Posts Tagged ‘Πολωνία’

«1917 – Η Χρονιά των Επαναστάσεων» – Μέρος 3: Διά πυρός και σιδήρου! Οι Μπολσεβίκοι εδραιώνουν την εξουσία τους

Σεπτεμβρίου 30, 2018

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ

ΔΙΑ ΠΥΡΟΣ ΚΑΙ ΣΙΔΗΡΟΥ! ΟΙ ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΟΙ ΕΔΡΑΙΩΝΟΥΝ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΟΥΣ

Οι ιδρυτικές πράξεις του νέου καθεστώτος είναι τα διατάγματα για την ειρήνη και τη γη, τα οποία ψηφίζονται αμέσως μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Το πρώτο συνιστά μια συμβολική όσο και ουτοπική διακήρυξη αρχών, καθώς καλεί «τους λαούς και τις κυβερνήσεις όλων των εμπολέμων κρατών σε διαπραγματεύσεις με στόχο την επίτευξη ειρήνης χωρίς προσαρτήσεις εδαφών και χωρίς πολεμικές αποζημιώσεις». Το δεύτερο έχεις πολύ πιο ουσιαστικές συνέπειες: καταργεί την ιδιωτική ιδιοκτησία γης και μεταφέρει τον έλεγχο όλων των εκτάσεων στις τοπικές επιτροπές οι οποίες πρέπει να τις αναδιανείμουν στους αγρότες βάσει των αναγκών των δεύτερων. Σε κάθε οικογένεια δίνονται 20 με 30 στρέμματα γης. Η κίνηση αυτή δεν επιλύει το αγροτικό ζήτημα, αλλά εξασφαλίζει στους Μπολσεβίκους την υποστήριξη μεγάλου μέρους του αγροτικού πληθυσμού, υποστήριξη που θα αποδειχθεί κρίσιμη στη συνέχεια.

Για να ασκήσουν στοιχειωδώς εξουσία στις περιοχές που ελέγχουν, οι Μπολσεβίκοι πρέπει να διευθετήσουν μια σειρά από ζητήματα. Πρέπει να δώσουν τέλος στον πόλεμο και να εδραιώσουν την πολιτική κυριαρχία τους (Α). Στη συνέχεια θα βρεθούν αντιμέτωποι με σειρά αντιπάλων οι οποίοι επιλέγουν τον ένοπλο αγώνα με στόχο την ανατροπή της νέας εξουσίας (Β).

Α.   Η ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΩΝ

α.   Μπρεστ-Λιτόφσκ, η ταπεινωτική ειρήνη

Όπως ήταν αναμενόμενο, κανείς από τους εμπολέμους δεν ανταποκρίνεται στην πρόσκληση των Μπολσεβίκων. Γάλλοι και Άγγλοι επιλέγουν τη συνέχιση του πολέμου μέχρι τελικής νίκης. Οι Μπολσεβίκοι αναγκάζονται να αρχίσουν συνομιλίες με τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες και πράγματι, στις 15 Δεκεμβρίου 1917, συνάπτεται ανακωχή, ανανεώσιμης χρονικής διάρκειας τεσσάρων εβδομάδων. Στις συνομιλίες που διεξάγονται καθίσταται σαφές ότι οι απαιτήσεις Γερμανών και Αυστριακών είναι δυσβάσταχτες για τη νέα ρωσική κυβέρνηση, η οποία προσπαθεί να κερδίσει χρόνο. Τρεις απόψεις συγκρούονται στους κόλπους του κόμματος: συνέχιση του πολέμου στο όνομα της σοσιαλιστικής επανάστασης (Μπουχάριν), αποδοχή των γερμανικών αξιώσεων, ώστε η επανάσταση να κερδίσει χρόνο, δίνοντας χώρο (Λένιν), και η εντελώς ουτοπική του Τρότσκι, εντούτοις κύριου διαπραγματευτή, κατά την οποία δεν χρειάζεται να γίνει απολύτως τίποτε, διότι ο πόλεμος έχει τερματιστεί ντε φάκτο.

Τη λύση τη δίνει η πραγματικότητα. Ενώ η ρωσική κυβέρνηση σπαράσσεται από τις διαφωνίες αφήνοντας αναπάντητα τα γερμανικά τελεσίγραφα, ο εχθρός αναλαμβάνει εκ νέου πολεμικές επιχειρήσεις. Οι γερμανικές και αυστριακές δυνάμεις προελαύνουν σε βάθος σχεδόν 400 χιλιομέτρων (23 Φεβρουαρίου 1918). Η Ρωσία είναι αναγκασμένη να ικανοποιήσει όλους τους όρους των νικητών, συνάπτοντας την πλέον ταπεινωτική Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ (3 Μαρτίου). Χάνει τον έλεγχο της Ουκρανίας, αναγνωρίζει την ανεξαρτησία της Φινλανδίας και των Βαλτικών Χωρών και υποχρεώνεται σε εδαφικές παραχωρήσεις προς την Τουρκία. Με τον τρόπο αυτό στερείται περίπου το 25% του πληθυσμού της, το ένα τρίτο της αγροτικής της παραγωγής και ανεκτίμητες πλουτοπαραγωγικές πηγές και βιομηχανικές υποδομές.

Η Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ (το κείμενο στις γλώσσες των 4 νικητριών, ως τότε, δυνάμεων -γερμανικά, ουγγρικά, βουλγαρικά, οθωμανικά τουρκικά- και στα ρωσικά)

β.   Η εξουδετέρωση πολιτικών αντιπάλων και συμμάχων

Προεκλογική αφίσα των Εσέρων, 1917

Οι Μπολσεβίκοι δεν θα μπορούσαν να απαγορεύσουν τις εκλογές για την ανάδειξη Συντακτικής Συνέλευσης. Επί μήνες κατηγορούσαν την Προσωρινή Κυβέρνηση ότι κωλυσιεργεί με στόχο να τις αναβάλει επ’ αόριστον. Πράγματι, οι εκλογές διεξάγονται τον Νοέμβριο (για την ακρίβεια, σε περιοχές που δεν ήλεγχαν οι Μπολσεβίκοι, η εκλογική διαδικασία συνεχίστηκε και κατά το πρώτο δίμηνο του 1918). Δικαίωμα ψήφου είχαν όλοι οι πολίτες ηλικίας 20 ετών και άνω (ειδικώς οι στρατιώτες είχαν δικαίωμα να ψηφίζουν από ηλικίας 18 ετών). Όπως είναι λογικό, καθόσον οι αγρότες αποτελούσαν τη συντριπτική πλειονότητα του ρωσικού πληθυσμού, στις εκλογές αυτές επικρατούν άνετα οι Εσέροι καταλαμβάνοντας περί τις 370 έδρες, ενώ οι Μπολσεβίκοι έχουν 180 και οι σύμμαχοί τους (Εσέροι της αριστερής πτέρυγας) 40. Η Συντακτική Συνέλευση συγκροτείται σε σώμα στις 5 Ιανουαρίου του 1918. Εκλέγει ως πρόεδρο τον ηγέτη των Εσέρων Τσερνόφ και ακυρώνει τα διατάγματα των Μπολσεβίκων. Η πρώτη συνεδρίαση της βουλής αυτής είναι και η τελευταία. Το απόγευμα της επομένης, οι βουλευτές διαπίστωναν ότι το Μέγαρο της Ταυρίδας ήταν σφραγισμένο. Με απόφαση του αρμόδιου Λαϊκού Επιτρόπου Μοϊσέι Σολομόνοβιτς Ουρίτσκι η Συνέλευση διαλυόταν. Δεν υπήρξε καμία σοβαρή λαϊκή αντίδραση.

Αμέσως μετά την Οκτωβριανή, τα αστικά πολιτικά κόμματα και τα έντυπά τους απαγορεύονται. Η θέση των διαφόρων σοσιαλιστικών κομμάτων καθίσταται και αυτή επισφαλής. Στοχεύοντας στον απόλυτο πολιτικό έλεγχο, η νέα ηγεσία της Ρωσίας αποφασίζει να εξουδετερώσει σταδιακά ακόμη και όσους την έχουν ως τώρα υποστηρίξει. Κάποιοι από αυτούς θα τη βοηθήσουν και οι ίδιοι με τα λάθη τους. Εξοργισμένοι με τη Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ, οι αριστεροί Εσέροι δολοφονούν τον Γερμανό πρεσβευτή στη Μόσχα (όπου ήδη από τον Μάρτιο έχει μεταφερθεί η πρωτεύουσα) στις 6 Ιουλίου 1918. Την επομένη επιχειρούν ένα πλημμελώς οργανωμένο ένοπλο πραξικόπημα το οποίο μέσα σε λίγες ώρες καταστέλλουν οι Μπολσεβίκοι υπό τον Αντόνοφ-Οφσεγένκο. Το σοσιαλιστικό καθεστώς μπορεί πλέον να εξαπολύσει απηνείς διώξεις κατά των Εσέρων, χωρίς να συναντήσει σοβαρές αντιδράσεις. Η εξολόθρευσή τους θα ολοκληρωθεί μετά την απόπειρα δολοφονίας του Λένιν (30 Αυγούστου) από τη Φάννι Καπλάν, μέλος των Εσέρων (και πιο πριν, στις 18 Αυγούστου, τη δολοφονία του Ουρίτσκι πάλι από Εσέρους). Το πεδίο δράσης έχει αφεθεί πλέον στην Τσε Κα!

Η απόπειρα δολοφονίας του Λένιν, πίνακας του 1927

Τον Δεκέμβριο του 1917, οι Μπολσεβίκοι ιδρύουν τη δική τους πολιτική αστυνομία, στα πρότυπα της τσαρικής Οχράνα. Επικεφαλής της τίθεται ο Φέλιξ Τζερζίνσκι, Πολωνός αριστοκράτης που ασπάσθηκε την επαναστατική ιδεολογία και είχε περάσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στις τσαρικές φυλακές και την εξορία. Η Τσε Κα (Всероссийская чрезвычайная комиссия по борьбе с контрреволюцией и саботажем, δηλαδή «Πανρωσική Έκτακτη Επιτροπή για την Καταπολέμηση της Αντεπανάστασης και της Δολιοφθοράς»), στελεχώνεται από φανατικά μέλη του κόμματος, πρώην πράκτορες της τσαρικής Οχράνα και στοιχεία του υποκόσμου. Υιοθετεί τις πιο βίαιες μεθόδους των προκατόχων της και τις συστηματοποιεί, προσθέτοντας και νέες (σύλληψη άμαχου πληθυσμού που θα χρησιμεύσει ως όμηρος ώστε να εξαναγκάσει τους αντιπάλους σε παράδοση).

Φ. Τζερζίνσκι

Τέλος, μοιραία είναι η σύγκρουση μεταξύ των Μπολσεβίκων και των υποτιθέμενων φυσικών συμμάχων τους από ταξική άποψη, δηλαδή των εργατών. Τα συνδικάτα, στα οποία διατηρούν ισχυρή παρουσία Μενσεβίκοι και Εσέροι, υποστηρίζουν τη λύση της αυτοδιαχείρισης των βιομηχανικών μονάδων. Το καθεστώς των Μπολσεβίκων ενδιαφέρεται, όμως, για την αύξηση της παραγωγής (η οποία έχει υποχωρήσει στο ένα τέταρτο των προ του 1914 επίπέδων) και για τον λόγο αυτό προκρίνει τη λύση του κρατικού καπιταλισμού. Το σύνολο της οικονομίας περιέρχεται γρήγορα στον έλεγχο του κράτους.

Όπως επισημαίνει ο Ν. Βερτ, σταδιακά και με αυθαίρετες μεθόδους, «η εξουσία μεταβιβάζεται από την κοινωνία στο κράτος και από το κράτος στο κόμμα των Μπολσεβίκων» [1].


[1] N. Werth « Histoire de l’Union Soviétique de Lénine à Staline (1917-1953) », σειρά Que sais-je, αριθ. 2963, PUF, Παρίσι, 2017 (5η έκδ.), σελ. 10.


Β.   ΟΙ ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΟΙ ΣΕ ΠΟΛΕΜΟ

Επικρατεί συνήθως η αντίληψη ότι ο Ρωσικός Εμφύλιος μπορεί να συνοψισθεί σε μια αντιπαράθεση μεταξύ κομμουνιστών και φιλομοναρχικών Λευκών. Στην πραγματικότητα πρέπει να μιλήσουμε για εμφυλίους, και όχι μόνον, πολέμους! Κατά το διάστημα 1918-1921, το καθεστώς της Μόσχας έρχεται αντιμέτωπο με μια πλειάδα κρατικών ή οιονεί κρατικών μορφωμάτων, τα οποία διαθέτουν τακτικό στρατό και ελέγχουν μια κατά το μάλλον ή ήττον μεγάλη εδαφική περιοχή επί της οποίας ασκούν κυριαρχία. Θα διακρίνουμε μεταξύ των καθαυτό εμφυλίων συγκρούσεων (α) και των πολέμων εθνοτικού χαρακτήρα (β).

α.   Ημέτεροι κατά ημετέρων – οι ρωσικοί εμφύλιοι

Μ. Μπουλγκάκοφ (φωτογραφία ληφθείσα κατά τη δεκαετία του 1910)

[Ξημερώνει η 14η Δεκεμβρίου 1918. Μετά το μεθύσι που προηγήθηκε, ο Αλεξέι Βασίλιεβιτς Τουρμπίν έχει εξαιρετικά ανήσυχο ύπνο. Αχ, δεν έπρεπε να ανακατέψει βότκα και λευκό κρασί του Ρήνου. Ονειρεύεται, μα τι λέω, σχεδόν παραληρεί. Στο όνειρό του, εμφανίζεται ο λοχίας ιππικού Ζίλιν που, όπως ήταν παγκοίνως γνωστό, είχε σκοτωθεί από εχθρικά πυρά στην προσπάθεια ανακατάληψης του Βίλνιους, το 1916. Ο Αλεξέι τον γνώριζε καλά. Εκείνος ήταν που πάσχισε μάταια να τον περιθάλψει, να επιδέσει το θανάσιμο τραύμα του. Ο Ζίλιν διηγείται στον Τουρμπίν τις εμπειρίες του απ’ τον παράδεισο.

Πέρασε βέβαια μεγάλη αγωνία. Η ίλη βρέθηκε ολόκληρη στον άλλο κόσμο. Ακόμη κι οι μουσικοί της. Ακόμη κι οι γυναίκες, κάποιες από αυτές αμφιβόλου ηθικής, που είχε περιμαζέψει η μονάδα. Αφήστε τώρα που ο άγιος Πέτρος είναι πολίτης και δεν μπορεί να καταλάβει τη νοοτροπία και τις ανάγκες του στρατιωτικού. «Κι έκανα νεύμα, κύριε ιατρέ, στα παλικάρια του ουλαμού μου να τις κρύψουν, να εκεί πέρα πίσω από κανένα σύννεφο, μα τίποτε. Αυτός ο άγιος έχει εξαιρετική όραση. Κι εδώ που τα λέμε, έτσι όπως ήταν βαμμένες και φτιασιδωμένες οι κοπελιές, τις διέκρινες με γυμνό μάτι κι από ένα βέρστι μακριά!» Και πώς μπόρεσαν να στρατωνισθούν όλοι αυτοί στον παράδεισο, αναρωτιέται ο στρατιωτικός ιατρός Τουρμπίν;

«Ω, Θεέ μου! Μα, κύριε ιατρέ! Αν είχε χώρο εκεί; Είχε όσο χώρο θες… Όπως το έκοψα με μια πρώτη ματιά, είχε εκεί πέρα χώρο για να στρατωνιστούν πέντε σώματα ιππικού μαζί με τις εφεδρικές ίλες τους, –μα τι λέω τώρα, πέντε; Δέκα σώματα χωρούσαν εκεί πέρα! Δίπλα από μας υπήρχε ένα μέγαρο, κάτσε καλά! Τόσο ψηλό που δεν μπορούσες να δεις την οροφή, Και ρωτάω εγώ: «Μα πείτε μου, παρακαλώ, για ποιον είναι όλα αυτά;» Γιατί μου φαινόταν ασυνήθιστο, με όλα αυτά τα κόκκινα αστέρια και τα σύννεφα, κόκκινα κι αυτά σαν τα παντελόνια των στολών μας… «Αυτό, μου λέει ο απόστολος Πέτρος, αυτό είναι για τους Μπολσεβίκους, εκείνους του Περεκόπ».

Περεκόπ; Ποιο Περεκόπ; ρώτησε ο Τουρμπίν, καταβάλλοντας μάταιες προσπάθειες με τη φτωχή γήινη νοημοσύνη του.

Μα, ευγενέστατε κύριε, τα γνωρίζουν όλα εκ των προτέρων εκεί πάνω. Το 1920, όταν οι Μπολσεβίκοι θα καταλάβουν το Περεκόπ, μυριάδες νεκροί θα πέσουν στο πεδίο της μάχης. Για αυτό λοιπόν, τους έχουν ήδη ετοιμάσει ένα μέρος για να τους δεχτούν.

Οι Μπολσεβίκοι; αναρωτήθηκε ο Τουρμπίν, βαθιά αναστατωμένος. Κάποιο λάθος θα πρέπει να κάνετε, Ζίλιν, δεν είναι δυνατό. Ποτέ δεν πρόκειται να φτάσουν ως το Περεκόπ.

Κύριε ιατρέ, αυτό ακριβώς σκεφτόμουν κι εγώ, κι εμένα μου έκανε εντύπωση, για αυτό και ρώτησα τον κύριο Θεό…

Θεό; Ωχ, ωχ… Ζίλιν!

Πιστέψτε με, κύριε ιατρέ, λέω την αλήθεια, δεν θα με ωφελούσε σε τίποτε να πω ψέμματα. Του μίλησα προσωπικά κάμποσες φορές!

Λοιπόν, τον ρωτάω: «Κύριε, του λέω, δεν καταλαβαίνω τίποτε, οι παπάδες σου λένε ότι οι Μπολσεβίκοι θα πάνε στην κόλαση, και τι είναι τώρα αυτό που βλέπω; Δεν πιστεύουν σε σένα και δες σε τι στρατώνες πολυτελείας θα τους βάλεις!

– Μπα; διερωτάται, δεν πιστεύουν σε μένα;

– «Μάρτυς μου ο Θεός», του λέω, κι αμέσως με καταλαμβάνει τρόμος. Φανταστείτε πώς είναι να λες κάτι τέτοιο στον ίδιο τον Θεό! Αλλά τον κοιτάζω και βλέπω ότι χαμογελά. Έπειτα σκέφτομαι: «τι βλάκας που είμαι, να του διηγούμαι όλα αυτά, ενώ εκείνος τα γνωρίζει καλύτερα!». Παρ’ όλα αυτά, είμαι περίεργος να μάθω τι σκέφτεται. Και μου αποκρίνεται.

– Δεν πιστεύουν σε μένα; Ωραία, λοιπόν, και γω τι θέλεις να κάνω γι’ αυτό; Για να είμαι ειλικρινής, δεν μου κάνει ούτε κρύο ούτε ζέστη. Το ίδιο και σε σένα, καθόσον γνωρίζω. Το ίδιο και σ’ αυτούς. Επειδή εγώ από την πίστη σας δεν έχω τίποτε να κερδίσω ή να χάσω. Ο ένας πιστεύει, ο άλλος όχι, μα όλοι σας συμπεριφέρεστε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο: προς το παρόν, αλληλοσφάζεστε. Όσο για τους στρατώνες, Ζίλιν, πρέπει να καταλάβεις ότι για μένα είστε όλοι ίδιοι, είστε όλοι νεκροί στο πεδίο της μάχης. Πρέπει να το καταλάβεις αυτό, Ζίλιν, δεν μπορεί να το καταλάβει όλος ο κόσμος. Άλλωστε, Ζίλιν, μου είπε, δεν πρέπει να παιδεύεσαι με όλα αυτά τα ζητήματα. Χαλάρωσε και διασκέδασε!»

Μιχαήλ Αφανάσιεβιτς Μπουλγκάκοφ «Η Λευκή Φρουρά», κεφ. 5]

1.   Η παράξενη ιστορία της Κομούτς

Τσεχική Λεγεών

Το 1914, Τσέχοι εθνικιστές που ζούσαν εξόριστοι στη Μόσχα ίδρυσαν την «Τσεχική Λεγεώνα», για να πολεμήσουν τις δυνάμεις της Διπλής Μοναρχίας με στόχο την ανεξαρτησία της Τσεχοσλοβακίας. Στις τάξεις της εντάχθηκαν πολλοί αιχμάλωτοι πολέμου, τσεχικής και σλοβακικής καταγωγής. Μετά την επικράτηση των Μπολσεβίκων η παρουσία του τσεχικού σώματος άρχισε να γίνεται ενοχλητική. Τελικά, η ηγεσία του συμφώνησε με τις αρχές να επιτρέψουν την αποχώρηση του σώματος από τη Ρωσία. Οι Τσέχοι θα διατηρούσαν τον οπλισμό τους και θα ακολουθούσαν ένα περίεργο δρομολόγιο, μέσω Σιβηρίας. Από το Βλαντιβοστόκ θα επιβιβάζονταν σε πλοία για να μεταφερθούν στην Αμερική και στη συνέχεια στην Ευρώπη. Αδέξιοι χειρισμοί της κυβέρνησης των Μπολσεβίκων (ιδίως του Τρότσκι) είχαν ως αποτέλεσμα την ανταρσία των Τσέχων. Οι άνδρες της Τσεχικής Λεγεώνας άρχισαν να καταλαμβάνουν πόλεις στην κεντρική Ρωσία και τα Ουράλια. Το μεγαλύτερο μέρος της επρόκειτο να βρεθεί στη Σαμάρα και να αποτελέσει τον κορμό του στρατού μιας παράξενης νέας κρατικής οντότητας, της Κομούτς.

Κομούτς

Η Επιτροπή Μελών της Συντακτικής Συνέλευσης (Комитет членов Учредительного собрания), γνωστότερη με το ακρωνύμιο Κομούτς, ιδρύεται στη Σαμάρα την 8η Ιουνίου 1918 από μέλη της διαλυθείσας Συντακτικής Συνέλευσης, κυρίως Εσέρους. Επαναφέρει την ιδιοκτησία και θέτει ως στόχο την αποκατάσταση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Με τη στρατιωτική υποστήριξη της Τσεχικής Λεγεώνας εξαπλώνει τα εδάφη της και κατορθώνει να ελέγξει το  μεγαλύτερο τμήμα της κοιλάδας του Βόλγα (τέλος του θέρους του 1918). Οι Τσέχοι, όμως, δεν θέλουν να μείνουν για πάντα στη Ρωσία (επιπλέον, όσοι από αυτούς είναι αριστερών πεποιθήσεων λιποτακτούν και ενσωματώνονται στον Κόκκινο Στρατό των Μπολσεβίκων). Τον Σεπτέμβριο, οι Μπολσεβίκοι ξεκινούν μια μεγάλη αντεπίθεση και περιορίζουν την Κομούτς στη Σαμάρα. Προκειμένου να διατηρήσει ένα στοιχειώδες στράτευμα, η Επιτροπή αναγκάζεται να στρατολογήσει συντηρητικούς αξιωματικούς και να συνεργαστεί με τις δυνάμεις των Λευκών που έχουν αρχίσει να ελέγχουν τη δυτική Σιβηρία. Τα μέλη της καταφεύγουν στο Ομσκ. Η «κυβέρνησή» της συνεδριάζει σε ένα παρατημένο βαγόνι τραίνου στα περίχωρα της πόλης. Στις 18 Νοεμβρίου 1918, πραξικόπημα που οργανώνουν φιλομοναρχικοί αξιωματικοί ανατρέπει την Κομούτς και φέρνει στην ηγεσία των αντικομμουνιστικών δυνάμεων της Ανατολής τον ναύαρχο Αλεξάντρ Βασίλιεβιτς Κολτσάκ. Ο τρίτος δρόμος για τη Ρωσία έχει άδοξο τέλος. Ο εμφύλιος μετατρέπεται σε σύγκρουση Κόκκινων και Λευκών.

2.   Κόκκινοι εναντίον Λευκών 

i) Από τον Καλέντιν στον Ντενίκιν: Για αιώνες, οι Κοζάκοι αποτελούσαν επίλεκτο σώμα του τσαρικού στρατού. Υπηρετούσαν μέχρι τα 36 τους χρόνια και στη συνέχεια ανταμείβονταν με εκτάσεις γης, κυρίως στις περιοχές του Ντον και του Κουμπάν. Τα διατάγματα των Μπολσεβίκων για κατάργηση της έγγειας ιδιοκτησίας και των τίτλων και προνομίων που είχε χορηγήσει το παλαιό καθεστώς υποχρέωναν τους Κοζάκους σε αντίδραση. Ο Κοζάκος στρατηγός του ιππικού Αλεξέι Μαξίμοβιτς Καλέντιν ανακηρύσσεται αταμάνος των Κοζάκων και κηρύσσει ένοπλο αγώνα κατά των Μπολσεβίκων. Το Νοέμβριο του 1917 υποδέχεται στο Νοβοτσερκάσκ τον στρατηγό Αλεξέγεφ, πρώην αρχηγό του γενικού επιτελείου, και από κοινού επιχειρούν να συγκροτήσουν στράτευμα.

Αλ. Καλέντιν

Εν τω μεταξύ, ο πρώην αρχιστράτηγος και πραξικοπηματίας Κορνίλοφ μαζί με τον στρατηγό Αντόν Ιβάνοβιτς Ντενίκιν κατορθώνουν να αποδράσουν από τον τόπο κράτησής τους στη Λευκορωσία και, υπό μυθιστορηματικές συνθήκες, να φτάσουν στο Νοβοτσερκάσκ για να ενώσουν τις δυνάμεις τους με εκείνες των Αλεξέγεφ και Καλέντιν. Μαζί θα συγκροτήσουν τον ρωσικό Εθελοντικό Στρατό. Στην αρχή, οι συνθήκες είναι εξαιρετικά δύσκολες, καθώς οι Μπολσεβίκοι εξαπολύουν αντεπίθεση στον ρωσικό νότο. Κορνίλοφ και Ντενίκιν ενημερώνουν τον Καλέντιν ότι είναι αναγκασμένοι να υποχωρήσουν προς το Κουμπάν. Απογοητευμένος και χωρίς στρατεύματα, ο Καλέντιν παραιτείται από το αξίωμα του αταμάνου (29 Ιανουαρίου 1918) και την επομένη αυτοκτονεί.

Κορνίλοφ και Ντενίκιν προχωρούν προς το Κουμπάν και πολιορκούν την πρωτεύουσά του, το Γεκατερινοντάρ. Στο πλαίσιο της πολιορκίας ο Κορνίλοφ σκοτώνεται στο στρατηγείο του από θραύσμα οβίδας (13 Απριλίου 1918). Τυπικά αρχηγός των φιλομοναρχικών δυνάμεων είναι ο Αλεξέγεφ, ο οποίος είναι, όμως, βαριά άρρωστος (θα αποβιώσει τον Οκτώβριο), με υπαρχηγό τον Ντενίκιν.

Αντόν Ντενίκιν

Καθώς το τέλος του Α΄ ΠΠ είναι ορατό, οι Δυτικοί αποφασίζουν να βοηθήσουν τους Λευκούς. Γάλλοι και Βρετανοί αποβιβάζονται στο Αρχάνγκελσκ, για να βοηθήσουν τις δυνάμεις του Κολτσάκ, και στην Οδησσό, προς στήριξη του στρατού του Ντενίκιν. Οι Λευκοί κατορθώνουν να στρατολογήσουν αξιόλογο και πολυάριθμο στράτευμα. Είναι έτοιμοι για το μεγάλο βήμα.

ii) Η εποχή των μεγάλων επιθέσεων: Το 1919, οι δυνάμεις που επιδιώκουν την παλινόρθωση του παλαιού καθεστώτος επιχειρούν τρεις μεγάλες επιθέσεις κατά των κομμουνιστών. Ο πλημμελής συντονισμός, τα προβλήματα διοικητικής μέριμνας και η πολιτική των φιλομοναρχικών δεν θα καταστήσουν δυνατή την επιτυχή έκβασή τους.

Ο ναύαρχος Κολτσάκ

Τον Μάρτιο, οι δυνάμεις του Κολτσάκ ξεκινούν από τη δυτική Σιβηρία και τα Ουράλια και αναπτύσσονται με αρχικό στόχο την κοιλάδα του Βόλγα. Οι αρχικές επιτυχίες αποδεικνύονται πρόσκαιρες. Η αντεπίθεση των Μπολσεβίκων αναγκάζει τον Κολτσάκ να συμπτυχθεί στη Σαμάρα. Χάνοντας και αυτή τη μάχη και αντιμετωπίζοντας συνεχείς αγροτικές εξεγέρσεις στα μετώπισθεν (εξαιτίας της φιλικής προς τους γαιοκτήμονες πολιτικής του), ο Κολτσάκ υποχωρεί άτακτα στη Σιβηρία. Θα συλληφθεί από τους Μπολσεβίκους κοντά στο Ιρκούτσκ και θα τουφεκιστεί τον Φεβρουάριο του 1920.

Ιούνιος 1919, ο Ντενίκιν στο Χάρκοβο με το επιτελείο του

Τον Ιούνιο του 1919 και με ορμητήριο την περιοχή του Ντον, ο Ντενίκιν ξεκινά τη δική του επίθεση. Οι δυνάμεις του αναπτύσονται σε ένα τεράστιο μέτωπο που ξεκινά από το Κίεβο και φτάνει ως το Τσαρίτσιν (το μετέπειτα Σταλινγκράντ) στον Κάτω Βόλγα. Φτάνει ως το Κουρσκ, το Οριόλ και το Βορόνιεζ. Μόλις 400 χιλιόμετρα τον χωρίζουν από την πρωτεύουσα των Μπολσεβίκων. Τον Οκτώβριο, ξεκινά την επίθεσή του με στόχο την Πετρούπολη και ο Νικολάι Νικολάγεβιτς Γιουντένιτς, που είχε συγκροτήσει στρατό στην περιοχή της Βαλτικής με τη βοήθεια των Βρετανών. Ο Γιουντένιτς φτάνει σε απόσταση 30 χιλιομέτρων από τον στόχο του, όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με αντεπίθεση του Κόκκινου Στρατού υπό τον Τρότσκι, η οποία θα τον απωθήσει. Τα προβλήματα ανεφοδιασμού και οι απαραίτητες αγροτικές εξεγέρσεις υποχρεώνουν και τον Ντενίκιν σε υποχώρηση, πόσω μάλλον όταν πλησιάζουν υπέρτερες σε αριθμό δυνάμεις του στρατού των Μπολσεβίκων. Οι Λευκοί οχυρώνονται τελικά στην Κριμαία, όπου ο Ντενίκιν παραδίδει την ηγεσία στον βαρόνο Πιότρ Νικολάγεβιτς Βράνγκελ (Απρίλιος 1920). Με μικρές πλέον δυνάμεις (30 με 40 χιλιάδες άνδρες) ο Βράνγκελ προσπαθεί να αποκρούσει τις πολύ μεγαλύτερες δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού στον Ισθμό του Περεκόπ. Η γραμμή άμυνας δεν μπορεί να αντέξει για πάντα. Τον Νοέμβριο του 1920 ο στρατός του Βράνγκελ και πολύ περισσότεροι άμαχοι εγκαταλείπουν την Κριμαία κι επιβιβάζονται σε πλοία με αρχικό προορισμό την Κωνσταντινούπολη. Οι Κόκκινοι είναι οι νικητές αυτού του σκέλους των εμφυλίων πολέμων.

Πιοτρ Βράνγκελ

iii) Λόγοι αποτυχίας των Λευκών: Θεωρητικά, οι Λευκοί είχαν στη διάθεσή τους στρατιωτικές δυνάμεις ικανές να ανατρέψουν το εύθραυστο καθεστώς των Μπολσεβίκων. Γιατί δεν το κατόρθωσαν;

  • Η βοήθεια των δυτικών συμμάχων δεν υπήρξε ποτέ ουσιαστική. Γάλλοι και Άγγλοι είναι κουρασμένοι από τα τέσσερα χρόνια σκληρού πολέμου, δεν είναι βέβαιοι αν αξίζει να διαθέσουν μεγάλες δυνάμεις για την ανατροπή των κομμουνιστών. Όπως εύστοχα επισημαίνει ο Figes, «αναποφάσιστοι για τον αν θα έπρεπε να πολεμήσουν τους Μπολσεβίκους ή να συνάψουν ειρήνη μαζί τους, οι δυτικοί έκαναν τελικά και τα δύο»!
  • Οι περισσότεροι ηγέτες των Λευκών ήταν στρατιωτικοί και στερούνταν ακόμη και της πλέον στοιχειώδους πολιτικής αντίληψης. Ποτέ δεν κατάλαβαν ότι η επικράτηση στον συγκεκριμένο πόλεμο δεν ήταν απλώς υπόθεση στρατηγικής, αλλά απαιτούσε μια ολιστική προσέγγιση. Η προπαγάνδα ήταν σχεδόν άγνωστη σε αυτούς. Ποτέ δεν αντελήφθησαν ότι η νίκη απαιτούσε ερείσματα και υποστήριξη από τον πληθυσμό των περιοχών που ήλεγχαν. Προσκολλημένοι στο παρελθόν και στο τσαρικό καθεστώς, αρνούνταν να αναγνωρίσουν ακόμη και τις μεταρρυθμίσεις και αλλαγές που είχαν ήδη συντελεστεί. Γιατί να τους υποστηρίξει ο αγροτικός πληθυσμός όταν τον υποχρέωναν να επιστρέψει στους γαιοκτήμονες και τη λιγοστή γη που του είχε δοθεί; Οι Μπολσεβίκοι, τουλάχιστον, κάτι είχαν κάνει για το θέμα αυτό.
  • Με τις αντιλήψεις αυτές, οι Λευκοί μετέθεταν την όποια συζήτηση για μεταρρυθμίσεις σε ένα άγνωστο μέλλον, μετά την υποθετική επικράτησή τους στον πόλεμο. Τότε θα εξετάζονταν τα όποια αιτήματα. Προς το παρόν, η μόνη μεταρρύθμιση που εξετάστηκε κάπως πιο σοβαρά ήταν η απλοποίηση της ορθογραφίας! Ακόμη κι αυτό, όμως, δεν το δέχτηκαν τελικά οι Λευκοί! Κι αυτό καταγράφηκε στο ενεργητικό των Μπολσεβίκων.
  • Τέλος, οι Λευκοί χρησιμοποιούν τις ίδιες και χειρότερες μεθόδους με τους Κόκκινους. Αναγκαστική στρατολόγηση, επίταξη της αγροτικής παραγωγής και βιαιότητες. Οι Κοζάκοι που αποτελούσαν την αιχμή του δόρατος των στρατευμάτων τους είχαν από το ξεκίνημα επιδοθεί σε απίστευτες βιαιοπραγίες και σφαγές των μη κοζακικών πληθυσμών του Ντον και του Κουμπάν (Ρώσων, Ουκρανών και Εβραίων). Καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου συνέχισαν να διακρίνονται σε λεηλασίες, σφαγές και αντιεβραϊκά πογκρόμ (150 χιλιάδες νεκροί, μια και τώρα πλέον οι εβραϊκοί πληθυσμοί σφαγιάζονταν με την αιτιολογία της συμπάθειας προς τον μπολσεβικισμό).

3.   Κόκκινοι εναντίον Πράσινων

Αγανακτισμένοι με την πολιτική και τις πρακτικές τόσο των Κόκκινων όσο και των Λευκών, οι αγροτικοί πληθυσμοί αντιδρούν. Ξεσπούν αγροτικές εξεγέρσεις σε πολλά σημεία της Ρωσίας. Σε αρκετές περιπτώσεις εξελίσσονται σε μακροχρόνιο ανταρτοπόλεμο, όπως συνέβη στην Ουκρανία με τις δυνάμεις του αναρχικού Νέστορ Ιβάνοβιτς Μαχνό ή στην κεντρική Ρωσία.

Α. Σ. Αντόνοφ

Οι πιο δύσκολες περιπτώσεις για τους κομμουνιστές είναι κατά πάσα πιθανότητα αυτές των εξεγέρσεων του 1920-1921 στη Δυτική Σιβηρία, στο Βορόνιεζ και, τέλος, στο Ταμπόφ. Της τελευταίας ένοπλης εξέγερσης ηγείται ο Εσέρος της αριστερής πτέρυγας Αλεξάντρ Στεπάνοβιτς Αντόνοφ. Οι δυνάμεις του αριθμούν τους 50 χιλιάδες άνδρες. Το κομμουνιστικό καθεστώς θα χρειαστεί μήνες προσπαθειών, με στρατιωτικές επιχειρήσεις ευρείας κλίμακος υπό τον στρατηγό Τουχατσέφσκι και σκληρά αντίποινα κατά του άμαχου πληθυσμού για να καταπνίξει τελικά το αγροτικό κίνημα του Αντόνοφ.

β.   Μπολσεβίκοι κατά εθνοτήτων – το Κέντρο ανακτά την Περιφέρεια

Τον Νοέμβριο του 1917, με τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων των Λαών της Ρωσίας και το διάταγμα περί εθνοτήτων, οι Μπολσεβίκοι αναγνωρίζουν καταρχήν το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των λαών της πρώην αυτοκρατορίας. Πολωνοί, Φινλανδοί, Ουκρανοί, λαοί της Βαλτικής και του Καυκάσου σπεύδουν να επωφεληθούν από αυτό. Η νέα κεντρική εξουσία, όμως, δεν μπορεί να ανεχθεί πάρα πολλά. Η επιβίωση ενός καθεστώτος επιτάσσει τη διατήρηση των ζωτικών πλουτοπαραγωγικών πηγών που προσφέρουν πολλές από τις περιφέρειες των ανωτέρω εθνοτήτων.

  1. Η περίπτωση της Ουκρανίας

Μεταξύ πλήθους δυνάμεων που επιδιώκουν να κυριαρχήσουν, η Ουκρανία βυθίζεται στο χάος. Το κρίσιμο διάστημα 1918-1919, το Κίεβο αλλάζει χέρια τουλάχιστον 12-13 φορές! Λίγο μετά την Οκτωβριανή, η «μετριοπαθής» εθνικιστική ηγεσία της Ράντα (Μιχάιλο Χρουσέφσκι, Βολοντίμιρ Βιννιτσένκο) ανακηρύσσει την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΛΔ Ουκρανίας) με πρωτεύουσα το Κίεβο. Στο μεταξύ Ρώσοι ευγενείς και αστοί, φιλομοναρχικοί και φιλελεύθεροι, συρρέουν στην ουκρανική μεγαλούπολη για να ξεφύγουν από το καθεστώς των Μπολσεβίκων. Εκείνοι με τη σειρά τους, ελέγχουν την ανατολική Ουκρανία και ανακηρρύσουν τη ΣΣΔ Ουκρανίας με πρωτεύουσα το Χάρκοβο.

1918, οι Γερμανοί στο Κίεβο

Η προέλαση των γερμανικών και αυστριακών στρατευμάτων που θα έχει ως συνέπεια τη Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ, τα φέρνει στο Κίεβο. Πραξικοπηματικά τοποθετούν στην ηγεσία της Ουκρανίας τον άνθρωπό τους, τον στρατιωτικό Πάβλο Σκοροπάντσκι, που παίρνει τον τίτλο του Μεγάλου Αταμάνου. Η περίοδος αυτή τερματίζεται με την αποχώρηση των Γερμανών, συνεπεία της ήττας τους στον Α΄ ΠΠ, και τη φυγή του αταμάνου. Το Κίεβο το υπερασπίζονται πια λιγοστές δυνάμεις φιλικές προς το προεπαναστατικό καθεστώς. Δεν θα αποτελέσουν σοβαρό εμπόδιο για το στράτευμα ατάκτων του εθνικιστή Σίμον Πετλιούρα που καταλαμβάνει το Κίεβο τον Δεκέμβριο. Ούτε η κυριαρχία του Πετλιούρα θα κρατήσει πολύ. Υποχωρεί στις αρχές του 1919 προ του κινδύνου των Μπολσεβίκων και καταφεύγει στη Βαρσοβία.

Σίμον Πετλιούρα

  1. Σοβιετοπολωνικός Πόλεμος

Η Συνθήκη των Βερσαλιών είχε αναστήσει τη διαμελισμένη και εξαφανισμένη Πολωνία. Ο νέος της εθνάρχης, ο Γιούζεφ Πιουσούτσκι είχε βάλει στόχο να ανακτήσει όλα τα εδάφη που θεωρούσε πολωνικά. Η πολιτική θεωρία του ήταν ο προμηθεΐσμός, δηλαδή η διάσπαση της ρωσικής αυτοκρατορίας (τσαρικής ή κομμουνιστικής) στα συστατικά εθνοτικά στοιχεία της. Εκμεταλλευόμενος το κενό που άφηνε η αποχώρηση των ηττημένων στη Δύση Γερμανών πήρε το Βίλνο/Βίλνιους από τους Λιθουανούς (Απρίλιος 1919) και το Λβουφ/ Λβίου/ Λβοφ στην Ανατολική Γαλικία κι εισέβαλε στη Δυτική Λευκορωσία. Σύναψε σύμφωνο με τον Πετλιούρα, υποσχόμενος να τον εγκαταστήσει ως ηγέτη της Ουκρανίας με αντάλλαγμα την παραχώρηση του δυτικού μέρους των ουκρανικών εδαφών στην Πολωνία. Με φρενήρη προέλαση, ο πολωνικός στρατός έφτασε ως το Κίεβο (7 Μαΐου 1920) και κατέλαβε την ουκρανική πρωτεύουσα.

Γιούζεφ Πιουσούτσκι, ο εθνάρχης της νέας Πολωνίας

Η είδηση προκάλεσε κύμα πατριωτισμού στη Ρωσία, καθώς «ξένοι είχαν καταλάβει τη Μητέρα Όλων των Ρωσικών Πόλεων». Χιλιάδες αξιωματικοί του τσαρικού στρατού δέχτηκαν να καταταγούν στον Κόκκινο Στρατό και πρώτος όλων ο πρώην αρχιστράτηγος Μπρουσίλοφ. Η ρωσική αντεπίθεση ήταν σαρωτική. Το ιππικό του Σεμιόν Μιχάιλοβιτς Μπουντιόννι έδιωξε τους Πολωνούς και τους Ουκρανούς εθνικιστές από το Κίεβο και προχώρησε μέχρι το Λβοφ. Την ίδια ώρα, τα στρατεύματα του Τουχατσέφσκι κινήθηκαν ταχύτατα στον άξονα Σμολένσκ-Μπρεστ-Λιτόφσκ, ανακτώντας γρήγορα τα λευκορωσικά εδάφη και εισερχόμενα στην πολωνική επικράτεια. Ο Κόκκινος Στρατός πλησιάζε επικίνδυνα τη Βαρσοβία, αλλά ο κακός συντονισμός και οι έριδες μεταξύ των διαφόρων στρατιωτικών ηγετών έδωσαν στον Πιουσούτσκι την ευκαιρία να αντεπιτεθεί (Αύγουστος 1920). Οι Πολωνοί ανέκτησαν τα χαμένα εδάφη ως τη Λευκορωσία. Είχε έρθει η σειρά της ρωσικής πλευράς να επιδιώξει την παύση των εχθροπραξιών. Με τη Συνθήκη της Ρίγας (Μάρτιος 1921), η Πολωνία έπαιρνε το δυτικό τμήμα της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας, αφήνοντας το υπόλοιπο στη σοβιετική Ρωσία.

Κονάρμια, το ιππικό του Μπουντιόννι

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Βελτιώθηκε, άραγε, η ζωή των κατοίκων της πάλαι ποτέ ρωσικής αυτοκρατορίας σε αυτά τα χρόνια πολέμων, επαναστάσεων, ταραχών και ανακατατάξεων; Φυσικά και όχι. Οι κάτοικοι των πόλεων υπέφεραν από τις τρομακτικές ελλείψεις σε τρόφιμα. Περιφέρονταν από συσσίτιο σε συσσίτιο, αναζητώντας λίγο φαγητό. Πολλοί εγκατέλειπαν τις πόλεις για την ύπαιθρο. Στην Πετρούπολη απέμενε πλέον μόνον το ένα τέταρτο του προεπαναστατικού πληθυσμού της. Όσο για τις απίστευτες δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι αγροτικοί πληθυσμό, αυτές αναφέρθηκαν ήδη εκτενώς. Επιστέγασμα αυτής της περιόδου αλλεπάλληλων κρίσεων, ο φοβερός λιμός του 1921-1922. Η τρομερή ξηρασία, οι πόλεμοι που προηγήθηκαν και οι αυθαιρεσίες του καθεστώτος είχαν σαν αποτέλεσμα μια άνευ προηγουμένου ανθρωπιστική καταστροφή, ακόμη και για την εξοικειωμένη με τέτοιες καταστάσεις Ρωσία. Τα περιστατικά ανθρωποφαγίας ήταν συχνά. Ούτε οι αρχές ούτε η διεθνής ανθρωπιστική βοήθεια κατόρθωσαν να αντιμετωπίσουν τη συμφορά.

Λιμός του 1921, περιστατικά καννιβαλισμού στο Μπουζουλούκ (περιοχή του Ορενμπούργκ)

Ας κάνουμε έναν απολογισμό: ο Α΄ ΠΠ κόστισε στη Ρωσία 1 έως 2 εκατομμύρια νεκρούς. Ο εμφύλιος 2 εκατομμύρια. Η μεγάλη επιδημία τύφου του 1918-1921, άλλα τόσα. Τέλος, ο λιμός του 1921 πήρε μαζί του 5 εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές!


Πώς άραγε κατόρθωσαν να επικρατήσουν οι Μπολσεβίκοι μέσα από τόσες αντιξοότητες κι ενώ οι συνθήκες ζωής των ανθρώπων επιδεινώνονταν ραγδαία; Με την προσαρμοστικότητα και την οξεία πολιτική διορατικότητά τους.

  • Δεν διστάζουν να προσφύγουν στις υπηρεσίες «εμπειρογνωμόνων» και επαγγελματιών, δηλαδή ανθρώπων του παλαιού καθεστώτος, για να στελεχώσουν τον στρατό και τη δημόσια διοίκηση.
  • Κατορθώνουν πάντα τις κρίσιμες στιγμές, προσαρμόζοντας το πρόγραμμά τους και κάνοντας παραχωρήσεις, να βρουν λαϊκά ερείσματα και να κερδίσουν την υποστήριξη σημαντικού μέρους του πληθυσμού.
  • Προς τον σκοπό αυτό, αντιλαμβάνονται την τεράστια αξία της επικοινωνιακής πολιτικής και της προπαγάνδας. Είναι οι πρώτοι που συνειδητοποιούν τη δύναμη του λόγου, της εικόνας και του ήχου για τον προσηλυτισμό των μαζών. Αφίσες, καλλιτεχνήματα, φυλλάδια και βιβλία, χωρίς να ξεχνάμε τις κινηματογραφικές ταινίες, όλα τίθενται στην υπηρεσία του νέου καθεστώτος και διαδίδουν τα μηνύματά του.

Ελ Λισίτσκι, Με την Κόκκινη σφήνα ας νικήσουμε τους Λευκούς (1920)

Απομένει το μεγάλο θέμα της βίας. Διαπιστώσαμε ότι η βία ήταν ήδη ενδημική στην προεπαναστατική Ρωσία. Βία των καθεστωτικών δυνάμεων καταστολής, τρομοκρατία των επαναστατών, διάχυτη βία στις αγροτικές κινότητες. Τα χρόνια των πολέμων και των επαναστάσεων απελευθερώνουν και παροξύνουν τη βία αυτή. Πολλοί διερωτήθηκαν μήπως η βία αυτή αποτέλεσε τον κινητήριο μοχλό όλων των εξελίξεων (Γκόρκι, Μάρτοφ) [1]. Κάποιοι πιστεύουν ότι οι έκτακτες περιστάσεις αναδεικνύουν τα βίαια «γενετικά χαρακτηριστικά των Ρώσων», στοιχείο που οι Μπολσεβίκοι εκμεταλλεύονται στο έπακρο[2].

Πολλοί είναι οι ιστορικοί που εστιάζουν την προσοχή στην παράμετρο αυτή, παρουσιάζοντάς την ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του νέου καθεστώτος. Ωστόσο, οι Μπολσεβίκοι απλώς χρησιμοποίησαν (συστηματοποιώντας και εξελίσσοντας «επιστημονικά», βεβαίως) μεθόδους ήδη γνωστές και οικείες για τη ρωσική κοινωνία. Για αυτόν, άλλωστε, τον λόγο οι βιαιοπραγίες τους δεν προκάλεσαν αντίδραση τόσο ισχυρή ώστε να επιφέρει την ανατροπή του καθεστώτος, όπως θα συνέβαινε αλλού. Τις βίαιες αυτές μεθόδους τις χρησιμοποιούσαν, άλλωστε, και όλοι οι αντίπαλοί τους, οπότε για τους Ρώσους πολίτες δεν υπήρχε δυνατότητα επιλογής με ηθικά κριτήρια. Για ένα μάλιστα τμήμα του πληθυσμού, δηλαδή το εβραϊκό στοιχείο, οι Μπολσεβίκοι ήταν η μόνη από τις αντίπαλες παρατάξεις που δεν διακρινόταν από ακραίο αντισημιτισμό, την ώρα που τα πογκρόμ των Κοζάκων, των υπόλοιπων Λευκών, των αναρχικών του Μαχνό και των εθνικιστών του Πετλιούρα [3] αποτελούσαν συνήθη πρακτική.


Ο Μπολσεβίκος, πίνακας του Μπορίς Κουστόντιεφ, 1920, Πινακοθήκη Τρετιακόφ, Μόσχα

Η εξιστόρηση επαναστάσεων οδηγεί μοιραία κάποιον να εστιάσει την προσοχή του στις ρήξεις, τις τομές, τις κατακλυσμιαίες αλλαγές που συνεπάγεται η μετάβαση από το παλαιό σε ένα νέο καθεστώς. Ωστόσο, διευρύνοντας χρονικά το αντικείμενο μελέτης, διαπιστώνονται ευχερώς και οι συνέχειες μεταξύ εποχών που θεωρούνται εν πρώτοις ριζικά διαφορετικές. Στην περίπτωση της Ρωσίας/ΕΣΣΔ η αίσθηση αυτή της συνέχειας είναι πολύ έντονη για όποιον δεν αρκείται σε επιφαινόμενα. Η παράδοση της τσαρικής απολυταρχίας καθόρισε σε σημαντικό βαθμό τους τρόπους άσκησης εξουσίας κατά τη σοβιετική περίοδο.

Ίσως, τελικά, η πιο εύστοχη επισήμανση να ήταν αυτή που έκανε ο ανώνυμος πολίτης της επαρχίας του Ιβάνοβο-Βοζνεσένσκ στον απεσταλμένο επιμορφωτή της Προσωρινής Κυβέρνησης: «Δεν έχουμε ανάγκη ούτε το Συμβούλιο της Περιφέρειας (ζέμστβο) ούτε τη Συντακτική Συνέλευση, ούτε καν τη Δημοκρατία. Δώστε μας καλύτερα έναν τσάρο! Μόνο να μην είναι ηλίθιος, όπως ήταν ο Νικόλαος


[1] Κατά τον Figes όπ. π., passim, το μίσος των κατώτερων τάξεων για τις ανώτερες συνιστά τη βασική εξήγηση για ό,τι συνέβη.

[2] Владимир Булдаков «Красная смута. Природа и последствия революционного насилия», Росспен, Μόσχα, 2010.

[3] Κατά τον Ουκρανό εθνικιστή ηγέτη «ένα πογκρόμ δεν είναι, βέβαια, ωραίο πράγμα, αλλά ανυψώνει το ηθικό του στρατεύματος»!

Πετρούπολη, 1917, σκηνή από το φιλμ της Εσφίρ Σουμπ «Η Πτώση της Δυναστείας των Ρομανόφ» (1927)

«1917 – Η Χρονιά των Επαναστάσεων» – Μέρος 2: Η Ρωσία στη δίνη των επαναστάσεων

Μαΐου 11, 2018

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

Η ΡΩΣΙΑ ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΝ

Παρακινημένη από τους Γάλλους και Βρετανούς συμμάχους της και οραματιζόμενη νέες κατακτήσεις, η Ρωσία κηρύσσει τον πόλεμο στην Αυστροουγγαρία και τη Γερμανία. Ονειρεύεται την Κωνσταντινούπολη και τα Στενά, καθώς και κτήσεις στα Βαλκάνια, ώστε να εκπληρώσει την «ιστορική» αποστολή της, ηγούμενη μιας μεγάλης σλαβικής αυτοκρατορίας. Οι αποτυχίες στα πεδία των μαχών και οι εσωτερικές αδυναμίες του καθεστώτος (Α) θα δημιουργήσουν κλίμα γενικευμένης δυσαρέσκειας, η οποία θα πάρει εκρηκτικές διαστάσεις καταλήγοντας στην Επανάσταση του Φεβρουαρίου και την ανατροπή της δυναστείας (Β). Η Προσωρινή Κυβέρνηση που θα σχηματισθεί θα δημιουργήσει μεγάλες προσδοκίες (Γ). Η αδυναμία της να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα προβλήματα που έχουν ανακύψει τη φθείρει και την αποσταθεροποιεί, δίνοντας στους Μπολσεβίκους τη δυνατότητα να καταλάβουν την εξουσία τον Οκτώβριο του 1917 (Δ). Η τελική έκβαση της διαδικασίας αυτής επαναστάσεων και ανατροπών δεν μπορεί να εξηγηθεί ευχερώς με μια απλή παράθεση των γεγονότων, αλλά απαιτεί την ανάλυση όλων των κρίσιμων παραγόντων και συγκυριών (Ε).

Α.   Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΩΣ ΚΑΤΑΛΥΤΗΣ ΤΩΝ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ

Το τσαρικό καθεστώς, προβάλλοντας το ιδανικό του πατριωτισμού, προσδοκά ότι ο πόλεμος θα συσπειρώσει τον λαό γύρω από τη δυναστεία. Πράγματι, στο ξεκίνημα του πολέμου φαίνεται να επικρατεί στη Ρωσία κλίμα πατριωτικού ενθουσιασμού. Στο πλαίσιο αυτό, η πρωτεύουσα μετονομάζεται από Σενκτ-Πετερμπούργκ (όνομα που ηχεί γερμανικό) στο ρωσικότατο Πετρογκράντ. Ο πατριωτισμός αυτός είναι πρόσκαιρος και περιορίζεται στην αριστοκρατία και τις αστικές τάξεις. Οι αγρότες που αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα των στρατιωτών είναι πολύ πιο επιφυλακτικοί [1]. Τελικά, ο πόλεμος θα έχει αποτέλεσμα ακριβώς αντίθετο από το αναμενόμενο. Αναδεικνύει και μεγεθύνει όλες τις παθογένειες και τις αδυναμίες του τσαρικού καθεστώτος, ενώ ταυτόχρονα επιτείνει όλες τις αντιθέσεις που χαρακτηρίζουν τη ρωσική κοινωνία: ανώτερες και κατώτερες τάξεις, αξιωματικοί και στρατιώτες, πόλεις και ύπαιθρος, κυρίαρχες και υποτελείς εθνότητες [2]!

α.   Οι αποτυχίες στα πεδία των μαχών

Ρωσικό ιππικό – ίλη Κοζάκων

Το αρχικό σχέδιο του ρωσικού επιτελείου ήταν και το πιο λογικό. Συνιστούσε στάση αναμονής ως προς τη Γερμανία, προκειμένου το βάρος της επιθετικής προσπάθειας να στραφεί κατά της Αυστροουγγαρίας, η οποία (ευλόγως) θεωρείται ότι αποτελεί τον αδύναμο κρίκο της συμμαχίας των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Εξαιτίας, όμως, των πιέσεων που ασκεί η Γαλλία, η οποία ζητεί επιτακτικά ένα χτύπημα κατά της Γερμανίας, τα σχέδια αλλάζουν, προκρίνοντας μια εκστρατεία στην Ανατολική Πρωσία!

Το ρωσικό γενικό επιτελείο επιλέγει ένα σχέδιο ελιγμών, το οποίο μοιάζει μεγαλοφυές, τουλάχιστον στα χαρτιά. Η 1η Στρατιά, υπό τον Πάβελ Κάρλοβιτς φον Ρεννενκάμπφ, με δύναμη είκοσι μεραρχίες, θα εισβάλει σε γερμανικό έδαφος από τα βορειοανατολικά, ενώ η 2η Στρατιά του Αλεξάντρ Βασίλιεβιτς Σαμσόνοφ, αποτελούμενη από δεκαπέντε μεραρχίες, θα κινηθεί από τα νοτιοδυτικά και θα διεισδύσει στην Ανατολική Πρωσία μέσω της εξέχουσας του πολωνικού θυλάκου. Ο στόχος είναι να περικυκλωθούν οι δυνάμεις της γερμανικής 8ης Στρατιάς, την οποία διοικεί το δίδυμο Πάουλ φον Χίντενμπουργκ και Έριχ Λούντεντορφφ. Η προβληματική εκτέλεση, ο πλημμελέστατος συντονισμός και οι ελλείψεις του τσαρικού στρατού σε θέματα διοικητικής μέριμνας θα μετατρέψουν το σχέδιο σε εφιάλτη, δίνοντας στους Γερμανούς τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν τις δυο στρατιές χωριστά, ξεκινώντας από την πιο αδύναμη. Οι εξαντλημένες δυνάμεις του Σαμσόνοφ συντρίβονται από τους Γερμανούς κοντά στο Άλλενστάιν (Β΄ Μάχη του Τάννενμπεργκ, 26-29 Αυγούστου 1914). Εν συνεχεία, αποδεκατίζουν και τη στρατιά του Ρεννενκάμπφ στην Α΄ Μάχη των Λιμνών της Μαζουρίας (7-15 Σεπτεμβρίου). Η μεγάλη ρωσική επίθεση που θα γονάτιζε τους Γερμανούς και θα τελείωνε τον πόλεμο μέσα σε ένα μήνα, κατέληγε σε παταγώδη αποτυχία.

Ρώσοι αιχμάλωτοι μετά τη Μάχη του Τάννενμπεργκ

Αντιθέτως, όπως ήταν αναμενόμενο, ο τσαρικός στρατός επιδεικνύει πολύ καλύτερες επιδόσεις στο Νοτιοδυτικό Μέτωπο [3]. Τέσσερις ρωσικές στρατιές, με γενικό διοικητή τον Νικολάι Ιούντοβιτς Ιβάνοφ αντιμετωπίζουν σχεδόν ισάριθμες αυστροουγγρικές δυνάμεις. Με αιχμή του δόρατος την 8η Στρατιά του Αλεξέι Αλεξέγεβιτς Μπρουσίλοφ, πιθανώς του ικανότερου Ρώσου στρατηγού, οι ρωσικές δυνάμεις επικρατούν και καταλαμβάνουν το Λέμπεργκ/Λβόφ και ολόκληρη την Ανατολική Γαλικία (6-11 Σεπτεμβρίου 1914) φτάνοντας μέχρι τα Καρπάθια.

Αλ. Μπρουσίλοφ

Στα τέλη της άνοιξης της επόμενης χρονιάς, όμως, Γερμανοί και Αυστριακοί εξαπολύουν συντονισμένη γενική επίθεση με αρχικό στόχο τη νότια Πολωνία. Τα ρωσικά στρατεύματα υφίστανται πανωλεθρία. Υποχωρούν έως τη γραμμή Ρίγα-Πινσκ-Τσερνιφτσί, εγκαταλείποντας στον εχθρό την Πολωνία και τη Λιθουανία, το μεγαλύτερο μέρος της Λεττονίας και τμήμα της δυτικής Ουκρανίας και Λευκορωσίας. Η Ρωσία χάνει το 15% των ευρωπαϊκών εδαφών της, το 20% του πληθυσμού της και το 30% των βιομηχανικών υποδομών της! Η επίθεση υπό τον Μπρουσίλοφ, τον Ιούνιο του 1916 θα βελτιώσει τις ρωσικές θέσεις, αλλά ήδη η ζημιά είναι τεράστια.

Για τη Ρωσία το τίμημα της συμμετοχής στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι βαρύτατο: ένα έως δύο εκατομμύρια νεκροί και αγνοοούμενοι, ακόμη περισσότεροι ανάπηροι πολέμου, 2,5 έως 3 εκατομμύρια αιχμάλωτοι, έξι εκατομμύρια πρόσφυγες. Οι σημαντικές ελλείψεις σε όπλα, πυρομαχικά και υλικό και η ανικανότητα αρκετών από τους ανώτατους αξιωματικούς εξηγούν τις αποτυχίες στο μέτωπο του πολέμου. Έχουν, επίσης, ως αποτέλεσμα την αγανάκτηση των απλών στρατιωτών: οι αξιωματικοί τους όχι μόνον τους κακομεταχειρίζονται, αλλά δεν υπολογίζουν καθόλου τη ζωή τους. Θεωρούν ότι είναι το μόνο όπλο που διαθέτουν σε αφθονία και δεν διστάζουν να το χρησιμοποιήσουν μέχρι σπατάλης. «Τύραννοι, ανίκανοι και προδότες!» Αυτό πιστεύουν πια οι στρατιώτες για τους ανωτέρους τους. Πιο βέβαιοι για αυτό είναι οι στρατιώτες που υπηρετούν ως εφεδρείες στις φρουρές των πόλεων. Διαπιστώνουν, άλλωστε, ότι ο αντίκτυπος του πολέμου είναι ανάλογα καταστροφικός και στα μετώπισθεν.

β.   Ο αντίκτυπος στο εσωτερικό της χώρας

Προφανείς είναι οι συνέπειες, σε ψυχικό και οικονομικό επίπεδο, για τις οικογένειες των θυμάτων του πολέμου, νεκρών, αγνοούμενων και αιχμαλώτων στρατιωτών, ακόμη κι εκείνων που υπηρετούν σε μονάδες της πρώτης γραμμής, μακριά από τους οικείους τους. Το δε προσφυγικό ζήτημα επιδεινώνεται και από την πολιτική των ίδιων των αρχών του καθεστώτος: κρίνοντας ορισμένες εθνότητες συλλήβδην ως αμφίβολης πίστης προς την τσαρική μοναρχία (κι, επομένως, «ύποπτες συνεργασίας με τον εχθρό»), προβαίνουν σε μαζικές εκτοπίσεις, με κύριο θύμα τους εβραϊκούς πληθυσμούς και, εν συνεχεία, τους Πολωνούς και τους Ρώσους γερμανικής καταγωγής. Τέλος, οι μουσουλμάνοι της Κεντρικής Ασίας υφίστανται διώξεις επειδή αρνούνται τη στράτευση.

Ο πόλεμος, όμως, επιτείνει και τις δομικές αδυναμίες της ρωσικής οικονομίας. Πέραν των προβλημάτων που είναι κοινά στις εμπόλεμες χώρες (σημαντική υποτίμηση του νομίσματος, δραματική άνοδος του πληθωρισμού, καθώς οι τιμές των βασικών αγαθών έχουν τριπλασιαστεί έως το 1916), υπάρχουν προβλήματα που οφείλονται στην ατελή εκβιομηχάνιση της χώρας και την εξάρτησή της από τις εισαγωγές, ειδικά σε ό,τι αφορά κρίσιμα προϊόντα προηγμένης τεχνολογίας. Στις αρχές του 1917 οι μισοί συρμοί των ρωσικών σιδηροδρόμων έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας, ελλείψει ανταλλακτικών [4]. Όσοι έχουν απομείνει εξυπηρετούν κατά προτεραιότητα τις ανάγκες των στρατευμάτων. Έτσι, όμως, διαταράσσονται σοβαρά τα δίκτυα διανομής αγαθών από την ύπαιθρο και γενικά τον τόπο παραγωγής προς τα μεγάλα αστικά κέντρα. Καθώς, μάλιστα, η βιομηχανία έχει τεθεί στην υπηρεσία της πολεμικής προσπάθειας, οι ελλείψεις στα τρόφιμα γίνονται όλο και πιο αισθητές.

γ.   Η απολυταρχία σε τροχιά πρόσκρουσης

«Η Ρωσία είναι ένα αυτοκίνητο με ανίκανο οδηγό ο οποίος το κατευθύνει προς τον γκρεμό. Ο οδηγός αρνείται να αφήσει το τιμόνι σε κάποιον άλλο. Ξέρει ότι οι επιβάτες είναι πολύ φοβισμένοι για να του πάρουν το τιμόνι απ’ τα χέρια». [Βασίλι Αλεξέγεβιτς Μακλακόφ, φιλελεύθερος δικηγόρος, συγγραφέας και πολιτικός, Σεπτέμβριος 1915].

Β. Μακλακόφ

Ο πόλεμος κινητοποιεί τις αριστοκρατικές και αστικές ελίτ που επιδιώκουν να συνδράμουν την πατρίδα. Οι πανρωσικές ενώσεις περιφερειακών ΟΤΑ (ζέμστβα) και δήμων συγχωνεύονται και συμβάλλουν στον εφοδιασμό του άμαχου πληθυσμού και του στρατού και στην περίθαλψη των προσφύγων. Οι σημαντικότεροι επιχειρηματίες συγκροτούν την Επιτροπή Βιομηχανίας Πολέμου με σκοπό τον εξορθολογισμό της παραγωγής. Η τσαρική διοίκηση είναι υποχρεωμένη να συνεργαστεί με τις οργανώσεις αυτές, έστω και απρόθυμα. Η σύμπραξη αυτή, όμως, αποκαλύπτει ακόμη περισσότερο τις αδυναμίες του καθεστώτος και εδραιώνει την πεποίθηση των φιλελεύθερων κύκλων για την ανάγκη αλλαγών προς το δημοκρατικότερο.

Αντί να πράξει ό,τι είναι εύλογο και αναγκαίο, το καθεστώς ρέπει όλο και πιο πολύ σε παράλογα συντηρητικές θέσεις. Ο τσάρος υποπίπτει στο ένα σφάλμα μετά το άλλο, εγκλωβισμένος στην ψευδαίσθηση του μονάρχη «πατερούλη» του λαού. Τον Σεπτέμβριο του 1915 καθαιρεί τον θείο του, Μεγάλο Δούκα Νικόλαο Νικολάγεβιτς, κι αναλαμβάνει προσωπικά την αρχιστρατηγία. Απομονωμένος στο γενικό στρατηγείο του, στο Μογκιλιόφ της Λευκορωσίας, με μοναδική πηγή πληροφοριών τη σύζυγό του [5] και τις κλίκες της αυλής, ο Νικόλαος χάνει κάθε επαφή με την πραγματικότητα των πολιτικών εξελίξεων. Διώχνει τους τελευταίους ικανούς υπουργούς του (τον Υπουργό Εξωτερικών Σεργκέι Ντμίτριεβιτς Σαζόνοφ και τον Υπουργό Πολέμου Αλεξέι Αντρέγεβιτς Πολιβάνοφ). Εν γένει, αλλάζει τους υπουργούς του σαν τα πουκάμισα (με ρυθμούς έναν ανά τρίμηνο). Απολύει ως και τον δουλικό πρωθυπουργό του, τον γηραιό Ιβάν Λόγκινοβιτς Γκορεμίκιν, και τον αντικαθιστά με τον αντιδραστικό Μπορίς Βλαντίμιροβιτς Στιούρμερ, εκλεκτό της αυτοκράτειρας και του Ρασπούτιν!

Οι παράλογες αποφάσεις του Νικολάου έχουν πλέον εξοργίσει τους φιλελεύθερους δημοκράτες και μεγαλοαστούς, που λογικά θα έπρεπε να είναι οι φυσικοί του σύμμαχοι. Στη σύντομη σύνοδο της Δ΄ Δούμας, από τον Ιούλιο ως τον Σεπτέμβριο του 1915, οι φιλελεύθεροι Συνταγματικοί Δημοκράτες (Κα Ντε) και οι συντηρητικότεροι Οκτωβριστές συνασπίζονται και καταρτίζουν κοινό πρόγραμμα: χαλάρωση του αστυνομικού κράτους, συνδικαλιστικές ελευθερίες, κατάργηση διακρίσεων λόγω θρησκείας, παραχωρήσεις προς τις εθνότητες. Η απάντηση του τσάρου είναι… η διάλυση της Δούμας! Όταν η Δούμα συγκαλείται εκ νέου τον Νοέμβριο του 1916, τα κόμματα επαναφέρουν τις διεκδικήσεις τους. Ο ηγέτης των Συνταγματικών Δημοκρατών Πάβελ Μιλιουκόφ δηλώνει ξεκάθαρα ότι η πολιτική της τσαρικής κυβέρνησης συνιστά είτε βλακεία είτε προδοσία. Κάποιες προσπάθειες για τον σχηματισμό κυβέρνησης ευρύτερης αποδοχής δεν καρποφορούν. Στις 12 Ιανουαρίου 1917, ο τσάρος διορίζει πρωθυπουργό τον ευγενή Νικολάι Ντμίτριεβιτς Γκολίτσιν, μια πολιτική ασημαντότητα. Ο Νικόλαος είναι αδιόρθωτος! Αυτό τουλάχιστον πιστεύει ένα μεγάλο μέρος του φιλελεύθερου στρατοπέδου. Επιχειρηματίες, πολιτικοί (Γκούτσκοφ, Κερένσκι) και ανώτατοι στρατιωτικοί (Αλεξέγιεφ, Μπρουσίλοφ) εξυφαίνουν συνωμοσία προκειμένου να εξαναγκάσουν τον τσάρο σε παραίτηση υπέρ του Τσαρέβιτς, με αντιβασιλέα τον Μεγάλο Δούκα Μιχαήλ, τον φιλελεύθερων πεποιθήσεων αδελφό του Νικολάου!

Την ίδια εποχή, το σοσιαλιστικό στρατόπεδο είναι βαθιά διαιρεμένο. Ο ιστορικός ηγέτης του ρωσικού σοσιαλισμού, ο Πλεχάνοφ συνιστά τη συνεργασία με το καθεστώς, «για το καλό της πατρίδας». Οι Εργατικοί του Κερένσκι, το μεγαλύτερο μέρος των Μενσεβίκων υπό τον Τσχεΐτζε και οι Εσέροι του Τσερνόφ προκρίνουν τον διπλό αγώνα, τόσο κατά του εξωτερικού εχθρού όσο και κατά της τσαρικής απολυταρχίας. Οι διεθνιστές Μενσεβίκοι του Μάρτοφ και οι Μπολσεβίκοι, που έχουν ξαναβρεθεί στην παρανομία, υποστηρίζουν την άμεση παύση του πολέμου. Ο Λένιν συγγράφει στη Ζυρίχη, την άνοιξη του 1916, το «Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού». Ο πόλεμος έχει ανατρέψει τις αρχές του μαρξιστικού δόγματος: καθιστά δυνατή την επανάσταση ακόμη και σε μια χώρα που δεν έχει ανεπτυγμένο καπιταλισμό. Μάλλον ούτε ο ίδιος δεν πρέπει να πιστεύει ότι το κείμενό του είναι προφητικό κι ότι σε ένα χρόνο η προφητεία του αυτή θα έχει εκπληρωθεί.


[1] Κάποιοι από αυτούς διερωτούνταν: «Μα, εμείς είμαστε από το Ταμπόφ! Μέχρι να φτάσουν εκεί οι Γερμανοί θα έχουν χάσει τον δρόμο

[2] N. Werth Les Révolutions Russes, όπ. π., σελ. 11.

[3] Σαφώς ικανοποιητικές ήταν οι επιδόσεις του τσαρικού στρατού και στο Νοτιοανατολικό Μέτωπο, κατά των οθωμανικών δυνάμεων (οι Ρώσοι φτάνουν ως την Τραπεζούντα).

[4] N. Werth Les Révolutions Russes, όπ. π., σελ. 13 επ.

[5] «Αγάπη μου, πρέπει να φανείς πιο αυταρχικός από τον Μεγάλο Πέτρο και πιο σκληρός από τον Ιβάν τον Τρομερό».


Β.   Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΚΡΗΞΗ – Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

Πετρούπολη, 23 Φεβρουαρίου 1917, εργάτριες της βιομηχανίας Πουτίλοφ διαδηλώνουν.

α.   Από την Ημέρα της Γυναίκας στη σαρωτική επανάσταση: Οι ελλείψεις αναγκάζουν τις αρχές να αποφασίσουν την επιβολή δελτίου στα τρόφιμα. Στις 23 Φεβρουαρίου, με το Ιουλιανό Ημερολόγιο, του 1917 και με αφορμή τον (ανεπίσημο) εορτασμό της Ημέρας της Γυναίκας, τον οποίο είχαν καθιερώσει οι σοσιαλιστικές οργανώσεις, χιλιάδες εργάτριες και νοικοκυρές ξεκίνησαν από το Βίμποργκ και τις άλλες εργατικές συνοικίες για να διαδηλώσουν στις κεντρικές λεωφόρους της Πετρούπολης ζητώντας ψωμί, ειρήνη, αυξήσεις μισθών, ελευθερίες και δικαιώματα. Τις ακολούθησαν οι εργάτες της μεταλουργίας Πουτίλοφ και των υπόλοιπων μεγάλων εργοστασίων. Τις επόμενες ημέρες οι διαδηλώσεις και οι απεργίες γενικεύθηκαν. Τα συνθήματα άρχισαν να στρέφονται κατά του τσάρου και του καθεστώτος. Πληροφορούμενος τις εξελίξεις, ο τσάρος στέλνει από το Μογκιλιόφ τηλεγράφημα και διατάσσει τον στρατιωτικό διοικητή της πρωτεύουσας, τον στρατηγό Σεργκέι Σεμιόνοβιτς Χαμπάλοφ, να καταστείλει τις ταραχές «με κάθε τρόπο και μέσο», δηλαδή ενόπλως. Την 26η Φεβρουαρίου δυνάμεις του στρατού έχουν αναπτυχθεί σε όλα τα νευραλγικά σημεία της πόλης. Όταν φτάνουν οι διαδηλωτές, οι στρατιώτες ανοίγουν πυρ εναντίον τους. Οι νεκροί ξεπερνούν τους εκατό. Η εξέγερση έχει φαινομενικά καταπνιγεί.

Πετρούπολη, 23 Φεβρουαρίου 1917, εργάτριες διαδηλώνουν στη Λεωφόρο Νιέφσκι.

Τη νύχτα, όμως, οι κατώτεροι αξιωματικοί και οι στρατιώτες τριών από τα συντάγματα που είχαν μετάσχει στην καταστολή της εξέγερσης στασιάζουν! Συντάσσεται μαζί τους μεγάλο μέρος της στρατιωτικής φρουράς της Πετρούπολης. Οι στρατιώτες ενώνονται με τους διαδηλωτές. Στις 27 Φεβρουαρίου καταλαμβάνουν ταχυδρομεία, τηλεφωνικά και τηλεγραφικά κέντρα, αστυνομικά τμήματα και αποθήκες όπλων. Καταλαμβάνουν το Οχυρό των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου κι απελευθερώνουν τους πολιτικούς κρατουμένους. Επιτίθενται σε όσους εκπροσώπους της παλαιάς τάξης πραγμάτων συναντούν: αστυνομικούς, επιστάτες εργοστασίων, αστούς και ευγενείς. Η επανάσταση έχει αρχίσει και είναι σαρωτική.

β.   Το νέο δίπολο άσκησης της εξουσίας: Ενώ στην πρωτεύουσα επικρατεί χάος, δύο σχηματισμοί θα επιχειρήσουν να καλύψουν το κενό εξουσίας που αφήνει η κατάρρευση του τσαρικού καθεστώτος. Μολονότι μοιάζουν καταρχήν αντίπαλοι αλληλοτέμνονται ως προς τα πρόσωπα που συμμετέχουν σε αυτούς και επιλέγουν ως έδρα το ίδιο κτήριο, το Μέγαρο της Ταυρίδας, τόπο συνεδριάσεων της Δούμας. Αφενός, υπάρχει το Σοβιέτ της Πετρούπολης ή μάλλον η «Προσωρινή Εκτελεστική Επιτροπή του Σοβιέτ» αποτελούμενη από σοσιαλιστές πολιτικούς. Βέβαια, τα μεγάλα ονόματα βρίσκονται στην εξορία (Λένιν και Μάρτοφ στη Ζυρίχη, Τρότσκι στη Νέα Υόρκη, Τσερνόφ στο Παρίσι, Στάλιν, Κάμενιεφ και Τσερετέλλι στη Σιβηρία). Το προεδρείο της επιτροπής αυτής απαρτίζεται από τον Γεωργιανό Μενσεβίκο Νικολόζ Τσχεΐτζε ως πρόεδρο, και τους Αλεξάντρ Κερένσκι των Εργατικών και Λεφ Σκόμπελεφ των Μενσεβίκων ως αντιπροέδρους. Και οι τρεις είναι βουλευτές στη Δούμα. Αφετέρου, συγκροτείται, κυρίως από βουλευτές που ανήκουν στους Συνταγματικούς Δημοκράτες, η «Προσωρινή Επιτροπή για την Αποκατάσταση της Τάξης».

Συνεδρίαση του Σοβιέτ της Πετρούπολης.

Τα δύο όργανα έχουμε διαφορετικά χαρακτηριστικά και διαφορετική νομιμοποιητική βάση. Πιο αμεσοδημοκρατικό, το Σοβιέτ μπορεί να καθοδηγήσει και μέχρις ενός βαθμού να ελέγξει τους εξεγερμένους εργάτες και στρατιώτες. Η Επιτροπή της Δούμας γνωρίζει καλύτερα τους μηχανισμούς άσκησης εξουσίας και έχει διαύλους επικοινωνίας με το γενικό επιτελείο και τους ανώτατους στρατιωτικούς, επομένως μπορεί να αποτρέψει ενδεχόμενες αντεπαναστατικές κινήσεις εκ μέρους του στρατεύματος. Η συνεργασία μεταξύ των δύο σχηματισμών είναι, επομένως, απολύτως αναγκαία για να κυβερνηθεί η Ρωσία. Ύστερα από σκληρές διαπραγματεύσεις που διαρκούν μια ολόκληρη νύχτα, στις 2 Μαρτίου το Σοβιέτ εγκρίνει τον σχηματισμό προσωρινής κυβέρνησης, υπό τον όρο της εφαρμογής πολιτικής εκδημοκρατισμού: κατοχύρωση των θεμελιωδών ελευθεριών, ατομικών και συλλογικών, πρόβλεψη εκλογών με καθολική και μυστική ψηφοφορία, κατάργηση του αστυνομικού κράτους.

γ.   Η πτώση της δυναστείας των Ρομανόφ: Ο τσάρος κατευθύνεται στην πτώση χωρίς καν να έχει συνειδητοποιήσει ότι η κατάσταση έχει ξεφύγει εντελώς από τον έλεγχό του. Όταν, με το ξεκίνημα των ταραχών, ο Μιχαήλ Ροτζιάνκο, πρόεδρος της Δούμας, τηλεγραφεί στον τσάρο για να τον ενημερώσει για την κατάσταση, ο μονάρχης αντιδρά λέγοντας τα εξής: «Ωχ, είναι πάλι αυτός ο χοντρομπαλάς, ο Ροτζιάνκο! Θα μου γράφει σίγουρα ό,τι ανοησία μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος νους. Δεν θα μπω στον κόπο ούτε καν να του απαντήσω»! Στις 27 Φεβρουαρίου, διατάσσει τον στρατηγό Ιβάνοφ να μεταβεί με στρατιωτικές δυνάμεις στην πρωτεύουσα και να καταστείλει τις ταραχές. Την επομένη, αποφασίζει να επιστρέψει στο Τσάρσκογε Σελό, περισσότερο για να βρεθεί κοντά στην οικογένειά του παρά στο επίκεντρο των πολιτικών εξελίξεων. Το ταξίδι θα αποδειχθεί περιπετειώδες. Καταρχάς, ο αυτοκρατορικός συρμός καθυστερεί για να δώσει προτεραιότητα στη μεταφορά των στρατιωτικών δυνάμεων του Ιβάνοφ. Εν συνεχεία, καθώς οι εξεγερμένοι αποκτούν τον έλεγχο πολλών σταθμών, ο συρμός του Νικόλαου ακολουθεί ένα εντελώς παράδοξο δρομολόγιο για να προσεγγίσει τον προορισμό του. Φθάνοντας την 1η Μαρτίου στο Πσκοφ, ο τσάρος πληροφορείται την επικράτηση της επανάστασης στην Πετρούπολη και την εξάπλωση των ταραχών σε άλλες μεγάλες πόλεις.

Είναι πλέον σαφές ότι ο ηγεμόνας δεν μπορεί να σώσει τη θέση του με κάποιες παραχωρήσεις. Ο αρχηγός του γενικού επιτελείου Αλεξέγεφ, υποστηριζόμενος από το σύνολο σχεδόν των ανώτατων αξιωματικών, καλεί τον τσάρο να παραιτηθεί. Η αρχική σκέψη είναι να παραιτηθεί υπέρ του τσαρέβιτς. Οι γιατροί, όμως, διαβεβαιώνουν τον τσάρο, ότι εξαιτίας της ασθένειάς του, ο Αλέξιος δεν είναι δυνατό να ασκήσει καθήκοντα μονάρχη. Στις 2 Μαρτίου, ο Νικόλαος παραιτείται υπέρ του αδελφού του, του Μεγάλου Δούκα Μιχαήλ! Το αυτοκρατορικό περιβάλλον και όσοι παρευρέθηκαν στην υπογραφή της πράξης παραίτησης ήταν εντυπωσιασμένοι από την ηρεμία του τσάρου: «Παραιτήθηκε από το αυτοκρατορικό αξίωμα όπως ένας αξιωματικός του ιππικού παραδίδει τη διοίκηση της ίλης του σε κάποιον άλλο

Μάρτιος 1917, ο τσάρος μετά την παραίτησή του.

Ο Μιχαήλ δεν είχε ιδιαίτερη επιθυμία να κυβερνήσει, το ενδιαφέρον του για την εξουσία και την πολιτική εν γένει ήταν περιορισμένο. Οι ηγέτες της Προσωρινής Κυβέρνησης δεν είχαν καμία δυσκολία να τον πείσουν να παραιτηθεί με τη σειρά του και αυτός, «για το καλό της πατρίδας» (16 Μαρτίου). Μετά από ακριβώς 304 χρόνια, η δυναστεία των Ρομανόφ έφτανε στο τέλος της. Η Προσωρινή Κυβέρνηση έθεσε τον Νικόλαο και την οικογένειά του υπό περιορισμό στα ανάκτορα του Τσάρσκογε Σελό. Αργότερα (τον Αύγουστο) θα τους μετέφερε στο Τομπόλσκ των Ουραλίων [1].


[1] Τον Απρίλιο του 1918 οι Μπολσεβίκοι μετέφεραν τον τσάρο και την οικογένειά του στο Μέγαρο Ιπάτιεφ, στο Γεκατερινμπούργκ. Στην πόλη αυτή των Ουραλίων ή στα περίχωρά της επρόκειτο να εκτελεσθεί ολόκληρη η αυτοκρατορική οικογένεια υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες τον Ιούλιο του 1918.


Γ.   ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Πρίγκιπας Γκ. Λβοφ

Επικεφαλής της Προσωρινής Κυβέρνησης που συγκροτείται τη 2α Μαρτίου τίθεται ο πρίγκιπας Γκεόργκι Γεβγκένιεβιτς Λβοφ, γόνος μιας από τις πιο αριστοκρατικές οικογένειες της Ρωσίας. Λένε ότι το γενεαλογικό δέντρο της έφτανε ως τους Ρουρικίδες, τους Σκανδιναβούς που είχαν ιδρύσει την ηγεμονία της Ρωσίας του Κιέβου. Στις αρχές της δεκαετίας του 1880, η οικογένεια βρέθηκε υπερχρεωμένη. Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του, στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου της Μόσχας, ο πρίγκιπας μαζί με τους αδελφούς του κατόρθωσε να μετατρέψει τα οικογενειακά κτήματα στην περιοχή της Τούλα σε κερδοφόρα επιχείρηση. Έπειτα, ανακατεύθηκε στους ΟΤΑ, αναλαμβάνοντας αρχικά την προεδρία του ζέμστβο της Τούλα κι έπειτα της Πανρωσικής Ένωσης ΟΤΑ. Εργατικός, εύστροφος, φιλελεύθερος και με ανεπιτήδευτη αγάπη για τον ρωσικό λαό, φάνταζε ως ιδανική επιλογή. Ηγούνταν μιας κυβέρνησης που τη στελέχωναν αριστοκράτες και μεγαλοαστοί, οι οποίοι επιθυμούσαν διακαώς τον εκδυτικισμό της Ρωσίας μέσω του κοινοβουλευτισμού. Στο ξεκίνημα, ο ενθουσιασμός και η αισιοδοξία περίσσευαν.

«Το πνεύμα του ρωσικού λαού αποδείχθηκε πως είναι, ως εκ της φύσεώς του, πνεύμα οικουμενικά δημοκρατικό. Ο ρωσικός λαός είναι έτοιμος όχι απλώς να ενταχθεί στη δημοκρατία αυτή, αλλά και να αναλάβει την πρωτοπορία της, ακολουθώντας τον δρόμο της Προόδου τον οποίο χάραξαν οι μεγάλες αρχές της Γαλλικής Επανάστασης: Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα!» [Πρίγκιπας Γκ. Γ. Λβοφ, λόγος της 20ής Μαρτίου 2017]

α. «Ρωσία, η πιο ελεύθερη χώρα στον κόσμο!» – Η ρωσική δημοκρατική άνοιξη

  1. Η εποχή των δικαιωμάτων και της ελευθερίας

Μετά από αιώνες καταπίεσης, η επανάσταση απελευθερώνει τους ανθρώπους και τους ωθεί να εκφράσουν την απόψεις τους και να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Όλες οι κοινωνικές τάξεις και ομάδες (εργάτες, αγρότες, στρατιώτες, φεμινίστριες κ.λπ.) διατυπώνουν τα αιτήματά τους, με ψηφίσματα ή με επιστολές και τηλεγραφήματα προς το Σοβιέτ και την Προσωρινή Κυβέρνηση.

Σοβιέτ Πετρούπολης

Την τάση αυτή την είχαν ενθαρρύνει και οι δύο θεσμοί. Ήδη την 1η Μαρτίου, το Σοβιέτ είχε εκδώσει την περίφημη υπ’ αριθ. 1 διαταγή. Πραγματική διακήρυξη των δικαιωμάτων του στρατιώτη, το κείμενο αυτό προέβλεπε ότι «ανεξαρτήτως βαθμού και μονάδας στην οποία υπηρετούν, οι στρατιώτες έχουν όλα τα δικαιώματα των οποίων απολαύουν οι πολίτες». Καταργούνται όλες οι πειθαρχικές διατάξεις που κρίνονται υπέρμετρα αυστηρές, απαγορεύεται κάθε μειωτική συμπεριφορά των αξιωματικών προς τους στρατιώτες, οι οποίοι καλούνται να εκλέξουν επιτροπές αντιπροσώπων σε κάθε μονάδα με σκοπό την προάσπιση των δικαιωμάτων τους. Η Προσωρινή Κυβέρνηση, από την πλευρά της και υπό την επιρροή των μετριοπαθών σοσιαλιστών, υιοθετεί σειρά μέτρων ιδιαίτερης συμβολικής σημασίας: κατοχύρωση των θεμελιωδών ελευθεριών, κατάργηση των διακρίσεων, αμνηστεία για τα αδικήματα πολιτικού χαρακτήρα, κατάργηση της θανατικής ποινής, προκήρυξη γενικών εκλογών για την ανάδειξη Συντακτικής Συνέλευσης με καθολική και μυστική ψηφοφορία (ως ημερομηνία των εκλογών ορίστηκε τελικά η 12η Νοεμβρίου), αναγνώριση δικαιωμάτων αυτονομίας των εθνοτήτων.

  1. Ασκήσεις άμεσης δημοκρατίας και αγωγής του πολίτη

Το Σοβιέτ της Πετρούπολης γιγαντώνεται, τουλάχιστον ως προς τη σύνθεσή του, μια και γρήγορα πλησιάζει τον αριθμό των τριών χιλιάδων μελών (850 εκπρόσωποι των εργατών και δύο χιλιάδες των στρατιωτών). Συγκροτούνται σοβιέτ σε όλες τις πόλεις (είναι ήδη εξακόσια στα τέλη Μαρτίου, ενώ ο αριθμός τους θα πλησιάσει τα 1.500 το φθινόπωρο). Ταυτόχρονα δημιουργούνται και άλλοι θεσμοί λαϊκής εκπροσώπησης: επιτροπές εργαζομένων στα εργοστάσια και τις βιοτεχνίες, με σκοπό την προάσπιση των δικαιωμάτων των εργατών, συνοικιακές επιτροπές που μεριμνούν για ζητήματα στέγασης, εφοδιασμού σε τρόφιμα, περίθαλψης των θυμάτων του πολέμου, ιδρύουν βρεφονηπιακούς σταθμούς κ.λπ., εργατικές πολιτοφυλακές για την ένοπλη υπεράσπιση της επανάστασης και των κεκτημένων της, επιτροπές στρατιωτών, τοπικές συνελεύσεις αγροτών. Το σύνολο του πληθυσμού πολιτικοποιείται και συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων.

Αναλαμβάνοντας τιτάνιο έργο, η Προσωρινή Κυβέρνηση συγκροτεί ειδικές επιτροπές, με τη συμμετοχή εκπροσώπων όλων των πολιτικών κομμάτων και εμπειρογνωμόνων, για τη ρύθμιση όλων των μεγάλων εκκρεμών ζητημάτων: εκλογικός νόμος, αγροτική μεταρρύθμιση και αναδιανομή της γης. Εκτός των άλλων κάνει ό,τι είναι δυνατό για να επιμορφώσει τον ρωσικό λαό σε θέματα λειτουργίας του νέου πολιτεύματος και να του εμφυσήσει δημοκρατική συνείδηση. Στο πλαίσιο αυτό, προβαίνει στη σύσταση της Κεντρικής Επιτροπής Κοινωνικής και Πολιτικής Εκπαίδευσης, η οποία στέλνει υπαλλήλους της σε όλες τις επαρχίες για διαλέξεις και μαθήματα αγωγής του πολίτη. Φτάνει ως το σημείο να αναλάβει και την παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών.

Γενικά, για όλα τα κόμματα, ο κύριος στόχος είναι η πολιτική διαπαιδαγώγηση του πληθυσμού. Η κυκλοφορία των εφημερίδων αυξάνεται κατακόρυφα. Ο φιλελεύθερος «Ρωσικός Λόγος» («Русское слово») προσεγγίζει το ένα εκατομμύριο αντίτυπα, η «Ιζβέστια» του Σοβιέτ της Πετρούπολης τα 200.000, ενώ η «Εφημερίδα των Εργατών» («Рабочая газета») των Μενσεβίκων, η «Αλήθεια» («Правда») των Μπολσεβίκων και ο «Λαϊκός Αγώνας» («Дело народа») των Εσέρων έχουν κυκλοφορία που υπερβαίνει τα 100.000 αντίτυπα. Κι όλα αυτά χωρίς να υπολογίζουμε τις εκδόσεις που απευθύνονται σε ειδικό κοινό (οι Μπολσεβίκοι εκδίδουν δύο τουλάχιστον έντυπα ειδικά για τους στρατιώτες) ή τα βιβλία και φυλλάδια που εκδίδουν όλες οι πολιτικές τάσεις. Στο κρίσιμο διάστημα Μαρτίου-Οκτωβρίου, τα διάφορα σοσιαλιστικά κόμματα εκδίδουν 500 τίτλους σε 27 εκατομμύρια αντίτυπα, τα «αστικά» κόμματα 250 τίτλους σε 11 εκατομμύρια αντίτυπα [1].

β.   Φθορά και παρακμή της Προσωρινής Κυβέρνησης

Σε μια χώρα απολυταρχίας και συγκεντρωτικής διοίκησης, η θέση της Προσωρινής Κυβέρνησης είναι ευθύς εξαρχής επισφαλής. Η επιτυχία της αποτελεί ένα μεγάλο στοίχημα που είναι αντικειμενικά δύσκολο να κερδηθεί. Η κυβέρνηση συνυπάρχει ως προς την ντε φάκτο άσκηση εξουσίας με πλήθος αμεσοδημοκρατικών οργάνων, συνήθως αποκεντρωμένου χαρακτήρα. Οι εσωτερικές αντιθέσεις που τη χαρακτηρίζουν υποσκάπτουν ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία της. Τέλος, μοιραία θα αποδειχθεί η αδυναμία της Προσωρινής Κυβέρνησης να υιοθετήσει σαφή και σταθερή στάση στα μεγάλα προβλήματα που καλείται να επιλύσει: αυτό της συνέχισης του πολέμου, το αγροτικό ζήτημα και, δευτερευόντως, εκείνο της αυτοδιάθεσης των εθνοτήτων. Η στάση της στο πρώτο ζήτημα είναι επαμφοτερίζουσα, στα άλλα δύο αναμονής, μια και οι όποιες αποφάσεις μετατίθενται στη Συντακτική Συνέλευση που θα αναδειχθεί με τις εκλογές του Νοεμβρίου.

1.   Από την Πρώτη στη Δεύτερη Προσωρινή Κυβέρνηση       

Πάβελ Μιλιουκόφ

i) Οι ατυχείς πρωτοβουλίες Μιλιουκόφ και η κρίση του Απριλίου: Ενώ το Σοβιέτ της Πετρούπολης ταλαντεύεται μεταξύ ουτοπικού πασιφισμού και «επαναστατικής εθνικής άμυνας» (συνέχιση του πολέμου με ταυτόχρονη προσπάθεια επίτευξης της ειρήνης «χωρίς προσαρτήσεις και πολεμικές αποζημιώσεις») και η Προσωρινή Κυβέρνηση είναι διχασμένη ως προς τη γραμμή που πρέπει να ακολουθήσει, στις 4 Μαρτίου, ο ισχυρός άνδρας της, ο Υπουργός Εξωτερικών Πάβελ Νικολάγεβιτς Μιλιουκόφ, στέλνει με δική του πρωτοβουλία οδηγίες στις διπλωματικές αντιπροσωπείες: η Ρωσία θα τηρήσει όλες τις δεσμεύσεις της και θα συνεχίσει τον πόλεμο ως την τελική νίκη. Δύσπιστοι, οι Γάλλοι και Βρετανοί σύμμαχοι επιμένουν, ζητούν δεσμεύσεις και πιέζουν φορτικά τη Ρωσία να αναλάβει μεγάλης κλίμακας επιθετικές επιχειρήσεις στο Μέτωπο. Στις 18 Απριλίου, ο Μιλιουκόφ επαναλαμβάνει τις θέσεις αυτές επίσημα, απευθυνόμενος προς τους δυτικούς συμμάχους. Η ενέργειά του προκαλεί οξύτατη κυβερνητική κρίση, η οποία θα τερματισθεί με τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης μόλις στις 5 Μαΐου. Οι φιλελεύθεροι διατηρούν την πρωθυπουργία, με τον πρίγκιπα Λβόφ, και έξι υπουργεία, αλλά τα διάφορα σοσιαλιστικά κόμματα από το ένα χαρτοφυλάκιο (Κερένσκι ως Υπουργός Δικαιοσύνης) φτάνουν στα έξι, σε μια προσπάθεια καλύτερης σύνδεσης κυβέρνησης και σοβιέτ και ανεύρεσης ευρύτερων λαϊκών ερεισμάτων. Ο Κερένσκι αναλαμβάνει το Υπουργείο Πολέμου και Ναυτικού, ο ηγέτης των Εσέρων Τσερνόφ το Υπουργείο Γεωργίας και οι Μενσεβίκοι Σκόμπελεφ και Ηράκλι Τσερετέλλι τα υπουργεία Εργασίας και Επικοινωνιών, αντίστοιχα.

ii) Η διάσπαση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου: Η μαζική είσοδος σοσιαλιστών στην κυβέρνηση θα έπρεπε λογικά να ενισχύσει τη θέση τους. Στην πραγματικότητα, έχει ως συνέπεια τη διάσπασή τους. Είναι πολλοί εκείνοι που αντιτίθενται στη συμμετοχή στην κυβέρνηση, ανάμεσά τους ο ιστορικός ηγέτης των Μενσεβίκων Γιούλι Μάρτοφ (και ολόκληρη η «διεθνιστική» πτέρυγα του κόμματος) και η αριστερή πτέρυγα των Εσέρων (Μπόρις Νταβίντοβιτς Κατς «Καμκόφ», Μαρίγια Αλεξάντροβα Σπιριντόνοβα, Ισαάκ Νάχμαν Στέινμπεργκ). Σε αυτούς προστίθεται μια φωνή ακόμη πιο εξτρεμιστική.

Απρίλιος 1917, ο Λένιν φτάνει στον σταθμό Φινλανδίας της Πετρούπολης (πίνακας του Μ. Σοκολόφ).

Στις 28 Μαρτίου, ο Λένιν δέχεται τελικά τις μεσολαβητικές προσπάθειες του Ελβετού σοσιαλδημοκράτη Πλάττεν και τη ναύλωση από τις γερμανικές αρχές ενός συρμού που θα τον μεταφέρει πίσω στη Ρωσία, από την οποία απουσιάζει εδώ και 17 χρόνια. Οι Γερμανοί υποθέτουν ευλόγως ότι ο Λένιν θα αποτελέσει παράγοντα αποσταθεροποίησης της αντιπάλου. Ο ίδιος ο Μπολσεβίκος ηγέτης δεν θέλει με τίποτε να δώσει την εντύπωση ότι επιστρέφει χάρη στους Γερμανούς και επιβάλλει τους όρους του: οι επιβάτες θα καταβάλουν το αντίτιμο του εισιτηρίου τους και θα αναλάβουν τα έξοδα διατροφής τους κατά τη διάρκειά του. Ο συρμός δεν θα ανήκει σε καμία κρατική οντότητα («εξωεδαφικότητα»), ενώ δεν θα επιτρέπεται η αποβίβαση πριν από την άφιξη στον προορισμό του (εξ ου και ο χαρακτηρισμός του ως «σφραγισμένου τραίνου»). Στις 3 Απριλίου, ο Λένιν, συνοδευόμενος από στελέχη του κόμματός του που επέστρεψαν μαζί του, φτάνει στον Σταθμό Φινλανδίας της Πετρόπουλης. Σχεδόν αμέσως διατυπώνει απόψεις που εκπλήσσουν με τον ακραίο χαρακτήρα τους ακόμη και τους Μπολσεβίκους: έλεγχος των βιομηχανικών μονάδων από τους εργάτες, εθνικοποίηση της γης, κατάργηση αστυνομίας και στρατού, αντίθεση στην Προσωρινή Κυβέρνηση. Η πρότασή του συνοψίζεται στο σύνθημα «Όλη η εξουσία στα σοβιέτ».

iii) Οι αποτυχίες της Προσωρινής Κυβέρνησης – (1) Η τελική αποτυχία στο ζήτημα του πολέμου: Όπως, ίσως, ήταν αναμενόμενο, οι προσπάθειες της Προσωρινής Κυβέρνησης για την ανεύρεση διεξόδου στο πολεμικό ζήτημα δεν στέφονται από επιτυχία. Το φιλόδοξο σχέδιο του Τσερετέλλι για μια μεγάλη διεθνή συνδιάσκεψη με στόχο την ειρήνευση αποτυγχάνει εξαιτίας της στάσης της Γαλλικής και της Βρετανικής Κυβέρνησης. Απομένει η ελπίδα της νίκης στα πεδία των μαχών.

Ο Κερένσκι, ως αρμόδιος υπουργός, δεν φείδεται προσπαθειών. Διορίζει αρχιστράτηγο τον ικανότατο Μπρουσίλοφ και ξεκινά μια μεγάλη περιοδεία στις μονάδες της πρώτης γραμμής. Ελπίζει ότι οι ρητορικές του ικανότητες θα ανυψώσουν το ηθικό των στρατιωτών και θα τους παρακινήσουν να αγωνιστούν για την τελική νίκη. Εντούτοις, η χαλάρωση της πειθαρχίας και η κόπωση στέκονται ανυπέρβλητα εμπόδια. «Λέτε πως πρέπει να πολεμήσουμε ώστε, μετά τον πόλεμο, οι αγρότες να έχουν επιτέλους τη δυνατότητα να αποκτήσουν γη. Και τι να την κάνω εγώ αυτή τη γη, αν στο μεταξύ έχω σκοτωθεί

Ο Κερένσκι επιθεωρεί το στράτευμα/ πηγή: NYT Keystone Gamma, via Getty Images.

Ο ρωσικός στρατός εξαπολύει τη μεγάλη επίθεση στις 18 Ιουνίου. Παρά τις ελλείψεις σε όπλα και πολεμοφόδια, επιτυγχάνει στην αρχή κάποιες επιτυχίες σε βάρος των δυνάμεων της Αυστροουγγαρίας. Έπειτα, εκδηλώνεται η γερμανική αντεπίθεση και το μέτωπο καταρρέει: μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα οι Ρώσοι χάνουν 400.000 άνδρες και τη Γαλικία και αναγκάζονται να υποχωρήσουν έως και 300 χιλιόμετρα σε ορισμένα σημεία του μετώπου. Η καταστροφή είναι τέτοια που η Προσωρινή Κυβέρνηση δεν θα μπορέσει ποτέ να συνέλθει από αυτήν. Δεν πρόκειται, άλλωστε, για τη μοναδική αποτυχία της.

Βίκτορ Τσερνόφ

(2) Η αποτυχία στο εσωτερικό μέτωπο: Στο εσωτερικό της χώρας η κατάσταση επιδεινώνεται. Ο καλπάζων πληθωρισμός εκμηδενίζει τις αυξήσεις που είχαν δοθεί στους εργαζόμενους, τα τρόφιμα σπανίζουν και διατίθενται σε αστρονομικές τιμές, τα εργοστάσια αντιμετωπίζουν δραματικές ελλείψεις σε πρώτες ύλες. Στο εκρηκτικό αυτό πλαίσιο και με την κυβέρνηση να αδρανεί ή να χρονοτριβεί οι εντάσεις οξύνονται. Οι εργοδότες απαντούν στις εργατικές διεκδικήσεις και απεργίες με μαζικές απολύσεις και επισχέσεις εργασίας. Η γενική εντύπωση είναι ότι ο Υπουργός Εργασίας Σκόμπελεφ επιδεικνύει πολύ μεγαλύτερη ανοχή στην εργοδοσία. Την ίδια ώρα, τα σχέδια του Υπουργού Γεωργίας Τσερνόφ για μια μεγάλη αγροτική μεταρρύθμιση αναβάλλονται, μια και το θέμα είναι τόσο σοβαρό που μόνον η νέα Συντακτική Συνέλευση μπορεί να το ρυθμίσει. Οι πιέσεις των αγροτών για άμεσες λύσεις, όμως, είναι τεράστιες: συγκροτούνται επιτροπές που προβαίνουν στην αναδιανομή της γης χωρίς να αναμένουν την έγκριση της κυβέρνησης.

(3) Η αμήχανη διαχείριση του ζητήματος των εθνοτήτων: Τον Μάρτιο η Ράντα, η οποία αρχικά δεν ήταν παρά ένωση πολιτιστικών σωματείων, αναδεικνύεται ως ο θεσμός που κατεξοχήν εκφράζει τις διεκδικήσεις των Ουκρανών: αρχικά την ευρύτατη αυτονομία, εν συνεχεία δε την ανεξαρτησία της Ουκρανίας. Ανάλογες είναι οι εξελίξεις στη Φινλανδία, την Πολωνία και τις χώρες της Βαλτικής. Εάν στην περίπτωση της Φινλανδίας, της οποίας το Κοινοβούλιο ανακηρύσσει την ανεξαρτησία στις 23 Ιουνίου, η Προσωρινή Κυβέρνηση θεωρεί ότι μπορεί να τηρήσει στάση αναμονής και σχετικής ανοχής, δεν συμβαίνει το ίδιο και με τη ζωτικής σημασίας Ουκρανία. Στέλνει στο Κίεβο τριμελή αντιπροσωπεία υπουργών (τους Κερένσκι, Τσερετέλλι και τον ουκρανικής καταγωγής Υπουργό Εξωτερικών Μιχαήλ Ιβάνοβιτς Τερέστσενκο) οι οποίοι, κατόπιν διαπραγματεύσεων, συνάπτουν συμφωνία με την ουκρανική Ράντα (2 Ιουλίου): η Ουκρανία θα αποφασίσει με δημοψήφισμα, μετά την εκλογή της Συντακτικής Συνέλευσης, αν επιθυμεί ευρεία αυτονομία στο πλαίσιο μιας ομοσπονδίας ή αν προτιμά την ανεξαρτησία της. Η συμφωνία αυτή προκαλεί νέα κρίση στο εσωτερικό της κυβέρνησης: τρεις από τους υπουργούς που πρόσκεινται στο Συνταγματικό Δημοκρατικό Κόμμα παραιτούνται, γεγονός που έχει ως συνέπεια την πτώση της κυβέρνησης.

Μιχαήλ Τερέστσενκο

2.   Τρίτη Προσωρινή Κυβέρνηση – Η αμφιλεγόμενη διακυβέρνηση Κερένσκι, εποχή πολλαπλής πόλωσης

i) Οι επαναστατικές ταραχές του Ιουλίου: Τον Ιούνιο του 1917 διοργανώνεται στην Πετρούπολη το Α΄ Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ, στο οποίο οι εκπρόσωποι της μετριοπαθούς τάσης που υποστηρίζουν την Προσωρινή Κυβέρνηση έχουν άνετη πλειοψηφία. Η εικόνα αυτή είναι παραπλανητική, διότι δεν απηχεί τη στάση της λαϊκής βάσης η οποία έχει πλέον απογοητεθεί. Οι Μπολσεβίκοι, που εμφανίζονται δυναμικοί κατά τη διάρκεια των εργασιών του συνεδρίου, είναι διστακτικοί ως προς την πολιτική που πρέπει να ακολουθήσουν. Την πρωτοβουλία, στην περίπτωση αυτή, θα την αναλάβει η λαϊκή βάση.

Μετά το φιάσκο της ρωσικής επίθεσης της Ιουνίου και με τις γερμανικές δυνάμεις να προελαύνουν ανενόχλητες στο μέτωπο, η λαϊκή δυσαρέσκεια έχει γιγαντωθεί. Στρατιώτες από την φρουρά της πρωτεύουσας, ναύτες από τη βάση της Κρονστάδης και εργάτες από τα εργοστάσια του Βίμποργκ διοργανώνουν μια μεγάλη διαδήλωση στις 3 Ιουλίου, η οποία καταλήγει μπροστά από το Μέγαρο της Ταυρίδας. Η διαδήλωση επαναλαμβάνεται, ακόμη, μεγαλύτερη, την επομένη. Οι διαδηλωτές φτάνουν στο πρώην ιδιωτικό μέγαρο της μπαλλαρίνας Κσεσίνσκα, όπου βρίσκεται το στρατηγείο των Μπολσεβίκων. Ο Λένιν εκφωνεί ένα σύντομο, μάλλον κατευναστικό λόγο. Μετά την αρχική αμηχανία, οι διαδηλωτές αποφασίζουν να κατευθυνθούν εκ νέου στο Μέγαρο της Ταυρίδας. Οι πρώτοι πυροβολισμοί πέφτουν την ώρα που η πορεία βρίσκεται στη Λεωφόρο Νιέφσκι. Μπροστά από την έδρα της Δούμας σημειώνοντα συμπλοκές κι ανταλλαγές πυροβολισμών μεταξύ των διαδηλωτών και δυνάμεων στρατού που είναι πιστές στην κυβέρνηση. Η τάξη αποκαθίσται βίαια.

Οι ταραχές του Ιουλίου

Την επομένη, λεηλατούνται τα γραφεία της Πράβντα. Το μέγαρο Κσεσίνσκα καταλαμβάνεται από φιλοκυβερνητικούς στρατιώτες [2]. Λένιν και Ζινόβιεφ καταφεύγουν στη Φινλανδία. Δεκάδες μέλη των Μπολσεβίκων, μεταξύ των οποίων και ο Τρότσκι, συλλαμβάνονται και φυλακίζονται.

ii) Κερένσκι: Ο πρίγκιπας Λβοφ αναθέτει τον σχηματισμό κυβέρνησης στον Αλεξάντρ Φιόντοροβιτς Κερένσκι. Ο Κερένσκι έχει πολλά κοινά στοιχεία με τον μεγάλο αντίπαλό του, τον Λένιν. Έχει κι εκείνος γεννηθεί στο Σιμπίρσκ του Βόλγα κι είναι παιδί εκπαιδευτικού που σταδιοδρόμησε ως ανώτατος δημόσιος υπάλληλος. Όταν ήταν έφηβος, ο Αλεξάντρ ήθελε να γίνει ηθοποιός, τελικά όμως σπούδασε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου της Πετρούπολης. Ως δικηγόρος απέκτησε γρήγορα φήμη χάρη στη δράση του σε υποθέσεις σχετικές με την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Εκλέγεται βουλευτής και γρήγορα τίθεται επικεφαλής των Εργατικών, της πλέον μετριοπαθούς πτέρυγας των σοσιαλιστών. Στην επανάσταση του Φεβρουαρίου ήταν ο σύνδεσμος μεταξύ του Σοβιέτ και της Προσωρινής Κυβέρνησης. Το όνειρό του να γίνει ηθοποιός πρέπει να τον βοήθησε να γίνει εξαίρετος ρήτορας. Οι λόγοι του έκαναν ολόκληρη τη Ρωσία να τον θαυμάζει. Ένιωθε ότι είναι ο εκλεκτός του λαού κι ότι μπορούσε να καταφέρει τα πάντα, παρά τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες. Στην περίπτωση του Κερένσκι ο ιακωβινισμός δίνει τη θέση του στον βοναπαρτισμό και, ίσως, στον λουδοβικισμό, μια και ο νέος (και νεαρός, είναι μόλις 36 ετών) πρωθυπουργός εγκαθίσταται στα Χειμερινά Ανάκτορα.

Αλέξανδρος Κερένσκι

Η νέα κυβέρνηση, που συγκροτείται στις 22 Ιουλίου, φαίνεται εξαιρετικά ισορροπημένη: τρεις υπουργοί από το Συνταγματικό Δημοκρατικό Κόμμα, τρεις Μενσεβίκοι, τρεις Εσέροι, τρεις μετριοπαθείς σοσιαλιστές μικρότερων κομματικών σχηματισμών. Στην πράξη, όμως, θα αποδειχθεί ότι πρόκειται για την πιο συντηρητική κυβέρνηση από όλες του 1917. Οι νοοτροπίες έχουν αλλάξει. Παύει κάθε σχέση με το Σοβιέτ και αυτοί που ασκούν την καθοριστική επιρροή είναι οι φιλελεύθεροι. Προκρίνεται μια πιο αυταρχική στάση την οποία υποστηρίζει σειρά οργανώσεων και ομάδων πίεσης του κεντροδεξιού χώρου («Εταιρία για την Οικονομική Αναγέννηση της Ρωσίας» του μεγαλοβιομήχανου Πουτίλοφ, «Δημοκρατικό Κέντρο» του Μοσχοβίτη βιομήχανου Ριαμπουτσίνσκι, ένωση γαιοκτημόνων, σύνδεσμοι ανώτατων αξιωματικών).

iii) Το «πραξικόπημα» Κορνίλοφ:

«Αν δεν υπήρχε το πραξικόπημα Κορνίλοφ, τότε δεν θα υπήρχε κανένας Λένιν.» [Αλ. Φ. Κερένσκι]

Ο Κερένσκι αναθέτει την ηγεσία του στρατεύματος στον Λαβρ Γκεόργκεβιτς Κορνίλοφ, ικανότατο, αλλά σκληρό και μάλλον άξεστο στρατιωτικό [3]. Γρήγορα, ο πρωθυπουργός αντιλαμβάνεται ότι η δημοφιλία του στρατηγού ξεπερνά τη δική του. Πράγματι, ο Κορνίλοφ εκπονεί και προβάλλει ένα πολιτικό πρόγραμμα, υποσχόμενος να αποκαταστήσει την πειθαρχία στο στράτευμα και την τάξη στην κονωνία: επαναφορά της θανατικής ποινής και στα μετώπισθεν (η κυβέρνηση Κερένσκι την είχε ήδη επαναφέρει για τις περιπτώσεις λιποταξίας στο μέτωπο), διάλυση σοβιέτ και επιτροπών, στρατιωτικός έλεγχος των σιδηροδρόμων και των κρίσιμων για την πολεμική προσπάθεια βιομηχανιών, αποστράτευση συγκεκριμένου αριθμού εφέδρων στους οποίους θα δοθούν εκτάσεις γης. Ο Κορνίλοφ προσωποποιεί πλέον τις ελπίδες ολόκληρης της συντηρητικής παράταξης.

Λ. Κορνίλοφ (φωτογραφία του 1916)

Ο Κερένσκι αποφασίζει να αναλάβει πρωτοβουλία και να εξουδετερώσει έναν αντίπαλο που σε μεγάλο βαθμό ήταν δικό του δημιούργημα. Στέλνει τον βουλευτή των Οκτωβριστών Βλαντίμιρ Νικολάγεβιτς Λβοφ (απλή συνωνυμία με τον τέως πρωθυπουργό) να συναντήσει τον αρχιστράτηγο στο Μογκιλιόφ (24 Οκτωβρίου). Ο Κορνίλοφ εξηγεί στον Λβοφ ότι τρεις είναι οι βιώσιμες επιλογές: συγκρότηση μεικτού διευθυντηρίου αποτελούμενου από πολιτικούς και στρατιωτικούς, πολιτική δικτατορία υπό τον Κερένσκι, στρατιωτική δικτατορία υπό τον Κορνίλοφ επικουρούμενη από κυβέρνηση υπό τον Κερένσκι. Όταν ο Κερένσκι πληροφορείται το περιεχόμενο των συζητήσεων αποφασίζει να παγιδέψει τον στρατηγό. Μεταβαίνει στο Υπουργείο Πολέμου και «εμφανιζόμενος» ως Λβοφ επικοινωνεί με τον Κορνίλοφ και του ζητεί να του επιβεβαιώσει τις προτάσεις αυτές. Έχοντας την «ομολογία» στα χέρια του, ο Κερένσκι συγκαλεί έκτακτο υπουργικό συμβούλιο και, τα ξημερώματα της 27ης Αυγούστου, καθαιρεί τον Κορνίλοφ λόγω εσχάτης προδοσίας.

Ο αρχιστράτηγος είναι εκ των πραγμάτων αναγκασμένος να προχωρήσει σε στρατιωτικό πραξικόπημα. Συγκεντρώνει τις μονάδες που του είναι πιστές και βαδίζει προς την πρωτεύουσα. Για να αντιμετωπίσει τον Κορνίλοφ, ο Κερένσκι προσφεύγει στο Σοβιέτ και τα συνδικάτα, όπου οι Μπολσεβίκοι κερδίζουν όλο και περισσότερο έδαφος, σε αγαστή συνεργασία με μέρος των Μενσεβίκων και των Εσέρων. Πράγματι, το συνδικάτο των σιδηροδρομικών εμποδίζει τη μεταφορά των στρατευμάτων του Κορνίλοφ και οι εργατικές πολιτοφυλακές μαζί με στρατιώτες πιστούς στην επανάσταση νικούν τα στρατεύματα του πραξικοπηματία, ο οποίος συλλαμβάνεται. Ο «λαός έχει νικήσει», οι Μπολσεβίκοι έχουν κερδίσει την εκτίμηση των άλλων και αυτοπεποίθηση για το ότι μπορούν να φέρουν εις πέρας ένοπλες επιχειρήσεις. Όσο για τον Κερένσκι, το πολιτικό κύρος του έχει τρωθεί ανεπανόρθωτα.

iv) Πόλωση, αντιπαλότητες, βία και αναρχία: Η κυβέρνηση κλονίζεται. Οι υπουργοί του Κα Ντε είχαν υποστηρίξει τον Κορνίλοφ. Οι σχέσεις με το επιτελείο του στρατεύματος έχουν διαρραγεί. Η κατάσταση ξεφεύγει εντελώς από τον έλεγχο της κυβέρνησης.

Σε πλαίσιο οξείας πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής κρίσης, οι σχέσεις μεταξύ ανώτερων και κατώτερων τάξεων παροξύνονται. Εργοδοσία και εργαζόμενοι βρίσκονται σχεδόν σε ανοιχτό πόλεμο. Ξεσπούν αγροτικές εξεγέρσεις. Οι χωρικοί επιτίθενται στους γαιοκτήμονες και λεηλατούν τις επαύλεις τους. Στο στράτευμα, οι απλοί στρατιώτες έχουν χάσει κάθε ίχνος εμπιστοσύνης προς την ηγεσία. Οι λιποταξίες πολλαπλασιάζονται. Οργανωμένοι σε ένοπλες ομάδες, οι λιποτάκτες επιδίδονται σε βιαιοπραγίες: πογκρόμ κατά του εβραϊκού πληθυσμού (Γκόμελ, Μπομπρούισκ), σφαγές εμπόρων (Βίννιτσα, Μπριάνσκ, Ταμπόφ).


[1] N. Werth Les Révolutions Russes, όπ. π., σελ. 51-52. Θα ήταν παρακινδυνευμένο να ερμηνεύσουμε τους αριθμούς αυτούς ως ενδεικτικούς της επιρροής των δύο χώρων στον ρωσικό πληθυσμό. Η αριθμητική υπεροχή του σοσιαλιστικού χώρου θα πρέπει μάλλον να εξηγηθεί από τον κατακερματισμό του.

[2] Οι Μπολσεβίκοι θα μεταφέρουν το στρατηγείο τους στο Ινστιτούτο Σμόλνι, ένα οικοτροφείο θηλέων της καλής κοινωνίας, στο ανατολικό άκρο του κέντρου της πόλης.

[3] Η καταγωγή του Κορνίλοφ παραμένει αίνιγμα. Ο πατέρας του λέγεται ότι ήταν Κοζάκος του Ντον που είχε εγκαταστεθεί στο Καζακστάν, ίσως, όμως, να είχε εν μέρει και καλμουκική καταγωγή. Όσον αφορά τη μητέρα του στρατηγού, κατά μία άποψη ανήκε εθνοτικά στους Οϊρότους της οροσειράς Αλτάι. Κατά άλλους, ήταν «Κιργίζια», χαρακτηρισμός ο οποίος κατά τις συνήθειες της τσαρικής γραφειοκρατίας παρέπεμπε στους… Καζάκους.


Δ.   ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΚΤΩΒΡΗΣ

Η πατρότητα της κατάληψης της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους ανήκει αποκλειστικά στον Λένιν. Αυτός συλλαμβάνει την ιδέα, σχεδιάζει με ιδιαίτερη επιμέλεια την επιχείρηση και επιβάλλει την υλοποίησή της παρά τις αντιρρήσεις αρκετών στελεχών του κόμματος και την απροθυμία μεγάλου μέρους των μελών του.

Β. Ιλ. Λένιν

α.   Το σχέδιο

Με δύο επιστολές του από τη φινλανδική εξορία του, περί τα μέσα Σεπτεμβρίου, ο Λένιν καλεί τους Μπολσεβίκους να καταλάβουν την εξουσία πριν από το Β΄ Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ (το οποίο προγραμματίζεται τελικώς για τις 25 Οκτωβρίου). Η πρόταση του ηγέτη αντιμετωπίζεται με δυσπιστία από τα στελέχη του κόμματος, ιδίως δε τους Κάμενιεφ και Ζινόβιεφ. Κατά την άποψή τους, η πτώση της κυβέρνησης Κερένσκι είναι θέμα εβδομάδων, το πολύ. Τότε, τα σοβιέτ θα αναλάβουν την εξουσία, με συνεργασία Μπολσεβίκων, Μενσεβίκων και Εσέρων.

Ο Λένιν επιμένει προβάλλοντας το επιχείρημα ότι αν οι Μπολσεβίκοι ολιγωρήσουν, τότε ο Κερένσκι θα παραδώσει την Πετρούπολη στους Γερμανούς, θα μεταφέρει την πρωτεύουσα στη Μόσχα και θα απαγορεύσει το συνέδριο των σοβιέτ. Στην πραγματικότητα, σκοπός του είναι ο αποκλεισμός κάθε κόμματος πλην Μπολσεβίκων από την εξουσία. Γιατί θα πρέπει το κόμμα να μοιραστεί την εξουσία με τα υπόλοιπα σοσιαλιστικά, όταν μπορεί να καταστεί κυρίαρχο των εξελίξεων και να την ασκήσει αποκλειστικά αυτό;

Η μεταμφίεση του Λένιν

Στις 7 Οκτωβρίου, ο ηγέτης των Μπολσεβίκων, μεταμφιεσμένος, επιστρέφει κρυφά στην Πετρούπολη. Στις 10 Οκτωβρίου καλεί τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής. Ύστερα από πολύωρες συζητήσεις, η πρότασή του εγκρίνεται με ψήφους 10 προς 2 (Κάμενιεφ, Ζινόβιεφ). Ο Λένιν κερδίζει την υποστήριξη του Τρότσκι, ο οποίος είναι πλέον πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής του Σοβιέτ της Πετρούπολης. Την προηγούμενη ημέρα, μάλιστα, έχει επιτύχει τη συγκρότηση της Επαναστατικής Στρατιωτικής Επιτροπής της Πετρούπολης, αποστολή της οποίας είναι η ένοπλη αντιμετώπιση της αντεπανάστασης. Η επιτροπή αυτή θα αποδειχτεί πολύτιμη για την υλοποίηση του σχεδίου των Μπολσεβίκων.

Στο μεταξύ, οι αντιρρήσεις στους κόλπους του κόμματος εξακολουθούν να υφίστανται. Από τις διάφορες κομματικές εκθέσεις και αναφορές προκύπτει ότι τα περισσότερα μέλη δεν είναι ιδιαιτέρως πρόθυμα να συμμετάσχουν στο εγχείρημα. Από τις οργανώσεις των συνοικιών της πρωτεύουσας μόνον αυτή της εργατούπολης του Βίμποργκ υποστηρίζει με ζήλο το σχέδιο. Το δίδυμο Κάμενιεφ και Ζινόβιεφ επιμένει. Η Κεντρική Επιτροπή επανεξατάζει το ζήτημα, αλλά και πάλι η πρόταση Λένιν υπερψηφίζεται (15 προς 6).

Την ίδια ώρα, ο Κερένσκι φαίνεται να διακατέχεται από «υπεροψία και μέθη». Ενώ το σχέδιο των Μπολσεβίκων έχει καταστεί παγκοίνως γνωστό (ο Λένιν και οι αντίπαλοί του μάχονται μέσω άρθρων στις εφημερίδες), εκείνος υποτιμά μοιραία την ισχύ των αντιπάλων του και πιστεύει ότι η κίνηση αυτή θα αποτύχει και θα τους απαξιώσει πλήρως πολιτικά! Οι εκκλήσεις του, όμως, προς το γενικό επιτελείο για ενισχύσεις πέφτουν στο κενό. Τα νευραλγικά σημεία της πρωτεύουσας τα φρουρούν μόνο μερικοί ευέλπιδες. Τα χειμερινά ανάκτορα φυλάσσονται από μερικές εκατοντάδες Κοζάκων και το Τάγμα Εθελοντριών της Μποτσκαριόβα.

Μποτσκαριόβα, η επικεφαλής του Τάγματος Εθελοντριών

β.   Η υλοποίηση

Η εκτέλεση του σχεδίου ένοπλης κατάληψης της εξουσίας ανατίθεται στους ικανότερους «στρατηγούς» των Μπολσεβίκων: στον Τρότσκι, στον πρώην εύελπι Βλαντίμιρ Αλεξάντροβιτς Αντόνοφ-Οφσέγιενκο και στον ναύτη Πάβελ Γεφίμοβιτς Ντιμπένκο. Στην επιχείρηση θα συμμετάσχουν στρατεύματα της φρουράς της πρωτεύουσας, ναύτες από τη βάση της Κρονστάδης και τμήματα εργατικών πολιτοφυλακών. Τη νύχτα της 24ης προς την 25η Οκτωβρίου οι μονάδες αυτές καταλαμβάνουν τα νευραλγικά σημεία της πρωτεύουσας (γέφυρες, σιδηροδρομικούς σταθμούς, ταχυδρομεία και τηλεγραφεία, τράπεζες). Διαπιστώνοντας ότι δεν του εστάλη καμία ενίσχυση, ο Κερένσκι μεταμφιέζεται σε Σέρβο αξιωματικό και εγκαταλείπει την Πετρούπολη επιβιβαζόμενος σε αυτοκίνητο της αμερικανικής πρεσβείας. Αν εξαιρεθεί μια εφήμερη και εξαρχής καταδικασμένη σε αποτυχία προσπάθεια ανατροπής του μπολσεβικικού καθεστώτος, ο άνθρωπος που πρόσκαιρα λατρεύτηκε από τον ρωσικό λαό επρόκειτο να ζήσει μισό και πλέον αιώνα στην εξορία.

Ο Λένιν συντάσσει δήλωση βάσει της οποίας η εξουσία μεταβιβάζεται στην Επαναστατική Στρατιωτική Επιτροπή κι αυτή με τη σειρά της στέλνει τελεσίγραφο στην Προσωρινή Κυβέρνηση καλώντας την σε παραίτηση. Το βράδυ, το καταδρομικό Αβρόρα ρίχνει τον κανονιοβολισμό που σηματοδοτεί την επιχείρηση κατάληψης των Χειμερινών Ανακτόρων. Δεν θα χρειαστεί ιδιαίτερη προσπάθεια, δεν θα υπάρξει καμία μάχη. Στα ανάκτορα έχουν απομείνει λίγοι αξιωματικοί και οι εθελόντριες. Οι Μπολσεβίκοι τα καταλαμβάνουν χωρίς να συναντήσουν αντίσταση και, νωρίς το πρωί της 26ης, συλλαμβάνουν τους υπουργούς της Προσωρινής Κυβέρνησης.

Έφοδος στα Χειμερινά Ανάκτορα, σκηνή από το φιλμ Οκτώβρης του Σ. Ειζενστέιν

Στο μεταξύ, έχουν ξεκινήσει κι οι εργασίες του 2ου Πανρωσικού Συνεδρίου των Σοβιέτ, στο οποίο οι Μπολσεβίκοι έχουν την πλεοψηφία μαζί με τους συμμάχους τους: 300 Μπολσεβίκοι, 100 Εσέροι της αριστερής πτέρυγας και 14 διεθνιστές Μενσεβίκοι αντιπαρατίθενται σε 93 Εσέρους της δεξιάς και κεντρώας τάσης, 68 Μενσεβίκους και 95 εκπροσώπους μικρότερων σχηματισμών. Οι αντίπαλοι των Μπολσεβίκων καταδικάζουν τη στρατιωτική συνωμοσία και τα τετελεσμένα που δημιουργεί και αποχωρούν. Ο Μενσεβίκος ηγέτης Μάρτοφ, που ήλπιζε σε μια κυβέρνηση συνασπισμού, αναγκάζεται να αποχωρήσει κι εκείνος. Απομένουν οι Μπολσεβίκοι και οι αριστεροί Εσέροι. Υπερψηφίζουν τα ιδρυτικά διατάγματα του νέου καθεστώτος (περί ειρήνης και αναδιανομής της γης), καθώς και τη συγκρότηση του υπουργικού συμβουλίου της νέας εξουσίας, του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτρόπων.

Το πρώτο Συμβούλιο Λαϊκών Επιτρόπων.

Οι Μπολσεβίκοι έχουν καταλάβει την εξουσία, αλλά οι δυσκολίες τους κι ακόμη περισσότερο το μαρτύριο της Ρωσίας δεν έχουν τελειώσει.

Ε.   ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ

α.   Γιατί απέτυχε η Προσωρινή Κυβέρνηση;

Και στην περίπτωση αυτή, τρεις είναι οι θεωρίες που προσπαθούν να εξηγήσουν την αποτυχία της Προσωρινής Κυβέρνησης [1].

Α΄ Προσωρινή Κυβέρνηση

  1. Η θέση περί «αδυναμίας»: Για πολλούς από τους ιστορικούς της φιλελεύθερης σχολής οι πολιτικοί που μετείχαν στην Προσωρινή Κυβέρνηση διακρίνονταν μεν από ιδεαλισμό, αλλά και από πολιτικό ερασιτεχνισμό. Οι φιλελεύθεροι πολιτικοί είναι καλοί ρήτορες, πλην όμως δεν γνωρίζουν πολλά για τη λειτουργία του κράτους και πιστεύουν αφελώς στην καλοσύνη και τη δημοκρατικότητα του ρωσικού λαού. Όσο για τους μετριοπαθείς σοσιαλιστές, ούτε αυτοί έχουν καλύτερη γνώση της πολιτικής, διακατέχονται δε από έμμονες ιδέες και προσπαθούν να ερμηνεύσουν τα πάντα με γνώμονα την Ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης και της Κομμούνας των Παρισίων. Όλοι μαζί υπέπεσαν σε μοιραία πολιτικά σφάλματα: απολύοντας τους κυβερνήτες των επαρχιών μαζί με τα επιτελεία τους έχασαν την ευκαιρία αποτελεσματικού ελέγχου των επαρχιών. Επιτρέποντας στους στρατιώτες να γίνουν μέλη πολιτικών κομμάτων υπέσκαψαν με μοιραίο τρόπο την πειθαρχία του στρατεύματος.
  2. Η θέση περί «ακραίας σκληρότητας των αστικών κομμάτων»: Κατά τη σοβιετική ιστοριογραφία, η αποτυχία της Προσωρινής Κυβέρνησης οφείλεται στην ολοένα και αυξανόμενη ροπή της προς τον συντηρητισμό. Στόχος της είναι η προστασία των συμφερόντων της μεγαλοαστικής τάξης, η συντριβή των εργατικών και αγροτικών διεκδικήσεων. Στο πλαίσιο αυτό, οι μετριοπαθείς σοσιαλιστές χαρακτηριζόμενοι ως εκπρόσωποι των «μικροαστικών τάξεων» αδυνατούν να μετριάσουν τη σκληρότητα των μεγαλοαστών και καταλήγουν άβουλοι συνοδοιπόροι τους.
  3. Η Προσωρινή Κυβέρνηση θύμα των εσωτερικών αντιφάσεων και της ανομοιογένειάς της: Η θέση περί καλών ρητόρων κι ονειροπόλων χωρίς σχέση με την πολιτική πραγματικότητα, δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Το σχέδιο αγροτικής μεταρρύθμισης του ηγέτη των Εσέρων Τσερνόφ, το νέο εργατικό δίκαιο που επιδίωκε να θεσπίσει ο μενσεβίκος Σκόμπελεφ, τα προγράμματα ελεγχόμενου κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία που είχαν εκπονήσει μενσεβίκοι οικονομολόγοι αποτελούσαν σοβαρότατες μεταρρυθμιστικές προσπάθειας, οι οποίες, αν υλοποιούνταν, θα έθεταν τη Ρωσία στην πρωτοπορία των προοδευτικών κοινοβουλευτικών δημοκρατιών. Όλες μετατέθηκαν για μετά τις εκλογές, υπαγόμενες στη δικαιοδοσίας μιας ανύπαρκτης ακόμη Συντακτικής Συνέλευσης. Ως προς αυτό, η ευθύνη των φιλελεύθερων πολιτικών είναι τεράστια. Δίνοντας προτεραιότητα σε έναν αναβλητικό στόχο τήρησης της τάξης κατέληξαν να εξουδετερώσουν κάθε δυνατότητα της Προσωρινής Κυβέρνησης να ικανοποιήσει τα λαϊκά αιτήματα.

Ο Μενσεβίκος Υπουργός Εργασίας Ματβέι Σκόμπελεφ

Αν θα έπρεπε να σταθούμε οπωσδήποτε σε προσωπικές ευθύνες, τότε θα πρέπει να επισημάνουμε την εγκληματική ανευθυνότητα με την οποία χειρίστηκε ο Κερένσκι την υπόθεση Κορνίλοφ και τη σχεδιαζόμενη οκτωβριανή επιχείρηση των Μπολσεβίκων. Παραφράζοντας τη ρήση του ιδίου και με μεγάλη δόση υπερβολής θα μπορούσε να πούμε ότι χωρίς τον Κερένσκι δεν θα υπήρχε Λένιν.

Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που καταδίκασε την Προσωρινή Κυβέρνηση ήταν οι αντιφάσεις και οι παλινωδίες της που όλες οφείλονταν στη μοιραία για αυτήν ανομοιογένειά της. Μόνον οι καθαρές λύσεις θα μπορούσαν να αποδειχθούν βιώσιμες. Ή θα υιοθετούνταν μια σκληρή, συντηρητική γραμμή αποκατάστασης της τάξης, η οποία θα εξόργιζε το λαϊκό αίσθημα και θα στήριζε την επιτυχία της στην αυστηρή καταστολή ή θα ακολουθούνταν μια πιο σοσιαλιστική γραμμή, η οποία, βεβαίως, θα απαιτούσε την εξεύρεση λύσης στο ζήτημα της συνέχισης του πολέμου. Καθώς τίποτε από τα δύο δεν συνέβη, η Προσωρινή Κυβέρνηση, πατώντας ταυτόχρονα σε δύο βάρκες, υπέγραφε την καταδίκη της. Κι όλα αυτά εξηγούν, ίσως, την τελική επικράτηση των Μπολσεβίκων.

β.   Γιατί επικράτησαν οι Μπολσεβίκοι;

Ο Λένιν διακηρύσσει ότι η εξουσία ανήκει στα σοβιέτ (πίνακας του Βλ. Σερόφ, 1947).

Επανάσταση η πραξικόπημα; Το ερώτημα αυτό φαίνεται να απασχολεί περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τους ιστορικούς και το κοινό. Προϋποθέτει μια επανάσταση την αυθόρμητη συμμετοχή του λαού; Αυτό που συμβαίνει συνήθως δεν είναι η πρόκληση ταραχών λόγω της λαϊκής αγανάκτησης, που συνεπάγεται την πτώση ενός καθεστώτος και ακολουθείται από την κατάληψη της εξουσίας εκ μέρους μίας ή πλειόνων ομάδων  οι οποίες σταδιακά εξελίσσονται σε νέο καθεστώς; Η έννοια του πραξικοπήματος δεν απαιτεί όσοι καταλαμβάνουν την εξουσία να αποτελούν ήδη θεσμούς του πολιτεύματος και να ασκούν μέρος αυτής; Ασκούσαν εξουσία οι Μπολσεβίκοι πριν τον Οκτώβρη; Ίσως μέσω του σοβιέτ, αλλά και πάλι η εξουσία αυτή ήταν εν τοις πράγμασι και όχι τυπικώς αναγνωρισμένη από θεσμική άποψη. Οπότε; Θα μπορούσαμε να εξετάζουμε επί ώρες τα λεξικά και τα ιστορικά στοιχεία, χωρίς να μπορούμε να δώσουμε απάντηση, εκτός, βεβαίως, εκείνης την οποία θα μας υπεδείκνυε η πολιτική ιδεολογία μας. Το πιο δίκαιο θα ήταν να ενστερνισθούμε τον αφορισμό του Μαρκ Φερρό: «Ο Οκτώβριος είναι ταυτόχρονα πραξικόπημα και επανάσταση»! «Για τον λόγο αυτό η Οκτωβριανή Επανάσταση αποτέλεσε μαζικό κίνημα, αλλά μόνο ένας μικρός αριθμός συμμετείχε σε αυτήν».

Σύγκλιση και οππορτουνισμός: Όπως επισημαίνει ο Νικολά Βέρτ: «Το πραξικόπημα αυτό έχει ως πλαίσιο μια τεράστια κοινωνική επανάσταση, πολύμορφη και αυτοτελή» (αγροτικές εξεγέρσεις, αποσύνθεση του στρατεύματος, εργατικές διεκδικήσεις, χειραφέτηση των εθνοτήτων) «Καθένα από τα κινήματα αυτά έχει τους δικούς του ρυθμούς, τη δική του δυναμική, τις δικές του προσδοκίες που δεν μπορούν να εξομοιωθούν ούτε με τα συνθήματα των Μπολσεβίκων ούτε με την πολιτική δράση του κόμματος αυτού. Τα κινήματα αυτά δρουν καθ’ όλη τη διάρκεια του 1917, ως ισάριθμες διαλυτικές δυνάμεις που συμβάλλουν ιδιαιτέρως στην καταστροφή των θεσμών και κάθε μορφής εξουσίας. Για ένα σύντομο, πλην όμως καθοριστικής σημασίας χρονικό διάστημα (Οκτώβριος 1917), η δράση των Μπολσεβίκων, πολιτικής μειοψηφίας που ενεργεί εντός του περιβάλλοντος θεσμικού κενού, κατευθύνεται προς την εκπλήρωση των προσδοκιών των περισσοτέρων, μολονότι οι μεσοπρόθεσμοι και μακροπρόθεσμοι στόχοι των μεν και των δε διαφέρουν. Σε ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο, πολιτικό πραξικόπημα και κοινωνική επανάσταση συγκλίνουν ή μάλλον, ακριβέστερα, συμπίπτουν»[2].

Η νίκη των Μπολσεβίκων ξεπερνά τον άψογο σχεδιασμό κι εκτέλεση ενός επιχειρησιακού σχεδίου, ανεξαρτήτως αν θα χαρακτηρίσουμε το σχέδιο αυτό ως «επανάσταση» ή ως «πραξικόπημα». Το μεγάλο προτέρημα του κόμματος του Λένιν είναι η προσαρμοστικότητά του, η ικανότητά του να ακολουθήσει τις τάσεις που επικρατούν, να ενστερνισθεί τα αιτήματα και τις διεκδικήσεις, να προλάβει ώστε να είναι αυτό που θα διαμορφώσει τις εξελίξεις. Όλοι ήθελαν την ειρήνη, πρωτίστως οι στρατιώτες, και οι Μπολσεβίκοι έκαναν σημαία τους την ειρήνη πάση θυσία. Οι αγρότες επιθυμούσαν διακαώς την αναδιανομή της γης και οι Μπολσεβίκοι το δέχτηκαν, οικειοποιούμενοι το πρόγραμμα των Εσέρων και αρνούμενοι προσωρινά το δικό τους που προέβλεπε εθνικοποίηση και κολλεκτιβοποίηση των γαιών. Οι εργάτες διεκδικούσαν τον έλεγχο της παραγωγής και οι Μπολσεβίκοι διατράνωσαν ότι αυτός ήταν ένας από τους κύριους σκοπούς τους. Οι εθνότητες απαιτούσαν αυτοδιάθεση και οι Μπολσεβίκοι φάνηκαν να αναγνωρίζουν το αίτημα αυτό. Με δυο λόγια, πολιτικός οππορτουνισμός; Ίσως, αλλά μαεστρικά εφαρμοσμένος.


[1] N. Werth Les Révolutions Russes, όπ. π., σελ. 110 επ.

[2] N. Werth Les Révolutions Russes, όπ. π., σελ. 94-95.

«1917 – Η Χρονιά των Επαναστάσεων» – Μέρος 1: Η αυτοκρατορία με τα σαθρά θεμέλια

Φεβρουαρίου 6, 2018

[Όπως συχνά συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, στη σειρά αναρτήσεων που αρχίζει με την παρούσα παρατίθεται το κείμενο ομιλίας του Ρογήρου, στο πλαίσιο εκδήλωσης της Ελληνικής Κοινότητας Λουξεμβούργου (17 Νοεμβρίου 2017, στο Foyer Européen).

Το κείμενο δεν διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας. Θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί σε ορισμένο βαθμό και ως σύνοψη των δύο πιο αξιόπιστων, κατά τη γνώμη μου, συγγραμμάτων σχετικά με τις ρωσικές επαναστάσεις: του “A People’s Tragedy – The Russian Revolution (1891-1924)”, του Orlando Figes, και  του « Les Révolutions Russes », του Nicolas Werth. Η δομή, άλλωστε, των δύο αυτών βιβλίων ακολουθήθηκε αρκετά πιστά στα δύο πρώτα μέρη της παρουσίασης, αντιστοίχως. Κατά τα λοιπά, πιστεύω ότι δεν θα είναι δυσχερές να εντοπισθούν στο κείμενο οι όποιες προσωπικές σκέψεις μου.

Λαμβανομένων υπόψη των αναπόφευκτων περιορισμών ως προς την έκταση του κειμένου, παραλείφθηκε η εξέταση πολλών ζητημάτων, όπως είναι, για παράδειγμα, αυτό της διαχείρισης της ιστορικής μνήμης των ρωσικών επαναστάσεων. Αφήνοντας κατά μέρος τα προφανή (όσα δηλαδή θα υποστήριζαν οι κήρυκες της μίας ή της άλλης ιδεολογίας), θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο «τιμήθηκαν» στη Ρωσία τα εκατό χρόνια από τις επαναστάσεις του 1917 και, ιδίως, από την Οκτωβριανή. Εντελώς επιγραμματικά, σημειώνεται ότι υπήρξε πράγματι ένα πρόγραμμα εκδηλώσεων, αποτελούμενο ιδίως από αναπαραστάσεις και θεατρικά δρώμενα, χωρίς, πάντως, την παρουσία επισήμων. Καμία σχέση με τους λαμπρούς εορτασμούς των 70 χρόνων από τη νίκη στον «Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο». Η εξήγηση είναι πολύ απλή: για τη Ρωσία του Πούτιν, μια χώρα που διατρανώνει την ορθόδοξη ταυτότητά της κι έχει αγιοποιήσει τον τελευταίο τσάρο και την οικογένειά του, η δράση του Λένιν αποτελεί προβληματικό σημείο του παρελθόντος, όπως και κάθε αμφισβήτηση της εξουσίας και του καθεστώτος. Για το σύγχρονο ρωσικό καθεστώς αυτό που επιλέγεται από την κληρονομιά της κομμουνιστικής εποχής είναι η μορφή του Στάλιν ως μεγάλου πατριώτη ηγέτη και ο θρίαμβος στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ένα άλλο θέμα που αξίζει την προσοχή μας είναι η σχέση των επαναστάσεων με την τέχνη. Θα απαιτούσε, όμως, τη συγγραφή ολόκληρων βιβλίων, κάτι που υπερβαίνει κατά πολύ τις όποιες δυνατότητές μου. Απλώς και μόνο μια ανάλυση του «Οκτώβρη» του Αϊζενστάιν (συγκρατούμαι ώστε να μη γράψω το ρωσικώς ορθό «Έιζενστέιν»), των συμβολισμών και των στοιχείων της ταινίας που είναι ιστορικώς ακριβή ή ανακριβή, θα έπρεπε να καταλαμβάνει έκταση μεγαλύτερη από την, ήδη φλύαρη, παρουσίαση αυτή.

Τέλος, σε ό,τι αφορά τα ρωσικά ονόματα, ακολουθήθηκε η ίδια πρακτική με τη σειρά άρθρων για το Ανατολικό Μέτωπο, δηλαδή η (σχεδόν) συμβατική μεταγραφή με διόρθωση μόνον του τονισμού. Ενδεχόμενη μεταγραφή με βάση τη ρωσική προφορά θα ξένιζε μάλλον τον αναγνώστη (νομίζω ότι σε ολόκληρο το κείμενο υπέκυψα μόνο στον πειρασμό ενός «Πατιόμκιν»).]

Πετρούπολη: εορτασμοί για τα 300 Χρόνια της Δυναστείας των Ρομανόφ

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ: Πετρούπολη, 21η Φεβρουαρίου 1913. Η ανώτατη αριστοκρατία, ευγενείς, αξιωματούχοι και προεστοί από όλες τις επαρχίες της αυτοκρατορίας, καθώς και πλήθος κόσμου έχουν συγκεντρωθεί στην πρωτεύουσα για τους λαμπρούς εορτασμούς των 300 χρόνων της Δυναστείας των Ρομανόφ. Σε κάθε γωνιά της πόλης επιγραφές και συνθέσεις με λαμπιόνια που σχηματίζουν τη φράση «Ο Θεός σώζει τον Τσάρο» ή το σύμβολο της δυναστείας, τον δικέφαλο αετό. Στον καθεδρικό της Παναγίας του Καζάν τελείται δοξολογία παρισταμένου του συνόλου της άρχουσας τάξης. Δυο περιστέρια πετούν πάνω από το κεφάλια του τσάρου Νικολάου και του τσαρέβιτς Αλέξιου. Σημάδι, δίχως άλλο, για το ότι η δυναστεία είναι ευλογημένη από τον ίδιο τον Θεό. Το βράδυ η πόλη φωταγωγείται. Φαγητά και ποτά μοιράζονται δωρεάν στον λαό. Στα Χειμερινά Ανάκτορα ξεδιπλώνονται τα γιγαντιαία πορτραίτα του ιδρυτή της δυναστείας Μιχαήλ, του Μεγάλου Πέτρου και του τσάρου Νικόλαου.

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: Φεβρουάριος του 1912, Ανατολική Σιβηρία. Κοντά στο Μπονταϊμπό, μια κωμόπολη περίπου 900 χιλιόμετρα βορειοανατολικά του Ιρκούτσκ, δίπλα στις όχθες του Λένα, βρίσκεται μια σειρά από ορυχεία χρυσού. Τα ορυχεία αυτά τα εκμεταλλεύεται η κοινοπραξία ΛενζόλοτοЛензолото») την οποία ελέγχει η εδρεύουσα στο Λονδίνο εταιρία αγγλικού δικαίου Lena Goldfields. Στην αγγλική εταιρία και στις λοιπές θυγατρικές της είναι μέτοχοι Βρετανοί επιχειρηματίες και επιφανέστατα μέλη της ρωσικής αριστοκρατίας. Μεταξύ αυτών καταλέγονται η αυτοκράτειρα Μαρία Φιόντοροβνα, μητέρα του τσάρου Νικολάου Β΄, ο πρώην πρωθυπουργός κόμης Σεργκέι Γιούλιεβιτς Βίττε και ο βιομήχανος Αλεξέι Ιβάνοβιτς Πουτίλοφ, ιδιοκτήτης των μεγαλύτερων εργοστασίων της Πετρούπολης.

Οι εργάτες δουλεύουν στα ορυχεία κάτω από απίστευτα απάνθρωπες συνθήκες, τόσο άθλιες που θα τρόμαζαν ακόμη και δούλους λατομείων της Αρχαιότητας. 16 ώρες σκληρής εργασίας ημερησίως, κυριολεκτικά μέσα στο νερό και υπό την επίβλεψη τυραννικών επιστατών. Εφτά στους δέκα θα καταστούν κάποια στιγμή θύματα εργατικών ατυχημάτων. Οι αμοιβές είναι πενιχρές. Όταν έρθει η ώρα της καταβολής τους ουσιαστικά εξαφανίζονται εξαιτίας των υποχρεωτικών κρατήσεων για το άθλιο φαγητό και στέγη που παρέχει η εταιρία και, κυρίως, λόγω των προστίμων που επιβάλλονται στους εργάτες για το παραμικρό παράπτωμα, πραγματικό ή φανταστικό. Κάποια στιγμή, το ποτάμι της οργής και της αγανάκτησης ξεχειλίζει, όταν η εργοδοσία σερβίρει σάπιο κρέας στους εργάτες των ορυχείων. Στα τέλη Φεβρουαρίου αρχίζει γενική απεργία. Ενώ βρισκόμαστε στην πέμπτη εβδομάδα της, το τσαρικό καθεστώς ανταποκρίνεται στις εκκλήσεις της εργοδοσίας και στέλνει στρατό από τη φρουρά του Κίρενσκ προκειμένου να καταστείλει τις εργατικές διαμαρτυρίες. Όλα τα μέλη της επιτροπής απεργιακού αγώνα συλλαμβάνονται τη νύχτα της 3ης προς την 4η Απριλίου 1912. Το επόμενο πρωί οι απεργοί συγκεντρώνονται για να διαμαρτυρηθούν. Μετά το μεσημέρι, περίπου 2.500 εργάτες διοργανώνουν πορεία και κατευθύνονται προς την εισαγγελία για να καταθέσουν ψήφισμα κατά της αυθαίρετης σύλληψης των συνδικαλιστών. Τους περιμένουν οι στρατιώτες οι οποίοι ανοίγουν πυρ αδιακρίτως. 150 έως 270 εργάτες πέφτουν νεκροί. 250 έως 500 τραυματίζονται.

Απρίλιος 1912, η σφαγή στον Λένα

Το δράμα στις όχθες του Λένα συγκινεί κι εξοργίζει τη ρωσική κοινή γνώμη. Η Δούμα συγκροτεί εξεταστική επιτροπή με πρόεδρο τον Αλεξάντρ Φιόντοροβιτς Κερένσκι. Η έκθεση που θα συντάξει η επιτροπή θα καταδείξει το μέγεθος της ωμής βίας που μετέρχονται οι δυνάμεις του καθεστώτος. Όχι, βέβαια, πως αυτό είναι απαραίτητο. Το ίδιο το καθεστώς είναι περήφανο για τις πράξεις του. Όταν ο Υπουργός Εσωτερικών Αλεξάντρ Αλεξάντροβιτς Μακάροφ εμφανίζεται στη Δούμα, απαντά ψυχρά και με κυνισμό στους βουλευτές που τον βομβαρδίζουν με ερωτήσεις για το αν πράγματι έγιναν τέτοιες φρικαλεότητες: «Так было, так будет!», «Αυτό ακριβώς συνέβη κι αυτό θα συμβεί και στο μέλλον!».

Α. Α. Μακάροφ

Κάποια «ευαίσθητη» ψυχή έγραφε: «Οι πυροβολισμοί στον Λένα έσπασαν τον πάγο της σιωπής. Το ποτάμι της λαϊκής αγανάκτησης άρχισε πάλι να κυλά[1]


Για πολλά χρόνια, όπως επισημαίνει ο ιστορικός Νικολά Βερτ [2], δύο ήταν οι θεωρίες που επιχειρούσαν να εξηγήσουν τα δραματικά γεγονότα του 1917, την Οκτωβριανή Επανάσταση και την τελική επικράτηση των Μπολσεβίκων. Η πρώτη από αυτές, την οποία θα μπορούσαμε να ονομάσουμε και «φιλελεύθερη» καθώς οι υποστηρικτές της ήταν δυτικοί ιστορικοί και Ρώσοι εμιγκρέδες, είναι η θεωρία του «ατυχήματος». Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, η Ρωσία των αρχών του 20ού αιώνα βρισκόταν στον δρόμο των μεταρρυθμίσεων οι οποίες σε σύντομο χρονικό διάστημα θα τη μετέτρεπαν σε σύγχρονη κοινοβουλευτική δημοκρατία, κατά τα δυτικά πρότυπα. Έπρεπε να συμβεί ένα «ατύχημα», δηλαδή ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, για να δημιουργήσει τις συνθήκες που θα καθιστούσαν δυνατή την πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας από μια ομάδα φανατικών, αλλά πειθαρχημένων, εξτρεμιστών και την εγκαθίδρυση ενός δικτατορικού καθεστώτος.

Στους αντίποδες του φιλελεύθερου ερμηνευτικού σχήματος, η μαρξιστική θεωρία αντιμετωπίζει την επικράτηση των μετέπειτα κομμουνιστών ως τη νομοτελειακή κατάληξη μιας σειράς πολιτικών και κοινωνικών αγώνων, ως το τελικό στάδιο μιας αλληλουχίας τριών γεγονότων: της αποτυχημένης αστικής επανάστασης του 1905, της προσωρινά μόνον επιτυχημένης αστικής του Φεβρουαρίου του 1917 και, φυσικά, της Οκτωβριανής. Σε όλες τις περιπτώσεις, οι Μπολσεβίκοι βρέθηκαν στην πρωτοπορία των αγωνιστικών διεκδικήσεων και υπήρξαν οι αυθεντικοί εκφραστές των λαϊκών αιτημάτων.

Ο Λένιν διακηρύσσει ότι η εξουσία ανήκει στα σοβιέτ, πίνακας του Βλ. Σερόφ, 1947

Από τη δεκαετία του 1970, όμως, μια νέα τάση αρχίζει να επικρατεί μεταξύ των ιστορικών, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τόσο τη θεωρία του «ατυχήματος» όσο και εκείνη της κοινωνικής και πολιτικής «νομοτέλειας». Η αναθεωρητική σχολή αυτή εστιάζει την προσοχή στις μακροχρόνιες και σύνθετες κοινωνικές διεργασίες που καταλήγουν στην παρατεταμένη έκρηξη του 1917. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν πολλαπλές επαναστάσεις, πολιτικές και κοινωνικές, εργατικές, αγροτικές και εθνοτικές, οι οποίες, εν μέσω του πολέμου, προκαλούν μια αλυσιδωτή αντίδραση που θα διαλύσει και στη συνέχεια θα ανασυγκροτήσει με τρόπο πολύ διαφορετικό την αυτοκρατορία που ήλεγχε το ένα έκτο της επιφάνειας του πλανήτη μας [3].


Η ιστορία των ρωσικών επαναστάσεων είναι καταρχάς (και, για αρκετούς, πρωτίστως) η ιστορία της κατάρρευσης ενός καθεστώτος. Για τον λόγο αυτό, είναι αναγκαίο να παρουσιασθούν πρώτα τα βασικά χαρακτηριστικά του καθεστώτος αυτού, καθώς και οι ιστορικές προκλήσεις στις οποίες δεν κατόρθωσε να ανταποκριθεί (Μέρος Ι). Στη συνέχεια, θα εκτεθούν τα γεγονότα των επαναστάσεων του 1917 (Μέρος ΙΙ), πριν εξετασθεί ο τρόπος με τον οποίο οι Μπολσεβίκοι κατόρθωσαν να εδραιώσουν την εξουσία τους, εξουδετερώνοντας τους πολυάριθμους εσωτερικούς και εξωτερικούς αντιπάλους τους (Μέρος ΙΙΙ).

[1] Ι. Β. Τζουγκασβίλι Στάλιν, παράνομο φυλλάδιο που συντάχθηκε στις αρχές του 1913 στην Κρακοβία και μοιράστηκε στα μέλη του κόμματος των Μπολσεβίκων.

[2] Nicolas Werth « Les Révolutions Russes », σειρά Que sais-je, αριθ. 986, PUF, Παρίσι, 2017, σελ. 3 επ. και 108 επ.

[3] Orlando Figes “A People’s Tragedy – The Russian Revolution (1891-1924)”, Jonathan Cape, Λονδίνο, 1996/ γαλλική έκδοση: « La Révolution russe – 1891-1924 : La tragédie d’un peuple » εκδ. Denoël, Παρίσι, 2007, και επανέκδοση σε 2 τόμους, σειρά FolioHistoire, αριθ. 170-171, Gallimard, Παρίσι, 2009, εισαγωγή, σελ. 27.


 

ΜΕΡΟΣ Ι

Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΜΕ ΤΑ ΣΑΘΡΑ ΘΕΜΕΛΙΑ

Στις αρχές του 20ού αιώνα, η τσαρική Ρωσία είναι μια αχανής αυτοκρατορία, η μεγαλύτερη σε έκταση κρατική οντότητα της Οικουμένης. Εκτείνεται από τις πεδιάδες της Πολωνίας, τη Βαλτική και τη Φινλανδία ως τις ακτές του Ειρηνικού. Την κατοικούν δεκάδες εθνότητες που μιλούν ακόμη περισσότερες γλώσσες και πιστεύουν σε πολλές και διάφορες θρησκείες και δόγματα.

Η Ρωσική αυτοκρατορία στις αρχές του 20ού αι.

Σε μια εποχή έντονης εκβιομηχάνισης και ριζικών κοινωνικών αλλαγών, το καθεστώς εμφανίζεται ως το πλέον απολυταρχικό της Ευρώπης. Μια προσεκτικότερη εξέτασή του καταδεικνύει ότι η μεγάλη αδυναμία του δεν είναι κάποιος μονολιθικός συντηρητισμός, αλλά οι εσωτερικές αντιφάσεις του. Έτσι, ενώ πασχίζει να ακολουθήσει την οικονομική ανάπτυξη των υπολοίπων ευρωπαϊκών δυνάμεων, αδυνατεί να κατανοήσει την αναγκαιότητα μεταρρυθμίσεων σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, πολλαπλασιάζοντας τελικά τους αντιπάλους του (Α). Στα μέσα της πρώτης δεκαετίας του αιώνα, το καθεστώς αντιμετωπίζει δύο μεγάλες προκλήσεις: τη στρατιωτική αναμέτρηση με την Ιαπωνία στην Άπω Ανατολή και μια σειρά από κοινωνικές επαναστάσεις κι εξεγέρσεις στο εσωτερικό του. Η απροθυμία και η αδυναμία του να υλοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις που θα ικανοποιούσαν ουσιαστικά τις κοινωνικές διεκδικήσεις το θέτει σε τροχιά έντονων κλυδωνισμών που δεν θα αργήσουν να οδηγήσουν στην κατάρρευσή του (Β).

Α.   ΤΟ ΤΣΑΡΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ: ΣΤΗΡΙΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ

«Κατά κανόνα, ένα καθεστώς δεν καταλύεται επειδή οι αντίπαλοί του είναι ισχυροί, αλλά επειδή οι υπέρμαχοί του αποδεικνύονται άχρηστοι.» [Λεβ Αλεξάντροβιτς Τιχομίροφ, Ρώσος συντηρητικός θεωρητικός, 1911]

«Για να γίνει μια επανάσταση δεν χρειάζονται επαναστάτες, αρκεί η δράση των ανθρώπων του καθεστώτος.» [Β. Ι. Ουλιάνοφ Λένιν]

α.   H απολυταρχία των Ρομανόφ

Η Ρωσική Αυτοκρατορία αποτελεί την κατεξοχήν απολυταρχία. Ο τσάρος κυβερνά ελέω Θεού. Δεν είναι υπόλογος σε κανέναν άλλο εκτός από τη συνείδησή του και τον… Θεό. Δεν περιορίζεται από καμία νομοθεσία και δεν ελέγχεται από κανένα σώμα αντιπροσώπων εκλεγμένων από τον λαό ή έστω κάποιες από τις κοινωνικές τάξεις, ούτε καν από την αριστοκρατία.

1.   Η δυναστεία.

i) Χαμένες ευκαιρίες – Η μεταρρυθμιστική προσπάθεια του Αλέξανδρου Β΄:

Αλέξανδρος Β΄

Η εξέλιξη της τσαρικής Ρωσίας στο πλέον απολυταρχικό καθεστώς της Ευρώπης δεν ήταν κάτι το νομοτελειακό. Μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856), ο τσάρος Αλέξανδρος Β΄ (1818-1881, βασ. 1855-1881) επιχειρεί να υλοποιήσει ένα ευρύ πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και εκσυγχρονισμού της χώρας. Η μεταρρύθμιση με τη μεγαλύτερη συμβολική σημασία είναι, βέβαια, η κατάργηση του θεσμού της δουλοπαροικίας (διάταγμα της 19ης Φεβρουαρίου 1861). Η πιο ουσιαστική είναι μάλλον η ίδρυση των ζέμστβα (εν.: ζέμστβο = земские учреждения), δηλαδή των συμβουλίων τοπικής αυτοδιοίκησης σε επίπεδο αντίστοιχο των σύγχρονων περιφερειών, νομών κι επαρχιών νομών (1864). Μολονότι το δικαίωμα του εκλέγειν για τους ρωσικούς ΟΤΑ ήταν περιορισμένο και βρισκόταν σε σχέση εξάρτησης από την περιουσιακή κατάσταση των εκλογέων, επρόκειτο για το πρώτο πείραμα ουσιαστικής αυτοδιοίκησης σε ρωσικό έδαφος. Τις δύο αυτές κινήσεις, ακολούθησε η θέσπιση πρωτοποριακής νομοθεσίας και σε άλλους τομείς (αναδιάρθρωση του στρατεύματος, εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, σύστημα υγείας). Ωστόσο, το έργο του μεταρρυθμιστή τσάρου τερματίστηκε άδοξα: την 1η Μαρτίου 1881 δολοφονείται από την επαναστατική λαϊκιστική οργάνωση Ναρόντναγια Βόλια (Λαϊκή Βούληση [4]). Της μοιραίας βομβιστικής επίθεσης είχαν προηγηθεί άλλες δέκα απόπειρες δολοφονίας του τσάρου.

Η δολοφονία του Αλεξάνδρου Β΄, σχέδιο του Γκούσταφ Μπρόλινγκ, 1881

ii) Η συντηρητική στροφή του Αλέξανδρου Γ΄: Πάντοτε επισημαίνεται ότι για τις ιστορικές εξελίξεις οι μακροχρόνιες συλλογικές διεργασίες είναι περισσότερο καθοριστικές απ’ ό,τι οι πράξεις των ηγετών που διαθέτουν εξουσία λήψης αποφάσεων. Είναι, όμως, η ίδια η φύση της τσαρικής απολυταρχίας που μας αναγκάζει να σταθούμε περισσότερο στην προσωπικότητα των μοναρχών της.

Δίχως αμφιβολία, ο Αλέξανδρος Γ΄ (1845-1894) είχε πιο συντηρητικές αντιλήψεις από τον πατέρα του. Η φριχτή δολοφονία του δεύτερου, όμως, τις ενίσχυσε ακόμη περισσότερο. Λίγους μήνες αργότερα, τον Αύγουστο του 1881, ο Αλέξανδρος Γ΄ συγκροτεί τη διαβόητη και παντοδύναμη ΟχράναОтделение по охранению общественной безопасности и порядка»/ «Υπηρεσία προστασίας της δημοσίας ασφαλείας και τάξεως»), η οποία έχει ως αποστολή να εντοπίζει και να εξουδετερώνει με κάθε μέσο και τρόπο τους εχθρούς του καθεστώτος. Θα ακολουθήσει η σταδιακή αποκαθήλωση του συνόλου του μεταρρυθμιστικού έργου του Αλέξανδρου Β΄. Η ανεξαρτησία και η ισοβιότητα των δικαστών καταργείται, όπως και το αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων, η πρωτοβάθμια εκπαίδευση τίθεται εκ νέου υπό τον έλεγχο της Εκκλησίας, οι εθνότητες της αυτοκρατορίας υπάγονται σε πρόγραμμα εκρωσισμού και οι ΟΤΑ αποψιλώνονται από αρμοδιότητες, ενώ οι προϋπολογισμοί τους ελέγχονται με απίστευτη αυστηρότητα σε σημείο που η λειτουργία των ζέμστβα καθίσταται σχεδόν αδύνατη.

Αλέξανδρος Γ΄

Απίστευτα συντηρητικός, πρότυπο του απολυταρχικού μονάρχη, ο Αλέξανδρος Γ΄ δεν παύει να είναι ένας ικανότατος αυτοκράτορας, με σιδηρά πυγμή, ο οποίος έχει τους τρόπους να επιβάλλει τη θέλησή του. Ίσως αν ζούσε περισσότερο η Ιστορία της Ρωσίας να ήταν διαφορετική. Όμως, ο γίγαντας αυτός με την ηράκλεια σωματική δύναμη είχε μια μεγάλη αδυναμία, το αλκοόλ. Παρά τις συστάσεις των γιατρών και τις παραινέσεις της αυτοκράτειρας συνέχισε να επιδίδεται στην αγαπημένη του ηδονή (κρύβοντας φιάλες κονιάκ σε ειδικά μετασκευασμένες μπότες και σκήπτρα ή ζητώντας μια μικρή εξυπηρέτηση από τους ευγενείς φίλους του). Το 1894 ο τσάρος πέθαινε από νεφρική ανεπάρκεια προτού συμπληρώσει το πεντηκοστό έτος της ηλικίας του. Κι άφηνε την αυτοκρατορία στα χέρια του πιο ακατάλληλου για να την οδηγήσει προσώπου, του γιου του Νικόλαου.

Κόμης Σ. Βίττε

[Ο κόμης Σεργκέι Βίττε, Υπουργός Οικονομικών την περίοδο εκείνη, συναντά στα ανάκτορα τον τσάρο Αλέξανδρο Γ΄.

«(Σ. Β.) – Μεγαλειότατε, με όλο το θάρρος και τον σεβασμό, πιστεύω ότι έχει φτάσει ο καιρός να μυήσετε τον τσαρέβιτς στις κρατικές υποθέσεις και να του αναθέσετε κυβερνητικές ευθύνες.

(Αλ.) – Πείτε μου, παρακαλώ, αγαπητέ κόμη, είχατε ποτέ ως τώρα την ευκαιρία να συζητήσετε με την Αυτού Αυτοκρατορική Υψηλότητα, τον Μεγάλο Δούκα Τσαρέβιτς Νικόλαο;

– Μα, και βέβαια, μεγαλειότατε!

– Και δεν έχετε ακόμη αντιληφθεί ότι ο τσαρέβιτς είναι εντελώς βλάκας;»]

Ο Νικόλαος Β΄ σε νεαρή ηλικία

iii) Νικόλαος Β΄: Ο 26χρονος Νικόλαος είναι ντροπαλός κι ευγενικός, με λεπτούς τρόπους, άψογη γνώση της εθιμοτυπίας και μεγάλη αγάπη για τις στρατιωτικές στολές και τα κοστούμια εποχής. Θα ήταν ο ιδανικός εστεμμένος στο πλαίσιο μιας συνταγματικής μοναρχίας όπου τα καθήκοντα του βασιλέα θα ήταν σχεδόν αποκλειστικά εθιμοτυπικά. Επιδιώκοντας, όμως, να βασιλεύσει ως απολυταρχικός ηγεμόνας θα αποδειχθεί φυσιογνωμία αδύναμη και συνάμα τραγική. Είναι αλήθεια ότι η τύχη δεν τον βοήθησε πολύ.

Η τραγωδία της Χοντίνκα, 18 Μαΐου 1896

Η στέψη του ως Τσάρου Πασών των Ρωσιών στη Μόσχα, τον Μάιο του 1896, σημαδεύεται από ένα τραγικό συμβάν. Στις 18 Μαΐου, τέσσερις ημέρες μετά την τελετή, οι αρχές διοργανώνουν ένα μεγάλο πανηγύρι για τον λαό στη Χοντίνκα, στα περίχωρα της Μόσχας. Ενώ έχει ήδη συρρεύσει πλήθος κόσμου, διαδίδεται η φήμη ότι τα δωρεάν τρόφιμα και ποτά δεν επαρκούν για όλους. Ο κόσμος συνωστίζεται για να προλάβει, αλλά γρήγορα ο συνωστισμός μετατρέπεται σε πανικό. Αυτοί που βρίσκονται στις πρώτες σειρές πέφτουν στο χαντάκι που περιβάλλει τον κυρίως χώρο της εκδήλωσης για να συνθλιβούν από εκείνους που τους ακολουθούν στην πτώση. Μέχρι να αποκατασταθεί στοιχειωδώς η τάξη ο απολογισμός είναι φριχτός: 1.400 νεκροί κι άλλοι τόσοι σοβαρά τραυματίες. Κακό σημάδι για τον νέο τσάρο να συνδέεται η στέψη του με τέτοια τραγωδία. Για όσους, όμως, δεν πιστεύουν στη μοίρα, η υπόθεση αναδεικνύει πολλές από τις παθογένειες της τσαρικής διοίκησης. Οι εορτασμοί συνεχίζονται κανονικά, σε πλήρη αδιαφορία για το λαϊκό αίσθημα. Κυρίως, όμως, η διοικητική έρευνα αποδεικνύει τις μεγάλες ευθύνες της οργανωτικής επιτροπής, που παρέλειψε να λάβει ακόμη και τα στοιχειώδη μέτρα σφάλειας. Της επιτροπής αυτής προΐσταται ο Μέγας Δουξ Σέργιος, θείος του τσάρου. Όταν ο Νικόλαος πληροφορείται το πόρισμα της έρευνας διατάζει να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο.

Νικόλαος Β΄ και Αλεξάνδρα, 1894

Σε όλα τα άλλα, προστίθεται και το οικογενειακό δράμα του τσάρου. Το 1894, ο Νικόλαος νυμφεύεται από έρωτα την Αλίξ της Έσσης και του Ντάρμσταντ. Η Γερμανίδα πριγκίπισσα που μεγάλωσε στην Αγγλία, στην αυλή της γιαγιάς της, της βασίλισσας Βικτωρίας, ασπάζεται την Ορθοδοξία και παίρνει το όνομα Αλεξάνδρα. Ο πρόωρος θάνατος του πεθερού της, επισπεύδει τον γάμο και στερεί από την Αλεξάνδρα το αναγκαίο διάστημα προσαρμογής. Η νέα τσαρίνα θεωρεί δεδομένη την αφοσίωση του ρωσικού λαού στη δυναστεία και περιφρονεί την ανώτερη κοινωνία της Πετρούπολης, στάση που την αποξενώνει από τους φυσικούς συμμάχους της. Οι Ρώσοι, όμως, την αποκαλούν «τσαρίνα που μας κουβαλήθηκε ακολουθώντας ένα φέρετρο» και «Γερμανίδα». Έχοντας αποκτήσει τέσσερις κόρες κι ύστερα από πολλές προσπάθειες κατορθώνει επιτέλους το 1904 να χαρίσει στη δυναστεία τον πολυπόθητο διάδοχο.

Τσαρέβιτς Αλέξιος

Η λυτρωτική χαρά δεν θα κρατήσει για πολύ. Γρήγορα διαπιστώνεται ότι ο τσαρέβιτς Αλέξιος είναι αιμοφιλικός: η παραμικρή αμυχή μπορεί να προκαλέσει ακατάσχετη αιμορραγία. Η παραμικρή πτώση μπορεί να έχει ως συνέπεια μια μοιραία εσωτερική αιμορραγία. Η αυτοκράτειρα απελπίζεται, Αναζητεί παρηγοριά στη θρησκεία (η λαμπρότητα και ο μυστικισμός της ορθόδοξης λατρείας την εντυπωσιάζουν) και αποθέτει τις ελπίδες της για θεραπεία του παιδιού της σε απίστευτους τυχοδιώκτες, όπως είναι ο Γκριγκόρι Γεφίμοβιτς Ρασπούτιν, από το Ποκρόφσκογε, κοντά στον Τιουμέν, μεταξύ Ουραλίων και δυτικής Σιβηρίας. Χάρη στις ικανότητες αυτοδίδακτου ψυχολόγου και υπνωτιστή, καθώς και σε μερικές ευτυχείς συμπτώσεις [5], ο άνθρωπος αυτός που ούτε μοναχός ήταν ούτε είχε χειροτονηθεί ιερέας [6] πείθει την αυτοκράτειρα ότι είναι ικανός για αυτό που ακόμη και οι καλύτεροι γιατροί θεωρούν ότι υπερβαίνει τις δυνατότητες της επιστήμης. Για τη ζωή του Ρασπούτιν και την επιρροή του στην τσαρική αυλή έχουν γραφτεί αμέτρητα βιβλία. Πιο σημαντικό είναι να αναλογιστούμε τι εντύπωση προκαλούσε στην κοινή γνώμη και πόσο έφθειρε τη φήμη της τσαρικής οικογένειας, της αυλής και του καθεστώτος συνολικά. Μα, όποτε κάποιος επιχειρούσε να συμβουλέψει τον τσάρο να απομακρύνει τον Ρασπούτιν από την αυλή εκείνος απαντούσε: «Ο Γκριγκόρι Γεφίμοβιτς χαίρει της εμπιστοσύνης της αυτοκράτειρας. Επομένως, πρόκειται για οικογενειακό ζήτημα. Και δεν επιτρέπω σε κανέναν να ανακατεύεται σε θέματα της οικογένειάς μου

Γκριγκόρι Γεφίμοβιτς Ρασπούτιν, 1916

Τα στοιχεία αυτά ενισχύουν κατά τα φαινόμενα την εικόνα ενός τσάρου που έχει μοιρολατρικά αποδεχθεί την κακοτυχία να είναι ο τελευταίος της δυναστείας του. Έρχονται, όμως, σε αντίθεση με τον τρόπο που ο τσάρος άσκησε την εξουσία και την πεισματική άρνησή του να εκχωρήσει ακόμη και την παραμικρή αρμοδιότητα σε κάποιο πρόσωπο ή συλλογικό όργανο. Ο Νικόλαος ήθελε να ασχολείται με όλα τα ζητήματα που αφορούσαν τη διοίκηση της αυτοκρατορίας. Μπορούσε να σπαταλήσει ημέρες εξετάζοντας το σχέδιο διορισμού κατώτερων υπαλλήλων σε κάποια απομακρυσμένη επαρχία. Αδυνατούσε να διακρίνει το σημαντικό από το επουσιώδες και του έλειπε η συνθετική ικανότητα. Λένε πως η ευγένειά του δεν του επέτρεπε να φέρνει έντονες αντιρρήσεις στα μέλη της κυβέρνησής του στις κατ’ ιδίαν συναντήσεις τους. Ίσως, όμως, η στάση αυτή να ήταν απλώς ένας εύσχημος τρόπος για να τους ελέγχει καλύτερα, αποκρύπτοντας τις σκέψεις και τις προθέσεις του. Πρωθυπουργοί και υπουργοί πληροφορούνταν την απόλυσή τους την επομένη μιας προσωπικής συνάντησης με τον τσάρο από την οποία είχαν αποχωρήσει βέβαιοι για το ότι ο μονάρχης είχε πεισθεί για την ορθότητα των επιχειρημάτων τους! Πολιτικοί με έντονη προσωπικότητα και ικανότητες, όπως ο Βίττε και ο Στολίπιν, δεν ήταν οι πιο συμπαθείς στον Νικόλαο. Προτιμούσε τύπους που του συμπεριφέρονταν δουλικά.

Νικόλαος Β΄, 1912

Οι προσωπικές αδυναμίες του μονάρχη θα μπορούσαν να αντιμετωπισθούν αν αυτός διέθετε θεσμικούς μηχανισμούς άσκησης της εξουσίας ικανούς να διασφαλίσουν τα συμφέροντα και την επιβίωση της δυναστείας. Συνέβαινε, όμως, κάτι τέτοιο;

2.   Μηχανισμοί εξουσίας και θεσμικά και εξωθεσμικά ερείσματα

i) Ο αυτοκρατορικός στρατός: Το στράτευμα αποτελεί κατά κανόνα το αγαπημένο στήριγμα μιας απολυταρχίας. Ο τσαρικός στρατός διακρίνεται από δύο γνωρίσματα, αλληλένδετα μεταξύ τους: τον έντονα ταξικό χαρακτήρα του και την παράλογα αυστηρή πειθαρχία που επικρατεί στις τάξεις του. Οι αξιωματικοί του προέρχονται όλοι από την αριστοκρατία και την ανώτερη αστική τάξη, οι απλοί στρατιώτες είναι αγρότες χωρικοί, οι περισσότεροι παιδιά πρώην δουλοπάροικων. Οι πρώτοι αντιμετωπίζουν τους δεύτερους με απίστευτη περιφρόνηση και τους επιβάλλουν ταπεινωτικές τιμωρίες (συχνά σωματικές) για το παραμικρό παράπτωμα. Μεταξύ των αξιωματικών διαπιστώνονται δύο τάσεις. Οι αξιωματικοί της «παλιάς σχολής», θεωρούν σημαντικότερες τις σχέσεις με την αυλή (γιατί αυτές εξασφαλίζουν προαγωγές), πιστεύουν ότι το ιππικό είναι ό,τι ευγενέστερο στην τέχνη του πολέμου, αρκούνται να οδηγούν τους στρατιώτες τους σε παρελάσεις. Δίπλα σε αυτούς, υπάρχουν και αξιωματικοί εμφορούμενοι από επαγγελματική νοοτροπία που παρακολουθούν τις διεθνείς εξελίξεις σε θέματα στρατηγικής κι εξοπλισμών. Προς το παρόν, η πρώτη κατηγορία φαίνεται να επικρατεί.

Ρωσικό πεζικό

Στην πράξη, ο ρωσικός στρατός πάσχει από την ατελή εκβιομηχάνιση και την τεχνολογική υστέρηση της αυτοκρατορίας. Η βιομηχανική παραγωγή δεν αρκεί για να καλύψει τις ανάγκες του στρατεύματος σε όπλα και πυρομαχικά, ακόμη και σε ιματισμό και εφόδια (για αυτό και πολλοί στρατιώτες παίρνουν άτυπα άδεια για να εργαστούν ως εποχιακοί αγροτικοί εργάτες ή βοηθοί σε βοτεχνίες). Σε ό,τι αφορά τα νέα όπλα, η Ρωσία εξαρτάται από την αλλοδαπή τεχνολογία, κυρίως τη γερμανική. Επιπλέον, στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, στερείται ζωτικούς πόρους: καθώς το κράτος ρίχνει το βάρος των προσπαθειών του στην εκβιομηχάνιση, οι στρατιωτικές δαπάνες υποχωρούν σε ποσοστό μικρότερο του 20 % επί του συνόλου των δημοσίων δαπανών.

ii) Η τσαρική δημόσια διοίκηση: Ιεραρχημένη σε 14 βαθμούς (από τον κατώτατο 14ο στον ανώτατο 1ο βαθμό), η τσαρική δημόσια διοίκηση εντυπωσιάζει με την ιδιαίτερη σημασία που αποδίδει σε θέματα εθιμοτυπίας. Οι κανονισμοί προβλέπουν ειδική στολή για κάθε βαθμό, μαζί με τα ανάλογα διακριτικά, σειρήτια κι επωμίδες, τα παράσημα και τα μετάλλια που συνοδεύουν κάθε προαγωγή, τις προσήκουσες προσφωνήσεις. Η προαγωγή στον 4ο βαθμό συνεπαγόταν και την κτήση τίτλου ευγενείας για όσους δημόσιους υπαλλήλους δεν ήταν ήδη μέλη της αριστοκρατίας. Η ρωσική δημόσια διοίκηση ήταν ανοιχτή σε όλους, αρκεί να είχαν πανεπιστημιακό πτυχίο ή απολυτήριο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με άριστα. Η απουσία, όμως, πραγματικής αστικής τάξης είχε ως συνέπεια σχεδόν τα τρία τέταρτα των υπαλλήλων να προέρχονται από τις τάξεις των ευγενών.

Το Συμβούλιο του Κράτους, πίνακας του Ιλιά Ρέπιν, 1903

Όσοι θυμούνται τον «Επιθεωρητή» του Γκόγκολ πιστεύουν ότι η ρωσική δημόσια διοίκηση στελεχωνόταν από ένα μείγμα ανίκανων, διαφθαρμένων που στοχεύουν αποκλειστικά στον προσωπικό πλουτισμό και καρριεριστών που με τις δημόσιες σχέσεις τους θα εξασφαλίσουν προαγωγές. Στα τέλη του 19ου αιώνα, η πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική. Αυτό που λείπει δεν είναι τα ικανά στελέχη, οι δε προαγωγές βασίζονται συνήθως σε αξιοκρατικά κριτήρια. Τα προβλήματα της διοίκησης είναι πρωτίστως δομικά. Δεν υφίσταται σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων, με συνέπεια συχνές συγκρούσεις μεταξύ των υπηρεσιών των διαφόρων υπουργείων για τη ρύθμιση του ιδίου θέματος. Το πρόβλημα επιτείνεται εξαιτίας της πολυνομίας και, κυρίως, της έλλειψης σαφούς ιεράρχησης της τυπικής ισχύος των διαφόρων νομοθετικών και κανονιστικών πράξεων. Συνήθως απαιτείται η παρέμβαση του τσάρου για να επιλυθεί η αναπόφευκτη σύγκρουση αρμοδιοτήτων ή νομοθετημάτων. Άμεση συνέπεια του προβλήματος είναι ότι τα υπουργεία καταλήγουν να λειτουργούν ως αυτόνομες μικρές κυβερνήσεις χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους συνεργασία και συντονισμός των δράσεών τους. Το Υπουργείο Οικονομικών, στοχεύοντας στην εκβιομηχάνιση και των εκσυγχρονισμό της αυτοκρατορίας υιοθετεί «προοδευτικές» θέσεις, ενώ το Υπουργείο Εσωτερικών, αρμόδιο και για την τήρηση της τάξης, ρέπει προς τον έντονο συντηρητισμό. Κάπως έτσι εξηγείται και το παράδοξο της συνύπαρξης μιας ιδιαιτέρως φιλελεύθερης οικονομίας, αφενός, με την απολυταρχία και το αστυνομικό κράτος, αφετέρου.

Στην κορυφή της διοικητικής πυραμίδας βρίσκονται οι κυβερνήτες των 89 επαρχιών (κυβερνείων) της αυτοκρατορίας. Επίσημοι εκπρόσωποι του αυτοκράτορα ενεργούν συχνά ως τοπικοί μονάρχες με όλα τα αρνητικά επακόλουθα. Είναι αρμόδιοι για τη συλλογή των φόρων, αρμοδιότητα που τους παρέχει δυνατότητα ίδιου πλουτισμού, και για την επίλυση των συγκρούσεων αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφόρων δημόσιων υπηρεσιών.

Τέλος, το μεγάλο δομικό πρόβλημα της δημόσιας διοίκησης είναι η υποστελέχωση. Το τσαρικό κράτος διαθέτει 4 δημοσίους υπαλλήλους ανά 1.000 κατοίκους, ενώ λ.χ. στη Γαλλία η αναλογία είναι σχεδόν 18 προς 1.000. Το πρόβλημα είναι ακόμη πιο έντονο στην τακτική αστυνομία, η οποία, σε αντίθεση προς την Οχράνα, στερείται ακόμη και τα στοιχειώδη μέσα. Στις αρχές του 20ού αιώνα αναγκάζεται να στρατολογεί ντόπιους χωρικούς, οι οποίοι είναι εντελώς ανεκπαίδευτοι και, λόγω καταγωγής και ένταξης στις τοπικές κοινωνίες, δεν παρέχουν κανένα εχέγγυο αμεροληψίας.

Συνέπεια των δεδομένων αυτών είναι ο περιορισμός του χώρου άσκησης της δημόσιας εξουσίας στις πρωτεύουσες των επαρχιών και στις πόλεις. Η ύπαιθρος σχεδόν εκφεύγει της κρατικής δικαιοδοσίας. Άλλοι παράγοντες υποκαθιστούν το κράτος στην άσκηση των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του.

iii) Η Εκκλησία: Η συνδρομή της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι διττή. Αφενός, αποτελεί κήρυκα της ιδεολογίας που εμφανίζει τον τσάρο ως ελέω Θεού μονάρχη και υπέρμαχο της Ορθοδοξίας έναντι των αλλόθρησκων και των αλλόδοξων. Αφετέρου, ασκεί στην πράξη διοικητικά καθήκοντα στην ύπαιθρο, εκεί που το επίσημο κράτος απουσιάζει. Ενημερώνει τις αρχές για ληξιαρχικές μεταβολές και άλλα θέματα. Τέλος, μεταξύ των άτυπων καθηκόντων των ιερέων είναι και η ενημέρωση των αρχών για περιπτώσεις τυχόν επικίνδυνων ατόμων εμφορούμενων από επαναστατικές κι ανατρεπτικές ιδέες.

Ιερά Σύνοδος, 1911

Και η Εκκλησία διακρίνεται για τον έντονο συντηρητισμό της. Οι τελευταίες σημαντικές αλλαγές στην οργάνωση και τη λειτουργία της ανάγονται στον 17ο αιώνα και τις μεταρρυθμίσεις του πατριάρχη Νίκωνα, οι οποίες, άλλωστε, προκάλεσαν σχίσμα στους κόλπους της. Εκείνοι που δεν τις αποδέχθηκαν, οι «Παλαιόπιστοι», θύματα διώξεων και διακρίσεων, οργανώθηκαν σε απομονωμένες κοινότητες, κυρίως πέραν των Ουραλίων (στις αρχές του 20ού αιώνα, ο αριθμός τους υπερέβαινε τα 15 εκατομμύρια).

Το κύριο πρόβλημα της Ρωσικής Εκκλησίας έγκειται στην αδυναμία της να προσαρμοστεί στις αλλαγές της εποχής. Στις ταχύτατα αναπτυσσόμενες αστικές περιοχές υποεκπροσωπείται και αδυνατεί να δώσει απαντήσεις στους έως τότε πιστούς της όσον αφορά το νέο πλαίσιο ζωής τους. Φυσικό περιβάλλον και προνομιακός χώρος δράσης της μοιάζει να είναι αποκλειστικά η κοινωνία της υπαίθρου.

iv) Οι αγροτικές κοινότητες: Οι φιλολαϊκοί επαναστάτες, διανοητές και λογοτέχνες που υμνούσαν τη ρωσική ψυχή είχαν στο μυαλό τους μια εξιδανικευμένη εικόνα των ρωσικών αγροτικών κοινοτήτων, οι οποίες παρουσιάζονταν ως παράδεισος ισότητας κι αλληλεγγύης. Η αλήθεια ήταν αρκετά διαφορετική. Επρόκειτο για κοινωνία βαθύτατα συντηρητική, πατριαρχική και ολιγαρχική, κι απίστευτα σκληρή, σμιλεμένη από αιώνες αγώνα επιβίωσης υπό αντίξοες συνθήκες και την καταπίεση των γαιοκτημόνων και της κεντρικής εξουσίας. Στο πλαίσιο της ευρύτερης οικογένειας, ο πατριάρχης είχε απόλυτη εξουσία επί όλων των υπολοίπων μελών. Στο πλαίσιο κάθε χωριού, η εξουσία αυτή ανήκε στους δημογέροντες, οι οποίοι προέρχονταν από τις τάξεις των πιο εύπορων οικογενειών και είχαν τη δυνατότητα να επιβάλλουν τις απόψεις τους στις συνελεύσεις των χωρικών. Το μεγαλύτερο μέρος των καλλιεργήσιμων εκτάσεων (εκτός, βεβαίως, εκείνων των γαιοκτημόνων) δεν αποτελούσαν ατομικές ιδιοκτησίες, αλλά ανήκαν στην κοινότητα η οποία τις αναδιένειμε με κριτήριο τον αριθμό των μελών κάθε οικογένειας.

Ρώσοι χωρικοί

Η ρωσική αγροτική κοινότητα αντιμετώπιζε με καχυποψία κάθε καινοτομία. Οι ιδεαλιστές που κατέφθαναν στα χωριά από τις πόλεις για να ιδρύσουν συνεταιρισμούς με σκοπό την εισαγωγή νέων τεχνικών, την καλύτερη διάθεση των αγροτικών προϊόντων και την κατασκευή καλύτερων εργαλείων, αντιμετωπίζονταν εχθρικά. Παράλληλα, η κοινωνία αυτή είχε ήθη κι έθιμα που σήμερα φαντάζουν άξεστα. Πρωτίστως, ήταν ιδιαιτέρως βίαιη. Η ενδοοικογενειακή βία ήταν κάτι το φυσικό. Όσο για τυχόν αξιόποινες πράξεις, αυτές δεν υπάγονταν στη δικαιοδοσία των τακτικών ποινικών δικαστηρίων. Δικαιοσύνη απένειμε η συνέλευση του χωριού τιμωρώντας με φριχτά βίαιες μεθόδους παραβάτες και παρείσακτους.

Οι συνθήκες, όμως, άλλαζαν. Η εσωτερική μετανάστευση, με τους χωρικούς που μετοικούσαν στις πόλεις για να εργαστούν στις βιομηχανίες, η δημόσια εκπαίδευση που είχε ως συνέπεια όλο και περισσότεροι χωρικοί να γνωρίζουν γραφή κι ανάγνωση και η δίψα για περισσότερη γη και δικαιώματα άρχισαν να μεταβάλλουν τη θέση των ρωσικών αγροτικών κοινοτήτων. Από στήριγμα του καθεστώτος μπορούσαν ευχερώς να γίνουν αμφισβητίες τους και μάλιστα χωρίς να ξεχνούν τις βίαιες συνήθειές τους.

β.   Καλοπροαίρετοι αμφισβητίες και ορκισμένοι εχθροί

1.   Απογοητευμένοι ευγενείς και διεκδικητικοί αστοί.

Οι ευγενείς της ρωσικής επαρχίας ήταν φυσικοί σύμμαχοι και κατεξοχήν στήριγμα του τσαρικού καθεστώτος. Εγκλωβισμένες, όμως, μεταξύ αλλεπάλληλων αγροτικών κρίσεων και ανάπτυξης του καπιταλισμού, στις αρχές της δεκαετίας του 1870 οι περισσότερες αριστοκρατικές οικογένειες είχαν καταλήξει να είναι υπερχρεωμένες. Εάν ήθελαν να διατηρήσουν το υψηλό βιοτικό τους επίπεδο θα έπρεπε να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες και να εκμεταλλευτούν τα αγροκτήματά τους σύμφωνα με τις απαιτήσεις τις καπιταλιστικής οικονομίας. Όσοι κατόρθωναν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες εμπλέκονταν μοιραία και στα συμβούλια των ΟΤΑ, τα ζέμστβα. Εν μέρει το πνεύμα της εποχής και εν μέρει η ψυχολογική ανάγκη να εξοφλήσουν το «χρέος» που είχαν συσσωρεύσει αιώνες καταπίεσης των πρώην δουλοπάροικών τους οδηγούσαν τους ευγενείς σε ένα πατερναλιστικό φιλανθρωπισμό. Προσπαθούσαν να βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσης των αγροτών, να προωθήσουν τη δημόσια εκπαίδευση και υγεία, να δημιουργήσουν στις επαρχίες τους τις αναγκαίες υποδομές (δρόμους και γέφυρες). Οι ανάγκες των νέων δομών είχαν ως αναγκαία συνέπεια τη συγκρότηση μιας τάξης νέων και ικανών στελεχών, πολλές φορές με αγροτική καταγωγή (εκπαιδευτικών, γιατρών και νοσηλευτών, γεωπόνων), εκτός της τσαρικής δημόσιας διοίκησης. Παράλληλη, η συμμετοχή αυτή στα συμβούλια τοπικής αυτοδιοίκησης γεννούσε επιθυμίες μεγαλύτερης συμμετοχής στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, ακόμη και σε κεντρικό επίπεδο.

Ζέμστβο, γκραβούρα του 1865

Μια ανάλογη εξέλιξη συνέβαινε στα μεγάλα αστικά κέντρα. Στα δημοτικά συμβούλια (δούμες), ευγενείς και εύποροι αστοί (επιχειρηματίες, έμποροι κι ελεύθεροι επαγγελματίες) συνασπίζονταν για να διεκδικήσουν αυτό που θεωρούσαν αυτονόητο. Τη μετάλλαξη της τσαρικής απολυταρχίας σε κοινοβουλευτικό πολίτευμα, κατά τα πρότυπα τόσων ευρωπαϊκών κρατών.

2.   Εθνότητες στη «φυλακή των λαών»

Η κοινωνία της αυτοκρατορίας είναι μια πυραμίδα που ιεραρχείται με κριτήρια τόσο ταξικά όσο και εθνοτικά. Στην κορυφή της βρίσκονται οι Ρώσοι ευγενείς και η γερμανική αριστοκρατία των βαλτικών χωρών. Στη βάση της, οι «πρωτόγονοι» λαοί της Σιβηρίας, οι «υπανάπτυκτες» κι αλλόθρησκες μουσουλμανικές εθνότητες και, φυσικά, οι αιώνια κατατρεγμένοι Εβραίοι. Οι τελευταίοι είναι θύματα σαφών και ταπεινωτικών διακρίσεων: εκτός συγκεκριμένων εξαιρέσεων δεν μπορούν να υπηρετήσουν ως αξιωματικοί στον στρατό ή στη δημόσια διοίκηση και δεν τους επιτρέπεται να εγκαθίστανται εκτός μιας καθορισμένης εδαφικής περιοχής (Черта оседлости) στα δυτικά της αυτοκρατορίας (Πολωνία, Λιθουανία, Ουκρανία, Λευκορωσία).

Κίεβο, αρχές 20ού αι.

Ο βαθμός εθνικής αφύπνισης των πληθυσμών και η αντιμετώπισή τους από την τσαρική απολυταρχία ποικίλλει. Στην Πολωνία, με σχετικά νωπές τις αναμνήσεις των μεγαλείων του 15ου και 16ου αιώνα, υπάρχει μια πολιτική και πνευματική ελίτ που διατηρεί άσβεστη την πολωνική εθνική ταυτότητα. Στην Ουκρανία, η κατάσταση είναι πολύ πιο σύνθετη. Οι εθνικές ανησυχίες είναι σε σημαντικό βαθμό εισαγόμενες, μια και πρωτοστατεί το ουκρανικό στοιχείο της Γαλικίας η οποία ανήκει στους Αψβούργους. Η πολιτική των δεύτερων είναι πολύ πιο φιλελεύθερη από εκείνη των τσάρων, ενώ στην περίπτωση των Ουκρανών η ενθάρρυνση της εθνικής ταυτότητάς τους εκ μέρους της Διπλής Μοναρχίας στοχεύει και στην πρόκληση προβλημάτων στην αντίπαλη γειτονική δύναμη. Στη ρωσοκρατούμενη Ουκρανία, η ενίσχυση μιας ιδιαίτερης εθνικής συνείδησης είναι έργο λογοτεχνών και, κυρίως, πολιτιστικών συλλόγων με αποστολή τη διάδοση της ουκρανικής γλώσσας και κουλτούρας. Στην περίπτωση των μουσουλμανικών πληθυσμών, όπου το ιδιαίτερο στοιχείο είναι η θρησκεία και όχι κάποια εθνοτική συνείδηση, οι στάσεις ποικίλλουν. Πρωτοπόροι στο κίνημα του τζαντιντισμού που στοχεύει μέσω της λαϊκής εκπαίδευσης στη χεραφέτηση από τον θρησκευτικό συντηρητισμό, οι Τάταροι οραματίζονται μια μουσουλμανική ένωση στην οποία θα έχουν την πρωτοκαθεδρία. Άλλοι, όπως οι Μπασκίριοι και οι Αζέροι, προτιμούν τη λύση μιας ρωσικής ομοσπονδίας που θα τους παρέχει αυξημένη αυτονομία.

Αν η τσαρική αυτοκρατορία αποτελεί «φυλακή των λαών» τα κελλιά της προσφέρουν διαφορετικά επίπεδα ανέσεων. Η Φινλανδία απολαύει μεγάλης αυτονομίας, μια και όταν οι τσάροι την κατέκτησαν από τους Σουηδούς δεσμεύθηκαν να σεβαστούν όλα τα προνόμια και τα δικαιώματα που είχαν παραχωρηθεί στους Φινλανδούς. Το καθεστώς δεν αναγνωρίζει καμία εθνοτική ιδιαιτερότητα στους Ουκρανούς και τους Λευκορώσους, τους οποίους θεωρεί (όχι εντελώς αδικαιολόγητα) Ρώσους που μιλούν διαφορετική διάλεκτο και έχουν διαφορετικά έθιμα. Τόσο οι μουσουλμάνοι όσο και οι λαοί του Καυκάσου κρίνονται ανέτοιμοι για αποσχιστικές τάσεις, ενώ οι Πολωνοί αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερη καχυποψία. Εν γένει, κατά τη διάρκεια της βασιλείας των δύο τελευταίων τσάρων και παρά το πνεύμα της εποχής που ευνοεί την εκδήλωση εθνικιστικών κινημάτων, η μεταχείριση των εθνοτήτων από το καθεστώς επιδεινώνεται. Παντού ακολουθείται πρόγραμμα εκρωσισμού. Στους Πολωνούς απαγορεύεται να μιλούν τη γλώσσα τους. Στα σχολεία, οι μαθητές διδάσκονται την πολωνική λογοτεχνία σε ρωσική μετάφραση!

Ένα ιδιαίτερο στοιχείο έγκειται στο ότι συχνά οι εθνοτικές διεκδικήσεις συμπλέκονται με τις πολιτικές. Πολλές φορές της προσπάθειας ηγούνται κόμματα με σοσιαλιστική ιδεολογία. Επανερχόμαστε, δηλαδή, στη σημασία του διττού, εθνοτικού και ταξικού, χαρακτήρα της διαστρωμάτωσης της τσαρικής κοινωνίας. Οι κυρίαρχες τάξεις διαφέρουν και εθνοτικά από τις εξουσιαζόμενες: αγρότες των περιοχών της Βαλτικής κατά Γερμανών γαιοκτημόνων, Ουκρανοί αγρότες κατά Πολωνών ευγενών στη δυτική Ουκρανία, κατά Ρώσων αξιωματούχων και αστών στην κεντρική και ανατολική, Γεωργιανοί κι Αζέροι αγρότες, μικρέμποροι κι εργάτες κατά Αρμένιων αστών κ.ο.κ. Ίσως να μην είναι τυχαίο ότι το πρώτο σοσιαλιστικό κόμμα που ιδρύεται στην τσαρική αυτοκρατορία είναι η Μπουντ, η Γενική Ομοσπονδία Εβραίων Εργατών στη Λιθουανία, την Πολωνία και τη Ρωσία (Algemeyner Yidisher Arbeter Bund in Litah, Poyln un Rusland), οργάνωση που εκτός των άλλων διεκδικεί την αναγνώριση της εβραϊκής εθνικής κοινότητας και την παροχή δικαιωμάτων που περιλαμβάνουν την επίσημη χρήση των γίντις. Αλλά, βέβαια, οι σοσιαλιστές δεν περιορίζονται στη Μπουντ.

3.   Σοσιαλιστές επαναστάτες

Ν. Γκ. Τσερνισέφσκι, Τι Πρέπει να Κάνουμε, σε έκδοση του 1905

Что делать: Το 1862 ο Ρώσος διανοητής Νικολάι Γκαβρίλοβιτς Τσερνισέφσκι εκδίδει το μυθιστόρημά του «Τι πρέπει να κάνουμε;» («Что делать[7]). Το έργο αυτό και ο ασκητικός ήρωάς του Ραχμέτοφ θα γαλουχήσουν γενιές Ρώσων επανασταστών. Σε μια χώρα που η πολιτική είναι απαγορευμένη από το καθεστώς, μοιραία αντικαθίσταται από τη λογοτεχνία. Οι Τουργκένιεφ, Ντοστογέφσκι και Τολστόι συνέβαλαν πιθανότατα καθοριστικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του Ρώσου επαναστάτη. Δεν εκπλήσσει, επομένως, διόλου το ότι οι επαναστατικές ιδεολογίες υπήρξαν αρχικά υπόθεση της διανόησης, της ιντελλιγκέντσιας.

Εν αρχή υπήρξαν οι λαϊκιστές ή μάλλον οι «φίλοι του λαού» (народники): κάποιοι από αυτούς, εμπνεόμενοι από τον νιχιλιστή Σεργκέι Γκενάντιεβιτς Νετσάγεφ, ιδρύουν την οργάνωση Ναρόντναγια Βόλια που επιδίδεται σε τρομοκρατικές επιθέσεις κατά του καθεστώτος. Ένα μέρος της τάσης αυτής εξελίσσεται, στις αρχές του 20ού αιώνα, στο Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα (Партия социалистов-революционеров), το οποίο, με ηγέτη τον νομικό Βίκτορ Μιχάιλοβιτς Τσερνόφ (1873-1952), θα αποκτήσει ισχυρά ερείσματα στους αγροτικούς πληθυσμούς της χώρας.

Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο

Μαρξισμός: Τον Μάρτιο του 1872, η τσαρική λογοκρισία κάνει το μεγάλο λάθος να επιτρέψει την κυκλοφορία της ρωσικής μετάφρασης του «Κεφαλαίου» του Καρόλου Μαρξ. Το βιβλίο γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Η ρωσική διανόηση αγκαλιάζει τον μαρξισμό. Πράγματι, ο μαρξισμός έχει το πλεονέκτημα να προσφέρει μια ορθολογική και επιστημονικοφανή εξήγηση για την κοινωνική εξέλιξη. Κι έρχεται από τη Δύση, στοιχείο που πάντα προσελκύει τις ρωσικές ελίτ που διψούν για εκσυγχρονισμό. Ένας από τους πρώτους που προσηλυτίζονται στη νέα ιδεολογία είναι και ο Γκεόργκι Βαλεντίνοβιτς Πλεχάνοφ (1856-1918), ο πατριάρχης του ρωσικού σοσιαλισμού.

Τον Μάρτιο του 1898, ιδρύεται στο Μινσκ το Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα (Российская Социал-Демократическая Рабочая Партия) το οποίο συνενώνει τις διάφορες μαρξιστικές ομάδες. Την Πρωτοχρονιά του 1901 εκδίδεται στη Λειψία το πρώτο φύλλο της κομματικής εφημερίδας, της «Ίσκρα» («Искра» = «Σπίθα»). Η έκδοση αυτή είναι έργο του Πλεχάνοφ και δύο στελεχών με μεγάλο μέλλον στον χώρο, του Γιούλι Όσιποβιτς Τσεντερμπάουμ, γνωστότερου ως Μάρτοφ, και του Βλαντίμιρ Ιλίτς Ουλιάνοφ.

Το πρώτο φύλλο της Ίσκρα

Λένιν:

«Ιδιαιτέρως προικισμένος, πάντοτε τακτικός και επιμελής στην εργασία του, ο Βλαντίμιρ Ιλίτς Ουλιάνοφ πρώτευσε σε όλα τα μαθήματα. Το χρυσό μετάλλιο που του απονέμεται κατά το πέρας των σπουδών του επιβραβεύει τον πλέον άξιο μαθητή βάσει των εκθέσεων ελέγχου των δεξιοτήτων του, της διαγωγής του και της προόδου που σημείωσε. Τόσο εντός του λυκείου μας όσο και εκτός αυτού ουδέποτε έδωσε, με τα λόγια ή τις πράξεις του, την παραμικρή αφορμή που θα μπορούσε να μας δυσαρεστήσει. Η θρησκεία και η πειθαρχία υπήρξαν τα θεμέλια της επιτυχέστατης εκπαιδεύσεώς του». [Λυκειάρχης Φιόντορ Κερένσκι]

Ο Β. Ι. Ουλιάνοφ μαθητής, 1887

Ακόμη και σήμερα, δεν είμαστε βέβαιοι για την καταγωγή του ηγέτη των Μπολσεβίκων. Η οικογένεια του πατέρα του καταγόταν από το Αστραχάν και τη θεωρούσαν ρωσική από εθνοτική άποψη, αλλά είναι βέβαιο ότι στις φλέβες του έτρεχε και καλμουκικό αίμα κι ίσως ταταρικό, τσουβασικό ή από τη Μορδοβία. Ο παππούς της μητέρας του ήταν ένας Εβραίος έμπορος από τη Βολυνία. Ο γιος του ασπάσθηκε τον χριστιανισμό προκειμένου να σταδιοδρομήσει ως γιατρός-φυσικοθεραπευτής και να καταλήξει γαιοκτήμονας. Η γιαγιά του Λένιν από τη μητρική γραμμή ήταν γερμανοσουηδικής καταγωγής. Σε κάθε περίπτωση, ο Λένιν ανήκε στην ανώτερη τάξη, για τη ακρίβεια στην αριστοκρατία. Ο πατέρας του, ο Ιλιά Νικολάγεβιτς Ουλιάνοφ, σπούδασε φυσικομαθηματικός στο Πανεπιστήμιο του Καζάν και σταδιοδρόμησε ως διευθυντής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στο Σιμπίρσκ, στον μέσο Βόλγα. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, τα δημόσια σχολεία της περιφέρειας εικοσιπλασιάσθηκαν. Φθάνοντας στους ανώτερους βαθμούς της τσαρικής δημόσιας διοίκησης, ο Ιλιά Ουλιάνοφ απέκτησε τίτλο ευγενείας.

Οικογένεια Ουλιάνοφ

Ίσως η Ιστορία να ήταν διαφορετική αν δύο τραγωδίες δεν χτυπούσαν την οικογένεια Ουλιάνοφ. Το 1886 πεθαίνει ο πατέρας από εγκεφαλικό. Ένα χρόνο μετά, ο μεγάλος αδελφός του Βλαδίμηρου, ο Αλέξανδρος εμπλέκεται σε συνωμοσία κατά του τσάρου και εκτελείται. Ο Βλαδίμηρος προσπαθεί να ξεπεράσει τις δυσκολίες σπουδάζοντας στη νομική του Καζάν, αλλά η αστυνομία τον παρακολουθεί και τον θεωρεί ύποπτο ως αδελφό ενός επικίνδυνου επαναστάτη. Ο Λένιν θα ολοκληρώσει τις σπουδές του μέσα από χίλιες δυσκολίες, αλλά πλέον έχει ασπασθεί κι αυτός την επαναστατική ιδεολογία. Φυλακίζεται για ένα χρόνο το 1896 και στη συνέχεια εκτοπίζεται στη Σιβηρία για τρία χρόνια. Οι συνθήκες της εξορίας του είναι σχετικά άνετες. Κατά τη διάρκειά της νυμφεύεται τη φίλη του Ναντέζντα Κρούπσκαγια. Το 1900 επιλέγει να εγκατασταθεί στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στη Ζυρίχη. Ασχολείται με το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, τα βασικά στελέχη του οποίου βρίσκονται και αυτά στη δυτική Ευρώπη. Την εποχή εκείνη υιοθετεί και το ψευδώνυμο Λένιν, το οποίο παραπέμπει στον μεγάλο ποταμό της ανατολικής Σιβηρίας (αν και ο τόπος εξορίας του ιδίου βρισκόταν αρκετά δυτικότερα).

Λένιν 1895

Διάσπαση: Το δεύτερο συνέδριο του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος, το οποίο διοργανώνεται στις Βρυξέλλες και το Λονδίνο, σημαδεύεται από τη σύγκρουση μεταξύ των δύο παλαιών συντρόφων Ουλιάνοφ και Μάρτοφ και τη διάσπαση του χώρου. Ο Λένιν υποστηρίζει την επιλογή ενός κόμματος συγκεντρωτικού αποτελούμενου από επαγγελματικά στελέχη, ο Μάρτοφ θέλει ένα κόμμα πιο ανοιχτό στις μάζες. Στην ψηφοφορία που ακολουθεί σχετικά με το θέμα αυτό οι απόψεις του Λένιν υπερψηφίζονται. Ο Λένιν θα κατορθώσει να επιβάλει μια κολακευτική ονομασία για την παράταξή του: Μπολσεβίκοι, δηλαδή «πλειοψηφικοί». Μοιραία, η ομάδα του Μάρτοφ θα καταλήξει με την ονομασία Μενσεβίκοι. Με τους Μενσεβίκους θα συνταχθεί προς το παρόν, διατηρώντας, πάντως, προσωπικές απόψεις, μια άλλη σημαντική φυσιογνωμία του ρωσικού σοσιαλισμού, ο Λεφ Νταβίντοβιτς Μπρονστέιν, γνωστότερος ως Τρότσκι, γιος Εβραίου γαιοκτήμονα από την Ουκρανία. Η διάσπαση του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, πάντως, θα αργήσει αρκετά να καταστεί ουσιαστική σε επίπεδο οργανώσεων και στελεχών.

Τα στελέχη του ΣΔ κόμματος, φωτό της Ν. Κρούπσκαγια

Από τη διανόηση στις μάζες: Βαθμιαία, το ρωσικό σοσιαλιστικό κίνημα εξελίσσεται από υπόθεση της διανόησης σε μαζικό. Η εκβιομηχάνιση, με την εσωτερική μετανάστευση που συνεπάγεται, και η διάδοση της δημόσιας εκπαίδευσης έχουν ως συνέπεια τη δημιουργία ενός προλεταριάτου σχετικά μορφωμένου και πολιτικά συνειδητοποιημένου, έτοιμου να δεχτεί την κατήχηση των στελεχών του σοσιαλιστικού χώρου (προπαγάνδα, δηλαδή η μακροχρόνια εκπαίδευση και επιμόρφωση σε πολιτικά και κοινωνικά θέματα, και αγκιτάτσια, δηλαδή η ιδιαίτερης έντασης βραχυχρόνια εκστρατεία ενημέρωσης για ένα συγκεκριμένο θέμα). Οι άθλιες συνθήκες ζωής και εργασίας ωθούν τους προλετάριους αυτούς στην αγκαλιά του επαναστατικού χώρου.


[4] Народная воля. Στα ρωσικά η λέξη воля έχει διττό σημασιολογικό περιεχόμενο, καθώς δηλώνει τόσο τη θέληση/βούληση όσο και την ελευθερία.

[5] Το πιο σημαντικό περιστατικό ήταν αυτό του ατυχήματος που συνέβη στον τσαρέβιτς κατά τη διάρκεια επίσκεψης στα αυτοκρατορικά κτήματα στη Σπάλα της ανατολικής Πολωνίας (Οκτώβριος 1912). Μια πτώση προκάλεσε εσωτερική αιμορραγία κι ένα μεγάλο αιμαγγείωμα στη γάμπα. Οι γιατροί ήταν πεπεισμένοι ότι ο Αλέξιος δεν επρόκειτο να ζήσει. Κοινώνησε για τελευταία φορά, όπως όλοι πίστευαν. Η αυτοκράτειρα τηλεγράφησε στον Ρασπούτιν που βρισκόταν στο Ποκρόφσκογε. Μόλις πληροφορείται την είδηση, ο «άγιος άνθρωπος» αρχίζει να προσεύχεται εκστατικά. Κι έπειτα, τηλεγραφεί στην τσαρίνα: «Μη φοβάστε καθόλου! Ο Θεός είδε τα δάκρυά σας κι εισάκουσε τις προσευχές σας, Μητερούλα! Μην ανησυχείτε πλέον! Ο Μικρός δεν θα πεθάνει. Μην αφήσετε μόνο τους γιατρούς να τον κουράσουν πολύ». Σχεδόν αμέσως μετά τη λήψη του τηλεγραφήματος, η αιμορραγία του τσαρέβιτς σταματά!

[6] Κάποια στιγμή, κατ’ απαίτηση της αυτοκράτειρας, κύκλοι της αυλής και της Εκκλησίας αποφάσισαν ότι δεν θα έβλαπτε να αποκτήσει ο Ρασπούτιν και τα τυπικά προσόντα και να χειροτονηθεί ιερέας. Το σχέδιο εγκαταλείφθηκε γρήγορα, όταν διπιστώθηκε ότι ο διαβολοκαλόγερος είχε τόσο ασθενή μνήμη που αδυνατούσε να αποστηθίσει ακόμη και τις πιο βασικές περικοπές του Ευαγγελίου.

[7] Δεδομένου ότι ο τίτλος του πρωτοτύπου χρησιμοποιεί απρόσωπο ρήμα, θα ήταν ορθότερο να αποδοθεί ως «Τι δέον γενέσθαι». Αλλά, μάλλον, η χρήση καθαρεύουσας φαίνεται αδόκιμη για ένα έργο επαναστατικού χαρακτήρα.


Β.   ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΣΕ ΠΕΡΙΟΔΟ ΚΡΙΣΗΣ

Ο φοβερός λιμός του 1891-1892: Πολλοί ιστορικοί και πρώτος ανάμεσά τους ο Βρετανός Ορλάντο Φάιτζες [8] θεωρούν ότι το κομβικό σημείο που σηματοδοτεί τη ρήξη στις σχέσεις μεταξύ καθεστώτος και λαϊκών μαζών είναι ο μεγάλος λιμός του 1891-1892. Τον χειμώνα και το καλοκαίρι του 1891 στο μεγαλύτερο μέρος της Ρωσίας επικράτησε τρομερή ξηρασία. Μοιραία η σοδειά ήταν εντελώς ανεπαρκής για τις ανάγκες του πληθυσμού. Οι αρχές κινητοποιήθηκαν μεν, εντελώς αδέξια και ανοργάνωτα δε. Μεγαλέμποροι με εσωτερική πληροφόρηση για το πρόβλημα είχαν την ευκαιρία να διαθέσουν τα αποθέματά τους σε υψηλές τιμές, προφανώς όχι στις περιοχές όπου το πρόβλημα ήταν οξύτερο. Από τα Ουράλια ως τη μαύρη Θάλασσα επικράτησε φοβερός λιμός. Έπειτα ήρθε η σειρά των επιδημιών χολέρας και τύφου. Όλοι όσοι μπορούσαν (και ιδίως οι ΟΤΑ) κινητοποιήθηκαν για να συνδράμουν στην αντιμετώπιση του δράματος, ανάμεσά τους και προσωπικόττητες όπως ο Τσέχοφ κι ο Τολστόι. Δεν μπορούσαν να κάνουν πάρα πολλά. Η συμφορά άφησε πίσω της δύο εκατομμύρια θύματα.

Η εμπιστοσύνη του λαού στον τσάρο-«πατερούλη» άρχισε να εξαφανίζεται. Και η συνέχεια ήταν ακόμη πιο οδυνηρή. Δύο γεγονότα, εκ των οποίων το πρώτο λειτουργεί ως καταλύτης για το δεύτερο, κλονίζουν ανεπανόρθωτα την τσαρική απολυταρχία (α). Η αντίδρασή της δεν θα αποδειχθεί ικανοποιητική: οι ημιτελείς μεταρρυθμίσεις και οι απρόθυμες παραχωρήσεις δικαιωμάτων δεν αρκούν για να αντιστρέψουν την πορεία κατάρρευσης (β).

α.   Η Ρωσία μεταξύ πολεμικών αποτυχιών και εσωτερικών αναταράξεων

1.   Η τραγική ήττα στον Ρωσοϊαπωνικό Πόλεμο

Στην Άπω Ανατολή συγκρούονται ο ρωσικός και ο ιαπωνικός ιμπεριαλισμός με μήλο της έριδος την κινεζική Μαντσουρία και την Κορέα. Οι Ρώσοι επιδιώκουν να ελέγξουν τη Μαντσουρία για λόγους οικονομικής εκμετάλλευσης και προκειμένου να συντομεύσουν τη διαδρομή του Υπερσιβηρικού στο τμήμα Ιρκούτσκ-Βλαντιβοστόκ. Οι Ιάπωνες αντιδρούν. Ίσως η διένεξη να μπορούσε να διευθετηθεί διά της διπλωματικής οδού, αν δεν εμπλέκονταν και μεγάλα οικονομικά συμφέροντα με διασυνδέσεις στην αυλή.

Ρωσικός στρατός στη Μαντσουρία, 1905

Τον Φεβρουάριο του 1904 οι Ιάπωνες επιτίθενται αιφνιδιαστικά στη ρωσική ναυτική βάση του Πορτ Άρθουρ. Τον επόμενο μήνα οι χερσαίες δυνάμεις τους αποβιβάζονται στην Κορέα την οποία και κατακτούν. Τον Αύγουστο πολιορκούν το Πορτ Άρθουρ. Οι ρωσικές δυνάμεις υποχωρούν στην ενδοχώρα, στο Μούκντεν όπου και θα δοθεί μια από τις σκληρότερες μάχες της Ιστορίας, καθώς κάθε αντίπαλος παρατάσσει στρατεύματα που υπερβαίνουν σε αριθμό τους 300.000 άνδρες (Φεβρουάριος-Μάρτιος 1905). Ύστερα από 2,5 εβδομάδες σκληρών συγκρούσεων και έχοντας υποστεί βαρύτατες απώλειες, οι δυνάμεις του Αλεξέι Νικολάγεβιτς Κουροπάτκιν (πρώην Υπουργού Άμυνας και υπεύθυνου σε μεγάλο βαθμό για τη σύρραξη) αναγκάζονται να υποχωρήσουν. Η ρωσική τραγωδία θα ολοκληρωθεί στα τέλη Μαΐου του 1905, στα στενά της Τσουσίμα, όπου οι Ιάπωνες κατορθώνουν να βυθίσουν το σύνολο σχεδόν του ρωσικού Στόλου της Βαλτικής που είχε σταλεί σε ενίσχυση (45 σκάφη).

Μάχη του Μούκντεν, εικονογράφηση στο Le Petit Journal (Ρώσος αξιωματικός που έχει παραφρονήσει διατάσσει τους νεκρούς στρατιώτες του να επιτεθούν)

Η τρομακτική υποτίμηση («νέες μογγολικές ορδές», «κίτρινοι πίθηκοι») ενός αξιόμαχου αντιπάλου με στρατεύματα εκπαιδευμένα σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και ικανού να αντέξει μεγάλες απώλειες, η προσκόλληση πολλών Ρώσων στρατιωτικών σε μεθόδους στρατηγικής του 19ου αιώνα και τα άλυτα προβλήματα διοικητικής μέριμνας που προκαλεί η απόσταση 10.000 χιλιομέτρων από τις βάσεις ανεφοδιασμού του ρωσικού στρατού εξηγούν το φιάσκο. Σε κάθε περίπτωση, χάρη στις διαπραγματευτικές ικανότητες του κόμη Βίττε, επικεφαλής της ρωσικής αντιπροσωπείας στις συνομιλίες που διεξήχθησαν στο Πόρτσμουθ του Νιου Χάμσερ (ΗΠΑ), η Ρωσία περιόρισε στο ελάχιστο δυνατό τις εδαφικές απώλειές της. Το πρόβλημα εστιαζόταν στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας. Ο πόλεμος είχε γιγαντώσει την αγανάκτηση κατά του τσαρικού καθεστώτος.

2.   Η επανάσταση του 1905

Πρεσβύτερος Γκ. Απ. Γκαπόν

«Κύριε,

εμείς, οι εργάτες και οι κάτοικοι της Πετρούπολης, προερχόμενοι από διάφορες τάξεις, οι γυναίκες μας, τα παιδιά μας και οι ηλικιωμένοι κι ανήμποροι γονείς μας, προσερχόμαστε σε Σένα, ω Κύριε, ζητώντας δικαιοσύνη και προστασία. Είμαστε φτωχοί, καταπιεσμένοι, τσακισμένοι από μόχθο υπέρμετρο, καταφρονεμένοι, Στενάζουμε κάτω από τον δεσποτισμό και την αυθαιρεσία. Κύριε, οι δυνάμεις μας λιγοστεύουν, η υπομονή μας εξαντλείται. Έχουμε φτάσει σε εκείνη την τρομερή στιγμή που ο θάνατος είναι προτιμότερος από τη συνέχιση αβάσταχτων μαρτυρίων

Ματωμένη Κυριακή: Εάν το σύμπαν των ρωσικών επαναστάσεων κατοικείται από παράξενα πλάσματα, ο πρεσβύτερος Γκεόργκι Απολλόνοβιτς Γκαπόν (1870-1906) διεκδικεί τον τίτλο του πιο παράξενου. Ιεροκήρυκας στις φτωχές συνοικίες της πρωτεύουσας, ο Γκαπόν πίστευε ακράδαντα στον ιερό δεσμό που ένωνε τον τσάρο με τους φτωχούς υπηκόους του, στην υποχρέωση του μονάρχη να μεριμνεί για τους πιο καταφρονεμένους. Η δράση του προσελκύει την προσοχή της Οχράνα, της τσαρικής μυστικής αστυνομίας, η οποία τον στρατολογεί. Αν οι εργάτες πρέπει οπωσδήποτε να οργανωθούν και να διεκδικήσουν δικαιώματα, καλύτερα να το κάνουν μέσω ομάδων και προσώπων που ελέγχει το καθεστώς, αντί να πέσουν στα νύχια των σοσιαλιστών και άλλων επαναστατών! Ο Γκαπόν είναι ακαταπόνητος: οργανώνει μυριάδες εργατικών συλλόγων με σκοπό τη μόρφωση των εργατών ή την κοινωνική αλληλεγγύη. Σταδιακά ξεχωρίζει ως ηγετική μορφή του εργατικού κινήματος και απομακρύνεται από τους εργοδότες του. Πιστεύει πλέον ότι η θεία πρόνοια τον έχει στείλει για να βοηθήσει τους εργάτες να ξεφύγουν από τη μιζέρια.

Ματωμένη Κυριακή, δυνάμεις ιππικού έξω από τα Χειμερινά Ανάκτορα, πηγή: Bundesarchiv, Bild 183 S01260 Unknown CC BY SA 3.0

Τις πρώτες ημέρες του 1905 κύμα απεργιών ξεσπά στην πρωτεύουσα. Ο Γκαπόν αναλαμβάνει την πρωτοβουλία κι οργανώνει μια μεγάλη διαδήλωση, συντάσσοντας και το ανωτέρω ψήφισμα διαμαρτυρίας. Το χιονισμένο πρωινό της 9ης Ιανουαρίου 1905, ενώ οι καμπάνες των εκκλησιών ακόμη χτυπούσαν, χιλιάδες εργάτες ξεκίνησαν με προορισμό τα Χειμερινά Ανάκτορα βαδίζοντας σε μια πόλη όπου στρατεύματα είχαν παραταχθεί σχεδόν σε κάθε γωνιά της. Μπροστά προχωρούσε ο πρεσβύτερος Γκαπόν κρατώντας τον σταυρό. Πίσω του κρατούσαν μια εικόνα του τσάρου κι ένα μεγάλο λευκό λάβαρο με το σύνθημα «Οι στρατιώτες δεν πυροβολούν τον λαό». Όταν η πορεία πλησίαζε στην Πύλη της Νάρβας μια ίλη ιππικού επιτέθηκε στους διαδηλωτές. Οι στρατιώτες που είχαν παραταχθεί μπροστά στην πορεία άρχισαν να πυροβολούν το πλήθος. Σαράντα άτομα έπεσαν νεκρά. Την ίδια ώρα, ανάλογες σκηνές συνέβαιναν και σε άλλα σημεία της πόλης. Ο κύριος όγκος της πορείας, κάπου 60 χιλιάδες άτομα, κατευθύνθηκε προς τη Λεωφόρο Νιέφσκι. Οι στρατιώτες ύψωσαν τα τουφέκια τους. Οι διαδηλωτές έκαναν τον σταυρό τους. Μια σάλπιγγα ήχησε. Κι έπειτα ο στρατός άνοιξε πυρ χτυπώντας αδιακρίτως άντρες, γυναίκες και παιδιά. Όταν οι επιζώντες συνήλθαν, τους πλημμύρισε η οργή. Το κέντρο της πρωτεύουσας μετατράπηκε σε πεδίο μάχης. Στήθηκαν οδοφράγματα, έγιναν λεηλασίες. Ο Γκαπόν βρήκε καταφύγιο στο σπίτι του λογοτέχνη Μαξίμ Γκόρκι, έπειτα διέφυγε στο εξωτερικό. Μέχρι σήμερα δεν είμαστε βέβαιοι για τον ακριβή αριθμό των θυμάτων της Ματωμένης Κυριακής. Σύμφωνα με τις αρχές, αυτός ανερχόταν στους 96 νεκρούς και περίπου 350 τραυματίες. Ο ξένος τύπος έκανε λόγο για 2 έως 10 χιλιάδες νεκρούς (ο πραγματικός αριθμός πρέπει να ήταν περίπου 200 νεκροί και 800 τραυματίες).

Βλ. Γεγκ. Μακόφσκι, Η 9η Ιανουαρίου 1905 στη συνοικία Βασιλιέφσκι.

Επαναστάσεις, ταραχές και εξεγέρσεις: Η Επανάσταση του 1905 αποτελείται από ένα πολύμορφο σύνολο ταραχών που ξεσπούν στο μεγαλύτερο τμήμα της ευρωπαϊκής επικράτειας της αυτοκρατορίας, χωρίς να συνδέονται ευθέως μεταξύ τους. Ενδεικτικά μπορούν να μνημονευθούν:

– Πολυάριθμες αγροτικές ταραχές, κυρίως στην κεντρική Ρωσία, οι οποίες ξεσπούν από το θέρος του 1905 και συνεχίζονται και κατά τη διάρκεια του επομένου έτους. Οι χωρικοί πυρπολούν τα κτήματα και τις επαύλεις των γαιοκτημόνων (περίπου 3 χιλιάδες αρχοντικά καίγονται).

– Η ανταρσία των ναυτών του θωρηκτού Πατιόμκιν ενώ αυτό έπλεε στη Μαύρη Θάλασσα. Οι ναύτες διαμαρτύρονται για το σάπιο κρέας που τους σερβίρουν. Οι αξιωματικοί απαντούν εκτελώντας τον πρωτεργάτη της διαμαρτυρίας. Οι ναύτες στασιάζουν, σκοτώνουν τους αξιωματικούς και κατευθύνουν το σκάφος στο λιμάνι της Οδησσού. Εκεί αφήνουν το σώμα του νεκρού συντρόφου τους στην αρχή της μεγάλης σκάλας που συνδέει το λιμάνι με το κέντρο της πόλης, μαζί με τιμητικό άγημα. Ο λαός έρχεται να προσκυνήσει τον μάρτυρα της εξέγερσης. Επεμβαίνει ο στρατός με σκοπό να διαλύσει το πλήθος. Οι στρατιώτες ανοίγουν πυρ. Απολογισμός; 2 χιλιάδες νεκροί!

Σ. Έιζενστέιν, Θωρηκτό Πατιόμκιν, η σφαγή των αμάχων

– Εθνοτικές ταραχές με κύριο αίτημα την αυτοδιάθεση, στην Πολωνία, τη Λεττονία και τη Φινλανδία.

– Η συγκρότηση για πρώτη φορά συμβουλίων εργατών (σοβιέτ) στις μεγάλες πόλεις (ο Τρότσκι υπήρξε πρωτεργάτης της προσπάθειας αυτής).

– Η γενική απεργία του Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου 1905 που κυριολεκτικά παρέλυσε την αυτοκρατορία.

– Η μεγάλη εξέγερση της Μόσχας, τον Δεκέμβριο του 1905. Ξεσπά μετά τη σύλληψη της ηγεσίας του Σοβιέτ της Πετρούπολης. Οι Μπολσεβίκοι εξοπλίζουν τους εργάτες και γρήγορα ολόκληρη η Μόσχα μετατρέπεται σε πεδίο μάχης. Οι εξεγερμένοι ελέγχουν μεγάλο μέρος της πόλης. Θα μπορούσαν να καταλάβουν ακόμη και το Κρεμλίνο, αλλά προτίμησαν την υπεράσπιση των εργατικών συνοικιών της πόλης. Στρατός και αστυνομία χρειάστηκαν πολλές ημέρες για να αποκαταστήσουν την τάξη.

β.   Η αποτυχημένη μεταρρυθμιστική προσπάθεια

1.   Απρόθυμες παραχωρήσεις

«(Νικόλαος Β΄) – Κάποιος θα έλεγε ότι φοβάστε μήπως ξεσπάσει επανάσταση!

(Αλεξάντρ Γκριγκόριεβιτς Μπουλίγκιν, Υπουργός Εσωτερικών) – Μεγαλειότατε, η επανάσταση έχει ήδη αρχίσει

Δούμα Μπουλίγκιν: Και πάλι ο Νικόλαος έδειξε να αδυνατεί να αντιληφθεί το μέγεθος της κρίσης και του κινδύνου. Με μισή καρδιά δέχτηκε την πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών για την εκπόνηση ενός σχεδίου Συντάγματος με πρόβλεψη για Κοινοβούλιο. Ακολουθώντας όλες τις υποδείξεις της αυλής, ο δύστυχος Μπουλίγκιν παρουσίασε τον Αύγουστο του 1905 ένα σχέδιο που απογοήτευε και τους πιο απαισιόδοξους: προέβλεπε Δούμα απλώς συμβουλευτική, ενώ οι αυστηρές προϋποθέσεις για το δικαίωμα του εκλέγειν κατέληγαν να δίνουν δικαίωμα ψήφου μόλις στο 1% του πληθυσμού. Ακόμη και οι συντηρητικοί και κεντρώοι φιλελεύθεροι πολιτικοί ήταν εξοργισμένοι.

Το Μανιφέστο του Οκτωβρίου: Καθώς οι ταραχές συνεχίζονταν, ο τσάρος ζήτησε τη βοήθεια του μοναδικού ανθρώπου που ήταν ικανός να σώσει τη δυναστεία, του κόμη Βίττε. Δίχως περιστροφές, ο Βίττε του απάντησε ότι αν δεν προέβαινε σε ουσιαστικές παραχωρήσεις προς την κατεύθυνση της συνταγματικής μοναρχίας, τότε η δυναστεία θα βυθιζόταν στον επαναστατικό κατακλυσμό. Του παρέδωσε ένα υπόμνημα στο οποίο εξηγούσε όλες τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις: Σύνταγμα, ατομικές ελευθερίες, αντιπροσωπευτική βουλή. Απρόθυμα, εκ νέου, ο τσάρος υπέγραψε αυτό που επρόκειτο να γίνει γνωστό ως το «Μανιφέστο του Οκτωβρίου» (17-18 Οκτωβρίου 1905). «Δεν υπήρχε άλλη λύση παρά να υπογράψω και να δώσω αυτό που όλος ο κόσμος ζητούσε».

Το Μανιφέστο του Οκτωβρίου

Οι παραχωρήσεις δεν ήταν και πάλι επαρκείς. Η Δούμα είχε αποψιλωμένες αρμοδιότητες, στερούνταν νομοθετικής πρωτοβουλίας, οι νόμοι που ψήφιζε έπρεπε να εγκριθούν από το Συμβούλιο του Κράτους, ενώ πρωθυπουργός και υπουργοί εξακολουθούσαν να διορίζονται από τον τσάρο χωρίς να υποχρεούνται να λογοδοτούν στο νέο κοινοβούλιο. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο μονάρχης δεν καταδέχτηκε καν να επισκεφτεί τη Δούμα, η οποία συνεδρίαζε στο Μέγαρο της Ταυρίδας (που είχε χτιστεί για λογαριασμό του Γκριγκόρι Πατιόμκιν, του ευνοούμενου της Μεγάλης Αικατερίνης). Απλώς δέχτηκε να την καλέσει στα Χειμερινά Ανάκτορα, τον Απρίλιο του 1906. Όποιος παρατηρήσει προσεκτικά της φωτογραφίες της δεξιωσης θα διαπιστώσει ότι οι εκφράσεις στα πρόσωπα του αυτοκρατορικού ζεύγους έδειχναν τη δυσαρέσκειά τους που ήταν υποχρεωμένοι να δεξιωθούν τα μέλη ενός βδελυρού δημοκρατικού σώματος.

Η δυναστεία και η ακραία συντηρητική παράταξη άρχισαν να οργανώνονται ετοιμάζοντας την αντεπίθεσή τους με σκοπό να πάρουν πίσω τις λιγοστές παραχωρήσεις που είχαν κάνει. Με τις ευλογίες του τσάρου ιδρύεται η ακραία εθνικιστική Ένωση του Ρωσικού Λαού και μαζί οι παραστρατιωτικές οργανώσεις της, οι διαβόητες Μαύρες Εκατονταρχίες. Το μίσος των οργανώσεων αυτών δεν είχε ως μοναδικό στόχο τους επαναστάτες. Συνήθως κατευθυνόταν κατά του εβραϊκού πληθυσμού (ας μη λησμονούμε ότι το 1902 η Οχράνα εκπονεί το πλέον σιχαμερό πλαστογράφημα της Νεότερης Ιστορίας, τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών», προκειμένου να πείσει τους πάντες για την ύπαρξη μιας τρομερής εβραϊκής συνωμοσίας με στόχο την παγκόσμια κυριαρχία). Το 1906 καταγράφονται περίπου 700 πογκρόμ με τουλάχιστον 3 χιλιάδες νεκρούς.

Και, ξαφνικά, ο Νικόλαος φάνηκε να βρίσκει τον ιδανικό πρωθυπουργό.

2.   Το ημιτελές έργο του Στολίπιν

«Θέλω να ταφώ στον τόπο που θα με δολοφονήσουν.» [Π. Α. Στολίπιν, διαθήκη που συνέταξε αναλαμβάνοντας πρωθυπουργικά καθήκοντα]

Π. Α. Στολίπιν, πίνακας του Ιλιά Ρέπιν, 1910

Ο θαρραλέος οραματιστής πρωθυπουργός: Όταν στη σύγχρονη Ρωσία διενεργείται κάποια δημοσκόπηση με το ερώτημα «Ποιον θεωρείτε μεγαλύτερη προσωπικότητα της ρωσικής Ιστορίας;» τα πρόσωπα που καταλαμβάνουν συνήθως την πρώτη θέση είναι ο Μέγας Πέτρος, ο Στάλιν και… ο Πιοτρ Αρκάντιεβιτς Στολίπιν! Γόνος παλαιοτάτης αριστοκρατικής οικογένειας, ο Στολίπιν (1862-1911) είχε διακριθεί ως ικανός ανώτατος αξιωματούχος. Ως κυβερνήτης της επαρχίας του Σαράτοφ είχε επιτύχει να καταστείλει τις αγροτικές εξεγέρσεις σχεδόν αναίμακτα, χρησιμοποιώντας την πειθώ και το θάρρος του. Τον Μάιο του 1906 διοριζόταν Υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση Γκορεμίκιν. Δύο μήνες μετά, ο τσάρος τον διόριζε πρωθυπουργό.

Θεατρικός στον λόγο και τις κινήσεις του, εξαιρετικά επικοινωνιακός, ο νέος πρωθυπουργός ήταν πέρα από κάθε αμφιβολία γενναίος άνθρωπος. Δεν φοβήθηκε ούτε όταν τρομοκράτες ανατίναξαν το εξοχικό του, σκοτώνοντας τους περισσότερους υπηρέτες του και τραυματίζοντας σοβαρά μία από τις κόρες του και πιο ελαφρά τον γιο του και τον ίδιο. Πίστευε ότι είχε να επιτελέσει υψηλή αποστολή και είχε αποδεχθεί το σοβαρό ενδεχόμενο να πεθάνει βίαια.

Το μεγάλο έργο του Στολίπιν ήταν η αγροτική μεταρρύθμιση διά της αναδιανομής γαιών που ανήκαν στο Δημόσιο ή σε γαιοκτήμονες οι οποίοι δεν τις εκμεταλλεύονταν. Ο Στολίπιν πίστευε, μάλλον δίκαια, ότι η επιβίωση του καθεστώτος απαιτούσε τη δημιουργία μιας ευρείας τάξης ιδιοκτητών γης οι οποίοι θα συνέδεαν τα συμφέροντά τους με αυτό. Προσπάθησε να διαλύσει τις παραδοσιακές αγροτικές κοινότητες και να καταστήσει δυνατή τη συμμετοχή των αγροτών στα όργανα τοπικής αυτοδιοίκησης. «Πρωτίστως πρέπει να δημιουργήσουμε έναν πολίτη, ένα μικροϊδιοκτήτη γης και, τότε, το αγροτικό ζήτημα θα έχει διευθετηθεί».

Στην προσπάθειά του, ο Στολίπιν έκανε το λάθος να βρει επικίνδυνους συμμάχους, τους εθνικιστές, με τον πανσλαβισμό και τον αντισημισμό τους (συνεχή πογκρόμ, υπόθεση Μπέιλις στο Κίεβο). Ίσως αυτοί να τον παρέσυραν στο τελευταίο μεγάλο σχέδιό του, την ίδρυση περιφερειακών συμβουλίων τοπικής αυτοδιοίκησης (ζέμστβα) στις δυτικές επαρχίες, εκεί που οι γαιοκτήμονες ήταν Πολωνοί και οι αγρότες Ρώσοι και Ουκρανοί. Διευρύνοντας τη συμμετοχή στα συμβούλια αυτά, ο πρωθυπουργός και οι εθνικιστές σύμμαχοί του πίστευαν ότι θα μετέφεραν την εξουσία στο ρωσικό στοιχείο. Ο νόμος, όμως, δεν εγκρίθηκε από το Συμβούλιο του Κράτους: διαπνεόμενοι από έντονη ταξική συνείδηση, οι σύμβουλοι προτίμησαν να προστατέψουν τα συμφέροντα των αριστοκρατών, κι ας ήταν εν προκειμένω Πολωνοί! Ο Στολίπιν απείλησε με παραίτηση κι ανάγκασε τελικά τον τσάρο να υπογράψει, παρά την αντίθετη άποψη του περιβάλλοντός του (Μάρτιος 1911). Το πολιτικό κύρος του πρωθυπουργού είχε, όμως, τρωθεί. Και το βιολογικό τέλος του δεν βρισκόταν μακριά.

30 Αυγούστου 1911, τσάρος και Στολίπιν συναντούνται στο Κίεβο με εκπροσώπους της εβραϊκής κοινότητας

Στα τέλη Αυγούστου του 1911, ο Στολίπιν συνόδεψε τον Νικόλαο σε επίσημη επίσκεψη στο Κίεβο. Την 1η Σεπτεμβρίου, ο τσάρος και ο πρωθυπουργός παρακολουθούν στην Όπερα του Κιέβου μια παράσταση όπερας του Ρίμσκι-Κόρσακοφ. Κατά τη διάρκεια του δευτέρου διαλείμματος, ένας νεαρός πλησίασε τον Στολίπιν και τον πυροβόλησε δύο φορές. Τραυματισμένος, ο Στολίπιν γύρισε προς το μέρος του τσάρου και είπε: «Είμαι ευτυχής που πεθαίνω για τον τσάρο». Ο πρωθυπουργός πάλεψε για τέσσερα εικοσιτετράωρα να μείνει στη ζωή. Το βράδυ της 5ης Σεπτεμβρίου πέθανε. Ο δολοφόνος του ήταν ένας Εβραίος νεαρός που αρχικά είχε ασπασθεί τις επαναστατικές ιδέες πριν γίνει χαφιές της ασφάλειας. Ποτέ δεν μάθαμε αν τη δολοφονία του Στολίπιν την είχε παραγγείλει η αριστερά ή η δεξιά. Και οι δύο είχαν λόγους να τον μισούν θανάσιμα. Εκτός κι αν κίνητρο της δολοφονίας ήταν η εκδίκηση για τα αντιεβραϊκά πογκρόμ.

Οι λόγοι αποτυχίας του Στολίπιν: Πολλοί υποστηρίζουν ότι αν υλοποιούνταν οι μεταρρυθμίσεις του Στολίπιν η Ρωσία θα απέφευγε τον επαναστατικό κυκεώνα που ακολούθησε. Μια τέτοια παραδοχή δύσκολα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Καταρχάς, ο Στολίπιν απείχε πολύ από το να χαρακτηριστεί δημοκράτης. Αντιμετώπιζε τους εχθρούς του καθεστώτος με απόλυτη σκληρότητα. Ο λαός έδωσε το όνομά του στους συρμούς που μετέφεραν τους πολιτικούς εξόριστους στη Σιβηρία και στις θηλιές για τον απαγχονισμό των ενόχων για πολιτικά εγκλήματα. Ούτε ο κοινοβουλευτισμός αποτελούσε κάποια ιδιαίτερη αγάπη του. Όταν διαπίστωσε ότι στη Δούμα που προέκυψε από τις εκλογές του 1907 πλειοψηφούσαν οι εκπρόσωποι των σοσιαλιστικών κομμάτων, τη διέλυσε κι άλλαξε τον εκλογικό νόμο, περιορίζοντας το δικαίωμα του εκλέγειν, ώστε η επόμενη βουλή να τον βολεύει (και πράγματι στην επόμενη βουλή κυριαρχούσαν εθνικιστές, οκτωβριστές και άλλοι δεξιοί σχηματισμοί).

Στολίπιν

Η ίδια η αγροτική μεταρρύθμιση, το μεγάλο όραμα του Στολίπιν, δεν στέφθηκε από επιτυχία. Από τους αγρότες στους οποίους δόθηκαν νέες γαίες, μόνον ένα μικρό ποσοστό (10%) απέκτησε εκτάσεις ενιαίες και ικανές να αποτελέσουν βιώσιμη αγροτική εκμετάλλευση. Επιπλέον, δεν έλαβε υπόψη τα διδάγματα του πρωσικού προτύπου και παραμέλησε εντελώς την εργατική τάξη. Χωρίς σοβαρή εργατική νομοθεσία και χωρίς κοινωνική ασφάλιση, οι Ρώσοι εργάτες συνέχισαν να εργάζονται και να ζουν υπό άθλιες συνθήκες (60 ώρες εργασίας την εβδομάδα, μειωτικές συμπεριφορές εκ μέρους επιστατών κι εργοδοσίας, συχνά εργατικά ατυχήματα). Τέλος, από τον Στολίπιν έλειπε η πολιτική διορατικότητα. Προϊόν ενός γραφειοκρατικού συστήματος δεν κατόρθωσε να αντιληφθεί ότι αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχία των μεταρρυθμίσεών του ήταν η ανεύρεση σοβαρού λαϊκού ερείσματος [9]. Προς την κατεύθυνση αυτή έκανε ελάχιστα.


Τα χρόνια μετά τον Στολίπιν, ο εθνικισμός κερδίζει κι άλλο έδαφος. Διαφαίνεται πια η σύγκρουση με τη Γερμανία, καθώς πανσλαβισμός και γερμανικός επεκτατισμός δεν μπορούν να συμβιβασθούν.

«Το χρονικό διάστημα από το 1905 έως το 1914 σηματοδοτεί την αποτυχία της προσπάθειας ανόδου του φιλελευθερισμού στη Ρωσία… Παραδόξως, ταυτόχρονα με την αποτυχία του φιλελευθερισμού, διαπιστώνεται και η αποτυχία της “πρωσικής” λύσης, δηλαδή ενός δημιουργικού και δυναμικού συντηρητισμού. Η Ρωσία βρίσκεται, επομένως, ενώπιον μιας εντελώς πρωτόγνωρης κατάστασης… Ως εκ τούτου, η κρίση του 1917 δεν ήταν δυνατό να ακολουθήσει το σχήμα μιας κλασσικής ευρωπαϊκής επανάστασης, διότι η πρώτη φάση της είχε ήδη συμβεί και κατασταλεί» [10].

[8] Figes, όπ. π., σελ. 305 επ. και passim.

[9] Figes όπ. π., σελ. 414 επ.

[10] Martin Malia « Comprendre la révolution russe », Seuil, Παρίσι 1980, σελ. 86 επ./ βλ. και N. Werth « Les Révolutions Russes », όπ. π., σελ. 3.


 

«Σκηνές ενός λησμονημένου πολέμου – Τάννενμπεργκ 2»

Ιουλίου 2, 2017

Ρωσικό πεζικό κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο – φωτογραφία του National Geographic, τόμος 31, 1917, σελ. 372

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος οδηγεί συνειρμικά τον άνθρωπο της εποχής μας στο Δυτικό Μέτωπο, στον πόλεμο χαρακωμάτων και τις αδιανόητες εκατόμβες του Βερντέν και του Σομ. Κάτι τέτοιο δεν είναι παράλογο. Ο πόλεμος κρίθηκε τελικά στη Δύση. Για δύο από τις κύριες νικήτριες δυνάμεις της σύγκρουσης, τη Γαλλία και τη Βρετανία, χώρες που για διαφορετικούς λόγους είχαν σχετικά μικρούς αριθμούς θυμάτων κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι μάχες στο Δυτικό Μέτωπο εξακολουθούν να αποτελούν συνώνυμο τόσο της θυσίας σε καιρό πολέμου όσο και του παραλογισμού της ένοπλης αναμέτρησης.

Ωστόσο, μέχρι τις αρχές του 1918, τουλάχιστον οι μισές γερμανικές δυνάμεις, καθώς και η μεγάλη πλειονότητα των δυνάμεων της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, πολεμούσαν στην Ανατολή αντιμετωπίζοντας τον τσαρικό αυτοκρατορικό στρατό, ο οποίος αριθμούσε κάπου δεκαπέντε εκατομμύρια άνδρες. Ο πόλεμος στην Ανατολή είναι πολύ διαφορετικός από τον αντίστοιχό του στη Δύση: δεν υπάρχει ένα ενιαίο μέτωπο, αλλά πολλά επιμέρους. Η μάχη χαρακωμάτων αποτελεί την εξαίρεση. Συνήθως πρόκειται για πόλεμο ελιγμών και μεγάλων κινήσεων στρατευμάτων.

Ειδικά για τη Ρωσία, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος συνεπάγεται βαρύτατο τίμημα: ένα εκατομμύριο νεκροί, ακόμη περισσότεροι ανάπηροι πολέμου, 2,5 έως 3 εκατομμύρια αιχμάλωτοι, έξι εκατομμύρια πρόσφυγες. Για τη Γερμανία οι αντίστοιχοι αριθμοί είναι σαφώς μικρότεροι, όχι όμως και για την Αυστροουγγαρία, στην περίπτωση της οποίας η σύρραξη αποτελεί πραγματική αιμορραγία.

Υπό τις συνθήκες αυτές, πώς μπορεί να εξηγηθεί η απώλεια μνήμης όσον αφορά το Ανατολικό Μέτωπο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου; Η απάντηση αποτελεί συνάρτηση αυτού που επακολούθησε ιστορικά.

Αφενός, η ένταση, η σφοδρότητα, η γενοκτονική μανία και ο ασύλληπτος αριθμός απωλειών, τόσο μεταξύ των μάχιμων όσο και μεταξύ των αμάχων, κατά τον γερμανοσοβιετικό πόλεμο του 1941-1945 (δηλαδή τη μεγαλύτερη και πλέον αιματηρή πολεμική αναμέτρηση ολόκληρης της ανθρώπινης Ιστορίας) κάνουν τα όσα συνέβησαν στο Ανατολικό Μέτωπο κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο να μοιάζουν σχεδόν με παιδικό παιχνίδι σε κάποια σχολική αυλή.

Αφετέρου, οι πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις που άρχισαν να εκδηλώνονται στη Ρωσία ήδη εν μέσω της πολεμικής αναμέτρησης μοιραία την επισκίασαν και είχαν ως αποτέλεσμα μια συγκεκριμένη ανάγνωση της Ιστορίας που αρνείται να αναγνωρίσει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο την αυτοτελή αξία ενός μείζονος σημασίας ιστορικού γεγονότος. Υπό το πρίσμα αυτό, ο «Μεγάλος Πόλεμος» δεν ήταν παρά ο καταλύτης των εξελίξεων που θα οδηγούσαν στις δύο μεγάλες ρωσικές επαναστάσεις του 1917 (την «αστική» του Φεβρουαρίου και την «προλεταριακή» του Οκτωβρίου) και, μέσω μιας αλληλουχίας τεκτονικών κινήσεων, στην εγκαθίδρυση ενός κράτους εντελώς διαφορετικού από την τσαρική αυτοκρατορία. Κι όλα αυτά χωρίς να έχουμε μνημονεύσει ότι, από τη ρωσική σκοπιά, ο πόλεμος αφήνει σαφώς γεύση ημιτελούς κι ανολοκλήρωτου, μια και για τη Ρωσία τερματίστηκε εσπευσμένα κι άδοξα, με την ταπεινωτική Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ (3 Μαρτίου 1918), προκειμένου να δοθεί στους Μπολσεβίκους η ευκαιρία να εδραιώσουν το καθεστώς τους, πλην όμως με τίμημα τη σημαντική απώλεια εδαφών που περιελάμβαναν ορισμένες από τις πλέον ανεπτυγμένες οικονομικά περιοχές της αυτοκρατορίας.

Ρωσικό πεζικό – φωτογραφία του National Geographic, τόμος 31, 1917, σελ. 369.


Με την εξαίρεση της αυστροουγγρικής Γαλικίας, η οποία κατελήφθη δύο φορές από τις ρωσικές δυνάμεις, οι συγκρούσεις του Ανατολικού Μετώπου του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου αποτελούν για τη Ρωσία μια σειρά από φιλόδοξα σχέδια που καταλήγουν σε αποτυχίες, υποχωρήσεις και απώλειες εδαφών. Από την άποψη αυτή, το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα ίσως και να είναι η πρώτη πράξη της αναμέτρησης, η μεγάλη ρωσική εκστρατεία στην Ανατολική Πρωσία.


Ρωσικό ιππικό – προπαγανδιστική εικόνα ενόψει της εκστρατείας στην Ανατολική Πρωσία

Με το ξεκίνημα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο τσαρικός στρατός έχει την ευκαιρία να καταφέρει αποφασιστικό πλήγμα στα γερμανικά στρατεύματα που έχουν συγκεντρωθεί στην Ανατολική Πρωσία. Το ρωσικό γενικό επιτελείο, όμως, αντί να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του και να επιχειρήσει μια κατά μέτωπο επίθεση με στόχο το Κένιγκσμπεργκ, την ιστορική πρωτεύουσα της περιοχής, επιλέγει ένα σχέδιο ελιγμών, το οποίο μοιάζει μεγαλοφυές, τουλάχιστον στα χαρτιά. Η 1η Στρατιά, υπό τον Πάβελ Κάρλοβιτς φον Ρεννενκάμπφ, με δύναμη είκοσι μεραρχίες, θα εισβάλει σε γερμανικό έδαφος από τα βορειοανατολικά, ενώ η 2η Στρατιά του Αλεξάντρ Βασίλιεβιτς Σαμσόνοφ, αποτελούμενη από δεκαπέντε μεραρχίες, θα κινηθεί από τα νοτιοδυτικά και θα διεισδύσει στην Ανατολική Πρωσία μέσω της προεξέχουσας του πολωνικού θυλάκου. Ο στόχος είναι να περικυκλωθούν οι δυνάμεις της γερμανικής 8ης Στρατιάς, την οποία διοικεί το δίδυμο Πάουλ φον Χίντενμπουργκ και Έριχ Λούντεντορφφ.

Χάρτης με τις κινήσεις των αντίπαλων στρατευμάτων μέχρι και τη Μάχη του Τάννενμπεργκ

Η προβληματική εκτέλεση, ο πλημμελέστατος συντονισμός και οι ελλείψεις του τσαρικού στρατού σε θέματα διοικητικής μέριμνας θα μετατρέψουν το σχέδιο σε εφιάλτη. Ο Ρεννενκάμπφ, έχοντας επιτύχει άνετη νίκη επί των δυνάμεων του Γερμανού στρατηγού Μαξιμίλιαν φον Πρίττβιτς κοντά στο Γκουμπίννεν, προχωρά μάλλον χαλαρά. Ο Σαμσόνοφ, όμως, του οποίου οι δυνάμεις πρέπει να διανύσουν πολύ μεγαλύτερη απόσταση, επιβάλλει στους στρατιώτες του ένα πραγματικό σπριντ επί 9 ολόκληρες ημέρες. Με τον τρόπο αυτό αποκόπτεται εντελώς από τις βάσεις ανεφοδιασμού του. Επιπλέον, η επικοινωνία μεταξύ των δύο στρατηγών είναι εξαιρετικά προβληματική. Κι ενώ ο Σαμσόνοφ προσπαθεί να συγκλίνει ώστε οι δύο στρατιές να ενωθούν, ο Ρεννενκάμπφ παρεκκλίνει όλο και περισσότερο προς το Κένιγκσμπεργκ κι απομακρύνεται από τον συνάδελφό του.

Α. Β. Σαμσόνοφ

Το πλέον καθοριστικό στοιχείο έγκειται πρωτίστως στο ότι οι Γερμανοί έχουν όλη την άνεση να παρακολουθήσουν τις κινήσεις του εχθρού και να επιλέξουν να τον χτυπήσουν στο αδύνατο σημείο του. Ο Σαμσόνοφ πέφτει στην παγίδα που του έχει στήσει το «σατανικό» δίδυμο, το οποίο τον περιμένει κοντά στο Άλλενστάιν με φρέσκα στρατεύματα που μόλις έχουν μεταφερθεί σιδηροδρομικώς και κατευθύνονται με επιδεξιότητα στο πεδίο της μάχης μέσω ασυρμάτων. Οι άνδρες του Σαμσόνοφ, εξαντλημένοι, πεινασμένοι και διψασμένοι, αντιστέκονται στον εχθρό για τρεις ημέρες κι έπειτα καταρρέουν (26-29 Αυγούστου 1914). Οι απώλειες είναι τέτοιες που ο ρωσικός στρατός δεν θα συνέλθει ποτέ από τη συμφορά: 90 χιλιάδες αιχμάλωτοι, 80 χιλιάδες νεκροί και τραυματίες. Κι αν από τον Σαμσόνοφ έλειπε η στρατηγική ιδιοφυΐα, δεν συνέβαινε το ίδιο και με τη στρατιωτική τιμή κι αξιοπρέπεια. Βλέποντας τη συντριβή των δυνάμεών του, έστρεψε το περίστροφό του προς τον εαυτό του κι αυτοκτόνησε.

Ο θριαμβευτής Χίντενμπουργκ κατόρθωσε να επιβάλει την ονομασία Μάχη του Τάννενμπεργκ, μολονότι η μάχη δόθηκε 30 χιλιόμετρα μακριά από τη συγκεκριμένη τοποθεσία. Με τον τρόπο αυτό ο γηραιός στρατιωτικός έπαιρνε συμβολικά εκδίκηση για τη συντριβή των Τευτόνων Ιπποτών από τις δυνάμεις της Πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας υπό τον Λαδισλάο Β΄, πέντε αιώνες νωρίτερα (1410).

Απεικόνιση της Μάχης του Τάννενμπεργκ σε γερμανική καρτ ποστάλ της εποχής

Ο Ρεννενκάμπφ συνάντησε τις γερμανικές δυνάμεις μία εβδομάδα αργότερα, βλέποντας με τρόμο τα ρωσικά κανόνια που οι Γερμανοί είχαν πάρει λάφυρο στο Τάννενμπεργκ να βάλλουν κατά των στρατιωτών του. Στην Πρώτη Μάχη των Λιμνών της Μαζουρίας (7-15 Σεπτεμβρίου 1914) οι Ρώσοι συντρίβονταν εκ νέου. Η μεγάλη ρωσική επίθεση στην Ανατολική Πρωσία, αυτή που θα γονάτιζε τους Γερμανούς και θα τελείωνε τον πόλεμο μέσα σε ένα μήνα, κατέληγε σε παταγώδη αποτυχία.

Αφού κατάφερε να χάσει και το Λοτζ, ο Ρεννενκάμπφ πέρασε από στρατοδικείο. Τελικά, εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από το στράτευμα. Αφού φυλακίστηκε από την Προσωρινή Κυβέρνηση Μιλιουκόφ-Κερένσκι το 1917, απελευθερώθηκε μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση κι εγκαταστάθηκε στο Ταγκανρόκ (Ταϊγάνι), στις ακτές της Αζοφικής Θάλασσας με πλαστή ταυτότητα. Διατεινόταν ότι ήταν Έλληνας υπήκοος με το όνομα Μανδουσάκης! Οι Μπολσεβίκοι τον ανακάλυψαν και του ζήτησαν να αναλάβει τη διοίκηση στρατιάς του Κόκκινου Στρατού. Ο Ρεννενκάμπφ αρνήθηκε και, μοιραία, εκτελέστηκε.

Ο στρατηγός Π. Κ. Ρεννενκάμπφ


Η τραγική κατάληξη της φιλόδοξης ρωσικής εκστρατείας στην Ανατολική Πρωσία και η μοίρα των πρωταγωνιστών της εξεικονίζουν με τον πιο παραστατικό τρόπο την πορεία μιας χώρας που είχε εισέλθει σε μακρά περίοδο σφοδρών αναταράξεων.

[κύρια πηγή: Alexandre SUMPF «La Grande Guerre oubliée», εκδόσεις Perrin, συλλογή Tempus, 2η αναθεωρημένη έκδοση, Παρίσι 2017, σελ. 61-63]

  • Το άρθρο αυτό ξεκίνησε από μια πολύ συνοπτικότερη ανάρτηση για τη Β΄ Μάχη του Τάννενμπεργκ, η οποία δημοσιεύθηκε στο FB στις 6 Φεβρουαρίου 2017. Στην πλήρη μορφή του, το κείμενο συντάχθηκε τον Μάρτιο του ιδίου έτους για το περιοδικό της Ελληνικής Κοινότητας Λουξεμβούργου. Δημοσιεύθηκε στο «ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ του Λουξεμβούργου», τεύχος αριθ. 37, Μάιος 2017, σελ. 28-31.

Νεότερα από το Ανατολικό Μέτωπο – μέρος 5: Στο «άντρο του φασιστικού κτήνους» – Συμπεράσματα και επίλογος

Φεβρουαρίου 20, 2016
Ο Κόκκινος Στρατός στο Βερολίνο/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-R77767, Berlin, Rotarmisten Unter den Linden

Ο Κόκκινος Στρατός στο Βερολίνο/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-R77767, Berlin, Rotarmisten Unter den Linden

Γ. ΣΤΟ «ΑΝΤΡΟ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΤΙΚΟΥ ΚΤΗΝΟΥΣ»

Το 1945 ξεκινούσε με τους χειρότερους οιωνούς για τους Γερμανούς. Οι σύμμαχοι είχαν περάσει τα δυτικά σύνορα του Ράιχ και με τους βομβαρδισμούς τους είχαν μετατρέψει τις γερμανικές πόλεις σε ερείπια. Στην Ανατολή, οι Ρώσοι, έχοντας πάρει τον έλεγχο των Βαλκανίων, είχαν ήδη περικυκλώσει τις γερμανικές δυνάμεις που είχαν οχυρωθεί στη Βουδαπέστη και καταλάμβαναν την ερειπωμένη Βαρσοβία και την Κρακοβία. Όλοι οι σύμμαχοι της ναζιστικής Γερμανίας την είχαν πια εγκαταλείψει. Και την ίδια ώρα, ο Κόκκινος Στρατός ετοιμαζόταν να εισβάλει στα γερμανικά εδάφη.

α.   Ο Κόκκινος Στρατός περνά στη Γερμανία

1945, η σοβιετική προέλαση

1945, η σοβιετική προέλαση

Η συντονισμένη σοβιετική επίθεση ξεκινά στις 12 Ιανουαρίου. Ο Κόνιεφ, επικεφαλής του Α΄ Μετώπου Ουκρανίας κινείται προς τη Σιλεσία. Ο Ζούκοφ με το Α΄ Μέτωπο Λευκορωσίας βαδίζει προς την καρδιά της Γερμανίας μέσω της κεντρικής Πολωνίας. Το Β΄ Μέτωπο Λευκορωσίας του στρατάρχη πλέον Ροκοσσόφσκι στοχεύει στο Ντάντσιχ, ενώ το Γ΄ Μέτωπο Λευκορωσίας υπό τον Τσερνιαχόφσκι διεισδύει στην Αν. Πρωσία. Ο ναζί γκάουλάιτερ Κοχ δεν είχε επιτρέψει εγκαίρως την εκκένωση των απειλούμενων περιοχών από τον άμαχο πληθυσμό. Εκατοντάδες χιλιάδες Γερμανοί έπαιρναν τον δρόμο της προσφυγιάς. Μερικοί επέλεξαν να βρουν καταφύγιο στο «απόρθητο» Κένιγκσμπεργκ. Οι περισσότεροι, υπό συνθήκες πολικού ψύχους, πάσχιζαν να διαβούν την παγωμένη λιμνοθάλασσα του Βιστούλα, ελπίζοντας να φτάσουν στο Ντάντσιχ και να καταφύγουν στα δυτικά με πλοία.

Πρόσφυγες στην Ανατολική Πρωσία, Φεβρουάριος 1945/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1976-072-09

Πρόσφυγες στην Ανατολική Πρωσία, Φεβρουάριος 1945/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1976-072-09

Στις 20 Ιανουαρίου πέφτει η πρώτη σημαντική πόλη της Αν. Πρωσίας, το Τιλζίτ, την επομένη τον Γκούμπιννεν. Στις 9 Φεβρουαρίου η πρωτεύουσα της ιστορικής αυτής περιοχής, το Κένιγκσμπεργκ αρχίζει να πολιορκείται από τους Ρώσους. Η πολιορκία θα κρατήσει δύο ολόκληρους μήνες. Κατά τη διάρκειά της θα τραυματιστεί θανάσιμα ο στρατηγός Τσερνιαχόφσκι. Τη θέση του θα πάρει ο στρατάρχης Βασιλιέφσκι. Νοτιότερα, ο Κόκκινος Στρατός έφτανε στον Όντερ, καταλάμβανε το Πόζναν και στα τέλη Μαρτίου οι δυνάμεις του Ζούκοφ και του Ροκοσσόφσκι ενώνονταν και κατακτούσαν το Ντάντσιχ. Οι Γερμανοί αντιστέκονταν παντού λυσσαλέα. Αρνούνταν να παραδοθούν στους Ρώσους και τους πολεμούσαν μέχρι την τελευταία σφαίρα. Αλλά η τύχη και οι αριθμοί δεν ήταν εδώ και καιρό με το μέρος τους.

β.   Επίθεση στο Βερολίνο

Στις 16 Απριλίου άρχιζε η τελική σοβιετική επίθεση με στόχο το Βερολίνο, το «άντρο του φασιστικού κτήνους», και τον τερματισμό του πολέμου με την απόλυτη εξόντωση του αντιπάλου.

Το σοβιετικό πυροβολικό βάλλει κατά των γερμανικών θέσεων κατά την έναρξη της επίθεσης προς το Βερολίνο/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_183-E0406-0022-012

Το σοβιετικό πυροβολικό βάλλει κατά των γερμανικών θέσεων κατά την έναρξη της επίθεσης προς το Βερολίνο/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_183-E0406-0022-012

«Στις τρεις το πρωί, φωτοβολίδες έλαμψαν στον ουρανό της νύχτας, λούζοντας με κόκκινο φως την κεφαλή του προγεφυρώματος του Κύστριν. Ακολούθησε μια στιγμή αγωνιώδους σιωπής κι έπειτα ξέσπασε η καταιγίδα. Η γη έτρεμε σε ολόκληρη την κοιλάδα του Όντερ, μέχρι τη Φρανκφούρτη κι ακόμη πιο μακριά. Σαν να τις ενεργοποίησε κάποιο αόρατο χέρι, οι σειρήνες άρχισαν να ουρλιάζουν, κάποιες στιγμές τις άκουγαν ως και το Βερολίνο, τα τηλέφωνα χτυπούσαν δίχως σταματημό, τα βιβλία έπεφταν από τα ράφια των βιβλιοθηκών… Στις 16 Απριλίου 1945, με είκοσι στρατιές τις οποίες αποτελούσαν δυόμισι εκατομμύρια άνδρες, με πάνω από σαράντα χιλιάδες εκτοξευτές χειροβομβίδων, οβιδοβόλα και κανόνια, και με εκατοντάδες “αρμόνια του Στάλιν” (συνολικά, τριακόσια στοιχεία πυροβολικού ανά χιλιόμετρο), ο Κόκκινος Στρατός εξαπέλυσε τη μεγάλη του επίθεση. Από το Λέτσιν ως το Ζέελο κι από το Φρίντεσντορφ ως το Ντόλγκελιν υψώθηκαν γιγάντιες στήλες φωτιάς και σκόνης, σχηματίζοντας ένα συμπαγές τείχος που το διαπερνούσαν αστραπές. Δάση ολόκληρα παραδίδονταν στις φλόγες. Χρόνια μετά, κάποιοι επιζώντες θα θυμούνταν τους καυτούς ανεμοστρόβιλους που μετέτρεπαν την ύπαιθρο σε εστίες φωτιάς και σε στάχτες.

Έπειτα από μισή ώρα, το πανδαιμόνιο της κόλασης σταμάτησε ξαφνικά. Για μερικά δευτερόλεπτα απλώθηκε μια σιωπή που έκοβε την ανάσα, σιωπή που τη διέκοπτε μονάχα ο ήχος που έκαναν οι φλόγες και το βουητό του ανέμου. Κι ύστερα, πάνω από τις σοβιετικές γραμμές, το φως ενός και μόνο προβολέα έλαμψε στον ουρανό. Μόλις δόθηκε τούτο το σήμα, 143 προβολείς, διατεταγμένοι σε απόσταση διακοσίων μέτρων ο ένας από τον άλλο, άναψαν για να φωτίσουν οριζόντια το πεδίο της μάχης. Αυτοί οι εκτυφλωτικοί διάδρομοι φωτός αποκάλυπταν τώρα ένα τοπίο αγνώριστο, καμένα δέντρα και γη βαθιά οργωμένη από τις οβίδες, για να σβήσουν μερικά χιλιόμετρα πιο μακριά, στα υψώματα του Ζέελο, τα οποία κι αποτελούσαν τον αρχικό επιχειρησιακό στόχο του διοικητή των σοβιετικών δυνάμεων, στρατάρχη Γκιόργκι Ζούκοφ» [Γιόαχιμ ΦΕΣΤ: Der Untergang. Hitler und das Ende des Dritten Reiches, 2002 («Η Πτώση – Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ΄ Ράιχ»), κεφ. 1].

Αυτή η εντυπωσιακή εκκίνηση αποδεικνύεται ένα πελώριο φιάσκο. Ο διοικητής των γερμανικών δυνάμεων, στρατηγός Γκότχαρτ Χάινρισι, έχει αποσύρει το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών του σε αμυντικές θέσεις δυτικότερα. Το σοβιετικό πυροβολικό περισσότερο «καταστρέφει» το έδαφος, καθιστώντας δυσχερή την προέλαση του πεζικού, παρά πλήττει γερμανικές θέσεις. Κι ο Ζούκοφ, πιεσμένος από τον Στάλιν που επιθυμεί μια γρήγορη κατάληψη του Βερολίνου για να προλάβει τους Αμερικανούς, ρίχνει βιαστικά στη μάχη τα τεθωρακισμένα του τα οποία κολλάνε στη λάσπη και στους λάκκους που έχουν ανοίξει οι οβίδες, παρενοχλώντας ακόμη περισσότερο την κίνηση του πεζικού.

Ι. Σ. Κόνιεφ

Ι. Σ. Κόνιεφ

Νοτιότερα, ο στρατάρχης Κόνιεφ τα καταφέρνει πολύ καλύτερα, κερδίζοντας συνεχώς έδαφος. Είναι ο πρώτος που θα πλησιάσει την πρωτεύουσα του Ράιχ. Ο Ζούκοφ, μετά τις αρχικές δυσκολίες, εκμεταλλεύεται τελικά την υπεροπλία του και προχωρά στα δυτικά. Χάρη στις επιτυχίες του στο παρελθόν θα είναι εκείνος στον οποίο ο Στάλιν θα αναθέσει την τιμή να κατακτήσει το Βερολίνο.

Στις 23 Απριλίου οι Σοβιετικοί έφταναν πια στο Βερολίνο. Δυο μέρες αργότερα, οι δυνάμεις του Ζούκοφ και του Κόνιεφ ενώνονταν, περικυκλώνοντας την πρωτεύουσα του Γ΄ Ράιχ. Χωρίς ουσιαστική επαφή με τον εξωτερικό κόσμο, μαζί με τους τελευταίους πιστούς του, ο Χίτλερ έδινε διαταγές σε μονάδες που υπήρχαν μόνο στη φαντασία του. Στις 30, ο Φύρερ αυτοκτονούσε στο καταφύγιο της καγκελαρίας μαζί με τη σύζυγό του πια Εύα Μπράουν. Στις 2 Μαΐου, το Βερολίνο είχε περάσει εξ ολοκλήρου στον σοβιετικό έλεγχο. Την προηγουμένη, η σημαία με το σφυροδρέπανο υψωνόταν στο Ράιχσταγκ.

Η σημαία με το σφυροδρέπανο υψώνεται στο Ράιχσταγκ, 1η Μαΐου 1945

Η σημαία με το σφυροδρέπανο υψώνεται στο Ράιχσταγκ, 1η Μαΐου 1945

Η Γερμανία δεν είχε άλλη επιλογή από την άνευ όρων συνθηκολόγηση. Στις 7 Μαΐου ο στρατηγός Γιοντλ υπέγραφε τη συνθηκολόγηση στη Ρενς, στο στρατηγείο του Άιζενχάουερ, παρουσία εκπροσώπων όλων των συμμάχων. Την επομένη ο στρατάρχης Βίλχελμ Κάιτελ, αρχηγός του γερμανικού γενικού επιτελείου ενόπλων δυνάμεων, υπέγραφε ένα παρόμοιο έγγραφο στο στρατηγείο του Ζούκοφ, στα περίχωρα του Βερολίνου (επρόκειτο για τις εγκαταστάσεις της γερμανικής στρατιωτικής Σχολής Μηχανικού). Στη Μόσχα είχαν περάσει τα μεσάνυχτα και βρισκόμασταν πια στις 9 Μαΐου. Την «Ημέρα της Νίκης στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο».

1945: Γερμανοί πρόσφυγες από τη Σιλεσία κοντά σε κάποιο σιδηροδρομικό σταθμό του Βερολίνου/ φωτογραφία: Fred Ramage/Keystone/Getty Images

1945: Γερμανοί πρόσφυγες από τη Σιλεσία κοντά σε κάποιο σιδηροδρομικό σταθμό του Βερολίνου/ φωτογραφία: Fred Ramage/Keystone/Getty Images

γ.   Σοβιετικά εγκλήματα πολέμου σε γερμανικό έδαφος

Ο βιασμός ίσως κι εκατομμυρίων Γερμανίδων (ο Μπήβορ κάνει λόγο για 2 έως 3 εκατομμύρια, ο, πιο επιφυλακτικός και προσεκτικός ως προς τα στοιχεία, Μπερνάρ θεωρεί τον πραγματικό αριθμό σαφώς μικρότερο [Nicolas BERNARD « La Guerre germano-soviétique », t. 2 « 1943-1945 », Texto, Tallandier, 2013, 2015, σελ. 342 επ.]) και άλλα εγκλήματα σε βάρος του άμαχου πληθυσμού (φόνοι, βιαιοπραγίες, λεηλασίες, καταστροφές) στη Γερμανία κηλιδώνουν την εικόνα του Κόκκινου Στρατού. Πώς άνθρωποι πιθανότατα άκακοι στην ειρηνική ζωή τους μεταμορφώνονταν σε κτήνη;

Είναι βέβαιο ότι η σοβιετική προπαγάνδα, τα πύρινα κείμενα του Ερενμπούργκ και τα υπόλοιπα άρθρα στον Τύπο, τα ποιήματα του Σίμονοφ, η κατήχηση των κομμισσάριων και των πολιτικών καθοδηγητών είχαν ενσταλάξει στον μέσο στρατιώτη θανάσιμο μίσος για τους Γερμανούς. Αλλά για να είμαστε ειλικρινείς, συχνά η προπαγάνδα δεν ήταν αναγκαία: οι περισσότεροι είχαν δει με τα ίδια τους τα μάτια τα αποτελέσματα της γερμανικής θηριωδίας, τους εκτελεσμένους, τα πυρπολημένα χωριά, τα σημάδια του Ολοκαυτώματος. Αρκετοί είχαν συγγενείς και φίλους ανάμεσα στα θύματα.

une femme a berlin

Ένας άλλος παράγοντας, όσον αφορά τους βιασμούς, ήταν η σεξουαλική στέρηση του Σοβιετικού στρατιώτη. Σε αντίθεση με τον αξιωματικό που πάντα μπορούσε να βρει μια «κινητή σύζυγο εκστρατείας», σύμφωνα με τη στρατιωτική αργκώ, ανάμεσα στις νοσοκόμες και τις διαβιβάστριες, ο απλός στρατιώτης δεν είχε καμιά διέξοδο.

Τέλος, καθοριστική ήταν η ίδια η ψυχολογία του πολέμου: η αίσθηση ότι δεν υπάρχουν κανόνες και περιορισμοί, η οποία σε συνδυασμό με τον διαρκή κίνδυνο του θανάτου επιτρέπει τα πάντα. Και περίπλοκα στοιχεία της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης που οδηγούν κάποιους να πιστεύουν ότι η διάπραξη φριχτών εγκλημάτων δημιουργεί άρρηκτους δεσμούς μεταξύ των συναυτουργών. Υπήρχαν και οι καλοί της ιστορίας, αλλά στο τέλος έχαναν…

Έρικα

Ο Ν. Ν. Νικούλιν το 1942

Ο Ν. Ν. Νικούλιν το 1942

Ο Νικολάι Νικολάγιεβιτς Νικούλιν (1923-2009), ιστορικός της Τέχνης, έφορος στο τμήμα φλαμανδικής και γερμανικής ζωγραφικής του 15ου – 16ου αι. στο Ερμιτάζ, μιλά για τον έρωτά του με την κόρη ενός φαρμακοποιού στο Τσόπποτ, κοντά στο Ντάντσιχ (σημ. Σόποτ, Πολωνία). Ο ήρωας επιστρέφει στην πόλη για να βρει την αγαπημένη του:

«Βλέπω ένα γέρο. Τον αναγνωρίζω. Είναι ένας βετεράνος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου που του έδινα λίγο φαγητό όταν έμενα στο Τσόπποτ. Πηγαίνω κοντά του και αρχίζω τις ερωτήσεις. Δείχνει άθλια δυστροφικός. Ανθρώπους σε τέτοια κατάσταση είχα δει στο Λενινγκράντ, την εποχή της πολιορκίας. Εδώ δεν έχουν ούτε 100 γρ. ψωμί τη μέρα για να φάνε, οι Πολωνοί δεν τους δίνουν τίποτε. Μου απαντά διαρκώς μονάχα “Nein, nein”. Βλέπω ότι είναι φοβισμένος, τα χέρια του τρέμουν, το πρόσωπό του είναι γεμάτο οιδήματα. Στο μεταξύ, ο μοτοσυκλετιστής που με περιμένει για να συνεχίσουμε την πορεία μας με βρίζει διαρκώς και απειλεί ότι θα ξεκινήσει μόνος του. Απελπισμένος, δίνω στον γέρο την τσάντα με τα τρόφιμα και κάνω να φύγω. Και τότε εκείνος με σταματά. Η θέα του φαγητού ξανάφερε τη ζωή μέσα του. Έπειτα μου λέει τα εξής: “Ήταν έξι, δικοί σας, αρματιστές… μετά, το κορίτσι πήδησε απ’ το παράθυρο κι αυτοκτόνησε”.» [Николай Николаевич Никулин «Воспоминания о войне», 1975 – απόσπασμα που παρατίθεται και στους Lopez και Otkhmezuri « Grandeur et misère de l’Armée rouge », σελ. 341-342]

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ι.   ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗΣ

Πώς εξηγείται, όμως, η σαρωτική επικράτηση της ΕΣΣΔ στον μεγαλύτερο πόλεμο της Ιστορίας; Στη Δύση επικρατούσε επί μακρόν η αντίληψη ότι η σοβιετική νίκη οφείλεται στη δύναμη των αριθμών: στο ανεξάντλητο ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο ο Στάλιν θυσίαζε χωρίς καμιά φειδώ, και στις τεράστιες πλουτοπαραγωγικές πηγές μιας αχανούς χώρα. Η εξήγηση αυτή συνιστά υπεραπλούστευση. Εύκολα αναγνωρίζει κάποιος τη συνήθη δικαιολογία των Γερμανών στρατιωτικών, οι οποίοι επικαλούνταν μόνο τους αριθμητικούς συσχετισμούς και τα λάθη που διέπραξε η πολιτική ηγεσία τους, επιδεικνύοντας χαρακτηριστική απροθυμία να αποδεχθούν τις όποιες αρετές των αντιπάλων τους. Εξήγηση εύκολη και βολική που βρήκε ευήκοα ώτα σε μέρος της δυτικής ιστοριογραφίας για λόγους που άπτονται περισσότερο της πολιτισμικής συγγένειας και της ψυχροπολεμικής λογικής, παρά της αντικειμενικότητας. Οι λόγοι, όμως, της σοβιετικής επικράτησης είναι πολύ πιο σύνθετοι και αφορούν τόσο γερμανικές αδυναμίες και σφάλματα όσο και, πρωτίστως, ικανότητες της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της ΕΣΣΔ.

– Αναμφίβολα, μαχητές και άμαχοι στην ΕΣΣΔ διακρίνονται από ένθερμο πατριωτικό φρόνημα. Υπομένουν απίστευτες θυσίες πιστεύοντας σε έναν ανώτερο σκοπό. Όλοι, ακόμη και οι αντίπαλοι της κομμουνιστικής ηγεσίας της ΕΣΣΔ, επισημαίνουν ότι ο «Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος» σφυρηλάτησε μια άρρηκτη συμμαχία ανάμεσα στον δήμιο και τα θύματά του *! Το φρόνημα, όμως, δεν αρκεί. Και οι Γερμανοί στρατιώτες πολέμησαν μέχρι τέλους με αυταπάρνηση, το φρόνημά τους συνέχιζε να είναι υψηλό μέχρι και τις αρχές του 1945, εποχή που η μοίρα της χώρας τους είχε ήδη κριθεί.

– Η ΕΣΣΔ κατόρθωσε να εκμεταλλευθεί με εντυπωσιακό τρόπο τη βιομηχανία της, θέτοντας το 100 % της παραγωγής στην υπηρεσία του πολεμικού σκοπού. Αντιθέτως στη Γερμανία το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μικρότερο του 50 % της συνολικής βιομηχανικής παραγωγής, τουλάχιστον μέχρι την τελευταία χρονιά του πολέμου.

Τ-34

Τ-34

– Οι Σοβιετικοί κατορθώνουν από τα τέλη του 1942 να αποκτήσουν σαφή αριθμητική και τεχνολογική υπεροχή σε θέματα εξοπλισμών. Τα όπλα τους είναι σε όλες τις περιπτώσεις ισάξια των γερμανικών, ενώ σε ορισμένες υπερέχουν σημαντικά, όπως π.χ. στον τομέα των τεθωρακισμένων. Το Τ-34 υπήρξε κατά κοινή ομολογία το καλύτερο μεσαίο τεθωρακισμένο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου: καλά θωρακισμένο και με φαρδιές ερπύστριες που του παρείχαν δυνατότητες κίνησης σε ανώμαλο, χιονισμένο και λασπωμένο έδαφος. Το βαρύ KV ήταν ουσιαστικά άτρωτο από τα γερμανικά βλήματα.

Πολιτική και στρατιωτική ηγεσία επιδεικνύουν αυξημένο βαθμό προσαρμοστικότητας στα γεγονότα, μαθαίνουν από τα λάθη τους και τα διορθώνουν. Όσο περνά ο καιρός οι σοβιετικοί διοικητές που έχουν αποδείξει την αξία τους απολαύουν όλο και μεγαλύτερης ευχέρειας και δυνατότητας ανάληψης πρωτοβουλιών. Αυτό ήταν κάποτε χαρακτηριστικό της Βέρμαχτ, μόνο που η συσσώρευση αποτυχιών οδηγεί τον Φύρερ σε δογματισμό και εγκλωβισμό στις ιδεοληψίες του. Στο τέλος παρεμβαίνει στη λήψη αποφάσεων ακόμη και σε επίπεδο τάγματος ή λόχου! Άλλωστε, μεταξύ του Χίτλερ και των ανώτατων στρατιωτικών διοικητών του υφίσταται διάσταση απόψεων ως προς τους θεμελιώδεις στόχους: ο δικτάτορας εμμένει στο αρχικό σχέδιο κατάληψης ολόκληρης της ευρωπαϊκής ΕΣΣΔ, ενώ έχει από την πρώτη χρονιά καταστεί σαφές ότι το σχέδιο αυτό είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί, ενώ οι δεύτεροι (και, κυρίως, ο φον Μάνστάιν επιδιώκουν την «ισοπαλία» που θα επιτρέψει τη σύναψη μιας «έντιμης» συνθήκης ειρήνης μεταξύ των δύο εμπολέμων. Ενδεικτικό της ιδεοληψίας του Φύρερ είναι και το εξής στοιχείο: ό,τι απέμεινε από την Ομάδα Στρατιών Βορρά (περίπου 200 χιλιάδες άνδρες, δηλαδή δύναμη διόλου αμελητέα) παραμένει από τα τέλη του 1944 αποκλεισμένο στη χερσόνησο της Κουρλάνδης, στη Λετονία. Παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της στρατιωτικής ηγεσίας για μεταφορά της δύναμης αυτής στα μέτωπα του Βιστούλα και του Όντερ με σκοπό την υπεράσπιση των εδαφών του Ράιχ, ο Χίτλερ αρνείται πεισματικά διότι, ακόμη και την υστάτη ώρα, πιστεύει ότι η Κουρλάνδη είναι το ιδανικό προγεφύρωμα για να επιχειρηθεί εκ νέου… η κατάκτηση της ΕΣΣΔ!

Μάιος 1945, Ζούκοφ και Ροκοσσόφσκι με τον Μοντγκόμερυ στο Βερολίνο/ πηγή: Library and Archives Canada - Bibliothèque et Archives Canada

Μάιος 1945, Ζούκοφ και Ροκοσσόφσκι με τον Μοντγκόμερυ στο Βερολίνο/ πηγή: Library and Archives Canada – Bibliothèque et Archives Canada

– Η σοβιετική στρατιωτική ηγεσία αποδεικνύεται ικανότατη σε επίπεδο σχεδιασμού και υλοποίησης επιχειρήσεων ευρείας κλίμακας. Πρωτίστως, κυριαρχούν των Γερμανών σε επίπεδο συνολικής στρατηγικής. Οι δεύτεροι αντιλαμβάνονται την πολεμική σύγκρουση ως σειρά μαχών και αναζητούν εκείνη που θα αποδειχθεί καθοριστικής σημασίας. Οι Σοβιετικοί υιοθετούν ολιστική προσέγγιση: ο σύγχρονος πόλεμος καθορίζεται από σύνολο παραγόντων, όπως είναι οι δυνατότητες βιομηχανικής παραγωγής, η στάση και αντοχή του άμαχου πληθυσμού κι όχι μόνο οι στρατιωτικές επιχειρήσεις. «Από το τέλος του 1942… οι Σοβιετικοί, χάρη στην εξαιρετική θεωρητική κατάρτιση και αντίληψή τους, κατανοούν την πραγματική φύση του σύγχρονου πολέμου και, ως εκ τούτου, επικρατούν των Γερμανών τόσο σε επίπεδο αντίληψης όσο και στο πεδίο της μάχης.» [Boris LAURENT « La Guerre Totale à l’Est, 1941-1945 (Nouvelles perspectives sur la guerre germano-soviétique) », Nouveau Monde éditions, Παρίσι, 2014, σελ. 538]

Ό. Φ. Μπεργγόλτς

Ό. Φ. Μπεργγόλτς

[* Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της ποιήτριας Όλγας Φιόντοροβνα Μπεργγόλτς (Ольга Фёдоровна Берггольц, 1910-1975), της φωνής του πολιορκημένου Λενινγκράντ που με τις ραδιοφωνικές εκπομπές έκανε ό,τι μπορούσε για να τονώσει το ηθικό των πεινασμένων, πληγωμένων και βασανισμένων κατοίκων της μαρτυρικής πόλης.
Πέρα από τη σημαντική αξία του λογοτεχνικού έργου της, αυτό που συγκλονίζει στην περίπτωση της Μπεργγόλτς είναι η δύναμη και η γενναιότητα ενάντια σε όλες τις συμφορές που βίωσε. Έχασε δύο συζύγους (ο πρώτος, πατέρας της μεγαλύτερης κόρης της, με τον οποίο είχε ήδη χωρίσει, εκτελέστηκε το 1938 στο πλαίσιο των σταλινικών εκκαθαρίσεων – ο δεύτερος πέθανε, ήδη άρρωστος, τον Νοέμβριο του 1941 όταν ο λιμός της πολιορκημένης πόλης βρισκόταν στο αποκορύφωμά του). Έχασε και τις δυο κόρες της (τη μικρότερη Μάγια το 1934, την Ιρίνα το 1936). Ως «ύποπτη για σχέσεις με τροτσκιστικά στοιχεία» έπεσε στα νύχια του Λαϊκού Επιτροπάτου Εσωτερικών Υποθέσεων στις 13 Δεκεμβρίου 1938, φυλακίστηκε (έως τον Ιούλιο του 1939) και βασανίστηκε. Το τρίτο της παιδί γεννήθηκε νεκρό μέσα στη φυλακή.]

ΙΙ.   ΣΗΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗΣ

Και τι έγινε μ’ αυτό; Δεν ήταν σύγκρουση μεταξύ δύο ολοκληρωτισμών; Έχει σημασία ποιος κέρδισε, κατά μείζονα λόγο όταν κάποιοι ανακηρύσσουν την ημερομηνία υπογραφής του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ σε ημέρα μνήμης του αγώνα κατά του ολοκληρωτισμού, εξομοιώνοντας απολύτως ναζισμό και κομμουνισμό;

Και όμως! Αντικειμενικά, η σοβιετική επικράτηση έχει τεράστια σημασία επειδή καθόρισε την έκβαση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και επιπλέον, επειδή ακόμη και στο «κακό» μπορεί και πρέπει να υπάρχει ιεράρχηση. Ο ναζισμός ήταν μια ιδεολογία μίσους, στηριζόμενη στον ακραίο φυλετισμό: κάποιοι αποκλείονταν απλώς και μόνον επειδή γεννιούνταν με ορισμένη εθνοτική καταγωγή και θρησκεία. Ο κομμουνισμός στηριζόταν σε μια ιδεολογία με ευγενείς αρχές που εφαρμόστηκε με τον χειρότερο δυνατό τρόπο για να καταλήξει σε ένα άγριο, ανελεύθερο, ολοκληρωτικό καθεστώς (είναι, άραγε, τυχαίο, όμως, το γεγονός ότι ο σοβιετικός ολοκληρωτισμός στηρίζεται στη ρωσική παράδοση; Δεν είναι, από άποψη μεθόδων, η άσκηση εξουσίας υπό το κομμουνιστικό καθεστώς συνέχεια της τσαρικής απολυταρχίας; Δεν είναι το Εν Κα Βε Ντε συνεχιστής της Οχράνα;). Το καθεστώς, αυτό, όμως, είχε τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά της απολυταρχίας: ζητούσε «απλώς» την υποταγή του ατόμου, δεν το απέκλειε εξαρχής.

Τόμας Μανν (1937)

Τόμας Μανν (1937)

«Η εξομοίωση, από ηθική άποψη, του ρωσικού κομμουνισμού με τον ναζιστικό φασισμό, με βάση το επιχείρημα ότι αμφότεροι συνιστούν μορφές ολοκληρωτισμού, αποτελεί στην καλύτερη των περιπτώσεων επιφανειακή σκέψη, στη χειρότερη απλώς φασισμό. Εκείνοι που επιμένουν εν προκειμένω στην άποψη περί ισοδυναμίας των δύο αυτών ιδεολογιών μπορεί να εμφανίζονται ως δημοκράτες, στην πραγματικότητα, όμως, και στο βάθος της καρδιάς τους είναι ήδη φασίστες. Βέβαιο είναι ότι δεν θα πολεμήσουν τον φασισμό παρά μόνο για τα προσχήματα και με τρόπο εντελώς ανειλικρινή. Όλο το μίσος τους θα το φυλάξουν για τον κομμουνισμό.» [Τόμας ΜΑΝΝ, εκπομπή του BBC προς τους Γερμανούς ακροατές (Deutsche Hörer!). Κείμενο που γράφηκε κατά τη διάρκεια του Β΄ ΠΠ και διαβάστηκε από τον συγγραφέα σε ραδιοφωνική εκπομπή στις 24.10.1942.]

Βεβαίως, κάποιοι θα αντιτείνουν ότι ο ισχυρισμός του Τόμας Μανν θα πρέπει να ερμηνευθεί σε συνάρτηση με το ιδιαίτερο πλαίσιο της εποχής. Για εκείνους πρόκειται απλώς για προπαγάνδα με στόχο να πείσει ότι οι Σοβιετικοί είναι αξιόπιστοι σύμμαχοι στον αγώνα κατά του ναζισμού.

Κυρίως, όμως, κάποιοι θα προβάλουν το «λογιστικής» φύσης επιχείρημα, όπως ακριβώς ο Στεφάν Κουρτουά στη «Μαύρη Βίβλο του Κομμουνισμού». Για τον Γάλλο ιστορικό, ο κομμουνισμός είχε «100 εκατομμύρια θύματα», ενώ ο ναζισμός «μόνον» «25, περίπου, εκατομμύρια». Η κόκκινη ιδεολογία δολοφονούσε διαρκώς, ενώ ο ναζισμός μόνον με τον πόλεμο και δη την εισβολή στην ΕΣΣΔ. Το στοιχείο αυτό «θα έπρεπε τουλάχιστον να παρακινήσει σε μια συγκριτική εξέταση της ομοιότητας μεταξύ του καθεστώτος που θεωρήθηκε από το 1945 το πλέον εγκληματικό του αιώνα και του κομμουνιστικού συστήματος…» [Stéphane COURTOIS « Les crimes du communisme » σε « Le livre noir du communisme », Éditions Robert Laffont, Παρίσι, 1997, σελ. 24-25]. Με άλλα λόγια, η εξομοίωση είναι ένα ελάχιστο ζητούμενο, το πραγματικό δεν είναι άλλο από την παραδοχή ότι ο κομμουνισμός υπήρξε μεγαλύτερο δεινό απ’ ό,τι ο ναζισμός!

Ας αφήσουμε κατά μέρος τον έλεγχο της ακρίβειας των προβαλλόμενων αριθμών (μολονότι στη μια περίπτωση αθροίζονται στοιχεία, όχι κατ’ ανάγκην εξακριβωμένα, που αφορούν το σύνολο των κομμουνιστικών καθεστώτων ανά τον κόσμο, ενώ στη δεύτερη παρατίθεται αριθμός μικρότερος κι από τον συνολικό αριθμό θυμάτων στην ΕΣΣΔ κατά τη διάρκεια του πολέμου). Το επιχείρημα του Κουρτουά το αντικρούει ο Νικολά Μπερνάρ, συγγραφέας που μόνο για συμπάθεια προς τον κομμουνισμό δεν μπορεί να κατηγορηθεί, πλην όμως δεν επιτρέπει σε ιδεολογικές παρωπίδες να εμποδίσουν την αντικειμενική θεώρηση των ιστορικών δεδομένων:

«Ας αναπτύξουμε, επομένως, περαιτέρω τον συλλογισμό, μεριμνώντας ώστε να μη λησμονήσουμε ένα θεμελιώδες δεδομένο: εάν ο ναζισμός δεν σκότωσε όσο και το σύνολο των κομμουνιστικών καθεστώτων, τούτο συνέβη ακριβώς επειδή έχασε τον πόλεμο. Το να γράφει κάποιος ότι ο ναζιστικό τρόμος, ο οποίος υφίσταται πολύ πριν το 1941, έλαβε τέτοιες διαστάσεις κατά τον πόλεμο δεν έχει αξία παρά μόνον εφόσον υπομνησθεί ότι ο πόλεμος αυτός είχε προγραμματιστεί από τον Χίτλερ από μακρόν… Η γερμανική βαρβαρότητα στην Ανατολή εντάσσεται σε αυτήν την προμελετημένη επιχείρηση κατάκτησης και γενικευμένης σφαγής.

Στην επιχείρηση αυτή προσετίθετο ένα σχέδιο το οποίο, ως εκ της ακραίας φύσεώς του, απουσίαζε από τη σταλινική κτηνωδία, δηλαδή η εξολόθρευση των Εβραίων, που ήταν συνυφασμένη με το ιμπεριαλιστικό πρόγραμμα του Αυστριακού τυράννου. Εάν υποτεθεί ότι το Γ΄ Ράιχ επικρατούσε της Σοβιετικής Ένωσης το 1941, τότε οι Εβραίοι της Ευρώπης και των εδαφών της Ανατολής, εκτοπισμένοι, στειρωμένοι, μαζικά δολοφονημένοι, απλούστατα δεν θα επιβίωναν ως λαός… Δεκάδες εκατομμύρια Σοβιετικοί πολίτες θα πέθαιναν επίσης από λιμό κατά τα πρώτα έτη της κατοχής. Οι επιζώντες θα υποβιβάζονταν σε κατάσταση σκλάβων ή ζώων…

Με δυο λόγια, ολόκληροι λαοί θα εξολοθρεύονταν, θα αποδεκατίζονταν, θα υποδουλώνονταν. Κι αν πρέπει να συνεχίσουμε τη συγκριτική εξέταση, διαπιστώνεται ότι η βαναυσότητα της κατοχής των χωρών της Ανατολής από την ΕΣΣΔ από το 1945 έως το 1989… δεν θα μπορούσε να ξεπεράσει σε φρίκη τη μοίρα που τους επεφύλασσε η ναζιστική Γερμανία: εξαφάνιση του πολωνικού και του τσεχικού κράτους, εξολόθρευση η στείρωση του πληθυσμού που δεν επιδεχόταν εκγερμανισμό, εκτόπιση προς την Ανατολή όσων απέμεναν…

Η ναζιστική φρίκη στην Ανατολή έρχεται σε δραματική αντίθεση με τη συμπεριφορά της ΕΣΣΔ προς τον εισβολέα. Μολονότι το Κρεμλίνο επεδίωκε την κατάλυση του ναζιστικού καθεστώτος, δεν επρόκειτο σε καμία περίπτωση για προσπάθεια εξολόθρευσης του λαού του εχθρού, ούτε καν για υποδούλωσή του…

Αντιμέτωποι με τη ναζιστική εισβολή, οι Σοβιετικοί δεν είχαν άλλη επιλογή από το να επιβιώσουν νικώντας ή να πεθάνουν ηττημένοι. Η Γερμανία, μολονότι ερειπώθηκε, υπέστη καταστροφές και χωρίστηκε στα δύο, ουδέποτε υποχρεώθηκε να αντιμετωπίσει ένα τόσο τρομακτικό δίλημμα…» [N. BERNARD op. cit., σελ. 453-457].

Ο Κούρτσιο Μαλαπάρτε στο Κάπρι

Ο Κούρτσιο Μαλαπάρτε στο Κάπρι

«- Ελπίζω να μην ήλθατε να μου μιλήσετε για τον πόλεμο, μου είπε.
– Δεν θα σας μιλήσω για τον πόλεμο, του απάντησα.
– Ευχαριστώ, είπε ο Μούντε. Έπειτα, ξαφνικά, με ρώτησε αν είναι αλήθεια πως οι Γερμανοί ήταν τόσο τρομερά βάναυσοι.
– Η βαναυσότητά τους οφείλεται στον φόβο, απάντησα. Είναι άρρωστοι από φόβο. Είναι ένας λαός άρρωστος, ένας Krankenvolk.
– Ναι, ένας Krankenvolk, είπε ο Μούντε χτυπώντας τα πλακάκια στο πάτωμα με την άκρη του μπαστουνιού του. Κι έπειτα από μακρά σιωπή, με ρώτησε αν είναι αλήθεια ότι οι Γερμανοί ήταν τόσο διψασμένοι για αίμα και καταστροφή.
– Φοβούνται, απάντησα. Φοβούνται τους πάντες και τα πάντα. Σκοτώνουν και καταστρέφουν από φόβο. Κι όχι επειδή φοβούνται τον θάνατο. Κανένας Γερμανός, άντρας ή γυναίκα, γέρος ή παιδί, δεν φοβάται τον θάνατο. Ούτε φοβούνται να υποφέρουν. Κατά κάποιο τρόπο, θα μπορούσε να πει κανείς ότι αγαπούν τον πόνο. Φοβούνται, όμως, οτιδήποτε ζει, οτιδήποτε ζει πέρα από αυτούς – και φοβούνται οτιδήποτε είναι διαφορετικό από αυτούς. Η ασθένεια από την οποία υποφέρουν είναι μυστηριώδης. Φοβούνται πρωτίστως τις αδύναμες υπάρξεις, τους άμαχους, τους άρρωστους, τις γυναίκες, τα παιδιά. Φοβούνται τους γέρους. Ο φόβος τους πάντα μου προκαλούσε βαθύ οίκτο. Αν η Ευρώπη ένιωθε οίκτο για αυτούς, ίσως τότε οι Γερμανοί να γιατρεύονταν από τη φοβερή ασθένειά τους.
– Είναι, λοιπόν, άγριοι; Είναι, επομένως, αλήθεια ότι σφάζουν κόσμο δίχως κανένα οίκτο; με διέκοψε ο Άξελ Μούντε χτυπώντας ανυπόμονα τα πλακάκια με το μπαστούνι του.
– Ναι, είναι αλήθεια, απάντησα, σκοτώνουν άοπλους, κρεμάνε τους Εβραίους από τα δέντρα στις πλατείες των χωριών, τους καίνε ζωντανούς μέσα στα σπίτια τους σαν τα ποντίκια, τουφεκίζουν τους αγρότες και τους εργάτες στις αυλές των κολχόζ και των εργοστασίων. Τους έχω δει να γελούν, να τρώνε, να κοιμούνται στη σκιά των πτωμάτων που κρέμονταν από τα κλαδιά των δέντρων.
– Είναι ένας Krankenvolk, είπε ο Μούντε βγάζοντας τα μαύρα γυαλιά του για να σκουπίσει προσεχτικά τους φακούς τους με το μαντήλι του. Είχε κλείσει τα βλέφαρά του. Δεν μπορούσα να δω τα μάτια του. Ύστερα με ρώτησε αν ήταν αλήθεια πως οι Γερμανοί σκοτώνουν τα πουλιά.
– Όχι, δεν είναι αλήθεια, απάντησα, δεν έχουν χρόνο να ασχοληθούν με τα πουλιά. Ίσα που τους φτάνει ο χρόνος να ασχοληθούν με τους ανθρώπους. Σφάζουν τους Εβραίους, τους εργάτες, τους αγρότες, πυρπολούν τις πόλεις και τα χωριά με πρωτόγονο μένος, μα δεν σκοτώνουν τα πουλιά. Αχ! Πόσο όμορφα πουλιά υπάρχουν στη Ρωσία. Ίσως πιο όμορφα κι από αυτά στο Κάπρι,
– Πιο όμορφα από αυτά στο Κάπρι; ρώτησε ο Μούντε με ύφος ενοχλημένο.
– Πιο όμορφα, πιο ευτυχισμένα, απάντησα.»
[Κούρτσιο Μαλαπάρτε «Καπούτ», 1943 (Πρώτο Μέρος «Τα Άλογα», κεφάλαιο Ι «Από τη Μεριά του Γκερμάντ», σελ. 24-26 της γαλλικής έκδοσης)]

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Antony BEEVORStalingrad”, Viking, Λονδίνο, 1998/ επανέκδοση: Penguin Books, Λονδίνο, 2011 (1999).
Antony BEEVORBerlin – The Downfall 1945”, Viking, Λονδίνο, 2002/ επανέκδοση: Penguin Books, Λονδίνο, 2007 (2003).
Nicolas BERNARD « La Guerre germano-soviétique », Tallandier, Παρίσι, 2013/ t. I « 1941-1943 », t. II « 1943-1945 », Texto, Tallandier, Παρίσι, 2015.
Joachim FEST « Der Untergang – Hitler und das Ende des Dritten Reiches », Alexander Fest Verlag, Βερολίνο, 2002/ γαλλική έκδοση: « Les derniers jours de Hitler », Perrin, Παρίσι, 2002.                                                                                                 – Orlando FIGESThe Whisperers: Private Life in Stalin’s Russia”, Allen Lane, Λονδίνο 2007/ επανέκδοση: Penguin Books, Λονδίνο, 2007.
David GLANTZ και Jonathan HOUSEWhen Titans Clashed: How the Red Army stopped Hitler”, University of Kansas Press, Lawrence, 1995.
Vassili GROSSMANA Writer at War”, Harvill Press, Λονδίνο, 2005/ γαλλική έκδοση: « Carnets de Guerre – De Moscou à Berlin 1941-1945 » (κείμενα επιλεγμένα και παρουσιασμένα από τον Antony BEEVOR και τη Luba VINOGRADOVA), Calman-Lévy, Παρίσι, 2007/ επανέκδοση: Le Livre de Poche, Παρίσι, 2013 (2008).
Ανώνυμης (= Marta HILLERS) «Eine Frau in Berlin» Eichborn, Φρανκφούρτη, 2003 (πρώτη έκδοση: 1959)/ γαλλική έκδοση: « Une femme à Berlin. Journal, 20 avril-22 juin 1945 », Gallimard, Παρίσι, 2006 – έκδοση τσέπης: Folio, Παρίσι, 2008.
François KERSAUDY « Stalingrad – Le tournant de la Guerre », Un monde en guerre, Perrin, Παρίσι, 2013.
Ian KERSHAWThe End – Hitler’s Germany, 1944-45”, Allen Lane, Λονδίνο, 2011/ γαλλική έκδοση: « La Fin – Allemagne 1944-1945 », L’Univers historique, Seuil, Παρίσι, 2012.
Леонид Исаакович КОТЛЯР «Воспоминания Еврея-красноармейца», Военные тайны ХХ века, Вече, Μόσχα, 2011 [Λεονίντ Ισαάκοβιτς ΚΟΤΛΙΑΡ «Απομνημονεύματα ενός Εβραίου του Κόκκινου Στρατού»].
Boris LAURENT « La Guerre Totale à l’Est, 1941-1945 (Nouvelles perspectives sur la guerre germano-soviétique) », Nouveau Monde éditions, Παρίσι, 2014.
Jean LOPEZ « Stalingrad. La bataille au bord du gouffre », Economica, Παρίσι, 2008.
Jean LOPEZ « Koursk. Les quarante jours qui ont ruiné la Wehrmacht (5 juillet-20 août 1943) », Economica, Παρίσι, 2008.
Jean LOPEZ « Le chaudron de Tcherkassy-Korsun et la bataille pour le Dniepr (septembre 1943-février 1944) », Economica, Παρίσι, 2011.
Jean LOPEZ « Opération Bagration, la revanche de Staline (été 1944) », Economica, Παρίσι, 2014.
Jean LOPEZ « Les cents derniers jours d’Hitler – Chronique de l’apocalypse », Perrin, Παρίσι, 2015.
Jean LOPEZ και Lasha OTKHMEZURI « Grandeur et misère de l’Armée rouge », Seuil, Παρίσι, 2011/ επανέκδοση: Tempus, Perrin, Παρίσι, 2015.
Jean LOPEZ και Lasha OTKHMEZURI « Joukov, l’homme qui a vaincu Hitler », Perrin, Παρίσι, 2013.
Jean LOPEZ και Lasha OTKHMEZURI « Hitler a devancé un attaque de Staline » σε Jean LOPEZ και Olivier WIEVIORKA « Les Mythes de la Seconde Guerre Mondiale », Perrin, Παρίσι, 2015, σελ. 63-91.
Curzio MALAPARTE « Il Volga nasce in Europa » [«Ο Βόλγας πηγάζει από την Ευρώπη»], Bompiani, Μιλάνο, 1943, και πλήρης έκδοση Vallecchi, Φλωρεντία, 1965/ ελληνική έκδοση: «Οι Πηγές του Βόλγα (Γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση – Πολιορκία του Λένινγκραντ, 1941-1942)», σειρά Πόλεμος & Στρατηγική, αριθ. 18, Ιωλκός, Αθήνα, 2007.
Erich von MANSTEIN « Verlorene Siege », Bernard & Graefe Verlag, Κόμπλεντς-Βόννη, 2011 (πρώτη έκδοση: 1955)/ γαλλική έκδοση: « Mémoires » (επιμέλεια: Pierre SERVANT), Perrin, Παρίσι, 2015 (πρώτη γαλλική έκδοση: « Victoires perdues », Plon, Παρίσι, 1958).
Mark MAZOWERHitler’s Empire. Nazi Rule in Occupied Europe”, Allen Lane, Λονδίνο, 2008/ επανέκδοση Penguin Books, Λονδίνο, 2009.
Catherine MERRIDALEIvan’s War: Life and Death in the Red Army, 1939-1945”, Metropolitan Books, Νέα Υόρκη, 2006 / ελληνική έκδοση: «Ο πόλεμος του Ιβάν (Η πορεία του Κόκκινου Στρατού 1939-1945)» σειρά Πόλεμος & Στρατηγική, αριθ. 9, Ιωλκός, Αθήνα, 2007.
Marie MOUTIER « Lettres de la Wehrmacht » (πρόλογος: Timothy SNYDER), Perrin, Παρίσι, 2014.
Николай Николаевич НИКУЛИН «Воспоминания о войне», Издательство Гос. Эрмитажа, Λενινγκράντ/ Πετρούπολη 1975 (δεύτερη έκδοση: 2008).
Friedrich PAULUS « La bataille de Stalingrad » (παρουσίαση, σημειώσεις και επιμέλεια έκδοσης: Boris LAURENT), Nouveau Monde éditions, Παρίσι, 2014.
Pierre SERVANT « Von Manstein – Le stratège du IIIe Reich », Maîtres de Guerre, Perrin, Παρίσι, 2015.
Timothy SNYDERBloodlands: Europe between Hitler and Stalin”, Basic Civitas Books, Νέα Υόρκη, 2012/ γαλλική έκδοση: « Terres de Sang – L’Europe entre Hitler et Staline », Gallimard, Παρίσι, 2012.
Alexander WERTHRussia at War, 1941-1945”, Barrie & Rockliff, Λονδίνο, 1964/ γαλλική έκδοση: « La Russie en guerre », t. 1 « La patrie en danger, 1941-1942», t. 2 « De Stalingrad à Berlin, 1943-1945 », Texto, Tallandier, 2012.
Nicolas WERTH « Histoire de l’Union Soviétique – de l’Empire russe à la Communauté des États indépendants (1900-1991) », PUF, Παρίσι, 2012 (πρώτη έκδοση: 1990).
Olivier WIEVIORKA « L’économie soviétique ne pouvait rivaliser avec le potentiel industriel du Reich » σε Jean LOPEZ και Olivier WIEVIORKA « Les Mythes de la Seconde Guerre Mondiale », Perrin, Παρίσι, 2015, σελ. 129-145.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΕΚΛΑΪΚΕΥΜΕΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Le Figaro Histoire, n° 19, avril-mai 2015, 40-103 « Hitler – Les derniers jours » (κείμενα των: Jean-Louis THIÉRIOT, Jean-Paul BLED, Jean-Paul COINTET, Henri-Christian GIRAUD, Stéphane COURTOIS, Keith LOWE, Geoffroy CAILLET, Albane PIOT).
Ligne de Front (Histoire des Conflits du XXe siècle), n° 57, septembre-octobre 2015, David FRANÇOIS « La Bataille pour le Dniepr – Le choc des titans », σελ. 50-63.
Ligne de Front (Histoire des Conflits du XXe siècle), Hors-série n° 25, août-septembre 2015, « Le Guide de l’Armée Rouge ».
Paris Match & L’Histoire « 1945 – La Chute du Reich : le film des derniers mois » (κείμενα και συνεντεύξεις των: Olivier WIEVIORKA, Antony BEEVOR, Bruno CABANES, Édouard HUSSON, Régis Le SOMMIER, Anja KLABUNDE, Pierre MILZA, Annette WIEVIORKA, Frédérique NEAU-DUFFOUR, Timothy SNYDER, Philippe BURRIN, Anne APPLEBAUM, Fabien THÉOFILAKIS, Guillaume MOURALIS, Jean-Pierre AZÉMA), mars-avril 2015.
Paris Match, Hors-série, « Staline – Terreur, Guerre et Propagande » (κείμενα των: Alain FREREJEAN, Gérard CHAUVY, Sabine DULLIN, Alain BLUM, Nicolas WERTH, Alexandre SUMPH, François KERSAUDY, Philippe RICHARDOT, Simon VEILLE, Jean-Christophe BRISARD, Valérie DELMAS, Clémentine V. BARON, Paul FUKS, Régis Le SOMMIER), octobre 2015.

"Ζωή και Πεπρωμένο"

«Ζωή και Πεπρωμένο»

"Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί"

«Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί»

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Леонид Наумович ВОЛЫНСКИЙ «Сквозь Ночь», 1963, επανέκδοση: Терра, Μόσχα, 2005 [Λεονίντ ΒΟΛΙΝΣΚΙ (ψευδώνυμο του Λεονίντ Ναούμοβιτς ΡΑΜΠΙΝΟΒΙΤΣ) «Μέσα από τη Νύχτα»].
Василий Семёнович ГРОССМАН «Жизнь и судьба» (συγγραφή: 1950-1962), Терра – Книжный клуб, Μόσχα, 2005/ γαλλόφωνη έκδοση: Vassili GROSSMAN «Vie et destin», L’Age d’Homme, Λωζάννη, 1980 (μετάφραση: Alexis Berelowitch και Anne Coldefy-Faucard), επανέκδοση: Le livre de poche, 2005/ ελληνική έκδοση: «Ζωή και Πεπρωμένο», εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα, 2013.
Curzio MALAPARTE « Kaputt » Casella, Νάπολι, 1944/ τελική έκδοση: Guarnati, Μιλάνο, 1948/ γαλλική έκδοση: Éditions Denoël, Παρίσι, 1946 – έκδοση τσέπης: Folio 2014 (1972).
Erich Maria REMARQUE «Zeit zu leben und Zeit zu sterben», Kiepenheuer & Witsch, Κολωνία 1954/ γαλλικές εκδόσεις υπό τους τίτλους « Un temps pour vivre, un temps pour mourir » « L’Île d’espérance » Plon, Παρίσι, 1958/ ελληνική έκδοση υπό τον τίτλο « Ώρες αγάπης, ώρες πολέμου», Δωρικός, Αθήνα, 1975.
Константин Михайлович СИМОНОВ «Живые и мёртвые», 1959, επανέκδοση: Художественная литература, Μόσχα, 1989 [Κονσταντίν Μιχάιλοβιτς ΣΙΜΟΝΟΦ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί»].

Καπούτ

Καπούτ

ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΤΑΙΝΙΩΝ

"Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν" (η σκηνή του φιλιού)

«Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν» (η σκηνή του φιλιού)

– Михаил Константинович Калатозов «Летят журавли», 1957/ Μιχαήλ Κονσταντίνοβιτς Καλατόζοφ «Όταν Πετούν οι Γερανοί».
– Андрей Арсеньевич Тарковский «Иваново детство», 1962/ Αντρέι Αρσένιεβιτς Ταρκόφσκι «Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν».
– Сергей Фёдорович Бондарчук «Они сражались за Родину», 1975/ Σεργκέι Φιόντοροβιτς Μπονταρτσούκ «Πολέμησαν για την Πατρίδα».
– Элем Германович Климов «Иди и смотри», 1985/ Ελέμ Γκέρμανοβιτς Κλίμοφ «Έλα να δεις».
– Joseph Vilsmaier «Stalingrad», 1993.
– Oliver Hirschbiegel «Der Untergang» [«Η Πτώση»], 2004.

"Έλα να δεις"

«Έλα να δεις»

Νεότερα από το Ανατολικό Μέτωπο – μέρος 4 (1943-1944: Η εποχή της σοβιετικής επικράτησης)

Σεπτεμβρίου 3, 2015

Χειμώνας 1943-44, Τ-34

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ

Η ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ

Α.   1943: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΜΦΙΡΡΟΠΗ ΧΡΟΝΙΑ

α.   Η γερμανική αντίσταση στη σοβιετική επέλαση

Ο Κόκκινος Στρατός δεν κατόρθωσε να εκμεταλλευθεί πλήρως τον θρίαμβο του Σταλινγκράντ. Ήδη, την εποχή που εξαπέλυε την επιχείρηση «Ουρανός» είχε προσπαθήσει να πετύχει κάτι σημαντικό και στο κεντρικό μέτωπο του πολέμου με την επιχείρηση «Άρης». Παρά τις σφοδρές μάχες, οι Σοβιετικοί δεν αποκόμισαν ουσιώδη εδαφικά κέρδη. Επρόκειτο για μια τεράστια αποτυχία που ξεχάστηκε χάρη στη λάμψη της μεγαλειώδους νίκης στον Βόλγα; Όχι απαραίτητα. Βάσει των διαθέσιμων στοιχείων (π.χ. λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνο που αφιέρωσε το σοβετικό επιτελείο στην προετοιμασία της μίας και της άλλης επιχείρησης), οι ιστορικοί εκτιμούν πλέον ότι η επιχείρηση «Άρης» αποτελούσε αντιπερισπασμό που θα απασχολούσε τις γερμανικές δυνάμεις της Ομάδας Στρατιών του Κέντρου ώστε να μην ενισχύσουν εκείνες του Νότου όσο εξελισσόταν ο «Ουρανός». Οι απώλειες για τους Σοβιετικούς, πάντως, ήταν πολλές.

Εν γένει, τα μετά το Σταλινγκράντ σοβιετικά κέρδη ήταν αρκετά, αλλά όχι τα μέγιστα, κάποια από αυτά μάλιστα υπήρξαν προσωρινά. Το Βορόνιεζ απελευθερώθηκε πριν την παράδοση της 6ης Στρατιάς. Τον Φεβρουάριο ακολούθησαν το Ροστόφ και το Χάρκοβο, ενώ τον Μάρτιο ανακαταλαμβανόταν το τρίγωνο Ρζεφ-Βιάσμα-Γκιάτσκ, όπου δίνονταν σκληρές μάχης για 1,5 χρόνο.

Χάρκοβο, Φεβρουάριος 1943, 1η Μεραρχία ΤΘ των Ες Ες/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_101III-Roth-173-01

Χάρκοβο, Φεβρουάριος 1943, 1η Μεραρχία ΤΘ των Ες Ες/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_101III-Roth-173-01

Η αντεπίθεση του Μάνστάιν: Όπως φαινόταν, όμως, η ορμή του Κόκκινου Στρατού είχε προς το παρόν εξαντληθεί. Την ευκαιρία αυτή την άδραξε η ιδιοφυΐα του Μάνστάιν για να σταθεροποιήσει την κατάσταση του πολεμικού μετώπου. Στις αρχές Φεβρουαρίου είχε συναντήσει τον Χίτλερ στο Ράστενμπουργκ ζητώντας του να εγκρίνει την αναδίπλωση και ανασυγκρότηση των γερμανικών δυνάμεων στην Ουκρανία, δηλαδή την υποχώρηση πέραν του Μίους σε θέσεις των οποίων η υπεράσπιση είναι δυνατή. Ο Χίτλερ, όπως αναμενόταν, δυσαρεστείται: «Αν η κατάσταση στην Ουκρανία είναι απελπιστική, ποιος ευθύνεται για αυτό, εκτός από εσάς τους στρατηγούς; Τι άλλο κάνετε εκτός από το να αναδιπλώνεστε;» Τελικά, η υποχώρηση πέραν του Μίους εγκρίνεται με δυσφορία από τον Φύρερ. Στις 16 Φεβρουαρίου, όμως, ο Μάνστάιν επανέρχεται με κάτι που μοιάζει πολύ ελκυστικότερο: εκθέτει στον ηγέτη του ένα φιλόδοξο σχέδιο αντεπίθεσης. Βάσει του σχεδίου αυτού η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων και το 2ο Σώμα Τεθωρακισμένων των Ες Ες θα χτυπήσουν στον τομέα Κρασνογκράντ-Παβλογκράντ, ανοίγοντας τον δρόμο για το κύριο σώμα των δυνάμεων που θα κινηθεί προς το Χάρκοβο, με στόχο να εγκλωβίσει στην πορεία τρεις ρώσικες στρατιές! Η επιχείρηση ξεκινά στις 20 Φεβρουαρίου. Στις 15 Μαρτίου 1943 οι Γερμανοί κατακτούν για δεύτερη φορά το Χάρκοβο. Ο Χίτλερ έχει τη νίκη που επιθυμούσε για να ξεπλύνει το όνειδος του Σταλινγκράντ. Όμως, οι Σοβιετικοί έχουν κατορθώσει να υποχωρήσουν έγκαιρα: οι δυνάμεις τους που εξουδετερώθηκαν είναι σχετικά μικρές. Ο φον Μάνστάιν έχει καταγάγει μια μεγάλη νίκη τακτικής, αλλά μεσοπρόθεσμα ο Κόκκινος Στρατός έχει σαφώς το στρατηγικό πλεονέκτημα. Η γερμανική ηγεσία δεν δείχνει να το αντιλαμβάνεται. Θα το πληρώσει ακριβά!

Χίτλερ και Μάνστάιν στην Ουκρανία, Στρατηγείο της Ομάδας Στρατιών Νότου/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1995-041-23A

Χίτλερ και Μάνστάιν στην Ουκρανία, Στρατηγείο της Ομάδας Στρατιών Νότου/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1995-041-23A

β.   Η τιτανομαχία του Κουρσκ

Η κατά τα φαινόμενα αμφίρροπη κατάσταση επιτρέπει στον Χίτλερ και τη Βέρμαχτ να ελπίζουν ότι μπορούν ακόμη να αντιστρέψουν τη ροή του πολέμου προς όφελός τους. Αναζητώντας το καθοριστικής σημασίας χτύπημα και στηρίζοντας πολλές ελπίδες στα νέα όπλα που παρήγε η γερμανική πολεμική βιομηχανία, ιδίως δε τα νέα άρματα μάχης «Τίγρις» και «Πάνθηρ», ο Χίτλερ επιλέγει τον πιο προφανή στόχο: τον μεγάλο ρωσικό θύλακο του Κουρσκ, μεταξύ Αριόλ και Μπιέλγκοροντ. Η επιχείρηση «Ακρόπολη» στόχευε στη διπλή περικύκλωση από βορρά και νότο των μεγάλων δυνάμεων που είχε συγκεντρώσει στην ευρύτερη περιοχή ο Κόκκινος Στρατός. Οι Ρώσοι θα έχαναν μεγάλο αριθμό δυνάμεων και το ορμητήριο για την ανάκτηση εδαφών, ενώ οι επιθετικές δυνατότητες του Κόκκινου Στρατού θα μειώνονταν στο ελάχιστο. Το πρόβλημα συνίσταται στο ότι οι Ρώσοι έχουν οχυρώσει μεθοδικά και μαζικά την περιοχή και, κυρίως, στο ότι λογικά θα πρέπει να αναμένουν να δεχτούν επίθεση ακριβώς στον συγκεκριμένο τομέα έχοντας προετοιμαστεί κατάλληλα.

Ο Χίτλερ, όμως, ήταν ανένδοτος: η επιχείρηση θα αποδεικνυόταν οπωσδήποτε μεγάλη επιτυχία, αρκεί να άρχιζε εγκαίρως. Μόνον που σε τέτοιες περιπτώσεις ο διάβολος (ή, μάλλον, ο θεός) συνωμοτεί ώστε κάτι να πάει στραβά! Οι καιρικές συνθήκες και οι καθυστερήσεις ως προς τον εφοδιασμό σε όπλα και υλικό, πρωτίστως δε σε άρματα μάχης μετέθεσαν την έναρξη της επιχείρησης. Η Μάχη του Κουρσκ ξεκινούσε τελικά στις 5 Ιουλίου. Οι δυνάμεις του Μόντελ εφόρμησαν από βόρεια, εκείνες του Μάνστάιν από νότια, υποστηριζόμενες από τουλάχιστον 2.000 τεθωρακισμένα, τα περισσότερα στον νότιο τομέα των επιχειρήσεων υπό τον στρατηγό Χοτ. Με σημαντικές απώλειες οι Γερμανοί κατόρθωσαν να κερδίσουν κάποιο έδαφος από τους Ρώσους: 15 χιλιόμετρα στον βορρά και 45 στον νότο. Μεταξύ τους, τα δύο σώματα επίθεσης απείχαν ακόμη 150 χλμ. Κάπου εκεί εξαντλούνταν και οι δυνατότητες επίθεσης για τη Βέρμαχτ. Στις 12 Ιουλίου, ο Κόκκινος Στρατός ξεκινούσε τη δική του αντεπίθεση κι αποσπούσε γρήγορα από τη Βέρμαχτ το θύλακο του Αριόλ και το Μπιέλγκοροντ. Στις 16 Ιουλίου ο Χίτλερ, εντελώς απογοητευμένος, διέτασσε τη διακοπή της επιχείρησης.

Κουρσκ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 101III-Merz-014-12A

Κουρσκ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 101III-Merz-014-12A

Ο δρόμος ήταν πλέον ανοιχτός για τους Σοβιετικούς. Στις 23 Αυγούστου ανακτούσαν για δεύτερη φορά (οριστικά πλέον) την ουκρανική μεγαλούπολη του Χαρκόβου. Νοτιότερα, οι ρωσικές δυνάμεις απελευθέρωναν, τον Σεπτέμβριο, το Κουμπάν και το Ντονμπάς, ενώ στον κεντρικό τομέα του μετώπου το Σμολένσκ. Τον επόμενο μήνα έφταναν στον Δνείπερο, ανακτώντας το Ζαπαρόζιε και το Ντνιεπροπετρόφσκ. Στις 6 Νοεμβρίου απελευθέρωναν το Κίεβο και στις 12 το Ζιτόμιρ, το οποίο, όμως, επρόκειτο να ξαναχάσουν μια εβδομάδα αργότερα. Αυτή ήταν και η τελευταία σοβιετική απώλεια εδάφους στον πόλεμο.

Β.   1944: Η «ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ 10 ΝΙΚΩΝ»

Η επίσημη σοβιετική ιστοριογραφία κατέγραφε το 1944 ως το «έτος των 10 νικών». Έχοντας πια συντριπτική αριθμητική υπεροχή κι υπεροπλία, ο Κόκκινος Στρατός βαδίζει από νίκη σε νίκη. Στα τέλη Ιανουαρίου του 1944, οι Σοβιετικοί διαλύουν τα απομεινάρια του γερμανικού κλοιού γύρω από το Λενινγκράντ, δίνοντας οριστικό τέλος στη μακρά πολιορκία της πόλης. Θα ακολουθήσουν το Κορσούν, η Οδησσός και η Κριμαία, η εξουδετέρωση της Φινλανδίας, η απελευθέρωση της Λευκορωσίας και της δυτικής Ουκρανίας, η ανάκτηση της Μολδαβίας και των Βαλτικών Δημοκρατιών, η είσοδος σε Ουγγαρία και Τσεχοσλοβακία και, τέλος, η νίκη επί των Γερμανών στον Απώτατο Βορρά μεταξύ Φινλανδίας και Νορβηγίας.

α.   Η εκκαθάριση του θυλάκου Τσερκάσι-Κορσούν και η ολοκλήρωση της απελευθέρωσης της Ουκρανίας

Στις αρχές του 1944 οι Γερμανοί έχουν κατά βάση υποχωρήσει στη δυτική όχθη του Δνείπερου. Εξακολουθούν, όμως, να κατέχουν ένα μεγάλο θύλακο στην ανατολική όχθη του ποταμού, περίπου 100 χιλιόμετρα νοτίως του Κιέβου. Πρόκειται για το «φρούριο του Κάνιεφ», όπως το λένε οι ίδιοι (το Κάνιεφ είναι μια μάλλον μικρή πόλη με λιμάνι στον Δνείπερο). Για τους Σοβιετικούς είναι ο θύλακος «Κορσούν-Σεφτσενκόφσκι» (και για τη δυτική ιστοριογραφία αυτός του «Τσερκάσι-Κορσούν», ονομασία ανακριβής, μια και το Τσερκάσι βρισκόταν έξω από την περιοχή που ήλεγχαν οι Γερμανοί). Εντός του θυλάκου βρίσκονται 56.000 άνδρες: το 11ο και το 42ο Σώμα Στρατού, η Μεραρχία Ες Ες «Βίκινγκ» και η Ταξιαρχία των Ες Ες «Βαλλονία» με τους Βέλγους εθελοντές του ρεξιστή ηγέτη Λεόν Ντεγκρέλλ (ο οποίος μεταφέρθηκε αεροπορικώς εκτός του θυλάκου πριν την εκκαθάριση).

Φεβρουάριος 1944, γερμανικές μονάδες τεθωρακισμένων προχωρούν για να ενισχύσουν τον θύλακο του Κορσούν Bundesarchiv, Bild 101I 090 3913 24 Etzhold CC BY SA

Γερμανικές μονάδες τεθωρακισμένων προχωρούν για να ενισχύσουν τον θύλακο του Κορσούν/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I 090 3913 24 Etzhold CC BY SA

Ο φον Μάνστάιν αντιλαμβάνεται ότι οι Σοβιετικοί ετοιμάζονταν να προβούν στην εκκαθάριση του θυλάκου με τα δύο Μέτωπα Ουκρανίας των οποίων ηγούνται, αντιστοίχως, οι Ζούκοφ και Κόνιεφ. Προτείνει τον απεγκλωβισμό των γερμανικών δυνάμεων. Ο Χίτλερ, ως συνήθως, αργεί να εγκρίνει μια τέτοια κίνηση. Οι καιρικές συνθήκες καθυστερούν τη δύναμη του Μάνστάιν και, κυρίως, τα τεθωρακισμένα του στρατηγού Χοτ που έχουν αναλάβει το κύριο βάρος της επιχείρησης απεγκλωβισμού. Οι δυνάμεις που βρίσκονται μέσα στον θύλακο, υπό τον στρατηγό Στέμερμανν, θα πρέπει να διασπάσουν οι ίδιες τον κλοιό του Κόνιεφ για να συναντήσουν τα στρατεύματα των Χοτ και Μάνστάιν. Ο απεγκλωβισμός επιχειρείται τη νύχτα της 16ης-17ης Φεβρουαρίου υπό δραματικές συνθήκες: μέσα από φαράγγια, προχωρώντας σε δύο φάλαγγες και με εμπροσθοφυλακή αποτελούμενη από τα Ες Ες, οι Γερμανοί επιχειρούν να διασπάσουν τον σοβιετικό κλοιό υπό συνεχή βομβαρδισμό. Ο στρατηγός Στέμμερμανν πέφτει στο πεδίο της μάχης χτυπημένος από θραύσμα οβίδας. Κάποιοι ξεφεύγουν. Άλλοι όχι: εγκλωβίζονται από τα σοβιετικά τεθωρακισμένα και τρέπονται σε φυγή – αν πιστέψουμε την (ίσως ευφάνταστη) διήγηση του ταγματάρχη Μπορίς Κάμποφ (γνωστότερου με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Μπορίς Πολεβόι) στον Αλεξάντερ Βερτ, μονάδες ιππικού τους κυνηγούν και τους αποτελειώνουν με τα ξίφη τους.

Το παράδοξο του Κορσούν έγκειται στο ότι και οι δύο πλευρές θέλουν να πιστεύουν ότι έχουν νικήσει: οι Γερμανοί υποστηρίζουν ότι διασώθηκαν 30.000 από τους εγκλωβισμένους άνδρες τους, στοιχείο που αποδεικνύει τη «γερμανική υπεροχή σε επίπεδο τακτικής»! Οι Σοβιετικοί από τη μεριά τους ισχυρίζονται ότι ελάχιστοι Γερμανοί διασώθηκαν. Όποια κι αν είναι η αλήθεια για τη συγκεκριμένη επιχείρηση, ένα είναι το αδιαμφισβήτητο γεγονός για τους αντικειμενικούς παρατηρητές της σύρραξης: το στρατηγικό πλεονέκτημα ανήκει πάντα στους Σοβιετικούς.

Μετά την επικράτηση στο Κορσούν, οι Σοβιετικοί έχουν τα χέρια τους ελεύθερα για την εαρινή επίθεση στην Ουκρανία κι όχι μόνο. Μετά τα μέσα Μαρτίου τα στρατεύματα του Κόνιεφ περνούν τον Δνείστερο και φτάνουν στη Μολδαβία κι έπειτα, στις 2 Απριλίου σε ρουμανικό έδαφος. Στις 11 Απριλίου αρχίζει η επιχείρηση απελευθέρωσης της Κριμαίας που θα ολοκληρωθεί μέσα σε ένα περίπου μήνα: 500.000 άνδρες του Κόκκινου Στρατού βρίσκονται αντιμέτωποι με λιγότερους από 200.000 Γερμανούς και (κυρίως) Ρουμάνους. Η απόφαση του Χίτλερ να υπερασπισθεί την Κριμαία με κάθε κόστος ήταν εντελώς παράλογη. Η Σεβαστούπολη απελευθερώθηκε στις 9 Μαΐου, ύστερα από 4 μόλις ημέρες πολιορκίας! Οι Ρώσοι είχαν αντέξει την αντίστοιχη γερμανική πολιορκία το 1941-42 για 250!

β.   «Μπαγκρατιόν» – η σαρωτική επικράτηση στη Λευκορωσία

Ο στρατηγός Ροκοσσόφσκι στον κεντρικό τομέα του Μετώπου (1943)

Ο στρατηγός Ροκοσσόφσκι στον κεντρικό τομέα του Μετώπου (1943)

Όταν οι Αμερικανοί και Βρετανοί σύμμαχοι των Σοβιετικών αποφάσιζαν τελικά την πραγματοποίηση της απόβασης στη Νορμανδία και τη δημιουργία του πραγματικού «Δεύτερου Μετώπου» που θα έφερνε τον πόλεμο μέσα στην επικράτεια του ίδιου του Γ΄ Ράιχ, ο Στάλιν τους υποσχέθηκε να βοηθήσει ένα χτύπημα αντίστοιχης εμβέλειας στο Ανατολικό Μέτωπο. Την ευθύνη για την εκπόνηση του σχεδίου επίθεσης την ανέλαβε ο στρατηγός Ροκοσσόφσκι. Ο ιδιοφυής Ρωσοπολωνός προσήλθε στην κρίσιμη συνεδρίαση της ανώτατης στρατιωτικής διοίκησης με δύο εναλλακτικές προτάσεις. Σύμφωνα με το πρώτο σχέδιο, οι Σοβιετικοί θα χτυπούσαν ανάμεσα στις δύο γερμανικές ομάδες στρατιών (Κέντρου και Νότου), παίρνοντας τον συντομότερο δρόμο για την καρδιά του Γ΄ Ράιχ, μέσω της νότιας Πολωνίας. Το φιλόδοξο αυτό σχέδιο ενείχε υψηλότατο κίνδυνο εγκλωβισμού των σοβιετικών δυνάμεων κι απορρίφθηκε. Η Στάβκα επέλεξε τη δεύτερη πρόταση του Ροκοσσόφσκι: να επιτεθεί στην καρδιά της γερμανικής Ομάδας Στρατιών του Κέντρου, υπό τον στρατάρχη φον Μπους, στην κατεχόμενη Λευκορωσία. Απλωμένη σε μήκος 700 χιλιομέτρων, η σοβιετική δύναμη περιελάμβανε τέσσερα Μέτωπα του Κόκκινου Στρατού: Α΄ Λευκορωσίας (Ροκοσσόφσκι – το σώμα που θα έφερε και το κύριο βάρος της επίθεσης), Β΄ Λευκορωσίας (Ζάχαροφ), Γ΄ Λευκορωσίας (Τσερνιακόφσκι) και Α΄ Βαλτικής (Μπαγκραμιάν). Ο στρατάρχης Ζούκοφ ήταν υπεύθυνος για τα δύο πρώτα μέτωπα, ο στρατάρχης Βασιλιέφσκι για τα υπόλοιπα δύο. 166 μεραρχίες, 31.000 στοιχεία πυροβολικού, 5.000 άρματα μάχης και 6.000 πολεμικά αεροπλάνα. Ο Στάλιν δίνει στην επιχείρηση το όνομα του Γεωργιανού στρατηγού του τσαρικού στρατού που είχε διακριθεί στους πολέμους κατά του Ναπολέοντα κι είχε τραυματισθεί θανάσιμα στη Μάχη του Μποροντινό: «Μπαγκρατιόν».

Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Ημέρα έναρξης της επιχείρησης ορίζεται η 23η Ιουνίου. Τις πρώτες κιόλας μέρες μεγάλες δυνάμεις της Ομάδας Στρατιών Mitte περικυκλώνονται κοντά στο Βιτέμπσκ και το Μπομπρούισκ. Στις 3 Ιουλίου, οι Σοβιετικοί καταλαμβάνουν την πρωτεύουσα της Λευκορωσίας, το Μινσκ, αιχμαλωτίζοντας 100.000 Γερμανούς. Με την ανάκτηση στις 28 Ιουλίου του Μπρεστ-Λιτόφσκ ολοκληρώνεται και η απελευθέρωση της Λευκορωσίας.

Σοβιετικό άρμα μάχης στο Μινσκ κατά την Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Σοβιετικό άρμα μάχης στο Μινσκ κατά την Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Οι Γερμανοί βρίσκονται σε σύγχυση. Άλλωστε, στις 20 Ιουλίου, ομάδα συνωμοτών με εκτελεστή τον συνταγματάρχη κόμη φον Στάουφφενμπεργκ αποπειράται να δολοφονήσει τον Χίτλερ στο στρατηγείο του στο Ράστενμπουργκ της Ανατολικής Πρωσίας. Η απόπειρα αποτυγχάνει εξαιτίας μιας σειράς από συγκυρίες. Έχοντας σωθεί σχεδόν από θαύμα, ο Χίτλερ βρίσκεται σε παροξυσμό και προβαίνει σε εκτεταμένες εκκαθαρίσεις: δεκάδες αξιωματικοί και πολιτικοί εκτελούνται ως ενεχόμενοι στη συνωμοσία. Στο στράτευμα επικρατεί σιδηρά πειθαρχία που ξεπερνά κάθε λογική.

Στο μεταξύ, όμως, τα στρατεύματα του Ροκοσσόφσκι εισχωρούν στην Ανατολική Πολωνία διώχνοντας τους Γερμανούς από το Λούμπλιν. Την τελευταία ημέρα του Ιουλίου, οι εμπροσθοφυλακές φτάνουν στα περίχωρα της Βαρσοβίας. Κάπου εδώ αρχίζει ένα από τα πιο μεγάλα δράματα που παίχτηκαν μεταξύ κατ’ όνομα συμμάχων.

Το δράμα της Βαρσοβίας: Σε συνεννόηση με τη φιλοδυτική εξόριστη πολωνική κυβέρνηση του Λονδίνου, ο στρατηγός Ταντέους «Μπουρ» Κομορόφσκι, επικεφαλής των Πολωνών αντάρτικων δυνάμεων της Άρμια Κραγιόβα (Στρατού του Εσωτερικού) κηρύσσει γενική εξέγερση στην πολωνική πρωτεούσα. Οι ρωσικές δυνάμεις, αντί να συνεχίσουν την προέλασή τους, υποχωρούν. Ο Στάλιν αρνείται την παροχή διευκολύνσεων στη βρετανική κι αμερικανική αεροπορία. Οι Γερμανοί καταπνίγουν την εξέγερση με πρωτοφανή αγριότητα. Όταν οι τελευταίοι μαχητές της εξέγερσης παραδίδονται (2 Οκτωβρίου), η Βαρσοβία είναι πια ένας σωρός από ερείπια. Κάπου 200.000 πολωνικές ζωές έχουν χαθεί.

Εξέγερση της Βαρσοβίας

Ανήκει στους Σοβιετικούς η ευθύνη για την τραγωδία της Βαρσοβίας; Το ερώτημα δεν επιδέχεται μονοσήμαντες απαντήσεις. Οι δυνάμεις του Ροκοσσόφκι είχαν εξαντληθεί μετά από προέλαση τόσων χιλιομέτρων σε εχθρικό έδαφος. Οι γραμμές ανεφοδιασμού τους είχαν επιμηκυνθεί τόσο που δεν λειτουργούσαν πια αποτελεσματικά. Έχοντας συναντήσει σθεναρή αντίσταση από τους Γερμανούς, ο Κόκκινος Στρατός δεν μπορούσε να καταλάβει τη Βαρσοβία τον Αύγουστο. Και, βέβαια, ο Στάλιν δεν ήθελε σε καμιά περίπτωση να αναλάβει τον κίνδυνο τεράστιων απωλειών κι αποτυχίας των σχεδίων του για να βοηθήσει τους Πολωνούς.

  • Όλοι γνωρίζουμε για την απόβαση στη Νορμανδία, μάλλον λίγοι για την επιχείρηση Μπαγκρατιόν. Κι όμως, επρόκειτο για το πλέον συντριπτικό πλήγμα που δέχθηκε η Βέρμαχτ καθ’ όλη τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, πλήγμα από το οποίο δεν επρόκειτο να συνέλθει ποτέ! Στα μέσα Ιουλίου, ως απόδειξη της σοβιετικής ισχύος, δεκάδες χιλιάδες Γερμανοί αιχμάλωτοι «παρήλαυναν» αξιοθρήνητα στους δρόμους της Μόσχας. Παραδόξως, οι αντιδράσεις του κοινού που παρακολουθούσε ήταν ιδιαιτέρως συγκρατημένες. Κάποιες ηλικιωμένες άλλωστε, που ίσως και να είχαν χάσει γιους στον πόλεμο, μονολογούσαν: «κακόμοιρα παιδιά! Κι αυτούς κάποιοι άλλοι τους έστειλαν να πολεμήσουν και να σκοτωθούν!»

γ.   Εγκλήματα Πολέμου

Σεπτέμβριος 1943, ερείπια σπιτού/ πηγή: RIA Novosti

Σεπτέμβριος 1943, ερείπια σπιτού/ πηγή: RIA Novosti

Η στάση της Βέρμαχτ και των γερμανικών αρχών στα κατεχόμενα εδάφη: Η ανάκτηση εδαφών από τον Κόκκινο Στρατό, πρώτα στην Ουκρανία κι έπειτα στη Λευκορωσία, έφερνε στο φως και τα εγκλήματα πολέμου που είχαν διαπράξει οι γερμανικές δυνάμεις, εγκλήματα στα οποία δεν εμπλέκονταν μόνον οι ειδικές δυνάμεις των Ες Ες, αλλά το σύνολο της Βέρμαχτ. Μαζικές εκτελέσεις, πυρπολήσεις χωριών και πόλεων «σε αντίποινα για τη συνεργασία με τους παρτιζάνους», λιμός (μια και όλα σχεδόν τα τρόφιμα κατάσχονταν από τις δυνάμεις κατοχής) και, τέλος, ολοκληρωτική εξόντωση των πολυπληθών εβραϊκών πληθυσμών της Ουκρανίας, της Λευκορωσίας και της δυτικής Ρωσίας.

Η στάση των Γερμανών στις κατεχόμενες περιοχές χαρακτηριζόταν από παλινωδίες μεταξύ της ανάγκης τους να βρουν συμμάχους και να στρατολογήσουν άνδρες, εκμεταλλευόμενοι εθνοτικές ή πολιτικές διαφορές, αφενός, και της ανάγκης για τον ζωτικό χώρο μιας γερμανικής αυτοκρατορίας στην Ανατολή, της περιφρόνησης προς τους Σλάβους «υπανθρώπους» και του θανάσιμου μίσους προς το εβραϊκό στοιχείο.

Η Κριμαία αποτελούσε μια ξεχωριστή περίπτωση: όλος ο πληθυσμός της θα εκτοπιζόταν, ακόμη κι οι Τάταροι που είχαν συνεργαστεί με ζήλο με τους κατακτητές, προκειμένου η χερσόνησος να γίνει μια γερμανική Ριβιέρα. Για να θεμελιωθεί η διεκδίκηση, ο θεωρητικός τους ναζιστικού καθεστώτος Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ υποστήριζε ότι η Κριμαία ήταν περιοχή που ανήκε στο παρελθόν στους Γότθους: θα μετονομαζόταν σε Gotenland!

Γερμανοί στρατιώτες με νεαρές Ουκρανές

Γερμανοί στρατιώτες με νεαρές Ουκρανές

Στην Ουκρανία, όπου ειδικά στις δυτικές περιοχές ο πληθυσμός είχε υποδεχτεί τους Γερμανούς σχεδόν σαν απελευθερωτές, τα πράγματα ήταν ασαφή. Για ευνόητους λόγους οι ναζί υποδαύλιζαν την αντιπαλότητα Ουκρανών και Ρώσων. Συγκρότησαν σώμα ουκρανικής αστυνομίας στρατολογώντας τα μέλη της μεταξύ των οπαδών των διαφόρων εθνικιστικών οργανώσεων: όλοι αυτοί υπήρξαν χρήσιμοι για τις πιο «άχαρες» δουλειές. Δεσμοφύλακες σε στρατόπεδα αιχμαλώτων, πρόθυμοι συνεργοί στη Σοά. Από την άλλη πλευρά, δεν ήθελαν να δώσουν και πολύ αέρα στους Ουκρανούς εθνικιστές που τους θεωρούσαν πολιτικά και στρατιωτικά ανεξέλεγκτους κι επικίνδυνους: ο Στεπάν Μπαντέρα φυλακίστηκε για να απελευθερωθεί προς το τέλος του πολέμου, όταν όλα πήγαιναν στραβά για τους ναζί. Και ο επίτροπος του Ράιχ για την Ουκρανία, ο διαβόητος γκάουλάιτερ της Ανατολικής Πρωσίας Έριχ Κοχ, διοικούσε την Ουκρανία ως αποικία. Αυτό που είχε σημασία ήταν η προμήθεια πρώτων υλών, σιτηρών κι άλλων τροφίμων για τη Γερμανία και η καταναγκαστική εργασία εκατοντάδων χιλιάδων ανδρών και γυναικών που στέλνονταν να δουλέψουν στη γερμανική βιομηχανία.

Άνδρες των Ες Ες σε ουκρανική γιορτή

Άνδρες των Ες Ες σε ουκρανική γιορτή

Λησμονημένες εθνοκαθάρσεις – η περίπτωση της Βολυνίας

Ο εθνικισμός μπορεί να έχει πρωτεϊκό χαρακτήρα και να μεταβάλλεται αναλόγως των ιδιαιτεροτήτων κάθε περιοχής, κατά μείζονα λόγο όταν η εθνογένεση ενός λαού είναι ατελής. Ο ουκρανικός εθνικισμός δεν είναι μόνον αντιρωσικός. Είναι και αντισημιτικός («είπαμε να τους εκτοπίσουν, όχι όμως και να τους σκοτώσουν όλους, ακόμα και τις γυναίκες και τα παιδιά»). Στη Δυτική Ουκρανία, για ευνόητους ιστορικούς λόγους, ήταν ανέκαθεν πρωτίστως αντιπολωνικός.

Βορειοανατολικά της Γαλικίας, ανάμεσα στον Πριπέτ και τον Μπουγκ, απλώνεται η περιοχή της Βολυνίας, γνωστή κάποτε κι ως Λοδομερία. Χώρος αρχικά νομαδικών σκυθικών φύλων κατά την Αρχαιότητα κι έπειτα εγκατάστασης πρωτοσλαβικών πληθυσμών, η Βολυνία μοιράζεται μεταξύ Πολωνών και Λιθουανών ηγεμόνων στα χρόνια του Μεσαίωνα. Από τον 16ο αιώνα ανήκει στην Κοινοπολιτεία Πολωνίας-Λιθουανίας. Με τον Τρίτο Διαμελισμό της Πολωνίας (1795) περνά υπό ρωσική κυριαρχία. Το 1921 επιστρέφει στο νεοσύστατο πολωνικό κράτος, μετά τον Ρωσοπολωνικό Πόλεμο του 1920. Η Βοϊβοδία της Βολυνίας θα κρατήσει μέχρι το 1939 και τη γερμανική εισβολή. Βάσει του γερμανοσοβιετικού συμφώνου, η περιοχή θα καταληφθεί από την ΕΣΣΔ και θα ενταχθεί στη ΣΣΔ Ουκρανίας. Θα ακολουθήσει η Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα κι η ναζιστική κατοχή.

Ευρισκόμενη στα όρια των χώρων εξάπλωσης καθολικισμού κι ορθοδοξίας, η Βολυνία είχε μεικτή πληθυσμιακή σύνθεση. Οι Ουκρανοί (κάποτε Ρουθηνοί) αποτελούσαν την πλειονότητα, συμβίωναν όμως με Πολωνούς, Εβραίους και Γερμανούς.

Στα τέλη του 1942 το πλέον ακραίο τμήμα της Οργάνωσης Ουκρανών Εθνικιστών [Організація Українських Націоналістів (ΟΟΥΝ)], εκείνο του Στεπάν Μπαντέρα, πρωτοστάτησε στη συγκρότηση του Ουκρανικού Αντάρτικου Στρατού [Українська Повстанська Армія (ΟΥΠΑ)], καθιστώντας τον ουσιαστικά στρατιωτικό σκέλος της. Τα περισσότερα μέλη του ΟΥΠΑ, ο οποίος αριθμούσε αρχικά περί τους 20.000 άνδρες, προέρχονταν από την ουκρανική αστυνομία που είχαν οργανώσει οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Ήδη είχαν βοηθήσει τα μέγιστα τους Γερμανούς στην εξολόθρευση του εβραϊκού στοιχείου της Ουκρανίας.

Plaque_for_victims_of_Volhynia_massacres_at_Church_of_St._Bridget_in_Gdańsk

Μνημείο σε ναό του Γκντανσκ για τα θύματα της εθνοκάθαρσης στη Βολυνία/ πηγή: Βικιπαίδεια, χρήστης Starscream

Στις αρχές του 1943 και μετά τον σοβιετικό θρίαμβο στο Σταλινγκράντ, ΟΟΥΝ και ΟΥΠΑ αποφάσισαν να αναλάβουν δράση. Αφενός μεν οι συνθήκες ήταν πιο ευνοϊκές διότι οι Γερμανοί είχαν πια άλλες σκοτούρες κι η επιτήρησή τους είχε χαλαρώσει, αφετέρου δε οι Ουκρανοί εθνικιστές ήθελαν να προλάβουν τις σοβιετικές δυνάμεις δημιουργώντας τετελεσμένα. Έθεσαν σε εφαρμογή ένα από τα πιο τρομακτικά σχέδια εθνοκάθαρσης με στόχο τους κάποτε κυρίαρχους της περιοχής, τους Πολωνούς. Η εθνοκάθαρση αυτή, της οποίας ο παροξυσμός τοποθετείται χρονικά στο θέρος του 1943 (όταν Γερμανοί και Σοβιετικοί συγκρούονταν στο Κουρσκ), κατέληξε στη σφαγή 35 έως 80 χιλιάδων Πολωνών, μόνο στη Βολυνία (ο ακριβής αριθμός των θυμάτων είναι άγνωστος κι αποτελεί αντικείμενο έντονης διαμάχης μεταξύ των ιστορικών).

Η αγριότητα των σφαγών ήταν πρωτοφανής ακόμη και για τα δεδομένα της Ανατολικής Ευρώπης. Οι δυνάμεις του ΟΥΠΑ περικύκλωναν τα πολωνικά χωριά λίγο πριν την αυγή, σκότωναν όλους τους κατοίκους κι έπειτα πυρπολούσαν τα κτίρια.

Το ύφος των διαταγών της ΟΟΥΝ τρομάζει ακόμη και τους πιο κυνικούς: «Εξαφανίστε κάθε πολωνικό ίχνος. Γκρεμίστε τους τοίχους της καθολικής εκκλησίας και κάθε οικήματος που χρησιμοποιούσαν ως χώρο λατρείας οι Πολωνοί. Καταστρέψτε τους κήπους και κάψτε τα δέντρα στις αυλές. Να μην υπάρχει κανένα ίχνος που να μαρτυρά ότι εδώ κάποτε ζούσαν άνθρωποι. Να έχετε υπόψη ότι όσο εξακολουθεί να υπάρχει κάτι το πολωνικό, οι Πολωνοί θα έχουν πάντα αξιώσεις στη γη μας!»

Βολυνία, τα θύματα του ΟΥΠΑ

Βολυνία, τα θύματα του ΟΥΠΑ

Οι Γερμανοί που ήλεγχαν τη Βολυνία δεν έκαναν τίποτε για να σταματήσουν τη σφαγή. Για την ακρίβεια, λέγεται ότι εξόπλιζαν και τις δύο πλευρές ελπίζοντας στην αλληλοεξόντωσή τους. Οι σφαγές σταμάτησαν μόνο όταν ο Κόκκινος Στρατός ανακατέλαβε τα εδάφη της δυτικής Ουκρανίας.

Σοά

Ιβανγκόροντ, Ουκρανία, 1942: εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά του εβραϊκού πληθυσμού

Ιβανγκόροντ, Ουκρανία, 1942: εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά του εβραϊκού πληθυσμού

Ι. Διωγμοί στην Ουκρανία: Το Μπερντίτσεφ της Ουκρανίας, πατρίδα του Βασίλι Γκρόσσμαν, είχε πληθυσμό κατά πλειονότητα εβραϊκό. Όσοι δεν πρόλαβαν να ξεφύγουν από την προέλαση της Βέρμαχτ εξολοθρεύτηκαν, εκτός από ελάχιστους. Τα θύματα ήταν περισσότερα από 30.000 (ανάμεσά τους κι η μητέρα του συγγραφέα). Το πιο θλιβερό για τον Γκρόσσμαν ήταν η προθυμία του ουκρανικού πληθυσμού να συνεργαστεί με τους ναζί (εκτός των άλλων, οι Ουκρανοί αντιμετώπιζαν τους Εβραίους και ως αποδιοπομπαίους τράγους για τους λιμούς της δεκαετίας του 1930). Υπήρξαν ευτυχώς κι εξαιρέσεις…

«Με φώναζαν Μίτια Ασταπτσούκ, αλλά το όνομά μου είναι Χαΐμ Ρόιτμαν. Κατάγομαι από το Μπερντίτσεφ και τώρα πια είμαι δεκατριών ετών. Οι Γερμανοί σκότωσαν τον πατέρα και τη μητέρα μου. Είχα κι ένα μικρότερο αδελφό, τον Μπόρια. Ένας Γερμανός τον σκότωσε με το υποπολυβόλο του, τον σκότωσε μπροστά στα μάτια μου… Όλα έμοιαζαν τόσο αλλόκοτα, η γη έτρεμε.

Στεκόμουνα στην άκρη του χαντακιού και περίμενα… Να, τώρα θα πυροβολήσουν! Με πλησίασε ένας Γερμανός, ανοιγόκλεινε τα μάτια του. Στο έδαφος υπήρχε ένα θραύσμα γυαλιού που λαμπύριζε. Ο Γερμανός πλησίασε κι έσκυψε να το μαζέψει και τότε άρχισα να τρέχω σαν τρελός. Εκείνος άρχισε να με κυνηγά και να πυροβολεί, το κασκέτο μου έχει μια τρύπα από σφαίρα του. Έτρεχα, έτρεχα και στο τέλος σωριάστηκα στο έδαφος. Δεν θυμάμαι τι συνέβη μετά. Με περιμάζεψε ένας ηλικιωμένος, ο Γκεράσιμ Πρακόφιεβιτς Ασταπτσούκ. Μου είπε: “Τώρα πια είσαι ο Μίτια, ο γιος μου”. Είχε εφτά παιδιά δικά του κι εγώ έγινα το όγδοο.

Στο σπίτι ήρθαν Γερμανοί, ήταν μεθυσμένοι, άρχισαν να φωνάζουν, είχαν προσέξει ότι ήμουν πιο μαυριδερός. Ρωτούν τον Γκεράσιμ Πρακόφιεβιτς. “ποιανού παιδί είναι τούτος εδώ;”, “Δικό μου είναι!” τους απαντά. Αρχίζουν να τον βρίζουν, να τον λένε ψεύτη. Εκείνος, όμως, τους απαντά με ηρεμία: “Είναι γιος μου από την πρώτη μου γυναίκα που ήταν τσιγγάνα”.

Όταν ελευθερώθηκε το Μπερντίτσεφ πήγα στην πόλη. Ξαναβρήκα τον μεγάλο αδελφό μου, τον Γιάσα. Επέζησε κι εκείνος. Ο Γιάσα είναι μεγάλος, είναι δεκαέξι χρονών, πολεμά. Όταν έφευγαν οι Γερμανοί βρήκε το κάθαρμα που είχε σκοτώσει τη μάνα μας και τον τουφέκισε». [«Βασίλι Γκρόσσμαν – Ένας συγγραφέας στον Πόλεμο (κείμενα επιλεγμένα και σχολιασμένα από τον Άντονι Μπήβορ και τη Λιούμπα Βιναγκράνταβα)», Τέταρτο μέρος “Από τον Δνείπερο στον Βιστούλα, 1944”, κεφάλαιο 21 “Οι σφαγές στο Μπερντίτσεφ”]

ΙΙ. Τα στρατόπεδα του θανάτου: Καθώς ο Κόκκινος Στρατός προέλαυνε πια σε πολωνικό έδαφος, ακόμη πιο συγκλονιστική ήταν η ανακάλυψη των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, θανάτου και εξόντωσης, η ανακάλυψη του πιο φριχτού εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκε στην Ιστορία. Πρώτα το Μαιντάνεκ, κοντά στο Λούμπλιν, η Τρεμπλίνκα, το Άουσβιτς.

Τρεμπλίνκα

Τρεμπλίνκα

«Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί τι είναι πιο τρομερό: να οδηγηθείς στον θάνατο μέσα σε φριχτά μαρτύρια, γνωρίζοντας ότι αυτός βρίσκεται εκεί δίπλα σου, ή αγνοώντας εντελώς το τέλος που πλησιάζει, κοιτάζοντας από το παράθυρο ενός βαγονιού της πρώτης θέσης, την ίδια ώρα που από τον σταθμό της Τρεμπλίνκα τηλεφωνούν ήδη στο στρατόπεδο για να αναγγείλουν την άφιξη του τραίνου και να ενημερώσουν για τον αριθμό των επιβατών του;

Με σκοπό προφανώς να ξεγελάσουν για μια τελευταία φορά εκείνους που έφθαναν από την Ευρώπη, είχαν διαμορφώσει το τέλος της σιδηροδρομικής γραμμής στο στρατόπεδο του θανάτου σαν σταθμό επιβατών. Στην άκρη της αποβάθρας… υπήρχε ένας σιδηροδρομικός σταθμός με εκδοτήρια εισιτηρίων, χώρο φύλαξης αποσκευών, κυλικείο. Παντού επιγραφές: “Προς Μπιαουύστοκ”, “Μπαρανοβίτσε”, “Βολκόβυσκ”. Κατά την άφιξη της αμαξοστοιχίας, μια ορχήστρα έπαιζε στον σταθμό κι οι μουσικοί της ήταν άψογα ντυμένοι. Ένας ελεγκτής με στολή της εταιρίας σιδηροδρόμων ζητούσε από τους επιβάτες τα εισιτήριά τους και τους οδηγούσε σε μια πλατεία…

Υπήρχε κάτι το δυσοίωνο και το τρομαχτικό στην πλατεία εκείνη. Ένα προσεχτικό βλέμμα αντιλαμβανόταν αμέσως ανησυχητικές λεπτομέρειες. Στο δάπεδο που είχε σκουπιστεί βιαστικά, μάλλον λίγα λεπτά μόνον πριν φτάσει η καινούρια φουρνιά, έβλεπες παρατημένα σκόρπια αντικείμενα: ένα δέμα με ρούχα, μια μισάνοιχτη μικρή αποσκευή, κάποια κατσαρολικά. Πώς είχαν βρεθεί εκεί; Και για ποιο λόγο η σιδηροδρομική γραμμή σταματά αμέσως μετά την αποβάθρα του σταθμού, εκεί που φυτρώνει ένα κιτρινωπό χορτάρι κι υψώνονται συρματοπλέγματα ύψους τριών μέτρων; Πού είναι λοιπόν οι γραμμές για το Μπιαουύστοκ, για το Σέντλτσε, τη Βαρσοβία και το Βολκόβυσκ;» [Βασίλι Γκρόσσμαν «Η Κόλαση της Τρεμπλίνκα», 1944]

Β. Γκρόσσμαν

Β. Γκρόσσμαν

Νεότερα από το Ανατολικό Μέτωπο – μέρη 1 (Η ΕΣΣΔ στα τέλη της δεκαετίας του 1930) και 2α (1941: Η Χρονιά του Τρόμου – Η Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα και η σοβιετική αντίδραση)

Ιουνίου 21, 2015

«Ο πόλεμος είναι μια πράξη βίας. Ως προς την εκδήλωση της βίας αυτής δεν υπάρχει κανένα όριο». (Κάρολος φον Κλάουζεβιτς, 1780-1831, «Περί Πολέμου», βιβλίο Ι, κεφ. 1)

 Ο Κόκκινος Στρατός στο Σταλινγκράντ, φθινόπωρο 1942

Ο Κόκκινος Στρατός στο Σταλινγκράντ, φθινόπωρο 1942

Η σύγκρουση μεταξύ της ναζιστικής Γερμανίας και της κομμουνιστικής ΕΣΣΔ υπήρξε η μεγαλύτερη, η πιο αιματηρή ένοπλη σύρραξη στην Ιστορία της Ανθρωπότητας. Μια σύγκρουση λαών και ιδεολογιών, ένας ολοκληρωτικός πόλεμος που θα μπορούσε να λήξει μόνο με την εξόντωση ενός εκ των δύο εμπολέμων. Όχι μόνο η έκβασή του, αλλά κι ο ίδιος ο τρόπος διεξαγωγής του καθόρισε το μέλλον της Ευρώπης για δεκαετίες, κι ίσως το καθορίζει ακόμη. Ο πόλεμος αυτός διεξήχθη σε μια αχανή έκταση 1,5 εκ. τετραγωνικών χιλιομέτρων και «κατάπιε» 4,3 εκ. Γερμανούς και 10,6 εκ. Σοβιετικούς στρατιώτες. Στα θύματά του πρέπει να προσμετρήσουμε και τα πολλά εκατομμύρια αμάχων, κυρίως από σοβιετικής πλευράς. Ο πόλεμος αυτός περιλαμβάνει πράξεις απαράμιλλου θάρρους και πράξεις επονείδιστης δειλίας. Πράξεις στρατηγικής ιδιοφυΐας κι εγκληματικές αμέλειες. Βιαιοπραγίες, εκτελέσεις, σφαγές αμάχων. Το δράμα των αιχμαλώτων πολέμου. Εθνοκαθάρσεις και γενοκτονίες με αποκορύφωμα το αίσχος της Σοά. Αμέτρητες ζωές που θυσιάστηκαν στο βωμό της Μεγάλης Ιστορίας.

Η αποτίμηση της σύγκρουσης αυτής στη δυτική ιστοριογραφία ταλανιζόταν επί μακρόν από στερεότυπα: παραδοχή των εξηγήσεων που έδιναν Γερμανοί στρατιωτικοί στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν την τελική αποτυχία τους, απόρριψη των σοβιετικών ιστορικών μελετών ως αμιγώς προπαγανδιστικών έργων (συχνά, όχι αδικαιολόγητα), αντιλήψεις που αποτελούσαν απόρροια του Ψυχρού Πολέμου, θεμελιώδης εχθρότητα προς την κομμουνιστική ΕΣΣΔ και γεωπολιτική αντιπαλότητα της Δύσης προς τη Ρωσία. Η επικράτηση της Σοβιετικής Ένωσης εξηγείται υπεραπλουστευτικά ως συνέπεια της αριθμητικής υπεροχής και του ανεξάντλητου ανθρώπινου και υλικού δυναμικού της. Οι ιδέες αυτές συσκότιζαν την ιστορική αλήθεια και δυσχέραιναν τις προσπάθειες κατανόησης ενός από τα σημαντικότερα γεγονότα του 20ού αιώνα.

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Η ΕΣΣΔ ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ 1930

Χάρτης των περιοχών που πλήγηκαν από λιμό το 1933

Στο εσωτερικό της, η Σοβιετική Ένωση φέρει το βάρος δύο μεγάλων ανθρωπογενών καταστροφών. Κατά το χρονικό διάστημα 1931-1933, τραγικές αποφάσεις της πολιτικής ηγεσίας της ΕΣΣΔ έχουν ως αποτέλεσμα την εκδήλωση μιας σειράς φοβερών λιμών: η βίαιη και αδέξια μετάβαση από την παραδοσιακή οργάνωση της αγροτικής οικονομίας στη σοβιετική των κολχόζ και σοβχόζ, η στενόμυαλη επιμονή να τηρηθούν απαρεγκλίτως εντελώς εξωπραγματικά οικονομικά πλάνα, η εγκληματική απαίτηση της πολιτικής ηγεσίας για συμμόρφωση προς τις αποφάσεις της ανεξαρτήτως κόστους έχουν ως αποτέλεσμα την απώλεια περισσότερων από 6 εκατομμύρια ανθρώπινων ζωών, κυρίως στην Ουκρανία, τη νότια Ρωσία (περιοχές του Κουμπάν και του Κάτω Βόλγα), τα νότια Ουράλια, τη Δυτική Σιβηρία και την Κεντρική Ασία. Το 1937-38, εξίσου καταστροφικές αποδεικνύονται οι σταλινικές εκκαθαρίσεις στο στράτευμα, το κόμμα και τους κύκλους των διανοουμένων. Ακόμη και σήμερα είναι δυσχερής ο υπολογισμός του ακριβούς αριθμού εκείνων που εκτελέστηκαν, φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν ή εκτοπίστηκαν στα στρατόπεδα του Γκουλάγκ.

Παρ’ όλα αυτά, η οικονομική ανάπτυξη, η μαζική παραγωγή καταναλωτικών αγαθών και η βελτίωση των συνθηκών ζωής του πληθυσμού δημιουργούν την πεποίθηση ότι το μέλλον θα είναι καλύτερο.

Στο εξωτερικό, η θέση της ΕΣΣΔ σε ένα ευμετάβλητο, εξαιρετικά ασταθές και επικίνδυνο περιβάλλον είναι ιδιαίτερα περίπλοκη: καθεστώς πολιτικά ανάδελφο, η Σοβιετική Ένωση αντιμετωπίζει με δυσπιστία τόσο τις καπιταλιστικές δυνάμεις της Δύσης όσο και την ιδεολογικά αντίπαλη ναζιστική Γερμανία. Η σοβιετική ηγεσία δεν έχει ξεχάσει τη συμμετοχή των Βρετανών και των Γάλλων (μαζί με τους Έλληνες, Πολωνούς, Ρουμάνους και άλλους συμμάχους τους) στον ρωσικό εμφύλιο πόλεμο. Φοβάται επίσης ότι οι δυτικοί θα προσπαθήσουν να στρέψουν τη γερμανική επιθετικότητα εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Όταν, πάντως, ξεσπάσει η κρίση μεταξύ Γερμανίας και Τσεχοσλοβακίας για το ζήτημα των Σουδητών, ο Στάλιν θα προσφερθεί να στείλει στρατεύματα για να εγγυηθεί την εδαφική ακεραιότητα της Τσεχοσλοβακίας. Τα στρατεύματα αυτά, όμως, πρέπει να περάσουν από πολωνικό έδαφος κι η Πολωνία δεν θα δώσει άδεια διέλευσης. Για εύλογους ιστορικούς λόγους, φοβάται εξίσου τη Γερμανία και τη σοβιετική Ρωσία, πιστεύει δε ότι όσο δεν συμμαχεί με τη δεύτερη μπορεί να γλιτώσει από τυχόν επίθεση της πρώτης. Επιπλέον, διεκδικεί κι εκείνη το μερίδιό της από ενδεχόμενο διαμελισμό της Τσεχοσλοβακίας. Με αυτά τα δεδομένα και την ενδοτικότητα της Βρετανίας του Τσάμπερλαιν και της Γαλλίας του Νταλαντιέ φτάνουμε στις επονείδιστες Συμφωνίες του Μονάχου, στις 29-30 Σεπτεμβρίου 1938, όταν η εδαφική ακεραιότητα της Τσεχοσλοβακίας θυσιάζεται από τους δυτικούς στον βωμό της πολιτικής του κατευνασμού της χιτλερικής Γερμανίας.

Συμφωνίες του Μονάχου, 29 Σεπτεμβρίου 1938: Τσάμπερλαιν, Νταλαντιέ, Χίτλερ, Μουσσολίνι και Τσάνο. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 183-R69173 / CC-BY-SA

Α.   ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΩΣ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΡΙΜΠΕΝΤΡΟΠ-ΜΟΛΟΤΟΦ

Οι φόβοι των Σοβιετικών για τη θέση της Δύσης ενισχύονται: στο διάστημα μεταξύ των Συμφωνιών του Μονάχου και της εισβολής των στρατευμάτων του Γ΄ Ράιχ στην Τσεχοσλοβακία (Μάρτιος 1939), ιδίως δε μετά τη συνάντηση του Γάλλου Υπουργού Εξωτερικών Ζωρζ Μποννέ με τον Γερμανό ομόλογό του Γ. φον Ρίμπεντροπ (Δεκέμβριος 1938), οι γαλλικές εφημερίδες επιδίδονται σε εκστρατεία προπαγάνδας για τη δημιουργία μιας «Μεγάλης Ουκρανίας» η οποία θα αποσχιζόταν από την ΕΣΣΔ. Του νέου κράτους θα ηγούταν κάποιο ανδρείκελο, χρηματοδοτούμενο από τη Γερμανία, σαν τον Βασίλι Μπισκούπσκι ή τον Πάβλο Σκοροπάντσκι.

Β. Μ. Μόλοτοφ

Η «εκατονταετής» ειρήνη που θα διασφάλιζαν οι Συμφωνίες του Μονάχου, όπως έλεγαν κάποιοι στη Δύση, δεν κράτησε ούτε έξι μήνες! Στις 15 Μαρτίου 1939, η Γερμανία εισέβαλλε στην Τσεχοσλοβακία. Οχτώ ημέρες μετά, αποσπούσε το Μέμελ/ Κλάιπεντα από τη Λιθουανία. Στη Μόσχα, με διάταγμα του Ανωτάτου Σοβιέτ της 4ης Μαΐου 1939, ο Βιατσεσλάφ Μ. Μόλοτοφ, πρόεδρος του Συμβουλίου Λαϊκών Επιτρόπων της ΕΣΣΔ, αντικαθιστούσε τον Μαξίμ Λίτβινοφ, ένθερμο θιασώτη της συνεργασίας με τη Δύση εναντίον της ναζιστικής Γερμανίας, στη θέση του Υπουργού Εξωτερικών. Ήταν αυτό μια ένδειξη ότι θα άλλαζε κι η σοβιετική εξωτερική πολιτική;

Όχι απαραίτητα. Οι Σοβιετικοί φαίνεται να κατέβαλαν κάθε προσπάθεια για την επίτευξη συμφωνίας με τη Δύση. Από τον Ιούνιο μέχρι τον Αύγουστο του 1939 διαπραγματεύονται διαρκώς με τους Βρετανούς και τους Γάλλους με σκοπό τη συμμαχία κατά των ναζί. Η ΕΣΣΔ επιθυμεί μια συμμαχία με συγκεκριμένους όρους: πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς οι στρατιωτικές δυνάμεις που θα διαθέσει κάθε χώρα σε περίπτωση πολέμου. Σύμφωνα με το σχέδιο συμφωνίας που πρότειναν οι Σοβιετικοί, αν η Γερμανία στραφεί κατά της Γαλλίας και της Βρετανίας, η ΕΣΣΔ θα συμβάλει με δυνάμεις ίσες με το 60 % των αγγλογαλλικών. Εάν στραφεί κατά της Πολωνίας ή της Ρουμανίας, η ΕΣΣΔ θα διαθέσει τις ίδιες δυνάμεις με το ΗΒ και τη Γαλλία. Εάν, τέλος, στόχος της επίθεσης είναι η ίδια η Σοβιετική Ένωση, τότε Βρετανία και Γαλλία θα πρέπει να διαθέσουν δυνάμεις ίσες με το 70 % των σοβιετικών. Οι Γάλλοι δεν είναι αρνητικοί, αλλά αργούν να συμφωνήσουν. Οι Βρετανοί δεν έχουν καμία διάθεση να δεσμευθούν με τέτοιο τρόπο. Προτιμούν μια συμφωνία με ασαφείς όρους, την οποία πιστεύουν ότι θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν ως διπλωματικό χαρτί στο μέλλον. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι διαπραγματεύσεις δεν καταλήγουν πουθενά.

Β.   ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΡΙΜΠΕΝΤΡΟΠ-ΜΟΛΟΤΟΦ ΩΣ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣΟΒΙΕΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Η διστακτικότητα της Δύσης, θα οδηγήσει τη σοβιετική ηγεσία στον κυνικό ρεαλισμό. Η γερμανική ηγεσία, προκειμένου να διασφαλίσει τα νώτα της λίγο πριν εισβάλει στην Πολωνία, προσεγγίζει την ΕΣΣΔ. Τον Αύγουστο του 1939, ο Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών Γιόαχιμ φον Ρίμπεντροπ και ο πρέσβης στη Μόσχα κόμης Φρήντριχ-Βέρνερ φον Σούλενμπουργκ προτείνουν στους Σοβιετικούς την υπογραφή συμφώνου μη επιθέσεως. Το δέλεαρ είναι σημαντικό: διασφάλιση της ειρήνης, έστω και προσωρινή, ανάπτυξη των εμπορικών σχέσεων (η γερμανική πολεμική βιομηχανία χρειάζεται απεγνωσμένα τις πρώτες ύλες που παράγει η ΕΣΣΔ), κατευνασμός της Ιαπωνίας με την οποία η ΕΣΣΔ βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση και δυνατότητες εδαφικής επέκτασης για τους Σοβιετικούς με τρόπο που θα εγγυάται μεγαλύτερη ζώνη ασφάλειας. Με ιδιαίτερη διακριτικότητα όσον αφορά τη δημοσιότητα του γεγονότος, οι δύο ΥπΕξ υπογράφουν το σύμφωνο στις 23 Αυγούστου.

28 8 1939, υπογραφή Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ

Την 1η Σεπτεμβρίου 1939, η ναζιστική Γερμανία εισβάλλει απρόκλητα στην Πολωνία. Κι ενώ οι γερμανικές δυνάμεις προελαύνουν παρά την ηρωϊκή, μα απέλπιδα, αντίσταση των Πολωνών, αρχίζουν να γίνονται αντιληπτοί και οι μυστικοί όροι του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ: στις 17 Σεπτεμβρίου ο Κόκκινος Στρατός εισβάλλει στην ανατολική Πολωνία. Τρεις ημέρες αργότερα έχει ήδη καταλάβει το Λβίφ, το Κόβελ, το Βίλνο/ Βίλνιους και το Γκρόντνο, αιχμαλωτίζοντας χιλιάδες Πολωνούς αξιωματικούς και στρατιώτες. Οι απλοί στρατιώτες απελευθερώθηκαν σχετικά γρήγορα, όχι όμως και οι αξιωματικοί. Αρκετοί από τους δεύτερους δεν θα επιζήσουν της αιχμαλωσίας: τον Απρίλιο του 1943 γερμανικές δυνάμεις ανακάλυπταν στο δάσος του Κάτυν, κοντά στο κατεχόμενο Σμολένσκ, τους μαζικούς τάφους χιλιάδων Πολωνών αξιωματικών που είχαν εκτελεστεί, πιθανώς το 1940, από τους πράκτορες του Εν Κα Βε Ντε (του διαβόητου Λαϊκού Επιτροπάτου Εσωτερικών Υποθέσεων/ Народный комиссариат внутренних дел). Η επιχείρηση στην Πολωνία παρουσιάζεται στη σοβιετική κοινή γνώμη ως απελευθέρωση της δυτικής Λευκορωσίας και Ουκρανίας!

Φινλανδός πολυβολητής

Ο Χειμερινός Πόλεμος με τη Φινλανδία: Με την ασφάλεια που της παρέχει το Σύμφωνο Ρ.-Μ., η ΕΣΣΔ συνεχίζει την επιχείρηση εδαφικής επέκτασης, αυτή τη φορά προς Βορρά. Τα σοβιετοφινλανδικά σύνορα απέχουν μόλις 30 χλμ. από τη μεγαλούπολή του Λενινγκράντ. Η σοβιετική ηγεσία αποστέλλει στη φινλανδική τελεσίγραφο ζητώντας εδαφικές παραχωρήσεις (προτείνοντας πάντως και αμοιβαίες ανταλλαγές εδαφών). Για να αυξήσει την πίεση, προχωρά και στη συγκρότηση μιας κυβέρνησης ανδρεικέλων, αυτής της «ΛΔ Φινλανδίας», υπό τον Όττο Κουουσίνεν, η οποία θα μείνει γνωστή στην Ιστορία ως «κυβέρνηση του Τεριγιόκι». Οι Φινλανδοί αρνούνται τους όρους του τελεσιγράφου και στις 30 Νοεμβρίου ξεσπά ο πόλεμος. Οι Σοβιετικοί αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες: αφού ο Κόκκινος Στρατός προχώρησε σε φινλανδικό έδαφος σταματά στην αμυντική γραμμή Μάννερχάιμ, όπου θα καθηλωθεί για πάνω από δύο μήνες. Μπορεί η αριθμητική υπεροχή να ανήκει στους Σοβιετικούς, αλλά οι Φινλανδοί έχουν καλύτερο οπλισμό και είναι κατάλληλα εκπαιδευμένοι για ένα χειμερινό πόλεμο στον Βορρά. Μόλις στα τέλη Φεβρουαρίου ο Κόκκινος Στρατός κατορθώνει να διασπάσει τη φινλανδική άμυνα και να αναγκάσει τον Φινλανδό στρατάρχη Μάννερχάιμ σε συνθηκολόγηση (12 Μαρτίου). Οι όροι της είναι χειρότεροι για τους Φινλανδούς από το τελεσίγραφο του Νοεμβρίου: ειδικά η παραχώρηση του Βίμποργκ και οι χιλιάδες πρόσφυγες που θα εγκαταλείψουν την πόλη θα ενισχύσουν μοιραία τα εχθρικά αισθήματα για την ΕΣΣΔ. Επιπλέον, ο Πόλεμος του Χειμώνα κόστισε στην ΕΣΣΔ μεγάλες απώλειες (48 χιλ. νεκροί, 158 χιλ. τραυματίες), ενώ οι αποτυχίες του Κόκκινου Στρατού θα πρέπει να επέτρεψαν σε κάποιους να συναγάγουν συμπεράσματα για το πραγματικό αξιόμαχό του.

Η παράλληλη επέκταση: Τον Απρίλιο του 1940, η Γερμανία καταλαμβάνει τη Δανία και τη Νορβηγία. Ένα μήνα αργότερα ξεκινά την εντυπωσιακή επίθεσή της κατά των χωρών της Μπενελούξ και της Γαλλίας. Στις 14 Ιουνίου οι γερμανικές δυνάμεις εισέρχονται στο Παρίσι. Στις 22 Ιουνίου ο στρατάρχης Πεταίν συνθηκολογεί. Στο μεταξύ, η ΕΣΣΔ συνεχίζει την επέκτασή της: στις 17-23 Ιουνίου καταλαμβάνει αστραπιαία τις τρεις Βαλτικές Δημοκρατίες (Λιθουανία, Λεττονία, Εσθονία), και στο τέλος του μήνα αποσπά από τη Ρουμανία τη Βεσσαραβία και τη Μπουκοβίνα. Έχει πλέον ανακτήσει σχεδόν το σύνολο των εδαφών της τσαρικής Ρωσίας (με την εξαίρεση μέρους της γερμανοκρατούμενης Πολωνίας), αλλά κατέχει πλέον και εδάφη που δεν ανήκαν ποτέ στην αυτοκρατορία των τσάρων (η Γαλικία και η Μπουκοβίνα ανήκαν ως το 1918 στην Αυτοκρατορία των Αψβούργων).

Το Λονδίνο κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών, φθινόπωρο 1940

Η Μάχη της Αγγλίας και η σταδιακή σοβιετική μεταστροφή: Τον Ιούλιο του 1940, οι Γερμανοί αρχίζουν να βομβαρδίζουν τη Βρετανία. Ο πρώτος μεγάλος βομβαρδισμός του Λονδίνου ανάγεται στις 7 Σεπτεμβρίου. Τα γεγονότα αυτά σηματοδοτούν μια σταδιακή μεταστροφή της σοβιετικής κοινής γνώμης, προφανώς με την άτυπη έγκριση της πολιτικής ηγεσίας: τον Οκτώβριο, η Πράφντα δημοσιεύει ρεπορτάζ του ανταποκριτή της στο Λονδίνο στα οποία παρουσιάζεται με ιδιαίτερη συμπάθεια η βρετανική αντίσταση στις γερμανικές επιθέσεις. Η μεταστροφή αυτή παρατηρείται και στους κύκλους των διανοουμένων: την ίδια εποχή, η Αχμάτοβα γράφει το ποίημά της «Προς Λονδρέζους»:

«Του Σαίξπηρ το εικοστό τέταρτο το δράμα
γράφει ο Χρόνος με το αμείλικτό του χέρι.
Κι εμείς, οι καλεσμένοι στη φριχτή γιορτή,
πέρα από το σκοτεινό ποτάμι,
κάλλιο να διαβάσουμε τον Άμλετ, τον Καίσαρα, τον Βασιλέα Ληρ.
Κάλλιο στον τάφο της να συνοδέψουμε τη λατρευτή Ιουλιέττα,
δαυλούς κρατώντας, τραγουδώντας.
Κάλλιο να δούμε μέσα απ’ του Μακμπέθ το παραθύρι.
ρίγη να νιώσουμε μπρος στους φονιάδες, τους κακούργους.
Μα όχι αυτό, όχι αυτό, όχι αυτό…
το δράμα αυτό είναι αβάσταχτο να το διαβάσουμε!» [Άννα Αχμάτοβα «Προς Λονδρέζους», πιθ. φθινόπωρο 1940, εκδόθηκε στη Συλλογή «Избранное Стихи», Τασκένδη 1943.]

Οι γερμανοσοβιετικές σχέσεις διαταράσσονται – η επίσκεψη Μόλοτοφ στο Βερολίνο: Και κάπως έτσι, παρά τη φαινομενική ηρεμία, καθίσταται σαφές ότι κάτι δεν πάει καλά στις γερμανοσοβιετικές σχέσεις. Και οι δύο πλευρές έχουν την αίσθηση ότι πρόκειται για παρά φύση «συμμαχία». Οι Γερμανοί είναι ανήσυχοι με τη σοβιετική εδαφική επέκταση, ιδίως όταν πια οι τυπικά σύμμαχοι έχουν πλησιάσει πολύ τις ρουμανικές πετρελαιοπηγές. Επομένως, είτε η ΕΣΣΔ θα συμμετάσχει ουσιαστικά στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας είτε θα είναι καλύτερο για τη δεύτερη να ξεμπερδεύει μιαν ώρα αρχύτερα με τον ιδεολογικό εχθρό του «ιουδαιομπολσεβικισμού»! Όλα αυτά θα φανούν ακόμη περισσότερο κατά την επίσκεψη του Μόλοτοφ στο Βερολίνο (12-14 Νοεμβρίου). Ο Χίτλερ προτείνει τη σοβιετική συμμετοχή στον διαμελισμό της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, αλλά οι Σοβιετικοί ενδιαφέρονται περισσότερο για τη σταθερότητα στα Βαλκάνια.

Νοέμβριος 1940, Ρίμπεντροπ και Μόλοτοφ, πηγή: Bundesarchiv, Bild 183-1984-1206-523 / CC-BY-SA

Νοέμβριος 1940, Ρίμπεντροπ και Μόλοτοφ, πηγή: Bundesarchiv, Bild 183-1984-1206-523 / CC-BY-SA

Το βράδυ της 13ης Νοεμβρίου, παρατίθεται επίσημο δείπνο στη σοβιετική πρεσβεία στο Βερολίνο, το οποίο διακόπτεται λόγω βρετανικού βομβαρδισμού. Στο καταφύγιο του υπουργείου εξωτερικών, ο Ρίμπεντροπ επαναλαμβάνει στον Μόλοτοφ τη γερμανική πρόταση. Ακολουθεί η εξής στιχομυθία (η οποία, βέβαια, δεν δημοσιεύθηκε ποτέ στον σοβιετικό τύπο: την εκμυστηρεύθηκε ο Στάλιν στον Τσέρτσιλλ, ο οποίος και την κατέγραψε στα απομνημονεύματά του):
Ρίμπεντροπ: «Δεν έχετε, όμως, απαντήσει ακόμη στο ουσιώδες ερώτημα. Θα συνεργαστεί η ΕΣΣΔ στη μεγάλη εκκαθάριση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας;
Μόλοτοφ: «Αν είστε τόσο βέβαιος ότι η Αγγλία είναι τελειωμένη, τότε τι στο καλό κάνουμε σε αυτό το καταφύγιο

ΜΕΡΟΣ Ι

Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ: Από την έναρξη της επιχείρησης Μπαρμπαρόσσα ως και τη Μάχη της Μόσχας

«Θα έλεγε κάποιος ότι όλοι περίμεναν τον πόλεμο εδώ και καιρό, κι όμως, την τελευταία ώρα, το ξέσπασμα του πολέμου ήταν κάτι σαν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν προφανώς αδύνατο να προετοιμαστείς για μια δυστυχία τόσο φριχτή». [Κονσταντίν Μιχάιλοβιτς Σίμονοφ (1915-1979) «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί» («Живые и мёртвые»), 1959]

Α.   ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΜΠΑΡΜΠΑΡΟΣΣΑ

α.   Ο Χίτλερ αποφασίζει να επιτεθεί στην ΕΣΣΔ

Κατά τα φαινόμενα, η επόμενη κίνηση του Χίτλερ θα πρέπει να ήταν η εισβολή στη Βρετανία. Μόνο που λόγοι τόσο «τεχνικής» όσο και ιδεολογικής φύσης καθιστούσαν το εγχείρημα αυτό εξαιρετικά δυσχερές. Το σχέδιο μιας απόβασης στη Βρετανία ενείχε σχεδόν αξεπέραστες δυσκολίες. Ο τελευταίος στην ιστορία που τα είχε καταφέρει, χάρη σε ευνοϊκές συγκυρίες, ήταν ένας Νορμανδός Δούκας σχεδόν 900 χρόνια πιο πριν. Επιπλέον, για τον Χίτλερ, μια τέτοια επίθεση κατά των Άγγλων ήταν αντίθετη προς τις ιδεολογικές πεποιθήσεις του. Ο ηγέτης του ναζισμού ποτέ δεν είχε κρύψει τον θαυμασμό του για τους Άγγλους: ήταν η άλλη «κυρίαρχη» φυλή, με την οποία θα μοιραζόταν τον κόσμο. Το πρότυπο του Χίτλερ για μια αχανή γερμανική αυτοκρατορία στην Ανατολή δεν ήταν άλλο από τη βρετανική Ινδία: πώς λίγοι κυρίαρχοι κατορθώνουν να επιβληθούν στα εκατομμύρια των ιθαγενών. Αργά ή γρήγορα, Γερμανία και Βρετανία θα έφταναν σε φιλικό διακανονισμό. Αν μάλιστα έβγαινε από τη μέση ο μόνος σοβαρός δυνητικός σύμμαχος των Βρετανών, η ΕΣΣΔ, τότε όλα θα γίνονταν πιο απλά. Επιπλέον, η Γερμανία θα ξεμπέρδευε με τον αιώνιο ιδεολογικό αντίπαλο, «το όνειδος του ιουδαιομπολσεβικισμού». Στις 18 Δεκεμβρίου 1940, ο Χίτλερ παίρνει την οριστική απόφασή του να επιτεθεί στην ΕΣΣΔ! Ήταν περήφανος για την επιχείρηση που είχσ σχεδιασθεί κι απόλυτα αισιόδοξος για την κατάληξή της.

«Όταν η Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα αρχίσει, ολόκληρη η υφήλιος θα κρατήσει την ανάσα της

«Απλώς θα χτυπήσουμε την πόρτα κι ολόκληρο το σαθρό οικοδόμημα θα καταρρεύσει μονομιάς!»

Ο πόλεμος αυτός θα ήταν διαφορετικός: φυλετικός, δίχως περιορισμούς. Η Βέρμαχτ δεν όφειλε να τηρήσει το δίκαιο του πολέμου, μια και «η ΕΣΣΔ δεν δεσμευόταν από τις σχετικές συνθήκες». Κομμισσάριοι και στελέχη του ΚΚΣΕ, Εβραίοι και αντάρτες θα παραδίδονταν στις ειδικές ομάδες των Ες Ες και τη στρατιωτική αστυνομία προς εκτέλεση. Ο άμαχος πληθυσμός, ως «Σλάβοι υπάνθρωποι», δεν θα ετύγχαναν καμιάς προστασίας, ούτε θα δικαιούνταν τρόφιμα ή ό,τι άλλο.

Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα, Ιούνιος-Δεκέμβριος 194- Πηγή: χρήστης Gdr στην αγγλική έκδοση της Βικιπαίδειας [en.wikipedia]

Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα, Ιούνιος-Δεκέμβριος 194- Πηγή: χρήστης Gdr στην αγγλική έκδοση της Βικιπαίδειας [en.wikipedia]

Σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο, τα γερμανικά στρατεύματα θα εισβάλουν στη Σοβιετική Ένωση σε διάταξη τρίαινας αποτελούμενης από τρεις ομάδες στρατιών: Βορρά, υπό τον Βίλχελμ φον Λέεμπ, Κέντρου, υπό τον Φέντορ φον Μποκ, και Νότου, υπό τον Γκερτ φον Ρούντστεντ. Ο τρομερά φιλόδοξος στόχος είναι η κατάληψη ολόκληρης της ευρωπαϊκής ΕΣΣΔ μέχρι το Αρχανγκέλσκ, τα Ουράλια και το Αστραχάν στις εκβολές του Βόλγα!

β.   Το σοβιετικό «μούδιασμα» και η έναρξη του πολέμου

Όσο πλησίαζε το θέρος του 1941 τόσο πύκνωναν τα μηνύματα με αποδέκτη τη σοβιετική κυβέρνηση σχετικά με επικείμενη γερμανική εισβολή. Έχοντας προφανώς επίγνωση του ότι ο Κόκκινος Στρατός ήταν ανέτοιμος για μια τέτοια σύγκρουση, η ηγεσία της ΕΣΣΔ προσπαθούσε απελπισμένα να αναβάλει το μοιραίο, προσποιούμενη ότι όλα έβαιναν καλώς όσον αφορά τις γερμανοσοβιετικές σχέσεις.

Στις 5 Μαΐου, ο Στάλιν δεξιωνόταν στο Κρεμλίνο αποφοίτους στρατιωτικών σχολών. Τους μίλησε για περίπου σαράντα λεπτά. Την επομένη, η Πράβντα συνόψιζε τον λόγο σε πέντε ή έξι ανώδυνες γραμμές. Το περιεχόμενο της ομιλίας επρόκειτο να γίνει γνωστό πολύ αργότερα.

«Η κατάσταση είναι εξαιρετικά σοβαρή και δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο γερμανικής επίθεσης πολύ σύντομα… Με όλα τα διπλωματικά μέσα που διαθέτει, η σοβιετική κυβέρνηση θα προσπαθήσει να αποτρέψει το ενδεχόμενο αυτό, τουλάχιστον μέχρι το φθινόπωρο. Τότε θα είναι πολύ αργά για τους Γερμανούς. Μπορεί να το κατορθώσουμε, μπορεί και όχι…».

Επισήμως όλα συνέχιζαν να είναι ήρεμα. Άλλωστε, οι μεθοριακές σοβιετικές δυνάμεις είχαν λάβει διαταγές να μην αντιδρούν σε ύποπτες κινήσεις των γερμανικών στρατευμάτων, προκλήσεις ή παραβιάσεις του εναέριου χώρου της ΕΣΣΔ. Στις 14 Ιουνίου, το πρακτορείο ΤΑΣΣ εξέδιδε το περιβόητο ανακοινωθέν με το οποίο προσπαθούσε να πείσει ότι οι σχέσεις της ΕΣΣΔ με τη Γερμανία ήταν περίπου ανέφελες. Οι προσεκτικοί παρατηρητές περίμεναν τις γερμανικές αντιδράσεις. Δεν υπήρξε καμία.

Στα απομνημονεύματά του, ο Σοβιετικός στρατηγός Ιβάν Φεντιουνίνσκι διηγείται ένα παράξενο περιστατικό:

«Στις 18 Ιουνίου, εμφανίστηκε σε κάποιο σοβιετικό φυλάκιο ένας Γερμανός λιποτάκτης. Ισχυριζόταν πως, ενώ ήταν μεθυσμένος, χτύπησε έναν αξιωματικό. Είχε τον φόβο ότι θα τον περνούσαν από στρατοδικείο και θα τον τουφέκιζαν. Διατεινόταν ότι συμπαθούσε τους Ρώσους γιατί ο πατέρας του ήταν κομμουνιστής. Στο τέλος, είπε σε αυτούς που τον ανέκριναν ότι, στις 22 Ιουνίου στις 4 το πρωί, ο γερμανικός στρατός θα εισέβαλε στη Ρωσία

Είχε ήδη πέσει η σύντομη νύχτα της 21ης Ιουνίου όταν ο Γερμανός πρεσβευτής στη Μόσχα, o κόμης Φρήντριχ-Βέρνερ φον Σούλενμπουργκ επισκέφτηκε τον Λαϊκό Επίτροπο Εξωτερικών Υποθέσεων Βιατσεσλάφ Μιχάιλοβιτς Μόλοτοφ, έπειτα από επανειλημμένες τηλεφωνικές κλήσεις του δεύτερου. Ο φον Σούλενμπουργκ, που αγνοούσε τα πάντα για τις αποφάσεις που είχε λάβει ο Χίτλερ κι η ναζιστική ηγεσία εδώ και μήνες, κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Επιστρέφοντας στην πρεσβεία, βρήκε τις οδηγίες του ΥπΕξ φον Ρίμπεντροπ: θα έπρεπε να μεταβεί αμέσως εκ νέου στο Κρεμλίνο και, χωρίς καμία συζήτηση, να διαβάσει στον Μόλοτοφ ένα τηλεγράφημα του Χίτλερ που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά συγκεκαλυμμένη κήρυξη πολέμου. Ο Ρώσος ΥπΕξ άκουσε αμίλητος το τηλεγράφημα κι έπειτα είπε στον φον Σούλενμπουργκ: «Πόλεμος, λοιπόν… Πιστεύετε ότι αξίζαμε κάτι τέτοιο;» [Alexander Werth (Александр Верт) “Russia At War, 1941-1945”, Barrie & Rockliff, Λονδίνο, 1964/ γαλλική έκδοση: « La Russie en guerre », t. 1 « La patrie en danger, 1941-1942 », τελευταία αναθεωρημένη έκδοση, Tallandier, σειρά Texto, Παρίσι, 2012, σελ. 195-201, 225]

Είχε αρχίσει να χαράζει. Την ίδια ώρα, τρία εκατομμύρια Γερμανοί στρατιώτες, μαζί με ένα εκατομμύριο συμμάχους τους, (Ρουμάνους, Ούγγρους, Σλοβάκους και Ιταλούς) εισέβαλλαν στη Σοβιετική Ένωση, αρχίζοντας μια προέλαση που επρόκειτο σύντομα να τους φέρει στα περίχωρα της Μόσχας και του Λενινγκράντ και στις όχθες του Βόλγα. Η πιο μεγάλη πολεμική αναμέτρηση της Ιστορίας είχε μόλις αρχίσει.

Γερμανικές δυνάμεις τεθωρακισμένων περνούν τα πολωνοσοβιετικά σύνορα φωτογραφία Bundesarchiv, Bild 101I-185-0139-20  Grimm, Arthur  CC-BY-SA

Γερμανικές δυνάμεις τεθωρακισμένων περνούν τα πολωνοσοβιετικά σύνορα. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-185-0139-20 Grimm, Arthur CC-BY-SA

γ.   Η γερμανική προέλαση και η πανωλεθρία του Κόκκινου Στρατού

Οι πρώτες εβδομάδες του πολέμου αποτελούν πραγματική πανωλεθρία για τον Κόκκινο Στρατό. Σε πολλές περιπτώσεις, οι δυνάμεις του υποχωρούν άτακτα ή προβάλλουν αντίσταση χωρίς συντονισμό και υποστήριξη και συχνά περικυκλώνονται από τις γερμανικές. Μεγάλος αριθμός αεροσκαφών και αρμάτων μάχης καταστρέφονται. Στη Μόσχα, η σύγχυση της ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας είναι πρόδηλη: υπάρχει απόλυτη αδυναμία κατανόησης της κατάστασης. Οι αρχικές διαταγές της πρώτης ημέρας καταδεικνύουν ότι στο σοβιετικό επιτελείο νομίζουν πως είναι απλώς κάποια γερμανική πρόκληση στην οποία δεν πρέπει να ενδώσουν οι σοβιετικές δυνάμεις. Όταν πλέον γίνεται αντιληπτό ότι πρόκειται για κανονική εισβολή, οι διαταγές που δίνονται είναι εντελώς εξωπραγματικές. Το επιτελείο κάνει λόγο για επιχειρήσεις στο εχθρικό έδαφος και βομβαρδισμό των πόλεων της Ανατολικής Πρωσίας, τη στιγμή που ο Κόκκινος Στρατός υποχωρεί παντού!
Στην Ουκρανία, ήδη από τις αρχές του Ιουλίου, οι σοβιετικές δυνάμεις έχουν υποχωρήσει πέρα από τα παλαιά (προ του 1939) σύνορα! Σχεδόν ολόκληρη η Λευκορωσία και η πρωτεύουσά της, το Μινσκ, είχε καταληφθεί, όπως και μεγάλο μέρος των Βαλτικών Δημοκρατιών.

Εξηγήσεις για την υποχώρηση: Πώς εξηγείται η πανωλεθρία αυτή των Σοβιετικών;

– Οι Γερμανοί έχουν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, υπεροχή σε ανθρώπινο δυναμικό και εξοπλισμό (αριθμητική και ποιοτική). Έχουν ένα συγκεκριμένο σχέδιο το οποίο εκτελούν. Τα στρατεύματά τους είναι εμπειροπόλεμα και έχουν άριστο ηθικό, ειδικά μετά τον αστραπιαίο θρίαμβο της προηγούμενης χρονιάς στη Δύση.

– Ο Κόκκινος Στρατός πληρώνει διπλά το τίμημα των εκκαθαρίσεων του 1937-38, όταν διώχθηκαν κάπου 15.000 αξιωματικοί, δηλαδή ποσοστό περίπου 15 % του σώματος (το οποίο είναι πολύ μεγαλύτερο όσον αφορά τους ανώτατους αξιωματικούς). Όσοι έχουν απομείνει είναι σε μεγάλο βαθμό άπειροι (οι μόνες πρόσφατες πολεμικές εμπειρίες του Κόκκινου Στρατού αφορούσαν ειδικές περιπτώσεις: τον Ισπανικό Εμφύλιο και τον πόλεμο στην Άπω Ανατολή κατά των Ιαπώνων, όταν ο Ζούκοφ είχε συντρίψει τους Ιάπωνες στον ποταμό Χαλκίν-Γκολ της Μογγολίας το 1939). Επιπλέον, οι εκκαθαρίσεις αποδεικνύονται καταστροφικές και διότι έχουν ενισχύσει διάφορες ιδεοληψίες και τον στείρο δογματισμό σε επίπεδο τακτικής και στρατηγικής. Η άμυνα παραμελείται εντελώς. Η αξία των τεθωρακισμένων και της κινητικότητας των μονάδων απορρίπτεται ως «ξεπερασμένη αστική ιδεοληψία». Ας θυμηθούμε ότι το γνωστότερο θύμα των εκκαθαρίσεων ήταν ο εκτελεσθείς στρατάρχης Μιχαήλ Νικολάγιεβιτς Τουχατσέφσκι, ο οποίος είχε αναπτύξει ιδιαίτερα πρωτοποριακές θεωρίες στρατηγικής και τακτικής (πίστευε λ.χ. ότι η πραγματική αξία μιας μονάδας βρίσκεται στον συσχετισμό της δύναμης πυρός και των δυνατοτήτων της κίνησης – ήταν θιασώτης των επιχειρήσεων σε βάθος κ.λπ.).

– Η γερμανική εισβολή βρίσκει τον Κόκκινο Στρατό ενώ ακόμη εξελίσσεται πρόγραμμα ριζικής αναδιοργάνωσης και εξοπλισμού του (βλ. άρθρο του, τότε, στρατηγού Ζούκοφ στην Πράφντα της 23ης Φεβρουαρίου 1941). Τα περισσότερα αεροσκάφη και άρματα μάχης που διαθέτει ανήκουν σε ξεπερασμένους τύπους. Επιπλέον, τα πληρώματά τους είναι ελλιπώς εκπαιδευμένα. Π.χ. οι πιλότοι των σοβιετικών αεροπλάνων που προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν τη γερμανική εισβολή είχαν σε αρκετές περιπτώσεις μόλις 4-15 ώρες πτήσης, την ώρα που ο αντίστοιχος αμερικανικός στρατιωτικός κανονισμός απαιτούσε 150 ώρες πτήσης για να κριθεί πιλότος ως μάχιμος! Κι ακόμη, η ΕΣΣΔ δεν διέθετε σοβαρή αυτοκινητοβιομηχανία: η έλλειψη αυτή συνεπαγόταν θεμελιώδη αδυναμία του Κόκκινου Στρατού σε θέματα συγκρότησης μηχανοκίνητων μονάδων, μεταφορών, εφοδιασμού και υποστήριξης.

– Τέλος, η εδαφική επέκταση της ΕΣΣΔ προς Δυσμάς αποτελούσε επιπρόσθετο μειονέκτημα σε περίπτωση εχθρικής επίθεσης: οι αμυντικές οχυρώσεις ήταν πρόχειρες κι ελλιπείς, τα στρατιωτικά αεροδρόμια λιγοστά. Ειδικά στις περιπτώσεις εδαφών που ποτέ δεν ανήκαν στη Ρωσία (Γαλικία, Μπουκοβίνα) η στάση του πληθυσμού ήταν έως και εχθρική προς τις σοβιετικές δυνάμεις. Στη δυτική Ουκρανία λ.χ., οι ομάδες των εθνικιστών ανταρτών του Μπαντέρα είχαν την ευκαιρία να εκμεταλλευθούν το ξεκίνημα της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσσα προβαίνοντας σε πολυάριθμα σαμποτάζ που επέτειναν τη σύγχυση και τον πανικό του σοβιετικού στρατού.

Στο οχυρό του Μπρεστ-Λιτόφσκ: Και όμως… όπου υπήρχαν οι στοιχειώδεις έστω προϋποθέσεις, ο Κόκκινος Στρατός προέβαλε αντίσταση έως κι ηρωική. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ήταν αυτό της φρουράς του οχυρού του Μπρεστ-Λιτόφσκ.

Η Πύλη του Χολμ στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ

Η Πύλη του Χολμ στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ

Το Μπρεστ, κάποτε Μπρεστ-Λιτόφσκ, βρίσκεται στη Λευκορωσία στα σύνορα της χώρας με την Πολωνία. Η πόλη αποτελούσε πολωνικό έδαφος μέχρι το 1795, όταν, με τον τρίτο διαμελισμό της Πολωνίας, κατέληξε στη Ρωσία. Για να διασφαλισθεί η άμυνα της πόλης και της περιοχής της από κάθε πιθανό εισβολέα, οι Ρώσοι έχτισαν στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα ένα από τα πιο επιβλητικά φρούρια της εποχής σε ένα νησί που σχηματίζεται ανάμεσα στους ποταμούς Μπουγκ και Μοχαβέτς.

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το φρούριο κατελήφθη από τους Γερμανούς. Από την πόλη του Μπρεστ-Λιτόφσκ έστειλαν οι Γερμανοί ένα από τα πιο προκλητικά τελεσίγραφα στη Ρωσία των Μπολσεβίκων πλέον, στα τέλη του 1917. Στο οχυρό της πόλης υπογράφηκε τον Μάρτιο του 1918, μετά από διαπραγματεύσεις μηνών, η Συνθήκη ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόφσκ η οποία έθετε τέρμα στον πόλεμο μεταξύ Γερμανικής Αυτοκρατορίας και Ρωσίας των Λένιν και Τρότσκι.

Η πόλη αλλάζει χέρια κάμποσες φορές μεταξύ Γερμανών, Ρώσων και Πολωνών στους οποίους και καταλήγει το 1921. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα αποτελέσει το θέατρο σκληρών μαχών δύο φορές. Η πρώτη πολιορκία της πόλης και του οχυρού ανάγεται στον Σεπτέμβριο του 1939, όταν η πολωνική φρουρά του οχυρού υπό τον στρατηγό Κονστάντυ Πλισόφσκι θα προσπαθήσει ανεπιτυχώς να αποκρούσει την επίθεση των γερμανικών δυνάμεων του στρατηγού Χάιντς Γκουντέριαν. Οι Γερμανοί καταλαμβάνουν το φρούριο στις 17/18-9-1939, αλλά 4 ημέρες μετά το παραδίδουν στους Σοβιετικούς σύμφωνα με τους όρους του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ. Σε λιγότερο από δύο χρόνια θα χρειαστεί να το πολιορκήσουν εκ νέου.

Οι Γερμανοί έφτασαν στην πόλη ήδη από την πρώτη ημέρα της εισβολής. Δύο ημέρες μετά, στις 24 Ιουνίου 1941, η πόλη είχε καταληφθεί, όχι όμως και το οχυρό της, όπου αντιστέκεται ηρωϊκά ισχυρή σοβιετική δύναμη. Μέχρι το τέλος του Ιουνίου οι Γερμανοί έχουν καταλάβει το μεγαλύτερο τμήμα του οχυρού. Ωστόσο θα συνεχίσουν να υπάρχουν μεμονωμένα σημεία αντίστασης μέσα στο φρούριο τουλάχιστον έως τις 24 Ιουλίου. Σε κάποιον από εκείνους τους γενναίους υπερασπιστές ανήκει κι η χαραγμένη στον τοίχο θρυλική επιγραφή: «Я умираю, но не сдаюсь! Прощай, Родина! 20.VII.41» («Εγώ πεθαίνω, αλλά δεν παραδίνομαι! Αντίο Πατρίδα! 20 Ιουλίου 1941»). Τον συγκεκριμένο χώρο στον οποίο βρέθηκε η επιγραφή τον υπερασπίζονταν στρατιωτικές μονάδες του Εν Κα Βε Ντε.

Η θρυλική επιγραφή «Πεθαίνω, αλλά δεν παραδίνομαι» στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ, σήμερα στο Μουσείο Ενόπλων Δυνάμεων στη Μόσχα

Η θρυλική επιγραφή «Πεθαίνω, αλλά δεν παραδίνομαι» στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ, σήμερα στο Μουσείο Ενόπλων Δυνάμεων στη Μόσχα

Το σύνολο σχεδόν της φρουράς θυσιάστηκε, εκτός από λίγους βαριά τραυματισμένους τους οποίους αιχμαλώτισαν οι Γερμανοί. Κάποιοι από αυτούς κατόρθωσαν να επιζήσουν στην αιχμαλωσία. Η τραγική ειρωνεία έγκειται στο ότι, μετά την απελευθέρωσή τους το 1945, αντί να τους υποδεχτούν στην πατρίδα ως ήρωες, τους έστειλαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Γκουλάγκ ως ύποπτους συνεργασίας με τον εχθρό.

Β.   Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗΣ

α.   Η σοβιετική ηγεσία παίρνει τον λόγο

Ο πρώτος που απευθύνθηκε στον σοβιετικό λαό μετά τη γερμανική εισβολή ήταν ο ΥπΕξ Μόλοτοφ, το βράδυ της 22ας Ιουνίου. Ο Μόλοτοφ δεν ήταν σπουδαίος ρήτορας κι η κάπως εκνευριστική ένρινη φωνή του δεν βοηθούσε τα πράγματα. Ίσως, όμως, τα κομπιάσματα του λόγου του Μόλοτοφ να ήταν ό,τι πιο κατάλληλο για να φανεί η έκπληξη της σοβιετικής ηγεσίας. Ο Μόλοτοφ στάθηκε στον απρόκλητο και άδικο χαρακτήρα της εισβολής, προσπάθησε να φανεί πατριωτικός, αλλά οι λέξεις κι ο τόνος του πρόδιναν πικρία, ταπείνωση και κάποια αμηχανία. Ίσα που κατάφερε να ψελλίσει ότι «ο αγώνας μας είναι δίκαιος, θα νικήσουμε».

Πολύ πιο ενδιαφέρων και γλαφυρός υπήρξε ο λόγος που εκφώνησε λίγο αργότερα ο Βρετανός πρωθυπουργός Γουίνστον Τσέρτσιλλ:

«Κανείς δεν υπήρξε σταθερότερος πολέμιος του κομμουνισμού κατά τη διάρκεια των τελευταίων 25 ετών απ’ ό,τι εγώ. Δεν πρόκειται να απαρνηθώ τίποτε από όσα έχω πει επί του θέματος αυτού. Όμως…
Βλέπω τους Ρώσους στρατιώτες πάνω στη γενέθλια γη τους. Τους βλέπω να υπερασπίζουν τις εστίες τους, εκεί που οι μάνες και οι γυναίκες τους προσεύχονται (ω, ναι, υπάρχουν στιγμές που όλοι προσεύχονται) για τη σωτηρία των αγαπημένων τους. Βλέπω χιλιάδες ρώσικα χωριά όπου οι άνθρωποι μοχθούν σκληρά καλλιεργώντας τη γη για να επιβιώσουν, εκεί, όμως, όπου υπάρχουν οι πρωταρχικές χαρές της ανθρώπινης ζωής, εκεί όπου παίζουν κοπέλες και παιδιά. Και βλέπω να εφορμά ενάντια σε αυτούς τους ανθρώπους η τρομακτική πολεμική μηχανή των ναζί. Βλέπω τον ανόητο Ούνο, υπάκουο και βίαιο ρομπότ, να ορμά σαν τις ακρίδες

Ο λόγος του Βρετανού πρωθυπουργού ήταν υπόσχεση άμεσης συμμαχίας. Ήταν πιθανώς το πρώτο ενθαρρυντικό μήνυμα που λάμβανε η σοβιετική ηγεσία την αποφράδα εκείνη 22α Ιουνίου.

Κι έπειτα, αφού πέρασαν δώδεκα ολόκληρες δραματικές ημέρες, ο Στάλιν μίλησε. Ο λόγος του μεγάλου αρχηγού άρχιζε απροσδόκητα:

Στάλιν, 3 Ιουλίου 1941

Στάλιν, 3 Ιουλίου 1941

«Σύντροφοι, πολίτες, αδερφοί κι αδερφές μου, μαχητές του στρατού και του ναυτικού μας! Απευθύνομαι σε σας, φίλοι μου

Ο Στάλιν δεν προσπάθησε να εξωραΐσει την κατάσταση. Την περιέγραψε με ακρίβεια και, παρά τον δραματικό χαρακτήρα της με ψυχραιμία. Δικαιολόγησε το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ ως μοναδικό τρόπο για διασφάλιση της ειρήνης. Έπειτα, εξέθεσε ένα πραγματικό πρόγραμμα πολέμου, ενός πολέμου ολοκληρωτικού που θα απαιτούσε τη συστράτευση όλων των δυνάμεων της σοβιετικής κοινωνίας και, δίχως αμφιβολία, μεγάλες θυσίες. Μαζική επιστράτευση, συγκρότηση ομάδων πολιτοφυλακής, οργάνωση πολιτικής άμυνας, χρήση όλων των παραγωγικών δομών στην υπηρεσία της πολεμικής προσπάθειας, διαταγή περί «καμμένης γης» ώστε ο εισβολέας να μη βρίσκει τίποτε, ανταρτοπόλεμος στα κατεχόμενα από τον εχθρό εδάφη. Τέλος εξέφρασε ευγνωμοσύνη προς τον Τσέρτσιλλ και τη Βρετανία, καθώς και στην κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Η καλύτερη περιγραφή της αίσθησης που προκάλεσε στον σοβιετικό λαό το διάγγελμα του Στάλιν περιέχεται στο μυθιστόρημα του Σίμονοφ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί»:

Κ. Μ. Σίμονοφ

Κ. Μ. Σίμονοφ

«Ο Στάλιν μιλούσε αργά, βαριά, με έντονη γεωργιανή προφορά. Κάποια στιγμή, στη μέση του λόγου του, τον ακούσαμε, μετά τον ήχο του κρυστάλλου ενός ποτηριού, να πίνει νερό. Μιλούσε χαμηλόφωνα και θα μπορούσε να φαίνεται απολύτως ήρεμος αν δεν ήταν η βαριά, λαχανιασμένη ανάσα κι ο ήχος του νερού που έπινε.

Μολονότι, όμως, ήταν συγκινημένος, ο τόνος του εξακολουθούσε να είναι σταθερός, η σιγανή φωνή του ηχούσε δίχως διακυμάνσεις, δίχως ερωτηματικά… Κι από την αντίθεση μεταξύ αυτού του σταθερού λόγου και του τραγικού χαρακτήρα της κατάστασης την οποία εξέθετε, διαφαινόταν μια δύναμη, μια δύναμη που δεν ξάφνιαζε. Από τον Στάλιν θα το περίμενε κανείς.

Τον Στάλιν μπορούσε να τον συμπαθεί κάποιος με διάφορους τρόπους: απεριόριστα ή με επιφυλάξεις, με θαυμασμό και ορισμένο φόβο. Ορισμένοι, μάλιστα, δεν τον συμπαθούσαν καν. Κανείς, όμως, δεν αμφέβαλλε για το θάρρος και τη σιδερένια του θέληση. Ακριβώς αυτές οι ικανότητες έμοιαζαν τώρα οι πλέον απαραίτητες για τον άνθρωπο που ηγείται μιας εμπόλεμης χώρας.

Ο Στάλιν δεν χαρακτήριζε την κατάσταση ως τραγική. Ήταν δύσκολο να τον φανταστείς να προφέρει αυτή τη λέξη. Εκείνα, όμως, για τα οποία μιλούσε – η μαζική επιστράτευση, τα κατεχόμενα εδάφη, ο ανταρτοπόλεμος – σήμαιναν το τέλος των ψευδαισθήσεων. Είχαμε υποχωρήσει σχεδόν παντού και μάλιστα κατά πολύ. Η αλήθεια ήταν πικρή, αλλά κάποιος την έλεγε επιτέλους, και μαζί με την αλήθεια νιώθαμε τη γη πιο στέρεη κάτω από τα πόδια μας.

Ο Στάλιν περιέγραφε το δυστυχές ξεκίνημα αυτού του γιγάντιου και τρομερού πολέμου δίχως να αλλάξει το συνηθισμένο λεξιλόγιό του, μιλούσε για τις μεγάλες δυσκολίες που έπρεπε να ξεπεράσουμε το ταχύτερο δυνατό και σε όλα αυτά δεν διαισθανόσουν την αδυναμία, αλλά τη δύναμη.

Αυτά τουλάχιστον σκεφτόταν ο Σιντσόφ ξαπλωμένος, ενώ βογγούσε ο ετοιμοθάνατος διπλανός του, και δεν σταματούσε να αναθυμάται κάθε λεπτομέρεια του λόγου του Στάλιν και το κάλεσμά του που συγκινούσε κατευθείαν τις καρδιές: “Φίλοι μου!”, λέξεις που ολόκληρο το νοσοκομείο τις επαναλάμβανε εκείνη την ημέρα.

“Φίλοι μου…”, μουρμούριζε ο Σιντσόφ και ξαφνικά κατάλαβε πως απ’ οτιδήποτε σπουδαίο, ακόμη και τεράστιο, είχε πετύχει ο Στάλιν έλειπαν πάντα αυτές οι λέξεις που ακούστηκαν σήμερα: “Αδερφοί κι αδερφές μου! Φίλοι μου!”. Ή μάλλον έλειπε το αίσθημα που έκρυβαν τούτες οι λέξεις. Να ήταν άραγε μοναχά η τραγωδία ενός πολέμου που γέννησε τις λέξεις αυτές, το αίσθημα αυτό;

Το ουσιώδες, αυτό που έμενε στην ψυχή μετά το διάγγελμα του Στάλιν, ήταν η πελώρια προσδοκία μιας αλλαγής: ότι όλα θα πήγαιναν καλύτερα…»

β.   Η πρώτη αναχαίτιση του γερμανικού Blitzkrieg: Σμολένσκ

Το πρόγραμμα πολέμου που είχε εξαγγείλει στις 3 Ιουλίου ο Στάλιν άρχισε σταδιακά να τίθεται σε εφαρμογή. Η στρατιωτική διοίκηση χωρίστηκε σε τρεις «άξονες»: ΒΔ με επικεφαλής τον στρατάρχη Βοροσίλοφ (και πολιτικό επίτροπο τον Ζντάνοφ), Δ με επικεφαλής τον στρατάρχη Τιμοσένκο (π.επ. Μπουλγκάνιν) και ΝΔ υπό τον στρατάρχη Μπουντιόννι (π.επ. Χρουστσόφ). Στις 16 Ιουλίου επανήλθε στο στράτευμα ο θεσμός της διπλής διοίκησης: δίπλα σε κάθε αξιωματικό, διοίκηση ασκούσε και ο κομμισσάριος του κόμματος (σε επίπεδο λόχου: πολιτικός καθοδηγητής/ политический руководитель). Σχεδόν ταυτόχρονα ξεκινούσε η τεράστια προσπάθεια μετεγκατάστασης των βιομηχανικών μονάδων από τη Δύση στα Ουράλια, τον Βόλγα και την Κεντρική Ασία.

Την ίδια μέρα, οι εμπροσθοφυλακές των στρατευμάτων του φον Μποκ συνάντησαν απροσδόκητα σκληρή αντίσταση ενώ πλησίαζαν στο Σμολένσκ. Η σοβιετική διοίκηση είχε αποφασίσει να δώσει απόλυτη προτεραιότητα στον άξονα Σμολένσκ-Μόσχας παρατάσσοντας ό,τι καλύτερο διέθετε σε στράτευμα και οπλισμό. Στο Σμολένσκ, επίσης, ο ΚΣ εμφάνισε για πρώτη φορά κι ένα όπλο σχεδόν μυθικό: τους πολλαπλούς εκτοξευτήρες πυραύλων που έμειναν στην Ιστορία με το προσωνύμιο «Κατιούσα». Πολύ πιο εξελιγμένοι και αποτελεσματικοί από τους αντίστοιχους γερμανικούς, σκόρπιζαν τον τρόμο στις τάξεις της Βέρμαχτ. Οι Γερμανοί στρατιώτες έκαναν λόγο για «αρμόνιο του Στάλιν»!

"Κατυούσα"

«Κατυούσα»

Τυπικά η Μάχη του Σμολένσκ είναι σοβιετική ήττα, μια και η πόλη έπεσε. Στην πραγματικότητα αποτελεί κομβικό σημείο του πολέμου, δεδομένου ότι η αντίσταση του Κόκκινου Στρατού καθυστέρησε δραματικά τη γερμανική προέλαση. Μέχρι τον Αύγουστο οι δυνάμεις της Βέρμαχτ δεν είχαν κατορθώσει να διασπάσουν τη σοβιετική άμυνα στη γραμμή Γιάρτσεβο-Γέλνιγια-Ντέσνα, κάπου 30 χλμ. ανατολικά του Σμολένσκ. Ίσως αυτή η καθυστέρηση να ήταν το γεγονός που απέτρεψε την πραγματοποίηση του μαξιμαλιστικού σχεδίου του Χίτλερ για προέλαση μέχρι τα Ουράλια!

Η αξία αυτής της σχετικής επιτυχίας που κόστισε αρκετές απώλειες επρόκειτο να αποδειχθεί πολύ αργότερα. Προς το παρόν, νέες μεγάλες συμφορές περίμεναν τη Σοβιετική Ένωση.

[Πρόκειται, εκ νέου, για το κείμενο ομιλίας του Ρογήρου στο πλαίσιο εκδήλωσης που οργάνωσε, στις 19 Ιουνίου 2015, η Ελληνική Κοινότητα Λουξεμβούργου. Για να μη διαταράξω τη ροή του κειμένου, προτίμησα να μην παραθέσω διαδικτυακούς συνδέσμους (ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να αναζητήσει ευχερώς πληροφορίες για πρόσωπα και γεγονότα στις διάφορες γλωσσικές εκδόσεις της Βικιπαίδειας) ούτε και πλήρεις παραπομπές. Το βασικό βοήθημα (που οδήγησε στη διαμόρφωση της δομής του κειμένου και αποτέλεσε την πηγή των περισσότερων από τα πρωτότυπα κείμενα που παρατίθενται) είναι το συγκλονιστικό έργο του Alexander Werth (Александр Верт) «Η Ρωσία σε πόλεμο». Πολλά στοιχεία αντλήθηκαν και από τα βιβλία και άρθρα των Ζαν Λοπέζ, Ντ, Γκλάντς, Μπορίς Λωράντ και Άντονυ Μπήβορ. Στο τέλος της σειράς των αναρτήσεων θα παρατεθεί ενδεικτική βιβλιογραφία. Τέλος, αποκλίνοντας από τη συνήθη τακτική μου, επέλεξα να μεταγράψω τα ρωσικά ονόματα συμβατικά, με βάση τη γραφή και όχι την προφορά, διορθώνοντας μόνο τα σφάλματα τονισμού: π.χ. Μόλοτοφ (και όχι Μολότοφ, κατά τη συνήθη ελληνική μεταγραφή, ή Μόλαταφ, κατά τη ρωσική προφορά). Έχω την εντύπωση ότι κάτι τέτοιο θα προκαλέσει μικρότερη σύγχυση στους αναγνώστες.]

Διά Πυρός και Σιδήρου

Απρίλιος 6, 2012

«Το 1647 ήταν παράξενη χρονιά. Στη γη και στον ουρανό φάνηκαν αλλόκοτα σημάδια, από αυτά που προμηνύουν συμφορές κι ασυνήθιστα γεγονότα. Την άνοιξη, όπως σημειώνουν τα χρονικά της εποχής, σμήνη ακρίδων ξεχύθηκαν από τις Άγριες Στέπες και κατέφαγαν τα σπαρτά και το χορτάρι, κι αυτό το σημάδι ήταν προάγγελος τατάρικων επιδρομών ή ίσως ενός μεγάλου πολέμου. Στις αρχές του καλοκαιριού έγινε μια μεγάλη έκλειψη ηλίου και λίγες ημέρες αργότερα ένας κομήτης εμφανίστηκε στον ουρανό. Στη Βαρσοβία, οι άνθρωποι είδαν στα σύννεφα του ουρανού σχήματα που έμοιζαν με τάφους και με φλογισμένους σταυρούς κι άρχισαν να προσφέρουν ελεημοσύνες και να νηστεύουν, πιστεύοντας ότι συμφορά μεγάλη επρόκειτο να πέσει στη χώρα και ν’ αφανίσει την ανθρωπότητα. Κι έπειτα έφτασε ο χειμώνας κι ήταν τόσο ήπιος που οι γέροντες δεν μπορούσαν να θυμηθούν τίποτε παρόμοιο. Τα ποτάμια στον Νότο δεν πάγωσαν. Φουσκωμένα από τις βροχές κι απ’ τα χιόνια που έλιωναν άρχισαν να ξεχειλίζουν, μετατρέποντας τη στέπα σε απέραντο βούρκο.

Έπειτα από όλα αυτά τα σημάδια και με τη φυσική σειρά των εποχών του χρόνου να έχει αλλάξει, όλα τα μάτια στην Ανατολή στράφηκαν προς τις Άγριες Στέπες, γιατί ο όποιος κίνδυνος θα μπορούσε να φανεί εκεί γρηγορότερα απ’ ό,τι οπουδήποτε αλλού. Κι όμως, στα μέρη αυτά τίποτε το ασυνήθιστο δεν συνέβη εκείνη την παράξενη χρονιά».

Νομίζω πως θυμάμαι πολύ καλά τη σκηνή. Χειμώνας του 1976-77. Είμαι ξαπλωμένος. Ίωση ή κάποια παιδική ασθένεια που θα κόλλησα στο δημοτικό. Ο πατέρας μου γυρίζει στο σπίτι. Κρατά στα χέρια του το λάφυρο που προορίζεται για μένα. Το τελευταίο τεύχος των «Κλασσικών Εικονογραφημένων». Χένρυκ Σενκιέβιτς «Διά Πυρός και Σιδήρου». Το όνομα του συγγραφέα δεν μου είναι άγνωστο. Το προηγούμενο Πάσχα μου είχαν φέρει δώρο το «Κβο Βάντις». Έριξα μια ματιά στο εξώφυλλο και ρώτησα: «για τι ακριβώς μιλά»; «Για τις συγκρούσεις Πολωνών και Κοζάκων», απάντησε ο πατέρας μου, προσθέτοντας, σχεδόν αμέσως, «από τη μεριά των Πολωνών, φυσικά». Μάλιστα! Με κάποιον ασαφή τρόπο γνώριζα ότι η Πολωνία υπήρξε αληθινή υπερδύναμη (θα πρέπει να το είχα δει σε κάποια «Ιστορία των Μεγάλων Μαχών» που είχα διαβάσει: στην εισαγωγή για τη Μάχη της Πολτάβας υπήρχαν αναφορές στο σημαντικό ρόλο που είχε παίξει η Πολωνία). Και γνώριζα για την αντιπαλότητα Κοζάκων και Πολωνών έχοντας ήδη δει την άποψη της άλλης πλευράς: είχα διαβάσει (σε διασκευή για εφήβους ή πάλι στα Κλασσικά Εικονογραφημένα) τον «Ταράς Μπούλμπα» του Γκόγκολ. Άνοιξα το τεύχος: στην πρώτη σελίδα, πάνω από μια εντυπωσιακή συνθετική απεικόνιση γεγονότων ήταν γραμμένα τα παραπάνω λόγια της εισαγωγής του βιβλίου.

Δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο για να με εντυπωσιάσει. Και η υπόθεση ήταν στ’ αλήθεια συναρπαστική. Δεν ήταν πια Μεσαίωνας βέβαια, αλλά πώς θα ήταν δυνατό να μην αντιμετωπίσω σαν ιππότες τους Πολωνούς ουσάρους; Και πώς αλλιώς μπορούσα να ερμηνέψω τον Γιαν Σκρζετούσκι, τη συμπεριφορά του, τον ρομαντικό έρωτά του για την Ελένα, παρά σαν αληθινό ιππότη της εποχής που εγώ αγαπούσα και στην οποία εκείνος, τυπικά, δεν ανήκε;

Μερικά χρόνια αργότερα, κατάφερα στην εφηβεία μου να διαβάσω το κανονικό βιβλίο, στην πρώτη του μετάφραση στα αγγλικά. Κι έπειτα, το βιβλίο έλαμψε διά της απουσίας του από τη βιβλιοθήκη μου. Όποτε το αναζητούσα για να το αγοράσω, σε όποια χώρα κι αν βρισκόμουν, είχα διαλέξει λάθος στιγμή: το βιβλίο ήταν εξαντλημένο. Ας ήταν. Οι πρώτες φράσεις του είχαν χαραχτεί στη μνήμη μου για πάντα. Το 1647 πρέπει να ήταν στ’ αλήθεια πολύ παράξενη χρονιά.

Ι.   Το ιστορικό πλαίσιο του έργου

Στη σειρά των άρθρων για τους Τεύτονες Ιππότες είχαμε τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε παράλληλα την πορεία ανόδου του πολωνικού βασιλείου. Είδαμε την ισχυροποίησή του μετά την Ένωση της Κρέβα με τη Λιθουανία (1384) και την παράδοση του στέμματος στον Λιθουανό Γιογκάιλα/ Γιαγκέουγο που γίνεται βασιλιάς της Πολωνίας με το όνομα Λαδισλάος Β΄. Τον θρίαμβο επί των Τευτόνων στο Τάννενμπεργκ/ Γκρούνβαλντ/ Ζαλγκίρις (1410). Τον περιορισμό της επικράτειας των Γερμανών ιπποτών στο ένα τρίτο της, μετά τον νικηφόρο για τους Πολωνούς Δεκατριετή Πόλεμο και τη δεύτερη συνθήκη ειρήνης του Τορν. Και, τελικά, τη μετατροπή του κάποτε τρομερού Ordensstaat των Τευτόνων σε κοσμικό δουκάτο της Πρωσίας, υποτελές στο πολωνικό στέμμα (1525)!

Στα χρόνια που ακολούθησαν η Ένωση Πολωνίας-Λιθουανίας συνέχισε να ισχυροποιείται και να επεκτείνει τα εδάφη της. Το 1569, με την Ένωση του Λούμπλιν, κατά τη βασιλεία του Σιγισμούνδου Β΄ Αυγούστου, τελευταίου μονάρχη της Γιαγκελλόνιας Δυναστείας, η ένωση των δύο κρατών ολοκληρώνεται (μέχρι τότε η Λιθουανία διατηρούσε σχεδόν απόλυτη αυτονομία). Παράλληλα, αποφασίζεται ότι η μοναρχία δεν θα είναι πλέον κληρονομική, αλλά ότι ο Πολωνός βασιλέας θα εκλέγεται από τη συνέλευση των ευγενών. Με τον τρόπο αυτό, το πολωνικό στέμμα θα περάσει, απροσδόκητα, στον Γάλλο πρίγκιπα Ερρίκο των Βαλουά (1573-1575) και, αργότερα, στον σουηδικό οίκο της Βάζα: ο Σιγισμούνδος Γ΄ (1587-1632) ήταν γιος της Αικατερίνης της Πολωνίας (η εξέλιξη αυτή, όμως, αντί να οδηγήσει στην ένωση των δύο δυνάμεων της Βαλτικής προκάλεσε την αντιπαλότητά τους: το 1599 ο Σιγισμούνδος έχασε τον σουηδικό θρόνο από τους συγγενείς του κι από κει και πέρα οι Πολωνοί μονάρχες βρισκόταν σε διαρκή διαμάχη με τη Σουηδία ως διεκδικητές του θρόνου της).

Α.   Η προοδευτική υπερδύναμη

α. Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βορειοανατολικής Ευρώπης: Κατά τον 17ο αιώνα, η Κοινοπολιτεία Πολωνίας και Λιθουανίας (επίσημη ονομασία: Βασίλειο της Πολωνίας και Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας/ πολ. Królestwo Polskie i Wielkie Księstwo Litewskie/ λιθ. Lenkijos Karalystė ir Lietuvos Didžioji Kunigaikštystė – ανεπίσημη: Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Πολωνίας/ πολ. Najjaśniejsza Rzeczpospolita Polska, λατ. Serenissima Res Publica Poloniae) είναι το μεγαλύτερο σε έκταση κράτος της Ευρώπης (με επικράτεια μεγαλύτερη του 1 εκατομμυρίου τ.χλμ.), ένα από τα μεγαλύτερα σε πληθυσμό (περίπου 11,5 εκατ.) κι ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά και στρατιωτικά, αντιμετωπίζοντας επιτυχώς κάθε επίδοξο αντίπαλο: τα γερμανικά κράτη, τη Σουηδία, την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τα υποτελή σ’ αυτήν ταταρικά χανάτα, ακόμη και τη Ρωσία (το 1610 οι δυνάμεις της φτάνουν μέχρι του σημείου να καταλάβουν τη Μόσχα και να την κρατήσουν για δύο χρόνια). Περιλαμβάνει (λαμβάνοντας υπόψη τα σύνορα των σύγχρονων κρατών) την Πολωνία, τη Λιθουανία, σχεδόν ολόκληρη την Ουκρανία, τη Λευκορωσία, τη Λεττονία, μεγάλο μέρος της Εσθονίας, και εδάφη της Σλοβακίας, της Μολδαβίας και της Ρωσίας. Ο πληθυσμός της είναι εξόχως πολυεθνικός: περιλαμβάνει (με βάση τα στοιχεία του 1618) 4.5 εκατομμύρια Πολωνούς, 3,5 εκατ. Ουκρανούς, 1,5 εκατ. Λευκορώσους (δύο εθνότητες που καταγράφονται αμφότερες στα χρονικά ως Ρουθηνοί), 750.000 Λιθουανούς, 750.000 ιθαγενείς Πρώσους, 500.000 Εβραίους, 500.000 Λιβονούς (Λεττονούς), καθώς και Εσθονούς, Γερμανούς, Κούρους, Σαμογέτες κ.ά. Έντονη είναι η παρουσία Ιταλών, Αρμένιων και Ελλήνων εμπόρων (όπως ο κρητικής καταγωγής Κωνσταντίνος Κορνιακτός, έμπορος από το Μπιαουόμποκ – 1582-1624 – ασχολούμενος κυρίως με εισαγωγές κι εξαγωγές από και προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία).

Κυρίως, όμως, είναι το πιο προοδευτικό ευρωπαϊκό κράτος από άποψη θεσμών: ο βασιλιάς εκλέγεται από τη Συνέλευση των Ευγενών (Σέιμ/ Sejm), των οποίων τις ελευθερίες και τα δικαιώματα υπόσχεται ότι θα σεβαστεί (τα δικαιώματα αυτά είναι και γραπτώς κατοχυρωμένα, βάσει της συνταγματικής συμφωνίας που σύναψαν οι ευγενείς με τον βασιλιά Ερρίκο Γ΄ των Βαλουά, το 1573).  Υπόκειται σε σειρά περιορισμών κατά την άσκηση της εξουσίας του, ενώ είναι υποχρεωμένος να συγκαλεί τη Συνέλευση τουλάχιστον ανά διετία. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο καγκελάριος Γιαν Ζαμόυσκι «ο βασιλιάς βασιλεύει, αλλά δεν κυβερνά (Rex regnat et non gubernat). Επιπλέον, κάθε ευγενής που μετέχει στη Συνέλευση έχει δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) για οποιοδήποτε θέμα κρίνει εκείνος ως ζωτικής σημασίας. Κι αν ο όρος δημοκρατία μοιάζει υπερβολικός για ένα αριστοκρατικό πολίτευμα, ας επισημανθεί ότι οι Πολωνοί ευγενείς (η szlachta) με δικαίωμα συμμετοχής στη Συνέλευση ξεπερνούσαν το 12 % του συνολικού πληθυσμού της Κοινοπολιτείας, φτάνοντας σε κάποιες περιόδους και το 15 % (ενδεικτικά σημειώνεται ότι στη Βρετανία το 1867 δικαίωμα ψήφου είχε μόλις το 3 % του πληθυσμού). Επιπροσθέτως, οι περιοχές απολαύουν μεγάλης αυτονομίας στα θέματα διοίκησης: τόσο οι βοϊβοδίες (που διέθεταν το δικό τους κοινοβούλιο), όσο και οι επαρχίες.

Τέλος, διασφαλίζεται η θρησκευτική ελευθερία, βάσει της λεγόμενης ιδρυτικής πράξης της Συνομοσπονδίας που υπογράφηκε το 1573 στη Βαρσοβία. Ουδέποτε δραστηριοποιήθηκε στα εδάφη της Κοινοπολιτείας η Ιερά Εξέταση. Και ποτέ δεν εξαπλώθηκε ο προτεσταντισμός. Ίσως γιατί η καθολική εκκλησία της Πολωνίας είχε μάθει να συμβιώνει με ορθόδοξους και εβραϊκούς πληθυσμούς. Αυτή η στάση ανεκτικότητας επέτρεψε στην Πολωνία να μην εμπλακεί στους θρησκευτικούς πολέμους που σπαράσσουν τη χριστιανική Ευρώπη του 16ου – 17ου αι. και ιδίως στον Τριακονταετή Πόλεμο. Σ’ αυτό το πλαίσιο ελευθερίας μπορούν να γίνουν ανεκτές ή κατανοητές και ορισμένες γραφικές παραδοξότητες, όπως η βαθύτατα εδραιωμένη πεποίθηση της πολωνικής αριστοκρατίας ότι δεν έχει σλαβική καταγωγή, αλλά ότι πρόγονοί της είναι οι Ιρανοί Σαρμάτες!

Το πολωνολιθουανικό κράτος διαθέτει πραγματικά ισχυρή οικονομία: η χώρα είναι η πρώτη σιτοπαραγωγός στην Ευρώπη (έστω κι αν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής προορίζεται για εσωτερική κατανάλωση). Εξάγει από τα λιμάνια του (κυρίως το Γκντανσκ) ή διά της χερσαίας οδού σιτηρά, ξυλεία και συναφή προϊόντα, αλάτι, καπνά, βαμβάκι και λινά υφάσματα και εισάγει κρασιά και ζύθο, φρούτα, ενδύματα, είδη πολυτελείας, αλιεύματα και βιομηχανικά προϊόντα. Μέχρι τον 17ο αι., το εμπορικό ισοζύγιο παραμένει θετικό.

Πολιτιστικά, η Κοινοπολιτεία γνωρίζει άνθηση. Διαθέτει ένα από τα αρχαιότερα πανεπιστήμια της ηπείρου (αυτό της Κρακοβίας) κι ένα ακόμη σημαντικό ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης στο Βίλνιους. Αναδεικνύει πλήθος επιστημόνων, λογίων και καλλιτεχνών (ξεκινώντας φυσικά με τον Νικόλαο Κοπέρνικο και συνεχίζοντας με τον ιστορικό και χαρτογράφο Μαρτίνο Κρόμερ, τον χημικό Μίχαου Σεντζιβόι, τον μαθηματικό, φυσικό και αστρονόμο Γιαν Μπρόζεκ, τους ιστορικούς Άλμπρυχτ Στανίσουαφ Ρατζίβιου και Γιαν Χρυζόστομ Πάσεκ, τους μουσικούς Γιάτσεκ Ροζύτσκι, Μάρτσιν Μελτσέφσκι και Μικογουάι Ζελένσκι). Η Αναγέννηση φτάνει γρήγορα στην Πολωνία. Ο πολιτικός και ουμανιστής Γιαν Ζαμόυσκι επιχειρεί να ιδρύσει την ιδανική πόλη, καλώντας Ιταλούς αρχιτέκτονες και καλλιτέχνες: το Ζάμοστς μοιάζει σαν ένα κομμάτι της Ιταλίας που κάποια ιστορική παραδοξότητα μεταφύτεψε στην Πολωνία.

β. Εντάσεις κι ανισότητες: Ωστόσο, η ειδυλλιακή αυτή εικόνα κρύβει εντάσεις κι ανισότητες που επιτείνονται με τον χρόνο. Ειδικά στην Ανατολή, το πρότυπο εκμετάλλευσης είναι τα μεγάλα αγροκτήματα που καλλιεργούν δουλοπάροικοι και τα οποία ανήκουν σε μια αριστοκρατία γαιοκτημόνων (π.χ. στις οικογένειες Τσαρτορύσκι, Βισνοβιέτσκι, Ρατζίβιου ή Σαπιέχα) πολωνική ή εκπολωνισμένη (μια και τα μέλη της αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρουθηνοί ως προς την εξ αίματος καταγωγή και Πολωνοί ως προς την Ιθαγένεια). Οι ορθόδοξοι, που αποτελούν την συντριπτική πλειονότητα στον απλό λαό, αισθάνονται πολλαπλά καταπιεσμένοι: πολιτικά, οικονομικά και θρησκευτικά. Η τάση για μια ενιαία εθνική και θρησκευτική ταυτότητα (πολωνική και καθολική) γίνεται αφόρητη για τους Ορθόδοξους που βρίσκονται αντιμέτωποι συχνά με την εκβιαστική επιλογή ανάμεσα στον καθολικισμό και την Ουνία.

Η κατάσταση στην Ανατολή καθίσταται ακόμη πιο περίπλοκη επειδή στην… εξίσωση υπάρχει κι ένας απρόβλεπτος παράγοντας: οι Κοζάκοι (ουκρ.: козаки, ρωσ.: казаки, προφ. και στις δύο περιπτώσεις καζακί, πολ.: kozacy = κοζάτσι). Δεν υπάρχει βεβαιότητα ως προς την προέλευση του ονόματός τους: παλαιοσλαβική με κουμανικό απώτερο έτυμο ή με απευθείας τουρκική προέλευση, η λέξη δηλώνει τον ελεύθερο που ζει νομαδικά. Αυτοί οι ανατολικοσλαβικοί πληθυσμοί (στους οποίους ίσως αναμείχθηκαν και ταταρικά και άλλα τουρκογενή στοιχεία) σχημάτισαν, από τον Ύστερο Μεσαίωνα, αυτόνομες στρατιωτικές κοινότητες στην περιοχή του Δνείπερου και του Δον, προσφέροντας συχνά τις στρατιωτικές υπηρεσίες τους ως μισθοφόροι στις δυνάμεις της περιοχής. Η πιο ονομαστή από τις κοινότητές τους είναι η επικράτεια του Ζαπαρόζε (ρ.)/ Ζαπαρίζια (ουκρ.) (ουκρ.: Запорізька Січ = Ζαπαρίζκα Σιτς/ ρωσ.: Запорожская Сечь = Ζαπαρόζσκαγια Σετς), κέντρο της οποίας είναι μια σειρά από οχυρωμένα νησιά στον Δνείπερο. Στις τάξεις των Κοζάκων ενσωματώνονται διαρκώς φυγάδες δουλοπάροικοι από τις δυο πλευρές των συνόρων (πολωνική και ρωσική) που ξεφεύγουν από τους φεουδάρχες τους για να ζήσουν ελεύθεροι.

Οι κοινότητες των Κοζάκων βρίσκονται εντός της πολωνικής επικράτειας. Τυπικά είναι υπήκοοι του πολωνικού στέμματος. Υπηρετούν στις πολωνικές ένοπλες δυνάμεις είτε περιστασιακά είτε ως τακτικά στρατεύματα, διατηρώντας σχετική αυτονομία. Οι αρχηγοί τους καταλαμβάνουν στρατιωτικά και πολιτικά αξιώματα στο πλαίσιο της πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας. Ωστόσο, από τις αρχές τουλάχιστον του 17ου αι. εμφανίζονται εντάσεις στις σχέσεις μεταξύ Πολωνών και Κοζάκων. Είναι σαφές ότι η Κοινοπολιτεία σκοπεύει να ξοδέψει λιγότερα χρήματα για τη στρατολόγηση Κοζάκων και έχει αποφασίσει να δίνει λιγότερα αξιώματα και εξουσίες στους αρχηγούς τους. Οι πιέσεις για εκπολωνισμό κι απάρνηση της Ορθοδοξίας, τα σχέδια για μετατροπή των αγροτών σε δουλοπάροικους, καθιστούν τις ισορροπίες όλο και πιο εύθραυστες. Η κρίση που σοβεί μοιάζει έτοιμη να εκδηλωθεί.

Β. Η περίοδος των αναταράξεων

Με ειρωνικό τρόπο, ακριβώς τη χρονική στιγμή που τερματίζεται ο Τριακονταετής Πόλεμος από τον οποίο η Πολωνία έχει πετύχει να γλιτώσει, η Κοινοπολιτεία εισέρχεται σε περίοδο έντονων αναταράξεων, η οποία θα σηματοδοτήσει την αμετάκλητη παρακμή της και θα οδηγήσει τελικά, ενάμισι αιώνα αργότερα, στον ολοκληρωτικό αφανισμό του πολωνικού κράτους. Η σπίθα που θα εξελιχτεί σε πυρκαγιά θα προέλθει από την Ανατολή. Κι ο άνθρωπος που θα πυροδοτήσει τις εξελίξεις ονομάζεται Μπαγκντάν Χμελνίτσκι.

α.   Η εξέγερση του Μπαγκντάν Χμελνίτσκι: Ο Μπαγκντάν (δηλ. Θεόδωρος) Χμελνίτσκι (ουκρ. και ρωσ.: Богдан Хмельницький, πολ.: Bohdan Chmielnicki = Μπόχνταν Χμελνίτσκι) γεννιέται το 1595, πιθανώς στο Σουμπότιφ της Ουκρανίας, κοντά στο Τσιγκίριν, παιδί επιφανούς οικογένειας Κοζάκων. Τυγχάνει εξαιρετικής εκπαίδευσης, στο Κολλέγιο των Ιησουητών του Λβούφ/ Λβιβ και σε ορθόδοξα σχολεία του Κιέβου. Αποκτά πολύ καλή γνώση της ευρωπαϊκής Ιστορίας και μαθαίνει αρκετές γλώσσες (πολωνικά, λατινικά, γαλλικά και τουρκικά). Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του (1617) υπηρετεί στα στρατιωτικά σώματα των Κοζάκων για λογαριασμό της Κοινοπολιτείας. Πολεμώντας την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα εδάφη της Μολδαβίας αιχμαλωτίζεται από τους Τούρκους κοντά στο Ιάσιο (1620) και περνά δυο χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Απελευθερώνεται το 1622, όταν ο Πολωνός πρεσβευτής στην Υψηλή Πύλη, ο Κρζύστοφ Ζμπαράσκι καταβάλλει 30.000 τάλερ στους Τούρκους με αντάλλαγμα την απελευθέρωση όλων των Πολωνών στρατιωτικών που είχαν αιχμαλωτιστεί στη Μολδαβία.

Στα επόμενα χρόνια, ο Χμελνίτσκι θα αποδείξει τις αδιαμφισβήτητες πολιτικές και στρατιωτικές του ικανότητες. Χαίρει της εκτίμησης των Κοζάκων συναδέλφων του και της πολωνικής αριστοκρατίας. Κερδίζει τίτλους κι αξιώματα. Όλα μοιάζουν ιδανικά για όλες τις πλευρές, μέχρι που ο Χμελνίτσκι θα έρθει σε σύγκρουση με τον νέο Πολωνό έπαρχο του Τσιγκίριν, τον Ντάνιελ Τσαπλίνσκι. Υπό τις οδηγίες του πανίσχυρου αριστοκράτη Αλεξάντερ Κονιετσπόλσκι, σκληροπυρηνικού οπαδού της πολιτικής του δραστικού περιορισμού των δικαιωμάτων των Κοζάκων, ο Τσαπλίνσκι επιχειρεί να αποσπάσει από τον Χμελνίτσκι το φέουδο του Σουμπότιφ. Ο Χμελνίτσκι προσπάθησε να διευθετήσει το πρόβλημα κάνοντας επανειλημμένα διαβήματα στις αρχές της Βαρσοβίας. Κατόπιν ακροάσεως, ο βασιλιάς Λαδισλάος Δ΄ Βάζα εξέδωσε απόφαση που αναγνώριζε τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του Χμελνίτσκι. Ωστόσο, η πλευρά Κονιετσπόλσκι-Τσαπλίνσκι συνέχισε τις προσπάθειές της και τον Απρίλιο του 1647 εξεδίωξε τον Χμελνίτσκι από το κτήμα του. Ο Κοζάκος ζήτησε νέα ακρόαση από τον βασιλέα. Αυτή τη φορά ο μονάρχης δίστασε να έρθει σε σύγκρουση μ’ έναν από τους ισχυρότερους ευγενείς του. Ο Χμελνίτσκι πείσθηκε ότι χρειάζονταν πιο δραστικές λύσεις. Στράφηκε προς τους Κοζάκους συντρόφους του.

Τα χρονικά της εποχής τονίζουν ως αιτία της εξέγερσης τη διαμάχη του Χμελνίτσκι με τους Πολωνούς ευγενείς. Εντούτοις, όσο ρόλο κι αν πράγματι έπαιξε αυτή η σύγκρουση, είναι δύσκολο να ερμηνεύσουμε ένα γεγονός που άλλαξε την Ιστορία της Ανατολικής Ευρώπης με βάση μια προσωπική βεντέτα. Στην πραγματικότητα, είχαν ωριμάσει οι συνθήκες ώστε οι Κοζάκοι να εκδηλώσουν δυναμικά τη δυσαρέσκειά τους για την πολιτική της πολωνικής αριστοκρατίας. Ύστερα από σειρά επαφών με όλους τους ισχυρούς Κοζάκους παράγοντες, ο Χμελνίτσκι εξελέγη αταμάνος τον Ιανουάριο του 1648 υποσχόμενος να διεκδικήσει δυναμικά τα δικαιώματα των Κοζάκων. Οι διαπραγματεύσεις με τις πολωνικές αρχές δεν κατέληξαν πουθενά. Αναζητώντας συμμάχους για την ένοπλη σύγκρουση που φαινόταν αναπόφευκτη, ο Χμελνίτσκι ήρθε σε διαπραγματεύσεις με τον Τάταρο Χάνο της Κριμαίας, τον Ισλάμ Γ΄ Γκιράυ, ο οποίος του υποσχέθηκε στρατιωτική ενίσχυση και του έστειλε δύναμη ιππικού υπό τον Τουγάυ Μπέη.

Οι Πολωνοί αποφάσισαν να καταπνίξουν την εξέγερση των Κοζάκων το συντομότερο δυνατό. Ο Μικογουάι Ποτότσκι, Μέγας Αταμάνος του Στέμματος (δηλαδή στρατάρχης), έστειλε μια δύναμη 3.000 ανδρών, υπό τη διοίκηση του εικοσιτετράχρονου γιού του Στέφαν, για να αντιμετωπίσει τους Κοζάκους. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στα Ζόφτι Βόντι, στην κεντρική Ουκρανία (ουκρ.: Жовтi Води, ρωσ.: Жёлтые Воды = Ζόλτιγιε Βόντι, πολ.: Żółte Wody = Ζόουτε Βόντυ, κυριολ. κίτρινα νερά), στις 28 Απριλίου 1648. Το βασικό πρόβλημα για τους Πολωνούς ήταν ότι η μισή δύναμή τους αποτελούταν από Κοζάκους οι οποίοι γρήγορα αποσκίρτησαν κι ενώθηκαν με τον στρατό του Χμελνίτσκι. Επιπλέον, οι ενισχύσεις που τους στάλθηκαν ήταν πάλι Κοζάκοι που προσχώρησαν αμέσως μετά την άφιξή τους στους εξεγερμένους. Οι Πολωνοί βρέθηκαν σε θέση δραματικής αριθμητικής αδυναμίας: 1.500 άνδρες έπρεπε να αντιμετωπίσουν 15.000 Κοζάκους και Τάταρους! Χάρη στο πυροβολικό τους και το επίλεκτο ιππικό των Ουσάρων, οι Πολωνοί αντιστάθηκαν για περισσότερες από δύο εβδομάδες. Εξαντλημένοι και με μεγάλες απώλειες, επιχείρησαν να υποχωρήσουν το βράδυ της 15ης– 16ης Μαΐου: το τατάρικο ιππικό του Τουγάυ Μπέη και οι Κοζάκοι, υπό τη διοίκηση του χαρισματικού Μαξίμ Αλσάνσκι «Κριβανός» (παρατσούκλι που σήμαινε ο «Στραβομύτης», «αυτός με τη γαμψή μύτη»), τους επιτέθηκαν και τους κατέσφαξαν. Μετά την αρχική επιτυχία, οι Κοζάκοι του Χμελνίτσκι πετούν από νίκη σε νίκη. Τα Χριστούγεννα του 1648 ο Χμελνίτσκι μπαίνει στο Κίεβο ως ελευθερωτής και «ηγέτης της χώρας των Ρους», ενώ σε ολόκληρη την Ουκρανία οι αγρότες εξεγείρονται διώκοντας τους Πολωνούς ευγενείς που τους δυνάστευαν. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, η αποτίναξη του ζυγού απελευθερώνει και τις δυνάμεις της βίας: την πληρώνουν τα συνήθη θύματα. Ο πολυάριθμος εβραϊκός πληθυσμός της Ουκρανίας υφίσταται τους χειρότερους διωγμούς.

Ο Χμελνίτσκι, παράλληλα με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τις διαπραγματεύσεις, προσπαθεί να οργανώσει το κράτος του. Τα πράγματα όμως αρχίζουν να περιπλέκονται στα πεδία των μαχών. Τον Ιούνιο του 1651 υφίσταται σημαντική ήττα στο Μπερεστέτσκο, όπου τον προδίδουν οι μέχρι τότε σύμμαχοί του Τάταροι. Αναγκάζεται να συνάψει ανακωχή με μάλλον δυσμενείς όρους και προσπαθεί να αναζητήσει εξωτερικούς συμμάχους. Διαπραγματεύεται αρχικά με την Υψηλή Πύλη, αλλά οι Κοζάκοι του δεν είναι πρόθυμοι να γίνουν υποτελείς ενός αλλόθρησκου ηγεμόνα. Έτσι στρέφεται προς τη «φυσική» λύση: τον τσάρο Αλέξιο της Ρωσίας. Ύστερα από δύσκολες διαπραγματεύσεις συνάπτεται η Συνθήκη του Περεγιασλάβ (Ιανουάριος του 1654), βάσει της οποίας οι Κοζάκοι διατηρούν την αυτονομία τους αναγνωρίζοντας την επικυριαρχία του τσάρου. Τα δεδομένα έχουν μεταβληθεί για όλους και μια νέα δύναμη κάνει την εμφάνισή της. Μόνο που δεν θα είναι η μόνη.

β.   Ο «Κατακλυσμός»: Είναι πλέον σαφές ότι το κουτί της Πανδώρας έχει ανοίξει (πότε ακριβώς, όμως, άραγε;) κι ότι οι δυνάμεις της συντέλειας έχουν απελευθερωθεί. Στην πραγματικότητα, η κατάσταση πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο για τους δύο αρχικούς εμπόλεμους. Οι Κοζάκοι, που έχουν απωθήσει τους Πολωνούς από την Ουκρανία και τη Λευκορωσία, διαπιστώνουν ότι ο νέος τους σύμμαχος είναι εξαιρετικά παρεμβατικός και θέλει να έχει λόγο για τα εσωτερικά τους ζητήματα. Ταυτόχρονα, οι πρώην σύμμαχοί τους, οι Τάταροι, λεηλατούν ανεμπόδιστοι τα ουκρανικά εδάφη. Όσο για τους Πολωνούς, εκεί που νόμισαν ότι κατόρθωσαν να ελέγξουν τους Κοζάκους αντιπάλους τους, βρίσκονται μεταξύ δύο τουλάχιστον πυρών. Την ώρα που οι Ρώσοι ετοιμάζονται να εισβάλουν από τα ανατολικά, επιτίθενται στην Πολωνία οι Σουηδοί (Ιούλιος 1655). Αρχίζει αυτό που στην πολωνική Ιστορία καταγράφηκε ως ο (σουηδικός) «Κατακλυσμός» (Potop szwedzki). Το δυτικό τμήμα της Κοινοπολιτείας βρίσκεται γρήγορα υπό (προσωρινή έστω) σουηδική κατοχή, ενώ το ανατολικό το κατέχουν Κοζάκοι και Ρώσοι.

Ο ίδιος ο Χμελνίτσκι δεν θα καταφέρει να χειρισθεί με επιτυχία τις εξελίξεις. Διαπραγματευόμενος ταυτόχρονα με Σουηδούς και Ρώσους (μολονότι η Ρωσία θα κηρύξει τον πόλεμο στη Σουηδία, τον Ιούλιο του 1656), αντιμέτωπος με εσωτερικά προβλήματα κι έριδες, ο Κοζάκος ηγέτης θα κουραστεί. Τον Ιούλιο του 1657 θα υποστεί βαρύτατο εγεφαλικό επεισόδιο και πέντε μέρες αργότερα (27.7) θα πεθάνει.

Σ’ αυτήν την απελπιστική κατάσταση η Πολωνία θα βρει τις δυνάμεις να αντιδράσει. Δύο ευγενείς, ο Στέφαν Τσαρνιέτσκι και ο Μέγας Αταμάνος της Λιθουανίας Πάβεου Γιαν Σαπιέχα, θα οργανώσουν την πολωνική αντίσταση κατά των Σουηδών του Κάρολου Ι΄ Γουστάβου. Το 1657, οι δυνάμεις της Κοινοπολιτείας θα κατορθώσουν να εκδιώξουν τις σουηδικές δυνάμεις από τα πολωνικά εδάφη. Η Κοινοπολιτεία θα προσπαθήσει ακόμη και να προσεταιρισθεί εκ νέου τους Κοζάκους. Με τη Συνθήκη του Χάτζατς (ουκρ.: Γκάντιατς), το 1658, προσφέρεται ξανά στους Κοζάκους η δυνατότητα συνεργασίας με την Κοινοπολιτεία. Η πολωνική συνέλευση και ο βασιλιάς Ιωάννης Β΄ Καζιμίρ θα κυρώσουν τη συνθήκη, την οποία θα δεχθούν μέρος της συνέλευσης των Κοζάκων (της Στάρσυνας) και ο νέος αταμάνος Ιβάν Βυχόφσκι. Δεν θα συμβεί το ίδιο με την πλειονότητα των Κοζάκων. Η συνθήκη θα μείνει νεκρό γράμμα. Τα πράγματα δεν μπορούσαν να είναι ποτέ ξανά ίδια… Ο αγώνας για την Ουκρανία και τη Λευκορωσία, που έχει πλέον πάρει τη μορφή ρωσοπολωνικής σύγκρουσης, θα τερματιστεί το 1667 με τη Συνθήκη του Αντρούσοβο. Η Πολωνία θα περιορίσει τις απώλειές της, διατηρώντας τα εδάφη δυτικά του Δνείπερου.

Έστω και πληγωμένη, η Πολωνία έχει ακόμη στιγμές δόξας μπροστά της. Ο λυτρωτής, άλλωστε, της Βιέννης από την οθωμανική πολιορκία του 1683 πρόκειται να είναι Πολωνός, ο βασιλιάς Ιωάννης Γ΄ Σομπιέσκι. Ωστόσο, τα τραύματα που της προκάλεσαν οι αναταράξεις που ξεκίνησαν με την εξέγερση του Μπαγκντάν Χμελνίτσκι δεν θα γιατρευτούν ποτέ.

ΙΙ.   Ο Σενκιέβιτς και το «Διά Πυρός και Σιδήρου»

Α.   Το πλαίσιο συγγραφής του έργου

Πραγματικά εθνικός συγγραφέας της Πολωνίας, ο νομπελίστας Χένρυκ Σενκιέβιτς (1846-1916), γεννήθηκε στη Βόλα Οκρζέισκα της ρωσοκρατούμενης ανατολικής Πολωνίας, παιδί ξεπεσμένης αριστοκρατικής οικογένειας. Το έργο του χαρακτηρίζεται από τα δύο μεγάλα ιδεολογικά ρεύματα που σημάδεψαν τον 19ο αιώνα, τον ρομαντισμό και τον εθνικισμό. Κατεξοχήν εκπρόσωπος του πολωνικού αλυτρωτισμού, συγγράφει το «Διά Πυρός και Σιδήρου» (Ogniem i Mieczem) το 1884 με σκοπό να τονώσει το ηθικό των υπόδουλων συμπατριωτών του, είκοσι χρόνια μετά την αποτυχημένη εξέγερση του Ιανουαρίου του 1863 κατά των Ρώσων. Το μυθιστόρημα, που δημοσιεύθηκε αρχικά σε συνέχειες στις πολωνικές εφημερίδες, αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας με θέμα την Ιστορία της Πολωνίας κατά τον 17ο αιώνα. Τα άλλα δύο μέρη είναι ο «Κατακλυσμός» («Potop», 1886) και ο «Άρχοντας Βολοντιόφσκι» («Pan Wołodyjowski», pan είναι η πολωνική προσφώνηση για τον κύριο, 1888), που έχει μεταφραστεί και υπό τους τίτλους «Φωτιά στη Στέπα» και «Συνταγματάρχης Βολοντιόφσκι».

Παρά τους σαφείς πατριωτικούς σκοπούς του συγγραφέα, το «Διά Πυρός και Σιδήρου» είνα