Posts Tagged ‘Πολιτική’

Η μελαγχολική ιστορία του πρίγκιπα Τζεμ

Αύγουστος 12, 2011

3 Μαΐου 1481: έξω από την Πόλη, κοντά στην αρχαία Λίβυσσα, εκεί όπου είχε αυτοκτονήσει ο Αννίβας, αφήνει την τελευταία του πνοή ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής. Αν ο διάδοχος είχε σαφώς οριστεί, αν ο πρωτότοκος είχε ήδη ενηλικιωθεί κι οι υπόλοιποι πρίγκιπες ήταν ακόμη ανήλικοι, τότε… ίσως και να μπορούσε να τεθεί σ’ εφαρμογή με κάποια ευκολία το οθωμανικό «έθιμο» της αδελφοκτονίας. Ο Πορθητής, όμως, είχε δυο γιους που ήταν ήδη ενήλικοι: τον Βαγιαζήτ, τον οποίο απέκτησε ενώ ήταν ακόμη έφηβος, το 1447, και τον νεότερο Τζεμ, που γεννήθηκε το 1459.  Και στους δύο είχε αναθέσει τη διοίκηση σημαντικών επαρχιών: ο πρωτότοκος διοικούσε τις περιοχές της Σεβάστειας, της Αμάσειας και του Τοκάτ, ενώ ο νεότερος την Καραμανία και την περιοχή του Ικονίου. Επομένως, τα δυο αδέλφια είχαν ήδη τις προσωπικές αυλές τους, τους πιστούς υποστηρικτές κι ακολούθους τους και, φυσικά, τους στρατούς τους. Επρόκειτο, λοιπόν, να ξαναζήσουμε την πανάρχαια ιστορία των δύο αδελφών που μάχονται μέχρι τελικής πτώσεως για την εξουσία. Την ιστορία του Αρταξέρξη και του Κύρου του Νεότερου, μόνο που αντί για τη δραματική κορύφωση της Μάχης στα Κούναξα, το τέλος του ηττημένου στη σύγκρουση των Οθωμανών πριγκίπων θα είναι βασανιστικά αργό: αυτός που φιλοδόξησε να βασιλέψει στη μεγαλύτερη αυτοκρατορία της εποχής του θα ζήσει χρόνια αιχμάλωτος των υποτιθέμενων προστατών του, οι οποίοι θα τον μεταχειριστούν σαν απλό πιόνι στα διπλωματικά σχέδιά τους και δεν θα διστάσουν να τον εξοντώσουν με συνοπτικές διαδικασίες όταν κρίνουν ότι δεν τους είναι πλέον χρήσιμος.

Ι.   Ο πόλεμος μεταξύ των δύο αδελφών

Ο Βαγιαζήτ έφτασε πρώτος στην Πόλη κι ανακηρύχθηκε σουλτάνος στις 21 Μαΐου. Η πρώτη του κίνηση ήταν να διατάξει τον βεζίρη Αγιάς Πασά να εξοντώσει τον αδελφό του. Ο Τζεμ, όμως, κινήθηκε προς την Προύσα με στράτευμα 4.000 ανδρών και κατάφερε να συντρίψει τις δυνάμεις του αδελφού του στις 28 Μαΐου 1481. Αυτοανακηρύχθηκε σουλτάνος της Ανατολίας με πρωτεύουσά του την Προύσα και πρότεινε στον Βαγιαζήτ να μοιραστούν την αυτοκρατορία, αφήνοντάς του μόνον τα ευρωπαϊκά εδάφη! Ο πρωτότοκος εξοργίστηκε με το θράσος του μικρού: αφού διακήρυξε πως «μεταξύ ηγεμόνων δεν υπάρχει καμιά συγγένεια», συγκέντρωσε στρατό και τον οδήγησε ο ίδιος στη μάχη. Στο Γενίσεχίρ, έξω από την Προύσα, κατατρόπωσε τον Τζεμ. Για να γλιτώσει, ο νεαρός πρίγκιπας υποχώρησε στα νοτιανατολικά των εδαφών που διοικούσε, στην Κιλικία, κι από κει πέρασε στο Χαλέπι της Συρίας, δηλαδή στην επικράτεια των Μαμελούκων σουλτάνων του Καΐρου. Έρχεται σε διαπραγματεύσεις με τον σουλτάνο Καΐτ Μπέη, ο οποίος του παρέχει άσυλο στο Κάιρο. Ενώ ο Τζεμ βρίσκεται στην αιγυπτιακή πρωτεύουσα και προετοιμάζει την αντεπίθεσή του με τη βοήθεια των Μαμελούκων λαμβάνει μια επιστολή από τον αδελφό του. Ο Βαγιαζήτ του υπόσχεται ένα μεγάλο χρηματικό ποσό αν παραιτηθεί από τις αξιώσεις του στον θρόνο. Ο Τζεμ αρνείται την προσφορά. Με τις ενισχύσεις που του προσέφεραν οι Μαμελούκοι, αλλά και οι Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου (πέντε γαλέρες με στρατιώτες και πυροβολικό) περνά την άνοιξη του 1482 στην Καραμανία, όπου βρίσκει τους υποστηρικτές του, και ξεκινά την αντεπίθεσή του. Στα τέλη Μαΐου προσπαθεί ανεπιτυχώς να καταλάβει το Ικόνιο. Αναγκάζεται να κινηθεί προς την Άγκυρα όπου θα γνωρίσει εκ νέου την ήττα. Η πρώτη του σκέψη είναι να καταφύγει και πάλι στο Κάιρο, πλην όμως όλες οι οδοί επικοινωνίας με την επικράτεια των Μαμελούκων ελέγχονται πλέον από τον Βαγιαζήτ.  Ο Τζεμ δεν έχει παρά μία μόνον επιλογή: να ζητήσει βοήθεια από αυτούς που τον έλεγαν Ζιζίμ, τους Λατίνους.

ΙΙ.   Ο Τζεμ υπό την προστασία των Ιωαννιτών

Από το κρησφύγετό του στην οροσειρά του Ταύρου, ο Τζεμ στέλνει μήνυμα στον μεγάλο μάγιστρο των Ιωαννιτών, τον Πέτρο του Ωμπυσσόν, και ζητεί άσυλο στη Ρόδο. Κατόπιν διαβουλεύσεως, ο μάγιστρος και το συμβούλιο του Τάγματος δέχονται και στέλνουν στολίσκο υπό τον Δον Άλβαρεθ δε Θούνιγα, Μέγα Διοικητή της Καστίλλης, για να παραλάβει τον Τζεμ από τις ακτές της Κιλικίας.

Η κατάσταση των Ιωαννιτών το 1482: Το Τάγμα, που από τις αρχές του 14ου αι. έχει εγκαθιδρύσει το δικό του Ordensstaat στα Δωδεκάνησα, βρίσκεται σε μια από τις κρισιμότερες καμπές της ιστορίας του. Η πολιτική και στρατιωτική αντιπαράθεση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία έχει κορυφωθεί από την άνοιξη του 1480, όταν ο Μωάμεθ Β΄ έστειλε τα στρατεύματά του, υπό τον Μισάχ Πασά, βυζαντινό εξωμότη καταγόμενο από την αυτοκρατορική οικογένεια των Παλαιολόγων, να πολιορκήσουν τη Ρόδο. Οι Ιωαννίτες θα αποκρούσουν την επίθεση με πραγματικό ηρωϊσμό, όμως οι απώλειές τους είναι σημαντικές. Οι οχυρώσεις της Ρόδου έχουν υποστεί σημαντικές ζημιές τις οποίες επέτεινε την επόμενη χρονιά σφοδρότατη σεισμική ακολουθία που έπληξε το νησί. Η ευλογία (αν και αργότερα θα αποδειχτεί… και κατάρα) για το Τάγμα έγκειται στο ότι έχει επικεφαλής του μια τεράστια πολιτική προσωπικότητα, όπως είναι ο μάγιστρος Πέτρος του Ωμπυσσόν. Ο Μέγας Μάγιστρος έχει ξεκινήσει μια μεγάλη επιχείρηση αποκατάστασης και ενίσχυσης των οχυρώσεων της πρωτεύουσάς του, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να συνάψει συμμαχίες που θα διασφαλίσουν την επιβίωση του κράτους του Τάγματος. Από την άποψη αυτή, το διάβημα του Τζεμ έρχεται στην καταλληλότερη στιγμή: ο Ωμπυσσόν βλέπει τον Οθωμανό πρίγκηπα σαν τον άσο στο μανίκι που θα του δώσει τη δυνατότητα να κερδίσει τη σημαντικότερη παρτίδα διπλωματικού πόκερ στην Ανατολική Μεσόγειο!

Η υποδοχή στη Ρόδο: Ο Τζεμ γίνεται δεκτός στη Ρόδο με κάθε επισημότητα στις 20 Ιουλίου 1482. Η άφιξη κι η διαμονή του στην πρωτεύουσα των Ιωαννιτών περιγράφονται με κάθε λεπτομέρεια στο έργο του αντικαγκελάριου του Τάγματος, του Γουλιέλμου Καουρσέν, το οποίο συνοδεύεται άλλωστε κι από γλαφυρότατη εικονογράφηση. Ο πρίγκιπας φτάνει στο λιμάνι πάνω στη ναυαρχίδα των Ιπποτών. Επιβιβάζεται σ΄ ένα μικρότερο σκάφος και αποβιβάζεται στην αποβάθρα που βρίσκεται μπροστά στη Θαλασσινή Πύλη υπό τους ήχους μουσικών. Ανεβαίνει σ΄ άλογο και με την ακολουθία του συναντά τον Μεγάλο Μάγιστρο και τους αξιωματούχους του Τάγματος έξω από τον ναό του Αγίου Σεβαστιανού. Όλοι μαζί φτάνουν στην οδό των Ιπποτών και στον Οίκο της Γλώσσας της Γαλλίας, τμήμα του οποίου θα παραχωρηθεί ως κατάλυμα στον Τζεμ και τη συνοδεία του.

«Μόλις ανακοινώνεται η άφιξη του πρίγκιπα, αρχίζουν οι πρέπουσες τελετές. Μια ξύλινη αποβάθρα ρίχνεται πάνω από τη θάλασσα για την υποδοχή του βασιλιά κατά την αποβίβασή του… Η γέφυρα έχει διακοσμηθεί με τον βελγικό τρόπο, με βαριά υφάσματα από το Αρτουά κι άλλα, χρυσοποίκιλτα κι ασημοστολισμένα, μεταξωτά και μάλλινα… Ο δρόμος πάνω στον οποίο θα βαδίσουν οι φιλοξενούμενοι έχει καλυφθεί από πολύχρωμα τουρκικά χαλιά… Ο λαός κι οι σπουδαίοι που έχουν έρθει να παρακολουθήσουν το θέαμα γεμίζουν τους δρόμους. Οι γυναίκες κι οι κοπέλες βγαίνουν στα παραθύρια. Και το υπόλοιπο πλήθος ανεβαίνει στις στέγες για να δει την άφιξη του βασιλιά. Ένα μικρό ροδιακό σκάφος προσεγγίζει το καράβι που αγκυροβόλησε στην είσοδο του λιμανιού, υποδέχεται τον βασιλιά και τον φέρνει κοντά στην αποβάθρα. Αξιωματούχοι του Τάγματος έχουν σταλεί ως προπομποί για να καλωσορίσουν τον Ζιζίμ κατά την άφιξή του. Πίσω από αυτούς ακολουθεί η μακρά πομπή των υπηρετών που φέρουν τα εμβλήματα του Μεγάλου Μαγίστρου και τραγουδούν στα γαλλικά. Κι έπειτα, νεαροί στρατιώτες υπερασπιστές της Ιερουσαλήμ με το άγουρο γένι τους, προχωρούν πάνω σε εξαίσια άλογα… Πίσω από αυτούς, ο Μεγάλος Μάγιστρος πάνω σ’ ένα υπέρλαμπρο άτι… Επιβλητικοί, τον ακολουθούν οι αξιωματούχοι του Τάγματος. Σκοπίμως, ο μάγιστρος σταμάτησε στη μεγάλη πλατεία, στο ύψος της εκκλησίας του Αγίου Σεβαστιανού κι εκεί ακριβώς θα τον συναντήσει ο βασιλιάς Ζιζίμ καβάλα στο μεγαλόπρεπο άτι του, περιστοιχισμένος από τους πιστούς συντρόφους του στη φυγή… Αφού χαιρετηθούν, ο ένας θα σφίξει το χέρι του άλλου κι έπειτα θα καλπάσουν μαζί προς τα καταλύματα που έχουν ετοιμαστεί για τον Ζιζίμ και την ακολουθία του» (Γουλιέλμος Καουρσέν «Υπόμνημα επί της υποθέσεως του βασιλέως Ζιζίμ«, βλ. Nicolas Vatin «Sultan Djem. Un prince ottoman dans l’Europe du XVe siècle d’après deux sources contemporaines: Vâki’ât-i Sultan Cem / Oeuvres de Guillaume Caoursin«, εκδ. T.T.K., Άγκυρα 1997, σελ. 93-96 και «Rhodes et l’ordre de Saint-Jean-de-Jérusalem«, εκδ. CNRS, Παρίσι 2000, σελ. 80).

Η φιλοξενία: Ο Μέγας Μάγιστρος θα βάλει τα δυνατά του για να φιλοξενήσει βασιλικά τον υψηλό προστατευόμενό του. Ιπποτικά τουρνουά, συναυλίες και συμπόσια, όλα προς τιμήν του πρίγκιπα Τζεμ. Χαρακτηριστική είναι και πάλι η περιγραφή του Καουρσέν:

«Σερβιρίστηκαν φαγητά κάθε λογής και, χάρη στην τέχνη των μαγείρων, διόλου δεν έλειπαν τα διάφορα αρτύματα. Ο Βάρβαρος θαυμάζει τις συνήθειες των Λατίνων. Κάθεται, αν και όχι δίχως κάποια δυσκολία, μια και γι’ αυτόν δεν πρόκειται για τη συνηθισμένη στάση φαγητού. Δοκιμάζει πρώτα με τα δάχτυλά του τα αρτύματα: περιφρονεί ό,τι είναι γλυκό και διαλέγει όσα έχουν ξινή γεύση. Τρώγοντας παρατηρεί τους υπηρέτες και σκύβοντας πάνω απ’ το τραπέζι δοκιμάζει από τα φαγητά. Ρίχνει συχνά κλεφτές ματιές προς τον μάγιστρο για να δει πώς τρώει εκείνος. Δεν λείπουν κι οι μουσικοί για να μαγέψουν την ακοή των συνδαιτημόνων με τις αρμονίες τους. Μεταξύ άλλων, ένας Βρετανός παίζει μια πολύ γλυκιά μουσική μ’ ένα όργανο που μοιάζει με ασκό και στο οποίο έχουν δέσει τέσσερις αυλούς… Αλλά ο Βάρβαρος, που δεν είναι συνηθισμένος σε τόσο γλυκό τραγούδι δεν δείχνει να ευχαριστιέται παρά μόνο όταν φτάνει ένας Τούρκος που εργαζόταν στα μαγειρεία κι ο οποίος άρχισε να παίζει ένα βαρβαρικό μουσικό όργανο: ξαναβρίσκοντας τότε τη διάθεσή του ο Ζιζίμ χαμογελά για μια στιγμή” (Γουλιέλμος Καουρσέν όπ.π., βλ. Vatin “Sultan Djem όπ.π.“, σελ. 300 και “Rhodes“, όπ.π., σελ. 61).

Όλα αυτά δεν είναι φυσικά απλώς φιλοφρονήσεις, εκδηλώσεις ευγένειας ή μεγαλοψυχίας προς τον άτυχο Οθωμανό. Για τον Ωμπυσσόν, ο Τζεμ είναι το ιδανικό μέσο πίεσης τόσο προς την Υψηλή Πύλη, όσο και προς τα κέντρα εξουσίας της χριστιανικής Δύσης. Ήδη άλλωστε έχουν σταλεί σχετικώς επιστολές σε όλες τις αυλές. Βάσει του σχεδίου του μαγίστρου, τα χριστιανικά βασίλεια και ο πάπας πρέπει να παράσχουν κάθε δυνατή βοήθεια στον Τζεμ ώστε να ξαναρχίσει ο εμφύλιος στα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (Claude Petiet “Au temps des Chevaliers de Rhodes” εκδ. F. Lanore, 2000, σελ. 62).

Εάν κάποιος γνωρίζει καλά την αξία της παραμονής του Τζεμ στη Ρόδο, αυτός είναι ο αδελφός του. Ο Βαγιαζήτ στέλνει στη Ρόδο απεσταλμένους με προτάσεις ειρήνης, ίσως όμως και κατασκόπους με σκοπό τη δολοφονία του Τζεμ. Ο Ωμπυσσόν αντιλαμβάνεται ότι η προστασία που παρέχει στον Τζεμ ενέχει κινδύνους για το Τάγμα, γιατί μπορεί να προκαλέσει επίθεση του Βαγιαζήτ στη Ρόδο ενώ οι Ιωαννίτες δεν είναι ακόμη έτοιμοι να αντιμετωπίσουν μια νέα πολιορκία. Ο Μέγας Μάγιστρος και το Συμβούλιο αποφασίζουν ότι η μόνη λύση που εγγυάται την ασφάλεια του νησιού και του ίδιου του πρίγκιπα είναι η μεταφορά του δεύτερου στη Δύση. Χωρίς στρατό και χρήματα, άρα δίχως καμία διαπραγματευτική ισχύ, φοβισμένος ίσως κι ο ίδιος για την ασφάλειά του, ο Τζεμ δέχεται. Πριν ξεκινήσει για τον τόπο εξορίας του, δέχεται εγγράφως (31 Αυγούστου 1482) όλα τα αιτήματα που πιεστικά του έχει υποβάλει ο Ωμπυσσόν: αφενός εξουσιοδοτεί τον μάγιστρο να διαπραγματευθεί εξ ονόματός του με τον Βαγιαζήτ, αφετέρου υπόσχεται ότι αν ποτέ ανακτήσει την αυτοκρατορία “θα συνάψει διαρκή ειρήνη με τους Ιωαννίτες, θα ανοίξει στα πλοία τους όλα τα λιμάνια της οθωμανικής επικράτειας, θα απελευθερώνει ετησίως 300 χριστιανούς αιχμαλώτους, ενώ δεσμεύεται να καταβάλει στο Τάγμα ποσό 150.000 χρυσών εκύ σε αποζημίωση των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν οι Ιωαννίτες για τη φιλοξενία του”! Την επομένη, ο Τζεμ επιβιβάζεται σε πλοίο του Τάγματος και συνοδευόμενος από τον ιππότη Γουίδο του Μπλανσφόρ, ανηψιό του Ωμπυσσόν και μετέπειτα μεγάλο μάγιστρο των Ιωαννιτών, αναχωρεί με προορισμό τη Γαλλία (Petiet, όπ.π., σελ. 63-64). Στις 14 Οκτωβρίου 1482 αποβιβάζεται στη Νίκαια και οδηγείται στη συνέχεια στο κάστρο του Ροσσινάρ, στη νοτιοανατολική Γαλλία. Αργότερα, ο Τζεμ και η συνοδεία του θα μεταφερθούν στο κάστρο του Μπουργκανέφ, στην περιοχή της Λιμόζ (απ΄ όπου καταγόταν και ο Μέγας Μάγιστρος), δηλαδή στην έδρα του Τάγματος όσον αφορά τη διοικητική περιφέρεια της Ωβέρνης. Ο ίδιος ο Ωμπυσσόν είχε ζητήσει να χτιστεί στο κάστρο αυτό ένας πύργος για να στεγάσει τον υψηλό φιλοξενούμενό του και την ακολουθία του. Τα χρόνια περνούσαν, κι ενώ ο Τζεμ ζούσε εξόριστος και ουσιαστικά αιχμάλωτος, η διπλωματία οργίαζε σε Δύση κι Ανατολή.

ΙΙΙ.   Πιόνι στα χέρια της δυτικής διπλωματίας

Ο Ωμπυσσόν «πουλά» τον Τζεμ στον Βαγιαζήτ: Πριν καν φτάσει ο Τζεμ στη Γαλλία, ο Ωμπυσσόν θέτει σε εφαρμογή το διπλό παιχνίδι του. Καθώς η ιδέα της σταυροφορίας μοιάζει δύσκολο να πραγματοποιηθεί στο άμεσο μέλλον, ο Μέγας Μάγιστρος στέλνει εκπροσώπους στην Υψηλή Πύλη για να διαπραγματευθούν με τον Βαγιαζήτ. Τον Δεκέμβριο του 1482 το Τάγμα και ο σουλτάνος συνάπτουν συνθήκη ειρήνης. Η συνθήκη περιλαμβάνει σύμφωνο μη επιθέσεως, αποκαθιστά το ελεύθερο εμπόριο μεταξύ των δύο συμβαλλομένων, προβλέπει αμοιβαία ανταλλαγή αιχμαλώτων, καθώς και τη δυνατότητα των Ιπποτών να ανεφοδιάζονται με προϊόντα που θα αγοράζουν στην οθωμανική επικράτεια. Ο Μέγας Μάγιστρος και οι Ιωαννίτες δεσμεύονται με την επίβλεψη του Τζεμ και υπόσχονται να μην επιτρέψουν σε κανένα ηγεμόνα, χριστιανό ή μουσουλμάνο, να χρησιμοποιήσει τον πρίγκιπα με σκοπό να υπονομεύσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Από την πλευρά του, ο Βαγιαζήτ υπόσχεται να καταβάλλει ετησίως στο Τάγμα 35.000 δουκάτα για τα έξοδα συντήρησης του πρίγκιπα, καθώς και, ανά τετραετία, 10.000 δουκάτα ως πολεμική αποζημίωση για την πολιορκία του 1480.

Οι όροι είναι πράγματι εντυπωσιακά ευνοϊκοί για το Τάγμα. Ο σουλτάνος που ζητεί απ΄ όλους φόρο υποτελείας, καταλήγει να πληρώνει αποζημιώσεις και φόρους στους Ιωαννίτες, συγχρηματοδοτώντας ουσιαστικά την επισκευή και ενίσχυση των οχυρώσεων της Ρόδου (Vattin «Rhodes...», όπ.π., σελ. 29/ Petiet, όπ.π., σελ. 64-65). Από ηθική άποψη, όμως, το τίμημα είναι τεράστιο για το Τάγμα. Ο Ωμπυσσόν έχει ουσιαστικά πουλήσει τον προστατευόμενό του Τζεμ στον αδελφό του, καταπατώντας όλους τους όρκους του. Σε μια εποχή που οι ηθικές αξίες διατηρούν τη σημασία τους η στάση του Μεγάλου Μαγίστρου γίνεται αντικείμενο σφοδρών επικρίσεων… κι ανοίγει την όρεξη πολλών που μπορούν να εμφανισθούν ακόμη σαν ηθικότεροί του, αλλά επιδιώκουν στην πραγματικότητα να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα. Ο πάπας, οι Ενετοί, ο Φερδινάνδος της Αραγονίας, ακόμη κι ο Ματθίας Κορβίνος της Ουγγαρίας ή ο Μαμελούκος σουλτάνος Καΐτ Μπέη, ζητούν να τους παραδοθεί ο Τζεμ για να τον θέσουν επικεφαλής των στρατευμάτων τους και να επιτεθούν κατά των Τούρκων!

Ο Ωμπυσσόν «πουλά» τον Τζεμ στον πάπα: Ο μάγιστρος δεν είναι από τους ανθρώπους που παραδίδουν τα όπλα στην πρώτη δυσκολία. Αν δεν μπορεί να εκμεταλλευθεί ο ίδιος τον Τζεμ, είναι πιο βολικό να τον βάλει σε… πλειστηριασμό και να τον πουλήσει σε όποιον κάνει την πιο συμφέρουσα (για τον ίδιο και για το Τάγμα) προσφορά! Δίχως κανένα δισταγμό, ο Ωμπυσσόν θα προδώσει εκ νέου τον Τζεμ και θα τον πουλήσει εκ νέου, σχεδόν κυριολεκτικά τούτη τη φορά. Ο εκλεκτός πλειοδότης δεν είναι άλλος από τον πάπα Ιννοκέντιο Η΄. Ο Άγιος Πατέρας δεσμεύεται να μη θίξει ποτέ τα διοικητικά και οικονομικά προνόμια και κεκτημένα του Τάγματος, να καταβάλλει σ’ αυτό τις ετήσιες δαπάνες για τον Τζεμ αντί του σουλτάνου, να καταργήσει τα τάγματα του Πανάγιου Τάφου και του Αγίου Λαζάρου μεταβιβάζοντας τις περιουσίες τους στους Ιωαννίτες και, τέλος, να ονομάσει τον Ωμπυσσόν καρδινάλιο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και αποστολικό λεγάτο για την Ασία (Petiet, όπ.π., σελ. 65-66). Για το όμορφο καπέλο του καρδινάλιου ο Ωμπυσσόν έγινε δυο φορές επίορκος, προδίδοντας τις υποσχέσεις του και προς τον Τζεμ και προς τον Βαγιαζήτ. Η ηθική αποκαθήλωση του μαγίστρου έχει ολοκληρωθεί. Ο… λογαριασμός δεν θ΄αργήσει!

Αιχμάλωτος του πάπα: Στις 10 Νοεμβρίου 1488, ο Τζεμ αφήνει το Μπουργκανέφ και οδηγείται στην Τουλόν «συνοδευόμενος» από Ιωαννίτες Ιππότες και Γάλλους στρατιώτες. Από εκεί μεταφέρεται στη Ρώμη. Στην αρχή η παπική αιχμαλωσία του Τζεμ είναι σχετικά χαλαρή. Ο πάπας σκέφτεται να χρησιμοποιήσει τον πρίγκιπα στο πλαίσιο μιας νέας σταυροφορίας κατά των Οθωμανών. Λέγεται μάλιστα ότι ο Ιννοκέντιος του πρότεινε να ασπασθεί τον χριστιανισμό, υποσχόμενός του σημαντικά αξιώματα, αλλά εις μάτην. Σε κάθε περίπτωση, ο Τζεμ αποδεικνύεται επιτυχές μέσο πίεσης κάθε φορά που ο αδελφός του σχεδιάζει κάποια εκστρατεία με στόχο χριστιανικά εδάφη.

Το τέλος: Να όμως που τον Ιούλιο του 1492 ο Ιννοκέντιος πεθαίνει και στα μέσα Αυγούστου εκλέγεται πάπας, ως Αλέξανδρος Στ΄, ο πανούργος Ροδρίγο Βοργίας. Ο Βοργίας φυλακίζει αμέσως τον άτυχο Τζεμ στο κάστρο του Aρχαγγέλου Μιχαήλ (Καστέλ Σαντ΄ Άντζελο). Δίχως χρονοτριβή, πληροφορεί τον σουλτάνο Βαγιαζήτ για τα καθέκαστα και απειλώντας εμμέσως πλην σαφώς ότι άμα θέλει μπορεί και ν’ αφήσει ελεύθερο τον διεκδικητή του οθωμανικού θρόνου αποσπά από τον σουλτάνο υπόσχεση καταβολής ποσού 40.000 δουκάτων ετησίως! Τέλος, ακυρώνει τη συμφωνία που είχε συνάψει ο προκάτοχός του με τους Ιωαννίτες, εξαιρουμένου του συμβατικού όρου βάσει του οποίου ο Ωμπυσσόν ονομαζόταν καρδινάλιος. Για τους Ιωαννίτες, όλα τα διπλωματικά ωφέλη που τους έδωσε η αιχμαλωσία του Τζεμ έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί.

Φτάσαμε στα τέλη του 1494 και στην Ιταλία εισβάλλει ο Κάρολος Η΄ της Γαλλίας με σκοπό να διεκδικήσει το Βασίλειο της Νάπολης. Ο παμπόνηρος Βοργίας γράφει αμέσως στον Βαγιαζήτ και του ζητεί οικονομική βοήθεια, μια και σε περίπτωση νίκης του Καρόλου είναι πιθανόν να ελευθερωθεί ο Τζεμ. Ο Βαγιαζήτ υπόσχεται στον πάπα 300.000 δουκάτα προκειμένου να σταλεί ο αδελφός του «σε τόπους αιωνίας αναπαύσεως»! Ο πάπας εισπράττει το ποσό, αλλά όταν ο Κάρολος εμφανίζεται προ των πυλών της Ρώμης και ζητεί να του παραδοθεί ο Οθωμανός πρίγκιπας, ο Βοργίας του τον παραδίδει χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο Τζεμ ξαναβρίσκει την ελευθερία του (;) και ενσωματώνεται στην ακολουθία του Καρόλου. Στις 25 Φεβρουαρίου 1495, όμως, κι ενώ βρίσκεται στην Καπύη μαζί με τα γαλλικά στρατεύματα, ο Τζεμ πεθαίνει ξαφνικά! Ήταν μόλις 36 ετών. Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, λίγο πριν τον παραδώσει στον Κάρολο, ο Βοργίας πρόφτασε να φαρμακώσει τον πρίγκιπα με κάποιο δηλητήριο βραδείας δράσης. Ή ίσως να έστειλε επί τούτου κάποιον σπιούνο στην αυλή του Καρόλου. Ποιος ξέρει…

Τώρα πάντως που είχε εκλείψει κάθε κίνδυνος, ο σουλτάνος Βαγιαζήτ μπορεί πια να συμπεριφερθεί στον νεκρό αδελφό του όπως αρμόζει σ’ έναν πρίγκιπα των Οσμανλήδων. Κήρυξε τριήμερο πένθος σε ολόκληρη την αυτοκρατορία και ζήτησε να του επιστραφεί η σορός του αδελφού του για να ταφεί με τις δέουσες τιμές. Χρειάστηκε να περάσουν τέσσερα χρόνια για να γίνει δεκτό το αίτημα του σουλτάνου και να επιστραφούν τα λείψανα του Τζεμ για να ταφούν στην εφήμερη πρωτεύουσά του, την Προύσα, σ’ ένα μαυσωλείο αντάξιο ανδρός στις φλέβες του οποίου έτρεχε βασιλικό αίμα. Αλλά βέβαια στον κόσμο τούτο όλα είναι σχετικά. Τιμές αποδίδονται μόνο σ’ αυτούς που δεν αποτελούν κίνδυνο για την εξουσία. Όταν, την Πρωτοχρονιά του 1522, ο σουλτάνος Σουλεϊμάν Β΄ ο Μεγαλοπρεπής  (ή, για τους Τούρκους, Νομοθέτης) κατέλαβε τελικά τη Ρόδο των Ιωαννιτών, συνάντησε εκεί τον Μουράτ, γιο του Τζεμ. Χωρίς αναστολές, ο σουλτάνος διέταξε να εκτελεστεί αμέσως μαζί με την οικογένειά του..

Η υστεροφημία του Τζεμ στη χριστιανική Δύση μοιάζει πολύ ωραιότερη από τη ζωή του. Δίχως αμφιβολία, μια μικρή οθωμανική αυλή με ευγενείς από την Ανατολή, γενιτσάρους και σπαχήδες, η οποία μετακινείται μεταξύ Άλπεων, Ωβέρνης και Λιμουζίν δεν ήταν συνηθισμένο θέαμα για τη Γαλλία του 15ου αι., τόσο για τον απλό λαό, όσο και για τους ευγενείς (βλ. Georges Jehel «La Méditerranée médiévale de 350 à 1450«, εκδ. Armand Colin, σειρά Cursus, Παρίσι 1992, σελ. 163). Η παρουσία του Οσμανλή πρέπει να σημάδεψε ανεξίτηλα το φαντασιακό των ανθρώπων της εποχής. Αυτό φαίνεται άλλωστε από το πλήθος θρύλων που συνόδεψαν το πέρασμά του από τη Γαλλία κι όχι μόνο:  από τους (όχι εντελώς απίθανους) έρωτες του Τζεμ με τη Γαλλίδα ευγενή Φιλιππίνη του Σασσνάζ, μέχρι τον μύθο ότι ο Οθωμανός πρίγκιπας ήταν ο δημιουργός της περίφημης ταπισσερί της Κυρίας με τον Μονόκερο (η μάλλον αυτός που την παρήγγειλε).

Έπειτα, ίσως η ζωή του Τζεμ κατά την εξορία του στη Δύση να μην υπήρξε τόσο μελαγχολική όσο εμείς νομίζουμε. Μπορεί να δέχτηκε ασμένως να παίξει τον ρόλο που του επιφύλαξε η μοίρα: εξωτικό αξιοθέατο μεν, αλλά και ομότιμος των Γάλλων ευγενών δε, αν όχι ανώτερός τους σ’ όλα. Άνθρωπος των γραμμάτων και των τεχνών, ως γνήσιος Οθωμανός πρίγκιπας, θα πρέπει να ένιωθε ευχαρίστηση εντυπωσιάζοντας τους καλεσμένους με την καλλιέργειά του. Ή ποζάροντας προκειμένου να του φιλοτεχνήσει το πορτρέτο ο Πιντουρίκιο, ακριβώς όπως κάποτε ζωγράφισε το πορτρέτο του πατέρα του ο Τζεντίλε Μπελλίνι. Μπορεί ακόμη και να του άρεσε που τούτοι οι «βάρβαροι» τον φώναζαν Ζιζίμ, ιδίως όταν το όνομα αυτό το ψιθύριζαν όμορφες Γαλλίδες. Και ίσως τελικά το τέλος του να μην το χαρακτήριζε η απελπισία, γιατί ακόμη και την ύστατη ώρα, με το δηλητήριο του Βοργία στο στόμα του, ο μελαγχολικός μας πρίγκιπας μπορεί να πίστευε ειλικρινά ότι ο νέος του προστάτης θα τον βοηθούσε να κατακτήσει αυτό που πάντοτε ποθούσε.

ΥΓ:  Το ποστ αυτό δικαιωματικά αφιερώνεται στον αγαπητό φίλο (και πραγματικό ειδικό επί του θέματος) Δύτη των Νιπτήρων. Κάποτε είχαμε μάλιστα συζητήσει, κάπως βιαστικά, την πιθανότητα ενός κοινού ποστ για τον Τζεμ, όπου ο ένας θα εξέταζε την ιστορία από την οθωμανική οπτική γωνία κι ο άλλος από αυτήν των Λατίνων. Τελικά, όπως και τα περισσότερα ωραία σχέδια, η φιλοδοξία αυτή δεν πραγματοποιήθηκε. Καθώς κι εκείνος είχε υποσχεθεί κατά καιρούς να γράψει κάτι για τον Τζεμ, του ζητώ συγγνώμη μια και τελικά τον πρόλαβα «κλέβοντάς» του κατά κάποιο τρόπο ένα θέμα ανάρτησης. Γνωρίζω ότι έχει αρκετό υλικό, πολύ πιο πλούσιο από το δικό μου, για να γράψει το δικό του ποστ όταν το θελήσει, αλλά (ελπίζω 🙂 ) και για μερικά πλούσια σχόλια σε τούτο εδώ το κείμενο.

Advertisements

Περί ηθικολογίας και ιστορικού μεγαλείου

Μαΐου 13, 2011

Έφτασε ο καιρός να βγει τούτο το ιστολόγιο από τη χειμερία (ή μάλλον εαρινή) νάρκη στην οποία το καταδίκασαν οι πολλές υποχρώσεις (ευχάριστες ή απλώς κοπιαστικές) του οικοδεσπότη του. Και η εύκολη λύση για κάτι το απολύτως αναγκαίο συνίσταται στην εξέταση ενός θέματος που είναι απλό και πιασάρικο. Θα προτιμήσουμε, κατ’ εξαίρεση και κατ’ ανάγκη, μια χαλαρότερη παρουσίαση, χωρίς τη συνήθη βιβλιογραφική τεκμηρίωση, μια και η ίδια η φύση του θέματος επιτρέπει κάτι τέτοιο: τα γεγονότα είναι πασίγνωστα, αλλά η προσωπικότητα του ήρωα συνεχίζει να προκαλεί (εδώ και πάρα πολλούς αιώνες) αντιφατικές κρίσεις και απίστευτες διαμάχες.

Περιδιαβαίνοντας ιστολόγια εύκολα μπορεί κάποιος να συναντήσει τις απόψεις που εκφράζουν οι άνθρωποι της εποχής μας για τον Αλέξανδρο Γ΄ και να έρθει αντιμέτωπος με τη γνωστή διαμάχη των σύγχρονων Ελλήνων «εθνικοφρόνων» και «διεθνιστών». Για τους μεν, ο Αλέξανδρος είναι σύμβολο του μεγαλείου, της ρώμης και της ισχύος του ελληνισμού, για τους δε όχι κάτι περισσότερο από έναν, συνηθισμένο για τα ιστορικά δεδομένα, σφαγέα λαών. Πολύ πρόσφατα μάλιστα, στο εξαιρετικά δημοφιλές ιστολόγιο αγαπητού φίλου, σχολιαστής διερωτήθηκε μήπως σε κάποιο όχι και τόσο κοντινό μέλλον η Ιστορία θεωρήσει τον Μακεδόνα βασιλέα κάτι ανάλογο του… Οροφέρνη Αριαράθου. Ας αφήσουμε όμως τον συμπαθέστατο ηδονοθήρα (και εφήμερο ηγεμόνα της Καππαδοκίας) στην ησυχία που του έταξε η λήθη της Ιστορίας κι ας δούμε πού μπορεί ακριβώς να βρίσκεται η ιστορική αλήθεια, όσο μπορούμε να την προσεγγίσουμε. Υπεράνθρωπος ηγέτης που αποδεικνύει την υπεροχή του ελληνισμού ή απλώς ένας Τζωρτζ Γ. Μπους με αυτοπρόσωπη παρουσία στα πεδία των μαχών (ή, ακόμη χειρότερα, μεγαλοτρομοκράτης της Αρχαιότητας); Κάπου στη μέση, θα απαντήσετε εύλογα. Για να γίνω κι εγώ με τη σειρά μου προκλητικός θα απαντήσω ότι η ιστορική αλήθεια δεν μπορεί να βρίσκεται σε κανένα σημείο της γραμμής αυτής, στα άκρα της οποίας θρονιάζουν από τη μία παραληρήματα και φαντασιώσεις μεγαλείου που απορρέουν από την ιδεολογία του εθνικού κράτους των Νεότερων Χρόνων κι από την άλλη ιδεολογίες, πιο σύγχρονες ίσως,  που αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερη συμπάθεια λαούς και χώρες του οικονομικά λιγότερο αναπτυγμένου κόσμου! Στην πραγματικότητα αυτές οι δύο όψεις του ιδίου νομίσματος είναι εξίσου ανιστορικές. Κρίνουν ένα μακρινό παρελθόν με βάση τις αντιλήψεις του σήμερα ή έστω του χθες. Προβάλλουν σ’ αυτό τις σύχρονες ιδεολογίες και ενοχές, αγνοώντας το στοιχειώδες: το γεγονός ότι κάθε εποχή έχει τις δικές της ιδέες, αρχές και νοοτροπίες κι ότι είναι άστοχο να κριθεί με γνώμονα άλλες από αυτές. Δεν φταίνε όμως τόσο οι άνθρωποι της εποχής μας για το ότι εμφορούνται από αντιλήψεις που αγνοούν ή παραμορφώνουν τα ιστορικά γεγονότα. Ειδικά στο θέμα του Αλέξανδρου, η ίδια η ιστοριογραφία σπάνια υπήρξε αθώα. Για την ακρίβεια, σχεδόν ποτέ δεν έμεινε απρόσβλητη από τις κυρίαρχες ιδεολογίες της εποχής της. Βέβαια, έχει κι αυτή με τη σειρά της κάμποσα ελαφρυντικά να προβάλλει προς υπεράσπισή της.

Ι. Εγγενείς κι επίκτητες δυσχέρειες για μια αμιγώς ιστορική θεώρηση

Α. Μια προσωπικότητα που εξάπτει τη φαντασία: Καταρχάς, η ίδια η ζωή και η προσωπικότητα του Αλέξανδρου υπήρξαν τέτοιες που ευνόησαν τη δημιουργία θρύλων, την εξιδανίκευση (ή, αναλόγως οπτικής γωνίας, τη δαιμονοποίηση) του ιστορικού προσώπου και πριμοδότησαν ψυχολογικού χαρακτήρα ερμηνείες ή ακόμη και τα καθαρά ανεκδοτολογικά στοιχεία σε βάρος των ιστορικών δεδομένων. Κάποιος που μέσα σε λίγα χρόνια διαλύει μια υπερδύναμη και κατακτά το μεγαλύτερο τμήμα του τότε γνωστού κόσμου παραμένοντας ανίκητος, λατρεύεται σαν θεός και τελικά πεθαίνει νέος είναι λογικό να αφήσει ανεξίτηλα σημάδια στη συλλογική συνείδηση και στο φαντασιακό τόσο των συγχρόνων του, όσο και των κατοπινών γενεών. Πράξεις και γεγονότα μεγεθύνθηκαν ή παραμορφώθηκαν, περιστατικά εφευρέθηκαν, ιστορίες και μύθοι γεννήθηκαν με βάση την εικόνα που είχαν για τον Αλέξανδρο λαοί και εποχές κι όχι σύμφωνα με την όποια ιστορική πραγματικότητα. Οι μεταγενέστεροι ιστορικοί είχαν επομένως ν’ αντιμετωπίσουν πρωτίστως τον μύθο του κατακτητή και την επικρατούσα στην εποχή τους εικόνα του.

Β. Προβληματικές ιστορικές πηγές: Έπειτα, εκτός από νομίσματα κι από κάποια έργα τέχνης (δηλαδή αντικείμενα που εγγενώς αδυνατούν να μας «διηγηθούν» ιστορίες), τίποτε άλλο δεν διασώθηκε από την ίδια την εποχή του Μακεδόνα βασιλέα. Τα απομνημονεύματα που συνέγραψαν διάδοχοι του Αλέξανδρου κι άλλοι, στρατιωτικοί και μη, που μετείχαν στην εκστρατεία, όπως ο Πτολεμαίος ή ο Νέαρχος, χάθηκαν, όπως χάθηκαν και τα βασιλικά αρχεία, υπεύθυνος για τα οποία ήταν ο αρχιγραμματέας του Αλέξανδρου, ο Ευμένης ο Καρδιανός, με το πλούσιο υλικό τους, ανάμεσα στο οποίο κι οι περίφημες Εφημερίδες (πραγματικό ημερολόγιο εκστρατείας), κι όλες οι κυβερνητικές και διοικητικές αποφάσεις. Στην πραγματικότητα, τα αρχαία κείμενα που χρησιμοποίησαν ως πηγές οι νεότεροι ιστορικοί ανήκουν κατ’ ουσίαν σε πέντε συγγραφείς, οι οποίοι τα συνέταξαν στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τρεις και περισσότερους αιώνες μετά τα γεγονότα που εξιστορούν: πρόκειται για τρεις Έλληνες, τον Διόδωρο τον Σικελιώτη (περ. 80-20 π.Χ.), τον Πλούταρχο (46-125) και τον Αρριανό (περ. 95-175), και δύο Λατίνους,  τον Κόιντο Κούρτιο Ρούφο (1ος αι.) και τον Ιουστίνο (3ος ή 4ος αι.). Αφεαυτής η χρονική απόσταση από τα γεγονότα είναι επαρκής λόγος για να θεωρηθούν τα έργα αυτά μειωμένης ιστορικής πιστότητας.  Επιπλέον, το υλικό αυτό είναι άνισης αξίας και αντικειμενικότητας. Ο Διόδωρος και ο Αρριανός είναι ό,τι συγγενέστερο έχουμε προς αυτό που θεωρείται Ιστορία με βάσει τις σύγχρονες αντιλήψεις. Και οι δύο πρέπει να είχαν τη δυνατότητα να συμβουλευθούν άμεσες πηγές (ο δεύτερος μελέτησε κατά πάσα πιθανότητα και αντίγραφα των βασιλικών αρχείων) και να τις εκμεταλλευθούν με ικανοποιητικό τρόπο. Από τους υπόλοιπους, ο Πλούταρχος  δεν γράφει Ιστορία, αλλά ηθικοπλασίες, ο Κόιντος Κούρτιος κατατρύχεται από χίλια δυο συμπλέγματα, ενώ ο Ιουστίνος (που απλά ανθολογεί τον Γαλορωμαίο ιστορικό Πομπήιο Τρώγο) είναι έτσι κι αλλιώς μνημείο προχειρότητας. Εκτός αυτού, η αντικειμενικότητα των συγγραφέων αυτών είναι όλως συζητήσιμη: οι Ελληνόφωνοι δίνουν φυσικά μια επαινετική εικόνα του Αλέξανδρου, οι Λατινόφωνοι επιχειρούν να μειώσουν την αξία του για να εξυψώσουν τους ήρωες της ρωμαϊκής Ιστορίας (ειδικά ο Κόιντος Κούρτιος διακρίνεται επιπροσθέτως κι από ένα σχετικό ρατσισμό προς τους οποιουσδήποτε «βαρβάρους»).

Γ. Η Ιστορία στην υπηρεσία των εκάστοτε κυρίαρχων ιδεολογιών: Έχοντας στη διάθεσή τους ένα υλικό από αρκετές απόψεις προβληματικό, οι ιστορικοί των μεταγενέστερων εποχών δεν επιχείρησαν κάποια υπέρβαση. Η ευρωπαϊκή ιστοριογραφία αντιμετώπισε τον Αλέξανδρο με βασικό γνώμονα τις κυρίαρχες σε κάθε εποχή ιδεολογίες. Με το ζήτημα αυτό έχει ασχοληθεί διεξοδικά ο Πιέρ Μπριάν, ο σπουδαιότερος αχαιμενιδολόγος της εποχής μας, κάτοχος από το 1999 της έδρας της «Ιστορίας και του πολιτισμού του κόσμου των Αχαιμενιδών και της αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου» στο Κολλέζ ντε Φρανς. Τα μαθήματά του τα τελευταία χρόνια έχουν ως κύριο θέμα τον Αλέξανδρο στην ευρωπαϊκή ιστοριογραφία των Νεότερων Χρόνων, ενώ έχει δημοσιεύσει πλήθος σχετικών μελετών και άρθρων.  Για να συνοψίσουμε χοντρικά την κατάσταση: στα χρόνια της Αναγέννησης, η εικόνα του Αλέξανδρου είναι εξαιρετικά θετική. Αυτό οφείλεται όχι μόνο στην αρχαιολατρεία της εποχής, αλλά και στο ότι εμφανίζεται ως θετικό πρότυπο για μια Ευρώπη που εξαπλώνει την κυριαρχία της στην οικουμένη.  Στη συνέχεια τα πράγματα αλλάζουν, με τη συγκρότηση ισχυρών μοναρχιών εθνικού χαρακτήρα. Στη Γαλλία του Λουδοβίκου ΙΔ΄ κρίνεται ότι ο Έλληνας κατακτητής είναι ακατάλληλο πρότυπο προς μίμηση. Τονίζονται επομένως  κάποιες αντιφατικές πτυχές της προσωπικότητάς τους (με υλικό που αλιεύεται κυρίως από τον Κόιντο Κούρτιο και δευτερευόντως από τον Πλούταρχο). Το νέο πρότυπο της επίσημης γαλλικής ιδεολογίας είναι ο Λουδοβίκος  Θ΄, Γάλλος, μονάρχης και άγιος της καθολικής εκκλησίας. Νέα μεταστροφή από τα χρόνια του Διαφωτισμού και, κυρίως, από τον 19ο αι. κι έπειτα. Οι μετοχές του Αλέξανδρου ανεβαίνουν θεαματικά για διάφορους λόγους. Οι απανταχού της γης ρομαντικοί συγκινούνται από την εξωπραγματική προσωπικότητα του βασιλέα, τον οποίο βλέπουν σαν ήρωα και καταραμένο ποιητή ταυτόχρονα. Ερμηνεύουν τη στρατιωτική σταδιοδρομία του σαν σειρά από παρορμητικές κινήσεις που τις υπαγορεύουν ο πόθος και τα οράματα. Για τους Γερμανούς ικανοποιεί αφενός το πάθος τους για την ελληνική αρχαιότητα, αφετέρου ενσαρκώνει το πρότυπο του μεγαλοφυούς στρατιωτικού ηγέτη που μπορεί να εμπνεύσει  την ενωμένη πλέον πατρίδα τους. Όσον αφορά τις μεγάλες αποικιοκρατικές δυνάμεις, Αγγλία και Γαλλία, είναι αδύνατο να βρουν ιδανικότερο μοντέλο από τον Αλέξανδρο: κατακτητής, «εκπολιτιστής των βαρβάρων και πεφωτισμένος δεσπότης τους», ο Μακεδόνας στρατηλάτης καθαγιάζει τη δράση τους με το ιστορικό μεγαλείο του. Προσθέστε οπωσδήποτε και τις αντιλήψεις που επικρατούν στους μορφωμένους κύκλους της Δύσης, βάσει των οποίων ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός συνιστά το απόλυτο σημείο αναφοράς σε όλους τους τομείς, από τη φιλοσοφία και την τέχνη ως τη διπλωματία και την πολιτική γενικότερα.

Η τάση αυτή συνεχίζεται μέχρι τα πρώτα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ως συμβολική κορύφωσή της θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε το έργο του μεγάλου Άγγλου ιστορικού Γουίλλιαμ Γούντθορπ Ταρν (1869-1957), για τον οποίο «ο Αλέξανδρος υπήρξε ο πρωτεργάτης της μεγαλύτερης επανάστασης της παγκόσμιας Ιστορίας… της αδελφοποίησης των λαών και της ενότητας της ανθρωπότητας» («Alexander the Great and the Unity of Mankind» Humphrey Milford, Λονδίνο, 1933/»Alexander the Great» τ. II, «Sources and Studies«, Cambridge University Press, Καίμπριτζ, 1948 και επανέκδ. 2002). Τις τελευταίες δεκαετίες, όμως, η μεταστροφή είναι ριζική: οι ενοχές της Δύσης για το αποικιοκρατικό παρελθόν της, η συμπάθεια για τους καταπιεσμένους και πάντα υπό εκμετάλλευση λαούς του Τρίτου Κόσμου, το πνεύμα διεθνισμού, η τάση απομάκρυνσης από την ιστορία των μεγάλων – και δη στρατιωτικών – ηγετών, ακόμη κι η γοητεία της ανακάλυψης «εξωτικών πολιτισμών» οδηγούν στην υποτίμηση της σημασίας της αρχαιοελληνικής αρχαιότητας και ειδικά της προσωπικότητας του Αλέξανδρου Γ΄. Ειδικά στον αγγλοσαξονικό επιστημονικό κόσμο η εικόνα του Αλέξανδρου αποτελεί αντικείμενο σκληρής κριτικής και είναι εν γένει αρνητική. Βίαιος κατακτητής και στυγνός αποικιοκράτης. Για παράδειγμα, η Αγγλίδα ιστορικός Μαρία Μπρόσιους ξεπερνά μάλλον τα όρια της ανεκτής για επιστήμονα υπερβολής, χαρακτηρίζοντας ευθέως τον Αλέξανδρο ως «σφαγέα«, «χούλιγκαν» και «τρομοκράτη«! Τίποτε λιγότερο.

Πόσο επιστημονικές είναι οι απόψεις αυτού του είδους; Ελάχιστα έως καθόλου, θα απαντούσαμε. Δεν παύουν όμως να εκφράζουν μια τάση που είναι μάλλον κυρίαρχη στην εποχή μας. Υπάρχουν όμως (ευτυχώς) και άλλοι ιστορικοί, που εξετάζουν κριτικά τις πηγές, προσπαθούν να απαλλαγούν από τα στερεότυπα του παρελθόντος, αλλά και του παρόντος, και πασχίζουν να εξετάσουν το θέμα με τη μεγαλύτερη δυνατή αντικειμενικότητα κι επιστημονική ευσυνειδησία.

ΙΙ. Ερωτήματα κι αφορισμοί (;)

Α. Ιππότης με ευγενείς ιδέες και αισθήματα ή στυγνός σφαγέας; Ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Και οι δύο χαρακτηρισμοί αποτελούν μάλλον αναχρονιστικές προβολές αντιλήψεων των νεότερων χρόνων στον 4ο αι. π.Χ. Στην πραγματικότητα το σύνολο σχεδόν των ενεργειών του Αλέξανδρου υπαγορεύεται από πολιτικές σκοπιμότητες. Εάν δεν υπάρχει λόγος, δεν καταφεύγει στη βία και μπορεί να φανεί απαράμιλλα ευγενής, όπως φαίνεται από τον τρόπο με τον οποίο φέρθηκε στις αιχμάλωτες συγγενείς του Δαρείου. Εάν η φιλική αντιμετώπιση είναι ο καλύτερος τρόπος για την επίτευξη του πολιτικού στόχου, τότε προτιμάται: ο βασιλιάς εμφανίζεται ως ελευθερωτής των ελληνικών πόλεων της Ασίας από τον περσικό ζυγό και αρχηγός του πανελλήνιου αγώνα, καθόσον αυτές δέχονται την κυριαρχία του και ενισχύουν οικονομικά την εκστρατεία του. Όσοι ευγενείς του εχθρού δέχονται τη νέα εξουσία ανταμείβονται με προνόμια. Αντιστρόφως, η βία χρησιμοποιείται όποτε κρίνεται αναγκαία. Η Τύρος ισοπεδώνεται γιατί πρόβαλε σκληρή αντίσταση, προκαλώντας μεγάλες απώλειες σε έμψυχο δυναμικό και σοβαρές οικονομικές ζημίες. Ο σκληρός ανταρτοπόλεμος των Ιρανών της Βακτριανής και της Σογδιανής, οδηγεί τον Αλέξανδρο σε ακόμη πιο σκληρές απαντήσεις: πόλεις και χωριά ισοπεδώνονται και άμαχοι εκτελούνται μαζικά σε αντίποινα, προκειμένου να καμφθεί η αντίσταση. Όλα αυτά δεν αποτελούν κάτι το καινούριο, ούτε βέβαια εφαρμόστηκαν για τελευταία φορά από τον Τημενίδη ηγεμόνα (για να υποστηρίξει κανείς κάτι τέτοιο θα πρέπει να αγνοεί παντελώς την Ιστορία του 20ού αι.). Και ,σε κάθε περίπτωση, ο Αλέξανδρος πρέπει να κριθεί με γνώμονα τις πρακτικές και τις αντιλήψεις της εποχής του. Από την άποψη αυτή δεν φαίνεται να είναι ούτε ηπιώτερος, ούτε και βιαιότερος από τον μέσο όρο. Ακόμη και με βάση τα στάνταρ των Αχαιμενιδών στον τομέα αυτό ο Αλέξανδρος ενεργεί λίγο-πολύ με τον αναμενόμενο, συνηθισμένο τρόπο.

Β. Παρορμητικός και παράτολμος ήρωας που βαδίζει στο άγνωστο ή ψυχρός ορθολογιστής; Πολύ περισσότερο το δεύτερο. Ναι, ο Μακεδόνας βασιλιάς είναι παράτολμος και ριψοκίνδυνος, πλην όμως «όλα τα ρίσκα που παίρνει είναι υπολογισμένα» (Μπριάν). Διαλύει τον στόλο του π.χ. γιατί εκτιμά ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τον φοινικικό στόλο που προσφέρει τις υπηρεσίες του στον Αχαιμενίδη και γιατί πιστεύει βάσιμα ότι μπορεί να κερδίσει τον πόλεμο στην ξηρά, κατακτώντας μάλιστα και τη Φοινίκη, οπότε ο εχθρικός στόλος θα γίνει αυτομάτως δικός του. Ο Αλέξανδρος δεν προχωρά αναλόγως των περιστάσεων, έχει εξαρχής σχέδιο για το τι θέλει να πετύχει και σαφή εικόνα όσον αφορά τον τελικό σκοπό της εκστρατείας, που δεν είναι άλλος από την κατάκτηση της περσικής αυτοκρατορίας περιλαμβανομένων όλων των εδαφών που είχε κάποτε στην κατοχή της. Ουσιαστικά πρόκειται για ανασύσταση της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών στη μέγιστη δυνατή εξάπλωσή της, όταν εξουσίαζε και τις τρεις σατραπείες του Ινδού. Ο Αλέξανδρος δεν εισβάλλει στην Ινδία με οδηγούς τον Διόνυσο και τον Ηρακλή. Έχει συλλέξει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες κι έχει λάβει γνώση όλων των στοιχείων που διέθετε η γραμματεία των περσικών ανακτόρων. Η εξονυχιστική προετοιμασία και η μελέτη της γεωγραφίας, της πανίδας και των πληθυσμών των περιοχών, η παρουσία στο στράτευμα μηχανικών και τοπογράφων, δεν αποτελούν τόσο απόδειξη της φιλομάθειας και του πνεύματος του Μακεδόνα, όσο της μεθοδικότητας με την οποία σχεδιάζει τις κατακτήσεις του και τη μετέπειτα διοίκησή τους.

Γ. Μεγαλοφυής στρατιωτικός ή απλώς τυχεράκιας; Μάλλον εύκολο. Στάνταρ άσσος… Κανονικά, τα γεγονότα θα έπρεπε να μιλούν από μόνα τους. Κι όμως, η στρατηγική ικανότητα του Αλέξανδρου αμφισβητήθηκε ποικιλοτρόπως. Ίσως γιατί, για πολλούς λόγους, ο καθένας επιδίωκε να αναδείξει ως ικανότερο στρατηγό την αγαπημένη του προσωπικότητα της στρατιωτικής Ιστορίας. Οπότε ειπώθηκαν πολλά: δεν έδωσε παρά τέσσερις μάχες και η τύχη ήταν πάντα με το μέρος του. Αντιμετώπισε μια αυτοκρατορία υπό κατάρρευση, τα στρατεύματα της οποίας ήταν εντελώς αναξιόπιστα. Ωστόσο: βασιζόμενος σε βελτιώσεις της οπλιτικής φάλαγγας που εν πολλοίς οφείλονταν στον Επαμεινώνδα και στον Φίλιππο, κατορθώνει να εκμεταλλευτεί και να εξελίξει τη φάλαγγα καθιστώντας την «απόλυτο όπλο» της εποχής. Επιτυγχάνει πλήρως τους στόχους του, σε επίπεδο στρατηγικής (κατάκτηση του συνόλου της περσικής αυτοκρατορίας) και τακτικής (το αήττητο στις μάχες που λέγαμε προηγουμένως). Προσαρμόζει την τακτική του σε αντίξοες και απροσδόκητες γι’ αυτόν συνθήκες πολέμου (ανταρτοπόλεμος στις Άνω Σατραπείες). Και φυσικά δεν αντιμετωπίζει τιποτένιους, αλλά τον στρατό της μεγαλύτερης αυτοκρατορίας. Ο Μπριάν κατέδειξε ότι η περσική αυτοκρατορία του 4ου αι. π.Χ. δεν βρίσκεται σε καμία περίπτωση σε φάση ταχείας και αμετάκλητης παρακμής (όπως άλλωστε συνάγεται και από την ανάκτηση της Αιγύπτου από τον Αρταξέρξη Γ΄). Τα στρατεύματα του Δαρείου δεν είναι απλώς χάρτινες τίγρεις, ούτε ο ίδιος ανόητος στρατηγός. Εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται ότι υπήρχαν αδυναμίες και σημειώθηκαν αστοχίες, ότι ο περσικός στρατός ήταν χειρότερα εκπαιδευμένος από τον μακεδονικό και πολύ λιγότερο ομοιογενής κ.λπ. Όλα αυτά όμως δεν αρκούν για να μειώσουν την αξία του Αλέξανδρου.

Δ. Οραματιστής της φιλίας μεταξύ των λαών ή ρεαλιστής; Προφανώς το δεύτερο, παραδοχή που δεν αποκλείει καθόλου τη διορατικότητα, την οξυδέρκεια και την τόλμη του Αλέξανδρου να έρθει σε ρήξη με βαθιά εδραιωμένες αντιλήψεις στο μακεδονικό και εν γένει στο ελληνικό περιβάλλον του. Ας δούμε τα ιστορικά δεδομένα.

Το καλοκαίρι του 334 π.Χ., ο Αλέξανδρος καταλαμβάνει τις Σάρδεις. Ο Πέρσης φρούραρχος Μιθρένης αναγνωρίζει την εξουσία του και του παραδίδει τα κλειδιά του φρουρίου της ακρόπολης και του θησαυροφυλακίου. Σε αντάλλαγμα, ο Μακεδόνας βασιλιάς δέχεται στην ακολουθία του τον Πέρση ευγενή. Πρόκειται για την πρώτη πράξη συνεργασίας της περσικής ελίτ με τον κατακτητή. Τρία χρόνια μετά (Οκτώβριος 331), ύστερα από τη νίκη του Αλέξανδρου στα Γαυγάμηλα, οι ανώτατοι Πέρσες αξιωματούχοι της Βαβυλώνας υποδέχονται τον Αλέξανδρο στην πόλη ως νέο κυρίαρχό τους. Ο ένας από αυτούς, ο Μαζαίος, θα διοριστεί λίγο αργότερα σατράπης της Βαβυλωνίας. Από το σημείο αυτό κι έπειτα οι διορισμοί Ιρανών σε ανώτατες διοικητικές θέσεις της αυτοκρατορίας του Αλέξανδρου πολλαπλασιάζονται: αρκετοί παραμένουν στο σατραπικό αξίωμα που κατείχαν επί Δαρείου Γ΄ (π.χ. ο Σατιβαρζάνης στην Αρία), άλλοι καλούνται λίγο μετά τη μακεδονική κατάκτηση να αναλάβουν εκ νέου τις σατραπείες που διοικούσαν (όπως ο Ατροπάτης, σατράπης της Μηδίας).  Ας προσθέσουμε τον προσεταιρισμό τοπικών ελίτ, όπως του αιγυπτιακού και του βαβυλωνιακού ιερατείου, την προσπάθεια του Μακεδόνα να εμφανιστεί ως συνεχιστής των Αχαιμενιδών, επιλογή που του υποδεικνύει να ακολουθήσει την εθιμοτυπία της περσικής αυλής, τον γάμο του το 327 με τη Ρωξάνη, κόρη του Ιρανού ευγενούς Οξυάρτη, την απόφασή του να οργανώσει σώματα στρατού αποτελούμενα από Ιρανούς και να εκπαιδεύσει χιλιάδες Πέρσες νέους με τον ελληνικό τρόπο, καθώς και, φυσικότατα, τους περίφημους γάμους στα Σούσα (Φεβρουάριος 324), όταν ο ίδιος ο Αλέξανδρος νυμφεύεται δύο Περσίδες πριγκίπισσες, την κόρη του Δαρείου Γ΄ Στάτειρα και την Παρυσάτιδα, κόρη του Αρταξέρξη Γ΄-Ώχου, ενώ όλοι σχεδόν οι Μακεδόνες ευγενείς νυμφεύονται ταυτόχρονα Ιρανές αριστοκράτισσες.

Ωραία όλα αυτά, αλλά δεν αρκούν για τις αγάπες, τις χαρές και τα λουλούδια που αρκετοί διέκριναν. Το βασικό κίνητρο δεν είναι φυσικά κάποια ιδεολογία συναδέλφωσης των λαών (εντελώς άγνωστη κατά την Αρχαιότητα… και όχι μόνο) αλλά ο πολιτικός ρεαλισμός: η αυτοκρατορία δεν μπορεί να διοικηθεί επιτυχώς αποκλειστικά από τους Μακεδόνες και τους υπόλοιπους Έλληνες (οι οποίοι άλλωστε είναι λίγοι σε αριθμό), ούτε χωρίς τη συνεργασία της ελίτ του προηγούμενου καθεστώτος. Στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με τη συμμετοχή στην άσκηση της εξουσίας μίας και μόνον ελίτ, της ιρανικής κι αυτό εντός συγκεκριμένων ορίων (οι Ιρανοί σατράπες εποπτεύονται σχεδόν πάντα από Μακεδόνα  στρατιωτικό διοικητή και γενικά η θέση της περσικής αριστοκρατίας δεν είναι ακριβώς ίδια μ’ αυτή των Μακεδόνων ευγενών). Φυσικά, ακόμη κι έτσι δεν μπορεί παρά να αναγνωρισθεί η διορατικότητα του Αλέξανδρου, πρόκειται όμως για διορατικότητα πολιτικής φύσης και όχι εκπορευόμενη από ιδεολογικές ή ηθικές αρχές (ή… συναισθηματική)! Επιπλέον, η πολιτική της συνεργασίας Μακεδόνων και Περσών αποτελεί αναμφίβολα τολμηρή (όσο και αναγκαία) απόφαση, μια κι έφερε τον Αλέξανδρο σε σύγκρουση με το περιβάλλον του και τις αντιλήψεις που κυριαρχούσαν στον ελληνικό κόσμο. Αρκεί να θυμηθούμε τις προτροπές του Αριστοτέλη προς τον κάποτε μαθητή του (να μεταχειριστεί τους βαρβάρους σαν να είναι ζώα ή φυτά). Από την άλλη, η θεωρία και οι ιδεολογικές διακηρύξεις που εμείς γνωρίζουμε δεν είναι και τόσο βέβαιο ότι απηχούσαν τις πρακτικές των Ελλήνων στις σχέσεις τους με τους Πέρσες. Οπότε, η ελληνοπερσική συνεργασία στο πλαίσιο της αυτοκρατορίας του Αλέξανδρου μπορεί τελικά να μην ήταν και τόσο πρωτότυπη όσο μας φαίνεται σήμερα.

ΙΙΙ. Αποτίμηση

Α. Ας δώσουμε πρώτα τον λόγο στον Πιέρ Μπριάν:

«Ήδη από την Αρχαιότητα, συναντούμε διαρκώς την ίδια εξαιρετικά σχηματική αντίθεση μεταξύ δύο θεωρήσεων του Αλεξάνδρου. Αφενός, υπάρχει η ηθικολογική θεώρηση, η οποία επανεμφανίζεται κατά τον 18ο αι. και η οποία καταδικάζει τον Αλέξανδρο λόγω της υπέρμετρης φιλοδοξίας του, της ροπής του προς τη μέθη, τη βιαιότητά του. Αφετέρου, παρατηρείται μια θετική αξιολόγηση, βάσει της οποίας θαυμάζεται η ικανότητά του να οργανώσει μια τόσο αχανή αυτοκρατορία και να αντιληφθεί αμέσως ότι η συνεννόηση με τους Ιρανούς ήταν αναγκαία. Μεταξύ των πρώτων που εξέφρασαν αυτή τη θέση ήταν ο Μοντεσκιέ με τη περίφημη φράση του από το «Πνεύμα των Νόμων«: «Οι Ρωμαίοι κατέκτησαν για να καταστρέψουν τα πάντα. Ο Αλέξανδρος θέλησε να κατακτήσει για να διατηρήσει τα πάντα«.

Σήμερα κυριαρχεί σαφώς μια αρνητική εικόνα του Αλέξανδρου. Αυτό οφείλεται κυρίως στην επιρροή της, κυρίαρχης σήμερα, αγγλοσαξονικής ιστοριογραφίας η οποία αναμειγνύει την ηθικοπλαστική με την μεταποικιοκρατική εκδοχή της Ιστορίας. Ο Αλέξανδρος κρίνεται με γνώμονα την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία...

Ταυτόχρονα, η περσική αυτοκρατορία εξιδανικεύεται μερικές φορές σαν κόσμος ειρήνης και ομόνοιας. Εντούτοις, ο κόσμος της περσικής αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών δεν ήταν υπόδειγμα αρμονικής συμβίωσης, μολονότι οι Πέρσες προσπάθησαν να καταστήσουν την πολιτική ενότητα συμβατή με την πολιτισμική διαφοροποίηση. Αυτοί που εμφανίζουν τον Αλέξανδρο απλώς σαν βίαιο κατακτητή και καταστροφέα περισσότερο εκφράζουν τις πεποιθήσεις και τις αρχές τους παρά αναλύουν τον ελληνιστικό κόσμο.

Αποτελεί επείγουσα ανάγκη να εγκαταλείψουμε την όποια ηθικολογία και να αφοσιωθούμε στην υπομονετική μελέτη των διαθέσιμων πηγών, διευρύνοντας τις προοπτικές και πολλαπλασιάζοντας τις οπτικές γωνίες»(συνέντευξη στο περιοδικό Les Cahiers de Science & Vie, τεύχος 122, Απρίλιος-Μάιος 2011, σελ. 20-23, ειδ. σελ. 23).

Β. Και πάμε στο κρίσιμο (λέμε τώρα) ερώτημα: δικαιούται ο Αλέξανδρος Γ΄ τον τίτλο του Μεγάλου; Ας επισημάνουμε ευθύς εξαρχής ότι τέτοιοι τίτλοι είναι εν πολλοίς ιστορικές συμβάσεις, μεταφέρουν κάτι που αποδόθηκε για τους α΄ ή β΄ λόγους κατά το παρελθόν, χωρίς να τίθενται σε εκ νέου αξιολογική κρίση ανά εποχή. Άλλωστε, αρκετές ιστορικές προσωπικότητες, πιθανότατα μικρότερης εμβέλειας από αυτήν του Μακεδόνα ηγεμόνα, εξακολουθούν να αποκαλούνται με τον ίδιο τίτλο χωρίς να προκαλούνται αντιδράσεις αντίστοιχες μ’ αυτές της περίπτωσής μας (κανείς δεν εξανίσταται επειδή ο Αντίοχος Γ΄ ή ο Πέτρος της Ρωσίας είναι κι αυτός «Μεγάλος»).

Ουσιαστικά πρέπει να υπερβούμε τις ηθικές και ιδεολογικές αντιρρήσεις μας που στηρίζονται αποκλειστικά σε αντιλήψεις της εποχής, για να κρίνουμε βασιζόμενοι στα ιστορικά γεγονότα. Και, είτε το θέλουμε είτε όχι, εκ του αποτελέσματος ο Αλέξανδρος δικαιούται τον τίτλο του: όχι μόνο άλλαξε ριζικά τον γεωπολιτικό χάρτη της εποχής του, αλλά με τις ενέργειές του έθεσε σε κίνηση διεργασίες και διαδικασίες που άλλαξαν ριζικά τη μορφή της οικουμένης. Οι αντιλήψεις για το κράτος, την άσκηση της εξουσίας, τις διοικητικές δομές μεταβλήθηκαν. Η ελληνιστική μοναρχία (που πράγματι χρωστά πολλά στους Αχαιμενίδες) έγινε το πρότυπο διακυβέρνησης για αιώνες, από πολλές απόψεις ήταν το αίτιο που οδήγησε στη διαμόρφωση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ο ελληνισμός, με τα πρότυπά του πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης, τις ιδέες και τον τρόπο ζωής του, εξαπλώθηκε μέχρι τις παρυφές της ινδικής χερσονήσου. Η επαφή του με τους πολιτισμούς των λαών της Ασίας οδήγησε σε μεταλλάξεις, προσαρμογές, φαινόμενα εκτεταμένης πολιτισμικής διάδρασης. Περισσότερο ή λιγότερο, ο Αλέξανδρος υπήρξε μία από τις γενεσιουργούς αιτίες κι ένας από τους καταλύτες των αλλαγών που σημάδεψαν τους επόμενους αιώνες. Χωρίς αυτόν η ελληνική γλώσσα κι ο ελληνικός τρόπος ζωής δεν θα κυριαρχούσαν στην ευρύτερη Ανατολή, από τα Βαλκάνια έως τουλάχιστον τη Μεσοποταμία, για οχτώ αιώνες, δεν θα είχαμε Αλεξάνδρεια και Αντιόχεια, νεοπλατωνισμό, θρησκευτικό συγκρητισμό, χριστιανισμό όπως τον γνωρίζουμε, ούτε και τις εκπληκτικές αμοιβαίες προσαρμογές που απαίτησε η συνύπαρξη ελληνικού, ιρανικού και ινδικού στοιχείου στην Κεντρική Ασία και τη Βόρεια Ινδία.

Από κει και πέρα, ο καθένας είναι ελεύθερος να έχει την προσωπική άποψή του: να θεωρεί τον Αλέξανδρο ήρωα ή καταραμένο ποιητή και να τον περιγράφει με στίχους του Ρεμπώ (μη γελάτε, το έκαναν σοβαρότατοι ιστορικοί του περασμένου και του προπερασμένου αιώνα), ή, αντίθετα, να τον αντιπαθεί βαθύτατα ως βίαιο κατακτητή. Αρκεί να έχει συνείδηση ότι αυτά αφορούν περισσότερο ηθικές αρχές και ιδεολογίες του σήμερα  (ή έστω  επισφαλείς κι αβέβαιες ψυχολογικές ερμηνείες) κι όχι την ιστορική προσωπικότητα Αλέξανδρος.

[και, μέρες πονηρές που είναι, ίσως πρέπει να υπομνησθεί ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο θλιβερό από το να χρησιμοποιείται μια μορφή της Ιστορίας ως πρόφαση για πράξεις μίσους και ανοησίας. Με αντιλαμβάνεστε, υποθέτω.] 

Γιατί ΔΕΝ επιστρέφουμε στον Μεσαίωνα!

Δεκέμβριος 18, 2010

Σύντομο απολογητικό σημείωμα, πριν περάσουμε στο κυρίως θέμα: λόγω αυξημένων οικογενειακών υποχρεώσεων έχουν περάσει σχεδόν δύο μήνες από την τελευταία ανανέωση του ιστολογίου. Επιπλέον, καθώς το τελευταίο διάστημα βρίσκομαι μακριά από τη βάση μου (και συνακόλουθα μακριά από τη βασική βιβλιοθήκη μου), αδυνατώ να παρουσιάσω, όπως θα έπρεπε, ό,τι έχω υποσχεθεί, δηλαδή το τελευταίο μέρος της ιστορίας των Τευτόνων ιπποτών. Με το νέο έτος θα ρυθμισθεί και το ζήτημα αυτό. Προς το παρόν, επειδή δεν μου πάει ν’ αφήσω κι άλλο το ιστολόγιο σε λήθαργο, λέω ν’ ασχοληθούμε με ένα θέμα γενικότερου ενδιαφέροντος, σχεδόν επικαιρότητας θα τολμούσα πω.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε στον δυτικό κόσμο μια ραγδαία επιδείνωση της κατάστασης όσον αφορά τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα και, ως εκ τούτου, τις ίδιες τις συνθήκες ζωής μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Η δυσμενέστατη αυτή εξέλιξη οφείλεται κυρίως στη συνδυασμένη πίεση που ασκούν δύο παράγοντες: αφενός, η σχεδόν ολοκληρωτική επικράτηση νεοφιλελεύθερων ιδεών (που εκπορεύονται από επιχειρηματικούς κύκλους, ΜΜΕ και διάφορους στοχαστές – εντός ή εκτός εισαγωγικών – και πολιτικούς), τις οποίες (μάλλον παραδόξως) ασμένως έχουν αποδεχτεί οι πολιτικές ηγεσίες των περισσοτέρων κρατών, καθώς και διάφοροι υπερεθνικοί οργανισμοί, αφετέρου, η πανθομολογούμενη οικονομική κρίση (που οφείλεται σε εγγενείς παθογένειες του καπιταλιστικού συστήματος οργάνωσης των σύγχρονων κοινωνιών, τις οποίες εν πολλοίς έχουν οξύνει οι προαναφερθείσες νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες και οι πρακτικές των οικονομικών παραγόντων). Ειδικά στη χώρα μας η επιδείνωση αυτή είναι κάτι παραπάνω από σαφής, συντελείται δε με ρυθμούς όλο και πιο ραγδαίους και με τρόπους βίαιους και κυνικούς. Την υπόθεση τη γνωρίζουμε όλοι: επιδίωξη απότομης συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα, ο οποίος κρίνεται ως εξ ορισμού «κακός, άχρηστος κι επιζήμιος» (χωρίς να γίνεται ποτέ συζήτηση για την ορθολογική αναδιοργάνωσή του και την καταπολέμηση των παθογενειών του προκειμένου να καταστεί λειτουργικότερος και αποδοτικότερος),  ενώ οι εργαζόμενοι σ’ αυτόν στοχοποιούνται συλλήβδην ως αδικαιολόγητα προνομιούχοι και προτείνεται η καταδίκη τους στην πυρά ή τη γκιλλοτίνα. Κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων σε βαθμό αδιανόητο, ψαλίδισμα των κοινωνικοασφαλιστικών δικαιωμάτων, εξαφάνιση κάθε στοιχείου κοινωνικής πρόνοιας με «λογικές» ψευδοεξοικονόμησης πόρων. Συνολικά διαπιστώνεται μια τάση που θέτει τελικά εν αμφιβόλω την ύπαρξη της ίδιας της ουσίας του δημοκρατικού κράτους δικαίου και πρόνοιας που γνωρίζουμε. Αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε ότι ίσως η κατάσταση που ζήσαμε ως τώρα δεν ήταν παρά ένα απλό διάλειμμα ευημερίας και δικαιοσύνης που αφορούσε ένα μικρό χρονικό διάστημα μέσα στην απεραντοσύνη του ιστορικού χρόνου (δηλ. μερικές δεκαετίες, κυρίως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) κι ένα περιορισμένο κομμάτι της ανθρωπότητας (τον δυτικό κόσμο που λέγαμε και πιο πάνω). Επιστρέφουμε πλέον σε εποχές του παρελθόντος, πολύ πιο σκληρές απ’ ό,τι γνωρίσαμε στο σύντομο διάστημα μιας ανθρώπινης ζωής.

Επιστροφή στο παρελθόν λοιπόν, αλλά σε ποιό ακριβώς; Εδώ φαίνεται να υπάρχει ομοφωνία. Επιστρέφουμε στον Μεσαίωνα! Το λένε τόσοι άνθρωποι που δικαιολογημένα αγανακτούν και αντιδρούν στις διαφαινόμενες εξελίξεις. Ανάμεσά τους και πολλοί φίλοι (της πραγματικής ζωής και διαδικτυακοί), αλλά και άνθρωποι τους οποίους, χωρίς να γνωρίζω προσωπικά, θαυμάζω για τις πάντα εναργείς και εύστοχες πολιτικές και κοινωνικές τους αναλύσεις. Χαρά ο φίλος σας που θα έχει την τύχη να ζήσει την αναβίωση της αγαπημένης του ιστορικής περιόδου; Όχι ακριβώς. Γιατί αν νομίσατε προς στιγμήν ότι ο Ρογήρος ετοιμαζόταν να σας σερβίρει ένα (μάλλον κοινότοπο) ποστ πολιτικού περιεχομένου, πασπαλισμένο έστω με λίγη νοσταλγία κάνατε λάθος. Ο Ρογήρος θα συνεχίσει το βιολί του που είναι η υπεράσπιση της πιο συκοφαντημένης εποχής της Ιστορίας. Γιατί η φράση περί επιστροφής στον Μεσαίωνα δεν είναι παρά ένα ακόμη στερεότυπο που συνήθως εκφέρεται με όρους συμβατικού λόγου (είναι κάτι που το κοινό αναμένει και κατανοεί με σαφώς συγκεκριμένους όρους), χωρίς να προϋποθέτει διαδικασία επιβεβαίωσης ως προς την ιστορική αλήθεια. Συνήθως, αλλά όχι πάντα. Ορισμένοι από τους υποστηρικτές της ανάλυσης αυτής επιχειρούν να τεκμηριώσουν την άποψή τους, αναζητώντας σε θεωρητικό επίπεδο αναλογίες μεταξύ της σημερινής ζοφερής κατάστασης και του Μεσαίωνα. Τα επιχειρήματα είναι κατά κανόνα τα εξής: πρώτον, τέτοιες δυσμενείς συνθήκες εργασίας και ζωής μόνο στον Μεσαίωνα πρέπει να υπήρχαν. Δεύτερον, κι εδώ το επιχείρημα είναι πιο ενδιαφέρον γιατί ξεφεύγει εντελώς από τη συναισθηματική/ θυμική θεώρηση των πραγμάτων, η βασική αντιστοιχία των δύο περιόδων έγκειται στην ουσιώδη αποδυνάμωση της ισχύος των κρατικών οντοτήτων και στην ενίσχυση των ιδιωτικών κέντρων εξουσίας: στον Μεσαίωνα ήταν οι φεουδάρχες, σήμερα είναι οι μεγάλες επιχειρήσεις και τα οικονομικά συμφέροντα.

Είτε είναι συμβατικού ή θυμικού χαρακτήρα, είτε εκλογικευμένες και κατά τα φαινόμενα τεκμηριωμένες, οι απόψεις περί επιστροφής στον Μεσαίωνα γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία. Άλλωστε, δεν έχετε παρά να γκουγκλίσετε τη λέξη «Μεσαίωνας» για να διαπιστώσετε τη διάδοσή τους: στα πρώτα εκατό αποτελέσματα θα συναντήσετε γύρω στις 60 αναφορές στον «εργασιακό Μεσαίωνα» κι άλλες εικοσιπέντε στη σύγκριση μεταξύ δυστυχιών του σήμερα και του τότε. Ωστόσο, με ή χωρίς περίβλημα επιχειρηματολογίας, οι απόψεις αυτές απλώς απηχούν (ενσυνείδητα ή όχι) ένα κλισέ που δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα. Ας δούμε εν συντομία το γιατί.

Ι. Η πλάνη ως προς τη μεθοδολογία

1. Η επί της αρχής πλάνη: Καταρχήν και καταρχάς η σύγκριση μεταξύ δύο χρονικά απομακρυσμένων περιόδων της Ιστορίας είναι ως εκ της φύσεώς της παρακινδυνευμένη και, μάλλον εντελώς, αλυσιτελής, κατά μείζονα λόγο όταν δεδηλωμένος σκοπός της είναι η επιβεβαίωση ομοιοτήτων την ύπαρξη των οποίων έχουμε εκ των προτέρων αποδεχτεί. Πώς μπορούμε να συγκρίνουμε δύο εποχές των οποίων διαφέρουν ριζικά οι θεσμοί, η πολιτική και κοινωνική οργάνωση, οι τρόποι άσκησης εξουσίας και πολιτικής και οικονομικής εκμετάλλευσης, οι αντιλήψεις και οι νοοτροπίες των ανθρώπων κάθε περιόδου, ο τρόπος με τον οποίο εκλαμβάνουν τις κοινωνικές σχέσεις ή το μεταφυσικό; Η ύπαρξη ή όχι καπιταλιστικής οργάνωσης της οικονομίας και οι συνέπειές της σε επίπεδο θεσμών, δομών και ιεράρχησης της κοινωνίας, θα έπρεπε να αρκεί για να διαφοροποιήσει ριζικά τις δύο εποχές και να καταστήσει ατελέσφορη τη μεταξύ τους σύγκριση. Στην πραγματικότητα, η «επιτυχής» διεκπεραίωση του εγχειρήματος προϋποθέτει την προκρούστεια προβολή των ιδεών και των αντιλήψεων του σήμερα σε μια εποχή του παρελθόντος.

2. Ποιός Μεσαίωνας; Πότε και πού; Ακόμη, όμως, κι αν υποτεθεί ότι η σύγκριση είναι δυνατή, απαιτείται να καθορισθούν επακριβώς και οι προς σύγκριση περίοδοι. Ένας τέτοιος προσδιορισμός αφορά τόσο τον χρόνο όσο και τον τόπο. Είναι παράλογο να αντιμετωπίζουμε ως όλως ομοιόμορφη και στατική μια εποχή χιλίων περίπου χρόνων, της οποίας δυσκολευόμαστε αφάνταστα να ορίσουμε την αρχή και το τέλος ακόμη και εντελώς συμβατικά (πότε τελειώνει η Ύστερη Αρχαιότητα; πότε αρχίζει η Αναγέννηση;), όπως επίσης είναι παράλογο, αν επιτέλους κατορθώσουμε να οριοθετήσουμε τη χρονική περίοδο αναφοράς, να πιστέψουμε ότι η κοινωνική και πολιτική οργάνωση ήταν παντού η ίδια. Καθώς οι υποστηρικτές της άποψης ότι η παρούσα συγκυρία σηματοδοτεί επιστροφή στον Μεσαίωνα δεν κατονομάζουν, ούτε οριοθετούν χρονικά και τοπικά τί ονομάζουν Μεσαίωνα, πρέπει να συναγάγουμε από τα γραφόμενά τους την περίοδο και τον τόπο στον οποίο αναφέρονται. Όλες οι αναφορές και τα παραδείγματά τους φαίνεται να παραπέμπουν στην εποχή κατά την οποία και στους τόπους όπου επικράτησε το φεουδαλικό σύστημα οργάνωσης. Σύμφωνα με το προτεινόμενο μοντέλο σύγκρισης, τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα ταυτίζονται με τους φεουδάρχες, ενώ οι εργαζόμενοι της σύγχρονης εποχής με τους δουλοπάροικους. Ανταποκρίνεται αυτό το σχήμα στην ιστορική πραγματικότητα, έστω και σε ένα περιορισμένο πεδίο σύγκρισης;

ΙΙ. Η πλάνη ως προς τα ιστορικά δεδομένα

1.  Η επικράτηση της φεουδαρχίας δεν είναι ούτε καθολική, ούτε διαχρονική: Παρότι για τον σύγχρονο άνθρωπο η φεουδαρχία παρουσιάζεται ως το σήμα κατατεθέν του Μεσαίωνα, στην πραγματικότητα δεν αφορά ούτε ολόκληρη την ιστορική περίοδο, ούτε φυσικά όλες τις περιοχές της Ευρώπης (έστω της Δυτικής). Στην ολοκληρωμένη μορφή του, το φεουδαλικό σύστημα επικρατεί κατά τη διάρκεια μιας περιόδου περίπου τριών αιώνων (από το δεύτερο μισό του 11ου έως τα μέσα του 14ου αι.) και απαντά κυρίως στη Βόρεια Γαλλία (όπου και το αρχέτυπο του συστήματος), σε σημαντικό βαθμό στην Αγγλία των Νορμανδών και λιγότερο σε αγροτικές περιοχές της Γερμανίας και της υπόλοιπης Ευρώπης. Σημαντικό μέρος της Ευρώπης δεν γνωρίζει ουσιαστικά ποτέ τη φεουδαρχία. Οι εμπορικές «δημοκρατίες» της Ιταλίας διοικούνται συλλογικά από μια αριστοκρατία εμπόρων και επιχειρηματιών εν γένει: ήδη από το δεύτερο μισό του 10ου αι., το Αμάλφι εμφανίζει τα χαρακτηριστικά αυτά και προαναγγέλει τη δράση των πιο ολοκληρωμένων και σαφώς μακροβιότερων περιπτώσεων της Βενετίας, της Γένοβας ή της Πίζας. Στην πραγματικότητα, όλες σχεδόν οι ιταλικές πόλεις λειτουργούν με τον τρόπο αυτό (που είναι σαφέστατα περισσότερο συγκρίσιμος με τον καπιταλισμό των νεότερων χρόνων απ’ ό,τι η φεουδαρχία). Τα ίδια ισχύουν για τις πολυάριθμες ελεύθερες πόλεις της γερμανικής αυτοκρατορίας, αλλά και για άλλους τόπους με αντίστοιχη κοινωνική και οικονομική εξέλιξη.

2. Η εξομοίωση των σύγχρονων εργαζομένων με τους δουλοπάροικους του Μεσαίωνα είναι προβληματική: ας περιοριστούμε στον χώρο κυριαρχίας του φεουδαλικού συστήματος. Είναι δυνατό και θεμιτό να θεωρηθούν οι δουλοπάροικοι διαχρονικό συνώνυμο της ανθρώπινης εξαθλίωσης, όπως τουλάχιστον φαίνεται να πιστεύει ο μέσος σύγχρονος άνθρωπος; Η απάντηση είναι αρνητική, τούτο δε για πλείονες λόγους.

Πρώτον, μολονότι και για τους δουλοπάροικους τα μεσαιωνικά κείμενα χρησιμοποιούν τον όρο servus, δηλαδή αυτόν ακριβώς που για τους Ρωμαίους σήμαινε τον δούλο, το νομικό καθεστώς και η θέση των δουλοπάροικων του Μεσαίωνα απέχει παρασάγγες από αυτήν των δούλων της Αρχαιότητας, τουλάχιστον της ρωμαϊκής. Τόσο πολύ που αν ψάχνουμε να βρούμε μια τέτοια ρωμαϊκή αντιστοιχία, η σχέση κυρίου και δουλοπάροικου κατά τον Μεσαίωνα βρίσκεται πολύ πιο κοντά στη σχέση κυρίου και πελάτη στα χρόνια της Ρώμης. Ο δουλοπάροικος, καταρχάς, έχει νομική προσωπικότητα, αντιθέτως προς τον δούλο. Ως υποκείμενο δικαίου διαθέτει δικαιοπρακτική ικανότητα, έχει τη δική του περιουσία και φυσικά συνάπτει συμβάσεις για τη διαχείρισή της. Επιπλέον, η μεσαιωνική κοινωνία, ακόμη και στη φεουδαλική εκδοχή της, δεν χαρακτηρίζεται από τα στεγανά που εμείς τις αποδίδουμε. Όπως μαρτυρούν τα έγγραφα της εποχής, ένας δουλοπάροικος δεν είναι απαραίτητο καν να είναι αγρότης, μπορεί να είναι τεχνίτης που κατοικεί σε μια πόλη, ενώ επίσης μπορεί να συνάψει γάμο με άτομο που τυπικά έχει την ιδιότητα του ελεύθερου. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που αναφέρει ο Ζωρζ Ντυμπύ , σχολιάζοντας το έγγραφο μιας δικαιοπραξίας που βρισκόταν στα αρχεία της μονής του Κλυνύ: ο δουλοπάροικος Αλώμ, κάτοικος της κωμόπολης του Μπλανό, νυμφεύεται στο γειτονικό Οζάν τη Μαρχίλδη, γυναίκα που νομικά χαρακτηρίζεται ως ελεύθερη. Μαζί αποκτούν περιουσιακά στοιχεία τα οποία και διαθέτουν ελεύθερα, ενώ τα παιδιά τους υπάγονται στο νομικά ευνοϊκότερο καθεστώς, εν προκειμένω αυτό του ελεύθερου (Georges Duby «L’histoire continue«, coll. Points, εκδ. Seul, Παρίσι 1991, σελ. 63 επ.). Αν υπάρχει ένας σαφής περιορισμός για τον δουλοπάροικο, αυτός έγκειται στο ότι δεν μπορεί να εγκαταλείψει άνευ άλλου τινός τη γη που καλλιεργεί. Και πάλι, ο περιορισμός είναι σχετικός: αν το θέλει οπωσδήποτε, ο δουλοπάροικος μπορεί, με λίγο θάρρος, να εγκαταλείψει τον τόπο του και να αναζητήσει τη τύχη του αλλού. Αν ταξιδέψει κάπως μακριά (ας πούμε 500 χιλιόμετρα), δηλώσει ψευδώς ότι είναι ελεύθερος και δώσει όρκο υποταγής στον τοπικό άρχοντα (που δεν είναι απαραίτητα φυσικό πρόσωπο, μπορεί να πρόκειται για μια μονή ή έναν καθεδρικό ναό) θα καταφέρει να εγκατασταθεί και να προκόψει χωρίς πολλές σκοτούρες ή προβλήματα. Τα εργατικά χέρια είναι πάντα και παντού ευπρόσδεκτα στον Μεσαίωνα κι οι ντόπιοι δεν έχουν κανένα συμφέρον να ψάξουν διεξοδικά μήπως ο νεοφερμένος έχει κάποιον αφέντη που βρίσκεται πέντε μέρες μακριά (πρβλ. το παράδειγμα του πατέρα της Μαρχίλδης στο έγγραφο που παραθέτει ο Ντυμπύ, ibid., σελ. 59-60).

Δεύτερον, όπως ήδη διαπιστώσαμε, οι δουλοπάροικοι αποτελούν απλώς ένα τμήμα της φεουδαλικής κοινωνίας. Τα περισσότερα άτομα έχουν την ιδιότητα του ελεύθερου και φυσικά διαθέτουν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στην καθημερινότητά τους. Βεβαίως, ο άρχοντας ασκεί εξουσία, επιβάλλει και εισπράττει φόρους, δικάζει και τιμωρεί, άρα εκ των πραγμάτων καταπιέζει τους υποτελείς του. Ωστόσο, ουδόλως προκύπτει ότι αυτή η καταπίεση παρεκκλίνει σημαντικά από τον μέσο όρο της Ιστορίας. Σε κάθε περίπτωση δεν έχει τον χαρακτήρα της αμεσότητας που μας κάνουν να πιστεύουμε οι διάφορες ανιστόρητες μυθοπλασίες των νεότερων χρόνων, του στυλ jus primae noctis. Ακόμη και σε περιοχές όπου επικρατεί η φεουδαρχία, ο περισσότερος κόσμος δεν πρόκειται να δει σχεδόν ποτέ αυτόν που τυπικά είναι κυρίαρχός του. Ας θυμηθούμε το παράδειγμα του Μονταγιού (βλ. Emmanuel Le Roy Ladurie “Montaillou, village occitan, de 1294 à 1324“, Gallimard, Παρίσι 1975): το μικρό χωριό των Πυρηναίων υπάγεται στη δικαιοδοσία του κόμητος της Φουά. Αυτός ασκεί την εξουσία του μέσω δύο προσώπων: του καστελλάνου, όσον αφορά τα ζητήματα ασφάλειας, και του βαΐλου, για τις αστικές υποθέσεις (ο δεύτερος είναι σχεδόν πάντα κάποιος από τους προύχοντες του χωριού). Ο κόμης δεν πρέπει να έχει εμφανιστεί ποτέ στο χωριό. Η – απομακρυσμένη – εξουσία του δεν εκλαμβάνεται ως καταπίεση από τους κατοίκους. Αντιθέτως, ο κόμης είναι ιδιαίτερα αγαπητός, κυρίως γιατί αποτελεί τη μόνη ελπίδα προστασίας των χωρικών, πολλοί από τους οποίους έχουν ασπασθεί την «αίρεση» των Καθαρών, έναντι της Εκκλησίας και ειδικά της Ιεράς Εξέτασης.

Συμπερασματικά, αν κάποιος θέλει να βρει παραδείγματα εξαθλίωσης για να τα συγκρίνει με τις ζοφερές προοπτικές των σύγχρονων εργαζομένων, δεν έχει λόγο να τα αναζητήσει ειδικά στο Μεσαίωνα. Για να δούμε όμως αν μπορεί να σταθεί λογικά το δεύτερο σκέλος του μοντέλου σύγκρισης, δηλαδή η ταύτιση των φεουδαρχών του Μεσαίωνα με τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα της εποχής μας.

3. Η εξομοίωση των σύγχρονων οικονομικού χαρακτήρα κέντρων εξουσίας με τους φεουδάρχες είναι προβληματική: Ως κοινός παρονομαστής μεταξύ του Μεσαίωνα και των εξελίξεων της εποχής μας προβάλλεται η απίσχνανση της κεντρικής εξουσίας του κράτους και η αντίστοιχη ενδυνάμωση ιδιωτικών κέντρων εξουσίας. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι εσχάτως οι κρατικές οντότητες εμφανίζονται να παραιτούνται από σημαντικό μέρος των εξουσιών τους, τις οποίες μεταθέτουν ή αποδέχονται τον σφετερισμό τους από πόλους εξουσίας οικονομικού/ επιχειρηματικού χαρακτήρα. Η τάση αυτή επιδεινώνεται εξαιτίας της αδυναμίας (και της έλλειψης βουλήσεως) που επιδεικνύει η κρατική εξουσία όσον αφορά τον έλεγχο των οικονομικών παραγόντων, έλεγχος που έχει καταστεί εκ των πραγμάτων δύσκολος εξαιτίας του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου οικονομικού περιβάλλοντος. «Παρομοίως», στον Μεσαίωνα η κεντρική εξουσία εμφανίζεται εξαιρετικά αδύναμη έναντι των τοπικών φεουδαρχών, οι οποίοι ασκούν σχεδόν απόλυτη εξουσία στην περιοχή δικαιοδοσίας τους.

Εντούτοις, και στην περίπτωση αυτή οι ομοιότητες είναι μάλλον επιφανειακές. Η σύγκριση πάσχει για τους λόγους που θα παραθέσουμε συνοπτικά κατωτέρω.

α. Η διαφορά ως προς τον τρόπο κατανομής και άσκησης της εξουσίας: με αρκετή ελευθερία, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η κατανομή της εξουσίας στον Μεσαίωνα (βασιλιάς-φεουδάρχες) είναι μάλλον κάθετη, ενώ στην εποχή μας (κρατικές οντότητες-οικονομικά συμφέροντα) οριζόντια. Στον Μεσαίωνα υπάρχει κατά τόπον κατάτμηση ομοειδούς εξουσίας. Η εξουσία που ασκεί ο βασιλιάς δεν διαφοροποιείται ποιοτικά από αυτήν που ασκούν οι φεουδάρχες, παρά μόνον ως προς τα όρια της κατά τόπον δικαιοδοσίας. Κατά τα λοιπά, τόσο στην περίπτωση του βασιλιά όσο και αυτή των φεουδαρχών πρόκειται για την κλασσική μορφή εξουσίας που  συναντούμε, σε πιο εξελιγμένη μορφή, και στα σύγχρονα κράτη (εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική, στρατιωτική και αστυνομική, επιβολής φόρων κ.ο.κ.). Το μόνο που ξεχωρίζει την κεντρική εξουσία από τις κατά τόπους, είναι τελικά η θέση του βασιλιά ως επικυρίαρχου των φεουδαρχών, η οποία ισοδυναμεί με μια μάλλον χαλαρή εποπτεία. Σήμερα, αντιθέτως, οι οικονομικοί παράγοντες δεν ασκούν εξουσία με τον ίδο τρόπο που το πράττουν τα κράτη: καθορίζουν τις συνθήκες των αγορών, ασκούν οικονομικές και άλλες πιέσεις στην εκτελεστική εξουσία, χειραγωγούν την κοινή γνώμη μέσω φίλα προσκείμενων ΜΜΕ κ.ο.κ. Επιπλέον, το ίδιο οικονομικό κέντρο εξουσίας δεν δρα στην επικράτεια ενός μόνον κρατικού μορφώματος, αλλά περισσοτέρων, ενδεχομένως και σε παγκόσμιο επίπεδο. Συνεπώς, ο ένας πόλος διαφοροποιείται από τον άλλο ως προς την άσκηση εξουσίας και τοπικά και ποιοτικά, στοιχείο που δεν υπάρχει στη φεουδαρχία του Μεσαίωνα.

β. Η διαφορά ως προς τον χαρακτήρα της εξουσίας: Είναι προφανές ότι σήμερα η εξουσία που ασκείται από οικονομικά συμφέροντα είναι απρόσωπη. Φορείς της είναι επιχειρηματικά σχήματα με μορφή συνήθως εταιρική που είναι δύσκολο έως αδύνατο να προσωποποιηθούν. Άλλωστε και αφεαυτής η άσκηση τέτοιας εξουσίας έχει ακαθόριστο χαρακτήρα, από την άποψη ότι δεν μπορεί να προσδιορισθεί σε ποιό ποσοστό καθόρισε την μία ή την άλλη εξέλιξη καθένας από τους οικονομικούς παράγοντες ξεχωριστά. Σε κάθε περίπτωση, η εξουσία των οικονομικών συμφερόντων εκλαμβάνεται ως απρόσωπη από τους ίδιους τους εξουσιαζόμενους (οι οποίοι συχνά αδυνατούν να κατανοήσουν ποιός ακριβώς είναι ο υπεύθυνος για κάποιο δυσμενές γι’ αυτούς αποτέλεσμα, για αυτό και κατηγορούν συλλήβδην τα κέντρα οικονομικής εξουσίας, συνήθως μαζί με τους εκάστοτε φορείς της εκτελεστικής εξουσίας, ή καταφεύγουν σε θεωρίες συνωμοσίας). Στο σημείο αυτό, η διαφορά με την κατάσταση στα χρόνια του Μεσαίωνα είναι χαοτική.

Η σχέση εξουσιαστή και εξουσιαζομένου κατά τον Μεσαίωνα είναι σαφώς προσωπική. Η σύναψή της προϋποθέτει την αποδοχή και των δύο μερών. Δεν υπάρχει τίποτε χαρακτηριστικότερο ή πιο συμβολικό για τη φεουδαλική κοινωνία του Μεσαίωνα από  το hommage (λατ. hommagium, hominium hominagium, βλ. René Fédou e.a. «Lexique historique du Moyen Âge«, coll. cursus, εκδ. Armand Colin, Παρίσι 1995, λήμμα hommage, σελ. 85-86). Στα ελληνικά το αποδίδουμε συνήθως ως «όρκο υποτελείας», αλλά η μετάφραση αυτή αδυνατεί να περιγράψει πλήρως την έννοια του θεσμού. Το hommage περιλαμβάνει βεβαίως μια τελετή, κατά την οποία ο υποτελής-βασσάλος γονατίζει μπροστά στον επικυρίαρχό του, του δίνει τα χέρια του και στη συνέχεια προφέρει τον όρκο υποτελείας σ’ αυτόν. Πρωτίστως, όμως, είναι μια αμφοτεροβαρής σύμβαση μεταξύ του βασσάλου και του επικυρίαρχου. Ο βασσάλος αναλαμβάνει στρατιωτική υποχρέωση, δεσμευόμενος να συνδράμει στην άμυνα και ασφάλεια των εδαφών του επικυρίαρχου (ost, υποχρέωση χρονικής διάρκειας 40 ημερών ετησίως) και να συμμετέχει σε στρατιωτικές επιχειρήσεις του δεύτερου εκτός των εδαφών του (chevauchée), να τον συμβουλεύει σε θέματα διοίκησης, άμυνας και απονομής δικαιοσύνης και, τέλος, να του παράσχει τη βοήθειά του στις λεγόμενες τέσσερις περιπτώσεις (συνεισφορά στα λύτρα για την απελευθέρωση του κυρίου σε περίπτωση αιχμαλωσίας του, στα έξοδα για την εκπαίδευση του πρωτότοκου γιου του κυρίου ως ιππότη, στα έξοδα του γάμου της μεγαλύτερης κόρης του και στις δαπάνες που θα υποβληθεί ο κύριος αν εκστρατεύσει σε σταυροφορία). Από την πλευρά του, ο επικυρίαρχος εγγυάται για την ασφάλεια του βασσάλου, της οικογένειας και των ανθρώπων του και του παραχωρεί ένα φέουδο, μεταβιβάσιμο κληρονομικά στους απογόνους του βασσάλου (βλ. Didier Cariou «La Méditerranée au XIIe siècle«, coll. Que sais-je?, αριθ. 3299, εκδ. PUF, Παρίσι.1997, σελ. 9). Βέβαια, οι δομές και οι σχέσεις της μεσαιωνικής κοινωνίας αποδεικνύονται πάντα πιο σύνθετες απ’ ό,τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως: τίποτε δεν εμποδίζει έναν κατώτερο άρχοντα να δώσει όρκο υποτελείας σε περισσότερους του ενός επικυρίαρχους. Η πλειονότητα κυρίων μπορεί να προκαλέσει σύγκρουση καθηκόντων στον βασσάλο, στην όχι και τόσο απίθανη περίπτωση που θα έρθουν αντιμέτωποι δύο από τους επικυρίαρχούς του. Προκειμένου να επιλυθούν τέτοιες συγκρούσεις, ο Μεσαίωνας εφευρίσκει τον θεσμό του hommage lige, την κατά προτεραιότητα υποτέλεια δηλαδή: στρατιωτική υποχρέωση οφείλεται πρωτίστως στον άρχοντα του οποίου κατέστη λίζιος ο βασσάλος.

Το hommage δεν περιορίζεται στις σχέσεις μεταξύ αρχόντων. Έστω και χωρίς το ίδιο λαμπρές τελετές, επικυρώνει την ιεραρχική υποταγή και του απλού λαού, περιλαμβανομένων και των δουλοπάροικων. Κατά κανόνα, άλλωστε, κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν θέτει σε αμφισβήτηση τη σχέση υποτέλειας. Όχι μόνο γιατί αυτό επιτάσσει η κυρίαρχη αντίληψη της εποχής, αλλά και γιατί πρακτικά η σχέση είναι ακριβώς αυτή της αμφοτεροβαρούς συμβάσεως. Ο άρχοντας υποχρεούται να εγγυηθεί την προστασία όλων των υποτελών του. Στο κάτω-κάτω, αυτή την έννοια δεν έχει κι η γνωστή γαλλική φράση «noblesse oblige»; Το να είσαι άρχοντας συνεπάγεται υποχρώσεις. Αυτό δηλαδή που δεν συμβαίνει με τους «φεουδάρχες» της εποχής μας, που διεκδικούν τα πάντα, ζητούν οτιδήποτε, επιβάλλουν όσα επιθυμούν, ενώ οι υποτελείς τους (που δεν έδωσαν κανένα όρκο υποτελείας) καταλήγουν να έχουν μόνο υποχρεώσεις.

Συνεπώς, η όποια ομοιότητα Μεσαίωνα και σύγχρονων δεινών είναι απλώς φαινομενική. Κι αν επιθυμούμε οπωσδήποτε να μιλήσουμε για επιστροφή στο παρελθόν, δεν υπάρχει λόγος να αναζητήσουμε το πρότυπο σε μακρινές εποχές. Αυτό που μας απειλεί δεν είναι άλλο από μια επιστροφή στην εποχή του πρωτόγονου, άγριου και χωρίς κανόνες καπιταλισμού του τέλους του 18ου και του 19ου αι., εποχή κατά την οποία (παρά τον Διαφωτισμό, θα συμπλήρωνα με κάποια δόση χαιρεκακίας) οι εργαζόμενοι δεν έχουν κανένα άλλο δικαίωμα πέραν του πενιχρού μισθού τους, ενώ οι έννοιες της ασφάλισης, της σύνταξης και των άλλων εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων είναι εντελώς άγνωστες. Όπως, όμως, έχουμε ξαναπεί, συμφέρει καλύτερα ο αποπροσανατολισμός μέσω της παραπομπής σε μια εποχή πιο μακρινή, ουσιαστικά άγνωστη εκτός από τη μυθοποιημένη εικόνα της. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγονται οι επικίνδυνοι συνειρμοί και η σύνδεση με πιο κοντινές ιστορικές περιόδους, ευχερέστερα συγκρίσιμες με το παρόν. Η καμπούρα της φεουδαρχίας μπορεί να εισπράξει περισσότερες ξυλιές απ’ ό,τι ο πρώιμος καπιταλισμός.

5+1 σημειώσεις για την κρίση

Ιουνίου 9, 2010

Απόψε, όλως εξαιρετικά, το Ιστολόγιο του Ρογήρου φιλοξενεί ένα κείμενο που δεν είναι γραμμένο από τον οικοδεσπότη. Διάφοροι λόγοι με οδήγησαν σ’ αυτήν την επιλογή. Το άρθρο έχει συνταχθεί από τον εξαιρετικό φίλο Κώστα Ζαφείρη, έναν άνθρωπο τον οποίο εκτιμώ ιδιαίτερα για πολλούς λόγους, μεταξύ των οποίων και για την ικανότητά του να παρατηρεί με ψυχραιμία και διαύγεια τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις. Οι απόψεις του εκφράζουν σε μεγάλο βαθμό κοινούς προβληματισμούς μας. Το θέμα του κειμένου είναι φυσικά η ελληνική κρίση, σε όλα τα επίπεδά της. Για μένα προσωπικά έχει ιδιαίτερη αξία, γιατί ο Κώστας προβαίνει σε διαπιστώσεις που αφορούν αλλαγές συμπεριφοράς και νοοτροπίας τις οποίες δεν μου επιτρέπει να διακρίνω η απόστασή μου από την πατρίδα. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για ένα κείμενο που καταγράφει τις μεταβολές και τους δισταγμούς μιας κοινωνίας σε σύγχυση και προβληματισμό, μιας κοινωνίας που έχει χάσει όλες σχεδόν τις βεβαιότητες και τις εγγυήσεις του πολύ πρόσφατου παρελθόντος και επιχειρεί να επανακαθορισθεί υπό συνθήκες που κυμαίνονται μεταξύ της βαθιάς ανησυχίας και του πανικού. Παραθέτω το κείμενο του Κώστα χωρίς να αλλάξω απολύτως τίποτα, απλώς προσθέτοντας μερικές προφανείς υπογραμμίσεις:

 «1. Μετά από χρόνια, κατά τα οποία νομίσαμε – ατομικά ή/και συλλογικά – ότι τα ζητούμενα της πολιτικής είναι «ουδέτερες» αξίες (αποτελεσματικότητα, διαφάνεια, δημόσια διαβούλευση, λογοδοσία, συνευθύνη και άλλα παλαιά και καινοφανή), που νομίσαμε ακόμα ότι, μια σειρά από τεχνικές διακυβέρνησης μπορεί και να αποσκοπούν στο απροσδιόριστο «γενικό συμφέρον», η πραγματικότητα της κρίσης επαναφέρει με δραματικό τρόπο τις ταξικές σχέσεις, την ταξική ουσία της πολιτικής στο προσκήνιο. Οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία, η συρρίκνωση και η βαθμιαία εξαθλίωση των μεσαίων στρωμάτων, η όξυνση των αντιθέσεων και των χασμάτων , είναι ξανά εδώ. Κι ενώ εμείς ξεθάβουμε τα σκονισμένα αναλυτικά μας εργαλεία μήπως και βγάλουμε άκρη με τη συγκυρία, ο γερο Κάρολος χαμογελάει δικαιωμένος, κάτω από τα γενιομούστακά του.

2. Την ίδια στιγμή που το λεγόμενο πολιτικό σύστημα τραντάζεται από μια καθοριστική κρίση, την ίδια στιγμή που οι σχέσεις εκπροσώπησης διαρρηγνύονται βαθύτατα, την ίδια στιγμή που η «πολιτική» εξοβελίζεται ως κάτι βαθιά βρώμικο και διεφθαρμένο… την ίδια ώρα η Πολιτική επιστρέφει δυναμικά. Και μάλιστα στο σκληρό πυρήνα της: την οικονομία που αποκαλύπτει σχέσεις εξουσίας. Αποκαλύπτεται έτσι ξανά στα μάτια μας ότι η δημοκρατία δεν είναι πασαρέλα κι επικοινωνία, αλλά πεδίο κοινωνικών συγκρούσεων, όσο κι αν πολλοί επιμένουν να τις καμουφλάρουν. Οι πολιτικοί μας εξανίστανται αγανακτισμένοι ότι «δεν είμαστε όλοι ίδιοι». Έχουν δίκιο. Κι επειδή δεν είναι όλοι ίδιοι, κάποιοι είναι μαζί μας – με τις δυνάμεις της εργασίας, με τους μη προνομιούχους, με τους μη έχοντες και κατέχοντες, με τους αδικημένους – και κάποιοι εναντίον μας. Σ’ αυτούς και σ’ αυτές εναπόκειται ν’ αποφασίσουν και να το κάνουν δημόσια γνωστό. Διαφορετικά ας μην κλαίγονται ότι τους παίρνει όλους και όλες μαζί η μπάλα.

3. Καταρρέει η ονειρώδης αυταπάτη ότι μπορούσαμε να διαχειριστούμε ατομικά τη ζωή μας. Ότι διαθέταμε τις στοιχειώδεις εκείνες εγγυήσεις που μας άφηναν περιθώριο καθοριστικών ατομικών επιλογών: στον τρόπο ζωή μας, στη συμπεριφορά μας, στις καταναλωτικές ή μη συνήθειές μας. Ήταν γοητευτική αυτή η αυταπάτη, περιέχουσα μια ψευδαίσθηση ελευθερίας. Σήμερα αυτές οι ελάχιστες εγγυήσεις δεν υπάρχουν και διαπιστώνουμε ότι αυτή η ελευθερία ήταν ολωσδιόλου ανάπηρη καθώς λέει ο ποιητής. Τα μικρά περιθώρια ατομικών επιλογών εξαφανίζονται μπροστά στην ευρύτερη συμπίεση δικαιωμάτων, εναλλακτικών λύσεων, εισοδημάτων και όχι μόνο. Ναι, είμαστε ακόμα διαφορετικοί αλλά: 1. δεχόμαστε τα ίδια χτυπήματα και 2. τα χτυπήματα έχουν την ίδια αφετηρία. Με άλλα λόγια η ίδια τράπεζα μας πιάνει από το λαιμό για τις δόσεις, αδιάφορο αν τα δανεικά τα ξοδέψαμε σε στεγαστικό δάνειο, σε επώνυμα πάσης φύσεως αξεσουάρ, σε ταξίδια, σε ακριβά αυτοκίνητα, ή σε ξενόγλωσσα dvd και βιβλία… 

4. Η περιχαρακωμένη και καλά προστατευμένη – νομίζαμε… – ιδιωτική μας σφαίρα παραβιάζεται βάναυσα. Η δημόσια σφαίρα – οι περικοπές, η αβεβαιότητα, η ακρίβεια, η ανεργία, η συνειδητοποίηση του πόσο ανίσχυροι είμαστε τελικά – εισβάλλει θριαμβευτικά στο μικρόκοσμό μας. Οι εντάσεις στο φιλικό και οικογενειακό περιβάλλον μας, με αφορμή τα «απανωτά πλήγματα» που δεχόμαστε πολλαπλασιάζονται. Η ένταση παραβιάζει τις ερμητικά κλεισμένες θύρες του δήθεν απαραβίαστου ασύλου μας. Ανακαλύπτουμε εκ νέου την ταξική φύση –ακόμα και- των διαπροσωπικών μας σχέσεων. «Ανακαλύπτουμε» -ίσως γιατί μέχρι σήμερα το γνωρίζαμε μόνο θεωρητικά- ότι ανάμεσα μας, ανάμεσα στους φίλους μας υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, με διαφορετικές δυνατότητες και ευκαιρίες. Ναι θα συνεχίσουμε ν’ αγαπιόμαστε, αλλά σύντομα θα πάψουμε να συχνάζουμε στα ίδια μαγαζιά ή να κάνουμε μαζί διακοπές, δε θα έχουμε περιθώρια να μας απασχολούν και να κουβεντιάζουμε τα ίδια πράγματα. Όσο οι αδήριτες ανάγκες της επιβίωσης και του βιοπορισμού μας θα αναδύονται απαιτητικές, η ανοχή  σε συμπεριφορές με άλλες – υλικές ή μη – αναφορές θα εξανεμίζεται. Θα υπάρξουν παρέες που θα διαλυθούν, φιλίες που θα ξεθωριάσουν, σχέσεις που θα μείνουν στα μισά.

5. Όλοι μιλούμε περισσότερο για την κρίση και τις εξελίξεις. Ανοίγουν στόματα και πολλαπλασιάζονται όσοι νιώθουν ότι «κάτι έχουν να πουν». Είναι ενδεικτικό το πόσο αδιάφορα και ανόρεχτα γίνονται πλέον οι γνωστές ποδοσφαιροκουβέντες (για να μιλήσω για κάτι που γνωρίζω) σε χώρους δουλειάς και σε παρέες. Νιώθουμε ότι άλλα είναι τα σοβαρά κι άλλα είναι αυτά που μας καίνε. Συχνά αυτές οι συζητήσεις μοιάζουν κακόφωνες βαβέλ που δεν οδηγούν πουθενά. Συχνά δεν έχουν και νόημα. Ακροβατούν ανάμεσα σε ομαδική ψυχοθεραπεία και σε αδιέξοδα ψυχοδράματα. Δεν υπάρχουν ταμπού και πρωτόκολλα: χωράνε απόψεις από την επίκληση ενός ισχυρού Φύρερ που πρέπει να έρθει, μέχρι αδιαπραγμάτευτες στεντόρειες κραυγές «Όλη η εξουσία στα σοβιέτ». Σ’ αυτές τις επαναλαμβανόμενες, διαρκείς, συγκρουσιακές, τραυματικές, ενοχικές, λυτρωτικές συζητήσεις χτίζονται εύθραυστες συλλογικότητες, ετερόκλητες συμμαχίες, απροσδόκητες συνευρέσεις. Συχνά ο σταμπαρισμένος ρατσιστής εθνικιστής «στη βγαίνει από αριστερά», ενώ ο ιστορικά αριστερός και στρατευμένος κάνει επικλήσεις στην υπευθυνότητα. Οι κουβέντες κρύβουν ρήξεις και κραδασμούς σε στάσιμα νερά, πολλές φορές τις φοβόμαστε, ωστόσο γίνονται. Ανάλογα πως το βλέπει κανείς, ανάλογα με το τι τελικά προσδοκά, όλες αυτές αι συζητήσεις μπορεί απλά να είναι μαζική εκτόνωση την ώρα του καφέ. Ή μπορεί και κάτι άλλο να εγκυμονούν. Θα δείξει…

6. Σ’ αυτό το αδιευκρίνιστο, ομιχλώδες, οργισμένο κι αναβράζον σκηνικό, πληθαίνουν ολούθε οι ετερόκλητες φωνές που, πατώντας σταθερά στη συγκυρία, ευαγγελίζονται τη Μέγιστη Ποθούμενη Σωτήρια Αλλαγή. Την Εκτροπή. Γιατί περί αυτού πρόκειται: οι πληρωμένοι ρουφιανεύοντες νυν και αει κονδυλοφόροι και οι οσφυοκάμπτες διανοούμενοι  προσδοκούν εν μέσω σκοτεινών ονειρώξεων την έλευση του Ικανού Αυτοδημιούργητου Επιχειρηματία εκθειάζοντας αρετές και προτερήματα. Ο πάλαι ποτέ ευφυής, αλλά σήμερα ανερμάτιστος, αγόμενος και φερόμενος Μίκης με νέο – πολλοστό! – διάγγελμά του καλεί τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας σε ξεκάθαρη συνταγματική εκτροπή: να διορίσει κυβέρνηση άξιων και ικανών (ποιών;) που θα προκηρύξει εκλογές για Συντακτική Εθνοσυνέλευση.  Από κοντά κι ο Καρατζαφύρερ σε επιδείξεις σοβαρότητας και εθνικής ευθύνης, στο απλόχερο κι ευρύχωρο βήμα που του παρέχουν τα κανάλια,  οραματίζεται οικουμενικές κυβερνήσεις εθνικής σωτηρίας. Όσο για τον Πάγκαλο –της γνωστής οικογενείας- αλλά και το Φον Μιχαλάκη μιλάει η πρακτική τους. Αλλά και στο μικρόκοσμο. Ο συνδικαλιστής της ΔΑΚΕ, ο ίδιος που πέρσι τέτοια εποχή έβαζε και τα δυο χέρια στη φωτιά για την ακεραιότητα και τη σοφία του Καραμανλή, ρητόρευε προχθές ωρυόμενος προς τους πολιτικούς «αποτύχατε κύριοι αποτύχατε! Να έρθει κυβέρνηση τεχνοκρατών να μας σώσει». Αλλά και οι άκαπνοι ταλιμπάν του νέο παπανδρεϊσμού στη Χίο (για παράδειγμα), απαγορεύουν με ειδικό ουκάζιο τη συμμετοχή αιρετών του ΠΑΣΟΚ στην αυτοδιοίκηση σε συσκέψεις για τον «Καλλικράτη» ή συκοφαντούν θρασύδειλα απεργούς εκπαιδευτικούς, έχουν βλέπεις επωμιστεί τη σωτηρία μας πέρα από θεσμούς κι επιλογές κι έχουν πάρει στα σοβαρά το ρόλο τους! Τέλος, ο προώρως γηράσας, φευγομενοφεύγω, πατερούλης Αλαβάνος προτείνει «χαλαρή σχέση με τη Βουλή για το ΣΥΡΙΖΑ» – τώρα που δεν είναι πλέον Βουλευτής ο φαρισαίος! -. Όποιος μιλήσει για θεσμούς και δημοκρατία εισπράττει τη χλεύη, φαντάζει γελοίος. Απέναντι σ’ όλα αυτά είναι απείρως εντιμότερη και πιο ξεκάθαρη η στάση των σταλινικών πρωθιερέων του ΚΚΕ περί συντάγματος, αλλαγής του και ανατροπής του ακόμη. Στο κάτω κάτω έχει και μια σοβαρή ιστορική τεκμηρίωση και αναφορά. Η ουσία είναι ότι η Εκτροπή υπάρχει πλέον σε πολλά μυαλά, μπαίνει «νομιμοποιημένη» σε συζητήσεις. Δε θα είναι, ας ελπίσουμε, εκτροπή της ξιφολόγχης και της ερπύστριας, μπορεί να ενδυθεί άλλο μανδύα, αλλά θα σημαίνει έτσι κι αλλιώς: περιστολή δικαιωμάτων, αυταρχικές λύσεις, εκχώρηση ελευθεριών, περισσότερη βουβαμάρα, περισσότερη ιδιώτευση. Θα περίμενε κανείς μια σθεναρή αντίσταση από το υπάρχον πολιτικό προσωπικό. Σε τελική ανάλυση έχουν εκλεγεί, εκτός των άλλων και για να υπερασπίζουν κάποιους θεσμούς. Σιωπούν ντροπαλά. Αλλά στο βάθος αναρωτιέμαι, πόσοι και πόσες από τους 300 για παράδειγμα δεν είναι έτοιμοι για δουλοπρεπείς γονυκλισίες στον αυριανό «Καίσαρα» που θα τους εξασφαλίσει την ασήμαντη πολιτική τους επιβίωση, και τον πολιτικό τους «άρτον τον επιούσιον». Αλλά όταν τη Δημοκρατία, τη λειψή δημοκρατία έστω δεν την υπερασπίζεσαι, γίνεται Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Κι όλοι ξέρουμε τι ακολούθησε…»   

Επισημάνσεις Ρογήρου: Ας μου επιτραπεί να διατυπώσω κι εγώ κάποιες σκόρπιες σκέψεις για ό,τι συμβαίνει. Πέρασε ήδη ένας μήνας από τότε που κατέθετα την αγωνία μου για το μέλλον της Ελλάδας, δύο μήνες από τότε που η χώρα υπαγόταν στον μηχανισμό «σωτηρίας» του ΔΝΤ (ή, αν προτιμάτε της τρόικας ΔΝΤ-ΕΚΤ-Ευρωπαϊκής Επιτροπής), και ειλικρινά δυσκολεύομαι να διακρίνω τί ακριβώς άλλαξε, τί ακριβώς συντελέσθηκε από τη μία ή την άλλη ημερομηνία. Οι βάναυσες περικοπές των μισθών και των συντάξεων είναι σίγουρα γεγονός. Η κατάργηση του συνόλου σχεδόν των εργασιακών και κοινωνικοασφαλιστικών δικαιωμάτων μια βεβαιότητα που πρόκειται να πραγματοποιηθεί λίαν προσεχώς. Η εντεινόμενη ασφυξία της αγοράς το ίδιο. Από κει και πέρα τί; η αίσθηση μιας ζοφερής ατμόσφαιρας που φέρνει μαζί της τη συμφορά αλλά δεν είναι εύκολο να διακρίνεις τί απ’ αυτήν ανήκει ήδη στην πραγματικότητα και τί είναι οπτασία ή προβολή στο μέλλον. Πανικός και απάθεια μαζί. Ελάχιστες πράξεις. Ακόμη πιο λίγες προτάσεις για λύσεις. Σε μια ώρα που η Αριστερά είναι αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε, ένα τμήμα της συνεχίζει να ζει μακάριο στον εικονικό του κόσμο, δέσμιο ιδεοληψιών που λίγα μπορούν να προσφέρουν για μια ρεαλιστική αντιμετώπιση της κρίσης, ενώ ένα άλλο αλληλοσπαράσσεται, βγάζει στην επιφάνεια τους πιο μικροπρεπείς εγωϊσμούς του, μας δίνει να καταλάβουμε ότι δεν είναι καν απλό άθροισμα μονάδων, παρά ένα σώμα που διαλύεται με την ακλόνητη πεποίθηση ότι κατέχει την απόλυτη αλήθεια. Όσο για τις πολιτικές δυνάμεις των «κομμάτων εξουσίας» αυτές κινούνται σαν ένα ωραίο εκκρεμές ανάμεσα στον αγώνα για την προάσπιση τιποτένιων μικροκομματικών σκοπιμοτήτων και στον ρόλο του θλιβερότατου μεταπράτη. Αυτόν τον τελευταίο ρόλο τον διεκδικεί επίζηλα και μεγάλη μερίδα του «σοβαρού» Τύπου, καθώς «έγκριτα» έντυπα συναγωνίζονται να μας πείσουν ότι το «ΔΝΤ είναι φίλος μας» και βγάζουν άναρθρα κελεύσματα για υπακοή. Καταξιωμένοι σχολιαστές εφευρίσκουν τον «Μπάρμπα Μήτσο» από τα βάθη της ελληνικής επαρχίας για να του φορτώσουν όλες τις αμαρτίες της νεότερης Ελλάδας, από τους εξοπλισμούς ως τη δημιουργία κρατικών οργανισμών με ομιχλώδες αντικείμενο και πιθανό σκοπό το βόλεμα ημετέρων. Μέσω του κατασκευάσματος της συλλογικής ευθύνης προωθείται η δημιουργία πειθήνιων μαζών που δεν πρόκειται να σηκώσουν ξανά κεφάλι ούτε να αντιμιλήσουν, γιατί στο κάτω-κάτω «φταίμε όλοι».

Προφανώς, μπορεί να αντιταχθεί εκ νεόυ το γνωστό επιχείρημα ότι «δεν προτείνονται λύσεις». Θα απαντήσω ότι η διατύπωση προτάσεων προϋποθέτει τον καθορισμό των επιδιωκόμενων στόχων. Και από αυτή την άποψη βλέπω μόνο το απέραντο κενό. Με άλλα λόγια δεν μπορώ να κατηγορήσω το ΔΝΤ επειδή επέβαλε ένα πρόγραμμα «εξυγίανσης» του οποίου αποκλειστικός στόχος είναι η διασφάλιση των απαιτήσεων των πιστωτών του ελληνικού Δημοσίου. Αυτή είναι σε τελική ανάλυση η δουλειά του. Από την ελληνική κυβέρνηση, από τις ελληνικές πολιτκές δυνάμεις εν γένει, περιμένω άλλα πράγματα. Και όχι μόνο δεν τα βλέπω, αλλά και δεν ελπίζω πια. Παρακαλώ θερμά, ας ανεβεί επιτέλους στη σκηνή η κοινωνία των πολιτών. Όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά για να αποδείξει ότι είναι κάτι απτό και υπαρκτό κι όχι ένα νεφελώδες κατασκεύασμα που ευφάνταστοι σύμβουλοι έβαλαν στα στόματα μέτριων πολιτικών.

Ζητείται ελπίδα…

Μαΐου 7, 2010

Όταν πριν από επτά περίπου μήνες ξεκινούσα αυτό το ιστολόγιο ομολογώ ότι φλέρταρα με την ιδέα να το χρησιμοποιήσω ως βήμα έκφρασης των απόψεών μου σχετικά με όλα τα θέματα που με ενδιέφεραν. Έτσι, ανάμεσα στις αρχικές αναρτήσεις του ιστολογίου είχα δημοσιεύσει κι ένα μικρό (και μάλλον κοινότοπο) άρθρο πολιτικού περιεχομένου, το οποίο αντιμετώπιζε το γεγονός της πρόσφατης, τότε, εκλογής της κυβέρνησης με αρκετή αισιοδοξία. Δεν χρειάζεται να πω ότι από τότε πολλά άλλαξαν. Σε καθαρά «ιστολογικό» επίπεδο, γρήγορα αντιλήφθηκα ότι ένα ακόμα ιστολόγιο ποικίλης ύλης δεν είχε ουσιαστικό λόγο ύπαρξης. Κατάλαβα (και σ’ αυτό βοήθησαν πολύ οι φίλοι σχολιαστές και αναγνώστες) ότι το καλύτερο (και για μένα και για εκείνους) που μπορούσα να κάνω ήταν να εστιάσω την προσοχή μου στο αντικείμενο που αγαπούσα περισσότερο, δηλαδή την Ιστορία και μάλιστα αποκλειστικά τις περιόδους που για διάφορους λόγους θεωρούσα συναρπαστικότερες. Έτσι καταλήξαμε σε ένα αμιγώς ιστορικό ιστολόγιο, επιλογή για την οποία δεν μετανιώνω καθόλου.

Για πολλούς και διάφορους λόγους δεν είχα κατορθώσει να ανανεώσω το ιστολόγιο εδώ και πέντε εβδομάδες. Εδώ και κάποιες μέρες είχα έτοιμο ένα κομμάτι (το πρώτο της σειράς) για τον Διονύσιο των Συρακουσών και χθες μπόρεσα να το επεξεργαστώ και να το δημοσιεύσω. Καλώς ή κακώς, δεν είμαι από τους ανθρώπους που πιστεύουν ότι η επικαιρότητα πρέπει να τους υπαγορεύει τους ρυθμούς της ζωής τους. Χτες, όμως, τα πράγματα διέφεραν: οι συγκυρίες το έφεραν ώστε η βαθειά κρίση που ταλανίζει τη χώρα μας να γνωρίσει μια (πρώτη; πρόσκαιρη σε αναμονή άλλων;) δραματική κορύφωση. Και πράγματι ένιωσα ενοχές που συνέχισα μια δραστηριότητα που μου χαρίζει ευχαρίστηση την ίδια ώρα που οι εγκληματικές πράξεις ανθρωποειδών (κτηνωδώς βλακών, ασυγχώρητα φανατικών ή σιχαμένων υπηρετών δόλιων σχεδίων – κρατείστε την εκδοχή ή τις εκδοχές που θεωρείται πιο πιθανή/ πιθανές) έκοβαν το νήμα τεσσάρων ζωών. Όταν ζεις 2.500 χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα αδυνατείς μερικές φορές να νιώσεις έγκαιρα τον σφυγμό των γεγονότων. Κι έτσι ξαφνικά ό,τι συνέβαινε στην Αθήνα έκανε τον Διονύσιο, τον Ρογήρο ή τον Φρειδερίκο να χάσουν την όποια αξία μπορεί να είχαν στο πλαίσιο μιας απλής αφήγησης ιστορικών γεγονότων. Σαν μια μικρή εξιλέωση για την αστοχία, σαν εκπλήρωση ενός χρέους απέναντι στον εαυτό μου, τα αγαπημένα μου πρόσωπα και τους φίλους μου (που βλέπουν με απόγνωση αυτά που συμβαίνουν τώρα στην Ελλάδα και, κυρίως, τα χειρότερα που πρόκειται να έρθουν), είπα κι εγώ να γράψω δυό γραμμές, αναζητώντας μια εξήγηση και, πρωτίστως, μια ελπίδα, ξέροντας ότι πολλοί πιο άξιοι ιστολόγοι τα έχουν ήδη πει καλύτερα.

Ποιός φταίει; Ναι, πρέπει καταρχήν να δεχτώ αυτό που μας λένε, δηλαδή ότι όλοι φταίμε για τη σύγχρονη ελληνική κατάντια. Όταν, όμως, λέμε όλοι πρέπει να εννοήσουμε κάθε φυσικό πρόσωπο που έζησε ή ζει στη χώρα αυτή και κάθε νομικό πρόσωπο που άσκησε ή ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα (άρα και τον μετανάστη που προσαρμόσθηκε στα καθ’ ημάς ήθη, και την «αλλοδαπή» επιχείρηση που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα και τους δανειστές του δημοσίου μας, ανεξαρτήτως ιθαγένειας ή έδρας). Οι απλοί άνθρωποι φταίμε γιατί γίναμε συνένοχοι στην καταστροφή της χώρας μας, με αντάλλαγμα τον διορισμό του παιδιού μας στο δημόσιο και στις επιχειρήσεις του ή την νομιμοποίηση του αυθαιρέτου μας. Φταίμε γιατί οι σχέσεις με τους πολιτικούς μας πήραν τέτοια μορφή που μπροστά τους ωχριούν οι πελατειακές σχέσεις στα χρόνια της Ρώμης. Φταίμε γιατί χτίσαμε όπως και όπου βρίσκαμε, καταστρέφοντας το φυσικό περιβάλλον και σοδομίζοντας κάθε έννοια αισθητικής. Φταίμε γιατί φοροδιαφύγαμε ή γίναμε συνένοχοι και ανεχθήκαμε τη φοροδιαφυγή συμπολιτών μας, ξεχνώντας ότι κάθε ευρώ φόρου που χανόταν, χανόταν και για τα σχολεία των παιδιών μας, τα νοσοκομεία μας ή τους δρόμους στους οποίους οι ίδιοι θα κυκλοφορούσαμε. Φταίμε λοιπόν… Όμως, δεν είναι ίδια η ευθύνη όλων μας. Το πιο μεγάλο μερίδιο ανήκει στους ηγέτες μας, στις πολιτικές, οικονομικές και πνευματικές ελίτ, με δυό λόγια σε όσους καθόρισαν, άμεσα ή έμμεσα,  τους κανόνες του παιχνιδιού. Το να στοχοποιούμε και να ενοχοποιούμε συλλήβδην κοινωνικές ή επαγγελματικές ομάδες δεν βοηθά και πολύ, εκτός κι αν ο σκοπός είναι η δημιουργία μιας κατ’ ευφημισμόν κοινωνίας που θα απαρτίζεται από πειθήνια και υποτακτικά όντα. Να γιατί ο καταναγκασμός σε ομολογίες του τύπου «κι εγώ φταίω για τη χρεωκοπία της χώρας» δεν έχει καμία χρησιμότητα αν στόχος είναι η αναδιάρθρωση της κοινωνίας σε υγιείς βάσεις. Με πολίτες ηττημένους και γεμάτους ενοχές δεν πας πουθενά, εκτός κι αν σκοπός σου είναι να γίνεις ο δικτάτοράς τους.

Το νεοελληνικό κράτος χτίστηκε πάνω σε σαθρά θεμέλια. Εξαρτημένο από ξένες δυνάμεις (στις οποίες χρωστούσαμε εν πολλοίς την ύπαρξη του κράτους μας και εν μέρει την εθνική μας ταυτότητα), έχοντας υιοθετήσει όλες τις παθογένειες τις οθωμανικής διοίκησης (χωρίς να πάρει τίποτε από τα θετικά της), το κράτος μας πορεύτηκε κουτσά στραβά, ελπίζοντας στις ευτυχείς συγκυρίες, στις φωτεινές εξαιρέσεις και στον όποιο πατριωτισμό των πολιτών του. Οι πολιτικοί του συχνά αποδεικνύονταν είτε απλώς ανεπαρκείς είτε μεταπράττες αλλότριων συμφερόντων (και κάποιες φορές και τα δύο). Ακόμη και μετά την μεταπολίτευση τα μοιραία σφάλματα συσσωρεύονταν. Κοινωνική πολιτική με δανεικά, υπερδιόγκωση του δημόσιου τομέα και οργάνωσή του με τρόπο που ούτε τον πολίτη υπηρετούσε ούτε τα ίδια τα συμφέροντα του κράτους (οι υπεράριθμοι υπάλληλοι του Δημοσίου και των ΔΕΚΟ δεν αυτοδιορίζονταν: οι πολιτικοί μας αντιμετώπιζαν το Δημόσιο σαν πάρκινγκ ψηφοφόρων), διασπάθιση των κοινοτικών κονδυλίων και ενισχύσεων. Όμως, οι επιδοτήσεις που μας έδινε απλόχερα η ΕΕ δεν είχαν ως σκοπό ούτε να γεμίσουν τις τσέπες των εκάστοτε εκλεκτών του καθεστώτος ούτε να γίνουν χαρτζηλίκι των μικρομεσαίων ή των αγροτών για να ξοδευτούν σε τζιπούρες και πορνομπάρ. Σκοπούσαν, λ.χ. ως προς του αγρότες να τους ενισχύσουν στη μετάβαση σε καλλιέργεις που κρίνονταν βιώσιμες και σχετικά επικερδείς για το μέλλον ή, απλούστατα, σε άλλα επαγγέλματα. Κι ακόμη στη δημιουργία εκπαιδευτικών και επιχειρηματικών δομών που θα καθιστούσαν την κοινωνία και την οικονομία μας ανταγωνιστική. Καμία ελληνική κυνέρνηση δεν είπε την αλήθεια στους πολίτες ούτε τους οδήγησε σε επιλογές που θα μπορούσαν να αποδειχθούν επωφελείς.

Ειδικά η κυβέρνηση των ετών 2004-2009 κέρδισε με το σπαθί της τον τίτλο της χειρότερης από τη μεταπολίτευση και πέρα. Σαν έτοιμη από καιρό, υιοθέτησε όλες τις κακές συνήθειες της προκατόχου της και τις επιδείνωσε. Αποδείχθηκε ανίκανη ακόμη και να διεκπεραιώσει τις τρέχουσες υποθέσεις. Δανείστηκε ασύστολα τεράστια ποσά. Υπερδιόγκωσε το Δημόσιο, πολλαπλασιάζοντας τους υπαλλήλους του, τους δημόσιους οργανισμούς άνευ αντικειμένου, τα αμειβόμενα ΔΣ και επιτροπές. Κι όλα αυτά χωρίς να υπολογίσουμε την απίστευτη διαφθορά.

Η διάδοχός της γρήγορα διακρίθηκε στους ερασιτεχνισμούς και τις αδεξιότητες. Με «αθωώτητα» ανακάλυψε ξαφνικά τη μαύρη τρύπα των δημοσιονομικών κι έπειτα άρχιζε να διαλαλεί την αδυναμία και τον κίνδυνο χρεωκοπίας urbi et orbi. Με αυτόν τον τρόπο η Ελλάδα αυτοστοχοποιήθηκε, προσελκύοντας τα κάθε λογής αρπακτικά της κερδοσκοπίας. Έπειτα, κι ενώ ζητιάνευε βοήθεια, άρχισε να κάνει διπλωματικά παιχνίδια σχετικά με το ποιός θα ήταν ο καλύτερος σωτήρας κι επικαλέσθηκε το ευαγές ίδρυμα που λέγεται ΔΝΤ, αντί να πιέσει για μια 100% ευρωπαϊκή λύση. Πρέπει να προσέχεις τί εύχεσαι, γιατί μπορεί να σου συμβεί. Ελλείψει στιβαρών ηγετών στην Ευρώπη, το ΔΝΤ μπήκε στο παιχνίδι. Έπειτα το καλέσαμε να κοπιάσει. Άλλο, που δεν ήθελε. Κι, όμως, μπορούσαμε  να καθορίσουμε μόνοι μας σε κάποιο έστω βαθμό τους όρους τους προγράμματος «εξυγίανσης» της οικονομίας και της κοινωνίας μας, αντί να αφήσουμε την υπόθεση αυτή σε ανθρώπους που (λογικότατα) αδιαφορούν για την ευμάρεια και το βιοτικό επίπεδό μας. 

Μπορούν τα μέτρα να μας σώσουν; Τα μέτρα λιτότητας που συμφωνήθηκαν (επιβλήθηκαν;) έχουν συγκεκριμένο χαρακτήρα και μονοσήμαντη κατεύθυνση. Άγριες περικοπές μισθών και συντάξεων, απώλεια εργασιακών κεκτημένων, κατακρεούργηση ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Κι ακόμα, τσεκουράτη διπλή αύξηση του ΦΠΑ και των έμμεσων φόρων. Στο βάθος; Νέες περικοπές και μειώσεις, απώλεια και των τελευταίων εργασιακών και κοινωνικοασφαλιστικών δικαιωμάτων, νέοι φόροι και εισφορές, συρρίκνωση της δημόσιας εκπαίδευσης και του δημόσιου συστήματος υγείας, οριστικό τέλος του κοινωνικού κράτους, Καμία διαρθρωτική αλλαγή που θα χτυπήσει τις πάγιες παθογένειες του νεοελληνικού κράτους. Όπως διαπιστώνουμε, τα μέτρα έχουν σαφείς κερδισμένους, για τη διάσωση των οποίων λειτουργούν (οι ελληνικές τράπεζες, εν γένει η επιχειρηματική ελίτ της χώρας, οι δανειστές της κ.λπ.) και αδιαμφισβήτητα χαμένους (τους μισθωτούς και συνταξιούχους). Πώς είναι δυνατό να τύχουν λαϊκής αποδοχής; Επομένως, είναι ατελέσφορα αν ο στόχος είναι να οδηγηθεί η χώρα σε καλύτερη πορεία. Μου δημιουργείται η εντύπωση ότι για κάποιους η Ελλάδα είναι ένα πολύ ενδιαφέρον πειραματόζωο (ως ευρωπαϊκό κράτος και μέλος της ευρωζώνης είναι πολύ πιο ενδιαφέρον από την Αργεντινή του 2001) στο οποίο μπορούν να δοκιμαστούν οι πιο ακραίες νεοφιλελεύθερες πρακτικές (κι όποιος αντέξει). Το ΔΝΤ είναι από τη φύση του οργανισμός εμφορούμενος από τέτοιες ιδέες. Όσο για την ΕΕ, τόσο σε επίπεδο πολιτικών ηγεσιών όσο και σε θέσεις κλειδιά της γραφειοκρατίας έχουν πληθύνει επικίνδυνα αυτοί που ασπάζονται τις συμπαθείς αυτές αγγλοσαξωνικές ιδέες περί απολύτως ελεύθερης αγοράς, που μπορούν να μας γυρίσουν σε μαύρες σελίδες της ανθρώπινης ιστορίας. Ακόμα. λοιπόν, κι αν τα μέτρα «πετύχουν», αυτό που θα έχει συμβεί θα είναι μια χώρα με καλύτερους αριθμούς ως προς το δημοσιονομικό χρέος και ταυτόχρονα με ανεργία 30% και μεγάλο τμήμα του πληθυσμού της εξαθλιωμένο (ενώ όλο σχεδόν το υπόλοιπο θα έχει απωλέσει κάθε ελπίδα «βελτίωσης» του βιοτικού του επιπέδου). Μπορείτε, ακόμη, να φανταστείτε τί είδους κοινωνικές αναταραχές μπορεί να συνεπάγεται μια τέτοια κατάσταση. Και τώρα σκεφτείτε ότι  πληθαίνουν οι φωνές (βλ. την πρόσφατη αρθρογραφία του Πωλ Κρούγκμαν) που υποστηρίζουν ότι,  κατά πάσα πιθανότητα, ούτε αυτούς τους «νεοφιλελεύθερους» στόχους δεν πρόκειται να πετύχει το πρόγραμμα λιτότητας. Οπότε και αναδιαπραγμάτευση του χρέους θα χρειαστεί (πείτε την απλά στάση πληρωμών ή μάλλον χρεωκοπία) και έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη (οπότε τσιμπάτε με το καλημέρα μια γενναιότατη υποτίμηση που θα διαλύσει την αγοραστική δύναμη του κατοίκου της Ελλάδας). Οπότε; Μπορεί κάτι να μας σώσει;

Ποιοί αποκλείεται να μας σώσουν: Το καταλάβατε: μεταξύ άλλων, οι «μεγαλοδημοσιογράφοι» μας και η κατ’ όνομα «πνευματική» ηγεσία μας. Χρονίως πάσχοντες από ιδεοληπτικές αγκυλώσεις, επιφανειακοί, υπηρέτες συμφερόντων, όλοι διαγκωνίζονται να πλειοδοτήσουν στον ξεπεσμό της ελληνικής κοινωνίας. Πάνω απ’ όλα μ’ εντυπωσιάζει πόσες φωνές πρότειναν εσχάτως ως λύση τη… συνταγματική εκτροπή (την οποία ονομάζουν ευσχήμως αναστολή ισχύος συνταγματικών διατάξεων ή συγκρότηση «κυβέρνησης σοφών» στην οποία θα μετέχουν αιφνιδίως πλουτίσαντες μεγαλοεπιχειρηματίες και γραφικοί απόμαχοι της διπλωματίας και της πολιτικής ζωής). Ο Θεός να μας φυλάει από αυτό που απεργάζονται τα μυαλά τους!

Τί μπορεί να βοηθήσει; Ακόμη και τώρα που είναι πολύ αργά, είναι δυνατό να γίνουν κάποιες σωτήριες κινήσεις. 

– Λύση δεν είναι αφεαυτής η διόρθωση των οικονομικών μεγεθών, αλλά η ανάπτυξη που θα βοηθήσει και τις επιχειρήσεις και τους μισθωτούς.

– Έλεγχος της παραοικονομίας και της φοροδιαφυγής. Η παραοικονομία υπολογίζεται σε μεγέθη που κυμαίνονται μεταξύ του 30% και του 50% της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας. Αν ελεγχθεί έστω και το ένα τέταρτό της, το Δημόσιο θα έχει απίστευτο κέρδος και θα εισπράξει φόρους που δεν έχει ονειρευτεί.

– Κατανομή των βαρών κατά τρόπο δίκαιο και αναλογικό. Άρα, και οι επιχειρήσεις πρέπει να επωμισθούν κάποια φορολογικά βάρη και να μη μείνουν στο απυρόβλητο λόγω ιδεοληψιών περί απολύτως ελεύθερης αγοράς.

– Ορθολογική αναδιάρθρωση του υπερτροφικού δημόσιου τομέα, έτσι ώστε να εξυπηρετεί τον πολίτη και το κρατικό συμφέρον. Σταδιακή κατάργηση άχρηστων οργανισμών και διευθύνσεων (χρειαζόμαστε σε κάτι τις περιβόητες διευθύνσεις «ψυγεία», οι οποίες δεν έχουν ουσιαστικό αντικείμενο και υφίστανται μόνο και μόνο για να «εκτοπίζουν» οι κυβερνήσεις τους εκλεκτούς του αντιπάλου;). Πλήρης κατάργηση των αμειβόμενων επιτροπών του Δημοσίου. Κατάργηση μερικών εκατοντάδων διευθυντικών θέσεων που επανδρώνονται με πολιτικά κριτήρια και κομματικά στελέχη, ενώ η δουλειά θα μπορούσε να γίνει χωρίς επιβάρυνση με το δυναμικό του δημόσιου τομέα (και ξεχάστε τα παραμύθια για τους «μάγους μάνατζερ» που θα έρθουν από τον ιδιωτικό τομέα και θα «απογειώσουν το δημόσιο», γιατί α) η ευδόκιμη θητεία στον ιδιωτικό τομέα δεν εγγυάται και γνώση των ιδιαιτεροτήτων του δημοσίου και β) είδαμε τους μάγους στην πράξη και συνήθως επρόκειτο για κομματικά στελέχη και τίποτε περισσότερο).

– Εξορθολογισμός των δαπανών του Δημοσίου. Μόνο στον χώρο της δημόσιας υγείας, η ορθολογική και σύννομη διενέργεια των προμηθειών υλικού, μηχανημάτων και φαρμάκων θα εξοικονομούσε για το Δημόσιο ποσά που δεν θα τα κέρδισε ακόμη κι αν μείωνε τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων στο μισό (σχετικές οικονομικές μελέτες υπάρχουν, δεν μιλάμε για επιστημονική φαντασία, απλά δεν υπάρχει η βούληση να δυσαρεστήσουμε κάποιους).

– Κι επειδή μόνοι μας, ακόμη και με όλα τα παραπάνω μπορεί να μη τα καταφέρουμε, ας προσευχηθούμε και για μια αλλαγή κατεύθυνσης σε επίπεδο ΕΕ που θα απομακρύνει την Ευρώπη από το ψευδοϊδανικό της χαλαρής ένωσης-αγοράς χωρίς σύνορα, για να την οδηγήσει σε μια ουσιαστική ομοσπονδία που θα την διέπουν οι αρχές του κράτους δικαίου, αυτές που την κατέστησαν υπόδειγμα κοινωνικής και οικονομικής ευημερίας. Δύσκολο, αλλά πάντα μπορούμε να ελπίζουμε. Ας μη λησμονούν οι φίλοι Ευρωπαίοι συνάδελφοι, ότι δεν υπάρχει λόγος να επιχαίρονται με τη δίκαιη τιμωρία των τεμπέληδων και απατεώνων Ελλήνων. Μπορεί τα πειράματα που δοκιμάζονται στην ελληνική κοινωνία να χτυπήσουν σύντομα την πόρτα τους. Και τότε, θα κηδέψουμε όλοι μαζί το κοινωνικό κράτος ως μια εφήμερη κατάκτηση, μια παρένθεση σε μια ιστορία σκληρή κι αμείλικτη με τους ανθρώπους.

– Τέλος, όλοι οφείλουμε να κάνουμε και την αυτοκριτική μας και να αλλάξουμε τους εαυτούς μας, Να συνειδητοποιήσουμε ότι η καταβολή φόρων μπορεί να είναι και προς όφελος όλων μας. Να αποκτήσουμε κι εμείς συλλογική συνείδηση και να φροντίζουμε περισσότερο τα κοινά από τα σπίτια μας. Να ονειρευτούμε ότι η Ελλάδα μπορεί κι αυτή να αποκτήσει συλλογικές υποδομές και κοινωνικές παροχές όπως αυτές που βλέπουμε στην Ευρώπη και τις θαυμάζουμε σαν κάτι εξωγήινο που δεν μπορεί να υπάρξει στη χώρα μας ποτέ. Και να νοιαστούμε λίγο περισσότερο για τον συνάνθρωπο και συμπολίτη μας (μελό, έ… πόση σημασία όμως έχει).

Ορίστε, έγραψα κι εγώ τις κοινότοπες αράδες μου, ξεθύμανα και νιώθω πως έκανα και το καθήκον μου. Κι όμως… Γράφοντάς τες ένιωθα την καρδιά μου να ματώνει.

Υπόσχομαι λοιπόν να επιστρέψω σ’ αυτό που γνωρίζω κι αγαπώ. Να περιδιαβαίνω μοναχά τα ερείπια του Σελινούντα και τα ανάκτορα στις εξοχές του Παλέρμου. Να ατενίζω τον Ώξο στη σκιά ενός κορινθιακού κιονόκρανου. Να διηγούμαι ιστορίες ανθρώπων που έζησαν πριν χίλια ή και δυό χιλιάδες χρόνια. Κι, ίσως, με τις απλές, καθημερινές πράξεις να λέω σιωπηρά μια προσευχή για τη χώρα μου…                       

ΜΚΟ και στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα του Μεσαίωνα – μια αιρετική σύγκριση

Οκτώβριος 28, 2009

Η ιδέα για τη σύγκριση που επιχειρείται με την παρούσα ανάρτηση γεννήθηκε πριν από τρία περίπου χρόνια, εξαιτίας ενός άρθρου γνωστού Έλληνα διανοουμένου, ο οποίος, προκειμένου να αποδείξει τη βασική θέση του ότι η ανθρωπότητα κινείται σε κατεύθυνση διαρκούς προόδου, ανέφερε τις μη κυβερνητικές οργανώσεις ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της εποχής μας. Πόσο πρωτότυπη είναι αυτή η μορφή οργάνωσης και δράσης; Ας το εξετάσουμε μέσα από μια σύγκριση που θα φανεί σε πολλούς παράδοξη, σε κάποιους αιρετική και βέβηλη.

Βεβαίως, εύκολα μπορεί να εμπλακεί κάποιος σε μια ατέρμονη συζήτηση σχετικά με τις μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ). Καλό θα ήταν λοιπόν να διευκρινίσω ευθύς εξαρχής τη θέση μου: η εμφάνιση, η διάδοση και η δράση των ΜΚΟ στις σύγχρονες κοινωνίες αποτελεί αδιαμφισβήτητα θετική εξέλιξη. Οπωσδήποτε υπάρχουν και ΜΚΟ «σφραγίδες», ΜΚΟ που έχουν μόνο σκοπό να αποσπούν οικονομικές ενισχύσεις από κράτη ή από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ΜΚΟ που η δράση τους ταιριάζει περισσότερο σε κρατικές μυστικές υπηρεσίες παρά σε οργανισμούς με ανθρωπιστικούς σκοπούς. Για όλες αυτές τις εξαιρέσεις υπάρχουν ασύγκριτα περισσότερες ΜΚΟ που προασπίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και παρέχουν ανθρωπιστικό έργο σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Ίσως, άλλωστε, το σοβαρότερο μειονέκτημα των ΜΚΟ να έγκειται σε μια έμμεση (και ακούσια) συνέπεια της ύπαρξής τους: η δράση τους προσφέρει στα κράτη την πρόφαση ώστε να ατονίσει η όποια ανάμειξη του Δημοσίου στον χώρο της κοινωνικής αλληλεγγύης. Το κράτος πρόνοιας συρρικνώνεται με την αιτιολογία ότι κάποιοι άλλοι (δηλαδή οι ΜΚΟ) τα καταφέρνουν καλύτερα στον τομέα αυτό. Θα με συγχωρήσετε, αλλά προτιμώ την ενεργό συμμετοχή του κράτους, όχι μόνο γιατί αποτελεί υποχρέωσή του, όχι μόνο γιατί δεν υπάρχει καμία εγγύηση διάρκειας και συνέχειας ως προς την προσφορά έργου εκ μέρους ιδιωτικών οργανώσεων, αλλά κυρίως διότι ως πολίτης μπορώ να ελέγξω το κράτος (κατά κάποιο τρόπο έστω), όχι όμως και έναν ιδιωτικό φορέα. Η συνέργεια δημόσιου και ιδιωτικού τομέα είναι αναγκαία. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η εθύνη για τον κίνδυνο αυτό δεν προσάπτεται στις ΜΚΟ, αλλά στο κράτος.

Ο στόχος, επομένως, δεν είναι να τεθεί υπό αμφισβήτηση η αναντίρρητη χρησιμότητα των ΜΚΟ, αλλά να εξετασθεί το κατά πόσο αποτελούν ένα εντελώς πρωτότυπο για την εποχή μας φαινόμενο. Φυσικά, αν ληφθεί υπόψη το σύνολο των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων τους, οι ΜΚΟ συνιστούν πρωτότυπη έκφραση της σύγχρονης κοινωνίας. Κάποια επιμέρους χαρακτηριστικά τους, όμως, απαντούν σε διάφορες προγενέστερες ιστορικές περιόδους. Πιθανότατα δε, υπάρχει ένα ιστορικό προηγούμενο που συγκεντρώνει την πλειονότητα των γνωρισμάτων των οργανώσεων αυτών.  

Ας βάλουμε, όμως, τα πράγματα σε μια σειρά. Καταρχάς, ο σκοπός: μεγάλη μερίδα ΜΚΟ έχει ως κύριο (ή και αποκλειστικό σκοπό) την παροχή ανθρωπιστικού (σε ευρεία έννοια) έργου. Ο σκοπός αυτός είναι παρεμφερής, και σε σημαντικό βαθμό ταυτίζεται, με τη φιλανθρωπία. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι μέχρι πολύ πρόσφατα συναντούσαμε πολυάριθμες φιλανθρωπικές οργανώσεις και σωματεία με δραστηριότητα παρόμοια αυτής κάποιων ΜΚΟ. Σήμερα, οι πάλαι ποτέ φιλανθρωπικές οργανώσεις εμφανίζονται πλέον ως μη κυβερνητικές. Επίσης, η φιλανθρωπία αποτελεί έργο που απαντά διαχρονικά στις ανθρώπινες κοινωνίες, ανεξαρτήτως ιστορικής περιόδου: η κοινωνική δράση των επιφανών πολιτών των αρχαίων ελληνικών πόλεων, το φιλανθρωπικό έργο της εκκλησίας (χριστιανικής και όχι μόνο) ή των πολιτικά και οικονομικά ισχυρών κατά τον Μεσαίωνα και τα νεότερα χρόνια αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα μιας διαχρονικής ανθρώπινης συμπεριφοράς που, εκτός των άλλων, υπαγορεύεται από θεμελιώδεις ανάγκες του ανθρώπου. Σαφέστατα υπάρχουν κάποιες ουσιαστικές διαφορές: αναφερόμαστε σε δράση πολύ πιο περιορισμένη σε γεωγραφική έκταση (δεδομένου ότι συχνά δεν ξεπερνά τα γεωργαφικά όρια μιας κρατικής οντότητας) και ποικιλία δράσεων και σε ορισμένες περιπτώσεις (όπως αυτή των οργανώσεων που εντάσσονταν στις δομές της εκκλησιαστικής οργάνωσης) οπωσδήποτε πιο περιορισμένης ανεξαρτησίας από τις σημερινές ΜΚΟ.

Υπάρχει, εντούτοις, ένα ιστορικό παράδειγμα οργανωμένης ανθρώπινης δράσης που προσομοιάζει σε αυτήν των ΜΚΟ. Όσο και αν αυτό φαίνεται παράδοξο, πρόκειται για τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα* του Μεσαίωνα και πιο συγκεκριμένα το Τάγμα των Πτωχών Ιπποτών του Χριστού και του Ναού του Σολομώντα, τους γνωστότερους ως Ναΐτες, και το Τάγμα του Νοσοκομείου του Αγίου Ιωάννου της Ιερουσαλήμ, δηλαδή τους Ιωαννίτες (αφήνουμε κατά μέρος τους Τεύτονες Ιππότες, σκοπός των οποίων κατέστη σχετικά γρήγορα η δημιουργία ενός Ordensstaat, δηλαδή μιας ουσιαστικά κρατικής οντότητας διοικούμενης από το Τάγμα). Στο σημείο αυτό, εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς πώς είναι δυνατό να συγκρίνονται ανθρωπιστικές οργανώσεις με τάγματα που υπηρέτησαν ένα θρησκευτικό και πολιτικό ιμπεριαλισμό και είχαν ως κύρια δραστηριότητα τον πόλεμο, την αιτία τόσων δεινών για την ανθρωπότητα. Κι ακόμη, πώς είναι δυνατό να επιχειρείται σύγκριση μεταξύ των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κάποιων θρησκευτικών οργανώσεων που απετέλεσαν έκφραση του επεκτατισμού και της μισσαλοδοξίας των μεσαιωνικών κοινωνιών της Δύσης στο πλαίσιο των σταυροφοριών; Στην πραγματικότητα, η προκείμενη σύγκριση προϋποθέτει ότι δεν θα ληφθούν υπόψη αξιολογικές κρίσεις, όσον αφορά τον σκοπό των μεσαιωνικών ταγμάτων, οι οποίες βασίζονται στις αντιλήψεις της σύγχρονης εποχής. Έτσι κι αλλιώς, κάτι τέτοιο θα ήταν ανακόλουθο από την άποψη των βασικών αρχών περί ιστορικής μελέτης. Εάν ξεχάσουμε αυτό που η σύγχρονη δυτική κοινωνία θεωρεί κατά πλειοψηφία ηθικά ορθό, τότε θα διαπιστώσουμε ότι οι ΜΚΟ και τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα του Μεσαίωνα έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά.

– Ο σκοπός τους (ανθρωπιστικό έργο και προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για τις μεν, υπεράσπιση με στρατιωτικά μέσα των Αγίων Τόπων, δηλ. των φραγκικών κρατών που ιδρύθηκαν στη Συρία-Παλαιστίνη με την πρώτη σταυροφορία, προστασία των προσκυνητών και παροχή σ’ αυτούς καταλύματος και στοιχειώδους ιατρικής περίθαλψης για τα δε) είναι σκοποί που κρίνονται από τις κοινωνίες στις οποίες απευθύνεται το «μήνυμα» των οργανώσεων (δηλ. από τις  ανεπτυγμένες κοινωνίες του λεγόμενου δυτικού κόσμου και την καθολική χριστιανική Δύση, αντίστοιχα) ως «καλοί», ηθικοί, δίκαιοι και άξιοι ενίσχυσης. Εξυπακούεται ότι η κρίση αυτή βασίζεται στις εκάστοτε επικρατούσες αντιλήψεις. Λόγος για ταύτιση ως προς το περιεχόμενο του σκοπού και τη δράση αυτή καθαυτή μπορεί να γίνει, σε κάποιο βαθμό, μεταξύ ορισμένων ΜΚΟ και των Ιωαννιτών για το χρονικό διάστημα μέχρι το 1135-1140, δηλ. πριν αναπτύξουν στρατιωτική δραστηριότητα μιμούμενοι τους Ναΐτες.

– Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε μορφές οργάνωσης οι οποίες είναι «υπερεθνικές»/ μη κρατικές (ως προς τη σύσταση και τη δομή τους) και διεθνείς (όσον αφορά τη στρατολόγηση των μελών τους). Και οι μεν και τα δε δεν έχουν κρατικό χαρακτήρα, είναι οργανώσεις αυτόνομες κα, συνήθως, καιι ουσιαστικά ανεξάρτητες (τα μεσαιωνικά τάγματα χρειάζονταν κατά κάποιο τρόπο την παπική έγκριση. Ακόμη, ο πάπας είχε την τυπική εξουσία να διαλύσει κάποιο από αυτά, όπως συνέβη στην περίπτωση των Ναϊτών και του Κλήμεντος του Ε΄, το 1312. Εντούτοις, στην πράξη τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα διέθεταν μεγάλη αυτονομία στη δράση τους). Επίσης, αν και μη κρατικού χαρακτήρα, τόσο οι ΜΚΟ όσο και τα μεσαιωνικά τάγματα απευθύνονται στα κράτη προκειμένου να τύχουν της ουσιαστικής έγκρισης της δράσης τους και να λάβουν υλική και ηθική ενίσχυση. Το ίδιο πράττουν και σε σχέση με τους πολίτες των κοινωνιών-αποδεκτών του μηνύματός τους επιζητώντας έκριση σκοπού και ενίσχυση.

Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε εσωτερική οργάνωση με σαφή ιεραρχία και διαδικασίες διοίκησης που συχνά δεν είναι διαφανείς για το κοινό/ για αυτούς που δεν είναι μέλη. Υπάρχει κεντρική διοίκηση, πιο δημοκρατική βεβαίως στην περίπτωση των ΜΚΟ (αν και ο μέγας μάγιστρος είναι ουσιαστικά primus inter pares και δεν λαμβάνει ποτέ σημαντικές αποφάσεις χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με τους αξιωματούχους του τάγματος). Επιπλέον, η γεωγραφική οργάνωση είναι αξιοπρόσεκτη και για τις δύο κατηγορίες οργανώσεων: οι σπουδαιότερες ΜΚΟ έχουν μεγάλη γεωγραφική εξάπλωση και διαθέτουν εθνικά/ ανά κράτος παραρτήματα ή και τοπικά παραρτήματα τόσο στις περιοχές δράσης όσο και στις περιοχές ενίσχυσης/ στρατολόγησης. Το ίδιο παρατηρείται και στην περίπτωση των στρατιωτικών θρησκευτικών ταγμάτων με τις διοικητικές υποδιαιρέσεις σε επαρχίες, baillies και διοικήσεις (commanderies) που ισχύουν και στις περιοχές ουσιαστικής (δηλ. στρατιωτικής) δράσης των ταγμάτων (Συρία-Παλαιστίνη, Κύπρος, Ελλάδα, νοτιοδυτική Ισπανία) και στις περιοχές όπου τα τάγματα αναζητούν ηθική και υλική ενίσχυση και στρατολογούν νέα μέλη. Συνήθως οι τοπικοί αξιωματούχοι κατάγονται ακριβώς από τις περιοχές όπου καλούνται να διοικήσουν «παραρτήματα» του τάγματος: η εντοπιότητα είναι συνήθως εχέγγυο για καλύτερες σχέσεις με τις τοπικές κοινωνίες και τις ελίτ τους. Και φυσικά, όπως οι σημαντικές ΜΚΟ έχουν μέλη πολλών και διαφόρων ιθαγενειών, έτσι και τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα είχαν διεθνή σύνθεση. Θα μπορούσε κάποιος να αντιτάξει ότι στα μεσαιωνικά τάγματα παρατηρείται μια ποσοτική και ποιοτική επικράτηση ανθρώπων που κατάγονται από τον γεωγραφικό χώρο της σημερινής Γαλλίας, κάτι που αντικατοπτρίζεται στην καταγωγή και των περισσότερων μεγάλων μαγίστρων**. Αυτό εξηγείται από την πολιτική και δημογραφική σημασία της Γαλλίας κατά τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Πρέπει ακόμη να υπομνησθεί ότι ο γαλλικός γεωγραφικός χώρος δεν αποτελεί ενιαία πολιτική οντότητα, ούτε καν γλωσσική ή εθνοτική. Ο Προβηγκιανός ή ο Ωβερνιάτης του 12ου-13ου αι. δύσκολα θα θεωρήσει ομοεθνή του αυτόν που κατάγεται από το Ιλ ντε Φρανς ή από τη Νορμανδία. Και, φυσικά, δεν υπάρχουν παραδείγματα σύγχρονων ΜΚΟ όπου σε απόλυτους αριθμούς και όσον αφορά την κατοχή νευραλγικών θέσεων υπερτερούν σημαντικά άνθρωποι συγκεκριμένης καταγωγής (λόγω π.χ. ιθαγένειας του ιδρυτή της οργάνωσης ή λόγω της χώρας από την οποία ξεκίνηση η δράση της);          

Επομένως, ομοιότητες υπάρχουν πολλές. Άλλωστε, αν θέλαμε να κάνουμε τη σύγκριση ακόμη πιο προκλητική, πόσο εξωπραγματικό θα μας φαινόταν το ενδεχόμενο μέσα στα επόμενα εκατό χρόνια ένα ισχυρό κράτος να επιχειρήσει να διαλύσει μια μεγάλη ΜΚΟ προβάλλοντας ισχυρισμούς περί διαφθοράς ή ανεπίτρεπτης ανάμειξης σε καθαρά πολιτικά ζητήματα, ακριβώς όπως έκανε ο Φίλιππος ο Ωραίος της Γαλλίας με τους Ναΐτες;

Σε κάθε περίπτωση, είναι νομίζω προφανές ότι μετά από κάποιες χιλιετίες ανθρώπινης δραστηριότητας στο πλαίσιο οργανωμένων κοινωνιών είναι πλέον πολύ δύσκολο μια μορφή οργάνωσης και δράσης να είναι απολύτως πρωτότυπη. Τα βασικά χαρακτηριστικά της θα έχουν σίγουρα εμφανισθεί και σε προγενέστερες ιστορικές περιόδους. Υπό το πρίσμα αυτό, η αντιστοιχία ΜΚΟ και στρατιωτικών θρησκευτικών ταγμάτων είναι σαφής όσον αφορά τον χαρακτήρα του προκρινόμενου σκοπού, τον τρόπο παρουσίασής του στις κοινωνίες-αποδέκτες του μηνύματος, την οργανωτική δομή και τη σύνθεση των μελών. Από κει και πέρα αρχίζουν οι αδιαμφισβήτητες διαφορές. Καλό είναι, άλλωστε, να δεχθούμε ότι κάθε ιστορική εποχή έχει την ιδιαιτερότητά της και, οπωσδήποτε, αυτοτελή αξία. Εξίσου χρήσιμο και το να επιχειρούμε συνδέσεις μεταξύ εποχών με σκοπό την ανεύρεση κοινών χαρακτηριστικών. Είναι κοινότοπο, αλλά το παρελθόν μπορεί πάντα να μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα το παρόν.

 

* Αποφεύγουμε στην προκειμένη περίπτωση τη χρήση του όρου «μοναστικά», καθόσον για την Καθολική Εκκλησία μοναστικά είναι μόνον τα τάγματα που ακολουθούν τον Κανόνα του Αγίου Βενεδίκτου. Αυτό αποκλείει ήδη θρησκευτικά τάγματα όπως οι Φραγκισκανοί, οι Δομηνικανοί ή οι Ιησουΐτες (που και για τους τρεις θα μπορούσε να επιχειρήσει κανείς ένα παραλληλισμό της φιλανθρωπικής και εκπαιδευτικής δράσης τους με αυτήν των ΜΚΟ. Ωστόσο, η στενή εξάρτησή τους από την κεντρική εξουσία της Εκκλησίας καθιστά πιο αδόκιμη τη σύγκριση αυτή), κατά μείζονα δε λόγο τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα.

** Βάσει της διαίρεσης σε διοικητικές επαρχίες που είχαν υιοθετήσει οι Ναΐτες, από το σύνολο των μαγίστρων τους οι 14 ή οι 15 κατάγονταν από την «επαρχία Γαλλίας» (οι δύο, πάντως, εξ αυτών κατάγονταν από περιοχές που δεν υπάγονταν στο Βασίλειο της Γαλλίας), 5 από την επαρχία Προβηγκίας (στην οποία υπαγόταν και το Ανζού, το Μπορντώ, το Πουατού και η Ωβέρνη), 1 ή 2 ήταν απόγονοι Φράγκων αποίκων στη Συρία-Παλαιστίνη, 2 κατάγονταν από την επαρχία Αραγωνίας-Καταλωνίας και ένας ήταν Ιταλός ή Άγγλος (η χρήση εκλατινισμένων ονομάτων και ασαφών τοπωνυμίων καταγωγής καθιστά δυνατή την αμφιβολία μεταξύ δύο τόσο άσχετων μεταξύ τους ενδεχομένων). Όσον αφορά τους Ιωαννίτες (και μόνο για το διάστημα 1307-1522 που έδρα του Τάγματος ήταν η Ρόδος), η κατανομή είναι πολύ πιο «δημοκρατική»: 7 με καταγωγή από την επαρχία («γλώσσα») Γαλλίας (ανάμεσά τους ο Φουλκ ντε Βιλαρέ που μετέφερε την έδρα του τάγματος στη Ρόδο και το προίκισε με το Ordensstaat στα Δωδεκάνησα), 5 από την επαρχία Ωβέρνης (μεταξύ των οποίων ο πολύς Πιερ Ντ’ Ωμπυσόν και ο Φιλίπ Ντε Βιλιέ, τελευταίος μεγάλος μάγιστρος με έδρα τη Ρόδο), 4 από την Αραγωνία (ανάμεσά τους και ο Χουάν Φερνάντεθ δε Ερέδια, κατόπιν παραγγελίας του οποίου μεταφράσθηκε στα αραγωνέζικα το Χρονικό του Μορέως, υπό τον τίτλο «Libro de los fechos et conquistas del principado de la Morea»), 3 Ιταλοί και ένας από την Προβηγκία.

Για μια εντελώς στοιχειώδη βιβλιογραφία για τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα του Μεσαίωνα: Alain DEMURGER «Chevaliers du Christ: les ordres religieux-militaires au Moyen Âge, Seuil, 2002, «Les Templiers: une chevalerie chrétienne au Moyen Âge, Seuil, 2005/ Malcolm BARBER «The New Knighthood: A History of the Order of the Templars», Cambridge University Press, 1993/ Helen NICHOLSON «The Knights Hospitaller», Sutton, 2001, «The Knights Templar: A New History», Sutton, 2001 και 2004/ Jonathan RILEY SMITH «Hospitallers: The History of the Orders of St. John», Hambledon, 1999.  

Εκλογές και νέα κυβέρνηση

Οκτώβριος 9, 2009

  Είναι πολύ δύσκολο να αντισταθεί κανείς στον πειρασμό να γράψει τις σκέψεις του για την πολιτική επικαιρότητα, όταν μόλις πριν από λίγες μέρες είχαμε εκλογές από τις οποίες μάλιστα προέκυψε και νέα κυβέρνηση.

    Το ίδιο το εκλογικό αποτέλεσμα δεν αποτελεί έκπληξη. Τα γεγονότα και οι συμπεριφορές είχαν πλέον εδραιώσει την πεποίθηση ότι η παράταξη που εγκατέλειψε την εξουσία αντιμετώπιζε ουσιαστικά ως πάρεργο τη διακυβέρνηση της χώρας: η νομή της εξουσίας, η αίγλη και η δύναμη που αυτή προσδίδει, η αμιγώς «επικοινωνιακού» χαρακτήρα θεώρηση των πολιτικών εξελίξεων αποτελούσαν τα κύρια χαρακτηριστικά μιας κυβέρνησης που δεν πρόκειται να μείνει στην ιστορία για το έργο της, παρά μόνο για το ότι συνέδεσε το όνομά της με ορισμένες μνημειώδεις γκάφες, με ορισμένες από τις χειρότερες φυσικές καταστροφές που έπληξαν τη χώρα, καθώς και με κάμποσα γερά σκάνδαλα που έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με τη ρητορική περί πάταξης της διαφθοράς (η οποία ήταν η «σημαία» της ΝΔ κατά την πρώτη εκλογή της, το 2004), πολέμου στους «νταβατζήδες» και, φυσικά, της περιβόητης επανίδρυσης του κράτους η οποία έμεινε γράμμα κενό περιεχομένου (αν υποθέσουμε ότι αυτή η πομπώδης έννοια είχε κάποτε οριστεί ή διευκρινιστεί). Αντιθέτως, δόθηκε η εντύπωση μιας κυβέρνησης που αντιμετώπιζε σοβαρές δυσχέρειες ακόμα και για να διαχειρισθεί και να διεκπεραιώσει τις τρέχουσες υποθέσεις. Μιας κυβέρνησης που αδυνατούσε να προτείνει και να εφαρμόσει λύσεις για τα προβλήματα και για την αντιμετώπιση λ.χ. της οικονομικής κρίσης εκτός από τις ελάχιστα δημιουργικές (και σίγουρα διόλου δημοφιλείς) επιλογές της επιβολής φόρων, έκτακτων εισφορών, τελών, ΕΤΑΚ ή από την ερζάτς «τακτοποίηση» των ημιυπαίθριων. Μιας κυβέρνησης, της οποίας οι επιλογές προσώπων για τις θέσεις γενικών και ειδικών γραμματέων υπουργείων, δοικητών οργανισμών, περιφερειών, νοσοκομείων κ.λπ. (επιλογές καθοριστικότατες για την απόδοση και τις επιδόσεις μιας κυβέρνησης), ανέδυαν έντονα άρωμα επιστροφής στη δεκαετία του 1960.

   Υπό τις συνθήκες αυτές ακόμη και η τεράστια διαφορά των + 10 ποσοστιαίων μονάδων μπορεί εύκολα να εξηγηθεί, κατά μείζονα λόγο όταν επιλέχθηκε να προκηρυχθούν εκλογές σε μια στιγμή που το τότε κυβερνών κόμμα φαινόταν ότι αδυνατούσε να τις κερδίσει ή όταν το υποτιθέμενο ισχυρό χαρτί (δηλ. η προσωπικότητα του απελθόντος πρωθυπουργού) άρχισε, για διάφορους λόγους, να μετατρέπεται σε βαρίδι. Το αμείλικτο κριτήριο της σύγκρισης και η αναπόφευκτη αίσθηση παρακμής άλλαξαν δραστικά τα δεδομένα: όσα προσάπτονταν κάποτε στις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ ξεχάστηκαν ή θεωρήθηκαν συγχωρεμένες αμαρτίες, ενώ κάποιοι ενδελεχέστεροι αναπόλησαν τις επιδόσεις της διακυβέρνησης Σημίτη σε κάποιους τομείς.

   Η νέα κυβέρνηση παρουσιάζει κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία ως προς τη σύνθεσή της (και ίσως ακόμη περισσότερο όσον αφορά τον τρόπο με τον οποία καταρτίστηκε). Καταρχάς, πρόκειται για μια κυβέρνηση εντελώς διαφορετική από την προηγούμενη (και πολύ διαφορετική ακόμη και από τις προηγούμενες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ): το χαρακτηριστικό της γνώρισμα είναι ότι δεν φαίνεται να συγκροτήθηκε με κριτήριο το βόλεμα των κομματικών βαρόνων ή τις τοπικές/ γεωγραφικές ισορροπίες. Αντιθέτως, τα αμιγώς κομματικά στελέχη ίσως και να αποτελούν μειοψηφία. Είναι περισσότερο κυβέρνηση Γ.Α. Παπανδρέου παρά κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ: πολλοί σύμβουλοι του προέδρου, όλοι σχεδόν οι έμπιστοι άνθρωποί του, η garde rapprochée θα λέγαμε. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν έχουν ουσιαστικά κομματικό παρελθόν, έχουν δε το πλεονέκτημα της κοσμοπολίτικης, εκλεκτικής θεώρησης των πραγμάτων. Αν αυτή η επιλογή αφήνει κάποια ερωτηματικά (στα οποία μπορεί να δώσουν απάντηση μόνο οι πράξεις), η πιθανή έλλειψη κομματικών εξαρτήσεων και το αδιαμφισβήτητο ατού των παραστάσεων από το εξωτερικό μπορεί και να αποδειχτούν ευεργετικά. Το μέλλον θα δείξει.

Αυτό που σίγουρα προκάλεσε θετικές εντυπώσεις ήταν η πρόσκληση στον Συνήγορο του Πολίτη: η παρουσία του στην πρώτη συνεδρίαση του νέου υπουργικού συμβουλίου, εκτός από τον όχι αμελητέο συμβολικό χαρακτήρα της κίνησης, μπορεί και να αποτελέσει το έναυσμα για μια διαφορετική προσέγγιση των σχέσεων κράτους-πολίτη. Δεν χρειάζεται, νομίζω, να υπομνησθεί πόσο πάσχει η χώρα μας στον τομέα αυτό. Αντιθέτως, όμως, προς την κρατούσα αντίληψη, πιστεύω ότι το ανθρώπινο δυναμικό του δημόσιου τομέα (τουλάχιστον ένα τμήμα του) μπορεί και να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις ενός σύγχρονου κράτους και να εργαστεί δημιουργικά.

Είμαι, τέλος, σχεδόν σίγουρος ότι, έχοντας στις τάξεις της έναν τουλάχιστον άριστο γνώστη των νομικών (και δεν αναφέρομαι εν προκειμένω στον ΥπΕΘΑ), η νέα κυβέρνηση δεν θα μας φέρει στη δύσκολη θέση να τη δούμε να προτείνει νομοσχέδιο που θα αντιβαίνει τόσο προδήλως στις πλέον θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου όσο ο «βασικός μέτοχος». Κάτι θα είναι κι αυτό…

 

ΥΓ: Αντιλαμβάνομαι ότι αρκετοί θα θεωρήσουν υπερβολική μια αισιοδοξία η οποία δεν δικαιολογείται σε καμιά περίπτωση από τα ιστορικά δεδομένα όσον αφορά τις επιδόσεις των ελληνικών κυβερνήσεων, ανεξαρτήτως παράταξης. Πράγματι, μπορεί (ακόμη και μέσα σε λίγες μέρες) κάποια πρόσωπα να δώσουν ενδείξεις ανεπάρκειας. Πράγματι, τίποτε δεν αποκλείει οι χαρακτηρισμοί και οι διαπιστώσεις της δεύτερης παραγράφου να ισχύσουν και για την παρούσα κυβέρνηση. Απλώς, πιστεύω ότι επί του παρόντος το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να διατηρήσουμε μια συγκρατημένη αισιοδοξία. Κι ίσως τα πράγματα να βελτιωθούν κάπως. Ίσως, όχι. Ας το διαπιστώσουμε, όμως, στην πράξη.


Αρέσει σε %d bloggers: