Posts Tagged ‘Σογδιανή’

Δύο ήλιοι λάμπουν στον ουρανό – μέρος ΙΙ: μανιχαϊσμός

Φεβρουαρίου 16, 2013

"Περί της γέννης του σωματος αυτού" (Μανιχσϊκός Κώδικας της Κολωνίας), φωτ. Παν/μιο Κολωνίας

«(Αυγουστίνος) – Πιστεύετε ότι υπάρχουν δύο θεοί ή μόνον ένας;

(Φαύστος) – Δεν υπάρχει παρά ένας και μόνον ένας θεός.

(Α) – Και πώς ισχυρίζεστε τότε ότι υπάρχουν δύο;

(Φ) – Ποτέ δεν κάνουμε λόγο για «δύο θεούς», σε τι ακριβώς, όμως, βασίζετε τις υποψίες σας αυτές;

(Α) – Διατείνεσθε ότι υπάρχουν δύο «αρχές», αυτή του Καλού κι εκείνη του Κακού.

(Φ) – Πράγματι, δεχόμαστε την ύπαρξη δύο αρχών, αλλά μόνο μία από αυτές την αποκαλούμε Θεό, την άλλη την ονομάζουμε Ύλη ή, πιο απλά, Δαίμονα. Εάν, όμως, τότε, ισχυρίζεστε ότι έτσι δεχόμαστε την ύπαρξη δύο θεών, είναι σαν να υποστηρίζετε ότι ο γιατρός που ασχολείται με την υγεία και την ασθένεια δέχεται ότι υπάρχουν δύο… υγείες...» (Αυγουστίνος της Ιππώνος «Κατά Φαύστου», κεφ. ΚΑ΄, 1).

Η ιστορία μας συνεχίζεται στις αρχές του 3ου αιώνα, κάπου στη Μεσοποταμία. Εκεί θα παρακολουθήσουμε τη γέννηση και την εξάπλωση της μεγαλύτερης δυϊστικής θρησκείας και, κατά πάσα πιθανότητα, μίας από τις σπουδαιότερες που γνώρισε η ανθρωπότητα. Πολλά στοιχεία καθιστούν συναρπαστική την περιπέτεια του μανιχαϊσμού. Η χαρισματική μορφή του προφήτη του. Η εντυπωσιακή εξάπλωσή του, από τη μεσοποταμιακή κοιτίδα του ως τις ακτές του Ατλαντικού, δυτικά, κι ως εκείνες του Ειρηνικού, ανατολικά. Η ρητώς εκπεφρασμένη οικουμενικότητά του κι ο προχωρημένος συγκρητισμός του (με τον χριστιανισμό να αποτελεί, ίσως, το βασικό συστατικό του), σε συνδυασμό με την ικανότητά του να προσλαμβάνει εξωτερικές μορφές συμβατές με τις πολιτισμικές παραδόσεις του εκάστοτε χώρου διάδοσής του. Ορισμένες απόψεις του μανιχαϊκού δόγματος που μοιάζουν εκπληκτικά σύγχρονες και θα μπορούσαν να τύχουν σήμερα ευρείας αποδοχής, ενώ στην εποχή τους προκαλούσαν έντονες αντιδράσεις (και οι οποίες, όλως παραδόξως, απορρέουν άμεσα από αντιλήψεις, «αιρετικές» έστω, της εποχής τους). Επιπλέον, στην περίπτωση του μανιχαϊσμού δεν είμαστε υποχρεωμένοι (όπως σε τόσες άλλες περιπτώσεις) να ανασυνθέσουμε το δόγμα και την κοσμοθεωρία του μελετώντας τα κείμενα των πολέμιών του. Έχουμε πλήθος πηγών, οι οποίες έχουν γραφεί από πιστούς της θρησκείας σε διάφορες εποχές και σε πολλές γλώσσες (αραμαϊκά, ελληνικά, κοπτικά, περσικά, παρθικά, σογδιανά και διάφορες τουρκικές και κινεζικές γλώσσες). Όσο για τις πηγές που οφείλονται σε τρίτους («ουδέτερους» ή πολέμιους του μανιχαϊσμού) είναι κι αυτές πολλές και συνήθως εξαιρετικά χρήσιμες: ξεχνώντας αφορισμούς, κατάρες και προκατειλημμένες αξιολογικές κρίσεις (που κατ’ ανάγκη περιέχουν) αποτελούν κι αυτές ένα πρόσθετο εργαλείο που καθιστά δυνατή την καλύτερη κατανόηση του φαινομένου του μανιχαϊσμού.

Ι.   Η ζωή και το έργο του Μάνη

Στο «Κιτάμπ αλ αθάρ αλ μπακίγια» του μουσουλμάνου εγκυκλοπαιδιστή Αλ Μπιρουνί (11ος αι.) παρατίθεται ένα απόσπασμα από την εισαγωγή του «Σαμπουραγκάν», του βιβλίου που συνέγραψε στα περσικά ο ίδιος ο Μάνης με αποδέκτη (όπως μαρτυρά κι ο τίτλος) τον Σασσανίδη μονάρχη Σαπώρη Α΄. Στο απόσπασμα αυτό, ο ιδρυτής του μανιχαϊσμού μας πληροφορεί ότι γεννήθηκε στη Βαβυλωνία, σ’ έναν οικισμό που ονομαζόταν Μαρντινού και βρισκόταν στα βορειοανατολικά της Βαβυλώνας στον δρόμο προς τη Νιππούρ, «το έτος 527 της εποχής των αστρονόμων της Βαβέλ» (δηλαδή το 216 με βάση τη δική μας χρονολόγηση). Πράγματι, μολονότι είχαν περάσει τρεις τουλάχιστον αιώνες από την οριστική κατάκτηση της Μεσοποταμίας από τους Πάρθους, το βαβυλωνιακό ιερατείο συνέχιζε να χρονολογεί με βάση την εποχή των Σελευκιδών (ή «εποχή του Αλεξάνδρου»), αφετηρία της οποίας ήταν το έτος 311 π.Χ.

Α.   Η ζωή του ιδρυτή του μανιχαϊσμού

Κτησιφών, ανάκτορα Σαπώρη

Κτησιφών, ανάκτορα Σαπώρη

Κοιτίδα πανάρχαιων πολιτισμών, έδρα της νέας ιρανικής αυτοκρατορίας (αρχικά παρθικής, στη συνέχεια περσικής), πλην όμως αρκετά κοντά στα σύνορα της Ρώμης και με ζωντανές ακόμη τις αναμνήσεις του κράτους των Σελευκιδών, η Μεσοποταμία του 3ου αιώνα αποτελεί σημείο συνάντησης πολιτισμών και θρησκειών. Συνυπάρχουν, μεταξύ άλλων, η παραδοσιακή χαλδαϊκή θρησκεία (με ρίζες που ανάγονται στον σουμεριακό πολιτισμό), ο ζωροαστρισμός και διάφορες παρεκκλίσεις του ιουδαϊσμού, ανάμεσά τους κι αρκετές που θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως ιουδαιοχριστιανικές. Η κυρίαρχη γλώσσα στο περιβάλλον όπου μεγαλώνει ο Μάνης είναι πλέον τα αραμαϊκά, πλην όμως, σύμφωνα με τις πηγές, η καταγωγή του προφήτη ήταν ιρανική.

Το όνομα του πατέρα του Μάνη διασώζεται στην εξελληνισμένη μορφή του: Παττίκιος (Παττίγκ ή Παττέγκ στα ιρανικά, Πατίκ ή Πατέκ στα αραμαϊκά). Λέγεται ότι καταγόταν από παλιά παρθική οικογένεια εγκατεστημένη στο Χαμαντάν. Η μητέρα του προφήτη, για την οποία υποστηρίζεται ότι κρατούσε από οικογένεια που είχε δεσμούς συγγένειας με τον βασιλικό οίκο των Αρσακιδών, μνημονεύεται στις πηγές με διάφορα ονόματα: Μαΰς, Καρούσα, Ουταχίμ, Τακσίτ ή Νουσίτ. Στον ευρύτερο χώρο διάδοσης του χριστιανισμού, όμως, της αποδίδεται συνήθως το όνομα Μαρυάμ, αυτό δηλαδή της μητέρας του Ιησού!

Βάσει των στοιχείων που έχουμε στη διάθεσή μας, ο πατέρας του Μάνη δεν πίστευε στον ζωροαστρισμό, αλλά στην παραδοσιακή μεσοποταμιακή θρησκεία και πιο συγκεκριμένα στον θεό Ναμπού. Ο Άραβας συγγραφέας Ιμπν αλ Ναντίμ μας πληροφορεί στο «αλ Φιχρίστ» (τέλη 10ου αι.) για το όραμα που είχε ο Παττίκιος ενώ βρισκόταν στον «οίκο των ειδώλων» στην Κτησιφώντα, την εποχή που η γυναίκα του ήταν έγκυος στον Μάνη. Επί τρεις συνεχείς ημέρες μια υπερκόσμια φωνή συμβούλευε τον πατέρα του προφήτη να εγκαταλείψει την ειδωλολατρία και να ακολουθήσει ζωή απόλυτης εγκράτειας. Πράγματι, ο Παττίκιος άφησε πίσω τον μέχρι τότε τρόπο ζωής του και προσχώρησε σε μια κοινότητα βαπτιστών εγκατεστημένη στην περιοχή του Νταστουμισάν. Ποια ήταν, όμως, η μυστηριώδης αυτή θρησκευτική ομάδα με τους παράξενους διατροφικούς κανόνες και το συγκρητικό δόγμα;

α.   Ανάμεσα στους Ελκεσαΐτες

1.   Το ελκεσαϊτικό δόγμα: Ο Ελκεσάι, Ελχασάι ή Αλχασαίος ήταν Ιουδαίος στην καταγωγή και το θρήσκευμα. Λέγεται ότι έζησε κάπου στην παρθική αυτοκρατορία, μάλλον στη Μεσοποταμία. Η ιστορικότητα του Ελχασάι είναι αμφισβητούμενη. Πιθανότατα πίσω από το όνομα αυτό κρύβεται ο συγγραφέας (ή οι συγγραφείς) του ιερού βιβλίου των Ελκεσαϊτών, το οποίο ήδη από τον 2ο αιώνα είχε γνωρίσει ευρεία διάδοση μεταξύ των ιουδαιοχριστιανικών κύκλων της Παλαιστίνης, της Συρίας και της Μεσοποταμίας. Την ελληνική μετάφραση του βιβλίου αυτού την έφερε στη Ρώμη, την εποχή περίπου της γέννησης του Μάνη, ο Αλκιβιάδης από την Απάμεια της Συρίας (Έλληνας ή εξελληνισμένος Ιουδαίος;), ο οποίος και δίδαξε το ελκεσαϊτικό δόγμα στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Όπως έλεγε ο Απαμεύς, κατά το τρίτο έτος της βασιλείας του Τραϊανού (100), ένας άγγελος κολοσιαίων διαστάσεων εμφανίστηκε μπροστά στον Ελχασάι και του παρέδωσε το βιβλίο της αποκάλυψης του λόγου του θεού.

Ο ελκεσαϊτισμός είναι καταρχήν μία ακόμη ιουδαϊκή αίρεση. Από την άποψη αυτή, η βασική καινοτομία του Ελχασάι έγκειται στο ότι απορρίπτει ως καθαρτήριο στοιχείο τη φωτιά που κατατρώει το αιματηρό σφάγιο της θυσίας, αντικαθιστώντας την με το νερό. Το νερό εξαγνίζει, θεραπεύει από τις ασθένειες, απομακρύνει τα δαιμόνια. Η βάπτιση του κατηχούμενου σηματοδεί τον εξαγνισμό του από την αμαρτία και την είσοδό του στη θρησκευτική κοινότητα. Κατά τα λοιπά, το ελκεσαϊτικό δόγμα είναι εντελώς πιστό στον ιουδαϊσμό: κατά γράμμα τήρηση του Νόμου (π.χ. περιτομή, τήρηση της αργίας του Σαββάτου, νηστείες), που φτάνει μέχρι το σημείο της αποδοχής του ιερατείου των Ιεροσολύμων ως θεματοφύλακα των αξιών της ιουδαϊκής θρησκείας.

Η δεύτερη καινοτομία του Ελχασάι είναι η προσθήκη της διδασκαλίας του Ιησού στον κλασσικό ιουδαϊσμό. Ο Ιησούς είναι ο τελευταίος από τους μεσσίες, αυτός που αποκάλυψε τον λόγο του θεού στην ολότητά του. «Ο ελκεσαϊτικός χριστιανισμός… είναι αδιαμφισβήτητος, αλλά διαφέρει ουσιωδώς από αυτόν που κατόρθωσε να επιβάλει ο Παύλος από την Ταρσό. Ενώ ο δεύτερος απομακρύνεται, για λόγους τακτικής, από την τήρηση του ιουδαϊκού νόμου, ο Ελχασάι παραμένει ιουδαιοχριστιανός εν στενή εννοία, είναι δηλαδή ένας χριστιανός που ακολουθεί τον ιουδαϊκό τρόπο ζωής τον οποίο όρισε η Τορά άπαξ δια παντός» (Michel Tardieu «Le Manichéisme», σειρά Que sais-je, αριθ. 1940, εκδ. PUF, Παρίσι 1997, 2η έκδ, σελ. 12).

Στην πράξη, το πιο εντυπωσιακό στοιχείο για την κοινή γνώμη της εποχής πρέπει να ήταν ο ιδιαίτερος κώδικας διατροφικών κανόνων που τηρούσαν οι Ελκεσαΐτες. Η απόρριψη της θυσίας συνεπαγόταν και την απόλυτη απαγόρευση κατανάλωσης κρέατος. Απαγορευόταν επίσης όλα τα ποτά που ήταν προϊόντα ζύμωσης. Οι Ελκεσαΐτες ήταν αυστηρά χορτοφάγοι. Και πάλι, όμως, επιτρεπόταν η βρώση μόνον των φυτών και των φρούτων που παράγονταν στην κοινότητα (τα οποία τα χαρακτήριζαν ως «αρσενικά»). Πριν καταναλωθούν έπρεπε απαραιτήτως να βαπτισθούν στο νερό για να εξαγνισθούν από οτιδήποτε μιαρό. Τέλος, το ψωμί  έπρεπε να έχει παρασκευασθεί σύμφωνα με τις ιουδαϊκές προδιαγραφές και να ψηθεί στους φούρνους της κοινότητας.

Μανιχαϊκός Κώδικας της Κολωνίας

Μανιχαϊκός Κώδικας της Κολωνίας

2.   Τα νεανικά χρόνια του Μάνη μέχρι τη ρήξη με τους Ελκεσαΐτες: Η γνώση του ελκεσαϊτικού δόγματος είναι απαραίτητη για την κατανόηση του μανιχαϊσμού. Ο Μάνης ανατράφηκε και ανδρώθηκε στη θρησκευτική κοινότητα αυτή. Όρισε βασικά στοιχεία του δόγματός του σε αντιδιαστολή με τον ελκεσαϊτισμό. Ταυτόχρονα η διδασκαλία του Ελχασάι, έστω κι υποσυνείδητα, σημάδεψε ανεξίτηλα τον Μάνη, εμφυσώντας του πρότυπα θρησκευτικής σκέψης, συμπεριφοράς και ηθικής.

Ανεκτίμητα στοιχεία για τη φάση αυτή της ζωής του Μάνη μας παρέχει η συλλογή μανιχαϊκών κειμένων γραμμένων στα ελληνικά (μεταξύ 4ου και 6ου αιώνα) η οποία φέρει τον τίτλο «Περί της γέννης του σώματος αυτού». Πρόκειται για κώδικα σε περγαμηνή ιδιαίτερα μικρών διαστάσεων (4,5 Χ 3,5 εκατοστά), που βρέθηκε στη Λυκούπολη (Ασυούτ) της Άνω Αιγύπτου και σήμερα φυλάσσεται στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Κολωνίας, εξ ου και η ονομασία με την οποία είναι γνωστότερος στις μέρες μας (Μανιχαϊκός Κώδικας της Κολωνίας). Μολονότι η μελέτη του προϋποθέτει ορισμένη επιφυλακτικότητα, καθόσον τα γεγονότα παρουσιάζονται με πρότυπο τη ζωή του Ιησού (ειδικά η σύγκρουση του Μάνη με τους επικεφαλής της ελκεσαϊτικής κοινότητας μοιάζει με επανάληψη της σύγκρουσης του Χριστού με το ιερατείο των Ιεροσολύμων), ο κώδικας μας αποκαλύπτει τον τρόπο σκέψης του ιδρυτή του μανιχαϊσμού.

Όταν ο Μάνης ήταν τεσσάρων ετών, ο πατέρας του τον πήρε μαζί του στην κοινότητα των Ελκεσαϊτών του Νταστουμισάν. Ο προφήτης έζησε εκεί μέχρι και το εικοστό τέταρτο έτος της ηλικίας του, παραμένοντας κατά τα φαινόμενα πιστός στη διδασκαλία του Ελχασάι. Η αποκάλυψη θα έρθει για τον Μάνη μέσω του οράματος ενός αγγέλου ο οποίος θα εμφανιστεί δύο φορές, λίγο μετά τα δωδέκατα και τα εικοστά τέταρτα γενέθλια του προφήτη (228 και 240, αντίστοιχα). Στα αραμαϊκά κείμενα, ο άγγελος αυτός αποκαλείται «τάουμα», δηλαδή «δίδυμος» (παραπέμποντας ίσως στον απόστολο Θωμά), στον Μανιχαϊκό Κώδικα της Κολωνίας «σύζυγος» (με την έννοια του διδύμου, του ομοίου) και στην κοπτική συλλογή των Κεφαλαίων «παράκλητος» (θυμίζοντας τη σχετική περικοπή του Κατά Ιωάννην, 14:26, «ὁ δὲ παράκλητος, τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν»). Την πρώτη φορά, ο άγγελος θα αποκαλύψει στον Μάνη ότι προορίζεται να κηρύξει στον κόσμο τον αληθινό λόγο του θεού. Τη δεύτερη θα του ανακοινώσει με κάθε επισημότητα ότι έφτασε η ώρα να εγκαταλείψει τους Ελκεσαΐτες και να εκπληρώσει την αποστολή του.

Πράγματι, ο Μάνης αρχίζει να κηρύττει τον «αιρετικό» λόγο του, διαφοροποιούμενος από την παραδοσιακή ελκεσαϊτική διδασκαλία. Δεν είναι ίσως τυχαίο το ότι επιλέγει ως πεδίο αντιπαράθεσης τις πρακτικές πτυχές του ελκεσαϊτισμού. Αντιμετωπίζει με ειρωνεία τον κανόνα της βάπτισης των τροφίμων. Είτε πρόκειται για βαπτισμένο κι εξαγνισμένο τρόφιμο, προϊόν της κοινότητας, είτε όχι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις θα καταλήξει ως «απέκδυμα» του ανθρωπίνου σώματος. Τα λουτρά δεν εξαγνίζουν τον άνθρωπο από την αμαρτία, μια και η αγνότητα για την οποία μίλησε ο Ιησούς είναι αυτή του να μπορείς να ξεχωρίζεις το φώς από το σκότος, τη ζωή από τον θάνατο. Η απαγόρευση κατανάλωσης άρτου που δεν έχει παρασκευασθεί από την κοινότητα είναι κι αυτή ανόητη. Ο ίδιος ο Ελχασάι ποτέ δεν είχε ασκοληθεί με αγροτικές εργασίες ούτε είχε θέσει τέτοιους περιορισμούς. Κι ο Ιησούς ευλόγησε ξένο ψωμί, συνέφαγε με φοροεισπράκτορες, ψαράδες και πόρνες, έστειλε τους μαθητές του σε ιεραποστολές δίχως αυτοί να είναι εφοδιασμένοι με τα δικά τους τρόφιμα.

Ο Αχούρα Μάζδα στέφει τον Αρντασίρ Α΄ (ανάγλυφο στο Νακς-ι-Ρουστάμ)

Ο Αχούρα Μάζδα στέφει τον Αρντασίρ Α΄ (ανάγλυφο στο Νακς-ι-Ρουστάμ)

Το κήρυγμα του Μάνη θα προκαλέσει σκάνδαλο μεταξύ των Ελκεσαϊτών. Ο επικεφαλής του συμβουλίου των πρεσβυτέρων της κοινότητας θα καλέσει τον Παττίκιο ζητώντας του εξηγήσεις για τον γιο του κι εκείνος θ’ αποκριθεί: «καλέστε τον οι ίδιοι και προσπαθήστε να τον συνετίσετε»! Ενώπιον του συμβουλίου ο Μάνης θα επαναλάβει τα όσα πιστεύει, δίχως να υποχωρήσει στο ελάχιστο. Άλλωστε έχει ήδη δημιουργήσει ένα κύκλο μαθητών και πιστών στην ελκεσαϊτική κοινότητα. Πολλοί βλέπουν στο πρόσωπό του ένα θρησκευτικό ηγέτη, έναν προφήτη, έναν οραματιστή (Tardieu όπ. π., σελ. 16). Συνοδευόμενος από τον πατέρα του και μερικούς πιστούς μαθητές, ο Μάνης εγκαταλείπει την κοινότητα των Ελκεσαϊτών. Στον έξω κόσμο μερικά πράγματα έχουν αλλάξει: ο Αρτάβανος ο Ε΄, που βασίλευε όταν γεννήθηκε ο Μάνης, υπήρξε ο τελευταίος των Αρσακιδών. Τον ανέτρεψε το 224 ο Αρντασίρ Α΄/ Αρταξέρξης, ιδρυτής της περσικής δυναστείας των Σασσανιδών. Ήδη από το 240 ο γιος του Αρντασίρ, ο Σαπώρης, έχει στεφθεί συμβασιλέας και μετέχει στη διοίκηση της, ακόμη ασταθούς, αλλά ιδιαίτερα δυναμικής, αυτοκρατορίας που πρόκειται να κληρονομήσει.

β.   Η διδασκαλία και το ιεραποστολικό έργο του Μάνη

«Η σοφία και η γνώση είναι η διαρκής προσφορά των απεσταλμένων του θεού. Εμφανίστηκαν στο παρελθόν μέσω του αποστόλου που ονομαζόταν Βούδας στην περιοχή των Ινδιών, μέσω του Ζωροάστρη στην Περσία και μέσω του Ιησού στη Δύση. Έπειτα έφτασε στον κόσμο αυτή η αποκάλυψη κι η προφητεία μέσω εμού, του Μάνη, απεσταλμένου του Θεού της Αληθείας στη χώρα της Βαβέλ» (απόσπασμα του «Σαμπουραγκάν» που παραθέτει ο Αλ Μπιρουνί στο «αλ Αθάρ»).

1.   Οι βάσεις του μανιχαϊκού δόγματος: Ο Μάνης είναι ο εκλεκτός στον οποίο αποκάλυψε ο θεός τον λόγο της αλήθειας. Είναι η πραγματοποίηση της ελπίδας που υποσχέθηκε ο Ιησούς, ο Παράκλητος τον οποίο είχε αναγγείλει ο Χριστός, ο τελευταίος των προφητών! Κι όπως επισήμαινε ο Μισέλ Ταρντιέ «η ουσιώδης μετάλλαξη την οποία επέφερε ο Μάνης στο καθιερωμένο προφητολογικό σχήμα ήταν η άρνηση ερμηνείας του από ιουδαϊκή ή ιουδαιοχριστιανική άποψη, διευρύνοντάς το ώστε να περιλάβει ολόκληρη την οικουμένη, αφενός, και να το κατευθύνει προς το πρόσωπό του, αφετέρου» (όπ. π., σελ. 22). Από τον Αδάμ, τον Σεθ και τον Νώε της ιουδαϊκής παράδοσης, η σειρά των προφητών περνά στον Ζωροάστρη, τον Βούδα και τον Ιησού για να καταλήξει στον ίδιο τον Μάνη. Η οικουμενικότητα αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο του μανιχαϊσμού. Ο ίδιος συνήθιζε να λέει ότι όλες οι προηγούμενες θρησκείες ήταν φτιαγμένες για μία μόνον περιοχή και για μία γλώσσα. Η δικιά του ήταν πανανθρώπινη: «Η φωνή του κηρύγματος της ελπίδας μου θα ακουστεί σε όλες τις γλώσσες, σε όλες τις πόλεις της οικουμένης» (Κεφάλαια, 154). Επιπλέον, η σωτηρία της ψυχής αποτελεί, κατά τον Μάνη, δυνατότητα του καθενός ανεξάρτητα από τη θρησκεία στην οποία πιστεύει, προϋποθέτει, όμως, την ευσπλαχνία και την ελεημοσύνη (στο «Σαμπουραγκάν» ο Μάνης παρέθετε αυτολεξεί το Κατά Ματθαίον, 25:31-46, όπου και οι 35-36: «ἐπείνασα γὰρ καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με, γυμνὸς καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην καὶ ἤλθατε πρός με»). Τέλος, η θρησκευτική σκέψη του ιδρυτή του μανιχαϊσμού είναι βαθύτατη επηρεασμένη από τη διδασκαλία του αποστόλου Παύλου, του προσώπου δηλαδή που οι Ελκεσαΐτες περιφρονούσαν ως ολετήρα του Νόμου. Τα οράματα, η διδασκαλία και το ιεραποστολικό έργο του Παύλου συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση της θρησκείας του Μάνη.

Μάνης

Μάνης

2. Τα ταξίδια του Μάνη: Ο Μάνης αρχίζει το ιεραποστολικό έργο του αμέσως μετά τη ρήξη με τους Ελκεσαΐτες, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο διάστημα απομόνωσης και περισυλλογής. Το πρότυπό του είναι ο απόστολος Παύλος, οι περιπτώσεις τους όμως διαφέρουν. Ο Παύλος κηρύττει τον λόγο του Χριστού περιδιαβαίνοντας τη ρωμαϊκή Μεσόγειο κι απευθυνόμενος καταρχήν στην ιουδαϊκή διασπορά κι έπειτα στους Έλληνες εθνικούς (Tardieu όπ. π., σελ. 26). Ο Μάνης κηρύττει τον δικό του λόγο, διασχίζοντας τον ιρανικό κόσμο κι αναζητώντας στηρίγματα στις διάσπαρτες χριστιανικές κοινότητες. Εγκαταλείποντας τη Βαβυλωνία φτάνει στις δίδυμες πόλεις της Σελεύκειας και της Κτησιφώντας και κινείται με τη συνοδεία του προς τα βόρεια, τη Μηδία και την περιοχή της λίμνης Ούρμια. Οργανώνει την εκκλησία του και στέλνει μαθητές στην Αρμενία και τη Γεωργία. Έπειτα, μαζί με τον πατέρα του, κινείται νότια προς την Περσία και τον Περσικό Κόλπο, απ’ όπου και θα ταξιδέψει διά θαλάσσης προς το Δέλτα του Ινδού, ακολουθώντας τα βήματα του αγίου Θωμά, του ευαγγελιστή των Ινδιών. Θα παραμείνει εκεί μέχρι τις αρχές του 243, οπότε και θα επιστρέψει στην Περσίδα, στέλνοντας τον Παττίκιο να αναλάβει την ινδική ιεραποστολή. Ο ίδιος βρίσκεται σε διαρκή κίνηση μεταξύ Περσίδος, Σουσιανής και Βαβυλωνίας. Συνάπτει φιλικές σχέσεις με μέλη της βασιλικής ελίτ και, το 253, κατορθώνει να τον δεχτεί σε ακρόαση ο Μεγάλος Βασιλεύς, που είναι πλέον ο Σαπώρης Α΄. Εγκατεστημένος στη Βεχ-Αρντασίρ (δεν είμαστε βέβαια αν το όνομα αυτό αποτελεί μετονομασία της Σελεύκειας του Τίγρη ή αφορά μόνον το νησί στον Τίγρη απέναντι από την Κτησιφώντα), συγγράφει τα βιβλία του, ασχολείται με οργανωτικά θέματα της εκκλησίας του και προγραμματίζει τις αποστολές των μαθητών του (Παρθία, Χορασάν και Κεντρική Ασία, Συρία-Παλαιστίνη, Αραβία). Ο ίδιος ταξιδεύει στα βορειοδυτικά, στη μεθόριο με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Γύρω στα 270 ο μανιχαϊσμός έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρη την επικράτεια της ιρανικής αυτοκρατορίας, αλλά και πέρα από αυτήν. Το οικουμενικό όραμα του ιδρυτή του μοιάζει να βρίσκεται στον δρόμο της πραγμάτωσης.

3.   Η σύγκρουση με τον μαζδαϊσμό και τη βασιλική εξουσία: Ο Μάνης είχε απόλυτη επίγνωση της σημασίας που έχουν για την επιβίωση μιας θρησκείας οι καλές σχέσεις με την πολιτική εξουσία και κατέβαλε προς τούτο συνεχείς προσπάθειες. Η ευμενής ουδετερότητα που επεδείκνυε για τον μανιχαϊσμό ο Σαπώρης ακολουθήθηκε κι από τον διάδοχό του, τον Ορμίσδα Α΄ (272-273). Στην προσπάθειά του αυτή, όμως, ο Μάνης θα βρεθεί μοιραία αντιμέτωπος με τον «προκαθήμενο» του μαζδαϊσμού, τον Κιρντίρ. Ο Κιρντίρ είχε αποδυθεί σε μια μεγάλη προσπάθεια ανασυγκρότησης, σε πολιτικό και θρησκευτικό επίπεδο, των δυνάμεων του μαζδαϊσμού (στη ζωροαστρική ή στη ζερβανική εκδοχή του), όχι μόνον εντός των ορίων της αυτοκρατορίας των Σασσανιδών, αλλά και πέρα από αυτή, στη Συρία, την Αρμενία, την Κιλικία και την Καππαδοκία, και γενικά οπουδήποτε ζούσαν ιρανικοί πληθυσμοί. Είναι αλήθεια ότι η ιστορική συγκυρία ευνοούσε το εγχείρημα του Κιρντίρ: η επικράτηση των Σασσανιδών δεν χαρακτηρίζεται μόνο από εντονότερο δυναμισμό και σαφώς πιο επιθετική πολιτική έναντι των αντιπάλων της αυτοκρατορίας (και ειδικά της Ρώμης), αλλά κι από την εγκατάλειψη του κοσμοπολιτισμού και της ανεκτικότητας των Αρσακιδών, καθώς κι από την εμφάνιση μιας μορφής περσικού «εθνικισμού», που εκδηλώνεται με την εκ νέου ανάδειξη της αχαιμενιδικής κληρονομιάς (ο ιδρυτής της δυναστείας, Αρντασίρ Α΄, προσέθεσε συμβολικά στο όνομά του και αυτό του Δαρείου) και φυσικά της παραδοσιακής περσικής θρησκείας.

Το κάστρο "Γκαλέχ Ντοχτάρ", χτισμένο από τον Αρντασίρ (Περσία)

Το κάστρο «Γκαλέχ Ντοχτάρ», χτισμένο από τον Αρντασίρ (Περσία)

Ο Μάνης πρέπει να είχε αντιληφθεί τον κίνδυνο να χάσει οριστικά το παιχνίδι για την εύνοια της κοσμικής εξουσίας. Υποστηρίζεται μάλιστα ότι ο ακραιφνής δυϊσμός και η απαισιοδοξία που εκφράζεται με την αέναη πάλη καλού και κακού αποτελούν ιδέες που προσέθεσε ο Μάνης στο δόγμα του ακριβώς κατά την περίοδο αυτή (Tardieu, όπ. π., σελ. 35). Σε κάθε περίπτωση, η άνοδος στον θρόνο του Βαχράμ Α΄ (273), δευτερότοκου γιου του Σαπώρη, δίνει τέλος στα όνειρα των μανιχαίων, μια και ο νέος μονάρχης βρίσκεται υπό τη σχεδόν ολοκληρωτική επιρροή του Κιρντίρ.

Η σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι είναι η ενέργεια του Μάνη να προσηλυτίσει στον μανιχαϊσμό τον ηγεμονίσκο της Αρτεμίτης (Χολασάρ), ενώ ο Βαχράμ είχε ήδη διατάξει τον κατ’ οίκο περιορισμό του προφήτη. Ο Μάνης καλείται να παρουσιαστεί αμέσως ενώπιον του βασιλέα, κάπου στη Σουσιανή. Η ακρόαση θα εξελιχτεί γρήγορα σε παρωδία δίκης. Ο προφήτης θα οδηγηθεί αλυσοδεμένος στη φυλακή, όπου και θα αφήσει, εξαντλημένος, την τελευταία πνοή του λίγες ημέρες μετά (έχοντας προλάβει πάντως να δει για τελευταία φορά τους μαθητές του και να τους αφήσει την πνευματική διαθήκη του). Δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες για το τέλος του ιδρυτή του μανιχαϊσμού: βασανίστηκε; τι απέγινε το νεκρό σώμα του; Οι μανιχαϊκές παραδόσεις μιλούν για μαρτύριο αντίστοιχο αυτού του Ιησού, που κράτησε μάλιστα ένα μήνα (4 ημέρες η δίκη και 26 η φυλάκιση), πόσο αξιόπιστες είναι όμως; Στην πραγματικότητα ούτε η ακριβής χρονολογία του θανάτου του Μάνη μας είναι γνωστή. Ένα ουιγουρικό κείμενο, βασιζόμενο στο σινοτουρκικό ημερολόγιο, αναφέρει ότι «ο Βούδας Μάνης αναλήφθηκε στην ουράνια κατοικία του το έτος του χοίρου», που πρέπει να ήταν το 274, πλην όμως ελαφρώς μεταγενέστερες χρονολογίες (276 ή 277) μπορούν επίσης να υποστηριχθούν βάσιμα.

Β.   Το έργο και η διδασκαλία του Μάνη

Δίχως αμφιβολία ο Μάνης ήταν εξαιρετικά μορφωμένος. Είχε μελετήσει στα αραμαϊκά τα χριστιανικά ευαγγέλια, στην ήδη ενοποιημένη μορφή με την οποία κυκλοφορούσαν στη Μέση Ανατολή του 3ου αιώνα, τις επιστολές του Παύλου, διάφορα συγγράμματα που εμφανίζονταν ως πράξεις των αποστόλων. Επίσης, το ιερό βιβλίο του Ελχασάι, αλλά και διάφορες «αποκαλύψεις» (όπως αυτές του Αδάμ και του Ενώχ) που γνώριζαν ιδιαίτερη διάδοση στους ιουδαιοχριστιανικούς κύκλους. Πολλά γνωστικά κείμενα του ήταν οικεία, ιδίως αυτά του Βαρδησάνη. Δεν πρέπει να είχε δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Τορά και το Ταλμούδ. Ό,τι τον ενδιέφερε από την ιουδαϊκή παράδοση, και κυρίως η Γένεση, το είχε μάθει μέσω των απόκρυφων παραδόσεων που κυκλοφορούσαν μεταξύ των Ελκεσαϊτών.

Ο Μάνης ήταν επίσης ζωγράφος, καλλιγράφος και, κατά κάποιο τρόπο, γλωσσολόγος! Αναγκασμένος εκ των πραγμάτων να μεταφράσει τα κείμενά του στις ιρανικές γλώσσες, διαπίστωσε τους περιορισμούς των αλφαβήτων τους (μικρός αριθμός γραμμάτων που ευνοούσε τις αμφισημίες και τις παρανοήσεις). Επέλεξε να γράψει στα πεχλεβί και τα παρθικά χρησιμοποιώντας ένα νέο αλφάβητο, βασισμένο στο ανατολικό συριακό (με τα 22 γράμματα συν τα ημιφωνήεντα). Το δημιούργημά του, που έγινε γνωστό ως μανιχαϊκό αλφάβητο, επρόκειτο να γνωρίσει ιδιαίτερη διάδοση στην Κεντρική και Ανατολική Ασία.

Μανιχαϊκό αλφάβητο (κείμενο στη σογδιανή γλώσσα)

Μανιχαϊκό αλφάβητο (κείμενο στη σογδιανή γλώσσα)

α.   Τα συγγράμματα του ιδρυτή του μανιχαϊσμού

Στον Μάνη πιστώνεται η συγγραφή εννέα τουλάχιστον έργων.

1.   Το «Σαμπουραγκάν», πρώτο έργο του Μάνη, γράφτηκε στα πεχλεβί έχοντας ως αποδέκτη τον Σασσανίδη βασιλέα Σαπώρη Α΄. Παρουσιάζει συνοπτικά τις βασικές αρχές της μανιχαϊκής θεολογίας (οι δύο αντίπαλες αρχές, ο Μάνης ως τελευταίος των προφητών, η τελική κρίση κι η αποκατάσταση της βασιλείας του Καλού) σε μια εποχή που ο Μάνης διατηρούσε βάσιμες ελπίδες για την επικράτηση της θρησκείας του. Σημαντικά αποσπάσματα σώζονται μεταξύ των χειρογράφων που βρέθηκαν στην όαση του Τουρφάν, στο Κινεζικό Τουρκεστάν (Σινκιάνγκ).

2.   Το «Ευαγγέλιο του Μάνη», συντάχθηκε στα συριακά αραμαϊκά. Χωρίζεται σε 22 κεφάλαια, ένα για κάθε γράμμα του αραμαϊκού αλφαβήτου. Τρία αποσπάσματά του περιέχονται στον Μανιχαϊκό Κώδικα της Κολωνίας. Στο πρώτο από αυτά, ο Μάνης παρουσιάζεται ως «απόστολος του Ιησού Χριστού με τη βούληση του Θεού Πατρός της Αληθείας». Από μιαν άποψη, στο Ευαγγέλιο αναλύονται οι θεολογικές αρχές που είχαν εκτεθεί στο Σαμπουραγκάν. Ταυτόχρονα πρόκειται για μια νέα ερμηνεία της χριστιανικής Καινής Διαθήκης, βάσει της παραδοχής ότι ο Μάνης είναι ο τελευταίος μεσσίας.

3.   Ο «Θησαυρός» χαρακτηρίζεται ως απολογητικό σύγγραμμα στο οποίο παρουσιάζεται η μανιχαϊκή θεολογία. Γράφτηκε κι αυτό στα συριακά. Αποσπάσματά του παρατίθενται σε έργα του Αυγουστίνου της Ιππώνος και σε κείμενα του Αλ Μπιρουνί.

4.   Το έργο «Τα των Μυστηρίων» είναι συλλογή σύντομων θεολογικών κειμένων με ποικίλη θεματολογία (οι τίτλοι των κεφαλαίων παρατίθενται στο «αλ Φιχρίστ»: αντίκρουση των θεωριών του Βαρδησάνη, ανάλυση της ιστορίας του Υστάσπη που προσηλυτίστηκε από τον Ζωροάστρη, διάφορα κείμενα για τον Ιησού, τους προφήτες εν γένει, την τελική κρίση. Όπως δείχνει κι ο μεγάλος αριθμός κειμένων αντίκρουσης του δόγματος του Βαρδησάνη, πρέπει να γράφτηκε την εποχή της ιεραποστολής του Μάνη στην Άνω Μεσοποταμία (περ. 260-270, βλ. Tardieu, όπ. π., σελ. 52).

5.   «Πραγματεία»: αναλυτική διήγηση του μανιχαϊκού μύθου περί Γενέσεως.

6.   Η «Εικών» είναι ένα από τα πρώτα… εικονογραφημένα της Ιστορίας. Ο Μάνης φιλοτέχνησε μια σειρά από πίνακες στους οποίους απεικόνισε χαρακτηριστικές σκηνές του μύθου της γένεσης και της δημιουργίας, συνοδεύοντάς τε με σύντομα επεξηγηματικά σημειώματα.

7.   Ο «Γίγας» αποτελεί νέα ανάπτυξη του γνωστού σημιτικού μύθου των γιγάντων τον οποίο συναντούμε και στη Βίβλο, στο έκτο κεφάλαιο της Γενέσεως:

«καὶ ἐγένετο ἡνίκα ἤρξαντο οἱ ἄνθρωποι πολλοὶ γίνεσθαι ἐπὶ τῆς γῆς καὶ θυγατέρες ἐγενήθησαν αὐτοῖς. ἰδόντες δὲ οἱ υἱοὶ τοῦ θεοῦ τὰς θυγατέρας τῶν ἀνθρώπων ὅτι καλαί εἰσιν ἔλαβον ἑαυτοῖς γυναῖκας ἀπὸ πασῶν ὧν ἐξελέξαντο. καὶ εἶπεν κύριος ὁ θεός οὐ μὴ καταμείνῃ τὸ πνεῦμά μου ἐν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις εἰς τὸν αἰῶνα διὰ τὸ εἶναι αὐτοὺς σάρκας ἔσονται δὲ αἱ ἡμέραι αὐτῶν ἑκατὸν εἴκοσι ἔτη. οἱ δὲ γίγαντες ἦσαν ἐπὶ τῆς γῆς ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις καὶ μετ’ ἐκεῖνο ὡς ἂν εἰσεπορεύοντο οἱ υἱοὶ τοῦ θεοῦ πρὸς τὰς θυγατέρας τῶν ἀνθρώπων καὶ ἐγεννῶσαν ἑαυτοῖς ἐκεῖνοι ἦσαν οἱ γίγαντες οἱ ἀπ’ αἰῶνος οἱ ἄνθρωποι οἱ ὀνομαστοί».

Εκτός από τη Βίβλο, ο Μάνης είχε μελετήσει και την «Αποκάλυψη του Ενώχ», ιουδαϊκό βιβλίο εσχατολογικού περιεχομένου που πρέπει να γράφτηκε περίπου το 150. Η βασική πηγή του, όμως, πρέπει να ήταν ένα άγνωστο μέχρι πρόσφατα σε μας «Βιβλίο των Γιγάντων», που είχε διαδοθεί στους αιρετικούς ιουδαϊκούς κύκλους προς το τέλος της προχριστιανικής περιόδου: μεταξύ των αραμαϊκών κειμένων που βρέθηκαν στις σπηλιές του Κουμράν (Χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας) εντοπίστηκαν αποσπάσματα που πραγματεύονται τον μύθο των γιγάντων και είναι σχεδόν όμοια με αποσπάσματα μανιχαϊκών χειρογράφων του Τουρφάν.

Πέρα από έναν μύθο που φαντάζει στον σύγχρονο άνθρωπο μάλλον αφελής, ο «Γίγας» είναι ένα αλληγορικό σύγγραμμα με πολιτικό περιεχόμενο. Πίσω από τους γίγαντες κρύβονται οι τύραννοι της εποχής του προφήτη του μανιχαϊσμού.

8.   «Επιστολαί»: Ο Μάνης συνέταξε μεγάλο αριθμό επιστολών με ποικίλο περιεχόμενο: χαιρετισμοί για την ίδρυση εκκλησιών, αναγγελίες επισκέψεών του σε κοινότητες πιστών, επιστολές με δογματικό περιεχόμενο ή σχετικές με οργανωτικά ζητήματα. Στο «Αλ Φιχρίστ» ο Ιμπν αλ Ναντίμ αναφέρει τους τίτλους 76 επιστολών του Μάνη.

9.   Ψαλμοί και Προσευχαί: Μεταξύ των έργων του προφήτη καταλέγεται και η σύνθεση δύο ψαλμών και ενός βιβλίου προσευχών. Ελλείψει επαρκών στοιχείων, είναι αδύνατος ο εντοπισμός τους ανάμεσα στα κείμενα των μανιχαϊκών ψαλτηρίων που βρέθηκαν στο Τουρφάν.

β.   Ο μανιχαϊκός μύθος της Δημιουργίας

Δεν υπάρχει ίσως δυσκολότερο έργο από την προσπάθεια συνοπτικής παρουσίασης του μανιχαϊκού μύθου της Δημιουργίας. Πρόκειται για μια από τις πιο περίπλοκες θρησκευτικές αφηγήσεις, που συνδυάζει ζωροαστρικά, ιουδαϊκά, γνωστικά και πρωτότυπα στοιχεία. Εκτός των άλλων, το έργο χαρακτηρίζεται από την πολυωνυμία των πρωταγωνιστών του (αναλόγως της γλώσσας και των παραδόσεων κάθε περιοχής στην οποία διαδόθηκε ο μανιχαϊσμός), γεγονός που δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο την κατανόησή του. Ο Μάνης εξήγησε την ιστορία της Γένεσης στην «Πραγματεία του». Η διήγησή του σώζεται χάρη σε έναν πολέμιο του μανιχαϊσμού, τον Σύρο νεστοριανό θεολόγο του 8ου αι. Θεόδωρο βαρ Κονάι, ο οποίος την παρέθεσε στην ενδεκάτη πραγματεία του Βιβλίου του των Σχολίων, που αφορά τις αιρέσεις (πλήρης παράθεση της μανιχαϊκής Γένεσης με σχόλια σε Tardieu, όπ. π., σελ. 94 επ., και ανάλυση από θεολογική και σημειολογική άποψη σελ. 101-111/ συνοπτική κι απλουστευμένη διήγηση σε Fernand Niel «Albigeois et Cathares», σειρά Que sais-je, αριθ. 689, εκδ. PUF, Παρίσι 1955, 18η έκδ 2010, σελ. 24 επ.).

Στην αρχή, πριν ακόμη δημιουργηθεί ο ουρανός κι η γη, υπήρχαν δύο φύσεις. Η καλή, ο Θεός της Δόξης (ή Αγαθός Θεός), και η κακή, ο Βασιλεύς του Σκότους! Ο δεύτερος αποκαλείται και Διάβολος, Σατανάς ή Ύλη – και στις ιρανικές γλώσσες Αχριμάν, σε ανάμνηση του αντιπάλου του Αχούρα Μάζδα. Ζηλεύοντας την ομορφιά του βασιλείου του Θεού, ο Βασιλεύς του Σκότους θέλησε να το κατακτήσει. Ο Θεός απάντησε με την πρώτη δημιουργία (ή «πρώτη κλήση»). «Κάλεσε» (= δημιούργησε) την Μητέρα των Ζωντανών, εκείνη κάλεσε τον Πρώτο Άνθρωπο κι αυτός με τη σειρά του τους πέντε γιους του. Ο Πρώτος άνθρωπος (Ορμίζδ στις ιρανικές γλώσσες, παραπέμποντας στον Αχούρα Μάζδα) προσπάθησε να εξοντώσει τον Βασιλέα του Σκότους, αλλά νικήθηκε στον πόλεμο κι αιχμαλωτίστηκε. Η δημιουργία του Θεού μολύνθηκε από το δηλητήριο του Διαβόλου.

Μιχαήλ Άγγελος "Η Δημιουργία του Ήλιου και της Σελήνης" (1508-1512)

Μιχαήλ Άγγελος «Η Δημιουργία του Ήλιου και της Σελήνης» (1508-1512)

Ο Πρώτος Άνθρωπος προσευχήθηκε κι ικέτεψε εφτά φορές τον Θεό να τον λυτρώσει. Εκείνος προχώρησε στην δεύτερη δημιουργία: «κάλεσε» τον Φίλο του Φωτός, εκείνος τον Μεγάλο Αρχιτέκτονα, ο Μέγας Αρχιτέκτων δημιούργησε το Ζων Πνεύμα κι αυτό τους πέντε γιους του. Το Πνεύμα με τους γιους του κατέβηκε στη Γη του Σκότους και βρήκε τον αιχμάλωτο Πρώτο Άνθρωπο για να του δώσει κουράγιο. Στη δεύτερη κάθοδό του, το Πνεύμα έτεινε το χέρι του και τράβηξε τον Πρώτο Άνθρωπο από το σκοτάδι. Ο πρώτος πόλεμος τερματίζεται με τη θριαμβευτική επιστροφή του Πρώτου Ανθρώπου στη Μητέρα των Ζωντανών και το βασίλειο του Θεού.

Έπειτα, το Πνεύμα πρόσταξε τους γιους του να σκοτώσουν τους Άρχοντες, γιους του Διαβόλου. Τους έγδαραν και με το δέρμα τους η Μητέρα έφτιαξε έντεκα ουρανούς, με τα νεκρά τους σώματα οχτώ πλανήτες. Το Πνεύμα κατέβηκε ξανά στον κόσμο του σκότους: εμφανίστηκε στους γιους του Διαβόλου και τους έκανε να ξεράσουν το φως που είχαν καταπιεί όταν νίκησαν τον Πρώτο Άνθρωπο. Με αυτό το φως, το Πνεύμα έφτιαξε τον ήλιο και τη σελήνη, και με ό,τι περίσσευε τον άνεμο, το νερό και τη φωτιά με τους «τροχούς» τους (= πλανήτες), τους οποίους έθεσε σε τροχιά για να πετούν ψηλότερα από τους δαίμονες.

Στη συνέχεια, η Μητέρα των Ζωντανών, ο Πρώτος Άνθρωπος και το Ζων Πνεύμα ικέτεψαν τον Πατέρα κι εκείνος προχώρησε στην Τρίτη Κλήση, δημιουργώντας τον Άγγελο (Απεσταλμένο ή Αγγελιαφόρο). Ο Άγγελος κατέβηκε εκεί που βρισκόταν ο ήλιος κι η σελήνη κι έθεσε τα δύο ουράνια σώματα σε κίνηση. Έφτασε στα μέσα του ουρανού κι από εκεί εμφανίστηκε με την αρσενική και τη θηλυκή του μορφή στους Δαίμονες, γιους και κόρες του Βασιλέα του Σκότους. Τους ξύπνησε τέτοια ερωτική επιθυμία που αυτοί «εκσπερμάτισαν» ελευθερώνοντας μαζί και το φως που είχαν καταπιεί. Ο Άγγελος επέστρεψε στους Άρχοντες την «αμαρτία» τους (= το σπέρμα), μα αυτοί την άφησαν να πέσει στη γη, η μισή στη θάλασσα κι η άλλη μισή στην ξηρά, όπου και φύτρωσαν πέντε δέντρα.

Οι κόρες του Σκότους που ήταν έγκυες απέβαλαν όταν αντίκρισαν τον Άγγελο. Τα εκτρώματά τους έπεσαν στη γη και τράφηκαν με τα φύλλα των Δέντρων της Αμαρτίας. Η ανάμνηση του Αγγέλου δεν τα άφηνε να ησυχάσουν. Πήγαν στον Ασακλούν (ή Σάκλα), γιο του Βασιλέα του Σκότους κι εκείνος τους αποκρίθηκε: «Φέρτε μου τους γιους και τις κόρες σας κι εγώ θα σας φτιάξω μια μορφή όμοια με αυτή που είδατε»! Ο Ασακλούν καταβρόχθισε τα αρσενικά κι έδωσε τα θηλυκά στη σύντροφό του, τη Νεβροήλ. Έπειτα ενώθηκαν σαρκικά κι η Νεβροήλ γέννησε τον Αδάμ κι αργότερα την Εύα.

Η δημιουργία του ανθρώπου από τους δαίμονες ισοδυναμούσε με κήρυξη πολέμου. Ο Θεός έστειλε τότε στη Γη τον Ιησού Σωτήρα κι εκείνος βρήκε τον Αδάμ. Τον ξύπνησε και του είπε την αλήθεια. Τον πληροφόρησε ότι η ψυχή που βρισκόταν φυλακισμένη στο σώμα του είχε μέσα της το φως και του έδωσε να γευτεί τον καρπό του Δέντρου της Ζωής. Τότε ο Αδάμ αναφώνησε: «καταραμένος να είναι ο δημιουργός του σώματός μου και δεσμώτης της ψυχής μου, καταραμένοι αυτοί που με έκαναν σκλάβο»! Ο δεύτερος πόλεμος των θεών τελείωνε, αυτός των ανθρώπων μόλις άρχιζε.

Στην Πραγματεία του ο Μάνης δεν ασχολείται με την Τελική Κρίση. Το δόγμα του για την Αποκάλυψη το είχε ήδη εκθέσει στο Σαμπουραγκάν. Το τέλος θα το αναγγείλει μια σειρά από γεγονότα: διωγμοί των πιστών κι έπειτα θρίαμβος της Μανιχαϊκής Εκκλησίας, Δευτέρα Παρουσία του Ιησού. Θα ακολουθήσει η τελική κρίση των ανθρώπων κι ο επίγειος κόσμος θα καταστραφεί με μια τεράστια πυρκαγιά.

«Με αυτές τις μυθικές μορφές, που μοιάζουν σε μας παράξενες (και κάποιες φορές αχρείαστα περίπλοκες), η μανιχαϊκή θεολογία θα πρέπει να γοήτευε τη φαντασία των ανθρώπων της Ανατολής που τόσο αγαπούσαν το θαυμαστό» (Niel όπ. π., σελ. 26).

ΙΙ.   Εκκλησιαστική οργάνωση και μανιχαϊκή ηθική

Α.   Η Μανιχαϊκή Εκκλησία

Το γεγονός ότι η Μανιχαϊκή Εκκλησία κατόρθωσε να επιβιώσει παρά τους απηνείς διωγμούς που υπέστη ήδη από την εποχή της θανάτωσης του ιδρυτή της αποτελεί απόδειξη της εξαιρετικής οργάνωσής της, οι βάσεις της οποίας είχαν προφανώς τεθεί από τον ίδιο τον Μάνη.

α.   Ο Κανών των Ιερών Βιβλίων του μανιχαϊσμού

Τα συγγράμματα του Μάνη που θα έπρεπε να περιληφθούν στον κανόνα των ιερών βιβλίων καθορίσθηκαν πολύ σύντομα μετά τον θάνατο του ιδρυτή της θρησκείας. Κατά πάσα πιθανότητα η απόφαση ελήφθη κατά τη δεκαετία που προκαθήμενος της Μανιχαϊκής Εκκλησίας ήταν ο Σισίννιος, τον οποίο είχε ορίσει ως διάδοχό του ο ίδιος ο Μάνης. Το μόνο που παραλείφθηκε ήταν το Σαμπουραγκάν, ίσως γιατί φαινόταν πλέον άκαιρο και ξεπερασμένο ένα βιβλίο που απευθυνόταν σε ένα Σασσανίδη μονάρχη, την ώρα που οι διάδοχοί του είχαν θανατώσει τον προφήτη και εξαπέλυαν διωγμούς των πιστών του. Συχνά γίνεται λόγος για την μανιχαϊκή «Επτάτευχο», μια και μεταξύ των υπόλοιπων συγγραμμάτων του Μάνη η «Εικών» αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση. Μερικές φορές το έργο του προφήτη μνημονεύεται και ως «Πεντάτευχος»: λόγω της θεματικής συνάφειάς τους τα Μυστήρια, η Πραγματεία και ο Γίγας ομαδοποιούνται και λογίζονται ως ένα σύγγραμμα.

Τα ιερά βιβλία της Μανιχαϊκής Εκκλησίας δεν περιλαμβάνουν, όμως, μόνο τα κείμενα που συνέταξε ο ιδρυτής. Καταρχάς, υπήρχαν οι διηγήσεις αγιογραφικού χαρακτήρα που αναφέρονται στη ζωή του Μάνη. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται ο, γνωστός μας πλέον, Μανιχαϊκός Κώδικας της Κολωνίας, καθώς και δύο χειρόγραφα στα κοπτικά, οι «Πράξεις» και οι «Ομιλίες». Το δεύτερο έργο σώζεται με τη μορφή κώδικα αποτελούμενου από φύλλα παπύρου (βρέθηκε στο Φαγιούμ) και περιλαμβάνει τέσσερις λόγους: ο πρώτος από αυτούς είναι ένας θρήνος του Σαλμαίου, μαθητή του Μάνη, για τον θάνατο του διδασκάλου του.

Ακολουθούν τα θεολογικά συγγράμματα με τη μορφή σχολίων επί του μανιχαϊκού δόγματος. Το γνωστότερο από αυτά είναι τα κοπτικά Κεφάλαια. Ιδιαίτερη θέση μεταξύ των ιερών βιβλίων κατέχουν οι συλλογές ψαλμών, όπως το κοπτικό ψαλτήριο του Φαγιούμ, τα αποσπάσματα από τα περσικά και παρθικά ψαλτήρια ή η κινεζική συλλογή 25 ύμνων που βρέθηκε στις σπηλιές του Τουέν-χουάνγκ (10ος αι.). Τέλος, ιερωμένοι και κατηχούμενοι είχαν στη διάθεσή τους πρακτικούς οδηγούς για διάφορα ζητήματα θεολογικού και οργανωτικού χαρακτήρα. Το γνωστότερο σχετικό έργο είναι ένα τυποποιημένο κείμενο για την εξομολόγηση των αμαρτιών των πιστών, το «Χουαστουανέφτ». Σώζεται αποσπασματικά σε περσικά και σογδιανά, το δε πλήρες κείμενό του στα τουρκικά (Tardieu, όπ. π., σελ. 70).

β.   Η οργάνωση της Εκκλησίας

Μανιχαίοι Εκλεκτοί, Χότσο, Τουρφάν, 10ος αι.

Μανιχαίοι Εκλεκτοί, Χότσο, Τουρφάν, 10ος αι.

Οι πλουσιώτερες σε στοιχεία πηγές για την οργάνωση της Εκκλησίας του Μάνη είναι, αφενός μεν, τα γραπτά ενός πρώην μανιχαίου, του γνωστού και μη εξαιρετέου Αυγουστίνου της Ιππώνος, (τα οποία, αν εξαιρέσουμε τους αναμενόμενους αφορισμούς και χλευασμούς του αγίου, είναι λεπτομερή κι αρκετά ακριβή), αφετέρου δε, το μανιχαϊκό κείμενο που είναι γνωστό με τον τίτλο «Ύμνος προς τους Αποστόλους», είναι γραμμένο στα περσικά και βρέθηκε (κι αυτό) στο Τουρφάν.

Η θεμελιώδης διάκριση εντός της Μανιχαϊκής Εκκλησίας είναι αυτή μεταξύ λαϊκών (οι οποίοι ονομάζονται «κατηχούμενοι» και αποτελούν την 5η τάξη των πιστών) και εκκλησιαστικών. Το πέρασμα από τη μια κατηγορία στην άλλη συνεπαγόταν δραστικές μεταβολές όσον αφορά την ένταση των υποχρεώσεων και των δεσμεύσεων του πιστού. Οι περισσότεροι από τους μανιχαίους που αφιερώνονταν στη θρησκεία παρέμεναν στην 4η τάξη πιστών και αποκαλούνταν «εκλεκτοί» ή «δίκαιοι» (στα λατινικά συναντούμε και τους όρους «τέλειοι» και «άγιοι»: perfecti και sancti, αντίστοιχα), ζούσαν σε ναούς και μονές (οι οποίες, αντίθετα προς τη μεταγενέστερη χριστιανική παράδοση, βρίσκονταν πάντα μέσα στις πόλεις). Το σύνολο των δραστηριοτήτων τους σχετιζόταν με την εκπλήρωση των θρησκευτικών καθηκόντων τους: προσευχές, κατήχηση κι εξομολόγηση των πιστών, μελέτη κι αντιγραφή των ιερών βιβλίων. Για τις υλικές ανάγκες τους, λ.χ. σε τρόφιμα και ρουχισμό, μεριμνούσαν οι κατηχούμενοι. Εκλεκτοί μπορούσαν να γίνουν τόσο οι άντρες όσο και οι γυναίκες.

Μεταξύ των εκλεκτών επιλέγονταν αυτοί που θα αποτελούσαν το εν στενή εννοία ιερατείο και θα καταλάμβαναν τα εκκλησιαστικά αξιώματα. Οι τρεις ανώτερες τάξεις υπόκεινται στον περιορισμό του numerus clausus, απαρτίζονται δε αποκλειστικά από άνδρες. Τα μέλη της τρίτης τάξης ονομάζονταν «πρεσβύτεροι» ή «οικοδεσπότες» (ονομασία που κληροδότησαν στον μανιχαϊσμό οι Εσσαίοι, μέσω των Ελκεσαϊτών). Οι πρεσβύτεροι δεν μπορούσαν να ξεπεράσουν σε αριθμό τους 360 (όσες και οι μέρες του χρόνου). Πολύ συχνά ο υπεύθυνος για τη διοίκηση των μανιχαϊκών ναών και μονών ήταν πρεσβύτερος. Η 2η τάξη αποτελούταν από τους επισκόπους. Έφεραν τον τίτλο του «διακόνου» και ο αριθμός τους δεν μπορούσε να υπερβαίνει τους 72 (δηλαδή τον θρυλούμενο αριθμό των μαθητών του Ιησού που στάλθηκαν για να κηρύξουν τον λόγο του θεού). Η ανώτατη τάξη περιελάμβανε τους 12 «διδασκάλους» ή «αποστόλους», οι οποίοι συγκροτούσαν το συμβούλιο της Μανιχαϊκής Εκκλησίας κι είχαν την ευθύνη της υπεράσπισης του δόγματος και της διοίκησης των επαρχιών. Τέλος, στην κορυφή της εκκλησιαστικής ιεραρχίας βρισκόταν ο «Αρχηγός», προκαθήμενος της Εκκλησίας και διάδοχος του Μάνη.

Β.   Μανιχαϊκή ηθική

Ο πιστός όφειλε καταρχήν να συνειδητοποιήσει τη θέση του, αυτήν του εγκλωβισμένου σε ένα μολυσμένο κόσμο. Ο ασκητισμός, η εγκράτεια και η περιφρόνηση για το φθαρτό σαρκίο-φυλακή της ψυχής αποτελούν βασικές αρχές της ζωής του μανιχαίου. Ο κώδικας, πάντως, των ηθικών υποχρεώσεών του διαφοροποιείται αναλόγως της ιδιότητας του κατηχούμενου ή του εκλεκτού.

α.   Οι ηθικές υποχρεώσεις των «εκλεκτών»

Οι εκλεκτοί (και φυσικά οι «ιερωμένοι» των τριών ανώτερων τάξεων) όφειλαν να τηρούν τις πέντε εντολές (ο πλήρης κατάλογός τους διασώζεται σε κείμενα γραμμένα στα κοπτικά και στη γλώσσα της Σογδιανής). Η πρώτη εντολή είναι αυτή της «αλήθειας», όρος που υπονοεί την υποχρέωση του μανιχαίου εκλεκτού να διάγει βίο σύμφωνο με τις επιταγές της θρησκείας.

Η πιο πρωτοποριακή, όμως, από τις ηθικές υποχρεώσεις που υπείχαν οι μανιχαίοι εκκλησιαστικοί ήταν η δεύτερη εντολή, η «απαγόρευση της βίας», η οποία οριζόταν με τρόπο εξαιρετικά διασταλτικό. Η εντολή αυτή εμφανίζει το παράδοξο να είναι ταυτόχρονα εν μέρει απολύτως σύμφωνη με σύγχρονες αντιλήψεις και εν μέρει εντελώς ακατανόητη για αυτές. Ο εκλεκτός δεν πρέπει να πειράξει με οποιονδήποτε τρόπο κάποιο από τα πέντε στοιχεία (φως, φωτιά, νερό, άνεμος και αέρας) τα οποία ενυπάρχουν, αναμεμειγμένα με μόρια μολυσμένης ύλης, στους ανθρώπους, τα ζώα, τα φυτά και τη φύση (Tardieu, όπ. π., σελ. 80). Η εντολή αυτή βασίζεται στην πεποίθηση ότι «κάθε γήινο σώμα μεταφέρει μόρια καθαρού φωτός τα οποία έχουν αιχμαλωτισθεί στην ύλη αναμένοντας τη λύτρωσή τους. Το σύνολό τους σχηματίζει έναν τεράστιο φωτεινό σταυρό που εκτείνεται σε ολόκληρη την οικουμένη, υπενθυμίζοντας το μαρτύριο του Ιησού… Κάθε πράξη που στρέφεται κατά των γήινων σωμάτων στρέφεται και κατά των ίδιων των φωτεινών σωμάτων και, επομένως, κατά του Σταυρού του Φωτός και του Ουράνιου Ιησού» (όπ. π., σελ. 80-81). Ο μανιχαίος απαγορεύεται να σκοτώσει ή να πληγώσει άνθρωπο ή ζώο, ή να πειράξει ένα φυτό. Δεν μπορεί επίσης να ασχοληθεί με αγροτικές εργασίες, να χρησιμοποιήσει ορισμένα φάρμακα ή να «διαταράξει την ηρεμία» του νερού, του χιονιού ή της γης!

Η τρίτη εντολή είναι αυτή της απόλυτης αγνότητας, η οποία επιτάσσει αποχή όχι μόνο από κάθε σεξουαλική επαφή, αλλά και από κάθε πράξη που ενδέχεται να δώσει ευχαρίστηση (όπως το άγγιγμα του χιονιού ή ενός υφάσματος)! Ένα απλό λουτρό, επομένως, αντιβαίνει και στη δεύτερη εντολή (γιατί διαταράσσει τα μόρια φωτός που υπάρχουν σ’ αυτό) και στην τρίτη (γιατί πρόκειται για πράξη που χαρίζει ευχαρίστηση). Βάσει της τρίτης εντολής, απαγορεύεται επίσης κάθε πράξη που συμβάλλει στην αναπαραγωγή των ζώων ή των φυτών, δεδομένου ότι καθυστερεί την τελική λύτρωση των μορίων αγνού φωτός που είναι αιχμαλωτισμένα στα ζωντανά σώματα (Tardieu, όπ. π., σελ. 82).

Η εντολή «περί αγνότητας του στόματος», συνεπάγεται αφενός την απαγόρευση του ψεύδους, της βλασφημίας και της συκοφαντίας και αφετέρου την τήρηση των διατροφικών κανόνων: αυστηρή απαγόρευση της κατανάλωσης κρέατος και ποτών που είναι προϊόντα ζύμωσης (αλκοολούχα και άλλα), κατανάλωση μόνο συγκεκριμένων φρούτων και λαχανικών, νηστείες. Η πέμπτη εντολή, τέλος, είναι η «μακάρια πενία»: ο μανιχαίος δεν έχει την κυριότητα κανενός πράγματος, πέρα από την τροφή μιας ημέρας και το ένδυμα με το οποίο πρέπει να περάσει μια χρονιά.

β.   Ο κώδικας των ηθικών υποχρεώσεων των κατηχούμενων

Μανιχαίοι, Χότσο, Τουρφάν (9ος αι.)

Μανιχαίοι, Χότσο, Τουρφάν (9ος αι.)

Μολονότι διέπεται από τις ίδιες αρχές, ο κώδικας των κανόνων ηθικής που δεσμεύουν τους κατηχούμενους είναι σαφώς ελαστικότερος ως προς το εύρος των υποχρεώσεων απ’ ό,τι αυτός που ισχύει για τους εκλεκτούς. Σε αντίθετη περίπτωση, άλλωστε, θα έπρεπε να σταματήσει κάθε οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα και, φυσικά, η αναπαραγωγή του ανθρώπινου είδους. Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν υπερβολικά ριζοσπαστική ακόμα και για μια θρησκεία που πρέσβευε την ιδέα ότι κόλαση ήταν η επίγεια ζωή (Niel όπ. π., σελ. 27).

Οι λαϊκοί υπέχουν υποχρεώσεις πέντε ειδών. Η πρώτη είναι η τήρηση των Δέκα Εντολών. 1. Απάρνηση της ειδωλολατρίας, αποδοχή του μονοθεϊσμού και απόρριψη της όποιας ανθρωπομορφικής θεώρησης του θεού. Ο αληθινός θεός δεν είναι υπεύθυνος ούτε για τη ζωή ούτε για το θάνατο επί της γης. 2. Απαγόρευση του ψεύδους, της βλασφημίας και της συκοφαντίας. 3. Απαγόρευση της κατανάλωσης κρέατος και αλκοολούχων ποτών. 4. Επίδειξη σεβασμού στους ανθρώπους της θρησκείας. 5. Μονογαμία, συζυγική πίστη και, κατά τις ημέρες νηστείας, αποχή από κάθε σεξουαλική πράξη. 6. Παροχή βοήθειας στους κατατρεγμένους και καταδίκη της φιλαργυρίας. 7. Καταδίκη ψευδοπροφητών και επίορκων πρώην μανιχαίων. 8. Απαγόρευση να χτυπήσει, πληγώσει, βασανίσει ή να σκοτώσει ανθρώπους και ζώα. 9. Απαγόρευση της κλοπής και της απάτης. 10. Απαγόρευση πράξεων που σχετίζονται με τη μαγεία και τη μαγγανεία.

Επιπροσθέτως, ο κατηχούμενος είναι υποχρεωμένος να προσεύχεται τέσσερις φορές ημερησίως (ανατολή, μεσημβρία, δύση και νύχτα – οι εκλεκτοί έπρεπε να προσεύχονται επτά φορές σε ανάμνηση των ισάριθμων προσευχών του Πρώτου Ανθρώπου κατά την αιχμαλωσία του στο βασίλειο του σκότους), στραμμένος προς τον ήλιο και τη σελήνη, τα ουράνια σώματα που «αποτελούν τον δρόμο μας και την πύλη μέσα από την οποία θα οδηγηθούμε στον κόσμο της ύπαρξής μας, την ουράνια πατρίδα μας» (Μάνης «Τα των Μυστηρίων»). Υπέχει υποχρέωση ελεημοσύνης, η οποία περιλαμβάνει και τη συντήρηση των εκλεκτών. Πρέπει να νηστεύει κατά τις καθορισμένες ημέρες. Η ημέρα εβδομαδιαίας νηστείας ήταν η Κυριακή, η ημέρα του ήλιου. Η νηστεία αυτή ήταν ιδιαιτέρως σημαντική για τους μανιχαίους μια και συμβόλιζε την ένωση του πληρώματος της Εκκλησίας: τίποτε δεν διέκρινε εκλεκτούς και κατηχούμενους τις Κυριακές (Tardieu, όπ. π., σελ. 88)! Οι λαϊκοί, τέλος, έπρεπε (όπως και οι εκλεκτοί) να εξομολογούνται τις αμαρτίες τους. Η καθορισμένη ημέρα εξομολόγησης ήταν η Δευτέρα (η ημέρα που ήταν αφιερωμένη στη σελήνη).

Τηρώντας τις ηθικές υποχρεώσεις του, ένας μανιχαίος εκλεκτός μπορούσε να ελπίζει ότι θα κατακτήσει τη βασιλεία των ουρανών. Για τον απλό κατηχούμενο που είχε ζήσει σύμφωνα με τον νόμο της θρησκείας του, υπήρχε η ελπίδα να ξαναγεννηθεί στο σώμα κάποιου που επρόκειτο να γίνει εκλεκτός (Niel όπ. π., σελ. 27-28).

Γ.   Οι γιορτές των μανιχαίων

Δεδομένου ότι ο μανιχαϊσμός, διατηρώντας ως προς τούτο την ελκεσαϊτική παράδοση, είχε ενσωματώσει στο δόγμα του τη διδασκαλία του Ιησού, οι πιστοί του συνέχιζαν να τιμούν τις μεγάλες χριστιανικές γιορτές: Θεοφάνεια, Πάσχα, Πεντηκοστή. Η σπουδαιότερη αμιγώς μανιχαϊκή γιορτή ήταν αυτή του Βήματος, ημέρα μνήμης του μαρτυρίου του προφήτη. Η ονομασία παρέπεμπε στο βήμα απ’ όπου δίδασκε ο Μάνης. Η γιορτή αυτή ακολουθούσε σε πολλά σημεία το πρότυπο του χριστιανικού Πάσχα: εαρινή ημερομηνία (το Βήμα εορταζόταν την εαρινή ισημερία), προετοιμασία με αγρυπνίες και παρατεταμένη νηστεία (για την ακρίβεια, σειρά νηστειών που ξεκινούσαν περί τα μέσα Νοεμβρίου και κορυφώνονταν με τη νηστεία των 30 ημερών, μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου, η οποία πάντως διακόπτεται με τη δύση του ηλίου) και φυσικά κοινή σημασία: η ανάμνηση των παθών του ιδρυτή της θρησκείας. Την ημέρα της γιορτής οι πιστοί τιμούσαν το μαρτύριο του προφήτη, τον θάνατο και την «απελευθέρωσή» με την ανάληψη στους ουρανούς. Για τους μανιχαίους επρόκειτο για το αληθινό Πάσχα: «η χριστιανική γιορτή τιμούσε κατά τα φαινόμενα πάθη και θάνατο, διότι ο Ουράνιος Ιησούς δεν ήταν δυνατό ούτε να υποφέρει ούτε να πεθάνει, ενώ η μανιχαϊκή γιορτή τιμούσε κάποιον που βασανίστηκε και πέθανε στ’ αλήθεια» (Tardieu, όπ. π., σελ. 90).

ΙΙΙ.   Εξάπλωση του μανιχαϊσμού

«Μανιχαίοι υπάρχουν σχεδόν παντού, πουθενά, όμως, δεν είναι πολλοί. Δεν βλάπτουν κανένα, υπάρχουν όμως αρκετοί που θέλουν το κακό τους» (Λιβάνιος «Επιστολή προς Πρισκιανό»)

Μποττιτσέλλι "Άγιος Αυγουστίνος"

Μποττιτσέλλι «Άγιος Αυγουστίνος»

Α.   Στην Περσία. Πολύ νωρίς ο μανιχαϊσμός αντιμετώπισε διωγμούς οι οποίοι θα μπορούσαν να τον έχουν εξαφανίσει ήδη από τα πρώτα βήματά του. Στην πατρίδα του, την αυτοκρατορία των Σασσανιδών, οι διωγμοί συνεχίστηκαν στα χρόνια της βασιλείας του Βαχράμ Β΄, ο οποίος, όπως και ο πατέρας του, ελεγχόταν από τον Κιρντίρ. Δέκα χρόνια αφότου ανέλαβε την ηγεσία της Μανιχαϊκής Εκκλησίας, ο διάδοχος του Μάνη, ο Σισίννιος, συνελήφθη και μαρτύρησε στην Μπεσαμπούρ της Περσίας (284 ή 286). Οι διώξεις θα σταματήσουν προσωρινά με την άνοδο στον θρόνο του Ναρσή, τρίτου γιου του Σαπώρη Α΄ (292). Η ηρεμία δεν θα κρατήσει ούτε δεκαετία: ο διάδοχος του Ναρσή (Ορμίσδας Β’ ) θα επιστρέψει στην πολιτική των διωγμών μανιχαίων και χριστιανών.

Β.   Ο μανιχαϊσμός στη Δύση. Και, όμως, παρά τις αντιξοότητες, ο μανιχαϊσμός θα επιβιώσει και θα διαδοθεί πέρα από τα σύνορα της περσικής αυτοκρατορίας. Συγγράμματα χριστιανών πολέμιων του Μάνη, αυτοκρατορικά έδικτα και άλλα στοιχεία μαρτυρούν την παρουσία μανιχαίων σε διάφορες επαρχίες της αυτοκρατορίας: Αίγυπτος και υπόλοιπη Βόρεια Αφρική (ήδη από τα τέλη του 3ου αι.), Συρία (πρώτο ήμισυ του 4ου αι.), Μικρά Ασία (το 375 ο Μακάριος της Μαγνησίας  γράφει ότι «ο μανιχαϊσμός έχει διαφθείρει ολόκληρη την Ανατολή»), Ευρώπη. Στα μέσα του 4ου αι. συντάσσονται στην Αίγυπτο οι κοπτικοί κώδικες του Ναγκ Χαμμαντί (Άνω Αίγυπτος). Το 373 ο γεννημένος στη Θαγάστη της Νουμιδίας Αυγουστίνος εισέρχεται στην Μανιχαϊκή Εκκλησία ως κατηχούμενος. Δέκα χρόνια αργότερα, η γνωριμία του με τον Φαύστο της Μιλέβης, μανιχαίο επίσκοπο Αφρικής, θα απογοητεύσει τόσο πολύ τον Αυγουστίνο που θα τον απομακρύνει από τη διδασκαλία του Μάνη. Η συνέχεια είναι γνωστή: το 387 βαπτίζεται χριστιανός στο Μεδιόλανο και ξεκινά τη σταδιοδρομία που θα τον οδηγήσει στη συγγραφή ορισμένων εκ των σημαντικότερων θεολογικών έργων (πολλά από αυτά με χαρακτήρα αντίκρουσης των ιδεών του μανιχαϊσμού) και, τελικά, στην αγιοσύνη.

Ούτε η ρωμαϊκή αυτοκρατορική εξουσία έδειξε ιδιαίτερη συμπάθεια ή έστω ανοχή προς τον μανιχαϊσμό. Ο πρώτος διωγμός χρονολογείται στα 297 κι ένα έδικτο του Διοκλητιανού. Το 372 έδικτο του Ουαλεντινιανού προβλέπει χρηματικές ποινές, δημεύσεις περιουσίας και ποινές εξορίας κατά των μανιχαίων που ζουν στη Ρώμη. Το 381, ο Θεοδόσιος Α΄ επιβάλλει ποινή αποστέρησης πολιτικών δικαιωμάτων σε αυτούς που έχουν ασπασθεί το μανιχαϊσμό, φανερά ή κρυφά. Θα ακολουθήσουν στον κατάλογο των διωκτών ο Ονώριος, ο Ουαλεντινιανός Γ΄, ο Θεοδόσιος Β΄, ο Ιουστίνος κι ο Ιουστινιανός. Σ’ αυτούς θα προστεθούν, νομοτελειακά, οι αξιωματούχοι της Χριστιανικής Εκκλησίας που έχει πια επικρατήσει στην αυτοκρατορία (λ.χ. οι πάπες Γελάσιος Α΄, το 492, και Ορμίσδας, το 520). Υφιστάμενος τον άνισο ανταγωνισμό του χριστιανισμού, ο μανιχαϊσμός δεν θα αντέξει στη Δύση. Σιγά-σιγά θα σβήσει ως οργανωμένη Εκκλησία.

Γ.   Ο μανιχαϊσμός στην Ανατολή. Ακόμη πιο εντυπωσιακή υπήρξε η διάδοση του μανιχαϊσμού προς ανατολάς. Μέσω του Χορασάν, έφτασε γρήγορα στην Κεντρική Ασία, τη Βακτριανή και τη Σογδιανή, όπου και γνώρισε μεγάλη άνθηση. Η Σαμαρκάνδη έγινε η «πρωτεύουσα» του μανιχαϊσμού. Τα σογδιανά αντικατέστησαν σταδιακά τα παρθικά ως κύρια γλώσσα της Μανιχαϊκής Εκκλησίας της Ανατολής.

Το 570 οι μανιχαϊκές κοινότητες της περιοχής του Ώξου, καθοδηγούμενες από τον Σαντ Ορμίσδ, κατηγορούν τη Μητέρα Εκκλησία της Βαβυλωνίας για χαλάρωση των ηθών, Το πρώτο σχίσμα στην Ιστορία του μανιχαϊσμού είναι γεγονός. Την ίδια χρονιά, στη Μέκκα, γεννιέται ο Μωάμεθ. Τα γεγονότα θα τρέξουν με απίστευτη ταχύτητα. Αμέσως μετά τον θάνατο του προφήτη (632) οι Άραβες θα ξεχυθούν για να κατακτήσουν τον κόσμο. Το 637 καταλαμβάνουν την Κτησιφώντα. Η μεγάλη ιρανική αυτοκρατορία των Σασσανιδών ανήκει στο παρελθόν. Η ανεκτικότητα που επεδείκνυε το Ισλάμ προς τη θρησκεία του Μάνη γνώρισε πολλές διακυμάνσεις. Οι μουσουλμάνοι κινούνται προς τα ανατολικά (το 710 φθάνουν στη Σογδιανή), ο διωκόμενος μανιχαϊσμός ανατολικότερα. Σόγδιοι μανιχαίοι διασχίζουν το σημερινό κινεζικό Τουρκεστάν, όπου το Κασγκάρ αποτελεί ήδη κέντρο του μανιχαϊσμού, και φθάνουν μέχρι τον Κίτρινο Ποταμό. Και κάπως έτσι θα καταστεί δυνατή η συνάντηση του μανιχαϊσμού με μια ομάδα νομαδικών φυλών που επρόκειτο να γοητευθεί από τη διδασκαλία του Μάνη. Μιλάμε για τους Τούρκους

Ορντού Μπαλίκ/ Καρά-μπαλγασούν

Ορντού Μπαλίκ/ Καρά-μπαλγασούν

Στις 20 Νοεμβρίου του 762, οι Ουιγούροι καταλαμβάνουν και λεηλατούν την κινεζική πόλη του Λο-γιανγκ στον Κίτρινο Ποταμό. Ο καγάνος τους, ο Τενγκρί Μπεγύ, που οι Κινέζοι ονόμαζαν Μέου-γιου, γνωρίζει μανιχαίους ιεραπόστολους (μάλλον καταγόμενους από τη Σογδιανή) που ζούσαν εκεί, εντυπωσιάζεται και ασπάζεται τον μανιχαϊσμό. Επιστρέφοντας στην πρωτεύουσά του, το Ορντού Μπαλίκ επί του ποταμού Ορχόν, φέρνει μαζί του μανιχαίους εκλεκτούς οι οποίοι θα ιδρύσουν την εκεί Μανιχαϊκή Εκκλησία, προσηλυτίζοντας τον πληθυσμό (Jean-Paul Roux «L’Asie Centrale (Histoire et civilisations)», Fayard, Παρίσι, 1997, σελ. 201-202). Από τη νέα του βάση ο μανιχαϊσμός θα διαδοθεί αφενός μεταξύ των τουρκικών φυλών, αφετέρου στην Κίνα. Η περίφημη τρίγλωσση επιγραφή της Καρά-μπαλγασούν (σήμερα στη Μογγολία, περίπου 815, κινεζικά, τουρκικά, σογδιανά) διηγείται την ιστορία της διάδοσης του μανιχαϊσμού μεταξύ των Ουιγούρων: «Η χώρα του αλληλοσκοτωμού έγινε χώρα της καλοσύνης». Στα μέσα του 9ου αι. ο μανιχαϊσμός επικρατεί στην ουιγουρική ηγεμονία του Τουρφάν. Η επιτυχία του μανιχαϊσμού μεταξύ των τουρκικών φυλών εξηγείται και από ειδικούς λόγους: επιθυμία των Ουιγούρων να αναπτύξουν τις εμπορικές σχέσεις τους με τους Σογδίους, στόχο στην επίτευξη του οποίου μπορούσε να βοηθήσει μια κοινή θρησκεία, ικανότητα προσαρμογής του μανιχαϊσμού στις παραδόσεις του τουρκικού σαμανισμού.

Η άνοιξη δεν θα κρατήσει για πάντα. Θα έρθει η ώρα που η θρησκεία του Μάνη θα βρεθεί και στο Τουρκεστάν αντιμέτωπη με το ισλάμ. Δίχως τη στήριξη της πολιτικής εξουσίας θα αρχίσει να χάνει έδαφος. Αργότερα, η αυτοκρατορία των Μογγόλων του Τσενγκίς Χαν, παρά τη γνωστή πολιτική θρησκευτικής ανεκτικότητας που τη χαρακτήριζε, δεν θα ευνοήσει τελικά ιδιαίτερα στην επιβίωση του μανιχαϊσμού. Απομονωμένες ή ολιγομελείς μανιχαϊκές κοινότητες θα συνεχίσουν να υπάρχουν (μια από αυτές θα γνωρίσουν ο Μάρκο κι ο Μαφέο Πόλο το 1292 στο Τσιουάν-τσέου/ Ζαΐτούν, στην ηπειρωτική Κίνα απέναντι από την Ταϊβάν), αλλά η πορεία μαρασμού δεν θα ανακοπεί.

Εύλογα αναρωτιέται κάποιος γιατί ο μανιχαϊσμός δεν κατόρθωσε να επιβιώσει ως θρησκεία μέχρι τις ημέρες μας. Τι λιγότερο ή τι περισσότερο είχε, ώστε τελικά να μην μπορέσει να βρεί τη θέση που του άξιζε στην παγκόσμια Ιστορία των θρησκειών; Ήταν, άραγε, περισσότερο πρωτοποριακός απ’ ό,τι έπρεπε; Μήπως η αυστηρότητα κι ο ακραίος ασκητισμός του αποθάρρυναν; Μήπως φόβιζαν την εκάστοτε κοσμική εξουσία κάνοντάς την να θεωρεί την Εκκλησία του Μάνη επικίνδυνα «αντικοινωνική»; Το βέβαιο είναι ότι του έλειψε ακριβώς αυτή η στήριξη μιας ισχυρής εξουσίας, αυτοκρατορικής κατά προτίμηση. Αν την είχε, ίσως και να βρισκόταν στη θέση του χριστιανισμού ή του ισλάμ [i]. Σε κάθε περίπτωση, η επίδρασή του υπήρξε σημαντική: γονιμοποίησε ιδέες, επηρέασε θρησκείες, επέζησε μέσα από μεταγενέστερες μορφές θρησκευτικής πίστης που ενσωμάτωναν πολλές από τις αρχές του.

ΥΓ: Η παρούσα ανάρτηση μπορεί και να θεωρηθεί απλώς περίληψη του βιβλίου του Μισέλ Ταρντιέ, το οποίο ήδη μνημονεύσαμε, εμπλουτισμένη με επιπλέον στοιχεία και κάποιες ρογήρειες σκέψεις. Είναι, επίσης, αδιαμφισβήτητο ότι άργησε πολύ να δημοσιευθεί. Οι υποχρεώσεις της καθημερινότητας, όμως, ξεπερνούν συχνά ακόμη και τις καλύτερες προθέσεις. Κι έπειτα, το άρθρο κατέληξε να έχει τριπλάσια έκταση από αυτήν που υπολόγιζα αρχικά. Θα πρέπει να είναι μάλλον ένδειξη συμπάθειας για τον μανιχαϊσμό, συμπάθεια που αξίζει σε όλους τους μεγάλους ηττημένους της Ιστορίας. Τούτος εδώ, βέβαια, αντιστάθηκε σθεναρά. Κι άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη του.


[i] Συγκρίνοντας τις υποχρεώσεις των κατηχούμενων μανιχαίων με αυτές των πιστών του ισλάμ διαπιστώνουμε ότι ο μανιχαϊσμός πρέπει να επηρέασε σαφώς τη θρησκεία του Μωάμεθ. Η τήρηση των 10 μανιχαϊκών εντολών μπορεί να συγκριθεί με την υποχρέωση πίστης του μουσουλμάνου. Προσευχή, νηστεία και ελεημοσύνη αποτελούν κοινές υποχρεώσεις στις δύο θρησκείες, ενώ απλώς η εξομολόγηση αμαρτιών των μανιχαίων αντικαταστάθηκε στο ισλάμ από το προσκύνημα στους Άγιους Τόπους (Tardieu, όπ. π., σελ. 84-85). Είναι δε αξιοσημείωτο ότι ο ισλαμισμός ακολούθησε για το Ραμαζάνι το πρότυπο νηστείας του μανιχαϊσμού (νηστεία που διακόπτεται με τη δύση του ηλίου).

Advertisements

Οι Έλληνες στη Βακτριανή (και στην Ινδία): μέρος Δ΄

Ιανουαρίου 27, 2010

 

Από όλους τους Έλληνες ηγεμόνες της Βακτριανής, ο Ευκρατίδης ήταν αυτός που βασίλεψε στη μεγαλύτερη επικράτεια. Ωστόσο, μετά τον θάνατό του το κατά τα φαινόμενα ισχυρό αυτό βασίλειο θα διαλυθεί αρκετά γρήγορα. Είδαμε στο προηγούμενο μέρος ότι, σύμφωνα με την παράδοση που μας μεταφέρει ο Ιουστίνος, ο Ευκρατίδης δολοφονήθηκε από κάποιον από τους γιους του κατά την επιστροφή από εκστρατεία στην κοιλάδα του Ινδού ποταμού. Δεν ξέρουμε ποιός ακριβώς τον διαδέχθηκε. Βάσει των νομισματικών μαρτυριών, τρεις είναι οι υποψήφιοι διάδοχοι (κι αν πιστέψουμε τον όχι ιδιαίτερα αξιόπιστο Ιουστίνο και πατροκτόνοι): ο Ευκρατίδης Β΄, ο Πλάτων και ο Ηλιοκλής. Ελλείψει άλλων ιστορικών πηγών μπορούμε να κάνουμε μόνον υποθέσεις. Ίσως ο Ευκρατίδης Β΄ να υπήρξε ο άμεσος διάδοχος του πατέρα του, ενώ ο Πλάτων, ο επονομαζόμενος και Επιφανής, μάλλον βασίλεψε σε μια περιορισμένη επικράτεια που περιελάμβανε τους Παροπαμισάδες και το νότιο τμήμα της Βακτριανής. Η χρονολόγηση των νομισμάτων και των δύο παρέχει ενδείξεις για σύντομη περίοδο βασιλείας, από το 145 έως το 140 π.Χ. Η πιο πιθανή υπόθεση είναι ότι μετά τον θάνατο του Ευκρατίδη Α΄, ακολούθησε έντονη εμφύλια διαμάχη στη οποία θα πρέπει να ενεπλάκη και ο Ηλιοκλής και η οποία οπωσδήποτε εξασθένησε ακόμη περισσότερο το βασίλειο της Βακτριανής. Κατά πάσα πιθανότητα, γύρω στα 140 ο Ηλιοκλής καθίσταται κυρίαρχος ολόκληρου του κράτους. Οι περισσότεροι ιστορικοί θεωρούν ότι ο Ηλιοκλής, ο επονομαζόμενος Δίκαιος, ήταν γιος του Μεγάλου Ευκρατίδη. Το παράδοξο είναι ότι ούτε στα νομίσματα του Ηλιοκλή ούτε στα νομίσματα των άλλων υπάρχει απεικόνιση των Διόσκουρων, των προστατών του Ευκρατίδη Α΄ (στα νομίσματα του Ηλιοκλή απεικονιζόταν ο Δίας, σ’ αυτά του Ευκρατίδη Β΄ ο Απόλλων με το τόξο του, στα νομίσματα του Πλάτωνα, τέλος, ο Ήλιος και μάλιστα με τρόπο που ίσως μαρτυρά επίδραση από την ινδική τεχνοτροπία). Σε κάθε περίπτωση, ο Ηλιοκλής θα αποτελέσει τον τελευταίο μονάρχη της ελληνιστικής Βακτριανής: μετά από αυτόν η ελληνική κυριαρχία θα επιβιώσει (με δυσκολίες, αλλά για ενάμισι αιώνα) μόνο στις περιοχές νοτίως του Ινδικού Καυκάσου. 

Ρέκβιεμ για την ελληνιστική Βακτριανή: Τί μπορεί να συνέβη στη Βακτριανή; Ο σκληρός εμφύλιος που υποθέτουμε ότι ακολούθησε τον θάνατο του Ευκρατίδη (και που, βέβαια, δεν ήταν ο πρώτος τον οποίο γνώρισε το βασίλειο) εξάντλησε τις στρατιωτικές δυνάμεις και έπληξε ανεπανόρθωτα τη συνοχή του κράτους. Σ’ αυτό θα συνέβαλαν και οι διαρκείς προσπάθειες του Ευκρατίδη Α΄ να υποτάξει τους ανεξάρτητους Έλληνες ηγεμόνες της Ινδίας. Θα πρέπει να υπήρχαν κι άλλα αίτια, ίσως κοινωνικές ταραχές ή και οικονομική κρίση. Ξέρουμε όμως τόσο λίγα για τη διοικητική και στρατιωτική οργάνωση και την κοινωνική δομή της ελληνιστικής Βακτριανής που πάλι περιοριζόμαστε σε υποθέσεις. Το βέβαιο είναι ότι σ’ αυτήν την περίοδο εσωτερικής αστάθειας οι εξωτερικοί κίνδυνοι γίνονται πιο απειλητικοί από ποτέ. Οι Πάρθοι του Μιθριδάτη Α΄ Αρσάκη Ε΄ συνεχίζουν να αποσπούν εδάφη στα δυτικά (τούτο θα πρέπει να είχε ξεκινήσει ήδη από τα χρόνια της βασιλείας του Μεγάλου Ευκρατίδη). Την Παρθική ισχύ θα δοκιμάσουν άλλωστε και οι ίδιοι οι Σελευκίδες οι οποίο σύντομα θα χάσουν όχι μόνο ό,τι τους είχε απομείνει από τις Άνω Σατραπείες, αλλά και την ίδια την κοιτίδα της δυναστείας τους, τη Βαβυλωνία (141). Μοιραίος κίνδυνος, όμως, θα αποδειχθεί αυτός των νομαδικών ιρανικών φυλών στα βόρεια και βορειοανατολικά του βασιλείου. Καθοριστικό θα αποβεί ένα «ντόμινο» μετακινήσεων νομαδικών λαών τις οποίες θα πυροδοτήσει η εξάπλωση, τόσο προς τα δυτικά όσο και προς τα ανατολικά, ενός μάλλον πρωτοτουρκικού λαού, τον οποίο τα κινεζικά χρονικά ονομάζουν Χιόνγκ-Νου και κάποιοι ιστορικοί θεωρούν πρόγονο των Ούνων. Οι Χιόνγκ-Νου θα απωθήσουν προς τα δυτικά μια ομάδα ιρανόφωνων νομαδικών λαών, τους Τοχάριους (ή «Τόχαρους» κατά τον Στράβωνα: βιβλίο ΙΑ΄, 8, 2) ή, σύμφωνα με τις κινεζικές πηγές, Γουέ-Σι ή Γουέ-Τζι, οι οποίοι ζούσαν στην κοιλάδα του ποταμού Ταρίμ στο σημερινό κινεζικό Τουρκεστάν. Με τη σειρά τους, οι Τοχάριοι θα κινηθούν δυτικά-νοτιοδυτικά και θα αναγκάσουν σε αντίστοιχη μετακίνηση τους σκυθικούς λαούς (Σάκες, Δάχες κ.λπ.) που κινούνταν στη βόρεια μεθόριο της Βακτριανής. Έτσι, το ελληνιστικό κράτος θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει δύο διαδοχικά κύματα εισβολών. Η πρώτη εισβολή (από τους Σάκες;) θα πρέπει να ξεκίνησε ήδη από τα χρόνια του Ευκρατίδη Β΄, ο οποίος στα τελευταία νομίσματά του ονομάζεται πλέον «Σωτήρ», στοιχείο που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πρέπει να είχε αναλάβει κάποια προσπάθεια άμυνας του βασιλείου, μάλλον κατά των νομάδων, προσπάθεια που φαίνεται ότι αποδείχθηκε μοιραία για τον ίδιο. Ό,τι και να συνέβη, είναι βέβαιο ότι όταν ο Ηλιοκλής αναλαμβάνει τα ηνία της Βακτριανής η κατάσταση είναι πλέον εξαιρετικά κρίσιμη και, ενδεχομένως, μη αναστρέψιμη. Ήδη, εξαιτίας και των παρθικών εισβολών, έχουν απωλεσθεί όλα τα εδάφη στα δυτικά και έχουν απομείνει μόνον η καθαυτό Βακτριανή και η Σογδιανή, ή μάλλον ένα τμήμα τους: οι επιθέσεις των νομάδων έχουν καταστρέψει όλες τις πόλεις του Βορρά (ανάμεσα τους και η «Ευκρατίδεια» του Άι Χανούμ). Προφανώς ο Ηλιοκλής θα προσπαθήσει, αλλά το πανταχόθεν βαλλόμενο βασίλειό του δεν έχει πια τις δυνάμεις να αντισταθεί. Γύρω στα 135 (κατ’ άλλους στα 130 π.Χ.) γράφεται η τελευταία σελίδα της ιστορίας της ελληνικής Βακτριανής: ο Ηλιοκλής πιθανότατα σκοτώθηκε μαχόμενος κατά των Τοχάριων νομάδων. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ίσως επέζησε και μετακίνησε την έδρα του βασιλείου του στους Παροπαμισάδες ή στην Αραχωσία. Το βέβαιο είναι ότι μετά το 130 π.Χ. δεν υπάρχουν ουσιαστικά περιοχές υπό ελληνική κυριαρχία βορείως του Ινδικού Καυκάσου.

Τί απέγινε ο ελληνισμός της Βακτριανής; Οι εισβολές των νομάδων είχαν ως συνέπεια την καταστροφή και ερήμωση πόλεων (κυρίως στη Σογδιανή και στο βόρειο τμήμα της Βακτριανής), μεγάλες υλικές καταστροφές και σοβαρές απώλειες όσον αφορά το ανθρώπινο δυναμικό. Όλα αυτά όμως δεν συνεπάγονται ότι το ελληνικό στοιχείο εξαφανίστηκε από την περιοχή. Καταρχάς, οι νομάδες (Σάκες και Τοχάριοι) δεν προχώρησαν άμεσα στη σύσταση κάποιου κρατικού μορφώματος. Όπως φαίνεται από τη μαρτυρία του Κινέζου διπλωμάτη και περιηγητή Τσανγκ Κιεν ή Τζάνγκ Κιαν, ο οποίος ταξίδεψε στη Βακτριανή γύρω στα 125 π.Χ., στην περιοχή υπήρχαν αρκετές πόλεις που πλήρωναν φόρο υποτελείας στους Τοχάριους νομάδες. Οι κάτοικοι των πόλεων αυτών ζούσαν κυρίως από το εμπόριο (ο Τσανγκ Κιεν αναφέρεται σαφώς σε εμπόριο με τις περιοχές της βορειοδυτικής Ινδίας). Μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι πόλεις αυτές είχαν ελληνικό χαρακτήρα όσον αφορά τη διοικητική και κοινωνική οργάνωση και τον πολιτισμό. Τα στοιχεία αυτά δεν πρέπει να άφησαν ανεπηρέαστους ούτε τους νομάδες: η συνέχεια της ιστορίας καταδεικνύει ότι θα πρέπει να υπήρξε αρκετά γρήγορα ένας σχετικός εξελληνισμός των ελίτ των Τοχάριων. Όταν πια, κατά τον 1ο μ.Χ. αιώνα, οι Κουσάν, μια από τις φυλές των Τοχάριων, κατορθώσει να οργανώσει σε κράτος μια εκτεταμένη επικράτεια που περιελάμβανε εδάφη στην Κεντρική Ασία και στη Βόρεια Ινδία, οι ελληνιστικές επιρροές καθίστανται εμφανείς. Ο πρώτος γνωστός σε μας Κουσάν μονάρχης έφερε το ελληνικότατο όνομα Ηραίος. Οι βασιλείς τους έκοβαν νομίσματα με βάση το πρότυπο του αττικού τετράδραχμου, τα οποία έφεραν αρχικά επιγραφές στην ελληνική γλώσσα και στη συνέχεια στη γλώσσα τους (η οποία ονομάσθηκε βακτριανή), χρησιμοποιώντας όμως πάντα το ελληνικό αλφάβητο (στο οποίο προσέθεσαν ένα γράμμα για το παχύ σίγμα που είχε η γλώσσα τους, όπως μπορείτε να διαβάσετε πιο αναλυτικά στην κατατοπιστικότατη ανάρτηση εκλεκτού φίλου στο φόρουμ  Λεξιλογία). Εκτός από διάφορες ιρανικές θεότητες, οι Κουσάν λάτρευαν και τους θεούς των Ελλήνων (σώζονται π.χ. αναπαραστάσεις του Ηφαίστου, του Ήλιου, του Ηρακλή ή ακόμη του Σέραπι). Ένας από τους σημαντικότερους βασιλείς τους, ο Κανίσκα ασπάσθηκε τον βουδισμό (που πρέπει να είχε σημαντικό αριθμό πιστών μεταξύ των μελών της άρχουσας τάξης των Κουσάν): οι περισσότεροι ειδικοί πιστώνουν στους Κουσάν την ιδιαίτερη ελληνοβουδιστική τέχνη  που αναπτύχθηκε κυρίως στη Γκαντάρα.

Από τα ιστορικά στοιχεία αυτά προκύπτει το συμπέρασμα ότι η ελληνική παρουσία στη Βακτριανή εξακολούθησε να είναι σημαντική, ιδίως σε οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο, και να ασκεί επίδραση στους (Ιρανούς) νέους κυρίαρχους της περιοχής. Η αφομοίωση του ελληνικού στοιχείο από τους ιρανικούς πληθυσμούς της Κεντρικής Ασίας πρέπει να ήταν εξαιρετικά αργή διαδικασία, η ολοκλήρωση της οποίας πρέπει να χρειάσθηκε μερικούς αιώνες.

Ο ελληνισμός νοτίως του Ινδικού Καυκάσου – Μένανδρος ο Σωτήρ: Τα όρη του Ινδικού Καυκάσου λειτούργησαν ως φυσικό ανάχωμα που ανέκοψε (για μερικές δεκαετίες) την κάθοδο των νομάδων προς τα νότια και την ινδική χερσόνησο. Επομένως, τα ελληνιστικά βασίλεια του ευρύτερου ινδικού χώρου είχαν τη δυνατότητα να συνεχίσουν να αναπτύσσονται, ενώ πιθανότατα ενισχύθηκε και ο ελληνικός πληθυσμός τους από Έλληνες των περιοχών που κατέλαβαν ή λεηλάτησαν οι νομάδες.

Όπως είδαμε στο προηγούμενο μέρος της διήγησης, η προσπάθεια του Ευκρατίδη Α΄ να θέσει υπό την κυριαρχία του το σύνολο των ελεγχόμενων από Έλληνες εδαφών της Ινδίας συνάντησε τη σθεναρή αντίσταση ενός άλλου Έλληνα μονάρχη της Ινδίας, του Μενάνδρου (πιθανότερη περίοδος βασιλείας: 155-130 π.Χ.), ο οποίος πρέπει να είχε τη βάση της δύναμής του στο Παντζάμπ (βλ. Edouard Will “Histoire politique du monde hellénistique”, Presses universitaires de Nancy, 2η έκδ. 1979-1982, επανέκδ. Seuil, 2003, τ. ΙΙ, σελ. 415). Άλλωστε, πρωτεύουσά του θεωρείται ότι ήταν τα  Σάγαλα, η σημερινή Σιαλκότ του Πακιστάν. Παρότι ο Μένανδρος είναι ο μόνος Έλληνας μονάρχης της Ινδίας που μνημονεύουν οι αρχαιοελληνικές πηγές, δεν γνωρίζουμε τίποτε για την καταγωγή του. Διάφορες υποθέσεις έχουν διατυπωθεί σχετικά: για κάποιους πρέπει να ήταν στρατηγός ή/ και συγγενής του Δημήτριου. Πιο πιθανό μοιάζει να ήταν συγγενής ή συνεργάτης του Απολλόδοτου ή ίσως του Αντίμαχου. Μπορεί, τέλος, να προερχόταν από την ελληνική αριστοκρατία της περιοχής χωρίς να έχει κάποια συγγένεια με τους παραπάνω. Πάντως, αφού συγκράτησε αρχικά τις επιθέσεις του Ευκρατίδη, εκμεταλλεύθηκε στη συνέχεια την αναταραχή που επικράτησε μετά τον θάνατο του αντιπάλου του και επεκτάθηκε προς βορράν καταλαμβάνοντας τους Παροπαμισάδες, τμήματα της Αραχωσίας και, ίσως, τη Γκαντάρα. Η αρχαία παράδοση, ελληνική και ινδική, φαίνεται να αποδίδει στον Μένανδρο μεγάλες κατακτήσεις, τόσο προς το δέλτα του Ινδού όσο και προς τις εκβολές του Γάγγη και την Παταλιπούτρα (Παλίβοθρα). Στο σημείο αυτό παραθέτουμε εκ νέου το αμφιλεγόμενο απόσπασμα του Στράβωνα, ο οποίος χρησιμοποίησε ως πηγή το έργο του Απολλόδωρου του Αρταμιτηνού:

» Τοσοῦτον δὲ ἴσχυσαν οἱ ἀποστήσαντες Ἕλληνες αὐτὴν διὰ τὴν ἀρετὴν τῆς χώρας ὥστε τῆς τε Ἀριανῆς ἐπεκράτουν καὶ τῶν Ἰνδῶν, ὥς φησιν Ἀπολλόδωρος ὁ Ἀρταμιτηνός, καὶ πλείω ἔθνη κατεστρέψαντο ἢ Ἀλέξανδρος, καὶ μάλιστα Μένανδρος εἴ γε καὶ τὸν Ὕπανιν διέβη πρὸς ἔω καὶ μέχρι τοῦ Ἰμάου προῆλθἐ τὰ μὲν αὐτὸς τὰ δὲ Δημήτριος ὁ Εὐθυδήμου υἱὸς τοῦ Βακτρίων βασιλέως· οὐ μόνον δὲ τὴν Παταληνὴν κατέσχον ἀλλὰ καὶ τῆς ἄλλης παραλίας τήν τε Σαραόστου καλουμένην καὶ τὴν Σιγέρδιδος βασιλείαν» (Στράβων, ΙΕ΄, 1, 27).

Η Γιούγκα Πουράνα, ινδικό ιερό κείμενο που γράφηκε στα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ. και καταγράφει με τη μορφή προφητείας ιστορικά γεγονότα του 2ου π.Χ. αιώνα, κάνει λόγο για μια μεγάλη εισβολή των Γιαβάνα (Ιώνων, δηλ. των Ελλήνων), η οποία χρονολογείται γύρω στα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ. (άρα στην εποχή βασιλείας του Μενάνδρου). Το κείμενο αναφέρει ότι οι Έλληνες θα καταλάβουν τη Σακέτα (στο δυτικό τμήμα του αρχαίου βασιλείου της Κοσάλας), την περιοχή της Μαθούρας και, τέλος, την κάποτε αυτοκρατορική πρωτεύουσα Παταλιπούτρα. 

Η ασάφεια των πηγών έχει ως φυσική συνέπεια τη διαφωνία των ειδικών. Ο A. K. Narain (“The Indo-Greeks”, κεφ. ΙV, ειδ. σελ. 90) δέχεται ως χώρο κυριαρχίας του Μενάνδρου μόνο το Παντζάμπ, αρνούμενος τόσο τις κατακτήσεις στις εκβολές του Ινδού όσο και αυτές στην κοιλάδα του Γάγγη. Υποστηρίζει μάλιστα ότι οι Έλληνες δεν είχαν συμφέρον να απομακρυνθούν από τις βάσεις τους στον ιρανικό χώρο. Ο Alberto Simonetta, όμως [«A new essay on the Indo-Greeks, the Sakas and the Pahlavas», East and West vol. IX (1958), σελ. 154-173, ειδ. σελ. 162)], πίστευε ότι, αντιθέτως, οι εισβολές των νομάδων υποχρέωναν τους Έλληνες να αναζητήσουν διέξοδο προς τη θάλασσα και επομένως να φτάσουν μέχρι το δέλτα του Ινδού ποταμού.

Δεν αποκλείεται οι κατακτήσεις στην ανατολική Ινδία να ήταν προσωρινές. Ίσως να μην ήταν καν κατακτήσεις, αλλά απλές επιδρομές. Αυτό που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι ότι ο Μένανδρος υπήρξε ο ισχυρότερος από τους Έλληνες βασιλείς της Ινδίας. Το πλήθος νομισμάτων του που έχουν βρεθεί ενισχύει την άποψη αυτή. Στα περισσότερο από αυτά απεικονίζεται ο ίδιος (συνήθως κρατώντας δόρυ) και η προστάτιδά του θεά, η Αλκίδημος Αθηνά. Στην πλειονότητά τους, τα νομίσματα του Μενάνδρου είναι δίγλωσσα (ελληνικά και ινδικά πάλι με γραφή χαρόσθι): η πρωτοτυπία των δίγλωσσων νομισμάτων του έγκειται στο ότι αυτά ακολουθούν για πρώτη φορά το ελληνικό πρότυπο του αττικού τετραδράχμου (τα δίγλωσσα νομίσματα των προκατόχων του είχαν κοπεί με βάση τα ινδικά πρότυπα και είχαν τετράγωνο περίπου σχήμα). 

Ο Μένανδρος και ο βουδισμός: Παραδόξως, το κείμενο που εξασφάλισε κυρίως την υστεροφημία του Μενάνδρου είναι η Μιλίντα Πάνια («Οι ερωτήσεις του Μιλίντα», δηλ. του Μενάνδρου) ένα βουδιστικό κείμενο γραμμένο σε πάλι ινδικά το οποίο καταγράφει τον διάλογο του Έλληνα βασιλιά με τον βουδιστή σοφό Ναγκασένα. Σύμφωνα με την παράδοση που μεταφέρει το κείμενο αυτό, ο Μένανδρος ασπάστηκε τον βουδισμό μετά τη συνάντησή του με τον σοφό, παρέδωσε το βασίλειο στον γιο του και έζησε την υπόλοιπη ζωή του ως βουδιστής μοναχός, φτάνοντας μάλιστα το επίπεδο του αρχάτ, δηλαδή την πνευματική γαλήνη που προσεγγίζει τη νιρβάνα.

Οι ισχυρισμοί του βουδιστικού κειμένου φαίνονται υπερβολικοί. Βεβαίως, δεν υπάρχει κανένας λόγος να αμφισβητηθεί ότι ο Μένανδρος (όπως και άλλοι Έλληνες μονάρχες) ήταν ευνοϊκά διακείμενος προς τον βουδισμό, τουλάχιστον για λόγους αμιγώς πολιτικούς. Για ποιό λόγο να μην ευνοήσει ένας μονάρχης τη θρησκευτική/ φιλοσοφική διδασκαλία που ευαγγελίζεται κατ’ ουσία την εγκατάλειψη των εγκοσμίων ή έστω την αδιαφορία για αυτά, ιδίως όταν ο βασιλιάς αυτός είναι αλλογενής ως προς τον χώρο κυριαρχίας του και δεν έχει δεσμούς με τον ινδουϊσμό, τον «φυσικό» αντίπαλο του βουδισμού; Δεν αμφισβητείται επίσης ότι ο βουδισμός γνώρισε διάδοση μεταξύ των Ελλήνων: σύμφωνα λ.χ. με τη Μαχαβάμσα («Το Μεγάλο Χρονικό»), ιστορικό ποίημα που γράφηκε στη Σρι Λάνκα, τον 2ο αιώνα π.Χ., επισκέφτηκε το νησί προερχόμενος «από την Αλασάντα (που υποθέτουμε ότι πρόκειται για την Αλεξάνδρεια του Καυκάσου στους Παροπαμισάδες) ο Γιόνα (Έλληνας) σοφός Μαχανταμμαρακχάτα με τριάντα χιλιάδες μοναχούς». Πέραν των υπερβολών του, το κείμενο αποδεικνύει ότι υπήρχαν Έλληνες που ασπάσθηκαν τον βουδισμό, κάτι που επιβεβαιώνεται και από επιγραφικές μαρτυρίες που αποδεικνύουν ότι ο Μένανδρος υπήρξε προστάτης του βουδισμού. Αυτό, όμως, δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι εγκατέλειψε τα εγκόσμια ένας μονάρχης που διακρίθηκε στα πεδία των μαχών και ακολούθησε καθ’ όλη τη διάρκεια της βασιλείας του επεκτατική πολιτική. Άλλωστε και ο Πλούταρχος κάνει λόγο για το τέλος του Μενάνδρου, δίνοντας φυσικά μια εντελώς διαφορετική εκδοχή, καθώς σύμφωνα με τον Βοιωτό συγγραφέα ο Μένανδρος πέθανε κατά τη διάρκεια εκστρατείας:

«Μενάνδρου δέ τινος ἐν Βάκτροις ἐπιεικῶς βασιλεύσαντος εἶτ´ ἀποθανόντος ἐπὶ στρατοπέδου, τὴν μὲν ἄλλην ἐποιήσαντο κηδείαν κατὰ τὸ κοινὸν αἱ πόλεις, περὶ δὲ τῶν λειψάνων αὐτοῦ καταστάντες εἰς ἀγῶνα μόλις συνέβησαν, ὥστε νειμάμενοι μέρος ἴσον τῆς τέφρας ἀπελθεῖν, καὶ γενέσθαι μνημεῖα παρὰ πᾶσι τοῦ ἀνδρός» (Πολιτικά Παραγγέλματα, 28, 6).  

Τί έχει συμβεί λοιπόν; Πρόκειται για απλές υπερβολές εκ μέρους της βουδιστικής παράδοσης που επιχείρησε να οικειοποιηθεί έναν ηγεμόνα που υπήρξε προστάτης του βουδισμού; Ή μήπως για παρανόηση; Ας μας επιτραπεί να ακολουθήσουμε τη δεύτερη εκδοχή. Νομίσματα που έχουν βρεθεί αποδεικνύουν ότι στις αρχές του 10υ αιώνα π.Χ. βασίλεψε στο Παντζάμπ ένας δεύτερος Μένανδρος, ο επονομαζόμενος και Δίκαιος, απόγονος πιθανώς του Μενάνδρου του Σωτήρος. Στα νομίσματα του Μενάνδρου Β΄ απεικονίζονται πάντα βουδιστικά σύμβολα, ενώ η επίκληση «Δίκαιος» αποδίδεται στα ινδικά ως «νταρμικάσα», δηλαδή πιστός της Ντάρμα, βουδιστικής έννοιας την οποία θα μπορούσαμε να αποδώσουμε ελεύθερα ως δρόμο ή μονοπάτι της αλήθειας και της αρετής. Αντί να αρνηθούμε την ύπαρξη ενός δεύτερου Μενάνδρου (Ταρν), η οποία έχει αποδειχθεί βάσει των κριτηρίων της νομισματολογίας (βλ. Bopearachchi και Senior), ίσως θα έπρεπε να δεχθούμε ότι η βουδιστική παράδοση αναφέρεται ακριβώς σ’ αυτόν τον αποδεδειγμένα βουδιστή (ή έστω σαφώς φιλοβουδιστή) μονάρχη και όχι στον κατά πολύ πιο ένδοξο πρόγονό του.

Η διάδοχη κατάσταση του Μενάνδρου – κατάτμηση του βασιλείου και εισβολές: Όπως συνήθως συνέβαινε στην ελληνιστική Βακτριανή και Ινδία μετά τον θάνατο ενός ισχυρού μονάρχη, φαίνεται ότι περίοδος αστάθειας ακολούθησε τον θάνατο του Μενάνδρου. Στη Γκαντάρα λ.χ. εμφανίζεται ένας ανεξάρτητος ηγεμόνας ο  Ζώιλος ο Δίκαιος, ο οποίος αργότερα επεκτάθηκε και στους Παροπαμισάδες. Κατά την κρατούσα άποψη (Ταρν, Bopearachchi), διάδοχος του Μενάνδρου ήταν ο γιος του, ο Στράτων (πιθανή περίοδος βασιλείας: 130-110 π.Χ.). Επειδή προφανώς ήταν ανήλικος, την αντιβασιλεία μέχρι την ενηλικίωσή του άσκησε η μητέρα του, η Αγαθόκλεια. Κατά τα φαινόμενα, ο Στράτων και η Αγαθόκλεια κατόρθωσαν τελικά να διατηρήσουν υπό την κυριαρχία τους μόνο τα εδάφη του Παντζάμπ. Γενικά, από τα τέλη του 2ου αιώνα παρατηρείται κατάτμηση των εδαφών που ήλεγχαν στον ινδικό χώρο οι Έλληνες. Μια ατελείωτη σειρά από Έλληνες ηγεμόνες και ηγεμονίσκους διεκδίκησε μεγαλύτερο ή μικρότερο τμήμα των εδαφών αυτών: η παράθεση όλων των ονομάτων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο αυτό δεν πρόκειται να βοηθήσει ιδιαίτερα τον αναγνώστη στην κατανόηση της ιστορίας της περιόδου. Δεν αποκλείεται κάποιοι από αυτούς τους ηγεμόνες να είχαν συγγένεια με τις δυναστείες που βασίλεψαν στη Βακτριανή (λ.χ. ο Ηλιοκλής Β΄ ο Δίκαιος, ο οποίος βασίλεψε στη Γκαντάρα και στο δυτικό Παντζάμπ στα τέλη του 2ου αιώνα ή στις αρχές του 1ου, ήταν πιθανώς απόγονος του Ευκρατίδη). Από τις αρχές του 1ου αιώνα π.Χ. τα ελληνικά εδάφη συρρικνώνονται σταδιακά: στο δυτικό τμήμα της κοιλάδας του Ινδού εισβάλλουν οι Πάρθοι, οι οποίοι θα κρατήσουν τα εδάφη αυτά για ορισμένο χρονικό διάστημα. Ινδοί ηγεμόνες ανακτούν τη Μαθούρα και το ανατολικό Παντζάμπ. Από το 80 π.Χ., περίπου, οι Σκύθες (Σάκες) και οι Τοχάριοι περνούν τον Ινδικό Καύκασο και εισβάλλουν στα ελληνικά εδάφη της Ινδίας. Οι εναπομείναντες Έλληνες ηγεμόνες καθίστανται στις περισσότερες περιπτώσεις υποτελείς τους. Πάντως, ο προχωρημένος βαθμός εξελληνισμού των Τοχάριων βοηθά την ανάπτυξη μάλλον αρμονικών σχέσεων με τους Έλληνες: δεν είναι τυχαίο ότι ο Κουσάν ηγεμόνας Καδφίσης θεωρούσε ότι ο τελευταίος Έλληνας μονάρχης των Παροπαμισάδων, ο Ερμαίος (περίπου 90-70 π.Χ.), καταλεγόταν μεταξύ των προγόνων του. Ο τελευταίος Έλληνας μονάρχης του ινδικού χώρου πρέπει να ήταν ο Στράτων Β΄, που βασίλεψε στα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ. ή ίσως και μέχρι το 10 μ.Χ. Όπως είναι λογικό, οι ελληνικοί πληθυσμοί των περιοχών αυτών πρέπει να αφομοιώθηκαν σταδιακά είτε από τους γηγενείς είτε από τους ιρανόφωνους νομάδες που εγκαταστάθηκαν στην Ινδία.

Τί απομένει από τη συναρπαστική περιπέτεια των Ελλήνων στην Κεντρική Ασία και στην Ινδία που μόνο σε αδρές γραμμές γνωρίζουμε; Σίγουρα η ανάμνηση ενός ένδοξου παρελθόντος κατακτήσεων, ανάπτυξης του εμπορίου, μεταφύτευσης της ελληνικής πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης και του ελληνικού πολιτισμού σε περιοχές τόσο απομακρυσμένες από τον χώρο της Μεσογείου. Μια απίστευτα ενδιαφέρουσα ιστορία πολιτιστικής διάδρασης μεταξύ ελληνικών, ιρανικών και ινδικών πληθυσμών για την οποία θα επιθυμούσαμε να μάθουμε πολύ περισσότερα από όσα μας επιτρέπουν οι πηγές που έχουμε στη διάθεσή μας. Ο εκλεκτισμός των μορφών τέχνης που γεννήθηκαν χάρη στη συνάντηση αυτή. Ο θρησκευτικός και φιλοσοφικός συγκρητισμός που έφερε ίσως κοντά τη διδασκαλία του Βούδα με αυτήν του Δημόκριτου. Και φυσικά η ελπίδα ότι η αρχαιολογική έρευνα στις περιοχές αυτές, παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες, ενδέχεται να προσφέρει κάποια στιγμή ευρήματα ικανά να φωτίσουν καλύτερα την κοινωνική οργάνωση και τον τρόπο σκέψης μιας μοναδικής ιστορικής περιόδου.        

     

Οι Έλληνες στη Βακτριανή: μέρος Γ΄

Ιανουαρίου 11, 2010

Αφήσαμε το ελληνιστικό βασίλειο της Βακτριανής στα χρόνια του Ευθύδημου και του Δημήτριου, λίγα χρόνια μετά την Ανάβαση του Αντίοχου Γ΄ και την εκ μέρους του Σελευκίδη μονάρχη de jure αναγνώριση της ανεξαρτησίας του κράτους. Πράγματι, οι Σελευκίδες δεν πρόκειται πλέον να επιχειρήσουν ουσιαστικά να ανακτήσουν τις σατραπείες που κάποτε κατείχαν στην Κεντρική Ασία. Άλλο θέμα βέβαια το αν κάποιοι διάδοχοι του Αντίοχου Γ΄ περιελάμβαναν στα σχέδια τους μια τέτοια ανάκτηση. Για το ζήτημα έχουν γραφτεί πολλά και ίσως δεν είναι δυνατό να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα. Σε κάθε περίπτωση το ίδιο το κράτος της Βακτριανής βρίσκεται στην απόλυτη ακμή του στα χρόνια του Δημήτριου Α΄. Η περίοδος αυτή θα διαρκέσει έως τα μέσα σχεδόν του 2ου αιώνα π.Χ. και χαρακτηρίζεται από την εξάπλωση του ελεγχόμενου από το ελληνικό στοιχείο χώρου προς τα νότια και νοτιοανατολικά, δηλαδή τις σατραπείες στα νότια του Ινδικού Καυκάσου, την περιοχή του Ινδού ποταμού και την καθαυτό Ινδία. Ήδη, πάντως, από το 170 εμφανίζονται τα πρώτα ανησυχητικά σημάδια, καθώς ενισχύεται η πίεση που ασκούν στα βόρεια και δυτικά σύνορα τόσο τα ιρανικά νομαδικά φύλα όσο και η νεοσύστατη αυτοκρατορία των Πάρθων. Η απειλή αυτή θα έχει ως συνέπεια την εξαφάνιση του βασιλείου, χωρίς, όμως, να εξαλείψει και την ελληνική παρουσία στην περιοχή. Άλλωστε, διάφορα ελληνικά βασίλεια θα διατηρηθούν στον χώρο της Ινδίας μέχρι και τα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ. (από την άποψη αυτή θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το τελευταίο ελληνιστικό βασίλειο δεν είναι η πτολεμαϊκή Αίγυπτος, αλλά ακριβώς αυτές οι ελληνιστικές μοναρχίες της Ανατολής για τις οποίες τόσο λίγα γνωρίζουμε).

Αρκετές φορές αναφέρθηκε το πόσο δυσχερής είναι η εξιστόρηση των γεγονότων αυτής της περιόδου λόγω της έλλειψης ιστορικών πηγών. Πράγματι, το μόνο «ιστορικό» σύγγραμμα που ασχολείται κατά κάποιο τρόπο με τη συγκεκριμένη περιοχή και εποχή είναι η επιτομή των «Historiae phillippicae et totius mundi origines et terrae situs» του Γαλορωμαίου Πομπηίου Τρώγου, την οποία συνέγραψε ο Ρωμαίος ιστορικός του 3ου αιώνα Ιουστίνος. Δύο από τα βιβλία των «ιστοριών» του Πομπηίου αναφέρονταν στην ιστορία των Πάρθων (κι επομένως κατά παρεμπίπτοντα τρόπο στο θέμα που μας ενδιαφέρει): τα βιβλία αυτά τα συνόψισε ο Ιουστίνος με τρόπο ελάχιστα ιστορικό (εξάλλου ο σκοπός του ήταν να καταρτίσει ένα σύγγραμμα περισσότερο ηθικοπλαστικό παρά κατά κυριολεξία ιστορικό), παραλείποντας το 90% του αρχικού υλικού και αρκετά απρόσεκτα ώστε να φθάνει στο σημείο να μπερδεύει πρόσωπα και γεγονότα. Κατά τα λοιπά, έχουμε κάποια αποσπάσματα της ιστορίας των Πάρθων που συνέγραψε ο Απολλόδωρος ο Αρταμιτηνός και τα οποία διέσωσε ο Στράβων, αποσπάσματα από τα «Παρθικά» του Αρριανού που συνέλεξε ο Πατριάρχης Φώτιος και λίγα ιστορικά στοιχεία που περιλαμβάνουν οι «Σταθμοί Παρθικοί» του γεωγράφου Ισίδωρου του Χαρακηνού. Απομένουν, εκτός από λιγοστές επιγραφές, τα πολλά νομίσματα, τα οποία όμως δεν μας παρέχουν ασφαλείς πληροφορίες για το ποιοί ακριβώς ήταν οι βασιλείς που απεικονίζονται σ’ αυτά, για το πότε ακριβώς βασίλεψαν και σε ποιόν γεωγραφικό χώρο. Κατά συνέπεια, μπορούμε απλώς να κάνουμε υποθέσεις και να σκιαγραφήσουμε ένα ιστορικό πλαίσιο από το οποίο λείπουν πολύτιμα στοιχεία.

Η εποχή του Δημήτριου Α΄ και η επέκταση προς τον ινδικό χώρο: Γεννημένος περίπου το 220 π.Χ., ο Δημήτριος ανέβηκε στον θρόνο διαδεχόμενος τον πατέρα του, κατά πάσα πιθανότητα το 200 π.Χ., κατ’ άλλους το 195. Η εποχή του θεωρείται το απόγειο της στρατιωτικής και οικονομικής ισχύος του βασιλείου της Βακτριανής. Το όνομά του συνδέεται με τη μεγαλειώδη επιχείρηση επέκτασης των συνόρων του κράτους στις στραπείες νοτίως του Ινδικού Καυκάσου και στην Ινδία. Όπως διαπιστώσαμε στο πρώτο μέρος της διήγησής μας, οι περιοχές αυτές ελέγχονταν – ήδη από τα τέλη του 4ου αιώνα – από την ινδική αυτοκρατορία των Μαουρύα: μετά τον θάνατο του Ασόκα, η αυτοκρατορία εισέρχεται σε φάση ταχείας αποσύνθεσης, διαδικασία που ολοκληρώνεται και τυπικά περίπου το 185 με την ανατροπή της δυναστείας και την αντικατάστασή της από τη δυναστεία των Σούνγκα. Η συνακόλουθη πολιτική αστάθεια συνιστούσε για τον Δημήτριο μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τη διεύρυνση του χώρου επιρροής του. Αρχικά (ίσως το 185 π.Χ.) ανέκτησε την Αραχωσία (όπου, σύμφωνα με τον Ισίδωρο, ίδρυσε και πόλη με το όνομα «Δημητριάς»), έπειτα τη Γκαντάρα και στη συνέχεια την κοιλάδα του Ινδού, κατακτώντας τη σημαντικότερη πόλη της περιοχής, την Ταξίλα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ολοκλήρωσε την ανάκτηση του των εδαφών που ανήκαν κάποτε στους Αχαιμενίδες και – για μικρό χρονικό διάστημα – στον Αλέξανδρο (σατραπείες νοτίως του Ινδικού Καυκάσου, περιλαμβανομένων των τριών σατραπειών του Ινδού ποταμού). Αρκέσθηκε σε αυτό; Πιθανότατα, ναι (βλ. Will, τ. ΙΙ, σελ. 349/ A. K. Narain, όπ.π., σελ. 21 επ.). Κάποιοι ωστόσο υποστηρίζουν ότι συνέχισε την πορεία του φθάνοντας στην περιοχή του Γάγγη και κατακτώντας μέχρι και την αυτοκρατορική πρωτεύουσα, την Παταλιπούτρα. Προς επίρρωση της άποψης αυτής, οι υποστηρικτές της επικαλούνται δύο αποσπάσματα του Στράβωνα: «Τοσοῦτον δὲ ἴσχυσαν οἱ ἀποστήσαντες Ἕλληνες αὐτὴν διὰ τὴν ἀρετὴν τῆς χώρας ὥστε τῆς τε Ἀριανῆς ἐπεκράτουν καὶ τῶν Ἰνδῶν, ὥς φησιν Ἀπολλόδωρος ὁ Ἀρταμιτηνός, καὶ πλείω ἔθνη κατεστρέψαντο ἢ Ἀλέξανδρος, καὶ μάλιστα Μένανδρος εἴ γε καὶ τὸν Ὕπανιν διέβη πρὸς ἔω καὶ μέχρι τοῦ Ἰμάου προῆλθἐ τὰ μὲν αὐτὸς τὰ δὲ Δημήτριος ὁ Εὐθυδήμου υἱὸς τοῦ Βακτρίων βασιλέως· οὐ μόνον δὲ τὴν Παταληνὴν κατέσχον ἀλλὰ καὶ τῆς ἄλλης παραλίας τήν τε Σαραόστου καλουμένην καὶ τὴν Σιγέρδιδος βασιλείαν» (ΙΑ΄, 11,1) και «καὶ εἴ τινα προσιστόρησαν οἱ μετ´ ἐκεῖνον περαιτέρω τοῦ Ὑπάνιος προελθόντες μέχρι τοῦ Γάγγου καὶ Παλιβόθρων» (ΙΕ΄, 1, 27). Φυσικά, ο Στράβων δεν διευκρινίζει ότι ήταν όντως ο Δημήτριος αυτός που έφτασε μέχρι τα «Παλίβοθρα», οπότε η συζήτηση μπορεί να συνεχισθεί επ’ άπειρον. Ας επισημάνουμε απλώς ότι είναι λογικότερο μια τέτοια επέκταση προς την ανατολική Ινδία να συνέβη σε μεταγενέστερη περίοδο (ας πούμε στα χρόνια του Μενάνδρου). Εντούτοις, οι υποστηρικτές της κατάκτησης της κοιλάδας του Γάγγη από τον Δημήτριο συνδέουν την άποψη αυτή με την εξήγηση που δίνουν για την εκστρατεία του μονάρχη της Βακτριανής: λένε (π.χ. Ταρν) ότι το βασικό κίνητρο του Δημητρίου ήταν η εκδήλωση συμπαράστασης προς την ανατραπείσα δυναστεία των Μαουρύα και ιδίως η προστασία του Βουδισμού, οι πιστοί του οποίου διώκονταν από τους φανατικούς Ινδουιστές της δυναστείας των Σούνγκα. Η παρουσίαση του Δημήτριου ως «σταυροφόρου» του Βουδισμού φαντάζει αφόρητα ρομαντική, όσο κι αν οι σχέσεις των Ελλήνων με τους (προστάτες του Βουδισμού από τα χρόνια του Ασόκα) Μαουρύα ήταν αρμονικές. Τα κίνητρα του Δημήτριου μάλλον ήταν αμιγώς πολιτικά: η επέκταση του βασιλείου του σε μια χρονική στιγμή που οι συνθήκες ήταν εξαιρετικά ευνοϊκές για το εγχείρημα αυτό, ίσως και η προστασία των ελληνικών πληθυσμών που ζούσαν στα νότια του Χιντού Κους.

Πάντως, τα νομίσματα του Δημήτριου παραπέμπουν κατά τα φαινόμενα στην κατάκτηση της Ινδίας: στο πιο κλασσικό νόμισμά του απεικονίζεται φορώντας κράνος με τη μορφή κεφαλής ελέφαντα (ενώ στην οπίσθια όψη απεικονίζεται ο Ηρακλής, τον οποίο θα πρέπει να είχαν ως δυναστικό θεό οι Ευθυδημίδες). Σε άλλα πάλι απεικονίζεται στη μία όψη κεφαλή ελέφαντα (βουδιστικό σύμβολο ή σύμβολο της κατάκτησης της Ινδίας;) και στην άλλη το κηρύκειο.

Διάδοχοι ή ανταγωνιστές του Δημητρίου; Από τους «βασιλείς του νικελίου» στον Αντίμαχο και τον Απολλόδοτο: Ο Δημήτριος πεθαίνει υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, ίσως το 180, δηλαδή σε ηλικία μόλις 40 ετών. Ποιός τον διαδέχεται; Κάθε συγγραφέας προτείνει τη δική του θεωρία. Υπάρχουν τουλάχιστον 5-6 υποψήφιοι, οι οποίοι θα μπορούσαν να ήταν διάδοχοι του Δημητρίου, συμβασιλείς ή αντιβασιλείς του, συγγενείς του ή όχι, σφετεριστές της εξουσίας του ή απλώς μονάρχες που βασίλεψαν σε περιοχές όπου ο Δημήτριος δεν ασκούσε κυριαρχία.  

Ίσως ο πιο λογικός υποψήφιος να είναι αυτός ο Ευθύδημος, τον οποίο, επομένως, θα ονομάσουμε «Ευθύδημο Β΄» και ο οποίος απεικονίζεται ως έφηβος στα λιγοστά νομίσματά του. Υποθέτουμε ότι ήταν γιος του Δημήτριου και ότι πέθανε πολύ νέος, ίσως και πριν από την ενηλικίωσή του. Οπότε, τα περισσότερα ερωτήματά μας μένουν αναπάντητα.

 

Οι «βασιλείς του νικελίου»: Ο Πανταλέων και ο Αγαθοκλής είναι δύο βασιλείς που γνωρίζουμε από τα νομίσματά τους. Για τον πρώτο, υποθέτουμε (βάσει της χρονολόγησης των νομισμάτων του) ότι βασίλεψε μεταξύ 190-180 π.Χ. (άρα είναι μάλλον σύγχρονος του Δημήτριου και όχι διάδοχός του) σε περιοχές της Αραχωσίας και στη Γκαντάρα. Ο Πανταλέων ήταν, μάλλον, ο πρώτος Έλληνας μονάρχης που έκοψε και δίγλωσσα νομίσματα (ελληνικά και ινδικά σε μπράχμι αλφάβητο) τα οποία ακολουθούσαν το ινδικό πρότυπο (είχαν περίπου τετράγωνο σχήμα). Κάποιοι πιστεύουν ότι ο Πανταλέων ήταν αδελφός του Δημήτριου και αντιβασιλέας του στην Αραχωσία. Άλλοι, ότι ήταν σφετεριστής. Τον διαδέχεται, πάντως, ο αδελφός ή γιος του, ο Αγαθοκλής, ο επονομαζόμενος και «Δίκαιος» (περίπου 180-170), του οποίου το κέντρο εξουσίας φαίνεται να είναι η περιοχή των Παροπαμισάδων. Σύμφωνα με μια θεωρία [Alberto Simonetta «A new essay on the Indo-Greeks, the Sakas and the Pahlavas», East and West vol. IX (1958), σελ. 154-173, ειδ. σελ. 157 επ.], μετά την ινδική εκστρατεία του ο Δημήτριος εγκαταστάθηκε στους Παροπαμισάδες, όπου και τον διαδέχθηκε ο ανήλικος γιος του Ευθύδημος Β΄. Ο Αγαθοκλής θα πρέπει να ήταν αντιβασιλέας του Ευθύδημου και στη συνέχεια να τον διαδέχθηκε. Πάντως, τα νομίσματά του Αγαθοκλή είναι πραγματικά άφθονα: (α΄) κλασσικά ελληνικά τετράδραχμα, παρόμοιας θεματολογίας και εκτέλεσης με αυτά του Πανταλέοντος, (β΄) δίγλωσσα νομίσματα ινδικού τύπου, στα οποία αναγράφεται το όνομα του βασιλιά με ελληνικούς και ινδικούς χαρακτήρες (γραφές μπράχμι και χαρόσθι) και απεικονίζονται σύμβολα  βουδιστικά (λιοντάρι) και ινδουιστικά (αναπαράσταση της θεότητας Λάκσμι), (γ΄) αμιγώς ινδικά νομίσματα με αναπαραστάσεις και σύμβολα τόσο βουδιστικά όσο και ινδουιστικά, και (δ΄) «αναμνηστικά» νομίσματα ελληνικού τύπου στα οποία απεικονίζονται ο Αλέξανδρος ο Μέγας, ο ιδρυτής της ανεξάρτητης Βακτριανής Διόδοτος Α΄ και ο Δημήτριος Α΄.

Αυτό που μπορούμε να συμπεράνουμε με σχετική βεβαιότητα για τον Πανταλέοντα και τον Αγαθοκλή είναι η μεταξύ τους συγγένεια. Τα συνηθέστερα νομίσματά τους είναι μεταξύ τους σχεδόν όμοια (ομοιότητα ως προς την εικονιζόμενη ανθρώπινη μορφή – χαρακτηριστικά προσώπου, τύπος κόμμωσης, διάδημα – είτε αυτή είναι ο μονάρχης είτε, όπως είναι το πιθανότερο, ο θεός Διόνυσος/ απεικόνιση πάνθηρα που αγγίζει ένα αμπέλι/ τροχός, που ίσως παραπέμπει σε ινδικές θρησκευτικές δοξασίες). Η θεματολογία διαφέρει ουσιωδώς από αυτήν των νομισμάτων των λοιπών ηγεμόνων της περιοχής. Επίσης, τα νομίσματα αυτά είναι φτιαγμένα από κράμα χαλκού και νικελίου (75%-25%), τεχνολογία που ως εκείνη την εποχή είχε χρησιμοποιηθεί μόνο στην Κίνα. Τέλος, επειδή οι πιο «οικονομικές» θεωρίες είναι συχνά και οι καλύτερες, ίσως είναι μάταιη όλη αυτή η προσπάθεια να εξακριβωθεί (πώς άραγε;) αν ο Πανταλέων και ο Αγαθοκλής ήταν συγγενείς του Δημήτριου ή αξιωματούχοι του και αν ως τέτοιοι υπήρξαν αντιβασιλείς του στις περιοχές όπου βρέθηκαν νομίσματά τους. Πιο λογικό μοιάζει να γίνει δεκτό ότι η κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Μαουρύα (κατάρρευση της οποίας σίγουρα προηγήθηκε η όλο και μεγαλύτερη χαλάρωση της εξουσίας που αυτοί ασκούσαν σε απομακρυσμένες από το κέντρο της αυτοκρατορίας τους περιοχές όπως η Αραχωσία και οι Παροπαμισάδες) δημιούργησε ένα κενό εξουσίας το οποίο μπόρεσαν να εκμεταλλευθούν κάποιοι ισχυροί των ελληνικών κοινοτήτων της περιοχής, ιδρύοντας ανεξάρτητες ηγεμονίες.

Αντίμαχος: Ακριβώς στο πλαίσιο αυτό πρέπει να εντάξουμε και τον Αντίμαχο, ο οποίος φαίνεται ότι βασίλεψε (περίπου 185 ή 180 έως 170 ή 165) σε κάποια τμήματα της Βακτριανής και Αραχωσίας, καθώς και σε μερικές περιοχές της κοιλάδας του Ινδού. Σύμφωνα με τον Ταρν (την άποψη του οποίου ακολουθεί και ο Σιμονέττα και ο Ρ. Σήνιορ) ήταν γιος του Ευθύδημου και, επομένως, αδελφός του Δημήτριου. Αντιθέτως (και πιο λογικά), ο A. K. Narain (όπ.π.) αποκλείει την περίπτωση συγγένειας με τους Ευθυδημίδες, ενώ θεωρεί πιθανή κάποια συγγένεια με τη δυναστεία του Διόδοτου (ο Ποσειδώνας των νομισμάτων του Αντίμαχου και ο Δίας των νομισμάτων του Διόδοτου μοιάζουν πολύ). Η «ανεξαρτησία» του Αντίμαχου σε σχέση με τη δυναστεία του Ευθύδημου αποδεικνύεται ίσως και από μια επιγραφή στην οποία αναφέρονται ως συμβασιλείς του οι «Ευμένης και Αντίμαχος» (κατά πάσα πιθανότητα οι γιοι του), καθώς και από το γεγονός ότι επέλεξε την επίκληση «Βασιλεύς Θεός». Επισημαίνεται ακόμη ότι για κάποιους η επέκταση του ελληνισμού στον ευρύτερο ινδικό χώρο αποτελεί έργο του Αντίμαχου και όχι του Δημήτριου.

Απολλόδοτος: Η περίπτωση του Απολλόδοτου ίσως είναι παρόμοια με τις πιο πάνω, ίσως κι όχι. Τα νομίσματά του (δίγλωσσα με βάση το ινδικό πρότυπο και με αναπαραστάσεις ελέφαντα και ταύρου, δηλαδή με συμβολισμούς, αντιστοίχως και πιθανότατα, βουδιστικούς και ινδουιστικούς/ ελληνικά τετράδραχμα με απεικόνιση του βασιλιά και της θεάς Αθηνάς, η οποία κρατά στο δεξί χέρι της τη Νίκη) παρέχουν ενδείξεις για περίοδο βασιλείας μεταξύ 174-165 (σύμφωνα με τη χρονολόγηση που προτείνει ο Osmund Bopearachchi) ή 180-160 (κατά τον Σήνιορ) σε μια περιοχή που περιλαμβάνει τμήματα της κοιλάδας του Ινδού, περιλαμβανομένης της Ταξίλας, του Σιντ (στο σημερινό Πακιστάν) και του Γκουτζαράτ (δυτικό άκρο της σύγχρονης Ινδίας). Πρόκειται επομένως για τον πρώτο Έλληνα ηγεμόνα που βασίλεψε σε αποκλειστικά ινδικά εδάφη. Ίσως και αυτός να ήταν εκπρόσωπος της τοπικής ελληνικής αριστοκρατίας και να εκμεταλλεύθηκε το κενό εξουσίας που δημιούργησε η αποχώρηση των Μαουρύα (σε αντίθεση, όμως, με την Αραχωσία, για την κοιλάδα του Ινδού δεν έχουμε αρχαιολογικά στοιχεία που να πιστοποιούν τη συνεχή παρουσία ελληνικών κοινοτήτων). Ο Ταρν, βεβαίως, πίστευε ότι πρέπει να ήταν στρατηγός του Δημητρίου κατά την ινδική εκστρατεία του δεύτερου και να παρέμεινε στα ινδικά εδάφη που κατακτήθηκαν: μετά τον θάνατο του Δημήτριου, ο Απολλόδοτος κυβέρνησε τα εδάφη αυτά είτε ως νόμιμος διάδοχος του Δημήτριου είτε ως σφετεριστής της εξουσίας του.  

Επομένως, λίγο πριν το 170 π.Χ. διαπιστώνεται το εξής παράδοξο: ενώ ο χώρος τον οποίο ελέγχουν οι Έλληνες στην Κεντρική Ασία και την Ινδία έχει αυξηθεί σημαντικά, παράλληλα φαίνεται να έχει κατατμηθεί σε πολλές ηγεμονίες οι οποίες είναι, μάλλον, ανεξάρτητες η μία από την άλλη. Επιπλέον, δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποιός είναι ο μονάρχης της καθαυτό Βακτριανής, αν υποθέσουμε ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή τα Βάκτρα εξακολουθούν να αποτελούν πόλο εξουσίας. Ούτε βέβαια γνωρίζουμε αν ο ηγεμόνας αυτός της Βακτριανής ανήκει στη δυναστεία του Ευθύδημου ή όχι. Θα μπορούσε να είναι ο Αγαθοκλής ή ο Αντίμαχος, ακόμη κι ο άτυχος νεαρός Ευθύδημος Β΄. Με λίγη φαντασία θα μπορούσε να υποτεθεί ότι ο Δημήτριος Α΄ ζει ακόμη. Ίσως, όμως, όπως πιστεύουν μερικοί, ο βασιλιάς της Βακτριανής να είναι ένας δεύτερος Δημήτριος (ίσως γιος του πρώτου). Όποιος και να ήταν πάντως ο μονάρχης, δεν θα κατορθώσει να αντισταθεί στον σφετεριστή (;) Ευκρατίδη, τον τελευταίο σπουδαίο πολιτικό και στρατιωτικό ηγέτη που θα αναδείξει ο ελληνισμός της Βακτριανής.       

Ο Ευκρατίδης ο Μέγας και η εποχή του: ακμή και παρακμή της ελληνιστικής Βακτριανής. Στην «Επιτομή» του (XLI, 6), ο Ιουστίνος μας πληροφορεί ότι περίπου την ίδια εποχή ανέβηκαν στον θρόνο δύο σπουδαίοι ηγέτες: ο Μιθριδάτης Α΄ Αρσάκης Ε΄ έγινε βασιλιάς των Πάρθων (όλοι οι Πάρθοι βασιλείς έφεραν και το δυναστικό όνομα «Αρσάκης»), ενώ στη Βακτριανή άρχισε να βασιλεύει ο Ευκρατίδης. Μια και η άνοδος του Μιθριδάτη Α΄ στον παρθικό θρόνο χρονολογείται, μάλλον με ακρίβεια, στο 171 π.Χ., μπορούμε να υποθέσουμε (όσο μας επιτρέπει η ελεγχόμενη αξιοπιστία του Ιουστίνου) ότι και η περίοδος εξουσίας του Ευκρατίδου αρχίζει περίπου τότε. Ποιός ήταν, όμως, ο ηγέτης αυτός και πώς κατέκτησε την εξουσία, ανατρέποντας τη δυναστεία του Ευθύδημου ή όποιους την είχαν αντικαταστήσει; Ως συνήθως, δεν γνωρίζουμε την απάντηση. Ίσως ήταν στρατηγός, σατράπης ή εν πάση περιπτώσει ανώτατος αξιωματούχος στην υπηρεσία των ηγεμόνων της Βακτριανής. Μπορεί λόγω της ιδιότητάς του να είχε κάποια ισχυρή βάση, καθιστώντας ουσιαστικά φέουδό του την περιοχή δικαιοδοσίας του (αυτή θα μπορούσε να ήταν η ελληνιστική πόλη στο Άι Χανούμ του Αφγανιστάν, η οποία ίσως και να ονομαζόταν Αλεξάνδρεια ή Αντιόχεια του Ώξου και η οποία πιθανολογείται ότι στα χρόνια βασιλείας του Ευκρατίδη είχε μετονομαστεί σε «Ευκρατίδεια»). 

 

Ο Ταρν, βεβαίως, επιχείρησε να δώσει μια πιο σύνθετη και ευφάνταστη εξήγηση για την άνοδο του Ευκρατίδη στην εξουσία. Στηριζόμενος σε κάποια νομίσματα του ηγεμόνα της Βακτριανής στα οποία απεικονίζονται πιθανώς οι γονείς του, οι οποίοι ονομάζονται Ηλιοκλής και Λαοδίκη, ο Ταρν συμπέρανε ότι ο Ευκρατίδης ήταν (από την πλευρά της μητέρας του) εξάδελφος του Σελευκίδη βασιλιά Αντίοχου Δ΄ του Επιφανούς και ότι επιχείρησε να ανακτήσει τη Βακτριανή για λογαριασμό των Σελευκιδών (όπ.π., σελ. 94 επ.)! Σύμφωνα με τον Βρετανό ιστορικό, η επιχείρηση ολοκληρώθηκε με επιτυχία το 167, οι δε μεγάλες γιορτές και στρατιωτικές παρελάσεις που οργάνωσε το 166 στη Δάφνη της Αντιόχειας ο Αντίοχος Δ΄, καθώς και τα «Χαριστήρια» του ιδίου έτους στη Βαβυλώνα, είχαν ως σκοπό τον εορτασμό της επιστροφής της Βακτριανής στην αυτοκρατορία των Σελευκιδών! Ο Ταρν προσθέτει μάλιστα ότι ο Αντίοχος έλαβε τον τίτλο του «Σωτήρα της Ασίας» ακριβώς λόγω της ανάκτησης της Βακτριανής. Η όλη κατασκευή είναι εντελώς υποθετική και δεν μπορεί να στηριχθεί σε ιστορικά ή αρχαιολογικά στοιχεία. Ο τίτλος του «Σωτήρα της Ασίας» μπορεί να αναφέρεται είτε στη στρατιωτική νίκη που κατήγαγε ο Αντίοχος κατά τον έκτο Συριακό Πόλεμο είτε στην εκστρατεία που σχεδίαζε να πραγματοποιήσει ο Σελευκίδης στις Άνω Σατραπείες (βλ. σχετική ανάλυση σε Will, τ. ΙΙ, σελ. 351-352), ενώ η πλειονότητα των ιστορικών δεν δέχεται τη σχέση του Ευκρατίδη με τους Σελευκίδες (π.χ. Narain, όπ.π., σελ. 53 επ./  Simonetta, όπ.π., σελ. 158). Έτσι κι αλλιώς, η εκστρατεία του Αντίοχου του Επιφανούς (η οποία μάλλον είχε ως στόχο το δυτικό Ιράν και τα εδάφη που κατείχαν οι Πάρθοι) τερματίστηκε άδοξα λόγω της ασθένειας και του θανάτου του βασιλιά. Στη συνέχεια, οι διάδοχοί του έχουν μύρια προβλήματα με την παρθική επέκταση προς τα δυτικά για να ασχοληθούν ουσιαστικά με την απομακρυσμένη Βακτριανή.  

Ο Ευκρατίδης πρέπει να υπήρξε ο Έλληνας ηγεμόνας που στο απόγειο της δύναμής του βασίλεψε στην πιο εκτεταμένη επικράτεια από κάθε άλλον. Η ενοποίηση των εδαφών της Κεντρικής Ασίας που ήλεγχε το ελληνικό στοιχείο θα πρέπει να συντελέσθηκε ύστερα από σκληρούς αγώνες, ιδίως αν δεχθούμε τη θεωρία της διάσπασης του βασιλείου της Βακτριανής σε μικρότερες κρατικές οντότητες. Σύμφωνα με τον Ιουστίνο (όπ.π.), ο Ευκρατίδης αντιμετώπισε και νίκησε, ύστερα από σειρά σκληρών μαχών, τον Δημήτριο, ο οποίος είχε συγκεντρώσει μεγάλο στράτευμα για να ανατρέψει τον «σφετεριστή». Πρόκειται, άραγε, για τον μυστηριώδη Δημήτριο Β΄, ο οποίος είχε πιθανώς ως ορμητήριο τις σατραπείες στα νότια του Ινδικού Καυκάσου (βλ. Simonetta, όπ.π.); Ή μήπως για τον Δημήτριο Α΄ (βλ. σχετικά Will, όπ.π.); Είναι, πάντως, βέβαιο ότι, εκτός της Βακτριανής, ο Ευκρατίδης κατέλαβε και τα εδάφη που ήλεγχαν ο Αντίμαχος και ο Αγαθοκλής. Ο νέος ισχυρός άνδρας της Βακτριανής είχε υπό τον έλεγχό του και τη Σογδιανή, την Αρία, τη Μαργιανή, τη Δραγγιανή, την Αραχωσία και τους Παροπαμισάδες. Μετά την εδραίωση της εξουσίας του στην Κεντρική Ασία, ο Ευκρατίδης στράφηκε στην κοιλάδα του Ινδού, την οποία και κατέλαβε.

Η αχανής έκταση της επικράτειάς του, το μέγεθος της ισχύος του και η μεγάλη χρονική διάρκεια της βασιλείας του καταδεικνύονται και από το πλήθος, τη γεωγραφική διάδοση, την ποικιλία και την ποιότητα των νομισμάτων του. Πολλά νομίσματα ελληνικού τύπου, από τον εντυπωσιακό χρυσό στατήρα ως τα εξαιρετικής ποιότητας ασημένια τετράδραχμά του, στα οποία απεικονίζεται ο ίδιος φορώντας τη χαρακτηριστική περικεφαλαία, καθώς και έφιπποι οι Διόσκουροι, δηλαδή οι «προστάτες θεοί» του Ευκρατίδη. Αλλά και αρκετά νομίσματα ινδικού τύπου, με διάφορες παραστάσεις (απεικονίσεις του βασιλιά συνοδευόμενες από ελληνικής ή ινδικής προέλευσης θρησκευτικές παραστάσεις) και κείμενο στα ελληνικά και τα ινδικά (γραφή χαρόσθι).

Εξωτερικές απειλές και παρακμή: Η παντοδυναμία του Ευκρατίδη θα αποδειχθεί τελικά εύθραυστη. Στα δυτικά σύνορα οι Πάρθοι του Μιθριδάτη επιχειρούν διαρκείς εισβολές στη Μαργιανή, στην Αρία και πιθανότατα στο δυτικό τμήμα της Βακτριανής. Οι Σκύθες γίνονται όλο και πιο απειλητικοί στον Βορρά. Παράλληλα, άλλοι Έλληνες ηγεμόνες του ινδικού χώρου (ίσως ο Μένανδρος) όχι μόνο θα ανακόψουν την επεκτατική πορεία του βασιλιά της Βακτριανής, αλλά θα επιχειρήσουν και να του αποσπάσουν εδάφη στην περιοχή του Ινδού. Φυσικά, ο πιο μεγάλος κίνδυνος σχετίζεται με τις έριδες στο εσωτερικό της ελληνικής αριστοκρατίας της Βακτριανής. Ο Ιουστίνος (XLI, 6, 19), διηγείται ότι ο Ευκρατίδης είχε αναγκαστεί να υπογράψει συνθήκη ειρήνης με τους Πάρθους, γεγονός που δεν έβρισκε σύμφωνους πολλούς από τους αξιωματούχους του, μεταξύ των οποίων και ο γιος του τον οποίο ο Ευκρατίδης είχε ονομάσει συμβασιλέα. Έτσι, ενώ επέστρεφαν από την Ινδία, ο Ευκρατίδης δολοφονήθηκε από τον γιο του.

Πρέπει να πιστέψουμε τη διήγηση του Ιουστίνου; Καλύτερα να είμαστε επιφυλακτικοί. Ποιός θα μπορούσε να ήταν ο πατροκτόνος; Ο Ευκρατίδης Β΄ ή ο Ηλιοκλής; Μήπως η όλη ιστορία δεν είναι παρά μια ηθικοπλαστική κοινοτοπία που άκριτα δέχτηκε ή, ενδεχομένως, επινόησε ο Ρωμαίος συγγραφέας; Μήπως συγχέει τον Ευκρατίδη με τον Διόδοτο Β΄. Και πάλι, πολλά ερωτήματα χωρίς απαντήσεις. Υποθέσεις δίχως αποδεικτικά στοιχεία.

Η μόνη βεβαιότητα είναι ότι μετά τον θάνατο του Ευκρατίδη (πιθανώς το 145 π.Χ.) οι μέρες του ελληνιστικού βασιλείου της Βακτριανής είναι πια μετρημένες. Αντιθέτως, ο ελληνισμός της Ινδίας έχει ακόμη μπροστά του λαμπρό μέλλον. Αυτά, όμως, θα τα δούμε στο τέταρτο και τελευταίο μέρος της σειράς.     

 

Εντός και εκτός θέματος υστερόγραφο: Δεν είχα καταρχήν την πρόθεση για τόσο μεγάλη αποχή από το διαδίκτυο. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια των διακοπών ανέκυψαν πολλά και διάφορα που καθυστέρησαν την ενημέρωση του ιστολογίου. Έπειτα, αποδείχθηκα ανακόλουθος ως προς την αρχική δέσμευσή μου να ολοκληρώσω τη διήγηση σε τρία μέρη: ο όγκος και η φύση του υλικού με υποχρέωσαν να προσθέσω και τέταρτο μέρος για να μη γίνει το κείμενο απάνθρωπα κουραστικό. Σε κάθε περίπτωση ήθελα να αποφύγω τη στείρα καταγραφή ονομάτων ηγεμόνων και αντικρουόμενων απόψεων που επιχειρούν να ανασυνθέσουν την Ιστορία με βάση ελάχιστα και όχι πάντα αξιόπιστα στοιχεία. Γνωρίζω ότι δεν το κατόρθωσα. Ελπίζω τουλάχιστον να «περιόρισα τις ζημιές» (για να χρησιμοποιήσω και τον «απαραίτητο» γαλλισμό).

Κυρίως, εύχομαι στους φίλους αναγνώστες ευτυχισμένο νέο έτος, με υγεία και δημιουργικότητα, και τους ευχαριστώ για την υπομονή τους.

Οι Έλληνες στη Βακτριανή: μέρος Β΄

Δεκέμβριος 13, 2009

Στο προηγούμενο μέρος σταματήσαμε τη διήγησή μας αναφερόμενοι στις προσπάθειες των δύο πρώτων Σελευκιδών να ενθαρρύνουν τη συνεργασία μεταξύ του ελληνικού και του ιρανικού στοιχείου στις Άνω Σατραπείες. Πιθανότατα, την πολιτική αυτή τη συνέχισε και ο δεύτερος Αντίοχος. Καθώς όμως μας λείπουν ολότελα οι σχετικές πηγές, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι. Σε κάθε περίπτωση, στα μέσα του 3ου αιώνα η αυτοκρατορία εισέρχεται σε μια μακρά περίοδο αναταράξεων. Μετά το τέλος του αμφίρροπου Δεύτερου Συριακού Πολέμου, οι δύο αντίπαλοι, ο Αντίοχος Β΄ ο Θεός και ο Πτολεμαίος Β΄ ο Φιλάδελφος σύναψαν συνθήκη ειρήνης (253 π.Χ.), την οποία αποφάσισαν να επισφραγίσουν με ένα δυναστικό γάμο (ο οποίος επρόκειτο να προκαλέσει μύρια προβλήματα στο κράτος των Σελευκιδών): αυτόν του Αντίοχου με την κόρη του Πτολεμαίου Βερενίκη (η οποία, λόγω της κολοσιαίας προίκας της θα κερδίσει το προσωνύμιο «φερνοφόρος»). Για να γίνει αυτό, ο Αντίοχος αποκήρυξε τη σύζυγό του, τη βασίλισσα Λαοδίκη που του είχε χαρίσει δύο γιους και η οποία αποσύρθηκε στην Έφεσο. Λίγα χρόνια αργότερα (246) και ενώ ο Αντίοχος, ο οποίος στο μεταξύ είχε αποκτήσει ένα γιο από τη Βερενίκη, βρισκόταν στην Έφεσο για να επισκεφτεί την πρώην σύζυγό του βρέθηκε νεκρός υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες. Η πιο διαδεδομένη εξήγηση ήταν ότι η Λαοδίκη δηλητηρίασε τον Αντίοχο: μπορεί αυτός να είχε ορίσει ως διάδοχό του τον Σέλευκο, τον μεγαλύτερο γιο που είχε αποκτήσει με τη Λαοδίκη, όμως δεν ήταν απίθανο να άλλαζε γνώμη υπό την πίεση της νεαρής συζύγου του.Υπό τις συνθήκες αυτές, η Βερενίκη ζήτησε τη βοήθεια του αδελφού της, του Πτολεμαίου Γ΄ του Ευεργέτη, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον πατέρα του λίγους μήνες νωρίτερα. Ο Πτολεμαίος απάντησε άμεσα, εισβάλλοντας στα εδάφη των Σελευκιδών και ξεκινώντας τον Τρίτο Συριακό Πόλεμο (ή Λαοδίκειο Πόλεμο): χωρίς να συναντήσει ουσιαστική αντίσταση φτάνει στην Αντιόχεια όπου θα ανακαλύψει ότι η αδελφή και ο ανηψιός του είχαν δολοφονηθεί. Εκείνη τη χρονική στιγμή βρίσκεται σε κίνδυνο η ίδια η ύπαρξη του κράτους των Σελευκιδών. Ο Πτολεμαίος, πάντως, δεν θα προχωρήσει περισσότερο. Θα αρκεστεί να αποσπάσει κάποια εδάφη (όπως το λιμάνι της Αντιόχειας, τη Σελεύκεια της Πιερίας) και θα επιστρέψει στην Αίγυπτο. Αυτό θα επιτρέψει στον Σέλευκο Β΄, τον επονομαζόμενο Καλλίνικο, να ανακτήσει την Αντιόχεια και όσο περισσότερα εδάφη μπορούσε. Η αναταραχή θα ευνοήσει, όμως, την εκδήλωση της σοβαρότερης δυναστικής έριδας που είχε γνωρίσει ως τότε η αυτοκρατορία. Ο αδελφός του Σέλευκου, ο Αντίοχος Ιέραξ, θα στασιάσει και θα δημιουργήσει μια ανεξάρτητη ηγεμονία στα μικρασιατικά εδάφη (241). Ο εμφύλιος πόλεμος των δύο αδελφών θα  διαρκέσει πάνω από δέκα χρόνια. Επομένως, έχουμε μια εικοσαετία αστάθειας η οποία δεν θα επιτρέψει στον Καλλίνικο να ενδιαφερθεί και να βοηθήσει ουσιαστικά τις ανατολικές σατραπείες. Το πρόβλημα είναι ότι και αυτές αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα σοβαρότατους κινδύνους, καθώς η πίεση των νομάδων γίνεται όλο και εντονότερη. Η κατάσταση θα οδηγήσει μοιραία στην επικράτηση αποσχιστικών τάσεων. Την ιστορία τη «διηγούνται» τα νομίσματα από την Παρθία-Υρκανία και από τη Βακτριανή. 

Η αυτονόμηση των σατραπειών της Παρθίας-Υρκανίας και της Βακτριανής: Γύρω στα 245, ο Ανδραγόρας, σατράπης της Παρθίας-Υρκανίας αρχίζει να κόβει νομίσματα που αναφέρουν το όνομά του, χωρίς πάντως να φέρει σ’ αυτά τον τίτλο του βασιλέως. Ταυτόχρονα, τα νομίσματα από τη Βακτριανή εμφανίζουν μια ενδιαφέρουσα εξέλιξη: αρχικά, ενώ φέρουν πάντα το όνομα και τη μορφή του Αντίοχου, ο Απόλλων Αρχηγέτης (δυναστικός θεός των Σελευκιδών) αντικαθίσταται από τον Δία. Πόσο τυχαίο μπορεί να είναι το γεγονός ότι ο σατράπης της Βακτριανής ονομάζεται Διόδοτος; Λίγο αργότερα, παρότι εξακολουθεί να μνημονεύεται το όνομα του Αντίοχου, η μορφή του αντικαθίσταται στο νόμισμα από αυτήν του Διόδοτου. Τέλος (γύρω στα 239-238), εξαλείφεται και το όνομα του (νεκρού, άλλωστε) Σελευκίδη και στη θέση του υπάρχει η αναφορά στο όνομα του Διόδοτου συνοδευόμενου από τον βασιλικό τίτλο. Για ποιό λόγο αποφάσισαν οι δύο σατράπες, σχεδόν ταυτόχρονα, να αυτονομηθούν από την εξουσία της Αντιόχειας; Η εύκολη, αλλά και απλοϊκή, εξήγηση δεν είναι άλλη από την προσωπική φιλοδοξία. Είναι αλήθεια ότι τα σοβαρότατα προβλήματα της Αντιόχειας προσέφεραν σε φιλόδοξους ηγέτες την ευκαιρία να ανεξαρτητοποιηθούν από το κράτος των Σελευκιδών. Αρκεί, όμως, αυτό; Και τί το επαχθές μπορούσε να συνεπάγεται, τη δεδομένη χρονική στιγμή, η υποταγή στην Αντιόχεια για τους επικεφαλής, τις ελίτ και τους πληθυσμούς των ανατολικών σατραπειών; Λογικότερο φαίνεται να ακολουθήσουμε την πιο σύνθετη εξήγηση που δίνει ο Edouard Will (“Histoire politique du monde hellénistique”, Presses universitaires de Nancy, 2η έκδ. 1979-1982, επανέκδ. Seuil, 2003, τ. Ι. σελ. 281 επ.). Στα μέσα του 3ου αιώνα π.Χ, η απειλή των νομάδων του Βορρά καθίσταται πιο πιεστική: η απειλή εκφράζεται κυρίως από ένα σκυθικό φύλο, τους Δάχες Πάρνους, οι οποίοι κινούνται στην περιοχή μεταξύ της Βακτριανής και της Μαργιανής και βόρεια της Παρθίας-Υρκανίας. Την ίδια στιγμή, η εξουσία της Αντιόχειας, λόγω των προβλημάτων της, όχι μόνο αδυνατεί να βοηθήσει ουσιαστικά της Άνω Σατραπείες, αλλά αποσπά από αυτές και πολύτιμους οικονομικούς πόρους και ανθρώπινο δυναμικό. Υπό αυτές τις συνθήκες, η «κοινή γνώμη» στις περιοχές μεταστρέφεται κατά των νόμιμων ηγεμόνων και αναζητεί εσωτερικές λύσεις που μπορούν να εξασφαλίσουν την επιβίωσή της. Φαίνεται, άλλωστε, από την νομισματική πολιτική του Ανδραγόρα και του Διόδοτου, ανθρώπων που προέρχονταν από τις τάξεις των ανώτατων αξιωματούχων των Σελευκιδών και εμφορούνταν κατ’ ανάγκη από νοοτροπία αφοσίωσης στη δυναστεία, μια ορισμένη διστακτικότητα να διαρρήξουν ανεπανόρθωτα τις σχέσεις τους με τους Σελευκίδες και να ακολουθήσουν τον δρόμο της απόσχισης: ο Ανδραγόρας δεν θα πάρει ποτέ τον τίτλο του βασιλέως, ενώ ο Διόδοτος θα χρειαστεί μερικά χρόνια για να κάνει το μεγάλο βήμα. Κατά πάσα πιθανότητα, το περιβάλλον τόσο του ενός όσο και του άλλου ήταν έτοιμο να προχωρήσει γρηγορότερα και αποφασιστικότερα στον δρόμο της ανεξαρτητοποίησης απ’  ό,τι οι δύο σατράπες. Ας παραθέσουμε την εξήγηση του ίδιου του Will (όπ.π., σελ. 284-285): 

«Οι εξαιρετικά ισχνές πηγές μάς οδηγούν κατ’ ανάγκη σε ένα, κατά τα φαινόμενα παράδοξο, διττό συμπέρασμα: αφενός, ο καταρχήν αναμενόμενος ανταγωνισμός μεταξύ Ιρανών και Ελλήνων, ο οποίος, κατά πάσα πιθανότητα, υπήρχε στις αρχές, αντικαταστάθηκε γρήγορα από την ειρηνική συμβίωση … αφετέρου, και πάλι αντιθέτως προς το καταρχήν αναμενόμενο, το ελληνικό στοιχείο του πληθυσμού των σατραπειών του ανατολικού Ιράν, μολονότι προφανώς αποτελούσε μειονότητα (ή μάλλον ακριβώς επειδή αποτελούσε μειονότητα), φαίνεται να διατήρησε με επιμονή και επί μακρόν την αυθεντικότητα και την καθαρότητα του πολιτισμού του…   

Το γεγονός και μόνο ότι από το δεύτερο τρίτο του τρίτου αιώνα εκπρόσωποι της ελληνικής μειονότητας… κατόρθωσαν να υποκαταστήσουν τους Σελευκίδες και να δημιουργήσουν στη Βακτριανή και τη Σογδιανή μια ελληνική μοναρχία χωρίς να προκαλέσουν, καθόσον γνωρίζουμε, κάποια ιρανική αντίσταση…. αποδεικνύει ότι μετά τις αρχικές εντάσεις στις περιοχές αυτές οι δύο λαοί συμβίωσαν αρμονικά… Καθώς είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι αυτό συνέβη μόνο λόγω του αλληλοσεβασμού που έτρεφε ο ένας για τον άλλο, έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι η ένωσή τους σφυρηλατήθηκε από τον εξωτερικό κίνδυνο που απειλούσε και τους δύο. Εκτεθειμένοι στην πίεση των νομάδων, Ιρανοί και Έλληνες… έπρεπε να πολεμήσουν ή να χαθούν μαζί».  

Η εισβολή των Πάρνων: Όσον αφορά τον Ανδραγόρα, ο οποίος ήταν και αμεσότερα εκτεθειμένος στον κίνδυνο εισβολής των νομάδων και μάλλον στρατιωτικά πιο αδύναμος, η περιπέτεια τελείωσε γρήγορα. Γύρω στα 239-238 (δηλαδή λίγο ύστερα από τη σντριπτική ήττα που υπέστη ο Σέλευκος Β΄ ο Καλλίνικος στη μάχη της Άγκυρας από τους Γαλάτες συμμάχους του αδερφού του), οι Πάρνοι, υπό την καθοδήγηση του βασιλιά τους Αρσάκη Α΄, εισβάλλουν στα εδάφη της Παρθίας-Υρκανίας και τα κατακτούν. Όπως αναφέρει ο Στράβων (ΙΑ΄, 9, 2-3): «Ἔπειτ’ Ἀρσάκης ἀνὴρ Σκύθης τῶν Δαῶν τινας ἔχων τοὺς Πάρνους καλουμένους νομάδας παροικοῦντας τὸν Ὦχον, ἐπῆλθεν ἐπὶ τὴν Παρθυαίαν καὶ ἐκράτησεν αὐτῆς». Οι νομάδες αυτοί, που θα μείνουν στην ιστορία με δανεικό όνομα, αυτό της περιοχής που κατέκτησαν, θα εξελιχθούν σταδιακά από απλή απειλή για τους Σελευκίδες σε αυτοκρατορία που θα κυριαρχήσει στη Μεσοποταμία και το Ιράν για μερικούς αιώνες. * 

Διόδοτος Α΄: Στη Βακτριανή, ο Διόδοτος δεν πρέπει να αντιμετώπισε με αισιοδοξία την εξέλιξη αυτή: ένα βαρβαρικό κράτος είχε πάρει τη θέση εκείνου του οποίου ηγείτο ένας συμπατριώτης και σύμμαχος. Οι νομάδες αυτοί δεν ήταν άγνωστοι στον Διόδοτο. Φαίνεται πως γύρω στα 250 θα πρέπει να τους είχε αντιμετωπίσει επιτυχώς σε μάχη, απωθώντας τους πέρα από τα εδάφη της Βακτριανής. Κατά πάσα πιθανότητα, η εισβολή των – τώρα πια – Πάρθων στα εδάφη του Ανδραγόρα πρέπει να ήταν μάλλον το γεγονός που έπεισε οριστικά και αμετάκλητα τον Διόδοτο να ανακηρυχθεί βασιλιάς. Δεν είμαστε βέβαιοι για τα εδάφη στα οποία ασκούσε την κυριαρχία του: σύμφωνα με την ευρύτερα αποδεκτή γνώμη, το βασίλειό του περιελάμβανε εκτός της Βακτριανής τη Σογδιανή και τη Μαργιανή (καθώς γίνεται δεκτό ότι οι Σελευκίδες ανέθεταν μέχρι τότε στον ίδιο σατράπη τη διοίκηση και των τριών αυτών περιοχών). Κάποιοι αμφισβητούν την εξουσία του επί της Σογδιανής (της οποίας, όμως, η απομονωμένη γεωγραφική θέση μάλλον ενισχύει την υπαγωγή της στο νεοπαγές βασίλειο της Βακτριανής), άλλοι πιστεύουν ότι εξουσίαζε και την Αρία. Πάντως, σχετικά γρήγορα (μεταξύ του 238 και του 234) ο Διόδοτος πεθαίνει και τον διαδέχεται στον θρόνο του βασιλείου ο γιος του, ο Διόδοτος Β΄. 

Η προσπάθεια του Σέλευκου Β΄ για την ανάκτηση των χαμένων εδαφών: Οι απώλειες στα ανατολικά του βασιλείου του δεν άφησαν αδιάφορο τον Σέλευκο: πριν καν επικρατήσει ολοκληρωτικά επί του αδελφού του, ο Καλλίνικος επιχειρεί (περίπου 230  με 227) να ανακτήσει τα χαμένα εδάφη. Η προσπάθειά του φάνηκε να στέφεται με επιτυχία, καθώς ο Πάρθος βασιλιάς Αρσάκης προτίμησε να υποχωρήσει προς τις στέππες του Βορρά παρά να αντιμετωπίσει τον Σελευκίδη. Ωστόσο, τα όποια κέρδη ήταν προσωρινά. Ο Σέλευκος δεν είχε την ευκαιρία ούτε να εδραιώσει την κυριαρχία του στα εδάφη που ανέκτησε από τον Αρσάκη ούτε να αντιμετωπίσει στρατιωτικά τον Διόδοτο Β΄. Η προσπάθεια του Αττάλου Α΄ της Περγάμου να αποσπάσει μικρασιατικά εδάφη από τους Σελευκίδες ανάγκασε τον Σέλευκο να επιστρέψει εσπευσμένα στα δυτικά σύνορα της αυτοκρατορίας του. Οι πηγές, πάντως, μας πληροφορούν για μια θεαματική και καταρχήν παράδοξη αλλαγή όσον αφορά την πολιτική του Διόδοτου Β΄ της Βακτριανής: λέγεται ότι σύναψε συνθήκη ειρήνης και συμμαχίας με τον Αρσάκη ενόψει του κοινού κινδύνου που αποτελούσε και για τους δύο ο Σέλευκος. Σε κάθε περίπτωση, η συμμαχία με τον «βάρβαρο» δεν προσέφερε στην πράξη κάτι ουσιαστικό στον Διόδοτο: η σωτηρία του οφειλόταν αποκλειστικά στα προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπίσει ο Σέλευκος στη Μικρά Ασία. Θα χρειαστούν σχεδόν είκοσι χρόνια για να ξαναβρεθεί κάποιος Σελευκίδης ηγεμόνας στα εδάφη της Βακτριανής. 

Η ανατροπή του Διόδοτου Β΄ από τον Ευθύδημο: Είναι βέβαιο ότι η πολιτική συμμαχίας με τους Πάρθους που φέρεται να ακολούθησε ο Διόδοτος Β΄πρέπει να προκάλεσε αντιδράσεις στο εσωτερικό της ελληνικής κοινότητας της Βακτριανής. Ίσως αυτές να εξηγούν το γεγονός ότι (πιθανώς το 223) ο Διόδοτος ανατρέπεται από ένα σφετεριστή, τον Ευθύδημο, ο οποίος θα ιδρύσει τη δική του δυναστεία. Δεν γνωρίζουμε πολλά για τον Ευθύδημο. Ο Πολύβιος (βιβλίο ΙΑ΄, 34, 2) αναφέρει ότι καταγόταν από τη Μαγνησία, αλλά δεν διευκρινίζει αν ήταν Θεσσαλός ή, όπως είναι ίσως πιθανότερο, Μικρασιάτης (άρα είτε από τη Μαγνησία του Σιπύλου είτε από τη Μαγνησία του Μαιάνδρου). Δεν ξέρουμε ακόμη αν η «λαϊκή» υποστήριξη που σίγουρα θα είχε στην προσπάθειά του ο Ευθύδημος οφειλόταν μόνο στη φιλοπαρθική πολιτική του προκατόχου του ή και σε μια πιθανολογούμενη οικονομική κρίση του βασιλείου. Ο Ταρν, πάντως, (W. W. Tarn «The Greeks in Bactria & India«, Cambridge University Press, 2η έκδ. 1951, 3η αναθεωρημένη 1997, σελ. 73 επ.) τον εμφανίζει σχεδόν σαν «πράκτορα» των Σελευκιδών! Σύμφωνα με τη θεωρία του (η οποία δεν στηρίζεται ούτε στις πηγές ούτε στα όποια αρχαιολογικά ευρήματα), γύρω στα 246 και κατόπιν πρωτοβουλίας του Σελευκίδη, ο Διόδοτος Α΄ νυμφεύθηκε μια από τις αδελφές του Σέλευκου Β΄ (από μόνο του αυτό το ενδεχόμενο δεν μπορεί να αποκλεισθεί). Εξοργισμένη η αδελφή του Σέλευκου με την πολιτική του Διόδοτου Β΄ (ο οποίος, κατά τον Ταρν, ήταν γιος του Διόδοτου Α΄ από προηγούμενο γάμο) πάντρεψε την κόρη της με τον Ευθύδημο, τον οποίο έπεισε να δολοφονήσει τον Διόδοτο επειδή «πρόδωσε τους Έλληνες». Μια επίσης υποθετική, αλλά πολύ πιο λογική εξήγηση πρότεινε πρόσφατα ο Αμερικανός ιστορικός Φρανκ Χολτ (F. L. Holt «Thundering Zeus: The Making of Hellenistic Bactria – Hellenistic Culture and Society«, University of California Press, Berkeley, 1999): σύμφωνα με τη θεωρία του, ο Ευθύδημος είχε διοριστεί από τον Διόδοτο σατράπης της Σογδιανής. Για λόγους παρόμοιους με αυτούς που οδήγησαν στην απόσχιση της Βακτριανής από το βασίλειο των Σελευκιδών, η Σογδιανή του Ευθύδημου άρχισε να ανεξαρτητοποιείται από την εξουσία των Βάκτρων. Έχοντας στη διαταγές του ένα σημαντικό σε αριθμό και εμπειροπόλεμο στράτευμα (μια και αποστολή του ήταν η υπεράσπιση των συνόρων του βασιλείου) και εκμεταλλευόμενος τη δυσαρέσκεια που πρέπει να είχε προκαλέσει η εξωτερική και η οικονομική πολιτική του Διόδοτου, ο Ευθύδημος ανακηρύχθηκε βασιλιάς, νίκησε και σκότωσε σε μάχη τον Διόδοτο και ένωσε πάλι τη Βακτριανή και τη Σογδιανή σε ενιαίο κράτος υπό την εξουσία του. 

Η σύγκρουση Ευθύδημου και Αντίοχου Γ΄: Όποια κι αν ήταν η αρχή της βασιλείας του, είναι βέβαιο ότι ο Ευθύδημος εξουσιάζει πλέον και την περιοχή της Αρίας, αν και δεν γνωρίζουμε υπό ποίες συνθήκες προσάρτησε τη σατραπεία αυτή το βασίλειο της Βακτριανής (κενό εξουσίας; «πρόσκληση» των Ελλήνων κατοίκων στους συμπατριώτες τους της Βακτριανής; στρατιωτική σύγκρουση με κάποιον σατράπη διορισμένο από τους Σελευκίδες;). Και, για να είμαστε ειλικρινείς, δεν γνωρίζουμε καν αν η προσάρτηση της Αρίας οφείλεται στον Ευθύδημο ή σε κάποιον από τους δύο Διόδοτους. Στα εδάφη της Αρίας πάντως και συγκεκριμένα στις όχθες του ποταμού Αρίου ο Ευθύδημος θα γίνει ο πρώτος μονάρχης του ανεξάρτητου ελληνιστικού βασιλείου της Βακτριανής που θα κληθεί να αντιμετωπίσει σε μάχη ένα Σελευκίδη βασιλέα (208). Στο πλαίσιο της «Αναβάσεώς» του, δηλαδή της επικής προσπάθειάς του να ανακτήσει όλα τα εδάφη που έχασαν οι πρόγονοί του στα ανατολικά ο Αντίοχος Γ΄ ο Μέγας, εισβάλλει στα εδάφη του Ευθύδημου. Το ισχυρό όπλο του μονάρχη της Βακτριανής είναι το ευέλικτο ιππικό του, το οποίο απαρτίζουν κυρίως Ιρανοί. Από τη μεριά του, ο Αντίοχος έχει να επιδείξει πολυπληθέστερο στράτευμα και, βεβαίως, το βαρύ πεζικό του, τη φάλαγγα. Η πρώτη σύγκρουση θα τελειώσει με νίκη του Σελευκίδη (περιγραφή στον Πολύβιο, βιβλίο Ι΄, 49): οι δυνάμεις του θα διασχίσουν αιφνιδιαστικά τον ποταμό και θα τρέψουν σε φυγή το ιππικό του Ευθύδημου, ο οποίος θα προτιμήσει να καταφύγει στην πρωτεύουσά του, τα Βάκτρα (Ζαριάσπα).    

Η πολιορκία της πρωτεύουσας της Βακτριανής θα κρατήσει πάνω από δύο χρόνια. Σύμφωνα με τον Πολύβιο ήταν μια από τις πιο ονομαστές πολιορκίες της μέχρι τότε ιστορίας. Δυστυχώς, τα σχετικά αποσπάσματα της Ιστορίας του Πολύβιου έχουν χαθεί. Ο Αντίοχος, καθώς δεν κατάφερε ούτε να αλώσει την ακρόπολη των Βάκτρων ούτε να ελέγξει τη χώρα ώστε να εξαναγκάσει τον Ευθύδημο να παραδοθεί, άρχισε διαπραγματεύσεις με τον μονάρχη της Βακτριανής. Κατά τη διάρκειά τους, ο Ευθύδημος φέρεται να έπεισε τον Αντίοχο για τη σημασία του κινδύνου μιας ενδεχόμενης νομαδικής εισβολής, καθώς και για το ότι η ειρήνη θα ήταν προς το κοινό συμφέρον και των δύο. Οι δύο βασιλείς ήρθαν τελικά σε συμφωνία: ο Ευθύδημος δέχτηκε την (τυπική, στην πραγματικότητα, επικυριαρχία του Σελευκίδη, ο οποίος με τη σειρά του αναγνώρισε τον Ευθύδημο ως βασιλέα της Βακτριανής. Συμφωνήθηκε επίσης ο γάμος του διαδόχου του Ευθύδημου, του Δημήτριου, με μια από τις κόρες του Αντίοχου. Ύστερα από αυτό, κι αφού ο Ευθύδημος δέχτηκε να του παραχωρήσει τους πολεμικούς ελέφαντές του και να ανεφοδιάσει τον στρατό, ο Αντίοχος αποχώρησε από τη Βακτριανή. Όπως διηγείται ο Πολύβιος (ΙΑ΄, 34, 1-10): 

«Καὶ γὰρ αὐτὸς ἦν ὁ Εὐθύδημος Μάγνης, πρὸς ὃν ἀπελογίζετο φάσκων ὡς οὐ δικαίως αὐτὸν Ἀντίοχος ἐκ τῆς βασιλείας ἐκβαλεῖν σπουδάζει: γεγονέναι γὰρ οὐκ αὐτὸς ἀποστάτης τοῦ βασιλέως, ἀλλ᾽ ἑτέρων ἀποστάντων ἐπανελόμενος τοὺς ἐκείνων ἐκγόνους, οὕτως κρατῆσαι τῆς Βακτριανῶν ἀρχῆς. Καὶ πλείω δὲ πρὸς ταύτην τὴν ὑπόθεσιν διαλεχθεὶς ἠξίου τὸν Τηλέαν μεσιτεῦσαι τὴν διάλυσιν εὐνοϊκῶς, παρακαλέσαντα τὸν Ἀντίοχον μὴ φθονῆσαι τῆς ὀνομασίας αὑτῷ τῆς τοῦ βασιλέως καὶ προστασίας, ὥς γ᾽ ἐὰν μὴ συγχωρῇ τοῖς ἀξιουμένοις, οὐδετέρῳ τῆς ἀσφαλείας ὑπαρχούσης: πλήθη γὰρ οὐκ ὀλίγα παρεῖναι τῶν Νομάδων, δι᾽ ὧν κινδυνεύειν μὲν ἀμφοτέρους, ἐκβαρβαρωθήσεσθαι δὲ τὴν χώραν ὁμολογουμένως, ἐὰν ἐκείνους προσδέχωνται. Ταῦτα δ᾽ εἰπὼν ἐξαπέστειλε τὸν Τηλέαν πρὸς τὸν Ἀντίοχον. Ὁ δὲ βασιλεύς, πάλαι περιβλεπόμενος λύσιν τῶν πραγμάτων, πυθόμενος ταῦτα παρὰ τοῦ Τηλέου, προθύμως ὑπήκουσε πρὸς τὰς διαλύσεις διὰ τὰς προειρημένας αἰτίας. Τοῦ δὲ Τηλέου προσανακάμψαντος καὶ πολλάκις πρὸς ἀμφοτέρους, τέλος Εὐθύδημος ἐξέπεμψε Δημήτριον τὸν υἱὸν βεβαιώσοντα τὰς ὁμολογίας: ὃν ὁ βασιλεὺς ἀποδεξάμενος, καὶ νομίσας ἄξιον εἶναι τὸν νεανίσκον βασιλείας καὶ κατὰ τὴν ἐπιφάνειαν καὶ κατὰ τὴν ἔντευξιν καὶ προστασίαν, πρῶτον μὲν ἐπηγγείλατο δώσειν αὐτῷ μίαν τῶν ἑαυτοῦ θυγατέρων: δεύτερον δὲ συνεχώρησε τῷ πατρὶ τὸ τῆς βασιλείας ὄνομα. Περὶ δὲ τῶν λοιπῶν ἐγγράπτους ποιησάμενος ὁμολογίας καὶ συμμαχίαν ἔνορκον, ἀνέζευξε σιτομετρήσας δαψιλῶς τὴν δύναμιν, προσλαβὼν καὶ τοὺς ὑπάρχοντας ἐλέφαντας τοῖς περὶ τὸν Εὐθύδημον».    

Μετά την Ανάβαση του Αντίοχου κανένας Σελευκίδης δεν έθεσε ξανά υπό αμφισβήτηση την κυριαρχία των Ελλήνων βασιλέων της Βακτριανής. Ο Ευθύδημος έχει την ευκαιρία όχι μόνο να σταθεροποιήσει τα σύνορα του βασιλείου του, αλλά και να τα διευρύνει. Κάποιοι πιστεύουν ότι ο Ευθύδημος οργάνωσε (μάλλον αναγνωριστικού χαρακτήρα) εκστρατείες προς τη Σιβηρία και το σημερινό κινεζικό Τουρκεστάν (αυτόνομη περιφέρεια του Xinjiang). Όταν (200; 195;) τον διαδέχεται ο γιος του Δημήτριος, το βασίλειο της Βακτριανής βρίσκεται αντικειμενικά στο απόγειο της δύναμής του και οι προοπτικές του μοιάζουν εξαιρετικά ευοίωνες. 

         

* Η χρονολόγηση της ανεξαρτητοποίησης του Ανδραγόρα και του Διόδοτου, καθώς και της κατάκτησης της σατραπείας του πρώτου από τους μετέπειτα Πάρθους αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας μεταξύ των ιστορικών. Στην παρούσα ανάρτηση επιλέξαμε τη χρονολόγηση που προτείνει ο Edouard Will (όπ.π.,τ. Ι, σελ. 281 επ., 301 επ.). Τα τελευταία χρόνια, πάντως, κερδίζει έδαφος η άποψη ότι τα συγκεκριμένα γεγονότα συνέβησαν νωρίτερα: δηλ. ανεξαρτητοποίηση του Ανδραγόρα στα 250, εισβολή των Πάρθων στα 246, ανακήρυξη του Διόδοτου ως βασιλέως το 245 (Holt όπ.π., σελ. 60-66/ O. Bopearachchi «L’ indépendance de la Bactriane» Topoi 4/2, 1994, σελ. 513-519, C. Grandjean, G. Hoffmann, L. Capdetrey, J.-Y. Carrez-Maratray «Le monde hellénistique«, éd. Armand Colin, Παρίσι, 2008, σελ. 121-122). Δηλαδή, για τον Will το επίμαχο διάστημα αστάθειας στην αυτοκρατορία των Σελευκιδών, το οποίο κατέστησε δυνατή την ανεξαρτητοποίηση της Παρθίας-Υρκανίας και της Βακτριανής, είναι αυτό που αρχίζει με τον θάνατο του Αντίοχου Β΄ και τον Γ΄ Συριακό Πόλεμο και κορυφώνεται με την εμφύλια σύγκρουση Σέλευκου Καλλίνικου και Αντίοχου Ιέρακος. Για τους υπόλοιπους αρχίζει μετά το τέλος του Β΄ Συριακού Πολέμου και ολοκληρώνεται με τον Γ΄ και την εισβολή του Πτολεμαίου Ευεργέτη στα εδάφη των Σελευκιδών.                 

Οι Έλληνες στη Βακτριανή: μέρος Α΄

Δεκέμβριος 8, 2009

 

«Εμείς· οι Aλεξανδρείς, οι Aντιοχείς,
 οι Σελευκείς, κ’ οι πολυάριθμοι
 επίλοιποι Έλληνες Aιγύπτου και Συρίας,
 κ’ οι εν Μηδία, κ’ οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι.
 Με τες εκτεταμένες επικράτειες,
 με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών.
 Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά
 ώς μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ώς τους Ινδούς»

Κ. Π. Καβάφης «Στα  200 π.Χ.«

Σημείο συνάντησης λαών και πολιτισμών, η Κεντρική Ασία παρουσιάζει ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Η περιοχή αυτή, με τη μεγάλη γεωγραφική ποικιλομορφία (καθόσον περιλαμβάνει αχανείς στέππες, εύφορες κοιλάδες ποταμών, πανύψηλες οροσειρές και ερημικές εκτάσεις), είναι αρκετά δύσκολο να οριοθετηθεί, δεδομένου ότι έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις σχετικά με τις περιοχές που περιλαμβάνονται σ΄αυτήν. Διευκρινίζουμε, επομένως, ότι για τους σκοπούς της παρούσας σειράς αναρτήσεων, αναφερόμαστε σε μια γεωγραφική περιοχή που αποτελείται από το βορειοανατολικό τμήμα του σύγχρονου Ιράν, το μεγαλύτερο τμήμα των εδαφών που ανήκουν στις 4 από τις 5 πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας (εν προκειμένω: Ουζμπεκιστάν, Τουρκμενιστάν, νότιο Καζακστάν, Τατζικιστάν), το Αφγανιστάν και το βορειοδυτικό Πακιστάν (Μπαλουτσιστάν και κοιλάδα του Ινδού στο Παντζάμπ). Το ενδιαφέρον μας επικεντρώνεται στην έντονη παρουσία του ελληνικού στοιχείου στην περιοχή αυτή κατά την αρχαιότητα. Η εξιστόρηση της παρουσίας αυτής δεν είναι ιδιαίτερα ευχερής, καθώς οι πηγές που έχουμε στη διάθεσή μας παρουσιάζουν αρκετές ελλείψεις. Λείπουν αρκετά αποσπάσματα αρχαίων ιστορικών συγγραμμάτων (ή και ολόκληρα έργα) που υποθέτουμε ότι αναφέρονταν στην ιστορία του ελληνισμού στην αρχαία Κεντρική Ασία. Σε άλλες περιπτώσεις, κάποια συγγράμματα «διασώζονται» χάρη σε συνόψεις και επιτομές που συντάχθηκαν κατά την ύστερη αρχαιότητα ή κατά τα βυζαντινά χρόνια και τα οποία δεν αποτελούν υπόδειγμα συνεπούς ιστορικού συγγράμματος: συχνά διαπιστώνεται σύγχυση μεταξύ προσώπων και γεγονότων. Επομένως, οι βασικές πηγές για τους σύγχρονους ιστορικούς είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα, μεταξύ των οποίων επιγραφές και κυρίως νομίσματα. Μόνο που έχουμε νομίσματα διπλάσιων ηγεμόνων από αυτούς που αναφέρουν τα αρχαία ιστορικά συγγράμματα και μπορούμε να κάνουμε μόνο υποθέσεις (περισσότερο ή λιγότερο επισφαλείς) για τη δράση του κάθε ηγεμόνα και τον χώρο κυριαρχίας του. Τα προβλήματα αυτά δεν στάθηκαν εμπόδιο για τη συγγραφή ορισμένων ιδιαίτερα συναρπαστικών βιβλίων Ιστορίας. To 1938, ο Βρετανός ιστορικός Γουίλιαμ Γούντθορπ Ταρν δημοσίευε το μνημειώδες έργο του «The Greeks in Bactria & India» (Cambridge University Press, 2η έκδ. 1951, 3η αναθεωρημένη 1997), στο οποίο σκιαγραφούσε το πορτρέτο ενός δυναμικού και κατακτητικού σε όλα τα επίπεδα ελληνισμού. Βεβαίως, διαβάζοντας το βιβλίο του Ταρν δημιουργείται η εντύπωση ότι δεν μας λείπει απολύτως τίποτε σε επίπεδο πηγών: ο Βρετανός ιστορικός κατάρτισε πλήρεις καταλόγους των ελληνιστικών δυναστειών της Κεντρικής Ασίας (με βασιλείς, συμβασιλείς και αντιβασιλείς), στηριζόμενος αποκλειστικά στις υποθέσεις του, οι οποίες είναι, κατ’ ανάγκη, σε μεγάλο βαθμό αυθαίρετες. To 1957, ο Ινδός ιστορικός A. K. Narain δημοσίευε το βιβλίο «The Indo-Greeks» (4η αναθεωρημένη και συμπληρωμένη έκδοση 2003, B.R. Publishing), με το οποίο επιχειρούσε να αντικρούσει τις θεωρίες του Ταρν, παρουσιάζοντας το ελληνικό στοιχείο να δέχεται εντονότατες επιρροές από τους πανάρχαιους πολιτισμούς της περιοχής, τον ιρανικό και, κυρίως, τον ινδικό. Ακολουθώντας τη μέση οδό, Γάλλοι ιστορικοί όπως ο Edouard Will και ο Paul Bernard προσπάθησαν να προβούν σε μια πιο νηφάλια θεώρηση, βασιζόμενοι στα ιστορικά και αρχαιολογικά στοιχεία και επισημαίνοντας τις αβεβαιότητες και τις απορίες του σύγχρονου ιστορικού. Μετά τις σημαντικές ανακαλύψεις των τελευταίων πενήντα χρόνων (η μεγάλη ελληνιστική πόλη στην τοποθεσία Άι Χανούμ του Αφγανιστάν, οι ελληνιστικές επιγραφές της Αλεξάνδρειας της Αραχωσίας-Κανταχάρ) και παρά τα προβλήματα που δημιουργεί η πολιτική αστάθεια στην περιοχή είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πολλά πράγματα για τον τρόπο ζωής και σκέψης αυτών των Ελλήνων που βρέθηκαν τόσες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη μητρόπολη. Ας δούμε όμως την ιστορία από την αρχή.     

Η Κεντρική Ασία ως τμήμα της περσικής αυτοκρατορίας: Ήδη από τα τέλη της δεύτερης χιλιετίας π.Χ., το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής κατοικείται από ιρανικούς πληθυσμούς. Για τον λόγο αυτό θα αναφερθεί στη συνέχεια και ως ανατολικό Ιράν (με τη διευκρίνιση ότι δεν θα πρέπει να υπάρξει σύγχυση με το ανατολικό κομμάτι του σημερινού κράτους του Ιράν). Η περιοχή αποτελεί από πολύ νωρίς (τέλος 6ου αι. π.Χ.) μέρος της περσικής αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών, οι οποίοι την οργανώνουν διοικητικά σε σατραπείες: χρησιμοποιώντας τα ελληνικά ονόματα που καθιερώθηκαν για αυτές, πρόκειται για τη Βακτριανή (σημερινό νότιο Ουζμπεκιστάν και Τατζικιστάν, βορειοδυτικό Αφγανιστάν), τη Μαργιανή (τα εδάφη της οποίας συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό με το σύγχρονο Τουρκμενιστάν), τη Δραγγιανή (ανατολικό Ιράν και περιοχή του Σεϊστάν στο βορειοδυτικό Αφγανιστάν), την Παρθία-Υρκανία (βόρειο-βορειοανατολικό Ιράν), τη Σογδιανή (βόρειο Ουζμπεκιστάν και Τατζικιστάν), την Αρία (ανατολικό Χορασάν στο σημερινό Ιράν και περιοχή του Χεράτ στο Αφγανιστάν), τους Παροπαμισάδες (περιοχή που περιελάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της οροσειράς του Χιντού Κους, του Ινδικού Καυκάσου των Ελλήνων, με τις περιοχές της Καμπούλ και του Μπαγκράμ στο Αφγανιστάν) και την Αραχωσία (νότιο Αφγανιστάν και βορειοδυτικό Πακιστάν). Στα νότια της Αραχωσίας βρίσκονταν οι τρεις σατραπείες της κοιλάδας του Ινδού, μέγιστο όριο της επέκτασης του κράτους των Αχαιμενιδών και χώρος συνύπαρξης Ιρανών και Ινδών. Η σημασία των σατραπειών της Κεντρικής Ασίας είναι μεγάλη για την περσική αυτοκρατορία: στρατηγική, αφενός, μια και το βόρειο τμήμα της περιοχής ταυτίζεται με τα σύνορα της αυτοκρατορίας, πέρα από τα οποία ζουν διάφορα νομαδικά σκυθικά φύλα, επίσης ιρανικής καταγωγής (Σάκες, Μασσαγέτες, Δάχες, Πάρνοι). Αφετέρου, οι σατραπείες αυτές αποτελούν για την αυτοκρατορία πηγή οικονομικού πλούτου, δεξαμενή στρατολογήσιμου ανθρώπινου δυναμικού και δίαυλο εμπορικής επικοινωνίας με την Ινδία. Η Βακτριανή ειδικότερα γνωρίζει σημαντική ανάπτυξη: η πρωτεύουσά της, τα Βάκτρα, καθίσταται μεγάλο αστικό κέντρο. Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με μια πολύ ισχυρή παράδοση, ο Ζωροάστρης έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στα Βάκτρα. Ούτε ότι ο πατέρας του Δαρείου Α΄, ο Υστάσπης, υπήρξε σατράπης της Βακτριανής (ακόμη και βασιλεύοντος του γιου του).

Για τους περισσότερους η ελληνική παρουσία στην περιοχή αρχίζει με την κατάκτησή της από τον Μέγα Αλέξανδρο. Εντούτοις, η πλειονότητα των ιστορικών και αρχαιολόγων είναι πεπεισμένη ότι, τουλάχιστον, στη Βακτριανή ζούσαν Έλληνες και πριν από τη μακεδονική κατάκτηση. Η ύπαρξη ελληνικών παροικιών σε διάφορα σημεία της περσικής αυτοκρατορίας είναι ιστορικά διαπιστωμένη: η άσκηση εμπορικών δραστηριοτήτων, η ανάγκη της αχαιμενιδικής διοίκησης για εξειδικευμένους τεχνίτες ή καλιτέχνες, οι εκτοπίσεις έφεραν ελληνικούς πληθυσμούς στα αστικά κέντρα της αυτοκρατορίας. Κάποιοι από αυτούς τους Έλληνες πρέπει να βρέθηκαν και στις ανατολικές σατραπείες, συγκροτώντας κοινότητες οργανωμένες με βάση τα πρότυπα της πατρίδας τους. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι Έλληνες από την Κυρηναϊκή εκτοπίσθηκαν στη Βακτριανή, ενώ κάποιοι Μιλήσιοι ίσως είχαν εκτοπισθεί, μετά την καταστολή της εξέγερσης των ιωνικών πόλεων, στη Σογδιανή. Η εκστρατεία του Αλέξανδρου, πάντως, μεταβάλλει ριζικά την κατάσταση του ελληνισμού της Κεντρικής Ασίας γιατί θα τον καταστήσει πολιτικά κυρίαρχο στοιχείο της περιοχής και, συνακόλουθα, θα τον ενισχύσει πληθυσμιακά.

Η κατάκτηση της Κεντρικής Ασίας από τον Μ. Αλέξανδρο: ο Αλέξανδρος περνά στις ανατολικές σατραπείες ακριβώς στο χρονικό σημείο που μια συνωμοσία σατραπών – στην οποία κυρίαρχο ρόλο είχε ο Βήσσος, σατράπης της Βακτριανής -, ανατρέπει και τελικά δολοφονεί τον Δαρείο Γ΄ στην Υρκανία (καλοκαίρι του 330 π.Χ.). Ο Βήσσος αυτοανακηρύσεται Μέγας Βασιλεύς με το όνομα Αρταξέρξης. Η εξέγερση του Σατιβαρζάνη, σατράπη της Αρίας τον οποίο ο Αλέξανδρος είχε διατηρήσει στη θέση του, καθυστερεί τον Μακεδόνα και επιτρέπει στον Βήσσο να στρατολογήσει σημαντικές δυνάμεις στη Βακτριανή. Ο Αλέξανδρος όμως αντεπιτίθεται από τους Παροπαμισάδες και αναγκάζει τον Βήσσο να εγκαταλείψει τα Βάκτρα και να υποχωρήσει πέρα από τον Ώξο ποταμό (σημ. Αμού Νταρυά). Η διαφαινόμενη ήττα οδηγεί τους άλλους συνωμότες να προδώσουν τον Βήσσο και να τον παραδώσουν στον Μακεδόνα κατακτητή (329). Ωστόσο, ο θάνατος του Βήσσου δεν συνεπάγεται και το τέλος της ιρανικής αντίστασης, της οποίας την αρχηγία αναλαμβάνει πια ο Σπιταμένης, σατράπης της Σογδιανής. Η κατάκτηση της περιοχής θα αποδειχθεί για τον Αλέξανδρο ιδιαίτερα δυσχερής, χρονοβόρα (θα κρατήσει δύο χρόνια) και με πολλές απώλειες: οι κατακτητές θα αντιμετωπίσουν έναν πραγματικό ανταρτοπόλεμο, στις μεθόδους του οποίου δεν είναι συνηθισμένοι, σε μια δύσβατη περιοχή με διάσπαρτα οχυρά που πρέπει να πολιορκήσουν και να καταλάβουν ένα προς ένα. Τελικά η αντίσταση θα καμφθεί: ο Σπιταμένης θα προδοθεί και θα δολοφονηθεί από τους Σκύθες μισθοφόρους του. Ο πληθυσμός θα υποταγεί, τρομοκρατημένος από τις βιαιοπραγίες των Μακεδόνων. Η αλλαγή καθεστώτος θα σφραγιστεί από ένα συμβολικό γεγονός, τον γάμο του Αλέξανδρου με τη Ρωξάνη, κόρη του Ιρανού ευγενούς Οξυάρτη (327): επρόκειτο ασφαλώς για πράξη πολιτικού χαρακτήρα με σκοπό να σηματοδοτήσει τη συμφιλίωση και τη συνεργασία μεταξύ νέας και παλαιάς άρχουσας τάξης. Η προσπάθεια για μια νέα διοικητική οργάνωση των κατακτημένων περιοχών θα έχει ως συνέπεια την ίδρυση μιας σειράς πόλεων, οργανωμένων σύμφωνα με τα ελληνικά πρότυπα (Αλεξάνδρεια της Αραχωσίας/ σημ. Κανταχάρ, Αλεξάνδρεια της Αρίας/ Χεράτ, Αλεξάνδρεια του Καυκάσου – στους Παροπαμισάδες -, Αλεξάνδρεια η Εσχάτη – στον ποταμό Ιαξάρτη, τον σημερινό Συρ Νταρυά). Από τις πόλεις αυτές αρκετές είναι απλώς στρατόπεδα για την υπεράσπιση των συνόρων της αυτοκρατορίας. Άλλες, πάλι, είναι πραγματικές πόλεις που θα παίξουν σημαντικό ρόλο στην οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη των περιοχών τους. Σε όλες τις περιπτώσεις η ίδρυση συνοδεύεται από τη σύναψη συνθηκών επιγαμίας, προκειμένου να θεωρούνται έγκυροι οι μικτοί γάμοι μεταξύ Μακεδόνων και ιθαγενών.  Μετά από αυτά, ο Αλέξανδρος μπορεί να προχωρήσει στην πραγματοποίηση του επόμενου σχεδίου του, δηλαδή στην κατάκτηση της κοιλάδας του Ινδού.         

Από τον Αλέξανδρο στους Σελευκίδες: Με τον θάνατο του Αλεξάνδρου, τον Ιούνιο του 323 στη Βαβυλώνα, εξεγέρσεις σημειώνονται σε δύο περιοχές της αυτοκρατορίας. Καμία από αυτές δεν προέρχεται από κάποιον από τους υποτελείς λαούς. Η πρώτη εκδηλώνεται στην κυρίως Ελλάδα: πρόκειται για την αθηναϊκή αντίδραση που θα καταλήξει στον λεγόμενο Λαμιακό Πόλεμο. Η δεύτερη είναι η εξέγερση των Ελλήνων της Βακτριανής. Οπωσδήποτε μεταξύ αυτών καταλέγονται και αρκετοί από τους Μακεδόνες στρατιώτες που αναγκάστηκαν από τον Αλέξανδρο να εγκατασταθούν ως έποικοι στη Βακτριανή. Η εγκατάσταση αυτή αποτελούσε σε αρκετές περιπτώσεις τιμωρία στρατευμάτων που είχαν θεωρηθεί απείθαρχα. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι πολλοί από τους στρατιώτες αυτούς είχαν ήδη στασιάσει και το 325, προσπαθώντας απεγνωσμένα να ξεφύγουν από τις αφιλόξενες για αυτούς εσχατιές της οικουμένης. Η εξέγερση θα κατασταλεί με φοβερές σφαγές από τον Πείθωνα, σατράπη της Μηδίας. Όταν επιστρέψει η ηρεμία στην περιοχή θα αναλάβει τα ηνία της σατραπείας ο Κύπριος Στασάνωρ. Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων μεταξύ των Διαδόχων, μεγάλο μέρος της ευρύτερης περιοχής θα πρέπει να βρέθηκε για ένα διάστημα υπό τον έλεγχο του Ευμένη του Καρδιανού (αρχιγραμματέα του Αλέξανδρου), το 316 όμως θα καταφέρει να τον αιχμαλωτίσει και να τον εκτελέσει ο Αντίγονος ο Μονόφθαλμος, ο οποίος θα γίνει κύριος των Άνω Σατραπειών (όπως και του μεγαλύτερου μέρους της αυτοκρατορίας). Η ανάκτηση της Βαβυλωνίας από τον Σέλευκο (τέλη 312) σηματοδοτεί την έναρξη μιας μεγάλης προσπάθειας κατάκτησης του συνόλου των ανατολικών σατραπειών: νικώντας τον Αντίγονο σε μια μεγάλη μάχη που πρέπει να δόθηκε μεταξύ του 309 και του 308, ο Σέλευκος καθίσταται κυρίαρχος του ανατολικού Ιράν. Η υπαγωγή της Κεντρικής Ασίας στην αυτοκρατορία των Σελευκιδών θα έχει σημαντική χρονική διάρκεια στις περισσότερες περιοχές. Σε κάποιες άλλες θα αποδειχθεί εξαιρετική εφήμερη. 

Η Αραχωσία υπό ινδική κυριαρχία: Πράγματι, ο Σέλευκος θα αναγκαστεί γρήγορα να αντιμετωπίσει μια σοβαρή απειλή στις νοτιοανατολικές σατραπείες του. Ξεκινώντας από το βασίλειο της Μαγάδας στην κοιλάδα του Γάγγη, με πρωτεύουσα την Παταλιπούτρα (σημερινή Πάτνα στην ινδική πολιτεία Μπιχάρ), ο Σαντραγκούπτα (Σανδρακόττος για τους Έλληνες), πρώτος ηγεμόνας της δυναστείας των Μαουρύα, θα ιδρύσει (322) μια ισχυρή αυτοκρατορία που θα κυριαρχήσει στο μεγαλύτερο τμήμα της Ινδίας και θα επεκταθεί προς τα βορειοδυτικά. Λαμβάνοντας υπόψη τις δυσχέρειες που παρουσίαζε η προσπάθεια εδραίωσης της εξουσίας τους στις παραμεθόριες περιοχές, αλλά και την απειλή ενδεχόμενης αντεπίθεσης του Αντίγονου στα δυτικά του κράτους του, ο Σέλευκος προτίμησε να συνάψει συνθήκη με τον Ινδό ηγεμόνα (περίπου 305 με 303), προβαίνοντας σε σημαντικές εδαφικές παραχωρήσεις: η Αραχωσία, μεγάλο τμήμα των Παροπαμισάδων, η περιοχή της Γκαντάρα, η Γεδρωσία και μέρος της Αρίας πέρασαν στη δικαιοδοσία του Σαντραγκούπτα. Η συνθήκη περιελάμβανε και ρήτρα επιγαμίας, την οποία οι νεότεροι μελετητές ερμήνευσαν με διαφορετικούς τρόπους: για κάποιους, ο όρος αναφέρεται σε ενδεχόμενο δυναστικό γάμο, πιθανώς μεταξύ του Ινδού βασιλιά και κάποιας από τις κόρες του Σέλευκου. Το πιθανότερο είναι, όμως, η ρήτρα επιγαμίας να συνιστούσε αναγνώριση του κύρους των μικτών γάμων. Το αντάλλαγμα που έδωσε ο Σαντραγκούπτα στον Σέλευκο ήταν η παραχώρηση πολεμικών ελεφάντων (Στράβων, βιβλίο ΙΕ΄, 9: «ἔδωκε δὲ Σέλευκος ὁ Νικάτωρ Σανδροκόττῳ, συνθέμενος ἐπιγαμίαν καὶ ἀντιλαβὼν ἐλέφαντας πεντακοσίους»). Οι ελέφαντες του Σαντραγκούπτα θα αποδειχθούν καθοριστικό όπλο για τον Σέλευκο, καθώς είχαν καίρια συμβολή στη συντριπτική νίκη του Σέλευκου και των συμμάχων του (Λυσίμαχου και Κάσσανδρου) κατά του Αντίγονου και του γιου του, του Δημήτριου του Πολιορκητή, στην Ιψό της Φρυγίας (301). Οι καλές σχέσεις μεταξύ των δύο ηγεμόνων αποδεικνύονται και από την αποστολή, μερικά χρόνια αργότερα, του Μεγασθένη ως πρεσβευτή του Σέλευκου στην αυλή του Σαντραγκούπτα. Ο Μεγασθένης έγραψε τα «Ινδικά», έργο που δεν σώθηκε, πλην όμως αποτέλεσε βασική πηγή μεταγενέστερων συγγραφέων. Οι επαφές Ινδών και Ελλήνων σε ανώτατο επίπεδο θα συνεχιστούν. Αν πιστέψουμε, άλλωστε τον Αθήναιο, ο διάδοχος του Σαντραγκούπτα, ο Μπιντουσάρα έγραψε στον Σελευκίδη βασιλέα Αντίοχο Β΄ για να του ζητήσει να του στείλει «κρασί, σύκα και έναν σοφιστή» ! Ο Αντίοχος του απάντησε ότι θα του στείλει μετά χαράς το κρασί και τα σύκα, αλλά όχι και τον σοφιστή μια και οι ελληνικοί νόμοι το απαγορεύουν (Δειπνοσοφισταί, ΙΔ΄, 652-653)       

Το γεγονός ότι τα εδάφη αυτά βρίσκονταν πλέον υπό ινδική κυριαρχία δεν είχε σε καμιά περίπτωση ως συνέπεια την εξαφάνιση του ελληνισμού. Ειδικά στην Αραχωσία το ελληνικό στοιχείο παρέμεινε και γνώρισε ιδιαίτερη ακμή. Οι πιο σημαντικές αποδείξεις ανάγονται στην περίοδο βασιλείας του τρίτου Μαουρύα ηγεμόνα, του Ασόκα (ή Πιγιαντάσσι, για τους Έλληνες Πιοδάσσης, 269/268-232). Αφού με μια σειρά αιματηρών πολέμων επιτυγχάνει τη μέγιστη εδαφική επέκταση της αυτοκρατορίας του, ο Ασόκα ασπάζεται τον βουδισμό και θεωρεί αποστολή της ζωής του τη διάδοση της βουδιστικής διδασκαλίας. Για τον σκοπό αυτό, άλλωστε, ο Ασόκα έστειλε πρεσβευτές σε όλους τους ηγεμόνες των ελληνιστικών βασιλείων της εποχής (Αντίοχο Β΄ Θεό, Πτολεμαίο Β΄Φιλάδελφο, Αντίγονο Γονατά της Μακεδονίας, Μάγα της Κυρήνης και Αλέξανδρο Β΄ της Ηπείρου). Έκφραση της θρησκευτικής πίστης του Ινδού μονάρχη αποτελούν και τα λεγόμενα Διατάγματα του Ασόκα, επιγραφές λαξευμένες σε βράχο που βρέθηκαν σε διάφορα σημεία της αυτοκρατορίας του: μεταξύ αυτών, δύο που βρέθηκαν κοντά στην Αλεξάνδρεια της Αραχωσίας (Κανταχάρ), εκ των οποίων το πρώτο είναι γραμμένο στα ελληνικά, ενώ το δεύτερο είναι δίγλωσσο, γραμμένο στα ελληνικά και τα αραμαϊκά (τα οποία ήταν μάλλον η κυριότερη γλώσσα της διοίκησης των Αχαιμενιδών). Από μόνο του το γεγονός ότι ο Ασόκα επέλεξε να μεταφράσει διάταγματά του στα ελληνικά αποτελεί απόδειξη για το πολυάριθμο και τη σημασία του ελληνικού στοιχείου στην Αραχωσία, το οποίο συνέχισε να αναπτύσσεται και να ακμάζει (και φυσικά να διατηρεί τη γλώσσα του) μολονότι εδώ και μισό αιώνα ήταν αποκομμένο από τις ρίζες του μητρικού πολιτισμού του. Επιπλέον, όπως διαπιστώνουν οι ειδικοί, η ίδια η μετάφραση είναι αξιοπρόσεχτη. Δεν πρόκειται για το έργο κάποιου μεσαίου ή κατώτερου δημόσιου υπάλληλου με μέτρια γνώση της ελληνικής. Ο μεταφραστής πρέπει να ήταν κάποιος μορφωμένος Έλληνας που κατείχε πλήρως τις έννοιες και το λεξιλόγιο της ελληνικής φιλοσοφίας, ώστε να μεταφράσει με ακρίβεια τις αρχές του βουδισμού που περιείχε το ινδικό ή το αραμαϊκό κείμενο. Με δυο λόγια, οι Έλληνες της Αραχωσίας «αποτελούν μια εθνοτική κοινότητα αναγνωρισμένη, προνομιούχα, μορφωμένη και με μεγάλη επιρροή» (Maurice Sartre “Histoires Grecques”, εκδόσεις Seuil, collection L’ univers historique, Παρίσι 2006, ιστορία αριθ. 22 «Un chapiteau sur les bords de l’ Amou-Daria ou Les Grecs en Bactriane et en Inde«, σελ. 235-246, ειδ. σελ. 240).   

Η Κεντρική Ασία υπό τους Σελευκίδες: Όπως επισημαίνει ο Edouard Will («Histoire politique du monde hellénistique», Presses universitaires de Nancy, 2η έκδ. 1979-1982, επανέκδ. Seuil, 2003, τ. Ι. σελ. 263), οι Σελευκίδες αντιμετωπίζουν δύο χρόνια προβλήματα όσον αφορά τη διοίκηση της αχανούς αυτοκρατορίας τους: το ένα είναι «τεχνικό», η διοίκηση και υπεράσπιση απομακρυσμένων σατραπειών. Το άλλο έχει να κάνει με τη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού της αυτοκρατορίας και αφορά ειδικότερα τη συμβίωση μεταξύ Ιρανών και Ελλήνων. Η αδυναμία τους να επιλύσουν οριστικά τα προβλήματα αυτά αποτελεί και την αιτία της εξασθένησης της κυριαρχίας τους στις ανατολικές σατραπείες και της απώλειας κάποιων από αυτές. Θα ήταν, πάντως, άδικο να κατηγορήσουμε τους Σελευκίδες για αυτή τη σχετική αποτυχία. Η αποστολή τους αυτή μάλλον ξεπερνούσε τις ανθρώπινες δυνάμεις αν ληφθούν υπόψη η έκταση της αυτοκρατορίας, η ανομοιογένεια των περιοχών από απόψεως γεωγραφίας και πληθυσμιακής σύνθεσης, η μορφολογία των εδαφών και το κλίμα, οι συνεχείς απειλές στα δυτικά σύνορα. Ακόμη και το γεγονός ότι επέλεξαν ως πρωτεύουσα την Αντιόχεια του Ορόντη στη Συρία (γιατί ήταν πιο κοντά στο «κέντρο βάρους» της αυτοκρατορίας) και ως συμπρωτεύουσα τη Σελεύκεια του Τίγρη (πιθανώς και για συναισθηματικούς λόγους, καθώς η Βαβυλωνία ήταν η αφετηρία για την κατάκτηση της αυτοκρατορίας) και όχι κάποια πόλη του ευρύτερου ιρανικού χώρου (όπως τα Εκβάτανα της Μηδίας) δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι δεν προσπάθησαν να κρατήσουν υπό τον έλεγχό τους τις Άνω Σατραπείες. Είναι βέβαιο ότι οι Σελευκίδες είχαν σαφώς συνείδηση του γεγονότος ότι αποτελούσαν τη διάδοχη κατάσταση των Αχαιμενιδών (βλ. Amelie Kuhrt, Susan Sherwin-White «From Samarkhand to Sardis: A New Approach to the Seleucid Empire«, University of California Press, 1993). Από τους Μακεδόνες ανώτερους αξιωματικούς που αναγκάστηκαν από τον Αλέξανδρο να πάρουν Ιρανές συζύγους, ο Σέλευκος ήταν ο μόνος που δεν αποκήρυξε στη συνέχεια τη σύζυγό του Απάμα, κόρη του σατράπη της Σογδιανής Σπιταμένη. Κάποια στιγμή μεταξύ 293 και 292, ο Σέλευκος, προκειμένου να χειριστεί καλύτερα τα ζητήματα που αφορούσαν το δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας ονόμασε συμβασιλέα τον γιο του Αντίοχο (τον μετέπειτα Αντίοχο Α΄ τον επονομαζόμενο Σωτήρα) και τον έστειλε να διοικήσει το ανατολικό τμήμα με έδρα, τυπικά, τη Σελεύκεια του Τίγρη. Με δεδομένο ότι τα σημαντικότερα προβλήματα (εισβολές των νομαδικών φυλών του βορρά) αφορούσαν τον ιρανικό χώρο, είναι βέβαιο ότι ο Αντίοχος στα χρόνια της συμβασιλείας με τον πατέρα του διέμεινε για περισσότερο χρονικό διάστημα στη Βακτριανή, έχοντας ως έδρα τα Βάκτρα. Πόσο τυχαίο ήταν το γεγονός ότι ένας Μακεδόνας μονάρχης έστελνε τον γιο, συμβασιλέα και διάδοχό του, μισό Μακεδόνα και μισό Ιρανό, να διοικήσει περιοχές στις οποίες κάποτε ο παπούς του δεύτερου είχε ηγηθεί της ιρανικής αντίστασης κατά των Μακεδόνων; Σε κάθε περίπτωση, η κύρια έγνοια του νεαρού Αντίοχου ήταν η θωράκιση των συνόρων: ο στρατηγός Δημοδάμας διατάχθηκε να περάσει τον Ιαξάρτη και να ενισχύσει τη βορειοανατολική μεθόριο της Σογδιανής. Στο πλαίσιο της επιχείρησης αυτής ιδρύεται η Αντιόχεια της Σκυθίας (πιθανότατα πρόκειται για επανίδρυση της ίδιας πόλης που είχε ιδρύσει ο Αλέξανδρος ως Αλεξάνδρεια Εσχάτη). Σημειώνεται ακόμη η αναγνωριστική επιχείρηση του στρατηγού Πατρόκλου στην περιοχή της Κασπίας, η ίδρυση της Αντιόχειας της Μαργιανής (Μερβ) και η ενίσχυση των οχυρώσεων της Αλεξάνδρειας της Αρίας που μετονομάζεται κι αυτή σε Αντιόχεια.

Όπως προαναφέρθηκε το βασικό ζητούμενο είναι η συνεργασία και αρμονική συμβίωση μεταξύ ιρανικού και ελληνικού στοιχείου. Με βάση τα ιστορικά στοιχεία είναι αδιαμφισβήτητο ότι τόσο ο Σέλευκος Α΄ όσο και ο Αντίοχος Α΄υπήρξαν συνεχιστές της πολιτικής συνεργασίας που είχε εγκαινιάσει ο Αλέξανδρος. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 3ου αιώνα π.Χ. υπάρχουν αρκετά παραδείγματα Ιρανών στην ανώτατη διοίκηση και στον στρατό της αυτοκρατορίας. Φυσικά η πολιτική της συνεργασίας των δύο ελίτ δεν ήταν παντού επιτυχής στον ίδιο βαθμό: η αριστοκρατία στην Περσίδα φαίνεται να εκδηλώνει μια προσκόλληση στις ιρανικές παραδόσεις και να επιδεικνύει απροθυμία στη συνεργασία με τους Σελευκίδες. Η Μηδία, αντίθετα, δεν προκάλεσε ποτέ προβλήματα στους Μακεδόνες κυρίους της. Στις ανατολικές σατραπείες, τέλος, η συνύπαρξη ιρανικού στοιχείου και ελληνισμού θα οδηγήσει, υπό την πίεση του κοινού εχθρού, όχι μόνο στην ειλικρινή συνεργασία, αλλά και στη δημιουργία μιας αυθεντικής διαπολιτισμικής κοινωνίας. Είναι βέβαιο ότι η διακυβέρνηση της Κεντρικής Ασίας από τον Αντίοχο συνέβαλε τα μέγιστα στη δημιουργία ομόνοιας και αλληλοσεβασμού μεταξύ Ελλήνων και Ιρανών.

Οι τάσεις αυτές θα ενισχυθούν στη συνέχεια. Η όλο και μεγαλύτερη απειλή των νομάδων, σε συνδυασμό με την αδυναμία των μοναρχών της Αντιόχειας να βοηθήσουν ουσιαστικά τους υποτελείς τους της Κεντρικής Ασίας, λόγω των διαρκών προβλημάτων στη Μικρά Ασία και στη Συρία, θα έχει, αρκετά γρήγορα, ως αποτέλεσμα την αυτονόμηση της Βακτριανής και άλλων γειτονικών περιοχών.  


Αρέσει σε %d bloggers: