Posts Tagged ‘Ροβέρτος Γισκάρδος’

Ένας Νορμανδός τυχοδιώκτης στο Βυζάντιο

Μαρτίου 22, 2010

 Από τη διήγηση αυτή δεν πρέπει να περιμένετε βαθυστόχαστες αναλύσεις. Δεν έχει αναφορές σε κοινωνίες διαπολιτισμικές, σε πόλεις λαμπρές και πλούσιες, όπου ζουν διάφορες εθνότητες που εκτός από εμπορεύματα ανταλλάσσουν και τη σοφία των πολιτισμών τους. Ούτε υπάρχει και κάποια προσωπικότητα που με τη δράση της διαμόρφωσε την Ιστορία κρατών και λαών ή άλλαξε τον τρόπο σκέψης και ζωής των ανθρώπων. Ο ήρωάς μας είναι ένας απλός τυχοδιώκτης και τίποτε άλλο. Δεν γνωρίζουμε πού και πότε γεννήθηκε, από πού καταγόταν και ποιός στ’ αλήθεια ήταν. Ξέρουμε μόνο πως απίστευτες συγκυρίες μαζί με τις αδιαμφιβήτητες ικανότητές του ως πολεμιστή τον έφεραν στο προσκήνιο της Ιστορίας και του έδωσαν την ευκαιρία να κυνηγήσει όνειρα που μοιραία αποδείχτηκαν χίμαιρες. Ίσως και να πρόβαρε τα πορφυρά αυτοκρατορικά ενδύματα, μα η πρόβα ήταν ανεπιτυχής. Οι πράξεις του δεν καθόρισαν το μέλλον του χώρου δράσης του. Κάθε αναφορά στο όνομά του θα μπορούσε να παραλειφθεί δίχως να αλλάξει κάτι ουσιαστικό στην κατανόηση της ιστορίας της εποχής του. Κι ούτε γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποιό ακριβώς ήταν το τέλος του. Όπως έγραψε εύστοχα ο ποιητής  για κάποιον που έζησε δώδεκα αιώνες νωρίτερα από τον ήρωά μας κι ήταν μάλλον λιγότερο προικισμένος κι ικανός από αυτόν:

«Το τέλος του κάπου θα γράφηκε κ’ εχάθη·
ή ίσως η ιστορία να το πέρασε,
και, με το δίκιο της, τέτοιο ασήμαντο
πράγμα δεν καταδέχθηκε να το σημειώσει.»

Ακόμη κι έτσι, πάντα έχουν ενδιαφέρουν οι ιστορίες των ωραίων αποτυχημένων που πάσχισαν να πραγματοποιήσουν άπιαστα όνειρα. Η περιπέτεια του Ρουσσέλ του Μπαγιέλ, μια κι αυτό είναι το όνομα του ήρωά μας, έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας τέτοιας ιστορίας.

Ο Ρουσσέλ (ή Ροσκελίνος) πρέπει να γεννήθηκε γύρω στα 1040. Δεν είμαστε βέβαιοι για το πού ακριβώς, καθώς υπάρχουν τουλάχιστον τρία μέρη στη Γαλλία με το τοπωνύμιο Μπαγιέλ: τα δύο από αυτά βρίσκονταν στο Δουκάτο της Νορμανδίας (στους σημερινούς γαλλικούς νομούς του Ορν και του Ερ αντίστοιχα). Ίσως, όμως, να μην ήταν καν Νορμανδός: το τρίτο Μπαγιέλ βρίσκεται στην Πικαρδία, στον νομό του Σομμ. Πριν τρέξουμε να διορθώσουμε τον τίτλο, ας πούμε ότι υπέρ της νορμανδικής καταγωγής συνηγορούν οι όποιες αναφορές στις πηγές, οι στατιστικές πιθανότητες κι ο τυχοδιωκτικός χαρακτήρας του.

Υποθέσεις μόνο μπορούμε να κάνουμε και όσον αφορά τους λόγους που οδήγησαν τον Ρουσσέλ να εγκαταλείψει την πατρίδα του. Μπορεί να διέπραξε κάποιο φόνο ή να μπλέχτηκε σε βεντέτα και να τιμωρήθηκε με την ποινή της εξορίας. Ή, ίσως, αποφάσισε να ξενιτευτεί για τους γνωστούς λόγους που παρακίνησαν τόσους Νορμανδούς να αναζητήσουν την τύχη τους μακριά από το δουκάτο. Η αναζήτηση δόξας, πλούτου και εξουσίας πρέπει να αποτέλεσε το κίνητρο για να βρεθεί ο Ρουσσέλ του Μπαγιέλ στον ιταλικό Νότο. Όπως είδαμε στα δύο πρώτα επεισόδια της διήγησής μας για την εποποιία των Νορμανδών στην Κάτω Ιταλία βρισκόμαστε στην περίοδο που οι δύο αδελφοί Ωτβίλλ, ο Ροβέρτος Γισκάρδος και ο Ρογήρος (μετέπειτα κόμης της Σικελίας), επεκτείνουν και εδραιώνουν τη νορμανδική κυριαρχία στα ιταλικά εδάφη. Η πρώτη χρονικά ιστορική αναφορά στον Ρουσσέλ του Μπαγιέλ τον βρίσκει στην υπηρεσία του «Μεγάλου Κόμη» Ρογήρου. Ο Ρουσσέλ συμμετέχει στην επιχείρηση κατάκτησης της Σικελίας και έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στη μάχη του Τσέραμι (1063) που θα καταλήξει σε θριαμβευτική επικράτηση των Νορμανδών του Ρογήρου επί των μουσουλμάνων. Δεν θα στεριώσει πάντως στη Σικελία ή στη Νότια Ιταλία: δεν θα παραμείνει καν για αρκετό χρόνο για να συμμετάσχει στην ολοκλήρωση της κατάκτησης της Σικελίας από τους Νορμανδούς (1071). Ίσως να μην έμεινε ικανοποιημένος από το φέουδο που θα του πρότειναν οι Ωτβίλλ, μπορεί και να παρεξηγήθηκε μαζί τους. Ακόμη πιθανότερο είναι να επιθυμούσε απλώς να αποδείξει τις ικανότητές του σαν αρχηγός και να αναζητούσε νέες προκλήσεις και διαφορετικά πεδία μαχών. Για τους σκοπούς αυτούς συγκέντρωσε ένα μισθοφορικό στράτευμα που το αποτελούσαν Νορμανδοί και Γάλλοι και επικεφαλής του βρέθηκε στο Βυζάντιο.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1060 ξαναβρίσκουμε τον Ρουσσέλ στην υπηρεσία του βυζαντινού αυτοκράτορα Ρωμανού Δ΄ Διογένη. Διοικεί ένα μεγάλο μισθοφορικό σώμα, στις τάξεις του οποίου συναντάμε όχι μόνο τους Νορμανδούς και τους Γάλλους που έφερε μαζί του ο Νορμανδός τυχοδιώκτης, αλλά και Βαράγγους, Αγγλοσάξονες (που εγκατέλειψαν τη χώρα τους μετά το Χάστινγκες και την κατάκτησή της από τους Νορμανδούς του Γουλιέλμου) και Αγγλοσκανδιναβούς από την περιοχή της Υόρκης. Ο Ρουσσέλ συμμετείχε στην εκστρατεία του Ρωμανού που κατέληξε στη συντριβή του Μαντζικέρτ στα τέλη Αυγούστου του 1071. Γνωρίζουμε ότι του είχε ανατεθεί μια αποστολή αναγνώρισης του εδάφους στην περιοχή νοτιοδυτικά της λίμνης Βαν. Δεν ξέρουμε αν βρέθηκε στο Μαντζικέρτ, αλλά είμαστε βέβαιοι ότι δεν πολέμησε. Πολλοί συμπεραίνουν ότι ο Νορμανδός ιππότης πρόδωσε τον αυτοκράτορά του: είτε ήρθε απευθείας σε συνεννόηση με τους Σελτζούκους Τούρκους του Αλπ Αρσλάν είτε (το πιθανότερο) συμμάχησε με τους Βυζαντινούς ευγενείς που πρόδωσαν τον αυτοκράτορα επιδιώκοντας την πτώση του. Από όσα γνωρίζουμε, άλλωστε, τα στρατεύματα του Ρουσσέλ πρέπει να βρίσκονταν κοντά σ’ αυτά του Ιωσήφ Ταρχανιώτη, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ποτέ στο πεδίο της μάχης για να βοηθήσει τον κακότυχο Ρωμανό. Υπάρχει, τέλος, μια πιθανότητα ο Ρουσσέλ να περίμενε απλά την έκβαση της μάχης και των εσωτερικών συγκρούσεων στο βυζαντινό στρατόπεδο προκειμένου να καθορίσει τη στάση του. Ο ήρωάς μας επέστρεψε στη Βασιλεύουσα και έθεσε εαυτόν στην υπηρεσία του νέου αυτοκράτορα, του Μιχαήλ Ζ΄ Δούκα που έμεινε στην Ιστορία ως Παραπινάκης (=μείον ένα τέταρτο) λόγω των νομισματικών υποτιμήσεων στις οποίες προέβη.

Η επόμενη αποστολή που ανατέθηκε στον Ρουσσέλ του Μπαγιέλ ήταν να συνοδέψει τον στρατηγό Ισαάκιο Κομνηνό σε μια προσπάθεια ανάκτησης των εδαφών της Ανατολίας που κατείχαν πλέον οι Τούρκοι. Όταν τα βυζαντινά στρατεύματα έφτασαν στην Καππαδοκία, ο Νορμανδός στασίασε (1073). Έχοντας παρατηρήσει ότι επικρατούσε αναρχία στα περισσότερα εδάφη της Μικράς Ασίας, φαίνεται να αποφάσισε ότι είχε μπροστά του τη χρυσή ευκαιρία για να γίνει αληθινός ηγεμόνας. Με τους μισθοφόρους του εφορμούσε τόσο εναντίον των Τούρκων όσο και κατά των Βυζαντινών: γρήγορα κατάφερε να θέσει υπό τον έλεγχό του το μεγαλύτερο τμήμα της Μικράς Ασίας και της Ανατολίας, σχηματίζοντας μια ηγεμονία που ξεκινούσε από τη Φρυγία και έφτανε ως τη Λυκαονία. Από το Ικόνιο ως την, ας πούμε «πρωτεύουσά» του, Άγκυρα, ο Ρουσσέλ ήταν απόλυτος κυρίαρχος. Σαστισμένος ο Μιχαήλ προσπάθησε να αντιδράσει κι έστειλε τον θείο του, τον καίσαρα Ιωάννη Δούκα, για να υποτάξει τον ενοχλητικό Νορμανδό. Εννοείται ότι η επιχείρηση είχε ως κατάληξη την παταγώδη αποτυχία: οι Νορμανδοί και άλλοι μισθοφόροι συνέτριψαν τα αυτοκρατορικά στρατεύματα κοντά στον Σαγγάριο ποταμό και αιχμαλώτισαν τον Ιωάννη. Εκείνη τη στιγμή ο Ρουσσέλ θα πρέπει να πίστεψε ότι το πεπρωμένο του συμπλεκόταν στενά με το αυτοκρατορικό μεγαλείο. Δεν έφτασε βέβαια ως το σημείο να αυτοανακηρυχθεί αυτοκράτορας, ήταν όμως βέβαιος ότι μπορούσε να ορίσει το μέλλον της αυτοκρατορίας και, φυσικά, το πρόσωπο που θα καθόταν στον αυτοκρατορικό θρόνο. Μπαίνοντας απόλυτα στο πετσί του ρόλου ενός μαγιορδόμου ή ατάμπεη, ο Ρουσσέλ ανακήρυξε αυτοκράτορα τον αιχμάλωτό του, τον Ιωάννη Δούκα, και κινήθηκε κατά της Κωνσταντινούπολης. Έφτασε μέχρι το Σκουτάρι στη Βιθυνία, το οποίο και πυρπόλησε. Δεν επρόκειτο όμως να φτάσει μέχρι τη Βασιλεύουσα, τουλάχιστον όχι ως θριαμβευτής και αρχιστράτηγος. Ο Μιχαήλ απευθύνθηκε στη μόνη στρατιωτική δύναμη της περιοχής που μπορούσε να εγγυηθεί τη συντριβή του Νορμανδού, δηλαδή τους Σελτζούκους. Πολύ γρήγορα ο στρατός του Ρουσσέλ συνετρίβη στην Καππαδοκία από τον εμίρη Αρτούτς κι ο ίδιος ο στασιαστής βρέθηκε αιχμάλωτος (1074).  

Ο φίλος μας δεν έμεινε πολύ στη φυλακή. Δωροδόκησε και κατάφερε να απελευθερωθεί. Ανασυγκρότησε το στράτευμά του κι επέστρεψε δριμύτερος στο γνώριμο πεδίο δράσης του. Αυτή τη φορά διακρίθηκε σε ληστρικές επιδρομές με νέο στόχο τις ακτές του Ευξείνου Πόντου.  Ωστόσο, και η δεύτερη ηγεμονία του Ρουσσέλ αποδείχτηκε εξίσου εφήμερη με την πρώτη. Για κακή τύχη του Νορμανδού βρέθηκε στον δρόμο του ένας εξαιρετικά ικανός νεαρός στρατηγός, ο μετέπειτα αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός. Ο Αλέξιος, στον οποίο απονεμήθηκε ο τίτλος του στρατοπεδάρχη, έχει λίγα μέσα στη διάθεσήτου (μόλις χίλιους άνδρες) και είναι αναγκασμένος να περιοριστεί σε επιχειρήσεις παρενόχλησης. Συμμαχεί, επομένως, με τον Σελτζουκίδη σουλτάνο Μαλίκ Σαχ, ο οποίος έχει διαδεχτεί τον πατέρα του, τον Αλπ Αρσλάν, από το 1072. Χάρη στην τουρκική ενίσχυση ο Κομνηνός επικρατεί του Ρουσσέλ, ο οποίος αιχμαλωτίζεται (1075). Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι, στην προσπάθειά του, ο νεαρός Κομνηνός θα βρεθεί αντιμέτωπος με τους κατοίκους της Αμάσειας, οι οποίοι παραμένουν πιστοί στον Νορμανδό: όχι μόνο δυσανασχετούν γιατί είναι αναγκασμένοι να συγκεντρώσουν το χρηματικό ποσό που υποσχέθηκε ο Αλέξιος στους Τούρκους, ως αντάλλαγμα για τη βοήθειά τους, αλλά κυρίως θεωρούν ότι ο Ρουσσέλ παρέχει την πλέον αποτελεσματική στρατιωτική προστασία των ελληνικών πόλεων του Πόντου.

Η ιστορία θα επαναληφθεί: ο Ρουσσέλ θα αφήσει γρήγορα τις βυζαντινές φυλακές. Γνωρίζοντας τις στρατιωτικές ικανότητες του Νορμανδού τυχοδιώκτη, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ θα του αναθέσει την αποστολή να αντιμετωπίσει τους στασιαστές που απειλούν τον θρόνο του. Ο Ρουσσέλ θα βρεθεί δίπλα στον πρώην αντίπαλό του, τον Αλέξιο Κομνηνό, προκειμένου να καταπνίξουν την εξέγερση της οποίας ηγείται ο στρατηγός Νικηφόρος Βρυέννιος. Θα αντιμετωπίσουν σε μάχη και θα συντρίψουν τον αδελφό του τελευταίου, τον Ιωάννη Βρυέννιο (Ιανουάριος 1078). Οι εξελίξεις στην αυτοκρατορία, όμως, είναι ραγδαίες: αντιμέτωπος με έναν ακόμη στασιαστή στρατηγό, τον Νικηφόρο Βοτανειάτη, ο πανικόβλητος Μιχαήλ θα παραιτηθεί από τον θρόνο και θα βρεί καταφύγιο ως… μοναχός στη Μονή του Στουδίου (άνοιξη 1078). Ο Βοτανειάτης θα καταλάβει τον αυτοκρατορικό θρόνο. Σε αυτές τις συνθήκες σύγχυσης, ο Ρουσσέλ θα προτιμήσει να εγκαταλείψει τον Αλέξιο και να συγκροτήσει εκ νέου την ηγεμονία του. Ο νέος αυτοκράτορας και ο Αλέξιος Κομνηνός θα έρθουν ξανά σε συνεννόηση με τους Τούρκους οι οποίοι θα συντρίψουν το στράτευμα του Ρουσσέλ κοντά στη Νικομήδεια. Υποθέτουμε ότι κάπου εδώ τερματίζεται η σταδιοδρομία του, καθώς είτε πέθανε στη φυλακή είτε εκτελέσθηκε κατόπιν διαταγής του Νικηφόρου Βοτανειάτη.

Ο Ρουσσέλ του Μπαγιέλ διέθετε τον τυχοδιωκτικό χαρακτήρα, τις στρατιωτικές ικανότητες και την απίστευτη επιθυμία για δόξα και πλούτο του τυπικού Νορμανδού του δεύτερου μισού του 11ου αιώνα. Το ότι τα αποτελέσματα της δράσης του υπήρξαν πρόσκαιρα, μολονότι εντυπωσιακά, οφείλεται σε δύο, κυρίως, λόγους. Δεν διέθετε, καταρχάς, την πολιτική ιδιοφυία ενός Ροβέρτου Γισκάρδου ή ενός Ρογήρου (του πρώτου ή του δεύτερου). Έπειτα, το πεδίο που επέλεξε για  να ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες του δεν ήταν το καλύτερο δυνατό: αντί για το κενό εξουσίας της Νότιας Ιταλίας, βρέθηκε ανάμεσα σε μια υπερδύναμη (έστω και σε περίοδο βαθειάς κρίσης) και σε μια ανερχόμενη στρατιωτική δύναμη. Μεταξύ Βυζαντίου και Σελτζούκων, ο Ρουσσέλ είχε ελάχιστες πιθανότητες τελικής επικράτησης.

Τελικά, η ιστορία του Ρουσσέλ δεν είναι τόσο ασήμαντη όσο αρχικά φαίνεται και, σε κάθε περίπτωση, μας επιτρέπει να συναγάγουμε μερικά χρήσιμα συμπεράσματα για την κατάσταση του Βυζαντίου στα χρόνια της μεγάλης κρίσης που ακολούθησε το τέλος της μακεδονικής δυναστείας. Αν η κυριαρχία ενός στασιαστή σε σημαντικό τμήμα της αυτοκρατορίας και για περιορισμένο χρονικό διάστημα δεν είναι αφεαυτής ασυνήθιστη, το γεγονός ότι αυτός ο ηγεμόνας είναι Νορμανδός δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί αξιοπρόσεκτο. Ιδίως όταν, όπως μαρτυρά και η στάση των Ελλήνων της Αμάσειας που εξακολουθούν να τον υποστηρίζουν και μετά την ήττα του, φαίνεται να διέθετε και κάποιες διοικητικές ικανότητες που θα θέλαμε να γνωρίζουμε καλύτερα απ’ όσο μας επιτρέπουν οι πενιχρές πηγές μας. Αυτό που αποδεικνύεται μετά βεβαιότητας από τη σταδιοδρομία του Ρουσσέλ του Μπαγιέλ είναι το πόσο χαλαρές (για να μην πούμε σαθρές) ήταν οι διοικητικές δομές της αυτοκρατορίας στα χρόνια εκείνα. Και προφανώς πόσο μεγάλη ήταν η αδιαφορία της αριστοκρατίας της Βασιλεύουσας για τις επαρχίες της. Μιλάμε για την ίδια αριστοκρατία που δεν δίστασε να προδώσει τον Ρωμανό σε μια καθοριστικής σημασίας σύγκρουση με τον απειλητικότερο εξωτερικό εχθρό της αυτοκρατορίας και που με τη στάση της επιδείνωσε τις συνέπειες της ήττας του Μαντζικέρτ, επιτρέποντας τη μόνιμη εγκατάσταση των Σελτζούκων στην Ανατολία. Τέλος, οι περιπέτειες του Ρουσσέλ καταδεικνύουν το πόσο σύνθετες ήταν οι σχέσεις Βυζαντινών και Τούρκων κατά τη διάρκεια αυτής της ρευστής και κρίσιμης περιόδου. Όσοι πίστευαν ότι αυτές μπορούν να ερμηνευθούν με όρους απόλυτης αντιπαλότητας αντιλαμβάνονται ότι αστόχησαν στην κρίση τους.   

Advertisements

ΟΙ ΝΟΡΜΑΝΔΟΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑ – μέρος ΙΙΙ

Νοέμβριος 1, 2009

Ο Ροβέρτος Γισκάρδος άφησε δύο γιους. Ο μεγαλύτερος, ο Βοημούνδος, είχε ήδη αποδείξει την αξία του κατά τη διάρκεια της εκστρατείας κατά του Βυζαντίου. Ήταν όμως γιος της Ωμπρέ, της πρώτης γυναίκας του Ροβέρτου: καθόσον ο γάμος αυτός είχε ακυρωθεί, ο Βοημούνδος δεν είχε, νομικά, δικαίωμα να διαδεχθεί τον πατέρα του. Ο Βοημούνδος θα καταφέρει να γράψει τη δική του ιστορία στο πλαίσιο της Πρώτης Σταυροφορίας, όταν θα γίνει Πρίγκιπας της Αντιόχειας και θα ιδρύσει μια νορμανδική δυναστεία που θα βασιλέψει στη βόρεια Συρία για σχεδόν δύο αιώνες. Προς το παρόν, όμως, πρέπει να αρκεσθεί στην πόλη του Τάραντα που του παραχώρησε ως φέουδο ο πατέρας του. Πράγματι, διάδοχος του Ροβέρτου θα είναι ο γιος που απέκτησε από τον δεύτερο γάμο του, ο Ρογήρος Μπόρσα. Οι πηγές μας μιλούν για έναν ευθυτενή νέο, ενάρετο και ευσεβή, με πολλά χαρίσματα. Τα γεγονότα θα καταδείξουν έναν αδύναμο χαρακτήρα που ποτέ δεν θα μπορέσει να τιθασέψει τους ταραχώδεις Νορμανδούς υποτελείς του. Η αδυναμία του Ρογήρου Μπόρσα θα συμβάλει ώστε το κέντρο βάρους της νορμανδικής εξουσίας να μετατοπιστεί προς τα νότια. Πράγματι, σε κάθε δυσκολία θα ζητήσει τη βοήθεια του θείου του, του κόμη της Σικελίας Ρογήρου. Εκείνος, με τη σειρά του, ποτέ δεν θα αρνηθεί τη βοήθειά του, αλλά με το αζημίωτο: κάθε επέμβαση του «Μεγάλου Κόμη» θα έχει ως συνέπεια και νέες παραχωρήσεις εκ μέρους του ανηψιού.

Στα δικά του εδάφη, τώρα, ο κόμης είχε ως βασικό σκοπό να ολοκληρώσει την κατάκτηση της Σικελίας. Μετά την κατάληψη του Παλέρμου, μεγάλο μέρος του νησιού παρέμενε στα χέρια των μουσουλμάνων. Με μια επίθεση διαρκείας, στην οποία διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο ο νόθος γιος του Ρογήρου, ο Ιορδάνης, ο κόμης κατέλαβε το 1084 τις Συρακούσες, το 1086 την Έννα και τον Ακράγαντα, το 1088 το οχυρό της Μπούτερα, το 1091 το Νότο και, λίγο αργότερα, το αρχιπέλαγος της Μάλτας. Ο Ρογήρος είχε από την αρχή την οξυδέρκεια να ακολουθήσει φιλική πολιτική προς τους μουσουλμάνους και ορθόδοξους υπηκόους του. Κάθε κοινότητα θα την διοικούσαν ομόθρησκοι ή ομόδοξοι άρχοντες. Επιπλέον, ο κόμης επέλεξε να διορίζει ο ίδιος τους λατίνους επισκόπους του νησιού, έτσι ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα καταπίεσης των ντόπιων πληθυσμών, τα οποία θα προκαλούσε ο υπερβάλλων ζήλος των καθολικών επισκόπων. Όλες οι προσπάθειες για να δεχθεί τον διορισμό μόνιμου παπικού λεγάτου στο νησί έπεσαν στο κενό. Αποδεχόμενος την κατάσταση, ο πάπας Ουρβανός ο Β΄υπέγραψε στο Σαλέρνο, στις 5 Ιουλίου 1098, βούλα με την οποία ονόμαζε αποστολικούς λεγάτους τους ηγεμόνες της Σικελίας. Ο Ρογήρος ήταν πλέον κοσμικός και πνευματικός ηγέτης του νησιού.

Στις 22 Ιουνίου 1101, ο κόμης πέθανε στην πρωτεύουσά του, τη Μίλητο της Καλαβρίας. Την αντιβασιλεία την ανέλαβε η τρίτη σύζυγός του, η Αδελαΐδα η Μομφερρατική, η οποία είχε χαρίσει δύο γιους στον κόμη. Ο Σίμων, ο μεγαλύτερος, επρόκειτο να πεθάνει έφηβος το 1105, οπότε διάδοχος θα ήταν ο νεότερος, ο Ρογήρος, που είχε γεννηθεί το 1093. Η Αδελαΐδα, πάντως, πήρε σημαντικές αποφάσεις κατά το χρονικό διάστημα που διοίκησε την Καλαβρία και τη Σικελία. Επέλεξε συμβούλους οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν Έλληνες από την Καλαβρία και την ανατολική Σικελία. Και μετέφερε δύο φορές την πρωτεύουσα του κράτους: πρώτα από τη Μίλητο στη Μεσσήνη και έπειτα στο Παλέρμο. Βεβαίως, συνέχισε την πολιτική ανεξιθρησκείας και ενθάρρυνσης της διαπολιτισμικότητας που είχε ακολουθήσει ο σύζυγός της: οι τίτλοι και τα αξιώματα αντικατόπτριζαν τρεις διαφορετικές παραδόσεις. Πρωτοσπαθάριοι, κατεπάνω, λογοθέτες και πρωτονοτάριοι δίπλα σε εμίρηδες, αλλά και σε μαρισκάλδους, κοντόσταυλους και βαρόνους.

Το 1111, είχε φτάσει η στιγμή να αναλάβει τις τύχες του σικελικού κράτους αυτός που θα αποδεικνυόταν ο σπουδαιότερος μονάρχης του, ο Ρογήρος ο Β΄. Ευθύς εξαρχής, έθεσε δύο μεγάλους στόχους: την κυριαρχία σε ολόκληρη τη νορμανδική Κάτω Ιταλία (ο εξάδελφός του Ρογήρος Μπόρσα πέθανε στις 22 Φεβρουαρίου της χρονιάς εκείνης και τον διαδέχθηκε ο, ακόμη πιο αδύναμος, γιος του Γουλιέλμος) και να κατακτήσει τη μουσουλμανική Βόρεια Αφρική, τα εδάφη που οι Άραβες ονόμαζαν Ιφρικίγια, μεταγράφοντας την παλιά ρωμαϊκή ονομασία της επαρχίας της Αφρικής. Μετά από μια σειρά παρεμβάσεων στις έριδες των Αράβων εμίρηδων της Τυνισίας, ο Ρογήρος αποφάσισε το 1123 να προχωρήσει σε μια σημαντική εκστρατεία κατά του ηγεμόνα της Μαχντία. Επικεφαλής του νορμανδικού στόλου τέθηκαν δύο πρόσωπα που έφεραν τον αραβικό τίτλο του εμίρη και αντιπροσώπευαν το παρόν και το μέλλον του νορμανδικού κράτους της Σικελίας. Ο γηραιότερος, ο εμίρης Χριστόδουλος ήταν είτε Έλληνας είτε εκχριστιανισμένος Άραβας της Σικελίας: τα αραβόφωνα χρονικά τον καταγράφουν, πολύ λογικά, ως Αμπντ-αρ-ραχμάν και δεν είμαστε σίγουροι ποιά εκδοχή αποτελεί μετάφραση της άλλης. Ο δεύτερος ήταν ο Γεώργιος ο Αντιοχεύς: ήταν ελληνόφωνος, από οικογένεια Μελκιτών της Βόρειας Συρίας (δηλαδή χριστιανών της ανατολής που ακολουθούσαν το ορθόδοξο δόγμα και δεν είχαν ασπασθεί τον μονοφυσιτισμό). Η οικογένειά του έπεσε σε δυσμένεια και αναγκάστηκε να φύγει από τη Συρία για να βρεθεί στη σημερινή Τυνισία. Ο Γεώργιος υπηρέτησε για κάποια χρόνια τους Ζιρίδες ηγεμόνες της Μαχντία, για λογαριασμό των οποίων άσκησε διάφορα διοικητικά καθήκοντα και, τελικά, ανέλαβε υπεύθυνος των οικονομικών. Κάποια στιγμή, μεταξύ του 1108 και του 1112, δέχθηκε την πρόταση του εμίρη Χριστόδουλου και βρέθηκε στη Σικελία για να υπηρετήσει τον οίκο των Ωτβίλλ. Ο Γεώργιος θα συνδέσει το όνομά του με την πιο ένδοξη περίοδο της νορμανδικής Σικελίας: το 1131 θα λάβει τον τίτλο του Εμίρη των Εμίρηδων (ammiratus ammiratorum) και θα γίνει πραγματικός πρωθυπουργός και ναύαρχος (όσο κι αν φαίνεται παράξενο η λέξη ammiraglio/ amiral/ admiral προέρχεται από τον εμίρη), το πρόσωπο που θα ασκεί την ουσιαστική εξουσία στο όνομα του ηγεμόνα του. Θα γίνει επίσης κτήτωρ του ναού της Παναγίας του Ναυάρχου (Santa Maria dell’Ammiraglio, γνωστότερης σήμερα ως Μαρτοράνα) στο Παλέρμο, όπου σώζονται υπέροχα ψηφιδωτά στα οποία απεικονίζονται ο Ρογήρος ο Β΄, με όλη τη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, να στέφεται από τον Χριστό και ο ίδιος ο Γεώργιος να προσκυνά την Παναγία. Ας μην προτρέχουμε, όμως: βρισκόμαστε ακόμη στα 1123 και ο Γεώργιος, δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον εμίρη Χριστόδουλο, συμμετέχει σε μια εκστρατεία που πρόκειται να εξελιχθεί σε φιάσκο. Τα νορμανδικά στρατεύματα αποβιβάζονται εν μέσω τρικυμίας, συναντούν έπειτα την ηρωϊκή αντίσταση των μουσουλμάνων υπερασπιστών της πόλης και αναγκάζονται να επιστρέψουν στα πλοία τους και να σαλπάρουν πίσω για τη Σικελία.

Ο Ρογήρος είχε μεγαλύτερη επιτυχία στο ιταλικό διπλωματικό μέτωπο. Εκεί, ο νεαρός και αδύναμος δούκας της Απουλίας Γουλιέλμος βρέθηκε από την αρχή αντιμέτωπος με ανυπέρβλητες δυσκολίες. Δίχως την υποστήριξη του πάπα Πασχάλη του Β΄, ο οποίος πέθανε το 1118, ο δούκας έπρεπε να καταστείλει τη γενικευμένη εξέγερση των Νορμανδών αρχόντων της Κάτω Ιταλίας, την οποία υποδαύλιζε ο Γερμανός αυτοκράτορας Ερρίκος ο Ε΄. Η μόνη λύση που είχε στη διάθεσή του ήταν να ζητήσει τη βοήθεια του Ρογήρου της Σικελίας. Ο Ρογήρος κατέστειλε την εξέγερση, αλλά ζήτησε και τα αντίστοιχα ανταλλάγματα: ο Γουλιέλμος παραιτήθηκε από όλες τις κτήσεις και όλα τα κυριαρχικά δικαιώματα που είχαν στην Καλαβρία και τη Σικελία οι δούκες της Απουλίας από την εποχή του Ροβέρτου Γισκάρδου. Λίγο αργότερα, το 1127, ο Γουλιέλμος πέθανε, άκληρος, στο Σαλέρνο. Ο Ρογήρος μπορούσε πια να διεκδικήσει (νόμιμα) και το δουκάτο της Κάτω Ιταλίας. Σκόνταψε, όμως, στην αδιαλλαξία του πάπα Ονώριου του Β΄: όχι μόνο οι μεταξύ τους διαπραγματεύσεις απέτυχαν, αλλά ο πάπας αποφάσισε να στέψει ως διάδοχο του Γουλιέλμου τον Ροβέρτο τον Β΄, πρίγκιπα της Καπύης. Ο Σικελός ηγεμόνας επιχείρησε να διεκδικήσει τη διαδοχή με τα όπλα: το 1129 ξεκίνησε από τη Μεσσήνη με μεγάλο εκστρατευτικό σώμα, ανάγκασε πρώτα τον πάπα να δεχθεί τις διεκδικήσεις του και στη συνέχεια καθυπόταξε όλη την Απουλία και την Καμπανία. Ο Ρογήρος είχε πετύχει τον στόχο του: επέστρεψε στο Παλέρμο ως ηγεμόνας ολόκληρης της Κάτω Ιταλίας.

Τη νύχτα της 14ης Φεβρουαρίου 1130, όμως, πέθανε κι ο πάπας Ονώριος. Το επόμενο πρωί η χριστιανοσύνη βρέθηκε να έχει δύο πάπες! Οι καρδινάλιοι είχαν χωριστεί σε δύο στρατόπεδα, αναλόγως του ποιά από τις δύο ισχυρές οικογένειες της Ρώμης υποστήριζαν. Η κλίκα των Φραντζιπάνι επέλεξε για πάπα τον καρδινάλιο Γρηγόριο Παπαρέσκι, ο οποίος πήρε το όνομα Ιννοκέντιος ο Β΄. Την ίδια ώρα, η πολυπληθέστερη κλίκα των Πιερλεόνι διάλεγε για πάπα ένα μέλος της, τον καρδινάλιο Πέτρο Πιερλεόνι, ο οποίος έλαβε το όνομα Ανάκλητος ο Β΄. Νομικά, και οι δύο εκλογές ήταν αντικανονικές. Και, φυσικά, οι πρωταγωνιστές της εποχής δεν γνώριζαν ποιόν από τους δύο θα καταγράψει η Ιστορία ως νόμιμο πάπα και ποιόν ως αντιπάπα. Απλούστατα, ο κάθε ηγεμόνας διάλεγε στρατόπεδο αναλόγως των πολιτικών υπολογισμών του. Ο Ρογήρος επέλεξε να υποστηρίξει τον Ανάκλητο, τον οποίο και συνάντησε στο Αβελλίνο τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Ο Ανάκλητος χρωστούσε φυσικά ευγνωμοσύνη στον ισχυρό ηγεμόνα: τον αναγνώρισε με κάθε επισημότητα ως βασιλέα της Σικελίας, της Καλαβρίας και της Απουλίας, καθώς και πρίγκιπα της Καπύης. Την ημέρα των Χριστουγέννων του 1130, ο Ρογήρος στεφόταν στο Παλέρμο βασιλιάς, φέροντας όλα τα σύμβολα της εξουσίας και την ενδυμασία (από τα πορφυρά καμπάγια ως το καμηλαύκι με τους πολύτιμους λίθους) ενός βυζαντινού αυτοκράτορα.

Ο Ρογήρος θα πρέπει να πίστευε ότι βρισκόταν στο απόγειο της ακμής του. Τη δόξα πράγματι θα την κατακτούσε. Αυτό, όμως, που δεν μπορούσε να γνωρίζει ήταν οι δυσκολίες που επρόκειτο να αντιμετωπίσει.

ΟΙ ΝΟΡΜΑΝΔΟΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑ – μέρος ΙI

Οκτώβριος 25, 2009

Σε συνέχεια της πρώτης ανάρτησης σε αυτό το ιστολόγιο. Βέβαια, μια απλή αφήγηση γεγονότων, όπως η παρούσα, δεν παρουσιάζει το ίδιο ενδιαφέρον με μια ανάρτηση που έχει πιο σύνθετο και κριτικό χαρακτήρα. Επειδή, όμως, η αφήγηση αυτή αποτελεί κάτι σαν τάμα προς το άβατάρ μου, θα συνεχισθεί και μάλιστα για κάμποσο καιρό, μια και θα χρειαστούν γύρω στις δέκα αναρτήσεις για να φτάσουμε ως το λογικό της τέλος, τους Σικελικούς Εσπερινούς …

Η σταδιοδρομία του Ροβέρτου Γισκάρδου στην Κάτω Ιταλία ξεκινά … σεμνά και ταπεινά. Αν όχι σεμνά, πάντως οπωσδήποτε ταπεινά. Με ορμητήριο την αετοφωλιά του Σαν Μάρκο Αρτζεντάνο και επικεφαλής μιας ομάδας ενόπλων που ευκολότερα χαρακτηρίζεις κατασαπλιάδες και ληστές παρά ιππότες, ο Ροβέρτος επιβιώνει χάρη στις ζωωκλοπές, το πλιάτσικο και τα λύτρα που αποσπά απάγοντας πλούσιους Βυζαντινούς άρχοντες. Η πρώτη ευκαιρία για κάτι καλύτερο θα του παρουσιαστεί σε ένα ταξίδι του στην Απουλία. Ένας άλλος Νορμανδός φεουδάρχης, ο Γεράρδος του Μπουοναλμπέργκο, πιστεύοντας στις δυνατότητές του Ροβέρτου, θα του προτείνει την εξής συμφωνία: θα του δώσει ως σύζυγο τη θεία του Ωμπρέ (ή Αλβεράδα, βάσει της εκλατινισμένης εκδοχής του ονόματος), θα του δηλώσει υποτέλεια και θα του παράσχει ένα στράτευμα διακοσίων ιπποτών για να κατακτήσει περισσότερα εδάφη στην Καλαβρία. Ταυτόχρονα, θα του χαρίσει και το προσωνύμιο που επρόκειτο να τον σημαδέψει για πάντα: Γισκάρδος, δηλαδή ο πανούργος, ο πολυμήχανος («Cognomen Guiscardus erat qui calliditatis non Cicero tantae fuit, aut versutus Ulysses»). Οι ενισχύσεις θα αποδειχθούν πολύτιμες, καθώς σταθερά και μεθοδικά ο Ροβέρτος αρχίζει να δημιουργεί μια εκτεταμένη ζώνη ελέγχου και επιρροής. Οι εξελίξεις, όμως, θα τον φέρουν σύντομα βορειότερα.

Ο νορμανδικός επεκτατισμός είχε εύλογα ανησυχήσει πολλούς: το 1051 θα εκδηλωθεί μια συνομωσία Ιταλών και Βυζαντινών αρχόντων με στόχο τους Νορμανδούς φεουδάρχες της νότιας Ιταλίας. Πρώτο θύμα, ο δούκας Ντρε που θα δολοφονηθεί στο παρεκκλήσιο του κάστρου του στο Μόντε Ιλάρο. Θα τον διαδεχθεί ο αμφιθαλής αδελφός του, ο Ονφρουά. Είναι πολύ πιθανό η αντινορμανδική κίνηση του 1051 να είχε και την άμεση ή έμμεση παπική στήριξη. Από το 1048 πάπας της Ρώμης είναι ο Λέων ο Θ΄, Γερμανός που γεννήθηκε ως κόμης του Έγκισάιμ-Ντάγκσμπουργκ. Είναι πεπεισμένος ότι οι νορμανδικές κτήσεις αποτελούν αγκάθι στα πλευρά των παπικών κρατών. Έτσι, επικεφαλής ενός σημαντικού στρατεύματος αποτελούμενου από Γερμανούς (κυρίως μισθοφόρους) και Ιταλούς και με την ενίσχυση των Βυζαντινών του θέματος της Απουλίας, βαδίζει κατά των Νορμανδών. Η αποφασιστική μάχη θα δοθεί στις όχθες του ποταμού Φορτόρε, νοτιοδυτικά της Φότζα, λίγο έξω από την Τσιβιτάτε. Οι Νορμανδοί είναι λιγότεροι, είναι όμως καλύτεροι πολεμιστές και μάχονται για να σώσουν την περιουσία και το τομάρι τους. Το βράδυ τις 17ης Ιουνίου 1053 ο πάπας Λέων είναι αιχμάλωτος των Νορμανδών αρχόντων: δεν πρόκειται να ξαναδεί τη Ρώμη, καθώς θα πεθάνει σε αιχμαλωσία τον Απρίλιο του 1054 (παρεμπιπτόντως, ο θάνατός του καθιστούσε τυπικά άκυρο το περίφημο Σχίσμα των Εκκλησιών: η παπική βούλα περί αφορισμού του Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου και των πιστών του, την οποία άφησε στην Αγία Σοφία ο καρδινάλιος Ουμβέρτος του Μουαγιανμουτιέ, έφερε το όνομα ενός νεκρού πάπα. Και, φυσικά, οι εξουσίες του Ουμβέρτου ως παπικού λεγάτου μάλλον τερματίζονταν με τον θάνατο του ποντίφηκα που τον διόρισε). Η συμβολή του Ροβέρτου στη νίκη της Τσιβιτάτε ήταν καθοριστική. Το 1057, λίγο πριν πεθάνει, ο Ονφρουά θα του αναθέσει τη διακυβέρνηση του δουκάτου του και την κηδεμονία των παιδιών του. Βεβαίως, ο Ροβέρτος είναι πολύ περισσότερο Φίλιππος Β΄ παρά Αντίγονος Δόσων: ποτέ δεν θα παραδώσει την εξουσία που του δόθηκε προσωρινά. Το 1059, στην ακμή της δύναμής του, θα αποφασίσει ότι ο γάμος του με την Ωμπρέ αποτελεί αυτό που οι Γάλλοι ονομάζουν mésalliance. Προφασιζόμενος την ύπαρξη κάποιας μακρινής συγγένειας θα επιτύχει την ακύρωση του γάμου προκειμένου να νυμφευθεί τη Συκελγκάιτε, αδελφή του ηγεμόνα του Σαλέρνο.

Έτσι κι αλλιώς, οι συσχετισμοί δυνάμεων και οι συμμαχίες έχουν πια μεταβληθεί. Ο πάπας Νικόλαος ο Β΄ θα θεωρήσει ότι η συμμαχία με τους Νορμανδούς είναι πλέον προς το συμφέρον του: τον Αύγουστο του 1059 θα συναντηθεί με τον Ροβέρτο στη Βενόζα και με κάθε επισημότητα θα τον αναγνωρίσει ως δούκα Απουλίας και Καλαβρίας, νόμιμο κύριο όλων των εδαφών που κατέχει (νόμιμα και παράνομα), αλλά και αυτών που θα κατακτήσει σε βάρος των απίστων. Η κατάκτηση της Σικελίας είναι ο επόμενος στόχος.

Η νορμανδική κατάκτηση της μεγαλονήσου ξεκινά υπό συνθήκες παρόμοιες αυτών της αραβικής κατάκτησης, δυόμισι αιώνες νωρίτερα. Το 827 οι Άραβες πάτησαν πόδι στη Σικελία ύστερα από «πρόσκληση» του Βυζαντινού στρατηγού Ευφήμιου, ο οποίος είχε στασιάσει κατά του αυτοκράτορα Μιχαήλ του Β΄. Το 1061, η μικρή νορμανδική δύναμη που αποβιβάζεται κοντά στη Μεσσήνη με επικεφαλής τον Ρογήρο, αδελφό του Ροβέρτου και δωδέκατο και νεότερο γιο του Τανκρέδου της Ωτβίλλ, φθάνει στη Σικελία με τυπικό σκοπό να ενισχύσει τον Ιμπν Αλ Τουμνά, εμίρη Κατάνης και Συρακουσών, ο οποίος βρίσκεται σε σύγκρουση με τον Ιμπν Αλ Χαουάς, εμίρη του Ακράγαντα και της Έννας. Η κατάκτηση θα αποδειχθεί ιδιαίτερα δύσκολη: μετά από την αραβική αντεπίθεση του χειμώνα του 1062-1063, ο Ρογήρος θα βρεθεί πολιορκημένος στην Τρόινα. Η στρατιωτική του ιδιοφυία θα τον βγάλει από τη δύσκολη θέση: όχι μόνο θα καταφέρει να σπάσει την πολιορκία, αλλά λίγους μήνες μετά θα πετύχει μια σαρωτική νίκη στο Τσέραμι, η οποία θα του ανοίξει τον δρόμο για την τελική επικράτηση.

Ωστόσο, η ολοκλήρωση της σικελικής εκστρατείας θα πρέπει να περιμένει. Ο Ροβέρτος, η βοήθεια του οποίου είναι απαραίτητη, θα δώσει προτεραιότητα σε ένα άλλο σχέδιο. Επιδιώκοντας να εξαφανίσει τη βυζαντινή παρουσία στην Κάτω Ιταλία θα πολιορκήσει το Μπάρι, τελευταία σημαντική κτήση που έχει μείνει στα χέρια της αυτοκρατορίας. Η πολιορκία θα αρχίσει το 1068 και θα κρατήσει σχεδόν τρία χρόνια. Στις 16 Απριλίου 1071 το Μπάρι θα παραδοθεί στον Ροβέρτο (τρεις μήνες πριν την καταστροφή του Μαντζικέρτ). Η επιτυχία αυτή θα επιτρέψει στον Ροβέρτο να τρέξει σε βοήθεια του αδελφού του που πολιορκεί το Παλέρμο. Στις 10 Ιανουαρίου 1072, τα δύο αδέλφια κάνουν την επίσημη είσοδό τους στη σικελική πρωτεύουσα που συνθηκολόγησε. Βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας, ο Ροβέρτος θα κρατήσει τη διοίκηση του Παλέρμου, της μισής Μεσσήνης και του βόρειου τμήματος του νησιού. Τα υπόλοιπα (όσα κατακτήθηκαν και όσα πρέπει να κατακτηθούν) ανήκουν στον Ρογήρο, ο οποίος θα λάβει τον τίτλο του κόμη της Σικελίας.

Ο Ροβέρτος Γισκάρδος μπορούσε πλέον να αφοσιωθεί στον ύψιστο στόχο του, την αυτοκρατορία του Βυζαντίου. Αρχικά, χρησιμοποίησε τα διπλωματικά μέσα: επιδίωξε τη συμμαχία που θα τη σφράγιζε ένας γάμος ανάμεσα στις δύο οικογένειες. Πράγματι, το 1074, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ ο Ζ΄ (αυτός που λόγω της άθλιας οικονομικής του πολιτικής και των τρομακτικών υποτιμήσεων του νομίσματος έμεινε στην ιστορία ως Παραπινάκης) πρότεινε στον Ροβέρτο γάμο μεταξύ του προφυρογέννητου γιου του Βυζαντινού βασιλέα και μιας κόρης του Νορμανδού ηγεμόνα. Η ιστορία τελείωσε άσχημα: πριν οι μελλόνυμφοι φτάσουν σε ηλικία γάμου, ο Μιχαήλ ανατράπηκε από τον Νικηφόρο Βοτανειάτη, η δε Νορμανδή πριγκίπισα κατέληξε σε κάποιο βυζαντινό μοναστήρι. Απέμενε η λύση των πολεμικών επιχειρήσεων. Ο Ροβέρτος συγκέντρωσε εντυπωσιακό στόλο και στρατό, και αφού έστειλε πρώτα τον Βοημούνδο, τον μεγαλύτερο γιο που είχε αποκτήσει με την Ωμπρέ, να δημιουργήσει προγεφύρωμα στις αλβανικές ακτές, σάλπαρε από το Οτράντο το 1081 με αρχικό στόχο το Δυρράχιο. Η πολιορκία υπήρξε πολύμηνη και σκληρή. Σε βοήθεια της πόλης προσέτρεξε κι ο νέος αυτοκράτορας, ο Αλέξιος Κομνηνός. Τελικός νικητής, όμως, ήταν ο Γισκάρδος. Τον Φεβρουάριο του 1082 το Δυρράχιο ήταν δικό του. Μετά την κατάληψη κινήθηκε προς τα νότια, βαδίζοντας κατά της Θεσσαλονίκης. Ενώ, όμως, βρισκόταν έξω από την Καστοριά, οι δραματικές εξελίξεις στην Ιταλία τον ανάγκασαν σε εσπευσμένη επιστροφή.

Γενικά, η μεγαλύτερη ατυχία του Γισκάρδου ήταν ότι στον θρόνο του Βυζαντίου δεν βρισκόταν κάποιος αυτοκράτορας ικανός μόνο για παλατιανές ίντριγκες, αλλά ένας ικανότατος στρατιωτικός και πολιτικός ηγέτης όπως ο Αλέξιος Κομνηνός. Ο Αλέξιος ήρθε σε άμεση συνεννόηση με τον δυτικό ηγεμόνα που τη δεδομένη χρονική στιγμή είχε κοινά συμφέροντα με αυτόν. Ο Γερμανός αυτοκράτορας Ερρίκος ο Δ΄ δεν είχε ξεχάσει την αισχρή ταπείνωση που του είχε επιφυλάξει στην Κανόσα ο Λομβαρδός πάπας Γρηγόριος ο Ζ΄. Ενισχυμένος οικονομικά από το Βυζάντιο συγκέντρωσε γρήγορα ένα πολυάριθμο εκστρατευτικό σώμα και βάδισε κατά της Ρώμης. Ύστερα από πολιορκία που κράτησε περισσότερο από ένα χρόνο, ο Ερρίκος καταλάμβανε την Αιώνια Πόλη, τον Μάρτιο του 1084. Ο πάπας δεν είχε άλλη επιλογή παρά να καλέσει σε βοήθεια τον Νορμανδό δούκα. Τον Μάϊο του 1084 οι δυνάμεις του Γισκάρδου έφταναν στη Ρώμη, την οποία είχε ήδη εγκαταλείψει ο Γερμανός αυτοκράτορας. Ακολούθησε ένα απερίγραπτο λουτρό αίματος: ο Ροβέρτος έκανε τα πάντα ώστε η παπική εξουσία να μην αμφισβητηθεί από κανένα πια. Δεν γνωρίζουμε πόσο αληθινά ευχαριστημένος ήταν ο πάπας Γρηγόριος. Μάλλον καθόλου. Γνωρίζοντας ότι μετά τα γεγονότα δεν μπορούσε πλέον να μείνει στη Ρώμη ακολούθησε ταπεινωμένος τον ισχυρό προστάτη του και κατέληξε στη μονή του Μόντε Κασσίνο, όπου και πέθανε τον επόμενο χρόνο.

Ο Ροβέρτος μπορούσε να συνεχίσει να κυνηγά τη βυζαντινή του χίμαιρα. Ο γιός του ο Βοημούνδος είχε αρχικά εδραιώσει τις νορμανδικές θέσεις γύρω από τα Ιωάννινα και είχε πετύχει δύο νίκες επί των στρατευμάτων του αυτοκράτορα. Το 1083, όμως, βρέθηκε αντιμέτωπος με πολύ μεγαλύτερες βυζαντινές δυνάμεις, έχασε την Καστοριά και οπισθοχώρησε. Το φθινόπωρο του 1084 ο Ροβέρτος σάλπαρε ξανά για τις Αλβανικές ακτές. Τώρα πια οι Νορμανδοί είχαν να αντιμετωπίσουν και τους νέους συμμάχους του Αλέξιου, τους Ενετούς με τον πανίσχυρο στόλο. Οι συγκρούσεις των επόμενων μηνών σε στεριά και θάλασσα ήταν σφοδρότατες: το θέατρο των πολεμικών επιχειρήσεων είχε πλέον μεταφερθεί στα Ιόνια νησιά. Εκτός από τον εχθρό, οι Νορμανδοί χτυπήθηκαν κι από επιδημίες. Όταν τον Ιούλιο του 1085 ο Ροβέρτος προσέγγισε τις ακτές της Κεφαλονιάς αρρώστησε βαριά: πέθανε στις 17 Ιουλίου στην τοποθεσία που ακόμη και σήμερα φέρει το όνομά του, έστω κι ελαφρώς παραφθαρμένο, το Φισκάρδο. Η σωρός του μεταφέρθηκε με χίλιες δυσκολίες στην Ιταλία και τάφηκε στην εκκλησία της μονής της Αγίας Τριάδας στη Βενόζα. Το επίγραμμα στον τάφο του, αντάξιο της αδάμαστης και τυχοδιωκτικής του προσωπικότητας, άρχιζε με τα παρακάτω λόγια: «Hic terror mundi Guiscardus».                  

 

ΟΙ ΝΟΡΜΑΝΔΟΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑ – μέρος Ι

Οκτώβριος 8, 2009

Η ιστορία των Νορμανδών βασιλέων της Σικελίας και Κάτω Ιταλίας είναι από τις συναρπαστικότερες που έχει να προσφέρει ο Μεσαίωνας. Πρόκειται για την ιστορία μερικών κατώτερων ευγενών με σκανδιναβικό αίμα και γαλλική γλώσσα και παιδεία που, με απόλυτα τυχοδιωκτικό πνεύμα, κατάφεραν μέσα σε λιγότερο από μισό αιώνα να συγκροτήσουν ένα από τα λαμπρότερα κράτη του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα, του οποίου ο ολοκληρωμένα διαπολιτισμικός χαρακτήρας ίσως και να προβάλλει ως πρότυπο ακόμη και για την εποχή μας. Είναι η ιστορία ηγεμόνων που έχτισαν καθεδρικούς στολισμένους με βυζαντινά ψηφιδωτά και αραβικές διακοσμήσεις, που μιλούσαν όλες τις γλώσσες που χρησιμοποιούνταν και στις γραμματείες των παλατιών τους (λατινικά, γαλλικά, ελληνικά και αραβικά), που τα διακριτικά της εξουσίας και τα ρούχα τους ήταν ξεσηκωμένα από το Βυζάντιο, ενώ τα νομίσματά τους έφεραν επιγραφές και τίτλους στα αραβικά. Η ιστορία ηγεμόνων που προκαλούσαν κατάπληξη τόσο στους λατίνους ομόθρησκούς τους (που τους αποκαλούσαν σουλτάνους που απλά έτυχε και βαφτίστηκαν Χριστιανοί) όσο και στους μουσουλμάνους ταξιδιώτες (που απορούσαν πώς είναι δυνατόν άπιστοι βασιλιάδες να φέρονται ακριβώς όπως οι πιστοί του ισλάμ). Είναι η ιστορία ενός κράτους που για ένα μικρό διάστημα (ένα σκάρτο αιώνα) ένωσε θρησκείες, δόγματα, γλώσσες και λαούς.

Η ιστορία μας αρχίζει κάπου στα τέλη του 8ου αιώνα στη Σκανδιναβία. Διάφοροι λόγοι έσπρωξαν τους κατοίκους της στην αναζήτηση καλύτερης τύχης με κάθε μέσο και σε κάθε γωνιά της οικουμένης. Επιδρομές σε όλη την Ευρώπη, από την Ιρλανδία ως την Ανδαλουσία, άνοιγμα νέων εμπορικών δρόμων και ίδρυση ηγεμονιών στη Βαλτική και στη Ρωσία, αποικισμός της Ισλανδία και της Γροιλανδίας, εξερευνήσεις μέχρι τις ακτές της Βόρειας Αμερικής. Όλα αυτά είναι έργο αυτών που έμειναν γνωστοί στην ιστορία ως Βίκινγκς. Κι αξίζει κανείς να θυμίσει τον αφορισμό (που έχει όλη τη γοητεία της υπεραπλούστευσης) σύμφωνα με τον οποίο οι Δανοί ήταν οι καλύτεροι στο πλιάτσικο, οι Σουηδοί στο εμπόριο, ενώ οι Νορβηγοί ήταν μακράν οι καλύτεροι θαλασσοπόροι.

Η Γαλλία και δη οι βόρειες ακτές της δεν ξέφυγαν από τη μανία των επιδρομέων από τον Βορρά. Κάποιοι από αυτούς, όμως, θέλησαν κάποτε να εγκατασταθούν μόνιμα στα εδάφη της βόρειας Γαλλίας. Το 911, ο Φράγκος βασιλιάς Κάρολος ο Απλός κατάλαβε ότι είχε πολλά να κερδίσει αν οι αυτοί οι Βόρειοι γίνονταν υποτελείς του: δέχθηκε λοιπόν τις προτάσεις του αρχηγού τους, του Ρολλόν (ή μάλλον Hrólfr, ενός Νορβηγού που καθοδηγούσε πολεμιστές κυρίως Δανούς στην καταγωγή)  και, με τη συνθήκη που σύναψαν στο Σαιν Κλερ του ποταμού Επτ, τον έχρισε Δούκα της περιοχής που έμελλε να γίνει γνωστή ως Νορμανδία, δηλ. χώρα των ανθρώπων του Βορρά. Οι Σκανδιναβοί εγκαταστάθηκαν στα εδάφη που τους δόθηκαν, αναμίχθηκαν με τον ντόπιο πληθυσμό (φράγκικο και κελτικό) και υιοθέτησαν τη γαλλική γλώσσα και τα γαλλικά έθιμα.

Στις αρχές του 11ου αιώνα, η Νότια Ιταλία ήταν πολιτικά κατακερματισμένη: στα βορειοδυτικά υπήρχαν οι λομβαρδικές ηγεμονίες του Σαλέρνο, της Καπύης και της Νάπολης, μαζί με τη «ναυτική δημοκρατία» του Αμάλφι. Τα εδάφη της Καλαβρίας και της Απουλίας αποτελούσαν τα βυζαντινό θέματα Σικελίας και Λογγοβαρδίας, κατάλοιπα του εξαρχάτου της Ραβέννας: ο πληθυσμός τους ήταν σχεδόν αποκλειστικά ελληνόφωνος. Τέλος, η Σικελία βρισκόταν από τον 9ο αιώνα στα χέρια των Αράβων. Η κατάκτηση του νησιού δεν υπήρξε εύκολη για το Ισλάμ: χρειάστηκε πάνω από μισός αιώνας για να καμφθεί και η τελευταία βυζαντινή αντίσταση και να κυριευθούν οι Συρακούσες. Άλλωστε, αν ο πληθυσμός της Σικελίας είχε εξισλαμισθεί στα δυτικά του νησιού, στο ανατολικό μισό η πλειονότητα των κατοίκων παρέμενε ελληνόφωνη και ορθόδοξη.

Η ιστορία ή ο θρύλος που μεταφέρει ψήγματα ιστορίας μας λένε ότι το 1016 κάποιοι Νορμανδοί που επέστρεφαν από προσκύνημα στους Άγιους Τόπους αποβιβάστηκαν κοντά στο Σαλέρνο, πιθανώς για να προσκυνήσουν είτε στη μονή του Αγίου Βενέδικτου στο Μόντε Κασσίνο είτε στο ιερό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στο Μόντε Γκάργκανο. Φτάνοντας διαπίστωσαν ότι ένας στόλος Σαρακηνών πολιορκούσε την πόλη και αποφάσισαν να βοηθήσουν κι αυτοί τους πολιορκημένους. Λέγεται ότι η συμβολή τους ήταν τόσο καθοριστική στο να λυθεί η πολιορκία που οι Σαλερνιτάνοι τους ικέτεψαν να μείνουν στην πόλη τους. Ίσως και κάποιοι να έμειναν, πάντως αυτοί που γύρισαν στη Νορμανδία δεν θα παρέλειψαν να διηγηθούν τις εμπειρίες τους στους συμπατριώτες τους και κυρίως να τους εξηγήσουν πόσες ευκαιρίες για δόξα και πλούτο προσέφερε ο ιταλικός νότος.

Πράγματι, οι πιθανοί εργοδότες για μισθοφόρους δεν έλειπαν: οι Λομβαρδοί άρχοντες εμπλέκονταν συχνά σε δυναστικές έριδες ή σε τοπικούς πολέμους μεταξύ τους. Οι Βυζαντινοί, από την άλλη, δεν εγκατέλειψαν ποτέ την ιδέα ανάκτησης της Σικελίας από τους Άραβες (δεν είναι άσχετη με αυτή την αλυτρωτική τάση και η επιμονή τους να ονομάζουν θέμα Σικελίας τα εδάφη που κατείχαν στην Καλαβρία. Φαίνεται, επίσης, ότι η ονομασία του Βασιλείου των Δύο Σικελιών κατά τους νεότερους χρόνους οφείλεται κατά κάποιο τρόπο σε αυτή τη συνήθεια). Οι Νορμανδοί δεν άργησαν να φτάσουν στη Νότια Ιταλία και να υπηρετήσουν, μάλλον με αρκετή επιτυχία, διάφορους κυρίους: μόλις το 1029, ο δούκας της Νάπολης Σέργιος έδωσε ως φέουδο στον Νορμανδό Ραινόλφ την πόλη της Αβέρσα. Ο Ραινόλφ είχε βοηθήσει σημαντικά τον Σέργιο να ανακτήσει το δουκάτο του από το οποίο τον είχε εκδιώξει ο πρίγκιπας της Καπύης, Πάντολφ ο 3ος.   

Φτάνουμε έτσι στο χρονικό σημείο που θα εμφανιστεί στο προσκήνιο η οικογένεια που επρόκειτο να αλλάξει την ιστορία της Κάτω Ιταλίας. Ο Τανκρέδος, άρχοντας της Ωτβίλ (ενός ασήμαντου φέουδου ανάμεσα στην Κουτάνς και το Σαιν Λω) είχε την τύχη να αποκτήσει από τις δύο συζύγους του δώδεκα γιους. Δύσκολο να τακτοποιήσει τόσα παιδιά, πώς να ζητήσει τόσο πολλά ρουσφέτια ο δύσμοιρος! Οι δύο μεγαλύτεροι, ο Γουλιέλμος και ο Ντρε, αποφάσισαν να βρουν την τύχη τους στην Ιταλία και να μπουν στην υπηρεσία του κόμητος της Αβέρσα. Γρήγορα τους παρουσιάστηκε μια ευκαιρία: ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Μιχαήλ, ο επονομαζόμενος και Παφλαγόνας, είχε αποφασίσει να εκμεταλλευθεί τις έριδες των εμίρηδων της Σικελίας και να ανακτήσει το νησί. Ένα μεγάλο εκστρατευτικό σώμα, υπό τις διαταγές του σημαντικότερου στρατηγού της εποχής, του Γεώργιου Μανιάκη ξεκίνησε για την επιχείρηση: οι Νορμανδοί βρέθηκαν να πολεμούν πλάι στα ξαδέλφια τους της Βαράγγιας Φρουράς του Βυζαντίου (ανάμεσα στους οποίους και ο Χάραλντ Χαρντράντα, κατοπινός βασιλιάς της Νορβηγίας). Οι πολεμικές επιχειρήσεις άρχισαν με τον καλύτερο τρόπο για τους Βυζαντινούς. Γρήγορα, όμως, το χρήμα σταμάτησε να ρέει κι άρχισε η μουρμούρα από τους Νορμανδούς και Ιταλούς μισθοφόρους. Ο Μανιάκης ανακλήθηκε, θύμα συκοφαντιών. Και η εκστρατεία τερματίσθηκε άδοξα. Τόσο άδοξα, που κατέληξε σε μια γενικευμένη εξέγερση στην Απουλία. Άλλη μια ευκαιρία για τους Νορμανδούς: ύστερα από επεισόδια των οποίων η εξιστόρηση θα χρειαζόταν πολλές σελίδες, ο Γουλιέλμος κατάφερε να εξασφαλίσει ένα καλό φέουδο γύρω από το Άσκολι και να πάρει τον ελαφρώς πομπώδη τίτλο του δούκα Απουλίας και Καλαβρίας. Όταν πέθανε, το 1041, τον διαδέχτηκε ο αδελφός του ο Ντρε.

Κάποια μέρα της ίδιας χρονιάς, ο Ντρε δέχτηκε στο Άσκολι την επίσκεψη του ετεροθαλούς αδελφού του, του Ροβέρτου. Ο νεαρός συνοδευόταν από μερικούς φίλους. Μαζί κι από τη φήμη του βλάκα της οικογένειας. Ποιός ξέρει γιατί… Σε κάθε περίπτωση ο άρχοντας του Άσκολι και κατ΄όνομα δούκας Απουλίας και Καλαβρίας έκρινε ότι το καλύτερο θα ήταν να ξαποστείλει τον νεαρό μακριά: του πρότεινε να εκστρατεύσει με λίγους άντρες στη Σκρίμπλα της Καλαβρίας και να κατακτήσει εδάφη από τους Βυζαντινούς. Ο Ροβέρτος ξεκίνησε με λίγα μέσα για να συναντήσει τη δόξα σε μια από τις χέρσες περιοχές του ιταλικού νότου. Κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει ότι ο άνθρωπος αυτός επρόκειτο να ενώσει σε ένα κράτος ολόκληρη τη Νότια Ιταλία και τη Σικελία, να συντρίψει τις παπικές στρατιές και να τρομάξει τους αυτοκράτορες του Βυζαντίου. Κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι ο ανόητος του νορμανδικού χωριού θα έμενε στην ιστορία ως ο «Γισκάρδος»…


Αρέσει σε %d bloggers: