Posts Tagged ‘σοσιαλισμός’

«1917 – Η Χρονιά των Επαναστάσεων» – Μέρος 2: Η Ρωσία στη δίνη των επαναστάσεων

Μαΐου 11, 2018

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

Η ΡΩΣΙΑ ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΝ

Παρακινημένη από τους Γάλλους και Βρετανούς συμμάχους της και οραματιζόμενη νέες κατακτήσεις, η Ρωσία κηρύσσει τον πόλεμο στην Αυστροουγγαρία και τη Γερμανία. Ονειρεύεται την Κωνσταντινούπολη και τα Στενά, καθώς και κτήσεις στα Βαλκάνια, ώστε να εκπληρώσει την «ιστορική» αποστολή της, ηγούμενη μιας μεγάλης σλαβικής αυτοκρατορίας. Οι αποτυχίες στα πεδία των μαχών και οι εσωτερικές αδυναμίες του καθεστώτος (Α) θα δημιουργήσουν κλίμα γενικευμένης δυσαρέσκειας, η οποία θα πάρει εκρηκτικές διαστάσεις καταλήγοντας στην Επανάσταση του Φεβρουαρίου και την ανατροπή της δυναστείας (Β). Η Προσωρινή Κυβέρνηση που θα σχηματισθεί θα δημιουργήσει μεγάλες προσδοκίες (Γ). Η αδυναμία της να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα προβλήματα που έχουν ανακύψει τη φθείρει και την αποσταθεροποιεί, δίνοντας στους Μπολσεβίκους τη δυνατότητα να καταλάβουν την εξουσία τον Οκτώβριο του 1917 (Δ). Η τελική έκβαση της διαδικασίας αυτής επαναστάσεων και ανατροπών δεν μπορεί να εξηγηθεί ευχερώς με μια απλή παράθεση των γεγονότων, αλλά απαιτεί την ανάλυση όλων των κρίσιμων παραγόντων και συγκυριών (Ε).

Α.   Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΩΣ ΚΑΤΑΛΥΤΗΣ ΤΩΝ ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ

Το τσαρικό καθεστώς, προβάλλοντας το ιδανικό του πατριωτισμού, προσδοκά ότι ο πόλεμος θα συσπειρώσει τον λαό γύρω από τη δυναστεία. Πράγματι, στο ξεκίνημα του πολέμου φαίνεται να επικρατεί στη Ρωσία κλίμα πατριωτικού ενθουσιασμού. Στο πλαίσιο αυτό, η πρωτεύουσα μετονομάζεται από Σενκτ-Πετερμπούργκ (όνομα που ηχεί γερμανικό) στο ρωσικότατο Πετρογκράντ. Ο πατριωτισμός αυτός είναι πρόσκαιρος και περιορίζεται στην αριστοκρατία και τις αστικές τάξεις. Οι αγρότες που αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα των στρατιωτών είναι πολύ πιο επιφυλακτικοί [1]. Τελικά, ο πόλεμος θα έχει αποτέλεσμα ακριβώς αντίθετο από το αναμενόμενο. Αναδεικνύει και μεγεθύνει όλες τις παθογένειες και τις αδυναμίες του τσαρικού καθεστώτος, ενώ ταυτόχρονα επιτείνει όλες τις αντιθέσεις που χαρακτηρίζουν τη ρωσική κοινωνία: ανώτερες και κατώτερες τάξεις, αξιωματικοί και στρατιώτες, πόλεις και ύπαιθρος, κυρίαρχες και υποτελείς εθνότητες [2]!

α.   Οι αποτυχίες στα πεδία των μαχών

Ρωσικό ιππικό – ίλη Κοζάκων

Το αρχικό σχέδιο του ρωσικού επιτελείου ήταν και το πιο λογικό. Συνιστούσε στάση αναμονής ως προς τη Γερμανία, προκειμένου το βάρος της επιθετικής προσπάθειας να στραφεί κατά της Αυστροουγγαρίας, η οποία (ευλόγως) θεωρείται ότι αποτελεί τον αδύναμο κρίκο της συμμαχίας των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Εξαιτίας, όμως, των πιέσεων που ασκεί η Γαλλία, η οποία ζητεί επιτακτικά ένα χτύπημα κατά της Γερμανίας, τα σχέδια αλλάζουν, προκρίνοντας μια εκστρατεία στην Ανατολική Πρωσία!

Το ρωσικό γενικό επιτελείο επιλέγει ένα σχέδιο ελιγμών, το οποίο μοιάζει μεγαλοφυές, τουλάχιστον στα χαρτιά. Η 1η Στρατιά, υπό τον Πάβελ Κάρλοβιτς φον Ρεννενκάμπφ, με δύναμη είκοσι μεραρχίες, θα εισβάλει σε γερμανικό έδαφος από τα βορειοανατολικά, ενώ η 2η Στρατιά του Αλεξάντρ Βασίλιεβιτς Σαμσόνοφ, αποτελούμενη από δεκαπέντε μεραρχίες, θα κινηθεί από τα νοτιοδυτικά και θα διεισδύσει στην Ανατολική Πρωσία μέσω της εξέχουσας του πολωνικού θυλάκου. Ο στόχος είναι να περικυκλωθούν οι δυνάμεις της γερμανικής 8ης Στρατιάς, την οποία διοικεί το δίδυμο Πάουλ φον Χίντενμπουργκ και Έριχ Λούντεντορφφ. Η προβληματική εκτέλεση, ο πλημμελέστατος συντονισμός και οι ελλείψεις του τσαρικού στρατού σε θέματα διοικητικής μέριμνας θα μετατρέψουν το σχέδιο σε εφιάλτη, δίνοντας στους Γερμανούς τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν τις δυο στρατιές χωριστά, ξεκινώντας από την πιο αδύναμη. Οι εξαντλημένες δυνάμεις του Σαμσόνοφ συντρίβονται από τους Γερμανούς κοντά στο Άλλενστάιν (Β΄ Μάχη του Τάννενμπεργκ, 26-29 Αυγούστου 1914). Εν συνεχεία, αποδεκατίζουν και τη στρατιά του Ρεννενκάμπφ στην Α΄ Μάχη των Λιμνών της Μαζουρίας (7-15 Σεπτεμβρίου). Η μεγάλη ρωσική επίθεση που θα γονάτιζε τους Γερμανούς και θα τελείωνε τον πόλεμο μέσα σε ένα μήνα, κατέληγε σε παταγώδη αποτυχία.

Ρώσοι αιχμάλωτοι μετά τη Μάχη του Τάννενμπεργκ

Αντιθέτως, όπως ήταν αναμενόμενο, ο τσαρικός στρατός επιδεικνύει πολύ καλύτερες επιδόσεις στο Νοτιοδυτικό Μέτωπο [3]. Τέσσερις ρωσικές στρατιές, με γενικό διοικητή τον Νικολάι Ιούντοβιτς Ιβάνοφ αντιμετωπίζουν σχεδόν ισάριθμες αυστροουγγρικές δυνάμεις. Με αιχμή του δόρατος την 8η Στρατιά του Αλεξέι Αλεξέγεβιτς Μπρουσίλοφ, πιθανώς του ικανότερου Ρώσου στρατηγού, οι ρωσικές δυνάμεις επικρατούν και καταλαμβάνουν το Λέμπεργκ/Λβόφ και ολόκληρη την Ανατολική Γαλικία (6-11 Σεπτεμβρίου 1914) φτάνοντας μέχρι τα Καρπάθια.

Αλ. Μπρουσίλοφ

Στα τέλη της άνοιξης της επόμενης χρονιάς, όμως, Γερμανοί και Αυστριακοί εξαπολύουν συντονισμένη γενική επίθεση με αρχικό στόχο τη νότια Πολωνία. Τα ρωσικά στρατεύματα υφίστανται πανωλεθρία. Υποχωρούν έως τη γραμμή Ρίγα-Πινσκ-Τσερνιφτσί, εγκαταλείποντας στον εχθρό την Πολωνία και τη Λιθουανία, το μεγαλύτερο μέρος της Λεττονίας και τμήμα της δυτικής Ουκρανίας και Λευκορωσίας. Η Ρωσία χάνει το 15% των ευρωπαϊκών εδαφών της, το 20% του πληθυσμού της και το 30% των βιομηχανικών υποδομών της! Η επίθεση υπό τον Μπρουσίλοφ, τον Ιούνιο του 1916 θα βελτιώσει τις ρωσικές θέσεις, αλλά ήδη η ζημιά είναι τεράστια.

Για τη Ρωσία το τίμημα της συμμετοχής στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι βαρύτατο: ένα έως δύο εκατομμύρια νεκροί και αγνοοούμενοι, ακόμη περισσότεροι ανάπηροι πολέμου, 2,5 έως 3 εκατομμύρια αιχμάλωτοι, έξι εκατομμύρια πρόσφυγες. Οι σημαντικές ελλείψεις σε όπλα, πυρομαχικά και υλικό και η ανικανότητα αρκετών από τους ανώτατους αξιωματικούς εξηγούν τις αποτυχίες στο μέτωπο του πολέμου. Έχουν, επίσης, ως αποτέλεσμα την αγανάκτηση των απλών στρατιωτών: οι αξιωματικοί τους όχι μόνον τους κακομεταχειρίζονται, αλλά δεν υπολογίζουν καθόλου τη ζωή τους. Θεωρούν ότι είναι το μόνο όπλο που διαθέτουν σε αφθονία και δεν διστάζουν να το χρησιμοποιήσουν μέχρι σπατάλης. «Τύραννοι, ανίκανοι και προδότες!» Αυτό πιστεύουν πια οι στρατιώτες για τους ανωτέρους τους. Πιο βέβαιοι για αυτό είναι οι στρατιώτες που υπηρετούν ως εφεδρείες στις φρουρές των πόλεων. Διαπιστώνουν, άλλωστε, ότι ο αντίκτυπος του πολέμου είναι ανάλογα καταστροφικός και στα μετώπισθεν.

β.   Ο αντίκτυπος στο εσωτερικό της χώρας

Προφανείς είναι οι συνέπειες, σε ψυχικό και οικονομικό επίπεδο, για τις οικογένειες των θυμάτων του πολέμου, νεκρών, αγνοούμενων και αιχμαλώτων στρατιωτών, ακόμη κι εκείνων που υπηρετούν σε μονάδες της πρώτης γραμμής, μακριά από τους οικείους τους. Το δε προσφυγικό ζήτημα επιδεινώνεται και από την πολιτική των ίδιων των αρχών του καθεστώτος: κρίνοντας ορισμένες εθνότητες συλλήβδην ως αμφίβολης πίστης προς την τσαρική μοναρχία (κι, επομένως, «ύποπτες συνεργασίας με τον εχθρό»), προβαίνουν σε μαζικές εκτοπίσεις, με κύριο θύμα τους εβραϊκούς πληθυσμούς και, εν συνεχεία, τους Πολωνούς και τους Ρώσους γερμανικής καταγωγής. Τέλος, οι μουσουλμάνοι της Κεντρικής Ασίας υφίστανται διώξεις επειδή αρνούνται τη στράτευση.

Ο πόλεμος, όμως, επιτείνει και τις δομικές αδυναμίες της ρωσικής οικονομίας. Πέραν των προβλημάτων που είναι κοινά στις εμπόλεμες χώρες (σημαντική υποτίμηση του νομίσματος, δραματική άνοδος του πληθωρισμού, καθώς οι τιμές των βασικών αγαθών έχουν τριπλασιαστεί έως το 1916), υπάρχουν προβλήματα που οφείλονται στην ατελή εκβιομηχάνιση της χώρας και την εξάρτησή της από τις εισαγωγές, ειδικά σε ό,τι αφορά κρίσιμα προϊόντα προηγμένης τεχνολογίας. Στις αρχές του 1917 οι μισοί συρμοί των ρωσικών σιδηροδρόμων έχουν τεθεί εκτός λειτουργίας, ελλείψει ανταλλακτικών [4]. Όσοι έχουν απομείνει εξυπηρετούν κατά προτεραιότητα τις ανάγκες των στρατευμάτων. Έτσι, όμως, διαταράσσονται σοβαρά τα δίκτυα διανομής αγαθών από την ύπαιθρο και γενικά τον τόπο παραγωγής προς τα μεγάλα αστικά κέντρα. Καθώς, μάλιστα, η βιομηχανία έχει τεθεί στην υπηρεσία της πολεμικής προσπάθειας, οι ελλείψεις στα τρόφιμα γίνονται όλο και πιο αισθητές.

γ.   Η απολυταρχία σε τροχιά πρόσκρουσης

«Η Ρωσία είναι ένα αυτοκίνητο με ανίκανο οδηγό ο οποίος το κατευθύνει προς τον γκρεμό. Ο οδηγός αρνείται να αφήσει το τιμόνι σε κάποιον άλλο. Ξέρει ότι οι επιβάτες είναι πολύ φοβισμένοι για να του πάρουν το τιμόνι απ’ τα χέρια». [Βασίλι Αλεξέγεβιτς Μακλακόφ, φιλελεύθερος δικηγόρος, συγγραφέας και πολιτικός, Σεπτέμβριος 1915].

Β. Μακλακόφ

Ο πόλεμος κινητοποιεί τις αριστοκρατικές και αστικές ελίτ που επιδιώκουν να συνδράμουν την πατρίδα. Οι πανρωσικές ενώσεις περιφερειακών ΟΤΑ (ζέμστβα) και δήμων συγχωνεύονται και συμβάλλουν στον εφοδιασμό του άμαχου πληθυσμού και του στρατού και στην περίθαλψη των προσφύγων. Οι σημαντικότεροι επιχειρηματίες συγκροτούν την Επιτροπή Βιομηχανίας Πολέμου με σκοπό τον εξορθολογισμό της παραγωγής. Η τσαρική διοίκηση είναι υποχρεωμένη να συνεργαστεί με τις οργανώσεις αυτές, έστω και απρόθυμα. Η σύμπραξη αυτή, όμως, αποκαλύπτει ακόμη περισσότερο τις αδυναμίες του καθεστώτος και εδραιώνει την πεποίθηση των φιλελεύθερων κύκλων για την ανάγκη αλλαγών προς το δημοκρατικότερο.

Αντί να πράξει ό,τι είναι εύλογο και αναγκαίο, το καθεστώς ρέπει όλο και πιο πολύ σε παράλογα συντηρητικές θέσεις. Ο τσάρος υποπίπτει στο ένα σφάλμα μετά το άλλο, εγκλωβισμένος στην ψευδαίσθηση του μονάρχη «πατερούλη» του λαού. Τον Σεπτέμβριο του 1915 καθαιρεί τον θείο του, Μεγάλο Δούκα Νικόλαο Νικολάγεβιτς, κι αναλαμβάνει προσωπικά την αρχιστρατηγία. Απομονωμένος στο γενικό στρατηγείο του, στο Μογκιλιόφ της Λευκορωσίας, με μοναδική πηγή πληροφοριών τη σύζυγό του [5] και τις κλίκες της αυλής, ο Νικόλαος χάνει κάθε επαφή με την πραγματικότητα των πολιτικών εξελίξεων. Διώχνει τους τελευταίους ικανούς υπουργούς του (τον Υπουργό Εξωτερικών Σεργκέι Ντμίτριεβιτς Σαζόνοφ και τον Υπουργό Πολέμου Αλεξέι Αντρέγεβιτς Πολιβάνοφ). Εν γένει, αλλάζει τους υπουργούς του σαν τα πουκάμισα (με ρυθμούς έναν ανά τρίμηνο). Απολύει ως και τον δουλικό πρωθυπουργό του, τον γηραιό Ιβάν Λόγκινοβιτς Γκορεμίκιν, και τον αντικαθιστά με τον αντιδραστικό Μπορίς Βλαντίμιροβιτς Στιούρμερ, εκλεκτό της αυτοκράτειρας και του Ρασπούτιν!

Οι παράλογες αποφάσεις του Νικολάου έχουν πλέον εξοργίσει τους φιλελεύθερους δημοκράτες και μεγαλοαστούς, που λογικά θα έπρεπε να είναι οι φυσικοί του σύμμαχοι. Στη σύντομη σύνοδο της Δ΄ Δούμας, από τον Ιούλιο ως τον Σεπτέμβριο του 1915, οι φιλελεύθεροι Συνταγματικοί Δημοκράτες (Κα Ντε) και οι συντηρητικότεροι Οκτωβριστές συνασπίζονται και καταρτίζουν κοινό πρόγραμμα: χαλάρωση του αστυνομικού κράτους, συνδικαλιστικές ελευθερίες, κατάργηση διακρίσεων λόγω θρησκείας, παραχωρήσεις προς τις εθνότητες. Η απάντηση του τσάρου είναι… η διάλυση της Δούμας! Όταν η Δούμα συγκαλείται εκ νέου τον Νοέμβριο του 1916, τα κόμματα επαναφέρουν τις διεκδικήσεις τους. Ο ηγέτης των Συνταγματικών Δημοκρατών Πάβελ Μιλιουκόφ δηλώνει ξεκάθαρα ότι η πολιτική της τσαρικής κυβέρνησης συνιστά είτε βλακεία είτε προδοσία. Κάποιες προσπάθειες για τον σχηματισμό κυβέρνησης ευρύτερης αποδοχής δεν καρποφορούν. Στις 12 Ιανουαρίου 1917, ο τσάρος διορίζει πρωθυπουργό τον ευγενή Νικολάι Ντμίτριεβιτς Γκολίτσιν, μια πολιτική ασημαντότητα. Ο Νικόλαος είναι αδιόρθωτος! Αυτό τουλάχιστον πιστεύει ένα μεγάλο μέρος του φιλελεύθερου στρατοπέδου. Επιχειρηματίες, πολιτικοί (Γκούτσκοφ, Κερένσκι) και ανώτατοι στρατιωτικοί (Αλεξέγιεφ, Μπρουσίλοφ) εξυφαίνουν συνωμοσία προκειμένου να εξαναγκάσουν τον τσάρο σε παραίτηση υπέρ του Τσαρέβιτς, με αντιβασιλέα τον Μεγάλο Δούκα Μιχαήλ, τον φιλελεύθερων πεποιθήσεων αδελφό του Νικολάου!

Την ίδια εποχή, το σοσιαλιστικό στρατόπεδο είναι βαθιά διαιρεμένο. Ο ιστορικός ηγέτης του ρωσικού σοσιαλισμού, ο Πλεχάνοφ συνιστά τη συνεργασία με το καθεστώς, «για το καλό της πατρίδας». Οι Εργατικοί του Κερένσκι, το μεγαλύτερο μέρος των Μενσεβίκων υπό τον Τσχεΐτζε και οι Εσέροι του Τσερνόφ προκρίνουν τον διπλό αγώνα, τόσο κατά του εξωτερικού εχθρού όσο και κατά της τσαρικής απολυταρχίας. Οι διεθνιστές Μενσεβίκοι του Μάρτοφ και οι Μπολσεβίκοι, που έχουν ξαναβρεθεί στην παρανομία, υποστηρίζουν την άμεση παύση του πολέμου. Ο Λένιν συγγράφει στη Ζυρίχη, την άνοιξη του 1916, το «Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού». Ο πόλεμος έχει ανατρέψει τις αρχές του μαρξιστικού δόγματος: καθιστά δυνατή την επανάσταση ακόμη και σε μια χώρα που δεν έχει ανεπτυγμένο καπιταλισμό. Μάλλον ούτε ο ίδιος δεν πρέπει να πιστεύει ότι το κείμενό του είναι προφητικό κι ότι σε ένα χρόνο η προφητεία του αυτή θα έχει εκπληρωθεί.


[1] Κάποιοι από αυτούς διερωτούνταν: «Μα, εμείς είμαστε από το Ταμπόφ! Μέχρι να φτάσουν εκεί οι Γερμανοί θα έχουν χάσει τον δρόμο

[2] N. Werth Les Révolutions Russes, όπ. π., σελ. 11.

[3] Σαφώς ικανοποιητικές ήταν οι επιδόσεις του τσαρικού στρατού και στο Νοτιοανατολικό Μέτωπο, κατά των οθωμανικών δυνάμεων (οι Ρώσοι φτάνουν ως την Τραπεζούντα).

[4] N. Werth Les Révolutions Russes, όπ. π., σελ. 13 επ.

[5] «Αγάπη μου, πρέπει να φανείς πιο αυταρχικός από τον Μεγάλο Πέτρο και πιο σκληρός από τον Ιβάν τον Τρομερό».


Β.   Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΚΡΗΞΗ – Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

Πετρούπολη, 23 Φεβρουαρίου 1917, εργάτριες της βιομηχανίας Πουτίλοφ διαδηλώνουν.

α.   Από την Ημέρα της Γυναίκας στη σαρωτική επανάσταση: Οι ελλείψεις αναγκάζουν τις αρχές να αποφασίσουν την επιβολή δελτίου στα τρόφιμα. Στις 23 Φεβρουαρίου, με το Ιουλιανό Ημερολόγιο, του 1917 και με αφορμή τον (ανεπίσημο) εορτασμό της Ημέρας της Γυναίκας, τον οποίο είχαν καθιερώσει οι σοσιαλιστικές οργανώσεις, χιλιάδες εργάτριες και νοικοκυρές ξεκίνησαν από το Βίμποργκ και τις άλλες εργατικές συνοικίες για να διαδηλώσουν στις κεντρικές λεωφόρους της Πετρούπολης ζητώντας ψωμί, ειρήνη, αυξήσεις μισθών, ελευθερίες και δικαιώματα. Τις ακολούθησαν οι εργάτες της μεταλουργίας Πουτίλοφ και των υπόλοιπων μεγάλων εργοστασίων. Τις επόμενες ημέρες οι διαδηλώσεις και οι απεργίες γενικεύθηκαν. Τα συνθήματα άρχισαν να στρέφονται κατά του τσάρου και του καθεστώτος. Πληροφορούμενος τις εξελίξεις, ο τσάρος στέλνει από το Μογκιλιόφ τηλεγράφημα και διατάσσει τον στρατιωτικό διοικητή της πρωτεύουσας, τον στρατηγό Σεργκέι Σεμιόνοβιτς Χαμπάλοφ, να καταστείλει τις ταραχές «με κάθε τρόπο και μέσο», δηλαδή ενόπλως. Την 26η Φεβρουαρίου δυνάμεις του στρατού έχουν αναπτυχθεί σε όλα τα νευραλγικά σημεία της πόλης. Όταν φτάνουν οι διαδηλωτές, οι στρατιώτες ανοίγουν πυρ εναντίον τους. Οι νεκροί ξεπερνούν τους εκατό. Η εξέγερση έχει φαινομενικά καταπνιγεί.

Πετρούπολη, 23 Φεβρουαρίου 1917, εργάτριες διαδηλώνουν στη Λεωφόρο Νιέφσκι.

Τη νύχτα, όμως, οι κατώτεροι αξιωματικοί και οι στρατιώτες τριών από τα συντάγματα που είχαν μετάσχει στην καταστολή της εξέγερσης στασιάζουν! Συντάσσεται μαζί τους μεγάλο μέρος της στρατιωτικής φρουράς της Πετρούπολης. Οι στρατιώτες ενώνονται με τους διαδηλωτές. Στις 27 Φεβρουαρίου καταλαμβάνουν ταχυδρομεία, τηλεφωνικά και τηλεγραφικά κέντρα, αστυνομικά τμήματα και αποθήκες όπλων. Καταλαμβάνουν το Οχυρό των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου κι απελευθερώνουν τους πολιτικούς κρατουμένους. Επιτίθενται σε όσους εκπροσώπους της παλαιάς τάξης πραγμάτων συναντούν: αστυνομικούς, επιστάτες εργοστασίων, αστούς και ευγενείς. Η επανάσταση έχει αρχίσει και είναι σαρωτική.

β.   Το νέο δίπολο άσκησης της εξουσίας: Ενώ στην πρωτεύουσα επικρατεί χάος, δύο σχηματισμοί θα επιχειρήσουν να καλύψουν το κενό εξουσίας που αφήνει η κατάρρευση του τσαρικού καθεστώτος. Μολονότι μοιάζουν καταρχήν αντίπαλοι αλληλοτέμνονται ως προς τα πρόσωπα που συμμετέχουν σε αυτούς και επιλέγουν ως έδρα το ίδιο κτήριο, το Μέγαρο της Ταυρίδας, τόπο συνεδριάσεων της Δούμας. Αφενός, υπάρχει το Σοβιέτ της Πετρούπολης ή μάλλον η «Προσωρινή Εκτελεστική Επιτροπή του Σοβιέτ» αποτελούμενη από σοσιαλιστές πολιτικούς. Βέβαια, τα μεγάλα ονόματα βρίσκονται στην εξορία (Λένιν και Μάρτοφ στη Ζυρίχη, Τρότσκι στη Νέα Υόρκη, Τσερνόφ στο Παρίσι, Στάλιν, Κάμενιεφ και Τσερετέλλι στη Σιβηρία). Το προεδρείο της επιτροπής αυτής απαρτίζεται από τον Γεωργιανό Μενσεβίκο Νικολόζ Τσχεΐτζε ως πρόεδρο, και τους Αλεξάντρ Κερένσκι των Εργατικών και Λεφ Σκόμπελεφ των Μενσεβίκων ως αντιπροέδρους. Και οι τρεις είναι βουλευτές στη Δούμα. Αφετέρου, συγκροτείται, κυρίως από βουλευτές που ανήκουν στους Συνταγματικούς Δημοκράτες, η «Προσωρινή Επιτροπή για την Αποκατάσταση της Τάξης».

Συνεδρίαση του Σοβιέτ της Πετρούπολης.

Τα δύο όργανα έχουμε διαφορετικά χαρακτηριστικά και διαφορετική νομιμοποιητική βάση. Πιο αμεσοδημοκρατικό, το Σοβιέτ μπορεί να καθοδηγήσει και μέχρις ενός βαθμού να ελέγξει τους εξεγερμένους εργάτες και στρατιώτες. Η Επιτροπή της Δούμας γνωρίζει καλύτερα τους μηχανισμούς άσκησης εξουσίας και έχει διαύλους επικοινωνίας με το γενικό επιτελείο και τους ανώτατους στρατιωτικούς, επομένως μπορεί να αποτρέψει ενδεχόμενες αντεπαναστατικές κινήσεις εκ μέρους του στρατεύματος. Η συνεργασία μεταξύ των δύο σχηματισμών είναι, επομένως, απολύτως αναγκαία για να κυβερνηθεί η Ρωσία. Ύστερα από σκληρές διαπραγματεύσεις που διαρκούν μια ολόκληρη νύχτα, στις 2 Μαρτίου το Σοβιέτ εγκρίνει τον σχηματισμό προσωρινής κυβέρνησης, υπό τον όρο της εφαρμογής πολιτικής εκδημοκρατισμού: κατοχύρωση των θεμελιωδών ελευθεριών, ατομικών και συλλογικών, πρόβλεψη εκλογών με καθολική και μυστική ψηφοφορία, κατάργηση του αστυνομικού κράτους.

γ.   Η πτώση της δυναστείας των Ρομανόφ: Ο τσάρος κατευθύνεται στην πτώση χωρίς καν να έχει συνειδητοποιήσει ότι η κατάσταση έχει ξεφύγει εντελώς από τον έλεγχό του. Όταν, με το ξεκίνημα των ταραχών, ο Μιχαήλ Ροτζιάνκο, πρόεδρος της Δούμας, τηλεγραφεί στον τσάρο για να τον ενημερώσει για την κατάσταση, ο μονάρχης αντιδρά λέγοντας τα εξής: «Ωχ, είναι πάλι αυτός ο χοντρομπαλάς, ο Ροτζιάνκο! Θα μου γράφει σίγουρα ό,τι ανοησία μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος νους. Δεν θα μπω στον κόπο ούτε καν να του απαντήσω»! Στις 27 Φεβρουαρίου, διατάσσει τον στρατηγό Ιβάνοφ να μεταβεί με στρατιωτικές δυνάμεις στην πρωτεύουσα και να καταστείλει τις ταραχές. Την επομένη, αποφασίζει να επιστρέψει στο Τσάρσκογε Σελό, περισσότερο για να βρεθεί κοντά στην οικογένειά του παρά στο επίκεντρο των πολιτικών εξελίξεων. Το ταξίδι θα αποδειχθεί περιπετειώδες. Καταρχάς, ο αυτοκρατορικός συρμός καθυστερεί για να δώσει προτεραιότητα στη μεταφορά των στρατιωτικών δυνάμεων του Ιβάνοφ. Εν συνεχεία, καθώς οι εξεγερμένοι αποκτούν τον έλεγχο πολλών σταθμών, ο συρμός του Νικόλαου ακολουθεί ένα εντελώς παράδοξο δρομολόγιο για να προσεγγίσει τον προορισμό του. Φθάνοντας την 1η Μαρτίου στο Πσκοφ, ο τσάρος πληροφορείται την επικράτηση της επανάστασης στην Πετρούπολη και την εξάπλωση των ταραχών σε άλλες μεγάλες πόλεις.

Είναι πλέον σαφές ότι ο ηγεμόνας δεν μπορεί να σώσει τη θέση του με κάποιες παραχωρήσεις. Ο αρχηγός του γενικού επιτελείου Αλεξέγεφ, υποστηριζόμενος από το σύνολο σχεδόν των ανώτατων αξιωματικών, καλεί τον τσάρο να παραιτηθεί. Η αρχική σκέψη είναι να παραιτηθεί υπέρ του τσαρέβιτς. Οι γιατροί, όμως, διαβεβαιώνουν τον τσάρο, ότι εξαιτίας της ασθένειάς του, ο Αλέξιος δεν είναι δυνατό να ασκήσει καθήκοντα μονάρχη. Στις 2 Μαρτίου, ο Νικόλαος παραιτείται υπέρ του αδελφού του, του Μεγάλου Δούκα Μιχαήλ! Το αυτοκρατορικό περιβάλλον και όσοι παρευρέθηκαν στην υπογραφή της πράξης παραίτησης ήταν εντυπωσιασμένοι από την ηρεμία του τσάρου: «Παραιτήθηκε από το αυτοκρατορικό αξίωμα όπως ένας αξιωματικός του ιππικού παραδίδει τη διοίκηση της ίλης του σε κάποιον άλλο

Μάρτιος 1917, ο τσάρος μετά την παραίτησή του.

Ο Μιχαήλ δεν είχε ιδιαίτερη επιθυμία να κυβερνήσει, το ενδιαφέρον του για την εξουσία και την πολιτική εν γένει ήταν περιορισμένο. Οι ηγέτες της Προσωρινής Κυβέρνησης δεν είχαν καμία δυσκολία να τον πείσουν να παραιτηθεί με τη σειρά του και αυτός, «για το καλό της πατρίδας» (16 Μαρτίου). Μετά από ακριβώς 304 χρόνια, η δυναστεία των Ρομανόφ έφτανε στο τέλος της. Η Προσωρινή Κυβέρνηση έθεσε τον Νικόλαο και την οικογένειά του υπό περιορισμό στα ανάκτορα του Τσάρσκογε Σελό. Αργότερα (τον Αύγουστο) θα τους μετέφερε στο Τομπόλσκ των Ουραλίων [1].


[1] Τον Απρίλιο του 1918 οι Μπολσεβίκοι μετέφεραν τον τσάρο και την οικογένειά του στο Μέγαρο Ιπάτιεφ, στο Γεκατερινμπούργκ. Στην πόλη αυτή των Ουραλίων ή στα περίχωρά της επρόκειτο να εκτελεσθεί ολόκληρη η αυτοκρατορική οικογένεια υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες τον Ιούλιο του 1918.


Γ.   ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Πρίγκιπας Γκ. Λβοφ

Επικεφαλής της Προσωρινής Κυβέρνησης που συγκροτείται τη 2α Μαρτίου τίθεται ο πρίγκιπας Γκεόργκι Γεβγκένιεβιτς Λβοφ, γόνος μιας από τις πιο αριστοκρατικές οικογένειες της Ρωσίας. Λένε ότι το γενεαλογικό δέντρο της έφτανε ως τους Ρουρικίδες, τους Σκανδιναβούς που είχαν ιδρύσει την ηγεμονία της Ρωσίας του Κιέβου. Στις αρχές της δεκαετίας του 1880, η οικογένεια βρέθηκε υπερχρεωμένη. Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του, στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου της Μόσχας, ο πρίγκιπας μαζί με τους αδελφούς του κατόρθωσε να μετατρέψει τα οικογενειακά κτήματα στην περιοχή της Τούλα σε κερδοφόρα επιχείρηση. Έπειτα, ανακατεύθηκε στους ΟΤΑ, αναλαμβάνοντας αρχικά την προεδρία του ζέμστβο της Τούλα κι έπειτα της Πανρωσικής Ένωσης ΟΤΑ. Εργατικός, εύστροφος, φιλελεύθερος και με ανεπιτήδευτη αγάπη για τον ρωσικό λαό, φάνταζε ως ιδανική επιλογή. Ηγούνταν μιας κυβέρνησης που τη στελέχωναν αριστοκράτες και μεγαλοαστοί, οι οποίοι επιθυμούσαν διακαώς τον εκδυτικισμό της Ρωσίας μέσω του κοινοβουλευτισμού. Στο ξεκίνημα, ο ενθουσιασμός και η αισιοδοξία περίσσευαν.

«Το πνεύμα του ρωσικού λαού αποδείχθηκε πως είναι, ως εκ της φύσεώς του, πνεύμα οικουμενικά δημοκρατικό. Ο ρωσικός λαός είναι έτοιμος όχι απλώς να ενταχθεί στη δημοκρατία αυτή, αλλά και να αναλάβει την πρωτοπορία της, ακολουθώντας τον δρόμο της Προόδου τον οποίο χάραξαν οι μεγάλες αρχές της Γαλλικής Επανάστασης: Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα!» [Πρίγκιπας Γκ. Γ. Λβοφ, λόγος της 20ής Μαρτίου 2017]

α. «Ρωσία, η πιο ελεύθερη χώρα στον κόσμο!» – Η ρωσική δημοκρατική άνοιξη

  1. Η εποχή των δικαιωμάτων και της ελευθερίας

Μετά από αιώνες καταπίεσης, η επανάσταση απελευθερώνει τους ανθρώπους και τους ωθεί να εκφράσουν την απόψεις τους και να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Όλες οι κοινωνικές τάξεις και ομάδες (εργάτες, αγρότες, στρατιώτες, φεμινίστριες κ.λπ.) διατυπώνουν τα αιτήματά τους, με ψηφίσματα ή με επιστολές και τηλεγραφήματα προς το Σοβιέτ και την Προσωρινή Κυβέρνηση.

Σοβιέτ Πετρούπολης

Την τάση αυτή την είχαν ενθαρρύνει και οι δύο θεσμοί. Ήδη την 1η Μαρτίου, το Σοβιέτ είχε εκδώσει την περίφημη υπ’ αριθ. 1 διαταγή. Πραγματική διακήρυξη των δικαιωμάτων του στρατιώτη, το κείμενο αυτό προέβλεπε ότι «ανεξαρτήτως βαθμού και μονάδας στην οποία υπηρετούν, οι στρατιώτες έχουν όλα τα δικαιώματα των οποίων απολαύουν οι πολίτες». Καταργούνται όλες οι πειθαρχικές διατάξεις που κρίνονται υπέρμετρα αυστηρές, απαγορεύεται κάθε μειωτική συμπεριφορά των αξιωματικών προς τους στρατιώτες, οι οποίοι καλούνται να εκλέξουν επιτροπές αντιπροσώπων σε κάθε μονάδα με σκοπό την προάσπιση των δικαιωμάτων τους. Η Προσωρινή Κυβέρνηση, από την πλευρά της και υπό την επιρροή των μετριοπαθών σοσιαλιστών, υιοθετεί σειρά μέτρων ιδιαίτερης συμβολικής σημασίας: κατοχύρωση των θεμελιωδών ελευθεριών, κατάργηση των διακρίσεων, αμνηστεία για τα αδικήματα πολιτικού χαρακτήρα, κατάργηση της θανατικής ποινής, προκήρυξη γενικών εκλογών για την ανάδειξη Συντακτικής Συνέλευσης με καθολική και μυστική ψηφοφορία (ως ημερομηνία των εκλογών ορίστηκε τελικά η 12η Νοεμβρίου), αναγνώριση δικαιωμάτων αυτονομίας των εθνοτήτων.

  1. Ασκήσεις άμεσης δημοκρατίας και αγωγής του πολίτη

Το Σοβιέτ της Πετρούπολης γιγαντώνεται, τουλάχιστον ως προς τη σύνθεσή του, μια και γρήγορα πλησιάζει τον αριθμό των τριών χιλιάδων μελών (850 εκπρόσωποι των εργατών και δύο χιλιάδες των στρατιωτών). Συγκροτούνται σοβιέτ σε όλες τις πόλεις (είναι ήδη εξακόσια στα τέλη Μαρτίου, ενώ ο αριθμός τους θα πλησιάσει τα 1.500 το φθινόπωρο). Ταυτόχρονα δημιουργούνται και άλλοι θεσμοί λαϊκής εκπροσώπησης: επιτροπές εργαζομένων στα εργοστάσια και τις βιοτεχνίες, με σκοπό την προάσπιση των δικαιωμάτων των εργατών, συνοικιακές επιτροπές που μεριμνούν για ζητήματα στέγασης, εφοδιασμού σε τρόφιμα, περίθαλψης των θυμάτων του πολέμου, ιδρύουν βρεφονηπιακούς σταθμούς κ.λπ., εργατικές πολιτοφυλακές για την ένοπλη υπεράσπιση της επανάστασης και των κεκτημένων της, επιτροπές στρατιωτών, τοπικές συνελεύσεις αγροτών. Το σύνολο του πληθυσμού πολιτικοποιείται και συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων.

Αναλαμβάνοντας τιτάνιο έργο, η Προσωρινή Κυβέρνηση συγκροτεί ειδικές επιτροπές, με τη συμμετοχή εκπροσώπων όλων των πολιτικών κομμάτων και εμπειρογνωμόνων, για τη ρύθμιση όλων των μεγάλων εκκρεμών ζητημάτων: εκλογικός νόμος, αγροτική μεταρρύθμιση και αναδιανομή της γης. Εκτός των άλλων κάνει ό,τι είναι δυνατό για να επιμορφώσει τον ρωσικό λαό σε θέματα λειτουργίας του νέου πολιτεύματος και να του εμφυσήσει δημοκρατική συνείδηση. Στο πλαίσιο αυτό, προβαίνει στη σύσταση της Κεντρικής Επιτροπής Κοινωνικής και Πολιτικής Εκπαίδευσης, η οποία στέλνει υπαλλήλους της σε όλες τις επαρχίες για διαλέξεις και μαθήματα αγωγής του πολίτη. Φτάνει ως το σημείο να αναλάβει και την παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών.

Γενικά, για όλα τα κόμματα, ο κύριος στόχος είναι η πολιτική διαπαιδαγώγηση του πληθυσμού. Η κυκλοφορία των εφημερίδων αυξάνεται κατακόρυφα. Ο φιλελεύθερος «Ρωσικός Λόγος» («Русское слово») προσεγγίζει το ένα εκατομμύριο αντίτυπα, η «Ιζβέστια» του Σοβιέτ της Πετρούπολης τα 200.000, ενώ η «Εφημερίδα των Εργατών» («Рабочая газета») των Μενσεβίκων, η «Αλήθεια» («Правда») των Μπολσεβίκων και ο «Λαϊκός Αγώνας» («Дело народа») των Εσέρων έχουν κυκλοφορία που υπερβαίνει τα 100.000 αντίτυπα. Κι όλα αυτά χωρίς να υπολογίζουμε τις εκδόσεις που απευθύνονται σε ειδικό κοινό (οι Μπολσεβίκοι εκδίδουν δύο τουλάχιστον έντυπα ειδικά για τους στρατιώτες) ή τα βιβλία και φυλλάδια που εκδίδουν όλες οι πολιτικές τάσεις. Στο κρίσιμο διάστημα Μαρτίου-Οκτωβρίου, τα διάφορα σοσιαλιστικά κόμματα εκδίδουν 500 τίτλους σε 27 εκατομμύρια αντίτυπα, τα «αστικά» κόμματα 250 τίτλους σε 11 εκατομμύρια αντίτυπα [1].

β.   Φθορά και παρακμή της Προσωρινής Κυβέρνησης

Σε μια χώρα απολυταρχίας και συγκεντρωτικής διοίκησης, η θέση της Προσωρινής Κυβέρνησης είναι ευθύς εξαρχής επισφαλής. Η επιτυχία της αποτελεί ένα μεγάλο στοίχημα που είναι αντικειμενικά δύσκολο να κερδηθεί. Η κυβέρνηση συνυπάρχει ως προς την ντε φάκτο άσκηση εξουσίας με πλήθος αμεσοδημοκρατικών οργάνων, συνήθως αποκεντρωμένου χαρακτήρα. Οι εσωτερικές αντιθέσεις που τη χαρακτηρίζουν υποσκάπτουν ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία της. Τέλος, μοιραία θα αποδειχθεί η αδυναμία της Προσωρινής Κυβέρνησης να υιοθετήσει σαφή και σταθερή στάση στα μεγάλα προβλήματα που καλείται να επιλύσει: αυτό της συνέχισης του πολέμου, το αγροτικό ζήτημα και, δευτερευόντως, εκείνο της αυτοδιάθεσης των εθνοτήτων. Η στάση της στο πρώτο ζήτημα είναι επαμφοτερίζουσα, στα άλλα δύο αναμονής, μια και οι όποιες αποφάσεις μετατίθενται στη Συντακτική Συνέλευση που θα αναδειχθεί με τις εκλογές του Νοεμβρίου.

1.   Από την Πρώτη στη Δεύτερη Προσωρινή Κυβέρνηση       

Πάβελ Μιλιουκόφ

i) Οι ατυχείς πρωτοβουλίες Μιλιουκόφ και η κρίση του Απριλίου: Ενώ το Σοβιέτ της Πετρούπολης ταλαντεύεται μεταξύ ουτοπικού πασιφισμού και «επαναστατικής εθνικής άμυνας» (συνέχιση του πολέμου με ταυτόχρονη προσπάθεια επίτευξης της ειρήνης «χωρίς προσαρτήσεις και πολεμικές αποζημιώσεις») και η Προσωρινή Κυβέρνηση είναι διχασμένη ως προς τη γραμμή που πρέπει να ακολουθήσει, στις 4 Μαρτίου, ο ισχυρός άνδρας της, ο Υπουργός Εξωτερικών Πάβελ Νικολάγεβιτς Μιλιουκόφ, στέλνει με δική του πρωτοβουλία οδηγίες στις διπλωματικές αντιπροσωπείες: η Ρωσία θα τηρήσει όλες τις δεσμεύσεις της και θα συνεχίσει τον πόλεμο ως την τελική νίκη. Δύσπιστοι, οι Γάλλοι και Βρετανοί σύμμαχοι επιμένουν, ζητούν δεσμεύσεις και πιέζουν φορτικά τη Ρωσία να αναλάβει μεγάλης κλίμακας επιθετικές επιχειρήσεις στο Μέτωπο. Στις 18 Απριλίου, ο Μιλιουκόφ επαναλαμβάνει τις θέσεις αυτές επίσημα, απευθυνόμενος προς τους δυτικούς συμμάχους. Η ενέργειά του προκαλεί οξύτατη κυβερνητική κρίση, η οποία θα τερματισθεί με τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης μόλις στις 5 Μαΐου. Οι φιλελεύθεροι διατηρούν την πρωθυπουργία, με τον πρίγκιπα Λβόφ, και έξι υπουργεία, αλλά τα διάφορα σοσιαλιστικά κόμματα από το ένα χαρτοφυλάκιο (Κερένσκι ως Υπουργός Δικαιοσύνης) φτάνουν στα έξι, σε μια προσπάθεια καλύτερης σύνδεσης κυβέρνησης και σοβιέτ και ανεύρεσης ευρύτερων λαϊκών ερεισμάτων. Ο Κερένσκι αναλαμβάνει το Υπουργείο Πολέμου και Ναυτικού, ο ηγέτης των Εσέρων Τσερνόφ το Υπουργείο Γεωργίας και οι Μενσεβίκοι Σκόμπελεφ και Ηράκλι Τσερετέλλι τα υπουργεία Εργασίας και Επικοινωνιών, αντίστοιχα.

ii) Η διάσπαση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου: Η μαζική είσοδος σοσιαλιστών στην κυβέρνηση θα έπρεπε λογικά να ενισχύσει τη θέση τους. Στην πραγματικότητα, έχει ως συνέπεια τη διάσπασή τους. Είναι πολλοί εκείνοι που αντιτίθενται στη συμμετοχή στην κυβέρνηση, ανάμεσά τους ο ιστορικός ηγέτης των Μενσεβίκων Γιούλι Μάρτοφ (και ολόκληρη η «διεθνιστική» πτέρυγα του κόμματος) και η αριστερή πτέρυγα των Εσέρων (Μπόρις Νταβίντοβιτς Κατς «Καμκόφ», Μαρίγια Αλεξάντροβα Σπιριντόνοβα, Ισαάκ Νάχμαν Στέινμπεργκ). Σε αυτούς προστίθεται μια φωνή ακόμη πιο εξτρεμιστική.

Απρίλιος 1917, ο Λένιν φτάνει στον σταθμό Φινλανδίας της Πετρούπολης (πίνακας του Μ. Σοκολόφ).

Στις 28 Μαρτίου, ο Λένιν δέχεται τελικά τις μεσολαβητικές προσπάθειες του Ελβετού σοσιαλδημοκράτη Πλάττεν και τη ναύλωση από τις γερμανικές αρχές ενός συρμού που θα τον μεταφέρει πίσω στη Ρωσία, από την οποία απουσιάζει εδώ και 17 χρόνια. Οι Γερμανοί υποθέτουν ευλόγως ότι ο Λένιν θα αποτελέσει παράγοντα αποσταθεροποίησης της αντιπάλου. Ο ίδιος ο Μπολσεβίκος ηγέτης δεν θέλει με τίποτε να δώσει την εντύπωση ότι επιστρέφει χάρη στους Γερμανούς και επιβάλλει τους όρους του: οι επιβάτες θα καταβάλουν το αντίτιμο του εισιτηρίου τους και θα αναλάβουν τα έξοδα διατροφής τους κατά τη διάρκειά του. Ο συρμός δεν θα ανήκει σε καμία κρατική οντότητα («εξωεδαφικότητα»), ενώ δεν θα επιτρέπεται η αποβίβαση πριν από την άφιξη στον προορισμό του (εξ ου και ο χαρακτηρισμός του ως «σφραγισμένου τραίνου»). Στις 3 Απριλίου, ο Λένιν, συνοδευόμενος από στελέχη του κόμματός του που επέστρεψαν μαζί του, φτάνει στον Σταθμό Φινλανδίας της Πετρόπουλης. Σχεδόν αμέσως διατυπώνει απόψεις που εκπλήσσουν με τον ακραίο χαρακτήρα τους ακόμη και τους Μπολσεβίκους: έλεγχος των βιομηχανικών μονάδων από τους εργάτες, εθνικοποίηση της γης, κατάργηση αστυνομίας και στρατού, αντίθεση στην Προσωρινή Κυβέρνηση. Η πρότασή του συνοψίζεται στο σύνθημα «Όλη η εξουσία στα σοβιέτ».

iii) Οι αποτυχίες της Προσωρινής Κυβέρνησης – (1) Η τελική αποτυχία στο ζήτημα του πολέμου: Όπως, ίσως, ήταν αναμενόμενο, οι προσπάθειες της Προσωρινής Κυβέρνησης για την ανεύρεση διεξόδου στο πολεμικό ζήτημα δεν στέφονται από επιτυχία. Το φιλόδοξο σχέδιο του Τσερετέλλι για μια μεγάλη διεθνή συνδιάσκεψη με στόχο την ειρήνευση αποτυγχάνει εξαιτίας της στάσης της Γαλλικής και της Βρετανικής Κυβέρνησης. Απομένει η ελπίδα της νίκης στα πεδία των μαχών.

Ο Κερένσκι, ως αρμόδιος υπουργός, δεν φείδεται προσπαθειών. Διορίζει αρχιστράτηγο τον ικανότατο Μπρουσίλοφ και ξεκινά μια μεγάλη περιοδεία στις μονάδες της πρώτης γραμμής. Ελπίζει ότι οι ρητορικές του ικανότητες θα ανυψώσουν το ηθικό των στρατιωτών και θα τους παρακινήσουν να αγωνιστούν για την τελική νίκη. Εντούτοις, η χαλάρωση της πειθαρχίας και η κόπωση στέκονται ανυπέρβλητα εμπόδια. «Λέτε πως πρέπει να πολεμήσουμε ώστε, μετά τον πόλεμο, οι αγρότες να έχουν επιτέλους τη δυνατότητα να αποκτήσουν γη. Και τι να την κάνω εγώ αυτή τη γη, αν στο μεταξύ έχω σκοτωθεί

Ο Κερένσκι επιθεωρεί το στράτευμα/ πηγή: NYT Keystone Gamma, via Getty Images.

Ο ρωσικός στρατός εξαπολύει τη μεγάλη επίθεση στις 18 Ιουνίου. Παρά τις ελλείψεις σε όπλα και πολεμοφόδια, επιτυγχάνει στην αρχή κάποιες επιτυχίες σε βάρος των δυνάμεων της Αυστροουγγαρίας. Έπειτα, εκδηλώνεται η γερμανική αντεπίθεση και το μέτωπο καταρρέει: μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα οι Ρώσοι χάνουν 400.000 άνδρες και τη Γαλικία και αναγκάζονται να υποχωρήσουν έως και 300 χιλιόμετρα σε ορισμένα σημεία του μετώπου. Η καταστροφή είναι τέτοια που η Προσωρινή Κυβέρνηση δεν θα μπορέσει ποτέ να συνέλθει από αυτήν. Δεν πρόκειται, άλλωστε, για τη μοναδική αποτυχία της.

Βίκτορ Τσερνόφ

(2) Η αποτυχία στο εσωτερικό μέτωπο: Στο εσωτερικό της χώρας η κατάσταση επιδεινώνεται. Ο καλπάζων πληθωρισμός εκμηδενίζει τις αυξήσεις που είχαν δοθεί στους εργαζόμενους, τα τρόφιμα σπανίζουν και διατίθενται σε αστρονομικές τιμές, τα εργοστάσια αντιμετωπίζουν δραματικές ελλείψεις σε πρώτες ύλες. Στο εκρηκτικό αυτό πλαίσιο και με την κυβέρνηση να αδρανεί ή να χρονοτριβεί οι εντάσεις οξύνονται. Οι εργοδότες απαντούν στις εργατικές διεκδικήσεις και απεργίες με μαζικές απολύσεις και επισχέσεις εργασίας. Η γενική εντύπωση είναι ότι ο Υπουργός Εργασίας Σκόμπελεφ επιδεικνύει πολύ μεγαλύτερη ανοχή στην εργοδοσία. Την ίδια ώρα, τα σχέδια του Υπουργού Γεωργίας Τσερνόφ για μια μεγάλη αγροτική μεταρρύθμιση αναβάλλονται, μια και το θέμα είναι τόσο σοβαρό που μόνον η νέα Συντακτική Συνέλευση μπορεί να το ρυθμίσει. Οι πιέσεις των αγροτών για άμεσες λύσεις, όμως, είναι τεράστιες: συγκροτούνται επιτροπές που προβαίνουν στην αναδιανομή της γης χωρίς να αναμένουν την έγκριση της κυβέρνησης.

(3) Η αμήχανη διαχείριση του ζητήματος των εθνοτήτων: Τον Μάρτιο η Ράντα, η οποία αρχικά δεν ήταν παρά ένωση πολιτιστικών σωματείων, αναδεικνύεται ως ο θεσμός που κατεξοχήν εκφράζει τις διεκδικήσεις των Ουκρανών: αρχικά την ευρύτατη αυτονομία, εν συνεχεία δε την ανεξαρτησία της Ουκρανίας. Ανάλογες είναι οι εξελίξεις στη Φινλανδία, την Πολωνία και τις χώρες της Βαλτικής. Εάν στην περίπτωση της Φινλανδίας, της οποίας το Κοινοβούλιο ανακηρύσσει την ανεξαρτησία στις 23 Ιουνίου, η Προσωρινή Κυβέρνηση θεωρεί ότι μπορεί να τηρήσει στάση αναμονής και σχετικής ανοχής, δεν συμβαίνει το ίδιο και με τη ζωτικής σημασίας Ουκρανία. Στέλνει στο Κίεβο τριμελή αντιπροσωπεία υπουργών (τους Κερένσκι, Τσερετέλλι και τον ουκρανικής καταγωγής Υπουργό Εξωτερικών Μιχαήλ Ιβάνοβιτς Τερέστσενκο) οι οποίοι, κατόπιν διαπραγματεύσεων, συνάπτουν συμφωνία με την ουκρανική Ράντα (2 Ιουλίου): η Ουκρανία θα αποφασίσει με δημοψήφισμα, μετά την εκλογή της Συντακτικής Συνέλευσης, αν επιθυμεί ευρεία αυτονομία στο πλαίσιο μιας ομοσπονδίας ή αν προτιμά την ανεξαρτησία της. Η συμφωνία αυτή προκαλεί νέα κρίση στο εσωτερικό της κυβέρνησης: τρεις από τους υπουργούς που πρόσκεινται στο Συνταγματικό Δημοκρατικό Κόμμα παραιτούνται, γεγονός που έχει ως συνέπεια την πτώση της κυβέρνησης.

Μιχαήλ Τερέστσενκο

2.   Τρίτη Προσωρινή Κυβέρνηση – Η αμφιλεγόμενη διακυβέρνηση Κερένσκι, εποχή πολλαπλής πόλωσης

i) Οι επαναστατικές ταραχές του Ιουλίου: Τον Ιούνιο του 1917 διοργανώνεται στην Πετρούπολη το Α΄ Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ, στο οποίο οι εκπρόσωποι της μετριοπαθούς τάσης που υποστηρίζουν την Προσωρινή Κυβέρνηση έχουν άνετη πλειοψηφία. Η εικόνα αυτή είναι παραπλανητική, διότι δεν απηχεί τη στάση της λαϊκής βάσης η οποία έχει πλέον απογοητεθεί. Οι Μπολσεβίκοι, που εμφανίζονται δυναμικοί κατά τη διάρκεια των εργασιών του συνεδρίου, είναι διστακτικοί ως προς την πολιτική που πρέπει να ακολουθήσουν. Την πρωτοβουλία, στην περίπτωση αυτή, θα την αναλάβει η λαϊκή βάση.

Μετά το φιάσκο της ρωσικής επίθεσης της Ιουνίου και με τις γερμανικές δυνάμεις να προελαύνουν ανενόχλητες στο μέτωπο, η λαϊκή δυσαρέσκεια έχει γιγαντωθεί. Στρατιώτες από την φρουρά της πρωτεύουσας, ναύτες από τη βάση της Κρονστάδης και εργάτες από τα εργοστάσια του Βίμποργκ διοργανώνουν μια μεγάλη διαδήλωση στις 3 Ιουλίου, η οποία καταλήγει μπροστά από το Μέγαρο της Ταυρίδας. Η διαδήλωση επαναλαμβάνεται, ακόμη, μεγαλύτερη, την επομένη. Οι διαδηλωτές φτάνουν στο πρώην ιδιωτικό μέγαρο της μπαλλαρίνας Κσεσίνσκα, όπου βρίσκεται το στρατηγείο των Μπολσεβίκων. Ο Λένιν εκφωνεί ένα σύντομο, μάλλον κατευναστικό λόγο. Μετά την αρχική αμηχανία, οι διαδηλωτές αποφασίζουν να κατευθυνθούν εκ νέου στο Μέγαρο της Ταυρίδας. Οι πρώτοι πυροβολισμοί πέφτουν την ώρα που η πορεία βρίσκεται στη Λεωφόρο Νιέφσκι. Μπροστά από την έδρα της Δούμας σημειώνοντα συμπλοκές κι ανταλλαγές πυροβολισμών μεταξύ των διαδηλωτών και δυνάμεων στρατού που είναι πιστές στην κυβέρνηση. Η τάξη αποκαθίσται βίαια.

Οι ταραχές του Ιουλίου

Την επομένη, λεηλατούνται τα γραφεία της Πράβντα. Το μέγαρο Κσεσίνσκα καταλαμβάνεται από φιλοκυβερνητικούς στρατιώτες [2]. Λένιν και Ζινόβιεφ καταφεύγουν στη Φινλανδία. Δεκάδες μέλη των Μπολσεβίκων, μεταξύ των οποίων και ο Τρότσκι, συλλαμβάνονται και φυλακίζονται.

ii) Κερένσκι: Ο πρίγκιπας Λβοφ αναθέτει τον σχηματισμό κυβέρνησης στον Αλεξάντρ Φιόντοροβιτς Κερένσκι. Ο Κερένσκι έχει πολλά κοινά στοιχεία με τον μεγάλο αντίπαλό του, τον Λένιν. Έχει κι εκείνος γεννηθεί στο Σιμπίρσκ του Βόλγα κι είναι παιδί εκπαιδευτικού που σταδιοδρόμησε ως ανώτατος δημόσιος υπάλληλος. Όταν ήταν έφηβος, ο Αλεξάντρ ήθελε να γίνει ηθοποιός, τελικά όμως σπούδασε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου της Πετρούπολης. Ως δικηγόρος απέκτησε γρήγορα φήμη χάρη στη δράση του σε υποθέσεις σχετικές με την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Εκλέγεται βουλευτής και γρήγορα τίθεται επικεφαλής των Εργατικών, της πλέον μετριοπαθούς πτέρυγας των σοσιαλιστών. Στην επανάσταση του Φεβρουαρίου ήταν ο σύνδεσμος μεταξύ του Σοβιέτ και της Προσωρινής Κυβέρνησης. Το όνειρό του να γίνει ηθοποιός πρέπει να τον βοήθησε να γίνει εξαίρετος ρήτορας. Οι λόγοι του έκαναν ολόκληρη τη Ρωσία να τον θαυμάζει. Ένιωθε ότι είναι ο εκλεκτός του λαού κι ότι μπορούσε να καταφέρει τα πάντα, παρά τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες. Στην περίπτωση του Κερένσκι ο ιακωβινισμός δίνει τη θέση του στον βοναπαρτισμό και, ίσως, στον λουδοβικισμό, μια και ο νέος (και νεαρός, είναι μόλις 36 ετών) πρωθυπουργός εγκαθίσταται στα Χειμερινά Ανάκτορα.

Αλέξανδρος Κερένσκι

Η νέα κυβέρνηση, που συγκροτείται στις 22 Ιουλίου, φαίνεται εξαιρετικά ισορροπημένη: τρεις υπουργοί από το Συνταγματικό Δημοκρατικό Κόμμα, τρεις Μενσεβίκοι, τρεις Εσέροι, τρεις μετριοπαθείς σοσιαλιστές μικρότερων κομματικών σχηματισμών. Στην πράξη, όμως, θα αποδειχθεί ότι πρόκειται για την πιο συντηρητική κυβέρνηση από όλες του 1917. Οι νοοτροπίες έχουν αλλάξει. Παύει κάθε σχέση με το Σοβιέτ και αυτοί που ασκούν την καθοριστική επιρροή είναι οι φιλελεύθεροι. Προκρίνεται μια πιο αυταρχική στάση την οποία υποστηρίζει σειρά οργανώσεων και ομάδων πίεσης του κεντροδεξιού χώρου («Εταιρία για την Οικονομική Αναγέννηση της Ρωσίας» του μεγαλοβιομήχανου Πουτίλοφ, «Δημοκρατικό Κέντρο» του Μοσχοβίτη βιομήχανου Ριαμπουτσίνσκι, ένωση γαιοκτημόνων, σύνδεσμοι ανώτατων αξιωματικών).

iii) Το «πραξικόπημα» Κορνίλοφ:

«Αν δεν υπήρχε το πραξικόπημα Κορνίλοφ, τότε δεν θα υπήρχε κανένας Λένιν.» [Αλ. Φ. Κερένσκι]

Ο Κερένσκι αναθέτει την ηγεσία του στρατεύματος στον Λαβρ Γκεόργκεβιτς Κορνίλοφ, ικανότατο, αλλά σκληρό και μάλλον άξεστο στρατιωτικό [3]. Γρήγορα, ο πρωθυπουργός αντιλαμβάνεται ότι η δημοφιλία του στρατηγού ξεπερνά τη δική του. Πράγματι, ο Κορνίλοφ εκπονεί και προβάλλει ένα πολιτικό πρόγραμμα, υποσχόμενος να αποκαταστήσει την πειθαρχία στο στράτευμα και την τάξη στην κονωνία: επαναφορά της θανατικής ποινής και στα μετώπισθεν (η κυβέρνηση Κερένσκι την είχε ήδη επαναφέρει για τις περιπτώσεις λιποταξίας στο μέτωπο), διάλυση σοβιέτ και επιτροπών, στρατιωτικός έλεγχος των σιδηροδρόμων και των κρίσιμων για την πολεμική προσπάθεια βιομηχανιών, αποστράτευση συγκεκριμένου αριθμού εφέδρων στους οποίους θα δοθούν εκτάσεις γης. Ο Κορνίλοφ προσωποποιεί πλέον τις ελπίδες ολόκληρης της συντηρητικής παράταξης.

Λ. Κορνίλοφ (φωτογραφία του 1916)

Ο Κερένσκι αποφασίζει να αναλάβει πρωτοβουλία και να εξουδετερώσει έναν αντίπαλο που σε μεγάλο βαθμό ήταν δικό του δημιούργημα. Στέλνει τον βουλευτή των Οκτωβριστών Βλαντίμιρ Νικολάγεβιτς Λβοφ (απλή συνωνυμία με τον τέως πρωθυπουργό) να συναντήσει τον αρχιστράτηγο στο Μογκιλιόφ (24 Οκτωβρίου). Ο Κορνίλοφ εξηγεί στον Λβοφ ότι τρεις είναι οι βιώσιμες επιλογές: συγκρότηση μεικτού διευθυντηρίου αποτελούμενου από πολιτικούς και στρατιωτικούς, πολιτική δικτατορία υπό τον Κερένσκι, στρατιωτική δικτατορία υπό τον Κορνίλοφ επικουρούμενη από κυβέρνηση υπό τον Κερένσκι. Όταν ο Κερένσκι πληροφορείται το περιεχόμενο των συζητήσεων αποφασίζει να παγιδέψει τον στρατηγό. Μεταβαίνει στο Υπουργείο Πολέμου και «εμφανιζόμενος» ως Λβοφ επικοινωνεί με τον Κορνίλοφ και του ζητεί να του επιβεβαιώσει τις προτάσεις αυτές. Έχοντας την «ομολογία» στα χέρια του, ο Κερένσκι συγκαλεί έκτακτο υπουργικό συμβούλιο και, τα ξημερώματα της 27ης Αυγούστου, καθαιρεί τον Κορνίλοφ λόγω εσχάτης προδοσίας.

Ο αρχιστράτηγος είναι εκ των πραγμάτων αναγκασμένος να προχωρήσει σε στρατιωτικό πραξικόπημα. Συγκεντρώνει τις μονάδες που του είναι πιστές και βαδίζει προς την πρωτεύουσα. Για να αντιμετωπίσει τον Κορνίλοφ, ο Κερένσκι προσφεύγει στο Σοβιέτ και τα συνδικάτα, όπου οι Μπολσεβίκοι κερδίζουν όλο και περισσότερο έδαφος, σε αγαστή συνεργασία με μέρος των Μενσεβίκων και των Εσέρων. Πράγματι, το συνδικάτο των σιδηροδρομικών εμποδίζει τη μεταφορά των στρατευμάτων του Κορνίλοφ και οι εργατικές πολιτοφυλακές μαζί με στρατιώτες πιστούς στην επανάσταση νικούν τα στρατεύματα του πραξικοπηματία, ο οποίος συλλαμβάνεται. Ο «λαός έχει νικήσει», οι Μπολσεβίκοι έχουν κερδίσει την εκτίμηση των άλλων και αυτοπεποίθηση για το ότι μπορούν να φέρουν εις πέρας ένοπλες επιχειρήσεις. Όσο για τον Κερένσκι, το πολιτικό κύρος του έχει τρωθεί ανεπανόρθωτα.

iv) Πόλωση, αντιπαλότητες, βία και αναρχία: Η κυβέρνηση κλονίζεται. Οι υπουργοί του Κα Ντε είχαν υποστηρίξει τον Κορνίλοφ. Οι σχέσεις με το επιτελείο του στρατεύματος έχουν διαρραγεί. Η κατάσταση ξεφεύγει εντελώς από τον έλεγχο της κυβέρνησης.

Σε πλαίσιο οξείας πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής κρίσης, οι σχέσεις μεταξύ ανώτερων και κατώτερων τάξεων παροξύνονται. Εργοδοσία και εργαζόμενοι βρίσκονται σχεδόν σε ανοιχτό πόλεμο. Ξεσπούν αγροτικές εξεγέρσεις. Οι χωρικοί επιτίθενται στους γαιοκτήμονες και λεηλατούν τις επαύλεις τους. Στο στράτευμα, οι απλοί στρατιώτες έχουν χάσει κάθε ίχνος εμπιστοσύνης προς την ηγεσία. Οι λιποταξίες πολλαπλασιάζονται. Οργανωμένοι σε ένοπλες ομάδες, οι λιποτάκτες επιδίδονται σε βιαιοπραγίες: πογκρόμ κατά του εβραϊκού πληθυσμού (Γκόμελ, Μπομπρούισκ), σφαγές εμπόρων (Βίννιτσα, Μπριάνσκ, Ταμπόφ).


[1] N. Werth Les Révolutions Russes, όπ. π., σελ. 51-52. Θα ήταν παρακινδυνευμένο να ερμηνεύσουμε τους αριθμούς αυτούς ως ενδεικτικούς της επιρροής των δύο χώρων στον ρωσικό πληθυσμό. Η αριθμητική υπεροχή του σοσιαλιστικού χώρου θα πρέπει μάλλον να εξηγηθεί από τον κατακερματισμό του.

[2] Οι Μπολσεβίκοι θα μεταφέρουν το στρατηγείο τους στο Ινστιτούτο Σμόλνι, ένα οικοτροφείο θηλέων της καλής κοινωνίας, στο ανατολικό άκρο του κέντρου της πόλης.

[3] Η καταγωγή του Κορνίλοφ παραμένει αίνιγμα. Ο πατέρας του λέγεται ότι ήταν Κοζάκος του Ντον που είχε εγκαταστεθεί στο Καζακστάν, ίσως, όμως, να είχε εν μέρει και καλμουκική καταγωγή. Όσον αφορά τη μητέρα του στρατηγού, κατά μία άποψη ανήκε εθνοτικά στους Οϊρότους της οροσειράς Αλτάι. Κατά άλλους, ήταν «Κιργίζια», χαρακτηρισμός ο οποίος κατά τις συνήθειες της τσαρικής γραφειοκρατίας παρέπεμπε στους… Καζάκους.


Δ.   ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΚΤΩΒΡΗΣ

Η πατρότητα της κατάληψης της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους ανήκει αποκλειστικά στον Λένιν. Αυτός συλλαμβάνει την ιδέα, σχεδιάζει με ιδιαίτερη επιμέλεια την επιχείρηση και επιβάλλει την υλοποίησή της παρά τις αντιρρήσεις αρκετών στελεχών του κόμματος και την απροθυμία μεγάλου μέρους των μελών του.

Β. Ιλ. Λένιν

α.   Το σχέδιο

Με δύο επιστολές του από τη φινλανδική εξορία του, περί τα μέσα Σεπτεμβρίου, ο Λένιν καλεί τους Μπολσεβίκους να καταλάβουν την εξουσία πριν από το Β΄ Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ (το οποίο προγραμματίζεται τελικώς για τις 25 Οκτωβρίου). Η πρόταση του ηγέτη αντιμετωπίζεται με δυσπιστία από τα στελέχη του κόμματος, ιδίως δε τους Κάμενιεφ και Ζινόβιεφ. Κατά την άποψή τους, η πτώση της κυβέρνησης Κερένσκι είναι θέμα εβδομάδων, το πολύ. Τότε, τα σοβιέτ θα αναλάβουν την εξουσία, με συνεργασία Μπολσεβίκων, Μενσεβίκων και Εσέρων.

Ο Λένιν επιμένει προβάλλοντας το επιχείρημα ότι αν οι Μπολσεβίκοι ολιγωρήσουν, τότε ο Κερένσκι θα παραδώσει την Πετρούπολη στους Γερμανούς, θα μεταφέρει την πρωτεύουσα στη Μόσχα και θα απαγορεύσει το συνέδριο των σοβιέτ. Στην πραγματικότητα, σκοπός του είναι ο αποκλεισμός κάθε κόμματος πλην Μπολσεβίκων από την εξουσία. Γιατί θα πρέπει το κόμμα να μοιραστεί την εξουσία με τα υπόλοιπα σοσιαλιστικά, όταν μπορεί να καταστεί κυρίαρχο των εξελίξεων και να την ασκήσει αποκλειστικά αυτό;

Η μεταμφίεση του Λένιν

Στις 7 Οκτωβρίου, ο ηγέτης των Μπολσεβίκων, μεταμφιεσμένος, επιστρέφει κρυφά στην Πετρούπολη. Στις 10 Οκτωβρίου καλεί τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής. Ύστερα από πολύωρες συζητήσεις, η πρότασή του εγκρίνεται με ψήφους 10 προς 2 (Κάμενιεφ, Ζινόβιεφ). Ο Λένιν κερδίζει την υποστήριξη του Τρότσκι, ο οποίος είναι πλέον πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής του Σοβιέτ της Πετρούπολης. Την προηγούμενη ημέρα, μάλιστα, έχει επιτύχει τη συγκρότηση της Επαναστατικής Στρατιωτικής Επιτροπής της Πετρούπολης, αποστολή της οποίας είναι η ένοπλη αντιμετώπιση της αντεπανάστασης. Η επιτροπή αυτή θα αποδειχτεί πολύτιμη για την υλοποίηση του σχεδίου των Μπολσεβίκων.

Στο μεταξύ, οι αντιρρήσεις στους κόλπους του κόμματος εξακολουθούν να υφίστανται. Από τις διάφορες κομματικές εκθέσεις και αναφορές προκύπτει ότι τα περισσότερα μέλη δεν είναι ιδιαιτέρως πρόθυμα να συμμετάσχουν στο εγχείρημα. Από τις οργανώσεις των συνοικιών της πρωτεύουσας μόνον αυτή της εργατούπολης του Βίμποργκ υποστηρίζει με ζήλο το σχέδιο. Το δίδυμο Κάμενιεφ και Ζινόβιεφ επιμένει. Η Κεντρική Επιτροπή επανεξατάζει το ζήτημα, αλλά και πάλι η πρόταση Λένιν υπερψηφίζεται (15 προς 6).

Την ίδια ώρα, ο Κερένσκι φαίνεται να διακατέχεται από «υπεροψία και μέθη». Ενώ το σχέδιο των Μπολσεβίκων έχει καταστεί παγκοίνως γνωστό (ο Λένιν και οι αντίπαλοί του μάχονται μέσω άρθρων στις εφημερίδες), εκείνος υποτιμά μοιραία την ισχύ των αντιπάλων του και πιστεύει ότι η κίνηση αυτή θα αποτύχει και θα τους απαξιώσει πλήρως πολιτικά! Οι εκκλήσεις του, όμως, προς το γενικό επιτελείο για ενισχύσεις πέφτουν στο κενό. Τα νευραλγικά σημεία της πρωτεύουσας τα φρουρούν μόνο μερικοί ευέλπιδες. Τα χειμερινά ανάκτορα φυλάσσονται από μερικές εκατοντάδες Κοζάκων και το Τάγμα Εθελοντριών της Μποτσκαριόβα.

Μποτσκαριόβα, η επικεφαλής του Τάγματος Εθελοντριών

β.   Η υλοποίηση

Η εκτέλεση του σχεδίου ένοπλης κατάληψης της εξουσίας ανατίθεται στους ικανότερους «στρατηγούς» των Μπολσεβίκων: στον Τρότσκι, στον πρώην εύελπι Βλαντίμιρ Αλεξάντροβιτς Αντόνοφ-Οφσέγιενκο και στον ναύτη Πάβελ Γεφίμοβιτς Ντιμπένκο. Στην επιχείρηση θα συμμετάσχουν στρατεύματα της φρουράς της πρωτεύουσας, ναύτες από τη βάση της Κρονστάδης και τμήματα εργατικών πολιτοφυλακών. Τη νύχτα της 24ης προς την 25η Οκτωβρίου οι μονάδες αυτές καταλαμβάνουν τα νευραλγικά σημεία της πρωτεύουσας (γέφυρες, σιδηροδρομικούς σταθμούς, ταχυδρομεία και τηλεγραφεία, τράπεζες). Διαπιστώνοντας ότι δεν του εστάλη καμία ενίσχυση, ο Κερένσκι μεταμφιέζεται σε Σέρβο αξιωματικό και εγκαταλείπει την Πετρούπολη επιβιβαζόμενος σε αυτοκίνητο της αμερικανικής πρεσβείας. Αν εξαιρεθεί μια εφήμερη και εξαρχής καταδικασμένη σε αποτυχία προσπάθεια ανατροπής του μπολσεβικικού καθεστώτος, ο άνθρωπος που πρόσκαιρα λατρεύτηκε από τον ρωσικό λαό επρόκειτο να ζήσει μισό και πλέον αιώνα στην εξορία.

Ο Λένιν συντάσσει δήλωση βάσει της οποίας η εξουσία μεταβιβάζεται στην Επαναστατική Στρατιωτική Επιτροπή κι αυτή με τη σειρά της στέλνει τελεσίγραφο στην Προσωρινή Κυβέρνηση καλώντας την σε παραίτηση. Το βράδυ, το καταδρομικό Αβρόρα ρίχνει τον κανονιοβολισμό που σηματοδοτεί την επιχείρηση κατάληψης των Χειμερινών Ανακτόρων. Δεν θα χρειαστεί ιδιαίτερη προσπάθεια, δεν θα υπάρξει καμία μάχη. Στα ανάκτορα έχουν απομείνει λίγοι αξιωματικοί και οι εθελόντριες. Οι Μπολσεβίκοι τα καταλαμβάνουν χωρίς να συναντήσουν αντίσταση και, νωρίς το πρωί της 26ης, συλλαμβάνουν τους υπουργούς της Προσωρινής Κυβέρνησης.

Έφοδος στα Χειμερινά Ανάκτορα, σκηνή από το φιλμ Οκτώβρης του Σ. Ειζενστέιν

Στο μεταξύ, έχουν ξεκινήσει κι οι εργασίες του 2ου Πανρωσικού Συνεδρίου των Σοβιέτ, στο οποίο οι Μπολσεβίκοι έχουν την πλεοψηφία μαζί με τους συμμάχους τους: 300 Μπολσεβίκοι, 100 Εσέροι της αριστερής πτέρυγας και 14 διεθνιστές Μενσεβίκοι αντιπαρατίθενται σε 93 Εσέρους της δεξιάς και κεντρώας τάσης, 68 Μενσεβίκους και 95 εκπροσώπους μικρότερων σχηματισμών. Οι αντίπαλοι των Μπολσεβίκων καταδικάζουν τη στρατιωτική συνωμοσία και τα τετελεσμένα που δημιουργεί και αποχωρούν. Ο Μενσεβίκος ηγέτης Μάρτοφ, που ήλπιζε σε μια κυβέρνηση συνασπισμού, αναγκάζεται να αποχωρήσει κι εκείνος. Απομένουν οι Μπολσεβίκοι και οι αριστεροί Εσέροι. Υπερψηφίζουν τα ιδρυτικά διατάγματα του νέου καθεστώτος (περί ειρήνης και αναδιανομής της γης), καθώς και τη συγκρότηση του υπουργικού συμβουλίου της νέας εξουσίας, του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτρόπων.

Το πρώτο Συμβούλιο Λαϊκών Επιτρόπων.

Οι Μπολσεβίκοι έχουν καταλάβει την εξουσία, αλλά οι δυσκολίες τους κι ακόμη περισσότερο το μαρτύριο της Ρωσίας δεν έχουν τελειώσει.

Ε.   ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ

α.   Γιατί απέτυχε η Προσωρινή Κυβέρνηση;

Και στην περίπτωση αυτή, τρεις είναι οι θεωρίες που προσπαθούν να εξηγήσουν την αποτυχία της Προσωρινής Κυβέρνησης [1].

Α΄ Προσωρινή Κυβέρνηση

  1. Η θέση περί «αδυναμίας»: Για πολλούς από τους ιστορικούς της φιλελεύθερης σχολής οι πολιτικοί που μετείχαν στην Προσωρινή Κυβέρνηση διακρίνονταν μεν από ιδεαλισμό, αλλά και από πολιτικό ερασιτεχνισμό. Οι φιλελεύθεροι πολιτικοί είναι καλοί ρήτορες, πλην όμως δεν γνωρίζουν πολλά για τη λειτουργία του κράτους και πιστεύουν αφελώς στην καλοσύνη και τη δημοκρατικότητα του ρωσικού λαού. Όσο για τους μετριοπαθείς σοσιαλιστές, ούτε αυτοί έχουν καλύτερη γνώση της πολιτικής, διακατέχονται δε από έμμονες ιδέες και προσπαθούν να ερμηνεύσουν τα πάντα με γνώμονα την Ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης και της Κομμούνας των Παρισίων. Όλοι μαζί υπέπεσαν σε μοιραία πολιτικά σφάλματα: απολύοντας τους κυβερνήτες των επαρχιών μαζί με τα επιτελεία τους έχασαν την ευκαιρία αποτελεσματικού ελέγχου των επαρχιών. Επιτρέποντας στους στρατιώτες να γίνουν μέλη πολιτικών κομμάτων υπέσκαψαν με μοιραίο τρόπο την πειθαρχία του στρατεύματος.
  2. Η θέση περί «ακραίας σκληρότητας των αστικών κομμάτων»: Κατά τη σοβιετική ιστοριογραφία, η αποτυχία της Προσωρινής Κυβέρνησης οφείλεται στην ολοένα και αυξανόμενη ροπή της προς τον συντηρητισμό. Στόχος της είναι η προστασία των συμφερόντων της μεγαλοαστικής τάξης, η συντριβή των εργατικών και αγροτικών διεκδικήσεων. Στο πλαίσιο αυτό, οι μετριοπαθείς σοσιαλιστές χαρακτηριζόμενοι ως εκπρόσωποι των «μικροαστικών τάξεων» αδυνατούν να μετριάσουν τη σκληρότητα των μεγαλοαστών και καταλήγουν άβουλοι συνοδοιπόροι τους.
  3. Η Προσωρινή Κυβέρνηση θύμα των εσωτερικών αντιφάσεων και της ανομοιογένειάς της: Η θέση περί καλών ρητόρων κι ονειροπόλων χωρίς σχέση με την πολιτική πραγματικότητα, δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Το σχέδιο αγροτικής μεταρρύθμισης του ηγέτη των Εσέρων Τσερνόφ, το νέο εργατικό δίκαιο που επιδίωκε να θεσπίσει ο μενσεβίκος Σκόμπελεφ, τα προγράμματα ελεγχόμενου κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία που είχαν εκπονήσει μενσεβίκοι οικονομολόγοι αποτελούσαν σοβαρότατες μεταρρυθμιστικές προσπάθειας, οι οποίες, αν υλοποιούνταν, θα έθεταν τη Ρωσία στην πρωτοπορία των προοδευτικών κοινοβουλευτικών δημοκρατιών. Όλες μετατέθηκαν για μετά τις εκλογές, υπαγόμενες στη δικαιοδοσίας μιας ανύπαρκτης ακόμη Συντακτικής Συνέλευσης. Ως προς αυτό, η ευθύνη των φιλελεύθερων πολιτικών είναι τεράστια. Δίνοντας προτεραιότητα σε έναν αναβλητικό στόχο τήρησης της τάξης κατέληξαν να εξουδετερώσουν κάθε δυνατότητα της Προσωρινής Κυβέρνησης να ικανοποιήσει τα λαϊκά αιτήματα.

Ο Μενσεβίκος Υπουργός Εργασίας Ματβέι Σκόμπελεφ

Αν θα έπρεπε να σταθούμε οπωσδήποτε σε προσωπικές ευθύνες, τότε θα πρέπει να επισημάνουμε την εγκληματική ανευθυνότητα με την οποία χειρίστηκε ο Κερένσκι την υπόθεση Κορνίλοφ και τη σχεδιαζόμενη οκτωβριανή επιχείρηση των Μπολσεβίκων. Παραφράζοντας τη ρήση του ιδίου και με μεγάλη δόση υπερβολής θα μπορούσε να πούμε ότι χωρίς τον Κερένσκι δεν θα υπήρχε Λένιν.

Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που καταδίκασε την Προσωρινή Κυβέρνηση ήταν οι αντιφάσεις και οι παλινωδίες της που όλες οφείλονταν στη μοιραία για αυτήν ανομοιογένειά της. Μόνον οι καθαρές λύσεις θα μπορούσαν να αποδειχθούν βιώσιμες. Ή θα υιοθετούνταν μια σκληρή, συντηρητική γραμμή αποκατάστασης της τάξης, η οποία θα εξόργιζε το λαϊκό αίσθημα και θα στήριζε την επιτυχία της στην αυστηρή καταστολή ή θα ακολουθούνταν μια πιο σοσιαλιστική γραμμή, η οποία, βεβαίως, θα απαιτούσε την εξεύρεση λύσης στο ζήτημα της συνέχισης του πολέμου. Καθώς τίποτε από τα δύο δεν συνέβη, η Προσωρινή Κυβέρνηση, πατώντας ταυτόχρονα σε δύο βάρκες, υπέγραφε την καταδίκη της. Κι όλα αυτά εξηγούν, ίσως, την τελική επικράτηση των Μπολσεβίκων.

β.   Γιατί επικράτησαν οι Μπολσεβίκοι;

Ο Λένιν διακηρύσσει ότι η εξουσία ανήκει στα σοβιέτ (πίνακας του Βλ. Σερόφ, 1947).

Επανάσταση η πραξικόπημα; Το ερώτημα αυτό φαίνεται να απασχολεί περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τους ιστορικούς και το κοινό. Προϋποθέτει μια επανάσταση την αυθόρμητη συμμετοχή του λαού; Αυτό που συμβαίνει συνήθως δεν είναι η πρόκληση ταραχών λόγω της λαϊκής αγανάκτησης, που συνεπάγεται την πτώση ενός καθεστώτος και ακολουθείται από την κατάληψη της εξουσίας εκ μέρους μίας ή πλειόνων ομάδων  οι οποίες σταδιακά εξελίσσονται σε νέο καθεστώς; Η έννοια του πραξικοπήματος δεν απαιτεί όσοι καταλαμβάνουν την εξουσία να αποτελούν ήδη θεσμούς του πολιτεύματος και να ασκούν μέρος αυτής; Ασκούσαν εξουσία οι Μπολσεβίκοι πριν τον Οκτώβρη; Ίσως μέσω του σοβιέτ, αλλά και πάλι η εξουσία αυτή ήταν εν τοις πράγμασι και όχι τυπικώς αναγνωρισμένη από θεσμική άποψη. Οπότε; Θα μπορούσαμε να εξετάζουμε επί ώρες τα λεξικά και τα ιστορικά στοιχεία, χωρίς να μπορούμε να δώσουμε απάντηση, εκτός, βεβαίως, εκείνης την οποία θα μας υπεδείκνυε η πολιτική ιδεολογία μας. Το πιο δίκαιο θα ήταν να ενστερνισθούμε τον αφορισμό του Μαρκ Φερρό: «Ο Οκτώβριος είναι ταυτόχρονα πραξικόπημα και επανάσταση»! «Για τον λόγο αυτό η Οκτωβριανή Επανάσταση αποτέλεσε μαζικό κίνημα, αλλά μόνο ένας μικρός αριθμός συμμετείχε σε αυτήν».

Σύγκλιση και οππορτουνισμός: Όπως επισημαίνει ο Νικολά Βέρτ: «Το πραξικόπημα αυτό έχει ως πλαίσιο μια τεράστια κοινωνική επανάσταση, πολύμορφη και αυτοτελή» (αγροτικές εξεγέρσεις, αποσύνθεση του στρατεύματος, εργατικές διεκδικήσεις, χειραφέτηση των εθνοτήτων) «Καθένα από τα κινήματα αυτά έχει τους δικούς του ρυθμούς, τη δική του δυναμική, τις δικές του προσδοκίες που δεν μπορούν να εξομοιωθούν ούτε με τα συνθήματα των Μπολσεβίκων ούτε με την πολιτική δράση του κόμματος αυτού. Τα κινήματα αυτά δρουν καθ’ όλη τη διάρκεια του 1917, ως ισάριθμες διαλυτικές δυνάμεις που συμβάλλουν ιδιαιτέρως στην καταστροφή των θεσμών και κάθε μορφής εξουσίας. Για ένα σύντομο, πλην όμως καθοριστικής σημασίας χρονικό διάστημα (Οκτώβριος 1917), η δράση των Μπολσεβίκων, πολιτικής μειοψηφίας που ενεργεί εντός του περιβάλλοντος θεσμικού κενού, κατευθύνεται προς την εκπλήρωση των προσδοκιών των περισσοτέρων, μολονότι οι μεσοπρόθεσμοι και μακροπρόθεσμοι στόχοι των μεν και των δε διαφέρουν. Σε ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο, πολιτικό πραξικόπημα και κοινωνική επανάσταση συγκλίνουν ή μάλλον, ακριβέστερα, συμπίπτουν»[2].

Η νίκη των Μπολσεβίκων ξεπερνά τον άψογο σχεδιασμό κι εκτέλεση ενός επιχειρησιακού σχεδίου, ανεξαρτήτως αν θα χαρακτηρίσουμε το σχέδιο αυτό ως «επανάσταση» ή ως «πραξικόπημα». Το μεγάλο προτέρημα του κόμματος του Λένιν είναι η προσαρμοστικότητά του, η ικανότητά του να ακολουθήσει τις τάσεις που επικρατούν, να ενστερνισθεί τα αιτήματα και τις διεκδικήσεις, να προλάβει ώστε να είναι αυτό που θα διαμορφώσει τις εξελίξεις. Όλοι ήθελαν την ειρήνη, πρωτίστως οι στρατιώτες, και οι Μπολσεβίκοι έκαναν σημαία τους την ειρήνη πάση θυσία. Οι αγρότες επιθυμούσαν διακαώς την αναδιανομή της γης και οι Μπολσεβίκοι το δέχτηκαν, οικειοποιούμενοι το πρόγραμμα των Εσέρων και αρνούμενοι προσωρινά το δικό τους που προέβλεπε εθνικοποίηση και κολλεκτιβοποίηση των γαιών. Οι εργάτες διεκδικούσαν τον έλεγχο της παραγωγής και οι Μπολσεβίκοι διατράνωσαν ότι αυτός ήταν ένας από τους κύριους σκοπούς τους. Οι εθνότητες απαιτούσαν αυτοδιάθεση και οι Μπολσεβίκοι φάνηκαν να αναγνωρίζουν το αίτημα αυτό. Με δυο λόγια, πολιτικός οππορτουνισμός; Ίσως, αλλά μαεστρικά εφαρμοσμένος.


[1] N. Werth Les Révolutions Russes, όπ. π., σελ. 110 επ.

[2] N. Werth Les Révolutions Russes, όπ. π., σελ. 94-95.

Advertisements

«1917 – Η Χρονιά των Επαναστάσεων» – Μέρος 1: Η αυτοκρατορία με τα σαθρά θεμέλια

Φεβρουαρίου 6, 2018

[Όπως συχνά συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, στη σειρά αναρτήσεων που αρχίζει με την παρούσα παρατίθεται το κείμενο ομιλίας του Ρογήρου, στο πλαίσιο εκδήλωσης της Ελληνικής Κοινότητας Λουξεμβούργου (17 Νοεμβρίου 2017, στο Foyer Européen).

Το κείμενο δεν διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας. Θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί σε ορισμένο βαθμό και ως σύνοψη των δύο πιο αξιόπιστων, κατά τη γνώμη μου, συγγραμμάτων σχετικά με τις ρωσικές επαναστάσεις: του “A People’s Tragedy – The Russian Revolution (1891-1924)”, του Orlando Figes, και  του « Les Révolutions Russes », του Nicolas Werth. Η δομή, άλλωστε, των δύο αυτών βιβλίων ακολουθήθηκε αρκετά πιστά στα δύο πρώτα μέρη της παρουσίασης, αντιστοίχως. Κατά τα λοιπά, πιστεύω ότι δεν θα είναι δυσχερές να εντοπισθούν στο κείμενο οι όποιες προσωπικές σκέψεις μου.

Λαμβανομένων υπόψη των αναπόφευκτων περιορισμών ως προς την έκταση του κειμένου, παραλείφθηκε η εξέταση πολλών ζητημάτων, όπως είναι, για παράδειγμα, αυτό της διαχείρισης της ιστορικής μνήμης των ρωσικών επαναστάσεων. Αφήνοντας κατά μέρος τα προφανή (όσα δηλαδή θα υποστήριζαν οι κήρυκες της μίας ή της άλλης ιδεολογίας), θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο «τιμήθηκαν» στη Ρωσία τα εκατό χρόνια από τις επαναστάσεις του 1917 και, ιδίως, από την Οκτωβριανή. Εντελώς επιγραμματικά, σημειώνεται ότι υπήρξε πράγματι ένα πρόγραμμα εκδηλώσεων, αποτελούμενο ιδίως από αναπαραστάσεις και θεατρικά δρώμενα, χωρίς, πάντως, την παρουσία επισήμων. Καμία σχέση με τους λαμπρούς εορτασμούς των 70 χρόνων από τη νίκη στον «Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο». Η εξήγηση είναι πολύ απλή: για τη Ρωσία του Πούτιν, μια χώρα που διατρανώνει την ορθόδοξη ταυτότητά της κι έχει αγιοποιήσει τον τελευταίο τσάρο και την οικογένειά του, η δράση του Λένιν αποτελεί προβληματικό σημείο του παρελθόντος, όπως και κάθε αμφισβήτηση της εξουσίας και του καθεστώτος. Για το σύγχρονο ρωσικό καθεστώς αυτό που επιλέγεται από την κληρονομιά της κομμουνιστικής εποχής είναι η μορφή του Στάλιν ως μεγάλου πατριώτη ηγέτη και ο θρίαμβος στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ένα άλλο θέμα που αξίζει την προσοχή μας είναι η σχέση των επαναστάσεων με την τέχνη. Θα απαιτούσε, όμως, τη συγγραφή ολόκληρων βιβλίων, κάτι που υπερβαίνει κατά πολύ τις όποιες δυνατότητές μου. Απλώς και μόνο μια ανάλυση του «Οκτώβρη» του Αϊζενστάιν (συγκρατούμαι ώστε να μη γράψω το ρωσικώς ορθό «Έιζενστέιν»), των συμβολισμών και των στοιχείων της ταινίας που είναι ιστορικώς ακριβή ή ανακριβή, θα έπρεπε να καταλαμβάνει έκταση μεγαλύτερη από την, ήδη φλύαρη, παρουσίαση αυτή.

Τέλος, σε ό,τι αφορά τα ρωσικά ονόματα, ακολουθήθηκε η ίδια πρακτική με τη σειρά άρθρων για το Ανατολικό Μέτωπο, δηλαδή η (σχεδόν) συμβατική μεταγραφή με διόρθωση μόνον του τονισμού. Ενδεχόμενη μεταγραφή με βάση τη ρωσική προφορά θα ξένιζε μάλλον τον αναγνώστη (νομίζω ότι σε ολόκληρο το κείμενο υπέκυψα μόνο στον πειρασμό ενός «Πατιόμκιν»).]

Πετρούπολη: εορτασμοί για τα 300 Χρόνια της Δυναστείας των Ρομανόφ

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ: Πετρούπολη, 21η Φεβρουαρίου 1913. Η ανώτατη αριστοκρατία, ευγενείς, αξιωματούχοι και προεστοί από όλες τις επαρχίες της αυτοκρατορίας, καθώς και πλήθος κόσμου έχουν συγκεντρωθεί στην πρωτεύουσα για τους λαμπρούς εορτασμούς των 300 χρόνων της Δυναστείας των Ρομανόφ. Σε κάθε γωνιά της πόλης επιγραφές και συνθέσεις με λαμπιόνια που σχηματίζουν τη φράση «Ο Θεός σώζει τον Τσάρο» ή το σύμβολο της δυναστείας, τον δικέφαλο αετό. Στον καθεδρικό της Παναγίας του Καζάν τελείται δοξολογία παρισταμένου του συνόλου της άρχουσας τάξης. Δυο περιστέρια πετούν πάνω από το κεφάλια του τσάρου Νικολάου και του τσαρέβιτς Αλέξιου. Σημάδι, δίχως άλλο, για το ότι η δυναστεία είναι ευλογημένη από τον ίδιο τον Θεό. Το βράδυ η πόλη φωταγωγείται. Φαγητά και ποτά μοιράζονται δωρεάν στον λαό. Στα Χειμερινά Ανάκτορα ξεδιπλώνονται τα γιγαντιαία πορτραίτα του ιδρυτή της δυναστείας Μιχαήλ, του Μεγάλου Πέτρου και του τσάρου Νικόλαου.

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: Φεβρουάριος του 1912, Ανατολική Σιβηρία. Κοντά στο Μπονταϊμπό, μια κωμόπολη περίπου 900 χιλιόμετρα βορειοανατολικά του Ιρκούτσκ, δίπλα στις όχθες του Λένα, βρίσκεται μια σειρά από ορυχεία χρυσού. Τα ορυχεία αυτά τα εκμεταλλεύεται η κοινοπραξία ΛενζόλοτοЛензолото») την οποία ελέγχει η εδρεύουσα στο Λονδίνο εταιρία αγγλικού δικαίου Lena Goldfields. Στην αγγλική εταιρία και στις λοιπές θυγατρικές της είναι μέτοχοι Βρετανοί επιχειρηματίες και επιφανέστατα μέλη της ρωσικής αριστοκρατίας. Μεταξύ αυτών καταλέγονται η αυτοκράτειρα Μαρία Φιόντοροβνα, μητέρα του τσάρου Νικολάου Β΄, ο πρώην πρωθυπουργός κόμης Σεργκέι Γιούλιεβιτς Βίττε και ο βιομήχανος Αλεξέι Ιβάνοβιτς Πουτίλοφ, ιδιοκτήτης των μεγαλύτερων εργοστασίων της Πετρούπολης.

Οι εργάτες δουλεύουν στα ορυχεία κάτω από απίστευτα απάνθρωπες συνθήκες, τόσο άθλιες που θα τρόμαζαν ακόμη και δούλους λατομείων της Αρχαιότητας. 16 ώρες σκληρής εργασίας ημερησίως, κυριολεκτικά μέσα στο νερό και υπό την επίβλεψη τυραννικών επιστατών. Εφτά στους δέκα θα καταστούν κάποια στιγμή θύματα εργατικών ατυχημάτων. Οι αμοιβές είναι πενιχρές. Όταν έρθει η ώρα της καταβολής τους ουσιαστικά εξαφανίζονται εξαιτίας των υποχρεωτικών κρατήσεων για το άθλιο φαγητό και στέγη που παρέχει η εταιρία και, κυρίως, λόγω των προστίμων που επιβάλλονται στους εργάτες για το παραμικρό παράπτωμα, πραγματικό ή φανταστικό. Κάποια στιγμή, το ποτάμι της οργής και της αγανάκτησης ξεχειλίζει, όταν η εργοδοσία σερβίρει σάπιο κρέας στους εργάτες των ορυχείων. Στα τέλη Φεβρουαρίου αρχίζει γενική απεργία. Ενώ βρισκόμαστε στην πέμπτη εβδομάδα της, το τσαρικό καθεστώς ανταποκρίνεται στις εκκλήσεις της εργοδοσίας και στέλνει στρατό από τη φρουρά του Κίρενσκ προκειμένου να καταστείλει τις εργατικές διαμαρτυρίες. Όλα τα μέλη της επιτροπής απεργιακού αγώνα συλλαμβάνονται τη νύχτα της 3ης προς την 4η Απριλίου 1912. Το επόμενο πρωί οι απεργοί συγκεντρώνονται για να διαμαρτυρηθούν. Μετά το μεσημέρι, περίπου 2.500 εργάτες διοργανώνουν πορεία και κατευθύνονται προς την εισαγγελία για να καταθέσουν ψήφισμα κατά της αυθαίρετης σύλληψης των συνδικαλιστών. Τους περιμένουν οι στρατιώτες οι οποίοι ανοίγουν πυρ αδιακρίτως. 150 έως 270 εργάτες πέφτουν νεκροί. 250 έως 500 τραυματίζονται.

Απρίλιος 1912, η σφαγή στον Λένα

Το δράμα στις όχθες του Λένα συγκινεί κι εξοργίζει τη ρωσική κοινή γνώμη. Η Δούμα συγκροτεί εξεταστική επιτροπή με πρόεδρο τον Αλεξάντρ Φιόντοροβιτς Κερένσκι. Η έκθεση που θα συντάξει η επιτροπή θα καταδείξει το μέγεθος της ωμής βίας που μετέρχονται οι δυνάμεις του καθεστώτος. Όχι, βέβαια, πως αυτό είναι απαραίτητο. Το ίδιο το καθεστώς είναι περήφανο για τις πράξεις του. Όταν ο Υπουργός Εσωτερικών Αλεξάντρ Αλεξάντροβιτς Μακάροφ εμφανίζεται στη Δούμα, απαντά ψυχρά και με κυνισμό στους βουλευτές που τον βομβαρδίζουν με ερωτήσεις για το αν πράγματι έγιναν τέτοιες φρικαλεότητες: «Так было, так будет!», «Αυτό ακριβώς συνέβη κι αυτό θα συμβεί και στο μέλλον!».

Α. Α. Μακάροφ

Κάποια «ευαίσθητη» ψυχή έγραφε: «Οι πυροβολισμοί στον Λένα έσπασαν τον πάγο της σιωπής. Το ποτάμι της λαϊκής αγανάκτησης άρχισε πάλι να κυλά[1]


Για πολλά χρόνια, όπως επισημαίνει ο ιστορικός Νικολά Βερτ [2], δύο ήταν οι θεωρίες που επιχειρούσαν να εξηγήσουν τα δραματικά γεγονότα του 1917, την Οκτωβριανή Επανάσταση και την τελική επικράτηση των Μπολσεβίκων. Η πρώτη από αυτές, την οποία θα μπορούσαμε να ονομάσουμε και «φιλελεύθερη» καθώς οι υποστηρικτές της ήταν δυτικοί ιστορικοί και Ρώσοι εμιγκρέδες, είναι η θεωρία του «ατυχήματος». Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, η Ρωσία των αρχών του 20ού αιώνα βρισκόταν στον δρόμο των μεταρρυθμίσεων οι οποίες σε σύντομο χρονικό διάστημα θα τη μετέτρεπαν σε σύγχρονη κοινοβουλευτική δημοκρατία, κατά τα δυτικά πρότυπα. Έπρεπε να συμβεί ένα «ατύχημα», δηλαδή ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, για να δημιουργήσει τις συνθήκες που θα καθιστούσαν δυνατή την πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας από μια ομάδα φανατικών, αλλά πειθαρχημένων, εξτρεμιστών και την εγκαθίδρυση ενός δικτατορικού καθεστώτος.

Στους αντίποδες του φιλελεύθερου ερμηνευτικού σχήματος, η μαρξιστική θεωρία αντιμετωπίζει την επικράτηση των μετέπειτα κομμουνιστών ως τη νομοτελειακή κατάληξη μιας σειράς πολιτικών και κοινωνικών αγώνων, ως το τελικό στάδιο μιας αλληλουχίας τριών γεγονότων: της αποτυχημένης αστικής επανάστασης του 1905, της προσωρινά μόνον επιτυχημένης αστικής του Φεβρουαρίου του 1917 και, φυσικά, της Οκτωβριανής. Σε όλες τις περιπτώσεις, οι Μπολσεβίκοι βρέθηκαν στην πρωτοπορία των αγωνιστικών διεκδικήσεων και υπήρξαν οι αυθεντικοί εκφραστές των λαϊκών αιτημάτων.

Ο Λένιν διακηρύσσει ότι η εξουσία ανήκει στα σοβιέτ, πίνακας του Βλ. Σερόφ, 1947

Από τη δεκαετία του 1970, όμως, μια νέα τάση αρχίζει να επικρατεί μεταξύ των ιστορικών, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τόσο τη θεωρία του «ατυχήματος» όσο και εκείνη της κοινωνικής και πολιτικής «νομοτέλειας». Η αναθεωρητική σχολή αυτή εστιάζει την προσοχή στις μακροχρόνιες και σύνθετες κοινωνικές διεργασίες που καταλήγουν στην παρατεταμένη έκρηξη του 1917. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν πολλαπλές επαναστάσεις, πολιτικές και κοινωνικές, εργατικές, αγροτικές και εθνοτικές, οι οποίες, εν μέσω του πολέμου, προκαλούν μια αλυσιδωτή αντίδραση που θα διαλύσει και στη συνέχεια θα ανασυγκροτήσει με τρόπο πολύ διαφορετικό την αυτοκρατορία που ήλεγχε το ένα έκτο της επιφάνειας του πλανήτη μας [3].


Η ιστορία των ρωσικών επαναστάσεων είναι καταρχάς (και, για αρκετούς, πρωτίστως) η ιστορία της κατάρρευσης ενός καθεστώτος. Για τον λόγο αυτό, είναι αναγκαίο να παρουσιασθούν πρώτα τα βασικά χαρακτηριστικά του καθεστώτος αυτού, καθώς και οι ιστορικές προκλήσεις στις οποίες δεν κατόρθωσε να ανταποκριθεί (Μέρος Ι). Στη συνέχεια, θα εκτεθούν τα γεγονότα των επαναστάσεων του 1917 (Μέρος ΙΙ), πριν εξετασθεί ο τρόπος με τον οποίο οι Μπολσεβίκοι κατόρθωσαν να εδραιώσουν την εξουσία τους, εξουδετερώνοντας τους πολυάριθμους εσωτερικούς και εξωτερικούς αντιπάλους τους (Μέρος ΙΙΙ).

[1] Ι. Β. Τζουγκασβίλι Στάλιν, παράνομο φυλλάδιο που συντάχθηκε στις αρχές του 1913 στην Κρακοβία και μοιράστηκε στα μέλη του κόμματος των Μπολσεβίκων.

[2] Nicolas Werth « Les Révolutions Russes », σειρά Que sais-je, αριθ. 986, PUF, Παρίσι, 2017, σελ. 3 επ. και 108 επ.

[3] Orlando Figes “A People’s Tragedy – The Russian Revolution (1891-1924)”, Jonathan Cape, Λονδίνο, 1996/ γαλλική έκδοση: « La Révolution russe – 1891-1924 : La tragédie d’un peuple » εκδ. Denoël, Παρίσι, 2007, και επανέκδοση σε 2 τόμους, σειρά FolioHistoire, αριθ. 170-171, Gallimard, Παρίσι, 2009, εισαγωγή, σελ. 27.


 

ΜΕΡΟΣ Ι

Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΜΕ ΤΑ ΣΑΘΡΑ ΘΕΜΕΛΙΑ

Στις αρχές του 20ού αιώνα, η τσαρική Ρωσία είναι μια αχανής αυτοκρατορία, η μεγαλύτερη σε έκταση κρατική οντότητα της Οικουμένης. Εκτείνεται από τις πεδιάδες της Πολωνίας, τη Βαλτική και τη Φινλανδία ως τις ακτές του Ειρηνικού. Την κατοικούν δεκάδες εθνότητες που μιλούν ακόμη περισσότερες γλώσσες και πιστεύουν σε πολλές και διάφορες θρησκείες και δόγματα.

Η Ρωσική αυτοκρατορία στις αρχές του 20ού αι.

Σε μια εποχή έντονης εκβιομηχάνισης και ριζικών κοινωνικών αλλαγών, το καθεστώς εμφανίζεται ως το πλέον απολυταρχικό της Ευρώπης. Μια προσεκτικότερη εξέτασή του καταδεικνύει ότι η μεγάλη αδυναμία του δεν είναι κάποιος μονολιθικός συντηρητισμός, αλλά οι εσωτερικές αντιφάσεις του. Έτσι, ενώ πασχίζει να ακολουθήσει την οικονομική ανάπτυξη των υπολοίπων ευρωπαϊκών δυνάμεων, αδυνατεί να κατανοήσει την αναγκαιότητα μεταρρυθμίσεων σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, πολλαπλασιάζοντας τελικά τους αντιπάλους του (Α). Στα μέσα της πρώτης δεκαετίας του αιώνα, το καθεστώς αντιμετωπίζει δύο μεγάλες προκλήσεις: τη στρατιωτική αναμέτρηση με την Ιαπωνία στην Άπω Ανατολή και μια σειρά από κοινωνικές επαναστάσεις κι εξεγέρσεις στο εσωτερικό του. Η απροθυμία και η αδυναμία του να υλοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις που θα ικανοποιούσαν ουσιαστικά τις κοινωνικές διεκδικήσεις το θέτει σε τροχιά έντονων κλυδωνισμών που δεν θα αργήσουν να οδηγήσουν στην κατάρρευσή του (Β).

Α.   ΤΟ ΤΣΑΡΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ: ΣΤΗΡΙΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ

«Κατά κανόνα, ένα καθεστώς δεν καταλύεται επειδή οι αντίπαλοί του είναι ισχυροί, αλλά επειδή οι υπέρμαχοί του αποδεικνύονται άχρηστοι.» [Λεβ Αλεξάντροβιτς Τιχομίροφ, Ρώσος συντηρητικός θεωρητικός, 1911]

«Για να γίνει μια επανάσταση δεν χρειάζονται επαναστάτες, αρκεί η δράση των ανθρώπων του καθεστώτος.» [Β. Ι. Ουλιάνοφ Λένιν]

α.   H απολυταρχία των Ρομανόφ

Η Ρωσική Αυτοκρατορία αποτελεί την κατεξοχήν απολυταρχία. Ο τσάρος κυβερνά ελέω Θεού. Δεν είναι υπόλογος σε κανέναν άλλο εκτός από τη συνείδησή του και τον… Θεό. Δεν περιορίζεται από καμία νομοθεσία και δεν ελέγχεται από κανένα σώμα αντιπροσώπων εκλεγμένων από τον λαό ή έστω κάποιες από τις κοινωνικές τάξεις, ούτε καν από την αριστοκρατία.

1.   Η δυναστεία.

i) Χαμένες ευκαιρίες – Η μεταρρυθμιστική προσπάθεια του Αλέξανδρου Β΄:

Αλέξανδρος Β΄

Η εξέλιξη της τσαρικής Ρωσίας στο πλέον απολυταρχικό καθεστώς της Ευρώπης δεν ήταν κάτι το νομοτελειακό. Μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856), ο τσάρος Αλέξανδρος Β΄ (1818-1881, βασ. 1855-1881) επιχειρεί να υλοποιήσει ένα ευρύ πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και εκσυγχρονισμού της χώρας. Η μεταρρύθμιση με τη μεγαλύτερη συμβολική σημασία είναι, βέβαια, η κατάργηση του θεσμού της δουλοπαροικίας (διάταγμα της 19ης Φεβρουαρίου 1861). Η πιο ουσιαστική είναι μάλλον η ίδρυση των ζέμστβα (εν.: ζέμστβο = земские учреждения), δηλαδή των συμβουλίων τοπικής αυτοδιοίκησης σε επίπεδο αντίστοιχο των σύγχρονων περιφερειών, νομών κι επαρχιών νομών (1864). Μολονότι το δικαίωμα του εκλέγειν για τους ρωσικούς ΟΤΑ ήταν περιορισμένο και βρισκόταν σε σχέση εξάρτησης από την περιουσιακή κατάσταση των εκλογέων, επρόκειτο για το πρώτο πείραμα ουσιαστικής αυτοδιοίκησης σε ρωσικό έδαφος. Τις δύο αυτές κινήσεις, ακολούθησε η θέσπιση πρωτοποριακής νομοθεσίας και σε άλλους τομείς (αναδιάρθρωση του στρατεύματος, εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, σύστημα υγείας). Ωστόσο, το έργο του μεταρρυθμιστή τσάρου τερματίστηκε άδοξα: την 1η Μαρτίου 1881 δολοφονείται από την επαναστατική λαϊκιστική οργάνωση Ναρόντναγια Βόλια (Λαϊκή Βούληση [4]). Της μοιραίας βομβιστικής επίθεσης είχαν προηγηθεί άλλες δέκα απόπειρες δολοφονίας του τσάρου.

Η δολοφονία του Αλεξάνδρου Β΄, σχέδιο του Γκούσταφ Μπρόλινγκ, 1881

ii) Η συντηρητική στροφή του Αλέξανδρου Γ΄: Πάντοτε επισημαίνεται ότι για τις ιστορικές εξελίξεις οι μακροχρόνιες συλλογικές διεργασίες είναι περισσότερο καθοριστικές απ’ ό,τι οι πράξεις των ηγετών που διαθέτουν εξουσία λήψης αποφάσεων. Είναι, όμως, η ίδια η φύση της τσαρικής απολυταρχίας που μας αναγκάζει να σταθούμε περισσότερο στην προσωπικότητα των μοναρχών της.

Δίχως αμφιβολία, ο Αλέξανδρος Γ΄ (1845-1894) είχε πιο συντηρητικές αντιλήψεις από τον πατέρα του. Η φριχτή δολοφονία του δεύτερου, όμως, τις ενίσχυσε ακόμη περισσότερο. Λίγους μήνες αργότερα, τον Αύγουστο του 1881, ο Αλέξανδρος Γ΄ συγκροτεί τη διαβόητη και παντοδύναμη ΟχράναОтделение по охранению общественной безопасности и порядка»/ «Υπηρεσία προστασίας της δημοσίας ασφαλείας και τάξεως»), η οποία έχει ως αποστολή να εντοπίζει και να εξουδετερώνει με κάθε μέσο και τρόπο τους εχθρούς του καθεστώτος. Θα ακολουθήσει η σταδιακή αποκαθήλωση του συνόλου του μεταρρυθμιστικού έργου του Αλέξανδρου Β΄. Η ανεξαρτησία και η ισοβιότητα των δικαστών καταργείται, όπως και το αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων, η πρωτοβάθμια εκπαίδευση τίθεται εκ νέου υπό τον έλεγχο της Εκκλησίας, οι εθνότητες της αυτοκρατορίας υπάγονται σε πρόγραμμα εκρωσισμού και οι ΟΤΑ αποψιλώνονται από αρμοδιότητες, ενώ οι προϋπολογισμοί τους ελέγχονται με απίστευτη αυστηρότητα σε σημείο που η λειτουργία των ζέμστβα καθίσταται σχεδόν αδύνατη.

Αλέξανδρος Γ΄

Απίστευτα συντηρητικός, πρότυπο του απολυταρχικού μονάρχη, ο Αλέξανδρος Γ΄ δεν παύει να είναι ένας ικανότατος αυτοκράτορας, με σιδηρά πυγμή, ο οποίος έχει τους τρόπους να επιβάλλει τη θέλησή του. Ίσως αν ζούσε περισσότερο η Ιστορία της Ρωσίας να ήταν διαφορετική. Όμως, ο γίγαντας αυτός με την ηράκλεια σωματική δύναμη είχε μια μεγάλη αδυναμία, το αλκοόλ. Παρά τις συστάσεις των γιατρών και τις παραινέσεις της αυτοκράτειρας συνέχισε να επιδίδεται στην αγαπημένη του ηδονή (κρύβοντας φιάλες κονιάκ σε ειδικά μετασκευασμένες μπότες και σκήπτρα ή ζητώντας μια μικρή εξυπηρέτηση από τους ευγενείς φίλους του). Το 1894 ο τσάρος πέθαινε από νεφρική ανεπάρκεια προτού συμπληρώσει το πεντηκοστό έτος της ηλικίας του. Κι άφηνε την αυτοκρατορία στα χέρια του πιο ακατάλληλου για να την οδηγήσει προσώπου, του γιου του Νικόλαου.

Κόμης Σ. Βίττε

[Ο κόμης Σεργκέι Βίττε, Υπουργός Οικονομικών την περίοδο εκείνη, συναντά στα ανάκτορα τον τσάρο Αλέξανδρο Γ΄.

«(Σ. Β.) – Μεγαλειότατε, με όλο το θάρρος και τον σεβασμό, πιστεύω ότι έχει φτάσει ο καιρός να μυήσετε τον τσαρέβιτς στις κρατικές υποθέσεις και να του αναθέσετε κυβερνητικές ευθύνες.

(Αλ.) – Πείτε μου, παρακαλώ, αγαπητέ κόμη, είχατε ποτέ ως τώρα την ευκαιρία να συζητήσετε με την Αυτού Αυτοκρατορική Υψηλότητα, τον Μεγάλο Δούκα Τσαρέβιτς Νικόλαο;

– Μα, και βέβαια, μεγαλειότατε!

– Και δεν έχετε ακόμη αντιληφθεί ότι ο τσαρέβιτς είναι εντελώς βλάκας;»]

Ο Νικόλαος Β΄ σε νεαρή ηλικία

iii) Νικόλαος Β΄: Ο 26χρονος Νικόλαος είναι ντροπαλός κι ευγενικός, με λεπτούς τρόπους, άψογη γνώση της εθιμοτυπίας και μεγάλη αγάπη για τις στρατιωτικές στολές και τα κοστούμια εποχής. Θα ήταν ο ιδανικός εστεμμένος στο πλαίσιο μιας συνταγματικής μοναρχίας όπου τα καθήκοντα του βασιλέα θα ήταν σχεδόν αποκλειστικά εθιμοτυπικά. Επιδιώκοντας, όμως, να βασιλεύσει ως απολυταρχικός ηγεμόνας θα αποδειχθεί φυσιογνωμία αδύναμη και συνάμα τραγική. Είναι αλήθεια ότι η τύχη δεν τον βοήθησε πολύ.

Η τραγωδία της Χοντίνκα, 18 Μαΐου 1896

Η στέψη του ως Τσάρου Πασών των Ρωσιών στη Μόσχα, τον Μάιο του 1896, σημαδεύεται από ένα τραγικό συμβάν. Στις 18 Μαΐου, τέσσερις ημέρες μετά την τελετή, οι αρχές διοργανώνουν ένα μεγάλο πανηγύρι για τον λαό στη Χοντίνκα, στα περίχωρα της Μόσχας. Ενώ έχει ήδη συρρεύσει πλήθος κόσμου, διαδίδεται η φήμη ότι τα δωρεάν τρόφιμα και ποτά δεν επαρκούν για όλους. Ο κόσμος συνωστίζεται για να προλάβει, αλλά γρήγορα ο συνωστισμός μετατρέπεται σε πανικό. Αυτοί που βρίσκονται στις πρώτες σειρές πέφτουν στο χαντάκι που περιβάλλει τον κυρίως χώρο της εκδήλωσης για να συνθλιβούν από εκείνους που τους ακολουθούν στην πτώση. Μέχρι να αποκατασταθεί στοιχειωδώς η τάξη ο απολογισμός είναι φριχτός: 1.400 νεκροί κι άλλοι τόσοι σοβαρά τραυματίες. Κακό σημάδι για τον νέο τσάρο να συνδέεται η στέψη του με τέτοια τραγωδία. Για όσους, όμως, δεν πιστεύουν στη μοίρα, η υπόθεση αναδεικνύει πολλές από τις παθογένειες της τσαρικής διοίκησης. Οι εορτασμοί συνεχίζονται κανονικά, σε πλήρη αδιαφορία για το λαϊκό αίσθημα. Κυρίως, όμως, η διοικητική έρευνα αποδεικνύει τις μεγάλες ευθύνες της οργανωτικής επιτροπής, που παρέλειψε να λάβει ακόμη και τα στοιχειώδη μέτρα σφάλειας. Της επιτροπής αυτής προΐσταται ο Μέγας Δουξ Σέργιος, θείος του τσάρου. Όταν ο Νικόλαος πληροφορείται το πόρισμα της έρευνας διατάζει να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο.

Νικόλαος Β΄ και Αλεξάνδρα, 1894

Σε όλα τα άλλα, προστίθεται και το οικογενειακό δράμα του τσάρου. Το 1894, ο Νικόλαος νυμφεύεται από έρωτα την Αλίξ της Έσσης και του Ντάρμσταντ. Η Γερμανίδα πριγκίπισσα που μεγάλωσε στην Αγγλία, στην αυλή της γιαγιάς της, της βασίλισσας Βικτωρίας, ασπάζεται την Ορθοδοξία και παίρνει το όνομα Αλεξάνδρα. Ο πρόωρος θάνατος του πεθερού της, επισπεύδει τον γάμο και στερεί από την Αλεξάνδρα το αναγκαίο διάστημα προσαρμογής. Η νέα τσαρίνα θεωρεί δεδομένη την αφοσίωση του ρωσικού λαού στη δυναστεία και περιφρονεί την ανώτερη κοινωνία της Πετρούπολης, στάση που την αποξενώνει από τους φυσικούς συμμάχους της. Οι Ρώσοι, όμως, την αποκαλούν «τσαρίνα που μας κουβαλήθηκε ακολουθώντας ένα φέρετρο» και «Γερμανίδα». Έχοντας αποκτήσει τέσσερις κόρες κι ύστερα από πολλές προσπάθειες κατορθώνει επιτέλους το 1904 να χαρίσει στη δυναστεία τον πολυπόθητο διάδοχο.

Τσαρέβιτς Αλέξιος

Η λυτρωτική χαρά δεν θα κρατήσει για πολύ. Γρήγορα διαπιστώνεται ότι ο τσαρέβιτς Αλέξιος είναι αιμοφιλικός: η παραμικρή αμυχή μπορεί να προκαλέσει ακατάσχετη αιμορραγία. Η παραμικρή πτώση μπορεί να έχει ως συνέπεια μια μοιραία εσωτερική αιμορραγία. Η αυτοκράτειρα απελπίζεται, Αναζητεί παρηγοριά στη θρησκεία (η λαμπρότητα και ο μυστικισμός της ορθόδοξης λατρείας την εντυπωσιάζουν) και αποθέτει τις ελπίδες της για θεραπεία του παιδιού της σε απίστευτους τυχοδιώκτες, όπως είναι ο Γκριγκόρι Γεφίμοβιτς Ρασπούτιν, από το Ποκρόφσκογε, κοντά στον Τιουμέν, μεταξύ Ουραλίων και δυτικής Σιβηρίας. Χάρη στις ικανότητες αυτοδίδακτου ψυχολόγου και υπνωτιστή, καθώς και σε μερικές ευτυχείς συμπτώσεις [5], ο άνθρωπος αυτός που ούτε μοναχός ήταν ούτε είχε χειροτονηθεί ιερέας [6] πείθει την αυτοκράτειρα ότι είναι ικανός για αυτό που ακόμη και οι καλύτεροι γιατροί θεωρούν ότι υπερβαίνει τις δυνατότητες της επιστήμης. Για τη ζωή του Ρασπούτιν και την επιρροή του στην τσαρική αυλή έχουν γραφτεί αμέτρητα βιβλία. Πιο σημαντικό είναι να αναλογιστούμε τι εντύπωση προκαλούσε στην κοινή γνώμη και πόσο έφθειρε τη φήμη της τσαρικής οικογένειας, της αυλής και του καθεστώτος συνολικά. Μα, όποτε κάποιος επιχειρούσε να συμβουλέψει τον τσάρο να απομακρύνει τον Ρασπούτιν από την αυλή εκείνος απαντούσε: «Ο Γκριγκόρι Γεφίμοβιτς χαίρει της εμπιστοσύνης της αυτοκράτειρας. Επομένως, πρόκειται για οικογενειακό ζήτημα. Και δεν επιτρέπω σε κανέναν να ανακατεύεται σε θέματα της οικογένειάς μου

Γκριγκόρι Γεφίμοβιτς Ρασπούτιν, 1916

Τα στοιχεία αυτά ενισχύουν κατά τα φαινόμενα την εικόνα ενός τσάρου που έχει μοιρολατρικά αποδεχθεί την κακοτυχία να είναι ο τελευταίος της δυναστείας του. Έρχονται, όμως, σε αντίθεση με τον τρόπο που ο τσάρος άσκησε την εξουσία και την πεισματική άρνησή του να εκχωρήσει ακόμη και την παραμικρή αρμοδιότητα σε κάποιο πρόσωπο ή συλλογικό όργανο. Ο Νικόλαος ήθελε να ασχολείται με όλα τα ζητήματα που αφορούσαν τη διοίκηση της αυτοκρατορίας. Μπορούσε να σπαταλήσει ημέρες εξετάζοντας το σχέδιο διορισμού κατώτερων υπαλλήλων σε κάποια απομακρυσμένη επαρχία. Αδυνατούσε να διακρίνει το σημαντικό από το επουσιώδες και του έλειπε η συνθετική ικανότητα. Λένε πως η ευγένειά του δεν του επέτρεπε να φέρνει έντονες αντιρρήσεις στα μέλη της κυβέρνησής του στις κατ’ ιδίαν συναντήσεις τους. Ίσως, όμως, η στάση αυτή να ήταν απλώς ένας εύσχημος τρόπος για να τους ελέγχει καλύτερα, αποκρύπτοντας τις σκέψεις και τις προθέσεις του. Πρωθυπουργοί και υπουργοί πληροφορούνταν την απόλυσή τους την επομένη μιας προσωπικής συνάντησης με τον τσάρο από την οποία είχαν αποχωρήσει βέβαιοι για το ότι ο μονάρχης είχε πεισθεί για την ορθότητα των επιχειρημάτων τους! Πολιτικοί με έντονη προσωπικότητα και ικανότητες, όπως ο Βίττε και ο Στολίπιν, δεν ήταν οι πιο συμπαθείς στον Νικόλαο. Προτιμούσε τύπους που του συμπεριφέρονταν δουλικά.

Νικόλαος Β΄, 1912

Οι προσωπικές αδυναμίες του μονάρχη θα μπορούσαν να αντιμετωπισθούν αν αυτός διέθετε θεσμικούς μηχανισμούς άσκησης της εξουσίας ικανούς να διασφαλίσουν τα συμφέροντα και την επιβίωση της δυναστείας. Συνέβαινε, όμως, κάτι τέτοιο;

2.   Μηχανισμοί εξουσίας και θεσμικά και εξωθεσμικά ερείσματα

i) Ο αυτοκρατορικός στρατός: Το στράτευμα αποτελεί κατά κανόνα το αγαπημένο στήριγμα μιας απολυταρχίας. Ο τσαρικός στρατός διακρίνεται από δύο γνωρίσματα, αλληλένδετα μεταξύ τους: τον έντονα ταξικό χαρακτήρα του και την παράλογα αυστηρή πειθαρχία που επικρατεί στις τάξεις του. Οι αξιωματικοί του προέρχονται όλοι από την αριστοκρατία και την ανώτερη αστική τάξη, οι απλοί στρατιώτες είναι αγρότες χωρικοί, οι περισσότεροι παιδιά πρώην δουλοπάροικων. Οι πρώτοι αντιμετωπίζουν τους δεύτερους με απίστευτη περιφρόνηση και τους επιβάλλουν ταπεινωτικές τιμωρίες (συχνά σωματικές) για το παραμικρό παράπτωμα. Μεταξύ των αξιωματικών διαπιστώνονται δύο τάσεις. Οι αξιωματικοί της «παλιάς σχολής», θεωρούν σημαντικότερες τις σχέσεις με την αυλή (γιατί αυτές εξασφαλίζουν προαγωγές), πιστεύουν ότι το ιππικό είναι ό,τι ευγενέστερο στην τέχνη του πολέμου, αρκούνται να οδηγούν τους στρατιώτες τους σε παρελάσεις. Δίπλα σε αυτούς, υπάρχουν και αξιωματικοί εμφορούμενοι από επαγγελματική νοοτροπία που παρακολουθούν τις διεθνείς εξελίξεις σε θέματα στρατηγικής κι εξοπλισμών. Προς το παρόν, η πρώτη κατηγορία φαίνεται να επικρατεί.

Ρωσικό πεζικό

Στην πράξη, ο ρωσικός στρατός πάσχει από την ατελή εκβιομηχάνιση και την τεχνολογική υστέρηση της αυτοκρατορίας. Η βιομηχανική παραγωγή δεν αρκεί για να καλύψει τις ανάγκες του στρατεύματος σε όπλα και πυρομαχικά, ακόμη και σε ιματισμό και εφόδια (για αυτό και πολλοί στρατιώτες παίρνουν άτυπα άδεια για να εργαστούν ως εποχιακοί αγροτικοί εργάτες ή βοηθοί σε βοτεχνίες). Σε ό,τι αφορά τα νέα όπλα, η Ρωσία εξαρτάται από την αλλοδαπή τεχνολογία, κυρίως τη γερμανική. Επιπλέον, στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, στερείται ζωτικούς πόρους: καθώς το κράτος ρίχνει το βάρος των προσπαθειών του στην εκβιομηχάνιση, οι στρατιωτικές δαπάνες υποχωρούν σε ποσοστό μικρότερο του 20 % επί του συνόλου των δημοσίων δαπανών.

ii) Η τσαρική δημόσια διοίκηση: Ιεραρχημένη σε 14 βαθμούς (από τον κατώτατο 14ο στον ανώτατο 1ο βαθμό), η τσαρική δημόσια διοίκηση εντυπωσιάζει με την ιδιαίτερη σημασία που αποδίδει σε θέματα εθιμοτυπίας. Οι κανονισμοί προβλέπουν ειδική στολή για κάθε βαθμό, μαζί με τα ανάλογα διακριτικά, σειρήτια κι επωμίδες, τα παράσημα και τα μετάλλια που συνοδεύουν κάθε προαγωγή, τις προσήκουσες προσφωνήσεις. Η προαγωγή στον 4ο βαθμό συνεπαγόταν και την κτήση τίτλου ευγενείας για όσους δημόσιους υπαλλήλους δεν ήταν ήδη μέλη της αριστοκρατίας. Η ρωσική δημόσια διοίκηση ήταν ανοιχτή σε όλους, αρκεί να είχαν πανεπιστημιακό πτυχίο ή απολυτήριο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με άριστα. Η απουσία, όμως, πραγματικής αστικής τάξης είχε ως συνέπεια σχεδόν τα τρία τέταρτα των υπαλλήλων να προέρχονται από τις τάξεις των ευγενών.

Το Συμβούλιο του Κράτους, πίνακας του Ιλιά Ρέπιν, 1903

Όσοι θυμούνται τον «Επιθεωρητή» του Γκόγκολ πιστεύουν ότι η ρωσική δημόσια διοίκηση στελεχωνόταν από ένα μείγμα ανίκανων, διαφθαρμένων που στοχεύουν αποκλειστικά στον προσωπικό πλουτισμό και καρριεριστών που με τις δημόσιες σχέσεις τους θα εξασφαλίσουν προαγωγές. Στα τέλη του 19ου αιώνα, η πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική. Αυτό που λείπει δεν είναι τα ικανά στελέχη, οι δε προαγωγές βασίζονται συνήθως σε αξιοκρατικά κριτήρια. Τα προβλήματα της διοίκησης είναι πρωτίστως δομικά. Δεν υφίσταται σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων, με συνέπεια συχνές συγκρούσεις μεταξύ των υπηρεσιών των διαφόρων υπουργείων για τη ρύθμιση του ιδίου θέματος. Το πρόβλημα επιτείνεται εξαιτίας της πολυνομίας και, κυρίως, της έλλειψης σαφούς ιεράρχησης της τυπικής ισχύος των διαφόρων νομοθετικών και κανονιστικών πράξεων. Συνήθως απαιτείται η παρέμβαση του τσάρου για να επιλυθεί η αναπόφευκτη σύγκρουση αρμοδιοτήτων ή νομοθετημάτων. Άμεση συνέπεια του προβλήματος είναι ότι τα υπουργεία καταλήγουν να λειτουργούν ως αυτόνομες μικρές κυβερνήσεις χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους συνεργασία και συντονισμός των δράσεών τους. Το Υπουργείο Οικονομικών, στοχεύοντας στην εκβιομηχάνιση και των εκσυγχρονισμό της αυτοκρατορίας υιοθετεί «προοδευτικές» θέσεις, ενώ το Υπουργείο Εσωτερικών, αρμόδιο και για την τήρηση της τάξης, ρέπει προς τον έντονο συντηρητισμό. Κάπως έτσι εξηγείται και το παράδοξο της συνύπαρξης μιας ιδιαιτέρως φιλελεύθερης οικονομίας, αφενός, με την απολυταρχία και το αστυνομικό κράτος, αφετέρου.

Στην κορυφή της διοικητικής πυραμίδας βρίσκονται οι κυβερνήτες των 89 επαρχιών (κυβερνείων) της αυτοκρατορίας. Επίσημοι εκπρόσωποι του αυτοκράτορα ενεργούν συχνά ως τοπικοί μονάρχες με όλα τα αρνητικά επακόλουθα. Είναι αρμόδιοι για τη συλλογή των φόρων, αρμοδιότητα που τους παρέχει δυνατότητα ίδιου πλουτισμού, και για την επίλυση των συγκρούσεων αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφόρων δημόσιων υπηρεσιών.

Τέλος, το μεγάλο δομικό πρόβλημα της δημόσιας διοίκησης είναι η υποστελέχωση. Το τσαρικό κράτος διαθέτει 4 δημοσίους υπαλλήλους ανά 1.000 κατοίκους, ενώ λ.χ. στη Γαλλία η αναλογία είναι σχεδόν 18 προς 1.000. Το πρόβλημα είναι ακόμη πιο έντονο στην τακτική αστυνομία, η οποία, σε αντίθεση προς την Οχράνα, στερείται ακόμη και τα στοιχειώδη μέσα. Στις αρχές του 20ού αιώνα αναγκάζεται να στρατολογεί ντόπιους χωρικούς, οι οποίοι είναι εντελώς ανεκπαίδευτοι και, λόγω καταγωγής και ένταξης στις τοπικές κοινωνίες, δεν παρέχουν κανένα εχέγγυο αμεροληψίας.

Συνέπεια των δεδομένων αυτών είναι ο περιορισμός του χώρου άσκησης της δημόσιας εξουσίας στις πρωτεύουσες των επαρχιών και στις πόλεις. Η ύπαιθρος σχεδόν εκφεύγει της κρατικής δικαιοδοσίας. Άλλοι παράγοντες υποκαθιστούν το κράτος στην άσκηση των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του.

iii) Η Εκκλησία: Η συνδρομή της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι διττή. Αφενός, αποτελεί κήρυκα της ιδεολογίας που εμφανίζει τον τσάρο ως ελέω Θεού μονάρχη και υπέρμαχο της Ορθοδοξίας έναντι των αλλόθρησκων και των αλλόδοξων. Αφετέρου, ασκεί στην πράξη διοικητικά καθήκοντα στην ύπαιθρο, εκεί που το επίσημο κράτος απουσιάζει. Ενημερώνει τις αρχές για ληξιαρχικές μεταβολές και άλλα θέματα. Τέλος, μεταξύ των άτυπων καθηκόντων των ιερέων είναι και η ενημέρωση των αρχών για περιπτώσεις τυχόν επικίνδυνων ατόμων εμφορούμενων από επαναστατικές κι ανατρεπτικές ιδέες.

Ιερά Σύνοδος, 1911

Και η Εκκλησία διακρίνεται για τον έντονο συντηρητισμό της. Οι τελευταίες σημαντικές αλλαγές στην οργάνωση και τη λειτουργία της ανάγονται στον 17ο αιώνα και τις μεταρρυθμίσεις του πατριάρχη Νίκωνα, οι οποίες, άλλωστε, προκάλεσαν σχίσμα στους κόλπους της. Εκείνοι που δεν τις αποδέχθηκαν, οι «Παλαιόπιστοι», θύματα διώξεων και διακρίσεων, οργανώθηκαν σε απομονωμένες κοινότητες, κυρίως πέραν των Ουραλίων (στις αρχές του 20ού αιώνα, ο αριθμός τους υπερέβαινε τα 15 εκατομμύρια).

Το κύριο πρόβλημα της Ρωσικής Εκκλησίας έγκειται στην αδυναμία της να προσαρμοστεί στις αλλαγές της εποχής. Στις ταχύτατα αναπτυσσόμενες αστικές περιοχές υποεκπροσωπείται και αδυνατεί να δώσει απαντήσεις στους έως τότε πιστούς της όσον αφορά το νέο πλαίσιο ζωής τους. Φυσικό περιβάλλον και προνομιακός χώρος δράσης της μοιάζει να είναι αποκλειστικά η κοινωνία της υπαίθρου.

iv) Οι αγροτικές κοινότητες: Οι φιλολαϊκοί επαναστάτες, διανοητές και λογοτέχνες που υμνούσαν τη ρωσική ψυχή είχαν στο μυαλό τους μια εξιδανικευμένη εικόνα των ρωσικών αγροτικών κοινοτήτων, οι οποίες παρουσιάζονταν ως παράδεισος ισότητας κι αλληλεγγύης. Η αλήθεια ήταν αρκετά διαφορετική. Επρόκειτο για κοινωνία βαθύτατα συντηρητική, πατριαρχική και ολιγαρχική, κι απίστευτα σκληρή, σμιλεμένη από αιώνες αγώνα επιβίωσης υπό αντίξοες συνθήκες και την καταπίεση των γαιοκτημόνων και της κεντρικής εξουσίας. Στο πλαίσιο της ευρύτερης οικογένειας, ο πατριάρχης είχε απόλυτη εξουσία επί όλων των υπολοίπων μελών. Στο πλαίσιο κάθε χωριού, η εξουσία αυτή ανήκε στους δημογέροντες, οι οποίοι προέρχονταν από τις τάξεις των πιο εύπορων οικογενειών και είχαν τη δυνατότητα να επιβάλλουν τις απόψεις τους στις συνελεύσεις των χωρικών. Το μεγαλύτερο μέρος των καλλιεργήσιμων εκτάσεων (εκτός, βεβαίως, εκείνων των γαιοκτημόνων) δεν αποτελούσαν ατομικές ιδιοκτησίες, αλλά ανήκαν στην κοινότητα η οποία τις αναδιένειμε με κριτήριο τον αριθμό των μελών κάθε οικογένειας.

Ρώσοι χωρικοί

Η ρωσική αγροτική κοινότητα αντιμετώπιζε με καχυποψία κάθε καινοτομία. Οι ιδεαλιστές που κατέφθαναν στα χωριά από τις πόλεις για να ιδρύσουν συνεταιρισμούς με σκοπό την εισαγωγή νέων τεχνικών, την καλύτερη διάθεση των αγροτικών προϊόντων και την κατασκευή καλύτερων εργαλείων, αντιμετωπίζονταν εχθρικά. Παράλληλα, η κοινωνία αυτή είχε ήθη κι έθιμα που σήμερα φαντάζουν άξεστα. Πρωτίστως, ήταν ιδιαιτέρως βίαιη. Η ενδοοικογενειακή βία ήταν κάτι το φυσικό. Όσο για τυχόν αξιόποινες πράξεις, αυτές δεν υπάγονταν στη δικαιοδοσία των τακτικών ποινικών δικαστηρίων. Δικαιοσύνη απένειμε η συνέλευση του χωριού τιμωρώντας με φριχτά βίαιες μεθόδους παραβάτες και παρείσακτους.

Οι συνθήκες, όμως, άλλαζαν. Η εσωτερική μετανάστευση, με τους χωρικούς που μετοικούσαν στις πόλεις για να εργαστούν στις βιομηχανίες, η δημόσια εκπαίδευση που είχε ως συνέπεια όλο και περισσότεροι χωρικοί να γνωρίζουν γραφή κι ανάγνωση και η δίψα για περισσότερη γη και δικαιώματα άρχισαν να μεταβάλλουν τη θέση των ρωσικών αγροτικών κοινοτήτων. Από στήριγμα του καθεστώτος μπορούσαν ευχερώς να γίνουν αμφισβητίες τους και μάλιστα χωρίς να ξεχνούν τις βίαιες συνήθειές τους.

β.   Καλοπροαίρετοι αμφισβητίες και ορκισμένοι εχθροί

1.   Απογοητευμένοι ευγενείς και διεκδικητικοί αστοί.

Οι ευγενείς της ρωσικής επαρχίας ήταν φυσικοί σύμμαχοι και κατεξοχήν στήριγμα του τσαρικού καθεστώτος. Εγκλωβισμένες, όμως, μεταξύ αλλεπάλληλων αγροτικών κρίσεων και ανάπτυξης του καπιταλισμού, στις αρχές της δεκαετίας του 1870 οι περισσότερες αριστοκρατικές οικογένειες είχαν καταλήξει να είναι υπερχρεωμένες. Εάν ήθελαν να διατηρήσουν το υψηλό βιοτικό τους επίπεδο θα έπρεπε να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες και να εκμεταλλευτούν τα αγροκτήματά τους σύμφωνα με τις απαιτήσεις τις καπιταλιστικής οικονομίας. Όσοι κατόρθωναν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες εμπλέκονταν μοιραία και στα συμβούλια των ΟΤΑ, τα ζέμστβα. Εν μέρει το πνεύμα της εποχής και εν μέρει η ψυχολογική ανάγκη να εξοφλήσουν το «χρέος» που είχαν συσσωρεύσει αιώνες καταπίεσης των πρώην δουλοπάροικών τους οδηγούσαν τους ευγενείς σε ένα πατερναλιστικό φιλανθρωπισμό. Προσπαθούσαν να βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσης των αγροτών, να προωθήσουν τη δημόσια εκπαίδευση και υγεία, να δημιουργήσουν στις επαρχίες τους τις αναγκαίες υποδομές (δρόμους και γέφυρες). Οι ανάγκες των νέων δομών είχαν ως αναγκαία συνέπεια τη συγκρότηση μιας τάξης νέων και ικανών στελεχών, πολλές φορές με αγροτική καταγωγή (εκπαιδευτικών, γιατρών και νοσηλευτών, γεωπόνων), εκτός της τσαρικής δημόσιας διοίκησης. Παράλληλη, η συμμετοχή αυτή στα συμβούλια τοπικής αυτοδιοίκησης γεννούσε επιθυμίες μεγαλύτερης συμμετοχής στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, ακόμη και σε κεντρικό επίπεδο.

Ζέμστβο, γκραβούρα του 1865

Μια ανάλογη εξέλιξη συνέβαινε στα μεγάλα αστικά κέντρα. Στα δημοτικά συμβούλια (δούμες), ευγενείς και εύποροι αστοί (επιχειρηματίες, έμποροι κι ελεύθεροι επαγγελματίες) συνασπίζονταν για να διεκδικήσουν αυτό που θεωρούσαν αυτονόητο. Τη μετάλλαξη της τσαρικής απολυταρχίας σε κοινοβουλευτικό πολίτευμα, κατά τα πρότυπα τόσων ευρωπαϊκών κρατών.

2.   Εθνότητες στη «φυλακή των λαών»

Η κοινωνία της αυτοκρατορίας είναι μια πυραμίδα που ιεραρχείται με κριτήρια τόσο ταξικά όσο και εθνοτικά. Στην κορυφή της βρίσκονται οι Ρώσοι ευγενείς και η γερμανική αριστοκρατία των βαλτικών χωρών. Στη βάση της, οι «πρωτόγονοι» λαοί της Σιβηρίας, οι «υπανάπτυκτες» κι αλλόθρησκες μουσουλμανικές εθνότητες και, φυσικά, οι αιώνια κατατρεγμένοι Εβραίοι. Οι τελευταίοι είναι θύματα σαφών και ταπεινωτικών διακρίσεων: εκτός συγκεκριμένων εξαιρέσεων δεν μπορούν να υπηρετήσουν ως αξιωματικοί στον στρατό ή στη δημόσια διοίκηση και δεν τους επιτρέπεται να εγκαθίστανται εκτός μιας καθορισμένης εδαφικής περιοχής (Черта оседлости) στα δυτικά της αυτοκρατορίας (Πολωνία, Λιθουανία, Ουκρανία, Λευκορωσία).

Κίεβο, αρχές 20ού αι.

Ο βαθμός εθνικής αφύπνισης των πληθυσμών και η αντιμετώπισή τους από την τσαρική απολυταρχία ποικίλλει. Στην Πολωνία, με σχετικά νωπές τις αναμνήσεις των μεγαλείων του 15ου και 16ου αιώνα, υπάρχει μια πολιτική και πνευματική ελίτ που διατηρεί άσβεστη την πολωνική εθνική ταυτότητα. Στην Ουκρανία, η κατάσταση είναι πολύ πιο σύνθετη. Οι εθνικές ανησυχίες είναι σε σημαντικό βαθμό εισαγόμενες, μια και πρωτοστατεί το ουκρανικό στοιχείο της Γαλικίας η οποία ανήκει στους Αψβούργους. Η πολιτική των δεύτερων είναι πολύ πιο φιλελεύθερη από εκείνη των τσάρων, ενώ στην περίπτωση των Ουκρανών η ενθάρρυνση της εθνικής ταυτότητάς τους εκ μέρους της Διπλής Μοναρχίας στοχεύει και στην πρόκληση προβλημάτων στην αντίπαλη γειτονική δύναμη. Στη ρωσοκρατούμενη Ουκρανία, η ενίσχυση μιας ιδιαίτερης εθνικής συνείδησης είναι έργο λογοτεχνών και, κυρίως, πολιτιστικών συλλόγων με αποστολή τη διάδοση της ουκρανικής γλώσσας και κουλτούρας. Στην περίπτωση των μουσουλμανικών πληθυσμών, όπου το ιδιαίτερο στοιχείο είναι η θρησκεία και όχι κάποια εθνοτική συνείδηση, οι στάσεις ποικίλλουν. Πρωτοπόροι στο κίνημα του τζαντιντισμού που στοχεύει μέσω της λαϊκής εκπαίδευσης στη χεραφέτηση από τον θρησκευτικό συντηρητισμό, οι Τάταροι οραματίζονται μια μουσουλμανική ένωση στην οποία θα έχουν την πρωτοκαθεδρία. Άλλοι, όπως οι Μπασκίριοι και οι Αζέροι, προτιμούν τη λύση μιας ρωσικής ομοσπονδίας που θα τους παρέχει αυξημένη αυτονομία.

Αν η τσαρική αυτοκρατορία αποτελεί «φυλακή των λαών» τα κελλιά της προσφέρουν διαφορετικά επίπεδα ανέσεων. Η Φινλανδία απολαύει μεγάλης αυτονομίας, μια και όταν οι τσάροι την κατέκτησαν από τους Σουηδούς δεσμεύθηκαν να σεβαστούν όλα τα προνόμια και τα δικαιώματα που είχαν παραχωρηθεί στους Φινλανδούς. Το καθεστώς δεν αναγνωρίζει καμία εθνοτική ιδιαιτερότητα στους Ουκρανούς και τους Λευκορώσους, τους οποίους θεωρεί (όχι εντελώς αδικαιολόγητα) Ρώσους που μιλούν διαφορετική διάλεκτο και έχουν διαφορετικά έθιμα. Τόσο οι μουσουλμάνοι όσο και οι λαοί του Καυκάσου κρίνονται ανέτοιμοι για αποσχιστικές τάσεις, ενώ οι Πολωνοί αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερη καχυποψία. Εν γένει, κατά τη διάρκεια της βασιλείας των δύο τελευταίων τσάρων και παρά το πνεύμα της εποχής που ευνοεί την εκδήλωση εθνικιστικών κινημάτων, η μεταχείριση των εθνοτήτων από το καθεστώς επιδεινώνεται. Παντού ακολουθείται πρόγραμμα εκρωσισμού. Στους Πολωνούς απαγορεύεται να μιλούν τη γλώσσα τους. Στα σχολεία, οι μαθητές διδάσκονται την πολωνική λογοτεχνία σε ρωσική μετάφραση!

Ένα ιδιαίτερο στοιχείο έγκειται στο ότι συχνά οι εθνοτικές διεκδικήσεις συμπλέκονται με τις πολιτικές. Πολλές φορές της προσπάθειας ηγούνται κόμματα με σοσιαλιστική ιδεολογία. Επανερχόμαστε, δηλαδή, στη σημασία του διττού, εθνοτικού και ταξικού, χαρακτήρα της διαστρωμάτωσης της τσαρικής κοινωνίας. Οι κυρίαρχες τάξεις διαφέρουν και εθνοτικά από τις εξουσιαζόμενες: αγρότες των περιοχών της Βαλτικής κατά Γερμανών γαιοκτημόνων, Ουκρανοί αγρότες κατά Πολωνών ευγενών στη δυτική Ουκρανία, κατά Ρώσων αξιωματούχων και αστών στην κεντρική και ανατολική, Γεωργιανοί κι Αζέροι αγρότες, μικρέμποροι κι εργάτες κατά Αρμένιων αστών κ.ο.κ. Ίσως να μην είναι τυχαίο ότι το πρώτο σοσιαλιστικό κόμμα που ιδρύεται στην τσαρική αυτοκρατορία είναι η Μπουντ, η Γενική Ομοσπονδία Εβραίων Εργατών στη Λιθουανία, την Πολωνία και τη Ρωσία (Algemeyner Yidisher Arbeter Bund in Litah, Poyln un Rusland), οργάνωση που εκτός των άλλων διεκδικεί την αναγνώριση της εβραϊκής εθνικής κοινότητας και την παροχή δικαιωμάτων που περιλαμβάνουν την επίσημη χρήση των γίντις. Αλλά, βέβαια, οι σοσιαλιστές δεν περιορίζονται στη Μπουντ.

3.   Σοσιαλιστές επαναστάτες

Ν. Γκ. Τσερνισέφσκι, Τι Πρέπει να Κάνουμε, σε έκδοση του 1905

Что делать: Το 1862 ο Ρώσος διανοητής Νικολάι Γκαβρίλοβιτς Τσερνισέφσκι εκδίδει το μυθιστόρημά του «Τι πρέπει να κάνουμε;» («Что делать[7]). Το έργο αυτό και ο ασκητικός ήρωάς του Ραχμέτοφ θα γαλουχήσουν γενιές Ρώσων επανασταστών. Σε μια χώρα που η πολιτική είναι απαγορευμένη από το καθεστώς, μοιραία αντικαθίσταται από τη λογοτεχνία. Οι Τουργκένιεφ, Ντοστογέφσκι και Τολστόι συνέβαλαν πιθανότατα καθοριστικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του Ρώσου επαναστάτη. Δεν εκπλήσσει, επομένως, διόλου το ότι οι επαναστατικές ιδεολογίες υπήρξαν αρχικά υπόθεση της διανόησης, της ιντελλιγκέντσιας.

Εν αρχή υπήρξαν οι λαϊκιστές ή μάλλον οι «φίλοι του λαού» (народники): κάποιοι από αυτούς, εμπνεόμενοι από τον νιχιλιστή Σεργκέι Γκενάντιεβιτς Νετσάγεφ, ιδρύουν την οργάνωση Ναρόντναγια Βόλια που επιδίδεται σε τρομοκρατικές επιθέσεις κατά του καθεστώτος. Ένα μέρος της τάσης αυτής εξελίσσεται, στις αρχές του 20ού αιώνα, στο Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα (Партия социалистов-революционеров), το οποίο, με ηγέτη τον νομικό Βίκτορ Μιχάιλοβιτς Τσερνόφ (1873-1952), θα αποκτήσει ισχυρά ερείσματα στους αγροτικούς πληθυσμούς της χώρας.

Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο

Μαρξισμός: Τον Μάρτιο του 1872, η τσαρική λογοκρισία κάνει το μεγάλο λάθος να επιτρέψει την κυκλοφορία της ρωσικής μετάφρασης του «Κεφαλαίου» του Καρόλου Μαρξ. Το βιβλίο γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Η ρωσική διανόηση αγκαλιάζει τον μαρξισμό. Πράγματι, ο μαρξισμός έχει το πλεονέκτημα να προσφέρει μια ορθολογική και επιστημονικοφανή εξήγηση για την κοινωνική εξέλιξη. Κι έρχεται από τη Δύση, στοιχείο που πάντα προσελκύει τις ρωσικές ελίτ που διψούν για εκσυγχρονισμό. Ένας από τους πρώτους που προσηλυτίζονται στη νέα ιδεολογία είναι και ο Γκεόργκι Βαλεντίνοβιτς Πλεχάνοφ (1856-1918), ο πατριάρχης του ρωσικού σοσιαλισμού.

Τον Μάρτιο του 1898, ιδρύεται στο Μινσκ το Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα (Российская Социал-Демократическая Рабочая Партия) το οποίο συνενώνει τις διάφορες μαρξιστικές ομάδες. Την Πρωτοχρονιά του 1901 εκδίδεται στη Λειψία το πρώτο φύλλο της κομματικής εφημερίδας, της «Ίσκρα» («Искра» = «Σπίθα»). Η έκδοση αυτή είναι έργο του Πλεχάνοφ και δύο στελεχών με μεγάλο μέλλον στον χώρο, του Γιούλι Όσιποβιτς Τσεντερμπάουμ, γνωστότερου ως Μάρτοφ, και του Βλαντίμιρ Ιλίτς Ουλιάνοφ.

Το πρώτο φύλλο της Ίσκρα

Λένιν:

«Ιδιαιτέρως προικισμένος, πάντοτε τακτικός και επιμελής στην εργασία του, ο Βλαντίμιρ Ιλίτς Ουλιάνοφ πρώτευσε σε όλα τα μαθήματα. Το χρυσό μετάλλιο που του απονέμεται κατά το πέρας των σπουδών του επιβραβεύει τον πλέον άξιο μαθητή βάσει των εκθέσεων ελέγχου των δεξιοτήτων του, της διαγωγής του και της προόδου που σημείωσε. Τόσο εντός του λυκείου μας όσο και εκτός αυτού ουδέποτε έδωσε, με τα λόγια ή τις πράξεις του, την παραμικρή αφορμή που θα μπορούσε να μας δυσαρεστήσει. Η θρησκεία και η πειθαρχία υπήρξαν τα θεμέλια της επιτυχέστατης εκπαιδεύσεώς του». [Λυκειάρχης Φιόντορ Κερένσκι]

Ο Β. Ι. Ουλιάνοφ μαθητής, 1887

Ακόμη και σήμερα, δεν είμαστε βέβαιοι για την καταγωγή του ηγέτη των Μπολσεβίκων. Η οικογένεια του πατέρα του καταγόταν από το Αστραχάν και τη θεωρούσαν ρωσική από εθνοτική άποψη, αλλά είναι βέβαιο ότι στις φλέβες του έτρεχε και καλμουκικό αίμα κι ίσως ταταρικό, τσουβασικό ή από τη Μορδοβία. Ο παππούς της μητέρας του ήταν ένας Εβραίος έμπορος από τη Βολυνία. Ο γιος του ασπάσθηκε τον χριστιανισμό προκειμένου να σταδιοδρομήσει ως γιατρός-φυσικοθεραπευτής και να καταλήξει γαιοκτήμονας. Η γιαγιά του Λένιν από τη μητρική γραμμή ήταν γερμανοσουηδικής καταγωγής. Σε κάθε περίπτωση, ο Λένιν ανήκε στην ανώτερη τάξη, για τη ακρίβεια στην αριστοκρατία. Ο πατέρας του, ο Ιλιά Νικολάγεβιτς Ουλιάνοφ, σπούδασε φυσικομαθηματικός στο Πανεπιστήμιο του Καζάν και σταδιοδρόμησε ως διευθυντής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στο Σιμπίρσκ, στον μέσο Βόλγα. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, τα δημόσια σχολεία της περιφέρειας εικοσιπλασιάσθηκαν. Φθάνοντας στους ανώτερους βαθμούς της τσαρικής δημόσιας διοίκησης, ο Ιλιά Ουλιάνοφ απέκτησε τίτλο ευγενείας.

Οικογένεια Ουλιάνοφ

Ίσως η Ιστορία να ήταν διαφορετική αν δύο τραγωδίες δεν χτυπούσαν την οικογένεια Ουλιάνοφ. Το 1886 πεθαίνει ο πατέρας από εγκεφαλικό. Ένα χρόνο μετά, ο μεγάλος αδελφός του Βλαδίμηρου, ο Αλέξανδρος εμπλέκεται σε συνωμοσία κατά του τσάρου και εκτελείται. Ο Βλαδίμηρος προσπαθεί να ξεπεράσει τις δυσκολίες σπουδάζοντας στη νομική του Καζάν, αλλά η αστυνομία τον παρακολουθεί και τον θεωρεί ύποπτο ως αδελφό ενός επικίνδυνου επαναστάτη. Ο Λένιν θα ολοκληρώσει τις σπουδές του μέσα από χίλιες δυσκολίες, αλλά πλέον έχει ασπασθεί κι αυτός την επαναστατική ιδεολογία. Φυλακίζεται για ένα χρόνο το 1896 και στη συνέχεια εκτοπίζεται στη Σιβηρία για τρία χρόνια. Οι συνθήκες της εξορίας του είναι σχετικά άνετες. Κατά τη διάρκειά της νυμφεύεται τη φίλη του Ναντέζντα Κρούπσκαγια. Το 1900 επιλέγει να εγκατασταθεί στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στη Ζυρίχη. Ασχολείται με το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, τα βασικά στελέχη του οποίου βρίσκονται και αυτά στη δυτική Ευρώπη. Την εποχή εκείνη υιοθετεί και το ψευδώνυμο Λένιν, το οποίο παραπέμπει στον μεγάλο ποταμό της ανατολικής Σιβηρίας (αν και ο τόπος εξορίας του ιδίου βρισκόταν αρκετά δυτικότερα).

Λένιν 1895

Διάσπαση: Το δεύτερο συνέδριο του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος, το οποίο διοργανώνεται στις Βρυξέλλες και το Λονδίνο, σημαδεύεται από τη σύγκρουση μεταξύ των δύο παλαιών συντρόφων Ουλιάνοφ και Μάρτοφ και τη διάσπαση του χώρου. Ο Λένιν υποστηρίζει την επιλογή ενός κόμματος συγκεντρωτικού αποτελούμενου από επαγγελματικά στελέχη, ο Μάρτοφ θέλει ένα κόμμα πιο ανοιχτό στις μάζες. Στην ψηφοφορία που ακολουθεί σχετικά με το θέμα αυτό οι απόψεις του Λένιν υπερψηφίζονται. Ο Λένιν θα κατορθώσει να επιβάλει μια κολακευτική ονομασία για την παράταξή του: Μπολσεβίκοι, δηλαδή «πλειοψηφικοί». Μοιραία, η ομάδα του Μάρτοφ θα καταλήξει με την ονομασία Μενσεβίκοι. Με τους Μενσεβίκους θα συνταχθεί προς το παρόν, διατηρώντας, πάντως, προσωπικές απόψεις, μια άλλη σημαντική φυσιογνωμία του ρωσικού σοσιαλισμού, ο Λεφ Νταβίντοβιτς Μπρονστέιν, γνωστότερος ως Τρότσκι, γιος Εβραίου γαιοκτήμονα από την Ουκρανία. Η διάσπαση του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, πάντως, θα αργήσει αρκετά να καταστεί ουσιαστική σε επίπεδο οργανώσεων και στελεχών.

Τα στελέχη του ΣΔ κόμματος, φωτό της Ν. Κρούπσκαγια

Από τη διανόηση στις μάζες: Βαθμιαία, το ρωσικό σοσιαλιστικό κίνημα εξελίσσεται από υπόθεση της διανόησης σε μαζικό. Η εκβιομηχάνιση, με την εσωτερική μετανάστευση που συνεπάγεται, και η διάδοση της δημόσιας εκπαίδευσης έχουν ως συνέπεια τη δημιουργία ενός προλεταριάτου σχετικά μορφωμένου και πολιτικά συνειδητοποιημένου, έτοιμου να δεχτεί την κατήχηση των στελεχών του σοσιαλιστικού χώρου (προπαγάνδα, δηλαδή η μακροχρόνια εκπαίδευση και επιμόρφωση σε πολιτικά και κοινωνικά θέματα, και αγκιτάτσια, δηλαδή η ιδιαίτερης έντασης βραχυχρόνια εκστρατεία ενημέρωσης για ένα συγκεκριμένο θέμα). Οι άθλιες συνθήκες ζωής και εργασίας ωθούν τους προλετάριους αυτούς στην αγκαλιά του επαναστατικού χώρου.


[4] Народная воля. Στα ρωσικά η λέξη воля έχει διττό σημασιολογικό περιεχόμενο, καθώς δηλώνει τόσο τη θέληση/βούληση όσο και την ελευθερία.

[5] Το πιο σημαντικό περιστατικό ήταν αυτό του ατυχήματος που συνέβη στον τσαρέβιτς κατά τη διάρκεια επίσκεψης στα αυτοκρατορικά κτήματα στη Σπάλα της ανατολικής Πολωνίας (Οκτώβριος 1912). Μια πτώση προκάλεσε εσωτερική αιμορραγία κι ένα μεγάλο αιμαγγείωμα στη γάμπα. Οι γιατροί ήταν πεπεισμένοι ότι ο Αλέξιος δεν επρόκειτο να ζήσει. Κοινώνησε για τελευταία φορά, όπως όλοι πίστευαν. Η αυτοκράτειρα τηλεγράφησε στον Ρασπούτιν που βρισκόταν στο Ποκρόφσκογε. Μόλις πληροφορείται την είδηση, ο «άγιος άνθρωπος» αρχίζει να προσεύχεται εκστατικά. Κι έπειτα, τηλεγραφεί στην τσαρίνα: «Μη φοβάστε καθόλου! Ο Θεός είδε τα δάκρυά σας κι εισάκουσε τις προσευχές σας, Μητερούλα! Μην ανησυχείτε πλέον! Ο Μικρός δεν θα πεθάνει. Μην αφήσετε μόνο τους γιατρούς να τον κουράσουν πολύ». Σχεδόν αμέσως μετά τη λήψη του τηλεγραφήματος, η αιμορραγία του τσαρέβιτς σταματά!

[6] Κάποια στιγμή, κατ’ απαίτηση της αυτοκράτειρας, κύκλοι της αυλής και της Εκκλησίας αποφάσισαν ότι δεν θα έβλαπτε να αποκτήσει ο Ρασπούτιν και τα τυπικά προσόντα και να χειροτονηθεί ιερέας. Το σχέδιο εγκαταλείφθηκε γρήγορα, όταν διπιστώθηκε ότι ο διαβολοκαλόγερος είχε τόσο ασθενή μνήμη που αδυνατούσε να αποστηθίσει ακόμη και τις πιο βασικές περικοπές του Ευαγγελίου.

[7] Δεδομένου ότι ο τίτλος του πρωτοτύπου χρησιμοποιεί απρόσωπο ρήμα, θα ήταν ορθότερο να αποδοθεί ως «Τι δέον γενέσθαι». Αλλά, μάλλον, η χρήση καθαρεύουσας φαίνεται αδόκιμη για ένα έργο επαναστατικού χαρακτήρα.


Β.   ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΣΕ ΠΕΡΙΟΔΟ ΚΡΙΣΗΣ

Ο φοβερός λιμός του 1891-1892: Πολλοί ιστορικοί και πρώτος ανάμεσά τους ο Βρετανός Ορλάντο Φάιτζες [8] θεωρούν ότι το κομβικό σημείο που σηματοδοτεί τη ρήξη στις σχέσεις μεταξύ καθεστώτος και λαϊκών μαζών είναι ο μεγάλος λιμός του 1891-1892. Τον χειμώνα και το καλοκαίρι του 1891 στο μεγαλύτερο μέρος της Ρωσίας επικράτησε τρομερή ξηρασία. Μοιραία η σοδειά ήταν εντελώς ανεπαρκής για τις ανάγκες του πληθυσμού. Οι αρχές κινητοποιήθηκαν μεν, εντελώς αδέξια και ανοργάνωτα δε. Μεγαλέμποροι με εσωτερική πληροφόρηση για το πρόβλημα είχαν την ευκαιρία να διαθέσουν τα αποθέματά τους σε υψηλές τιμές, προφανώς όχι στις περιοχές όπου το πρόβλημα ήταν οξύτερο. Από τα Ουράλια ως τη μαύρη Θάλασσα επικράτησε φοβερός λιμός. Έπειτα ήρθε η σειρά των επιδημιών χολέρας και τύφου. Όλοι όσοι μπορούσαν (και ιδίως οι ΟΤΑ) κινητοποιήθηκαν για να συνδράμουν στην αντιμετώπιση του δράματος, ανάμεσά τους και προσωπικόττητες όπως ο Τσέχοφ κι ο Τολστόι. Δεν μπορούσαν να κάνουν πάρα πολλά. Η συμφορά άφησε πίσω της δύο εκατομμύρια θύματα.

Η εμπιστοσύνη του λαού στον τσάρο-«πατερούλη» άρχισε να εξαφανίζεται. Και η συνέχεια ήταν ακόμη πιο οδυνηρή. Δύο γεγονότα, εκ των οποίων το πρώτο λειτουργεί ως καταλύτης για το δεύτερο, κλονίζουν ανεπανόρθωτα την τσαρική απολυταρχία (α). Η αντίδρασή της δεν θα αποδειχθεί ικανοποιητική: οι ημιτελείς μεταρρυθμίσεις και οι απρόθυμες παραχωρήσεις δικαιωμάτων δεν αρκούν για να αντιστρέψουν την πορεία κατάρρευσης (β).

α.   Η Ρωσία μεταξύ πολεμικών αποτυχιών και εσωτερικών αναταράξεων

1.   Η τραγική ήττα στον Ρωσοϊαπωνικό Πόλεμο

Στην Άπω Ανατολή συγκρούονται ο ρωσικός και ο ιαπωνικός ιμπεριαλισμός με μήλο της έριδος την κινεζική Μαντσουρία και την Κορέα. Οι Ρώσοι επιδιώκουν να ελέγξουν τη Μαντσουρία για λόγους οικονομικής εκμετάλλευσης και προκειμένου να συντομεύσουν τη διαδρομή του Υπερσιβηρικού στο τμήμα Ιρκούτσκ-Βλαντιβοστόκ. Οι Ιάπωνες αντιδρούν. Ίσως η διένεξη να μπορούσε να διευθετηθεί διά της διπλωματικής οδού, αν δεν εμπλέκονταν και μεγάλα οικονομικά συμφέροντα με διασυνδέσεις στην αυλή.

Ρωσικός στρατός στη Μαντσουρία, 1905

Τον Φεβρουάριο του 1904 οι Ιάπωνες επιτίθενται αιφνιδιαστικά στη ρωσική ναυτική βάση του Πορτ Άρθουρ. Τον επόμενο μήνα οι χερσαίες δυνάμεις τους αποβιβάζονται στην Κορέα την οποία και κατακτούν. Τον Αύγουστο πολιορκούν το Πορτ Άρθουρ. Οι ρωσικές δυνάμεις υποχωρούν στην ενδοχώρα, στο Μούκντεν όπου και θα δοθεί μια από τις σκληρότερες μάχες της Ιστορίας, καθώς κάθε αντίπαλος παρατάσσει στρατεύματα που υπερβαίνουν σε αριθμό τους 300.000 άνδρες (Φεβρουάριος-Μάρτιος 1905). Ύστερα από 2,5 εβδομάδες σκληρών συγκρούσεων και έχοντας υποστεί βαρύτατες απώλειες, οι δυνάμεις του Αλεξέι Νικολάγεβιτς Κουροπάτκιν (πρώην Υπουργού Άμυνας και υπεύθυνου σε μεγάλο βαθμό για τη σύρραξη) αναγκάζονται να υποχωρήσουν. Η ρωσική τραγωδία θα ολοκληρωθεί στα τέλη Μαΐου του 1905, στα στενά της Τσουσίμα, όπου οι Ιάπωνες κατορθώνουν να βυθίσουν το σύνολο σχεδόν του ρωσικού Στόλου της Βαλτικής που είχε σταλεί σε ενίσχυση (45 σκάφη).

Μάχη του Μούκντεν, εικονογράφηση στο Le Petit Journal (Ρώσος αξιωματικός που έχει παραφρονήσει διατάσσει τους νεκρούς στρατιώτες του να επιτεθούν)

Η τρομακτική υποτίμηση («νέες μογγολικές ορδές», «κίτρινοι πίθηκοι») ενός αξιόμαχου αντιπάλου με στρατεύματα εκπαιδευμένα σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και ικανού να αντέξει μεγάλες απώλειες, η προσκόλληση πολλών Ρώσων στρατιωτικών σε μεθόδους στρατηγικής του 19ου αιώνα και τα άλυτα προβλήματα διοικητικής μέριμνας που προκαλεί η απόσταση 10.000 χιλιομέτρων από τις βάσεις ανεφοδιασμού του ρωσικού στρατού εξηγούν το φιάσκο. Σε κάθε περίπτωση, χάρη στις διαπραγματευτικές ικανότητες του κόμη Βίττε, επικεφαλής της ρωσικής αντιπροσωπείας στις συνομιλίες που διεξήχθησαν στο Πόρτσμουθ του Νιου Χάμσερ (ΗΠΑ), η Ρωσία περιόρισε στο ελάχιστο δυνατό τις εδαφικές απώλειές της. Το πρόβλημα εστιαζόταν στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας. Ο πόλεμος είχε γιγαντώσει την αγανάκτηση κατά του τσαρικού καθεστώτος.

2.   Η επανάσταση του 1905

Πρεσβύτερος Γκ. Απ. Γκαπόν

«Κύριε,

εμείς, οι εργάτες και οι κάτοικοι της Πετρούπολης, προερχόμενοι από διάφορες τάξεις, οι γυναίκες μας, τα παιδιά μας και οι ηλικιωμένοι κι ανήμποροι γονείς μας, προσερχόμαστε σε Σένα, ω Κύριε, ζητώντας δικαιοσύνη και προστασία. Είμαστε φτωχοί, καταπιεσμένοι, τσακισμένοι από μόχθο υπέρμετρο, καταφρονεμένοι, Στενάζουμε κάτω από τον δεσποτισμό και την αυθαιρεσία. Κύριε, οι δυνάμεις μας λιγοστεύουν, η υπομονή μας εξαντλείται. Έχουμε φτάσει σε εκείνη την τρομερή στιγμή που ο θάνατος είναι προτιμότερος από τη συνέχιση αβάσταχτων μαρτυρίων

Ματωμένη Κυριακή: Εάν το σύμπαν των ρωσικών επαναστάσεων κατοικείται από παράξενα πλάσματα, ο πρεσβύτερος Γκεόργκι Απολλόνοβιτς Γκαπόν (1870-1906) διεκδικεί τον τίτλο του πιο παράξενου. Ιεροκήρυκας στις φτωχές συνοικίες της πρωτεύουσας, ο Γκαπόν πίστευε ακράδαντα στον ιερό δεσμό που ένωνε τον τσάρο με τους φτωχούς υπηκόους του, στην υποχρέωση του μονάρχη να μεριμνεί για τους πιο καταφρονεμένους. Η δράση του προσελκύει την προσοχή της Οχράνα, της τσαρικής μυστικής αστυνομίας, η οποία τον στρατολογεί. Αν οι εργάτες πρέπει οπωσδήποτε να οργανωθούν και να διεκδικήσουν δικαιώματα, καλύτερα να το κάνουν μέσω ομάδων και προσώπων που ελέγχει το καθεστώς, αντί να πέσουν στα νύχια των σοσιαλιστών και άλλων επαναστατών! Ο Γκαπόν είναι ακαταπόνητος: οργανώνει μυριάδες εργατικών συλλόγων με σκοπό τη μόρφωση των εργατών ή την κοινωνική αλληλεγγύη. Σταδιακά ξεχωρίζει ως ηγετική μορφή του εργατικού κινήματος και απομακρύνεται από τους εργοδότες του. Πιστεύει πλέον ότι η θεία πρόνοια τον έχει στείλει για να βοηθήσει τους εργάτες να ξεφύγουν από τη μιζέρια.

Ματωμένη Κυριακή, δυνάμεις ιππικού έξω από τα Χειμερινά Ανάκτορα, πηγή: Bundesarchiv, Bild 183 S01260 Unknown CC BY SA 3.0

Τις πρώτες ημέρες του 1905 κύμα απεργιών ξεσπά στην πρωτεύουσα. Ο Γκαπόν αναλαμβάνει την πρωτοβουλία κι οργανώνει μια μεγάλη διαδήλωση, συντάσσοντας και το ανωτέρω ψήφισμα διαμαρτυρίας. Το χιονισμένο πρωινό της 9ης Ιανουαρίου 1905, ενώ οι καμπάνες των εκκλησιών ακόμη χτυπούσαν, χιλιάδες εργάτες ξεκίνησαν με προορισμό τα Χειμερινά Ανάκτορα βαδίζοντας σε μια πόλη όπου στρατεύματα είχαν παραταχθεί σχεδόν σε κάθε γωνιά της. Μπροστά προχωρούσε ο πρεσβύτερος Γκαπόν κρατώντας τον σταυρό. Πίσω του κρατούσαν μια εικόνα του τσάρου κι ένα μεγάλο λευκό λάβαρο με το σύνθημα «Οι στρατιώτες δεν πυροβολούν τον λαό». Όταν η πορεία πλησίαζε στην Πύλη της Νάρβας μια ίλη ιππικού επιτέθηκε στους διαδηλωτές. Οι στρατιώτες που είχαν παραταχθεί μπροστά στην πορεία άρχισαν να πυροβολούν το πλήθος. Σαράντα άτομα έπεσαν νεκρά. Την ίδια ώρα, ανάλογες σκηνές συνέβαιναν και σε άλλα σημεία της πόλης. Ο κύριος όγκος της πορείας, κάπου 60 χιλιάδες άτομα, κατευθύνθηκε προς τη Λεωφόρο Νιέφσκι. Οι στρατιώτες ύψωσαν τα τουφέκια τους. Οι διαδηλωτές έκαναν τον σταυρό τους. Μια σάλπιγγα ήχησε. Κι έπειτα ο στρατός άνοιξε πυρ χτυπώντας αδιακρίτως άντρες, γυναίκες και παιδιά. Όταν οι επιζώντες συνήλθαν, τους πλημμύρισε η οργή. Το κέντρο της πρωτεύουσας μετατράπηκε σε πεδίο μάχης. Στήθηκαν οδοφράγματα, έγιναν λεηλασίες. Ο Γκαπόν βρήκε καταφύγιο στο σπίτι του λογοτέχνη Μαξίμ Γκόρκι, έπειτα διέφυγε στο εξωτερικό. Μέχρι σήμερα δεν είμαστε βέβαιοι για τον ακριβή αριθμό των θυμάτων της Ματωμένης Κυριακής. Σύμφωνα με τις αρχές, αυτός ανερχόταν στους 96 νεκρούς και περίπου 350 τραυματίες. Ο ξένος τύπος έκανε λόγο για 2 έως 10 χιλιάδες νεκρούς (ο πραγματικός αριθμός πρέπει να ήταν περίπου 200 νεκροί και 800 τραυματίες).

Βλ. Γεγκ. Μακόφσκι, Η 9η Ιανουαρίου 1905 στη συνοικία Βασιλιέφσκι.

Επαναστάσεις, ταραχές και εξεγέρσεις: Η Επανάσταση του 1905 αποτελείται από ένα πολύμορφο σύνολο ταραχών που ξεσπούν στο μεγαλύτερο τμήμα της ευρωπαϊκής επικράτειας της αυτοκρατορίας, χωρίς να συνδέονται ευθέως μεταξύ τους. Ενδεικτικά μπορούν να μνημονευθούν:

– Πολυάριθμες αγροτικές ταραχές, κυρίως στην κεντρική Ρωσία, οι οποίες ξεσπούν από το θέρος του 1905 και συνεχίζονται και κατά τη διάρκεια του επομένου έτους. Οι χωρικοί πυρπολούν τα κτήματα και τις επαύλεις των γαιοκτημόνων (περίπου 3 χιλιάδες αρχοντικά καίγονται).

– Η ανταρσία των ναυτών του θωρηκτού Πατιόμκιν ενώ αυτό έπλεε στη Μαύρη Θάλασσα. Οι ναύτες διαμαρτύρονται για το σάπιο κρέας που τους σερβίρουν. Οι αξιωματικοί απαντούν εκτελώντας τον πρωτεργάτη της διαμαρτυρίας. Οι ναύτες στασιάζουν, σκοτώνουν τους αξιωματικούς και κατευθύνουν το σκάφος στο λιμάνι της Οδησσού. Εκεί αφήνουν το σώμα του νεκρού συντρόφου τους στην αρχή της μεγάλης σκάλας που συνδέει το λιμάνι με το κέντρο της πόλης, μαζί με τιμητικό άγημα. Ο λαός έρχεται να προσκυνήσει τον μάρτυρα της εξέγερσης. Επεμβαίνει ο στρατός με σκοπό να διαλύσει το πλήθος. Οι στρατιώτες ανοίγουν πυρ. Απολογισμός; 2 χιλιάδες νεκροί!

Σ. Έιζενστέιν, Θωρηκτό Πατιόμκιν, η σφαγή των αμάχων

– Εθνοτικές ταραχές με κύριο αίτημα την αυτοδιάθεση, στην Πολωνία, τη Λεττονία και τη Φινλανδία.

– Η συγκρότηση για πρώτη φορά συμβουλίων εργατών (σοβιέτ) στις μεγάλες πόλεις (ο Τρότσκι υπήρξε πρωτεργάτης της προσπάθειας αυτής).

– Η γενική απεργία του Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου 1905 που κυριολεκτικά παρέλυσε την αυτοκρατορία.

– Η μεγάλη εξέγερση της Μόσχας, τον Δεκέμβριο του 1905. Ξεσπά μετά τη σύλληψη της ηγεσίας του Σοβιέτ της Πετρούπολης. Οι Μπολσεβίκοι εξοπλίζουν τους εργάτες και γρήγορα ολόκληρη η Μόσχα μετατρέπεται σε πεδίο μάχης. Οι εξεγερμένοι ελέγχουν μεγάλο μέρος της πόλης. Θα μπορούσαν να καταλάβουν ακόμη και το Κρεμλίνο, αλλά προτίμησαν την υπεράσπιση των εργατικών συνοικιών της πόλης. Στρατός και αστυνομία χρειάστηκαν πολλές ημέρες για να αποκαταστήσουν την τάξη.

β.   Η αποτυχημένη μεταρρυθμιστική προσπάθεια

1.   Απρόθυμες παραχωρήσεις

«(Νικόλαος Β΄) – Κάποιος θα έλεγε ότι φοβάστε μήπως ξεσπάσει επανάσταση!

(Αλεξάντρ Γκριγκόριεβιτς Μπουλίγκιν, Υπουργός Εσωτερικών) – Μεγαλειότατε, η επανάσταση έχει ήδη αρχίσει

Δούμα Μπουλίγκιν: Και πάλι ο Νικόλαος έδειξε να αδυνατεί να αντιληφθεί το μέγεθος της κρίσης και του κινδύνου. Με μισή καρδιά δέχτηκε την πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών για την εκπόνηση ενός σχεδίου Συντάγματος με πρόβλεψη για Κοινοβούλιο. Ακολουθώντας όλες τις υποδείξεις της αυλής, ο δύστυχος Μπουλίγκιν παρουσίασε τον Αύγουστο του 1905 ένα σχέδιο που απογοήτευε και τους πιο απαισιόδοξους: προέβλεπε Δούμα απλώς συμβουλευτική, ενώ οι αυστηρές προϋποθέσεις για το δικαίωμα του εκλέγειν κατέληγαν να δίνουν δικαίωμα ψήφου μόλις στο 1% του πληθυσμού. Ακόμη και οι συντηρητικοί και κεντρώοι φιλελεύθεροι πολιτικοί ήταν εξοργισμένοι.

Το Μανιφέστο του Οκτωβρίου: Καθώς οι ταραχές συνεχίζονταν, ο τσάρος ζήτησε τη βοήθεια του μοναδικού ανθρώπου που ήταν ικανός να σώσει τη δυναστεία, του κόμη Βίττε. Δίχως περιστροφές, ο Βίττε του απάντησε ότι αν δεν προέβαινε σε ουσιαστικές παραχωρήσεις προς την κατεύθυνση της συνταγματικής μοναρχίας, τότε η δυναστεία θα βυθιζόταν στον επαναστατικό κατακλυσμό. Του παρέδωσε ένα υπόμνημα στο οποίο εξηγούσε όλες τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις: Σύνταγμα, ατομικές ελευθερίες, αντιπροσωπευτική βουλή. Απρόθυμα, εκ νέου, ο τσάρος υπέγραψε αυτό που επρόκειτο να γίνει γνωστό ως το «Μανιφέστο του Οκτωβρίου» (17-18 Οκτωβρίου 1905). «Δεν υπήρχε άλλη λύση παρά να υπογράψω και να δώσω αυτό που όλος ο κόσμος ζητούσε».

Το Μανιφέστο του Οκτωβρίου

Οι παραχωρήσεις δεν ήταν και πάλι επαρκείς. Η Δούμα είχε αποψιλωμένες αρμοδιότητες, στερούνταν νομοθετικής πρωτοβουλίας, οι νόμοι που ψήφιζε έπρεπε να εγκριθούν από το Συμβούλιο του Κράτους, ενώ πρωθυπουργός και υπουργοί εξακολουθούσαν να διορίζονται από τον τσάρο χωρίς να υποχρεούνται να λογοδοτούν στο νέο κοινοβούλιο. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο μονάρχης δεν καταδέχτηκε καν να επισκεφτεί τη Δούμα, η οποία συνεδρίαζε στο Μέγαρο της Ταυρίδας (που είχε χτιστεί για λογαριασμό του Γκριγκόρι Πατιόμκιν, του ευνοούμενου της Μεγάλης Αικατερίνης). Απλώς δέχτηκε να την καλέσει στα Χειμερινά Ανάκτορα, τον Απρίλιο του 1906. Όποιος παρατηρήσει προσεκτικά της φωτογραφίες της δεξιωσης θα διαπιστώσει ότι οι εκφράσεις στα πρόσωπα του αυτοκρατορικού ζεύγους έδειχναν τη δυσαρέσκειά τους που ήταν υποχρεωμένοι να δεξιωθούν τα μέλη ενός βδελυρού δημοκρατικού σώματος.

Η δυναστεία και η ακραία συντηρητική παράταξη άρχισαν να οργανώνονται ετοιμάζοντας την αντεπίθεσή τους με σκοπό να πάρουν πίσω τις λιγοστές παραχωρήσεις που είχαν κάνει. Με τις ευλογίες του τσάρου ιδρύεται η ακραία εθνικιστική Ένωση του Ρωσικού Λαού και μαζί οι παραστρατιωτικές οργανώσεις της, οι διαβόητες Μαύρες Εκατονταρχίες. Το μίσος των οργανώσεων αυτών δεν είχε ως μοναδικό στόχο τους επαναστάτες. Συνήθως κατευθυνόταν κατά του εβραϊκού πληθυσμού (ας μη λησμονούμε ότι το 1902 η Οχράνα εκπονεί το πλέον σιχαμερό πλαστογράφημα της Νεότερης Ιστορίας, τα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών», προκειμένου να πείσει τους πάντες για την ύπαρξη μιας τρομερής εβραϊκής συνωμοσίας με στόχο την παγκόσμια κυριαρχία). Το 1906 καταγράφονται περίπου 700 πογκρόμ με τουλάχιστον 3 χιλιάδες νεκρούς.

Και, ξαφνικά, ο Νικόλαος φάνηκε να βρίσκει τον ιδανικό πρωθυπουργό.

2.   Το ημιτελές έργο του Στολίπιν

«Θέλω να ταφώ στον τόπο που θα με δολοφονήσουν.» [Π. Α. Στολίπιν, διαθήκη που συνέταξε αναλαμβάνοντας πρωθυπουργικά καθήκοντα]

Π. Α. Στολίπιν, πίνακας του Ιλιά Ρέπιν, 1910

Ο θαρραλέος οραματιστής πρωθυπουργός: Όταν στη σύγχρονη Ρωσία διενεργείται κάποια δημοσκόπηση με το ερώτημα «Ποιον θεωρείτε μεγαλύτερη προσωπικότητα της ρωσικής Ιστορίας;» τα πρόσωπα που καταλαμβάνουν συνήθως την πρώτη θέση είναι ο Μέγας Πέτρος, ο Στάλιν και… ο Πιοτρ Αρκάντιεβιτς Στολίπιν! Γόνος παλαιοτάτης αριστοκρατικής οικογένειας, ο Στολίπιν (1862-1911) είχε διακριθεί ως ικανός ανώτατος αξιωματούχος. Ως κυβερνήτης της επαρχίας του Σαράτοφ είχε επιτύχει να καταστείλει τις αγροτικές εξεγέρσεις σχεδόν αναίμακτα, χρησιμοποιώντας την πειθώ και το θάρρος του. Τον Μάιο του 1906 διοριζόταν Υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση Γκορεμίκιν. Δύο μήνες μετά, ο τσάρος τον διόριζε πρωθυπουργό.

Θεατρικός στον λόγο και τις κινήσεις του, εξαιρετικά επικοινωνιακός, ο νέος πρωθυπουργός ήταν πέρα από κάθε αμφιβολία γενναίος άνθρωπος. Δεν φοβήθηκε ούτε όταν τρομοκράτες ανατίναξαν το εξοχικό του, σκοτώνοντας τους περισσότερους υπηρέτες του και τραυματίζοντας σοβαρά μία από τις κόρες του και πιο ελαφρά τον γιο του και τον ίδιο. Πίστευε ότι είχε να επιτελέσει υψηλή αποστολή και είχε αποδεχθεί το σοβαρό ενδεχόμενο να πεθάνει βίαια.

Το μεγάλο έργο του Στολίπιν ήταν η αγροτική μεταρρύθμιση διά της αναδιανομής γαιών που ανήκαν στο Δημόσιο ή σε γαιοκτήμονες οι οποίοι δεν τις εκμεταλλεύονταν. Ο Στολίπιν πίστευε, μάλλον δίκαια, ότι η επιβίωση του καθεστώτος απαιτούσε τη δημιουργία μιας ευρείας τάξης ιδιοκτητών γης οι οποίοι θα συνέδεαν τα συμφέροντά τους με αυτό. Προσπάθησε να διαλύσει τις παραδοσιακές αγροτικές κοινότητες και να καταστήσει δυνατή τη συμμετοχή των αγροτών στα όργανα τοπικής αυτοδιοίκησης. «Πρωτίστως πρέπει να δημιουργήσουμε έναν πολίτη, ένα μικροϊδιοκτήτη γης και, τότε, το αγροτικό ζήτημα θα έχει διευθετηθεί».

Στην προσπάθειά του, ο Στολίπιν έκανε το λάθος να βρει επικίνδυνους συμμάχους, τους εθνικιστές, με τον πανσλαβισμό και τον αντισημισμό τους (συνεχή πογκρόμ, υπόθεση Μπέιλις στο Κίεβο). Ίσως αυτοί να τον παρέσυραν στο τελευταίο μεγάλο σχέδιό του, την ίδρυση περιφερειακών συμβουλίων τοπικής αυτοδιοίκησης (ζέμστβα) στις δυτικές επαρχίες, εκεί που οι γαιοκτήμονες ήταν Πολωνοί και οι αγρότες Ρώσοι και Ουκρανοί. Διευρύνοντας τη συμμετοχή στα συμβούλια αυτά, ο πρωθυπουργός και οι εθνικιστές σύμμαχοί του πίστευαν ότι θα μετέφεραν την εξουσία στο ρωσικό στοιχείο. Ο νόμος, όμως, δεν εγκρίθηκε από το Συμβούλιο του Κράτους: διαπνεόμενοι από έντονη ταξική συνείδηση, οι σύμβουλοι προτίμησαν να προστατέψουν τα συμφέροντα των αριστοκρατών, κι ας ήταν εν προκειμένω Πολωνοί! Ο Στολίπιν απείλησε με παραίτηση κι ανάγκασε τελικά τον τσάρο να υπογράψει, παρά την αντίθετη άποψη του περιβάλλοντός του (Μάρτιος 1911). Το πολιτικό κύρος του πρωθυπουργού είχε, όμως, τρωθεί. Και το βιολογικό τέλος του δεν βρισκόταν μακριά.

30 Αυγούστου 1911, τσάρος και Στολίπιν συναντούνται στο Κίεβο με εκπροσώπους της εβραϊκής κοινότητας

Στα τέλη Αυγούστου του 1911, ο Στολίπιν συνόδεψε τον Νικόλαο σε επίσημη επίσκεψη στο Κίεβο. Την 1η Σεπτεμβρίου, ο τσάρος και ο πρωθυπουργός παρακολουθούν στην Όπερα του Κιέβου μια παράσταση όπερας του Ρίμσκι-Κόρσακοφ. Κατά τη διάρκεια του δευτέρου διαλείμματος, ένας νεαρός πλησίασε τον Στολίπιν και τον πυροβόλησε δύο φορές. Τραυματισμένος, ο Στολίπιν γύρισε προς το μέρος του τσάρου και είπε: «Είμαι ευτυχής που πεθαίνω για τον τσάρο». Ο πρωθυπουργός πάλεψε για τέσσερα εικοσιτετράωρα να μείνει στη ζωή. Το βράδυ της 5ης Σεπτεμβρίου πέθανε. Ο δολοφόνος του ήταν ένας Εβραίος νεαρός που αρχικά είχε ασπασθεί τις επαναστατικές ιδέες πριν γίνει χαφιές της ασφάλειας. Ποτέ δεν μάθαμε αν τη δολοφονία του Στολίπιν την είχε παραγγείλει η αριστερά ή η δεξιά. Και οι δύο είχαν λόγους να τον μισούν θανάσιμα. Εκτός κι αν κίνητρο της δολοφονίας ήταν η εκδίκηση για τα αντιεβραϊκά πογκρόμ.

Οι λόγοι αποτυχίας του Στολίπιν: Πολλοί υποστηρίζουν ότι αν υλοποιούνταν οι μεταρρυθμίσεις του Στολίπιν η Ρωσία θα απέφευγε τον επαναστατικό κυκεώνα που ακολούθησε. Μια τέτοια παραδοχή δύσκολα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Καταρχάς, ο Στολίπιν απείχε πολύ από το να χαρακτηριστεί δημοκράτης. Αντιμετώπιζε τους εχθρούς του καθεστώτος με απόλυτη σκληρότητα. Ο λαός έδωσε το όνομά του στους συρμούς που μετέφεραν τους πολιτικούς εξόριστους στη Σιβηρία και στις θηλιές για τον απαγχονισμό των ενόχων για πολιτικά εγκλήματα. Ούτε ο κοινοβουλευτισμός αποτελούσε κάποια ιδιαίτερη αγάπη του. Όταν διαπίστωσε ότι στη Δούμα που προέκυψε από τις εκλογές του 1907 πλειοψηφούσαν οι εκπρόσωποι των σοσιαλιστικών κομμάτων, τη διέλυσε κι άλλαξε τον εκλογικό νόμο, περιορίζοντας το δικαίωμα του εκλέγειν, ώστε η επόμενη βουλή να τον βολεύει (και πράγματι στην επόμενη βουλή κυριαρχούσαν εθνικιστές, οκτωβριστές και άλλοι δεξιοί σχηματισμοί).

Στολίπιν

Η ίδια η αγροτική μεταρρύθμιση, το μεγάλο όραμα του Στολίπιν, δεν στέφθηκε από επιτυχία. Από τους αγρότες στους οποίους δόθηκαν νέες γαίες, μόνον ένα μικρό ποσοστό (10%) απέκτησε εκτάσεις ενιαίες και ικανές να αποτελέσουν βιώσιμη αγροτική εκμετάλλευση. Επιπλέον, δεν έλαβε υπόψη τα διδάγματα του πρωσικού προτύπου και παραμέλησε εντελώς την εργατική τάξη. Χωρίς σοβαρή εργατική νομοθεσία και χωρίς κοινωνική ασφάλιση, οι Ρώσοι εργάτες συνέχισαν να εργάζονται και να ζουν υπό άθλιες συνθήκες (60 ώρες εργασίας την εβδομάδα, μειωτικές συμπεριφορές εκ μέρους επιστατών κι εργοδοσίας, συχνά εργατικά ατυχήματα). Τέλος, από τον Στολίπιν έλειπε η πολιτική διορατικότητα. Προϊόν ενός γραφειοκρατικού συστήματος δεν κατόρθωσε να αντιληφθεί ότι αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχία των μεταρρυθμίσεών του ήταν η ανεύρεση σοβαρού λαϊκού ερείσματος [9]. Προς την κατεύθυνση αυτή έκανε ελάχιστα.


Τα χρόνια μετά τον Στολίπιν, ο εθνικισμός κερδίζει κι άλλο έδαφος. Διαφαίνεται πια η σύγκρουση με τη Γερμανία, καθώς πανσλαβισμός και γερμανικός επεκτατισμός δεν μπορούν να συμβιβασθούν.

«Το χρονικό διάστημα από το 1905 έως το 1914 σηματοδοτεί την αποτυχία της προσπάθειας ανόδου του φιλελευθερισμού στη Ρωσία… Παραδόξως, ταυτόχρονα με την αποτυχία του φιλελευθερισμού, διαπιστώνεται και η αποτυχία της “πρωσικής” λύσης, δηλαδή ενός δημιουργικού και δυναμικού συντηρητισμού. Η Ρωσία βρίσκεται, επομένως, ενώπιον μιας εντελώς πρωτόγνωρης κατάστασης… Ως εκ τούτου, η κρίση του 1917 δεν ήταν δυνατό να ακολουθήσει το σχήμα μιας κλασσικής ευρωπαϊκής επανάστασης, διότι η πρώτη φάση της είχε ήδη συμβεί και κατασταλεί» [10].

[8] Figes, όπ. π., σελ. 305 επ. και passim.

[9] Figes όπ. π., σελ. 414 επ.

[10] Martin Malia « Comprendre la révolution russe », Seuil, Παρίσι 1980, σελ. 86 επ./ βλ. και N. Werth « Les Révolutions Russes », όπ. π., σελ. 3.


 

Si me quieres escribir – 80 χρόνια από την έναρξη του Ισπανικού Εμφυλίου – μέρος 2: οι εξηγήσεις

Δεκέμβριος 24, 2016
Αναρχικοί και αστυνομικοί στους δρόμους της Βαρκελώνης, κρατώντας πίνακα με αλληγορική απεικόνιση της Β΄ Δημοκρατίας/ φωτογραφία του Agustí Centelles i Ossó

Αναρχικοί και αστυνομικοί στους δρόμους της Βαρκελώνης, κρατώντας πίνακα με αλληγορική απεικόνιση της Β΄ Δημοκρατίας/ φωτογραφία του Agustí Centelles i Ossó

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

ΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΕΚΡΙΝΑΝ ΤΗΝ ΕΚΒΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ποιοι ήταν, όμως, οι παράγοντες που καθόρισαν, κατά το μάλλον ή ήττον, την έκβαση του Ισπανικού Εμφυλίου; Μπορούμε να ξεχωρίσουμε τέσσερις: την εγγενή στρατιωτική υπεροχή των δυνάμεων του Φράνκο (Α), τη σημασία της ξένης στρατιωτικής βοήθειας (Β), τον βαθμό ομοιογένειας που χαρακτήριζε τους δύο αντιπάλους (Γ) και τη στάση που τήρησαν οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες (Δ).

Α.   Η ΕΓΓΕΝΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΙΣΤΩΝ

Όταν ξεσπά ο εμφύλιος, ο ισπανικός στρατός αριθμεί περί τους 250 χιλιάδες άνδρες, οι οποίοι μοιράζονται σχεδόν εξίσου στις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις. Σε τι συνίσταται η υπεροχή των δυνάμεων του Φράνκο:

α.   Ο Εθνικός Στρατός: Επαγγελματισμός και πολεμική πείρα

Η στρατιωτική υπεροχή της οποίας χαίρει ευθύς εξαρχής ο Φράνκο οφείλεται σε δύο στοιχεία:

– Την επαγγελματική στελέχωση των δυνάμεών του: τα 4/5 των ανώτερων και κατώτερων αξιωματικών (καθώς και των υπαξιωματικών) συντάσσονται με τους στασιαστές. Οι Δημοκρατικοί δεν διαθέτουν σχεδόν καθόλου στελέχη που θα μπορούσαν να οργανώσουν και να καθοδηγήσουν τον στρατό τους. Η κατάσταση που επικρατεί στο ναυτικό είναι εξίσου ενδεικτική: τα πληρώματα παραμένουν, σε συντριπτικό ποσοστό, πιστά στη Δημοκρατία, αλλά το 90 % των αξιωματικών προσχωρεί στο στρατόπεδο των πραξικοπηματιών. Η συνέπεια είναι η εξής: ενώ η Δημοκρατία ελέγχει τα δύο τρίτα του πολεμικού στόλου, μόλις που μπορεί να χρησιμοποιήσει τα μισά από τα διαθέσιμα πλοία, μια και της λείπουν οι αξιωματικοί.

Μαροκινοί Ρεγουλάρες

Μαροκινοί Ρεγουλάρες

– Τον έλεγχο των πιο αξιόμαχων μονάδων του ισπανικού στρατού: οι εθνικιστές ελέγχουν από την έναρξη του εμφυλίου τα δύο πιο αξιόμαχα σώματα του ισπανικού στρατού, αυτά δηλαδή που αποτελούν τη Στρατιά της Αφρικής: την Ισπανική Λεγεώνα των Ξένων (Legión Española/ Tercio de Extranjeros) και τις μονάδες τακτικού στρατού που επανδρώνουν Μαροκινοί ιθαγενείς (Ταμπόρες δε Ρεγουλάρες). Πρόκειται για δύο σώματα απολύτως πειθαρχημένα, εμπειροπόλεμα, ποτισμένα από τις ωμές μεθόδους του αποικιακού πολέμου (τις οποίες και θα μεταφέρουν στη μητροπολιτική Ισπανία) και με νοοτροπία θρησκευτικής σχεδόν λατρείας της βίας (η κραυγή της Λεγεώνας είναι «Ζήτω ο Θάνατος»).

Οι πολιτοφυλακές των φιλομοναρχικών Καρλιστών (Ρεκετέ) και της φασιστικής Ισπανικής Φάλαγγας προσδίδουν στον Εθνικό Στρατό τη δύναμη των αριθμών και διακρίνονται για τον φανατισμό τους (που εκδηλώνεται κυρίως μέσω ενός αμείλικτου αντικομμουνισμού).

Ιερέας ευλογεί Καρλιστές Ρεκετέ

Ιερέας ευλογεί Καρλιστές Ρεκετέ

Τέλος, μολονότι η εθελοντική στρατιωτική συμμετοχή έχει συνδεθεί κυρίως με το στρατόπεδο των Δημοκρατικών, δεν πρέπει να παραβλέπεται το ότι και οι εθνικιστές είχαν τους δικούς τους αλλοδαπούς εθελοντές μαχητές: περίπου 4 χιλιάδες Πορτογάλοι υποστηρικτές του καθεστώτος Σαλαζάρ, 800 Ιρλανδοί υπό τις οδηγίες του ακροδεξιού εθνικιστή στρατηγού Γιούιν Ο’Ντάφυ, 300 έως 400 Γάλλοι ακροδεξιοί κι αντίστοιχος αριθμός Βρετανών (συνολικά, περίπου 15 χιλιάδες άνδρες).

β.   Το στρατόπεδο των Δημοκρατικών: αυτοσχεδιασμοί πάνω στο ίδιο θέμα

i) Στο ξεκίνημα του εμφυλίου οι μόνες πραγματικά αξιόμαχες δυνάμεις των Δημοκρατικών είναι, παραδόξως, τα σώματα ασφαλείας.

– Το Σώμα Ασφάλειας και Εφόδου ή Αστυνομία Εφόδου (Cuerpo de Seguridad y Asalto/ Guardia de Asalto) συγκροτείται το 1932 από τις δημοκρατικές κυβερνήσεις. Οι άνδρες του στρατολογούνται κυρίως μεταξύ των υποστηρικτών των δημοκρατικών κομμάτων. Τα τρία τέταρτα του σώματος παραμένουν πιστά στη νόμιμη κυβέρνηση.

Άνδρες της Αστυνομίας Εφόδου

Άνδρες της Αστυνομίας Εφόδου

– Η Χωροφυλακή (Guardia Civil) είναι οργανωμένη με αμιγώς στρατιωτικά πρότυπα και φημίζεται για τις βίαιες μεθόδους καταστολής τις οποίες μετέρχεται. Περίπου το 60 % των ανδρών της υπηρετούν τη Δημοκρατία. Κατά τους πρώτους μήνες του πολέμου είναι ίσως η μόνη πραγματικά στρατιωτική δύναμη των Δημοκρατικών, κάτι που αποδεικνύει και η συμβολή της στην κατάπνιξη των υποστηρικτών του πραξικοπήματος στη Βαρκελώνη.

Ισπανική Χωροφυλακή

Ισπανική Χωροφυλακή

– Το ίδιο ισχύει και για τους Καραμπινιέρους, οι οποίοι ως τότε ήταν επιφορτισμένοι κυρίως με καθήκοντα φύλαξης τελωνείων και συνόρων.

Στα οδοφράγματα της Μαδρίτης/ φθινόπωρο 1936

Στα οδοφράγματα της Μαδρίτης/ φθινόπωρο 1936

ii) Πολιτοφυλακές. Από ποσοτική άποψη, η κύρια δύναμη των Δημοκρατικών συνίσταται στις πολιτοφυλακές που οργανώνουν κόμματα και συνδικάτα (σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αναρχικοί). Οι πολιτοφυλακές διακρίνονται, ίσως, στον αφοπλισμό αμυνόμενων υποστηρικτών των στασιαστών και στις βιαιοπραγίες κατά των κατά τεκμήριο αντιπάλων της Δημοκρατίας, αλλά η στρατιωτική χρησιμότητά τους είναι περιορισμένη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η φάλαγγα αναρχικών του Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι. Διακρίνεται από σεκταρισμό, αδυναμία συνεννόησης με τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές και πνεύμα ανυπακοής. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις και οι στόχοι τους αποτελούν αντικείμενο συζήτησης σε επιτροπές και συνελεύσεις. Στο πεδίο της μάχης οι επιδόσεις είναι πενιχρές. Το γεγονός δεν είναι τυχαίο αν λάβουμε υπόψη τα ελαστικά κριτήρια στρατολόγησης στις ομάδες των αναρχικών και ελευθεριακών κομμουνιστών. Το αποτέλεσμα είναι να διεισδύουν στις τάξεις τους άτομα μη ικανά για στρατιωτικές επιχειρήσεις, τυχωδιώκτες που θα επιχειρήσουν να αποκομίσουν οικονομικά κέρδη από τη συμμετοχή τους στις επαναστατικές επιτροπές και πράκτορες των εθνικιστών. Τα ποσοστά λιποταξίας και προσχώρησης στον εχθρό είναι υψηλά μεταξύ των πολιτοφυλακών.

Αναρχική μέλος πολιτοφυλακής

Αναρχική μέλος πολιτοφυλακής

Η μόνη πολιτοφυλακή με στρατιωτική οργάνωση και πειθαρχία είναι, αναμενόμενα, το 5ο  Σύνταγμα, η πολιτοφυλακή των κομμουνιστών. Από αυτό και θα αναδειχθούν μερικοί από τους σημαντικότερους στρατιωτικούς διοικητές του πολέμου, όπως, πρωτίστως, ο Ενρίκε Λίστερ, ο Χουάν Γκιγιότο Λεόν ή Μοδέστο και ο, πλέον αμφιλεγόμενος, Βαλεντίν Γονθάλεθ ή Καμπεσίνο.

iii) Διεθνείς Ταξιαρχίες: Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες συγκροτούνται το φθινόπωρο του 1936 με πρωτοβουλία της Κομμιντέρν (Κομμουνιστικής Διεθνούς). Πρωταρχικό ρόλο στη στρατολόγηση και εκπαίδευση των εθελοντών έχει το γαλλικό ΚΚ. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι εθελοντές ήταν κομμουνιστές: υπήρχαν σοσιαλιστές, αναρχικοί, Ρώσοι που είχαν πολεμήσει στον Ρωσικό Εμφύλιο με την πλευρά των ηττηθέντων κι επιθυμούσαν να εξιλεωθούν, Εβραίοι οργανωμένοι στην Μπουντ, ελευθεροτέκτονες κ.ο.κ. Στις ΔΤ υπηρέτησαν συνολικά 35 χιλιάδες άνδρες από 50 τουλάχιστον χώρες, ευρωπαϊκές και μη. Οι Γάλλοι αποτελούσαν σχεδόν το 30 % των εθελοντών, ενώ σημαντικοί ήταν οι αριθμοί των Ιταλών, των Πολωνών, των Γερμανών (Τάγμα Τέλμανν), των Αμερικανών και των Βρετανών. Μεγάλος ήταν ο αριθμός των εθελοντών εβραϊκής καταγωγής (π.χ. περίπου οι μισοί Πολωνοί ήταν ισραηλίτες στο θρήσκευμα). Στις τάξεις των ΔΤ πολέμησαν και περίπου 300 με 400 μαχητές ελληνικής καταγωγής (160 με ελληνική ιθαγένεια, στην πλειονότητά τους κομμουνιστές και ναυτεργάτες, 65 Ελληνοκύπριοι, οι υπόλοιποι ομογενείς από την Αμερική ή τις χώρες της Ευρώπης). Οι γνωστότεροι στρατιωτικοί διοικητές των ΔΤ ήταν ο Πολωνός Κάρολ Βάτσουαφ Σφιερτσέφσκι ή «Βάλτερ», αξιωματικός του σοβιετικού στρατού, και ο Αυστριακός Μάνφρεντ Στερν ή «Κλέμπερ», αξιωματικός της υπηρεσίας πληροφοριών του Κόκκινου Στρατού. Οι ΔΤ διαλύθηκαν τον Οκτώβριο του 1938 με πρωτοβουλία της κυβέρνησης Νεγρίν ως δείγμα καλής θέλησης προς τις δυτικές δημοκρατίες (Γάλλοι και Βρετανοί το είχαν ζητήσει ήδη από το 1937).

Διεθνείς Ταξιαρχίες, Τάγμα Τέλμαν/ φωτογραφία του David "Chim" Seymour/ πρακτορείο Magnum

Διεθνείς Ταξιαρχίες, Τάγμα Τέλμαν/ φωτογραφία του David «Chim» Seymour/ πρακτορείο Magnum

Η στρατιωτική συμβολή των ΔΤ ήταν ιδιαιτέρως σημαντική, ειδικά κατά το πρώτο διάστημα του πολέμου, όταν δεν είχε ακόμη οργανωθεί τακτικός στρατός των Δημοκρατικών. Αποτέλεσαν τη δύναμη κρούσης ειδικά στις μάχες για την υπεράσπιση της Μαδρίτης, αλλά κι αργότερα. Περίπου 10 χιλιάδες μαχητές των ΔΤ έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η συμβολική αξία των ΔΤ ίσως και να ξεπερνά τη στρατιωτική. Ενσάρκωναν την ιδέα ενός οικουμενικού λαϊκού μετώπου. Το ιδανικό τους απαθανατίστηκε στα μεγάλα λογοτεχνικά έργα με θέμα τον Ισπανικό Εμφύλιο, εκείνα του Μαλρώ και του Χέμινγουέυ.

iv) Λαϊκός Στρατός: Στα μέσα Οκτωβρίου 1936, η κυβέρνηση Λάργο Καμπαγέρο αποφασίζει το λογικό και αυτονόητο, δηλαδή τη συγκρότηση ενός τακτικού «Λαϊκού Στρατού», ο οποίος ενσωματώνει πολιτοφυλακές και ΔΤ υπάγοντάς τες στον Στρατιωτικό Ποινικό και Πειθαρχικό Κώδικα. Το κύριο πρόβλημα του Λαϊκού Στρατού είναι η εκπαίδευση και κατάρτιση στελεχών. Ο χρόνος δουλεύσει σε βάρος των Δημοκρατικών, οπότε το πρόβλημα αντιμετωπίζεται με ημίμετρα και αυτοσχέδιες λύσεις: ταχύρρυθμη εκπαίδευση (8 εβδομάδες για τους κατώτερους αξιωματικούς), προγράμματα κατάρτισης στην ΕΣΣΔ κ.λπ. Παρά τις δυσκολίες και την εξαρχής μειονεκτική θέση της, η Δημοκρατία κατορθώνει να συγκροτήσει αξιόμαχο στράτευμα, ιδίως κατά την περίοδο διακυβέρνησης Νεγρίν. Ποτέ δεν θα κατορθώσει, όμως, να υπερβεί τα προβλήματα εξοπλισμού και ανεφοδιασμού της. Ως προς το ζήτημα αυτό, ο ρόλος του ξένου παράγοντα αποδεικνύεται καθοριστικός.

5ο Σύνταγμα, η βάση του Λαϊκού Σρατού

5ο Σύνταγμα, η βάση του Λαϊκού Σρατού

Β.   Η ΞΕΝΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ

Η ξένη στρατιωτική βοήθεια υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξη του Ισπανικού Εμφυλίου. Χωρίς την ενίσχυση της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας, οι πραξικοπηματίες θα αναγκάζονταν γρήγορα να διαπραγματευθούν με τη νόμιμη κυβέρνηση. Χωρίς την ενίσχυση της ΕΣΣΔ, η Μαδρίτη θα έπεφτε και μαζί της η Β΄ Ισπανική Δημοκρατία. Η ξένη ενίσχυση ήταν, εν πολλοίς, ο παράγοντας που μετέτρεψε τη σύγκρουση σε πραγματικό πόλεμο.

α.   Δυνάμεις του Άξονα εναντίον ΕΣΣΔ: Στις 25 Ιουλίου 1936, ο Χίτλερ ικανοποιεί σχεδόν αμέσως το αίτημα του Φράνκο για την παροχή στρατιωτικής βοήθειας. Γνωρίζει ότι η εγκαθίδρυση ενός φασιστικού καθεστώτος στα δυτικά των Πυρηναίων απομονώνει τη Γαλλία κι εξυπηρετεί ιδανικά τα σχέδιά του. Δευτερευόντως, υπάρχει μια σειρά από πρόσθετα οφέλη: προνομιακή εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Ισπανίας και δη των πρώτων υλών της, ευκαιρία να δοκιμαστούν όπλα και στρατεύματα σε συνθήκες πραγματικού πολέμου. Άρματα μάχης, αεροπλάνα και βαρέα όπλα τελειοποιούνται χάρη στα διδάγματα του Ισπανικού Εμφυλίου. Νέες τακτικές δοκιμάζονται: μαζικοί βομβαρδισμοί, σχηματισμοί καταδιωκτικών, χρήση αντιαεροπορικών όπλων κατά των αρμάτων μάχης, βελτιστοποίηση της συνεργασίας μεταξύ αεροπορίας και χερσαίων δυνάμεων. Η Γερμανία θα βοηθήσει, αλλά θα αποκομίσει και πολλά οφέλη από τη συμμετοχή της στον πόλεμο.

Γερμανικό περιοδικό με εξώφυλλο αφιερωμένο στη Λεγεώνα Κόνδωρ

Γερμανικό περιοδικό με εξώφυλλο αφιερωμένο στη Λεγεώνα Κόνδωρ

Ο Μουσσολίνι έχει συμφωνήσει να βοηθήσει τους στασιαστές πριν από την εκδήλωση του πραξικοπήματος. Είναι, πάντως, επιφυλακτικός. Αναμένει τη γαλλική στάση. Όταν πεισθεί ότι οι Γάλλοι δεν θα βοηθήσουν τους Δημοκρατικούς στέλνει το ιταλικό εκστρατευτικό σώμα.

Ο Στάλιν είναι πολύ πιο διστακτικός. Η ΕΣΣΔ αρχικά υπογράφει το Σύμφωνο Μη Επιθέσεως. Αποφασίζει να βοηθήσει όταν πλέον έχουν ήδη επέμβει Γερμανοί και Ιταλοί. Οι λόγοι του είναι ιδεολογικοί και πολιτικοί: δεν μπορεί να αφήσει εντελώς αβοήθητο το ισπανικό προλεταριάτο και δεν μπορεί να επιτρέψει στον Χίτλερ να καταγάγει μια νίκη στη Μεσόγειο.

β.   Η ποιότητα του οπλισμού: Αν πιστέψουμε τα στερεότυπα, τα γερμανικά όπλα ήταν από ποιοτική άποψη τα καλύτερα, τα αντίστοιχα σοβιετικά μέτρια, η ιταλική βοήθεια ελάχιστα σημαντική. Η αλήθεια είναι διαφορετική.

ΤΘ Φίατ Ανσάλντο

ΤΘ Φίατ Ανσάλντο

i) Τεθωρακισμένα: Σε ό,τι αφορά τα άρματα μάχης, τα μικροσκοπικά ιταλικά Φίατ-Ανσάλντο L3/35 προκαλούν στην εποχή μας το γέλιο. Πραγματικά σαρδελοκούτια, χωρίς πυργίσκο, με ελάχιστη θωράκιση και με οπλισμό δύο πολυβόλα των 8 χιλιοστών, δεν μπορούν να συναγωνιστούν στο ελάχιστο τους αντιπάλους τους. Τα γερμανικά Πάντσερ Ι, λίγο μεγαλύτερα από τα ιταλικά άρματα τσέπης, έχουν πυργίσκο, αλλά η θωράκισή τους είναι επίσης πλημμελής. Το μοναδικό ουσιαστικό πλεονέκτημά τους έγκειται στο ότι είναι τα μόνα που διαθέτουν ασύρματο.

Πάντσερ Ι

Πάντσερ Ι

Τα σοβετικά Τ-26, σχεδιασμένα με βάση βρετανικά πρότυπα, αποτελούν εξαιρετικά ελαφρά τεθωρακισμένα που διαθέτουν όχι απλώς πολυβόλο, αλλά και κανόνι των 45 χιλιοστών. Τα πιο εξελιγμένα ΒΤ-5, που τα διαδέχθηκαν, έχουν καλύτερη θωράκιση, μπορούν να αναπτύξουν υψηλή ταχύτητα και παρουσιάζουν μεγάλη αυτονομία στα καύσιμα. Το μειονέκτημά τους είναι ότι έχουν σχεδιασθεί για επιχειρήσεις σε βάθος επί πεδινού εδάφους. Δεν είναι, επομένως, τα καταλληλότερα για το ημιορεινό, ανώμαλο έδαφος των ισπανικών πεδίων μάχης.

Τ-26

Τ-26

ii) Πολεμική αεροπορία: Τα σοβιετικά καταδιωκτικά Πολικάρποφ Ι-15 και Ι-16 (που οι Δημοκρατικοί ονόμαζαν χαϊδευτικά «μύγες», ενώ οι εθνικιστές με περιφρόνηση «αρουραίους») ήταν προϊόντα πρωτοποριακού σχεδιασμού και πραγματικοί κυρίαρχοι των αιθέρων, κατά πολύ ανώτερα των Χάινκελ 51 και των Φίατ Κίρρι. Τα βομβαρδιστικά Τουπόλεφ SB δεν υστερούσαν σε τίποτε έναντι των Γιούνκερς 52 και των Σαβόια Μαρκέτι. Εντούτοις, οι εθνικιστές επικράτησαν τελικά και στη μάχη για τον έλεγχο του εναέριου χώρου. Ακούγεται κοινότοπο, αλλά οι μηχανές δεν πολεμούν μόνες τους.

Η ανάπαυση του πληρώματος ενός Πολικάρποφ/ φωτογραφία του David "Chim" Seymour

Η ανάπαυση του πληρώματος ενός Πολικάρποφ/ φωτογραφία του David «Chim» Seymour

γ.   Η χρήση του έμψυχου και άψυχου δυναμικού: Το «εθνικό» στρατόπεδο χρησιμοποιεί τα όπλα του με τρόπο πολύ αποτελεσματικότερο. Αντιθέτως προς τους Σοβιετικούς, οι δυνάμεις του Άξονα στέλνουν στην Ισπανία δύο ομοιογενή σώματα ενόπλων δυνάμεων. Η γερμανική Λεγεών Κόνδωρ επανδρώνεται κυριολεκτικά από την αφρόκρεμα της Λουφτβάφφε. Πειθαρχία, συνοχή, τακτική και στρατηγική τόλμη, σε συνδυασμό με την καλύτερη συνεργασία μεταξύ εδάφους και αέρος δίνουν στους εθνικιστές σαφές πλεονέκτημα στη μάχη των αιθέρων, την ώρα που οι Δημοκρατικοί δεν διαθέτουν ούτε επαρκή αριθμό καλά εκπαιδευμένων πιλότων ούτε αντιαεροπορική άμυνα. Το ιταλικό Εθελοντικό Εκστρατευτικό Σώμα αποτελεί ένα πλήρες στράτευμα με απόλυτη συνοχή (4 επίλεκτες ιταλικές μεραρχίες, δύο μεικτές ιταλοϊσπανικές, συν ένα σώμα ΤΘ) και μεγάλη αριθμητική δύναμη (συνολικά 50 έως 75 χιλιάδες Ιταλοί πολέμησαν στην Ισπανία). Η συμβολή του στη νίκη των εθνικιστών είναι αναμφίβολα καθοριστική. Τέλος, Ιταλοί και, κυρίως, Γερμανοί βοηθούν με αποτελεσματικό τρόπο στην εκπαίδευση και κατάρτιση του στρατού του Φράνκο.

Σαβόια Μαρκέττι 81, συνοδευόμενο από Φίατ Κίρρι

Σαβόια Μαρκέττι 81, συνοδευόμενο από Φίατ Κίρρι

Οι Σοβιετικοί δεν στέλνουν κάποιο ομοιογενές στρατιωτικό σώμα, αλλά συμβούλους, πιλότους και αρματιστές. Τα εξαιρετικά τεθωρακισμένα τους δεν θα χρησιμοποιηθούν ποτέ με ικανοποιητικό τρόπο από τους Ισπανούς. Το ίδιο ισχύει και για την αεροπορία, όπου παρατηρούνται και σοβαρά προβλήματα συνεργασίας με τις δυνάμεις εδάφους. Εν γένει, τα προβλήματα συνεννόησης μεταξύ Ισπανών και Σοβιετικών είναι αρκετά, συχνά δε οφείλονται σε λόγους που εκπλήσσουν (την εποχή εκείνη δεν υπάρχει καν ρωσοϊσπανικό λεξικό). Η αποτελεσματικότητα των σοβιετικών δυνάμεων πλήτετται και από την πολιτική του Στάλιν, ο οποίος εναλλάσσει διαρκώς το έμψυχο δυναμικό. Τρεις χιλιάδες Σοβιετικοί πολέμησαν στην Ισπανία, αλλά ποτέ ο συνολικός αριθμός όσων υπηρετούσαν δεν ξεπέρασε τους 800 [1]. Κανείς δεν υπηρετούσε περισσότερο από μερικούς μήνες. Ο Στάλιν είχε τις φοβίες του [2]. Βρισκόμαστε, άλλωστε, στην εποχή που ξεκινούν οι μαζικές εκκαθαρίσεις στον Κόκκινο Στρατό. Πάντως, ας μην ξεχνούμε τις αντικειμενικές δυσκολίες για τις οποίες η ΕΣΣΔ δεν είχε ευθύνη: οι γραμμές ανεφοδιασμού ήταν ατελείωτες, κάθε αποστολή, χερσαία ή θαλάσσια, αντιμετώπιζε αμέτρητους κινδύνους λόγω του ναυτικού αποκλεισμού και των κλειστών συνόρων. Την ίδια ώρα, Γερμανοί κι Ιταλοί ανεφοδιάζονταν ανενόχλητοι και τα αεροπλάνα και τα τεθωρακισμένα τους συντηρούνταν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Τέλος, η αριθμητική υπεροχή ανήκει σαφώς στο στρατόπεδο του Άξονα: 55 ως 90 χιλιάδες άνδρες έναντι 3 χιλιάδων, 1350 αεροσκάφη έναντι 650, πάνω από χίλια ΤΘ προς 320 κ.ο.κ.


[1] Μεταξύ των Σοβιετικών στρατιωτικών που υπηρέτησαν στην Ισπανία συναντούμε αρκετούς από τους πρωταγωνιστές του Ανατολικού Μετώπου: τους μετέπειτα στρατάρχες Κιρίλλ Αφανάσιεβιτς Μερετσκόφ (έναν από τους σωτήρες του Λενινγκράντ), Νικολάι Νικολάγεβιτς Βόρονοφ (ΠΒ) και Ροντιόν Μιχάιλοβιτς Μαλινόφσκι ή τον ήρωα του Σταλινγκράντ Αλεξάντρ Ιλίτς Ροντίμτσεφ, χωρίς να ξεχνούμε τον Ντμίτρι Γκριγκόριεβιτς Πάβλοφ που εκτελέστηκε το 1941 μετά την ταπεινωτική συντριβή στη Λευκορωσία.

[2] Ενδεικτικό των αστοχιών των Σοβιετικών είναι και το ότι από τις εμπειρίες τους στον Ισπανικό Εμφύλιο συνήγαγαν εσφαλμένα συμπεράσματα. Π.χ., έκριναν ότι τα άρματα μάχης δεν είχαν ιδιαίτερη αξία ως αυτοτελές όπλο επίθεσης και για αυτό και διέλυσαν τις μονάδες ΤΘ του Κόκκινου Στρατού, κάτι το οποίο πλήρωσαν ακριβά κατά το πρώτο διάστημα της γερμανικής εισβολής. Το μόνο ωφέλιμο συμπέρασμα για τους Σοβιετικούς ήταν τελικά η χρησιμότητα των πολεμικών αεροσκαφών για να πλήττουν στόχους στο έδαφος. Για τον λόγο αυτό σχεδίασαν και ανέπτυξαν το περίφημο Ιλιούσιν 2 Στουρμόβικ το οποίο αποδείχθηκε υπερπολύτιμο κατά τον Β΄ ΠΠ.


Γ.   Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΒΑΘΜΟ ΟΜΟΙΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΩΝ

α.   Ένα συμπαγές εθνικιστικό στρατόπεδο

Ο Φράνκο δεν προοριζόταν από την αρχή για ηγέτης των πραξικοπηματιών. Ο αρχαιότερος κι ανώτερος σε βαθμό ήταν ο στρατηγός Σανχούρχο, σκοτώθηκε όμως σε αεροπορικό δυστύχημα επιχειρώντας να επιστρέψει στην Ισπανία από τον τόπο εξορίας του, το Εστορίλ της Πορτογαλίας [3]. Εγκέφαλος του πραξικοπήματος ήταν ο Εμίλιο Μόλα. Και ο Μόλα σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα κατά την εκστρατεία κατάληψης της Χώρας των Βάσκων, στις αρχές του θέρους του 1937. Πιο εσωστρεφής από τον Φράνκο, είχε χάσει ήδη πολύτιμο έδαφος στον αγώνα για την αρχηγία. Ο Φράνκο έχαιρε, ούτως ή άλλως, εκτίμησης μεταξύ των συναδέλφων του για τις στρατιωτικές ικανότητές του, έχοντας διοικήσει τη Στρατιά της Αφρικής. Ήταν επίσης ο άνθρωπος με τις καλύτερες διασυνδέσεις με το περιβάλλον του Αδόλφου Χίτλερ [4], άρα ο καταλληλότερος για να εξασφαλίσει την απαραίτητη στρατιωτική βοήθεια. Υπήρξε, τέλος, τυχερός και ικανός ώστε να εκμεταλλευθεί όλες τις συγκυρίες και να διαμορφώσει τις κατάλληλες συνθήκες για να εδραιώσει την εξουσία του.

Το εθνικιστικό στρατόπεδο δεν ήταν από την αρχή ομοιογενές. Περιελάμβανε καθολικούς δεξιούς, φιλομοναρχικούς διαφόρων τάσεων, καθαρόαιμους φασίστες όπως τα μέλη της Φάλαγγας κ.ά. Δεν είχαν όλοι τον ίδιο στόχο για το μέλλον. Παλινόστηση της μοναρχίας, εγκαθίδρυση απολυταρχικού καθεστώτος στα πρότυπα της δικτατορίας του Μιγέλ Πρίμο δε Ριβέρα και επιβολή φασιστικού κράτους στα ιταλικά πρότυπα ήταν μερικές μόνον από τις επιλογές. Καθοριστική για τη συνοχή του εθνικιστικού στρατοπέδου υπήρξε η συμβολή της Εκκλησίας που γρήγορα συντάχθηκε με τους στασιαστές. Έδωσε στη στρατιωτική εκστρατεία χαρακτήρα σταυροφορίας κατά των άθεων κομμουνιστών, για την προάσπιση της «αιώνιας Ισπανίας», δίχως άλλο καθολικής. Και διασφάλισε την απαραίτητη λαϊκή υποστήριξη για το εγχείρημα των στασιαστών.

Αντιθέτως προς ό,τι διατείνονται οι Δημοκρατικοί, οι εθνικιστές δεν στερούνταν λαϊκής βάσης. Δεν αμφισβητείται ότι η εκκλησιαστική ιεραρχία και ο κλήρος, οι γαιοκτήμονες και οι βιομήχανοι υποστήριζαν ένθερμα το πραξικόπημα. Δεν ήταν, όμως, μόνον αυτοί. Μεταξύ κυρίως των αγροτικών και πιο συντηρητικών στρωμάτων υπήρχαν αρκετοί που αντιμετώπιζαν με τρόμο την προοπτική ανάληψης της εξουσίας από την Αριστερά.

Ο Φράνκο ομογενοποίησε με επιδεξιότητα το σύνολο αυτό. Όσους θεωρούσε επικίνδυνους πολιτικούς αντιπάλους τους εξόντωσε, πολιτικά, ηθικά, ακόμη και φυσικά. Μετά την εκτέλεση του υιού Πρίμο δε Ριβέρα από τους Δημοκρατικούς τον Νοέμβριο του 1936 μπορούσε ανενόχλητος να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό του: την ενοποίηση όλων των συστατικών στοιχείων του «εθνικού στρατοπέδου» σε ένα ενιαίο κόμμα, το οποίο ονόμασε «Falange Española Tradicionalista y de las Juntas de Ofensiva Nacional Sindicalista (Ισπανική Φάλαγγα των Παραδοσιακών Αξιών και Επιτροπές Συνδικαλιστικής Εθνικής Επίθεσης)» (19 Απριλίου 1937). Η εξουσία του δεν επρόκειτο να αμφισβητηθεί ποτέ ξανά. Οι έριδες και οι αντιπαλότητες αφορούσαν πλέον τη νομή των θέσεων εξουσίας υπό τον Χενεραλίσιμο.

β.   Έριδες κι ανομοιογένεια

Τα συστατικά του δημοκρατικού στρατοπέδου είναι εξαιρετικά ανομοιογενή. Κεντρώα και κεντροαριστερά κόμματα, σοσιαλιστές διαφόρων τάσεων, «ορθόδοξοι» κομμουνιστές, αντιφρονούντες ως προς τη γραμμή της Μόσχας κομμουνιστές, αναρχικοί. Οι μεταξύ τους διαφωνίες θα αποκρυσταλλωθούν μέσω της δημιουργίας δύο τάσεων: διαφύλαξη της αστικής δημοκρατίας ή επανάσταση. Η αντιπαλότητα αυτή θα εξελιχθεί μεταξύ 3ης και 7ης Μαΐου 1937 σε έναν πραγματικό εμφύλιο εντός του μεγαλύτερου, ιδίως στη Βαρκελώνη. Οι δυνάμεις της «τάξης» (σοσιαλιστές, κομμουνιστές, σώματα ασφαλείας) συγκρούονται με εκείνες της «επανάστασης» (αναρχικοί, POUM). Οι ένοπλες συγκρούσεις έχουν ως αποτέλεσμα 400 έως 500 νεκρούς και χίλιους τραυματίες. Στο στόχαστρο των επικρίσεων βρίσκεται το ΚΚΙ. Σταλινικό, ενεργούμενο της Μόσχας, δήμιος της επανάστασης, ολετήρας της ενότητας του δημοκρατικού στρατοπέδου, κι άλλα πολλά. Πόσο δικαιολογημένες είναι, τελικά, οι επικρίσεις αυτές;

– Η διάλυση του POUM

«Η γενικότερη μεταστροφή προς τα δεξιά ανάγεται περίπου στο διάστημα Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 1936, όταν η ΕΣΣΔ άρχισε να προμηθεύει με όπλα την κυβέρνηση και όταν η εξουσία άρχισε να περνά από τους αναρχικούς στους κομμουνιστές… Οι Ρώσοι ήταν σε θέση να επιβάλουν τους όρους τους. Δίχως αμφιβολία, οι όροι αυτοί ήταν οι εξής: “εμποδίστε την επανάσταση, διαφορετικά δεν θα σας δώσουμε όπλα!” Δίχως αμφιβολία, το πρώτο χτύπημα κατά των στοιχείων της επανάστασης, η εκδίωξη του POUM από την Κυβέρνηση της Περιφέρειας της Καταλωνίας, δόθηκε κατόπιν διαταγών της ΕΣΣΔ». [Τζωρτζ Όργουελλ «Φόρος Τιμής στην Καταλωνία»]

Πολιτοφύλακες του POUM στους στρατώνες "Λένιν" της Βαρκελώνης/ στο βάθος ξεχωρίζει λόγω ύψους ο Τζ. Όργουελλ

Πολιτοφύλακες του POUM στους στρατώνες «Λένιν» της Βαρκελώνης/ στο βάθος ξεχωρίζει λόγω ύψους ο Τζ. Όργουελλ

Το 1935, ο Αντρέου Νιν και ο Τζοακίν Μωρίν ιδρύουν στη Βαρκελώνη το Εργατικό Κόμμα Μαρξιστικής Ενοποίησης (Partido Obrero de Unificación Marxista/ Partit Obrer d’Unificació Marxista, POUM). Από την αρχή, υφίσται αντιπαλότητα μεταξύ ΚΚΙ και POUM. Οι «ορθόδοξοι» κομμουνιστές κατηγορούσαν το POUM ως τροτσκιστικό. Είναι αλήθεια ότι τα μέλη του είχαν εκδώσει ψήφισμα με το οποίο ζητούσαν να χορηγηθεί στον Τρότσκι πολιτικό άσυλο στην Καταλωνία. Όμως, η ηγεσία του κόμματος είχε ήδη συγκρουσθεί με τον Τρότσκι, του οποίου τη γραμμή, άλλωστε, δεν είχε ακολουθήσει. Εντούτοις, το ΚΚΙ ζήτησε και πέτυχε την απομάκρυνση του POUM από την Κυβέρνηση της Περιφέρειας της Καταλωνίας τον Δεκέμβριο του 1936. Μερικούς μήνες αργότερα, ενώ εξελίσσονται οι συγκρούσεις του Μαΐου του 1937, πράκτορες του σοβιετικού Εν Κα Βε Ντε (Λαϊκού Επιτροπάτου Εσωτερικών Υποθέσεων), υπό τις διαταγές του επικεφαλής τους Αλεξάντρ Ορλόφ, απάγουν τον Νιν, τον βασανίζουν και τον δολοφονούν. Τα υπόλοιπα ηγετικά στελέχη του POUM προσάγονται σε δίκη με τις κατηγορίες της πρόκλησης επανάστασης και της προετοιμασίας πραξικοπήματος για λογαριασμό των φρανκικών. Πολλοί κάνουν λόγο για μεταφορά των Δικών της Μόσχας στην Ισπανία. Εντούτοις, αν και τα μέλη του POUM καταδικάζονται για την πρώτη κατηγορία (σε ποινές φυλάκισης και κάθειρξης έως 15 ετών), αθωώνονται για τη δεύτερη.

Α. Νιν

Α. Νιν

– Η «απολύμανση» της CNT: Το καλοκαίρι του 1937, ο Παλμίρο Τολιάττι, απεσταλμένος της Κονιντέρν στην Ισπανία, προτείνει την εκκαθάριση της CNT, ώστε αυτή να απαλλαγεί από τα φιλοεπαναστατικά στοιχεία της. Χιλιάδες μέλη της συνελήφθησαν κι εκατοντάδες δικάστηκαν. Η μεγαλη αναρχοσυνδικαλιστική οργάνωση, όμως, δεν διαλύθηκε. Μετά την «απολύμανσή» της επανεντάχθηκε κανονικότατα στο δημοκρατικό στρατόπεδο και την κυβέρνηση.

Μικρή, αλλά αναγκαία απολογία του ΚΚΙ: Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 το ΚΚΙ είναι ένα μικρό κόμμα με 100 περίπου μέλη. Τον Ιούνιο του 1936, λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, τα μέλη του έχουν εκτοξευθεί στις 90 χιλιάδες. Ένα χρόνο αργότερα φθάνουν στον εντυπωσιακό αριθμό των 350 χιλιάδων. Το κόμμα ελέγχει τη συνδικαλιστική συνομοσπονδία της UGT και την κοινή με το Σοσιαλιστικό Κόμμα νεολαία. Η σοβιετική ενίσχυση και ανάμειξη στα πολιτικά πράγματα δεν είναι βέβαια αμέτοχη, αλλά δεν αρκεί για να εξηγήσει το γεγονός ότι, στην πράξη, το ΚΚΙ υπήρξε το πολιτικό κόμμα με τη μεγαλύτερη λαϊκή συμμετοχή. Ας αναφερθεί, ως μέτρο σύγκρισης, το ότι το ισχυρότερο, από άποψη εκλογικής δύναμης, ισπανικό κόμμα, το Σοσιαλιστικό, δεν ξεπερνά τα 75 χιλιάδες μέλη. Το ΚΚΙ ασκεί ιδιαίτερη επιρροή όχι μόνο στο προλεταριάτο, αλλά και στους υπόλοιπους μισθωτούς, τους αγρότες (και μάλιστα όχι τόσο στους ακτήμονες, αλλά τους μικροϊδιοκτήτες γης) και στους διανοούμενους.

Διαδήλωση του ΚΚΙ

Διαδήλωση του ΚΚΙ

Χωρίς να αμφισβητείται η επιρροή της Μόσχας, το ισπανικό κομμουνιστικό κόμμα δεν αποτελεί πάντα πειθήνιο όργανο εκτέλεσης των εντολών της σταλινικής ηγεσίας. Το ΚΚΙ εισέρχεται στην κυβέρνηση το φθινόπωρο του 1936, παρά την αντίθεση του Στάλιν. Συμβάλλει στην απομάκρυνση του Λάργο Καμπαγέρο από την πρωθυπουργία, μολονότι η Μόσχα συνέχιζε να τον υποστηρίζει. Απορρίπτει κατηγορηματικά την πρόταση του Στάλιν για διενέργεια εκλογών ώστε να ενισχυθεί η δημοκρατική νομιμοποίηση της κυβέρνησης με νωπή λαϊκή εντολή.

Σε ό,τι αφορά τον ρόλο του ΚΚΙ στο θέμα της ενότητας του δημοκρατικού στρατοπέδου, αυτό που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι το κομμουνιστικό κόμμα δεν έδρασε μόνο του στην προσπάθεια καταστολής των επαναστατικών στοιχείων. Έδρασε από κοινού με όλα τα κόμματα του κέντρου και της κεντροαριστεράς [Δημοκρατική Αριστερά (Izquierda Republicana) του ΠτΔ Αθάνια, Δημοκρατική Αριστερά της Καταλωνίας (Esquerra Republicana de Catalunya) του Λ. Κομπάνς, Δημοκρατική Ένωση (Unión Republicana) του Ντιέγο Μαρτίνεθ Μπάρριο], τους σοσιαλιστές και το μεγαλύτερο μέρος των ηγετικών στελεχών των αναρχικών οργανώσεων (CNT, FAI, οι οποίοι βρίσκουν την ευκαιρία να ξεφορτωθούν τους πιο ενοχλητικούς πολιτικούς αντιπάλους τους).

Η εμβληματική μορφή του ΚΚΙ: Ντολόρες Ιμπάρρουρι, (Πασιονάρια)

Η εμβληματική μορφή του ΚΚΙ: Ντολόρες Ιμπάρρουρι, (Πασιονάρια)

Το ΚΚΙ πόρρω απέχει από τους χαρακτηρισμούς του άσπιλου και του άμωμου. Η δαιμονοποίησή του, όμως, και η στοχοποίησή του ως υπεύθυνου του συνόλου των δεινών αμφοτέρων των αντιπάλων απέχει ακόμη περισσότερο από την ιστορική αλήθεια.

——————————————————————————————————–

Παρά τις εμφύλιες έριδες από τις οποίες σπαράσσεται, το δημοκρατικό στρατόπεδο θα κατορθώσει, κατά το μεγαλύτερο διάστημα του πολέμου να διατηρήσει την ενότητά του σε κυβερνητικό και στρατιωτικό επίπεδο (στον τομέα αυτό η σοβιετική βοήθεια κι επιρροή ήταν καθοριστική). Θεωρητικά, θα μπορούσε να κερδίσει τον πόλεμο. Εάν και εφόσον, βέβαια, δεχόταν έξωθεν βοήθεια.


[3] Κατά κάποιο τρόπο, ο Σανχούρχο προκάλεσε ο ίδιος τη μοίρα του. Μπορούσε να ταξιδέψει με το ίδιο οκταθέσιο αεροπλάνο που είχε μεταφέρει τον Φράνκο από την Τενερίφη στο Μαρόκο. Προτίμησε να ταξιδέψει με το μικρό διθέσιο που πιλόταρε ο επίλεκτος (και φιλομοναρχικός) αεροπόρος Χουάν Αντόνιο Ανσάλδο. Ο, εύσωμος, Σανχούρχο επέμενε να πάρει μαζί του πολλές αποσκευές. Ο Ανσάλδο τον προειδοποίησε ότι το αεροσκάφος δεν θα άντεχε τέτοιο βάρος. Ο στρατηγός απάντησε ότι «πρέπει να φοράω τα κατάλληλα ρούχα, τώρα που θα είμαι ο νέος καουντίγιο (ηγέτης) της Ισπανίας»! Το αεροπλάνο συνετρίβη κατά τη διαδικασία απογείωσης από το Εστορίλ. Ο πιλότος επέζησε.

[4] Βασικός σύνδεσμος πρέπει να ήταν ο ναύαρχος Βίλχελμ Κανάρις, επικεφαλής της υπηρεσίας πληροφοριών του γερμανικού στρατού. Ορισμένοι υποστηρίζουν επίσης ότι μεταξύ Φράνκο και Χίτλερ μεσολάβησαν Γερμανοί εγκατεστημένοι στο Ισπανικό Μαρόκο οι οποίοι ήταν μέλη της Οργάνωσης Εξωτερικού του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος.


Δ.   Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΔΥΤΙΚΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΩΝ

Η Ισπανική Δημοκρατία θα μπορούσε να επιβιώσει και τελικά να επικρατήσει αν είχε την υποστήριξη των δυτικών δημοκρατιών. Καμία δεν το βοήθησε εκτός από το φιλότιμο Μεξικό (την μόνη χώρα που ενίσχυσε αφιλοκερδώς τη νόμιμη κυβέρνηση), το οποίο έστειλε όσα όπλα μπορούσε, αγόραζε όπλα από τη διεθνή αγορά για λογαριασμό των Δημοκρατικών, παρείχε ανθρωπιστική βοήθεια κι υποσχέθηκε άσυλο σε όποιον κατέφευγε στην επικράτειά του σε περίπτωση ήττας. Ουσιαστική βοήθεια, όμως, μπορούσαν να παράσχουν μόνο η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία. Για διαφορετικούς λόγους και με διαφορετικούς τρόπους, αμφότερες επέλεξαν να κρατήσουν στάση ουδετερότητας που ευνοούσε στην πράξη αποκλειστικά τον Φράνκο.

α.   Γαλλία: Τη νύχτα της 19ης προς την 20ή Ιουλίου 1936, ο Ισπανός πρωθυπουργός Χοσέ Χιράλ ζητεί από τον Γάλλο ομόλογό του Λεόν Μπλουμ στρατιωτική βοήθεια για να καταστείλει το πραξικόπημα: αεροπλάνα, όπλα και πυρομαχικά. Το αίτημα του Χιράλ στηρίζεται σε διμερή συμφωνία που είχαν συνάψει οι δύο χώρες το 1935. Τι πιο λογικό για το ισπανικό Λαϊκό Μέτωπο από το να στραφεί για βοήθεια στους συντρόφους του γαλλικού; Ο Μπλουμ διαβουλεύεται με τους βασικούς υπουργούς του και, παρά τις έντονες μεταξύ τους διαφωνίες, δίνει καταρχήν θετική απάντηση. Πέντε ημέρες αργότερα κι αφού έχει μεσολαβήσει μια επίσημη επίσκεψη στο Λονδίνο αλλάζει την απόφασή του! Τι μεσολάβησε;

Λεόν Μπλουμ

Λεόν Μπλουμ

Οι λόγοι της μεταστροφής του Μπλουμ άπτονται τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής πολιτικής. Στο εσωτερικό ο Μπλουμ έχει να αντιμετωπίσει την κατηγορηματική αντίθεση του ελάσσονος, πλην όμως απαραίτητου, κυβερνητικού εταίρου, του Ριζοσπαστικού Κόμματος, αλλά και τις οργισμένες αντιδράσεις της Δεξιάς, η οποία διατείνεται ότι τυχόν στρατιωτική ενίσχυση στην Ισπανική Κυβέρνηση θα μεταφέρει τον εμφύλιο στη Γαλλία. Επιπλέον, υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες για τη στάση που θα τηρήσει ο στρατός: οι περισσότεροι ανώτατοι αξιωματικοί εμφορούνται από αισθήματα συμπάθειας προς τους Ισπανούς ομολόγους τους και τον Φράνκο.

Ακόμη πιο καθοριστικοί, όμως, είναι οι λόγοι εξωτερικής πολιτικής και, πιο συγκεκριμένα, η βρετανική στάση. Η βρετανική κυβέρνηση απειλεί τον Μπλουμ ότι αν βοηθήσει τους Δημοκρατικούς προκαλώντας γενικευμένη σύρραξη, τότε η Μεγάλη Βρετανία δεν πρόκειται να βοηθήσει τη Γαλλία σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης.

Είναι σαφές ότι ο Μπλουμ δεν ένιωθε ιδιαίτερα περήφανος ή ευτυχής για τις αποφάσεις του. Για αυτό, άλλωστε και επέτρεψε τελικά τη μυστική βοήθεια προς τους Δημοκρατικούς, μέσω ιδιωτικών συμφωνιών συνεργασίας [5].

β.   Μεγάλη Βρετανία: Οι επίσημες βρετανικές δικαιολογίες για την απόφαση περί ουδετερότητας αφορούσαν τη διασφάλιση της ειρήνης και την αποφυγή νέας πανευρωπαϊκής σύρραξης. Αυτό υποστήριζαν οι δύο Βρετανοί πολιτικοί αρχιτέκτονες της πολιτικής της μη επεμβάσεως, ο Υπουργός Εξωτερικών, επί πρωθυπουργίας σερ Στάνλευ Μπώλντουιν, Άντονυ Ήντεν και ο, μετέπειτα, πρωθυπουργός Άρθουρ Νέβιλλ Τσάμπερλαιν. Ο δεύτερος πίστευε επιπλέον ότι απέχοντας από την ισπανική σύγκρουση θα μπορούσε να κρατήσει τον Μουσσολίνι μακριά από τον Χίτλερ. Τα ίδια τα γεγονότα είχαν καταδείξει, πριν καν ο Τσάμπερλαιν γίνει πρωθυπουργός, ότι αυτό ήταν παραλογισμός.

Άντονυ Ήντεν

Άντονυ Ήντεν

Στην πραγματικότητα, η Βρετανική Κυβέρνηση επιλέγει στάση τυπικής ουδετερότητας, η οποία στην ουσία ευνοεί τους εθνικιστές, για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ο αντικομμουνισμός. Οι Βρετανοί πιστεύουν ότι οι κομμουνιστές και η Μόσχα ελέγχουν την ισπανική κυβέρνηση και ότι ενδεχόμενη ενίσχυση των Δημοκρατικών θα οδηγήσει στην επιβολή κομμουνιστικού καθεστώτος. Ο λόγος είναι φοβικός και έχει μεγαλύτερη σχέση με τις ιδεοληψίες παρά με την πραγματικότητα. Ο δεύτερος λόγος, όμως, είναι απολύτως ρεαλιστικός: η Βρετανία θέλει να προστατεύσει τα οικονομικά συμφέροντά της στην Ισπανία και κρίνει ότι η καλύτερη λύση για τον σκοπό αυτό είναι η επικράτηση του Φράνκο. Επισημαίνεται ότι η Βρετανία είναι ο κύριος εμπορικός εταίρος της Ισπανίας και ότι το ήμισυ σχεδόν των ξένων επενδύσεων στην Ισπανία ανήκουν σε βρετανικά συμφέροντα.

Στη Βρετανία, ιδιώτες έμποροι μπορούν να διαθέσουν προς πώληση το σύνολο του οπλισμού που θα χρειαζόταν η Ισπανική Δημοκρατία. Η νόμιμη κυβέρνηση, ελέγχοντας τα αποθέματα της Τράπεζας της Ισπανίας, έχει τα μέσα για να προβεί στην αγορά αυτή. Η Βρετανική Κυβέρνηση, όμως, απαγορεύει στους ιδιώτες να προμηθεύσουν το παραμικρό όπλο στους Δημοκρατικούς. Την ίδια ώρα, στο Γιβραλτάρ, οι βρετανικές αρχές αρνούνται τον ανεφοδιασμό των πλοίων των Δημοκρατικών με καύσιμα.

γ.   Το όνειδος του Συμφώνου Μη Επεμβάσεως και ο ξεπεσμός της Κοινωνίας των Εθνών: Την 1η Αυγούστου 1936, η Γαλλική Κυβέρνηση προτείνει τη σύναψη ενός διεθνούς συμφώνου μη επεμβάσεως. Στις 8 του ιδίου μηνός δίνει το παράδειγμα κλείνοντας τα σύνορα με την Ισπανία. Τελικά, όλα σχεδόν τα κράτη υπογράφουν το σύμφωνο (ανάμεσά τους η Γαλλία, η Βρετανία, η Ιταλία, η Γερμανία, η ΕΣΣΔ και… η Ελλάδα).

Η Ισπανική Κυβέρνηση είχε το διεθνές δίκαιο με το μέρος. Ακόμη κι αν ο πόλεμος ήταν τυπικά εμφύλιος, η έμπρακτη συμμετοχή Γερμανίας και Ιταλίας της έδινε το δικαίωμα να ζητήσει την αρωγή της Κοινωνίας των Εθνών. Η ΚτΕ αγνόησε εντελώς τα ισπανικά αιτήματα και παρέπεμψε το θέμα σε ad hoc επιτροπή η οποία θα είχε ως αρμοδιότητα την εφαρμογή του Συμφώνου Μη Επεμβάσεως!

Η ειδική επιτροπή συγκαλείται για πρώτη φορά στο Λονδίνο (πού αλλού;) στις 9 Σεπτεμβρίου κι αναθέτει στους στόλους της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ιταλίας να περιπολούν στα ισπανικά χωρικά ύδατα προκειμένου να εμποδίζουν κάθε πλοίο που θα μεταφέρει όπλα. Όλα αυτά, την ίδια ώρα που Γερμανία και Ιταλία μετέχουν κανονικότατα στη σύρραξη! Μόνον η ΕΣΣΔ αρθρώνει το αυτονότητο: είτε το σύμφωνο πρέπει να εφαρμοσθεί αυστηρά είτε απλούστατα να ακυρωθεί.

Με τη στάση της, η ΚτΕ έβλαψε πολλαπλά ένα μέλος της που, εν προκειμένω, είχε το δίκιο με το μέρος του:

  • Αρνήθηκε την παροχή βοήθειας μολονότι ήταν υποχρεωμένη προς τούτο.
  • Αναγνώρισε αργότερα (και υπό βρετανική πίεση) στους εθνικιστές την ιδιότητα του εμπολέμου μέρους, επιτρέποντάς τους να προμηθεύονται όπλα νόμιμα στην ελεύθερη αγορά.
  • Τελικά, απαγόρευσε την αγορά όπλων στη νόμιμη κυβέρνηση [6], καταδικάζοντάς την σε ήττα.

Η τελευταία περίοδος του πολέμου συνιστά ολοκληρωτική απογοήτευση σε ό,τι αφορά τη στάση των δημοκρατιών. Η κυβέρνηση Νταλαντιέ κλείνει τα γαλλοϊσπανικά σύνορα τον Ιούλιο του 1938, ενώ το γαλλικό ναυτικό αποκλείει τις ακτές της Καταλωνίας.


[5] Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η πρωτοβουλία του Αντρέ Μαλρώ να συγκροτήσει ένα μισθοφορικό σμήνος (España) που θα βοηθούσε την αεροπορία των Δημοκρατικών.

[6] Ιδιώτες επιχειρηματίες ορισμένων χωρών (Πολωνία, Ελλάδα) πούλησαν τελικά όπλα στην Ισπανική Κυβέρνηση. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Έλληνα επιχειρηματία Μποδοσάκη (ΠΥΡΚΑΛ), ο οποίος προμήθευε με όπλα και πυρομαχικά και τους δύο εμπολέμους: διέθετε στον Φράνκο όπλα τελευταίας τεχνολογίας σε συνήθεις τιμές αγοράς, ενώ στους Δημοκρατικούς όπλα παρωχημένης τεχνολογίας σε τιμές μαύρης αγοράς.


ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Α.   ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΜΙΑΣ ΑΙΜΑΤΗΡΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ

α.   Η ειρήνη ως συνέχεια του πολέμου

Η κατάσταση που διαδέχθηκε τον εμφύλιο δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως κατάσταση ειρήνης. Ο στρατιωτικός νόμος επρόκειτο να συνεχίσει να ισχύει για αρκετά χρόνια ακόμη. Το καθεστώς Φράνκο συνέχισε να εφαρμόζει τις ίδιες μεθόδους καταπίεσης και καταστολής. Οι πολιτικοί αντίπαλοι που δεν κατόρθωσαν να διαφύγουν εκτός Ισπανίας φυλακίζονταν, κρατούνταν σε στρατόπεδα (όπου αρκετοί από αυτούς έχασαν τη ζωή τους από τα βασανιστήρια, την πείνα, τα καταναγκαστικά έργα και τις κακουχίες), εκτελούνταν. Κάποιοι, ίσως πιο τυχεροί, περίπου 7 χιλιάδες αντάρτες, συνέχισαν τον ένοπλο αγώνα μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950, μπορεί κι αργότερα, σε απομακρυσμένες ορεινές περιοχές.

Πρόσφυγες σε στρατόπεδο της νότιας Γαλλίας

Πρόσφυγες σε στρατόπεδο της νότιας Γαλλίας

Οι περισσότεροι εξόριστοι βρίσκονταν στη Γαλλία. Κρατούνταν υπό άθλιες συνθήκες σε στρατόπεδα, από τα οποία δεν μπορούσαν να φύγουν αν δεν έβρισκαν απασχόληση ή κατατάσσονταν στον γαλλικό στρατό και συγκεκριμένα στη Λεγεώνα των Ξένων. Όταν η Γαλλία ηττήθηκε συντριπτικά από τη Γερμανία, πολλοί από αυτούς παραδόθηκαν από την κυβέρνηση του Βισύ και τους Γερμανούς στις ισπανικές αρχές, με τις αναμενόμενες συνέπειες. Περίπου 40 χιλιάδες κατέληξαν στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και θανάτου (οι περισσότεροι στο Μάουτχάουζεν). Αρκετοί βγήκαν στην παρανομία και συμμετείχαν στη γαλλική αντίσταση. Άλλοι υπηρέτησαν στις ελεύθερες γαλλικές δυνάμεις. Μεταξύ των πρώτων που μπήκαν στο Παρίσι μετά την απελευθέρωση ήταν και μονάδες αποτελούμενες από Ισπανούς μαχητές (ο 9ος Λόχος της ΙΙ Τεθωρακισμένης Μεραρχίας των ελεύθερων γαλλικών δυνάμεων).

Όλοι αυτοί ήλπιζαν ότι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ο θρίαμβος των συμμάχων θα είχε ως συνέπεια και την πτώση του καθεστώτος Φράνκο. Πλανήθηκαν πλάνη οικτρά. Ο ψυχρός πόλεμος έδωσε στο καθεστώς της Μαδρίτης δεύτερη πνοή, παρέχοντας στον Φράνκο την ευκαιρία να εμφανισθεί ως υπέρμαχος των δυτικών αξιών στον αγώνα κατά του κομμουνισμού.

β.   Απολογισμός θυμάτων

Ο ακριβής υπολογισμός του αριθμού των θυμάτων είναι ιδιαιτέρως δυσχερής. Υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου έχασαν τη ζωή τους περίπου 600 χιλιάδες άνθρωποι, από τους οποίους οι 330 χιλιάδες ήταν στρατιώτες και οι υπόλοιποι άμαχοι. Μισό εκατομμύριο είναι εξόριστοι, ενώ άλλοι τόσοι κρατούμενοι σε φυλακές και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Φράνκο (είχε και η Ισπανία το γκουλάγκ της). 50 χιλιάδες από τους δεύτερους θα εκτελεστούν στο διάστημα 1939-1945.

γ.   Θηριωδίες

Ανθολογία μίσους και βίας

– Ο Ρικάρδο δε λα Πουέντε Μπααμόνδε ήταν πρώτος εξάδελφος του Φράνκο. Όταν έγινε το πραξικόπημα υπηρετούσε ως διοικητής του στρατιωτικού αεροδρομίου του Τετουάν στο Ισπανικό Μαρόκο. Τόλμησε να ψελλίσει κάτι περί νόμιμης κυβέρνησης και συνελήφθη. Μόλις έφθασε ο εξάδελφός του στο Μαρόκο, οι συνεργάτες του τον ενημέρωσαν: «Όσους δεν συντάσσονται μαζί μας τους περνούμε από στρατοδικείο με συνοπτικές διαδικασίες και τους εκτελούμε. Ξέρετε, όμως, έχουμε τον εξάδελφό σας. Τι να κάνουμε στρατηγέ;» Η απάντηση του Φράνκο ήταν άμεση: «Να τον περάσετε στρατοδικείο και να τον εκτελέσετε»! Ο άτυχος εξάδελφος εκτελέσθηκε στις 4 Αυγούστου [7].

Ρ. δε λα Πουέντε

Ρ. δε λα Πουέντε

– «Αν για να επιτύχω τον σκοπό μου χρειαζόταν να εκτελέσω τον μισό πληθυσμό της Ισπανίας, θα το έκανα δίχως κανένα δισταγμό!» (Φρανθίσκο Φράνκο).

– Τις τελευταίες ημέρες του Ιουλίου του 1936 διοργανώθηκε στη Βαρκελώνη μια μακάβρια έκθεση. Τα εκθέματα δεν ήταν κάτι άλλο παρά τα μουμιοποιημένα πτώματα των καλογριών της παρακείμενης μονής των Σαλεσιανών. Η βεβήλωση αυτή (η οποία υποτίθεται ότι απεδείκνυε στον λαό τα βασανιστήρια που υπέμεναν εν ζωή όσες υπηρετούσαν τη θρησκεία) ζημίωσε ιδιαιτέρως το δημοκρατικό στρατόπεδο σε επικοινωνιακό επίπεδο.

Βαρκελώνη, τέλος Ιουλίου 1936

Βαρκελώνη, τέλος Ιουλίου 1936

– «Κάποτε, δύο αναρχικοί μου διηγήθηκαν τον τρόπο με τον οποίο, μαζί με συντρόφους τους, είχαν αιχμαλωτίσει δύο ιερείς. Τον πρώτο τον εκτέλεσαν επί τόπου με μια πιστολιά, παρουσία του άλλου. Έπειτα είπαν στον δεύτερο ότι ήταν ελεύθερος κι ότι μπορούσε να φύγει. Δεν θα είχε κάνει ούτε είκοσι βήματα όταν τον πυροβόλησαν και τον σκότωσαν κι εκείνον. Ο άνθρωπος που μου διηγούταν την ιστορία έμεινε έκπληκτος όταν διαπίστωσε ότι δεν είχα σκάσει στα γέλια» [8].

–  Το τριήμερο 15-17 Αυγούστου 1936 οι στρατιώτες του Γιαγουέ οδηγούν 2 έως 3 χιλιάδες άτομα, άνδρες και γυναίκες, στην αρένα ταυρομαχιών του Μπαδαχόθ στην Εστρεμαδούρα όπου και τους εκτελούν με πολυβόλα [9].

Μπαδαχόθ

Μπαδαχόθ

Η καταστολή εκ μέρους του εθνικιστικού στρατοπέδου είναι μακροχρόνια (διότι συνεχίζεται και μετά τη λήξη του πολέμου) και συστηματική. Εκτελούνται όλοι όσοι θεωρούνται φύσει και θέσει ύποπτοι για συμπάθεια προς τη Δημοκρατία ή μη συμβατοί με το ιδεώδες της «πατριωτικής και καθολικής Ισπανίας»: μέλη αριστερών κομμάτων, συνδικαλιστές, δήμαρχοι και μέλη δημοτικών συμβουλίων, εκπαιδευτικοί, ελευθεροτέκτονες, ομοφυλόφιλοι. Συνολικά τα θύματα ανέρχονται στις 130 έως 150 χιλιάδες.

Οι θηριωδίες τις οποίες διαπράττει το δημοκρατικό στρατόπεδο είναι πιο «αυθόρμητες» και περιορισμένες χρονικά. Στη συντριπτική πλειονότητά τους ανάγονται στο «σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας» του 1936. Τα θύματα ανήκουν στις κατηγορίες τις οποίες τα επαναστατικά στοιχεία θεωρούν εκπρόσωπους της παλαιάς ολιγαρχίας: ιερείς και μοναχοί, γαιοκτήμονες, βιομήχανοι, δικαστικοί και μέλη ακροδεξιών οργανώσεων (φιλομοναρχικοί και φαλαγγίτες). Μετά το φθινόπωρο του 1936 και τη συγκρότηση ισχυρής κυβερνησης οι εκτελέσεις περιορίζονται στις περιπτώσεις εκείνων που καταδικάζονται από στρατοδικεία. Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων της βίας του δημοκρατικού στρατοπέδου ανέρχεται σε 50 χιλιάδες νεκρούς [10].

Β.   Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥ ΙΣΠΑΝΙΚΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ

Το γεγονός ότι ο Ισπανικός Εμφύλιος έχει χαραχτεί στη μνήμη των Ευρωπαίων και το ότι αποτελεί ακόμη και σήμερα ζήτημα μεγάλου ενδιαφέροντος και έντονης διαμάχης δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει. Από την αρχή του, άλλωστε, ο Ισπανικός Εμφύλιος υπήρξε τόσο πόλεμος όπλων όσο και λέξεων. Η προπαγάνδα, ο ήχος και η εικόνα, χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά κι από τα δύο στρατόπεδα.

Αυτό που εκ πρώτης όψεως εκπλήσσει είναι ότι οι αφηγήσεις για τον Ισπανικό Εμφύλιο είναι περισσότερες από δύο. Εκείνη των νικητών είναι ενιαία, πλην όμως δυναμική, καθώς εξελίσσεται μέσα στον χρόνο προσαρμοζόμενη στις εκάστοτε συγκυρίες. Αντιθέτως, στο στρατόπεδο των ηττημένων οι αφηγήσεις είναι πολλές: κεντροαριστερή, κομμουνιστική, αναρχική, ενδεχομένως κι άλλες. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ότι η πλευρά των νικητών ή των συμπαθούντων τους νικητές χρησιμοποιεί συχνά επιχειρήματα αντλούμενα από κάποιες από τις αφηγήσεις των ηττημένων. Αυτό συνέβαινε συχνά στο πλαίσιο της ψυχροπολεμικής περιόδου, προκειμένου να πληγεί το κύρος των κομμουνιστών. Συνεχίζει να συμβαίνει ακόμη και σήμερα.

α. Η εθνικιστική αφήγηση

Αρχικά, η επίσημη εθνικιστική αφήγηση για τον Ισπανικό Εμφύλιο έχει χαρακτήρα σαφώς πολεμικό (η στάση είναι εύλογη προκειμένου περί καθεστώτος που εδραίωσε τη νομιμοποίησή του ακριβώς στην εμφύλια σύγκρουση). Εντάσσεται στο πλαίσιο μιας συνολικής «πατριωτικής» αναθεώρησης της ισπανικής Ιστορίας, κατά την οποία ο πόλεμος του 1936-1939 αποτελεί το τελευταίο κεφάλαιο μιας ένδοξης πορείας. Ο Φράνκο παρουσιάζεται ως σύγχρονος σταυροφόρος που ηγείται μιας νέας Ρεκονκίστα. Η 1η Απριλίου γιορτάζεται ως Ημέρα της Νίκης. Η αντίσταση της πολιορκημένης φρουράς του Αλκάθαρ του Τολέδου προβάλλεται ως πράξη ύψιστου ηρωϊσμού. Όταν το 1946 εγκαινιάζεται στη Μαδρίτη μουσείο αφιερωμένο στον «πατριωτικό» πόλεμο, η μακέτα του βομβαρδισμένου από τους Δημοκρατικούς Αλκάθαρ κατέχει περίοπτη θέση. Η κωμόπολη του Μπελτσίτε στην Αραγωνία δεν ανοικοδομείται ποτέ: τα ερείπιά της παραμένουν ως αδιάψευστη μαρτυρία της βαρβαρότητας των «κόκκινων και των αυτονομιστών». Ο φόρος τιμής στους «Πεσόντες» (Caídos) αποκτά χαρακτήρα σχεδόν θρησκευτικής λατρείας. Την 1η Απριλίου του 1959 εγκαινιάζεται το πιο μεγαλεπήβολο έργο που οραματίσθηκε ο Φράνκο, η Κοιλάδα των Πεσόντων (Valle de los Caídos), έργο για το οποίο εργάσθηκαν ως δούλοι χιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι. Ένας γιγαντιαίος σταυρός ύψους 140 μέτρων ορθώνεται πάνω από τον βραχώδη λόφο στον οποίο είναι λαξεμένη η βασιλική όπου αναπαύονται οι νεκροί και οι ήρωες του εθνικού στρατοπέδου και όπου τάφηκε κι ο ίδιος ο Φράνκο.

Valle de los Caídos

Valle de los Caídos

Από τη δεκαετία του 1960 και μετέπειτα το καθεστώς Φράνκο αρχίζει να απαλύνει τους τόνους. Επισημαίνεται ο ρόλος του εθνικού στρατοπέδου ως αυτού που χάρισε στην Ισπανία ειρήνη κι ευημερία. Το ύφος γίνεται σχεδόν συμφιλιωτικό, ειδικά αφότου ο Φράνκο αποφασίζει να ορίζει ως διάδοχο στην εξουσία τον μετέπειτα βασιλιά Χουάν Κάρλος των Βουρβώνων (1969).

β.   Η εποχή της συμφιλίωσης;

Μετά τον θάνατο του Φράνκο, η μεταβατική κυβέρνηση επιτυγχάνει το 1977, με ευρεία συναίνεση, την ψήφιση του νόμου περί αμνηστείας όσον αφορά πολιτικά αδικήματα. Ο άμεσος στόχος είναι η απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων και η δυνατότητα επιστροφής στη χώρα όσων είναι εξόριστοι και διώκονται στην  Ισπανία για πράξεις που σχετίζονται με τον εμφύλιο. Ο ίδιος νόμος, όμως, απαλλάσσει από κάθε ποινική ευθύνη και όσους από το στρατόπεδο των εθνικιστών ενέχονται σε ανάλογες πράξεις βίας.

Στον δημόσιο λόγο, επικρατεί μάλλον σιωπή για την εποχή του εμφυλίου. Ο πόλεμος αντιμετωπίζεται ως ένα οδυνηρό γεγονός που έπληξε το σύνολο της ισπανικής κοινωνίας και του ισπανικού έθνους, χωρίς να αναζητούνται και να αποδίδονται ευθύνες. Μνημεία και επέτειοι του φρανκικού καθεστώτος αναβαπτίζονται πρόχειρα (η 1η Απριλίου γίνεται «Ημέρα των Ενόπλων Δυνάμεων») ώστε να δοθεί έμφαση στο πνεύμα συμφιλίωσης και στην παραδοχή ότι κάτι τέτοιο δεν πρέπει να συμβεί ποτέ ξανά. Θα χρειαστεί, πάντως, να φτάσουμε στο 2002 για να καταδικάσει επιτέλους επίσημα το Ισπανικό Κοινοβούλιο, με ψήφισμά του, το πραξικόπημα του 1936. Είχαν προηγηθεί ιδιαιτέρως έντονες πιέσεις της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ [11].

γ.   Εποχή επανεκτίμησης ή εποχή αναζωπύρωσης των παθών

Τα τελευταία είκοσι χρόνια ο εμφύλιος έχει επιστρέψει στο προσκήνιο. Οι αποκαλύψεις για τον αυταρχικό και βίαιο χαρακτήρα του φρανκικού καθεστώτος είναι πολλές. Το 2007, η κυβέρνηση Θαπατέρο θέτει σε ισχύ τον νόμο περί ανακτήσεως της ιστορικής μνήμης. Τα σύμβολα του φρανκισμού αποσύρονται διακριτικά από τον δημόσιο χώρο (αγάλματα, οδωνύμια κ.λπ.). Πολλά, όμως, ζητήματα παραμένουν ανοιχτά.

– Η εκταφή των οστών των θυμάτων εκτελέσεων που βρίσκονται σε μαζικούς τάφους. Η εκταφή είναι νόμιμη βάσει του νόμου του 2007, αλλά καταλείπεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία.

Μαζικός τάφος κοντά στο Μπούργκος

Μαζικός τάφος κοντά στο Μπούργκος

– Μέρος της Αριστεράς επιζητεί την απόδοση ποινικών ευθυνών για τα εγκλήματα του φρανκικού καθεστώτος, παρά τον νόμο περί αμνηστείας (π.χ. προσπάθειες του δικαστή Μπαλτάσαρ Γαρθόν να ασκήσει ποινικές διώξεις επικαλούμενος μη υποκείμενα σε παραγραφή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας).

– Ορισμένα αριστερά κόμματα (Ποδέμος) εστιάζουν την κριτική τους στις ιστορικές ευθύνες για την πολιτική αμνήστευσης, σιωπής και λήθης, κατηγορώντας τη συναίνεση τμήματος της αριστεράς και της κεντροαριστεράς στον νόμο του 1977.

– Μέρος της συντηρητικής παράταξης επιχειρεί με τη σειρά του να αναδείξει τις θηριωδίες του στρατοπέδου των Δημοκρατικών (προσπάθειες της Εκκλησίας για την αγιοποίηση «μαρτύρων», δηλαδή ορισμένων εκ των θυμάτων της κατά των Εμφύλιο). Παράλληλα πληθαίνουν οι εκδόσεις βιβλίων των οποίων οι συγγραφείς [12] δεν είναι συνήθως πανεπιστημιακοί (ή δεν είναι καν ιστορικοί) και στα οποία υποστηρίζεται μια «αναθεωρητική» ερμηνεία των γεγονότων του εμφυλίου: ως αφετηρία δεν λογίζεται πια το 1936 (η θεωρία ότι το πραξικόπημα απέτρεψε επανάσταση έχει πλέον εγκαταλειφθεί), αλλά το 1934 και τα γεγονότα της Αστουρίας, έτσι ώστε το βάρος της ευθύνης να πέσει στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών.

Ο Βάσκος ηγέτης Χ. Α. Αγκίρρε

Ο Βάσκος ηγέτης Χ. Α. Αγκίρρε

– Στην Καταλωνία και τη Χώρα των Βάσκων προωθείται μια νέα «εθνικιστικού» χαρακτήρα ερμηνεία του εμφυλίου. Αποσιωπώντας τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές πτυχές της σύγκρουσης, ορισμένοι παρουσιάζουν τη σύγκρουση ως εθνικού χαρακτήρα: ο Φράνκο είναι ο εξωτερικός εισβολέας που επιτίθεται σε δημοκρατικές κοινωνίες διαφορετικής εθνοτικής σύνθεσης.


80 χρόνια μετά το ξεκίνημά του και 77 μετά το τέλος του, ο Ισπανικός Εμφύλιος δεν παύει να παθιάζει και να διχάζει. Εμπνέει όνειρα και ιδανικά, στοιχειώνει εφιάλτες. Αποτελεί φορέα μύθων και διηγήσεων. Αν οι πληγές του έχουν σε κάποιο βαθμό ξεπεραστεί, με το πέρασμα του χρόνου, η ιστορική ερμηνεία του δεν έχει πάψει να αποτελεί το αντικείμενο έντονων διαφωνιών.


[7] Υποστηρίζεται και η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή η εκτέλεση έγινε εν αγνοία του Φράνκο.

[8] Επιστολή της Σιμόν Βέιγ στον Ζωρζ Μπερνανός, Ζ. Μπερνανός «Ανέκδοτη αλληλογραφία, 1934-1948», εκδ. Plon, Παρίσι 1971, σελ. 200.

[9] Το γεγονός αυτό θα προκαλέσει και τη μεταστροφή του Γάλλου συγγραφέα Φρανσουά Μωριάκ (η οποία θα ολοκληρωθεί με τον βομβαρδισμό της Γκερνίκα). Ο Μωριάκ είχε αρχικά ταχθεί (και αρθρογραφήσει) με θέρμη υπέρ της αρχής της μη επεμβάσεως.

[10] Οι αριθμοί αυτοί των θυμάτων προέρχονται από τους υπολογισμούς του Paul Preston («El holocausto español… », 2011) οι οποίοι είναι και οι πλέον πρόσφατοι. Το 1999 ο Santos Juliá («Victimas de la guerra civil…») υπολόγιζε τα θύματα της βίας των εθνικιστών στις 130 χιλιάδες και των δημοκρατικών στις 55 έως 60 χιλιάδες.

[11] Η καθυστερημένη αυτή καταδίκη είναι κατά μείζονα λόγο επικριτέα αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το ίδιο κοινοβούλιο δεν είχε καμία απολύτως αναστολή να τιμήσει επίσημα τη δράση της ισπανικής Κυανής Μεραρχίας (División Azul), η οποία είχε πολεμήσει στο Ανατολικό Μέτωπο στο πλευρό των ναζί.

[12] Ο Πίο Μόα είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της τάσης. Τα βιβλία του γνωρίζουν μεγάλη εμπορική επιτυχία στην Ισπανία.


 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Michael ALPERTA New International History of the Spanish Civil War”, Palgrave Macmillan, Λονδίνο, 1994 (δεύτερη έκδοση, 2004).

Michael ALPERT «El ejército popular de la República, 1936-1939», Crítica, Βαρκελώνη, 2007/ αγγλική έκδοση: “The Republican Army in the Spanish Civil War”, Cambridge University Press, Καίμπριτζ, 2007.

Julio ARÓSTEGUI και François GODICHEAU (επιμ.)  « Guerra Civil. Mito y Memoria », Marcial Pons, Μαδρίτη, 2006.

Antony BEEVORThe Battle for Spain – The Spanish Civil War, 1936-1939”, Penguin, Λονδίνο 2006/ ελληνική έκδοση: «Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος, 1936-1939», εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα, 2006.

Bartolomé BENNASSAR « Franco », Tempus, Perrin, Παρίσι, 2002 (πρώτη έκδοση: 1995).

Bartolomé BENNASSAR « La guerre d’Espagne et ses lendemains », Tempus, Perrin, Παρίσι, 2006.

Jean-François BERDAH « La démocratie assassinée. La République espagnole et les grandes puissances, 1931-1939 », Berg international, Παρίσι, 2000.

Jean-François BERDAH « L’internationalisation de la guerre », σε CANAL και DUCLERT infra, σελ. 76-87.

Jean-François BERDAH « Solidarités internationales et engagements individuels », σε CANAL και DUCLERT infra, σελ. 117-132.

Burnett BOLLOTENThe Spanish Civil War: Revolution and Counterrevolution”, The University of North Carolina Press, Chapel Hill, 1991, τελευταία έκδοση: 2015/γαλλική έκδοση: « La Guerre d’Espagne. Révolution et contre-révolution, 1934-1939 », Agone, Μασσαλία, 2014.

Tom BUCHANAN “Britain and the Spanish Civil War”, Cambridge University Press, Καίμπριτζ, 1997.

Jordi CANAL και Vincent DUCLERT (επιμ.) « La Guerre d’Espagne – Un conflit qui a façonné l’Europe », Armand Colin, Παρίσι, 2016.

Ricardo de la CIERVA y de HOCES « Historia de la guerra civil española », τ. Ι, « Perspectivas y antecedentes  1898-1936 », San Martín, Μαδρίτη, 1969.

Geneviève DREYFUS-ARMAND και Émile TEMIME « Les camps sur la plage. Un exil espagnol », Autrement, Παρίσι, 1995.

Vincent DUCLERT « L’engagement des intellectuels ou l’examen de conscience de la démocratie européenne », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 174-188.

Diego GASPAR CELAYA « En résistance : la guerre continue », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 150-162.

François GODICHEAU « La Guerre d’Espagne : République et révolution en Catalogne », Odile Jacob, Παρίσι, 2004.

François GODICHEAU « La fin des légendes », L’Histoire, n° 427, septembre 2016, σελ. 34-47.

Eduardo GONZÁLEZ CALLEJA « La Seconde République », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 10-31.

Eduardo GONZÁLEZ CALLEJA « La Guerre Civile dans la mémoire collective des Espagnols », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 263-276.

Fernando HERNÁNDEZ SÁNCHEZ « Les communistes, marionnettes de Moscou ? », L’Histoire, n° 427, septembre 2016, σελ. 48-51.

Santos JULIÁ (επιμ.)  « Victimas de la guerra civil », Temas de Hoy, Μαδρίτη, 1999.

Santos JULIÁ « Vida y tiempo de Manuel Azaña », Taurus, Μαδρίτη, 2008.

Ian KERSHAWTo Hell and Back – Europe 1914-1949”, Allen Lane, Λονδίνο 2015/ επανέκδοση: Penguin Books, Λονδίνο, 2016, σελ. 126-127, 227-228, 238-241, 303-315.

Célia KEREN « Sur les routes – Exilés et réfugiés de la guerre d’Espagne », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 132-149.

Jean LOPEZ « 988 jours de guerre civile », Guerres & Histoire, n° 31, juin 2016, σελ. 34-39.

Jean LOPEZ « L’aide étrangère emporte la décision », Guerres & Histoire, n° 31, juin 2016, σελ. 42-45.

Jean LOPEZ « Un peuple, deux armées très différentes », Guerres & Histoire, n° 31, juin 2016, σελ. 46-49.

Stéphane MICHONNEAU « Les fantômes ont la vie dure », L’Histoire, n° 427, septembre 2016, σελ. 56-61.

Stéphane MICHONNEAU « Ruines et monuments de la Guerre Civile espagnole », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 245-262.

Frédéric MONIER « Le désengagement des démocraties : l’invention française de la non-intervention », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 106-116.

Xavier MORENO JULIÁ « L’Espagne de Franco et l’Axe », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 163-173.

Stanley G. PAYNEThe Spanish Civil War, the Soviet Union, and Communism”, Yale University Press, New Haven, 2004.

Xavier PLA « Le mythe de la Guerre Civile espagnole, la mémoire historique et le roman », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 190-203.

Paul PRESTON (επιμ.) “The Coming of the Spanish Civil War. Reform, reaction and revolution in the Second Republic”, Routledge, Λονδίνο, 1994.

Paul PRESTON « El holocausto español : odio y exterminio en la Guerra Civil y después », Debate, Βαρκελώνη, 2011/ έκδοση στα αγγλικά: “The Spanish Holocaust”, W. W. Norton & Co Inc., Νέα Υόρκη, 2012.

Élodie RICHARD και Charlotte WORMS « Transition historiographique ? Retour sur quatre-vingt ans d’histoire de l’Espagne, de la Seconde République à la transition », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 277-313.

Rémi SKOUTELSKI « L’espoir guidait leur pas : les volontaires français dans les Brigades internationales, 1936-1939 », Grasset, Παρίσι, 1988.

Rémi SKOUTELSKI « Novedad en el frente: las brigadas internacionales en la guerra civil », Temas de Hoy, Μαδρίτη, 2006.

Ángel VIÑAS « El escudo de la República. El oro de España, la apuesta soviética y los hechos de mayo de 1937 », Crítica, Βαρκελώνη, 2010.

Ángel VIÑAS « La República en guerra: contra Franco, Hitler, Mussolini y la hostilidad británica », Crítica, Βαρκελώνη, 2012.

Mercedes YUSTA « Une guerre européenne », L’Histoire, n° 427, septembre 2016, σελ. 52-55.

Mercedes YUSTA « La Guerre Civile espagnole (1936-1939) », σε CANAL και DUCLERT όπ. π., σελ. 32-49.

Βαρκελώνη, 21 Ιουλίου 1936: η 17χρονη κομμουνίστρια Marina Ginestà, φωτογραφημένη από τον Juan Guzmán.

Βαρκελώνη, 21 Ιουλίου 1936: η 17χρονη κομμουνίστρια Marina Ginestà, φωτογραφημένη από τον Juan Guzmán.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΕΚΛΑΪΚΕΥΜΕΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Guerres & Histoire, n° 31, juin 2016, « Guerre d’Espagne : les républicains pouvaient-ils gagner ? », σελ. 3, 32-51 (άρθρα του Jean LOPEZ/ συνεντεύξεις των Ángel VIÑAS, Michael ALPERT και James CORUM).

L’Histoire, n° 427, septembre 2016, « Guerre d’Espagne : La fin des légendes – pourquoi la république a perdu », σελ. 3, 30-61 (άρθρα των François GODICHEAU, Fernando HERNÁNDEZ SÁNCHEZ, Mercedes YUSTA και Stéphane MICHONNEAU/ συνέντευξη του Javier CERCAS)

Les Collections de L’Histoire – Hors.série, n° 73, octobre-décembre 2016, « L’Odyssée des Réfugiés »,  Geneviève DREYFUS-ARMAND και Émile TEMINE « Adieu à l’Espagne », σελ. 68-72.

Ligne de Front (Histoire des Conflits du XXe siècle), n° 62, juillet-août 2016, Yann MAHÉ « La Guerre d’Espagne, 1936-1939 », σελ. 10-21.

 

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Georges BERNANOS « Les grands cimetières sous la lune », Sept, Παρίσι, 1937.

Javier CERCAS « Soldados de Salamina », Tusquets Editores, Βαρκελώνη, 2001/ γαλλική έκδοση: « Les soldats de Salamine », μετάφραση Élisabeth Beyer και Aleksandar Grujicic, Actes Sud, Αρλ, 2002.

Hans Magnus ENZENSBERGER «Der kurze Sommer der Anarchie. Buenaventura Durrutis Leben und Tod» Suhrkamp Verlag, Φρανκφούρτη επί του Μάιν, 1972/ γαλλική έκδοση: « Le Bref Été de l’anarchie (La vie et la mort de Buenaventura Durruti) », μετάφραση Lily Jumel, Collection Du monde entier, Gallimard, Παρίσι, 1975.

Ernest HEMINGWAYFor Whom the Bell Tolls”, Scribner, Νέα Υόρκη, 1940/ επανέκδοση: Arrow Books- Penguin Random House, 2004.

Ernest HEMINGWAYThe Fifth Column and Four Stories of the Spanish Civil War”, Scribner, Νέα Υόρκη, 1969/ επανέκδοση: Arrow Books- Penguin Random House, 2013.

Arthur KOESTLERSpanish testament – Dialogue with death”, Victor Gollancz Ltd., Λονδίνο, 1937.

André MALRAUX « L’espoir », Gallimard, Παρίσι, 1937/ επανέκδοση: σειρά Folio n° 20, 1972, 2015.

George ORWELL Homage to Catalonia”, Secker and Warburg, Λονδίνο, 1938.

Joan SALES i VALLÈS « Incerta glòria », Βαρκελώνη, 1956/ γαλλική έκδοση: « Gloire incertaine » suivi de  « Le Vent de la nuit », μετάφραση Bernard Lesfargues και Marie Bohigas, Tinta Blava, Παρίσι, 2007.

Si me quieres escribir – 80 χρόνια από την έναρξη του Ισπανικού Εμφυλίου – μέρος 1: τα γεγονότα

Δεκέμβριος 20, 2016
Πολιτοφύλακες και αστυνομικοί μάχονται κατά των στασιαστών, οδόφραγμα στη διασταύρωση των οδών Βουλής της Περιφέρειας και Ρογήρου της Λαουρία, Βαρκελώνη, Ιούλιος 1936 (φωτογραφία: Agustí Centelles i Ossó/ Centro Documental de la Memoria Histórica

Πολιτοφύλακες και αστυνομικοί μάχονται κατά των στασιαστών, οδόφραγμα στη διασταύρωση των οδών Βουλής της Περιφέρειας και Ρογήρου της Λαουρία, Βαρκελώνη, Ιούλιος 1936 (φωτογραφία: Agustí Centelles i Ossó/ Centro Documental de la Memoria Histórica)

«Vivo estabas, Dios mío, dentro del ostensorio.

Punzado por tu Padre con aguja de lumbre.

Latiendo como el pobre corazón de la rana

que los médicos ponen en el frasco de vidrio

 

Ζωντανός ήσουν, Θεέ μου, μέσα στο αρτοφόριο,

τρυπημένος απ’ τον Πατέρα σου με βελόνες φωτός,

σπαρταρούσες, σαν του βατράχου τη φτωχή καρδιά

που οι γιατροί τοποθετούν σε γυάλινη φιάλη»

Federico García Lorca «Oda al Santísimo Sacramento del altar (Ωδή στο Άχραντο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας)» (1928-29)]

Όπως έγραψε πρόσφατα ο Γάλλος ιστορικός και δημοσιογράφος Ζαν Λοπέζ [1], τέσσερις εμφύλιοι σημάδεψαν την Ιστορία της Ευρώπης κατά τον 20ό αιώνα. Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος του 1944 (ή 1943, σύμφωνα με ορισμένους)-1949, ως θερμή εισαγωγή στον υπό διαμόρφωση ψυχροπολεμικό κόσμο. Ο πλέον πρόσφατος, ο Γιουγκοσλαβικός του 1991-1995, για τον οποίο αρκετοί θα αμφισβητήσουν τον χαρακτηρισμό του ως εμφυλίου. Ο σημαντικότερος όσον αφορά τις συνέπειες για την παγκόσμια Ιστορία, ο Ρωσικός του 1918-1921. Κι αυτός που χαράχτηκε βαθύτερα στη συλλογική μνήμη και το φαντασιακό της Ευρώπης, ο Ισπανικός Εμφύλιος του 1936-1939.

Ο Ισπανικός Εμφύλιος ξεχωρίζει λόγω της έντασής του, της χρήσης όλων των διαθέσιμων την εποχή εκείνη όπλων, της αγριότητάς του, του φανατισμού που διέκρινε τις αντίπαλες παρατάξεις, της εμπλοκής πολλών ευρωπαϊκών, κι όχι μόνο, χωρών, είτε με τη μορφή της επίσημης κρατικής παρέμβασης προς στήριξη ενός εκ των εμπολέμων (φασιστική Ιταλία και ναζιστική Γερμανία για τους εθνικιστές, κομμουνιστική ΕΣΣΔ για τους δημοκρατικούς) είτε της εθελοντικής συμμετοχής ιδιωτών και πολιτικών οργανώσεων. Από πολλές απόψεις, ήταν η γενική πρόβα για τη φριχτή παγκόσμια σύρραξη που θα ακολουθούσε.

Έ. Χέμινγουέυ, Για Ποιόν Χτυπά η Καμπάνα, εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης

Έ. Χέμινγουέυ, Για Ποιόν Χτυπά η Καμπάνα, εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης

Ο Ισπανικός Εμφύλιος ξεχωρίζει, τέλος, επειδή αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης για πολλά σημαντικά λογοτεχνικά έργα και εν γένει έργα τέχνης: από το «Για Ποιον Χτυπά η Καμπάνα» του Χέμινγουέυ και την «Ελπίδα» του Μαλρώ ως τα «Μεγάλα Νεκροταφεία κάτω απ’ το Φεγγάρι» του Μπερνανός και τον «Φόρο Τιμής στην Καταλωνία» του Όργουελλ, χωρίς να ξεχνούμε την «Γκερνίκα» του Πικάσσο ή τις φωτογραφίες του Ρόμπερτ Κάπα και της Γκέρντα Τάρο.

Αντρέ Μαλρώ, Η Ελπίδα

Αντρέ Μαλρώ, Η Ελπίδα

——————————————————————————————————–

Στις 17 Ιουλίου 1936, εκδηλώνεται στο Ισπανικό Μαρόκο το πραξικόπημα των στρατηγών Σανχούρχο, Φράνκο, Μόλα, Κέιπο δε Γιάνο κι άλλων κατά της νεοπαγούς Ισπανικής Δημοκρατίας. Την επομένη εξαπλώνεται στο έδαφος της μητροπολιτικής Ισπανίας.

Οι αρχιπραξικοπηματίες Φράνκο και Μόλα

Οι αρχιπραξικοπηματίες Φράνκο και Μόλα

Κατά κανόνα, η επιτυχία ή η αποτυχία ενός πραξικοπήματος είναι υπόθεση ωρών ή έστω λίγων ημερών. Στην περίπτωση της Ισπανίας το πραξικόπημα θα εξελιχθεί σε έναν εμφύλιο που επρόκειτο να κρατήσει σχεδόν τρία χρόνια. Η αδυναμία των δύο πλευρών να καταγάγουν μια γρήγορη νίκη, η συμβολή του εξωτερικού παράγοντα, η σχεδόν απίστευτη ικανότητα της Δημοκρατίας να αντισταθεί μέχρι το τέλος ενάντια σε έναν υπέρτερο στρατιωτικά αντίπαλο και η τακτική του ίδιου του Φράνκο (που από την ταχεία επικράτηση προτιμούσε τη συστηματική εκκαθάριση των εδαφών από τα εχθρικά για αυτόν «αντεθνικά» στοιχεία) ήταν μερικοί από τους παράγοντες που συνέβαλαν στην εξέλιξη αυτή.

Στρατιωτικά αδύναμη, υποχρεωμένη να συγκροτήσει στράτευμα σχεδόν από το μηδέν, αποτελούμενη από εντελώς ανομοιογενή πολιτικά υλικά, σπαρασσόμενη από εσωτερικές έριδες, η Δημοκρατία είχε μία μόνον ουσιαστική ελπίδα για την τελική επικράτηση: την προσθήκη στη σοβιετική βοήθεια κι εκείνης των μεγάλων δημοκρατιών της Δύσης. Η Γαλλία, όμως, στην οποία κυβερνούσε το 1936 το Λαϊκό Μέτωπο του Λεόν Μπλουμ, υπήρξε τραγικά διστακτική. Έπειτα, παρασύρθηκε με ευκολία από τη Βρετανία. Μια Βρετανία της οποίας η στάση τυπικής ουδετερότητας ήταν, στην ουσία, εξαιρετικά ευνοϊκή για τον «σταυροφόρο που ήρθε από το Μαρόκο», τον Φρανθίσκο Φράνκο.

80 χρόνια μετά το ξεκίνημά του, ο Ισπανικός Εμφύλιος παραμένει παραδόξως για το ευρύ κοινό ένας μεγάλος άγνωστος όσον αφορά τους όρους διεξαγωγής του και τους παράγοντες που έκριναν την τελική έκβασή του. Είναι πάντα δύσκολο να διακρίνεις την αλήθεια όταν πρέπει να διαλύσεις τους μύθους με τους οποίους έχει περιβάλει καθεμία από τις αντιμαχόμενες πλευρές τη μοιραία εκείνη σύγκρουση.

——————————————————————————————————–

Στο εισαγωγικό μέρος θα παρουσιάσουμε τους λόγους που οδήγησαν την Ισπανία στην εμφύλια σύγκρουση του 1936-1939. Εν συνεχεία, θα παρατεθούν συνοπτικά τα γεγονότα του πολέμου (Μέρος Ι), πριν εξεταστούν οι παράγοντες που έκριναν πιθανώς την έκβασή του (Μέρος ΙΙ). Στο καταληκτικό μέρος της παρουσίασης αυτής θα μας απασχολήσουν οι συνέπειες του Ισπανικού Εμφυλίου και, κυρίως, η διαχείριση της ιστορικής μνήμης του εκ μέρους των αντιπάλων παρατάξεων, των επιγόνων τους και της ισπανικής κοινωνίας εν γένει.

«Κι έφτασαν επιτέλους στο νοσοκομείο.

Ένα νοσοκομείο άδειο από ανθρώπους, γεμάτο ακόμη με μηχανήματα, επιδέσμους, κι όλα τα σημάδια του περάσματος του πόνου. Στα άστρωτα και, συχνά, ματωμένα κρεβάτια, το κενό των οποίων αναμειγνύονταν τόσο ωμά με ολόφρεσκα ίχνη παρουσιών, έμοιαζε σαν να μην είχαν ξαπλώσει άνθρωποι, ζωντανοί ή ετοιμοθάνατοι, με τα ιδιαίτερα πρόσωπά τους, αλλά οι ίδιες οι πληγές – το αίμα αντί για το μπράτσο, το κεφάλι, το πόδι. Η ακίνητη βαρύτητα του ηλεκτρικού ρεύματος προσέδιδε σ’ ολόκληρη την αίθουσα όψη εξωπραγματική, η μεγάλη λευκή ενότητα της οποίας θα ήταν εκείνη ενός ονείρου αν οι κηλίδες αίματος και μερικά σώματα δεν επέβαλλαν άγρια την παρουσία της ζωής: τρεις τραυματίες που δεν μπορούσαν να μεταφερθούν περίμεναν τους φασίστες, με τα περίστροφα στο πλάι τους».

[Αντρέ Μαλρώ «Η Ελπίδα», μέρος ΙΙΙ, κεφάλαιο δεύτερο]

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

ΠΩΣ ΟΔΗΓΗΘΗΚΕ Η ΙΣΠΑΝΙΑ ΣΤΟΝ ΕΜΦΥΛΙΟ

Α.   ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΙΣ, ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ: Η ΙΣΠΑΝΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ

Η Ισπανία των αρχών του 20ού αιώνα είναι μια πάλαι ποτέ αυτοκρατορία που έχει χάσει σχεδόν όλες τις κτήσεις της, μια χώρα που βρίσκεται σχεδόν στο περιθώριο της ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής, ένα κράτος με απαρχαιωμένους θεσμούς και τεράστιες διαφορές και αντιθέσεις, όχι μόνο μεταξύ κοινωνικών τάξεων, αλλά και μεταξύ περιοχών.

Ισπανοί, αιχμάλωτοι πολέμου των Αμερικανών στη Μανίλα, Φιλιππίνες 1898

Ισπανοί, αιχμάλωτοι πολέμου των Αμερικανών στη Μανίλα, Φιλιππίνες 1898

Με τον Ισπανοαμερικανικό Πόλεμο του 1898, η Ισπανία χάνει τις πιο σημαντικές από τις αποικίες της: Κούβα, Πουέρτο Ρίκο, Φιλιππίνες και Γκουάμ. Από την κάποτε μεγαλύτερη αυτοκρατορία της οικουμένης απομένουν μόνο τμήματα του Μαρόκου και της αφρικανικής Γουινέας, καθώς και η Ισπανική Σαχάρα. Κι αυτές οι λιγοστές αποικίες, όμως, αποτελούν εστία προβλημάτων, όπως καταδεικνύει ο αιματηρός Πόλεμος του Ριφ (1921-1926), τον οποίο προκαλεί η εξέγερση του Μαροκινού πολέμαρχου Αμπντελκρίμ Ελ Χατταμπί. Οι ισπανικές στρατιωτικές δυνάμεις θα βρεθούν σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. Την τελική τους επικράτηση θα τη χρωστούν, σε σημαντικό βαθμό, στη βοήθεια της συμμάχου Γαλλίας η οποία θα αποστείλει στρατεύματα ενισχύσεων, αρχικά υπό τον στρατάρχη Λυωτέ και, εν συνεχεία, υπό τον στρατηγό, τότε, Πεταίν.

Πόλεμος του Ριφ, η απόβαση των Ισπανών στην Αλ Χοσέιμα

Πόλεμος του Ριφ, η απόβαση των Ισπανών στην Αλ Χοσέιμα

Η χώρα βρίσκεται ουσιαστικά στο περιθώριο των ευρωπαϊκών εξελίξεων. Δεν συμμετέχει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ανάπτυξη της οικονομίας της εμφανίζει σημαντική καθυστέρηση σε σχέση με τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία). Το ήμισυ του πληθυσμού απασχολείται στην αγροτική παραγωγή. Η κατάσταση εμφανίζεται ακόμη πιο δραματική αν λάβουμε υπόψη την κατανομή όσον αφορά την ιδιοκτησία γης: μερικές εκατοντάδες γαιοκτήμονες, μισό εκατομμύριο μικροϊδιοκτήτες κι άλλοι τόσοι μισθωτές γης και, κυρίως, 2 εκατομμύρια αγροτικοί εργάτες! Με αυτά τα δεδομένα το υψηλότατο ποσοστό αναλφαβητισμού (35 %) δεν προκαλεί έκπληξη.

Αγροτική Ισπανία, 1925, συγκομιδή φακών

Αγροτική Ισπανία, 1925, συγκομιδή φακής

Η Ισπανία αποτελεί μοναρχία στην οποία βασιλεύει (τυπικά από τη γέννησή του, το 1884, ουσιαστικά από την ενηλικίωσή του, το 1902) ο ελάχιστα χαρισματικός και όχι ιδιαίτερα ικανός Αλφόνσος ΙΓ΄. Η μοναρχία είναι κοινοβουλευτική, αλλά οι αρμοδιότητες κοινοβουλίου και κυβέρνησης αρκετά περιορισμένες. Πρόκειται για ένα καθεστώς που υπηρετεί τα συμφέροντα μιας ολιγαρχίας την οποία απαρτίζουν ευγενείς, λοιποί γαιοκτήμονες και βιομήχανοι. Η Καθολική Εκκλησία και ο στρατός (ο οποίος από τις αρχές του 19ου αιώνα ως το 1932 έχει επιχειρήσει περίπου 200 πραξικοπήματα) αποτελούν τους βασικούς θεσμικούς πυλώνες του συστήματος, λειτουργώντας ως θεματοφύλακες των πλέον συντηρητικών πολιτικών, κοινωνικών και ηθικών αξιών.

Αλφόνσος ΙΓ΄

Αλφόνσος ΙΓ΄

Χωρίς κάποιος να υποκύπτει στο στερεότυπο της αντιπαράθεσης συντήρησης και προόδου, οφείλει να ομολογήσει ότι το δομικό πρόβλημα ενός υπερσυντηρητικού συστήματος έγκειται ακριβώς στη νομοτελειακή αδυναμία του να σταματήσει την εξέλιξη. Στην Ισπανία των αρχών του 20ού αιώνα υπάρχει ανάπτυξη, εμπορική και βιομηχανική, η οποία προκαλεί τη δημιουργία μεσοαστικής τάξης και προλεταριάτου. Καμία από τις δύο αυτές τάξεις δεν μπορεί να εκφραστεί μέσω του κατεστημένου συστήματος. Οι αστοί επιζητούν ένα πιο φιλελεύθερο καθεστώς που θα εμπνέεται από το δημοκρατικό κεκτημένο των πιο ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών χωρών. Το προλεταριάτο επιδιώκει να προασπίσει τα δικαιώματά του, που ούτε καν αναγνωρίζονται από την ολιγαρχική άρχουσα τάξη. Οργανώνεται σε συνδικάτα μεταξύ των οποίων κυριαρχούν δύο τάσεις: η αναρχοσυνδικαλιστική (μια και οι ιδέες πολιτικής οργάνωσης του Μπακούνιν και των άλλων θεωρητικών του αναρχισμού γνώρισαν από νωρίς ευρεία εξάπλωση και διάδοση στην Ισπανία), η οποία εκφράζεται από την Εθνική Συνομοσπονδία Εργατών (Confederación Nacional del Trabajo, CNT) και την πολιτική ομόλογό της Ιβηρική Ομοσπονδία Αναρχικών (Federación Anarquista Ibérica, FAI). Και η σοσιαλιστική, με τη Γενική Ένωση Εργατών (Unión General de Trabajadores, UGT), η οποία ελέγχεται από το Ισπανικό Εργατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (Partido Socialista Obrero Español, PSOE). Στους κόλπους αυτής της τάσης αρχίζουν να αναπτύσσονται δειλά και στοιχεία που εμφορούνται από ιδεολογία την οποία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως «ορθόδοξα» κομμουνιστική.

Αφίσα της CNT

Αφίσα της CNT

Το ισπανικό πρόβλημα, όμως, οξύνεται εξαιτίας της ύπαρξης γεωγραφικών διαφορών κοινωνικού και οικονομικού χαρακτήρα που κυριολεκτικά κατακερματίζουν τον χώρο. Αντιθέσεις μεταξύ αστικών κέντρων και υπαίθρου, μεταξύ ανεπτυγμένων εμπορικά και βιομηχανικά περιοχών (Μαδρίτη, Καταλωνία, Λεβάντε, Μάλαγα, Αστουρία) και αγροτικών, αντιθέσεις όσον αφορά τις αγροτικές περιοχές μεταξύ αυτών που κυριαρχούν μικροϊδιοκτήτες γης (Γαλικία κι Εστρεμαδούρα) κι εκείνων που ελέγχονται από γαιοκτήμονες (ανδαλουσιανή ενδοχώρα), διαφορές λόγω βαθμού επιρροής που ασκεί η Καθολική Εκκλησία ή λόγω πολιτικών παραδόσεων (φιλομοναρχική Ναβάρρα). Επιπρόσθετο, αλλά διόλου αμελητέο, πρόβλημα όσον αφορά τις γεωγραφικές αντιθέσεις, οι εθνοτικού χαρακτήρα διαφορές που εκφράζονται μέσω των τάσεων αυτονόμησης στην Καταλωνία και τη Χώρα των Βάσκων (και σε μικρότερο βαθμό στη Γαλικία).

Όλα αυτά τα συστατικά καθιστούν την Ισπανία χώρα πολλαπλά και βαθύτατα διαιρεμένη.

Β.   ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΔΕ ΡΙΒΕΡΑ ΣΤΗ Β΄ ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 συνθήκες οξείας πολιτικής έντασης κλονίζουν την αδύναμη ηγεσία της Ισπανίας. Ασταθή κυβερνητικά σχήματα και επιθέσεις τρομοκρατικού χαρακτήρα εκ μέρους των αναρχικών δημιουργούν σε βασιλιά και στρατό την πεποίθηση ότι απαιτείται η επιβολή δικτατορικού καθεστώτος.

α.   Μια ισπανική απολυταρχία

Στις 13 Σεπτεμβρίου 1923, o στρατηγός Μιγέλ Πρίμο δε Ριβέρα προβαίνει στη Βαρκελώνη σε ένα κλασσικό προνουνθιαμέντο (δημόσια δήλωση στήριξης ορισμένου καθεστώτος), συνοδευόμενο από το απαραίτητο στρατιωτικό πραξικόπημα. Ύστερα από ένα διήμερο σύγχυσης, η κυβέρνηση παραιτείται και, χάρη στη στήριξη του Αλφόνσου ΙΓ΄, ο Ριβέρα αναλαμβάνει την εξουσία.

Μιγέλ Πρίμο δε Ριβέρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 09414 CC-BY-SA 3.0

Μιγέλ Πρίμο δε Ριβέρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 09414 CC-BY-SA 3.0

Μολονότι από ορισμένες απόψεις εμπνέεται από το φασιστικό καθεστώς του Μουσσολίνι, η δικτατορία του Πρίμο δε Ριβέρα είναι περισσότερο μια παραδοσιακή υπερσυντηρητική απολυταρχία. Ορισμένοι χαρακτηρίζουν το καθεστώς δε Ριβέρα ως «ήπιο». Αν το μέτρο σύγκρισης είναι το ναζιστικό ή τα φασιστικά καθεστώτα που επικράτησαν σε διάφορες χώρες της Ευρώπης στη συνέχεια, τότε έχουν σε κάποιο βαθμό δίκιο. Σε κάθε περίπτωση, η τύχη του κρίθηκε από τη διεθνή συγκυρία και δη την οικονομική. Κατά το σύντομο διάστημα οικονομικής ανάπτυξης που χαρακτήρισε το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1920, ο Πρίμο δε Ριβέρα κυβέρνησε σχεδόν ανενόχλητος. Όταν, όμως, οι συνέπειες της μεγάλης οικονομικής κρίσης που προκάλεσε το Κραχ του 1929 άγγιξαν την Ισπανία, ο δικτάτορας έχασε γρήγορα όλα τα στηρίγματά του. Απογοητευμένος και καταβεβλημένος από την ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε (ο Ριβέρα ήταν διαβητικός) έδωσε στον βασιλιά την παραίτησή του στις 28 Ιανουαρίου του 1930, αναχωρώντας για τη (σύντομη, λόγω πρόωρου θανάτου) παρισινή εξορία του.

Αλφόνσος ΙΓ΄ και Μ. Πρίμο δε Ριβέρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 09411 Unknown CC-BY-SA 3.0

Αλφόνσος ΙΓ΄ και Μ. Πρίμο δε Ριβέρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 09411 Unknown CC-BY-SA 3.0

Ο βασιλιάς είχε ως σκοπό την εγκαθίδρυση συνταγματικής μοναρχίας, αλλά η συντριπτική επικράτηση των Δημοκρατικών στις δημοτικές εκλογές του 1931 τον εξανάγκασε σε άτακτη φυγή. Ανέτειλλε τώρα η σύντομη και ταραχώδης εποχή της Β΄ Ισπανικής Δημοκρατίας.

β.   Ελπίδες και περιπέτειες: η Β΄ Ισπανική Δημοκρατία

Η πρώτη διετία της Ισπανικής Δημοκρατίας καθιστούσε βάσιμες τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις για το μέλλον: κυβερνήσεις συνασπισμού με κεντρώο πρόσημο, στις οποίες συμμετείχε το Ισπανικό Εργατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, προώθησαν μια σειρά μεταρρυθμίσεων ευρείας κοινωνικής συναίνεσης. Η εντύπωση αποδείχθηκε απατηλή. Όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα, ώστε η ευρεία αποδοχή να μη μετατραπεί σε καθολική. Και οι εχθροί της Δημοκρατίας ήταν πολλοί και ισχυροί.

i)   Η περίοδος των μεταρρυθμίσεων (1931-1933)

Νιθέτο Αλκαλά Θαμόρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 12783 CC-BY-SA 3.0

Νιθέτο Αλκαλά Θαμόρα/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 102 12783 CC-BY-SA 3.0

Μετά τη φυγή και την εξορία του βασιλιά, συγκροτήθηκε προσωρινή κυβέρνηση με επικεφαλής τον κεντροδεξιό πολιτικό Νιθέτο Αλκαλά Θαμόρα, ο οποίος επρόκειτο σύντομα να εκλεγεί πρώτος πρόεδρος της Β΄ Ισπανικής Δημοκρατίας, και κύρια αποστολή τη διοργάνωση βουλευτικών εκλογών. Στις εκλογές του Ιουνίου του 1931 τα δημοκρατικά κόμματα θριάμβευσαν, αποσπώντας συνολικά το 70 % των ψήφων. Κατά το διάστημα που ακολούθησε σχηματίσθηκαν αρκετές κυβερνήσεις συνασπισμού. Πρωθυπουργός των περισσότερων υπήρξε ο κεντροαριστερός Μανουέλ Αθάνια.

Αλκαλά Θαμόρα και Αθάνια

Αλκαλά Θαμόρα και Αθάνια

Η Β΄ Ισπανική Δημοκρατία επιχείρησε να υλοποιήσει ένα εξαιρετικά φιλόδοξο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, εμπνεόμενο σε μεγάλο βαθμό από τη γαλλική Τρίτη Δημοκρατία και τη γερμανική Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, διαχωρισμός κράτους και Εκκλησίας, με κατάργηση των φορολογικών προνομίων της δεύτερης και αποκλεισμό της από την εκπαίδευση, αγροτική μεταρρύθμιση (με αναδιανομή γης και μέτρα ενίσχυσης των φτωχότερων αγροτών), δημιουργία συστήματος δημόσιας εκπαίδευσης, υγείας και πρόνοιας, κατοχύρωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων (δημιουργία μεικτών επιτροπών εργοδοσίας κι εργαζομένων για την επίλυση διαφορών, νόμος περί εργατικών ατυχημάτων), αναγνώριση καθεστώτος αυτονομίας για την Καταλωνία και τη Χώρα των Βάσκων και ένταξή τους σε ομοσπονδιακή κρατική δομή.

Η αντίδραση των θιγομένων, της παλιάς ολιγαρχίας, της Εκκλησίας και του στρατού υπήρξε, όπως αναμενόταν, λυσσαλέα. Εκδηλώθηκε, μεταξύ άλλων, και με το αποτυχημένο πραξικόπημα της Σεβίλλης (10 Αυγούστου 1932), το οποίο επιχείρησε ο στρατηγός Χοσέ Σανχούρχο. Στο άλλο πολιτικό άκρο, οι αναρχοσυνδικαλιστές αντιδρούσαν στο κυβερνητικό πρόγραμμα θεωρώντας το άτολμο!

Χοσέ Σανχούρχο

Χοσέ Σανχούρχο

Αλ. Λερρού

Αλ. Λερρού

Έπειτα, μεταξύ της δημοκρατικής πλειοψηφίας υπήρχε κι ο απαραίτητος αδύναμος κρίκος. Το κεντρώο Ριζοσπαστικό Κόμμα του Αλεχάνδρο Λερρού. Με εκλογική πελατεία αποτελούμενη από μικροϊδιοκτήτες γης και μικροαστούς, ο Λερρού ήταν αμετάπειστος: δεν είχε καμία πρόθεση να δεχτεί τις μεταρρυθμίσεις που έθιγαν την Εκκλησία.

Ο τακτικισμός του Λερρού, η ανασυγκρότηση της αντιδημοκρατικής δεξιάς, υπό τις ευλογίες της Εκκλησίας, και η εκτόπιση του PSOE από την κυβέρνηση οδήγησε σε πολιτική αστάθεια και, τελικά, στην προκήρυξη εκλογών για τα τέλη του 1933. Λίγο νωρίτερα, τον Οκτώβριο του 1933, ο Χοσέ Αντόνιο Πρίμο δε Ριβέρα, γιος του δικτάτορα, ίδρυε την Ισπανική Φάλαγγα, με πρότυπο το φασιστικό κόμμα του Μουσσολίνι.

Χοσέ Αντόνιο Πρίμο δε Ριβέρα

Χοσέ Αντόνιο Πρίμο δε Ριβέρα

ii)   Η περίοδος της οπισθοδρόμησης (1933-1935)

Στις βουλευτικές εκλογές του Νοεμβρίου του 1933, τις πρώτες στις οποίες ψήφισαν και οι Ισπανίδες, το δημοκρατκό στρατόπεδο πλήρωσε τη διάσπασή του. Η Ισπανική Συνομοσπονδία Αυτόνομων Κομμάτων της Δεξιάς (Confederación Española de Derechas Autónomas, CEDA) του Χοσέ Μαρία Χιλ Ρόμπλες αναδεικνυόταν πρώτη δύναμη, χωρίς πάντως κοινοβουλευτική αυτοδυναμία. Όλα τα κόμματα από το κέντρο κι αριστερότερα ήταν κατηγορηματικά αντίθετα στο ενδεχόμενο συμμετοχής της CEDA σε κυβέρνηση. Η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης δόθηκε στον γνωστό και μη εξαιρετέο Αλεχάνδρο Λερρού του Ριζοσπαστικού Κόμματος. Η νέα κυβέρνηση επιχείρησε αμέσως να ακυρώσει μέρος των μεταρρυθμίσεων, ξεκινώντας από αυτές που έθιγαν την Εκκλησία.

Στην αριστερή πτέρυγα της δημοκρατικής κυβέρνησης άρχισε να επικρατεί κλίμα έντονης ανησυχίας και φόβου. Για να κατανοήσουμε την αντίδραση αυτή θα πρέπει να λάβουμε υπόψη τη διεθνή συγκυρία: επικράτηση του ναζισμού στη Γερμανία, διώξεις κατά του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος και βίαιη καταστολή των εργατικών κινητοποιήσεων στην Αυστρία από τον αυταρχικό καγκελάριο Ντόλφους. Ποια, όμως, θα έπρεπε να είναι η στάση των Ισπανών αριστερών; Ως προς αυτό, υπήρχε διάσταση απόψεων ανάμεσα στους δύο ισχυρούς άνδρες του Σοσιαλιστικού Κόμματος, τον Ινταλέθιο Πριέτο (που ήλεγχε τα κομματικά όργανα) και τον συνδικαλιστή Φρανθίσκο Λάργο Καμπαγέρο (που ήλεγχε το συνδικάτο της UGT). Εάν συμφωνούσαν σε κάτι, αυτό ήταν ότι ενδεχόμενη είσοδος της CEDA στην κυβέρνηση θα αποτελούσε τον προάγγελο αντιδραστικού πραξικοπήματος.

Φρανθίσκο Λάργο Καμπαγέρο

Φρανθίσκο Λάργο Καμπαγέρο

Τον Οκτώβριο του 1934, τρεις υπουργοί προερχόμενοι από τη CEDA εισέρχονταν στην κυβέρνηση, προκαλώντας τη σφοδρή σύγκρουση Δεξιάς κι Αριστεράς σε πολιτικό επίπεδο. Στις περισσότερες περιοχές η αντίδραση περιορίσθηκε στην προκήρυξη γενικής απεργίας. Αλλού, όμως, τα πράγματα πήραν πιο επικίνδυνη τροπή. Στη Βαρκελώνη, ο πρόεδρος της περιφερειακής κυβέρνησης (Ζενεραλιτάτ) Λλιουίς Κομπάνς ανακήρυσσε το «Καταλανικό Κράτος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Ισπανίας». Σε περιοχές όπου τα συνδικάτα ήταν ιδαίτερα ισχυρά (Λεόν, Χώρα των Βάσκων και, κυρίως, Αστουρία) η αντίδραση εξελίχθηκε σε πραγματική εξέγερση υπό την καθοδήγηση εργατικών συμβουλίων. Η κυβέρνηση κάλεσε αμέσως τον στρατό να επέμβει. Οι αποικιακές στρατιωτικές δυνάμεις (Ισπανική Λεγεώνα των Ξένων και τακτικά σώματα στρατού αποτελούμενα από Μαροκινούς στρατιώτες), υπό την καθοδήγηση των στρατηγών Φράνκο και Γοδέδ κατέπνιξαν την εξέγερση με πρωτοφανή βιαιότητα. Εκατοντάδες νεκροί, 30 χιλιάδες φυλακισμένοι που υποβάλλονται σε βασανιστήρια, διάλυση κάθε θεσμού κι οργάνωσης που μπορούσε να θεωρηθεί «δημοκρατική». Τώρα πια τις δύο παρατάξεις τις χωρίζει το αίμα.

1934: Δυνάμεις της χωροφυλακής οδηγούν κρατουμένους μετά την εξέγερση στην Αστουρία

1934: Δυνάμεις της χωροφυλακής οδηγούν κρατουμένους μετά την εξέγερση στην Αστουρία

Παρά τη χρήση βίαιων μεθόδων καταστολής και την ενίσχυση της θέσης της αντιδημοκρατικής Δεξιάς, η κυβέρνηση δεν επρόκειτο να μακροημερεύσει. Μια σειρά από σκάνδαλα (οικονομικά και δωροδοκιών) έπληξαν ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία της κι οδήγησαν τον συνασπισμό δεξιών και ριζοσπαστικών σε κατάρρευση.

iii)   Η επάνοδος: το Λαϊκό Μέτωπο

Τον Οκτώβριο του 1935 όλα τα κόμματα της κεντροαριστεράς και της Αριστεράς συγκροτούν το Λαϊκό Μέτωπο με σκοπό την από κοινού κάθοδο στις εκλογές και εξαγγέλλοντας την επαναφορά του προγράμματος μεταρρυθμίσεων του 1931 σε πιο τολμηρή μορφή και τη χορήγηση αμνηστείας στους πολιτικούς κρατουμένους (για τη συμμετοχή στα γεγονότα του 1934). Στις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου/ 4ης Μαρτίου 1936, το Λαϊκό Μέτωπο πρωτεύει, με σχετικά μικρή διαφορά ως προς τον αριθμό ψήφων (47 έως 49 % έναντι 45,6 % που απέσπασαν συνολικά τα δεξιά και κεντροδεξιά κόμματα), αποκτώντας, όμως, ευρεία πλειοψηφία ως προς τις βουλευτικές έδρες.

Αφίσα του ΚΚΙ για τις εκλογές του 1936

Αφίσα του ΚΚΙ για τις εκλογές του 1936

Η νίκη των Δημοκρατικών είχε επιτευχθεί μετά από μια εξαιρετικά αμφίρροπη εκλογική αναμέτρηση, σε συνθήκες πρωτοφανούς έντασης, απίστευτης καχυποψίας και ακραίας πόλωσης. Η στρατηγική αυτή αποτελεί κυρίως έργο του δεξιού στρατοπέδου. Μόλις την επομένη του πρώτου γύρου των εκλογών, ο στρατηγός Φράνκο, αρχηγός τότε του Γενικού Επιτελείου Στρατού επιχειρεί πραξικόπημα. Θα προσκρούσει στην άρνηση του κεντρώου υπηρεσιακού πρωθυπουργού Μανουέλ Πορτέλα να υπογράψει το διάταγμα επιβολής στρατιωτικού νόμου.

Επιχειρώντας να μην προκαλέσουν υπέρμετρες αντιδράσεις, οι Δημοκρατικοί σχηματίζουν κυβέρνηση στην οποία δεν μετέχουν στελέχη των αριστερών κομμάτων. Πρόεδρος εκλέγεται ο Αθάνια και πρωθυπουργός αναλαμβάνει τελικά ο, πρώην υπουργός του των εσωτερικών, Σαντιάγο Κασάρες Κιρόγα. Το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα τίθεται και πάλι σε εφαρμογή. Όσο για τους εχθρικούς προς τη Δημοκρατία στρατιωτικούς, η κυβέρνηση αρκείται να τους μεταθέσει μακριά από τη Μαδρίτη: ο Φράνκο τοποθετείται διοικητής στις Κανάριες Νήσους, ο Εμίλιο Μόλα διορίζεται στρατιωτικός διοικητής στην Παμπλόνα της Ναβάρρας. Επιθυμία επίδειξης πνεύματος συμφιλίωσης ή υποτίμηση του κινδύνου; Την ώρα που οι Δημοκρατικοί προσπαθούν να προωθήσουν τις μεταρρυθμίσεις, οι στρατιωτικοί αντίπαλοί τους έχουν την άνεση να εξυφάνουν τη συνωμοσία τους.

ΜΕΡΟΣ Ι

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ: Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΑΠΌ ΤΟ ΙΟΥΛΙΑΝΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ΕΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ Β΄ ΙΣΠΑΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Α.   ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑΤΟΣ

Υποστηρίζεται συχνά, προς υπεράσπιση των πραξικοπηματιών, ότι η συνωμοσία τους ήταν απλώς αντίδραση για τη σωτηρία της χώρας στην οποία, εξαιτίας των Δημοκρατικών, επικρατούσαν συνθήκες έντασης και αναρχίας. Λέγεται, επίσης, ότι οι συνωμότες είχαν συμφωνήσει να προχωρήσουν το σχέδιό τους σε δύο περιπτώσεις μόνο: αν αναλάμβανε πρωθυπουργός ο σοσιαλιστής συνδικαλιστής Λάργο Καμπαγέρο, τον οποίο κάποιοι, μάλλον άστοχα, είχαν ονομάσει «Λένιν της Ισπανίας», ή αν εκδηλωνόταν επανάσταση εκ μέρους των αναρχικών. Τελικά, όμως, αποφάσισαν να κινηθούν μετά τη δολοφονία του φιλομοναρχικού πολιτικού Χοσέ Κάλβο Σοτέλο στις 13 Ιουλίου 1936 από αστυνομικούς και σοσιαλιστές πολιτοφύλακες.

Χοσέ Κάλβο Σοτέλο

Χοσέ Κάλβο Σοτέλο

Τα διαθέσιμα στοιχεία διαψεύδουν την εκδοχή αυτή.

Καταρχάς, στην Ισπανία δεν παρατηρείται υπέρμετρη έξαρση της έντασης ούτε κλίμα βίας και αναρχίας, τουλάχιστον μέχρι τον Ιούλιο. Ναι μεν υπήρξαν σποραδικά συμβάντα (επιθέσεις σε εκκλησίες και κληρικούς, εκδηλώσεις «ενθουσιασμού» για τη νίκη του Λαϊκού Μετώπου κ.λπ.), αλλά, αντιθέτως, το χαρακτηριστικό γνώρισμα της περιόδου είναι η αύξηση της καταστολής με στόχο περισσότερο τον χώρο της Αριστεράς, ακριβώς επειδή η κυβέρνηση επιδιώκει να ελέγξει τα φαινόμενα αυτά.

Όσον αφορά την εκτέλεση του Κάλβο Σοτέλο, αυτή είναι πράξη αντιποίνων για τη δολοφονία του αξιωματικού της Αστυνομίας Εφόδου Χοσέ Καστίγιο από φαλαγγίτες, την προηγουμένη, 12 Ιουλίου.

Επιπλέον, γνωρίζουμε πλέον ότι το επιχειρησιακό πρόγραμμα για το πραξικόπημα είχε καταρτισθεί από τον Μόλα ήδη από τον Ιούνιο (με σχεδιασμό ακριβώς για τις ημερομηνίες 17-19 Ιουλίου), ενώ την 1η Ιουλίου οι συνωμότες είχαν συνάψει μυστικές συμφωνίες με τη φασιστική Ιταλία για την ενίσχυση σε όπλα και πυρομαχικά.

Εμίλιο Μόλα

Εμίλιο Μόλα

Επομένως, η κατάλυση της δημοκρατίας ήταν ειλημμένη απόφαση κι εκπεφρασμένος στόχος από την πρώτη στιγμή. Η εκδήλωση του πραξικοπήματος ήταν απλώς ζήτημα χρόνου κι εξεύρεσης των αναγκαίων και ικανών στηριγμάτων εντός και εκτός Ισπανίας (οι στασιαστές είχαν αρχικά ορίσει την 8η Απριλίου, αλλά ανέβαλαν την υλοποίηση του σχεδίου ακριβώς επειδή δεν ήταν βέβαιοι για την επιτυχία του). Ο Μόλα, ως διοικητής της Παμπλόνας, έχει την ευκαιρία να διαπραγματευθεί με τους φιλομοναρχικούς της Ναβάρρας και να εξασφαλίσει τη συμμετοχή στον αντικομμουνιστικό αγώνα της περιβόητης πολιτοφυλακής τους, των Ρεκετέ. Λίγο αργότερα, ο φυλακισμένος από την κυβέρνηση ιδρυτής και ηγέτης της Φάλαγγας, ο Χοσέ Αντόνιο Πρίμο δε Ριβέρα θα δηλώσει με επιστολή την υποστήριξή του στο εγχείρημα. Ο Μόλα θα αρχίσει τις επαφές για να εξασφαλίσει την ιταλική βοήθεια, ο Φράνκο θα καλλιεργήσει τις σχέσεις του με το περιβάλλον του Χίτλερ. Τελικά, ο αριθμός των συνωμοτών ανώτατων αξιωματικών είναι εντυπωσιακός: Σανχούρχο, Μόλα, Φράνκο, Φανχούλ, Γοδέδ, Κέιπο δε Γιάνο, Βαρέλα, Οργάθ, Γαλάρθα Μοράντε.

Ο Φρανθίσκο Φράνκο σε φωτογραφία του 1930

Ο Φρανθίσκο Φράνκο σε φωτογραφία του 1930

Στις 17 Ιουλίου 1936 το πραξικόπημα εκδηλώνεται στις Κανάριες Νήσους και το Ισπανικό Μαρόκο (Μελίγια, Θέουτα, Τετουάν). Ο Φράνκο μεταβαίνει αεροπορικώς στο Μαρόκο, με αεροπλάνο που είχε ειδικά ναυλώσει ο τραπεζίτης Τζουάν Μαρτς από τη Μαγιόρκα, για να αναλάβει τη διοίκηση της Στρατιάς της Αφρικής. Τις επόμενες δύο ημέρες στασιάζουν οι στρατιωτικές φρουρές στη μητροπολιτική Ισπανία. Στόχος είναι η κατάληψη της Μαδρίτης και η συγκρότηση στρατιωτικής χούντας. Το πραξικόπημα, όμως, δεν θα επιτύχει ολοκληρωτικά. Η Ισπανία θα εισέλθει σε μια φάση που καμία από τις δυο αντίπαλες πλευρές δεν είχε προβλέψει.

Β.   ΗΜΕΡΕΣ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΡΧΙΑΣ

α.   Λάβετε θέσεις! Μία χώρα, δύο στρατόπεδα, τέσσερα κομμάτια: Μετά το χάος των πρώτων ημερών που ακολούθησαν την εκδήλωση του πραξικοπήματος, η Ισπανία βρίσκεται χωρισμένη σε δύο στρατόπεδα και τέσσερα μέρη! Οι στασιαστές επικρατούν στις αγροτικές και/ή πιο συντηρητικές περιοχές: Γαλικία, Παλαιά Καστίλλη, Λεόν, Ναβάρρα, μεγαλύτερο τμήμα της Αραγωνίας, Βαλεαρίδες (εκτός από τη Μινόρκα) και τμήμα της Εστρεμαδούρας, συν ένα προγεφύρωμα στην Ανδαλουσία, που περιλαμβάνει τη Σεβίλλη και την Κορδούη και είναι σημαντικό γιατί καθιστά δυνατή την έστω και περιορισμένη μεταφορά των αποικιακών στρατευμάτων από το Μαρόκο, και (παραδόξως) το Οβιέδο της Αστουρίας. Οι Δημοκρατικοί διατηρούν τον έλεγχο στη Μαδρίτη και σε ολόκληρη τη Μάντσα, στην Καταλωνία, το ισπανικό Λεβάντε, στο μεγαλύτερο μέρος της Ανδαλουσίας και τις βομηχανικές περιοχές του Βορρά (Χώρα των Βάσκων και Αστουρία).

Η κατάσταση στις αρχές του πολέμου/ πηγή: Wikimedia, χρήστης Grandiose

Η κατάσταση στις αρχές του πολέμου/ πηγή: Wikimedia, χρήστης Grandiose

Τι είχε συμβεί;

β.   Η επανάσταση αρχίζει: Τις ημέρες που προηγήθηκαν του πραξικοπήματος, η κυβέρνηση Κασάρες Κιρόγα δεν είχε εισακούσει τις εκκλήσεις των συνδικάτων «να δώσει όπλα στον λαό». Όταν εκδηλώθηκε το πραξικόπημα αρκέσθηκε στην έκδοση ενός διατάγματος περί διάλυσης του στρατεύματος, απόφαση που επέτεινε τη σύγχυση, ειδικά μεταξύ των στρατιωτικών που παρέμειναν πιστοί στη δημοκρατία. Όσον αφορά τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Μανουέλ Αθάνια, αυτός έδειχνε πανικόβλητος. Οι μόνες λύσεις κατά τη γνώμη του ήταν η διαπραγμάτευση με τους στασιαστές και η διεξαγωγή δημοψηφίσματος! Για τον λόγο αυτό και διόρισε πρωθυπουργό των μετριοπαθέστατο Μαρτίνεθ Μπάρριο ο οποίος πέρασε μια νύχτα διαπραγματευόμενος τηλεφωνικά χωρίς αποτέλεσμα με τους πραξικοπηματίες και, έπειτα, παραιτήθηκε χωρίς να αναλάβει ποτέ ουσιαστικά τα καθήκοντά του. Ο, επίσης μετριοπαθής, διάδοχός του Χοσέ Χιράλ, ως τότε Υπουργός Ναυτικού, αποφάσισε τελικά τη διανομή όπλων στις λαϊκές πολιτοφυλακές. Οι πολιτοφυλακές και οι δυνάμεις ασφαλείας (οι οποίες σε σημαντικό ποσοστό παρέμειναν πιστές στη νόμιμη κυβέρνηση) ήταν αυτές που εξουδετέρωσαν τα στρατεύματα που συντάχθηκαν με τους στασιαστές στις μεγάλες πόλεις. Η πραγματική εξουσία, όμως, είχε ξεφύγει από την κυβέρνηση.

Βαρκελώνη, Ιούλιος 1936/ πολιτοφύλακες των Δημοκρατικών σε οδόφραγμα

Βαρκελώνη, Ιούλιος 1936/ πολιτοφύλακες των Δημοκρατικών σε οδόφραγμα

Σε ένα χρονικό σημείο που η κατάσταση δεν είχε ακόμη μετατραπεί σε πραγματική πολεμική σύρραξη, τα συνδικάτα, πρωτίστως οι αναρχικοί και σε μικρότερο βαθμό οι σοσιαλιστές και κομμουνιστές, ανέλαβαν την εξουσία συγκροτώντας κατά τόπους επαναστατικές επιτροπές (στη Βαρκελώνη, μάλιστα, συγκροτήθηκε και μια Κεντρική Επιτροπή Αντιφασιστικών Πολιτοφυλακών). Οι επιτροπές αυτές ανέλαβαν τη συγκρότηση νέων μονάδων πολιτοφυλακής και προχώρησαν σε κολλεκτιβοποίηση των αγροκτημάτων και των μονάδων βιομηχανικής παραγωγής, ενέργειες που συνοδεύονταν από τις «αναμενόμενες» βιαιοπραγίες κατά των εκπροσώπων της παλαιάς ολιγαρχίας που δεν είχαν προλάβει να διαφύγουν στη ζώνη των στασιαστών. Με άλλα λόγια, τώρα που δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο (ολιγαρχία ή κυβέρνηση), η επανάσταση μπορούσε να αρχίσει! Το πλέον παράδοξο είναι ότι ένα πραξικόπημα του οποίου ο δημοσίως εκπεφρασμένος στόχος ήταν η αποτροπή της επανάστασης, κατέληξε να την προκαλέσει!

Ο επαναστατικός ζήλος δεν αρκεί για τη συγκρότηση αξιόμαχου στρατεύματος και την επιτυχή διεξαγωγή πολέμου. Οι φάλαγγες πολιτοφυλακών που ξεκίνησαν από τη Βαρκελώνη και τη Βαλένθια για να καταλάβουν, αντίστοιχα, τη Θαραγόθα και την Κορδούη απέτυχαν παταγωδώς.

γ.   Οι εθνικιστές εδραιώνουν τις θέσεις τους: Οι στασιαστές είναι στρατιωτικοί και γνωρίζουν πολύ καλά τι ακριβώς θέλουν, χωρίς να ασχολούνται με ουτοπίες. Η σχετική αποτυχία του πραξικοπήματος τους αναγκάζει να αναζητήσουν την ξένη βοήθεια. Στις 25 Ιουλίου ο Χίτλερ συμφωνεί να ενισχύσει στρατιωτικά τους εθνικιστές. Λίγες ημέρες αργότερα το ίδιο πράττει και ο Μουσσολίνι. Η σημασία της ξένης στρατιωτικής βοήθειας αποδεικνύεται από πολύ νωρίς: χάρη στα γερμανικά μεταγωγικά στήνεται η πρώτη αερογέφυρα της Ιστορίας, καθιστώντας δυνατή τη μεταφορά των στρατευμάτων της Αφρικής στη μητροπολιτική Ισπανία. Οι Δημοκρατικοί δεν θα τύχουν αντίστοιχης βοήθειας, παρά τις προσπάθειες του Χιράλ να εξασφαλίσει γαλλική, τουλάχιστον βοήθεια. Παρά την αρχική προθυμία του, ο Λεόν Μπλουμ θα υποκύψει στους φόβους για εσωτερική αναταραχή, τις αντιδράσεις των Γάλλων Ριζοσπαστών και, κυρίως, τις βρετανικές πιέσεις, καταλήγοντας στο τραγικό δόγμα της μη επεμβάσεως.

Οι στρατηγικοί στόχοι των εθνικιστών είναι δύο.

Πρώτον, η διεύρυνση της επικράτειάς τους σε Ανδαλουσία και Εστρεμαδούρα έτσι ώστε, αφενός, να ενοποιήσουν τις δύο ζώνες ελέγχου τους και, αφετέρου, να καταλάβουν το σύνολο της μεθοριακής γραμμής με την Πορτογαλία στην οποία κυβερνά από το 1933 η φιλική προς τους στασιαστές δικτατορία του Αντόνιο Σαλαζάρ. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται χάρη κυρίως στις προσπάθειες του Κέιπο δε Γιάνο.

Η κατάληψη των περιοχών συνοδεύεται από τις συστηματικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Κάθε στοιχείο ύποπτο για φιλικά προς τη Δημοκρατία αισθήματα εκτελείται [2]. Η σταδιακή και μεθοδική κατάληψη εδαφών αποτελεί επιλογή του Φράνκο, όπως ο ίδιος είχε εξομολογηθεί στον Ιταλό στρατηγό Φαλντέλλα:

«Σε έναν εμφύλιο πόλεμο είναι προτιμότερη η συστηματική κατάληψη του εδάφους, η οποία συνοδεύεται από τις αναγκαίες εκκαθαρίσεις, παρά μια γρήγορη συντριβή των εχθρικών στρατευμάτων, ενδεχόμενο το οποίο θα άφηνε τη χώρα μολυσμένη από αντεθνικά στοιχεία

Δεύτερον, ο πλήρης αποκλεισμός της βόρειας ζώνης που ελέγχουν οι Δημοκρατικοί, μέσω της κατάληψης της μεθορίου με τη Γαλλία, έτσι ώστε να καταστεί αδύνατη η ενίσχυση και ο ανεφοδιασμός της Χώρας των Βάσκων και της Αστουρίας. Και ο δεύτερος στόχος επιτυγχάνεται, στις αρχές Σεπτεμβρίου, με την καταληψη του Ιρούν.

Γ.   Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΜΑΔΡΙΤΗΣ

Φ. Λάργο Καμπαγέρο

Φ. Λάργο Καμπαγέρο

Τον Σεπτέμβριο του 1936 σχηματίζεται νέα κυβέρνηση στη Μαδρίτη, υπό την ηγεσία του σοσιαλιστή συνδικαλιστή ηγέτη Λάργο Καμπαγέρο. Στην κυβέρνηση αυτή θα συμμετάσχουν, δύο μήνες αργότερα, και οι αναρχικοί. Την ίδια, όμως, ώρα οι δυνάμεις των στασιαστών βρίσκονται 100 χιλιόμετρα μακριά από την πρωτεύουσα. Ο στρατός των Δημοκρατικών δεν είναι ακόμη παρά ένα συνονθύλευμα πολιτοφυλακών, πλημμελώς εξοπλισμένων και με χαμηλό ηθικό. Αρκετοί υποστηρίζουν ότι αν ο Φράνκο αποφάσιζε να επιτεθεί θα καταλάμβανε εύκολα τη Μαδρίτη και θα τελείωνε τον πόλεμο μέσα σε δύο μήνες.

α. Τολέδο αντί Μαδρίτης

Οι Δημοκρατικοί πολιορκούν το Αλκάθαρ του Τολέδου Σεπτέμβριος 1936/ φωτό του Μιχαήλ Κολτσόφ

Οι Δημοκρατικοί πολιορκούν το Αλκάθαρ του Τολέδου, Σεπτέμβριος 1936/ φωτό του Μιχαήλ Κολτσόφ

Αντί της Μαδρίτης, ο Φράνκο θα επιλέξει ένα συμβολικό στόχο, το Τολέδο. Στο φρούριο της ιστορικής πόλης, το Αλκάθαρ, το οποίο στεγάζει και την τοπική στρατιωτική ακαδημία, έχουν οχυρωθεί οι στρατιωτικοί που συντάχθηκαν με το πραξικόπημα, μαζί με τις οικογένειές τους. Διοικητής είναι ο συνταγματάρχης Χοσέ Μοσκαρδό, αξιωματικός που δεν ήταν ενήμερος για τη συνωμοσία, αλλά προσχώρησε στο στρατόπεδο των στασιαστών αμέσως μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος. Ο Μοσκαρδό ήταν, δίχως, αμφιβολία, ιδιόμορφη περίπτωση αξιωματικού. Κάθε πρωί, παρά την πολιορκία, τις επιθέσεις και τους βομβαρδισμούς, έστελνε στο γενικό επιτελείο των εθνικιστών το ίδιο λακωνικό ανακοινωθέν: «Ουδέν νεώτερον από το Αλκάθαρ» («Sin novedad en el Alcázar»). Στις 23 Ιουλίου, οι Δημοκρατικοί αιχμαλώτισαν τον δεκαεξάχρονο γιο του Μοσκαρδό, τον Λουίς. Τηλεφώνησαν αμέσως στη φρουρά. Το ακουστικό το σήκωσε ο ίδιος ο Μοσκαρδό. Του είπαν να παραδοθεί, αλλιώς ο μικρός θα εκτελούνταν. Ο συνταγματάρχης ζήτησε να μιλήσει με το γιο του. Λέγεται ότι ακολούθησε ο εξής διάλογος:

  • Είσαι καλά παιδί μου;
  • Ναι, πατέρα!
  • Μου είπαν ότι θα σε εκτελέσουν αν δεν παραδοθώ. Το ξέρεις πολύ καλά ότι η τιμή και τα καθήκοντά μου δεν μου επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Δεν μπορώ να το κάνω αυτό.
  • Ναι, πατέρα!
  • Άκου, γιε μου. Θα παραδώσεις την ψυχή σου στον Θεό και θα πεθάνεις ως Ισπανός πατριώτης, φωνάζοντας «Ζήτω ο Βασιλεύς Χριστός» και «Ζήτω η Ισπανία».
  • Μάλιστα, πατέρα! Μπορώ να το κάνω αυτό.
  • Μπράβο, παιδί μου! [ο νεαρός Λουίς εκτελέστηκε ένα μήνα αργότερα σε αντίποινα για κάποια αεροπορική επιδρομή των φρανκικών]
Μοσκαρδό και Φράνκο (πιο πίσω ο στρατηγός Βαρέλα)/ πηγή: Ίδρυμα Φρ. Φράνκο

Μοσκαρδό και Φράνκο (πιο πίσω ο στρατηγός Βαρέλα)/ πηγή: Ίδρυμα Φρ. Φράνκο

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1936, οι δυνάμεις του Φράνκο, έχοντας συντρίψει τους Δημοκρατικούς, εισέρχονται στο Τολέδο και λυτρώνουν την πολιορκημένη φρουρά. Σχεδόν αμέσως, ο Φράνκο δρέπει τις δάφνες του θριάμβου του: ανακηρύσσεται αρχιστράτηγος (Generalísimo) και αρχηγός κράτους, αναλαμβάνοντας τα ηνία της «εθνικής κυβέρνησης» που έχει σχηματισθεί στο Μπούργκος.

β.   Μαδρίτη, πολιορκημένη πόλη

Προέλαση και Πέμπτη Φάλαγγα: Μέχρι να ανασυγκροτηθούν και να ανεφοδιασθούν τα στρατεύματα των εθνικιστών φθάνουμε στις 20 Οκτωβρίου. Τέσσερις φάλαγγες, υπό τους Μόλα, Γιαγουέ, Μπαρρόν και Μοναστέριο, επανδρωμένες κυρίως με λεγεωνάριους και Μαροκινούς, ξεκινούν από διαφορετικά σημεία με στόχο την κατάληψη της ισπανικής πρωτεύουσας. Κατά τη διάρκεια ραδιοφωνικής εκπομπής ρώτησαν τον Μόλα ποια από τις φάλαγγες αυτές θα καταλάμβανε τελικά τη Μαδρίτη. Κι εκείνος απάντησε:

«Την πρωτεύουσα δεν θα την καταλάβει καμία από τις φάλαγγες αυτές. Η Μαδρίτη θα καταληφθεί από την Πέμπτη Φάλαγγα, αυτήν των υποστηρικτών μας που ήδη βρίσκονται μέσα στην πόλη

Ο όρος επρόκειτο να αποκτήσει απροσδόκητες διαστάσεις, να μεταμορφωθεί σε ψύχωση και έμμονη ιδέα που θα στοίχειωνε τη σκέψη αμέτρητων πολιτικών και στρατιωτικών σε πάμπολλες χώρες.

Στις αρχές Νοεμβρίου οι φάλαγγες πλησιάζουν στην πρωτεύουσα, την οποία βομβαρδίζει ανηλεώς η γερμανική αεροπορία. Η κυβέρνηση Λάργο Καμπαγέρο εγκαταλείπει τη Μαδρίτη και καταφεύγει στη Βαλένθια. Την άμυνα της πόλης αναλαμβάνει ο στρατηγός Μιάχα κι ο επιτελάρχης του, αντισυνταγματάρχης Βιθέντε Ρόχο. Στις 6 Νοεμβρίου ήδη διεξάγονται μάχες στην Κάσα δε Κάμπο, το πρώην κυνηγετικό πάρκο των Ισπανών βασιλιάδων, και στην Πανεπιστημιούπολη. Εθελοντές έχουν στήσει οδοφράγματα σε κάθε γωνιά της πόλης.

« ¡No pasarán! » – Η Μαδρίτη αντιστέκεται

«Ας ορθώσουμε όλοι το ανάστημά μας ενάντια στο φασιστικό στρατιωτικό πραξικόπημα! Ας προασπίσουμε τις λαϊκές ελευθερίες και τις δημοκρατικές κατακτήσεις του λαού!… Η χώρα ολόκληρη έχει αγανακτήσει με τούτους τους άθλιους που θέλουν να βυθίσουν τη δημοκρατική και λαϊκή Ισπανία σε κόλαση τρόμου και θανάτου. Μα δεν θα περάσουν! Η Ισπανία ολόκληρη ετοιμάζεται να πολεμήσει.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα σας καλεί στη μάχη. Καλεί ειδικά τους εργάτες, τους αγρότες, τους διανοούμενους να πάρουν θέσεις μάχης για να συντρίψουν οριστικά τους εχθρούς της Δημοκρατίας και των λαϊκών ελευθεριών. Ζήτω το Λαϊκό Μέτωπο! Ζήτω η ενότητα όλων των αντιφασιστών! Ζήτω η δημοκρατία του λαού! Οι φασίστες δεν θα περάσουν! Δεν θα περάσουν

[Ντολόρες Ιμπάρρουρι, η επονομαζόμενη και Πασιονάρια, λόγος που εκφωνήθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών στη Μαδρίτη, στις 19 Ιουλίου 1936]

Πολιορκία της Μαδρίτης ¡No_pasarán!

Πολιορκία της Μαδρίτης ¡No_pasarán!

Ενώ οι εθνικιστές αρχίζουν να πιστεύουν ότι η κατάληψη της Μαδρίτης θα αποδειχθεί σχετικά εύκολη υπόθεση, η κατάσταση αντιστρέφεται. Φθάνουν οι πρώτες Διεθνείς Ταξιαρχίες (11η και 12η) και τα πρώτα σοβιετικά άρματα μάχης και πολεμικά αεροσκάφη. Οι σοβιετικοί πιλότοι παίρνουν τον έλεγχο του εναέριου χώρου από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς, βομβαρδίζουν τις βάσεις των εθνικιστών σε Ανδαλουσία κι Εστρεμαδούρα. Εξαντλημένοι από τις οδομαχίες, οι στρατιώτες του Φράνκο υποχωρούν.

Οι αποτυχημένες «περιφερειακές επιθέσεις»: Ο Φράνκο εγκαταλείπει την ιδέα της κατάκτησης της Μαδρίτης με κατά μέτωπο έφοδο κι επιχειρεί να την καταλάβει επιτιθέμενος από τα βορειοδυτικά (Μάχη της Οδού της Λα Κορούνια, Νοέμβριος-Ιανουάριος) και, στη συνέχεια, από τα νότια (Μάχη της κοιλάδας του ποταμού Χαράμα, Φεβρουάριος 1937). Και οι δύο μάχες αποδεικνύονται ιδιαίτερα αιματηρές (σχεδόν 30 χιλιάδες νεκροί συνολικά για τα δύο στρατόπεδα), πλην όμως οι Μαροκινοί ρεγουλάρες αδυνατούν να διασπάσουν τις γραμμές των Διεθνών Ταξιαρχιών.

Μάχη της Γουαδαλαχάρα, ιταλικά τεθωρακισμένα Φίατ Ανσάλντο/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 183 P0214-516 CC-BY-SA 3.0

Μάχη της Γουαδαλαχάρα, ιταλικά τεθωρακισμένα Φίατ Ανσάλντο/ πηγή: Bundesarchiv, Bild 183 P0214-516 CC-BY-SA 3.0

Η Μάχη της Γουαδαλαχάρα: Η τελευταία προσπάθεια κατάληψης της Μαδρίτης είναι έργο του ιταλικού Εθελοντικού Εκστρατευτικού Σώματος (Corpo Truppe Volontarie, CTV), το οποίο έχει στείλει ο Μουσσολίνι. Οι δυνάμεις του στρατηγού Ροάττα επιχειρούν να φθάσουν στη Μαδρίτη από βορρά. Οι καιρικές συνθήκες (κατακλυσμιαίες βροχοπτώσεις, τις οποίες διαδέχονται χιονοθύελλες) δυσχεραίνουν το έργο τους, τα σοβιετικά τεθωρακισμένα συντρίβουν τα λιλιπούτεια ιταλικά άρματα μάχης, οι άνδρες των ΔΤ (ανάμεσά τους πολλοί Ιταλοί Γαριβαλδινοί) αποδεικνύονται πιο αξιόμαχοι από τους μελανοχίτωνες. Τελευταίος, αλλά όχι αμελητέος, παράγοντας της ιταλικής αποτυχίας, η στάση του ίδιου του Φράνκο. Προκειμένου να μην οφείλει τίποτε στον Ιταλό δικτάτορα, προτιμά να αφήσει το CTV εντελώς αβοήθητο! Στις 23 Μαρτίου η Μάχη της Μαδρίτης έχει τελειώσει. Η Δημοκρατία έχει προς το παρόν σωθεί, χάρη κυρίως στη σοβιετική βοήθεια.

Δεν είναι, όμως, όλα ρόδινα για αυτήν. Το ιταλικό Εκστρατευτικό Σώμα, το ίδιο που απέτυχε παταγωδώς στη Γουαδαλαχάρα, έχει κατορθώσει να πάρει τη Μάλαγα (8 Φεβρουαρίου), καταλαμβάνοντας μαζί με τη μεγαλούπολη και το υπόλοιπο τμήμα της Ανδαλουσίας που ήλεγχαν οι Δημοκρατικοί.

Δ.   ΠΟΛΕΜΟΣ ΦΘΟΡΑΣ ΚΙ ΑΠΩΛΕΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Έχοντας συναίσθηση της στρατιωτικής υπεροχής των εθνικιστών, το επιτελείο των Δημοκρατικών επιλέγει έναν πόλεμο φθοράς του αντιπάλου κι αντίστασης στις δυνάμεις του, μέχρι να μεταβληθεί η διεθνής συγκυρία. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των δημοκρατικών στρατευμάτων αποτελούν κατ’ ουσίαν αντιπερισπασμούς που θα δυσχεράνουν τις προσπάθειες του Φράνκο να διευρύνει την επικράτεια που ελέγχουν οι εθνικιστές. Κανείς από τους αντιπερισπασμούς αυτούς δεν θα επιτύχει.

α.   Ο Φράνκο καταλαμβάνει τη Χώρα των Βάσκων

Μετά την κατ’ επανάληψη αποτυχία κατάληψης της Μαδρίτης, ο Φράνκο επιλέγει να στραφεί κατά του βόρειου θυλάκου των Δημοκρατικών, δηλαδή τις αποκομένες από την κύρια ζώνη περιοχές της Αστουρίας και της Χώρας των Βάσκων. Ο Φράνκο δίνει στη γερμανική και τη ιταλική αεροπορία το ελεύθερο να βομβαρδίσουν ανηλεώς τις βασκικές πόλεις. Οι βομβαρδισμοί στοχεύουν να πλήξουν κυρίως τους αμάχους, ώστε να κάμψουν το ηθικό των αντιπάλων.

Π. Πικάσσο, Γκερνίκα/ αντίγραφο από πλακίδια στην ομώνυμη πόλη/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Papamanila

Π. Πικάσσο, Γκερνίκα/ αντίγραφο από πλακίδια στην ομώνυμη πόλη/ πηγή: Wikipedia, χρήστης Papamanila

Ο βομβαρδισμός της Γκερνίκα έχει μείνει στην Ιστορία για πολλούς λόγους, ένας από τους οποίους είναι κι ο διάσημος πίνακας του Πικάσσο. Η Γκερνίκα είχε μεγάλη συμβολική σημασία για τους Βάσκους: ήταν η ιστορική πρωτεύουσά τους, η πόλη γύρω από το Ιερό Δέντρο της οποίας συγκεντρώνονταν οι εθνοσυνελεύσεις τους. Στις 26 Απριλίου 1937, πέντε σμήνη βομβαρδιστικών της γερμανικής Λεγεώνας Κόνδωρ, συνοδευόμενα από ιταλικά βομβαρδιστικά, επιτίθενται κατά της πόλης. Τα τέσσερα πέμπτα των κτηρίων της θα καταστραφούν! Οι νεκροί, όλοι άμαχοι, υπολογίζονται μεταξύ 125 και 300 (κατά τις νεότερες μελέτες βάσει αρχειακών δεδομένων) και 1650 (επίσημος υπολογισμός της βασκικής κυβέρνησης).

Βομβαρδισμένη Γκερνίκα/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_183-H25224

Βομβαρδισμένη Γκερνίκα/ πηγή: Bundesarchiv_Bild_183-H25224

Δύο κακοσχεδιασμένες επιχειρήσεις αντιπερισπασμού των Δημοκρατικών με στόχους τη Σεγόβια και τη Χουέσκα δεν έχουν κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Ως το τέλος Ιουνίου ο Φράνκο έχει καταλάβει το Μπιλμπάο και ολόκληρη τη χώρα των Βάσκων.

Στο μεταξύ, το στρατόπεδο των Δημοκρατικών κλονίζεται από τη διαμάχη υποστηρικτών της τάξης και οπαδών της επανάστασης. Οι ταραχές οδηγούν τον Λάργο Καμπαγέρο σε παραίτηση. Ο πρόεδρος Αθάνια αναθέτει τον σχηματισμό κυβέρνησης στον σοσιαλιστή Χουάν Νεγρίν, τον μόνο που θεωρεί ικανό να ηγηθεί ενός συνεκτικού κυβερνητικού σχήματος και, ταυτόχρονα, να διαπραγματευθεί με τους Γάλλους και τους Βρετανούς.

Χουάν Νεγρίν

Χουάν Νεγρίν

β.   Αποτυχημένοι αντιπερισπασμοί: Μπρουνέτε και Μπελτσίτε

Μπρουνέτε: Προσπαθώντας να διασώσει ό,τι έχει απομείνει από τον βόρειο θύλακο, το επιτελείο των Δημοκρατικών βάζει σε εφαρμογή μια μεγάλης κλίμακας επιχείρηση αντιπερισπασμού, την οποία έχει σχεδιάσει ο αρχηγός του γενικού επιτελείου Βιθέντε Ρόχο. Οι συγκεντρωμένες δυνάμεις είναι εντυπωσιακές στον αριθμό: 90 χιλιάδες άνδρες, 100 άρματα μάχης, 200 κανόνια και 140 πολεμικά αεροσκάφη. Στις 5 Ιουλίου 1937, τρεις επίλεκτες μεραρχίες τις οποίες διοικούν κομμουνιστές (Λίστερ, Βάλτερ, Καμπεσίνο) επελαύνουν κατά του Μπρουνέτε, στα νοτιοδυτικά της Μαδρίτης, με στόχο να περικυκλώσουν τις φρανκικές δυνάμεις που βρίσκονται συγκεντρωμένες στην περιοχή. Ο στρατός των Δημοκρατικών κατορθώνει να καταλάβει το Μπρουνέτε, έχοντας όμως προχωρήσει λιγότερο απ’ ό,τι υπολόγιζε. Ο Φράνκο διακόπτει τις επιχειρήσεις στον Βορρά και στέλνει ενισχύσεις. Οι εθνικιστές ανακαταλαμβάνουν την πόλη και απωθούν τους Δημοκρατικούς, οι οποίοι έχουν απώλειες 25 χιλιάδων ανδρών. Η εκστρατεία του Φράνκο στα βόρεια συνεχίζεται και στα τέλη Αυγούστου καταλαμβάνεται το Σανταντέρ.

Ενρίκε Λίστερ

Ενρίκε Λίστερ

Μπελτσίτε: Σχεδόν ταυτόχρονα οι Δημοκρατικοί εξαπολύουν μια δεύτερη επίθεση αντιπερισπασμού, αυτή τη φορά στην Αραγωνία με στόχο τη Θαραγόθα. Η ιστορία μοιάζει με επανάληψη της Μάχης του Μπρουνέτε. Το σχέδιο του Ρόχο είναι ιδιαιτέρως τολμηρό, η εκτέλεσή του διστακτική, μια κι ο Λαϊκός Στρατός σκοντάφτει στην αντίδραση της φρουράς του Μπελτσίτε. Οι εθνικιστές στέλνουν ενισχύσεις και ως τις 7 Σεπτεμβρίου έχουν κερδίσει τη μάχη.

Ερείπια του Μπελτσίτε/ πηγή: Wikipedia, χρήστης ecelan

Ερείπια του Μπελτσίτε/ πηγή: Wikipedia, χρήστης ecelan

Ο Φράνκο ολοκληρώνει επιτυχώς την εκστρατεία του Βορρά στα τέλη Οκτωβρίου, έχοντας πλέον κατακτήσει το σύνολο της Αστουρίας. Η βόρεια ζώνη του δημοκρατικού στρατοπέδου έχει πάψει να υπάρχει. Οι Δημοκρατικοί έχουν χάσει 14 μεραρχίες με τον εξοπλισμό τους, τη μοναδική περιοχή με βαριά βιομηχανία που κρατούσαν υπό τον έλεγχό τους και τα πλοία του στόλου του Ατλαντικού. Η πλάστιγγα γέρνει όλο και περισσότερο προς το μέρος των εθνικιστών.

Ε.   ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΠΑΝΙΚΟ ΒΕΡΝΤΕΝ ΣΤΗ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ

α.   Τερουέλ: Στα τέλη του 1937 το ηθικό του δημοκρατικού στρατοπέδου είναι χαμηλό. Υπάρχουν φόβοι ότι σύντομα ο Φράνκο θα επιχειρήσει νέα επίθεση κατά της Μαδρίτης. Ο επιτελάρχης Ρόχο αποφασίζει να θέσει σε εφαρμογή μια επιχείρηση στρατηγικής αντεπίθεσης που θα ανυψώσει το ηθικό του πληθυσμού. Στόχος είναι το Τερουέλ, μια μικρή πόλη της νοτιοδυτικής Αραγωνίας. Στις 15 Δεκεμβρίου, 80 χιλιάδες άνδρες, χωρίς υποστήριξη πυροβολικού και αεροπορίας, επιτίθενται. Μια εβδομάδα αργότερα, έχουν κατορθώσει να καταλάβουν το Τερουέλ.

Μάχη του Τερουέλ

Μάχη του Τερουέλ

Ο Φράνκο έχει δύο επιλογές: να στραφεί κατά της ανυπεράσπιστης Μαδρίτης ή να δώσει ένα γερό μάθημα στους Δημοκρατικούς στερώντας τους ακόμη και την παραμικρή νίκη. Πιστός στη φιλοσοφία του, αποφασίζει να πράξει το δεύτερο. Υπό πολικό ψύχος και με ένα μέτρο χιόνι, ο Εθνικός Στρατός εφορμά στις 17 Ιανουαρίου 1938. Ακολουθούν σφροδρότατες μάχες στο Τερουέλ. Η επίθεση της μιας πλευράς διαδέχεται εκείνη της άλλης. Στις 22 Φεβρουαρίου και με τίμημα απώλειες 40 χιλιάδων ανδρών, οι εθνικιστές ανακτούν το «ισπανικό Βερντέν». Οι αντίπαλοί τους χάνουν 60 χιλιάδες άνδρες και τα περισσότερα από τα εξαιρετικά σοβιετικά τεθωρακισμένα ΒΤ-5.

β.   Μεσόγειος: Η κατάσταση αποδιοργάνωσης του αντιπάλου και η σαφέστατη αριθμητική υπεροχή των εθνικιστικών δυνάμεων δημιουργούν στο επιτελείο του Φράνκο την πεποίθηση ότι είναι η κατάλληλη στιγμή για να καταφέρουν αποφασιστικό πλήγμα στον εχθρό. Με δύναμη μεγαλύτερη των 100 χιλιάδων ανδρών και αιχμή του δόρατος το ιταλικό εκστρατευτικό σώμα, ο Εθνικός Στρατός επιτίθεται στις αρχές Μαρτίου και μέσα σε μια εβδομάδα έχει προχωρήσει πάνω από 100 χιλιόμετρα, κατακτώντας το υπόλοιπο της Αραγωνίας και διεισδύοντας πλέον στην Καταλωνία. Η επίθεση είναι σαρωτική κι αναπτύσσεται σε μέτωπο πλάτους 150 χιλιομέτρων. Μετατοπίζοντας αιφνίδια το κέντρο βάρους της, οι δυνάμεις του Φράνκο φθάνουν ανενόχλητοι στις ακτές της Μεσογείου, στο Βιναρός, ακριβώς στο σύνορο μεταξύ Λεβάντε και Καταλωνίας. Με τον τρόπο αυτό χωρίζουν εκ νέου στα δύο την επικράτεια των Δημοκρατικών, αποκόπτοντας την Καταλωνία από την υπόλοιπη δημοκρατική ζώνη. Την ίδια ώρα, στη Γαλλία, πέφτει η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου και τη θέση της παίρνει η συντηρητική του Νταλαντιέ, η οποία κλείνει οριστικά τα γαλλοϊσπανικά σύνορα, αποκλείοντας κάθε δυνατότητα ανεφοδιασμού της Καταλωνίας.

Η Ισπανία την άνοιξη του 1938/ πηγή: Wikipedia, χρήστης grandiose

Η Ισπανία την άνοιξη του 1938/ πηγή: Wikipedia, χρήστης grandiose

Ο Χενεραλίσιμο έχει τη δυνατότητα να καταλάβει την Καταλωνία με τη Βαρκελώνη, όπου έχει μεταφερθεί η έδρα της κυβέρνησης των Δημοκρατικών. Αντί για αυτό, προτιμά να στραφεί κατά της Βαλένθιας. Ο Ρόχο, όμως, έχει συγκεντρώσει όσες δυνάμεις μπορεί κι έχει οργανώσει πενταπλή γραμμή άμυνας. Οι δυνάμεις του Φράνκο θα προχωρήσουν μόλις 40 χιλιόμετρα σε δύο μήνες και θα εγκαταλείψουν εξουθενωμένες την προσπάθεια (Ιούνιος 1938). Χρόνια αργότερα, ο Χενεραλίσιμο προσπάθησε να δικαιολογήσει την, ακατανόητη από στρατηγική άποψη, απόφασή του διατεινόμενος ότι φοβόταν την αντίδραση της Γαλλίας αν προσέγγιζε τα σύνορά της. Επρόκειτο για ψέμμα: ήδη από τα μέσα Μαρτίου του 1938 οι Γάλλοι είχαν εγγυηθεί στον Φράνκο ότι δεν επρόκειτο να επέμβουν.

γ.   Η Μάχη του Έβρου

Μολονότι η στρατιωτική κατάσταση είναι εξαιρετικά δυσχερής, η διεθνής πολιτική συγκυρία αποτελεί πηγή ελπίδας για τους Δημοκρατικούς. Ξεσπά η κρίση των Σουδητών της Τσεχοσλοβακίας. Οι όλοι και πιο παράλογες απαιτήσεις του Χίτλερ δημιουργούν την πεποίθηση ότι δεν θα αργήσει η σύγκρουση μεταξύ του Άξονα και των δυτικών δημοκρατιών. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Ισπανική Δημοκρατία δεν θα μείνει πλέον αβοήθητη. Για τον λόγο αυτό, πρέπει να τα παίξει όλα για όλα και να επιχειρήσει ένα αποφασιστικό (ή μήπως απεγνωσμένο;) χτύπημα κατά του αντιπάλου, ώστε να αποδείξει την αξία της ως συμμάχου των δυτικών δυνάμεων.

Μάχη του Έβρου

Μάχη του Έβρου

Ο Βιθέντε Ρόχο αποφασίζει να κινητοποιήσει τις δυνάμεις που διαθέτει στην Καταλωνία, περίπου 100 χιλιάδες άνδρες, ελαφρά οπλισμένους, μια και το πυροβολικό με την αεροπορία υπερασπίζονται τη Βαλένθια. Στη μία μετά τα μεσάνυχτα της 25ης Ιουλίου 1938, το 5ο και το 15ο Σώμα Στρατού, υπό τον Λίστερ και τον Ταγουένια (και με γενικό διοικητή τον Χουάν Μοδέστο) περνούν τον Έβρο, συντρίβουν την 50ή μεραρχία των εθνικιστών και προελαύνουν. Ο Φράνκο στέλνει το σύνολο της γερμανικής κι ιταλικής αεροπορίας να βομβαρδίσει τις δυνάμεις των Δημοκρατικών. Παρά τους βομβαρδισμούς και την έλλειψη βαρέος οπλισμού, το πεζικό του Λαϊκού Στρατού μάχεται σώμα με σώμα εναντίον λεγεωνάριων και Μαροκινών και κατορθώνει να προχωρήσει μέχρι την Γκαντέσσα, χωρίς να καταλάβει την πόλη. Εφεξής, οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές καθηλώνονται σε πόλεμο χαρακωμάτων με σφοδρότατες συγκρούσεις. Παρά την υπεροπλία τους, οι δυνάμεις του Φράνκο θα χρειαστούν περισσότερους απο τρεις μήνες για να απωθήσουν τον αντίπαλο. Το βράδυ της 15ης Νοεμβρίου 1938 ο Μανουέλ Ταγουένια δίνει τη διαταγή στις δυνάμεις του να περάσουν και πάλι τον ποταμό, αυτή τη φορά υποχωρώντας.

Η Μάχη του Έβρου στοίχισε σε κάθε πλευρά περισσότερους από 60 χιλιάδες άνδρες. Το πλήγμα είναι μεγαλύτερο για τους Δημοκρατικούς που αδυνατούν να αναπληρώσουν τις απώλειες. Ο πόλεμος έχει ουσιαστικά χαθεί, όπως ακριβώς χάθηκαν και οι ελπίδες ενίσχυσης από τη Γαλλία και τη Βρετανία, ύστερα από τις ντροπιαστικές Συμφωνίες του Μονάχου.

ΣΤ΄.   Η ΕΠΙΘΑΝΑΤΙΑ ΑΓΩΝΙΑ ΤΗΣ Β΄ ΙΣΠΑΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

α.   Η πτώση της Καταλωνίας

Η ήττα στη Μάχη του Έβρου σφραγίζει οριστικά και τη μοίρα της δημοκρατικής Καταλωνίας. Την υπερασπίζονται τα απομεινάρια δύο στρατιών, με πλημμελή οπλισμό και χαμηλό ηθικό. Ο πληθυσμός πεινά, δεν έχει ηλεκτρικό και θέρμανση. Οι πόλεις και ειδικά η Βαρκελώνη έχουν πληγεί από τους σφοδρότατους βομβαρδισμούς της αεροπορίας των εθνικιστών. Με τα γαλλικά σύνορα κλειστά δεν υπάρχει καμία ελπίδα ανεφοδιασμού σε τρόφιμα, όπλα και πυρομαχικά. Η κυβέρνηση Νεγρίν εγκαταλείπει τη Βαρκελώνη και εγκαθίσταται στο κάστρο της Φιγκέρας, στα Πυρηναία, εκεί όπου θα συνεδριάσει για τελευταία φορά και το κοινοβούλιο της Β΄ Ισπανικής Δημοκρατίας.

Λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 1938, ο Φράνκο εξαπολύει το σύνολο σχεδόν των δυνάμεών του, περίπου 300 χιλιάδες άνδρες, κατά της Καταλωνίας. Στα μέσα του Ιανουαρίου του 1939, οι δυνάμεις των Δημοκρατικών αρχίζουν να υποχωρούν. Στις 23 Ιανουαρίου ο Εθνικός Στρατός εισέρχεται θριαμβευτικά στη Βαρκελώνη. Σχεδόν μισό εκατομμύριο άνθρωποι, μαχητές και άμαχοι, παίρνουν τον δρόμο της προσφυγιάς, καταδιωκόμενοι από τα στρατεύματα του Φράνκο και υπό τους συνεχείς βομβαρδισμούς της γερμανικής και ιταλικής αεροπορίας. Οι τυχεροί περνούν τα γαλλικά σύνορα, εκεί που τους περιμένουν οι ταπεινώσεις και τα γαλλικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η φυγή αυτή θα στιγματίσει τη συλλογική μνήμη με την ονομασία Retirada.

Retirada

Retirada

β.   Πραξικόπημα και τέλος

Η κυβέρνηση Νεγρίν καταφεύγει προσωρινά στη Γαλλία. Επιστρέφοντας στην Ισπανία και κινούμενος μεταξύ Βαλένθιας και περιχώρων του Αλικάντε, ο Νεγρίν διερωτάται ως προς τη στάση που πρέπει να κρατήσει. Δεν υπάρχουν πλέον χρήματα, όπλα ή στρατός. Γαλλία και Βρετανία αναγνωρίζουν την κυβέρνηση Φράνκο ως τη μόνη νόμιμη της χώρας. Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες έχουν πια διαλυθεί, ο Στάλιν έχει σταματήσει να παρέχει βοήθεια.

Παρά την απελπιστική κατάσταση, Νεγρίν και κομμουνιστές συμφωνούν ότι ο αγώνας πρέπει να συνεχιστεί μέχρι τέλους. Κεντροαριστεροί και αναρχικοί διαφωνούν και υποστηρίζουν ότι πρέπει να αναζητηθεί συμβιβαστική λύση με τον Φράνκο. Ξεχνούν ότι δεκάδες τέτοιες προσπάθειες απέτυχαν, προσκρούοντας στην κατηγορηματική άρνηση του Χενεραλίσιμο να δεχθεί οποιονδήποτε συμβιβασμό.

Ο στόλος στασιάζει και παραδίδεται στον αντίπαλο. Και στις 5 Μαρτίου 1939, η λύση του δράματος δίνεται από ένα ακόμη πραξικόπημα. Ο συνταγματάρχης Κασάδο, διοικητής της Στρατιάς του Κέντρου, στασιάζει και σε συνεργασία με τους αναρχικούς ανατρέπει την κυβέρνηση Νεγρίν. Οι προσπάθειές του να διαπραγματευθεί με τους εθνικιστές πέφτουν, όπως ήταν αναμενόμενο, στο κενό. Τίποτε άλλο εκτός της άνευ όρων συνθηκολόγησης δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Δίνεται απλώς η υπόσχεση ότι όσοι δεν ενέχονται σε βιαιοπραγίες δεν θα πάθουν τίποτε. Η υπόσχεση, φυσικά δεν θα τηρηθεί. Ακολουθεί ακόμη ένας μικρός εμφύλιος εντός του μεγάλου, μεταξύ κομμουνιστών και αντικομμουνιστών. Μωραίνει Κύριος…

Στις 26 Μαρτίου ο Φράνκο εξαπολύει την τελική επίθεση. Στις 31 Μαρτίου το ιταλικό εκστρατευτικό σώμα μπαίνει στο Αλικάντε, την τελευταία πόλη που κρατούσαν οι Δημοκρατικοί. Την Πρωταπριλιά του 1939 ο ηγέτης των εθνικιστών εκφωνεί το διάγγελμα της νίκης. Ο πόλεμος έχει τελειώσει… αλλά αυτό που τον διαδέχεται δύσκολα μπορεί να ονομαστεί ειρήνη.

Φράνκο

Φράνκο

[Συνεχίζεται]

[1] Guerres & Histoire, αριθ. 31, Ιούνιος 2016, σελ. 3.

[2] Θύμα των εκκαθαρίσεων εκ μέρους των δυνάμεων του Κέιπο δε Γιάνο υπήρξε κι ο μεγάλος ποιητής Φεδερίκο Γαρθία Λόρκα, στις 19 Αυγούστου 1936.


Αρέσει σε %d bloggers: