια να αρνηθεί τις κατηγορίες και να αποδείξει ότι «στηρίζονταν» στην ψευδομαρτυρία κάποιου που είχε πεθάνει το 1919. Απελευθερώθηκε τον Μάρτιο του 1940 κι επανεντάχθηκε στο στράτευμα. Πλάγιαζε κρατώντας πάντα το περίστροφό του σφιχτά στο χέρι. Όταν τον ρώτησε η κόρη του σχετικά, της απάντησε ότι «δεν θ’ αντέξω να έρθουν να με πάρουν ξανά» .

Κ. Ροκοσσόφσκι

Κ. Ροκοσσόφσκι

Τελική εφόρμηση: Πριν εξαπολύσουν την τελική επίθεσή τους για την εκκαθάριση του θυλάκου του Σταλινγκράντ, οι Σοβιετικοί πρότειναν στον Πάουλους να συνθηκολογήσει. Η προσφορά απορρίφθηκε. Από τον ίδιο τον στρατηγό… ή από τον επιτελάρχη του, υποστράτηγο Σμιτ; Κανείς δεν ξέρει.

Ρώσοι στο Σταλινγκράντ, Ιανουάριος 1943/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-E0406-0022-001ADN-ZB/Archiv/ II. Weltkrieg 1939-45

Ρώσοι στο Σταλινγκράντ, Ιανουάριος 1943/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-E0406-0022-001ADN-ZB/Archiv/ II. Weltkrieg 1939-45

Στις 10 Ιανουαρίου 1943, άρχιζε η τελική σοβιετική επίθεση. Μετά από 3 μέρες, ο Κόκκινος Στρατός είχε καταλάβει το μισό του γερμανικού θυλάκου, περιλαμβανομένου και του Πιτόμνικ, του μεγαλύτερου στρατιωτικού αεροδρομίου των Γερμανών. Η πρόταση παράδοσης επαναλήφθηκε. Η απάντηση ήταν πάλι αρνητική. Στις 17, οι Ρώσοι επιτίθεντο ξανά και στις 24 εισχωρούσαν στην ίδια την πόλη. Οι Γερμανικές δυνάμεις αντιστέκονταν πλέον σε δύο απομονωμένους θυλάκους, χωρίς επικοινωνία μεταξύ τους. Την τελευταία ημέρα του Ιανουαρίου, ο στρατάρχης πλέον Πάουλους και το επιτελείο του, που είχαν καταφύγει στα υπόγεια του πολυκαταστήματος Ουνιβερμάγκ, παραδίνονταν στους Σοβιετικούς. Οι δυνάμεις του στρατηγού Στρέκερ στο βόρειο τμήμα του Σταλινγκράντ θα συνέχιζαν την απελπισμένη αντίστασή τους για δυο ημέρες ακόμη. Στις 2 Φεβρουαρίου κάθε μάχη είχε πια σταματήσει.

Η παράδοση του στρατάρχη Πάουλους

Η παράδοση του στρατάρχη Πάουλους,

Τελευταία γράμματα από το Σταλινγκράντ: Το 1950 δημοσιεύθηκε στην τότε Δυτική Γερμανία, ένα βιβλίο που περιείχε επιστολές τις οποίες είχαν γράψει άνδρες της 6ης Στρατιάς κατά τη διάρκεια της πολιορκίας. Έφερε τον τίτλο «Τελευταία Γράμματα από το Σταλινγκράντ». Υποτίθεται ότι επρόκειτο για γράμματα των ανδρών της 6ης Στρατιάς που είχαν γραφεί τις τελευταίες μέρες της πολιορκίας και τα οποία είχε κατάσχει η γερμανική στρατιωτική λογοκρισία. Υποστηρίχθηκε ότι κάποιος γραφειοκράτης κράτησε σημειώσεις κι αντέγραψε ή συνόψισε ορισμένα από αυτά. Σήμερα, η κρατούσα άποψη τάσσεται υπέρ της πλαστότητας των επιστολών αυτών. Εντούτοις, ως λογοτεχνικό κείμενο, περιγράφουν με ακρίβεια την ψυχολογική κατάσταση των Γερμανών μαχητών του Σταλινγκράντ τους.

«Αυτό εδώ θα είναι το τελευταίο γράμμα μου για πολύ καιρό, ίσως και για πάντα. Λένε πως αύριο θα απογειωθεί το τελευταίο αεροπλάνο από αυτόν τον θύλακο. Η κατάσταση είναι πια απελπιστική. Οι Ρώσοι βρίσκονται τρία χιλιόμετρα μακριά από την τελευταία μας αεροπορική βάση κι όταν χαθεί κι αυτή ούτε ποντίκι δεν θα μπορεί να ξεφύγει από εδώ πέρα, πόσο μάλλον εγώ».

«Ακριβώς δίπλα μου είναι ξαπλωμένος ένας στρατιώτης από το Μπρεσλάου που έχασε το ένα χέρι και τη μύτη του. Μόλις μου είπε ότι δεν πρόκειται να χρειαστεί άλλο μαντήλι. Όταν τον ρώτησα τι θα κάνει έτσι και χρειαστεί να κλάψει, μου αποκρίθηκε: “Κανείς εδώ πέρα, κι ανάμεσά τους βέβαια εσύ κι εγώ, δεν θα έχει πια την ευκαιρία να ξανακλάψει. Πολύ σύντομα άλλοι θα κλαίνε για μας”».

«Βαδίσαμε κατόπιν διαταγών, πυροβολήσαμε κατόπιν διαταγών, πεινάσαμε κατόπιν διαταγών, πεθάναμε κατόπιν διαταγών. Θα μπορούσαμε να έχουμε ξεφύγει εδώ και πολύ καιρό, μόνο που οι μεγάλοι στρατηγοί δεν έχουν ακόμη συμφωνήσει. Σύντομα θα είναι πολύ αργά, αν δεν είναι ήδη. Το μόνο βέβαιο είναι ότι θα ξαναβαδίσουμε κατόπιν διαταγών. Κατά πάσα πιθανότητα προς την αρχικά καθορισμένη κατεύθυνση, αλλά δίχως όπλα και υπό διαφορετική διοίκηση».

Σταλινγκράντ, Ιανουάριος 1943

Σταλινγκράντ, Ιανουάριος 1943

Αιχμάλωτοι και καταδικασμένοι: Γενικά, οι Ρώσοι μεταχειρίζονταν τους αιχμαλώτους πολέμου ηπιότερα απ’ ό,τι οι Γερμανοί (περισσότεροι από 2 στους 3 Γερμανούς αιχμάλωτους κατόρθωσαν κάποια στιγμή, μετά τον πόλεμο, να επιστρέψουν στην πατρίδα τους). Στο Σταλινγκράντ, όμως, η στάση ήταν, εύλογα, πιο σκληρή. Επιπλέον, δεν είχαν τα μέσα για να θρέψουν και να παράσχουν ιατρική περίθαλψη σε τόσο μεγάλο αριθμό αιχμαλώτων. Είχαν περικυκλώσει, άλλωστε, κάπου 270 χιλ. άνδρες του εχθρού, ενώ νόμιζαν ότι οι αντίπαλοι δεν ξεπερνούσαν το ένα τρίτο του πραγματικού αριθμού. Τέλος, οι Γερμανοί αιχμάλωτοι ήταν ήδη εξαντλημένοι από τις κακουχίες και την πείνα, κάποιοι δε ήταν ουσιαστικά ετοιμοθάνατοι. Όσοι από τους αιχμαλώτους μπορούσαν να μετακινηθούν μεταφέρθηκαν με τρένα, υπό άθλιες συνθήκες, σε στρατόπεδα αιχμαλώτων στο Ταταρστάν, την Κ. Ασία κι αλλού. Πολύ λίγοι επέζησαν της αιχμαλωσίας.

Φάλαγγα Γερμανών αιχμαλώτων, Σταλινγκράντ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-E0406-0022-010/ADN-ZB/Archiv II.Weltkrieg 1939-45 Eine Kolonne deutscher Kriegsgefangener aus Stalingrad auf dem Marsch ins Gefangenenlager, Februar 1943.

Φάλαγγα Γερμανών αιχμαλώτων, Σταλινγκράντ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-E0406-0022-010/ADN-ZB/Archiv
II.Weltkrieg 1939-45
Eine Kolonne deutscher Kriegsgefangener aus Stalingrad auf dem Marsch ins Gefangenenlager, Februar 1943.

Καμία σχεδόν ελπίδα, μια και παραδίδονταν άμεσα στις ειδικές μονάδες του Εν Κα Βε Ντε, δεν είχαν οι Σοβιετικοί πολίτες που υπηρετούσαν στη γερμανική 6η Στρατιά. Υπήρχαν διάφορες κατηγορίες Σοβιετικών που είχαν καταταγεί στη Βέρμαχτ: πραγματικοί εθελοντές που είχαν στραφεί στον εχθρό για λόγους εθνοτικών και πολιτικών διαφορών: Ουκρανοί εθνικιστές, Τάταροι της Κριμαίας και άλλοι μουσουλμάνοι του Καυκάσου, Γεωργιανοί, ακόμη και Ρώσοι αντίθετοι στον κομμουνισμό. Οι τελευταίοι, για να μην παραβιασθούν οι φυλετικοί κανόνες των Γερμανών, χαρακτηρίζονταν από τη Βέρμαχτ ως «Κοζάκοι» (για αδιευκρίνιστους λόγους, οι Γερμανοί θεωρούσαν τους Κοζάκους διαφορετική φυλή από τους Ρώσους ή τους Ουκρανούς). Υπήρχαν επίσης οι «εθελοντές» της στρατιάς του Βλάσοφ. Ο Αντρέι Βλάσοφ, Σοβιετικός στρατηγός που είχε διακριθεί στην υπεράσπιση της Μόσχας κι ήταν από τους αγαπημένους του Στάλιν, αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς στον θύλακο του Βολχόφ, τον Ιούλιο του 1942. Δέχθηκε να συνεργαστεί μαζί τους συγκροτώντας στρατιά Ρώσων που θα μάχονταν το κομμουνιστικό καθεστώς. Οι «εθελοντές» τους ήταν αιχμάλωτοι πολέμου που προσπαθούσαν να αποφύγουν τον βέβαιο θάνατο από πείνα. Μια δεύτερη κατηγορία, οι πιο πολυάριθμοι, ήταν εκείνοι που ονομάζονταν «Εθελοντές βοηθητικοί (Hilfswilligen/ Hiwi)». Η αντιμετώπισή τους από τους Γερμανούς ποίκιλλε αρκετά από μονάδα σε μονάδα. Τέλος, υπήρχαν κι όσοι είχαν υποχρεωθεί από τους Γερμανούς να υπηρετούν τη Βέρμαχτ κάνοντας τις πιο βαριές δουλειές (μαγειρεία, καθαρισμός αποχωρητηρίων και στάβλων) [Άντονι Μπήβορ Stalingrad, όπ. π., κεφ. 19, σελ. 321-322].

Κοζάκος Χίβι της Βέρμαχτ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1975-099-16A

Κοζάκος Χίβι της Βέρμαχτ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1975-099-16A

Επίλογος – η γερμανική αποτυχία στον Καύκασο:

Η καταστροφή του Σταλινγκράντ συνεπαγόταν και την οριστική ματαίωση των σχεδίων του Χίτλερ για κατάκτηση του Καυκάσου. Το μοιραίο λάθος του Φύρερ ήταν ίσως ότι επιχείρησε να κατακτήσει ταυτόχρονα και τον Βόλγα και τον Καύκασο. Η προέλαση των γερμανικών δυνάμεων ανακόπηκε στο Μοζντόκ, 90 χλμ. μακριά από το Γκρόζνι. Στις αρχές Νοεμβρίου προσπάθησαν να προχωρήσουν περνώντας από το Νάλτσικ και βαδίζοντας κατά του Βλαντικαφκάζ, στη Βόρεια Οσετία. Οι Σοβιετικοί ανασυγκροτήθηκαν και τους σταμάτησαν εκ νέου. Στις αρχές Ιανουαρίου οι Γερμανοί υποχωρούσαν βιαστικά για να αποφύγουν τυχόν αποκλεισμό τους. Όσο για αυτούς που έμεναν: σειρά από μουσουλμανικές εθνότητες του Καυκάσου (Τσετσένοι, Μπαλκάριοι, Καρατσάι, συν οι Τάταροι της Κριμαίας), ακόμη κι οι βουδιστές Καλμούκοι επρόκειτο σύντομα να εκτοπιστούν από τις πατρογονικές εστίες του και να μεταφερθούν στην Κεντρική Ασία ως ένοχοι συνεργασίας με τον εχθρό!

Νεότερα από το Ανατολικό Μέτωπο – μέρος 2β (1941: Η Χρονιά του Τρόμου – Η Σοβιετική Ένωση σε πολιορκία)

Ιουλίου 14, 2015
24. Πολιορκούμενο Λενινγκράντ, Λεωφ. Νιέφσκι/ πηγή: RIA Novosti archive, image #324/ φωτογραφία του Борис Кудояров

Πολιορκούμενο Λενινγκράντ, Λεωφ. Νιέφσκι/ πηγή: RIA Novosti archive, image #324/ φωτογραφία του Борис Кудояров

Γ.   ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ

α.   Μέσα από τη νύχτα: η πτώση του Κιέβου και το δράμα των αιχμαλώτων πολέμου

1.   Περικύκλωση και πτώση: Από τις αρχές Αυγούστου του 1941 ο Χίτλερ είχε αποφασίσει να δοθεί προτεραιότητα στην προέλαση στην Ουκρανία, καθυστερώντας το σχέδιο επίθεσης κατά της Μόσχας. Μεταξύ κακής οργάνωσης και πανικού, ο Κόκκινος Στρατός υποχωρούσε στα περισσότερα σημεία του μετώπου. Στις αρχές του Σεπτέμβρη το Κίεβο δεν ήταν παρά το άκρο ενός ιδιαίτερα επιμήκους σοβιετικού θυλάκου ο οποίος μέρα με τη μέρα συρρικνωνόταν δραματικά, μια και τόσο στο βορρά όσο και στο νότο οι γερμανικές δυνάμεις είχαν ήδη προχωρήσει κατά πολύ ανατολικότερα της ουκρανικής πρωτεύουσας.

Η σοβιετική ηγεσία δεν ήταν βέβαιη για τη στρατηγική που έπρεπε να ακολουθήσει. Ο Στάλιν δεν ήθελε καν να ακούσει για υποχώρηση. Ο γενικός γραμματέας του ΚΚ Ουκρανίας Νικήτα Χρουστσόφ είχε καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να τονώσει το πατριωτικό φρόνημα των κατοίκων του Κιέβου. Η πόλη, όμως, παρουσίαζε κάποιες ιδιαιτερότητες που προκαλούσαν στη Μόσχα αμφιβολίες για την πίστη των κατοίκων στο σοβιετικό καθεστώς σε περίπτωση ιδιαιτέρως αντίξοων συνθηκών. Πράγματι, κατά την ταραγμένη διετία 1918-1920, μεταξύ του τέλους του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του ρωσικού εμφυλίου, το Κίεβο είχε αλλάξει χέρια 16 φορές! Αρχικά την πόλη κατέλαβαν οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί. Φεύγοντας, εγκατέστησαν μια «ανεξάρτητη ουκρανική κυβέρνηση» ανδρεικέλων με επικεφαλής τον Πάβλο Σκοροπάντσκι, ο οποίος είχε αυτοανακηρυχθεί «Μέγας Αταμάνος των Κοζάκων». Ακολούθησαν οι Ουκρανοί εθνικιστές του Πετλιούρα, οι Μπολσεβίκοι, οι Λευκοί και πάλι οι Μπολσεβίκοι, ενώ ενδιάμεσα είχε κάνει ένα σύντομο πέρασμα από το Κίεβο κι ο πολωνικός στρατός του Πιουσούτσκι. Οι μεγαλύτεροι θυμούνταν ότι, από όλους αυτούς, οι Γερμανοί κι οι Αυστριακοί δεν ήταν οι χειρότεροι.

Κίεβο, Σεπτέμβριος 1941

Κίεβο, Σεπτέμβριος 1941

Καθώς ολοκληρωνόταν το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτέμβρη, ο Χρουστσόφ, ο διοικητής του Νοτιοδυτικού Άξονα Σιμιόν Μιχάιλοβιτς Μπουντιόννι κι ο υπεύθυνος για την υπεράσπιση του Κιέβου διοικητής του Νοτιοδυτικού Μετώπου Μιχαήλ Πετρόβιτς Κιρπονός αντιλήφθηκαν τον τρομερό κίνδυνο: ήταν πλέον εξαιρετικά πιθανό οι υπερασπιστές της πόλης να περικυκλωθούν από τις γερμανικές δυνάμεις! Λαμβάνοντας υπόψη την αδυναμία ουσιαστικής ενίσχυσής τους, ζήτησαν από τον Στάλιν την άδεια να εκκενώσουν το Κίεβο. Ο σοβιετικός ηγέτης αρνήθηκε επανειλημμένα. Απάλλαξε μάλιστα τον Μπουντιόννι από τα καθήκοντά του, αντικαθιστώντας τον με τον Σεμιόν Τιμοσένκο.

Στρατάρχης Σ. Μ. Μπουντιόννι

Στρατάρχης Σ. Μ. Μπουντιόννι

Καθώς η κατάσταση γινόταν όλο και χειρότερη Χρουστσόφ και Κιρπονός συνέχιζαν να ικετεύουν να τους επιτραπεί η εκκένωση του Κιέβου. Ο γερμανικός κλοιός έσφιγγε ολοένα και περισσότερο. Η άδεια δόθηκε από τον Μπορίς Σάπόσνικοφ, αρχηγό του γενικού επιτελείου, μόλις λίγο πριν το μεσημέρι της 17ης Σεπτεμβρίου. Οι γερμανικές δυνάμεις είχαν ήδη περικυκλώσει ουσιαστικά εκείνες του Κόκκινου Στρατού. Τέσσερις σοβιετικές στρατιές βρίσκονταν μέσα στην παγίδα, ανάμεσά τους κι η 37η που υπερασπιζόταν το Κίεβο. Τα σοβιετικά στρατεύματα προσπάθησαν απεγνωσμένα να σπάσουν τον εχθρικό κλοιό. Λίγοι, πολύ λίγοι ήταν εκείνοι που το κατόρθωσαν. Οι ναζιστικές δυνάμεις αιχμαλώτισαν ασύλληπτο αριθμό σοβιετικών στρατιωτών. Η Βέρμαχτ ισχυριζόταν ότι αιχμαλώτισε περισσότερους από 650.000 στρατιώτες. Η σοβιετική ηγεσία διατεινόταν ότι ο αριθμός των αιχμαλώτων δεν ξεπερνούσε τις 175.000. Η αλήθεια πρέπει να βρισκόταν κάπου στη μέση, ίσως πιο κοντά στους γερμανικούς ισχυρισμούς. Το ίδιο το Κίεβο έπεφτε στα χέρια των ναζί στις 19 Σεπτεμβρίου.

2.   Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου – η διήγηση του Λ. Βολίνσκι: Ήταν η αρχή πολλών τραγωδιών. Μία από αυτές ήταν εκείνη των σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου. Την ιστορία τους τη διηγήθηκε με τον πιο παραστατικό και δραματικό τρόπο ο συγγραφέας και καλλιτέχνης Λεονίντ Ναούμοβιτς Ραμπινόβιτς, γνωστότερος με το ψευδώνυμο Λεονίντ Βολίνσκι, στο διήγημά του «Μέσα από τη νύχτα» («Сквозь Ночь»), που δημοσιεύθηκε το 1963. Το διήγημα παρουσιάζεται ως μυθοπλασία, ωστόσο είναι βασισμένο στην προσωπική εμπειρία του συγγραφέα ο οποίος αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς, αλλά τελικά κατάφερε να αποδράσει.

Λ. Ν. Βολίνσκι

Λ. Ν. Βολίνσκι

Η αφήγηση ξεκινά στις 17 Σεπτεμβρίου 1941 σε κάποιο χωριό της Ουκρανίας, ενώ οι Γερμανοί έχουν σχεδόν περικυκλώσει τους Ρώσους.

«Μετά από αρκετά χρόνια διάβασα το βιβλίο του Γερμανού στρατηγού φον Τίππελσκιρχ: η άποψή του ήταν ότι η περικύκλωση των στρατευμάτων μας ανατολικά του Κιέβου απαίτησε τη συμμετοχή σημαντικών γερμανικών δυνάμεων και ουσιαστικά κατέστρεψε τα σχέδια του Χίτλερ, καθυστερώντας την επίθεση κατά της Μόσχας.

Εμείς, όμως, δεν γνωρίζαμε τίποτε. Οι νύχτες εκείνες, όταν εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες προσπάθησαν να διασπάσουν τον γερμανικό κλοιό, αναζητώντας τον δρόμο τους μέσα από δάση και έλη κάτω από βροχή γερμανικών βομβών κι οβίδων… όλα αυτά δεν ήταν παρά μια τεράστια κι ανεξήγητη τραγωδία.

Τη νύχτα της 17ης Σεπτεμβρίου περιπλανιόμουν… είδα στον δρόμο χιλιάδες οχήματα να καίγονται. Δεν έπρεπε να τα βρουν οι Γερμανοί. Διέκρινα μια ομάδα δέκα περίπου ανώτερων κι ανώτατων αξιωματικών που κατευθύνονταν προς τη Λόχβιτσα, πιστεύοντας ότι εκεί ο δρόμος ήταν ακόμη ελεύθερος. Ανάμεσά τους αναγνώρισα τον διοικητή του Μετώπου, τον στρατηγό Κιρπονός.

Μόνο μετά από χρόνια έμαθα ότι εκείνη τη νύχτα (ή ίσως την επόμενη) είχε αυτοκτονήσει, αφού πρώτα αρνήθηκε να επιβιβαστεί στο αεροσκάφος που του είχαν στείλει με μεγάλη δυσκολία από τη Μόσχα… Μαζί του σκοτώθηκε κι ο Μιχαήλ Μπουρμίστενκο, το πολιτικό μέλος της Επιτροπής του Πολέμου, που πριν από τον πόλεμο ήταν δεύτερος γραμματέας του ΚΚ Ουκρανίας….

Στρατηγός Μ. Π. Κιρπονός

Στρατηγός Μ. Π. Κιρπονός

Το επόμενο πρωί, μαζί με άλλους τρεις συντρόφους είδαμε γερμανικά τεθωρακισμένα. Κρυφτήκαμε σ’ ένα χαντάκι. Οι Γερμανοί μας εντόπισαν κι άρχισαν να μας πυροβολούν με πολυβόλο. Ένας από μας σκοτώθηκε, οι υπόλοιποι παραδοθήκαμε. Ένας Γερμανός στρατιώτης που στην όψη έδειχνε εντάξει άνθρωπος, συμπαθητικός θα έλεγε κανείς, μας χαστούκισε και μας διέταξε να αδειάσουμε τις τσέπες μας. Μας ανάγκασαν να προχωρήσουμε τρέχοντας, ενώ μας ακολουθούσε ένα τεθωρακισμένο, μέχρι που φτάσαμε σε κάποιο χωριό που λεγόταν Κοβαλί. Στο τέλος της ημέρας είχαν συγκεντρωθεί εκεί δέκα χιλιάδες αιχμάλωτοι.

Λ. Βολίνσκι «Μέσα από τη Νύχτα»

Λ. Βολίνσκι «Μέσα από τη Νύχτα»

Την επομένη μας πρόσταξαν να παραταχθούμε. “Οι κομμισσάριοι, οι [υπόλοιποι] κομμουνιστές και οι Εβραίοι” διατάχθηκαν να παρουσιαστούν. Μόλις είχαν φτάσει δεκαπέντε άντρες των Ες Ες με μαύρες στολές και μια νεκροκεφαλή στα κασκέτα τους. Κάπου τριακόσιοι από μας προχώρησαν. Τους διέταξαν να μείνουν γυμνοί από τη μέση και πάνω και να παραταχθούν στην πλατεία. Τότε ο διερμηνέας των Γερμανών, που η έντονη προφορά του πρόδιδε ότι καταγόταν από τη Γαλικία, άρχισε να ουρλιάζει ότι δεν μπορεί να ήταν μόνο αυτοί, κρύβονταν κι άλλοι ανάμεσά μας. Σε όποιον κατέδιδε κάποιον κομμουνιστή, κομμισσάριο ή Εβραίο, υποσχέθηκε ότι θα μπορούσε να πάρει τα ρούχα και τα προσωπικά αντικείμενα του θύματος…. Ανάμεσα σε δέκα χιλιάδες άνδρες πάντα βρίσκεται μια ντουζίνα ανθρώπων αυτού του είδους. Το ποσοστό δεν είναι μεγάλο, αλλά υπάρχει… Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι αυτού του είδους.

Τελικά, εκτελέσθηκαν κάπου τετρακόσιοι άνθρωποι, ανά ομάδες των δέκα, αφού πρώτα υποχρεώθηκαν να σκάψουν οι ίδιοι τους τάφους τους.

Τους υπόλοιπους μας οδήγησαν σε ένα στρατόπεδο, έπειτα σε κάποιο άλλο… οι Γερμανοί στρατιώτες, άντρες που έδειχναν να είναι εντάξει άνθρωποι, ποιος ξέρει ίσως να ήταν κι εργάτες, σκότωναν χωρίς δεύτερη σκέψη όποιον καθυστερούσε στην πορεία ή κατέρρεε από την εξάντληση…»

Η μοίρα των Σοβιετικών αιχμαλώτων ήταν το κρύο, η πείνα, οι αρρώστιες, οι συνεχείς ταπεινώσεις, η απώλεια κάθε ίχνους ανθρώπινης αξιοπρέπειας και, τελικά, για τη συντριπτική πλειονότητά τους, ο θάνατος [Werth, όπ. π., τ. 1, σελ. 287 επ., ειδ. 295-296]. Υπολογίζεται ότι από τα περισσότερα από πέντε εκατομμύρια αιχμαλώτων 3,6 εκατομμύρια δεν γύρισαν ποτέ στην πατρίδα τους.

Η διήγηση του Λεονίντ Κοτλιάρ: Παρόμοια είναι και η διήγηση του Ουκρανοεβραίου Λεονίντ Κοτλιάρ:

«Αιχμαλωτίστηκα στις 9 Σεπτεμβρίου 1941, Βρισκόμασταν τότε κοντά στην Καχόφκα, στην αριστερή όχθη του Δνείπερου… Ως Εβραίος ήξερα ότι γρήγορα θα με εκτελέσουν. Ζούσα επομένως τις τελευταίες στιγμές της ζωής μου. Ο λοχίας μας καθόταν δίπλα μου. Μου ψιθύρισε: “Μη λες τίποτε. Κανείς δεν θα σε καταδώσει”… Μαζί μας ήταν ακόμη ένας κομμουνιστής, ο Νταβιντένκα, κι άλλοι δύο Εβραίοι, ο Ιλιά, δεν θυμάμαι το επώνυμό του, κι ο Μπέικελμαν. Και σ’ εκείνους είχαν υποσχεθεί ότι κανείς δεν θα τους καταδώσει.

Οι Γερμανοί μας διέταξαν να παραταχθούμε. Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά μας. Βγήκε ένας αξιωματικός. Πολύ γρήγορα άκουσα τη γνωστή διαταγή. “Να παρουσιαστούν οι Εβραίοι κι οι κομμουνιστές”. Παρουσιάστηκαν έξι ή επτά άτομα. Ο Μπέικελμαν, που τον είχαν διαβεβαιώσει ότι κανείς δεν επρόκειτο να τον καταδώσει, βγήκε κι εκείνος από τις γραμμές μας… Το βλέμμα μου διασταυρώθηκε μ’ εκείνο ενός Ουκρανού στρατιώτη. Αμέσως κατάλαβα ότι επρόκειτο να με καταδώσει στη στιγμή. Το κατάλαβε κι ο λοχίας μας γιατί του έδωσε μια αγκωνιά και του είπε κάτι στο αυτί. Ο τύπος συγκρατήθηκε…

Δεν θυμάμαι πόσο καιρό μας πήρε για να φτάσουμε στο στρατόπεδο της Βαρβαρόφκα ή σ’ εκείνο του Νικαλάγιεφσκ, όπου βρεθήκαμε στις αρχές του Οκτώβρη. Αλλά σε κάθε στρατόπεδο που σταματούσαμε, οι Γερμανοί διέταζαν συνεχώς: “Εβραίοι και κομμουνιστές, ένα βήμα μπρος!” Και κάθε φορά όλο και βρισκόταν κάποιος να καταγγείλει έναν Εβραίο ή ένα μέλος του Κόμματος.

Οκτώβριος 1941, Σοβιετικοί αιχμάλωτοι στο Μάουτχάουζεν/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 192_100  CC_BY_SA

Οκτώβριος 1941, Σοβιετικοί αιχμάλωτοι στο Μάουτχάουζεν/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 192_100 CC_BY_SA

Μοιραία έφτασε κάποια στιγμή που κανείς δεν παρουσιαζόταν. Οι Γερμανοί ήταν δυσαρεστημένοι. Τότε, σε κάποια από αυτά τα στρατόπεδα, σκέφτηκαν να μας κατατάξουν ανά εθνότητα. Ο Γερμανός καλούσε μιαν εθνότητα και οι Ρώσοι, οι Ουκρανοί, οι Αρμένιοι, οι Γεωργιανοί ή οι Τάταροι έβγαιναν από τη γραμμή. Ήμουν απελπισμένος. Η ώρα περνούσε κι εγώ δεν είχα ακόμη καταχωριστεί. Δεν τολμούσα να διαλέξω… Ξαφνικά, θυμήθηκα ότι κάποτε είχα επισκεφτεί ένα λόχο ναρκαλιευτών ως σύνδεσμος με το γραφείο του τάγματος. Οι στρατιώτες με είχαν ρωτήσει για την καταγωγή μου. “Μαντέψτε!”, τους αποκρίθηκα. Κάποιος είχε απαντήσει ότι πρέπει να ήμουν Τσιγγάνος και κανείς από τους υπόλοιπους δεν διαφώνησε. Αυτό, λοιπόν! Τσιγγάνος! Θα πρέπει να είμαι Τσιγγάνος!…

Στο τέλος, είχαμε απομείνει δύο, εγώ κι ένας τύπος με τεράστια μύτη και σταρένιο δέρμα. Ο κατάλογος των εθνοτήτων είχε εξαντληθεί.

“Τι είσαι εσύ;”, ρώτησε ο Γερμανός αξιωματικός τον διπλανό μου. “Jude, Jude!”, άρχισαν να φωνάζουν μερικοί κοροϊδιάρηδες. Με το άκουσμα της λέξης κι άλλοι αιχμάλωτοι ξέσπασαν σε γέλια. Οι δεσμοφύλακες άρχισαν να τους χτυπούν με τα ραβδιά τους στο κεφάλι και τα γέλια έσβησαν γρήγορα. “Έλληνας”, απάντησε φοβισμένα ο αιχμάλωτος. Όταν ο διερμηνέας στράφηκε στο μέρος μου, εγώ του απάντησα: “Είμαι Ουκρανός από τη μεριά της μάνας μου και Τσιγγάνος από τον πατέρα μου!” Διερμηνέας κι αξιωματικός κοντοστάθηκαν. “Εχμ… καλά. Πήγαινε μαζί με τους Ουκρανούς!”». [Λεονίντ Ισαάκοβιτς Κοτλιάρ σε Jean Lopez και Lasha Otkhmezuri « Grandeur et misère de l’Armée rouge », εκδ. Seuil, Παρίσι 2011, έκδ. τσέπης Perrin (συλλογή Tempus), Παρίσι 2015, κεφ. 5, σελ. 147 επ., ειδικότερα σελ. 148 και 150-152. Ο Κοτλιάρ είναι συγγραφέας του βιβλίου «Воспоминания Еврея-красноармейца» («Απομνημονεύματα ενός Εβραίου του Κόκκινου Στρατού»), 2011]

Ο Κοτλιάρ ήταν πολλαπλά τυχερός. Η μοίρα των Εβραίων στην κατεχόμενη Ουκρανία ήταν τραγική. Στις 29-30 Σεπτεμβρίου 34.000 Εβραίοι του Κιέβου οδηγήθηκαν στην τοποθεσία Μπάμπι Γιαρ και εκτελέστηκαν! Κι αυτό ήταν μόνο η αρχή.

Στα πεδία των μαχών, οι Γερμανοί προέλαυναν: στα μέσα Οκτωβρίου, μαζί με τους Ρουμάνους συμμάχους καταλάμβαναν μετά από πολιορκία την Οδησσό, η οποία προοριζόταν να γίνει η πρωτεύουσα της νέας ρουμανικής επαρχίας της Υπερδνειστερίας. Στα τέλη του μηνός η 6η Στρατιά του φον Ράιχενάου έπαιρνε το Χάρκοβο, οι δυνάμεις του Έριχ φον Μάνστάιν έφταναν στην Κριμαία και άρχιζαν να πολιορκούν τη Σεβαστούπολη. Τέλος, στις 19 Οκτωβρίου, οι στρατιές του φον Ρούντστεντ καταλάμβαναν αιφνιδιαστικά το Ροστόφ επί του Ντον, το «κλειδί του Καυκάσου».

β.   Το μαρτύριο του Λενινγκράντ

Στον Βορρά, τα στρατεύματα του γηραιού Βοροσίλοφ είχαν υποστεί αλλεπάλληλες πανωλεθρίες. Προσπάθησαν να αντισταθούν στο Τάλλιν, αλλά μετά από μια εβδομάδα πολιορκίας (19-26 Σεπτεμβρίου 1941), οι γερμανικές δυνάμεις τα υποχρέωναν να εκκενώσουν την πρωτεύουσα της Εσθονίας. Τώρα πια η Βέρμαχτ βάδιζε από τρεις κατευθύνσεις προς την παλιά πρωτεύουσα των τσάρων, ενώ οι Φινλανδοί σύμμαχοί της πλησίαζαν από τα βόρεια. Ίσως το Λενινγκράντ να έπεφτε, αλλά η Μόσχα έστειλε στις αρχές Σεπτέμβρη τον Ζούκοφ να οργανώσει στοιχειωδώς την άμυνα της πόλης. Το Λενινγκράντ είχε προσωρινά σωθεί, αλλά το μαρτύριό του μόλις άρχιζε στην πραγματικότητα, καθώς η πόλη είχε περικυκλωθεί σχεδόν ολοκληρωτικά! Η πολιορκία θα κρατούσε 872 ημέρες, μέχρι τον Ιανουάριο του 1944. Τρία εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονταν μέσα στην τεράστια παγίδα που είχε στήσει η Βέρμαχτ. Το ένα εκατομμύριο δεν επρόκειτο να επιζήσει.

Οι σοβιετικές αρχές είχαν υποπέσει στα συνήθη εγκληματικά σφάλματα. Δεν είχαν φροντίσει για την εκκένωση της πόλης από τους αμάχους, δεν είχαν φροντίσει για προμήθειες τροφίμων και για αποθήκευση καυσίμων ενόψει μιας μακρόχρονης πολιορκίας. Και αυτά τα λιγοστά τρόφιμα ήταν συχνά άθλια υποκατάστατα. Κάποια στιγμή, οι αρχές ανακάλυψαν στις αποθήκες του λιμανιού 2.000 τόνους εντόσθια προβάτου που κανονικά θα προορίζονταν για υγειονομική ταφή: με αυτά παρασκεύασαν ένα άθλιο ζελέ το οποίο πάστωναν με κάθε μπαχαρικό μήπως και καλύψει την αβάσταχτη αποφορά των εντοσθίων. Αυτό ήταν το «κρέας» που δικαιούνταν οι κάτοικοι του Λενινγκράντ. Χωρίς φαγητό, χωρίς νερό, χωρίς φωτισμό και θέρμανση, οι κάτοικοι είχαν για μόνους συντρόφους τους γερμανικούς βομβαρδισμούς, την πείνα και τον θάνατο. Ειδικά μετά τα μέσα Νοεμβρίου, όταν οι μερίδες τροφίμων που διανέμονταν με δελτίο μειώθηκαν για πέμπτη φορά, οι άνθρωποι άρχισαν να πεθαίνουν μαζικά από λιμό. Για να θερμανθούν έκαιγαν τα βιβλία και τα έπιπλά τους. Για φαγητό έψαχναν στα ντουλάπια των σπιτικών φαρμακείων για γλυκερίνη, βαζελίνη ή μπριγιαντίνη για τα μαλλιά ή έσκιζαν τις ταπετσαρίες και με την ξυλουργική κόλλα που έξυναν από τους τοίχους έφτιαχναν σούπα. Οι άνθρωποι έπεφταν στον δρόμο και δεν ξανασηκώνονταν ποτέ. Πέθαιναν στη δουλειά, σε εργοστάσια και γραφεία, ή στο σπίτι, στον ύπνο τους.

Λενινγκράντ, Δεκέμβριος 1942

Λενινγκράντ, Δεκέμβριος 1942

Οι σοβιετικές αρχές προσπάθησαν να βρουν κάθε πιθανή κι απίθανη λύση που θα καθιστούσε δυνατό τον ανεφοδιασμό του Λενινγκράντ. Μέσω της παγωμένης λίμνης Λαντόγκα, μοναδικής διόδου όταν χάθηκε το Τιχβίν. Όταν το δεύτερο ανακτήθηκε τον Δεκέμβριο από τα στρατεύματα του Μερετσκόφ, μέσω 150 χλμ. δρόμων που βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση. Η αποκατάσταση των σιδηροδρομικών συγκοινωνιών υπήρξε αργή και σταδιακή, αναλόγως της προόδου στο μέτωπο του πολέμου. Αλλά το Λενινγκράντ άντεξε.

γ.   Η Μάχη της Μόσχας

Στις 16 Οκτωβρίου εξαπλώθηκε στη Μόσχα η φήμη ότι δύο γερμανικά τεθωρακισμένα είχαν φτάσει ως το Χίμκι, στα βορειοδυτικά περίχωρα της Μόσχας! Γρήγορα ο πανικός κυρίευσε τους Μοσχοβίτες: οι άνθρωποι συνωστίζονταν στους σιδηροδρομικούς σταθμούς και τα αυτοκίνητα στις εθνικές οδούς που οδηγούσαν στην Ανατολή. Υπουργεία και διπλωματικές αποστολές, όπως είχε ήδη αποφασιστεί, μεταφέρονταν στο Κούιμπισεφ (σημ. Σαμάρα), η Ακαδημία Επιστημών κι άλλα επιστημονικά κι εκπαιδευτικά ιδρύματα στο Καζάν του Ταταρστάν.

Μόσχα, Δεκέμβριος 1941: ενισχύσεις/ πηγή: RIA Novosti archive, image #429

Μόσχα, Δεκέμβριος 1941: ενισχύσεις/ πηγή: RIA Novosti archive, image #429

Στις 2 Οκτώβρη, τα τεθωρακισμένα του στρατηγού Γκουντέριαν έπαιρναν το Αριόλ. Λίγες μέρες μετά περικύκλωναν μεγάλες σοβιετικές δυνάμεις στη Βιάσμα. Οι Ρώσοι έριχναν στη μάχη ό,τι εφεδρεία είχαν, μεταφέροντας δυνάμεις από τη Σιβηρία και την Κεντρική Ασία. Οι Γερμανοί, όμως, προχωρούσαν. Μέχρι τουλάχιστον εκείνη την παράξενη 16η Οκτωβρίου, όταν οι σιβηρικές εφεδρείες του Ροκοσσόφσκι κατόρθωναν να ανακόψουν την προέλασή τους. Η Μόσχα, όμως, βρισκόταν πάντα σε θανάσιμο κίνδυνο.

«Αργότερα, όταν όλα αυτά ανήκαν πια στο παρελθόν κι ενώ οι περισσότεροι ανακαλούσαν στη μνήμη τους εκείνη τη 16η Οκτωβρίου με θλίψη και πικρία, ο Σιντσόφ έμενε πάντα σιωπηλός. Αυτή την εικόνα της Μόσχας δεν μπορούσε να την αντέξει όπως δεν αντέχει κάποιος να βλέπει παραμορφωμένο από τον φόβο το πρόσωπο ενός αγαπημένου. Κι όμως, εκείνη τη μέρα, όχι μόνο γύρω από τη Μόσχα όπου οι στρατιώτες πολεμούσαν και σκοτώνονταν, αλλά και μέσα στην ίδια την πόλη υπήρξαν άνθρωποι που έκαναν οτιδήποτε ήταν δυνατό ώστε η πρωτεύουσα να μην παραδοθεί». [Κ. Μ. Σίμονοφ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί»]

Οι μάχες σε απόσταση 50 χλμ. από τη Μόσχα συνεχίζονταν σφοδρές. Ο Στάλιν, όμως, είχε επιλέξει να παραμείνει στην πρωτεύουσά του. Με δύο ιστορικές ομιλίες έδινε τον τόνο για την αντίσταση, επικαλούμενος τον ρώσικο πατριωτισμό. Ποτέ, άλλωστε, δεν υπήρξε ένθερμος οπαδός του διεθνισμού. Θιασώτης του «σοσιαλισμού σε μία χώρα» δεν είχε κανένα πρόβλημα να παραπέμψει στις ιδέες του κλασσικότερου εθνικισμού. Την παραμονή της επετείου της Οκτωβριανής Επανάστασης, μιλούσε στον σταθμό Μαγιακόφσκι του μοσχοβίτικου μετρό σε εκπροσώπους του τοπικού σοβιέτ, του ΚΚΣΕ και των ενόπλων δυνάμεων:

 Ι. Β. Στάλιν, 1942

Ι. Β. Στάλιν, 1942

«Και αυτοί οι άνθρωποι, δίχως τιμή και συνείδηση, αυτοί οι άνθρωποι που δεν έχουν ούτε ηθική ούτε μυαλό, είναι εκείνοι που διακηρύσσουν την εξόντωση του μεγάλου ρωσικού έθνους. Του έθνους του Πλεχάνοφ και του Λένιν, του Μπιελίνσκι και του Τσερνισέφσκι, του Πούσκιν και του Τολστόι, του Γκόρκι και του Τσέχοφ, του Γκλίνκα και του Τσαϊκόφσκι, του Σέτσενοφ και του Πάβλοφ, του Σουβόροφ και του Κουτούζοφ! Οι Γερμανοί εισβολείς θέλουν ένα πόλεμο εξόντωσης των λαών της Σοβιετικής Ένωσης. Ας κοπιάσουν. Αν θέλουν ένα τέτοιο πόλεμο θα τον έχουν.» (Ι. Β. Στάλιν, λόγος της 6ης Νοεμβρίου 1941)

Ανήμερα της επετείου μιλούσε στην Κόκκινη Πλατεία, σε ένα κοινό που το αποτελούσαν κυρίως στρατιώτες που είχαν μόλις επιστρέψει από το μέτωπο ή επρόκειτο να βρεθούν σε αυτό αμέσως μετά:

Μόσχα, 7 Νοεμβρίου 1941, πίνακας του Κονσταντίν Γιουόν, 1949

Μόσχα, 7 Νοεμβρίου 1941, πίνακας του Κονσταντίν Γιουόν, 1949

«Σύντροφοι, στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού και ναύτες του Κόκκινου Ναυτικού, αξιωματικοί και πολιτικά στελέχη, άνδρες και γυναίκες των ομάδων των παρτιζάνων! Ολόκληρος ο κόσμος έχει στρέψει τα μάτια του πάνω σας, πιστεύοντας ότι είστε η δύναμη που μπορεί να συντρίψει τις γερμανικές ορδές! Οι σκλαβωμένοι λαοί της Ευρώπης σας βλέπουν ως ελευθερωτές τους… Φανείτε άξιοι αυτής της υψηλής αποστολής… Ο πόλεμός σας είναι πόλεμος απελευθερωτικός, πόλεμος δίκαιος. Εμπνευστείτε από τις ηρωϊκές μορφές των μεγάλων προγόνων μας, από τον Αλέξανδρο Νιέφσκι και τον Ντμίτρι Ντανσκόι, τον Μίνιν και τον Παζάρσκι, τον Σουβόροφ και τον Κουτούζοφ! Θάνατος στους Γερμανούς εισβολείς! Ζήτω η ένδοξη πατρίδα μας, η ελευθερία κι η ανεξαρτησία της! Με το λάβαρο του Λένιν, εμπρός για τη νίκη!» (Ι. Β. Στάλιν, λόγος της 7ης Νοεμβρίου 1941)

Οι Σοβιετικοί συνέχιζαν να αμύνονται, ο χειμώνας πλησίαζε κι οι κουρασμένες γερμανικές δυνάμεις δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένες για πόλεμο σε τέτοιες συνθήκες. Η ευκαιρία τους για μια γρήγορη, αποφασιστική επικράτηση είχε χαθεί. Είχε φτάσει η ώρα της χειμερινής σοβιετικής αντεπίθεσης. Η Στάφκα (Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση) είχε θέσει μέγιστους και ελάχιστους στόχους για την αντεπίθεση αυτή. Μόνον οι δεύτεροι επρόκειτο να πραγματοποιηθούν. Στον Βορρά ανακτήθηκε το Τιχβίν, καθιστώντας εκ νέου δυνατό τον ανεφοδιασμό του Λενινγκράντ. Στον Νότο ανακαταλήφθηκε το Ροστόφ, δέκα μόλις ημέρες μετά των απώλειά του. Τα σχέδια για την ανάκτηση του Χαρκόβου αποδείχθηκαν χιμαιρικά. Τα σοβιετικά κέρδη ήταν απλώς η δημιουργία του θυλάκου του Μπαρβένκοβο. Τέλος, ύστερα από μια μεγάλη αμφίβια επιχείρηση, οι Σοβιετικοί δημιούργησαν ένα προγεφύρωμα στη χερσόνησο του Κέρτς, στο νότιο άκρο της Κριμαίας.

Οι επιτυχίες ήταν εντυπωσιακότερες στο Μέτωπο της Μόσχας. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο ΚΣ είχε κατορθώσει να προχωρήσει έως και 300 χλμ. Οι γερμανικές δυνάμεις, όμως, δεν είχαν περικυκλωθεί ούτε υποχωρήσει άτακτα. Είχαν μάλιστα κατορθώσει να κρατήσουν τον μεγάλο θύλακο του τριγώνου Ρζεφ-Γκιατσκ-Βιάσμα, σε απόσταση 120 χλμ. από τη σοβιετική πρωτεύουσα.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΜΕΡΟΥΣ Ι: η κατάσταση των εμπολέμων στα τέλη του 1941

Στο τέλος της χρονιάς και οι δύο δυνάμεις, παρά τις μεγάλες απώλειες, πίστευαν ότι διατηρούσαν ακέραιες τις ελπίδες τους. Οι Σοβιετικοί είχαν την εντύπωση ότι τα δύσκολα είχαν περάσει, η γερμανική προέλαση είχε ανακοπεί και πλέον θα άρχιζε η ανάκτηση εδαφών. Οι Γερμανοί είχαν κατακτήσει μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής ΕΣΣΔ και μπορούσαν εύλογα να θεωρούν την υποχώρηση στη Μόσχα τακτική αναδίπλωση. Είχαν ωστόσο χάσει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και τα μεγαλεπήβολα σχέδια του Χίτλερ είχε αποδειχθεί ότι ήταν μάλλον απραγματοποίητα. Μια αίσθηση δυσαρέσκειας φαινόταν να επικρατεί. Ο Φύρερ ήταν δυσαρεστημένος με τους στρατηγούς του, τους οποίους κατηγορούσε για τις αποτυχίες. Ο φον Λέεμπ έχασε τη θέση του, ο φον Ρούντστεντ έπεσε προσωρινά σε δυσμένεια μετά την απώλεια του Ροστόφ, ο φον Μποκ απομακρύνθηκε ευσχήμως «λόγω ασθενείας».

Νοέμβριος 1941, Γερμανοί στρατιώτες προχωρούν μέσα στη λάσπη/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1981-149-34A

Νοέμβριος 1941, Γερμανοί στρατιώτες προχωρούν μέσα στη λάσπη/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1981-149-34A

Ακόμη πιο έντονη ήταν η δυσαρέσκεια μεταξύ των στρατιωτών. Τον Δεκέμβριο, ο διοικητής της 6ης Στρατιάς στρατάρχης φον Ράιχενάου ανακάλυπτε ότι το κτήριο του στρατηγείου του ήταν γεμάτο αντιπολεμικά συνθήματα. Σε άλλες περιπτώσεις, Γερμανοί κομμουνιστές που υπηρετούσαν στο Μέτωπο καλούσαν τους ομοϊδεάτες τους στη δημιουργία αντιστασιακών οργανώσεων με σκοπό την ανατροπή του ναζιστικού καθεστώτος. Άλλοι, πάλι, προτιμούσαν να αντιμετωπίσουν την κατάσταση με χιούμορ.

«Τα Χριστούγεννα δεν θα εορτασθούν εφέτος για τους εξής λόγους. Ο Ιωσήφ επιστρατεύθηκε. Η Παναγία υπηρετεί ως εθελόντρια στον Ερυθρό Σταυρό. Το Θείο Βρέφος, μαζί με τα άλλα βρέφη και νήπια, στάλθηκε στην εξοχή για προστασία από τους βομβαρδισμούς. Οι τρεις μάγοι δεν πήραν βίζα: δεν κατέστη δυνατό να τους χορηγηθεί πιστοποιητικό αρίας καταγωγής. Το άστρο της Βηθλεέμ δεν πρόκειται να λάμψει λόγω της υποχρεωτικής συσκότισης. Οι βοσκοί είναι πλέον σκοποί ή κάνουν περιπολίες κι οι άγγελοι υπηρετούν στις διαβιβάσεις. Έμεινε μόνο το γαϊδουράκι, αλλά δεν μπορείς να κάνεις Χριστούγεννα μόνο μ’ αυτό.»

η Βέρμαχτ στην ΕΣΣΔ, Οκτώβριος 1941/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1989-030-27

η Βέρμαχτ στην ΕΣΣΔ, Οκτώβριος 1941/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1989-030-27

«Οδηγίες προς αδειούχους

Να θυμάστε ότι εισέρχεστε στην επικράτεια μιας εθνικοσοσιαλιστικής χώρας, στην οποία οι συνθήκες ζωής διαφέρουν αισθητά από εκείνες που έχετε συνηθίσει. Πρέπει να είστε διακριτικοί με τους κατοίκους, να προσαρμόζεστε στα ήθη και τα έθιμά τους και να αποφεύγετε τις συνήθειες που έχετε τόσο αγαπήσει.

– Μην ξηλώνετε το παρκέ και γενικά το πάτωμα. Οι πατάτες φυλάσσονται αλλού.
– Χρησιμοποιήστε κλειδιά για να ανοίγετε τις πόρτες. Η χρήση χειροβομβίδας επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.
– Δεν είναι απαραίτητο να ρωτάτε πολίτες για το σύνθημα και το παρασύνθημα ούτε να πυροβολείτε αν δεν σας δώσουν τη σωστή απάντηση.
– Τα σκυλιά που είναι ζωσμένα με νάρκες και εκρηκτικά αποτελούν ιδιαιτερότητα της ΕΣΣΔ. Τα γερμανικά σκυλιά στη χειρότερη περίπτωση απλώς δαγκώνουν. Αν πυροβολείτε κάθε σκύλο που βλέπετε, μολονότι κάτι τέτοιο επιβάλλεται όταν βρίσκεστε στην ΕΣΣΔ, θα προκαλέσετε άσχημες εντυπώσεις.
– Στη Γερμανία, το γεγονός ότι ένα άτομο φορά γυναικεία ρούχα δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι είναι παρτιζάνος. Πάντως, να έχετε υπόψη ότι οι γυναίκες είναι εν γένει επικίνδυνες για οποιονδήποτε αδειούχο από το Μέτωπο.
– Γενικά, όταν είστε σε άδεια στην πατρίδα, να αποφεύγετε να κάνετε λόγο για την παραδεισένια ζωή σας στην ΕΣΣΔ. Μπορεί να θελήσουν να πάνε εκεί και άλλοι και να καταστρέψουν την ειδυλλιακή καθημερινότητά σας

[αμφότερα τα αποσπάσματα από Antony Beevor “Stalingradˮ, Viking 1998, επανέκδ. Penguin Books, Λονδίνο, σελ. 45-46]

Νεότερα από το Ανατολικό Μέτωπο – μέρη 1 (Η ΕΣΣΔ στα τέλη της δεκαετίας του 1930) και 2α (1941: Η Χρονιά του Τρόμου – Η Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα και η σοβιετική αντίδραση)

Ιουνίου 21, 2015

«Ο πόλεμος είναι μια πράξη βίας. Ως προς την εκδήλωση της βίας αυτής δεν υπάρχει κανένα όριο». (Κάρολος φον Κλάουζεβιτς, 1780-1831, «Περί Πολέμου», βιβλίο Ι, κεφ. 1)

 Ο Κόκκινος Στρατός στο Σταλινγκράντ, φθινόπωρο 1942

Ο Κόκκινος Στρατός στο Σταλινγκράντ, φθινόπωρο 1942

Η σύγκρουση μεταξύ της ναζιστικής Γερμανίας και της κομμουνιστικής ΕΣΣΔ υπήρξε η μεγαλύτερη, η πιο αιματηρή ένοπλη σύρραξη στην Ιστορία της Ανθρωπότητας. Μια σύγκρουση λαών και ιδεολογιών, ένας ολοκληρωτικός πόλεμος που θα μπορούσε να λήξει μόνο με την εξόντωση ενός εκ των δύο εμπολέμων. Όχι μόνο η έκβασή του, αλλά κι ο ίδιος ο τρόπος διεξαγωγής του καθόρισε το μέλλον της Ευρώπης για δεκαετίες, κι ίσως το καθορίζει ακόμη. Ο πόλεμος αυτός διεξήχθη σε μια αχανή έκταση 1,5 εκ. τετραγωνικών χιλιομέτρων και «κατάπιε» 4,3 εκ. Γερμανούς και 10,6 εκ. Σοβιετικούς στρατιώτες. Στα θύματά του πρέπει να προσμετρήσουμε και τα πολλά εκατομμύρια αμάχων, κυρίως από σοβιετικής πλευράς. Ο πόλεμος αυτός περιλαμβάνει πράξεις απαράμιλλου θάρρους και πράξεις επονείδιστης δειλίας. Πράξεις στρατηγικής ιδιοφυΐας κι εγκληματικές αμέλειες. Βιαιοπραγίες, εκτελέσεις, σφαγές αμάχων. Το δράμα των αιχμαλώτων πολέμου. Εθνοκαθάρσεις και γενοκτονίες με αποκορύφωμα το αίσχος της Σοά. Αμέτρητες ζωές που θυσιάστηκαν στο βωμό της Μεγάλης Ιστορίας.

Η αποτίμηση της σύγκρουσης αυτής στη δυτική ιστοριογραφία ταλανιζόταν επί μακρόν από στερεότυπα: παραδοχή των εξηγήσεων που έδιναν Γερμανοί στρατιωτικοί στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν την τελική αποτυχία τους, απόρριψη των σοβιετικών ιστορικών μελετών ως αμιγώς προπαγανδιστικών έργων (συχνά, όχι αδικαιολόγητα), αντιλήψεις που αποτελούσαν απόρροια του Ψυχρού Πολέμου, θεμελιώδης εχθρότητα προς την κομμουνιστική ΕΣΣΔ και γεωπολιτική αντιπαλότητα της Δύσης προς τη Ρωσία. Η επικράτηση της Σοβιετικής Ένωσης εξηγείται υπεραπλουστευτικά ως συνέπεια της αριθμητικής υπεροχής και του ανεξάντλητου ανθρώπινου και υλικού δυναμικού της. Οι ιδέες αυτές συσκότιζαν την ιστορική αλήθεια και δυσχέραιναν τις προσπάθειες κατανόησης ενός από τα σημαντικότερα γεγονότα του 20ού αιώνα.

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Η ΕΣΣΔ ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ 1930

Χάρτης των περιοχών που πλήγηκαν από λιμό το 1933

Στο εσωτερικό της, η Σοβιετική Ένωση φέρει το βάρος δύο μεγάλων ανθρωπογενών καταστροφών. Κατά το χρονικό διάστημα 1931-1933, τραγικές αποφάσεις της πολιτικής ηγεσίας της ΕΣΣΔ έχουν ως αποτέλεσμα την εκδήλωση μιας σειράς φοβερών λιμών: η βίαιη και αδέξια μετάβαση από την παραδοσιακή οργάνωση της αγροτικής οικονομίας στη σοβιετική των κολχόζ και σοβχόζ, η στενόμυαλη επιμονή να τηρηθούν απαρεγκλίτως εντελώς εξωπραγματικά οικονομικά πλάνα, η εγκληματική απαίτηση της πολιτικής ηγεσίας για συμμόρφωση προς τις αποφάσεις της ανεξαρτήτως κόστους έχουν ως αποτέλεσμα την απώλεια περισσότερων από 6 εκατομμύρια ανθρώπινων ζωών, κυρίως στην Ουκρανία, τη νότια Ρωσία (περιοχές του Κουμπάν και του Κάτω Βόλγα), τα νότια Ουράλια, τη Δυτική Σιβηρία και την Κεντρική Ασία. Το 1937-38, εξίσου καταστροφικές αποδεικνύονται οι σταλινικές εκκαθαρίσεις στο στράτευμα, το κόμμα και τους κύκλους των διανοουμένων. Ακόμη και σήμερα είναι δυσχερής ο υπολογισμός του ακριβούς αριθμού εκείνων που εκτελέστηκαν, φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν ή εκτοπίστηκαν στα στρατόπεδα του Γκουλάγκ.

Παρ’ όλα αυτά, η οικονομική ανάπτυξη, η μαζική παραγωγή καταναλωτικών αγαθών και η βελτίωση των συνθηκών ζωής του πληθυσμού δημιουργούν την πεποίθηση ότι το μέλλον θα είναι καλύτερο.

Στο εξωτερικό, η θέση της ΕΣΣΔ σε ένα ευμετάβλητο, εξαιρετικά ασταθές και επικίνδυνο περιβάλλον είναι ιδιαίτερα περίπλοκη: καθεστώς πολιτικά ανάδελφο, η Σοβιετική Ένωση αντιμετωπίζει με δυσπιστία τόσο τις καπιταλιστικές δυνάμεις της Δύσης όσο και την ιδεολογικά αντίπαλη ναζιστική Γερμανία. Η σοβιετική ηγεσία δεν έχει ξεχάσει τη συμμετοχή των Βρετανών και των Γάλλων (μαζί με τους Έλληνες, Πολωνούς, Ρουμάνους και άλλους συμμάχους τους) στον ρωσικό εμφύλιο πόλεμο. Φοβάται επίσης ότι οι δυτικοί θα προσπαθήσουν να στρέψουν τη γερμανική επιθετικότητα εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Όταν, πάντως, ξεσπάσει η κρίση μεταξύ Γερμανίας και Τσεχοσλοβακίας για το ζήτημα των Σουδητών, ο Στάλιν θα προσφερθεί να στείλει στρατεύματα για να εγγυηθεί την εδαφική ακεραιότητα της Τσεχοσλοβακίας. Τα στρατεύματα αυτά, όμως, πρέπει να περάσουν από πολωνικό έδαφος κι η Πολωνία δεν θα δώσει άδεια διέλευσης. Για εύλογους ιστορικούς λόγους, φοβάται εξίσου τη Γερμανία και τη σοβιετική Ρωσία, πιστεύει δε ότι όσο δεν συμμαχεί με τη δεύτερη μπορεί να γλιτώσει από τυχόν επίθεση της πρώτης. Επιπλέον, διεκδικεί κι εκείνη το μερίδιό της από ενδεχόμενο διαμελισμό της Τσεχοσλοβακίας. Με αυτά τα δεδομένα και την ενδοτικότητα της Βρετανίας του Τσάμπερλαιν και της Γαλλίας του Νταλαντιέ φτάνουμε στις επονείδιστες Συμφωνίες του Μονάχου, στις 29-30 Σεπτεμβρίου 1938, όταν η εδαφική ακεραιότητα της Τσεχοσλοβακίας θυσιάζεται από τους δυτικούς στον βωμό της πολιτικής του κατευνασμού της χιτλερικής Γερμανίας.

Συμφωνίες του Μονάχου, 29 Σεπτεμβρίου 1938: Τσάμπερλαιν, Νταλαντιέ, Χίτλερ, Μουσσολίνι και Τσάνο. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 183-R69173 / CC-BY-SA

Α.   ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΩΣ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΡΙΜΠΕΝΤΡΟΠ-ΜΟΛΟΤΟΦ

Οι φόβοι των Σοβιετικών για τη θέση της Δύσης ενισχύονται: στο διάστημα μεταξύ των Συμφωνιών του Μονάχου και της εισβολής των στρατευμάτων του Γ΄ Ράιχ στην Τσεχοσλοβακία (Μάρτιος 1939), ιδίως δε μετά τη συνάντηση του Γάλλου Υπουργού Εξωτερικών Ζωρζ Μποννέ με τον Γερμανό ομόλογό του Γ. φον Ρίμπεντροπ (Δεκέμβριος 1938), οι γαλλικές εφημερίδες επιδίδονται σε εκστρατεία προπαγάνδας για τη δημιουργία μιας «Μεγάλης Ουκρανίας» η οποία θα αποσχιζόταν από την ΕΣΣΔ. Του νέου κράτους θα ηγούταν κάποιο ανδρείκελο, χρηματοδοτούμενο από τη Γερμανία, σαν τον Βασίλι Μπισκούπσκι ή τον Πάβλο Σκοροπάντσκι.

Β. Μ. Μόλοτοφ

Η «εκατονταετής» ειρήνη που θα διασφάλιζαν οι Συμφωνίες του Μονάχου, όπως έλεγαν κάποιοι στη Δύση, δεν κράτησε ούτε έξι μήνες! Στις 15 Μαρτίου 1939, η Γερμανία εισέβαλλε στην Τσεχοσλοβακία. Οχτώ ημέρες μετά, αποσπούσε το Μέμελ/ Κλάιπεντα από τη Λιθουανία. Στη Μόσχα, με διάταγμα του Ανωτάτου Σοβιέτ της 4ης Μαΐου 1939, ο Βιατσεσλάφ Μ. Μόλοτοφ, πρόεδρος του Συμβουλίου Λαϊκών Επιτρόπων της ΕΣΣΔ, αντικαθιστούσε τον Μαξίμ Λίτβινοφ, ένθερμο θιασώτη της συνεργασίας με τη Δύση εναντίον της ναζιστικής Γερμανίας, στη θέση του Υπουργού Εξωτερικών. Ήταν αυτό μια ένδειξη ότι θα άλλαζε κι η σοβιετική εξωτερική πολιτική;

Όχι απαραίτητα. Οι Σοβιετικοί φαίνεται να κατέβαλαν κάθε προσπάθεια για την επίτευξη συμφωνίας με τη Δύση. Από τον Ιούνιο μέχρι τον Αύγουστο του 1939 διαπραγματεύονται διαρκώς με τους Βρετανούς και τους Γάλλους με σκοπό τη συμμαχία κατά των ναζί. Η ΕΣΣΔ επιθυμεί μια συμμαχία με συγκεκριμένους όρους: πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς οι στρατιωτικές δυνάμεις που θα διαθέσει κάθε χώρα σε περίπτωση πολέμου. Σύμφωνα με το σχέδιο συμφωνίας που πρότειναν οι Σοβιετικοί, αν η Γερμανία στραφεί κατά της Γαλλίας και της Βρετανίας, η ΕΣΣΔ θα συμβάλει με δυνάμεις ίσες με το 60 % των αγγλογαλλικών. Εάν στραφεί κατά της Πολωνίας ή της Ρουμανίας, η ΕΣΣΔ θα διαθέσει τις ίδιες δυνάμεις με το ΗΒ και τη Γαλλία. Εάν, τέλος, στόχος της επίθεσης είναι η ίδια η Σοβιετική Ένωση, τότε Βρετανία και Γαλλία θα πρέπει να διαθέσουν δυνάμεις ίσες με το 70 % των σοβιετικών. Οι Γάλλοι δεν είναι αρνητικοί, αλλά αργούν να συμφωνήσουν. Οι Βρετανοί δεν έχουν καμία διάθεση να δεσμευθούν με τέτοιο τρόπο. Προτιμούν μια συμφωνία με ασαφείς όρους, την οποία πιστεύουν ότι θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν ως διπλωματικό χαρτί στο μέλλον. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι διαπραγματεύσεις δεν καταλήγουν πουθενά.

Β.   ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΡΙΜΠΕΝΤΡΟΠ-ΜΟΛΟΤΟΦ ΩΣ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣΟΒΙΕΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Η διστακτικότητα της Δύσης, θα οδηγήσει τη σοβιετική ηγεσία στον κυνικό ρεαλισμό. Η γερμανική ηγεσία, προκειμένου να διασφαλίσει τα νώτα της λίγο πριν εισβάλει στην Πολωνία, προσεγγίζει την ΕΣΣΔ. Τον Αύγουστο του 1939, ο Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών Γιόαχιμ φον Ρίμπεντροπ και ο πρέσβης στη Μόσχα κόμης Φρήντριχ-Βέρνερ φον Σούλενμπουργκ προτείνουν στους Σοβιετικούς την υπογραφή συμφώνου μη επιθέσεως. Το δέλεαρ είναι σημαντικό: διασφάλιση της ειρήνης, έστω και προσωρινή, ανάπτυξη των εμπορικών σχέσεων (η γερμανική πολεμική βιομηχανία χρειάζεται απεγνωσμένα τις πρώτες ύλες που παράγει η ΕΣΣΔ), κατευνασμός της Ιαπωνίας με την οποία η ΕΣΣΔ βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση και δυνατότητες εδαφικής επέκτασης για τους Σοβιετικούς με τρόπο που θα εγγυάται μεγαλύτερη ζώνη ασφάλειας. Με ιδιαίτερη διακριτικότητα όσον αφορά τη δημοσιότητα του γεγονότος, οι δύο ΥπΕξ υπογράφουν το σύμφωνο στις 23 Αυγούστου.

28 8 1939, υπογραφή Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ

Την 1η Σεπτεμβρίου 1939, η ναζιστική Γερμανία εισβάλλει απρόκλητα στην Πολωνία. Κι ενώ οι γερμανικές δυνάμεις προελαύνουν παρά την ηρωϊκή, μα απέλπιδα, αντίσταση των Πολωνών, αρχίζουν να γίνονται αντιληπτοί και οι μυστικοί όροι του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ: στις 17 Σεπτεμβρίου ο Κόκκινος Στρατός εισβάλλει στην ανατολική Πολωνία. Τρεις ημέρες αργότερα έχει ήδη καταλάβει το Λβίφ, το Κόβελ, το Βίλνο/ Βίλνιους και το Γκρόντνο, αιχμαλωτίζοντας χιλιάδες Πολωνούς αξιωματικούς και στρατιώτες. Οι απλοί στρατιώτες απελευθερώθηκαν σχετικά γρήγορα, όχι όμως και οι αξιωματικοί. Αρκετοί από τους δεύτερους δεν θα επιζήσουν της αιχμαλωσίας: τον Απρίλιο του 1943 γερμανικές δυνάμεις ανακάλυπταν στο δάσος του Κάτυν, κοντά στο κατεχόμενο Σμολένσκ, τους μαζικούς τάφους χιλιάδων Πολωνών αξιωματικών που είχαν εκτελεστεί, πιθανώς το 1940, από τους πράκτορες του Εν Κα Βε Ντε (του διαβόητου Λαϊκού Επιτροπάτου Εσωτερικών Υποθέσεων/ Народный комиссариат внутренних дел). Η επιχείρηση στην Πολωνία παρουσιάζεται στη σοβιετική κοινή γνώμη ως απελευθέρωση της δυτικής Λευκορωσίας και Ουκρανίας!

Φινλανδός πολυβολητής

Ο Χειμερινός Πόλεμος με τη Φινλανδία: Με την ασφάλεια που της παρέχει το Σύμφωνο Ρ.-Μ., η ΕΣΣΔ συνεχίζει την επιχείρηση εδαφικής επέκτασης, αυτή τη φορά προς Βορρά. Τα σοβιετοφινλανδικά σύνορα απέχουν μόλις 30 χλμ. από τη μεγαλούπολή του Λενινγκράντ. Η σοβιετική ηγεσία αποστέλλει στη φινλανδική τελεσίγραφο ζητώντας εδαφικές παραχωρήσεις (προτείνοντας πάντως και αμοιβαίες ανταλλαγές εδαφών). Για να αυξήσει την πίεση, προχωρά και στη συγκρότηση μιας κυβέρνησης ανδρεικέλων, αυτής της «ΛΔ Φινλανδίας», υπό τον Όττο Κουουσίνεν, η οποία θα μείνει γνωστή στην Ιστορία ως «κυβέρνηση του Τεριγιόκι». Οι Φινλανδοί αρνούνται τους όρους του τελεσιγράφου και στις 30 Νοεμβρίου ξεσπά ο πόλεμος. Οι Σοβιετικοί αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες: αφού ο Κόκκινος Στρατός προχώρησε σε φινλανδικό έδαφος σταματά στην αμυντική γραμμή Μάννερχάιμ, όπου θα καθηλωθεί για πάνω από δύο μήνες. Μπορεί η αριθμητική υπεροχή να ανήκει στους Σοβιετικούς, αλλά οι Φινλανδοί έχουν καλύτερο οπλισμό και είναι κατάλληλα εκπαιδευμένοι για ένα χειμερινό πόλεμο στον Βορρά. Μόλις στα τέλη Φεβρουαρίου ο Κόκκινος Στρατός κατορθώνει να διασπάσει τη φινλανδική άμυνα και να αναγκάσει τον Φινλανδό στρατάρχη Μάννερχάιμ σε συνθηκολόγηση (12 Μαρτίου). Οι όροι της είναι χειρότεροι για τους Φινλανδούς από το τελεσίγραφο του Νοεμβρίου: ειδικά η παραχώρηση του Βίμποργκ και οι χιλιάδες πρόσφυγες που θα εγκαταλείψουν την πόλη θα ενισχύσουν μοιραία τα εχθρικά αισθήματα για την ΕΣΣΔ. Επιπλέον, ο Πόλεμος του Χειμώνα κόστισε στην ΕΣΣΔ μεγάλες απώλειες (48 χιλ. νεκροί, 158 χιλ. τραυματίες), ενώ οι αποτυχίες του Κόκκινου Στρατού θα πρέπει να επέτρεψαν σε κάποιους να συναγάγουν συμπεράσματα για το πραγματικό αξιόμαχό του.

Η παράλληλη επέκταση: Τον Απρίλιο του 1940, η Γερμανία καταλαμβάνει τη Δανία και τη Νορβηγία. Ένα μήνα αργότερα ξεκινά την εντυπωσιακή επίθεσή της κατά των χωρών της Μπενελούξ και της Γαλλίας. Στις 14 Ιουνίου οι γερμανικές δυνάμεις εισέρχονται στο Παρίσι. Στις 22 Ιουνίου ο στρατάρχης Πεταίν συνθηκολογεί. Στο μεταξύ, η ΕΣΣΔ συνεχίζει την επέκτασή της: στις 17-23 Ιουνίου καταλαμβάνει αστραπιαία τις τρεις Βαλτικές Δημοκρατίες (Λιθουανία, Λεττονία, Εσθονία), και στο τέλος του μήνα αποσπά από τη Ρουμανία τη Βεσσαραβία και τη Μπουκοβίνα. Έχει πλέον ανακτήσει σχεδόν το σύνολο των εδαφών της τσαρικής Ρωσίας (με την εξαίρεση μέρους της γερμανοκρατούμενης Πολωνίας), αλλά κατέχει πλέον και εδάφη που δεν ανήκαν ποτέ στην αυτοκρατορία των τσάρων (η Γαλικία και η Μπουκοβίνα ανήκαν ως το 1918 στην Αυτοκρατορία των Αψβούργων).

Το Λονδίνο κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών, φθινόπωρο 1940

Η Μάχη της Αγγλίας και η σταδιακή σοβιετική μεταστροφή: Τον Ιούλιο του 1940, οι Γερμανοί αρχίζουν να βομβαρδίζουν τη Βρετανία. Ο πρώτος μεγάλος βομβαρδισμός του Λονδίνου ανάγεται στις 7 Σεπτεμβρίου. Τα γεγονότα αυτά σηματοδοτούν μια σταδιακή μεταστροφή της σοβιετικής κοινής γνώμης, προφανώς με την άτυπη έγκριση της πολιτικής ηγεσίας: τον Οκτώβριο, η Πράφντα δημοσιεύει ρεπορτάζ του ανταποκριτή της στο Λονδίνο στα οποία παρουσιάζεται με ιδιαίτερη συμπάθεια η βρετανική αντίσταση στις γερμανικές επιθέσεις. Η μεταστροφή αυτή παρατηρείται και στους κύκλους των διανοουμένων: την ίδια εποχή, η Αχμάτοβα γράφει το ποίημά της «Προς Λονδρέζους»:

«Του Σαίξπηρ το εικοστό τέταρτο το δράμα
γράφει ο Χρόνος με το αμείλικτό του χέρι.
Κι εμείς, οι καλεσμένοι στη φριχτή γιορτή,
πέρα από το σκοτεινό ποτάμι,
κάλλιο να διαβάσουμε τον Άμλετ, τον Καίσαρα, τον Βασιλέα Ληρ.
Κάλλιο στον τάφο της να συνοδέψουμε τη λατρευτή Ιουλιέττα,
δαυλούς κρατώντας, τραγουδώντας.
Κάλλιο να δούμε μέσα απ’ του Μακμπέθ το παραθύρι.
ρίγη να νιώσουμε μπρος στους φονιάδες, τους κακούργους.
Μα όχι αυτό, όχι αυτό, όχι αυτό…
το δράμα αυτό είναι αβάσταχτο να το διαβάσουμε!» [Άννα Αχμάτοβα «Προς Λονδρέζους», πιθ. φθινόπωρο 1940, εκδόθηκε στη Συλλογή «Избранное Стихи», Τασκένδη 1943.]

Οι γερμανοσοβιετικές σχέσεις διαταράσσονται – η επίσκεψη Μόλοτοφ στο Βερολίνο: Και κάπως έτσι, παρά τη φαινομενική ηρεμία, καθίσταται σαφές ότι κάτι δεν πάει καλά στις γερμανοσοβιετικές σχέσεις. Και οι δύο πλευρές έχουν την αίσθηση ότι πρόκειται για παρά φύση «συμμαχία». Οι Γερμανοί είναι ανήσυχοι με τη σοβιετική εδαφική επέκταση, ιδίως όταν πια οι τυπικά σύμμαχοι έχουν πλησιάσει πολύ τις ρουμανικές πετρελαιοπηγές. Επομένως, είτε η ΕΣΣΔ θα συμμετάσχει ουσιαστικά στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας είτε θα είναι καλύτερο για τη δεύτερη να ξεμπερδεύει μιαν ώρα αρχύτερα με τον ιδεολογικό εχθρό του «ιουδαιομπολσεβικισμού»! Όλα αυτά θα φανούν ακόμη περισσότερο κατά την επίσκεψη του Μόλοτοφ στο Βερολίνο (12-14 Νοεμβρίου). Ο Χίτλερ προτείνει τη σοβιετική συμμετοχή στον διαμελισμό της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, αλλά οι Σοβιετικοί ενδιαφέρονται περισσότερο για τη σταθερότητα στα Βαλκάνια.

Νοέμβριος 1940, Ρίμπεντροπ και Μόλοτοφ, πηγή: Bundesarchiv, Bild 183-1984-1206-523 / CC-BY-SA

Νοέμβριος 1940, Ρίμπεντροπ και Μόλοτοφ, πηγή: Bundesarchiv, Bild 183-1984-1206-523 / CC-BY-SA

Το βράδυ της 13ης Νοεμβρίου, παρατίθεται επίσημο δείπνο στη σοβιετική πρεσβεία στο Βερολίνο, το οποίο διακόπτεται λόγω βρετανικού βομβαρδισμού. Στο καταφύγιο του υπουργείου εξωτερικών, ο Ρίμπεντροπ επαναλαμβάνει στον Μόλοτοφ τη γερμανική πρόταση. Ακολουθεί η εξής στιχομυθία (η οποία, βέβαια, δεν δημοσιεύθηκε ποτέ στον σοβιετικό τύπο: την εκμυστηρεύθηκε ο Στάλιν στον Τσέρτσιλλ, ο οποίος και την κατέγραψε στα απομνημονεύματά του):
Ρίμπεντροπ: «Δεν έχετε, όμως, απαντήσει ακόμη στο ουσιώδες ερώτημα. Θα συνεργαστεί η ΕΣΣΔ στη μεγάλη εκκαθάριση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας;
Μόλοτοφ: «Αν είστε τόσο βέβαιος ότι η Αγγλία είναι τελειωμένη, τότε τι στο καλό κάνουμε σε αυτό το καταφύγιο

ΜΕΡΟΣ Ι

Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ: Από την έναρξη της επιχείρησης Μπαρμπαρόσσα ως και τη Μάχη της Μόσχας

«Θα έλεγε κάποιος ότι όλοι περίμεναν τον πόλεμο εδώ και καιρό, κι όμως, την τελευταία ώρα, το ξέσπασμα του πολέμου ήταν κάτι σαν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν προφανώς αδύνατο να προετοιμαστείς για μια δυστυχία τόσο φριχτή». [Κονσταντίν Μιχάιλοβιτς Σίμονοφ (1915-1979) «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί» («Живые и мёртвые»), 1959]

Α.   ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΜΠΑΡΜΠΑΡΟΣΣΑ

α.   Ο Χίτλερ αποφασίζει να επιτεθεί στην ΕΣΣΔ

Κατά τα φαινόμενα, η επόμενη κίνηση του Χίτλερ θα πρέπει να ήταν η εισβολή στη Βρετανία. Μόνο που λόγοι τόσο «τεχνικής» όσο και ιδεολογικής φύσης καθιστούσαν το εγχείρημα αυτό εξαιρετικά δυσχερές. Το σχέδιο μιας απόβασης στη Βρετανία ενείχε σχεδόν αξεπέραστες δυσκολίες. Ο τελευταίος στην ιστορία που τα είχε καταφέρει, χάρη σε ευνοϊκές συγκυρίες, ήταν ένας Νορμανδός Δούκας σχεδόν 900 χρόνια πιο πριν. Επιπλέον, για τον Χίτλερ, μια τέτοια επίθεση κατά των Άγγλων ήταν αντίθετη προς τις ιδεολογικές πεποιθήσεις του. Ο ηγέτης του ναζισμού ποτέ δεν είχε κρύψει τον θαυμασμό του για τους Άγγλους: ήταν η άλλη «κυρίαρχη» φυλή, με την οποία θα μοιραζόταν τον κόσμο. Το πρότυπο του Χίτλερ για μια αχανή γερμανική αυτοκρατορία στην Ανατολή δεν ήταν άλλο από τη βρετανική Ινδία: πώς λίγοι κυρίαρχοι κατορθώνουν να επιβληθούν στα εκατομμύρια των ιθαγενών. Αργά ή γρήγορα, Γερμανία και Βρετανία θα έφταναν σε φιλικό διακανονισμό. Αν μάλιστα έβγαινε από τη μέση ο μόνος σοβαρός δυνητικός σύμμαχος των Βρετανών, η ΕΣΣΔ, τότε όλα θα γίνονταν πιο απλά. Επιπλέον, η Γερμανία θα ξεμπέρδευε με τον αιώνιο ιδεολογικό αντίπαλο, «το όνειδος του ιουδαιομπολσεβικισμού». Στις 18 Δεκεμβρίου 1940, ο Χίτλερ παίρνει την οριστική απόφασή του να επιτεθεί στην ΕΣΣΔ! Ήταν περήφανος για την επιχείρηση που είχσ σχεδιασθεί κι απόλυτα αισιόδοξος για την κατάληξή της.

«Όταν η Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα αρχίσει, ολόκληρη η υφήλιος θα κρατήσει την ανάσα της

«Απλώς θα χτυπήσουμε την πόρτα κι ολόκληρο το σαθρό οικοδόμημα θα καταρρεύσει μονομιάς!»

Ο πόλεμος αυτός θα ήταν διαφορετικός: φυλετικός, δίχως περιορισμούς. Η Βέρμαχτ δεν όφειλε να τηρήσει το δίκαιο του πολέμου, μια και «η ΕΣΣΔ δεν δεσμευόταν από τις σχετικές συνθήκες». Κομμισσάριοι και στελέχη του ΚΚΣΕ, Εβραίοι και αντάρτες θα παραδίδονταν στις ειδικές ομάδες των Ες Ες και τη στρατιωτική αστυνομία προς εκτέλεση. Ο άμαχος πληθυσμός, ως «Σλάβοι υπάνθρωποι», δεν θα ετύγχαναν καμιάς προστασίας, ούτε θα δικαιούνταν τρόφιμα ή ό,τι άλλο.

Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα, Ιούνιος-Δεκέμβριος 194- Πηγή: χρήστης Gdr στην αγγλική έκδοση της Βικιπαίδειας [en.wikipedia]

Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα, Ιούνιος-Δεκέμβριος 194- Πηγή: χρήστης Gdr στην αγγλική έκδοση της Βικιπαίδειας [en.wikipedia]

Σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο, τα γερμανικά στρατεύματα θα εισβάλουν στη Σοβιετική Ένωση σε διάταξη τρίαινας αποτελούμενης από τρεις ομάδες στρατιών: Βορρά, υπό τον Βίλχελμ φον Λέεμπ, Κέντρου, υπό τον Φέντορ φον Μποκ, και Νότου, υπό τον Γκερτ φον Ρούντστεντ. Ο τρομερά φιλόδοξος στόχος είναι η κατάληψη ολόκληρης της ευρωπαϊκής ΕΣΣΔ μέχρι το Αρχανγκέλσκ, τα Ουράλια και το Αστραχάν στις εκβολές του Βόλγα!

β.   Το σοβιετικό «μούδιασμα» και η έναρξη του πολέμου

Όσο πλησίαζε το θέρος του 1941 τόσο πύκνωναν τα μηνύματα με αποδέκτη τη σοβιετική κυβέρνηση σχετικά με επικείμενη γερμανική εισβολή. Έχοντας προφανώς επίγνωση του ότι ο Κόκκινος Στρατός ήταν ανέτοιμος για μια τέτοια σύγκρουση, η ηγεσία της ΕΣΣΔ προσπαθούσε απελπισμένα να αναβάλει το μοιραίο, προσποιούμενη ότι όλα έβαιναν καλώς όσον αφορά τις γερμανοσοβιετικές σχέσεις.

Στις 5 Μαΐου, ο Στάλιν δεξιωνόταν στο Κρεμλίνο αποφοίτους στρατιωτικών σχολών. Τους μίλησε για περίπου σαράντα λεπτά. Την επομένη, η Πράβντα συνόψιζε τον λόγο σε πέντε ή έξι ανώδυνες γραμμές. Το περιεχόμενο της ομιλίας επρόκειτο να γίνει γνωστό πολύ αργότερα.

«Η κατάσταση είναι εξαιρετικά σοβαρή και δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο γερμανικής επίθεσης πολύ σύντομα… Με όλα τα διπλωματικά μέσα που διαθέτει, η σοβιετική κυβέρνηση θα προσπαθήσει να αποτρέψει το ενδεχόμενο αυτό, τουλάχιστον μέχρι το φθινόπωρο. Τότε θα είναι πολύ αργά για τους Γερμανούς. Μπορεί να το κατορθώσουμε, μπορεί και όχι…».

Επισήμως όλα συνέχιζαν να είναι ήρεμα. Άλλωστε, οι μεθοριακές σοβιετικές δυνάμεις είχαν λάβει διαταγές να μην αντιδρούν σε ύποπτες κινήσεις των γερμανικών στρατευμάτων, προκλήσεις ή παραβιάσεις του εναέριου χώρου της ΕΣΣΔ. Στις 14 Ιουνίου, το πρακτορείο ΤΑΣΣ εξέδιδε το περιβόητο ανακοινωθέν με το οποίο προσπαθούσε να πείσει ότι οι σχέσεις της ΕΣΣΔ με τη Γερμανία ήταν περίπου ανέφελες. Οι προσεκτικοί παρατηρητές περίμεναν τις γερμανικές αντιδράσεις. Δεν υπήρξε καμία.

Στα απομνημονεύματά του, ο Σοβιετικός στρατηγός Ιβάν Φεντιουνίνσκι διηγείται ένα παράξενο περιστατικό:

«Στις 18 Ιουνίου, εμφανίστηκε σε κάποιο σοβιετικό φυλάκιο ένας Γερμανός λιποτάκτης. Ισχυριζόταν πως, ενώ ήταν μεθυσμένος, χτύπησε έναν αξιωματικό. Είχε τον φόβο ότι θα τον περνούσαν από στρατοδικείο και θα τον τουφέκιζαν. Διατεινόταν ότι συμπαθούσε τους Ρώσους γιατί ο πατέρας του ήταν κομμουνιστής. Στο τέλος, είπε σε αυτούς που τον ανέκριναν ότι, στις 22 Ιουνίου στις 4 το πρωί, ο γερμανικός στρατός θα εισέβαλε στη Ρωσία

Είχε ήδη πέσει η σύντομη νύχτα της 21ης Ιουνίου όταν ο Γερμανός πρεσβευτής στη Μόσχα, o κόμης Φρήντριχ-Βέρνερ φον Σούλενμπουργκ επισκέφτηκε τον Λαϊκό Επίτροπο Εξωτερικών Υποθέσεων Βιατσεσλάφ Μιχάιλοβιτς Μόλοτοφ, έπειτα από επανειλημμένες τηλεφωνικές κλήσεις του δεύτερου. Ο φον Σούλενμπουργκ, που αγνοούσε τα πάντα για τις αποφάσεις που είχε λάβει ο Χίτλερ κι η ναζιστική ηγεσία εδώ και μήνες, κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Επιστρέφοντας στην πρεσβεία, βρήκε τις οδηγίες του ΥπΕξ φον Ρίμπεντροπ: θα έπρεπε να μεταβεί αμέσως εκ νέου στο Κρεμλίνο και, χωρίς καμία συζήτηση, να διαβάσει στον Μόλοτοφ ένα τηλεγράφημα του Χίτλερ που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά συγκεκαλυμμένη κήρυξη πολέμου. Ο Ρώσος ΥπΕξ άκουσε αμίλητος το τηλεγράφημα κι έπειτα είπε στον φον Σούλενμπουργκ: «Πόλεμος, λοιπόν… Πιστεύετε ότι αξίζαμε κάτι τέτοιο;» [Alexander Werth (Александр Верт) “Russia At War, 1941-1945”, Barrie & Rockliff, Λονδίνο, 1964/ γαλλική έκδοση: « La Russie en guerre », t. 1 « La patrie en danger, 1941-1942 », τελευταία αναθεωρημένη έκδοση, Tallandier, σειρά Texto, Παρίσι, 2012, σελ. 195-201, 225]

Είχε αρχίσει να χαράζει. Την ίδια ώρα, τρία εκατομμύρια Γερμανοί στρατιώτες, μαζί με ένα εκατομμύριο συμμάχους τους, (Ρουμάνους, Ούγγρους, Σλοβάκους και Ιταλούς) εισέβαλλαν στη Σοβιετική Ένωση, αρχίζοντας μια προέλαση που επρόκειτο σύντομα να τους φέρει στα περίχωρα της Μόσχας και του Λενινγκράντ και στις όχθες του Βόλγα. Η πιο μεγάλη πολεμική αναμέτρηση της Ιστορίας είχε μόλις αρχίσει.

Γερμανικές δυνάμεις τεθωρακισμένων περνούν τα πολωνοσοβιετικά σύνορα φωτογραφία Bundesarchiv, Bild 101I-185-0139-20  Grimm, Arthur  CC-BY-SA

Γερμανικές δυνάμεις τεθωρακισμένων περνούν τα πολωνοσοβιετικά σύνορα. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-185-0139-20 Grimm, Arthur CC-BY-SA

γ.   Η γερμανική προέλαση και η πανωλεθρία του Κόκκινου Στρατού

Οι πρώτες εβδομάδες του πολέμου αποτελούν πραγματική πανωλεθρία για τον Κόκκινο Στρατό. Σε πολλές περιπτώσεις, οι δυνάμεις του υποχωρούν άτακτα ή προβάλλουν αντίσταση χωρίς συντονισμό και υποστήριξη και συχνά περικυκλώνονται από τις γερμανικές. Μεγάλος αριθμός αεροσκαφών και αρμάτων μάχης καταστρέφονται. Στη Μόσχα, η σύγχυση της ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας είναι πρόδηλη: υπάρχει απόλυτη αδυναμία κατανόησης της κατάστασης. Οι αρχικές διαταγές της πρώτης ημέρας καταδεικνύουν ότι στο σοβιετικό επιτελείο νομίζουν πως είναι απλώς κάποια γερμανική πρόκληση στην οποία δεν πρέπει να ενδώσουν οι σοβιετικές δυνάμεις. Όταν πλέον γίνεται αντιληπτό ότι πρόκειται για κανονική εισβολή, οι διαταγές που δίνονται είναι εντελώς εξωπραγματικές. Το επιτελείο κάνει λόγο για επιχειρήσεις στο εχθρικό έδαφος και βομβαρδισμό των πόλεων της Ανατολικής Πρωσίας, τη στιγμή που ο Κόκκινος Στρατός υποχωρεί παντού!
Στην Ουκρανία, ήδη από τις αρχές του Ιουλίου, οι σοβιετικές δυνάμεις έχουν υποχωρήσει πέρα από τα παλαιά (προ του 1939) σύνορα! Σχεδόν ολόκληρη η Λευκορωσία και η πρωτεύουσά της, το Μινσκ, είχε καταληφθεί, όπως και μεγάλο μέρος των Βαλτικών Δημοκρατιών.

Εξηγήσεις για την υποχώρηση: Πώς εξηγείται η πανωλεθρία αυτή των Σοβιετικών;

– Οι Γερμανοί έχουν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, υπεροχή σε ανθρώπινο δυναμικό και εξοπλισμό (αριθμητική και ποιοτική). Έχουν ένα συγκεκριμένο σχέδιο το οποίο εκτελούν. Τα στρατεύματά τους είναι εμπειροπόλεμα και έχουν άριστο ηθικό, ειδικά μετά τον αστραπιαίο θρίαμβο της προηγούμενης χρονιάς στη Δύση.

– Ο Κόκκινος Στρατός πληρώνει διπλά το τίμημα των εκκαθαρίσεων του 1937-38, όταν διώχθηκαν κάπου 15.000 αξιωματικοί, δηλαδή ποσοστό περίπου 15 % του σώματος (το οποίο είναι πολύ μεγαλύτερο όσον αφορά τους ανώτατους αξιωματικούς). Όσοι έχουν απομείνει είναι σε μεγάλο βαθμό άπειροι (οι μόνες πρόσφατες πολεμικές εμπειρίες του Κόκκινου Στρατού αφορούσαν ειδικές περιπτώσεις: τον Ισπανικό Εμφύλιο και τον πόλεμο στην Άπω Ανατολή κατά των Ιαπώνων, όταν ο Ζούκοφ είχε συντρίψει τους Ιάπωνες στον ποταμό Χαλκίν-Γκολ της Μογγολίας το 1939). Επιπλέον, οι εκκαθαρίσεις αποδεικνύονται καταστροφικές και διότι έχουν ενισχύσει διάφορες ιδεοληψίες και τον στείρο δογματισμό σε επίπεδο τακτικής και στρατηγικής. Η άμυνα παραμελείται εντελώς. Η αξία των τεθωρακισμένων και της κινητικότητας των μονάδων απορρίπτεται ως «ξεπερασμένη αστική ιδεοληψία». Ας θυμηθούμε ότι το γνωστότερο θύμα των εκκαθαρίσεων ήταν ο εκτελεσθείς στρατάρχης Μιχαήλ Νικολάγιεβιτς Τουχατσέφσκι, ο οποίος είχε αναπτύξει ιδιαίτερα πρωτοποριακές θεωρίες στρατηγικής και τακτικής (πίστευε λ.χ. ότι η πραγματική αξία μιας μονάδας βρίσκεται στον συσχετισμό της δύναμης πυρός και των δυνατοτήτων της κίνησης – ήταν θιασώτης των επιχειρήσεων σε βάθος κ.λπ.).

– Η γερμανική εισβολή βρίσκει τον Κόκκινο Στρατό ενώ ακόμη εξελίσσεται πρόγραμμα ριζικής αναδιοργάνωσης και εξοπλισμού του (βλ. άρθρο του, τότε, στρατηγού Ζούκοφ στην Πράφντα της 23ης Φεβρουαρίου 1941). Τα περισσότερα αεροσκάφη και άρματα μάχης που διαθέτει ανήκουν σε ξεπερασμένους τύπους. Επιπλέον, τα πληρώματά τους είναι ελλιπώς εκπαιδευμένα. Π.χ. οι πιλότοι των σοβιετικών αεροπλάνων που προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν τη γερμανική εισβολή είχαν σε αρκετές περιπτώσεις μόλις 4-15 ώρες πτήσης, την ώρα που ο αντίστοιχος αμερικανικός στρατιωτικός κανονισμός απαιτούσε 150 ώρες πτήσης για να κριθεί πιλότος ως μάχιμος! Κι ακόμη, η ΕΣΣΔ δεν διέθετε σοβαρή αυτοκινητοβιομηχανία: η έλλειψη αυτή συνεπαγόταν θεμελιώδη αδυναμία του Κόκκινου Στρατού σε θέματα συγκρότησης μηχανοκίνητων μονάδων, μεταφορών, εφοδιασμού και υποστήριξης.

– Τέλος, η εδαφική επέκταση της ΕΣΣΔ προς Δυσμάς αποτελούσε επιπρόσθετο μειονέκτημα σε περίπτωση εχθρικής επίθεσης: οι αμυντικές οχυρώσεις ήταν πρόχειρες κι ελλιπείς, τα στρατιωτικά αεροδρόμια λιγοστά. Ειδικά στις περιπτώσεις εδαφών που ποτέ δεν ανήκαν στη Ρωσία (Γαλικία, Μπουκοβίνα) η στάση του πληθυσμού ήταν έως και εχθρική προς τις σοβιετικές δυνάμεις. Στη δυτική Ουκρανία λ.χ., οι ομάδες των εθνικιστών ανταρτών του Μπαντέρα είχαν την ευκαιρία να εκμεταλλευθούν το ξεκίνημα της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσσα προβαίνοντας σε πολυάριθμα σαμποτάζ που επέτειναν τη σύγχυση και τον πανικό του σοβιετικού στρατού.

Στο οχυρό του Μπρεστ-Λιτόφσκ: Και όμως… όπου υπήρχαν οι στοιχειώδεις έστω προϋποθέσεις, ο Κόκκινος Στρατός προέβαλε αντίσταση έως κι ηρωική. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ήταν αυτό της φρουράς του οχυρού του Μπρεστ-Λιτόφσκ.

Η Πύλη του Χολμ στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ

Η Πύλη του Χολμ στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ

Το Μπρεστ, κάποτε Μπρεστ-Λιτόφσκ, βρίσκεται στη Λευκορωσία στα σύνορα της χώρας με την Πολωνία. Η πόλη αποτελούσε πολωνικό έδαφος μέχρι το 1795, όταν, με τον τρίτο διαμελισμό της Πολωνίας, κατέληξε στη Ρωσία. Για να διασφαλισθεί η άμυνα της πόλης και της περιοχής της από κάθε πιθανό εισβολέα, οι Ρώσοι έχτισαν στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα ένα από τα πιο επιβλητικά φρούρια της εποχής σε ένα νησί που σχηματίζεται ανάμεσα στους ποταμούς Μπουγκ και Μοχαβέτς.

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το φρούριο κατελήφθη από τους Γερμανούς. Από την πόλη του Μπρεστ-Λιτόφσκ έστειλαν οι Γερμανοί ένα από τα πιο προκλητικά τελεσίγραφα στη Ρωσία των Μπολσεβίκων πλέον, στα τέλη του 1917. Στο οχυρό της πόλης υπογράφηκε τον Μάρτιο του 1918, μετά από διαπραγματεύσεις μηνών, η Συνθήκη ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόφσκ η οποία έθετε τέρμα στον πόλεμο μεταξύ Γερμανικής Αυτοκρατορίας και Ρωσίας των Λένιν και Τρότσκι.

Η πόλη αλλάζει χέρια κάμποσες φορές μεταξύ Γερμανών, Ρώσων και Πολωνών στους οποίους και καταλήγει το 1921. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα αποτελέσει το θέατρο σκληρών μαχών δύο φορές. Η πρώτη πολιορκία της πόλης και του οχυρού ανάγεται στον Σεπτέμβριο του 1939, όταν η πολωνική φρουρά του οχυρού υπό τον στρατηγό Κονστάντυ Πλισόφσκι θα προσπαθήσει ανεπιτυχώς να αποκρούσει την επίθεση των γερμανικών δυνάμεων του στρατηγού Χάιντς Γκουντέριαν. Οι Γερμανοί καταλαμβάνουν το φρούριο στις 17/18-9-1939, αλλά 4 ημέρες μετά το παραδίδουν στους Σοβιετικούς σύμφωνα με τους όρους του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ. Σε λιγότερο από δύο χρόνια θα χρειαστεί να το πολιορκήσουν εκ νέου.

Οι Γερμανοί έφτασαν στην πόλη ήδη από την πρώτη ημέρα της εισβολής. Δύο ημέρες μετά, στις 24 Ιουνίου 1941, η πόλη είχε καταληφθεί, όχι όμως και το οχυρό της, όπου αντιστέκεται ηρωϊκά ισχυρή σοβιετική δύναμη. Μέχρι το τέλος του Ιουνίου οι Γερμανοί έχουν καταλάβει το μεγαλύτερο τμήμα του οχυρού. Ωστόσο θα συνεχίσουν να υπάρχουν μεμονωμένα σημεία αντίστασης μέσα στο φρούριο τουλάχιστον έως τις 24 Ιουλίου. Σε κάποιον από εκείνους τους γενναίους υπερασπιστές ανήκει κι η χαραγμένη στον τοίχο θρυλική επιγραφή: «Я умираю, но не сдаюсь! Прощай, Родина! 20.VII.41» («Εγώ πεθαίνω, αλλά δεν παραδίνομαι! Αντίο Πατρίδα! 20 Ιουλίου 1941»). Τον συγκεκριμένο χώρο στον οποίο βρέθηκε η επιγραφή τον υπερασπίζονταν στρατιωτικές μονάδες του Εν Κα Βε Ντε.

Η θρυλική επιγραφή «Πεθαίνω, αλλά δεν παραδίνομαι» στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ, σήμερα στο Μουσείο Ενόπλων Δυνάμεων στη Μόσχα

Η θρυλική επιγραφή «Πεθαίνω, αλλά δεν παραδίνομαι» στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ, σήμερα στο Μουσείο Ενόπλων Δυνάμεων στη Μόσχα

Το σύνολο σχεδόν της φρουράς θυσιάστηκε, εκτός από λίγους βαριά τραυματισμένους τους οποίους αιχμαλώτισαν οι Γερμανοί. Κάποιοι από αυτούς κατόρθωσαν να επιζήσουν στην αιχμαλωσία. Η τραγική ειρωνεία έγκειται στο ότι, μετά την απελευθέρωσή τους το 1945, αντί να τους υποδεχτούν στην πατρίδα ως ήρωες, τους έστειλαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Γκουλάγκ ως ύποπτους συνεργασίας με τον εχθρό.

Β.   Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗΣ

α.   Η σοβιετική ηγεσία παίρνει τον λόγο

Ο πρώτος που απευθύνθηκε στον σοβιετικό λαό μετά τη γερμανική εισβολή ήταν ο ΥπΕξ Μόλοτοφ, το βράδυ της 22ας Ιουνίου. Ο Μόλοτοφ δεν ήταν σπουδαίος ρήτορας κι η κάπως εκνευριστική ένρινη φωνή του δεν βοηθούσε τα πράγματα. Ίσως, όμως, τα κομπιάσματα του λόγου του Μόλοτοφ να ήταν ό,τι πιο κατάλληλο για να φανεί η έκπληξη της σοβιετικής ηγεσίας. Ο Μόλοτοφ στάθηκε στον απρόκλητο και άδικο χαρακτήρα της εισβολής, προσπάθησε να φανεί πατριωτικός, αλλά οι λέξεις κι ο τόνος του πρόδιναν πικρία, ταπείνωση και κάποια αμηχανία. Ίσα που κατάφερε να ψελλίσει ότι «ο αγώνας μας είναι δίκαιος, θα νικήσουμε».

Πολύ πιο ενδιαφέρων και γλαφυρός υπήρξε ο λόγος που εκφώνησε λίγο αργότερα ο Βρετανός πρωθυπουργός Γουίνστον Τσέρτσιλλ:

«Κανείς δεν υπήρξε σταθερότερος πολέμιος του κομμουνισμού κατά τη διάρκεια των τελευταίων 25 ετών απ’ ό,τι εγώ. Δεν πρόκειται να απαρνηθώ τίποτε από όσα έχω πει επί του θέματος αυτού. Όμως…
Βλέπω τους Ρώσους στρατιώτες πάνω στη γενέθλια γη τους. Τους βλέπω να υπερασπίζουν τις εστίες τους, εκεί που οι μάνες και οι γυναίκες τους προσεύχονται (ω, ναι, υπάρχουν στιγμές που όλοι προσεύχονται) για τη σωτηρία των αγαπημένων τους. Βλέπω χιλιάδες ρώσικα χωριά όπου οι άνθρωποι μοχθούν σκληρά καλλιεργώντας τη γη για να επιβιώσουν, εκεί, όμως, όπου υπάρχουν οι πρωταρχικές χαρές της ανθρώπινης ζωής, εκεί όπου παίζουν κοπέλες και παιδιά. Και βλέπω να εφορμά ενάντια σε αυτούς τους ανθρώπους η τρομακτική πολεμική μηχανή των ναζί. Βλέπω τον ανόητο Ούνο, υπάκουο και βίαιο ρομπότ, να ορμά σαν τις ακρίδες

Ο λόγος του Βρετανού πρωθυπουργού ήταν υπόσχεση άμεσης συμμαχίας. Ήταν πιθανώς το πρώτο ενθαρρυντικό μήνυμα που λάμβανε η σοβιετική ηγεσία την αποφράδα εκείνη 22α Ιουνίου.

Κι έπειτα, αφού πέρασαν δώδεκα ολόκληρες δραματικές ημέρες, ο Στάλιν μίλησε. Ο λόγος του μεγάλου αρχηγού άρχιζε απροσδόκητα:

Στάλιν, 3 Ιουλίου 1941

Στάλιν, 3 Ιουλίου 1941

«Σύντροφοι, πολίτες, αδερφοί κι αδερφές μου, μαχητές του στρατού και του ναυτικού μας! Απευθύνομαι σε σας, φίλοι μου

Ο Στάλιν δεν προσπάθησε να εξωραΐσει την κατάσταση. Την περιέγραψε με ακρίβεια και, παρά τον δραματικό χαρακτήρα της με ψυχραιμία. Δικαιολόγησε το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ ως μοναδικό τρόπο για διασφάλιση της ειρήνης. Έπειτα, εξέθεσε ένα πραγματικό πρόγραμμα πολέμου, ενός πολέμου ολοκληρωτικού που θα απαιτούσε τη συστράτευση όλων των δυνάμεων της σοβιετικής κοινωνίας και, δίχως αμφιβολία, μεγάλες θυσίες. Μαζική επιστράτευση, συγκρότηση ομάδων πολιτοφυλακής, οργάνωση πολιτικής άμυνας, χρήση όλων των παραγωγικών δομών στην υπηρεσία της πολεμικής προσπάθειας, διαταγή περί «καμμένης γης» ώστε ο εισβολέας να μη βρίσκει τίποτε, ανταρτοπόλεμος στα κατεχόμενα από τον εχθρό εδάφη. Τέλος εξέφρασε ευγνωμοσύνη προς τον Τσέρτσιλλ και τη Βρετανία, καθώς και στην κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Η καλύτερη περιγραφή της αίσθησης που προκάλεσε στον σοβιετικό λαό το διάγγελμα του Στάλιν περιέχεται στο μυθιστόρημα του Σίμονοφ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί»:

Κ. Μ. Σίμονοφ

Κ. Μ. Σίμονοφ

«Ο Στάλιν μιλούσε αργά, βαριά, με έντονη γεωργιανή προφορά. Κάποια στιγμή, στη μέση του λόγου του, τον ακούσαμε, μετά τον ήχο του κρυστάλλου ενός ποτηριού, να πίνει νερό. Μιλούσε χαμηλόφωνα και θα μπορούσε να φαίνεται απολύτως ήρεμος αν δεν ήταν η βαριά, λαχανιασμένη ανάσα κι ο ήχος του νερού που έπινε.

Μολονότι, όμως, ήταν συγκινημένος, ο τόνος του εξακολουθούσε να είναι σταθερός, η σιγανή φωνή του ηχούσε δίχως διακυμάνσεις, δίχως ερωτηματικά… Κι από την αντίθεση μεταξύ αυτού του σταθερού λόγου και του τραγικού χαρακτήρα της κατάστασης την οποία εξέθετε, διαφαινόταν μια δύναμη, μια δύναμη που δεν ξάφνιαζε. Από τον Στάλιν θα το περίμενε κανείς.

Τον Στάλιν μπορούσε να τον συμπαθεί κάποιος με διάφορους τρόπους: απεριόριστα ή με επιφυλάξεις, με θαυμασμό και ορισμένο φόβο. Ορισμένοι, μάλιστα, δεν τον συμπαθούσαν καν. Κανείς, όμως, δεν αμφέβαλλε για το θάρρος και τη σιδερένια του θέληση. Ακριβώς αυτές οι ικανότητες έμοιαζαν τώρα οι πλέον απαραίτητες για τον άνθρωπο που ηγείται μιας εμπόλεμης χώρας.

Ο Στάλιν δεν χαρακτήριζε την κατάσταση ως τραγική. Ήταν δύσκολο να τον φανταστείς να προφέρει αυτή τη λέξη. Εκείνα, όμως, για τα οποία μιλούσε – η μαζική επιστράτευση, τα κατεχόμενα εδάφη, ο ανταρτοπόλεμος – σήμαιναν το τέλος των ψευδαισθήσεων. Είχαμε υποχωρήσει σχεδόν παντού και μάλιστα κατά πολύ. Η αλήθεια ήταν πικρή, αλλά κάποιος την έλεγε επιτέλους, και μαζί με την αλήθεια νιώθαμε τη γη πιο στέρεη κάτω από τα πόδια μας.

Ο Στάλιν περιέγραφε το δυστυχές ξεκίνημα αυτού του γιγάντιου και τρομερού πολέμου δίχως να αλλάξει το συνηθισμένο λεξιλόγιό του, μιλούσε για τις μεγάλες δυσκολίες που έπρεπε να ξεπεράσουμε το ταχύτερο δυνατό και σε όλα αυτά δεν διαισθανόσουν την αδυναμία, αλλά τη δύναμη.

Αυτά τουλάχιστον σκεφτόταν ο Σιντσόφ ξαπλωμένος, ενώ βογγούσε ο ετοιμοθάνατος διπλανός του, και δεν σταματούσε να αναθυμάται κάθε λεπτομέρεια του λόγου του Στάλιν και το κάλεσμά του που συγκινούσε κατευθείαν τις καρδιές: “Φίλοι μου!”, λέξεις που ολόκληρο το νοσοκομείο τις επαναλάμβανε εκείνη την ημέρα.

“Φίλοι μου…”, μουρμούριζε ο Σιντσόφ και ξαφνικά κατάλαβε πως απ’ οτιδήποτε σπουδαίο, ακόμη και τεράστιο, είχε πετύχει ο Στάλιν έλειπαν πάντα αυτές οι λέξεις που ακούστηκαν σήμερα: “Αδερφοί κι αδερφές μου! Φίλοι μου!”. Ή μάλλον έλειπε το αίσθημα που έκρυβαν τούτες οι λέξεις. Να ήταν άραγε μοναχά η τραγωδία ενός πολέμου που γέννησε τις λέξεις αυτές, το αίσθημα αυτό;

Το ουσιώδες, αυτό που έμενε στην ψυχή μετά το διάγγελμα του Στάλιν, ήταν η πελώρια προσδοκία μιας αλλαγής: ότι όλα θα πήγαιναν καλύτερα…»

β.   Η πρώτη αναχαίτιση του γερμανικού Blitzkrieg: Σμολένσκ

Το πρόγραμμα πολέμου που είχε εξαγγείλει στις 3 Ιουλίου ο Στάλιν άρχισε σταδιακά να τίθεται σε εφαρμογή. Η στρατιωτική διοίκηση χωρίστηκε σε τρεις «άξονες»: ΒΔ με επικεφαλής τον στρατάρχη Βοροσίλοφ (και πολιτικό επίτροπο τον Ζντάνοφ), Δ με επικεφαλής τον στρατάρχη Τιμοσένκο (π.επ. Μπουλγκάνιν) και ΝΔ υπό τον στρατάρχη Μπουντιόννι (π.επ. Χρουστσόφ). Στις 16 Ιουλίου επανήλθε στο στράτευμα ο θεσμός της διπλής διοίκησης: δίπλα σε κάθε αξιωματικό, διοίκηση ασκούσε και ο κομμισσάριος του κόμματος (σε επίπεδο λόχου: πολιτικός καθοδηγητής/ политический руководитель). Σχεδόν ταυτόχρονα ξεκινούσε η τεράστια προσπάθεια μετεγκατάστασης των βιομηχανικών μονάδων από τη Δύση στα Ουράλια, τον Βόλγα και την Κεντρική Ασία.

Την ίδια μέρα, οι εμπροσθοφυλακές των στρατευμάτων του φον Μποκ συνάντησαν απροσδόκητα σκληρή αντίσταση ενώ πλησίαζαν στο Σμολένσκ. Η σοβιετική διοίκηση είχε αποφασίσει να δώσει απόλυτη προτεραιότητα στον άξονα Σμολένσκ-Μόσχας παρατάσσοντας ό,τι καλύτερο διέθετε σε στράτευμα και οπλισμό. Στο Σμολένσκ, επίσης, ο ΚΣ εμφάνισε για πρώτη φορά κι ένα όπλο σχεδόν μυθικό: τους πολλαπλούς εκτοξευτήρες πυραύλων που έμειναν στην Ιστορία με το προσωνύμιο «Κατιούσα». Πολύ πιο εξελιγμένοι και αποτελεσματικοί από τους αντίστοιχους γερμανικούς, σκόρπιζαν τον τρόμο στις τάξεις της Βέρμαχτ. Οι Γερμανοί στρατιώτες έκαναν λόγο για «αρμόνιο του Στάλιν»!

"Κατυούσα"

«Κατυούσα»

Τυπικά η Μάχη του Σμολένσκ είναι σοβιετική ήττα, μια και η πόλη έπεσε. Στην πραγματικότητα αποτελεί κομβικό σημείο του πολέμου, δεδομένου ότι η αντίσταση του Κόκκινου Στρατού καθυστέρησε δραματικά τη γερμανική προέλαση. Μέχρι τον Αύγουστο οι δυνάμεις της Βέρμαχτ δεν είχαν κατορθώσει να διασπάσουν τη σοβιετική άμυνα στη γραμμή Γιάρτσεβο-Γέλνιγια-Ντέσνα, κάπου 30 χλμ. ανατολικά του Σμολένσκ. Ίσως αυτή η καθυστέρηση να ήταν το γεγονός που απέτρεψε την πραγματοποίηση του μαξιμαλιστικού σχεδίου του Χίτλερ για προέλαση μέχρι τα Ουράλια!

Η αξία αυτής της σχετικής επιτυχίας που κόστισε αρκετές απώλειες επρόκειτο να αποδειχθεί πολύ αργότερα. Προς το παρόν, νέες μεγάλες συμφορές περίμεναν τη Σοβιετική Ένωση.

[Πρόκειται, εκ νέου, για το κείμενο ομιλίας του Ρογήρου στο πλαίσιο εκδήλωσης που οργάνωσε, στις 19 Ιουνίου 2015, η Ελληνική Κοινότητα Λουξεμβούργου. Για να μη διαταράξω τη ροή του κειμένου, προτίμησα να μην παραθέσω διαδικτυακούς συνδέσμους (ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να αναζητήσει ευχερώς πληροφορίες για πρόσωπα και γεγονότα στις διάφορες γλωσσικές εκδόσεις της Βικιπαίδειας) ούτε και πλήρεις παραπομπές. Το βασικό βοήθημα (που οδήγησε στη διαμόρφωση της δομής του κειμένου και αποτέλεσε την πηγή των περισσότερων από τα πρωτότυπα κείμενα που παρατίθενται) είναι το συγκλονιστικό έργο του Alexander Werth (Александр Верт) «Η Ρωσία σε πόλεμο». Πολλά στοιχεία αντλήθηκαν και από τα βιβλία και άρθρα των Ζαν Λοπέζ, Ντ, Γκλάντς, Μπορίς Λωράντ και Άντονυ Μπήβορ. Στο τέλος της σειράς των αναρτήσεων θα παρατεθεί ενδεικτική βιβλιογραφία. Τέλος, αποκλίνοντας από τη συνήθη τακτική μου, επέλεξα να μεταγράψω τα ρωσικά ονόματα συμβατικά, με βάση τη γραφή και όχι την προφορά, διορθώνοντας μόνο τα σφάλματα τονισμού: π.χ. Μόλοτοφ (και όχι Μολότοφ, κατά τη συνήθη ελληνική μεταγραφή, ή Μόλαταφ, κατά τη ρωσική προφορά). Έχω την εντύπωση ότι κάτι τέτοιο θα προκαλέσει μικρότερη σύγχυση στους αναγνώστες.]

Διά Πυρός και Σιδήρου

Απρίλιος 6, 2012

«Το 1647 ήταν παράξενη χρονιά. Στη γη και στον ουρανό φάνηκαν αλλόκοτα σημάδια, από αυτά που προμηνύουν συμφορές κι ασυνήθιστα γεγονότα. Την άνοιξη, όπως σημειώνουν τα χρονικά της εποχής, σμήνη ακρίδων ξεχύθηκαν από τις Άγριες Στέπες και κατέφαγαν τα σπαρτά και το χορτάρι, κι αυτό το σημάδι ήταν προάγγελος τατάρικων επιδρομών ή ίσως ενός μεγάλου πολέμου. Στις αρχές του καλοκαιριού έγινε μια μεγάλη έκλειψη ηλίου και λίγες ημέρες αργότερα ένας κομήτης εμφανίστηκε στον ουρανό. Στη Βαρσοβία, οι άνθρωποι είδαν στα σύννεφα του ουρανού σχήματα που έμοιζαν με τάφους και με φλογισμένους σταυρούς κι άρχισαν να προσφέρουν ελεημοσύνες και να νηστεύουν, πιστεύοντας ότι συμφορά μεγάλη επρόκειτο να πέσει στη χώρα και ν’ αφανίσει την ανθρωπότητα. Κι έπειτα έφτασε ο χειμώνας κι ήταν τόσο ήπιος που οι γέροντες δεν μπορούσαν να θυμηθούν τίποτε παρόμοιο. Τα ποτάμια στον Νότο δεν πάγωσαν. Φουσκωμένα από τις βροχές κι απ’ τα χιόνια που έλιωναν άρχισαν να ξεχειλίζουν, μετατρέποντας τη στέπα σε απέραντο βούρκο.

Έπειτα από όλα αυτά τα σημάδια και με τη φυσική σειρά των εποχών του χρόνου να έχει αλλάξει, όλα τα μάτια στην Ανατολή στράφηκαν προς τις Άγριες Στέπες, γιατί ο όποιος κίνδυνος θα μπορούσε να φανεί εκεί γρηγορότερα απ’ ό,τι οπουδήποτε αλλού. Κι όμως, στα μέρη αυτά τίποτε το ασυνήθιστο δεν συνέβη εκείνη την παράξενη χρονιά».

Νομίζω πως θυμάμαι πολύ καλά τη σκηνή. Χειμώνας του 1976-77. Είμαι ξαπλωμένος. Ίωση ή κάποια παιδική ασθένεια που θα κόλλησα στο δημοτικό. Ο πατέρας μου γυρίζει στο σπίτι. Κρατά στα χέρια του το λάφυρο που προορίζεται για μένα. Το τελευταίο τεύχος των «Κλασσικών Εικονογραφημένων». Χένρυκ Σενκιέβιτς «Διά Πυρός και Σιδήρου». Το όνομα του συγγραφέα δεν μου είναι άγνωστο. Το προηγούμενο Πάσχα μου είχαν φέρει δώρο το «Κβο Βάντις». Έριξα μια ματιά στο εξώφυλλο και ρώτησα: «για τι ακριβώς μιλά»; «Για τις συγκρούσεις Πολωνών και Κοζάκων», απάντησε ο πατέρας μου, προσθέτοντας, σχεδόν αμέσως, «από τη μεριά των Πολωνών, φυσικά». Μάλιστα! Με κάποιον ασαφή τρόπο γνώριζα ότι η Πολωνία υπήρξε αληθινή υπερδύναμη (θα πρέπει να το είχα δει σε κάποια «Ιστορία των Μεγάλων Μαχών» που είχα διαβάσει: στην εισαγωγή για τη Μάχη της Πολτάβας υπήρχαν αναφορές στο σημαντικό ρόλο που είχε παίξει η Πολωνία). Και γνώριζα για την αντιπαλότητα Κοζάκων και Πολωνών έχοντας ήδη δει την άποψη της άλλης πλευράς: είχα διαβάσει (σε διασκευή για εφήβους ή πάλι στα Κλασσικά Εικονογραφημένα) τον «Ταράς Μπούλμπα» του Γκόγκολ. Άνοιξα το τεύχος: στην πρώτη σελίδα, πάνω από μια εντυπωσιακή συνθετική απεικόνιση γεγονότων ήταν γραμμένα τα παραπάνω λόγια της εισαγωγής του βιβλίου.

Δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο για να με εντυπωσιάσει. Και η υπόθεση ήταν στ’ αλήθεια συναρπαστική. Δεν ήταν πια Μεσαίωνας βέβαια, αλλά πώς θα ήταν δυνατό να μην αντιμετωπίσω σαν ιππότες τους Πολωνούς ουσάρους; Και πώς αλλιώς μπορούσα να ερμηνέψω τον Γιαν Σκρζετούσκι, τη συμπεριφορά του, τον ρομαντικό έρωτά του για την Ελένα, παρά σαν αληθινό ιππότη της εποχής που εγώ αγαπούσα και στην οποία εκείνος, τυπικά, δεν ανήκε;

Μερικά χρόνια αργότερα, κατάφερα στην εφηβεία μου να διαβάσω το κανονικό βιβλίο, στην πρώτη του μετάφραση στα αγγλικά. Κι έπειτα, το βιβλίο έλαμψε διά της απουσίας του από τη βιβλιοθήκη μου. Όποτε το αναζητούσα για να το αγοράσω, σε όποια χώρα κι αν βρισκόμουν, είχα διαλέξει λάθος στιγμή: το βιβλίο ήταν εξαντλημένο. Ας ήταν. Οι πρώτες φράσεις του είχαν χαραχτεί στη μνήμη μου για πάντα. Το 1647 πρέπει να ήταν στ’ αλήθεια πολύ παράξενη χρονιά.

Ι.   Το ιστορικό πλαίσιο του έργου

Στη σειρά των άρθρων για τους Τεύτονες Ιππότες είχαμε τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε παράλληλα την πορεία ανόδου του πολωνικού βασιλείου. Είδαμε την ισχυροποίησή του μετά την Ένωση της Κρέβα με τη Λιθουανία (1384) και την παράδοση του στέμματος στον Λιθουανό Γιογκάιλα/ Γιαγκέουγο που γίνεται βασιλιάς της Πολωνίας με το όνομα Λαδισλάος Β΄. Τον θρίαμβο επί των Τευτόνων στο Τάννενμπεργκ/ Γκρούνβαλντ/ Ζαλγκίρις (1410). Τον περιορισμό της επικράτειας των Γερμανών ιπποτών στο ένα τρίτο της, μετά τον νικηφόρο για τους Πολωνούς Δεκατριετή Πόλεμο και τη δεύτερη συνθήκη ειρήνης του Τορν. Και, τελικά, τη μετατροπή του κάποτε τρομερού Ordensstaat των Τευτόνων σε κοσμικό δουκάτο της Πρωσίας, υποτελές στο πολωνικό στέμμα (1525)!

Στα χρόνια που ακολούθησαν η Ένωση Πολωνίας-Λιθουανίας συνέχισε να ισχυροποιείται και να επεκτείνει τα εδάφη της. Το 1569, με την Ένωση του Λούμπλιν, κατά τη βασιλεία του Σιγισμούνδου Β΄ Αυγούστου, τελευταίου μονάρχη της Γιαγκελλόνιας Δυναστείας, η ένωση των δύο κρατών ολοκληρώνεται (μέχρι τότε η Λιθουανία διατηρούσε σχεδόν απόλυτη αυτονομία). Παράλληλα, αποφασίζεται ότι η μοναρχία δεν θα είναι πλέον κληρονομική, αλλά ότι ο Πολωνός βασιλέας θα εκλέγεται από τη συνέλευση των ευγενών. Με τον τρόπο αυτό, το πολωνικό στέμμα θα περάσει, απροσδόκητα, στον Γάλλο πρίγκιπα Ερρίκο των Βαλουά (1573-1575) και, αργότερα, στον σουηδικό οίκο της Βάζα: ο Σιγισμούνδος Γ΄ (1587-1632) ήταν γιος της Αικατερίνης της Πολωνίας (η εξέλιξη αυτή, όμως, αντί να οδηγήσει στην ένωση των δύο δυνάμεων της Βαλτικής προκάλεσε την αντιπαλότητά τους: το 1599 ο Σιγισμούνδος έχασε τον σουηδικό θρόνο από τους συγγενείς του κι από κει και πέρα οι Πολωνοί μονάρχες βρισκόταν σε διαρκή διαμάχη με τη Σουηδία ως διεκδικητές του θρόνου της).

Α.   Η προοδευτική υπερδύναμη

α. Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βορειοανατολικής Ευρώπης: Κατά τον 17ο αιώνα, η Κοινοπολιτεία Πολωνίας και Λιθουανίας (επίσημη ονομασία: Βασίλειο της Πολωνίας και Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας/ πολ. Królestwo Polskie i Wielkie Księstwo Litewskie/ λιθ. Lenkijos Karalystė ir Lietuvos Didžioji Kunigaikštystė – ανεπίσημη: Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Πολωνίας/ πολ. Najjaśniejsza Rzeczpospolita Polska, λατ. Serenissima Res Publica Poloniae) είναι το μεγαλύτερο σε έκταση κράτος της Ευρώπης (με επικράτεια μεγαλύτερη του 1 εκατομμυρίου τ.χλμ.), ένα από τα μεγαλύτερα σε πληθυσμό (περίπου 11,5 εκατ.) κι ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά και στρατιωτικά, αντιμετωπίζοντας επιτυχώς κάθε επίδοξο αντίπαλο: τα γερμανικά κράτη, τη Σουηδία, την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τα υποτελή σ’ αυτήν ταταρικά χανάτα, ακόμη και τη Ρωσία (το 1610 οι δυνάμεις της φτάνουν μέχρι του σημείου να καταλάβουν τη Μόσχα και να την κρατήσουν για δύο χρόνια). Περιλαμβάνει (λαμβάνοντας υπόψη τα σύνορα των σύγχρονων κρατών) την Πολωνία, τη Λιθουανία, σχεδόν ολόκληρη την Ουκρανία, τη Λευκορωσία, τη Λεττονία, μεγάλο μέρος της Εσθονίας, και εδάφη της Σλοβακίας, της Μολδαβίας και της Ρωσίας. Ο πληθυσμός της είναι εξόχως πολυεθνικός: περιλαμβάνει (με βάση τα στοιχεία του 1618) 4.5 εκατομμύρια Πολωνούς, 3,5 εκατ. Ουκρανούς, 1,5 εκατ. Λευκορώσους (δύο εθνότητες που καταγράφονται αμφότερες στα χρονικά ως Ρουθηνοί), 750.000 Λιθουανούς, 750.000 ιθαγενείς Πρώσους, 500.000 Εβραίους, 500.000 Λιβονούς (Λεττονούς), καθώς και Εσθονούς, Γερμανούς, Κούρους, Σαμογέτες κ.ά. Έντονη είναι η παρουσία Ιταλών, Αρμένιων και Ελλήνων εμπόρων (όπως ο κρητικής καταγωγής Κωνσταντίνος Κορνιακτός, έμπορος από το Μπιαουόμποκ – 1582-1624 – ασχολούμενος κυρίως με εισαγωγές κι εξαγωγές από και προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία).

Κυρίως, όμως, είναι το πιο προοδευτικό ευρωπαϊκό κράτος από άποψη θεσμών: ο βασιλιάς εκλέγεται από τη Συνέλευση των Ευγενών (Σέιμ/ Sejm), των οποίων τις ελευθερίες και τα δικαιώματα υπόσχεται ότι θα σεβαστεί (τα δικαιώματα αυτά είναι και γραπτώς κατοχυρωμένα, βάσει της συνταγματικής συμφωνίας που σύναψαν οι ευγενείς με τον βασιλιά Ερρίκο Γ΄ των Βαλουά, το 1573).  Υπόκειται σε σειρά περιορισμών κατά την άσκηση της εξουσίας του, ενώ είναι υποχρεωμένος να συγκαλεί τη Συνέλευση τουλάχιστον ανά διετία. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο καγκελάριος Γιαν Ζαμόυσκι «ο βασιλιάς βασιλεύει, αλλά δεν κυβερνά (Rex regnat et non gubernat). Επιπλέον, κάθε ευγενής που μετέχει στη Συνέλευση έχει δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) για οποιοδήποτε θέμα κρίνει εκείνος ως ζωτικής σημασίας. Κι αν ο όρος δημοκρατία μοιάζει υπερβολικός για ένα αριστοκρατικό πολίτευμα, ας επισημανθεί ότι οι Πολωνοί ευγενείς (η szlachta) με δικαίωμα συμμετοχής στη Συνέλευση ξεπερνούσαν το 12 % του συνολικού πληθυσμού της Κοινοπολιτείας, φτάνοντας σε κάποιες περιόδους και το 15 % (ενδεικτικά σημειώνεται ότι στη Βρετανία το 1867 δικαίωμα ψήφου είχε μόλις το 3 % του πληθυσμού). Επιπροσθέτως, οι περιοχές απολαύουν μεγάλης αυτονομίας στα θέματα διοίκησης: τόσο οι βοϊβοδίες (που διέθεταν το δικό τους κοινοβούλιο), όσο και οι επαρχίες.

Τέλος, διασφαλίζεται η θρησκευτική ελευθερία, βάσει της λεγόμενης ιδρυτικής πράξης της Συνομοσπονδίας που υπογράφηκε το 1573 στη Βαρσοβία. Ουδέποτε δραστηριοποιήθηκε στα εδάφη της Κοινοπολιτείας η Ιερά Εξέταση. Και ποτέ δεν εξαπλώθηκε ο προτεσταντισμός. Ίσως γιατί η καθολική εκκλησία της Πολωνίας είχε μάθει να συμβιώνει με ορθόδοξους και εβραϊκούς πληθυσμούς. Αυτή η στάση ανεκτικότητας επέτρεψε στην Πολωνία να μην εμπλακεί στους θρησκευτικούς πολέμους που σπαράσσουν τη χριστιανική Ευρώπη του 16ου – 17ου αι. και ιδίως στον Τριακονταετή Πόλεμο. Σ’ αυτό το πλαίσιο ελευθερίας μπορούν να γίνουν ανεκτές ή κατανοητές και ορισμένες γραφικές παραδοξότητες, όπως η βαθύτατα εδραιωμένη πεποίθηση της πολωνικής αριστοκρατίας ότι δεν έχει σλαβική καταγωγή, αλλά ότι πρόγονοί της είναι οι Ιρανοί Σαρμάτες!

Το πολωνολιθουανικό κράτος διαθέτει πραγματικά ισχυρή οικονομία: η χώρα είναι η πρώτη σιτοπαραγωγός στην Ευρώπη (έστω κι αν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής προορίζεται για εσωτερική κατανάλωση). Εξάγει από τα λιμάνια του (κυρίως το Γκντανσκ) ή διά της χερσαίας οδού σιτηρά, ξυλεία και συναφή προϊόντα, αλάτι, καπνά, βαμβάκι και λινά υφάσματα και εισάγει κρασιά και ζύθο, φρούτα, ενδύματα, είδη πολυτελείας, αλιεύματα και βιομηχανικά προϊόντα. Μέχρι τον 17ο αι., το εμπορικό ισοζύγιο παραμένει θετικό.

Πολιτιστικά, η Κοινοπολιτεία γνωρίζει άνθηση. Διαθέτει ένα από τα αρχαιότερα πανεπιστήμια της ηπείρου (αυτό της Κρακοβίας) κι ένα ακόμη σημαντικό ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης στο Βίλνιους. Αναδεικνύει πλήθος επιστημόνων, λογίων και καλλιτεχνών (ξεκινώντας φυσικά με τον Νικόλαο Κοπέρνικο και συνεχίζοντας με τον ιστορικό και χαρτογράφο Μαρτίνο Κρόμερ, τον χημικό Μίχαου Σεντζιβόι, τον μαθηματικό, φυσικό και αστρονόμο Γιαν Μπρόζεκ, τους ιστορικούς Άλμπρυχτ Στανίσουαφ Ρατζίβιου και Γιαν Χρυζόστομ Πάσεκ, τους μουσικούς Γιάτσεκ Ροζύτσκι, Μάρτσιν Μελτσέφσκι και Μικογουάι Ζελένσκι). Η Αναγέννηση φτάνει γρήγορα στην Πολωνία. Ο πολιτικός και ουμανιστής Γιαν Ζαμόυσκι επιχειρεί να ιδρύσει την ιδανική πόλη, καλώντας Ιταλούς αρχιτέκτονες και καλλιτέχνες: το Ζάμοστς μοιάζει σαν ένα κομμάτι της Ιταλίας που κάποια ιστορική παραδοξότητα μεταφύτεψε στην Πολωνία.

β. Εντάσεις κι ανισότητες: Ωστόσο, η ειδυλλιακή αυτή εικόνα κρύβει εντάσεις κι ανισότητες που επιτείνονται με τον χρόνο. Ειδικά στην Ανατολή, το πρότυπο εκμετάλλευσης είναι τα μεγάλα αγροκτήματα που καλλιεργούν δουλοπάροικοι και τα οποία ανήκουν σε μια αριστοκρατία γαιοκτημόνων (π.χ. στις οικογένειες Τσαρτορύσκι, Βισνοβιέτσκι, Ρατζίβιου ή Σαπιέχα) πολωνική ή εκπολωνισμένη (μια και τα μέλη της αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρουθηνοί ως προς την εξ αίματος καταγωγή και Πολωνοί ως προς την Ιθαγένεια). Οι ορθόδοξοι, που αποτελούν την συντριπτική πλειονότητα στον απλό λαό, αισθάνονται πολλαπλά καταπιεσμένοι: πολιτικά, οικονομικά και θρησκευτικά. Η τάση για μια ενιαία εθνική και θρησκευτική ταυτότητα (πολωνική και καθολική) γίνεται αφόρητη για τους Ορθόδοξους που βρίσκονται αντιμέτωποι συχνά με την εκβιαστική επιλογή ανάμεσα στον καθολικισμό και την Ουνία.

Η κατάσταση στην Ανατολή καθίσταται ακόμη πιο περίπλοκη επειδή στην… εξίσωση υπάρχει κι ένας απρόβλεπτος παράγοντας: οι Κοζάκοι (ουκρ.: козаки, ρωσ.: казаки, προφ. και στις δύο περιπτώσεις καζακί, πολ.: kozacy = κοζάτσι). Δεν υπάρχει βεβαιότητα ως προς την προέλευση του ονόματός τους: παλαιοσλαβική με κουμανικό απώτερο έτυμο ή με απευθείας τουρκική προέλευση, η λέξη δηλώνει τον ελεύθερο που ζει νομαδικά. Αυτοί οι ανατολικοσλαβικοί πληθυσμοί (στους οποίους ίσως αναμείχθηκαν και ταταρικά και άλλα τουρκογενή στοιχεία) σχημάτισαν, από τον Ύστερο Μεσαίωνα, αυτόνομες στρατιωτικές κοινότητες στην περιοχή του Δνείπερου και του Δον, προσφέροντας συχνά τις στρατιωτικές υπηρεσίες τους ως μισθοφόροι στις δυνάμεις της περιοχής. Η πιο ονομαστή από τις κοινότητές τους είναι η επικράτεια του Ζαπαρόζε (ρ.)/ Ζαπαρίζια (ουκρ.) (ουκρ.: Запорізька Січ = Ζαπαρίζκα Σιτς/ ρωσ.: Запорожская Сечь = Ζαπαρόζσκαγια Σετς), κέντρο της οποίας είναι μια σειρά από οχυρωμένα νησιά στον Δνείπερο. Στις τάξεις των Κοζάκων ενσωματώνονται διαρκώς φυγάδες δουλοπάροικοι από τις δυο πλευρές των συνόρων (πολωνική και ρωσική) που ξεφεύγουν από τους φεουδάρχες τους για να ζήσουν ελεύθεροι.

Οι κοινότητες των Κοζάκων βρίσκονται εντός της πολωνικής επικράτειας. Τυπικά είναι υπήκοοι του πολωνικού στέμματος. Υπηρετούν στις πολωνικές ένοπλες δυνάμεις είτε περιστασιακά είτε ως τακτικά στρατεύματα, διατηρώντας σχετική αυτονομία. Οι αρχηγοί τους καταλαμβάνουν στρατιωτικά και πολιτικά αξιώματα στο πλαίσιο της πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας. Ωστόσο, από τις αρχές τουλάχιστον του 17ου αι. εμφανίζονται εντάσεις στις σχέσεις μεταξύ Πολωνών και Κοζάκων. Είναι σαφές ότι η Κοινοπολιτεία σκοπεύει να ξοδέψει λιγότερα χρήματα για τη στρατολόγηση Κοζάκων και έχει αποφασίσει να δίνει λιγότερα αξιώματα και εξουσίες στους αρχηγούς τους. Οι πιέσεις για εκπολωνισμό κι απάρνηση της Ορθοδοξίας, τα σχέδια για μετατροπή των αγροτών σε δουλοπάροικους, καθιστούν τις ισορροπίες όλο και πιο εύθραυστες. Η κρίση που σοβεί μοιάζει έτοιμη να εκδηλωθεί.

Β. Η περίοδος των αναταράξεων

Με ειρωνικό τρόπο, ακριβώς τη χρονική στιγμή που τερματίζεται ο Τριακονταετής Πόλεμος από τον οποίο η Πολωνία έχει πετύχει να γλιτώσει, η Κοινοπολιτεία εισέρχεται σε περίοδο έντονων αναταράξεων, η οποία θα σηματοδοτήσει την αμετάκλητη παρακμή της και θα οδηγήσει τελικά, ενάμισι αιώνα αργότερα, στον ολοκληρωτικό αφανισμό του πολωνικού κράτους. Η σπίθα που θα εξελιχτεί σε πυρκαγιά θα προέλθει από την Ανατολή. Κι ο άνθρωπος που θα πυροδοτήσει τις εξελίξεις ονομάζεται Μπαγκντάν Χμελνίτσκι.

α.   Η εξέγερση του Μπαγκντάν Χμελνίτσκι: Ο Μπαγκντάν (δηλ. Θεόδωρος) Χμελνίτσκι (ουκρ. και ρωσ.: Богдан Хмельницький, πολ.: Bohdan Chmielnicki = Μπόχνταν Χμελνίτσκι) γεννιέται το 1595, πιθανώς στο Σουμπότιφ της Ουκρανίας, κοντά στο Τσιγκίριν, παιδί επιφανούς οικογένειας Κοζάκων. Τυγχάνει εξαιρετικής εκπαίδευσης, στο Κολλέγιο των Ιησουητών του Λβούφ/ Λβιβ και σε ορθόδοξα σχολεία του Κιέβου. Αποκτά πολύ καλή γνώση της ευρωπαϊκής Ιστορίας και μαθαίνει αρκετές γλώσσες (πολωνικά, λατινικά, γαλλικά και τουρκικά). Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του (1617) υπηρετεί στα στρατιωτικά σώματα των Κοζάκων για λογαριασμό της Κοινοπολιτείας. Πολεμώντας την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα εδάφη της Μολδαβίας αιχμαλωτίζεται από τους Τούρκους κοντά στο Ιάσιο (1620) και περνά δυο χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Απελευθερώνεται το 1622, όταν ο Πολωνός πρεσβευτής στην Υψηλή Πύλη, ο Κρζύστοφ Ζμπαράσκι καταβάλλει 30.000 τάλερ στους Τούρκους με αντάλλαγμα την απελευθέρωση όλων των Πολωνών στρατιωτικών που είχαν αιχμαλωτιστεί στη Μολδαβία.

Στα επόμενα χρόνια, ο Χμελνίτσκι θα αποδείξει τις αδιαμφισβήτητες πολιτικές και στρατιωτικές του ικανότητες. Χαίρει της εκτίμησης των Κοζάκων συναδέλφων του και της πολωνικής αριστοκρατίας. Κερδίζει τίτλους κι αξιώματα. Όλα μοιάζουν ιδανικά για όλες τις πλευρές, μέχρι που ο Χμελνίτσκι θα έρθει σε σύγκρουση με τον νέο Πολωνό έπαρχο του Τσιγκίριν, τον Ντάνιελ Τσαπλίνσκι. Υπό τις οδηγίες του πανίσχυρου αριστοκράτη Αλεξάντερ Κονιετσπόλσκι, σκληροπυρηνικού οπαδού της πολιτικής του δραστικού περιορισμού των δικαιωμάτων των Κοζάκων, ο Τσαπλίνσκι επιχειρεί να αποσπάσει από τον Χμελνίτσκι το φέουδο του Σουμπότιφ. Ο Χμελνίτσκι προσπάθησε να διευθετήσει το πρόβλημα κάνοντας επανειλημμένα διαβήματα στις αρχές της Βαρσοβίας. Κατόπιν ακροάσεως, ο βασιλιάς Λαδισλάος Δ΄ Βάζα εξέδωσε απόφαση που αναγνώριζε τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του Χμελνίτσκι. Ωστόσο, η πλευρά Κονιετσπόλσκι-Τσαπλίνσκι συνέχισε τις προσπάθειές της και τον Απρίλιο του 1647 εξεδίωξε τον Χμελνίτσκι από το κτήμα του. Ο Κοζάκος ζήτησε νέα ακρόαση από τον βασιλέα. Αυτή τη φορά ο μονάρχης δίστασε να έρθει σε σύγκρουση μ’ έναν από τους ισχυρότερους ευγενείς του. Ο Χμελνίτσκι πείσθηκε ότι χρειάζονταν πιο δραστικές λύσεις. Στράφηκε προς τους Κοζάκους συντρόφους του.

Τα χρονικά της εποχής τονίζουν ως αιτία της εξέγερσης τη διαμάχη του Χμελνίτσκι με τους Πολωνούς ευγενείς. Εντούτοις, όσο ρόλο κι αν πράγματι έπαιξε αυτή η σύγκρουση, είναι δύσκολο να ερμηνεύσουμε ένα γεγονός που άλλαξε την Ιστορία της Ανατολικής Ευρώπης με βάση μια προσωπική βεντέτα. Στην πραγματικότητα, είχαν ωριμάσει οι συνθήκες ώστε οι Κοζάκοι να εκδηλώσουν δυναμικά τη δυσαρέσκειά τους για την πολιτική της πολωνικής αριστοκρατίας. Ύστερα από σειρά επαφών με όλους τους ισχυρούς Κοζάκους παράγοντες, ο Χμελνίτσκι εξελέγη αταμάνος τον Ιανουάριο του 1648 υποσχόμενος να διεκδικήσει δυναμικά τα δικαιώματα των Κοζάκων. Οι διαπραγματεύσεις με τις πολωνικές αρχές δεν κατέληξαν πουθενά. Αναζητώντας συμμάχους για την ένοπλη σύγκρουση που φαινόταν αναπόφευκτη, ο Χμελνίτσκι ήρθε σε διαπραγματεύσεις με τον Τάταρο Χάνο της Κριμαίας, τον Ισλάμ Γ΄ Γκιράυ, ο οποίος του υποσχέθηκε στρατιωτική ενίσχυση και του έστειλε δύναμη ιππικού υπό τον Τουγάυ Μπέη.

Οι Πολωνοί αποφάσισαν να καταπνίξουν την εξέγερση των Κοζάκων το συντομότερο δυνατό. Ο Μικογουάι Ποτότσκι, Μέγας Αταμάνος του Στέμματος (δηλαδή στρατάρχης), έστειλε μια δύναμη 3.000 ανδρών, υπό τη διοίκηση του εικοσιτετράχρονου γιού του Στέφαν, για να αντιμετωπίσει τους Κοζάκους. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στα Ζόφτι Βόντι, στην κεντρική Ουκρανία (ουκρ.: Жовтi Води, ρωσ.: Жёлтые Воды = Ζόλτιγιε Βόντι, πολ.: Żółte Wody = Ζόουτε Βόντυ, κυριολ. κίτρινα νερά), στις 28 Απριλίου 1648. Το βασικό πρόβλημα για τους Πολωνούς ήταν ότι η μισή δύναμή τους αποτελούταν από Κοζάκους οι οποίοι γρήγορα αποσκίρτησαν κι ενώθηκαν με τον στρατό του Χμελνίτσκι. Επιπλέον, οι ενισχύσεις που τους στάλθηκαν ήταν πάλι Κοζάκοι που προσχώρησαν αμέσως μετά την άφιξή τους στους εξεγερμένους. Οι Πολωνοί βρέθηκαν σε θέση δραματικής αριθμητικής αδυναμίας: 1.500 άνδρες έπρεπε να αντιμετωπίσουν 15.000 Κοζάκους και Τάταρους! Χάρη στο πυροβολικό τους και το επίλεκτο ιππικό των Ουσάρων, οι Πολωνοί αντιστάθηκαν για περισσότερες από δύο εβδομάδες. Εξαντλημένοι και με μεγάλες απώλειες, επιχείρησαν να υποχωρήσουν το βράδυ της 15ης– 16ης Μαΐου: το τατάρικο ιππικό του Τουγάυ Μπέη και οι Κοζάκοι, υπό τη διοίκηση του χαρισματικού Μαξίμ Αλσάνσκι «Κριβανός» (παρατσούκλι που σήμαινε ο «Στραβομύτης», «αυτός με τη γαμψή μύτη»), τους επιτέθηκαν και τους κατέσφαξαν. Μετά την αρχική επιτυχία, οι Κοζάκοι του Χμελνίτσκι πετούν από νίκη σε νίκη. Τα Χριστούγεννα του 1648 ο Χμελνίτσκι μπαίνει στο Κίεβο ως ελευθερωτής και «ηγέτης της χώρας των Ρους», ενώ σε ολόκληρη την Ουκρανία οι αγρότες εξεγείρονται διώκοντας τους Πολωνούς ευγενείς που τους δυνάστευαν. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, η αποτίναξη του ζυγού απελευθερώνει και τις δυνάμεις της βίας: την πληρώνουν τα συνήθη θύματα. Ο πολυάριθμος εβραϊκός πληθυσμός της Ουκρανίας υφίσταται τους χειρότερους διωγμούς.

Ο Χμελνίτσκι, παράλληλα με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τις διαπραγματεύσεις, προσπαθεί να οργανώσει το κράτος του. Τα πράγματα όμως αρχίζουν να περιπλέκονται στα πεδία των μαχών. Τον Ιούνιο του 1651 υφίσταται σημαντική ήττα στο Μπερεστέτσκο, όπου τον προδίδουν οι μέχρι τότε σύμμαχοί του Τάταροι. Αναγκάζεται να συνάψει ανακωχή με μάλλον δυσμενείς όρους και προσπαθεί να αναζητήσει εξωτερικούς συμμάχους. Διαπραγματεύεται αρχικά με την Υψηλή Πύλη, αλλά οι Κοζάκοι του δεν είναι πρόθυμοι να γίνουν υποτελείς ενός αλλόθρησκου ηγεμόνα. Έτσι στρέφεται προς τη «φυσική» λύση: τον τσάρο Αλέξιο της Ρωσίας. Ύστερα από δύσκολες διαπραγματεύσεις συνάπτεται η Συνθήκη του Περεγιασλάβ (Ιανουάριος του 1654), βάσει της οποίας οι Κοζάκοι διατηρούν την αυτονομία τους αναγνωρίζοντας την επικυριαρχία του τσάρου. Τα δεδομένα έχουν μεταβληθεί για όλους και μια νέα δύναμη κάνει την εμφάνισή της. Μόνο που δεν θα είναι η μόνη.

β.   Ο «Κατακλυσμός»: Είναι πλέον σαφές ότι το κουτί της Πανδώρας έχει ανοίξει (πότε ακριβώς, όμως, άραγε;) κι ότι οι δυνάμεις της συντέλειας έχουν απελευθερωθεί. Στην πραγματικότητα, η κατάσταση πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο για τους δύο αρχικούς εμπόλεμους. Οι Κοζάκοι, που έχουν απωθήσει τους Πολωνούς από την Ουκρανία και τη Λευκορωσία, διαπιστώνουν ότι ο νέος τους σύμμαχος είναι εξαιρετικά παρεμβατικός και θέλει να έχει λόγο για τα εσωτερικά τους ζητήματα. Ταυτόχρονα, οι πρώην σύμμαχοί τους, οι Τάταροι, λεηλατούν ανεμπόδιστοι τα ουκρανικά εδάφη. Όσο για τους Πολωνούς, εκεί που νόμισαν ότι κατόρθωσαν να ελέγξουν τους Κοζάκους αντιπάλους τους, βρίσκονται μεταξύ δύο τουλάχιστον πυρών. Την ώρα που οι Ρώσοι ετοιμάζονται να εισβάλουν από τα ανατολικά, επιτίθενται στην Πολωνία οι Σουηδοί (Ιούλιος 1655). Αρχίζει αυτό που στην πολωνική Ιστορία καταγράφηκε ως ο (σουηδικός) «Κατακλυσμός» (Potop szwedzki). Το δυτικό τμήμα της Κοινοπολιτείας βρίσκεται γρήγορα υπό (προσωρινή έστω) σουηδική κατοχή, ενώ το ανατολικό το κατέχουν Κοζάκοι και Ρώσοι.

Ο ίδιος ο Χμελνίτσκι δεν θα καταφέρει να χειρισθεί με επιτυχία τις εξελίξεις. Διαπραγματευόμενος ταυτόχρονα με Σουηδούς και Ρώσους (μολονότι η Ρωσία θα κηρύξει τον πόλεμο στη Σουηδία, τον Ιούλιο του 1656), αντιμέτωπος με εσωτερικά προβλήματα κι έριδες, ο Κοζάκος ηγέτης θα κουραστεί. Τον Ιούλιο του 1657 θα υποστεί βαρύτατο εγεφαλικό επεισόδιο και πέντε μέρες αργότερα (27.7) θα πεθάνει.

Σ’ αυτήν την απελπιστική κατάσταση η Πολωνία θα βρει τις δυνάμεις να αντιδράσει. Δύο ευγενείς, ο Στέφαν Τσαρνιέτσκι και ο Μέγας Αταμάνος της Λιθουανίας Πάβεου Γιαν Σαπιέχα, θα οργανώσουν την πολωνική αντίσταση κατά των Σουηδών του Κάρολου Ι΄ Γουστάβου. Το 1657, οι δυνάμεις της Κοινοπολιτείας θα κατορθώσουν να εκδιώξουν τις σουηδικές δυνάμεις από τα πολωνικά εδάφη. Η Κοινοπολιτεία θα προσπαθήσει ακόμη και να προσεταιρισθεί εκ νέου τους Κοζάκους. Με τη Συνθήκη του Χάτζατς (ουκρ.: Γκάντιατς), το 1658, προσφέρεται ξανά στους Κοζάκους η δυνατότητα συνεργασίας με την Κοινοπολιτεία. Η πολωνική συνέλευση και ο βασιλιάς Ιωάννης Β΄ Καζιμίρ θα κυρώσουν τη συνθήκη, την οποία θα δεχθούν μέρος της συνέλευσης των Κοζάκων (της Στάρσυνας) και ο νέος αταμάνος Ιβάν Βυχόφσκι. Δεν θα συμβεί το ίδιο με την πλειονότητα των Κοζάκων. Η συνθήκη θα μείνει νεκρό γράμμα. Τα πράγματα δεν μπορούσαν να είναι ποτέ ξανά ίδια… Ο αγώνας για την Ουκρανία και τη Λευκορωσία, που έχει πλέον πάρει τη μορφή ρωσοπολωνικής σύγκρουσης, θα τερματιστεί το 1667 με τη Συνθήκη του Αντρούσοβο. Η Πολωνία θα περιορίσει τις απώλειές της, διατηρώντας τα εδάφη δυτικά του Δνείπερου.

Έστω και πληγωμένη, η Πολωνία έχει ακόμη στιγμές δόξας μπροστά της. Ο λυτρωτής, άλλωστε, της Βιέννης από την οθωμανική πολιορκία του 1683 πρόκειται να είναι Πολωνός, ο βασιλιάς Ιωάννης Γ΄ Σομπιέσκι. Ωστόσο, τα τραύματα που της προκάλεσαν οι αναταράξεις που ξεκίνησαν με την εξέγερση του Μπαγκντάν Χμελνίτσκι δεν θα γιατρευτούν ποτέ.

ΙΙ.   Ο Σενκιέβιτς και το «Διά Πυρός και Σιδήρου»

Α.   Το πλαίσιο συγγραφής του έργου

Πραγματικά εθνικός συγγραφέας της Πολωνίας, ο νομπελίστας Χένρυκ Σενκιέβιτς (1846-1916), γεννήθηκε στη Βόλα Οκρζέισκα της ρωσοκρατούμενης ανατολικής Πολωνίας, παιδί ξεπεσμένης αριστοκρατικής οικογένειας. Το έργο του χαρακτηρίζεται από τα δύο μεγάλα ιδεολογικά ρεύματα που σημάδεψαν τον 19ο αιώνα, τον ρομαντισμό και τον εθνικισμό. Κατεξοχήν εκπρόσωπος του πολωνικού αλυτρωτισμού, συγγράφει το «Διά Πυρός και Σιδήρου» (Ogniem i Mieczem) το 1884 με σκοπό να τονώσει το ηθικό των υπόδουλων συμπατριωτών του, είκοσι χρόνια μετά την αποτυχημένη εξέγερση του Ιανουαρίου του 1863 κατά των Ρώσων. Το μυθιστόρημα, που δημοσιεύθηκε αρχικά σε συνέχειες στις πολωνικές εφημερίδες, αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας με θέμα την Ιστορία της Πολωνίας κατά τον 17ο αιώνα. Τα άλλα δύο μέρη είναι ο «Κατακλυσμός» («Potop», 1886) και ο «Άρχοντας Βολοντιόφσκι» («Pan Wołodyjowski», pan είναι η πολωνική προσφώνηση για τον κύριο, 1888), που έχει μεταφραστεί και υπό τους τίτλους «Φωτιά στη Στέπα» και «Συνταγματάρχης Βολοντιόφσκι».

Παρά τους σαφείς πατριωτικούς σκοπούς του συγγραφέα, το «Διά Πυρός και Σιδήρου» είναι αρκετά πιστό στα ιστορικά δεδομένα. Προκειμένου να συγγράψει το έργο, ο Σενκιέβιτς μελέτησε τα αρχεία της πολωνικής αριστοκρατίας της εποχής και τα απομνημονεύματα επιφανών μελών της. Υπάρχουν βεβαίως σημεία που ο συγγραφέας επιχειρεί να εξάρει τον ηρωϊσμό των Πολωνών, συνολικά όμως το μυθιστόρημα διακρίνεται αιπό υψηλό βαθμό ιστορικής ακρίβειας. Οι ήρωες τους οποίους δημιούργησε η φαντασία του συγγραφέα συνυπάρχουν με πραγματικά πρόσωπα που σημάδεψαν τα γεγονότα της εποχής (τον βασιλέα Ιωάννη Β΄ Καζιμίρ, τον πρίγκιπα Βισνοβιέτσκι, τους αταμάνους των Κοζάκων Χμελνίτσκι και Βυχόφσκι, τον Τάταρο Τουγάυ Μπέη). Ακόμη κι ο χαρακτήρας του πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος Γιαν Σκρζετούσκι είναι «χτισμένος» πάνω σ’ ένα ιστορικό πρόσωπο: τον υπερασπιστή της πόλης του Ζμπάραζ Μικογουάι Σκρζετούσκι. Επιπλέον, το έργο δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί απλοϊκό ως προς την πλοκή και τους βασικούς χαρακτήρες του. Άλλωστε στερείται ενός πραγματικά «κακού» ήρωα. Ο αντίζηλος του Σκρζετούσκι, ο Κοζάκος Γιούρι Μπόχουν είναι μεν βίαιος και απερίσκεπτος, αλλά επιδεικνύει θάρρος που υπερβαίνει τα όρια του ηρωισμού, ενώ ο έρωτάς του για την Ελένα είναι αληθινός.

Β.   Η υπόθεση του μυθιστορήματος

Ο Γιαν Σκρζετούσκι είναι ένας νεαρός Πολωνός ευγενής, αξιωματικός του επίλεκτου σώματος του ιππικού, των «Φτερωτών» Ουσάρων, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία του πρίγκιπα Γιερέμι Βισνοβιέτσκι. Επιστρέφοντας από αποστολή στην Κριμαία, κι ενώ βρίσκεται κοντά στο Τσιγκίριν σώζει έναν άνδρα που δέχεται επίθεση. Αποκαλύπτεται ότι ο άνθρωπος αυτός είναι ο Μπαγκντάν Χμελνίτσκι τον οποίο επιχείρησαν να σκοτώσουν έμπιστοι του Τσαπλίνσκι. Ο Σκρζετούσκι συνεχίζει τον δρόμο του και πηγαίνει στο Τσιγκίριν όπου γνωρίζεται και αναπτύσσει σχέσεις φιλίας με τον Πολωνό ευγενή Γιαν Ονούφρυ Ζαγκουόμπα και τον Λιθουανό αριστοκράτη Λονγκίνους Ποντμπιπιέντα. Λίγες μέρες αργότερα, ξεκινά με τον Ζαγκουόμπα για το Λούμπνυ. Στον δρόμο συναντά κι ερωτεύεται την ορφανή νεαρή πριγκίπισσα Ελένα Κουρτσεβιτσούβνα, η οποία ταξιδεύει μαζί με τη θεία της. Η θεία καλεί τους αξιωματικούς στο οικογενειακό κτήμα της στο Ροζουόγκι. Κατά τη διάρκεια ενός δείπνου, ο Σκρζετούσκι μαθαίνει ότι η θεία της Ελένας έχει υποσχεθεί να την παντρέψει με τον Κοζάκο συνταγματάρχη Γιούρι Μπόχουν (τον οποίο η ίδια η Ελένα απεχθάνεται γιατί τον έχει δει να σκοτώνει άνθρωπο μπροστά στα μάτια της). Ο ήρωας κάνει ό,τι είναι δυνατό για να μεταπείσει τη θεία.

Στο μεταξύ, ο πρίγκιπας Βισνοβιέτσκι στέλνει τον Σκρζετούσκι ως εκπρόσωπό του στο Ζαπαρόζε, ενώ ετοιμάζεται να ξεσπάσει η εξέγερση των Κοζάκων. Σε μια συμπλοκή ο ήρωας τραυματίζεται κι αιχμαλωτίζεται. Οι Κοζάκοι οδηγούν τον αιχμάλωτο στον αρχηγό τους, που δεν είναι άλλος από τον Χμελνίτσκι. Ο αταμάνος σώζει τον Σκρζετούσκι κι υπόσχεται να τον απελευθερώσει το συντομότερο δυνατό. Μέχρι να συμβεί αυτό, ο Γιαν παρακολουθεί ανήμπορος τη συντριβή των Πολωνών στα Ζόφτι Βόντι.

Ανακαλύπτοντας την «προδοσία» της θείας της Ελένας, ο Μπόχουν επιτίθεται στο Ροζουόγκι με σκοπό να απαγάγει την Ελένα. Στη σύγκρουση σκοτώνονται οι δύο εξάδελφοι της νεαρής, η θεία της στραγγαλίζεται από τους Κοζάκους του Μπόχουν και οι εξεγερμένοι χωρικοί πυρπολούν την έπαυλη. Η ίδια η Ελένα καταφέρνει να ξεφύγει.

Ελεύθερος πια, ο Σκρζετούσκι κατευθύνεται προς το Ροζουόγκι για να βρει την αγαπημένη του. Φτάνοντας αντικρίζει μόνο ερείπια. Πιστεύοντας ότι η Ελένα είναι νεκρή θρηνεί τον θάνατό της κι επιστρέφει στην υπηρεσία του Βισνοβιέτσκι. Εκεί, ο Ζαγκουόμπα τον πληροφορεί ότι η Ελένα είναι σώα κι ασφαλής στο Μπαρ. Ενώ ο ήρωας ετοιμάζεται να πάει στην πόλη αυτή για να συναντήσει την Ελένα πληροφορείται ότι οι δυνάμεις του Μπόχουν κατέλαβαν το Μπαρ. Στον απελπισμένο Σκρζετούσκι φτάνει η ψευτική πληροφορία ότι η αγαπημένη του δολοφονήθηκε σ’ ένα μοναστήρι του Κιέβου όπου την κρατούσαν αιχμάλωτη. Ο ήρωας πέφτει βαριά άρρωστος.

Μετά την ανάρρωσή του, ο Σκρζετούσκι μεταβαίνει στο Ζμπάραζ με σκοπό να οργανώσει την άμυνα της πόλης, την οποία ετοιμάζονται να πολιορκήσουν οι Κοζάκοι. Πολεμά με ηρωϊσμό κατά την πολιορκία. Για να σώσει την πόλη, αποφασίζει να περάσει μέσα από τις γραμμές του εχθρού και να συναντήσει τον βασιλιά Ιωάννη Καζιμίρ ζητώντας του ενισχύσεις. Επιτυγχάνει στην παράτολμη αποστολή του και σώζει την πόλη. Στο μεταξύ μαθαίνει ότι η Ελένα είναι ζωντανή. Οι δύο ερωτευμένοι συναντιούνται στο Λβούφ όπου και παντρεύονται. Μετά το τέλος της εξέγερσης του Χμελνίτσκι θα ζήσουν ευτυχισμένοι, αποκτώντας μια ντουζίνα και περισσότερα παιδιά (αυτό μπορεί να μη μας πολυφαίνεται ρομαντικό, αλλά τα ήθη κι έθιμα της εποχής ήταν μάλλον διαφορετικά από τα σύγχρονά μας).

Γ.   Μεταφορά στον κινηματογράφο: Το μυθιστόρημα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1999 (με ιδιαίτερη επιτυχία) από τον Πολωνό σκηνοθέτη Γιέρζυ Χόφφμαν. Τότε, επρόκειτο για την ακριβότερη πολωνική παραγωγή όλων των εποχών. Ο σκηνοθέτης κατόρθωσε να μεταφέρει κινηματογραφικά ολόκληρη την Τριλογία του Σενκιέβιτς, με την αντίστροφη όμως σειρά (1969: Άρχοντας Βολοντιόφσκι, 1974: Κατακλυσμός, με πρωταγωνιστή τον, γνωστό μας από τις ταινίες του Βάιντα, Ντάνιελ Ολμπρύχσκι). Στην ταινία του 1999, πρωταγωνίστησαν ο Μίχαου Ζεμπρόφσκι ως Γιαν Σκρζετούσκι, η μεγαλωμένη στη Σουηδία Ιζαμπέλλα Σκορούπκο ως Ελένα, ο Ρώσος Αληξάντρ Νταμαγκάροφ ως Μπόχουν κι ο Ουκρανός Μπαγκντάν Στούπκα ως Χμελνίτσκι (προσθέστε και τον Ολμπρύχσκι ως Τουγάυ Μπέη και τον Αντρζέι Σέβερυν ως πρίγκιπα Βισνοβιέτσκι). Η ταινία δέχθηκε κριτικές για κάποιες ανακρίβειες: κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο παρουσίασε τη μάχη στα Ζόφτι Βόντι. Ωστόσο, πώς είναι δυνατόν να παρουσιασθεί με ακρίβεια σε κινηματογραφικό χρόνο μια μάχη που κράτησε κοντά τρεις εβδομάδες; Στην Πολωνία, κάποιοι την κατηγόρησαν κι ως φιλοουκρανική, λόγω του θετικού τρόπου με τον οποίο παρουσίαζε τους Κοζάκους. Αυτή όμως η επίκριση μοιάζει μάλλον με έπαινο, αποδεικνύοντας ότι ο σκηνοθέτης πέτυχε να δώσει μια αρκετά αντικειμενική εικόνα των εμπολέμων. Σε κάθε περίπτωση (και μολονότι το DVD της ταινίας είναι σχετικά δυσεύρετο), μπορείτε να σχηματίσετε προσωπική εντύπωση παρακολουθώντας αποσπάσματά της: τη Μάχη στα Ζόφτι Βόντι (με αγγλικούς υπότιτλους), σκηνές από την ίδια μάχη με μουσική υπόκρουση το εμβατήριο των Κοζάκων του Ζαπαρόζε, το ζεύγος των ερωτευμένων Γιαν και Ελένας, επέλαση των Ουσάρων με σκοπό την απελευθέρωση του Ζμπάραζ. καθώς και ολόκληρο το φιλμ, ατυχώς με κακό ντουμπλάρισμα στα ουκρανικά. Και, πάντως, ό,τι και να πείτε, οι σκηνές μάχης είναι εντυπωσιακότατες.

Ελπίζω να παραβλέψετε την αυτοαναφορικότητα της σημερινής ανάρτησης. Άλλωστε, πέρα από μια ρομαντική και ηρωϊκή ιστορία που σημάδεψε τα παιδικά μου χρόνια, υπάρχουν ιστορικά γεγονότα που καθόρισαν την πορεία της Βόρειας και Ανατολικής Ευρώπης για τους επόμενους αιώνες και τα οποία ακόμη και σήμερα ασκούν επιρροή στις νοοτροπίες λαών και στις πολιτικές κρατών. Κατά τα λοιπά, νομίζω ότι το είπαμε… Το 1647 ήταν παράξενη χρονιά!

Η Σάγκα του Χάραλντ Σίγκουρντσσον

Μαρτίου 28, 2010

Δεν πρόκειται να αλλάξουμε ουσιαστικά εποχή, καθώς θα παραμείνουμε στον 11ο αιώνα. Ούτε θα αλλάξουμε με τρόπο θεαματικό τόπο και θεματολογία. Βέβαια, σε αντίθεση προς τους εκγαλλισμένους Νορμανδούς μας, ο ήρωας τούτης της διήγησης έχει απευθείας σκανδιναβική καταγωγή, είναι ένας Βίκινγκ με όλη τη σημασία της λέξης, έστω κι αν η δράση του τοποθετείται χρονικά στα όρια της περιόδου εκδήλωσης του φαινομένου «Βίκινγκ» (9ος αιώνας-μέσα 11ου αιώνα). Δεν έχουμε επί του παρόντος τη δυνατότητα να αναφερθούμε διεξοδικά στους Βίκινγκς, οι οποίοι αποτέλεσαν αντικείμενο τόσων παρεξηγήσεων, ιδεοληψιών και στερεοτύπων (για περισσότερα βλ. Régis Boyer «Les Vikings: Histoire, Mythes, Dictionnaire«, εκδ. Robert Laffont, Παρίσι 2008, και Sylvain Gouguenheim «Regards sur le Moyen Âge«, εκδ. Tallandier, Παρίσι 2009, κεφ. 34: «Les Vikings«, σελ. 342-351). Θα περιοριστούμε στην επισήμανση ότι ο όρος δεν αποτελεί εθνοτικό ή φυλετικό προσδιορισμό. Αφορά, για τη συγκεκριμένη περίοδο, όλους τους σκανδιναβικούς λαούς, όχι όμως όλους τους Σκανδιναβούς (ως άτομα). Ο όρος υποδηλώνει αφενός τον πεπειραμένο έμπορο που μετέχει σε επιχείρηση η οποία περιλαμβάνει θαλάσσιο ταξίδι και έχει καταρχήν εμπορικό σκοπό που μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν οι συνθήκες, να μετατραπεί, περιστασιακά ή όχι, σε στρατιωτική εκστρατεία λεηλασίας, αφετέρου την ίδια την επιχείρηση. Έργο των Βίκινγκς είναι η έντονη εμπορική δραστηριότητα στον ευρωπαϊκό Βορρά κατά τους πρώτους αιώνες του Μεσαίωνα, οι επιδρομές σε όλη την Ευρώπη, από την Ιρλανδία ως την Ανδαλουσία, το άνοιγμα νέων εμπορικών δρόμων και η ίδρυση ηγεμονιών στη Βαλτική και στη Ρωσία, ο αποικισμός της Ισλανδίας και της Γροιλανδίας, καθώς και οι εξερευνητικές αποστολές μέχρι τις ακτές της Βόρειας Αμερικής.  

Ο «τελευταίος Βίκινγκ»: Ο ήρωάς μας, του οποίου η συναρπαστική και περιπετειώδης ζωή συμπυκνώνει πολλές από τις πτυχές της δράσης των Βίκινγκς (για αυτό και τον αποκάλεσαν «τελευταίο Βίκινγκ»), ονομαζόταν Χάραλντ Σίγκουρντσσον (σε αρχαία σκανδιναβικά: Haraldr Sigurðarson) κι έμεινε στην Ιστορία με το προσωνύμιο Χαρντράαντα (αρχαία σκανδιναβικά: harðráði, το οποίο πιστεύω, όσο μου επιτρέπουν οι ανύπαρκτες γνώσεις μου, ότι πρέπει να προφερόταν περίπου ως «Χαρδράοδι»). Κατά λέξη ο όρος δηλώνει αυτόν που διοικεί με τρόπο αυστηρό και σκληρό, αλλά έχει αποδοθεί συχνά ως «Σκληρόκαρδος», «Ανελέητος» ή «Αμείλικτος». Για τον Χάραλντ διαθέτουμε μια πρώτης τάξεως πηγή: τη Σάγκα με θέμα τη ζωή του που συνέθεσε ο διάσημος Ισλανδός πολιτικός, ιστορικός και λογοτέχνης Σνόρρι Στούρλουσον  (1179-1241) και η οποία περιλαμβάνεται στην Χάιμσκρίνγκλα, το βιβλίο του Στούρλουσον για τους Νορβηγούς βασιλιάδες (είναι η ένατη σάγκα της συλλογής, βλ. Régis Boyer «La Saga de Harald l’Impitoyable«, Payot, Παρίσι 1979, και «Sagas islandaises«, συλλογή «Bibliothèque de la Pléiade«, εκδ. Gallimard, 4η έκδοση, Παρίσι 2006 ). Μολονότι η σάγκα δεν αποτελεί καθαυτό ιστορικό σύγγραμμα (είναι επική διήγηση με ιστορικό περιεχόμενο, σε πεζό λόγο στον οποίο παρεμβάλλονται στίχοι σκαλδικής ποίησης), παρέχει ανεκτίμητες ιστορικές πληροφορίες. Γενικά, ο Χάραλντ αποτελεί τον βασικό ήρωα της μεσαιωνικής σκανδιναβικής λογοτεχνίας, μια και τον συναντούμε και σε πάμπολλες θέττιρ, δηλαδή μικρές σάγκα (βλ. σχετικό λήμμα σε R. Boyer «Les Vikings…», σελ. 830-833). Επιπλέον, καθώς ο Χάραλντ έδρασε για αρκετά χρόνια στο Βυζάντιο, έχουμε στη διάθεσή μας και μια βυζαντινή πηγή που περιέχει μια συνοπτική διήγηση της σταδιοδρομίας του ήρωά μας στην υπηρεσία του Βυζαντίου. Πρόκειται για το λεγόμενο «Στρατηγικόν» του Κεκαυμένου, δηλαδή ένα πρακτικό εγχειρίδιο συμβουλών και νουθεσιών το οποίο χρονολογείται μάλλον στο τελευταίο τέταρτο του 11ου αιώνα και του οποίου συγγραφέας είναι πιθανώς κάποιος από τους δύο βυζαντινούς στρατηγούς, αρμενικής καταγωγής, που έφεραν το όνομα Κατακαλών Κεκαυμένος (βλ. «Κεκαυμένος, Στρατηγικόν», εισαγωγή-μετάφραση: Δημ. Τσουγκαράκης, επιμέλεια: Θεόδ. Μωυσιάδης, εκδ. Κανάκη, Αθήνα 1993, και «Cecaumeni Strategicon et incerti scriptoris De Officiis Regis Libellus«, επιμ. Μπ. Βασσιλιέφσκυ και Β. Γέρνστεντ, έκδ. Αυτοκρατορικής Ακαδημίας Επιστημών, Αγία Πετρούπολη 1896. Το απόσπασμα που μας ενδιαφέρει είναι η αριθ. 81 παράγραφος, η οποία για κάποιους εντάσσεται σε άλλο σύγγραμμα, τον, ανωνύμου συγγραφέα, Λόγο Νουθετητικό προς Βασιλέα). Ας δούμε, όμως, ποιός ήταν ο Χάραλντ, γιος του Σίγκουρντ, ή Αράλτης, για τους Βυζαντινούς.

Το πορτρέτο του Χάραλντ σύμφωνα με τον Σνόρρι Στούρλουσον: «Κατά γενική ομολογία, ο βασιλιάς Χάραλντ ξεπερνούσε όλους τους άλλους σε σοφία και οξυδέρκεια, είτε έπρεπε να ενεργήσει με ταχύτητα είτε να καταστρώσει μακροπρόθεσμα σχέδια, για τον ίδιο ή για άλλους. Στα όπλα, ήταν ο γενναιότερος των ανδρών. Είχε, επίσης, την τύχη να κατακτήσει τη νίκη…. Ο βασιλιάς Χάραλντ ήταν όμορφος άντρας με ευγενικό παρουσιαστικό, ξανθομάλλης και γενειοφόρος, με μακριά μουστάκια… Είχε μακριά και καλοφτιαγμένα μέλη. Ήταν ψηλότερος από κάθε άλλον. Ήταν σκληρός για τους εχθρούς του και αμείλικτος σε όποιον του πρόβαλλε αντίσταση. Ο βασιλιάς Χάραλντ ήταν εξαιρετικά άπληστος για εξουσία και πλούτη. Ήταν πολύ γενναιόδωρος στους φίλους του που αγαπούσε. Ο βασιλιάς Χάραλντ ήταν πενήντα ετών όταν πέθανε.

Δεν έχουμε στη διάθεσή μας κάποια αξιοπρόσεκτη διήγηση για την εποχή της νεότητάς του, παρά μόνον ότι πια είχε ζήσει δεκαπέντε χειμώνες και έλαβε μέρος στη μάχη του Στικλαρστάδιρ με τον αδελφό του, τον βασιλιά Όλαφ. Έπειτα, έζησε τριάντα πέντε χειμώνες. Όμως, όλα αυτά τα χρόνια. δεν γνώρισε παρά αναταραχές και πόλεμο. Ο βασιλιάς Χάραλντ δεν επιδίωξε ποτέ να αποφύγει τη μάχη, συχνά, όμως, κατέφευγε σε τεχνάσματα όταν οι αντίπαλοί του υπερτερούσαν σε αριθμητική δύναμη. Όσοι τον συνόδεψαν σε μάχες και εκστρατείες έλεγαν ότι, όποτε βρισκόταν σε μεγάλο κίνδυνο, έπαιρνε πάντα τις καλύτερες αποφάσεις, όπως αποδεικνυόταν στη συνέχεια από τα γεγονότα» (Σνόρρι Στούρλουσον «Η Σάγκα του Βασιλιά Χάραλντ«. κεφ. 99).   

Τα πρώτα χρόνια – Από τη Νορβηγία στη Ρωσία: Γιος του άρχοντα Σίγκουρντ Συρ Χάλφαντάνσσον, ο Χάραλντ (που γεννήθηκε το 1015) είναι ετεροθαλής αδελφός (μητέρα και των δύο ήταν η Άστα Γκουντμπραντσντόττιρ) του Όλαφ Χάραλντσσον ή Όλαφ Β΄ (995-1030), βασιλιά της Νορβηγίας από το 1016 και υπεύθυνου για τον πλήρη εκχριστιανισμό της χώρας (λόγος για τον οποίο αγιοποιήθηκε). Ο Όλαφ βρίσκεται σε σύγκρουση με τον Δανό βασιλιά Κνουτ, ο οποίος θέλει να ελέγξει και τη Νορβηγία, τοποθετώντας ως κυβερνήτες της ευγενείς της επιλογής του. Χάνοντας τον έλεγχο των Νορβηγών αρχόντων, ο Όλαφ εγκαταλείπει τη χώρα του το 1026. Το 1029-1030, κρίνοντας ότι οι συνθήκες είναι ευνοϊκές για την παλινόστησή του, ο Όλαφ επιστρέφει στη Νορβηγία. Η προσπάθειά του τερματίζεται με τη Μάχη του Στικλαρστάδιρ (1030) όπου θα σκοτωθεί. Όπως αναφέρει και ο Στούρλουσον, η πρώτη ιστορική μνεία στον Χάραλντ Σίγκουρντσσον είναι ακριβώς η συμμετοχή του στη μάχη αυτή. Μετά την ήττα και τον θάνατο του αδελφού του, ο Χάραλντ είναι αναγκασμένος να φύγει από την πατρίδα του και να αναζητήσει καταφύγιο στο Κίεβο.

Οι σχέσεις ανέμεσα στους Νορβηγούς και στους σουηδικής καταγωγής Βαράγγους της Ρωσίας και Ουκρανίας ήταν παλιές και πολύ στενές. Στα χρόνια της εξορίας του, ο βασιλιάς Όλαφ είχε καταφύγει στην αυλή του Σκανδιναβού ηγεμόνα του Νόβγκοροντ και του Κιέβου (για τους Σκανδιναβούς Holmgarðr και Koenugarðr αντίστοιχα), του Γιαροσλάβ Α΄ του Σοφού (ρωσικά: Ярослав Мудрый, αρχαία σκανδιναβικά: Jarizleifr), στην κηδεμονία του οποίου είχε άλλωστε αφήσει και τον γιο του. Με τη φυγή του στο Κίεβο, επομένως, ο Χάραλντ,  ακολούθησε την πεπατημένη. Ο νεαρός Νορβηγός πρέπει να πέρασε μερικά χρόνια (μάλλον πέντε) στην αυλή του Κιέβου, υπηρετώντας τον Γιαροσλάβ: συμμετέχοντας σε πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Πολωνών και άλλων Σλάβων (βλ. Sigfùs Blöndal «The Varangians of Byzantium«, μετάφρ. Benedikt S. Benedikz, Cambridge University Press, 1978, επανέκδοση 2007, σελ. 54-55), κέρδισε την εκτίμηση του ηγεμόνα, ο οποίος του έδωσε ως σύζυγο μια από τις κόρες του, την Ελισσάβετ (αρχαία σκανδιναβικά: Ellisif). Δεν είναι βέβαιο ότι ο γάμος αυτός τελέσθηκε στα χρόνια παραμονής του Χάραλντ στο Κέβο, καθώς οι περισσότεροι εκτιμούν ότι ο Νορβηγός νυμφεύθηκε την Ελισσάβετ αρκετά χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 1043 ή το 1045). Έπειτα έκανε το επιβεβλημένο βήμα για κάθε φιλόδοξο νεαρό Σκανδιναβό που έχει φτάσει μέχρι τα εδάφη των Ρως: πέρασε στο Βυζάντιο.

Ο Χάραλντ στο Βυζάντιο: Ας παραθέσουμε πρώτα τη συνοπτική περιγραφή της βυζαντινής σταδιοδρομίας του Χάραλντ, όπως μνημονεύεται στο «Στρατηγικόν» του Κεκαυμένου.

Η σταδιοδρομία του Χάραλντ στο Βυζάντιο σύμφωνα με το «Στρατηγικόν» του Κεκαυμένου: «Αράλτης βασιλέως μεν Βαραγγίας ην υιός, έχων δε αδελφόν τον Ιούλαβον, ος και μετά θάνατον του πατρός αυτού κατέσχε την πατρικήν βασιλείαν, προβαλόμενος Αράλτην τον αδελφόν αυτού δεύτερον μετ’ αυτού εις την βασιλεία. Ος δη και νέος ων ηθέλησεν εισελθείν και προσκυνήσαι τω μακαριωτάτω βασιλεί κυρ Μιχαήλ τω Παφλάγονι και εν θέα γενέσθαι της ρωμαϊκής καταστάσεως.Ήγαγε δε και μετ’ αυτού και λαόν, άνδρας γενναίους πεντακοσίους και εισήλθε, και εδέξατο αυτόν ο βασιλεύς ως ενεδέχετο, και απέστειλεν αυτόν μετά του λαού αυτού εις Σικελίαν. Εκεί γαρ ην ο ρωμαϊκός στρατός, πολεμών την νήσον. Και απελθών ενεδείξατο έργα μεγάλα. Υποταγείσης δε της Σικελίας υπέστρεψε μετά του λαού αυτού προς τον βασιλέα, και ετίμησεν αυτόν μαγγλαβίτην. Μετά δε ταύτα έλαχε τότε μουλτεύσαι τον Δελιάνον εις Βουλγαρία. Και εσυνεταξίδευσε και ο Αράλτης μετά του βασιλέως, έχων τον λαόν αυτού, και ενεδείξατο έργα εις τους πολεμίους άξια της ευγενείας και της γενναιότητος αυτού. Υποτάξας δε την Βουλγαρίαν ο βασιλεύς υπέστρεψεν. Ήμην δε καγώ τότε αγωνιζόμενος υπέρ του βασιλέως κατά το δυνατόν. Ελθόντων δε ημών εν Μοσυνουπόλει, αμειβόμενος αυτώ ο βασιλεύς υπέρ ων αγωνίσατο ετίμησεν αυτόν σπαθαροκανδιδάτην. Μετά δε την τελευτήν του κυρ Μιχαήλ και του ανεψιού αυτού του αποβασιλέως ηθέλησεν επί του Μονομάχου αιτησάμενος υποχωρήσαι εις την χώραν αυτού, και ου συνεχωρήθη, αλλά γέγονεν αυτώ στενή η έξοδος. Όμως λαθών υπεχώρησεν και εβασίλευσεν εις την χώραν αυτού αντί του αδελφού αυτού Ιουλάβου. Και ουκ εγόγγυσεν υπέρ ων ετιμήθη μαγγλαβίτης ή σπαθαροκανδιδάτης, αλλά μάλλον και βασιλεύων εφύλαξε πίστιν και αγάπην προς Ρωμαίους«.

Ένας Βίκινγκ στην υπηρεσία του Βυζαντίου: ο Χάραλντ βρίσκει το Βυζάντιο στην εποχή του τέλους της Μακεδονικής Δυναστείας. Φορέας της δυναστικής νομιμότητας είναι η αυτοκράτειρα Ζωή η Πορφυρογέννητη (978-1050, αυτοκράτειρα από το 1028), κόρη του Κωνσταντίνου Η΄ και ανηψιά του Βασίλειου Β΄: βασιλεύουν, επομένως, οι κατά καιρούς σύζυγοι της Ζωής (για δύο σχετικά περιορισμένα χρονικά διαστήματα – ένα στις αρχές και ένα πριν από τον τελευταίο γάμο της, η Ζωή συμβασίλεψε και με την αδελφή της, τη Θεοδώρα, η οποία συνήθως ήταν κλεισμένη σε κάποιο μοναστήρι). Όταν ο Χάραλντ φτάνει στη Βασιλεύουσα (τη Mikligarðr, όπως θα την έλεγε στη γλώσσα του), μόλις έχει ανέβει στον θρόνο ο δεύτερος σύζυγος της Ζωής, ο Μιχαήλ Δ΄ ο Παφλαγών, ο οποίος οφείλει το στέμμα στις ραδιουργίες του αδελφού του, του Ιωάννη του Ορφανοτρόφου, και, φυσικά, στον παράφορο έρωτα της πενηνταπεντάχρονης αυτοκράτειρας. Λέγεται μάλιστα ότι το ζεύγος των εραστών, για να επιταχύνει την αλλαγή φρουράς, δηλητηρίαζε τον μέχρι τότε σύζυγο της Ζωής και αυτοκράτορα, τον Ρωμανό Γ΄ Αργυρό, και στο τέλος τον έπνιξε στα λουτρά του ανακτόρου. Παρόλες αυτές τις επιβαρυντικές περιστάσεις, ο Μιχαήλ αποδείχθηκε ικανότατος μονάρχης που αν δεν τον σταματούσε η ασθενική φύση του (ήταν επιληπτικός κι έπασχε από υδρωπικία) ίσως κατόρθωνε να αντιμετωπίσει επιτυχώς όλους τους εξωτερικούς κινδύνους που απειλούσαν την αυτοκρατορία.

Ο Χάραλντ (και προφανώς και οι άνδρες του) στρατολογείται φυσικά στο Τάγμα Βαράγγων, την αυτοκρατορική φρουρά που αποτελούν Σκανδιναβοί μισθοφόροι, και πολύ γρήγορα διορίζεται διοικητής της. Η ταχύτατη άνοδος του Χάραλντ/ Αράλτη εξηγείται όχι μόνο από τη φήμη του ως ικανού στρατιωτικού, αλλά και από την ντε φάκτο ισχύ που του προσέδιδε το γεγονός ότι ηγείτο του προσωπικού στρατιωτικού του σώματος, από τη βασιλική καταγωγή του και τις στενές σχέσεις του με την αυλή του Κιέβου, δηλαδή μιας συμμάχου του Βυζαντίου. Ως διοικητής του Τάγματος Βαράγγων, ο Χάραλντ θα συμμετάσχει σε όλες σχεδόν τις εκστρατείες που διοργανώθηκαν στα χρόνια βασιλείας του Παφλαγόνα. Θα πολεμήσει στη Μικρά Ασία, στη Βουλγαρία – όπου θα καταστείλει μια ιδιαίτερα επικίνδυνη εξέγερση, όπως αναφέρει και το «Στρατηγικόν» – , πιθανώς στη Βόρεια Συρία (γεγονός που θα του δώσει την ευκαιρία να επισκεφτεί για προσκύνημα τους Άγιους Τόπους και την Ιερουσαλήμ ειδικότερα), ίσως στη Βόρεια Αφρική. Το σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μας, γεγονός είναι η συμμετοχή του στη μεγάλη εκστρατεία του στρατηγού Γεώργιου Μανιάκη με σκοπό την ανάκτηση της Σικελίας την οποία κατέχουν οι Άραβες (1038).  Ο Χάραλντ θα πολεμήσει μαζί με Βυζαντινούς, Νορμανδούς και Λομβαρδούς και θα διακριθεί στο πλαίσιο μιας εκστρατείας που σχεδόν ξανάδωσε στο Βυζάντιο την κυριαρχία στη Σικελία. Το 1040 η στρατηγική ιδιοφυία του Μανιάκη και η γενναιότητα των πολεμιστών του Χάραλντ έχουν σχεδόν καταβάλει τη μουσουλμανική αντίσταση: οι Βυζαντινοί  έχουν καταλάβει τις Συρακούσες κι ελέγχουν τα δύο τρίτα του νησιού. Κάπου εκεί, όμως, το χρήμα σταμάτησε να ρέει κι άρχισε η μουρμούρα από τους Νορμανδούς και Ιταλούς μισθοφόρους. Ο Μανιάκης ανακλήθηκε, θύμα συκοφαντιών. Και η εκστρατεία τερματίσθηκε άδοξα. Τόσο άδοξα, που κατέληξε σε μια γενικευμένη εξέγερση στην Απουλία, ενώ από τις σικελικές κτήσεις απέμεινε στους Βυζαντινούς μόνο το προγεφύρωμα της Μεσσήνης. Ο Χάραλντ συνέβαλε στην καταστολή της εξέγερσης στην Απουλία κι επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη (βλ. και Blöndal, όπ.π., σελ. 67 επ.).

Σε αντίθεση με τη λιτή και κατά τα φαινόμενα ιστορικά ακριβή διήγηση του «Στρατηγικού«, η Σάγκα που συνέγραψε για τον Χάραλντ ο Στούρλουσον περιλαμβάνει την αφήγηση αμέτρητων τεχνασμάτων και στρατηγημάτων που φέρεται να χρησιμοποίησε ο ήρωας προκειμένου να πετύχει τους στρατηγικούς στόχους του. Πολλά από αυτά παρατίθενται στην ελληνική έκδοση της Βίκι (λήμμα για τον Χάραλντ Γ΄ της Νορβηγίας). Στην πραγματικότητα, οι ιστορίες αυτές αποτελούν τόπους της σκανδιναβικής λογοτεχνίας, έχουν μόνο σκοπό να ενισχύσουν τη φήμη του ανίκητου και πανέξυπνου ήρωα και δεν ανταποκρίνονται στην ιστορική αλήθεια (βλ. R. Boyer «Les Vikings…», λήμμα «Haraldr l’ Impitoyable…», σελ. 520 επ., ειδ. σελ. 522-523). Σε μια από αυτές τις διηγήσεις (Σνόρρι Στούρλουσον «Η Σάγκα του Βασιλιά Χάραλντ«. κεφ. 10), ο Χάραλντ καθώς δεν κατορθώνει να καταλάβει την πόλη που πολιορκεί προσποιείται τον βαριά άρρωστο. Λίγες μέρες μετά οι άνδρες του ανακοινώνουν στους άρχοντες της πολιορκούμενης πόλης ότι ο αρχηγός τους πέθανε με τελευταία επιθυμία να ταφεί χριστιανικά εντός των τειχών της πόλης. Το αίτημα γίνεται δεκτό. Όταν οι άνδρες του αγήματος που συνοδεύει το φέρετρο του Χάραλντ μπαίνουν στην πόλη, ανοίγουν τις πύλες της ώστε να μπουν όλοι οι συμπολεμιστές τους και η ιστορία τελειώνει με μια ωραία πυρπόληση και ένα ακόμη ωραιότερο (για τους Σκανδιναβούς) πλιάτσικο. Ο μύθος του τεχνάσματος αυτού αποτελεί πολλάκις επαναλαμβανόμενη διήγηση της επικής σκανδιναβικής λογοτεχνίας που χρησιμοποιείται προς επίρρωση του πολυμήχανου πνεύματος των Βίκινγκ πολεμιστών. Θαρρώ πως το τέχνασμα αυτό το διηγείται και ο Μπόρχες σε κάποια από τις σύντομες ιστορίες του, αποδίδοντάς το σε ανώνυμο Βίκινγκ  πολέμαρχο κι όχι στον Χάραλντ. Ο Στούρλουσον μεταφέρει ακόμη τον θρύλο (που δεν αποκλείεται πάντως να είχε κυκλοφορήσει ως κουτσομπολιό και στην αυλή της Βασιλεύουσας) ότι ο Χάραλντ είχε γοητεύσει την αυτοκράτειρα Ζωή, η οποία των ερωτεύτηκε. Δεν παραθέτουμε άλλες λεπτομέρειες αυτής της φήμης, μια και δεν την ενισχύει κανένα απολύτως ιστορικό στοιχείο (βλ. Gwynn Jones «A History of the Vikings«, Oxford University Press, 1968).   

Τα τελευταία χρόνια του Χάραλντ στην αυλή της Κωνσταντινούπολης: Το 1041 πεθαίνει ο Μιχαήλ ο Παφλαγών, αφού πρώτα, ύστερα από παρότρυνση του Ορφανοτρόφου, έχει υιοθετήσει μαζί με τη Ζωή και ορίσει ως διάδοχο τον συνονόματο ανηψιό του. Όχι ιδιαίτερα προικισμένος, ο Μιχαήλ Ε΄ Καλαφάτης αποδεικνύεται εξαιρετικά αδέξιος: προσπαθώντας να βασιλέψει μόνος, ο Μιχαήλ έρχεται σε σύγκρουση με αυτούς που του χάρισαν τη βασιλεία (τη Ζωή και τον Ορφανοτρόφο), την ίδια ώρα που ο λαός τον θεωρεί απλώς σφετεριστή. Το αποτέλεσμα είναι η εκδήλωση πραξικοπήματος, μόλις τέσσερις μήνες μετά την ενθρόνιση του Καλαφάτη, ο οποίος όχι μόνο χάνει τον θρόνο, αλλά τυφλώνεται (φυσικά) και ευνουχίζεται (Απρίλιος 1042). Φαίνεται ότι η φρουρά των Βαράγγων και ο Χάραλντ προσωπικά έπαιξαν οπωσδήποτε κάποιο ρόλο στην ανατροπή του Καλαφάτη. Προσωρινά συμβασιλεύουν η Ζωή με την αδελφή της, τη Θεοδώρα. Δυό μήνες μετά, η Θεοδώρα επιστρέφει στην αγαπημένη της μοναστική ζωή, καθώς η αδελφή της έχει επιλέξει τον νέο σύζυγό της και αυτοκράτορα, τον αριστοκράτη Κωνσταντίνο Μονομάχο (ο οποίος θα βασιλέψει μέχρι τον θάνατό του το 1055). 

Όπως αναφέρει το «Στρατηγικόν«, ο Χάραλντ εξεδήλωσε την επιθυμία να επιστρέψει στην πατρίδα του, πλην όμως δεν του δόθηκε η άδεια να εγκαταλείψει τη Βασιλεύουσα. Για ποιό λόγο άραγε; Η πιο ανώδυνη εξήγηση είναι να υποθέσουμε ότι ο Κωνσταντίνος δεν ήθελε να χάσει έναν τόσο ικανό στρατηγό. Όσο και αν κάτι τέτοιο δεν μπορεί να αποκλεισθεί, άλλες εξηγήσεις είναι πθανότερες. Ίσως ο Μονομάχος να πίστευε ότι ο Νορβηγός δεν ήταν και τόσο πιστός, ότι είχε αναμιχθεί στη συνωμοσία του παλιού συμπολεμιστή του Γεώργιου Μανιάκη. Θυμίζουμε  ότι προς το τέλος της βασιλείας του Παφλαγόνα, ο Μανιάκης ανακλήθηκε κατασυκοφαντημένος στην Κωνσταντινούπολη. Έπειτα, ο Καλαφάτης τον ξαναέστειλε στην Κάτω Ιταλία. Όταν αυτοκράτορας ήταν ο Μονομάχος, ο Μανιάκης στασίασε εναντίον του καθώς έκρινε ότι η Σικελία χανόταν για το Βυζάντιο εξαιτίας της ολιγωρίας και της απροθυμίας της Βασιλεύουσας να του παράσχει τα αναγκαία μέσα για να φέρει σε πέρας τη σικελική εκστρατεία του. Η στάση τερματίσθηκε με τον ξαφνικό θάνατο του Μανιάκη. Πάντως, η πιθανότερη εξήγηση για την εχθρική στάση του Μονομάχου προς τον Χάραλντ μπορεί να έχει σχέση με οικονομικές διαφορές. Η ίδια η σάγκα του Στούρλουσον μαρτυρά ότι ο Χάραλντ επιδίωκε με ιδιαίτερο ζήλο τη συγκέντρωση πλούτου: η περιουσία που συγκέντρωσε τόσο από τις αυτοκρατορικές αμοιβές όσο και από τις λεηλασίες λέγεται ότι, για να εξασφαλισθεί από κάθε κίνδυνο, είχε σταλεί στο Κίεβο και στο Νόβγκοροντ. Φαίνεται ότι είχε ανακύψει μια σημαντική οικονομική διαφορά μεταξύ του Χάραλντ και του θρόνου του Βυζαντίου: ο Νορβηγός κατηγορήθηκε ότι δεν είχε αποδώσει στον θρόνο όσα όφειλε ως μερίδιο λεηλασιών (Σνόρρι Στούρλουσον «Η Σάγκα του Βασιλιά Χάραλντ«. κεφ. 90, Blöndal, όπ.π., σελ. 77-78). Σε κάθε περίπτωση, ο Χάραλντ κατάφερε να φύγει κρυφά από την Κωνσταντινούπολη και ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο (Ουκρανία, Ρωσία, Βαλτική) επέστρεψε στη Νορβηγία μαζί με τη σύζυγό του, την Ελισσάβετ του Κιέβου.

Ο Χάραλντ βασιλιάς της Νορβηγίας: Πίσω στη Νορβηγία, ο Χάραλντ βρίσκει βασιλιά τον ανηψιό του, τον Μάγκνους τον Καλό. Σύμφωνα με την παράδοση, έρχονται σε συνεννόηση και αποφασίζουν να συμβασιλέψουν (1045). Ένα χρόνο μετά, ο Μάγκνους πεθαίνει υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες και ο Χάραλντ βασιλεύει πλέον μόνος. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, αποδεικνύει τις διοικητικές ικανότητές του. Οργανώνει την Εκκλησία της Νορβηγίας και χτίζει πολυάριθμους χριστιανικούς ναούς. Ιδρύει το Όσλο, το οποίο προορίζει για πρωτεύουσα του βασιλείου του αντί του Νίνταρος (του σημερινού Τρόντχαϊμ). Επιχειρεί να τερματίσει με στρατιωτικά μέσα την προαιώνια διαμάχη με τον βασιλικό οίκο της Δανίας. Πολεμά κατά του Δανού βασιλιά Σβεν Έστριντσεν. Στο πλαίσιο της σύγκρουσης αυτής πυρπολεί και καταστρέφει (1049) το δανικό λιμάνι του Χέντεμπυ (σήμερα ανήκει στο γερμανικό ομόσπονδο κράτους του Σλέσβιχ-Χολστάιν), το οποίο για περισσότερους από τρεις αιώνες ήταν ίσως το σημαντικότερο εμπορικό κέντρο των Βίκινγκς. Έπειτα, ενώ έφτανε σε ηλικία πενήντα ετών, μπλέχτηκε στην περιπέτεια που έμελλε να είναι η τελευταία της ζωής του.   

Επίδοξος μονάρχης της Αγγλίας: Εδώ και αιώνες, η Αγγλία αποτελεί παραδοσιακό πεδίο δράσης των Σκανδιναβών, οι οποίοι, ήδη από τον 9ο αιώνα, έχουν εγκατασταθεί μαζικά και ελέγχουν μια μεγάλη περιοχή στα βορειοανατολικά, γύρω από τη Υόρκη (Γιάρβικ), η οποία θα μείνει στην Ιστορία με το όνομα Danelaw. Επιπλέον, χάρη και σε διάφορους δυναστικούς γάμους, επεμβαίνουν συχνά στο νησί και ενίοτε βασιλεύουν σ’ αυτό. Τον Ιανουάριο του 1066 πεθαίνει άκληρος ο μονάρχης της Αγγλίας Εδουάρδος. Με τον θάνατό του ξεσπά μεγάλη δυναστική κρίση. Την εξουσία τη σφετερίζεται ο γαμπρός (;) του Εδουάρδου, ο Αγγλοσάξονας ευγενής Χάρολντ Γκόντγουινσον, άρχοντας του Γουέσσεξ. Ο ίδιος ο Εδουάρδος, όμως, μισός Νορμανδός καθώς ήταν (από τη μητέρα του την Έμμα), φαίνεται ότι είχε υποσχεθεί τον θρόνο στον Δούκα της Νορμανδίας, τον Γουλιέλμο τον Νόθο  (που θα μείνει στην Ιστορία ως ο Κατακτητής). Παρακινημένος από τον Τόστιγκ, άρχοντα του Γουέσσεξ και αδελφό του Χάρολντ με τον οποίο έχει συγκρουσθεί, ο Χάραλντ Σίγκουρντσσον θα προβάλει αίτημα διεκδίκησης του αγγλικού θρόνου. Προς νομιμοποίηση της διεκδίκησής του, ο ήρωάς μας επικαλείται τη συμφωνία που είχαν συνάψει ο ανηψιός του Μάγκνους με τον Δανό βασιλιά Κνουτ Β΄ τον Τολμηρό. Ο Κνουτ ήταν ετεροθαλής αδελφός του Εδουάρδου της Αγγλίας, τον οποίο είχε εκδιώξει από τον αγγλικό θρόνο κατά το διάστημα 1040-1042. Τότε φέρεται να είχε συμφωνήσει με τον Μάγκνους ότι αν πέθαινε άκληρος η βασιλεία της Αγγλίας θα περιερχόταν στον νόμιμο Νορβηγό μονάρχη.

Τυφλωμένος από τις συμβουλές του Τόστιγκ, ο Χάραλντ πιστεύει ότι έφτασε η ώρα να γίνει ο μεγαλύτερος μονάρχης του ευρωπαϊκού Βορρά. Αποβιβάζεται με τον στρατό του στο Γιόρκσιρ (όπου πιστεύει ότι θα τον υποστηρίξει ο σκανδιναβικός πληθυσμός), την ίδια ώρα που ο Γουλιέλμος και οι Νορμανδοί του αποβιβάζονται στα νότια. Εκεί, όμως, τον περιμένει ο Χάρολντ. Τα όσα συνέβησαν πριν τη μάχη που δόθηκε στο Στάμφορντ Μπριτζ, κοντά στην Υόρκη, στις 25 Σεπτεμβρίου 1066, τα περιγράφει γλαφυρά ο Μπόρχες:

«Είκοσι καβαλάρηδες πλησίασαν τις γραμμές του εισβολέα. Άνθρωποι και άλογα ήταν σιδηρόφρακτοι. Ένας καβαλάρης φώναξε:
-Είναι εδώ ο κόντες Τόστιγκ;
-Εδώ είμαι, δεν το αρνούμαι, είπε ο κόντες.
-Αν στ’αλήθεια είσαι ο Τόστιγκ, είπε ο καβαλάρης, έρχομαι να σου πω ότι ο αδελφός σου προσφέρει την συγχωρεσή του και το ένα τρίτο από το βασίλειο.
-Αν δεχτώ, είπε ο Τόστιγκ, τι θα δώσει στον βασιλιά Χάραλντ Ζιγκούρνταρσον;
-Δεν τον ξέχασε ο αφέντης μου, αποκρίθηκε ο καβαλάρης. Θα του δώσει έξι πόδια γης εγγλέζικης, και αφού είναι και θεόψηλος, ένα παραπάνω.
-Ε τότε, είπε ο Τόστιγκ, πες στον βασιλιά πως θα χτυπηθούμε μέχρι τον θάνατο.
Οι καβαλάρηδες έφυγαν. Σκεφτικός ο Χάραλντ Ζιγκούρνταρσον, ρώτησε
-Ποιός ήταν αυτός ο καβαλάρης που μίλησε τόσο όμορφα;
-Ήταν ο Χάρολντ, ο γιος του Γκόντουιν.
Σε άλλα κεφάλαια πιο κάτω είναι γραμμένο πως, πριν πέσει ακόμα ο ήλιος αυτής της ημέρας, ο νορβηγικός στρατός είχε ηττηθεί. Ο Χάραλντ Ζιγκούρνταρσον χάθηκε στην μάχη, το ίδιο και ο κόντες». (Χόρχε Λ. Μπόρχες «Η Σεμνότητα της Ιστορίας», μετάφραση Αχ. Κυριακίδης).

Είναι βέβαιο ότι οι Αγγλοσάξονες του Χάρολντ υπερτερούσαν κατά πολύ σε αριθμό των Σκανδιναβών του Χάραλντ. Σύμφωνα με τη διήγηση του Στούρλουσον («Η Σάγκα του Βασιλιά Χάραλντ«. κεφ. 92), το Αγγλικό ιππικό επιτέθηκε, αλλά αποκρούστηκε. Ακολούθησαν συγκρούσεις μεταξύ του πεζικού των δύο παρατάξεων: οι Νορβηγοί αντιστάθηκαν, αλλά επιχείρησαν να καταδιώξουν τις αγγλικές δυνάμεις. Χάνοντας την αμυντική διάταξή τους, έγιναν εύκολη λεία των εχθρών τους και συνετρίβησαν. Ο Χάραλντ πολέμησε γενναία μέχρι που ένα βέλος τον πέτυχε στον λαιμό και τον σκότωσε. Η διήγηση αυτή ίσως να μην είναι και τόσο αξιόπιστη, μια και ο Στούρλουσον υποπίπτει σε σύγχυση μεταξύ της Μάχης του Στάμφορντ Μπριτζ και της Μάχης του Χάστινγκς, όπου οι δυνάμεις του Χάρολντ ηττήθηκαν επιχειρώντας να καταδιώξουν τους Νορμανδούς (βλ. R. Boyer «Les Vikings…», λήμμα «Batailles – La Bataille de Stamford Bridge«, σελ. 341-342). Σύμφωνα με το  Αγγλοσαξονικό Χρονικό, η μάχη εξελίχθηκε διαφορετικά: οι Νορβηγοί αιφνιδιάστηκαν από την παρουσία των δυνάμεων του Χάρολντ και επιχείρησαν ανεπιτυχώς να κρατήσουν τη γέφυρα του Στάμφορντ. Μετά από αυτό, οι Άγγλοι κατέπεσαν στους Σκανδιναβούς και τους κατέσφαξαν. Ό,τι κι αν συνέβη στην πραγματικότητα, εκείνη η φθινοπωρινή μέρα ήταν η τελευταία της περιπέτειας του Χάραλντ Σίγκουρντσσον. Ακόμη κι έτσι, ο Χάραλντ καθόρισε το μέλλον της Αγγλίας: οι απώλειες που κατάφερε στις δυνάμεις του Χάρολντ αποδείχθηκαν μοιραίες λίγες μέρες μετά, όταν οι Άγγλοι αναμετρήθηκαν στο Χάστινγκς με το στρατό του Δούκα της Νορμανδίας. Η Αγγλία ήταν μοιραίο να καταλήξει σε απογόνους Σκανδιναβών. 

Επίλογος: Μέλος της βασιλικής οικογένειας της Νορβηγίας, νεαρός πολεμιστής στη σκανδιναβοκρατούμενη Ρωσία και Ουκρανία, στρατιωτικός διοικητής στην υπηρεσία του Βυζαντίου που πολεμά από τη Σικελία ως τη Μικρά Ασία, βασιλιάς της πατρίδας του και, στο δειλινό της ζωής του επίδοξος μονάρχης της Αγγλίας, ο Χάραλντ Σίγκουρντσσον αποτελεί την επιτομή του Βίκινγκ πολέμαρχου. Η μυθιστορηματική ζωή του αποδεικνύει ότι οι Σκανδιναβοί, όχι μόνο με τις κατακτήσεις, αλλά και με το εμπόριο και τη διπλωματία, είχαν φτιάξει τη δικιά τους οικουμένη, την οποία διέτρεχαν με άνεση όχι μόνον οι ευγενείς, αλλά και οι κοινοί θνητοί. Πάμπολλες είναι οι επιγραφές με ρουνικούς χαρακτήρες (ο R. Boyer «Les Vikings…», λήμμα «Runes et inscriptions runiques«, σελ. 745, αναφέρει έξι παραδείγματα, η Βίκι κάνει λόγο για 30 ρουνικές επιγραφές), οι οποίες εξιστορούν τα κατορθώματα Σκανδιναβών που έδρασαν και καμιά φορά πέθαναν στο Βυζάντιο, στη χώρα που αποκαλούσαν Ελλάδα (Grikkland, όρος που δεν περιορίζεται στη μητροπολιτική Ελλάδα, αλλά δηλώνει το ελληνόφωνο τμήμα της αυτοκρατορίας). Ας κλείσουμε με το εξής περιστατικό: το 1687 και μετά τον ενετοτουρκικό πόλεμο, ο Ενετός Δόγης Φραντσέσκο Μοροζίνι έφερε ως λάφυρα στην πατρίδα του δύο αρχαιοελληνικά γλυπτά λεόντων από την Αττική, τα οποία τοποθετήθηκαν στην είσοδο του ναύσταθμου της Βενετίας. Το ένα από αυτά, ο Λέων του Πειραιώς, φέρει επιγραφές με ρουνικούς χαρακτήρες, που σκάλισαν Βαράγγοι μισθοφόροι που βρίσκονταν στην υπηρεσία του Βυζαντίου, λίγο μετά από τον Χάραλντ. Οι Σκανδιναβοί (που θέλησαν με τις επιγραφές να τιμήσουν τη μνήμη νεκρών συντρόφων τους) βρέθηκαν στην Αττική για να καταστείλουν μια τοπική εξέγερση, που φαίνεται πως προκλήθηκε λόγω της αβάσταχτης φορολογίας που είχε επιβάλει η κεντρική αυτοκρατορική διοίκηση.

ΥΓ: Η συγγραφή της παρούσας ανάρτησης δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την ανεκτίμητη βοήθεια των εκλεκτών φίλων Νίκου Σαραντάκου και Χρήστου Μακρυπούλια, οι οποίοι όχι μόνο μου έστειλαν σε χρόνο μηδέν τις δύο εκδόσεις του πρωτότυπου κειμένου του «Στρατηγικού» του Κεκαυμένου, αλλά μου προσέφεραν και κάθε αναγκαίο στοιχείο και διευκρίνιση για το συγκεκριμένο σύγγραμμα. Τους είμαι ευγνώμων. Επίσης, με το άρθρο αυτό εκπληρώνεται και η υπόσχεσή μου να ικανοποιήσω τη σχετική παραγγελία του φίλου αναγνώστη Μάριου Μπλέτα για ένα αφιέρωμα στον Χάραλντ. Αμφιβάλλω βέβαια για το αν του προσέφερα κάτι νέο, εκτός από μια αδέξια διήγηση γεγονότων που γνωρίζει καλύτερα από μένα. Πάντως, προσπάθησα.                 


Αρέσει σε %d bloggers: