Posts Tagged ‘Ρωσία’

«Σκηνές ενός λησμονημένου πολέμου – Τάννενμπεργκ 2»

Ιουλίου 2, 2017

Ρωσικό πεζικό κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο – φωτογραφία του National Geographic, τόμος 31, 1917, σελ. 372

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος οδηγεί συνειρμικά τον άνθρωπο της εποχής μας στο Δυτικό Μέτωπο, στον πόλεμο χαρακωμάτων και τις αδιανόητες εκατόμβες του Βερντέν και του Σομ. Κάτι τέτοιο δεν είναι παράλογο. Ο πόλεμος κρίθηκε τελικά στη Δύση. Για δύο από τις κύριες νικήτριες δυνάμεις της σύγκρουσης, τη Γαλλία και τη Βρετανία, χώρες που για διαφορετικούς λόγους είχαν σχετικά μικρούς αριθμούς θυμάτων κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι μάχες στο Δυτικό Μέτωπο εξακολουθούν να αποτελούν συνώνυμο τόσο της θυσίας σε καιρό πολέμου όσο και του παραλογισμού της ένοπλης αναμέτρησης.

Ωστόσο, μέχρι τις αρχές του 1918, τουλάχιστον οι μισές γερμανικές δυνάμεις, καθώς και η μεγάλη πλειονότητα των δυνάμεων της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, πολεμούσαν στην Ανατολή αντιμετωπίζοντας τον τσαρικό αυτοκρατορικό στρατό, ο οποίος αριθμούσε κάπου δεκαπέντε εκατομμύρια άνδρες. Ο πόλεμος στην Ανατολή είναι πολύ διαφορετικός από τον αντίστοιχό του στη Δύση: δεν υπάρχει ένα ενιαίο μέτωπο, αλλά πολλά επιμέρους. Η μάχη χαρακωμάτων αποτελεί την εξαίρεση. Συνήθως πρόκειται για πόλεμο ελιγμών και μεγάλων κινήσεων στρατευμάτων.

Ειδικά για τη Ρωσία, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος συνεπάγεται βαρύτατο τίμημα: ένα εκατομμύριο νεκροί, ακόμη περισσότεροι ανάπηροι πολέμου, 2,5 έως 3 εκατομμύρια αιχμάλωτοι, έξι εκατομμύρια πρόσφυγες. Για τη Γερμανία οι αντίστοιχοι αριθμοί είναι σαφώς μικρότεροι, όχι όμως και για την Αυστροουγγαρία, στην περίπτωση της οποίας η σύρραξη αποτελεί πραγματική αιμορραγία.

Υπό τις συνθήκες αυτές, πώς μπορεί να εξηγηθεί η απώλεια μνήμης όσον αφορά το Ανατολικό Μέτωπο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου; Η απάντηση αποτελεί συνάρτηση αυτού που επακολούθησε ιστορικά.

Αφενός, η ένταση, η σφοδρότητα, η γενοκτονική μανία και ο ασύλληπτος αριθμός απωλειών, τόσο μεταξύ των μάχιμων όσο και μεταξύ των αμάχων, κατά τον γερμανοσοβιετικό πόλεμο του 1941-1945 (δηλαδή τη μεγαλύτερη και πλέον αιματηρή πολεμική αναμέτρηση ολόκληρης της ανθρώπινης Ιστορίας) κάνουν τα όσα συνέβησαν στο Ανατολικό Μέτωπο κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο να μοιάζουν σχεδόν με παιδικό παιχνίδι σε κάποια σχολική αυλή.

Αφετέρου, οι πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις που άρχισαν να εκδηλώνονται στη Ρωσία ήδη εν μέσω της πολεμικής αναμέτρησης μοιραία την επισκίασαν και είχαν ως αποτέλεσμα μια συγκεκριμένη ανάγνωση της Ιστορίας που αρνείται να αναγνωρίσει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο την αυτοτελή αξία ενός μείζονος σημασίας ιστορικού γεγονότος. Υπό το πρίσμα αυτό, ο «Μεγάλος Πόλεμος» δεν ήταν παρά ο καταλύτης των εξελίξεων που θα οδηγούσαν στις δύο μεγάλες ρωσικές επαναστάσεις του 1917 (την «αστική» του Φεβρουαρίου και την «προλεταριακή» του Οκτωβρίου) και, μέσω μιας αλληλουχίας τεκτονικών κινήσεων, στην εγκαθίδρυση ενός κράτους εντελώς διαφορετικού από την τσαρική αυτοκρατορία. Κι όλα αυτά χωρίς να έχουμε μνημονεύσει ότι, από τη ρωσική σκοπιά, ο πόλεμος αφήνει σαφώς γεύση ημιτελούς κι ανολοκλήρωτου, μια και για τη Ρωσία τερματίστηκε εσπευσμένα κι άδοξα, με την ταπεινωτική Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ (3 Μαρτίου 1918), προκειμένου να δοθεί στους Μπολσεβίκους η ευκαιρία να εδραιώσουν το καθεστώς τους, πλην όμως με τίμημα τη σημαντική απώλεια εδαφών που περιελάμβαναν ορισμένες από τις πλέον ανεπτυγμένες οικονομικά περιοχές της αυτοκρατορίας.

Ρωσικό πεζικό – φωτογραφία του National Geographic, τόμος 31, 1917, σελ. 369.


Με την εξαίρεση της αυστροουγγρικής Γαλικίας, η οποία κατελήφθη δύο φορές από τις ρωσικές δυνάμεις, οι συγκρούσεις του Ανατολικού Μετώπου του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου αποτελούν για τη Ρωσία μια σειρά από φιλόδοξα σχέδια που καταλήγουν σε αποτυχίες, υποχωρήσεις και απώλειες εδαφών. Από την άποψη αυτή, το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα ίσως και να είναι η πρώτη πράξη της αναμέτρησης, η μεγάλη ρωσική εκστρατεία στην Ανατολική Πρωσία.


Ρωσικό ιππικό – προπαγανδιστική εικόνα ενόψει της εκστρατείας στην Ανατολική Πρωσία

Με το ξεκίνημα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο τσαρικός στρατός έχει την ευκαιρία να καταφέρει αποφασιστικό πλήγμα στα γερμανικά στρατεύματα που έχουν συγκεντρωθεί στην Ανατολική Πρωσία. Το ρωσικό γενικό επιτελείο, όμως, αντί να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του και να επιχειρήσει μια κατά μέτωπο επίθεση με στόχο το Κένιγκσμπεργκ, την ιστορική πρωτεύουσα της περιοχής, επιλέγει ένα σχέδιο ελιγμών, το οποίο μοιάζει μεγαλοφυές, τουλάχιστον στα χαρτιά. Η 1η Στρατιά, υπό τον Πάβελ Κάρλοβιτς φον Ρεννενκάμπφ, με δύναμη είκοσι μεραρχίες, θα εισβάλει σε γερμανικό έδαφος από τα βορειοανατολικά, ενώ η 2η Στρατιά του Αλεξάντρ Βασίλιεβιτς Σαμσόνοφ, αποτελούμενη από δεκαπέντε μεραρχίες, θα κινηθεί από τα νοτιοδυτικά και θα διεισδύσει στην Ανατολική Πρωσία μέσω της προεξέχουσας του πολωνικού θυλάκου. Ο στόχος είναι να περικυκλωθούν οι δυνάμεις της γερμανικής 8ης Στρατιάς, την οποία διοικεί το δίδυμο Πάουλ φον Χίντενμπουργκ και Έριχ Λούντεντορφφ.

Χάρτης με τις κινήσεις των αντίπαλων στρατευμάτων μέχρι και τη Μάχη του Τάννενμπεργκ

Η προβληματική εκτέλεση, ο πλημμελέστατος συντονισμός και οι ελλείψεις του τσαρικού στρατού σε θέματα διοικητικής μέριμνας θα μετατρέψουν το σχέδιο σε εφιάλτη. Ο Ρεννενκάμπφ, έχοντας επιτύχει άνετη νίκη επί των δυνάμεων του Γερμανού στρατηγού Μαξιμίλιαν φον Πρίττβιτς κοντά στο Γκουμπίννεν, προχωρά μάλλον χαλαρά. Ο Σαμσόνοφ, όμως, του οποίου οι δυνάμεις πρέπει να διανύσουν πολύ μεγαλύτερη απόσταση, επιβάλλει στους στρατιώτες του ένα πραγματικό σπριντ επί 9 ολόκληρες ημέρες. Με τον τρόπο αυτό αποκόπτεται εντελώς από τις βάσεις ανεφοδιασμού του. Επιπλέον, η επικοινωνία μεταξύ των δύο στρατηγών είναι εξαιρετικά προβληματική. Κι ενώ ο Σαμσόνοφ προσπαθεί να συγκλίνει ώστε οι δύο στρατιές να ενωθούν, ο Ρεννενκάμπφ παρεκκλίνει όλο και περισσότερο προς το Κένιγκσμπεργκ κι απομακρύνεται από τον συνάδελφό του.

Α. Β. Σαμσόνοφ

Το πλέον καθοριστικό στοιχείο έγκειται πρωτίστως στο ότι οι Γερμανοί έχουν όλη την άνεση να παρακολουθήσουν τις κινήσεις του εχθρού και να επιλέξουν να τον χτυπήσουν στο αδύνατο σημείο του. Ο Σαμσόνοφ πέφτει στην παγίδα που του έχει στήσει το «σατανικό» δίδυμο, το οποίο τον περιμένει κοντά στο Άλλενστάιν με φρέσκα στρατεύματα που μόλις έχουν μεταφερθεί σιδηροδρομικώς και κατευθύνονται με επιδεξιότητα στο πεδίο της μάχης μέσω ασυρμάτων. Οι άνδρες του Σαμσόνοφ, εξαντλημένοι, πεινασμένοι και διψασμένοι, αντιστέκονται στον εχθρό για τρεις ημέρες κι έπειτα καταρρέουν (26-29 Αυγούστου 1914). Οι απώλειες είναι τέτοιες που ο ρωσικός στρατός δεν θα συνέλθει ποτέ από τη συμφορά: 90 χιλιάδες αιχμάλωτοι, 80 χιλιάδες νεκροί και τραυματίες. Κι αν από τον Σαμσόνοφ έλειπε η στρατηγική ιδιοφυΐα, δεν συνέβαινε το ίδιο και με τη στρατιωτική τιμή κι αξιοπρέπεια. Βλέποντας τη συντριβή των δυνάμεών του, έστρεψε το περίστροφό του προς τον εαυτό του κι αυτοκτόνησε.

Ο θριαμβευτής Χίντενμπουργκ κατόρθωσε να επιβάλει την ονομασία Μάχη του Τάννενμπεργκ, μολονότι η μάχη δόθηκε 30 χιλιόμετρα μακριά από τη συγκεκριμένη τοποθεσία. Με τον τρόπο αυτό ο γηραιός στρατιωτικός έπαιρνε συμβολικά εκδίκηση για τη συντριβή των Τευτόνων Ιπποτών από τις δυνάμεις της Πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας υπό τον Λαδισλάο Β΄, πέντε αιώνες νωρίτερα (1410).

Απεικόνιση της Μάχης του Τάννενμπεργκ σε γερμανική καρτ ποστάλ της εποχής

Ο Ρεννενκάμπφ συνάντησε τις γερμανικές δυνάμεις μία εβδομάδα αργότερα, βλέποντας με τρόμο τα ρωσικά κανόνια που οι Γερμανοί είχαν πάρει λάφυρο στο Τάννενμπεργκ να βάλλουν κατά των στρατιωτών του. Στην Πρώτη Μάχη των Λιμνών της Μαζουρίας (7-15 Σεπτεμβρίου 1914) οι Ρώσοι συντρίβονταν εκ νέου. Η μεγάλη ρωσική επίθεση στην Ανατολική Πρωσία, αυτή που θα γονάτιζε τους Γερμανούς και θα τελείωνε τον πόλεμο μέσα σε ένα μήνα, κατέληγε σε παταγώδη αποτυχία.

Αφού κατάφερε να χάσει και το Λοτζ, ο Ρεννενκάμπφ πέρασε από στρατοδικείο. Τελικά, εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από το στράτευμα. Αφού φυλακίστηκε από την Προσωρινή Κυβέρνηση Μιλιουκόφ-Κερένσκι το 1917, απελευθερώθηκε μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση κι εγκαταστάθηκε στο Ταγκανρόκ (Ταϊγάνι), στις ακτές της Αζοφικής Θάλασσας με πλαστή ταυτότητα. Διατεινόταν ότι ήταν Έλληνας υπήκοος με το όνομα Μανδουσάκης! Οι Μπολσεβίκοι τον ανακάλυψαν και του ζήτησαν να αναλάβει τη διοίκηση στρατιάς του Κόκκινου Στρατού. Ο Ρεννενκάμπφ αρνήθηκε και, μοιραία, εκτελέστηκε.

Ο στρατηγός Π. Κ. Ρεννενκάμπφ


Η τραγική κατάληξη της φιλόδοξης ρωσικής εκστρατείας στην Ανατολική Πρωσία και η μοίρα των πρωταγωνιστών της εξεικονίζουν με τον πιο παραστατικό τρόπο την πορεία μιας χώρας που είχε εισέλθει σε μακρά περίοδο σφοδρών αναταράξεων.

[κύρια πηγή: Alexandre SUMPF «La Grande Guerre oubliée», εκδόσεις Perrin, συλλογή Tempus, 2η αναθεωρημένη έκδοση, Παρίσι 2017, σελ. 61-63]

  • Το άρθρο αυτό ξεκίνησε από μια πολύ συνοπτικότερη ανάρτηση για τη Β΄ Μάχη του Τάννενμπεργκ, η οποία δημοσιεύθηκε στο FB στις 6 Φεβρουαρίου 2017. Στην πλήρη μορφή του, το κείμενο συντάχθηκε τον Μάρτιο του ιδίου έτους για το περιοδικό της Ελληνικής Κοινότητας Λουξεμβούργου. Δημοσιεύθηκε στο «ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ του Λουξεμβούργου», τεύχος αριθ. 37, Μάιος 2017, σελ. 28-31.
Advertisements

«Υπόθεση Μπέιλις» [επειδή τα καλύτερα αστυνομικά μυθιστορήματα τα γράφουν η ζωή κι η Ιστορία]

Ιουνίου 28, 2017

Ο τόπος του εγκλήματος: η σπηλιά στη Λουκιάβινκα

Στο Κίεβο, στη δυτική όχθη του Δνείπερου, εκεί που πάντοτε χτυπούσε η καρδιά της πόλης, υψώνεται μια σειρά από λόφους. Σε κάποιους από αυτούς υπάρχουν σπηλιές. Σ’ αυτές οφείλει την ονομασία της και η ιστορικότερη μονή της ουκρανικής πρωτεύουσας και κοιτίδας του ρωσικού κράτους, η Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου (ρωσ. Киево-Печерская лавра, ουκρ. Києво-Печерська лавра), την οποία είχαν ιδρύσει, τον 11ο αιώνα, Αθωνίτες μοναχοί. Τα μέρη αυτά, από το σημείο που σταματούσε ο ιστός της πόλης, αποτελούσαν τόπο περιπάτων των οικογενειών κι αγαπημένο χώρο παιχνιδιού για τα παιδιά. Το πρωινό της 20ής Μαρτίου 1911, στη συνοικία Λουκιάβινκα, κάποια παιδιά ανηφόρισαν και μπήκαν σε μια σπηλιά για να συνεχίσουν εκεί το παιχνίδι τους. Βρέθηκαν, όμως, μπροστά σ’ ένα φριχτό θέαμα: το άψυχο σώμα ενός συνομηλίκου τους που είχε δολοφονηθεί με τον πλέον ειδεχθή τρόπο. Από την ιατροδικαστική έκθεση προέκυπτε ότι το παιδί έφερε σημάδια από 47 μαχαιριές, στο κεφάλι, το λαιμό και τον θώρακα! Επρόκειτο για τον δωδεκάχρονο Αντρέι Γιούστσινσκι, παιδί διαλυμένης οικογένειας, ο οποίος είχε εξαφανιστεί από τις 12 Μαρτίου. Ήταν μαθητής του εκκλησιαστικού γυμνασίου του μητροπολιτικού ναού της Αγίας Σοφίας του Κιέβου. Λίγο πιο πέρα από τη σπηλιά, η αστυνομία βρήκε το κασκέτο και το σακάκι της σχολικής στολής του, καθώς και τη σάκα με τα τετράδια και τα βιβλία του.

Φωτογραφία του δολοφονημένου Γιούστσινσκι σε αντισημιτικό φυλλάδιο

Ι.   «Λίβελος αίματος»

Η είδηση προκάλεσε σάλο στην κοινωνία του Κιέβου. Ήταν το κύριο θέμα των συζητήσεων και για πολλές ημέρες μονοπωλούσε τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Σχεδόν από την επομένη ημέρα της αποκάλυψης του εγκλήματος, όμως, οι συγγενείς του θύματος και οι αρχές της πόλης άρχισαν να κατακλύζονται από ανώνυμες επιστολές. Το περιεχόμενο των επιστολών αυτών ήταν πανομοιότυπο: υποστηριζόταν ότι ο αδιανόητος αριθμός των χτυπημάτων αποδείκνυε πως το αποτρόπαιο έγκλημα ήταν έργο της εβραϊκής κοινότητας της πόλης. Ο μύθος του λίβελου αίματος αναβίωνε! Στην κηδεία του δύστυχου Αντρέι μοιράστηκε ένα φυλλάδιο στο οποίο αναγράφονταν τα εξής: «Κάθε χρόνο, για να γιορτάσουν το Πάσχα τους, οι Εβραίοι βασανίζουν δεκάδες χριστιανόπουλα! Ανακατεύουν το αίμα των παιδιών με αλεύρι για να παρασκευάσουν τα ματσόθ τους!»

Η εκστρατεία αυτή που στοχοποιεί το πολυπληθές εβραϊκό στοιχείο της ουκρανικής μεγαλούπολης είναι έργο της εθνικιστικής ακροδεξιάς: της Ένωσης του Ρωσικού Λαού και των παραστρατιωτικών οργανώσεών του, των διαβόητων Μαύρων Εκατονταρχιών. Εγκέφαλός της είναι ένας φοιτητής, ο Βλαντίμιρ Στεπάνοβιτς Γκόλουμπεφ, ηγετικό στέλεχος της ακροδεξιάς φοιτητικής οργάνωσης «Δικέφαλος Αετός». Η θεωρία του «τελετουργικού φόνου που διέπραξαν οι μισητοί Εβραίοι» αρχίζει να κερδίζει έδαφος. Την ασπάζεται μεγάλο μέρος του πληθυσμού της πόλης και, κυρίως, των τοπικών αρχών.

Β. Σ. Γκόλουμπεφ

Μια αντισημιτική εκστρατεία δεν είναι βέβαια πρωτοφανής για την τσαρική Ρωσία με τη θλιβερή παράδοση σε αιματηρά πογκρόμ. Η έντασή της, όμως, είναι αλληλένδετη με την πολιτική συγκυρία. Η τσαρική αυτοκρατορία, με την πολιτική και οικονομική της καθυστέρηση και τις τρομαχτικές ανισότητες, συγκλονίζεται εδώ και χρόνια από αγώνες πολιτικών διεκδικήσεων και εργατικές και αγροτικές ταραχές. Καθώς κλυδωνίζεται, το καθεστώς διαβλέπει ότι κύριο στήριγμά του μπορεί να αποτελέσει ο ρωσικός εθνικισμός, ο οποίος ευχερώς μετασχηματίζεται σε πανσλαβισμό, μεταξύ άλλων και για να περιλάβει στα σχέδιά του τους υπόλοιπους σλαβικούς λαούς της αυτοκρατορίας. Ο αντισημιτισμός καταλέγεται μεταξύ των χαρακτηριστικών της τάσης αυτής. Κι έχει ένα επιπρόσθετο πλεονέκτημα: συνδέει τον σλαβικό εθνικισμό με τα πιστεύω όλων των χριστιανικών εθνοτήτων του κράτους. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι το 1902 η Οχράνα, η τσαρική μυστική αστυνομία, εκπονεί το πλέον σιχαμερό πλαστογράφημα της Νεότερης Ιστορίας, τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών», προκειμένου να πείσει τους πάντες για την ύπαρξη μιας τρομερής εβραϊκής συνωμοσίας με στόχο την παγκόσμια κυριαρχία!

Επιθεωρητής Κρασόφσκι

ΙΙ.   Ταχεία διαλεύκανση: Παραδόξως, οι αστυνομικές αρχές του Κιέβου αντιμετωπίζουν αρχικά την υπόθεση της δολοφονίας με ψυχραιμία, ευσυνειδησία και επαγγελματισμό. Αναθέτουν τη διερεύνηση της υπόθεσης στον ικανότερο αστυνομικό, τον επιθεωρητή Νικολάι Κρασόφσκι, αξιωματικό ιδιαιτέρως ευφυή κι εξαιρετικά έντιμο. Ο Κρασόφσκι ενεργεί μεθοδικά και με τη βοήθεια των συνεργατών του φτάνει γρήγορα πολύ κοντά στην αλήθεια. Ο δύστυχος Γιούστσινσκι είχε ως στενότερο φίλο τον συμμαθητή του Γεβγκένι Τσεμπεριάκ. Η μητέρα του Γεβγκένι, η Βέρα Τσεμπεριάκ, ήταν (για κακή τύχη και των δύο, τελικά, παιδιών) μέλος μιας σπείρας κακοποιών με ειδικότητα τις διαρρήξεις εργοστασίων και βιοτεχνιών. Ηγετικό στέλεχος της συμμορίας αυτής ήταν ο αδελφός της Βέρας. Η αποθήκη της οικίας Τσεμπεριάκ χρησίμευε για τη φύλαξη των κλοπιμαίων της σπείρας, πριν αυτά προωθηθούν σε άλλες πόλεις προς μεταπώληση. Φαίνεται ότι ο μικρός Αντρέι είχε ανακαλύψει την κρυψώνα αυτή. Σε κάποιον από τους, τόσο συνηθισμένους μεταξύ παιδιών, καβγάδες, ο Αντρέι, νευριασμένος, απείλησε τον Γεβγκένι: «Ξέρω τα πάντα! Ξέρω πολύ καλά τι κάνει η μάνα σου! Έχω δει που κρύβετε τα κλοπιμαία. Θα πάω στην αστυνομία και θα τους τα πω όλα!» Τρομαγμένος ο Γεβγκένι θα αποκάλυψε την ιστορία στη μητέρα του. Κι εκείνη, ακόμη πιο έντρομη, θα μίλησε στα υπόλοιπα μέλη της συμμορίας, τα οποία αποφάσισαν να ξεμπερδέψουν με τον ενοχλητικό μικρό μάρτυρα. Ή, ίσως, και με τους δύο μικρούς μάρτυρες, μια και τον Αύγουστο ο Γεβγκένι μεταφέρθηκε βαριά άρρωστος στο νοσοκομείο. Κάποιοι έλεγαν ότι τον είχε δηλητηριάσει η ίδια του η μάνα. Μερικές ημέρες μετά (8 Αυγούστου 1911), ο Γεβγκένι έφευγε από τον μάταιο κόσμο μας!

Γεβγκένι (Ζένια) Τσεμπεριάκ

 

Οικία Τσεμπεριάκ

ΙΙΙ.   Ο ιδανικός ένοχος: Η αλήθεια είναι ενοχλητική. Για την ακρίβεια, είναι εξαιρετικά ενοχλητική για όλους τους υψηλά ιστάμενους που είχαν ποντάρει στη θεωρία του φόνου που «διέπραξαν οι Εβραίοι». Ανάμεσά τους βρίσκεται ο προϊστάμενος της εισαγγελίας Κιέβου, ο Γκεόργκι Γκαβρίλοβιτς Τσαπλίνσκι, ο οποίος έχει μιλήσει για την υπόθεση στον Υπουργό Δικαιοσύνης Ιβάν Γκριγκόριεβιτς Στσεγκλοβίτοφ. Ο υπουργός έχει ενθουσιαστεί με την εβραϊκή θεωρία. Είναι εξαιρετικά χρήσιμη πολιτικά, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι στη Δούμα έχει εισαχθεί προς συζήτηση νομοσχέδιο με το οποίο προτείνεται η κατάργηση ορισμένων από τους νομικούς περιορισμούς σε βάρος των Εβραίων. Μια τέτοια εξέλιξη κρίνεται απαράδεκτη από τα πιο συντηρητικά μέλη της κυβέρνησης, όπως είναι ο Στσεγκλοβίτοφ. Η υπόθεση της δολοφονίας Γούστσινσκι πρέπει οπωσδήποτε να αποτελέσει αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης. Η αρμοδιότητα για τη διερεύνηση της δολοφονίας αφαιρείται από τον έντιμο Κρασόφσκι. Εκείνος επιμένει να ασχολείται με την υπόθεση. Θα αποταχθεί από το σώμα της αστυνομίας. Η εισαγγελία εμπλέκει την Οχράνα στην έρευνα. Η μυστική αστυνομία είναι η πιο ικανή για να κατασκευάσει τους ιδανικούς «ενόχους». Το θύμα της σκευωρίας δεν θα αργήσει να βρεθεί.

Ο εισαγγελέας Τσαπλίνσκι

Ο υπουργός Ι. Γκ. Στσεγκλοβίτοφ

Ο Μεναχέμ Μέντελ Τέβιεβιτς Μπέιλις είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Ένας φιλήσυχος οικογενειάρχης, πατέρας πέντε παιδιών. Περίπου σαραντάρης. Οι περισσότερες πηγές αναφέρουν ως χρονολογία γέννησής του το 1874, κάπου όμως μνημονεύεται μια δήλωση της συζυγου του, σύμφωνα με την οποία ο Μεναχέμ-Μέντελ είχε γεννηθεί το 1862. Το παρουσιαστικό του δεν έχει τίποτε το αξιοπρόσεχτο. Μελαχρινός, γενειοφόρος, διοπτροφόρος. Οι πιο πονηροί θα έλεγαν ότι ακριβώς αυτό το παρουσιαστικό ταίριαζε με τις ιδεοληψίες των πλέον ανόητων από τους αντισημίτες. Γιατί η μεγάλη ατυχία του Μπέιλις δεν ήταν άλλη από το ότι ήταν Εβραίος.

Μεναχέμ Μέντελ Μπέιλις

Κι όμως, ο άτυχος Μπέιλις δεν ήταν ιδιαίτερα θρησκευόμενος. Σπανίως πήγαινε στη συναγωγή. Όπως λένε εκείνοι που τον γνώριζαν καλά, γιόρταζε μόνον το Ρος Χασανά, την εβραϊκή Πρωτοχρονιά, και το Γιομ Κιππούρ. Ήταν πρωτίστως άνθρωπος που δούλευε σκληρά για να ζήσει την πολυμελή οικογένειά του. Εργαζόταν ως επιστάτης στην, εβραϊκής ιδιοκτησίας, Τουβλοποιία Ζάιτσεφ, η οποία βρισκόταν κοντά στον τόπο του εγκλήματος που επρόκειτο να του χρεώσουν. Μολονότι Εβραίος, εργαζόταν πάντα το Σάββατο. Κάπως έπρεπε να πληρωθούν τα δίδακτρα των σχολείων των μεγαλύτερων παιδιών.

Αστυνομία και εισαγγελία έφτασαν στον Μπέιλις κατόπιν της μαρτυρίας του Καζίμιρ Σαχόφσκι, δημοτικού υπαλλήλου που άναβε τους φανοστάτες στη συνοικία Λουκιάβινκα. Επρόκειτο, άραγε, για καθαρή περίπτωση ψευδομάρτυρα βαλτού από την αστυνομία ή είχε ειλικρινώς πλανηθεί, δίνοντας αφελώς βάση στις διαδόσεις περί εβραϊκής συνωμοσίας; Στην πρώτη του κατάθεση, ο Σαχόφσκι είχε αναφέρει απλώς μια συνομιλία του με τον μικρό Γεβγκένι Τσεμπεριάκ, ο οποίος του είχε πει ότι «δεν ανεβαίνουμε πια εκεί για να παίξουμε, είναι αυτός ο Εβραίος που μας φοβερίζει». Σε δεύτερη κατάθεσή του, ο Σαχόφσκι φέρεται να δήλωσε τα εξής: «ποιος ξέρει; Μπορεί  να ήταν τελικά αυτός ο Εβραίος που δολοφόνησε τον μικρό Γιούστσινσκι»!

Ο Μπέιλις συλλαμβάνεται

Αστεία «στοιχεία». Υπεραρκετά, όμως, για τη συνεργασία ανάμεσα στην Οχράνα και την τακτική αστυνομία. Στις 21 Ιουλίου, η εισαγγελία Κιέβου εκδίδει ένταλμα σύλληψης του Μπέιλις. Τη νύχτα της 21ης προς την 22α Ιουλίου, ο Μπέιλις συλλαμβάνεται στο σπίτι του. Μάταια θα προσπαθήσει να αποδείξει την αθωότητά του. Για τις αρχές ήταν ο ιδανικός ύποπτος. Έπρεπε να κριθεί ένοχος. Κι όμως… ο επιστάτης είχε ακλόνητο άλλοθι, χάρη ακριβώς στην παράδοξη για Εβραίο συνήθειά του να δουλεύει και τα Σάββατα. Βάσει του πορίσματος της ιατροδικαστικής έκθεσης, η πιθανότερη ημέρα διάπραξης του φόνου ήταν Σάββατο. Εκείνη την ημέρα ο Μπέιλις δούλεψε από νωρίς μέχρι αργά στο εργοστάσιο. Οι άλλοι εργαζόμενοι το επιβεβαίωναν. Κι ο ίδιος προσκόμισε κάμποσα τιμολόγια και παραγγελίες υλικών που έφεραν τη ημερομηνία εκείνη και την υπογραφή του. Του κάκου! Ο Μπέιλις κλείστηκε στις φυλακές. Και μέσα στις φυλακές βρέθηκε ο «μάρτυρας» που θα επέτρεπε στις αρχές να δέσουν τις κατηγορίες. Ήταν κάποιος Ιβάν Κοζατσένκο, σεσημασμένος ποινικός, συγκρατούμενος του Μπέιλις. Αυτός κατέθεσε πως ο κατηγορούμενος του ομολόγησε, τάχα, πως είχε διαπράξει το στυγερό έγκλημα. Τι άλλο χρειαζόταν;

Ο δημοσιογράφος Σ. Μπραζούλ-Μπρισκόφσκι

IV:   Το κίνημα υποστήριξης: Παρά τη φρενίτιδα που προκαλεί η θεωρία του λίβελλου αίματος, σημαντικό μέρος της τοπικής (και όχι μόνο) κοινωνίας θα επιδείξει υγιή αντανακλαστικά. Ήδη τον Αύγουστο του 1911, λίγες ημέρες μόνο μετά τη σύλληψη του Μπέιλις, συγκροτείται Επιτροπή Πολιτών για την Υπεράσπιση του Μέντελ Μπέιλις. Η εβραϊκή κοινότητα της πόλης είχε καθοριστική συμβολή στην ίδρυση της επιτροπής, τα περισσότερα μέλη της, όμως, ήταν χριστιανοί, διανοούμενοι και πολίτες που διαπνέονταν από φιλελεύθερες ιδέες και κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού φάσματος, από το κέντρο και πιο αριστερά. Χάρη στην επιτροπή αυτή, ο Κρασόφσκι μπόρεσε να συνεχίσει και να ολοκληρώσει την έρευνά του, ως ιδιωτικός ντετέκτιβ πλέον. Ιδιαίτερα σημαντικός ήταν κι ο ρόλος του δημοσιογράφου Σεργκεί Μπραζούλ-Μπρισκόφσκι, ο οποίος δεν σταμάτησε να αρθρογραφεί υποστηρίζοντας την αθωότητα του Μπέιλις κι αποκαλύπτοντας στοιχεία από την παράλληλη έρευνα του Κρασόφσκι. Η υπόθεση ξεπέρασε τα σύνορα του Κιέβου για να απασχολήσει την κοινή γνώμη σε ολόκληρη την τσαρική αυτοκρατορία, στην Ευρώπη, ακόμη και στις ΗΠΑ. Τη σκυτάλη πήραν οι διανοούμενοι και οι πολιτικοί, δίνοντας νέες διαστάσεις στην εκστρατεία υπεράσπισης του Μπέιλις. Ο Αλεξάντρ Μπλοκ, ο Βλαντίμιρ Κορολένκο, ο εθνικιστής Ουκρανός ιστορικός Μιχάιλο Χρουσέφσκι, οι Ρώσοι πολιτικοί του Συνταγματικού Δημοκρατικού Κόμματος Πάβελ Νικολάγεβιτς Μιλιουκόφ και Βλαντίμιρ Ντμίτριεβιτς Ναμπόκοφ (πατέρας του εμιγκρέ συγγραφέα) τάχθηκαν υπέρ της αθώωσης του άτυχου επιστάτη από το Κίεβο. Ο Μαξίμ Γκόρκι, που τότε ζούσε στο Κάπρι, ξεσπάθωσε ενάντια στο «κυνήγι μαγισσών με στόχο τους Εβραίους»! Το πύρινο κείμενο διαμαρτυρίας που συνέταξε το υπέγραψαν μεγάλα ονόματα, όπως ο Τόμας Μανν, ο Ανατόλ Φρανς κι ο Τόμας Χάρντυ, καθώς και πανεπιστημιακοί στη Βρετανία και τις ΗΠΑ και πολλοί άλλοι.

V.   Η δίκη: Ο προϊστάμενος της εισαγγελίας Τσαπλίνσκι, ο υπουργός Στσεγκλοβίτοφ, ακόμη κι ο ίδιος ο τσάρος Νικόλαος Β΄, γνώριζαν όλοι πολύ καλά την αλήθεια. Όλοι τους, όμως, επέμειναν στην άποψη ότι, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας ο Εβραίος κατηγορούμενος έπρεπε να καταδικαστεί.

Ο εισαγγελέας Βίππερ

Ο Μπέιλις έμεινε στη φυλακή, περιμένοντας να δικαστεί, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών. Η δίκη του, ενώπιον του Ορκωτού Κακουργιοδικείου Κιέβου, άρχισε στις 23 Σεπτεμβρίου 1913. Οι πρωτεργάτες και οι οπαδοί της σκευωρίας έκαναν ό,τι ήταν δυνατό για να εξασφαλίσουν την επιθυμητή για εκείνους έκβαση της δίκης. Δημόσιος κατήγορος ορίστηκε ο εισαγγελέας Όσκαρ Γιούριεβιτς Βίππερ, ο οποίος μετακλήθηκε ειδικώς προς τούτο από τη Μόσχα. Ήταν άνθρωπος χωρίς ηθικούς ενδοιασμούς, έτοιμος να κάνει οτιδήποτε τον διέταζαν οι ιεραρχικώς προϊστάμενοί του (ή ό,τι εκείνος πίστευε ότι θα τους ικανοποιούσε). Αρκετοί από τους βασικούς μάρτυρες υπεράσπισης εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς (η αστυνομία δεν είχε κανένα πρόβλημα να τους συλλάβει και να τους απομακρύνει από το Κίεβο μέχρι να περατωθεί η δίκη). Ως κύριο πραγματογνώμονα, η εισαγγελία είχε ορίσει τον Ιβάν Αλεξέγεβιτς Σικόρσκι (πατέρα του γνωστού σχεδιαστή αεροσκαφών Ίγκορ Ιβάνοβιτς Σικόρσκι), καθηγητή ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Κιέβου. Γνωστός για τις εθνικιστικές και πανσλαβιστικές θέσεις του, ο σεβάσμιος καθηγητής ήταν απολύτως πεπεισμένος ότι, από ψυχιατρική άποψη, μόνο η θεωρία του τελετουργικού φόνου (τον οποίο είχαν διαπράξει, προφανώς, Εβραίοι) μπορούσε να εξηγήσει τη δολοφονία. Όσο για το σώμα των ενόρκων, αυτοί επελέγησαν προσεκτικά: στην πλειονότητά τους ήταν αγρότες, άνθρωποι φύσει συντηρητικοί, όλοι διαλεγμένοι από περιοχές με παράδοση σε αντιεβραϊκά πογκρόμ (το σώμα συμπλήρωναν δύο έμποροι και τρεις δημόσιοι υπάλληλοι).

Οι ένορκοι

Όλη αυτή η εξαιρετική προετοιμασία χώλαινε σε ένα σημείο, το οποίο ήταν αδύνατο να διορθωθεί: στους μάρτυρες κατηγορίας. Ελλείψει πραγματικών μαρτύρων που θα κατέθεταν στοιχεία σε βάρος του Μπέιλις, η αστυνομία είχε στρατολογήσει τροφίμους των φυλακών, άτομα με βαρύ ποινικό μητρώο και πόρνες, με δυο λόγια ανθρώπους που μπορούσαν να εκβιαστούν από τις αρχές του νόμου και ήταν υποχρεωμένοι να καταθέσουν ότι αυτές θα τους υποδείκνυαν. Στην πορεία της δίκης τίποτε το ουσιαστικό δεν προέκυψε σε βάρος του κατηγορουμένου, σε τέτοιο σημείο που κάποιος από τους ενόρκους αναφώνησε: «πώς είναι δυνατό να καταδικάσουμε αυτόν τον Μπέιλις, όταν δεν έχουμε ακούσει τίποτε για αυτόν

Από την άλλη πλευρά, η εβραϊκή κοινότητα και η επιτροπή υποστήριξης έβαλαν τα δυνατά τους προκειμένου ο Μπέιλις να τύχει της καλύτερης υπεράσπισης. Εξαίρετοι νομικοί, όπως οι Ν. Π. Καραμπτσέφσκι, Α. Σ. Ζαρούντνι, Ο. Ο. Γκρουζενμπέργκ (ο μοναδικός Εβραίος της ομάδας νομικής συμπαράστασης κατά τη δίκη) και, κυρίως, ο διακεκριμένος δικηγόρος (και πολιτικός) από την Πετρούπολη Βασίλι Αλεξέγεβιτς Μακλακόφ (το παράδοξο της ιστορίας ήταν ότι ο αδερφός του δικηγόρου, ο Νικολάι, ανήκε στο εθνικιστικό κόμμα της Ένωσης του Ρωσικού Λαού και κατείχε τη θέση του Υπουργού Εσωτερικών κατά τον χρόνο της δίκης, έχοντας μάλιστα ενστερνισθεί τη θεωρία του λίβελου αίματος). Σε επίπεδο πραγματογνωμόνων, η υπεράσπιση είχε καλέσει τους επιφανέστερους πανεπιστημιακούς με ειδίκευση στις εβραϊκές σπουδές (Π. Κ. Κοκοφτσόφ, Ι. Γκ. Τρόιτσκι) οι οποίοι δεν είχαν καμιά δυσκολία να αποδείξουν ότι οι αντιεβραϊκές συκοφαντίες ήταν παντελώς αστήρικτες.

Β. Μακλακόφ

Και τότε η εισαγγελία έπαιξε το καλύτερο, υποτίθεται, χαρτί της! Κλήθηκε να καταθέσει ως ειδικός ο Γιουστίνας Πρανάιτις, Λιθουανός καθολικός ιερέας, ο οποίος εμφανιζόταν ως ειδικός του ιουδαϊσμού. Ο Πρανάιτις είχε συγγράψει (στα λατινικά) ένα σύντομο βιβλίο υπό τον τίτλο «Christianus in Talmude Iudaeorum — sive Rabbinicae doctrinae de christianis secreta» («Ο χριστιανός στο Ταλμούδ των Ιουδαίων, ή οι μυστικές ραββινικές θεωρίες σχετικά με τους χριστιανούς»). Στις μεταφράσεις του σε ζωντανές γλώσσες, το βιβλιαράκι του Πρανάιτις είχε πιο απλό και ενδεικτικό των προθέσεών του τίτλο: «Ξεσκεπάζοντας το Ταλμούδ». Επρόκειτο, φυσικά, για σύγγραμμα χωρίς καμία επιστημονική βάση, το οποίο ανακύκλωνε τις πιο ιταμές αντισημιτικές κατηγορίες.

Το σύγγραμμα του Πρανάιτις

Ο Πρανάιτις είχε κάνει πολύ μεγάλο ταξίδι για να φτάσει στο Κίεβο. Ιερουργούσε στην Τασκένδη. Η παραμονή του στην Κεντρική Ασία δεν οφειλόταν στις ιδέες του, όπως ίσως θα υπέθετε κάποιος. Η δυσμενής μετάθεσή του οφειλόταν στο ότι είχε εμπλακεί σε μερικές σκοτεινές υποθέσεις εκβιασμού κι απάτης. Εν πάση περιπτώσει, ο ειδικός μπήκε στην  αίθουσα με ύφος σοβαρό, ιερατικό, έτοιμος ν’ αποκαλύψει τα ανοσιουργήματα των Ιουδαίων. Σωστά δασκαλεμένοι από τους πραγματογνώμονες, οι συνήγοροι υπεράσπισης δεν χρειάστηκαν πολλή ώρα για να κάνουν σκόνη τον Πρανάιτις. Γρήγορα αποδείχτηκε ότι ο Λιθουανός αγνοούσε ακόμη και τα πλέον βασικά στοιχεία της ιουδαϊκής θρησκείας και της εβραϊκής γλώσσας! Δεν ήταν παρά ένας απατεώνας! Οι «ειδικός» αποχωρούσε κάτω από τα χαχανητά του ακροατηρίου.

Γ. Πρανάιτις

Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Στις 28 Οκτωβρίου 1913 οι ένορκοι έδιναν την ετυμηγορία τους. Ο Μπέιλις αθωωνόταν πανυγηρικά!

Ο Μπέιλις στο εδώλιο του κατηγορουμένου

VI.   Τι απέγιναν οι πρωταγωνιστές της υπόθεσης;

  • Ουδέποτε απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε βάρος της Βέρας Τσεμπεριάκ και των υπόλοιπων μελών της συμμορίας. Για κάποιο δάστημα, η Τσεμπεριάκ κέρδιζε χρήματα παίζοντας σε παραστάσεις παντομίμας, σε τσίρκα, με θέμα την υπόθεση της δολοφονίας Γιούστσινσκι! Στην προκειμένη περίπτωση δικαιοσύνη απέδωσαν οι Μπολσεβίκοι, οι οποίοι εκτέλεσαν την Τσεμπεριάκ όταν κατέλαβαν το Κίεβο, στα τέλη του 1918.

Η Τσεμπεριάκ με τον σύζυγό της και την κόρη τους

  • Ο εθνικιστής φοιτητής Γκόλουμπεφ κατατάχθηκε στον τσαρικό στρατό αμέσως μετά την κήρυξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Σκοτώθηκε στο Ανατολικό Μέτωπο τον Οκτώβριο του 1914.
  • Ο απατεωνας «ειδικός» Πρανάιτις πέθανε από ασθένεια στην Πετρούπολη τον Ιανουάριο του 1917.
  • Ο εισαγγελέας Βίππερ προήχθη επανειλημμένα από το τσαρικό καθεστώς. Έλαβε, μάλιστα, και το αξίωμα του κρατικού συμβούλου. Μετά και την Οκτωβριανή Επανάσταση, συνελήφθη από τους Μπολσεβίκους: επαναστατικό δικαστήριο τον καταδίκασε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου και πέθανε από τις κακουχίες το 1920.
  • Ο προϊστάμενος της εισαγγελίας Κιέβου, Γκ. Τσαπλίνσκι δέχθηκε κι αυτός με τη σειρά του πολλές προαγωγές και τιμές από το καθεστώς, φτάνοντας ως το αξίωμα του γερουσιαστή. Συνελήφθη από την Προσωρινή Κυβέρνηση που προέκυψε μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917, καθώς διενεργούνταν έρευνα για παράνομες πράξεις τις οποίες είχε τελέσει κατά τον χειρισμό της υπόθεσης Μπέιλις. Κατόρθωσε να αποφυλακισθεί τον Ιούλιο του ιδίου έτους. Κατόπιν τα ίχνη του χάνονται. Υποθέτουμε ότι δεν θα ξέφυγε από τους Μπολσεβίκους.
  • Ο Υπουργός Δικαιοσύνης Στσεγκλοβίτοφ παρέμεινε στον υπουργικό του θώκο μέχρι το 1915, όταν και ανέλαβε πρόεδρος του Αυτοκρατορικού Συμβουλίου. Συνελήφθη κι αυτός από την Προσωρινή Κυβέρνηση το 1917. Εκτελέστηκε από το κομμουνιστικό καθεστώς τον Οκτώβριο του 1918.
  • Ο δικηγόρος υπεράσπισης Βασίλι Μακλακόφ ανέπτυξε ιδιαίτερα σημαντική πολιτική και δημοσιογραφική δράση. Μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου ήλπιζε να γίνει Υπουργός Δικαιοσύνης, αλλά έχασε τη θέση από τον… Αλέξανδρο Κερένσκι. Συμμετείχε πάντως σε διάφορες επιτροπές που συγκρότησε η Προσωρινή Κυβέρνηση. Στις αρχές Οκτωβρίου του 1917 ονομάσθηκε πρέσβης της Ρωσίας στη Γαλλία. Η Οκτωβριανή Επανάσταση θα τον υποχρέωνε να περάσει σχεδόν ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή του στο Παρίσι. Πέθανε το 1957 στην Ελβετία. Μερικά χρόνια νωρίτερα είχε αφήσει το στίγμα του με μια πράξη που συζητήθηκε πολύ και η οποία τον κατέστησε συμπαθή σε ορισμένους και αντιπαθή σε άλλους (ιδίως δε στα μέλη της ρωσικής κοινότητας των αντικομμουνιστών εμιγκρέδων στη Γαλλία): τον Φεβρουάριο του 1945, προτού τελειώσει ο πόλεμος, προσήλθε στη σοβιετική πρεσβεία στο Παρίσι, προκειμένου να δηλώσει δημόσια κι επίσημα την υπερηφάνεια του ως Ρώσος και την ευγνωμοσύνη του για τις θυσίες του σοβιετικού λαού. Έπειτα εκείνος, ο εξόριστος αστός, σήκωσε το ποτήρι του κι έκανε μια πρόποση: «Για την πατρίδα, τον Κόκκινο Στρατό και τον Ιωσήφ Στάλιν»!
  • Ο Μέντελ Μπέιλις θα μπορούσε να γίνει σταρ. Αμέσως μετά τη δίκη, η αθώωσή του ήταν το θέμα των παραστάσεων σε όλα τα εβραϊκά θέατρα της Νέας Υόρκης. Ο Μπέιλις προτίμησε να μετοικήσει στην Παλαιστίνη και να ασχοληθεί με το αγρόκτημα που του είχαν αγοράσει πλούσιοι υποστηρικτές του. Δεν τα κατάφερε. Αφού εξάντλησε κάθε πιθανότητα βιωσιμότητας της επιχείρησης και υπό το βάρος των χρεών, αναγκάστηκε να ακολουθήσει τη συμβουλή των φίλων του και να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ όπου έζησε την υπόλοιπη ζωή του. Συνέγραψε στα γίντις την αυτοβιογραφία του, υπό τον τίτλο «Η ιστορία των μαρτυρίων μου» (1925). Το βιβλίο μεταφράστηκε στα αγγλικά και τα ρωσικά. Πέθανε αιφνίδια το 1934, σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στο Σαρατόγκα Σπρινγκς της Πολιτείας της Νέας Υόρκης. Σε μια συνέντευξη που είχε δώσει λίγους μήνες πριν εξέφραζε την ευγνωμοσύνη του σε όλους εκείνους τους Ρώσους «εθνικούς», όπως ήταν ο επιθεωρητής Κρασόφσκι και ο δημοσιογράφος Μπραζούλ-Μπρισκόφσκι: «επέδειξαν αληθινό ηρωισμό κι αυτοθυσία. Γνώριζαν καλά ότι υπερασπίζοντάς με θα κατέστρεφαν τις σταδιοδρομίες τους, ακόμη κι η ζωή τους θα διέτρεχε κίνδυνο. Ωστόσο επέμειναν, γιατί ήξεραν ότι ήμουν αθώος».

Ο Μπέιλις με την οικογένειά του

Ο διάσημος Αμερικανοεβραίος συγγραφέας Μπέρναρντ Μάλαμουντ χρησιμοποίησε την υπόθεση Μπέιλις ως πηγή έμπνευσης για το μυθιστόρημά του “The Fixer” (1966), το οποίο μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο (1968) από τον Τζων Φράνκενχάιμερ (με πρωταγωνιστές τον Άλαν Μπέητς και τον Ντερκ Μπόγκαρντ – γαλλικός και ελληνικός, αν δεν κάνω λάθος, τίτλος: « L’Homme de Kiev » – «Ο Άνθρωπος από το Κίεβο»). Το βιβλίο είχε εξοργίσει τα παιδιά του Μπέιλις. Πράγματι, ο βλάσφημος, εξεγερμένος εικονοκλάστης Γιάκοφ Μποκ δεν είχε καμία σχέση με τον πραγματικό Μεναχέμ Μέντελ Μπέιλις.

Πολύ συχνά, ειδικά στις ΗΠΑ, η υπόθεση Μπέιλις παραλληλίζεται με την υπόθεση Λήο Φρανκ, την ιστορία του Εβραίου διευθυντή εργοστασίου που καταδικάστηκε σε θάνατο για τη δολοφονία μιας δεκατριάχρονης εργάτριας χωρίς να υπάρχουν ακλόνητες αποδείξεις (1913). Η ποινή του Φρανκ μετατράπηκε εν συνεχεία σε ισόβια κάθειρξη. Όταν όμως ο κατάδικος επρόκειτο να μεταφερθεί σε άλλες φυλακές, ο όχλος που περίμενε τον λύντσαρε! Κάποιος κακεντρεχής (;) θα παρατηρούσε ότι στην απολυταρχική κι οπισθοδρομική τσαρική Ρωσία η αντιεβραϊκή σκευωρία αποκαλύφθηκε και ο άδικα κατηγορηθείς αθωώθηκε, σε μεγάλο βαθμό χάρη στην κινητοποίηση των πολιτών, ενώ στη χώρα της ελευθερίας ο ύποπτος όχι απλώς καταδικάστηκε, αλλά τελικά θανατώθηκε με φριχτό τρόπο από τον όχλο. Μολονότι αληθής, η επισήμανση θα ήταν άδικη, μια και θα εξέφραζε μέρος μόνο μιας σύνθετης πραγματικότητας.

Όσοι ενδιαφέρονται για την υπόθεση Μπέιλις έχουν τη δυνατότητα, εφόσον είναι ρωσομαθείς, να συμβουλευτούν το εξαιρετικό λήμμα της ρωσικής Βικιπαίδειας, το οποίο περιέχει όλες τις χρήσιμες παραπομπές σε επιστημονικές μελέτες (ιστορικές, νομικές και άλλες), τον αντίκτυπο της υπόθεσης στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο και κάθε σχετική πληροφορία. Οι υπόλοιποι ας ανατρέξουν στα κάπως συνοπτικά λήμματα που έχουν συνταχθεί στις πιο γνωστές γλώσσες ή, καλύτερα, ας διαβάσουν τη συναρπαστική διήγηση και ανάλυση του Orlando Figes (“A People’s Tragedy: Russian Revolution 1891–1924”, Jonathan Cape, Λονδίνο, 1996, γαλλική έκδοση: « La Révolution russe. 1891-1924 : la tragédie d’un peuple », εκδ. Denoël, Παρίσι, 2007 και έκδοση τσέπης στη σειρά Folio-Histoire, εκδ. Gallimard, τ. Ι, σελ. 448-453).

Νεότερα από το Ανατολικό Μέτωπο – μέρος 5: Στο «άντρο του φασιστικού κτήνους» – Συμπεράσματα και επίλογος

Φεβρουαρίου 20, 2016
Ο Κόκκινος Στρατός στο Βερολίνο/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-R77767, Berlin, Rotarmisten Unter den Linden

Ο Κόκκινος Στρατός στο Βερολίνο/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-R77767, Berlin, Rotarmisten Unter den Linden

Γ. ΣΤΟ «ΑΝΤΡΟ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΤΙΚΟΥ ΚΤΗΝΟΥΣ»

Το 1945 ξεκινούσε με τους χειρότερους οιωνούς για τους Γερμανούς. Οι σύμμαχοι είχαν περάσει τα δυτικά σύνορα του Ράιχ και με τους βομβαρδισμούς τους είχαν μετατρέψει τις γερμανικές πόλεις σε ερείπια. Στην Ανατολή, οι Ρώσοι, έχοντας πάρει τον έλεγχο των Βαλκανίων, είχαν ήδη περικυκλώσει τις γερμανικές δυνάμεις που είχαν οχυρωθεί στη Βουδαπέστη και καταλάμβαναν την ερειπωμένη Βαρσοβία και την Κρακοβία. Όλοι οι σύμμαχοι της ναζιστικής Γερμανίας την είχαν πια εγκαταλείψει. Και την ίδια ώρα, ο Κόκκινος Στρατός ετοιμαζόταν να εισβάλει στα γερμανικά εδάφη.

α.   Ο Κόκκινος Στρατός περνά στη Γερμανία

1945, η σοβιετική προέλαση

1945, η σοβιετική προέλαση

Η συντονισμένη σοβιετική επίθεση ξεκινά στις 12 Ιανουαρίου. Ο Κόνιεφ, επικεφαλής του Α΄ Μετώπου Ουκρανίας κινείται προς τη Σιλεσία. Ο Ζούκοφ με το Α΄ Μέτωπο Λευκορωσίας βαδίζει προς την καρδιά της Γερμανίας μέσω της κεντρικής Πολωνίας. Το Β΄ Μέτωπο Λευκορωσίας του στρατάρχη πλέον Ροκοσσόφσκι στοχεύει στο Ντάντσιχ, ενώ το Γ΄ Μέτωπο Λευκορωσίας υπό τον Τσερνιαχόφσκι διεισδύει στην Αν. Πρωσία. Ο ναζί γκάουλάιτερ Κοχ δεν είχε επιτρέψει εγκαίρως την εκκένωση των απειλούμενων περιοχών από τον άμαχο πληθυσμό. Εκατοντάδες χιλιάδες Γερμανοί έπαιρναν τον δρόμο της προσφυγιάς. Μερικοί επέλεξαν να βρουν καταφύγιο στο «απόρθητο» Κένιγκσμπεργκ. Οι περισσότεροι, υπό συνθήκες πολικού ψύχους, πάσχιζαν να διαβούν την παγωμένη λιμνοθάλασσα του Βιστούλα, ελπίζοντας να φτάσουν στο Ντάντσιχ και να καταφύγουν στα δυτικά με πλοία.

Πρόσφυγες στην Ανατολική Πρωσία, Φεβρουάριος 1945/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1976-072-09

Πρόσφυγες στην Ανατολική Πρωσία, Φεβρουάριος 1945/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1976-072-09

Στις 20 Ιανουαρίου πέφτει η πρώτη σημαντική πόλη της Αν. Πρωσίας, το Τιλζίτ, την επομένη τον Γκούμπιννεν. Στις 9 Φεβρουαρίου η πρωτεύουσα της ιστορικής αυτής περιοχής, το Κένιγκσμπεργκ αρχίζει να πολιορκείται από τους Ρώσους. Η πολιορκία θα κρατήσει δύο ολόκληρους μήνες. Κατά τη διάρκειά της θα τραυματιστεί θανάσιμα ο στρατηγός Τσερνιαχόφσκι. Τη θέση του θα πάρει ο στρατάρχης Βασιλιέφσκι. Νοτιότερα, ο Κόκκινος Στρατός έφτανε στον Όντερ, καταλάμβανε το Πόζναν και στα τέλη Μαρτίου οι δυνάμεις του Ζούκοφ και του Ροκοσσόφσκι ενώνονταν και κατακτούσαν το Ντάντσιχ. Οι Γερμανοί αντιστέκονταν παντού λυσσαλέα. Αρνούνταν να παραδοθούν στους Ρώσους και τους πολεμούσαν μέχρι την τελευταία σφαίρα. Αλλά η τύχη και οι αριθμοί δεν ήταν εδώ και καιρό με το μέρος τους.

β.   Επίθεση στο Βερολίνο

Στις 16 Απριλίου άρχιζε η τελική σοβιετική επίθεση με στόχο το Βερολίνο, το «άντρο του φασιστικού κτήνους», και τον τερματισμό του πολέμου με την απόλυτη εξόντωση του αντιπάλου.

Το σοβιετικό πυροβολικό βάλλει κατά των γερμανικών θέσεων κατά την έναρξη της επίθεσης προς το Βερολίνο/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_183-E0406-0022-012

Το σοβιετικό πυροβολικό βάλλει κατά των γερμανικών θέσεων κατά την έναρξη της επίθεσης προς το Βερολίνο/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_183-E0406-0022-012

«Στις τρεις το πρωί, φωτοβολίδες έλαμψαν στον ουρανό της νύχτας, λούζοντας με κόκκινο φως την κεφαλή του προγεφυρώματος του Κύστριν. Ακολούθησε μια στιγμή αγωνιώδους σιωπής κι έπειτα ξέσπασε η καταιγίδα. Η γη έτρεμε σε ολόκληρη την κοιλάδα του Όντερ, μέχρι τη Φρανκφούρτη κι ακόμη πιο μακριά. Σαν να τις ενεργοποίησε κάποιο αόρατο χέρι, οι σειρήνες άρχισαν να ουρλιάζουν, κάποιες στιγμές τις άκουγαν ως και το Βερολίνο, τα τηλέφωνα χτυπούσαν δίχως σταματημό, τα βιβλία έπεφταν από τα ράφια των βιβλιοθηκών… Στις 16 Απριλίου 1945, με είκοσι στρατιές τις οποίες αποτελούσαν δυόμισι εκατομμύρια άνδρες, με πάνω από σαράντα χιλιάδες εκτοξευτές χειροβομβίδων, οβιδοβόλα και κανόνια, και με εκατοντάδες “αρμόνια του Στάλιν” (συνολικά, τριακόσια στοιχεία πυροβολικού ανά χιλιόμετρο), ο Κόκκινος Στρατός εξαπέλυσε τη μεγάλη του επίθεση. Από το Λέτσιν ως το Ζέελο κι από το Φρίντεσντορφ ως το Ντόλγκελιν υψώθηκαν γιγάντιες στήλες φωτιάς και σκόνης, σχηματίζοντας ένα συμπαγές τείχος που το διαπερνούσαν αστραπές. Δάση ολόκληρα παραδίδονταν στις φλόγες. Χρόνια μετά, κάποιοι επιζώντες θα θυμούνταν τους καυτούς ανεμοστρόβιλους που μετέτρεπαν την ύπαιθρο σε εστίες φωτιάς και σε στάχτες.

Έπειτα από μισή ώρα, το πανδαιμόνιο της κόλασης σταμάτησε ξαφνικά. Για μερικά δευτερόλεπτα απλώθηκε μια σιωπή που έκοβε την ανάσα, σιωπή που τη διέκοπτε μονάχα ο ήχος που έκαναν οι φλόγες και το βουητό του ανέμου. Κι ύστερα, πάνω από τις σοβιετικές γραμμές, το φως ενός και μόνο προβολέα έλαμψε στον ουρανό. Μόλις δόθηκε τούτο το σήμα, 143 προβολείς, διατεταγμένοι σε απόσταση διακοσίων μέτρων ο ένας από τον άλλο, άναψαν για να φωτίσουν οριζόντια το πεδίο της μάχης. Αυτοί οι εκτυφλωτικοί διάδρομοι φωτός αποκάλυπταν τώρα ένα τοπίο αγνώριστο, καμένα δέντρα και γη βαθιά οργωμένη από τις οβίδες, για να σβήσουν μερικά χιλιόμετρα πιο μακριά, στα υψώματα του Ζέελο, τα οποία κι αποτελούσαν τον αρχικό επιχειρησιακό στόχο του διοικητή των σοβιετικών δυνάμεων, στρατάρχη Γκιόργκι Ζούκοφ» [Γιόαχιμ ΦΕΣΤ: Der Untergang. Hitler und das Ende des Dritten Reiches, 2002 («Η Πτώση – Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ΄ Ράιχ»), κεφ. 1].

Αυτή η εντυπωσιακή εκκίνηση αποδεικνύεται ένα πελώριο φιάσκο. Ο διοικητής των γερμανικών δυνάμεων, στρατηγός Γκότχαρτ Χάινρισι, έχει αποσύρει το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών του σε αμυντικές θέσεις δυτικότερα. Το σοβιετικό πυροβολικό περισσότερο «καταστρέφει» το έδαφος, καθιστώντας δυσχερή την προέλαση του πεζικού, παρά πλήττει γερμανικές θέσεις. Κι ο Ζούκοφ, πιεσμένος από τον Στάλιν που επιθυμεί μια γρήγορη κατάληψη του Βερολίνου για να προλάβει τους Αμερικανούς, ρίχνει βιαστικά στη μάχη τα τεθωρακισμένα του τα οποία κολλάνε στη λάσπη και στους λάκκους που έχουν ανοίξει οι οβίδες, παρενοχλώντας ακόμη περισσότερο την κίνηση του πεζικού.

Ι. Σ. Κόνιεφ

Ι. Σ. Κόνιεφ

Νοτιότερα, ο στρατάρχης Κόνιεφ τα καταφέρνει πολύ καλύτερα, κερδίζοντας συνεχώς έδαφος. Είναι ο πρώτος που θα πλησιάσει την πρωτεύουσα του Ράιχ. Ο Ζούκοφ, μετά τις αρχικές δυσκολίες, εκμεταλλεύεται τελικά την υπεροπλία του και προχωρά στα δυτικά. Χάρη στις επιτυχίες του στο παρελθόν θα είναι εκείνος στον οποίο ο Στάλιν θα αναθέσει την τιμή να κατακτήσει το Βερολίνο.

Στις 23 Απριλίου οι Σοβιετικοί έφταναν πια στο Βερολίνο. Δυο μέρες αργότερα, οι δυνάμεις του Ζούκοφ και του Κόνιεφ ενώνονταν, περικυκλώνοντας την πρωτεύουσα του Γ΄ Ράιχ. Χωρίς ουσιαστική επαφή με τον εξωτερικό κόσμο, μαζί με τους τελευταίους πιστούς του, ο Χίτλερ έδινε διαταγές σε μονάδες που υπήρχαν μόνο στη φαντασία του. Στις 30, ο Φύρερ αυτοκτονούσε στο καταφύγιο της καγκελαρίας μαζί με τη σύζυγό του πια Εύα Μπράουν. Στις 2 Μαΐου, το Βερολίνο είχε περάσει εξ ολοκλήρου στον σοβιετικό έλεγχο. Την προηγουμένη, η σημαία με το σφυροδρέπανο υψωνόταν στο Ράιχσταγκ.

Η σημαία με το σφυροδρέπανο υψώνεται στο Ράιχσταγκ, 1η Μαΐου 1945

Η σημαία με το σφυροδρέπανο υψώνεται στο Ράιχσταγκ, 1η Μαΐου 1945

Η Γερμανία δεν είχε άλλη επιλογή από την άνευ όρων συνθηκολόγηση. Στις 7 Μαΐου ο στρατηγός Γιοντλ υπέγραφε τη συνθηκολόγηση στη Ρενς, στο στρατηγείο του Άιζενχάουερ, παρουσία εκπροσώπων όλων των συμμάχων. Την επομένη ο στρατάρχης Βίλχελμ Κάιτελ, αρχηγός του γερμανικού γενικού επιτελείου ενόπλων δυνάμεων, υπέγραφε ένα παρόμοιο έγγραφο στο στρατηγείο του Ζούκοφ, στα περίχωρα του Βερολίνου (επρόκειτο για τις εγκαταστάσεις της γερμανικής στρατιωτικής Σχολής Μηχανικού). Στη Μόσχα είχαν περάσει τα μεσάνυχτα και βρισκόμασταν πια στις 9 Μαΐου. Την «Ημέρα της Νίκης στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο».

1945: Γερμανοί πρόσφυγες από τη Σιλεσία κοντά σε κάποιο σιδηροδρομικό σταθμό του Βερολίνου/ φωτογραφία: Fred Ramage/Keystone/Getty Images

1945: Γερμανοί πρόσφυγες από τη Σιλεσία κοντά σε κάποιο σιδηροδρομικό σταθμό του Βερολίνου/ φωτογραφία: Fred Ramage/Keystone/Getty Images

γ.   Σοβιετικά εγκλήματα πολέμου σε γερμανικό έδαφος

Ο βιασμός ίσως κι εκατομμυρίων Γερμανίδων (ο Μπήβορ κάνει λόγο για 2 έως 3 εκατομμύρια, ο, πιο επιφυλακτικός και προσεκτικός ως προς τα στοιχεία, Μπερνάρ θεωρεί τον πραγματικό αριθμό σαφώς μικρότερο [Nicolas BERNARD « La Guerre germano-soviétique », t. 2 « 1943-1945 », Texto, Tallandier, 2013, 2015, σελ. 342 επ.]) και άλλα εγκλήματα σε βάρος του άμαχου πληθυσμού (φόνοι, βιαιοπραγίες, λεηλασίες, καταστροφές) στη Γερμανία κηλιδώνουν την εικόνα του Κόκκινου Στρατού. Πώς άνθρωποι πιθανότατα άκακοι στην ειρηνική ζωή τους μεταμορφώνονταν σε κτήνη;

Είναι βέβαιο ότι η σοβιετική προπαγάνδα, τα πύρινα κείμενα του Ερενμπούργκ και τα υπόλοιπα άρθρα στον Τύπο, τα ποιήματα του Σίμονοφ, η κατήχηση των κομμισσάριων και των πολιτικών καθοδηγητών είχαν ενσταλάξει στον μέσο στρατιώτη θανάσιμο μίσος για τους Γερμανούς. Αλλά για να είμαστε ειλικρινείς, συχνά η προπαγάνδα δεν ήταν αναγκαία: οι περισσότεροι είχαν δει με τα ίδια τους τα μάτια τα αποτελέσματα της γερμανικής θηριωδίας, τους εκτελεσμένους, τα πυρπολημένα χωριά, τα σημάδια του Ολοκαυτώματος. Αρκετοί είχαν συγγενείς και φίλους ανάμεσα στα θύματα.

une femme a berlin

Ένας άλλος παράγοντας, όσον αφορά τους βιασμούς, ήταν η σεξουαλική στέρηση του Σοβιετικού στρατιώτη. Σε αντίθεση με τον αξιωματικό που πάντα μπορούσε να βρει μια «κινητή σύζυγο εκστρατείας», σύμφωνα με τη στρατιωτική αργκώ, ανάμεσα στις νοσοκόμες και τις διαβιβάστριες, ο απλός στρατιώτης δεν είχε καμιά διέξοδο.

Τέλος, καθοριστική ήταν η ίδια η ψυχολογία του πολέμου: η αίσθηση ότι δεν υπάρχουν κανόνες και περιορισμοί, η οποία σε συνδυασμό με τον διαρκή κίνδυνο του θανάτου επιτρέπει τα πάντα. Και περίπλοκα στοιχεία της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης που οδηγούν κάποιους να πιστεύουν ότι η διάπραξη φριχτών εγκλημάτων δημιουργεί άρρηκτους δεσμούς μεταξύ των συναυτουργών. Υπήρχαν και οι καλοί της ιστορίας, αλλά στο τέλος έχαναν…

Έρικα

Ο Ν. Ν. Νικούλιν το 1942

Ο Ν. Ν. Νικούλιν το 1942

Ο Νικολάι Νικολάγιεβιτς Νικούλιν (1923-2009), ιστορικός της Τέχνης, έφορος στο τμήμα φλαμανδικής και γερμανικής ζωγραφικής του 15ου – 16ου αι. στο Ερμιτάζ, μιλά για τον έρωτά του με την κόρη ενός φαρμακοποιού στο Τσόπποτ, κοντά στο Ντάντσιχ (σημ. Σόποτ, Πολωνία). Ο ήρωας επιστρέφει στην πόλη για να βρει την αγαπημένη του:

«Βλέπω ένα γέρο. Τον αναγνωρίζω. Είναι ένας βετεράνος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου που του έδινα λίγο φαγητό όταν έμενα στο Τσόπποτ. Πηγαίνω κοντά του και αρχίζω τις ερωτήσεις. Δείχνει άθλια δυστροφικός. Ανθρώπους σε τέτοια κατάσταση είχα δει στο Λενινγκράντ, την εποχή της πολιορκίας. Εδώ δεν έχουν ούτε 100 γρ. ψωμί τη μέρα για να φάνε, οι Πολωνοί δεν τους δίνουν τίποτε. Μου απαντά διαρκώς μονάχα “Nein, nein”. Βλέπω ότι είναι φοβισμένος, τα χέρια του τρέμουν, το πρόσωπό του είναι γεμάτο οιδήματα. Στο μεταξύ, ο μοτοσυκλετιστής που με περιμένει για να συνεχίσουμε την πορεία μας με βρίζει διαρκώς και απειλεί ότι θα ξεκινήσει μόνος του. Απελπισμένος, δίνω στον γέρο την τσάντα με τα τρόφιμα και κάνω να φύγω. Και τότε εκείνος με σταματά. Η θέα του φαγητού ξανάφερε τη ζωή μέσα του. Έπειτα μου λέει τα εξής: “Ήταν έξι, δικοί σας, αρματιστές… μετά, το κορίτσι πήδησε απ’ το παράθυρο κι αυτοκτόνησε”.» [Николай Николаевич Никулин «Воспоминания о войне», 1975 – απόσπασμα που παρατίθεται και στους Lopez και Otkhmezuri « Grandeur et misère de l’Armée rouge », σελ. 341-342]

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ι.   ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗΣ

Πώς εξηγείται, όμως, η σαρωτική επικράτηση της ΕΣΣΔ στον μεγαλύτερο πόλεμο της Ιστορίας; Στη Δύση επικρατούσε επί μακρόν η αντίληψη ότι η σοβιετική νίκη οφείλεται στη δύναμη των αριθμών: στο ανεξάντλητο ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο ο Στάλιν θυσίαζε χωρίς καμιά φειδώ, και στις τεράστιες πλουτοπαραγωγικές πηγές μιας αχανούς χώρα. Η εξήγηση αυτή συνιστά υπεραπλούστευση. Εύκολα αναγνωρίζει κάποιος τη συνήθη δικαιολογία των Γερμανών στρατιωτικών, οι οποίοι επικαλούνταν μόνο τους αριθμητικούς συσχετισμούς και τα λάθη που διέπραξε η πολιτική ηγεσία τους, επιδεικνύοντας χαρακτηριστική απροθυμία να αποδεχθούν τις όποιες αρετές των αντιπάλων τους. Εξήγηση εύκολη και βολική που βρήκε ευήκοα ώτα σε μέρος της δυτικής ιστοριογραφίας για λόγους που άπτονται περισσότερο της πολιτισμικής συγγένειας και της ψυχροπολεμικής λογικής, παρά της αντικειμενικότητας. Οι λόγοι, όμως, της σοβιετικής επικράτησης είναι πολύ πιο σύνθετοι και αφορούν τόσο γερμανικές αδυναμίες και σφάλματα όσο και, πρωτίστως, ικανότητες της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της ΕΣΣΔ.

– Αναμφίβολα, μαχητές και άμαχοι στην ΕΣΣΔ διακρίνονται από ένθερμο πατριωτικό φρόνημα. Υπομένουν απίστευτες θυσίες πιστεύοντας σε έναν ανώτερο σκοπό. Όλοι, ακόμη και οι αντίπαλοι της κομμουνιστικής ηγεσίας της ΕΣΣΔ, επισημαίνουν ότι ο «Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος» σφυρηλάτησε μια άρρηκτη συμμαχία ανάμεσα στον δήμιο και τα θύματά του *! Το φρόνημα, όμως, δεν αρκεί. Και οι Γερμανοί στρατιώτες πολέμησαν μέχρι τέλους με αυταπάρνηση, το φρόνημά τους συνέχιζε να είναι υψηλό μέχρι και τις αρχές του 1945, εποχή που η μοίρα της χώρας τους είχε ήδη κριθεί.

– Η ΕΣΣΔ κατόρθωσε να εκμεταλλευθεί με εντυπωσιακό τρόπο τη βιομηχανία της, θέτοντας το 100 % της παραγωγής στην υπηρεσία του πολεμικού σκοπού. Αντιθέτως στη Γερμανία το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μικρότερο του 50 % της συνολικής βιομηχανικής παραγωγής, τουλάχιστον μέχρι την τελευταία χρονιά του πολέμου.

Τ-34

Τ-34

– Οι Σοβιετικοί κατορθώνουν από τα τέλη του 1942 να αποκτήσουν σαφή αριθμητική και τεχνολογική υπεροχή σε θέματα εξοπλισμών. Τα όπλα τους είναι σε όλες τις περιπτώσεις ισάξια των γερμανικών, ενώ σε ορισμένες υπερέχουν σημαντικά, όπως π.χ. στον τομέα των τεθωρακισμένων. Το Τ-34 υπήρξε κατά κοινή ομολογία το καλύτερο μεσαίο τεθωρακισμένο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου: καλά θωρακισμένο και με φαρδιές ερπύστριες που του παρείχαν δυνατότητες κίνησης σε ανώμαλο, χιονισμένο και λασπωμένο έδαφος. Το βαρύ KV ήταν ουσιαστικά άτρωτο από τα γερμανικά βλήματα.

Πολιτική και στρατιωτική ηγεσία επιδεικνύουν αυξημένο βαθμό προσαρμοστικότητας στα γεγονότα, μαθαίνουν από τα λάθη τους και τα διορθώνουν. Όσο περνά ο καιρός οι σοβιετικοί διοικητές που έχουν αποδείξει την αξία τους απολαύουν όλο και μεγαλύτερης ευχέρειας και δυνατότητας ανάληψης πρωτοβουλιών. Αυτό ήταν κάποτε χαρακτηριστικό της Βέρμαχτ, μόνο που η συσσώρευση αποτυχιών οδηγεί τον Φύρερ σε δογματισμό και εγκλωβισμό στις ιδεοληψίες του. Στο τέλος παρεμβαίνει στη λήψη αποφάσεων ακόμη και σε επίπεδο τάγματος ή λόχου! Άλλωστε, μεταξύ του Χίτλερ και των ανώτατων στρατιωτικών διοικητών του υφίσταται διάσταση απόψεων ως προς τους θεμελιώδεις στόχους: ο δικτάτορας εμμένει στο αρχικό σχέδιο κατάληψης ολόκληρης της ευρωπαϊκής ΕΣΣΔ, ενώ έχει από την πρώτη χρονιά καταστεί σαφές ότι το σχέδιο αυτό είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί, ενώ οι δεύτεροι (και, κυρίως, ο φον Μάνστάιν επιδιώκουν την «ισοπαλία» που θα επιτρέψει τη σύναψη μιας «έντιμης» συνθήκης ειρήνης μεταξύ των δύο εμπολέμων. Ενδεικτικό της ιδεοληψίας του Φύρερ είναι και το εξής στοιχείο: ό,τι απέμεινε από την Ομάδα Στρατιών Βορρά (περίπου 200 χιλιάδες άνδρες, δηλαδή δύναμη διόλου αμελητέα) παραμένει από τα τέλη του 1944 αποκλεισμένο στη χερσόνησο της Κουρλάνδης, στη Λετονία. Παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της στρατιωτικής ηγεσίας για μεταφορά της δύναμης αυτής στα μέτωπα του Βιστούλα και του Όντερ με σκοπό την υπεράσπιση των εδαφών του Ράιχ, ο Χίτλερ αρνείται πεισματικά διότι, ακόμη και την υστάτη ώρα, πιστεύει ότι η Κουρλάνδη είναι το ιδανικό προγεφύρωμα για να επιχειρηθεί εκ νέου… η κατάκτηση της ΕΣΣΔ!

Μάιος 1945, Ζούκοφ και Ροκοσσόφσκι με τον Μοντγκόμερυ στο Βερολίνο/ πηγή: Library and Archives Canada - Bibliothèque et Archives Canada

Μάιος 1945, Ζούκοφ και Ροκοσσόφσκι με τον Μοντγκόμερυ στο Βερολίνο/ πηγή: Library and Archives Canada – Bibliothèque et Archives Canada

– Η σοβιετική στρατιωτική ηγεσία αποδεικνύεται ικανότατη σε επίπεδο σχεδιασμού και υλοποίησης επιχειρήσεων ευρείας κλίμακας. Πρωτίστως, κυριαρχούν των Γερμανών σε επίπεδο συνολικής στρατηγικής. Οι δεύτεροι αντιλαμβάνονται την πολεμική σύγκρουση ως σειρά μαχών και αναζητούν εκείνη που θα αποδειχθεί καθοριστικής σημασίας. Οι Σοβιετικοί υιοθετούν ολιστική προσέγγιση: ο σύγχρονος πόλεμος καθορίζεται από σύνολο παραγόντων, όπως είναι οι δυνατότητες βιομηχανικής παραγωγής, η στάση και αντοχή του άμαχου πληθυσμού κι όχι μόνο οι στρατιωτικές επιχειρήσεις. «Από το τέλος του 1942… οι Σοβιετικοί, χάρη στην εξαιρετική θεωρητική κατάρτιση και αντίληψή τους, κατανοούν την πραγματική φύση του σύγχρονου πολέμου και, ως εκ τούτου, επικρατούν των Γερμανών τόσο σε επίπεδο αντίληψης όσο και στο πεδίο της μάχης.» [Boris LAURENT « La Guerre Totale à l’Est, 1941-1945 (Nouvelles perspectives sur la guerre germano-soviétique) », Nouveau Monde éditions, Παρίσι, 2014, σελ. 538]

Ό. Φ. Μπεργγόλτς

Ό. Φ. Μπεργγόλτς

[* Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της ποιήτριας Όλγας Φιόντοροβνα Μπεργγόλτς (Ольга Фёдоровна Берггольц, 1910-1975), της φωνής του πολιορκημένου Λενινγκράντ που με τις ραδιοφωνικές εκπομπές έκανε ό,τι μπορούσε για να τονώσει το ηθικό των πεινασμένων, πληγωμένων και βασανισμένων κατοίκων της μαρτυρικής πόλης.
Πέρα από τη σημαντική αξία του λογοτεχνικού έργου της, αυτό που συγκλονίζει στην περίπτωση της Μπεργγόλτς είναι η δύναμη και η γενναιότητα ενάντια σε όλες τις συμφορές που βίωσε. Έχασε δύο συζύγους (ο πρώτος, πατέρας της μεγαλύτερης κόρης της, με τον οποίο είχε ήδη χωρίσει, εκτελέστηκε το 1938 στο πλαίσιο των σταλινικών εκκαθαρίσεων – ο δεύτερος πέθανε, ήδη άρρωστος, τον Νοέμβριο του 1941 όταν ο λιμός της πολιορκημένης πόλης βρισκόταν στο αποκορύφωμά του). Έχασε και τις δυο κόρες της (τη μικρότερη Μάγια το 1934, την Ιρίνα το 1936). Ως «ύποπτη για σχέσεις με τροτσκιστικά στοιχεία» έπεσε στα νύχια του Λαϊκού Επιτροπάτου Εσωτερικών Υποθέσεων στις 13 Δεκεμβρίου 1938, φυλακίστηκε (έως τον Ιούλιο του 1939) και βασανίστηκε. Το τρίτο της παιδί γεννήθηκε νεκρό μέσα στη φυλακή.]

ΙΙ.   ΣΗΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗΣ

Και τι έγινε μ’ αυτό; Δεν ήταν σύγκρουση μεταξύ δύο ολοκληρωτισμών; Έχει σημασία ποιος κέρδισε, κατά μείζονα λόγο όταν κάποιοι ανακηρύσσουν την ημερομηνία υπογραφής του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ σε ημέρα μνήμης του αγώνα κατά του ολοκληρωτισμού, εξομοιώνοντας απολύτως ναζισμό και κομμουνισμό;

Και όμως! Αντικειμενικά, η σοβιετική επικράτηση έχει τεράστια σημασία επειδή καθόρισε την έκβαση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και επιπλέον, επειδή ακόμη και στο «κακό» μπορεί και πρέπει να υπάρχει ιεράρχηση. Ο ναζισμός ήταν μια ιδεολογία μίσους, στηριζόμενη στον ακραίο φυλετισμό: κάποιοι αποκλείονταν απλώς και μόνον επειδή γεννιούνταν με ορισμένη εθνοτική καταγωγή και θρησκεία. Ο κομμουνισμός στηριζόταν σε μια ιδεολογία με ευγενείς αρχές που εφαρμόστηκε με τον χειρότερο δυνατό τρόπο για να καταλήξει σε ένα άγριο, ανελεύθερο, ολοκληρωτικό καθεστώς (είναι, άραγε, τυχαίο, όμως, το γεγονός ότι ο σοβιετικός ολοκληρωτισμός στηρίζεται στη ρωσική παράδοση; Δεν είναι, από άποψη μεθόδων, η άσκηση εξουσίας υπό το κομμουνιστικό καθεστώς συνέχεια της τσαρικής απολυταρχίας; Δεν είναι το Εν Κα Βε Ντε συνεχιστής της Οχράνα;). Το καθεστώς, αυτό, όμως, είχε τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά της απολυταρχίας: ζητούσε «απλώς» την υποταγή του ατόμου, δεν το απέκλειε εξαρχής.

Τόμας Μανν (1937)

Τόμας Μανν (1937)

«Η εξομοίωση, από ηθική άποψη, του ρωσικού κομμουνισμού με τον ναζιστικό φασισμό, με βάση το επιχείρημα ότι αμφότεροι συνιστούν μορφές ολοκληρωτισμού, αποτελεί στην καλύτερη των περιπτώσεων επιφανειακή σκέψη, στη χειρότερη απλώς φασισμό. Εκείνοι που επιμένουν εν προκειμένω στην άποψη περί ισοδυναμίας των δύο αυτών ιδεολογιών μπορεί να εμφανίζονται ως δημοκράτες, στην πραγματικότητα, όμως, και στο βάθος της καρδιάς τους είναι ήδη φασίστες. Βέβαιο είναι ότι δεν θα πολεμήσουν τον φασισμό παρά μόνο για τα προσχήματα και με τρόπο εντελώς ανειλικρινή. Όλο το μίσος τους θα το φυλάξουν για τον κομμουνισμό.» [Τόμας ΜΑΝΝ, εκπομπή του BBC προς τους Γερμανούς ακροατές (Deutsche Hörer!). Κείμενο που γράφηκε κατά τη διάρκεια του Β΄ ΠΠ και διαβάστηκε από τον συγγραφέα σε ραδιοφωνική εκπομπή στις 24.10.1942.]

Βεβαίως, κάποιοι θα αντιτείνουν ότι ο ισχυρισμός του Τόμας Μανν θα πρέπει να ερμηνευθεί σε συνάρτηση με το ιδιαίτερο πλαίσιο της εποχής. Για εκείνους πρόκειται απλώς για προπαγάνδα με στόχο να πείσει ότι οι Σοβιετικοί είναι αξιόπιστοι σύμμαχοι στον αγώνα κατά του ναζισμού.

Κυρίως, όμως, κάποιοι θα προβάλουν το «λογιστικής» φύσης επιχείρημα, όπως ακριβώς ο Στεφάν Κουρτουά στη «Μαύρη Βίβλο του Κομμουνισμού». Για τον Γάλλο ιστορικό, ο κομμουνισμός είχε «100 εκατομμύρια θύματα», ενώ ο ναζισμός «μόνον» «25, περίπου, εκατομμύρια». Η κόκκινη ιδεολογία δολοφονούσε διαρκώς, ενώ ο ναζισμός μόνον με τον πόλεμο και δη την εισβολή στην ΕΣΣΔ. Το στοιχείο αυτό «θα έπρεπε τουλάχιστον να παρακινήσει σε μια συγκριτική εξέταση της ομοιότητας μεταξύ του καθεστώτος που θεωρήθηκε από το 1945 το πλέον εγκληματικό του αιώνα και του κομμουνιστικού συστήματος…» [Stéphane COURTOIS « Les crimes du communisme » σε « Le livre noir du communisme », Éditions Robert Laffont, Παρίσι, 1997, σελ. 24-25]. Με άλλα λόγια, η εξομοίωση είναι ένα ελάχιστο ζητούμενο, το πραγματικό δεν είναι άλλο από την παραδοχή ότι ο κομμουνισμός υπήρξε μεγαλύτερο δεινό απ’ ό,τι ο ναζισμός!

Ας αφήσουμε κατά μέρος τον έλεγχο της ακρίβειας των προβαλλόμενων αριθμών (μολονότι στη μια περίπτωση αθροίζονται στοιχεία, όχι κατ’ ανάγκην εξακριβωμένα, που αφορούν το σύνολο των κομμουνιστικών καθεστώτων ανά τον κόσμο, ενώ στη δεύτερη παρατίθεται αριθμός μικρότερος κι από τον συνολικό αριθμό θυμάτων στην ΕΣΣΔ κατά τη διάρκεια του πολέμου). Το επιχείρημα του Κουρτουά το αντικρούει ο Νικολά Μπερνάρ, συγγραφέας που μόνο για συμπάθεια προς τον κομμουνισμό δεν μπορεί να κατηγορηθεί, πλην όμως δεν επιτρέπει σε ιδεολογικές παρωπίδες να εμποδίσουν την αντικειμενική θεώρηση των ιστορικών δεδομένων:

«Ας αναπτύξουμε, επομένως, περαιτέρω τον συλλογισμό, μεριμνώντας ώστε να μη λησμονήσουμε ένα θεμελιώδες δεδομένο: εάν ο ναζισμός δεν σκότωσε όσο και το σύνολο των κομμουνιστικών καθεστώτων, τούτο συνέβη ακριβώς επειδή έχασε τον πόλεμο. Το να γράφει κάποιος ότι ο ναζιστικό τρόμος, ο οποίος υφίσταται πολύ πριν το 1941, έλαβε τέτοιες διαστάσεις κατά τον πόλεμο δεν έχει αξία παρά μόνον εφόσον υπομνησθεί ότι ο πόλεμος αυτός είχε προγραμματιστεί από τον Χίτλερ από μακρόν… Η γερμανική βαρβαρότητα στην Ανατολή εντάσσεται σε αυτήν την προμελετημένη επιχείρηση κατάκτησης και γενικευμένης σφαγής.

Στην επιχείρηση αυτή προσετίθετο ένα σχέδιο το οποίο, ως εκ της ακραίας φύσεώς του, απουσίαζε από τη σταλινική κτηνωδία, δηλαδή η εξολόθρευση των Εβραίων, που ήταν συνυφασμένη με το ιμπεριαλιστικό πρόγραμμα του Αυστριακού τυράννου. Εάν υποτεθεί ότι το Γ΄ Ράιχ επικρατούσε της Σοβιετικής Ένωσης το 1941, τότε οι Εβραίοι της Ευρώπης και των εδαφών της Ανατολής, εκτοπισμένοι, στειρωμένοι, μαζικά δολοφονημένοι, απλούστατα δεν θα επιβίωναν ως λαός… Δεκάδες εκατομμύρια Σοβιετικοί πολίτες θα πέθαιναν επίσης από λιμό κατά τα πρώτα έτη της κατοχής. Οι επιζώντες θα υποβιβάζονταν σε κατάσταση σκλάβων ή ζώων…

Με δυο λόγια, ολόκληροι λαοί θα εξολοθρεύονταν, θα αποδεκατίζονταν, θα υποδουλώνονταν. Κι αν πρέπει να συνεχίσουμε τη συγκριτική εξέταση, διαπιστώνεται ότι η βαναυσότητα της κατοχής των χωρών της Ανατολής από την ΕΣΣΔ από το 1945 έως το 1989… δεν θα μπορούσε να ξεπεράσει σε φρίκη τη μοίρα που τους επεφύλασσε η ναζιστική Γερμανία: εξαφάνιση του πολωνικού και του τσεχικού κράτους, εξολόθρευση η στείρωση του πληθυσμού που δεν επιδεχόταν εκγερμανισμό, εκτόπιση προς την Ανατολή όσων απέμεναν…

Η ναζιστική φρίκη στην Ανατολή έρχεται σε δραματική αντίθεση με τη συμπεριφορά της ΕΣΣΔ προς τον εισβολέα. Μολονότι το Κρεμλίνο επεδίωκε την κατάλυση του ναζιστικού καθεστώτος, δεν επρόκειτο σε καμία περίπτωση για προσπάθεια εξολόθρευσης του λαού του εχθρού, ούτε καν για υποδούλωσή του…

Αντιμέτωποι με τη ναζιστική εισβολή, οι Σοβιετικοί δεν είχαν άλλη επιλογή από το να επιβιώσουν νικώντας ή να πεθάνουν ηττημένοι. Η Γερμανία, μολονότι ερειπώθηκε, υπέστη καταστροφές και χωρίστηκε στα δύο, ουδέποτε υποχρεώθηκε να αντιμετωπίσει ένα τόσο τρομακτικό δίλημμα…» [N. BERNARD op. cit., σελ. 453-457].

Ο Κούρτσιο Μαλαπάρτε στο Κάπρι

Ο Κούρτσιο Μαλαπάρτε στο Κάπρι

«- Ελπίζω να μην ήλθατε να μου μιλήσετε για τον πόλεμο, μου είπε.
– Δεν θα σας μιλήσω για τον πόλεμο, του απάντησα.
– Ευχαριστώ, είπε ο Μούντε. Έπειτα, ξαφνικά, με ρώτησε αν είναι αλήθεια πως οι Γερμανοί ήταν τόσο τρομερά βάναυσοι.
– Η βαναυσότητά τους οφείλεται στον φόβο, απάντησα. Είναι άρρωστοι από φόβο. Είναι ένας λαός άρρωστος, ένας Krankenvolk.
– Ναι, ένας Krankenvolk, είπε ο Μούντε χτυπώντας τα πλακάκια στο πάτωμα με την άκρη του μπαστουνιού του. Κι έπειτα από μακρά σιωπή, με ρώτησε αν είναι αλήθεια ότι οι Γερμανοί ήταν τόσο διψασμένοι για αίμα και καταστροφή.
– Φοβούνται, απάντησα. Φοβούνται τους πάντες και τα πάντα. Σκοτώνουν και καταστρέφουν από φόβο. Κι όχι επειδή φοβούνται τον θάνατο. Κανένας Γερμανός, άντρας ή γυναίκα, γέρος ή παιδί, δεν φοβάται τον θάνατο. Ούτε φοβούνται να υποφέρουν. Κατά κάποιο τρόπο, θα μπορούσε να πει κανείς ότι αγαπούν τον πόνο. Φοβούνται, όμως, οτιδήποτε ζει, οτιδήποτε ζει πέρα από αυτούς – και φοβούνται οτιδήποτε είναι διαφορετικό από αυτούς. Η ασθένεια από την οποία υποφέρουν είναι μυστηριώδης. Φοβούνται πρωτίστως τις αδύναμες υπάρξεις, τους άμαχους, τους άρρωστους, τις γυναίκες, τα παιδιά. Φοβούνται τους γέρους. Ο φόβος τους πάντα μου προκαλούσε βαθύ οίκτο. Αν η Ευρώπη ένιωθε οίκτο για αυτούς, ίσως τότε οι Γερμανοί να γιατρεύονταν από τη φοβερή ασθένειά τους.
– Είναι, λοιπόν, άγριοι; Είναι, επομένως, αλήθεια ότι σφάζουν κόσμο δίχως κανένα οίκτο; με διέκοψε ο Άξελ Μούντε χτυπώντας ανυπόμονα τα πλακάκια με το μπαστούνι του.
– Ναι, είναι αλήθεια, απάντησα, σκοτώνουν άοπλους, κρεμάνε τους Εβραίους από τα δέντρα στις πλατείες των χωριών, τους καίνε ζωντανούς μέσα στα σπίτια τους σαν τα ποντίκια, τουφεκίζουν τους αγρότες και τους εργάτες στις αυλές των κολχόζ και των εργοστασίων. Τους έχω δει να γελούν, να τρώνε, να κοιμούνται στη σκιά των πτωμάτων που κρέμονταν από τα κλαδιά των δέντρων.
– Είναι ένας Krankenvolk, είπε ο Μούντε βγάζοντας τα μαύρα γυαλιά του για να σκουπίσει προσεχτικά τους φακούς τους με το μαντήλι του. Είχε κλείσει τα βλέφαρά του. Δεν μπορούσα να δω τα μάτια του. Ύστερα με ρώτησε αν ήταν αλήθεια πως οι Γερμανοί σκοτώνουν τα πουλιά.
– Όχι, δεν είναι αλήθεια, απάντησα, δεν έχουν χρόνο να ασχοληθούν με τα πουλιά. Ίσα που τους φτάνει ο χρόνος να ασχοληθούν με τους ανθρώπους. Σφάζουν τους Εβραίους, τους εργάτες, τους αγρότες, πυρπολούν τις πόλεις και τα χωριά με πρωτόγονο μένος, μα δεν σκοτώνουν τα πουλιά. Αχ! Πόσο όμορφα πουλιά υπάρχουν στη Ρωσία. Ίσως πιο όμορφα κι από αυτά στο Κάπρι,
– Πιο όμορφα από αυτά στο Κάπρι; ρώτησε ο Μούντε με ύφος ενοχλημένο.
– Πιο όμορφα, πιο ευτυχισμένα, απάντησα.»
[Κούρτσιο Μαλαπάρτε «Καπούτ», 1943 (Πρώτο Μέρος «Τα Άλογα», κεφάλαιο Ι «Από τη Μεριά του Γκερμάντ», σελ. 24-26 της γαλλικής έκδοσης)]

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Antony BEEVORStalingrad”, Viking, Λονδίνο, 1998/ επανέκδοση: Penguin Books, Λονδίνο, 2011 (1999).
Antony BEEVORBerlin – The Downfall 1945”, Viking, Λονδίνο, 2002/ επανέκδοση: Penguin Books, Λονδίνο, 2007 (2003).
Nicolas BERNARD « La Guerre germano-soviétique », Tallandier, Παρίσι, 2013/ t. I « 1941-1943 », t. II « 1943-1945 », Texto, Tallandier, Παρίσι, 2015.
Joachim FEST « Der Untergang – Hitler und das Ende des Dritten Reiches », Alexander Fest Verlag, Βερολίνο, 2002/ γαλλική έκδοση: « Les derniers jours de Hitler », Perrin, Παρίσι, 2002.                                                                                                 – Orlando FIGESThe Whisperers: Private Life in Stalin’s Russia”, Allen Lane, Λονδίνο 2007/ επανέκδοση: Penguin Books, Λονδίνο, 2007.
David GLANTZ και Jonathan HOUSEWhen Titans Clashed: How the Red Army stopped Hitler”, University of Kansas Press, Lawrence, 1995.
Vassili GROSSMANA Writer at War”, Harvill Press, Λονδίνο, 2005/ γαλλική έκδοση: « Carnets de Guerre – De Moscou à Berlin 1941-1945 » (κείμενα επιλεγμένα και παρουσιασμένα από τον Antony BEEVOR και τη Luba VINOGRADOVA), Calman-Lévy, Παρίσι, 2007/ επανέκδοση: Le Livre de Poche, Παρίσι, 2013 (2008).
Ανώνυμης (= Marta HILLERS) «Eine Frau in Berlin» Eichborn, Φρανκφούρτη, 2003 (πρώτη έκδοση: 1959)/ γαλλική έκδοση: « Une femme à Berlin. Journal, 20 avril-22 juin 1945 », Gallimard, Παρίσι, 2006 – έκδοση τσέπης: Folio, Παρίσι, 2008.
François KERSAUDY « Stalingrad – Le tournant de la Guerre », Un monde en guerre, Perrin, Παρίσι, 2013.
Ian KERSHAWThe End – Hitler’s Germany, 1944-45”, Allen Lane, Λονδίνο, 2011/ γαλλική έκδοση: « La Fin – Allemagne 1944-1945 », L’Univers historique, Seuil, Παρίσι, 2012.
Леонид Исаакович КОТЛЯР «Воспоминания Еврея-красноармейца», Военные тайны ХХ века, Вече, Μόσχα, 2011 [Λεονίντ Ισαάκοβιτς ΚΟΤΛΙΑΡ «Απομνημονεύματα ενός Εβραίου του Κόκκινου Στρατού»].
Boris LAURENT « La Guerre Totale à l’Est, 1941-1945 (Nouvelles perspectives sur la guerre germano-soviétique) », Nouveau Monde éditions, Παρίσι, 2014.
Jean LOPEZ « Stalingrad. La bataille au bord du gouffre », Economica, Παρίσι, 2008.
Jean LOPEZ « Koursk. Les quarante jours qui ont ruiné la Wehrmacht (5 juillet-20 août 1943) », Economica, Παρίσι, 2008.
Jean LOPEZ « Le chaudron de Tcherkassy-Korsun et la bataille pour le Dniepr (septembre 1943-février 1944) », Economica, Παρίσι, 2011.
Jean LOPEZ « Opération Bagration, la revanche de Staline (été 1944) », Economica, Παρίσι, 2014.
Jean LOPEZ « Les cents derniers jours d’Hitler – Chronique de l’apocalypse », Perrin, Παρίσι, 2015.
Jean LOPEZ και Lasha OTKHMEZURI « Grandeur et misère de l’Armée rouge », Seuil, Παρίσι, 2011/ επανέκδοση: Tempus, Perrin, Παρίσι, 2015.
Jean LOPEZ και Lasha OTKHMEZURI « Joukov, l’homme qui a vaincu Hitler », Perrin, Παρίσι, 2013.
Jean LOPEZ και Lasha OTKHMEZURI « Hitler a devancé un attaque de Staline » σε Jean LOPEZ και Olivier WIEVIORKA « Les Mythes de la Seconde Guerre Mondiale », Perrin, Παρίσι, 2015, σελ. 63-91.
Curzio MALAPARTE « Il Volga nasce in Europa » [«Ο Βόλγας πηγάζει από την Ευρώπη»], Bompiani, Μιλάνο, 1943, και πλήρης έκδοση Vallecchi, Φλωρεντία, 1965/ ελληνική έκδοση: «Οι Πηγές του Βόλγα (Γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση – Πολιορκία του Λένινγκραντ, 1941-1942)», σειρά Πόλεμος & Στρατηγική, αριθ. 18, Ιωλκός, Αθήνα, 2007.
Erich von MANSTEIN « Verlorene Siege », Bernard & Graefe Verlag, Κόμπλεντς-Βόννη, 2011 (πρώτη έκδοση: 1955)/ γαλλική έκδοση: « Mémoires » (επιμέλεια: Pierre SERVANT), Perrin, Παρίσι, 2015 (πρώτη γαλλική έκδοση: « Victoires perdues », Plon, Παρίσι, 1958).
Mark MAZOWERHitler’s Empire. Nazi Rule in Occupied Europe”, Allen Lane, Λονδίνο, 2008/ επανέκδοση Penguin Books, Λονδίνο, 2009.
Catherine MERRIDALEIvan’s War: Life and Death in the Red Army, 1939-1945”, Metropolitan Books, Νέα Υόρκη, 2006 / ελληνική έκδοση: «Ο πόλεμος του Ιβάν (Η πορεία του Κόκκινου Στρατού 1939-1945)» σειρά Πόλεμος & Στρατηγική, αριθ. 9, Ιωλκός, Αθήνα, 2007.
Marie MOUTIER « Lettres de la Wehrmacht » (πρόλογος: Timothy SNYDER), Perrin, Παρίσι, 2014.
Николай Николаевич НИКУЛИН «Воспоминания о войне», Издательство Гос. Эрмитажа, Λενινγκράντ/ Πετρούπολη 1975 (δεύτερη έκδοση: 2008).
Friedrich PAULUS « La bataille de Stalingrad » (παρουσίαση, σημειώσεις και επιμέλεια έκδοσης: Boris LAURENT), Nouveau Monde éditions, Παρίσι, 2014.
Pierre SERVANT « Von Manstein – Le stratège du IIIe Reich », Maîtres de Guerre, Perrin, Παρίσι, 2015.
Timothy SNYDERBloodlands: Europe between Hitler and Stalin”, Basic Civitas Books, Νέα Υόρκη, 2012/ γαλλική έκδοση: « Terres de Sang – L’Europe entre Hitler et Staline », Gallimard, Παρίσι, 2012.
Alexander WERTHRussia at War, 1941-1945”, Barrie & Rockliff, Λονδίνο, 1964/ γαλλική έκδοση: « La Russie en guerre », t. 1 « La patrie en danger, 1941-1942», t. 2 « De Stalingrad à Berlin, 1943-1945 », Texto, Tallandier, 2012.
Nicolas WERTH « Histoire de l’Union Soviétique – de l’Empire russe à la Communauté des États indépendants (1900-1991) », PUF, Παρίσι, 2012 (πρώτη έκδοση: 1990).
Olivier WIEVIORKA « L’économie soviétique ne pouvait rivaliser avec le potentiel industriel du Reich » σε Jean LOPEZ και Olivier WIEVIORKA « Les Mythes de la Seconde Guerre Mondiale », Perrin, Παρίσι, 2015, σελ. 129-145.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΕΚΛΑΪΚΕΥΜΕΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Le Figaro Histoire, n° 19, avril-mai 2015, 40-103 « Hitler – Les derniers jours » (κείμενα των: Jean-Louis THIÉRIOT, Jean-Paul BLED, Jean-Paul COINTET, Henri-Christian GIRAUD, Stéphane COURTOIS, Keith LOWE, Geoffroy CAILLET, Albane PIOT).
Ligne de Front (Histoire des Conflits du XXe siècle), n° 57, septembre-octobre 2015, David FRANÇOIS « La Bataille pour le Dniepr – Le choc des titans », σελ. 50-63.
Ligne de Front (Histoire des Conflits du XXe siècle), Hors-série n° 25, août-septembre 2015, « Le Guide de l’Armée Rouge ».
Paris Match & L’Histoire « 1945 – La Chute du Reich : le film des derniers mois » (κείμενα και συνεντεύξεις των: Olivier WIEVIORKA, Antony BEEVOR, Bruno CABANES, Édouard HUSSON, Régis Le SOMMIER, Anja KLABUNDE, Pierre MILZA, Annette WIEVIORKA, Frédérique NEAU-DUFFOUR, Timothy SNYDER, Philippe BURRIN, Anne APPLEBAUM, Fabien THÉOFILAKIS, Guillaume MOURALIS, Jean-Pierre AZÉMA), mars-avril 2015.
Paris Match, Hors-série, « Staline – Terreur, Guerre et Propagande » (κείμενα των: Alain FREREJEAN, Gérard CHAUVY, Sabine DULLIN, Alain BLUM, Nicolas WERTH, Alexandre SUMPH, François KERSAUDY, Philippe RICHARDOT, Simon VEILLE, Jean-Christophe BRISARD, Valérie DELMAS, Clémentine V. BARON, Paul FUKS, Régis Le SOMMIER), octobre 2015.

"Ζωή και Πεπρωμένο"

«Ζωή και Πεπρωμένο»

"Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί"

«Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί»

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Леонид Наумович ВОЛЫНСКИЙ «Сквозь Ночь», 1963, επανέκδοση: Терра, Μόσχα, 2005 [Λεονίντ ΒΟΛΙΝΣΚΙ (ψευδώνυμο του Λεονίντ Ναούμοβιτς ΡΑΜΠΙΝΟΒΙΤΣ) «Μέσα από τη Νύχτα»].
Василий Семёнович ГРОССМАН «Жизнь и судьба» (συγγραφή: 1950-1962), Терра – Книжный клуб, Μόσχα, 2005/ γαλλόφωνη έκδοση: Vassili GROSSMAN «Vie et destin», L’Age d’Homme, Λωζάννη, 1980 (μετάφραση: Alexis Berelowitch και Anne Coldefy-Faucard), επανέκδοση: Le livre de poche, 2005/ ελληνική έκδοση: «Ζωή και Πεπρωμένο», εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα, 2013.
Curzio MALAPARTE « Kaputt » Casella, Νάπολι, 1944/ τελική έκδοση: Guarnati, Μιλάνο, 1948/ γαλλική έκδοση: Éditions Denoël, Παρίσι, 1946 – έκδοση τσέπης: Folio 2014 (1972).
Erich Maria REMARQUE «Zeit zu leben und Zeit zu sterben», Kiepenheuer & Witsch, Κολωνία 1954/ γαλλικές εκδόσεις υπό τους τίτλους « Un temps pour vivre, un temps pour mourir » « L’Île d’espérance » Plon, Παρίσι, 1958/ ελληνική έκδοση υπό τον τίτλο « Ώρες αγάπης, ώρες πολέμου», Δωρικός, Αθήνα, 1975.
Константин Михайлович СИМОНОВ «Живые и мёртвые», 1959, επανέκδοση: Художественная литература, Μόσχα, 1989 [Κονσταντίν Μιχάιλοβιτς ΣΙΜΟΝΟΦ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί»].

Καπούτ

Καπούτ

ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΤΑΙΝΙΩΝ

"Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν" (η σκηνή του φιλιού)

«Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν» (η σκηνή του φιλιού)

– Михаил Константинович Калатозов «Летят журавли», 1957/ Μιχαήλ Κονσταντίνοβιτς Καλατόζοφ «Όταν Πετούν οι Γερανοί».
– Андрей Арсеньевич Тарковский «Иваново детство», 1962/ Αντρέι Αρσένιεβιτς Ταρκόφσκι «Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν».
– Сергей Фёдорович Бондарчук «Они сражались за Родину», 1975/ Σεργκέι Φιόντοροβιτς Μπονταρτσούκ «Πολέμησαν για την Πατρίδα».
– Элем Германович Климов «Иди и смотри», 1985/ Ελέμ Γκέρμανοβιτς Κλίμοφ «Έλα να δεις».
– Joseph Vilsmaier «Stalingrad», 1993.
– Oliver Hirschbiegel «Der Untergang» [«Η Πτώση»], 2004.

"Έλα να δεις"

«Έλα να δεις»

Νεότερα από το Ανατολικό Μέτωπο – μέρος 4 (1943-1944: Η εποχή της σοβιετικής επικράτησης)

Σεπτεμβρίου 3, 2015

Χειμώνας 1943-44, Τ-34

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ

Η ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ

Α.   1943: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΜΦΙΡΡΟΠΗ ΧΡΟΝΙΑ

α.   Η γερμανική αντίσταση στη σοβιετική επέλαση

Ο Κόκκινος Στρατός δεν κατόρθωσε να εκμεταλλευθεί πλήρως τον θρίαμβο του Σταλινγκράντ. Ήδη, την εποχή που εξαπέλυε την επιχείρηση «Ουρανός» είχε προσπαθήσει να πετύχει κάτι σημαντικό και στο κεντρικό μέτωπο του πολέμου με την επιχείρηση «Άρης». Παρά τις σφοδρές μάχες, οι Σοβιετικοί δεν αποκόμισαν ουσιώδη εδαφικά κέρδη. Επρόκειτο για μια τεράστια αποτυχία που ξεχάστηκε χάρη στη λάμψη της μεγαλειώδους νίκης στον Βόλγα; Όχι απαραίτητα. Βάσει των διαθέσιμων στοιχείων (π.χ. λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνο που αφιέρωσε το σοβετικό επιτελείο στην προετοιμασία της μίας και της άλλης επιχείρησης), οι ιστορικοί εκτιμούν πλέον ότι η επιχείρηση «Άρης» αποτελούσε αντιπερισπασμό που θα απασχολούσε τις γερμανικές δυνάμεις της Ομάδας Στρατιών του Κέντρου ώστε να μην ενισχύσουν εκείνες του Νότου όσο εξελισσόταν ο «Ουρανός». Οι απώλειες για τους Σοβιετικούς, πάντως, ήταν πολλές.

Εν γένει, τα μετά το Σταλινγκράντ σοβιετικά κέρδη ήταν αρκετά, αλλά όχι τα μέγιστα, κάποια από αυτά μάλιστα υπήρξαν προσωρινά. Το Βορόνιεζ απελευθερώθηκε πριν την παράδοση της 6ης Στρατιάς. Τον Φεβρουάριο ακολούθησαν το Ροστόφ και το Χάρκοβο, ενώ τον Μάρτιο ανακαταλαμβανόταν το τρίγωνο Ρζεφ-Βιάσμα-Γκιάτσκ, όπου δίνονταν σκληρές μάχης για 1,5 χρόνο.

Χάρκοβο, Φεβρουάριος 1943, 1η Μεραρχία ΤΘ των Ες Ες/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_101III-Roth-173-01

Χάρκοβο, Φεβρουάριος 1943, 1η Μεραρχία ΤΘ των Ες Ες/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_101III-Roth-173-01

Η αντεπίθεση του Μάνστάιν: Όπως φαινόταν, όμως, η ορμή του Κόκκινου Στρατού είχε προς το παρόν εξαντληθεί. Την ευκαιρία αυτή την άδραξε η ιδιοφυΐα του Μάνστάιν για να σταθεροποιήσει την κατάσταση του πολεμικού μετώπου. Στις αρχές Φεβρουαρίου είχε συναντήσει τον Χίτλερ στο Ράστενμπουργκ ζητώντας του να εγκρίνει την αναδίπλωση και ανασυγκρότηση των γερμανικών δυνάμεων στην Ουκρανία, δηλαδή την υποχώρηση πέραν του Μίους σε θέσεις των οποίων η υπεράσπιση είναι δυνατή. Ο Χίτλερ, όπως αναμενόταν, δυσαρεστείται: «Αν η κατάσταση στην Ουκρανία είναι απελπιστική, ποιος ευθύνεται για αυτό, εκτός από εσάς τους στρατηγούς; Τι άλλο κάνετε εκτός από το να αναδιπλώνεστε;» Τελικά, η υποχώρηση πέραν του Μίους εγκρίνεται με δυσφορία από τον Φύρερ. Στις 16 Φεβρουαρίου, όμως, ο Μάνστάιν επανέρχεται με κάτι που μοιάζει πολύ ελκυστικότερο: εκθέτει στον ηγέτη του ένα φιλόδοξο σχέδιο αντεπίθεσης. Βάσει του σχεδίου αυτού η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων και το 2ο Σώμα Τεθωρακισμένων των Ες Ες θα χτυπήσουν στον τομέα Κρασνογκράντ-Παβλογκράντ, ανοίγοντας τον δρόμο για το κύριο σώμα των δυνάμεων που θα κινηθεί προς το Χάρκοβο, με στόχο να εγκλωβίσει στην πορεία τρεις ρώσικες στρατιές! Η επιχείρηση ξεκινά στις 20 Φεβρουαρίου. Στις 15 Μαρτίου 1943 οι Γερμανοί κατακτούν για δεύτερη φορά το Χάρκοβο. Ο Χίτλερ έχει τη νίκη που επιθυμούσε για να ξεπλύνει το όνειδος του Σταλινγκράντ. Όμως, οι Σοβιετικοί έχουν κατορθώσει να υποχωρήσουν έγκαιρα: οι δυνάμεις τους που εξουδετερώθηκαν είναι σχετικά μικρές. Ο φον Μάνστάιν έχει καταγάγει μια μεγάλη νίκη τακτικής, αλλά μεσοπρόθεσμα ο Κόκκινος Στρατός έχει σαφώς το στρατηγικό πλεονέκτημα. Η γερμανική ηγεσία δεν δείχνει να το αντιλαμβάνεται. Θα το πληρώσει ακριβά!

Χίτλερ και Μάνστάιν στην Ουκρανία, Στρατηγείο της Ομάδας Στρατιών Νότου/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1995-041-23A

Χίτλερ και Μάνστάιν στην Ουκρανία, Στρατηγείο της Ομάδας Στρατιών Νότου/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1995-041-23A

β.   Η τιτανομαχία του Κουρσκ

Η κατά τα φαινόμενα αμφίρροπη κατάσταση επιτρέπει στον Χίτλερ και τη Βέρμαχτ να ελπίζουν ότι μπορούν ακόμη να αντιστρέψουν τη ροή του πολέμου προς όφελός τους. Αναζητώντας το καθοριστικής σημασίας χτύπημα και στηρίζοντας πολλές ελπίδες στα νέα όπλα που παρήγε η γερμανική πολεμική βιομηχανία, ιδίως δε τα νέα άρματα μάχης «Τίγρις» και «Πάνθηρ», ο Χίτλερ επιλέγει τον πιο προφανή στόχο: τον μεγάλο ρωσικό θύλακο του Κουρσκ, μεταξύ Αριόλ και Μπιέλγκοροντ. Η επιχείρηση «Ακρόπολη» στόχευε στη διπλή περικύκλωση από βορρά και νότο των μεγάλων δυνάμεων που είχε συγκεντρώσει στην ευρύτερη περιοχή ο Κόκκινος Στρατός. Οι Ρώσοι θα έχαναν μεγάλο αριθμό δυνάμεων και το ορμητήριο για την ανάκτηση εδαφών, ενώ οι επιθετικές δυνατότητες του Κόκκινου Στρατού θα μειώνονταν στο ελάχιστο. Το πρόβλημα συνίσταται στο ότι οι Ρώσοι έχουν οχυρώσει μεθοδικά και μαζικά την περιοχή και, κυρίως, στο ότι λογικά θα πρέπει να αναμένουν να δεχτούν επίθεση ακριβώς στον συγκεκριμένο τομέα έχοντας προετοιμαστεί κατάλληλα.

Ο Χίτλερ, όμως, ήταν ανένδοτος: η επιχείρηση θα αποδεικνυόταν οπωσδήποτε μεγάλη επιτυχία, αρκεί να άρχιζε εγκαίρως. Μόνον που σε τέτοιες περιπτώσεις ο διάβολος (ή, μάλλον, ο θεός) συνωμοτεί ώστε κάτι να πάει στραβά! Οι καιρικές συνθήκες και οι καθυστερήσεις ως προς τον εφοδιασμό σε όπλα και υλικό, πρωτίστως δε σε άρματα μάχης μετέθεσαν την έναρξη της επιχείρησης. Η Μάχη του Κουρσκ ξεκινούσε τελικά στις 5 Ιουλίου. Οι δυνάμεις του Μόντελ εφόρμησαν από βόρεια, εκείνες του Μάνστάιν από νότια, υποστηριζόμενες από τουλάχιστον 2.000 τεθωρακισμένα, τα περισσότερα στον νότιο τομέα των επιχειρήσεων υπό τον στρατηγό Χοτ. Με σημαντικές απώλειες οι Γερμανοί κατόρθωσαν να κερδίσουν κάποιο έδαφος από τους Ρώσους: 15 χιλιόμετρα στον βορρά και 45 στον νότο. Μεταξύ τους, τα δύο σώματα επίθεσης απείχαν ακόμη 150 χλμ. Κάπου εκεί εξαντλούνταν και οι δυνατότητες επίθεσης για τη Βέρμαχτ. Στις 12 Ιουλίου, ο Κόκκινος Στρατός ξεκινούσε τη δική του αντεπίθεση κι αποσπούσε γρήγορα από τη Βέρμαχτ το θύλακο του Αριόλ και το Μπιέλγκοροντ. Στις 16 Ιουλίου ο Χίτλερ, εντελώς απογοητευμένος, διέτασσε τη διακοπή της επιχείρησης.

Κουρσκ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 101III-Merz-014-12A

Κουρσκ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 101III-Merz-014-12A

Ο δρόμος ήταν πλέον ανοιχτός για τους Σοβιετικούς. Στις 23 Αυγούστου ανακτούσαν για δεύτερη φορά (οριστικά πλέον) την ουκρανική μεγαλούπολη του Χαρκόβου. Νοτιότερα, οι ρωσικές δυνάμεις απελευθέρωναν, τον Σεπτέμβριο, το Κουμπάν και το Ντονμπάς, ενώ στον κεντρικό τομέα του μετώπου το Σμολένσκ. Τον επόμενο μήνα έφταναν στον Δνείπερο, ανακτώντας το Ζαπαρόζιε και το Ντνιεπροπετρόφσκ. Στις 6 Νοεμβρίου απελευθέρωναν το Κίεβο και στις 12 το Ζιτόμιρ, το οποίο, όμως, επρόκειτο να ξαναχάσουν μια εβδομάδα αργότερα. Αυτή ήταν και η τελευταία σοβιετική απώλεια εδάφους στον πόλεμο.

Β.   1944: Η «ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ 10 ΝΙΚΩΝ»

Η επίσημη σοβιετική ιστοριογραφία κατέγραφε το 1944 ως το «έτος των 10 νικών». Έχοντας πια συντριπτική αριθμητική υπεροχή κι υπεροπλία, ο Κόκκινος Στρατός βαδίζει από νίκη σε νίκη. Στα τέλη Ιανουαρίου του 1944, οι Σοβιετικοί διαλύουν τα απομεινάρια του γερμανικού κλοιού γύρω από το Λενινγκράντ, δίνοντας οριστικό τέλος στη μακρά πολιορκία της πόλης. Θα ακολουθήσουν το Κορσούν, η Οδησσός και η Κριμαία, η εξουδετέρωση της Φινλανδίας, η απελευθέρωση της Λευκορωσίας και της δυτικής Ουκρανίας, η ανάκτηση της Μολδαβίας και των Βαλτικών Δημοκρατιών, η είσοδος σε Ουγγαρία και Τσεχοσλοβακία και, τέλος, η νίκη επί των Γερμανών στον Απώτατο Βορρά μεταξύ Φινλανδίας και Νορβηγίας.

α.   Η εκκαθάριση του θυλάκου Τσερκάσι-Κορσούν και η ολοκλήρωση της απελευθέρωσης της Ουκρανίας

Στις αρχές του 1944 οι Γερμανοί έχουν κατά βάση υποχωρήσει στη δυτική όχθη του Δνείπερου. Εξακολουθούν, όμως, να κατέχουν ένα μεγάλο θύλακο στην ανατολική όχθη του ποταμού, περίπου 100 χιλιόμετρα νοτίως του Κιέβου. Πρόκειται για το «φρούριο του Κάνιεφ», όπως το λένε οι ίδιοι (το Κάνιεφ είναι μια μάλλον μικρή πόλη με λιμάνι στον Δνείπερο). Για τους Σοβιετικούς είναι ο θύλακος «Κορσούν-Σεφτσενκόφσκι» (και για τη δυτική ιστοριογραφία αυτός του «Τσερκάσι-Κορσούν», ονομασία ανακριβής, μια και το Τσερκάσι βρισκόταν έξω από την περιοχή που ήλεγχαν οι Γερμανοί). Εντός του θυλάκου βρίσκονται 56.000 άνδρες: το 11ο και το 42ο Σώμα Στρατού, η Μεραρχία Ες Ες «Βίκινγκ» και η Ταξιαρχία των Ες Ες «Βαλλονία» με τους Βέλγους εθελοντές του ρεξιστή ηγέτη Λεόν Ντεγκρέλλ (ο οποίος μεταφέρθηκε αεροπορικώς εκτός του θυλάκου πριν την εκκαθάριση).

Φεβρουάριος 1944, γερμανικές μονάδες τεθωρακισμένων προχωρούν για να ενισχύσουν τον θύλακο του Κορσούν Bundesarchiv, Bild 101I 090 3913 24 Etzhold CC BY SA

Γερμανικές μονάδες τεθωρακισμένων προχωρούν για να ενισχύσουν τον θύλακο του Κορσούν/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I 090 3913 24 Etzhold CC BY SA

Ο φον Μάνστάιν αντιλαμβάνεται ότι οι Σοβιετικοί ετοιμάζονταν να προβούν στην εκκαθάριση του θυλάκου με τα δύο Μέτωπα Ουκρανίας των οποίων ηγούνται, αντιστοίχως, οι Ζούκοφ και Κόνιεφ. Προτείνει τον απεγκλωβισμό των γερμανικών δυνάμεων. Ο Χίτλερ, ως συνήθως, αργεί να εγκρίνει μια τέτοια κίνηση. Οι καιρικές συνθήκες καθυστερούν τη δύναμη του Μάνστάιν και, κυρίως, τα τεθωρακισμένα του στρατηγού Χοτ που έχουν αναλάβει το κύριο βάρος της επιχείρησης απεγκλωβισμού. Οι δυνάμεις που βρίσκονται μέσα στον θύλακο, υπό τον στρατηγό Στέμερμανν, θα πρέπει να διασπάσουν οι ίδιες τον κλοιό του Κόνιεφ για να συναντήσουν τα στρατεύματα των Χοτ και Μάνστάιν. Ο απεγκλωβισμός επιχειρείται τη νύχτα της 16ης-17ης Φεβρουαρίου υπό δραματικές συνθήκες: μέσα από φαράγγια, προχωρώντας σε δύο φάλαγγες και με εμπροσθοφυλακή αποτελούμενη από τα Ες Ες, οι Γερμανοί επιχειρούν να διασπάσουν τον σοβιετικό κλοιό υπό συνεχή βομβαρδισμό. Ο στρατηγός Στέμμερμανν πέφτει στο πεδίο της μάχης χτυπημένος από θραύσμα οβίδας. Κάποιοι ξεφεύγουν. Άλλοι όχι: εγκλωβίζονται από τα σοβιετικά τεθωρακισμένα και τρέπονται σε φυγή – αν πιστέψουμε την (ίσως ευφάνταστη) διήγηση του ταγματάρχη Μπορίς Κάμποφ (γνωστότερου με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Μπορίς Πολεβόι) στον Αλεξάντερ Βερτ, μονάδες ιππικού τους κυνηγούν και τους αποτελειώνουν με τα ξίφη τους.

Το παράδοξο του Κορσούν έγκειται στο ότι και οι δύο πλευρές θέλουν να πιστεύουν ότι έχουν νικήσει: οι Γερμανοί υποστηρίζουν ότι διασώθηκαν 30.000 από τους εγκλωβισμένους άνδρες τους, στοιχείο που αποδεικνύει τη «γερμανική υπεροχή σε επίπεδο τακτικής»! Οι Σοβιετικοί από τη μεριά τους ισχυρίζονται ότι ελάχιστοι Γερμανοί διασώθηκαν. Όποια κι αν είναι η αλήθεια για τη συγκεκριμένη επιχείρηση, ένα είναι το αδιαμφισβήτητο γεγονός για τους αντικειμενικούς παρατηρητές της σύρραξης: το στρατηγικό πλεονέκτημα ανήκει πάντα στους Σοβιετικούς.

Μετά την επικράτηση στο Κορσούν, οι Σοβιετικοί έχουν τα χέρια τους ελεύθερα για την εαρινή επίθεση στην Ουκρανία κι όχι μόνο. Μετά τα μέσα Μαρτίου τα στρατεύματα του Κόνιεφ περνούν τον Δνείστερο και φτάνουν στη Μολδαβία κι έπειτα, στις 2 Απριλίου σε ρουμανικό έδαφος. Στις 11 Απριλίου αρχίζει η επιχείρηση απελευθέρωσης της Κριμαίας που θα ολοκληρωθεί μέσα σε ένα περίπου μήνα: 500.000 άνδρες του Κόκκινου Στρατού βρίσκονται αντιμέτωποι με λιγότερους από 200.000 Γερμανούς και (κυρίως) Ρουμάνους. Η απόφαση του Χίτλερ να υπερασπισθεί την Κριμαία με κάθε κόστος ήταν εντελώς παράλογη. Η Σεβαστούπολη απελευθερώθηκε στις 9 Μαΐου, ύστερα από 4 μόλις ημέρες πολιορκίας! Οι Ρώσοι είχαν αντέξει την αντίστοιχη γερμανική πολιορκία το 1941-42 για 250!

β.   «Μπαγκρατιόν» – η σαρωτική επικράτηση στη Λευκορωσία

Ο στρατηγός Ροκοσσόφσκι στον κεντρικό τομέα του Μετώπου (1943)

Ο στρατηγός Ροκοσσόφσκι στον κεντρικό τομέα του Μετώπου (1943)

Όταν οι Αμερικανοί και Βρετανοί σύμμαχοι των Σοβιετικών αποφάσιζαν τελικά την πραγματοποίηση της απόβασης στη Νορμανδία και τη δημιουργία του πραγματικού «Δεύτερου Μετώπου» που θα έφερνε τον πόλεμο μέσα στην επικράτεια του ίδιου του Γ΄ Ράιχ, ο Στάλιν τους υποσχέθηκε να βοηθήσει ένα χτύπημα αντίστοιχης εμβέλειας στο Ανατολικό Μέτωπο. Την ευθύνη για την εκπόνηση του σχεδίου επίθεσης την ανέλαβε ο στρατηγός Ροκοσσόφσκι. Ο ιδιοφυής Ρωσοπολωνός προσήλθε στην κρίσιμη συνεδρίαση της ανώτατης στρατιωτικής διοίκησης με δύο εναλλακτικές προτάσεις. Σύμφωνα με το πρώτο σχέδιο, οι Σοβιετικοί θα χτυπούσαν ανάμεσα στις δύο γερμανικές ομάδες στρατιών (Κέντρου και Νότου), παίρνοντας τον συντομότερο δρόμο για την καρδιά του Γ΄ Ράιχ, μέσω της νότιας Πολωνίας. Το φιλόδοξο αυτό σχέδιο ενείχε υψηλότατο κίνδυνο εγκλωβισμού των σοβιετικών δυνάμεων κι απορρίφθηκε. Η Στάβκα επέλεξε τη δεύτερη πρόταση του Ροκοσσόφσκι: να επιτεθεί στην καρδιά της γερμανικής Ομάδας Στρατιών του Κέντρου, υπό τον στρατάρχη φον Μπους, στην κατεχόμενη Λευκορωσία. Απλωμένη σε μήκος 700 χιλιομέτρων, η σοβιετική δύναμη περιελάμβανε τέσσερα Μέτωπα του Κόκκινου Στρατού: Α΄ Λευκορωσίας (Ροκοσσόφσκι – το σώμα που θα έφερε και το κύριο βάρος της επίθεσης), Β΄ Λευκορωσίας (Ζάχαροφ), Γ΄ Λευκορωσίας (Τσερνιακόφσκι) και Α΄ Βαλτικής (Μπαγκραμιάν). Ο στρατάρχης Ζούκοφ ήταν υπεύθυνος για τα δύο πρώτα μέτωπα, ο στρατάρχης Βασιλιέφσκι για τα υπόλοιπα δύο. 166 μεραρχίες, 31.000 στοιχεία πυροβολικού, 5.000 άρματα μάχης και 6.000 πολεμικά αεροπλάνα. Ο Στάλιν δίνει στην επιχείρηση το όνομα του Γεωργιανού στρατηγού του τσαρικού στρατού που είχε διακριθεί στους πολέμους κατά του Ναπολέοντα κι είχε τραυματισθεί θανάσιμα στη Μάχη του Μποροντινό: «Μπαγκρατιόν».

Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Ημέρα έναρξης της επιχείρησης ορίζεται η 23η Ιουνίου. Τις πρώτες κιόλας μέρες μεγάλες δυνάμεις της Ομάδας Στρατιών Mitte περικυκλώνονται κοντά στο Βιτέμπσκ και το Μπομπρούισκ. Στις 3 Ιουλίου, οι Σοβιετικοί καταλαμβάνουν την πρωτεύουσα της Λευκορωσίας, το Μινσκ, αιχμαλωτίζοντας 100.000 Γερμανούς. Με την ανάκτηση στις 28 Ιουλίου του Μπρεστ-Λιτόφσκ ολοκληρώνεται και η απελευθέρωση της Λευκορωσίας.

Σοβιετικό άρμα μάχης στο Μινσκ κατά την Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Σοβιετικό άρμα μάχης στο Μινσκ κατά την Επιχείρηση Μπαγκρατιόν

Οι Γερμανοί βρίσκονται σε σύγχυση. Άλλωστε, στις 20 Ιουλίου, ομάδα συνωμοτών με εκτελεστή τον συνταγματάρχη κόμη φον Στάουφφενμπεργκ αποπειράται να δολοφονήσει τον Χίτλερ στο στρατηγείο του στο Ράστενμπουργκ της Ανατολικής Πρωσίας. Η απόπειρα αποτυγχάνει εξαιτίας μιας σειράς από συγκυρίες. Έχοντας σωθεί σχεδόν από θαύμα, ο Χίτλερ βρίσκεται σε παροξυσμό και προβαίνει σε εκτεταμένες εκκαθαρίσεις: δεκάδες αξιωματικοί και πολιτικοί εκτελούνται ως ενεχόμενοι στη συνωμοσία. Στο στράτευμα επικρατεί σιδηρά πειθαρχία που ξεπερνά κάθε λογική.

Στο μεταξύ, όμως, τα στρατεύματα του Ροκοσσόφσκι εισχωρούν στην Ανατολική Πολωνία διώχνοντας τους Γερμανούς από το Λούμπλιν. Την τελευταία ημέρα του Ιουλίου, οι εμπροσθοφυλακές φτάνουν στα περίχωρα της Βαρσοβίας. Κάπου εδώ αρχίζει ένα από τα πιο μεγάλα δράματα που παίχτηκαν μεταξύ κατ’ όνομα συμμάχων.

Το δράμα της Βαρσοβίας: Σε συνεννόηση με τη φιλοδυτική εξόριστη πολωνική κυβέρνηση του Λονδίνου, ο στρατηγός Ταντέους «Μπουρ» Κομορόφσκι, επικεφαλής των Πολωνών αντάρτικων δυνάμεων της Άρμια Κραγιόβα (Στρατού του Εσωτερικού) κηρύσσει γενική εξέγερση στην πολωνική πρωτεούσα. Οι ρωσικές δυνάμεις, αντί να συνεχίσουν την προέλασή τους, υποχωρούν. Ο Στάλιν αρνείται την παροχή διευκολύνσεων στη βρετανική κι αμερικανική αεροπορία. Οι Γερμανοί καταπνίγουν την εξέγερση με πρωτοφανή αγριότητα. Όταν οι τελευταίοι μαχητές της εξέγερσης παραδίδονται (2 Οκτωβρίου), η Βαρσοβία είναι πια ένας σωρός από ερείπια. Κάπου 200.000 πολωνικές ζωές έχουν χαθεί.

Εξέγερση της Βαρσοβίας

Ανήκει στους Σοβιετικούς η ευθύνη για την τραγωδία της Βαρσοβίας; Το ερώτημα δεν επιδέχεται μονοσήμαντες απαντήσεις. Οι δυνάμεις του Ροκοσσόφκι είχαν εξαντληθεί μετά από προέλαση τόσων χιλιομέτρων σε εχθρικό έδαφος. Οι γραμμές ανεφοδιασμού τους είχαν επιμηκυνθεί τόσο που δεν λειτουργούσαν πια αποτελεσματικά. Έχοντας συναντήσει σθεναρή αντίσταση από τους Γερμανούς, ο Κόκκινος Στρατός δεν μπορούσε να καταλάβει τη Βαρσοβία τον Αύγουστο. Και, βέβαια, ο Στάλιν δεν ήθελε σε καμιά περίπτωση να αναλάβει τον κίνδυνο τεράστιων απωλειών κι αποτυχίας των σχεδίων του για να βοηθήσει τους Πολωνούς.

  • Όλοι γνωρίζουμε για την απόβαση στη Νορμανδία, μάλλον λίγοι για την επιχείρηση Μπαγκρατιόν. Κι όμως, επρόκειτο για το πλέον συντριπτικό πλήγμα που δέχθηκε η Βέρμαχτ καθ’ όλη τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, πλήγμα από το οποίο δεν επρόκειτο να συνέλθει ποτέ! Στα μέσα Ιουλίου, ως απόδειξη της σοβιετικής ισχύος, δεκάδες χιλιάδες Γερμανοί αιχμάλωτοι «παρήλαυναν» αξιοθρήνητα στους δρόμους της Μόσχας. Παραδόξως, οι αντιδράσεις του κοινού που παρακολουθούσε ήταν ιδιαιτέρως συγκρατημένες. Κάποιες ηλικιωμένες άλλωστε, που ίσως και να είχαν χάσει γιους στον πόλεμο, μονολογούσαν: «κακόμοιρα παιδιά! Κι αυτούς κάποιοι άλλοι τους έστειλαν να πολεμήσουν και να σκοτωθούν!»

γ.   Εγκλήματα Πολέμου

Σεπτέμβριος 1943, ερείπια σπιτού/ πηγή: RIA Novosti

Σεπτέμβριος 1943, ερείπια σπιτού/ πηγή: RIA Novosti

Η στάση της Βέρμαχτ και των γερμανικών αρχών στα κατεχόμενα εδάφη: Η ανάκτηση εδαφών από τον Κόκκινο Στρατό, πρώτα στην Ουκρανία κι έπειτα στη Λευκορωσία, έφερνε στο φως και τα εγκλήματα πολέμου που είχαν διαπράξει οι γερμανικές δυνάμεις, εγκλήματα στα οποία δεν εμπλέκονταν μόνον οι ειδικές δυνάμεις των Ες Ες, αλλά το σύνολο της Βέρμαχτ. Μαζικές εκτελέσεις, πυρπολήσεις χωριών και πόλεων «σε αντίποινα για τη συνεργασία με τους παρτιζάνους», λιμός (μια και όλα σχεδόν τα τρόφιμα κατάσχονταν από τις δυνάμεις κατοχής) και, τέλος, ολοκληρωτική εξόντωση των πολυπληθών εβραϊκών πληθυσμών της Ουκρανίας, της Λευκορωσίας και της δυτικής Ρωσίας.

Η στάση των Γερμανών στις κατεχόμενες περιοχές χαρακτηριζόταν από παλινωδίες μεταξύ της ανάγκης τους να βρουν συμμάχους και να στρατολογήσουν άνδρες, εκμεταλλευόμενοι εθνοτικές ή πολιτικές διαφορές, αφενός, και της ανάγκης για τον ζωτικό χώρο μιας γερμανικής αυτοκρατορίας στην Ανατολή, της περιφρόνησης προς τους Σλάβους «υπανθρώπους» και του θανάσιμου μίσους προς το εβραϊκό στοιχείο.

Η Κριμαία αποτελούσε μια ξεχωριστή περίπτωση: όλος ο πληθυσμός της θα εκτοπιζόταν, ακόμη κι οι Τάταροι που είχαν συνεργαστεί με ζήλο με τους κατακτητές, προκειμένου η χερσόνησος να γίνει μια γερμανική Ριβιέρα. Για να θεμελιωθεί η διεκδίκηση, ο θεωρητικός τους ναζιστικού καθεστώτος Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ υποστήριζε ότι η Κριμαία ήταν περιοχή που ανήκε στο παρελθόν στους Γότθους: θα μετονομαζόταν σε Gotenland!

Γερμανοί στρατιώτες με νεαρές Ουκρανές

Γερμανοί στρατιώτες με νεαρές Ουκρανές

Στην Ουκρανία, όπου ειδικά στις δυτικές περιοχές ο πληθυσμός είχε υποδεχτεί τους Γερμανούς σχεδόν σαν απελευθερωτές, τα πράγματα ήταν ασαφή. Για ευνόητους λόγους οι ναζί υποδαύλιζαν την αντιπαλότητα Ουκρανών και Ρώσων. Συγκρότησαν σώμα ουκρανικής αστυνομίας στρατολογώντας τα μέλη της μεταξύ των οπαδών των διαφόρων εθνικιστικών οργανώσεων: όλοι αυτοί υπήρξαν χρήσιμοι για τις πιο «άχαρες» δουλειές. Δεσμοφύλακες σε στρατόπεδα αιχμαλώτων, πρόθυμοι συνεργοί στη Σοά. Από την άλλη πλευρά, δεν ήθελαν να δώσουν και πολύ αέρα στους Ουκρανούς εθνικιστές που τους θεωρούσαν πολιτικά και στρατιωτικά ανεξέλεγκτους κι επικίνδυνους: ο Στεπάν Μπαντέρα φυλακίστηκε για να απελευθερωθεί προς το τέλος του πολέμου, όταν όλα πήγαιναν στραβά για τους ναζί. Και ο επίτροπος του Ράιχ για την Ουκρανία, ο διαβόητος γκάουλάιτερ της Ανατολικής Πρωσίας Έριχ Κοχ, διοικούσε την Ουκρανία ως αποικία. Αυτό που είχε σημασία ήταν η προμήθεια πρώτων υλών, σιτηρών κι άλλων τροφίμων για τη Γερμανία και η καταναγκαστική εργασία εκατοντάδων χιλιάδων ανδρών και γυναικών που στέλνονταν να δουλέψουν στη γερμανική βιομηχανία.

Άνδρες των Ες Ες σε ουκρανική γιορτή

Άνδρες των Ες Ες σε ουκρανική γιορτή

Λησμονημένες εθνοκαθάρσεις – η περίπτωση της Βολυνίας

Ο εθνικισμός μπορεί να έχει πρωτεϊκό χαρακτήρα και να μεταβάλλεται αναλόγως των ιδιαιτεροτήτων κάθε περιοχής, κατά μείζονα λόγο όταν η εθνογένεση ενός λαού είναι ατελής. Ο ουκρανικός εθνικισμός δεν είναι μόνον αντιρωσικός. Είναι και αντισημιτικός («είπαμε να τους εκτοπίσουν, όχι όμως και να τους σκοτώσουν όλους, ακόμα και τις γυναίκες και τα παιδιά»). Στη Δυτική Ουκρανία, για ευνόητους ιστορικούς λόγους, ήταν ανέκαθεν πρωτίστως αντιπολωνικός.

Βορειοανατολικά της Γαλικίας, ανάμεσα στον Πριπέτ και τον Μπουγκ, απλώνεται η περιοχή της Βολυνίας, γνωστή κάποτε κι ως Λοδομερία. Χώρος αρχικά νομαδικών σκυθικών φύλων κατά την Αρχαιότητα κι έπειτα εγκατάστασης πρωτοσλαβικών πληθυσμών, η Βολυνία μοιράζεται μεταξύ Πολωνών και Λιθουανών ηγεμόνων στα χρόνια του Μεσαίωνα. Από τον 16ο αιώνα ανήκει στην Κοινοπολιτεία Πολωνίας-Λιθουανίας. Με τον Τρίτο Διαμελισμό της Πολωνίας (1795) περνά υπό ρωσική κυριαρχία. Το 1921 επιστρέφει στο νεοσύστατο πολωνικό κράτος, μετά τον Ρωσοπολωνικό Πόλεμο του 1920. Η Βοϊβοδία της Βολυνίας θα κρατήσει μέχρι το 1939 και τη γερμανική εισβολή. Βάσει του γερμανοσοβιετικού συμφώνου, η περιοχή θα καταληφθεί από την ΕΣΣΔ και θα ενταχθεί στη ΣΣΔ Ουκρανίας. Θα ακολουθήσει η Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα κι η ναζιστική κατοχή.

Ευρισκόμενη στα όρια των χώρων εξάπλωσης καθολικισμού κι ορθοδοξίας, η Βολυνία είχε μεικτή πληθυσμιακή σύνθεση. Οι Ουκρανοί (κάποτε Ρουθηνοί) αποτελούσαν την πλειονότητα, συμβίωναν όμως με Πολωνούς, Εβραίους και Γερμανούς.

Στα τέλη του 1942 το πλέον ακραίο τμήμα της Οργάνωσης Ουκρανών Εθνικιστών [Організація Українських Націоналістів (ΟΟΥΝ)], εκείνο του Στεπάν Μπαντέρα, πρωτοστάτησε στη συγκρότηση του Ουκρανικού Αντάρτικου Στρατού [Українська Повстанська Армія (ΟΥΠΑ)], καθιστώντας τον ουσιαστικά στρατιωτικό σκέλος της. Τα περισσότερα μέλη του ΟΥΠΑ, ο οποίος αριθμούσε αρχικά περί τους 20.000 άνδρες, προέρχονταν από την ουκρανική αστυνομία που είχαν οργανώσει οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Ήδη είχαν βοηθήσει τα μέγιστα τους Γερμανούς στην εξολόθρευση του εβραϊκού στοιχείου της Ουκρανίας.

Plaque_for_victims_of_Volhynia_massacres_at_Church_of_St._Bridget_in_Gdańsk

Μνημείο σε ναό του Γκντανσκ για τα θύματα της εθνοκάθαρσης στη Βολυνία/ πηγή: Βικιπαίδεια, χρήστης Starscream

Στις αρχές του 1943 και μετά τον σοβιετικό θρίαμβο στο Σταλινγκράντ, ΟΟΥΝ και ΟΥΠΑ αποφάσισαν να αναλάβουν δράση. Αφενός μεν οι συνθήκες ήταν πιο ευνοϊκές διότι οι Γερμανοί είχαν πια άλλες σκοτούρες κι η επιτήρησή τους είχε χαλαρώσει, αφετέρου δε οι Ουκρανοί εθνικιστές ήθελαν να προλάβουν τις σοβιετικές δυνάμεις δημιουργώντας τετελεσμένα. Έθεσαν σε εφαρμογή ένα από τα πιο τρομακτικά σχέδια εθνοκάθαρσης με στόχο τους κάποτε κυρίαρχους της περιοχής, τους Πολωνούς. Η εθνοκάθαρση αυτή, της οποίας ο παροξυσμός τοποθετείται χρονικά στο θέρος του 1943 (όταν Γερμανοί και Σοβιετικοί συγκρούονταν στο Κουρσκ), κατέληξε στη σφαγή 35 έως 80 χιλιάδων Πολωνών, μόνο στη Βολυνία (ο ακριβής αριθμός των θυμάτων είναι άγνωστος κι αποτελεί αντικείμενο έντονης διαμάχης μεταξύ των ιστορικών).

Η αγριότητα των σφαγών ήταν πρωτοφανής ακόμη και για τα δεδομένα της Ανατολικής Ευρώπης. Οι δυνάμεις του ΟΥΠΑ περικύκλωναν τα πολωνικά χωριά λίγο πριν την αυγή, σκότωναν όλους τους κατοίκους κι έπειτα πυρπολούσαν τα κτίρια.

Το ύφος των διαταγών της ΟΟΥΝ τρομάζει ακόμη και τους πιο κυνικούς: «Εξαφανίστε κάθε πολωνικό ίχνος. Γκρεμίστε τους τοίχους της καθολικής εκκλησίας και κάθε οικήματος που χρησιμοποιούσαν ως χώρο λατρείας οι Πολωνοί. Καταστρέψτε τους κήπους και κάψτε τα δέντρα στις αυλές. Να μην υπάρχει κανένα ίχνος που να μαρτυρά ότι εδώ κάποτε ζούσαν άνθρωποι. Να έχετε υπόψη ότι όσο εξακολουθεί να υπάρχει κάτι το πολωνικό, οι Πολωνοί θα έχουν πάντα αξιώσεις στη γη μας!»

Βολυνία, τα θύματα του ΟΥΠΑ

Βολυνία, τα θύματα του ΟΥΠΑ

Οι Γερμανοί που ήλεγχαν τη Βολυνία δεν έκαναν τίποτε για να σταματήσουν τη σφαγή. Για την ακρίβεια, λέγεται ότι εξόπλιζαν και τις δύο πλευρές ελπίζοντας στην αλληλοεξόντωσή τους. Οι σφαγές σταμάτησαν μόνο όταν ο Κόκκινος Στρατός ανακατέλαβε τα εδάφη της δυτικής Ουκρανίας.

Σοά

Ιβανγκόροντ, Ουκρανία, 1942: εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά του εβραϊκού πληθυσμού

Ιβανγκόροντ, Ουκρανία, 1942: εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά του εβραϊκού πληθυσμού

Ι. Διωγμοί στην Ουκρανία: Το Μπερντίτσεφ της Ουκρανίας, πατρίδα του Βασίλι Γκρόσσμαν, είχε πληθυσμό κατά πλειονότητα εβραϊκό. Όσοι δεν πρόλαβαν να ξεφύγουν από την προέλαση της Βέρμαχτ εξολοθρεύτηκαν, εκτός από ελάχιστους. Τα θύματα ήταν περισσότερα από 30.000 (ανάμεσά τους κι η μητέρα του συγγραφέα). Το πιο θλιβερό για τον Γκρόσσμαν ήταν η προθυμία του ουκρανικού πληθυσμού να συνεργαστεί με τους ναζί (εκτός των άλλων, οι Ουκρανοί αντιμετώπιζαν τους Εβραίους και ως αποδιοπομπαίους τράγους για τους λιμούς της δεκαετίας του 1930). Υπήρξαν ευτυχώς κι εξαιρέσεις…

«Με φώναζαν Μίτια Ασταπτσούκ, αλλά το όνομά μου είναι Χαΐμ Ρόιτμαν. Κατάγομαι από το Μπερντίτσεφ και τώρα πια είμαι δεκατριών ετών. Οι Γερμανοί σκότωσαν τον πατέρα και τη μητέρα μου. Είχα κι ένα μικρότερο αδελφό, τον Μπόρια. Ένας Γερμανός τον σκότωσε με το υποπολυβόλο του, τον σκότωσε μπροστά στα μάτια μου… Όλα έμοιαζαν τόσο αλλόκοτα, η γη έτρεμε.

Στεκόμουνα στην άκρη του χαντακιού και περίμενα… Να, τώρα θα πυροβολήσουν! Με πλησίασε ένας Γερμανός, ανοιγόκλεινε τα μάτια του. Στο έδαφος υπήρχε ένα θραύσμα γυαλιού που λαμπύριζε. Ο Γερμανός πλησίασε κι έσκυψε να το μαζέψει και τότε άρχισα να τρέχω σαν τρελός. Εκείνος άρχισε να με κυνηγά και να πυροβολεί, το κασκέτο μου έχει μια τρύπα από σφαίρα του. Έτρεχα, έτρεχα και στο τέλος σωριάστηκα στο έδαφος. Δεν θυμάμαι τι συνέβη μετά. Με περιμάζεψε ένας ηλικιωμένος, ο Γκεράσιμ Πρακόφιεβιτς Ασταπτσούκ. Μου είπε: “Τώρα πια είσαι ο Μίτια, ο γιος μου”. Είχε εφτά παιδιά δικά του κι εγώ έγινα το όγδοο.

Στο σπίτι ήρθαν Γερμανοί, ήταν μεθυσμένοι, άρχισαν να φωνάζουν, είχαν προσέξει ότι ήμουν πιο μαυριδερός. Ρωτούν τον Γκεράσιμ Πρακόφιεβιτς. “ποιανού παιδί είναι τούτος εδώ;”, “Δικό μου είναι!” τους απαντά. Αρχίζουν να τον βρίζουν, να τον λένε ψεύτη. Εκείνος, όμως, τους απαντά με ηρεμία: “Είναι γιος μου από την πρώτη μου γυναίκα που ήταν τσιγγάνα”.

Όταν ελευθερώθηκε το Μπερντίτσεφ πήγα στην πόλη. Ξαναβρήκα τον μεγάλο αδελφό μου, τον Γιάσα. Επέζησε κι εκείνος. Ο Γιάσα είναι μεγάλος, είναι δεκαέξι χρονών, πολεμά. Όταν έφευγαν οι Γερμανοί βρήκε το κάθαρμα που είχε σκοτώσει τη μάνα μας και τον τουφέκισε». [«Βασίλι Γκρόσσμαν – Ένας συγγραφέας στον Πόλεμο (κείμενα επιλεγμένα και σχολιασμένα από τον Άντονι Μπήβορ και τη Λιούμπα Βιναγκράνταβα)», Τέταρτο μέρος “Από τον Δνείπερο στον Βιστούλα, 1944”, κεφάλαιο 21 “Οι σφαγές στο Μπερντίτσεφ”]

ΙΙ. Τα στρατόπεδα του θανάτου: Καθώς ο Κόκκινος Στρατός προέλαυνε πια σε πολωνικό έδαφος, ακόμη πιο συγκλονιστική ήταν η ανακάλυψη των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, θανάτου και εξόντωσης, η ανακάλυψη του πιο φριχτού εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας που διαπράχθηκε στην Ιστορία. Πρώτα το Μαιντάνεκ, κοντά στο Λούμπλιν, η Τρεμπλίνκα, το Άουσβιτς.

Τρεμπλίνκα

Τρεμπλίνκα

«Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί τι είναι πιο τρομερό: να οδηγηθείς στον θάνατο μέσα σε φριχτά μαρτύρια, γνωρίζοντας ότι αυτός βρίσκεται εκεί δίπλα σου, ή αγνοώντας εντελώς το τέλος που πλησιάζει, κοιτάζοντας από το παράθυρο ενός βαγονιού της πρώτης θέσης, την ίδια ώρα που από τον σταθμό της Τρεμπλίνκα τηλεφωνούν ήδη στο στρατόπεδο για να αναγγείλουν την άφιξη του τραίνου και να ενημερώσουν για τον αριθμό των επιβατών του;

Με σκοπό προφανώς να ξεγελάσουν για μια τελευταία φορά εκείνους που έφθαναν από την Ευρώπη, είχαν διαμορφώσει το τέλος της σιδηροδρομικής γραμμής στο στρατόπεδο του θανάτου σαν σταθμό επιβατών. Στην άκρη της αποβάθρας… υπήρχε ένας σιδηροδρομικός σταθμός με εκδοτήρια εισιτηρίων, χώρο φύλαξης αποσκευών, κυλικείο. Παντού επιγραφές: “Προς Μπιαουύστοκ”, “Μπαρανοβίτσε”, “Βολκόβυσκ”. Κατά την άφιξη της αμαξοστοιχίας, μια ορχήστρα έπαιζε στον σταθμό κι οι μουσικοί της ήταν άψογα ντυμένοι. Ένας ελεγκτής με στολή της εταιρίας σιδηροδρόμων ζητούσε από τους επιβάτες τα εισιτήριά τους και τους οδηγούσε σε μια πλατεία…

Υπήρχε κάτι το δυσοίωνο και το τρομαχτικό στην πλατεία εκείνη. Ένα προσεχτικό βλέμμα αντιλαμβανόταν αμέσως ανησυχητικές λεπτομέρειες. Στο δάπεδο που είχε σκουπιστεί βιαστικά, μάλλον λίγα λεπτά μόνον πριν φτάσει η καινούρια φουρνιά, έβλεπες παρατημένα σκόρπια αντικείμενα: ένα δέμα με ρούχα, μια μισάνοιχτη μικρή αποσκευή, κάποια κατσαρολικά. Πώς είχαν βρεθεί εκεί; Και για ποιο λόγο η σιδηροδρομική γραμμή σταματά αμέσως μετά την αποβάθρα του σταθμού, εκεί που φυτρώνει ένα κιτρινωπό χορτάρι κι υψώνονται συρματοπλέγματα ύψους τριών μέτρων; Πού είναι λοιπόν οι γραμμές για το Μπιαουύστοκ, για το Σέντλτσε, τη Βαρσοβία και το Βολκόβυσκ;» [Βασίλι Γκρόσσμαν «Η Κόλαση της Τρεμπλίνκα», 1944]

Β. Γκρόσσμαν

Β. Γκρόσσμαν

Νεότερα από το Ανατολικό Μέτωπο – μέρος 3 (1942: Η Χρονιά της Κρίσης – Η Χρονιά του Σταλινγκράντ)

Ιουλίου 24, 2015
Γερμανοί εφορμούν μέσα στα ερείπια του Σταλινγκράντ

Γερμανοί εφορμούν μέσα στα ερείπια του Σταλινγκράντ

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

1942: Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ – Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ

Α.   ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΗ FALL BLAU

α.   Τα σχέδια της Στάφκα αποτυγχάνουν

Ο Στάλιν είχε φιλόδοξα σχέδια για την εαρινή σοβιετική αντεπίθεση. Όλα κατέληξαν σε παταγώδη αποτυχία.

Με ορμητήριο το προγεφύρωμα του Κερτς, ο Κόκκινος Στρατός επιχείρησε να ανακαταλάβει την Κριμαία τον Μάιο του 1942. Πλημμελώς σχεδιασμένη, με σοβαρές ελλείψεις σε εμπειροπόλεμους άνδρες κι οπλισμό, η επιχείρηση κατέληξε σχετικά γρήγορα σε συντριβή των Σοβιετικών. Ο φον Μάνστάιν τους πέταξε κυριολεκτικά στη θάλασσα.

Η αποτυχία αυτή καταδίκαζε ουσιαστικά και την πολιορκούμενη από τον Οκτώβριο Σεβαστούπολη. Aπό τις 2 Ιουνίου η γερμανική αεροπορία άρχισε να βομβαρδίζει μαζικά το μεγάλο λιμάνι της Κριμαίας. Οι πολιορκητές είχαν φέρει κι ένα γιγάντιο κανόνι πολιορκίας στο οποίο είχαν δώσει το προσωνύμιο «Ντόρα», το μεγαλύτερο της πολεμικής Ιστορίας, για να πλήξουν τις οχυρώσεις της Σεβαστούπολης. Στις 7 Ιουνίου, οι δυνάμεις του φον Μάνστάιν και οι Ρουμάνοι σύμμαχοί τους ξεκινούσαν την τελική επίθεσή τους. Ακολούθησαν τρεις εβδομάδες σκληρών μαχών, στο τέλος μέσα στους δρόμους της πόλης. Στις 3 Ιουλίου οι Γερμανοί καταλάμβαναν μια Σεβαστούπολη στην οποία δεν υπήρχαν παρά μόνον ερείπια και πτώματα των υπερασπιστών της.

Αλικσάντρ Ντεϊνέκα «Η Άμυνα της Σεβαστούπολής», 1942

Αλικσάντρ Ντεϊνέκα «Η Άμυνα της Σεβαστούπολής», 1942

Τον Μάιο, επίσης, ξεκινούσε μια τεράστια επίθεση με στόχο την ανάκτηση του Χαρκόβου υπό τον στρατάρχη Τιμοσένκο, με ορμητήριο τον, σχετικά μικρό σε έκταση, θύλακο του Μπαρβένκοβο (που κάποιοι ονόμαζαν και θύλακο του Ιζιούμ). Οι Σοβιετικοί δεν μπορούσαν ίσως να το γνωρίζουν, αλλά οι Γερμανοί ήταν πανέτοιμοι μια και ετοίμαζαν για το καλοκαίρι μαζική επίθεση που αφορούσε και τον συγκεκριμένο τομέα. Όταν αυτό έγινε φανερό, οι πιο φρόνιμοι συμβούλεψαν την υποχώρηση, αλλά ο Στάλιν ήταν ανένδοτος. Το αποτέλεσμα ήταν οι σοβιετικές δυνάμεις να περικυκλωθούν και να αιχμαλωτιστούν τρεις ολόκληρες στρατιές.

Σοβιετικοί αιχμάλωτοι μετά την αποτυχημένη προσπάθεια ανάκτησης του Χαρκόβου.

Σοβιετικοί αιχμάλωτοι μετά την αποτυχημένη προσπάθεια ανάκτησης του Χαρκόβου.

β.   Fall Blau

Στις 19 Ιουνίου 1942 ένα γερμανικό αναγνωριστικό αεροσκάφος καταρρίπτεται ενώ πετά πάνω από τις σοβιετικές γραμμές. Επιβάτης του είναι ο ταγματάρχης Ράιχελ, επιτελάρχης της 23ης Μεραρχίας Τεθωρακισμένων. Οι Σοβιετικοί βρίσκουν πάνω του χάρτες και σημειώσεις όπου, κατά παράβαση όλων των διαταγών περί άκρας μυστικότητας, σκιαγραφούνται τα βασικά σημεία του σχεδίου της μεγάλης γερμανικής επίθεσης με στόχο το νότο. Τα έγγραφα μεταφράζονται και διαβιβάζονται άμεσα στη Στάφκα. Ο Στάλιν, όμως, αρνείται αυτό το θείο δώρο. Είναι πεπεισμένος ότι η κύρια γερμανική επίθεση θα στοχεύει στη Μόσχα. Τα έγγραφα πρέπει να είναι απλώς προσπάθεια των Γερμανών να παραπλανήσουν τους αντιπάλους τους, Κι άλλωστε, μέσα στους στόχους αναφέρεται και το Βορονέζ. Το Βορονέζ έχει στρατηγική σημασία για την κατάληψη της Μόσχας!

Με την υπ’ αριθ. 41 οδηγία του, ο Χίτλερ καθόριζε τους κύριους στόχους της θερινής εκστρατείας του 1942: το βάρος της προσπάθειας θα έπεφτε στο νότιο μέτωπο. Τα στρατεύματα θα προέλαυναν προς τον Ντον με στόχο να περικυκλώσουν τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό σοβιετικών δυνάμεων και εν συνεχεία θα κινούνταν αφενός μεν προς τον Βόλγα, αφετέρου δε προς τον Καύκασο και τις πετρελαιοπηγές του Μαϊκόπ, του Γκρόζνι και του Μπακού, πραγματική εμμονή του Φύρερ.

Fall Blau 1942/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Gdr.

Fall Blau 1942/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Gdr.

Η επιχείρηση «Γαλάζιο» ξεκίνησε τον Ιούλιο. Εξαιρουμένου του βόρειου τομέα της επίθεσης, όπου οι Γερμανοί σκόνταψαν στο Βορονέζ (η καθυστέρηση ως προς την κατάληψη της πόλης στοίχισε στον στρατάρχη φον Μποκ την αρχηγία της Ομάδας Στρατιών Νότου), σε όλα τα άλα σημεία η Βέρμαχτ προχωρούσε ακάθεκτη. Στις 19 Ιουλίου έπαιρνε το Βοροσίλοφγκραντ/ Λουχάνσκ στα σύνορα Ουκρανίας-Ρωσίας και στις 28 ανακαταλάμβανε το Ροστόφ αιφνιδιάζοντας τους Σοβιετικούς, μια και οι Γερμανοί επιτέθηκαν στην πόλη από τα βορειοανατολικά! Η απώλεια του Ροστόφ ήταν πραγματικό σοκ για τους Ρώσους. Οι Γερμανοί βάδιζαν ανενόχλητοι προς το Κουμπάν, τον Καύκασο και τον Βόλγα. Οι σοβιετικές δυνάμεις υποχωρούσαν παντού. Το μόνο αισιόδοξο στοιχείο για τη Στάφκα ήταν ότι τουλάχιστον οι δυνάμεις της απέφευγαν τις γερμανικές προσπάθειες περικύκλωσης και δεν αιχμαλωτίζονταν, όπως την πρώτη χρονιά του πολέμου.

Ιούνιος 1942, o Χίτλερ στην Πολτάβα, στρατηγείο της Ομάδας Στρατιών Νότου με τους φον Μποκ και Πάουλους/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-B24543.

Ιούνιος 1942, o Χίτλερ στην Πολτάβα, στρατηγείο της Ομάδας Στρατιών Νότου με τους φον Μποκ και Πάουλους/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-B24543.

γ.   Η σοβιετική αντίδραση: αναδιοργάνωση του στρατεύματος και εκστρατείες προπαγάνδας

1.   Ούτε βήμα πίσω! Χρειαζόταν, όμως, μια αντίδραση. Κι αυτή δεν άργησε να έρθει. Το στράτευμα έπρεπε να αναδιοργανωθεί με βάση τη σιδηρά πειθαρχία. Στις 28 Ιουλίου, ο Στάλιν υπογράφει την υπ’ αριθ. 227 διαταγή, γνωστότερη με το όνομα «Ούτε βήμα πίσω! (Ни шагу назад!)». Υποχώρηση χωρίς διαταγή ανωτέρου επισύρει στρατοδικείο με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Συγκροτούνται ειδικές ομάδες (заградотряд, заградительный отряд) που παρατάσσονται πίσω από την πρώτη γραμμή προκειμένου να μην επιτρέπουν σε κανένα να υποχωρεί. Δημιουργούνται ειδικά πειθαρχικά τάγματα (штрафбат, штрафной батальон), στα οποία μετατάσσονται όσοι κρίθηκαν ένοχοι δειλίας: σε αυτά ανατίθενται αποστολές αυτοκτονίας, έτσι ώστε τα μέλη να εξιλεωθούν για τις αμαρτίες τους προσφέροντας το αίμα τους! Οι άνδρες των ειδικών μονάδων του Εν Κα Βε Ντε οφείλουν να εντείνουν τις προσπάθειές τους για τη διερεύνηση «ασυνήθιστων περιστατικών» (αυτοτραυματισμών/ λιποταξιών/ συνεργασίας με τον εχθρό).

Ούτε βήμα πίσω!

Ούτε βήμα πίσω!

2.   Μια νέα ιδεολογική και επικοινωνιακή διαχείριση: Παράλληλα αρχίζει να προβάλλεται ως πρότυπο αυτό του επαγγελματία αξιωματικού που είναι εξοικειωμένος με τις σύγχρονες τεχνικές πολέμου κι αποδεικνύει τις ικανότητές του στο πεδίο της μάχης. Ο καιρός του βετεράνου της Επανάστασης και του Εμφυλίου Πολέμου ή του πιστού στο Κόμμα, έχει πια περάσει. Δημιουργούνται τάγματα των οποίων τα παράσημα απονέμονταν στους αξιωματικούς. Όλως τυχαίως φέρουν τα ονόματα των ένδοξων στρατηγών της τσαρικής περιόδου, του Σουβόροφ και του Κουτούζοφ. Επανέρχονται οι επωμίδες και τα χρυσά γαλόνια. Οι άξιοι έπρεπε να ξεχωρίζουν. Πολιτρούκ και κομμισσάριοι περνούν σε δεύτερο πλάνο. Δεν θα αργούσε η ώρα της κατάργησης του θεσμού της διπλής διοίκησης.

Σε επίπεδο προπαγάνδας η προσπάθεια ήταν αντίστοιχης έντασης. Άρθρα, ποιήματα, θεατρικά έργα, όλα έπρεπε να τεθούν στην υπηρεσία της: να εμφυσήσουν «ιερό» μίσος για τον εισβολέα και να προωθήσουν τις νέες αξίες που θα διέκριναν τον Κόκκινο Στρατό και τα στελέχη του.

«Όλα μπορεί να τα αντέξει κάποιος: την πανούκλα, την πείνα, τον θάνατο. Δεν μπορεί, όμως, να αντέξει τους Γερμανούς. Δεν μπορεί να αντέξει να βλέπει μισθοφόρους με μάτια σαν του ψαριού να φτύνουν την περιφρόνησή τους κατάμουτρα σε κάθε Ρώσο… Δεν πρέπει να στηρίζουμε τις ελπίδες μας στους ποταμούς και στα βουνά. Μπορούμε να λογαριάζουμε μόνο στις δικές μας δυνάμεις. Τους Γερμανούς δεν θα τους σταματήσουν οι Θερμοπύλες ούτε η θάλασσα της Κρήτης. Οι άνθρωποι μπόρεσαν να τους σταματήσουν, κι όχι στα βουνά, αλλά στα περίχωρα της Μόσχας. Θα τους σκοτώσουμε όλους. Μα πρέπει να βιαστούμε, ειδάλλως αυτοί θα μολύνουν τη Ρωσία ολόκληρη και θα βασανίσουν μέχρι θανάτου εκατομμύρια Ρώσους!» [Ιλιά Ερενμπούργκ, άρθρο στον Ερυθρό Αστέρα, 13 Αυγούστου 1942]

Χαρακτηριστικό της νέας νοοτροπίας ήταν το θεατρικό έργο του Αλεξάντρ Γιεφντοκίμοβιτς Κορνεϊτσούκ «Το Μέτωπο». Ο συγγραφέας εκμυστηρεύθηκε κάποτε ότι την κεντρική ιδέα του έργου την είχε δώσει ο ίδιος ο Στάλιν. Οι βασικοί πρωταγωνιστές είναι ο στρατηγός Γκορλόφ, διοικητής Μετώπου, παλιοσειρά που επαναπαύεται στις δάφνες του παρελθόντος, και ο νεότερος υποστράτηγος Αγκνιόφ που ενσαρκώνει τις αρετές του σύγχρονου αξιωματικού.

«Γκορλόφ: – Πόσα γερμανικά τεθωρακισμένα υπάρχουν στον σιδηροδρομικό σταθμό του Καλακόλ;
Ουντιβίτελνι (επικεφαλής του επιτελικού γραφείου πληροφοριών): – 50, σύντροφε διοικητά!
Γκ. – Όχι περισσότερα;
Ουντ. – Μπορεί και να έφεραν κι άλλα τις τελευταίες μέρες, αλλά δεν το νομίζω.
Γκ. – Μα, ο Αγκνιόφ λέει πως έχουνε 300.
Ουντ. – Πώς είναι δυνατόν; Δεν νομίζω να έχουν περισσότερα από 500 σε ολόκληρο το Μέτωπο.
Γκ. – Βλέπετε;
Αγκνιόφ: – Τότε γιατί κουβάλησαν τόσα καύσιμα εκεί;
Ουντ. – Δεν ξέρω γιατί. Υποθέτω ότι ετοιμάζουν νέα επίθεση. Οπότε συγκεντρώνουν αποθέματα.
Αγκν. – Ποιος είναι διοικητής των Γερμανών;
Ουντ. – Δεν ξέρω ακριβώς. Πριν είχαν για διοικητή… δεν θυμάμαι ποιον… Δύσκολο όνομα, αντιστράτηγος φον κάτι. Τον αντικατέστησαν. Δεν γνωρίζω ποιος είναι ο τωρινός φον.
Αγκν. – Ποια είναι η δύναμη πυρός τους;
Ουντ. – Έ, λοιπόν… οι τέσσερις συνήθεις μεραρχίες, ενισχυμένες κατά το 70 %… έ, δεν μπορώ να σας πω ακριβώς.
Αγκν. – Έχουν και μονάδες χιονοδρόμων;
Ουντ. – Δεν το νομίζω. Μπορεί κάποιες ομάδες. Μα, είναι γνωστό ότι οι Γερμανοί δεν είχαν προετοιμαστεί για τον χειμώνα.
Αγκν. – Θεέ μου! Τι να κάνω εγώ με αυτά που εσείς νομίζετε; Αυτό που θέλω να γνωρίζω είναι τι έχουν οι Γερμανοί στην πραγματικότητα. Απαντήστε μου! Το γνωρίζετε ή όχι;
(διοικητής ιππικού): – Βολόντια, σας ικετεύω!
Γκ. – Γιατί φωνάζετε έτσι; Δεν είμαστε στη λαχαναγορά!
Αγκν. – Τότε ρωτήστε τον γιατί λέει ψέμματα σαν να είναι έμπορος χαλιών σε πανηγύρι. Τι εννοεί με τα μπορεί, τα νομίζω, δεν νομίζω, τα πιθανόν; Πώς μπορείτε να δίνετε διαταγές αν το γραφείο πληροφοριών σάς παρέχει τέτοια στοιχεία; Τι αριθμούς έχετε στη διάθεσή σας; Με τη χιονοθύελλα που μαίνεται εδώ και πέντε μέρες, τι πληροφορίες μπορούσαν να σας δώσουν τα αναγνωριστικά αεροσκάφη; Τι άλλο γνωρίζετε; Τίποτε! Και μέσα σε πέντε μέρες, οι Γερμανοί μπορεί να έχουν ετοιμάσει οτιδήποτε!» [αποσπάσματα από το βιβλίο τουWerth, όπ. π., τ. 1]

12 Ιουλίου 1942: ο υπολοχαγός και πολιτρούκ Α. Γκ. Γεριόμενκο οδηγεί τους άνδρες του στη μάχη, κοντά στο Βοροσίλοφγκραντ/ πηγή: RIA Novosti.

12 Ιουλίου 1942: ο υπολοχαγός και πολιτρούκ Α. Γκ. Γεριόμενκο οδηγεί τους άνδρες του στη μάχη, κοντά στο Βοροσίλοφγκραντ/ πηγή: RIA Novosti.

Β.   ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΚΑΙ Η ΕΠΟΠΟΙΙΑ ΤΟΥ ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ

Βάσει του αρχικού σχεδιασμού της γερμανικής θερινής επίθεσης, το Σταλινγκράντ δεν ήταν απαραίτητο να καταληφθεί. Αρκούσε να πληγεί με βομβαρδισμούς ώστε να πάψει να είναι κέντρο μεταφορών και ανεφοδιασμού των σοβιετικών δυνάμεων. Τα πράγματα άλλαξαν στην πορεία. Το Σταλινγκράντ, κάποτε Τσαρίτσιν, χρωστούσε τη φήμη και το όνομά του στο ότι κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο ο Στάλιν είχε πετύχει μια νίκη, που έλεγαν πως ήταν σημαντική, κατά των τσαρικών. Επρόκειτο για μια μεγαλούπολη με περισσότερους από 500 χιλ. κατοίκους, η οποία απλωνόταν για πάνω από 45 χλμ. κατά μήκος του Βόλγα. Μετά τα βόρεια προάστιά του, υπήρχαν οι κηπουπόλεις όπου εναλλάσσονταν οι μεγαλύτερες βιομηχανίες της πόλης και μεγάλες εκτάσεις πρασίνου κι εργατικών κατοικιών. Ο Τύμβος Μαμάγιεφ, όπου είχε ταφεί κάποιος Τάταρος πολέμαρχος του 14ου αι. ήταν το σύνορο μεταξύ της βιομηχανικής ζώνης και του ιστορικού κέντρου της πόλης, με τις διοικητικές υπηρεσίες, τα εμπορικά καταστήματα, τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό και τις συνοικίες κατοικιών στα νότια.

Σταλινγκράντ

Σταλινγκράντ

α.   Η Μάχη του Σταλινγκράντ – η 6η Στρατιά πολιορκεί την πόλη: Στις αρχές Αυγούστου του 1942, η 6η Στρατιά του Πάουλους επικουρούμενη από τα τεθωρακισμένα του Χοτ βαδίζει προς το Σταλινγκράντ περνώντας από το Κοτελνίκοβο και το Αμπγκανέροβο. Μετά τα μέσα Αυγούστου οι μάχες μαίνονται μεταξύ του Ντον και του Βόλγα, στον οποίο φθάνουν οι Γερμανοί στις 23 Αυγούστου, βορείως του Σταλινγκράντ. Την ίδια ημέρα, τα βομβαρδιστικά του πτέραρχου φον Ριχτχόφεν προβαίνουν σε έναν από τους φοβερότερους βομβαρδισμούς της Ιστορίας: πάνω από 40 χιλ. κάτοικοι του Σταλινγκράντ χάνουν τη ζωή της, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της πόλης έχει μεταβληθεί σε ερείπια. Οι σοβιετικές δυνάμεις υποχωρούν και οχυρώνονται εντός της πόλης. Τις πρώτες ημέρες του Σεπτέμβρη, οι Γερμανοί αποκτούν τον έλεγχο των βορείων προαστίων του Σταλινγκράντ (Ρίνοκ και Σπαρτακόφκα), ταυτόχρονα όμως φτάνουν στον Βόλγα και από τα νότια, απομονώνοντας ουσιαστικά τη σοβιετική 62η Στρατιά.

Γερμανοί στρατιώτες προχωρούν στη στέπα του Ντον προς το Σταλινγκράντ/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-217-0465-32A

Γερμανοί στρατιώτες προχωρούν στη στέπα του Ντον προς το Σταλινγκράντ/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-217-0465-32A

Τσουικόφ: Στις 12 Σεπτεμβρίου, ορίζεται διοικητής της 62ης Στρατιάς ο στρατηγός Βασίλι Ιβάνοβιτς Τσουικόφ. Μέχρι τις αρχές του 1942, υπηρετούσε ως στρατιωτικός σύμβουλος του Τσανγκ Κάι Σεκ, στην Κίνα. Αν η Μάχη του Σταλινγκράντ μπορούσε να νοηθεί ως μονομαχία μεταξύ των δύο επικεφαλής θα ήταν δύσκολο να βρει κανείς πιο διαφορετικές προσωπικότητες. Ο Τσουικόφ έχει πρόσωπο Ρώσου χωρικού, κοντόχοντρη κοψιά, γελά φωναχτά δείχνοντας τα χρυσά του δόντια. Ο Πάουλους, παρά την μικροαστική καταγωγή του (ο πατέρας του ήταν λογιστής που σταδιοδρόμησε στο Δημόσιο για να γίνει προϊστάμενος του γενικού λογιστηρίου της Έσσης), είναι ψηλός, αριστοκρατικός στην όψη και τους τρόπους (δεν αγγίζει τίποτε δίχως να φορά γάντια). Έχει τη φήμη επιτελικού αξιωματικού (ο σχεδιασμός της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσσα ήταν κυρίως δικό του έργο). Στην πορεία, και στους δύο ηγέτες θα εμφανιστούν τα σημάδια του άγχους και της αγωνίας: χρόνια δυσεντερία και έντονο τικ στο δεξί μάτι για τον Πάουλους, εκζέματα για τον Τσουικόφ.

Ο Τσουικόφ στο στρατηγείο της 62ης Στρατιάς με τους Κριλόφ, Γκούροφ και Ροντίμτσεφ, Δεκέμβριος 1942

Ο Τσουικόφ στο στρατηγείο της 62ης Στρατιάς με τους Κριλόφ, Γκούροφ και Ροντίμτσεφ, Δεκέμβριος 1942

Φρήντριχ Πάουλους/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-B24575ADN-ZB/Archiv General der Panzertruppen Friedrich Paulus, Oberbefehlshaber der faschistischen deutschen 6. Armee, die Ende Januar 1943 bei Stalingrad vernichtet wurde. Aufgenommen im Juni 1942 in Charkow

Φρήντριχ Πάουλους/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-B24575ADN-ZB/ Ιούνιος 1942

Οικία Πάβλοφ

Οικία Πάβλοφ

Πόλεμος αρουραίων: Η ιδέα του Τσουικόφ είναι να μειώσει στο ελάχιστο τις αποστάσεις ανάμεσα στις δυνάμεις του και τον εχθρό. Με τον τρόπο αυτό, η γερμανική αεροπορία δεν μπορεί να βομβαρδίζει εχθρικές θέσεις χωρίς να πλήξει τις δικές της. Επιπλέον, οι Γερμανοί αδυνατούν να χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά τα τεθωρακισμένα τους, τα οποία δεν μπορούν να κινηθούν μέσα στα χαλάσματα της πόλης. Οι μάχες στο Σταλινγκράντ έχουν τον χαρακτήρα οδομαχιών: οι εμπόλεμοι παλεύουν από σπίτι σε σπίτι κι από όροφο σε όροφο. Συχνά, στο ίδιο κτίριο υπάρχουν άνδρες και των δύο εμπολέμων. Οι άντρες πολεμούν πρώτα με χειροβομβίδες και φλογοβόλα κι έπειτα σώμα με σώμα, με ξιφολόγχες και μαχαίρια! Για τον έλεγχο ενός κτηρίου οι δύο πλευρές μπορεί να μάχονταν και για εβδομάδες: Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της θρυλικής «Οικίας Πάβλοφ», τετραώροφου οικήματος που ανέκτησαν οι Ρώσοι το βράδυ της 27ης Σεπτεμβρίου: ο αρχιλοχίας Γιάκοφ Πάβλοφ και οι άνδρες του αντιστάθηκαν στις γερμανικές επιθέσεις μέχρι τέλους της Μάχης. Οι Γερμανοί μιλούσαν για «πόλεμο αρουραίων» (Rattenkrieg), ενώ οι Ρώσοι δεν τους άφηναν να πάρουν ανάσες πυκνώνοντας τις νυχτερινές επιθέσεις και βομβαρδισμούς. Επιπλέον, χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο ελεύθερους σκοπευτές όπως τον Βασίλι Ζάιτσεφ και τον Ανατόλι Τσέχοφ, για να πλήξουν και να τρομοκρατήσουν τον εχθρό.

Β. Ζάιτσεφ, Δεκέμβριος 1942

Β. Ζάιτσεφ, Δεκέμβριος 1942

Κάποιοι Γερμανοί, βεβαίως, δεν χάνουν το χιούμορ τους, ειδικά όταν μπλέκονται οι «γραμμές» των ασυρμάτων:

«Έι, Ρωσάκι, τι λές; Να ανταλλάξουμε έναν Ουζμπέκο μ’ έναν Ρουμάνο;»

«Ρωσάκι, πρέπει να βγω έξω, να φέρω νερό για τη διμοιρία μου. Άμα θες οπωσδήποτε να με πυροβολήσεις μη μου ρίξεις στο κεφάλι, ρίξε μου στα πόδια. Έχω μικρά παιδιά και μια γρια μάνα πίσω στην πατρίδα!»

[Από διήγηση του συνταγματάρχη Μπατιούκ στον Βασίλι Γκρόσσμαν: «Βασίλι Γκρόσσμαν – Ένας συγγραφέας στον Πόλεμο (κείμενα επιλεγμένα και σχολιασμένα από τον Άντονι Μπήβορ και τη Λιούμπα Βιναγκράνταβα)», Δεύτερο μέρος “Η Χρονιά του Σταλινγκράντ, 1942”, κεφάλαιο 15, “Η Ακαδημία του Σταλινγκράντ”]

Η 62η Στρατιά δέχεται ενισχύσεις, πυρομαχικά κι εφόδια μέσω του Βόλγα. Ταυτόχρονα, υποστηρίζεται από το βαρύ πυροβολικό που είναι εγκατεστημένο, κατόπιν διαταγής του Τσουικόφ, σε σχετική ασφάλεια, στην ανατολική όχθη του Βόλγα, ενώ οι παρατηρητές του παραμένουν εντός της πόλης, ενημερώνοντας όταν αντιλαμβάνονται συγκεντρώσεις γερμανικών στρατευμάτων.

Σταλινγκράντ, Γερμανός στρατιώτης

Σταλινγκράντ, Γερμανός στρατιώτης

«Το Σταλινγκράντ δεν είναι πια πόλη: τη μέρα είναι ένα πελώριο σύννεφο καπνού που σε τυφλώνει, ένας τεράστιος φούρνος που τον φωτίζει η αντανάκλαση από τις φλόγες. Όταν πέφτει η νύχτα, μια νύχτα που καίει και ουρλιάζει, μια νύχτα φριχτή, τα σκυλιά πέφτουν στον Βόλγα και κολυμπούν προς την απέναντι όχθη. Οι νύχτες του Σταλινγκράντ τα στοιχειώνουν. Τα ζώα πασχίζουν να ξεφύγουν από αυτήν την κόλαση. Μόνον οι άνθρωποι μπορούν να την αντέξουν!» [ανώνυμος αξιωματικός της γερμανικής 24ης Μεραρχίας Τεθωρακισμένων]

Η πρώτη μεγάλη γερμανική επίθεση εξαπολύται στις 13 Σεπτέμβρη με στόχο τον Τύμβο Μαμάγιεφ πολύ κοντά στο στρατηγείο του Τσουικόφ. Οι δυνάμεις του ενισχύονται από τη φημισμένη Μεραρχία του Ροντίμτσεφ που περνά τον Βόλγα (στα τέλη του ιδίου μήνα, θα αολουθήσει η ενίσχυση από τη Μεραρχία του συνταγματάρχη Μπατιούκ, αποτελούμενη κυρίως από άνδρες από τη Σιβηρία). Μέσα σε πέντε μέρες (15-19 Σεπτεμβρίου) ο κεντρικός σιδηροδρομικός σταθμός αλλάζει χέρια 15 φορές, με τελευταίους κατόχους τους Γερμανούς.

Μαχόμενος για τον έλεγχο του εργοστασίου "Οδοφράγματα"/ πηγή: Bundesarchiv Bild 116-168-618

Μαχόμενος για τον έλεγχο του εργοστασίου «Οδοφράγματα»/ πηγή: Bundesarchiv Bild 116-168-618

Την 1η Οκτωβρίου φτάνει στο Σταλινγκράντ η 39η Μεραρχία της Φρουράς, υπό τον υποστράτηγο Γκουρτίεφ, με αποστολή την υπεράσπιση του εργοστασίου «Κόκκινος Οχτώβρης». Στις 14 Οκτωβρίου οι Γερμανοί καταλάμβαναν το εργοστάσιο τρακτέρ «Φ. Τζερζίνσκι». Οι Ρώσοι έχουν μείνει πλέον μόνο με τρία μικρά προγεφυρώματα: εργοστάσιο «Κόκκινος Οχτώβρης», εργοστάσιο «Οδοφράγματα», Τύμβος Μαμάγιεφ. Παρ’ όλα αυτά, οι Γερμανοί αδυνατούν να τους πετάξουν στον Βόλγα. Η τελευταία τους μεγάλη επίθεση για την οριστική κατάληψη της πόλης ήταν στις 11 Νοεμβρίου. Δεν προχώρησε αρκετά. Πλησίαζε όμως η ώρα που ο Βόλγας θα έπαυε να είναι πλωτός: η 62η Στρατιά δεν θα μπορούσε να ενισχυθεί με άνδρες, πυρομαχικά κι εφόδια μέχρι ο μεγάλος ποταμός να παγώσει αρκετά ώστε να μπορούν να κινηθούν με ασφάλεια επάνω του άνδρες και οχήματα. Ίσως έλεγε κάποιος ότι ήταν καταδικασμένη. Μόνο που κάτι μεγάλο ετοιμαζόταν. Μόνο αόριστες νύξεις είχαν γίνει για αυτό στον Τσουικόφ. Σε λίγες ημέρες, οι κουρασμένοι άνδρες της 6ης Στρατιάς του Πάουλους επρόκειτο να μετατραπούν από πολιορκητές σε πολιορκημένους!

β.   Επιχείρηση Ουρανός

1.   Πώς σχεδιάστηκε η επιχείρηση Ουρανός:

Σύντομη επιστροφή στο παρελθόν: στις 27 Αυγούστου 1942, ο Στάλιν διορίζει τον στρατηγό Γκιόργκι Ζούκοφ αναπληρωτή του στη Στάφκα. Φτάνοντας στο θέατρο των πολεμικών επιχειρήσεων, ο Ζούκοφ αντιλαμβάνεται πολύ γρήγορα ότι η θέση των σοβιετικών δυνάμεων είναι εξαιρετικά δυσχερής. Στις 10 Σεπτεμβρίου τηλεγραφεί στον Στάλιν: «Με τις δυνάμεις που έχει επί του παρόντος στη διάθεσή του το Μέτωπο του Σταλινγκράντ θα είναι εντελώς αδύνατο να διασπάσει τις γραμμές του εχθρού και να ενωθεί με τα στρατεύματα του Νοτιοανατολικού Μετώπου που βρίσκονται εντός της πόλης». Η απάντηση του Κρεμλίνου είναι άμεση: ο αναπληρωτής διοικητής καλείται για διαβουλεύσεις στη Μόσχα.

Γκ. Ζούκοφ

Γκ. Ζούκοφ

Στο Κρεμλίνο, στις 12 Σεπτεμβρίου, ο Ζούκοφ συναντά τον αρχηγό του γενικού επιτελείου, στρατηγό Βασιλιέφσκι, ο οποίος έχει έρθει με σκοπό να εκθέσει στον Στάλιν την κατάσταση στον Καύκασο. Μετά την εντελώς απαισιόδοξη αναφορά του Βασιλιέφσκι, έρχεται η σειρά του Ζούκοφ που ζητεί σημαντικές ενισχύσεις για να ανατρέψει τον συσχετισμό δυνάμεων στον Βόλγα: «Χρειαζόμαστε τουλάχιστον μια στρατιά με πλήρες έμψυχο δυναμικό κι εξοπλισμό, ένα σώμα συν τρεις ταξιαρχίες τεθωρακισμένων, τετρακόσια οβιδοβόλα, συν την υποστήριξη μίας τουλάχιστον πτέρυγας μάχης της αεροπορίας μας».

Ο Στάλιν ακούει χωρίς να πει τίποτε. Σκύβει πάνω από ένα χάρτη στον οποίο σημειώνεται η θέση των εφεδρικών στρατευμάτων, προσπαθώντας προφανώς να βρει μια απάντηση για τη μάλλον άλυτη εξίσωση των ενισχύσεων που μόλις ζητήθηκαν. Ο Βασιλιέφσκι κι ο Ζούκοφ σηκώθηκαν από το τραπέζι της αίθουσας συσκέψεων, στάθηκαν παράμερα και χαμηλόφωνα, μάλλον ψιθυριστά, λένε πως κατά πάσα πιθανότητα θα πρέπει να αναζητήσουν μιαν άλλη λύση.

Τότε εκείνος σήκωσε το κεφάλι από τον χάρτη και με τη βαριά φωνή του ρώτησε: «Και ποια θα μπορούσε να είναι αυτή η άλλη λύση για την οποία συζητάτε εσείς οι δυο;» Οι στρατηγοί έμειναν άφωνοι. «Λοιπόν, πηγαίνετε στο Γενικό Επιτελείο και δείτε τι μπορούμε να κάνουμε για το Σταλινγκράντ… ά, ναι, και για το Μέτωπο του Καυκάσου. Θα τα πούμε πάλι εδώ αύριο, στις εννιά το βράδυ».

Α. Μ. Βασιλιέφσκι

Α. Μ. Βασιλιέφσκι

Το ίδιο βράδυ στρώθηκαν στη δουλειά τα καλύτερα μυαλά του επιτελείου. Το επόμενο, οι δύο στρατηγοί παρουσιάστηκαν στον Στάλιν. «Ποιες είναι οι προτάσεις σας; Ποιος θα τις εκθέσει;» – «Όποιος θέλετε εσείς, έτσι κι αλλιώς οι απόψεις μας είναι ταυτόσημες», απάντησε ο Βασιλιέφσκι. «Καλώς»! «Η 6η Στρατιά και η 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων των Γερμανών έχουν κουραστεί μετά από τέσσερις μήνες αδιάκοπων μαχών. Δεν διαθέτουν σοβαρές εφεδρείες. Τα καύσιμα έχουν αρχίσει ήδη να τους λείπουν. Και τα νώτα τους, τα φυλάνε συμμαχικές δυνάμεις των Ναζί. Ιταλοί, Ούγγροι και Ρουμάνοι με χαμηλό ηθικό και ακατάλληλο εξοπλισμό. Πρώτα θα φθείρουμε τον εχθρό. Έπειτα θα ξεκινήσει η μεγάλη αντεπίθεση, ταυτόχρονα από τα βορειοδυτικά και τα νοτιοανατολικά. Οι στρατιές μας θα απομονώσουν τους Γερμανούς κι έπειτα θα τους συντρίψουν σαν τανάλια με τις δαγκάνες της».- «Κι έχουμε στη διάθεσή μας τις δυνάμεις για μια επιχείρηση τέτοιου μεγέθους;», ρώτησε πάλι ο «πατερούλης». «Θα τις έχουμε σε 45 ημέρες», απάντησε ο Ζούκοφ. Το σχέδιο «Ουρανός» είχε γεννηθεί.

Επιχείρηση Ουρανός

Επιχείρηση Ουρανός

2.   Η επιχείρηση αρχίζει

Στις 6 το πρωί της 19ης Νοεμβρίου, ώρα που συνήθως επικρατούσε απόλυτη ησυχία στην ερειπωμένη πόλη, οι υπερασπιστές του Σταλινγκράντ ξύπνησαν από ομοβροντίες κανονιών. Την ίδια ώρα, αρκετά χιλιόμετρα μακριά, σε διάφορα σημεία της στέπας του Ντον, οι ίδιοι ήχοι γεννούσαν αντίθετα συναισθήματα στους Γερμανούς και Ρουμάνους πολεμιστές που φύλαγαν τα μετώπισθεν της 6ης Στρατιάς. Όταν μετά από μισή περίπου ώρα σταμάτησαν οι κανονιοβολισμοί, πεζικό και άρματα μάχης ρίχνονταν στη μάχη. Τα στρατεύματα του Μετώπου του Ντον, υπό τον Ροκοσσόφκυ, και εκείνα του ΝΔ Μετώπου, υπό τον στρατηγό Βατούτιν, ξεκινούσαν την πορεία τους με στόχο το Καλάτς, 70 χλμ. δυτικά του Σταλινγκράντ. Την επομένη θα ξεκινούσαν κι οι δυνάμεις του Μετώπου του Σταλινγκράντ, υπό τον στρατηγό Γεριόμενκο. Μέσα σε λιγότερο από 5 μέρες, οι γερμανικές δυνάμεις που πολιορκούσαν την πόλη με το όνομα του Στάλιν είχαν περικυκλωθεί.

Πώς να εξηγηθεί αυτό το κατόρθωμα του Κόκκινου Στρατού; Οι σοβιετικές δυνάμεις αριθμούσαν περισσότερους από 1 εκ. άνδρες κι είχαν υπεροπλία σε άρματα μάχης, πυροβολικό και αεροπλάνα. Το σχέδιο επίθεσης είχε καταστρωθεί με μαεστρία σε κάθε λεπτομέρειά του από τον Ζούκοφ (κυρίως) και τον Βασιλιέφσκι. Πραγματικοί άσσοι της «μασκιρόφκα», της τέχνης απόκρυψης στρατηγικών σχεδίων κι εξαπάτησης του εχθρού, οι υπεύθυνοι του σοβιετικού επιτελείου είχαν κρατήσει μυστική τη συγκέντρωση στρατευμάτων με στόχο την απελευθέρωση του Σταλινγκράντ. Μόνον όσοι θα μετείχαν στην επιχείρηση «Ουρανός» γνώριζαν κάτι για αυτήν και πάλι μόνον όσα ήταν αναγκαία για την αποστολή τους. Οι Γερμανοί έπεφταν θύματα των ιδεοληψιών τους: πίστευαν ότι οι Ρώσοι ήταν ικανοί μόνο για σπασμωδικές αντεπιθέσεις κι όχι για επιχειρήσεις μεγάλης στρατηγικής εμβέλειας. Οι κυκλωτικές κινήσεις ήταν γερμανική αποκλειστικότητα, καθώς πίστευαν. Ο ίδιος ο Χίτλερ είχε πλέον ψύχωση να καταλάβει το Σταλινγκράντ ανεξαρτήτως κόστους. Τέλος, οι Γερμανοί είχαν εμπιστευθεί τα μετώπισθεν της στρατιάς του Πάουλους κυρίως στους Ρουμάνους συμμάχους τους. Μολονότι δεν είχαν τη φήμη σπουδαίων πολεμιστών, οι Ρουμάνοι είχαν πολεμήσει με ανδρεία στην Οδησσό και τη Σεβαστούπολη. Τους έλειπαν, όμως, τελείως τα αντιαρματικά όπλα κι όχι άδικα καταλαμβάνονταν από φόβο σχεδόν παθολογικό βλέποντας τα σοβιετικά Τ-34 και Κα Βε. Οι απλοί στρατιώτες είχαν να αντιμετωπίσουν όχι μόνο την περιφρόνηση των Γερμανών συμμάχων τους, αλλά και την άθλια συμπεριφορά των αξιωματικών τους. Το ηθικό τους ήταν πολύ χαμηλό. Σε κάθε περίπτωση δεν ήταν κατάλληλο για την αποστολή που τους είχε ανατεθεί.

Ρουμάνοι κοντά στο Σταλινγκράντ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 101I-218-0501-27

Ρουμάνοι κοντά στο Σταλινγκράντ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 101I-218-0501-27

«Στο πεδίο της μάχης, δίπλα-δίπλα, ένας σκοτωμένος Ρουμάνος κι ένας δικός μας, κι αυτός νεκρός. Ο Ρουμάνος έχει πάνω του ένα χαρτί με παιδικά σχέδια: ένα κουνελάκι κι ένα καράβι. Ο δικός μας έχει ένα γράμμα.
“Καλημέρα ή μήπως καληνύχτα; Γεια σου πατερούλη… Επιστρέψτε πατερούλη, χωρίς εσάς γυρίζουμε το βράδυ στο σπίτι κι είναι σαν να βρισκόμαστε σε ξένο σπίτι κι όχι το δικό μας. Χωρίς εσάς στεναχωριέμαι πολύ. Ελάτε να σας ξαναδώ κι ας ήταν μόνο για μια ώρα. Γράφω και τα δάκρυά μου κυλάνε ποτάμι. Η κόρη σας, Νίνα…”» [«Βασίλι Γκρόσσμαν – Ένας συγγραφέας στον Πόλεμο…», Δεύτερο μέρος “Η Χρονιά του Σταλινγκράντ, 1942”, κεφάλαιο 17]

Μέχρι να καταλάβει το επιτελείο του Πάουλους τι κίνδυνος απειλούσε την 6η Στρατιά, το κακό είχε ήδη συντελεστεί. Κανείς δεν περίμενε από τους Σοβιετικούς επιχείρηση τέτοιας εμβέλειας. Κανείς δεν δοκίμασε να ανακόψει ουσιαστικά, π.χ. με μονάδες τεθωρακισμένων, την προέλαση του Ροκοσσόφσκι και του Βατούτιν. Όταν πια είχαν περικυκλωθεί, οι Γερμανοί δεν είχαν άλλη επιλογή από το να οχυρωθούν στον θύλακο που περιελάμβανε τη στέπα μεταξύ Ντον και Βόλγα και το ελεγχόμενο από αυτούς τμήμα της πόλης του Σταλινγκράντ. Το ηθικό των ανδρών, πάντως, διατηρήθηκε υψηλό. Αξιωματικοί και στρατιώτες ήταν βέβαιοι ότι ο Φύρερ δεν θα τους εγκατέλειπε. Ο αποκλεισμός τους θα ήταν προσωρινός. Και στα νότια υπήρχαν οι δυνάμεις του Μάνστάιν.

3.   «Ο Μάνστάιν έρχεται!»

Έριχ φιν Μάνστάιν/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-H01757

Έριχ φιν Μάνστάιν/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-H01757

Οι Γερμανοί είχαν μια μεγάλη ελπίδα σωτηρίας. Πίστευαν ότι θα έσπαγε τον κλοιό για να τους απελευθερώσει ο φον Μάνστάιν. Και πράγματι, στις 12 Δεκεμβρίου, τα στρατεύματα του Μάνστάιν και τα τεθωρακισμένα του Χοτ ξεκινούσαν: στις 15 διέβαιναν τον ποταμό Αξάι και στις 19 τον Μισκόβα, τελευταίο φυσικό εμπόδιο πριν από την πολιορκημένη πόλη. Η δύναμη σωτηρίας δεν απείχε παρά 38 χλμ. από τον σοβιετικό κλοιό. Δεν επρόκειτο να προχωρήσει παραπέρα. Οι Σοβιετικοί έστελναν προς ενίσχυση τις δυνάμεις του στρατηγού Μαλινόφσκι μέσα από την παγωμένη στέπα και κάπου εκεί, στις 24 Δεκέμβρη, η γερμανική προέλαση σταματούσε. Λένε πως ο κυβερνήτης ενός γερμανικού άρματος μάχης άνοιξε το κουβούκλιο του πυργίσκου του τεθωρακισμένου και χαιρέτισε σιωπηλός στρατιωτικά προς την κατεύθυνση του Σταλινγκράντ. Η μοίρα των ανδρών της 6ης Στρατιάς είχε οριστικά κριθεί.

Στην πραγματικότητα, η επιχείρηση του φον Μάνστάιν δεν ήταν καλοσχεδιασμένη κι οι στόχοι της ήταν ασαφείς. Η μόνη ελπίδα ήταν να άνοιγε μια δίοδο διαφυγής για τη στρατιά του Πάουλους. Ο Χίτλερ, όμως, δεν θα ενέκρινε ποτέ μια τέτοια υποχώρηση κι ο Πάουλους δεν ήταν άνθρωπος που θα έδειχνε ανυπακοή προς τους ανωτέρους και κατά μείζονα λόγο στον Φύρερ. Έπειτα, δεν ήταν βέβαιο ότι μια προσπάθεια υποχώρησης θα είχε ουσιαστικές πιθανότητες επιτυχίας: οι άνδρες του Πάουλους ήταν εξαντλημένοι και δεν είχαν καύσιμα. Κανείς δεν ξέρει στ’ αλήθεια τι διαμείφθηκε μεταξύ του Πάουλους και του Μάνστάιν εκείνες τις κρίσιμες ημέρες. Λαμβανομένης υπόψη, όμως, της αμφιλεγόμενης προσωπικότητας του δεύτερου, κάποιοι θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ότι ο Μάνστάιν δεν ενδιαφερόταν παρά να δώσει κάποιες ελπίδες στους πολιορκημένους της 6ης Στρατιάς ώστε να συνεχίσουν να μάχονται, απασχολώντας μεγάλες ρωσικές δυνάμεις. Ήταν, ίσως, ο μόνος τρόπος για να σώσει ο τα γερμανικά στρατεύματα που βρίσκονταν ακόμη στον Καύκασο από τον κίνδυνο να αποκλειστούν και να εξολοθρευτούν.

4.   Η αποτυχημένη αερογέφυρα κι ο αργός θάνατος της 6ης Στρατιάς

Όσο για τον Πάουλους, μπορούσε να κρατηθεί από την υπόσχεση του Χίτλερ και του Γκέρινγκ ότι θα τον ανεφοδίαζαν επαρκώς από αέρος μέχρι να στείλουν τις ενισχύσεις που θα τον έσωζαν. Οι ελπίδες αυτές αποδείχτηκαν γρήγορα φρούδες. Όταν έγινε αντιληπτή η περικύκλωση της 6ης Στρατιάς, ο Γκέρινγκ και ο Α/ΓΕΑ Γιέσονεκ είχαν διαβεβαιώσει τον Χίτλερ ότι ο από αέρος ανεφοδιασμός ήταν εφικτός. Επρόκειτο για εγκληματικό σφάλμα. Τις καλύτερες ημέρες, τις πρώτες της επιχείρησης, η Λουφτβάφφε κατόρθωνε να καλύψει μόλις το 50 % των αναγκών της 6ης Στρατιάς σε πυρομαχικά, τρόφιμα και καύσιμα. Ακολούθησαν αρκετές ημέρες που οι καιρικές συνθήκες σχεδόν απαγόρευαν τις πτήσεις, ενώ ο αριθμός των αεροσκαφών όλο και μειωνόταν εξαιτίας των απωλειών.

Οι άνδρες άρχισαν να πεθαίνουν μαζικά από την πείνα, την εξάντληση και τις αρρώστιες. Στα αεροδρόμια του Πιτόμνικ και του Γκουμράκ οι τραυματίες προσπαθούσαν να φτάσουν έρποντας με τις τελευταίες δυνάμεις τους σε κάποιο αεροσκάφος που θα τους έπαιρνε μακριά από την κόλαση. Οι πιλότοι πάγωναν αντικρίζοντας δίπλα στους διαδρόμους προσγείωσης εκατοντάδες τραυματίες και, κυρίως, τα αμέτρητα στοιβαγμένα πτώματα.

Και όμως, μέσα σε αυτήν την κόλαση, κάποιοι αναζητούσαν την ελπίδα.

Παναγία του Σταλινγκράντ

Παναγία του Σταλινγκράντ

Η Παναγία του Φρουρίου: Η «Παναγία του Φρουρίου» ή «Παναγία του Σταλινγκράντ» είναι έργο του προτεστάντη πάστορα Κουρτ Ρώυμπερ, ο οποίος υπηρετούσε ως γιατρός στη 16η Μεραρχία Τεθωρακισμένων της 6ης Στρατιάς. Τη σχεδίασε στην οπίσθια πλευρά ενός ρωσικού στρατιωτικού χάρτη τον Δεκέμβριο του 1942, ενώ βρισκόταν στο καταφύγιό του, ένα απλό όρυγμα στη στέπα βορειοδυτικά του Σταλινγκράντ. Ήδη οι σοβιετικές δυνάμεις είχαν περικυκλώσει την 6η Στρατιά, της οποίας οι μέρες ήταν πια μετρημένες.

Στο σχέδιο απεικονίζεται η Παναγία με το βρέφος. Γύρω από την εικόνα ο Ρώυμπερ έγραψε τα εξής: «1942 – Χριστούγεννα στο Καζάνι – Φρούριο Σταλινγκράντ» [με τη λέξη Kessel (καζάνι) οι Γερμανοί δήλωναν τον χώρο στον οποίο μια στρατιωτική δύναμη βρίσκεται περικυκλωμένη από τον εχθρό. Η επίσημη προπαγάνδα των ναζί το χαρακτήριζε πάντα ως Festung (φρούριο)] και «Φως, Ζωή, Αγάπη».

Το σχέδιο, που μπορούμε να φανταστούμε πόσο είχε συγκινήσει τους συντρόφους στα όπλα του Ρώυμπερ, το παρέδωσε ο δημιουργός του στον ταγματάρχη του, ο οποίος, τον Ιανουάριο του 1943, μεταφέρθηκε αεροπορικά λόγω ασθενείας στα μετώπισθεν. Η «Παναγία του Φρουρίου» βρίσκεται σήμερα στην Kaiser-Wilhelm-Gedächtniskirche του Βερολίνου. Αντίγραφά της υπάρχουν σε πολλές γερμανικές πόλεις, αλλά και στον Καθεδρικό του σημερινού Βολγκογκράντ και στο Κόβεντρυ της Αγγλίας ως σύμβολα συμφιλίωσης μεταξύ των τότε εμπολέμων.

Ο ίδιος ο Ρώυμπερ αιχμαλωτίσθηκε από τους Ρώσους με την παράδοση της 6ης Στρατιάς. Πέθανε ένα χρόνο αργότερα, στις 20 Ιανουαρίου 1944, στο στρατόπεδο αιχμαλώτων της Γιελάμπουγκα, στο Ταταρστάν του Βόλγα, πολύ μακριά από τη γενέτειρά του, το Κάσσελ της Έσσης.

Η απόφαση για την τελική εκκαθάριση του θυλάκου: Βρισκόμαστε στα τέλη του 1942. Έχει περάσει ένας μήνας από τότε που ο Κόκκινος Στρατός περικύκλωσε την 6η Στρατιά του Πάουλους στο Σταλινγκράντ. Στη Στάφκα, την ανώτατη διοίκηση των σοβιετικών ενόπλων δυνάμεων, πρέπει να αποφασιστεί σε ποιον στρατηγό θα ανατεθεί η ευθύνη για την τελική εκκαθάριση του εχθρικού θυλάκου. Οι βασικοί υποψήφιοι είναι ο Αντρέι Γεριόμενκο, επικεφαλής του Μετώπου του Σταλινγκράντ, κι ο Κονσταντίν Ροκοσσόφσκι, ο οποίος ηγείται του Μετώπου του Ντόν. Το πρόβλημα είναι ακανθώδες καθώς οι προσωπικές σχέσεις μεταξύ των δύο στρατηγών δεν είναι ιδιαιτέρως καλές. Κατά τη διάρκεια της κρίσιμης σύσκεψης, ο Στάλιν θέτει ευθέως το ερώτημα. «Σε ποιον πρέπει να αναθέσουμε την ευθύνη της επιχείρησης;» Κάποιος απαντά: «Στον στρατηγό Ροκοσσόφσκι». Ο Στάλιν, τότε, απευθύνει τον λόγο στον Ζούκοφ, «Εσύ τι νομίζεις;». Ο Ζούκοφ απαντά ήρεμα και χαμηλόφωνα: «Νομίζω ότι ο Γεριόμενκο θα το πάρει κατάκαρδα. Θα πληγωθεί». Κι ο Στάλιν απαντά με τρόπο που δεν αφήνει πολλά περιθώρια για συζήτηση: «Έι, δεν είμαστε τίποτε μαθητριούλες του Γυμνασίου! Είμαστε Μπολσεβίκοι και θα αναθέσουμε την ευθύνη της επιχείρησης στον στρατηγό που θεωρούμε καταλληλότερο για να τη φέρει σε πέρας».

Α. Γεριόμενκο

Α. Γεριόμενκο

Και κάπως έτσι ο πολωνοφοβικός Στάλιν ανέθεσε την ολοκλήρωση της πιο κρίσιμης επιχείρησης του Ανατολικού Μετώπου στον στρατηγό που ήταν κατά το ήμισυ Πολωνός κι είχε επιβιώσει σχεδόν ως εκ θαύματος από τις μεγάλες εκκαθαρίσεις του 1937-38. Τον Ροκοσσόφσκι τον είχαν συλλάβει το ’37, με τις συνήθεις αστήριχτες κατηγορίες. Τον είχαν βασανίσει (του έσπασαν τα δόντια και τα πλευρά, τον υπέβαλαν στο μαρτύριο της εικονικής εκτέλεσης). Εκείνος, όμως, είχε το κουράγιο και την πνευματική διαύγεια να αρνηθεί τις κατηγορίες και να αποδείξει ότι «στηρίζονταν» στην ψευδομαρτυρία κάποιου που είχε πεθάνει το 1919. Απελευθερώθηκε τον Μάρτιο του 1940 κι επανεντάχθηκε στο στράτευμα. Πλάγιαζε κρατώντας πάντα το περίστροφό του σφιχτά στο χέρι. Όταν τον ρώτησε η κόρη του σχετικά, της απάντησε ότι «δεν θ’ αντέξω να έρθουν να με πάρουν ξανά» .

Κ. Ροκοσσόφσκι

Κ. Ροκοσσόφσκι

Τελική εφόρμηση: Πριν εξαπολύσουν την τελική επίθεσή τους για την εκκαθάριση του θυλάκου του Σταλινγκράντ, οι Σοβιετικοί πρότειναν στον Πάουλους να συνθηκολογήσει. Η προσφορά απορρίφθηκε. Από τον ίδιο τον στρατηγό… ή από τον επιτελάρχη του, υποστράτηγο Σμιτ; Κανείς δεν ξέρει.

Ρώσοι στο Σταλινγκράντ, Ιανουάριος 1943/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-E0406-0022-001ADN-ZB/Archiv/ II. Weltkrieg 1939-45

Ρώσοι στο Σταλινγκράντ, Ιανουάριος 1943/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-E0406-0022-001ADN-ZB/Archiv/ II. Weltkrieg 1939-45

Στις 10 Ιανουαρίου 1943, άρχιζε η τελική σοβιετική επίθεση. Μετά από 3 μέρες, ο Κόκκινος Στρατός είχε καταλάβει το μισό του γερμανικού θυλάκου, περιλαμβανομένου και του Πιτόμνικ, του μεγαλύτερου στρατιωτικού αεροδρομίου των Γερμανών. Η πρόταση παράδοσης επαναλήφθηκε. Η απάντηση ήταν πάλι αρνητική. Στις 17, οι Ρώσοι επιτίθεντο ξανά και στις 24 εισχωρούσαν στην ίδια την πόλη. Οι Γερμανικές δυνάμεις αντιστέκονταν πλέον σε δύο απομονωμένους θυλάκους, χωρίς επικοινωνία μεταξύ τους. Την τελευταία ημέρα του Ιανουαρίου, ο στρατάρχης πλέον Πάουλους και το επιτελείο του, που είχαν καταφύγει στα υπόγεια του πολυκαταστήματος Ουνιβερμάγκ, παραδίνονταν στους Σοβιετικούς. Οι δυνάμεις του στρατηγού Στρέκερ στο βόρειο τμήμα του Σταλινγκράντ θα συνέχιζαν την απελπισμένη αντίστασή τους για δυο ημέρες ακόμη. Στις 2 Φεβρουαρίου κάθε μάχη είχε πια σταματήσει.

Η παράδοση του στρατάρχη Πάουλους

Η παράδοση του στρατάρχη Πάουλους,

Τελευταία γράμματα από το Σταλινγκράντ: Το 1950 δημοσιεύθηκε στην τότε Δυτική Γερμανία, ένα βιβλίο που περιείχε επιστολές τις οποίες είχαν γράψει άνδρες της 6ης Στρατιάς κατά τη διάρκεια της πολιορκίας. Έφερε τον τίτλο «Τελευταία Γράμματα από το Σταλινγκράντ». Υποτίθεται ότι επρόκειτο για γράμματα των ανδρών της 6ης Στρατιάς που είχαν γραφεί τις τελευταίες μέρες της πολιορκίας και τα οποία είχε κατάσχει η γερμανική στρατιωτική λογοκρισία. Υποστηρίχθηκε ότι κάποιος γραφειοκράτης κράτησε σημειώσεις κι αντέγραψε ή συνόψισε ορισμένα από αυτά. Σήμερα, η κρατούσα άποψη τάσσεται υπέρ της πλαστότητας των επιστολών αυτών. Εντούτοις, ως λογοτεχνικό κείμενο, περιγράφουν με ακρίβεια την ψυχολογική κατάσταση των Γερμανών μαχητών του Σταλινγκράντ τους.

«Αυτό εδώ θα είναι το τελευταίο γράμμα μου για πολύ καιρό, ίσως και για πάντα. Λένε πως αύριο θα απογειωθεί το τελευταίο αεροπλάνο από αυτόν τον θύλακο. Η κατάσταση είναι πια απελπιστική. Οι Ρώσοι βρίσκονται τρία χιλιόμετρα μακριά από την τελευταία μας αεροπορική βάση κι όταν χαθεί κι αυτή ούτε ποντίκι δεν θα μπορεί να ξεφύγει από εδώ πέρα, πόσο μάλλον εγώ».

«Ακριβώς δίπλα μου είναι ξαπλωμένος ένας στρατιώτης από το Μπρεσλάου που έχασε το ένα χέρι και τη μύτη του. Μόλις μου είπε ότι δεν πρόκειται να χρειαστεί άλλο μαντήλι. Όταν τον ρώτησα τι θα κάνει έτσι και χρειαστεί να κλάψει, μου αποκρίθηκε: “Κανείς εδώ πέρα, κι ανάμεσά τους βέβαια εσύ κι εγώ, δεν θα έχει πια την ευκαιρία να ξανακλάψει. Πολύ σύντομα άλλοι θα κλαίνε για μας”».

«Βαδίσαμε κατόπιν διαταγών, πυροβολήσαμε κατόπιν διαταγών, πεινάσαμε κατόπιν διαταγών, πεθάναμε κατόπιν διαταγών. Θα μπορούσαμε να έχουμε ξεφύγει εδώ και πολύ καιρό, μόνο που οι μεγάλοι στρατηγοί δεν έχουν ακόμη συμφωνήσει. Σύντομα θα είναι πολύ αργά, αν δεν είναι ήδη. Το μόνο βέβαιο είναι ότι θα ξαναβαδίσουμε κατόπιν διαταγών. Κατά πάσα πιθανότητα προς την αρχικά καθορισμένη κατεύθυνση, αλλά δίχως όπλα και υπό διαφορετική διοίκηση».

Σταλινγκράντ, Ιανουάριος 1943

Σταλινγκράντ, Ιανουάριος 1943

Αιχμάλωτοι και καταδικασμένοι: Γενικά, οι Ρώσοι μεταχειρίζονταν τους αιχμαλώτους πολέμου ηπιότερα απ’ ό,τι οι Γερμανοί (περισσότεροι από 2 στους 3 Γερμανούς αιχμάλωτους κατόρθωσαν κάποια στιγμή, μετά τον πόλεμο, να επιστρέψουν στην πατρίδα τους). Στο Σταλινγκράντ, όμως, η στάση ήταν, εύλογα, πιο σκληρή. Επιπλέον, δεν είχαν τα μέσα για να θρέψουν και να παράσχουν ιατρική περίθαλψη σε τόσο μεγάλο αριθμό αιχμαλώτων. Είχαν περικυκλώσει, άλλωστε, κάπου 270 χιλ. άνδρες του εχθρού, ενώ νόμιζαν ότι οι αντίπαλοι δεν ξεπερνούσαν το ένα τρίτο του πραγματικού αριθμού. Τέλος, οι Γερμανοί αιχμάλωτοι ήταν ήδη εξαντλημένοι από τις κακουχίες και την πείνα, κάποιοι δε ήταν ουσιαστικά ετοιμοθάνατοι. Όσοι από τους αιχμαλώτους μπορούσαν να μετακινηθούν μεταφέρθηκαν με τρένα, υπό άθλιες συνθήκες, σε στρατόπεδα αιχμαλώτων στο Ταταρστάν, την Κ. Ασία κι αλλού. Πολύ λίγοι επέζησαν της αιχμαλωσίας.

Φάλαγγα Γερμανών αιχμαλώτων, Σταλινγκράντ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-E0406-0022-010/ADN-ZB/Archiv II.Weltkrieg 1939-45 Eine Kolonne deutscher Kriegsgefangener aus Stalingrad auf dem Marsch ins Gefangenenlager, Februar 1943.

Φάλαγγα Γερμανών αιχμαλώτων, Σταλινγκράντ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 183-E0406-0022-010/ADN-ZB/Archiv
II.Weltkrieg 1939-45
Eine Kolonne deutscher Kriegsgefangener aus Stalingrad auf dem Marsch ins Gefangenenlager, Februar 1943.

Καμία σχεδόν ελπίδα, μια και παραδίδονταν άμεσα στις ειδικές μονάδες του Εν Κα Βε Ντε, δεν είχαν οι Σοβιετικοί πολίτες που υπηρετούσαν στη γερμανική 6η Στρατιά. Υπήρχαν διάφορες κατηγορίες Σοβιετικών που είχαν καταταγεί στη Βέρμαχτ: πραγματικοί εθελοντές που είχαν στραφεί στον εχθρό για λόγους εθνοτικών και πολιτικών διαφορών: Ουκρανοί εθνικιστές, Τάταροι της Κριμαίας και άλλοι μουσουλμάνοι του Καυκάσου, Γεωργιανοί, ακόμη και Ρώσοι αντίθετοι στον κομμουνισμό. Οι τελευταίοι, για να μην παραβιασθούν οι φυλετικοί κανόνες των Γερμανών, χαρακτηρίζονταν από τη Βέρμαχτ ως «Κοζάκοι» (για αδιευκρίνιστους λόγους, οι Γερμανοί θεωρούσαν τους Κοζάκους διαφορετική φυλή από τους Ρώσους ή τους Ουκρανούς). Υπήρχαν επίσης οι «εθελοντές» της στρατιάς του Βλάσοφ. Ο Αντρέι Βλάσοφ, Σοβιετικός στρατηγός που είχε διακριθεί στην υπεράσπιση της Μόσχας κι ήταν από τους αγαπημένους του Στάλιν, αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς στον θύλακο του Βολχόφ, τον Ιούλιο του 1942. Δέχθηκε να συνεργαστεί μαζί τους συγκροτώντας στρατιά Ρώσων που θα μάχονταν το κομμουνιστικό καθεστώς. Οι «εθελοντές» τους ήταν αιχμάλωτοι πολέμου που προσπαθούσαν να αποφύγουν τον βέβαιο θάνατο από πείνα. Μια δεύτερη κατηγορία, οι πιο πολυάριθμοι, ήταν εκείνοι που ονομάζονταν «Εθελοντές βοηθητικοί (Hilfswilligen/ Hiwi)». Η αντιμετώπισή τους από τους Γερμανούς ποίκιλλε αρκετά από μονάδα σε μονάδα. Τέλος, υπήρχαν κι όσοι είχαν υποχρεωθεί από τους Γερμανούς να υπηρετούν τη Βέρμαχτ κάνοντας τις πιο βαριές δουλειές (μαγειρεία, καθαρισμός αποχωρητηρίων και στάβλων) [Άντονι Μπήβορ Stalingrad, όπ. π., κεφ. 19, σελ. 321-322].

Κοζάκος Χίβι της Βέρμαχτ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1975-099-16A

Κοζάκος Χίβι της Βέρμαχτ/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1975-099-16A

Επίλογος – η γερμανική αποτυχία στον Καύκασο:

Η καταστροφή του Σταλινγκράντ συνεπαγόταν και την οριστική ματαίωση των σχεδίων του Χίτλερ για κατάκτηση του Καυκάσου. Το μοιραίο λάθος του Φύρερ ήταν ίσως ότι επιχείρησε να κατακτήσει ταυτόχρονα και τον Βόλγα και τον Καύκασο. Η προέλαση των γερμανικών δυνάμεων ανακόπηκε στο Μοζντόκ, 90 χλμ. μακριά από το Γκρόζνι. Στις αρχές Νοεμβρίου προσπάθησαν να προχωρήσουν περνώντας από το Νάλτσικ και βαδίζοντας κατά του Βλαντικαφκάζ, στη Βόρεια Οσετία. Οι Σοβιετικοί ανασυγκροτήθηκαν και τους σταμάτησαν εκ νέου. Στις αρχές Ιανουαρίου οι Γερμανοί υποχωρούσαν βιαστικά για να αποφύγουν τυχόν αποκλεισμό τους. Όσο για αυτούς που έμεναν: σειρά από μουσουλμανικές εθνότητες του Καυκάσου (Τσετσένοι, Μπαλκάριοι, Καρατσάι, συν οι Τάταροι της Κριμαίας), ακόμη κι οι βουδιστές Καλμούκοι επρόκειτο σύντομα να εκτοπιστούν από τις πατρογονικές εστίες του και να μεταφερθούν στην Κεντρική Ασία ως ένοχοι συνεργασίας με τον εχθρό!

Νεότερα από το Ανατολικό Μέτωπο – μέρος 2β (1941: Η Χρονιά του Τρόμου – Η Σοβιετική Ένωση σε πολιορκία)

Ιουλίου 14, 2015
24. Πολιορκούμενο Λενινγκράντ, Λεωφ. Νιέφσκι/ πηγή: RIA Novosti archive, image #324/ φωτογραφία του Борис Кудояров

Πολιορκούμενο Λενινγκράντ, Λεωφ. Νιέφσκι/ πηγή: RIA Novosti archive, image #324/ φωτογραφία του Борис Кудояров

Γ.   ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ

α.   Μέσα από τη νύχτα: η πτώση του Κιέβου και το δράμα των αιχμαλώτων πολέμου

1.   Περικύκλωση και πτώση: Από τις αρχές Αυγούστου του 1941 ο Χίτλερ είχε αποφασίσει να δοθεί προτεραιότητα στην προέλαση στην Ουκρανία, καθυστερώντας το σχέδιο επίθεσης κατά της Μόσχας. Μεταξύ κακής οργάνωσης και πανικού, ο Κόκκινος Στρατός υποχωρούσε στα περισσότερα σημεία του μετώπου. Στις αρχές του Σεπτέμβρη το Κίεβο δεν ήταν παρά το άκρο ενός ιδιαίτερα επιμήκους σοβιετικού θυλάκου ο οποίος μέρα με τη μέρα συρρικνωνόταν δραματικά, μια και τόσο στο βορρά όσο και στο νότο οι γερμανικές δυνάμεις είχαν ήδη προχωρήσει κατά πολύ ανατολικότερα της ουκρανικής πρωτεύουσας.

Η σοβιετική ηγεσία δεν ήταν βέβαιη για τη στρατηγική που έπρεπε να ακολουθήσει. Ο Στάλιν δεν ήθελε καν να ακούσει για υποχώρηση. Ο γενικός γραμματέας του ΚΚ Ουκρανίας Νικήτα Χρουστσόφ είχε καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να τονώσει το πατριωτικό φρόνημα των κατοίκων του Κιέβου. Η πόλη, όμως, παρουσίαζε κάποιες ιδιαιτερότητες που προκαλούσαν στη Μόσχα αμφιβολίες για την πίστη των κατοίκων στο σοβιετικό καθεστώς σε περίπτωση ιδιαιτέρως αντίξοων συνθηκών. Πράγματι, κατά την ταραγμένη διετία 1918-1920, μεταξύ του τέλους του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του ρωσικού εμφυλίου, το Κίεβο είχε αλλάξει χέρια 16 φορές! Αρχικά την πόλη κατέλαβαν οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί. Φεύγοντας, εγκατέστησαν μια «ανεξάρτητη ουκρανική κυβέρνηση» ανδρεικέλων με επικεφαλής τον Πάβλο Σκοροπάντσκι, ο οποίος είχε αυτοανακηρυχθεί «Μέγας Αταμάνος των Κοζάκων». Ακολούθησαν οι Ουκρανοί εθνικιστές του Πετλιούρα, οι Μπολσεβίκοι, οι Λευκοί και πάλι οι Μπολσεβίκοι, ενώ ενδιάμεσα είχε κάνει ένα σύντομο πέρασμα από το Κίεβο κι ο πολωνικός στρατός του Πιουσούτσκι. Οι μεγαλύτεροι θυμούνταν ότι, από όλους αυτούς, οι Γερμανοί κι οι Αυστριακοί δεν ήταν οι χειρότεροι.

Κίεβο, Σεπτέμβριος 1941

Κίεβο, Σεπτέμβριος 1941

Καθώς ολοκληρωνόταν το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτέμβρη, ο Χρουστσόφ, ο διοικητής του Νοτιοδυτικού Άξονα Σιμιόν Μιχάιλοβιτς Μπουντιόννι κι ο υπεύθυνος για την υπεράσπιση του Κιέβου διοικητής του Νοτιοδυτικού Μετώπου Μιχαήλ Πετρόβιτς Κιρπονός αντιλήφθηκαν τον τρομερό κίνδυνο: ήταν πλέον εξαιρετικά πιθανό οι υπερασπιστές της πόλης να περικυκλωθούν από τις γερμανικές δυνάμεις! Λαμβάνοντας υπόψη την αδυναμία ουσιαστικής ενίσχυσής τους, ζήτησαν από τον Στάλιν την άδεια να εκκενώσουν το Κίεβο. Ο σοβιετικός ηγέτης αρνήθηκε επανειλημμένα. Απάλλαξε μάλιστα τον Μπουντιόννι από τα καθήκοντά του, αντικαθιστώντας τον με τον Σεμιόν Τιμοσένκο.

Στρατάρχης Σ. Μ. Μπουντιόννι

Στρατάρχης Σ. Μ. Μπουντιόννι

Καθώς η κατάσταση γινόταν όλο και χειρότερη Χρουστσόφ και Κιρπονός συνέχιζαν να ικετεύουν να τους επιτραπεί η εκκένωση του Κιέβου. Ο γερμανικός κλοιός έσφιγγε ολοένα και περισσότερο. Η άδεια δόθηκε από τον Μπορίς Σάπόσνικοφ, αρχηγό του γενικού επιτελείου, μόλις λίγο πριν το μεσημέρι της 17ης Σεπτεμβρίου. Οι γερμανικές δυνάμεις είχαν ήδη περικυκλώσει ουσιαστικά εκείνες του Κόκκινου Στρατού. Τέσσερις σοβιετικές στρατιές βρίσκονταν μέσα στην παγίδα, ανάμεσά τους κι η 37η που υπερασπιζόταν το Κίεβο. Τα σοβιετικά στρατεύματα προσπάθησαν απεγνωσμένα να σπάσουν τον εχθρικό κλοιό. Λίγοι, πολύ λίγοι ήταν εκείνοι που το κατόρθωσαν. Οι ναζιστικές δυνάμεις αιχμαλώτισαν ασύλληπτο αριθμό σοβιετικών στρατιωτών. Η Βέρμαχτ ισχυριζόταν ότι αιχμαλώτισε περισσότερους από 650.000 στρατιώτες. Η σοβιετική ηγεσία διατεινόταν ότι ο αριθμός των αιχμαλώτων δεν ξεπερνούσε τις 175.000. Η αλήθεια πρέπει να βρισκόταν κάπου στη μέση, ίσως πιο κοντά στους γερμανικούς ισχυρισμούς. Το ίδιο το Κίεβο έπεφτε στα χέρια των ναζί στις 19 Σεπτεμβρίου.

2.   Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου – η διήγηση του Λ. Βολίνσκι: Ήταν η αρχή πολλών τραγωδιών. Μία από αυτές ήταν εκείνη των σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου. Την ιστορία τους τη διηγήθηκε με τον πιο παραστατικό και δραματικό τρόπο ο συγγραφέας και καλλιτέχνης Λεονίντ Ναούμοβιτς Ραμπινόβιτς, γνωστότερος με το ψευδώνυμο Λεονίντ Βολίνσκι, στο διήγημά του «Μέσα από τη νύχτα» («Сквозь Ночь»), που δημοσιεύθηκε το 1963. Το διήγημα παρουσιάζεται ως μυθοπλασία, ωστόσο είναι βασισμένο στην προσωπική εμπειρία του συγγραφέα ο οποίος αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς, αλλά τελικά κατάφερε να αποδράσει.

Λ. Ν. Βολίνσκι

Λ. Ν. Βολίνσκι

Η αφήγηση ξεκινά στις 17 Σεπτεμβρίου 1941 σε κάποιο χωριό της Ουκρανίας, ενώ οι Γερμανοί έχουν σχεδόν περικυκλώσει τους Ρώσους.

«Μετά από αρκετά χρόνια διάβασα το βιβλίο του Γερμανού στρατηγού φον Τίππελσκιρχ: η άποψή του ήταν ότι η περικύκλωση των στρατευμάτων μας ανατολικά του Κιέβου απαίτησε τη συμμετοχή σημαντικών γερμανικών δυνάμεων και ουσιαστικά κατέστρεψε τα σχέδια του Χίτλερ, καθυστερώντας την επίθεση κατά της Μόσχας.

Εμείς, όμως, δεν γνωρίζαμε τίποτε. Οι νύχτες εκείνες, όταν εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες προσπάθησαν να διασπάσουν τον γερμανικό κλοιό, αναζητώντας τον δρόμο τους μέσα από δάση και έλη κάτω από βροχή γερμανικών βομβών κι οβίδων… όλα αυτά δεν ήταν παρά μια τεράστια κι ανεξήγητη τραγωδία.

Τη νύχτα της 17ης Σεπτεμβρίου περιπλανιόμουν… είδα στον δρόμο χιλιάδες οχήματα να καίγονται. Δεν έπρεπε να τα βρουν οι Γερμανοί. Διέκρινα μια ομάδα δέκα περίπου ανώτερων κι ανώτατων αξιωματικών που κατευθύνονταν προς τη Λόχβιτσα, πιστεύοντας ότι εκεί ο δρόμος ήταν ακόμη ελεύθερος. Ανάμεσά τους αναγνώρισα τον διοικητή του Μετώπου, τον στρατηγό Κιρπονός.

Μόνο μετά από χρόνια έμαθα ότι εκείνη τη νύχτα (ή ίσως την επόμενη) είχε αυτοκτονήσει, αφού πρώτα αρνήθηκε να επιβιβαστεί στο αεροσκάφος που του είχαν στείλει με μεγάλη δυσκολία από τη Μόσχα… Μαζί του σκοτώθηκε κι ο Μιχαήλ Μπουρμίστενκο, το πολιτικό μέλος της Επιτροπής του Πολέμου, που πριν από τον πόλεμο ήταν δεύτερος γραμματέας του ΚΚ Ουκρανίας….

Στρατηγός Μ. Π. Κιρπονός

Στρατηγός Μ. Π. Κιρπονός

Το επόμενο πρωί, μαζί με άλλους τρεις συντρόφους είδαμε γερμανικά τεθωρακισμένα. Κρυφτήκαμε σ’ ένα χαντάκι. Οι Γερμανοί μας εντόπισαν κι άρχισαν να μας πυροβολούν με πολυβόλο. Ένας από μας σκοτώθηκε, οι υπόλοιποι παραδοθήκαμε. Ένας Γερμανός στρατιώτης που στην όψη έδειχνε εντάξει άνθρωπος, συμπαθητικός θα έλεγε κανείς, μας χαστούκισε και μας διέταξε να αδειάσουμε τις τσέπες μας. Μας ανάγκασαν να προχωρήσουμε τρέχοντας, ενώ μας ακολουθούσε ένα τεθωρακισμένο, μέχρι που φτάσαμε σε κάποιο χωριό που λεγόταν Κοβαλί. Στο τέλος της ημέρας είχαν συγκεντρωθεί εκεί δέκα χιλιάδες αιχμάλωτοι.

Λ. Βολίνσκι «Μέσα από τη Νύχτα»

Λ. Βολίνσκι «Μέσα από τη Νύχτα»

Την επομένη μας πρόσταξαν να παραταχθούμε. “Οι κομμισσάριοι, οι [υπόλοιποι] κομμουνιστές και οι Εβραίοι” διατάχθηκαν να παρουσιαστούν. Μόλις είχαν φτάσει δεκαπέντε άντρες των Ες Ες με μαύρες στολές και μια νεκροκεφαλή στα κασκέτα τους. Κάπου τριακόσιοι από μας προχώρησαν. Τους διέταξαν να μείνουν γυμνοί από τη μέση και πάνω και να παραταχθούν στην πλατεία. Τότε ο διερμηνέας των Γερμανών, που η έντονη προφορά του πρόδιδε ότι καταγόταν από τη Γαλικία, άρχισε να ουρλιάζει ότι δεν μπορεί να ήταν μόνο αυτοί, κρύβονταν κι άλλοι ανάμεσά μας. Σε όποιον κατέδιδε κάποιον κομμουνιστή, κομμισσάριο ή Εβραίο, υποσχέθηκε ότι θα μπορούσε να πάρει τα ρούχα και τα προσωπικά αντικείμενα του θύματος…. Ανάμεσα σε δέκα χιλιάδες άνδρες πάντα βρίσκεται μια ντουζίνα ανθρώπων αυτού του είδους. Το ποσοστό δεν είναι μεγάλο, αλλά υπάρχει… Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι αυτού του είδους.

Τελικά, εκτελέσθηκαν κάπου τετρακόσιοι άνθρωποι, ανά ομάδες των δέκα, αφού πρώτα υποχρεώθηκαν να σκάψουν οι ίδιοι τους τάφους τους.

Τους υπόλοιπους μας οδήγησαν σε ένα στρατόπεδο, έπειτα σε κάποιο άλλο… οι Γερμανοί στρατιώτες, άντρες που έδειχναν να είναι εντάξει άνθρωποι, ποιος ξέρει ίσως να ήταν κι εργάτες, σκότωναν χωρίς δεύτερη σκέψη όποιον καθυστερούσε στην πορεία ή κατέρρεε από την εξάντληση…»

Η μοίρα των Σοβιετικών αιχμαλώτων ήταν το κρύο, η πείνα, οι αρρώστιες, οι συνεχείς ταπεινώσεις, η απώλεια κάθε ίχνους ανθρώπινης αξιοπρέπειας και, τελικά, για τη συντριπτική πλειονότητά τους, ο θάνατος [Werth, όπ. π., τ. 1, σελ. 287 επ., ειδ. 295-296]. Υπολογίζεται ότι από τα περισσότερα από πέντε εκατομμύρια αιχμαλώτων 3,6 εκατομμύρια δεν γύρισαν ποτέ στην πατρίδα τους.

Η διήγηση του Λεονίντ Κοτλιάρ: Παρόμοια είναι και η διήγηση του Ουκρανοεβραίου Λεονίντ Κοτλιάρ:

«Αιχμαλωτίστηκα στις 9 Σεπτεμβρίου 1941, Βρισκόμασταν τότε κοντά στην Καχόφκα, στην αριστερή όχθη του Δνείπερου… Ως Εβραίος ήξερα ότι γρήγορα θα με εκτελέσουν. Ζούσα επομένως τις τελευταίες στιγμές της ζωής μου. Ο λοχίας μας καθόταν δίπλα μου. Μου ψιθύρισε: “Μη λες τίποτε. Κανείς δεν θα σε καταδώσει”… Μαζί μας ήταν ακόμη ένας κομμουνιστής, ο Νταβιντένκα, κι άλλοι δύο Εβραίοι, ο Ιλιά, δεν θυμάμαι το επώνυμό του, κι ο Μπέικελμαν. Και σ’ εκείνους είχαν υποσχεθεί ότι κανείς δεν θα τους καταδώσει.

Οι Γερμανοί μας διέταξαν να παραταχθούμε. Ένα αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά μας. Βγήκε ένας αξιωματικός. Πολύ γρήγορα άκουσα τη γνωστή διαταγή. “Να παρουσιαστούν οι Εβραίοι κι οι κομμουνιστές”. Παρουσιάστηκαν έξι ή επτά άτομα. Ο Μπέικελμαν, που τον είχαν διαβεβαιώσει ότι κανείς δεν επρόκειτο να τον καταδώσει, βγήκε κι εκείνος από τις γραμμές μας… Το βλέμμα μου διασταυρώθηκε μ’ εκείνο ενός Ουκρανού στρατιώτη. Αμέσως κατάλαβα ότι επρόκειτο να με καταδώσει στη στιγμή. Το κατάλαβε κι ο λοχίας μας γιατί του έδωσε μια αγκωνιά και του είπε κάτι στο αυτί. Ο τύπος συγκρατήθηκε…

Δεν θυμάμαι πόσο καιρό μας πήρε για να φτάσουμε στο στρατόπεδο της Βαρβαρόφκα ή σ’ εκείνο του Νικαλάγιεφσκ, όπου βρεθήκαμε στις αρχές του Οκτώβρη. Αλλά σε κάθε στρατόπεδο που σταματούσαμε, οι Γερμανοί διέταζαν συνεχώς: “Εβραίοι και κομμουνιστές, ένα βήμα μπρος!” Και κάθε φορά όλο και βρισκόταν κάποιος να καταγγείλει έναν Εβραίο ή ένα μέλος του Κόμματος.

Οκτώβριος 1941, Σοβιετικοί αιχμάλωτοι στο Μάουτχάουζεν/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 192_100  CC_BY_SA

Οκτώβριος 1941, Σοβιετικοί αιχμάλωτοι στο Μάουτχάουζεν/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 192_100 CC_BY_SA

Μοιραία έφτασε κάποια στιγμή που κανείς δεν παρουσιαζόταν. Οι Γερμανοί ήταν δυσαρεστημένοι. Τότε, σε κάποια από αυτά τα στρατόπεδα, σκέφτηκαν να μας κατατάξουν ανά εθνότητα. Ο Γερμανός καλούσε μιαν εθνότητα και οι Ρώσοι, οι Ουκρανοί, οι Αρμένιοι, οι Γεωργιανοί ή οι Τάταροι έβγαιναν από τη γραμμή. Ήμουν απελπισμένος. Η ώρα περνούσε κι εγώ δεν είχα ακόμη καταχωριστεί. Δεν τολμούσα να διαλέξω… Ξαφνικά, θυμήθηκα ότι κάποτε είχα επισκεφτεί ένα λόχο ναρκαλιευτών ως σύνδεσμος με το γραφείο του τάγματος. Οι στρατιώτες με είχαν ρωτήσει για την καταγωγή μου. “Μαντέψτε!”, τους αποκρίθηκα. Κάποιος είχε απαντήσει ότι πρέπει να ήμουν Τσιγγάνος και κανείς από τους υπόλοιπους δεν διαφώνησε. Αυτό, λοιπόν! Τσιγγάνος! Θα πρέπει να είμαι Τσιγγάνος!…

Στο τέλος, είχαμε απομείνει δύο, εγώ κι ένας τύπος με τεράστια μύτη και σταρένιο δέρμα. Ο κατάλογος των εθνοτήτων είχε εξαντληθεί.

“Τι είσαι εσύ;”, ρώτησε ο Γερμανός αξιωματικός τον διπλανό μου. “Jude, Jude!”, άρχισαν να φωνάζουν μερικοί κοροϊδιάρηδες. Με το άκουσμα της λέξης κι άλλοι αιχμάλωτοι ξέσπασαν σε γέλια. Οι δεσμοφύλακες άρχισαν να τους χτυπούν με τα ραβδιά τους στο κεφάλι και τα γέλια έσβησαν γρήγορα. “Έλληνας”, απάντησε φοβισμένα ο αιχμάλωτος. Όταν ο διερμηνέας στράφηκε στο μέρος μου, εγώ του απάντησα: “Είμαι Ουκρανός από τη μεριά της μάνας μου και Τσιγγάνος από τον πατέρα μου!” Διερμηνέας κι αξιωματικός κοντοστάθηκαν. “Εχμ… καλά. Πήγαινε μαζί με τους Ουκρανούς!”». [Λεονίντ Ισαάκοβιτς Κοτλιάρ σε Jean Lopez και Lasha Otkhmezuri « Grandeur et misère de l’Armée rouge », εκδ. Seuil, Παρίσι 2011, έκδ. τσέπης Perrin (συλλογή Tempus), Παρίσι 2015, κεφ. 5, σελ. 147 επ., ειδικότερα σελ. 148 και 150-152. Ο Κοτλιάρ είναι συγγραφέας του βιβλίου «Воспоминания Еврея-красноармейца» («Απομνημονεύματα ενός Εβραίου του Κόκκινου Στρατού»), 2011]

Ο Κοτλιάρ ήταν πολλαπλά τυχερός. Η μοίρα των Εβραίων στην κατεχόμενη Ουκρανία ήταν τραγική. Στις 29-30 Σεπτεμβρίου 34.000 Εβραίοι του Κιέβου οδηγήθηκαν στην τοποθεσία Μπάμπι Γιαρ και εκτελέστηκαν! Κι αυτό ήταν μόνο η αρχή.

Στα πεδία των μαχών, οι Γερμανοί προέλαυναν: στα μέσα Οκτωβρίου, μαζί με τους Ρουμάνους συμμάχους καταλάμβαναν μετά από πολιορκία την Οδησσό, η οποία προοριζόταν να γίνει η πρωτεύουσα της νέας ρουμανικής επαρχίας της Υπερδνειστερίας. Στα τέλη του μηνός η 6η Στρατιά του φον Ράιχενάου έπαιρνε το Χάρκοβο, οι δυνάμεις του Έριχ φον Μάνστάιν έφταναν στην Κριμαία και άρχιζαν να πολιορκούν τη Σεβαστούπολη. Τέλος, στις 19 Οκτωβρίου, οι στρατιές του φον Ρούντστεντ καταλάμβαναν αιφνιδιαστικά το Ροστόφ επί του Ντον, το «κλειδί του Καυκάσου».

β.   Το μαρτύριο του Λενινγκράντ

Στον Βορρά, τα στρατεύματα του γηραιού Βοροσίλοφ είχαν υποστεί αλλεπάλληλες πανωλεθρίες. Προσπάθησαν να αντισταθούν στο Τάλλιν, αλλά μετά από μια εβδομάδα πολιορκίας (19-26 Σεπτεμβρίου 1941), οι γερμανικές δυνάμεις τα υποχρέωναν να εκκενώσουν την πρωτεύουσα της Εσθονίας. Τώρα πια η Βέρμαχτ βάδιζε από τρεις κατευθύνσεις προς την παλιά πρωτεύουσα των τσάρων, ενώ οι Φινλανδοί σύμμαχοί της πλησίαζαν από τα βόρεια. Ίσως το Λενινγκράντ να έπεφτε, αλλά η Μόσχα έστειλε στις αρχές Σεπτέμβρη τον Ζούκοφ να οργανώσει στοιχειωδώς την άμυνα της πόλης. Το Λενινγκράντ είχε προσωρινά σωθεί, αλλά το μαρτύριό του μόλις άρχιζε στην πραγματικότητα, καθώς η πόλη είχε περικυκλωθεί σχεδόν ολοκληρωτικά! Η πολιορκία θα κρατούσε 872 ημέρες, μέχρι τον Ιανουάριο του 1944. Τρία εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονταν μέσα στην τεράστια παγίδα που είχε στήσει η Βέρμαχτ. Το ένα εκατομμύριο δεν επρόκειτο να επιζήσει.

Οι σοβιετικές αρχές είχαν υποπέσει στα συνήθη εγκληματικά σφάλματα. Δεν είχαν φροντίσει για την εκκένωση της πόλης από τους αμάχους, δεν είχαν φροντίσει για προμήθειες τροφίμων και για αποθήκευση καυσίμων ενόψει μιας μακρόχρονης πολιορκίας. Και αυτά τα λιγοστά τρόφιμα ήταν συχνά άθλια υποκατάστατα. Κάποια στιγμή, οι αρχές ανακάλυψαν στις αποθήκες του λιμανιού 2.000 τόνους εντόσθια προβάτου που κανονικά θα προορίζονταν για υγειονομική ταφή: με αυτά παρασκεύασαν ένα άθλιο ζελέ το οποίο πάστωναν με κάθε μπαχαρικό μήπως και καλύψει την αβάσταχτη αποφορά των εντοσθίων. Αυτό ήταν το «κρέας» που δικαιούνταν οι κάτοικοι του Λενινγκράντ. Χωρίς φαγητό, χωρίς νερό, χωρίς φωτισμό και θέρμανση, οι κάτοικοι είχαν για μόνους συντρόφους τους γερμανικούς βομβαρδισμούς, την πείνα και τον θάνατο. Ειδικά μετά τα μέσα Νοεμβρίου, όταν οι μερίδες τροφίμων που διανέμονταν με δελτίο μειώθηκαν για πέμπτη φορά, οι άνθρωποι άρχισαν να πεθαίνουν μαζικά από λιμό. Για να θερμανθούν έκαιγαν τα βιβλία και τα έπιπλά τους. Για φαγητό έψαχναν στα ντουλάπια των σπιτικών φαρμακείων για γλυκερίνη, βαζελίνη ή μπριγιαντίνη για τα μαλλιά ή έσκιζαν τις ταπετσαρίες και με την ξυλουργική κόλλα που έξυναν από τους τοίχους έφτιαχναν σούπα. Οι άνθρωποι έπεφταν στον δρόμο και δεν ξανασηκώνονταν ποτέ. Πέθαιναν στη δουλειά, σε εργοστάσια και γραφεία, ή στο σπίτι, στον ύπνο τους.

Λενινγκράντ, Δεκέμβριος 1942

Λενινγκράντ, Δεκέμβριος 1942

Οι σοβιετικές αρχές προσπάθησαν να βρουν κάθε πιθανή κι απίθανη λύση που θα καθιστούσε δυνατό τον ανεφοδιασμό του Λενινγκράντ. Μέσω της παγωμένης λίμνης Λαντόγκα, μοναδικής διόδου όταν χάθηκε το Τιχβίν. Όταν το δεύτερο ανακτήθηκε τον Δεκέμβριο από τα στρατεύματα του Μερετσκόφ, μέσω 150 χλμ. δρόμων που βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση. Η αποκατάσταση των σιδηροδρομικών συγκοινωνιών υπήρξε αργή και σταδιακή, αναλόγως της προόδου στο μέτωπο του πολέμου. Αλλά το Λενινγκράντ άντεξε.

γ.   Η Μάχη της Μόσχας

Στις 16 Οκτωβρίου εξαπλώθηκε στη Μόσχα η φήμη ότι δύο γερμανικά τεθωρακισμένα είχαν φτάσει ως το Χίμκι, στα βορειοδυτικά περίχωρα της Μόσχας! Γρήγορα ο πανικός κυρίευσε τους Μοσχοβίτες: οι άνθρωποι συνωστίζονταν στους σιδηροδρομικούς σταθμούς και τα αυτοκίνητα στις εθνικές οδούς που οδηγούσαν στην Ανατολή. Υπουργεία και διπλωματικές αποστολές, όπως είχε ήδη αποφασιστεί, μεταφέρονταν στο Κούιμπισεφ (σημ. Σαμάρα), η Ακαδημία Επιστημών κι άλλα επιστημονικά κι εκπαιδευτικά ιδρύματα στο Καζάν του Ταταρστάν.

Μόσχα, Δεκέμβριος 1941: ενισχύσεις/ πηγή: RIA Novosti archive, image #429

Μόσχα, Δεκέμβριος 1941: ενισχύσεις/ πηγή: RIA Novosti archive, image #429

Στις 2 Οκτώβρη, τα τεθωρακισμένα του στρατηγού Γκουντέριαν έπαιρναν το Αριόλ. Λίγες μέρες μετά περικύκλωναν μεγάλες σοβιετικές δυνάμεις στη Βιάσμα. Οι Ρώσοι έριχναν στη μάχη ό,τι εφεδρεία είχαν, μεταφέροντας δυνάμεις από τη Σιβηρία και την Κεντρική Ασία. Οι Γερμανοί, όμως, προχωρούσαν. Μέχρι τουλάχιστον εκείνη την παράξενη 16η Οκτωβρίου, όταν οι σιβηρικές εφεδρείες του Ροκοσσόφσκι κατόρθωναν να ανακόψουν την προέλασή τους. Η Μόσχα, όμως, βρισκόταν πάντα σε θανάσιμο κίνδυνο.

«Αργότερα, όταν όλα αυτά ανήκαν πια στο παρελθόν κι ενώ οι περισσότεροι ανακαλούσαν στη μνήμη τους εκείνη τη 16η Οκτωβρίου με θλίψη και πικρία, ο Σιντσόφ έμενε πάντα σιωπηλός. Αυτή την εικόνα της Μόσχας δεν μπορούσε να την αντέξει όπως δεν αντέχει κάποιος να βλέπει παραμορφωμένο από τον φόβο το πρόσωπο ενός αγαπημένου. Κι όμως, εκείνη τη μέρα, όχι μόνο γύρω από τη Μόσχα όπου οι στρατιώτες πολεμούσαν και σκοτώνονταν, αλλά και μέσα στην ίδια την πόλη υπήρξαν άνθρωποι που έκαναν οτιδήποτε ήταν δυνατό ώστε η πρωτεύουσα να μην παραδοθεί». [Κ. Μ. Σίμονοφ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί»]

Οι μάχες σε απόσταση 50 χλμ. από τη Μόσχα συνεχίζονταν σφοδρές. Ο Στάλιν, όμως, είχε επιλέξει να παραμείνει στην πρωτεύουσά του. Με δύο ιστορικές ομιλίες έδινε τον τόνο για την αντίσταση, επικαλούμενος τον ρώσικο πατριωτισμό. Ποτέ, άλλωστε, δεν υπήρξε ένθερμος οπαδός του διεθνισμού. Θιασώτης του «σοσιαλισμού σε μία χώρα» δεν είχε κανένα πρόβλημα να παραπέμψει στις ιδέες του κλασσικότερου εθνικισμού. Την παραμονή της επετείου της Οκτωβριανής Επανάστασης, μιλούσε στον σταθμό Μαγιακόφσκι του μοσχοβίτικου μετρό σε εκπροσώπους του τοπικού σοβιέτ, του ΚΚΣΕ και των ενόπλων δυνάμεων:

 Ι. Β. Στάλιν, 1942

Ι. Β. Στάλιν, 1942

«Και αυτοί οι άνθρωποι, δίχως τιμή και συνείδηση, αυτοί οι άνθρωποι που δεν έχουν ούτε ηθική ούτε μυαλό, είναι εκείνοι που διακηρύσσουν την εξόντωση του μεγάλου ρωσικού έθνους. Του έθνους του Πλεχάνοφ και του Λένιν, του Μπιελίνσκι και του Τσερνισέφσκι, του Πούσκιν και του Τολστόι, του Γκόρκι και του Τσέχοφ, του Γκλίνκα και του Τσαϊκόφσκι, του Σέτσενοφ και του Πάβλοφ, του Σουβόροφ και του Κουτούζοφ! Οι Γερμανοί εισβολείς θέλουν ένα πόλεμο εξόντωσης των λαών της Σοβιετικής Ένωσης. Ας κοπιάσουν. Αν θέλουν ένα τέτοιο πόλεμο θα τον έχουν.» (Ι. Β. Στάλιν, λόγος της 6ης Νοεμβρίου 1941)

Ανήμερα της επετείου μιλούσε στην Κόκκινη Πλατεία, σε ένα κοινό που το αποτελούσαν κυρίως στρατιώτες που είχαν μόλις επιστρέψει από το μέτωπο ή επρόκειτο να βρεθούν σε αυτό αμέσως μετά:

Μόσχα, 7 Νοεμβρίου 1941, πίνακας του Κονσταντίν Γιουόν, 1949

Μόσχα, 7 Νοεμβρίου 1941, πίνακας του Κονσταντίν Γιουόν, 1949

«Σύντροφοι, στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού και ναύτες του Κόκκινου Ναυτικού, αξιωματικοί και πολιτικά στελέχη, άνδρες και γυναίκες των ομάδων των παρτιζάνων! Ολόκληρος ο κόσμος έχει στρέψει τα μάτια του πάνω σας, πιστεύοντας ότι είστε η δύναμη που μπορεί να συντρίψει τις γερμανικές ορδές! Οι σκλαβωμένοι λαοί της Ευρώπης σας βλέπουν ως ελευθερωτές τους… Φανείτε άξιοι αυτής της υψηλής αποστολής… Ο πόλεμός σας είναι πόλεμος απελευθερωτικός, πόλεμος δίκαιος. Εμπνευστείτε από τις ηρωϊκές μορφές των μεγάλων προγόνων μας, από τον Αλέξανδρο Νιέφσκι και τον Ντμίτρι Ντανσκόι, τον Μίνιν και τον Παζάρσκι, τον Σουβόροφ και τον Κουτούζοφ! Θάνατος στους Γερμανούς εισβολείς! Ζήτω η ένδοξη πατρίδα μας, η ελευθερία κι η ανεξαρτησία της! Με το λάβαρο του Λένιν, εμπρός για τη νίκη!» (Ι. Β. Στάλιν, λόγος της 7ης Νοεμβρίου 1941)

Οι Σοβιετικοί συνέχιζαν να αμύνονται, ο χειμώνας πλησίαζε κι οι κουρασμένες γερμανικές δυνάμεις δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένες για πόλεμο σε τέτοιες συνθήκες. Η ευκαιρία τους για μια γρήγορη, αποφασιστική επικράτηση είχε χαθεί. Είχε φτάσει η ώρα της χειμερινής σοβιετικής αντεπίθεσης. Η Στάφκα (Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση) είχε θέσει μέγιστους και ελάχιστους στόχους για την αντεπίθεση αυτή. Μόνον οι δεύτεροι επρόκειτο να πραγματοποιηθούν. Στον Βορρά ανακτήθηκε το Τιχβίν, καθιστώντας εκ νέου δυνατό τον ανεφοδιασμό του Λενινγκράντ. Στον Νότο ανακαταλήφθηκε το Ροστόφ, δέκα μόλις ημέρες μετά των απώλειά του. Τα σχέδια για την ανάκτηση του Χαρκόβου αποδείχθηκαν χιμαιρικά. Τα σοβιετικά κέρδη ήταν απλώς η δημιουργία του θυλάκου του Μπαρβένκοβο. Τέλος, ύστερα από μια μεγάλη αμφίβια επιχείρηση, οι Σοβιετικοί δημιούργησαν ένα προγεφύρωμα στη χερσόνησο του Κέρτς, στο νότιο άκρο της Κριμαίας.

Οι επιτυχίες ήταν εντυπωσιακότερες στο Μέτωπο της Μόσχας. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο ΚΣ είχε κατορθώσει να προχωρήσει έως και 300 χλμ. Οι γερμανικές δυνάμεις, όμως, δεν είχαν περικυκλωθεί ούτε υποχωρήσει άτακτα. Είχαν μάλιστα κατορθώσει να κρατήσουν τον μεγάλο θύλακο του τριγώνου Ρζεφ-Γκιατσκ-Βιάσμα, σε απόσταση 120 χλμ. από τη σοβιετική πρωτεύουσα.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΜΕΡΟΥΣ Ι: η κατάσταση των εμπολέμων στα τέλη του 1941

Στο τέλος της χρονιάς και οι δύο δυνάμεις, παρά τις μεγάλες απώλειες, πίστευαν ότι διατηρούσαν ακέραιες τις ελπίδες τους. Οι Σοβιετικοί είχαν την εντύπωση ότι τα δύσκολα είχαν περάσει, η γερμανική προέλαση είχε ανακοπεί και πλέον θα άρχιζε η ανάκτηση εδαφών. Οι Γερμανοί είχαν κατακτήσει μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής ΕΣΣΔ και μπορούσαν εύλογα να θεωρούν την υποχώρηση στη Μόσχα τακτική αναδίπλωση. Είχαν ωστόσο χάσει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και τα μεγαλεπήβολα σχέδια του Χίτλερ είχε αποδειχθεί ότι ήταν μάλλον απραγματοποίητα. Μια αίσθηση δυσαρέσκειας φαινόταν να επικρατεί. Ο Φύρερ ήταν δυσαρεστημένος με τους στρατηγούς του, τους οποίους κατηγορούσε για τις αποτυχίες. Ο φον Λέεμπ έχασε τη θέση του, ο φον Ρούντστεντ έπεσε προσωρινά σε δυσμένεια μετά την απώλεια του Ροστόφ, ο φον Μποκ απομακρύνθηκε ευσχήμως «λόγω ασθενείας».

Νοέμβριος 1941, Γερμανοί στρατιώτες προχωρούν μέσα στη λάσπη/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1981-149-34A

Νοέμβριος 1941, Γερμανοί στρατιώτες προχωρούν μέσα στη λάσπη/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1981-149-34A

Ακόμη πιο έντονη ήταν η δυσαρέσκεια μεταξύ των στρατιωτών. Τον Δεκέμβριο, ο διοικητής της 6ης Στρατιάς στρατάρχης φον Ράιχενάου ανακάλυπτε ότι το κτήριο του στρατηγείου του ήταν γεμάτο αντιπολεμικά συνθήματα. Σε άλλες περιπτώσεις, Γερμανοί κομμουνιστές που υπηρετούσαν στο Μέτωπο καλούσαν τους ομοϊδεάτες τους στη δημιουργία αντιστασιακών οργανώσεων με σκοπό την ανατροπή του ναζιστικού καθεστώτος. Άλλοι, πάλι, προτιμούσαν να αντιμετωπίσουν την κατάσταση με χιούμορ.

«Τα Χριστούγεννα δεν θα εορτασθούν εφέτος για τους εξής λόγους. Ο Ιωσήφ επιστρατεύθηκε. Η Παναγία υπηρετεί ως εθελόντρια στον Ερυθρό Σταυρό. Το Θείο Βρέφος, μαζί με τα άλλα βρέφη και νήπια, στάλθηκε στην εξοχή για προστασία από τους βομβαρδισμούς. Οι τρεις μάγοι δεν πήραν βίζα: δεν κατέστη δυνατό να τους χορηγηθεί πιστοποιητικό αρίας καταγωγής. Το άστρο της Βηθλεέμ δεν πρόκειται να λάμψει λόγω της υποχρεωτικής συσκότισης. Οι βοσκοί είναι πλέον σκοποί ή κάνουν περιπολίες κι οι άγγελοι υπηρετούν στις διαβιβάσεις. Έμεινε μόνο το γαϊδουράκι, αλλά δεν μπορείς να κάνεις Χριστούγεννα μόνο μ’ αυτό.»

η Βέρμαχτ στην ΕΣΣΔ, Οκτώβριος 1941/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1989-030-27

η Βέρμαχτ στην ΕΣΣΔ, Οκτώβριος 1941/ πηγή: Bundesarchiv Bild 146-1989-030-27

«Οδηγίες προς αδειούχους

Να θυμάστε ότι εισέρχεστε στην επικράτεια μιας εθνικοσοσιαλιστικής χώρας, στην οποία οι συνθήκες ζωής διαφέρουν αισθητά από εκείνες που έχετε συνηθίσει. Πρέπει να είστε διακριτικοί με τους κατοίκους, να προσαρμόζεστε στα ήθη και τα έθιμά τους και να αποφεύγετε τις συνήθειες που έχετε τόσο αγαπήσει.

– Μην ξηλώνετε το παρκέ και γενικά το πάτωμα. Οι πατάτες φυλάσσονται αλλού.
– Χρησιμοποιήστε κλειδιά για να ανοίγετε τις πόρτες. Η χρήση χειροβομβίδας επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.
– Δεν είναι απαραίτητο να ρωτάτε πολίτες για το σύνθημα και το παρασύνθημα ούτε να πυροβολείτε αν δεν σας δώσουν τη σωστή απάντηση.
– Τα σκυλιά που είναι ζωσμένα με νάρκες και εκρηκτικά αποτελούν ιδιαιτερότητα της ΕΣΣΔ. Τα γερμανικά σκυλιά στη χειρότερη περίπτωση απλώς δαγκώνουν. Αν πυροβολείτε κάθε σκύλο που βλέπετε, μολονότι κάτι τέτοιο επιβάλλεται όταν βρίσκεστε στην ΕΣΣΔ, θα προκαλέσετε άσχημες εντυπώσεις.
– Στη Γερμανία, το γεγονός ότι ένα άτομο φορά γυναικεία ρούχα δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι είναι παρτιζάνος. Πάντως, να έχετε υπόψη ότι οι γυναίκες είναι εν γένει επικίνδυνες για οποιονδήποτε αδειούχο από το Μέτωπο.
– Γενικά, όταν είστε σε άδεια στην πατρίδα, να αποφεύγετε να κάνετε λόγο για την παραδεισένια ζωή σας στην ΕΣΣΔ. Μπορεί να θελήσουν να πάνε εκεί και άλλοι και να καταστρέψουν την ειδυλλιακή καθημερινότητά σας

[αμφότερα τα αποσπάσματα από Antony Beevor “Stalingradˮ, Viking 1998, επανέκδ. Penguin Books, Λονδίνο, σελ. 45-46]

Νεότερα από το Ανατολικό Μέτωπο – μέρη 1 (Η ΕΣΣΔ στα τέλη της δεκαετίας του 1930) και 2α (1941: Η Χρονιά του Τρόμου – Η Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα και η σοβιετική αντίδραση)

Ιουνίου 21, 2015

«Ο πόλεμος είναι μια πράξη βίας. Ως προς την εκδήλωση της βίας αυτής δεν υπάρχει κανένα όριο». (Κάρολος φον Κλάουζεβιτς, 1780-1831, «Περί Πολέμου», βιβλίο Ι, κεφ. 1)

 Ο Κόκκινος Στρατός στο Σταλινγκράντ, φθινόπωρο 1942

Ο Κόκκινος Στρατός στο Σταλινγκράντ, φθινόπωρο 1942

Η σύγκρουση μεταξύ της ναζιστικής Γερμανίας και της κομμουνιστικής ΕΣΣΔ υπήρξε η μεγαλύτερη, η πιο αιματηρή ένοπλη σύρραξη στην Ιστορία της Ανθρωπότητας. Μια σύγκρουση λαών και ιδεολογιών, ένας ολοκληρωτικός πόλεμος που θα μπορούσε να λήξει μόνο με την εξόντωση ενός εκ των δύο εμπολέμων. Όχι μόνο η έκβασή του, αλλά κι ο ίδιος ο τρόπος διεξαγωγής του καθόρισε το μέλλον της Ευρώπης για δεκαετίες, κι ίσως το καθορίζει ακόμη. Ο πόλεμος αυτός διεξήχθη σε μια αχανή έκταση 1,5 εκ. τετραγωνικών χιλιομέτρων και «κατάπιε» 4,3 εκ. Γερμανούς και 10,6 εκ. Σοβιετικούς στρατιώτες. Στα θύματά του πρέπει να προσμετρήσουμε και τα πολλά εκατομμύρια αμάχων, κυρίως από σοβιετικής πλευράς. Ο πόλεμος αυτός περιλαμβάνει πράξεις απαράμιλλου θάρρους και πράξεις επονείδιστης δειλίας. Πράξεις στρατηγικής ιδιοφυΐας κι εγκληματικές αμέλειες. Βιαιοπραγίες, εκτελέσεις, σφαγές αμάχων. Το δράμα των αιχμαλώτων πολέμου. Εθνοκαθάρσεις και γενοκτονίες με αποκορύφωμα το αίσχος της Σοά. Αμέτρητες ζωές που θυσιάστηκαν στο βωμό της Μεγάλης Ιστορίας.

Η αποτίμηση της σύγκρουσης αυτής στη δυτική ιστοριογραφία ταλανιζόταν επί μακρόν από στερεότυπα: παραδοχή των εξηγήσεων που έδιναν Γερμανοί στρατιωτικοί στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν την τελική αποτυχία τους, απόρριψη των σοβιετικών ιστορικών μελετών ως αμιγώς προπαγανδιστικών έργων (συχνά, όχι αδικαιολόγητα), αντιλήψεις που αποτελούσαν απόρροια του Ψυχρού Πολέμου, θεμελιώδης εχθρότητα προς την κομμουνιστική ΕΣΣΔ και γεωπολιτική αντιπαλότητα της Δύσης προς τη Ρωσία. Η επικράτηση της Σοβιετικής Ένωσης εξηγείται υπεραπλουστευτικά ως συνέπεια της αριθμητικής υπεροχής και του ανεξάντλητου ανθρώπινου και υλικού δυναμικού της. Οι ιδέες αυτές συσκότιζαν την ιστορική αλήθεια και δυσχέραιναν τις προσπάθειες κατανόησης ενός από τα σημαντικότερα γεγονότα του 20ού αιώνα.

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Η ΕΣΣΔ ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ 1930

Χάρτης των περιοχών που πλήγηκαν από λιμό το 1933

Στο εσωτερικό της, η Σοβιετική Ένωση φέρει το βάρος δύο μεγάλων ανθρωπογενών καταστροφών. Κατά το χρονικό διάστημα 1931-1933, τραγικές αποφάσεις της πολιτικής ηγεσίας της ΕΣΣΔ έχουν ως αποτέλεσμα την εκδήλωση μιας σειράς φοβερών λιμών: η βίαιη και αδέξια μετάβαση από την παραδοσιακή οργάνωση της αγροτικής οικονομίας στη σοβιετική των κολχόζ και σοβχόζ, η στενόμυαλη επιμονή να τηρηθούν απαρεγκλίτως εντελώς εξωπραγματικά οικονομικά πλάνα, η εγκληματική απαίτηση της πολιτικής ηγεσίας για συμμόρφωση προς τις αποφάσεις της ανεξαρτήτως κόστους έχουν ως αποτέλεσμα την απώλεια περισσότερων από 6 εκατομμύρια ανθρώπινων ζωών, κυρίως στην Ουκρανία, τη νότια Ρωσία (περιοχές του Κουμπάν και του Κάτω Βόλγα), τα νότια Ουράλια, τη Δυτική Σιβηρία και την Κεντρική Ασία. Το 1937-38, εξίσου καταστροφικές αποδεικνύονται οι σταλινικές εκκαθαρίσεις στο στράτευμα, το κόμμα και τους κύκλους των διανοουμένων. Ακόμη και σήμερα είναι δυσχερής ο υπολογισμός του ακριβούς αριθμού εκείνων που εκτελέστηκαν, φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν ή εκτοπίστηκαν στα στρατόπεδα του Γκουλάγκ.

Παρ’ όλα αυτά, η οικονομική ανάπτυξη, η μαζική παραγωγή καταναλωτικών αγαθών και η βελτίωση των συνθηκών ζωής του πληθυσμού δημιουργούν την πεποίθηση ότι το μέλλον θα είναι καλύτερο.

Στο εξωτερικό, η θέση της ΕΣΣΔ σε ένα ευμετάβλητο, εξαιρετικά ασταθές και επικίνδυνο περιβάλλον είναι ιδιαίτερα περίπλοκη: καθεστώς πολιτικά ανάδελφο, η Σοβιετική Ένωση αντιμετωπίζει με δυσπιστία τόσο τις καπιταλιστικές δυνάμεις της Δύσης όσο και την ιδεολογικά αντίπαλη ναζιστική Γερμανία. Η σοβιετική ηγεσία δεν έχει ξεχάσει τη συμμετοχή των Βρετανών και των Γάλλων (μαζί με τους Έλληνες, Πολωνούς, Ρουμάνους και άλλους συμμάχους τους) στον ρωσικό εμφύλιο πόλεμο. Φοβάται επίσης ότι οι δυτικοί θα προσπαθήσουν να στρέψουν τη γερμανική επιθετικότητα εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Όταν, πάντως, ξεσπάσει η κρίση μεταξύ Γερμανίας και Τσεχοσλοβακίας για το ζήτημα των Σουδητών, ο Στάλιν θα προσφερθεί να στείλει στρατεύματα για να εγγυηθεί την εδαφική ακεραιότητα της Τσεχοσλοβακίας. Τα στρατεύματα αυτά, όμως, πρέπει να περάσουν από πολωνικό έδαφος κι η Πολωνία δεν θα δώσει άδεια διέλευσης. Για εύλογους ιστορικούς λόγους, φοβάται εξίσου τη Γερμανία και τη σοβιετική Ρωσία, πιστεύει δε ότι όσο δεν συμμαχεί με τη δεύτερη μπορεί να γλιτώσει από τυχόν επίθεση της πρώτης. Επιπλέον, διεκδικεί κι εκείνη το μερίδιό της από ενδεχόμενο διαμελισμό της Τσεχοσλοβακίας. Με αυτά τα δεδομένα και την ενδοτικότητα της Βρετανίας του Τσάμπερλαιν και της Γαλλίας του Νταλαντιέ φτάνουμε στις επονείδιστες Συμφωνίες του Μονάχου, στις 29-30 Σεπτεμβρίου 1938, όταν η εδαφική ακεραιότητα της Τσεχοσλοβακίας θυσιάζεται από τους δυτικούς στον βωμό της πολιτικής του κατευνασμού της χιτλερικής Γερμανίας.

Συμφωνίες του Μονάχου, 29 Σεπτεμβρίου 1938: Τσάμπερλαιν, Νταλαντιέ, Χίτλερ, Μουσσολίνι και Τσάνο. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 183-R69173 / CC-BY-SA

Α.   ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΩΣ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΡΙΜΠΕΝΤΡΟΠ-ΜΟΛΟΤΟΦ

Οι φόβοι των Σοβιετικών για τη θέση της Δύσης ενισχύονται: στο διάστημα μεταξύ των Συμφωνιών του Μονάχου και της εισβολής των στρατευμάτων του Γ΄ Ράιχ στην Τσεχοσλοβακία (Μάρτιος 1939), ιδίως δε μετά τη συνάντηση του Γάλλου Υπουργού Εξωτερικών Ζωρζ Μποννέ με τον Γερμανό ομόλογό του Γ. φον Ρίμπεντροπ (Δεκέμβριος 1938), οι γαλλικές εφημερίδες επιδίδονται σε εκστρατεία προπαγάνδας για τη δημιουργία μιας «Μεγάλης Ουκρανίας» η οποία θα αποσχιζόταν από την ΕΣΣΔ. Του νέου κράτους θα ηγούταν κάποιο ανδρείκελο, χρηματοδοτούμενο από τη Γερμανία, σαν τον Βασίλι Μπισκούπσκι ή τον Πάβλο Σκοροπάντσκι.

Β. Μ. Μόλοτοφ

Η «εκατονταετής» ειρήνη που θα διασφάλιζαν οι Συμφωνίες του Μονάχου, όπως έλεγαν κάποιοι στη Δύση, δεν κράτησε ούτε έξι μήνες! Στις 15 Μαρτίου 1939, η Γερμανία εισέβαλλε στην Τσεχοσλοβακία. Οχτώ ημέρες μετά, αποσπούσε το Μέμελ/ Κλάιπεντα από τη Λιθουανία. Στη Μόσχα, με διάταγμα του Ανωτάτου Σοβιέτ της 4ης Μαΐου 1939, ο Βιατσεσλάφ Μ. Μόλοτοφ, πρόεδρος του Συμβουλίου Λαϊκών Επιτρόπων της ΕΣΣΔ, αντικαθιστούσε τον Μαξίμ Λίτβινοφ, ένθερμο θιασώτη της συνεργασίας με τη Δύση εναντίον της ναζιστικής Γερμανίας, στη θέση του Υπουργού Εξωτερικών. Ήταν αυτό μια ένδειξη ότι θα άλλαζε κι η σοβιετική εξωτερική πολιτική;

Όχι απαραίτητα. Οι Σοβιετικοί φαίνεται να κατέβαλαν κάθε προσπάθεια για την επίτευξη συμφωνίας με τη Δύση. Από τον Ιούνιο μέχρι τον Αύγουστο του 1939 διαπραγματεύονται διαρκώς με τους Βρετανούς και τους Γάλλους με σκοπό τη συμμαχία κατά των ναζί. Η ΕΣΣΔ επιθυμεί μια συμμαχία με συγκεκριμένους όρους: πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς οι στρατιωτικές δυνάμεις που θα διαθέσει κάθε χώρα σε περίπτωση πολέμου. Σύμφωνα με το σχέδιο συμφωνίας που πρότειναν οι Σοβιετικοί, αν η Γερμανία στραφεί κατά της Γαλλίας και της Βρετανίας, η ΕΣΣΔ θα συμβάλει με δυνάμεις ίσες με το 60 % των αγγλογαλλικών. Εάν στραφεί κατά της Πολωνίας ή της Ρουμανίας, η ΕΣΣΔ θα διαθέσει τις ίδιες δυνάμεις με το ΗΒ και τη Γαλλία. Εάν, τέλος, στόχος της επίθεσης είναι η ίδια η Σοβιετική Ένωση, τότε Βρετανία και Γαλλία θα πρέπει να διαθέσουν δυνάμεις ίσες με το 70 % των σοβιετικών. Οι Γάλλοι δεν είναι αρνητικοί, αλλά αργούν να συμφωνήσουν. Οι Βρετανοί δεν έχουν καμία διάθεση να δεσμευθούν με τέτοιο τρόπο. Προτιμούν μια συμφωνία με ασαφείς όρους, την οποία πιστεύουν ότι θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν ως διπλωματικό χαρτί στο μέλλον. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι διαπραγματεύσεις δεν καταλήγουν πουθενά.

Β.   ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΡΙΜΠΕΝΤΡΟΠ-ΜΟΛΟΤΟΦ ΩΣ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΟΣΟΒΙΕΤΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Η διστακτικότητα της Δύσης, θα οδηγήσει τη σοβιετική ηγεσία στον κυνικό ρεαλισμό. Η γερμανική ηγεσία, προκειμένου να διασφαλίσει τα νώτα της λίγο πριν εισβάλει στην Πολωνία, προσεγγίζει την ΕΣΣΔ. Τον Αύγουστο του 1939, ο Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών Γιόαχιμ φον Ρίμπεντροπ και ο πρέσβης στη Μόσχα κόμης Φρήντριχ-Βέρνερ φον Σούλενμπουργκ προτείνουν στους Σοβιετικούς την υπογραφή συμφώνου μη επιθέσεως. Το δέλεαρ είναι σημαντικό: διασφάλιση της ειρήνης, έστω και προσωρινή, ανάπτυξη των εμπορικών σχέσεων (η γερμανική πολεμική βιομηχανία χρειάζεται απεγνωσμένα τις πρώτες ύλες που παράγει η ΕΣΣΔ), κατευνασμός της Ιαπωνίας με την οποία η ΕΣΣΔ βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση και δυνατότητες εδαφικής επέκτασης για τους Σοβιετικούς με τρόπο που θα εγγυάται μεγαλύτερη ζώνη ασφάλειας. Με ιδιαίτερη διακριτικότητα όσον αφορά τη δημοσιότητα του γεγονότος, οι δύο ΥπΕξ υπογράφουν το σύμφωνο στις 23 Αυγούστου.

28 8 1939, υπογραφή Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ

Την 1η Σεπτεμβρίου 1939, η ναζιστική Γερμανία εισβάλλει απρόκλητα στην Πολωνία. Κι ενώ οι γερμανικές δυνάμεις προελαύνουν παρά την ηρωϊκή, μα απέλπιδα, αντίσταση των Πολωνών, αρχίζουν να γίνονται αντιληπτοί και οι μυστικοί όροι του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ: στις 17 Σεπτεμβρίου ο Κόκκινος Στρατός εισβάλλει στην ανατολική Πολωνία. Τρεις ημέρες αργότερα έχει ήδη καταλάβει το Λβίφ, το Κόβελ, το Βίλνο/ Βίλνιους και το Γκρόντνο, αιχμαλωτίζοντας χιλιάδες Πολωνούς αξιωματικούς και στρατιώτες. Οι απλοί στρατιώτες απελευθερώθηκαν σχετικά γρήγορα, όχι όμως και οι αξιωματικοί. Αρκετοί από τους δεύτερους δεν θα επιζήσουν της αιχμαλωσίας: τον Απρίλιο του 1943 γερμανικές δυνάμεις ανακάλυπταν στο δάσος του Κάτυν, κοντά στο κατεχόμενο Σμολένσκ, τους μαζικούς τάφους χιλιάδων Πολωνών αξιωματικών που είχαν εκτελεστεί, πιθανώς το 1940, από τους πράκτορες του Εν Κα Βε Ντε (του διαβόητου Λαϊκού Επιτροπάτου Εσωτερικών Υποθέσεων/ Народный комиссариат внутренних дел). Η επιχείρηση στην Πολωνία παρουσιάζεται στη σοβιετική κοινή γνώμη ως απελευθέρωση της δυτικής Λευκορωσίας και Ουκρανίας!

Φινλανδός πολυβολητής

Ο Χειμερινός Πόλεμος με τη Φινλανδία: Με την ασφάλεια που της παρέχει το Σύμφωνο Ρ.-Μ., η ΕΣΣΔ συνεχίζει την επιχείρηση εδαφικής επέκτασης, αυτή τη φορά προς Βορρά. Τα σοβιετοφινλανδικά σύνορα απέχουν μόλις 30 χλμ. από τη μεγαλούπολή του Λενινγκράντ. Η σοβιετική ηγεσία αποστέλλει στη φινλανδική τελεσίγραφο ζητώντας εδαφικές παραχωρήσεις (προτείνοντας πάντως και αμοιβαίες ανταλλαγές εδαφών). Για να αυξήσει την πίεση, προχωρά και στη συγκρότηση μιας κυβέρνησης ανδρεικέλων, αυτής της «ΛΔ Φινλανδίας», υπό τον Όττο Κουουσίνεν, η οποία θα μείνει γνωστή στην Ιστορία ως «κυβέρνηση του Τεριγιόκι». Οι Φινλανδοί αρνούνται τους όρους του τελεσιγράφου και στις 30 Νοεμβρίου ξεσπά ο πόλεμος. Οι Σοβιετικοί αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες: αφού ο Κόκκινος Στρατός προχώρησε σε φινλανδικό έδαφος σταματά στην αμυντική γραμμή Μάννερχάιμ, όπου θα καθηλωθεί για πάνω από δύο μήνες. Μπορεί η αριθμητική υπεροχή να ανήκει στους Σοβιετικούς, αλλά οι Φινλανδοί έχουν καλύτερο οπλισμό και είναι κατάλληλα εκπαιδευμένοι για ένα χειμερινό πόλεμο στον Βορρά. Μόλις στα τέλη Φεβρουαρίου ο Κόκκινος Στρατός κατορθώνει να διασπάσει τη φινλανδική άμυνα και να αναγκάσει τον Φινλανδό στρατάρχη Μάννερχάιμ σε συνθηκολόγηση (12 Μαρτίου). Οι όροι της είναι χειρότεροι για τους Φινλανδούς από το τελεσίγραφο του Νοεμβρίου: ειδικά η παραχώρηση του Βίμποργκ και οι χιλιάδες πρόσφυγες που θα εγκαταλείψουν την πόλη θα ενισχύσουν μοιραία τα εχθρικά αισθήματα για την ΕΣΣΔ. Επιπλέον, ο Πόλεμος του Χειμώνα κόστισε στην ΕΣΣΔ μεγάλες απώλειες (48 χιλ. νεκροί, 158 χιλ. τραυματίες), ενώ οι αποτυχίες του Κόκκινου Στρατού θα πρέπει να επέτρεψαν σε κάποιους να συναγάγουν συμπεράσματα για το πραγματικό αξιόμαχό του.

Η παράλληλη επέκταση: Τον Απρίλιο του 1940, η Γερμανία καταλαμβάνει τη Δανία και τη Νορβηγία. Ένα μήνα αργότερα ξεκινά την εντυπωσιακή επίθεσή της κατά των χωρών της Μπενελούξ και της Γαλλίας. Στις 14 Ιουνίου οι γερμανικές δυνάμεις εισέρχονται στο Παρίσι. Στις 22 Ιουνίου ο στρατάρχης Πεταίν συνθηκολογεί. Στο μεταξύ, η ΕΣΣΔ συνεχίζει την επέκτασή της: στις 17-23 Ιουνίου καταλαμβάνει αστραπιαία τις τρεις Βαλτικές Δημοκρατίες (Λιθουανία, Λεττονία, Εσθονία), και στο τέλος του μήνα αποσπά από τη Ρουμανία τη Βεσσαραβία και τη Μπουκοβίνα. Έχει πλέον ανακτήσει σχεδόν το σύνολο των εδαφών της τσαρικής Ρωσίας (με την εξαίρεση μέρους της γερμανοκρατούμενης Πολωνίας), αλλά κατέχει πλέον και εδάφη που δεν ανήκαν ποτέ στην αυτοκρατορία των τσάρων (η Γαλικία και η Μπουκοβίνα ανήκαν ως το 1918 στην Αυτοκρατορία των Αψβούργων).

Το Λονδίνο κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών, φθινόπωρο 1940

Η Μάχη της Αγγλίας και η σταδιακή σοβιετική μεταστροφή: Τον Ιούλιο του 1940, οι Γερμανοί αρχίζουν να βομβαρδίζουν τη Βρετανία. Ο πρώτος μεγάλος βομβαρδισμός του Λονδίνου ανάγεται στις 7 Σεπτεμβρίου. Τα γεγονότα αυτά σηματοδοτούν μια σταδιακή μεταστροφή της σοβιετικής κοινής γνώμης, προφανώς με την άτυπη έγκριση της πολιτικής ηγεσίας: τον Οκτώβριο, η Πράφντα δημοσιεύει ρεπορτάζ του ανταποκριτή της στο Λονδίνο στα οποία παρουσιάζεται με ιδιαίτερη συμπάθεια η βρετανική αντίσταση στις γερμανικές επιθέσεις. Η μεταστροφή αυτή παρατηρείται και στους κύκλους των διανοουμένων: την ίδια εποχή, η Αχμάτοβα γράφει το ποίημά της «Προς Λονδρέζους»:

«Του Σαίξπηρ το εικοστό τέταρτο το δράμα
γράφει ο Χρόνος με το αμείλικτό του χέρι.
Κι εμείς, οι καλεσμένοι στη φριχτή γιορτή,
πέρα από το σκοτεινό ποτάμι,
κάλλιο να διαβάσουμε τον Άμλετ, τον Καίσαρα, τον Βασιλέα Ληρ.
Κάλλιο στον τάφο της να συνοδέψουμε τη λατρευτή Ιουλιέττα,
δαυλούς κρατώντας, τραγουδώντας.
Κάλλιο να δούμε μέσα απ’ του Μακμπέθ το παραθύρι.
ρίγη να νιώσουμε μπρος στους φονιάδες, τους κακούργους.
Μα όχι αυτό, όχι αυτό, όχι αυτό…
το δράμα αυτό είναι αβάσταχτο να το διαβάσουμε!» [Άννα Αχμάτοβα «Προς Λονδρέζους», πιθ. φθινόπωρο 1940, εκδόθηκε στη Συλλογή «Избранное Стихи», Τασκένδη 1943.]

Οι γερμανοσοβιετικές σχέσεις διαταράσσονται – η επίσκεψη Μόλοτοφ στο Βερολίνο: Και κάπως έτσι, παρά τη φαινομενική ηρεμία, καθίσταται σαφές ότι κάτι δεν πάει καλά στις γερμανοσοβιετικές σχέσεις. Και οι δύο πλευρές έχουν την αίσθηση ότι πρόκειται για παρά φύση «συμμαχία». Οι Γερμανοί είναι ανήσυχοι με τη σοβιετική εδαφική επέκταση, ιδίως όταν πια οι τυπικά σύμμαχοι έχουν πλησιάσει πολύ τις ρουμανικές πετρελαιοπηγές. Επομένως, είτε η ΕΣΣΔ θα συμμετάσχει ουσιαστικά στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας είτε θα είναι καλύτερο για τη δεύτερη να ξεμπερδεύει μιαν ώρα αρχύτερα με τον ιδεολογικό εχθρό του «ιουδαιομπολσεβικισμού»! Όλα αυτά θα φανούν ακόμη περισσότερο κατά την επίσκεψη του Μόλοτοφ στο Βερολίνο (12-14 Νοεμβρίου). Ο Χίτλερ προτείνει τη σοβιετική συμμετοχή στον διαμελισμό της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, αλλά οι Σοβιετικοί ενδιαφέρονται περισσότερο για τη σταθερότητα στα Βαλκάνια.

Νοέμβριος 1940, Ρίμπεντροπ και Μόλοτοφ, πηγή: Bundesarchiv, Bild 183-1984-1206-523 / CC-BY-SA

Νοέμβριος 1940, Ρίμπεντροπ και Μόλοτοφ, πηγή: Bundesarchiv, Bild 183-1984-1206-523 / CC-BY-SA

Το βράδυ της 13ης Νοεμβρίου, παρατίθεται επίσημο δείπνο στη σοβιετική πρεσβεία στο Βερολίνο, το οποίο διακόπτεται λόγω βρετανικού βομβαρδισμού. Στο καταφύγιο του υπουργείου εξωτερικών, ο Ρίμπεντροπ επαναλαμβάνει στον Μόλοτοφ τη γερμανική πρόταση. Ακολουθεί η εξής στιχομυθία (η οποία, βέβαια, δεν δημοσιεύθηκε ποτέ στον σοβιετικό τύπο: την εκμυστηρεύθηκε ο Στάλιν στον Τσέρτσιλλ, ο οποίος και την κατέγραψε στα απομνημονεύματά του):
Ρίμπεντροπ: «Δεν έχετε, όμως, απαντήσει ακόμη στο ουσιώδες ερώτημα. Θα συνεργαστεί η ΕΣΣΔ στη μεγάλη εκκαθάριση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας;
Μόλοτοφ: «Αν είστε τόσο βέβαιος ότι η Αγγλία είναι τελειωμένη, τότε τι στο καλό κάνουμε σε αυτό το καταφύγιο

ΜΕΡΟΣ Ι

Η ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ: Από την έναρξη της επιχείρησης Μπαρμπαρόσσα ως και τη Μάχη της Μόσχας

«Θα έλεγε κάποιος ότι όλοι περίμεναν τον πόλεμο εδώ και καιρό, κι όμως, την τελευταία ώρα, το ξέσπασμα του πολέμου ήταν κάτι σαν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν προφανώς αδύνατο να προετοιμαστείς για μια δυστυχία τόσο φριχτή». [Κονσταντίν Μιχάιλοβιτς Σίμονοφ (1915-1979) «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί» («Живые и мёртвые»), 1959]

Α.   ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΜΠΑΡΜΠΑΡΟΣΣΑ

α.   Ο Χίτλερ αποφασίζει να επιτεθεί στην ΕΣΣΔ

Κατά τα φαινόμενα, η επόμενη κίνηση του Χίτλερ θα πρέπει να ήταν η εισβολή στη Βρετανία. Μόνο που λόγοι τόσο «τεχνικής» όσο και ιδεολογικής φύσης καθιστούσαν το εγχείρημα αυτό εξαιρετικά δυσχερές. Το σχέδιο μιας απόβασης στη Βρετανία ενείχε σχεδόν αξεπέραστες δυσκολίες. Ο τελευταίος στην ιστορία που τα είχε καταφέρει, χάρη σε ευνοϊκές συγκυρίες, ήταν ένας Νορμανδός Δούκας σχεδόν 900 χρόνια πιο πριν. Επιπλέον, για τον Χίτλερ, μια τέτοια επίθεση κατά των Άγγλων ήταν αντίθετη προς τις ιδεολογικές πεποιθήσεις του. Ο ηγέτης του ναζισμού ποτέ δεν είχε κρύψει τον θαυμασμό του για τους Άγγλους: ήταν η άλλη «κυρίαρχη» φυλή, με την οποία θα μοιραζόταν τον κόσμο. Το πρότυπο του Χίτλερ για μια αχανή γερμανική αυτοκρατορία στην Ανατολή δεν ήταν άλλο από τη βρετανική Ινδία: πώς λίγοι κυρίαρχοι κατορθώνουν να επιβληθούν στα εκατομμύρια των ιθαγενών. Αργά ή γρήγορα, Γερμανία και Βρετανία θα έφταναν σε φιλικό διακανονισμό. Αν μάλιστα έβγαινε από τη μέση ο μόνος σοβαρός δυνητικός σύμμαχος των Βρετανών, η ΕΣΣΔ, τότε όλα θα γίνονταν πιο απλά. Επιπλέον, η Γερμανία θα ξεμπέρδευε με τον αιώνιο ιδεολογικό αντίπαλο, «το όνειδος του ιουδαιομπολσεβικισμού». Στις 18 Δεκεμβρίου 1940, ο Χίτλερ παίρνει την οριστική απόφασή του να επιτεθεί στην ΕΣΣΔ! Ήταν περήφανος για την επιχείρηση που είχσ σχεδιασθεί κι απόλυτα αισιόδοξος για την κατάληξή της.

«Όταν η Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα αρχίσει, ολόκληρη η υφήλιος θα κρατήσει την ανάσα της

«Απλώς θα χτυπήσουμε την πόρτα κι ολόκληρο το σαθρό οικοδόμημα θα καταρρεύσει μονομιάς!»

Ο πόλεμος αυτός θα ήταν διαφορετικός: φυλετικός, δίχως περιορισμούς. Η Βέρμαχτ δεν όφειλε να τηρήσει το δίκαιο του πολέμου, μια και «η ΕΣΣΔ δεν δεσμευόταν από τις σχετικές συνθήκες». Κομμισσάριοι και στελέχη του ΚΚΣΕ, Εβραίοι και αντάρτες θα παραδίδονταν στις ειδικές ομάδες των Ες Ες και τη στρατιωτική αστυνομία προς εκτέλεση. Ο άμαχος πληθυσμός, ως «Σλάβοι υπάνθρωποι», δεν θα ετύγχαναν καμιάς προστασίας, ούτε θα δικαιούνταν τρόφιμα ή ό,τι άλλο.

Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα, Ιούνιος-Δεκέμβριος 194- Πηγή: χρήστης Gdr στην αγγλική έκδοση της Βικιπαίδειας [en.wikipedia]

Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα, Ιούνιος-Δεκέμβριος 194- Πηγή: χρήστης Gdr στην αγγλική έκδοση της Βικιπαίδειας [en.wikipedia]

Σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο, τα γερμανικά στρατεύματα θα εισβάλουν στη Σοβιετική Ένωση σε διάταξη τρίαινας αποτελούμενης από τρεις ομάδες στρατιών: Βορρά, υπό τον Βίλχελμ φον Λέεμπ, Κέντρου, υπό τον Φέντορ φον Μποκ, και Νότου, υπό τον Γκερτ φον Ρούντστεντ. Ο τρομερά φιλόδοξος στόχος είναι η κατάληψη ολόκληρης της ευρωπαϊκής ΕΣΣΔ μέχρι το Αρχανγκέλσκ, τα Ουράλια και το Αστραχάν στις εκβολές του Βόλγα!

β.   Το σοβιετικό «μούδιασμα» και η έναρξη του πολέμου

Όσο πλησίαζε το θέρος του 1941 τόσο πύκνωναν τα μηνύματα με αποδέκτη τη σοβιετική κυβέρνηση σχετικά με επικείμενη γερμανική εισβολή. Έχοντας προφανώς επίγνωση του ότι ο Κόκκινος Στρατός ήταν ανέτοιμος για μια τέτοια σύγκρουση, η ηγεσία της ΕΣΣΔ προσπαθούσε απελπισμένα να αναβάλει το μοιραίο, προσποιούμενη ότι όλα έβαιναν καλώς όσον αφορά τις γερμανοσοβιετικές σχέσεις.

Στις 5 Μαΐου, ο Στάλιν δεξιωνόταν στο Κρεμλίνο αποφοίτους στρατιωτικών σχολών. Τους μίλησε για περίπου σαράντα λεπτά. Την επομένη, η Πράβντα συνόψιζε τον λόγο σε πέντε ή έξι ανώδυνες γραμμές. Το περιεχόμενο της ομιλίας επρόκειτο να γίνει γνωστό πολύ αργότερα.

«Η κατάσταση είναι εξαιρετικά σοβαρή και δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο γερμανικής επίθεσης πολύ σύντομα… Με όλα τα διπλωματικά μέσα που διαθέτει, η σοβιετική κυβέρνηση θα προσπαθήσει να αποτρέψει το ενδεχόμενο αυτό, τουλάχιστον μέχρι το φθινόπωρο. Τότε θα είναι πολύ αργά για τους Γερμανούς. Μπορεί να το κατορθώσουμε, μπορεί και όχι…».

Επισήμως όλα συνέχιζαν να είναι ήρεμα. Άλλωστε, οι μεθοριακές σοβιετικές δυνάμεις είχαν λάβει διαταγές να μην αντιδρούν σε ύποπτες κινήσεις των γερμανικών στρατευμάτων, προκλήσεις ή παραβιάσεις του εναέριου χώρου της ΕΣΣΔ. Στις 14 Ιουνίου, το πρακτορείο ΤΑΣΣ εξέδιδε το περιβόητο ανακοινωθέν με το οποίο προσπαθούσε να πείσει ότι οι σχέσεις της ΕΣΣΔ με τη Γερμανία ήταν περίπου ανέφελες. Οι προσεκτικοί παρατηρητές περίμεναν τις γερμανικές αντιδράσεις. Δεν υπήρξε καμία.

Στα απομνημονεύματά του, ο Σοβιετικός στρατηγός Ιβάν Φεντιουνίνσκι διηγείται ένα παράξενο περιστατικό:

«Στις 18 Ιουνίου, εμφανίστηκε σε κάποιο σοβιετικό φυλάκιο ένας Γερμανός λιποτάκτης. Ισχυριζόταν πως, ενώ ήταν μεθυσμένος, χτύπησε έναν αξιωματικό. Είχε τον φόβο ότι θα τον περνούσαν από στρατοδικείο και θα τον τουφέκιζαν. Διατεινόταν ότι συμπαθούσε τους Ρώσους γιατί ο πατέρας του ήταν κομμουνιστής. Στο τέλος, είπε σε αυτούς που τον ανέκριναν ότι, στις 22 Ιουνίου στις 4 το πρωί, ο γερμανικός στρατός θα εισέβαλε στη Ρωσία

Είχε ήδη πέσει η σύντομη νύχτα της 21ης Ιουνίου όταν ο Γερμανός πρεσβευτής στη Μόσχα, o κόμης Φρήντριχ-Βέρνερ φον Σούλενμπουργκ επισκέφτηκε τον Λαϊκό Επίτροπο Εξωτερικών Υποθέσεων Βιατσεσλάφ Μιχάιλοβιτς Μόλοτοφ, έπειτα από επανειλημμένες τηλεφωνικές κλήσεις του δεύτερου. Ο φον Σούλενμπουργκ, που αγνοούσε τα πάντα για τις αποφάσεις που είχε λάβει ο Χίτλερ κι η ναζιστική ηγεσία εδώ και μήνες, κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Επιστρέφοντας στην πρεσβεία, βρήκε τις οδηγίες του ΥπΕξ φον Ρίμπεντροπ: θα έπρεπε να μεταβεί αμέσως εκ νέου στο Κρεμλίνο και, χωρίς καμία συζήτηση, να διαβάσει στον Μόλοτοφ ένα τηλεγράφημα του Χίτλερ που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά συγκεκαλυμμένη κήρυξη πολέμου. Ο Ρώσος ΥπΕξ άκουσε αμίλητος το τηλεγράφημα κι έπειτα είπε στον φον Σούλενμπουργκ: «Πόλεμος, λοιπόν… Πιστεύετε ότι αξίζαμε κάτι τέτοιο;» [Alexander Werth (Александр Верт) “Russia At War, 1941-1945”, Barrie & Rockliff, Λονδίνο, 1964/ γαλλική έκδοση: « La Russie en guerre », t. 1 « La patrie en danger, 1941-1942 », τελευταία αναθεωρημένη έκδοση, Tallandier, σειρά Texto, Παρίσι, 2012, σελ. 195-201, 225]

Είχε αρχίσει να χαράζει. Την ίδια ώρα, τρία εκατομμύρια Γερμανοί στρατιώτες, μαζί με ένα εκατομμύριο συμμάχους τους, (Ρουμάνους, Ούγγρους, Σλοβάκους και Ιταλούς) εισέβαλλαν στη Σοβιετική Ένωση, αρχίζοντας μια προέλαση που επρόκειτο σύντομα να τους φέρει στα περίχωρα της Μόσχας και του Λενινγκράντ και στις όχθες του Βόλγα. Η πιο μεγάλη πολεμική αναμέτρηση της Ιστορίας είχε μόλις αρχίσει.

Γερμανικές δυνάμεις τεθωρακισμένων περνούν τα πολωνοσοβιετικά σύνορα φωτογραφία Bundesarchiv, Bild 101I-185-0139-20  Grimm, Arthur  CC-BY-SA

Γερμανικές δυνάμεις τεθωρακισμένων περνούν τα πολωνοσοβιετικά σύνορα. Πηγή: Bundesarchiv, Bild 101I-185-0139-20 Grimm, Arthur CC-BY-SA

γ.   Η γερμανική προέλαση και η πανωλεθρία του Κόκκινου Στρατού

Οι πρώτες εβδομάδες του πολέμου αποτελούν πραγματική πανωλεθρία για τον Κόκκινο Στρατό. Σε πολλές περιπτώσεις, οι δυνάμεις του υποχωρούν άτακτα ή προβάλλουν αντίσταση χωρίς συντονισμό και υποστήριξη και συχνά περικυκλώνονται από τις γερμανικές. Μεγάλος αριθμός αεροσκαφών και αρμάτων μάχης καταστρέφονται. Στη Μόσχα, η σύγχυση της ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας είναι πρόδηλη: υπάρχει απόλυτη αδυναμία κατανόησης της κατάστασης. Οι αρχικές διαταγές της πρώτης ημέρας καταδεικνύουν ότι στο σοβιετικό επιτελείο νομίζουν πως είναι απλώς κάποια γερμανική πρόκληση στην οποία δεν πρέπει να ενδώσουν οι σοβιετικές δυνάμεις. Όταν πλέον γίνεται αντιληπτό ότι πρόκειται για κανονική εισβολή, οι διαταγές που δίνονται είναι εντελώς εξωπραγματικές. Το επιτελείο κάνει λόγο για επιχειρήσεις στο εχθρικό έδαφος και βομβαρδισμό των πόλεων της Ανατολικής Πρωσίας, τη στιγμή που ο Κόκκινος Στρατός υποχωρεί παντού!
Στην Ουκρανία, ήδη από τις αρχές του Ιουλίου, οι σοβιετικές δυνάμεις έχουν υποχωρήσει πέρα από τα παλαιά (προ του 1939) σύνορα! Σχεδόν ολόκληρη η Λευκορωσία και η πρωτεύουσά της, το Μινσκ, είχε καταληφθεί, όπως και μεγάλο μέρος των Βαλτικών Δημοκρατιών.

Εξηγήσεις για την υποχώρηση: Πώς εξηγείται η πανωλεθρία αυτή των Σοβιετικών;

– Οι Γερμανοί έχουν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, υπεροχή σε ανθρώπινο δυναμικό και εξοπλισμό (αριθμητική και ποιοτική). Έχουν ένα συγκεκριμένο σχέδιο το οποίο εκτελούν. Τα στρατεύματά τους είναι εμπειροπόλεμα και έχουν άριστο ηθικό, ειδικά μετά τον αστραπιαίο θρίαμβο της προηγούμενης χρονιάς στη Δύση.

– Ο Κόκκινος Στρατός πληρώνει διπλά το τίμημα των εκκαθαρίσεων του 1937-38, όταν διώχθηκαν κάπου 15.000 αξιωματικοί, δηλαδή ποσοστό περίπου 15 % του σώματος (το οποίο είναι πολύ μεγαλύτερο όσον αφορά τους ανώτατους αξιωματικούς). Όσοι έχουν απομείνει είναι σε μεγάλο βαθμό άπειροι (οι μόνες πρόσφατες πολεμικές εμπειρίες του Κόκκινου Στρατού αφορούσαν ειδικές περιπτώσεις: τον Ισπανικό Εμφύλιο και τον πόλεμο στην Άπω Ανατολή κατά των Ιαπώνων, όταν ο Ζούκοφ είχε συντρίψει τους Ιάπωνες στον ποταμό Χαλκίν-Γκολ της Μογγολίας το 1939). Επιπλέον, οι εκκαθαρίσεις αποδεικνύονται καταστροφικές και διότι έχουν ενισχύσει διάφορες ιδεοληψίες και τον στείρο δογματισμό σε επίπεδο τακτικής και στρατηγικής. Η άμυνα παραμελείται εντελώς. Η αξία των τεθωρακισμένων και της κινητικότητας των μονάδων απορρίπτεται ως «ξεπερασμένη αστική ιδεοληψία». Ας θυμηθούμε ότι το γνωστότερο θύμα των εκκαθαρίσεων ήταν ο εκτελεσθείς στρατάρχης Μιχαήλ Νικολάγιεβιτς Τουχατσέφσκι, ο οποίος είχε αναπτύξει ιδιαίτερα πρωτοποριακές θεωρίες στρατηγικής και τακτικής (πίστευε λ.χ. ότι η πραγματική αξία μιας μονάδας βρίσκεται στον συσχετισμό της δύναμης πυρός και των δυνατοτήτων της κίνησης – ήταν θιασώτης των επιχειρήσεων σε βάθος κ.λπ.).

– Η γερμανική εισβολή βρίσκει τον Κόκκινο Στρατό ενώ ακόμη εξελίσσεται πρόγραμμα ριζικής αναδιοργάνωσης και εξοπλισμού του (βλ. άρθρο του, τότε, στρατηγού Ζούκοφ στην Πράφντα της 23ης Φεβρουαρίου 1941). Τα περισσότερα αεροσκάφη και άρματα μάχης που διαθέτει ανήκουν σε ξεπερασμένους τύπους. Επιπλέον, τα πληρώματά τους είναι ελλιπώς εκπαιδευμένα. Π.χ. οι πιλότοι των σοβιετικών αεροπλάνων που προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν τη γερμανική εισβολή είχαν σε αρκετές περιπτώσεις μόλις 4-15 ώρες πτήσης, την ώρα που ο αντίστοιχος αμερικανικός στρατιωτικός κανονισμός απαιτούσε 150 ώρες πτήσης για να κριθεί πιλότος ως μάχιμος! Κι ακόμη, η ΕΣΣΔ δεν διέθετε σοβαρή αυτοκινητοβιομηχανία: η έλλειψη αυτή συνεπαγόταν θεμελιώδη αδυναμία του Κόκκινου Στρατού σε θέματα συγκρότησης μηχανοκίνητων μονάδων, μεταφορών, εφοδιασμού και υποστήριξης.

– Τέλος, η εδαφική επέκταση της ΕΣΣΔ προς Δυσμάς αποτελούσε επιπρόσθετο μειονέκτημα σε περίπτωση εχθρικής επίθεσης: οι αμυντικές οχυρώσεις ήταν πρόχειρες κι ελλιπείς, τα στρατιωτικά αεροδρόμια λιγοστά. Ειδικά στις περιπτώσεις εδαφών που ποτέ δεν ανήκαν στη Ρωσία (Γαλικία, Μπουκοβίνα) η στάση του πληθυσμού ήταν έως και εχθρική προς τις σοβιετικές δυνάμεις. Στη δυτική Ουκρανία λ.χ., οι ομάδες των εθνικιστών ανταρτών του Μπαντέρα είχαν την ευκαιρία να εκμεταλλευθούν το ξεκίνημα της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσσα προβαίνοντας σε πολυάριθμα σαμποτάζ που επέτειναν τη σύγχυση και τον πανικό του σοβιετικού στρατού.

Στο οχυρό του Μπρεστ-Λιτόφσκ: Και όμως… όπου υπήρχαν οι στοιχειώδεις έστω προϋποθέσεις, ο Κόκκινος Στρατός προέβαλε αντίσταση έως κι ηρωική. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ήταν αυτό της φρουράς του οχυρού του Μπρεστ-Λιτόφσκ.

Η Πύλη του Χολμ στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ

Η Πύλη του Χολμ στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ

Το Μπρεστ, κάποτε Μπρεστ-Λιτόφσκ, βρίσκεται στη Λευκορωσία στα σύνορα της χώρας με την Πολωνία. Η πόλη αποτελούσε πολωνικό έδαφος μέχρι το 1795, όταν, με τον τρίτο διαμελισμό της Πολωνίας, κατέληξε στη Ρωσία. Για να διασφαλισθεί η άμυνα της πόλης και της περιοχής της από κάθε πιθανό εισβολέα, οι Ρώσοι έχτισαν στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα ένα από τα πιο επιβλητικά φρούρια της εποχής σε ένα νησί που σχηματίζεται ανάμεσα στους ποταμούς Μπουγκ και Μοχαβέτς.

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το φρούριο κατελήφθη από τους Γερμανούς. Από την πόλη του Μπρεστ-Λιτόφσκ έστειλαν οι Γερμανοί ένα από τα πιο προκλητικά τελεσίγραφα στη Ρωσία των Μπολσεβίκων πλέον, στα τέλη του 1917. Στο οχυρό της πόλης υπογράφηκε τον Μάρτιο του 1918, μετά από διαπραγματεύσεις μηνών, η Συνθήκη ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόφσκ η οποία έθετε τέρμα στον πόλεμο μεταξύ Γερμανικής Αυτοκρατορίας και Ρωσίας των Λένιν και Τρότσκι.

Η πόλη αλλάζει χέρια κάμποσες φορές μεταξύ Γερμανών, Ρώσων και Πολωνών στους οποίους και καταλήγει το 1921. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα αποτελέσει το θέατρο σκληρών μαχών δύο φορές. Η πρώτη πολιορκία της πόλης και του οχυρού ανάγεται στον Σεπτέμβριο του 1939, όταν η πολωνική φρουρά του οχυρού υπό τον στρατηγό Κονστάντυ Πλισόφσκι θα προσπαθήσει ανεπιτυχώς να αποκρούσει την επίθεση των γερμανικών δυνάμεων του στρατηγού Χάιντς Γκουντέριαν. Οι Γερμανοί καταλαμβάνουν το φρούριο στις 17/18-9-1939, αλλά 4 ημέρες μετά το παραδίδουν στους Σοβιετικούς σύμφωνα με τους όρους του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ. Σε λιγότερο από δύο χρόνια θα χρειαστεί να το πολιορκήσουν εκ νέου.

Οι Γερμανοί έφτασαν στην πόλη ήδη από την πρώτη ημέρα της εισβολής. Δύο ημέρες μετά, στις 24 Ιουνίου 1941, η πόλη είχε καταληφθεί, όχι όμως και το οχυρό της, όπου αντιστέκεται ηρωϊκά ισχυρή σοβιετική δύναμη. Μέχρι το τέλος του Ιουνίου οι Γερμανοί έχουν καταλάβει το μεγαλύτερο τμήμα του οχυρού. Ωστόσο θα συνεχίσουν να υπάρχουν μεμονωμένα σημεία αντίστασης μέσα στο φρούριο τουλάχιστον έως τις 24 Ιουλίου. Σε κάποιον από εκείνους τους γενναίους υπερασπιστές ανήκει κι η χαραγμένη στον τοίχο θρυλική επιγραφή: «Я умираю, но не сдаюсь! Прощай, Родина! 20.VII.41» («Εγώ πεθαίνω, αλλά δεν παραδίνομαι! Αντίο Πατρίδα! 20 Ιουλίου 1941»). Τον συγκεκριμένο χώρο στον οποίο βρέθηκε η επιγραφή τον υπερασπίζονταν στρατιωτικές μονάδες του Εν Κα Βε Ντε.

Η θρυλική επιγραφή «Πεθαίνω, αλλά δεν παραδίνομαι» στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ, σήμερα στο Μουσείο Ενόπλων Δυνάμεων στη Μόσχα

Η θρυλική επιγραφή «Πεθαίνω, αλλά δεν παραδίνομαι» στο φρούριο του Μπρεστ-Λιτόφσκ, σήμερα στο Μουσείο Ενόπλων Δυνάμεων στη Μόσχα

Το σύνολο σχεδόν της φρουράς θυσιάστηκε, εκτός από λίγους βαριά τραυματισμένους τους οποίους αιχμαλώτισαν οι Γερμανοί. Κάποιοι από αυτούς κατόρθωσαν να επιζήσουν στην αιχμαλωσία. Η τραγική ειρωνεία έγκειται στο ότι, μετά την απελευθέρωσή τους το 1945, αντί να τους υποδεχτούν στην πατρίδα ως ήρωες, τους έστειλαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Γκουλάγκ ως ύποπτους συνεργασίας με τον εχθρό.

Β.   Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗΣ

α.   Η σοβιετική ηγεσία παίρνει τον λόγο

Ο πρώτος που απευθύνθηκε στον σοβιετικό λαό μετά τη γερμανική εισβολή ήταν ο ΥπΕξ Μόλοτοφ, το βράδυ της 22ας Ιουνίου. Ο Μόλοτοφ δεν ήταν σπουδαίος ρήτορας κι η κάπως εκνευριστική ένρινη φωνή του δεν βοηθούσε τα πράγματα. Ίσως, όμως, τα κομπιάσματα του λόγου του Μόλοτοφ να ήταν ό,τι πιο κατάλληλο για να φανεί η έκπληξη της σοβιετικής ηγεσίας. Ο Μόλοτοφ στάθηκε στον απρόκλητο και άδικο χαρακτήρα της εισβολής, προσπάθησε να φανεί πατριωτικός, αλλά οι λέξεις κι ο τόνος του πρόδιναν πικρία, ταπείνωση και κάποια αμηχανία. Ίσα που κατάφερε να ψελλίσει ότι «ο αγώνας μας είναι δίκαιος, θα νικήσουμε».

Πολύ πιο ενδιαφέρων και γλαφυρός υπήρξε ο λόγος που εκφώνησε λίγο αργότερα ο Βρετανός πρωθυπουργός Γουίνστον Τσέρτσιλλ:

«Κανείς δεν υπήρξε σταθερότερος πολέμιος του κομμουνισμού κατά τη διάρκεια των τελευταίων 25 ετών απ’ ό,τι εγώ. Δεν πρόκειται να απαρνηθώ τίποτε από όσα έχω πει επί του θέματος αυτού. Όμως…
Βλέπω τους Ρώσους στρατιώτες πάνω στη γενέθλια γη τους. Τους βλέπω να υπερασπίζουν τις εστίες τους, εκεί που οι μάνες και οι γυναίκες τους προσεύχονται (ω, ναι, υπάρχουν στιγμές που όλοι προσεύχονται) για τη σωτηρία των αγαπημένων τους. Βλέπω χιλιάδες ρώσικα χωριά όπου οι άνθρωποι μοχθούν σκληρά καλλιεργώντας τη γη για να επιβιώσουν, εκεί, όμως, όπου υπάρχουν οι πρωταρχικές χαρές της ανθρώπινης ζωής, εκεί όπου παίζουν κοπέλες και παιδιά. Και βλέπω να εφορμά ενάντια σε αυτούς τους ανθρώπους η τρομακτική πολεμική μηχανή των ναζί. Βλέπω τον ανόητο Ούνο, υπάκουο και βίαιο ρομπότ, να ορμά σαν τις ακρίδες

Ο λόγος του Βρετανού πρωθυπουργού ήταν υπόσχεση άμεσης συμμαχίας. Ήταν πιθανώς το πρώτο ενθαρρυντικό μήνυμα που λάμβανε η σοβιετική ηγεσία την αποφράδα εκείνη 22α Ιουνίου.

Κι έπειτα, αφού πέρασαν δώδεκα ολόκληρες δραματικές ημέρες, ο Στάλιν μίλησε. Ο λόγος του μεγάλου αρχηγού άρχιζε απροσδόκητα:

Στάλιν, 3 Ιουλίου 1941

Στάλιν, 3 Ιουλίου 1941

«Σύντροφοι, πολίτες, αδερφοί κι αδερφές μου, μαχητές του στρατού και του ναυτικού μας! Απευθύνομαι σε σας, φίλοι μου

Ο Στάλιν δεν προσπάθησε να εξωραΐσει την κατάσταση. Την περιέγραψε με ακρίβεια και, παρά τον δραματικό χαρακτήρα της με ψυχραιμία. Δικαιολόγησε το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μόλοτοφ ως μοναδικό τρόπο για διασφάλιση της ειρήνης. Έπειτα, εξέθεσε ένα πραγματικό πρόγραμμα πολέμου, ενός πολέμου ολοκληρωτικού που θα απαιτούσε τη συστράτευση όλων των δυνάμεων της σοβιετικής κοινωνίας και, δίχως αμφιβολία, μεγάλες θυσίες. Μαζική επιστράτευση, συγκρότηση ομάδων πολιτοφυλακής, οργάνωση πολιτικής άμυνας, χρήση όλων των παραγωγικών δομών στην υπηρεσία της πολεμικής προσπάθειας, διαταγή περί «καμμένης γης» ώστε ο εισβολέας να μη βρίσκει τίποτε, ανταρτοπόλεμος στα κατεχόμενα από τον εχθρό εδάφη. Τέλος εξέφρασε ευγνωμοσύνη προς τον Τσέρτσιλλ και τη Βρετανία, καθώς και στην κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Η καλύτερη περιγραφή της αίσθησης που προκάλεσε στον σοβιετικό λαό το διάγγελμα του Στάλιν περιέχεται στο μυθιστόρημα του Σίμονοφ «Οι Ζωντανοί και οι Νεκροί»:

Κ. Μ. Σίμονοφ

Κ. Μ. Σίμονοφ

«Ο Στάλιν μιλούσε αργά, βαριά, με έντονη γεωργιανή προφορά. Κάποια στιγμή, στη μέση του λόγου του, τον ακούσαμε, μετά τον ήχο του κρυστάλλου ενός ποτηριού, να πίνει νερό. Μιλούσε χαμηλόφωνα και θα μπορούσε να φαίνεται απολύτως ήρεμος αν δεν ήταν η βαριά, λαχανιασμένη ανάσα κι ο ήχος του νερού που έπινε.

Μολονότι, όμως, ήταν συγκινημένος, ο τόνος του εξακολουθούσε να είναι σταθερός, η σιγανή φωνή του ηχούσε δίχως διακυμάνσεις, δίχως ερωτηματικά… Κι από την αντίθεση μεταξύ αυτού του σταθερού λόγου και του τραγικού χαρακτήρα της κατάστασης την οποία εξέθετε, διαφαινόταν μια δύναμη, μια δύναμη που δεν ξάφνιαζε. Από τον Στάλιν θα το περίμενε κανείς.

Τον Στάλιν μπορούσε να τον συμπαθεί κάποιος με διάφορους τρόπους: απεριόριστα ή με επιφυλάξεις, με θαυμασμό και ορισμένο φόβο. Ορισμένοι, μάλιστα, δεν τον συμπαθούσαν καν. Κανείς, όμως, δεν αμφέβαλλε για το θάρρος και τη σιδερένια του θέληση. Ακριβώς αυτές οι ικανότητες έμοιαζαν τώρα οι πλέον απαραίτητες για τον άνθρωπο που ηγείται μιας εμπόλεμης χώρας.

Ο Στάλιν δεν χαρακτήριζε την κατάσταση ως τραγική. Ήταν δύσκολο να τον φανταστείς να προφέρει αυτή τη λέξη. Εκείνα, όμως, για τα οποία μιλούσε – η μαζική επιστράτευση, τα κατεχόμενα εδάφη, ο ανταρτοπόλεμος – σήμαιναν το τέλος των ψευδαισθήσεων. Είχαμε υποχωρήσει σχεδόν παντού και μάλιστα κατά πολύ. Η αλήθεια ήταν πικρή, αλλά κάποιος την έλεγε επιτέλους, και μαζί με την αλήθεια νιώθαμε τη γη πιο στέρεη κάτω από τα πόδια μας.

Ο Στάλιν περιέγραφε το δυστυχές ξεκίνημα αυτού του γιγάντιου και τρομερού πολέμου δίχως να αλλάξει το συνηθισμένο λεξιλόγιό του, μιλούσε για τις μεγάλες δυσκολίες που έπρεπε να ξεπεράσουμε το ταχύτερο δυνατό και σε όλα αυτά δεν διαισθανόσουν την αδυναμία, αλλά τη δύναμη.

Αυτά τουλάχιστον σκεφτόταν ο Σιντσόφ ξαπλωμένος, ενώ βογγούσε ο ετοιμοθάνατος διπλανός του, και δεν σταματούσε να αναθυμάται κάθε λεπτομέρεια του λόγου του Στάλιν και το κάλεσμά του που συγκινούσε κατευθείαν τις καρδιές: “Φίλοι μου!”, λέξεις που ολόκληρο το νοσοκομείο τις επαναλάμβανε εκείνη την ημέρα.

“Φίλοι μου…”, μουρμούριζε ο Σιντσόφ και ξαφνικά κατάλαβε πως απ’ οτιδήποτε σπουδαίο, ακόμη και τεράστιο, είχε πετύχει ο Στάλιν έλειπαν πάντα αυτές οι λέξεις που ακούστηκαν σήμερα: “Αδερφοί κι αδερφές μου! Φίλοι μου!”. Ή μάλλον έλειπε το αίσθημα που έκρυβαν τούτες οι λέξεις. Να ήταν άραγε μοναχά η τραγωδία ενός πολέμου που γέννησε τις λέξεις αυτές, το αίσθημα αυτό;

Το ουσιώδες, αυτό που έμενε στην ψυχή μετά το διάγγελμα του Στάλιν, ήταν η πελώρια προσδοκία μιας αλλαγής: ότι όλα θα πήγαιναν καλύτερα…»

β.   Η πρώτη αναχαίτιση του γερμανικού Blitzkrieg: Σμολένσκ

Το πρόγραμμα πολέμου που είχε εξαγγείλει στις 3 Ιουλίου ο Στάλιν άρχισε σταδιακά να τίθεται σε εφαρμογή. Η στρατιωτική διοίκηση χωρίστηκε σε τρεις «άξονες»: ΒΔ με επικεφαλής τον στρατάρχη Βοροσίλοφ (και πολιτικό επίτροπο τον Ζντάνοφ), Δ με επικεφαλής τον στρατάρχη Τιμοσένκο (π.επ. Μπουλγκάνιν) και ΝΔ υπό τον στρατάρχη Μπουντιόννι (π.επ. Χρουστσόφ). Στις 16 Ιουλίου επανήλθε στο στράτευμα ο θεσμός της διπλής διοίκησης: δίπλα σε κάθε αξιωματικό, διοίκηση ασκούσε και ο κομμισσάριος του κόμματος (σε επίπεδο λόχου: πολιτικός καθοδηγητής/ политический руководитель). Σχεδόν ταυτόχρονα ξεκινούσε η τεράστια προσπάθεια μετεγκατάστασης των βιομηχανικών μονάδων από τη Δύση στα Ουράλια, τον Βόλγα και την Κεντρική Ασία.

Την ίδια μέρα, οι εμπροσθοφυλακές των στρατευμάτων του φον Μποκ συνάντησαν απροσδόκητα σκληρή αντίσταση ενώ πλησίαζαν στο Σμολένσκ. Η σοβιετική διοίκηση είχε αποφασίσει να δώσει απόλυτη προτεραιότητα στον άξονα Σμολένσκ-Μόσχας παρατάσσοντας ό,τι καλύτερο διέθετε σε στράτευμα και οπλισμό. Στο Σμολένσκ, επίσης, ο ΚΣ εμφάνισε για πρώτη φορά κι ένα όπλο σχεδόν μυθικό: τους πολλαπλούς εκτοξευτήρες πυραύλων που έμειναν στην Ιστορία με το προσωνύμιο «Κατιούσα». Πολύ πιο εξελιγμένοι και αποτελεσματικοί από τους αντίστοιχους γερμανικούς, σκόρπιζαν τον τρόμο στις τάξεις της Βέρμαχτ. Οι Γερμανοί στρατιώτες έκαναν λόγο για «αρμόνιο του Στάλιν»!

"Κατυούσα"

«Κατυούσα»

Τυπικά η Μάχη του Σμολένσκ είναι σοβιετική ήττα, μια και η πόλη έπεσε. Στην πραγματικότητα αποτελεί κομβικό σημείο του πολέμου, δεδομένου ότι η αντίσταση του Κόκκινου Στρατού καθυστέρησε δραματικά τη γερμανική προέλαση. Μέχρι τον Αύγουστο οι δυνάμεις της Βέρμαχτ δεν είχαν κατορθώσει να διασπάσουν τη σοβιετική άμυνα στη γραμμή Γιάρτσεβο-Γέλνιγια-Ντέσνα, κάπου 30 χλμ. ανατολικά του Σμολένσκ. Ίσως αυτή η καθυστέρηση να ήταν το γεγονός που απέτρεψε την πραγματοποίηση του μαξιμαλιστικού σχεδίου του Χίτλερ για προέλαση μέχρι τα Ουράλια!

Η αξία αυτής της σχετικής επιτυχίας που κόστισε αρκετές απώλειες επρόκειτο να αποδειχθεί πολύ αργότερα. Προς το παρόν, νέες μεγάλες συμφορές περίμεναν τη Σοβιετική Ένωση.

[Πρόκειται, εκ νέου, για το κείμενο ομιλίας του Ρογήρου στο πλαίσιο εκδήλωσης που οργάνωσε, στις 19 Ιουνίου 2015, η Ελληνική Κοινότητα Λουξεμβούργου. Για να μη διαταράξω τη ροή του κειμένου, προτίμησα να μην παραθέσω διαδικτυακούς συνδέσμους (ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να αναζητήσει ευχερώς πληροφορίες για πρόσωπα και γεγονότα στις διάφορες γλωσσικές εκδόσεις της Βικιπαίδειας) ούτε και πλήρεις παραπομπές. Το βασικό βοήθημα (που οδήγησε στη διαμόρφωση της δομής του κειμένου και αποτέλεσε την πηγή των περισσότερων από τα πρωτότυπα κείμενα που παρατίθενται) είναι το συγκλονιστικό έργο του Alexander Werth (Александр Верт) «Η Ρωσία σε πόλεμο». Πολλά στοιχεία αντλήθηκαν και από τα βιβλία και άρθρα των Ζαν Λοπέζ, Ντ, Γκλάντς, Μπορίς Λωράντ και Άντονυ Μπήβορ. Στο τέλος της σειράς των αναρτήσεων θα παρατεθεί ενδεικτική βιβλιογραφία. Τέλος, αποκλίνοντας από τη συνήθη τακτική μου, επέλεξα να μεταγράψω τα ρωσικά ονόματα συμβατικά, με βάση τη γραφή και όχι την προφορά, διορθώνοντας μόνο τα σφάλματα τονισμού: π.χ. Μόλοτοφ (και όχι Μολότοφ, κατά τη συνήθη ελληνική μεταγραφή, ή Μόλαταφ, κατά τη ρωσική προφορά). Έχω την εντύπωση ότι κάτι τέτοιο θα προκαλέσει μικρότερη σύγχυση στους αναγνώστες.]

Διά Πυρός και Σιδήρου

Απρίλιος 6, 2012

«Το 1647 ήταν παράξενη χρονιά. Στη γη και στον ουρανό φάνηκαν αλλόκοτα σημάδια, από αυτά που προμηνύουν συμφορές κι ασυνήθιστα γεγονότα. Την άνοιξη, όπως σημειώνουν τα χρονικά της εποχής, σμήνη ακρίδων ξεχύθηκαν από τις Άγριες Στέπες και κατέφαγαν τα σπαρτά και το χορτάρι, κι αυτό το σημάδι ήταν προάγγελος τατάρικων επιδρομών ή ίσως ενός μεγάλου πολέμου. Στις αρχές του καλοκαιριού έγινε μια μεγάλη έκλειψη ηλίου και λίγες ημέρες αργότερα ένας κομήτης εμφανίστηκε στον ουρανό. Στη Βαρσοβία, οι άνθρωποι είδαν στα σύννεφα του ουρανού σχήματα που έμοιζαν με τάφους και με φλογισμένους σταυρούς κι άρχισαν να προσφέρουν ελεημοσύνες και να νηστεύουν, πιστεύοντας ότι συμφορά μεγάλη επρόκειτο να πέσει στη χώρα και ν’ αφανίσει την ανθρωπότητα. Κι έπειτα έφτασε ο χειμώνας κι ήταν τόσο ήπιος που οι γέροντες δεν μπορούσαν να θυμηθούν τίποτε παρόμοιο. Τα ποτάμια στον Νότο δεν πάγωσαν. Φουσκωμένα από τις βροχές κι απ’ τα χιόνια που έλιωναν άρχισαν να ξεχειλίζουν, μετατρέποντας τη στέπα σε απέραντο βούρκο.

Έπειτα από όλα αυτά τα σημάδια και με τη φυσική σειρά των εποχών του χρόνου να έχει αλλάξει, όλα τα μάτια στην Ανατολή στράφηκαν προς τις Άγριες Στέπες, γιατί ο όποιος κίνδυνος θα μπορούσε να φανεί εκεί γρηγορότερα απ’ ό,τι οπουδήποτε αλλού. Κι όμως, στα μέρη αυτά τίποτε το ασυνήθιστο δεν συνέβη εκείνη την παράξενη χρονιά».

Νομίζω πως θυμάμαι πολύ καλά τη σκηνή. Χειμώνας του 1976-77. Είμαι ξαπλωμένος. Ίωση ή κάποια παιδική ασθένεια που θα κόλλησα στο δημοτικό. Ο πατέρας μου γυρίζει στο σπίτι. Κρατά στα χέρια του το λάφυρο που προορίζεται για μένα. Το τελευταίο τεύχος των «Κλασσικών Εικονογραφημένων». Χένρυκ Σενκιέβιτς «Διά Πυρός και Σιδήρου». Το όνομα του συγγραφέα δεν μου είναι άγνωστο. Το προηγούμενο Πάσχα μου είχαν φέρει δώρο το «Κβο Βάντις». Έριξα μια ματιά στο εξώφυλλο και ρώτησα: «για τι ακριβώς μιλά»; «Για τις συγκρούσεις Πολωνών και Κοζάκων», απάντησε ο πατέρας μου, προσθέτοντας, σχεδόν αμέσως, «από τη μεριά των Πολωνών, φυσικά». Μάλιστα! Με κάποιον ασαφή τρόπο γνώριζα ότι η Πολωνία υπήρξε αληθινή υπερδύναμη (θα πρέπει να το είχα δει σε κάποια «Ιστορία των Μεγάλων Μαχών» που είχα διαβάσει: στην εισαγωγή για τη Μάχη της Πολτάβας υπήρχαν αναφορές στο σημαντικό ρόλο που είχε παίξει η Πολωνία). Και γνώριζα για την αντιπαλότητα Κοζάκων και Πολωνών έχοντας ήδη δει την άποψη της άλλης πλευράς: είχα διαβάσει (σε διασκευή για εφήβους ή πάλι στα Κλασσικά Εικονογραφημένα) τον «Ταράς Μπούλμπα» του Γκόγκολ. Άνοιξα το τεύχος: στην πρώτη σελίδα, πάνω από μια εντυπωσιακή συνθετική απεικόνιση γεγονότων ήταν γραμμένα τα παραπάνω λόγια της εισαγωγής του βιβλίου.

Δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο για να με εντυπωσιάσει. Και η υπόθεση ήταν στ’ αλήθεια συναρπαστική. Δεν ήταν πια Μεσαίωνας βέβαια, αλλά πώς θα ήταν δυνατό να μην αντιμετωπίσω σαν ιππότες τους Πολωνούς ουσάρους; Και πώς αλλιώς μπορούσα να ερμηνέψω τον Γιαν Σκρζετούσκι, τη συμπεριφορά του, τον ρομαντικό έρωτά του για την Ελένα, παρά σαν αληθινό ιππότη της εποχής που εγώ αγαπούσα και στην οποία εκείνος, τυπικά, δεν ανήκε;

Μερικά χρόνια αργότερα, κατάφερα στην εφηβεία μου να διαβάσω το κανονικό βιβλίο, στην πρώτη του μετάφραση στα αγγλικά. Κι έπειτα, το βιβλίο έλαμψε διά της απουσίας του από τη βιβλιοθήκη μου. Όποτε το αναζητούσα για να το αγοράσω, σε όποια χώρα κι αν βρισκόμουν, είχα διαλέξει λάθος στιγμή: το βιβλίο ήταν εξαντλημένο. Ας ήταν. Οι πρώτες φράσεις του είχαν χαραχτεί στη μνήμη μου για πάντα. Το 1647 πρέπει να ήταν στ’ αλήθεια πολύ παράξενη χρονιά.

Ι.   Το ιστορικό πλαίσιο του έργου

Στη σειρά των άρθρων για τους Τεύτονες Ιππότες είχαμε τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε παράλληλα την πορεία ανόδου του πολωνικού βασιλείου. Είδαμε την ισχυροποίησή του μετά την Ένωση της Κρέβα με τη Λιθουανία (1384) και την παράδοση του στέμματος στον Λιθουανό Γιογκάιλα/ Γιαγκέουγο που γίνεται βασιλιάς της Πολωνίας με το όνομα Λαδισλάος Β΄. Τον θρίαμβο επί των Τευτόνων στο Τάννενμπεργκ/ Γκρούνβαλντ/ Ζαλγκίρις (1410). Τον περιορισμό της επικράτειας των Γερμανών ιπποτών στο ένα τρίτο της, μετά τον νικηφόρο για τους Πολωνούς Δεκατριετή Πόλεμο και τη δεύτερη συνθήκη ειρήνης του Τορν. Και, τελικά, τη μετατροπή του κάποτε τρομερού Ordensstaat των Τευτόνων σε κοσμικό δουκάτο της Πρωσίας, υποτελές στο πολωνικό στέμμα (1525)!

Στα χρόνια που ακολούθησαν η Ένωση Πολωνίας-Λιθουανίας συνέχισε να ισχυροποιείται και να επεκτείνει τα εδάφη της. Το 1569, με την Ένωση του Λούμπλιν, κατά τη βασιλεία του Σιγισμούνδου Β΄ Αυγούστου, τελευταίου μονάρχη της Γιαγκελλόνιας Δυναστείας, η ένωση των δύο κρατών ολοκληρώνεται (μέχρι τότε η Λιθουανία διατηρούσε σχεδόν απόλυτη αυτονομία). Παράλληλα, αποφασίζεται ότι η μοναρχία δεν θα είναι πλέον κληρονομική, αλλά ότι ο Πολωνός βασιλέας θα εκλέγεται από τη συνέλευση των ευγενών. Με τον τρόπο αυτό, το πολωνικό στέμμα θα περάσει, απροσδόκητα, στον Γάλλο πρίγκιπα Ερρίκο των Βαλουά (1573-1575) και, αργότερα, στον σουηδικό οίκο της Βάζα: ο Σιγισμούνδος Γ΄ (1587-1632) ήταν γιος της Αικατερίνης της Πολωνίας (η εξέλιξη αυτή, όμως, αντί να οδηγήσει στην ένωση των δύο δυνάμεων της Βαλτικής προκάλεσε την αντιπαλότητά τους: το 1599 ο Σιγισμούνδος έχασε τον σουηδικό θρόνο από τους συγγενείς του κι από κει και πέρα οι Πολωνοί μονάρχες βρισκόταν σε διαρκή διαμάχη με τη Σουηδία ως διεκδικητές του θρόνου της).

Α.   Η προοδευτική υπερδύναμη

α. Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βορειοανατολικής Ευρώπης: Κατά τον 17ο αιώνα, η Κοινοπολιτεία Πολωνίας και Λιθουανίας (επίσημη ονομασία: Βασίλειο της Πολωνίας και Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας/ πολ. Królestwo Polskie i Wielkie Księstwo Litewskie/ λιθ. Lenkijos Karalystė ir Lietuvos Didžioji Kunigaikštystė – ανεπίσημη: Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Πολωνίας/ πολ. Najjaśniejsza Rzeczpospolita Polska, λατ. Serenissima Res Publica Poloniae) είναι το μεγαλύτερο σε έκταση κράτος της Ευρώπης (με επικράτεια μεγαλύτερη του 1 εκατομμυρίου τ.χλμ.), ένα από τα μεγαλύτερα σε πληθυσμό (περίπου 11,5 εκατ.) κι ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά και στρατιωτικά, αντιμετωπίζοντας επιτυχώς κάθε επίδοξο αντίπαλο: τα γερμανικά κράτη, τη Σουηδία, την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τα υποτελή σ’ αυτήν ταταρικά χανάτα, ακόμη και τη Ρωσία (το 1610 οι δυνάμεις της φτάνουν μέχρι του σημείου να καταλάβουν τη Μόσχα και να την κρατήσουν για δύο χρόνια). Περιλαμβάνει (λαμβάνοντας υπόψη τα σύνορα των σύγχρονων κρατών) την Πολωνία, τη Λιθουανία, σχεδόν ολόκληρη την Ουκρανία, τη Λευκορωσία, τη Λεττονία, μεγάλο μέρος της Εσθονίας, και εδάφη της Σλοβακίας, της Μολδαβίας και της Ρωσίας. Ο πληθυσμός της είναι εξόχως πολυεθνικός: περιλαμβάνει (με βάση τα στοιχεία του 1618) 4.5 εκατομμύρια Πολωνούς, 3,5 εκατ. Ουκρανούς, 1,5 εκατ. Λευκορώσους (δύο εθνότητες που καταγράφονται αμφότερες στα χρονικά ως Ρουθηνοί), 750.000 Λιθουανούς, 750.000 ιθαγενείς Πρώσους, 500.000 Εβραίους, 500.000 Λιβονούς (Λεττονούς), καθώς και Εσθονούς, Γερμανούς, Κούρους, Σαμογέτες κ.ά. Έντονη είναι η παρουσία Ιταλών, Αρμένιων και Ελλήνων εμπόρων (όπως ο κρητικής καταγωγής Κωνσταντίνος Κορνιακτός, έμπορος από το Μπιαουόμποκ – 1582-1624 – ασχολούμενος κυρίως με εισαγωγές κι εξαγωγές από και προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία).

Κυρίως, όμως, είναι το πιο προοδευτικό ευρωπαϊκό κράτος από άποψη θεσμών: ο βασιλιάς εκλέγεται από τη Συνέλευση των Ευγενών (Σέιμ/ Sejm), των οποίων τις ελευθερίες και τα δικαιώματα υπόσχεται ότι θα σεβαστεί (τα δικαιώματα αυτά είναι και γραπτώς κατοχυρωμένα, βάσει της συνταγματικής συμφωνίας που σύναψαν οι ευγενείς με τον βασιλιά Ερρίκο Γ΄ των Βαλουά, το 1573).  Υπόκειται σε σειρά περιορισμών κατά την άσκηση της εξουσίας του, ενώ είναι υποχρεωμένος να συγκαλεί τη Συνέλευση τουλάχιστον ανά διετία. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο καγκελάριος Γιαν Ζαμόυσκι «ο βασιλιάς βασιλεύει, αλλά δεν κυβερνά (Rex regnat et non gubernat). Επιπλέον, κάθε ευγενής που μετέχει στη Συνέλευση έχει δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) για οποιοδήποτε θέμα κρίνει εκείνος ως ζωτικής σημασίας. Κι αν ο όρος δημοκρατία μοιάζει υπερβολικός για ένα αριστοκρατικό πολίτευμα, ας επισημανθεί ότι οι Πολωνοί ευγενείς (η szlachta) με δικαίωμα συμμετοχής στη Συνέλευση ξεπερνούσαν το 12 % του συνολικού πληθυσμού της Κοινοπολιτείας, φτάνοντας σε κάποιες περιόδους και το 15 % (ενδεικτικά σημειώνεται ότι στη Βρετανία το 1867 δικαίωμα ψήφου είχε μόλις το 3 % του πληθυσμού). Επιπροσθέτως, οι περιοχές απολαύουν μεγάλης αυτονομίας στα θέματα διοίκησης: τόσο οι βοϊβοδίες (που διέθεταν το δικό τους κοινοβούλιο), όσο και οι επαρχίες.

Τέλος, διασφαλίζεται η θρησκευτική ελευθερία, βάσει της λεγόμενης ιδρυτικής πράξης της Συνομοσπονδίας που υπογράφηκε το 1573 στη Βαρσοβία. Ουδέποτε δραστηριοποιήθηκε στα εδάφη της Κοινοπολιτείας η Ιερά Εξέταση. Και ποτέ δεν εξαπλώθηκε ο προτεσταντισμός. Ίσως γιατί η καθολική εκκλησία της Πολωνίας είχε μάθει να συμβιώνει με ορθόδοξους και εβραϊκούς πληθυσμούς. Αυτή η στάση ανεκτικότητας επέτρεψε στην Πολωνία να μην εμπλακεί στους θρησκευτικούς πολέμους που σπαράσσουν τη χριστιανική Ευρώπη του 16ου – 17ου αι. και ιδίως στον Τριακονταετή Πόλεμο. Σ’ αυτό το πλαίσιο ελευθερίας μπορούν να γίνουν ανεκτές ή κατανοητές και ορισμένες γραφικές παραδοξότητες, όπως η βαθύτατα εδραιωμένη πεποίθηση της πολωνικής αριστοκρατίας ότι δεν έχει σλαβική καταγωγή, αλλά ότι πρόγονοί της είναι οι Ιρανοί Σαρμάτες!

Το πολωνολιθουανικό κράτος διαθέτει πραγματικά ισχυρή οικονομία: η χώρα είναι η πρώτη σιτοπαραγωγός στην Ευρώπη (έστω κι αν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής προορίζεται για εσωτερική κατανάλωση). Εξάγει από τα λιμάνια του (κυρίως το Γκντανσκ) ή διά της χερσαίας οδού σιτηρά, ξυλεία και συναφή προϊόντα, αλάτι, καπνά, βαμβάκι και λινά υφάσματα και εισάγει κρασιά και ζύθο, φρούτα, ενδύματα, είδη πολυτελείας, αλιεύματα και βιομηχανικά προϊόντα. Μέχρι τον 17ο αι., το εμπορικό ισοζύγιο παραμένει θετικό.

Πολιτιστικά, η Κοινοπολιτεία γνωρίζει άνθηση. Διαθέτει ένα από τα αρχαιότερα πανεπιστήμια της ηπείρου (αυτό της Κρακοβίας) κι ένα ακόμη σημαντικό ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης στο Βίλνιους. Αναδεικνύει πλήθος επιστημόνων, λογίων και καλλιτεχνών (ξεκινώντας φυσικά με τον Νικόλαο Κοπέρνικο και συνεχίζοντας με τον ιστορικό και χαρτογράφο Μαρτίνο Κρόμερ, τον χημικό Μίχαου Σεντζιβόι, τον μαθηματικό, φυσικό και αστρονόμο Γιαν Μπρόζεκ, τους ιστορικούς Άλμπρυχτ Στανίσουαφ Ρατζίβιου και Γιαν Χρυζόστομ Πάσεκ, τους μουσικούς Γιάτσεκ Ροζύτσκι, Μάρτσιν Μελτσέφσκι και Μικογουάι Ζελένσκι). Η Αναγέννηση φτάνει γρήγορα στην Πολωνία. Ο πολιτικός και ουμανιστής Γιαν Ζαμόυσκι επιχειρεί να ιδρύσει την ιδανική πόλη, καλώντας Ιταλούς αρχιτέκτονες και καλλιτέχνες: το Ζάμοστς μοιάζει σαν ένα κομμάτι της Ιταλίας που κάποια ιστορική παραδοξότητα μεταφύτεψε στην Πολωνία.

β. Εντάσεις κι ανισότητες: Ωστόσο, η ειδυλλιακή αυτή εικόνα κρύβει εντάσεις κι ανισότητες που επιτείνονται με τον χρόνο. Ειδικά στην Ανατολή, το πρότυπο εκμετάλλευσης είναι τα μεγάλα αγροκτήματα που καλλιεργούν δουλοπάροικοι και τα οποία ανήκουν σε μια αριστοκρατία γαιοκτημόνων (π.χ. στις οικογένειες Τσαρτορύσκι, Βισνοβιέτσκι, Ρατζίβιου ή Σαπιέχα) πολωνική ή εκπολωνισμένη (μια και τα μέλη της αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρουθηνοί ως προς την εξ αίματος καταγωγή και Πολωνοί ως προς την Ιθαγένεια). Οι ορθόδοξοι, που αποτελούν την συντριπτική πλειονότητα στον απλό λαό, αισθάνονται πολλαπλά καταπιεσμένοι: πολιτικά, οικονομικά και θρησκευτικά. Η τάση για μια ενιαία εθνική και θρησκευτική ταυτότητα (πολωνική και καθολική) γίνεται αφόρητη για τους Ορθόδοξους που βρίσκονται αντιμέτωποι συχνά με την εκβιαστική επιλογή ανάμεσα στον καθολικισμό και την Ουνία.

Η κατάσταση στην Ανατολή καθίσταται ακόμη πιο περίπλοκη επειδή στην… εξίσωση υπάρχει κι ένας απρόβλεπτος παράγοντας: οι Κοζάκοι (ουκρ.: козаки, ρωσ.: казаки, προφ. και στις δύο περιπτώσεις καζακί, πολ.: kozacy = κοζάτσι). Δεν υπάρχει βεβαιότητα ως προς την προέλευση του ονόματός τους: παλαιοσλαβική με κουμανικό απώτερο έτυμο ή με απευθείας τουρκική προέλευση, η λέξη δηλώνει τον ελεύθερο που ζει νομαδικά. Αυτοί οι ανατολικοσλαβικοί πληθυσμοί (στους οποίους ίσως αναμείχθηκαν και ταταρικά και άλλα τουρκογενή στοιχεία) σχημάτισαν, από τον Ύστερο Μεσαίωνα, αυτόνομες στρατιωτικές κοινότητες στην περιοχή του Δνείπερου και του Δον, προσφέροντας συχνά τις στρατιωτικές υπηρεσίες τους ως μισθοφόροι στις δυνάμεις της περιοχής. Η πιο ονομαστή από τις κοινότητές τους είναι η επικράτεια του Ζαπαρόζε (ρ.)/ Ζαπαρίζια (ουκρ.) (ουκρ.: Запорізька Січ = Ζαπαρίζκα Σιτς/ ρωσ.: Запорожская Сечь = Ζαπαρόζσκαγια Σετς), κέντρο της οποίας είναι μια σειρά από οχυρωμένα νησιά στον Δνείπερο. Στις τάξεις των Κοζάκων ενσωματώνονται διαρκώς φυγάδες δουλοπάροικοι από τις δυο πλευρές των συνόρων (πολωνική και ρωσική) που ξεφεύγουν από τους φεουδάρχες τους για να ζήσουν ελεύθεροι.

Οι κοινότητες των Κοζάκων βρίσκονται εντός της πολωνικής επικράτειας. Τυπικά είναι υπήκοοι του πολωνικού στέμματος. Υπηρετούν στις πολωνικές ένοπλες δυνάμεις είτε περιστασιακά είτε ως τακτικά στρατεύματα, διατηρώντας σχετική αυτονομία. Οι αρχηγοί τους καταλαμβάνουν στρατιωτικά και πολιτικά αξιώματα στο πλαίσιο της πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας. Ωστόσο, από τις αρχές τουλάχιστον του 17ου αι. εμφανίζονται εντάσεις στις σχέσεις μεταξύ Πολωνών και Κοζάκων. Είναι σαφές ότι η Κοινοπολιτεία σκοπεύει να ξοδέψει λιγότερα χρήματα για τη στρατολόγηση Κοζάκων και έχει αποφασίσει να δίνει λιγότερα αξιώματα και εξουσίες στους αρχηγούς τους. Οι πιέσεις για εκπολωνισμό κι απάρνηση της Ορθοδοξίας, τα σχέδια για μετατροπή των αγροτών σε δουλοπάροικους, καθιστούν τις ισορροπίες όλο και πιο εύθραυστες. Η κρίση που σοβεί μοιάζει έτοιμη να εκδηλωθεί.

Β. Η περίοδος των αναταράξεων

Με ειρωνικό τρόπο, ακριβώς τη χρονική στιγμή που τερματίζεται ο Τριακονταετής Πόλεμος από τον οποίο η Πολωνία έχει πετύχει να γλιτώσει, η Κοινοπολιτεία εισέρχεται σε περίοδο έντονων αναταράξεων, η οποία θα σηματοδοτήσει την αμετάκλητη παρακμή της και θα οδηγήσει τελικά, ενάμισι αιώνα αργότερα, στον ολοκληρωτικό αφανισμό του πολωνικού κράτους. Η σπίθα που θα εξελιχτεί σε πυρκαγιά θα προέλθει από την Ανατολή. Κι ο άνθρωπος που θα πυροδοτήσει τις εξελίξεις ονομάζεται Μπαγκντάν Χμελνίτσκι.

α.   Η εξέγερση του Μπαγκντάν Χμελνίτσκι: Ο Μπαγκντάν (δηλ. Θεόδωρος) Χμελνίτσκι (ουκρ. και ρωσ.: Богдан Хмельницький, πολ.: Bohdan Chmielnicki = Μπόχνταν Χμελνίτσκι) γεννιέται το 1595, πιθανώς στο Σουμπότιφ της Ουκρανίας, κοντά στο Τσιγκίριν, παιδί επιφανούς οικογένειας Κοζάκων. Τυγχάνει εξαιρετικής εκπαίδευσης, στο Κολλέγιο των Ιησουητών του Λβούφ/ Λβιβ και σε ορθόδοξα σχολεία του Κιέβου. Αποκτά πολύ καλή γνώση της ευρωπαϊκής Ιστορίας και μαθαίνει αρκετές γλώσσες (πολωνικά, λατινικά, γαλλικά και τουρκικά). Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του (1617) υπηρετεί στα στρατιωτικά σώματα των Κοζάκων για λογαριασμό της Κοινοπολιτείας. Πολεμώντας την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα εδάφη της Μολδαβίας αιχμαλωτίζεται από τους Τούρκους κοντά στο Ιάσιο (1620) και περνά δυο χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Απελευθερώνεται το 1622, όταν ο Πολωνός πρεσβευτής στην Υψηλή Πύλη, ο Κρζύστοφ Ζμπαράσκι καταβάλλει 30.000 τάλερ στους Τούρκους με αντάλλαγμα την απελευθέρωση όλων των Πολωνών στρατιωτικών που είχαν αιχμαλωτιστεί στη Μολδαβία.

Στα επόμενα χρόνια, ο Χμελνίτσκι θα αποδείξει τις αδιαμφισβήτητες πολιτικές και στρατιωτικές του ικανότητες. Χαίρει της εκτίμησης των Κοζάκων συναδέλφων του και της πολωνικής αριστοκρατίας. Κερδίζει τίτλους κι αξιώματα. Όλα μοιάζουν ιδανικά για όλες τις πλευρές, μέχρι που ο Χμελνίτσκι θα έρθει σε σύγκρουση με τον νέο Πολωνό έπαρχο του Τσιγκίριν, τον Ντάνιελ Τσαπλίνσκι. Υπό τις οδηγίες του πανίσχυρου αριστοκράτη Αλεξάντερ Κονιετσπόλσκι, σκληροπυρηνικού οπαδού της πολιτικής του δραστικού περιορισμού των δικαιωμάτων των Κοζάκων, ο Τσαπλίνσκι επιχειρεί να αποσπάσει από τον Χμελνίτσκι το φέουδο του Σουμπότιφ. Ο Χμελνίτσκι προσπάθησε να διευθετήσει το πρόβλημα κάνοντας επανειλημμένα διαβήματα στις αρχές της Βαρσοβίας. Κατόπιν ακροάσεως, ο βασιλιάς Λαδισλάος Δ΄ Βάζα εξέδωσε απόφαση που αναγνώριζε τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του Χμελνίτσκι. Ωστόσο, η πλευρά Κονιετσπόλσκι-Τσαπλίνσκι συνέχισε τις προσπάθειές της και τον Απρίλιο του 1647 εξεδίωξε τον Χμελνίτσκι από το κτήμα του. Ο Κοζάκος ζήτησε νέα ακρόαση από τον βασιλέα. Αυτή τη φορά ο μονάρχης δίστασε να έρθει σε σύγκρουση μ’ έναν από τους ισχυρότερους ευγενείς του. Ο Χμελνίτσκι πείσθηκε ότι χρειάζονταν πιο δραστικές λύσεις. Στράφηκε προς τους Κοζάκους συντρόφους του.

Τα χρονικά της εποχής τονίζουν ως αιτία της εξέγερσης τη διαμάχη του Χμελνίτσκι με τους Πολωνούς ευγενείς. Εντούτοις, όσο ρόλο κι αν πράγματι έπαιξε αυτή η σύγκρουση, είναι δύσκολο να ερμηνεύσουμε ένα γεγονός που άλλαξε την Ιστορία της Ανατολικής Ευρώπης με βάση μια προσωπική βεντέτα. Στην πραγματικότητα, είχαν ωριμάσει οι συνθήκες ώστε οι Κοζάκοι να εκδηλώσουν δυναμικά τη δυσαρέσκειά τους για την πολιτική της πολωνικής αριστοκρατίας. Ύστερα από σειρά επαφών με όλους τους ισχυρούς Κοζάκους παράγοντες, ο Χμελνίτσκι εξελέγη αταμάνος τον Ιανουάριο του 1648 υποσχόμενος να διεκδικήσει δυναμικά τα δικαιώματα των Κοζάκων. Οι διαπραγματεύσεις με τις πολωνικές αρχές δεν κατέληξαν πουθενά. Αναζητώντας συμμάχους για την ένοπλη σύγκρουση που φαινόταν αναπόφευκτη, ο Χμελνίτσκι ήρθε σε διαπραγματεύσεις με τον Τάταρο Χάνο της Κριμαίας, τον Ισλάμ Γ΄ Γκιράυ, ο οποίος του υποσχέθηκε στρατιωτική ενίσχυση και του έστειλε δύναμη ιππικού υπό τον Τουγάυ Μπέη.

Οι Πολωνοί αποφάσισαν να καταπνίξουν την εξέγερση των Κοζάκων το συντομότερο δυνατό. Ο Μικογουάι Ποτότσκι, Μέγας Αταμάνος του Στέμματος (δηλαδή στρατάρχης), έστειλε μια δύναμη 3.000 ανδρών, υπό τη διοίκηση του εικοσιτετράχρονου γιού του Στέφαν, για να αντιμετωπίσει τους Κοζάκους. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στα Ζόφτι Βόντι, στην κεντρική Ουκρανία (ουκρ.: Жовтi Води, ρωσ.: Жёлтые Воды = Ζόλτιγιε Βόντι, πολ.: Żółte Wody = Ζόουτε Βόντυ, κυριολ. κίτρινα νερά), στις 28 Απριλίου 1648. Το βασικό πρόβλημα για τους Πολωνούς ήταν ότι η μισή δύναμή τους αποτελούταν από Κοζάκους οι οποίοι γρήγορα αποσκίρτησαν κι ενώθηκαν με τον στρατό του Χμελνίτσκι. Επιπλέον, οι ενισχύσεις που τους στάλθηκαν ήταν πάλι Κοζάκοι που προσχώρησαν αμέσως μετά την άφιξή τους στους εξεγερμένους. Οι Πολωνοί βρέθηκαν σε θέση δραματικής αριθμητικής αδυναμίας: 1.500 άνδρες έπρεπε να αντιμετωπίσουν 15.000 Κοζάκους και Τάταρους! Χάρη στο πυροβολικό τους και το επίλεκτο ιππικό των Ουσάρων, οι Πολωνοί αντιστάθηκαν για περισσότερες από δύο εβδομάδες. Εξαντλημένοι και με μεγάλες απώλειες, επιχείρησαν να υποχωρήσουν το βράδυ της 15ης– 16ης Μαΐου: το τατάρικο ιππικό του Τουγάυ Μπέη και οι Κοζάκοι, υπό τη διοίκηση του χαρισματικού Μαξίμ Αλσάνσκι «Κριβανός» (παρατσούκλι που σήμαινε ο «Στραβομύτης», «αυτός με τη γαμψή μύτη»), τους επιτέθηκαν και τους κατέσφαξαν. Μετά την αρχική επιτυχία, οι Κοζάκοι του Χμελνίτσκι πετούν από νίκη σε νίκη. Τα Χριστούγεννα του 1648 ο Χμελνίτσκι μπαίνει στο Κίεβο ως ελευθερωτής και «ηγέτης της χώρας των Ρους», ενώ σε ολόκληρη την Ουκρανία οι αγρότες εξεγείρονται διώκοντας τους Πολωνούς ευγενείς που τους δυνάστευαν. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, η αποτίναξη του ζυγού απελευθερώνει και τις δυνάμεις της βίας: την πληρώνουν τα συνήθη θύματα. Ο πολυάριθμος εβραϊκός πληθυσμός της Ουκρανίας υφίσταται τους χειρότερους διωγμούς.

Ο Χμελνίτσκι, παράλληλα με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τις διαπραγματεύσεις, προσπαθεί να οργανώσει το κράτος του. Τα πράγματα όμως αρχίζουν να περιπλέκονται στα πεδία των μαχών. Τον Ιούνιο του 1651 υφίσταται σημαντική ήττα στο Μπερεστέτσκο, όπου τον προδίδουν οι μέχρι τότε σύμμαχοί του Τάταροι. Αναγκάζεται να συνάψει ανακωχή με μάλλον δυσμενείς όρους και προσπαθεί να αναζητήσει εξωτερικούς συμμάχους. Διαπραγματεύεται αρχικά με την Υψηλή Πύλη, αλλά οι Κοζάκοι του δεν είναι πρόθυμοι να γίνουν υποτελείς ενός αλλόθρησκου ηγεμόνα. Έτσι στρέφεται προς τη «φυσική» λύση: τον τσάρο Αλέξιο της Ρωσίας. Ύστερα από δύσκολες διαπραγματεύσεις συνάπτεται η Συνθήκη του Περεγιασλάβ (Ιανουάριος του 1654), βάσει της οποίας οι Κοζάκοι διατηρούν την αυτονομία τους αναγνωρίζοντας την επικυριαρχία του τσάρου. Τα δεδομένα έχουν μεταβληθεί για όλους και μια νέα δύναμη κάνει την εμφάνισή της. Μόνο που δεν θα είναι η μόνη.

β.   Ο «Κατακλυσμός»: Είναι πλέον σαφές ότι το κουτί της Πανδώρας έχει ανοίξει (πότε ακριβώς, όμως, άραγε;) κι ότι οι δυνάμεις της συντέλειας έχουν απελευθερωθεί. Στην πραγματικότητα, η κατάσταση πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο για τους δύο αρχικούς εμπόλεμους. Οι Κοζάκοι, που έχουν απωθήσει τους Πολωνούς από την Ουκρανία και τη Λευκορωσία, διαπιστώνουν ότι ο νέος τους σύμμαχος είναι εξαιρετικά παρεμβατικός και θέλει να έχει λόγο για τα εσωτερικά τους ζητήματα. Ταυτόχρονα, οι πρώην σύμμαχοί τους, οι Τάταροι, λεηλατούν ανεμπόδιστοι τα ουκρανικά εδάφη. Όσο για τους Πολωνούς, εκεί που νόμισαν ότι κατόρθωσαν να ελέγξουν τους Κοζάκους αντιπάλους τους, βρίσκονται μεταξύ δύο τουλάχιστον πυρών. Την ώρα που οι Ρώσοι ετοιμάζονται να εισβάλουν από τα ανατολικά, επιτίθενται στην Πολωνία οι Σουηδοί (Ιούλιος 1655). Αρχίζει αυτό που στην πολωνική Ιστορία καταγράφηκε ως ο (σουηδικός) «Κατακλυσμός» (Potop szwedzki). Το δυτικό τμήμα της Κοινοπολιτείας βρίσκεται γρήγορα υπό (προσωρινή έστω) σουηδική κατοχή, ενώ το ανατολικό το κατέχουν Κοζάκοι και Ρώσοι.

Ο ίδιος ο Χμελνίτσκι δεν θα καταφέρει να χειρισθεί με επιτυχία τις εξελίξεις. Διαπραγματευόμενος ταυτόχρονα με Σουηδούς και Ρώσους (μολονότι η Ρωσία θα κηρύξει τον πόλεμο στη Σουηδία, τον Ιούλιο του 1656), αντιμέτωπος με εσωτερικά προβλήματα κι έριδες, ο Κοζάκος ηγέτης θα κουραστεί. Τον Ιούλιο του 1657 θα υποστεί βαρύτατο εγεφαλικό επεισόδιο και πέντε μέρες αργότερα (27.7) θα πεθάνει.

Σ’ αυτήν την απελπιστική κατάσταση η Πολωνία θα βρει τις δυνάμεις να αντιδράσει. Δύο ευγενείς, ο Στέφαν Τσαρνιέτσκι και ο Μέγας Αταμάνος της Λιθουανίας Πάβεου Γιαν Σαπιέχα, θα οργανώσουν την πολωνική αντίσταση κατά των Σουηδών του Κάρολου Ι΄ Γουστάβου. Το 1657, οι δυνάμεις της Κοινοπολιτείας θα κατορθώσουν να εκδιώξουν τις σουηδικές δυνάμεις από τα πολωνικά εδάφη. Η Κοινοπολιτεία θα προσπαθήσει ακόμη και να προσεταιρισθεί εκ νέου τους Κοζάκους. Με τη Συνθήκη του Χάτζατς (ουκρ.: Γκάντιατς), το 1658, προσφέρεται ξανά στους Κοζάκους η δυνατότητα συνεργασίας με την Κοινοπολιτεία. Η πολωνική συνέλευση και ο βασιλιάς Ιωάννης Β΄ Καζιμίρ θα κυρώσουν τη συνθήκη, την οποία θα δεχθούν μέρος της συνέλευσης των Κοζάκων (της Στάρσυνας) και ο νέος αταμάνος Ιβάν Βυχόφσκι. Δεν θα συμβεί το ίδιο με την πλειονότητα των Κοζάκων. Η συνθήκη θα μείνει νεκρό γράμμα. Τα πράγματα δεν μπορούσαν να είναι ποτέ ξανά ίδια… Ο αγώνας για την Ουκρανία και τη Λευκορωσία, που έχει πλέον πάρει τη μορφή ρωσοπολωνικής σύγκρουσης, θα τερματιστεί το 1667 με τη Συνθήκη του Αντρούσοβο. Η Πολωνία θα περιορίσει τις απώλειές της, διατηρώντας τα εδάφη δυτικά του Δνείπερου.

Έστω και πληγωμένη, η Πολωνία έχει ακόμη στιγμές δόξας μπροστά της. Ο λυτρωτής, άλλωστε, της Βιέννης από την οθωμανική πολιορκία του 1683 πρόκειται να είναι Πολωνός, ο βασιλιάς Ιωάννης Γ΄ Σομπιέσκι. Ωστόσο, τα τραύματα που της προκάλεσαν οι αναταράξεις που ξεκίνησαν με την εξέγερση του Μπαγκντάν Χμελνίτσκι δεν θα γιατρευτούν ποτέ.

ΙΙ.   Ο Σενκιέβιτς και το «Διά Πυρός και Σιδήρου»

Α.   Το πλαίσιο συγγραφής του έργου

Πραγματικά εθνικός συγγραφέας της Πολωνίας, ο νομπελίστας Χένρυκ Σενκιέβιτς (1846-1916), γεννήθηκε στη Βόλα Οκρζέισκα της ρωσοκρατούμενης ανατολικής Πολωνίας, παιδί ξεπεσμένης αριστοκρατικής οικογένειας. Το έργο του χαρακτηρίζεται από τα δύο μεγάλα ιδεολογικά ρεύματα που σημάδεψαν τον 19ο αιώνα, τον ρομαντισμό και τον εθνικισμό. Κατεξοχήν εκπρόσωπος του πολωνικού αλυτρωτισμού, συγγράφει το «Διά Πυρός και Σιδήρου» (Ogniem i Mieczem) το 1884 με σκοπό να τονώσει το ηθικό των υπόδουλων συμπατριωτών του, είκοσι χρόνια μετά την αποτυχημένη εξέγερση του Ιανουαρίου του 1863 κατά των Ρώσων. Το μυθιστόρημα, που δημοσιεύθηκε αρχικά σε συνέχειες στις πολωνικές εφημερίδες, αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας με θέμα την Ιστορία της Πολωνίας κατά τον 17ο αιώνα. Τα άλλα δύο μέρη είναι ο «Κατακλυσμός» («Potop», 1886) και ο «Άρχοντας Βολοντιόφσκι» («Pan Wołodyjowski», pan είναι η πολωνική προσφώνηση για τον κύριο, 1888), που έχει μεταφραστεί και υπό τους τίτλους «Φωτιά στη Στέπα» και «Συνταγματάρχης Βολοντιόφσκι».

Παρά τους σαφείς πατριωτικούς σκοπούς του συγγραφέα, το «Διά Πυρός και Σιδήρου» είναι αρκετά πιστό στα ιστορικά δεδομένα. Προκειμένου να συγγράψει το έργο, ο Σενκιέβιτς μελέτησε τα αρχεία της πολωνικής αριστοκρατίας της εποχής και τα απομνημονεύματα επιφανών μελών της. Υπάρχουν βεβαίως σημεία που ο συγγραφέας επιχειρεί να εξάρει τον ηρωϊσμό των Πολωνών, συνολικά όμως το μυθιστόρημα διακρίνεται αιπό υψηλό βαθμό ιστορικής ακρίβειας. Οι ήρωες τους οποίους δημιούργησε η φαντασία του συγγραφέα συνυπάρχουν με πραγματικά πρόσωπα που σημάδεψαν τα γεγονότα της εποχής (τον βασιλέα Ιωάννη Β΄ Καζιμίρ, τον πρίγκιπα Βισνοβιέτσκι, τους αταμάνους των Κοζάκων Χμελνίτσκι και Βυχόφσκι, τον Τάταρο Τουγάυ Μπέη). Ακόμη κι ο χαρακτήρας του πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος Γιαν Σκρζετούσκι είναι «χτισμένος» πάνω σ’ ένα ιστορικό πρόσωπο: τον υπερασπιστή της πόλης του Ζμπάραζ Μικογουάι Σκρζετούσκι. Επιπλέον, το έργο δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί απλοϊκό ως προς την πλοκή και τους βασικούς χαρακτήρες του. Άλλωστε στερείται ενός πραγματικά «κακού» ήρωα. Ο αντίζηλος του Σκρζετούσκι, ο Κοζάκος Γιούρι Μπόχουν είναι μεν βίαιος και απερίσκεπτος, αλλά επιδεικνύει θάρρος που υπερβαίνει τα όρια του ηρωισμού, ενώ ο έρωτάς του για την Ελένα είναι αληθινός.

Β.   Η υπόθεση του μυθιστορήματος

Ο Γιαν Σκρζετούσκι είναι ένας νεαρός Πολωνός ευγενής, αξιωματικός του επίλεκτου σώματος του ιππικού, των «Φτερωτών» Ουσάρων, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία του πρίγκιπα Γιερέμι Βισνοβιέτσκι. Επιστρέφοντας από αποστολή στην Κριμαία, κι ενώ βρίσκεται κοντά στο Τσιγκίριν σώζει έναν άνδρα που δέχεται επίθεση. Αποκαλύπτεται ότι ο άνθρωπος αυτός είναι ο Μπαγκντάν Χμελνίτσκι τον οποίο επιχείρησαν να σκοτώσουν έμπιστοι του Τσαπλίνσκι. Ο Σκρζετούσκι συνεχίζει τον δρόμο του και πηγαίνει στο Τσιγκίριν όπου γνωρίζεται και αναπτύσσει σχέσεις φιλίας με τον Πολωνό ευγενή Γιαν Ονούφρυ Ζαγκουόμπα και τον Λιθουανό αριστοκράτη Λονγκίνους Ποντμπιπιέντα. Λίγες μέρες αργότερα, ξεκινά με τον Ζαγκουόμπα για το Λούμπνυ. Στον δρόμο συναντά κι ερωτεύεται την ορφανή νεαρή πριγκίπισσα Ελένα Κουρτσεβιτσούβνα, η οποία ταξιδεύει μαζί με τη θεία της. Η θεία καλεί τους αξιωματικούς στο οικογενειακό κτήμα της στο Ροζουόγκι. Κατά τη διάρκεια ενός δείπνου, ο Σκρζετούσκι μαθαίνει ότι η θεία της Ελένας έχει υποσχεθεί να την παντρέψει με τον Κοζάκο συνταγματάρχη Γιούρι Μπόχουν (τον οποίο η ίδια η Ελένα απεχθάνεται γιατί τον έχει δει να σκοτώνει άνθρωπο μπροστά στα μάτια της). Ο ήρωας κάνει ό,τι είναι δυνατό για να μεταπείσει τη θεία.

Στο μεταξύ, ο πρίγκιπας Βισνοβιέτσκι στέλνει τον Σκρζετούσκι ως εκπρόσωπό του στο Ζαπαρόζε, ενώ ετοιμάζεται να ξεσπάσει η εξέγερση των Κοζάκων. Σε μια συμπλοκή ο ήρωας τραυματίζεται κι αιχμαλωτίζεται. Οι Κοζάκοι οδηγούν τον αιχμάλωτο στον αρχηγό τους, που δεν είναι άλλος από τον Χμελνίτσκι. Ο αταμάνος σώζει τον Σκρζετούσκι κι υπόσχεται να τον απελευθερώσει το συντομότερο δυνατό. Μέχρι να συμβεί αυτό, ο Γιαν παρακολουθεί ανήμπορος τη συντριβή των Πολωνών στα Ζόφτι Βόντι.

Ανακαλύπτοντας την «προδοσία» της θείας της Ελένας, ο Μπόχουν επιτίθεται στο Ροζουόγκι με σκοπό να απαγάγει την Ελένα. Στη σύγκρουση σκοτώνονται οι δύο εξάδελφοι της νεαρής, η θεία της στραγγαλίζεται από τους Κοζάκους του Μπόχουν και οι εξεγερμένοι χωρικοί πυρπολούν την έπαυλη. Η ίδια η Ελένα καταφέρνει να ξεφύγει.

Ελεύθερος πια, ο Σκρζετούσκι κατευθύνεται προς το Ροζουόγκι για να βρει την αγαπημένη του. Φτάνοντας αντικρίζει μόνο ερείπια. Πιστεύοντας ότι η Ελένα είναι νεκρή θρηνεί τον θάνατό της κι επιστρέφει στην υπηρεσία του Βισνοβιέτσκι. Εκεί, ο Ζαγκουόμπα τον πληροφορεί ότι η Ελένα είναι σώα κι ασφαλής στο Μπαρ. Ενώ ο ήρωας ετοιμάζεται να πάει στην πόλη αυτή για να συναντήσει την Ελένα πληροφορείται ότι οι δυνάμεις του Μπόχουν κατέλαβαν το Μπαρ. Στον απελπισμένο Σκρζετούσκι φτάνει η ψευτική πληροφορία ότι η αγαπημένη του δολοφονήθηκε σ’ ένα μοναστήρι του Κιέβου όπου την κρατούσαν αιχμάλωτη. Ο ήρωας πέφτει βαριά άρρωστος.

Μετά την ανάρρωσή του, ο Σκρζετούσκι μεταβαίνει στο Ζμπάραζ με σκοπό να οργανώσει την άμυνα της πόλης, την οποία ετοιμάζονται να πολιορκήσουν οι Κοζάκοι. Πολεμά με ηρωϊσμό κατά την πολιορκία. Για να σώσει την πόλη, αποφασίζει να περάσει μέσα από τις γραμμές του εχθρού και να συναντήσει τον βασιλιά Ιωάννη Καζιμίρ ζητώντας του ενισχύσεις. Επιτυγχάνει στην παράτολμη αποστολή του και σώζει την πόλη. Στο μεταξύ μαθαίνει ότι η Ελένα είναι ζωντανή. Οι δύο ερωτευμένοι συναντιούνται στο Λβούφ όπου και παντρεύονται. Μετά το τέλος της εξέγερσης του Χμελνίτσκι θα ζήσουν ευτυχισμένοι, αποκτώντας μια ντουζίνα και περισσότερα παιδιά (αυτό μπορεί να μη μας πολυφαίνεται ρομαντικό, αλλά τα ήθη κι έθιμα της εποχής ήταν μάλλον διαφορετικά από τα σύγχρονά μας).

Γ.   Μεταφορά στον κινηματογράφο: Το μυθιστόρημα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1999 (με ιδιαίτερη επιτυχία) από τον Πολωνό σκηνοθέτη Γιέρζυ Χόφφμαν. Τότε, επρόκειτο για την ακριβότερη πολωνική παραγωγή όλων των εποχών. Ο σκηνοθέτης κατόρθωσε να μεταφέρει κινηματογραφικά ολόκληρη την Τριλογία του Σενκιέβιτς, με την αντίστροφη όμως σειρά (1969: Άρχοντας Βολοντιόφσκι, 1974: Κατακλυσμός, με πρωταγωνιστή τον, γνωστό μας από τις ταινίες του Βάιντα, Ντάνιελ Ολμπρύχσκι). Στην ταινία του 1999, πρωταγωνίστησαν ο Μίχαου Ζεμπρόφσκι ως Γιαν Σκρζετούσκι, η μεγαλωμένη στη Σουηδία Ιζαμπέλλα Σκορούπκο ως Ελένα, ο Ρώσος Αληξάντρ Νταμαγκάροφ ως Μπόχουν κι ο Ουκρανός Μπαγκντάν Στούπκα ως Χμελνίτσκι (προσθέστε και τον Ολμπρύχσκι ως Τουγάυ Μπέη και τον Αντρζέι Σέβερυν ως πρίγκιπα Βισνοβιέτσκι). Η ταινία δέχθηκε κριτικές για κάποιες ανακρίβειες: κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο παρουσίασε τη μάχη στα Ζόφτι Βόντι. Ωστόσο, πώς είναι δυνατόν να παρουσιασθεί με ακρίβεια σε κινηματογραφικό χρόνο μια μάχη που κράτησε κοντά τρεις εβδομάδες; Στην Πολωνία, κάποιοι την κατηγόρησαν κι ως φιλοουκρανική, λόγω του θετικού τρόπου με τον οποίο παρουσίαζε τους Κοζάκους. Αυτή όμως η επίκριση μοιάζει μάλλον με έπαινο, αποδεικνύοντας ότι ο σκηνοθέτης πέτυχε να δώσει μια αρκετά αντικειμενική εικόνα των εμπολέμων. Σε κάθε περίπτωση (και μολονότι το DVD της ταινίας είναι σχετικά δυσεύρετο), μπορείτε να σχηματίσετε προσωπική εντύπωση παρακολουθώντας αποσπάσματά της: τη Μάχη στα Ζόφτι Βόντι (με αγγλικούς υπότιτλους), σκηνές από την ίδια μάχη με μουσική υπόκρουση το εμβατήριο των Κοζάκων του Ζαπαρόζε, το ζεύγος των ερωτευμένων Γιαν και Ελένας, επέλαση των Ουσάρων με σκοπό την απελευθέρωση του Ζμπάραζ. καθώς και ολόκληρο το φιλμ, ατυχώς με κακό ντουμπλάρισμα στα ουκρανικά. Και, πάντως, ό,τι και να πείτε, οι σκηνές μάχης είναι εντυπωσιακότατες.

Ελπίζω να παραβλέψετε την αυτοαναφορικότητα της σημερινής ανάρτησης. Άλλωστε, πέρα από μια ρομαντική και ηρωϊκή ιστορία που σημάδεψε τα παιδικά μου χρόνια, υπάρχουν ιστορικά γεγονότα που καθόρισαν την πορεία της Βόρειας και Ανατολικής Ευρώπης για τους επόμενους αιώνες και τα οποία ακόμη και σήμερα ασκούν επιρροή στις νοοτροπίες λαών και στις πολιτικές κρατών. Κατά τα λοιπά, νομίζω ότι το είπαμε… Το 1647 ήταν παράξενη χρονιά!

Περιηγήσεις στη Λωρραίνη: Νανσύ

Ιουνίου 1, 2011

Όταν η μεγάλη σου αγάπη είναι το Στρασβούργο, τότε μπορεί να αντιμετωπίζεις το Νανσύ με κάποια υπεροψία. «Πολύ όμορφη η Πλας Στανισλάς, αλλά αυτό είναι όλο». Μια τέτοια εντύπωση είναι εσφαλμένη και άδικη. Βέβαια, σε μια απόλυτη σύγκριση σπουδαιότητας και μνημείων το Νανσύ μπορεί να υστερεί της πρωτεύουσας της Αλσατίας. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να μειώσει την αυτοτελή αξία της πόλης της Λωρραίνης με την τόσο πλούσια Ιστορία. Βρισκόμαστε άλλωστε στη Γαλλία, δηλαδή τη χώρα της Ευρώπης με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση ιστορικών μνημείων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο… αν φυσικά εξαιρέσουμε την Ιταλία.

Η εντύπωση που δίνει το Νανσύ στον επισκέπτη είναι πολύ διαφορετική από αυτήν που αφήνουν οι αλσατικές πόλεις ή ακόμη κι αυτό το γειτονικό Μες, η άλλη μεγάλη πόλη της Λωρραίνης. Πουθενά δεν συναντάς τα σπίτια με εμφανή σκελετό από ξύλινα δοκάρια, όπως στην Αλσατία, αλλά και σε τόσα άλλα μέρη της Γαλλίας, από τη Βουργουνδία και την Καμπανία μέχρι τη Βρετάνη. Τα χρώματα και τα διακοσμητικά στοιχεία των κτιρίων παραπέμπουν περισσότερο στον γαλλικό νότο, ακόμη και στην Ιταλία, ιδίως όταν ο ταξιδιώτης τα ανακαλύπτει κάποια ηλιόλουστη μέρα. Η εξήγηση είναι ίσως προφανής κι έγκειται στο ότι το Νανσύ βρισκόταν πάντα στη γαλλική πλευρά του γλωσσικού, και συνακόλουθα πολιτιστικού συνόρου, μεταξύ των περιοχών εξάπλωσης των λατινογενών και των γερμανικών γλωσσών. Τα «εξωτικά» στοιχεία είναι πολύ λίγα κι ο επισκέπτης δεν έχει καμιά αμφιβολία για το ότι βρίσκεται πάντα εντός των ορίων της γαλλικής επικράτειας. Κι έπειτα, το Νανσύ και η περιοχή του δεν γνώρισαν (τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό) τις δραματικές μεταβολές που σημάδεψαν την Ιστορία της Αλσατίας και της Βόρειας Λωρραίνης: οι αλλαγές κυρίαρχου ήταν λιγότερες σε αριθμό και, κυρίως, πολύ πιο ομαλές.

Ι. Ιστορική αναδρομή

Όπως θα διαπιστώσουμε, ιστορικά το Νανσύ είναι σχετικά «νεαρή» πόλη. Η πρώτη μνεία του τοπωνυμίου (ως Nanceiacum) ανάγεται στα 896, αλλά δεν είναι εξακριβωμένη η ύπαρξη κάποιου οικισμού την εποχή εκείνη. Πίσω απ’ το όνομα κρύβεται η κελτική ρίζα nant-, η οποία πρέπει να έδωσε λέξεις που είχαν τη σημασία «κοιλάδα», «ποταμός» ή «έλος». Λαμβανομένων υπόψη των γεωφυσικών χαρακτηριστικών της θέσης στην οποία χτίστηκε το Νανσύ, καμία από τις τρεις σημασίες δεν φαίνεται άστοχη.

Α. Το ανεξάρτητο Δουκάτο της Λωρραίνης

α. Ο Οίκος της Αλσατίας: Η ιστορία του Νανσύ συνδέεται με την ίδρυση του Δουκάτου της Λωρραίνης στα εδάφη της Άνω Λοθαριγγίας. Από το 1047 το Δουκάτο ανήκει στον Οίκο της Αλσατίας. Πιθανώς το 1061, ο δούκας Γεράρδος της Αλσατίας αποφασίζει να χτίσει ένα κάστρο ανάμεσα σε δύο έλη που σχημάτιζαν οι διακλαδώσεις του ποταμού Μερτ. Όπως είναι φυσικό, το κάστρο θα προσελκύσει πληθυσμό και θα δημιουργηθεί ένας οικισμός που θα αρχίσει να αναπτύσσεται αρκετά γρήγορα, ώστε να εξελιχθεί σε πόλη, έστω και σύμφωνα με τα κριτήρια της εποχής. Η ανάπτυξη αυτή καταδεικνύεται κι από το γεγονός ότι στο πρώτο μισό του 14ου αι. η πόλη οχυρώνεται περιμετρικά με τείχη.

Ο Οίκος τη Αλσατίας θα κρατήσει στα χέρια του τις τύχες της Λωρραίνης για τέσσερις αιώνες. Η δράση των δουκών θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως μάλλον διακριτική. Το κύριο μέλημά τους είναι να διασφαλίσουν τουλάχιστον την εδαφική ακεραιότητα του δουκάτου. Άλλωστε, δεν τους ανήκει καν ολόκληρη η Λωρραίνη: τα εδάφη των τριών επισκοπικών περιφερειών του Μες, της Τουλ και του Βερντέν είναι ανεξάρτητα και διοικούνται από τους εκάστοτε επισκόπους τους (το Μες βέβαια θα εξελιχθεί σχετικά γρήγορα σε εμπορική «δημοκρατία», στα πρότυπα άλλων πόλεων της Γερμανίας ή της Ιταλίας). Και στα βορειοανατολικά εκτείνονται τα εδάφη της πανίσχυρης Γερμανικής Αυτοκρατορίας (το 1218, στο πλαίσιο του πολέμου για τη διαδοχή της Καμπανίας, ο Φρειδερίκος Β΄ των Χοχενστάουφφεν πυρπολεί το Νανσύ). Έτσι, κατά το μεγαλύτερο διάστημα του Μεσαίωνα, οι Δούκες της Λωρραίνης είναι βασσάλοι των Γάλλων βασιλέων, τους οποίους και συνοδεύουν συνήθως στις πολεμικές εκστρατείες τους (συνήθως, αλλά όχι πάντα: στη Μάχη της Μπουβίν, το 1214, ο δούκας Θεοβάλδος Α΄ θα πολεμήσει δίπλα στον Γερμανό αυτοκράτορα Όθωνα Δ΄ εναντίον του Φιλίππου-Αυγούστου της Γαλλίας).

β. Από τον Οίκο του Ανζού στον Οίκο του Βωντεμόν: Το 1431 ο δούκας Κάρολος Β΄ ο Τολμηρός πεθαίνει χωρίς επιζώντες άρρενες απογόνους. Η μεγαλύτερη κόρη του, η Ισαβέλλα, είναι παντρεμένη από το 1420 με τον Ρενέ Α΄ του Ανζού. Το δουκάτο περνά στα χέρια του Οίκου του Ανζού, δηλαδή μιας από τις μεγαλύτερες δυνάμεις της εποχής. Ο Ρενέ εκτός από Δούκας της Λωρραίνης είναι επίσης δούκας του Ανζού και του Μπαρ, κόμης της Προβηγκίας και βασιλιάς της Νάπολης και της Κάτω Ιταλίας, καθώς και τιτουλάριος βασιλιάς της Σικελίας, της Ιερουσαλήμ και της Ουγγαρίας (ουγγρικής μάλλον προέλευσης, ο περίφημος διπλός Σταυρός της Λωρραίνης είναι κληρονομιά ακριβώς της περιόδου της ανδεγαυικής κυριαρχίας: οι Ανδεγαυοί πρέπει να τον υιοθέτησαν ως σύμβολό τους στο διάστημα που βασίλευαν και στην Ουγγαρία)! Για πρώτη φορά η Λωρραίνη διοικείται από έναν ηγεμόνα που δεν εδρεύει στο Νανσύ και για τον οποίο τα εδάφη του στην Ανατολική Γαλλία δεν είναι παρά ένα μικρό τμήμα των συνολικών κτήσεών του. Το γεγονός προκαλεί αντιδράσεις: η διαδοχή αμφισβητείται από τον Αντώνιο του Βωντεμόν, ο οποίος δεν είναι απλώς ο σημαντικότερος βασσάλος των δουκών, αλλά κι ο στενότερος άρρην συγγενής του αποθανόντος δουκός Καρόλου. Η διαμάχη θα ξεπεραστεί μ’ ένα συμβιβασμό. Η Γιολάντα, κόρη του Ρενέ και της Ισαβέλλας θα παντρευτεί τον Φρειδερίκο, γιο του κόμη του Βωντεμόν. Με την εύνοια συγκυριών, ο γάμος αυτός θα προετοιμάσει τη μεταβίβαση του θρόνου της Λωρραίνης στον Οίκο του Βωντεμόν και, κατά κάποιο τρόπο, την επιστροφή του στους απογόνους των αρχικών κυρίαρχων του δουκάτου. Συγκεκριμένα: το 1453 ο Ρενέ θα παραιτηθεί από τον δουκικό θρόνο υπέρ του γιου του, ο οποίος θα διοικήσει τη Λωρραίνη ως Ιωάννης Β΄ μέχρι το θάνατό του, το 1470. Θα τον διαδεχτεί ο γιος του, ο Νικόλαος Α΄, ο οποίος, όμως πεθαίνει νεότατος και ανύπαντρος το 1473 (ψιθυριζόταν ότι είχε δηλητηριαστεί κατόπιν διαταγών του Γάλλου βασιλιά). Έτσι, ως στενότερος άρρην συγγενής κατέλαβε τον θρόνο ο γιος της Γιολάντας και του Φρειδερίκου του Βωντεμόν, ο Ρενέ Β΄. Ο νεαρός δούκας είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής και νεαρής του ηλικίας στην αυλή του συνονόματου παππού του (ο Ρενέ Α΄ έζησε μέχρι το 1480) στο Ανζού και στην Προβηγκία. Επρόκειτο όμως να έρθει αντιμέτωπος με τον μεγαλύτερο κίνδυνο που είχε απειλήσει μέχρι τότε τη Λωρραίνη.

Οι Δούκες της Βουργουνδίας κυριαρχούν σε μια εκτεταμένη επικράτεια από την κοιλάδα του Ροδανού μέχρι τη Βόρεια Θάλασσα. [Κάποια στιγμή θα πρέπει να ασχοληθούμε ειδικά μ’ αυτόν τον ελάσσονα κλάδο των Βαλουά που παραλίγο να χτίσει μια πραγματική αυτοκρατορία και που, σε κάθε περίπτωση, συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία της μεγαλύτερης ίσως αυτοκρατορίας που γνώρισε η Ευρώπη, αυτής των Αψβούργων του 16ου αι.] Μια μόνο ανορθογραφία σκιάζει τη δόξα τους: ανάμεσα στα εδάφη τους στη Βουργουνδία και στις κτήσεις τους στη Φλάνδρα παρεμβάλλεται το ενοχλητικό Δουκάτο της Λωρραίνης. Τολμηρός, παράτολμος ή ριψοκίνδυνος (Téméraire) για τους φίλους του, τρομερός για τους εχθρούς του, ο δούκας Κάρολος βάζει στόχο να εξαφανίσει το πρόβλημα. Οχυρώνει θέσεις εντός της επικράτειας της Λωρραίνης και τον Νοέμβριο του 1475 καταλαμβάνει το Νανσύ. Εξόριστος πλέον, ο Ρενέ συμμαχεί με τους Ελβετούς για να αντιμετωπίσει τον Κάρολο. Η συμμαχία αποφέρει καρπούς: στις δύο μάχες που θα δοθούν σε ελβετικό έδαφος το 1476 (Γκρανσόν και Μορά/ Μύρτεν), ο στρατός του Βουργουνδού θα συντριβεί και το πυροβολικό του θα καταστραφεί ολοσχερώς. Ο Ρενέ μπορεί να επιστρέψει στην πρωτεύουσά του και να την οχυρώσει, γιατί βέβαια ο Κάρολος είναι σκληρό καρύδι και δεν πρόκειται να παραδεχτεί τόσο εύκολα την ήττα του. Πράγματι, τον Οκτώβριο του 1476 ο Κάρολος εμφανίζεται ξανά κάτω από τα τείχη του Νανσύ μ’ ένα στράτευμα που έχει συγκεντρώσει βιαστικά. Ο Βουργουνδός δεν ακούει τους επιτελείς του που φοβούνται τη μεγάλη αριθμητική υπεροχή των αντιπάλων και τον συμβουλεύουν να οπισθοχωρήσει στα εδάφη του στο Λουξεμβούργο για να αναδιοργανώσει το στρατό του. Στην αποφασιστικής σημασίας μάχη που δίνεται στις 5 Ιανουαρίου 1477 νότια της πόλης οι δυνάμεις του Ρενέ και οι Ελβετοί συντρίβουν τον στρατό του Καρόλου ο οποίος βρίσκει τον θάνατο. Το πτώμα του θ’ ανακαλυφτεί δύο μέρες μετά σ’ έναν παγωμένο βάλτο, με το πρόσωπο μισοφαγωμένο από τους λύκους. Θα το μεταφέρουν στο Νανσύ και θα καλέσουν τον προσωπικό γιατρό του, ο οποίος θα αναγνωρίσει το άψυχο σώμα του κυρίου του από τα μακριά του νύχια και τις ουλές που είχαν αφήσει προηγούμενες μάχες.

Μετά τη νίκη επί των Βουργουνδών, η ηγεμονία του Ρενέ (μέχρι το 1508) και του γιου του, του Αντώνιου (1508-1544), σηματοδοτούν μια εποχή μεγάλης ακμής για τη Λωρραίνη και το Νανσύ. Επί Ρενέ αρχίζει η ανέγερση των νέων δουκικών ανακτόρων (που θα ολοκληρωθούν από τον Αντώνιο), ενώ ο ίδιος παραγγέλλει (εκπληρώνοντας τάμα του) την κατασκευή της μονής και της εκκλησίας των Φραγκισκανών στα βόρεια του ανακτόρου.

γ. Μεταξύ Γαλλίας και Αψβούργων: Στη συνέχεια, η τύχη της Λωρραίνης καθορίζεται από την επιλογή συμμαχιών. Μεταξύ των δύο μεγάλων δυνάμεων, της Γαλλίας και της αυτοκρατορίας των Αψβούργων, οι δούκες της Λωρραίνης θα οδηγηθούν τελικά στην αγκαλιά των δεύτερων, ίσως γιατί ο ισχυρός που βρίσκεται πιο κοντά τρομάζει και περισσότερο. Η επιλογή του δούκα Καρόλου Δ΄, ο οποίος ανέρχεται στην εξουσία το 1625, να συνταχθεί ανοιχτά με τους Αψβούργους, ρίχνει τη Λωρραίνη στη δίνη του Τριακονταετούς Πολέμου. Τα πράγματα περιπλέκονται περισσότερο όταν ο Κάρολος έρχεται σε ανοιχτή ρήξη με τον Γάλλο βασιλιά Λουδοβίκο ΙΓ΄ και τον πανίσχυρο καρδινάλιο Ρισελιέ, υποστηρίζοντας τον Γκαστόν της Ορλεάνης, αδελφό του Λουδοβίκου. Οι Γάλλοι καταλαμβάνουν τη Λωρραίνη. Έπειτα τη λεηλατούν οι προτεστάντες Σουηδοί του βασιλιά Γουσταύου-Αδόλφου, για να ξανάρθει η σειρά των Γάλλων. Με τις Συνθήκες της Βεστφαλίας η Γαλλία αποκτά οριστικά τα εδάφη των τριών επισκοπικών περιφερειών της Λωρραίνης, ενώ κατέχει στρατιωτικά τα εδάφη του δουκάτου. Οι δούκες της Λωρραίνης ζουν εξόριστοι μέχρι το 1697, όταν ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ τους επιτρέπει να επιστρέψουν στο Νανσύ.

Φαίνεται παράδοξο, αλλά η Λωρραίνη στην οποία επιστρέφει ο δούκας Λεοπόλδος Α΄ ο Καλός, μολονότι έχει ουσιαστικά καταστεί γαλλικό προτεκτοράτο, βρίσκεται σε πλήρη οικονομική ακμή: ορυχεία, αλυκές, χαρτοποιία, υαλουργία, πορσελάνες και εμπόριο εν γένει αποτελούν τις πηγές πλούτου του Νανσύ. Βοηθούν και η κατά τα φαινόμενα εξομάλυνση των σχέσεων με τη Γαλλία κι η ελπίδα ότι ένας δυναστικός γάμος μεταξύ των οίκων της Γαλλίας και της Λωρραίνης θα μπορούσε να διασφαλίσει την ανεξαρτησία της δεύτερης. Ιδιωτικά μέγαρα χτίζονται στη νέα πόλη του Νανσύ, αδιάψευστη απόδειξη της ευμάρειας ευγενών και αστών. Αρχίζει η ανέγερση του μεγάλου ναού που πρόκειται να γίνει ο καθεδρικός της πόλης. Ο ίδιος ο δούκας συμβάλλει στην ανοικοδόμηση, παρότι, ακολουθώντας την τάση της εποχής που θέλει τους μονάρχες να κατοικούν εκτός της πρωτεύουσάς τους, μεταφέρει την αυλή του στη Λυνεβίλλ. Η πνευματική ζωή γνωρίζει άνθηση χάρη και στο Πανεπιστήμιο των Ιησουιτών στο γειτονικό Ποντ α Μουσσόν.

Όταν το 1729 πεθαίνει ο Λεοπόλδος, ο διάδοχος βρίσκεται για σπουδές στη Βιέννη, στην αυλή των φίλων και προστατών Αψβούργων. Ο Φραγκίσκος Γ΄ ήταν ο τρίτος γιος του Λεοπόλδου, αλλά οι δύο μεγαλύτεροι αδελφοί του είχαν πεθάνει από ευλογιά. Ο νεαρός δούκας επιστρέφει στο Νανσύ με μισή καρδιά. Ήδη ο αυτοκράτορας Κάρολος Στ΄ έχει εκδηλώσει την επιθυμία του να παντρέψει τον Φραγκίσκο με την κόρη του και μέλλουσα αυτοκράτειρα, τη Μαρία-Θηρεσία. Ο νεαρός περνά δύο χρόνια στο Νανσύ κι έπειτα επιστρέφει στη Βιέννη και στην εκλεκτή της καρδιάς του. Την ίδια ώρα η προοπτική του αυτοκρατορικού γάμου έχει θορυβήσει τη γαλλική αυλή. Ένας δούκας της Λωρραίνης που θα γίνει και αυτοκράτορας είναι ό,τι χειρότερο για τα σχέδια της Γαλλίας η οποία έχει σχεδόν προσαρτήσει τη Λωρραίνη. Αρχίζει ένα διπλωματικό παιχνίδι με απρόβλεπτες συνέπειες. Ο γαλλικός θρόνος θα δεχτεί τον γάμο μόνο υπό τον όρο ότι ο Φραγκίσκος θα εγκαταλείψει το Δουκάτο της Λωρραίνης. Πράγματι, ο Φραγκίσκος θα παντρευτεί τη Μαρία-Θηρεσία το 1736 και θα αφήσει το 1737 τα πατρογονικά εδάφη στους Γάλλους με αντάλλαγμα την Τοσκάνη (η συμφωνία θα επικυρωθεί το 1738 με τη Συνθήκη της Βιέννης). Κι ενώ ο μέχρι τότε δούκας θα πορευτεί προς την αυτοκρατορική μοίρα του, ο Γάλλος βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΕ΄ θα θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό του για μια ομαλή προσάρτηση της Λωρραίνης. Έφτασε η ώρα να περάσει στο προσκήνιο ο καλός βασιλιάς Στανισλάς.

Β. Στα χρόνια του καλού βασιλιά Στανισλάς

Γόνος μιας από τις επιφανέστερες οικογένειες της πολωνικής αριστοκρατίας, ο Στανισλάος Λεστσύνσκι εκλέγεται βασιλιάς της Πολωνίας το 1704, σε ηλικία 24 ετών, ουσιαστικά χάρη στην υποστήριξη του Σουηδού βασιλέα Κάρολου ΙΒ΄. Η εποχή είναι πολύ δύσκολη για την πάλαι ποτέ πολωνική υπερδύναμη. Περικυκλωμένη από τις μεγάλες ή ανερχόμενες δυνάμεις της εποχής (Ρωσία, Πρωσία, Αυστρία, Σουηδία), η Πολωνία διάγει τα τελευταία χρόνια της ανεξάρτητης ύπαρξής της. Μετά τη συντριβή του προστάτη του, του Καρόλου, στη μάχη της Πολτάβας (1709), ο Στανισλάος εκθρονίζεται. Ενώ έχει περάσει 15 χρόνια στην εξορία (Βεσαραβία, Ρηνανία-Παλατινάτο, Αλσατία), συναντά απρόσμενα τη μεγάλη ευκαιρία. Από το 1715 και τον θάνατο του προπάππου του, του «Βασιλιά-Ήλιου», μονάρχης της Γαλλίας είναι ο ανήλικος Λουδοβίκος ΙΕ΄ (γενν. το 1710). Ο θείος του και αντιβασιλέας Φίλιππος της Ορλεάνης έχει κανονίσει τον γάμο του Λουδοβίκου με την ινφάντα της Ισπανίας. Όταν το 1723 πεθαίνει ο αντιβασιλέας, η μέλλουσα νύφη είναι μόλις 6 ετών. Ο νέος πρωθυπουργός, ο Λουδοβίκος-Φίλιππος των Βουρβώνων, δεν καλοβλέπει αυτή την προοπτική. Ο νεαρός Λουδοβίκος είναι ένας φιλάσθενος έφηβος. Οι περισσότεροι δεν πιστεύουν ότι θα ζήσει αρκετά ώστε να ενηλικιωθεί. Αν, όμως, ο βασιλιάς πεθάνει πρόωρα, τότε θα τον διαδεχτεί ο δούκας της Ορλεάνης, γιος του νεκρού αντιβασιλέα και μεγάλος αντίπαλος του νυν πρωθυπουργού. Επομένως, πρέπει να βρεθεί γρήγορα μια νύφη για τον Λουδοβίκο: όχι πολύ μεγαλύτερή του, αλλά οπωσδήποτε σε αναπαραγωγική ηλικία και βεβαίως καθολική. Μόνο μια πριγκίπισσα πληροί τις προδιαγραφές αυτές: η κόρη του Στανισλάου Μαρία, την οποία και θα νυμφευθεί ο Λουδοβίκος τον Δεκαπενταύγουστο του 1725, στον Καθεδρικό του Στρασβούργου. Από εξόριστος μονάρχης, ο Στανισλάος προάγεται σε βασιλικό πεθερό. Πιστεύοντας ότι η γαλλική βοήθεια θα αποδειχτεί αρκετή, ο Στανισλάος επιχειρεί να ανακτήσει τον πολωνικό θρόνο: τον Σεπτέμβριο του 1734 επιστρέφει στη Βαρσοβία όπου η Πολωνική Δίαιτα τον επανεκλέγει βασιλέα. Μόνο που η ρωσική αντίδραση είναι άμεση και αποτελεσματική. Μέσα σε λίγες ημέρες ο Στανισλάος εκδιώκεται από την πρωτεύουσά του και καταφεύγει στο Γκντανσκ. Η Γαλλία κρίνει ότι ένας πόλεμος με τους Ρώσους δεν είναι ό,τι το καλύτερο και περιορίζεται να βοηθήσει συμβολικά μόνο τον Στανισλάο. Η επιχείρηση αποτυγχάνει παταγωδώς. Ο Λουδοβίκος, πάντως, δεν ξεχνά τον πεθερό του. Έτσι, το 1737 κι ενώ ο Φραγκίσκος εγκαταλείπει το Νανσύ, ο Λουδοβίκος διορίζει τον Στανισλάο ως ισόβιο δούκα της Λωρραίνης και του Μπαρ. Με τον θάνατο του Πολωνού, η Λωρραίνη θα καταστεί και τυπικά γαλλικό έδαφος.

Είναι βέβαιο ότι ο Λουδοβίκος πιστεύει πως η «μεσοβασιλεία» του εξηντάχρονου πεθερού του δεν πρόκειται να κρατήσει και πολύ. Γερό σκαρί, ο Πολωνός θα διαψεύσει τις προβλέψεις και θα διοικήσει τη Λωρραίνη για σχεδόν τριάντα χρόνια, μέχρι τον θάνατό του το 1766. Βέβαια, η λέξη «διοικήσει» δεν είναι απολύτως ακριβής: στην πράξη, ο Στανισλάος δεν έχει όλες τις εξουσίες στα χέρια του, μια και η Γαλλία έχει στείλει ως κυβερνήτη της Λωρραίνης τον Ιππότη της Γκαλαιζιέρ με αποστολή να προετοιμάσει το ταχύτερο δυνατό τη μετάβαση του δουκάτου σε καθεστώς γαλλικής κυριαρχίας. Παρόλα αυτά, ο Στανισλάος θα κάνει ό,τι μπορεί για να γίνει αγαπητός στους υπηκόους του και για να διασφαλίσει την υστεροφημία του. Αφήνει κληρονομιά το μνημειακό έργο της πλατείας που θα πάρει (πολύ αργότερα) το όνομά του, θεσπίζει την παροχή δωρεάν εκπαίδευσης στους κατοίκους της Λωρραίνης, ιδρύει τη Βασιλική Βιβλιοθήκη και τη Βασιλική Ακαδημία του Νανσύ, καθιερώνει ένα στοιχειώδες σύστημα πρωτοβάθμιας ιατρικής περίθαλψης. Με δύο λόγια, ένας αληθινός φωτισμένος μονάρχης, ο οποίος φιλοξενεί στα ανάκτορα της Λυνεβίλλ όλες τις μεγάλες μορφές του Διαφωτισμού, από τον Βολταίρο ως τον Μοντεσκιέ.

Γ. Υπό γαλλική κυριαρχία

Με τον θάνατο του Στανισλάου το 1766 (σε ηλικία 89 ετών και μάλιστα όχι εξαιτίας κάποιας ασθένειας αλλά λόγω των εγκαυμάτων που υπέστη πέφτοντας στο τζάκι του υπνοδωματίου του στα ανάκτορα της Λυνεβίλλ), η Λωρραίνη και το Νανσύ περνούν οριστικά στη Γαλλία. Τα χρόνια περνούν, κι αν κάποια επανάσταση άλλαξε ριζικά την πόλη αυτή δεν ήταν η Γαλλική, αλλά η Βιομηχανική. Τα ανθρακωρυχεία και η σιδηρουργία μεταβάλλουν τη φυσιογνωμία της πόλης. Το Νανσύ βγαίνει κατά κάποιο τρόπο κερδισμένο κι από την οδυνηρή ήττα της Γαλλίας στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο του 1870-71 και την απώλεια της Αλσατίας και του Μοζέλλα: στην πόλη συρρέουν όχι μόνον απλοί πρόσφυγες από τις χαμένες για τη Γαλλία περιοχές, αλλά κι ένα μεγάλο μέρος της επιχειρηματικής και πνευματικής ελίτ τους. Ο πληθυσμός της πόλης υπερδιπλασιάζεται: από 40.000 κατοίκους το 1850, η πόλη ξεπερνά τις 100.000 με την αυγή του 20ού αι. (ο αριθμός παραμένει μέχρι σήμερα σταθερός… για τον Δήμο του Νανσύ, μια και το ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα αριθμεί γύρω στις 300.000). Παράλληλα, η συνύπαρξη και η αλληλεπίδραση ανήσυχων επιχειρηματικών, πνευματικών και καλλιτεχνικών ελίτ έχει ως αποτέλεσμα την περίφημη Σχολή του Νανσύ, καθιστώντας την πόλη πραγματική πρωτεύουσα της Αρ Νουβώ. Ο πολυτάλαντος Εμίλ Γκαλλέ, ο επιπλοποιός και διακοσμητής Λουί Μαζορέλλ, οι υαλουργοί αδελφοί Ντάουμ κι ο αρχιτέκτονας Λυσιάν Βάισσενμπύργκερ είναι μερικά μόνο από τα ονόματα που πρωταγωνίστησαν στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής αυτής ομάδας.

Οι πόλεμοι θα περάσουν αφήνοντας τα σημάδια τους, αλλά το Νανσύ θα συνεχίσει στον ίδιο ρυθμό, αυτόν της βιομηχανικής πόλης… μέχρι να έρθει η ώρα της παρακμής των ορυχείων και της σιδηρουργίας κι ο επαπειλούμενος οικονομικός μαρασμός. Η πόλη θα αργήσει, αλλά θα αντιδράσει τελικά: αναπτύσσοντας τον τριτογενή τομέα, δίνοντας βάρος στα πανεπιστήμιά της και, φυσικότατα, στον τουρισμό το Νανσύ μπήκε στον νέο αιώνα με περισσότερη αισιοδοξία. Στο Νανσύ μπορεί να βρέχει συχνά, αλλά η εικόνα του δεν είναι γκρίζα!

ΙΙ. Σύντομη περιήγηση

Η υπέροχη Πλας Στανισλάς αποτελεί το κέντρο της πόλης, συνδέοντας την Παλαιά (στα βόρεια) και τη Νέα Πόλη (στα νότια) του Νανσύ. Στα δυτικά και μέχρι τον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης απλώνονται οι νεότερες συνοικίες της που οικοδομήθηκαν κατά τον 19ο αι. και στις αρχές του 20ού: εκεί βρίσκεται το εμπορικό κέντρο, αλλά και διάσπαρτα διάφορα διαμάντια της Αρ Νουβώ.

Α. Η Νέα Πόλη

Η κατ’ όνομα νέα πόλη άρχισε να οικοδομείται στα τέλη του 16ου αι., στα χρόνια του δούκα Καρόλου Γ΄. Μάρτυρας της ανάπτυξης που γνώρισε η πόλη από τα τέλη του 17ου αι., διαθέτει αρκετά δείγματα μπαρόκ αρχιτεκτονικής (όπως τα ιδιωτικά μέγαρα της Πλας ντ’ Αλλιάνς στο ανατολικό άκρο του ιστορικού κέντρου της πόλης), αλλά και νεοκλασσικά οικοδομήματα. Στη Νέα (ή κατ’ άλλους Βασιλική) Πόλη του Νανσύ βρίσκεται και ο ναός του Ευαγγελισμού της Παρθένου, ένα σχετικά λιτό, αλλά κομψό μπαρόκ οικοδόμημα του πρώτου μισού του 18ου αι. Ο ναός έγινε καθεδρικός το 1777 όταν το Νανσύ κατέστη επισκοπική έδρα (με τη μεταφορά της επισκοπής της Τουλ).

Β. Η Πλατεία Στανισλάς

Η Πλατεία Στανισλάς αποτελεί ένα αδιαμφισβήτητο αριστούργημα του μπαρόκ και του ροκοκό, το οποίο ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει πλέον σε όλη τη μεγαλοπρέπειά του (μετά την ανακαίνιση, ή μάλλον αναπαλαίωση, του 2005). Ο Στανισλάος αποφασίζει την κατασκευή της το 1751 θέλοντας να χαρίσει στην πρωτεύουσά του ένα μνημειώδες έργο το οποίο θα είναι αφιερωμένο στη δόξα του γαμπρού του, του Λουδοβίκου ΙΕ΄. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, ονομαζόταν αρχικά Βασιλική Πλατεία, για να πάρει τη σημερινή ονομασία της στα μέσα του 19ου αι. (όταν και τοποθετήθηκε στο μέσον της το άγαλμα του Στανισλάου στη θέση όπου βρισκόταν άγαλμα του Λουδοβίκου, το οποίο είχε φυσικά γκρεμιστεί στα χρόνια της Επανάστασης). Το έργο ολοκληρώθηκε το 1755, υπό την επίβλεψη του ντόπιου αρχιτέκτονα Εμμανυέλ Ερέ. Η πλατεία περιβάλλεται από κτίρια τα οποία είναι όμοια ως προς τα αρχιτεκτονικά και διακοσμητικά στοιχεία τους, αλλά διαφέρουν ως προς το μέγεθος και τον αριθμό των ορόφων (λέγεται ότι το μικρό ύψος των κτιρίων της βόρειας πλευράς οφείλεται τόσο σε λόγους προοπτικής, όσο και για να είναι δυνατή η χρήση πυροβολικού για την άμυνα της πόλης). Το Δημαρχείο του Νανσύ είναι το μεγαλύτερο κτίριο της πλατείας, καθώς καλύπτει ολόκληρη τη νότια πλευρά της. Στην πρόσοψή του μπορεί κανείς να διακρίνει τα εμβλήματα του Στανισλάου: τον ταύρο του οικόσημου των Λεστσύνσκι, τον αετό της Πολωνίας και τον ιππέα της Λιθουανίας. Μεταξύ των κτιρίων της ανατολικής πλευράς, το πρώην μέγαρο του Δημόσιου Ταμείου στεγάζει σήμερα την Όπερα του Νανσύ, ενώ στη δυτική πλευρά η Ιατρική Σχολή είναι εδώ και σχεδόν δύο αιώνες το Μουσείο Καλών Τεχνών της πόλης: πλούσια συλλογή ζωγράφων της Αναγέννησης (Περουτζίνο, Τιντορέτο, Ρούμπενς, Καραβάτζο), Γάλλοι ζωγράφοι του 19ου αι, (ανάμεσά τους η «Μάχη του Νανσύ» του Ντελακρουά), ιμπρεσιονιστές (ένας Μανέ) και έργα μοντέρνας τέχνης (ένας Πικάσο) καταλέγονται μεταξύ των εκθεμάτων του μουσείου. Το αξιοπερίεργο; Στη σκάλα που οδηγεί στον δεύτερο όροφο εκτίθεται συλλογή έργων του Φραντσέσκο Καζανόβα, αδελφού του γνωστού Βενετσιάνου γόη.

Στο βορειοδυτικό και στο βορειοανατολικό άκρο της πλατείας υπάρχουν δύο κρήνες με αγάλματα, του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης αντίστοιχα, που δεν διακοσμούν απλώς την πλατεία, αλλά και κρύβουν τις οχυρώσεις. Κι αμέσως μετά την πλατεία, στα βορειοδυτικά, υπάρχει μια αψίδα θριάμβου, απομίμηση αυτής του Σεπτίμιου Σεβήρου στη Ρώμη, την οποία ανήγειρε ο Στανισλάος για να υμνήσει τη δόξα του γαμπρού του (πάλι). Πέρα όμως από τα κτίρια, αυτό που ολοκληρώνει την ασύγκριτη ομορφιά της Πλατείας Στανισλάς είναι οι πύλες της με τα επίχρυσα κάγκελα, έργο του Ζαν Λαμούρ.

Γ. Η Παλαιά Πόλη

Στα βόρεια της Πλατείας Στανισλάς απλώνεται η Παλαιά Πόλη του Νανσύ. Ωστόσο ο επισκέπτης δεν αντιλαμβάνεται αμέσως την αλλαγή: η Πλατεία της Καρριέρ την οποία βλέπει πρώτη και την οποία χρησιμοποιούσαν στα χρόνια του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης ως χώρο ιππικών επιδείξεων και τουρνουά αναδιαμορφώθηκε πλήρως από τον Ερέ σύμφωνα με την αισθητική του μπαρόκ. Περιβάλλεται από ιδιωτικά μέγαρα του 18ου αι., ενώ στο βόρειο άκρο της δεσπόζει το κτίριο του Κυβερνείου. Το πραγματικό Νανσύ του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης αρχίζει λίγο βορειότερα. Στο νοτιοδυτικό άκρο σχεδόν της παλιάς πόλης, η Πλατεία Σαιν Επρ αποτελούσε την καρδιά της πόλης κατά τον Μεσαίωνα. Εκεί που βρισκόταν ένας ναός ρωμανικού ρυθμού, σήμερα υψώνεται η Βασιλική του Αγίου Εβέρου_(Saint Epvre), επισκόπου της Τουλ. Μην ξεγελαστείτε, πρόκειται για ένα νεογοτθικό κτίσμα της δεκαετίας του 1860. Προσωπικά βρίσκω το οικοδόμημα αρκετά συμπαθητικό, πολλοί όμως το θεωρούν αποτυχημένο συνδυασμό διαφόρων στοιχείων του γοτθικού ρυθμού, χωρίς την αρμονία και την ομορφιά των αυθεντικών μεσαιωνικών κτισμάτων. Σε κάθε περίπτωση, ο ναός χτίστηκε γρήγορα και, μάλλον πρόχειρα. Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα είναι φασκιωμένος με σκαλωσιές για τα απαραίτητα έργα συντήρησης και αναστύλωσης. Στα στενά δρομάκια βόρεια της Πλατείας Σαιν Επρ υπάρχουν εκλεκτά δείγματα της αρχιτεκτονικής του Ύστερου Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, όπως το μέγαρο του μαρισκάλδου της Λωρραίνης Ιωάννη της Ωσσονβίλλ.

Αν, πάντως, υπάρχει κάποιος δρόμος που μπορεί να δώσει μια ζωντανή εικόνα για το πώς ήταν το μεσαιωνικό Νανσύ, αυτός είναι η μακρόστενη Γκραντ Ρυ (αν φυσικά εξαιρέσουμε τα περίπου τριάντα εστιατόρια κάθε είδους και για κάθε βαλάντιο που υπάρχουν στην αριστερά πλευρά του δρόμου). Στον αριθμό 30, βρίσκεται το σπίτι όπου μετέφεραν το πτώμα του Καρόλου της Βουργουνδίας μετά τη Μάχη του Νανσύ το 1477. Μια πλάκα υπενθυμίζει το γεγονός. Ανηφορίζοντας, συναντάμε τα ανάκτορα των Δουκών της Λωρραίνης, όπου συνδυάζονται στοιχεία ύστερου γοτθικού και αναγεννησιακού ρυθμού (λογικό αν θυμηθούμε ότι το ανάκτορο οικοδομήθηκε από τον Ρενέ Β΄ και τον Αντώνιο στα τέλη του 15ου και στις αρχές του 16ου αι.). Αμέσως μετά τα ανάκτορα υπάρχει η Μονή και η Εκκλησία των Φραγκισκανών (αφιερωμένη φυσικά στον Άγιο Φραγκίσκο της Ασσίζης), χτισμένες κατόπιν παραγγελίας του δούκα Ρενέ Β΄. Δείγμα των δεσμών μεταξύ Νανσύ και Αψβούργων, η εκκλησία μέχρι το 1918 δεν ήταν τυπικά γαλλικό έδαφος, αλλά ανήκε στην Αυστρία! Κι αξίζει να σημειωθεί ότι ο καλός κύριος Όττο φον Χάμπσμπουργκ (τα χρόνια του νάχουμε!), ως απόγονος του οίκου παντρεύτηκε το 1951 σ’ αυτήν την εκκλησία (βέβαια, μια και κατά το γαλλικό δίκαιο μόνον ο πολιτικός γάμος είναι έγκυρος, είχε περάσει πρώτα κι από το δημαρχείο του Νανσύ)! Σήμερα τα ανάκτορα, η μονή και η εκκλησία στεγάζουν το Μουσείο Ιστορίας της Λωρραίνης. Μεταξύ των συλλογών του παλατιού, το απόλυτο μαστ είναι η σχεδόν πλήρης σειρά χαλκογραφιών του χαράκτη Ζακ Καλλό με τίτλο «Οι Δυστυχίες του Πολέμου» (εν προκειμένω, του Τριακονταετούς). Στην Εκκλησία των Φραγκισκανών βρίσκονται οι τάφοι των δουκών (π.χ. του Ρενέ Β΄). Αξιοσημείωτο το εντυπωσιακού ρεαλισμού επιτύμβιο ανάγλυφο της συζύγου του Ρενέ, της Φιλίππης του Γκέλντρε (ολλ. Χέλρε).

Στο τέλος της Γκραντ Ρυ υψώνεται η εντυπωσιακή Πύλη της Κραφφ, που είναι σχεδόν ό,τι έχει απομείνει από τις μεσαιωνικές οχυρώσεις και τα τείχη του Νανσύ. Η πύλη κατασκευάστηκε τον 14ο αι., αλλά οι πύργοι της είναι νεότεροι, μια και προστέθηκαν κατά το πρώτο μισό του επόμενου αιώνα.

Μεσαιωνικό, αναγεννησιακό, μπαρόκ, νεοκλασσικό η αρ νουβώ, το ιστορικό κέντρο του Νανσύ διαθέτει μνημεία και αξιοθέατα για όλες τις προτιμήσεις, καταρρίπτοντας τις όποιες φήμες περί μουντής πόλης ή «φτωχού συγγενή». Κι αν όλα αυτά σας είναι αδιάφορα, το Νανσύ είναι η πόλη όπου έδρασε ο περίφημος (ή περιβόητος, c’est selon) Δρ Εμίλ Κουέ (στην πραγματικότητα, απλώς φαρμακοποιός) με τη μέθοδό του της αυθυποβολής, όπως επίσης και η πόλη στην ποδοσφαιρική ομάδα της οποίας έκανε τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα ο Μισέλ Πλατινί.  Και για να κλείσω το κείμενο με τις δικές μου προτιμήσεις, το Νανσύ είναι η πόλη όπου δίδαξε ένας από τους σπουδαιότερους ιστορικούς που ασχολήθηκαν με την ελληνιστική περίοδο, ο Εντουάρ Βιλλ.

Ιερουσαλήμ-Μαρίενμπουργκ – μέρος III: η μάχη με τα τρία ονόματα και η παρακμή του Τάγματος

Οκτώβριος 26, 2010

Στα τέλη του 14ου αιώνα οι Τεύτονες Ιππότες βρίσκονται στο απόγειο της δύναμής τους: η επικράτειά τους φτάνει στα όρια της μέγιστης εδαφικής εξάπλωσής της, το κράτος τους στην Πρωσία γνωρίζει τη σημαντικότερη ως τότε οικονομική ανάπτυξη. Ωστόσο οι συνθήκες έχουν αρχίσει να μεταβάλλονται σε βάρος τους. Πολωνοί και Λιθουανοί, δηλαδή οι δύο σημαντικότεροι αντίπαλοι του Τάγματος, ενώνουν τις δυνάμεις τους. Η συμμαχία συνεπάγεται και τον προσηλυτισμό των Λιθουανών στον χριστιανισμό, γεγονός το οποίο στερεί από τους Τεύτονες τη νομιμοποίηση της επεκτατικής δράσης τους. Η μοιραία σύγκρουση δεν θα αργήσει. Η βαριά ήττα που θα υποστούν οι Τεύτονες, χωρίς να είναι αφεαυτής καταδικαστική, θα οδηγήσει το Τάγμα στην παρακμή: ο συνδυασμός εξωτερικής πίεσης και σοβαρών εσωτερικών προβλημάτων θα φέρει νέες ήττες στα πεδία των μαχών και θα καταλήξει στη συρρίκνωση του πρωσικού κράτους. Θα αναζητηθούν απεγνωσμένα λύσεις για την επιβίωση, οι οποίες θα φέρουν, κατ’ ανάγκη, τη μετάλλαξη του Τάγματος.

Ι.   Η μάχη με τα τρία ονόματα: η ήττα των Τευτόνων από τη συμμαχία Πολωνών και Λιθουανών

Α.   Από την ένωση Πολωνίας-Λιθουανίας έως την έναρξη της πολεμικής σύρραξης (1381-1409)

Το 1381 πεθαίνει ο μεγάλος μάγιστρος Βίνριχ του Κνιπρόντε, ο οποίος συνέδεσε το όνομά του με το απόγειο της ισχύος του Τάγματος. Την επόμενη χρονιά, ο νόμιμος διάδοχος του λιθουανικού θρόνου, ο  Γιογκάιλα (Γιαγκέουγο για τους Πολωνούς), εξοντώνει τον σφετεριστή θείο του, τον Κεστούτις, και αποκτά την ουσιαστική εξουσία στη χώρα, εγκαταλείποντας ταυτόχρονα τη μέχρι τότε συμμαχία του με τους Τεύτονες. Η αυτονόμηση αυτή προϋποθέτει την εξεύρεση νέων συμμάχων: ο Γιογκάιλα θα καταλήξει στην Πολωνία, φτάνοντας μέχρι του σημείου της ένωσης των δύο κρατών (α). Μολονότι η εξέλιξη αυτή είναι η χειρότερη δυνατή για τους Τεύτονες, το Τάγμα θα επιχειρήσει να αντιδράσει (β).  

α. Η ένωση Πολωνίας και Λιθουανίας: Από τα μέσα του 14ου αιώνα, η Λιθουανία έχει εξελιχτεί σε ένα από τα ισχυρότερα κράτη της Ευρώπης, εκμεταλλευόμενη και τα κενά εξουσίας που προκάλεσαν στην ευρύτερη περιοχή οι μογγολικές επιδρομές: αρκετές ηγεμονία στη Ρωσία και στην Ουκρανία, Μολδαβοί και Βλάχοι προτιμούν να αναγνωρίσουν την επικυριαρχία των Λιθουανών ηγεμόνων, τα σύνορα του κράτους των οποίων εκτείνονται πλέον από τη Βαλτική μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα. Αρκετά ρεαλιστές, οι Λιθουανοί μονάρχες ακολουθούν πολιτική ανεξιθρησκείας, μια και στους υπηκόους τους καταλέγονται, εκτός από τους ειδωλολάτρες Λιθουανούς, αρκετοί καθολικοί κι ακόμη περισσότεροι ορθόδοξοι χριστιανοί.

Επομένως, στην αναζήτηση συμμάχων κατά των Τευτόνων, ο Γιογκάιλα έχει δύο επιλογές: πρώτον, μπορεί να στραφεί προς τη Ρωσία (άλλωστε η μητέρα του ήταν κόρη του Ρώσου ηγεμόνα του Τβερ), διαλέγοντας τον γάμο με κάποια από τις κόρες του Μεγάλου Ηγεμόνα της Μόσχας. Η λύση αυτή απορρίπτεται σχετικά γρήγορα, γιατί η Λιθουανία θα οδηγηθεί στη σφαίρα επιρροής του ισχυρού μοσχοβίτη ηγεμόνα, του Ντμίτρι Ντανσκόι, ενώ θα πρέπει να αναγνωρίσει και την πρωτοκαθεδρία της ορθόδοξης Ρωσικής Εκκλησίας (βλ. Sylvain Gouguennheim “Les Chevaliers Teutoniques“, εκδ. Tallandier, Παρίσι, 2007, σελ. 445). Η εγγύτητα της εξουσίας αυτής την καθιστά σαφώς ενοχλητική για ένα φιλόδοξο μονάρχη. Σε κάθε περίπτωση, πολύ πιο ενοχλητική απ’ ό,τι είναι η εξουσία της Αβινιόν ή της Ρώμης (βρισκόμαστε στην περίοδο του Μεγάλου Σχίσματος της Καθολικής Εκκλησίας). Έτσι ο Γιογκάιλα επιλέγει τη δεύτερη λύση, αυτή της συμμαχίας με την Πολωνία. Στη χώρα αυτή, με τον θάνατο του Καζιμίρ Γ΄ (1370) σβήνει η δυναστία του Πιαστ και το στέμμα περνά στον ανηψιό του άκληρου μονάρχη, στον ανδεγαυικής καταγωγής βασιλιά της Ουγγαρίας Λουδοβίκο Α΄ τον Μεγάλο. Η εδραίωση της πολωνολιθουανικής συμμαχίας προϋποθέτει τον γάμο του Λιθουανού μεγάλου δούκα με την κόρη του Λουδοβίκου, την Εδβίγη. Υπάρχει ωστόσο ένα εμπόδιο, διόλου ασήμαντο: ο Λουδοβίκος έχει τη μεγάλη φιλοδοξία ν’ ανέλθει στον γερμανικό αυτοκρατορικό θρόνο. Στο πλαίσιο της αναζήτησης συμμάχων και υποστηριχτών, έχει ήδη υποσχεθεί την Εδβίγη στον δούκα της Αυστρίας. Ο γάμος αυτός δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Πολωνίας, για την οποία η Λιθουανία είναι πλέον ο φυσικός σύμμαχος κατά των μισητών Τευτόνων. Ο θάνατος του Λουδοβίκου, τον Σεπτέμβριο του 1382 στην Τρνάβα της Σλοβακίας, καθιστά εφικτή τη συμμαχία με τη Λιθουανία, μέσω του γάμου Εδβίγης και Γιογκάιλα. Η πραγματοποίηση του σχεδίου εξαρτάται από δύο ακόμη προϋποθέσεις: ο Λιθουανός μονάρχης πρέπει να ασπασθεί τον χριστιανισμό, ενώ ο δούκας της Αυστρίας πρέπει να αποζημιωθεί.

Η ένωση θα υλοποιηθεί σε τρεις φάσεις (βλ. (Alain Demurger “Chevaliers du Christ – Les ordres religieux-militaires au Moyen Âge, XIe-XVIe siècle“, εκδ. Seuil, Παρίσι, 2002, σελ. 260): 1. στις 14 Αυγούστου 1384 συνάπτεται σύμφωνο στην Κρέβα της Λιθουανίας (πολ. Κρέβο ή Κρέβνο), βάσει του οποίου αποκαθίσταται η ειρήνη μεταξύ Πολωνίας και Λιθουανίας, ενώ ο Γιογκάιλα δίνει την υπόσχεση να βαπτισθεί χριστιανός και δεσμεύεται να αποζημιώσει την Αυστρία. 2. Στις 15 Φεβουαρίου του 1386 ο Γιογκάιλα βαφτίζεται στον καθεδρικό της Κρακοβίας. Τρεις μέρες μετά παντρεύεται την Εδβίγη και, στις 4 Μαρτίου, στέφεται βασιλιάς της Πολωνίας με το όνομα Λαδισλάος Β΄ (πολ. Βουαντίσουαφ). 3. Την επόμενη χρονιά, ο Λαδισλάος (πλέον) μεταβαίνει στην πρωτεύουσα της Λιθουανίας, το Βίλνιους, κηρύσσει επίσημα τον προσχώρηση του λιθουανικού έθνους στον χριστιανισμό και ενθρονίζει τον πρώτο επίσκοπο Λιθουανίας (έναν Πολωνό Φραγκισκανό). 

Ο εκχριστιανισμός των Λιθουανών αφαιρεί από τους Τεύτονες τη βασική δικαιολόγηση που νομιμοποιούσε τις επιθέσεις εναντίον ενός κράτους που μέχρι τότε ήταν ειδωλολατρικό. Αντιθέτως, πολλοί, ακόμη και στο παπικό περιβάλλον, θεωρούν ότι η χριστιανική Λιθουανία μπορεί πλέον να αποτελέσει τον πιο αξιόπιστο σύμμαχο για την απόκρουση του μογγολικού κινδύνου. Ωστόσο, το Τάγμα διατηρεί τις ελπίδες του, κυρίως επειδή η ένωση Πολωνίας και Λιθουανίας είναι ατελής. Ο Γιογκάιλα/ Λαδισλάος επιλέγει να μην ασκήσει άμεσα την εξουσία στη Λιθουανία, αρκούμενος σε ρόλο επικυρίαρχου, καθώς αναθέτει τη διακυβέρνηση της πατρίδας του στον εξάδελφό του, τον Βυτάουτας (Βίτολντ για Γερμανούς και Πολωνούς). Μεγάλη μορφή πολιτικού ρεαλισμού, ο Βυτάουτας, δεν δίστασε κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του να βαπτιστεί πέντε φορές χριστιανός (τη μια φορά καθολικός, την άλλη ορθόδοξος κ.ο.κ., αναλόγως των εκάστοτε πολιτικών συμφερόντων του, βλ. Gouguennheim, όπ.π., σελ. 447). Μια τέτοια προσωπικότητα ήταν λογικό ότι αργά ή γρήγορα θα επιχειρούσε να διεκδικήσει την αυτονομία, αν όχι την ανεξαρτησία της Λιθουανίας. Αυτήν ακριβώς την τάση επρόκειτο να εκμεταλλευθούν οι Τεύτονες.

β. Η αντίδραση των Τευτόνων στην ένωση της Κρέβα: Το Τάγμα επιχειρεί να προσεταιρισθεί τον μεγάλο δούκα της Λιθουανίας. Τα συμφέροντα των δύο πλευρών συμπίπτουν κατά κάποιο τρόπο: ο Βυτάουτας θέλει να εξασφαλίσει την ηρεμία στο βόρειο μέτωπο, καθώς οι φιλοδοξίες του αφορούν κυρίως την επέκταση της Λιθουανίας προς τα νοτιοανατολικά (Ρωσία, Ουκρανία, παράλια της Μάυρης Θάλασσας). Το 1398 οι Τεύτονες και ο Βυτάουτας συνάπτουν τη συνθήκη του Σαλλινβέρντερ, με την οποία ο δεύτερος παραχωρεί στο Τάγμα τη Σαμογετία! Οι Τεύτονες επιχειρούν αμέσως να κατακτήσουν την περιοχή: το 1406 οι Σαμογέτες υποτάσσονται στους Γερμανούς ιππότες. Οι Τεύτονες είχαν τη δυνατότητα να δικαιολογήσουν την κατάκτησή αυτή με το σύνηθες πρόσχημα της ιεραποστολικής δράσης: οι Σαμογέτες είχαν παραμείνει ειδωλολάτρες. Παράλληλα, το Τάγμα ακολουθεί πολιτική επέκτασης προς όλες τις κατευθύνσεις: αγοράζει το Ντόμπριν από τον Πολωνό φεουδάρχη της περιοχής και το Νώυμαρκτ του Βρανδεβούργου (1402) από τον βασιλιά της Βοημίας και Ουγγαρίας.

Έχουν περάσει περισσότερα από είκοσι χρόνια από την Ένωση της Κρέβα. Θεωρητικά, το Τάγμα των Τευτόνων έχει ενισχύσει τις θέσεις του. Οπωσδήποτε έχει καθυστερήσει με επιδεξιότητα την πολεμική σύγκρουση με τους αντιπάλους του. Ωστόσο, οι πρόσφατες κατακτήσεις αποδεικνύονται εφήμερες: το 1409 οι Πολωνοί ανακτούν με τα όπλα το Ντόμπριν. Την ίδια χρονιά εξεγείρονται μαζικά οι Σαμογέτες. Ο μεγάλος μάγιστρος Ούλριχ του Γιούνγκινγκεν κατηγορεί (όχι άδικα) τον Βυτάουτας ως υποκινητή της εξέγερσης. Ο μάγιστρος προετοιμάζεται για πόλεμο, πιστεύοντας ότι η συμμαχία Πολωνών και Λιθουανών θα διαλυθεί εύκολα υπό την πίεση των γεγονότων. Είναι βέβαιος ότι ο Βυτάουτας δεν πρόκειται να κινηθεί στρατιωτικά κατά των Τευτόνων. Η εκτίμηση αυτή του Γιούνγκινγκεν πρόκειται να αποδειχθεί εσφαλμένη… και μοιραία για το Τάγμα. Στο παιχνίδι λυκοφιλίας ανάμεσα στους Τεύτονες και στον Λιθουανό μεγάλο δούκα, νικητής αναδεικνύεται ο δεύτερος που την κρίσιμη ώρα συντάσσεται με τον εξάδελφό του.

Β.   Από το Τάννενμπεργκ/ Γκρούνβαλντ/ Ζαλγκίρις έως την πρώτη συνθήκη ειρήνης του Τορν (1409-1411)

Ο μεγάλος μάγιστρος επιστρατεύει το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεων του Τάγματος και στρατολογεί μαζικά μισθοφόρους στη Γερμανία. Από τη μεριά τους ο Λαδισλάος και ο Βυτάουτας συγκεντρώνουν μια εντυπωσιακή στρατιά η οποία περιλαμβάνει στις τάξεις της Πολωνούς, Λιθουανούς και Σαμογέτες, Μογγόλους μισθοφόρους, Ρώσους, Ουκρανούς, Μολδαβούς, Βλάχους και Βοημούς! Στις 6 Αυγούστου 1409 το Τάγμα κηρύσσει τον πόλεμο στην Πολωνία και δέκα μέρες αργότερα επιτίθεται στα διεκδικούμενα εδάφη του Ντόμπριν και της Κουγιαβίας. Τον Ιούνιο του 1410 ο Λαδισλάος εισβάλλει στην Πρωσία, περνά τον Βιστούλα και κινείται προς το Οστερόντε με τελικό στόχο την καρδιά του κράτους των Τευτόνων, το ίδιο το Μαρίενμπουργκ. Ο Ούλριχ του Γιούνγκινγκεν επιλέγει να κινηθεί άμεσα, πριν ενωθούν με το στρατό του οι δυνάμεις των Τευτόνων της Λιβονίας, αλλά και ένα σημαντικό τμήμα των Γερμανών μισθοφόρων που βρίσκονταν ακόμη στην Πομερελία. Εκ των υστέρων είναι εύκολο να γίνει λόγος για τραγικό σφάλμα. Ωστόσο ο μεγάλος μάγιστρος θα πρέπει να είχε τους λόγους του για να λάβει μια τόσο σοβαρή απόφαση: πιθανότατα έκρινε ότι έπρεπε να αποφύγει με κάθε τρόπο μια πολιορκία της πρωτεύουσάς του.

α. Η μεγάλη σύγκρουση: Οι δύο στρατοί θα συναντηθούν στη Νότια Πρωσία, στο εσωτερικό του τριγώνου που σχηματίζουν τα χωριά του Τάννενμπεργκ, του Γκρύνφελντε (την ονομασία του οποίου οι Πολωνοί παρέφθειραν για άγνωστους λόγους σε Γκρούνβαλντ) και του Λούντβιχσντορφ. Έτσι, η μάχη που δόθηκε στις 15 Ιουλίου 1410 πήρε διαφορετική ονομασία για κάθε εμπόλεμη πλευρά: Τάννενμπεργκ για τους Γερμανούς, Γκρούνβαλντ για τους Πολωνούς και Ζαλγκίρις (που δεν είναι παρά η μετάφραση της ονομασίας Γκρούνβαλντ στα λιθουανικά) για τους Λιθουανούς. Παρά τα διάφορα χρονικά και αφηγήσεις, δεν έχουμε στη διάθεσή μας ακριβείς υπολογισμούς των δυνάμεων που αντιπαρατέθηκαν, ενώ και οι πληροφορίες μας για την εξέλιξη της μάχης δεν είναι απολύτως σαφείς (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 475/ Kristjan Toomaspoeg “Histoire des Chevaliers Teutoniques” εκδ. Flammarion, Παρίσι, 2001, σελ. 148-149. – Η καλύτερη ανάλυση της μάχης, βασιζόμενη σε κριτική εξέταση των πηγών ανήκει στον Sven Ekdahl, «Die Schlacht bei Tannenberg 1410. Quellenkritische Untersuchungen», Duncker & Humblot, Βερολίνο 1982). Πάντως οι Πολωνοί και Λιθουανοί είχαν σαφές αριθμητικό πλεονέκτημα: οι δυνάμεις τους ανέρχονταν σε 25-30.000 άνδρες, ενώ το στράτευμα των Τευτόνων υπολογίζεται σε περίπου 15.000 πολεμιστές.

Οι δυνάμεις του Λαδισλάου είχαν πάρει θέσεις μέσα σε ένα δάσος: στα δεξιά είχαν παραταχθεί οι Λιθουανοί, μαζί με τους Μογγόλους μισθοφόρους, στο κέντρο και αριστερά οι Πολωνικές δυνάμεις. Ο Γιούνγκινγκεν χώρισε τις δυνάμεις του σε δύο σώματα και στα αριστερά τοποθέτησε το πυροβολικό. Ο ίδιος έλαβε θέση πιο πίσω μαζί με τις εφεδρείες του ιππικού. Αρχικά ο Λαδισλάος επιλέγει να παίξει με τα νεύρα του αντιπάλου, συγκρατώντας το πολωνικό ιππικό. Τελικά, επιτίθενται πρώτοι οι Λιθουανοί μαζί με τους Μογγόλους κι αμέσως το ιππικό των Τευτόνων εφορμά για να τους αποκρούσει, καθιστώντας όμως αδύνατη τη χρήση του πυροβολικού. Οι Τεύτονες φαίνεται να νικούν κατά κράτος το λιθουανικό ιππικό το οποίο υποχωρεί, παρασύροντας στην οπισθοχώρησή του και μεγάλο μέρος του γερμανικού ιππικού που χυμά να κυνηγήσει τον εχθρό. Ακόμη και σήμερα οι ιστορικοί δεν είναι σίγουροι αν η υποχώρηση αυτή ήταν πραγματική (όπως υποστηρίζει ο Πολωνός χρονικογράφος Γιαν Ντλούγκος με σκοπό να πάρουν τη δόξα της νίκης αποκλειστικά οι συμπατριώτες του) ή προμελετημένο τέχνασμα με σκοπό να παγιδέψει τον αντίπαλο. Σε κάθε περίπτωση, βλέποντας τις γραμμές των Τευτόνων να έχουν αδυνατίσει, ο Λαδισλάος δίνει διαταγή στους Πολωνούς να επιτεθούν. Η σύγκρουση παίρνει αρνητική για τους Τεύτονες τροπή που επιδεινώνεται ακόμη περισσότερο όταν ρίχνονται στη μάχη οι Βοημοί μισθοφόροι του Λαδισλάου, στις τάξεις των οποίων μάχεται και ο Γιαν Ζίζκα, μετέπειτα στρατηγός των Ουσσιτών (το προσωνύμιό του, Ζίζκα = μονόφθαλμος, οφείλεται στο γεγονός ότι στη μάχη αυτή έχασε το ένα μάτι του). Προσπαθώντας να σώσει την κατάσταση, ο μεγάλος μάγιστρος επιχειρεί κίνηση αντιπερισπασμού με τις εφεδρείες του ιππικού: στην προσπάθεια αυτή σκοτώνεται, όπως κι οι περισσότεροι από τους αξιωματούχους του Τάγματος. Η συμμαχία Πολωνών και Λιθουανών έχει καταγάγει θριαμβευτική νίκη. Οι απώλειες των Τευτόνων είναι τεράστιες (ίσως 8.000 στρατιώτες κι αξιωματικοί τους έπεσαν στη μάχη). Πανικός επικρατεί στην Πρωσία, καθώς αρκετοί ιππότες προσπαθούν να διαφύγουν στη Γερμανία θεωρώντας σίγουρη την ολοκληρωτική επικράτηση του Λαδισλάου. Το πρωσικό κράτος του Τάγματος απειλείται με αφανισμό.

β. Η αντίσταση του Τάγματος και η σύναψη συνθήκης ειρήνης: Ενώ όλοι αναμένουν παθητικά τη μοιραία καταστροφή, επεμβαίνει αποφασιστικά ο μαρισκάλδος του Τάγματος, ο Ερρίκος του Πλάουεν, ο οποίος και εκλέγεται στο αξίωμα του μεγάλου μαγίστρου. Ο Ερρίκος συγκεντρώνει όλες τις δυνάμεις του Τάγματος και οχυρώνει το Μαρίενμπουργκ. Όταν ο Λαδισλάος φτάνει έξω από τα τείχη της πρωσικής πρωτεύουσας (21 Ιουλίου 1410) συναντά μεγάλη αντίσταση. Παράλληλα, τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις τόσο του Βυτάουτας όσο και μερικών Πολωνών ηγεμόνων που δεν επιθυμούν τη συνέχιση του πολέμου. Τελικά, ο Λαδισλάος αντιλαμβάνεται ότι είναι αδύνατο να εκπορθήσει το Μαρίενμπουργκ και λύει την πολιορκία στις 19 Σεπτεμβρίου 1410. Το θάρρος του Ερρίκου του Πλάουεν έχει σώσει το Τάγμα.

Οι Τεύτονες θα επιχειρήσουν τη μεγάλη αντεπίθεση προσπαθώντας να κερδίσουν έναν πόλεμο που έμοιαζε οριστικά χαμένος μετά τη συντριβή του Τάννενμπεργκ. Τον Οκτώβριο του 1410, ο Τεύτονας διοικητής του Νώυμαρκτ, ο Μιχαήλ Κυχμάιστερ, επικεφαλής στρατεύματος αποτελούμενου από 4.000 Γερμανούς συγκρούεται με τους Πολωνούς του Λαδισλάου. Οι Πολωνοί επικρατούν αποκόπτοντας τις τευτονικές ενισχύσεις από το κύριο σώμα στρατού του Τάγματος. Τους επόμενους μήνες η κατάσταση στα μέτωπα του πολέμου παραμένει στάσιμη. Η ισορροπία δυνάμεων καθιστά ελκυστικότερη προοπτική την παύση των εχθροπραξιών.    

Την 1η Φεβρουαρίου του 1411 οι εμπόλεμοι συνάπτουν συνθήκη ειρήνης στο Τορν (βλ. Gouguennheim, όπ.π., σελ. 479-480). Οι όροι της συνθήκης είναι αρκετά ευνοϊκοί για τους Τεύτονες που διατηρούν σχεδόν όλα τα εδάφη τους: η Πομερελία παραμένει δική τους, ενώ τα εδάφη των Σαμογετών παραχωρούνται προσωρινά μόνο στον Βυτάουτας της Λιθουανίας και στον Λαδισλάο. Από την άποψη αυτή ο μονάρχης της Πολωνίας δεν ανταμείφθηκε όσο θα άξιζε για τον θρίαμβο του Τάννενμπεργκ. Πάντως, οι Τεύτονες υποχρεώνονται να καταβάλουν στον Λαδισλάο μεγάλο χρηματικό ποσό ως πολεμική αποζημίωση (260.000 φιορίνια). Όσο επαχθής κι αν είναι, η αποζημίωση αυτή δεν ισοδυναμεί με οικονομική καταστροφή του Τάγματος (το οποίο, ενδεικτικά, είχε ξοδέψει περίπου 150.000 φιορίνια για την απόκτηση του Νώυμαρκτ).

Ο μεγάλος μάγιστρος είναι πεπεισμένος ότι η επιβίωση του Τάγματος επιβάλλει νέα πολεμική σύγκρουση με την Πολωνία και τη Λιθουανία. Η πλειοψηφία των ιπποτών, αντιθέτως, φοβάται μια νέα αναμέτρηση και προτιμά τη διπλωματική λύση. Ο σωτήρας θα πληρωθεί με το νόμισμα της προδοσίας: τον Αύγουστο του 1413, η συνέλευση των αδελφών του Τάγματος καθαιρεί τον Ερρίκο από το αξίωμα του μεγάλου μαγίστρου και τον αντικαθιστά με τον Μιχαήλ Κυχμάιστερ

ΙΙ. Από την πρώτη στη δεύτερη ειρήνη του Τορν – Εσωτερικά προβλήματα, διπλωματικές και στρατιωτικές ήττες

Μετά τη συνθήκη του Τορν η θέση του Τάγματος είναι βέβαια επισφαλής, η κατάσταση όμως είναι ακόμη αναστρέψιμη. Το μεγάλο πρόβλημα παραμένει η απειλή από την ένωση της Πολωνίας-Λιθουανίας. Οπαδός της διπλωματικής λύσης, ο μεγάλος μάγιστρος Μιχαήλ Κυχμάιστερ επιλέγει την παραπομπή του ζητήματος των διαφορών των Τευτόνων με τους γείτονές τους σε εκκλησιαστική σύνοδο (Α). Παρά τις προσπάθειες, η διπλωματική οδός δεν πρόκειται να επιλύσει οριστικά τις διαφορές αυτές. Τελικά, καθοριστικά για το μέλλον του Ordensstaat θα αποδειχθούν τα εσωτερικά του προβλήματα (Β) τα οποία ουσιαστικά θα προκαλέσουν και την επανέναρξη των εχθροπραξιών με την Πολωνία. Ο νέος πόλεμος θα σφραγίσει την παρακμή του Τάγματος (Γ).

Α.   Η προσπάθεια εξεύρεσης διπλωματικής λύσης – Από τη Σύνοδο της Κωνσταντίας στις συνθήκες του Μέουνο και του Μπρεστ (1414-1435)

α. Η Σύνοδος: η Σύνοδος της Κωνσταντίας συγκλήθηκε το 1414 με πρωτοβουλία του Σιγισμούνδου του Λουξεμβούργου, βασιλιά της Βοημίας και της Ουγγαρίας και Γερμανού αυτοκράτορα (από το 1410), με βασικό σκοπό να δώσει τέλος στο σχίσμα που ταλάνιζε την Καθολική Εκκλησία, εκλέγοντας πάπα κοινής αποδοχής. Ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε με την επιλογή του Ρωμαίου Οντόνε Κολόννα, ο οποίος εξελέγη πάπας με το όνομα Μαρτίνος Ε΄. Παρεμπιπτόντως, η Σύνοδος εξέτασε και το ζήτημα των διαφορών μεταξύ του Τάγματος των Τευτόνων και του βασιλείου της Πολωνίας-Λιθουανίας (βλ. Demurger όπ.π., σελ. 262-263). Οι Τεύτονες προβάλλουν τρεις ισχυρισμούς προς στήριξη των αιτημάτων τους: 1. οι Πολωνοί παραβίασαν τη συνθήκη ειρήνης. 2. ο εκχριστιανισμός των Λιθουανών δεν είναι ούτε πλήρης ούτε ειλικρινής, επομένως οι Πολωνοί έγιναν συνεργοί των «Σαρακηνών». 3. το ιεραποστολικό έργο που έχει ανατεθεί στο Τάγμα επιτάσσει την εξολόθρευση των απίστων που αρνούνται να εκχριστιανιστούν, καθώς και των συνεργών τους.

Οι Πολωνοί θα αναθέσουν την υπεράσπισή τους σ’ έναν εξαίρετο νομικό, τον Παύλο Βλαδίμηρο που δίδασκε στο Πανεπιστήμιο της Κρακοβίας. Ο Παύλος Βλαδίμηρος θα επικαλεσθεί το φυσικό δίκαιο και το δίκαιο των εθνών και των κρατών (σήμερα θα λέγαμε το δημόσιο διεθνές δίκαιο). Τα κράτη, χριστιανικά και μη, είναι δημιουργήματα του Θεού. Ο εκχριστιανισμός ενός λαού απόκειται στη δικαιοδοσία του κυρίαρχου κράτους, εν προκειμένω του Βασιλείου της Πολωνίας και Λιθουανίας. Οι υπόλοιποι χριστιανοί δεν έχουν δικαίωμα να προσηλυτίσουν ένα λαό με τη βία, ούτε μπορούν να επιτεθούν σε ένα κυρίαρχο κράτος. Οι Πολωνοί θα κερδίσουν τις εντυπώσεις χάρη τόσο στην επιδέξια αγόρευση του νομικού τους όσο και στη μαρτυρία της αντιπροσωπείας των Σαμογετών και του πληρεξούσιου του Πολωνού μονάρχη, που θα καταθέσουν για τις βιαιότητες που διέπραξε το Τάγμα κατά τη διάρκεια των επιδρομών του στα εδάφη της Λιθουανίας. Τις όποιες ελπίδες των Τευτόνων θα τις καταστρέψει οριστικά ο νομικός του εκπρόσωπος, ο φανατικός Δομηνικανός Ιωάννης του Φάλκενμπεργκ, ο οποίος θα βαλθεί ν’ αποδείξει ότι οι Πολωνοί είναι αιρετικοί που πρέπει να εξολοθρευτούν μαζί με τους «άπιστους» Λιθουανούς. Ο πάπας θα δικαιώσει φυσικά την Πολωνία.

β. Η διαιτησία του Σιγισμούνδου και οι συνθήκες του Μέουνο και του Μπρεστ: η παπική απόφαση δεν έθεσε τέλος στη διαμάχη. Οι εχθροπραξίες συνεχίζονταν σποραδικά. Έτσι, οι δύο πλευρές στράφηκαν στη διαιτησία του αυτοκράτορα Σιγισμούνδου (για μια ανάλυση των σχέσεων Τευτόνων και Σιγισμούνδου, βλ. Gouguennheim, όπ.π., σελ. 526-528). Ο αυτοκράτορας έκρινε ότι έπρεπε να τηρηθούν οι όροι της συνθήκης ειρήνης του Τορν, με μόνη ουσιαστική τροποποίηση την οριστική παραχώρηση της Σαμογετίας στη Λιθουανία. Ο Λαδισλάος δεν έμεινε ικανοποιημένος με την απόφαση αυτή και επιχείρησε να ανακτήσει την Πομερελία με τα όπλα. Συναντώντας τη σθεναρή αντίσταση των Τευτόνων, αναγκάζεται να συμβιβαστεί. Τον Σεπτέμβριο του 1422 θα υπογράψει με τους Τεύτονες στο Μέουνο (Mełno) συνθήκη «διαρκούς ειρήνης». Επικυρώνεται η οριστική παραχώρηση της Σαμογετίας στη Λιθουανία, ενώ ο πιο «πονηρός» για το Τάγμα όρος έγκειται στο ότι η πρωσική συνέλευση των τάξεων ορίζεται εγγυήτρια της συνθήκης. Η υπακοή των Πρώσων στον μεγάλο μάγιστρο εξαρτάται από την εκ μέρους του τήρηση της συνθήκης (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 481).

Τα ιστορικά γεγονότα δεν θα επιβεβαιώσουν τον τίτλο της συνθήκης του Μέουνο. Οι εχθροπραξίες θα ξαναρχίσουν το 1431 και θα διαρκέσουν τέσσερα χρόνια: δεν πρόκειται ακριβώς για ανοιχτή σύρραξη, αλλά περισσότερο για επιδρομές της μιας πλευράς στα εδάφη της άλλης που συνδυάζονται με διπλωματικά παιχνίδια και δολοπλοκίες. Μετά την εκεχειρία του Δεκεμβρίου του 1433 και τον θάνατο του Λαδισλάου το 1434, οι εμπόλεμοι συνάπτουν συνθήκη στο Μπρεστ της Κουγιαβίας (31 Δεκεμβρίου 1435). Η συνθήκη «αιώνιας ειρήνης» επαναλαμβάνει τους όρους της συνθήκης του Μέουνο με μία προσθήκη: δεν αναγνωρίζεται πλέον δικαίωμα παρέμβασης στον πάπα και στον Γερμανό αυτοκράτορα (Gouguennheim, όπ.π.). Θεωρητικά, το Τάγμα χάνει τη δυνατότητα να ζητήσει τη βοήθεια των παραδοσιακών στηριγμάτων του. Στην πράξη, ούτε ο πάπας ούτε ο αυτοκράτορας βοήθησαν με ουσιαστικό τρόπο τους Τεύτονες στις συγκρούσεις τους με την Πολωνία και τη Λιθουανία. 

Β.   Η εσωτερική κρίση

α. Η κρίση εντός του Τάγματος: η καθαίρεση του Ερρίκου του Πλάουεν από το αξίωμα του μεγάλου μαγίστρου έφερε στην επιφάνεια τη μεγάλη αντιπαράθεση που ταλάνιζε το Τάγμα μεταξύ «σκληροπυρηνικών» (που θεωρούσαν τη στρατιωτική επικράτηση μόνη ουσιαστική λύση για την επιβίωση του κράτους της Πρωσίας) και «ειρηνιστών» (που προτιμούσαν την ειρηνική επίλυση των διαφορών με την Πολωνία και είχαν την υποστήριξη μεγάλου μέρους των Πρωσων φεουδαρχών και μεγαλοαστών). Η διαμάχη αυτή επιδεινωνόταν και λόγω των διαφορών που χώριζαν τις κλίκες που είχαν δημιουργηθεί στο Τάγμα αναλόγως της καταγωγής των Ιπποτών και οι οποίες έφερναν, χοντρικά, αντιμέτωπους Βόρειους και Νότιους Γερμανούς!  Επιπλέον, επανεμφανίζεται με μεγαλύτερη οξύτητα και η χρόνια αντιπαράθεση μεταξύ απολυταρχίας του μεγάλου μαγίστρου και «δημοκρατικότερης» διοίκησης του Τάγματος.

Η κρίση θα κορυφωθεί στα χρόνια του μεγάλου μαγίστρου Παύλου του Ρούσντορφ (1422-1441), του οποίου η απολυταρχική διακυβέρνηση θα οδηγήσει σε σύγκρουση με τον μάγιστρο της Γερμανίας Έμπερχαρντ του Ζάουνσχάιμ. Ο δεύτερος κατηγορεί τον μεγάλο μάγιστρο ότι ενεργεί καθ’ υπέρβαση αρμοδιοτήτων, αδιαφορώντας για τις εκτός Πρωσίας κτήσεις των Τευτόνων. Το 1437 τον καλεί δημόσια να τηρήσει τους νόμους και τα έθιμα του Τάγματος. Ο Ρούσντορφ υποχωρεί, καθώς ο Έμπερχαρντ ζητεί τη διαμεσολάβηση του αυτοκράτορα Σιγισμούνδου. Με τον τρόπο αυτό θα διασώσει τις κτήσεις του Τάγματος στη Σικελία (τις οποίες εποφθαλμιούσε ο Αραγονέζος μονάρχης, ενώ ο Ρούσντορφ διαπραγματευόταν με τον Σιγισμούνδο την ανταλλαγή τους με εδάφη κοντά στη Φρανφούρτη επί του Όντερ, βλ. Toomaspoeg όπ.π., σελ. 153-154). Δύο χρόνια αργότερα, ο μεγάλος μάγιστρος προχωρεί σε νέα αυθαίρετη κίνηση: διορίζει μάγιστρο της Λιβονίας τον Ερρίκο του Νοτλέμπεν από τη Ρηνανία, δηλαδή ένα «Νότιο», ενώ στη συντριπτική τους πλειονότητα οι ιππότες στη Λιβονία κατάγονται από τον γερμανικό Βορρά. Η επιλογή του Ρούσντορφ προκαλεί πραγματικό πραξικόπημα στο εσωτερικό τους Τάγματος: τρεις διοικήσεις στην Ανατολική Πρωσία, μεταξύ των οποίων και αυτή του Κένιγκσμπεργκ, στασιάζουν και ενώνουν τις δυνάμεις τους με τον μάγιστρο της Γερμανίας ζητώντας την αναμόρφωση του τρόπου διοίκησης του Τάγματος (Demurger όπ.π., σελ. 267). Ο μεγάλος μάγιστρος κατορθώνει να διασωθεί διαιρώντας επιδέξια τους αντιπάλους του, προβαίνοντας σε δευτερεύουσας σημασίας παραχωρήσεις και φέρνοντας με το μέρος του τους αστούς των πρωσικών πόλεων (υποσχόμενος φορολογικές ελαφρύνσεις). Η λύση θα αποδειχθεί προσωρινή, μια και η αντιπαράθεση του Τάγματος με τους υπηκόους του είναι τελικά αναπόφευκτη.

β. Η οικονομική κρίση: Μέχρι την ήττα του Τάννενμπεργκ, το Τάγμα δεν είχε επιβάλει φόρο εισοδήματος στην Πρωσία. Τα έσοδα από τις ιδιοκτησίες του και οι εισφορές των διοικήσεών του στην υπόλοιπη Ευρώπη αρκούσαν για να καλυφθούν τα έξοδα για εξοπλισμό και στρατολόγηση μισθοφόρων. Μετά το 1410, όμως, το δημοσιονομικό έλλειμμα του πρωσικού κράτους καθίσταται χρόνιο (Demurger όπ.π., σελ. 266/ Gouguennheim, όπ.π., σελ. 538 επ.). Η υψηλή πολεμική αποζημίωση που έπρεπε να καταβληθεί στους Πολωνούς βάσει της συνθήκης του Τορν δεν αρκεί για να εξηγήσει την εξέλιξη αυτή.

Στην πραγματικότητα οι λόγοι της κρίσης είναι γενικοί και ειδικοί. Αφενός, με διαφορά μισού αιώνα και περισσότερο, η Πρωσία νιώθει τις συνέπειες της μεγάλης πανευρωπαϊκής κρίσης των μέσων του 14ου αι., η οποία οφειλόταν, μεταξύ άλλων, στις κλιματικές μεταβολές (στη «μικρή περίοδο των παγετώνων» που πλήττει την Ευρώπη) και στην επιδημία της βουβωνικής πανώλης. Αφετέρου, ο πόλεμος τους 1410 και οι επαναλαμβανόμενες πολωνικές επιδρομές προκαλούν σοβαρές καταστροφές. Οι κακές σοδειές του 1412, του 1415 και του 1416, καθώς και η επιδημία πανώλης που πλήττει την Πρωσία το 1416 συντελούν στην επιδείνωση της οικονομικής κρίσης.

Η αντιμετώπιση του προβλήματος οδηγεί την Πρωσία σε φαύλο κύκλο. Το Τάγμα χρειάζεται χρήματα για τις πολεμικές δαπάνες από τις οποίες εξαρτάται η επιβίωσή του, αλλά τα χρήματα μπορούν (ίσως) να βρεθούν μόνο αν ληφθούν μέτρα εξαιρετικά επαχθή για τους υπηκόους του. Συγκεκριμένα, η αντίδραση του Τάγματος είναι διττή: επιβολή φορολογίας και μεταβολή του νομικού καθεστώτος. Καταρχάς, το Τάγμα μεταβάλλει το νομικό καθεστώς στο οποίο υπόκεινται οι αγρότες, επιβάλλοντας σε πρώτη φάση διάφορους περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία τους. Στη συνέχεια, η περαιτέρω επιδείνωση του ισχύοντος δικαίου καθιστά τους (μέχρι τότε ελεύθερους) αγρότες ουσιαστικά δουλοπάροικους. Η μεταβολή αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε σύμπτωση συμφερόντων του Τάγματος και των οικονομικά ισχυρών της Πρωσίας (οι οποίοι επωφελούνται από τα μέτρα και ιδίως από τις εξαιρετικά χαμηλές αμοιβές του εργατικού δυναμικού). Ωστόσο το Τάγμα επιδιώκει να επωφεληθεί αποκλειστικά το ίδιο από τα μέτρα του (Demurger όπ.π., σελ. 268): τροποποιεί το κληρονομικό δίκαιο, αποκλείοντας π.χ. τις γυναίκες από την κληρονομική διαδοχή, έτσι ώστε να πολλαπλασιάσει τις περιπτώσεις στις οποίες το Δημόσιο καθίσταται εξ αδιαθέτου κληρονόμος.

Οι συνθήκες αυτές είναι ικανές να μετατρέψουν την οικονομική κρίση σε πολιτική. Εξέλιξη που δεν θα αργήσει να συμβεί.

γ. Η πολιτική κρίση: Το Τάγμα έχει αποκλείσει από κάθε άσκηση εξουσίας όλες τις κοινωνικές τάξεις (γαιοκτήμονες, αστούς, ελεύθερους αγρότες). Με την πολιτική που ακολουθεί στα φορολογικά και νομικά ζητήματα έχει αποξενωθεί εντελώς από το σύνολο των υπηκόων του. Η κρίση του 1437-1440 στο εσωτερικό του Τάγματος δίνει την ευκαιρία στους δυσαρεστημένους να ενώσουν τις δυνάμεις τους. Τον Μάιο του 1440, ευγενείς και εκπρόσωποι 19 πόλεων της Πρωσίας υπογράφουν σύμφωνο πολιτικών διεκδικήσεων και προχωρούν στην ίδρυση ομοσπονδίας (Preußische Bundesvertrag ή Bund). Τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς ο Ρούσντορφ παραιτείται. Ο διάδοχός του στην ηγεσία του Τάγματος, ο Κορράδος του Έρλιχσχάουζεν, προσπαθεί με κάθε μέσο να διαιρέσει τις συνιστώσες της Ομοσπονδίας, Μάταια όμως. Το 1450 συνέρχεται στο Έλμπινγκ η πρωσική Δίαιτα (συνέλευση των τάξεων) και συντάσσει κατάλογο με 61 αιτήματα. Πανικόβλητοι, οι Τεύτονες απευθύνονται στον πάπα ζητώντας τη διάλυση της Ομοσπονδίας. Η κίνηση κάνει το ποτήρι να ξεχειλίσει: το 1454, η Ομοσπονδία περνά στην επαναστατική δράση. Φυλακίζει τον μαρισκάλδο του Τάγματος μαζί με κάμποσους διοικητές. Καταλαμβάνει κάστρα και οχυρά των Τευτόνων. Κυρίως, στις 15 Απριλίου 1454, κατόπιν πρωτοβουλίας της Ομοσπονδίας, η πρωσική Δίαιτα απευθύνεται στον βασιλιά της Πολωνίας, τον Καζιμίρ Δ΄, προσφέροντάς του υποτέλεια με αντάλλαγμα την αναγνώριση πολιτικών προνομίων και ελευθεριών! Η επέμβαση της Πολωνίας δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε νέο πόλεμο με το Τάγμα.

Γ. Από τον Δεκατριετή Πόλεμο στη δεύτερη συνθήκη του Τορν (1454-1466)

α. Ο πόλεμος: Έχοντας κάνει εχθρούς τους ίδιους τους υπηκόους του, αντιμέτωπο με θανάσιμο κίνδυνο, το Τάγμα ξαναβρίσκει την ενότητά του την ύστατη στιγμή. Υπάρχει ίσως σωτηρία, ακόμη και τώρα: οι ιππότες είναι αξιόμαχοι, το δίκτυο των κάστρων και των οχυρών του Τάγματος ισχυρό (Demurger όπ.π., σελ. 270). Το ξεκίνημα του πολέμου δίνει ελπίδες στους Τεύτονες: στις 11 Σεπτεμβρίου 1454 πετυχαίνουν μεγάλη νίκη επί των Πολωνών στο Κόνιτς της Πομερελίας. Λείπουν, όμως, τα χρήματα για να πληρωθούν οι μισθοφόροι, απαραίτητοι όσο ποτέ άλλοτε τώρα που οι υπήκοοι του Τάγματος αρνούνται να εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους στρατιωτικής υπηρεσίας. Ζητώντας την καταβολή των δεδουλευμένων, ο Μοραβός Βερνάρδος του Ζίννενμπεργκ, επικεφαλής των Τσέχων μισθοφόρων που φρουρούν το Μαρίενμπουργκ, συλλαμβάνει και κρατά όμηρο τον μεγάλο μάγιστρο Λουδοβίκο του Έρλιχσχάουζεν. Ο μάγιστρος κατορθώνει να δραπετεύσει και καταφεύγει στο Κένιγκσμπεργκ. Το 1456 ο Καζιμίρ καταλαμβάνει το κάστρο του Μαρίενμπουργκ. Η τευτονική φρουρά της πόλης θα αντισταθεί ηρωικά για τρία ακόμη χρόνια. Έπειτα, οι Τεύτονες υφίστανται αλλεπάλληλες ήττες. Τα κάστρα τους πέφτουν στα χέρια των Πολωνών το ένα μετά το άλλο (Demurger όπ.π., σελ. 271). Ο πόλεμος έχει χαθεί.

β. Η δεύτερη συνθήκη ειρήνης του Τορν: Στις 19 Οκτωβρίου 1466 υπογράφεται στο Τορν νέα συνθήκη ειρήνης μεταξύ Τευτόνων και Πολωνών. Οι όροι της είναι επαχθέστατοι για το Τάγμα. Η Πολωνία αποκτά την Πομερελία με το Ντάντσιχ, την περιοχή του Κουλμ και του Ερμ, το Έλμπινγκ, το Τορν και το Μαρίενμπουργκ, την κοιτίδα δηλαδή του Τάγματος (Demurger όπ.π./ Gouguennheim, όπ.π., σελ. 556-557). Οι Τεύτονες χάνουν τα δύο τρίτα της Πρωσίας (τα πιο πλούσια, εκτός των άλλων), διατηρώντας μόνο το ανατολικό τμήμα της με το Κένιγκσμπεργκ και το Μέμελ, καθώς και την Πομεσανία με το Μαρίενβερντερ, και μάλιστα ως φέουδο που τους παραχωρεί ο Πολωνός μονάρχης, στον οποίο πρέπει να δηλώσει υποτέλεια ο μεγάλος μάγιστρος! 

Αν μετά την πρώτη συνθήκη ειρήνης του Τορν το Τάγμα διατηρούσε ουσιαστικές ελπίδες επιβίωσης, η δεύτερη σηματοδοτεί το τέλος του Ordensstaat. Η ήττα του Τάννενμπεργκ/ Γκρούνβαλντ δεν είχε άμεσα αποτελέσματα, αλλά δημιούργησε τις συνθήκες για την καθοριστική φθορά του Τάγματος. Οι δυνατότητες των Τευτόνων είναι πλέον εξαιρετικά περιορισμένες. Η ανάκτηση των χαμένων εδαφών μοιάζει ανέφικτη. Η Μεγάλη Πολωνία είναι η νέα υπερδύναμη της περιοχής. Βεβαίως το Τάγμα διατηρεί τις εκτεταμένες κτήσεις του στη Λιβονία, καθώς και τις διοικήσεις του στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ίσως πρέπει να επανακαθορίσει τον προορισμό του και να θέσει εαυτόν στην υπηρεσία της χριστιανοσύνης προκειμένου να αποκρουσθεί ο ολοένα και πιο απειλητικός τουρκικός κίνδυνος. Ποιά λύση θα επιλέξει τελικά το Τάγμα; Θα το διαπιστώσουμε στο επόμενο και τελευταίο μέρος της σειράς, όπου και θα επιχειρήσουμε μια συνολική αποτίμηση της δράσης του Τάγματος και του μύθου που κληροδότησε στην Ιστορία.