Posts Tagged ‘Παροπαμισάδες’

Οι Έλληνες στη Βακτριανή (και στην Ινδία): μέρος Δ΄

Ιανουαρίου 27, 2010

 

Από όλους τους Έλληνες ηγεμόνες της Βακτριανής, ο Ευκρατίδης ήταν αυτός που βασίλεψε στη μεγαλύτερη επικράτεια. Ωστόσο, μετά τον θάνατό του το κατά τα φαινόμενα ισχυρό αυτό βασίλειο θα διαλυθεί αρκετά γρήγορα. Είδαμε στο προηγούμενο μέρος ότι, σύμφωνα με την παράδοση που μας μεταφέρει ο Ιουστίνος, ο Ευκρατίδης δολοφονήθηκε από κάποιον από τους γιους του κατά την επιστροφή από εκστρατεία στην κοιλάδα του Ινδού ποταμού. Δεν ξέρουμε ποιός ακριβώς τον διαδέχθηκε. Βάσει των νομισματικών μαρτυριών, τρεις είναι οι υποψήφιοι διάδοχοι (κι αν πιστέψουμε τον όχι ιδιαίτερα αξιόπιστο Ιουστίνο και πατροκτόνοι): ο Ευκρατίδης Β΄, ο Πλάτων και ο Ηλιοκλής. Ελλείψει άλλων ιστορικών πηγών μπορούμε να κάνουμε μόνον υποθέσεις. Ίσως ο Ευκρατίδης Β΄ να υπήρξε ο άμεσος διάδοχος του πατέρα του, ενώ ο Πλάτων, ο επονομαζόμενος και Επιφανής, μάλλον βασίλεψε σε μια περιορισμένη επικράτεια που περιελάμβανε τους Παροπαμισάδες και το νότιο τμήμα της Βακτριανής. Η χρονολόγηση των νομισμάτων και των δύο παρέχει ενδείξεις για σύντομη περίοδο βασιλείας, από το 145 έως το 140 π.Χ. Η πιο πιθανή υπόθεση είναι ότι μετά τον θάνατο του Ευκρατίδη Α΄, ακολούθησε έντονη εμφύλια διαμάχη στη οποία θα πρέπει να ενεπλάκη και ο Ηλιοκλής και η οποία οπωσδήποτε εξασθένησε ακόμη περισσότερο το βασίλειο της Βακτριανής. Κατά πάσα πιθανότητα, γύρω στα 140 ο Ηλιοκλής καθίσταται κυρίαρχος ολόκληρου του κράτους. Οι περισσότεροι ιστορικοί θεωρούν ότι ο Ηλιοκλής, ο επονομαζόμενος Δίκαιος, ήταν γιος του Μεγάλου Ευκρατίδη. Το παράδοξο είναι ότι ούτε στα νομίσματα του Ηλιοκλή ούτε στα νομίσματα των άλλων υπάρχει απεικόνιση των Διόσκουρων, των προστατών του Ευκρατίδη Α΄ (στα νομίσματα του Ηλιοκλή απεικονιζόταν ο Δίας, σ’ αυτά του Ευκρατίδη Β΄ ο Απόλλων με το τόξο του, στα νομίσματα του Πλάτωνα, τέλος, ο Ήλιος και μάλιστα με τρόπο που ίσως μαρτυρά επίδραση από την ινδική τεχνοτροπία). Σε κάθε περίπτωση, ο Ηλιοκλής θα αποτελέσει τον τελευταίο μονάρχη της ελληνιστικής Βακτριανής: μετά από αυτόν η ελληνική κυριαρχία θα επιβιώσει (με δυσκολίες, αλλά για ενάμισι αιώνα) μόνο στις περιοχές νοτίως του Ινδικού Καυκάσου. 

Ρέκβιεμ για την ελληνιστική Βακτριανή: Τί μπορεί να συνέβη στη Βακτριανή; Ο σκληρός εμφύλιος που υποθέτουμε ότι ακολούθησε τον θάνατο του Ευκρατίδη (και που, βέβαια, δεν ήταν ο πρώτος τον οποίο γνώρισε το βασίλειο) εξάντλησε τις στρατιωτικές δυνάμεις και έπληξε ανεπανόρθωτα τη συνοχή του κράτους. Σ’ αυτό θα συνέβαλαν και οι διαρκείς προσπάθειες του Ευκρατίδη Α΄ να υποτάξει τους ανεξάρτητους Έλληνες ηγεμόνες της Ινδίας. Θα πρέπει να υπήρχαν κι άλλα αίτια, ίσως κοινωνικές ταραχές ή και οικονομική κρίση. Ξέρουμε όμως τόσο λίγα για τη διοικητική και στρατιωτική οργάνωση και την κοινωνική δομή της ελληνιστικής Βακτριανής που πάλι περιοριζόμαστε σε υποθέσεις. Το βέβαιο είναι ότι σ’ αυτήν την περίοδο εσωτερικής αστάθειας οι εξωτερικοί κίνδυνοι γίνονται πιο απειλητικοί από ποτέ. Οι Πάρθοι του Μιθριδάτη Α΄ Αρσάκη Ε΄ συνεχίζουν να αποσπούν εδάφη στα δυτικά (τούτο θα πρέπει να είχε ξεκινήσει ήδη από τα χρόνια της βασιλείας του Μεγάλου Ευκρατίδη). Την Παρθική ισχύ θα δοκιμάσουν άλλωστε και οι ίδιοι οι Σελευκίδες οι οποίο σύντομα θα χάσουν όχι μόνο ό,τι τους είχε απομείνει από τις Άνω Σατραπείες, αλλά και την ίδια την κοιτίδα της δυναστείας τους, τη Βαβυλωνία (141). Μοιραίος κίνδυνος, όμως, θα αποδειχθεί αυτός των νομαδικών ιρανικών φυλών στα βόρεια και βορειοανατολικά του βασιλείου. Καθοριστικό θα αποβεί ένα «ντόμινο» μετακινήσεων νομαδικών λαών τις οποίες θα πυροδοτήσει η εξάπλωση, τόσο προς τα δυτικά όσο και προς τα ανατολικά, ενός μάλλον πρωτοτουρκικού λαού, τον οποίο τα κινεζικά χρονικά ονομάζουν Χιόνγκ-Νου και κάποιοι ιστορικοί θεωρούν πρόγονο των Ούνων. Οι Χιόνγκ-Νου θα απωθήσουν προς τα δυτικά μια ομάδα ιρανόφωνων νομαδικών λαών, τους Τοχάριους (ή «Τόχαρους» κατά τον Στράβωνα: βιβλίο ΙΑ΄, 8, 2) ή, σύμφωνα με τις κινεζικές πηγές, Γουέ-Σι ή Γουέ-Τζι, οι οποίοι ζούσαν στην κοιλάδα του ποταμού Ταρίμ στο σημερινό κινεζικό Τουρκεστάν. Με τη σειρά τους, οι Τοχάριοι θα κινηθούν δυτικά-νοτιοδυτικά και θα αναγκάσουν σε αντίστοιχη μετακίνηση τους σκυθικούς λαούς (Σάκες, Δάχες κ.λπ.) που κινούνταν στη βόρεια μεθόριο της Βακτριανής. Έτσι, το ελληνιστικό κράτος θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει δύο διαδοχικά κύματα εισβολών. Η πρώτη εισβολή (από τους Σάκες;) θα πρέπει να ξεκίνησε ήδη από τα χρόνια του Ευκρατίδη Β΄, ο οποίος στα τελευταία νομίσματά του ονομάζεται πλέον «Σωτήρ», στοιχείο που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πρέπει να είχε αναλάβει κάποια προσπάθεια άμυνας του βασιλείου, μάλλον κατά των νομάδων, προσπάθεια που φαίνεται ότι αποδείχθηκε μοιραία για τον ίδιο. Ό,τι και να συνέβη, είναι βέβαιο ότι όταν ο Ηλιοκλής αναλαμβάνει τα ηνία της Βακτριανής η κατάσταση είναι πλέον εξαιρετικά κρίσιμη και, ενδεχομένως, μη αναστρέψιμη. Ήδη, εξαιτίας και των παρθικών εισβολών, έχουν απωλεσθεί όλα τα εδάφη στα δυτικά και έχουν απομείνει μόνον η καθαυτό Βακτριανή και η Σογδιανή, ή μάλλον ένα τμήμα τους: οι επιθέσεις των νομάδων έχουν καταστρέψει όλες τις πόλεις του Βορρά (ανάμεσα τους και η «Ευκρατίδεια» του Άι Χανούμ). Προφανώς ο Ηλιοκλής θα προσπαθήσει, αλλά το πανταχόθεν βαλλόμενο βασίλειό του δεν έχει πια τις δυνάμεις να αντισταθεί. Γύρω στα 135 (κατ’ άλλους στα 130 π.Χ.) γράφεται η τελευταία σελίδα της ιστορίας της ελληνικής Βακτριανής: ο Ηλιοκλής πιθανότατα σκοτώθηκε μαχόμενος κατά των Τοχάριων νομάδων. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ίσως επέζησε και μετακίνησε την έδρα του βασιλείου του στους Παροπαμισάδες ή στην Αραχωσία. Το βέβαιο είναι ότι μετά το 130 π.Χ. δεν υπάρχουν ουσιαστικά περιοχές υπό ελληνική κυριαρχία βορείως του Ινδικού Καυκάσου.

Τί απέγινε ο ελληνισμός της Βακτριανής; Οι εισβολές των νομάδων είχαν ως συνέπεια την καταστροφή και ερήμωση πόλεων (κυρίως στη Σογδιανή και στο βόρειο τμήμα της Βακτριανής), μεγάλες υλικές καταστροφές και σοβαρές απώλειες όσον αφορά το ανθρώπινο δυναμικό. Όλα αυτά όμως δεν συνεπάγονται ότι το ελληνικό στοιχείο εξαφανίστηκε από την περιοχή. Καταρχάς, οι νομάδες (Σάκες και Τοχάριοι) δεν προχώρησαν άμεσα στη σύσταση κάποιου κρατικού μορφώματος. Όπως φαίνεται από τη μαρτυρία του Κινέζου διπλωμάτη και περιηγητή Τσανγκ Κιεν ή Τζάνγκ Κιαν, ο οποίος ταξίδεψε στη Βακτριανή γύρω στα 125 π.Χ., στην περιοχή υπήρχαν αρκετές πόλεις που πλήρωναν φόρο υποτελείας στους Τοχάριους νομάδες. Οι κάτοικοι των πόλεων αυτών ζούσαν κυρίως από το εμπόριο (ο Τσανγκ Κιεν αναφέρεται σαφώς σε εμπόριο με τις περιοχές της βορειοδυτικής Ινδίας). Μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι πόλεις αυτές είχαν ελληνικό χαρακτήρα όσον αφορά τη διοικητική και κοινωνική οργάνωση και τον πολιτισμό. Τα στοιχεία αυτά δεν πρέπει να άφησαν ανεπηρέαστους ούτε τους νομάδες: η συνέχεια της ιστορίας καταδεικνύει ότι θα πρέπει να υπήρξε αρκετά γρήγορα ένας σχετικός εξελληνισμός των ελίτ των Τοχάριων. Όταν πια, κατά τον 1ο μ.Χ. αιώνα, οι Κουσάν, μια από τις φυλές των Τοχάριων, κατορθώσει να οργανώσει σε κράτος μια εκτεταμένη επικράτεια που περιελάμβανε εδάφη στην Κεντρική Ασία και στη Βόρεια Ινδία, οι ελληνιστικές επιρροές καθίστανται εμφανείς. Ο πρώτος γνωστός σε μας Κουσάν μονάρχης έφερε το ελληνικότατο όνομα Ηραίος. Οι βασιλείς τους έκοβαν νομίσματα με βάση το πρότυπο του αττικού τετράδραχμου, τα οποία έφεραν αρχικά επιγραφές στην ελληνική γλώσσα και στη συνέχεια στη γλώσσα τους (η οποία ονομάσθηκε βακτριανή), χρησιμοποιώντας όμως πάντα το ελληνικό αλφάβητο (στο οποίο προσέθεσαν ένα γράμμα για το παχύ σίγμα που είχε η γλώσσα τους, όπως μπορείτε να διαβάσετε πιο αναλυτικά στην κατατοπιστικότατη ανάρτηση εκλεκτού φίλου στο φόρουμ  Λεξιλογία). Εκτός από διάφορες ιρανικές θεότητες, οι Κουσάν λάτρευαν και τους θεούς των Ελλήνων (σώζονται π.χ. αναπαραστάσεις του Ηφαίστου, του Ήλιου, του Ηρακλή ή ακόμη του Σέραπι). Ένας από τους σημαντικότερους βασιλείς τους, ο Κανίσκα ασπάσθηκε τον βουδισμό (που πρέπει να είχε σημαντικό αριθμό πιστών μεταξύ των μελών της άρχουσας τάξης των Κουσάν): οι περισσότεροι ειδικοί πιστώνουν στους Κουσάν την ιδιαίτερη ελληνοβουδιστική τέχνη  που αναπτύχθηκε κυρίως στη Γκαντάρα.

Από τα ιστορικά στοιχεία αυτά προκύπτει το συμπέρασμα ότι η ελληνική παρουσία στη Βακτριανή εξακολούθησε να είναι σημαντική, ιδίως σε οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο, και να ασκεί επίδραση στους (Ιρανούς) νέους κυρίαρχους της περιοχής. Η αφομοίωση του ελληνικού στοιχείο από τους ιρανικούς πληθυσμούς της Κεντρικής Ασίας πρέπει να ήταν εξαιρετικά αργή διαδικασία, η ολοκλήρωση της οποίας πρέπει να χρειάσθηκε μερικούς αιώνες.

Ο ελληνισμός νοτίως του Ινδικού Καυκάσου – Μένανδρος ο Σωτήρ: Τα όρη του Ινδικού Καυκάσου λειτούργησαν ως φυσικό ανάχωμα που ανέκοψε (για μερικές δεκαετίες) την κάθοδο των νομάδων προς τα νότια και την ινδική χερσόνησο. Επομένως, τα ελληνιστικά βασίλεια του ευρύτερου ινδικού χώρου είχαν τη δυνατότητα να συνεχίσουν να αναπτύσσονται, ενώ πιθανότατα ενισχύθηκε και ο ελληνικός πληθυσμός τους από Έλληνες των περιοχών που κατέλαβαν ή λεηλάτησαν οι νομάδες.

Όπως είδαμε στο προηγούμενο μέρος της διήγησης, η προσπάθεια του Ευκρατίδη Α΄ να θέσει υπό την κυριαρχία του το σύνολο των ελεγχόμενων από Έλληνες εδαφών της Ινδίας συνάντησε τη σθεναρή αντίσταση ενός άλλου Έλληνα μονάρχη της Ινδίας, του Μενάνδρου (πιθανότερη περίοδος βασιλείας: 155-130 π.Χ.), ο οποίος πρέπει να είχε τη βάση της δύναμής του στο Παντζάμπ (βλ. Edouard Will “Histoire politique du monde hellénistique”, Presses universitaires de Nancy, 2η έκδ. 1979-1982, επανέκδ. Seuil, 2003, τ. ΙΙ, σελ. 415). Άλλωστε, πρωτεύουσά του θεωρείται ότι ήταν τα  Σάγαλα, η σημερινή Σιαλκότ του Πακιστάν. Παρότι ο Μένανδρος είναι ο μόνος Έλληνας μονάρχης της Ινδίας που μνημονεύουν οι αρχαιοελληνικές πηγές, δεν γνωρίζουμε τίποτε για την καταγωγή του. Διάφορες υποθέσεις έχουν διατυπωθεί σχετικά: για κάποιους πρέπει να ήταν στρατηγός ή/ και συγγενής του Δημήτριου. Πιο πιθανό μοιάζει να ήταν συγγενής ή συνεργάτης του Απολλόδοτου ή ίσως του Αντίμαχου. Μπορεί, τέλος, να προερχόταν από την ελληνική αριστοκρατία της περιοχής χωρίς να έχει κάποια συγγένεια με τους παραπάνω. Πάντως, αφού συγκράτησε αρχικά τις επιθέσεις του Ευκρατίδη, εκμεταλλεύθηκε στη συνέχεια την αναταραχή που επικράτησε μετά τον θάνατο του αντιπάλου του και επεκτάθηκε προς βορράν καταλαμβάνοντας τους Παροπαμισάδες, τμήματα της Αραχωσίας και, ίσως, τη Γκαντάρα. Η αρχαία παράδοση, ελληνική και ινδική, φαίνεται να αποδίδει στον Μένανδρο μεγάλες κατακτήσεις, τόσο προς το δέλτα του Ινδού όσο και προς τις εκβολές του Γάγγη και την Παταλιπούτρα (Παλίβοθρα). Στο σημείο αυτό παραθέτουμε εκ νέου το αμφιλεγόμενο απόσπασμα του Στράβωνα, ο οποίος χρησιμοποίησε ως πηγή το έργο του Απολλόδωρου του Αρταμιτηνού:

» Τοσοῦτον δὲ ἴσχυσαν οἱ ἀποστήσαντες Ἕλληνες αὐτὴν διὰ τὴν ἀρετὴν τῆς χώρας ὥστε τῆς τε Ἀριανῆς ἐπεκράτουν καὶ τῶν Ἰνδῶν, ὥς φησιν Ἀπολλόδωρος ὁ Ἀρταμιτηνός, καὶ πλείω ἔθνη κατεστρέψαντο ἢ Ἀλέξανδρος, καὶ μάλιστα Μένανδρος εἴ γε καὶ τὸν Ὕπανιν διέβη πρὸς ἔω καὶ μέχρι τοῦ Ἰμάου προῆλθἐ τὰ μὲν αὐτὸς τὰ δὲ Δημήτριος ὁ Εὐθυδήμου υἱὸς τοῦ Βακτρίων βασιλέως· οὐ μόνον δὲ τὴν Παταληνὴν κατέσχον ἀλλὰ καὶ τῆς ἄλλης παραλίας τήν τε Σαραόστου καλουμένην καὶ τὴν Σιγέρδιδος βασιλείαν» (Στράβων, ΙΕ΄, 1, 27).

Η Γιούγκα Πουράνα, ινδικό ιερό κείμενο που γράφηκε στα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ. και καταγράφει με τη μορφή προφητείας ιστορικά γεγονότα του 2ου π.Χ. αιώνα, κάνει λόγο για μια μεγάλη εισβολή των Γιαβάνα (Ιώνων, δηλ. των Ελλήνων), η οποία χρονολογείται γύρω στα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ. (άρα στην εποχή βασιλείας του Μενάνδρου). Το κείμενο αναφέρει ότι οι Έλληνες θα καταλάβουν τη Σακέτα (στο δυτικό τμήμα του αρχαίου βασιλείου της Κοσάλας), την περιοχή της Μαθούρας και, τέλος, την κάποτε αυτοκρατορική πρωτεύουσα Παταλιπούτρα. 

Η ασάφεια των πηγών έχει ως φυσική συνέπεια τη διαφωνία των ειδικών. Ο A. K. Narain (“The Indo-Greeks”, κεφ. ΙV, ειδ. σελ. 90) δέχεται ως χώρο κυριαρχίας του Μενάνδρου μόνο το Παντζάμπ, αρνούμενος τόσο τις κατακτήσεις στις εκβολές του Ινδού όσο και αυτές στην κοιλάδα του Γάγγη. Υποστηρίζει μάλιστα ότι οι Έλληνες δεν είχαν συμφέρον να απομακρυνθούν από τις βάσεις τους στον ιρανικό χώρο. Ο Alberto Simonetta, όμως [«A new essay on the Indo-Greeks, the Sakas and the Pahlavas», East and West vol. IX (1958), σελ. 154-173, ειδ. σελ. 162)], πίστευε ότι, αντιθέτως, οι εισβολές των νομάδων υποχρέωναν τους Έλληνες να αναζητήσουν διέξοδο προς τη θάλασσα και επομένως να φτάσουν μέχρι το δέλτα του Ινδού ποταμού.

Δεν αποκλείεται οι κατακτήσεις στην ανατολική Ινδία να ήταν προσωρινές. Ίσως να μην ήταν καν κατακτήσεις, αλλά απλές επιδρομές. Αυτό που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι ότι ο Μένανδρος υπήρξε ο ισχυρότερος από τους Έλληνες βασιλείς της Ινδίας. Το πλήθος νομισμάτων του που έχουν βρεθεί ενισχύει την άποψη αυτή. Στα περισσότερο από αυτά απεικονίζεται ο ίδιος (συνήθως κρατώντας δόρυ) και η προστάτιδά του θεά, η Αλκίδημος Αθηνά. Στην πλειονότητά τους, τα νομίσματα του Μενάνδρου είναι δίγλωσσα (ελληνικά και ινδικά πάλι με γραφή χαρόσθι): η πρωτοτυπία των δίγλωσσων νομισμάτων του έγκειται στο ότι αυτά ακολουθούν για πρώτη φορά το ελληνικό πρότυπο του αττικού τετραδράχμου (τα δίγλωσσα νομίσματα των προκατόχων του είχαν κοπεί με βάση τα ινδικά πρότυπα και είχαν τετράγωνο περίπου σχήμα). 

Ο Μένανδρος και ο βουδισμός: Παραδόξως, το κείμενο που εξασφάλισε κυρίως την υστεροφημία του Μενάνδρου είναι η Μιλίντα Πάνια («Οι ερωτήσεις του Μιλίντα», δηλ. του Μενάνδρου) ένα βουδιστικό κείμενο γραμμένο σε πάλι ινδικά το οποίο καταγράφει τον διάλογο του Έλληνα βασιλιά με τον βουδιστή σοφό Ναγκασένα. Σύμφωνα με την παράδοση που μεταφέρει το κείμενο αυτό, ο Μένανδρος ασπάστηκε τον βουδισμό μετά τη συνάντησή του με τον σοφό, παρέδωσε το βασίλειο στον γιο του και έζησε την υπόλοιπη ζωή του ως βουδιστής μοναχός, φτάνοντας μάλιστα το επίπεδο του αρχάτ, δηλαδή την πνευματική γαλήνη που προσεγγίζει τη νιρβάνα.

Οι ισχυρισμοί του βουδιστικού κειμένου φαίνονται υπερβολικοί. Βεβαίως, δεν υπάρχει κανένας λόγος να αμφισβητηθεί ότι ο Μένανδρος (όπως και άλλοι Έλληνες μονάρχες) ήταν ευνοϊκά διακείμενος προς τον βουδισμό, τουλάχιστον για λόγους αμιγώς πολιτικούς. Για ποιό λόγο να μην ευνοήσει ένας μονάρχης τη θρησκευτική/ φιλοσοφική διδασκαλία που ευαγγελίζεται κατ’ ουσία την εγκατάλειψη των εγκοσμίων ή έστω την αδιαφορία για αυτά, ιδίως όταν ο βασιλιάς αυτός είναι αλλογενής ως προς τον χώρο κυριαρχίας του και δεν έχει δεσμούς με τον ινδουϊσμό, τον «φυσικό» αντίπαλο του βουδισμού; Δεν αμφισβητείται επίσης ότι ο βουδισμός γνώρισε διάδοση μεταξύ των Ελλήνων: σύμφωνα λ.χ. με τη Μαχαβάμσα («Το Μεγάλο Χρονικό»), ιστορικό ποίημα που γράφηκε στη Σρι Λάνκα, τον 2ο αιώνα π.Χ., επισκέφτηκε το νησί προερχόμενος «από την Αλασάντα (που υποθέτουμε ότι πρόκειται για την Αλεξάνδρεια του Καυκάσου στους Παροπαμισάδες) ο Γιόνα (Έλληνας) σοφός Μαχανταμμαρακχάτα με τριάντα χιλιάδες μοναχούς». Πέραν των υπερβολών του, το κείμενο αποδεικνύει ότι υπήρχαν Έλληνες που ασπάσθηκαν τον βουδισμό, κάτι που επιβεβαιώνεται και από επιγραφικές μαρτυρίες που αποδεικνύουν ότι ο Μένανδρος υπήρξε προστάτης του βουδισμού. Αυτό, όμως, δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι εγκατέλειψε τα εγκόσμια ένας μονάρχης που διακρίθηκε στα πεδία των μαχών και ακολούθησε καθ’ όλη τη διάρκεια της βασιλείας του επεκτατική πολιτική. Άλλωστε και ο Πλούταρχος κάνει λόγο για το τέλος του Μενάνδρου, δίνοντας φυσικά μια εντελώς διαφορετική εκδοχή, καθώς σύμφωνα με τον Βοιωτό συγγραφέα ο Μένανδρος πέθανε κατά τη διάρκεια εκστρατείας:

«Μενάνδρου δέ τινος ἐν Βάκτροις ἐπιεικῶς βασιλεύσαντος εἶτ´ ἀποθανόντος ἐπὶ στρατοπέδου, τὴν μὲν ἄλλην ἐποιήσαντο κηδείαν κατὰ τὸ κοινὸν αἱ πόλεις, περὶ δὲ τῶν λειψάνων αὐτοῦ καταστάντες εἰς ἀγῶνα μόλις συνέβησαν, ὥστε νειμάμενοι μέρος ἴσον τῆς τέφρας ἀπελθεῖν, καὶ γενέσθαι μνημεῖα παρὰ πᾶσι τοῦ ἀνδρός» (Πολιτικά Παραγγέλματα, 28, 6).  

Τί έχει συμβεί λοιπόν; Πρόκειται για απλές υπερβολές εκ μέρους της βουδιστικής παράδοσης που επιχείρησε να οικειοποιηθεί έναν ηγεμόνα που υπήρξε προστάτης του βουδισμού; Ή μήπως για παρανόηση; Ας μας επιτραπεί να ακολουθήσουμε τη δεύτερη εκδοχή. Νομίσματα που έχουν βρεθεί αποδεικνύουν ότι στις αρχές του 10υ αιώνα π.Χ. βασίλεψε στο Παντζάμπ ένας δεύτερος Μένανδρος, ο επονομαζόμενος και Δίκαιος, απόγονος πιθανώς του Μενάνδρου του Σωτήρος. Στα νομίσματα του Μενάνδρου Β΄ απεικονίζονται πάντα βουδιστικά σύμβολα, ενώ η επίκληση «Δίκαιος» αποδίδεται στα ινδικά ως «νταρμικάσα», δηλαδή πιστός της Ντάρμα, βουδιστικής έννοιας την οποία θα μπορούσαμε να αποδώσουμε ελεύθερα ως δρόμο ή μονοπάτι της αλήθειας και της αρετής. Αντί να αρνηθούμε την ύπαρξη ενός δεύτερου Μενάνδρου (Ταρν), η οποία έχει αποδειχθεί βάσει των κριτηρίων της νομισματολογίας (βλ. Bopearachchi και Senior), ίσως θα έπρεπε να δεχθούμε ότι η βουδιστική παράδοση αναφέρεται ακριβώς σ’ αυτόν τον αποδεδειγμένα βουδιστή (ή έστω σαφώς φιλοβουδιστή) μονάρχη και όχι στον κατά πολύ πιο ένδοξο πρόγονό του.

Η διάδοχη κατάσταση του Μενάνδρου – κατάτμηση του βασιλείου και εισβολές: Όπως συνήθως συνέβαινε στην ελληνιστική Βακτριανή και Ινδία μετά τον θάνατο ενός ισχυρού μονάρχη, φαίνεται ότι περίοδος αστάθειας ακολούθησε τον θάνατο του Μενάνδρου. Στη Γκαντάρα λ.χ. εμφανίζεται ένας ανεξάρτητος ηγεμόνας ο  Ζώιλος ο Δίκαιος, ο οποίος αργότερα επεκτάθηκε και στους Παροπαμισάδες. Κατά την κρατούσα άποψη (Ταρν, Bopearachchi), διάδοχος του Μενάνδρου ήταν ο γιος του, ο Στράτων (πιθανή περίοδος βασιλείας: 130-110 π.Χ.). Επειδή προφανώς ήταν ανήλικος, την αντιβασιλεία μέχρι την ενηλικίωσή του άσκησε η μητέρα του, η Αγαθόκλεια. Κατά τα φαινόμενα, ο Στράτων και η Αγαθόκλεια κατόρθωσαν τελικά να διατηρήσουν υπό την κυριαρχία τους μόνο τα εδάφη του Παντζάμπ. Γενικά, από τα τέλη του 2ου αιώνα παρατηρείται κατάτμηση των εδαφών που ήλεγχαν στον ινδικό χώρο οι Έλληνες. Μια ατελείωτη σειρά από Έλληνες ηγεμόνες και ηγεμονίσκους διεκδίκησε μεγαλύτερο ή μικρότερο τμήμα των εδαφών αυτών: η παράθεση όλων των ονομάτων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο αυτό δεν πρόκειται να βοηθήσει ιδιαίτερα τον αναγνώστη στην κατανόηση της ιστορίας της περιόδου. Δεν αποκλείεται κάποιοι από αυτούς τους ηγεμόνες να είχαν συγγένεια με τις δυναστείες που βασίλεψαν στη Βακτριανή (λ.χ. ο Ηλιοκλής Β΄ ο Δίκαιος, ο οποίος βασίλεψε στη Γκαντάρα και στο δυτικό Παντζάμπ στα τέλη του 2ου αιώνα ή στις αρχές του 1ου, ήταν πιθανώς απόγονος του Ευκρατίδη). Από τις αρχές του 1ου αιώνα π.Χ. τα ελληνικά εδάφη συρρικνώνονται σταδιακά: στο δυτικό τμήμα της κοιλάδας του Ινδού εισβάλλουν οι Πάρθοι, οι οποίοι θα κρατήσουν τα εδάφη αυτά για ορισμένο χρονικό διάστημα. Ινδοί ηγεμόνες ανακτούν τη Μαθούρα και το ανατολικό Παντζάμπ. Από το 80 π.Χ., περίπου, οι Σκύθες (Σάκες) και οι Τοχάριοι περνούν τον Ινδικό Καύκασο και εισβάλλουν στα ελληνικά εδάφη της Ινδίας. Οι εναπομείναντες Έλληνες ηγεμόνες καθίστανται στις περισσότερες περιπτώσεις υποτελείς τους. Πάντως, ο προχωρημένος βαθμός εξελληνισμού των Τοχάριων βοηθά την ανάπτυξη μάλλον αρμονικών σχέσεων με τους Έλληνες: δεν είναι τυχαίο ότι ο Κουσάν ηγεμόνας Καδφίσης θεωρούσε ότι ο τελευταίος Έλληνας μονάρχης των Παροπαμισάδων, ο Ερμαίος (περίπου 90-70 π.Χ.), καταλεγόταν μεταξύ των προγόνων του. Ο τελευταίος Έλληνας μονάρχης του ινδικού χώρου πρέπει να ήταν ο Στράτων Β΄, που βασίλεψε στα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ. ή ίσως και μέχρι το 10 μ.Χ. Όπως είναι λογικό, οι ελληνικοί πληθυσμοί των περιοχών αυτών πρέπει να αφομοιώθηκαν σταδιακά είτε από τους γηγενείς είτε από τους ιρανόφωνους νομάδες που εγκαταστάθηκαν στην Ινδία.

Τί απομένει από τη συναρπαστική περιπέτεια των Ελλήνων στην Κεντρική Ασία και στην Ινδία που μόνο σε αδρές γραμμές γνωρίζουμε; Σίγουρα η ανάμνηση ενός ένδοξου παρελθόντος κατακτήσεων, ανάπτυξης του εμπορίου, μεταφύτευσης της ελληνικής πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης και του ελληνικού πολιτισμού σε περιοχές τόσο απομακρυσμένες από τον χώρο της Μεσογείου. Μια απίστευτα ενδιαφέρουσα ιστορία πολιτιστικής διάδρασης μεταξύ ελληνικών, ιρανικών και ινδικών πληθυσμών για την οποία θα επιθυμούσαμε να μάθουμε πολύ περισσότερα από όσα μας επιτρέπουν οι πηγές που έχουμε στη διάθεσή μας. Ο εκλεκτισμός των μορφών τέχνης που γεννήθηκαν χάρη στη συνάντηση αυτή. Ο θρησκευτικός και φιλοσοφικός συγκρητισμός που έφερε ίσως κοντά τη διδασκαλία του Βούδα με αυτήν του Δημόκριτου. Και φυσικά η ελπίδα ότι η αρχαιολογική έρευνα στις περιοχές αυτές, παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες, ενδέχεται να προσφέρει κάποια στιγμή ευρήματα ικανά να φωτίσουν καλύτερα την κοινωνική οργάνωση και τον τρόπο σκέψης μιας μοναδικής ιστορικής περιόδου.        

     

Advertisements

Οι Έλληνες στη Βακτριανή: μέρος Γ΄

Ιανουαρίου 11, 2010

Αφήσαμε το ελληνιστικό βασίλειο της Βακτριανής στα χρόνια του Ευθύδημου και του Δημήτριου, λίγα χρόνια μετά την Ανάβαση του Αντίοχου Γ΄ και την εκ μέρους του Σελευκίδη μονάρχη de jure αναγνώριση της ανεξαρτησίας του κράτους. Πράγματι, οι Σελευκίδες δεν πρόκειται πλέον να επιχειρήσουν ουσιαστικά να ανακτήσουν τις σατραπείες που κάποτε κατείχαν στην Κεντρική Ασία. Άλλο θέμα βέβαια το αν κάποιοι διάδοχοι του Αντίοχου Γ΄ περιελάμβαναν στα σχέδια τους μια τέτοια ανάκτηση. Για το ζήτημα έχουν γραφτεί πολλά και ίσως δεν είναι δυνατό να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα. Σε κάθε περίπτωση το ίδιο το κράτος της Βακτριανής βρίσκεται στην απόλυτη ακμή του στα χρόνια του Δημήτριου Α΄. Η περίοδος αυτή θα διαρκέσει έως τα μέσα σχεδόν του 2ου αιώνα π.Χ. και χαρακτηρίζεται από την εξάπλωση του ελεγχόμενου από το ελληνικό στοιχείο χώρου προς τα νότια και νοτιοανατολικά, δηλαδή τις σατραπείες στα νότια του Ινδικού Καυκάσου, την περιοχή του Ινδού ποταμού και την καθαυτό Ινδία. Ήδη, πάντως, από το 170 εμφανίζονται τα πρώτα ανησυχητικά σημάδια, καθώς ενισχύεται η πίεση που ασκούν στα βόρεια και δυτικά σύνορα τόσο τα ιρανικά νομαδικά φύλα όσο και η νεοσύστατη αυτοκρατορία των Πάρθων. Η απειλή αυτή θα έχει ως συνέπεια την εξαφάνιση του βασιλείου, χωρίς, όμως, να εξαλείψει και την ελληνική παρουσία στην περιοχή. Άλλωστε, διάφορα ελληνικά βασίλεια θα διατηρηθούν στον χώρο της Ινδίας μέχρι και τα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ. (από την άποψη αυτή θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το τελευταίο ελληνιστικό βασίλειο δεν είναι η πτολεμαϊκή Αίγυπτος, αλλά ακριβώς αυτές οι ελληνιστικές μοναρχίες της Ανατολής για τις οποίες τόσο λίγα γνωρίζουμε).

Αρκετές φορές αναφέρθηκε το πόσο δυσχερής είναι η εξιστόρηση των γεγονότων αυτής της περιόδου λόγω της έλλειψης ιστορικών πηγών. Πράγματι, το μόνο «ιστορικό» σύγγραμμα που ασχολείται κατά κάποιο τρόπο με τη συγκεκριμένη περιοχή και εποχή είναι η επιτομή των «Historiae phillippicae et totius mundi origines et terrae situs» του Γαλορωμαίου Πομπηίου Τρώγου, την οποία συνέγραψε ο Ρωμαίος ιστορικός του 3ου αιώνα Ιουστίνος. Δύο από τα βιβλία των «ιστοριών» του Πομπηίου αναφέρονταν στην ιστορία των Πάρθων (κι επομένως κατά παρεμπίπτοντα τρόπο στο θέμα που μας ενδιαφέρει): τα βιβλία αυτά τα συνόψισε ο Ιουστίνος με τρόπο ελάχιστα ιστορικό (εξάλλου ο σκοπός του ήταν να καταρτίσει ένα σύγγραμμα περισσότερο ηθικοπλαστικό παρά κατά κυριολεξία ιστορικό), παραλείποντας το 90% του αρχικού υλικού και αρκετά απρόσεκτα ώστε να φθάνει στο σημείο να μπερδεύει πρόσωπα και γεγονότα. Κατά τα λοιπά, έχουμε κάποια αποσπάσματα της ιστορίας των Πάρθων που συνέγραψε ο Απολλόδωρος ο Αρταμιτηνός και τα οποία διέσωσε ο Στράβων, αποσπάσματα από τα «Παρθικά» του Αρριανού που συνέλεξε ο Πατριάρχης Φώτιος και λίγα ιστορικά στοιχεία που περιλαμβάνουν οι «Σταθμοί Παρθικοί» του γεωγράφου Ισίδωρου του Χαρακηνού. Απομένουν, εκτός από λιγοστές επιγραφές, τα πολλά νομίσματα, τα οποία όμως δεν μας παρέχουν ασφαλείς πληροφορίες για το ποιοί ακριβώς ήταν οι βασιλείς που απεικονίζονται σ’ αυτά, για το πότε ακριβώς βασίλεψαν και σε ποιόν γεωγραφικό χώρο. Κατά συνέπεια, μπορούμε απλώς να κάνουμε υποθέσεις και να σκιαγραφήσουμε ένα ιστορικό πλαίσιο από το οποίο λείπουν πολύτιμα στοιχεία.

Η εποχή του Δημήτριου Α΄ και η επέκταση προς τον ινδικό χώρο: Γεννημένος περίπου το 220 π.Χ., ο Δημήτριος ανέβηκε στον θρόνο διαδεχόμενος τον πατέρα του, κατά πάσα πιθανότητα το 200 π.Χ., κατ’ άλλους το 195. Η εποχή του θεωρείται το απόγειο της στρατιωτικής και οικονομικής ισχύος του βασιλείου της Βακτριανής. Το όνομά του συνδέεται με τη μεγαλειώδη επιχείρηση επέκτασης των συνόρων του κράτους στις στραπείες νοτίως του Ινδικού Καυκάσου και στην Ινδία. Όπως διαπιστώσαμε στο πρώτο μέρος της διήγησής μας, οι περιοχές αυτές ελέγχονταν – ήδη από τα τέλη του 4ου αιώνα – από την ινδική αυτοκρατορία των Μαουρύα: μετά τον θάνατο του Ασόκα, η αυτοκρατορία εισέρχεται σε φάση ταχείας αποσύνθεσης, διαδικασία που ολοκληρώνεται και τυπικά περίπου το 185 με την ανατροπή της δυναστείας και την αντικατάστασή της από τη δυναστεία των Σούνγκα. Η συνακόλουθη πολιτική αστάθεια συνιστούσε για τον Δημήτριο μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τη διεύρυνση του χώρου επιρροής του. Αρχικά (ίσως το 185 π.Χ.) ανέκτησε την Αραχωσία (όπου, σύμφωνα με τον Ισίδωρο, ίδρυσε και πόλη με το όνομα «Δημητριάς»), έπειτα τη Γκαντάρα και στη συνέχεια την κοιλάδα του Ινδού, κατακτώντας τη σημαντικότερη πόλη της περιοχής, την Ταξίλα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ολοκλήρωσε την ανάκτηση του των εδαφών που ανήκαν κάποτε στους Αχαιμενίδες και – για μικρό χρονικό διάστημα – στον Αλέξανδρο (σατραπείες νοτίως του Ινδικού Καυκάσου, περιλαμβανομένων των τριών σατραπειών του Ινδού ποταμού). Αρκέσθηκε σε αυτό; Πιθανότατα, ναι (βλ. Will, τ. ΙΙ, σελ. 349/ A. K. Narain, όπ.π., σελ. 21 επ.). Κάποιοι ωστόσο υποστηρίζουν ότι συνέχισε την πορεία του φθάνοντας στην περιοχή του Γάγγη και κατακτώντας μέχρι και την αυτοκρατορική πρωτεύουσα, την Παταλιπούτρα. Προς επίρρωση της άποψης αυτής, οι υποστηρικτές της επικαλούνται δύο αποσπάσματα του Στράβωνα: «Τοσοῦτον δὲ ἴσχυσαν οἱ ἀποστήσαντες Ἕλληνες αὐτὴν διὰ τὴν ἀρετὴν τῆς χώρας ὥστε τῆς τε Ἀριανῆς ἐπεκράτουν καὶ τῶν Ἰνδῶν, ὥς φησιν Ἀπολλόδωρος ὁ Ἀρταμιτηνός, καὶ πλείω ἔθνη κατεστρέψαντο ἢ Ἀλέξανδρος, καὶ μάλιστα Μένανδρος εἴ γε καὶ τὸν Ὕπανιν διέβη πρὸς ἔω καὶ μέχρι τοῦ Ἰμάου προῆλθἐ τὰ μὲν αὐτὸς τὰ δὲ Δημήτριος ὁ Εὐθυδήμου υἱὸς τοῦ Βακτρίων βασιλέως· οὐ μόνον δὲ τὴν Παταληνὴν κατέσχον ἀλλὰ καὶ τῆς ἄλλης παραλίας τήν τε Σαραόστου καλουμένην καὶ τὴν Σιγέρδιδος βασιλείαν» (ΙΑ΄, 11,1) και «καὶ εἴ τινα προσιστόρησαν οἱ μετ´ ἐκεῖνον περαιτέρω τοῦ Ὑπάνιος προελθόντες μέχρι τοῦ Γάγγου καὶ Παλιβόθρων» (ΙΕ΄, 1, 27). Φυσικά, ο Στράβων δεν διευκρινίζει ότι ήταν όντως ο Δημήτριος αυτός που έφτασε μέχρι τα «Παλίβοθρα», οπότε η συζήτηση μπορεί να συνεχισθεί επ’ άπειρον. Ας επισημάνουμε απλώς ότι είναι λογικότερο μια τέτοια επέκταση προς την ανατολική Ινδία να συνέβη σε μεταγενέστερη περίοδο (ας πούμε στα χρόνια του Μενάνδρου). Εντούτοις, οι υποστηρικτές της κατάκτησης της κοιλάδας του Γάγγη από τον Δημήτριο συνδέουν την άποψη αυτή με την εξήγηση που δίνουν για την εκστρατεία του μονάρχη της Βακτριανής: λένε (π.χ. Ταρν) ότι το βασικό κίνητρο του Δημητρίου ήταν η εκδήλωση συμπαράστασης προς την ανατραπείσα δυναστεία των Μαουρύα και ιδίως η προστασία του Βουδισμού, οι πιστοί του οποίου διώκονταν από τους φανατικούς Ινδουιστές της δυναστείας των Σούνγκα. Η παρουσίαση του Δημήτριου ως «σταυροφόρου» του Βουδισμού φαντάζει αφόρητα ρομαντική, όσο κι αν οι σχέσεις των Ελλήνων με τους (προστάτες του Βουδισμού από τα χρόνια του Ασόκα) Μαουρύα ήταν αρμονικές. Τα κίνητρα του Δημήτριου μάλλον ήταν αμιγώς πολιτικά: η επέκταση του βασιλείου του σε μια χρονική στιγμή που οι συνθήκες ήταν εξαιρετικά ευνοϊκές για το εγχείρημα αυτό, ίσως και η προστασία των ελληνικών πληθυσμών που ζούσαν στα νότια του Χιντού Κους.

Πάντως, τα νομίσματα του Δημήτριου παραπέμπουν κατά τα φαινόμενα στην κατάκτηση της Ινδίας: στο πιο κλασσικό νόμισμά του απεικονίζεται φορώντας κράνος με τη μορφή κεφαλής ελέφαντα (ενώ στην οπίσθια όψη απεικονίζεται ο Ηρακλής, τον οποίο θα πρέπει να είχαν ως δυναστικό θεό οι Ευθυδημίδες). Σε άλλα πάλι απεικονίζεται στη μία όψη κεφαλή ελέφαντα (βουδιστικό σύμβολο ή σύμβολο της κατάκτησης της Ινδίας;) και στην άλλη το κηρύκειο.

Διάδοχοι ή ανταγωνιστές του Δημητρίου; Από τους «βασιλείς του νικελίου» στον Αντίμαχο και τον Απολλόδοτο: Ο Δημήτριος πεθαίνει υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, ίσως το 180, δηλαδή σε ηλικία μόλις 40 ετών. Ποιός τον διαδέχεται; Κάθε συγγραφέας προτείνει τη δική του θεωρία. Υπάρχουν τουλάχιστον 5-6 υποψήφιοι, οι οποίοι θα μπορούσαν να ήταν διάδοχοι του Δημητρίου, συμβασιλείς ή αντιβασιλείς του, συγγενείς του ή όχι, σφετεριστές της εξουσίας του ή απλώς μονάρχες που βασίλεψαν σε περιοχές όπου ο Δημήτριος δεν ασκούσε κυριαρχία.  

Ίσως ο πιο λογικός υποψήφιος να είναι αυτός ο Ευθύδημος, τον οποίο, επομένως, θα ονομάσουμε «Ευθύδημο Β΄» και ο οποίος απεικονίζεται ως έφηβος στα λιγοστά νομίσματά του. Υποθέτουμε ότι ήταν γιος του Δημήτριου και ότι πέθανε πολύ νέος, ίσως και πριν από την ενηλικίωσή του. Οπότε, τα περισσότερα ερωτήματά μας μένουν αναπάντητα.

 

Οι «βασιλείς του νικελίου»: Ο Πανταλέων και ο Αγαθοκλής είναι δύο βασιλείς που γνωρίζουμε από τα νομίσματά τους. Για τον πρώτο, υποθέτουμε (βάσει της χρονολόγησης των νομισμάτων του) ότι βασίλεψε μεταξύ 190-180 π.Χ. (άρα είναι μάλλον σύγχρονος του Δημήτριου και όχι διάδοχός του) σε περιοχές της Αραχωσίας και στη Γκαντάρα. Ο Πανταλέων ήταν, μάλλον, ο πρώτος Έλληνας μονάρχης που έκοψε και δίγλωσσα νομίσματα (ελληνικά και ινδικά σε μπράχμι αλφάβητο) τα οποία ακολουθούσαν το ινδικό πρότυπο (είχαν περίπου τετράγωνο σχήμα). Κάποιοι πιστεύουν ότι ο Πανταλέων ήταν αδελφός του Δημήτριου και αντιβασιλέας του στην Αραχωσία. Άλλοι, ότι ήταν σφετεριστής. Τον διαδέχεται, πάντως, ο αδελφός ή γιος του, ο Αγαθοκλής, ο επονομαζόμενος και «Δίκαιος» (περίπου 180-170), του οποίου το κέντρο εξουσίας φαίνεται να είναι η περιοχή των Παροπαμισάδων. Σύμφωνα με μια θεωρία [Alberto Simonetta «A new essay on the Indo-Greeks, the Sakas and the Pahlavas», East and West vol. IX (1958), σελ. 154-173, ειδ. σελ. 157 επ.], μετά την ινδική εκστρατεία του ο Δημήτριος εγκαταστάθηκε στους Παροπαμισάδες, όπου και τον διαδέχθηκε ο ανήλικος γιος του Ευθύδημος Β΄. Ο Αγαθοκλής θα πρέπει να ήταν αντιβασιλέας του Ευθύδημου και στη συνέχεια να τον διαδέχθηκε. Πάντως, τα νομίσματά του Αγαθοκλή είναι πραγματικά άφθονα: (α΄) κλασσικά ελληνικά τετράδραχμα, παρόμοιας θεματολογίας και εκτέλεσης με αυτά του Πανταλέοντος, (β΄) δίγλωσσα νομίσματα ινδικού τύπου, στα οποία αναγράφεται το όνομα του βασιλιά με ελληνικούς και ινδικούς χαρακτήρες (γραφές μπράχμι και χαρόσθι) και απεικονίζονται σύμβολα  βουδιστικά (λιοντάρι) και ινδουιστικά (αναπαράσταση της θεότητας Λάκσμι), (γ΄) αμιγώς ινδικά νομίσματα με αναπαραστάσεις και σύμβολα τόσο βουδιστικά όσο και ινδουιστικά, και (δ΄) «αναμνηστικά» νομίσματα ελληνικού τύπου στα οποία απεικονίζονται ο Αλέξανδρος ο Μέγας, ο ιδρυτής της ανεξάρτητης Βακτριανής Διόδοτος Α΄ και ο Δημήτριος Α΄.

Αυτό που μπορούμε να συμπεράνουμε με σχετική βεβαιότητα για τον Πανταλέοντα και τον Αγαθοκλή είναι η μεταξύ τους συγγένεια. Τα συνηθέστερα νομίσματά τους είναι μεταξύ τους σχεδόν όμοια (ομοιότητα ως προς την εικονιζόμενη ανθρώπινη μορφή – χαρακτηριστικά προσώπου, τύπος κόμμωσης, διάδημα – είτε αυτή είναι ο μονάρχης είτε, όπως είναι το πιθανότερο, ο θεός Διόνυσος/ απεικόνιση πάνθηρα που αγγίζει ένα αμπέλι/ τροχός, που ίσως παραπέμπει σε ινδικές θρησκευτικές δοξασίες). Η θεματολογία διαφέρει ουσιωδώς από αυτήν των νομισμάτων των λοιπών ηγεμόνων της περιοχής. Επίσης, τα νομίσματα αυτά είναι φτιαγμένα από κράμα χαλκού και νικελίου (75%-25%), τεχνολογία που ως εκείνη την εποχή είχε χρησιμοποιηθεί μόνο στην Κίνα. Τέλος, επειδή οι πιο «οικονομικές» θεωρίες είναι συχνά και οι καλύτερες, ίσως είναι μάταιη όλη αυτή η προσπάθεια να εξακριβωθεί (πώς άραγε;) αν ο Πανταλέων και ο Αγαθοκλής ήταν συγγενείς του Δημήτριου ή αξιωματούχοι του και αν ως τέτοιοι υπήρξαν αντιβασιλείς του στις περιοχές όπου βρέθηκαν νομίσματά τους. Πιο λογικό μοιάζει να γίνει δεκτό ότι η κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Μαουρύα (κατάρρευση της οποίας σίγουρα προηγήθηκε η όλο και μεγαλύτερη χαλάρωση της εξουσίας που αυτοί ασκούσαν σε απομακρυσμένες από το κέντρο της αυτοκρατορίας τους περιοχές όπως η Αραχωσία και οι Παροπαμισάδες) δημιούργησε ένα κενό εξουσίας το οποίο μπόρεσαν να εκμεταλλευθούν κάποιοι ισχυροί των ελληνικών κοινοτήτων της περιοχής, ιδρύοντας ανεξάρτητες ηγεμονίες.

Αντίμαχος: Ακριβώς στο πλαίσιο αυτό πρέπει να εντάξουμε και τον Αντίμαχο, ο οποίος φαίνεται ότι βασίλεψε (περίπου 185 ή 180 έως 170 ή 165) σε κάποια τμήματα της Βακτριανής και Αραχωσίας, καθώς και σε μερικές περιοχές της κοιλάδας του Ινδού. Σύμφωνα με τον Ταρν (την άποψη του οποίου ακολουθεί και ο Σιμονέττα και ο Ρ. Σήνιορ) ήταν γιος του Ευθύδημου και, επομένως, αδελφός του Δημήτριου. Αντιθέτως (και πιο λογικά), ο A. K. Narain (όπ.π.) αποκλείει την περίπτωση συγγένειας με τους Ευθυδημίδες, ενώ θεωρεί πιθανή κάποια συγγένεια με τη δυναστεία του Διόδοτου (ο Ποσειδώνας των νομισμάτων του Αντίμαχου και ο Δίας των νομισμάτων του Διόδοτου μοιάζουν πολύ). Η «ανεξαρτησία» του Αντίμαχου σε σχέση με τη δυναστεία του Ευθύδημου αποδεικνύεται ίσως και από μια επιγραφή στην οποία αναφέρονται ως συμβασιλείς του οι «Ευμένης και Αντίμαχος» (κατά πάσα πιθανότητα οι γιοι του), καθώς και από το γεγονός ότι επέλεξε την επίκληση «Βασιλεύς Θεός». Επισημαίνεται ακόμη ότι για κάποιους η επέκταση του ελληνισμού στον ευρύτερο ινδικό χώρο αποτελεί έργο του Αντίμαχου και όχι του Δημήτριου.

Απολλόδοτος: Η περίπτωση του Απολλόδοτου ίσως είναι παρόμοια με τις πιο πάνω, ίσως κι όχι. Τα νομίσματά του (δίγλωσσα με βάση το ινδικό πρότυπο και με αναπαραστάσεις ελέφαντα και ταύρου, δηλαδή με συμβολισμούς, αντιστοίχως και πιθανότατα, βουδιστικούς και ινδουιστικούς/ ελληνικά τετράδραχμα με απεικόνιση του βασιλιά και της θεάς Αθηνάς, η οποία κρατά στο δεξί χέρι της τη Νίκη) παρέχουν ενδείξεις για περίοδο βασιλείας μεταξύ 174-165 (σύμφωνα με τη χρονολόγηση που προτείνει ο Osmund Bopearachchi) ή 180-160 (κατά τον Σήνιορ) σε μια περιοχή που περιλαμβάνει τμήματα της κοιλάδας του Ινδού, περιλαμβανομένης της Ταξίλας, του Σιντ (στο σημερινό Πακιστάν) και του Γκουτζαράτ (δυτικό άκρο της σύγχρονης Ινδίας). Πρόκειται επομένως για τον πρώτο Έλληνα ηγεμόνα που βασίλεψε σε αποκλειστικά ινδικά εδάφη. Ίσως και αυτός να ήταν εκπρόσωπος της τοπικής ελληνικής αριστοκρατίας και να εκμεταλλεύθηκε το κενό εξουσίας που δημιούργησε η αποχώρηση των Μαουρύα (σε αντίθεση, όμως, με την Αραχωσία, για την κοιλάδα του Ινδού δεν έχουμε αρχαιολογικά στοιχεία που να πιστοποιούν τη συνεχή παρουσία ελληνικών κοινοτήτων). Ο Ταρν, βεβαίως, πίστευε ότι πρέπει να ήταν στρατηγός του Δημητρίου κατά την ινδική εκστρατεία του δεύτερου και να παρέμεινε στα ινδικά εδάφη που κατακτήθηκαν: μετά τον θάνατο του Δημήτριου, ο Απολλόδοτος κυβέρνησε τα εδάφη αυτά είτε ως νόμιμος διάδοχος του Δημήτριου είτε ως σφετεριστής της εξουσίας του.  

Επομένως, λίγο πριν το 170 π.Χ. διαπιστώνεται το εξής παράδοξο: ενώ ο χώρος τον οποίο ελέγχουν οι Έλληνες στην Κεντρική Ασία και την Ινδία έχει αυξηθεί σημαντικά, παράλληλα φαίνεται να έχει κατατμηθεί σε πολλές ηγεμονίες οι οποίες είναι, μάλλον, ανεξάρτητες η μία από την άλλη. Επιπλέον, δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποιός είναι ο μονάρχης της καθαυτό Βακτριανής, αν υποθέσουμε ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή τα Βάκτρα εξακολουθούν να αποτελούν πόλο εξουσίας. Ούτε βέβαια γνωρίζουμε αν ο ηγεμόνας αυτός της Βακτριανής ανήκει στη δυναστεία του Ευθύδημου ή όχι. Θα μπορούσε να είναι ο Αγαθοκλής ή ο Αντίμαχος, ακόμη κι ο άτυχος νεαρός Ευθύδημος Β΄. Με λίγη φαντασία θα μπορούσε να υποτεθεί ότι ο Δημήτριος Α΄ ζει ακόμη. Ίσως, όμως, όπως πιστεύουν μερικοί, ο βασιλιάς της Βακτριανής να είναι ένας δεύτερος Δημήτριος (ίσως γιος του πρώτου). Όποιος και να ήταν πάντως ο μονάρχης, δεν θα κατορθώσει να αντισταθεί στον σφετεριστή (;) Ευκρατίδη, τον τελευταίο σπουδαίο πολιτικό και στρατιωτικό ηγέτη που θα αναδείξει ο ελληνισμός της Βακτριανής.       

Ο Ευκρατίδης ο Μέγας και η εποχή του: ακμή και παρακμή της ελληνιστικής Βακτριανής. Στην «Επιτομή» του (XLI, 6), ο Ιουστίνος μας πληροφορεί ότι περίπου την ίδια εποχή ανέβηκαν στον θρόνο δύο σπουδαίοι ηγέτες: ο Μιθριδάτης Α΄ Αρσάκης Ε΄ έγινε βασιλιάς των Πάρθων (όλοι οι Πάρθοι βασιλείς έφεραν και το δυναστικό όνομα «Αρσάκης»), ενώ στη Βακτριανή άρχισε να βασιλεύει ο Ευκρατίδης. Μια και η άνοδος του Μιθριδάτη Α΄ στον παρθικό θρόνο χρονολογείται, μάλλον με ακρίβεια, στο 171 π.Χ., μπορούμε να υποθέσουμε (όσο μας επιτρέπει η ελεγχόμενη αξιοπιστία του Ιουστίνου) ότι και η περίοδος εξουσίας του Ευκρατίδου αρχίζει περίπου τότε. Ποιός ήταν, όμως, ο ηγέτης αυτός και πώς κατέκτησε την εξουσία, ανατρέποντας τη δυναστεία του Ευθύδημου ή όποιους την είχαν αντικαταστήσει; Ως συνήθως, δεν γνωρίζουμε την απάντηση. Ίσως ήταν στρατηγός, σατράπης ή εν πάση περιπτώσει ανώτατος αξιωματούχος στην υπηρεσία των ηγεμόνων της Βακτριανής. Μπορεί λόγω της ιδιότητάς του να είχε κάποια ισχυρή βάση, καθιστώντας ουσιαστικά φέουδό του την περιοχή δικαιοδοσίας του (αυτή θα μπορούσε να ήταν η ελληνιστική πόλη στο Άι Χανούμ του Αφγανιστάν, η οποία ίσως και να ονομαζόταν Αλεξάνδρεια ή Αντιόχεια του Ώξου και η οποία πιθανολογείται ότι στα χρόνια βασιλείας του Ευκρατίδη είχε μετονομαστεί σε «Ευκρατίδεια»). 

 

Ο Ταρν, βεβαίως, επιχείρησε να δώσει μια πιο σύνθετη και ευφάνταστη εξήγηση για την άνοδο του Ευκρατίδη στην εξουσία. Στηριζόμενος σε κάποια νομίσματα του ηγεμόνα της Βακτριανής στα οποία απεικονίζονται πιθανώς οι γονείς του, οι οποίοι ονομάζονται Ηλιοκλής και Λαοδίκη, ο Ταρν συμπέρανε ότι ο Ευκρατίδης ήταν (από την πλευρά της μητέρας του) εξάδελφος του Σελευκίδη βασιλιά Αντίοχου Δ΄ του Επιφανούς και ότι επιχείρησε να ανακτήσει τη Βακτριανή για λογαριασμό των Σελευκιδών (όπ.π., σελ. 94 επ.)! Σύμφωνα με τον Βρετανό ιστορικό, η επιχείρηση ολοκληρώθηκε με επιτυχία το 167, οι δε μεγάλες γιορτές και στρατιωτικές παρελάσεις που οργάνωσε το 166 στη Δάφνη της Αντιόχειας ο Αντίοχος Δ΄, καθώς και τα «Χαριστήρια» του ιδίου έτους στη Βαβυλώνα, είχαν ως σκοπό τον εορτασμό της επιστροφής της Βακτριανής στην αυτοκρατορία των Σελευκιδών! Ο Ταρν προσθέτει μάλιστα ότι ο Αντίοχος έλαβε τον τίτλο του «Σωτήρα της Ασίας» ακριβώς λόγω της ανάκτησης της Βακτριανής. Η όλη κατασκευή είναι εντελώς υποθετική και δεν μπορεί να στηριχθεί σε ιστορικά ή αρχαιολογικά στοιχεία. Ο τίτλος του «Σωτήρα της Ασίας» μπορεί να αναφέρεται είτε στη στρατιωτική νίκη που κατήγαγε ο Αντίοχος κατά τον έκτο Συριακό Πόλεμο είτε στην εκστρατεία που σχεδίαζε να πραγματοποιήσει ο Σελευκίδης στις Άνω Σατραπείες (βλ. σχετική ανάλυση σε Will, τ. ΙΙ, σελ. 351-352), ενώ η πλειονότητα των ιστορικών δεν δέχεται τη σχέση του Ευκρατίδη με τους Σελευκίδες (π.χ. Narain, όπ.π., σελ. 53 επ./  Simonetta, όπ.π., σελ. 158). Έτσι κι αλλιώς, η εκστρατεία του Αντίοχου του Επιφανούς (η οποία μάλλον είχε ως στόχο το δυτικό Ιράν και τα εδάφη που κατείχαν οι Πάρθοι) τερματίστηκε άδοξα λόγω της ασθένειας και του θανάτου του βασιλιά. Στη συνέχεια, οι διάδοχοί του έχουν μύρια προβλήματα με την παρθική επέκταση προς τα δυτικά για να ασχοληθούν ουσιαστικά με την απομακρυσμένη Βακτριανή.  

Ο Ευκρατίδης πρέπει να υπήρξε ο Έλληνας ηγεμόνας που στο απόγειο της δύναμής του βασίλεψε στην πιο εκτεταμένη επικράτεια από κάθε άλλον. Η ενοποίηση των εδαφών της Κεντρικής Ασίας που ήλεγχε το ελληνικό στοιχείο θα πρέπει να συντελέσθηκε ύστερα από σκληρούς αγώνες, ιδίως αν δεχθούμε τη θεωρία της διάσπασης του βασιλείου της Βακτριανής σε μικρότερες κρατικές οντότητες. Σύμφωνα με τον Ιουστίνο (όπ.π.), ο Ευκρατίδης αντιμετώπισε και νίκησε, ύστερα από σειρά σκληρών μαχών, τον Δημήτριο, ο οποίος είχε συγκεντρώσει μεγάλο στράτευμα για να ανατρέψει τον «σφετεριστή». Πρόκειται, άραγε, για τον μυστηριώδη Δημήτριο Β΄, ο οποίος είχε πιθανώς ως ορμητήριο τις σατραπείες στα νότια του Ινδικού Καυκάσου (βλ. Simonetta, όπ.π.); Ή μήπως για τον Δημήτριο Α΄ (βλ. σχετικά Will, όπ.π.); Είναι, πάντως, βέβαιο ότι, εκτός της Βακτριανής, ο Ευκρατίδης κατέλαβε και τα εδάφη που ήλεγχαν ο Αντίμαχος και ο Αγαθοκλής. Ο νέος ισχυρός άνδρας της Βακτριανής είχε υπό τον έλεγχό του και τη Σογδιανή, την Αρία, τη Μαργιανή, τη Δραγγιανή, την Αραχωσία και τους Παροπαμισάδες. Μετά την εδραίωση της εξουσίας του στην Κεντρική Ασία, ο Ευκρατίδης στράφηκε στην κοιλάδα του Ινδού, την οποία και κατέλαβε.

Η αχανής έκταση της επικράτειάς του, το μέγεθος της ισχύος του και η μεγάλη χρονική διάρκεια της βασιλείας του καταδεικνύονται και από το πλήθος, τη γεωγραφική διάδοση, την ποικιλία και την ποιότητα των νομισμάτων του. Πολλά νομίσματα ελληνικού τύπου, από τον εντυπωσιακό χρυσό στατήρα ως τα εξαιρετικής ποιότητας ασημένια τετράδραχμά του, στα οποία απεικονίζεται ο ίδιος φορώντας τη χαρακτηριστική περικεφαλαία, καθώς και έφιπποι οι Διόσκουροι, δηλαδή οι «προστάτες θεοί» του Ευκρατίδη. Αλλά και αρκετά νομίσματα ινδικού τύπου, με διάφορες παραστάσεις (απεικονίσεις του βασιλιά συνοδευόμενες από ελληνικής ή ινδικής προέλευσης θρησκευτικές παραστάσεις) και κείμενο στα ελληνικά και τα ινδικά (γραφή χαρόσθι).

Εξωτερικές απειλές και παρακμή: Η παντοδυναμία του Ευκρατίδη θα αποδειχθεί τελικά εύθραυστη. Στα δυτικά σύνορα οι Πάρθοι του Μιθριδάτη επιχειρούν διαρκείς εισβολές στη Μαργιανή, στην Αρία και πιθανότατα στο δυτικό τμήμα της Βακτριανής. Οι Σκύθες γίνονται όλο και πιο απειλητικοί στον Βορρά. Παράλληλα, άλλοι Έλληνες ηγεμόνες του ινδικού χώρου (ίσως ο Μένανδρος) όχι μόνο θα ανακόψουν την επεκτατική πορεία του βασιλιά της Βακτριανής, αλλά θα επιχειρήσουν και να του αποσπάσουν εδάφη στην περιοχή του Ινδού. Φυσικά, ο πιο μεγάλος κίνδυνος σχετίζεται με τις έριδες στο εσωτερικό της ελληνικής αριστοκρατίας της Βακτριανής. Ο Ιουστίνος (XLI, 6, 19), διηγείται ότι ο Ευκρατίδης είχε αναγκαστεί να υπογράψει συνθήκη ειρήνης με τους Πάρθους, γεγονός που δεν έβρισκε σύμφωνους πολλούς από τους αξιωματούχους του, μεταξύ των οποίων και ο γιος του τον οποίο ο Ευκρατίδης είχε ονομάσει συμβασιλέα. Έτσι, ενώ επέστρεφαν από την Ινδία, ο Ευκρατίδης δολοφονήθηκε από τον γιο του.

Πρέπει να πιστέψουμε τη διήγηση του Ιουστίνου; Καλύτερα να είμαστε επιφυλακτικοί. Ποιός θα μπορούσε να ήταν ο πατροκτόνος; Ο Ευκρατίδης Β΄ ή ο Ηλιοκλής; Μήπως η όλη ιστορία δεν είναι παρά μια ηθικοπλαστική κοινοτοπία που άκριτα δέχτηκε ή, ενδεχομένως, επινόησε ο Ρωμαίος συγγραφέας; Μήπως συγχέει τον Ευκρατίδη με τον Διόδοτο Β΄. Και πάλι, πολλά ερωτήματα χωρίς απαντήσεις. Υποθέσεις δίχως αποδεικτικά στοιχεία.

Η μόνη βεβαιότητα είναι ότι μετά τον θάνατο του Ευκρατίδη (πιθανώς το 145 π.Χ.) οι μέρες του ελληνιστικού βασιλείου της Βακτριανής είναι πια μετρημένες. Αντιθέτως, ο ελληνισμός της Ινδίας έχει ακόμη μπροστά του λαμπρό μέλλον. Αυτά, όμως, θα τα δούμε στο τέταρτο και τελευταίο μέρος της σειράς.     

 

Εντός και εκτός θέματος υστερόγραφο: Δεν είχα καταρχήν την πρόθεση για τόσο μεγάλη αποχή από το διαδίκτυο. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια των διακοπών ανέκυψαν πολλά και διάφορα που καθυστέρησαν την ενημέρωση του ιστολογίου. Έπειτα, αποδείχθηκα ανακόλουθος ως προς την αρχική δέσμευσή μου να ολοκληρώσω τη διήγηση σε τρία μέρη: ο όγκος και η φύση του υλικού με υποχρέωσαν να προσθέσω και τέταρτο μέρος για να μη γίνει το κείμενο απάνθρωπα κουραστικό. Σε κάθε περίπτωση ήθελα να αποφύγω τη στείρα καταγραφή ονομάτων ηγεμόνων και αντικρουόμενων απόψεων που επιχειρούν να ανασυνθέσουν την Ιστορία με βάση ελάχιστα και όχι πάντα αξιόπιστα στοιχεία. Γνωρίζω ότι δεν το κατόρθωσα. Ελπίζω τουλάχιστον να «περιόρισα τις ζημιές» (για να χρησιμοποιήσω και τον «απαραίτητο» γαλλισμό).

Κυρίως, εύχομαι στους φίλους αναγνώστες ευτυχισμένο νέο έτος, με υγεία και δημιουργικότητα, και τους ευχαριστώ για την υπομονή τους.

Οι Έλληνες στη Βακτριανή: μέρος Α΄

Δεκέμβριος 8, 2009

 

«Εμείς· οι Aλεξανδρείς, οι Aντιοχείς,
 οι Σελευκείς, κ’ οι πολυάριθμοι
 επίλοιποι Έλληνες Aιγύπτου και Συρίας,
 κ’ οι εν Μηδία, κ’ οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι.
 Με τες εκτεταμένες επικράτειες,
 με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών.
 Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά
 ώς μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ώς τους Ινδούς»

Κ. Π. Καβάφης «Στα  200 π.Χ.«

Σημείο συνάντησης λαών και πολιτισμών, η Κεντρική Ασία παρουσιάζει ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Η περιοχή αυτή, με τη μεγάλη γεωγραφική ποικιλομορφία (καθόσον περιλαμβάνει αχανείς στέππες, εύφορες κοιλάδες ποταμών, πανύψηλες οροσειρές και ερημικές εκτάσεις), είναι αρκετά δύσκολο να οριοθετηθεί, δεδομένου ότι έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις σχετικά με τις περιοχές που περιλαμβάνονται σ΄αυτήν. Διευκρινίζουμε, επομένως, ότι για τους σκοπούς της παρούσας σειράς αναρτήσεων, αναφερόμαστε σε μια γεωγραφική περιοχή που αποτελείται από το βορειοανατολικό τμήμα του σύγχρονου Ιράν, το μεγαλύτερο τμήμα των εδαφών που ανήκουν στις 4 από τις 5 πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας (εν προκειμένω: Ουζμπεκιστάν, Τουρκμενιστάν, νότιο Καζακστάν, Τατζικιστάν), το Αφγανιστάν και το βορειοδυτικό Πακιστάν (Μπαλουτσιστάν και κοιλάδα του Ινδού στο Παντζάμπ). Το ενδιαφέρον μας επικεντρώνεται στην έντονη παρουσία του ελληνικού στοιχείου στην περιοχή αυτή κατά την αρχαιότητα. Η εξιστόρηση της παρουσίας αυτής δεν είναι ιδιαίτερα ευχερής, καθώς οι πηγές που έχουμε στη διάθεσή μας παρουσιάζουν αρκετές ελλείψεις. Λείπουν αρκετά αποσπάσματα αρχαίων ιστορικών συγγραμμάτων (ή και ολόκληρα έργα) που υποθέτουμε ότι αναφέρονταν στην ιστορία του ελληνισμού στην αρχαία Κεντρική Ασία. Σε άλλες περιπτώσεις, κάποια συγγράμματα «διασώζονται» χάρη σε συνόψεις και επιτομές που συντάχθηκαν κατά την ύστερη αρχαιότητα ή κατά τα βυζαντινά χρόνια και τα οποία δεν αποτελούν υπόδειγμα συνεπούς ιστορικού συγγράμματος: συχνά διαπιστώνεται σύγχυση μεταξύ προσώπων και γεγονότων. Επομένως, οι βασικές πηγές για τους σύγχρονους ιστορικούς είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα, μεταξύ των οποίων επιγραφές και κυρίως νομίσματα. Μόνο που έχουμε νομίσματα διπλάσιων ηγεμόνων από αυτούς που αναφέρουν τα αρχαία ιστορικά συγγράμματα και μπορούμε να κάνουμε μόνο υποθέσεις (περισσότερο ή λιγότερο επισφαλείς) για τη δράση του κάθε ηγεμόνα και τον χώρο κυριαρχίας του. Τα προβλήματα αυτά δεν στάθηκαν εμπόδιο για τη συγγραφή ορισμένων ιδιαίτερα συναρπαστικών βιβλίων Ιστορίας. To 1938, ο Βρετανός ιστορικός Γουίλιαμ Γούντθορπ Ταρν δημοσίευε το μνημειώδες έργο του «The Greeks in Bactria & India» (Cambridge University Press, 2η έκδ. 1951, 3η αναθεωρημένη 1997), στο οποίο σκιαγραφούσε το πορτρέτο ενός δυναμικού και κατακτητικού σε όλα τα επίπεδα ελληνισμού. Βεβαίως, διαβάζοντας το βιβλίο του Ταρν δημιουργείται η εντύπωση ότι δεν μας λείπει απολύτως τίποτε σε επίπεδο πηγών: ο Βρετανός ιστορικός κατάρτισε πλήρεις καταλόγους των ελληνιστικών δυναστειών της Κεντρικής Ασίας (με βασιλείς, συμβασιλείς και αντιβασιλείς), στηριζόμενος αποκλειστικά στις υποθέσεις του, οι οποίες είναι, κατ’ ανάγκη, σε μεγάλο βαθμό αυθαίρετες. To 1957, ο Ινδός ιστορικός A. K. Narain δημοσίευε το βιβλίο «The Indo-Greeks» (4η αναθεωρημένη και συμπληρωμένη έκδοση 2003, B.R. Publishing), με το οποίο επιχειρούσε να αντικρούσει τις θεωρίες του Ταρν, παρουσιάζοντας το ελληνικό στοιχείο να δέχεται εντονότατες επιρροές από τους πανάρχαιους πολιτισμούς της περιοχής, τον ιρανικό και, κυρίως, τον ινδικό. Ακολουθώντας τη μέση οδό, Γάλλοι ιστορικοί όπως ο Edouard Will και ο Paul Bernard προσπάθησαν να προβούν σε μια πιο νηφάλια θεώρηση, βασιζόμενοι στα ιστορικά και αρχαιολογικά στοιχεία και επισημαίνοντας τις αβεβαιότητες και τις απορίες του σύγχρονου ιστορικού. Μετά τις σημαντικές ανακαλύψεις των τελευταίων πενήντα χρόνων (η μεγάλη ελληνιστική πόλη στην τοποθεσία Άι Χανούμ του Αφγανιστάν, οι ελληνιστικές επιγραφές της Αλεξάνδρειας της Αραχωσίας-Κανταχάρ) και παρά τα προβλήματα που δημιουργεί η πολιτική αστάθεια στην περιοχή είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πολλά πράγματα για τον τρόπο ζωής και σκέψης αυτών των Ελλήνων που βρέθηκαν τόσες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη μητρόπολη. Ας δούμε όμως την ιστορία από την αρχή.     

Η Κεντρική Ασία ως τμήμα της περσικής αυτοκρατορίας: Ήδη από τα τέλη της δεύτερης χιλιετίας π.Χ., το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής κατοικείται από ιρανικούς πληθυσμούς. Για τον λόγο αυτό θα αναφερθεί στη συνέχεια και ως ανατολικό Ιράν (με τη διευκρίνιση ότι δεν θα πρέπει να υπάρξει σύγχυση με το ανατολικό κομμάτι του σημερινού κράτους του Ιράν). Η περιοχή αποτελεί από πολύ νωρίς (τέλος 6ου αι. π.Χ.) μέρος της περσικής αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών, οι οποίοι την οργανώνουν διοικητικά σε σατραπείες: χρησιμοποιώντας τα ελληνικά ονόματα που καθιερώθηκαν για αυτές, πρόκειται για τη Βακτριανή (σημερινό νότιο Ουζμπεκιστάν και Τατζικιστάν, βορειοδυτικό Αφγανιστάν), τη Μαργιανή (τα εδάφη της οποίας συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό με το σύγχρονο Τουρκμενιστάν), τη Δραγγιανή (ανατολικό Ιράν και περιοχή του Σεϊστάν στο βορειοδυτικό Αφγανιστάν), την Παρθία-Υρκανία (βόρειο-βορειοανατολικό Ιράν), τη Σογδιανή (βόρειο Ουζμπεκιστάν και Τατζικιστάν), την Αρία (ανατολικό Χορασάν στο σημερινό Ιράν και περιοχή του Χεράτ στο Αφγανιστάν), τους Παροπαμισάδες (περιοχή που περιελάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της οροσειράς του Χιντού Κους, του Ινδικού Καυκάσου των Ελλήνων, με τις περιοχές της Καμπούλ και του Μπαγκράμ στο Αφγανιστάν) και την Αραχωσία (νότιο Αφγανιστάν και βορειοδυτικό Πακιστάν). Στα νότια της Αραχωσίας βρίσκονταν οι τρεις σατραπείες της κοιλάδας του Ινδού, μέγιστο όριο της επέκτασης του κράτους των Αχαιμενιδών και χώρος συνύπαρξης Ιρανών και Ινδών. Η σημασία των σατραπειών της Κεντρικής Ασίας είναι μεγάλη για την περσική αυτοκρατορία: στρατηγική, αφενός, μια και το βόρειο τμήμα της περιοχής ταυτίζεται με τα σύνορα της αυτοκρατορίας, πέρα από τα οποία ζουν διάφορα νομαδικά σκυθικά φύλα, επίσης ιρανικής καταγωγής (Σάκες, Μασσαγέτες, Δάχες, Πάρνοι). Αφετέρου, οι σατραπείες αυτές αποτελούν για την αυτοκρατορία πηγή οικονομικού πλούτου, δεξαμενή στρατολογήσιμου ανθρώπινου δυναμικού και δίαυλο εμπορικής επικοινωνίας με την Ινδία. Η Βακτριανή ειδικότερα γνωρίζει σημαντική ανάπτυξη: η πρωτεύουσά της, τα Βάκτρα, καθίσταται μεγάλο αστικό κέντρο. Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με μια πολύ ισχυρή παράδοση, ο Ζωροάστρης έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στα Βάκτρα. Ούτε ότι ο πατέρας του Δαρείου Α΄, ο Υστάσπης, υπήρξε σατράπης της Βακτριανής (ακόμη και βασιλεύοντος του γιου του).

Για τους περισσότερους η ελληνική παρουσία στην περιοχή αρχίζει με την κατάκτησή της από τον Μέγα Αλέξανδρο. Εντούτοις, η πλειονότητα των ιστορικών και αρχαιολόγων είναι πεπεισμένη ότι, τουλάχιστον, στη Βακτριανή ζούσαν Έλληνες και πριν από τη μακεδονική κατάκτηση. Η ύπαρξη ελληνικών παροικιών σε διάφορα σημεία της περσικής αυτοκρατορίας είναι ιστορικά διαπιστωμένη: η άσκηση εμπορικών δραστηριοτήτων, η ανάγκη της αχαιμενιδικής διοίκησης για εξειδικευμένους τεχνίτες ή καλιτέχνες, οι εκτοπίσεις έφεραν ελληνικούς πληθυσμούς στα αστικά κέντρα της αυτοκρατορίας. Κάποιοι από αυτούς τους Έλληνες πρέπει να βρέθηκαν και στις ανατολικές σατραπείες, συγκροτώντας κοινότητες οργανωμένες με βάση τα πρότυπα της πατρίδας τους. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι Έλληνες από την Κυρηναϊκή εκτοπίσθηκαν στη Βακτριανή, ενώ κάποιοι Μιλήσιοι ίσως είχαν εκτοπισθεί, μετά την καταστολή της εξέγερσης των ιωνικών πόλεων, στη Σογδιανή. Η εκστρατεία του Αλέξανδρου, πάντως, μεταβάλλει ριζικά την κατάσταση του ελληνισμού της Κεντρικής Ασίας γιατί θα τον καταστήσει πολιτικά κυρίαρχο στοιχείο της περιοχής και, συνακόλουθα, θα τον ενισχύσει πληθυσμιακά.

Η κατάκτηση της Κεντρικής Ασίας από τον Μ. Αλέξανδρο: ο Αλέξανδρος περνά στις ανατολικές σατραπείες ακριβώς στο χρονικό σημείο που μια συνωμοσία σατραπών – στην οποία κυρίαρχο ρόλο είχε ο Βήσσος, σατράπης της Βακτριανής -, ανατρέπει και τελικά δολοφονεί τον Δαρείο Γ΄ στην Υρκανία (καλοκαίρι του 330 π.Χ.). Ο Βήσσος αυτοανακηρύσεται Μέγας Βασιλεύς με το όνομα Αρταξέρξης. Η εξέγερση του Σατιβαρζάνη, σατράπη της Αρίας τον οποίο ο Αλέξανδρος είχε διατηρήσει στη θέση του, καθυστερεί τον Μακεδόνα και επιτρέπει στον Βήσσο να στρατολογήσει σημαντικές δυνάμεις στη Βακτριανή. Ο Αλέξανδρος όμως αντεπιτίθεται από τους Παροπαμισάδες και αναγκάζει τον Βήσσο να εγκαταλείψει τα Βάκτρα και να υποχωρήσει πέρα από τον Ώξο ποταμό (σημ. Αμού Νταρυά). Η διαφαινόμενη ήττα οδηγεί τους άλλους συνωμότες να προδώσουν τον Βήσσο και να τον παραδώσουν στον Μακεδόνα κατακτητή (329). Ωστόσο, ο θάνατος του Βήσσου δεν συνεπάγεται και το τέλος της ιρανικής αντίστασης, της οποίας την αρχηγία αναλαμβάνει πια ο Σπιταμένης, σατράπης της Σογδιανής. Η κατάκτηση της περιοχής θα αποδειχθεί για τον Αλέξανδρο ιδιαίτερα δυσχερής, χρονοβόρα (θα κρατήσει δύο χρόνια) και με πολλές απώλειες: οι κατακτητές θα αντιμετωπίσουν έναν πραγματικό ανταρτοπόλεμο, στις μεθόδους του οποίου δεν είναι συνηθισμένοι, σε μια δύσβατη περιοχή με διάσπαρτα οχυρά που πρέπει να πολιορκήσουν και να καταλάβουν ένα προς ένα. Τελικά η αντίσταση θα καμφθεί: ο Σπιταμένης θα προδοθεί και θα δολοφονηθεί από τους Σκύθες μισθοφόρους του. Ο πληθυσμός θα υποταγεί, τρομοκρατημένος από τις βιαιοπραγίες των Μακεδόνων. Η αλλαγή καθεστώτος θα σφραγιστεί από ένα συμβολικό γεγονός, τον γάμο του Αλέξανδρου με τη Ρωξάνη, κόρη του Ιρανού ευγενούς Οξυάρτη (327): επρόκειτο ασφαλώς για πράξη πολιτικού χαρακτήρα με σκοπό να σηματοδοτήσει τη συμφιλίωση και τη συνεργασία μεταξύ νέας και παλαιάς άρχουσας τάξης. Η προσπάθεια για μια νέα διοικητική οργάνωση των κατακτημένων περιοχών θα έχει ως συνέπεια την ίδρυση μιας σειράς πόλεων, οργανωμένων σύμφωνα με τα ελληνικά πρότυπα (Αλεξάνδρεια της Αραχωσίας/ σημ. Κανταχάρ, Αλεξάνδρεια της Αρίας/ Χεράτ, Αλεξάνδρεια του Καυκάσου – στους Παροπαμισάδες -, Αλεξάνδρεια η Εσχάτη – στον ποταμό Ιαξάρτη, τον σημερινό Συρ Νταρυά). Από τις πόλεις αυτές αρκετές είναι απλώς στρατόπεδα για την υπεράσπιση των συνόρων της αυτοκρατορίας. Άλλες, πάλι, είναι πραγματικές πόλεις που θα παίξουν σημαντικό ρόλο στην οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη των περιοχών τους. Σε όλες τις περιπτώσεις η ίδρυση συνοδεύεται από τη σύναψη συνθηκών επιγαμίας, προκειμένου να θεωρούνται έγκυροι οι μικτοί γάμοι μεταξύ Μακεδόνων και ιθαγενών.  Μετά από αυτά, ο Αλέξανδρος μπορεί να προχωρήσει στην πραγματοποίηση του επόμενου σχεδίου του, δηλαδή στην κατάκτηση της κοιλάδας του Ινδού.         

Από τον Αλέξανδρο στους Σελευκίδες: Με τον θάνατο του Αλεξάνδρου, τον Ιούνιο του 323 στη Βαβυλώνα, εξεγέρσεις σημειώνονται σε δύο περιοχές της αυτοκρατορίας. Καμία από αυτές δεν προέρχεται από κάποιον από τους υποτελείς λαούς. Η πρώτη εκδηλώνεται στην κυρίως Ελλάδα: πρόκειται για την αθηναϊκή αντίδραση που θα καταλήξει στον λεγόμενο Λαμιακό Πόλεμο. Η δεύτερη είναι η εξέγερση των Ελλήνων της Βακτριανής. Οπωσδήποτε μεταξύ αυτών καταλέγονται και αρκετοί από τους Μακεδόνες στρατιώτες που αναγκάστηκαν από τον Αλέξανδρο να εγκατασταθούν ως έποικοι στη Βακτριανή. Η εγκατάσταση αυτή αποτελούσε σε αρκετές περιπτώσεις τιμωρία στρατευμάτων που είχαν θεωρηθεί απείθαρχα. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι πολλοί από τους στρατιώτες αυτούς είχαν ήδη στασιάσει και το 325, προσπαθώντας απεγνωσμένα να ξεφύγουν από τις αφιλόξενες για αυτούς εσχατιές της οικουμένης. Η εξέγερση θα κατασταλεί με φοβερές σφαγές από τον Πείθωνα, σατράπη της Μηδίας. Όταν επιστρέψει η ηρεμία στην περιοχή θα αναλάβει τα ηνία της σατραπείας ο Κύπριος Στασάνωρ. Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων μεταξύ των Διαδόχων, μεγάλο μέρος της ευρύτερης περιοχής θα πρέπει να βρέθηκε για ένα διάστημα υπό τον έλεγχο του Ευμένη του Καρδιανού (αρχιγραμματέα του Αλέξανδρου), το 316 όμως θα καταφέρει να τον αιχμαλωτίσει και να τον εκτελέσει ο Αντίγονος ο Μονόφθαλμος, ο οποίος θα γίνει κύριος των Άνω Σατραπειών (όπως και του μεγαλύτερου μέρους της αυτοκρατορίας). Η ανάκτηση της Βαβυλωνίας από τον Σέλευκο (τέλη 312) σηματοδοτεί την έναρξη μιας μεγάλης προσπάθειας κατάκτησης του συνόλου των ανατολικών σατραπειών: νικώντας τον Αντίγονο σε μια μεγάλη μάχη που πρέπει να δόθηκε μεταξύ του 309 και του 308, ο Σέλευκος καθίσταται κυρίαρχος του ανατολικού Ιράν. Η υπαγωγή της Κεντρικής Ασίας στην αυτοκρατορία των Σελευκιδών θα έχει σημαντική χρονική διάρκεια στις περισσότερες περιοχές. Σε κάποιες άλλες θα αποδειχθεί εξαιρετική εφήμερη. 

Η Αραχωσία υπό ινδική κυριαρχία: Πράγματι, ο Σέλευκος θα αναγκαστεί γρήγορα να αντιμετωπίσει μια σοβαρή απειλή στις νοτιοανατολικές σατραπείες του. Ξεκινώντας από το βασίλειο της Μαγάδας στην κοιλάδα του Γάγγη, με πρωτεύουσα την Παταλιπούτρα (σημερινή Πάτνα στην ινδική πολιτεία Μπιχάρ), ο Σαντραγκούπτα (Σανδρακόττος για τους Έλληνες), πρώτος ηγεμόνας της δυναστείας των Μαουρύα, θα ιδρύσει (322) μια ισχυρή αυτοκρατορία που θα κυριαρχήσει στο μεγαλύτερο τμήμα της Ινδίας και θα επεκταθεί προς τα βορειοδυτικά. Λαμβάνοντας υπόψη τις δυσχέρειες που παρουσίαζε η προσπάθεια εδραίωσης της εξουσίας τους στις παραμεθόριες περιοχές, αλλά και την απειλή ενδεχόμενης αντεπίθεσης του Αντίγονου στα δυτικά του κράτους του, ο Σέλευκος προτίμησε να συνάψει συνθήκη με τον Ινδό ηγεμόνα (περίπου 305 με 303), προβαίνοντας σε σημαντικές εδαφικές παραχωρήσεις: η Αραχωσία, μεγάλο τμήμα των Παροπαμισάδων, η περιοχή της Γκαντάρα, η Γεδρωσία και μέρος της Αρίας πέρασαν στη δικαιοδοσία του Σαντραγκούπτα. Η συνθήκη περιελάμβανε και ρήτρα επιγαμίας, την οποία οι νεότεροι μελετητές ερμήνευσαν με διαφορετικούς τρόπους: για κάποιους, ο όρος αναφέρεται σε ενδεχόμενο δυναστικό γάμο, πιθανώς μεταξύ του Ινδού βασιλιά και κάποιας από τις κόρες του Σέλευκου. Το πιθανότερο είναι, όμως, η ρήτρα επιγαμίας να συνιστούσε αναγνώριση του κύρους των μικτών γάμων. Το αντάλλαγμα που έδωσε ο Σαντραγκούπτα στον Σέλευκο ήταν η παραχώρηση πολεμικών ελεφάντων (Στράβων, βιβλίο ΙΕ΄, 9: «ἔδωκε δὲ Σέλευκος ὁ Νικάτωρ Σανδροκόττῳ, συνθέμενος ἐπιγαμίαν καὶ ἀντιλαβὼν ἐλέφαντας πεντακοσίους»). Οι ελέφαντες του Σαντραγκούπτα θα αποδειχθούν καθοριστικό όπλο για τον Σέλευκο, καθώς είχαν καίρια συμβολή στη συντριπτική νίκη του Σέλευκου και των συμμάχων του (Λυσίμαχου και Κάσσανδρου) κατά του Αντίγονου και του γιου του, του Δημήτριου του Πολιορκητή, στην Ιψό της Φρυγίας (301). Οι καλές σχέσεις μεταξύ των δύο ηγεμόνων αποδεικνύονται και από την αποστολή, μερικά χρόνια αργότερα, του Μεγασθένη ως πρεσβευτή του Σέλευκου στην αυλή του Σαντραγκούπτα. Ο Μεγασθένης έγραψε τα «Ινδικά», έργο που δεν σώθηκε, πλην όμως αποτέλεσε βασική πηγή μεταγενέστερων συγγραφέων. Οι επαφές Ινδών και Ελλήνων σε ανώτατο επίπεδο θα συνεχιστούν. Αν πιστέψουμε, άλλωστε τον Αθήναιο, ο διάδοχος του Σαντραγκούπτα, ο Μπιντουσάρα έγραψε στον Σελευκίδη βασιλέα Αντίοχο Β΄ για να του ζητήσει να του στείλει «κρασί, σύκα και έναν σοφιστή» ! Ο Αντίοχος του απάντησε ότι θα του στείλει μετά χαράς το κρασί και τα σύκα, αλλά όχι και τον σοφιστή μια και οι ελληνικοί νόμοι το απαγορεύουν (Δειπνοσοφισταί, ΙΔ΄, 652-653)       

Το γεγονός ότι τα εδάφη αυτά βρίσκονταν πλέον υπό ινδική κυριαρχία δεν είχε σε καμιά περίπτωση ως συνέπεια την εξαφάνιση του ελληνισμού. Ειδικά στην Αραχωσία το ελληνικό στοιχείο παρέμεινε και γνώρισε ιδιαίτερη ακμή. Οι πιο σημαντικές αποδείξεις ανάγονται στην περίοδο βασιλείας του τρίτου Μαουρύα ηγεμόνα, του Ασόκα (ή Πιγιαντάσσι, για τους Έλληνες Πιοδάσσης, 269/268-232). Αφού με μια σειρά αιματηρών πολέμων επιτυγχάνει τη μέγιστη εδαφική επέκταση της αυτοκρατορίας του, ο Ασόκα ασπάζεται τον βουδισμό και θεωρεί αποστολή της ζωής του τη διάδοση της βουδιστικής διδασκαλίας. Για τον σκοπό αυτό, άλλωστε, ο Ασόκα έστειλε πρεσβευτές σε όλους τους ηγεμόνες των ελληνιστικών βασιλείων της εποχής (Αντίοχο Β΄ Θεό, Πτολεμαίο Β΄Φιλάδελφο, Αντίγονο Γονατά της Μακεδονίας, Μάγα της Κυρήνης και Αλέξανδρο Β΄ της Ηπείρου). Έκφραση της θρησκευτικής πίστης του Ινδού μονάρχη αποτελούν και τα λεγόμενα Διατάγματα του Ασόκα, επιγραφές λαξευμένες σε βράχο που βρέθηκαν σε διάφορα σημεία της αυτοκρατορίας του: μεταξύ αυτών, δύο που βρέθηκαν κοντά στην Αλεξάνδρεια της Αραχωσίας (Κανταχάρ), εκ των οποίων το πρώτο είναι γραμμένο στα ελληνικά, ενώ το δεύτερο είναι δίγλωσσο, γραμμένο στα ελληνικά και τα αραμαϊκά (τα οποία ήταν μάλλον η κυριότερη γλώσσα της διοίκησης των Αχαιμενιδών). Από μόνο του το γεγονός ότι ο Ασόκα επέλεξε να μεταφράσει διάταγματά του στα ελληνικά αποτελεί απόδειξη για το πολυάριθμο και τη σημασία του ελληνικού στοιχείου στην Αραχωσία, το οποίο συνέχισε να αναπτύσσεται και να ακμάζει (και φυσικά να διατηρεί τη γλώσσα του) μολονότι εδώ και μισό αιώνα ήταν αποκομμένο από τις ρίζες του μητρικού πολιτισμού του. Επιπλέον, όπως διαπιστώνουν οι ειδικοί, η ίδια η μετάφραση είναι αξιοπρόσεχτη. Δεν πρόκειται για το έργο κάποιου μεσαίου ή κατώτερου δημόσιου υπάλληλου με μέτρια γνώση της ελληνικής. Ο μεταφραστής πρέπει να ήταν κάποιος μορφωμένος Έλληνας που κατείχε πλήρως τις έννοιες και το λεξιλόγιο της ελληνικής φιλοσοφίας, ώστε να μεταφράσει με ακρίβεια τις αρχές του βουδισμού που περιείχε το ινδικό ή το αραμαϊκό κείμενο. Με δυο λόγια, οι Έλληνες της Αραχωσίας «αποτελούν μια εθνοτική κοινότητα αναγνωρισμένη, προνομιούχα, μορφωμένη και με μεγάλη επιρροή» (Maurice Sartre “Histoires Grecques”, εκδόσεις Seuil, collection L’ univers historique, Παρίσι 2006, ιστορία αριθ. 22 «Un chapiteau sur les bords de l’ Amou-Daria ou Les Grecs en Bactriane et en Inde«, σελ. 235-246, ειδ. σελ. 240).   

Η Κεντρική Ασία υπό τους Σελευκίδες: Όπως επισημαίνει ο Edouard Will («Histoire politique du monde hellénistique», Presses universitaires de Nancy, 2η έκδ. 1979-1982, επανέκδ. Seuil, 2003, τ. Ι. σελ. 263), οι Σελευκίδες αντιμετωπίζουν δύο χρόνια προβλήματα όσον αφορά τη διοίκηση της αχανούς αυτοκρατορίας τους: το ένα είναι «τεχνικό», η διοίκηση και υπεράσπιση απομακρυσμένων σατραπειών. Το άλλο έχει να κάνει με τη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού της αυτοκρατορίας και αφορά ειδικότερα τη συμβίωση μεταξύ Ιρανών και Ελλήνων. Η αδυναμία τους να επιλύσουν οριστικά τα προβλήματα αυτά αποτελεί και την αιτία της εξασθένησης της κυριαρχίας τους στις ανατολικές σατραπείες και της απώλειας κάποιων από αυτές. Θα ήταν, πάντως, άδικο να κατηγορήσουμε τους Σελευκίδες για αυτή τη σχετική αποτυχία. Η αποστολή τους αυτή μάλλον ξεπερνούσε τις ανθρώπινες δυνάμεις αν ληφθούν υπόψη η έκταση της αυτοκρατορίας, η ανομοιογένεια των περιοχών από απόψεως γεωγραφίας και πληθυσμιακής σύνθεσης, η μορφολογία των εδαφών και το κλίμα, οι συνεχείς απειλές στα δυτικά σύνορα. Ακόμη και το γεγονός ότι επέλεξαν ως πρωτεύουσα την Αντιόχεια του Ορόντη στη Συρία (γιατί ήταν πιο κοντά στο «κέντρο βάρους» της αυτοκρατορίας) και ως συμπρωτεύουσα τη Σελεύκεια του Τίγρη (πιθανώς και για συναισθηματικούς λόγους, καθώς η Βαβυλωνία ήταν η αφετηρία για την κατάκτηση της αυτοκρατορίας) και όχι κάποια πόλη του ευρύτερου ιρανικού χώρου (όπως τα Εκβάτανα της Μηδίας) δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι δεν προσπάθησαν να κρατήσουν υπό τον έλεγχό τους τις Άνω Σατραπείες. Είναι βέβαιο ότι οι Σελευκίδες είχαν σαφώς συνείδηση του γεγονότος ότι αποτελούσαν τη διάδοχη κατάσταση των Αχαιμενιδών (βλ. Amelie Kuhrt, Susan Sherwin-White «From Samarkhand to Sardis: A New Approach to the Seleucid Empire«, University of California Press, 1993). Από τους Μακεδόνες ανώτερους αξιωματικούς που αναγκάστηκαν από τον Αλέξανδρο να πάρουν Ιρανές συζύγους, ο Σέλευκος ήταν ο μόνος που δεν αποκήρυξε στη συνέχεια τη σύζυγό του Απάμα, κόρη του σατράπη της Σογδιανής Σπιταμένη. Κάποια στιγμή μεταξύ 293 και 292, ο Σέλευκος, προκειμένου να χειριστεί καλύτερα τα ζητήματα που αφορούσαν το δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας ονόμασε συμβασιλέα τον γιο του Αντίοχο (τον μετέπειτα Αντίοχο Α΄ τον επονομαζόμενο Σωτήρα) και τον έστειλε να διοικήσει το ανατολικό τμήμα με έδρα, τυπικά, τη Σελεύκεια του Τίγρη. Με δεδομένο ότι τα σημαντικότερα προβλήματα (εισβολές των νομαδικών φυλών του βορρά) αφορούσαν τον ιρανικό χώρο, είναι βέβαιο ότι ο Αντίοχος στα χρόνια της συμβασιλείας με τον πατέρα του διέμεινε για περισσότερο χρονικό διάστημα στη Βακτριανή, έχοντας ως έδρα τα Βάκτρα. Πόσο τυχαίο ήταν το γεγονός ότι ένας Μακεδόνας μονάρχης έστελνε τον γιο, συμβασιλέα και διάδοχό του, μισό Μακεδόνα και μισό Ιρανό, να διοικήσει περιοχές στις οποίες κάποτε ο παπούς του δεύτερου είχε ηγηθεί της ιρανικής αντίστασης κατά των Μακεδόνων; Σε κάθε περίπτωση, η κύρια έγνοια του νεαρού Αντίοχου ήταν η θωράκιση των συνόρων: ο στρατηγός Δημοδάμας διατάχθηκε να περάσει τον Ιαξάρτη και να ενισχύσει τη βορειοανατολική μεθόριο της Σογδιανής. Στο πλαίσιο της επιχείρησης αυτής ιδρύεται η Αντιόχεια της Σκυθίας (πιθανότατα πρόκειται για επανίδρυση της ίδιας πόλης που είχε ιδρύσει ο Αλέξανδρος ως Αλεξάνδρεια Εσχάτη). Σημειώνεται ακόμη η αναγνωριστική επιχείρηση του στρατηγού Πατρόκλου στην περιοχή της Κασπίας, η ίδρυση της Αντιόχειας της Μαργιανής (Μερβ) και η ενίσχυση των οχυρώσεων της Αλεξάνδρειας της Αρίας που μετονομάζεται κι αυτή σε Αντιόχεια.

Όπως προαναφέρθηκε το βασικό ζητούμενο είναι η συνεργασία και αρμονική συμβίωση μεταξύ ιρανικού και ελληνικού στοιχείου. Με βάση τα ιστορικά στοιχεία είναι αδιαμφισβήτητο ότι τόσο ο Σέλευκος Α΄ όσο και ο Αντίοχος Α΄υπήρξαν συνεχιστές της πολιτικής συνεργασίας που είχε εγκαινιάσει ο Αλέξανδρος. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 3ου αιώνα π.Χ. υπάρχουν αρκετά παραδείγματα Ιρανών στην ανώτατη διοίκηση και στον στρατό της αυτοκρατορίας. Φυσικά η πολιτική της συνεργασίας των δύο ελίτ δεν ήταν παντού επιτυχής στον ίδιο βαθμό: η αριστοκρατία στην Περσίδα φαίνεται να εκδηλώνει μια προσκόλληση στις ιρανικές παραδόσεις και να επιδεικνύει απροθυμία στη συνεργασία με τους Σελευκίδες. Η Μηδία, αντίθετα, δεν προκάλεσε ποτέ προβλήματα στους Μακεδόνες κυρίους της. Στις ανατολικές σατραπείες, τέλος, η συνύπαρξη ιρανικού στοιχείου και ελληνισμού θα οδηγήσει, υπό την πίεση του κοινού εχθρού, όχι μόνο στην ειλικρινή συνεργασία, αλλά και στη δημιουργία μιας αυθεντικής διαπολιτισμικής κοινωνίας. Είναι βέβαιο ότι η διακυβέρνηση της Κεντρικής Ασίας από τον Αντίοχο συνέβαλε τα μέγιστα στη δημιουργία ομόνοιας και αλληλοσεβασμού μεταξύ Ελλήνων και Ιρανών.

Οι τάσεις αυτές θα ενισχυθούν στη συνέχεια. Η όλο και μεγαλύτερη απειλή των νομάδων, σε συνδυασμό με την αδυναμία των μοναρχών της Αντιόχειας να βοηθήσουν ουσιαστικά τους υποτελείς τους της Κεντρικής Ασίας, λόγω των διαρκών προβλημάτων στη Μικρά Ασία και στη Συρία, θα έχει, αρκετά γρήγορα, ως αποτέλεσμα την αυτονόμηση της Βακτριανής και άλλων γειτονικών περιοχών.  


Αρέσει σε %d bloggers: