Posts Tagged ‘Σικελία’

Μύθοι και στερεότυπα για τον Μεσαίωνα

Νοέμβριος 6, 2014
Αδελφοί του Λιμπούρ "Les Très Riches Heures du duc de Berry", Μάιος

Αδελφοί του Λιμπούρ «Les Très Riches Heures du duc de Berry», Μάιος

[Δεν πρόκειται ακριβώς για νέα ανάρτηση, αλλά για το κείμενο ομιλίας του Ρογήρου στο πλαίσιο εκδήλωσης που διοργάνωσε στις 17 Οκτωβρίου 2014 η Ελληνική Κοινότητα Λουξεμβούργου (Centre culturel Altrimenti, Λουξεμβούργο). Οι φίλοι του ιστολογίου θα διαπιστώσουν ότι το κείμενο περιέχει σχεδόν αυτούσιες κάποιες από τις παλαιότερες αναρτήσεις (όπως το «Γιατί ΔΕΝ επιστρέφουμε στον Μεσαίωνα», την «Ιστορία του Ρομάνο Μαϊράνο», τη «Γυναίκα στον Μεσαίωνα» ή το «Ψάχνοντας για μάγισσες στον Μεσαίωνα»), καθώς και στοιχεία από άλλες. Η όποια αξία του έγκειται στο ότι παρέχει μια συνθετική και, κατά το δυνατόν, συνοπτική εικόνα των θέσεων του ιστολογίου όσον αφορά το πλέον προσφιλές θέμα του. Ακριβώς επειδή πρόκειται για ομιλία, το κείμενο δεν περιέχει παραπομπές. Υπάρχει, όμως, μια ενδεικτική βιβλιογραφία στο τέλος του. Επίσης, για να διατηρήσω τη ροή του, επέλεξα να μην προσθέσω συνδέσμους. Για τις όποιες απορίες, οι φίλοι μπορούν να ανατρέξουν στη Βικιπαίδεια ή, ακόμη καλύτερα, να υποβάλουν το σχετικό ερώτημα μέσω σχολίου, ώστε να έχουμε κι εδώ μια ενδιαφέρουσα συζήτηση.]

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Εάν επιχειρήσετε να εισαγάγετε τη λέξη «Μεσαίωνας» σε κάποια διαδικτυακή μηχανή αναζήτησης, θα δείτε την οθόνη σας να πλημμυρίζει με ευρήματα στα οποία ο όρος και τα παράγωγά του χρησιμοποιούνται με σημασία σαφώς μειωτική. Τα ευρήματα αυτά δεν έχουν σχέση με την ομώνυμη ιστορική περίοδο, αλλά με γεγονότα της επικαιρότητας. Οι κατάφωρες παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας, ο περιορισμός ή η κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων χαρακτηρίζονται πάντα ως «Εργασιακός Μεσαίωνας». Ειδήσεις από ταραγμένες περιοχές του πλανήτη συνοδεύονται από επισημάνσεις περί «μεσαιωνικής βαρβαρότητας» και «μεσαιωνικών σφαγών». Τα, εντελώς σύγχρονα, βασανιστήρια είναι οπωσδήποτε «μεσαιωνικά» για τα ΜΜΕ. Πρωθυπουργός κράτους μέλους της ΕΕ και της Ευρωζώνης χαρακτηρίζει το πρόγραμμα δημοσιονομικής λιτότητας ως «μέτρο καθαρά μεσαιωνικό». Κάποιος άλλος, αναφερόμενος στα μέτρα λιτότητας της Ελληνικής Κυβέρνησης, κυκλοφορεί διαδικτυακή αφίσα στην οποία αναγράφεται ότι «η Κυβέρνηση αποφάσισε να μετατρέψει ολόκληρη της χώρα σε θεματικό πάρκο… για τον Μεσαίωνα»! Η σύγχρονη επιδείνωση της κατάστασης όσον αφορά τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα και, ως εκ τούτου, τις συνθήκες ζωής μεγάλου μέρους του πληθυσμού βαφτίζεται άνευ άλλου τινός «επιστροφή στον Μεσαίωνα». Η πολιτική και οικονομική ολιγαρχία που επωφελείται από αυτήν την αναδιανομή πλούτου και δικαιωμάτων χαρακτηρίζεται ως «νέα φεουδαρχία».

Με άλλα λόγια, η λέξη Μεσαίωνας αποτελεί για τον άνθρωπο της εποχής μας το κατεξοχήν κακέμφατο, τον απολύτως μειωτικό χαρακτηρισμό. Στο φαντασιακό μας, ο Μεσαίωνας έχει καταγραφεί ως εποχή σκοταδισμού και προλήψεων, επιδημιών, κοινωνικής αδικίας και καταπίεσης, βίας και πολέμων. Η εποχή του Μαύρου Θανάτου και της Ιεράς Εξέτασης.

Ανταποκρίνονται, όμως, όλα αυτά στην ιστορική πραγματικότητα; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα θα πρέπει καταρχάς να ορίσουμε την ίδια την έννοια του Μεσαίωνα. Διαπιστώνουμε τότε ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια ιστορική περίοδο χιλίων περίπου χρόνων της οποίας την αρχή και το τέλος δυσκολευόμαστε αφάνταστα να καθορίσουμε, έστω και με τρόπο εντελώς συμβατικό.

Σόλιδος του Οδόακρου

Σόλιδος του Οδόακρου

Πότε αρχίζει ο Μεσαίωνας; Μας απαντούν συνήθως ότι αυτό συνέβη στις 4 Σεπτεμβρίου 476, όταν ο αρχηγός ενός βαρβαρικού μισθοφορικού σώματος, ο Οδόακρος, εκθρόνισε, με τρόπο σχετικά ειρηνικό, τον τελευταίο Ρωμαίο αυτοκράτορα της Δύσης, έναν ανήλικο που έφερε το συμβολικό όνομα Ρωμύλος Αυγουστύλος. Πιστεύετε άραγε ότι το συγκεκριμένο γεγονός σήμαινε για τους ανθρώπους που ζούσαν τότε πραγματική «αλλαγή εποχής»; Πολύ δύσκολα. Ο ίδιος ο Οδόακρος έκανε δέμα τα σύμβολα της αυτοκρατορικής εξουσίας και τα έστειλε συστημένα στον αυτοκράτορα της Ανατολής, τον Ζήνωνα. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν έπαυσε βέβαια να υφίσταται το 476. Γότθοι ηγεμόνες, όπως ο Θεοδώριχος ο Μέγας, θα συνέχιζαν να διοικούν την Ιταλία στο όνομα του αυτοκράτορα. Και ο τρόπος ζωής των ανθρώπων, η κοινωνική οργάνωση κι η νοοτροπία τους δεν θα μεταβληθεί στους αμέσως επόμενους αιώνες κατά τρόπο που να μαρτυρά ρήξη με το παρελθόν. Αυτό θα σας το επιβεβαιώσουν κι οι ιστορικοί που ειδικεύονται στην Ύστερη Αρχαιότητα.

Κωνσταντινούπολη, χάρτης του Φλωρεντινού Κρ. Μπουοντελμόντε, 1422

Κωνσταντινούπολη, χάρτης του Φλωρεντινού Κρ. Μπουοντελμόντε, 1422

Εξίσου δυσχερής είναι και ο καθορισμός του τέλους του Μεσαίωνα. Κάποιοι αναζητούν ένα μεμονωμένο γεγονός που σηματοδοτεί την αλλαγή εποχής. Την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, για παράδειγμα, το 1453, από τον Μωάμεθ τον Πορθητή. Γεγονός αναμφισβήτητα μεγάλης συμβολικής σημασίας, που όμως δεν επηρέασε κατά τρόπο καθοριστικό τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις. Για αυτόν τον λόγο, άλλοι επιλέγουν το 1492, το έτος ανακάλυψης της Αμερικής από τον Χριστόφορο Κολόμβο. Εξαιρετικά σημαντικό γεγονός, μόνο που οι συνέπειές του δεν έγιναν άμεσα αισθητές στην Ευρώπη. Έτσι, μια άλλη σχολή προτιμά ένα κριτήριο πιο λειτουργικό. Μας λένε, έτσι, ότι ο Μεσαίωνας τελειώνει όταν εκδηλώνεται σαφώς η Αναγέννηση. Η συμπαθής αυτή ταυτολογία προσκρούει σε μιαν άλλη δυσκολία: πότε συμβαίνει αυτό; Οι στοιχειωδώς ρεαλιστές θα απαντήσουν ότι δεν συμβαίνει την ίδια χρονική στιγμή για όλη την Ευρώπη, στην Ιταλία ίσως βρισκόμαστε στην Αναγέννηση ήδη από το 1450, ίσως και νωρίτερα (για ορισμένους ήδη από το 1370!), στη Γερμανία και τις Κάτω Χώρες, όμως, πρέπει να φτάσουμε στον 16ο αιώνα για να δώσουμε καταφατική απάντηση στο ερώτημα.

Όποιες χρονολογίες και να επιλέξουμε αυτό που διαπιστώνουμε στην πραγματικότητα είναι ότι, κατά την παγιωμένη αντίληψη, ο Μεσαίωνας ορίζεται εξ αντιδιαστολής και μάλιστα διττής, κάτι που μαρτυρά περιφρόνηση. Μεσαίωνας είναι ό,τι δεν ανήκει ούτε στην Αρχαιότητα ούτε στην Αναγέννηση και τους Νεότερους Χρόνους. Περιφρόνηση ως προς τη μέθοδο οριοθέτησης, περιφρόνηση όμως και ως προς την ονομασία. Πώς είναι δυνατό να ονομάζουμε «μέση», δηλαδή ενδιάμεση, μεταβατική, μια ολόκληρη χιλιετία ανθρώπινης Ιστορίας; Πώς είναι δυνατό να την αντιμετωπίζουμε ως εποχή ομοιόμορφη και στατική;

Ας επιχειρήσουμε να διακρίνουμε την ιστορική αλήθεια για αυτήν την τόσο συκοφαντημένη εποχή του Μεσαίωνα, επισημαίνοντας τα χαρακτηριστικά γνωρίσματά του, τις σταθερές και τις μεταβολές του σε πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο κι εξετάζοντας όλες αυτές τις κατηγορίες που εδώ και μερικούς αιώνες τον αμαυρώνουν.

ΜΕΡΟΣ Ι
ΕΠΟΧΗ ΑΥΘΑΙΡΕΤΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΔΙΚΙΑΣ ΚΑΙ ΟΠΙΣΘΟΔΡΟΜΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ;

Όπως προείπαμε, βιώνουμε σήμερα μια σαφή επιδείνωση των συνθηκών ζωής μεγάλου μέρους του πληθυσμού, στην Ελλάδα μάλιστα με τρόπο ακόμη πιο ακραίο. Συρρίκνωση του δημόσιου τομέα και των υπηρεσιών που παρείχε, κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων, ψαλίδισμα των κοινωνικοασφαλιστικών δικαιωμάτων, εξαφάνιση κάθε στοιχείου κοινωνικής πρόνοιας με «λογικές» εξοικονόμησης πόρων. Διαπιστώνεται μια τάση που θέτει εν αμφιβόλω τον πυρήνα του δημοκρατικού κράτους δικαίου και πρόνοιας. Συνειδητοποιούμε ότι ίσως τα όσα γνωρίζαμε και θεωρούσαμε δεδομένα δεν ήταν παρά ένα διάλειμμα ευημερίας και δικαιοσύνης που αφορούσε ένα σύντομο διάστημα μέσα στην απεραντοσύνη του ιστορικού χρόνου κι ένα περιορισμένο κομμάτι της ανθρωπότητας. Επιστρέφουμε, επομένως, σε εποχές του παρελθόντος και συγκεκριμένα, όπως πολλοί υποστηρίζουν, στον Μεσαίωνα της φεουδαρχίας. Τα σύγχρονα οικονομικά συμφέροντα ταυτίζονται με τους φεουδάρχες, οι εργαζόμενοι με τους δουλοπάροικους. Πόσο ακριβές είναι αυτό;

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα ακόμη στερεότυπο που εκφέρεται με όρους συμβατικού λόγου, χωρίς να προϋποθέτει κάποια διαδικασία στοιχειώδους επιβεβαίωσης ως προς την ιστορική αλήθεια.

Α.   ΤΟ ΦΕΟΥΔΑΛΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ

α.   Άρχοντες και δουλοπάροικοι

Μας διαβεβαιώνουν ότι ο Μεσαίωνας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής ανισότητας κι αδικίας, μια και το μεγαλύτερο μέρος το πληθυσμού ήταν δουλοπάροικοι που εργάζονταν σκληρά και ζούσαν σε συνθήκες απίστευτης εξαθλίωσης, δίχως καθόλου δικαιώματα. Ο ισχυρισμός αυτός ενέχει χονδροειδείς ανακρίβειες.

1.   Οι δουλοπάροικοι του Μεσαίωνα δεν είναι σκλάβοι!

Μολονότι και για τους δουλοπάροικους τα μεσαιωνικά κείμενα χρησιμοποιούν τον όρο servus, δηλαδή αυτόν ακριβώς που για τους Ρωμαίους σήμαινε τον δούλο, το νομικό καθεστώς και η θέση των δουλοπάροικων του Μεσαίωνα απέχει παρασάγγες από εκείνη των δούλων της Αρχαιότητας. Εάν πρέπει οπωσδήποτε να βρούμε αντιστοιχία με θεσμούς της ρωμαϊκής ειδικά εποχής, θα διαπιστώσουμε ότι η σχέση κυρίου και δουλοπάροικου κατά τον Μεσαίωνα βρίσκεται πολύ πιο κοντά στη σχέση κυρίου και πελάτη στα χρόνια της Ρώμης. Ο βασικός περιορισμός έγκειται στο ότι ο δουλοπάροικος δεν μπορεί να εγκαταλείψει χωρίς άδεια τη γη που καλλιεργεί. Ο περιορισμός αυτός δεν είναι τόσο παράλογος για κοινωνίες κατεξοχήν αγροτικές με μεγάλη ανάγκη για εργατικά χέρια.

Δουλοπάροικοι στην Αγγλία, 1310

Δουλοπάροικοι στην Αγγλία, 1310

Κατά τα λοιπά, ο δουλοπάροικος έχει νομική προσωπικότητα, αντιθέτως προς τον δούλο. Ως υποκείμενο δικαίου διαθέτει δικαιοπρακτική ικανότητα, έχει τη δική του περιουσία και φυσικά συνάπτει συμβάσεις για τη διαχείρισή της. Επιπλέον, η μεσαιωνική κοινωνία, ακόμη και στη φεουδαλική εκδοχή της, δεν χαρακτηρίζεται από τα στεγανά που εμείς της αποδίδουμε. Όπως μαρτυρούν τα έγγραφα της εποχής, ο δουλοπάροικος δεν είναι καν απαραίτητο να είναι αγρότης, μπορεί να είναι τεχνίτης που κατοικεί σε μια πόλη, ενώ επίσης μπορεί να συνάψει γάμο με άτομο που τυπικά έχει την ιδιότητα του ελεύθερου. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που αναφέρει ο Ζωρζ Ντυμπύ, σχολιάζοντας το έγγραφο μιας δικαιοπραξίας που βρισκόταν στα αρχεία της μονής του Κλυνύ: ο δουλοπάροικος Αλώμ, κάτοικος της κωμόπολης του Μπλανό, νυμφεύεται στο γειτονικό Οζάν τη Μαρχίλδη, γυναίκα που νομικά χαρακτηρίζεται ως ελεύθερη. Αποκτούν μαζί περιουσιακά στοιχεία τα οποία και διαθέτουν ελεύθερα, ενώ τα παιδιά τους υπάγονται στο νομικά ευνοϊκότερο καθεστώς, εν προκειμένω αυτό του ελεύθερου.

Ακόμη κι ο περιορισμός βάσει του οποίου ο δουλοπάροικος δεν μπορεί να εγκαταλείψει άνευ άλλου τινός τη γη που καλλιεργεί είναι στην πράξη σχετικός: αν το θέλει οπωσδήποτε, ο δουλοπάροικος μπορεί, με λίγο θάρρος, να εγκαταλείψει τον τόπο του και να αναζητήσει τη τύχη του αλλού. Αν ταξιδέψει κάπως μακριά (ας πούμε σε απόσταση 500 χιλιομέτρων), δηλώσει ψευδώς ότι είναι ελεύθερος και δώσει όρκο υποταγής στον τοπικό άρχοντα (που δεν είναι απαραίτητα φυσικό πρόσωπο, μπορεί να πρόκειται για μια μονή ή έναν καθεδρικό ναό) θα καταφέρει να εγκατασταθεί και να προκόψει χωρίς πολλές σκοτούρες ή προβλήματα. Τα εργατικά χέρια είναι πάντα και παντού ευπρόσδεκτα στον Μεσαίωνα κι οι ντόπιοι δεν έχουν κανένα συμφέρον να ψάξουν διεξοδικά μήπως ο νεοφερμένος έχει κάποιον αφέντη που βρίσκεται πέντε μέρες μακριά (πρβλ. το παράδειγμα του πατέρα της Μαρχίλδης στο έγγραφο που παραθέτει ο Ντυμπύ).

2.   Η πλειονότητα των πολιτών δεν έχει την ιδιότητα του δουλοπάροικου

Οι δουλοπάροικοι αποτελούν απλώς ένα τμήμα της φεουδαλικής κοινωνίας. Τα περισσότερα άτομα έχουν την ιδιότητα του ελεύθερου και φυσικά διαθέτουν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στην καθημερινότητά τους. Βεβαίως, ο άρχοντας ασκεί εξουσία, επιβάλλει και εισπράττει φόρους, δικάζει και τιμωρεί, άρα εκ των πραγμάτων καταπιέζει τους υποτελείς του. Ωστόσο, ουδόλως προκύπτει ότι αυτή η καταπίεση παρεκκλίνει σημαντικά από τον μέσο όρο της Ιστορίας. Συνήθως, μάλιστα, η σχέση εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου είναι πολύ χαλαρότερη απ’ ό,τι πιστεύουμε. Ακόμη και σε περιοχές όπου επικρατεί η φεουδαρχία, ο περισσότερος κόσμος δεν πρόκειται να δει σχεδόν ποτέ αυτόν που τυπικά είναι κυρίαρχός του. Ας θυμηθούμε το διάσημο παράδειγμα του Μονταγιού για το οποίο θα μιλήσουμε αναλυτικά στη συνέχεια: το μικρό χωριό των Πυρηναίων υπάγεται στη δικαιοδοσία του κόμητος της Φουά. Αυτός ασκεί την εξουσία του μέσω δύο προσώπων: του καστελλάνου, όσον αφορά τα ζητήματα ασφάλειας, και του βαΐλου, για τις αστικές υποθέσεις (ο δεύτερος είναι σχεδόν πάντα κάποιος από τους προύχοντες του χωριού). Ο κόμης δεν πρέπει να έχει εμφανιστεί ποτέ στο χωριό. Η – απομακρυσμένη – εξουσία του δεν εκλαμβάνεται ως καταπίεση από τους κατοίκους. Αντιθέτως, ο κόμης είναι ιδιαίτερα αγαπητός, κυρίως γιατί αποτελεί τη μόνη ελπίδα προστασίας των χωρικών, πολλοί από τους οποίους έχουν ασπασθεί την «αίρεση» των Καθαρών, έναντι της Εκκλησίας και ειδικά της Ιεράς Εξέτασης.

Συμπερασματικά, αν κάποιος θέλει να βρει παραδείγματα εξαθλίωσης για να τα συγκρίνει με τις ζοφερές προοπτικές των σύγχρονων εργαζομένων, δεν έχει λόγο να τα αναζητήσει ειδικά στο Μεσαίωνα.

β.   Γιατί σήμερα «δεν επιστρέφουμε στον Μεσαίωνα» – Η άσκηση εξουσίας

"Les Très Riches Heures du duc de Berry", Αύγουστος

«Les Très Riches Heures du duc de Berry», Αύγουστος

Ως κοινός παρονομαστής μεταξύ του Μεσαίωνα και των εξελίξεων της εποχής μας προβάλλεται η απίσχνανση της κεντρικής εξουσίας του κράτους και η αντίστοιχη ενδυνάμωση ιδιωτικών κέντρων εξουσίας. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι εσχάτως οι κρατικές οντότητες εμφανίζονται να παραιτούνται από σημαντικό μέρος των εξουσιών τους, τις οποίες μεταθέτουν ή των οποίων αποδέχονται τον σφετερισμό τους από πόλους εξουσίας οικονομικού κι επιχειρηματικού χαρακτήρα. Η τάση αυτή επιδεινώνεται εξαιτίας της αδυναμίας και της έλλειψης βουλήσεως που επιδεικνύει η κρατική εξουσία όσον αφορά τον έλεγχο των οικονομικών παραγόντων, έλεγχος που έχει καταστεί εκ των πραγμάτων δύσκολος εξαιτίας του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου οικονομικού περιβάλλοντος. «Παρομοίως», στον Μεσαίωνα η κεντρική εξουσία εμφανίζεται αδύναμη έναντι των τοπικών φεουδαρχών, οι οποίοι ασκούν σχεδόν απόλυτη εξουσία στην περιοχή δικαιοδοσίας τους. Εντούτοις, και στην περίπτωση αυτή οι ομοιότητες είναι μάλλον επιφανειακές.

1.   Η διαφορά ως προς τον τρόπο κατανομής και άσκησης της εξουσίας

Με κάποια δόση ελευθερίας, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η κατανομή της εξουσίας στον Μεσαίωνα (βασιλιάς-φεουδάρχες) είναι κάθετη, ενώ στην εποχή μας (κρατικές οντότητες-οικονομικά συμφέροντα) οριζόντια. Στον Μεσαίωνα υπάρχει κατά τόπον κατάτμηση ομοειδούς εξουσίας. Η εξουσία που ασκεί ο βασιλιάς δεν διαφοροποιείται ποιοτικά από αυτήν που ασκούν οι φεουδάρχες, παρά μόνον ως προς τα όρια της κατά τόπον δικαιοδοσίας. Κατά τα λοιπά, τόσο στην περίπτωση του βασιλιά όσο και αυτή των φεουδαρχών πρόκειται για την κλασσική μορφή εξουσίας που συναντούμε, σε πιο εξελιγμένη μορφή, και στα σύγχρονα κράτη (εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική, στρατιωτική και αστυνομική, επιβολής φόρων κ.ο.κ.). Το μόνο που διακρίνει την κεντρική εξουσία από τις κατά τόπους, είναι η θέση του βασιλιά ως επικυρίαρχου των φεουδαρχών, η οποία ισοδυναμεί με μια μάλλον χαλαρή εποπτεία. Σήμερα, αντιθέτως, οι οικονομικοί παράγοντες δεν ασκούν εξουσία με τον ίδο τρόπο που το πράττουν τα κράτη: καθορίζουν τις συνθήκες των αγορών, ασκούν οικονομικές και άλλες πιέσεις στην εκτελεστική εξουσία, χειραγωγούν την κοινή γνώμη μέσω φίλα προσκείμενων ΜΜΕ κ.ο.κ. Επιπλέον, το ίδιο οικονομικό κέντρο εξουσίας δεν δρα στην επικράτεια ενός μόνον κρατικού μορφώματος, αλλά περισσοτέρων, ενδεχομένως και σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο ένας πόλος διαφοροποιείται από τον άλλο ως προς την άσκηση εξουσίας και τοπικά και ποιοτικά, στοιχείο που δεν υπάρχει στη φεουδαρχία του Μεσαίωνα.

2.   Η διαφορά ως προς τον χαρακτήρα της εξουσίας

Είναι προφανές ότι η εξουσία που ασκείται σήμερα από οικονομικά συμφέροντα είναι απρόσωπη. Φορείς της είναι επιχειρηματικά σχήματα με μορφή συνήθως εταιρική που είναι δύσκολο έως αδύνατο να προσωποποιηθούν. Άλλωστε και αφεαυτής η άσκηση τέτοιας εξουσίας έχει ακαθόριστο χαρακτήρα, από την άποψη ότι δεν μπορεί να προσδιορισθεί σε ποιό ποσοστό καθόρισε την μία ή την άλλη εξέλιξη καθένας από τους οικονομικούς παράγοντες ξεχωριστά. Σε κάθε περίπτωση, η εξουσία των οικονομικών συμφερόντων εκλαμβάνεται ως απρόσωπη από τους ίδιους τους εξουσιαζόμενους (οι οποίοι συχνά αδυνατούν να κατανοήσουν ποιός ακριβώς είναι ο υπεύθυνος για κάποιο δυσμενές γι’ αυτούς αποτέλεσμα, για αυτό και κατηγορούν συλλήβδην τα κέντρα οικονομικής εξουσίας, συνήθως μαζί με τους εκάστοτε φορείς της εκτελεστικής εξουσίας, ή καταφεύγουν σε θεωρίες συνωμοσίας). Στο σημείο αυτό, η διαφορά με την κατάσταση στα χρόνια του Μεσαίωνα είναι χαοτική.

Η σχέση εξουσιαστή και εξουσιαζομένου κατά τον Μεσαίωνα είναι σαφώς προσωπική. Η σύναψή της προϋποθέτει την αποδοχή και των δύο μερών. Δεν υπάρχει τίποτε χαρακτηριστικότερο ή πιο συμβολικό για τη φεουδαλική κοινωνία του Μεσαίωνα από το hommage (λατ. hommagium, hominium hominagium). Στα ελληνικά το αποδίδουμε συνήθως ως «όρκο υποτελείας», αλλά η μετάφραση αυτή αδυνατεί να περιγράψει επακριβώς την έννοια του θεσμού. Το hommage περιλαμβάνει βεβαίως μια τελετή, κατά την οποία ο υποτελής-βασσάλος γονατίζει μπροστά στον επικυρίαρχό του, του δίνει τα χέρια του και στη συνέχεια προφέρει τον όρκο υποτελείας σ’ αυτόν. Πρωτίστως, όμως, είναι μια αμφοτεροβαρής σύμβαση μεταξύ του βασσάλου και του επικυρίαρχου. Ο βασσάλος αναλαμβάνει στρατιωτική υποχρέωση, δεσμευόμενος να συνδράμει στην άμυνα και ασφάλεια των εδαφών του επικυρίαρχου (ost, υποχρέωση χρονικής διάρκειας 40 ημερών ετησίως) και να συμμετέχει σε στρατιωτικές επιχειρήσεις του δεύτερου εκτός των εδαφών του (chevauchée), να τον συμβουλεύει σε θέματα διοίκησης, άμυνας και απονομής δικαιοσύνης και, τέλος, να του παράσχει τη βοήθειά του στις λεγόμενες τέσσερις περιπτώσεις (συνεισφορά στα λύτρα για την απελευθέρωση του κυρίου σε περίπτωση αιχμαλωσίας του, στα έξοδα για την εκπαίδευση του πρωτότοκου γιου του κυρίου ως ιππότη, στα έξοδα του γάμου της μεγαλύτερης κόρης του και στις δαπάνες που θα υποβληθεί ο κύριος αν εκστρατεύσει σε σταυροφορία). Από την πλευρά του, ο επικυρίαρχος εγγυάται για την ασφάλεια του βασσάλου, της οικογένειας και των ανθρώπων του και του παραχωρεί ένα φέουδο, μεταβιβάσιμο κληρονομικά στους απογόνους του βασσάλου. Βέβαια, οι δομές και οι σχέσεις της μεσαιωνικής κοινωνίας αποδεικνύονται πιο σύνθετες στην πράξη: τίποτε δεν εμποδίζει έναν κατώτερο άρχοντα να δώσει όρκο υποτελείας σε περισσότερους του ενός επικυρίαρχους. Η πλειονότητα κυρίων μπορεί να προκαλέσει σύγκρουση καθηκόντων στον βασσάλο, στην όχι και τόσο απίθανη περίπτωση που θα έρθουν αντιμέτωποι δύο από τους επικυρίαρχούς του. Προκειμένου να επιλυθούν τέτοιες συγκρούσεις, ο Μεσαίωνας εφευρίσκει τον θεσμό του hommage lige, την κατά προτεραιότητα υποτέλεια δηλαδή: στρατιωτική υποχρέωση οφείλεται πρωτίστως στον άρχοντα του οποίου κατέστη λίζιος ο βασσάλος.

Hommage

Hommage

Το hommage δεν περιορίζεται στις σχέσεις μεταξύ αρχόντων. Έστω και χωρίς λαμπρές τελετές, επικυρώνει την ιεραρχική υποταγή και του απλού λαού, περιλαμβανομένων και των δουλοπάροικων. Κατά κανόνα, άλλωστε, κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν θέτει σε αμφισβήτηση τη σχέση υποτέλειας. Όχι μόνο γιατί αυτό επιτάσσει η κυρίαρχη αντίληψη της εποχής, αλλά και γιατί πρακτικά η σχέση είναι ακριβώς αυτή της αμφοτεροβαρούς συμβάσεως. Ο άρχοντας υποχρεούται να εγγυηθεί την προστασία όλων των υποτελών του. Στο κάτω-κάτω, αυτή την έννοια δεν έχει κι η γνωστή γαλλική φράση « noblesse oblige »; Το να είσαι άρχοντας συνεπάγεται υποχρώσεις. Αυτό δηλαδή που δεν συμβαίνει με τους «φεουδάρχες» της εποχής μας, που διεκδικούν τα πάντα, ζητούν οτιδήποτε, επιβάλλουν όσα επιθυμούν, ενώ οι υποτελείς τους (που δεν έδωσαν κανένα όρκο υποτελείας) καταλήγουν να έχουν μόνο υποχρεώσεις.

Β.   ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ Η ΦΕΟΥΔΑΡΧΙΑ

Η επικράτηση της φεουδαρχίας δεν είναι ούτε καθολική, ούτε διαχρονική. Παρότι για τον σύγχρονο άνθρωπο η φεουδαρχία παρουσιάζεται ως το σήμα κατατεθέν του Μεσαίωνα, στην πραγματικότητα δεν αφορά ούτε ολόκληρη την ιστορική περίοδο, ούτε φυσικά όλες τις περιοχές της Ευρώπης (έστω της Δυτικής). Στην ολοκληρωμένη μορφή του, το φεουδαλικό σύστημα επικρατεί κατά τη διάρκεια μιας περιόδου περίπου τριών αιώνων (από το δεύτερο μισό του 11ου έως τα μέσα του 14ου αι.) και απαντά κυρίως στη Βόρεια Γαλλία (όπου και το αρχέτυπο του συστήματος), σε σημαντικό βαθμό στην Αγγλία των Νορμανδών και λιγότερο σε αγροτικές περιοχές της Γερμανίας και της υπόλοιπης Ευρώπης. Σημαντικό μέρος της Ευρώπης δεν γνωρίζει ουσιαστικά ποτέ τη φεουδαρχία. Οι εμπορικές «δημοκρατίες» της Ιταλίας διοικούνται συλλογικά από μια αριστοκρατία εμπόρων και επιχειρηματιών: ήδη από το δεύτερο μισό του δέκατου αιώνα, το Αμάλφι εμφανίζει τα χαρακτηριστικά αυτά και προαναγγέλει τη δράση των πιο ολοκληρωμένων και σαφώς μακροβιότερων περιπτώσεων της Βενετίας, της Γένοβας ή της Πίζας. Η πλειονότητα των ιταλικών πόλεων, τουλάχιστον βορείως της παπικής επικράτειας, λειτουργεί με τον τρόπο αυτό (που είναι σαφέστατα περισσότερο συγκρίσιμος με τον καπιταλισμό των νεότερων χρόνων απ’ ό,τι η φεουδαρχία). Τα ίδια ισχύουν για τις πολυάριθμες ελεύθερες πόλεις της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, από την κοιλάδα του Ρήνου και το Στρασβούργο, έως τη Λυβέκη και τις πόλεις της Χανσεατικής Ένωσης, στη Βόρεια ή στη Βαλτική Θάλασσα, αλλά και για εκείνες των Κάτω Χωρών ή της ανατολικής Γαλλίας που αποτελούν κέντρα έντονης εμπορικής δραστηριότητας.

α.   Η εμπορική και επιχειρηματική δραστηριότητα στα χρόνια του Μεσαίωνα

Μεσαιωνική τράπεζα

Μεσαιωνική τράπεζα

Πολλοί, και μεταξύ τους ακόμη κι οικονομολόγοι και ιστορικοί άλλων περιόδων, έχουν στο μυαλό τους μια πολύ γραφική εικόνα για τον έμπορο του Μεσαίωνα. Τον φαντάζονται να διασχίζει κάποια χερσαία εμπορική οδό που οδηγεί από την Ιταλία σε κάποια πόλη του Βορρά ταλαιπωρημένο και κατάκοπο, οδηγώντας υποζύγια φορτωμένα με εμπορεύματα και σακιά με τορνέζια, υπέρπυρα ή κάποιο άλλο νόμισμα της εποχής, προκειμένου να πραγματοποιήσει τις συναλλαγές του. Κάποιοι, μάλιστα, είναι έτοιμοι να μας διαβεβαιώσουν ότι οι συναλλαγές αυτές γίνονται με αντιπραγματισμό κι ότι υφάσματα ανταλλάσσονται με κοτόπουλο! Μόνο που η αλήθεια είναι διαφορετική.

Ο Ιταλός έμπορος του παραδείγματός μας δεν έχει μαζί του στην πραγματικότητα παρά λίγα μετρητά. Για τις συναλλαγές του θα χρησιμοποιήσει αξιόγραφα (κυρίως συναλλαγματικές, αλλά και επιταγές και γραμμάτια) ή μπορεί να προτιμήσει τη μεταφορά χρηματικού ποσού από την τράπεζά του! Στη έδρα του τηρεί λογιστικά βιβλία (διπλά μάλιστα) και πιθανώς διατηρεί με την τράπεζά του αλληλόχρεο λογαριασμό. Τα εμπορεύματά του συνήθως τα ασφαλίζει έναντι παντός κινδύνου. Οι διαφορές δεν είναι και πολλές από τον επιχειρηματία της εποχής μας.

Οι τράπεζες άλλωστε της εποχής προσφέρουν πολλές και διάφορες χρηματοπιστωτικές κι άλλες υπηρεσίες. Έχουν υποκαταστήματα στα περισσότερα εμπορικά κέντρα της Ευρώπης. Οι πιο πολλές από αυτές είναι ιδιωτικές επιχειρήσεις, όπως αυτές των Μπάρντι, των Περρούτσι και των Ατσαγιόλι στη Φλωρεντία. Οι τελευταίοι, έχοντας αναλάβει τη διαχείριση της περιουσίας του ανδεγαυικού βασιλικού οίκου της Νάπολής, θα ανταμειφθούν με το Δουκάτο των Αθηνών. Με λίγη τύχη θα μπορούσαμε ίσως να θαυμάζουμε τον πύργο τους δίπλα στα Προπύλαια της Ακρόπολης. Τον κατεδάφισε, όμως, το Ελληνικό Δημόσιο (με χρηματοδότηση του Ερρίκου Σλήμαν) στα τέλη του 19ου αιώνα, για να μη «μολύνει» την αγνότητα του Ιερού Βράχου!

Ο πύργος των Ατσαγιόλι στα Προπύλαια πριν γκρεμιστεί το 1874, φωτογρ. Félix Bonfils.

Ο πύργος των Ατσαγιόλι στα Προπύλαια πριν γκρεμιστεί το 1874, φωτογρ. Félix Bonfils.

Υπάρχουν όμως και κρατικές τράπεζες (αυτή της Βενετίας ή η Μόντε ντέι Πάσκι της Σιένας) ή τράπεζες που ανήκουν στα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα (Ναΐτες και Ιωαννίτες). Έτσι, ένας Γάλλος ευγενής που επιθυμεί να ταξιδέψει στα φραγκικά κράτη της Ανατολής και τους Άγιους Τόπους δεν πρόκειται να πάρει μαζί του μετρητά: θα απευθυνθεί στον ειδικό και θα καταθέσει ένα χρηματικό ποσό στο πλησιέστερο διοικητήριο των Ναϊτών. Εφοδιασμένος με τα απαραίτητα αποδεικτικά θα εισπράξει το ποσό σε μετρητά από κάποιο διοικητήριο ή την έδρα του Τάγματος στον προορισμό του. Το Τάγμα θα αφαιρέσει βεβαίως την προμήθειά του για τις υπηρεσίες που προσέφερε.

Μιλώντας όμως για μεσαιωνικό εμπόριο μία είναι η πόλη που έρχεται πρώτη στο μυαλό μας. Η Βενετία.

1.   Η ιστορία του Ρομάνο Μαϊράνο

Το όνομά του είναι άγνωστο στον μέσο άνθρωπο της εποχής μας, αλλά ο Ρομάνο Μαϊράνο είναι αληθινός σταρ για όσους μελετούν την Ιστορία του Μεσαίωνα, τούτο δε χάρη σε μια ευτυχή συγκυρία: η τελευταία απόγονος της οικογένειας αποφάσισε προς το τέλος της ζωής της να μονάσει. Αποσύρθηκε στο κοινόβιο του Αγίου Ζαχαρία όπου και μετέφερε τα οικογενειακά αρχεία, σώζοντάς τα από την καταστροφή. Έτσι, έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας κάπου διακόσια εμπορικά έγγραφα, στην πλειονότητά τους συμβάσεις, τα οποία μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε πλήρη εικόνα για την επιχειρηματική σταδιοδρομία του Ρομάνο Μαϊράνο, Ενετού εμπόρου του 12ου αιώνα.

Ο Μαϊράνο είναι γόνος οικογένειας ευγενών, πρόσφατα εγκατεστημένων στο Ριάλτο. Τα ίχνη των πρώτων εμπορικών κινήσεών του ανάγονται στα 1150, όταν ο νεότατος Μαϊράνο δανείζεται για την πρώτη εμπορική αποστολή του. Προφανώς η επιχείρηση αποδείχθηκε επικερδής, μια και εξοφλεί χωρίς προβλήματα το ποσό του δανείου. Δύο χρόνια αργότερα παντρεύεται. Σχεδόν αμέσως μετά τον γάμο μεταφέρει τις δραστηριότητές του στην Κωνσταντινούπολη (στα πρώτα ταξίδια του μεταφέρει συνήθως στη Βασιλεύουσα φορτία ξυλείας). Συνεργάζεται με τον αδελφό του, τον Σαμουήλ, και μαζί προβαίνουν στη σύσταση μιας οικογενειακής εταιρίας (fraterna societas). Έχουν τακτικές εμπορικές συναλλαγές με την ηπειρωτική Ελλάδα και τα παράλια της Μικράς Ασίας. Παράλληλα, ο Ρομάνο αγοράζει ακίνητα στη Βασιλεύουσα, η εκμετάλλευση των οποίων του αποφέρει ικανά κέρδη για να αναλάβει εμπορικές αποστολές μεγαλύτερης εμβέλειας: πλέον ταξιδεύει προς την Άκρα, την Τύρο, την Αντιόχεια και τα άλλα λιμάνια της φραγκικής Ανατολής, αλλά και προς τη μουσουλμανική Αλεξάνδρεια. Την ίδια περίοδο καταγράφονται τακτικές εμπορικές και τραπεζικές συναλλαγές του με το Τάγμα των Ναϊτών.

Βενετία, Φοντέγκο ντελ Μέτζο

Βενετία, Φοντέγκο ντελ Μέτζο

Το 1163, μετά από δεκαετή απουσία από τη μητρόπολη, ο Ρομάνο Μαϊράνο επιστρέφει στη Βενετία με αποκλειστικό σκοπό την αγορά του πρώτου ιδιόκτητου εμπορικού πλοίου του. Το 1165 τον βρίσκουμε στο χριστιανικό βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Χρηματοδοτεί ένα συμπατριώτη του έμπορο, τον Μάρκο Έντσιο: οι δύο άνδρες αποφασίζουν να ταξιδέψουν με το πλοίο του Μαϊράνο για να πουλήσουν τα εμπορεύματά τους. Από την Άκρα θα βρεθούν στον Χάνδακα της Κρήτης κι από εκεί θα συνεχίσουν ως την Αλεξάνδρεια για να επιστρέψουν από το αιγυπτιακό λιμάνι στη βάση τους. Προς το τέλος του 1167 ο Μαϊράνο επιστρέφει στη Βενετία για να αγοράσει το δεύτερο πλοίο του. Δανείζεται από οχτώ πλούσιους συμπολίτες του συνολικό ποσό 796 υπέρπυρων. Το δάνειο θα επιστραφεί εντόκως την άνοιξη του 1168 (με επιτόκιο 44%!).

Τον Οκτώβριο του 1169 ο Μαϊράνο βρίσκεται πίσω στην Κωνσταντινούπολη, μολονότι οι ενετικές αρχές έχουν προειδοποιήσει τους πολίτες τους για τη ραγδαία επιδείνωση των διπλωματικών σχέσων μεταξύ της Γαληνοτάτης και του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού. Αρχικά, φαίνεται να δικαιώνεται για τη ριψοκίνδυνη απόφασή του. Οι δουλειές του στην Πόλη πηγαίνουν όλο και καλύτερα. Αναλαμβάνει τη διαχείριση της μεγάλης περιουσίας που διαθέτει στη Βασιλεύουσα ο λατίνος πατριάρχης του Γκράντο. Αποκτά επίσης το ιδιαιτέρως επικερδές μονοπώλιο της είσπραξης των δικαιωμάτων για τη ζύγιση των εμπορευμάτων των Ενετών της πόλης. Ωστόσο, το 1171 ξεσπά η καταιγίδα που πολλοί φοβούνταν: ο Μανουήλ διατάσσει τη σύλληψη και απέλαση όλων των Ενετών υπηκόων και τη δήμευση των περιουσιακών στοιχείων τους. Ο Μαϊράνο κατορθώνει να ξεφύγει με το πλοίο του που ήταν ελλιμενισμένο στην Κωνσταντινούπολη, σώζοντας κι αρκετούς συμπατριώτες του, χάνει όμως την περιουσία του. Κατεστραμμένος οικονομικά αδυνατεί να εξοφλήσει τους πιστωτές του. Δίχως να απογοητευτεί, ξαναρίχνεται στον αγώνα, στο δρομολόγιο Βενετία-Αλεξάνδρεια. Κύριος χρηματοδότης του είναι η πάμπλουτη και ισχυρή οικογένεια Τζιάνι: ο δόγης (από το 1172 έως το 1178) Σεμπαστιάνο και ο γιος του (και μετέπειτα δόγης κι αυτός, 1205-1229) Πιέτρο, στους οποίους ο Μαϊράνο προμηθεύει φορτία πιπεριού και στυπτηρίας.

Πάντα έτοιμος να εκμεταλλευθεί νέους εμπορικούς δρόμους, ο Μαϊράνο διαβλέπει ευκαιρίες στη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ της πατρίδας του και της παραδοσιακής αντιπάλου, της νορμανδικής Σικελίας του Γουλιέλμου Β΄ του Καλού. Παραγγέλλει τη ναυπήγηση ενός ακόμη εμπορικού πλοίου και ταξιδεύει στο Μαγκρέμπ, όπου προμηθεύεται μάλλινα και δέρματα, προϊόντα απαραίτητα για την ενετική βιοτεχνία ένδυσης. Το 1183 έχει πλέον εξοφλήσει όλα τα χρέη του. Μετά το 1184, όταν αποκαθίστανται οι σχέσεις Βενετίας και Βυζαντίου, καθώς ο Ανδρόνικος Α΄ Κομνηνός δέχεται να καταβάλει και κάποιες αποζημιώσεις για τα δημευθέντα περιουσιακά στοιχεία των Ενετών της Πόλης, ο Μαϊράνο επιστρέφει στο δρομολόγιο προς Κωνσταντινούπολη. Φαίνεται μάλιστα ότι το 1190 μεταφέρει ξανά στη Βασιλεύουσα το κέντρο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του. Έχοντας φτάσει σε μάλλον προχωρημένη ηλικία σταματά να ταξιδεύει, αναθέτοντας τις εμπορικές αποστολές στους γιους του. Περιορίζεται στον ρόλο του χρηματοδότη και στη διαχείριση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας του. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή χρονολογία ή τον τόπο θανάτου του, είμαστε όμως βέβαιοι ότι άφησε τον εμπορικό του οίκο σε ανθηρή κατάσταση, καθιστώντας τον μια από τις σπουδαιότερες επιχειρήσεις της Μεσογείου.

2.   Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ενετικού εμπορίου κατά τον Μεσαίωνα

Δουκάτο, περ. 1400

Δουκάτο, περ. 1400

i. Ένα οικουμενικό εμπόριο χωρίς διακρίσεις, φραγμούς κι ενδοιασμούς: Οι Ενετοί, όπως και γενικά οι έμποροι από τις άλλες ναυτικές δημοκρατίες της Ιταλίας, συνδέουν εμπορικά την καθολική Δύση, το ορθόδοξο Βυζάντιο και τον μουσουλμανικό κόσμο. Μεταφέρουν στην Ανατολή πρώτες ύλες (ξυλεία και μέταλλα) και γυρίζουν στη Δύση με προϊόντα πολυτελείας για τις εύπορες τάξεις (μπαχαρικά, μεταξωτά από το Βυζάντιο, κοσμήματα και χειροτεχνήματα), χωρίς να περιφρονούν και την εμπορία φθηνότερων ειδών πρώτης ανάγκης (μάλλινα και δερμάτινα). Η βασική τους επιδίωξη είναι το κέρδος και, όπως είναι φυσικό, δεν υπόκειται σε φραγμούς: όταν εμπορεύονται όπλα ή πρώτες ύλες για στρατιωτικό εξοπλισμό εφαρμόζουν τη διαχρονική πολιτική των εμπόρων όπλων, πωλώντας και στις δύο εμπόλεμες πλευρές, δηλ. τους μουσουλμάνους της Αιγύπτου και τους χριστιανούς της Ιερουσαλήμ, της Τρίπολης και της Αντιόχειας. Δεν πτοούνται από τις παπικές απαγορεύσεις και τους αφορισμούς ούτε από τις αποφάσεις των χριστιανών ηγεμόνων.

Οι δραστηριότητες αυτές εξαρτώνται άμεσα από την ασταθή διπλωματική ισορροπία μεταξύ των διαφόρων δυνάμεων της Μεσογείου. Για ιστορικούς λόγους το Βυζάντιο αποτελεί τον κατεξοχήν εμπορικό εταίρο των Ενετών (ήδη από τον 11ο αι. και επί Αλέξιου Κομνηνού οι Ενετοί έμποροι τυγχάνουν πλήρους απαλλαγής από το κομμέρκιο, δηλαδή τον φόρο ύψους 10% επί της αξίας των εμπορευμάτων), εντούτοις, όπως αποδεικνύει και η ζωή του Μαϊράνο, οι σχέσεις Βενετίας και Βυζαντίου είναι ταραχώδεις. Επομένως, συμφέρον της Βενετίας είναι να διατηρεί πάντα εναλλακτικές εμπορικές οδούς. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορικής περιόδου που εξετάζουμε, βασικό μέλημα των ενετικών αρχών είναι να κρατούν ανοιχτή μία τουλάχιστον από τις τρεις βασικές οδούς (Βενετία-Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια λιμάνια της Μικράς Ασίας ή της Μαύρης Θάλασσας, Βενετία-Αλεξάνδρεια, Βενετία-χριστιανικά λιμάνια της Συρίας και Παλαιστίνης). Φυσικά, κάθε νέα προοπτική εμπορικού δρόμου είναι ευπρόσδεκτη για τη Γαληνοτάτη.

Εξαιρουμένων των μάλλον σύντομων περιόδων εχθρότητας, τα ξένα κράτη βλέπουν θετικά τις δραστηριότητες των Ενετών εμπόρων. Στα περισσότερα λιμάνια (Αλεξάνδρεια, Άκρα, Τύρος, Κωνσταντινούπολη) τους παραχωρείται εμπορικός σταθμός (fondaco, από το αραβικό funduk, με αμφιλεγόμενο ελληνικό έτυμο τη λέξη «πανδοχείο»), όπου οι έμποροι συναλλάσσονται με μεγαλύτερη ευκολία, ενώ το κράτος υποδοχής μπορεί να εισπράξει άμεσα φόρους και δασμούς επί των εμπορευμάτων. Παράλληλα, οι Ενετοί (κι οι υπόλοιποι Ιταλοί) έμποροι έχουν στα λιμάνια αυτά τις συνοικίες τους (με την εκκλησία, αφιερωμένη συνήθως στον Άγιο Μάρκο, τον φούρνο. τον μύλο και τα λουτρά τους), όπου ζουν όπως και στην πατρίδα τους, ενώ τα συμφέροντά τους τα εκπροσωπεί ένας ομοεθνής τους πρόξενος.

ii. Καινοτόμες μορφές συμβάσεων και εταιριών: Η εφευρετικότητα των Ενετών εμπόρων εκφράζεται με νέες μορφές εμπορικών συμβάσεων και εταιριών. Συχνή είναι η περίπτωση της ρογκαντία: η κεφαλαιουχική εταιρία που έχει την κυριότητα των εμπορευμάτων αναθέτει την πώλησή τους σ’ έναν έμπορο έναντι αμοιβής. Η επιχείρηση αποδεικνύεται συνήθως ιδιαίτερα επωφελής και για τον ταξιδιώτη έμπορο. Μπορεί να μη συμμετέχει στα εταιρικά κέρδη, αλλά εκτός της προκαθορισμένης αμοιβής έχει τη δυνατότητα να προβεί κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και σε δικές του συναλλαγές. Για παράδειγμα, το 1156, στο πλαίσιο μιας ρογκαντία, ο Μαϊράνο είναι υπεύθυνος για τη μεταφορά και πώληση εμπορευμάτων στη γραμμή Κωνσταντινούπολη-Σμύρνη-Αλεξάνδρεια. Παρότι δεν έχει συμμετοχή στα κέρδη της εταιρίας, αποκτά σημαντικά ποσά παίρνοντας την πρωτοβουλία να προσθέσει και να πωλήσει και δικά του εμπορεύματα στη διαδρομή.

Ακόμη συχνότερη, όμως, είναι η περίπτωση των εταιρικών μορφών στις οποίες ο έμπορος δεν παρέχει απλώς εργασία, αλλά συμμετέχει και στα κέρδη, συνήθως δε και στο εταιρικό κεφάλαιο. Η σύμβαση έχει περιορισμένη χρονική ισχύ (μπορεί να αφορά μία μόνον εμπορική αποστολή) και συνάπτεται μεταξύ ενός ή πλειόνων κεφαλαιούχων-χρηματοδοτών και ενός εμπόρου, ο οποίος καθίσταται υπεύθυνος για την πώληση των εμπορευμάτων. Στη μορφή της κομμέντα (την οποία χρησιμοποιούν συνήθως στη Γένοβα), ο έμπορος δεν μετέχει στο κεφάλαιο, κρατά όμως το 1/4 των κερδών, αποδίδοντας τα υπόλοιπα στους κεφαλαιούχους. Σύμφωνα, όμως, με τη βενετσιάνικη εκδοχή της κομμέντα, δηλ. την κολλεγκάντσα, ο χρηματοδότης παρέχει το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου (συνήθως τα 2/3), ενώ ο έμπορος συνεισφέρει με το υπόλοιπο κεφάλαιο. Τα κέρδη της επιχείρησης μοιράζονται μεταξύ βασικού κεφαλαιούχου και εμπόρου στο μισό, ενώ τυχόν ζημίες κατανέμονται αναλόγως της εισφοράς του κάθε εταίρου. Ως εκ της φύσεώς της, η κολλεγκάντσα είναι ιδιαιτέρως συμφέρουσα για τον έμπορο που μετέχει σ’ αυτήν.

Το αρχείο του Μαϊράνο μας προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κολλεγκάντσας. Το 1167, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου όπου είναι τότε εγκατεστημένος, ο Μαϊράνο συνάπτει εμπορική σύμβαση με έναν άλλο Βενετό έμπορο, τον Ντομένικο Γιάκομπ. Για τους σκοπούς της εταιρίας, ο Μαϊράνο παρέχει το πλοίο του οποίου είναι ιδιοκτήτης και συμμετέχει με τα 2/3 του κεφαλαίου (κι επομένως των εμπορευμάτων), ενώ ο συνεταίρος του συμμετέχει με το 1/3 του κεφαλαίου και αναλαμβάνει το επιχειρησιακό σκέλος: ο Γιάκομπ θα συνοδέψει τα εμπορεύματα στο ταξίδι από την Αλεξάνδρεια στον Αλμυρό της Μαγνησίας. Στη συνέχεια, θα ενωθεί με την πρώτη ενετική μούδα που κατευθύνεται στην Κωνσταντινούπολη. Στη Βασιλεύουσα θα λάβει χώρα κι η απόδοση λογαριασμών: ο Γιάκομπ θα επιστρέψει στον Μαϊράνο το κεφάλαιό του (τα 2/3 του εταιρικού), καθώς και το ήμισι των κερδών που απέφερε η επιχείρηση, ενώ ο ίδιος θα κρατήσει το δικό του μερίδιο από το κεφάλαιο (1/3) και τα άλλα μισά κέρδη. Η κολλεγκάντσα, με τις διάφορες παραλλαγές της, συντελεί ευεργετικά στη συσσώρευση κεφαλαίων και γενικά στην ανάπτυξη της εμπορικής κίνησης: ο έμπορος που έχει την ευθύνη της επιχείρησης, συνοδεύοντας το εμπόρευμα, έχει την άδεια να προβεί σε οποιεσδήποτε αγοραπωλησίες κρίνει επικερδείς. Εκμεταλλευόμενος τις διαφορές τιμών των εμπορευμάτων μεταξύ των διαφόρων σταθμών του, πολλαπλασιάζει τα κέρδη της εταιρίας, αλλά και τα προσωπικά του κέρδη.

Χαρακτηριστικό του Ενετού επιχειρηματία είναι ακριβώς η συμμετοχή του σε πολλές εταιρίες διαφορετικών τύπων και εμβέλειας. Εναλλάσσεται στους ρόλους του κεφαλαιούχου και του εμπόρου. Με τον τρόπο αυτό ελαχιστοποιεί τους εμπορικούς κινδύνους, σε τέτοιο σημεία που δεν καταφεύγει σχεδόν ποτέ στην ασφάλιση των εμπορευμάτων του (όπως κάνουν συστηματικά οι Φλωρεντινοί).

iii. Μια κρατικώς ελεγχόμενη οικονομία: Το ενετικό οικονομικό θαύμα δεν θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα αποκλειστικά χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Η οικονομία της Βενετίας κατευθύνεται κι ελέγχεται από το Δημόσιο. Η Γαληνοτάτη καθορίζει τα δρομολόγια, τον χρόνο απόπλου και τα εκάστοτε φορτία εμπορευμάτων για τις μούδες (mude), τις οργανωμένες ναυτικές αποστολές που αναχωρούν τακτικά για τους βασικούς εμπορικούς προορισμούς: στα κονβόϊ αυτά συμμετέχουν εμπορικά πλοία ιδιωτών που συνοδεύονται από γαλέρες, συνήθως ιδιοκτησίας του Δημοσίου. Οι γαλέρες, η καθεμία με 200 κωπηλάτες και 20 βαλλιστριδοφόρους, μεταφέρουν τα μεγάλης αξίας εμπορεύματα και αποτελούν εγγύηση για την ασφάλεια των εμπορικών πλοίων των ιδιωτών. Οι προδιαγραφές ασφάλειας των πλοίων των ιδιωτών, ο εξοπλισμός, το πλήρωμα και οι συνθήκες ασφάλειας και υγιεινής στα πλοία καθορίζονται με νόμους και διοικητικές πράξεις του ενετικού κράτους, ενώ η τήρησή τους ελέγχεται από τους δημοσίους υπαλλήλους. Επιπλέον, η Γαληνοτάτη ρυθμίζει λεπτομερώς τις εμπορικές δραστηριότητες αλλοδαπών σε ενετικό έδαφος, έχει το μονοπώλιο άλατος, ελέγχει αυστηρά το εμπόριο των βασικών καταναλωτικών αγαθών. Τέλος, απαγορεύει στις ενετικές τράπεζες τη δανειοδότηση αλλοδαπών προκειμένου το χρήμα τους να είναι διαθέσιμο αποκλειστικά στους Ενετούς υπηκόους και, φυσικά, στο ίδιο το κράτος.

Με τους τρόπους αυτούς και με όλες τις ιδιαιτερότητές του, το μεσαιωνικό εμπόριο μοιάζει να αποτελεί μάλλον ευτυχές παράδειγμα συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα κι επιβράβευσης του τολμηρού επιχειρηματικού πνεύματος. Πώς, όμως, διοικούνταν οι εμπορικές πόλεις αυτές;

β.   Απόπειρες δημοκρατικής οργάνωσης

Σιένα

Σιένα

Ανεξάρτητες αρχές και διαμεσολαβητές: Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρούμε στη Δύση (και φυσικά και στην Ελλάδα) να πολλαπλασιάζονται οι λεγόμενες ανεξάρτητες αρχές. Ένας από τους κύριους σκοπούς πολλών από αυτές είναι να ελαχιστοποιήσουν τις περιπτώσεις αντιδικίας στις διαφορές μεταξύ Δημοσίου και πολίτη, προκρίνοντας τη διαμεσολάβηση ως τρόπο επίλυσής τους. Έχουμε έτσι τον Συνήγορο του Πολίτη, τον Συνήγορο του Καταναλωτή, τους διάφορους Συμπαραστάτες του Δημότη και, σε επίπεδο ΕΕ, τον Ευρωπαίο Μεσολαβητή. Λαμπρή ιδέα και μάλιστα πρωτότυπη… ή μήπως όχι;

Διαμεσολαβητές στις ιταλικές πόλεις του Μεσαίωνα – οι Ποδεστάτοι: Λίγες είναι οι ιδέες που δεν έχουν ξαναχρησιμοποιηθεί στην Ιστορία της Ανθρωπότητας κι οι διαμεσολαβητές δεν είναι μία από αυτές. Γιατί, πώς θα σας φαινόταν αν η Πολιτεία ανέθετε τη διακυβέρνησή της συνολικά σ’ έναν διαμεσολαβητή και μάλιστα αλλοδαπό;

Με αυτόν τον τρόπο διακυβέρνησης πειραματίστηκαν οι ιταλικές πόλεις του Μεσαίωνα, μεταξύ του τέλους του 12ου και των μέσων του 13ου αιώνα. Προερχόμενος από την ανώτερη αριστοκρατία κάποιας άλλης πόλης, όχι απαραίτητα γειτονικής, και με θητεία συνήθως ετήσια, ο ποδεστάτος καταφθάνει συνοδευόμενος από στρατιά συμβούλων και προσωπικών φρουρών. Συγκαλεί το δημοτικό συμβούλιο κι αναλαμβάνει την εφαρμογή των αποφάσεών του, όπως και τη συνέλευση των πολιτών (arengo), είναι εγγυητής της ενότητας και της ομόνοιας της πόλης και, κυρίως, επιλύει τις διαφορές μεταξύ των πολιτών, λειτουργώντας καθαρά ως διαμεσολαβητής, χωρίς να δεσμεύεται από ένα σώμα κωδικοποιημένου δικαίου κι εκτιμώντας ελεύθερα τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη κριτήρια όχι μόνο νομικά, αλλά πρωτίστως πολιτικά. Η αλλοδαπή προέλευσή του εγγυάται την έλλειψη οικογενειακών και πελατειακών δεσμών και, επομένως, την ουδετερότητά του.

Ο ρόλος του ποδεστάτου δεν μπορεί να γίνει ευχερώς κατανοητός αν δεν ληφθεί υπόψη ο χαρακτήρας των μεσαιωνικών και αναγεννησιακών ιταλικών πόλεων ως κοινωνιών σύγκρουσης (και ενδημικής βίας). Σύγκρουσης ανάμεσα σε αντίπαλες φράξιες της αριστοκρατίας και σύγκρουσης μεταξύ των ευγενών και των λαϊκών τάξεων (popolo minuto).

Από την ιστορία του θεσμού δεν λείπουν φυσικά κι οι παρεκτροπές. Αν σε κάποιες περιπτώσεις ο θεσμός καταδεικνύει τις σχέσεις ισοτιμίας μεταξύ συμμάχων πόλεων (Σιένα και Περούτζα ανταλλάσσουν εθιμικά ποδεστάτους), συχνά αποτελεί μέσο επιβολής της θέλησης του ισχυρού. Σε διακρατικό επίπεδο, για παράδειγμα, μια τοπική δύναμη σαν τη Φλωρεντία μπορεί να επιβάλλει στις μικρότερες πόλεις της περιοχής (Πράτο, Σαν Τζιμινιάνο) να «επιλέγουν» αποκλειστικά Φλωρεντινούς ποδεστάτους. Σε εσωτερικό επίπεδο, η άνοδος των λαϊκών τάξεων συνεπάγεται και την αμφισβήτηση της ουδετερότητας του ποδεστάτου που κατηγορείται όλο και συχνότερα ότι ευνοεί τους ευγενείς.

Οι «αγανακτισμένοι» στους δρόμους της Φλωρεντίας: Το πείραμα μοιάζει άρρηκτα συνδεδεμένο με τις πολιτικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητες των ιταλικών πόλεων. Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία του συνοδεύεται από διάφορα ενδιαφέροντα περιστατικά. Όπως μας διηγείται ο Φλωρεντινός πολιτικός και ιστορικός Ντίνο Κομπάνι («Cronica delle cose occorrenti ne’ tempi suoi»), το 1295 κάποιος ευγενής, ο Κόρσο Ντονάτι, έστειλε τους μπράβους του να ξυλοκοπήσουν έναν άλλον ευγενή (και συγγενή του), τον Σιμόνε Γκαλαστρόνε. Η συμπλοκή μεταξύ αντίπαλων σωματοφυλάκων είχε ως αποτέλεσμα ένα νεκρό. Κληθείς να επιλύσει τη διαφορά, ο Λομβαρδός ποδεστάτος Ιωάννης του Λουτσίνο δικαίωσε τον Ντονάτι που είχε ξεκινήσει την ιστορία! Η κρίση του ποδεστάτου προκάλεσε την οργή των πολιτών της Φλωρεντίας, οι οποίοι ξεχύθηκαν στους δρόμους φωνάζοντας συνθήματα που θυμίζουν τους σύγχρονους «αγανακτισμένους» «Θάνατος στον Ποδεστάτο» και «Να καεί, να καεί» (όχι βέβαια η χαρακτηριζόμενη ως οίκος ανοχής Βουλή, αλλά) «το μέγαρο του ποδεστάτου»!

Σιένα, Αμπρότζο Λορεντσέτι (14ος αι.), νωπογραφίες με θέμα την καλή διακυβέρνηση, Δημοτικό Μέγαρο

Σιένα, Αμπρότζο Λορεντσέτι (14ος αι.), νωπογραφίες με θέμα την καλή διακυβέρνηση, Δημοτικό Μέγαρο

Οι αποτυχημένες απόπειρες δημοκρατικότερης διακυβέρνησης: Η άνοδος ακριβώς των λαϊκών τάξεων θα οδηγήσει και τον θεσμό του ποδεστάτου σε παρακμή. Δύο είναι τα κύρια μέσα της λαϊκής συμμετοχής στην εξουσία: οι φορολογικές απογραφές (estimi), που συνεπάγονται τη φορολόγηση κάθε προσώπου αναλόγως της περιουσίας του, και η αμιγώς δικαστική επίλυση των διαφορών (βάσει κυρίως του ποινικού δικαίου). Είναι πολύ ενδιαφέρον το ότι οι μεσαιωνικές κοινωνίες οδηγήθηκαν από τη διαμεσολάβηση στη δικαστική επίλυση διαφορών, ενώ οι σύγχρονες ακολούθησαν την αντίστροφη πορεία. Ο χρόνος θα δείξει ποιος είχε δίκιο!

Οι απόπειρες για μια πιο δημοκρατική οργάνωση της κοινωνίας δεν στέφθηκαν τελικά από επιτυχία. Μετά από μια περίοδο έντονων συγκρούσεων, σε όλες σχεδόν τις ιταλικές πόλεις επικράτησαν τελικά ολιγαρχικά καθεστώτα. Στη Βενετία ο κύκλος των ευγενών που είχαν δικαίωμα συμμετοχής στα συμβούλια διοίκησης της πόλης συρρικνωνόταν όλο και περισσότερο, καταλήγοντας σε έναν κλειστό αριθμό λίγων αριστοκρατικών οικογενειών, στη Φλωρεντία ή στο Μιλάνο εκπρόσωποι μίας μόνον οικογένειας κυβερνούσαν συχνά ως ντε φάκτο μονάρχες (Μέδικοι, Βισκόντι, Σφόρτσα).

Η τελική αποτυχία, όμως, δεν αναιρεί την αξία της προσπάθειας. Άλλωστε το μέλλον δεν το γνωρίζουμε και θα ήταν πρόωρο να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο να επιβληθεί εκ νέου στις κοινωνίες μας το πρότυπο της ολιγαρχικής διακυβέρνησης.

ΜΕΡΟΣ ΙΙ
Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΩΣ ΕΠΟΧΗ ΑΚΡΑΙΑΣ ΒΙΑΣ

Πολιορκία της Ιερουσαλήμ από τους σταυροφόρους, 1099 (μικρογραφία του 13ου αι.)

Πολιορκία της Ιερουσαλήμ από τους σταυροφόρους, 1099 (μικρογραφία του 13ου αι.)

Πολύ συχνά, ο Μεσαίωνας εμφανίζεται ως συνώνυμο της βίας και της βαρβαρότητας. Πιθανότατα θα γνωρίζετε ότι η Α΄ Σταυροφορία ολοκληρώθηκε με λουτρό αίματος: όταν στις 15 Ιουλίου 1099 οι σταυροφόροι κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ κατέσφαξαν το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού της, μουσουλμάνους, Εβραίους, ακόμη και χριστιανούς, μια και μες στη μάχη δεν υπάρχει χρόνος να καταλάβεις τη θρησκεία του καθενός κι άλλωστε «όλοι ίδιοι έμοιαζαν με τις ανατολίτικες φορεσιές τους»! Θα έχετε ίσως ακούσει και για τη σφαγή όλων των κατοίκων της Μπεζιέ στο γαλλικό νότο, το 1209, στο πλαίσιο της Σταυροφορίας κατά των Καθαρών. Σύμφωνα με μία παράδοση που διασώζει ο κιστερκιανός μοναχός Καισάριος Χάιστερμπαχ, όταν οι στρατηγοί ρώτησαν τον παπικό λεγάτο Αρνάλδο Αμαλάριχο, ηγούμενο της μονής του Σιτώ, πώς θα μπορούσαν να διακρίνουν τους καλούς χριστιανούς από τους αιρετικούς όταν θα καταλάμβαναν την πόλη, εκείνος τους απάντησε κυνικά: «Σκοτώστε τους όλους κι ο Θεός θα ξεχωρίσει τους δικούς του»! («Tuez-les tous, Dieu reconnaîtra les siens.»/ «Cædite eos. Novit enim Dominus qui sunt eius.»).

Ποια εποχή, όμως, δεν γνώρισε πολέμους, λεηλασίες και σφαγές;

Α.   Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

α.   Μια δραστηριότητα που αφορά λίγους

Στην πραγματικότητα, ο πόλεμος κατά τον Μεσαίωνα αφορά ένα περιορισμένο μέρος του πληθυσμού το οποίο ασχολείται λόγω θέσεως ή εξ επαγγέλματος με τα στρατιωτικά: άρχοντες, ιππότες και επαγγελματίες/ μισθοφόρους πολεμιστές. Δεν υπάρχει καθολική υποχρέωση στρατιωτικής υπηρεσίας που να βαρύνει το σύνολο του ανδρικού πληθυσμού, όπως στις πόλεις-κράτη της Αρχαιότητας και στα εθνικά κράτη των Νεότερων Χρόνων. Η πολεμική δραστηριότητα είναι περιορισμένη χρονικά (εκστρατείες γίνονται μόνο την άνοιξη και το καλοκαίρι και πάλι όχι σε περιόδους γεωργικών εργασιών), η αριθμητική δύναμη των στρατιωτικών σωμάτων είναι συνήθως μικρή και τα όπλα δεν είναι τόσο φονικά. Προτιμότερο είναι να αιχμαλωτισθεί ο αντίπαλος, γιατί αυτό θα αποφέρει και λύτρα, παρά να φονευθεί. Ακόμη κι ο Εκατονταετής Πόλεμος μεταξύ του γαλλικού και του αγγλικού βασιλικού οίκου, μολονότι διήρκεσε τυπικά περισσότερο από εκατό χρόνια (1337-1453), αποτελείται από διάσπαρτες στον χρόνο ολιγόμηνες εκστρατείες που πλήττουν συγκεκριμένα μόνο τμήματα της γαλλικής επικράτειας.

Η θεωρητική δικαιολόγηση: το σχήμα των τριών τάξεων. Το γεγονός ότι ο μεσαιωνικός πόλεμος αφορά ορισμένους μόνον αποδεικνύεται κι από το αντίστοιχο θεωρητικό υπόβαθρο: στις αρχές του 11ου αιώνα, ο Ανταλμπερόν, επίσκοπος της Λαν, κι ο Γεράρδος, επίσκοπος του Καμπραί, διατύπωναν για πρώτη φορά την τριμερή διάκριση των τάξεων που επρόκειτο να σημαδέψει το φαντασιακό της φεουδαλικής κοινωνίας. Τρεις τάξεις αποτελούν τη μεσαιωνική κοινωνία: οι oratores (αυτοί που προσεύχονται, δηλαδή ο κλήρος περιλαμβανομένων των μοναχών) οι bellatores (αυτοί που πολεμούν για να διασφαλίσουν την ύπαρξη του κράτους, δηλαδή οι ιππότες και κατ’ επέκταση οι ηγεμόνες και οι ευγενείς) και οι laboratores (κυριολεκτικά αυτοί που οργώνουν τη γη και συνεκδοχικά το σύνολο του εργαζόμενου λαού).

Οι Τρεις Τάξεις

Οι Τρεις Τάξεις

Η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα: τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα. Υπάρχει, βεβαίως, μια σημαντική εξαίρεση: πρόκειται για τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα (Ναΐτες, Ιωαννίτες και Τεύτονες ιππότες) τα οποία συγκροτήθηκαν κατά τον 12ο αιώνα για να διασφαλίσουν την άμυνα των χριστιανικών κρατών της Συρίας και Παλαιστίνης. Τα μέλη τους δίνουν θρησκευτικούς όρκους και υποχρεούνται να τηρούν έναν κανόνα που μοιάζει με εκείνους των μοναστικών ταγμάτων, αλλά έχουν ως κύρια ενασχόληση τον πόλεμο με τις δυνάμεις του ισλάμ. Το γεγονός εξηγείται ευχερώς: η συγκρότηση των ΣΘΤ αποτελεί μια ρεαλιστική απάντηση σε ένα υπαρκτό πρόβλημα, τη λειψανδρία όσον αφορά την υπεράσπιση των σταυροφορικών κρατών. Και πάλι, η παρέκκλιση αυτή από τον κανόνα των τριών τάξεων με διακριτούς ρόλους συνάντησε μεγάλες αντιδράσεις. Ο Βερνάρδος του Κλαιρβώ χρειάστηκε να βάλει τα δυνατά του για να δικαιολογήσει την αναγκαιότητα της σύστασης του Τάγματος του Ναού με το «De laude novae militiae».

Η σφραγίδα του Τάγματος των Ναϊτών

Η σφραγίδα του Τάγματος των Ναϊτών

β.   Μια δραστηριότητα που ρυθμίζεται από σαφείς κανόνες

Επιπλέον, ο μεσαιωνικός πόλεμος αποτελεί δραστηριότητα η οποία ρυθμίζεται από σαφείς κανόνες. Από πολύ νωρίς, έχοντας επίγνωση της αποστολής της ως εγγυήτριας της κοινωνικής ειρήνης και προστάτιδας του ποιμνίου της, η Καθολική Εκκλησία θέτει κανόνες στη διεξαγωγή του πολέμου. Οι κανόνες αυτοί θα αναπτυχθούν σταδιακά για να αποτελέσουν στην τελική μορφή τους ένα μεσαιωνικό δίκαιο των ένοπλων συγκρούσεων, αντίστοιχο του οποίου θα αργήσουμε πολύ να συναντήσουμε στους Νεότερους Χρόνους.

Η Ειρήνη του Θεού: Μέσα από συλλογικές διεργασίες και συνελεύσεις κληρικών και λαϊκών, οι πρώτες από τις οποίες ανάγονται ήδη στον 10ο αιώνα, αναπτύσσεται κι επικρατεί η ιδέα της «Ειρήνης του Θεού». Βάσει των κανόνων που θεσπίζονται διασφαλίζεται η προστασία των κληρικών, των ναών και της εκκλησιαστικής περιουσίας, αφενός, και της σωματικής ακεραιότητας και των υλικών αγαθών των αμάχων και δη των φτωχών. Στους εμπόλεμους που παραβιάζουν τους κανόνες αυτούς επιβάλλονται ποινές που φτάνουν μέχρι του αποκλεισμού τους από την κονωνία των πιστών.

Η Ανακωχή του Θεού: Ένα δεύτερο στάδιο θέσπισης περιοριστικών κανόνων, αποτελεί η λεγόμενη «Ανακωχή του Θεού», βάσει της οποίας οι πολεμικές δραστηριότητες απαγορεύονται σε ορισμένο διάστημα της εβδομάδας (από το βράδυ της Τετάρτης έως το πρωί της Δευτέρας) και σε ορισμένες περιόδους του έτους που σχετίζονται με σημαντικές θρησκευτικές εορτές: Σαρακοστή, Πάσχα, σαρανταήμερο 15 Νοεμβρίου έως 24 Δεκεμβρίου και Χριστούγεννα. Με τον τρόπο αυτό η Εκκλησία κατορθώνει να περιορίσει τη δυνατότητα ένοπλων δραστηριοτήτων σε 80 μόλις ημέρες του έτους.

Τελικά, η συλλογική μνήμη της Ευρώπης δεν συγκράτησε τόσο τους μεσαιωνικούς πολέμους. Εν μέσω Αναγέννησης, οι θρησκευτικοί πόλεμοι και ειδικά ο Τριακονταετής είναι αυτοί που θα σημαδέψουν το φαντασιακό των ανθρώπων με τη σκληρότητα και την ανεπανάληπτη βιαιότητά τους. Κατά τη διάρκεια του Β΄ ΠΠ, όταν πολλοί αξιωματικοί της Βέρμαχτ αναζητούν στα ημερολόγια και τα απομνημονεύματά τους ένα ιστορικό προηγούμενο πολέμου εξίσου απάνθρωπου με τον δικό τους, αναφέρουν αυθόρμητα τον Τριακονταετή και ποτέ κάποια μεσαιωνική σύρραξη.

Β.   ΒΙΑΙΗ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΙΩΞΕΙΣ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΩΝ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΩΝ

Η βία δεν περιορίζεται μόνο στις πολεμικές συγκρούσεις. Υπάρχει και η άσκησή της από φορείς εξουσίας στο εσωτερικό των κοινωνιών.

α.   Η Ιερά Εξέταση

Γκόγια, Escena de Inquisición

Γκόγια, Escena de Inquisición

Το 1231, ο πάπας Γρηγόριος Θ΄ ιδρύει την Ιερά Εξέταση με αποστολή τη δίωξη και εξάλειψη των αιρέσεων. Η Ιερά Εξέταση θα στελεχωθεί πρωτίστως από μέλη του Τάγματος των Δομινικανών και, στη συνέχεια, των Φραγκισκανών. Βασικός στόχος της την εποχή εκείνη είναι το δόγμα των Καθαρών. Οι Καθαροί είναι δυϊστές, πιστεύουν στην ύπαρξη δύο αντιπάλων αρχών, αυτής του Καλού, του Θεού, και του Κακού, το οποίο είναι δημιουργός και κύριος του υλικού κόσμου. Για ορισμένους, είναι μια μετεξέλιξη της μεγάλης παράδοσης του Δυϊσμού που ξεκινά με τον ζωροαστρισμό, για να συνεχιστεί με τους Γνωστικούς, τους Μανιχαίους, τους Παυλικιανούς και τους Βογομίλους. Για άλλους, πάλι (κι αυτή είναι σήμερα η κρατούσα άποψη), είναι χριστιανοί αντιφρονούντες που κηρύσσουν την επιστροφή στην αγνότητα των πρωτοχριστιανικών χρόνων. Η αλήθεια ίσως να βρίσκεται κάπου στη μέση. Σε κάθε περίπτωση, οι Καθαροί έχουν τη δική τους εκκλησιαστική οργάνωση κι ιεραρχία και είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στη Λομβαρδία και τη ΝΔ Γαλλία, όπου χαίρουν της συμπάθειας και πολλών τοπικών αρχόντων. Με άλλα λόγια, αποτελούν θανάσιμο κίνδυνο για την Καθολική Εκκλησία, η οποία έχει μόλις διεξαγάγει εναντίον τους μια πολεμική εκστρατεία, τη Σταυροφορία κατά των Καθαρών (1208-1229), που έχει στεφθεί από σχετική μόνον επιτυχία.

Δεν πρόκειται, φυσικά, να υποστηρίξω ότι η Ιερά Εξέταση ήταν κάτι το συμπαθητικό. Αποτέλεσε σαφώς μηχανισμό δίωξης και καταστολής. Η ύπαρξη, όμως, ενός τέτοιου μηχανισμού δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα του Μεσαίωνα: διαχρονικά, οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, οι φορείς εξουσίας καταφεύγουν σε αντίστοιχες πρακτικές. Η Ιερά Εξέταση δεν αποτελεί μέσο άσκησης τυφλής βίας, αντιθέτως υπακούει σε συγκεκριμένους κανόνες που ρυθμίζουν τη δράση της όσον αφορά τη δίωξη, την ανάκριση και την ποινική δίκη των κατηγορουμένων ως αιρετικών. Ο ιεροεξεταστής δεν έχει ως σκοπό να κατασκευάσει ενόχους, ούτε να καταδικάσει χωρίς να δώσει στον κατηγορούμενο την ευκαιρία να συμμορφωθεί προς τους κανόνες της Εκκλησίας. Ένα παράδειγμα ίσως είναι διαφωτιστικό.

β.   Το αρχείο ιεροεξεταστή του Ιάκωβου Φουρνιέ

Ο τάφος του Ιάκωβου Φουρνιέ-Βενέδικτου ΙΒ΄ στην Αβινιόν

Ο τάφος του Ιάκωβου Φουρνιέ-Βενέδικτου ΙΒ΄ στην Αβινιόν

Ο Ιάκωβος Φουρνιέ (1285-1342), είναι ένας κληρικός ταπεινής καταγωγής. Ο πατέρας του ήταν ξυλουργός ή αρτοποιός. Είναι όμως ιδιαίτερα ευφυής κι εξαιρετικά μορφωμένος. Στην περίπτωσή του το «ασανσέρ της κοινωνικής ανόδου» θα λειτουργήσει θαυμάσια. Το 1334, έπειτα από λαμπρή σταδιοδρομία στα εκκλησιαστικά αξιώματα, θα εκλεγεί πάπας, με το όνομα Βενέδικτος ΙΒ΄, θέση στην οποία θα επιδείξει μάλιστα αξιοθαύμαστο μεταρρυθμιστικό έργο.

Ο Φουρνιέ υπήρξε επίσκοπος της πόλης Παμιέ στη νοτιοδυτική Γαλλία από το 1317 ως το 1326. Με την ιδιότητά του αυτή προήδρευε του τοπικού δικαστηρίου της Ιεράς Εξέτασης, στα όρια της κατά τόπον αρμοδιότητας του οποίου περιλάμβανονταν περιοχές όπου επιβίωνε η αίρεση των Καθαρών, μεταξύ αυτών και το γνωστό μας Μονταγιού. Χάρη στην οξυδέρκεια, την εργατικότητα, την προσοχή στη λεπτομέρεια και τη σχολαστική τήρηση της ποινικής δικονομίας που χαρακτήριζαν τον Φουρνιέ γνωρίζουμε σήμερα τα πάντα για την καθημερινή ζωή στο Μονταγιού, όσον αφορά χρονική περίοδο τριάντα χρόνων. Σχηματίστηκαν 98 δικογραφίες που αφορούσαν 114 άτομα (25 από αυτά ήταν από το Μονταγιού). Από τις υποθέσεις μόνο 5 κατέληξαν στην επιβολή της θανατικής ποινής σε αιρετικούς (4 μέλη της αίρεσης των λεγόμενων «Πτωχών της Λυών» και ένας καθ’ υποτροπήν Καθαρός). Το αρχείο ιεροεξεταστή του Φουρνιέ (λατινικό χειρόγραφο αριθ. 4080 της βιβλιοθήκης του Βατικανού) εκδόθηκε και μεταφράστηκε στα γαλλικά με επιμέλεια του Ζαν Ντυβερνουά (Τουλούζη, 1965, 3 τόμοι). Υπήρξε το βασικό υλικό για τη μνημειώδη μελέτη του Γάλλου ιστορικού Εμμανυέλ Λε Ρουά Λαντυρί με θέμα την κοινωνία του Μονταγιού.

Για να αστειευθούμε, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ακόμη και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο θα δυσκολευόταν να εντοπίσει παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις δίκες της Ιεράς Εξέτασης. Υπερβάλλουμε, βέβαια, μια και οι δίκες αυτές διεξάγονταν χωρίς την παρουσία δικηγόρου του κατηγορουμένου, ενώ οι αποφάσεις δεν ήταν δεκτικές εφέσεως. Ωστόσο τηρούνταν πάντα οι κανόνες της εφαρμοστέας ποινικής δικονομίας. Μεταξύ άλλων υπήρχαν πάντα διερμηνείς και μεταφραστές για κάθε εξέταση μάρτυρα ή ανάκριση κατηγορουμένου. Από τις δικογραφίες που χειρίστηκε τότε ο Φουρνιέ διαπιστώνουμε ότι οι κατηγορούμενοι αθωώνονταν στην περισσότερες περιπτώσεις. Οι συχνότερες ποινές ήταν η υποχρέωση κάποιου προσκυνηματικού ταξιδιού κι έπειτα η φυλάκιση ή η κάθειρξη. Η θανατική ποινή επιβαλλόταν μόνον σε όσους είχαν κριθεί καθ’ υποτροπήν αιρετικοί.

Η Ισπανική Ιερά Εξέταση καίει αιρετικούς στο Άμστερνταμ, 1571

Η Ισπανική Ιερά Εξέταση καίει αιρετικούς στο Άμστερνταμ, 1571

Γιατί, όμως, η Ιερά Εξέταση έχει τόσο κακή φήμη; Η απάντηση δεν είναι άλλη από την Ισπανική Ιερά Εξέταση, η οποία κατά τον 16ο και 17ο αιώνα εξαπολύει απηνείς διωγμούς εναντίον των Εβραίων και μουσουλμάνων της Ιβηρικής που είχαν υποχρεωθεί με τη βία να προσηλυτισθούν. Φυσικά δεν βρισκόμαστε πλέον στον Μεσαίωνα. Επιπλέον, η Ισπανική Ιερά Εξέταση δεν ελέγχεται από την Αγία Έδρα, αλλά από το ισπανικό στέμμα. Η αγριότητά της απορρέει άμεσα από τη βούληση της κρατικής εξουσίας να επιβληθεί με κάθε μέσο στους υπηκόους της.

Ο Μεσαίωνας υπήρξε και βίαιος. Το να χαρακτηρίζει, όμως, η εποχή μας το Μεσαίωνα ως κατεξοχήν εποχή βαρβαρότητας αποτελεί τραγική ειρωνεία. Δεν είναι μακρινός, νομίζω, ο 20ός αιώνας των δύο παγκοσμίων πολέμων, των πυρηνικών και των άλλων όπλων μαζικής καταστροφής, των στρατοπέδων του Γκουλάγκ, των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης κι εξόντωσης, της Σοά.

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ
Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΚΑΤΕΞΟΧΗΝ ΕΠΟΧΗ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗΣ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ;

Καταπιεσμένες από αυταρχικούς και βίαιους συζύγους, καταπιεσμένες από τους φεουδάρχες, καταπιεσμένες από την Εκκλησία που τις θεωρεί σύμβολα της αμαρτίας και του κακού, όταν δεν τις στέλνει στην πυρά για να τις κάψει σαν μάγισσες, οι γυναίκες του Μεσαίωνα φαίνεται να ζούσαν σε συνθήκες απόλυτης δυστυχίας. Ή, τουλάχιστον, αυτό μας λέει το σχετικό στερεότυπο. Πόσο, όμως, ανταποκρίνεται στην αλήθεια; Ας εξετάσουμε πρώτα τρεις ευρύτατα διαδεδομένους μύθους σχετικά με τη θέση της Γυναίκας στα χρόνια του Μεσαίωνα, πριν δούμε ποια ήταν στην πραγματικότητα.

Α.   ΟΙ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΕΣ

Οι Νεότεροι Χρόνοι επιχείρησαν να αμαυρώσουν τη φήμη του Μεσαίωνα με δύο εντελώς παράλογες κατηγορίες και με μια αληθοφανή συκοφαντία.

α.   Παντελώς αστήρικτες κατηγορίες

1.   Οι ζώνες αγνότητας

Ζώνη αγνότητας, γερμανική ξυλογραφία του 16ου αι.

Ζώνη αγνότητας, γερμανική ξυλογραφία του 16ου αι.

Ο μύθος: Το στερεότυπο μας είναι πολύ γνώριμο. Πριν ξεκινήσει για κάποια σταυροφορία, ο άρχοντας θέλει να βεβαιωθεί ότι η σύζυγός του θα παραμείνει πιστή καθ’ όλη τη διάρκεια της απουσίας του. Για τον λόγο αυτό, της φορά μια ζώνη αγνότητας, την οποία κλειδώνει και φεύγοντας παίρνει μαζί του το κλειδί. Ο μύθος δεν μας πληροφορεί για το τι θα συμβεί έτσι και χαθεί αυτό το πολύτιμο κλειδί, ενώ ας πούμε ο ήρωάς μας καλπάζει σε κάποιο οροπέδιο της Ανατολίας, αν πέσει σε τρικυμία το γενοβέζικο καράβι που τον μεταφέρει στους Άγιους Τόπους ή ενώ πολεμά τους μουσουλμάνους στην Παλαιστίνη. Ούτε αν, όπως είναι πολύ πιθανό από στατιστική άποψη, δεν επιστρέψει ποτέ στην πατρίδα του.

Η αλήθεια: μια σατανική εφεύρεση των Νεότερων Χρόνων. Η ιστορική πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Η πρώτη περιγραφή αντικειμένου που μοιάζει κάπως με αυτό που αποκαλούμε ζώνη αγνότητας ανάγεται στις αρχές του 15ου αιώνα και περιλαμβάνεται στο σύγγραμμα «Bellifortis» του Γερμανού στρατιωτικού μηχανικού Κορράδου Κάυζερ του Άιχστεττ, ο οποίος σημειώνει ότι, όπως είχε ακούσει, κάποιοι ηλικιωμένοι πλούσιοι Φλωρεντινοί το χρησιμοποιούσαν για να εξασφαλίσουν ότι οι κατά πολύ νεότερες γυναίκες τους δεν θα τους απαιτούσαν. Η διαβολική αυτή εφεύρεση φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε, σπάνια είναι η αλήθεια, κατά τον 16ο και 17ο αιώνα σε γυναίκες… εν μέσω της υπέρλαμπρης Αναγέννησης. Η χρήση της διαδίδεται κατά τον 18ο αιώνα για ένα διαφορετικό σκοπό από αυτόν του μύθου: μέχρι και πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο χρησιμοποιούταν σε αγόρια και κορίτσια για να αποτρέψει την αυτοϊκανοποίηση. Στ’ αλήθεια πονηροί οι Νεότεροι Χρόνοι: καταλόγισαν στον δύσμοιρο Μεσαίωνα μια δικιά τους διεστραμμένη εφεύρεση!

Και να ήταν μόνον οι ζώνες αγνότητας…

2.   Το διαβόητο ius primae noctis

Ο, ιδιαίτερα δημοφιλής, μύθος μάς λέει ότι την πρώτη νύχτα του γάμου ενός ζεύγους δουλοπάροικων δεν κοιμόταν με τη νύφη ο γαμπρός, αλλά ο άρχοντάς τους!

Ούτε αυτός ο μύθος περιέχει έστω κι έναν κόκκο αλήθειας. Η πρώτη μνεία στο υποτιθέμενο αυτό δικαίωμα του φεουδάρχη γίνεται στα μέσα του 16ου αιώνα από τον Γάλλο νομομαθή Ιωάννη Παπόν. Αργότερα ο μύθος του διαβόητου ius primae noctis θα διαδοθεί από μορφές του Διαφωτισμού, όπως ο Βολταίρος («Σπουδή περί των Ηθών», 1756), και ιστορικούς του 19ου αιώνα, όπως ο Ζυλ Μισλέ. Στην πραγματικότητα, ο μύθος οφείλεται σε μια παροιμιώδη γκάφα του Παπόν: μελετώντας μεσαιωνικά έγγραφα της περιοχής του, είδε να αναφέρεται κάποιο «droit de cuissage». Μόνο που το συγκεκριμένο δικαίωμα δεν είχε καμία σχέση με προνόμια ερωτικού χαρακτήρα. Αφορούσε απλώς το προνόμιο κάποιου να ψήνει ψωμί για ολόκληρη την κοινότητα του χωριού!

Μολονότι δεν στηρίζεται σε κανένα απολύτως στοιχείο από τις πηγές, ο μύθος του ius primae noctis εξακολουθεί να γνωρίζει επιτυχία ακόμη και στην εποχή μας. Η ειρωνεία έγκειται στο ότι, όπως αποδεικνύουν κοινωνιολογικές κι ιστορικές μελέτες, στη Γαλλία των χρόνων της βιομηχανικής επανάστασης αναγνωριζόταν ότι ο εργοστασιάρχης κι ο επιστάτης είχαν εθιμικά ένα αντίστοιχο δικαίωμα πάνω στις εργατριές τους!

β.   Έκαιγαν πράγματι μάγισσες τον Μεσαίωνα;

World Without End

World Without End

Δεν πρέπει να υπάρχει μυθιστόρημα, τηλεοπτική σειρά ή κινηματογραφική ταινία με θέμα τον Μεσαίωνα που να μην περιέχει μία τουλάχιστον σκηνή στην οποία κάποια μάγισσα θα καίγεται στην πυρά! Στα πολύ επιτυχημένα μυθιστορήματα του Ουαλού συγγραφέα Κεν Φόλλεττ, τα οποία έχουν μεταφερθεί και στην τηλεόραση, ειδικότερα δε στον «Κόσμο Χωρίς Τέλος», έχει κανείς την εντύπωση ότι κάθε είκοσι σελίδες κάποια γυναίκα κατηγορείται για μαγεία, δικάζεται κι ενίοτε καταδικάζεται σε θάνατο και μάλιστα με πολλούς και διάφορους τρόπους εκτέλεσης. Ακόμη κι ο Ουμπέρτο Έκο, που τον Μεσαίωνα τον γνωρίζει όσο λίγοι, υποκύπτει στον πειρασμό, βάζοντας στο «Όνομα του Ρόδου» την νεαρή χωρική που γνωρίζει ο Άντσο να καταδικάζεται ως μάγισσα. Και στην Ελλάδα, ιστορικός και μέλος του Κοινοβουλίου που δεχόταν επικρίσεις, επειδή είχε επιχειρήσει να αποδομήσει κάποιον από τους μύθους που περιέχει η επίσημη εθνική αφήγηση της Ιστορίας, έβρισκε καταφύγιο στον μύθο περί μαγισσών, δηλώνοντας ότι «στην ελληνική πολιτική σκηνή υπάρχει ένα κυνήγι μαγισσών. Αν θέλουν μάγισσες ας τις αναζητήσουν στον Μεσαίωνα».

Η αδιαφορία του Μεσαίωνα: Δεν θα ήταν δυνατό να υποστηριχθεί ότι οι πρακτικές μαγείας και μαγγανείας ήταν άγνωστες στις μεσαιωνικές κοινωνίες. Απαντούν σε όλες τις εποχές και σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες, ενώ κάποιες από αυτές ενσωματώνονται, επίσημα ή ανεπίσημα, σε θρησκείες. Όποιος όμως προσπαθήσει να μελετήσει τον Μεσαίωνα αναζητώντας ψυχώσεις και κυνήγια μαγισσών θα έχει την εντύπωση ότι διασχίζει μια έρημο και θα απογοητευθεί.

Μερικές παράγραφοι σε ένα σύγγραμμα εκκλησιαστικού δικαίου των αρχών του 9ου αιώνα, όπου ο τότε επίσκοπος Ραιτίας προτείνει την επιβολή ατιμωτικών ποινών (χωρίς να μνημονεύει ρητώς τη θανατική ποινή) σε όσους ασχολούνται με τη μαγεία και μαγγανεία. Στοργικές συμβουλές για την καθοδήγηση των παραπλανημένων αυτών ψυχών από τον ηγούμενο Ρηγίνο της Πρυμ περίπου έναν αιώνα αργότερα. Κανένα ίχνος διωγμών, δικών και καταδικών! Είναι προφανές ότι η μαγεία ως κοινωνικό φαινόμενο δεν απασχόλησε ιδιαίτερα την κοινωνία του Μεσαίωνα.

Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται ακόμη και σε εποχές κατά τις οποίες η Καθολική Εκκλησία εξαπολύει απηνείς διωγμούς κατά των αιρέσεων, έχοντας ήδη προβεί στη σύσταση της Ιεράς Εξέτασης. Στο κλασικό του σύγγραμμα «Practica officii Inquisitionis heretice pravitatis» (Τουλούζη, περ. 1323-1324), γνωστό και ως «Εγχειρίδιο του Ιεροεξεταστή», ο Βερνάρδος Γκι δεν αφιερώνει ούτε δύο σελίδες στη μαγεία, ενώ οι αναφορές στο δυϊστικό δόγμα των Καθαρών καταλαμβάνουν το μισό περίπου βιβλίο και η εξέταση της αίρεσης των Πτωχών της Λυών απαιτεί μερικές δεκάδες σελίδες.

Χανς Μπάλντουνγκ Γκριν, Οι Μάγισσες, 1508

Χανς Μπάλντουνγκ Γκριν, Οι Μάγισσες, 1508

Η μεταστροφή: Είναι αλήθεια ότι το γεγονός που σηματοδοτεί ποιοτική αλλαγή της στάσης της δυτικής Εκκλησίας έναντι της μαγείας είναι σχεδόν σύγχρονο με τη συγγραφή του έργου του δομινικανού ιεροεξεταστή: τον Αύγουστο του 1326, ο πάπας Ιωάννης ΚΒ΄ (Ιάκωβος Ντιέζ της Καόρ) εκδίδει τη βούλλα «super illius specula», με την οποία οι πρακτικές μαγείας και μαγγανείας εξομοιώνονται με αίρεση. Πρέπει, όμως, να επισημανθεί ότι ο Ιωάννης ΚΒ΄ (στον οποίο παραδόξως κάποιοι αποδίδουν τη συγγραφή αλχημιστικών βιβλίων) είχε προσωπικούς λόγους να απεχθάνεται τη μαγεία: παραλίγο να δολοφονηθεί από τον επίσκοπο της γενέτειράς του, τον Ούγο Ζερώ, τον οποίο είχε παραπέμψει σε δίκη για οικονομικές ατασθαλίες. Μέσα στην τρέλα και τον πανικό του, ο Ζερώ δεν είχε αρκεσθεί στην προσπάθειά του να δηλητηριάσει τον ποντίφηκα, αλλά είχε καταφύγει και σε πρακτικές μαγείας, καίγοντας κέρινα ομοιώματα του αντιπάλου του!

Στην πραγματικότητα, το πιο σημαντικό είναι η αλλαγή στάσης της κοινωνίας, η οποία ανάγεται στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Παρέλκει, ίσως, η υπόμνηση, των γεγονότων που σημάδεψαν την εποχή: μακροχρόνια οικονομική κρίση, ραγδαία επιδείνωση των κλιματολογικών συνθηκών και, κυρίως, η τρομακτική επιδημία βουβωνικής πανώλης που ξεκληρίζει το ένα τρίτο τουλάχιστον του πληθυσμού της Ευρώπης. Είναι δύσκολο για τον σύγχρονο άνθρωπο να αντιληφθεί τον τρόπο με τον οποίο σημάδεψε τη συλλογική συνείδηση των κοινωνιών της εποχής μια συμφορά τέτοιου μεγέθους. Σε όλα αυτά ας προστεθεί και η αυξανόμενη τάση της κεντρικής εξουσίας (κρατικής και εκκλησιαστικής) για στενότερο έλεγχο των κοινωνιών, κάτι που συνεπάγεται την όλο και μεγαλύτερη χρήση μεθόδων καταστολής. Πρόκειται, όμως, για στοιχεία που δεν χαρακτηρίζουν τόσο τη φεουδαλική οργάνωση του Μεσαίωνα όσο τα κράτη κατά τους Νεότερους Χρόνους.

Το κυνήγι μαγισσών, χαρακτηριστικό γνώρισμα των Νεότερων Χρόνων: Οι πρώτες δίκες για μαγεία (χωρίς καταδίκες σε θάνατο) καταγράφονται στην περιοχή της Τουλούζης κατά το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Ακόμη, όμως, και κατά τον Ύστερο Μεσαίωνα αποτελούν περιστασιακό φαινόμενο. Η πραγματική φρενίτιδα με τη μαγεία και το κυνήγι μαγισσών αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Αναγέννησης και των Νεότερων Χρόνων! Τα πρώτα εγχειρίδια οδηγιών για την καταπολέμηση της μαγείας συγγράφονται μετά το 1480: οι Γερμανοί δομινικανοί μοναχοί Ερρίκος Κράμερ (γνωστότερος ως Ινστιτόρις) και Ιάκωβος Σπρέγγερ δημοσιεύουν το διαβόητο σύγγραμα «Malleus Maleficarum» το 1486-1487, ο Γάλλος νομικός Ιωάννης Μποντέν δημοσιεύει τη «Démonomanie des sorciers» το 1580 και ο συνάδελφός του από τη Λωρραίνη Νικόλαος Ρεμύ εκδίδει τη «Δαιμονολατρεία» του το 1592. Όσο για τον παροξυσμό των δικών μαγισσών, αυτός είναι υπόθεση του 17ου αιώνα: από την αυλή του Λουδοβίκου ΙΔ΄ μέχρι τον Νέο Κόσμο, όλοι ψάχνουν για μάγισσες! Η πασίγνωστη δίκη των Μαγισσών του Σάλεμ στη Μασσαχουσέττη γίνεται το 1698. Στη Γαλλία, ειδικά, η τελευταία δίκη για μαγεία καταγράφεται στο Μπορντώ το 1718. Μάλλον χρειάζεται διαστροφική φαντασία για να καταλογιστούν όλα αυτά στον άμοιρο Μεσαίωνα.

Για να είμαστε, άλλωστε, ακριβείς και δίκαιοι, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η στάση του μεσαιωνικού ανθρώπου απέναντι στη μαγεία μοιάζει εκπληκτικά σύγχρονη: η μαγεία αντιμετωπιζόταν περισσότερο ως εκδήλωση ψυχικής ασθένειας. Για τον συμπαθή Ρηγίνο, οι ισχυρισμοί κάποιων γυναικών για συναντήσεις με δαίμονες δεν είναι παρά «αποτελέσματα παραισθήσεων». Όσο για τον Ιωάννη του Σώλσμπρυ, επίσκοπο Σαρτρ (12ος αιώνας), αρκεί απλώς «να μη δίνει κανείς προσοχή σε τόσο αξιοθρήνητες παλαβομάρες».

Β.   Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟΝ ΜΕΣΑΙΩΝΑ

Η Κυρία με τον Μονόκερω, 15ος αι.

Η Κυρία με τον Μονόκερω, 15ος αι.

α.   Γυναίκες και εξουσία

«Οι γυναίκες δεν ήταν υπόδουλες και υποταγμένες στο πλαίσιο ενός κόσμου ο οποίος εμφανίζεται να κυριαρχείται από τις αντρικές αρετές ιπποτών ή ασκητικών μοναχών; Η εξουσία δεν απέκλειε τις γυναίκες από την κορυφή της κοινωνίας; Η υπόμνηση μερικών ονομάτων αρκεί για να αποδείξει το αντίθετο. Η Αλιενόρ της Ακυιτανίας, η Λευκή της Καστίλλης κι άλλες λιγότερο γνωστές διοίκησαν επικράτειες και κυβέρνησαν υπηκόους» (Συλβαίν Γκούγκενάιμ Regards sur le Moyen Âge, σελ. 103). Πράγματι, δεν είναι λίγα τα παραδείγματα γυναικών που ασκούν τη βασιλική εξουσία όταν ο σύζυγός τους απουσιάζει ή ασθενεί ή αυτών στις οποίες έχει νομίμως ανατεθεί η αντιβασιλεία μέχρι την ενηλικίωση του γιου τους. Άλλες πάλι είναι αρκετά δυναμικές ώστε να πάρουν την εξουσία στα χέρια τους και χωρίς να συμβαίνει κάτι από τα παραπάνω.

1.   Η Αλιενόρ της Ακυιτανίας,
της οποίας το όνομα θα μπορούσαμε να μεταγράψουμε και ως Ελεονόρα, αλλά οι Γάλλοι ακόμη και σήμερα την αποκαλούν με το οξιτανικό της όνομα, είναι μια από τις δυναμικότερες γυναικείες μορφές του Μεσαίωνα. Κληρονόμος του ισχυρού δουκάτου της Ακυιτανίας, παντρεύεται το 1137 (σε ηλικία 15 ετών) τον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο Ζ΄. Η νεαρή με τα πλούσια ενδιαφέροντα και το εκρηκτικό ταμπεραμέντο βρίσκει βαρετό τον μονόχνωτο και ασκητικό σύζυγό της. Η ασυμφωνία χαρακτήρων είναι προφανής: η ρήξη στις σχέσεις των συζύγων καθίσταται οριστική κατά τη διάρκεια της Β΄ Σταυροφορίας (όταν, μεταξύ των άλλων, οι κακές γλώσσες καταλογίζουν στην Αλιενόρ και μια εξωσυζυγική περιπέτεια με τον θείο της και ηγεμόνα της Αντιόχειας, τον Ραϋμόνδο του Πουατιέ). Με την επιστροφή στη Γαλλία, η Αλιενόρ παίρνει την πρωτοβουλία και, το 1152, χωρίζει τον Λουδοβίκο (καθόσον νομικά δεν υφίστατο διαζύγιο, τυπικά επρόκειτο για ακύρωση του γάμου λόγω… μακρινής συγγένειας μεταξύ των συζύγων). Έξι μόλις εβδομάδες μετά την ακύρωση του πρώτου της γάμου παντρεύεται στο Πουατιέ τον Ερρίκο, δούκα της Νορμανδίας και κόμη του Ανζού και του Μαιν, ο οποίος θα γίνει δύο χρόνια αργότερα βασιλιάς της Αγγλίας (ως Ερρίκος Β΄). Ως κυρία της Ακυιτανίας, η Αλιενόρ θα ανατρέψει υπέρ της Αγγλίας την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των δύο βασιλείων. Ως βασίλισσα δεν θα αρκεσθεί στη διοίκηση των προσωπικών κτήσεών της και στην οικονομική διαχείριση της μεγάλης περιουσίας της, ούτε στον ρόλο της προστάτιδας των γραμμάτων και των τεχνών: από το 1160 και μετά είναι ουσιαστικά αυτή που κυβερνά την Αγγλία. Θα φτάσει μέχρι του σημείου να προτρέψει τους γιους της να στασιάσουν κατά του πατέρα τους (1173). Η κίνηση θα στοιχίσει στην Αλιενόρ σχεδόν 15 χρόνια αιχμαλωσίας. Μετά τον θάνατο του συζύγου της (1189), θα επιστρέψει στην πολιτική σκηνή υποστηρίζοντας τον γιο της Ριχάρδο, νέο βασιλιά της Αγγλίας. Μέχρι τον θάνατό της (1204) θα παραμείνει δραστήρια, αναλαμβάνοντας διπλωματικές πρωτοβουλίες και επιχειρώντας να καθορίσει σύμφωνα με τις απόψεις της τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας.

2.   Η Λευκή της Καστίλλης.
Εγγονή της Αλιενόρ, η Λευκή της Καστίλλης παντρεύεται σε ηλικία 12 ετών τον διάδοχο του γαλλικού θρόνου (τον μετέπειτα Λουδοβίκο Η΄). Μετά τον θάνατο του συζύγου της (1226), θα κυβερνήσει το βασίλειο έως την ενηλικίωση του γιου της (Λουδοβίκου Θ΄). Κατά τη διάρκεια της αντιβασιλείας της θα διαπραγματευθεί (με επιτυχία) τους όρους της Συνθήκης του Μω (1229), με την οποία τερματίζεται η σύγκρουση μεταξύ Γαλλίας και κομητείας της Τουλούζης (που προκλήθηκε λόγω της υποστήριξης των αρχόντων της δεύτερης προς την αίρεση των Καθαρών). Η συνθήκη διασφαλίζει κατά τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα της Γαλλίας, απαλλάσσοντάς την ταυτόχρονα από τον κίνδυνο της συνέχισης μιας επικίνδυνης σύρραξης με απρόβλεπτες συνέπειες. Έχοντας εμπιστοσύνη στις πολιτικές ικανότητες της μητέρας του, ο Λουδοβίκος Θ΄ της αναθέτει την αντιβασιλεία κατά την αναχώρησή του για την Ζ΄ Σταυροφορία (1248).

3.   Η Θεοφανώ.
Στα τέλη του 10ου αιώνα, η βυζαντινή πριγκίπισσα Θεοφανώ (ανηψιά του Ιωάννη Α΄ Τσιμισκή) παντρεύεται τον Γερμανό αυτοκράτορα Όθωνα Β΄. Η Θεοφανώ δεν έφερε απλώς στη Δύση τις εκλεπτυσμένες συνήθειες της βυζαντινής αυλής, καθώς και τα γράμματα και τον πολιτισμό της πατρίδας της: μετά τον θάνατο του άντρα της και ως την ενηλικίωση του γιου της (του Όθωνα Γ΄), κυβέρνησε την αυτοκρατορία. Αναφερόμενη ήδη ως «συναυτοκράτειρα» (coimperatrix) ενώ ζει ο σύζυγός της, υπογράφει αποφάσεις στα χρόνια διακυβέρνησής της φέροντας τον τίτλο «Theophanius gratia divina imperator augustus», σαν να ήταν άντρας.

4.   Η Ματθίλδη της Τοσκάνης
(1046-1115) υπήρξε η ισχυρότερη πολιτική προσωπικότητα στην Ιταλία του καιρού της: σε δική της πρωτοβουλία οφείλεται η «συμφιλίωση» μεταξύ του πάπα Γρηγόριου Ζ΄ και του αυτοκράτορα Ερρίκου Δ΄, με την ταπείνωση του δεύτερου στην Κανόσσα (1077).

5.   Η Ισαβέλλα Βιλλαρδουίνη
Στα μέρη μας, τέλος, η πριγκίπισσα της Αχαΐας Ισαβέλλα Βιλλαρδουίνη (1263-1312, η πριγκίπισσα Ζαμπέα του Χρονικού του Μορέως και «Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ» του ομώνυμου μυθιστορήματος του Άγγελου Τερζάκη) κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλίσει την επιβίωση της φραγκικής Πελοποννήσου, παρά τους ασφυκτικούς περιορισμούς που της επέβαλλε η Συνθήκη του Βιτέρμπο (την οποία σύναψε, σε στιγμές μεγάλης πολιτικής αδυναμίας, ο πατέρας της Γουλιέλμος Β΄ Βιλλαρδουίνος με τον Κάρολο Α΄ τον Ανδεγαυικό: βάσει της συνθήκης ο ανδεγαυικός οίκος, ως επικυρίαρχος, έπρεπε να εγκρίνει τους γάμους της διαδόχου του πριγκιπάτου).

Σφραγίδα της Ισαβέλλας Βιλλαρδουίνης

Σφραγίδα της Ισαβέλλας Βιλλαρδουίνης

Σύμβολα και μέσα άσκησης της γυναικείας εξουσίας: Ενδεικτικό των μεσαιωνικών αντιλήψεων είναι και το γεγονός ότι στις γυναίκες που είναι φορείς εξουσίας παρέχεται τόσο η συμβολική αναγνώριση του ρόλου αυτού όσο και τα αναγκαία υλικά μέσα. Σε συμβολικό επίπεδο παρατηρείται ότι όλες οι βασίλισσες στέφονται, όπως ακριβώς και οι βασιλείς. Η τελευταία βασίλισσα της Γαλλίας που στέφθηκε ήταν, το 1610, η Μαρία των Μεδίκων (δεύτερη σύζυγος του Ερρίκου Δ΄ των Βουρβόνων). Εκτός από το στέμμα υπάρχει κι η προσωπική σφραγίδα της βασίλισσας ή τα νομίσματα που φέρουν το όνομά της (Ισαβέλλα της Αχαΐας). Σε επίπεδο υλικών μέσων, όλες οι βασίλισσες και οι γυναίκες της ανώτερης αριστοκρατίας έχουν την προσωπική περιουσία τους: εκτός από την περιουσία με την οποία προικίσθηκαν από τις οικογένειές τους έχουν στην κυριότητά τους και τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία τους δωρίζει ο βασιλιάς ή φεουδάρχης σύζυγός τους. Για παράδειγμα, η αυτοκράτειρα Θεοφανώ λαμβάνει από τον Όθωνα εκτάσεις από τη Θουριγγία και τη Σαξονία μέχρι τη βορειοανατολική Ιταλία.

Αν όμως οι γυναίκες μπορούν να ασκήσουν εξουσία, δεν είναι προαπαιτούμενο να έχουν και πολιτικά δικαιώματα και συμμετοχή στα κοινά;

β.   Γυναίκες και πολιτικά δικαιώματα

Στα χρόνια της ελληνικής και ρωμαϊκής Αρχαιότητας η γυναίκα στερείται πλήρως πολιτικών δικαιωμάτων. Στους Νεότερους Χρόνους πρέπει να φτάσουμε στον 20ό αιώνα για να δοθεί στις γυναίκες δικαίωμα ψήφου. Στο Μεσαίωνα, όμως, οι γυναίκες ψηφίζουν στις συνελεύσεις πόλεων και χωριών που καλύπτουν μεγάλο μέρος της δυτικής Ευρώπης. Συχνά, βεβαίως, δεν ψηφίζουν άτομα, αλλά οικογένειες, οι οποίες εκπροσωπούνται συνήθως από τον άντρα. Όταν όμως αυτός αδυνατεί να συμμετάσχει στη διαδικασία (απουσία ή ασθένεια) ή έχει πεθάνει, τότε η οικογένεια εκπροσωπείται από τη γυναίκα. Ένα ωραίο σχετικό παράδειγμα μας δίνει η Ιστορία της φραγκικής Πελοποννήσου.

Το Παρλαμέντο των Γυναικών
Στα μέσα του 13ου αιώνα, το φραγκικό πριγκιπάτο του Μορέως βρίσκεται στο απόγειο της δόξας του. Ο Φράγκος ηγεμόνας της Πελοποννήσου Γουλιέλμος Βιλλαρδουίνος πιστεύει ότι μπορεί να συντρίψει κάθε αντίπαλο και να κυριαρχήσει στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο. Το 1259, στην Πελαγονία (στον δρόμο από την Καστοριά προς το Μοναστήρι), συγκρούστηκε με τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Μιχαήλ Παλαιολόγο. Προδομένος από τους συμμάχους του, τους δεσπότες της Ηπείρου, ο Βιλλαρδουίνος συνετρίβη και αιχμαλωτίστηκε ο ίδιος, καθώς και οι περισσότεροι από τους υποτελείς του φεουδάρχες και ιππότες. Αναγκασμένος να διαπραγματευθεί με τον Παλαιολόγο, συμφώνησε τελικά να εξαγοράσει την ελευθερία του (και την ελευθερία των υποτελών του), παραχωρώντας στους Βυζαντινούς ορισμένα στρατηγικής σημασίας κάστρα της Πελοποννήσου, ανάμεσα στα οποία και τον Μιστρά. Η συμφωνία αυτή, όμως, έπρεπε να κυρωθεί από την αυλή του πριγκιπάτου. Έτσι, το 1260, συγκεντρώθηκαν στο Νίκλι (κοντά στην Τεγέα) οι ελάχιστοι άνδρες ευγενείς που δεν είχαν αιχμαλωτισθεί στην Πελαγονία και οι εκπρόσωποι όλων των άλλων φέουδων της Πελοποννήσου, εν προκειμένω και κατ’ ανάγκη, οι γυναίκες των αιχμαλώτων ευγενών. Για αυτό τον λόγο άλλωστε η συνέλευση έμεινε γνωστή και ως «παρλαμέντο των γυναικών». Για την ιστορία, σημειώνουμε ότι οι κυρίες ενέκριναν τη συμφωνία του ηγεμόνα τους, η οποία αργότερα ενσωματώθηκε σε μία από τις συνθήκες του Νυμφαίου, κι έτσι ο Βιλλαρδουίνος και οι σύζυγοι των κυριών επέστρεψαν (έστω και με κομμένα τα φτερά) στην Πελοπόννησο.

«Και μετά ταύτα εμίσσεψαν αμφότεροι οι δύο.
Από την Κόρινθο επέρασαν και ήλθαν εις το Νίκλι•
εκεί ηύρον την πριγκίπισσαν με τες κυράδες όλες
όλης της Πελοπόνεσσος, τον λέγουσιν Μορέαν,
όπου είχαν ποήσει σώρεψιν να επάρουν την βουλή τους
διά τα μαντάτα όπου ήκουσαν των τρίων κάστρων εκείνων,
όπου έδιδεν ο πρίγκηπας του βασιλέως ετότε
δια να έβγη από την φυλακήν εκείνος κι’ ο λαός του
οι άπαντες όλοι του Μωρέως, οι φλαμουριάροι όλοι
και οι καβαλλάροι μετ’ αυτούς που ήσαν εκεί στην Πόλιν.
Δια τούτο ήσαν οι αρχόντισσες εκείνων οι γυναίκες
εκεί με την πριγκήπισσαν στο κάστρο του Αμυκλίου
και εκάμνασιν το παρλαμά και επαίρναν την βουλήν τους
και ουκ είχασιν άλλους τινές άντρες εκεί μετ’ αύτες
μόνον και τον μισίρ Λινάρτ όπου ήταν λογοθέτης
και τον μισίρ Πιέρη ντε Βας τον φρόνιμον εκείνον,
όπου ήτο ο φρονιμώτερος όλου του πριγκηπάτου.
Αυτείνοι οι δύο ευρέθησαν στο παρλαμά εκείνο».

Το Χρονικόν του Μορέως», στίχοι 4390-4407)

γ.   Η γυναίκα στις αγροτικές κοινωνίες

Μονταγιού

Μονταγιού

Ωραία όλα τα παραπάνω, αλλά μήπως αφορούν αποκλειστικά τις ανώτερες τάξεις; Σύμφωνοι, αλλά κάτι τέτοιο απαντά διαχρονικά στις ανθρώπινες κοινωνίες. Ας δούμε τι συνέβαινε και στο πλαίσιο των πιο συντηρητικών αγροτικών κοινωνιών του Μεσαίωνα, με οδηγό και πάλι το παράδειγμα του Μονταγιού.

Από τη μελέτη του Λε Ρουά Λαντυρί για το μικρό χωριό των Γαλλικών Πυρηναίων προκύπτουν τα εξής στοιχεία: πράγματι, η θέση της γυναίκας στη συντηρητική αγροτική κοινωνία του Μονταγιού είναι χειρότερη από εκείνη που διαπιστώθηκε όσον αφορά την αριστοκρατία. Υπάρχει μισογυνισμός στη νοοτροπία των χωρικών, καθώς και αρκετά παραδείγματα ενδοοικογενειακής βίας. Ωστόσο, υπάρχουν σχεδόν ισάριθμες περιπτώσεις γυναικών υποταγμένων στους συζύγους τους και γυναικών που έχουν επιβληθεί κυριολεκτικά σ’ αυτούς. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων υπάρχει ισορροπία στους ρόλους των συζύγων όσον αφορά τη διαχείριση των οικιακών και οικογενειακών θεμάτων. Η μόνη γυναίκα ευγενής που διαμένει κατά διαστήματα στο χωριό, η καστελλάνα Βεατρίκη του Πλανισσόλ (χήρα του καστελλάνου του χωριού, δηλαδή του στρατιωτικού διοικητή-εκπροσώπου του τοπικού φεουδάρχη) αποδεικνύει ότι η θέση της γυναίκας των ανώτερων τάξεων είναι σαφώς καλύτερη. Η ερωτική ζωή της είναι αρκετά ελεύθερη: οι δύο σημαντικότεροι εραστές της είναι ιερωμένοι! Αν στην περίπτωση του πρώτου, μπορούμε να μιλήσουμε για αποπλάνηση της γυναίκας (ο ιερέας του χωριού Πιερ Κλεργκ είναι κλασσική μορφή Καζανόβα), σ’ αυτή του δεύτερου, ο ρόλος του «κυνηγού» ανήκει σαφώς στη Βεατρίκη (ο Βαρθολομαίος Αμιλιάκ είναι σχεδόν είκοσι χρόνια νεότερός της). Η τολμηρή καστελλάνα κατορθώνει μάλιστα να πείσει τον τελευταίο να μετοικήσουν σε εκκλησιαστική περιφέρεια όπου η συμβίωση ιερωμένου με γυναίκα είναι ανεπίσημα ανεκτή.

δ.   Η γυναίκα και η μεσαιωνική Εκκλησία

Υπάρχουν τα γνωστά μισογυνικά στερεότυπα που παρουσιάζουν τη γυναίκα ως προσωποποίηση της αμαρτίας. Υπάρχουν και τα ιστορικά στοιχεία που παρέχουν μια πολύ πιο ισορροπημένη εικόνα. Η αντιμετώπιση της γυναίκας στο πλαίσιο της χριστιανικής εκκλησίας είναι πολύ καλύτερη και σε αυτό δεν είναι αμέτοχη η λατρεία της Παναγίας και των γυναικών αγίων.
Η μεσαιωνική Εκκλησία δεν διστάζει να αναθέσει σε γυναίκες θέσεις ευθύνης με πολιτική και οικονομική ισχύ. Οι ηγούμενες των μονών ασκούν εξουσία και διαχειρίζονται τεράστιες περιουσίες. Το 1115, ο μοναχός Ροβέρτος του Αρμπρισέλ, μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του δυτικού μοναστικού κινήματος, αποφασίζει να οργανώσει το αββαείο του Φοντεβρώ: ιδρύει δύο κοινόβια (ανδρών και γυναικών) και αναθέτει τη διοίκηση του αββαείου σε μια γυναίκα, την μόλις 22 ετών Πετρονίλλα του Σεμιγέ!

Φοντεβρώ

Φοντεβρώ

– Την εποχή εκείνη Εκκλησία και γράμματα είναι συνήθως αλληλένδετα. Μια από τις πρώτες εγκυκλοπαίδειες της μεσαιωνικής Δύσης συγγράφηκε από γυναίκα: πρόκειται για τον «Hortus deliciarum» της Αλσατής ηγουμένης Ερράδης του Λάντσμπεργκ (12ος αι.). Μερικές φορές, οι πνευματικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες των γυναικών της Εκκλησίας εκπλήσσουν: στο αββαείο του Γκάντερσάιμ στη Σαξονία βρέθηκαν χειρόγραφα του 10ου αιώνα που περιείχαν κωμωδίες σε στίχους με ομοιοκαταληξία, σε μίμηση των κωμωδιών του Τερέντιου!

ε.   Η θέση της γυναίκας σύμφωνα με το δίκαιο της εποχής

Η γυναίκα ως υποκείμενο δικαίου: Τίποτε δεν είναι περισσότερο ενδεικτικό της θέσης της γυναίκας απ’ ό,τι το εκάστοτε ισχύον δίκαιο. Στην Αρχαία Ελλάδα, η γυναίκα ακόμη κι αν έχει κάποια περιουσία δεν έχει ικανότητα προς δικαιοπραξία. Χαρακτηριστικός της θέσης της γυναίκας κατά την Αρχαιότητα είναι ο θεσμός της επίκληρης. Η «επίκληρος» είναι η γυναίκα χωρίς αδελφούς και χωρίς αρσενικά παιδιά που κανονικά θα έπρεπε να κληρονομήσει την οικογενειακή περιουσία: δεν είναι όμως πραγματικά κληρονόμος, καθώς απλώς «μεταφέρει» την περιουσία. Για να μη χαθεί η περιουσία από την ευρύτερη οικογένεια, η επίκληρος είναι υποχρεωμένη να παντρευτεί τον εγγύτερο άρρενα συγγενή της (π.χ. θείο της), τούτο δε ακόμη κι αν είναι παντρεμένη, οπότε υποχρεούται πρώτα να χωρίσει τον ως τότε σύζυγό της. Στη Ρώμη το οικογενειακό δίκαιο επιβάλλει τον νόμο του pater familias, ο οποίος έχει εξουσία ζωής και θανάτου επί της συζύγου και των τέκνων του. Η εξουσία αυτή κατέχεται δια βίου, δεν σταματά λ.χ. με την ενηλικίωση των παιδιών, στοιχείο που είχε προκαλέσει ιδιαίτερα προβλήματα στις περιοχές της αυτοκρατορίας με ελληνικό πληθυσμό: οι Έλληνες που αποκτούσαν την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη ανακάλυπταν και τις παρενέργειες τις εφαρμογής του ρωμαϊκού δικαίου. Η αδυναμία ενηλίκων να διαχειριστούν την περιουσία τους, μια και χρειάζονταν την έγκριση του πατέρα τους, απαίτησε στην πράξη απίστευτα νομικά τεχνάσματα για να ξεπεραστεί!. Στον Μεσαίωνα αντίθετα ο άντρας είναι διαχειριστής και όχι κύριος. Δεν μπορεί λ.χ. να αποκληρώσει τον γιο του. Επίσης, σε περιπτώσεις γάμου χωρίς τέκνα, τα περιουσιακά στοιχεία καθενός από τους συζύγους κληρονομούνται από τις οικογένειές τους αντιστοίχως, σύμφωνα με την αρχή paterna paternis, materna maternis.

Δικαιοπραξίες: Η μελέτη των συμβάσεων και ειδικότερα των συμβολαιογραφικών πράξεων της μεσαιωνικής περιόδου είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Σε αντίθεση με τις προγενέστερες και μεταγενέστερες ιστορικές περιόδους, οι γυναίκες του Μεσαίωνα έχουν πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα και δική τους περιουσία, την οποία διαχειρίζονται μόνες τους. Το ίδιο συμπέρασμα συνάγεται και από τη μελέτη των δωρεών προς τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα που έχουν ως σκοπό την υπεράσπιση των Αγίων Τόπων (Ναΐτες και Ιωαννίτες): περίπου το 40 % των δωρεών προέρχεται από γυναίκες. Από τα συμβόλαια αποδεικνύεται επίσης ότι οι γυναίκες του Μεσαίωνα ασκούσαν σχεδόν όλα τα επαγγέλματα: τόσο αυτά που απαιτούν μόρφωση (εκπαιδευτικοί, γιατροί, φαρμακοποιοί, εικονογράφοι βιβλίων) όσο και τα τεχνικά, καθώς και κάθε είδους εμπορική και επιχειρηματική δραστηριότητα.

Ο μύθος του Νόμου των Σάλιων Φράγκων: Όσοι κατηγορούν τον Μεσαίωνα επικαλούνται συνήθως τον λεγόμενο Νόμο των Σάλιων Φράγκων, σύμφωνα με τον οποίο υποτίθεται ότι οι γυναίκες αποκλείονταν από την κληρονομική διαδοχή. Ο Σαλικός Νόμος με αυτή την μορφή δεν είναι παρά ένας ακόμη μύθος, ένα ερμηνευτικό κατασκεύασμα των Γάλλων νομικών των αρχών του 14ου αιώνα, στην προσπάθεια να αποκλειστούν από τον γαλλικό θρόνο κάποια ανεπιθύμητα γυναικεία μέλη της βασιλικής οικογένειας (ή μάλλον οι ανεπιθύμητοι σύζυγοί τους). Στην πραγματικότητα ο Νόμος των Σάλιων Φράγκων απέκλειε τις γυναίκες από την κληρονομική διαδοχή ορισμένων εδαφών, των οποίων η κυριότητα συνδεόταν με κάποιας μορφής υποχρέωση στρατιωτικής υπηρεσίας – εξ ου και η λογική του αποκλεισμού. Το γεγονός ότι αυτή η επινόηση εφαρμόστηκε πλειστάκις κατά τους Νεότερους Χρόνους για να ρυθμίσει τη δυναστική διαδοχή λησμονείται συστηματικά από τους εχθρούς του Μεσαίωνα (εδώ στο Λουξεμβούργο, ο βασιλεύων οίκος θα απαγκιστρωθεί από τον περιορισμό του σαλικού νόμου μόλις το 1890).

Η επιδείνωση της θέσης της γυναίκας συμπίπτει με την εκ νέου «ανακάλυψη» του ρωμαϊκού δικαίου από τον δυτικό κόσμο. Το ρωμαϊκό δίκαιο παρουσιάζει δύο πλεονεκτήματα: είναι σαφώς καταλληλότερο από τα μεσαιωνικά έθιμα για τη ρύθμιση των εμπορικών και επιχειρηματικών εν γένει συναλλαγών, αφενός, και ευνοεί τη συγκέντρωση της εξουσίας και δη της κρατικής, αφετέρου. Ταυτόχρονα, όμως, είναι εξαιρετικά δυσμενές για τη γυναίκα, που σταδιακά θα βρεθεί σε θέση παρία. Το 1593, εν μέσω της Αναγέννησης, οι γυναίκες θα αποκλειστούν στη Γαλλία από κάθε δημόσιο αξίωμα. Τον 18ο αιώνα θα υποχρεωθούν να παίρνουν το επώνυμο του συζύγου. Το 1804, ο Ναπολεόντειος αστικός κώδικας (άρθρο 1224) καθιστά τις γυναίκες άτομα περιορισμένης (ή μάλλον ανύπαρκτης) δικαιοπρακτικής ικανότητας: «Les personnes privées de droits juridiques sont les mineurs, les femmes mariées, les criminels et les débiles mentaux». Για οποιαδήποτε συναλλαγή με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης από αυτό που έχουν… τα ψώνια της λαϊκής, η γυναίκα χρειάζεται πλέον την έγκριση του συζύγου (αφέντη) της. Διαφωτισμός και Γαλλική Επανάσταση προσέφεραν σπουδαίες υπηρεσίες στη γυναίκα!

ΜΕΡΟΣ IV
ΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟΣ;

Α.   ΘΕΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟΣ

Αναμφίβολα, η θρησκεία και η Εκκλησία αποτελούν τους κύριους πυλώνες της μεσαιωνικής κοινωνίας. Καθορίζουν νοοτροπίες και συμπεριφορές, τον ίδιο τον τρόπο ζωής και σκέψης τόσο των ισχυρών όσο και των απλών ανθρώπων. Αρκεί αυτό για να χαρακτηρίσουμε τον Μεσαίωνα ως θεοκρατία; Για να πιστέψουμε ότι δεν υπάρχει η παραμικρή ελευθερία σκέψης;

Ίσως κάποιοι πιστεύουν ότι ο κυρίαρχος ρόλος της μεσαιωνικής Εκκλησίας σημαίνει ότι η ζωή του ανθρώπου ρυθμιζόταν ανελαστικά από ανθρώπους με τρόπο σκέψης αντίστοιχο κάποιων υπερσυντηρητικών Ελλήνων ιεραρχών της εποχής μας. Η αντίληψη αυτή παραβλέπει ένα γεγονός: όταν μια θρησκευτική οργάνωση καθίσταται φορέας εξουσίας και μάλιστα με ευρύ φάσμα αρμοδιοτήτων προσαρμόζεται στη νέα αποστολή της και υιοθετεί προσεγγίσεις πολύ πιο ρεαλιστικές. Εάν η Εκκλησία της εποχής εκείνης ήταν απλώς φορέας οπισθοδρομικών αντιλήψεων δεν θα αποτελούσε μοχλό ανάπτυξης της τέχνης ούτε θα αναδεικνύονταν μέσα από τις τάξεις της οι μεγαλύτερες μορφές της μεσαιωνικής φιλοσοφίας.

– Ο ορθολογισμός της μεσαιωνικής Εκκλησίας – το παράδειγμα της Σινδόνης του Τορίνου.

Σινδόνη του Τορίνου

Σινδόνη του Τορίνου

Ιερό κειμήλιο και αχειροποίητος εικόνα, η Σινδόνη του Τορίνου, πάνω στην οποία φέρεται να αποτυπώθηκε το πρόσωπο και το σώμα του Κυρίου Ημών, εμφανίζεται για πρώτη φορά στα μέσα του 14ου αιώνα στο Λιρέ της γαλλικής Καμπανίας, λίγο έξω από την Τρουά. Είναι γνωστό ότι πολλοί ιππότες από την Καμπανία είχαν συμμετάσχει στη Δ΄ Σταυροφορία κι είχαν εγακτασταθεί σε εδάφη που ανήκαν στο Βυζάντιο. Ίσως η Σινδόνη να ήρθε από εκεί, στην Ανατολή άλλωστε λεγόταν πως υπήρχαν κι άλλα παρεμφερή κειμήλια, όπως το Μανδήλιον της Εδέσσης. Ίσως πάλι αυτές ακριβώς οι ιστορίες να οδηγήσαν κάποιους στην κατασκευή ενός ψεύτικου κειμηλίου.

Οι εφημέριοι του ναού του Λιρέ αρχίζουν να περιφέρουν με επισημότητα τη Σινδόνη, εμφανίζοντάς την βεβαίως ως αυθεντική. Ο επίσκοπος της Τρουά, ο Ερρίκος του Πουατιέ έχει αντίθετη άποψη, θεωρώντας την πλαστή. Ο διάδοχός του στον επισκοπικό θρόνο, ο Πέτρος του Αρσί, θα προσπαθήσει να απαγορέψει την περιφορά της ως ιερού κειμηλίου: «Οι ιερείς του Λιρέ φλέγονται από το πάθος της φιλοχρηματίας και της φιλαργυρίας… δεν περιφέρουν την εικόνα από ευσέβεια, αλλά για λόγους οικονομικού συμφέροντος… Πρόκειται για πλαστό αντικείμενο, μολονότι διατείνονται ότι πρόκειται για την Ιερά Σινδόνη στην οποία τυλίχθηκε το σώμα του Κυρίου Ημών… κατά τη διάρκεια των περιφορών ορισμένα άτομα προσποιούνται έναντι αμοιβής ότι δήθεν θεραπεύτηκαν χάρη στο υποτιθέμενο ιερό κειμήλιο, για να ξεγελάσουν τους πιστούς και να τους παρακινήσουν να προβούν σε δωρεές… Ο προκάτοχός μου είχε διενεργήσει έρευνα και είχε ανακαλύψει την απάτη, πως φτιάχτηκε το ύφασμα αυτό και πώς χρωματίστηκε με επιδεξιότητα, γεγονότα που αναγνώρισε κι ο ίδιος ο τεχνίτης που είχε αναλάβει την εργασία».

Ο Πέτρος του Αρσί προσέφυγε στον πάπα για να δικαιωθεί. Η εκδίκαση της υπόθεσης καθυστέρησε πολύ. Τελικά, ο πάπας Κλήμης Ζ΄ προτίμησε να δώσει συμβιβαστική λύση. Επέτρεψε τις περιφορές της Σινδόνης υπό τον όρο ότι κάποιος κήρυκας θα προειδοποιούσε τους πιστούς, «με δυνατή και καθαρή φωνή», διευκρινίζοντας ότι «η μορφή ή η απεικόνιση αυτή δεν επιδεικνύεται ως η γνήσια σινδόνη του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού, αλλά ως μορφή ή απεικόνιση που λέγεται ότι είναι εκείνη του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού».

Η Σινδόνη συνέχισε την πορεία της, χωρίς η φήμη της να ξεπεράσει τα όρια του Λιρέ και της Τρουά. Το 1453 πωλήθηκε στον Λουδοβίκο Α΄ της Σαβοΐας. Το 1578 μεταφέρθηκε στο Τορίνο που είχε γίνει πρωτεύουσα του Δουκάτου. Η επίδειξη της Σινδόνης σε όλες τις σημαντικές για τη δυναστεία περιστάσεις, την καθιστά ολοένα και πιο γνωστή, ιδίως από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά. Η παγκόσμια φήμη της οφείλεται στους Νεότερους Χρόνους και δεν είναι βέβαια προϊόν κάποιας μεσαιωνικής θρησκοληψίας. Αντιθέτως, η μεσαιωνική Εκκλησία ήταν εκείνη που υιοθέτησε την πιο ορθολογική στάση στο ζήτημα.

Β.   ΕΝΑΣ ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΣ ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ

α.   Ιδεολογικός και πολιτισμικός απομονωτισμός, έλλειψη ανοχής για όποια αντίληψη αποκλίνει έστω και κατ’ ελάχιστον από τις παραδεκτές, αλλά και για κάθε διαφορετική κουλτούρα, δόγμα ή θρησκεία, ούτε ίχνος συγκρητισμού και πολιτιστικής διάδρασης. Αυτές είναι περίπου οι κατηγορίες. Και είναι πάλι ψευδείς!

Υπάρχουν περιοχές επαφής κι επομένως έντονης διάδρασης μεταξύ χριστιανικής Δύσης, Βυζαντίου και ισλάμ: Ισπανία, Σικελία και Κάτω Ιταλία, Ελλάδα, Μέση Ανατολή.

– Είναι αφελές να πιστεύουμε ότι η σχέση του Βυζαντίου με τη χριστιανική Δύση συνοψίζεται στην αντιπαλότητα που μαρτυρούν τα χολερικά σχόλια της «De Legatione Constantinopolitana» (968) του (όχι εντελώς αδίκως) εξοργισμένου Λιουτπράνδου της Κρεμόνας (πρεσβευτή του Γερμανού αυτοκράτορα Όθωνα Β΄ στην αυλή της Βασιλεύουσας), το άκυρο ψευδοσχίσμα του 1054 (το ανάθεμα κατά του πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου που αποθέτει στην Αγία Σοφία ο λεγάτος Ουμβέρτος του Μουαγιανμουτιέ φέρει το όνομα του πάπα Λέοντος Θ΄, ο οποίος είχε πεθάνει τρεις μήνες νωρίτερα, αιχμάλωτος του Ροβέρτου Γισκάρδου) και, κυρίως, η τραυματική εμπειρία της Δ΄ Σταυροφορίας. Βυζάντιο και Δύση έχουν διαρκείς σχέσεις σε πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο. Υπάρχει αμοιβαία γνώση νοοτροπιών. Στην αυλή των Κομνηνών υπάρχουν Ιταλοί και Φράγκοι σύμβουλοι για εμπορικά και πολιτικά θέματα. Κι όταν ο Ιωάννης Κομνηνός επιχειρεί να ανακτήσει τη φραγκική πλέον ηγεμονία της Αντιόχειας, επικαλείται τον όρκο υποτέλειας που είχε δώσει στον πατέρα του Αλέξιο ο ιδρυτής του προγκιπάτου Βοημούνδος. Κίνηση που δείχνει ότι ο βυζαντινός μονάρχης είχε πολύ καλή γνώση των θεσμών του δικαίου της Δύσης και κατανοούσε τη σημασία της σχέσης επικυριάρχου και βασσάλου.

– Στη Μέση Ανατολή, φραγκικά κράτη και μουσουλμανικά εμιράτα δεν έχουν διαρκώς εμπόλεμες σχέσεις. Με τον καιρό αναπτύσσεται μεταξύ τους ένα modus vivendi, που εκδηλώνεται μέσα από εμπορικές συναλλαγές, περιστασιακές συμμαχίες και πολιτισμικές ανταλλαγές.

Ας δούμε πώς περιγράφει τη σχέση αυτή ο Ουσάμα ιμπν Μουνκίντ (1095-1188), μουσουλμάνος ευγενής από το Σαϋζάρ της βόρειας Συρίας, στο σύγγραμμά του «Κιτάμπ αλ Ίτιμπάρ».
«Αναγνωρίζω πρόθυμα στους Φράγκους δύο αρετές: το θάρρος τους και την εκτίμηση την οποία τρέφουν για τους ιππότες τους. Είχα κάποτε μια διαφορά με τον Ρενιέ, άρχοντα της Πανειάδας, μια και μας είχε κλέψει αιγοπρόβατα σε καιρό ειρήνης. “Ορίστε κάποιος που μας έχει προξενήσει σημαντική ζημιά – είπα στον βασιλιά Φουλκ -, μας έκλεψε ζώα ενώ οι κατσίκες επρόκειτο να γεννήσουν. Μας τις επέστρεψε, όχι όμως και τα μικρά, οπότε εξακολουθούμε να υφιστάμεθα ζημία”. Ο βασιλιάς έκανε νεύμα σε πέντε-έξι ιππότες: “Εμπρός! Αποδώστε δικαιοσύνη”. Βγήκαν από την αίθουσα ακροάσεων για να διασκεφθούν κι επέστρεψαν για να ανακοινώσουν ότι ομόφωνα αποφάσισαν πως ο άρχοντας έπρεπε να μου καταβάλει χρηματικό πρόστιμο Το παράδειγμα καταδεικνύει το πώς αντιμετωπιζόταν μια δικαστική απόφαση που είχαν εκδώσει οι ιππότες. Κανείς, ούτε καν ο ίδιος ο βασιλιάς δεν μπορεί να την αμφισβητήσει…

Θα παραθέσω ως αξιοσημείωτο παράδειγμα την περίπτωση ενός Φράγκου από την Αντιόχεια. Είχα στείλει στην πόλη αυτή έναν από τους συνεργάτες μου ο οποίος, κατόπιν συμβουλής μου, είχε φιλοξενηθεί από τον Θεόδωρο Σοφιανό, ο οποίος έχαιρε μεγάλου κύρους στην πόλη και ήταν αληθινός μου φίλος. Ο Σοφιανός παρακάλεσε τον συνεργάτη μου να τον συνοδέψει σε έναν γνωστό του ο οποίος τον είχε προσκαλέσει. Επρόκειτο για ένα Φράγκο ιππότη της παλιάς γενιάς από αυτούς που είχαν συμμετάσχει στις πρώτες μάχες. Είχε πια εγκαταλείψει την ενεργό δράση κι είχε αποσυρθεί στην Αντιόχεια, σ’ ένα κτήμα από το οποίο ζούσε. Όπως μου είπε ο συνεργάτης μου, τους παρουσίασε ένα τραπέζι με τα πιο εκλεκτά και καθαρά εδέσματα που θα μπορούσε κάποιος να ονειρευτεί: “Δίσταζα παρόλα αυτά, οπότε ο οικοδεσπότης μας με καθησύχασε. Εδώ και χρόνια δεν έτρωγε πια καθόλου φράγκικα φαγητά. Είχε Αιγύπτιες μαγείρισσες στις οποίες είχε απόλυτη εμπιστοσύνη: το χοιρινό κρέας δεν έμπαινε ποτέ στο σπίτι του”.

Αυτούς τους Φράγκους που με συνόδεψαν… σ’ όλη τη διάρκεια της μακράς ζωής μου πώς πρέπει να τους κρίνω τώρα που πλησιάζει ο θάνατος; Ο Θεός μας τους έστειλε, αυτό είναι βέβαιο, για να μας δοκιμάσει, για να μας υπενθυμίσει τις αμαρτίες μας και πάνω απ’ όλα τη μεγαλύτερη απ’ αυτές: τις έριδές μας. Εκμεταλλευόμενές τες, οι Φράγκοι κατόρθωσαν να έρθουν στα μέρη μας και να εγκατασταθούν σ’ αυτά. Συχνά αναρωτιόμουν, τα πρώτα χρόνια, αν με τον καιρό θα μας έμοιαζαν. Χάρη σε μερικούς από αυτούς πίστεψα στο θαύμα: αν όχι να ασπασθούν την πίστη μας, τουλάχιστον θα μπορούσαν, παραμένοντας χριστιανοί, να μάθουν μαζικά τη γλώσσα μας και να μοιραστούν με τους μουσουλμάνους αδελφούς τους τον ίδιο τρόπο ζωής, όπως κι οι ντόπιοι χριστιανοί. Γενικά, όμως, οι Φράγκοι δεν θέλησαν ούτε το ένα ούτε το άλλο».

Στη Συρία και την Παλαιστίνη η προσπάθεια πολιτισμικής προσέγγισης έμεινε ανολοκλήρωτη. Αλλού προχώρησε πολύ περισσότερο.

β.   Το ιδεώδες διαπολιτισμικό πρότυπο της νορμανδικής Σικελίας και Κάτω Ιταλίας

Ο Χριστός στέφει τον Ρογήρο Β΄, Μαρτοράνα, Παλέρμο (μέσα 12ου αι.)

Ο Χριστός στέφει τον Ρογήρο Β΄, Μαρτοράνα, Παλέρμο (μέσα 12ου αι.)

Στα τέλη περίπου του 11ου αιώνα, οι Νορμανδοί, με επικεφαλής δύο αδέλφια από το άσημο φέουδο της Ωτβίλλ, τον Ροβέρτο Γισκάρδο και τον Ρογήρο, κατορθώνουν να επιβληθούν στις διάφορες αντίρροπες δυνάμεις που προσπαθούσαν να ελέγξουν τον ιταλικό Νότο: λομβαρδικές ηγεμονίες της Καπύης, του Σαλέρνο και της Νάπολης, βυζαντινό εξαρχάτο με πρωτεύουσα το Μπάρι, μουσουλμανικά εμιράτα της Σικελίας. Στις αρχές του 12ου αιώνα, ο Ρογήρος Β΄ (1095-1154) θα ενώσει όλα τα εδάφη της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας συγκροτώντας το ισχυρότερο κράτος της εποχής του.

Οι υπήκοοι του Ρογήρου είναι αραβόφωνοι μουσουλμάνοι, ελληνόφωνοι ορθόδοξοι, Ιταλοί και Νορμανδοί καθολικοί και Εβραίοι. Μια τέτοια σύνθεση επιβάλλει ευέλικτες λύσεις. Το εξαιρετικά ανεπτυγμένο αίσθημα πολιτικού ρεαλισμού του Ρογήρου θα οδηγήσει σε ένα υποδειγματικό πρότυπο συγκρητισμού και διαπολιτισμικότητας. Μεγαλωμένος στην ελληνόφωνη Καλαβρία με δάσκαλο τον Χριστόδουλο του Ροσσάνο, που οι αραβόφωνες πηγές της εποχής αποδίδουν ως Αμπν Αρ Ραχμάν αν Νασρανί, ο Ρογήρος εμφανίζεται στα ψηφιδωτά με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, οικειοποιούμενος τα σύμβολα των αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης κι εμφανιζόμενος ως δυνητικός διάδοχός τους. Ο κύριος σύμβουλός του είναι ο Γεώργιος ο Αντιοχεύς, Μελκίτης ελληνόφωνος της Συρίας που υπηρέτησε τους Ζιρίδες εμίρηδες της Τύνιδας, μέχρι να τον ανακαλύψει ο Ρογήρος και να του αναθέσει το ύπατο αξίωμα του εμίρη του εμίρηδων. Στα ανώτατα κλιμάκια της διοίκησης συναντούμε Έλληνες, Άραβες και Νορμανδούς. Η συνεργασία τους οδηγεί στη δημιουργία της πιο εξελιγμένης κι αποδοτικής γραφειοκρατίας της εποχής (κτηματολόγιο, φορολόγηση και λοιπά δημοσιονομικά).

Στον Ρογήρο χρωστάμε τις «Ασσίζες του Αριάνο» την πληρέστερη κωδικοποίηση νομικών διατάξεων του Μεσαίωνα. Στο προοίμιο τους διαβάζουμε ότι:
«οι νόμοι και οι αποφάσεις του βασιλέως ισχύουν για όλους τους υπηκόους, Λατίνους, Έλληνες, Ιουδαίους και Σαρακηνούς. Ουδόλως θίγονται, όμως, τα υφιστάμενα ήθη κι έθιμα και οι νόμοι των λαών αυτών, εκτός κι αν αντιβαίνουν προδήλως στους νόμους και τις αποφάσεις του βασιλέως».

Άτλας του Αλ Ιντρισί

Άτλας του Αλ Ιντρισί

Η ανακτορική γραμματεία εκδίδει έγγραφα σε 5 τουλάχιστον γλώσσες, λατινικά, ελληνικά, γαλλικά, αραβικά κι εβραϊκά. Οι κοινότητες συμβιώνουν αρμονικά. Κι ο Ρογήρος Β΄ συνδέει τη βασιλεία του με μια άνευ προηγουμένου πολιτιστική άνθιση, την οποία μαρτυρούν τα Ανάκτορα των Νορμανδών με το υπέροχο παρεκκλήσιο κι η Μαρτοράνα (Santa Maria dell’Ammiraglio, έργο του Γεωργίου του Αντιοχέα) στο Παλέρμο ή ο καθεδρικός ναός της Τσεφαλού (Κεφαλοίδιον). Στην αυλή του Ρογήρου συχνάζουν Έλληνες κι Άραβες σοφοί: ο θεολόγος Θεοφάνης Κεραμεύς και ο Νείλος Δοξαπατρής, μοναχός από την Καλαβρία, ο οποίος συνέγραψε μια Ιστορία των πέντε Πατριαρχείων, οι ποιητές Ιμπν Ομάρ από τη Μπούτερα και Αμπντ-αρ-ραχμάν από το Τράπανι. Προστατευόμενός του υπήρξε κι ο σπουδαίος Ανδαλουσιανός γεωγράφος Αλ Ιντρισί, ο οποίος ολοκληρώνει το 1154 το περίφημο «Kitâb Nuzhat al-muchtâq fî ikhtirâq al-âfâq», γνωστότερο ως «al-kitâb al-Rudjari», δηλ. το βιβλίο του Ρογήρου, μεγαλειώδες για τα δεδομένα της εποχής γεωγραφικό πόνημα. Στηριζόμενος στις γνώσεις του και στις πληροφορίες που συνέλεξε επί σειρά ετών (όλοι οι ναυτικοί των οποίων τα πλοία αγκυροβολούσαν σε λιμάνια του βασιλείου καλούνταν να συμπληρώσουν τα ερωτηματολόγια του Άραβα γεωγράφου), ο Αλ Ιντρισί ετοίμασε έναν άτλαντα που συνοδευόταν από επτά χάρτες και ένα επιπεδοσφαίριο.

Είναι αλήθεια πως το νορμανδικό πρότυπο αποτελεί εξαίρεση, όπως και ότι δεν άντεξε για περισσότερο από έναν αιώνα. Αν κάποια άλλη εποχή, όμως, έχει να επιδείξει αντίστοιχο παράδειγμα μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας, καλό θα ήταν να το μάθουμε.

Γ.   Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΕΠΟΧΗ ΑΝΘΙΣΗΣ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΕΧΝΩΝ

α.   Σε μια εγκυκλοπαίδεια του 19ου αιώνα διαβάζουμε στο λήμμα «Αναγέννηση» τα εξής: «Οι Τέχνες και τα Γράμματα που φάνηκε ότι είχαν χαθεί στο ίδιο ναυάγιο με τη ρωμαϊκή κοινωνία ανθίζουν και λάμπουν εκ νέου, έπειτα από δέκα αιώνες σκότους»! Κάποια θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι επί μία ολόκληρη χιλιετία η ανθρωπότητα δεν παρήγαγε τίποτε το ωραίο και υψηλό…

Σαρτρ, ο γοτθικός καθεδρικός

Σαρτρ, ο γοτθικός καθεδρικός

Και, όμως, ο Μεσαίωνας είναι η εποχή:

Άνθισης μιας τέχνης που επιζητεί την πρωτοτυπία, σε αντίθεση προς εκείνην της Αναγέννησης, η οποία θέτει ως πρότυπο προς μίμηση την κλασσική Αρχαιότητα, και τη λειτουργικότητα: λ.χ. τα ανάγλυφα των ναών έχουν διδακτική ασποστολή. Τέχνης που ακόμη και σήμερα μας εκπλήσσει, με τη γήινη απλότητα του ρωμανικού ρυθμού, και την αρτιότητα του γοτθικού. Ο Μεσαίωνας είναι η εποχή των γοτθικών καθεδρικών που φτάνουν τον ουρανό: ενός θαύματος της αρχιτεκτονικής, της μηχανικής και της τεχνικής. Της ανθρώπινης δημιουργικότητας, θέλησης κι επιμονής, μια και σπάνια η ομάδα αρχιτέκτονα και τεχνιτών που άρχιζε την ανοικοδόμηση ενός καθεδρικού είχε και την τύχη να δει την ολοκλήρωσή του. Περίτεχνων βιτρώ που σήμερα είναι αδύνατο να φιλοτεχνηθούν. Ανάγλυφων και γλυπτών που εντυπωσιάζουν με την καλλιτεχνική αρτιότητα και, συχνά, με τον ρεαλισμό τους.

 Στρασβούργο, καθεδρικός, αλληγορικό άγαλμα της "Συναγωγής"

Στρασβούργο, καθεδρικός, αλληγορικό άγαλμα της «Συναγωγής»

Της ποίησης των τρουβαδούρων της Οξιτανίας, του Βερνάρδου της Βενταντούρ, του Πέτρου Βιντάλ, του Γουλιέλμου της Ακυιτανίας και του Μαρκαμπρύ, που υμνούν τον αγνό έρωτα. Μια Αμερικανίδα ιστορικός (Μέριλυν Γιάλομ) επιχείρησε μάλιστα πρόσφατα να αποδείξει ότι από μόνη της η ποίηση των τρουβαδούρων οδήγησε σε αναβάθμιση της κοινωνικής θέσης της γυναίκας.
– Του Δάντη, του Πετράρχη, του Βοκάκιου και του Τσώσερ, συγγραφέων των οποίων τα έργα αποτελούν σταθμούς στην Ιστορία της Ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.
Φιλοσόφων όπως ο Πέτρος Αβελάρδος, ο Θωμάς ο Ακινάτης, ο Ρογήρος Βάκων και ο Γουλιέλμος του Όκκαμ, που θέτουν τις βάσεις της δυτικής σκέψης για τους επόμενους αιώνες.

β.   Πανεπιστήμια: ένα δημιούργημα του Μεσαίωνα. Ο Μεσαίωνας είναι επίσης η εποχή κατά την οποία γεννιούνται τα πανεπιστήμια όπως τα γνωρίζουμε σήμερα. Όπως μαρτυρεί κι ο λατινικός όρος universitas πρόκειται για κοινότητες διδασκόντων και φοιτητών οι οποίες αποκτούν θεσμική και υλική υπόσταση και στη συνέχει αναγνωρίζονται από την κοσμική και την εκκλησιαστική εξουσία. Το πρώτο πανεπιστήμιο ιδρύεται στη Μπολόνια στα μέσα του 12ου αιώνα κι αναγνωρίζεται από τον αυτοκράτορα Φρειδερίκο Α΄ των Χοχενστάουφεν. Ακολουθούν το Παρίσι, η Οξφόρδη, η Νάπολη, το Μονπελλιέ και πολλά ακόμη. Το 1231, παραδόξως την ίδια χρονιά που δίνει θεσμική υπόσταση στην Ιερά Εξέταση, ο πάπας Γρηγόριος Θ΄ αναγνωρίζει επίσημα τα προνόμια των πανεπιστημίων με τη βούλλα Parens Scientiarum Universitas. Και ναι, πανεπιστημιακό άσυλο υφίσταται στον Μεσαίωνα και κανείς δεν διανοείται να το αμφισβητήσει.

Οι φοιτητές ξεκινούν σπουδάζοντας τις λεγόμενες ελευθέριες τέχνες, που περιλαμβάνουν τους κύκλους σπουδών του trivium (γραμματική, ρητορική και λογική) και του quadrivium (αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία και μουσική), για να προχωρήσουν εν συνεχεία στις θεωρούμενες ανώτερες σπουδές του δεύτερου κύκλου: ιατρική, αστικό κι εκκλησιαστικό δίκαιο, θεολογία και φιλοσοφία.

Μια λαμπρή εποχή που δεν υστερεί σε τίποτε από τις υπόλοιπες. Πώς κατέληξε να θεωρείται συνώνυμη του σκοταδισμού και όλων των δεινών;

ΕΠΙΛΟΓΟΣ: ΓΙΑΤΙ Ο ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ;

Ο υποτιμητικός όρος «Μεσαίωνας» (Media Tempestas, Medium Aevum) εμφανίζεται για πρώτη φορά στα χρόνια της Αναγέννησης και πιο συγκεκριμένα το 1469 σε ένα σύγγραμμα του Ιταλού λόγιου Τζοβάννι Αντρέα ντέι Μπούσσι. Οι άνθρωποι της εποχής εκείνης έχουν συναίσθηση της αλλαγής ιστορικής εποχής: για την ακρίβεια θέλουν οι ίδιοι να σηματοδοτήσουν μία ρήξη με το πρόσφατο παρελθόν. Η επιθυμία μπορεί να εξηγηθεί μάλλον εύκολα. Οι λόγοι είναι ψυχολογικοί: η εποχή που μόλις προγήθηκε ήταν για την Ευρώπη μια από τις δυσκολότερες της Ιστορίας.

Ο 14ος αιώνας αρχίζει με μία παρατεταμένη οικονομική κρίση που εξαπλώνεται αργά αλλά σταθερά σε ολόκληρη την ήπειρο. Κορεσμός των εμπορικών διαδρομών και δυσλειτουργία των αγορών, επανειλημμένες κακές σοδειές όσον αφορά τα αγροτικά προϊόντα, εξαιτίας της ραγδαίας επιδείνωσης των κλιματικών συνθηκών. Οι επιστήμονες μιλούν για μια σύντομη περίοδο παγετώνων που θα πλήξει την Ευρώπη για πέντε περίπου αιώνες. Στα δεινά αυτά προστίθεται κι ο Εκατονταετής Πόλεμος με όλες τις καταστροφές και τις απώλειες σε ανθρώπινες ζωές που συνεπάγεται. Αποκορύφωμα της κακοδαιμονίας και των συμφορών, η τρομακτική επιδημία βουβωνικής πανώλης που εκδηλώνεται το 1348, εξολοθρεύει τουλάχιστον το ένα τρίτο του ευρωπαϊκού πληθυσμού κι εγκαθίσταται στην Ευρώπη επανεμφανιζόμενη περιοδικά κατά τους επόμενους αιώνες.

"Ο γιατρός της πανώλης", χαρακτικό του Π. Φυρστ, 1656

«Ο γιατρός της πανώλης», χαρακτικό του Π. Φυρστ, 1656

[παρεμπιπτόντως, αρκετοί επιδημιολόγοι και ιστορικοί διατηρούν επιφυλάξεις για το αν εκείνη η ασθένεια ήταν πράγματι η βουβωνική πανώλη. Αφενός, τα συμπτώματα που περιγράφονται στις πηγές της εποχής (λ.χ. στο Δεκαήμερο του Βοκάκιου) δεν είναι αυτά που γνωρίζει η σύγχρονη ιατρική επιστήμη. Αφετέρου, έχει αποδειχθεί ότι ο βάκιλος της βουβωνικής πανώλης δεν επιζεί σε θερμοκρασίες χαμηλότερες των 10 βαθμών Κελσίου. Η μεσαιωνική επιδημία, όμως, διαδόθηκε στη Βόρεια Ευρώπη κατά τη διάρκεια του χειμώνα! Ενδέχεται, επομένως, να επρόκειτο για κάποιο βακτήριο ή βάκιλο που προσβάλλει το αναπνευστικό σύστημα ή… για κάποιον ιό τύπου Έμπολα!]

Ωστόσο, η ρήξη αυτή φαίνεται να είναι κυρίως ιδεολογική: σε επίπεδο πολιτικής και οικονομίας οι τάσεις που χαρακτηρίζουν την Αναγέννηση αποτελούν συνέχεια των μεσαιωνικών. Η πραγματική μεταστροφή ανάγεται στον 17ο αιώνα, όταν ολοκληρώνεται στην Ευρώπη η διαδικασία συγκρότησης ισχυρών κρατών. Το μεσαιωνικό σχήμα, με την προσωπική σχέση εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου και τον αυξημένο ρόλο της θρησκείας και της Εκκλησίας, αρχίζει να κλονίζεται στην πράξη ίσως από τον 15ο αι. για να καταρρεύσει μεταξύ 17ου και 18ου και να αντικατασταθεί από μια νέα διπολική λογική, αυτήν της κεντρικής κρατικής εξουσίας και της οικονομίας της αγοράς. Πρόκειται για τη «διπλή ρήξη», όπως την ονομάζει ο Γάλλος ιστορικός Αλαίν Γκερρώ. Η κρίσιμη καμπή ανάγεται π.χ. για τη Γαλλία στα χρόνια του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Δεν είναι το 1789, όπως θέλει η σύγχρονη αφήγηση.

Για να πετύχει τον σκοπό της, μια «επίσημη» αφήγηση πρέπει να είναι απλή, εύληπτη και πειστική. Ο υποβιβασμός του Μεσαίωνα σε εποχή σκοταδισμού εξυπηρετεί τον ιδρυτικό μύθο της σύγχρονης Δύσης. Προωθεί την ιδέα της γραμμικής προόδου της ανθρωπότητας, ακόμη και σε επίπεδο πολιτικών θεσμών, δικαιωμάτων κι ελευθεριών. Αποσιωπά τις ένοχες στιγμές των Νεότερων Χρόνων. Το γεγονός ότι ήδη πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, δικαιώματα που ονομάζονταν «φεουδαλικά» ανήκαν σε αστούς. Σε αστούς που προσπαθούσαν να επωφεληθούν από κάθε εξουσία η οποία στηριζόταν σε θεσμούς του παρελθόντος, χωρίς να υπέχουν τις υποχρεώσεις που βάρυναν τους φεουδάρχες του Μεσαίωνα. Στη Γαλλία του 18ου αιώνα υπήρχαν ελεύθεροι επαγγελματίες, οι οποίοι είχαν ως αντικείμενο τη μελέτη μεσαιωνικών εγγράφων με σκοπό την ανεύρεση δικαιωμάτων και προνομίων που κάποτε, υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες, συνεπάγονταν τα εμπράγματα αποκτήματα των πλούσιων αστών.

56. Γκ. Ντορέ, Βιομηχανική πόλη

Γκ. Ντορέ, Βιομηχανική πόλη

Αποσιωπάται επίσης η ενοχλητική «λεπτομέρεια» της καταπάτησης των εργασιακών δικαιωμάτων από την ίδια τη Γαλλική Επανάσταση. Στα χρόνια του Μεσαίωνα τα δικαιώματα των εργαζομένων προστατεύονται μέσω των συντεχνιών. Η προστασία αυτή εξαφανίζεται με τη… Γαλλική Επανάσταση, μολονότι αυτή ήταν παιδί του Διαφωτισμού και διαπρύσιος κήρυκας των ατομικών δικαιωμάτων κι ελευθεριών. Το θεωρητικό πρότυπό της, όμως, είναι αυτό της σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ ισότιμων μερών, αντίληψη παρωχημένη ήδη από τον εποχή που πρωτοδιατυπώθηκε. Με τις κοινωνικές μεταλλάξεις που επρόκειτο να φέρει η Βιομηχανική Επανάσταση, όμως, αποδείχθηκε γρήγορα κι εξαιρετικά επιζήμια κι επικίνδυνη. Τον Μάρτιο του 1791, με το αποκαλούμενο «διάταγμα ντε Αλλάρντ» καταργούνται, ως «μεσαιωνικό κατάλοιπο», οι συντεχνίες, στο όνομα της ελευθερίας του εμπορίου και της απελευθέρωσης των επαγγελμάτων. Στις 14 Ιουνίου του ιδίου έτους τίθεται σε ισχύ ο νόμος Λε Σαπλιέ με τον οποίο απαγορεύεται κάθε μορφή συλλογικής οργάνωσης και διαμαρτυρίας των εργαζομένων κι απαγορεύεται παντελώς η απεργία! Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου παρατίθενται αυτούσια αποσπάσματα από το «Κοινωνικό Συμβόλαιο» του Ρουσσώ! Κάπως έτσι (και πάντα στο όνομα της ελευθερίας) οι εργαζόμενοι θα μείνουν εντελώς απροστάτευτοι για δεκαετίες. Μόνο μετά από πολλούς αγώνες θα νομιμοποιηθεί (σταδιακά) η απεργία στη Γαλλία, μόλις το 1864.

Στην πραγματικότητα, το να παρομοιάζουμε τα σύγχρονα δεινά με τον Μεσαίωνα είναι πολλαπλά βολικό. Είναι καταρχάς καθησυχαστικό των φόβων μας, διότι τους εξοβελίζουμε σε μια εποχή πιο μακρινή και ουσιαστικά άγνωστη σε μας, πέρα από μια μυθοποιημένη εικόνα της. Εν συνεχεία, είναι σωτήρια αποπροσανατολιστικό, μια και δεν διαταράσσει την επίσημη αφήγηση της εποχής μας, τον μύθο της εποχής μας, δεν αναδεικνύει τις αντιφάσεις της Αναγέννησης, του Διαφωτισμού ή της Γαλλικής Επανάστασης, δηλαδή συστατικών στοιχείων της αφήγησης αυτής. Στην ουσία, όμως, αυτό που μας απειλεί δεν είναι παρά μια ενδεχόμενη επιστροφή στην εποχή του πρωτόγονου και χωρίς κανόνες καπιταλισμού του τέλους του 18ου και του 19ου αι., εποχή κατά την οποία οι εργαζόμενοι δεν έχουν κανένα άλλο δικαίωμα πέραν του πενιχρού μισθού τους, ενώ οι έννοιες της ασφάλισης, της σύνταξης και των άλλων εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων είναι εντελώς άγνωστες. Είναι, όμως, καλύτερο φαίνεται να αποφεύγονται οι επικίνδυνοι συνειρμοί και η σύνδεση με πιο κοντινές ιστορικές περιόδους, ευχερέστερα συγκρίσιμες με το παρόν. Η καμπούρα της φεουδαρχίας μπορεί να εισπράξει περισσότερες ξυλιές απ’ ό,τι ο πρώιμος καπιταλισμός.

Μαρκ Μπλόκ

Μαρκ Μπλόκ

Ακριβώς επειδή στο γνωστικό αντικείμενό τους βρίσκονταν διαρκώς αντιμέτωποι με μύθους και στερεότυπα, οι ιστορικοί του Μεσαίωνα βρέθηκαν από νωρίς στην πρωτοπορία της επιστημονικής μεθοδολογίας. Ήταν εκείνοι που ελευθέρωσαν την επιστήμη της Ιστορίας από την προσκόλληση στα «σημαντικά» πολιτικά γεγονότα και τους μεγάλους ηγέτες, για να στρέψουν την προσοχή τους στη μελέτη των νοοτροπιών, των κοινωνικών, οικονομικών και πολιτιστικών σταθερών και αργών μεταλλάξεων.
Το 1929, δύο καθηγητές του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου, ο Μαρκ Μπλοκ κι ο Λυσιάν Φεβρ ιδρύουν το περιοδικό «Annales d’histoire économique et sociale», η κυκλοφορία του οποίου αποτελεί σταθμό στην προσπάθεια αυτή.
Το 1941, τρία χρόνια πριν εκτελεστεί από τους ναζί ως αντιστασιακός, ο Μαρκ Μπλοκ συντάσσει τη διαθήκη του, στην οποία γράφει τα εξής:
«Δεν θέλω πάνω από τον τάφο μου να ψαλούν οι θρησκευτικές προσευχές που συνόδεψαν τόσους από τους προγόνους μου στην τελευταία τους κατοικία. Θέλω μόνο να χαραχτεί πάνω στην επιτύμβια πλάκα η εξής απλή φράση: Dilexit veritatem». «Αγαπούσε την αλήθεια»!

Φίλες και φίλοι, την αλήθεια προσπάθησε να υπηρετήσει, ομολογουμένως με αρκετή αδεξιότητα, κι η αποψινή μου φλυαρία. Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Pierre AUBÉ « Les empires normands d’Orient », Tempus, Perrin, Παρίσι 2006 (1η έκδοση 1991).
Michel BALARD « Les Latins en Orient (XIe-XVe siècle) », Nouvelle Clio, PUF, Παρίσι 2006.
Marc BLOCH « La Société féodale », αρχική έκδοση σε 2 τόμους 1939-1940, τελευταία επανέκδοση (σε ένα τόμο): Albin Michel, Παρίσι 1998.
Patrick BOUCHERON « Les villes d’Italie, vers 1150-1350 », Belin sup histoire, Belin, Παρίσι 2004.
Patrick BOUCHERON « Conjurer la peur – Sienne, 1338 : Essai sur la force politique des images », Seuil, Παρίσι 2013.
– Philippe BÜTTGEN, Alain de LIBERA, Marwan RASHED, Irène ROSIER-CATACH (επιμ.) « Les Grecs, les Arabes et nous (enquête sur l’islamophobie savante) », Ouvertures, Fayard, Παρίσι 2009.
Alain DEMURGER « Chevaliers du Christ, les ordres religieux militaires au Moyen Âge », Seuil, Παρίσι 2002.
Georges DUBY « La Société aux XIe et XIIe siècles dans la région mâconnaise », Éditions de l’École des Hautes Études en Sciences Sociales, Παρίσι 1953.
Georges DUBY « Le Temps des cathédrales – L’Art et la société (980-1420) », Bibliothèque des Histoires, Gallimard, Παρίσι 1976.
Georges DUBY « L’histoire continue », Points, Seuil, Παρίσι 1991.
Georges DUBY « Féodalité », Quarto, Gallimard, Παρίσι 1996 [συλλογή βιβλίων και δοκιμίων του ιστορικού, περιέχει μεταξύ άλλων τα: Guerriers et paysans (1973), L’An Mil (1980), Les Trois ordres ou L’imaginaire du féodalisme (1978), Le Dimanche de Bouvines (1973), Le Chevalier, la femme et le prêtre (1981)].
René FÉDOU e.a. « Lexique historique du Moyen Âge », cursus, Armand Colin, Παρίσι 1995.
Jean FLORI « Aliénor d’Aquitaine : la reine insoumise », Payot, Παρίσι 2004.
Claude GAUVARD, Alain de LIBERA, Michel ZINK (επιμ.) « Dictionnaire du Moyen Âge », PUF, Παρίσι 2004 (2η έκδ.).
Jacques Le GOFF « Les Intellectuels au Moyen Age », Points, Seuil, Παρίσι 1985 (1η έκδοση 1957).
Jacques Le GOFF « Pour un autre Moyen Âge », Tel, Gallimard, Παρίσι 1991 (1η έκδοση 1977).
Jacques Le GOFF « Marchands et banquiers du Moyen Âge », Quadrige – Grands textes, PUF,‎ Παρίσι 2011 (1η έκδοση 1957).
Alain GUERREAU « Le féodalisme, un horizon théorique », Le Sycomore, Παρίσι, 1980.
Alain GUERREAU « L’Avenir d’un passé incertain. Quelle histoire du Moyen Âge au XXIe siècle ? », Seuil, Παρίσι 2001.
Sylvain GOUGUENHEIM « Aristote au Mont Saint-Michel (Les racines grecques de l’Europe chrétienne) », L’Univers Historique, Seuil, Παρίσι 2008.
Sylvain GOUGUENHEIM « Regards sur le Moyen Âge », Tallandier, Παρίσι 2009.
Jean-Claude HOCQUET « Venise au Moyen Âge », Guides de Civilisations, Belles Lettres, Παρίσι 2003.
Frederic Chapin LANEVenice – A Maritime Republic”, The John Hopkins University Press, Βαλτιμόρη 1973.
Emmanuel Le ROY LADURIE « Montaillou, village occitan, de 1294 à 1324 », Gallimard, Παρίσι 1975.
Alain de LIBERA « La Philosophie médiévale » Quadrige, PUF, 2004.
André MIQUEL « Ousama, un prince syrien face aux croisés», Les inconnus de l’histoire, Fayard, Παρίσι 1986.
Régine PERNOUD « Pour en finir avec le Moyen Âge », Seuil, Παρίσι 1979.
Régine PERNOUD « Aliénor d’Aquitaine », Albin Michel, Παρίσι 1966.
Gérard SIVÉRY « Blanche de Castille », Fayard, Παρίσι 1994.
Laure VERDON « Le Moyen Âge : 10 siècles d’idées reçues », Le Cavalier Bleu, Παρίσι 2013.
Jacques VERGER « Les universités au Moyen Âge », Quadrige, PUF, Παρίσι 1999 (1η έκδοση 1973).

 

[για τους εξαιρετικά ανθεκτικούς φίλους, υπάρχουν και τα βίντεο της ομιλίας:

Advertisements

Δύο ήλιοι λάμπουν στον ουρανό – μέρος ΙΙΙ: ο δυϊσμός με χριστιανικό πρόσωπο – Α΄ οι Παυλικιανοί

Οκτώβριος 28, 2013
Οι διωγμοί των Παυλικιανών στα χρόνια της αυτοκράτειρας Θεοδώρας (843-844), μικρογραφία από το Χρονικό του Ιωάννη Σκυλίτση (Σύνοψις Ιστοριών), 12ος-13ος αι. (Μαδρίτη, Εθνική Βιβλιοθήκη)

Οι διωγμοί των Παυλικιανών στα χρόνια της αυτοκράτειρας Θεοδώρας (843-844), μικρογραφία από το Χρονικό του Ιωάννη Σκυλίτση (Σύνοψις Ιστοριών), 12ος-13ος αι. (Μαδρίτη, Εθνική Βιβλιοθήκη)

«Πρώτον μεν γαρ εστί το κατ’ αυτούς γνώρισμα το δύο αρχάς ομολογείν, πονηρόν Θεόν και αγαθόν· και άλλον είναι τούδε του κόσμου ποιητήν τε και εξουσιαστήν, έτερον δε του μέλλοντος» (Πέτρου Σικελιώτου «Ιστορία», 36)

Μια εκτεταμένη περιοχή στην Ανατολή με ανάμεικτο πληθυσμό και πόλεις με παράξενα ονόματα, από τις οποίες οι περισσότερες έχουν εγκαταλειφθεί εδώ και αιώνες. Τόπος συνάντησης του χριστιανισμού, του ζωροαστρισμού, του μανιχαϊσμού και του ισλάμ. Μια περιοχή ανάμεσα σε δύο αυτοκρατορίες και δύο (ή μάλλον πολλούς) πολιτισμούς.

Ο Δυϊσμός επιστρέφει με χριστιανικό πρόσωπο (ή μήπως προσωπείο;). Χωρίς διακρίσεις μεταξύ κατηχούμενων κι εκλεκτών, χωρίς ασκητικές τάσεις, απαγορεύσεις και διατροφικούς κώδικες. Απλώς με διάθεση επιβίωσης την οποία θα βοηθήσει η διαμάχη εικονολατρών και εικονομάχων. Κι όταν η συγκυρία πάψει να είναι ευνοϊκή, η ανάγκη επιβίωσης θα οδηγήσει στην αυτοάμυνα και την ανάπτυξη μιας πολεμικής νοοτροπίας που δεν είχαν ξαναδεί ούτε επρόκειτο να ξαναδούν για κάμποσους αιώνες τα δυϊστικά δόγματα.

Ενώ ο μανιχαϊσμός εξαπλωνόταν στα ανατολικά, τι απέμενε από αυτόν στη Δύση, εκεί που αποτελούσε το αντικείμενο διωγμών εκ μέρους του χριστιανισμού (και, αρκετά αργότερα, του ισλάμ); Η Εκκλησία την οποία ο Μάνης είχε οραματιστεί οικουμενική ήταν παρελθόν. Τώρα πια υπήρχαν μόνο υπολείμματα Εκκλησιών, δίχως μεταξύ τους επικοινωνία, το καθένα από τα οποία πάσχιζε να ερμηνεύσει με τον τρόπο του το δόγμα του προφήτη και, κυρίως, να επιβιώσει υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες. Κάποια από αυτά ήταν καταδικασμένα να σβήσουν για πάντα, κάποια άλλα επρόκειτο να μεταλλαχθούν και σε διάδραση με άλλα στοιχεία  να γεννήσουν νέα δόγματα στα οποία η συμβολή του μανιχαϊσμού ήταν άλλοτε καθοριστική κι άλλοτε δευτερεύουσα. Σε κάποιες περιπτώσεις οι φορείς καταλοίπων του μανιχαϊσμού απορροφούνταν από την επικρατούσα θρησκεία. Το δόγμα τους χανόταν κατά τα φαινόμενα – ίσως, όμως, και να επιβίωνε εν υπνώσει για να επανεμφανισθεί όταν το επέτρεπαν οι συνθήκες.

Ίσως, πάλι, ο προβληματισμός μας να έπρεπε να διατυπωθεί με διαφορετικούς όρους. Γιατί το ζήτημα δεν είναι να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη του μανιχαϊσμού, αλλά αυτήν της μεγάλης παράδοσης του Δυϊσμού (Fernand Niel «Albigeois et Cathares», σειρά Que sais-je, αριθ. 689, εκδ. PUF, Παρίσι 1955, 18η έκδ 2010, σελ. 34). Στο σημείο αυτό αγγίζουμε το μείζον πρόβλημα για τη σύγχρονη ιστοριογραφία. Όλα τα δυϊστικά δόγματα που θα εξετασθούν στη συνέχεια εμφανίζονται ως χριστιανικά. Εντούτοις, οι εκπρόσωποι της επίσημης χριστιανικής Εκκλησίας και περιστασιακοί ή συστηματικοί διώκτες τους αντιμετώπιζαν τους φορείς τους σχεδόν πάντα ως νεομανιχαίους, μολονότι οι δεύτεροι αναθεμάτιζαν το πρόσωπο και τη διδασκαλία του Μάνη. Συγκυριακή επιλογή που οφείλεται εν πολλοίς στη βυζαντινή παράδοση να παρουσιάζει το νέο με τα ονόματα του παλαιού και ήδη γνωστού; Συνειδητή προσπάθεια να αφαιρεθεί από τους αντιπάλους κάθε ίχνος νομιμοποίησης; Η επικρατούσα αντίληψη μεταξύ των σύγχρονων ιστορικών τείνει πλέον να αποδεχθεί τον χριστιανικό χαρακτήρα του μεσαιωνικού δυϊσμού: όχι νεομανιχαίοι ούτε καν αιρετικοί, αλλά χριστιανοί αντιφρονούντες που κηρύσσουν την επιστροφή στην αγνότητα της εποχής των Ευαγγελίων. Πού βρίσκεται η αλήθεια; Πόσες δυνατότητες έχουμε να την προσεγγίσουμε έστω με τα, συνήθως, πενιχρά μέσα που έχουμε στη διάθεσή μας; Στην παρούσα και στις επόμενες αναρτήσεις ίσως ανακαλύψουμε ορισμένα ψήγματα της πολυπόθητης ιστορικής αλήθειας που συνήθως αποδεικνύεται πολύ πιο περίπλοκη από αυτήν που υποψιαζόμαστε.

Ας ξαναβρούμε τον μίτο της διήγησής μας κάπου στο δεύτερο μισό του 7ου αιώνα, όταν ο δυϊσμός επανεμφανίζεται με αυτούς που επρόκειτο να γίνουν γνωστοί ως Παυλικιανοί.    

Ι.   Προέλευση και δόγμα του παυλικιανισμού

αρμενική εκκλησία της μονής του Τιμίου Σταυρού στο Αγθαμάρ, λίμνη Βαν (10ος αι.)

αρμενική εκκλησία της μονής του Τιμίου Σταυρού στο Αγθαμάρ, λίμνη Βαν (10ος αι.)

Δεν είναι τυχαίο ότι ο χριστιανικός δυϊσμός πρωτοεμφανίζεται στην Αρμενία, δεδομένης της γεωπολιτικής και πολιτισμικής θέσης της. Η Αρμενία αποτελεί το σύνορο μεταξύ της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της Ιρανικής (αρχικά των Πάρθων Αρσακιδών, στη συνέχεια των Περσών Σασσανιδών) και βρίσκεται στη σφαίρα επιρροής πότε της πρώτης και πότε της δεύτερης. Μετά τα μέσα του 7ου αιώνα, το Ισλάμ παίρνει τη θέση των Περσών: το 661 οι Άραβες έχουν πια κατακτήσει σχεδόν ολόκληρη την περιοχή.

Ο θρησκευτικός πλουραλισμός της Αρμενίας:   Κατά τον ίδιο τρόπο, η Αρμενία βρίσκεται μεταξύ των περιοχών εξάπλωσης του χριστιανισμού και του ζωροαστρισμού (και αργότερα του ισλάμ) και πολύ κοντά στην ιστορική κοιτίδα του μανιχαϊσμού. Το μωσαϊκό αυτό συμπληρώνουν διάφορες κοινότητες Γνωστικών, όπως οι Μαρκιωνίτες και οι Αρχοντικοί, σέκτα που ίδρυσε στην Παλαιστίνη, μεταξύ 3ου και 4ου αιώνα, ο Πέτρος της Καφαρμπαρούχ. Δίδασκαν ότι για να φτάσει η ψυχή στην Ογδοάδα, όπου βασιλεύει η Μητέρα των Πάντων, έπρεπε να διασχίσει τους Επτά Ουρανούς στους οποίους κυριαρχούσε ο Σαβαώθ ή Γιαχβέ, δημιουργός του υλικού κόσμου, επικουρούμενος από τους Άρχοντες (Raoul Vaneigem «Les Hérésies», σειρά Que sais-je, αριθ. 2838, εκδ. PUF, Παρίσι 1994, σελ. 71). Εντούτοις, η Αρμενία γίνεται το πρώτο κράτος που αναγνωρίζει επίσημα τον χριστιανισμό, στα χρόνια της βασιλείας του Τιριδάτη Δ΄ (αρχές 4ου αιώνα). Η αρμενική χριστιανική Εκκλησία απέκτησε γρήγορα αυτόνομη οργάνωση έχοντας επικεφαλής της έναν Καθολικό. Μετά τα μέσα του 5ου αιώνα υπήρξε κρίση στις σχέσεις της με το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, μια και οι Αρμένιοι δεν αναγνώρισαν τις αποφάσεις της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου (αυτής της Χαλκηδόνας). Η ρήξη δεν ήταν απόλυτη, μια και οι δύο πλευρές επέδειξαν επί μακρόν αρκετά ρεαλιστική στάση: οι Αρμένιοι που ζούσαν στα εδάφη του Βυζαντίου αποδέχονταν την πνευματική εξουσία των ελληνορθόδοξων επισκόπων, ενώ οι Βυζαντινοί δεν επιχείρησαν να αμφισβητήσουν στην πράξη την ιεραρχία της αρμενικής Εκκλησίας (Janet & Bernard Hamilton «Christian Dualist Heresies in the Byzantine World, c. 650-c. 1450» Manchester University Press, σελ. 4-5).

Μεταξύ της καθαυτό Αρμενίας και των όμορων βυζαντινών εδαφών παρατηρείται έντονη κινητικότητα του πληθυσμού: πολλοί Αρμένιοι, προσπαθώντας να ξεφύγουν από τους πολέμους και τις συνεχείς επιδρομές που πλήττουν την πατρογονική γη τους μεταναστεύουν στην επικράτεια της αυτοκρατορίας και εγκαθίστανται στην περιοχή που θα γίνει γνωστή ως Θέμα Αρμενιακών. Στη συνέχεια, αναλόγως των πολιτικών εξελίξεων, τμήματα του αρμενικού πληθυσμού θα μετακινηθούν ξανά και ξανά και προς τις δύο κατευθύνσεις. Πολλοί π.χ. θα καταφύγουν στο Βυζάντιο αμέσως μετά την κατάκτηση των περισσότερων εδαφών της Αρμενίας από τους Άραβες. Αρκετοί, όμως, από αυτούς τους μετανάστες θα επιστρέψουν αργότερα στην ελεγχόμενη από το Ισλάμ Αρμενία, όταν η Ορθόδοξη Εκκλησία θα επιχειρήσει να ασκήσει στενότερο έλεγχο. Στο πλαίσιο αυτών των κοινοτήτων θα γεννηθεί ο παυλικιανισμός.

Λεπτομέρεια του χάρτη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, από G. Droysen "Allgemeiner Historischer Handatlas", Λειψία 1896

Λεπτομέρεια του χάρτη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, από G. Droysen «Allgemeiner Historischer Handatlas», Λειψία 1896

Πηγές:   Στην περίπτωση των Παυλικιανών δεν έχουμε, δυστυχώς, στη διάθεσή μας πηγές που να έχουν γραφεί από τους ίδιους, αλλά μόνο από πολέμιούς τους ή, έστω, σχετικώς ουδέτερους. Οι αρμενικές πηγές είναι αποσπασματικές και, το χειρότερο, δεν μας παρέχουν κανένα στοιχείο για τη γένεση του δόγματος (Janet & Bernard Hamilton, όπ. π., σελ. 3). Οι αραβικές αφορούν μόνον την περίοδο κατά την οποία οι Παυλικιανοί υπήρξαν περιστασιακοί στρατιωτικοί σύμμαχοι των δυνάμεων του Ισλάμ και δεν θίγουν ζητήματα που άπτονται της θρησκευτικής πίστης. Απομένουν, συνεπώς, οι βυζαντινής προέλευσης πηγές. Τρεις είναι οι κύριες πηγές κι από αυτές οι δύο που περιέχουν πρωτότυπο υλικό οφείλονται στο ίδιο πρόσωπο. Πρόκειται για τον Πέτρο τον Σικελιώτη (ή Πέτρο Ηγούμενο), για τον οποίο γνωρίζουμε μόνο τα λιγοστά στοιχεία που ο ίδιος αναφέρει για τον εαυτό του στο έργο του. Θα πρέπει να ήταν γόνος της σικελικής αριστοκρατίας, ίσως από τις Συρακούσες, ο οποίος σταδιοδρόμησε, όπως κι αρκετοί συντοπίτες του, στην αυτοκρατορική αυλή και το περιβάλλον του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Το 869-870, ο ιδρυτής της Μακεδονικής Δυναστείας Βασίλειος Α΄ τον έστειλε ως επικεφαλής διπλωματικής αποστολής στην Τεφρική, πρωτεύουσα του σχεδόν ανεξάρτητου κράτους που είχαν ιδρύσει οι Παυλικιανοί στην άνω κοιλάδα του Ευφράτη, σε διαφιλονικούμενα μεταξύ Βυζαντινών και Αράβων εδάφη. Επίσημος σκοπός της πρεσβείας ήταν μάλλον να διαπραγματευθεί την ανταλλαγή αιχμαλώτων. Στον Πέτρο Σικελιώτη, πάντως, θα πρέπει να είχε ανατεθεί κι η αποστολή να συλλέξει όσο το δυνατόν περισσότερες κι ακριβέστερες πληροφορίες για το δόγμα των Παυλικιανών. Βασιζόμενος πιθανότατα στην αναφορά που υπέβαλε στον αυτοκράτορα, ο Πέτρος συνέγραψε στη συνέχεια την «Ιστορία περί της κενής και ματαίας αιρέσεως των Μανιχαίων, των και Παυλικιανών λεγομένων», η οποία αποτελεί την πληρέστερη πηγή πληροφοριών μας για τον παυλικιανισμό. Σύμφωνα με την εκτίμηση του Πωλ Λεμέρλ («Lhistoire des Pauliciens dAsie Mineure daprès les sources grecques» Travaux et mémoires du Centre de recherche dhistoire de Byzance: Monographies, τ. 5, Centre de recherche dhistoire et civilisation de Byzance, Παρίσι 1973, σελ. 17-26), στο πρώτο μισό του βιβλίου του ο Πέτρος Σικελιώτης καταγράφει τα όσα είχε ακούσει για τους Παυλικιανούς (και τους μανιχαίους εν γένει) στη Βασιλεύουσα, ενώ στο δεύτερο μέρος εκθέτει τις πληροφορίες που συνέλεξε ο ίδιος κατά την παραμονή του στην Τεφρική. Εκτός από την «Ιστορία», ο Πέτρος συνέγραψε και μια «Επιτομή» του θέματος, πιο συνοπτική και εύληπτη παρουσίαση του παυλικιανισμού, αλλά με ελάχιστες επιπλέον πληροφορίες σε σχέση με το κύριο σύγγραμμά του. Η τρίτη πηγή είναι το «Κατά Μανιχαίων» του πατριάρχη Φωτίου Α΄. Στηρίζεται αποκλειστικά στο έργο του Πέτρου Σικελιώτη και η όποια αξία του έγκειται στη συνθετική και εξηγητική ικανότητα του πατριάρχη.

Α.   Οι απαρχές

α.   Ο μύθος. Ο Πέτρος ο Σικελιώτης μας διηγείται ότι ζούσε κάποτε στα Σαμόσατα μια Μανιχαία που ονομαζόταν Καλλινίκη και είχε δυο γιους, τον Παύλο και τον Ιωάννη.

«Τούτους ουν τους δύο όφεις η αυτών γεννήτρια έχιδνα εκθρέψασα, και την παμμίαρον διδάξασα αίρεσιν, κήρυκας της πλάνης απέστειλεν εκ του Σαμωσάτου. Οι δε… ήλθον εις τινα κώμην και τους εν αυτή οικούντες αμαθείς και αστηρίκτους ευρόντες, εκείσε τον ιόν της πονηρίας και το πικρόν ζιζάνιον του εχθρού ενέσπειραν. Διό και μέχρι της σήμερον η… αίρεσις κατά των κηρυξάντων ονομασίαν μετωνομάσθη· και γαρ έκτοτε εκ Μανιχαίων επεκλήθησαν Παυλικιανοί» (Πέτρου Σικελιώτου «Ιστορία», 85-86).

Η διήγηση αυτή έχει εξαιρετικά αμφίβολη ιστορική αξία. Πιθανώς αποτελεί προϊόν πολλαπλών συγχύσεων. Καταρχάς, είναι δύσκολο να φαντασθούμε μια γυναίκα να αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο στο πλαίσιο της Μανιχαϊκής Εκκλησίας: όπως διαπιστώθηκε στο προηγούμενο μέρος, μολονότι οι γυναίκες μπορούσαν να εισέλθουν στην τάξη των εκλεκτών, δεν τους επιτρεπόταν να ανέλθουν στις τρεις ανώτερες τάξεις της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Εν συνεχεία, ποιος είναι αυτός ο Παύλος από τον οποίο πήραν, κατά τον Σικελιώτη, το όνομά τους οι Παυλικιανοί; Γνωρίζουμε ότι στο δεύτερο μισό του 3ου αιώνα γεννήθηκε κι έζησε στα Σαμόσατα ένας σημαντικός αιρεσιάρχης: ο Παύλος ο Σαμοσατέας υπήρξε επίσκοπος Αντιοχείας (από το 260) και σύμβουλος της βασίλισσας Ζηνοβίας της Παλμύρας. Γνωρίζουμε, όμως, και το περιεχόμενο της αιρετικής διδασκαλίας του, η οποία δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τον μανιχαϊσμό, αλλά αφορούσε το τριαδικό δόγμα και τη θεϊκή ή όχι φύση του Ιησού: ο Λόγος του Θεού δεν ταυτίζεται με τον Χριστό, που είναι άνθρωπος τον οποίο ενοίκησε η δύναμη του Λόγου. Ο Σαμοσατέας, μεγάλη «μορφή» της εποχής, κήρυττε εκτός των άλλων μια παράδοξη ερμηνεία της Αγίας Τριάδας, θεωρώντας τον εαυτό του ισάξιο του Ιησού (Vaneigem, όπ. π., σελ. 54-55)! Τέλος, ποια ακριβώς πόλη είναι τα Σαμόσατα που μνημονεύει ο ηγούμενος και διπλωμάτης από τη Σικελία; Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για την κατά πολύ γνωστότερη πρωτεύουσα της Κομμαγηνής, αλλά για μια πόλη της Αρμενίας που ίδρυσε ο Οροντίδης Αρμένιος ηγεμόνας Αρσάμης τον 3ο αιώνα (και τα οποία καταγράφονται στις πηγές άλλοτε ως Σαμόσατα της Αρμενίας κι άλλοτε ως Αρσαμόσατα).

Ναός του Αγίου Ιωάννη, Μαστάρα, Αρμενία (5ος-6ος αι.)

Ναός του Αγίου Ιωάννη, Μαστάρα, Αρμενία (5ος-6ος αι.)

β.   Η εξήγηση του ονόματος: Η ιστορία του Πέτρου του Σικελιώτη για τη συγκεκριμένη οικογένεια Μανιχαίων, της οποίας η ύπαρξη δεν τεκμηριώνεται από κανένα στοιχείο, αποτελεί μάλλον κάποιο μύθο που πιθανότερο είναι να τον άκουσε ή να τον διάβασε στην Κωνσταντινούπολη παρά στην Τεφρική. Άλλη είναι, συνεπώς, η εξήγηση της ονομασίας της σέκτας. Η αρμενική λέξη «Παϋλικιάνκ» (Պաւղիկեաններ), που αποδόθηκε στα ελληνικά με τον όρο «Παυλικιανοί» έχει μειωτική σημασία: δηλώνει τους οπαδούς κάποιου Παύλου που χαρακτηρίζεται ασήμαντος και φαύλος. Άρα, δεν μπορεί να είναι ο απόστολος. Κατά την κρατούσα γνώμη (Λεμέρλ, όπ. π., σελ. 52) πρέπει να πρόκειται για τον θρησκευτικό και πολιτικό ηγέτη ο οποίος, σε περίοδο διωγμών, οδήγησε του Παυλικιανούς πίσω στα εδάφη της Αρμενίας και αναδιοργάνωσε την Εκκλησία τους (τέλη 7ου – αρχές του 8ου αιώνα). Ωστόσο, θα ήταν άστοχο να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο οι ίδιοι να ονόμαζαν τους εαυτούς τους με τρόπο που να παραπέμπει στον απόστολο Παύλο (οπότε οι Αρμένιοι χριστιανοί απλώς προσπάθησαν να γελοιοποιήσουν τον αυτοπροσδιορισμό των Παυλικιανών). Άλλωστε, ακριβώς όπως και ο Μάνης και οι πιστοί του, οι Παυλικιανοί απέδιδαν τεράστια σημασία στη διδασκαλία του αποστόλου από την Ταρσό. Όπως θα δούμε και στη συνέχεια, οι αρχηγοί τους έπαιρναν ονόματα μαθητών του Παύλου κι έδιναν στις Εκκλησίες τους τα ονόματα αυτών που είχε ιδρύσει ο απόστολος.

γ.   Η αληθινή ιστορία: τα γεγονότα που σηματοδότησαν τη γέννηση του κινήματος τα διηγήθηκαν στον Σικελιώτη οι ίδιοι οι Παυλικιανοί. Θεωρούσαν ιδρυτή της Εκκλησίας τους τον Κωνσταντίνο τον εκ Μανάναλης.

«Εν ταις ημέραις Κωνσταντίνου του βασιλέως, του έγγονος Ηρακλείου, γεγονέ τις Αρμένιος, ονόματι Κωνσταντίνος, εν τω Σαμοσάτω της Αρμενίας, εν κώμη Μανανάλει λεγομένη, ήτις κώμη και μέχρι του νυν Μανιχαίους εκτρέφει» (Πέτρου Σικελιώτου «Ιστορία», 94).

Ο αυτοκράτορας που αναφέρει ο Σικελιώτης ήταν ο Κώνστας Β΄ (642-668). Όσο για τον «αιρεσιάρχη» Κωνσταντίνο, σύμφωνα με την ιστορία που διηγήθηκαν οι πιστοί του δύο αιώνες αργότερα, φιλοξένησε κάποτε ένα διάκονο που επέστρεφε στην πατρίδα του από τη Συρία όπου ήταν αιχμάλωτος των απίστων. Για να ευχαριστήσει τον Κωνσταντίνο, ο διάκονος του έδωσε δύο βιβλία: το πρώτο περιελάμβανε τα τέσσερα ευαγγέλια, ενώ το δεύτερο τις επιστολές του αποστόλου Παύλου. Σε αυτά έμελλε να βασίσει τη μετέπειτα διδασκαλία του ο Κωνσταντίνος. Ο Πέτρος ο Σικελιώτης συμπέρανε αυθαίρετα ότι ο ιδρυτής του παυλικιανισμού ήταν μανιχαίος με επιρροές από τον γνωστικισμό του Βαλεντίνου και του Βασιλείδη που αποφάσισε να κηρύξει αποκλειστικά βάσει των χριστιανικών γραφών για να αποφύγει τους διωγμούς που εξαπολύονταν κατά των μανιχαίων. Το ίδιο το δόγμα των Παυλικιανών εν μέρει επιβεβαιώνει κι εν μέρει διαψεύδει την υπόθεση του Σικελιώτη.

Β.   Το δόγμα των Παυλικιανών

α.   Κύρια γνωρίσματα της πίστης των Παυλικιανών

Ο δυϊσμός των Παυλικιανών είναι απόλυτος. Δέχονταν την ύπαρξη δύο αρχών, εκ των οποίων η μία είναι ο Ουράνιος Θεός και η δεύτερη ο δημιουργός του υλικού κόσμου. Ο Ιησούς ήταν η κεντρική μορφή του δόγματός τους, πλην όμως οι Παυλικιανοί πίστευαν ότι ο Χριστός ήταν καθαρά πνευματική ύπαρξη, χωρίς ανθρώπινη φύση και υπόσταση (αντίθετη, πάντως, άποψη διατυπώνεται στο σύγγραμμα του Φωτίου, κατά τον οποίο οι Παυλικιανοί δέχονταν την ενσάρκωση του Ιησού). Για τον ίδιο λόγο θεωρούσαν αδιανόητη την ύπαρξη θεοτόκου. Η κατηγορηματική άρνησή τους να λατρέψουν την Παναγία σκανδάλιζε τους σύχρονούς τους Βυζαντινούς. Ομοίως αρνούνταν να λατρέψουν τον σταυρό. Διατείνονταν απλώς ότι ο Ιησούς ήταν ο Ζωοποιός Σταυρός, αντίληψη που θυμίζει πολύ τον «ουράνιο φωτεινό σταυρό» των Μανιχαίων. Απέρριπταν συλλήβδην τα μυστήρια, διότι όλα προϋπέθεταν τη χρήση στοιχείων της ύλης. Δεν υπήρχε τίποτε αντίστοιχο της χριστιανικής βάπτισης. Ως θεία κοινωνία εννοούσαν τον Λόγο του Κυρίου. Τέλος, απέρριπταν τη λατρεία των αγίων και των εικόνων. Το γνώρισμα αυτό στάθηκε ευεργετικό για τον παυλικιανισμό όσο βασίλευαν στο Βυζάντιο εικονομάχοι αυτοκράτορες. Έτσι, οι Παυλικιανοί έχαιραν της ευμενούς ουδετερότητας ή, σε κάποιες περιπτώσεις, ακόμη και της διακριτικής υποστήριξης της αυτοκρατορικής εξουσίας η οποία τους αντιμετώπιζε ως ιδιαίτερη εικονομαχική σέκτα.

Ως ιερά βιβλία, οι Παυλικιανοί δέχονταν μόνο τα τέσσερα ευαγγέλια, τις επιστολές του αποστόλου Παύλου και, ενδεχομένως, τις Πράξεις των Αποστόλων. Η Αποκάλυψη του Ιωάννου δεν περιλαμβανόταν μάλλον στον Κανόνα των Ιερών Βιβλίων τους. Οι Παυλικιανοί απέρριπταν κατηγορηματικά τις επιστολές του αποστόλου Πέτρου και, φυσικά, ολόκληρη την Παλαιά Διαθήκη, ως βιβλίο που αφηγείται τη δημιουργία του υλικού κόσμου από την αρχή του Κακού (Λεμέρλ, όπ. π., σελ. 131).

Οι Παυλικιανοί πίστευαν ότι μόνη αληθινή χριστιανική Εκκλησία ήταν η δική τους κι έτσι αρνούνταν να αναγνωρίσουν την ιεραρχία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Επικεφαλής της Εκκλησίας τους βρισκόταν ένας Διδάσκαλος, με πρώτο σε χρονολογική σειρά τον Κωνσταντίνο εκ Μανάναλης. Ο διδάσκαλος περιστοιχιζόταν από τους συνέκδημους, οι οποίοι συγκροτούσαν το ανώτατο συμβούλιο της παυλικιανής Εκκλησίας. Ο όρος παραπέμπει στους μαθητές του αποστόλου Παύλου, οι οποίοι τον συνόδευαν στα ταξίδια του. Δεν φαίνεται να υπήρχε μεταξύ των Παυλικιανών διευρυμένη ομάδα εκκλησιαστικών, όπως οι Εκλεκτοί του μανιχαϊσμού. Απουσίαζε επίσης εντελώς ο ασκητισμός που διέκρινε τους μανιχαίους, αλλά και τα μετέπειτα δυϊστικά δόγματα. Δεν υπήρχαν διατροφικές απαγορεύσεις ούτε νηστείες. Τέλος, δεν υπήρχε διδασκαλία υπέρ της αποχής από την ερωτική πράξη ή απαγόρευση του γάμου. Ακόμη και οι διδάσκαλοι και οι συνέκδημοι νυμφεύονταν κι αποκτούσαν παιδιά.

β. Απευθείας μετάλλαξη προγενέστερου δόγματος ή αυθεντική σύνθεση;

Για τους Βυζαντινούς συγγραφείς που ασχολήθηκαν με το θέμα δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία περί του ότι οι Παυλικιανοί δεν ήταν κάτι άλλο παρά νεομανιχαίοι. Η άποψη επικρατούσε και μεταξύ των σύγχρονων ιστορικών έως τα μέσα του 20ού αιώνα (F. Niel, όπ. π., σελ. 34 επ.). Από την πλευρά τους, οι ιστορικοί των τελευταίων δεκαετιών απορρίπτουν κατηγορηματικά την εξομοίωση αυτή. Η στάση των Βυζαντινών εξηγείται από την παραδοσιακή τάση τους να ταυτίζουν τους νεότερους εχθρούς της αυτοκρατορίας και της ορθοδοξίας με παλαιότερους και από την επιθυμία να αντικρούσουν ευχερέστερα ένα δογματικό αντίπαλο, αφαιρώντας του την όποια νομιμοποίηση θα απέρρεε από την ιδιότητα των Παυλικιανών ως φορέων του χριστιανισμού.

Ένα από τα επιχειρήματα που προβάλλονται προς στήριξη της άποψης που αρνείται τον μανιχαϊκό χαρακτήρα των Παυλικιανών έγκειται στην προθυμία τους να αναθεματίσουν το πρόσωπο και το δόγμα του Μάνη. Το επιχείρημα δεν είναι επαρκές. Η στάση αυτή μπορεί να εξηγηθεί από λόγους στοιχειώδους προφύλαξης: η επίσημη παραδοχή του μανιχαϊκού δόγματος εκ μέρους των Παυλικιανών θα ισοδυναμούσε με τη σχεδόν αυτόματη έναρξη απηνών διωγμών εναντίον τους και την εφαρμογή στην περίπτωσή τους της ιουστινιάνειας νομοθεσίας η οποία προέβλεπε τη θανατική ποινή για τους πιστούς του μανιχαϊσμού. Πολύ πειστικότερο είναι το επιχείρημα ότι από τον παυλικιανισμό φαίνεται να λείπει εντελώς ο συγκρητισμός που χαρακτηρίζει τον μανιχαϊσμό (βλ. Janet & Bernard Hamilton, όπ. π., σελ. 1-3). Ομοίως, απουσιάζει η παραμικρή αναφορά στη διδασκαλία και τα έργα του Μάνη ή στον μύθο του περί Δημιουργίας.

Μια δεύτερη άποψη αναζητεί τις ρίζες των Παυλικιανών στον Γνωστικισμό. Η επιβεβαίωση μιας τέτοιας θεωρίας θα ήταν ακόμη πιο δυσχερής, λαμβάνοντας υπόψη το πλήθος των γνωστικών σχολών και δογμάτων και τις μεταξύ τους διαφορές. Άλλωστε, κατά τον χρόνο εμφάνισης του παυλικιανισμού είναι αμφίβολο αν εξακολουθούσε να υφίσταται κάποια πό τις σέκτες των Γνωστικών, εκτός ίσως από τους Μαρκιωνίτες. Ειδικά ο εξτρεμιστικός δυϊσμός του δόγματος του Μαρκίωνα, που χαρακτηρίζεται από έντονο θρησκευτικό αντισημιτισμό (ο θεός της Παλαιάς Διαθήκης είναι ο δημιουργός του υλικού κόσμου, ενώ ο θεός της Καινής Διαθήκης είναι θεός της αγάπης), δεν μπορεί να ταυτισθεί ευχερώς με το δόγμα των Παυλικιανών (για μια εμπεριστατωμένη ανάλυση βλ. εδώ, κεφ. 5.2.β). Το πιο λογικό είναι, επομένως, να δεχθούμε ότι πιθανώς κάποια γνωστικά ρεύματα να άσκησαν επιρροή στον παυλικιανισμό κατά τη διαμόρφωσή του, πλην όμως η επιρροή αυτή ήταν μάλλον περιορισμένη.

Κάποιοι τέλος υποστηρίζουν ότι δεν είναι αναγκαίο να θεωρήσουμε τον μανιχαϊσμό βασική επιρροή των Παυλικιανών, διότι είναι λογικότερο να υποθέσουμε ότι υιοθέτησαν τον δυϊσμό επηρεασμένοι κατευθείαν από τον ζωροαστρισμό. Άλλωστε, ο ζωροαστρισμός ήταν η επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας των Σασσανιδών που ήλεγχαν μέχρι τα μέσα του 7ου αιώνα μεγάλο μέρος της Αρμενίας (βλ. Janet & Bernard Hamilton, όπ. π., σελ. 8). Εντούτοις, στο θέμα της εξήγησης της προέλευσης του παυλικιανισμού, είναι παρακινδυνευμένο να απορρίπτεται το χρονικά εγγύτερο και να επιλέγεται το απώτερο. Εξάλλου, ο ζωροαστρικός δυϊσμός διαφέρει ουσιωδώς από αυτόν των Παυλικιανών. Ενώ στον ζωροαστρισμό οι δύο αρχές συνυπάρχουν στον υλικό κόσμο και στους ουρανούς, για τους Παυλικιανούς (όπως και νωρίτερα για τους Μανιχαίους και κάποιους από τους Γνωστικούς), ο υλικός κόσμος αποτελεί το βασίλειο του κακού θεού. Και στην περίπτωση αυτή, συνεπώς, είναι φρονιμότερο να θεωρήσουμε τον ζωροαστρισμό μία από τις επιρροές που διαμόρφωσαν τον παυλικιανισμό, αλλά όχι την κύρια.

Όπως προαναφέρθηκε, η σύγχρονη τάση είναι να αναγνωρισθεί ο γνήσια χριστιανικός χαρακτήρας του παυλικιανού δόγματος και η πρωτοτυπία και η αυτοτελής αξία των ιδιαιτεροτήτων του: «δεν ήταν ξένο σώμα στον χριστιανισμό, αλλά αντιφρονούντες που είχαν διαρρήξει τους δεσμούς τους με την Ορθόδοξη Εκκλησία και ερμήνευαν τη χριστιανική πίστη με ιδιαίτερα ριζοσπαστικό τρόπο» (Janet & Bernard Hamilton, όπ. π., σελ. 3). Κι αυτή η άποψη ενέχει κάποια υπερβολή: μοιάζει να αρνείται ακόμη και προφανή στοιχεία για να μην ενισχύσει την προϊσχύσασα άποψη.  

Συμπερασματικά, διαπιστώνονται τα εξής: δεδομένης της δραματικής έλλειψης στοιχείων όσον αφορά τη γένεση του δόγματος και λαμβανομένου υπόψη του αποσπασματικού χαρακτήρα των διαθέσιμων πηγών, δεν είναι δυνατό να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα αν ο παυλικιανισμός αποτελεί απευθείας εξέλιξη του μανιχαϊσμού. Με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία πρέπει μάλλον να θεωρηθεί πολυσυλλεκτικό δόγμα. Μεταξύ, όμως, των στοιχείων που καθόρισαν την ταυτότητά του, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο μανιχαϊσμός κατέχει σημαντική θέση: στην πραγματικότητα, μελετώντας το δόγμα των Παυλικιανών δημιουργείται η εντύπωση ότι υιοθέτησαν σχεδόν αυτούσια την κατά Μάνη ερμηνεία του χριστιανισμού, σταματώντας εκεί και μη λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό συγγραφικό έργο του Μάνη και την εκλεκτική θεώρηση της διδασκαλίας του.

ΙΙ.   Η Ιστορία των Παυλικιανών

Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις περιόδους στην Ιστορία των Παυλικιανών. Μια αρχική περίοδο που περιλαμβάνει την πρώτη φάση εξάπλωσής τους υπό συνθήκες συχνά αντίξοες (Α). Εν συνεχεία, η επικράτηση των εικονομάχων στο Βυζάντιο εξασφαλίζει στους Παυλικιανούς την ανοχή της εξουσίας (Β). Τέλος, μετά την οριστική επικράτηση των εικονολατρών, οι Παυλικιανοί αναγκάζονται, για να επιβιώσουν, να μετασχηματισθούν σε στρατιωτική δύναμη η οποία αντιπαρατίθεται ανοιχτά με το βυζαντινό κράτος (Γ).  

Η Μ. Ασία στα μέσα περ. του 9ου αι.

Η Μ. Ασία στα μέσα περ. του 9ου αι.

 

Α.   Πρώτη περίοδος: γέννηση και αρχική εξάπλωση εν μέσω αντιξοοτήτων

Όταν πια ο Κωνσταντίνος Μανάναλης διαμόρφωσε οριστικά το δόγμα που επρόκειτο να διδάξει εγκατέλειψε τη γενέτερά του κι εγκαταστάθηκε δυτικότερα στην Κίβοσσα, κοντά στην Κολωνεία του Πόντου. Το γεγονός τοποθετείται χρονικά γύρω στα 655, εποχή κατά την οποία οι Βυζαντινοί είχαν ανακτήσει τη δυτική Αρμενία (Λεμέρλ, όπ. π., σελ. 84). Άλλαξε το όνομά του σε Σιλουανός (μαθητής του αποστόλου Παύλου που είχε κηρύξει τον λόγο του Χριστού στη Μακεδονία) και για σχεδόν τριάντα χρόνια δίδαξε στην ευρύτερη περιοχή και προσηλύτισε αρκετούς, μέχρι που κάποιος Συμεών τον κατήγγειλε στις αυτοκρατορικές αρχές ως Μανιχαίο. Ο Κωνσταντίνος/ Σιλουανός δικάστηκε και εκτελέστηκε.

Ιωάννης του Οτζούν, Καθολικός της Εκκλησίας της Αρμενίας κατά τον 8ο αι. (πίνακας του 18ου αι.)

Ιωάννης του Οτζούν, Καθολικός της Εκκλησίας της Αρμενίας κατά τον 8ο αι. (πίνακας του 18ου αι.)

Τότε, όμως, συνέβη κάτι πολύ παράξενο: ο Συμεών, που είχε καταδώσει τον Κωνσταντίνο, φαίνεται πως εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από την πίστη του ηγέτη των Παυλικιανών που επέστρεψε στην Κίβοσσα, ασπάσθηκε τον παυλικιανισμό κι ανακηρύχθηκε διδάσκαλος αλλάζοντας το κοσμικό του όνομα σε Τίτος. Ο Συμεών/ Τίτος παρέμεινε διδάσκαλος επί τριετία. Τότε συγκρούστηκε μαζί του ο Ιούστος, θετός γιος του Κωνσταντίνου, ο οποίος ήρθε σε συνενόηση με τον τοπικό επίσκοπο, υποσχόμενος να ασπαστεί την ορθόδοξη πίστη, και μαζί κατήγγειλαν τον Συμεών στον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β΄. Δεδομένου ότι ο Συμεών ήταν πρωτύτερα αυτοκρατορικός αξιωματούχος, η μεταστροφή του αποτελούσε έγκλημα καθοσιώσεως: μοιραία καταδικάστηκε και κάηκε στην πυρά μαζί με αρκετούς από τους πιστούς του (688).

Στο χρονικό σημείο εκείνο ο παυλικιανισμός κατά πάσα πιθανότητα θα έσβηνε, αν δεν βρισκόταν κάποιος πιστός, ο Παύλος ο Αρμένιος (πρόκειται για το πρόσωπο στο οποίο, κατά την πλειονότητα των σύγχρονων ιστορικών, οφείλεται η ονομασία «Παυλικιανοί»), που μαζί με τους δυο γιους του, τον Γενέσιο (Γεγνέσιο κατά τον Πέτρο Σικελιώτη) και τον Θεόδωρο, ανέλαβε την ηγεσία κι οδήγησε τους εναπομείναντες Παυλικιανούς στην Επίσπαρη, επανιδρύοντας ουσιαστικά την κοινότητα. Ο Παύλος πρέπει να ηγήθηκε της ομάδας μέχρι το 718. Στα χρόνια αυτά, ο παυλικιανισμός διαδόθηκε τόσο στα ανατολικά εδάφη του Βυζαντίου όσο και στην καθαυτό Αρμενία. Δύο τουλάχιστον Καθολικοί της Εκκλησίας της Αρμενίας αναθεμάτισαν τη σέκτα: ο Ηλίας (703-717) και ο διάδοχός του, ο Ιωάννης του Οτζούν (κατά τη σύνοδο του Ντβιν, 719).  

Β.   Δεύτερη περίοδος: η επιβίωση υπό την ευμενή ουδετερότητα των εικονομάχων

α.   Η εποχή του Τιμοθέου. Μετά τον θάνατο του Παύλου, διδάσκαλος εκλέχθηκε ο γιος του ο Γενέσιος, ο οποίος πήρε το όνομα Τιμόθεος και παρέμεινε επικεφαλής της κοινότητας για 30 χρόνια (718-748). Την εποχή εκείνη το Βυζάντιο συνταράσσεται από τη διαμάχη εικονολατρών και εικονομάχων. Η επικράτηση των δεύτερων, κατά τα χρόνια της βασιλείας του Λέοντος Γ΄ του Ισαύρου (717-741), ιδίως δε μετά το 730 και την έκδοση του διατάγματος περί καταστροφής των εικόνων, θα δημιουργήσει ευνοϊκές συνθήκες για την επιβίωση και τη διάδοση του παυλικιανισμού. Το σαφέστερο εξωτερικό γνώρισμα των Παυλικιανών είναι η απόρριψη της λατρείας των εικόνων, στοιχείο που καθιστά δυνατή την προσέγγιση με τις αντιλήψεις των εικονομάχων, εμφανίζοντας τους πρώτους ως δυνητικούς συμμάχους των δεύτερων.

Χρυσός σόλιδος του Λέοντος Γ΄

Χρυσός σόλιδος του Λέοντος Γ΄

Ενδεικτική της τάσης αυτής είναι κι η υπόθεση που μνημονεύει ο Σικελιώτης («Ιστορία», 114 επ.). Καθώς υπήρχαν καταγγελίες που εμφάνιζαν τον Τιμόθεο ως αιρετικό, ο αυτοκράτορας Λέων κάλεσε τον διδάσκαλο των Παυλικιανών στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να εξεταστεί η ορθοδοξία της πίστης του από τον πατριάρχη. Η μεταχείριση αυτή μπορεί να εξηγηθεί από το ενδεχόμενο ο αυτοκράτορας και οι σύμβουλοί του να έκριναν ότι ίσως ο Τιμόθεος να ήταν απλώς εικονομάχος που δεχόταν επιθέσεις από τους εικονολάτρες της περιοχής του (Janet & Bernard Hamilton, όπ. π., σελ. 15-16). Σε κάθε περίπτωση, ο διδάσκαλος των Παυλικιανών μετέβη στη Βασιλεύουσα και πέρασε επιτυχώς τη δοκιμασία! Αυτό οφειλόταν στην ικανότητα του Τιμόθεου να ερμηνεύει αλληγορικά τα στοιχεία της ορθόδοξης πίστης που αποτέλεσαν αντικείμενο της εξέτασης, προσαρμόζοντάς τα στο δόγμα των Παυλικιανών: έτσι αντιλαμβανόταν την Παναγία ως Επουράνια Ιερουσαλήμ, τη βάπτιση ως λόγο του Κυρίου, ο οποίος επισήμαινε ότι «Εγώ ειμί το ύδωρ το ζων», τη μετάληψη ως τη διδασκαλία του Ιησού κ.ο.κ.

«Ως είδεν αυτόν ο Πατριάρχης, λέγει αυτώ· “διά τί ηρνήσω την ορθόδοξον πίστιν;” ο δε λέγει ανάθεμα τον αρνησάμενον την ορθόδοξον πίστιν· έλεγε δε ορθόδοξον πίστιν την οικείαν αίρεσιν» («Ιστορία», 115).

Θα ήταν, βεβαίως, αφελές να δεχθούμε ότι η αθώωση του Τιμοθέου (τον οποίο ο Σικελιώτης αποκαλεί με πρόθεση να τον μειώσει «Θυμόθεο») οφειλόταν αποκλειστικά στην πανουργία του. Εάν ο αυτοκράτορας (και, κατά συνέπεια, ο πατριάρχης) είχε την πρόθεση να διενεργηθεί στοιχειώδης έρευνα, η αίρεση του Παυλικιανού ηγέτη θα αποκαλυπτόταν πολύ γρήγορα. Στην πραγματικότητα, ο Λέων δεν είχε τη διάθεση να καταδικάσει ένα δυνάμει σύμμαχο κατά των εικονολατρών. Για αυτόν τον λόγο ο Τιμόθεος αθωώθηκε πανηγυρικά και επέστρεψε στην Επίσπαρη εφοδιασμένος με βασιλικό σιγίλλιο, ώστε κανείς να μην τον ενοχλήσει στο ταξίδι του.

Οι συνθήκες αυτές ευνοήσαν την περαιτέρω διάδοση του παυλικιανισμού. Ο ίδιος ο Τιμόθεος μετέφερε κάποια στιγμή την έδρα της κοινότητας στη Μανάναλη όπου και ίδρυσε την «Εκκλησία της Αχαΐας» (η μετακίνηση αυτή πρέπει να οφειλόταν σε λόγους ασφάλειας και να τοποθετείται στο διάστημα μετά τον θάνατο του Λέοντος, όταν είχε σφετεριστεί την εξουσία ο Αρτάβασδος, στρατηγός του Θέματος Αρμενιακών, ο οποίος ήταν μεν Αρμένιος στην καταγωγή πλην όμως εκονολάτρης). Όταν ο Τιμόθεος πέθανε το 748, η εξάπλωση του δόγματός του βρισκόταν πιθανώς στο απόγειο.

β.   Μεταξύ Αρμενίας και Βυζαντίου. Η συνέχεια της ιστορίας της κοινότητας φαίνεται να καθορίζεται από τα μεγάλα γεγονότα που συγκλονίζουν τις δύο αυτοκρατορίες της εποχής. Στα μέσα του 8ου αιώνα, η εξουσία αλλάζει χέρια στο χαλιφάτο, περνώντας στη δυναστεία των Αββασιδών. Το γεγονός προκαλεί αναταραχή με συνέπεια να ατονήσει ο έλεγχος στις μεθοριακές περιοχές του Ισλάμ: αυτό επιτρέπει αφενός μεν την πρόσκαιρη ανεξαρτητοποίηση της Αρμενίας, αφετέρου δε την εισβολή των δυνάμεων του Βυζαντίου στα εδάφη αυτά. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε΄ φτάνει μέχρι τη Θεοδοσιούπολη (751). Επιστρέφοντας παίρνει μαζί του όσους χριστιανούς επιθυμούσαν να εγκατασταθούν στα εδάφη του Βυζαντίου. Ανάμεσά τους είναι κι αρκετοί Παυλικιανοί, τους οποίους οι αυτοκρατορικές αρχές στέλνουν στη Θράκη για να ενισχυθεί ο πληθυσμός περιοχών που είχαν πληγεί από τη μεγάλη επιδημία πανώλης του 748.

Γύρω στα 770, οι Αββασίδες αποκαθιστούν τον έλεγχο του Ισλάμ στο μεγαλύτερο μέρος της Αρμενίας. Οι συνθήκες γίνονται πιο δύσκολες για τους Παυλικιανούς, η κοινότητα των οποίων ταλαιπωρείται από σχίσμα: μετά τον θάνατο του Τιμοθέου ο θώκος του διδασκάλου έχει δύο διεκδικητές, τον φυσικό γιο του Τιμοθέου, τον Ζαχαρία, και τον θετό, τον Ιωσήφ. Και οι δύο αρχηγοί, πάντως, συμφωνούν ότι η παυλικιανή κοινότητα πρέπει να επιστρέψει στα εδάφη που ελέγχονται από το Βυζάντιο (772). Ο Ζαχαρίας θα αποτύχει στην προσπάθειά του να ξεφύγει και τα ίχνη του θα χαθούν. Αντιθέτως, ο Ιωσήφ θα κατορθώσει να ξεφύγει από τις συνοριακές περιπόλους των Αράβων και θα εγκατασταθεί με τους πιστούς του στην παλαιά έδρα των Παυλικιανών, την Επίσπαρη. Αδιαφιλονίκητος πλέον διδάσκαλος, θα αλλάξει το όνομά του σε Επαφρόδιτος. Για λόγους προφύλαξης, θα μετακινηθεί αργότερα εκ νέου και θα εγκατασταθεί δυτικότερα, στην Αντιόχεια της Πισιδίας, όπου θα ιδρύσει την «Εκκλησία των Φιλίππων».

Διάδοχος του Ιωσήφ/ Επαφρόδιτου υπήρξε ο Αρμένιος Βαάνης, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως συνέκδημός του στην Αντιόχεια. Λίγο πριν το έτος 800, η εξουσία του αμφισβητήθηκε από τον Σέργιο, έναν Έλληνα ορθόδοξο από τη Γαλατία για τον οποίο έλεγαν ότι τον είχε προσηλυτίσει η Παυλικιανή ερωμένη του. Φαίνεται πως οι περισσότεροι Παυλικιανοί υποστήριξαν τον Σέργιο, ο οποίος εξελέγη διδάσκαλος με το όνομα Τυχικός. Η άνοδός του συμπίπτει χρονικά με τη βασιλεία της Ειρήνης της Αθηναίας, η οποία αποκατέστησε (προσωρινά) τη λατρεία των εικόνων. Η δυσμενής μεταβολή των πολιτικών συνθηκών στην αυτοκρατορία, υποχρέωσε τον Σέργιο/ Τυχικό να μετακινηθεί προς τα ανατολικά, μεταφέροντας την έδρα του στο Κυνοχώριο της Νεοκαισάρειας.

γ.   Το τέλος της ευνοϊκής συγκυρίας. Η επιδείνωση ήταν, όμως, οριστική, παρά την επάνοδο των εικονομάχων στην εξουσία. Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικηφόρος (806-815) ήταν βέβαιος για την αιρετική φύση της πίστης των Παυλικιανών, τους οποίους θεωρούσε επιπροσθέτως και επικίνδυνους από πολιτική άποψη: κατόρθωσε να πείσει τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Α΄ Ραγκαβέ (811-813) να κηρύξει τους Παυλικιανούς αιρετικούς που πρέπει να τιμωρούνται με θάνατο. Η νομοθεσία αυτή δεν άλλαξε στα χρόνια του εικονομάχου αυτοκράτορα Λέοντα Ε΄, ο οποίος ως Αρμένιος στην καταγωγή μάλλον γνώριζε καλά τον αιρετικό χαρακτήρα του παυλικιανισμού. Εν μέσω διωγμών και ταραχών, οι Παυλικιανοί αναγκάζονται να βρουν καταφύγιο στα εδάφη του μουσουλμάνου εμίρη της Μελιτηνής, στην Αργκαούν. Εκεί θα εγκατασταθεί και ο διδάσκαλος Σέργιος/ Τυχικός έως το 834-835, οπότε και δολοφονήθηκε από κάποιον φανατικό ορθόδοξο.

Το 842 πεθαίνει ο αυτοκράτορας Θεόφιλος και την αντιβασιλεία αναλαμβάνει η χήρα του, η Θεοδώρα, μέχρι την ενηλικίωση του γιου τους, του μετέπειτα Μιχαήλ Γ΄. Η Θεοδώρα είναι φανατική εικονολάτρισσα: το 843 συγκαλεί σύνοδο στην οποία αποφασίζεται η αποκατάσταση της λατρείας των εικόνων. Η αυτοκράτειρα και ο πατριάρχης Μεθόδιος Α΄ αποφασίζουν να ξεριζώσουν όλες τις αιρέσεις από την επικράτεια της αυτοκρατορίας. Οι Παυλικιανοί αποτελούν τον κύριο στόχο της εκστρατείας. Οι διωγμοί είναι ανηλεείς. Χιλιάδες άνθρωποι εκτελούνται (με κάποια δόση υπερβολής γίνεται λόγος για 100.000 νεκρούς).

Ανάμεσα στα θύματα του μεγάλου διωγμού είναι κι ο πατέρας του Καρβέα, ενός αξιωματούχου που υπηρετεί ως πρωτομανδάτορας στο επιτελείο του στρατηγού του Θέματος Ανατολικών. Ο Καρβέας στασιάζει, συγκεντρώνει κάποιες χιλιάδες πιστούς Παυλικιανούς και καταφεύγει στην Αργκαούν προσφέροντας τις στρατιωτικές υπηρεσίες του στον εμίρη της Μελιτηνής (844).   

Γ.   Τρίτη περίοδος: το στρατιωτικό κράτος των Παυλικιανών

α.   Η ηγεσία του Καρβέα. Αναγκασμένοι να πολεμήσουν για να επιβιώσουν και υπό τη χαρισματική ηγεσία του Καρβέα, οι Παυλικιανοί συγκροτούν ένα σχεδόν ανεξάρτητο στρατιωτικό κράτος στην περιοχή του Ευφράτη, στα σύνορα Βυζαντίου και Ισλάμ. Προσπαθούν να πλήξουν το Βυζάντιο με κάθε τρόπο, με οργανωμένες επιδρομές ή ανταρτοπόλεμο. Το 844 οι Παυλικιανοί της Κολωνείας κατορθώνουν να απαγάγουν τον στρατηγό του Θέματος Αρμενιακών και να τον στείλουν στον Καρβέα στην Αργκαούν. Κάποια στιγμή μετά το 850, ο Καρβέας μεταφέρει την έδρα των Παυλικιανών στο φρούριο της Τεφρικής, κοντά στη Σεβάστεια, προκειμένου να ανεξαρτητοποιηθεί από τον ενοχλητικό έλεγχο του εμίρη της Μελιτηνής. Στην Τεφρική εγκαθίστανται πολλοί από τους διωκόμενους Παυλικιανούς του Βυζαντίου. Ο Καρβέας είναι ο αδιαφιλονίκητος στρατιωτικός ηγέτης, ενώ τη θρησκευτική εξουσία την ασκούν ο Βασίλειος κι ο Ζώσιμος, δύο από τους συνέκδημους του τελευταίου διδασκάλου, του Σεργίου.

Άποψη της Τεφρικής/ Divriği

Άποψη της Τεφρικής/ Divriği

Από κοινού με τις δυνάμεις του Ισλάμ, ο Καρβέας επιτίθεται διαρκώς στα εδάφη του Βυζαντίου. Το 860 μαζί με τον εμίρη Ομάρ Αλ Ακτά της Μελιτηνής εισχωρεί στη Μικρά Ασία λεηλατώντας και καταστρέφοντας, για να επιστρέψει στη βάση του με πλούσια λάφυρα. Το καλοκαίρι του 863 οι σύμμαχοι θέτουν σε εφαρμογή ένα ακόμη πιο φιλόδοξο σχέδιο. Υποστηριζόμενοι από τον στρατηγό των Αββασιδών Τζαφάρ ιμπν Ντινάρ Αλ Χαγιάτ και τον Αλί, εμίρη της Ταρσού, περνούν τις Κιλικίες Πύλες και εισβάλλουν στην Καππαδοκία. Οι δυνάμεις Αράβων και Παυλικιανών θα συναντήσουν τον στρατό του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ κοντά στη Μαλακοπέα, βορείως της Ναζιανζού. Η μάχη δεν θα αναδείξει νικητή. Παρά τις σοβαρές απώλειες, όμως, η στρατιά του Ομάρ και του Καρβέα θα συνεχίσει την εκστρατεία της κινούμενη προς τα βόρεια. Διασχίζοντας το Θέμα Αρμενιακών θα φτάσει ως τις ακτές του Ευξείνου Πόντου και θα καταλάβει και θα λεηλατήσει την Αμισό.

«αὖθις ἐκστρατεύσας ὁ Ἄμερ σύν τεσσαράκοντα χιλιάσι στρατοῦ ὁμοῦ μέν τήν Ἀρμενιακήν ὁμοῦ δέ καί τήν πρός θάλασσαν Ἀμισόν ἐξεπόρθει τε καί κατεδουλαγώγει τῇ τοῦ κωλύοντος ἐρημίᾳ»  (Συνεχιστής της Χρονογραφίας του Θεοφάνους του Ομολογητού «Οι μετά Θεοφάνην», Δ΄, 25).

Μια τέτοια προσβολή δεν μπορούσε να μείνει δίχως απάντηση. Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ διέταξε αμέσως να συγκροτηθούν τρεις στρατιές: η «βόρεια», περιελάμβανε τις στρατιωτικές δυνάμεις των θεμάτων Αρμενιακών, Κολωνείας, Παφλαγονίας και Βουκελλαρίων, η «νότια», αποτελούμενη από τον στρατό των θεμάτων Ανατολικών, Οψικίου και Καππαδοκίας, και η «δυτική» καθοδηγούμενη από τον Δομέστιχο των Σχολών Πετρωνά, η οποία απαρτιζόταν από τις δυνάμεις των θεμάτων Θράκης, Θρακησίων και Μακεδονίας, καθώς και από τα αυτοκρατορικά τάγματα της Βασιλεύουσας. Οι δυνάμεις αυτές κατάφεραν να συναντηθούν στις 2 Σεπτεμβρίου 863 στον Πόσωνα, κοντά στις ακτές του ποταμού Λαλακάοντα (πιθανώς παραπόταμου του Άλυ), περικυκλώνοντας τις υποδεέστερες δυνάμεις του Ομάρ και του Καρβέα. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, οι Βυζαντινοί επιτέθηκαν και κατέλαβαν ένα ύψωμα από το οποίο μπορούσαν να ελέγξουν τη μοναδική οδό διαφυγής που διέθεταν οι αντίπαλοί τους. Την επομένη, ο Ομάρ επιχείρησε να τα παίξει όλα για όλα κι επιτέθηκε στις δυνάμεις του Πετρωνά προσπαθώντας να τις διασπάσει. Το κέντρο του βυζαντινού στρατού αντιστάθηκε με επιτυχία, ενώ οι δύο πτέρυγές του περικύκλωσαν τους Άραβες και τους Παυλικιανούς, οι οποίοι συνετρίβησαν. Στο πεδίο της μάχης έπεσε νεκρός ο εμίρης Ομάρ και (πιθανότατα) ο ίδιος ο Καρβέας. Η Μάχη του Λαλακάοντος ήταν καθοριστική, καθώς σηματοδοτεί την οριστική εξουδετέρωση της αραβικής απειλής. Τη σπουδαιότητά της απηχούν, άλλωστε, και πολλά από τα ακριτικά έπη (ιδίως το Άσμα του Αρμούρη).

Η Μάχη του Λαλακάοντος (από το Χρονικόν του Ι. Σκυλίτση)

Η Μάχη του Λαλακάοντος (από το Χρονικόν του Ι. Σκυλίτση)

β.   Από τον Λαλακάοντα στον Βαθυρύακα. Ωστόσο, η απειλή των Παυλικιανών εξακολουθούσε να υφίσταται. Πρέπει, βεβαίως, να επισημανθεί ότι το Βυζάντιο δεν κατόρθωσε να εκμεταλλευτεί όπως θα έπρεπε και θα μπορούσε τον στρατιωτικό θρίαμβό του διότι εκτός των άλλων η αυτοκρατορική εξουσία άλλαξε χέρια. Το 867 ο Μιχαήλ δολοφονήθηκε από τον έμπιστο φίλο του (και πρώην παρακοιμώμενό του) Βασίλειο, τον ιδρυτή της λεγόμενης Μακεδονικής Δυναστείας (ο Βασίλειος ήταν στην πραγματικότητα αρμενικής καταγωγής). Η δυναστική μεταβολή καθυστέρησε μοιραία την υλοποίηση των όποιων στρατιωτικών σχεδίων.

Πίσω στην Τεφρική, τον Καρβέα διαδέχτηκε ο ανεψιός και γαμπρός του, ο Χρυσόχειρ. Ο νέος ηγέτης των Παυλικιανών θα αποδεικνυόταν αντάξιος του προκατόχου του σε στρατιωτική ικανότητα. Τη χρονιά της ανόδου του Βασιλείου στον αυτοκρατορικό θρόνο, οργάνωσε μια μεγάλη επιδρομή φτάνοντας ως τις ακτές του Αιγαίου. Λεηλατήθηκαν η Έφεσσος, αλλά και η Νικομήδεια και η Νίκαια. Οι Παυλικιανοί βρισκόταν μια ανάσα από τη Βασιλεύουσα.

Βασίλειος Α΄ έφιππος (Χρονικόν Ι. Σκυλίτση)

Βασίλειος Α΄ έφιππος (Χρονικόν Ι. Σκυλίτση)

Ο Βασίλειος θα πρέπει να συνειδητοποίησε ότι η υπόθεση των Παυλικιανών δεν ήταν καθόλου απλή. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να εντάξουμε και την προσπάθεια διπλωματικής προσέγγισης (869-870) με την αποστολή, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Πέτρος ο Σικελιώτης. Τα αποτελέσματα της διαπραγμάτευσης δεν ήταν ίσως εντυπωσιακά (ανταλλαγή αιχμαλώτων), αλλά μπορούμε ευλόγως να υποθέσουμε ότι σε επίπεδο συλλογής πληροφοριών η παραμονή του ηγουμένου από τη Σικελία πρέπει να αποδείχτηκε πολύτιμη.

Την άνοιξη του 871, ο ίδιος ο αυτοκράτορας τέθηκε επικεφαλής εκστρατευτικού σώματος κι επιχείρησε να καταλύσει την ηγεμονία της Τεφρικής. Ηττήθηκε κατά κράτος κι επέστρεψε κακήν κακώς στην Κωνσταντινούπολη. Η επιτυχία αυτή των Παυλικιανών εδραίωσε τη βεβαιότητά τους ότι μπορούσαν να αντιμετωπίσουν επιτυχώς τις δυνάμεις του Βυζαντίου. Την επόμενη χρονιά, ο Χρυσόχειρ ξεκίνησε νέα σειρά επιδρομών, εισχωρώντας στα εδάφη της Γαλατίας και φτάνοντας μέχρι την Άγκυρα. Εξοργισμένος ο Βασίλειος έστειλε εναντίον των Παυλικιανών μεγάλο στράτευμα με επικεφαλής τον τότε Δομέστιχο των Σχολών, Χριστόφορο. Ο Χρυσόχειρ απέφυγε να συγκρουσθεί με τον εχθρό και υποχώρησε προς την Τεφρική. Στρατοπέδευσε αρχικά στις Αγρανές, ενώ οι Βυζαντινοί βρίσκονταν αρκετά κοντά του, στο Σίβορο. Στη συνέχεια κινήθηκε προς το πέρασμα που ονομαζόταν Βαθυρύαξ, δυτικά της Σεβάστειας. Ο Χριστόφορος έστειλε τότε ως εμπροσθοφυλακή τους στρατηγούς των θεμάτων Αρμενιακών και Χαρσιανών, με αποστολή να ανιχνεύσουν τις προθέσεις του εχθρού. Η εμπροσθοφυλακή αυτή κατόρθωσε να καταλάβει ένα δασωμένο λόφο απ’ όπου μπορούσε να κατοπτεύει το σημείο που είχαν στρατοπεδεύσει οι Παυλικιανοί. Αντιλαμβανόμενοι την ευνοϊκή θέση και συγκυρία, οι δύο στρατηγοί αποφάσισαν να αψηφήσουν τις διαταγές του Χριστόφορου και να επιτεθούν κατά τη διάρκεια της νύχτας. Η επίθεσή τους αιφνιδίασε τόσο πολύ τους Παυλικιανούς και τους προκάλεσε τέτοιο πανικό που τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Ταυτόχρονα έφτασε και το κυρίως σώμα του βυζαντινού στρατού υπό τον Χριστόφορο, μετατρέποντας την καταδίωξη σε σφαγή. Μεταξύ των θυμάτων της Μάχης του Βαθυρύακος ήταν κι ο ίδιος ο Χρυσόχειρ, ο οποίος συνελήφθη κι εκτελέστηκε. Το κεφάλι του στάλθηκε ως δώρο στον αυτοκράτορα Βασίλειο.

Χρυσός σόλιδος του Βασιλείου Α΄

Χρυσός σόλιδος του Βασιλείου Α΄

Ο Βαθυρύαξ σηματοδοτεί το ουσιαστικό τέλος της στρατιωτικής δύναμης των Παυλικιανών. Τη νίκη ακολούθησε κι η κατάληψη της πρωτεύουσας Τεφρικής. Λόγω της ασάφειας των βυζαντινών πηγών υπάρχει διχογνωμία ως προς τη χρονολόγηση των γεγονότων του τέλους των Παυλικιανών, Ορισμένοι τοποθετούν τη μάχη και την κατάκτηση της Τεφρικής την ίδια χρονιά, δηλαδή το 878 (Nina G. Garsoïan, «The Paulician Heresy: A Study of the Origin and Development of Paulicianism in Armenia and the Eastern Provinces of the Byzantine Empire», Mouton, Χάγη, 1967, σελ. 128). Η κρατούσα γνώμη, όμως, είναι αυτή του Πωλ Λεμέρλ: η Μάχη του Βαθυρύακος δόθηκε το 872, αλλά η οχυρή πρωτεύουσα των Παυλικιανών καταλήφθηκε μερικά χρόνια αργότερα. Συγκεκριμένα, η Τεφρική παραδόθηκε στους Βυζαντινούς το 878, επειδή εκτός των άλλων τα τείχη κι οι οχυρώσεις της είχαν υποστεί εκτεταμένες ζημιές από σεισμό (Λεμέρλ όπ. π., σελ. 104-108).

γ.   Επίλογος: η επιβίωση του παυλικιανισμού μετά την πτώση της Τεφρικής. Μετά την κατάληψη της Τεφρικής, οι Βυζαντινοί ενήργησαν με εξαιρετικά οξύ πολιτικό ρεαλισμό. Δεν προέβησαν σε διωγμούς, αλλά αντίθεται στρατολόγησαν πολλούς από τους μέχρι πρότινος αντιπάλους τους στις αυτοκρατορικές δυνάμεις. Η αυτοκρατορία, άλλωστε, είχε πολλά μέτωπα ανοιχτά για να μην ενδιαφερθεί για αυτούς τους αποδεδειγμένα επίλεκτους πολεμιστές. Συναντούμε έτσι στρατιωτικά σώματα Παυλικιανών να μάχονται για λογαριασμό του Βυζαντίου σε διάφορες εκστρατείες: το 885 στην Απουλία υπό τον Νικηφόρο Φωκά τον πρεσβύτερο, το 1038-1041 υπό τον Γεώργιο Μανιάκη στη Σικελία κατά των Αράβων και μετέπειτα στην ηπειρωτική νότια Ιταλία κατά των Νορμανδών. Το 1081 ο Αλέξιος Κομνηνός στρατολογεί περίπου 3.000 Παυλικιανούς για να αποκρούσουν τη νορμανδική επίθεση στο Δυρράχιο.

Παράλληλα, κοινότητες Παυλικιανών μεταφέρονται κατόπιν αυτοκρατορικών διαταγών σε διάφορες περιοχές του Βυζαντίου, για λόγους τόσο δημογραφικούς όσο και πολιτικούς (ορισμένοι πιστεύουν ότι οι Παυλικιανοί θα είναι λιγότερο επικίνδυνοι μακριά από το φυσικό τους περιβάλλον): προς τα τέλη του 10ου αιώνα, μεγάλος αριθμός Παυλικιανών εγκαθίσταται στην Φιλιππούπολη. Βεβαίως, πολλοί εξακολούθησαν να δυσπιστούν για την αξιοπιστία των Παυλικιανών. Το σύνηθες μέσο ήταν η άσκηση πίεσης ώστε να ασπαστούν την ορθοδοξία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της τάσης αυτής είναι η προσπάθεια του Αλέξιου Α’ Κομνηνού να προσηλυτίσει τους Παυλικιανούς της Φιλιππούπολης (με σχετική μόνο επιτυχία).

Στην καθαυτό Αρμενία, οι Παυλικιανοί επιβίωσαν κατά τα φαινόμενα μέσω της σέκτας των Τονδρακιανών (Թոնդրակեաններ). Οι Τονδρακιανοί εμφανίστηκαν περί τα μέσα του 10ου αιώνα. Από θεολογικής άποψης, σχεδόν ταυτίζονταν με τους Παυλικιανούς: δεν λάτρευαν τον σταυρό, αρνούνταν το σύνολο των μυστηρίων, δεν αναγνώριζαν την ιεραρχία της Εκκλησίας της Αρμενίας. Η ιδιαιτερότητά τους έγκειται στο ότι συνδύαζαν τον δυϊσμό με κοινωνικά αιτήματα: υποστήριξαν τις εξεγέρσεις των Αρμένιων αγροτών και αρνούνταν την εξουσία τόσο της Εκκλησίας όσο και των αρχόντων-γαιοκτημόνων. Η δράση τους συνεχίστηκε μέχρι τα μέσα του 11ου αιώνα, όταν κι εξαφανίστηκαν υπό την πίεση εξωτερικών δυνάμεων (του Βυζαντίου που ανέκτησε πρόσκαιρα την Αρμενία και στη συνέχεια των Τούρκων).

Όσον αφορά τα εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, παρά τις αντιξοότητες, φαίνεται πως διάσπαρτες κοινότητες Παυλικιανών κατόρθωσαν να επιβιώσουν για πολλούς αιώνες μετά την πτώση της Τεφρικής. Οι Φράγκοι της Δ΄ Σταυροφορίας ισχυρίζονταν ότι όταν έφτασαν στη Φιλιππούπολη διαπίστωσαν ότι ολόκληρη συνοικία της πόλης κατοικούταν αποκλειστικά από Παυλικιανούς. Η τελευταία ιστορική μαρτυρία για την παρουσία των Παυλικιανών ανάγεται στα τέλη του 16ου αιώνα: ο Πέτρος Τσεντολίνι, απεσταλμένος του πάπα Γρηγόριου ΙΓ΄, αναφέρει ότι μεταξύ του Δούναβη και της Φιλιππούπολης υπήρχαν δεκαεπτά χωριά τα οποία τα κατοικούσαν Παυλικιανοί!

Ωστόσο, από τον 10ο αιώνα κι έπειτα οι αυτοκρατορικές κι εκκλησιαστικές αρχές δεν εστιάζουν πια την προσοχή τους στου Παυλικιανούς. Τη θέση τους είχε πάρει μια άλλη «αίρεση» που ακολουθούσε το δόγμα του δυϊσμού σε πιο ακραία, ίσως, μορφή. Η κοιτίδα της βρισκόταν στα Βαλκάνια, εκεί που είχαν εγκατασταθεί τόσοι Παυλικιανοί. Ήταν άραγε ο καταλύτης για τη μετάλλαξη αυτή ή απλώς συνέβαλαν στη διάδοσή της; Η απάντηση στο επόμενο μέρος…

Ιερουσαλήμ-Μαρίενμπουργκ – μέρος IV: το τέλος (;) και η υστεροφημία του Τάγματος

Φεβρουαρίου 27, 2011

Οστερόντε, Πρωσία, 6 Ιανουαρίου 1453. Παραμονές, σχεδόν, του Δεκατριετούς Πολέμου που θα αποβεί μοιραίος για το κράτος των Τευτόνων. Ο τοπικός Τεύτονας διοικητής συντάσσει επιστολή προς τον Λουδοβίκο του Έρλιχσχάουζεν, μεγάλο μάγιστρο του Τάγματος. Του εκθέτει τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει στη συνεργασία του με τους ντόπιους ευγενείς. Μόλις συναντήθηκε με έναν από αυτούς τους γαιοκτήμονες, τον Πέτρες του Αρβάυντεν, από τον οποίο ζήτησε να παραχωρήσει στο Τάγμα για κάποιες εβδομάδες τους υποτελείς του χωρικούς, προκειμένου να βοηθήσουν σε εργασίες συντήρησης του κάστρου της περιοχής. Ο Πρώσος γαιοκτήμονας αρνείται. Ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος, τον οποίο παραθέτει αυτολεξεί στην επιστολή του ο διοικητής (βλ. Sylvain Gouguennheim “Les Chevaliers Teutoniques”, εκδ. Tallandier, Παρίσι, 2007, σελ. 551-552).

«- Άρχοντα! Κύριε Διοικητά! Κι εγώ είμαι ευγενής, όπως ακριβώς κι εσείς, κι αν παρίσταται ανάγκη μπορώ να το αποδείξω, όπως κάθε ευγενής. Ξέρετε, κύριε, αν δεν είχατε έρθει σ’ αυτήν εδώ τη χώρα δεν θα είχατε γίνει ποτέ άρχοντας…

– Τι είναι όλα αυτά που μου τσαμπουνάς βρε Πέτρες; Άν δεν ήμουν εγώ ο άρχοντάς σου, θα ήταν κάποιος άλλος στη θέση μου. Εσύ, πάντως, Πέτρες θα πρέπει οπωσδήποτε να έχεις έναν άρχοντα πάνω από σένα, γιατί είσαι τόσο ευγενής όσο μπορεί να είναι ευγενής μια αγριόκοτα!».

Το περιστατικό είναι ενδεικτικό του χάσματος ανάμεσα στο Τάγμα και τους υπηκόους του. Όπως ήταν μοιραίο, μετά από δύο και πλέον αιώνες κυριαρχίας των Τευτόνων έχει διαμορφωθεί αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε πρωσικό έθνος, με τις ελίτ του, γερμανικές ή εκγερμανισμένες, γαιοκτημόνων και πλουσίων εμπόρων, οι οποίες διεκδικούν το μερίδιό τους στην άσκηση εξουσίας. Το Τάγμα, όμως, δεν είναι διατεθειμένο να κάνει παραχωρήσεις. Αυτό που οπουδήποτε αλλού θα αποτελούσε φυσική εξέλιξη, δηλαδή η σταδιακή δημιουργία ενός έθνους σύμφωνα με τα πρότυπα των νεότερων χρόνων, έρχεται σε αντίθεση με την ίδια τη φιλοσοφία του κράτους ενός στρατιωτικού θρησκευτικού τάγματος το οποίο αποκλείει από την εξουσία οποιοδήποτε εξωτερικό προς αυτό στοιχείο. Ως εκ της φύσεως του τρόπου επάνδρωσης και λειτουργίας του Τάγματος, τα πρόσωπα που ασκούν εξουσία στην Πρωσία δεν έχουν ρίζες στον τόπο αυτό. Όσο για τους Πρώσους αριστοκράτες, ο μόνος τρόπος να διοικήσουν στην πατρίδα τους είναι να καταταγούν στο Τάγμα, δηλαδή να απεκδυθούν την ταυτότητά τους, χωρίς να είναι βέβαιο ότι το όνειρό τους θα εκπληρωθεί. Όλα αυτά έχουν ως συνέπεια την αποξένωση των Τευτόνων από τις τοπικές ελίτ, η οποία αποτυπώνεται στο παραπάνω περιστατικό μέσω μιας αμοιβαίας αμφισβήτησης της ιδιότητας του ευγενούς. Για τον γαιοκτήμονα, ο διοικητής είναι φορέας μιας δοτής εξουσίας που εκπορεύεται από έναν απρόσωπο οργανισμό. Για αυτό και ο υπαινιγμός («αν δεν είχατε έρθει σ’ αυτήν εδώ τη χώρα δεν θα είχατε γίνει ποτέ άρχοντας«): οι περισσότεροι από τους ιππότες κατάγονταν από οικογένειες μινιστράλιων, κατώτερων ευγενών, συχνά ταπεινής καταγωγής, που προήχθηκαν λόγω προσωπικής αξίας από τον αυτοκράτορα, δεν διέθεταν συνήθως φέουδα και αρκούνταν στην άσκηση καθηκόντων συμβούλου στην αυτοκρατορική ή σε κάποια φεουδαλική αυλή. Όσο για την οργισμένη απάντηση του διοικητή (σε ενικό, ενώ ο γαιοκτήμονας κρατά έστω τα προσχήματα χρησιμοποιώντας πληθυντικό), αποδεικνύει ότι για έναν Τεύτονα Ιππότη ο Πρώσος αριστοκράτης δεν είναι παρά ένας υποτελής που χρωστά την ανέλιξή του αποκλειστικά στο Τάγμα. Η σύγκρουση θα πληρωθεί ακριβά: τρεις μήνες αργότερα, η πρωσική Δίαιτα θα δηλώσει υποτέλεια στον Πολωνό μονάρχη και θα τον καλέσει να καταλάβει τη χώρα. Τη συνέχεια την είδαμε στο τρίτο μέρος της σειράς.

Με άλλα λόγια, η παρακμή και το ουσιαστικό τέλος του Ordensstaat δεν οφείλεται απλά στο ότι το Τάγμα έχασε, παρά την όποια ηρωϊκή αντίσταση, έναν κρίσιμο πόλεμο, αλλά στη διττή αδυναμία προσαρμογής στις εξελίξεις: αφενός, μετά τον προσηλυτισμό και των Λιθουανών στον χριστιανισμό, η Πρωσία είναι ένα κράτος σαν όλα τ’ άλλα. Οι Τεύτονες δεν μπορούν πλέον να καλούν σε σταυροφορίες ή να εμφανίζονται ως προστάτες της πίστης, κατά μείζονα λόγο όταν το ιδανικό των σταυροφοριών έχει ξεθυμάνει. Υποχρεωμένοι να αναζητήσουν συμμαχίες στη διεθνή διπλωματική σκηνή, χωρίς εγγενή επικοινωνιακά πλεονεκτήματα, δεν θα αποδειχθούν αρκετά επιδέξιοι ή τυχεροί. Αφετέρου, η ίδια η φύση ενός Ordensstaat αποδεικνύεται ασύμβατη με το υπό διαμόρφωση εθνικό κράτος. Το κράτος των ιπποτών ήταν καταδικασμένο να χαθεί γιατί η ίδια η εξέλιξη της Ιστορίας το είχε ξεπεράσει. Από την άποψη αυτή, το τέλος της Πρωσίας των Τευτόνων σηματοδοτεί την αλλαγή εποχής, τη μετάβαση από τον Μεσαίωνα (τις δομές και τις αντιλήψεις του οποίου εξέφραζε με απόλυτη επιτυχία) στους νεότερους χρόνους. Ας δούμε πώς ακριβώς γράφτηκε ο επίλογος πρώτα του κράτους κι έπειτα του ίδιου του Τάγματος (Ι), για να εξετάσουμε στη συνέχεια τον τρόπο με τον οποίο εκτιμήθηκε η κληρονομιά των Τευτόνων Ιπποτών στον χώρο δράσης τους (ΙΙ).

Ι. Το τέλος (;)

Όπως είδαμε στο προηγούμενο επεισόδιο, μετά την ταπεινωτική δεύτερη συνθήκη ειρήνης του Τορν το 1466, οι Τεύτονες έχασαν το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών τους, εκτός από την Ανατολική Πρωσία και την Πομεσανία. Διατηρούνται, βέβαια, οι εκτεταμένες κτήσεις του Τάγματος στη Λιβονία, όπου όμως οι Τεύτονες αποτελούν απλώς μία μεταξύ πλειόνων δυνάμεων εξουσίας, καθώς και αυτές στα εδάφη της Γερμανικής Αυτοκρατορίας κι αλλού στην Ευρώπη. Η κατάσταση είναι δυσχερέστατη, συγκρινόμενη με το άμεσο παρελθόν, αλλά όχι απαραίτητα καταδικαστική. Οι ίδιοι θα αναζητήσουν τρόπους επιβίωσης και, ει δυνατόν, ανάκτησης των χαμένων εδαφών. Ιστορικές εξελίξεις και συγκυρίες μάλλον απρόβλεπτες για τον άνθρωπο του τέλους του 15ου αιώνα θα φέρουν το οριστικό τέλος του Ordensstaat (Α). Όχι πάντως και του ίδιου του Τάγματος, το οποίο θα προσπαθήσει να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Σε σχέση με τα περασμένα μεγαλεία, θα μπορούσε να γίνει λόγος για παρακμή, ακόμη και για εκφυλισμό. Μια τέτοια εκτίμηση θα παρέβλεπε τη διαρκή προσπάθεια ενός τάγματος το οποίο, παρά τις τόσες αντιξοότητες, εξακολουθεί να υφίσταται, τυπικά τουλάχιστον, ακόμη και σήμερα (Β).

Α. Το τέλος του Ordensstaat

α. Ο αγώνας για την επιβίωση: Σε ό,τι έχει απομείνει από την Πρωσία το έργο της ανασυγκρότησης είναι δύσκολο. Ο πόλεμος προκάλεσε ανυπολόγιστες καταστροφές. Το 80 % των χωριών έχουν καταστραφεί ή εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους τους (Alain Demurger “Chevaliers du Christ – Les ordres religieux-militaires au Moyen Âge, XIe-XVIe siècle, εκδ. Seuil, Παρίσι, 2002, σελ. 271). Στη Λιβονία, το Τάγμα βρίσκεται σε διαρκή διαμάχη με τους άλλους δύο πόλους εξουσίας, δηλαδή την Εκκλησία και τους αστούς της Ρίγας και των μεγαλύτερων πόλεων. Ωστόσο, οι Τεύτονες αποτελούν σημαντική στρατιωτική δύναμη, ιδίως στη Λιβονία. Σ’ αυτό ακριβώς το στοιχείο στηρίζεται η ουσιαστικότερη ίσως από τις τελευταίες ελπίδες του Τάγματος για επιβίωση.

1. Σε αναζήτηση νέας νομιμοποίησης: Το Τάγμα χρειάζεται νέους αντιπάλους οι οποίοι θα νομιμοποιούν τη δράση του στα μάτια της χριστιανικής Ευρώπης. Πρέπει επομένως να πρόκειται για αλλόθρησκους ή έστω αλλόδοξους εχθρούς. Στη Λιβονία ο προφανής αντίπαλος είναι η όλο και ισχυρότερη ορθόδοξη Ρωσία: ήδη από το 1450 οι Τεύτονες Ιππότες κινητοποιούν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν τη ρωσική απειλή. Προκειμένου να αντιμετωπίσει καλύτερα τον κίνδυνο (αλλά και για να απομακρυνθεί από την πίεση που ασκούν ο αρχιεπίσκοπος και οι αστοί της Ρίγας), ο μάγιστρος της Λιβονίας Ιωάννης Βαλντχάους του Χέερζε μεταφέρει, γύρω στα 1470, την έδρα του στο Φέλλιν (σημερινό Βιλιάντι στην Εσθονία). Ο ηγεμόνας της Μόσχας και του Βλαντίμιρ, ο φιλόδοξος Ιβάν Γ΄ (σύζυγος της Ζωής – Σοφίας για τους Ρώσους – Παλαιολογίνας, η οποία θα φέρει σαν προίκα της τον βυζαντινό δικέφαλο αετό που πρόκειται να γίνει σύμβολο της ρωσικής μοναρχίας) θα απειλήσει σοβαρά τους καθολικούς της Λιβονίας: αφού κατακτήσει το Νόβγκοροντ και τις υπόλοιπες ρωσικές ηγεμονίες, ο Ιβάν στρέφεται προς δυσμάς. Το 1480 πολιορκεί το Φέλλιν, το 1492 κατασκευάζει το οχυρό του Ιβάνγκοροντ, ακριβώς απέναντι από το κάστρο των Τευτόνων στη Νάρβα, δυο χρόνια μετά συλλαμβάνει και φυλακίζει όλους τους Γερμανούς εμπόρους που βρίσκονται στο Νόβγκοροντ. Το καλοκαίρι του 1502, ο Βόλτερ του Πλέττενμπεργκ, μάγιστρος της Λιβονίας, ενισχυμένος με μισθοφορικά στρατεύματα που στρατολόγησε στη Γερμανία και βοηθούμενος από τους Λιθουανούς, κινείται εναντίον του Ρώσου ηγεμόνα. Στην αποφασιστική μάχη που θα δοθεί κοντά στη λίμνη Σμόλινα (13 Σεπτεμβρίου) ο ρωσικός στρατός θα συντριβεί.

Ο ιδανικός, όμως, αντίπαλος από άποψη νομιμοποίησης είναι οι Τούρκοι, που έχοντας κυριαρχήσει σε ολόκληρη τη βαλκανική χερσόνησο επιχειρούν να επεκταθούν προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Το Τάγμα αποφασίζει να συνδράμει τους Πολωνούς και τους Ούγγρους που βρίσκονται πια στην πρώτη γραμμή της σύγκρουσης με τους Οθωμανούς. Έτσι, το 1497 ο μέγας μάγιστρος Ιωάννης του Τίφεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμα του επικυρίαρχού του Πολωνού μονάρχη και προστρέχει να τον βοηθήσει με 4.000 άνδρες στον πόλεμο κατά των Τούρκων. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας και ενώ η στρατιά προχωρούσε κατά μήκος του Δνείστερου θα προσβληθεί από δυσεντερία και θα πεθάνει λίγες εβδομάδες αργότερα.

2. Σε αναζήτηση προστάτη: Το 1498, η συνέλευση του Τάγματος λαμβάνει μια απόφαση που σηματοδοτεί ουσιώδη πολιτική μεταστροφή: για πρώτη φορά εκλέγει για μεγάλο μάγιστρο πρόσωπο εκτός του Τάγματος. Ο εκλεκτός της συνέλευσης είναι ο Φρειδερίκος της Σαξονίας. Θέτοντας επικεφαλής του ένα Γερμανό ηγεμόνα, το Τάγμα αποκτά έναν ήδη ισχυρό αρχηγό με έτοιμες συμμαχίες και εκ των πραγμάτων μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ. Πράγματι, η πρώτη κίνηση του Φρειδερίκου είναι να αρνηθεί να ορκισθεί υποτέλεια στον βασιλέα της Πολωνίας. Ο Φρειδερίκος θέλει να διακηρύξει ότι το Τάγμα είναι ανεξάρτητο και έτσι σκοπεύει να πορευτεί στο μέλλον. Η Πολωνία σε πρώτο χρόνο δεν αντιδρά. Δώδεκα χρόνια αργότερα, το Τάγμα ακολουθεί την ίδια οδό, επιλέγοντας ξανά ένα Γερμανό ηγεμόνα ως μεγάλο μάγιστρο: τον Αλβέρτο του Βρανδεβούργου από τον οίκο των Χοεντσόλλερν. Ούτε ο Αλβέρτος δέχεται να δώσει όρκο υποτέλειας στον Πολωνό μονάρχη, αυτή τη φορά, όμως, οι Πολωνοί αντιδρούν. Η διαμεσολάβηση του αυτοκράτορα Κάρολου Κουίντου αποτυγχάνει, ο Αλβέρτος αρνείται να υποχωρήσει. Πρωσία και Πολωνία ετοιμάζονται για πόλεμο. Μια από τις σημαντικότερες καθολικές μοναρχίες κι ένα καθολικό τάγμα πρόκειται ν’ αλληλοσπαραχθούν την ώρα που η Γερμανία διχάζεται από το κήρυγμα του Λούθηρου. Ο αυτοκράτορας επιβάλλει ανακωχή στους δύο αντιπάλους. Και τότε θα συμβεί το φαινομενικά απροσδόκητο που θα σφραγίσει την ιστορία των Τευτόνων και της Πρωσίας.

β. Η στροφή στον Προτεσταντισμό – 1. Στην Ανατολική Πρωσία: Ο Αλβέρτος αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα: ταξίδεψε στη Βιττεμβέργη και συνάντησε τον Λούθηρο! Επιστρέφοντας στο Κένιγκσμπεργκ δήλωσε την απόφασή του να διαρρήξει τις σχέσεις του με την Αγία Έδρα, ασπαζόμενος το λουθηρανικό κήρυγμα, και να ελευθερωθεί από τους θρησκευτικούς όρκους του. Ειλικρινής πίστη στη διδασκαλία του Λούθηρου ή υπολογισμένη πολιτική απόφαση; Πιθανότατα και τα δύο (ο Αλβέρτος αλληλογραφούσε με τον Λούθηρο από το 1523 τουλάχιστον). Στην πλειονότητά τους, πάντως, οι ιππότες του Τάγματος στην Πρωσία τον ακολούθησαν: το 1523, το Ordensstaat μεταλλασσόταν σε κοσμικό δουκάτο πιστό στη Μεταρρύθμιση (Demurger, όπ.π., σελ. 272) !  Έπειτα, ο Αλβέρτος στράφηκε στην Πολωνία ζητώντας διαπραγματεύσεις: τον Απρίλιο του 1525 υπογράφηκε στην Κρακοβία συνθήκη ειρήνης. Ο Πολωνός βασιλέας Σιγισμούνδος Α΄, αναγνώρισε το δουκάτο της Ανατολικής Πρωσίας. Ο Αλβέρτος ορκίσθηκε υποτέλεια στον θρόνο της Πολωνίας και έλαβε το δουκάτο του ως κληρονομικό φέουδο πλέον. Οι αδελφοί του Τάγματος στη Γερμανία και στη Λιβονία αντέδρασαν στην, κατ’ αυτούς, προδοσία του Αλβέρτου του Βρανδεβούργου, που δεν δίστασε να δηλώσει υποτέλεια στους Πολωνούς με όρους πολύ πιο επαχθείς από αυτούς της δεύτερης συνθήκης του Τορν. Το 1526 εξέλεξαν ως μεγάλο μάγιστρο τον Βάλτερ του Κρόνμπεργκ, έως τότε μάγιστρο της Γερμανίας, και διεκδίκησαν την επιστροφή του Κένιγκσμπεργκ και της υπόλοιπης Ανατολικής Πρωσίας, προσφεύγοντας στο Δικαστήριο της Αυτοκρατορίας (Reichskammergericht). Μολονότι αυτό τους δικαίωσε με την απόφαση που εξέδωσε το 1532, ο Αλβέρτος πρόλαβε να συνάψει συμμαχίες με τους υπόλοιπους προτεστάντες ηγεμόνες και δεν κινδύνεψε ουσιαστικά ποτέ να χάσει το δουκάτο του.

2. Στη Λιβονία: Ο μάγιστρος Πλέττενμπεργκ δεν ακολούθησε το παράδειγμα του Αλβέρτου και παρέμεινε πιστός στη Ρώμη. Καθώς, όμως, η Μεταρρύθμιση κέρδιζε όλο και περισσότερους πιστούς, ακόμη και μεταξύ των ίδιων των ιπποτών, αναγκάστηκε να εκδώσει διάταγμα ανοχής προς τους προτεστάντες. Παρά τις όλο και αυξανόμενες αντιξοότητες, το Τάγμα κατόρθωσε να επιβιώσει στη Λιβονία για άλλα 40 περίπου χρόνια. Το μέλλον, όμως, διαγραφόταν όλο και πιο αβέβαιο μεταξύ της ρωσικής σφύρας και του πολωνικού άκμονος, ιδίως μετά την άνοδο του Ιβάν Δ΄ του Τρομερού στον ρωσικό θρόνο.  Το 1551 ο Ρώσος μονάρχης επέβαλε φόρο υποτέλειας στους Τεύτονες, το 1558 κατέκτησε τη Νάρβα και το Ντόρπατ, το 1561 το Φέλλιν. Ενδιαμέσως, οι Τεύτονες είχαν υποστεί συντριπτική ήττα από τους Ρώσους στο Έργκεμε (2 Αυγούστου 1560). Ταυτόχρονα Δανοί και Σουηδοί αποσπούσαν τμήματα της Εσθονίας. Έτσι, ο μάγιστρος της Λιβονίας Γοττάρδος Κέττλερ αποφάσισε να εφαρμόσει κατά γράμμα τη στρατηγική του Αλβέρτου του Βρανδεβούργου: ασπάσθηκε τον προτεσταντισμό και, στις 28 Νοεμβρίου 1561, σύναψε συνθήκη ειρήνης με την Πολωνία στο Βίλνιους. Ο Κέττλερ παρέδωσε τη Λιβονία στους Πολωνούς, απαρνήθηκε το Τάγμα, δήλωσε υποτέλεια στον Πολωνό μονάρχη και σε αντάλλαγμα έλαβε ως κληρονομικό φέουδο το δουκάτο της Κουρλάνδης. Όπως σημειώνει ο Ντεμυρζέ (όπ.π., σελ. 273) «η καθολικότατη Πολωνία, ορκισμένη εχθρός του καθολικού τάγματος των Τευτόνων κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων του Μεσαίωνα, είχε πλέον υποτελείς δύο προτεστάντες, κληρονόμους και ολετήρες ταυτόχρονα του Τάγματος στη Βαλτική!«

Β. Ζωή χωρίς κράτος – Το Τάγμα στην υπηρεσία της Γερμανικής αυτοκρατορίας

Η απώλεια του κράτους της Ανατολικής Πρωσίας και των κτήσεων της Λιβονίας δεν σήμαινε και το τέλος του Τάγματος των Τευτόνων, το οποίο επέλεξε τη πλέον φυσική λύση για τα συμφέροντά του. Επικέντρωσε το ενδιαφέρον του και συνέδεσε τη μοίρα του με τη Γερμανική Αυτοκρατορία, ιδίως δε με τoν οίκο των Αψβούργων, οι εκπρόσωποι του οποίου σχεδόν μονοπωλούν τον αυτοκρατορικό θώκο ήδη από τα τέλη του 13ου αιώνα.

Η εξέλιξη αυτή έχει προετοιμαστεί σταδιακά, κυρίως από τους μάγιστρους της Γερμανίας. Άλλωστε, από το 1494 ο αυτοκράτορας Μαξιμιλιανός Α΄ ανακηρύσει τον μάγιστρο της Γερμανίας Ανδρέα του Γκρούμπαχ «ηγεμόνα της Αυτοκρατορίας» με εκλεκτορικά δικαιώματα (Reichsfürst), δηλαδή ανώτατο ευγενή με δικαίωμα ψήφου στην αυτοκρατορική Δίαιτα. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Γκούγκενάιμ (όπ.π., σελ. 590), ο μεγάλος μάγιστρος θα λάβει τον ίδιο τίτλο μόλις το 1524. Λαμβανομένης υπόψη της μεταστροφής στον προτεσταντισμό του Αλβέρτου του Βρανδεβούργου την επόμενη χρονιά, το Τάγμα είχε στις τάξεις του δύο εκλέκτορες μόλις για ένα χρόνο, μια και μετά την ανάδειξη του Βάλτερ του Κρόνμπεργκ στο ύπατο αξίωμα ο μεγάλος μάγιστρος είναι ταυτόχρονα και μάγιστρος της Γερμανίας. Βεβαίως, το Τάγμα έπρεπε να επιλέξει και νέα έδρα: ο Κρόνμπεργκ προτίμησε το Μέργκεντχάιμ στη Βυρττεμβέργη, πιο κοντά στους κύριους συγκοινωνιακούς άξονες από τη μέχρι τότε έδρα του μαγίστρου της Γερμανίας, το Μπουργκ Χόρνεκ (στην ίδια περιοχή, αλλά λίγο δυτικότερα).

α. Η περίοδος των στοχαστικών προσαρμογών – Το Τάγμα απέναντι στον προτεσταντισμό: Το πρόβλημα για τους Τεύτονες είναι ότι η μεταφορά της έδρας στη Γερμανία συμπίπτει με μια περίοδο κρίσεων, αναβρασμού και ταραχών. Η θρησκευτική διαμάχη μεταξύ Καθολικής Εκκλησίας και Μεταρρύθμισης ανοίγει τον ασκό του Αιόλου δίνοντας την ευκαιρία δυναμικής διεκδίκησης κοινωνικών και πολιτικών αιτημάτων. Είναι η εποχή της εξέγερσης που έμεινε στην Ιστορία ως ο Πόλεμος των Χωρικών (Bauernkrieg). Η εξέγερση προκαλεί μεγάλες καταστροφές στις κτήσεις των Τευτόνων: μεταξύ άλλων, τον Μάΐο του 1525 λεηλατείται και πυρπολείται το κάστρο του Χόρνεκ. Τα αρχεία του μαγίστρου της Γερμανίας καταστρέφονται. Αν, όμως, οι ταραχές ήταν ένα παροδικό πρόβλημα, το ζήτημα της θρησκευτικής διαμάχης έθετε σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη του καθολικού Τάγματος. Η Μεταρρύθμιση εξαπλωνόταν με ραγδαίους ρυθμούς στη Γερμανία: οι περισσότεροι από τους ιερείς του Τάγματος ασπάστηκαν γρήγορα τον προτεσταντισμό. Αν και η πλειονότητα των ιπποτών παρέμεινε πιστή στη Ρώμη, ωστόσο οι απώλειες ήταν σημαντικές, τόσο σε επίπεδο έμψυχου δυναμικού όσο και από οικονομική άποψη. Όταν σε μια περιφέρεια οι προτεστάντες ξεπερνούσαν τους καθολικούς, το Τάγμα κινδύνευε να τη χάσει. Έπρεπε, επομένως, να βρεθούν ευέλικτες λύσεις που θα επέτρεπαν τη συνύπαρξη διαφορετικών δογμάτων προς το συμφέρον του Τάγματος.

Στα μέσα του 16ου αιώνα, τρεις διοικητικές περιφέρειες των Τευτόνων είχαν περάσει στο στρατόπεδο της Μεταρρρύθμισης (Θουριγγία, Σαξονία, Ουτρέχτη). Η Έσση παρουσίαζε την απίστευτη ιδιατερότητα να είναι τρι-δογματική! Στο αξίωμα του βαΐλου της περιφέρειας εναλλάσσονταν καθολικοί, λουθηρανοί και καλβινιστές ιππότες (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 592). Οι υπόλοιπες περιφέρειες και ο μεγάλος μάγιστρος παρέμεναν στις τάξεις του καθολικισμού. Η ανάγκη να αποτραπεί ο διχασμός ή έστω να μειωθούν οι απώλειες οδήγησε τη γενική συνέλευση των Τευτόνων να αποφασίσει στο Μέργκεντχάιμ το 1557 ότι οι αδελφοί ήταν ελεύθεροι να επιλέξουν δόγμα, δίνοντας όμως όρκο ότι θα σέβονταν την κυριότητα των περιουσιακών στοιχείων του Τάγματος. Το 1575, στην Ερφούρτη, το Τάγμα αποφάσιζε ότι μπορούσε να δέχεται στις τάξεις του προτεστάντες και ως νέους ιππότες. Καταστατικό και κανονισμοί αναθεωρήθηκαν προκειμένου να διασφαλισθεί η μεγαλύτερη δυνατή θρησκευτική ελευθερία των μελών. Ο συνεκτικός κρίκος δεν ήταν πια ο καθολικισμός, αλλά η ένωση των αδελφών του Τάγματος στην τήρηση των τριών όρκων (πενίας, αγνότητας και υπακοής).

Οι Τεύτονες και η Αγία Έδρα: Η ρεαλιστική στάση του Τάγματος στο ζήτημα του προτεσταντισμού το απομάκρυνε μοιραία από την Αγία Έδρα, η οποία έτσι κι αλλιώς δεν έδειχνε εδώ και καιρό το ίδιο ενδιαφέρον για τη διασφάλιση των προνομίων των Τευτόνων (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 596). Το 1494, ο πάπας Ιννοκέντιος Η΄ δεν δίστασε να μεταβιβάσει, χωρίς τη συγκατάθεση του Τάγματος, στον διαβόητο καρδινάλιο (και μετέπειτα πάπα Αλέξανδρο Στ΄) Ροδρίγο Βοργία όλα τα περιουσιακά στοιχεία που είχαν οι Τεύτονες στη Σικελία. Ο Βοργίας, όταν έγινε πάπας, πούλησε την περιουσία αυτή στον αρχιεπίσκοπο της Σαραγόσας. Βεβαίως, το ίδιο το Τάγμα με την αδιαφορία που είχε επιδείξει για τις σικελικές κτήσεις του είχε εμμέσως βοηθήσει την όποια παπική αυθαιρεσία. Κάποτε στρατηγικής σημασίας, ως βάση ανεφοδιασμού των Αγίων Τόπων, η περιφέρεια της Σικελίας είχε από καιρό πέσει σε αφάνεια, όταν το Τάγμα είχε στρέψει το ενδιαφέρον του στη Βαλτική. Τώρα που το κράτος και οι κτήσεις της Βαλτικής χάνονταν και οι ιταλικές κτήσεις αποκτούσαν και πάλι οικονομικό και στρατηγικό ενδιαφέρον για τον αγώνα κατά των Τούρκων ήταν πολύ αργά! Όσες προσπάθειες κι αν έκαναν οι Τεύτονες για την ανάκτηση των περιουσιακών στοιχείων τους στη Νότια Ιταλία (μεσολάβηση των Αψβούργων ή διαφόρων καρδιναλίων) όλες έπεσαν στο κενό.

Χαρακτηριστικό της κατάστασης που επικρατούσε κατά τα τελευταία χρόνια της τευτονικής διοίκησης Σικελίας είναι και το ακόλουθο περιστατικό (Kristjan Toomaspoeg “Histoire des Chevaliers Teutoniques” εκδ. Flammarion, Παρίσι, 2001, σελ. 59): όταν το 1491 επισκέπτονται το διοικητήριο του Παλέρμου οι επιθεωρητές του Τάγματος διαπιστώνουν ότι η πραγματικότητα ξεπερνά τους χειρότερους φόβους τους. Ο Τεύτονας διοικητής στο Παλέρμο είναι ύποπτος για σειρά οικονομικών σκανδάλων, έχει πέντε τουλάχιστον ερωμένες κι αμέτρητα παιδιά, ενώ σπαταλά τα χρήματα του Τάγματος για να ικανοποιήσει το πάθος του για τα ακριβά ενδύματα και για τη χαρτοπαιξία. Ταυτόχρονα, όπως κι ένας ακόμη αδελφός του Τάγματος, κατηγορείται ότι διατηρεί ομοφυλοφυλικές σχέσεις με υπηρέτες. Ο ιερέας που υπηρετεί στην περιφερειακή διοίκηση Σικελίας συζεί με μια γυναίκα. Δύο άλλοι αδελφοί είναι κλεισμένοι στη φυλακή για κλοπή. Κι ο μοναδικός «καλός» Τεύτονας ιππότης της υπηρεσίας δεν μπορεί να αντιδράσει σ’ αυτό το κλίμα σήψης και διαφθοράς, για τον απλό λόγο ότι τον έχει ρημάξει το πιοτό!

Το Τάγμα στάθηκε πιο τυχερό όσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία του στα παπικά κράτη. Επέδειξε άλλωστε πολύ μεγαλύτερο κι έγκαιρο ενδιαφέρον γι’ αυτά, μια και ήταν απαραίτητα (από οικονομική άποψη) προκειμένου να συνεχίσει να έχει διπλωματική εκπροσώπηση στην παπική αυλή. Η μόνιμη αντιπροσωπεία των Τευτόνων στην Αγία Έδρα καθιστά δυνατή την καλύτερη υποστήριξη και διεκδίκηση των αιτημάτων του Τάγματος: διατήρηση των προνομίων που αποκτήθηκαν κατά τον Μεσαίωνα, τυπική και ουσιαστική ισότητα με το άλλο στρατιωτικό θρησκευτικό τάγμα (τους Ιωαννίτες) κ.ο.κ.

β. Οι Τεύτονες και η Αυτοκρατορία: Καθ’ όλη τη διάρκεια του 16ου αιώνα οι σχέσεις του Τάγματος με τον οίκο των Αψβούργων γίνονται όλο και στενότερες. Οι Τεύτονες διευρύνουν τους ορίζοντες της πολιτικής δράσης τους, αλλά χάνουν μέρος της αυτονομίας τους (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 593 επ.). Το 1590 εκλέγεται ως μεγάλος μάγιστρος ο αρχιδούξ Μαξιμιλιανός των Αψβούργων, ο οποίος τροποποιεί τους κανονισμούς του Τάγματος, επιβάλλοντας την υποχρέωση κάθε ιππότη να μετέχει σε πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Τούρκων για τουλάχιστον τρία χρόνια. Μετά τον Μαξιμιλιανό, στο αξίωμα του μεγάλου μαγίστρου ανέρχονται πλέον μόνο μέλη της οικογένειας των Αψβούργων ή των πιστότερων σ’ αυτούς οικογενειών ευγενών (όπως οι Βίττελσμπαχ). Συνήθως, ο μεγάλος μάγιστρος είχε και πλήθος άλλων τίτλων και αξιωμάτων (κοσμικών και εκκκλησιαστικών): ο Λεοπόλδος Γουλιέλμος της Αυστρίας (μεγάλος μάγιστρος από το 1641 έως το 1662) ήταν ταυτόχρονα και αρχιδούξ της Αυστρίας, επίσκοπος-ηγεμόνας του Πασσάου και του Στρασβούργου, αρχιεπίσκοπος Βρέμης και Μαγδεβούργου, ηγούμενος της ιστορικής μονής του Μούρμπαχ, αυτοκρατορικός αρχιστράτηγος και πολλά ακόμη.

Η πολεμική δράση του Τάγματος: Η ουσιαστική νομιμοποίηση της ύπαρξης του Τάγματος δεν έπαψε να είναι ο αγώνας κατά των απίστων. Οι Τεύτονες συμμετέχουν με τις περισσότερες στρατιωτικές δυνάμεις τους στις προσπάθειες των Αψβούργων να συγκρατήσουν την επεκτατική ορμή των Οθωμανών. Αργότερα θα συσταθεί ένα ειδικό σύνταγμα για τα μέλη του Τάγματος, το οποίο θα ονομασθεί Hoch- und Deutschmeister Regiment. Το σύνταγμα αυτό θα πολεμήσει μεταξύ άλλων για την υπεράσπιση της Ουγγαρίας από την τουρκική εισβολή (1696-98) και στην Ολλανδία εναντίον των δυνάμεων του Λουδοβίκου ΙΔ΄.

Το 1809, ο Ναπολέων διαλύει το Τάγμα των Τευτόνων σε όλα τα εδάφη της λεγόμενης «Συνομοσπονδίας του Ρήνου» και διανέμει την περιουσία τους στους διάφορους Γερμανούς ηγεμόνες. Το Τάγμα επιβιώνει μόνο στα εδάφη που εξακολουθούν να ελέγχουν οι Αψβούργοι. Μεταφέρει την έδρα του στη Βιέννη και, βάσει καταστατικού πλέον, επιλέγει τον εκάστοτε μεγάλο μάγιστρο αποκλειστικά μεταξύ των μελών της αυτοκρατορικής οικογένειας.  Το σύνταγμα των Τευτόνων θα παραμείνει στην υπηρεσία των Αψβούργων και της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας μέχρι την κατάλυση της μοναρχίας το 1918. Την επόμενη χρονιά, ο νόμος περί καταργήσεως των τίτλων ευγενείας [Gesetz vom 3. April 1919 über die Aufhebung des Adels, der weltlichen Ritter- und Damenorden und gewisser Titel und Würden (Adelsaufhebungsgesetz)] θα δώσει τυπικό τέλος στην ύπαρξη του Τάγματος. Ωστόσο, θα συνεχίσει να υφίσταται σύνταγμα πεζικού με το όνομα Hoch- und Deutschmeister Regiment. Μάλιστα, οι συνωμότες που ανέτρεψαν και δολοφόνησαν τον καγκελάριο Ντόλλφους φορούσαν τη στολή του συντάγματος αυτού! Μετά την προσάρτηση της Αυστρίας από τη ναζιστική Γερμανία (Anschluß), το σύνταγμα μοιράστηκε σε δύο που ανήκαν στην 44η Μεραρχία Πεζικού της Βέρμαχτ και πολέμησε κυρίως στο ρωσικό μέτωπο. Το ουσιαστικό τέλος του γράφτηκε στο Σταλινγκράντ.

Το ίδιο το Τάγμα των Τευτόνων, μετονομασμένο από το 1929 σε «Γερμανικό Τάγμα», αποκτά τη μορφή αμιγώς εκκλησιαστικής οργάνωσης. Για πρώτη φορά οι μεγάλοι μάγιστροι είναι ιερωμένοι. Μετά το Άνσλους, το ναζιστικό καθεστώς απαγορεύει το Τάγμα και φυλακίζει ή εκτοπίζει τους αξιωματούχους του. Παρ’ όλα αυτά, το πάλαι ποτέ Τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών θα ανασυσταθεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Με έδρα πάντα τη Βιέννη συνεχίζει να υπάρχει ακόμη και σήμερα με αποστολή αποκλειστικά φιλανθρωπική (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 598/ Toomaspoeg, όπ.π., σελ. 161-162).

Κάπως έτσι το Τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών κατόρθωσε να διαβεί τους αιώνες για να φτάσει μέχρι τις μέρες μας. Λιγότερο εντυπωσιακή απ’ ότι στα χρόνια του Μεσαίωνα, η δράση του δεν υπήρξε αμελητέα. Σίγουρα, όμως, δεν έχει καμία σχέση με τον μύθο ή μάλλον τους μύθους του Τάγματος, όπως καλλιεργήθηκαν από δυνάμεις εξουσίας κι ιστορικούς.

ΙΙ. Υστεροφημία: η εικόνα και ο μύθος του Τάγματος μέσα από την ιστοριογραφία

Ποια ακριβώς ανάμνηση άφησε το Τάγμα στις περιοχές δράσης του; Ποια εικόνα του προτίμησαν να δώσουν οι εκάστοτε πολιτικές εξουσίες και η επίσημη ιστοριογραφία; Το εντυπωσιακό είναι ότι σχεδόν πάντα έχουμε να κάνουμε περισσότερο με ένα μύθο που μεταλλάσσεται αναλόγως των εποχών και των συγκυριών, παρά με μια ιστορικά πιστή εικόνα. Η στρατευμένη ιστοριογραφία και η προπαγάνδα κάνουν θαύματα! Ακολουθώντας την εμπεριστατωμένη ανάλυση στην οποία προβαίνει ο Γκούγκενάιμ στη μονογραφία του (όπ.π., σελ. 598-620), διαπιστώνουμε ότι ύστερα από μια εποχή απόρριψης της τευτονικής κληρονομιάς (Α), η ιστορία του Τάγματος χρησιμοποιήθηκε κατά το δοκούν από τον γερμανικό και τον πολωνικό εθνικισμό (Β).

Α. Η απόρριψη

Στην Πρωσία του 17ου αιώνα οι ιστοριογράφοι έρχονταν αντιμέτωποι με αγεφύρωτες αντιφάσεις: η οικειοποίηση της ένδοξης κληρονομιάς των Τευτόνων ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με την ανάγκη να αποκρουσθούν οι εδαφικές διεκδικήσεις του Τάγματος και με το κοινό αίσθημα που θεωρούσε τους Τεύτονες κατακτητές και καταπιεστές από τους οποίους αποκτήθηκε η ελευθερία χάρη στην εξέγερση του 1454. Για κάποιους η λύση συνίστατο σε μια εντελώς  αυθαίρετη διάκριση μεταξύ ενός Τάγματος που αναλαμβάνει τον ρόλο του εκπολιτιστή των ειδωλολατρών και του προστάτη των χριστιανών κατά τον 13ο-14ο αιώνα και ενός δεσποτικού κυρίαρχου του 15ου αιώνα. Άλλοι, πάλι, απέρριπταν συνολικά τους Τεύτονες ως βίαιους και άπληστους εισβολείς.

Η εχθρότητα προς το Τάγμα ήταν εντονότερη στην πολωνοκρατούμενη Δυτική και Κεντρική Πρωσία, παρά στο δουκάτο των Χοεντσόλλερν. Στο Κένιγκσμπεργκ κυβέρνησαν οι απόγονοι του Αλβέρτου μέχρι το 1618, όταν, μέσω γάμου, το δουκάτο πέρασε στα χέρια του μείζονος κλάδου των Χοεντσόλλερν, αυτού των εκλεκτόρων του Βρανδεβούργου. Από εδαφική άποψη το κράτος της Πρωσίας όπως το γνωρίζουμε στη νεότερη Ιστορία είχε ήδη συσταθεί. Το 1701, ο Φρειδερίκος της Πρωσίας απέκτησε τον τίτλο του βασιλέα, χάρη στην υποστήριξη που παρείχε στον αυτοκράτορα Λεοπόλδο Α΄ κατά τον Πόλεμο της Ισπανικής Διαδοχής. Η εξέλιξη αυτή θα επηρεάσει ριζικά τις κρατούσες αντιλήψεις σχετικά με το Τάγμα των Τευτόνων. Η εικόνα του Τάγματος επρόκειτο να σπιλωθεί από μια ιστοριογραφία (α) προτεσταντική, που απέρριπτε χωρίς συζήτηση ένα καθολικό τάγμα το οποίο υπηρετούσε τα παπικά συμφέροντα, (β) επηρεασμένη από τις ιδέες του Διαφωτισμού, εξ ορισμού εχθρικές προς οτιδήποτε μεσαιωνικό, συνδεδεμένο με την Εκκλησία και βεβαρυμένο με μια απροκάλυπτα επεκτατική πολιτική, και (γ) υποχρεωμένη να αγωνιστεί για τη νομιμοποίηση της μοναρχίας των Χοεντσόλλερν. Προτιμήθηκε έτσι να προβληθεί μια εντελώς αντίθετη προς την ιστορική πραγματικότητα ιδέα αδιάρρηκτης συνέχειας του πρωσικού έθνους: οι μεν υπήκοοι των Χοεντσόλλερν παρουσιάζονταν συλλήβδην ως απόγονοι των ιθαγενών Πρώσων, οι δε βασιλείς της Πρωσίας ως απόγονοι ενός μυθικού Πρώσου μονάρχη, ονόματι Βάιντεβουτ! Οι Τεύτονες βρέθηκαν εντελώς αποκλεισμένοι από τον ιδρυτικό μύθο της νεότερης Πρωσίας: κατακτητές χωρίς δικαιώματα (η δωρεά του Φρειδερίκου Β΄ των Χοχενστάουφεν ήταν άκυρη, μια κι ο αυτοκράτορας δεν μπορούσε να δανείσει κάτι που δεν του ανήκε), βίαιοι, ένοχοι σχεδόν γενοκτονίας (οι Πρώσοι συγγραφείς του 18ου αιώνα τους παρομοίαζαν με τους Ισπανούς κονκισταδόρες).

Β. Ο μύθος του Τάγματος στην υπηρεσία των εθνικισμών

α. Η εικόνα των Τευτόνων σύμφωνα με τον γερμανικό εθνικισμό: Τα πράγματα αλλάζουν σταδιακά, καθώς αρχίζουν να επικρατούν εθνικιστικές ιδέες. Ο παγγερμανισμός, οι φιλοδοξίες των Χοεντσόλλερν να διεκδικήσουν ηγεμονικό ρόλο στον ευρύτερο γερμανικό χώρο, η ανάγκη να αποκρουσθούν οι όποιες πολωνικές διεκδικήσεις, οδηγούν σε αποκατάσταση της εικόνας του Τάγματος (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 601 επ.). Ο πρωσικός, καταρχήν, εθνικισμός είχε κάθε λόγο να οικειοποιηθεί την ιστορική κληρονομιά των Τευτόνων, ένδοξων υπερασπιστών της Πρωσίας έναντι των Πολωνών. Η κίνηση βοηθούσε στην προώθηση αλυτρωτικών διεκδικήσεων σε βάρος του εξασθενημένου βασιλείου της Πολωνίας, ιδίως όσον αφορά τη Δυτική Πρωσία όπου οι εθνοτικές/ θρησκευτικές ταραχές μεταξύ προτεσταντών Γερμανών και καθολικών Πολωνών ήταν αρκετά συχνές. Η εκμετάλλευση του τευτονικού μύθου έγινε ακόμη εντονότερη με την εμφάνιση ενός γερμανικού πλέον εθνικισμού: τρία στοιχεία χαρακτήριζαν αυτή τη νέα γερμανική ερμηνεία της Ιστορίας: «βίαιη εχθρότητα έναντι της Πολωνίας, εκγερμανισμός της κληρονομιάς του Τάγματος [η οποία τίθεται στην υπηρεσία των φιλοδοξιών του γερμανικού έθνους κι όχι μόνον της Πρωσίας] και, τέλος, η ανάδειξη του Τάγματος σε πρότυπο, ιδρυτικό μύθο και παράδειγμα για το μέλλον» (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 603). Οι ιδέες αυτές θα χρησιμοποιηθούν ακόμη και ως ιστορικοφανής δικαιολόγηση των διαμελισμών της Πολωνίας (1772, 1793, 1795), χάρη στους οποίους το βασίλειο της Πρωσίας δεν θα ικανοποιήσει απλώς όλες τις εδαφικές διεκδικήσεις του όσον αφορά περιοχές που κάποτε ανήκαν στο Ordensstaat των Τευτόνων, αλλά θα αποκτήσει και εδάφη κατοικούμενα αποκλειστικά από πολωνικούς πληθυσμούς. Ο βασιλιάς της Πρωσίας Φρειδερίκος-Γουλιέλμος Δ΄ (1840-1862) επιχειρεί να επισκευάσει το κάστρο του Μαρίενμπουργκ, ενώ επισκέπτεται το πεδίο της μάχης του Τάννενμπεργκ αποτίοντας φόρο τιμής στους Τεύτονες. Προπαγάνδα και επίσημη ιστορία εκθειάζουν τους Τεύτονες ως «ανάχωμα» κατά των «βάρβαρων» Σλάβων και ως εκπολιτιστές των βαλτικών και σλαβικών λαών. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της τάσης, ο καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και «επίσημος» ιστορικός της πρωσικής μοναρχίας Χάινριχ φον Τράιτσκε (1834-1896): πρόχειρη και όλως επιλεκτική χρήση των πηγών, απροκάλυπτος εθνικισμός και ωμός «δαρβινισμός» (που εμφανίζει την εξολόθρευση των ιθαγενών Προυθηνών σαν ιστορική αναγκαιότητα), διακρίνουν το έργο ενός ιστορικού που διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τις αντιλήψεις των Γερμανών του τέλους του 19ου αιώνα σχετικά με το Τάγμα.

Οι ιδέες αυτές που εμφανίζουν τους Τεύτονες Ιππότες ως αρχέτυπο του Γερμανού πολεμιστή κυριαρχούν όλο και περισσότερο μετά την ένωση της Γερμανίας και το Β΄ Ράιχ. Στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, μετά την ταπεινωτική συνθήκη των Βερσαλλιών, συνδυάζονται με αλυτρωτικές τάσεις και τη δίψα για εκδίκηση: το Τάγμα υμνείται ως «Νέα Σπάρτη» και «πρότυπο της ιδανικής Γερμανίας». Μαζί με άλλα σύμβολα όπως ο Αρμίνιος, η Αγία Γερμανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η Χάνζα, ο Φρειδερίκος Β΄ της Πρωσίας, το κράτος του Μαρίενμπουργκ παρουσιάστηκε ως «η μήτρα μιας νέας Γερμανίας, της οποίας το πεπρωμένο ήταν ν’ αναστηθεί μετά την ταπείνωση του 1919» (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 608). «Ο μύθος που δημιουργήθηκε γύρω από το Ordensstaat κατέστη ένα από τα συστατικά στοιχεία ενός ευρύτερου συνόλου, του μεγάλου γερμανικού μεσιανικού μύθου της δεκαετίας του 1920 και του Γ΄ Ράιχ» (Jean F. Neurohr «Der Mythos vom Dritten Reich. Zur Geschichte des National-Sozialismus» εκδ. Cotta, Στουτγάρδη 1957).

Παραδόξως (;), το ίδιο το Γ΄ Ράιχ δεν έδωσε στον τευτονικό μύθο παρά μια εντελώς επιφανειακή θέση (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 609). Στο «Mein Kampf», ο Χίτλερ περιορίσθηκε σε μερικές αόριστες αναφορές στα ιπποτικά τάγματα, χωρίς να κατονομάζει τους Τεύτονες. Δύο μόνο στελέχη του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος έδειξαν ενδιαφέρον για τον μύθο του Τάγματος. Ο εκ των θεωρητικών του κόμματος Άλφρεντ Ρόσενμπεργκ διακατεχόταν από αληθινό πάθος για την ιστορία των Τευτόνων (πιθανότατα λόγω της καταγωγής του, μια και προερχόταν από τη γερμανική μειονότητα της Εσθονίας), αλλά δεν είχε ποτέ ιδιαίτερη επιρροή στα πολιτικά πράγματα (ο ίδιος ο Χίτλερ χαρακτήριζε τις θεωρίες του Ρόζενμπεργκ ως ασυναρτησίες). Πολύ σημαντικότερος ήταν βέβαια ο ρόλος του Χάινριχ Χίμμλερ ο οποίος χρησιμοποίησε το Τάγμα ως πηγή έμπνευσης και πρότυπο για την εκπαίδευση και οργάνωση των Ες Ες, διοργανώνοντας μεσαιωνικοφανείς τελετές σε κάστρα.

β. Η δαιμονοποίηση των Τευτόνων σύμφωνα με τον πολωνικό εθνικισμό: Όπως είναι λογικό, η εντελώς αντίθετη εικόνα επικράτησε στις πολωνικές αντιλήψεις. Για τους Πολωνούς οι Τεύτονες ήταν ο μισητός προαιώνιος εχθρός, αυτός που με πανουργία, κυνισμό και βία απείλησε την ύπαρξη του έθνους, σύμβολο και προάγγελος των μετέπειτα κατακτητών και καταπιεστών της Πολωνίας. Ο μύθος του απόλυτου δαίμονα πρωτοεμφανίζεται στο έργο του Γιαν Ντλούγκος (1415-1480) και επιστρέφει με μεγαλύτερη ένταση στα κείμενα του Ματθαίου Πραιτώριου (1635-1707), βασιλικού ιστοριογράφου στα χρόνια της ακμής της πολωνικής μοναρχίας («Orbis gothicus«).  Μετά τους διαμελισμούς της Πολωνίας, ο «μαύρος» μύθος του Τάγματος συνδυάζεται με τον αλυτρωτισμό των κατακτημένων Πολωνών: οι Τεύτονες ενσαρκώνουν όλα τα εθνικιστικά στερεότυπα του εχθρού. Δεν είναι τυχαίο ότι δύο από τους μεγαλύτερους λογοτέχνες της Πολωνίας υιοθετούν άνευ όρων την αντίληψη αυτή, σε εποχές βεβαίως που ο πολωνικός εθνικισμός έχει χαρακτήρα απελευθερωτικού πατριωτισμού: πρόκειται για τον Άνταμ Μιτσκιέβιτς με το ποίημά του Κόνραντ Βάλλενροντ (1828) και τον Χένρυκ Σενκιέβιτς, ο οποίος συγγράφει μεταξύ 1897 και 1900 το επικό μυθιστόρημά του για τους Τεύτονες Ιππότες και τη μάχη του Τάννενμπεργκ. Αξίζει να σημειωθεί (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 613) ότι στα πολωνικά υπάρχουν δύο λέξεις με τη σημασία «σταυροφόροι»: Krzyzovy και Krzyżacy. Η πρώτη χρησιμοποιείται συνήθως για τους πολεμιστές στους Αγίους Τόπους. Η δεύτερη έχει αρνητικό σημασιολογικό περιεχόμενο και χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τους Τεύτονες Ιππότες. Αυτήν ακριβώς διάλεξε για τίτλο του μυθιστορήματός του ο Σενκιέβιτς.  Όσο για τους Πολωνούς ιστορικούς του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, κι αυτοί ακολούθησαν τη γραμμή του εθνικισμού.

Ωστόσο, η σύγκρουση των αντιμαχόμενων εθνικισμών είχε κάποιες παράπλευρες θετικές συνέπειες. Στην προσπάθειά τους να αποδείξουν τις θέσεις που θα δικαίωναν την πλευρά που υποστήριζαν, Γερμανοί και Πολωνοί ιστορικοί αναλώθηκαν σ’ έναν αδυσώπητο αγώνα ελέγχου της γνησιότητας των εγγράφων στα οποία στήριζαν δικαιώματα, τίτλους ιδιοκτησίας και προνόμια οι Τεύτονες ή η πολωνική μοναρχία. Σπάνια υπήρξε τόσο κριτική εξέταση των πηγών για ένα θέμα της Ιστορίας του Μεσαίωνα. Έπειτα, ποτέ δεν έλειψαν οι φωνές που αγωνίστηκαν για μια πιο επιστημονική και, ως εκ τούτου, αντικειμενική θεώρηση της Ιστορίας (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 613-617), όπως ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Κένιγκσμπεργκ Γιοχάννες Φόιγκτ (1786-1863) ή οι ιστορικοί του Μεσοπολέμου που δεν έκαναν εκπτώσεις στην αντικειμενικότητα του έργου τους προς όφελος των εθνικισμών.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ιστορία των Τευτόνων υπέφερε και πάλι εξαιτίας των κυρίαρχων πολιτικών αντιλήψεων, κυρίως στη Γερμανία. Στη μεν ΛΔΓ, οι Τεύτονες καταδικάζονταν ως ιμπεριαλιστές, καταπιεστές λαών και… πρώιμοι καπιταλιστές, ενώ στην ΟΔΓ οι ενοχές για το ναζιστικό παρελθόν σε συνδυασμό με το ότι ο μύθος του Τάγματος συνδέθηκε με την εθνικοσοσιαλιστική προπαγάνδα είχε ως αποτέλεσμα την αδιαφορία για το θέμα κι επομένως τη μείωση του σχετικού ερευνητικού έργου. Τις τελευταίες δύο τουλάχιστον δεκαετίες η κατάσταση έχει αλλάξει και στη Γερμανία και στην Πολωνία προς την κατεύθυνση της αντικειμενικής παρουσίασης της Ιστορίας, πλην όμως η διάδοση του επιστημονικού έργου δεν φαίνεται να ξεπερνά τα όρια των κύκλων των ειδικών και ένα περιορισμένο κοινό που ενδιαφέρεται για το θέμα. Η μεγαλύτερη αποτυχία των ιστορικών έγκειται στο ότι δεν έχουν ακόμη πετύχει να διαλύσουν τα στερεότυπα με τα οποία συνδέει το Τάγμα η κοινή γνώμη (Gouguennheim, όπ.π., σελ. 620). Γιατί τελικά, η εικόνα που έχει για τους Τεύτονες ο σύγχρονος άνθρωπος δεν είναι άλλη από αυτήν της κατά Ειζενστέιν  δαιμονοποίησης…

Θύματα των μύθων και των στερεοτύπων που καλλιέργησαν οι διάφοροι εθνικισμοί και οι ψευδοϊστορικές υπεραπλουστεύσεις, οι Τεύτονες Ιππότες υπήρξαν πρωταγωνιστές μιας από τις πιο συναρπαστικές περιπέτειας της μεσαιωνικής και όχι μόνον Ιστορίας. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστέψουμε ότι τους οδήγησε κάποιο μυστηριώδες πεπρωμένο ή η αίσθηση μιας γερμανικής εθνικής ταυτότητας, ανύπαρκτης εξάλλου κατά τον Μεσαίωνα. Οι Τεύτονες ξεκίνησαν την πορεία τους σαν ένα στρατιωτικό θρησκευτικό τάγμα όπως όλα τ’ άλλα, ταγμένα στην υπεράσπιση των χριστιανικών εδαφών της Ανατολής. Οι συγκυρίες ήταν αυτές που τους έκαναν να στρέψουν βαθμιαία το ενδιαφέρον τους στις ακτές της Βαλτικής. Στην πρόκληση αυτή ανταποκρίθηκαν με απόλυτη επιτυχία. Βεβαίως, ως πολεμιστές και κατακτητές δεν υπήρξαν άγγελοι. Ούτε και δαίμονες, όμως, ή τουλάχιστον όχι πολύ περισσότερο απ’ ό,τι οι αντίπαλοί τους. Το πιο θαυμαστό επίτευγμά τους υπήρξε αναμφίβολα η ίδρυση και η οργάνωση του Ordensstaat της Πρωσίας, του πρώτου και σημαντικότερου κρατικού μορφώματος στο οποίο η εξουσία ταυτίστηκε μ’ ένα θρησκευτικό τάγμα. Το αξιοσημείωτο ήταν ότι παρά την ιδιομορφία του (τη μοναδικότητά του θα λέγαμε καλύτερα) το Ordensstaat πληρούσε απολύτως τις απαιτήσεις της εποχής του και μπορούσε να εμφανιστεί ως ιδανική πραγμάτωση των αντιλήψεων της χριστιανικής Ευρώπης του Μεσαίωνα. Η απώλεια της νομιμοποίησης που του παρείχε το σταυροφορικό έργο του και η τάση προς τη διαμόρφωση εθνικών κρατών επέσπευσαν το τέλος του. Κι άφησαν το πεδίο ελεύθερο για να αναπτυχθεί ο μύθος του Τάγματος.

Η ιστορία του Ρομάνο Μαϊράνο

Ιανουαρίου 4, 2011

Η υποδοχή της οποίας έτυχε το τελευταίο άρθρο μού έδωσε ιδιαίτερη χαρά. Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους τους φίλους σχολιαστές και αναγνώστες του ιστολογίου! Το μόνο πρόβλημα (ευχάριστο βέβαια) έγκειται στο ότι ένα άρθρο που επιτυγχάνει τους στόχους του δεν είναι ποτέ εύκολο να ακολουθηθεί από κάποιο ισάξιό του. Το «Γιατί ΔΕΝ επιστρέφουμε στον Μεσαίωνα», που είχε χαρακτήρα… μανιφέστου για το ιστολόγιο αυτό, εξέφραζε ιδέες που έχουν αποκρυσταλλωθεί εδώ και χρόνια. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να βρεθεί η κατάλληλη στιγμή για να οργανωθεί με λογικό τρόπο η παρουσίασή τους και η σχετική επιχειρηματολογία. Κατ’ ανάγκη, η συνέχεια θα δοθεί με κάτι πολύ πιο απλό και ταπεινό ως προς τους στόχους του. Ίσως, άλλωστε, να ταιριάζει περισσότερο με το εορταστικό κλίμα των ημερών αυτών. Ο ήρωάς μας δεν είναι πολιτικός ή στρατιωτικός ηγέτης, ούτε μεγάλος καλλιτέχνης ή άνθρωπος του πνεύματος. Είναι ένας επιχειρηματίας, ένας έμπορος. Αυτό φαντάζομαι ότι θ’ αρέσει σε όσους φίλους του ιστολογίου θα επιθυμούσαν να διαβάσουν και κάποιον έπαινο για την ιδιωτική πρωτοβουλία και τον καπιταλισμό. Η περίπτωσή του, που μοιάζει εκ πρώτης όψεως ασυνήθιστη, δεν είναι μοναδική για την πατρίδα και την εποχή του. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ταραχώδης επιχειρηματική σταδιοδρομία του συμβολίζει με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τα έργα και τις ημέρες ενός από τα ισχυρότερα και πιο ιδιόμορφα κράτη του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα (αν όχι κι ολόκληρης της ανθρώπινης Ιστορίας): της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου.

Στους Ενετούς θα μπορούσε κανείς να προσάψει πολλά: άπληστοι έμποροι και αδίστακτοι αποικιοκράτες είναι δύο από τις συνηθέστερες κατηγορίες. Ωστόσο, πρέπει ταυτόχρονα να τους αναγνωριστούν πολλές αρετές. Μεθοδικοί, πειθαρχημένοι και οργανωτικοί (τα περισσότερα κάστρα και οχυρώσεις που βλέπουμε και σήμερα στη χώρα μας είναι δικά τους έργα), πρωτίστως δε άνθρωποι με λαμπρό επιχειρηματικό πνεύμα. Όταν διέκριναν σοβαρή πιθανότητα εμπορικού κέρδους, τίποτε δεν μπορούσε να τους αποθαρρύνει να αναλάβουν την πιο παράτολμη επιχειρηματική δράση. Ο Ενετός έμπορος δεν δειλιάζει ούτε μπροστά στους συνήθεις κινδύνους που ενέχει κάθε εμπορική δραστηριότητα, ούτε μπροστά σ’ αυτούς του θαλάσσιου ταξιδιού (στοιχεία της φύσης και πειρατές). Δεν τον φοβίζουν ούτε οι, εξίσου ικανοί κι αδίστακτοι, εμπορικοί ανταγωνιστές από την Γένοβα και την Πίζα, ούτε το ενδεχόμενο ξαφνικής επιδείνωσης των διπλωματικών σχέσεων της πατρίδας του με κάποιο από τα κράτη εντός του οποίου αναπτύσσει τις δραστηριότητές του (όπως η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, το Σουλτανάτο του Καΐρου ή τα φραγκικά κράτη της Συρίας και Παλαιστίνης).

Μολονότι το όνομά του είναι ίσως άγνωστο στον μέσο άνθρωπο της εποχής μας, ο Ρομάνο Μαϊράνο είναι αληθινός σταρ για όσους μελετούν την Ιστορία του Μεσαίωνα. Για λόγους εν μέρει συγκυριακούς, η σταδιοδρομία του είναι η πληρέστερα καταγεγραμμένη που διαθέτουμε. Η, ευτυχής για τους ιστορικούς, συγκυρία ήταν η εξής: η τελευταία απόγονος της οικογένειας Μαϊράνο αποφάσισε προς το τέλος της ζωής της να μονάσει. Αποσύρθηκε στο κοινόβιο του Αγίου Ζαχαρία όπου και μετέφερε τα οικογενειακά αρχεία, σώζοντάς τα από την καταστροφή (βλ. Jean-Claude Hocquet «Venise au Moyen Âge«, coll. Guides de Civilisations, εκδ. Belles Lettres, Παρίσι 2003, σελ. 271/ «La vie mouvementée du marchand Mairano», περιοδικό Historia Thématique, αριθ. 88, τεύχος 3-2004, Μάρτιος-Απρίλιος 2004, σελ. 12-17). Χάρη σ’ αυτό το τυχαίο γεγονός, έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας κάπου διακόσια εμπορικά έγγραφα, στην πλειονότητά τους συμβάσεις, τα οποία μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε πλήρη εικόνα για την επιχειρηματική σταδιοδρομία του Ρομάνο Μαϊράνο, ενός ικανότατου και γενναίου Ενετού εμπόρου του 12ου αι. Η επιμονή, το θάρρος του, η αποφασιστικότητα και η αυτοπεποίθηση με την οποία αντιμετώπισε τις απογοητεύσεις της ζωής, η ικανότητά του να ορθοποδήσει μολονότι καταστράφηκε οικονομικά, αποτελούν ένα παράδειγμα προς μίμηση που δεν είναι διόλου άχρηστο σε μια εποχή κρίσης και δυσκολιών όπως η σημερινή.

Ι. Η σταδιοδρομία του Ρομάνο Μαϊράνο

Ας δούμε πώς συνοψίζουν την περιπετειώδη σταδιοδρομία του Μαϊράνο ο Ζαν-Κλωντ Οκέ (όπ.π.) και άλλοι ιστορικοί (Yves Renouard «Les hommes d’affaires italiens au Moyen Âge«, εκδ. Armand Colin, Παρίσι 1949, σελ. 56-59/Frederic Chapin Lane «Venice – A Maritime Republic«, The John Hopkins University Press, Βαλτιμόρη 1973, σελ. 52-53/ Christian Bec «Histoire de Venise«, coll. Que sais-je?, αριθ. 522, εκδ. PUF, Παρίσι 1993, σελ. 24-25/ Pierre Racine «Venise et son arrière-pays au temps de la Quatrième Croisade» σε Thomas F. Madden – επιμ. – «The Fourth Crusade: Event, Aftermath and Perceptions – Papers from the Sixth Conference  for the Study of the Crusades and the Latin East, Istanbul, Turkey, 25-29 August 2004«, εκδ. Ashgate 2004, σελ. 15 επ., ειδ. σελ. 23). Πρόκειται πιθανώς για γόνο οικογένειας ευγενών, πρόσφατα όμως εγκατεστημένων στο Ριάλτο. Τα ίχνη των πρώτων εμπορικών κινήσεων του ήρωά μας ανάγονται στα 1150: ο νεότατος τότε Μαϊράνο δανείζεται για την πρώτη εμπορική αποστολή του. Προφανώς η επιχείρηση αποδείχθηκε επικερδής, μια και εξοφλεί χωρίς προβλήματα το ποσό του δανείου. Δύο χρόνια αργότερα παντρεύεται. Η όχι υψηλή προίκα της γυναίκας του αποτελεί ένδειξη για το ότι ο Μαϊράνο ξεκίνησε την επιχειρηματική σταδιοδρομία του με μάλλον ταπεινά οικονομικά μέσα. Σχεδόν αμέσως μετά το γάμο μεταφέρει τις δραστηριότητές του στην Κωνσταντινούπολη (στα πρώτα ταξίδια του μεταφέρει συνήθως στη Βασιλεύουσα φορτία ξυλείας). Συνεργάζεται με τον αδελφό του, τον Σαμουήλ, και μαζί προβαίνουν στη σύσταση μιας οικογενειακής εταιρίας (fraterna societas). Έχουν τακτικές εμπορικές συναλλαγές με την ηπειρωτική Ελλάδα και τα παράλια της Μικράς Ασίας. Παράλληλα, ο Ρομάνο αγοράζει ακίνητα στη Βασιλεύουσα, η εκμετάλλευση των οποίων του αποφέρει ικανά κέρδη για να αναλάβει εμπορικές αποστολές μεγαλύτερης εμβέλειας: πλέον ταξιδεύει προς την Άκρα, την Τύρο, την Αντιόχεια και τα άλλα λιμάνια της φραγκικής Ανατολής, αλλά και προς τη μουσουλμανική Αλεξάνδρεια. Τα συμφέροντα του Μαϊράνο βρίσκονται κυρίως στην Ανατολή κι όχι στην πατρίδα του. Όταν το 1158 εξεγείρεται η κροατική Ζάρα κατά των Ενετών, η Γαληνοτάτη κηρύσσει γενική επιστράτευση των πολιτών της. Ο Μαϊράνο αδιαφορεί για την κλήση: προτιμά να πληρώσει το τεράστιο πρόστιμο που του επιβάλλεται, παρά να υπηρετήσει. Οι δουλειές του, άλλωστε, πηγαίνουν εξαιρετικά. Την ίδια περίοδο καταγράφονται τακτικές εμπορικές και τραπεζικές συναλλαγές του με το Τάγμα των Ναϊτών.

Το 1163, μετά από δεκαετή απουσία από τη μητρόπολη, ο Ρομάνο Μαϊράνο επιστρέφει στη Βενετία. Όχι για πολύ. Σκοπός του είναι η αγορά του πρώτου εμπορικού πλοίου του. Το 1165 τον βρίσκουμε στο χριστιανικό βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Χρηματοδοτεί ένα συμπατριώτη του έμπορο, τον Μάρκο Έντσιο: οι δύο άνδρες αποφασίζουν να ταξιδέψουν με το πλοίο του Μαϊράνο για να πουλήσουν τα εμπορεύματά τους. Από την Άκρα θα βρεθούν στον Χάνδακα της Κρήτης κι από εκεί είτε θα επιστρέψουν κατευθείας στην Άκρα ή στο επίνειο της Αντιόχειας, είτε θα συνεχίσουν ως την Αλεξάνδρεια για να επιστρέψουν από το αιγυπτιακό λιμάνι στη βάση τους. Πιθανότερο φαίνεται να προτιμήθηκε η δεύτερη εναλλακτική λύση. Άλλωστε το 1167 βρίσκουμε τον Μαϊράνο να κινείται μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Αλεξάνδρειας. Προς το τέλος, όμως, της ίδιας χρονιάς επιστρέφει στη Βενετία για να αγοράσει το δεύτερο πλοίο του, αγορά αναγκαία λόγω της ανάπτυξης του κύκλου των δραστηριοτήτων του. Δανείζεται από οχτώ πλούσιους συμπολίτες του συνολικό ποσό 796 υπέρπυρων. Το δάνειο θα επιστραφεί εντόκως την άνοιξη του 1168 (με επιτόκιο 44%!).

Τον Οκτώβριο του 1169 ο Μαϊράνο βρίσκεται πίσω στην Κωνσταντινούπολη, μολονότι οι ενετικές αρχές έχουν προειδοποιήσει τους πολίτες τους για τη ραγδαία επιδείνωση των διπλωματικών σχέσων μεταξύ της Γαληνοτάτης και του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού. Αρχικά, ο φίλος μας φαίνεται να δικαιώνεται για τη ριψοκίνδυνη απόφασή του. Οι δουλειές του στην Πόλη πηγαίνουν όλο και καλύτερα. Εκτός των άλλων, αναλαμβάνει τη διαχείριση της μεγάλης περιουσίας που διαθέτει στη Βασιλεύουσα ο λατίνος πατριάρχης του Γκράντο. Αποκτά επίσης το ιδιαιτέρως επικερδές μονοπώλιο της είσπραξης των δικαιωμάτων για τη ζύγιση των εμπορευμάτων των Ενετών της πόλης. Ωστόσο, το 1171 ξεσπά η καταιγίδα που πολλοί φοβούνταν: ο Μανουήλ διατάσσει τη σύλληψη και απέλαση όλων των Ενετών υπηκόων και τη δήμευση των περιουσιακών στοιχείων τους. Ο Μαϊράνο κατορθώνει να ξεφύγει με το πλοίο του που ήταν ελλιμενισμένο στην Κωνσταντινούπολη, σώζοντας κι αρκετούς συμπατριώτες του, χάνει όμως την περιουσία του. Κατεστραμμένος οικονομικά αδυνατεί να εξοφλήσει τους πιστωτές του. Δίχως να απογοητευτεί, ξαναρίχνεται στον αγώνα, στο δρομολόγιο Βενετία-Αλεξάνδρεια. Το καλοκαίρι του 1173 συμμετέχει με το πλοίο του στον ενετικό στόλο που πολιορκεί (ανεπιτυχώς) την Ανκόνα. Οι πολεμικές επιχειρήσεις αποτελούν πάντως την εξαίρεση στη σταδιοδρομία του Μαϊράνο. Τα χρόνια αυτά τον συναντούμε συνήθως να εμπορεύεται μεταξύ Βενετίας, Αλεξάνδρειας και Αγίων Τόπων. Κύριος χρηματοδότης του είναι η πάμπλουτη και ισχυρή οικογένεια Τζιάνι: ο δόγης (από το 1172 έως το 1178) Σεμπαστιάνο και ο γιος του (και μετέπειτα δόγης κι αυτός, 1205-1229) Πιέτρο, στους οποίους ο Μαϊράνο προμηθεύει φορτία πιπεριού και στυπτηρίας.

Πάντα τολμηρός κι έτοιμος να εκμεταλλευθεί νέους εμπορικούς δρόμους, ο Μαϊράνο διαβλέπει νέες ευκαιρίες στη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ της πατρίδας του και της παραδοσιακής αντιπάλου, της νορμανδικής Σικελίας του Γουλιέλμου Β΄ του Καλού, εξέλιξη που καθιστά ασφαλέστερη για τους Βενετούς τη ναυσιπλοΐα στα νότια και νοτιοδυτικά της Μεσογείου. Παραγγέλλει τη ναυπήγηση ενός ακόμη εμπορικού πλοίου και,ταξιδεύει στο Μαγκρέμπ (Μπουζί και Θέουτα), όπου προμηθεύεται μάλλινα και δέρματα, προϊόντα απαραίτητα για την ενετική βιοτεχνία ένδυσης. Το 1183 έχει πλέον καταφέρει να εξοφλήσει όλα τα χρέη του, και τα προ του 1171 και τα κατοπινά. Η Αλεξάνδρεια και η Άκρα παραμένουν οι βασικοί εμπορικοί προορισμοί του. Μετά το 1184, όταν αποκαθίστανται οι σχέσεις Βενετίας και Βυζαντίου, καθώς ο Ανδρόνικος Α΄ Κομνηνός δέχεται να καταβάλει και κάποιες αποζημιώσεις για τα δημευθέντα περιουσιακά στοιχεία των Ενετών της Πόλης, ο Μαϊράνο επιστρέφει στο δρομολόγιο προς Κωνσταντινούπολη. Φαίνεται μάλιστα ότι το 1190 μεταφέρει ξανά στη Βασιλεύουσα το κέντρο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του: είναι πιθανό ο θρίαμβος του Σαλαδίνου επί των σταυροφορικών κρατών της Ανατολής να έπεισε τον ήρωά μας ότι η Αλεξάνδρεια δεν ήταν πια το ίδιο ασφαλής ως εμπορική βάση. Έχοντας φτάσει σε μάλλον προχωρημένη ηλικία σταματά να ταξιδεύει, αναθέτοντας τις εμπορικές αποστολές στους γιους του. «Περιορίζεται» στον ρόλο του χρηματοδότη και στη διαχείριση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας του. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή χρονολογία ή τον τόπο θανάτου του (Βενετία, Κωνσταντινούπολη ή μήπως Αλεξάνδρεια;), είμαστε όμως βέβαιοι ότι άφησε τον εμπορικό του οίκο σε ανθηρή κατάσταση, καθιστώντας τον μια από τις σπουδαιότερες επιχειρήσεις της Μεσογείου.

ΙΙ. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ενετικού εμπορίου κατά τον Μεσαίωνα

1. Ένα οικουμενικό εμπόριο χωρίς διακρίσεις και φραγμούς: Οι Ενετοί, όπως και γενικά οι έμποροι από τις άλλες ναυτικές δημοκρατίες της Ιταλίας (αρχικά, έως και τον 11ο αι., το Αμάλφι, και μετέπειτα τη Γένοβα και την Πίζα) συνδέουν εμπορικά την καθολική Δύση, το ορθόδοξο Βυζάντιο και τον μουσουλμανικό κόσμο. Μεταφέρουν στην Ανατολή κυρίως πρώτες ύλες (ξυλεία και μέταλλα) και γυρίζουν στη Δύση με προϊόντα πολυτελείας για τις εύπορες τάξεις (μπαχαρικά, μεταξωτά από το Βυζάντιο, κοσμήματα και χειροτεχνήματα), χωρίς να περιφρονούν και την εμπορία φθηνότερων ειδών πρώτης ανάγκης (μάλλινα και δερμάτινα) (βλ. Jean-Claude Hocquet, La vie mouvementée du marchand Mairano, όπ.π.). Η βασική τους επιδίωξη είναι το κέρδος και, όπως είναι φυσικό, δεν υπόκειται σε φραγμούς: όταν εμπορεύονται όπλα (ασπίδες, δόρατα, ξίφη) ή πρώτες ύλες για στρατιωτικό εξοπλισμό (ξυλεία και μέταλλα) εφαρμόζουν, χωρίς αναστολές, τη διαχρονική πολιτική των εμπόρων όπλων, πωλώντας και στις δύο εμπόλεμες πλευρές, δηλ. τους μουσουλμάνους της Αιγύπτου και τους χριστιανούς της Ιερουσαλήμ, της Τρίπολης και της Αντιόχειας. Οι παπικές απαγορεύσεις κι αφορισμοί, ή οι αποφάσεις των χριστιανών ηγεμόνων δεν πτοούν τους Ενετούς, οι οποίοι συνεχίζουν τις εμπορικές δραστηριότητες με τους «απίστους».

Οι δραστηριότητες αυτές εξαρτώνται άμεσα από την ασταθή διπλωματική ισορροπία μεταξύ των διαφόρων δυνάμεων της Μεσογείου. Για ιστορικούς λόγους το Βυζάντιο αποτελεί τον κατεξοχήν εμπορικό εταίρο των Ενετών (ήδη από τον 11ο αι. και επί Αλέξιου Κομνηνού οι Ενετοί έμποροι τυγχάνουν πλήρους απαλλαγής από το κομμέρκιο, δηλαδή τον φόρο ύψους 10% επί της αξίας των εμπορευμάτων), εντούτοις, όπως αποδεικνύει και η ζωή του Μαϊράνο, οι σχέσεις Βενετίας και Βυζαντίου είναι ταραχώδεις. Επομένως, συμφέρον της Βενετίας είναι να διατηρεί πάντα εναλλακτικές εμπορικές οδούς. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορικής περιόδου που εξετάζουμε, βασικό μέλημα των ενετικών αρχών είναι να κρατούν ανοιχτή μία τουλάχιστον από τις τρεις βασικές οδούς (Βενετία-Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια λιμάνια της Μικράς Ασίας ή της Μαύρης Θάλασσας, Βενετία-Αλεξάνδρεια, Βενετία-χριστιανικά λιμάνια της Συρίας και Παλαιστίνης). Φυσικά κάθε νέα προοπτική εμπορικού δρόμου είναι ευπρόσδεκτη για τη Γαληνοτάτη. Το διαπιστώσαμε, άλλωστε, με το παράδειγμα των λιμανιών της βορειοδυτικής Αφρικής.

Εξαιρουμένων των μάλλον σύντομων περιόδων εχθρότητας, τα ξένα κράτη βλέπουν θετικά τις δραστηριότητες των Ενετών εμπόρων. Στα περισσότερα λιμάνια (Αλεξάνδρεια, Άκρα, Τύρος, Κωνσταντινούπολη κ.λπ.) τους παραχωρείται εμπορικός σταθμός (fondaco, από το αραβικό funduk, με αμφιλεγόμενο ελληνικό έτυμο τη λέξη «πανδοχείο», βλ. René Fédou e.a. “Lexique historique du Moyen Âge“, coll. cursus, εκδ. Armand Colin, Παρίσι 1995, λήμμα fondaco, σελ. 74), όπου οι έμποροι συναλλάσσονται με μεγαλύτερη ευκολία, ενώ το κράτος υποδοχής μπορεί να εισπράξει άμεσα φόρους και δασμούς επί των εμπορευμάτων. Παράλληλα, οι Ενετοί (κι οι υπόλοιποι Ιταλοί) έμποροι έχουν στα λιμάνια αυτά τις συνοικίες τους (με την εκκλησία, αφιερωμένη συνήθως στον Άγιο Μάρκο, τον φούρνο. τον μύλο και τα λουτρά τους), όπου ζουν όπως και στην πατρίδα τους, ενώ τα συμφέροντά τους τα εκπροσωπεί ένας ομοεθνής τους πρόξενος.

2. Καινοτόμες μορφές συμβάσεων και εταιριών: Η εφευρετικότητα των Ενετών εμπόρων εκφράζεται με νέες μορφές εμπορικών συμβάσεων και εταιριών. Συχνή είναι η περίπτωση της ρογκαντία: η κεφαλαιουχική εταιρία που έχει την κυριότητα των εμπορευμάτων αναθέτει την πώλησή τους σ’ έναν έμπορο έναντι αμοιβής (Christian Bec, όπ.π., σελ. 17). Η επιχείρηση αποδεικνύεται συνήθως ιδιαίτερα επωφελής και για τον ταξιδιώτη έμπορο. Μπορεί να μη συμμετέχει στα εταιρικά κέρδη, αλλά εκτός της προκαθορισμένης αμοιβής έχει τη δυνατότητα να προβεί κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και σε δικές του συναλλαγές. Για παράδειγμα, το 1156, στο πλαίσιο μιας ρογκαντία, ο Μαϊράνο είναι υπεύθυνος για τη μεταφορά και πώληση εμπορευμάτων στη γραμμή Κωνσταντινούπολη-Σμύρνη-Αλεξάνδρεια. Παρότι δεν έχει συμμετοχή στα κέρδη της εταιρίας, αποκτά σημαντικά ποσά παίρνοντας την πρωτοβουλία να προσθέσει και να πωλήσει και δικά του εμπορεύματα στη διαδρομή.

Ακόμη συχνότερη, όμως, είναι η περίπτωση των εταιρικών μορφών στις οποίες ο έμπορος δεν παρέχει απλώς εργασία, αλλά συμμετέχει και στα κέρδη, συνήθως δε και στο εταιρικό κεφάλαιο. Η σύμβαση έχει  περιορισμένη χρονική ισχύ (μπορεί να αφορά μία μόνον εμπορική αποστολή) και συνάπτεται μεταξύ ενός ή πλειόνων κεφαλαιούχων-χρηματοδοτών και ενός εμπόρου, ο οποίος καθίσταται υπεύθυνος για την πώληση των εμπορευμάτων.  Στη μορφή της κομμέντα (την οποία χρησιμοποιούν συνήθως στη Γένοβα), ο έμπορος δεν μετέχει στο κεφάλαιο, κρατά όμως το 1/4 των κερδών, αποδίδοντας τα υπόλοιπα στους κεφαλαιούχους. Σύμφωνα, όμως, με τη βενετσιάνικη εκδοχή της κομμέντα, δηλ. την κολλεγκάντσα, ο χρηματοδότης παρέχει το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου (συνήθως τα 2/3), ενώ ο έμπορος συνεισφέρει με το υπόλοιπο κεφάλαιο.  Τα κέρδη της επιχείρησης μοιράζονται μεταξύ βασικού κεφαλαιούχου και εμπόρου στο μισό, ενώ τυχόν ζημίες κατανέμονται αναλόγως της εισφοράς του κάθε εταίρου (René Fédou e.a., όπ.π., λήμματα colleganza και commenda, σελ. 42-43/ Christian Bec, όπ.π.). Ως εκ της φύσεώς της, η κολλεγκάντσα είναι ιδιαιτέρως συμφέρουσα για τον έμπορο που μετέχει σ’ αυτήν.

Το αρχείο του Μαϊράνο μας προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κολλεγκάντσας. Το 1167, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου όπου ήταν τότε εγκατεστημένος, ο Μαϊράνο συνάπτει εμπορική σύμβαση με έναν άλλο Βενετό έμπορο, τον Ντομένικο Γιάκομπ. Για τους σκοπούς της εταιρίας, ο Μαϊράνο παρέχει το πλοίο του οποίου είναι ιδιοκτήτης και συμμετέχει με τα 2/3 του κεφαλαίου (κι επομένως των εμπορευμάτων), ενώ ο συνεταίρος του συμμετέχει με το 1/3 του κεφαλαίου και αναλαμβάνει το επιχειρησιακό σκέλος: ο Γιάκομπ θα συνοδέψει τα εμπορεύματα στο ταξίδι από την Αλεξάνδρεια στον Αλμυρό της Μαγνησίας. Στη συνέχεια, θα ενωθεί με την πρώτη ενετική μούδα (βλ. κατωτέρω) που κατευθύνεται στην Κωνσταντινούπολη. Στη Βασιλεύουσα θα λάβει χώρα κι η απόδοση λογαριασμών: ο Γιάκομπ θα επιστρέψει στον Μαϊράνο το κεφάλαιό του (τα 2/3 του εταιρικού), καθώς και το ήμισι των κερδών που απέφερε η επιχείρηση, ενώ ο ίδιος θα κρατήσει το δικό του μερίδιο από το κεφάλαιο (1/3) και τα άλλα μισά κέρδη. Η κολλεγκάντσα, με τις διάφορες παραλλαγές της, συντελεί ευεργετικά στη συσσώρευση κεφαλαίων και γενικά στην ανάπτυξη της εμπορικής κίνησης: ο έμπορος που έχει την ευθύνη της επιχείρησης, συνοδεύοντας το εμπόρευμα, έχει την άδεια να προβεί σε οποιεσδήποτε αγοραπωλησίες κρίνει επικερδείς. Εκμεταλλευόμενος τις διαφορές τιμών των εμπορευμάτων μεταξύ των διαφόρων σταθμών του, πολλαπλασιάζει τα κέρδη της εταιρίας, αλλά και τα προσωπικά του κέρδη.

Παράλληλα, στο πλαίσιο του ενετικού εμπορίου παρατηρείται ευρεία χρήση νέων μέσων που διευκολύνουν τις συναλλαγές και την εμπορική δραστηριότητα εν γένει: αξιόγραφα (κυρίως η συναλλαγματική), διπλή λογιστική (κατά πάσα πιθανότητα ενετική εφεύρεση), αλληλόχρεοι λογαριασμοί κ.λπ.

3. Ο τυπικός  Ενετός έμπορος: Η εκπαίδευση και η κατάρτιση του Ενετού εμπόρου αρχίζει από πολύ νωρίς. Έφηβος ακόμη θα μπαρκάρει και θα του ανατεθούν ορισμένα εμπορεύματα τα οποία θα αναλάβει να πωλήσει. Η μαθητεία του θα συνεχιστεί σε κάποιο λιμάνι του εξωτερικού, δίπλα σε συγγενή ή τον τοπικό συνεργάτη της οικογενειακής εταιρίας. Ολοκληρώνοντας τη μαθητεία του, θα αναλάβει ο ίδιος τον ρόλο συνεργάτη και θα αρχίσει τα εμπορικά ταξίδια.

«Με τα χρόνια κι όταν φτάσει η κατάλληλη στιγμή, αφού κάνει περιουσία, θα επιστρέψει στη Βενετία και θα γίνει επιτέλους οικογενειάρχης. Θα συνεχίσει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες. θ’ αναμιχθεί στην πολιτική, θα κάνει επενδύσεις… Σε αντίθεση προς τους Φλωρεντινούς ομολόγους του με τις φιλολογικές ανησυχίες τους, ο Ενετός έμπορος έχει πρακτικό πνεύμα και γνώσεις κυρίως τεχνικές» ((Christian Bec, όπ.π., σελ. 40). Τα εφόδιά του είναι η εμπειρία, οι γερές βάσεις λογιστικής και γεωγραφίας, η καλή γνώση των ξένων γλωσσών που μιλούν οι αλλοδαποί πελάτες του.

Χαρακτηριστικό του Ενετού επιχειρηματία, όπως είδαμε στην περίπτωση του Ρομάνο Μαϊράνο, είναι ακριβώς η συμμετοχή του σε πολλές εταιρίες διαφορετικών τύπων και εμβέλειας. Εναλλάσσεται στους ρόλους του κεφαλαιούχου και του εμπόρου. Με τον τρόπο αυτό ελαχιστοποιεί τους εμπορικούς κινδύνους, σε τέτοιο σημεία που δεν καταφεύγει σχεδόν ποτέ στην ασφάλιση των εμπορευμάτων του (όπως κάνουν συστηματικά οι Φλωρεντινοί).

4. Μια κρατικώς ελεγχόμενη οικονομία: Το ενετικό οικονομικό θαύμα, πάντως, δεν θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα αποκλειστικά χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Η οικονομία της Βενετίας κατευθύνεται κι ελέγχεται από το Δημόσιο. Η Γαληνοτάτη καθορίζει τα δρομολόγια, τον χρόνο απόπλου και τα εκάστοτε φορτία εμπορευμάτων για τις μούδες (mude), τις οργανωμένες ναυτικές αποστολές που αναχωρούν τακτικά για τους βασικούς εμπορικούς προορισμούς : στα… κονβόϊ αυτά συμμετέχουν εμπορικά πλοία ιδιωτών που συνοδεύονται από γαλέρες, συνήθως ιδιοκτησίας του Δημοσίου. Οι γαλέρες, η καθεμία με 200 κωπηλάτες και 20 βαλλιστριδοφόρους, μεταφέρουν τα μεγάλης αξίας εμπορεύματα και αποτελούν εγγύηση για την ασφάλεια των εμπορικών πλοίων των ιδιωτών. Οι προδιαγραφές ασφάλειας των πλοίων των ιδιωτών, ο εξοπλισμός, το πλήρωμα και οι συνθήκες ασφάλειας και υγιεινής στα πλοία καθορίζονται με νόμους και διοικητικές πράξεις του ενετικού κράτους, ενώ η τήρησή τους ελέγχεται από τους δημοσίους υπαλλήλους. Επιπλέον, η Γαληνοτάτη ρυθμίζει λεπτομερώς τις εμπορικές δραστηριότητες αλλοδαπών σε ενετικό έδαφος, έχει το μονοπώλιο άλατος, ελέγχει αυστηρά το εμπόριο των βασικών καταναλωτικών αγαθών. Τέλος, απαγορεύει στις ενετικές τράπεζες τη δανειοδότηση αλλοδαπών προκειμένου το χρήμα τους να είναι διαθέσιμο αποκλειστικά στους Ενετούς υπηκόους και, φυσικά, στο ίδιο το κράτος (Christian Bec, όπ.π., σελ. 38-39).

Με όλες τις ιδιαιτερότητές της ή τα χαρακτηριστικά που μοιάζουν ασύμβατα με την εποχή μας, η ενετική οικονομία και οι πρωταγωνιστές της διακρίνονται από πολλά στοιχεία ικανά να αποτελέσουν χρήσιμα διδάγματα για τις δύσκολες εποχές που διανύουμε. Θάρρος, επιμονή, ευρύτητα πνεύματος και αξία της προσωπικής προσπάθειας (όπως σημείωνε κι ο Υβ Ρενουάρ «οι μεγάλες περιουσίες οφείλονταν στις πολλές μικρομεσαίες εταιρίες και στη συσσώρευση μικρών κερδών»). Κι όλα αυτά σε πλαίσιο αγαστής συνεργασίας ανάμεσα στην ιδιωτική πρωτοβουλία και το ενετικό Δημόσιο. Διαχρονικά ωφέλιμα μου μοιάζουν όλα αυτά.

Καλή χρονιά, με υγεία, ευτυχία και δημιουργικότητα στις φίλες και στους φίλους του ιστολογίου!

Ιερουσαλήμ-Μαρίενμπουργκ – μέρος Ι

Σεπτεμβρίου 26, 2010

   

Από τα τρία μεγάλα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα του Μεσαίωνα, το τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών είναι αυτό με τις περισσότερες ιδιαιτερότητες. Λαμβάνοντας υπόψη τη χρονολογία ίδρυσης, πρόκειται για το νεότερο τάγμα. Σε αντίθεση προς τον πολυεθνικό χαρακτήρα των Ναϊτών και των Ιωαννιτών, οι Τεύτονες έχουν ομοιογενή σύνθεση, καθώς στρατολογούν τα μέλη τους σχεδόν αποκλειστικά στη Γερμανία. Πρόκειται, επίσης, για το τάγμα με τη λιγότερο σημαντική δράση στους Άγιους Τόπους, γεγονός που εξηγείται από το ότι πολύ γρήγορα το κέντρο βάρους των δραστηριοτήτων τους μετατοπίστηκε σε έναν εντελώς διαφορετικό γεωγραφικό χώρο. Τέλος, είναι το ιπποτικό τάγμα του οποίου η σύγχρονη εικόνα έχει υποστεί την πιο έντονη παραμόρφωση: καθώς το όνομά τους είναι συνυφασμένο με την επέκταση του γερμανικού έθνους προς Ανατολάς (Drang_nach_Osten), ο άνθρωπος της εποχής μας συνδέει σχεδόν κατ’ ανάγκη τη δράση των Τευτόνων με παρεμφερή πρόσφατα γεγονότα που συνδέονται με ορισμένες από τις πιο σκοτεινές σελίδες της νεότερης Ιστορίας. Με άλλα λόγια, η εικόνα που έχουμε για τους Τεύτονες Ιππότες ταυτίζεται με τις σεκάνς του μεγαλειώδους φιλμ του Σεργκέι Μιχάιλοβιτς Έιζενστέιν για τον Αλέξανδρο Νιέφσκι: είναι οι κακοί της ιστορίας που κάτω από τις μεσαιωνικές πανοπλίες και τους μανδύες με τον μαύρο σταυρό κρύβουν τη φρίκη του ναζιστικού ολοκληρωτισμού. Χωρίς να απαιτείται να φτάσουμε στο άλλο άκρο, αυτό της αγιογραφικής παρουσίασης, ας προσπαθήσουμε να ξετυλίξουμε τις πιο σημαντικές στιγμές της ιστορίας αυτών των παρεξηγημένων.  

Ι. Οι Τεύτονες Ιππότες στους Αγίους Τόπους 

Α. Ίδρυση και ανάπτυξη του τάγματος.α. Οι απαρχές: από την Ιερουσαλήμ στην Άκρα. Η ιστορία μας ξεκινά κατά κάποιο τρόπο γύρω στα 1120 στη φραγκική Ιερουσαλήμ: Γερμανοί προσκυνητές ιδρύουν ένα «νοσοκομείο» με σκοπό τη φιλοξενία και τη φροντίδα των άπορων κι αρρώστων ομοεθνών τους (το μεσαιωνικό hospitalis είναι πρωτίστως ξενώνας και πτωχοκομείο και, συνακόλουθα, νοσοκομείο με τη σύγχρονη έννοια). Πότε ακριβώς; Ίσως το 1118 ή, αν πιστέψουμε τη μαρτυρία του χρονικογράφου Ιωάννη της Υπρ, το 1127-1128 (Alain Demurger «Chevaliers du Christ – Les ordres religieux-militaires au Moyen Âge, XIe-XVIe siècle«, εκδ. Seuil, Παρίσι, 2002, σελ. 45). Το 1143, ο πάπας Κελεστίνος Β΄ αποφάσισε την υπαγωγή του ιδρύματος και της αδελφότητας που είχε την ευθύνη της λειτουργίας του στο τάγμα των Ιωαννιτών. Η έλλειψη στοιχείων υποδηλώνει ότι η δραστηριότητα του γερμανικού νοσοκομείου της Ιερουσαλήμ μάλλον δεν ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Σε κάθε περίπτωση, μετά τη συντριβή των χριστιανικών δυνάμεων στο Χαττίν και την ανάκτηση της Ιερουσαλήμ από τον Σαλαδίνο, το ίδρυμα και το αφιερωμένο στην Παναγία παρεκκλήσιό του πέρασαν στα χέρια των μουσουλμάνων.    

Τέσσερα χρόνια αργότερα, κι ενώ οι χριστιανοί πολιορκούν την Άκρα προσπαθώντας να ανακτήσουν όσο το δυνατόν περισσότερα από τα χαμένα εδάφη τους στην Παλαιστίνη και στη Συρία, δύο Γερμανοί έμποροι, από τη Βρέμη και τη Λυβέκη αντίστοιχα, οργανώνουν ένα νοσοκομείο εκστρατείας στο στρατόπεδο των σταυροφόρων. Όταν η πόλη καταληφθεί, το νοσοκομείο αυτό θα εγκατασταθεί μόνιμα κοντά στην πύλη του Αγίου Νικολάου. Δεν αποτελεί συνέχεια εκείνου της Ιερουσαλήμ: κανένα από τα πρόσωπα του αρχικού ιδρύματος δεν φαίνεται να εμπλέκεται στην ίδρυση και λειτουργία του νοσοκομείου της Άκρας, μολονότι το χρονικό διάστημα μεταξύ της παύσης λειτουργίας του ενός και της δημιουργίας του δευτέρου είναι σχετικά μικρό (Sylvain Gouguennheim «Les Chevaliers Teutoniques«, εκδ. Tallandier, Παρίσι, 2007, σελ. 24 επ.). Εντούτοις, στα κατοπινά χρόνια, τα μέλη του τάγματος δεν θα σταματήσουν να επικαλούνται το γερμανικό νοσοκομείο της Ιερουσαλήμ, ισχυριζόμενοι ότι το Τάγμα αποτελεί συνέχειά του, τόσο για λόγους απόδειξης αρχαιότητας όσο και λόγω της συμβολικής αξίας που θα είχε μια τέτοια αρχική έδρα. Πάντως, το 1196, ο πάπας Κελεστίνος Γ΄ θα παραχωρήσει προνόμια στο νέο ίδρυμα και θα αναγνωρίσει την αυτονομία του έναντι του Τάγματος του Νοσοκομείου του Αγίου Ιωάννου.

Η κρίσιμη καμπή χρονολογείται στα 1197-1198. Ο Γερμανός αυτοκράτορας και βασιλιάς της Σικελίας και Κάτω Ιταλίας Ερρίκος Στ΄ των Χοχενστάουφεν σχεδίαζε μια μεγάλη σταυροφορία, την οποία δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει ποτέ λόγω του πρόωρου θανάτου του από ελονοσία, τον Αύγουστο του 1197. Ωστόσο, αρκετοί Γερμανοί σταυροφόροι έφτασαν στην Άκρα εκείνη τη χρονιά. Σ’ αυτούς οφείλεται και η απόφαση για την μετατροπή του γερμανικού νοσοκομείου της Άκρας σε στρατιωτικό θρησκευτικό τάγμα (Φεβρουάριος 1198). Το νεοσύστατο τάγμα θα αποκτήσει ένα μικτό Κανόνα: όσον αφορά τη στρατιωτική δράση θα ακολουθεί τον Κανόνα των Ναϊτών, ενώ για τη φιλανθρωπική δράση του τον αντίστοιχο των Ιωαννιτών (βλ. παπική βούλα του Ιννοκέντιου Γ΄ Sacrosancta Romana ecclesia, 19 Φεβρουαρίου 1198). Το Τάγμα της Παναγίας των Τευτόνων έχει μόλις γεννηθεί: Ordo sanctae Mariae teutonicorum (η γαλλική ονομασία θα είναι κάπως πιο φανταχτερή μια και γίνεται λόγος για το Άγιο Ιπποτικό Τάγμα του Νοσοκομείου της Παναγίας του Οίκου των Γερμανών – Saint ordre chevaleresque de l’hôpital de Sainte-Marie de la maison des Allemands -, η γερμανική πολύ πιο λιτή: Deutsche Ritterorden).

Κάθε αρχή και δύσκολη. Το τάγμα έχει να αντιμετωπίσει τα συνήθη προβλήματα οργάνωσης, στρατολόγησης και ανεύρεσης των αναγκαίων πόρων για τη λειτουργία. Έχει να ανταγωνιστεί τους Ναΐτες και τους Ιωαννίτες που μετρούν ήδη τουλάχιστον 70 χρόνια λειτουργίας. Οι δεύτεροι, μάλιστα, δεν θα σταματήσουν να διεκδικούν την κηδεμονία του γερμανικού τάγματος! Όσο για τους πρώτους δεν θα διστάσουν να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο προκειμένου να εμποδίσουν τους Τεύτονες να φορούν τον λευκό μανδύα με τον μαύρο σταυρό που είχαν επιλέξει ως επίσημο ένδυμα. Καθώς οι (αρχαιότεροι) Ναΐτες φορούσαν κι αυτοί λευκό μανδύα (με κόκκινο, πάντως, σταυρό), πίστευαν ότι η επιλογή των Τευτόνων προκαλούσε σύγχυση. Κατάφεραν μάλιστα να πείσουν τον πάπα Ιννοκέντιο να απαγορέψει στους Τεύτονες να φορούν λευκό μανδύα (27 Αυγούστου 1210)! Η απόφαση ανακλήθηκε 11 μήνες αργότερα (Demurger, όπ.π., σελ. 207/ Gouguennheim «Les Chevaliers Teutoniques«, σελ. 29-30).   

β. Ο Χ. φον Ζάλτσα μέγας μάγιστρος των Τευτόνων: Οι Τεύτονες Ιππότες θα γνωρίσουν την πρώτη περίοδο ακμής τους στα χρόνια του τέταρτου κατά σειρά μεγάλου μαγίστρου τους, του ιδιοφυούς πολιτικού και διπλωμάτη Χέρμανν φον Ζάλτσα, ο οποίος κατείχε το αξίωμα από το 1209/1210 έως το 1239 (Demurger, όπ.π., σελ. 46/ Gouguennheim «Les Chevaliers Teutoniques«, σελ. 32-33). Ο φον Ζάλτσα προερχόταν από οικογένεια μινιστράλιων (κατώτερων ευγενών μάλλον ταπεινής καταγωγής) η οποία είχε εκτάσεις κοντά στην Ερφούρτη και βρισκόταν στην υπηρεσία του Λαντγκράβου της Θουριγγίας. Στα χρόνια που κατέχει το αξίωμα του μεγάλου μαγίστρου, το Τάγμα θα κάνει για πρώτη φορά αισθητή την παρουσία του σε στρατιωτικό επίπεδο, συμμετέχοντας στην Ε΄ Σταυροφορία και, ειδικότερα, διακρινόμενο στην πολιορκία της Δαμιέττης (1218-1219). Κυρίως, όμως, ο μάγιστρος θα συνδέσει την τύχη και τα συμφέροντα του τάγματος με αυτά της Αγίας Γερμανικής Αυτοκρατορίας και ειδικότερα του οίκου των Στάουφεν και του αυτοκράτορα Φρειδερίκου Β΄ (για τον οποίο βλ. στο παρόν ιστολόγιο το έκτο και το έβδομο μέρος της σειράς για τους Νορμανδούς στην Κάτω Ιταλία). Ο φον Ζάλτσα είναι αυτός που θα προξενέψει στον Φρειδερίκο την Ισαβέλλα (γνωστότερη ως Γιολάντα), κόρη του βασιλιά της Ιερουσαλήμ Ιωάννη Βριέννιου, προκειμένου ο Στάουφεν ηγεμόνας να γίνει διάδοχος του βασιλείου της Ιερουσαλήμ. Ο ίδιος θα παρακινήσει τον αυτοκράτορα να αναλάβει την (κυρίως διπλωματική) Στ΄ Σταυροφορία, στης οποίας τον σχεδιασμό θα συμμετάσχει ενεργά. Κατά πάσα πιθανότητα, πρέπει να συμμετείχε και στις διαπραγματεύσεις που κατέληξαν στη σύναψη της συνθήκης της Γιάφας (Φεβρουάριος 1129), με την οποία ο Αγιουβίδης σουλτάνος Αλ Καμίλ επέστρεψε την Ιερουσαλήμ στους χριστιανούς, έστω και υπό το καθεστώς της ελεύθερης και ανοχύρωτης πόλης και υπό τον όρο του σεβασμού των ιερών για τους μουσουλμάνους τόπων. Φυσικά, ένα μήνα αργότερα, ο μεγάλος μάγιστρος στεκόταν δίπλα στον αυτοκράτορα όταν ο Φρειδερίκος στέφθηκε βασιλιάς της Ιερουσαλήμ στη βασιλική του Πανάγιου Τάφου. Τέλος, ήταν το πρόσωπο που μεσολάβησε προκειμένου ο πάπας Γρηγόριος Θ΄  να συμφιλιωθεί με τον αυτοκράτορα (Αύγουστος 1229) και να άρει τον αφορισμό που του είχε επιβάλλει το 1227, επειδή ο δεύτερος καθυστερούσε να ξεκινήσει τη σταυροφορία που είχε υποσχεθεί. Πάντως, οι Τεύτονες Ιππότες ουδέποτε θα εγκατασταθούν στην Ιερουσαλήμ. Η έδρα του τάγματος θα παραμείνει στην Άκρα έως το 1230, οπότε και θα μεταφερθεί στο γειτονικό κάστρο του Μονφόρ (βλ. Kristjan Toomaspoeg «Histoire des Chevaliers Teutoniques» εκδ. Flammarion, Παρίσι, 2001, σελ. 27).

Β. Σύνθεση του τάγματος και γεωγραφική εξάπλωση 

α. Γερμανοί και ευγενείς; Η μεγάλη ιδιατερότητα των Τευτόνων σε σχέση με τα άλλα δύο τάγματα είναι βέβαια ο ομοιογενής εθνικός τους χαρακτήρας. Θα μπορούσε η απόφαση δημιουργίας ενός γερμανικού τάγματος να θεωρηθεί εκδήλωση εθνικισμού; Σε μια εποχή που δεν γνωρίζει την έννοια του έθνους με τους σύγχρονους όρους, κάτι τέτοιο θα ήταν εξαιρετικά παρακινδυνευμένο. Στην πραγματικότητα, ο αμιγώς γερμανικός χαρακτήρας του τάγματος οφείλεται σε πρακτικούς λόγους: αφενός, στην καταρχήν γλωσσική (και κατ’ επέκταση πολιτιστική) οικειότητα μεταξύ Γερμανών, οι οποίοι στους Άγιους Τόπους βρίσκονταν κατά κάποιο τρόπο αποκλεισμένοι ανάμεσα σε γαλλόφωνους και ιταλόφωνους. Αφετέρου στις σχέσεις εξάρτησης που συνέδεαν τα μέλη του τάγματος με τους διάφορους ηγεμόνες της Γερμανικής Αυτοκρατορίας (Gouguennheim «Les Chevaliers Teutoniques«, σελ. 23). Έπειτα,  στον Κανόνα και τους κανονισμούς του τάγματος δεν υπήρχε κανένας περιορισμός που να απέκλειε υποψήφιο λόγω εθνοτικής καταγωγής. Φυσικά, η συντριπτική πλειονότητα των μελών ήταν Γερμανοί. Η σύνθεση του τάγματος μπορεί ίσως να συναχθεί έμμεσα κι από τη γλώσσα στην οποία έχουν συνταχθεί τα σωζόμενα αντίγραφα του Κανόνα: 24 είναι γραμμένα στα γερμανικά, 4 στα λατινικά, 1 στα ολλανδικά κι 1 (ημιτελές) στα γαλλικά (Demurger, όπ.π., σελ. 86).

Σε όλα τα στρατιωτικά θρησκευτικά τάγματα, ο κανόνας είναι ότι οι ιππότες στρατολογούνται από την τάξη των ευγενών. Όπως στους Ναΐτες (και σε μικρότερο βαθμό στους Ιωαννίτες), έτσι και στους Τεύτονες ο μεγάλος όγκος των ιπποτών προέρχεται από την κατώτερη αριστοκρατία. Μόνο ένα ποσοστό που μόλις υπερβαίνει το 10 % ανήκει στους ανώτερους ευγενείς κι ένα αντίστοιχο προέρχεται από την αριστοκρατία των πόλεων (Demurger, όπ.π., σελ. 103). Σε κάθε περίπτωση, η έννοια του ευγενούς στη μεσαιωνική Γερμανία είναι πολύ ελαστικότερη απ’ ό,τι λ.χ. στη Γαλλία. Η κατάσταση αυτή θα επιτρέψει τη στρατολόγηση ιπποτών με αστική καταγωγή (Gouguennheim «Les Chevaliers Teutoniques«, σελ. 68-69/ Toomaspoeg, όπ.π., σελ. 47-49). Ακόμη κι ένας μεγάλος μάγιστρος θα μπορούσε να κατάγεται από οικογένεια αστών (τέτοια είναι η περίπτωση του Καρόλου της Τρίερ, μεγάλου μαγίστρου από το 1311 έως το 1324). 

β. Ένα δίκτυο σε εξάπλωση: Οι Τεύτονες Ιππότες θα εκμεταλλευθούν τις εξαίρετες σχέσεις τους με τον Φρειδερίκο προκειμένου να εξαπλώσουν το δίκτυο των βάσεών τους, όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και στο προσφιλές στον Φρειδερίκο βασίλειο της Σικελίας και Κάτω Ιταλίας (με σημαντικότερες εγκαταστάσεις και έδρες διοίκησης στο Παλέρμο και τη Μπαρλέτα). Ακολουθώντας την πρακτική Ναϊτών και Ιωαννιτών, θα χρησιμοποιήσουν τις περιοχές αυτές προκειμένου, αφενός, να στρατολογούν νέα μέλη και, αφετέρου, να εκμεταλλεύονται τις ιδιοκτησίες τους έτσι ώστε να χρηματοδοτούν τις στρατιωτικές δραστηριότητες στις «εμπόλεμες» ζώνες. Στις πιο «θερμές» ζώνες αποκτούν την ιδιοκτησία εκτάσεων και οχυρώσεων στην Παλαιστίνη, τη Συρία, την Αρμενία, αλλά και την Ελλάδα (η οποία για τους Τεύτονες δεν ήταν τυπικά εμπόλεμη περιοχή, όπως οι άλλες τρεις): θα εγκατασταθούν κυρίως στο Πριγκιπάτο της Αχαΐας (Κορώνη, Μεθώνη, Καλαμάτα), έχοντας την έδρα της διοίκησης της «Επαρχίας της Ρωμανίας» στη Μοστενίστα της Ηλείας (Toomaspoeg όπ.π., σελ. 80-82/ Gouguennheim «Les Chevaliers Teutoniques«, σελ. 35, 95). Εντούτοις, παρ’ όλη τη στρατιωτική και διοικητική δράση των Τευτόνων Ιπποτών στην ανατολική Μεσόγειο, οι πιο λαμπρές σελίδες της ιστορίας επρόκειτο να γραφούν πολύ βορειότερα.

ΙΙ. Οι Τεύτονες Ιππότες στην Ανατολική Ευρώπη

 Α. Η Βορειοανατολική Ευρώπη πριν την έλευση του Τάγματος

α. Drang nach Osten: «Στο τέλος του δέκατου αιώνα αρχίζει η γερμανική επέκταση προς Ανατολάς (Drang nach Osten), μεγάλο μεταναστευτικό κίνημα που συνδυάζει τον αποικισμό με στόχο την αγροτική εκμετάλλευση εδαφών, τον εκγερμανισμό και τον εκχριστιανισμό. Εν μέρει αυθόρμητος, ο αποικισμός αυτός συνήθως πλαισιώθηκε και οργανώθηκε από τους ηγεμόνες της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, λαϊκούς και θρησκευτικούς…» (Demurger, όπ.π., σελ. 67). Φυσικά, ο επεκτατισμός αυτός είχε ως θύματά του τους αυτόχθονες πληθυσμούς των περιοχών των ακτών της Βαλτικής από τα ανατολικά του Έλβα ως τον Φιννικό Κόλπο. Οι λαοί αυτοί, που δεν είχαν ακόμη ασπασθεί τον χριστιανισμό, ανήκαν σε τρεις γλωσσικές οικογένειες: υπήρχαν Σλάβοι, όπως οι Σοραβοί, οι Οβοδρίτες και οι Βένδοι, λαοί που μιλούσαν βαλτικές γλώσσες, όπως οι οι Πρώσοι (ή Προυθηνοί), οι Λεττονοί, οι Σεμιγάλλιοι και οι Λιθουανοί, και, τέλος, πληθυσμοί των οποίων οι γλώσσες ανήκαν στη φιννο-ουγγρική οικογένεια, όπως οι Κούροι, οι Λίβοι ή Λιβονοί και οι Εσθονοί. Μια ζώνη δασών και ελών (Wildnis) χώριζε τα εδάφη αυτά από τα πιο οργανωμένα κράτη της ευρύτερης περιοχής: τις ορθόδοξες ρωσικές ηγεμονίες του Νόφγκοροντ και του Πσκοφ στα βορειοανατολικά, το ειδωλολατρικό κράτος της Λιθουανίας στα ανατολικά και τις καθολικές πολωνικές ηγεμονίες στα νότια και νοτιοδυτικά (βλ. Demurger, όπ.π./ Gouguennheim «Les Chevaliers Teutoniques«, σελ. 145 επ.). Στην περιοχή μεταξύ του Έλβα και του Όντερ ο εκχριστιανισμός επιτεύχθηκε με τη μαζική έλευση Γερμανών αποίκων και την ίδρυση πολυάριθμων μονών από τους Κιστερκιανούς. Ανατολικά του Όντερ, όμως, η κατάσταση ήταν εντελώς ρευστή. Οι χριστιανοί ηγεμόνες προσπάθησαν να επιτύχουν τους στόχους τους μέσω των ιπποτικών ταγμάτων. Πριν την άφιξη των Τευτόνων στην περιοχή, έδρασαν δύο εφήμερα τάγματα: καθώς και τα δύο απέτυχαν στον σκοπό τους, συγχωνεύθηκαν τελικά με τους Τεύτονες Ιππότες.

β. Τα εφήμερα ιπποτικά τάγματα – i. οι Αδελφοί του Ξίφους στη Λιβονία: Στη Λιβονία, το ανατολικό τμήμα της περιοχής που αναφερόμαστε, το οποίο συμπίπτει σε μεγάλο βαθμό με τα εδάφη της σημερινής Λετονίας και Εσθονίας, είχαν εγκατασταθεί πολυάριθμοι Γερμανοί και Σκανδιναβοί (κυρίως Δανοί) που εμπορεύονταν ξυλεία, γούνες και ήλεκτρο. Στα τέλη του 12ου αι. ιδρύεται χριστιανική επισκοπή στο Ύξκυλλ (σημερινό Ίκσκιλλε στη Λεττονία). Καθώς οι ιθαγενείς πληθυσμοί αρνούνται να εκχριστιανισθούν, ο επίσκοπος Αλβέρτος του Μπουξχέφντεν καλεί σε σταυροφορία τους Γερμανούς ευγενείς: τα χριστιανικά εδάφη επεκτείνονται και ιδρύεται η πόλη της Ρίγας (1200) όπου και μεταφέρεται η έδρα της επισκοπής. Για την υπεράσπιση της περιοχής ο Αλβέρτος οργανώνει σε τάγμα τους ιππότες που είχε στρατολογήσει: πρόκειται για τους Αδελφούς του Ιπποτικού Τάγματος του Χριστού της Λιβονίας, τους οποίους αναγνωρίζει επίσημα ο πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ το 1204. Ακολουθούν τον Κανόνα των Ναϊτών και φέρουν λευκό μανδύα τον οποίο στολίζουν κόκκινος σταυρός και ξίφος: για τον λόγο αυτό θα γίνουν γνωστοί και ως Αδελφοί του Ξίφους (Schwertbrüder) ή Ξιφοφόροι. Το πρόβλημα για τους Αδελφούς του Ξίφους ήταν η έλλειψη αυτονομίας: υποτελείς του επίσκοπου της Ρίγας και ηγεμόνα της περιοχής, είχαν επιπροσθέτως να αντιμετωπίσουν τις διεκδικήσεις του βασιλικού οίκου της Δανίας και τις συνεχείς εξεγέρσεις των αυτοχθόνων (ιδίως των Εσθονών). Παρά τις αρχικές επιτυχίες τους (μέχρι το 1230) δεν θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τον λιθουανικό επεκτατισμό. Το 1236 θα συντριβούν από το μεγάλο δούκα της Λιθουανίας, τον Μιντάουγκας, στη Μάχη του Σιαουλιάι: το τάγμα δεν θα συνέλθει ποτέ από την ήττα αυτή.

ii. Το Τάγμα του Ντόμπριν στην Πρωσία. Πιο δυτικά, οι Πολωνοί ηγεμόνες αναζητούσαν στηρίγματα που θα τους προστάτευαν από τις επιδρομές των Πρώσων. Ο Κορράδος Α΄, δούκας της Μαζοβίας, σε συνεργασία με τον πρώτο επίσκοπο Πρωσίας, τον Χριστιανό (ο οποίος είχε διατελέσει μοναχός στην πανίσχυρη μονή Κιστερκιανών της Ολίβα, κοντά στο Γκντάνσκ), αναθέτει την άμυνα της Μαζοβίας έναντι των Πρώσων σε ένα ιπποτικό τάγμα που είχε ιδρύσει ο επίσκοπος με σκοπό την προστασία των ιεραποστολικού έργου στην Πρωσία. Επρόκειτο για το Τάγμα των Ιπποτών του Χριστού της Πρωσίας: καθώς όμως ο Δούκας τους παραχώρησε ως φέουδο την πόλη του Ντόμπριν (πολ. Ντόμπρζυν), όπου και εγκατέστησαν την έδρα τους, έμειναν γνωστοί ως Τάγμα του Ντόμπριν. Οι ιππότες κατόρθωσαν να προσελκύσουν αρκετούς Γερμανούς αποίκους και να μετατρέψουν την έδρα τους σε αληθινή πόλη. Φαίνεται όμως ότι ο δούκας της Μαζοβίας δεν ήταν ιδιαίτερα ικανοποιημένος από τα αποτελέσματά τους όσον αφορά την άμυνα του δουκάτου. Κι έτσι απευθύνθηκε στους Τεύτονες Ιππότες (Demurger, όπ.π., σελ. 70-71).

Β. Οι Τεύτονες Ιππότες στην Ανατολή: τα πρώτα χρόνια.

α. Το ουγγρικό πείραμα: Οι Τεύτονες είχαν ήδη μια εμπειρία, έστω και… τραυματική, στην Ανατολική Ευρώπη (βλ. Gouguennheim «Les Chevaliers Teutoniques«, σελ. 43-53). Το 1211, ο βασιλιάς της Ουγγαρίας Ανδρέας Β΄, τους παραχώρησε τη Μπούρτσενλαντ, περιοχή που βρίσκεται στη σημερινή ρουμανική Τρανσυλβανία, προκειμένου να την προστατέψουν από τις επιδρομές των Κουμάνων. Οι Τεύτονες ανταποκρίθηκαν στο αίτημα του Μαγυάρου μονάρχη, αλλά γρήγορα ήρθαν σε σύγκρουση με τον επίσκοπο της Τρανσυλβανίας. Ο πάπας Ονώριος Γ΄ επίλυσε τη διαφορά υπέρ των ιπποτών, αποσπώντας την περιοχή από την εξουσία του επισκόπου. Κάτι τέτοιο υπερέβαινε τα όρια των παραχωρήσεων που ήταν διατεθειμένος να κάνει ο Ούγγρος βασιλιάς, ο οποίος και εξεδίωξε τους Τεύτονες από τα εδάφη του (1225).

β. Πρωσία και Λιβονία – i. η πρόσκληση του Δούκα της Μαζοβίας και η κατάκτηση της Πρωσίας από τους Τεύτονες Ιππότες: Όταν, πάντως, ο δαιμόνιος μάγιστρος φον Ζάλτσα πληροφορήθηκε το αίτημα του δούκα της Μαζοβίας (λίγους μήνες μετά το άδοξο τέλος της ουγγρικής εμπειρίας), δεν δίστασε καθόλου. Φρόντισε βέβαια να εξασφαλιστεί. Ο Κορράδος υποσχόταν να παραχωρήσει στο Τάγμα την περιοχή του Κουλμ (πολ. Χέουμνο – Chełmno -, με συνήθη μεταγραφή Χέλμνο) και τα μισά από τα εδάφη που θα καταφέρει να κατακτήσει στην Πρωσία. Ο φον Ζάλτσα βρίσκεται εκείνη την περίοδο στη Φότζα, κοντά στον Φρειδερίκο, στον οποίο και στρέφεται για υποστήριξη. Ο δεύτερος, με βούλα χρονολογημένη τον Μάρτιο του 1226, η οποία δημοσιεύθηκε στο Ρίμινι, επικυρώνει τις παραχωρήσεις του δούκα της Μαζοβίας και αναγνωρίζει τα κυριαρχικά δικαιώματα των Τευτόνων στην Πρωσία, χωρίς να κάνει λόγο για συγκυριαρχία του Πολωνού ηγεμόνα. Σήμερα, οι ιστορικοί πιστεύουν ότι η βούλα του Ρίμινι είναι… προχρονολογημένη και ότι συντάχθηκε μόλις το 1235, προκειμένου να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως διαπραγματευτικό όπλο που θα εμποδίσει τον Κορράδο να υπαναχωρήσει από τη δωρεά του (Demurger, όπ.π., σελ. 72-73/ Gouguennheim «Les Chevaliers Teutoniques«, σελ. 179 επ.). Ό,τι κι αν συνέβη πραγματικά, το 1230 ο πάπας Γρηγόριος Θ΄ δίνει στους Τεύτονες την άδεια να εγκατασταθούν στην Πρωσία. Το 1234, ο ίδιος, μολονότι θεωρεί τις κατακτημένες περιοχές εδάφη της Αγίας Έδρας, παραχωρεί τη διοίκησή τους στους ιππότες, χωρίς να αναγνωρίζει δικαίωμα συγκυβέρνησης στον Δούκα της Μαζοβίας (βούλα της 3ης Αυγούστου, η οποία εκδόθηκε στο Ριέτι, βλ. Gouguennheim «Les Chevaliers Teutoniques«, σελ. 173-178).

Ήδη το 1230, ο φον Ζάλτσα διορίζει τον Χέρμανν Μπαλκ μάγιστρο (Landmeister) της Πρωσίας. Μέσα σε 12 χρόνια ο Μπαλκ θα πετύχει να κατακτήσει το μεγαλύτερο τμήμα της Πρωσίας και να το οργανώσει εγκαθιστώντας Γερμανούς αποίκους και χτίζοντας κάστρα κι οχυρά. Η γρήγορη αυτή επιτυχία είναι πρόσκαιρη: το 1242 οι Πρώσοι εξεγείρονται μαζικά, υποκινούμενοι από τον Σβιαντόπελκ Β΄ (πολ. Σβιεζτόπεουκ), τον Πολωνό δούκα της Πομερανίας. Οι Τεύτονες διατηρούν τον έλεγχο μόνο των οχυρωμένων πόλεων του Κουλμ, του Τορν, του Έλμπινγκ και του Ρέντεν. Η ανάκτηση και η διατήρηση των εδαφών θα απαιτήσει σειρά από σταυροφορίες, κατά τη διάρκεια των οποίων θα ενισχύσουν τους Τεύτονες Ιππότες μονάρχες και ευγενείς της χριστιανικής Ευρώπης. Ο βασιλιάς στον οποίο αναφέρεται η ονομασία της ιστορικής πόλης του Κένιγκσμπεργκ, την οποία ίδρυσαν οι Τεύτονες στην Ανατολική Πρωσία το 1255, είναι ο Όττοκαρ Β΄ της Βοημίας που συνέδραμε στρατιωτικά το Τάγμα και συμμετείχε προσωπικά στη σταυροφορία του 1254-1255.

ii. η δράση του Τάγματος στη Λιβονία και η σύγκρουση με τους Ρώσους. Στη Λιβονία, η δράση των ιπποτών διέπεται από διαφορετικό νομικό καθεστώς: το Τάγμα δεν έχει κυριαρχικά δικαιώματα, αλλά υπάγεται στη δικαιοδοσία του επισκόπου της Ρίγας. Για τον λόγο αυτό, παπική βούλα του 1237 διευκρινίζει ότι ο μάγιστρος της Λιβονίας πρέπει να είναι διαφορετικός από αυτόν της Πρωσίας. Ο φον Ζάλτσα θα περιφρονήσει εντελώς τον όρο αυτό, διορίζοντας την ίδια χρονιά τον Μπαλκ μάγιστρο και της Λιβονίας. Η κίνηση θα διαταράξει ανεπανόρθωτα τις σχέσεις των Τευτόνων με την επισκοπή. Επιπλέον, στο ανατολικό τμήμα της Λιβονίας οι Τεύτονες πρέπει να σεβαστούν την κυριαρχία του Δανού βασιλιά σε ορισμένες περιοχές. Η συνύπαρξη θα αποτελέσει μια ακόμη αιτία προστριβών.

Η εξάπλωση της δράσης των Τευτόνων όλο και ανατολικότερα θα τους φέρει μοιραία σε σύγκρουση με τις ρωσικές ηγεμονίες. Το 1240 καταλαμβάνουν το Πσκοφ, προκαλώντας την αντίδραση της ηγεμονίας του Νόφγκοροντ. Ο εξόριστος πρίγκιπας Αλέξανδρος Νιέφσκι καλείται να επιστρέψει για να αντιμετωπίσει τους Γερμανούς. Η αποφασιστική μάχη δίνεται πάνω στην παγωμένη λίμνη Πέιπους (ρωσ. Τσούντσκογιε), στις 5 Απριλίου 1242, και καταλήγει στον θρυλικό πλέον ρωσικό θρίαμβο. Στην πραγματικότητα, δεν επρόκειτο ακριβώς για μια σύγκρουση μεταξύ Ρώσων και Τευτόνων Ιπποτών. Ουσιαστικά επρόκειτο για ένα στράτευμα καθολικών, του οποίου άλλωστε ηγείτο ο Χέρμανν, επίσκοπος του Ντόρπατ και αδελφός του Αλβέρτου της Ρίγας. Εκτός από τους Τεύτονες (οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν στην πραγματικότητα πρώην Ιππότες του Τάγματος της Λιβονίας), πολέμησαν Γερμανοί μισθοφόροι που είχε στρατολογήσει ο επίσκοπος του Ντόρπατ, Δανοί και, κυρίως, Εσθονοί (οι οποίοι αποτελούσαν και την πλειονότητα της δύναμης). Επιπλέον, οι Ρώσοι είχαν και την αριθμητική υπεροχή. Οπωσδήποτε, η έκβαση της μάχης ανέστειλε τα όποια σχέδια περαιτέρω επέκτασης προς τα ανατολικά, εντούτοις η σημασία της ήταν περισσότερο συμβολική παρά ουσιαστική (Gouguennheim «Les Chevaliers Teutoniques«, σελ. 561/ Toomaspoeg, όπ.π., σελ. 125). Οι απώλειες των ιπποτών ανέρχονταν στους 20 νεκρούς και τους 6 αιχμαλώτους! Το έμψυχο δυναμικό τους παρέμενε σχεδόν άθικτο. Κι αν θέλει κανείς να βρει αληθινές συντριβές των Τευτόνων θα πρέπει να αναζητήσει άλλους δράστες. Θα τους συναντήσουμε στα επόμενα επεισόδια…

Ο τύραννος – μέρος Δ΄: η ιταλική αυτοκρατορία

Ιουλίου 20, 2010

   

Έχοντας ελέγξει τον καρχηδονιακό επεκτατισμό κι έχοντας θέσει υπό την κυριαρχία του το σύνολο των πόλεων των Σικελιωτών, ο Διονύσιος στρέφει το βλέμμα του πέρα από τα στενά της Μεσσήνης. Ο αρχικός στόχος είναι φυσικά το Ρήγιο, η πόλη που στάθηκε πάντα σύμμαχος στο πλευρό της παραδοσιακής αντιπάλου των Συρακουσών, της Μεσσήνης, η πόλη που αρνήθηκε με τρόπο ατιμωτικό το αίτημα επιγαμίας που είχε υποβάλει ο τύραννος των Συρακουσίων. Αλλά οι βλέψεις του Διονυσίου δεν μπορούν να περιοριστούν στον έλεγχο των στενών. Θεωρώντας τον εαυτό του πανελλήνιο ηγεμόνα, θα επιχειρήσει να υποτάξει όλους τους Ιταλιώτες. Παράλληλα, θα κινηθεί μεθοδικά για να απλώσει την κυριαρχία του σ’ όλη την Αδριατική, ιδρύοντας πολυάριθμες αποικίες τόσο στις ιταλικές όσο και στις βαλκανικές ακτές της. Τέλος, στον χώρο της μητροπολιτικής Ελλάδας, ο τύραννος θα αρκεσθεί στην υποστήριξη των συμμάχων του Λακεδαιμονίων, όχι πάντως δίχως να διερευνήσει τις προοπτικές επέκτασης της δύναμής του προς το Αιγαίο.     

Ι.   Ο Διονύσιος κατά των Ιταλιωτών     

Η Μεγάλη Ελλάδα πριν την εκστρατεία του Διονυσίου: Εάν το τέλος του 6ου αι. π.Χ. υπήρξε για τις πλούσιες πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας εποχή σκληρών πολέμων μεταξύ τους (με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την καταστροφή της Σύβαρης από τον Κρότωνα το 510), το μεγαλύτερο μέρος του 5ου αι. σκιάζεται από διαρκείς εσωτερικές έριδες οι οποίες σπαράσσουν τις περισσότερες πόλεις των Ιταλιωτών. Τα ολιγαρχικά καθεστώτα που είχαν εγκαθιδρύσει σε διάφορες πόλεις οι Πυθαγόρειοι ανατράπηκαν με αιματηρό τρόπο, χωρίς αυτή η αλλαγή να θέσει τέλος στις κοινωνικές ταραχές. Στην προσπάθειά τους για επιστροφή στην κοινωνική ειρήνη, οι Ιταλιώτες των πόλεων που ήταν αποικίες των Αχαιών στράφηκαν προς τη μητρόπολη ζητώντας τη μεσολάβησή της. Αποτέλεσμα αυτής της κίνησης είναι η οργάνωση των αχαϊκών αποικιών της Μεγάλης Ελλάδας σε μια συμπολιτεία, κατά το πρότυπο της μητροπολιτικής, η οποία είχε ως συμβολικό κέντρο το ιερό του Ομαρίου Διός που βρισκόταν στην επικράτεια του Κρότωνα.   

«καθ´ οὓς γὰρ καιροὺς ἐν τοῖς κατὰ τὴν Ἰταλίαν τόποις κατὰ τὴν Μεγάλην Ἑλλάδα τότε προσαγορευομένην ἐνεπρήσθη τὰ συνέδρια τῶν Πυθαγορείων, μετὰ ταῦτα γενομένου κινήματος ὁλοσχεροῦς περὶ τὰς πολιτείας, ὅπερ εἰκός, ὡς ἂν τῶν πρώτων ἀνδρῶν ἐξ ἑκάστης πόλεως οὕτω παραλόγως διαφθαρέντων, συνέβη τὰς κατ´ ἐκείνους τοὺς τόπους Ἑλληνικὰς πόλεις ἀναπλησθῆναι φόνου καὶ στάσεως καὶ παντοδαπῆς ταραχῆς. ἐν οἷς καιροῖς ἀπὸ τῶν πλείστων μερῶν τῆς Ἑλλάδος πρεσβευόντων ἐπὶ τὰς διαλύσεις, Ἀχαιοῖς καὶ τῇ τούτων πίστει συνεχρήσαντο πρὸς τὴν τῶν παρόντων κακῶν ἐξαγωγήν. οὐ μόνον δὲ κατὰ τούτους τοὺς καιροὺς ἀπεδέξαντο τὴν αἵρεσιν τῶν Ἀχαιῶν, ἀλλὰ καὶ μετά τινας χρόνους ὁλοσχερῶς ὥρμησαν ἐπὶ τὸ μιμηταὶ γενέσθαι τῆς πολιτείας αὐτῶν. παρακαλέσαντες γὰρ σφᾶς καὶ συμφρονήσαντες Κροτωνιᾶται, Συβαρῖται, Καυλωνιᾶται, πρῶτον μὲν ἀπέδειξαν Διὸς Ὁμαρίου κοινὸν ἱερὸν καὶ τόπον, ἐν ᾧ τάς τε συνόδους καὶ τὰ διαβούλια συνετέλουν, δεύτερον τοὺς ἐθισμοὺς καὶ νόμους ἐκλαβόντες τοὺς τῶν Ἀχαιῶν ἐπεβάλοντο χρῆσθαι καὶ διοικεῖν κατὰ τούτους τὴν πολιτείαν. ὑπὸ δὲ τῆς Διονυσίου Συρακοσίου δυναστείας, ἔτι δὲ τῆς τῶν περιοικούντων βαρβάρων ἐπικρατείας ἐμποδισθέντες οὐχ ἑκουσίως ἀλλὰ κατ´ ἀνάγκην αὐτῶν ἀπέστησαν» (Πολύβιος, Β΄, 39).     

Οι κίνδυνοι για τους Ιταλιώτες δεν είναι μόνο εσωτερικοί, καθόσον υφίστανται την όλο κι αυξανόμενη πίεση των ιθαγενών Ιταλών. Το 421 η Κύμη της Καμπανίας πέφτει στα χέρια των Σαμνιτών, ενώ λίγο αργότερα οι Λευκανοί κατακτούν την Ποσειδωνία. Ο κίνδυνος των βαρβάρων έχει ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση της συμπολιτείας, μια και ζητούν να προσχωρήσουν σ’ αυτήν και μη αχαϊκές πόλεις της Κάτω Ιταλίας, όπως το Ρήγιο, η Ελαία και οι Θούριοι. Όλες οι πόλεις της συμπολιτείας δεσμεύονταν να συνδράμουν στρατιωτικά όποια πόλη της δεχόταν επίθεση από εξωτερικό εχθρό, είτε βάρβαρο είτε ελληνική πόλη που δεν ήταν μέλος της συμμαχίας.     

Η εκστρατεία του Διονυσίου κατά του Ρήγιου: Ο τύραννος έκρινε ότι, για λόγους στρατηγικούς και πολιτικούς, ο αρχικός στόχος της εκστρατείας κατά των Ιταλιωτών έπρεπε να είναι το Ρήγιο. Έτσι, το 390 ξεκίνησε με 120 πλοία, 20.000 πεζούς στρατιώτες και 1.000 ιππείς, δύναμη την οποία αποβίβασε στα εδάφη των Ιταλιωτών συμμάχων του, των Επιζεφύριων Λοκρών. Ωστόσο, οι Ρηγίνοι, τους οποίους ενίσχυσαν στρατιωτικά οι σύμμαχοί τους Κροτωνιάτες, προβάλλουν μεγάλη αντίσταση στους Συρακούσιους και αναγκάζουν τον Διονύσιο να επιστρέψει με το στράτευμά του στη Μεσσήνη κι από κει στις Συρακούσες. Ο τύραννος αντιλαμβάνεται ότι η κατάκτηση της Ιταλίας δεν θα είναι εύκολη υπόθεση. Ξεπερνώντας τους όποιους ενδοιασμούς του, θα απευθυνθεί στους Λευκανούς και, για πρώτη φορά στη σταδιοδρομία του, θα συνάψει συμμαχία με βαρβάρους κατά ελληνικών πόλεων (Διόδωρος, ΙΔ΄, 100-101).     

Το σφάλμα των Θουρίων: Βάσει της συμφωνίας που σύναψαν με τον Διονύσιο, οι Λευκανοί εισβάλλουν άμεσα στην επικράτεια των Θουρίων (άνοιξη 389 π.Χ.). Σε αντίποινα, οι Θούριοι, δίχως να αναμείνουν την έλευση των συμμαχικών στρατευμάτων, αντεπιτίθενται και εισβάλλουν στην επικράτεια που ελέγχουν οι Λευκανοί. Με δύναμη 14.000 πεζών και 1.000 ιππέων βαδίζουν κατά της Λάου, αποικίας που είχαν ιδρύσει οι Συβαρίτες, αλλά πλέον ελεγχόταν από τους Λευκανούς. Οι βάρβαροι θα κατορθώσουν να αποκλείσουν τις δυνάμεις των Θουρίων σε μια στενή πεδιάδα, μόνη διέξοδος από την οποία ήταν ένας βραχώδης λόφος προς τη θάλασσα. Έχοντας αριθμητική υπεροχή (30.000 πεζούς και 4.000 ιππείς), οι Λευκανοί κατέσφαξαν μέρος των ελληνικών δυνάμεων, ενώ όσοι από τους οπλίτες των Θουρίων ξέφυγαν προσωρινά αναζήτησαν σωτηρία στο ύψωμα. Περικυκλωμένοι από τον εχθρό, οι Θούριοι βλέπουν πλοία να πλησιάζουν την ακτή. Νομίζοντας ότι πρόκειται για τον συμμαχικό στόλο, πολλοί από αυτούς τρέχουν προς τη θάλασσα και πέφτουν στο νερό για να ανακαλύψουν ότι στην πραγματικότητα αυτός που φτάνει είναι ο στόλος των Συρακουσίων με ναύαρχο τον Λεπτίνη, τον αδελφό του Διονυσίου. Επιδεικνύοντας πνεύμα φιλελληνισμού, ο Λεπτίνης όχι μόνο διασώζει τους στρατιώτες των Θουρίων, αλλά και πληρώνει ένα πολύ μεγάλο ποσό στους Λευκανούς ως λύτρα προκειμένου να εξαγοράσει την ελευθερία των αιχμαλώτων Ελλήνων. Ο τύραννος δεν θα εκτιμήσει καθόλου την ευγενή ενέργεια του αδελφού του, τον οποίο θα καθαιρέσει από το αξίωμα του ναυάρχου (αντικαθιστώντας τον με τον νεότερο αδελφό τους, τον Θεαρίδη).     

«τῶν δ´ Ἑλλήνων ἀνελπίστως τηλικούτῳ περιεχομένων κινδύνῳ, κατέβαινον εἰς τὸ πεδίον οἱ βάρβαροι. γενομένης δὲ παρατάξεως, καὶ τῶν Ἰταλιωτῶν καταπολεμηθέντων ὑπὸ τοῦ πλήθους τῶν Λευκανῶν, ἔπεσον μὲν πλείους τῶν μυρίων· παρήγγελλον γὰρ οἱ Λευκανοὶ μηθένα ζωγρεῖν· τῶν δὲ λοιπῶν οἱ μὲν ἐπί τινα πρὸς τῇ θαλάσσῃ λόφον ἔφυγον, οἱ δὲ θεωροῦντες ναῦς μακρὰς προσπλεούσας καὶ νομίζοντες τὰς τῶν Ῥηγίνων εἶναι, συνέφυγον εἰς τὴν θάλασσαν καὶ διενήχοντο ἐπὶ τὰς τριήρεις. ἦν δὲ ὁ στόλος ὁ προσπλέων Διονυσίου τοῦ τυράννου, καὶ ναύαρχος ὑπῆρχεν αὐτῷ Λεπτίνης ὁ ἀδελφός, ἀπεσταλμένος τοῖς Λευκανοῖς ἐπὶ βοήθειαν. ὁ μὲν οὖν Λεπτίνης δεξάμενος φιλανθρώπως τοὺς νηχομένους ὡς ἐπὶ τὴν γῆν ἀπεβίβασε καὶ ἔπεισε τοὺς Λευκανοὺς ὑπὲρ ἑκάστου τῶν αἰχμαλώτων λαβεῖν ἀργυρίου μνᾶν· οὗτοι δ´ ἦσαν τὸν ἀριθμὸν ὑπὲρ τοὺς χιλίους. γενόμενος δὲ τῶν χρημάτων ἐγγυητὴς καὶ διαλλάξας τοὺς Ἰταλιώτας τοῖς Λευκανοῖς ἔπεισεν εἰρήνην ποιήσασθαι, καὶ μεγάλης ἀποδοχῆς ἔτυχε παρὰ τοῖς Ἰταλιώταις, συμφερόντως αὑτῷ, οὐ λυσιτελῶς δὲ Διονυσίῳ συντεθεικὼς τὸν πόλεμον. ἤλπιζε γὰρ ὁ Διονύσιος τῶν Ἰταλιωτῶν πολεμούντων πρὸς Λευκανοὺς ἐπελθὼν ῥᾳδίως ἂν κρατῆσαι τῶν κατ´ Ἰταλίαν πραγμάτων, ἀπολελυμένων δὲ τηλικούτου πολέμου δυσχερῶς ἂν περιγενέσθαι. διόπερ τοῦτον μὲν ἀπήλλαξε τῆς ναυαρχίας, Θεαρίδην δὲ τὸν ἕτερον ἀδελφὸν ἡγεμόνα τοῦ στόλου κατέστησεν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 102).      

Η μάχη του Ελέπορου: Αφού σταθεροποίησε τις θέσεις του στα εδάφη που μόλις είχε καταλάβει, ο Διονύσιος βάδισε βόρεια της επικράτειας των Λοκρών και άρχισε να πολιορκεί την Καυλωνία. Οι Κροτωνιάτες ανέλαβαν να συναθροίσουν τις δυνάμεις της συμμαχίας των Ιταλιωτών προκειμένου να αποκρούσουν τον εισβολέα. Συγκεντρώθηκαν 25.000 πεζοί και 2.000 ιππείς, ενώ η αρχιστρατηγία δόθηκε σ’ έναν Συρακούσιο εξόριστο, τον Έλωρι, τον άνθρωπο που κάποτε είχε υιοθετήσει τον Διονύσιο έτσι ώστε ο δεύτερος να ανακτήσει τα πολιτικά δικαιώματά του. Οι δυνάμεις των Ιταλιωτών στρατοπέδευσαν κοντά στις όχθες του Ελέπορου (388). Ο Διονύσιος κινήθηκε αιφνιδιαστικά και συνέτριψε τους συμμάχους. Όσοι σώθηκαν από τη σφαγή κατέφυγαν σε ένα λόφο, χωρίς τρόφιμα, χωρίς καθόλου νερό και κάτω από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού. Η παράδοση των Ιταλιωτών ήταν πραγματικά ζήτημα ωρών. Ενώ όμως οι ηττημένοι περίμεναν να δοκιμάσουν την αγριότητα του νικητή, αυτός επέδειξε τέτοια μεγαλοψυχία που τους άφησε όλους ελεύθερους χωρίς να ζητήσει λύτρα, ενώ αναγνώρισε τυπικά την αυτονομία των πόλεών τους. Η απόφαση του Διονυσίου είχε προφανώς πολιτικά κίνητρα: έχοντας ήδη αποδείξει την ισχύ του με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο, είχε μόνο να κερδίσει από μια τέτοια απόφαση μεγαθυμίας. Πράγματι, το σύνολο σχεδόν των πόλεων των Ιταλιωτών αποδέχεται ευθύς αμέσως την επικυριαρχία του.     

«καὶ πάντων αὐτοῦ ὑποπτευόντων τὸ θηριῶδες, τοὐναντίον ἐφάνη πάντων ἐπιεικέστατος· τούς τε γὰρ αἰχμαλώτους ἀφῆκεν αὐτεξουσίους χωρὶς λύτρων καὶ πρὸς τὰς πλείστας τῶν πόλεων εἰρήνην συνθέμενος ἀφῆκεν αὐτονόμους. ἐπὶ δὲ τούτοις ἐπαίνου τυχὼν ὑπὸ τῶν παθόντων χρυσοῖς στεφάνοις ἐτιμήθη, καὶ σχεδὸνῶν εὖ  τοῦτ´ ἔδοξε πρᾶξαι ἐν τῷ ζῆν κάλλιστον» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 105).     

Μετά τη μάχη του Ελέπορου, η Καυλωνία και το Ιππώνιο δεν έχουν άλλη επιλογή από το να υποταγούν στον Διονύσιο. Ο τύραννος εκτοπίζει τους κατοίκους των δύο πόλεων στις Συρακούσες, παρέχοντάς τους φορολογική ατέλεια για πέντε χρόνια, ενώ τα εδάφη τους τα δίνει στους συμμάχους του, τους Λοκρούς (όπ.π., ΙΔ΄, 106-107).     

Το τέλος του Ρήγιου: Οι Ρηγίνοι έχουν αντιληφθεί ότι πλέον είναι απομωνομένοι και δεν μπορούν να περιμένουν βοήθεια από κανέναν: «οὔτε γὰρ συμμάχους οὔτε δύναμιν ἀξιόμαχον εἶχον» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 106). Για να σώσουν την πόλη τους κάνουν τεράστιες θυσίες: πληρώνουν στον Διονύσιο 300 τάλαντα ως πολεμική αποζημίωση, παραδίδουν τον στόλο τους, καθώς και εκατό πολίτες ως ομήρους. Για τον τύραννο η σύναψη συνθήκης ειρήνης με το μισητό Ρήγιο δεν είναι παρά μέσο για την χωρίς απώλειες εξουδέτέρωση της ναυτικής δύναμης του εχθρού.     

«καὶ γὰρ ἐν τῷ πρότερον ἐνιαυτῷ τὴν εἰρήνην συνέθετο πρὸς αὐτοὺς οὐ τῆς φιλίας ὀρεγόμενος, ἀλλὰ τὴν ναυτικὴν δύναμιν παρελέσθαι βουλόμενος, οὖσαν τριήρων ἑβδομήκοντα· διελάμβανε γὰρ τῆς κατὰ θάλατταν βοηθείας ἀποκλεισθείσης ῥᾳδίως ἐκπολιορκήσειν τὴν πόλιν. διόπερ κατὰ τὴν Ἰταλίαν ἐνδιατρίβων ἐζήτει πρόφασιν εὔλογον, δι´ ἧς οὐ παρὰ τὴν ἀξίαν τὴν ἰδίαν δόξει λελυκέναι τὰς συνθήκας. ἀγαγὼν οὖν πρὸς τὸν πορθμὸν τὰς δυνάμεις, τὰ πρὸς τὴν διάβασιν παρεσκευάζετο» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 107-108).        

Ζητώντας τον ανεφοδιασμό του στρατού του, με τον οποίο έχει περικυκλώσει την πόλη, ο Διονύσιος ουσιαστικά εξαναγκάζει τους Ρηγίνους να του αντισταθούν. Ηρωϊκά, αλλά μάταια. Μετά από έντεκα μήνες πολιορκίας, οι πεινασμένοι πολιορκημένοι συνθηκολογούν (387). Ο Διονύσιος έχει ολοκληρώσει το σχέδιό του να καταστεί αποκλειστικός κύριος των στενών της Μεσσήνης. Μεθοδικά, ο τύραννος θα συνεχίσει να ενισχύει τις θέσεις του στην Κάτω Ιταλία. Μετά την υποταγή και του Κρότωνα, το 378 π.Χ., ο Διονύσιος είναι πλέον κυρίαρχος όλης της Μεγάλης Ελλάδας: όλες οι πόλεις της είναι υποτελείς σ’ αυτόν ή σύμμαχοί του (Επιζεφύριοι Λοκροί, Τάρας, Μεταπόντιο).     

ΙΙ.    Ο Διονύσιος θαλασσοκράτορας     

Η ανάμειξη του Διονυσίου στη μητροπολιτική Ελλάδα: Το μεγάλο πλεονέκτημα του Διονυσίου είναι η ναυτική ισχύς του. Με αυτό το όπλο θα επιχειρήσει να καταστεί ρυθμιστής της πολιτικής κατάστασης στην κυρίως Ελλάδα. Η πρώτη παρέμβασή του είναι πιο μετριοπαθής ως προς τις φιλοδοξίες της, καθώς εντάσσεται στο πλαίσιο της συμμαχίας του με τη Σπάρτη. Το 387 π.Χ. στέλνει είκοσι πολεμικά πλοία στον Ελλήσποντο για να βοηθήσει τον Σπαρτιάτη ναύαρχο Ανταλκίδα στη σύγκρουσή του με τους Αθηναίους. Η βοήθεια του Διονυσίου θα αποδειχθεί καθοριστική προκειμένου οι Αθηναίοι να δεχτούν την Ειρήνη του Μεγάλου Βασιλεά (386). Ο Συρακούσιος γνωρίζει πολύ καλά ότι η ανασυγκρότηση της αθηναϊκής ναυτικής δύναμης αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τα επεκτατικά του σχέδια.

Η δεύτερη παρέμβαση του τυράννου είναι πιο φιλόδοξη. Με τη βοήθεια των Ιλλυριών συμμάχων του επαναφέρει στον θρόνο των Μολοσσών της Ηπείρου τον φίλο του Αλκέτα, ο οποίος εξόριστος είχε βρει καταφύγιο στις Συρακούσες (385-384). Στην Ελλάδα εξαπλώνεται η φήμη ότι ο Διονύσιος προτίθεται να επεκτείνει τα εδάφη του προς Νότον, επιτιθέμενος στο ιερό των Δελφών.

» Ἔσπευδε γὰρ ἄφνω μεγάλαις δυνάμεσιν ἐπιπλεῦσαι τοῖς κατὰ τὴνΗπειρον τόποις καὶ συλῆσαι τὸ ἐν Δελφοῖς τέμενος, γέμον πολλῶν χρημάτων. Διὸ καὶ πρὸς ᾿Ιλλυριοὺς ἐποιήσατο συμμαχίαν δι‘ ᾿Αλκέτου τοῦ Μολοττοῦ, ὃς ἐτύγχανε φυγὰς ὢν καὶ διατρίβων ἐν ταῖς Συρακούσαις. Τῶν δ‘ ᾿Ιλλυριῶν ἐχόντων πόλεμον, ἐξαπέστειλεν αὐτοῖς συμμάχους στρατιώτας δισχιλίους καὶ πανοπλίαςΕλληνικὰς πεντακοσίας. Οἱ δ‘ ᾿Ιλλυριοὶ τὰς μὲν πανοπλίας ἀνέδωκαν τοῖς ἀρίστοις τῶν στρατιωτῶν, τοὺς δὲ στρατιώτας κατέμιξαν τοῖς ἰδίοις στρατιώταις. Πολλὴν δὲ δύναμιν ἀθροίσαντες ἐνέβαλον εἰς τὴνΗπειρον καὶ κατῆγον τὸν ᾿Αλκέταν ἐπὶ τὴν τῶν Μολοττῶν βασιλείαν» (Διόδωρος, ΙΕ΄, 13, 1-3).  

Οι Σπαρτιάτες αντιδρούν άμεσα και διώχνουν τους Ιλλυριούς από την Ήπειρο. Όπως σημειώνει ο Pierre Carlier (“Le IVe siècle grec”, σειρά “Nouvelle Histoire de l’ Antiquité”, vol. 5, Coll. Points, εκδ. Seuil, Παρίσι 1995, σελ. 186) «εάν κάποια στιγμή ο Διονύσιος είχε την πρόθεση να επεκτείνει την επιρροή του στην κυρίως Ελλάδα αντιλαμβάνεται πλέον ότι οι Λακεδαιμόνιοι σύμμαχοί του θα αντιταχθούν δυναμικά σε τέτοιου είδους βλέψεις». Ο τύραννος πρέπει να εστιάσει την προσοχή του στην Αδριατική.

Η απόκτηση του ελέγχου της Αδριατικής: Έχοντας ήδη τον έλεγχο των στενών της Μεσσήνης, ο Συρακούσιος αποκτά και τον έλεγχο των στενών του Οτράντο και σταδιακά ολόκληρης της Αδριατικής. Το σχέδιο υλοποιείται με την ίδρυση πολυάριθμων αποικιών κι από τις δύο πλευρές της θάλασσας. Το 385 ιδρύει τη Λίσσο στις νότιες ακτές της Ιλλυρίας, ενώ λίγο αργότερα αποικίζει με μισθοφόρους την Ίσσα, νησί κοντά στις δαλματικές ακτές, και ενισχύει την προσπάθεια των Κνιδίων να επεκτείνουν τη γειτονική αποικία τους, την Κόρκυρα Μέλαινα. Ομοίως θα βοηθήσει τους Πάριους να ιδρύσουν την αποικία της Φάρου (384), πάντα στις ακτές της Δαλματίας. Ακόμη πιο φιλόδοξες είναι οι προσπάθειες αποικισμού των ιταλικών ακτών της Αδριατικής: ίδρυση της Αγκώνας (πιθανώς το 387) και της Αδρίας (385;) στο δέλτα του Πάδου. Έτσι, ο Διονύσιος συνάπτει σχέσεις με τους Γαλάτες που έχουν εγκατασταθεί στην περιοχή και στρατολογεί αρκετούς από αυτούς ως μισθοφόρους. Επιπλέον, αυξάνει τα εισοδήματά τους χάρη στους φόρους και δασμούς που επιβάλλει στα εμπορεύματα (ήλεκτρο, κασσίτερος, σιτηρά της κοιλάδας του Πάδου).

Ο Διονύσιος θα επιχειρήσει να επεκτείνει την κυριαρχία του και στο Τυρρηνικό πέλαγος, χωρίς πάντως να πετύχει τα ίδια αποτελέσματα με αυτά στην Αδριατική. Οι σημαντικότερες επιτυχίες του ήταν η λεηλασία του ετρουσκικού ιερού στους Πύργους, η οποία του απέφερε σημαντικά λάφυρα, και η παρουσία του για ορισμένο χρονικό διάστημα στην Κορσική.

» Διονύσιος δὲ χρημάτων ἀπορούμενος ἐστράτευσεν ἐπὶ Τυρρηνίαν, ἔχων τριήρεις ἑξήκοντα, πρόφασιν μὲν φέρων τὴν τῶν λῃστῶν κατάλυσιν, τῇ δ’ ἀληθείᾳ συλήσων ἱερὸν ἅγιον, γέμον μὲν ἀναθημάτων πολλῶν, καθιδρυμένον δ’ ἐν ἐπινείῳ πόλεως ᾿Αγύλλης Τυρρηνίδος· τὸ δ’ ἐπίνειον ὠνομάζετο Πύργοι. Καταπλεύσας δὲ νυκτὸς καὶ τὴν δύναμιν ἐκβιβάσας, ἅμ’ ἡμέρᾳ προσπεσὼν ἐκράτησε τῆς ἐπιβολῆς· ὀλίγων γὰρ ὄντων ἐν τῷ χωρίῳ φυλάκων, βιασάμενος αὐτοὺς ἐσύλησε τὸ ἱερὸν καὶ συνήθροισεν οὐκ ἔλαττον ταλάντων χιλίων» (Διόδωρος, ΙΕ΄, 14, 3-4).

Κύριος ολόκληρης της Αδριατικής, ο Διονύσιος «μπορεί να εμποδίσει τη διέλευση σε οποιονδήποτε πολεμικό στόλο. Το εμπόριο μεταξύ της Ελλάδας, αφενός, και της Σικελίας και της Ιταλίας, αφετέρου,… εξαρτάται αποκλειστικά από την καλή του θέληση» (P. Carlier, όπ.π.). Η αυτοκρατορία του τυράννου των Συρακουσίων βρίσκεται αναμφίβολα στο απόγειό της.   

Ο τύραννος – μέρος Γ΄: εδραίωση και επέκταση

Μαΐου 31, 2010

    

Στο προηγούμενο επεισόδιο είδαμε πώς ο Διονύσιος, μετά την άδοξη ήττα στη μάχη της Γέλας, κατόρθωσε να αντιμετωπίσει με επιτυχία τη στάση των Συρακούσιων ιππέων και την καρχηδονιακή απειλή, δύο κινδύνους που θα μπορούσαν κάλλιστα να τερματίσουν πολύ γρήγορα τη σταδιοδρομία του ως ηγεμόνα των Συρακουσών. Οι επόμενες κινήσεις του Διονυσίου, μεθοδικές και σταθερές, θα γίνουν με βάση αυτούς τους δύο άξονες πολιτικής: εδραίωση και θωράκιση της εξουσίας του στην πόλη (προστασία από τον εσωτερικό εχθρό) και επέκταση της ηγεμονίας του στις υπόλοιπες πόλεις, με τρόπο που να καταδεικνύει ότι ο βασικός σκοπός του τυράννου είναι η απόκρουση του καρχηδονιακού ιμπεριαλισμού (αντιμετώπιση του εξωτερικού εχθρού). Και στις δύο προσπάθειές του ο Διονύσιος θα συναντήσει σοβαρά εμπόδια. Και στις δύο περιπτώσεις θα κατορθώσει τελικά να επιβάλει την εξουσία του, έστω και με απώλειες ή μετά από πρόσκαιρες ή σχετικές αποτυχίες.         

Ι. Ο Διονύσιος θωρακίζει την εξουσία του στις Συρακούσες και προετοιμάζει τις επεκτατικές κινήσεις του       

Η οχύρωση της Ορτυγίας και οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις: Επιδιώκοντας να προστατευθεί από τον εσωτερικό εχθρό (δηλαδή τους συμπολίτες του, δημοκρατικούς ή ολιγαρχικούς, που θα τολμούσαν να αμφισβητήσουν με οποιονδήποτε τρόπο την εξουσία του ως τυράννου), ο Διονύσιος αποφασίζει να εγκατασταθεί στο νησί της Ορτυγίας (που ανέκαθεν αποτελούσε την καρδιά της πόλης), να χτίσει εκεί το ανάκτορό του και να την οχυρώσει με τείχη, καθιστώντας την απόρθητο φρούριο. Στην Ορτυγία επιτρεπόταν να διαμένουν μόνο οι φίλοι και οι μισθοφόροι-σωματοφύλακες του τυράννου. Ταυτόχρονα, ο Διονύσιος θα προχωρήσει στην υλοποίηση ενός προγράμματος κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, χρησιμοποιώντας κυρίως το χρήμα που προερχόταν από τη δήμευση των περιουσιών των πολιτικών αντιπάλων του. Διανέμει εκτάσεις γης και παραχωρεί πολιτικά δικαιώματα σε πολυάριθμους «νεοπολίτες» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 7), δηλαδή είτε σε μισθοφόρους του είτε σε Συρακούσιους προερχόμενους από τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα (ανάμεσά τους και σε πολλούς άκληρους αγρότες των οποίων το νομικό καθεστώς ήταν παρεμφερές αυτού των ειλώτων της Σπάρτης). Με τις αλλαγές αυτές, ο Διονύσιος εξασφαλίζει την αφοσίωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού: οι ευεργετηθέντες γνωρίζουν καλά το επισφαλές της κατάστασής τους. Οφείλουν τα πάντα στον Διονύσιο: σε περίπτωση καθεστωτικής μεταβολής θα χάσουν με βεβαιότητα τα πολιτικά δικαιώματα και προνόμιά τους (Pierre Carlier “Le IVe siècle grec”, σειρά “Nouvelle Histoire de l’ Antiquité”, vol. 5, Coll. Points, εκδ. Seuil, Παρίσι 1995, σελ. 178).

Η εξέγερση των Συρακουσίων: Αισθανόμενος πλέον ασφαλής, ο τύραννος επιχειρεί το 404-403 π.Χ. να επιβάλλει την ηγεμονία του στις πόλεις των ιθαγενών Σικελών που βρίσκονται στο ανατολικό τμήμα του νησιού, βόρεια των Συρακουσών. Οι υπολογισμοί του αποδεικνύονται εσφαλμένοι, Ενώ πολιορκεί την πόλη των Ερβησίνων, πληροφορείται ότι οι Συρακούσιοι έχουν εξεγερθεί και μάλιστα έχουν έρθει σε συνεννόηση με τους αριστοκράτες ιππείς που έχουν καταφύγει στο φρούριο της Αίτνας προκειμένου να καταλύσουν την τυραννίδα. Ο Διονύσιος επιστρέφει εσπευσμένα στην Ορτυγία. Ακολουθεί ένα πολιτικό συμβούλιο σε εξαιρετικά τεταμένη ατμόσφαιρα, το οποίο μας περιγράφει ο Διόδωρος. Ακόμη και σ’ αυτήν την τόσο κρίσιμη στιγμή, όταν όλα δείχνουν ότι έχει φτάσει το τέλος, ο Διονύσιος αντιδρά τελικά ψύχραιμα και αποφασιστικά. Προφασίζεται ότι θέλει να διαπραγματευτεί με τους στασιαστές για να εξασφαλίσει δήθεν την ασφαλή αποχώρησή του από τις Συρακούσες, ενώ στέλνει τον Φίλιστο να στρατολογήσει μισθοφόρους στην Καμπανία.

«Διονύσιος δὲ τῆς εἰς τὴν χώραν ἐξόδου διακεκλεισμένος καὶ ὑπὸ τῶν μισθοφόρων ἐγκαταλειπόμενος, συνήγαγε τοὺς φίλους βουλευσόμενος περὶ τῶν ἐνεστώτων· οὕτω γὰρ τελέως ἀπήλπιστο τὰ τῆς δυναστείας, ὥστε οὐ ζητεῖν αὐτόν, πῶς καταπολεμήσῃ τοὺς Συρακοσίους, ἀλλὰ ποῖον ὑπομείνας θάνατον μὴ παντελῶς ἄδοξον ποιήσῃ τὴν κατάλυσιν τῆς ἀρχῆς. Ἕλωρις μὲν οὖν, εἷς τῶν φίλων, ὡς δ´ ἔνιοί φασιν, ποιητὸς πατήρ, εἶπεν αὐτῷ, διότι καλὸν ἐντάφιόν ἐστιν τυραννίς· Πολύξενος δὲ κηδεστὴς ἀπεφήνατο δεῖν λαβόντα τὸν ὀξύτατον ἵππον εἰς τὴν τῶν Καρχηδονίων ἐπικράτειαν ἀφιππεῦσαι πρὸς τοὺς Καμπανούς· τούτους γὰρ Ἰμίλκων ἀπελελοίπει φυλακῆς ἕνεκα τῶν κατὰ Σικελίαν τόπων· Φίλιστος δ´ μετὰ ταῦτα τὰς ἱστορίας συνταξάμενος, ἀντειπὼν τῷ Πολυξένῳ, προσήκειν ἔφησεν {δεῖν} οὐκ ἐφ´ ἵππου θέοντος ἐκπηδᾶν ἐκ τῆς τυραννίδος, ἀλλὰ τοῦ σκέλους ἑλκόμενον ἐκπίπτειν. προσσχὼν Διονύσιος ἔκρινε πᾶν ὑπομεῖναι πρότερον τὴν δυναστείαν ἐκλιπεῖν ἑκουσίως. διόπερ ἀποστείλας πρέσβεις πρὸς τοὺς ἀφεστηκότας, τούτους μὲν παρεκάλει δοῦναι τὴν ἐξουσίαν αὐτῷ μετὰ τῶν ἰδίων ἀπελθεῖν ἐκ τῆς πόλεως, πρὸς δὲ τοὺς Καμπανοὺς λάθρᾳ διαπεμψάμενος ὡμολόγησεν αὐτοῖς δώσειν χρήματα ὅσα ἂν αἰτήσωσιν εἰς τὴν πολιορκίαν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 8).

Με τη βοήθεια του μισθοφορικού σώματος, ο Διονύσιος συντρίβει τους εξεγερμένους και αποκαθιστά την εξουσία του στην πόλη. Αυτή τη φορά θα φροντίσει να μην επιδείξει την ίδια σκληρότητα και να περιορίσει τα αντίποινα στο ελάχιστο αναγκαίο. Η σχετική επιείκεια του τυράννου θα βοηθήσει στην εγκαθίδρυση ενός κλίματος ισορροπίας και αποδοχής της εξουσίας του. Οι Συρακούσιοι έχουν καταλάβει ποιός είναι ο ηγεμόνας του και ότι η εκθρόνισή του είναι σχεδόν αδύνατη. Άλλωστε, ο Διονύσιος έχει κατορθώσει στο μεταξύ να συνάψει συμμαχία με την ελληνική υπερδύναμη της εποχής. Η Σπάρτη όχι μόνο αναγνώρισε την εξουσία του, αλλά και υποσχέθηκε να του παράσχει κάθε διευκόλυνση όσον αφορά τη στρατολόγηση μισθοφορικών δυνάμεων. 

Ο Διονύσιος επιβάλλει την ηγεμονία των Συρακουσών στην ανατολική Σικελία: Η όποια κίνηση κατά του εξωτερικού εχθρού προϋποθέτει την αποκατάσταση της ηγεμονίας των Συρακουσών στην ανατολική Σικελία. Ο Διονύσιος στρέφεται πρώτα κατά των πόλεων που ήταν αποικίες των Χαλκιδέων (Διόδωρος, ΙΔ΄, 14 επ.). Εκμεταλλευόμενος την προδοσία, εκπορθεί τη Νάξο και την Κατάνη, τις οποίες ισοπεδώνει και εξανδραποδίζει τους κατοίκους τους. Έπειτα εγκαθιστά Καμπανούς μισθοφόρους στα εδάφη της Κατάνης και Σικελούς στη Νάξο. Μετά από αυτά, οι Λεοντίνοι υποτάσσονται στην εξουσία του. Ο τύραννος εκτοπίζει τους κατοίκους τους στις Συρακούσες, απονέμοντάς τους όμως πολιτικά δικαιώματα. Στη συνέχεια στρέφεται κατά των δύο πόλεων των στενών, τη Μεσσήνη και το Ρήγιο. Οι δύο πόλεις ήταν παραδοσιακά εχθρικές απέναντί του, καθώς τις ανησυχούσαν οι επεκτατικές βλέψεις του Συρακούσιου ηγεμόνα. Το 403 είχαν βοηθήσει τους Συρακούσιους στασιαστές, ενώ στη συνέχεια σύναψαν στρατιωτική συμμαχία για να αντιμετωπίσουν τον Διονύσιο (399). Εντούτοις, η αντίσταση της Μεσσήνης εξουδετερώνεται εύκολα με διπλωματικά μέσα: λέγεται ότι ο Διονύσιος δωροδόκησε πολλούς επιφανείς πολίτες της Μεσσήνης προκειμένου αυτοί να υποστηρίξουν τη συμμαχία με τον τύραννο των Συρακουσίων ως τη μόνη ρεαλιστική πολιτική. Το Ρήγιο απομονώνεται. Ο Διονύσιος είναι βέβαιος ότι θα κάμψει και αυτήν την αντίσταση, χρησιμοποιώντας ένα άλλο διπλωματικό μέσο, τον γάμο.

Οι διπλοί γάμοι του Διονυσίου: Μετά τη φριχτή δολοφονία της Αρετής, ο Διονύσιος είναι χήρος. Ωστόσο, έχει έρθει το πλήρωμα του χρόνου για ένα νέο γάμο: η ίδρυση μιας δυναστείας επιβάλλει την απόκτηση απογόνων. Τί το καλύτερο, όμως, από ένα γάμο που θα συνδυάζει και πολιτικά οφέλη; Ο Διονύσιος προτείνει στους πολίτες του εχθρικού Ρήγιου να του δώσουν ως σύζυγο μια από τις κόρες των αριστοκρατών τους. Οι Ρηγίνοι είναι ξεροκέφαλοι: η Εκκλησία του Δήμου θα απορρίψει την πρόταση. Ή μάλλον, για να είμαστε ακριβείς, θα απαντήσει στον Συρακούσιο ότι μπορεί να του δώσει ως νύφη την κόρη του δημίου της πόλης. Ο τύραννος μπορεί να έχει εξοργιστεί από την προσβολή, αλλά έχει έτοιμη και την εκδίκησή του. Απευθύνει το ίδιο αίτημα στην πόλη των Επιζεφύριων Λοκρών, παραδοσιακών εχθρών των γειτόνων τους του Ρηγίου. Οι Λοκροί θα αποδεχθούν ασμένως την πρόταση του τυράννου και θα του δώσουν ως νύφη τη Δωρίδα, κόρη ενός από τους επιφανέστερους αριστοκράτες της πόλης. Ανάμεσα στις σύμμαχες πλέον πόλεις του Διονυσίου, Μεσσήνη και Λοκρούς, το Ρήγιο μένει εντελώς απομονωμένο γεωγραφικά και πολιτικά.

«πρὸς δὲ Ῥηγίνους ἀπέστειλε πρεσβευτάς, παρακαλῶν ἐπιγαμίαν ποιήσασθαι καὶ δοῦναι τῶν πολιτικῶν παρθένων αὐτῷ μίαν συμβιώσασθαι· ἐπηγγέλλετο δ´ αὐτοῖς πολλὴν τῆς συνοριζούσης χώρας κατακτήσεσθαι, τὴν πόλιν δ´ αὐξήσειν ἐφ´ ὅσον ἂν αὐτὸς ἰσχύῃ. τῆς γὰρ γυναικὸς αὐτοῦ, θυγατρὸς δ´ Ἑρμοκράτους, κατὰ τὴν ἀπόστασιν τῶν ἱππέων ἀνῃρημένης, ἔσπευδε τεκνοποιήσασθαι, διαλαμβάνων τῇ τῶν γεννηθέντων εὐνοίᾳ βεβαιότατα τηρήσειν τὴν δυναστείαν. οὐ μὴν ἀλλ´ ἐν τῷ Ῥηγίῳ συναχθείσης περὶ τούτων ἐκκλησίας, καὶ πολλῶν ῥηθέντων λόγων, ἔδοξε τοῖς Ῥηγίνοις μὴ δέξασθαι τὴν ἐπιγαμίαν. Διονύσιος δ´ ἀποτυχὼν ταύτης τῆς ἐπιβολῆς, περὶ τῶν αὐτῶν ἀπέστειλε τοὺς πρεσβευτὰς πρὸς τὸν δῆμον τῶν Λοκρῶν. ὧν ψηφισαμένων τὴν ἐπιγαμίαν, ἐμνήστευεν ὁ Διονύσιος Δωρίδα τὴν Ξενέτου θυγατέρα, κατ´ ἐκεῖνον τὸν χρόνον ὄντος ἐνδοξοτάτου τῶν πολιτῶν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 44).

Για να δείξει ότι βρίσκεται υπεράνω των νόμων θεών και ανθρώπων, ο Διονύσιος θα νυμφευθεί δύο γυναίκες, Εκτός από τη Δωρίδα, θα διαλέξει ως νύφη και τη Συρακούσια αριστοκράτισσα Αριστομάχη. Σύμφωνα με την παράδοση, οι δύο γάμοι του Διονυσίου τελέσθηκαν ταυτόχρονα. Την ώρα που το πλοίο που μετέφερε τη Δωρίδα αγκυροβολούσε στο λιμάνι των Συρακουσών, ένα τέθριππο που το έσερναν λευκά άλογα έφτανε στο σπίτι της Αριστομάχης για να την οδηγήσει στον τόπο τέλεσης του γάμου. Η τελετή των διπλών γάμων είναι πλήρης συμβολισμών, σφραγίζει κατά κάποιο τρόπο τους δεσμούς του τυράννου με τους Συρακούσιους και με τους Έλληνες της Δύσης.

«ὀλίγαις δ´ ἡμέραις πρὸ τῶν γάμων ἀπέστειλεν εἰς Λοκροὺς πεντήρη πρῶτον νεναυπηγημένην, ἀργυροῖς καὶ χρυσοῖς κατασκευάσμασι κεκοσμημένην· ἐφ´ ἧς διακομίσας τὴν παρθένον εἰς τὰς Συρακούσας εἰσήγαγεν εἰς τὴν ἀκρόπολιν. ἐμνηστεύσατο δὲ καὶ τῶν πολιτικῶν τὴν ἐπισημοτάτην Ἀριστομάχην, ἐφ´ ἣν ἀποστείλας λευκὸν τέθριππον ἤγαγεν εἰς τὴν ἰδίαν οἰκίαν. περὶ δὲ τὸν αὐτὸν χρόνον ἀμφοτέρας γήμας συνεχεῖς ἑστιάσεις ἐποιεῖτο τῶν στρατιωτῶν καὶ τῶν πλείστων πολιτῶν· ἀπετίθετο γὰρ ἤδη τὸ πικρὸν τῆς τυραννίδος, καὶ μεταβαλλόμενος εἰς ἐπιείκειαν φιλανθρωπότερον ἦρχε τῶν ὑποτεταγμένων, οὔτε φονεύων οὔτε φυγάδας ποιῶν, καθάπερ εἰώθει» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 44-45).

Η προετοιμασία του πολέμου κατά των Καρχηδονίων: Ελεύθερος πια για να σχεδιάσει την αντεπίθεσή του κατά των «βαρβάρων», ο Διονύσιος θα επιλέξει να οχυρώσει την πόλη του με τέτοιο τρόπο που να την καταστήσει ουσιαστικά απόρθητη. Για τον σκοπό αυτό, όχι μόνο θα διαθέσει τεράστια χρηματικά ποσά, αλλά θα χρησιμοποιήσει και κάθε δυνατό μέσο για να εξασφαλίσει τη γρήγορη και επιτυχή περάτωση του έργου. Υπόσχεται πλούσια πριμ στους αρχιτέκτονες, εργολάβους και εργάτες που θα καταφέρουν να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν το έργο πριν λήξουν οι προθεσμίες. Η παράδοση του κάθε τμήματος προϋποθέτει τον εξονυχιστικό έλεγχο των αρχών: τυχόν κακοτεχνίες έχουν ως συνέπεια τη θανάτωση του εργολάβου. Ταυτόχρονα, τα εργαστήρια της πόλης δουλεύουν πυρετωδώς για να κατασκευάσουν τις πανοπλίες και τα όπλα των πολεμιστών. Ο Διονύσιος αναθέτει σε μηχανικούς τον σχεδιασμό και την κατασκευή νέων επιθετικών όπλων και πολιορκητικών μηχανών. Σύμφωνα με την παράδοση, οι προετοιμασίες αυτές είχαν ως αποτέλεσμα και την εφεύρεση του καταπέλτη (είτε με τη μορφή του γαστραφέτη, που έμοιαζε περισσότερο με τη βαλλίστρα, είτε με αυτήν του λιθοβόλου, που βρίσκεται πιο κοντά στην αντίληψή μας για τον καταπέλτη): «ὅπλα παμπληθῆ κατεσκευάζετο. καὶ γὰρ τὸ καταπελτικὸν εὑρέθη κατὰ τοῦτον τὸν καιρὸν ἐν Συρακούσαις, ὡς ἂν τῶν κρατίστων τεχνιτῶν πανταχόθεν εἰς ἕνα τόπον συνηγμένων» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 42). Παράλληλα, στο ναύσταθμο των Συρακουσών ναυπηγούνται πολυάριθμα πολεμικά πλοία (τριήρεις και πεντήρεις). Με την ολοκλήρωση αυτών των προετοιμασιών, ο Διονύσιος προχωρά στη στρατολόγηση: οι δυνάμεις του αποτελούνται κατά το ήμισι από Συρακούσιους και Σικελιώτες, ενώ οι υπόλοιποι είναι μισθοφόροι, κυρίως Λακεδαιμόνιοι, προερχόμενοι από τις κατώτερες τάξεις της σπαρτιατικής κοινωνίας (υπομείωνες, δηλαδή πρώην όμοιοι Σπαρτιάτες που έχασαν τα κτήματά τους και μαζί την ιδιότητα του πολίτη, νεοδαμώδεις – απελεύθεροι είλωτες που πολέμησαν στον σπαρτιατικό στρατό – , νόθοι – γιοι Σπαρτιατών ομοίων με γυναίκες από την τάξη των ειλώτων – και μόθακες, δηλαδή παιδιά κατωτέρων ή ειλώτων που για διάφορους λόγους έγιναν δεκτά στο σπαρτιατικό εκπαιδευτικό σύστημα της αγωγής). 

ΙΙ. Ο δεύτερος πόλεμος του Διονυσίου κατά των Καρχηδονίων

Πρώτη περίοδος του πολέμου – από την άλωση της Μοτύης στη νέα πολιορκία των Συρακουσών: Ο Διονύσιος έπραξε οτιδήποτε ήταν δυνατό για να έχει με το μέρος του όλες τις πιθανότητες επιτυχίας στον πόλεμο κατά των Καρχηδονίων. Οχύρωσε τις Συρακούσες, συγκέντρωσε μεγάλο στράτευμα και το εξόπλισε με τα τελειότερα για την εποχή όπλα, σύναψε συμμαχίες με τις άλλες ελληνικές πόλεις της Σικελίας και επέβαλε τον εαυτό του ως ηγέτη μιας πανελλήνιας εκστρατείας κατά των βαρβάρων. Συγκαλεί την Εκκλησία του Δήμου των Συρακουσίων και ζητεί την κήρυξη του πολέμου κατά του εχθρού, μια και η συγκυρία είναι η πλέον ευνοϊκή καθώς ο εχθρός είναι αποδυναμωμένος (φαίνεται πως ακόμη μια επιδημία έχει πλήξει την Καρχηδόνα). Οι Συρακούσιοι εγκρίνουν ενθουσιωδώς το σχέδιο του Διονυσίου. Η πρώτη κίνηση συνίσταται στη δήμευση των περιουσιών των Καρχηδονίων εμπόρων που είναι εγκατεστημένοι στις Συρακούσες και στις άλλες ελληνικές πόλεις και στην κατάσχεση των καρχηδονιακών εμπορικών πλοίων που είχαν την ατυχία να είναι ελλιμενισμένα σε ελληνικά λιμάνια τη συγκεκριμένη στιγμή. Έπειτα ο Διονύσιος, με κάθε επισημότητα, στέλνει πρέσβεις στην Καρχηδόνα για να διακηρύξει ότι θα πολεμήσει τους Καρχηδόνιους αν αυτοί δεν αποσυρθούν από όλες τις ελληνικές πόλεις.

«Διονύσιος δ´ τῶν Συρακοσίων τύραννος, ἐπειδὴ πάντα τὰ πρὸς {τὸν} πόλεμον αὐτῷ κατεσκεύαστο κατὰ τὴν ἰδίαν προαίρεσιν, ἐξέπεμψεν εἰς Καρχηδόνα κήρυκα, δοὺς ἐπιστολὴν πρὸς τὴν γερουσίαν· ἐν ταύτῃ δὲ γεγραμμένον ἦν ὅτι Συρακοσίοις δεδογμένον εἴη πολεμεῖν πρὸς Καρχηδονίους, ἐὰν μὴ τῶν Ἑλληνίδων πόλεων ἐκχωρήσωσιν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 47).

Την άνοιξη του 397, ο Διονύσιος ξεκινά με ένα εντυπωσιακό σε δύναμη στράτευμα  (80.000 πεζοί, 3.000 ιππείς, σχεδόν διακόσια πολεμικά πλοία και πολλά μεταγωγικά) και κινείται προς τα δυτικά. Οι πόλεις των Ελύμων υποτάσσονται στον Διονύσιο. Στη συνέχεια, ο τύραννος κινείται προς τον πρώτο στόχο του, την οχυρωμένη νήσο της Μοτύης, δεύτερη σε σπουδαιότητα καρχηδονιακή αποικία στο νησί. Όπως αναφέρει και ο Διόδωρος (ΙΔ΄, 48), «τῶν δὲ ἄλλων πόλεων πέντε μόνον διέμειναν ἐν τῇ πρὸς Καρχηδονίους φιλίᾳ· αὗται δὲ ἦσαν Ἁλικύαι, Σολοῦς, Αἴγεστα, Πάνορμος, Ἔντελλα». Ο σικελικός στόλος, με ναύαρχο τον Λεπτίνη, αδελφό του Διονυσίου, αποκλείει από θαλάσσης τη Μοτύη, ενώ οι στρατιωτικές δυνάμεις του Διονυσίου βρίσκονται στην ενδοχώρα. Η πόλη προβάλλει μεγαλύτερη αντίσταση από αυτήν που υπολόγιζε ο Διονύσιος, η πολιορκία κρατά περισσότερο χρόνο. Τελικά οι Έλληνες καταλαμβάνουν τη Μοτύη, τη λεηλατούν και την ισοπεδώνουν. Τιμωρεί παραδειγματικά τους Έλληνες που ήταν εγκατεστημένοι στην πόλη και πολέμησαν στο πλευρό των Καρχηδονίων, σταυρώνοντας τους επικεφαλής τους: «Δαϊμένην δὲ καί τινας τῶν Ἑλλήνων συμμαχοῦντας Καρχηδονίοις λαβὼν αἰχμαλώτους ἀνεσταύρωσεν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 53). Διορίζει φρούραρχο των δυνάμεων κατοχής τον στενό φίλο του, τον Βίτωνα, και συνεχίζει την επίθεσή του κατά των καρχηδονιακών θέσεων.

Ωστόσο, ο χρόνος που χάθηκε στην πολιορκία της Μοτύης θα αποβεί μοιραίος για τον Συρακούσιο ηγεμόνα. Ο αρχικός στόχος ήταν να κινηθεί αιφνιδιαστικά ώστε σε ελάχιστο χρόνο να καταλάβει όλες τις καρχηδονιακές βάσεις. Οι Καρχηδόνιοι, όμως, κράτησαν την Πάνορμο, όπου την άνοιξη του 396 αποβιβάζεται ο Ιμίλκων με μεγάλες μισθοφορικές δυνάμεις. Ο παλιός μας γνώριμος αναγκάζει τελικά τον Λεπτίνη να διατάξει υποχώρηση του στόλου. Ανακαταλαμβάνει τη Μοτύη σφαγιάζοντας την ελληνική φρουρά και προχωρεί προς τα ανατολικά. Στο μεταξύ, οι Καρχηδόνιοι στέλνουν και νέες ενισχύσεις: στόλος του οποίου ηγείται ο Μάγων φτάνει στη Σικελία. Μάγων και Ιμίλκων ενώνουν τις δυνάμεις τους και στρέφονται προς τη Μεσσήνη. Ο Διονύσιος παρατάσσει τα στρατεύματά του στην ακτή, ενώ ο Λεπτίνης με τον στόλο επιχειρεί να αντιμετωπίσει τους Καρχηδόνιους στη θάλασσα. Οι Καρχηδόνιοι παρασύρουν τον Λεπτίνη και τον αναγκάζουν να επιτεθεί πριν συγκεντρωθούν όλες οι ελληνικές δυνάμεις, κόβοντας στα δύο τον στόλο των Συρακουσίων. Η ναυμαχία της Μεσσήνης καταλήγει σε πανωλεθρία του ελληνικού στόλου. Ο δρόμος για τις Συρακούσες είναι ανοιχτός. Παρόλες τις προσπάθεις του Διονυσίου, ο χρόνος μοιάζει να έχει γυρίσει εννιά χρόνια νωρίτερα, στην πρώτη πολιορκία των Συρακουσών.

Στις αρχές του καλοκαιριού του 396 οι Καρχηδόνιοι έχουν στρατοπεδεύσει έξω από τα τείχη των Συρακουσών, εκεί που πριν από 19 χρόνια βρισκόταν το αθηναϊκό εκστρατευτικό σώμα. Οι συνθήκες, ωστόσο, έχουν μεταβληθεί. Οι οχυρώσεις της πόλεις είναι εξαιρετικές, τα στρατεύματα εντός των τειχών πολλά και αξιόμαχα. Στο μεταξύ, ο Διονύσιος ζητεί και λαμβάνει ενισχύσεις από τους Κορινθίους και τους Σπαρτιάτες (βλ. Διόδωρο, ΙΔ΄, 62 επ.). Οι πολιορκούμενοι επιχειρούν συνεχείς αντεπιθέσεις που πλήττουν τον στρατό και τον στόλο των Καρχηδονίων. Σε όλες αυτές τις δυσκολίες, πρέπει να προστεθούν και οι επιδημίες που θερίζουν τους πολιορκητές. Γρήγορα ο Ιμίλκων αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές πιθανότητες να καταλάβει τις Συρακούσες κι ότι αν συνεχίσει να πολιορκεί την πόλη κινδυνεύει να έχει την τύχη των Αθηναίων του Νικία. Ο Καρχηδόνιος στρατηγός (πιθανώς μετά από συνεννόηση με τον Διονύσιο), λύνει την πολιορκία και μπαρκάρει για την πατρίδα του μαζί με τους Καρχηδόνιους στρατιώτες και μόνον. Οι πολυάριθμοι μισθοφόροι του, χωρίς καμία ενημέρωση, μένουν έξω από τις Συρακούσες για να διαπιστώσουν κατάπληκτοι ότι πλέον βρίσκονται στο έλεος των μέχρι χθές πολιορκούμενων. Ο Διονύσιος θα στρατολογήσει τους Ίβηρες, ενώ τους υπόλοιπους μισθοφόρους των Καρχηδονίων θα τους πουλήσει για δούλους.   

Δεύτερη περίοδος του πολέμου – από την καρχηδονιακή αντεπίθεση στη συνθήκη ειρήνης του 392: Η ειρήνη (ή μάλλον η ανακωχή του 396) είναι επισφαλής. Καμία από τις δύο εμπλεκόμενες πλευρές δεν έχει παραιτηθεί από την αξίωσή της να κυριαρχήσει στη Σικελία, καμία δεν είναι σε θέση να επιβάλει τις επιθυμίες της στην άλλη. Ο Διονύσιος συναντά δυσχέρειες στην προσπάθειά του να υποτάξει τις πόλεις του νησιού: οι Σικελοί που ιδρύουν το Ταυρομένιο αντιστέκονται στις επεκτατικές βλέψεις του Συρακούσιου ηγεμόνα, ενώ και το Ρήγιο διατηρεί την εχθρική του στάση (Διόδωρος, ΙΔ΄, 87-88). Οι Καρχηδόνιοι από τη μεριά τους είναι αποφασισμένοι να ξεπλύνουν τη ντροπή της άδοξης υποχώρησης του Ιμίλκωνα και το 393 π.Χ. στέλνουν τον Μάγωνα με εκστρατευτικό σώμα να αποβιβαστεί στη Σικελία. Στην αρχή, όλα πηγαίνουν καλά για τους Καρχηδόνιους. Πολλές πόλεις υποτάσσονται στον Καρχηδόνιο στρατηγό, ενώ ο Διονύσιος προτιμά να μην αντιμετωπίσει τον εχθρό σε μάχη εκ παρατάξεως και υποχωρεί στη βάση του (Διόδωρος, ΙΔ΄, 95). Γρήγορα, πάντως, ο Μάγων αντιλαμβάνεται ότι η επιδίωξη να καταλάβει το σύνολο της Σικελίας δεν είναι διόλου ρεαλιστική. Αντιμετωπίζοντας σοβαρά προβλήματα ανεφοδιασμού, παγιδεύεται στη σικελική ενδοχώρα και αναγκάζεται να ζητήσει διαπραγματεύσεις. Το 392 ο Διονύσιος και η Καρχηδόνα συνάπτουν νέα συνθήκη ειρήνης.

«Μάγων δ´ ἐν πολεμίᾳ χώρᾳ στρατοπεδεύων, καὶ τῶν ἀναγκαίων ἐνδεὴς ἀεὶ μᾶλλον γινόμενος, οὐ μετρίως ἠλαττοῦτο· καὶ γὰρ οἱ περὶ τὸν Ἄγυριν τῆς χώρας ἔμπειροι καθεστῶτες ἐν ταῖς ἐνέδραις ἐπλεονέκτουν καὶ τὰς ἀγορὰς τῶν πολεμίων ἀφῃροῦντο. λεγόντων δὲ τῶν Συρακοσίων διὰ μάχης κρίνειν ὡς τάχιστα τὰ πράγματα, Διονύσιος ἠναντιοῦτο λέγων χωρὶς κινδύνων τῷ χρόνῳ καὶ τῇ σπάνει καταφθαρήσεσθαι τοὺς βαρβάρους· ἐφ´ οἷς παροργισθέντες οἱ Συρακόσιοι κατέλιπον τὸν Διονύσιον. δὲ τὸ μὲν πρῶτον εὐλαβούμενος ἐπ´ ἐλευθερίαν ἐκάλει τοὺς οἰκέτας, μετὰ δὲ ταῦτα διαπρεσβευσαμένων τῶν Καρχηδονίων ὑπὲρ εἰρήνης ὑπακούσας ἀναπομπίμους τοῖς κυρίοις ἐποίησε, πρὸς δὲ τοὺς Καρχηδονίους εἰρήνην ἐποιήσατο. ἦσαν δ´ αἱ συνθῆκαι τὰ μὲν ἄλλα παραπλήσιαι ταῖς πρότερον, Σικελοὺς δὲ δεῖν ὑπὸ Διονύσιον τετάχθαι καὶ παραλαβεῖν αὐτὸν τὸ Ταυρομένιον. μετὰ δὲ τὰς συνθήκας Μάγων μὲν ἀπέπλευσε, Διονύσιος δὲ παραλαβὼν τὸ Ταυρομένιον τοὺς μὲν πλείστους τῶν ἐκεῖ Σικελῶν ἐξέβαλεν, τῶν δ´ ἰδίων μισθοφόρων τοὺς ἐπιτηδειοτάτους ἐπιλέξας κατῴκισεν» (Διόδωρος, ΙΔ΄, 96).

Αν πιστέψουμε τον Διόδωρο οι διαφορές από τη συνθήκη ειρήνης του 405 δεν είναι ουσιώδεις. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Διονύσιος έχει κερδίσει πολύ έδαφος: όχι μόνο εντάσσονται στη σφαίρα επιρροής του οι πόλεις των Σικελών, του Ταυρομενίου περιλαμβανομένου, αλλά και οι Καρχηδόνιοι παύουν να είναι οι επικυρίαρχοι ελληνικών πόλεων, ακόμη και του Ακράγαντα ή του Σελινούντα. Ο Διονύσιος είναι πια ο αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος ολόκληρης της ελληνικής Σικελίας (Pierre Carlier, όπ.π., σ. 183).       

Ο τύραννος – μέρος Β΄: η άνοδος

Μαΐου 20, 2010

  

Ο Διονύσιος αποδεικνύεται και ικανός και τυχερός. Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ερμοκράτη, όχι μόνο θα κατορθώσει να ξεφύγει, αλλά και να αναρρώσει από τα τραύματά του. Λίγους μήνες αργότερα θα επιστρέψει στη γενέτειρά του. Σύμφωνα με τον νόμο των Συρακουσίων κάποιος που είχε κηρυχθεί σε αφάνεια και είχε θεωρηθεί νεκρός μπορεί να επιστρέψει στην πόλη, καθώς γίνεται δεκτό ότι η σωτηρία του ήταν θέλημα των θεών. Αν μάλιστα τον υιοθετήσει κάποιος Συρακούσιος πολίτης τότε ανακτά τα πολιτικά δικαιώματά του και την περιουσία του. Αυτό θα συμβεί και στην περίπτωση του Διονυσίου, δεδομένου ότι ένας από τους πολιτικούς φίλους του θα δεχτεί να τον υιοθετήσει. Η συνέχεια πρόκειται να είναι εντυπωσιακή.  

Ι. Η νέα καρχηδονιακή εισβολή  

Το 407 π.Χ. οι Συρακούσιοι στέλνουν πρεσβεία στην Καρχηδόνα προκειμένου να διαπραγματευθούν συνθήκη ειρήνης. Οι Καρχηδόνιοι δίνουν ασαφείς απαντήσεις και φαίνονται απρόθυμοι να συνάψουν οποιαδήποτε συνθήκη. Ταυτόχρονα, όπως πληροφορούνται και οι Σικελιώτες πρέσβεις, στρατολογούν στην Αφρική μεγάλες μισθοφορικές δυνάμεις. Είναι πλέον σαφές ότι τα «γεράκια» έχουν επιβάλει την πολιτική τους στην πόλη του Μελκάρτ και της Ταννίτ. Στόχος της Καρχηδόνας είναι η μεγαλύτερη δυνατή επέκταση της σικελικής της επικράτειας, επομένως η υποδούλωση των ελληνικών πόλεων. 

«Συρακόσιοι πέμψαντες εἰς Καρχηδόνα πρέσβεις περί τε τοῦ πολέμου κατεμέμφοντο καὶ τὸ λοιπὸν ἠξίουν παύσασθαι τῆς διαφορᾶς. Οἷς οἱ Καρχηδόνιοι τὰς ἀποκρίσεις ἀμφιβόλους δόντες, ἐν μὲν τῇ Λιβύῃ μεγάλας παρεσκευάζοντο δυνάμεις, ἐπιθυμοῦντες ἁπάσας τὰς ἐν τῇ νήσῳ πόλεις καταδουλώσασθαι» (Διόδωρος ΙΓ΄, 79, 8). 

Η πολιορκία και η πτώση του Ακράγαντα: Ο πρώτος στόχος των Καρχηδονίων είναι μοιραία ο Ακράγας. Μετά την πτώση του Σελινούντα, τα εδάφη του συνορεύουν με την καρχηδονιακή επικράτεια. Το εντυπωσιακό σε αριθμό καρχηδονιακό στράτευμα (ο Τίμαιος μιλά για 120.000 άνδρες, ο Έφορος ο Κυμαίος για 300.000!), αποβιβάζεται στη Σικελία, καταλαμβάνει τον Έρυκα και βαδίζει κατά του Ακράγαντα. Επικεφαλής του βρίσκονται ο γηραιός Αννίβας του Γίσκωνος και ο νεότερος σε ηλικία συγγενής του πρώτου Ιμίλκων (ή Ιμίλκας, ο Διόδωρος χρησιμοποιεί και τις δύο εκδοχές του ονόματος), ο οποίος τελικά θα έχει και την ουσιαστική διοίκηση του στρατεύματος. Όχι αβάσιμα, οι Καρχηδόνιοι πιστεύουν ότι με τόσο μεγάλες δυνάμεις θα πετύχουν να υποτάξουν αναίμακτα την πλουσιότερη πόλη του ελληνικού κόσμου. Οι Ακραγαντίνοι είναι συνηθισμένοι να ζουν μες στην τρυφή κι άλλωστε μεγάλο μέρος του πλούτου τους οφείλεται στις εμπορικές συναλλαγές με τους Καρχηδόνιους. 

«Καὶ πρῶτον μὲν ἀπέστειλαν πρέσβεις πρὸς τοὺς ᾿Ακραγαντίνους, ἀξιοῦντες μάλιστα μὲν συμμαχεῖν αὐτοῖς, εἰ δὲ μή γε, ἡσυχίαν ἔχειν καὶ φίλους εἶναι Καρχηδονίοις ἐν εἰρήνῃ μένοντας· οὐ προσδεξαμένων δὲ τῶν ἐν τῇ πόλει τοὺς λόγους, εὐθὺς τὰ τῆς πολιορκίας ἐνηργεῖτο» (Διόδωρος ΙΓ΄, 85, 2).  

Οι Ακραγαντίνοι, λοιπόν, ούτε σύμμαχοι των Καρχηδονίων δέχθηκαν να γίνουν, ούτε «φίλοι» (κάτι που θα σήμαινε ότι θα δέχονταν τη διέλευση των στρατευμάτων από το έδαφός τους). Αντιθέτως, (με χρήματα που προσέφερε κυρίως ο Τελλίας ένας από τους επιφανέστερους και πλουσιότερους πολίτες) στρατολογούν μισθοφόρους Καμπανούς και Έλληνες, τη διοίκηση των οποίων αναλαμβάνει ο Σπαρτιάτης Δέξιππος. Ζητούν επίσης ενισχύσεις από τις άλλες ελληνικές πόλεις. Αυτή τη φορά οι Συρακούσιοι ανταποκρίνονται άμεσα, όπως και η Γέλα, αλλά και οι λοιποί Σικελιώτες και Ιταλιώτες. Το λαμπρότερο στράτευμα που είχε παρουσιάσει ποτέ ο ελληνισμός της Δύσης τέθηκε υπό τις διαταγές του Συρακούσιου στρατηγού Δαφναίου και προσέτρεξε σε βοήθεια του Ακράγαντα. 

Οι συγκρούσεις ξεκίνησαν με τρόπο που έδειχνε ότι η έκβαση θα ήταν ευνοϊκή για τους Έλληνες. Ωστόσο, πολλά σφάλματα στρατηγικής και η ατολμία των στρατηγών θα καταδικάσουν τελικά τον Ακράγαντα σε αφανισμό. Στην αρχή, ο Δαφναίος εμφανίστηκε με πνεύμα καταδρομέα: χωρίς καν να κάνει τον κόπο να συνεννοηθεί με τους Ακραγαντίνους και να ετοιμάσει μια συντονισμένη επίθεση, αποφάσισε να κινηθεί ευθύς εξαρχής κατά των δυνάμεων του Αννίβα και του Ιμίλκωνα. Πράγματι, οι συμμαχικές δυνάμεις επιτέθηκαν στον καρχηδονιακό στρατό με τέτοια ορμή που φάνηκε ότι θα τον συντρίψουν. Την ώρα όμως που η αποφασιστική νίκη έμοιαζε βέβαιη, ο Δαφναίος συγκράτησε τις δυνάμεις του που ήταν έτοιμες να εφορμήσουν στα στρατόπεδα των εχθρών. Ίσως φοβήθηκε κάποια ενέδρα, σαν κι αυτήν που καταδίκασε τον Διοκλή σε ήττα έξω από τα τείχη της Ιμέρας. Κι έπειτα, η απόφασή του δεν ήταν τόσο αδικαιολόγητη λαμβανομένων υπόψη κάποιων στρατηγικών δεδομένων που έδειχναν ότι οι Έλληνες θα μπορούσαν να νικήσουν και με πιο συντηρητική τακτική. Ο στόλος των Συρακουσίων είχε αποκλείσει τους εισβολείς και δεν επέτρεπε τον ανεφοδιασμό τους από τα καρχηδονιακά πλοία. Είχε φτάσει το καλοκαίρι και οι συνθήκες ήταν ιδανικές για τη μετάδοση ασθενειών: ο λοιμός άρχισε να θερίζει τους στρατιώτες των Καρχηδονίων. Ανάμεσα στα θύματα ήταν κι ο Αννίβας. Η σωτηρία του Ακράγαντα φαινόταν απλώς υπόθεση χρόνου. 

Έπειτα ήρθε το φθινόπωρο και μαζί του τα πρωτοβρόχια που ξέπλυναν τα στρατόπεδα των Καρχηδονίων από τις ακαθαρσίες. Σιγά-σιγά ο λοιμός έφυγε (σε κάθε περίπτωση λέγεται πως ο Ιμίλκων έκανε και μια ανθρωποθυσία για να εξευμενίσει τους θεούς του). Στο εσωτερικό της πολιορκημένης πόλης η δυσαρέσκεια μεγάλωνε για τους στρατηγούς που δεν επιχειρούσαν αντεπίθεση. Οργισμένοι οι πολίτες λιθοβόλησαν τους άτολμους στρατηγούς τους, δίχως δίκη, δίχως καν να ακούσουν την υπεράσπισή τους. Την ίδια ώρα, η Καρχηδόνα έστειλε κι άλλο στόλο σε ενίσχυση: τα πλοία των Συρακουσίων που μετέφεραν εφόδια στους πολιορκημένους έπεσαν σε ενέδρα. Και ξαφνικά, στον Ακράγαντα συνειδητοποίησαν ότι είχαν εφόδια για λίγες μόνο ημέρες. Ο Δέξιππος και ο Δαφναίος προέκριναν ως μόνη λύση την εκκένωση της πόλης, δίχως καν να σκεφτούν να τα παίξουν όλα για όλα, επιχειρώντας αιφνιδιαστική επίθεση κατά του εχθρού. Λίγο μετά την αποχώρηση των, πλέον, προσφύγων που πήραν τον δρόμο για τη Γέλα και τις Συρακούσες, έμπαιναν στην πόλη οι εχθροί, λεηλατώντας τα πλούτη της, καίγοντας σπίτια και ναούς, σφάζοντας τους κατοίκους που δεν πρόλαβαν ή δεν θέλησαν να εγκαταλείψουν τη γενέτειρά τους. Η πόλη που ύμνησε ο Πίνδαρος ως την ωραιότερη ελληνική, ως αυτήν που οι κάτοικοί της έχτιζαν για την αιωνιότητα ενώ γλεντούσαν σαν η κάθε μέρα να ήταν η τελευταία της ζωής τους, είχε πια χαθεί. 

ΙΙ. Ο Διονύσιος ηγέτης των Συρακουσών 

Στρατηγός αυτοκράτωρ: Η πικρή ήττα στον Ακράγαντα είναι βέβαιο ότι προκάλεσε πολλές αντιδράσεις στην πόλη των Συρακουσών. Η ντροπιαστική υποχώρηση του συμμαχικού στρατεύματος εξόργισε πολλούς πολίτες. Οργιάζουν οι φήμες σύμφωνα με τις οποίες ο Δαφναίος, ο Δέξιππος κι οι άλλοι στρατηγοί δωροδοκήθηκαν από τους Καρχηδόνιους για να αποφασίσουν να εγκαταλείψουν τον Ακράγαντα. Ο Διονύσιος, που είχε συμμετάσχει και διακριθεί στις μάχες, κρίνει ότι έχει φτάσει η ώρα του. Από φιλοδοξία, από αγνή φιλοπατρία, ή μάλλον και για τα δύο μαζί. Ενώπιον της Εκκλησίας του Δήμου κατηγορεί τους στρατηγούς της πόλης για εσχάτη προδοσία και προτείνει να καταδικαστούν σε θάνατο χωρίς δίκη. Αναταραχή! Η πρόταση του Διονυσίου είναι παράνομη και το προεδρείο του επιβάλλει βαρύ πρόστιμο και του αφαιρεί τον λόγο. Ο πλούσιος φίλος του Διονυσίου, ο Φίλιστος, καταβάλλει το πρόστιμο κι ο Διονύσιος ξαναπαίρνει τον λόγο. Συνεχίζει τις κατηγορίες. Τα πρόστιμα πέφτουν βροχή κι ο Φίλιστος τα πληρώνει όλα επιτόπου. Ο Διονύσιος συνεχίζει την αγόρευσή του… 

«Οὐ μὴν ἀλλὰ συναχθείσης ἐκκλησίας ἐν Συρακούσαις, καὶ μεγάλων φόβων ἐπικρεμαμένων, οὐθεὶς ἐτόλμα περὶ τοῦ πολέμου συμβουλεύειν. Ἀπορουμένων δὲ πάντων παρελθὼν Διονύσιος ὁ ῾Ερμοκράτους τῶν μὲν στρατηγῶν κατηγόρησεν ὡς προδιδόντων τὰ πράγματα τοῖς Καρχηδονίοις, τὰ δὲ πλήθη παρώξυνε πρὸς τὴν αὐτῶν τιμωρίαν, παρακαλῶν μὴ περιμεῖναι τὸν κατὰ τοὺς νόμους λῆρον, ἀλλ’ ἐκ χειρὸς ἐπιθεῖναι τὴν δίκην. Τῶν δ’ ἀρχόντων ζημιούντων τὸν Διονύσιον κατὰ τοὺς νόμους ὡς θορυβοῦντα, Φίλιστος ὁ τὰς ἱστορίας ὕστερον συγγράψας, οὐσίαν ἔχων μεγάλην, ἐξέτισε τὰ πρόστιμα, καὶ τῷ Διονυσίῳ παρεκελεύετο λέγειν ὅσα προῄρητο. Καὶ προσεπειπόντος ὅτι καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν, ἂν ζημιοῦν θέλωσιν, ἐκτίσει τἀργύριον ὑπὲρ αὐτοῦ, τὸ λοιπὸν θαρρήσας ἀνέσειε τὰ πλήθη, καὶ τὴν ἐκκλησίαν συνταράττων διέβαλλε τοὺς στρατηγούς, ὅτι χρήμασι πεισθέντες ἐγκατέλιπον τὴν τῶν ᾿Ακραγαντίνων σωτηρίαν. Συγκατηγόρησε δὲ καὶ τῶν ἄλλων τῶν ἐπισημοτάτων πολιτῶν, συνιστὰς αὐτοὺς οἰκείους ὄντας ὀλιγαρχίας. Διόπερ συνεβούλευεν αἱρεῖσθαι στρατηγοὺς μὴ τοὺς δυνατωτάτους, ἀλλὰ τοὺς εὐνουστάτους καὶ δημοτικοὺς μᾶλλον» (Διόδωρος ΙΓ΄, 91, 3-5). 

Το τέλος της συνεδρίασης είναι θριαμβευτικό για τον νεαρό. Οι κατηγορούμενοι ως προδότες καταδικάζονται κι ο ίδιος εκλέγεται στρατηγός! Μεθοδικά αρχίζει να υφαίνει τον ιστό που θα του εξασφαλίσει την απόλυτη εξουσία στην πόλη. Επιτυγχάνει να επιστρέψουν στην πόλη οι εξόριστοι φίλοι του που είχαν υποστηρίξει τον Ερμοκράτη. Κατηγορεί για προδότες πλούσιους συμπολίτες του και δημεύει την περιουσία τους, έτσι ώστε με τα χρήματα αυτά να στρατολογήσει πιστούς στον ίδιο μισθοφόρους. Προσάπτει την ίδια κατηγορία και στους συναδέλφους του στρατηγούς και τους αντικαθιστά με φίλους του. Τέλος πείθει τον Δήμο να τον ονομάσει «στρατηγό αυτοκράτορα» παρέχοντάς του πλήρεις εξουσίες, θυμίζοντας διαρκώς ότι ο Γέλων κατήγαγε τη μεγάλη νίκη της Ιμέρας έχοντας μόνος του την αρχιστρατηγεία των ελληνικών δυνάμεων («Καρχηδονίων τὰς τριάκοντα μυριάδας περὶ τὴν ῾Ιμέραν νενικῆσθαι στρατηγοῦντος Γέλωνος αὐτοκράτορος.», Διόδωρος ΙΓ΄, 94, 5). Τέλος, για να κάνει να πάψουν οι φωνές διαμαρτυρίας αυτών που διαβλέπουν τη φιλοδοξία του να καταστεί τύραννος, σκηνοθετεί μια απόπειρα εναντίον του: «Λέγεται δὲ τοῦτο πρᾶξαι τὸν Διονύσιον ἀπομιμούμενον Πεισίστρατον τὸν ᾿Αθηναῖον... Καὶ τότε Διονύσιος τῇ παραπλησίᾳ μηχανῇ τὸ πλῆθος ἐξαπατήσας ἐνήργει τὰ τῆς τυραννίδος» (όπ. π., 95, 5-6). Η πόλη «πείθεται» να του παραχωρήσει σωματοφυλακή, αποτελούμενη αρχικά από 600, έπειτα από 1000 άνδρες. Έπειτα νυμφεύεται την Αρετή, κόρη του Ερμοκράτη, ισχυροποιώντας τους δεσμούς του με την οικογένεια του κάποτε πολιτικού αρχηγού του, μια από τις ευγενέστερες και πλέον δοξασμένες της πόλης. 

Η συνέχεια του καρχηδονιακού πολέμου – Η πολιορκία της Γέλας: Ήταν πρόδηλο ότι οι Καρχηδόνιοι δεν θα σταματούσαν την προέλασή τους τη στιγμή που είχαν εξαιρετικές προοπτικές να επεκτείνουν την επικράτειά τους στο μέγιστο δυνατό. Αφού εδραίωσε τις θέσεις του στα εδάφη του Ακράγαντα, την άνοιξη του 405 ο Ιμίλκων κινήθηκε κατά της Γέλας. Οι καρχηδονιακές δυνάμεις στρατοπέδευσαν κοντά στη θάλασσα, στο δυτικό άκρο της στενής πεδιάδας που βρισκόταν ανάμεσα στον λόφο του Απόλλωνα και τα τείχη της πόλης. Ο Ιμίλκων άρχισε την πολιορκία με μια συμβολική κίνηση. Πάνω στον λόφο που βρισκόταν δίπλα στην ακτή όπου είχαν αποβιβασθεί οι Κρήτες και Ρόδιοι πρώτοι άποικοι της πόλης οι Γελώοι είχαν στήσει ένα πελώριο χάλκινο ανδριάντα του Απόλλωνα Αρχαγέτη, του προστάτη θεού που είχε οδηγήσει τους αποίκους στη νέα πατρίδα τους. Το άγαλμα αυτό το σύλησε ο Ιμίλκων: διέταξε να το κατεβάσουν από το βάθρο του και να τον φορτώσουν σε ένα πλοίο για να μεταφερθεί ως δώρο στη μητρόπολη της Καρχηδόνας, την Τύρο. Από την πλευρά τους, οι Γελώοι οργάνωσαν την αντίστασή τους, επιτυγχάνοντας να αποκρούσουν τις πρώτες επιθέσεις: όλοι οι άνδρες στρατεύθηκαν, ενώ οι γυναίκες, οι έφηβοι και οι γέροντες δούλευαν νυχθημερόν για να επισκευάσουν τις ζημιές που προκαλούσαν στις οχυρώσεις οι επιθέσεις του εχθρού.

Λίγες μέρες αργότερα έφτασε στη Γέλα ο Διονύσιος, ως αρχιστράτηγος του μεγαλύτερου στρατεύματος που είχε ως τότε συγκεντρώσει ο ελληνισμός της Σικελίας. Σύμφωνα με τον Τίμαιο αριθμούσε 30.000 πεζούς και 1.000 ιππείς, ενώ ο Διόδωρος (ΙΓ΄, 109, 2) αναφέρει ότι σύμφωνα με άλλες πηγές έφτανε ή και ξεπερνούσε τους 50.000 άνδρες: το αποτελούσαν 20.000 Συρακούσιοι, 10.000 λοιποί Σικελιώτες, 15.000 Ιταλιώτες και 5.000 μισθοφόροι (πολλοί απ’ αυτούς Λακεδαιμόνιοι). Ο συμμαχικός στρατός στρατοπέδευσε κοντά στη θάλασσα, δίπλα στις εκβολές του Γέλα ποταμού και κοντά στην ανατολική πύλη της πόλης. Ο Διονύσιος είχε καταστρώσει ένα περίπλοκο σχέδιο, το οποίο στη θεωρία έμοιαζε ιδιοφυές, προκειμένου να καταφέρει το αποφασιστικό χτύπημα στους εισβολείς: οι Ιταλιώτες θα επιβιβάζονταν στα πλοία τα οποία θα τους μετέφεραν για να αποβιβασθούν κοντά στο καρχηδονιακό στρατόπεδο, στο σημείο που αυτό ήταν πιο ευάλωτο. Ταυτόχρονα, θα έκαναν επίθεση στο βόρειο άκρο του καρχηδονιακού στρατοπέδου οι Συρακούσιοι με τους άλλους Σικελιώτες, ενώ αμέσως μετά από αυτούς θα επέλαυνε το ελληνικό ιππικό. Την ώρα που ο Ιμίλκων θα προσπαθούσε να αποκρούσει δύο επιθέσεις, θα ερχόταν η σειρά του Διονυσίου: επικεφαλής των επίλεκτων πεζικάριων και των μισθοφόρων, ο Διονύσιος θα έμπαινε στη Γέλα από την ανατολική πύλη, θα διέσχιζε την πόλη κατά μήκος και βγαίνοντας από τη δυτική πύλη θα επιχειρούσε κατά μέτωπον επίθεση εναντίον των Καρχηδονίων. Αμέσως πίσω, θα ακολουθούσαν τα στρατεύματα των Γελώων με σκοπό να αποτελειώσουν τους πολιορκητές. Δυστυχώς για τον Διονύσιο η επιτυχία ενός τόσο σύνθετου σχεδίου εξαρτάται από πάρα πολλούς παράγοντες, αρκετοί από τους οποίους αποδεικνύονται στην πράξη αστάθμητοι. Όταν μετά από είκοσι ημέρες έφτασε η ώρα το σχέδιο να τεθεί σε εφαρμογή, σχεδόν όλα πήγαν στραβά. Οι Ιταλιώτες που θα επιτίθονταν από τη μεριά της θάλασσας, εφόρμησαν νωρίτερα απ’ ό,τι έπρεπε, με αποτέλεσμα να πολεμήσουν μόνοι ενάντια σε πολύ μεγαλύτερες εχθρικές δυνάμεις που τις αποτελούσαν κυρίως Ίβηρες και Καμπανοί μισθοφόροι. Την  ίδια στιγμή, τα φυσικά εμπόδια καθυστέρησαν την επέλαση των Σικελιωτών: το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού χάθηκε και οι Σικελιώτες βρήκαν τα καρχηδονιακά στρατεύματα (ιδίως τους Λίβυους μισθοφόρους, το βαρύ πεζικό του εχθρού) σε θέσεις μάχεις. Όσο για τον Διονύσιο, όταν επιχείρησε να διασχίσει την πόλη, αντί για άδειους δρόμους συνάντησε πλήθος ανθρώπων (πεζών ή σε άμαξες) που προσπαθούσαν να εγκαταλείψουν τη Γέλα. Οι δυνάμεις του Διονυσίου χρειάστηκαν πενταπλάσιο χρόνο από τον κανονικό για να βγούν από τη δυτική πύλη και ουσιαστικά δεν έφτασαν ποτέ στο πεδίο της μάχης. Το αποτέλεσμα ήταν σοβαρές απώλειες και μια οικτρή αποτυχία. Το ίδιο βράδυ ο Διονύσιος συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο στο οποίο αποφασίστηκε η εκκένωση της πόλης. Οι Γελώοι θα έπρεπε να εγκατασταθούν ως πρόσφυγες στις Συρακούσες και στους Λεοντίνους. Υποχωρώντας και κρίνοντας αδύνατη την άμυνα της Καμαρίνας, ο Διονύσιος πρόσταξε τους κατοίκους της να την εγκαταλείψουν κι αυτήν.

Παρά τις καλές προθέσεις και τις αδιαμφισβήτητες στρατηγικές ικανότητές του, ο ηγεμών των Συρακουσίων δεν είχε καταφέρει τίποτε καλύτερο απ’ ό,τι οι στρατηγοί που είχαν διοικήσει το στράτευμα στην Ιμέρα και στον Ακράγαντα και τους οποίους είχε κατηγορήσει για ανίκανους και προδότες. Ο ελληνισμός της Σικελίας βρισκόταν στη χειρότερη κατάσταση της Ιστορίας του. Οι Καρχηδόνιοι δεν θα αργούσαν να φτάσουν στα περίχωρα των Συρακουσών. Κι αν έπεφταν οι Συρακούσες θα έφτανε και το τέλος του ελληνισμού.

ΙΙI. Ανάμεσα σε δύο θανάσιμους κινδύνους

Η συνωμοσία των ιππέων κατά του Διονυσίου: Η αποτυχία και οι συμφορές που την ακολούθησαν ήταν μοιραίο να προκαλέσουν οργή και μίσος κατά του στρατηγού αυτοκράτορα: «Ἐφοἷς ἐξεκάετο τὸ κατὰ τοῦ Διονυσίου μῖσος» (Διόδωρος ΙΓ΄, 112, 1). Πολλοί από τους αριστοκράτες της πόλης που υπηρετούσαν στις τάξεις του ιππικού έκριναν ότι ήταν η κατάλληλη ευκαιρία για να ξεμπερδεύουν μια για πάντα από τον τύραννο. Εγκατέλειψαν το στράτευμα, που υποχωρούσε με βραδύ ρυθμό για να συνοδεύει τους πρόσφυγες, και επέστρεψαν στις Συρακούσες. Λεηλάτησαν το σπίτι του Διονυσίου και συνέλαβαν τη γυναίκα του, την Αρετή, την οποία κακοποίησαν και βίασαν μέχρι θανάτου. Το φριχτό έγκλημα θα καθιστούσε άρρηκτους τους δεσμούς μεταξύ των συνωμοτών και θα κρατούσε για πάντα άσβεστο το μίσος τους για τον τύραννο.

«τὴν μὲν οἰκίαν τοῦ Διονυσίου διήρπασαν γέμουσαν ἀργύρου τε καὶ χρυσοῦ καὶ τῆς ἄλλης πολυτελείας ἁπάσης, τὴν δὲ γυναῖκα συλλαβόντες οὕτω διέθεσαν κακῶς, ὥστε καὶ τὸν τύραννον βαρέως ἐνέχειν τὴν ὀργήν, νομίζοντες τὴν ταύτης τιμωρίαν μεγίστην εἶναι πίστιν τῆς πρὸς ἀλλήλους κοινωνίας κατὰ τὴν ἐπίθεσιν» (Διόδωρος ΙΓ΄, 112,4). 

Ο Διονύσιος πληροφορήθηκε τα τραγικά συμβάντα και αποφάσισε να αντιδράσει άμεσα για να διασώσει τη ζωή και την εξουσία του. Συγκέντρωσε τους πιστότερους σ’ αυτόν στρατιώτες (εξακόσιους πεζούς και εκατό ιππείς) και κάλπασε προς τις Συρακούσες, όπου έφτασε λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Έσπασε τις πύλες και προχώρησε προς τη συνοικία της Αχραδινής, την ώρα που η πόλη κοιμόταν. Η απάντησή του ήταν αμείλικτη: οι συνωμότες (κι όσοι τόλμησαν να προβάλουν αντίσταση) σφαγιάστηκαν ή εκτελέστηκαν μετά τη σύγκρουση. Οι λίγοι που κατάφεραν να ξεφύγουν οχυρώθηκαν σε ένα φρούριο πάνω στην Αίτνα. Ο Διονύσιος είχε τουλάχιστον εξασφαλίσει την εξουσία του. 

Η συνθήκη ειρήνης με την Καρχηδόνα: Ο στρατός του Ιμίλκωνα προχώρησε με μάλλον βραδύ ρυθμό και έφτασε κοντά στις Συρακούσες προς το τέλος του 405. Αντί να οργανώσει την πολιορκία της πόλης, ο Ιμίλκων έστειλε κήρυκα στις Συρακούσες για να προτείνει τη σύναψη συνθήκης ειρήνης. Εκ πρώτης όψεως, η στάση του Καρχηδόνιου στρατηγού έμοιαζε περίεργη: γιατί να σταματήσει όταν είχε τόσες πιθανότητες να υποτάξει όλους τους Σικελιώτες; Ο Διόδωρος (ΙΓ, 114,2) κάνει λόγο για επιδημία λοιμού, η οποία αποδεκάτιζε τους στρατιώτες και τους αξιωματικούς. Όπως, όμως, παρατηρεί ο Πιέρ Καρλιέ, η εξήγηση των μεταδοτικών ασθενειών είναι επαναλαμβανόμενη στους αρχαίους συγγραφείς και για αυτό ύποπτη ή τουλάχιστον ανεπαρκής. Οι Καρχηδόνιοι θα πρέπει να είχαν πληροφορηθεί τις εξελίξεις στο μέτωπο του Πελοποννησιακού Πολέμου: οι Σπαρτιάτες είχαν συντρίψει τον αθηναϊκό στόλο και στρατό στους Αιγός Ποταμούς και είχαν ουσιαστικά κερδίσει τον πόλεμο. Επομένως, ήταν πια ελεύθεροι να βοηθήσουν τους Συρακούσιους συμμάχους τους. Μια σπαρτιατική επέμβαση στη Σικελία θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες για την Καρχηδόνα (“Le IVe siècle grec”, σειρά “Nouvelle Histoire de l’ Antiquité”, vol. 5, Coll. Points, εκδ. Seuil, Παρίσι 1995, σελ. 177). Η ειρήνη ήταν μάλλον η πλέον συμφέρουσα επιλογή για την Καρχηδόνα, που δεν είχε απαραίτητα ανάγκη να συντρίψει τους Έλληνες, ενώ, αντιθέτως, είχε οφέλη να αποκομίσει από τις εμπορικές δραστηριότητές τους. Έτσι, οι όροι που πρότειναν οι Καρχηδόνιοι ήταν πολύ λογικοί.

«Διόπερ ὑπὸ τῶν πραγμάτων ἀναγκαζόμενος ᾿Ιμίλκας ἔπεμψεν εἰς Συρακούσας κήρυκα, παρακαλῶν τοὺς ἡττημένους διαλύσασθαι. Ἀσμένως δὑπακούσαντος τοῦ Διονυσίου τὴν εἰρήνην ἐπὶ τοῖσδε ἔθεντο· Καρχηδονίων εἶναι μετὰ τῶν ἐξ ἀρχῆς ἀποίκων ᾿Ελύμους καὶ Σικανούς· Σελινουντίους δὲ καὶ ᾿Ακραγαντίνους, ἔτι δ‘ ῾Ιμεραίους, πρὸς δὲ τούτοις Γελῴους καὶ Καμαριναίους οἰκεῖν μὲν ἐν ἀτειχίστοις ταῖς πόλεσι, φόρον δὲ τελεῖν τοῖς Καρχηδονίοις· Λεοντίνους δὲ καὶ Μεσσηνίους καὶ Σικελοὺς ἅπαντας αὐτονόμους εἶναι, καὶ Συρακοσίους μὲν ὑπὸ Διονύσιον τετάχθαι, τὰ δὲ αἰχμάλωτα καὶ τὰς ναῦς ἀποδοῦναι τοὺς ἔχοντας τοῖς ἀποβαλοῦσι» (Διόδωρος, ΙΓ΄, 114, 1).

Το νέο στάτους κβο παρουσίαζε αρκετό ενδιαφέρον. Οι νικητές διεύρυναν την επικράτειά τους στο σύνολο της δυτικής Σικελίας, περιλαμβανομένων και των πόλεων των Ελύμων. Επέτρεπαν στους κατοίκους των πόλεων που κυρίευσαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων χρόνων (Σελινούντα, Ιμέρα, Ακράγαντα, Γέλα και Καμαρίνα) να επανεγκατασταθούν, χωρίς όμως να μπορούν να τις οχυρώσουν. Οι ελληνικές πόλεις της ανατολικής Σικελίας κι αυτές των ιθαγενών Σικελών ανακτούσαν την αυτονομία τους έναντι των Συρακουσών. Ο Διονύσιος όμως κέρδιζε αυτό που ήθελε: την αναγνώριση της εξουσίας του στην πόλη. Είχε φτάσει στο χείλος του γκρεμού και είχε καταφέρει να σωθεί ενώ τον απειλούσαν δύο θανάσιμοι κίνδυνοι. Είχε κερδίσει πολύτιμο χρόνο. Αρκετό για μπορέσει να εδραιώσει απόλυτα την εξουσία του στις Συρακούσες, αλλά και για να προετοιμάσει την αντεπίθεση που θα στρεφόταν κατά των Καρχηδονίων.

Ο τύραννος – μέρος Α΄: η Σικελία πριν την άνοδο του Διονυσίου στην εξουσία

Μαΐου 5, 2010

Μετά από διαδικτυακή απουσία (εν μέρει μόνο εκούσια) μεγαλύτερη του ενός μηνός, ας επιστρέψουμε στη γνώριμη γη της Σικελίας κι ας καταδυθούμε μέσα στον χρόνο σχεδόν δεκαπέντε αιώνες για να συναντήσουμε, για πρώτη φορά στο ιστολόγιο αυτό, τον ακμάζοντα ελληνισμό της Δύσης. Οι Σικελιώτες και Ιταλιώτες Έλληνες, πολίτες των πολυάριθμων αποικιών που ιδρύθηκαν, ως επί το πλείστον, κατά την αρχαϊκή περίοδο, έχουν απόλυτη συναίσθηση του ότι ανήκουν στο ελληνικό έθνος και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού κόσμου. Συμβουλεύονται τα μαντεία της μητροπολιτικής Ελλάδας και μετέχουν με ζήλο στους πανελλήνιους αγώνες όπου και διακρίνονται ιδιαίτερα (ειδικά οι αρματοδρομίες φαίνεται να αποτελούν το αγώνισμα στο οποίο επικρατούν κατά σύστημα οι Σικελοί: αρκεί να θυμηθούμε ότι ο περίφημος Ηνίοχος των Δελφών αποτελούσε τμήμα γλυπτού συμπλέγματος που αφιέρωσε στον ναό του Απόλλωνα ο τύραννος της Γέλας Πολύζαλος σε ανάμνηση της νίκης του στα Πύθια). Καλλιτέχνες, γιατροί, φιλόσοφοι, ποιητές και ρήτορες μετακινούνται από την Ελλάδα στη Σικελία ή στην Κάτω Ιταλία (ο Πυθαγόρας εγκαταλείπει τη Σάμο για να εγκατασταθεί στον Κρότωνα, ο Αισχύλος περνά τα τελευταία χρόνια της ζωής του στη Γέλα, όπου πεθαίνει το 456 π.Χ.), ενώ άλλοι διασχίζουν τη Μεσόγειο προς την αντίθετη κατεύθυνση. Όπως, όμως, επισημαίνει ο Γάλλος ιστορικός Πιέρ Καρλιέ ( “Le IVe siècle grec”, σειρά «Nouvelle Histoire de l’ Antiquité«, vol. 5, Coll. Points, εκδ. Seuil, Παρίσι 1995, σελ. 169) «παρά την πολιτιστική και θρησκευτική ενότητα αυτή, οι Έλληνες του Αιγαίου και οι Έλληνες της Δύσης ανήκουν σε διαφορετικές γεωστρατηγικές και πολιτικές ζώνες«. Βεβαίως, όπως συμβαίνει και στην Ανατολή, οι ελληνικές πόλεις της Δύσης πολεμούν πρωτίστως η μία εναντίον της άλλης (θαρρώ πως η πεμπτουσία της ανεξαρτησίας για μια ελληνική πόλη-κράτος συνίσταται στη δυνατότητα να στείλει τους άνδρες της να σφαχτούν με αυτούς της γειτονικής για ένα χέρσο αγρό στα σύνορα των δύο πόλεων). Οι εξωτερικοί εχθροί, όμως, διαφέρουν: αντί των Περσών, οι Έλληνες της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας έχουν ως αντιπάλους τους γειτονικούς ιθαγενείς λαούς (Σικελούς και Σικανούς, Λουκανούς, Σαμνίτες, Καμπανούς και Ετρούσκους) και φυσικά την άλλη μεγάλη αποικιακή και εμπορική δύναμη, την Καρχηδόνα. Έπειτα, οι ιδιαιτερότητες του ελληνισμού της Δύσης, δημιουργούν διαφορετικές εντυπώσεις στη συλλογική συνείδηση: για τους Έλληνες της μητρόπολης οι χώρες της Δύσης είναι μακρινές, πρόκειται για τόπους μυστηριώδεις που συνδέονται με τους αρχαίους μύθους (από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη ως τους Κύκλωπες), για περιοχές με αμύθητο πλούτο (γεωργικό, κτηνοτροφικό και εμπορικό) και παράξενες παραδόσεις (όπου θάβουν στους ναούς με τιμές ήρωα τα άλογα που νίκησαν στις αρματοδρομίες των πανελλήνιων αγώνων), στις οποίες κατοικούν τα, όπως και να το κάνουμε, κάπως διαφορετικά ξαδέρφια τους. Μη λησμονούμε ότι, κατά την παράδοση, οι πιο πολλοί από τους πρώτους αποίκους πήραν ντόπιες γυναίκες: άρα, οι απόγονοί τους ήταν, στα μάτια των συμπατριωτών τους της κυρίως Ελλάδας, κατά κάποιο τρόπο μιξοβάρβαροι. Τα ίδια στοιχεία θα πρέπει να διαμόρφωσαν μια ιδιαίτερη ταυτότητα για τους Έλληνες της Δύσης, οι οποίοι, κατ’ ανάγκη, θα είχαν συναίσθηση ότι βρίσκονταν στα όρια του ελληνισμού, σε άμεση επαφή με τους Βαρβάρους.

Άξιο τέκνο αυτής της γης όπου τα πάντα μοιάζουν μεγεθυμένα, ο ήρωάς μας δεν είναι ακριβώς συμπαθής, πλην όμως δεν στερείται μεγαλείου. Υπέρμετρα φιλόδοξος, μεγαλομανής, βίαιος, αδίστακτος και κυνικός, ο Διονύσιος των Συρακουσών αποτελεί από κάθε άποψη το αρχέτυπο του τυράννου σύμφωνα με τη σύγχρονη σημασία της λέξης. Ταυτόχρονα, όμως, ήταν και εξαιρετικός στρατιωτικός ηγέτης με μεγάλες ικανότητες και θάρρος, οξυδερκής πολιτικός και κοινωνικός αναμορφωτής, άνθρωπος ευρύτατης μόρφωσης και παιδείας και, όπως φαίνεται, ικανός δραματουργός. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να υπενθυμήσουμε πως η λέξη «τύραννος» είναι μια από αυτές που έχουν υποστεί δραματική σημασιολογική δείνωση: με την αρχική της σημασία δήλωνε ύπατο αξίωμα και αποτελούσε τίτλο τιμής, ακριβώς όπως κι οι λέξεις «βασιλεύς», «ηγεμών» και «στρατηγός». Ο Διονύσιος κατορθώνει να προσωποιεί και τις δύο διαμετρικά αντίθετες σημασίες της λέξης. Με τη δράση του σημάδεψε την Ιστορία της ελληνικής Δύσης. Ο μύθος του διάβηκε τους αιώνες, φτάνοντας μέχρι την εποχή μας.

Για τη ζωή και το έργο αυτής της αντιφατικής προσωπικότητας διαθέτουμε έναν πρώτης τάξεως οδηγό, τον Διόδωρο τον Σικελιώτη (βιβλία ΙΓ΄ επ.), δηλαδή έναν ιστορικό που όχι μόνο καταγόταν από τον ίδιο γεωγραφικό χώρο, αλλά και χρησιμοποίησε ως βασική πηγή του τον Φίλιστο, τον αριστοκράτη Συρακούσιο πολιτικό και ιστορικό που υπήρξε στενός φίλος του Διονυσίου. Και για να μη το ξεχάσω: ο Ιταλός ιστορικός, αρχαιολόγος και μυθιστοριογράφος Βαλέριο Μάσσιμο Μανφρέντι έχει γράψει ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα με ήρωα τον Διονύσιο τον Πρεσβύτερο (Il Tiranno, εκδ. Mondadori, 2003). Μολονότι οι περισσότεροι φίλοι της Ιστορίας είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικοί προς το είδος, πρέπει να δεχτούμε ότι πρόκειται για μια γλαφυρή εξιστόρηση της σταδιοδρομίας του Διονυσίου και της Ιστορίας της Σικελίας από έναν κατά τεκμήριο γνώστη της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου. Ακόμη και οι «λαθροχειρίες» του Μανφρέντι όσον αφορά τα ιστορικά γεγονότα είναι λελογισμένες και εξυπηρετούν την πλοκή του βιβλίου (ίσως στο τέλος της σειράς τις επισημάνουμε). Ας ξετυλίξουμε όμως την ιστορία μας.  

Ι.   Ο ελληνισμός της Σικελίας κατά τον 5ο αιώνα

Σικελικές ιδιαιτερότητες:  Οι κοινωνικές αναταραχές και συγκρούσεις δεν αποτελούν φυσικά ιδιαιτερότητα των πόλεων της Μεγάλης Ελλάδας και της Σικελίας. Σε σχέση, όμως, προς τα πράγματα των πόλεων της κυρίως Ελλάδας διαφέρουν τα χαρακτηριστικά των συγκρουόμενων ομάδων: στη Σικελία αντιπαρατίθενται συνήθως οι απόγονοι των αρχικών αποίκων, που αποτελούν την κατ’ εξοχήν αριστοκρατία κάθε πόλης, προς τους απόγονους αυτών που εγκαταστάθηκαν αργότερα στις αποικίες. Έπειτα, η βασική ιδιαιτερότητα της σικελικής Ιστορίας είναι η μεγάλη κινητικότητα από πόλη σε πόλη, τόσο πληθυσμών όσο και ηγετικών ομάδων, φαινόμενο αδιανόητο για τη μητρόπολη. Π.χ., οι Δεινομενίδες, η δυναστεία τυράνννων που κυβερνούσε αρχικά στη Γέλα, μεταφέρουν το κέντρο της εξουσίας τους στις Συρακούσες. Οι μετακινήσεις των ηγεμόνων, το γεγονός ότι αυτοί εξαπλώνουν την κυριαρχία τους σε περισσότερες πόλεις, καθώς και οι συνήθεις λόγοι που οδηγούν τους ανθρώπους στην εσωτερική μετανάστευση, έχουν ως αποτέλεσμα την εκούσια ή αναγκαστική μετακίνηση πληθυσμών. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτοί οι «μετανάστες» έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν πολιτικά δικαιώματα στην πόλη που εγκαθίστανται (και να καταστούν «νεοπολίτες»). Σ’ αυτούς πρέπει να προστεθούν και οι πολυάριθμοι μισθοφόροι τους οποίους προσλαμβάνουν οι τύραννοι των σικελικών πόλεων και οι οποίοι, μετά το τέλος της υπηρεσίας τους, ανταμείβονται με εκτάσεις γης και με το προνόμιο να εγκατασταθούν κι αυτοί ως πολίτες στην πόλη του εργοδότη τους.

Τις σικελικές ιδιαιτερότητες αυτές περιγράφει με ύφος περιφρονητικό ο Αλκιβιάδης (κατά Θουκυδίδη), στην προσπάθειά του να πείσει τους Αθηναίους συμπολίτες του για την αναγκαιότητα της Σικελικής Εκστρατείας. Το εγχείρημα θα είναι εύκολο να επιτύχει (και τα κέρδη πολύ μεγάλα), καθώς:

» καὶ τὸν ἐς τὴν Σικελίαν πλοῦν μὴ μεταγιγνώσκετε ὡς ἐπὶ μεγάλην δύναμιν ἐσόμενον. ὄχλοις τε γὰρ ξυμμείκτοις πολυανδροῦσιν αἱ πόλεις καὶ ῥᾳδίας ἔχουσι τῶν πολιτῶν τὰς μεταβολὰς καὶ ἐπιδοχάς. καὶ οὐδεὶς δι’ αὐτὸ ὡς περὶ οἰκείας πατρίδος οὔτε τὰ περὶ τὸ σῶμα ὅπλοις ἐξήρτυται οὔτε τὰ ἐν τῇ χώρᾳ νομίμοις κατασκευαῖς· ὅτι δὲ ἕκαστος ἢ ἐκ τοῦ λέγων πείθειν οἴεται ἢ στασιάζων ἀπὸ τοῦ κοινοῦ λαβὼν ἄλλην γῆν, μὴ κατορθώσας, οἰκήσειν, ταῦτα ἑτοιμάζεται» (Θουκυδίδης, Στ΄, 17, 2-3). 

Ο «χρυσός αιώνας» της Σικελίας των τυράννων: Υπό την καθοδήγηση δύο δυναστειών τυράννων (Εμμενίδες στον Ακράγαντα και Δεινομενίδες στη Γέλα και, στη συνέχεια, στις Συρακούσες), η Σικελία γνωρίζει μεγάλη ακμή σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο κατά την περίοδο 520-470 π.Χ. Ο Ακράγας των Εμμενιδών είναι η πλουσιότερη ελληνική πόλη (αντικαθιστώντας τη Μίλητο του 6ου αιώνα), ενώ οι Δεινομενίδες καθίστανται οι ισχυρότεροι ηγεμόνες στον ελληνικό κόσμο. Η ισχύς αυτή καταδεικνύεται και από τις περηφανείς νίκες που κατήγαγαν οι Σικελοί τύραννοι κατά των εξωτερικών εχθρών του ελληνισμού: το 480 π.Χ. (κατά την παράδοση, την ίδια μέρα με την ελληνική νίκη στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας) οι δυνάμεις του Δεινομενίδη Γέλωνα, τυράννου της Γέλας και των Συρακουσών, συνασπισμένες με αυτές του Θήρωνα, τυράννου του Ακράγαντα, συντρίβουν τους Καρχηδόνιους του Αμίλκα στην Ιμέρα (τελευταίο προπύργιο του ελληνισμού πριν την καρχηδονιακή «επικράτεια» της Σικελίας) και ανακόπτουν τον καρχηδονιακό επεκτατισμό για εβδομήντα χρόνια. Έξι χρόνια αργότερα, ο Δεινομενίδης Ιέρων διαλύει τον ετρουσκικό στόλο έξω από την Κύμη. Λίγο μετά, οι Δεινομενίδες φτάνουν στο απόγειο της ισχύος τους, αντικαθιστώντας τους Εμμενίδες και στον Ακράγαντα. Το τέλος τους, όμως, θα έρθει απίστευτα γρήγορα: ένα χρόνο μετά τον θάνατο του Ιέρωνα (467), η τυραννία καταλύεται. 

Η εποχή της κρίσης: Τα χρόνια μετά την κατάλυση της τυραννίας αποτελούν περίοδο κρίσης και αστάθειας για το σύνολο των πόλεων. Η απώλεια ισορροπίας αφορά τόσο το εσωτερικό της κάθε πόλης (έντονες κοινωνικές διαμάχες) όσο και τον συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των πόλεων. Ο συμμαχικός άξονας Συρακουσών-Γέλας-Ακράγαντα-Σελινούντα απειλεί την αυτονομία των υπολοίπων πόλεων-κρατών. Οι πόλεις της ανατολικής ακτής (Λεοντίνοι, Νάξος, Μέγαρα, Κατάνη, Μεσσήνη) προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τον επεκτατισμό των Συρακουσών, ενώ η Αίγεστα, στα βορειοδυτικά όρια της ελληνικής επικράτειας, απειλείται από τον συνασπισμό Σελινούντα και Ακράγαντα.   

Η «συμπλοκή» Δύσης και Ανατολής: Παρά τη σχετική γεωπολιτική της αυτοτέλεια, η ελληνική Σικελία θα παρασυρθεί στη δίνη του Πελοποννησιακού Πολέμου. Κατά τη φάση του Αρχιδάμειου Πολέμου, οι Αθηναίοι θα κάνουν ό,τι ήταν δυνατό προκειμένου να αποτρέψουν ενδεχόμενη συμμετοχή των Συρακουσίων στον πόλεμο, ως συμμάχων των Λακεδαιμονίων. Στο πλαίσιο αυτό θα ενισχύσουν με κάθε μέσο τους παραδοσιακούς εχθρούς των Συρακουσών (κυρίως τους Λεοντίνους, αλλά και τις άλλες πόλεις της ανατολικής ακτής του νησιού, οι οποίες βρίσκονται πιο εκτεθειμένες στον επεκτατισμό της γειτονικής υπερδύναμης: 427-424 π.Χ.). Το 415, με πρόσχημα την έκκληση για βοήθεια της Αίγεστας (που απειλείται από τον γειτονικό Σελινούντα, σύμμαχο των Συρακουσών), οι Αθηναίοι, παρασυρμένοι από τη μεγαλομανία του Αλκιβιάδη, επιχειρούν άμεση επέμβαση στο νησί, με στόχο την ολοκληρωτική κατάληψή του. Παρά τον υπέρ τους συσχετισμό δυνάμεων και τις προβλέψεις των, ουδέτερων και μη, παρατηρητών (ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Γύλιππος ξεκινά να βοηθήσει τους Συρακούσιους σχεδόν πεπεισμένος ότι θα φτάσει κατόπιν εορτής και θα αντικρύσει τους Αθηναίους να έχουν καταλάβει την πόλη), η Σικελική Εκστρατεία καταλήγει σε δραματικό φιάσκο για τους Αθηναίους. Βεβαίως, η αθηναϊκή αποτυχία εξηγείται ιδίως από δικά τους σφάλματα: οι εσωτερικές έριδες και αντιπαλότητες φθείρουν τους Αθηναίους πριν καν ξεκινήσουν την εκστρατεία, ενώ οι τραγικές ολιγωρίες και τα φρικτά σφάλματα της στρατιωτικής ηγεσίας τους (και ιδίως του Νικία) έχουν ως μοιραία κατάληξη τη συντριβή (413 π.Χ.). Το κύρος και η αυτοπεποίθηση των Συρακουσίων είναι σαφώς ενισχυμένο από τη μεγάλη και απροσδόκητη επικράτηση. Η δύναμη της πόλης, όμως, έχει σίγουρα πληγεί από την εξαντλητική πολιορκία και τις αιματηρές συγκρούσεις.

Μετά τον θρίαμβο της πόλης του, ο ικανότερος Συρακούσιος στρατηγός, ο Ερμοκράτης, αναχωρεί με τμήμα του στόλου για το Αιγαίο, προκειμένου να βοηθήσει τους συμμάχους Σπαρτιάτες να επικρατήσουν των Αθηναίων. Εν τη απουσία του, ισχυρότερος πολιτικός ηγέτης καθίσταται ο Διοκλής. Υπό την καθοδήγησή του, το πολίτευμα των Συρακουσίων απομακρύνεται από τον παραδοσιακά ολιγαρχικό χαρακτήρα του και «ολισθαίνει» προς τη δημοκρατία των μεγάλων εχθρών (λ.χ. ανάδειξη των αρχόντων με κλήρωση). Μεθοδικά, ο Διοκλής συγκεντρώνει την πολιτική και στρατιωτική εξουσία στην πόλη: κατηγορεί τον μεγάλο του αντίπαλο, τον Ερμοκράτη, ως αμετανόητο ολιγαρχικό που απεργάζεται την κατάλυση της νεοσύστατης δημοκρατίας. Ο Δήμος ψηφίζει να αφαιρεθεί από τον Ερμοκράτη η εξουσία του στρατηγού και τον καταδικάζει σε εξορία.

Γρήγορα, όμως, η αφύπνιση του απειλητικότερου εξωτερικού εχθρού θα αναγκάσει τους Σικελιώτες να εγκαταλείψουν προσωρινά τις εσωτερικές διαμάχες και να στρέψουν την προσοχή τους προς δυσμάς.

ΙΙ.   Οι Σικελιώτες αντιμέτωποι με τον καρχηδονιακό επεκτατισμό

Το τέλος μιας παρατεταμένης περιόδου νηνεμίας: Οι Καρχηδόνιοι είχαν εγκατασταθεί πολύ νωρίς στη Σικελία, θέτοντας υπό τον έλεγχό τους μια περιορισμένης σχετικά έκτασης, αλλά στρατηγικής σημασίας περιοχή, στην οποία ίδρυσαν πόλεις και εμπορικούς σταθμούς (Μοτύη, Λιλύβαιο και φυσικά την Πάνορμο, το μετέπειτα Παλέρμο). Μετά την ήτττα τους στην Ιμέρα, οι Καρχηδόνιοι δεν επιχείρησαν εκ νέου να επέμβουν στρατιωτικά στη Σικελία. Η ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ Καρχηδονίων και Ελλήνων αποδεικνυόταν, άλλωστε, επωφελής και για τις δύο πλευρές. Έλληνες έμποροι είχαν εγκατασταθεί σε μεγάλο αριθμό στις πόλεις και τους εμπορικούς σταθμούς των Καρχηδονίων, ενώ οι Καρχηδόνιοι έμποροι ήταν παρόντες σε όλες τις μεγάλες ελληνικές πόλεις της Σικελίας. Ξαφνικά, το 410 π.Χ., η κατάσταση μεταβάλλεται.

Ύστερα από τη συντριβή των συμμάχων και προστατών της Αθηναίων, η πόλη της Αίγεστας είχε υποχρεωθεί να ικανοποιήσει όλες τις διεκδικήσεις των γειτόνων της Σελινουντίων (413). Τρία χρόνια αργότερα, οι Σελινούντιοι προβάλλουν νέες διεκδικήσεις που ισοδυναμούν ουσιαστικά με πολιτικό και οικονομικό αφανισμό της Αίγεστας, η οποία μέσα στην απόγνωσή της στρέφεται προς τους Καρχηδόνιους, ζητώντας τη στρατιωτική βοήθειά τους. Εκείνοι, προς γενική κατάπληξη, απαντούν θετικά. Τί μεσολάβησε ώστε η Καρχηδόνα να αλλάξει την πολιτική μη επέμβασης στα ελληνικά ζητήματα, την οποία ακολουθούσε πιστά για εβδομήντα περίπου χρόνια; Όπως εξηγεί ο Πιέρ Καρλιέ (όπ.π., σελ. 172-173): «Πιθανότατα, η μεγάλη αθηναϊκή εκστρατεία του 415 προκάλεσε σοβαρές ανησυχίες στην Καρχηδόνα. Οι Καρχηδόνιοι μπορεί να φοβήθηκαν ότι οι Αθηναίοι, εφόσον καταστούν κύριοι της Σικελίας, θα συνεχίσουν την επέκτασή τους προς την Αφρική«. Αυτό μας λέει κι ο Θουκυδίδης, εμφανίζοντας τον Αλκιβιάδη να δηλώνει προς τους Σπαρτιάτες ότι:

«ἐπλεύσαμεν ἐς Σικελίαν πρῶτον μέν, εἰ δυναίμεθα, Σικελιώτας καταστρεψόμενοι, μετὰ δ’ ἐκείνους αὖθις καὶ Ἰταλιώτας, ἔπειτα καὶ τῆς Καρχηδονίων ἀρχῆς καὶ αὐτῶν ἀποπειράσοντες. εἰ δὲ προχωρήσειε ταῦτα ἢ πάντα ἢ καὶ τὰ πλείω, ἤδη τῇ Πελοποννήσῳ ἐμέλλομεν ἐπιχειρήσειν, κομίσαντες ξύμπασαν μὲν τὴν ἐκεῖθεν προσγενομένην δύναμιν τῶν Ἑλλήνων, πολλοὺς δὲ βαρβάρους μισθωσάμενοι καὶ Ἴβηρας καὶ ἄλλους τῶν ἐκεῖ ὁμολογουμένως νῦν βαρβάρων μαχιμωτάτους, τριήρεις τε πρὸς ταῖς ἡμετέραις πολλὰς ναυπηγησάμενοι, ἐχούσης τῆς Ἰταλίας ξύλα ἄφθονα, αἷς τὴν Πελοπόννησον πέριξ πολιορκοῦντες καὶ τῷ πεζῷ ἅμα ἐκ γῆς ἐφορμαῖς τῶν πόλεων τὰς μὲν βίᾳ λαβόντες, τὰς δ’ ἐντειχισάμενοι, ῥᾳδίως ἠλπίζομεν καταπολεμήσειν καὶ μετὰ ταῦτα καὶ τοῦ ξύμπαντος Ἑλληνικοῦ ἄρξειν» (Θουκυδίδης, Στ΄, 90, 2-4).  

Άρα, η καρχηδονιακή παρέμβαση μπορεί να ερμηνευθεί ως προληπτική κίνηση που θα εδραιώσει τις θέσεις της φοινικικής δύναμης, προστατεύοντας τις κτήσεις της από οποιονδήποτε ελληνικό ιμπεριαλισμό. Η στιγμή είναι η πλέον κατάλληλη: αφενός, οι ελληνικές πόλεις που είναι αντίπαλες των Συρακουσίων δεν έχουν πλέον άλλο σύμμαχο, αφετέρου, οι ίδιες οι Συρακούσες έχουν αποδυναμωθεί από την πολιορκία και τις εσωτερικές διαμάχες. Τέλος, είναι προφανές ότι στην ίδια την Καρχηδόνα η αλλαγή στάσης εξηγείται και από την άνοδο στην εξουσία ομάδων που υποστηρίζουν μια πιο επεκτατική και δυναμική πολιτική. Δεν είναι τυχαίο ότι επικεφαλής των καρχηδονιακών δυνάμεων ορίζεται ο Μαγονίδης Αννίβας, γιος του Γίσκωνος και εγγονός του Αμίλκα, δηλαδή του ηττημένου της μάχης της Ιμέρας (βλ. Καρλιέ όπ.π.).

Η εισβολή του Αννίβα στη Σικελία: Αφού το 410 οι Καρχηδόνιοι συνέδραμαν την Αίγεστα στέλνοντας ένα μισθοφορικό σώμα, την άνοιξη του 409 αποβιβάζεται στη βορειοδυτική Σικελία ο Αννίβας, επικεφαλής μεγάλου εκστρατευτικού σώματος (ο Διόδωρος, ΙΓ΄, 54, 5, αναφέρει ότι, σύμφωνα με τον Έφορο τον Κυμαίο, το στράτευμα περιελάμβανε 200.000 πεζικάριους και 4.000 ιππείς), το οποίο απαρτίζουν κυρίως Ίβηρες και Αφρικανοί. Οι Καρχηδόνιοι μεταφέρουν και μεγάλο αριθμό πολιορκητικών μηχανών. Ο Αννίβας κινείται χωρίς καθυστέρηση κατά του Σελινούντα, του οποίου οι κάτοικοι δεν είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τέτοια πολιορκία. Έντρομοι οι Σελινούντιοι, στέλνουν αγγελιαφόρους στις άλλες σικελικές πόλεις και ζητούν ενισχύσεις. Η Γέλα και ο Ακράγας περιμένουν την αντίδραση των Συρακουσίων. Οι Συρακούσιοι χρονοτριβούν, γιατί φοβούνται μήπως οι Καρχηδόνιοι επιχειρήσουν  αιφνιδιαστικά επίθεση στην πόλη τους.

«Οἱ δὲ Σελινούντιοι τῶν ἱππέων τοὺς κρατίστους ἐπιλέξαντες διὰ νυκτὸς εὐθέως ἀπέστειλαν τοὺς μὲν εἰς ᾿Ακράγαντα, τοὺς δ’ εἰς Γέλαν καὶ Συρακούσας, δεόμενοι τὴν ταχίστην βοηθεῖν, ὡς οὐ δυναμένης πλείω χρόνον τῆς πόλεως ὑποστῆναι τῶν πολεμίων τὴν δύναμιν. Οἱ μὲν οὖν ᾿Ακραγαντῖνοι καὶ Γελῷοι περιέμενον τοὺς Συρακοσίους, βουλόμενοι τὴν δύναμιν ἀθρόαν ἄγειν ἐπὶ τοὺς Καρχηδονίους· οἱ δὲ Συρακόσιοι πυθόμενοι τὰ περὶ τὴν πολιορκίαν, πρὸς μὲν Χαλκιδεῖς πόλεμον ἔχοντες διελύσαντο, τὰς δ’ ἀπὸ τῆς χώρας δυνάμεις ἀθροίζοντες, μεγάλην ποιούμενοι παρασκευὴν ἐχρόνιζον, νομίζοντες ἐκπολιορκηθήσεσθαι τὴν πόλιν, ἀλλ’ οὐκ ἀναρπασθήσεσθαι» (Διόδωρος, ΙΓ΄, 56, 1-2).  

Όταν τελικά οι Συρακούσιοι αποφασίζουν να βοηθήσουν τον Σελινούντα είναι πια αργά. Ύστερα από εννέα ημέρες αντίστασης η πόλη πέφτει στα χέρια των Καρχηδονίων: έξι χιλιάδες Σελινούντιοι κατεσφάγησαν και πέντε χιλιάδες υποδουλώθηκαν, ενώ η πόλη καταστράφηκε εκ θεμελίων. Το μόνο που κατάφερε το εκστρατευτικό σώμα των Συρακουσίων ήταν να συνοδέψει μέχρι τον Ακράγαντα τους λίγους Σελινούντιους πρόσφυγες που κατάφεραν να ξεφύγουν. Ο Αννίβας, αφού αρνήθηκε υπεροπτικά την πρόταση των Συρακουσίων να εξαγοράσουν την ελευθερία των αιχμαλώτων, κινήθηκε κατά της Ιμέρας, της πόλης που συμβόλιζε τη νίκη των Ελλήνων κατά των καρχηδονιακών δυνάμεων που διοικούσε ο παππούς του Αννίβα, ο Αμίλκας. Οι κάτοικοι της πόλης αντιστέκονται ηρωϊκά στην καρχηδονιακή πολιορκία. Αυτή τη φορά, οι Συρακούσες αντιδρούν πιο γρήγορα και στέλνουν στρατό και στόλο, αναθέτοντας τη διοίκηση στον Διοκλή. Οι Ιμεραίοι και οι λοιποί Σικελιώτες φαίνεται να αποκρούουν την καρχηδονιακή επίθεση. Ωστόσο, ο Διοκλής, στον οποίο έχει ανατεθεί η αρχιστρατηγία των ελληνικών δυνάμεων, μπορεί να είναι επιδέξιος πολιτικός, αλλά ως στρατηγός στερείται εξίσου θάρρους και οξυδέρκειας. Φοβούμενος παθολογικά μια αιφνιδιαστική καρχηδονιακή επίθεση στις Συρακούσες, αποφασίζει την εκκένωση της πολιορκούμενης Ιμέρας.

«Διόπερ Διοκλῆς ὁ τῶν ἐν ῾Ιμέρᾳ στρατηγὸς συνεβούλευσε τοῖς ναυάρχοις τὴν ταχίστην ἐκπλεῖν εἰς Συρακούσας, ἵνα μὴ συμβῇ κατὰ κράτος ἁλῶναι τὴν πόλιν, ἀπόντων ἐν τῇ μάχῃ τῶν κρατίστων ἀνδρῶν» (Διόδωρος, ΙΓ΄, 61, 3).

Οι ελληνικές δυνάμεις και οι κάτοικοι της πόλης εγκαταλείπουν την Ιμέρα, χωρίς καν να θάψουν τους πεσόντες στις μάχες. Οι Καρχηδόνιοι επιτίθενται και καταλαμβάνουν την πόλη πριν ολοκληρωθεί η εκκένωσή της από τον άμαχο πληθυσμό. Ο Αννίβας αιχμαλωτίζει τρεις χιλιάδες Έλληνες, τους οποίους βασανίζει και εκτελεί ακριβώς στο σημείο που έχασε τη ζωή του ο πρόγονός του.

«τῶν δἀνδρῶν τοὺς ἁλόντας εἰς τρισχιλίους ὄντας παρήγαγεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἐν πρότερον ᾿Αμίλκας πάππος αὐτοῦ ὑπὸ Γέλωνος ἀνῃρέθη, καὶ πάντας αἰκισάμενος κατέσφαξεν» (Διόδωρος, ΙΓ΄, 62, 4).  

Αφού κατέλαβε και κατέστρεψε και την Ιμέρα, έχοντας ξεπλύνει την ντροπή του 480, ο Αννίβας επιστρέφει στην Καρχηδόνα, όπου τον περιμένει θριαμβευτική υποδοχή. Το τέλος των εχθροπραξιών είναι προσωρινό. Οι Καρχηδόνιοι έχουν αποδείξει στους Έλληνες ποιός είναι το αφεντικό στη Σικελία. Δεν πρόκειται να αρκεστούν όμως σ’ αυτό, έχοντας διαπιστώσει ότι η κατάκτηση και του υπόλοιπου νησιού είναι εφικτή.   

Ο Ερμοκράτης αυτόκλητος ηγέτης της πανελλήνιας αντικαρχηδονιακής εκστρατείας: Η φριχτή αποτυχία του Διοκλή και του καθεστώτος του να βοηθήσει ουσιαστικά τις ελληνικές πόλεις της Σικελίας προκάλεσε τη δυσαρέσκεια του λαού στις Συρακούσες. Ο εξόριστος Ερμοκράτης, με νωπές ακόμα τις δάφνες της νίκης στον μεγάλο πατριωτικό αγώνα κατά των Αθηναίων, έκρινε ότι είχε φτάσει η ώρα να κερδίσει και πάλι την εύνοια των συμπολιτών του και την εξουσία στην πόλη του, εμφανιζόμενος (κατά πάσα πιθανότητα με ειλικρίνεια) ως ηγέτης ενός πανελλήνιου αγώνα κατά των Καρχηδονίων. Ο στρατηγός παρουσιάζεται μπροστά στα τείχη της πόλης του, έχοντας στρατολογήσει ένα σώμα 2.000 μισθοφόρων, αλλά οι φίλοι του δεν κατορθώνουν να αρθεί η εναντίον του ποινή της εξορίας. Ο Ερμοκράτης αποφασίζει τότε να αναλάβει μόνος του τον αγώνα κατά της Καρχηδόνας. Με τους φίλους και οπαδούς του, καθώς και με το μισθοφορικό του στράτευμα, ξεκινά για τη δυτική Σικελία. Ξαναχτίζει τα τείχη και τις οχυρώσεις του Σελινούντα, πολιορκεί τις καρχηδονιακές πόλεις της Μοτύης και της Πανόρμου κι έπειτα κατευθύνεται προς την ερειπωμένη Ιμέρα, όπου συλλέγει τα οστά των Συρακουσίων πεσόντων που είχε αφήσει άταφους ο Διοκλής και τα στέλνει στην πατρίδα. Η πράξη του Ερμοκράτη έχει ως αποτέλεσμα ο Δήμος των Συρακουσίων να εξορίσει τον υπεύθυνο της ντροπιαστικής ήττας, τον Διοκλή. Εντούτοις, ούτε και τώρα θα αρθεί η ποινή της εξορίας, γιατί οι Συρακούσιοι υποψιάζονται ότι σκοπός του Ερμοκράτη είναι να καταλύσει τη δημοκρατία και να τους κυβερνήσει ως τύραννος.

«Τῶν οὖν ὀστῶν παρακομισθέντων ἐνέπεσεν εἰς τὰ πλήθη στάσις, τοῦ μὲν Διοκλέους κωλύοντος θάπτειν, τῶν δὲ πολλῶν συγκατατιθεμένων. Τέλος δοἱ Συρακόσιοι ἔθαψάν τε τὰ λείψανα τῶν τετελευτηκότων καὶ πανδημεὶ τὴν ἐκφορὰν ἐτίμησαν. Καὶ μὲν Διοκλῆς ἐφυγαδεύθη, τὸν δ‘ ῾Ερμοκράτην οὐδὣς προσεδέξαντο· ὑπώπτευον γὰρ τὴν τἀνδρὸς τόλμαν, μήποτε τυχὼν ἡγεμονίας ἀναδείξῃ ἑαυτὸν τύραννον» (Διόδωρος, ΙΓ΄, 75, 5). 

Ακόμα κι αν δεν είχε σκοπό να καταλύσει το δημοκρατικό πολίτευμα, η στάση των συμπολιτών του δεν αφήνει άλλη επιλογή στον Ερμοκράτη, παρά να επιχειρήσει να καταλάβει την εξουσία με τη βία. Με τους φίλους και τους μισθοφόρους του καταφέρνει να μπει νύχτα στην πόλη για την καταλάβει πραξικοπηματικά. Οι Συρακούσιοι φαίνεται ότι ήταν ενήμεροι για το εγχείρημα του πρώην στρατηγού τους. Στη μάχη που ακολουθεί, ο Ερμοκράτης και οι οπαδοί του θανατώνονται ή αιχμαλωτίζονται και εκτελούνται στη συνέχεια. Μόνο ένας από τους φίλους του στρατηγού κατορθώνει να διαφύγει από τις Συρακούσες. Το όνομά του είναι Διονύσιος…

«οἱ δὲ Συρακόσιοι τὸ γεγενημένον ἀκούσαντες σὺν τοῖς ὅπλοις ἦλθον εἰς τὴν ἀγοράν, καθἣν μετὰ πολλοῦ πλήθους ἐπιφανέντες τόν τεΕρμοκράτην καὶ τῶν συμπραττόντων αὐτῷ τοὺς πλείστους ἀπέκτειναν. Τοὺς δὲ ἀπὸ τῆς μάχης διασωθέντας μεθιστάντες εἰς κρίσιν φυγῇ κατεδίκαζον· διόπερ τινὲς αὐτῶν πολλοῖς περιπεσόντες τραύμασιν ὡς τετελευτηκότες ὑπὸ τῶν συγγενῶν παρεδόθησαν, ὅπως μὴ τῇ τοῦ πλήθους ὀργῇ παραδοθῶσιν, ὧν ἦν καὶ Διονύσιος μετὰ ταῦτα τῶν Συρακοσίων τυραννήσας» (Διόδωρος, ΙΓ΄, 75, 8-9).  

Η Σάγκα του Χάραλντ Σίγκουρντσσον

Μαρτίου 28, 2010

Δεν πρόκειται να αλλάξουμε ουσιαστικά εποχή, καθώς θα παραμείνουμε στον 11ο αιώνα. Ούτε θα αλλάξουμε με τρόπο θεαματικό τόπο και θεματολογία. Βέβαια, σε αντίθεση προς τους εκγαλλισμένους Νορμανδούς μας, ο ήρωας τούτης της διήγησης έχει απευθείας σκανδιναβική καταγωγή, είναι ένας Βίκινγκ με όλη τη σημασία της λέξης, έστω κι αν η δράση του τοποθετείται χρονικά στα όρια της περιόδου εκδήλωσης του φαινομένου «Βίκινγκ» (9ος αιώνας-μέσα 11ου αιώνα). Δεν έχουμε επί του παρόντος τη δυνατότητα να αναφερθούμε διεξοδικά στους Βίκινγκς, οι οποίοι αποτέλεσαν αντικείμενο τόσων παρεξηγήσεων, ιδεοληψιών και στερεοτύπων (για περισσότερα βλ. Régis Boyer «Les Vikings: Histoire, Mythes, Dictionnaire«, εκδ. Robert Laffont, Παρίσι 2008, και Sylvain Gouguenheim «Regards sur le Moyen Âge«, εκδ. Tallandier, Παρίσι 2009, κεφ. 34: «Les Vikings«, σελ. 342-351). Θα περιοριστούμε στην επισήμανση ότι ο όρος δεν αποτελεί εθνοτικό ή φυλετικό προσδιορισμό. Αφορά, για τη συγκεκριμένη περίοδο, όλους τους σκανδιναβικούς λαούς, όχι όμως όλους τους Σκανδιναβούς (ως άτομα). Ο όρος υποδηλώνει αφενός τον πεπειραμένο έμπορο που μετέχει σε επιχείρηση η οποία περιλαμβάνει θαλάσσιο ταξίδι και έχει καταρχήν εμπορικό σκοπό που μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν οι συνθήκες, να μετατραπεί, περιστασιακά ή όχι, σε στρατιωτική εκστρατεία λεηλασίας, αφετέρου την ίδια την επιχείρηση. Έργο των Βίκινγκς είναι η έντονη εμπορική δραστηριότητα στον ευρωπαϊκό Βορρά κατά τους πρώτους αιώνες του Μεσαίωνα, οι επιδρομές σε όλη την Ευρώπη, από την Ιρλανδία ως την Ανδαλουσία, το άνοιγμα νέων εμπορικών δρόμων και η ίδρυση ηγεμονιών στη Βαλτική και στη Ρωσία, ο αποικισμός της Ισλανδίας και της Γροιλανδίας, καθώς και οι εξερευνητικές αποστολές μέχρι τις ακτές της Βόρειας Αμερικής.  

Ο «τελευταίος Βίκινγκ»: Ο ήρωάς μας, του οποίου η συναρπαστική και περιπετειώδης ζωή συμπυκνώνει πολλές από τις πτυχές της δράσης των Βίκινγκς (για αυτό και τον αποκάλεσαν «τελευταίο Βίκινγκ»), ονομαζόταν Χάραλντ Σίγκουρντσσον (σε αρχαία σκανδιναβικά: Haraldr Sigurðarson) κι έμεινε στην Ιστορία με το προσωνύμιο Χαρντράαντα (αρχαία σκανδιναβικά: harðráði, το οποίο πιστεύω, όσο μου επιτρέπουν οι ανύπαρκτες γνώσεις μου, ότι πρέπει να προφερόταν περίπου ως «Χαρδράοδι»). Κατά λέξη ο όρος δηλώνει αυτόν που διοικεί με τρόπο αυστηρό και σκληρό, αλλά έχει αποδοθεί συχνά ως «Σκληρόκαρδος», «Ανελέητος» ή «Αμείλικτος». Για τον Χάραλντ διαθέτουμε μια πρώτης τάξεως πηγή: τη Σάγκα με θέμα τη ζωή του που συνέθεσε ο διάσημος Ισλανδός πολιτικός, ιστορικός και λογοτέχνης Σνόρρι Στούρλουσον  (1179-1241) και η οποία περιλαμβάνεται στην Χάιμσκρίνγκλα, το βιβλίο του Στούρλουσον για τους Νορβηγούς βασιλιάδες (είναι η ένατη σάγκα της συλλογής, βλ. Régis Boyer «La Saga de Harald l’Impitoyable«, Payot, Παρίσι 1979, και «Sagas islandaises«, συλλογή «Bibliothèque de la Pléiade«, εκδ. Gallimard, 4η έκδοση, Παρίσι 2006 ). Μολονότι η σάγκα δεν αποτελεί καθαυτό ιστορικό σύγγραμμα (είναι επική διήγηση με ιστορικό περιεχόμενο, σε πεζό λόγο στον οποίο παρεμβάλλονται στίχοι σκαλδικής ποίησης), παρέχει ανεκτίμητες ιστορικές πληροφορίες. Γενικά, ο Χάραλντ αποτελεί τον βασικό ήρωα της μεσαιωνικής σκανδιναβικής λογοτεχνίας, μια και τον συναντούμε και σε πάμπολλες θέττιρ, δηλαδή μικρές σάγκα (βλ. σχετικό λήμμα σε R. Boyer «Les Vikings…», σελ. 830-833). Επιπλέον, καθώς ο Χάραλντ έδρασε για αρκετά χρόνια στο Βυζάντιο, έχουμε στη διάθεσή μας και μια βυζαντινή πηγή που περιέχει μια συνοπτική διήγηση της σταδιοδρομίας του ήρωά μας στην υπηρεσία του Βυζαντίου. Πρόκειται για το λεγόμενο «Στρατηγικόν» του Κεκαυμένου, δηλαδή ένα πρακτικό εγχειρίδιο συμβουλών και νουθεσιών το οποίο χρονολογείται μάλλον στο τελευταίο τέταρτο του 11ου αιώνα και του οποίου συγγραφέας είναι πιθανώς κάποιος από τους δύο βυζαντινούς στρατηγούς, αρμενικής καταγωγής, που έφεραν το όνομα Κατακαλών Κεκαυμένος (βλ. «Κεκαυμένος, Στρατηγικόν», εισαγωγή-μετάφραση: Δημ. Τσουγκαράκης, επιμέλεια: Θεόδ. Μωυσιάδης, εκδ. Κανάκη, Αθήνα 1993, και «Cecaumeni Strategicon et incerti scriptoris De Officiis Regis Libellus«, επιμ. Μπ. Βασσιλιέφσκυ και Β. Γέρνστεντ, έκδ. Αυτοκρατορικής Ακαδημίας Επιστημών, Αγία Πετρούπολη 1896. Το απόσπασμα που μας ενδιαφέρει είναι η αριθ. 81 παράγραφος, η οποία για κάποιους εντάσσεται σε άλλο σύγγραμμα, τον, ανωνύμου συγγραφέα, Λόγο Νουθετητικό προς Βασιλέα). Ας δούμε, όμως, ποιός ήταν ο Χάραλντ, γιος του Σίγκουρντ, ή Αράλτης, για τους Βυζαντινούς.

Το πορτρέτο του Χάραλντ σύμφωνα με τον Σνόρρι Στούρλουσον: «Κατά γενική ομολογία, ο βασιλιάς Χάραλντ ξεπερνούσε όλους τους άλλους σε σοφία και οξυδέρκεια, είτε έπρεπε να ενεργήσει με ταχύτητα είτε να καταστρώσει μακροπρόθεσμα σχέδια, για τον ίδιο ή για άλλους. Στα όπλα, ήταν ο γενναιότερος των ανδρών. Είχε, επίσης, την τύχη να κατακτήσει τη νίκη…. Ο βασιλιάς Χάραλντ ήταν όμορφος άντρας με ευγενικό παρουσιαστικό, ξανθομάλλης και γενειοφόρος, με μακριά μουστάκια… Είχε μακριά και καλοφτιαγμένα μέλη. Ήταν ψηλότερος από κάθε άλλον. Ήταν σκληρός για τους εχθρούς του και αμείλικτος σε όποιον του πρόβαλλε αντίσταση. Ο βασιλιάς Χάραλντ ήταν εξαιρετικά άπληστος για εξουσία και πλούτη. Ήταν πολύ γενναιόδωρος στους φίλους του που αγαπούσε. Ο βασιλιάς Χάραλντ ήταν πενήντα ετών όταν πέθανε.

Δεν έχουμε στη διάθεσή μας κάποια αξιοπρόσεκτη διήγηση για την εποχή της νεότητάς του, παρά μόνον ότι πια είχε ζήσει δεκαπέντε χειμώνες και έλαβε μέρος στη μάχη του Στικλαρστάδιρ με τον αδελφό του, τον βασιλιά Όλαφ. Έπειτα, έζησε τριάντα πέντε χειμώνες. Όμως, όλα αυτά τα χρόνια. δεν γνώρισε παρά αναταραχές και πόλεμο. Ο βασιλιάς Χάραλντ δεν επιδίωξε ποτέ να αποφύγει τη μάχη, συχνά, όμως, κατέφευγε σε τεχνάσματα όταν οι αντίπαλοί του υπερτερούσαν σε αριθμητική δύναμη. Όσοι τον συνόδεψαν σε μάχες και εκστρατείες έλεγαν ότι, όποτε βρισκόταν σε μεγάλο κίνδυνο, έπαιρνε πάντα τις καλύτερες αποφάσεις, όπως αποδεικνυόταν στη συνέχεια από τα γεγονότα» (Σνόρρι Στούρλουσον «Η Σάγκα του Βασιλιά Χάραλντ«. κεφ. 99).   

Τα πρώτα χρόνια – Από τη Νορβηγία στη Ρωσία: Γιος του άρχοντα Σίγκουρντ Συρ Χάλφαντάνσσον, ο Χάραλντ (που γεννήθηκε το 1015) είναι ετεροθαλής αδελφός (μητέρα και των δύο ήταν η Άστα Γκουντμπραντσντόττιρ) του Όλαφ Χάραλντσσον ή Όλαφ Β΄ (995-1030), βασιλιά της Νορβηγίας από το 1016 και υπεύθυνου για τον πλήρη εκχριστιανισμό της χώρας (λόγος για τον οποίο αγιοποιήθηκε). Ο Όλαφ βρίσκεται σε σύγκρουση με τον Δανό βασιλιά Κνουτ, ο οποίος θέλει να ελέγξει και τη Νορβηγία, τοποθετώντας ως κυβερνήτες της ευγενείς της επιλογής του. Χάνοντας τον έλεγχο των Νορβηγών αρχόντων, ο Όλαφ εγκαταλείπει τη χώρα του το 1026. Το 1029-1030, κρίνοντας ότι οι συνθήκες είναι ευνοϊκές για την παλινόστησή του, ο Όλαφ επιστρέφει στη Νορβηγία. Η προσπάθειά του τερματίζεται με τη Μάχη του Στικλαρστάδιρ (1030) όπου θα σκοτωθεί. Όπως αναφέρει και ο Στούρλουσον, η πρώτη ιστορική μνεία στον Χάραλντ Σίγκουρντσσον είναι ακριβώς η συμμετοχή του στη μάχη αυτή. Μετά την ήττα και τον θάνατο του αδελφού του, ο Χάραλντ είναι αναγκασμένος να φύγει από την πατρίδα του και να αναζητήσει καταφύγιο στο Κίεβο.

Οι σχέσεις ανέμεσα στους Νορβηγούς και στους σουηδικής καταγωγής Βαράγγους της Ρωσίας και Ουκρανίας ήταν παλιές και πολύ στενές. Στα χρόνια της εξορίας του, ο βασιλιάς Όλαφ είχε καταφύγει στην αυλή του Σκανδιναβού ηγεμόνα του Νόβγκοροντ και του Κιέβου (για τους Σκανδιναβούς Holmgarðr και Koenugarðr αντίστοιχα), του Γιαροσλάβ Α΄ του Σοφού (ρωσικά: Ярослав Мудрый, αρχαία σκανδιναβικά: Jarizleifr), στην κηδεμονία του οποίου είχε άλλωστε αφήσει και τον γιο του. Με τη φυγή του στο Κίεβο, επομένως, ο Χάραλντ,  ακολούθησε την πεπατημένη. Ο νεαρός Νορβηγός πρέπει να πέρασε μερικά χρόνια (μάλλον πέντε) στην αυλή του Κιέβου, υπηρετώντας τον Γιαροσλάβ: συμμετέχοντας σε πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Πολωνών και άλλων Σλάβων (βλ. Sigfùs Blöndal «The Varangians of Byzantium«, μετάφρ. Benedikt S. Benedikz, Cambridge University Press, 1978, επανέκδοση 2007, σελ. 54-55), κέρδισε την εκτίμηση του ηγεμόνα, ο οποίος του έδωσε ως σύζυγο μια από τις κόρες του, την Ελισσάβετ (αρχαία σκανδιναβικά: Ellisif). Δεν είναι βέβαιο ότι ο γάμος αυτός τελέσθηκε στα χρόνια παραμονής του Χάραλντ στο Κέβο, καθώς οι περισσότεροι εκτιμούν ότι ο Νορβηγός νυμφεύθηκε την Ελισσάβετ αρκετά χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 1043 ή το 1045). Έπειτα έκανε το επιβεβλημένο βήμα για κάθε φιλόδοξο νεαρό Σκανδιναβό που έχει φτάσει μέχρι τα εδάφη των Ρως: πέρασε στο Βυζάντιο.

Ο Χάραλντ στο Βυζάντιο: Ας παραθέσουμε πρώτα τη συνοπτική περιγραφή της βυζαντινής σταδιοδρομίας του Χάραλντ, όπως μνημονεύεται στο «Στρατηγικόν» του Κεκαυμένου.

Η σταδιοδρομία του Χάραλντ στο Βυζάντιο σύμφωνα με το «Στρατηγικόν» του Κεκαυμένου: «Αράλτης βασιλέως μεν Βαραγγίας ην υιός, έχων δε αδελφόν τον Ιούλαβον, ος και μετά θάνατον του πατρός αυτού κατέσχε την πατρικήν βασιλείαν, προβαλόμενος Αράλτην τον αδελφόν αυτού δεύτερον μετ’ αυτού εις την βασιλεία. Ος δη και νέος ων ηθέλησεν εισελθείν και προσκυνήσαι τω μακαριωτάτω βασιλεί κυρ Μιχαήλ τω Παφλάγονι και εν θέα γενέσθαι της ρωμαϊκής καταστάσεως.Ήγαγε δε και μετ’ αυτού και λαόν, άνδρας γενναίους πεντακοσίους και εισήλθε, και εδέξατο αυτόν ο βασιλεύς ως ενεδέχετο, και απέστειλεν αυτόν μετά του λαού αυτού εις Σικελίαν. Εκεί γαρ ην ο ρωμαϊκός στρατός, πολεμών την νήσον. Και απελθών ενεδείξατο έργα μεγάλα. Υποταγείσης δε της Σικελίας υπέστρεψε μετά του λαού αυτού προς τον βασιλέα, και ετίμησεν αυτόν μαγγλαβίτην. Μετά δε ταύτα έλαχε τότε μουλτεύσαι τον Δελιάνον εις Βουλγαρία. Και εσυνεταξίδευσε και ο Αράλτης μετά του βασιλέως, έχων τον λαόν αυτού, και ενεδείξατο έργα εις τους πολεμίους άξια της ευγενείας και της γενναιότητος αυτού. Υποτάξας δε την Βουλγαρίαν ο βασιλεύς υπέστρεψεν. Ήμην δε καγώ τότε αγωνιζόμενος υπέρ του βασιλέως κατά το δυνατόν. Ελθόντων δε ημών εν Μοσυνουπόλει, αμειβόμενος αυτώ ο βασιλεύς υπέρ ων αγωνίσατο ετίμησεν αυτόν σπαθαροκανδιδάτην. Μετά δε την τελευτήν του κυρ Μιχαήλ και του ανεψιού αυτού του αποβασιλέως ηθέλησεν επί του Μονομάχου αιτησάμενος υποχωρήσαι εις την χώραν αυτού, και ου συνεχωρήθη, αλλά γέγονεν αυτώ στενή η έξοδος. Όμως λαθών υπεχώρησεν και εβασίλευσεν εις την χώραν αυτού αντί του αδελφού αυτού Ιουλάβου. Και ουκ εγόγγυσεν υπέρ ων ετιμήθη μαγγλαβίτης ή σπαθαροκανδιδάτης, αλλά μάλλον και βασιλεύων εφύλαξε πίστιν και αγάπην προς Ρωμαίους«.

Ένας Βίκινγκ στην υπηρεσία του Βυζαντίου: ο Χάραλντ βρίσκει το Βυζάντιο στην εποχή του τέλους της Μακεδονικής Δυναστείας. Φορέας της δυναστικής νομιμότητας είναι η αυτοκράτειρα Ζωή η Πορφυρογέννητη (978-1050, αυτοκράτειρα από το 1028), κόρη του Κωνσταντίνου Η΄ και ανηψιά του Βασίλειου Β΄: βασιλεύουν, επομένως, οι κατά καιρούς σύζυγοι της Ζωής (για δύο σχετικά περιορισμένα χρονικά διαστήματα – ένα στις αρχές και ένα πριν από τον τελευταίο γάμο της, η Ζωή συμβασίλεψε και με την αδελφή της, τη Θεοδώρα, η οποία συνήθως ήταν κλεισμένη σε κάποιο μοναστήρι). Όταν ο Χάραλντ φτάνει στη Βασιλεύουσα (τη Mikligarðr, όπως θα την έλεγε στη γλώσσα του), μόλις έχει ανέβει στον θρόνο ο δεύτερος σύζυγος της Ζωής, ο Μιχαήλ Δ΄ ο Παφλαγών, ο οποίος οφείλει το στέμμα στις ραδιουργίες του αδελφού του, του Ιωάννη του Ορφανοτρόφου, και, φυσικά, στον παράφορο έρωτα της πενηνταπεντάχρονης αυτοκράτειρας. Λέγεται μάλιστα ότι το ζεύγος των εραστών, για να επιταχύνει την αλλαγή φρουράς, δηλητηρίαζε τον μέχρι τότε σύζυγο της Ζωής και αυτοκράτορα, τον Ρωμανό Γ΄ Αργυρό, και στο τέλος τον έπνιξε στα λουτρά του ανακτόρου. Παρόλες αυτές τις επιβαρυντικές περιστάσεις, ο Μιχαήλ αποδείχθηκε ικανότατος μονάρχης που αν δεν τον σταματούσε η ασθενική φύση του (ήταν επιληπτικός κι έπασχε από υδρωπικία) ίσως κατόρθωνε να αντιμετωπίσει επιτυχώς όλους τους εξωτερικούς κινδύνους που απειλούσαν την αυτοκρατορία.

Ο Χάραλντ (και προφανώς και οι άνδρες του) στρατολογείται φυσικά στο Τάγμα Βαράγγων, την αυτοκρατορική φρουρά που αποτελούν Σκανδιναβοί μισθοφόροι, και πολύ γρήγορα διορίζεται διοικητής της. Η ταχύτατη άνοδος του Χάραλντ/ Αράλτη εξηγείται όχι μόνο από τη φήμη του ως ικανού στρατιωτικού, αλλά και από την ντε φάκτο ισχύ που του προσέδιδε το γεγονός ότι ηγείτο του προσωπικού στρατιωτικού του σώματος, από τη βασιλική καταγωγή του και τις στενές σχέσεις του με την αυλή του Κιέβου, δηλαδή μιας συμμάχου του Βυζαντίου. Ως διοικητής του Τάγματος Βαράγγων, ο Χάραλντ θα συμμετάσχει σε όλες σχεδόν τις εκστρατείες που διοργανώθηκαν στα χρόνια βασιλείας του Παφλαγόνα. Θα πολεμήσει στη Μικρά Ασία, στη Βουλγαρία – όπου θα καταστείλει μια ιδιαίτερα επικίνδυνη εξέγερση, όπως αναφέρει και το «Στρατηγικόν» – , πιθανώς στη Βόρεια Συρία (γεγονός που θα του δώσει την ευκαιρία να επισκεφτεί για προσκύνημα τους Άγιους Τόπους και την Ιερουσαλήμ ειδικότερα), ίσως στη Βόρεια Αφρική. Το σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μας, γεγονός είναι η συμμετοχή του στη μεγάλη εκστρατεία του στρατηγού Γεώργιου Μανιάκη με σκοπό την ανάκτηση της Σικελίας την οποία κατέχουν οι Άραβες (1038).  Ο Χάραλντ θα πολεμήσει μαζί με Βυζαντινούς, Νορμανδούς και Λομβαρδούς και θα διακριθεί στο πλαίσιο μιας εκστρατείας που σχεδόν ξανάδωσε στο Βυζάντιο την κυριαρχία στη Σικελία. Το 1040 η στρατηγική ιδιοφυία του Μανιάκη και η γενναιότητα των πολεμιστών του Χάραλντ έχουν σχεδόν καταβάλει τη μουσουλμανική αντίσταση: οι Βυζαντινοί  έχουν καταλάβει τις Συρακούσες κι ελέγχουν τα δύο τρίτα του νησιού. Κάπου εκεί, όμως, το χρήμα σταμάτησε να ρέει κι άρχισε η μουρμούρα από τους Νορμανδούς και Ιταλούς μισθοφόρους. Ο Μανιάκης ανακλήθηκε, θύμα συκοφαντιών. Και η εκστρατεία τερματίσθηκε άδοξα. Τόσο άδοξα, που κατέληξε σε μια γενικευμένη εξέγερση στην Απουλία, ενώ από τις σικελικές κτήσεις απέμεινε στους Βυζαντινούς μόνο το προγεφύρωμα της Μεσσήνης. Ο Χάραλντ συνέβαλε στην καταστολή της εξέγερσης στην Απουλία κι επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη (βλ. και Blöndal, όπ.π., σελ. 67 επ.).

Σε αντίθεση με τη λιτή και κατά τα φαινόμενα ιστορικά ακριβή διήγηση του «Στρατηγικού«, η Σάγκα που συνέγραψε για τον Χάραλντ ο Στούρλουσον περιλαμβάνει την αφήγηση αμέτρητων τεχνασμάτων και στρατηγημάτων που φέρεται να χρησιμοποίησε ο ήρωας προκειμένου να πετύχει τους στρατηγικούς στόχους του. Πολλά από αυτά παρατίθενται στην ελληνική έκδοση της Βίκι (λήμμα για τον Χάραλντ Γ΄ της Νορβηγίας). Στην πραγματικότητα, οι ιστορίες αυτές αποτελούν τόπους της σκανδιναβικής λογοτεχνίας, έχουν μόνο σκοπό να ενισχύσουν τη φήμη του ανίκητου και πανέξυπνου ήρωα και δεν ανταποκρίνονται στην ιστορική αλήθεια (βλ. R. Boyer «Les Vikings…», λήμμα «Haraldr l’ Impitoyable…», σελ. 520 επ., ειδ. σελ. 522-523). Σε μια από αυτές τις διηγήσεις (Σνόρρι Στούρλουσον «Η Σάγκα του Βασιλιά Χάραλντ«. κεφ. 10), ο Χάραλντ καθώς δεν κατορθώνει να καταλάβει την πόλη που πολιορκεί προσποιείται τον βαριά άρρωστο. Λίγες μέρες μετά οι άνδρες του ανακοινώνουν στους άρχοντες της πολιορκούμενης πόλης ότι ο αρχηγός τους πέθανε με τελευταία επιθυμία να ταφεί χριστιανικά εντός των τειχών της πόλης. Το αίτημα γίνεται δεκτό. Όταν οι άνδρες του αγήματος που συνοδεύει το φέρετρο του Χάραλντ μπαίνουν στην πόλη, ανοίγουν τις πύλες της ώστε να μπουν όλοι οι συμπολεμιστές τους και η ιστορία τελειώνει με μια ωραία πυρπόληση και ένα ακόμη ωραιότερο (για τους Σκανδιναβούς) πλιάτσικο. Ο μύθος του τεχνάσματος αυτού αποτελεί πολλάκις επαναλαμβανόμενη διήγηση της επικής σκανδιναβικής λογοτεχνίας που χρησιμοποιείται προς επίρρωση του πολυμήχανου πνεύματος των Βίκινγκ πολεμιστών. Θαρρώ πως το τέχνασμα αυτό το διηγείται και ο Μπόρχες σε κάποια από τις σύντομες ιστορίες του, αποδίδοντάς το σε ανώνυμο Βίκινγκ  πολέμαρχο κι όχι στον Χάραλντ. Ο Στούρλουσον μεταφέρει ακόμη τον θρύλο (που δεν αποκλείεται πάντως να είχε κυκλοφορήσει ως κουτσομπολιό και στην αυλή της Βασιλεύουσας) ότι ο Χάραλντ είχε γοητεύσει την αυτοκράτειρα Ζωή, η οποία των ερωτεύτηκε. Δεν παραθέτουμε άλλες λεπτομέρειες αυτής της φήμης, μια και δεν την ενισχύει κανένα απολύτως ιστορικό στοιχείο (βλ. Gwynn Jones «A History of the Vikings«, Oxford University Press, 1968).   

Τα τελευταία χρόνια του Χάραλντ στην αυλή της Κωνσταντινούπολης: Το 1041 πεθαίνει ο Μιχαήλ ο Παφλαγών, αφού πρώτα, ύστερα από παρότρυνση του Ορφανοτρόφου, έχει υιοθετήσει μαζί με τη Ζωή και ορίσει ως διάδοχο τον συνονόματο ανηψιό του. Όχι ιδιαίτερα προικισμένος, ο Μιχαήλ Ε΄ Καλαφάτης αποδεικνύεται εξαιρετικά αδέξιος: προσπαθώντας να βασιλέψει μόνος, ο Μιχαήλ έρχεται σε σύγκρουση με αυτούς που του χάρισαν τη βασιλεία (τη Ζωή και τον Ορφανοτρόφο), την ίδια ώρα που ο λαός τον θεωρεί απλώς σφετεριστή. Το αποτέλεσμα είναι η εκδήλωση πραξικοπήματος, μόλις τέσσερις μήνες μετά την ενθρόνιση του Καλαφάτη, ο οποίος όχι μόνο χάνει τον θρόνο, αλλά τυφλώνεται (φυσικά) και ευνουχίζεται (Απρίλιος 1042). Φαίνεται ότι η φρουρά των Βαράγγων και ο Χάραλντ προσωπικά έπαιξαν οπωσδήποτε κάποιο ρόλο στην ανατροπή του Καλαφάτη. Προσωρινά συμβασιλεύουν η Ζωή με την αδελφή της, τη Θεοδώρα. Δυό μήνες μετά, η Θεοδώρα επιστρέφει στην αγαπημένη της μοναστική ζωή, καθώς η αδελφή της έχει επιλέξει τον νέο σύζυγό της και αυτοκράτορα, τον αριστοκράτη Κωνσταντίνο Μονομάχο (ο οποίος θα βασιλέψει μέχρι τον θάνατό του το 1055). 

Όπως αναφέρει το «Στρατηγικόν«, ο Χάραλντ εξεδήλωσε την επιθυμία να επιστρέψει στην πατρίδα του, πλην όμως δεν του δόθηκε η άδεια να εγκαταλείψει τη Βασιλεύουσα. Για ποιό λόγο άραγε; Η πιο ανώδυνη εξήγηση είναι να υποθέσουμε ότι ο Κωνσταντίνος δεν ήθελε να χάσει έναν τόσο ικανό στρατηγό. Όσο και αν κάτι τέτοιο δεν μπορεί να αποκλεισθεί, άλλες εξηγήσεις είναι πθανότερες. Ίσως ο Μονομάχος να πίστευε ότι ο Νορβηγός δεν ήταν και τόσο πιστός, ότι είχε αναμιχθεί στη συνωμοσία του παλιού συμπολεμιστή του Γεώργιου Μανιάκη. Θυμίζουμε  ότι προς το τέλος της βασιλείας του Παφλαγόνα, ο Μανιάκης ανακλήθηκε κατασυκοφαντημένος στην Κωνσταντινούπολη. Έπειτα, ο Καλαφάτης τον ξαναέστειλε στην Κάτω Ιταλία. Όταν αυτοκράτορας ήταν ο Μονομάχος, ο Μανιάκης στασίασε εναντίον του καθώς έκρινε ότι η Σικελία χανόταν για το Βυζάντιο εξαιτίας της ολιγωρίας και της απροθυμίας της Βασιλεύουσας να του παράσχει τα αναγκαία μέσα για να φέρει σε πέρας τη σικελική εκστρατεία του. Η στάση τερματίσθηκε με τον ξαφνικό θάνατο του Μανιάκη. Πάντως, η πιθανότερη εξήγηση για την εχθρική στάση του Μονομάχου προς τον Χάραλντ μπορεί να έχει σχέση με οικονομικές διαφορές. Η ίδια η σάγκα του Στούρλουσον μαρτυρά ότι ο Χάραλντ επιδίωκε με ιδιαίτερο ζήλο τη συγκέντρωση πλούτου: η περιουσία που συγκέντρωσε τόσο από τις αυτοκρατορικές αμοιβές όσο και από τις λεηλασίες λέγεται ότι, για να εξασφαλισθεί από κάθε κίνδυνο, είχε σταλεί στο Κίεβο και στο Νόβγκοροντ. Φαίνεται ότι είχε ανακύψει μια σημαντική οικονομική διαφορά μεταξύ του Χάραλντ και του θρόνου του Βυζαντίου: ο Νορβηγός κατηγορήθηκε ότι δεν είχε αποδώσει στον θρόνο όσα όφειλε ως μερίδιο λεηλασιών (Σνόρρι Στούρλουσον «Η Σάγκα του Βασιλιά Χάραλντ«. κεφ. 90, Blöndal, όπ.π., σελ. 77-78). Σε κάθε περίπτωση, ο Χάραλντ κατάφερε να φύγει κρυφά από την Κωνσταντινούπολη και ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο (Ουκρανία, Ρωσία, Βαλτική) επέστρεψε στη Νορβηγία μαζί με τη σύζυγό του, την Ελισσάβετ του Κιέβου.

Ο Χάραλντ βασιλιάς της Νορβηγίας: Πίσω στη Νορβηγία, ο Χάραλντ βρίσκει βασιλιά τον ανηψιό του, τον Μάγκνους τον Καλό. Σύμφωνα με την παράδοση, έρχονται σε συνεννόηση και αποφασίζουν να συμβασιλέψουν (1045). Ένα χρόνο μετά, ο Μάγκνους πεθαίνει υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες και ο Χάραλντ βασιλεύει πλέον μόνος. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, αποδεικνύει τις διοικητικές ικανότητές του. Οργανώνει την Εκκλησία της Νορβηγίας και χτίζει πολυάριθμους χριστιανικούς ναούς. Ιδρύει το Όσλο, το οποίο προορίζει για πρωτεύουσα του βασιλείου του αντί του Νίνταρος (του σημερινού Τρόντχαϊμ). Επιχειρεί να τερματίσει με στρατιωτικά μέσα την προαιώνια διαμάχη με τον βασιλικό οίκο της Δανίας. Πολεμά κατά του Δανού βασιλιά Σβεν Έστριντσεν. Στο πλαίσιο της σύγκρουσης αυτής πυρπολεί και καταστρέφει (1049) το δανικό λιμάνι του Χέντεμπυ (σήμερα ανήκει στο γερμανικό ομόσπονδο κράτους του Σλέσβιχ-Χολστάιν), το οποίο για περισσότερους από τρεις αιώνες ήταν ίσως το σημαντικότερο εμπορικό κέντρο των Βίκινγκς. Έπειτα, ενώ έφτανε σε ηλικία πενήντα ετών, μπλέχτηκε στην περιπέτεια που έμελλε να είναι η τελευταία της ζωής του.   

Επίδοξος μονάρχης της Αγγλίας: Εδώ και αιώνες, η Αγγλία αποτελεί παραδοσιακό πεδίο δράσης των Σκανδιναβών, οι οποίοι, ήδη από τον 9ο αιώνα, έχουν εγκατασταθεί μαζικά και ελέγχουν μια μεγάλη περιοχή στα βορειοανατολικά, γύρω από τη Υόρκη (Γιάρβικ), η οποία θα μείνει στην Ιστορία με το όνομα Danelaw. Επιπλέον, χάρη και σε διάφορους δυναστικούς γάμους, επεμβαίνουν συχνά στο νησί και ενίοτε βασιλεύουν σ’ αυτό. Τον Ιανουάριο του 1066 πεθαίνει άκληρος ο μονάρχης της Αγγλίας Εδουάρδος. Με τον θάνατό του ξεσπά μεγάλη δυναστική κρίση. Την εξουσία τη σφετερίζεται ο γαμπρός (;) του Εδουάρδου, ο Αγγλοσάξονας ευγενής Χάρολντ Γκόντγουινσον, άρχοντας του Γουέσσεξ. Ο ίδιος ο Εδουάρδος, όμως, μισός Νορμανδός καθώς ήταν (από τη μητέρα του την Έμμα), φαίνεται ότι είχε υποσχεθεί τον θρόνο στον Δούκα της Νορμανδίας, τον Γουλιέλμο τον Νόθο  (που θα μείνει στην Ιστορία ως ο Κατακτητής). Παρακινημένος από τον Τόστιγκ, άρχοντα του Γουέσσεξ και αδελφό του Χάρολντ με τον οποίο έχει συγκρουσθεί, ο Χάραλντ Σίγκουρντσσον θα προβάλει αίτημα διεκδίκησης του αγγλικού θρόνου. Προς νομιμοποίηση της διεκδίκησής του, ο ήρωάς μας επικαλείται τη συμφωνία που είχαν συνάψει ο ανηψιός του Μάγκνους με τον Δανό βασιλιά Κνουτ Β΄ τον Τολμηρό. Ο Κνουτ ήταν ετεροθαλής αδελφός του Εδουάρδου της Αγγλίας, τον οποίο είχε εκδιώξει από τον αγγλικό θρόνο κατά το διάστημα 1040-1042. Τότε φέρεται να είχε συμφωνήσει με τον Μάγκνους ότι αν πέθαινε άκληρος η βασιλεία της Αγγλίας θα περιερχόταν στον νόμιμο Νορβηγό μονάρχη.

Τυφλωμένος από τις συμβουλές του Τόστιγκ, ο Χάραλντ πιστεύει ότι έφτασε η ώρα να γίνει ο μεγαλύτερος μονάρχης του ευρωπαϊκού Βορρά. Αποβιβάζεται με τον στρατό του στο Γιόρκσιρ (όπου πιστεύει ότι θα τον υποστηρίξει ο σκανδιναβικός πληθυσμός), την ίδια ώρα που ο Γουλιέλμος και οι Νορμανδοί του αποβιβάζονται στα νότια. Εκεί, όμως, τον περιμένει ο Χάρολντ. Τα όσα συνέβησαν πριν τη μάχη που δόθηκε στο Στάμφορντ Μπριτζ, κοντά στην Υόρκη, στις 25 Σεπτεμβρίου 1066, τα περιγράφει γλαφυρά ο Μπόρχες:

«Είκοσι καβαλάρηδες πλησίασαν τις γραμμές του εισβολέα. Άνθρωποι και άλογα ήταν σιδηρόφρακτοι. Ένας καβαλάρης φώναξε:
-Είναι εδώ ο κόντες Τόστιγκ;
-Εδώ είμαι, δεν το αρνούμαι, είπε ο κόντες.
-Αν στ’αλήθεια είσαι ο Τόστιγκ, είπε ο καβαλάρης, έρχομαι να σου πω ότι ο αδελφός σου προσφέρει την συγχωρεσή του και το ένα τρίτο από το βασίλειο.
-Αν δεχτώ, είπε ο Τόστιγκ, τι θα δώσει στον βασιλιά Χάραλντ Ζιγκούρνταρσον;
-Δεν τον ξέχασε ο αφέντης μου, αποκρίθηκε ο καβαλάρης. Θα του δώσει έξι πόδια γης εγγλέζικης, και αφού είναι και θεόψηλος, ένα παραπάνω.
-Ε τότε, είπε ο Τόστιγκ, πες στον βασιλιά πως θα χτυπηθούμε μέχρι τον θάνατο.
Οι καβαλάρηδες έφυγαν. Σκεφτικός ο Χάραλντ Ζιγκούρνταρσον, ρώτησε
-Ποιός ήταν αυτός ο καβαλάρης που μίλησε τόσο όμορφα;
-Ήταν ο Χάρολντ, ο γιος του Γκόντουιν.
Σε άλλα κεφάλαια πιο κάτω είναι γραμμένο πως, πριν πέσει ακόμα ο ήλιος αυτής της ημέρας, ο νορβηγικός στρατός είχε ηττηθεί. Ο Χάραλντ Ζιγκούρνταρσον χάθηκε στην μάχη, το ίδιο και ο κόντες». (Χόρχε Λ. Μπόρχες «Η Σεμνότητα της Ιστορίας», μετάφραση Αχ. Κυριακίδης).

Είναι βέβαιο ότι οι Αγγλοσάξονες του Χάρολντ υπερτερούσαν κατά πολύ σε αριθμό των Σκανδιναβών του Χάραλντ. Σύμφωνα με τη διήγηση του Στούρλουσον («Η Σάγκα του Βασιλιά Χάραλντ«. κεφ. 92), το Αγγλικό ιππικό επιτέθηκε, αλλά αποκρούστηκε. Ακολούθησαν συγκρούσεις μεταξύ του πεζικού των δύο παρατάξεων: οι Νορβηγοί αντιστάθηκαν, αλλά επιχείρησαν να καταδιώξουν τις αγγλικές δυνάμεις. Χάνοντας την αμυντική διάταξή τους, έγιναν εύκολη λεία των εχθρών τους και συνετρίβησαν. Ο Χάραλντ πολέμησε γενναία μέχρι που ένα βέλος τον πέτυχε στον λαιμό και τον σκότωσε. Η διήγηση αυτή ίσως να μην είναι και τόσο αξιόπιστη, μια και ο Στούρλουσον υποπίπτει σε σύγχυση μεταξύ της Μάχης του Στάμφορντ Μπριτζ και της Μάχης του Χάστινγκς, όπου οι δυνάμεις του Χάρολντ ηττήθηκαν επιχειρώντας να καταδιώξουν τους Νορμανδούς (βλ. R. Boyer «Les Vikings…», λήμμα «Batailles – La Bataille de Stamford Bridge«, σελ. 341-342). Σύμφωνα με το  Αγγλοσαξονικό Χρονικό, η μάχη εξελίχθηκε διαφορετικά: οι Νορβηγοί αιφνιδιάστηκαν από την παρουσία των δυνάμεων του Χάρολντ και επιχείρησαν ανεπιτυχώς να κρατήσουν τη γέφυρα του Στάμφορντ. Μετά από αυτό, οι Άγγλοι κατέπεσαν στους Σκανδιναβούς και τους κατέσφαξαν. Ό,τι κι αν συνέβη στην πραγματικότητα, εκείνη η φθινοπωρινή μέρα ήταν η τελευταία της περιπέτειας του Χάραλντ Σίγκουρντσσον. Ακόμη κι έτσι, ο Χάραλντ καθόρισε το μέλλον της Αγγλίας: οι απώλειες που κατάφερε στις δυνάμεις του Χάρολντ αποδείχθηκαν μοιραίες λίγες μέρες μετά, όταν οι Άγγλοι αναμετρήθηκαν στο Χάστινγκς με το στρατό του Δούκα της Νορμανδίας. Η Αγγλία ήταν μοιραίο να καταλήξει σε απογόνους Σκανδιναβών. 

Επίλογος: Μέλος της βασιλικής οικογένειας της Νορβηγίας, νεαρός πολεμιστής στη σκανδιναβοκρατούμενη Ρωσία και Ουκρανία, στρατιωτικός διοικητής στην υπηρεσία του Βυζαντίου που πολεμά από τη Σικελία ως τη Μικρά Ασία, βασιλιάς της πατρίδας του και, στο δειλινό της ζωής του επίδοξος μονάρχης της Αγγλίας, ο Χάραλντ Σίγκουρντσσον αποτελεί την επιτομή του Βίκινγκ πολέμαρχου. Η μυθιστορηματική ζωή του αποδεικνύει ότι οι Σκανδιναβοί, όχι μόνο με τις κατακτήσεις, αλλά και με το εμπόριο και τη διπλωματία, είχαν φτιάξει τη δικιά τους οικουμένη, την οποία διέτρεχαν με άνεση όχι μόνον οι ευγενείς, αλλά και οι κοινοί θνητοί. Πάμπολλες είναι οι επιγραφές με ρουνικούς χαρακτήρες (ο R. Boyer «Les Vikings…», λήμμα «Runes et inscriptions runiques«, σελ. 745, αναφέρει έξι παραδείγματα, η Βίκι κάνει λόγο για 30 ρουνικές επιγραφές), οι οποίες εξιστορούν τα κατορθώματα Σκανδιναβών που έδρασαν και καμιά φορά πέθαναν στο Βυζάντιο, στη χώρα που αποκαλούσαν Ελλάδα (Grikkland, όρος που δεν περιορίζεται στη μητροπολιτική Ελλάδα, αλλά δηλώνει το ελληνόφωνο τμήμα της αυτοκρατορίας). Ας κλείσουμε με το εξής περιστατικό: το 1687 και μετά τον ενετοτουρκικό πόλεμο, ο Ενετός Δόγης Φραντσέσκο Μοροζίνι έφερε ως λάφυρα στην πατρίδα του δύο αρχαιοελληνικά γλυπτά λεόντων από την Αττική, τα οποία τοποθετήθηκαν στην είσοδο του ναύσταθμου της Βενετίας. Το ένα από αυτά, ο Λέων του Πειραιώς, φέρει επιγραφές με ρουνικούς χαρακτήρες, που σκάλισαν Βαράγγοι μισθοφόροι που βρίσκονταν στην υπηρεσία του Βυζαντίου, λίγο μετά από τον Χάραλντ. Οι Σκανδιναβοί (που θέλησαν με τις επιγραφές να τιμήσουν τη μνήμη νεκρών συντρόφων τους) βρέθηκαν στην Αττική για να καταστείλουν μια τοπική εξέγερση, που φαίνεται πως προκλήθηκε λόγω της αβάσταχτης φορολογίας που είχε επιβάλει η κεντρική αυτοκρατορική διοίκηση.

ΥΓ: Η συγγραφή της παρούσας ανάρτησης δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την ανεκτίμητη βοήθεια των εκλεκτών φίλων Νίκου Σαραντάκου και Χρήστου Μακρυπούλια, οι οποίοι όχι μόνο μου έστειλαν σε χρόνο μηδέν τις δύο εκδόσεις του πρωτότυπου κειμένου του «Στρατηγικού» του Κεκαυμένου, αλλά μου προσέφεραν και κάθε αναγκαίο στοιχείο και διευκρίνιση για το συγκεκριμένο σύγγραμμα. Τους είμαι ευγνώμων. Επίσης, με το άρθρο αυτό εκπληρώνεται και η υπόσχεσή μου να ικανοποιήσω τη σχετική παραγγελία του φίλου αναγνώστη Μάριου Μπλέτα για ένα αφιέρωμα στον Χάραλντ. Αμφιβάλλω βέβαια για το αν του προσέφερα κάτι νέο, εκτός από μια αδέξια διήγηση γεγονότων που γνωρίζει καλύτερα από μένα. Πάντως, προσπάθησα.